1888.12.09
2,039 rows · 16,198 words · 73 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33.
Τῆς 9 Δεκεμβρίου 1888.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου, αἰτουμένου ν’ αὐξηθῇ ἡ διδομένη αὐτῷ μισθοδοσία, ἢ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν περὶ συντάξεως νόμον. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§2ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Σήμερον μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν καταδίκων τῆς Αἰγίνης, παραπονουμένων κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν αὐτόθι φυλακῶν, ὅτι τοὺς πιέζει, τοὺς δέρει, καὶ κατηγορούντων αὐτοῦ ἐπὶ καταχρήσει. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Σωφρονιστηρίου, λέγουσιν οἱ ἀναφερόμενοι, οὐδέποτε περιῆλθεν αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν· ἐγὼ δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῶν παραπόνων τούτων, ἀλλὰ νὰ μὴ γίνωσι γνωστὰ τὰ ὀνόματα τῶν δυστυχῶν τούτων ἀνθρώπων, διότι θὰ πάθωσιν ὅσα δὲν φαντάζονται.
§3ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοιαύτης φύσεως ἀναφοραὶ καὶ τοιαῦτα παράπονα μοὶ ὑπεβλήθησαν πολλάκις ὑπὸ διαφόρων καταδίκων, καὶ κατ’ εὐθεῖαν πρὸς ἐμὲ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ διαταχθεὶς παρ’ ἐμοῦ μετέβη εἰς Αἴγιναν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν καὶ ἐνήργησεν ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις λεπτομερεῖς, καθὼς καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας. Τὸ ὑποβληθέν μοι συμπέρασμα τῶν τοιούτων ἐξετάσεων εἶναι, ὅτι τὰ παράπονα δὲν ἀπεδείχθησαν βάσιμα. Μοὶ ἐγνωστοποίησαν ἄλλας τινὰς πλημμελείας περὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ καταστήματος ἐκείνου, περὶ τῶν ὁποίων ἐλήφθη πᾶσα φροντὶς πρὸς διόρθωσιν. Μεταξὺ τῶν ἐκεῖ καταδίκων ἔλαβον χώραν πρό τινος χρόνου καὶ διαπληκτισμοὶ καὶ τραυματισμοί, καὶ τότε δὲ ἀπέστειλα ἀμέσως τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ἐξήτασε καὶ μοὶ ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν ἐξετάσεών του μετὰ γνωμῶν περὶ τοῦ πρακτέου, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν ἀμέσως.
§4ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁμοία ἀναφορὰ τῶν καταδίκων Αἰγίνης ἐστάλη καὶ πρὸς ἐμὲ σήμερον, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἀναφέρουσι δὲ οἱ ἐν λόγῳ κατάδικοι ὡρισμένας πράξεις τοῦ ἐπιστάτου αὐτῶν, ὅστις καλεῖται Χρῆστος Μαγγίνας καὶ εἶναι, ὡς γνωστόν, ἐκ Μεσσολογγίου, ἐκ τῆς πατρίδος τουτέστι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀνομημάτων, ἅτινα ἐκεῖνος ἐν ταῖς φυλακαῖς διαπράττει καὶ περὶ ὧν δύναται νὰ βεβαιοῖ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὅσας φορὰς θέλῃ, τὸ ἐναντίον, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλοθεν πληροφορίας, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, ἔπραξε καὶ τὸ ἑξῆς. Συνεκρότησεν ἓν εἶδος σώματος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐξ 8 ἢ 10 ἐκ τῶν φοβερωτέρων κακούργων, καὶ διὰ τῆς συστάσεως ταύτης φορολογεῖ τοὺς ἄλλους καταδίκους, ἀναφέρονται δὲ ῥητῶς ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ τὰ ὀνόματα τῶν φορολογηθέντων. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγκασθῇ νὰ στείλῃ καὶ ἐκ δευτέρου τὸν Εἰσαγγελέα εἰς Αἴγιναν, καὶ ἴσως ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἐκ δευτέρου βεβαιώσῃ, ὅτι οὐδὲν συνέβη ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ αἰτήσει ταύτῃ· οὐχ ἧττον ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀνακοινώσωμεν ταῦτα ἐν τῇ Βουλῇ, ἀφοῦ τοιαύτην ἐντολὴν ἐλάβομεν.
§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμήν, ἐν παρομοίᾳ περιπτώσει, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρό τινος χρόνου, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιτήρησις τῶν φυλακῶν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἁρμόδιον νὰ προσδιορίσῃ τὸ προσωπικόν, καὶ νὰ διοργανώσῃ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ διοικῶνται. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη πρὸ ἑνὸς ἔτους, τὸν ὁποῖον προεκάλεσαν ἀπειρία ἀνομημάτων καὶ ἀποδεδειγμέναι ἀνάγκαι, καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦτο ἤδη εἰς ἐφαρμογήν, εἰσέτι οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη, καθ’ ἑκάστην δὲ συμβαίνουσιν, ὡς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ἀδιάφορον ἐὰν τὰ παράπονα ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ ἦναι ἀκριβῆ, διάφορα ἐγκλήματα ἐν ταῖς φυλακαῖς· προχθὲς ἀκόμη ἀνεγίνωσκον, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου ἐτραυματίσθησαν ἀμοιβαίως οἱ φυλακισμένοι, καὶ ἐν ἄλλαις φυλακαῖς ἄλλα ὑπάρχει μία κατάστασις ἀνώμαλος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὐχάριστος. Ἀρκοῦσι τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐπιφυλάττομαι νὰ παρακαλέσω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προξενεῖ αἴσθησιν, ἤτοι νὰ ἀκούωμεν ἑκάστην πρωΐαν καὶ μίαν αὐτοκτονίαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῶσι μέτρα, καὶ μέτρα γενναῖα, δυνάμενα ἀποτελεσματικῶς νὰ ἐνεργήσωσι, διότι βεβαίως τὰ συμπτώματα δὲν εἶναι εὐχάριστα. Ἂς προλάβωμεν τοὐλάχιστον τοιαῦτα δυστυχήματα ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἐὰν δ’ ὁρισθῇ εἷς γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν καὶ καταρτισθῇ προσωπικὸν κατάλληλον, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει ἐπέλθει ὀργάνωσις πολὺ καταλληλοτέρα, ἡ ὁποία θέλει προλαμβάνει τὴν ἀνώμαλον ταύτην κατάστασιν, ἥτις καθ’ ἡμέραν ἐκτυλίσσεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀντὶ νὰ ἀποστέλλῃ Εἰσαγγελέα, ὅπως καταδιώκῃ τετελεσμένα ἐγκλήματα, νὰ φροντίσῃ, ὅπως προλαμβάνωνται τὰ ἐγκλήματα, φροντίζων νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ παραπονούμενοι ἐκ τῶν φυλακῶν Αἰγίνης εἶναι συμπολῖταί μου. Ἀναφορὰ τοιαύτη ἐδόθη πρὸ 20 ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἀπέστειλε αὐτόσε τὸν Εἰσαγγελέα πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐγένοντο ἄλλοτε, δηλαδὴ πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, διαπληκτισμοὶ μετὰ τραυμάτων καὶ φόνων. Ἵνα γίνωνται τοιαῦτα ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης καὶ ἀναφέρωνται ἐνταῦθα, τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ἀληθῶς ὁ Διευθυντὴς τῶν ἐκεῖ φυλακῶν δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος τόσον εὐγενῶς ἐδέχθη τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκα ἰδιαιτέρως, νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῶν πολιτῶν τούτων καὶ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Μαγγίναν διὰ προσώπου καταλλήλου, διότι εἶναι φόβος, μήπως τὸ ζήτημα καταστῇ φυλετικὸν, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν μεγαλύτερα δυστυχήματα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο παρὼν, ὅτε τὴν ἐζήτησα, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀντελήφθη ἴσως τί ἐζήτησα, διὰ τοῦτο τὴν διασαφηνίζω. Παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ κατάστασις, ἐμφαίνουσα ἑκάστου σώματος τὴν δύναμιν τὴν ὀργανικὴν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ ὀργανικὸς νόμος, καὶ ποία σήμερον ὑπάρχει. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ζητῶ τοῦτο· παρετήρησα εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, τοὺς ἐσχάτως γενομένους, ὅτι εἰς τὸ πυροβολικὸν ἐπροβιβάσθησαν 6 λοχαγοὶ τοῦ πυροβολικοῦ, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε θέσις εἰς τὸ σῶμα, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε θέσις εἰς τὸ σῶμα συμφώνως μὲ τὸν ὀργανικὸν νόμον, κατέλαβον τὰς γενικὰς θέσεις, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω πῶς διανέμονται αἱ γενικαὶ ὑπηρεσίαι εἰς τὰ διάφορα σώματα...
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διανομὴ τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν ὑπάρχει ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον κατέθηκα.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι φρονῶ, ὅτι θὰ συμβῇ καὶ κἄτι ἄλλο, πολὺ σπουδαιότερον ἴσως, καὶ θέλω νὰ προλάβω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιερώθησαν ἀσυμβίβαστά τινα τοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ παρελείφθη τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν ἰδιότητα συμβούλου κοινότητος, καίτοι ὑπάρχουσι κοινότητες ὠργανωμέναι, πρὸς τὴν ἰδιότητα δημοτικοῦ ὑπαλλήλου, ἰατροῦ κλπ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 123). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν πολλάκις ἐπαναληφθεῖσαν, τοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Χατζοπούλου, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀποδοτίας, λέγω, ὅτι διετάχθη τηλεγραφικῶς ὁ Νομάρχης νὰ προκαλέσῃ τὰ πρὸς ἐνέργειαν αὐτῆς.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, σχετιζομένων πρὸς τὰς ἀναγκαίας ἐπισκευὰς τοῦ Σωφρονιστηρίου Κεφαλληνίας. Κατατίθημι ταῦτα. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ὁ κ. Βουλευτὴς θέλει παρατηρήσει, ὅτι, ἐνῷ τὴν διεύθυνσιν τῶν φυλακῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης παρέλαβε τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου, ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν ἐπελάβετο τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ Σωφρονιστηρίου Κεφαλληνίας, δι’ ὃ καὶ τὸ πρῶτον τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς δευτέρας Ἰανουαρίου ἐ. ἔ.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν διεβίβασε τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας, καὶ τὰς τρεῖς ἐκθέσεις περὶ τῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησε πρὸ ἡμερῶν πληροφορίας περί τινος καταδικασθέντος ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἠλείας, συλληφθέντος δὲ νύκτωρ ἐν τῇ οἰκίᾳ του ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, κακωθέντος ὑπ’ αὐτοῦ, ἀποθανόντος δὲ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Καταθέτω τὸ περὶ τούτου τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸ περιέχον τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε. Τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου ἐζητήθη τρίτη σειρὰ ἐγγράφων, ὡς σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς χάριτος, τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς καταδικασθέντα εἰς θάνατον καὶ μεταβαλούσης τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἐζητήθη δὲ τότε (τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου), νὰ φέρω ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δικογραφίαν περὶ τῆς ληστείας τῶν γυναικῶν Ἀβέρωφ, ἤ, ἂν τοῦτο ἦναι δύσκολον, διότι ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ Εἰσαγγελέως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ, νὰ καταθέσω ἀντίγραφον τοῦ ἐγκλητηρίου, ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐν Κερκύρᾳ Κακουργοδικείου, ἀντίγραφον τῶν βουλευμάτων ἀμφοτέρων τῶν Συμβουλίων καὶ ἀντίγραφον τῶν ἐν τῇ προανακρίσει καταθέσεων τῆς παθούσης κυρίας. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διὰ τοῦ σημερινοῦ ταχυδρομείου ἐλθόντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταθέτω. Ἐπίσης ἐζητήθη νὰ προσαχθῇ ἐκ τῆς δικογραφίας τῆς ἐνώπιον τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Κακουργοδικείου ἐκδικασθείσης ὑποθέσεως, ἀντίγραφον ἀναιρέσεως καὶ καταθέσεων μαρτύρων. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως δὲν ἐζητήθη ἀναίρεσις, ἑπομένως ἦτο δυνατὸν καὶ μοὶ ἐστάλη ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, ἣν καταθέτω. Ἐπίσης ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων ἐκ τῆς δικογραφίας τῆς ὑποθέσεως Ῥοκοφύλλου, τῆς δικασθείσης τὴν 30ὴν Μαΐου ἐνώπιον τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Κακουργοδικείου. Καταθέτω ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν. Χθὲς δι’ ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία δὲν περιῆλθεν ἀκόμη ἐπισήμως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὰ πρακτικὰ μόλις σήμερον ἐπεκυρώθησαν, παρεκλήθην νὰ ζητήσω ἀντίγραφα βουλευμάτων, ἀφορώντων εἴς τινας καταγγελθέντας καὶ παραπεμφθέντας μὲν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ἄρτῃ Πλημμελειοδικῶν, ἀθωωθέντες δι’ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν. Παραχρῆμα ἐτηλεγράφησα πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, ἵνα μοὶ ἀποστείλωσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα· καταθέτω δὲ τὸ περὶ τούτου τηλεγράφημα, ἐπιφυλασσόμενος, ἵνα, ὅταν ἔλθωσι τὰ ἔγγραφα, καταθέσω καὶ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, περὶ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μοὶ ὑπεβλήθη ἰδιαιτέρως ἔγγραφος ἄλλη αἴτησις, ἵνα καταθέσω, ἢ τὰς δικογραφίας πάντων τῶν καταδίκων εἰς θάνατον, τῶν ὁποίων ἡ ποινὴ μετεβλήθη εἰς ἰσόβια δεσμὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ Β. Διατάγματος, ἢ, ἂν τοῦτο ἦναι δύσκολον, σημείωσιν τοῦ τόπου τῶν πράξεων, τῆς ἐποχῆς κτλ. Ἀντὶ σημειώσεως καταθέτω πάσας τὰς δικογραφίας ταύτας, πλὴν τριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κατατεθῆ πρότερον.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Τῶν Τρικκάλων;
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐξ ὅλων λοιπὸν τῶν ζητηθέντων κατὰ τὰς τέσσαρας γενομένας σχετικὰς καὶ συμπληρωτικὰς ἀλλήλων ἐπερωτήσεις δὲν ὑπολείπονται ἢ τὰ χθὲς ζητηθέντα ἀντίγραφα βουλευμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐτηλεγράφησα ἀπὸ πρωΐας, καὶ μία δικογραφία, ἡ ὁποία, ὡς ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποδεικνύεται, εἶναι ὑπὸ διάσκεψιν ἀπὸ τῆς 3ης Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον. Ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ δημοσιευθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἡ δικογραφία. Ἐνόσῳ ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ὑπὸ διάσκεψιν, ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον, οὐδὲ εἶναι νόμιμον νὰ ζητηθῇ ἡ δικογραφία.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Ἔσχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ποίας μελέτας ἐποιήσαντο οἱ ἁρμόδιοι Μηχανικοὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος ἢ Νέδα, παραῤῥέοντος τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως Καλαμῶν, καὶ καταστρέφοντος τὰ πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο κτήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται, ὅτι ἐγένοντο μελέται καὶ ἐνέργειαι, ἀλλ’ αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι προχρονολογοῦνται ἴσως πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, καὶ ὅτι πρὸ πολλοῦ καιροῦ διετάχθη ὁ Νομομηχανικὸς Μεσσηνίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του, ἂν ἦναι καλὸν νὰ προασπισθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἵνα σωθῇ, ἢ διὰ τείχους κατασκευαστοῦ, ἢ διὰ τείχους δι’ ὀγκολίθων. Ἔκτοτε, κύριε Ὑπουργέ, οὐδεμία ἀπάντησις ἐγένετο ἐκ τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐντούτοις τὸ μέρος ἐκεῖνο σχεδὸν κατεστράφη, δὲν ἔμεινεν οὐδὲ δένδρον, οὐδὲ καλύβη, οὐδὲ ἴχνος περιβολίων πλέον ὑπάρχει, καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ Νέδας ἤδη, τὸν χειμῶνα τοῦτον, κατερχόμενος πολὺ ἰσχυρὸς, μέγας σχεδόν, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ἀπειλεῖ καὶ τὰς ἐναπολειφθείσας ὀλίγας οἰκίας τοῦ μέρους ἐκείνου. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὸν Νομομηχανικὸν, ἵνα ὑποβάλῃ τάχιστα τὴν γνώμην του, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑποδείξῃ τῇ Κυβερνήσει, τίνι τρόπῳ δύναται νὰ σωθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο, δηλαδὴ διὰ τίνος τείχους. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς προσέτι, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ ὑποδείξητε τῇ δημοτικῇ ἀρχῇ Καλαμῶν, ὅτι ἔχει καθῆκον, ἱερὸν μάλιστα καθῆκον, δύναμαι νὰ εἴπω, νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς πόλεως Καλαμῶν, διότι τὸ πλεῖστον ἔγκειται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δήμου Καλαμῶν, ὅπως σώσῃ τὴν πόλιν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ Δημόσιον, καίπερ μὴ ὂν ὑπόχρεων, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ προσχωρήσῃ εἰς βοήθειαν. Περὶ τούτου ἀκόμη θὰ παρακαλέσω νὰ ὑποδείξητε, ἐπαναλέγω, τῷ Δημάρχῳ Καλαμῶν, ὅτι ἔχει τὸ συμφέρον, ἂν ὄχι τὸ καθῆκον, νὰ σώσῃ τὴν πόλιν. Πρὸς τούτοις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἕλους ἐν Πυλίᾳ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προσκρούσω, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν κατ’ ἰδίαν ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἐξ ὧν τινες ὁμολογουμένως εἰργάσθησαν, ἀλλ’ ὁ χρόνος τῆς φροντίδος καὶ τῆς ἐργασίας αὐτῶν εἶναι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τῆς σήμερον ἐποχῆς. Ἂς ἑνωθῶσι μετ’ ἐμοῦ, νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπισπεύσῃ τὰς ἐνεργείας της περὶ τῆς σωτηρίας τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι πρὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν ἐγκατελείφθησαν αἱ μελέται καὶ αἱ ἐργασίαι, καὶ ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δὲν πάσχει πλέον μόνον εἰς τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ πάσχει καὶ εἰς τὴν ὑγείαν του. Ὑπάρχει χωρίον ἐν ἑνὶ τῶν δήμων ἐκείνων, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ζωῆς των, διότι οἱ πυρεττοὶ καταμαστίζουσι καὶ ἐξαφανίζουσιν αὐτούς. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν.
§16ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, κατέλαβε μάλιστα τὸν τελευταῖον ἀριθμὸν, σήμερον δὲ μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω, ὅτι προήχθη καὶ ἐγένετο προτελευταῖον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐζητεῖτο, ὡς προεῖπον, ἡ μεταῤῥύθμισις οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἰδίως δὲ δύο διατάξεων, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἐγένοντο ἐσχάτως κατάδηλα· ἐζητεῖτο ἡ μὴ διατήρησις εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ μὴ κλῆσις τῶν διαθεσίμων, τῶν διανυσάντων τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ δεύτερον ἡ κατάργησις ὅλης ἐκείνης τῆς μακρᾶς διαδικασίας, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζεται ἡ πληρωμὴ τοῦ κεκανονισμένου χρηματικοῦ ἀντισηκώματος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου τῷ ὄντι δὲν ἐπέτυχον, ἐφαρμοσθεῖσαι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἔχει βεβαίως τὴν δύναμιν, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν εἴτε αὐτοῦ, εἴτε ἄλλου νομοσχεδίου, περιέχοντος ὅμως πάντοτε τὰς διατάξεις ταύτας. Τοσούτῳ μᾶλλον θεωρῶ ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ὅσον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κατὰ τὸ τέλος τοῦ τρέχοντος μηνὸς, ἀφίενται πάντες οἱ διαθέσιμοι, οἱ καταταχθέντες κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ληγούσης τῆς τριμήνου αὐτῶν ὑπηρεσίας· ἑπομένως οὗτοι εἶναι ὑπόχρεοι, κατὰ τὰς ἰσχυούσας μέχρι τοῦδε διατάξεις, νὰ προσαγάγωσιν ἐνώπιον τοῦ Ταμίου πιστοποιητικὸν περὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῆς οἰκίας αὐτῶν, ἵνα καταβάλωσι τὸ ποσὸν τῶν 100 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ καταβάλωσιν ὡς ἀντισήκωμα. Ἄνευ τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου οἱ Ταμίαι δὲν δέχονται τὸ χρηματικὸν ποσόν. Καὶ ἤρξατο μάλιστα ἀπὸ τοῦδε ἐργασία πυρετώδης· γράφουσι πρὸς τοὺς Ἐφόρους, γράφουσι πρὸς τοὺς γονεῖς αὐτῶν οἱ διαθέσιμοι, ζητοῦντες τὰ πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον καὶ εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦναι ἀνακριβῆ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ ἀκριβῶς ἡ περιουσία τῶν γονέων τῶν διαθεσίμων τούτων, ἑπομένως θὰ προσαχθῶσι πάλιν ἐνώπιον τοῦ Ταμίου πιστοποιητικὰ ἀνακριβῆ. Ἐὰν λοιπὸν, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ τὴν χρησιμότητα τῆς μεταβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προνοήσῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον περὶ τούτου.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐκ τοῦ προσαχθέντος, Κύριοι, τηλεγραφήματος τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν βεβαιοῦται τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ Νικολάου Παντελῆ. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι ἀπέναντι τοῦ γεγονότος τούτου οἱ ἐκεῖ ἁρμόδιοι εἶχον ἀρκετὴν φρόνησιν, νὰ φροντίσωσιν ἐγκαίρως, ὅπως παραστήσωσι τὸν θάνατον ὑπὸ τὸν τύπον ἐκεῖνον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον συνέφερεν εἰς αὐτοὺς, διότι βεβαίως ὁ ἀποσπασματάρχης δὲν ἤθελε κακοποιήσει τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον ἄνθρωπον, ἂν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι, τῶν ὁποίων αἱ ὑπαγορεύσεις ἐξυπηρετοῦντο. Οἱ προκαλέσαντες λοιπὸν τὰς κακώσεις εἶχον καὶ τὸ συμφέρον συγχρόνως, ὅπως παραστήσωσιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀπέθανεν ἐκ περιπνευμονίας. Ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἔμενεν εἰς τὰς φυλακὰς, προσεβλήθη ἀπὸ περιπνευμονίαν, διῆλθε τὸ στάδιον τῆς ἀσθενείας καὶ ὁ ἰατρὸς τῶν φυλακῶν συντάσσει ἔκθεσιν περὶ τοῦ θανάτου τούτου, βεβαιῶν ὅτι ὁ ἀτυχὴς Παντελῆς ἀπέθανεν ἐκ περιπνευμονίας! Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἀρνεῖται, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε μώλωπας καὶ κακώσεις, ἀλλὰ λέγει ὁ ἰατρὸς τῶν φυλακῶν, ὅτι αἱ κακώσεις καὶ οἱ μώλωπες δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸν θάνατον. Τώρα βεβαίως εἰς ἐμὲ δὲν ἀπόκειται νὰ ἐξετάσω τὴν αἰτίαν τοῦ θανάτου· ἀλλὰ, Κύριοι, ἀπέναντι τοῦ γεγονότος, ὅτι εἷς πολίτης ἀπέθανεν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο ἢ ὅτι διέπραξε πλημμέλημα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε καταδικασθῆ εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, ὅτι ὁ πολίτης οὗτος ὁ δυστυχὴς μετεφέρθη κακοποιούμενος εἰς τὰς φυλακὰς Πύργου, — καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον κατὰ τὸ τηλεγράφημα, — ὅτι ἐκ τῶν φυλακῶν καταγγέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέρχεται ὁ θάνατος, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀρκεῖται νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον νὰ μεταθέσῃ τὸν ἀποσπασματάρχην, ἀφοῦ, Κύριοι, τὰ περιστατικὰ ταῦτα εἶναι βέβαια, μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ ἀποσπασματάρχου δὲν ἀρκεῖ, οὐδὲ ἦτο ἁρμόδιος ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων, ἀφοῦ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν, ἐξετέλεσε τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἀπέθανεν ἢ δὲν ἀπέθανεν ἐκ τῶν κακώσεων ὁ Ν. Παντελῆς, εἶναι ἀδιάφορον· εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐκακοποιήθη· εἰς τὴν μετάθεσιν λοιπὸν τοῦ ἀποσπασματάρχου νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν. Θὰ παρακαλέσω νὰ καταβληθῇ περισσοτέρα δραστηριότης, ὅπως φανῇ, ὅτι τοὐλάχιστον λαμβάνομεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ζωῆς ἑνὸς πολίτου, καὶ ἑπομένως διὰ τὸν ἀποσπασματάρχην καὶ τοὺς στρατιώτας, οἵτινές εἰσιν ἐπίσης ὑπαίτιοι, νὰ σταλῇ ἔκτακτος στρατιωτικὸς ἀνακριτὴς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, συλλαμβάνων αὐτούς. Χωρὶς νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀποσπασματάρχου, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ἡ ἀθωότης του, δύνασθε νὰ τῷ ἐμπιστευθῆτε τὴν ἐκτέλεσιν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας; Ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπόθεσις αὕτη προὐξένησεν εἰς τὴν κοινωνίαν, εἶναι μεγάλη, κατὰ τὰς ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας ἐκεῖθεν ἐλάβομεν· πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὑπερβολὴ, ἀλλὰ πάντοτε, Κύριοι, ἡ ἐντύπωσις εἶναι θλιβερά. Εἷς πολίτης, ἀγαθὸς οἰκογενειάρχης, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς ἀφῃρπάσθη ἀπὸ τὸ χωρίον του, ἀποθνήσκει εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὁ θάνατός του ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσίων ὀργάνων· ἡ ἐντύπωσις φυσικῶς θὰ ἦναι μεγάλη. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποδεικνύωμεν, ὅτι συναισθανόμεθα τὰ τοιαῦτα δυστυχήματα, καὶ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν νὰ ἦναι ἀνάλογος τῆς σοβαρότητος αὐτῶν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν γενομένην ἐνέργειαν, ἀλλὰ νὰ συλληφθῇ ὁ ἀποσπασματάρχης ἐκεῖνος, καὶ ἐνεργηθῇ μία ἔκτακτος ἀνάκρισις καὶ καταδίωξις, πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ περιστολὴν τῶν τοιούτων δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀκούονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν ἐκ τοῦ προσαχθέντος τηλεγραφήματος παρατηρήσεών μου, τὸ ὁποῖον κατὰ μέγα μέρος πιστοποιεῖ καὶ ἀναγνωρίζει τὰ λεχθέντα· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα καταβάλῃ ἰδίαν μέριμναν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας καὶ ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνίας.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὴν διοικητικὴν δὲν ὑπολείπεται ἄλλο ἐν τῷ παρόντι, εἰμὴ ἡ μετάθεσις τοῦ ἀποσπασματάρχου. Ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ προβῇ εἰς ἀπόφασίν τινα, εἴτε, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, κηρύττουσα ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν, ὅπερ δὲν πιστεύω, εἴτε τοὐναντίον κηρύττουσα ἑαυτὴν ἁρμοδίαν καὶ καταδικάζουσα τὸν ἀποσπασματάρχην, ἐὰν τὰ γεγονότα ἦναι πραγματικά, τότε πάλιν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει καθήκοντα, ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτήν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἀθωωθῇ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ὁ ἀποσπασματάρχης, κατ’ ἀρχήν, ἐπικρατοῦσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, οὗτος θὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, εἰς τὸ Ἀνακριτικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ, πρὶν ἢ ἡ Δικαιοσύνη περατώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατ’ αὐτοῦ ἀποφανθῇ, θὰ ληφθῇ ἐν καιρῷ διοικητικὸν μέτρον περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐρωτᾷ περὶ τοῦ νομοσχεδίου του, τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις αὔριον, ἢ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεων καὶ συμπληρώσεών τινων τοῦ νόμου τοῦ στρατολογικοῦ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιλαμβάνεται καὶ διάταξις, ἀφορῶσα εἰς τὸ θέμα, περὶ οὗ πραγματεύεται καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ. Δὲν δίδει ἀκριβῶς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς περιλαμβάνει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ θέμα τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν κανονίζεται. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. Βουλευτής, ἐὰν δὲν θεωρῇ τὸν κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προεκρίναμεν, ὡς ἐπαρκῆ, δύναται ν’ ἀναπτύξῃ ὡς τροπολογίαν τὸ ἴδιον αὐτοῦ σύστημα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχε ζητήσει πίνακα λεπτομερῆ τῶν γενομένων δαπανῶν ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ἄρθρων 5, 6 καὶ 7 τοῦ Κεφαλαίου Βʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον, ὅπως τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 124). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶχεν ἐρωτήσει, ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς περὶ παραπηγμάτων τινῶν, πηχθέντων πέριξ τοῦ φρουρίου Πύλου καὶ περὶ ὧν εἶχε λάβει πληροφορίας, ὅτι διετάχθη ἡ κατεδάφισις. Τὸ γενόμενον ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν σεισμῶν εἶχεν ἐπιτραπῆ εἴς τινας, ὧν αἱ οἰκίαι ἢ αἱ καλύβαι, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀπόρων, εἶχον κατερειπωθῆ, νὰ πήξωσι παραπήγματα ἐντὸς τῆς ἀκτῖνος τοῦ φρουρίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ταῦτα ὦσι προσωρινὰ παραπήγματα καὶ μὴ λάβωσι μόνιμον χαρακτῆρα. Ἐπ’ ἐσχάτων ἀπεπειράθησαν οὗτοι νὰ δώσωσι μόνιμον χαρακτῆρα εἰς τὰ παραπήγματα, οἰκοδομοῦντες ἔνδον καὶ ἐκτὸς αὐτῶν. Ἐδόθη διαταγὴ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ νὰ ἀρθῶσι τὰ παραπήγματα, ἀλλὰ νὰ παρεμποδισθῇ ἡ τοιαύτη μονιμοποίησις αὐτῶν.
§19ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν κατέθηκεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς ἠκυρώθη μία τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, τὴν ὁποίαν ἔψεξα εἰς προηγουμένην συζήτησιν. Τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ὑπουργείου ἡ κατάθεσις οὐδένα εἶχε σκοπὸν, διότι ταύτην ἀνέγνωσα ἐγὼ κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, αἰτήσει πολλῶν συναδέλφων, ἂν δὲ εἶχε σκοπόν τινα ἡ κατάθεσις αὐτῆς, αὕτη εἶναι ἡ βεβαίωσις τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων κατὰ τῆς κακῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀκυρωθείσης ταύτης ἀποφάσεως, ἔψεξα καὶ ἑτέραν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10,531, δι’ ἧς αὐτὸς ὁ Νομάρχης ἠκύρωσε τρεῖς προηγουμένας ἀποφάσεις, ἐξ ὧν ἀπέκτησεν ὁριστικὸν δικαίωμα ὁ ἐν Κοσμᾷ ἱερὸς ναός· αʹ) τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου Σελινοῦντος, δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἡ ἐκποίησις δημοτικοῦ οἰκοπέδου καὶ ἐσημειώθη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς ἔσοδον τὸ τίμημα αὐτοῦ, βʹ) τὴν μετὰ ταῦτα ἐκδοθεῖσαν ἑτέραν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία τῆς κατασκευῆς τοῦ κουμπὲ τοῦ ἐν Κοσμᾷ ναοῦ καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας συνήφθη συμβόλαιον, παρεχωρήθη ἡ κατασκευὴ, καὶ παρεδόθη τὸ ἔργον εἰς χρῆσιν τῆς κοινότητος Κοσμᾶ, καὶ γʹ) ἑτέραν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἑτέρα μειοδοτικὴ δημοπρασία περὶ κατασκευῆς εἰκονοστασίου, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου συνήφθη νέον συμβόλαιον· ἠκύρωσε δὲ πάσας ταύτας, διὰ νὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου, νὰ περιπλέξῃ τὸν δῆμον εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα καὶ νὰ προκαλέσῃ ἀνωμαλίαν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δήμου Σελινοῦντος· ὅπως δὲ δικαιολογηθῇ, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ἐστρέβλωσε προφανῶς διὰ ψευδοῦς ἑρμηνείας, διατεινόμενος, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ δημοτικὴ περιουσία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος, ὅπερ οὐδόλως ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ ῥηθέντος ἄρθρου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι παράνομος, διότι διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ῥητῶς ὑπεσχέθη ὁ Νομάρχης τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δύο ἔργων χρηματικὸν ποσὸν, ὤφειλεν ἑπομένως νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοπρασίαν τοῦ οἰκοπέδου καὶ ἐπιτρέψῃ, ὥστε τὸ τίμημα αὐτοῦ νὰ πληρωθῇ διὰ τὸν κατασκευασθέντα κουμπέν. Πάσας τὰς ἀποφάσεις ταύτας καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ αὐτὰς ἐπισταμένως καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης γνώμην του.
§20Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Προχθὲς ἐπηρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν παρὰ τῶν Ἄγχεσμον οἰκοπέδων. Τὸ ζήτημα ἐθεώρησα λίαν κατεπεῖγον, καθόσον καταδιώκονται οἱ ὀφείλοντες τὰς ὑπολειπομένας δόσεις, πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς ὀφειλῆς, ἐνῷ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο θὰ δενδροφυτευθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἀπάντησίν τινα, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν διετέλει ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος, ὑπεσχέθη ὅμως, ὅτι ἤθελε ταχέως μᾶς πληροφορήσει θετικώτερον. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα δεῖται ταχείας λύσεως, καθόσον τινὲς ἐκ τῶν καταδιωκομένων εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο περιελήφθη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πόλεως, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ οἰκόπεδα ἐκεῖνα εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ σχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, καθόσον εἶναι ἀδικώτατον, ἀφοῦ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς, νὰ καταδιώκονται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπολειπομένων δόσεων καὶ νὰ φυλακίζωνται. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, εἴτε νὰ ἀποζημιωθῶσιν, εἴτε νὰ ἐπιστραφῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ δοθέντα χρήματα.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν νὰ ἀναμείνῃ ἕως αὔριον, ὅπως φροντίσω νὰ εὕρω τὰ τοῦ σχεδίου.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι σήμερον κρατεῖται εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακὰς, ἕνεκεν καταδιώξεως διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην, ὁ Γεώργιος Γρηγορόπουλος.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ σημειωθῇ μάλιστα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν καταβληθεισῶν δόσεων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 200,000, τὰς ὁποίας κινδυνεύουν νὰ ἀπολέσωσιν οἱ καταβαλόντες.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως καὶ ἐπικυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 125).
§25ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου διενεμήθησαν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶντες εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Ζαππείου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐξ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ πληροφορηθῶμεν πότε ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦναι εἰς θέσιν προφορικῶς νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡρισμένως δὲν δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ὑπεβλήθη βεβαίως πρὸ πολλῶν μηνῶν, ἐνεκρίθη δὲ, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, πρὸ δύο περίπου μηνῶν.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῷ βλέπω, ὅτι ἀποδεικνύονται μὴ ἀκριβῆ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθές. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐκδοθεισῶν δύο πιστώσεων, ἐκ δραχμῶν 150,000 ἑκατέρας, ἤτοι 300,000 ἐν ὅλῳ, μέγα μέρος ἐχρησιμοποιήθη πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς οἰκοδομῆς, πρὸς ἰσοπέδωσιν κλπ. Ἐν τούτοις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῷ εὑρίσκω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Διὰ συμπλήρωσιν οἰκοδομῆς 35,000. Διὰ κατασκευὴν πλατείας, κλιμάκων.... 27,000. Ἰσοπέδωσις, δενδροφύτευσις τῶν περὶ τὸ Ζάππειον 30,000, καὶ ἐσωτερικὴ διακόσμησις 30,000». Πρόκειται περὶ ποσοῦ ἐξ 122,000. Τελευταῖον δὲ εὑρίσκω: «Ἐκτέλεσις Ἐκθέσεως 300, 000». Αὐτὰ περιλαμβάνονται εἰς τὴν στήλην τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888. Ἐκ τῆς προχείρου ἐξετάσεως τῆς στήλης ταύτης προκύπτει, ὅτι ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς δαπανηθέντα ἐκ τῶν δύο πιστώσεων, περιλαμβάνονται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ, τῷ πρώτῳ, ἐν ᾧ ἐμφαίνεται εἰς τί ἐδαπανήθησαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν ἀπὸ τὸν κ. Νέγρην καὶ νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν ταύτην τὴν ἀνωμαλίαν.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρόκειται περὶ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἶχον τὴν πρόνοιαν προχθὲς νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Νέγρης ὡμίλησε, καὶ ὅσα περιέχονται ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν ἀποτελοῦσι τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1888, διότι βεβαίως ἀπολογισμὸς ἔτους καὶ σήμερον ἔτι μὴ λήξαντος, ἀπολογισμὸς Ἐκθέσεως μὴ ληξάσης δὲν εἶναι δυνατός. Τὰ κατατεθέντα ἐγγράφως ὑπὸ τοῦ κ. Νέγρη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἁπλαῖ σημειώσεις, καὶ τοιαύτας ἐχαρακτήρισα αὐτὰς καὶ ἐγώ. Ἔχω αὐτὰς ἐνταῦθα, καὶ ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλω καταθέσει καὶ ἐγὼ αὐτὰς, ἀλλὰ ὡς ἁπλᾶς σημειώσεις, μὴ δυναμένας νὰ ἔχωσι τὴν ἀκρίβειαν ἀπολογισμοῦ. Τότε δὲ θέλω δώσει καὶ ἐξηγήσεις εἰς τὰς ἀπορίας, αἵτινες ἐγείρονται.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 500,000 διὰ τὸ Ζάππειον εὑρίσκεται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, εἰς οὐδὲν δὲ θὰ χρησιμεύσωσιν αἱ ἐξηγήσεις, ἂν θὰ τὰς κάμητε κατὰ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ὑπεσχέθητε. Τουλάχιστον νὰ τὰς καταθέσητε εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν· ἄλλως ἡ αἴτησις τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 500,000, θὰ ἦναι δεδικαιολογημένη.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, δύνασθε νὰ προτείνητε τὴν ἀναβολήν· ἀλλὰ καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ πίνακες οὗτοι δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Τοὺς κατεθέσαμεν διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ ἀρνηθῶμεν τίποτε σχετικὸν πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο πράξαντες, οὐδόλως συνεδέσαμεν τὴν κατάθεσιν πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, θὰ φανῇ, ὅτι ἀδιασπάστως συνδέονται πρὸς αὐτό.
§32ΣΑΚΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ μεταβάλλον ἀπὸ ἀμίσθου εἰς ἔμμισθον τὸ Προξενεῖον Τύνιδος, νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν μεταβολὴν ταύτην, καὶ νὰ πληροφορήσῃ συνάμα αὐτὴν, ἂν τὰ εἰσπραττόμενα δικαιώματα παρὰ τοῦ Προξενείου ἐκείνου ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν δαπάνην τοῦ μισθοῦ.
§33ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ταῦτα ἐλέχθησαν προχθὲς, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, θὰ τὰ ἐπαναλάβω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῶν προσωρινῶν δανείων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ὑπεβλήθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, πληροφορεῖται ἡ Βουλή, ὅτι ὁ τόκος τῶν προσωρινῶν δανείων, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 150,000 δρ. περίπου κατ’ ἔτος, ἀνεγράφετο μὲν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὐδέποτε ὅμως ἐπληρώθη, διότι τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβάλλοντο αἱ καταστάσεις παρὰ τῆς Τραπέζης, δὲν ἐξέδιδε τὰ ἀπαιτούμενα ἐντάλματα, ἡ δὲ Τράπεζα ἠρκεῖτο νὰ προσθέτῃ τὸν τόκον εἰς τὸ κεφάλαιον. Ἐκ τῆς πληροφορίας ταύτης μανθάνομεν ἐν πρώτοις, ὅτι δὲν ἐπληρώθη ὁ τόκος τῶν δανείων τούτων καὶ διὰ τὸ ἔτος 1887, ἑπομένως, κρίνοντες περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ποσὸν τῶν 150,000. Καὶ ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργός, ὅστις νομίζει, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἀφῆκε περίσσευμα, ὀφείλει νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ περίσσευμα 150,000, ὅσοι δὲ νομίζομεν, ὅτι ἡ χρῆσις ἐκείνη κατέλιπεν ἔλλειμμα, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καὶ τὰς 150,000. Ἀφοῦ ὁ τόκος δὲν ἐπληρώνετο, ἕπεται, ὅτι διὰ τοὺς τόκους ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους παρῆλθον 5 ἔτη, ἐπῆλθε παραγραφή. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ὅτι δὲν δύναται ἡ ἔνστασις αὕτη νὰ προταθῇ, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρον 70 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη χθὲς ἀρκούντως, καὶ, καθ’ ὅσον παρετήρησα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀρκεῖ ὁ δικαιοῦχος νὰ ζητῇ τὴν πληρωμὴν τῆς ὀφειλομένης πρὸς αὐτὸν δαπάνης, δὲν ἀρκεῖ οὔτε κἄν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ διαταχθῇ καὶ ἐνεργηθῇ ἡ πληρωμή. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀνέβαλλε κατὰ πᾶν ἔτος τὴν ἀνήκουσαν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνεγνώριζεν, ἢ, καὶ ἂν ἀνεγνώριζε τὴν ὀφειλὴν, δὲν ἐξέδιδε τὸ ἔνταλμα. Ἑπομένως δὲν πρέπει διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ παραβλέψωμεν τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχει ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τὸ παραβλέψωμεν ὡς πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἔχει Καταστατικὸν ἐγκεκριμένον, ὅπερ ἑπομένως καθίσταται ὑποχρεωτικὸν διὰ πάντας τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους. Κατὰ τὸ Καταστατικὸν, ὅταν δίδῃ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὰ ταμεῖά της, νὰ κρατῇ τοὺς τόκους· ἕνεκα τούτου δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν τοὺς τόκους, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ στηριχθῇ, ἂν θέλῃ, ὡς νομίζω καὶ ἐγὼ, νὰ μὴ ἀντιταχθῇ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ δὲ εἰς τὴν αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, διότι καθιεροῦται οὕτως ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν.
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ παραγραφὴ, ἢ μὴ, τῆς ἀπαιτήσεως τῆς Τραπέζης ἐπὶ τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Ἡ παραγραφὴ δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι κατὰ λάθος ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι 1,700,000 δραχμῶν ὀφείλονται ἐκ τόκων. Τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ τούτου ὀφείλεται ὡς κεφάλαιον, μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὴν παραγραφὴν, καὶ οὐχὶ ὡς τόκοι. Ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπαίτησιν ταύτην ἡ Τράπεζα ἐζήτει νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ, ἀνατοκιζομένου καθ’ ἑξαμηνίαν. Τὸν τοιοῦτον ὑπολογισμὸν ἀπέῤῥιψεν ἡ Κυβέρνησις, πολὺ δικαίως, ἡ δὲ Τράπεζα ἀνεκάλεσε τὴν ἀπαίτησίν της ταύτην καὶ ἐδέχθη, ὅπως κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων ποσὰ, λογιζόμενα μετ’ ἀμοιβαίου τόκου ἀπὸ τῆς καταβολῆς, προαφαιρῆται ὁ ἐτήσιος τόκος ὁλοκλήρου τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου ἐκ τῶν τριῶν δανείων, τὸ δὲ τυχὸν περισσεῦον σημειῶται εἰς ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου. Ἑπομένως ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἔδει νὰ συμψηφίζωνται κατὰ πρῶτον μὲ τὸν ὀφειλόμενον τόκον, ὅστις ἀδύνατον ν’ ἀνέρχηται σήμερον, ὅπως σημειοῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς δρ. 1,700,000. Ἡ Τράπεζα, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσέπραξεν ἐκ τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων δρ. 1,359,939, πρόκειται δὲ νὰ λάβῃ ἑτέρας δρ. 2,556,000, θὰ εἰσπράξῃ ἑπομένως ἐν ὅλῳ δρ. 3,915,000. Ἂν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὸ κεφάλαιον τῶν δανείων της, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 2,053,571, μένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 1,862,000, ὅπερ ἀντιπροσωπεύει τοὺς δουλευθέντας τόκους ὑπὲρ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὸν, ὅτι ὀφείλονται αὐτῇ σήμερον δρ. 1,700,000 ὡς τόκοι, ἕπεται, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐπληρώθησαν αὐτῇ διὰ τόκους, εἰμὴ δρ. 162,000, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι παράλογον. Ἀφοῦ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων θὰ καταλογίζωνται πρῶτον εἰς τοὺς κατ’ ἔτος ὀφειλομένους τόκους, τὸ περίσσευμα δὲ μετὰ τὸν καταλογισμὸν τοῦτον θὰ σημειῶται εἰς ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου, ἕπεται, ὅτι ὅλον σχεδὸν τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἔδει νὰ καταλογισθῇ εἰς τοὺς τόκους· δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ὀφείλωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν 1,700,000 ἐκ τόκων, ἐκτὸς ἐὰν ὅλα σχεδὸν τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ κατελογίσθησαν εἰς τὸ κεφάλαιον, ὅπερ εἶναι καὶ ἄτοπον καὶ ἄδικον. Ὑπάρχει τι τὸ ἄτακτον καὶ τὸ ἀντιφατικὸν μεταξὺ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκθέσεως καὶ τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατὰ τὰς διαφόρους συμβάσεις, περὶ ὧν ποιεῖται μνείαν ἡ εἰσαγωγικὴ ἔκθεσις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τὰς προσόδους τῆς σμύριδος καὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων. Δὲν εἰσέπραττε τὰς προσόδους ταύτας, καὶ ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ ὀφειλή, ὁποία παρεστήθη καὶ ἣν κανονίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ἄρα θελήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶς τῶν κειμένων νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ὀφειλῆς, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μόνα τὰ ποσὰ, ἅτινα εἶχε δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἡ Τράπεζα κατ’ ἔτος καὶ δὲν ἐλάμβανεν. Ὡς πρὸς ταῦτα οὐδεμία χωρεῖ διάκρισις μεταξὺ κεφαλαίων καὶ τόκων. Ἡ ἐκ τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν ποσῶν τούτων ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου ἀναντιῤῥήτως θὰ ὑπήγετο εἰς τὰς περὶ παραγραφῆς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἂν δὲν ἐξῃρεῖτο τοῦ γενικοῦ κανόνος, ὡς ἐκ τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 70. Ἀναφέρομεν δὲ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70, διότι θεωροῦμεν, ὅτι αὕτη ἐφαρμόζεται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ᾐτεῖτο παρὰ τοῦ Δημοσίου τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς διὰ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον δὲν ἐξέδιδε τὰ ἐντάλματα πρὸς τακτοποίησιν τῶν λογαριασμῶν, δὲν ἐξεπλήρου τὰ πρὸς ἀπότισιν· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἡ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἄρθρον 70. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωροῦμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν παραγραφὴν κατὰ τῆς Τραπέζης. Ἡ ἐπίκλησις τῆς παραγραφῆς εἶναί τι, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ὅταν ἡ κατὰ νόμον ἐφαρμογὴ αὐτῆς δὲν ἐπιδέχηται ἀμφισβήτησιν, ὁσάκις ὅμως ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, νομίζω, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ λύηται ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, διότι, οὐχὶ περὶ τῆς κοινῆς παραγραφῆς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς παραγραφῆς τῆς πενταετοῦς τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου δὲν προσήκει περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐστηρότης, στενοχωροῦσα μάλιστα καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων. Ὅταν ὁ Λογιστικὸς Νόμος ῥητῶς διατάσσῃ, ὅτι ἡ πενταετὴς παραγραφὴ δὲν ἐφαρμόζεται, εἰμὴ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ πληρωμὴ δὲν ἐγένετο ἕνεκα ἀμελείας τοῦ δικαιούχου, ὅπως ζητήσῃ αὐτήν, ἔχωμεν δὲ βεβαιωμένον, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ τοιαύτη ἀμέλεια δὲν ὑπῆρξεν, ὅτι τοὐναντίον ἡ πληρωμὴ δὲν ἐγένετο ἕνεκα συνεννοήσεως Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμός, ὅτι ὑπάγεται ἡ περίπτωσις εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, διατὶ ὁ καταλογισμὸς τῶν ἀποδιδομένων ἐγένετο πρῶτον μὲν πρὸς τὸν τόκον, μετὰ τὴν ἐξόφλησιν δ’ αὐτοῦ πρὸς τὸ κεφάλαιον; Τοῦτο προῆλθεν ἐκ τούτου, ὅτι...
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, διατὶ, ἀφοῦ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρετε, ὅτι καταλογίζετε τὰ εἰσπρακτέα πρὸς τοὺς τόκους καὶ ἀκολούθως πρὸς τὰ κεφάλαια, διατὶ ἐξωφλήσατε τὰ κεφάλαια καὶ οἱ τόκοι μένουσιν;
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ καταλογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ὁ προβλεπόμενος ὑπὸ τῶν συμβάσεων. Ὑπὸ τῶν συμβάσεων προβλέπεται ἡ ἀπότισις τοῦ χρέους διὰ τῶν προσόδων τῶν ἐκ τῆς σμύριδος καὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε διάκρισις μεταξὺ τόκου καὶ χρεωλυσίου· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη κατὰ τὰς συμβάσεις ἀπότισις δὲν ἐφηρμόσθη, ἑπομένως δὲν χωροῦσι τὰ τῶν συμβάσεων περὶ τὸν καταλογισμὸν τῶν ἀποδόσεων. Ἤδη ἀπηρτίσθη ποσὸν ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ὡς ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῆς κατὰ τὰς συμβάσεις ἐτησίας ἀποτίσεως. Ἡ καθυστέρησις ἐγέννησε χρέος, ἀντικαθιστῶν τὸ ἀρχικὸν καὶ οὗτινος ὁ καθορισμὸς ἀπαιτεῖ λογιστικὰς πράξεις. Περὶ τούτων μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ μακρὸν διεπραγματεύθημεν, μηδένα ἔχοντες περὶ τὰ τοῦ κανονισμοῦ θετικὸν κανόνα, ἀφοῦ ὁ ὑπὸ τῶν συμβάσεων τεθειμένος δὲν εἶχεν ἐφαρμογήν, ὡς μὴ γενομένης τῆς ἀποτίσεως κατὰ τὰ ἐν ταῖς συμβάσεσιν. Ὁ καταλογισμὸς τῶν ἀποδοθέντων κατὰ πρῶτον εἰς τὸν τόκον ἢ εἰς τὸ κεφάλαιον ἔχει σπουδαιότητα ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει, ὡς ἐκ τῆς προσαυξήσεως ἢ μὴ τῶν καθυστερούντων διὰ τόκων· διότι, ἂν μὲν τὰ μὴ ἀποτιθέντα ἦναι ἐκ τοῦ κεφαλαίου, ἐφ’ ὅσον καθυστερεῖ ἡ ἀπόδοσις, προσαυξάνουσι διὰ τοῦ τόκου, ἐνῷ, ἐὰν τὰ μὴ ἀποτιθέντα ἦναι τόκοι, δὲν προσαυξάνουσι δι’ ἀνατοκισμοῦ. Λύσαντες τὸ ζήτημα, συμφώνως πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, διὰ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἀποδοθέντων ποσῶν κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τοὺς τόκους καὶ μόνον μετὰ τὴν ἐξόφλησιν αὐτῶν εἰς τὸ κεφάλαιον, ἱκανοποιήσαμεν κατὰ τοῦτο τὴν καθ’ ἡμᾶς δεδικαιολογημένην ἀπαίτησιν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὐδαμῶς διὰ τῆς λύσεως ταύτης ἐπεδράσαμεν εἰς τὰ τῆς παραγραφῆς. Τὰ περὶ ταύτης ἐκανονίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, μηδεμίαν ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὰ τοῦ καταλογισμοῦ εἰς τὸν τόκον ἢ εἰς τὸ κεφάλαιον.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἐπεξήγησις, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε, δὲν ἔκαμεν ἄλλο ἢ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐκθέσεως. Ἐὰν, ὡς ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρει, ἡ συνεννόησις μετὰ τῆς Τραπέζης στηρίζεται ἐπὶ τῆς πληρωμῆς πρῶτον τοῦ τόκου καὶ ἀκολούθως τοῦ κεφαλαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου κατὰ 1,200,000 περίπου, διότι οἱ μὲν δουλευθέντες τόκοι ἀνέρχονται εἰς δρ. 1,862,367, τὸ δὲ εἰσπραχθὲν ποσὸν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀνέρχεται μόνον εἰς δραχ. 1,359,938, ὅπερ, μὴ ἀρκοῦν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων, δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου εἰς δραχ. 856,000.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου προέρχεται ἐκ καταλογισμοῦ ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ, κατὰ σύστημα ἀντίθετον τοῦ τελικῶς γενομένου ἀποδεκτοῦ.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις: «Ἀπέναντι τοῦ τελευταίου δανείου δραχμῶν παλαιῶν 1,500,000 ἢ νέων 1,339,285, ληφθεισῶν ἐντὸς τοῦ 1876, ἡ Τράπεζα ἐκ τῶν ὑπεγγύων ἐσόδων εἰσέπραξεν ἔκτοτε μέχρι τέλους 1887 ἐν συνόλῳ δρ. 1,359,938». Ὥστε φαίνεται, ὅτι ἀδίκως καὶ παραλόγως ὁλόκληρον τὸ εἰσπραχθὲν ὑπὸ τῆς Τραπέζης ποσὸν κατελογίσθη ἀπέναντι τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου τούτου· ἔμεινε δὲ ὡς ὀφειλόμενον κεφάλαιον τὸ τοῦ ἑτέρου δανείου, ἐκ δραχμῶν παλαιῶν 950,000, καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἀμφοτέρων τῶν δανείων. Ὑπάρχει βεβαίως ἔκρυθμος καὶ σόλοικος καταλογισμός. Διὰ νὰ ἴδωμεν δὲ καθαρώτερον τὸ ζήτημα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ πίνακα λεπτομερῆ τῶν γενομένων καταλογισμῶν.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλω φέρει πάντας τοὺς πίνακας.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐῤῥήθησαν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἄρθρων 69 καὶ 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, δὲν ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις. Ὡς ἐλέχθη, ἵνα μὴ παραγραφῇ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου, πρέπει οὐχὶ μόνον νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ της καὶ νὰ πραγματωθῇ. Τὸ ἄρθρον 70 ἀποκλείει τὴν παραγραφὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμήν· λέγει, ὅτι, ἂν δὲν ἐπληρώθη ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου λόγῳ ὑπαιτιότητος τῶν ἀρχῶν, τότε παραγραφὴ δὲν ἐπέρχεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι βεβαιωμένον, ὅτι καὶ ἀνεγνωρίσθη καὶ διετάχθη ἡ πληρωμή. Ἐδῶ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἀνεγνωρίσθη ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον διατάκτην, οὔτε διετάχθη. Ἐστάλησαν αἱ καταστάσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ἴσως ποτὲ τὸ Λογιστήριον. Τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ καθιερώσῃ ἑτέραν γνώμην, καὶ φρονεῖ, ὅτι ἔχει δίκαιον, τοιαῦτα ἰσχυριζόμενος· ἀλλ’ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἦλθεν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων πολλάκις, καὶ ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ὁποῖαι δίδουσι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δίδω. Δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα του δὲν εἶναι ὀρθή. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἐκ δραχ. 335,110. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ἀρκούντως ἀνεπτύχθη, διὰ τοῦτο θέλω εἴπει μόνον ὅσα ἀρκοῦσι, κατ’ ἐμὲ, ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκα, συγχρόνως δὲ νὰ ἐλέγξω ἀνακριβείας τινὰς, εἰς ἃς ὑπέπεσεν ἀγορεύων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταδηλώσω δὲ καὶ ἀπορίας τινὰς, εἰς τὰς ὁποίας, ἕνεκα τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, εὑρίσκομαι. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι οὔτε πολιτικὸν, οὔτε κυβερνητικὸν, εἶναι ζήτημα καθαρῶς χρηματικὸν, εἶναι ζήτημα καθαρᾶς δοσοληψίας μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, χωρὶς ν’ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸ οὐδεμία πολιτικὴ ἔννοια ἢ σημασία. Δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὔτε εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, νὰ συνδεθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν πολιτικὴν, οὐδὲ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἰδέα, ὅτι ἡ πλειοψηφία ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον, οὐχὶ διότι νομίζει, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἔχει δίκαιον νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, ἀλλὰ διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποδίδεται πολιτικὴ ἔννοια. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ ἀναβιβάζῃ καὶ διατηρῇ πρόσωπά τινα εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου καὶ ὅτι εἶναι ὑπόχρεως νὰ θεωρῇ ταῦτα ὡς ἀλάνθαστα, καὶ νὰ παραδέχηται πάντα τὰ παρ’ αὐτῶν προτεινόμενα. Διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι, ὅπου λειτουργεῖ κανονικῶς τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἐκεῖ αἱ Κυβερνήσεις σπανιώτατα συνδέουσι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης μὲ τὰ νομοσχέδια. Πρέπει νὰ ἦναι νομοσχέδιον μεγάλης ἀξίας, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν της, ἵνα τὸ χαρακτηρίσῃ ὡς ζήτημα πολιτικὸν καὶ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης· συνήθως δὲ ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης χωρίζεται ἀπὸ τὰ νομοσχέδια καὶ ἀπὸ τὰς εἰς συζήτησιν προτάσεις, διότι ἄλλο πρᾶγμα εἶνε τὸ νὰ λέγῃ μία πλειοψηφία, ὅτι θέλει νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ δεῖνα Κυβέρνησις, καὶ ἄλλο νὰ λέγῃ, ὅτι «παραδέχομαι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ διότι τὴν νομίζω καθ’ ἑαυτὴν ὀρθὴν, ἀλλὰ διότι συνδέεται μὲ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως.» Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοιοῦτον παράδειγμα συνταγματικὸν μᾶς ἐδόθη ἐκ Γαλλίας· ἐκεῖ εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος σύμβασιν, ὅτι καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ὑπεστήριξαν ταύτην διὰ μακρῶν, ἀπέδωκαν εἰς αὐτὴν καὶ πολιτικὴν ἀκόμη ἔννοιαν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ τὴν καταστήσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφῆκαν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως· τὰ δύο κόμματα, τὸ τῶν προστατευτικῶν καὶ τὸ τῶν ἀσπαζομένων τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, ἔμειναν ἐλεύθερα, καὶ ἐνίκησε δι’ ὀλίγων ψήφων τὸ πρῶτον. Ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα ἐν Γαλλίᾳ, ἡ διατήρησις τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου θεωρεῖται ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἔθετεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν συνθήκην, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐχὶ ἕνδεκα, ἀλλὰ ἑκατὸν ἕνδεκα ψῆφοι ἤθελον μεταστῆ ἀπὸ τῆς φάλαγγος τῶν προστατευτικῶν εἰς τὴν ἀντίθετον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκεν ἐλευθέρους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους νὰ κρίνωσι καὶ ψηφίσωσι κατὰ τὰς ἰδίας πεποιθήσεις. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἀπό τινος χρόνου εἰσήχθη τακτικὴ, ἡ ὁποία τείνει νὰ καταστρέψῃ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ πρέπει πάντες οἱ μεριμνῶντες περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου νὰ προσέξωσι καὶ νὰ μελετήσωσι τὰ γιγνόμενα. Ὁ κατὰ καιροὺς Πρωθυπουργὸς δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ τὴν ἐξουσίαν καὶ διατηρῆται διὰ τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ, ὥστε πάντα τὰ νομοσχέδιά του νὰ ψηφίζωνται ἀνεξετάστως παρ’ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο παρίσταται ἀπό τινος χρόνου φαινόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἄλλοτε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαντᾶται εἰς κἀνὲν συνταγματικῶς κυβερνώμενον Κράτος. Ἐνῷ μεταξὺ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι πολλοὶ εὐπαίδευτοι καὶ πεπειραμένοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ νὰ φέρωσιν ἐπ’ αὐτῶν γνώμας ὀρθὰς καὶ τροπολογίας, παρατηροῦμεν, ὅτι ἵστανται σιωπηλοί, οὐδεὶς τολμᾷ νὰ φέρῃ παρατήρησιν, δὲν ἀνοίγουν δὲ τὸ στόμα των οἱ ὑπουργικοί, εἰμὴ διὰ νὰ εἴπουν ναὶ ἢ ὄχι, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς Κυβερνήσεως· ἕνεκα τούτου συνέβησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐπεισόδια, ὅσον κωμικά, τόσον καὶ λυπηρά. Ὅσοι ἦσθε μέλη τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1883, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπρότεινε νὰ δοθῇ παράτασις προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν φυτειῶν· εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος ἔφερε τροπολογίαν, ζητῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις καὶ ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν· τὴν τροπολογίαν του ὑπεστήριξε διὰ μακρῶν, προσκληθεῖσα δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς, τὴν παρεδέχθη δι’ ἀναστάσεως καὶ διὰ μεγάλης πλειοψηφίας· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο προσβάλλει τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα, καὶ ἀναστὰς ἐζήτησε ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, προσθείς, ὅτι χαρακτηρίζει τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐγένετο ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐ μόνον πάντες οἱ Βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς, ὅσοι μετὰ προθυμίας εἶχον ψηφίσει τὴν τροπολογίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, κατεψήφισαν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Βουλευτής, ὁ προτείνας αὐτήν. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διοδίων, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι προετάθη ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ κατάργησις τῶν ἄρθρων, δι’ ὧν τὰ διόδια ἀντικαθίσταντο δι’ ἑτέρου φόρου, ἀξιότιμος δέ τις Ἀντιπρόσωπος τῆς δεξιᾶς πτέρυγος δι’ ἐπιχειρημάτων ἱκανῶν ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγανάκτησε, διότι ἔγεινε τοιοῦτόν τι, ὡμίλησε δὲ εἰς τρόπον, ὅστις ἔδωκεν εἰς πάντας νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλάμβανε χαρακτῆρα πολιτικόν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος Ἀντιπρόσωπος ἐβιάσθη νὰ καταψηφίσῃ τὴν πρότασιν, ἣν εἶχεν ὑποστηρίξει. Ἄλλο δὲ ἔγκριτον μέρος τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποσύρῃ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε προβάλει, ἐπετιμήθη ἀποτόμως καὶ σκαιῶς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς ζητῶν διὰ πλαγίων τρόπων νὰ ματαιώσῃ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Τακτικὴ δὲ τοιαύτη δὲν συνᾴδει οὔτε μὲ τὸ πολίτευμα, οὔτε μὲ τὴν καλῶς ἐννοουμένην ἐλευθερίαν· πρέπει νὰ μάθωμεν ὅλοι καὶ ἐννοήσωμεν, ποῖα εἶναι τὰ ἀμοιβαῖα καθήκοντά μας, πρέπει νὰ ἐννοήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς κυβερνῶσιν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι προτάσεις καὶ νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἀνήκωμεν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζωμεν τὰς προτάσεις ταύτας καὶ νὰ ψηφίζωμεν ἐν πεποιθήσει, χωρὶς νὰ δίδωμεν εἰς αὐτὰς πολιτικὴν σημασίαν καὶ ἔννοιαν· ἀλλὰ πρὸ πάντων ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς χωρίζῃ ἀπὸ τοιαύτης ἐννοίας, διότι, ἐὰν αὐτὴ τὰς θέτῃ ὡς ζήτημα πολιτικόν, τότε ἐκβιάζει τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἐὰν δὲ ἠκολούθησε τὴν τοιαύτην τακτικὴν εἰς ἄλλα νομοσχέδια γενικωτέρου χαρακτῆρος, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὸ προκείμενον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, ὡς εἶπον, εἰς καθαρὰν ληψοδοσίαν μεταξὺ ἰδιώτου καὶ Δημοσίου· δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἰδέα, ὅτι ἐδόθη ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ ψῆφος τῆς πλειοψηφίας ἕνεκα πολιτικῆς ἐννοίας, ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν συνδέεται οὔτε μὲ τὴν ἀτομικὴν αὐτοῦ φιλοτιμίαν, οὔτε μὲ τὴν θέσιν του ὡς κυβερνήτου τοῦ τόπου, θέλει δὲ ἀκόμη πληροφορήσει, ὅτι ἡ παραδοχὴ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν θέλει ἔχει καὶ κἀμμίαν διπλωματικὴν συνέπειαν, καὶ ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγράφη ἀπὸ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας καὶ διεβιβάσθη εἰς τὸν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ διπλωματικὸν ἐπεισόδιον δυσάρεστον, εἶναι ὡς νὰ μὴ ἐγράφη, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ ἀνεκάλεσε. Πιθανὸν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ ἐχρησίμευσε διὰ νὰ ἐκφοβίσῃ ὀλίγον τοὺς ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ γέροντας, ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Τὸ κατ’ ἐμέ, θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον ἀπηλλαγμένον ἀπὸ πάσης πολιτικῆς ἐννοίας, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶ οὔτε ἀπὸ τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ κ. Σπάρταλη, τὰς ὁποίας δὲν ἔφθασα νὰ μάθω, οὔτε ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν ὑπόληψιν, διότι ναὶ μὲν ἡ ὑπόληψίς μας πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην δὲν εἶναι μικρὰ, ἀλλὰ δὲν φθάνει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαμοὺς καὶ νὰ παραδεχθῶ ἀνεξετάστως ὅ,τι ζητεῖ. Ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, διότι κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Μεγάλης ταύτης Δυνάμεως θὰ ἐπενέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης. Ἀλλά, πρὶν ἢ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σχετικῶς μὲ ὅσα χθὲς ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβῆ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα κατὰ τὸ ἔτος 1883 συνέβησαν περὶ τῆς πιστώσεως ταύτης, σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, ἀνεγράφοντο τρία ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἐφαίνετο ὡς δικαιοῦχος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο πράγματι δικαιοῦχον μόνον διὰ τὸ πρῶτον ποσὸν τῶν δραχμῶν 257,000, διὰ δὲ τὰ δύο ἄλλα ποσὰ πραγματικὸς δικαιοῦχος ἦτο ὁ κ. Σπάρταλης. Ἡ πληροφορία αὕτη δέν μοι φαίνεται κατὰ πάντα ἀκριβὴς, διότι καὶ τὰ τρία ποσὰ ἀφῃρέθησαν τότε ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν ἀκριβέστερον· ὥστε ἀπὸ τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία ἐζητεῖτο κατὰ τὸ 1883, ἀφῃρέθησαν οὐχὶ 255,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀπετέλεσαν τὰ δύο τελευταῖα κονδύλια, ἀλλὰ 415,000, καὶ ἀφῃρέθησαν τότε καὶ τὰ τρία, διότι ἡ Βουλὴ ὑπέθεσεν, ὅτι καὶ τὰ τρία ταῦτα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Σπάρταλη· φαίνεται δὲ, ὅτι οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν βλέπω νὰ ἐζητήθη πίστωσις διὰ τὴν μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων δοσοληψίαν. Ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι αἱ 150,000 δραχμῶν ἐζητοῦντο οὐχὶ διὰ νὰ λάβῃ καὶ ταύτας ὁ κ. Σπάρταλης, ἀλλὰ διὰ νὰ τακτοποιηθῇ ἡ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δοσοληψία, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, κατὰ τίνα τρόπον ἐτακτοποιήθη ἡ δοσοληψία αὕτη;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐτακτοποιήθη.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἤδη ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀνταποκριθῶμεν μόνον εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ τακτοποίησις δὲ αὕτη θὰ ἔλθῃ κατόπιν. Ἰδοὺ ὁ πίναξ, ὁ διακρίνων τὰ διάφορα κονδύλια...
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὗται εἶναι λεπτομέρειαι τῆς πιστώσεως.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Ἐκ τούτων τὰ δύο ἄρθρα τακτοποιοῦνται διὰ τῆς ζητουμένης πιστώσεως, τὸ ἄλλο μένει πρὸς τακτοποίησιν.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνο οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις, καὶ ἠδύνατο νὰ τακτοποιηθῇ.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ ἁπλῆς τακτοποιήσεως.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, ἐὰν ἡ πίστωσις ἐκείνη ἐψηφίζετο, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ πληρωμή, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοῦτο εἶναι αὐτόχρημα σολοικισμός, διότι δὲν ἀπαιτεῖται ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ νὰ γίνῃ οἵα δήποτε πληρωμή.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ἐξελέγχονται τὰ ἐντάλματα.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔξοδα ἐξελέγχονται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ διατάκται, ἑπομένως, ἐὰν ἡ πίστωσις ἐκείνη ἐψηφίζετο, ἀμέσως ἤθελε γίνῃ ἡ πληρωμὴ καὶ δὲν ἦτο ἀναγκαία ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τρίτον, εἶπεν, ὅτι τὴν πίστωσιν ἐκείνην ἀπέσυρεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ παραστήσητε, ὅτι δηλαδὴ ἀπεδείχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ πίστωσις ἐζητεῖτο ἀδικαιολογήτως, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Καλλιγᾶς, καθὸ συγγενὴς τοῦ κ. Σπάρταλη, δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἐπιμείνῃ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀκριβῶς διότι ἐζητεῖτο ἡ πίστωσις ἐκείνη ἀδικαιολογήτως, διὰ τοῦτο ἀπέκρουσεν αὐτὴν ἡ Βουλή, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Καὶ διὰ νὰ βεβαιωθῆτε περὶ τούτου, ἐπιτρέψετέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τί συνέβη κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβιάσθη νὰ ἀποσύρῃ τὴν πίστωσιν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέγραψεν, ὡς εἶπον, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων καὶ τὴν πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην ὀφειλήν, ἀλλά, κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διὰ νὰ γραφῇ πίστωσίς τις εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη, διότι μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει πλέον οὐδὲν στάδιον ἐξελέγξεως· ἐν τούτοις ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ ἐπέμειναν νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως ἡ πίστωσις, ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν, δὲν ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη, ἐξέφυγεν ἐκ τῶν χειλέων αὐτοῦ ἡ φράσις, ὅτι οὐδόλως βλάπτει καὶ ἐὰν ἡ ὀφειλὴ δὲν ἦναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὀφειλῆς, ἀλλὰ περὶ χορηγίας ἁπλῆς πιστώσεως, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς πληρωμῆς, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θέλει ἐξετάσει καὶ θέλει περικόψει πᾶν ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐντελῶς δεδικαιολογημένον. Ἐκ τῆς φράσεως ταύτης ὠφεληθεὶς εἷς Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπεν, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποθέτων, ὅτι μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς πιστώσεως μένει στάδιον ἐξελέγξεως· ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ὁποίου ἀνεγράφετο ἡ δαπάνη, προσεκάλεσεν αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν τὴν ἐξεκαθάρισε δεόντως καὶ ἐπείσθη περὶ τοῦ βασίμου αὐτῆς. Ἄναυδος ἔμεινεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην καὶ ἐπί τινα λεπτὰ ἐγένετο σιωπηρὰ διακοπή, καθ’ ἣν ἐλογομάχουν σιγαλῇ τῇ φωνῇ οἱ Ὑπουργοί, τοῦ μὲν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀρνουμένου νὰ δώσῃ τὴν ζητουμένην διαβεβαίωσιν, τοῦ δὲ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένοντος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, ὑπερίσχυσε δ’ ἐπὶ τέλους ἡ γνώμη τοῦ πρώτου, καὶ ἀπεσύρθη ἡ πίστωσις. Προβαίνων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ στάδια τῆς ἐκκαθαρίσεως εἶναι, αʹ) τὸ διοικητικὸν, καὶ βʹ) τὸ δικαστικόν. Τοῦτο δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, καὶ θαυμάζω πῶς λέγει αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἐκκαθάρισις ἓν μόνον στάδιον ἔχει, τὸ διοικητικόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, τὰ ἔξοδα ἐκκαθαρίζονται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἢ τὸν ἐπίτροπον αὐτοῦ· δικαστικὴ ἐκκαθάρισις δὲν ἠκούσθη ποτέ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἐκκαθαρίζει, ἀλλ’ ἐξελέγχει. Ὁ ζητῶν δὲ τὴν γνώμην ἢ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ πληρωμῆς πράττει ὅ,τι ἤθελε πράξει ἓν Πρωτοδικεῖον, ἢ Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ἤθελεν ἀναφερθῆ πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἀπῄτει νὰ λύσῃ οὗτος ἐκ τῶν προτέρων τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν καλεῖται τοῦτο νὰ δικάσῃ. Ἑπομένως ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν εἶναι ἐντελῶς ἀντικανονικὸν, διότι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἑπομένως οὐδεμίαν τὸ γεγονὸς τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν, οὔτε δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς παραγραφῆς. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι τὴν ἀντικανονικὴν ταύτην ἐνέργειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσεπάθησε νὰ ῥίψῃ πρῶτον εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δεύτερον εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὸν λόγον τότε, ἐγνώριζον κάλλιον αὐτοῦ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τοιοῦτον σολοικισμόν· ὁ δὲ πτωχὸς Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐν τῷ ἐγγράφῳ του λέγει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργός· δὲν δύναται, λέγει, νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν διοικητικὴν Ἐπιτροπὴν, διότι εἶναι δικαστὴς καὶ θὰ δικάσῃ, ὅταν παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· εἰς τοῦτο δὲ συνεφώνησε καὶ ὁ ἁρμόδιος Τμηματάρχης· οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωσιν ἄλλο τι, διότι ἀμφότεροι εἶναι ἄνθρωποι τῆς ὑπηρεσίας. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι ἦτο ἀπὸ τότε κεκανονισμένη ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη· ἀλλ’ ἀπὸ ποῖον ἦτο κεκανονισμένη, ἀφοῦ οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἄλλος τις ἐπρότεινεν, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ὑπόθεσις νὰ παραπεμφθῇ πρὸς ἐκκαθάρισιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Ὁμιλῶν δὲ περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ δικαιώματί του συνέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν προκειμένην ὀφειλὴν, λέγει, ὅτι συνεστήθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ, ἥτις προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, ὅπως τῇ ὑπεβλήθησαν καὶ ἄνευ εἰδικοῦ θέματος. Οὐδόλως ἐννοῶ τί θέλει νὰ εἴπῃ μὲ τὸ εἰδικὸν θέμα. Ἀλλ’ ἐπιφέρει: δὲν ἐπρόκειτο ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ λύσῃ ζήτημά τι, ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς λογαριασμούς. Ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο τὸ ὅλον ζήτημα, ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν· τί δὲ ἄλλο ἔμελλε νὰ κάμῃ, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκκαθαρίσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς γινώσκῃ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐργασθῇ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, οὐχὶ διὰ νὰ γινώσκῃ ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐργασθῇ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς λογαριασμούς. Ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πρωτοφανὴς καὶ δὲν προκύπτει οὔτε ἀπὸ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, οὔτε ἀπὸ τοὺς κανονισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας. Οὐδέποτε ἠκούσθη, ὅτι περιμένει ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ Ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ τῷ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον τῆς παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἐνεργείας του. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα οὐδεμίαν ἐνέργειαν νὰ κάμῃ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἀρχὴ ἀνεξάρτητος, ἡ ὁποία ἐλέγχει καὶ δικάζει τοὺς ὑπολόγους. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ μένει ἐκκρεμὴς ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη, ἁπάσης δὲ τῆς βραδύτητος καὶ τῶν περιπλοκῶν αἴτιος εἶναι αὐτὸς ὁ λεγόμενος δικαιοῦχος. Κατὰ τὸ ἔτος 1867 ὁ κ. Σπάρταλης, διατελῶν Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, ἐπεφορτίσθη νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἐνεργήσῃ δὲ καὶ ἄλλας τινὰς προμηθείας, ἐπὶ τούτῳ δὲ ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὸν διάφορα χρηματικὰ ποσά. Καθὸ ὑπάλληλος ὁ κ. Σπάρταλης, ἅμα ἔλαβεν εἰς χεῖράς του χρήματα, κατέστη, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὑπόλογος, ὅσον δὲ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι, κατοικῶν ἐν Λονδίνῳ, δὲν ἐγνώριζε τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης, ἀφοῦ κατέστη ὑπόλογος, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συμβουλευθῇ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὤφειλε νὰ κρατῇ τακτικὰ βιβλία, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἐνεργῇ καθ’ ἑκάστην τὰς ἐγγραφάς του, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπαρουσίαζεν αὐτὰ εἰς μίαν ἀρχὴν Ἑλληνικὴν,—καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία,—ἵνα τὰ ἀριθμήσῃ καὶ τὰ μονογραφήσῃ. Ὤφειλε δὲ νὰ δίδῃ ἑκάστοτε λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεώς του, πρὸ πάντων δὲ δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ἀποστέλλῃ τοιοῦτον εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὅπως πράττουσι πάντες οἱ ὑπόλογοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης ἀφῆκε νὰ παρέλθωσιν ἑπτὰ ὅλα ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1874, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ οὐδένα λογαριασμὸν καὶ χωρὶς ν’ ἀποστείλῃ οὐδὲν δικαιολογητικὸν ἔγγραφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔκαμε. Κατὰ τὸ ἔτος 1874 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπων, ὅτι εἶχον ἐμβασθῆ εἰς τὸν κ. Σπάρταλην μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ καὶ ὅτι οὐδεὶς λογαριασμὸς ἀπεδίδετο, ἔκαμεν αὐτὸς πρόχειρον ἐξέλεγξιν ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἀνακαλύψας ἐκ ταύτης, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἔμενεν ὀφειλέτης εἰς τὸ Δημόσιον μεγάλου χρηματικοῦ ποσοῦ, τὰ κατελόγισε, συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, εἰς βάρος του, καὶ δι’ ἐντονωτάτης διαταγῆς τὸν προσεκάλεσε νὰ ἀποστείλῃ τοὺς λογαριασμούς του καὶ νὰ ἐμβάσῃ τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα ἦτο ὑπόλογος, ἀπειλῶν μάλιστα, ὅτι, ἐν περιπτώσει περαιτέρω ἀναβολῆς, εὐθύνεται καὶ δύναται καὶ ποινικῶς νὰ καταδιωχθῇ. Μαθὼν δὲ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ εὑρίσκοντο χρήματα τοῦ Σπάρταλη, ἔσπευσε νὰ κατάσχῃ ταῦτα, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον, καὶ κατέσχεν 8,200 λίρας, αἵτινες καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐνηργήθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874 καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προσπαθοῦσι νὰ ἀρυσθῶσιν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, χαρακτηρίζοντες αὐτὴν ὡς αὐθαίρετον, εἶναι πρᾶξις νομιμωτάτη, κανονικὴ, τὴν ὁποίαν ὑπεχρεοῦτο ὁ τότε Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς τοιαύτην δὲ τὴν ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς ὁ Σπάρταλης, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμούς του, περιέλαβεν ἐν αὐτοῖς καὶ τὸ κατασχεθὲν ποσὸν ὡς πίστωσίν του, ἐσημείου μάλιστα 8,200 λίρας, ἤτοι ὅσας εἶχε κατάσχει ὁ Ὑπουργὸς, νομίζων ἴσως καὶ αὐτός, ὅτι τοσοῦτον ποσὸν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐνῷ δὲν τῷ ὠφείλοντο, εἰμὴ μόνον 6,200. Κατὰ δυστυχίαν οἱ ὑποβληθέντες οὗτοι λογαριασμοὶ ἦσαν τοσοῦτον σκοτεινοί, τοσοῦτον περιπεπλεγμένοι, τοσοῦτον ἀδικαιολόγητοι, ὥστε, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοί, νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ κατορθώσωσι, καθόσον ὁ μὲν Σπάρταλης ἐνόμιζεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 19,000 λίρας, οἱ δὲ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι εὕρισκον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, ἀλλ’ ἔμενεν ἀκόμη καὶ χρεώστης. Ἐντεῦθεν λοιπὸν προῆλθεν ἡ βραδύτης καὶ ἐντεῦθεν ἐδέησε νὰ γίνωσιν ἐπανειλημμέναι ἐξετάσεις. Ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν ἕνα τῶν ἐπισημοτέρων νομομαθῶν, τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὁ ὁποῖος, γνωρίζων τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ βλέπων ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ πελάτου του ἔτρεχε τὸν κίνδυνον τῆς παραγραφῆς, ἀνεβοκατέβαινε τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, ἀπαιτῶν διοικητικῶς τὴν πληρωμὴν τῶν 19,000 λιρῶν, οὐδέποτε δὲ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἠπείλησε μόνον ἅπαξ τοῦτο, ἀπευθύνας μίαν αἴτησιν θεραπείας, ἀλλὰ δὲν προέβη εἰς ἔγερσιν ἀγωγῆς, διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκδίκασιν καὶ φέρον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τοὺς ἀτάκτους καὶ ἀδικαιολογήτους λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη νὰ προκαλέσῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ τὸ ὑποχρεώσῃ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην τὰς 19,000 λίρας, ἤθελε τὸ δικαιώσει νὰ λάβῃ καὶ ἄλλα. Οὕτως ἔμεινεν ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμής, διότι οὔτε αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἠδύναντο νὰ πεισθῶσιν ἐκ τῶν ὑποβληθέντων λογαριασμῶν, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸν Σπάρταλην, οὔτε ὁ Σπάρταλης ἢ ὁ πληρεξούσιος αὐτοῦ ἐτόλμα νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, προτιμῶν τὴν λύσιν αὐτῆς διοικητικῶς. Ἡ ἐκκρεμότης παρετάθη μέχρι τοῦ ἔτους 1883, ὅτε συνέβη νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς οὗτος ὁ συγγενὴς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Σπάρταλη, τότε δὲ κατὰ πρώτην φορὰν ἐπαρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις ὡς ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένη καὶ δεδικαιολογημένη. Ἐζητήθη, ὡς προεῖπον, πίστωσις, ἀλλ’ ἐκ τῶν συζητήσεων ἀπεδείχθη, ὅτι οὔτε τότε εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ δεόντως, καὶ διὰ τοῦτο ἐβιάσθη ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ τὴν ἀπέσυρε, πάλιν δὲν κατέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀφῆκε τὴν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ ἕως τώρα, καὶ σήμερον ἐπανέρχεται διοικητικῶς ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἐπανερχομένην σήμερον, καὶ ἐπανερχομένην, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μὲ τρόπον καθαρώτερον καὶ εἰλικρινέστερον τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὸ ἔτος 1883. Ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Εἶναι πρῶτον ἓν ποσὸν ἐκ 3,100 λιρῶν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὁ Σπάρταλης κατὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν· λέγω ἐκκαθάρισιν, καὶ ὄχι ἐξέλεγξιν, διότι ἡ ἐργασία τοῦ Συνεδρίου εἶναι ἐργασία μᾶλλον διοικητική· τὸ Συνέδριον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἐμβάσματα, τὰ ὁποῖα εἶχε κάμει τὸ Κράτος εἰς τὸν Σπάρταλην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας οὗτος εἶχεν ἐνεργήσει, καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι αὗται ὑπερβαίνουσιν ἐκεῖνα κατὰ 3,100 λίρας· τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένον, καὶ δὲν δύναται νὰ προταθῇ οὐδεμία ἀντίῤῥησις, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει οὔτε τὰ μέσα, οὔτε τὴν ἱκανότητα, ἵνα προβῇ εἰς λεπτομερεστέραν ἐξέτασιν καὶ ἴδῃ, ἐὰν ὀρθῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις. Ἀλλὰ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο χωρεῖ ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, τὸ ζήτημα δὲ τῆς παραγραφῆς ἀνεπτύχθη ἀρκούντως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ χθὲς λεχθέντα· λέγω μόνον, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἀπὸ τοῦ 1874 εἶχε μίαν ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀπαίτησιν πολὺ μεγάλην· ἐκ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης ἐκκαθαρίσθησαν ἤδη μόνον 3,100 λίραι, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπὶ τόσα ἔτη ἠρνεῖτο νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὤφειλε νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, τοῦτο δὲ μὴ πράξας, ὑπέπεσεν εἰς παραγραφήν. Ὅλα, ὅσα καὶ ἂν εἶπον, εἶναι μάταια καὶ περιττά· πᾶς, ὅστις ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲν φροντίσῃ ἐντὸς πενταετίας νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ πρὸς αὐτὸν ὀφειλή, νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ καὶ λάβῃ τὰ χρήματα, ἡ ὀφειλὴ παραγράφεται· δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70, διότι τὸ ἄρθρον 70 δὲν λέγει, ὅτι, ἐάν τις ὑποβάλῃ ἔγγραφα εἰς μίαν ἀρχὴν, διακόπτει τὴν παραγραφήν· δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ὅλοι οἱ ζητοῦντες ὑποβάλλουν ἔγγραφα, πρέπει, ἀφοῦ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀπαίτησίς του, νὰ διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ καὶ νὰ πληρωθῇ· τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἑπομένως εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ παραγραφή. Τὸ δεύτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον καλούμεθα, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, εἶναι τὸ συνιστάμενον ἐκ 2,300 λιρῶν καὶ προερχόμενον ἀπὸ προμήθειαν. Καθὼς εἴδετε, περὶ τῆς προμηθείας ἀπεφάνθη καὶ ἡ ἐξελεγκτικὴ Ἐπιτροπή, ἀπεφάνθη καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀπόφασιν, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ ζητήσῃ προμήθειαν· ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν προμήθειαν ταύτην, ἀρύεται δὲ ὑπὲρ τῆς ἰδέας της καὶ ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη, ὡς λέγει, τὴν προμήθειαν· ἀλλ’ ὅστις ἀναγνώσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Συνεδρίου, βλέπει προφανῶς, ὅτι τὸ Συνέδριον οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν, εἰμὴ νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν του τὴν προμήθειαν, ἀφοῦ πρῶτον ἀνεγνωρίσθη αὕτη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται καὶ ὅτι τὴν παρεδέχθη, διότι οὔτε ἁρμοδιότητα εἶχε τὸ Συνέδριον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐξετάσωμεν ἤδη, ἐὰν κατ’ οὐσίαν ὁ Σπάρταλης ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ προμήθειαν. Ἡ προμήθεια εἶναι ἀμοιβή, διδομένη εἰς τοὺς ἰδιώτας, τοὺς ἐκτελοῦντας ὑπηρεσίαν τινὰ τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι δὲ τὸ ποσὸν αὐτῆς ὁριστικὸν καὶ κεκανονισμένον, ἀλλὰ κανονίζεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐργασίαν, ἥτις τῷ ἀνατίθεται. Ὁσάκις λοιπὸν πρόκηται περὶ προμηθείας, ἡ προμήθεια αὕτη συμφωνεῖται ἐκ τῶν προτέρων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Σπάρταλης δὲν ἦτο ἰδιώτης, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἦναι γνωστόν, ὅτι αὐτὸς θὰ ἀπαιτήσῃ προμήθειαν· αὐτὸς ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι οὔτε ζητοῦσιν, οὔτε λαμβάνουσι ποτὲ προμήθειαν· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις π. χ. στείλῃ ἕνα ἢ πλειοτέρους ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ ἐνεργήσωσι διαφόρους προμηθείας, βεβαίως οὐδεμίαν προμήθειαν εἰς αὐτοὺς θὰ ἦναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ, οὔτε δίδει, οὔτε ἔδωκεν, οὔτε θὰ δώσῃ ποτέ· ἡ προμήθεια, καθὼς εἶπον, δίδεται εἰς τοὺς ἰδιώτας. Λοιπὸν εἰς τὸν Σπάρταλην, καθὸ δημόσιον ἄνθρωπον, οὐδεμία προμήθεια ὠφείλετο. Ἀλλ’ ἔρχεται τώρα ὁ Σπάρταλης καὶ λέγει, ὅτι: «Ναὶ μὲν ἐγὼ, καθὸ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐδικαιούμην νὰ ζητήσω, οὐδὲ νὰ λάβω προμήθειάν τινα, ἀλλ’ ἐγὼ τὰς παραγγελίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν τὰς ἐξετέλεσα αὐτοπροσώπως, τὰς ἐξετέλεσα διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου ἐμπορικοῦ οἴκου, ἄλλος δὲ εἶναι ὁ ἐμπορικὸς οἶκος Σπάρταλη καὶ ἄλλος ὁ Πρόξενος Σπάρταλη». Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσιν οὕτω τὰ πράγματα, ἐὰν ὁ Σπάρταλης, ὅτε ἔλαβε τὴν διαταγὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς περὶ ὧν πρόκειται ἐργασίας, ἐφρόνει, ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε τὸν καιρὸν, οὔτε τὴν ἱκανότητα, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰς παραγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸν ἐμπορικὸν οἶκον Σπάρταλη, ὤφειλε νὰ τὸ ἀναφέρῃ ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ προτείνῃ, ὅτι διὰ τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς ὁ ἐμπορικὸς οἶκος Σπάρταλη ἀπαιτεῖ ἀμοιβὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονισθῇ τὸ ποσὸν αὐτῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ὁ οἶκος Σπάρταλη ἦτο ὁ καταλληλότερος διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς προμηθείας· λέγω δὲ τοῦτο, διότι, ἐὰν ἐλέγετο ἐγκαίρως, ὅτι ἀπητεῖτο προμήθεια διὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς ἄλλον οἶκον, ἐπίσης ἔντιμον καὶ ἱκανὸν, ἠδύνατο ἀκόμη, ἀντὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ἐν Λονδίνῳ οἴκους τὴν παραγγελίαν ταύτην, νὰ τὴν ἐκτελέσῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ὑπαλλήλων, ἠδύνατο νὰ στείλῃ ἀξιωματικοὺς, ἢ ἄλλα πρόσωπα, διὰ νὰ ἐκτελέσωσιν ὅλα, ὅσα ἐξετέλεσεν ὁ Σπάρταλης, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν τῆς προμηθείας, ὅπως βλέπομεν, ὅτι πράττει συνήθως. Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης, ὄχι μόνον δὲν εἶπέ ποτε, ὅτι θὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς τὸν ἐμπορικὸν οἶκον Σπάρταλη, ὄχι μόνον δὲν ἀπῄτησε νὰ κανονισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ προμήθεια, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔγραψε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι αὐτὸς συνείθισε νὰ ὑπηρετῇ πάντοτε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀφιλοκερδῶς, καὶ δὲν ἐνόει νὰ λάβῃ οὐδεμίαν προμήθειαν. Ἀπέναντι τοιαύτης δηλώσεως, Κύριοι, δηλώσεως, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, ἦτο καὶ ὅλως περιττὴ, διότι, καθὸ δημόσιος ὑπάλληλος, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ οὐδεμίαν προμήθειαν, ὕστερον ἀπὸ τὸ προηγούμενον αὐτὸ, δὲν σᾶς φαίνεται ἀστεῖον, νὰ ἔρχηται ὁ Σπάρταλης ὕστερον ἀπὸ 5 ἢ 6 ἔτη, καὶ νὰ σᾶς λέγῃ, ὅτι «θέλω νὰ μοὶ πληρώσητε καὶ προμήθειαν, διότι τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀνεθέσατε, δὲν τὴν διεξήγαγον αὐτοπροσώπως, τὴν ἀνέθεσα εἰς τὸν ἐμπορικὸν οἶκον, τὸν ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου»; Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἔλεγε τοῦτο ἐγκαίρως; καὶ ἀφοῦ θέλει προμήθειαν, ἐν τίνι δικαιώματι τὴν ἐκανόνισε πρὸς 2%; Μήπως ὑπάρχῃ νόμος τις, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ δίδωμεν προμήθειαν 2%; Ἀπεναντίας, ἐγὼ βλέπω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας κάμνει τὸ Δημόσιον καὶ δι’ ὧν ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις ὑπηρεσιῶν εἰς ἰδιώτας, κανονίζεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ προμήθεια, καὶ ὁρίζεται εἰς ½%, 1% καὶ 1½%· λάβετε π. χ. ὑπ’ ὄψει τὰς περὶ δανείων συμβάσεις· διὰ τὸ δάνειον τῶν 26,000,000, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκδοσις ἀνετέθη εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἥτις, ὡς μὴ οὖσα δημόσιος ὑπάλληλος, ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἀμοιβὴν, συνεφώνησε τὸ Κράτος τὴν ἀμοιβὴν εἰς ½%, καὶ ταύτην διὰ τὰς ἐγγραφὰς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον γίνῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· διὰ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 ὡρίσθη προμήθεια ½% διὰ τοὺς τραπεζίτας καὶ τοὺς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κάμει ἐγγραφὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν· διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ὡρίσθη προμήθεια 1½%· διὰ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ὡρίσθη προμήθεια 1%· πᾶσαι αὗται αἱ συμβάσεις ἐγένοντο μετὰ ἰδιωτῶν, καὶ ὅταν ἀναθέτητε εἰς ἰδιώτας ὑπηρεσίας, ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ ἀμειφθῶσι, λαμβάνοντες προμήθειαν, ἥτις συμφωνεῖται ἐκ τῶν προτέρων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ὑπῆρχε λόγος, ὥστε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς προμηθείας, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπετείνετο πρὸς τὸν Σπάρταλην, ὄχι ὡς ἔμπορον, ὄχι ὡς ἰδιώτην, ἀλλ’ ὡς ὑπάλληλον, καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπαιτήσῃ προμήθειαν. Ἐὰν αὐτὸς τὴν ἀνέθεσεν εἰς τὸν ἐμπορικόν του οἶκον, τότε ὤφειλε νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ προσδιορισθῇ ἡ προμήθεια· αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐδήλωσεν, ὅτι παρῃτεῖτο πάσης προμηθείας. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἤμεθα σήμερον δεδικαιολογημένοι, ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν Σπάρταλην προμήθειαν, καὶ δώσωμεν εἰς αὐτὸν 2,300 λίρας; Μετὰ τὴν προμήθειαν ἔρχεται ὁ τόκος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται τὸ ποσὸν 4,000 λιρῶν καὶ ἐπέκεινα. Τὴν ἀπαίτησιν περὶ τόκου, καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὰς ὑποβληθείσας ἐκθέσεις, προσεπάθησε νὰ δικαιολογήσῃ διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραιτεῖται ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, καὶ συμπεραίνει, ὅτι δὲν ὀφείλεται μὲν τόκος, ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν γενομένην εἰς τὴν Τράπεζαν κατάσχεσιν. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ὅμως, διὰ τῆς ὁποίας ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδει ἄλλην αἰτιολογίαν περὶ τοῦ τόκου, καὶ λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον (ἀπόφ. 400) ἀνεγνώρισε τὸν μετὰ τοῦ Σπάρταλη λογαριασμὸν ὡς τρέχοντα ἐπὶ ἀμοιβαίῳ τόκῳ, καὶ ἐχρέωσεν αὐτὸν μὲ τὴν ἐκ τούτου ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαφορὰν 881 λιρῶν. Τοῦ τύπου τούτου τοῦ λογαριασμοῦ δεκτοῦ γενομένου, ὁ τόκος δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως, ὅτε ὁριστικῶς ἐξισοῦται ὁ λογαριασμός». Τοῦτο δὲν εἶναι παντελῶς ὀρθὸν, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἀνεγνώρισεν ἀμοιβαῖον λογαριασμὸν, οὔτε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐχρέωσε τὸν Σπάρταλην ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μὲ 881 λίρας, ἀπ’ ἐναντίας ὁ Σπάρταλης ἐχρέωσε τὸ Δημόσιον, νομίζων, ὅτι κατέβαλε περισσότερα, μὲ 881 λίρας, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶπεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὸν λογαριασμὸν ἀνοικτὸν καὶ τρεχούμενον μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Σπάρταλη, διὰ τοῦτο δὲν ὑπολογίζει τόκον οὔτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, οὔτε ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη. Ἑπομένως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι τὸ Συνέδριον μετέφερεν εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου 881 λίρας, εἶναι ἀνύπαρκτον ἐντελῶς· δὲν μετέφερε τίποτε· ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν τοῦ Σπάρταλη 881 λίρας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἐσημείου ὡς τόκον διὰ τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Δεύτερον (ἀναγινώσκει): «ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ὤφειλεν ἀρχικῶς ὁ Σπάρταλης, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, οὓς ὑπέβαλε, τὸ Δημόσιον, ἄνευ δικαιώματός τινος; ἢ τίτλου ἐκκαθαρισμένου, κατέσχε παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ εἰσέπραξε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3,034 τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1874 γραμματίου τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου τὰς ἀνηκούσας εἰς τὸν Σπάρταλην λίρας 6,268». Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς κατέληξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον κατέσχεν αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι ὑπόχρεων νὰ δώσῃ τόκον. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, Κύριοι, πείθεσθε, ὅτι τῷ ὄντι τὸ Δημόσιον παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως ἔκαμε τὴν κατάσχεσιν ταύτην; Τί προέκυψεν ἀπὸ ὅσα ἐξετέθησαν ἐνταῦθα; Προέκυψεν, ὅτι ὁ Σπάρταλης, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐνηργήθη ἡ κατάσχεσις, οὔτε δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, οὔτε λογαριασμὸν εἶχεν ὑποβάλει, ἑπομένως, ἐὰν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐκείνου ἐφαίνετο ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησε τὴν κατάσχεσιν χρηματικοῦ ποσοῦ, ἀνήκοντος εἰς αὐτὸν καὶ κατατεθειμένου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ βασίμως, ὅτι τὸ Δημόσιον εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἐνήργησε παρανόμως καὶ αὐθαιρέτως; Ἐνέργησε, λέγει, αὐθαιρέτως, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ὤφειλε τόσον ποσόν. Πῶς ἀπεδείχθη; Πρῶτον δὲν εἶναι ἀκόμη ἀποδεδειγμένον, διότι, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὤφειλε τὸ ποσὸν αὐτὸ, πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν προμήθειαν· ἀλλὰ διὰ τὴν προμήθειαν ὑπάρχει μεγάλη ἀμφισβήτησις. Ἔπειτα, εἴτε ὤφειλεν, εἴτε δὲν ὤφειλε, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπαίτιος τῆς γενομένης κατασχέσεως, καὶ ἀφοῦ αὐτὸς τὴν ἐπροκάλεσε, βεβαίως δὲν βλέπω κατὰ τί εἶναι ὑπαίτιον τὸ Δημόσιον, καὶ κατὰ τί εὐθύνεται, διὰ νὰ πληρώσῃ τόκον. Τὸ Δημόσιον εἶχε δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κατάσχεσιν, αὐτὸς δὲ, ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι ἡ κατάσχεσις αὕτη δὲν ἦτο νόμιμος καὶ ὅτι δὲν συνεδέετο μὲ τὸν λογαριασμόν του, δὲν ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν λογαριασμὸν τῆς δοσοληψίας του αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἐκίνησεν ἀγωγὴν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ οὐδένα τόκον. Ἔχομεν νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀπαίτησις τοῦ τόκου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς· ἐνόσῳ ὁ πολίτης, καὶ ἂν πραγματικῶς ἀδικῆται, δὲν ἐγείρει ἀγωγὴν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τόκον. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει λοιπὸν, ὅτι παρανόμως ἐγένετο ἡ κατάσχεσις αὕτη, ἀφοῦ ὁ Σπάρταλης δὲν ἐφρόντισε νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν, δὲν ἐννοῶ πόθεν παράγεται τὸ δικαίωμά του πρὸς ἀπαίτησιν τόκου. Ἀλλ’ εὑρίσκω καὶ μίαν ἄλλην αἰτιολογίαν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διεκόπη ἐκ τούτου ἡ παραγραφὴ, ἐπανέρχεται δὲ ἐκ τούτου καὶ ἡ ἀπαίτησις τοῦ τόκου. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον νόμον στηρίζεται τοῦτο, ἀπ’ ἐναντίας, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὸ Δημόσιον, ὅταν καταδικάζωνται οἱ ὑπόλογοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν τόκον ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως· ἐὰν δὲ ἐφαρμοσθῇ ἀντιστρόφως ἡ ἀρχὴ αὕτη καὶ ὡς πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως, ὅτι ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδώσῃ, πάλιν καὶ τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ τόκου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· διότι, καθ’ ὃν τρόπον, ἐὰν προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐξελέγξεως, ὅτι εἶχε λαμβάνειν τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν Σπάρταλην 6,000 λίρας, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαιτήσῃ τόκον, παρὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, ἀφοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην, δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ οὗτος τόκον, παρὰ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Ὥστε ἡ ἀπαίτησις περὶ τόκου πίπτει ἐντελῶς, καὶ ὅτι πίπτει ἐντελῶς, τὸ ἀναγνωρίζουσι καὶ τὸ παραδέχονται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός· ἀλλὰ διὰ νὰ κολάσῃ τὸ πρᾶγμα, λέγει, ὅτι «δὲν ζητοῦμεν τόκον ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, ἀλλ’ ἀποζημίωσιν διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐστερήθη, τὰ ὁποῖα αὐθαιρέτως κατέσχε τὸ Δημόσιον», ὡς ἐὰν ὁ τόκος ἦναι ἄλλο τι ἢ ἀποζημίωσις διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐστερήθη τις. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν διάκρισιν· δὲν εἶμαι νομικὸς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μεταξὺ τόκου καὶ ἀποζημιώσεως διὰ τὰ χρήματα οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά· τὸ ζήτημα εἶναι: καλῶς ἢ κακῶς ἐνεργήθη ἡ κατάσχεσις αὕτη; εἶχεν ἢ δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν ἐνεργήσῃ; Τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πρόδηλον, εἶναι ἀναμφισβήτητον· ὄχι μόνον 6,000 λιρῶν, ὄχι 8,000 λιρῶν, ἀλλὰ καὶ 20 καὶ 30 χιλιάδας ἐὰν εὕρισκεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε δικαίωμα νὰ τὰς κατάσχῃ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῷ ἔδιδεν ἡ ἐκκαθάρισις, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν, ἡ δὲ ἐκκαθάρισις αὕτη ἐγένετο, ὅπως ἐγένετο, διότι ὁ Σπάρταλης δὲν ἤθελε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Λοιπὸν, ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησε νομίμως καὶ ἐπέβαλε τὴν κατάσχεσιν, εἶχε καθῆκον ὁ Σπάρταλης νὰ ἐπισπεύσῃ ν’ ἀποδείξῃ ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος, ὅτι δὲν ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐὰν τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον δὲν ἀπεδέχετο τὴν ἀπαίτησίν του, ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον· ἀφοῦ οὔτε τὸ ἓν ἔπραξεν, οὔτε τὸ ἄλλο, ἀφοῦ ἡ ὑπόθεσις διαιωνίσθη, ἀφοῦ μετὰ τόσα ἔτη δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀστεῖον, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις κατέσχεν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον πληρέστατα εἶχε δικαίωμα νὰ κατάσχῃ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκούντως ἠτιολογημένον καὶ δεδικαιολογημένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι, καθὼς εἶπον, ἡ ἀπάντησις διαιρεῖται εἰς τρία μέρη· τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκαθαρίσθη, ἐκ 3,000 λιρῶν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπόκειται εἰς παραγραφήν· τὸ δεύτερον εἶναι ἡ προμήθεια, καὶ προμήθειαν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ, ὄχι μόνον, διότι ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ καὶ διότι ῥητῶς ἐδήλωσε, μολονότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τὸ δηλώσῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἀπαίτησιν νὰ λάβῃ τοιαύτην προμήθειαν· καὶ τρίτον, ὅτι τόκος δὲν ὀφείλεται διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ κατάσχεσις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο νόμιμος καὶ δεδικαιολογημένη.
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρήγορον νομίζω θὰ ἦτο, ἐὰν καθ’ ὁλοκληρίαν ἦτο ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὡς ὑπέθεσα, ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ πρὸς στιγμὴν ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας σεβαστὸς φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, προτιθέμενος νὰ πραγματευθῇ τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, μεταξὺ ἄλλων, ἐποιήσατο τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, τοῖς σχετικοῖς πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐπίσημον, τὸ διπλωματικὸν, εὐχαρίστως δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Πρέσβεως δὲν ἦτο, εἰμὴ παρέμβασις προσώπου, ἀντιπροσωπεύοντος ἄλλους ἰδιώτας δικαιούχους. Θὰ ἦτο τῷ ὄντι, λέγω, λίαν παρήγορον, ἐὰν ἁπλῶς ἐκινδυνεύομεν, ἕνεκα σαθρᾶς ἀπαιτήσεως, νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος τινὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἕτερον κακὸν προσετίθετο εἰς τὸ κακὸν τοῦτο τῆς ὑλικῆς ζημίας τοῦ Κράτους· τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι φειδωλὸν, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον παρουσιάζει τινὰ δικαιολογίαν, οὐδέποτε ἐδείχθη μικρολόγον, ἀπέναντι ἀκόμη καὶ σαθρῶν ἀπαιτήσεων, συνείθισε πρὸς τὴν παραδοχὴν τὴν ἄνευ πολλοῦ ἐλέγχου ἀπαιτήσεως χρηματικῆς οἱασδήποτε. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκηται περὶ χρηματικῶν ἀπαιτήσεων ἰδιωτῶν, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος συνείθισε καὶ εἰς ἄλλο τι, συνείθισεν, ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ αὐτοῦ, νὰ βλέπῃ πιέζοντας αὐτὸ στόλους Μεγάλων Δυνάμεων. Δύναται σήμερον νὰ ἀνατρέξῃ τις καὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, καὶ εἰς νεωτέραν ἀκόμη καὶ λίαν πρόσφατον, κατὰ τὰς ὁποίας, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους πολιτικούς, εἴτε καὶ διὰ ἰδιωτικὰς ἀπαιτήσεις, στόλοι Μεγάλων Δυνάμεων ἐπίεσαν τὴν μικρὰν ἡμῶν πατρίδα! Ἴσως ἦτο δυνατὸν καὶ σήμερον νὰ ἐκινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ τοιοῦτον φαινόμενον. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς τοιαύτης πιέσεως ἔχομεν φαίνεται τὸ εὐτύχημα ν’ ἀκούσωμεν μόνον τὴν λέξιν «στόλος ἀγγλικὸς», προφερομένην καὶ ἀντηχοῦσαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου· ἠκούσαμεν τὰς λέξεις, ἀλλὰ δυστυχῶς κενὰς πάσης πλέον ἐννοίας. Ἠκούσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀποτεινομένη πρὸς τὴν μεγάλην δύναμιν τῆς Ἀγγλίας, εἶπε πρὸς αὐτήν, ὅτι, ἐὰν νὰ παρέμβῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διπλωματικῶς, ἃς ἑτοιμάσῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ στείλῃ τοὺς στόλους της, ὅπως πιέσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τῆς βίας. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, ἀντὶ τῶν παρηγόρων ἐκείνων, ἔστω καὶ ὀδυνηρῶν, ἐπεισοδίων, ἐπέπρωτο νὰ ἀκούωμεν πλέον μόνον λόγους κενοὺς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν παρηγοροῦσιν, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον, εἰς ἀντίθεσιν εὑρισκόμενοι πρὸς τὰ πράγματα, καθιστῶσιν ὀδυνηρότερον καὶ ὑπενθυμίζουσιν ἁπλῶς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς Πατρίδος ἡμῶν! Ὁ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος ὡς ἁπλῆν ὑπόθεσιν βεβαίως ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ἐκείνην, ἣν ὑπέμνησα ἐν ἀρχῇ, διότι ἤθελε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἔποψιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν περιωρίσθη, τῆς οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως τῆς ἀπαιτήσεως καθ’ ἑαυτήν· ἄλλως, βεβαίως, ἂν δὲν ἦτο ἁπλῆ ὑπόθεσις, θὰ παρασταθῶ διαφωνῶν πρὸς τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς ἐπόψεως ταύτης, ἣν θεωρῶ καὶ τὴν σημαντικωτέραν, προτίθεμαι σήμερον ν’ ἀσχοληθῶ. Ἀλλ’ ὁ σεβαστός μοι φίλος προέταξε καὶ ἄλλας παρατηρήσεις περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ προκειμένου ζητήματος, παρατηρήσεις, πρὸς τὰς ὁποίας ἐντελῶς συμφωνῶ, ὅτι δηλαδὴ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Βεβαίως, Κύριοι, τοιοῦτον ζήτημα δὲν δύναται νὰ εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ζήτημα πολιτικόν· τὸ τοιοῦτον, προκειμένου περὶ πιστώσεως, κανονιζούσης ἀπαιτήσεις εἴτε ἰδιωτῶν, εἴτε τοῦ Δημοσίου, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης παρατηρήσεως, εἶναι προφανὲς, ὅτι ἠδύνατο νὰ θέτῃ πολλάκις εἰς κίνδυνον εἴτε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν, εἴτε τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἰδιώτης ἠδύνατο πολλάκις νὰ ἀπολέσῃ ἀπαίτησίν του, διότι ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις ἤθελε χαρακτηρισθῇ ὡς ζήτημα πολιτικόν· προφανὴς θὰ ἦτο ὁ κίνδυνος καὶ ἰδιωτῶν, ἂν ἀστόχως καὶ ἀσυμβιβάστως προσεδίδετο πολιτικὸς χαρακτὴρ εἰς ἀντικείμενα τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὐδὲ ἐδόθη παρά τινος πολιτικὸς χαρακτὴρ, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ πρὶν ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιφέρῃ διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει, ὅτι καὶ αὐτὸς προοιμιαζόμενος ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἀπέκρουσε πλαγίως πάντα πολιτικὸν χαρακτηρισμόν. Πρέπει νὰ διασαφήσῃ ὅμως τοῦτο χάριν τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑποθέσεως, δηλαδὴ χάριν τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρανοῶν τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλον, ἀπέδωκεν αὐτῷ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐχαρακτήρησε τὸ ζήτημα ὡς πολιτικὸν, καὶ ἀφῆκεν οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔθεσε τὸ ζήτημα ὡς πολιτικόν. Ἀλλὰ πρῶτον καὶ ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τῆς ἀτομικῆς ἰδέας καὶ ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν συναδέλφων ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπῆρξαν διευκρινήσεις ἐκ μέρους ἁρμοδιωτάτων προσώπων, ὧν τὸ δεύτερον ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, διευκρινήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφαιροῦσι πᾶσαν τοιαύτην ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔδωκε τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντόπουλος, πρῶτος ἀγορεύσας, τί εἶπε, καὶ ὑπέθεσεν ὁ Πρωθυπουργός, ὅτι θέτει αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς πολιτικόν; Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἀφοῦ ἐξήλεγξε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κρίνατε, εἶπεν, ἂν μεθ’ ὅσα ἐξέθηκα, δύνασθε τοῦ λοιποῦ νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν! Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη ἀκριβῶς δεικνύει, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ ἐν τῇ συζητήσει αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ ἐπικειμένῃ ψηφοφορίᾳ, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια πολιτικοῦ ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἐξελέγχων τὰ ἐπεισόδια τοῦ ζητήματος, δηλαδὴ τὰς πρὸ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, εἶπε: κρίνατε ἐξ ἐκείνων, ἂν δύνασθε νὰ ἔχητε εἰς τὸ μέλλον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· οὐδὲ σημαίνει, Κύριοι, ἂν ἡ ἰδέα αὕτη ἐπιπλέῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης· τὸ τοιοῦτον συμβαίνει δι’ ὅσα παρετηρήθησαν ὄχι ἐπὶ τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, προπαρασκευαζούσης τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὴν Βουλήν, δηλονότι διὰ γεγονότα ἔχοντα αὐτοτελῆ σημασίαν. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοιούτων γεγονότων κρίσις Βουλευτῶν τινων, ἢ καὶ ὁλοκλήρου μερίδος, δύναται ἆρά γε νὰ ἀλλοιώσῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ καὶ καθ’ ἑαυτὸ; Οὐχὶ βεβαίως. Ἐὰν φρονῇ τις, ὅτι ἡ πίστωσις καθ’ ἑαυτὴν, ἡ ἀπαίτησις ἑνὸς ἰδιώτου ἦναι βάσιμος, καίπερ θεωρῶν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερήσεως, εἰσαγούσης τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ὑπῆρξεν ἡ πρέπουσα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου τίθεται αὐτῷ ὡς καθῆκον πολιτικόν. Πῶς δύναταί τις νὰ ψηφίσῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν θεωρῇ μὲν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καταδικαστέα, ἀλλὰ θεωρεῖ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ ἀπαίτησις εἶναι βάσιμος; πῶς δύναται νὰ καταψηφίσῃ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ἰδιώτου, διότι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο καλή; Καὶ ἀντιθέτως, πῶς δύναται νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ ἀβασίμου ἀπαιτήσεως, μόνον διότι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἦτο καλή; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἐπόψεις, καθαρῶς διακεκριμέναι. Δύναταί τις ν’ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ἐκ τῶν πολλῶν ὅσοι ἐπροτάθησαν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου ἀναμιγνύεται καὶ κατάκρισις τῆς Κυβερνήσεως, εἰσαγούσης τὸ νομοσχέδιον, κατάκρισις διὰ τὰ προηγούμενα τῆς εἰσαγωγῆς, οὐδέποτε δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι λαμβάνει ἡ ψηφοφορία ὑπουργικοῦ ζητήματος χαρακτῆρα, διότι τότε φθάνετε εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα· ἔχει δὲ, ἐπαναλαμβάνω, συμφωνῶν μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, μέγιστον καθῆκον καὶ συμφέρον ἠθικὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν τῷ ὄντι μετὰ εἰλικρινοῦς ὄμματος προσβλέπῃ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, νὰ δηλώσῃ καὶ ἐξηγήσῃ, ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμίαν δίδει πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ ἂς εἶπεν, ὅτι ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἂν τοιαύτην δήλωσιν κάμῃ, ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιχείρημα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι ἀξία προσοχῆς ἡ ἰδιαιτέρα αὕτη στοργὴ, καὶ δὲν εἶναι ἀνεπηρέαστος καὶ ἀπὸ ἄλλων ἐπιδράσεων ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν πρὸς πάντα ἐπέπρωτο σήμερον νὰ προσβλέπωμεν μετ’ ἀδιαφορίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι θίγονται καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῆς αὐτονομίας, ὅτι περιυβρίζεται ἡ φιλοτιμία ἡ ἐθνικὴ, νομίζω, ὅτι ἡ ἀδιαφορία δὲν ἐπιτρέπεται πλέον! Ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ φακέλλου τῶν ἐγγράφων, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην ἀπαθῶς νὰ ἐξετάζω τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἠναγκαζόμην νὰ σταματήσω ἰδίως ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν καταψηφίζω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν τὸ καταψηφίζω κυρίως ἐξετάζων τὰς λεπτομερείας τῆς ἀπαιτήσεως, ὁμολογῶ, ὅτι, καὶ ἂν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω τὴν οὐσίαν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη ἢ τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν, θὰ ἤμην ἠναγκασμένος, πρὶν ἢ ὑπερψηφίσω τῆς πιστώσεως ταύτης, νὰ ἐρευνήσω γεγονότα καὶ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς Ἕλλην δύναται νὰ παρατρέξῃ. Τοσούτῳ μᾶλλον θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ προτάξω τὴν ἔρευναν ταύτην, διότι ἐπὶ τίνων κυρίως στοιχείων θὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἀπαίτησιν; Ἐπὶ ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλων ἀρχῶν. Ἀλλὰ ἐὰν ταῦτα ἐγένοντο ὑπὸ πίεσιν διπλωματικὴν, τίνα πίστιν παρέχουσι; Παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ἔγγραφα τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι καθαρῶς ἰδιωτικῆς φύσεως, ὅτι ὁ Πρέσβυς δὲν παρίστατο, εἰμὴ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη. Ἀλλ’ εἶναι ἀπελπιστικὸν πλέον, Κύριοι, ὅτι δίδεται τοιαύτη ἑρμηνεία εἰς ἔγγραφα τοσοῦτον σαφῆ, ὁποῖα τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ! Καὶ ἂν ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνήργησεν ἄνευ τινὸς πιέσεως ἢ συμπράξεως μετὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, τότε ἔτι μᾶλλον ἤθελον ἀπελπισθῆ ἐπὶ τῇ δηλώσει αὐτῇ, ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν εἶναι διπλωματικὰ, καὶ δὲν θίγουσι τὴν αὐτονομίαν τοῦ Κράτους, διότι ἤθελον ἀμφιβάλει τότε, ἂν αὐτὰ τὰ στοιχειώδη γινώσκῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ποῖον ἔγγραφον εἶναι ἰδιωτικὸν, καὶ ποῖον διπλωματικόν· καὶ ἀλλοίμονον, ἂν μία Κυβέρνησις θεωρῇ, ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα καὶ τοιαῦται διακοινώσεις δὲν θίγουσι τὴν αὐτονομίαν τὴν ἐθνικήν!...
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸς ποίους ὁμιλεῖτε, κύριε Χατζόπουλε; πρὸς τὰ θρανία; ἐδῶ δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριε Λεβίδη, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ῥήτωρ.
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§62ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσῆλθον, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἐὰν ἡ παρέμβασις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας φέρῃ διπλωματικὸν χαρακτῆρα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ποίαν σπουδαιότητα ἔχει ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ.
§63ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὤ! πολλήν.
§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως φαίνεται ὑπάρχουσί τινες εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ πρὸς ταῦτα ἀκόμη ἀναισθητοῦντες· καὶ ἤκουσα ἐκεῖθεν ψιθυρισμόν τινα, καὶ ἔτι μᾶλλον ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐξετάζομεν πλέον πίστωσιν, δὲν ἐξετάζομεν ἀπαίτησιν ἰδιώτου, ἀλλ’ ἐξετάζομεν τὸ ἐὰν ἤμεθα πλέον αὐτόνομοι! Τοῦτο δὲν ἔχει σπουδαιότητα, κατὰ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους! Εὐτυχεῖς εἴμεθα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν, ἀντιθέτως πρὸς τὴν τοιαύτην παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ κἂν ἐξέτασις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν γίνεται ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἀπὸ ξενικὴν ἐπέμβασιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησεν ἐκ προοιμίων νὰ μᾶς πιστοποιήσῃ πόσον θαῤῥαλέος ὑπῆρξεν, ὥστε καὶ ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ διπλωματικῆς ἐπεμβάσεως νὰ προαναγγείλῃ εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι, καὶ ἂν σκιὰ τοιαύτης παρεμβάσεως ὑπῆρχε, πρέπει ἡ Ἀγγλία νὰ ἑτοιμάσῃ ἐκ νέου στόλον νὰ στείλῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὴν τοιαύτην παρήγορον ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν εἰς κἀνὲν ἔγγραφον ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ, καθ’ ὅσον οὐδὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν διακοινώσεων τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας! Ἴσως πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τεκμηρίων, ὅτι δὲν πλανᾷ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ μνήμη! Καὶ ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τεκμήριον τοιοῦτον, δυνάμεθα ἴσως νὰ εὕρωμεν ὡς πιστοποιοῦν τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἀπέναντι φαίνεται τοιαύτης δηλώσεως, θὰ περιῆλθεν εἰς σύγχυσιν φρενῶν, καὶ τοσοῦτον προέβη ἡ σύγχυσις αὐτοῦ, ὥστε μωρίας καὶ ψεύδη, ὡς δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἐκ τῆς ταραχῆς του βεβαίως ἀπέναντι τῆς στάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶναι, εἰμὴ ἔγγραφα ἀντιπροσώπου ὁμάδος δανειστῶν, οἱ ὁποῖοι εὐσεβάστως ἀναφέρονται πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ αὐτονόμου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ζητοῦντες τὸ δίκαιόν των! Ἀλλὰ ἂς ἀναγνώσῃ ὅστις θέλει οἱονδήποτε ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐὰν εὕρῃ ἴχνος τοιαύτης ἰδιότητος, ψηφίσατε τότε, οὐχὶ αὐτὴν, ἀλλὰ δέκα ἄλλας τοιαύτας πιστώσεις. Ἀπορεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας καὶ σεβαστός μοι φίλος, δι’ ὅσα παρετήρησεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐρωτᾷ, ποῦ στηριχθέντες εἴτε οἱ Ὑπουργοὶ, εἴτε ἄλλαι δημόσιαι ἀρχαί, ἐπεκύρωσαν τὴν τοιαύτην ἀπαίτησιν; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἂν καὶ εἰς ἓν μόνον ἔγγραφον τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ἀνέτρεχε, θὰ εὕρισκε τὴν λύσιν τῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀποριῶν του. Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφον παρατηρεῖ (ἀναγινώσκει): «Οὐδέποτε διημφισβητήθη, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ὀφείλεται δικαίως, καὶ ἐννοῶ, ὅτι πᾶσα γενομένη τυχὸν ἀντίῤῥησις εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικῆς φύσεως, δύναται δὲ πράγματι νὰ θεωρηθῇ, ἐὰν ἦμαι καλῶς πληροφορημένος, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς φιλοπάτριδος λεπτότητος, μεθ’ ἧς ὁ ἀρχικὸς πιστωτὴς ἀπέφυγε νὰ ἐκβιάσῃ τὰς ἀπαιτήσεις του ἐντός τινων ὁρίων, ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένων.» Ἐὰν προσέξῃ τις εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐγγράφου, οὐ μόνον θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν τῶν ἀποριῶν τοῦ προαγορεύσαντος, ἀλλὰ καὶ τὴν πικροτέραν εἰρωνείαν κατὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν! οὐδὲ ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ τις ἴσως ἐκφράσεις μᾶλλον ἐξευτελιστικάς. Τί σημαίνει, ὅτι «αἱ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως εἶναι ἐπιστημονικῆς φύσεως;» Βεβαίως αἱ ἀντιῤῥήσεις στηρίζονται ἐπὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ εἶναι καθαρὰ θεωρία, εἶναι ἐπιστημονικῆς φύσεως, καὶ ὅταν παρουσιάζηται ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς λαμβάνητε ὑπ’ ὄψει! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ φύσις τῶν ἀντιῤῥήσεων, καὶ ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ὁ σεβαστός μοι φίλος ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν λύσιν τῶν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀποριῶν του εἰς τὰς διακοινώσεις τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐπὶ τέλους καὶ παραγραφή. Λάβετε καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν παρὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἡ παραγραφή, λέγει, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσει τὸ Κράτος, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς φιλοπάτριδος λεπτότητος, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ ἀρχικὸς πιστωτὴς ἀπέφυγε νὰ ἐκβιάσῃ τὰς ἀπαιτήσεις του ἐντός τινων ὁρίων, ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένων! Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε σεῖς οἱ Ἕλληνες, ἐπῆλθε λόγῳ τῆς λεπτότητος τῆς φιλοπάτριδος τοῦ Προξένου σας. Ταύτην ἔρχεται ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰδέαν καὶ περὶ τῶν τοιούτων. Ὁ Πρεσβευτὴς λέγει: Τί κάθεσθε καὶ συζητεῖτε περὶ παραγραφῆς, ἀφοῦ αὕτη προέκυψεν ἕνεκα φιλοπάτριδος λεπτότητος; Λοιπὸν τί ἀπορεῖτε κατόπιν, πῶς ἐλύθησαν τὰ ζητήματα, ὅπως ἐλύθησαν, ὅταν ἔχητε τὴν ἀπάντησιν τὴν γενικὴν ἐπὶ πάντων ἐντὸς τοῦ πρώτου ἐγγράφου τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας; Καὶ τὰ τοιαῦτα, Κύριοι, σᾶς λέγουσιν, ὅτι εἶναι ἔγγραφος παράστασις ἑνὸς ἰδιώτου, ἐκπροσωποῦντος ὁμάδα δανειστῶν! Θέλετε καὶ ἕτερα; Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 λ. χ. ἔγγραφον ὁ ἀξιότιμος Πρεσβευτὴς λέγει: «πέποιθα, ὅτι θὰ ἀρθῇ πᾶν ἐμπόδιον τεχνικόν!» Μὲ ἄλλους λόγους σᾶς λέγει, τί τὰ θέλετε τὰ Ἐλεγκτικὰ Συνέδρια, τοὺς νόμους, τὴν Βασιλείαν; αὐτὰ εἶναι τεχνικὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἄρητε ἐκ τοῦ μέσου, διὰ νὰ πληρώσητε. Καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τοῦ Πρεσβευτοῦ στέλλετε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὁ Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας παραγγέλλεται νὰ εἰσαγάγῃ ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τῶν τοιούτων διακοινώσεων τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας! Αὐτὰ λέγονται διακοίνωσις τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ διακοίνωσις αὐτοῦ ὡς ἀντιπροσώπου ὁμάδος δανειστῶν! Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, τὴν παρηγορίαν οὐδὲ ν’ ἀναφέρηται κἂν ὁμὰς δανειστῶν. Δὲν ἐννοῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, τίνος εἴδους δικόγραφα εἶναι ταῦτα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα θεωρεῖ ὡς δικόγραφα, ἢ ὡς ταπεινὰς ἀναφορὰς ἰδιωτῶν, καὶ δὲν θὰ ἠνωχλήθη ποτὲ, ἂν βροχὴ τοιούτων ἐγγράφων πίπτῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Οὕτω δύνασθε βεβαίως νὰ ἦσθε ἐξησφαλισμένοι, ὅτι δι’ ἐγγράφων ἡ Ἑλλὰς κατέστη ἀνεπίδεκτος προσβολῆς, διότι οἱονδήποτε ἔγγραφον καὶ ἂν σᾶς ἐκσφενδονίσωσιν οἱ Πρεσβευταί, θὰ εἴπητε ἴσως, ὅτι ἡ ἔντονος διακοίνωσις ἦτο αἴτησις θεραπείας εὐλαβεστάτη, καὶ μὴ φοβηθῆτε, ὅτι ἡ διακοίνωσις προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Κράτους. Ἐπανειλημμένως τὰ ἔγγραφα διεβιβάζοντο εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνιστώμενα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπισήμως, οὐδὲν δὲ ἀναφέρει περὶ παραστάσεως ὁμάδος δανειστῶν, ἢ ἄλλου ἰδιώτου, εἰμὴ τί ἀπαιτεῖ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης! Καὶ ἅμα ἐξετάσητε καὶ τὴν οὐσίαν αὐτῶν, καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν λεπτότητα, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τοιαῦτα ἔγγραφα, θὰ θλιβῆτε, βλέποντες, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐκφράζεται, εἰμὴ εἰρωνεία πικρὰ πρὸς τὴν αὐτονομίαν τῆς Πατρίδος ἡμῶν! Ἀπέναντι τῶν προφανῶν τούτων καὶ αὐτοδήλων, θέλων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς παρηγορήσῃ περὶ τῆς προφανοῦς σημασίας τῶν ἐγγράφων, μᾶς λέγει: Ἡσυχάσατε! ἠξεύρετε τί εἶπον ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας; Εἶπον αὐτῷ, ὅτι, ἂν ἐννοῆτε νὰ παρεμβῆτε διπλωματικῶς, ἑτοιμασθῆτε νὰ στείλητε καὶ πάλιν τὸν στόλον εἰς Πειραιᾶ! Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας φαίνεται τῷ ἔλεγεν: ὄχι, ὄχι, δὲν γράφω ὡς Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας! Βεβαίως προσθήκη καὶ τοῦτο εἰρωνείας, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀκριβὴς εἶναι ἡ μνήμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, φανταζομένου, ὅτι ἐζήτησε δῆθεν ἐξηγήσεις. Καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν τοιούτων ὑποτιθεμένων ἐξηγήσεων τὰ ἐπίσημα ῥαπίσματα ἐξηκολούθουν ἀλλεπάλληλα. Ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἐγγράφῳ ὁ κ. Ρούμβωλδ γράφει, ὅτι πέποιθεν, ὅτι θ’ ἀρθῇ πᾶν ἐμπόδιον τεχνικὸν, δηλαδὴ πᾶν ἐμπόδιον ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γράφει πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τῇ 30 Ἰουνίου 1887: «Νέα τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας διακοίνωσις μᾶς βιάζει, ἵνα παραγγείλωμεν νὰ συστήσητε εἰς τὸ Σῶμα τὴν ὅσον οἷόν τε ταχυτέραν ἐξέλεγξιν· δὲν βλέπομεν ἄλλην δυσκολίαν πρὸς περάτωσιν ἐργασίας, ὑπὲρ ἧς μεριμνᾷ Πρεσβεία φίλης καὶ Μεγάλης Δυνάμεως». Ἀλλ’ εἶναι πλέον αὐτὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Καὶ δὲν γνωρίζω ἐξευτελισμὸν ἀνώτερον εἰς ἓν Κράτος, παρὰ νὰ ἀπευθύνηται ξένη Δύναμις, συμπραττούσης τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἀνωτάτην δικαστικὴν ἀρχὴν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὴ τὴν ἔντονον διακοίνωσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ. Πρόκειται πλέον ν’ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη, ἀνεξάρτητος παντὸς ἐπηρεασμοῦ; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Δικαστήριον παρεῖδε τὴν σύστασιν ταύτην, δὲν εἶναι ὕβρις καὶ μόνη ἡ ἀποστολὴ τοιούτου ἐγγράφου; Ποῦ ὑπάρχει πλέον ἡ ἐθνικὴ αὐτονομία; Γνωστὸν εἶναι, ὅτι γενικὸς κανὼν τοῦ διεθνοῦς δικαίου εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἄλλου Κράτους. Ἐπὶ δὲ ἰδιωτικῶν ὑποθέσεων εἶναι ἔκτακτόν τι καὶ σπανιώτατα δυνάμενον νὰ συμβῇ ἐπέμβασις ξένης Δυνάμεως. Τότε μόνον δύναται νὰ ἐπεμβῇ Δύναμίς τις ξένη ὑπὲρ ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως ὑπηκόου της, ὅταν ὑπάρχῃ ἄρνησις δικαιοσύνης εἰς τὸ Κράτος, εἰς ὃ γίνεται ἡ ἐπέμβασις· ἀλλὰ τότε τὸ Κράτος τοῦτο δὲν θεωρεῖται πλέον Κράτος αὐτόνομον, δὲν καταλέγεται μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἀλλὰ τίθεται εἰς τὴν ἐσχάτην βαθμίδα τῶν βαρβάρων φυλῶν. Ὁ χαρακτὴρ λοιπὸν τοῦ πλέον ἐξευτελιστικοῦ εἴδους τῆς ἐπεμβάσεως ὑπάρχει εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι ἔχομεν ἐπέμβασιν Πρεσβευτοῦ εἰς ὑπόθεσιν ἰδιωτικὴν διὰ χρηματικὴν ἀπαίτησιν. Καὶ ἔρχεται καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ κ. Πρεσβευτής, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἐνήργησε πατριωτικῶς, καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν οὐδὲ περὶ ὑποχρεώσεων χρηματικῶν νὰ σκεφθῶμεν, οὐδὲ περὶ τῶν καθηκόντων μας πρὸς τοὺς φιλοπάτριδας Ἕλληνας! Παρήγορον ἤθελον θεωρήσει, ἂν καθ’ ὁλοκληρίαν ἦτο ἀκριβὲς τὸ παρατηρηθὲν, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ὑπέκυψεν εἰς πίεσιν· ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρξε καὶ πίεσις ἀληθὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, εἶπεν, ὅτι τὸν κατηγοροῦμεν, ὅτι ἐπιέσθη· ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος κατηγόρησε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐπιέσθη; Πᾶσαν ἄλλην μομφὴν ἀπηύθυνε καὶ οὐχὶ τὴν μομφὴν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραπονούμενος δῆθεν, ὅτι κατηγορεῖται ὡς ὑποκύψας εἰς πίεσιν, ἐπρόδιδε μᾶλλον, ὅτι ἐπεθύμει νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ὑπέστη πίεσιν· τότε θὰ ἦτο ἐξεταστέον ἀληθῶς τὸ ζήτημα, εἰς ποίαν ὑπεχώρησε πίεσιν, καὶ διατὶ δὲν ἔμεινε μέχρις ἐσχάτων ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας. Ἀλλὰ δὲν τὴν βλέπω, Κύριοι, οὐδὲ αὐτὴν τὴν πίεσιν. Ἡ πίεσις ὑποθέτει ἀντίστασιν, καὶ δὲν βλέπω ἐνταῦθα τὴν ἀντίστασιν. Καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἐπέμβασις, ἐξευτελίζουσα τὴν αὐτονομίαν τοῦ Ἔθνους, εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀπόσχωμεν τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, διότι πλέον ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, ὁ προσαγόμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι φάκελλος ἰδιωτικῆς ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ φάκελλος, περιέχων τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας· ἀπεναντίας βλέπω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δράττεται προθύμως πάσης διακοινώσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ, καὶ διαβιβάζει αὐτὴν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ ἂν ὑπῆρξε πίεσις, ὑπῆρξεν ἐπὶ ἄλλων ἀρχῶν τοῦ Κράτους, συμπραττούσης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοιουτοτρόπως ἔπρεπε φαίνεται νὰ περιμένωμεν, ἵνα εἴπῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ τὸ Συνέδριον· αὐτὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅτι πρέπει νὰ στείλῃ στόλον εἰς Πειραιᾶ, διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ, ὅπως ἐκδώσῃ τοιαύτην ἐπιβαλλομένην ἀπόφασιν! Ἀλλ’ ὅταν ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, ἐπὶ τίνων στοιχείων καλεῖται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή; ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ ἐπὶ ἐξελέγξεως λογαριασμῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνήργουν Ἐπιτροπαὶ, Συμβούλια, Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἀλλ’ ὅταν πάντα ταῦτα ἐκλήθησαν ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ ἐντόνων διακοινώσεων τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, εἶναι ἆρά γε πλέον σπουδαῖον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς; ὑπάρχει ἆρά γε πλέον ἀξιοπρέπεια καὶ αὐτονομία Κράτους ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου; Ὑπὸ τοιαύτας, Κύριοι, ἐννοίας ἐννοῶ νὰ καταψηφίσω τὰς ζητουμένας πιστώσεις. Καὶ λυποῦμαι τόσῳ μᾶλλον, ὅταν παρατηρῶ τὴν τοιαύτην πρόθυμον ὑποχώρησιν εἰς ξένην ἐπέμβασιν, καθόσον τὸ μικρόν μας Κρατίδιον ἔχει προηγούμενα εὐγενῶν ἀντιστάσεων ἐναντίον ἀπαιτήσεων ἰσχυρῶν! Καὶ ἴσως ὡραιότερον θέαμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἢ τὸ νὰ ἀνθίσταται Κράτος μικρὸν κατὰ τῶν ἰσχυρῶν, ἀμυνόμενον ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας του! Ὅλα τ’ ἄλλα ἴσως εἶναι δευτερεύοντα. Πρώτην ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ Κράτος τὸ αὐτόνομον νὰ φυλάττῃ ἀκεραίαν τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ προσωπικότητα καὶ αὐτονομίαν! Πάντα βεβαίως τὰ Κράτη πρέπει νὰ ἦναι ζηλότυπα τῶν δικαιωμάτων των, ἀλλ’ ἰδίως τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς τὰ μικρὰ Κράτη, διότι, ἂν ἀπολέσωσι καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἑαυτῶν προσωπικότητος καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν, δὲν ἔχουσι κἀμμίαν πλέον σημασίαν! Ὑπῆρξαν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ διαμείνωσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀνεξάλειπτα! ἄλλοτε ἐπενέβη ἡ Ἀγγλία δι’ ἀπαιτήσεις ὑπηκόου της ἀδίκους, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀντέστη καὶ συνεκίνησε τὴν Εὐρώπην, καὶ ἠσθάνθη ἡ Ἀγγλία τὸν κλονισμὸν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου της, καὶ σύμμαχος προσῆλθε τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ διαμαρτύρησίς της, ἡ ἀξιοπρεπὴς καὶ ὑπερήφανος, ὡς πρότυπον ἀναφέρεται εἰς τὰ συγγράμματα τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Τότε ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικροτέρα. Διώκουν δὲ αὐτὴν ἀληθῶς οἱ ἄνθρωποι τῆς παλαιᾶς ἐν Ἑλλάδι σχολῆς! Σήμερον αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι παρῆλθον, καὶ φοβοῦμαι μὴ παρῆλθον ἀνεπιστρεπτεί! Ἀλλ’ ἐὰν τοιοῦτόν τι πλέον, ὃ μὴ γένοιτο, συνέβη, ἐὰν ἀπωλέσαμεν αὐτὴν τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἡμῶν ὡς Ἔθνους προσωπικότητος, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον πρέπει νὰ εἴπωμεν «τέθνηκεν ἡ Ἑλλάς!» Προσέξωμεν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, σπουδαίως! (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια: Περὶ ἐτησίων παραρτημάτων τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν Ἑταιριῶν. Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΧΝϚʹ τοῦ 1887, ϠϞΗʹ τοῦ 1882 καὶ ΑΣΙΓʹ τοῦ 1885 περὶ Προξενικῶν ἀρχῶν περὶ συστάσεως ἐν Τύνιδι ἐμμίσθου Προξενείου Αʹ τάξεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιστατῶν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ κλητήρων τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–3).
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τέλει τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 4, μετὰ τὴν φράσιν «ὑπάρχει κενὴ θέσις», παρακαλῶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως δανείου 500,000 δραχμῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Ζαππείου περιουσίας. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§68ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλις σήμερον κατετέθησαν οἱ πίνακες, οἱ σχετιζόμενοι ἀμέσως μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ ἕνεκα τούτου καὶ ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ εἰς τελευταίαν συζήτησιν.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα, ὅτι οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἐκτυπωθέντες διενεμήθησαν σήμερον, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον· εἶναι πρόθυμος καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡρισμένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δώσῃ ὁποίας δήποτε ζητήσητε εὐθύνας περὶ τῆς διαχειρίσεως, ἀλλὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον οὐδεμίαν ἔχει τοῦτο σχέσιν. Ὥστε ἐπιμένει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ λαχείου τῆς Ὀλυμπιακῆς Ἐκθέσεως).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 7, 10 καὶ 11 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ϠΙΘʹ νόμου τοῦ 1881 περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀπὸ Πύργου εἰς Κατάκωλον σιδηροδρόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τὸ ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ «εἴκοσιν ἡμέραι», παρακαλῶ νὰ γίνῃ «τριάκοντα ἡμέραι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ὑπὲρ τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος. Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου εἰς τὸν δῆμον Ὀλυμπίων. Περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου εἰς τὸν δῆμον Ὠλένης.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.