Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 32

1888.12.08

3.520 στίχοι · 27.044 λέξεις · 1 πίνακας · 79 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1888.12.08
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32.

Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1888

(Πέμπτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐργάται τινὲς παραπονοῦνται ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν προσλαμβάνονται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ἐκεῖ κατασκευαζομένου σιδηροδρόμου, ἀλλὰ προτιμῶνται ξένοι. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Χαρίκλεια σύζυγος τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Ἀντωνίου Σταθοπούλου παραπονεῖται κατὰ τοῦ Φρουράρχου Ἀθηνῶν, ὅτι ἀδίκως ἐτιμώρησε τὸν σύζυγόν της, καὶ ζητεῖ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἀνακρίσεις. Ἡ ἀναφορὰ αὐτῆς παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἀόμματος Εὐστάθιος Λαμψιάδης, πρώην ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, ζητεῖ μικρὰν συνδρομήν.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§4ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὡς καὶ κατὰ τὸ προπαρελθόν, πολλὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ τότε Εἰρηνοδίμου Κορώνης Ἀντύπα, κατηγγέλθη δὲ καὶ διὰ διαφόρους ἀξιοποίνους πράξεις. Συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων ἐγένοντο ἀνακρίσεις, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν διέταξε κρείττονας ἀποδείξεις, αἵτινες ἐνηργήθησαν· ἔκτοτε ὅμως οὐδεμία ἄλλη ἐνέργεια ἐγένετο. Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος, συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν κατοίκων, ὑποβληθεισῶν διὰ τοῦ κ. Καραπαύλου, μετετέθη εἰς Μεθώνην, ὅπου ἐξακολουθεῖ διαπράττων τὰ αὐτὰ ὄργια, ἐνθαῤῥυνόμενος ὑπὸ τῆς βραδυτῆτος τῶν ἐν Καλάμαις δικαστικῶν ἀρχῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Δικαστήριον Καλαμῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ δικαστὰς ἀκεραίους, δὲν ἠξεύρω ὅμως συνεπείᾳ τίνων πιέσεων ἀπέφυγον νὰ ἐνεργήσωσι μέχρι τοῦδε ὅ,τι πρέπει κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Πλὴν τούτων ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Καλαμῶν, ἵνα δώσῃ λόγον πράξεώς τού τινος, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέσυρε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὅθεν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐξετάσῃ, διατὶ βραδύνουσιν αἱ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἀνακρίσεις· ὡσαύτως, διατὶ ἀπεσύρθη ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία· ἔτι δὲ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Κυπαρισσίας ὑπάρχῃ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμὴς καὶ διατὶ δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι· ἐπίσης νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐστάλη κατηγορητήριον ἐκ Λευκάδος ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, ἵνα κοινοποιηθῇ αὐτῷ, καὶ ὅπερ ἐστάλη ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας Καλαμῶν πρὸς τὸν Γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου Κορώνης, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη. Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος, μετατεθεὶς ἐσχάτως εἰς Μεθώνην, παρέλαβε 52 δικογραφίας, ἵνα ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ ταύτας ἐπέστρεψεν ἐσχάτως εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κορώνης ἀνεκπεραιώτους, κρατήσας αὐτὰς ἐπὶ δύο μῆνας καὶ καταβροχθίσας τὰς προκαταβολάς. Ἕνεκα δὲ τούτου τινὲς μὲν τῶν διαδίκων ἀναγκάζονται ν’ ἀνασυζητήσωσι τὰς ὑποθέσεις των, ἄλλοι δὲ ἀπώλεσαν αὐτὰς, διότι παρεγράφησαν ἢ ἀνετράπησαν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοιαῦτα ἐγκλήματα διαπράττονται ὑπὸ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὑπάλληλος οὗτος διατηρεῖται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος εἶναι τὸ ὄνειδος τῆς δικαιοσύνης. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν κατὰ τοῦ δημάρχου Κολωνίδων Δ. Ῥάλλη ὑπάρχῃ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου Πέτρου Καραπατᾶ, καταγγέλλοντος αὐτὸν, ὅτι ἐνήργησε διαφόρους ἐκλογικὰς παραβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων, καὶ διατὶ μέχρι σήμερον δὲν ἐνηργήθη οὐδεμία ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ. Κληρωτοί τινες παραπονοῦνται, ὅτι, ἔχοντες λόγους ἐξαιρέσεως, δὲν ἐξῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, διότι τοῦτο δὲν ἠρμήνευσε καλῶς τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ κατακρατοῦνται ἐν τῷ στρατῷ. Ἀπηυθύνθησαν καὶ εἰς τὸ ἐνταῦθα Στρατολογικὸν Τμῆμα, ὅπερ εἶπεν αὐτοῖς, ὅτι προσεχῶς θέλει εἰσαχθῆ νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ κατ’ αὐτοὺς, διότι, ὡς ἤδη ἔχει ὁ στρατολογικὸς νόμος, ἡ διάταξις περὶ δύο ἀδελφῶν ὀρφανῶν, ἐξ ὧν ὁ εἷς τυγχάνει ἔγγαμος, εἶναι ἀσαφής. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους νὰ εἰσαγάγωσι τάχιστα τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἵνα μὴ οἱ πολῖται ἀδικῶνται καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν μένωσιν ἄνευ προστασίας.

§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, περὶ διδάκτρων ἐπιβληθέντων ἐν τῷ Γυμνασίῳ Πύργου, καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων προκύπτει, ὅτι ἐπεβλήθησαν ἀληθῶς δίδακτρα, ἀκολουθήσαντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὴν γνώμην, ἣν ἔδωκεν ἐντεῦθεν ἐρωτηθὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.

§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας;

§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι καλῶς ἔπραξε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Λετρίνων ἀποδεχθὲν τὴν λύσιν ταύτην· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἀπαγορεύονται ἀπολύτως τὰ δίδακτρα προκειμένου περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἰδιαιτέρως δὲ προκειμένου περὶ τοῦ Γυμνασίου Πύργου, διότι τοῦ Γυμνασίου μὴ ὄντος δημοσίου, ἐλευθέρως ἐπιτρέπεται, ὡς ἐν παντὶ Γυμνασίῳ ἰδιωτικῷ, νὰ ἐπιβληθῶσι δίδακτρα.

§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τὸν νόμον.

§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν, τὴν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Τυπάλδου. Ἐπὶ ταύτης δίδω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος περὶ τοῦ λιμένος Ληξουρίου λέγω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνεκρίθη, καὶ ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος, ἂν ἐνεκρίθη ἡ δαπάνη τοῦ φωτισμοῦ τοῦ λιμένος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ἐγκρίνω ταύτην, διότι ἡ δαπάνη αὕτη, κατὰ τὰ νενομοθετημένα, ὑπάγεται εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον καὶ οὐχὶ εἰς τὸ λιμενικόν, τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι ἄλλος. Εἰς τὸ τρίτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεως, ἂν ἐνεκρίθη κονδύλιον ἐκ 210 δραχμῶν, ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἐνεκρίθη τὸ κονδύλιον, τοῦτο, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ ἐπιστάτης, ὑπὲρ οὗ ζητεῖται ἡ πίστωσις, οὐδεμίαν παρέσχεν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ὀφείλεται εἰς αὐτὸν ἀμοιβή. Καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικοπούλου, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι οὐχὶ ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκύρωσε τὴν δοθεῖσαν ἔγκρισιν, καὶ διέταξε δημοπρασίαν, δι’ οὓς λόγους περιέχουσι τὰ ἔγγραφα.

§10Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1881 τὸ Δημόσιον ἐπώλησε διάφορα οἰκόπεδα, κείμενα παρὰ τὸν Ἄγχεσμον. Ταῦτα ἠγοράσθησαν παρὰ διαφόρων κατοίκων τῆς πρωτευούσης, ἐπληρώθησαν δὲ τὰ ὀφειλόμενα κατὰ τὸν νόμον μέχρι σήμερον. Πρό τινων δὲ μηνῶν τὰ οἰκόπεδα ταῦτα περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, οἱ δὲ ἀγορασταὶ ἀπεπειράθησαν ν’ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς, ἀλλ’ ἠμποδίσθησαν ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, διότι ἀπεφασίσθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα τὸ μέρος ἐκεῖνο δενδροφυτευθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπηγορεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀνοικοδόμησις, ἀφ’ ἑτέρου οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες καταδιώκουσιν αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι τὰς ὑπολοίπους δόσεις, καὶ ἀπειλοῦσιν αὐτοὺς διὰ φυλακίσεως. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θεωρήσῃ τὰ οἰκόπεδα χρήσιμα πρὸς δενδροφυτείαν, ἢ διὰ ἄλλην δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὅταν τοιοῦτόν τι ἀποφασίζηται, πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτοὺς τὸ τίμημα, τὸ καταβληθὲν, νὰ μὴ καταδιώκωνται δὲ, οὐδὲ νὰ ζητῶνται παρ’ αὐτῶν ἄλλαι δόσεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αὔριον, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον, νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, διότι τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν εἶναι δικαιότατα.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κατέθεσε χθὲς ἀναφορὰν τῆς χήρας Μάρκου Ι. Χιώτου, αἰτουμένης νὰ ἀπονεμηθῇ αὐτῇ βοήθημά τι ἢ σύνταξις, διότι ὁ ἀνὴρ αὐτῆς ἐφονεύθη ὑπὸ στρατιωτῶν. Ὑποβάλλω περὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν ἔκθεσιν τῆς Ὑπομοιραρχίας Μεγαρίδος, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι οἱ δράσται τοῦ φόνου συνελήφθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν· ἤδη ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἑπομένως οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἐν ὅσῳ αὕτη δὲν ἀποφανθῇ. Ὑποβάλλω νομοσχέδια περὶ πιστώσεων: αʹ) Περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δρ. 3,208,978 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889, διὰ ναυπήγησιν πλοίων. βʹ) Περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1888. γʹ) Περὶ χορηγίας ἑτέρας πιστώσεως δρ. 680,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889. Ὡσαύτως ἑτέρας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,845 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–119).

§13Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Περὶ τῶν οἰκοπέδων....

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν γηπέδων καὶ οὐχὶ οἰκοπέδων, περὶ ὧν ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, παρατηρῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπώλησε πρό τινος χρόνου γήπεδα, ἅτινα δὲν περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, οὐδὲ περιελήφθησαν ποτὲ, παραπονοῦνται δὲ σήμερον οἱ ἀγορασταὶ, ὅτι δὲν περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Βεβαίως, ἂν περιελαμβάνοντο σήμερον τὰ γήπεδα ἐν τῷ σχεδίῳ, ἤθελον ὠφεληθῆ οἱ ἀγοράσαντες, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἠγόρασαν γήπεδα, περιλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἡ φυτεία, ἥτις γίνεται σήμερον, κατ’ οὐδὲν ἐπηρεάζει τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἄν τις τῶν ἰδιοκτητῶν ἀνθίσταται κατὰ τῆς ἐμφυτεύσεως, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιμένει. Τὸ Δημόσιον ἐμφυτεύει τὰ μέρη ταῦτα ἐφ’ ὅσον ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ εἰς κυρίους, ἐπιθυμοῦντας ἢ ἀνεχομένους τὴν ἐμφύτευσιν· ἐφ’ ὅσον οἱ κύριοι δὲν ἀνέχονται τὴν ἐμφύτευσιν, τὸ Δημόσιον ἀπέχει.

§15ΡΑΛΛΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ οἰκόπεδα περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως δι’ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται ἀπηύθυνον πρὸς τὸν Μηχανικὸν τῆς πόλεως αἰτήσεις ἀδείας πρὸς οἰκοδόμησιν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἀπεφάσισεν ἐκεῖ νὰ δενδροφυτεύσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐξετάσωσι τὰ περὶ τούτου.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ ἐξετάσωμεν ταῦτα.

§17ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὁριστικόν. Ἐὰν ἐννοῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς τὰ ἐν λόγῳ γήπεδα, ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ τὰς δόσεις καὶ ἀποζημίωσιν, ἄλλως νὰ δώσῃ ἄδειαν πρὸς οἰκοδομήν.

§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν κληροδοτημάτων Κερκύρας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120).

§19ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ πάλιν περὶ σταφίδος, κύριοι Βουλευταὶ, ἀλλὰ ὀλίγα καὶ ἐν συντομίᾳ. Ἡ Βουλὴ ἠκροάσθη τὰς ὁμιλίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς τε δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος, ὡς ἐπίσης ἠκροάσθη τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τούτων εἰς οὐδεμίαν πρακτικὴν προέβη πρότασιν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα, καὶ ὡς σταφιδοπαραγωγὸς καὶ ὡς ἐμπορευθεὶς τὸν σταφιδόκαρπον, καὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἠδυνήθην νὰ ἔλθω, ὅπως ὑποβάλω πρότασίν τινα. Ἀλλ’ ἐσκέφθην, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τῆς τελευταίας ἐσοδείας· τοῦτο δὲ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους καὶ διὰ τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τῆς σταφίδος πρὸς ἀπόσταξιν. Ἡ ἐσοδεία τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 340,000,000 ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ὑπολογίζω, ὅτι ἀπομένουσιν σήμερον ἐντὸς τοῦ Κράτους περὶ τὰ 100 ἑκατομμύρια πρὸς ἐξαγωγὴν, ἐξ αὐτῶν δὲ τὸ ⅕ εἶναι ἄχρηστον καὶ μόνον πρὸς ἀπόσταξιν δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κατόχους αὐτοῦ τοῦ ὑπερόγκου ποσοῦ, ἐλαττόνουσα τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ σήμερον πληρονομένου καὶ ἀφίνουσα ἐλευθέραν τὴν ἀπόσταξιν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ ἓν περίπου ἑκατομμύριον δραχμῶν, ὅπερ εἶναι τὸ ἓν ἑκατοστὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἱ δὲ σταφιδοκτήμονες δὲν θὰ ἀπολαύσουν αὐτὸ μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 1)25 τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ τὸ πενταπλάσιον αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος, ὃ θεωρεῖται ἐντελῶς ἄχρηστον· τοῦτο δὲ εἶναι μεγάλη ἀνακούφισις εἰς τοὺς παραγωγοὺς, καὶ εἰς τὸ Κράτος συμφέρον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· τουτέστιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν χρῆσιν τῆς σταφίδος πρὸς ἀπόσταξιν. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγράψῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς ἐπίσης παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὅπως μὴ ἐπέλθωσι κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις, συνήθεις ἐκ τῆς προτάσεως ἀποζημιώσεων φόρων. Πιθανὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εὕρῃ πλημμελείας ἢ ἀτελείας εἰς τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον· δηλῶ δὲ, ὅτι δέχομαι πᾶσαν διόρθωσιν ἢ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νομίσει ἀναγκαίαν, ἀλλὰ τείνουσαν εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεώς μου.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ; (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 121).

§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτροπὴ καπνοπωλῶν ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐξ Ἀθηνῶν κατατίθησι δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν περὶ ἐλαττώσεως τῶν φυλλαδίων τοῦ σιγαροχάρτου ἀπὸ 12 εἰς 8, καθ’ ἃ χθὲς λεπτομερῶς ἀνεπτύχθη. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι, ὡς θέλετε παρατηρήσει, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἑκατὸν καὶ ἐπέκεινα καπνοπωλῶν τῶν δύο πόλεων, ὥστε παρατηρεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐνταῦθα εἶναι ἡ γνώμη σχεδὸν πάντων τῶν καπνοπωλῶν τῶν δύο πόλεων. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει λάβει ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὴν αἴτησιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν θέλει παρίδει, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, ὡς ἔχει σήμερον, ὁ τελευταῖος νόμος περὶ καπνοῦ, θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν ἱκανὰ κεφάλαια τῶν καπνοπωλῶν θέλουσιν εὑρίσκεσθαι νεκρὰ ἐντὸς τῶν καταστημάτων αὐτῶν. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἐκκρεμές τι ζήτημα, περὶ οὗ μακρὸς ἐγένετο λόγος, καὶ περὶ οὗ λίαν προσεχῶς ἐπίσης μακρὸς θέλει γίνει λόγος· τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τὴν τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου». Ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ πρῶτον ἦλθεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῇ ἑνδεκάτῃ Νοεμβρίου ἐ. ἔ., συμπληροῦται ἄρα ἔκτοτε ὁλόκληρος μήν. Ἐζητήθησαν δικογραφίαι τινὲς, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἦλθόν τινες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐμελετήθησαν μάλιστα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι πραγματευθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶπε κατά τινα τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πᾶσαι αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι, ἔδωκε δὲ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ ἀδυναμία αὕτη ὑφίσταται. Ἤδη ὅμως ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ ἤδη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐζήτησα δι’ ἐπερωτήσεώς μου ἐγγράφου, τυπωθείσης ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς 1 Δεκεμβρίου, ὅπως, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι πᾶσαι αἱ καθυστερούμεναι δικογραφίαι, ἔλθωσι τοὐλάχιστον ἀποσπάσματα ἐκ τῶν δικογραφιῶν αὐτῶν καὶ ἀντίγραφα ἀποφάσεων, ἐγκλητηρίων, βουλευμάτων, καταθέσεων τῶν μαρτύρων κλπ. Πιστεύω, ὅτι τὰ ἀντίγραφα ταῦτα, ἐὰν τηλεγραφικῶς ἐζητήθησαν, ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν ταχυδρομικῶς μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Τίς τῶν δικογραφιῶν τούτων εὑρίσκεται ἐν Ἄρτῃ, ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἤδη ἀπὸ τῆς 10 Μαρτίου 1888 ἔτους, δηλαδὴ πρὸ ἐννέα ὅλων μηνῶν· καὶ βεβαίως ἡ δικογραφία αὕτη εἶναι περαιωμένη. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ περαίωσις δὲν ἐγένετο, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ἐγκλητήριον ἔγγραφον, τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου ἐν ἀντιγράφοις, ἀντίγραφα τῶν καταθέσεων Ἀβέρωφ. Δὲν λέγω, ὅτι καὶ ἄνευ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ, ἐὰν ἐγὼ ἐπικαλῶμαι ἔγγραφα, ἅπερ ἔχω ἐν ἀντιγράφοις ἐκ τῆς δικογραφίας ἐκείνης, νὰ ἀκούω τὴν ἀπάντησιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπίσημα. Ἐπίσης ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ νομίζω ἡ δικογραφία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἡ εὑρισκομένη ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος μόλις ἀπέχει τρία λεπτὰ τῆς ὥρας ἐντεῦθεν. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τύπων. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην, εἰμὴ κυρίως τῶν πρακτικῶν. Ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντίγραφον τοῦ ἐγκλητηρίου καὶ τῶν μαρτυριῶν τῶν παθόντων, αἵτινές εἰσι σπουδαῖαι ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ ἀπὸ τῆς πρώτης Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον τὴν ἐν Ζακύνθῳ δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἢ ἀντίγραφα τῶν βουλευμάτων, τοῦ ἐγκλητηρίου καὶ τῶν καταθέσεων τῶν παθόντων. Ἐπίσης τῇ 30 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους ἐξεδικάσθη κατὰ Ῥοκοφύλλου κατηγορία ἐνώπιον τῶν ἐν Ζακύνθῳ Κακουργιοδικῶν, καὶ ταύτης ἐζήτησα ἀντίγραφα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔφθασαν μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θέλει εἶσθαι αὐτῷ δυνατὸν νὰ καταθέσῃ ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μερῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ τότε θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤ, ἂν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν τινὰ, νὰ καταθέσῃ ταῦτα. Ἂς καταθέσῃ τοὐλάχιστον τινὰ τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, ὅπως μελετήσωμεν αὐτὰ πρὸς τὸ παρόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, προκειμένου περὶ τῆς λῃστείας κατὰ τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ, τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἄρτει Πλημμελειοδικῶν εἶχε παραπέμψει ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Κακουργιοδικῶν τὸν Φερεντῖνον Παππαρίγκον καὶ Στέργιόν τινα, ὡς ὑπαιτίους τῆς λῃστείας. Δι’ ἀνακοπῆς ἡ ὑπόθεσις ἔφθασεν ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, τὸ δὲ Συμβούλιον διὰ βουλεύματος ἀπήλλαξε τοὺς ῥηθέντας κατηγορουμένους τῆς κατηγορίας. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὡς ἐκ περισσοῦ, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ διατάξῃ, ὅπως ἔλθωσιν ἀντίγραφα ἀμφοτέρων τούτων τῶν βουλευμάτων, ἵνα ἴδωμεν ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐγένετο ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων, καὶ τίνα γνώμην ἐδέχθη ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς ἐν Κερκύρᾳ.

§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἡ δευτέρα ἐπερώτησις περὶ καταθέσεως νέων ἐγγράφων καὶ συμπληρωτικῶν πληροφοριῶν, ἀγνοῶ τίνα σχέσιν ἐχουσῶν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα. Ὅτε κατέθετον τὰ ἔγγραφα, ἐδήλωσα τοὺς λόγους, δι’ οὓς δύο τῶν δικογραφιῶν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐνώπιον ἡμῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐζητήθησαν νέα ἔγγραφα, καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι τὴν βραδύτητα τῆς προσκομίσεως τῶν ἐγγράφων ὑπολογίζει ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ταῦτα ἐζητήθησαν ὄχι ὅλα ὁμοῦ, ἀλλὰ τμηματικῶς καὶ κατὰ διαφόρους σειρὰς ἐν διαφόροις συνεδριάσεσιν. Οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀπήντησαν, ὅτι τινὲς τῶν αἰτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς πρὸς τὰς δικογραφίας τὰς αἰτηθείσας ἐξετελέσθησαν, μόνον δὲ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἄρτης τηλεγραφεῖ, ὅτι τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως Ἀβέρωφ δὲν εἶχε πλήρη ἐνώπιόν του, διότι, συλληφθέντος ἐσχάτως καὶ ἄλλου κατηγορουμένου, ὁ Εἰσαγγελεὺς Τρικκάλων παρηγγέλθη νὰ ἐνεργήσῃ νέας ἐξετάσεις, πρὸς ὃ καὶ ἐστάλη αὐτῷ ἡ δικογραφία. Κατόπιν ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης, εἰδοποιοῦντος, ὅτι ἔστειλεν ὅλα τὰ ἀντίγραφα, ἃ ἐζητήθησαν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ τὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’, ὡς βλέπετε, σήμερον ἐζήτησε καὶ ἕτερον ἀντίγραφον, καὶ θὰ περιμείνω τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα διατάξω τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, νὰ μοὶ πέμψωσιν αὐτὸ, πρὸς τοῦτο δὲ ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως χρονικόν τι διάστημα, καὶ τὸ λέγω, διότι μετὰ τινας ἡμέρας θὰ ἔχωμεν νέα παράπονα περὶ δῆθεν βραδυτῆτος.

§23ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω οὐδὲν παράπονον περὶ βραδύτητος ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θανατικῶν ποινῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1833. Οὐχ ἧττον ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, ὅσον τάχιον, μᾶς παράσχῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ἤκουσα, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν τοιαύτας πληροφορίας, καὶ μάλιστα διὰ τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, διότι ἔχομεν μεγίστην ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν αὐτάς.

§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὶν ἢ ἀποσταλῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπηυθύνατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ταύτην, παρήγγειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἐκ τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι διὰ τὸν ἀπὸ τοῦ 1833–1862 χρόνον οὐδὲν ὑπάρχει ἴχνος οὔτε βιβλίων καταδίκων, οὔτε σημειώσεων περὶ ἐκτελέσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἀπὸ τοῦ 1862–1866 φαίνεται, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκτέλεσις· ἀπὸ τοῦ 1866–1870 εἶχε συνταχθῆ πίναξ τῶν γενομένων ἐκτελέσεων ὑπὸ τοῦ τότε τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κ. Κρασσᾶ· ἀπὸ τοῦ 1870 καὶ ἐντεῦθεν ἤρξατο γινομένη ἔρευνα. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1833–1862, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει βιβλίον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διέταξα νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς λεπτομερῆ ἀναδίφησιν καὶ μελέτην τῶν τόμων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀπὸ τοῦ 1833–1862, μὴ τυχὸν εὑρεθῶσι Διατάγματα περὶ ἐκτελέσεως ἢ περὶ μεταβολῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἐπέστειλα δὲ σήμερον καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν ἐκεῖθεν, μὴ ὑπάρχωσι στοιχεῖα, σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν σας, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὰ ζητήματα τῶν χαρίτων καὶ τῶν θανατικῶν ἐκτελέσεων τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων μέχρι τοῦ 1883 ἀπεφασίζοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.

§25ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐκφράζω τὴν βαθεῖάν μου ἀπορίαν διὰ μίαν ἀποκαλυπτομένην τοιαύτην παράδοξον κατάστασιν εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 δὲν ὑπάρχει οὔτε ος πληροφοριῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, πιστεύω, ὅτι δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος Εὐρωπαϊκὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ περιέρχηται εἰς τὴν θέσιν νὰ κάμῃ τοιαύτην ὁμολογίαν. Διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ζήτημα στατιστικὸν ἐκ τῶν συνήθων, εἶναι τὸ πρώτιστον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Τί ἦτο λοιπὸν ἡ Διοίκησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σημείωσιν ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ; Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν δεικνύει, πρὸς περισυλλογὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ ὑποβολὴν αὐτῶν.

§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως συμπληρωματικῆς μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Μανιάκ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122).

§27ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πύλου, παραπονουμένων, ὅτι παρεμποδίζεται ἡ ἀνοικοδόμησις οἰκιῶν πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς πόλεως· διετάχθη δὲ, ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ ἡ κατεδάφισις τῶν ὑπαρχόντων. Περὶ τούτου ἐγένετο ἐπερώτησις καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων πρὸ ἡμερῶν· πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἀναφέρῃ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν προέβη εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ἐνῷ προηγουμένως εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ ἄδεια, συμφώνως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πόλεως.

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀπαντήσω προσεχῶς.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 335,110.

§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τῆς πλειοψηφίας ὑποδεικνύονται οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ μειοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐπρότεινε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως. Ὡς ἐκ τούτου μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζομένη ἡ μειοψηφία ἐπρότεινε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς πιστώσεως. Ἐπιτυχῶς ἐῤῥήθη, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέραν ἐπεδείξατο στοργὴν πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἐπιμελῶς μεριμνήσας νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν, ὡς δυνατὸν, παντὸς βάρους. Νομίζω, ὅτι ἐπίσης ἐπιτυχῶς δύναται νὰ ῥηθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαιτάτην τρέφει στοργὴν πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πίστωσιν, καὶ διὰ παντοίων μέσων προσεπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Ἠκούσατε, Κύριοι, ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς ἡ πίστωσις αὕτη· εἰσήχθη καὶ κατὰ τὸ 1883, περιληφθεῖσα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Εἶχε μάλιστα τότε εἰσαχθῆ ἡ πίστωσις αὕτη ὑπὸ τύπον, δικαίως προκαλέσαντα τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν ἀπορίαν. Ἡ πίστωσις εἶχε τότε διαιρεθῆ εἰς τρία κονδύλια, δικαιοῦχος δὲ ἑκάστου τῶν κονδυλίων τούτων ἀνεγράφετο ὄχι ὁ Σπάρταλης, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον κονδύλιον ἀφεώρα εἰς προμηθείας πρὸς χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν πλοίων, τὸ δεύτερον κονδύλιον ἀφεώρα εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, ἐν παρενθέσει δὲ ἐγράφετο τὸ ὄνομα «Σπάρταλης», τὸ τρίτον κονδύλιον ἀφεώρα εἰς τόκους τοῦ δευτέρου κονδυλίου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν περικεκαλυμμένον καὶ σκοτεινὸν τοῦτον τύπον τῆς ὑποβολῆς τῆς πιστώσεως. Προσέσχον πρὸς τοῦτο εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνέγνωσα μετ’ ἐπιστασίας καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ διατελῶ εἰς τὴν αὐτὴν ἀπορίαν. Εἶχε, λέγουσι, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαθέσει χρήματα ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἡ λογιστικὴ τακτοποίησις ἀπῄτει νὰ ἐγγραφῇ δικαιοῦχος τῆς πιστώσεως, ὄχι ὁ Σπάρταλης, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχε δαπανήσει τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ διατεθέντα, τίς ἡ ἀνάγκη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ γίνῃ ἡ ἐπαναφορὰ αὕτη τῶν χρημάτων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐκτὸς τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἔκπαλαι διατεθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχον δαπανηθῆ, ἐπρόκειτο δὲ νὰ τὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην· διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀναγραφῇ δικαιοῦχος τῆς πιστώσεως ὁ Σπάρταλης, ἵνα ἀπ’ εὐθείας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πληρώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, μ’ ὅλας τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσω τὸν λογιστικὸν τοῦτον μηχανισμόν. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, εὑρέθησαν τότε εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ πρόσωπα ἁρμόδια, τὰ ὁποῖα διεῖδον καὶ ὑπὸ τὸν περικεκαλυμμένον αὐτὸν τύπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς γνωστῆς αὐτοῖς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, ἀντετάχθησαν ἐῤῥωμένως κατὰ τῆς πιστώσεως, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἐκεκαθαρισμένη, οὔτε δεδικαιολογημένη, διότι οὐδεμία πρὸς τοῦτο εἶχε γίνῃ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἐπεξεργασία, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπῄτησαν τὴν διαγραφὴν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπέναντι δὲ τῶν ἀκαταμαχήτων τούτων ἐπιχειρημάτων ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ συναινέσῃ τότε εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς πιστώσεως, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν δέουσαν ἐπεξεργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε παραλείψει. Τί ἀκριβῶς ἐγένετο κατόπιν, δὲν γνωρίζω. Προκύπτει ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἐγγράφων τινῶν, ὅτι εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐπεξεργασία τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη εἰς λογιστικὸν ὑπάλληλον, τὸν ἀξιότιμον κ. Μπουγιούκαν, καὶ ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἣν οὗτος εἶχεν ἐνεργήσει, ὁ Σπάρταλης ἀπεδεικνύετο, ὄχι ὡς δικαιούμενος λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὡς ὀφειλέτης αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ πενταμελής, ἐκ τριῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ ἐκ δύο τμηματαρχῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη αὖθις ἡ ἐξέλεγξις ὅλων τῶν λογαριασμῶν....

§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ὀνόματα τῶν Νομικῶν Συμβούλων;

§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ Ταταράκης, δικαστικὸς Σύμβουλος, Πάγκαλος, νομικὸς σύμβουλος, Πετρόπουλος, νομικὸς σύμβουλος, Νικολόπουλος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ Ἐργαστηριάρης, τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συνέταξε περὶ τῆς ἐξελέγξεως ἐκτεταμένην ἔκθεσιν, εὑρισκομένην ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τοῖς κατατεθεῖσιν εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδοτο δύο ἀποφάσεις· διὰ τῆς πρώτης ἀνεγνώρισε τὸν Σπάρταλην δικαιοῦχον διὰ λίρας 3,160, διὰ τῆς δευτέρας ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του, καὶ ηὔξησε τὴν ἀπαίτησιν εἰς λίρας ἀγγλικὰς 6,423. Βραδύτερον ἐθεωρήθη ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἡ ἐξέτασις ἑνὸς τῶν ζητημάτων τῆς ὑποθέσεως, τοῦ ζητήματος τῶν τόκων, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐγνωμοδότησε περὶ τούτου, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν γνωμοδότησίν του. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκκαθαρίσεων, τῶν ἐξελέγξεων, τῶν ἀποφάσεων, τῶν γνωμοδοτήσεων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσάγει αὖθις τὴν αὐτὴν πίστωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ἡ βραδύτης αὕτη δὲν ἀπέβη πρὸς βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, διότι, ἐνῷ ἡ πίστωσις τοῦ 1883 ἀνήρχετο μετὰ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μόνον τόκων εἰς 415,000 δραχμὰς, εὐτυχῶς ἤδη ζητεῖται πίστωσις διὰ μόνον 335,110 δραχ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἰσάγεται πλέον ὑπὸ τὸν περικεκαλυμμένον ἐκεῖνον τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὸ ἔτος 1883, δὲν ἀναγράφεται πλέον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς δικαιοῦχος τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πίστωσιν, δι’ ἧς ῥητῶς καὶ σαφῶς ζητεῖται νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη δραχμὰς 335,110. Ἐκ τούτου μάλιστα λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἐγένετο λοιπὸν αὐτὴ ἡ τακτοποίησις τοῦ λογαριασμοῦ, ἡ ὁποία ἀπήτησε κατὰ τὸ 1883 νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ ἄλλον τύπον ἡ πίστωσις; Ἐπῆλθε ἐν τῷ μεταξὺ ἡ τότε ζητουμένη λογιστικὴ τακτοποίησις; Καὶ ἐὰν δὲν ἐπῆλθε, πῶς τώρα δὲν θεωρεῖται πάλιν ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ ἡ πίστωσις ὑπὸ τὸν τύπον ἐκεῖνον, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ καθαρῶς εἰσάγεται ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη; Ἐν τούτοις ὑμεῖς καλεῖσθε ἤδη νὰ ἀποφανθῆτε, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πίστωσιν ταύτην. Πρὶν ἢ πράξητε τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ἱερὸν καθῆκον νὰ ἐξετάσητε, ἂν ὑφίσταται νομίμως, κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, ἡ ἀπαίτησις, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ πίστωσις. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη πρὸ πολλοῦ ἀπεσβέσθη....

§33ΤΙΝΕΣ. Ἡ ὀφειλή.

§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὀφειλὴ, μάλιστα, ἀπεσβέσθη συνεπείᾳ παραγραφῆς. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης κατεξανίσταται ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν, «ἥκιστα προσήκει τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ἡ λόγῳ παραγραφῆς ἄρνησις τῶν παρ’ αὐτῆς ὀφειλομένων πρὸς ἐμπορικὸν καὶ τραπεζιτικὸν οἶκον, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ λειτουργοῦντα, ἀγνοοῦντα τὰς παρ’ ἡμῖν κρατούσας λογιστικὰς διατυπώσεις, καὶ πολυτίμους προσενεγκόντα τῷ Ἔθνει ὑπηρεσίας.» Τοιαύτας δέ τινας ἰδέας ἠκούσατε νομίζω καὶ προφορικῶς ἐν τῇ Βουλῇ ἀναπτυχθείσας....

§35ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι δωρεὰ, δὲν εἶναι ὀφειλὴ τότε.

§36ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἔθνος δὲν παρεῖχεν ὠφελείας, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ ἄτομα.

§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ τοιαῦτα λέγοντες καὶ γράφοντες καὶ ὑποστηρίζοντες παραγνωρίζουσι τὴν ὑψηλὴν σημασίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς παραγραφῆς, καὶ μειοῦσι τὸ κῦρος τῶν περὶ αὐτῆς νόμων τῆς Πολιτείας. Ἡ παραγραφὴ δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν νομοθεσίαν ὡς δικανικόν τι τέχνασμα πρὸς ἀνατροπὴν ἀλλοτρίων δικαιωμάτων, ἀλλὰ καθιερώθη ὡς θεσμὸς ἀπολύτως ἀναγκαῖος πρὸς στήριξιν τῆς ἐννόμου τάξεως, καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο οἱ συγγραφεῖς τὴν παραγραφὴν ὀνομάζουσι προστάτιδα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (Patronne du genre humain), καὶ ἕνεκα τούτου ὁ ἀντιτάσσων καθ’ οἱουδήποτε δικαιώματος τὴν παραγραφήν, οὐ μόνον δὲν ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἀντικειμένην εἰς τὸ πρέπον καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν, ἀλλ’ ἐξασκεῖ νόμιμον δικαίωμα, δικαίωμα ἐπίσης σεβαστὸν, ὅπως πάντα τὰ λοιπὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας προστατευόμενα. Καὶ βλέπομεν ἀληθῶς καθ’ ἑκάστην ἐν τοῖς Δικαστηρίοις νὰ προτείνωνται ἐκπτώσεις δικαιωμάτων καὶ παραγραφαὶ, χωρὶς νὰ διανοηθῇ κἄν τις, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπρεπὴς καὶ ἀνήθικος, διότι δὲν εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγουμένων δικαιωμάτων. Ὅταν μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, διαχειρίζηταί τις ὄχι ἴδια συμφέροντα καὶ δικαιώματα, ἀλλ’ ἀλλότρια, τότε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν, ὡς καθῆκον, οὐδέποτε νὰ παραλείπῃ τὴν πρότασιν τῆς παραγραφῆς, διότι ἡ τοιαύτη παράλειψις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπιστία περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὡς προδοσία τῶν συμφερόντων, ὧν τῷ ἀνετέθη ἡ διαχείρισις, καὶ τὰ ὁποῖα παντοιοτρόπως ὀφείλει νὰ προστατεύῃ. Ἡ παράλειψις τῆς προτάσεως τῆς παραγραφῆς ἀποτελεῖ δωρεὰν ἐξ ἀλλοτρίων χρημάτων, τὴν ὁποίαν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἀλλότρια διαχειριζόμενος. Ἕνεκα τοιούτων λόγων καὶ ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος, μεταφρασθεὶς ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς νομοθεσίας ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, χάριν τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀσφαλοῦς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, νὰ τάξῃ παραγραφήν, ἤγουν νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται ἅπασαι αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις, καὶ παρελθούσης τῆς ὁποίας θεωροῦνται ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, καὶ οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ῥητὸς, καὶ εἶναι καὶ ὑποχρεωτικός. Δὲν ἐπαφίνει ὁ νόμος εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ νὰ προτείνῃ ἢ νὰ μὴ προτείνῃ τὴν παραγραφήν, ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῆς ἀπαιτήσεως, ἢ τῆς πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται, ἢ τῶν προσώπων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζητεῖται, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπαγορεύει πᾶσαν πληρωμήν, μὴ γενομένην ἐμπροθέσμως. Περὶ τῆς τοιαύτης δὲ ἐννοίας τοῦ νόμου τούτου ἅπαντες οἱ ἑρμηνευταὶ εἶναι σύμφωνοι. Διάσημος συγγραφεὺς, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ παραγραφὴ αὕτη εἶναι μέτρον δημοσίας τάξεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ποσῶς τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραβιάσῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε τηρήσει τὰς διατυπώσεις, τὰς ἀναγκαίας πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν τῆς περιουσίας καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους.» «Cette prescription est une mesure d’ ordre public, à laquelle le mimistre n’ aurait aucunement le droit de deroger, si ce n'est en observant les formalités necessaires pour l’ alienation des biens et des droits de l’ etat.» (Dalloz «tresor public» No 503). Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ συγγραφεῖς διδάσκουσιν, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελεν ὁ Ὑπουργὸς πληρώσει παραγεγραμμένην ἀπαίτησιν, ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν οὕτω πληρωθέντων, ὡς ἀχρεωστήτων. Καὶ ὁ νόμος, Κύριοι, οὗτος ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ δυνάμει αὐτοῦ ἀπεῤῥίφθησαν πλεῖσται κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις, καὶ ἰδιωτῶν, καὶ ὑπαλλήλων, καὶ στρατιωτικῶν, καὶ συνταξιούχων. Ἠκούσατε μάλιστα πρὸ τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄγρυπνος κέρβερος τῆς δημοσίας περιουσίας, ἠρνήθη πρό τινος χρόνου νὰ πληρώσῃ, λόγῳ παραγραφῆς, ὁμολογίαν ἐθνικοῦ δανείου κληρωθεῖσαν, ἂν καὶ ὁ κάτοχος αὐτῆς ὑπέβαλεν, ὅτι αὐτὸ τὸ Δημόσιον περιήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν πλάνην, ὅτι δὲν ἐκληρώθη ἡ μετοχή του, πληρόνον τακτικῶς τὸν τόκον αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἔλεγε πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ὁμολογίας ταύτης, τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου δὲν ἐπιτρέπει πληρωμὴν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς, καὶ ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Δημοσίου ἡ παραγραφὴ ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ διϋλίζων, ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν κώνωπα προκειμένου περὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς κληρωθείσης ὁμολογίας, περὶ τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ τῶν 250 δραχμῶν, καταπίνει κάμιλον ὁλόκληρον, καὶ τοῦ μεγαλειτέρου μάλιστα εἴδους, καὶ, λησμονῶν τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ζητεῖ παρ’ ὑμῶν νὰ ἐπιψηφίσητε ἀπαίτησιν 335,000 δραχμῶν, ἐντελῶς παραγεγραμμένην. Ἐρωτῶ, Κύριοι, διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη; διατὶ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά; Ἐὰν τὸ ἄρθρον 69 ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν πληρωμὴν τῆς κληρωθείσης ὁμολογίας, πῶς αὐτὸ τὸ ἴδιον ἄρθρον δὲν ἀπαγορεύει εἰς αὐτὸν τὴν πληρωμὴν τῶν 335,000 δραχμῶν; Καὶ ἂν ἥκιστα προσήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, λόγῳ παραγραφῆς, προκειμένου περὶ 335,000 δραχμῶν, πῶς προσήκει εἰς αὐτὴν νὰ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῆς κληρωθείσης μετοχῆς, τῆς ὁποίας μάλιστα ὁ κάτοχος δύναται ἴσως καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων νὰ δικαιωθῇ, διότι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προῆλθεν ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε; Διατὶ ἡ ἄκρα στοργὴ πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἡ ἄκρα ἀστοργία πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κατόχου τῆς ὁμολογίας; Μήπως ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει καὶ ἀποδέχεται τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ παραγραφὴ αὕτη ἔλαβε χώραν; Ὀφείλω, Κύριοι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ἀνάπτυξίν τινα περὶ τοῦ καθαρῶς νομικοῦ τούτου ζητήματος. Πρῶτος, Κύριοι, ὑπέβαλε τὴν ἰδέαν τῆς παραγραφῆς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 1883, περὶ ἧς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐμνήσθην. Ῥητῶς ὑπέδειξεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἵνα ἐξετάσῃ, μήπως παραγραφὴ ἔλαβε χώραν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἡ πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συστηθεῖσα, ὡς εἶπον ὑμῖν, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρταλη, ἡ Ἐπιτροπὴ, λέγω, αὕτη ὁμοφώνως ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἄνευ ἀμφιβολίας ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου (ἀναγινώσκει). Ἔκθεσις πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς. «Ἀλλὰ, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν ὑποφαινομένων, ἅπασαι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κ. Σπάρταλη ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, περὶ ὧν πρόκειται, παρεγράφησαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι παρῆλθον πλέον τῶν πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς κλείσεως τοῦ λογαριασμοῦ, χωρὶς νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ὁ δικαιοῦχος. Δὲν δύνανται δὲ νὰ ὠφελήσωσι τοῦτον εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς τὰ μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀνεγνωρίζοντο εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὰ πλεῖστα τῶν ἐν τοῖς λογαριασμοῖς του σημειουμένων χρηματικῶν ποσῶν, διότι ταῦτα εἶναι ἔγγραφα τῆς ἐσωτερικῆς τῶν Ὑπουργείων ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν Σπάρταλην ἀπευθυνόμενα. Προσέτι δὲ δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν κ. Σπάρταλην οὔτε ἡ κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1887 δοθεῖσα αἴτησις θεραπείας, διότι μόνη ἡ ἀγωγὴ διακόπτει τὴν παραγραφὴν ὡς πρὸς τὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις· τοιαύτη δὲ δὲν ἐπεδόθη μέχρι τοῦδε.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁμοφώνως ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συστηθεῖσα, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς, Ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη παρεγράφησαν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης ἀντεπεξέρχεται λαῦρος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς. Κατ’ αὐτὸν, ἡ παραγραφὴ δὲν ἔλαβεν χώραν, διότι, λέγει, κατὰ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἡ παραγραφὴ δὲν ἰσχύει, ὅταν ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν προῆλθεν ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος πληρωμή. Καὶ ἕτερον ἀκόμη λόγον προβάλλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν δύναται πλέον περὶ παραγραφῆς νὰ γίνῃ οὐδὲ ὁ ἐλάχιστος λόγος. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ πρῶτον ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, προσεπάθησαν ν’ ἀποκρούσωσι τὰ κεκτημένα τοῦ Δημοσίου λόγῳ παραγραφῆς δικαιώματα. Ἐὰν τις ἀναγνώσῃ μετὰ προσοχῆς τὰ ἄρθρα 69 καὶ 70 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ παραβάλῃ αὐτὰ πρὸς ἄλληλα, ἀμέσως θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον 70 τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἠθέλησεν εἰς αὐτὸ ν’ ἀποδώσῃ. Τὸ ἄρθρον 69 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παραγράφεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφεται πᾶν χρέος δημόσιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιολογήσεως δὲν ἀνεγνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς χρήσεως». Τρεῖς διαφόρους περιπτώσεις, ὡς βλέπετε, προβλέπει τὸ ἄρθρον τοῦτο· τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἀπαίτησις δὲν ἀνεγνωρίσθη, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀπαίτησις ἀλλὰ δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτῆς, ἤγουν δὲν ἐξεδόθη τὸ προσῆκον ἔνταλμα, καὶ τρίτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐξεδόθη καὶ τὸ προσῆκον ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγματοποιήθη. Εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας ἀναγνωρίζει παραγραφήν. Τί λέγει ἤδη τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 70, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς; (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ) ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προσδιωρισμένης προθεσμίας δι’ ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἢ τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ ἀνεβλήθη δι’ ἀρξαμένην δίκην.» Ἅμα τις ἤδη παραβάλῃ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα πρὸς ἄλληλα, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν πραγματεύεται περὶ τῶν τριῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν προέβλεψε τὸ ἄρθρον 69, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τελευταίας περιπτώσεως, καθ’ ἣν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις δὲν ἐπληρώθη, ἕνεκα ἐμποδίων, προελθόντων ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν. Συνεπῶς θέλει συμπεράνει, ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ ἕνεκα μὴ δικαιολογήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἀπαιτήσεων, ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ παραγραφὴ λόγῳ μὴ ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος τῆς πληρωμῆς, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἀνασταλῇ ἡ παραγραφὴ, ὅταν ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα, ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἕνεκεν ἐμποδίων, ἐκ τῶν ἀρχῶν προελθόντων. Εἶναι δὲ, Κύριοι, τοσοῦτον σαφὴς ὁ νόμος, ὥστε τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν πολλάκις νὰ ἑρμηνεύσωσι καὶ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸν, καὶ ἰδίως τὸ ἀνώτατον ἡμῶν Δικαστήριον, ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους ἤθελε λύσει ὁριστικῶς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν δὲν εἰσήγετο ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ σταθερᾶς νομολογίας ἀποφαίνεται, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν ἐφαρμόζεται, ἢ ὅταν διετάχθη μὲν ἡ πληρωμὴ τῶν ἀπαιτήσεων δι’ ἐκδόσεως ἐντάλματος, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη αὕτη ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν. Δύναμαι ν’ ἀναφέρω πολλὰς ἀποφάσεις περὶ τούτου· σημειῶ τὰς ἀποφάσεις 172 τοῦ 1876, 135 τοῦ 1877, 345 τοῦ 1880, καὶ 148 τοῦ 1884. Ἡ ἀπόφασις τοῦ 1880 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ δὲ ἐμπόδια τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 70, τότε μόνον ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἀναστολὴν τῆς παραγραφῆς, ὅτε ταῦτα παρενεβλήθησαν κατὰ τῆς διαταχθείσης ἤδη πληρωμῆς τοῦ χρέους, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτοῦ· διότι ἡ ἀναγνώρισις δὲν ἐπηρεάζει τὴν πρόοδον τῆς παραγραφῆς, ἑπομένως ἐπὶ μὴ ἀνεγνωρισμένου χρέους οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ἐμποδίων κατὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ». Βλέπετε, ὅτι «οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γίνῃ», κατὰ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, περὶ ἀναστολῆς τῆς παραγραφῆς, ὅταν δὲν ἐξεδόθη ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τὸ ἔνταλμα. Καὶ νεωτάτη ἀπόφασις, ὡς εἶπον, ἡ 148 τοῦ 1884, τὴν αὐτὴν τίθησιν ἀρχὴν (ἀναγινώσκει): «Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 70 δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ) ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προσδιωρισμένης προθεσμίας, δι’ ἐμπόδια προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν· ἄρα μόνη ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἀναγνώρισις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπαιτήσεως δὲν ἰσχύει εἰς διακοπὴν τῆς παραγραφῆς της, ἀφοῦ δὲν διετάχθη καὶ ἡ πληρωμή, μὴ διαταχθείσης δὲ τῆς πληρωμῆς, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐμποδίων ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, διότι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ νόμου ἐννοεῖ ἐμπόδια εἰς τὴν πληρωμήν, λαβόντα χώραν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς περὶ πληρωμῆς διαταγῆς, ἤτοι τοῦ χρηματικοῦ λεγομένου ἐντάλματος». Δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι διὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα, ἢ κἂν ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ αὕτη πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς παραγραφῆς; Οὐχὶ βεβαίως. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἀνεστάλη ἕνεκεν ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐχὶ ὁ σαφὴς νόμος, οὐχὶ ἡ πενταμελὴς Ἐπιτροπή, οὐχὶ ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἀλλ’ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ὑπερισχύσῃ; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἶναι ἆρά γε βάσιμος κατ’ οὐσίαν ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη προῆλθεν ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν; Ἐκ τῶν κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ἀριδήλως, ὅτι οὐχὶ ἐμπόδια ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Σπάρταλη ἡ ἀμέλεια εἶναι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ἀναγνώρισις παρεκωλύθη, καὶ ἡ παραγραφὴ ἔλαβε χώραν. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἔγγραφον τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νικολοπούλου, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1874, διὰ τοῦ ὁποίου αὐστηρῶς ἐπιτιμᾶται ὁ Σπάρταλης, διότι παρέλιπε νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμούς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐκκαθαρισθῶσι. Κατὰ τὸ 1875 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τῆς μὴ ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη, κηρύττει αὐτὸν ὀφειλέτην πρὸς τὸ Δημόσιον, συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, καὶ εἰσπράττει διὰ κατασχέσεως παρὰ τῆς Τραπέζης ποσὸν, ὀφειλόμενον εἰς αὐτὸν, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ βραδύτερον γενήσεται λόγος. Καὶ ἂν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν συνεπληρώθη ἡ παραγραφή, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ παραγραφὴ συνεπληρώθη ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας, τῆς ἀκατανοήτου μάλιστα ἀμελείας τοῦ Σπάρταλη, ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἀρνουμένου νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμούς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτείνω ἐπὶ πλέον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐπιχειρήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν, ὅτι δύναται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν παραγραφὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅθεν προβαίνω εἰς τὸν δεύτερον λόγον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς ἀναγνωρίζεται ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρταλη, δὲν δύναται πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προτείνῃ κατ’ αὐτῆς τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς; Εἶπον, Κύριοι, καὶ προηγουμένως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τὴν λογοδοσίαν τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δικάζει ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν ὑπολόγων ὑπαλλήλων, ἑπομένως ὁ μὴ ὢν ὑπάλληλος, ὁ λαβὼν παραγγελίαν νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Δημόσιον οἱαδήποτε πράγματα, χρήσιμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι μόνον ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐπιφορτισμένος χρηματικὴν διαχείρισιν, ὑποβάλλεται εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάλληλός τις λάβῃ ἐκτάκτως παραγγελίαν νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτην τινὰ προμήθειαν, μὴ ἀναγομένην εἰς τὸν κύκλον τῶν δημοσίων αὐτοῦ καθηκόντων, οἵαν ὁ Σπάρταλης ἐνήργησεν, ὑπάγεται καὶ τότε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι σπουδαῖον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ὅταν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ᾖναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ διαχειρισθέντος δημόσια χρήματα καὶ τοῦ Δημοσίου, τὰ τακτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια, καὶ ὁ διαχειριστὴς ὀφείλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπαγόμενος ὑπόλογος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ οὔτε προμήθειαν, οὔτε τόκους, ἐνῷ ὁ μὴ ὑπόλογος δύναται νὰ ζητήσῃ ἀμφότερα. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθω τί φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα μάθῃ ἁπλῶς τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη, ἢ ἀνεγνώρισε δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν διαχειριστήν; Περὶ τούτων πάντων ἐνδέχεται νὰ λάβω βραδύτερον πληροφορίας, ἐκεῖνο ὅμως, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ ἅπασαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶναι, ὅτι ὁ σκοπός, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωκε διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι εἷς καὶ μόνος, νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος ν’ ἀντιτάξῃ τὴν παραγραφὴν κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη! Κατανοῶ τὸ βάρος τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπευθύνω κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συναισθάνομαι δὲ καὶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνω, τοιαύτην μορφὴν ἐπιῤῥίπτων, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἐδικαιούμην καὶ ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, διότι οἱ ἰσχυρισμοί μου ἀποδεικνύονται ἐκ δημοσίων καὶ ἀναμφισβητήτων ἐγγράφων. Ἰδού, Κύριοι, τί ἔγραφεν ὁ ἀξιότιμος Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1887 διακοινώσει του (ἀναγινώσκει). «Κατὰ μῆνα Μάϊον, τοῦ Σὶρ Ῥούμπωλδ ἐκδηλώσαντος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Μ. τὴν ἔνθερμον ἐλπίδα πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας Συνόδου, ὁ κ. Τρικούπης, ἐπισκεφθεὶς αὐτὴν, τῷ ὡμίλησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν. Ἡ Α. Ἐξοχότης εἶπε δηλαδὴ, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀπαιτήσεως ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμεσον αὐτῆς πληρωμήν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἂν ἐφέρετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ ἀναγνωσθῇ τρὶς, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ, ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ὑπολειπομένων τῆς Συνόδου ἡμερῶν. Ὅθεν ἡ Α. Ἐξ. ἀνήνεγκεν ὅλην τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνοδεύσας αὐτὴν δι’ ἐκθέσεως αὑτοῦ, συνιστώσης τὴν ἀπαίτησιν, καθ’ ὃ ἐγερθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος ἐν Λονδίνῳ Προξένου κ. Σπάρταλη καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς δὲν ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Οὗτος εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος, δι’ ὃν ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἐπιχείρημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικρούεται σήμερον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κεκτημένη παραγραφή! Ἐὰν, Κύριοι, δικηγόρος τις ἤθελε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ ἀντιδίκου, πρὸς βλάβην τῶν δικαιωμάτων τῶν πελατῶν του, ἀγνοῶ ὁποῖος χαρακτηρισμὸς ἤθελε προσήκει εἰς τὸν τοιοῦτον δικηγόρον! Νομίζω, ὅτι τῆς διαγωγῆς τοῦ τοιούτου δικηγόρου δὲν διαφέρει ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνεννοουμένου μετὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας περὶ κατασκευῆς ἐπιχειρημάτων καὶ μέσων, τεινόντων εἰς καταστροφὴν κεκτημένων δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου! Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐπλανήθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπολαβὼν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὴν κεκτημένην παραγραφήν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἀναγνωρίζει καθ’ ἑαυτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς μένει ἀκέραιον καὶ ἄθικτον καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου. Καὶ λέγων τοῦτο, ἐκφράζω οὐχὶ ἀτομικὴν ἐμοῦ γνώμην, ἀλλὰ γνώμην ὑπὸ πάντων τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ νόμου ὑποστηριζομένην. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ συγγραφεὺς, οὗ καὶ ἄνω ἐμνήσθην (ἀναγινώσκει): «Εἶναι προδηλότατον (bien évident), ὅτι αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδιδόμεναι μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν δανειστῶν του, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς οὗτοι ἀξιοῦσι, δὲν ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πενταετοῦς παραγραφῆς, ὅταν ἡ παραγραφὴ αὕτη εὑρίσκετο ἤδη συμπεπληρωμένη πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δίκης». Ὅταν, λέγει ῥητῶς ὁ συγγραφεὺς, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ Δικαστήριον ἡ παραγραφὴ ἦτο συμπεπληρωμένη, κατ’ οὐδὲν θίγει αὐτὴν, κεκτημένην οὖσαν, ἡ ἐπερχομένη ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐναντίον ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ κεκτημένα ὡς πρὸς τὴν παραγραφὴν δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἡ παραγραφὴ ἐστηρίζετο, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ Συνέδριον, ἂν ὤφειλε δυνάμει αὐτῶν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἐν λόγῳ ἀπαίτησιν, ὡς παραγεγραμμένην; Τέλος, ἀφοῦ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν, πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν προκαλεῖ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῆς, λόγῳ παραγραφῆς, ἵνα καὶ πάλιν ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἂν ὑποτεθῇ ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι παραγεγραμμένη εἶναι ἡ ἀπαίτησις, δι’ ἣν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πίστωσιν. Κατανοεῖτε δὲ ἐντεῦθεν, ὑπὸ ποίαν ἔποψιν ἠδύνατο πλέον νὰ παρουσιασθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ πιστώσεως χάριν ἀνεγνωρισμένης ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου, τῆς ὁποίας δὲν ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθωμεν τὸν δικαιοῦχον, πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως δημοσίων δικαιωμάτων, πρόκειται καθαρῶς περὶ χρηματικῆς δωρεᾶς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον, νὰ μάθωμεν, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ δωρήσωμεν 335,000 δραχμῶν. Ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πολλὴν ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἡ γνῶσις τῶν προσώπων τούτων. Δυνάμεθα νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, ἐὰν τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸς προσέφερεν ἐκδουλεύσεις πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ τίνα ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, π. χ. πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Τράπεζαν, ἢ πρὸς ἄλλους πολυταλάντους ἐν Ἀγγλίᾳ τραπεζίτας; Διὰ τοῦτο πολλάκις ἠρωτήσαμεν καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα, τίνες εἶναι λοιπὸν οἱ δικαιοῦχοι, ὑπὲρ ὧν πρόκειται νὰ δωρήσωμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου; οὐδεμία ὅμως ἐδόθη ἡμῖν ἀπάντησις. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὤφειλε νὰ δηλώσῃ εἰλικρινῶς εἰς αὐτήν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως παραγεγραμμένης, νὰ ἐκθέσῃ δὲ, τίνες οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς, καὶ τίνες οἱ δικαιοῦχοι, ὑπὲρ ὧν πρόκειται νὰ δείξωμεν ἐπιείκειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν περὶ τούτου χορηγεῖ ἡμῖν πληροφορίαν! Ἀναγινώσκομεν μόνον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ὅτι ὁ Σπάρταλης ὑπέπεσεν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ὅτι τὰ δικαιώματά του περιῆλθον εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν εἰς λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τὴν διεκδίκησιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πτωχεύσαντος κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι τέλος πρὸς τοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις οὐ μόνον πλείστας διακοινώσεις ἀπηύθυνε, διεκδικοῦσα ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της, ὡς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὰ δικαιώματα τοῦ πτωχεύσαντος, ἀλλὰ καὶ ὡς διάδικος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ζητοῦσα τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του! Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κατεπλάγην ὅτε ἀνέγνων τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε διὰ λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τὴν διεκδίκησιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πτωχεύσαντος κατὰ τοῦ ἡμετέρου Δημοσίου. Ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὰ πεπολιτισμένα καὶ ἀνεξάρτητα Κράτη πᾶς ἔχων κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν, εἴτε ἡμεδαπὸς, εἴτε ἀλλοδαπὸς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ταύτην αὐτοπροσώπως, ἢ διὰ νομίμου πληρεξουσίου, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ πρὸς τὰς ἁρμοδίας δικαστικὰς ἀρχάς. Ἐγνώριζον, ὅτι ἠδύνατο πᾶσα Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ εἰς τὴν δικαίαν ἐκτίμησιν ἄλλης Δυνάμεως τὰς ἀπαιτήσεις οἱουδήποτε ὑπηκόου της. Ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον, καὶ κατὰ πρῶτον μανθάνω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἀλλοδαπὴν Κυβέρνησιν, νὰ διεκδικήσῃ αὐτὴ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἀλλοδαπὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμφανίζηται ὡς διάδικος ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων δι’ ἀπαιτήσεις τῶν ὑπηκόων αὑτῆς! Ὑπέθετον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε σπεύσει νὰ ἀποκρούσῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διεκδικήσεως τῶν ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων, ὡς περιέχοντα ἄρνησιν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαίων. Καὶ τόσῳ μᾶλλον εὐχερῶς ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, καθ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ νομικῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρός τινα τῶν ὑπηκόων τῆς Ἀγγλίας. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον συνηλλάξατο μετὰ ὑπηκόου Ἕλληνος, καὶ μάλιστα Προξένου τοῦ Κράτους, εἰς τοιαύτην δὲ νομικὴν σχέσιν οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἀναμίξεως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἂν τυχὸν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου περιῆλθον κατόπιν εἰς ὑπηκόους τῆς Ἀγγλίας. Προσεδόκων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε σπεύσει νὰ ἄρῃ ἐκ μέσου πᾶσαν ἀφορμὴν ἀναμίξεως, γνωστοποιῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη εἶχον παραγραφῆ πολλὰ ἔτη, πρὶν ἢ παριέλθωσιν αὗται εἰς τοὺς ὑπηκόους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἤλπιζον τέλος, ὅτι διὰ παντὸς μέσου ἤθελεν ἀποκρούσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀλέθριον προηγούμενον, ἡ ἐπανάληψις τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ δυστυχὲς Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν τάξιν τῶν ἡμιανεξαρτήτων καὶ βαρβάρων Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς. Δυστυχῶς ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐλπίδες καὶ προσδοκίαι διαψεύδονται ἐκ τῶν ἐγγράφων! Οὐδαμοῦ ἀνευρίσκω ἐν ταῖς προσαχθείσαις διακοινώσεσι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀμφισβήτησίν τινα περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἀγγλίας. Οὐδαμοῦ ἀνευρίσκω ἐν αὐταῖς ταῖς διακοινώσεσιν ἀμφισβήτησίν τινα κατ’ οὐσίαν τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει. Τοὐναντίον ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ἂν ἔχῃ ἀπαιτήσεις καὶ ὑποβάλλῃ αὐτὰς λίαν ἐντόνως, στηρίζεται κυρίως ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ βάσιμον αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ῥητῆς αὐτοῦ ὑποσχέσεως, ὅτι θέλει ἱκανοποιήσει αὐτάς. Ἐξ ὅλης τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων προκύπτει δυστυχῶς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀσμένως ἐδράξατο τῆς Ἀγγλικῆς παρεμβάσεως, ἵνα, καλυπτόμενος ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτῆς, πραγματοποιήσῃ τὰς διαρκεῖς αὐτοῦ προθέσεις ὑπὲρ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη. Προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λησμονῶν τὸ ἀξίωμα, ὅπερ κατέχει, καὶ ὑπολαβὼν, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἀξιώματι τούτῳ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, ἐμηχανᾶτο παντοίοις τρόποις νὰ χορηγήσῃ μέσα ἀποδείξεως καὶ ὑποστηρίξεως τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, μετεχειρίσθη δὲ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἡ πατρὶς τῷ ἐνεπιστεύθη, ἵνα πιέσῃ, ἵνα ἐκβιάσῃ τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς πρὸς ἀναγνώρισιν ἀπαιτήσεων, οὐ μόνον παραγεγραμμένων, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνυποστάτων. Καὶ ὀφείλομεν ἀληθῶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι κἄν βάσιμοι κατ’ οὐσίαν αἱ ἀπαιτήσεις αὗται, ἃς ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν ἀσφαλῶς διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς. Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς λογαριασμὸς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Σπάρταλη. Ὁποῖον ἐν γένει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ λογαριασμοῦ τούτου, δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω τὰ μέσα καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ προβῶ εἰς ἐξέλεγξιν αὐτοῦ. Ἴσως ἕτερός τις τῶν συναδέλφων, μείζονα ἔχων ἐμοῦ εἰδικότητα, ἐπιχειρήσῃ τοιαύτην ἐξέλεγξιν. Ἐγὼ, ἐν τοιαύτῃ ἀνικανότητι, οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀμφισβητήσω λογιστικῶς τὴν ὑπὸ τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἢ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, γενομένην ἐξέλεγξιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ κ. Σπάρταλη ὑπάρχουσί τινες, περὶ ὧν ἀμφισβήτησις ἠγέρθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐν τῷ Συνεδρίῳ, καὶ περὶ τῆς βασιμότητος τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, καὶ γνώμην ἀσφαλεστάτην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περὶ αὐτῶν ὑποβληθέντων. Εἶναι δὲ τοιαῦται ἡ ἀπαίτησις προμηθείας καὶ ἡ ἀπαίτησις τῶν τόκων. Εἶναι βάσιμοι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἐν συντόμῳ νὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα. Ὁ Σπάρταλης ζητεῖ προμήθειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀνατεθεισῶν αὐτῷ παραγγελιῶν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πρὸ πάντων τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς προμηθείας, διότι καὶ περὶ τούτου παρεμβάλλονται παραστάσεις τινὲς, πρὸς ἀποπλάνησιν ἡμῶν. Προμήθεια εἶναι ἡ ἀμοιβὴ ἐκείνου, ὅστις ἐκτελεῖ ἀλλοτρίαν ἐντολὴν, ἡ ἀμοιβὴ τῶν κόπων καὶ τῆς ἐργασίας, ἣν καταβάλλει, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν κεφαλαίων, ὅσα πρὸς τοῦτο δαπανᾷ, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ αὐτὸς ὁ Σπάρταλης διεπραγματεύθη πάντοτε τὰ περὶ τῆς προμηθείας του. Ὅταν λοιπὸν ἀναγινώσκητε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὴν προμήθειαν αὐτὴν βεβαίως ἤθελε δαπανήσει ὁ Σπάρταλης εἰς ἄλλους ἐντολοδόχους, ἢ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὴν προμήθειαν αὐτὴν ἤθελε πιθανῶς δώσει ὁ Σπάρταλης εἰς ἄλλους, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, διότι ὁ Σπάρταλης ἀπαιτεῖ τοιαύτην, ἐκτὸς τῶν εἰς ἄλλους τυχὸν δαπανηθέντων, πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ἰδίων αὐτοῦ κόπων. Τοῦτο ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Σπάρταλην τοιαύτη ἀμοιβή. Πρῶτος, ὅστις ἀντετάχθη κατὰ τῆς τοιαύτης προμηθείας, εἶναι ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Πετρόπουλος. Ὁ Πετρόπουλος ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ὀφείλεται προμήθεια, διὰ δύο λόγους: αʹ) διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέθετο τὴν παραγγελίαν εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Προξένου, οἱ δὲ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δικαιοῦνται εἰς προμήθειαν· βʹ) διότι ὑπάρχει καὶ ἐπιστολὴ ἀκόμη τοῦ κ. Σπάρταλη, δι’ ἧς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀξίωσιν νὰ λάβῃ προμήθειαν. Καὶ τῷ ὄντι ὑπάρχει ἐπιστολή, ἣν ἀντιγράφει ἐν μέρει καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα δωρεὰν, καὶ ποτὲ δὲν κατεδέχθην νὰ λάβω οὔτε ὀβολὸν διὰ δικαίωμα προμηθείας ἐπὶ τῶν ἀγορῶν, ἃς ἐξετέλεσα διὰ τὴν Κυβέρνησιν.» Οὗτοι εἰσὶν οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ὁ Πετρόπουλος ἐστηρίχθη. Ὅταν ὁ παραγγελιοδόχος παραιτῆται πάσης προμηθείας, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς λέγει, εἶχε τελειώσει τὴν ἐκτέλεσιν πασῶν τῶν παραγγελιῶν, ἃς εἶχε λάβει, δὲν δικαιοῦται εἰς προμήθειαν. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, λέγει ὁ κ. Πετρόπουλος, (ἀναγινώσκει) «σαφῶς δηλοῖ, ὅτι ἐκτελεῖ τὰς παραγγελίας τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ δικαιώματος προμηθείας, καὶ ζητεῖ μόνον τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθείσας χρηματικὰς καταβολὰς πρὸς ἐκτέλεσίν των, ἐξ οὗ ἐξάγεται, ὅτι παραιτεῖται παντὸς περὶ προμηθείας δικαιώματος.»...

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι νομικοὶ σύμβουλοι τί λέγουν; Ὁ Ταταράκης, ὁ Πάγκαλος;

§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγουν. Ὁ Πάγκαλος παρεδέχθη ἐν μέρει, νὰ μὴ χορηγηθῇ προμήθεια διὰ τὰς δαπάνας, τὰς γενομένας οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη μόνον, ἀλλ’ ἐν συμπράξει μετ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἀπεσταλμένων νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τοῦ Σπάρταλη. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς γνωμοδοτεῖ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ προμήθεια....

§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ δευτέρα ἐπιστολὴ τοῦ Σπάρταλη;

§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω λόγον περὶ αὐτῆς. Οὕτως εἶχον, κύριοι Βουλευταί, τὰ περὶ προμηθείας, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μεταξὺ τῶν διαφόρων ζητημάτων, ἐξήτασε καὶ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῶν τόκων. Τί ἀποφαίνεται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας; (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ τὸ Συνέδριον, κατὰ ἄρθρον 16 τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, ἁρμόδιον εἶναι νὰ ἐξετάζῃ, ἐλέγχῃ καὶ κρίνῃ τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων, ὅσοι δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῶν παραγγελιῶν, ἢ δυνάμει ἀμφοτέρων τούτων, εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν χρήματα, διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν εἰσπραττόμενα καὶ πληρονόμενα ποσά. Ἐπειδὴ τὰ διὰ προμήθειαν τῶν κατασκευασθέντων τριῶν πλοίων «Γεώργιος» «Ἀμφιτρίτη» καὶ «Κρήτη» ἐμπεριλαμβανόμενα εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου εἰς τὸν προκείμενον λογαριασμὸν ποσὰ ἐκ λιρῶν 2309 ἐμφαίνουν ἀπαίτησιν ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ οὐχὶ δικαίωμα διαχειριστοῦ, καὶ ὡς τοιαύτην διαφεύγουσαν τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου, ἑπομένως δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεώς του.» Ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ ὑπολόγου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀποφαίνεται, ὅτι εἰς τοὺς ὑπολόγους οὐδέποτε ὀφείλεται προμήθεια, ἑπομένως τὴν ἀποῤῥίπτει. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ νομιμωτάτη, ἡ ὀρθοτάτη αὕτη ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀνετράπη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου! Ὁ Πρωθυπουργὸς διετέλει, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν διακοινώσεων, ἐν τακτικῇ συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἀνεκοίνου εἰς αὐτὴν οὐ μόνον τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἰδίως παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Εἶχε φαίνεται διαβεβαιώσει τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ καθολοκληρίαν ἡ ἀπαίτησις, ἡ δὲ Πρεσβεία, ἐπὶ τῇ εἰδήσει, ὅτι ἡ προμήθεια δὲν ἐγένετο δεκτή, ἐθορυβήθη. Σπεύδει ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διαβιβάσῃ εἰς αὐτὴν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν, ἂν προσαχθῶσι νέα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα τὸ βάσιμον τῶν ἀπαιτήσεων, καὶ συμφώνως μὲ τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἃς διαβιβάζει εἰς τὴν Πρεσβείαν, ἡ Πρεσβεία ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, καὶ ζητεῖ αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων τινῶν, κομισθέντων ἐξ Ἀγγλίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶχεν ἀναγράψει ἑαυτὸν εἰς τὰ βιβλία του ὡς δικαιούμενον νὰ λάβῃ προμήθειαν (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ᾐτήσατο τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου! Ἐν τίνι δικαιώματι προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις; καὶ διατὶ νὰ ἀνεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀφορῶσα εἰς ὡρισμένους διαδίκους, οἱ ὁποῖοι μόνοι, κατὰ τὸν νόμον, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν, ὅταν παρουσιάσωσι νέας ἀποδείξεις, ἃς ἔλαβον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Τίς εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ διάδικος; Ὁ Σπάρταλης. Εἰς τίνα ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις; Εἰς τὸν Σπάρταλην. Πῶς ἀντὶ τοῦ Σπάρταλη φαίνεται αἰτοῦσα τὴν ἀναθεώρησιν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία; Διατὶ καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ διάβημα, τὸ ἀναιροῦν τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δίκαια, οὐ μόνον συνεχωρήθη, ἀλλὰ καὶ προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Οἱ διάδικοι μόνοι δύνανται νὰ αἰτήσωσιν ἀναθεώρησιν, καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ξένην Κυβέρνησιν νὰ ἐμφανισθῇ ὡς διάδικος ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, πρὸς ὑπεράσπισιν ἀξιώσεως τῶν ὑπηκόων αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν λείπουσι τὰ δικαιολογήματα εἰς τοὺς διατεθειμένους νὰ ὑποστηρίζωσι τοιαύτας ἐνεργείας. Ἀναγνώσατε, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑπολόγου, ἔχει δικαίωμα ἀναθεωρήσεως καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, καὶ αὐτεπαγγέλτως αὐτὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Δυνάμει, λέγει, τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο ἀναθεώρησις, καὶ οὐχὶ δυνάμει αἰτήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Εὔκολον εἶναι, Κύριοι, νὰ λέγῃ τις ὅ,τι θέλῃ, ἀλλὰ δυσκόλως δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι τοιοῦτοι λόγοι ἀπέναντι ῥητῶν κειμένων τοῦ νόμου....

§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου.

§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Σενεδρίου, μὲ διακόπτει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀποκρούει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ διακόψαντός με.

§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ σκεπτικόν.

§45ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἱστορικὸν θὰ ἀναγνώσω, διότι ἐν αὐτῷ σημειοῦνται οἱ διάδικοι τῆς ὑποθέσεως (ἀναγινώσκει). «Συνεδρίασαν, ἵνα δικάσῃ ἐπὶ τῆς αἰτουμένης ἀναθεωρήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεως.... ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς ἀντιπροσωπευούσης τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τῆς πτωχεύσεως τοῦ εἰρημένου Σπάρταλη». Ῥητῶς λοιπὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λέγει, ὅτι ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως δυνάμει αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως, δοθείσης ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἠδύνατο ἆρά γε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 21 νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς ἐνόμισεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου ἀναιρεῖ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου. Ναί, ἐπιτρέπει ἀναθεώρησιν τῇ αἰτήσει τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας μόνον περιπτώσεις. Καὶ ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ Συνεδρίου (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς τελευταίας περιπτώσεις ἡ νέα ἐξέτασις γίνεται, ἂν εἰς τὸν ἐλεγχθέντα λογαριασμὸν ἦναι σημειωμένα κονδύλια δίς, ἢ ἂν ἠκολούθησε λάθος λογιστικὸν, ἢ ἂν ἐλησμονήθη τι, ἢ ἂν ἀνεκαλύφθη ἀπάτη». Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ Συνέδριον, τῇ αἰτήσει τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἢ αὐτεπαγγέλτως, νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ ἀνατρέψῃ ὀρθοτάτην ἀπόφασιν, ἣν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐξέδοτο, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται τοῦτο μόνον, ὅταν ὑπάρχωσι λογιστικὰ λάθη, διπλαῖ ἐγγραφαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Συνέδριον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ δώσῃ προμήθειαν, ὅτι διαφεύγει τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπευθύνει πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔγγραφα ἐπὶ ἐγγράφων, διαβιβάζει αὐτῷ ἐντόνους διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὑποβάλλει αὐτῷ φόβους διπλωματικῶν περιπλοκῶν, καὶ ταῦτα πάντα, ἵνα πιέσῃ αὐτὸ, ἵνα τὸ ἐκβιάσῃ νὰ παλινῳδήσῃ καὶ παραδεχθῇ ἀπαίτησιν, ἣν δὲν παρεδέχθη κατ’ ἀρχὰς, ὡς διαφεύγουσαν τὴν ἁρμοδιότητά του! Ἀλλὰ πῶς τουλάχιστον δὲν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Συνέδριον καὶ τὴν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς ὁ κ. Σπάρταλης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ προμήθειαν, ἵνα ἐν γνώσει πάντων προβῇ τὸ Συνέδριον εἰς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς του; Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι μόνα τὰ διαβήματα ταῦτα, ἢ ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἃ προσήγαγεν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ἠνάγκασαν τὸ Συνέδριον νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του. Ἡ Πρεσβεία προσήγαγεν ἔγγραφα πολὺ ἀθῶα, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐπίστωσε τὸν ἑαυτόν του ἐν τοῖς βιβλίοις αὑτοῦ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων νὰ μεταβάλῃ ἀπόφασιν· ἐχρειάζοντο σπουδαιότερα μέσα, ἐζητήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὀφειλέτης τῆς προμηθείας. Ὅθεν συνεπείᾳ ἀλληλογραφίας, καὶ ἐκκρεμοῦς ἤδη οὔσης τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, ἀποφασίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ χορηγήσῃ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πρὸς τοῦτο προσκαλεῖ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ ἐκείνῳ Συμβουλίῳ τίθησι τὸ ζήτημα, ἂν ὀφείλῃ προμήθειαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη βεβαίως καταφατικῶς καὶ παμψηφεί, αὐτὸ δὲ τὸ πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου τὸ διευθύνει κατεπειγόντως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐδίσταζεν ἕως τότε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοσαύτας πιέσεις καὶ ἀπαιτήσεις. Ἀλλ’ ὅτε τὸ Συνέδριον εἶδεν, ὅτι αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀναγνωρίζει ὀφειλὴν προμηθείας, δὲν εἶναι ἄπορον, ἂν, λαβὸν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καὶ ἀποβλέψαν εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἠδύνατο νὰ διατρέξῃ ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως, δὲν εἶναι, λέγω, ἄπορον, ἂν τὸ Συνέδριον ἐλησμόνησε τὴν ὑψηλὴν αὑτοῦ θέσιν καὶ τὰς ἀρχάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ, καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν ἄδικον καὶ παράλογον....

§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;

§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει· θὰ σᾶς τὸ ἀνεγίνωσκον, ἀλλ’ ἐκουράσθην.

§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ πέντε λεπτά. (Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά).

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.

§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, λησμονῶν τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν, νὰ μεριμνήσῃ παντὶ σθένει πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς τε διπλωματικῆς ἀναμίξεως, καὶ κατ’ οὐσίαν τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς αὕτη ὑπεστήριζεν, ἠσχολεῖτο αὐτὸς νὰ παράσχῃ τὰ μέσα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις ἐκεῖναι. Ἐπιτρέψατέ μοι, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἔγγραφά τινα, ἀπευθυνθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Β. Ἐπιτρόπου. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1416 καὶ ἀπὸ 17 Φεβρουαρίου 1887 ἔγγραφον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιηθείσης εἰς τὸν ὑπόλογον Μ. Σπάρταλην τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεως, ἐξαιτεῖται διὰ τοῦ ἐσωκλείστου ἐγγράφου τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἡ ἀναθεώρησις αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαγομένων νέων ἐγγράφων. Ἐπειδὴ τὰ δικαιώματα τοῦ Σπάρταλη ὑπερασπίζεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ἤδη προσάγονται ἔγγραφα, ὑποστηρίζοντα ἀξιώσεις, ἃς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐλλείψει ἀποχρώσης δικαιολογίας, δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψει, κρίνομεν νόμιμον τὴν αἴτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως θέσητε ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος πάντα τὰ ἐν τῷ παρόντι συναπτόμενα δικαιολογητικὰ καὶ διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ταῦτα εἰσάγοντες εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θέλετε ἐπιστήσει σπουδαίως τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 13)25 τρ. μηνὸς διακοινώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ ἧς ζητεῖ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, καὶ νὰ παρακαλέσητε εἰς τὸ νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ δραστηριότητος τῆς ἐξετάσεως τῶν προσαγομένων ἐγγράφων, προλαμβάνον οὕτω τὴν ἀνάπτυξιν διπλωματικοῦ ζητήματος, οὗ ἡ λύσις θὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπιζημίους διὰ τὸ Δημόσιον». Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8060 τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐγγράφου λέγει καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπανελθὼν Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπηύθυνε νέαν διακοίνωσιν.... Ἀνακοινώσατε ταῦτα εἰς τὸ παρ’ ᾧ διατελεῖτε Σῶμα, ὑποδείξατε αὐτῷ τὰς σοβαρὰς συνεπείας τῆς περαιτέρω ἀναβολῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἀπαιτήσατε θετικῶς ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ ταχίστην». Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8692 τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1887 γράφει (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν τῆς.... διαβιβάζω ὑμῖν περίληψιν τῆς ἀπὸ 17)29 τρ. μηνὸς ἐντόνου διακοινώσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας.... αὕτη πραγματεύεται καὶ περὶ τόκου πρὸς 5%, ἑπομένως καὶ περὶ τούτου ὀφείλει τὸ Σῶμα νὰ διασκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ». Ἐπίσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2300 τῆς 16 Μαρτίου 1888 ἐγγράφου πληροφορεῖ τὸ Συνέδριον, ὅτι τὸ Δημόσιον πληρώνει προμήθειαν δι’ ὅλας τὰς μετὰ Τραπεζῶν χρηματικὰς ληψοδοσίας, καὶ ὅτι διὰ ταῦτα φρονεῖ, «ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸ κατάστημα Σπάρταλη, ἐνεργῆσαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, προμήθεια», παρακαλεῖ δὲ νὰ ἐπιστήσῃ «σπουδαίως τὴν προσοχὴν τοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τῆς συνημμένης διακοινώσεως τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ 8)20 τρ. μηνός.» Σημειωτέον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγγράφου του, ὑπάρχοντος ἐν τῷ φακέλλῳ, ἀναιρεῖ τὸν περὶ προμηθείας ἰσχυρισμὸν, διαβεβαιῶν, ὅτι οὐδέποτε ἐπληρώθη τοιαύτη ἐπὶ κατασκευῆς πλοίων. Ἐπὶ τέλους ἀπέστειλεν εἰς τὸ Συνέδριον καὶ τὸ ἀπὸ 15 Μαΐου ἐ. ἔ. πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ κατεπείσθη τέλος τὸ Συνέδριον νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐστηρίχθη κυρίως εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους, ὅτι ἡ πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Σπάρταλην δικαίωμα προμηθείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰς παρασχεθείσας τῷ Δημοσίῳ ἐμπορικὰς ἐργασίας δὲν παρέσχεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ πῶς τότε ἀναθέτει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ζητήματος; Ἐπίσης ἐστηρίχθη εἰς τὸν λόγον, ὅτι ἐκ τῶν προσαχθέντων ἐγγράφων ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης κατέβαλε προμήθειαν εἰς τὸν οἶκον Σπάρταλη. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀνυπόστατος. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων οὐδεμία ἀποδεικνύεται πληρωμὴ τοιαύτης προμηθείας. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἥτις τὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται περὶ αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐκ τῶν προσαγομένων.... βεβαιοῦται, ὅτι.... εὗρεν ἐγγεγραμμένας εἰς πίστωσιν τῆς Ἑταιρίας (Σπάρταλη καὶ Σα) λίρας 2309 διὰ προμήθειαν ἀγορᾶς καὶ ὁπλισμοῦ... κτλ.». Ὁ Συμβολαιογράφος βεβαιοῖ, οὐχὶ, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐπλήρωσε πρὸς τὴν Ἑταιρίαν Σπάρταλη, ἀλλ’ ὅτι εὗρεν ἐν τοῖς βιβλίοις, ὅτι ἡ Ἑταιρία πιστοῦται μὲ τὸ ποσόν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Σπάρταλης ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς ἄλλον τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ζητεῖ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Σπάρταλης διέκρινεν ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας, διότι ἡ Ἑταιρία Σπάρταλη καὶ Σπάρταλης εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Τὸ Δημόσιον εἰς τὸν Σπάρταλην ἀνέθηκε τὴν παραγγελίαν ταύτην, καὶ ὁ Σπάρταλης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀπαίτησιν προμηθείας, ἑπομένως ἡ διάκρισις τοῦ Σπάρταλη ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας του εἶναι ἓν τῶν μέσων, ἅτινα ἐσχάτως ἐπενοήθησαν, ἵνα παραπλανήσωσι τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἐξ ὀνόματος τοῦ Συνεδρίου, περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ὀφειλομένης προμηθείας, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἤδη ἀναγνωρίσει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, ὅθεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει καὶ τὸ ποσόν. Ἂν ἤδη, ἀνεξαρτήτως τούτων πάντων, ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, θέλομεν εὑρεθῆ ἀπέναντι διλήμματος. Ἄν ὁ Σπάρταλης ἦναι ὑπόλογος ἀπέναντι τοῦ Συνεδρίου, δὲν δικαιοῦται εἰς προμήθειαν, καὶ καλῶς ἀπεῤῥίφθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου. Ἄν ὁ Σπάρταλης ἦναι ἰδιώτης, δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν τὸ Συνέδριον, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἀξιώσεις του εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχε δικαίωμα προμηθείας, ὅταν αὐτὸς δι’ ἐπιστολῆς του ῥητῶς λέγῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οὐδέποτε ἐνόησε νὰ λάβῃ προμήθειαν, πῶς εἶναι δυνατόν, μετὰ τοιαύτην βεβαίωσιν, νὰ δικαιωθῇ νὰ λάβῃ τοιαύτην; Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει καὶ δευτέραν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Σπάρταλη κατὰ τὸ 1874, ἤτοι 6 ἔτη μετὰ τὴν πρώτην γραφεῖσαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιφυλάσσεται πάλιν τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας, ἵνα διαθέσῃ αὐτὸ πρὸς φιλανθρωπικὸν σκοπόν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ δηλώσας ἅπαξ, ὅτι ἐργάζεται δωρεὰν, ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ μονομερῶς γνώμην καὶ νὰ ζητήσῃ ἔπειτα πληρωμήν; Ἀφοῦ δὲ ὁ μόνος δικαιοῦχος ὑπὲρ ὡρισμένου φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ διέθεσε τὴν προμήθειαν καὶ διὰ τῆς δευτέρας ἀκόμη ἐπιστολῆς του, ἐν τίνι δικαιώματι ἔρχονται, μετὰ πολλὰ ἔτη, οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, ἵνα ἀναιρέσωσιν ὅ,τι ὑπεσχέθη ὁ Σπάρταλης, καὶ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουσι τὴν ὁριστικῶς γενομένην πρὸ ἐτῶν διάθεσιν τῆς προμηθείας; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποπέμψωμεν αὐτοὺς, προβάλλοντες, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἕνεκα παραγραφῆς; Δὲν ἐκτείνομαι, Κύριοι, περισσότερον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κονδύλιον τῆς προμηθείας. Νομίζω, ὅτι ἄνευ δικαιώματος καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἀνεγνωρίσθη τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐπὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον κονδύλιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς τόκους. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἕνεκα τῆς ἐπιμόνου ἀρνήσεως τοῦ Σπάρταλη νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκηρύχθη οὗτος, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Δημόσιον, ἐκτελοῦν διοικητικῶς, κατέσχεν εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περιουσίαν τοῦ κ. Σπάρταλη, ἀνερχομένην εἰς 6 χιλιάδας περίπου λιρῶν. Ὅτι οὕτω συνέβη ἡ ὑπόθεσις, προκύπτει ἀριδήλως ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς κατασχέσεως. Γράφων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Κεντρικὸν Ταμίαν καὶ ἐκθέτων αὐτῷ τὴν ἄρνησιν τῆς ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Σπάρταλη, ἐπάγεται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρ. 42 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ πᾶς ὑπάλληλος, ἐπιφορτισμένος χρηματικὴν διαχείρισιν, καθίσταται ὑπόλογος, ἅμα δι’ ἀποδείξεών του λάβῃ εἰς χεῖράς του δημόσια χρήματα, κατὰ τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Διατάγματος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, πᾶσα πληρωμὴ, μένουσα ἀδικαιολόγητος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κλείσεως τῆς χρήσεως, θεωρεῖται ὡς χρέος πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐπιστρέφεται εἰς τὸ ταμεῖον. Ἐπειδὴ ὁ Σπάρταλης, μὴ δικαιολογήσας μέχρι τοῦδε... καθίσταται ὑπόλογος, καὶ ἑπομένως ὑπόχρεως πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον... Σᾶς παραγγέλλομεν, ἵνα... ἐνεργήσητε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, κατάσχεσιν...» Οὕτως ἐνηργήθη ἡ κατάσχεσις, καὶ λόγῳ τῆς τοιαύτης ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατασχέσεως καὶ πληρωμῆς ζητεῖ ὁ Σπάρταλης, ἢ ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἢ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, νὰ πληρωθῶσι τόκοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1874, ὅτε τὰ χρήματα εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ τὸ ζήτημα δὲ τῶν τόκων ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ διὰ τῆς πρώτης ἀποφάσεώς του ἀπεφάνθη, ὅ,τι δι’ αὐτῆς εἶχεν ἀποφανθῆ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας, ἤγουν, ὅτι οἱ περὶ ὧν ἀποφαίνεται ὑπόλογοι οὐδέποτε ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσι τόκους. «Ἐπειδὴ (λέγει τὸ Συνέδριον) κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1852 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους νόμου, τόκος δὲν λογίζεται εἰς ὄφελος τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, παρεκτὸς ἂν ὀφείλεται δυνάμει τοῦ νόμου ἢ ῥητῆς συμφωνίας. Ἐπειδὴ ἐπὶ τῶν προκειμένων λογαριασμῶν οἱ σημειούμενοι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου καθὼς καὶ τοῦ Δημοσίου τόκοι δὲν στηρίζονται οὔτε εἰς νόμον, οὔτε εἰς ῥητὴν συμφωνίαν, θεωροῦνται ἀπαράδεκτοι καὶ συνεπῶς ἀποῤῥιπτέοι». Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, μὴ τροποποιηθεῖσα ὡς πρὸς τοὺς τόκους. Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι ἡ ἀπόφασις αὕτη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπόλογον, ἢ δύναται αὐτὸς, ὅταν τὸν συμφέρῃ, νὰ ἐπικαλῆται τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, ὅταν δ’ ἔχῃ ἐναντίον συμφέρον, νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς αὐτὴν καὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς ἕτερα μέσα; Τὴν δευτέραν γνώμην ἀσπάζεται παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀπαίτησιν τῶν τόκων ὁριστικῶς ἀποῤῥιφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, αὐτὸς οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ προκαλεῖ περὶ τοῦ ζητήματος γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ, ἀντιθέτως πρὸς τὸ Συνέδριον, παραδέχεται ὡς βάσιμον τὴν περὶ τόκων ἀπαίτησιν! Εἶχον, ἐρωτῶ, ἄδικον, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, ἀφοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῆς οὐδὲν παραλείπει ἔκνομον μέσον; Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ ἀπαιτήσῃ τόκους; Ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ πλεῖστοι διακεκριμένοι νομικοὶ, καὶ ἂν εὐαρεστηθῶσι νὰ μελετήσωσι τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Τὸ Δημόσιον (λέγει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον) δὲν ὀφείλει τόκους, ἢ ἀφ’ ὅτου ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ ἀγωγή· ἄρα μὴ ἐγείρας ὁ Σπάρταλης ἀγωγὴν, δὲν δικαιοῦται εἰς τόκους. Ἀλλ’ ἔχει ὁ Σπάρταλης (λέγει τὸ Συμβούλιον) δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον ἔλαβε τὰ χρήματά του καὶ τὸν ἐστέρησε τῶν ἐξ αὐτῶν ὠφελειῶν· τὸ δὲ δικαίωμα τοῦτο προσδιορίζει εἰς τόκον πρὸς 5% ἐτησίως ἐπὶ τοῦ ἀφαιρεθέντος κεφαλαίου. Οὕτω λοιπὸν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὀφείλονται τόκοι, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιδικάζει αὐτοὺς λόγῳ ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ οἱ τόκοι οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν ἢ ἀποζημίωσις ἕνεκα στερήσεως τῶν κεφαλαίων· πῶς λοιπὸν, τοῦ νόμου ἀπαγορεύοντος τοιαύτην ἀποζημίωσιν πρὸ τῆς ἀγωγῆς, ἠδύνατο νὰ ἐπιδικασθῇ τοιαύτη; Τὰ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν χρημάτων δικαιώματα τοῦ Σπάρταλη πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἀφαίρεσις ἔλαβε χώραν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ, εἰμὴ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων αὐτοῦ, καὶ, τούτου γενομένου, οὐδὲν ἕτερον εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Μὴ γενομένης τῆς ἀποδόσεως μέχρι τοῦδε, στερεῖται βεβαίως καὶ τῶν τόκων, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ζημίαν δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς, ἑπομένως, μὴ γενομένης τοιαύτης, δὲν ὀφείλεται ἀποζημίωσις, καὶ τὴν ἰδίαν του ἀμέλειαν πρέπει νὰ αἰτιᾶται ὁ Σπάρταλης, ἂν ζημιῶται ἐντεῦθεν. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι πᾶς στερούμενος ἀδίκως τῶν χρημάτων του δικαιοῦται νὰ ἀποζημιωθῇ, ματαία ἤθελεν ἀποβῆ ἡ διάταξις τῶν νόμων, ἡ ἀπαγορεύουσα τὸν τόκον πρὸ τῆς ἀγωγῆς, καὶ οἱοσδήποτε δανειστὴς τοῦ Δημοσίου ἤθελεν ἔχει τὸ μέσον νὰ ὑπεκφεύγῃ αὐτὴν, ζητῶν οὐχὶ τόκους, ἀλλὰ τόκους λόγῳ ἀποζημιώσεως· ὁ μὴ πληρωθεὶς π. χ. τὸν μισθόν του ὑπάλληλος στερεῖται τῶν ὠφελειῶν αὐτοῦ· ὅθεν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, δύναται νὰ ζητήσῃ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τὰς ὠφελείας ταύτας λόγῳ ἀποζημιώσεως....

§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ὀνόματα τῶν Νομικῶν Συμβούλων, οἵτινες ἔδωκαν τὴν γνώμην ταύτην;

§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ κύριοι Στεφάνου, Καλογερόπουλος, Γλαράκης, Μακᾶς, καὶ οἱ τρεῖς ἐσχάτως διορισθέντες. Ἀλλὰ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι λόγοι ἠδύναντο ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς περὶ τόκου ἀπαιτήσεως. Ἐξέθηκα ὑμῖν, ὅτι τὸ Δημόσιον προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δυνάμει νομίμου τίτλου καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διότι ὁ Σπάρταλης, κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων του, ἠρνεῖτο, καίπερ παραγγελλόμενος, νὰ δώσῃ λογαριασμὸν, ἑπομένως, ἂν ἐζημιώθη ἐκ τῆς κατασχέσεως, αὐτὸς εἶναι παραίτιος τῆς ζημίας του, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ νομίμως ἐξήσκησε τὰ δικαιώματά του. Ἐκτὸς τούτου, ἔχον τὸ Δημόσιον τίτλον ἐκτελεστὸν, ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ἂν ὤφειλεν ἐξ ἄλλων λόγων, διότι δὲν ἐπιτρέπεται συμψηφισμὸς κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἑπομένως πίπτει ἡ ἀπαίτησις τῶν τόκων, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του προσπαθεῖ νὰ στηριχθῇ καὶ εἰς ἕτερον λόγον, εἰς τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρώτη ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, ὑπ’ ἀριθ. 400, παραδέχθη ὡς τοκοφόρους τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις τῶν πιστοχρεώσεων τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι τόκοι καὶ διὰ τὴν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν χρημάτων ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπαίτησιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀναγινώσκῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς ἐκθέσεις, ἃς ὑπογράφει. Ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσιν, ἤθελεν ἀμέσως ἀνακαλύψει, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ὅλως ψευδὲς, διότι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου οὐ μόνον δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς τοκοφόρα τὰ διάφορα κονδύλια τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀπεφάνθη ῥητῶς, ὅτι οὐδένα τόκον ἀναγνωρίζει· ὥστε καὶ τὸ παράδοξον τοῦτο ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύει μόνον τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ στοργὴν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη. Κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ἐκούρασα καὶ ἐκουράσθην. Κατὰ συνέπειαν συγκεφαλαιῶν ὑποστηρίζω ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσι κατ’ οὐσίαν ὑπόστασιν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν προμήθειαν καὶ τοὺς τόκους, ὅτι καὶ αἱ λοιπαὶ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ ἀπεσβέσθησαν, διότι ἡ παραγραφὴ πρὸ πολλῶν χρόνων συνεπληρώθη. Φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, δυνάμενος ν’ ἀποτρέψῃ ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων· τοὐναντίον, φρονῶ, ὅτι ὑπέρ ποτε ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἀκριβὴς τήρησις τῶν νόμων, διότι τὸ ζήτημα συνδέεται στενῶς μὲ τὴν ἀλώβητον τήρησιν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Ἔθνους δικαίων, ἅτινα ἐξετέθησαν ἐν κινδύνῳ, ὡς ἐκ τῆς ἐπιμέμπτου πορείας, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προτείνω λοιπὸν εἰς ὑμᾶς ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν πίστωσιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις παρέχει ὑμῖν εὔλογον ἀφορμήν, ἵνα σκεφθῆτε, ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθῆτε ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν, τόσον οἰκτρῶς διαχειρισθεῖσαν μέγιστα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ δικαίως ὁ κ. Βουλευτὴς κατέληξε, παριστῶν τὸ ζήτημα ὡς πολιτικόν, διότι μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀναχθῇ εἰς ὕψος πολιτικοῦ ζητήματος, ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθετο πρὸς ὑμᾶς. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάζετο ὡς ἁπλοῦν ζήτημα πιστώσεως, βεβαιώθητε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πᾶν ἄλλο ἤθελε πράξει, ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅ,τι ὑπεστήριξεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἤλπισεν, ὡς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ ἐκ τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλάμβανε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν προτείνομεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους πρὸς ὑπόλογον ἐπέβαλλον τοιαύτην τινὰ λύσιν, ἀλλὰ διότι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ὑπὸ πίεσιν. Ἡ πίεσις, ὡς παρεστήθη σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι ἡ πίεσις ἡ διπλωματική, τὴν ὁποίαν ἐξάγει ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, κατατεθέντων παρ’ ἡμῶν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς, ὀφείλοντες νὰ δικαιολογήσωμεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν πίστωσιν ταύτην, ἥτις εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἀνεκλήθη δὲ, ἵνα ἐκκαθαρισθῇ ἀκριβέστερον, ὑπεβάλομεν πάντα, μεταξὺ δὲ τῶν ὑποβληθέντων ὑπάρχουσι καὶ ἔγγραφα τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, παρισταμένης ὡς πληρεξουσίου τοῦ διεκδικοῦντος, οὐδόλως δὲ ὑπὸ διπλωματικὸν χαρακτῆρα. Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἐποιήσαμεν παραστάσεις καὶ ἐπισήμως καὶ ἰδιαιτέρως· παρεστήσαμεν καθαρῶς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο διπλωματικὸν καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάμιξιν αὐτῆς, εἰμὴ ὅπως ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάμιξιν παντὸς ἔχοντος νόμιμον τίτλον πρὸς τοῦτο ἰδιώτου. Ἡ Πρεσβεία δὲν παρίσταται ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν δύναμιν τῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας, ἀλλὰ παρίσταται ὡς ἐκπροσωποῦσα τὰ δίκαια ὁμάδος δανειστῶν· οὐδὲν δὲ ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτήν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ὡς ἀντιπρόσωπον τὴν Πρεσβείαν, καὶ ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέξῃ ἕτερόν τινα, ἰδιώτην ἢ σωματεῖον. Περὶ τούτου καθαρώτατα ἐξεφράσθημεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν. Ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ δώσωμεν ἀπάντησιν· ἠρωτήσαμεν τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἂν διπλωματικῶς παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν, ζητοῦσα τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἢ ἂν παρίσταται ἁπλῶς, ὡς τὸ κείμενον τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων δεικνύει, ὡς ἐπίσημος πληρεξούσιος τῶν διεκδικοῦντων. Εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, τὸν προκάτοχον τοῦ παρόντος, τὸν διεξαγαγόντα τὸ πλεῖστον τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ἔθηκα τὸ ζήτημα, ὅτε αὐτὸς ἐπέμεινεν ἀπαιτῶν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸν ἠρώτησα: Θέτετε τὸ ζήτημα διπλωματικῶς; Πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν, καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῆτε· ἐὰν τὸ θέτητε ὡς ζήτημα διπλωματικόν, θὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ ἕτερον, θὰ φέρητε καὶ δευτέραν φορὰν τὸν στόλον; καὶ ἂν θὰ ἐφέρετε τὸν στόλον, τῷ εἶπον, μὴ ἐλπίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ ἄλλως, ἢ ὡς θὰ ἐλύετο καὶ ἂν δὲν παρίστατο παρ’ ὑμῶν ὡς διπλωματικόν. Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν, ὅτι: αὐτὸς οὐδέποτε, οὔτε ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἀλληλογραφίᾳ, οὔτε ἐν τῇ ἰδιωτικῇ, οὔτε ἐν ταῖς προφορικαῖς πρὸς ἡμᾶς παραστάσεσιν, ἐποιήσατο λόγον περὶ διπλωματικοῦ ζητήματος, ἢ περὶ στόλου· εἶπεν, ὅτι ἔρχεται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ἔχων τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ πάντα ὑπήκοον Ἄγγλον, ζητοῦντα τὴν συνδρομήν του, ἐνταῦθα δὲ ἤρχετο, ἵνα παράσχῃ τὴν συνδρομήν του ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἐζήτει νὰ δοθῇ ἀπάντησις, ἂν παρεδεχόμεθα ὡς ὀρθὰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ, ἢ ὄχι. Εἰς ταῦτα ἀνέκαθεν ἀντέταξα πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων δὲν καθορίζονται διοικητικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἑπομένως οὐδὲν ἔχει νὰ ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ· δύναται νὰ διευθύνηται πρὸς τὸ Συνέδριον διὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ἂς μὴ ἐλπίζῃ, ὅτι αἱ παραστάσεις του πρὸς ἡμᾶς δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Παραστάσεις δύναται νὰ ποιῆται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ εἰς ἐκεῖνο ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν ἔχει δίκαιον, ἢ ὁ κ. Σπάρταλης, κατὰ πόσον αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν, ἢ κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸν κ. Σπάρταλην, ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ διεκδικῶν. Ἡ ἔννοια ἑπομένως ὅσων ἐγράψαμεν καὶ ὅσων ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς σχέσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης πρὸς τὸ Συνέδριον, ἡ ἔννοια ὅσων ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἦτο ἀκριβῶς ἀντίθετος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς· τὸ Συνέδριον ἐπεκαλέσθημεν, ἵνα ἀποκρούσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο παρεστήσαμεν ὡς καθαρῶς δικαστικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλύετο κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις μόνων τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος, εἴτε ὁ διεκδικῶν εἶχε δύναμιν ὄπισθέν του, εἴτε εἶχε μόνην τὴν τοῦ δικαίου. Ταῦτα παρεστήσαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, — ἡ ὁποία καὶ μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας ἐξηκολούθησεν ἀλληλογραφοῦσα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, — ἀποκρούοντες τὴν τοιαύτην λύσιν καὶ ὑποστηρίζοντες, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ λύσις θὰ ἐδίδετο παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὅτι πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδὲν ἀνεκοινοῦμεν, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα διαφωτίσῃ αὐτὸ, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ἔκδοσις ἀποφάσεως. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν εἰργάσθημεν μόνον, ὅτε ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἀνεμίχθη εἰς αὐτήν. Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἀνεμίχθη ἐπ’ ἐσχάτων, ἡμεῖς δὲ ἐργαζόμεθα ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀπὸ τοῦ 1867· διότι ἡ ὀφειλὴ αὕτη κυρίως προέρχεται ἐξ ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, καὶ ἐγὼ μετεῖχον τῶν δοθεισῶν ἐντολῶν, αἵτινες ὑπῆρξαν ἀφετηρία καὶ μεταγενεστέρων ἄλλων ἐντολῶν, ἐξ ὧν προέκυψε τὸ ὅλον τοῦτο χρέος. Τῆς ὀφειλῆς ταύτης τὴν ἱερότητα κάλλιστα γινώσκω, καὶ δικαίως ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔχω στοργὴν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν· διότι, ὅτε κατὰ τὸ 1867 ἐδίδομεν τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἐθεωροῦμεν ἡμᾶς εὐτυχεῖς, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν Ἀγγλίᾳ Πρόξενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐζήτει προκαταβολὴν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, ἐθεωροῦμεν ἡμᾶς εὐτυχεῖς, ὅτι εἴχομεν ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο αὐτὸς νὰ προκαταβάλῃ τὰ χρήματα καὶ κατόπιν, ἐπὶ τῇ ἀποστολῇ τῶν λογαριασμῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπότισιν. Γινώσκω κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, εἶχον δὲ τὴν ἀρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ὡς ἰδιώτου καὶ ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου. Γινώσκω τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείκνυεν ἐκεῖνος διὰ τῆς διαγωγῆς αὑτοῦ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἧς δικαίως ἀπήλαυε παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ παροικίᾳ τῆς Ἀγγλίας. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤρξατο τότε, ἡ δοσοληψία ἤρξατο κατὰ τὸ 1867, ἡμεῖς δὲ ἀπήλθομεν τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1868, ἐξηκολούθησε δὲ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον κατόπιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς δοσοληψίας ταύτης δὲν εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ὀφειλῆς εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην, εἴτε παρὰ τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὸ Δημόσιον, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν. Μετὰ ἔτη τινὰ ἀπὸ τοῦ 1867 ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοὺς λογαριασμοὺς διὰ τὰ πλοῖα· καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ἀποδεικνύεται ἤδη, σχεδὸν ὀφειλὴ οὐδεμία ὑπῆρχε μεταξὺ Σπάρταλη καὶ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἴσως μικρά τις ὀφειλὴ κατελείπετο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸν Σπάρταλην, νομίζω 500 λιρῶν· ὑπῆρχεν ὅμως ὀφειλὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς παγίας προκαταβολῆς. Τότε, ἐκκαθαριζομένων τῶν λογαριασμῶν, ἠγέρθη ἀμφιβολία περὶ τῆς ὀφειλῆς, καὶ ἐσχηματίσθη γνώμη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὀφείλῃ ὁ Πρόξενος Σπάρταλης ἐκ τῆς διαχειρίσεως ταύτης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατεσχέθη ἐν τῇ Τραπέζῃ ποσὸν, ἀνῆκον εἰς αὐτὸν, 6 χιλιάδων λιρῶν. Ἐντεῦθεν πηγάζει ἡ ὀφειλή. Ὀφειλὴ ἄλλη δὲν ὑπῆρχε τότε, ἢ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην μικροῦ ποσοῦ. Ἡ ὀφειλὴ εἶναι αὕτη, ἡ πηγάσασα ἐκ τῶν 6 χιλιάδων λιρῶν, τῶν κατασχεθεισῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ καὶ παραληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν, ἥτις γίνεται σήμερον, ἥτις προέκειτο νὰ γένηται κατὰ τὸ 1883, δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην, παρασκευάζει τὸ ζήτημα ἐκεῖνο· διότι, ἵνα γνωσθῇ κατὰ πόσον κατεσχέθη χρῆμα ἀλλότριον ἐν τῇ Τραπέζῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ καθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ, ἵνα ἀποδειχθῇ, ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἢ δὲν ἦτο ὀφειλέτης ὁ Σπάρταλης. Τοῦτο εἶναι τὸ ὅλον θέμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν, ὅτι καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης ἦτο, νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποδείξωμεν τὸν Σπάρταλην ὀφειλέτην· ἐγὼ ἔχω ὅλως ἀντίθετον ἰδέαν· ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ τῆς ὀφειλῆς ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἀμεροληψίᾳ, νὰ μὴ σκέπτηται δὲ περὶ τοῦ τίς θέλει ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης καὶ τίς θέλει ἀποδειχθῇ πιστωτὴς, ἀλλὰ νὰ σκέπτηται πῶς ν’ ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης ὁ ὀφείλων, καὶ πιστωτὴς ὁ πρὸς ὃν ἡ ὀφειλή. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναταί τις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διανοῆται, ὅτι καθῆκον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι, νὰ φροντίζῃ, πῶς νὰ ἁρπάζῃ ξένην περιουσίαν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησεν, ὡς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς εἶχε καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ, ὅτι ὤφειλε νὰ κατάσχῃ καὶ νὰ παραλάβῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρῆμα ἰδιωτικόν, εἶναι καθῆκον αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν διαδόχων αὐτοῦ κατόπιν, νὰ προσπαθήσωσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην κατάσχεσιν, καὶ νὰ μὴ ἀποδώσωσιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀποζημιώσωσιν ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὸ χρῆμα κατεσχέθη καὶ μετηνέχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὐδεμίαν ἐκεῖνος εἶχεν ὀφειλήν. Τὸ ζήτημα ἑπομένως τῆς ὀφειλῆς Σπάρταλη πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην, εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καθήκοντα δικαστικά. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ σκέπτηται, ἂν τοιαύτη λύσις θέλῃ ὠφελήσει τὸ Δημόσιον, ἢ θέλῃ ζημιώσει τὸ Δημόσιον, εἶχε τὸ καθῆκον νὰ σκέπτηται περὶ ὀρθῆς, δικαίας, εἰλικρινοῦς ἐκκαθαρίσεως. Ὑπεβλήθη ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1883 πίστωσις, ἥτις ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν λογαριασμοὺς αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἀνεγράφη ὡς πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν, Ναυτικῶν, ἵνα μὴ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Σπάρταλη. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐνοήσῃ ἡ Βουλὴ τοῦτο, ἀφοῦ ἀναγράφεται μεγάλοις γράμμασι τὸ ὄνομα τοῦ Σπάρταλη ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ; Καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις, ἢ ὅπως ἀνεγράφη· διότι τοιοῦτος ἦτο ὁ λογαριασμός. Δὲν ἦτο μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Σπάρταλη ὁ λογαριασμὸς, ἦτο μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχε πλέον δοσοληψίαν ἀξίαν λόγου μετὰ τοῦ Σπάρταλη. Εἶχε μόνον μείνει ὀφειλή τις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Σπάρταλην 500 περίπου λιρῶν. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀκρίβεια τῶν λογαριασμῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διάθεσιν τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Δὲν ὑπῆρχον δὲ μόνα τὰ τοῦ Σπάρταλη ἐκκαθαριστέα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν τῷ λογαριασμῷ τοῦ τελευταίου τούτου, ὑπῆρχον καὶ ἄλλα, περὶ ὧν ἐζητοῦντο πιστώσεις, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐπικαλούμενος τὴν καλὴν πίστιν, ὤφειλε τοὐλάχιστον ἐπὶ πραγμάτων, ἐν οἷς καταφωρᾶται προχείρως ἡ διαστροφὴ ἐξ ἐπισήμων δημοσιεύσεων, νὰ δεικνύηται προσεκτικώτερος, ὤφειλε νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, πρὶν εἴπῃ, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς προέτεινε τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ σήμερον ἀναγνωριζομένου. Δὲν ἐζήτει ὁ τότε Ὑπουργὸς πίστωσιν 426 χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη. Εἰς ταύτας περιελαμβάνετο καὶ ἡ τοῦ λογαριασμοῦ Σπάρταλη εἰς ποσὸν κεφαλαίου 179 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ διὰ τόκους 76 χιλιάδων, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 255 χιλιάδων, σχεδὸν δ’ ἐντελῶς συμφωνεῖ τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἀναγραφόμενον εἰς πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη, πρὸς τὸ ἤδη ἀναγνωριζόμενον, μέ τινας ἐν τούτῳ μικρὰς ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰς, διότι ὡς πρός τινα κονδύλια δὲν ἐστάλησαν δικαιολογητικὰ ἀποχρῶντα· εἶναι βεβαιωμένη καὶ τούτων ἡ δαπάνη, ἥτις ὅμως τυπικῶς δὲν ἠδύνατο ἐκ τῶν ἐπισήμως προσαχθέντων ἐγγράφων νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ εἶναι τὰ παραλειφθέντα ταῦτα ποσὰ ἀσήμαντα, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὡς πρὸς τὰ τότε καὶ τὰ νῦν ἀνεγνωρισμένα ὑπάρχει πλήρης ἀντιστοιχία, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τότε οἱ τόκοι κατελογίζοντο μέχρι 31 Μαρτίου 1883, ἤδη δὲ καταλογίζονται μέχρι τέλους τοῦ 1888. Τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, εἶναι τὸ αὐτὸ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγνωρισθὲν κατόπιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, τῆς διορισθείσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγνωρισθὲν ἔπειτα ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν ἡ πίστωσις ἐκείνη ἐψηφίζετο, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ πληρωμὴ, εἰμὴ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ταύτης δὲ τὸ πόρισμα γινώσκομεν ἤδη, σύμφωνον πρὸς τὸ τῆς πιστώσεως. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπελήφθη ἤδη τῆς ἐξελέγξεως πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως, διότι ἡ Βουλὴ ἐζήτησε τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς, ἣν ἀπεδέχθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς πλήρη καὶ νόμιμον ἐκκαθάρισιν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὴν πίστωσιν, τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο. Διατὶ δὲν ἐπέμεινεν ὁ Ὑπουργὸς τότε εἰς τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης; Δὲν ἐπέμεινεν, ὄχι διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι δῆθεν ἀπεδείχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐζητεῖτο ἀδικαιολογήτως καὶ ἐζητεῖτο ἄνευ ἀποχρώσης βεβαιώσεως τῆς ὀφειλῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅστις ἐτύγχανεν ὢν συγγενὴς τοῦ κ. Σπάρταλη καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Σπάρταλη, πρὶν ἢ γενῇ Ὑπουργὸς, ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἠμφισβητήθησαν ὁπωσδήποτε τὰ ποσὰ, δὲν εἶχε δὲ γενῆ ἐξέλεγξις, ἦτο πρέπον νὰ γενῇ πλήρης ἐκκαθάρισις καὶ πλήρης ἐξέλεγξις πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ στάδια τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς ἐξελέγξεως; Τὰ στάδια εἶναι πρῶτον διοικητικὰ καὶ δεύτερον δικαστικά. Ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἀπέσυρε τὴν πίστωσιν ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου, εὐθὺς ἐφρόντισεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γένηται μελέτη τῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ λογαριασμοῦ, καὶ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐνεργείᾳ κατεδείχθη, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἀλλαχοῦ ἢ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ὤκνησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπῆρξαν βραδύτεραι σκέψεις, ὅτι περὶ παραπομπῆς τῆς ἐξελέγξεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐσκέφθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μόνον, ὅτε δὲν ηὐχαριστήθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκκαθαριστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ἔχω τὸ ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδήλου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἀλλαχοῦ ἢ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπευθύνει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τῇ 6ῃ Ὀκτωβρίου 1883 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐκκαθαρίσεως ἀπαιτήσεώς τινος ὡρισμένης τοῦ ἄλλοτε ἐν Λονδίνῳ Προξένου Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὑπηρεσίας, ὑπαγομένης εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὅλως διοικητικῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἠδυνάμην νὰ ἐπιφέρω γνώμην τινά· προκειμένου ὅμως περὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, ὑπαγομένης, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὗτινος προΐσταμαι, δὲν δύναμαι, καθὸ ὢν ὁ φυσικὸς δικαστὴς τοῦ ὑπολόγου τούτου, νὰ μετάσχω τῆς διὰ τοῦ ἀπαντωμένου ἐγγράφου διορισθείσης Ἐπιτροπῆς, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε, εὐαρεστούμενοι, δι’ ἄλλου». Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔκτοτε ἔλεγε πρὸς τὸν Ὑπουργόν: δύνασαι νὰ διορίσῃς Ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ σὲ διαφωτίσῃ, ἀφοῦ ὀφείλεις νὰ ἐκκαθαρίσῃς διοικητικῶς τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἀνήκει, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνήκει, νὰ δικάσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἁρμόδιος δικαστής; πάντα δ’ ὅσα ἤδη πράττεις, τὰ πράττεις διοικητικῶς, τὰ πράττεις, διὰ νὰ φωτίσῃς σεαυτὸν περὶ τῆς ἐνεργείας σου τῆς διοικητικῆς. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου ἐθαύμαζεν ἐνώπιον ἡμῶν, διατὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετεβιβάσθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Αὐτὸς, μελετήσας τὸν φάκελλον, ἀνεκάλυψε τοὺς βαθεῖς σκοποὺς, ὧν χάριν ἐστάλη εἰς τὸ Συνέδριον ὑπόθεσις, προωρισμένη διὰ τὸ Συνέδριον ἀπὸ τῆς 6ης Ὀκτωβρίου 1883. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εὐθὺς τότε ἔδωκε καὶ ὁ Διευθυντὴς τοῦ τμήματος: «Νομίζω,» λέγει, «ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ὡς μέλος τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἀφεύκτως ὡς τοιοῦτος δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς διαχειρίσεως». Ἔκτοτε ἦτο κεκανονισμένη ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν βλέπετε διανυομένην, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ καταλήγομεν ἤδη, ὑπῆρχεν ἔκτοτε διαγεγραμμένον: Ἐπιτροπὴ ἐκκαθαριστική, ἵνα διαφωτίσῃ τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῶν ἀναγνωριστέων ὀφειλῶν, κατόπιν δὲ ἐξέλεγξις ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, προκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, διαφωτισθέντος ὑπὸ τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς....

§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ πρὸ τῆς ἐξελέγξεως;

§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδικαιοῦτο νὰ ἐντείληται τὴν πληρωμὴν, ἐὰν εἶχε πίστωσιν. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα. Τὸ κανονικὸν εἶναι, νὰ ζητῆται ἡ πίστωσις πρὸ τῆς ἐξελέγξεως, ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ ἐξήγησα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεωρήθη πρέπον νὰ προκληθῇ ἡ ἐξέλεγξις πρὸ τῆς πιστώσεως. Ταῦτα δ’ ἐξηγοῦσι τὰ προκαλέσαντα δῆθεν τὸν θαυμασμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τουτέστι διατὶ κατὰ τὸ 1883 ἐπαρουσιάσθη ἡ πίστωσις ὡς ἀναγομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἤδη παρουσιάζεται ὡς λογαριασμὸς τοῦ Σπάρταλη. Τότε ἐπαρουσιάζετο ἡ πίστωσις ὑπὸ τὸν κανονικὸν τύπον, ἀλλ’ ἤδη, μετὰ τὴν εἰδικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρουσιάζεται ὑπὸ τὸν τύπον, τὸν ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, σκοποῦσαν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη. Συνεστήθη ἄρα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ, ἥτις προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, ὅπως τῇ ὑπεβλήθησαν καὶ ἄνευ εἰδικοῦ θέματος. Διότι δὲν προέκειτο ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ λύσῃ ζήτημά τι, προέκειτο μόνον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκκαθαρίσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς γινώσκῃ, κατὰ τίνα τρόπον ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἵνα γινώσκῃ, τί ὤφειλε νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τίνων λογαριασμῶν νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἀναγνώρισιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διεξήγαγε τὸ ἔργον αὐτῆς, καὶ ἔχετε τὴν πολυσέλιδον ἔκθεσιν ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων. Μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης ἠνοίγετο τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἦτο διαγεγραμμένον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπ’ αὐτῆς τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διοικητικῆς. Ὅθεν ὑπεβλήθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ τὸ Συνέδριον ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Τῆς ἀποφάσεως ταύτης προεκλήθη ἡ ἀναθεώρησις, περὶ ἧς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἤδη καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσιν ὡμίλησαν ὡς περὶ πράγματος ἐξαιρετικοῦ, ὡς περὶ πράγματος, τοῦ ὁποίου τὰ ἐλατήρια ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν ἰδιαζόντως. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μὴ εὐχαριστήσασα ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ὁ λογαριασμὸς ἐξηλέγχθη, καὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐζητήθη καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἀναθεώρησις, εἴτε γενομένων δεκτῶν, εἴτε μὴ γενομένων δεκτῶν κατ’ οὐσίαν τῶν ἀξιώσεων τοῦ ἐξελεγχομένου. Τὸ κανονικὸν εἶναι τοῦτο. Ἐγὼ τουλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε καταλογίσει σχεδὸν ὅλους τοὺς Προξένους, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν Λογιστικὸν, ὁ ὀφειλέτης, τοῦ Δημοσίου, ὁ καταλογισθεὶς, δὲν δύναται νὰ διατελῇ ὑπάλληλος, εὑρέθην εἰς δυσχέρειαν, ὀφείλων νὰ προκαλέσω τὴν παῦσιν σχεδὸν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῶν προξενικῶν. Ἀντὶ τούτου προεκάλεσα τότε παρ’ αὐτῶν αἰτήσεις ἀναθεωρήσεως, διότι σχεδὸν ὅλαι αἱ ἀποφάσεις, ἐπὶ ἀνεπαρκῶν δεδομένων ἐκδοθεῖσαι, κατελόγιζον ἐπὶ ὀφειλαῖς ἀνυπάρκτοις. Ἅπαντες σχεδὸν οἱ Πρόξενοι, οἱ καταλογισθέντες, ἠδυνήθησαν ν’ ἀποδείξωσιν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει, ὅτι οὐδὲν ὤφειλον, καὶ ἑπομένως ἠδυνήθησαν νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐὰν ὁ θεσμὸς τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν ὑφίστατο καὶ δὲν ἐλειτούργει, ἐπειδὴ αἱ ἀποφάσεις αἱ πρῶται τοῦ Συνεδρίου σχεδὸν πάντοτε ἐκδίδονται ἄνευ τῆς προσαγωγῆς πλήρους σειρᾶς τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, διότι μόνον ἡ ἀπόφασις ἡ δυσμενὴς προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἐλεγχομένου ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων, εἰς ὧν τὴν ἔλλειψιν ὀφείλεται ὁ καταλογισμὸς, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν ἦσαν ἀναθεωρητέαι, θὰ εἴχομεν σχεδὸν πάντα ὑπόλογον καταλελογισμένον. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει κατὰ γενικὸν κανόνα εἰς πάντας τοὺς ὑπολόγους, συνέβη καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει Σπάρταλη. Ἀφοῦ ἐγένετο ὁ καταλογισμὸς ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου καὶ ἐγνώσθη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, οὗτοι εἶδον, ὅτι πολλὰ κονδύλια δὲν ἀνεγνωρίσθησαν διὰ τὸν μόνον λόγον, ὅτι δὲν εἶχον ὑποβληθῆ ὡρισμένα ἔγγραφα, μαθόντες δὲ οὕτω, ὅτι ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ Συνεδρίου ὡς ἀναγκαία, ἀπέστειλαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐκ τῆς ἀποστολῆς ταύτης προεκλήθη ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ μεταβολὴ αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, διαβιβάζον τὰ ἔγγραφα, φαίνεται ὡσεὶ βοηθοῦν τὸν ὑπόλογον, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνατρέψῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν. Καὶ βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἐβοήθει τὸν ὑπόλογον, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ βοηθήσῃ τὸν ὑπόλογον, ἀποδεικνύοντα, ὅτι δὲν ἦτο καταλογιστέος. Ὅταν ἐκδοθῇ παρὰ τοῦ Συνεδρίου κατὰ ὑπολόγου τινὸς ἀπόφασις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον γινώσκῃ ἐξ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ κέκτηται, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἄδικος, δὲν ἔχει καθῆκον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐργασθῇ καὶ μὴ προκαλούμενον ὑπὸ τοῦ ὑπολόγου, ὅπως δικαιωθῇ ὁ ὑπόλογος; Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ προεκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ ὑπολόγου, ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ προεκαλεῖτο, δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἀποστείλῃ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὡρισμένη δαπάνη ἦτο ἀναγνωριστέα; Ταύτην νομίζετε τὴν ἀποστολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, νὰ προΐσταται τῆς ὑπηρεσίας, ἐφορῶν τὰ γινόμενα καὶ προσπαθῶν νὰ ὠφεληθῇ ἐξ ἀμελείας τινὸς ὑπαλλήλου, ἵνα στερήσῃ αὐτὸν τοῦ μισθοῦ, ἤ, χεῖρον ἔτι, ἵνα στερήσῃ αὐτὸν τῆς ἀποδόσεως προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐκ φιλοπατρίας ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ προσφέρῃ χάριν ἐθνικῆς ὑποθέσεως; Ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ὀνομάζει στοργὴν ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως, εἶναι βεβαίως στοργὴ ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου, εἶναι στοργὴ, τὴν ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμένῃ παρὰ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ ὁ ὑπάλληλος, ὅταν μάλιστα ὁ προϊστάμενος οὗτος ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὰς πρώτας ἐντολὰς, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ ὀφειλή. Ἐν τοιούτῳ πνεύματι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξήτασε τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐπιλαμβανόμενος ἑνὸς ἑκάστου θέματος, παριστᾷ τὸν Ὑπουργὸν προδίδοντα τὴν ὑπόθεσιν. Ποίαν ὑπόθεσιν; Τὴν ὑπόθεσιν τῆς καταδολιεύσεως τοῦ ὑπολόγου, τῆς ἐξ ἐνέδρας προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπαλλήλου. Ἔφερεν ἐνταῦθα καὶ ἀνέγνωσε, προσπαθῶν ν’ ἀποφύγῃ ὅσα δὲν συνέφερον αὐτῷ, ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ εἶπεν: ἰδοὺ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συνερχόμενον ὁλόκληρον καὶ παμψηφεὶ στέλλον γνώμην πρὸς τὸ Συνέδριον, ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Λέγων δὲ ταῦτα, ἀπέκρυπτεν, ὅτι δὲν συνῆλθεν αὐτοπροαιρέτως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ συνῆλθε προκληθὲν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἠρώτα αὐτὸ, ποῖον εἶναι τὸ ἀναγνωριστέον ποσὸν τῆς προμηθείας. Ἰδοὺ τί περὶ τῆς ἐρωτήσεως ἀναγράφει αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, διότι δὲν ἔχω τὸν φάκελλον, ἵνα ἀναγνώσω αὐτὸ τὸ περιλαμβάνον τὴν ἐρώτησιν ἔγγραφον. (Ἀναγινώσκει). Δὲν ἐρωτᾷ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ προμήθειαν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὡς προμήθειαν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζει, καὶ τὸ Συνέδριον ἐξελέγχει. Συνέρχεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον χάριν τῆς τυπικῆς ταύτης ὑποθέσεως, καὶ ταύτην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παριστᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀποδεικνύουσαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀντιστρατεύεται κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, εἰς ὑποστήριξιν δὲ τούτου, προβαίνει καὶ εἰς βεβαιώσεις ὅλως ἀνακριβεῖς. Λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφόν τι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως τὸ περιεχόμενον ἐπαναλαμβάνεται ἐν ἐγγράφῳ ἄλλῳ, ὅπερ ἀνέγνωσε. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐβεβαίου, ὅτι εἰς τὰ δι’ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ παραγγελθέντα πλοῖα δὲν ἐπληρώθη προμήθεια· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀγορᾷ δύο πλοίων ἐπληρώθη προμήθεια ὡρισμένη. Ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, καταπολεμοῦσα, ὡς ὤφειλε, τὴν προμήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν γνώμην, ὅτι ὠφείλετο προμήθεια, πῶς ἠδύνατο νὰ καταπολεμήσῃ αὐτήν; Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν γνώμην, ὅτι τὸ καθῆκον τῇ ἐπέβαλλε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν προμήθειαν, καὶ ἑπομένως νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῆς διαχειρίσεως ταύτης τὸ ὀρθὸν τῆς ἀποδόσεως αὐτῆς, πῶς ἠδύνατο παρὰ τῷ Συνεδρίῳ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον; Ἀλλὰ τὸ οὐσιαστικὸν εἶναι, ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ προμήθεια; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἐνόμισεν, ὅτι μᾶς περιάγει εἰς δυσχερῆ θέσιν, ὅτι μᾶς ἐξαναγκάζει, ἢ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη ὡς ἐξέλεγξιν ὑπαλλήλου ὑπολόγου, καὶ ἑπομένως μὴ ἔχοντος δικαίωμα νὰ λάβῃ προμήθειαν, ἢ, ἀναγνωρίζοντες εἰς αὐτὸν δικαίωμα προμηθείας, νὰ παραστήσωμεν αὐτὸν ὡς μὴ ἔχοντα πρὸς τὸ Δημόσιον σχέσιν ὑπολόγου, καὶ ἑπομένως τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ ὡς μὴ ὑπαγομένους εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τὴν παραγραφὴν ὡς ἐπελθοῦσαν. Καὶ περὶ μὲν τῆς παραγραφῆς θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ περὶ τῆς προμηθείας παρατηρῶ, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἰργάζετο, ὅπως εἰργάζοντο πάντες οἱ Πρόξενοι, τοὐλάχιστον οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγὼ εὑρέθην ἐπισήμως εἰς συνάφειαν. Μετὰ τοῦ Σπάρταλη, ὅτε ἐγὼ ἤμην ὑπάλληλος παρὰ τῇ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείᾳ, δὲν εὑρέθην εἰς συνάφειαν, διότι τότε δὲν ἦτο Πρόξενος, Πρόξενος ἦτο ὁ γέρων Ἰωνίδης. Ὁ Ἰωνίδης πάντοτε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ συνέτασσεν ἐν ὀνόματι τοῦ οἴκου Ἰωνίδου καὶ Σας, ἐνεργοῦντος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προξενείου ἐπὶ ἀλληλοχρέῳ πρὸς τὸ Δημόσιον λογαριασμῷ, ἀποφέροντι τόκον 6%. Ὁ Πρόξενος ἐξ ἰδίων δὲν προκαταβάλλει, ἀλλὰ προκαλεῖ τὴν προκαταβολὴν παρὰ τραπεζιτικοῦ οἴκου, ὅταν δ’ αὐτὸς διευθύνῃ ἐμπορικὸν οἶκον, προχειρότερος καὶ προθυμότερος εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς εἶναι, ὡς εἰκὸς, ὁ οἶκος, τὸν ὁποῖον αὐτὸς διευθύνει. Ὁ Σπάρταλης, Πρόξενος ἅμα καὶ διευθυντὴς τοῦ οἴκου Σπάρταλη καὶ Σας, ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ κατελόγιζε προμήθειαν, ὡς ἐβεβαιώθη δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, εὑρισκομένων ἐν τῷ φακέλλῳ. Ὁ οἶκος Σπάρταλη, ὡς γνωστὸν, ἐπτώχευσεν, ἐν δὲ τοῖς βιβλίοις τούτοις, δημοσιευθεῖσιν ἐπὶ τῇ πτωχεύσει, εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη ἡ προμήθεια. Πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι τοιαύτη προμήθεια δὲν ὀφείλεται; Δὲν πρόκειται περὶ Σπάρταλη Προξένου, ζητοῦντος προμήθειαν, ἀλλὰ περὶ τοῦ οἴκου Σπάρταλη. Τοῦ οἴκου Σπάρταλη τοὺς λογαριασμοὺς δὲν ἐξελέγχει τὸ Συνέδριον, τὸ Συνέδριον ἐξελέγχει τοὺ λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη Προξένου, προκαλέσαντος τὴν ἐπὶ προμηθείᾳ προκαταβολὴν παρὰ τοῦ οἴκου Σπάρταλη. Ὑπάρχουσιν ἔγγραφα ἐν τῷ φακέλλῳ, ἄλλο μὲν περιέχον ἐπαγγελίας τοῦ Σπάρταλη, ὅτι δὲν λαμβάνει αὐτὸς προμήθειαν, ἄλλο δὲ, ὅτι τὴν ὀφειλομένην προμήθειαν θὰ δωρήσῃ εἰς καταστήματα ἀγαθοεργά. Ταῦτα μοὶ φαίνονται ζητήματα, μὴ ἀναγόμενα μήτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκκαθαρίζον, μήτε εἰς τὸ Συνέδριον, ἐξελέγχον, μήτε εἰς τὴν Βουλὴν, ψηφίζουσαν τὴν πίστωσιν. Πῶς θὰ διέθετεν ὁ Σπάρταλης, ὁ Πρόξενος ἢ ὁ διευθυντὴς τοῦ οἴκου, τὴν προμήθειαν, ἂν αὐτὸς ἐλάμβανεν αὐτὴν, ἢ πῶς θὰ τὴν διαθέσωσιν οἱ δανεισταὶ σήμερον, ἐὰν οὗτοι λάβωσι προμήθειαν, δὲν ἐξετάζω. Ἡμεῖς, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς καὶ ὑποσχέσεις. Ὅτι ἐπληρώθη ἡ προμήθεια εἰς τὸν οἶκον Σπάρταλη, τοῦτο εἶναι θετικὸν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀμφισβητήσεως. Ἀλλ’ ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπέναντι τοῦ Σπάρταλη πλέον ἢ τοῦτο, διότι, ἐὰν ἡ ἑτέρα ἀμφισβήτησις ἦτο βάσιμος, οὔτε προμήθεια θὰ ἐπληρόνετο, οὔτε ἡ πίστωσις θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφιθῇ, τουτέστιν, ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ὑπάρχει παραγραφή. Τὴν παραγραφὴν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐστήριξαν ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εὗρον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκκαθαρισάσης τὰ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐκλήθη, ἵνα ἐξετάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὑποβληθέντας εἰς αὐτήν. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε νὰ ἐξετάσῃ, οὔτε τίς ὁ ὑπόλογος, οὔτε πόθεν ἡ ὀφειλὴ προήρχετο, οὔτε ἐὰν ἡ ὀφειλὴ προήρχετο ἐκ λογαριασμῶν ἰδιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ ἐκ λογαριασμῶν ὑπολόγου, ἢ ἐκ κρατήσεως χρημάτων, ἀνηκόντων εἰς τὸν οἶκον Σπάρταλη καὶ κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ τῇ Ἐθνικῇ. Ἐκείνη εἶχε μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν λογαριασμῶν, οἱ λογαριασμοὶ δὲ οὗτοι, ἂν δὲν ἦσαν λογαριασμοὶ ὑπολόγου, ἀλλὰ συνήθεις λογαριασμοὶ ἰδιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον, ὡς τοιοῦτοι δ’ ἐξητάσθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναντιῤῥήτως ὑπήγοντο εἰς τοὺς κανόνας τοὺς ὁποίους ἡ Ἐπιτροπὴ παρέστησεν ὡς κρατοῦντας. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ οὐδένα εἶχεν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε μόνην ἐντολὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν λογαριασμὸν, νὰ διαφωτίσῃ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς δὲ ὤφειλε τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα ἐκεῖνο ἀποφανθῇ περὶ τοῦ θέματος, ἐκεῖνο δὲ, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ θέματος, ἐὰν δὲν προέκειτο περὶ ὑπολόγου. Ἤδη ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅτι ἐθεώρει, ὅτι ἀναποδράστως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν ἐξελεγκτικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου. Τοιαύτην εἶχε γνώμην καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς σημειώσεως τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Ἡ ὑπόθεσις ἑπομένως παρεπέμφθη ἐν τῇ κανονικῇ αὐτῆς πορείᾳ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀνεγνώρισεν, ὅτι προέκειτο περὶ ὑπολόγου. Τὸ στοιχεῖον τοῦτο δὲν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς ἐκκαθαριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως μεταβάλλονται ὁλοτελῶς τὰ περὶ παραγραφῆς· διότι, προκειμένου περὶ ὑπολόγου, παραγραφὴ δὲν χωρεῖ, ἐνόσῳ δὲν ἐγίνετο ἡ ἐξέλεγξις νὰ τρέχῃ παραγραφή, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξέλεγξις, μὴ ὑπαρχούσης ἐξελέγξεως, οὐδέποτε ἀπέναντι ὑπολόγου δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραγραφή. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπῆρχε, τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς ἐπαρουσιάζετο ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐκκαθαριστικὴ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ οὐδὲ τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, πόθεν προήρχετο κυρίως ἡ ὀφειλή. Τὸ Συνέδριον ὤφειλε νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ νὰ εἴπῃ ποῖον τὸ πόρισμα τῆς ἐξελέγξεως. Ἡ ἐκκαθαριστικὴ Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς εὐρύτερον μὲν, ἀλλ’ αὐτοὺς καθ’ ἑαυτοὺς, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ προσώπου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ χρήματος ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ τῆς κατασχέσεως τοῦ χρήματος τοῦ Σπάρταλη, τοῦ ἐμπόρου βεβαίως, διότι ὁ Πρόξενος δὲν εἶχε χρῆμα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ χρήματος ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους· τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐκεῖ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὀφειλὴ, τὸ χρῆμα δὲ τοῦτο, ληφθὲν κατὰ τὸ 1874, γεννᾷ ὡς πρὸς τὴν παραγραφὴν ζήτημα αὐτοτελές. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει σήμερον παραγραφὴ ὡς πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀδύνατον προκειμένου περὶ ὑπολόγου, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο, οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι κατὰ τὸ 1874 ὑπῆρχε παραγραφή. Τότε οἱ λογαριασμοὶ ὑφίσταντο ἐν πλήρει λειτουργίᾳ, ἐνῷ δὲ οὐδὲν ὤφειλεν ὁ Σπάρταλης πρὸς τὸ Δημόσιον, τοὐναντίον τὸ Δημόσιον ὤφειλε πρὸς τὸν Σπάρταλην, τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε λόγῳ κατασχέσεως χρῆμα, ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Τὸ χρῆμα τοῦτο δύναται νὰ μένῃ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, δύναται νὰ μὴ ἀποδοθῇ μετ’ ἀποζημιώσεως, ἐὰν τῷ ὄντι ἀποδειχθῇ, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλήφθη, ἀδίκως ἐλήφθη; Διὰ νὰ φανῇ, ἐὰν ἀδίκως ἢ δικαίως ἐλήφθη, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ὀφειλή· κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν δὲν χωροῦσι τὰ περὶ παραγραφῆς, διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ ἀναγκαῖον πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς χρονικὸν διάστημα. Ἀφοῦ ἤδη ἐκ τῶν ἐξελέγξεων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦτο ὀφειλέτης, ἀλλὰ πιστωτὴς ὁ Σπάρταλης, ἕπεται προδήλως, ὅτι ἐγεννήθη νέα ἐνοχὴ, ὀφειλὴ ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀφαιρέσεως χρήματος, ἀνήκοντος εἰς ἰδιώτην. Περὶ τοῦ χρήματος δὲ τούτου οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι χωρεῖ παραγραφὴ, εἶναι χρῆμα κατεσχημένον, ἀφαιρεθὲν ἀδίκως, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ἔτι ὑπὸ κατάσχεσιν, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἡ κατάσχεσις ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὸ χρῆμα ἄρα τοῦτο τὰ τῆς παραγραφῆς τῶν λογαριασμῶν ἀνατρέχουσιν εἰς τὸ ἔτος 1874, κατὰ δὲ τὸ 1874 οὐδεμία ὑπῆρχε παραγραφή· Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὑρισκόμενον ἀπέναντι τοιούτου γεγονότος, εὑρισκόμενον ἀπέναντι χρήματος ἀφαιρεθέντος ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος παρὰ ἰδιώτου, εἶχε κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τὸ καθῆκον νὰ προσπαθήσῃ, ὅπως τὸ χρῆμα αὐτὸ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀδιαφοροῦν, ἐὰν θὰ ἦτο τοῦτο ἁρπαγή, διότι ὁ ἀφαιρέσας τὸ χρῆμα ἀπὸ τῆς Τραπέζης ἀφήρεσε τοῦτο ἐκτελέσας καθῆκον, ἀφοῦ εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπῆρχεν ὀφειλὴ τοῦ Σπάρταλη, ἐξ ὧν τότε εἶχε πληροφοριῶν· ἀλλ’ ἐὰν σήμερον, μεθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἀποδεικνυούσας τρανῶς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεμία ὑπῆρχεν ὀφειλὴ, ἐκρατοῦμεν τὸ χρῆμα τοῦτο, τί ἄλλο θὰ ἐπράττομεν ἢ νὰ μετατρέψωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς καταγώγιον ἁρπακτικόν; Καὶ ὅμως ταῦτα συνεβούλευεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπευφημούντων τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν ἀναγνωρισθέντων τόκων πρὸς 5%. Τίνες εἶναι οἱ τόκοι οὗτοι; Ἀφοῦ τὸ χρῆμα κακῶς ἐλήφθη, βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις. Ποία δὲ μετριωτέρα δύναται νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις παρ’ ἡμῖν ἢ ὁ τόκος πρὸς 5%; Ἐὰν τὰ τῆς ἀποζημιώσεως ὑπολογισθῶσι κατὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον αἱ δικαστικαὶ ἡμῶν ἀρχαὶ παραδέχονται, βεβαίως ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον· ἀλλὰ δὲν ἐζητήθη ποσὸν μεγαλείτερον ἀποζημιώσεως· ὅ,τι ἐζητήθη, ἦτο κατώτερον τοῦ κανονικῶς παρεχομένου ἐνταῦθα· ἑπομένως, ἀφοῦ ἦτο ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὠφείλετο ἀποζημίωσις, ἔπρεπε νὰ δράξωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα λύσωμεν οὕτω τὴν ὑπόθεσιν. Μετὰ τὴν ἀφήγησιν ταύτην τῶν τῆς ὑποθέσεως τίς δύναται νὰ διστάσῃ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἠθικὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν; Τὸ μόνον δυνάμενον νὰ καταστήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀντικείμενον σκέψεως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀμφιβολίας, εἶναι τὸ τέχνασμα Βουλευτῶν τινων, ἐπιχειρησάντων νὰ παραστήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνεργήσασαν ὑπὸ πίεσιν. Ἀλλ’ ὡς ἐξήγησα, πίεσιν δὲν ἐζήτησεν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία νὰ ἀσκήσῃ, εἰδοποιήθη ὅμως, ὅτι καλῶς ἐγινώσκομεν, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν, ἵνα ἀσκήσῃ αὐτὴν ἐν τοιούτῳ ζητήματι· διότι, καὶ ἐὰν ἡ Πρεσβεία ἐπεχείρει νὰ παραστήσῃ, ὅπερ ὅμως δὲν ἔπραξεν, ὅτι θὰ ἐνήσκει πίεσιν, ἡμεῖς καλῶς ἐγινώσκομεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἰσήκουεν αὐτήν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπεχείρει νὰ ἐνασκήσῃ πίεσιν, δὲν ἠθέλομεν πληρώσει, ἠθέλομεν διαμαρτυρηθῆ. Τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀνήκουσαν εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐνταῦθα ἀρχάς· καθεστηκυῖαι παρ’ ἡμῖν ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περὶ τὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν, ἡ Βουλὴ περὶ τὰ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Ἡ Βουλὴ ἐζήτησεν, ἵνα ἔχῃ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἐξαιρετικῶς τὴν ἐξέλεγξιν τὴν ἐπίσημον, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως· τὴν ἐξέλεγξιν τὴν ἐπίσημον, εἴχομεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1883, ἵνα παρουσιάσωμεν εἰς αὐτήν. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐκτελοῦμεν ἤδη, τὴν ἐκτελοῦμεν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, δηλώσαντες εἰς πάντα, ὅστις τυχὸν ἤθελε διανοηθῆ, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς πιέσῃ, ὅτι δὲν ἀνεχόμεθα πίεσιν, ὅτι θὰ ἐνεργήσωμεν καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐνομίζομεν δίκαιον νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σύστασις παρὰ ξένης Δυνάμεως, καὶ ἐὰν ὁ ἐκπροσωπῶν τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν δὲν ἦτο ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνάμεως, ἀλλ’ ἦτο οἱοσδήποτε ἰδιώτης. Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐθεωρήσαμεν καθαρῶς δικαστικὴν, εἴχομεν δὲ τὴν συναίσθησιν τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, παρὰ τῇ ὁποίᾳ εἰσηγούμεθα τὰς ὑποθέσεις διὰ τοῦ Ἐπιτρόπου, νὰ παραστήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, εἴτε αὕτη ἦτο ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε αὕτη ἦτο κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καθήκοντα πρὸς μόνον τὸ Δημόσιον, ἔχει καθήκοντα ἐπίσης ἐπιτακτικὰ πρὸς τὸν πολίτην, διεκδικοῦντα τὰ δικαιώματα αὑτοῦ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει συμφέροντα μὴ στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ δικαίου, ἡ ἐπικράτησις δὲ τοῦ δικαίου εἶναι τὸ μόνον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἐν ἀντιθέσει ἀξιώσεων πολιτῶν καὶ Δημοσίου μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἵσταται φρουρὸς ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα εἰς μόνον τὸ συμφέρον καὶ τὸ ἠθικὸν μεγαλεῖον τῆς Πολιτείας. (Παρατεταμέναι ἐπευφημίαι).

§56ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ ἀναγγέλλων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν πρόλογον καὶ εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς ἀγορεύσεώς του, ἐνόμισεν, ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν γνωρίζουν, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ εὐρεῖα περιφέρεια κατώρθωσε νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδὲ ἕνα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνθυμῆται, πῶς πάντοτε συμπεριεφέρθη, ὁσάκις εὗρεν ἀπέναντι αὐτοῦ τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι μίαν πρωΐαν οἱ περίοικοι τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος ἐξεπλάγησαν, ἰδόντες τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν παριστάμενον κατὰ μέτωπον....

§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ παριστάμενος; Δὲν εἶναι ἀληθές.

§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος ὑμῶν, ὁ Φρούραρχος.

§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδείς.

§60ΡΑΛΛΗΣ. ... τοῦ Προξένου τῆς Ἀγγλίας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, πρὸ τῶν παραθύρων τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ταπεινῶς συγγνώμην, διότι εἷς χωροφύλαξ ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, κακώσας ὑπάλληλόν τινα τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ τότε ἐξευτελισμὸς ἀπέχῃ τόσον ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ τὸν ἐνθυμῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρόχειρα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὸν νέον τοιοῦτον ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν παρέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐπισειούσης τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἐμνήσθη τότε τῆς ἐλεύσεως τοῦ στόλου ἐν Πειραιεῖ, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δεύτερος στόλος πρέπει νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πραγματευθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικήν. Καὶ ἐν τούτοις τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἔρχονται νὰ διαψεύσουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, τίνα ἐκ τῶν δύο θέλει νὰ πιστεύσωμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου λαλήσαντα, ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔγραφε τῇ 17 Φεβρουαρίου 1887 πρὸς τὴν Δικαστικὴν ἀρχήν; Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἔγγραφον αὐτὸ πρὸς Δικαστικὴν ἀρχὴν, — διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι Δικαστικὴ ἀρχή. — (ἀναγινώσκει): Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς τὸν παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γενικὸν Ἐπίτροπον τῆς Ἐπικρατείας. «Κοινοποιηθείσης, καθὰ προκύπτει ἐκ τῆς συνημμένης πράξεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, εἰς τὸν ὑπόλογον Μ. Σπάρταλην τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεως τοῦ, παρ’ ᾧ διατελεῖτε, Σώματος, ἐξαιτεῖται διὰ τοῦ ἐσωκλείστου ἐγγράφου τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἡ ἀναθεώρησις αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαγομένων νέων ἐγγράφων. «Ἐπειδὴ τὰ δικαιώματα τοῦ Μ. Σπάρταλη ὑπερασπίζεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἤδη προσάγονται ἔγγραφα, ὑποστηρίζοντα ἀξιώσεις, ἃς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐλλείψει ἀποχρώσης δικαιολογίας, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, κρίνομεν νόμιμον τὴν αἴτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως θέσητε ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος πάντα τὰ ἐν τῷ παρόντι ἐπισυναπτόμενα δικαιολογητικὰ καὶ διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. «Ταῦτα εἰσάγοντες εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θέλετε ἐπιστήσει σπουδαίως τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 13)25 τρέχοντος μηνὸς διακοινώσεως τῆς Πρεσβείας τῆς Ἀγγλίας, δι’ ἧς ζητεῖ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, καὶ νὰ παρακαλέσητε αὐτὸ νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ δραστηριότητος τῆς ἐξετάσεως τῶν προσαγομένων ἐγγράφων, προλαμβάνον οὕτω τὴν ἀνάπτυξιν διπλωματικοῦ ζητήματος, οὗ ἡ λύσις θὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπιζημίους διὰ τὸ Δημόσιον. «Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ». Ὑπολαμβάνετε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ὡς ἔγγραφον, μαρτυροῦν, ὅτι ποτὲ δὲν ἠθελήσατε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν παρέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς προσώπου ὑπὸ τὸν διπλωματικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὡς παρισταμένη ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη; Βεβαίως ἔχετε ἴδιον τρόπον τοῦ ἐξηγεῖν τὰ ἔγγραφα· τοῦτο τὸ ἀπεδείξατε. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γινώσκει τί ἀναγινώσκει, βεβαίως θὰ εὕρῃ, ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι δηλ. εἴχετε ἀπέναντι ὑμῶν—καὶ ἐνθυμοῦμαι πάντοτε τὸ ἐπεισόδιον τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος—τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ἐκπροσωποῦντα τὴν φοβερὰν δύναμιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ τῆς δυνάμεως ἐκείνης ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ ἐξευτελισθῶσιν, ἔπρεπε σεῖς πρῶτον νὰ ἐξευτελισθῆτε, ἔπρεπε νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἔπρεπε νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, πρέπει δὲ νὰ ἐξευτελισθῇ νῦν καὶ ἡ Βουλή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς παράστασις τῆς ὑποθέσεως. Δύνασθε ἐντεῦθεν νὰ λέγητε, ὅτι ἀντικρύζητε τὸν στόλον τῆς Ἀγγλίας, χωρὶς νὰ τὸν φοβῆσθε, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφά σας δὲν μαρτυροῦσιν αὐτό. Προσεπαθήσατε διὰ παντὸς τρόπου νὰ κατορθώσητε νὰ μὴ θέσητε ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἔγγραφον· οὐδὲ ἓν ἔγγραφον ὑμέτερον πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν εὑρίσκεται ἐκ τῷ φακέλλῳ· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔφερε τὴν λογοδοσίαν τῶν Ὀλυμπίων, προσήγαγεν ἕνα φάκελλον, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι: «ἔχω ἐδῶ ἕνα φάκελλον, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμος· καὶ τὸν πέρνω ’πίσω» τὸν ἐπῆρε καὶ ἐχάθησαν τὰ ἔγγραφα (γέλως). Ἐν τούτοις ὑπάρχει ἐνταῦθα μακρὰ ἀλληλογραφία τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ οὐδὲ ἓν ἔγγραφον ὑμέτερον πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν. Ἀληθὲς εἶναι, καὶ τὸ βεβαιοῦσι διακοινώσεις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠθελήσατε νὰ διαψεύσητε, ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καὶ προφορικῶς ἐκάματε παραστάσεις πρὸς αὐτόν· διὰ τῶν προφορικῶν σας παραστάσεων καταγγέλλετε, ὄχι ἀνεκοινοῦτε, καὶ τὰς σκέψεις τῶν Δικαστικῶν σωμάτων. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἴχετε τὴν εἰσήγησιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐλησμονήσατε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὰ Δικαστήρια ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Διατί; Τοιαύτην ἀφομοίωσιν ἀναγράφει ὁ νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν ἐγράφετε πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ ἀναμιχθῆτε εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπολόγου. Εἴχετε δικαίωμα, ἀφοῦ δὲν ἐνήσκησε τὸ δικαίωμά του ἐκεῖνο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφοῦ δὲν ἐζήτησεν ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας τοῦ νόμου νὰ ὑποβληθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπολόγου, ἀφοῦ δὲν ἠξεύρω διατὶ, ἐχαρίσθησαν πρὸς τὸν ὑπόλογον τοῦτον πᾶσαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ὑπομνήσητε τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα, νὰ ἀντεπιστείλητε πρὸς αὐτὸ, καὶ νὰ τῷ ὑποβάλητε ξένας διακοινώσεις, καὶ νὰ ἀποδεικνύητε διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὑπέρτατον ὡς πρὸς τοὺς ὑπολόγους Δικαστικὸν σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὰς προμηθείας, καὶ ὡς πρὸς τοὺς τόκους, καὶ ὡς πρὸς τὴν παραγραφήν. Τοῦτο πράξαντες, ἀπεδείξατε, ὅτι ἐπτοήθητε πρὸ τῆς παραστάσεως τοῦ Ἄγγλου Πρέσβεως, ὅτι σήμερον ἐλησμονήσατε, ἢ θέλετε νὰ προσποιηθῆτε, ὅτι ἐλησμονήσατε, τὴν παράστασιν ἐκείνου ὑπὸ τὴν ἀληθῆ του ἰδιότητα, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ αὔριον, ὅταν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, προθύμως θέλετε πάλιν λησμονήσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε ἐντεῦθεν, καὶ θέλετε προσέλθει, ὅπως προσφέρητε τὰς ὑπηρεσίας σας πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὑποβάλλοντες πρὸς αὐτὴν εὐσεβάστως τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν κατωρθώσατε νὰ λάβητε ἐκ τῆς Βουλῆς. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἰδιότητα τῆς παρεμβάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, εἶναι πολλαπλᾶ, καὶ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἡ ἰδιότης ἐκείνη τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, οὐδέποτε παρέστη αὕτη ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πληρεξουσίου, εἴτε τοῦ Σπάρταλη, εἴτε τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, καὶ μάλιστα τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς μετὰ τὴν κοινοποίησιν πρὸς τὸν ἴδιον Σπάρταλην καὶ διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας τῆς πρώτης ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀνεκοίνωσε, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἐνταῦθα τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν, καὶ ὑπέδειξεν, ὅτι εἶναι δεκτικὴ ἀναθεωρήσεως, ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντα πρὸς αὐτὸν,—καὶ τὸ ἔγγραφον εἶναι ἐν τῷ φακέλλῳ,—ὅτι ποτὲ δὲν ἐζήτησε τοιαύτην διατύπωσιν, τοικύτην διαδικασίαν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία· ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐννοεῖ νὰ πληρωθῇ, ἐννοεῖ, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως αἱ ἀξιώσεις τοῦ Σπάρταλη, ὡς πρός τε τὸ κεφάλαιον, τοὺς τόκους καὶ τὴν προμήθειαν, καὶ ὅτι μήτε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μήτε οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, ἀλλὰ μήτε ἡ Βουλὴ δύνανται νὰ ἀμφισβητήσωσι τὰ δίκαια τοῦ Σπάρταλη· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πρέπει νὰ ἐξευτελισθῇ καὶ ἡ Βουλή. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1867, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς, διὰ νὰ ἀνασκευάσω ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ 1868 εἶχεν ἤδη περατωθῆ ἡ ἀγορὰ τῆς «Ἀμφιτρίτης», τῆς «Κρήτης», τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ σχεδὸν συντελεσθῆ καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ «Γεωργίου». Κατὰ τὸ 1868, διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ Σπάρταλης ἐβεβαίου, τίνα ἦσαν τὰ δικαιώματά του· τί δὲ ἔλεγεν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ τοῦ 1868; ὅτι οὐδέποτε ἐνόησε νὰ λάβῃ προμήθειαν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν): Λοιπὸν κατὰ τὸ 1868 ὁ Σπάρταλης βεβαιοῖ διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ταύτης, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε σύμβασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ καταβολῆς οἱασδήποτε προμηθείας, ἀλλὰ δὲν ἤθελε περιπλέον καὶ τὸ ἔθος τὸ ἐμπορικὸν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου, νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὅτι οὐδέποτε ἐνόει νὰ λάβῃ προμήθειαν· αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ Σπάρταλη κατὰ τὸ 1868. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1868– 1874 παρέρχεται ἑξαετία ὅλη, καθ’ ὅλην δὲ αὐτὴν τὴν ἑξαετίαν τίς νομίζετε, ὅτι καταδιώκει τὸν ἕτερον; ὁ Σπάρταλης καταδιώκει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἢ τὸ Δημόσιον τὸν Σπάρταλην; Καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἑξαετίαν διαρκῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ παρὰ τοῦ Σπάρταλη λογοδοσίαν, εἶναι δὲ ἀληθῶς ὀδυνηρὸν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 30 Δεκεμβρίου 1874, δι’ οὗ ὑπομιμνήσκει διὰ τοῦ Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ εἰς τὸν Πρόξενον τὸν Ἕλληνα, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον τὴν τόλμην οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀπαλλάξωσι τῆς θέσεώς του, τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ δώσῃ λογοδοσίαν τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη, καὶ μήτε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν ἐξύπνησε τὸν ὑπόλογον Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος Σπάρταλην, τὸν ἐξύπνησε μόνον ἡ κατάσχεσις, ἡ γενομένη, τῶν χρημάτων του παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ὅταν ὅλαι αἱ προσκλήσεις πρὸς λογοδοσίαν ἀπέβησαν εἰς μάτην, ὅταν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῇ δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ δώσῃ λογοδοσίαν ὁ ὑπόλογος Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, προέβη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχε, — διότι τὰ δικαιολογητικὰ δὲν εἶχον ἀκόμη ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, — εἰς τὴν κατάσχεσιν ἑνὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐγγεγραμμένον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Σπάρταλη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξεκαθαρίσθη ὁριστικῶς εἰς 6,223 λίρας. Ὠφείλετο τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ ὄχι; Ἀναμφισβητήτως πρὸς τὸ Δημόσιον ὠφείλετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε διαβιβάσει ὁ Σπάρταλης οὐδὲ ἓν δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, ἐὰν δὲ ὑπέκυπτεν εἰς τὴν πρόσκλησιν, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο κατόπιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπέβαλλεν ἐντὸς δεκαπενθημέρου προθεσμίας ὁλόκληρον τὸν λογαριασμὸν, ἤθελε καταλογισθῆ διὰ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, παρὰ τὸ ποσὸν τῶν 12,000 λιρῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἐκ τῶν προχείρων λογαριασμῶν, ὡς ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην μέχρι τοῦ 1887, ἢ μᾶλλον μέχρι τοῦ 1888, ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ, τοῦ κατασχεθέντος παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, βαίως δὲν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἦτο ἄδικος. Διατί; διότι πότε ἀνεγνωρίσθη ἡ προμήθεια τοῦ Σπάρταλη; ἀνεγνωρίσθη αὕτη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51 τοῦ 1888 πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τί εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ Δημόσιον; τὰς δύο δηλώσεις τοῦ Σπάρταλη· τὴν μίαν δήλωσιν τοῦ 1868, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ λάβῃ προμήθειαν, τὴν δευτέραν δήλωσιν τοῦ 1874, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόει τὴν προμήθειάν του νὰ τὴν ἀφιερώσῃ ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν ἐν Ἑλλάδι σκοπῶν. Μέχρι τοῦ 1888 πλῆρες δικαιολογητικὸν ἔγγραφον οὐδὲν ὑπεβλήθη. Κατὰ τὸ 1888, ὅτε ἐκοινοποιήθη ἡ πρώτη ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτε ὑπεδείχθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι αὕτη ἦτο ἐπιδεκτικὴ ἀναθεωρήσεως, μεταβαίνει εἷς Συμβολαιογράφος τοῦ Λονδίνου καὶ εὑρίσκει ἐγγεγραμμένην εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα προμήθειαν λιρῶν.... ἡ ὁποία δὲν κατεβλήθη παρὰ τοῦ Μιχαὴλ Σπάρταλη πρὸς τὴν Ἑταιρίαν Σπάρταλη καὶ Σα, ἡ ὁποία μετηνέχθη ἐξ ἰδιαιτέρου βιβλίου τοῦ Μ. Σπάρταλη. Τί τοῦτο σημαίνει; ὅτι μέχρι τοῦ 1874 ὁ Σπάρταλης οὐδέποτε ἐσκέφθη περὶ προμηθείας, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του πάντοτε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, δι’ ἧς ἐδήλου, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ λάβῃ προμήθειαν, ὅτε κατὰ τὸ 1874, ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις τῶν 6,223 λιρῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅτε ἠναγκάσθη ἕνεκα τῆς προθεσμίας νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς, κατὰ τὸ 1874 ἠθέλησεν, ἀναδιφῶν τὰ παλαιὰ κατάστιχα νὰ φουσκώσῃ τοὺς λογαριασμούς του καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ του βιβλίῳ ἐνέγραψε τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν μετέφερε μετὰ ταῦτα εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα. Τοῦτο βεβαίως ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ ἐντίμου συμβολαιογράφου, ἀλλὰ διόλου δὲν ἀποδεικνύει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατέβαλεν ὁ Σπάρταλης οἱανδήποτε προμήθειαν, διότι τὸν Σπάρταλην τὸν εἴχομεν ὑπὸ δύο ἰδιότητας, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη· τώρα τὸν ἔχομεν ὑπὸ τρεῖς ἰδιότητας, τὸν Σπάρταλην πρόξενον, τὸν Σπάρταλην μὴ πρόξενον, καὶ τὸν Σπάρταλην μέλος τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα. Ἐτριχάσθη, ὡς βλέπετε· ἀλλ’ ὑπὸ οἱανδήποτε ἰδιότητα καὶ ἂν ἐνεργῇ ὁ Σπάρταλης, εἴτε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη ὡς προξένου, εἴτε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη ὡς ἀτόμου, εἴτε ὡς μέλους τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα, βεβαίως ἀπὸ τοῦ 1868 ἕως τοῦ 1887 οὐδὲν ὑπέβαλεν ἔγγραφον, ἀναγνωριστικὸν τῆς προμηθείας του, οὐδεμίαν ὑπέβαλεν ἀπόδειξιν, ἀποδεικνύουσαν τὴν προμήθειάν του, καὶ οὐδεμίαν ὑπέβαλεν ἀκόμη ἀπαίτησιν περὶ προμηθείας, οὐδὲ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ὑποβάλλει· καὶ ὅταν σᾶς ὁμιλοῦν περὶ δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὸ Δημόσιον, πρόκειται περὶ δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὸ Δημόσιον, πρόκειται περὶ δωρεᾶς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην. Ποῦ εὗρον ἀναγεγραμμένην τὴν αἴτησιν περὶ προμηθείας; Ἀληθῶς ἀναγράφεται εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἀκριβῶς τῶν λογαριασμῶν προστίθεται, ὅτι ἡ προμήθεια νὰ μείνῃ ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν σκοπῶν ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν μέχρι τοῦ 1887 προμήθεια δὲν ὀφείλεται. Βεβαίως οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Δύνανται νὰ ἀναγνωρίσωσιν οἱανδήποτε προμήθειαν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ τὴν κάμουν νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν κατὰ 14 ὅλα ἔτη. Τὴν προμήθειαν τὴν ἀνέγραψε σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀνέγραψεν ἡ δευτέρα ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, δὲν δύνανται νὰ τὴν κάμωσι νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν, διὰ νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἐν δόλῳ, ὡς ἐν δόλῳ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, κατὰ τὴν κατάσχεσιν, τὴν γενομένην ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ Σπάρταλη. Ἐπανέλαβον δὶς τὸ ἐν δόλῳ, διότι ἡ λέξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τῶν Νομικῶν Συμβούλων, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. (Ἀναγινώσκει τὴν γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων). Οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, οἱ τεθέντες ἐκεῖ, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, χαρακτηρίζουν, ὅτι, ἂν μὴ ἐκ δόλου, ἐξ ἀσυγγνώστου ὅμως ἀμελείας’ δηλ. δύναται νὰ ᾖναι καὶ ἐκ δόλου. Ἀλλ’ οἱ Σύμβουλοι εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὴν δικογραφίαν αὐτὴν, διότι ἄλλως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ πίεσις ἐπ’ αὐτῶν· οἱ Σύμβουλοι ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅτι μέχρι τοῦ 1887 ἡ προμήθεια δὲν εἶχε δικαιολογηθῆ, ὅτι μέχρι τοῦ 1887 δὲν εἶχον ὑποβληθῆ πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ἡ ὁποία ὑπέβαλε καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη, ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία προσήγαγεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀνεγνωρίσθη ὁ Σπάρταλης δανειστὴς ἑτέρων 3,000 λιρῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καὶ δύο χιλιάδες περίπου λίραι τῆς προμηθείας. Ἀλλὰ προμήθεια, ἂν δὲν ὀφείληται ἐκ συμβάσεως, ἂν δὲν ὀφείληται διότι ὁ Σπάρταλης ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἔθιμον τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἀγγλίας, δὲν ὀφείλεται καὶ διότι οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐπλήρωσε τοιαύτην, εἰμὴ ἅπαξ μόνον. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῇ καὶ μᾶς τὸ παρέστησεν ὡς ἀλλοῖα ἀναφέρον. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἡ προμήθεια ἐπληρώθη εἰς μεσίτας, ἐκεῖ ὅμως τί λέγει ὁ Σπάρταλης διὰ τοῦ ἐγγράφου του; Αὐτὰ εἶναι μετὰ ἑπτὰ ὅλα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1868 ἀπὸ τῆς πρώτης ἐπιστολῆς. (Ἀναγινώσκει).... Ἐπὶ 24,000 λιρῶν ἐζήτει προμήθειαν 1300 λιρῶν, ἐπὶ 24,000 λιρῶν ἐπληρώθη προμήθεια διὰ τὴν «Μυκάλην» 180 λίραι. (Ἀναγινώσκει)... Ἀλλὰ πότε γίνεται, πότε προκαλεῖται αὐτὴ ἡ διανομή; Κατὰ τὸ 1874, ὅτε εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιλάβῃ τὴν μηδέποτε ὑποσχεθεῖσαν προμήθειαν· τὴν προμήθειαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας παρητήθη, ἂν εἶχέ ποτε δικαίωμα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα πλέον τοῦ μέλους τῆς ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα, τὴν προμήθειαν ἐκείνην ἐζήτει μόνον κατὰ τὸ 1874, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀργοπορίαν περὶ τὴν ὑποβολὴν τῶν λογαριασμῶν. Σήμερον ὅμως μετεβλήθησαν ἐντελῶς τὰ πράγματα· σήμερον ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, στηριχθεῖσαν ἐπὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐκ τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισε, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, κατὰ πόσον νομίμως τὴν ἀνεγνώρισε, —τὴν προμήθειαν ταύτην δὲν δύνανται νὰ τὴν καταλογίσωσιν ἀπὸ τοῦ 1874 ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, ὅπως ἀποδείξωσι τὸ Δημόσιον, ἂν ὄχι ἐν δόλῳ, ὅμως ἐν ἀσυγγνώστῳ ἀμελείᾳ διατελοῦν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν. Κατὰ τὸ 1883 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ἀγνοίᾳ ὅμως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοὐλάχιστον ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, περιέλαβεν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις ὑπὲρ τοῦ Σπάρτταλη ποσὸν 179,232 καὶ τόκους 76,471. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας, ὅτι ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως ἐκείνης ὠφελήθη τὸ Κράτος· ἐξ ἐναντίας εἶναι περιπλέον ἀπόδειξις, ὅτι, ὅταν ἔχῃ ἀπέναντί του τὸ Δημόσιον, ὅταν ἔχῃ ἀπέναντι αὑτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει ταχέως νὰ σπεύδῃ νὰ ἐκκαθαρίζῃ τοὺς λογαριασμούς του, διότι ἄλλως ὑπόκειται εἰς ζημίας μεγαλειτέρας. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, εἶναι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Καλλιγᾶς. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀναμφισβητήτως ἦτο πληρεξούσιος τοῦ Σπάρταλη καὶ συγγενὴς αὐτοῦ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τούτοις ὁ Καλλιγᾶς εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβιβάζει τὰς ἀξιώσεις τοῦ Σπάρταλη κατὰ τὸ 1883; (Ἀναγινώσκει).... Λοιπὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο εἰς τὸ 1883 καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίζετο ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, εἶναι 4,136 λίραι· σήμερον τί ἀναγνωρίζεται ὑπὲρ αὐτοῦ; 6,423 λίραι, δηλ. ἀναγνωρίζεται ὡς κεφάλαιον ποσὸν κατὰ 2,287 λίρας περισσότερον. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τοῦ κ. Καλλιγᾶ καὶ ἕτερον περὶ τῆς ἐξελέγξεως. (Ἀναγινώσκει).... Τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς διαψεύσῃ τὸν Καλλιγᾶν· ἀλλὰ θὰ τοῦ ἀντιτάξῃ ὁ Καλλιγᾶς: «Εἶμαι πληρεξούσιος τοῦ Σπάρταλη καὶ γνωρίζω ἀκριβῶς μέχρι τίνος ποσοῦ ἀναβιβάζει τὰς ἀξιώσεις του ὁ Σπάρταλης μέχρι τοῦ 1883». Ἂν δὲν ἔπραττε τὸ σφάλμα,—διότι πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσωμεν σφάλμα,—ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ κονδυλίου ἐκείνου, ὡς ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, ἤθελε λάβει ὁ Σπάρταλης 4,136 λίρας, καὶ θὰ ἦτο εὐχαριστημένος· σήμερον πρόκειται νὰ πληρώσητε πρόστιμον, διότι θὰ πληρώσητε περιπλέον 2287 λίρας, διότι ἡ ἐκκαθάρισις ἔγεινε παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὄργανον ἁρπακτικὸν τῶν ξένων περιουσιῶν, ἀλλὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν ὑπόλογον, ἀδιαφορῶν, ἂν χθὲς ἔλεγε πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐδάνεισε τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦ ὁποίου ἑπομένως τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἀξίωσις εἶναι ἐπίσης ἱερὰ, ὡς ἡ καταβολὴ τοῦ Σπάρταλη, ἔλεγε πρὸς ἐκεῖνον: «δὲν σοῦ ὀφείλεται τίποτε, διότι δὲν ἐφρόντισες νὰ μάθῃς, ἂν ἐκληρώθη ἡ ὁμολογία σου». Ναί, βεβαίως αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὄργανον ἁρπακτικὸν, ἀλλὰ βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ προσπαθῇ νὰ εὐνοήσῃ τοὺς ὑπολόγους, δὲν πρέπει νὰ προσπαθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ ἐξελέγξεως τῶν ὑπολόγων, νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλληται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπιδοκιμάζουσα, ἢ ἀναγνωρίζουσα προμήθειαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε συνωμολογήθη καὶ οὐδέποτε ἀπῃτήθη. Πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἀναθεωρήσεις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν εἰς μίαν, οἱανδήποτε, ὑπόθεσιν οἱουδήποτε δυστυχοῦς ὑπαλλήλου ἔδειξε τοιοῦτον ἐνδιαφέρον...

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις τῶν Προξένων.

§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ ἂν ἐφρόντισεν αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφα δικαιολογητικὰ τῆς διαχειρίσεως οἱουδήποτε ὑπολόγου, ἢ ἂν δὲν ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀμέσως προσκλήσεις ἐκ μέρους τοῦ Ταμείου πρὸς πληρωμὴν καὶ πρὸς ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων τοῦ ὑπολόγου. Ἡ μέχρι τοῦδε πορεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο τοιαύτη, σήμερον ὅμως, προκειμένου περὶ τῆς λογοδοσίας τοῦ Σπάρταλη, μεταβάλλεται ἐντελῶς, δὲν μεταβάλλεται βεβαίως διότι ὑπάρχει οἱονδήποτε ὑλικὸν συμφέρον, μεταβάλλεται, διότι ὑπάρχει ἐκεῖνος ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1884 ἐνέπνευσε τῷ Πρωθυπουργῷ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία. Λοιπὸν πρόκειται σήμερον νὰ πληρώσητε πρόστιμον 2,300 λιρῶν, καὶ ὑπαίτιος μάλιστα τῆς πληρωμῆς ταύτης τοῦ προστίμου εἶναι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶπον’ κατὰ τοῦτο δὲ εἶχεν ἐντελῶς δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἔψεγεν ἐπὶ ἀνακριβείᾳ τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας. Ἡ προμήθεια, εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι δὲν ὀφείλεται. Τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας ὑπεβλήθη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχουν δύο στάδια ἐξελέγξεως, ἡ ἐξέλεγξις ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ ἐξέλεγξις ἡ δικαστική· τὴν διοικητικὴν ἐξέλεγξιν τὴν ἔκαμε τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἢ μία Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν συνεκρότησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Καλλιγᾶς, καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη τῇ 25 Φεβρουαρίου 1883, ἐνῷ ἡ ἀπάλειψις τῆς πιστώσεως ἐκείνης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἔγεινε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Φεβρουαρίου 1883, δηλ. πρὶν ἢ κυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνέστη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐκείνην Ἐπιτροπὴν ἀληθῶς περιελήφθη ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ ὁποῖος κατόπιν, μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἐσκέφθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, τὴν διοικητικὴν, διὰ τίνα λόγον; διότι ὡς Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἦτο ὁ φυσικὸς δικαστὴς τοῦ ὑπολόγου, καὶ ἐπικαλούμενος ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε προαποφασισθῆ ἡ ὑποβολὴ ὁλοκλήρου τῆς λογοδοσίας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ διαψεύδει ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ἔγγραφον τῆς Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, διότι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, φαίνεται, ὅτι εἶχε τὴν κακὴν συνήθειαν, εὐθὺς ἀμέσως, μετ’ οἱανδήποτε συνδιάλεξιν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, νὰ γράφῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶχον ἀνακοινωθῆ, καὶ νὰ τὰ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, μετὰ μῆνας δὲ πολλοὺς ἀπὸ τῆς συνδιαλέξεως ἐκείνης ὑπενθυμίζει εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶπε· καὶ τῷ εἶπε τί; τῷ εἶπεν, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ἀναγκαίως θ’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Σπάρταλη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, πρέπει δὲ, ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν ἔνστασιν ταύτην, νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διότι ἐν φανερᾷ συνεδριάσει δὲν ἐνόμιζεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς παραγραφῆς. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως σᾶς λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐφευρέσεις τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας, καὶ δὲν τὰ ἀνέγνωσεν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἴσως ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ὅτι βεβαίως ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, ὅτε ἔγραφε ταῦτα, ἀνέμενα δὲ, ὅτε ἤρχισε νὰ ἀμφισβητῇ τοὺς λόγους τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας, ὅτι ἤθελε προβάλει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας· δυστυχῶς ὅμως ἐβεβαίωσε τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἰς τί ἐχρησίμευσεν αὐτὴ ἡ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή; Εἶναι ἓν ζήτημα περιεργείας τοῦ Πρωθυπουργοῦ; δὲν τὸν ἔφθασαν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; δὲν τὸν ἔφθασαν αἱ ἐκθέσεις τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἐκθέσεις τοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; ἤθελε περιπλέον ἔκθεσιν τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν αὐτὸς ὁ ἴδιος! Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν ἐκ περιεργείας ἠθέλησε τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, διατὶ ἀπὸ τῆς 23 Ἀπριλίου 1884, ὅτε συνέτασσε τὴν ἔκθεσιν ἡ Ἐπιτροπή, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1886, δὲν σκέπτεται νὰ στείλῃ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὰ ἔγγραφα, τὸν λογαριασμὸν τοῦ ὑπολόγου; Ἀφοῦ παρέρχονται δύο ἔτη ὁλόκληρα, ἀφοῦ εἶχε προδιαγράψει ἐν τῇ κεφαλῇ του τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ἐλέγχων μετὰ τῶν διοικητικῶν ἐλέγχων, εἶδε μόνον ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξηγῇ διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Πρέσβεως, τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖ διὰ τίνα λόγον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ πλέον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφοῦ ἀντετάχθη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς παρὰ τῶν Νομικῶν Συμβούλων· οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι μιᾷ φωνῇ βεβαιοῦσιν, ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Σπάρταλη εἶναι παραγεγραμμένη, καὶ προσθέτουσιν, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς δι’ ἑαυτὴν νὰ προβάλῃ τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ὀφείλει νὰ φέρῃ πίστωσιν εἰδικήν, τὴν ἀξίωσιν δὲ ταύτην εἶχε καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, νὰ ὑποβληθῇ πίστωσις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς βεβαίως δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπ’ εὐθείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι θὰ τῷ ἀντετάσσετο ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ἀποφύγει τὴν ἔνστασιν διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ σᾶς εἶπε σήμερον, πῶς δύνασθε ν’ ἀντιτάξητε τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ἀφοῦ ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως ἐξηκολούθει μέχρι τοῦ 1888; Καὶ ἡ ἔνστασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἀγγλίας καὶ μὲ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένην συνδιάλεξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔσφαλεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς παραγραφὴν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ὑπολόγων, καθ’ ὅσον χρόνον ἡ διαχείρισίς των εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς, καὶ μάλιστα τῶν ὑπολόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς παρελεύσεως τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς διαχειρίσεώς των μέχρι τῆς ἐξελέγξεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἐπήρχετό ποτε ἡ παραγραφή, καὶ τὸ ἄρθρον ἐν τούτοις 69 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου οὐδεμίαν κάμνει διάκρισιν. Πᾶσα ἀξίωσις οἱουδήποτε, εἴτε ὑπολόγου, εἴτε μὴ ὑπολόγου, ὑπόκειται εἰς παραγραφήν, πᾶσα ἀξίωσις κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ποῦ εὑρίσκει τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἠθέλησε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν γενομένην, τὴν ἐπελθοῦσαν δῆθεν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς τὴν ἐπεκαλέσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές· δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι πάντες παραδέχονται, ὅτι ἡ ἀναγνωριστικὴ τοῦ δικαιώματος ἀπόφασις οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς παραγραφῆς. Δὲν εἶχεν ἢ νὰ συμβουλευθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Dalloz εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν παραγραφὴν τῶν ἀξιώσεων τοῦ ὑπολόγου. Ὁ ὑπόλογος ἔχει δικαίωμα καὶ τὸ μέσον νὰ ζητήσῃ τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου ἀμέσως, ὡς ἔληξεν ἡ διαχείρισίς του. Ἡ διαχείρισις τοῦ Σπάρταλη ἔληξε κατὰ τὸ 1870, ἀλλ’ οἱ λογαρισμοὶ του ὑπεβλήθησαν μόνον κατὰ τὸ 1875. Καὶ γνωρίζετε, πῶς ὑπεβλήθησαν οἱ λογαριασμοί. Ἀπὸ τοῦ 1875, ἦτο ἐντελῶς ἐλεύθερος ν’ ἀπευθύνῃ αἴτησιν θεραπείας καὶ νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐξέλεγξις, ἡ μὴ γενομένη, ἢ ἡ κατόπιν γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Συνεδρίου, δὲν τὸν παρεμπόδιζεν εἰς τὸ νὰ ἐπιδιώξῃ δικαστικῶς καὶ νὰ συντηρήσῃ ἑπομένως τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ τῷ ἀναγνωρίσῃ. Λοιπὸν ἡ ὑποβολὴ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐγένετο μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστρέψῃ τὴν παραγραφὴν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη, ἡ παραγραφὴ ὑφίσταται ἀκεραία. Τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει ἓν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, ὅτι ἐντεῦθεν δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὸ οἰκεῖον ἔνταλμα καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι πλάνη· δὲν ἀρκεῖ μία πίστωσις, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἀνευθύνως σχετικὸν ἔνταλμα, διότι ἠκούσατε τὸ τεμάχιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, εἶναι κεκτημένον δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἡ παραγραφὴ, καὶ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀποξενωθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματός του τούτου, τοῦ κεκτημένου, εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀποξενοῦται παντὸς ἑτέρου δικαιώματος, δηλαδὴ τί πρέπει νὰ γίνῃ. Ἂν ἔχετε ὄρεξιν νὰ κάμητε δωρεὰν πρὸς τὸν Σπάρταλην, νὰ φέρητε τακτικὸν νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς. Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν καλύπτει τὴν παραγραφήν. Αὔριον θὰ εὑρεθῆτε πάλιν ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον θέλετε ἐκδώσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως, ἥτις θὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἀναγκαίως ὀφείλετε νὰ ἀποσύρητε τὴν πίστωσιν, νὰ φέρητε δ’ ἓν νομοσχέδιον δωρεᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ ὡς δωρεὰ πλέον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὁλόκληρος ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσφέρετε κακίστην ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν προστατευόμενόν σας· διότι, ἐὰν κατορθώσῃ ὁπωσδήποτε νὰ λάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελε ψηφίσει ἡ Βουλή, βεβαίως ὑπόκειται εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, διότι ἤθελε λάβει τὸ μὴ ὀφειλόμενον. Τὸ ζήτημα τῶν τόκων εἶναι ἀληθῶς περίεργον, διότι δὲν ἀναγράφονται οἱ τόκοι ὡς τόκοι, ἀλλ’ ὡς ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων. Κοινῶς γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς στερήσεως παντὸς χρηματικοῦ κεφαλαίου μία ὀφείλεται ἀποζημίωσις, ὁ τόκος. Τώρα κατωρθώθη νὰ εὕρωμεν ἀποζημίωσιν ἀντὶ τόκου καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι ἐνόμισαν, ὅτι οὕτω πως ἤθελον ἀποφύγει τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουν νὰ χορηγηθῇ τόκος ἄνευ ἀγωγῆς. Προεκάλεσαν λοιπὸν μίαν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῆς ἑξῆς ἐρωτήσεως: Ὀφείλεται ἀποζημίωσις εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἤθελε λάβει χρήματα ἀχρεωστήτως τοῦ κ. Σπάρταλη; Καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπαντᾷ: Βεβαίως ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Καὶ ἡ ἀποζημίωσις πῶς θὰ κανονισθῇ; Διὰ τῆς πληρωμῆς τόκων. Καὶ ἔγραψεν ἀποζημίωσιν ἀντὶ τόκων. Ἀλλ’ ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐὰν οἱ τόκοι αὐτοὶ ὀφείλωνται δυνάμει τῶν καθεστώτων νόμων, τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τοῦ Διατάγματος τοῦ 1852, τοῦ νόμου ΧΛʹ τοῦ 1887; Ἐὰν ἠρωτᾶτο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, βεβαίως ἤθελεν ἀπαντήσει, ὅτι δὲν ὀφείλονται. Διατί; Διότι τὸ μὲν ἄρθρον 16 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1852 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι τόκος διὰ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον ἀχρεωστήτως, οὐδέποτε ὀφείλεται· δηλαδὴ τὸ ἄρθρον προβλέπει ἀκριβῶς τὴν περίπτωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, δηλαδὴ ὑποθέτει, ὅτι τὸ Δημόσιον λαμβάνει χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν τῷ ὀφείλονται, καὶ ἐρωτᾶται· τὸ Δημόσιον ὀφείλει τόκους; ἀπαντᾷ δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1852, ὅτι τόκοι δὲν ὀφείλονται. Ἀλλὰ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὸ εἰδικὸν ζήτημα, ἐὰν ὀφείληται ἀποζημίωσις διὰ τὸ τυχὸν λείψανον ὡρισμένου ποσοῦ παρ’ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὀφείλεται, καὶ βεβαίως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀπαντᾷ οὕτω πως, διότι τέλος πάντων καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων εἶναι ἓν δικαίωμα, μία ἀξίωσις, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ παραγραφή, διότι πᾶσα ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δημοσίου παραγράφεται ἐντὸς πενταετίας. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀξίωσις κατὰ τοῦ Δημοσίου αὕτη, καὶ ἐάν ποτε ἐκτᾶτο τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἀντὶ τόκων, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος ΧΛʹ, τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν θὰ παρεγράφετο εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα; Βεβαίως ἐπ’ αὐτῶν ὅλων τῶν θεμάτων δὲν ἠρωτήθησαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπήντησαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: νομίζει, ὅτι λόγῳ τοῦ ἱεροῦ τῆς ὀφειλῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην δὲν παραγράφεται οὐδέποτε τὸ δικαίωμά του; ἡ ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων δὲν εἶναι δεκτικὴ παραγραφῆς; Ἀλλὰ πῶς ἠθέλετε νὰ οἰκονομήσῃ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος εἶπε διὰ τοῦ ἐγγράφου του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι δὲν ἤθελε θεωρηθῆ δικαία καὶ ἱκανοποιητικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐὰν δὲν ἐπεδικάζοντο καὶ τόκοι 5%; Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐπιδικασθῶσι. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν περὶ τόκων, καὶ κατὰ τοῦτο ἀληθῶς ἀπεδείχθη ὑπέρτερον ἑαυτοῦ, ἐνῷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας ἔκλινε τὸ γόνυ πρὸ τῆς θελήσεως τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐπεδικάσθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἀφοῦ τὸ ἀπῄτει ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, καὶ διὰ τοῦτο προκαλεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ ταῦτα ἡ γνωμοδότησις αὕτη μεταφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως. Τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 4,387 λιρῶν, οὐδὲν ἕτερον δικαιολογητικὸν ἔχει, παρὰ μόνον τὴν γνωμοδότησιν ταύτην. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη, νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἔχῃ ὑπόστασιν αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις περὶ ἀποζημιώσεως λόγῳ τόκων. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ἐὰν δὲν δεχθῆτε —καὶ τὸ προβάλλουν ὡς συμβιβασμὸν— τὸν τόκον 5%, τρέχετε τὸν κίνδυνον, νὰ ζητηθῇ τόκος 8%, ὅσον ἀναγνωρίζουν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι κατὰ τοῦ Δημοσίου λόγῳ ὑπερημερίας, καὶ ἀπὸ λόγον πολὺ ἐπιεικῆ ὁ Σπάρταλης καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐδέχθησαν μόνον τόκον 5%. Ἐνταῦθα ὅμως πάλιν ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς πιστώσεως, διότι πρόκειται περὶ καθαρᾶς δωρεᾶς, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδὲν δικαιολογητικὸν ὑπάρχει, διότι ἡ γνωμοδότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων βεβαίως δὲν εἶναι δικαιολογητικόν, δὲν ὑπάρχει κἄν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐπὶ τῆς προμηθείας. Ἐπὶ τῆς προμηθείας ὑπάρχει ἐκ μέρους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν μία ἐκκαθάρισις, ὅπως ὁρίζει ὁ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμος. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκκαθαρίσουν προμήθειαν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μήτε ἀνεγνώρισαν τοιαύτην, μήτε ἐζήτησαν τοιαύτην. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τόκων δὲν ὑπάρχει κἂν ἐκκαθάρισις. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, καὶ πῶς, ψηφιζομένη, δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ; πῶς θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα; Ἴσως τότε θὰ ἀνεύρῃ νέαν ἀρχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις τῆς δαπάνης· διότι εἶναι τόσον ἐλαστικαὶ αἱ διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου· πότε δηλ. γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις μετὰ τὴν διοικητικὴν ἐξέλεγξιν, πότε μετὰ τὴν δικαστικὴν, πότε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, πότε ἄνευ ἀναγνωρίσεως τῶν Ὑπουργῶν, καὶ πότε μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία μένει εἰς τὸν ἀέρα, διότι ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει κἀνὲν ἔγγραφον ἀναγνωριστικὸν τῶν τόκων. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα βεβαίως ἀποδεικνύουν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε προμελέτη, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ γίνῃ μία ἀληθὴς δωρεά, εἴτε ὑπὲρ τοῦ κ. Σπάρταλη, εἴτε ὑπὲρ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ἡ προμελέτη αὕτη ὑπῆρξεν ἀτελὴς, διότι οὕτω πως διεσκευάσθησαν τὰ πράγματα, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς θὰ εὑρεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ νέων δυσχερειῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς μόνη ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως, ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν δωρεὰν πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην τῶν 10,510 λιρῶν, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ τρὶς παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τότε θὰ ἔχῃ ἕνα τίτλον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ νὰ παρακάμψῃ τὴν δυσχέρειαν τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως ἐγκαίρως τῆς προμηθείας, τὴν δυσχέρειαν τῆς παραγραφῆς, τὴν δυσχέρειαν τῆς μὴ εἰσέτι ἀναγνωρίσεως τῶν ὀφειλομένων τόκων. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ πίστωσις αὕτη, ψηφιζομένη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ, καὶ τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι, νὰ ἀποσύρῃ αὐτὴν, καὶ ὅταν φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θέλω συμβουλεύσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουν ἀληθῶς, ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ πίεσιν τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία χάριν οἱουδήποτε εὐτελοῦς συμφέροντος εἶναι ἱκανὴ νὰ παρατάξῃ ξένους στόλους, εἶναι ἱκανὴ χάριν ὀλίγων λιρῶν νὰ στείλῃ τοὺς στόλους της ἐκ νέου εἰς Πειραιᾶ, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς πιέσῃ, πειθομένη εἰς ὑψηλὰς παραστάσεις οἱουδήποτε δανειστοῦ τοῦ Σπάρταλη. Διὰ τοῦτο, ὅσον ταχύτερον ἐκκαθαρίσητε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τόσον κέρδος θὰ ἔχητε. Λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ 1873 ἐψηφίζετε τὴν πίστωσιν, ἠθέλετε καταβάλει 3,000 λιρῶν· σήμερον θὰ καταβάλητε 10,000 λιρῶν, καὶ ἐὰν ἀναβάλητε, θέλετε ἴσως μετανοήσει, διότι θὰ φθάσωμεν ἴσως μέχρι τῶν 19,000 λιρῶν, διότι τόση εἶναι ἡ ἀπαίτησις, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι χάρις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν. Καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν σύγκειται ἀπὸ τὰς 10,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας βλέπετε ἐδῶ, ἀλλὰ περιπλέον ἐκ 2,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας δῆθεν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ χρημάτων τοῦ Σπάρταλη. Καὶ πῶς αὐτά; Τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, ἀναλογιζόμενον, ὅτι ἡ ὀφειλὴ τοῦ κ. Σπάρταλη ἀνέρχεται εἰς 7,000 λιρῶν, ἐπέβαλε κατάσχεσιν διὰ τόσας λίρας εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἀπήντησεν, ὅτι μόνον 6,000 λιρῶν ἔχει, καὶ τὸ Δημόσιον τόσας ἔλαβεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἰς τοὺς λογαριασμούς του ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 8,000 λιρῶν. Βλέπετε διαφορὰν 2,000 λιρῶν. Μετὰ ταῦτα ὑπολογίζει, ὅτι ὀφείλονται εἰς αὐτὸν 2,000 λιρῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο καὶ εἶναι, ἐλπίζω, ἀκόμη πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατώρθωσε τότε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὀφείλονται πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, εἰμὴ λίραι 15, ἀπήτει δ’ οὗτος 2,100 τόσας λίρας. Ἐκ τοιούτων ποσῶν ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τῶν 19,000 λιρῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ πληρώνωμεν 10,000 λιρῶν, καὶ αὔριον, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, καὶ δὲν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, θὰ πληρώσωμεν ἴσως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 19,000 λιρῶν.

§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλάχιστα ἔχω νὰ προσθέσω εἰς τὰ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ φίλος μου κ. Κωνστανταντόπουλος. Οὐδὲν ἔχω ὡσαύτως νὰ προσθέσω εἰς τὴν εὔγλωττον ἀνάπτυξιν καὶ τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν πάντες ἠκούσαμεν γενομένην πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἐπειδὴ ὅμως συμβαίνει νὰ ἔχω ἀπορίας τινὰς, ἕνεκα τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι δύο συνάδελφοι καὶ φίλοι προέβαλον πρὸ μικροῦ, ἔρχομαι, οὐχὶ νὰ προβάλω τὰς ἀπορίας μου ταύτας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναλύσεως αὐτῶν νὰ λύσω τοὺς δισταγμοὺς τούτους. Διατὶ, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, διατὶ ἀντὶ τῶν 4,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπισήμως ἐβεβαίου κατὰ τὸ 1883 τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔκρινεν ὀφειλομένας πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, διατὶ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ζητεῖτε σήμερον 6,300 λίρας; Καὶ ἤλεγχεν ὁ κ. Ῥάλλης τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλον, καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτόν: Σεῖς εἶσθε αἴτιος νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ κατὰ τὸ 1883, κατὰ τρόπον τῳόντι παράδοξον, ζητηθεῖσα ἐκείνη πίστωσις, ἕνεκα δὲ τούτου νὰ προταθῇ σήμερον ἡ προκειμένη πίστωσις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται πολὺ μεγαλείτερον ποσόν. Διατὶ ζητοῦσι σήμερον 6,300 λίρας ἀντὶ 4,000; Διότι 6,300 λίρας προσδιώρισε νῦν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία διὰ διακοινώσεώς της πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς διακοινώσεως). «Ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀπὸ 9 ἱσταμένου διακοίνωσίν μου καὶ εἰς προηγουμένην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη ἀλληλογραφίαν....ἥτις, ὡς ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης γινώσκει, ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν λιρῶν 19 χιλιάδων, ἐνῷ τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ἐπιφυλαχθὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ πάσας τὰς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτήσεις, ἀνέρχεται εἰς 6,300 λίρας.» Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία διὰ τῆς διακοινώσεώς της ταύτης ἰσχυρίσθη, ὅτι 19 χιλιάδας λιρῶν ὤφειλε τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 19 τούτων χιλιάδων λιρῶν ἐλάχιστον ἀληθῶς ἦτο τὸ ποσὸν τῶν 6,300 λιρῶν, ἀλλ’ ἔπρεπε πάντως νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἕνεκα τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέησε νὰ προσφύγῃ, ποτὲ μὲν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ποτὲ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ποτὲ εἰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς, τέλος πάντων νὰ προκαλέσῃ καὶ δημιουργήσῃ ἀπόφανσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν κ. Σπάρταλην δικαίωμα νὰ λάβῃ προμήθειαν, ὅπως διὰ τῆς προσθήκης δύο χιλιάδων λιρῶν ἀντὶ προμηθείας συμπληρώσῃ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ παρασταθὲν κατὰ τὸ 1883 ὡς ὀφειλόμενον ποσὸν 4,000 λιρῶν εἰς τὰς 6,300. Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνεγνώρισε τὸ 1888 δικαίωμα νὰ λάβῃ ὁ κ. Σπάρταλης προμήθειαν ἐπὶ πράξεων, τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τὰ 1867, πρὸ 21 ἐτῶν, ἐνῷ οὔτε διὰ συμβάσεως εἶχε συμφωνηθῆ τότε, κατὰ τὸ 1867, μετὰ τοῦ κ. Σπάρταλη τοιαύτη περὶ προμηθείας ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου. Ἐξ ἐναντίας ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε παραιτηθῆ πάσης τοιαύτης ἀξιώσεως. Ἀλλὰ οἱ μνημονευθέντες ἀνωτέρω ἔντιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν: διατὶ ζητεῖτε, ἵνα πληρώσητε εἰς τὸν κ. Σπάρταλην τόκους, ἐνῷ δὲν ὀφείλετε; Καὶ ἠσχολήθησαν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ὤφειλεν ἀληθῶς τόκους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κατορθώσῃ καὶ πληρωμὴν τόκων πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία εἶχε ζητήσει τόκους. Σᾶς ἀναγινώσκω διακοίνωσιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, κατατεθειμένην καὶ ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἐλπίζει, ὅτι κατὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως θέλει ληφθῆ μέριμνα, ὅπως συμπεριληφθῇ τόκος 5%, διότι ἄνευ τούτου δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς γενομένη κατὰ τὸ αὐστηρὸν δίκαιον ἡ τοιαύτη τακτοποίησις.» Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐζήτησε τόκους, ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι καὶ τόκοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς Φετφᾶ, διὰ νὰ ἀνομολογηθῇ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν τόκων. Ὅθεν κατέφυγεν εἰς τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, καὶ αὐτοὶ, προορίσαντες ἑαυτοὺς διὰ τοιαύτας ἀνάγκας, ἐξέδωκαν τὸν Φετφᾶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἠρεύνησε τὴν ψυχὴν καὶ ἐμέτρησε τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ὥραν οὗτος προσέβλεπεν, εἴτε πρὸς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, εἴτε πρὸς πάντα Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι ἀπέδωκε τὰς ὑποσχέσεις, ἃς πρὸς αὐτοὺς ἔδωκε, καὶ τὰς παραχωρήσεις, ἃς πρὸς πληρωμὴν χρημάτων εἰς τὸν Σπάρταλην, μὴ ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἐποιήσατο, εἰς τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει εἰς αὐτὸν ἡ παρουσία Πρέσβεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ὅμως δὲν συμφωνῶ παντάπασι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Ῥάλλη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν φοβεῖται τοὺς Πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας, διότι συνείθισε νὰ συναναστρέφηται μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ συσκέπτηται μάλιστα μετ’ αὐτῶν. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔμελλε ν’ ἀναβῇ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦ Βουλευτηρίου, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἦτο τὸ ἐθνικώτατον τῶν ζητημάτων, ὅσα ἐπαρουσιάσθησαν πρὸ πεντήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν, (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν) μετέβη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας τί ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ, αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φοβῆται, ὅταν βλέπῃ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας. Εἰς αὐτὸν ἤθελεν ἐμπνεύσει φόβον ἡ παρουσία, εἴτε τοῦ κ. Ῥούμβωλδ, εἴτε παντὸς ἄλλου διαδόχου αὐτοῦ; (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ οὐ μόνον δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ καὶ κλίνω νὰ πιστεύσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δῆθεν εἶπε πρὸς τὸν κ. Ῥούμβωλ νὰ ἐξηγηθῇ, ἂν ζητῇ τὰ χρήματα ὡς παριστῶν τὴν δύναμιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, διότι τότε οὐδαμῶς στέργει νὰ δεχθῇ τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ φέρῃ στόλον Ἀγγλικὸν ἄλλην μίαν φορὰν, διὰ νὰ τὰ λάβῃ. Εἶπον, ὅτι κλίνω μᾶλλον νὰ πιστεύσω τοῦτο, διότι γνωρίζω, πόσον εὐφραίνεται ἡ καρδία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν βλέπῃ στόλους ἀγγλικούς, ἢ ξένους, καταπλέοντας εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας. Δὲν εἶναι αὐτός, ὅστις κατὰ τοῦ 1886 ἔτρεχεν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, διὰ νὰ ἴδῃ καὶ πεισθῇ, ἐὰν πράγματι ἀνεφάνησαν τὰ Ἀγγλικὰ πλοῖα, καταπλέοντα εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ νὰ ἀποκλείσωσι τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος; Ἐδίσταζε, δὲν ἐπίστευεν εἰς τὸ χαρμόσυνον ἄκουσμα, καὶ ἔτρεξε νὰ ἴδῃ αὐταῖς αἰσθήσεσι, νὰ πληροφορηθῇ θετικῶς, ὅτι πράγματι ἐπεφάνησαν τὰ θωρηκτὰ, καταπλέοντα, ἵνα ἀποκλείσωσι τοὺς λιμένας τῆς πατρίδος του. Ἀλλὰ, ἂν καὶ ἔκλινον νὰ πιστεύσω ὅσα περὶ στόλων εἶπε, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ πιστεύσω, ὅτι πράγματι εἶπεν αὐτὰ εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας διὰ τῶν διακοινώσεων οὐ μόνον δὲν βεβαιοῖ, ἀλλὰ διαψεύδει αὐτά. Καὶ ὄντως ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας δὲν λέγει, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἠξίωσέ ποτε νὰ διευκρινήσῃ τὴν θέσιν, ἣν ἰδιοποιεῖτο ὁ Ῥούμβωλ, ὅτε ὡμίλει πρὸς αὐτὸν περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἐξ ἐναντίας λέγει ἐν ταῖς κατατεθείσαις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διακοινώσεσιν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε πάντοτε νὰ δίδῃ εἰς αὐτὸν διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις περὶ τῆς κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς Πρεσβείας αἰσίας ἐκβάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἤθελον ἀληθῶς ὑπερηφανευθῆ, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ὁμιλήσει πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὡς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δῆθεν ἐλάλησε πρὸς αὐτόν. Ἄς μὴ ἦτο φίλος μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς ἀντεπολιτευόμην αὐτὸν πρὸ 8 χρόνων. Ἤθελον ὑπερηφανευθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἡμᾶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔλεγεν, ὅτι εἶπε τοιαῦτα πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, δὲν εἶπε δὲ οὐδὲν παραπλήσιον εἰς αὐτόν. Ἑπομένως δὲν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς τὴν ἀλήθειαν, τοιαῦτα πρὸ μικροῦ ἀφηγούμενος, ὅτι δῆθεν εἶπε. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω τοῦτο, διότι, ἂν τοιαύτην εἶχε προβάλει ἀπαίτησιν εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διακοίνωσιν, ἣν ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν, καὶ δι’ ἧς τοιαύτην ἀνεκοίνωσεν ἀξίωσιν. Ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1887 ἔγγραφε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἤλπιζεν, ὅτι κατὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη θέλει ληφθῆ μέριμνα, ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ τόκος 5%. Ἀπὸ τοῦ 1887 προέβαλεν, ὡς βλέπετε, τὴν ἀξίωσιν τῶν τόκων. Ἀλλὰ τίς οἶδε ἀπὸ ποίου χρόνου εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν νὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ ταμείου εἰς τὸν Σπάρταλην τὰ ζητούμενα ποσά. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ῥούμβλωδ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, κατατεθεῖσαν μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ, ἀγγλιστὶ γεγραμμένην, δι’ ἧς κατὰ μετάφρασιν ἔγραφε τὰ ἑξῆς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος: (ἀναγινώσκει). «Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, ὡς καί τινες ἰσχυροὶ φίλοι του, ἤρχισαν νὰ ἀπελπίζωνται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δύναται νὰ περατωθῇ διὰ τῆς Πρεσβείας, καὶ ὁμιλοῦσι νὰ φέρωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν πράξωσι τοῦτο, καὶ ζητήσωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Ἀγγλίας) φοβεῖται, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῆς ἀνταλλαγείσης ἀλληλογραφίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Ἀγγλίας) ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο, καὶ νομίζω, ὅτι θέλει νὰ γένωνται γνωστοὶ εἰς ὑμᾶς οἱ φόβοι του οὗτοι (οἱ περὶ τῆς καταθέσεως τῆς ἀνταλλαγείσης ἀλληλογραφίας)». Διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπεθύμει ὁ Μαρκήσιος Σώλσβαρυ νὰ μάθῃ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταθέσῃ τὴν ἀνταλλαγεῖσαν ἀλληλογραφίαν; Ποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἤθελεν ὑπόσχει ζημίαν, ἂν κατετίθετο ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας ἡ περὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ἀνταλλαγεῖσα ἀλληλογραφία; Τί τάχα περιεῖχεν ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη; Ποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἶχε συμφέρον νὰ μὴ γένωνται γνωστὰ τὰ ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις ἐκτεθειμένα, καὶ εἰδοποιεῖτο περὶ τοῦ κινδύνου, ὅπως σπεύσῃ νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Σπάρταλη; Ὡς εἰλικρινὴς φίλος (γράφει ἐν τέλει τῆς εἰρημένης ἐπιστολῆς ὁ κ. Ῥούμβωλδ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην) λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς ὑποδείξω, ὅτι ἡ περαιτέρω παράτασις τῆς πληρωμῆς μιᾶς ἀπαιτήσεως, περὶ τοῦ δικαίου τῆς ὁποίας πρὸ ἐτῶν ἐξεφράσθητε καθαρῶς, θέλει φέρει δυσμενὲς ἀποτέλεσμα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ τόπου, ὑπὲρ ἧς εἰργάσθητε.» Λοιπὸν εἶχεν ἐκφρασθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη; Ποίας τάχα ἐκφράσεις καὶ ὑποσχέσεις αὐτοῦ περιέχει ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐφοβεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν, ἂν δὲν ἐπερατοῦτο ἐν Ἀθήναις ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ ἔσπευδε νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου τὸν κ. Τρικούπην, ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα του; Ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώσεις!! Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἄλλην διακοίνωσιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ ἧς ὁ ἐπιτετραμμένος κ. Haggars ἔγραφε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὅσα εἶχεν ἐπιστείλει εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του δὲν συνεβιβάζοντο πρὸς ὅσα προφορικῶς εἶχεν εἰπεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἔσπευσε νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, ἔλαβε δὲ παρ’ αὐτῆς τηλεγραφικὴν διαταγὴν, ἵνα ἐκφράσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν μεγάλην λύπην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀκριβείας. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐγείρεται θλιβερὸν αἴσθημα, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶσθε, καὶ ἐπὶ οἵας δήποτε πτέρυγος καὶ ἂν κάθησθε, διότι εἶσθε Ἕλληνες. Ἐλπίζω, ὅτι ἐγείρεται ἐν ὑμῖν αἴσθημα ἄλγους καὶ θλίψεως, διότι ἀκούετε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς πατρίδος σας τόσον ἀνύψωσε τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, ὥστε παρέσχεν εἰς ξένας Κυβερνήσεις δικαίωμα νὰ ἐπιτιμῶσιν αὐτὸν, καὶ ἐλέγχωσιν αὐτὸν, ὡς μὴ ἀκριβολογοῦντα, ἵνα μὴ εἴπω ὡς μὴ λέγοντα τὴν ἀλήθειαν. (Ἀναγινώσκει). «Ἐν συνδιαλέξει, ἣν ὁ Σὶρ Ῥούμπωλδ ἔσχε μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν 16 Νοεμβρίου 1887, γράφει ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐν τῇ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου διακοινώσει της, «ἡ Α. Ἐξοχότης (ἤτοι ὁ Πρωθυπουργὸς) ἐπληροφόρησεν αὐτὸν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέθηκεν αὐτῷ, ὅτι τὸ Σωματεῖον τοῦτο ἦν ἀναρμόδιον εἰς παροχὴν τόκων ἐπὶ τῆς ζητουμένης ποσότητος, καὶ θὰ ἔθετεν ἔτι ἐν τῇ ἀποφάσει του τὸ γεγονὸς τῆς ἀναρμοδιότητός του, τοιούτῳ τῷ τρόπῳ, ὥστε θὰ ὑπεδηλοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε δικαίωμα εἰς τόκον. Ἐξεπλάγην δ’ εὑρὼν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνήργησε κατ’ ἀντίθετον ὅλως τρόπον, καὶ ἀπεφήνατο ἀναρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διακηρύττον ὅτι ἡ περὶ τόκου ἀπαίτησις εἶναι ἀπαράδεκτος κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.» Ποῦ εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγες πρὸς τὸν κ. Ῥούμπωλδ; ἐρωτᾷ διὰ τῆς διακοινώσεως ταύτης ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κατὰ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, δὲν ἀποφαίνεται κατὰ τρόπον ὑποδηλοῦντα τὴν γνώμην του, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἔχει δικαίωμα εἰς ἀπαίτησιν τόκων, ὡς εἶχες βεβαιώσει τὸν κ. Ῥούμπωλδ, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τόκων εἶναι ἀπαράδεκτος κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους. Δι’ ἄλλης δὲ διακοινώσεως ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία δὲν περιωρίσθη πλέον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξίν της διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔπραξέ τι λίαν ἔντονον καὶ πρωτοφανὲς ἐν ταῖς ἐπισήμοις μετὰ τῶν ξένων σχέσεσιν. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἔλαβον σήμερον τὴν πρωΐαν τηλεγραφικὰς ὁδηγίας παρὰ τοῦ Μαρκησίου Σώλσβαρυ, ὅπως ἐκφράσω τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει τὴν μεγάλην λύπην, μεθ’ ἧς, μετὰ τὰς δοθείσας τῷ Σὶρ Ῥούμπωλδ διαβεβαιώσεις παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν 31 Μαΐου καὶ τὴν 16 παρελθόντος Νοεμβρίου, ἤκουσεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος (τῆς Βασιλίσσης) περὶ τῆς ἀνεπαρκοῦς προνοίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπέναντι τῆς ῥηθείσης ἀπαιτήσεως, ἥτις, ὡς ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης γινώσκει, ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν λιρῶν 19,000, ἐνῷ τὸ ὁλικὸν ποσόν, τὸ ἐπιφυλαχθὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ πάσας τὰς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτήσεις, κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, μόλις ἀνέρχεται εἰς λίρας 6,300. Εὔκαιρον δὲ θὰ ἦτο νὰ ὑπομνήσω τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι πάντα τὰ λεχθέντα κατὰ τὰς ἄνω μνημονευθείσας συνεντεύξεις. Κατὰ μῆνα Μάϊον, τοῦ Σὶρ Ῥούμβωλδ ἐκδηλώσαντος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος τὴν ἔνθερμον ἐλπίδα πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας Συνόδου, ὁ κ. Τρικούπης, ἐπισκεφθεὶς αὐτὸν, τῷ ὡμίλησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν. Ἡ Α. Ἐξοχότης (ὁ Πρωθυπουργὸς) εἶπε δηλαδή, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀπαιτήσεως ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμεσον αὐτῆς πληρωμήν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ἐφέρετο εἰς τὴν Βουλήν, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ ἀναγνωσθῇ τρίς, τοῦθ’ ὅπερ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ, ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ὑπολειπομένων τῆς Συνόδου ἡμερῶν. Ὅθεν ἡ Α. Ἐξοχότης (ὁ Πρωθυπουργὸς) ἀνήνεγκε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνοδεύσας αὐτὴν δι’ ἐκθέσεως αὑτοῦ, καὶ ἀνακοινώσας τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ἐγερθεῖσαν μεταξὺ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος Προξένου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς δὲν ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ. Ἡ Α. Ἐξοχότης (ὁ Πρωθυπουργὸς) εἶπεν ἐπίσης, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν ἐθεώρει τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ Νοέμβριον, συνερχομένης τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγῃ κανονικῶς τὴν ἀπαίτησιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ Σὶρ Ῥούμβωλδ ἐκοινοποίησε τὰ ῥηθέντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας) μετὰ τῆς ἐννοίας τῆς συνδιαλέξεως, ἣν εἶχε μετὰ τῆς Α. Ἐξοχότητος (τοῦ Πρωθυπουργοῦ) τὴν 16 Νοεμβρίου παρελθόντος. Ὁ κ. Τρικούπης τότε εἶπε τῷ Σὶρ Ῥούμβωλδ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἔλαβεν ἤδη θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δοὺς συγχρόνως αὐτῷ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων ἐν τέλει θὰ ἐλύετο ὑπὲρ τοῦ κ. Σπάρταλη. Συνεπῶς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν 10 ἱσταμένου πρὸς τὴν Ὑμ. Ἐξοχότητα τὴν εὐχαρίστησιν, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας) ἔμαθε τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἐν τούτοις ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης θὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ τὴν μεγάλην τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας) λύπην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ»...

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδέχεσθε, ὅτι ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὰ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως;

§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔγραφεν ἐν τῇ διακοινώσει της, ὅτι εἴπετε τοιοῦτόν τι, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν εἴχετε εἰπεῖ τοῦτο, διατὶ δὲν ἐπεστέλλετε εἰς αὐτὴν διακοίνωσιν, δι’ ἧς νὰ ἀναιρέσητε ὅσα σᾶς ἀπέδιδεν, ὅτι εἴχετε εἰπεῖ;

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ πράξω τοιοῦτόν τι· τὸ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως εἶναι μωρία, ἐγὼ δὲ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀνασκευάσω μωρίαν.

§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀνασκευάσητε μίαν μωρίαν, ὡς λέγετε, ἀλλὰ νὰ ἀναιρέσητε, ὅτι σεῖς εἴχετε εἰπεῖ αὐτὴν τὴν μωρίαν. Ἀφοῦ δὲ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔγραφεν, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε εἰπεῖ αὐτήν, εἴχετε καὶ συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ διαψεύσητε τοῦτο, βεβαιοῦντες, ὅτι δὲν εἴχετε εἰπεῖ τὸ τοιοῦτον.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ καθήκοντος, ὅπως συζητῶ περὶ μωριῶν. Ὑμεῖς συζητήσατε περὶ μωριῶν.

§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς ὠφείλατε ν’ ἀνασκευάσητε ὅσα ἡ Πρεσβεία ἔγραφεν, ὅτι εἴπετε. Ἡ Πρεσβεία ἔγραφεν, ὅτι εἴπετε, ὅτι «ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμεσον πληρωμήν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ἐφέρετο εἰς τὴν Βουλήν, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ ἀναγνωσθῇ τρίς». Εἴπετε, ἢ δὲν εἴπετε τοῦτο; Ἂν δὲν τὸ εἴπετε, πῶς, ἀφοῦ σᾶς ἔγραφεν ἡ Πρεσβεία ἐπισήμως, ὅτι τὸ εἴπετε, σεῖς ἐσιωπήσατε, καὶ δὲν ἐσπεύσατε νὰ ἀπαντήσητε εἰς αὐτήν, ὅτι οὐδέποτε εἴπετε τοιοῦτόν τι;

§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Πρεσβευτήν, εἶπον, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἔλαβε θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅμως ὁ Προϋπολογισμὸς οὐδὲν περὶ τούτου ἀναγράφει.

§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο σᾶς ἔγραψε καὶ ἡ Πρεσβεία, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτοις ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης θὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ τὴν μεγάλην τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Μεγαλειότητος (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας) λύπην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι κτλ.» Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσητε περὶ μωριῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ψευμάτων, καὶ περὶ ψευμάτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ συζητήσω. Καὶ ἀληθῶς, εἴτε ὁ Πρωθυπουργὸς λέγει ψεύματα, εἴτε ἡ Πρεσβεία ἔγραψε ψεύματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἔγραψε ψεύματα ἐν τῇ διακοινώσει του. Ἀλλ’ ἐὰν ἦσαν ψευδῆ τὰ ὑπὸ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας γραφέντα, διατὶ δὲν ἐζήτει τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῶν τότε δι’ ἐγγράφου, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐψεύσθη; Καὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ μάλιστα νὰ εἴπῃ τοῦτο, εἶπεν ὅτι ἔγραψε μωρίας. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο, ἂν ἦτο μωρὸν ἢ ὀρθὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένηται μυστικὴ συνεδρίασις. Ἐπρόκειτο, ἂν εἶπεν ἢ δὲν εἶπε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν τὸ εἶπε; Λοιπὸν ἔγραψε ψεύδη ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία; Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ χαρακτηρίζῃ ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον ὡς ψεύστην τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, διατὶ δὲν ἔσπευδε νὰ γράψῃ πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν εἰπεῖ, ὅσα ἡ Πρεσβεία ἐν τῇ διακοινώσει ἀνέφερεν, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ; Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι θέλετε ὑποχρεώσει τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος νὰ πληρώσῃ 335 χιλιάδας δραχμῶν εἴτε εἰς τὸν Σπάρταλην, εἴτε εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, Ἕλληνες ἢ Ἄγγλοι, Ἰουδαῖοι ἢ Στῆλμαν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ φωνάζετε, μὴ γελᾶτε διὰ τὸ ὄνειδος τῆς πατρίδος σας. Τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν 335 χιλιάδων δραχμῶν εἶναι ζήτημα ταπεινὸν, διότι τέλος ἡ Ἑλλὰς, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι μικρὰ ἢ πτωχὴ, δὲν καταστρέφεται, καὶ ἂν πληρώσῃ ἀδίκως τὸ εἰρημένον ποσόν· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν, ὅτι ὀφείλονται πράγματι αἱ 335,000 δραχμαὶ εἰς τὸν Σπάρταλην ἢ τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ, ἦτο ἐξευτελιστικὸς οὐ μόνον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, οὐ μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐμπαίξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἐνέπαιξε τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, τὰς Ἐπιτροπὰς, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὡς καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν, χάριν ἐπιδείξεως, ἐπειράθη πρὸ μικροῦ νὰ ἐμπαίξῃ καὶ ἐκεῖνον, εἰς ὃν εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ καταστήσῃ πληρωτέον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει. Ὑπῆρξεν οἱ γελάσαντες, ὅτε ἤκουσαν ἀπαίσιον ὄνομα πρὸ μικροῦ, μνημονευθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ἐντεῦθεν. Ἐλπίζω, ὅτι πάντα μέλη τῆς πλειοψηφίας δὲν ἐγέλασαν, ὅτε ἤκουσαν τὸ ὄνομα τοῦτο, ἀλλ’ ἐγέλασαν μόνοι ἐκεῖνοι, ὅσοι δὲν εἶχον συνείδησιν τοῦ βάρους καὶ τῆς σημασίας τοῦ ὀνόματος, οὗ ἐμνήσθην. Λυπηρὸν ἀληθῶς, διότι εἰς τοιαύτην περιῆλθε θέσιν ἡ ἐπίσημος παράστασις τῆς ἀτυχοῦς πατρίδος μας. Τὰ μικρὰ Κράτη οὐδὲ δύνανται, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ ὑβρίζωσι τὰ μεγάλα. Τὰ μεγάλα διατιθέασι τόσας δυνάμεις, ὥστε δύνανται νὰ ῥαπίζωσι πᾶν αὔθαδες μικρὸν Κράτος, ὑβριστικῶς προσβλέπον μεγάλην Δύναμιν. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα Κράτη οἰκτείρουσι τὰ μικρὰ, ὅταν βλέπωσιν αὐτὰ μὴ σεβόμενα τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀνεξαρτησίαν, τὴν αὐθυπαρξίαν των. Θέλω θλιβῆ ἰδίως διὰ τοῦτο, ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς τῆς πατρίδος ἤθελε ζητήσει νὰ καλύψῃ, ὡς ἐκάλυψεν ὁ Σὴμ τὸν ἐν μέθῃ Νῶε, τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀσέβειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, περὶ ἧς ἐλάλησα. Ἤθελον θλιβῆ, οὐχὶ διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἤθελε διατηρήσει αὐτὸν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον, διότι οὐδαμῶς περὶ τούτου μεριμνῶ. Ἠδυνάμην μάλιστα νὰ εἴπω, ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αἰσθανόμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς διατεθειμένους νὰ ἀποδεχθῶμεν, ἵνα ἡ ψῆφος αὕτη κριθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ἂν ἤθελε δοθῆ κατὰ τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς πλειοψηφίας μέλαιναν ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα ἀνορθώσωμεν τὴν περιυβρισθεῖσαν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ ζητοῦμεν αὐτὴν πεποιθότες εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ ὑμῶν τῶν ἐπὶ τῆς πτέρυγος ταύτης καθημένων (δεικνύει τὴν δεξιὰν), διότι, ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, καὶ ὑμᾶς θεωρῶ Ἕλληνας, ὡς καὶ τοὺς ἀντικρὺ ὑμῶν καθημένους.

§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανορθώσω ἓν ἀριθμητικὸν λᾶθος, εἰς ὃ ὑπέπεσαν οἱ δύο τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν. Ἰσχυρίσθησαν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι κατὰ τὸ 1883 ἐζητήθη πίστωσις μόνον 4,000 λιρῶν, καὶ ὅτι πρόκειται ἤδη νὰ πληρώσωμεν, 6,000, δύο δηλαδὴ χιλιάδας περιπλέον. Δὲν γινώσκω, τί εἶπε τότε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, γινώσκω μόνον, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ τυπωθέντι καὶ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεγράφη πίστωσις πληρωτέα εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐκ δραχμῶν μὲν 180,000 διὰ κεφάλαιον, καὶ διὰ τόκους 76,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ ποσὸν 256,000. Βεβαίως δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, οἵα ὑπάρχει σήμερον. Ἑπομένως ἡ Ἀγγλικὴ λίρα ὑπελογίσθη οὐχὶ πρὸς 31, ἀλλὰ πρὸς 28 δραχμάς. Ἄρα ἐζητήθη τότε πίστωσις ἀκριβῶς οἵα ζητεῖται σήμερον, μὲ διαφοράν τινα, προερχομένην ἐκ τῆς μὴ ἀποχρώσης δικαιολογίας διὰ προσαγωγῆς ἐγγράφων διὰ μικρά τινα ποσά. Ὀφείλω καί τινα ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶπον, ὅτι ὁ Πρόξενος τότε οὐδεμίαν προσήγαγεν εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀναγνώσαντες τὰ ἔγγραφα παρετήρησαν, ὅτι προσήνεγκε πολλὰς καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων βεβαιοῦται, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἠσφάλισε τὴν «Μπουμπουλίναν», καίτοι δὲν εἶχε διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ 36,000 λιρῶν, ὅτε δὲ αὕτη ἐναυάγησεν ἐν τῷ ἀγγλικῷ λιμένι τῆς Λιβερπούλης, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ζημιωθῇ, εἰσέπραξε κἄτι περισσότερον τῶν ὅσων εἶχε δαπανήσει διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὸν ἐφοπλισμὸν τοῦ πλοίου. Πλὴν αὐτῆς καὶ ἄλλας προσήνεγκεν ὑπηρεσίας, περὶ ὧν ἐν δέοντι θέλω ὁμιλήσει.

§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην τι, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἀπέδειξα ὡς ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσάγων τὴν πίστωσιν, ἣν ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην 4,000 λίρας. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ διαφορᾶς συναλλάγματος, ἀλλὰ περὶ νομίσματος εἰς λίρας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σιμόπουλος νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ τῆς πιστώσεως κάλλιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς τότε, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνόει ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφε. Τότε ἀνέγραφε 4,102 λίρας εἰς κεφάλαιον, σήμερον ἀναγράφετε 6,433, δηλαδὴ 2,000 περισσότερον.

§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο δυνατὸν αἱ 4,000 λίραι ν’ ἀντιπροσωπεύωνται διὰ 310,000 δραχμῶν;

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....

§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ν
Γ. Σισμάνης ΝὌθων Μακρυγιάννης
Δ. Βουλπιώτης ΝΤρύφων Μουτσόπουλος Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΟΘάνος Κανακάρης Ν
Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈθ. Πετιμεζᾶς
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ο
Μ. Γουλιμῆς ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Μ. Ἰατρίδης ΝΑ. Φωτήλας Ν
Δ. Χατζόπουλος ΟἈνδ. Αὐγερινὸς Ν
Γεώργιος Μίλησης ΝἈντ. Ρικάκης Ο
Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
Γεώργιος Κούστας ΟἸω. Κρεστενίτης Ο
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΝ. Κουμανιώτης Ο
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἈλέξ. Ζαΐμης Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
Δημήτριος Πετρίδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΝ. Παπανικολάου Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
Χρ. Χριστόπουλος ΟΚωνσταντ. Σινέλης
Φίλιππος Βάρβογλης ΟΒασίλειος Βουδούρης
Ἠλίας Φλέσσας ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Κων. Κωνσταντόπουλος ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟΔιον. Λομβάρδος Ν
Παναγιώτης Μανέτας ΝΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ν
Ἠλίας Παλαμήδης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟἈντ. Καποδίστριας Ο
Δ. Ζέγγελης ΝΝικόλαος Βασιλάκης Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
Γεώργιος Χ. Παχὺς ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος Ο
Στέφανος Δραγούμης ΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ο
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
Φωκίων Νέγρης ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΓεράσιμος Μουσούρης
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
Γεώργιος Κόρπας ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
Στέφανος Σκουλούδης ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ο
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
Νικόλαος Νομικὸς ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ν
Γεώργιος Μπούμπουρας ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
Λωρέντζος Δελαρόκας ΝΝ. Καράπαυλος Ν
Δημοσθένης Καΐρης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ο
Γεώργιος Δρόσος ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ν
Νικόλαος Κρίσπης Δημήτριος Κάρτσωνας Ο
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ν
Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΣ. Χατζηγάκης Ο
Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ν
Γιανν. Μαυρομιχάλης Γ. Φραγκίδης Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
Λεων. Καπετανάκος ΟΓ. Τάκης
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΝ. Ταρμπάζης Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΖ. Φαλιάγκας Ο
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
Ἰωάν. Καρτάλης Θεόδωρος Γκίκας Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Εὐάγ. Σταμούλης ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ν. Κοκωσλῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΝικόλ. Κοντογιάννης Ο
Κωνστ. Μαρκίδης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΓεώργ. Λιδωρίκης Ν
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ο

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 79 εἶπον Ναὶ καὶ 57 εἶπον Ὄχι. Ὥστε ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 καὶ 15′ μ.μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32.
2Τῆς 8 Δεκεμβρίου 1888
3(Πέμπτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
6(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
7τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐργάται τινὲς παραπονοῦνται ἐκ Μεσο-
9λογγίου, ὅτι δὲν προσλαμβάνονται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ἐκεῖ
10κατασκευαζομένου σιδηροδρόμου, ἀλλὰ προτιμῶνται ξένοι.
11Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
12ρικῶν.
13Ἡ Χαρίκλεια σύζυγος τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Ἀντωνίου
14Σταθοπούλου παραπονεῖται κατὰ τοῦ Φρουράρχου Ἀθηνῶν,
15ὅτι ἀδίκως ἐτιμώρησε τὸν σύζυγόν της, καὶ ζητεῖ νὰ ἐνερ-
16γηθῶσιν ἀνακρίσεις. Ἡ ἀναφορὰ αὐτῆς παραπέμπεται εἰς
17τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
18Ὁ ἀόμματος Εὐστάθιος Λαμψιάδης, πρώην ὑπάλληλος
19τῆς Βουλῆς, ζητεῖ μικρὰν συνδρομήν.
20§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
21μικῶν.
22§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουρ-
23γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
24§4ΣΑΚΚΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὡς καὶ κατὰ τὸ προ-
25παρελθόν, πολλὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τοῦ τότε Εἰ-
26ρηνοδίμου Κορώνης Ἀντύπα, κατηγγέλθη δὲ καὶ διὰ δια-
27φόρους ἀξιοποίνους πράξεις. Συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν
28ἐκείνων ἐγένοντο ἀνακρίσεις, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Κα-
29λάμαις Πλημμελειοδικῶν διέταξε κρείττονας ἀποδείξεις,
30αἵτινες ἐνηργήθησαν· ἔκτοτε ὅμως οὐδεμία ἄλλη ἐνέργεια
31ἐγένετο. Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος, συνεπείᾳ παραστάσεων τῶν
32κατοίκων, ὑποβληθεισῶν διὰ τοῦ κ. Καραπαύλου, μετετέθη
33εἰς Μεθώνην, ὅπου ἐξακολουθεῖ διαπράττων τὰ αὐτὰ ὄρ-
34για, ἐνθαῤῥυνόμενος ὑπὸ τῆς βραδυτῆτος τῶν ἐν Καλάμαις
35δικαστικῶν ἀρχῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Δικαστήριον Κα-
36λαμῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ δικαστὰς ἀκεραίους, δὲν ἠξεύρω
37ὅμως συνεπείᾳ τίνων πιέσεων ἀπέφυγον νὰ ἐνεργήσωσι μέ-
38χρι τοῦδε ὅ,τι πρέπει κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Πλὴν τούτων
39ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθη εἰς τὸ Πλημ-
40μελειοδικεῖον Καλαμῶν, ἵνα δώσῃ λόγον πράξεώς τού τινος,
41ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπέσυρε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὅθεν θὰ
42παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐξε-
43τάσῃ, διατὶ βραδύνουσιν αἱ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου ἀνακρί-
44σεις· ὡσαύτως, διατὶ ἀπεσύρθη ἡ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία·
45ἔτι δὲ νὰ ἐξετάσῃ, ἂν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Κυπαρισ-
46σίας ὑπάρχῃ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμὴς καὶ διατὶ δὲν
47ἐπερατώθη εἰσέτι· ἐπίσης νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐστάλη κατηγο-
48ρητήριον ἐκ Λευκάδος ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸν
49Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, ἵνα κοινοποιηθῇ αὐτῷ, καὶ ὅπερ
50ἐστάλη ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας Καλαμῶν πρὸς τὸν Γραμμα-
51τέα τοῦ Εἰρηνοδικείου Κορώνης, ἀλλ’ ἐξηφανίσθη.
52Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος, μετατεθεὶς ἐσχάτως εἰς Μεθώνην,
53παρέλαβε 52 δικογραφίας, ἵνα ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ
54ταύτας ἐπέστρεψεν ἐσχάτως εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κορώνης
55ἀνεκπεραιώτους, κρατήσας αὐτὰς ἐπὶ δύο μῆνας καὶ κατα-
56βροχθίσας τὰς προκαταβολάς. Ἕνεκα δὲ τούτου τινὲς μὲν
57τῶν διαδίκων ἀναγκάζονται ν’ ἀνασυζητήσωσι τὰς ὑποθέ-
58σεις των, ἄλλοι δὲ ἀπώλεσαν αὐτὰς, διότι παρεγράφησαν
59ἢ ἀνετράπησαν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τοιαῦτα ἐγκλήματα δια-
60πράττονται ὑπὸ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὑπάλληλος οὗτος
61διατηρεῖται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ Εἰρηνοδίκης οὗτος εἶναι τὸ
62ὄνειδος τῆς δικαιοσύνης.
63Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
64σύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν κατὰ τοῦ δημάρχου Κολω-
65νίδων Δ. Ῥάλλη ὑπάρχῃ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπρο-
66σώπου Πέτρου Καραπατᾶ, καταγγέλλοντος αὐτὸν, ὅτι ἐνήρ-
67γησε διαφόρους ἐκλογικὰς παραβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς
68τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων, καὶ διατὶ μέχρι σήμερον δὲν
69ἐνηργήθη οὐδεμία ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ.
70Κληρωτοί τινες παραπονοῦνται, ὅτι, ἔχοντες λόγους ἐξαι-
71ρέσεως, δὲν ἐξῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου,
72διότι τοῦτο δὲν ἠρμήνευσε καλῶς τὰς διατάξεις τοῦ στρα-
73τολογικοῦ νόμου, καὶ κατακρατοῦνται ἐν τῷ στρατῷ. Ἀπηυ-
74θύνθησαν καὶ εἰς τὸ ἐνταῦθα Στρατολογικὸν Τμῆμα, ὅπερ
75εἶπεν αὐτοῖς, ὅτι προσεχῶς θέλει εἰσαχθῆ νομοσχέδιον, κα-
76νονίζον τὰ κατ’ αὐτοὺς, διότι, ὡς ἤδη ἔχει ὁ στρατολογι-
77κὸς νόμος, ἡ διάταξις περὶ δύο ἀδελφῶν ὀρφανῶν, ἐξ ὧν
78ὁ εἷς τυγχάνει ἔγγαμος, εἶναι ἀσαφής. Θὰ παρακαλέσω λοι-
79πὸν τοὺς ἁρμοδίους νὰ εἰσαγάγωσι τάχιστα τοιοῦτο νομο-
80σχέδιον, ἵνα μὴ οἱ πολῖται ἀδικῶνται καὶ αἱ οἰκογένειαι
81αὐτῶν μένωσιν ἄνευ προστασίας.
82§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν
83εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
84Βουλευτοῦ, περὶ διδάκτρων ἐπιβληθέντων ἐν τῷ Γυμνασίῳ
85Πύργου, καταθέτω τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Ἐκ τῶν ἐγ-
86γράφων τούτων προκύπτει, ὅτι ἐπεβλήθησαν ἀληθῶς δίδα-
87κτρα, ἀκολουθήσαντος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὴν γνώ-
88μην, ἣν ἔδωκεν ἐντεῦθεν ἐρωτηθὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δη-
89μοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
90§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας;
91§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι καλῶς ἔπραξε
92τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τοῦ δήμου Λετρίνων ἀποδεχθὲν
93τὴν λύσιν ταύτην· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἀπαγορεύονται
94ἀπολύτως τὰ δίδακτρα προκειμένου περὶ μέσης ἐκπαιδεύ-
95σεως, ἰδιαιτέρως δὲ προκειμένου περὶ τοῦ Γυμνασίου Πύρ-
96γου, διότι τοῦ Γυμνασίου μὴ ὄντος δημοσίου, ἐλευθέρως
97ἐπιτρέπεται, ὡς ἐν παντὶ Γυμνασίῳ ἰδιωτικῷ, νὰ ἐπιβλη-
98θῶσι δίδακτρα.
99§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει σας
100καὶ τὸν νόμον.
101§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν, τὴν τοῦ
102βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας κ. Τυπάλδου. Ἐπὶ ταύτης
103δίδω τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος περὶ
104τοῦ λιμένος Ληξουρίου λέγω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνε-
105κρίθη, καὶ ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον. Ἐπὶ τοῦ
106δευτέρου θέματος, ἂν ἐνεκρίθη ἡ δαπάνη τοῦ φωτισμοῦ τοῦ
107λιμένος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ἐγκρίνω ταύ-
108την, διότι ἡ δαπάνη αὕτη, κατὰ τὰ νενομοθετημένα, ὑπά-
109γεται εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον καὶ οὐχὶ εἰς τὸ λιμενικόν,
110τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι ἄλλος. Εἰς τὸ τρίτον μέρος
111τῆς ἐπερωτήσεως, ἂν ἐνεκρίθη κονδύλιον ἐκ 210 δραχμῶν,
112ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἐνεκρίθη τὸ κονδύλιον, τοῦτο, διότι ὁ Πρόε-
113δρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ ἐπιστάτης,
114ὑπὲρ οὗ ζητεῖται ἡ πίστωσις, οὐδεμίαν παρέσχεν ὑπηρεσίαν καὶ
115διὰ τοῦτο οὐδεμία ὀφείλεται εἰς αὐτὸν ἀμοιβή.
116Καταθέτω καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπε-
117ρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Κατσικοπούλου, ἐξ
118ὧν προκύπτει, ὅτι οὐχὶ ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Ὑπουρ-
119γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκύρωσε τὴν δοθεῖσαν ἔγκρισιν, καὶ
120διέταξε δημοπρασίαν, δι’ οὓς λόγους περιέχουσι τὰ ἔγγραφα.
121§10Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1881 τὸ Δημόσιον ἐπώ-
122λησε διάφορα οἰκόπεδα, κείμενα παρὰ τὸν Ἄγχεσμον. Ταῦ-
123τα ἠγοράσθησαν παρὰ διαφόρων κατοίκων τῆς πρωτευούσης,
124ἐπληρώθησαν δὲ τὰ ὀφειλόμενα κατὰ τὸν νόμον μέχρι σή-
125μερον. Πρό τινων δὲ μηνῶν τὰ οἰκόπεδα ταῦτα περιελή-
126φθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, οἱ δὲ ἀγορασταὶ ἀπε-
127πειράθησαν ν’ ἀνεγείρωσιν οἰκοδομὰς, ἀλλ’ ἠμποδίσθησαν
128ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, διότι ἀπεφασίσθη παρὰ τοῦ
129κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα τὸ μέρος ἐκεῖνο δενδροφυτευθῇ. Ἀλλ’
130ἐνῷ ἀπηγορεύθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀνοικοδόμησις, ἀφ’ ἑτέρου οἱ
131δημόσιοι εἰσπράκτορες καταδιώκουσιν αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι
132τὰς ὑπολοίπους δόσεις, καὶ ἀπειλοῦσιν αὐτοὺς διὰ φυλακί-
133σεως. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θεω-
134ρήσῃ τὰ οἰκόπεδα χρήσιμα πρὸς δενδροφυτείαν, ἢ διὰ ἄλλην
135δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὅταν τοιοῦτόν τι ἀποφασίζηται,
136πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτοὺς τὸ τίμημα, τὸ καταβληθὲν,
137νὰ μὴ καταδιώκωνται δὲ, οὐδὲ νὰ ζητῶνται παρ’ αὐτῶν
138ἄλλαι δόσεις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
139Οἰκονομικῶν, αὔριον, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον, νὰ δώσῃ
140τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, διότι τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν
141εἶναι δικαιότατα.
142§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐξ
143Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κατέθεσε χθὲς ἀναφορὰν τῆς χήρας
144Μάρκου Ι. Χιώτου, αἰτουμένης νὰ ἀπονεμηθῇ αὐτῇ βοή-
145θημά τι ἢ σύνταξις, διότι ὁ ἀνὴρ αὐτῆς ἐφονεύθη ὑπὸ στρα-
146τιωτῶν. Ὑποβάλλω περὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν ἔκθεσιν τῆς
147Ὑπομοιραρχίας Μεγαρίδος, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι οἱ δρά-
148σται τοῦ φόνου συνελήφθησαν καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὴν
149δικαστικὴν ἀρχήν· ἤδη ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται ἐνώπιον τῆς
150δικαιοσύνης, ἑπομένως οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἐν ὅσῳ
151αὕτη δὲν ἀποφανθῇ.
152Ὑποβάλλω νομοσχέδια περὶ πιστώσεων: αʹ) Περὶ ἐκτά-
153κτου πιστώσεως δρ. 3,208,978 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1889,
154διὰ ναυπήγησιν πλοίων. βʹ) Περὶ χορηγίας πιστώσεως
155ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
156τῆς χρήσεως 1888. γʹ) Περὶ χορηγίας ἑτέρας πιστώσεως
157δρ. 680,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1889.
158Ὡσαύτως ἑτέρας πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 70,845 ἐπὶ τοῦ
159Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888.
160§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα
161Παράρτημα, ἀριθ. 116–119).
162§13Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Περὶ τῶν οἰκοπέδων....
163§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν γηπέδων καὶ οὐχὶ οἰκοπέδων,
164περὶ ὧν ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, παρατηρῶ, ὅτι τὸ
165Δημόσιον ἐπώλησε πρό τινος χρόνου γήπεδα, ἅτινα δὲν περι-
166λαμβάνονται ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, οὐδὲ περιελή-
167φθησαν ποτὲ, παραπονοῦνται δὲ σήμερον οἱ ἀγορασταὶ, ὅτι
168δὲν περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Βεβαίως,
169ἂν περιελαμβάνοντο σήμερον τὰ γήπεδα ἐν τῷ σχεδίῳ,
170ἤθελον ὠφεληθῆ οἱ ἀγοράσαντες, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἠγόρασαν
171γήπεδα, περιλαμβανόμενα ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως.
172Ἡ φυτεία, ἥτις γίνεται σήμερον, κατ’ οὐδὲν ἐπηρεάζει τὰ
173δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἄν τις τῶν ἰδιοκτητῶν ἀνθί-
174σταται κατὰ τῆς ἐμφυτεύσεως, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιμένει.
175Τὸ Δημόσιον ἐμφυτεύει τὰ μέρη ταῦτα ἐφ’ ὅσον ἀνήκουσιν
176εἰς τὸ Δημόσιον, ἢ εἰς κυρίους, ἐπιθυμοῦντας ἢ ἀνεχομένους
177τὴν ἐμφύτευσιν· ἐφ’ ὅσον οἱ κύριοι δὲν ἀνέχονται τὴν ἐμφύ-
178τευσιν, τὸ Δημόσιον ἀπέχει.
179§15ΡΑΛΛΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Πρω-
180θυπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ
181οἰκόπεδα περιελήφθησαν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως δι’
182ἐπεκτάσεως αὐτοῦ, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται ἀπηύθυνον πρὸς τὸν
183Μηχανικὸν τῆς πόλεως αἰτήσεις ἀδείας πρὸς οἰκοδόμησιν,
184ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησεν, ὅτι
185ἀπεφάσισεν ἐκεῖ νὰ δενδροφυτεύσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν
186κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκο-
187νομικῶν, νὰ ἐξετάσωσι τὰ περὶ τούτου.
188§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ ἐξετάσωμεν
189ταῦτα.
190§17ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὁριστικόν.
191Ἐὰν ἐννοῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ἀναγκαστικῶς
192τὰ ἐν λόγῳ γήπεδα, ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ τὰς δόσεις καὶ
193ἀποζημίωσιν, ἄλλως νὰ δώσῃ ἄδειαν πρὸς οἰκοδομήν.
194§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προ-
195τάσεως νόμου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν κλη-
196ροδοτημάτων Κερκύρας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 120).
197§19ΜΠΑΣΙΑΣ. Καὶ πάλιν περὶ σταφίδος, κύριοι Βουλευταὶ,
198ἀλλὰ ὀλίγα καὶ ἐν συντομίᾳ. Ἡ Βουλὴ ἠκροάσθη τὰς
199ὁμιλίας τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς τε δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς
200πτέρυγος, ὡς ἐπίσης ἠκροάσθη τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυ-
201πουργοῦ, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τούτων εἰς οὐδεμίαν πρακτικὴν προέ-
202βη πρότασιν. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ
203τὸ ζήτημα, καὶ ὡς σταφιδοπαραγωγὸς καὶ ὡς ἐμπορευθεὶς
204τὸν σταφιδόκαρπον, καὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα
205ἠδυνήθην νὰ ἔλθω, ὅπως ὑποβάλω πρότασίν τινα. Ἀλλ’
206ἐσκέφθην, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς
207σταφιδοπαραγωγοὺς τῆς τελευταίας ἐσοδείας· τοῦτο δὲ ἐπι-
208τυγχάνεται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους
209καὶ διὰ τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τῆς σταφίδος πρὸς ἀπόστα-
210ξιν. Ἡ ἐσοδεία τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀνῆλθεν εἰς τὸ πο-
211σὸν τῶν 340,000,000 ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ὑπολογίζω,
212ὅτι ἀπομένουσιν σήμερον ἐντὸς τοῦ Κράτους περὶ τὰ 100 ἑκα-
213τομμύρια πρὸς ἐξαγωγὴν, ἐξ αὐτῶν δὲ τὸ ⅕ εἶναι ἄχρη-
214στον καὶ μόνον πρὸς ἀπόσταξιν δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ.
215Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς κατόχους αὐτοῦ
216τοῦ ὑπερόγκου ποσοῦ, ἐλαττόνουσα τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος
217κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ σήμερον πληρονομένου καὶ ἀφίνουσα
218ἐλευθέραν τὴν ἀπόσταξιν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα;
219Θὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ ἓν περίπου ἑκα-
220τομμύριον δραχμῶν, ὅπερ εἶναι τὸ ἓν ἑκατοστὸν τοῦ Προϋ-
221πολογισμοῦ, οἱ δὲ σταφιδοκτήμονες δὲν θὰ ἀπολαύσουν αὐτὸ
222μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 1)25 τῶν ἐξόδων τῆς
223παραγωγῆς, ἀλλὰ τὸ πενταπλάσιον αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξαγω-
224γῆς τοῦ προϊόντος, ὃ θεωρεῖται ἐντελῶς ἄχρηστον· τοῦτο δὲ
225εἶναι μεγάλη ἀνακούφισις εἰς τοὺς παραγωγοὺς, καὶ εἰς τὸ
226Κράτος συμφέρον.
227Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν
228νόμου, ἀφορῶσαν εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον· τουτέστιν
229εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους καὶ εἰς τὴν ἐλευ-
230θέραν χρῆσιν τῆς σταφίδος πρὸς ἀπόσταξιν. Παρακαλῶ δὲ
231τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγράψῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην
232εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς ἐπίσης παρακαλῶ καὶ τὴν
233Βουλὴν νὰ κηρύξῃ αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὅπως μὴ ἐπέλθωσι
234κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις, συνήθεις ἐκ τῆς προτάσεως ἀπο-
235ζημιώσεων φόρων.
236Πιθανὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εὕρῃ πλημμελείας ἢ ἀτε-
237λείας εἰς τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον· δηλῶ δὲ, ὅτι δέχο-
238μαι πᾶσαν διόρθωσιν ἢ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νο-
239μίσει ἀναγκαίαν, ἀλλὰ τείνουσαν εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιψη-
240φίσεως τῆς προτάσεώς μου.
241§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ; (Ὅρα Πα-
242ράρτημα, ἀριθ. 121).
243§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτροπὴ καπνοπωλῶν ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐξ
244Ἀθηνῶν κατατίθησι δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν περὶ
245ἐλαττώσεως τῶν φυλλαδίων τοῦ σιγαροχάρτου ἀπὸ 12 εἰς
2468, καθ’ ἃ χθὲς λεπτομερῶς ἀνεπτύχθη. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη
247εἶναι, ὡς θέλετε παρατηρήσει, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἑκατὸν
248καὶ ἐπέκεινα καπνοπωλῶν τῶν δύο πόλεων, ὥστε παρα-
249τηρεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐνταῦθα εἶναι
250ἡ γνώμη σχεδὸν πάντων τῶν καπνοπωλῶν τῶν δύο πόλεων.
251Ἐλπίζω, ὅτι θέλει λάβει ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὴν αἴτη-
252σιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν θέλει παρίδει, ὅτι, ἐὰν
253ἐξακολουθήσῃ, ὡς ἔχει σήμερον, ὁ τελευταῖος νόμος περὶ κα-
254πνοῦ, θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν ἱκανὰ κεφάλαια τῶν
255καπνοπωλῶν θέλουσιν εὑρίσκεσθαι νεκρὰ ἐντὸς τῶν κατα-
256στημάτων αὐτῶν. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
257Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἐκκρεμές τι ζήτημα, περὶ οὗ μακρὸς
258ἐγένετο λόγος, καὶ περὶ οὗ λίαν προσεχῶς ἐπίσης μακρὸς
259θέλει γίνει λόγος· τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ
260κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν
261τοῦ Ἀλεξίου Τάκη καὶ τὴν τοῦ Συντάκτου τοῦ «Χρόνου».
262Ἡ ὑπόθεσις αὕτη κατὰ πρῶτον ἦλθεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης
263τῇ ἑνδεκάτῃ Νοεμβρίου ἐ. ἔ., συμπληροῦται ἄρα ἔκτοτε ὁλό-
264κληρος μήν. Ἐζητήθησαν δικογραφίαι τινὲς, καὶ εἶναι
265ἀληθὲς, ὅτι ἦλθόν τινες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐμελετήθησαν
266μάλιστα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι πραγματευθῆ τὸ
267ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
268εἶπε κατά τινα τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι δὲν ἐγέ-
269νετο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πᾶσαι αἱ
270σχετικαὶ δικογραφίαι, ἔδωκε δὲ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ
271ἀδυναμία αὕτη ὑφίσταται. Ἤδη ὅμως ἀπὸ τῆς 1 Δεκεμ-
272βρίου, δηλαδὴ ἤδη πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν ἐζήτησα δι’ ἐπερω-
273τήσεώς μου ἐγγράφου, τυπωθείσης ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς
2741 Δεκεμβρίου, ὅπως, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι πᾶσαι
275αἱ καθυστερούμεναι δικογραφίαι, ἔλθωσι τοὐλάχιστον ἀπο-
276σπάσματα ἐκ τῶν δικογραφιῶν αὐτῶν καὶ ἀντίγραφα ἀπο-
277φάσεων, ἐγκλητηρίων, βουλευμάτων, καταθέσεων τῶν μαρ-
278τύρων κλπ. Πιστεύω, ὅτι τὰ ἀντίγραφα ταῦτα, ἐὰν τηλε-
279γραφικῶς ἐζητήθησαν, ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν ταχυδρομικῶς
280μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν.
281Τίς τῶν δικογραφιῶν τούτων εὑρίσκεται ἐν Ἄρτῃ, ἐνώ-
282πιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἤδη ἀπὸ τῆς 10 Μαρτίου 1888
283ἔτους, δηλαδὴ πρὸ ἐννέα ὅλων μηνῶν· καὶ βεβαίως ἡ δικο-
284γραφία αὕτη εἶναι περαιωμένη. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ περαίωσις δὲν
285ἐγένετο, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ἐγκλητήριον ἔγγραφον, τὸ
286βούλευμα τοῦ Συμβουλίου ἐν ἀντιγράφοις, ἀντίγραφα τῶν
287καταθέσεων Ἀβέρωφ. Δὲν λέγω, ὅτι καὶ ἄνευ τούτων δὲν
288δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως,
289ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ, ἐὰν ἐγὼ ἐπικαλῶμαι ἔγγραφα, ἅπερ ἔχω
290ἐν ἀντιγράφοις ἐκ τῆς δικογραφίας ἐκείνης, νὰ ἀκούω τὴν
291ἀπάντησιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν εἶναι ἐπίσημα. Ἐπί-
292σης ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ νομίζω ἡ δικογραφία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν
293Ἀλέξιον Τάκην, ἡ εὑρισκομένη ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου,
294διότι ὁ Ἄρειος Πάγος μόλις ἀπέχει τρία λεπτὰ τῆς ὥρας
295ἐντεῦθεν. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας,
296ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τύπων. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἀνάγκην, εἰμὴ
297κυρίως τῶν πρακτικῶν. Ἦτο ἑπομένως δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
298ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντίγραφον τοῦ ἐγκλητηρίου καὶ τῶν
299μαρτυριῶν τῶν παθόντων, αἵτινές εἰσι σπουδαῖαι ἐν τῇ προ-
300κειμένῃ ὑποθέσει.
301Ἀλλ’ ἐπίσης νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ ἀπὸ τῆς
302πρώτης Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον τὴν ἐν Ζακύνθῳ δικο-
303γραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἢ ἀντί-
304γραφα τῶν βουλευμάτων, τοῦ ἐγκλητηρίου καὶ τῶν κατα-
305θέσεων τῶν παθόντων. Ἐπίσης τῇ 30 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους
306ἐξεδικάσθη κατὰ Ῥοκοφύλλου κατηγορία ἐνώπιον τῶν ἐν
307Ζακύνθῳ Κακουργιοδικῶν, καὶ ταύτης ἐζήτησα ἀντίγραφα,
308ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔφθασαν μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης.
309Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ νὰ
310δηλώσῃ, ὅτι δὲν θέλει εἶσθαι αὐτῷ δυνατὸν νὰ καταθέσῃ
311ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μερῶν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ τότε θέλομεν
312εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης
313εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤ, ἂν δὲν ἔχῃ δυσκολίαν
314τινὰ, νὰ καταθέσῃ ταῦτα. Ἂς καταθέσῃ τοὐλάχιστον τινὰ
315τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, ὅπως μελετήσωμεν αὐτὰ πρὸς
316τὸ παρόν.
317Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, προκειμένου περὶ τῆς λῃστείας κατὰ
318τῆς οἰκογενείας Ἀβέρωφ, τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ἄρτει
319Πλημμελειοδικῶν εἶχε παραπέμψει ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ
320Κακουργιοδικῶν τὸν Φερεντῖνον Παππαρίγκον καὶ Στέρ-
321γιόν τινα, ὡς ὑπαιτίους τῆς λῃστείας. Δι’ ἀνακοπῆς ἡ ὑπό-
322θεσις ἔφθασεν ἐνώπιον τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν, τὸ δὲ Συμ-
323βούλιον διὰ βουλεύματος ἀπήλλαξε τοὺς ῥηθέντας κατηγο-
324ρουμένους τῆς κατηγορίας. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὡς ἐκ περισ-
325σοῦ, τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ διατάξῃ,
326ὅπως ἔλθωσιν ἀντίγραφα ἀμφοτέρων τούτων τῶν βουλευ-
327μάτων, ἵνα ἴδωμεν ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐγένετο ἀνα-
328κοπὴ ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων, καὶ τίνα γνώμην
329ἐδέχθη ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς ἐν Κερκύρᾳ.
330§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς
331στιγμῆς, καθ’ ἣν περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
332σύνης ἡ δευτέρα ἐπερώτησις περὶ καταθέσεως νέων ἐγγρά-
333φων καὶ συμπληρωτικῶν πληροφοριῶν, ἀγνοῶ τίνα σχέσιν
334ἐχουσῶν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπὸ τῆς στιγ-
335μῆς ἐκείνης ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα,
336νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα. Ὅτε κατέθετον τὰ
337ἔγγραφα, ἐδήλωσα τοὺς λόγους, δι’ οὓς δύο τῶν δικογρα-
338φιῶν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δὲν
339ἦτο δυνατὸν νὰ ὦσιν ἐνώπιον ἡμῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐζητή-
340θησαν νέα ἔγγραφα, καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι τὴν βραδύ-
341τητα τῆς προσκομίσεως τῶν ἐγγράφων ὑπολογίζει ἀπὸ τῆς
342ἐνάρξεως τοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνῷ ταῦτα ἐζητή-
343θησαν ὄχι ὅλα ὁμοῦ, ἀλλὰ τμηματικῶς καὶ κατὰ διαφό-
344ρους σειρὰς ἐν διαφόροις συνεδριάσεσιν. Οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀπήν-
345τησαν, ὅτι τινὲς τῶν αἰτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὡς πρὸς
346τὰς δικογραφίας τὰς αἰτηθείσας ἐξετελέσθησαν, μόνον δὲ ὁ
347Εἰσαγγελεὺς Ἄρτης τηλεγραφεῖ, ὅτι τὴν δικογραφίαν τῆς
348ὑποθέσεως Ἀβέρωφ δὲν εἶχε πλήρη ἐνώπιόν του, διότι, συλ-
349ληφθέντος ἐσχάτως καὶ ἄλλου κατηγορουμένου, ὁ Εἰσαγ-
350γελεὺς Τρικκάλων παρηγγέλθη νὰ ἐνεργήσῃ νέας ἐξετάσεις,
351πρὸς ὃ καὶ ἐστάλη αὐτῷ ἡ δικογραφία. Κατόπιν ἐλήφθη
352τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης, εἰδοποιοῦντος, ὅτι
353ἔστειλεν ὅλα τὰ ἀντίγραφα, ἃ ἐζητήθησαν, ὑποθέτω δὲ, ὅτι
354αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ τὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’, ὡς βλέπετε, σήμερον
355ἐζήτησε καὶ ἕτερον ἀντίγραφον, καὶ θὰ περιμείνω τὴν ἐπε-
356ρώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα διατάξω τὰς ἁρμοδίας ἀρ-
357χάς, νὰ μοὶ πέμψωσιν αὐτὸ, πρὸς τοῦτο δὲ ἀπαιτεῖται
358ἀναγκαίως χρονικόν τι διάστημα, καὶ τὸ λέγω, διότι μετὰ
359τινας ἡμέρας θὰ ἔχωμεν νέα παράπονα περὶ δῆθεν βραδυ-
360τῆτος.
361§23ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναμαι
362νὰ ἔχω οὐδὲν παράπονον περὶ βραδύτητος ἐκ μέρους τοῦ κ.
363Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν
364ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἐζήτησα τὰς πληροφο-
365ρίας, τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θανατικῶν ποι-
366νῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1833. Οὐχ ἧττον ἐπαναλαμβάνω
367τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως, ὅσον τάχιον,
368μᾶς παράσχῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Ἤκουσα, ὅτι δὲν εἶναι
369εὔκολον νὰ ἔχωμεν τοιαύτας πληροφορίας, καὶ μάλιστα διὰ
370τὴν ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουρ-
371γὸν νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, διότι ἔχομεν μεγί-
372στην ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν αὐτάς.
373§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὶν ἢ
374ἀποσταλῇ ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπὸ τῆς ἡμέ-
375ρας, καθ’ ἣν ἀπηυθύνατε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς
376ταύτην, παρήγγειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐρ-
377γασία πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἐκ
378τοῦ Ὑπουργείου μοὶ ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι διὰ τὸν ἀπὸ
379τοῦ 1833–1862 χρόνον οὐδὲν ὑπάρχει ἴχνος οὔτε βιβλίων
380καταδίκων, οὔτε σημειώσεων περὶ ἐκτελέσεως εἰς τὸ Ὑπουρ-
381γεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἀπὸ τοῦ 1862–1866 φαίνεται,
382ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκτέλεσις· ἀπὸ τοῦ 1866–1870 εἶχε συν-
383ταχθῆ πίναξ τῶν γενομένων ἐκτελέσεων ὑπὸ τοῦ τότε τμη-
384ματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κ. Κρασσᾶ· ἀπὸ
385τοῦ 1870 καὶ ἐντεῦθεν ἤρξατο γινομένη ἔρευνα. Ἀλλὰ καὶ
386διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1833–1862, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει βι-
387βλίον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διέταξα νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς λεπτο-
388μερῆ ἀναδίφησιν καὶ μελέτην τῶν τόμων τῆς Ἐφημερίδος
389τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀπὸ τοῦ 1833–1862, μὴ τυχὸν
390εὑρεθῶσι Διατάγματα περὶ ἐκτελέσεως ἢ περὶ μεταβολῆς
391θανατικῆς ποινῆς. Ἐπέστειλα δὲ σήμερον καὶ πρὸς τὸ
392Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν ἐκεῖθεν, μὴ ὑπάρ-
393χωσι στοιχεῖα, σχετικὰ πρὸς τὴν ἐπερώτησίν σας, διότι, ὡς
394γνωρίζετε, τὰ ζητήματα τῶν χαρίτων καὶ τῶν θανατικῶν
395ἐκτελέσεων τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων μέχρι τοῦ 1883
396ἀπεφασίζοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
397§25ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐκφράζω τὴν βαθεῖάν μου
398ἀπορίαν διὰ μίαν ἀποκαλυπτομένην τοιαύτην παράδοξον
399κατάστασιν εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουρ-
400γὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 δὲν ὑπάρχει οὔτε
401ος πληροφοριῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, πιστεύω, ὅτι δύναμαι νὰ
402βεβαιώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος Εὐρωπαϊκὸν, ἐν τῷ
403ὁποίῳ εἷς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ περιέρχηται εἰς
404τὴν θέσιν νὰ κάμῃ τοιαύτην ὁμολογίαν. Διότι τὸ ζήτημα
405αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ζήτημα στατιστικὸν ἐκ τῶν συνήθων,
406εἶναι τὸ πρώτιστον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κοινωνικὴν
407καὶ ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Τί ἦτο λοιπὸν ἡ Διοί-
408κησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862 δὲν
409εἶχεν οὐδεμίαν σημείωσιν ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ;
410Ὁπωσδήποτε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐμμείνῃ εἰς
411τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν δεικνύει, πρὸς περισυλλογὴν
412τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ ὑποβολὴν αὐτῶν.
413§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλ-
414λω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως συμπληρωματικῆς
415μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολά-
416βου Μανιάκ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 122).
417§27ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
418μικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς
419ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πύλου, παραπονουμένων, ὅτι παρεμ-
420ποδίζεται ἡ ἀνοικοδόμησις οἰκιῶν πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς
421πόλεως· διετάχθη δὲ, ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ ἡ κατεδάφισις
422τῶν ὑπαρχόντων. Περὶ τούτου ἐγένετο ἐπερώτησις καὶ παρ’
423ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων πρὸ ἡμερῶν· πιστεύω δὲ, ὅτι
424ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἀναφέρῃ καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν προέβη
425εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ἐνῷ προηγουμένως εἶχεν ἐπιτραπῆ
426ἡ ἄδεια, συμφώνως πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πόλεως.
427§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀπαντήσω προ-
428σεχῶς.
429§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
430Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτά-
431κτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888
432ἐκ δραχμῶν 335,110.
433§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βου-
434λευταὶ, περὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως τὴν ἔκθεσιν τοῦ
435ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτρο-
436πῆς, διὰ τῆς ὁποίας προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψή-
437φισιν τῆς πιστώσεως. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ τῆς πλειοψη-
438φίας ὑποδεικνύονται οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ μειοψηφία, εἰς τὴν
439ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐπρότεινε τὴν ἀπόῤῥιψιν
440τῆς πιστώσεως. Ὡς ἐκ τούτου μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον,
441νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν
442ὁποίων στηριζομένη ἡ μειοψηφία ἐπρότεινε τὴν ἀπόῤῥιψιν
443τῆς πιστώσεως.
444Ἐπιτυχῶς ἐῤῥήθη, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰ-
445κονομικοῦ ζητήματος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
446νήσεως ἰδιαιτέραν ἐπεδείξατο στοργὴν πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ
4471887, ἐπιμελῶς μεριμνήσας νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν, ὡς δυνα-
448τὸν, παντὸς βάρους. Νομίζω, ὅτι ἐπίσης ἐπιτυχῶς δύναται
449νὰ ῥηθῇ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαιτάτην τρέφει στοργὴν
450πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πίστωσιν, καὶ διὰ παντοίων μέσων
451προσεπάθησε καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν
452αὐτῆς.
453Ἠκούσατε, Κύριοι, ἐν προηγουμέναις συνεδριάσεσιν, ὅτι
454δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται εἰς
455τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς ἡ πίστωσις αὕτη· εἰσήχθη καὶ
456κατὰ τὸ 1883, περιληφθεῖσα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
457ἔτους ἐκείνου. Εἶχε μάλιστα τότε εἰσαχθῆ ἡ πίστωσις αὕτη
458ὑπὸ τύπον, δικαίως προκαλέσαντα τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν
459ἀπορίαν. Ἡ πίστωσις εἶχε τότε διαιρεθῆ εἰς τρία κονδύλια,
460δικαιοῦχος δὲ ἑκάστου τῶν κονδυλίων τούτων ἀνεγράφετο
461ὄχι ὁ Σπάρταλης, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
462Καὶ τὸ μὲν πρῶτον κονδύλιον ἀφεώρα εἰς προμηθείας πρὸς
463χρῆσιν τῶν Βασιλικῶν πλοίων, τὸ δεύτερον κονδύλιον ἀφεώρα
464εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον, ἐν παρενθέσει δὲ ἐγράφετο τὸ
465ὄνομα «Σπάρταλης», τὸ τρίτον κονδύλιον ἀφεώρα εἰς τό-
466κους τοῦ δευτέρου κονδυλίου.
467Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν περι-
468κεκαλυμμένον καὶ σκοτεινὸν τοῦτον τύπον τῆς ὑποβολῆς
469τῆς πιστώσεως. Προσέσχον πρὸς τοῦτο εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ
470κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνέγνωσα μετ’ ἐπιστασίας καὶ τὴν ἔκθε-
471σιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ
472διατελῶ εἰς τὴν αὐτὴν ἀπορίαν. Εἶχε, λέγουσι, τὸ Ὑπουρ-
473γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαθέσει χρήματα ὑπὲρ τοῦ Ὑπουρ-
474γείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἡ λογιστικὴ τακτοποίησις ἀπῄτει
475νὰ ἐγγραφῇ δικαιοῦχος τῆς πιστώσεως, ὄχι ὁ Σπάρταλης,
476ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ διατεθῇ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουρ-
477γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
478Ναυτικῶν δὲν εἶχε δαπανήσει τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὑπὲρ
479αὐτοῦ διατεθέντα, τίς ἡ ἀνάγκη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
480νὰ γίνῃ ἡ ἐπαναφορὰ αὕτη τῶν χρημάτων εἰς τὸ Ὑπουρ-
481γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐκτὸς τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
482Ναυτικῶν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ
483ὁποῖα εἶχον ἔκπαλαι διατεθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχον
484δαπανηθῆ, ἐπρόκειτο δὲ νὰ τὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σπάρτα-
485λην· διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ ἀναγραφῇ δικαιοῦχος τῆς πιστώ-
486σεως ὁ Σπάρταλης, ἵνα ἀπ’ εὐθείας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
487Ναυτικῶν πληρώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην; Ἐπα-
488ναλαμβάνω, ὅτι, μ’ ὅλας τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις, δὲν δύνα-
489μαι ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσω τὸν λογιστικὸν τοῦτον μηχανισμόν.
490Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, εὑρέθησαν τότε εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ
491πρόσωπα ἁρμόδια, τὰ ὁποῖα διεῖδον καὶ ὑπὸ τὸν περικεκα-
492λυμμένον αὐτὸν τύπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τῆς γνωστῆς αὐ-
493τοῖς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη, ἀντετάχθησαν ἐῤῥωμένως
494κατὰ τῆς πιστώσεως, ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν
495δύναται νὰ θεωρηθῇ οὔτε ἐκεκαθαρισμένη, οὔτε δεδικαιολο-
496γημένη, διότι οὐδεμία πρὸς τοῦτο εἶχε γίνῃ ὑπὸ τῶν ἁρμο-
497δίων ἐπεξεργασία, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπῄτησαν τὴν δια-
498γραφὴν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπέναντι δὲ τῶν
499ἀκαταμαχήτων τούτων ἐπιχειρημάτων ἡ Κυβέρνησις ἠναγ-
500κάσθη νὰ συναινέσῃ τότε εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς πιστώσεως,
501ἵνα ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν δέουσαν ἐπεξεργασίαν, τὴν
502ὁποίαν εἶχε παραλείψει.
503Τί ἀκριβῶς ἐγένετο κατόπιν, δὲν γνωρίζω. Προκύπτει ἐκ
504τῆς ἀναγνώσεως ἐγγράφων τινῶν, ὅτι εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ ἐπε-
505ξεργασία τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη εἰς λογιστικὸν
506ὑπάλληλον, τὸν ἀξιότιμον κ. Μπουγιούκαν, καὶ ὅτι κατὰ
507τὴν ἐξέλεγξιν, ἣν οὗτος εἶχεν ἐνεργήσει, ὁ Σπάρταλης ἀπε-
508δεικνύετο, ὄχι ὡς δικαιούμενος λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημο-
509σίου, ἀλλ’ ὡς ὀφειλέτης αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγ-
510καῖον νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ πενταμελής, ἐκ τριῶν
511Νομικῶν Συμβούλων καὶ ἐκ δύο τμηματαρχῶν, τοῦ Ὑπουρ-
512γείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
513κῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη αὖθις ἡ
514ἐξέλεγξις ὅλων τῶν λογαριασμῶν....
515§31Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ὀνόματα τῶν
516Νομικῶν Συμβούλων;
517§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι,
518ὁ Ταταράκης, δικαστικὸς Σύμβουλος, Πάγκαλος, νομικὸς
519σύμβουλος, Πετρόπουλος, νομικὸς σύμβουλος, Νικολόπουλος
520τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ Ἐργα-
521στηριάρης, τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
522Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη συνέταξε περὶ τῆς ἐξελέγξεως ἐκτε-
523ταμένην ἔκθεσιν, εὑρισκομένην ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τοῖς κατα-
524τεθεῖσιν εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν,
525ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγ-
526κτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδοτο δύο ἀποφάσεις· διὰ τῆς
527πρώτης ἀνεγνώρισε τὸν Σπάρταλην δικαιοῦχον διὰ λίρας
5283,160, διὰ τῆς δευτέρας ἀνεθεώρησε τὴν ἀπόφασίν του, καὶ
529ηὔξησε τὴν ἀπαίτησιν εἰς λίρας ἀγγλικὰς 6,423. Βραδύτερον
530ἐθεωρήθη ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Νομικὸν
531Συμβούλιον ἡ ἐξέτασις ἑνὸς τῶν ζητημάτων τῆς ὑποθέ-
532σεως, τοῦ ζητήματος τῶν τόκων, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβού-
533λιον ἐγνωμοδότησε περὶ τούτου, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν
534γνωμοδότησίν του. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκ-
535καθαρίσεων, τῶν ἐξελέγξεων, τῶν ἀποφάσεων, τῶν γνωμο-
536δοτήσεων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσάγει αὖθις τὴν αὐτὴν πί-
537στωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν
538αὐτῆς.
539Εὐτυχῶς, Κύριοι, ἡ βραδύτης αὕτη δὲν ἀπέβη πρὸς
540βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, διότι, ἐνῷ ἡ πίστωσις
541τοῦ 1883 ἀνήρχετο μετὰ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
542μόνον τόκων εἰς 415,000 δραχμὰς, εὐτυχῶς ἤδη ζητεῖται
543πίστωσις διὰ μόνον 335,110 δραχ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ
544πίστωσις αὕτη δὲν εἰσάγεται πλέον ὑπὸ τὸν περικεκαλυμμέ-
545νον ἐκεῖνον τύπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὸ ἔτος
5461883, δὲν ἀναγράφεται πλέον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
547νομικῶν ὡς δικαιοῦχος τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, ἀλλ’ ἔχετε
548ὑπ’ ὄψει σας πίστωσιν, δι’ ἧς ῥητῶς καὶ σαφῶς ζητεῖται νὰ
549ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη δραχμὰς 335,110. Ἐκ τού-
550του μάλιστα λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυ-
551πουργὸν, τί ἐγένετο λοιπὸν αὐτὴ ἡ τακτοποίησις τοῦ λο-
552γαριασμοῦ, ἡ ὁποία ἀπήτησε κατὰ τὸ 1883 νὰ εἰσαχθῇ
553ὑπὸ ἄλλον τύπον ἡ πίστωσις; Ἐπῆλθε ἐν τῷ μεταξὺ ἡ
554τότε ζητουμένη λογιστικὴ τακτοποίησις; Καὶ ἐὰν δὲν
555ἐπῆλθε, πῶς τώρα δὲν θεωρεῖται πάλιν ἀναγκαῖον νὰ
556εἰσαχθῇ ἡ πίστωσις ὑπὸ τὸν τύπον ἐκεῖνον, ἀλλὰ ῥητῶς καὶ
557καθαρῶς εἰσάγεται ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη;
558Ἐν τούτοις ὑμεῖς καλεῖσθε ἤδη νὰ ἀποφανθῆτε, ἐὰν
559πρέπῃ νὰ ἐπιψηφίσητε τὴν πίστωσιν ταύτην. Πρὶν ἢ πρά-
560ξητε τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ἱερὸν καθῆκον νὰ ἐξε-
561τάσητε, ἂν ὑφίσταται νομίμως, κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νό-
562μους, ἡ ἀπαίτησις, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ πίστωσις. Ἐγὼ ὑπο-
563στηρίζω, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη πρὸ πολλοῦ ἀπεσβέσθη....
564§33ΤΙΝΕΣ. Ἡ ὀφειλή.
565§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὀφειλὴ, μάλιστα, ἀπε-
566σβέσθη συνεπείᾳ παραγραφῆς. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἰδέας ταύ-
567της κατεξανίσταται ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς
568Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν, «ἥκιστα
569προσήκει τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ἡ λόγῳ παραγραφῆς
570ἄρνησις τῶν παρ’ αὐτῆς ὀφειλομένων πρὸς ἐμπορικὸν καὶ
571τραπεζιτικὸν οἶκον, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ λειτουργοῦντα, ἀγνο-
572οῦντα τὰς παρ’ ἡμῖν κρατούσας λογιστικὰς διατυπώσεις,
573καὶ πολυτίμους προσενεγκόντα τῷ Ἔθνει ὑπηρεσίας.»
574Τοιαύτας δέ τινας ἰδέας ἠκούσατε νομίζω καὶ προφορι-
575κῶς ἐν τῇ Βουλῇ ἀναπτυχθείσας....
576§35ΣΑΚΚΗΣ. Εἶναι δωρεὰ, δὲν εἶναι ὀφειλὴ τότε.
577§36ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἔθνος δὲν παρεῖχεν ὠφε-
578λείας, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ ἄτομα.
579§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οἱ
580τοιαῦτα λέγοντες καὶ γράφοντες καὶ ὑποστηρίζοντες παρα-
581γνωρίζουσι τὴν ὑψηλὴν σημασίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς παραγρα-
582φῆς, καὶ μειοῦσι τὸ κῦρος τῶν περὶ αὐτῆς νόμων τῆς Πο-
583λιτείας. Ἡ παραγραφὴ δὲν εἰσήχθη εἰς τὴν νομοθεσίαν ὡς δι-
584κανικόν τι τέχνασμα πρὸς ἀνατροπὴν ἀλλοτρίων δικαιωμά-
585των, ἀλλὰ καθιερώθη ὡς θεσμὸς ἀπολύτως ἀναγκαῖος πρὸς
586στήριξιν τῆς ἐννόμου τάξεως, καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν
587δικαιωμάτων καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῆς κοινωνίας. Διὰ τοῦτο
588οἱ συγγραφεῖς τὴν παραγραφὴν ὀνομάζουσι προστάτιδα τοῦ
589ἀνθρωπίνου γένους (Patronne du genre humain), καὶ
590ἕνεκα τούτου ὁ ἀντιτάσσων καθ’ οἱουδήποτε δικαιώματος
591τὴν παραγραφήν, οὐ μόνον δὲν ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἀντικειμένην
592εἰς τὸ πρέπον καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν, ἀλλ’ ἐξασκεῖ νόμιμον
593δικαίωμα, δικαίωμα ἐπίσης σεβαστὸν, ὅπως πάντα τὰ
594λοιπὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας προσ-
595τατευόμενα. Καὶ βλέπομεν ἀληθῶς καθ’ ἑκάστην ἐν τοῖς
596Δικαστηρίοις νὰ προτείνωνται ἐκπτώσεις δικαιωμάτων καὶ
597παραγραφαὶ, χωρὶς νὰ διανοηθῇ κἄν τις, ὅτι ἡ ἐνέργεια
598αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπρεπὴς καὶ ἀνήθικος,
599διότι δὲν εἶναι, Κύριοι, δυνατὸν τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς νὰ
600δοθῇ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου χορηγουμένων
601δικαιωμάτων. Ὅταν μάλιστα, κύριοι Βουλευταὶ, διαχειρί-
602ζηταί τις ὄχι ἴδια συμφέροντα καὶ δικαιώματα, ἀλλ’ ἀλλό-
603τρια, τότε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν, ὡς καθῆκον, οὐδέποτε νὰ
604παραλείπῃ τὴν πρότασιν τῆς παραγραφῆς, διότι ἡ τοιαύτη
605παράλειψις δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπιστία περὶ τὴν
606ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ὡς προδοσία τῶν συμφε-
607ρόντων, ὧν τῷ ἀνετέθη ἡ διαχείρισις, καὶ τὰ ὁποῖα παν-
608τοιοτρόπως ὀφείλει νὰ προστατεύῃ. Ἡ παράλειψις τῆς προ-
609τάσεως τῆς παραγραφῆς ἀποτελεῖ δωρεὰν ἐξ ἀλλοτρίων
610χρημάτων, τὴν ὁποίαν οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ
611ἀλλότρια διαχειριζόμενος.
612Ἕνεκα τοιούτων λόγων καὶ ὁ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος,
613μεταφρασθεὶς ἐκ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, καὶ σύμφωνος
614πρὸς τὰς νομοθεσίας ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, ἐθεώ-
615ρησεν ἀναγκαῖον, χάριν τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀσφαλοῦς διαχει-
616ρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, νὰ τάξῃ παραγραφήν,
617ἤγουν νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπο-
618βάλλωνται ἅπασαι αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις, καὶ
619παρελθούσης τῆς ὁποίας θεωροῦνται ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, καὶ
620οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ῥητὸς,
621καὶ εἶναι καὶ ὑποχρεωτικός. Δὲν ἐπαφίνει ὁ νόμος εἰς τὴν
622διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ νὰ προτείνῃ
623ἢ νὰ μὴ προτείνῃ τὴν παραγραφήν, ἀναλόγως τῆς ποιότη-
624τος τῆς ἀπαιτήσεως, ἢ τῆς πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχε-
625ται, ἢ τῶν προσώπων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ζητεῖται, ἀλλ’ ἐν
626πάσῃ περιπτώσει ἀπαγορεύει πᾶσαν πληρωμήν, μὴ γενο-
627μένην ἐμπροθέσμως. Περὶ τῆς τοιαύτης δὲ ἐννοίας τοῦ νόμου
628τούτου ἅπαντες οἱ ἑρμηνευταὶ εἶναι σύμφωνοι. Διάσημος
629συγγραφεὺς, ὃν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ
630παραγραφὴ αὕτη εἶναι μέτρον δημοσίας τάξεως, τὸ ὁποῖον
631δὲν ἔχει ποσῶς τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ παραβιάσῃ,
632ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε τηρήσει τὰς διατυπώσεις, τὰς ἀναγκαίας
633πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν τῆς περιουσίας καὶ τῶν δικαιωμάτων
634τοῦ Κράτους.» «Cette prescription est une mesure d’
635ordre public, à laquelle le mimistre n’ aurait au-
636cunement le droit de deroger, si ce n'est en obser-
637vant les formalités necessaires pour l’ alienation
638des biens et des droits de l’ etat.» (Dalloz «tre-
639sor public» No 503).
640Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ συγγραφεῖς διδάσκου-
641σιν, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελεν ὁ Ὑπουργὸς πληρώσει παραγεγραμ-
642μένην ἀπαίτησιν, ἔχει δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ τὴν
643ἐπιστροφὴν τῶν οὕτω πληρωθέντων, ὡς ἀχρεωστήτων. Καὶ
644ὁ νόμος, Κύριοι, οὗτος ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν,
645καὶ δυνάμει αὐτοῦ ἀπεῤῥίφθησαν πλεῖσται κατὰ τοῦ Δημο-
646σίου ἀπαιτήσεις, καὶ ἰδιωτῶν, καὶ ὑπαλλήλων, καὶ στρατιω-
647τικῶν, καὶ συνταξιούχων. Ἠκούσατε μάλιστα πρὸ τινων
648ἡμερῶν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄγρυπνος κέρβερος τῆς δη-
649μοσίας περιουσίας, ἠρνήθη πρό τινος χρόνου νὰ πληρώσῃ,
650λόγῳ παραγραφῆς, ὁμολογίαν ἐθνικοῦ δανείου κληρωθεῖσαν,
651ἂν καὶ ὁ κάτοχος αὐτῆς ὑπέβαλεν, ὅτι αὐτὸ τὸ Δημόσιον
652περιήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν πλάνην, ὅτι δὲν ἐκληρώθη ἡ με-
653τοχή του, πληρόνον τακτικῶς τὸν τόκον αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον
65469 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἔλεγε πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν
655ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς
656ὁμολογίας ταύτης, τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου δὲν
657ἐπιτρέπει πληρωμὴν μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου τῆς
658παραγραφῆς, καὶ ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ
659Δημοσίου ἡ παραγραφὴ ἔλαβε χώραν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυ-
660πουργὸς, ὁ διϋλίζων, ὡς βλέπετε, κύριοι Βουλευταὶ, τὸν
661κώνωπα προκειμένου περὶ τοῦ ἀντιτίμου τῆς κληρωθείσης
662ὁμολογίας, περὶ τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ τῶν 250 δραχμῶν, κα-
663ταπίνει κάμιλον ὁλόκληρον, καὶ τοῦ μεγαλειτέρου μάλιστα
664εἴδους, καὶ, λησμονῶν τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου,
665ζητεῖ παρ’ ὑμῶν νὰ ἐπιψηφίσητε ἀπαίτησιν 335,000 δραχ-
666μῶν, ἐντελῶς παραγεγραμμένην.
667Ἐρωτῶ, Κύριοι, διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη; διατὶ δύο μέτρα
668καὶ δύο σταθμά; Ἐὰν τὸ ἄρθρον 69 ἀπαγορεύῃ εἰς τὸν
669κ. Πρωθυπουργὸν τὴν πληρωμὴν τῆς κληρωθείσης ὁμολο-
670γίας, πῶς αὐτὸ τὸ ἴδιον ἄρθρον δὲν ἀπαγορεύει εἰς αὐτὸν
671τὴν πληρωμὴν τῶν 335,000 δραχμῶν; Καὶ ἂν ἥκιστα
672προσήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν
673τῶν ὑποχρεώσεών της, λόγῳ παραγραφῆς, προκειμένου περὶ
674335,000 δραχμῶν, πῶς προσήκει εἰς αὐτὴν νὰ ἀρνηθῇ τὴν
675πληρωμὴν τῆς κληρωθείσης μετοχῆς, τῆς ὁποίας μάλιστα
676ὁ κάτοχος δύναται ἴσως καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων νὰ
677δικαιωθῇ, διότι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προῆλθεν ἡ πλά-
678νη, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσε; Διατὶ ἡ ἄκρα στοργὴ πρὸς τὴν
679ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἡ ἄκρα ἀστοργία πρὸς τὴν
680ἀπαίτησιν τοῦ κατόχου τῆς ὁμολογίας; Μήπως ἆρά γε ὁ κ.
681Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει καὶ ἀποδέχεται τὴν γνώμην τοῦ
682ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
683σμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ παραγραφὴ
684αὕτη ἔλαβε χώραν; Ὀφείλω, Κύριοι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ,
685νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ἀνάπτυξίν τινα περὶ τοῦ καθαρῶς
686νομικοῦ τούτου ζητήματος.
687Πρῶτος, Κύριοι, ὑπέβαλε τὴν ἰδέαν τῆς παραγραφῆς ὁ
688ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
6891883, περὶ ἧς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐμνήσθην. Ῥητῶς
690ὑπέδειξεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἵνα ἐξετάσῃ, μήπως
691παραγραφὴ ἔλαβε χώραν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἡ πενταμε-
692λὴς Ἐπιτροπὴ, ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συστηθεῖσα,
693ὡς εἶπον ὑμῖν, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σπάρ-
694ταλη, ἡ Ἐπιτροπὴ, λέγω, αὕτη ὁμοφώνως ἀπεφάνθη, ὅτι
695ἡ παραγραφὴ ἄνευ ἀμφιβολίας ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ προ-
696κειμένου (ἀναγινώσκει).
697Ἔκθεσις πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς.
698«Ἀλλὰ, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν ὑποφαινομένων,
699ἅπασαι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κ. Σπάρταλη ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων,
700περὶ ὧν πρόκειται, παρεγράφησαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ
701νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι παρῆλθον πλέον τῶν
702πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς κλείσεως τοῦ λογαριασμοῦ, χωρὶς νὰ
703ἐγείρῃ ἀγωγὴν ὁ δικαιοῦχος. Δὲν δύνανται δὲ νὰ ὠφελή-
704σωσι τοῦτον εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς τὰ μεταξὺ τῶν
705διαφόρων Ὑπουργείων ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα, δι’ ὧν ἀνε-
706γνωρίζοντο εἰς βάρος τοῦ Κράτους τὰ πλεῖστα τῶν ἐν τοῖς
707λογαριασμοῖς του σημειουμένων χρηματικῶν ποσῶν, διότι
708ταῦτα εἶναι ἔγγραφα τῆς ἐσωτερικῆς τῶν Ὑπουργείων ὑπη-
709ρεσίας, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν Σπάρταλην ἀπευθυνόμενα. Προσέτι
710δὲ δὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν κ. Σπάρταλην οὔτε ἡ
711κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1887 δοθεῖσα αἴτησις θεραπείας,
712διότι μόνη ἡ ἀγωγὴ διακόπτει τὴν παραγραφὴν ὡς πρὸς
713τὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις· τοιαύτη δὲ δὲν ἐπεδόθη
714μέχρι τοῦδε.»
715Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁμοφώνως ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
716γοῦ συστηθεῖσα, ἵνα ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς, Ἐπιτροπὴ
717ἀποφαίνεται, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ
718Σπάρταλη παρεγράφησαν. Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης
719ἀντεπεξέρχεται λαῦρος ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ
720Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς. Κατ’ αὐτὸν, ἡ παραγραφὴ
721δὲν ἔλαβεν χώραν, διότι, λέγει, κατὰ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ
722Λογιστικοῦ Νόμου, ἡ παραγραφὴ δὲν ἰσχύει, ὅταν ἐξ ἐμπο-
723δίων τῶν ἀρχῶν προῆλθεν ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος πληρωμή. Καὶ
724ἕτερον ἀκόμη λόγον προβάλλει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
725Ἐπιτροπῆς, ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συ-
726νεδρίου δὲν δύναται πλέον περὶ παραγραφῆς νὰ γίνῃ οὐδὲ ὁ
727ἐλάχιστος λόγος. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω ἐν συντόμῳ
728τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ πρῶτον ἐν-
729ταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ, προσεπάθησαν ν’ ἀποκρούσωσι τὰ κε-
730κτημένα τοῦ Δημοσίου λόγῳ παραγραφῆς δικαιώματα.
731Ἐὰν τις ἀναγνώσῃ μετὰ προσοχῆς τὰ ἄρθρα 69 καὶ 70
732τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, καὶ παραβάλῃ αὐτὰ πρὸς ἄλληλα,
733ἀμέσως θέλει πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον
73470 τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
735ἠθέλησεν εἰς αὐτὸ ν’ ἀποδώσῃ. Τὸ ἄρθρον 69 ἔχει ὡς ἑξῆς
736(ἀναγινώσκει):
737«Παραγράφεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ ἐξαλείφε-
738ται πᾶν χρέος δημόσιον, ἐὰν δι’ ἔλλειψιν ἀποχρώσης δικαιο-
739λογήσεως δὲν ἀνεγνωρίσθη, δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ
740καὶ δὲν ἐπληρώθη ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς
741χρήσεως».
742Τρεῖς διαφόρους περιπτώσεις, ὡς βλέπετε, προβλέπει τὸ
743ἄρθρον τοῦτο· τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ ἀπαίτησις δὲν ἀνε-
744γνωρίσθη, τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀπαίτησις
745ἀλλὰ δὲν διετάχθη ἡ πληρωμὴ αὐτῆς, ἤγουν δὲν ἐξεδόθη
746τὸ προσῆκον ἔνταλμα, καὶ τρίτην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐξε-
747δόθη καὶ τὸ προσῆκον ἔνταλμα, ἀλλ’ ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγ-
748ματοποιήθη. Εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας ἀναγνωρί-
749ζει παραγραφήν. Τί λέγει ἤδη τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 70, ἐπὶ
750τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς; (ἀναγι-
751νώσκει):
752«Δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ) ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ
753ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προσδιωρισμένης προθε-
754σμίας δι’ ἐμπόδια, προελθόντα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἢ τῶν
755ὁποίων ἡ πληρωμὴ ἀνεβλήθη δι’ ἀρξαμένην δίκην.»
756Ἅμα τις ἤδη παραβάλῃ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα πρὸς ἄλ-
757ληλα, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν πραγματεύεται
758περὶ τῶν τριῶν περιπτώσεων, περὶ ὧν προέβλεψε τὸ ἄρθρον
75969, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τελευταίας περιπτώσεως, καθ’ ἣν
760ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις
761δὲν ἐπληρώθη, ἕνεκα ἐμποδίων, προελθόντων ἐκ μέρους τῶν
762ἀρχῶν. Συνεπῶς θέλει συμπεράνει, ὅτι οὐδέποτε παρεμπο-
763δίζεται ἡ παραγραφὴ ἕνεκα μὴ δικαιολογήσεως καὶ ἀναγνω-
764ρίσεως τῶν ἀπαιτήσεων, ὅτι οὐδέποτε παρεμποδίζεται ἡ
765παραγραφὴ λόγῳ μὴ ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος τῆς πλη-
766ρωμῆς, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἀνασταλῇ ἡ παραγραφὴ, ὅταν
767ἐξεδόθη μὲν τὸ ἔνταλμα, ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ δὲν ἐπραγματο-
768ποιήθη, ἕνεκεν ἐμποδίων, ἐκ τῶν ἀρχῶν προελθόντων.
769Εἶναι δὲ, Κύριοι, τοσοῦτον σαφὴς ὁ νόμος, ὥστε τὰ Δικα-
770στήρια, τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν πολλάκις νὰ ἑρμηνεύσωσι
771καὶ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸν, καὶ ἰδίως τὸ ἀνώτατον ἡμῶν Δικα-
772στήριον, ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους ἤθελε λύσει
773ὁριστικῶς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν δὲν εἰσήγετο ἡ ὑπό-
774θεσις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ σταθερᾶς νομολογίας ἀποφαίνε-
775ται, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 δὲν ἐφαρμόζεται, ἢ ὅταν διετάχθη
776μὲν ἡ πληρωμὴ τῶν ἀπαιτήσεων δι’ ἐκδόσεως ἐντάλματος,
777ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποιήθη αὕτη ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν.
778Δύναμαι ν’ ἀναφέρω πολλὰς ἀποφάσεις περὶ τούτου· σημειῶ
779τὰς ἀποφάσεις 172 τοῦ 1876, 135 τοῦ 1877, 345 τοῦ
7801880, καὶ 148 τοῦ 1884. Ἡ ἀπόφασις τοῦ 1880 λέγει
781(ἀναγινώσκει): «Τὰ δὲ ἐμπόδια τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸ ἑπό-
782μενον ἄρθρον 70, τότε μόνον ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἀναστο-
783λὴν τῆς παραγραφῆς, ὅτε ταῦτα παρενεβλήθησαν κατὰ τῆς
784διαταχθείσης ἤδη πληρωμῆς τοῦ χρέους, οὐχὶ δὲ καὶ κατὰ
785τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτοῦ· διότι ἡ ἀναγνώρισις δὲν ἐπηρεάζει
786τὴν πρόοδον τῆς παραγραφῆς, ἑπομένως ἐπὶ μὴ ἀνεγνωρι-
787σμένου χρέους οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ἐμποδίων
788κατὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ». Βλέπετε, ὅτι «οὐδὲ λόγος δύ-
789ναται νὰ γίνῃ», κατὰ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, περὶ ἀνα-
790στολῆς τῆς παραγραφῆς, ὅταν δὲν ἐξεδόθη ὑπὲρ τῆς ἀπαι-
791τήσεως τὸ ἔνταλμα. Καὶ νεωτάτη ἀπόφασις, ὡς εἶπον, ἡ
792148 τοῦ 1884, τὴν αὐτὴν τίθησιν ἀρχὴν (ἀναγινώσκει):
793«Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 70 δὲν ἰσχύει προσέτι (ἡ παραγραφὴ)
794ὡς πρὸς τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς
795προσδιωρισμένης προθεσμίας, δι’ ἐμπόδια προελθόντα ἐκ μέ-
796ρους τῶν ἀρχῶν· ἄρα μόνη ἡ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἀνα-
797γνώρισις τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπαιτήσεως δὲν ἰσχύει εἰς δια-
798κοπὴν τῆς παραγραφῆς της, ἀφοῦ δὲν διετάχθη καὶ ἡ πλη-
799ρωμή, μὴ διαταχθείσης δὲ τῆς πληρωμῆς, δὲν ὑπάρχει περί-
800πτωσις ἐμποδίων ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, διότι τὸ ἄρθρον 70
801τοῦ νόμου ἐννοεῖ ἐμπόδια εἰς τὴν πληρωμήν, λαβόντα χώ-
802ραν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς περὶ πληρωμῆς διαταγῆς, ἤτοι
803τοῦ χρηματικοῦ λεγομένου ἐντάλματος».
804Δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι διὰ
805τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα, ἢ κἂν
806ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ αὕτη πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς παρα-
807γραφῆς; Οὐχὶ βεβαίως. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ παραδε-
808χθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς ἐπὶ τοῦ
809Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἀνεστάλη
810ἕνεκεν ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδε-
811χθῶμεν, ὅτι οὐχὶ ὁ σαφὴς νόμος, οὐχὶ ἡ πενταμελὴς Ἐπι-
812τροπή, οὐχὶ ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἀλλ’
813ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ὑπερι-
814σχύσῃ; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἶναι ἆρά γε βάσιμος κατ’ οὐ-
815σίαν ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῆς ἀπαιτήσεως
816τοῦ Σπάρταλη προῆλθεν ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν; Ἐκ τῶν
817κατατεθέντων εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ἀρι-
818δήλως, ὅτι οὐχὶ ἐμπόδια ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ αὐτοῦ
819τοῦ ἰδίου Σπάρταλη ἡ ἀμέλεια εἶναι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς
820ὁποίας ἡ ἀναγνώρισις παρεκωλύθη, καὶ ἡ παραγραφὴ ἔλαβε
821χώραν. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἔγγραφον τοῦ τμηματάρχου τοῦ
822Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κ. Νικολοπούλου, ἐκδοθὲν
823κατὰ τὸ 1874, διὰ τοῦ ὁποίου αὐστηρῶς ἐπιτιμᾶται ὁ
824Σπάρταλης, διότι παρέλιπε νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμούς
825του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐκκαθαρισθῶσι. Κατὰ τὸ 1875
826ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τῆς μὴ ὑποβολῆς τῶν
827λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη, κηρύττει αὐτὸν ὀφειλέτην πρὸς
828τὸ Δημόσιον, συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, καὶ εἰσ-
829πράττει διὰ κατασχέσεως παρὰ τῆς Τραπέζης ποσὸν, ὀφει-
830λόμενον εἰς αὐτὸν, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ βραδύτερον γενήσε-
831ται λόγος. Καὶ ἂν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐξ
832ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν συνεπληρώθη ἡ παραγραφή, ἠθέλομεν
833φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ παραγραφὴ συνεπληρώθη
834ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας, τῆς ἀκατανοήτου μάλιστα ἀμελείας τοῦ
835Σπάρταλη, ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἀρνουμένου νὰ ὑποβάλῃ τοὺς
836λογαριασμούς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
837Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτείνω ἐπὶ πλέον
838τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐπιχειρήματος, διὰ τοῦ ὁποίου
839ἐνόμισεν, ὅτι δύναται ν’ ἀποκρούσῃ τὴν παραγραφὴν ὁ
840ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
841ὅθεν προβαίνω εἰς τὸν δεύτερον λόγον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι
842μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
843δρίου, δι’ ἧς ἀναγνωρίζεται ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. Σπάρ-
844ταλη, δὲν δύναται πλέον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ προ-
845τείνῃ κατ’ αὐτῆς τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς;
846Εἶπον, Κύριοι, καὶ προηγουμένως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρω-
847θυπουργὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ τὴν λογοδοσίαν
848τοῦ κ. Σπάρταλη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
849δρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δικάζει ἐπὶ τῶν λογαρια-
850σμῶν ὑπολόγων ὑπαλλήλων, ἑπομένως ὁ μὴ ὢν ὑπάλληλος,
851ὁ λαβὼν παραγγελίαν νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὸ Δημόσιον οἱα-
852δήποτε πράγματα, χρήσιμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημο-
853σίου, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγ-
854κτικοῦ Συνεδρίου, διότι μόνον ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐπιφορτισμέ-
855νος χρηματικὴν διαχείρισιν, ὑποβάλλεται εἰς αὐτήν. Ἀλλ’
856ἐὰν ὑπάλληλός τις λάβῃ ἐκτάκτως παραγγελίαν νὰ ἐνερ-
857γήσῃ τοιαύτην τινὰ προμήθειαν, μὴ ἀναγομένην εἰς τὸν
858κύκλον τῶν δημοσίων αὐτοῦ καθηκόντων, οἵαν ὁ Σπάρτα-
859λης ἐνήργησεν, ὑπάγεται καὶ τότε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ
860Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι σπου-
861δαῖον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ὅταν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
862ᾖναι ἁρμόδιον ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ
863διαχειρισθέντος δημόσια χρήματα καὶ τοῦ Δημοσίου, τὰ
864τακτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια, καὶ ὁ διαχειριστὴς
865ὀφείλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν
866τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐνώπιον τοῦ
867Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπαγόμενος ὑπόλογος δὲν ἔχει
868δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ οὔτε προμήθειαν, οὔτε τόκους,
869ἐνῷ ὁ μὴ ὑπόλογος δύναται νὰ ζητήσῃ ἀμφότερα. Διὰ
870τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ μάθω τί φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ
871τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ
872Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα μάθῃ ἁπλῶς τὴν γνώμην αὐτοῦ
873περὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ κ. Σπάρταλη, ἢ ἀνεγνώρισε
874δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὑποχρεωτικὴν διὰ
875τὸ Δημόσιον καὶ τὸν διαχειριστήν; Περὶ τούτων πάντων
876ἐνδέχεται νὰ λάβω βραδύτερον πληροφορίας, ἐκεῖνο ὅμως,
877κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ
878ὁποῖον ἐφιστῶ ἅπασαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἶναι, ὅτι ὁ
879σκοπός, ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωκε διὰ τῆς ὑποβολῆς
880τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι εἷς καὶ
881μόνος, νὰ στερήσῃ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματος ν’ ἀντι-
882τάξῃ τὴν παραγραφὴν κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρ-
883ταλη! Κατανοῶ τὸ βάρος τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἀπὸ
884τοῦ βήματος τούτου ἀπευθύνω κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
885συναισθάνομαι δὲ καὶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν
886ἀναλαμβάνω, τοιαύτην μορφὴν ἐπιῤῥίπτων, ἀλλ’ ἐνόμισα,
887ὅτι ἐδικαιούμην καὶ ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, διότι οἱ ἰσχυ-
888ρισμοί μου ἀποδεικνύονται ἐκ δημοσίων καὶ ἀναμφισβητή-
889των ἐγγράφων. Ἰδού, Κύριοι, τί ἔγραφεν ὁ ἀξιότιμος Πρέσβυς
890τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἀπὸ 20
891Δεκεμβρίου 1887 διακοινώσει του (ἀναγινώσκει). «Κατὰ μῆνα
892Μάϊον, τοῦ Σὶρ Ῥούμπωλδ ἐκδηλώσαντος ἀπὸ μέρους τῆς
893Κυβερνήσεως τῆς Α. Μ. τὴν ἔνθερμον ἐλπίδα πρὸς εἰσαγωγὴν
894τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς λήξεως
895τῆς τελευταίας Συνόδου, ὁ κ. Τρικούπης, ἐπισκεφθεὶς αὐτὴν,
896τῷ ὡμίλησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν. Ἡ Α. Ἐξοχότης εἶπε
897δηλαδὴ, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀπαιτήσεως ὁ νόμος περὶ
898παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμεσον αὐτῆς πληρωμήν. Κατ’
899ἀκολουθίαν, ἂν ἐφέρετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ
900εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ ἀναγνωσθῇ τρὶς, τοῦθ’ ὅπερ
901εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ, ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῶν ὑπολει-
902πομένων τῆς Συνόδου ἡμερῶν. Ὅθεν ἡ Α. Ἐξ. ἀνήνεγκεν
903ὅλην τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνοδεύ-
904σας αὐτὴν δι’ ἐκθέσεως αὑτοῦ, συνιστώσης τὴν ἀπαίτησιν,
905καθ’ ὃ ἐγερθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος ἐν Λονδίνῳ Προξέ-
906νου κ. Σπάρταλη καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν
907τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς δὲν ἠδύνατο
908νὰ χωρήσῃ».
909Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν ἐνταῦθα ἀν-
910τιπρόσωπον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Οὗτος εἶναι ὁ ἀληθὴς
911λόγος, δι’ ὃν ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν
912Συνέδριον. Ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ τὸ ἐπιχείρημα, διὰ
913τοῦ ὁποίου ἀντικρούεται σήμερον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπι-
914τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κεκτημένη
915παραγραφή! Ἐὰν, Κύριοι, δικηγόρος τις ἤθελε συνεννοηθῆ
916μετὰ τοῦ ἀντιδίκου, πρὸς βλάβην τῶν δικαιωμάτων τῶν πε-
917λατῶν του, ἀγνοῶ ὁποῖος χαρακτηρισμὸς ἤθελε προσήκει εἰς
918τὸν τοιοῦτον δικηγόρον! Νομίζω, ὅτι τῆς διαγωγῆς τοῦ
919τοιούτου δικηγόρου δὲν διαφέρει ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Πρωθυ-
920πουργοῦ, συνεννοουμένου μετὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας
921περὶ κατασκευῆς ἐπιχειρημάτων καὶ μέσων, τεινόντων εἰς
922καταστροφὴν κεκτημένων δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου!
923Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐπλανήθη ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς,
924ὑπολαβὼν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύ-
925ναται ν’ ἀνατρέψῃ τὴν κεκτημένην παραγραφήν. Ἡ ἀπό-
926φασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν
927δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἀναγνωρίζει καθ’ ἑαυτὴν τὴν
928ὕπαρξιν τῆς ἀπαιτήσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς παραγρα-
929φῆς μένει ἀκέραιον καὶ ἄθικτον καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν
930τοῦ Συνεδρίου. Καὶ λέγων τοῦτο, ἐκφράζω οὐχὶ ἀτομικὴν
931ἐμοῦ γνώμην, ἀλλὰ γνώμην ὑπὸ πάντων τῶν ἑρμηνευτῶν
932τοῦ νόμου ὑποστηριζομένην. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ συγγραφεὺς, οὗ
933καὶ ἄνω ἐμνήσθην (ἀναγινώσκει): «Εἶναι προδηλότατον (bien
934évident), ὅτι αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐκδιδόμεναι μεταξὺ τοῦ Κρά-
935τους καὶ τῶν δανειστῶν του, ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ὑπάρ-
936ξεως τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς οὗτοι ἀξιοῦσι, δὲν ἔχουσιν ὡς ἀπο-
937τέλεσμα νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πενταετοῦς παρα-
938γραφῆς, ὅταν ἡ παραγραφὴ αὕτη εὑρίσκετο ἤδη συμπεπλη-
939ρωμένη πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δίκης».
940Ὅταν, λέγει ῥητῶς ὁ συγγραφεὺς, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς
941τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ Δικαστήριον ἡ παραγραφὴ ἦτο συμ-
942πεπληρωμένη, κατ’ οὐδὲν θίγει αὐτὴν, κεκτημένην οὖσαν,
943ἡ ἐπερχομένη ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ
944καὶ τὸ ἐναντίον ἂν ὑποτεθῇ ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ
945Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰ κεκτημένα
946ὡς πρὸς τὴν παραγραφὴν δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, πῶς ὁ
947ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς
948τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἡ παρα-
949γραφὴ ἐστηρίζετο, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ Συνέδριον, ἂν ὤφειλε δυ-
950νάμει αὐτῶν ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἐν λόγῳ ἀπαίτησιν, ὡς παρα-
951γεγραμμένην; Τέλος, ἀφοῦ ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ἀπόφα-
952σις τοῦ Συνεδρίου ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν, πῶς ὁ κύριος
953Πρωθυπουργὸς δὲν προκαλεῖ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῆς, λόγῳ
954παραγραφῆς, ἵνα καὶ πάλιν ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ
955ὑποθέσεως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἂν ὑποτεθῇ ἁρμόδιον
956πρὸς τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ ἀποκρούω;
957Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα οὐδεμία δύναται
958νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι παραγεγραμμένη εἶναι ἡ ἀπαί-
959τησις, δι’ ἣν ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πίστωσιν. Κατα-
960νοεῖτε δὲ ἐντεῦθεν, ὑπὸ ποίαν ἔποψιν ἠδύνατο πλέον νὰ
961παρουσιασθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν
962πρόκειται πλέον περὶ πιστώσεως χάριν ἀνεγνωρισμένης ὀφει-
963λῆς τοῦ Δημοσίου, τῆς ὁποίας δὲν ἐνδιαφερόμεθα νὰ μάθω-
964μεν τὸν δικαιοῦχον, πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως δημο-
965σίων δικαιωμάτων, πρόκειται καθαρῶς περὶ χρηματικῆς δω-
966ρεᾶς, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα
967καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον, νὰ μάθωμεν, τίνες εἶναι
968ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ δωρήσωμεν 335,000
969δραχμῶν. Ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πολλὴν ἐπιῤ-
970ῥοὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἡ γνῶσις
971τῶν προσώπων τούτων. Δυνάμεθα νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς
972πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, ἐὰν τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὸς
973προσέφερεν ἐκδουλεύσεις πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ τίνα ἔχο-
974μεν ὑποχρέωσιν νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς δανειστὰς
975αὐτοῦ, π. χ. πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Τράπεζαν, ἢ πρὸς ἄλλους
976πολυταλάντους ἐν Ἀγγλίᾳ τραπεζίτας; Διὰ τοῦτο πολλάκις
977ἠρωτήσαμεν καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα, τίνες εἶναι
978λοιπὸν οἱ δικαιοῦχοι, ὑπὲρ ὧν πρόκειται νὰ δωρήσωμεν τὰ
979χρήματα τοῦ Δημοσίου; οὐδεμία ὅμως ἐδόθη ἡμῖν ἀπάντησις.
980Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ τοιαύτην
981ἔννοιαν ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλήν.
982Ὤφειλε νὰ δηλώσῃ εἰλικρινῶς εἰς αὐτήν, ὅτι πρόκειται περὶ
983ἀπαιτήσεως παραγεγραμμένης, νὰ ἐκθέσῃ δὲ, τίνες οἱ λόγοι,
984ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν ἐπιει-
985κεῖς, καὶ τίνες οἱ δικαιοῦχοι, ὑπὲρ ὧν πρόκειται νὰ δείξωμεν
986ἐπιείκειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν περὶ τούτου
987χορηγεῖ ἡμῖν πληροφορίαν! Ἀναγινώσκομεν μόνον ἐν τῇ
988αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ὅτι ὁ Σπάρταλης ὑπέπεσεν εἰς
989κατάστασιν πτωχεύσεως, ὅτι τὰ δικαιώματά του περιῆλθον
990εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις
991ἀνέλαβεν εἰς λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τὴν
992διεκδίκησιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πτωχεύσαντος κατὰ τοῦ
993Δημοσίου, καὶ ὅτι τέλος πρὸς τοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνη-
994σις οὐ μόνον πλείστας διακοινώσεις ἀπηύθυνε, διεκδικοῦσα
995ὑπὸ τὴν ἰδιότητά της, ὡς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὰ δι-
996καιώματα τοῦ πτωχεύσαντος, ἀλλὰ καὶ ὡς διάδικος ἐνε-
997φανίσθη ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἡ Ἀγγλικὴ
998Πρεσβεία, ζητοῦσα τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεώς του!
999Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κατεπλάγην ὅτε ἀνέγνων τὴν
1000πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε διὰ λο-
1001γαριασμὸν τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν τὴν διεκδίκησιν τῶν
1002ἀπαιτήσεων τοῦ πτωχεύσαντος κατὰ τοῦ ἡμετέρου Δημο-
1003σίου. Ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὰ πεπολιτισμένα καὶ ἀνεξάρτητα
1004Κράτη πᾶς ἔχων κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν, εἴτε ἡμε-
1005δαπὸς, εἴτε ἀλλοδαπὸς, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ταύτην αὐτο-
1006προσώπως, ἢ διὰ νομίμου πληρεξουσίου, πρὸς τὴν Κυβέρνη-
1007σιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ πρὸς τὰς ἁρμοδίας δι-
1008καστικὰς ἀρχάς. Ἐγνώριζον, ὅτι ἠδύνατο πᾶσα Κυβέρνησις
1009νὰ συστήσῃ εἰς τὴν δικαίαν ἐκτίμησιν ἄλλης Δυνάμεως τὰς
1010ἀπαιτήσεις οἱουδήποτε ὑπηκόου της. Ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον,
1011καὶ κατὰ πρῶτον μανθάνω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἀλλοδαπὴν
1012Κυβέρνησιν, νὰ διεκδικήσῃ αὐτὴ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι τὰς ἀπαι-
1013τήσεις τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἀλλοδαπὴν
1014Κυβέρνησιν νὰ ἐμφανίζηται ὡς διάδικος ἐνώπιον τῶν Ἑλλη-
1015νικῶν Δικαστηρίων δι’ ἀπαιτήσεις τῶν ὑπηκόων αὑτῆς!
1016Ὑπέθετον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἤθελε
1017σπεύσει νὰ ἀποκρούσῃ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς διεκδικήσεως
1018τῶν ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων, ὡς περιέχοντα ἄρνησιν τῶν κυ-
1019ριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαίων. Καὶ τόσῳ μᾶλλον εὐχερῶς
1020ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, καθ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ
1021νομικῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρός τινα τῶν
1022ὑπηκόων τῆς Ἀγγλίας. Τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον συνηλλά-
1023ξατο μετὰ ὑπηκόου Ἕλληνος, καὶ μάλιστα Προξένου τοῦ
1024Κράτους, εἰς τοιαύτην δὲ νομικὴν σχέσιν οὐδὲν εἶχε δικαίωμα
1025ἀναμίξεως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἂν τυχὸν αἱ ἀπαι-
1026τήσεις τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου περιῆλθον κατόπιν εἰς ὑπη-
1027κόους τῆς Ἀγγλίας. Προσεδόκων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1028ἤθελε σπεύσει νὰ ἄρῃ ἐκ μέσου πᾶσαν ἀφορμὴν ἀναμίξεως,
1029γνωστοποιῶν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ ἀπαιτή-
1030σεις τοῦ Σπάρταλη εἶχον παραγραφῆ πολλὰ ἔτη, πρὶν ἢ
1031παριέλθωσιν αὗται εἰς τοὺς ὑπηκόους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερ-
1032νήσεως. Ἤλπιζον τέλος, ὅτι διὰ παντὸς μέσου ἤθελεν ἀπο-
1033κρούσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀλέθριον προηγούμενον, ἡ ἐπα-
1034νάληψις τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ δυστυχὲς Ἑλ-
1035ληνικὸν Κράτος εἰς τὴν τάξιν τῶν ἡμιανεξαρτήτων καὶ βαρ-
1036βάρων Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς. Δυστυχῶς ὅλαι αὐταὶ αἱ
1037ἐλπίδες καὶ προσδοκίαι διαψεύδονται ἐκ τῶν ἐγγράφων! Οὐ-
1038δαμοῦ ἀνευρίσκω ἐν ταῖς προσαχθείσαις διακοινώσεσι τῆς
1039Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀμφισβήτησίν τινα περὶ τοῦ νομί-
1040μου τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἀγγλίας. Οὐδαμοῦ ἀνευρίσκω ἐν
1041αὐταῖς ταῖς διακοινώσεσιν ἀμφισβήτησίν τινα κατ’ οὐσίαν
1042τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑποστη-
1043ρίζει. Τοὐναντίον ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ἂν ἔχῃ ἀπαιτήσεις
1044καὶ ὑποβάλλῃ αὐτὰς λίαν ἐντόνως, στηρίζεται κυρίως ἐπὶ
1045τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ
1046βάσιμον αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ῥητῆς αὐτοῦ ὑποσχέσεως,
1047ὅτι θέλει ἱκανοποιήσει αὐτάς. Ἐξ ὅλης τῆς μελέτης τῶν
1048ἐγγράφων προκύπτει δυστυχῶς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀσμέ-
1049νως ἐδράξατο τῆς Ἀγγλικῆς παρεμβάσεως, ἵνα, καλυπτό-
1050μενος ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτῆς, πραγματοποιήσῃ τὰς διαρκεῖς
1051αὐτοῦ προθέσεις ὑπὲρ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη. Προ-
1052κύπτει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λησμονῶν τὸ ἀξίωμα, ὅπερ
1053κατέχει, καὶ ὑπολαβὼν, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἀξιώματι τούτῳ ἠδύ-
1054νατο νὰ ἐξακολουθήσῃ συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ
1055Σπάρταλη, ἐμηχανᾶτο παντοίοις τρόποις νὰ χορηγήσῃ μέσα
1056ἀποδείξεως καὶ ὑποστηρίξεως τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἀγγλικῆς
1057Πρεσβείας, μετεχειρίσθη δὲ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἡ πατρὶς τῷ ἐνε-
1058πιστεύθη, ἵνα πιέσῃ, ἵνα ἐκβιάσῃ τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς πρὸς
1059ἀναγνώρισιν ἀπαιτήσεων, οὐ μόνον παραγεγραμμένων, ἀλλὰ
1060καὶ ἐντελῶς κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνυποστάτων. Καὶ ὀφείλομεν
1061ἀληθῶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι κἄν βάσιμοι κατ’ οὐσίαν
1062αἱ ἀπαιτήσεις αὗται, ἃς ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν ἀσφα-
1063λῶς διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς παραγραφῆς.
1064Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς
1065λογαριασμὸς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ
1066Σπάρταλη. Ὁποῖον ἐν γένει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ λογαριασμοῦ
1067τούτου, δὲν δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν
1068ἔχω τὰ μέσα καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ προβῶ εἰς ἐξέλεγξιν αὐ-
1069τοῦ. Ἴσως ἕτερός τις τῶν συναδέλφων, μείζονα ἔχων ἐμοῦ εἰ-
1070δικότητα, ἐπιχειρήσῃ τοιαύτην ἐξέλεγξιν. Ἐγὼ, ἐν τοιαύτῃ
1071ἀνικανότητι, οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀμφισβητήσω λογι-
1072στικῶς τὴν ὑπὸ τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἢ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγ-
1073κτικοῦ Συνεδρίου, γενομένην ἐξέλεγξιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν
1074ἀπαιτήσεων τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ κ. Σπάρταλη ὑπάρχουσί
1075τινες, περὶ ὧν ἀμφισβήτησις ἠγέρθη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ
1076καὶ ἐν τῷ Συνεδρίῳ, καὶ περὶ τῆς βασιμότητος τῶν ὁποίων
1077δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, καὶ γνώμην ἀσφαλε-
1078στάτην, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περὶ αὐτῶν ὑποβληθέντων. Εἶναι
1079δὲ τοιαῦται ἡ ἀπαίτησις προμηθείας καὶ ἡ ἀπαίτησις τῶν
1080τόκων. Εἶναι βάσιμοι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται; Ἐπιτρέψατέ
1081μοι, Κύριοι, ἐν συντόμῳ νὰ ἐξετάσω καὶ τὰ ἀντικείμενα
1082ταῦτα.
1083Ὁ Σπάρταλης ζητεῖ προμήθειαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1084ἀνατεθεισῶν αὐτῷ παραγγελιῶν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πρὸ
1085πάντων τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τῆς προμηθείας, διότι καὶ περὶ
1086τούτου παρεμβάλλονται παραστάσεις τινὲς, πρὸς ἀποπλά-
1087νησιν ἡμῶν. Προμήθεια εἶναι ἡ ἀμοιβὴ ἐκείνου, ὅστις ἐκ-
1088τελεῖ ἀλλοτρίαν ἐντολὴν, ἡ ἀμοιβὴ τῶν κόπων καὶ τῆς ἐρ-
1089γασίας, ἣν καταβάλλει, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν κεφαλαίων, ὅσα
1090πρὸς τοῦτο δαπανᾷ, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ αὐτὸς ὁ
1091Σπάρταλης διεπραγματεύθη πάντοτε τὰ περὶ τῆς προμη-
1092θείας του. Ὅταν λοιπὸν ἀναγινώσκητε εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ
1093κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὴν προμήθειαν αὐτὴν βεβαίως ἤθελε
1094δαπανήσει ὁ Σπάρταλης εἰς ἄλλους ἐντολοδόχους, ἢ εἰς τὴν
1095ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὴν προμήθειαν αὐτὴν ἤθελε
1096πιθανῶς δώσει ὁ Σπάρταλης εἰς ἄλλους, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι
1097τὰ γεγονότα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα
1098τῆς προμηθείας, διότι ὁ Σπάρταλης ἀπαιτεῖ τοιαύτην,
1099ἐκτὸς τῶν εἰς ἄλλους τυχὸν δαπανηθέντων, πρὸς ἀμοι-
1100βὴν τῶν ἰδίων αὐτοῦ κόπων. Τοῦτο ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ
1101ἐξετάσωμεν, ἂν ὀφείλεται εἰς τὸν κ. Σπάρταλην τοιαύτη
1102ἀμοιβή. Πρῶτος, ὅστις ἀντετάχθη κατὰ τῆς τοιαύτης προ-
1103μηθείας, εἶναι ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Πετρόπουλος. Ὁ Πε-
1104τρόπουλος ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ὀφείλεται προμήθεια, διὰ δύο
1105λόγους: αʹ) διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέθετο τὴν
1106παραγγελίαν εἰς τὸν κ. Σπάρταλην ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ
1107Προξένου, οἱ δὲ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες τὰς διατα-
1108γὰς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δικαιοῦνται εἰς προμήθειαν· βʹ)
1109διότι ὑπάρχει καὶ ἐπιστολὴ ἀκόμη τοῦ κ. Σπάρταλη, δι’ ἧς
1110ἐδήλωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀξίωσιν νὰ λάβῃ
1111προμήθειαν. Καὶ τῷ ὄντι ὑπάρχει ἐπιστολή, ἣν ἀντιγράφει
1112ἐν μέρει καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς (ἀνα-
1113γινώσκει): «Ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα δωρεὰν, καὶ ποτὲ δὲν
1114κατεδέχθην νὰ λάβω οὔτε ὀβολὸν διὰ δικαίωμα προμηθείας
1115ἐπὶ τῶν ἀγορῶν, ἃς ἐξετέλεσα διὰ τὴν Κυβέρνησιν.» Οὗτοι
1116εἰσὶν οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν ὁ Πετρόπουλος ἐστηρίχθη. Ὅταν ὁ
1117παραγγελιοδόχος παραιτῆται πάσης προμηθείας, καὶ μάλι-
1118στα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ὡς λέγει, εἶχε τελειώσει τὴν ἐκ-
1119τέλεσιν πασῶν τῶν παραγγελιῶν, ἃς εἶχε λάβει, δὲν δικαι-
1120οῦται εἰς προμήθειαν. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, λέγει ὁ
1121κ. Πετρόπουλος, (ἀναγινώσκει) «σαφῶς δηλοῖ, ὅτι ἐκτελεῖ
1122τὰς παραγγελίας τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ δικαιώματος προ-
1123μηθείας, καὶ ζητεῖ μόνον τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐνεργηθείσας χρη-
1124ματικὰς καταβολὰς πρὸς ἐκτέλεσίν των, ἐξ οὗ ἐξάγεται,
1125ὅτι παραιτεῖται παντὸς περὶ προμηθείας δικαιώματος.»...
1126§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄλλοι νομικοὶ σύμβουλοι τί λέγουν;
1127Ὁ Ταταράκης, ὁ Πάγκαλος;
1128§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγουν. Ὁ Πάγκαλος
1129παρεδέχθη ἐν μέρει, νὰ μὴ χορηγηθῇ προμήθεια διὰ τὰς
1130δαπάνας, τὰς γενομένας οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη
1131μόνον, ἀλλ’ ἐν συμπράξει μετ’ ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἀπε-
1132σταλμένων νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τοῦ Σπάρταλη. Ἡ πλειο-
1133ψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς γνωμοδοτεῖ, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ
1134προμήθεια....
1135§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ δευτέρα ἐπιστολὴ τοῦ Σπάρ-
1136ταλη;
1137§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω λόγον περὶ αὐτῆς.
1138Οὕτως εἶχον, κύριοι Βουλευταί, τὰ περὶ προμηθείας, καθ’
1139ὃν χρόνον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ
1140τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτι-
1141κὸν Συνέδριον, μεταξὺ τῶν διαφόρων ζητημάτων, ἐξήτασε
1142καὶ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῶν
1143τόκων. Τί ἀποφαίνεται καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς
1144προμηθείας; (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ τὸ Συνέδριον, κατὰ
1145ἄρθρον 16 τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, ἁρμόδιον εἶναι νὰ
1146ἐξετάζῃ, ἐλέγχῃ καὶ κρίνῃ τοὺς λογαριασμοὺς ὅλων, ὅσοι
1147δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῶν παραγγε-
1148λιῶν, ἢ δυνάμει ἀμφοτέρων τούτων, εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν
1149χρήματα, διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν εἰσπραττόμενα καὶ πλη-
1150ρονόμενα ποσά. Ἐπειδὴ τὰ διὰ προμήθειαν τῶν κατασκευα-
1151σθέντων τριῶν πλοίων «Γεώργιος» «Ἀμφιτρίτη» καὶ «Κρή-
1152τη» ἐμπεριλαμβανόμενα εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου εἰς τὸν
1153προκείμενον λογαριασμὸν ποσὰ ἐκ λιρῶν 2309 ἐμφαίνουν
1154ἀπαίτησιν ἐμπορικῆς φύσεως, καὶ οὐχὶ δικαίωμα διαχειρι-
1155στοῦ, καὶ ὡς τοιαύτην διαφεύγουσαν τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
1156Συνεδρίου, ἑπομένως δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τῆς πιστώ-
1157σεώς του.»
1158Ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς εἰ
1159ἐπρόκειτο περὶ ὑπολόγου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συμ-
1160φώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀποφαίνεται, ὅτι εἰς
1161τοὺς ὑπολόγους οὐδέποτε ὀφείλεται προμήθεια, ἑπομένως
1162τὴν ἀποῤῥίπτει. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἡ νομιμωτάτη, ἡ ὀρθο-
1163τάτη αὕτη ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀνετράπη ὑπ’ αὐτοῦ
1164τοῦ ἰδίου! Ὁ Πρωθυπουργὸς διετέλει, ὡς προκύπτει ἐκ
1165τῶν διακοινώσεων, ἐν τακτικῇ συνεννοήσει μετὰ τῆς Ἀγ-
1166γλικῆς Πρεσβείας, ἀνεκοίνου εἰς αὐτὴν οὐ μόνον τὰ τετελε-
1167σμένα γεγονότα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς
1168ὁποίας ἐλάμβανε παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἰδίως
1169παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Εἶχε φαίνεται διαβεβαι-
1170ώσει τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δεκτὴ
1171καθολοκληρίαν ἡ ἀπαίτησις, ἡ δὲ Πρεσβεία, ἐπὶ τῇ εἰδήσει,
1172ὅτι ἡ προμήθεια δὲν ἐγένετο δεκτή, ἐθορυβήθη. Σπεύδει
1173ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διαβιβάσῃ εἰς αὐτὴν, ὅτι
1174ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν, ἂν
1175προσαχθῶσι νέα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα τὸ βάσιμον τῶν
1176ἀπαιτήσεων, καὶ συμφώνως μὲ τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἃς
1177διαβιβάζει εἰς τὴν Πρεσβείαν, ἡ Πρεσβεία ζητεῖ τὴν ἀνα-
1178θεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, καὶ ζητεῖ αὐτὴν
1179ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων τινῶν, κομισθέντων ἐξ Ἀγγλίας, ἐκ
1180τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἶχεν ἀναγρά-
1181ψει ἑαυτὸν εἰς τὰ βιβλία του ὡς δικαιούμενον νὰ λάβῃ προ-
1182μήθειαν (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
1183Ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ᾐτήσατο
1184τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου! Ἐν τίνι
1185δικαιώματι προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυ-
1186βέρνησις; καὶ διατὶ νὰ ἀνεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἡ
1187ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀφορῶσα
1188εἰς ὡρισμένους διαδίκους, οἱ ὁποῖοι μόνοι, κατὰ τὸν νόμον,
1189ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν, ὅταν
1190παρουσιάσωσι νέας ἀποδείξεις, ἃς ἔλαβον μετὰ τὴν ἔκδοσιν
1191τῆς ἀποφάσεως. Τίς εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ διάδικος;
1192Ὁ Σπάρταλης. Εἰς τίνα ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις; Εἰς τὸν
1193Σπάρταλην. Πῶς ἀντὶ τοῦ Σπάρταλη φαίνεται αἰτοῦσα τὴν
1194ἀναθεώρησιν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία; Διατὶ καὶ τὸ τελευ-
1195ταῖον αὐτὸ διάβημα, τὸ ἀναιροῦν τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κρά-
1196τους δίκαια, οὐ μόνον συνεχωρήθη, ἀλλὰ καὶ προεκλήθη ὑπὸ
1197τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Οἱ διάδικοι μόνοι δύνανται νὰ αἰτή-
1198σωσιν ἀναθεώρησιν, καὶ ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, οὐδέποτε
1199ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ξένην Κυβέρνησιν νὰ ἐμφανισθῇ
1200ὡς διάδικος ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, πρὸς ὑπεράσπισιν ἀξιώ-
1201σεως τῶν ὑπηκόων αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν λείπουσι τὰ δικαιολο-
1202γήματα εἰς τοὺς διατεθειμένους νὰ ὑποστηρίζωσι τοιαύτας
1203ἐνεργείας. Ἀναγνώσατε, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
1204τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ Ἐλεγ-
1205κτικοῦ Συνεδρίου, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑπολόγου,
1206ἔχει δικαίωμα ἀναθεωρήσεως καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος,
1207καὶ αὐτεπαγγέλτως αὐτὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Δυ-
1208νάμει, λέγει, τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετο ἀναθεώρησις, καὶ
1209οὐχὶ δυνάμει αἰτήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Εὔκολον
1210εἶναι, Κύριοι, νὰ λέγῃ τις ὅ,τι θέλῃ, ἀλλὰ δυσκόλως δύναν-
1211ται νὰ ὑποστηριχθῶσι τοιοῦτοι λόγοι ἀπέναντι ῥητῶν κει-
1212μένων τοῦ νόμου....
1213§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου.
1214§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Σε-
1215νεδρίου, μὲ διακόπτει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
1216τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἀπο-
1217κρούει τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ διακόψαντός με.
1218§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ σκεπτικόν.
1219§45ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἱστορικὸν θὰ ἀναγνώσω,
1220διότι ἐν αὐτῷ σημειοῦνται οἱ διάδικοι τῆς ὑποθέσεως (ἀνα-
1221γινώσκει). «Συνεδρίασαν, ἵνα δικάσῃ ἐπὶ τῆς αἰτουμένης ἀνα-
1222θεωρήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεως.... ὑπὸ τῆς Ἀγ-
1223γλικῆς Πρεσβείας, ὡς ἀντιπροσωπευούσης τὴν ὁμάδα τῶν
1224δανειστῶν τῆς πτωχεύσεως τοῦ εἰρημένου Σπάρταλη».
1225Ῥητῶς λοιπὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λέγει, ὅτι ἐπι-
1226λαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως δυνάμει αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως,
1227δοθείσης ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἠδύνατο ἆρά
1228γε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 21 νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως τὸ
1229Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὡς ἐνόμισεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτρο-
1230πῆς; Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου ἀναιρεῖ τὴν ἰδέαν τοῦ κ.
1231Προέδρου. Ναί, ἐπιτρέπει ἀναθεώρησιν τῇ αἰτήσει τοῦ Β.
1232Ἐπιτρόπου, εἴτε αὐτεπαγγέλτως, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας μόνον
1233περιπτώσεις. Καὶ ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 21 τοῦ νόμου περὶ
1234συστάσεως τοῦ Συνεδρίου (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς τελευταίας
1235περιπτώσεις ἡ νέα ἐξέτασις γίνεται, ἂν εἰς τὸν ἐλεγχθέντα
1236λογαριασμὸν ἦναι σημειωμένα κονδύλια δίς, ἢ ἂν ἠκολού-
1237θησε λάθος λογιστικὸν, ἢ ἂν ἐλησμονήθη τι, ἢ ἂν ἀνεκα-
1238λύφθη ἀπάτη».
1239Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ Συ-
1240νέδριον, τῇ αἰτήσει τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἢ αὐτεπαγγέλτως,
1241νὰ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ ἀνατρέψῃ ὀρθο-
1242τάτην ἀπόφασιν, ἣν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἐξέδοτο, ἀλλ’ ἐπιτρέ-
1243πεται τοῦτο μόνον, ὅταν ὑπάρχωσι λογιστικὰ λάθη, διπλαῖ
1244ἐγγραφαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἐπὶ τοῦ
1245προκειμένου; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Συνέδριον ἀπεφάνθη,
1246ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ δώσῃ προμήθειαν, ὅτι διαφεύγει
1247τὸν κύκλον τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο,
1248καὶ ὅμως αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπευθύνει πρὸς τὸ
1249Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔγγραφα ἐπὶ ἐγγράφων, διαβιβάζει
1250αὐτῷ ἐντόνους διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὑπο-
1251βάλλει αὐτῷ φόβους διπλωματικῶν περιπλοκῶν, καὶ ταῦτα
1252πάντα, ἵνα πιέσῃ αὐτὸ, ἵνα τὸ ἐκβιάσῃ νὰ παλινῳδήσῃ
1253καὶ παραδεχθῇ ἀπαίτησιν, ἣν δὲν παρεδέχθη κατ’ ἀρχὰς,
1254ὡς διαφεύγουσαν τὴν ἁρμοδιότητά του! Ἀλλὰ πῶς του-
1255λάχιστον δὲν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Συνέδριον καὶ τὴν ἐπιστολὴν,
1256δι’ ἧς ὁ κ. Σπάρταλης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ προμή-
1257θειαν, ἵνα ἐν γνώσει πάντων προβῇ τὸ Συνέδριον εἰς μόρφω-
1258σιν τῆς πεποιθήσεώς του;
1259Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι μόνα τὰ διαβήματα ταῦτα, ἢ
1260ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἃ προσήγαγεν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία,
1261ἠνάγκασαν τὸ Συνέδριον νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν του.
1262Ἡ Πρεσβεία προσήγαγεν ἔγγραφα πολὺ ἀθῶα, ὅτι ὁ Σπάρ-
1263ταλης ἐπίστωσε τὸν ἑαυτόν του ἐν τοῖς βιβλίοις αὑτοῦ ἀπέ-
1264ναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ
1265Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων ἐγγράφων νὰ
1266μεταβάλῃ ἀπόφασιν· ἐχρειάζοντο σπουδαιότερα μέσα, ἐζη-
1267τήθη νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὀφειλέτης
1268τῆς προμηθείας. Ὅθεν συνεπείᾳ ἀλληλογραφίας, καὶ ἐκκρε-
1269μοῦς ἤδη οὔσης τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, ἀπο-
1270φασίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ χορηγήσῃ τὴν βάσιν, ἐφ’
1271ἧς ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Πρὸς
1272τοῦτο προσκαλεῖ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐν τῷ Ὑπουρ-
1273γικῷ ἐκείνῳ Συμβουλίῳ τίθησι τὸ ζήτημα, ἂν ὀφείλῃ προ-
1274μήθειαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη
1275βεβαίως καταφατικῶς καὶ παμψηφεί, αὐτὸ δὲ τὸ πρακτι-
1276κὸν τοῦ Συμβουλίου τὸ διευθύνει κατεπειγόντως εἰς τὸ Ἐ-
1277λεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐδίσταζεν ἕως τότε νὰ ὑπο-
1278κύψῃ εἰς τοσαύτας πιέσεις καὶ ἀπαιτήσεις. Ἀλλ’ ὅτε τὸ
1279Συνέδριον εἶδεν, ὅτι αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀναγνωρίζει ὀφειλὴν
1280προμηθείας, δὲν εἶναι ἄπορον, ἂν, λαβὸν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς
1281διακοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καὶ ἀποβλέψαν εἰς
1282τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἠδύνατο νὰ δια-
1283τρέξῃ ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς αἰτήσεως, δὲν εἶναι,
1284λέγω, ἄπορον, ἂν τὸ Συνέδριον ἐλησμόνησε τὴν ὑψηλὴν
1285αὑτοῦ θέσιν καὶ τὰς ἀρχάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ, καὶ
1286ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαίτησιν ἄδι-
1287κον καὶ παράλογον....
1288§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑπάρχει τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ
1289Συμβουλίου;
1290§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει· θὰ σᾶς τὸ ἀνεγί-
1291νωσκον, ἀλλ’ ἐκουράσθην.
1292§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε,
1293ἐπὶ πέντε λεπτά.
1294(Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος διακόπτει τὴν
1295συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά).
1296§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1297§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, κύριοι Βουλευταί,
1298ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, λησμονῶν τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον
1299κατέχει, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν,
1300νὰ μεριμνήσῃ παντὶ σθένει πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς τε διπλω-
1301ματικῆς ἀναμίξεως, καὶ κατ’ οὐσίαν τῶν ἀπαιτήσεων, ἃς
1302αὕτη ὑπεστήριζεν, ἠσχολεῖτο αὐτὸς νὰ παράσχῃ τὰ μέσα,
1303ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν αἱ
1304ἀπαιτήσεις ἐκεῖναι. Ἐπιτρέψατέ μοι, πρὸς ἀπόδειξιν τῶν
1305ἰσχυρισμῶν μου, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἔγγραφά τινα, ἀπευθυν-
1306θέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ἐλεγ-
1307κτικὸν Συνέδριον διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Β. Ἐπιτρόπου. Τὸ ὑπ’
1308ἀριθ. 1416 καὶ ἀπὸ 17 Φεβρουαρίου 1887 ἔγγραφον ἔχει
1309ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιηθείσης εἰς τὸν ὑπόλογον
1310Μ. Σπάρταλην τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀποφάσεως, ἐξαιτεῖται
1311διὰ τοῦ ἐσωκλείστου ἐγγράφου τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρε-
1312σβείας ἡ ἀναθεώρησις αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαγομέ-
1313νων νέων ἐγγράφων. Ἐπειδὴ τὰ δικαιώματα τοῦ Σπάρταλη
1314ὑπερασπίζεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς λογαριασμὸν
1315τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ἤδη προσάγονται
1316ἔγγραφα, ὑποστηρίζοντα ἀξιώσεις, ἃς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συ-
1317νέδριον, ἐλλείψει ἀποχρώσης δικαιολογίας, δὲν ἔλαβε ὑπ’
1318ὄψει, κρίνομεν νόμιμον τὴν αἴτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ
1319ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως θέσητε ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος πάντα
1320τὰ ἐν τῷ παρόντι συναπτόμενα δικαιολογητικὰ καὶ δια-
1321κοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ταῦτα εἰσάγοντες εἰς
1322τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θέλετε ἐπιστήσει σπουδαίως τὴν
1323προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 13)25 τρ. μηνὸς διακοινώ-
1324σεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ ἧς ζητεῖ κατηγορημα-
1325τικὴν ἀπάντησιν, καὶ νὰ παρακαλέσητε εἰς τὸ νὰ ἐπιληφθῇ
1326μετὰ δραστηριότητος τῆς ἐξετάσεως τῶν προσαγομένων ἐγ-
1327γράφων, προλαμβάνον οὕτω τὴν ἀνάπτυξιν διπλωματικοῦ ζη-
1328τήματος, οὗ ἡ λύσις θὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπιζημίους διὰ τὸ Δη-
1329μόσιον».
1330Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8060 τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐγ-
1331γράφου λέγει καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπανελθὼν
1332Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπηύθυνε νέαν διακοίνωσιν....
1333Ἀνακοινώσατε ταῦτα εἰς τὸ παρ’ ᾧ διατελεῖτε Σῶμα, ὑπο-
1334δείξατε αὐτῷ τὰς σοβαρὰς συνεπείας τῆς περαιτέρω ἀνα-
1335βολῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἀπαιτήσατε θετικῶς ἐξ ὀνόματος
1336τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ ταχίστην».
1337Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8692 τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1887 γρά-
1338φει (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν τῆς.... διαβιβάζω ὑμῖν περί-
1339ληψιν τῆς ἀπὸ 17)29 τρ. μηνὸς ἐντόνου διακοινώσεως τοῦ
1340Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας.... αὕτη πραγματεύεται καὶ
1341περὶ τόκου πρὸς 5%, ἑπομένως καὶ περὶ τούτου ὀφεί-
1342λει τὸ Σῶμα νὰ διασκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ».
1343Ἐπίσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2300 τῆς 16 Μαρτίου 1888
1344ἐγγράφου πληροφορεῖ τὸ Συνέδριον, ὅτι τὸ Δημόσιον πλη-
1345ρώνει προμήθειαν δι’ ὅλας τὰς μετὰ Τραπεζῶν χρηματικὰς
1346ληψοδοσίας, καὶ ὅτι διὰ ταῦτα φρονεῖ, «ὅτι ὀφείλεται εἰς τὸ
1347κατάστημα Σπάρταλη, ἐνεργῆσαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προξένου
1348τῆς Ἑλλάδος, προμήθεια», παρακαλεῖ δὲ νὰ ἐπιστήσῃ «σπου-
1349δαίως τὴν προσοχὴν τοῦ Συνεδρίου ἐπὶ τῆς συνημμένης
1350διακοινώσεως τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ 8)20 τρ.
1351μηνός.»
1352Σημειωτέον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγ-
1353γράφου του, ὑπάρχοντος ἐν τῷ φακέλλῳ, ἀναιρεῖ τὸν περὶ
1354προμηθείας ἰσχυρισμὸν, διαβεβαιῶν, ὅτι οὐδέποτε ἐπληρώθη
1355τοιαύτη ἐπὶ κατασκευῆς πλοίων.
1356Ἐπὶ τέλους ἀπέστειλεν εἰς τὸ Συνέδριον καὶ τὸ ἀπὸ 15
1357Μαΐου ἐ. ἔ. πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ
1358κατεπείσθη τέλος τὸ Συνέδριον νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιθυ-
1359μίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
1360ἐστηρίχθη κυρίως εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους, ὅτι ἡ πενταμελὴς
1361Ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Σπάρταλην δικαίωμα προ-
1362μηθείας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰς παρασχεθείσας τῷ Δημοσίῳ
1363ἐμπορικὰς ἐργασίας δὲν παρέσχεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δη-
1364μοσίου ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ πῶς τότε ἀναθέτει εἰς τὸ Ἐλεγ-
1365κτικὸν Συνέδριον τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ζητήματος; Ἐπίσης
1366ἐστηρίχθη εἰς τὸν λόγον, ὅτι ἐκ τῶν προσαχθέντων ἐγγρά-
1367φων ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ
1368Σπάρταλης κατέβαλε προμήθειαν εἰς τὸν οἶκον Σπάρταλη.
1369Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι
1370ἀνυπόστατος. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων οὐδεμία ἀποδει-
1371κνύεται πληρωμὴ τοιαύτης προμηθείας. Ἡ ἀπόφασις τοῦ
1372Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἥτις τὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψει, ἰδοὺ
1373πῶς ἐκφράζεται περὶ αὐτῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐκ
1374τῶν προσαγομένων.... βεβαιοῦται, ὅτι.... εὗρεν ἐγγε-
1375γραμμένας εἰς πίστωσιν τῆς Ἑταιρίας (Σπάρταλη καὶ Σα)
1376λίρας 2309 διὰ προμήθειαν ἀγορᾶς καὶ ὁπλισμοῦ... κτλ.».
1377Ὁ Συμβολαιογράφος βεβαιοῖ, οὐχὶ, ὅτι ὁ Σπάρταλης
1378ἐπλήρωσε πρὸς τὴν Ἑταιρίαν Σπάρταλη, ἀλλ’ ὅτι εὗρεν ἐν
1379τοῖς βιβλίοις, ὅτι ἡ Ἑταιρία πιστοῦται μὲ τὸ ποσόν. Ση-
1380μειώσατε δὲ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Σπάρταλης ἰσχυρίσθη, ὅτι
1381ἐπλήρωσεν εἰς ἄλλον τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο
1382τὴν ζητεῖ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Σπάρταλης διέκρινεν ἑαυτὸν ἀπὸ
1383τῆς Ἑταιρίας, διότι ἡ Ἑταιρία Σπάρταλη καὶ Σπάρταλης
1384εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Τὸ Δημόσιον εἰς τὸν Σπάρ-
1385ταλην ἀνέθηκε τὴν παραγγελίαν ταύτην, καὶ ὁ Σπάρτα-
1386λης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀπαίτησιν προμηθείας, ἑπομέ-
1387νως ἡ διάκρισις τοῦ Σπάρταλη ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας του εἶναι
1388ἓν τῶν μέσων, ἅτινα ἐσχάτως ἐπενοήθησαν, ἵνα παραπλα-
1389νήσωσι τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς
1390ἀπαιτήσεως ταύτης. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἠρωτήθη
1391ὑπὸ τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, ἐξ ὀνόματος τοῦ Συνεδρίου, περὶ
1392τοῦ ποσοῦ τῆς ὀφειλομένης προμηθείας, διότι ὁ Ὑπουργὸς
1393τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἤδη ἀναγνωρίσει τὴν ὑποχρέωσιν
1394πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν, ὅθεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
1395ὁρίζει καὶ τὸ ποσόν.
1396Ἂν ἤδη, ἀνεξαρτήτως τούτων πάντων, ἐξετάσωμεν κατ’
1397οὐσίαν τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας, θέλομεν εὑρεθῆ ἀπέναντι
1398διλήμματος. Ἄν ὁ Σπάρταλης ἦναι ὑπόλογος ἀπέναντι
1399τοῦ Συνεδρίου, δὲν δικαιοῦται εἰς προμήθειαν, καὶ καλῶς
1400ἀπεῤῥίφθη αὕτη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου. Ἄν ὁ Σπάρταλης
1401ἦναι ἰδιώτης, δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν τὸ Συνέδριον, καὶ ἔπρεπε
1402νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἀξιώσεις του εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια.
1403Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχε δικαίωμα
1404προμηθείας, ὅταν αὐτὸς δι’ ἐπιστολῆς του ῥητῶς λέγῃ πρὸς
1405τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οὐδέποτε ἐνόησε νὰ λάβῃ
1406προμήθειαν, πῶς εἶναι δυνατόν, μετὰ τοιαύτην βεβαίωσιν,
1407νὰ δικαιωθῇ νὰ λάβῃ τοιαύτην; Ἀλλὰ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1408Ἐπιτροπῆς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει καὶ
1409δευτέραν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Σπάρταλη κατὰ τὸ 1874,
1410ἤτοι 6 ἔτη μετὰ τὴν πρώτην γραφεῖσαν, διὰ τῆς ὁποίας
1411ἐπιφυλάσσεται πάλιν τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας, ἵνα δια-
1412θέσῃ αὐτὸ πρὸς φιλανθρωπικὸν σκοπόν. Ἀλλὰ νομίζετε,
1413ὅτι ὁ δηλώσας ἅπαξ, ὅτι ἐργάζεται δωρεὰν, ἔχει δικαίωμα
1414νὰ μεταβάλῃ μονομερῶς γνώμην καὶ νὰ ζητήσῃ ἔπειτα
1415πληρωμήν; Ἀφοῦ δὲ ὁ μόνος δικαιοῦχος ὑπὲρ ὡρισμένου
1416φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ διέθεσε τὴν προμήθειαν καὶ διὰ τῆς
1417δευτέρας ἀκόμη ἐπιστολῆς του, ἐν τίνι δικαιώματι ἔρχονται,
1418μετὰ πολλὰ ἔτη, οἱ δανεισταὶ αὐτοῦ, ἵνα ἀναιρέσωσιν ὅ,τι
1419ὑπεσχέθη ὁ Σπάρταλης, καὶ δηλώσωσιν, ὅτι δὲν ἀναγνω-
1420ρίζουσι τὴν ὁριστικῶς γενομένην πρὸ ἐτῶν διάθεσιν τῆς προ-
1421μηθείας; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς
1422τὸ δικαίωμα νὰ ἀποπέμψωμεν αὐτοὺς, προβάλλοντες, ὅτι
1423οὐδὲ λεπτὸν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἕνεκα παραγραφῆς;
1424Δὲν ἐκτείνομαι, Κύριοι, περισσότερον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς
1425τὸ κονδύλιον τῆς προμηθείας. Νομίζω, ὅτι ἄνευ δικαιώμα-
1426τος καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἀνεγνωρίσθη τὸ κονδύλιον τοῦτο
1427ἐπὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
1428Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον κονδύλιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς
1429τόκους. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἕνεκα τῆς ἐπιμόνου ἀρνή-
1430σεως τοῦ Σπάρταλη νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τὸ
1431Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκηρύχθη οὗτος, συμφώνως
1432πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὀφειλέτης τοῦ Δημοσίου,
1433καὶ τὸ Δημόσιον, ἐκτελοῦν διοικητικῶς, κατέσχεν εἰς χεῖ-
1434ρας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περιουσίαν τοῦ κ. Σπάρταλη,
1435ἀνερχομένην εἰς 6 χιλιάδας περίπου λιρῶν. Ὅτι οὕτω συνέβη
1436ἡ ὑπόθεσις, προκύπτει ἀριδήλως ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων τοῦ
1437Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῆς κατα-
1438σχέσεως. Γράφων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Κεν-
1439τρικὸν Ταμίαν καὶ ἐκθέτων αὐτῷ τὴν ἄρνησιν τῆς ὑποβολῆς
1440τῶν λογαριασμῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Σπάρταλη, ἐπάγεται τὰ
1441ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρ. 42 τοῦ νόμου
1442περὶ δημοσίου λογιστικοῦ πᾶς ὑπάλληλος, ἐπιφορτισμένος
1443χρηματικὴν διαχείρισιν, καθίσταται ὑπόλογος, ἅμα δι’ ἀπο-
1444δείξεών του λάβῃ εἰς χεῖράς του δημόσια χρήματα, κατὰ τὸ
1445ἄρθρον 50 τοῦ Διατάγματος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, πᾶσα
1446πληρωμὴ, μένουσα ἀδικαιολόγητος κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς
1447κλείσεως τῆς χρήσεως, θεωρεῖται ὡς χρέος πρὸς τὸ Δημό-
1448σιον, καὶ ἐπιστρέφεται εἰς τὸ ταμεῖον. Ἐπειδὴ ὁ Σπάρτα-
1449λης, μὴ δικαιολογήσας μέχρι τοῦδε... καθίσταται ὑπόλο-
1450γος, καὶ ἑπομένως ὑπόχρεως πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ δημόσιον
1451ταμεῖον... Σᾶς παραγγέλλομεν, ἵνα... ἐνεργήσητε, δυ-
1452νάμει τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημο-
1453σίων ἐσόδων, κατάσχεσιν...»
1454Οὕτως ἐνηργήθη ἡ κατάσχεσις, καὶ λόγῳ τῆς τοιαύτης ὑπὸ
1455τοῦ Δημοσίου κατασχέσεως καὶ πληρωμῆς ζητεῖ ὁ Σπάρτα-
1456λης, ἢ ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἢ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, νὰ
1457πληρωθῶσι τόκοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1874, ὅτε τὰ χρήματα
1458εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ τὸ ζήτημα δὲ τῶν
1459τόκων ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ διὰ τῆς
1460πρώτης ἀποφάσεώς του ἀπεφάνθη, ὅ,τι δι’ αὐτῆς εἶχεν ἀπο-
1461φανθῆ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας, ἤγουν, ὅτι
1462οἱ περὶ ὧν ἀποφαίνεται ὑπόλογοι οὐδέποτε ἔχουσι δικαίωμα
1463νὰ ἀπαιτήσωσι τόκους. «Ἐπειδὴ (λέγει τὸ Συνέδριον) κατὰ
1464τὸ ἄρθρον τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1852 Β. Διατάγματος
1465περὶ ἐκτελέσεως τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους
1466νόμου, τόκος δὲν λογίζεται εἰς ὄφελος τῶν πιστωτῶν τοῦ
1467Κράτους, παρεκτὸς ἂν ὀφείλεται δυνάμει τοῦ νόμου ἢ ῥη-
1468τῆς συμφωνίας. Ἐπειδὴ ἐπὶ τῶν προκειμένων λογαριασμῶν
1469οἱ σημειούμενοι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου καθὼς καὶ τοῦ
1470Δημοσίου τόκοι δὲν στηρίζονται οὔτε εἰς νόμον, οὔτε εἰς ῥη-
1471τὴν συμφωνίαν, θεωροῦνται ἀπαράδεκτοι καὶ συνεπῶς ἀποῤ-
1472ῥιπτέοι».
1473Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, μὴ τροποποιη-
1474θεῖσα ὡς πρὸς τοὺς τόκους. Καὶ ἐρωτῶ: εἶναι ἡ ἀπόφασις
1475αὕτη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπόλογον, ἢ δύναται αὐτὸς, ὅταν
1476τὸν συμφέρῃ, νὰ ἐπικαλῆται τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου,
1477ὅταν δ’ ἔχῃ ἐναντίον συμφέρον, νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς αὐτὴν
1478καὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς ἕτερα μέσα; Τὴν δευτέραν γνώμην
1479ἀσπάζεται παραδόξως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο,
1480ἀντὶ νὰ θεωρήσῃ τὴν ἀπαίτησιν τῶν τόκων ὁριστικῶς ἀποῤ-
1481ῥιφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, αὐτὸς οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’
1482ὄψει τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ προκαλεῖ περὶ τοῦ ζητήματος
1483γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ, ἀντιθέτως
1484πρὸς τὸ Συνέδριον, παραδέχεται ὡς βάσιμον τὴν περὶ τό-
1485κων ἀπαίτησιν! Εἶχον, ἐρωτῶ, ἄδικον, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι ἔχει
1486ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὴν ἀπαίτησιν
1487ταύτην, ἀφοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῆς οὐδὲν παραλείπει
1488ἔκνομον μέσον;
1489Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβου-
1490λίου, ὅτι δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ ἀπαιτήσῃ τόκους;
1491Ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ πλεῖστοι διακεκριμένοι
1492νομικοὶ, καὶ ἂν εὐαρεστηθῶσι νὰ μελετήσωσι τὴν γνωμοδό-
1493τησιν ταύτην, θέλουσι πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἐσφαλμένη.
1494Τὸ Δημόσιον (λέγει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον) δὲν ὀφείλει τό-
1495κους, ἢ ἀφ’ ὅτου ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ ἀγωγή· ἄρα μὴ ἐγεί-
1496ρας ὁ Σπάρταλης ἀγωγὴν, δὲν δικαιοῦται εἰς τόκους. Ἀλλ’
1497ἔχει ὁ Σπάρταλης (λέγει τὸ Συμβούλιον) δικαίωμα ἀποζη-
1498μιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι τὸ Δημόσιον ἔλαβε τὰ
1499χρήματά του καὶ τὸν ἐστέρησε τῶν ἐξ αὐτῶν ὠφελειῶν· τὸ
1500δὲ δικαίωμα τοῦτο προσδιορίζει εἰς τόκον πρὸς 5% ἐτη-
1501σίως ἐπὶ τοῦ ἀφαιρεθέντος κεφαλαίου. Οὕτω λοιπὸν, ἐνῷ ἀφ’
1502ἑνὸς τὸ Συμβούλιον ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὀφείλονται τόκοι,
1503ἀφ’ ἑτέρου ἐπιδικάζει αὐτοὺς λόγῳ ἀποζημιώσεως. Ἀλλ’ οἱ
1504τόκοι οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν ἢ ἀποζημίωσις ἕνεκα στερήσεως τῶν
1505κεφαλαίων· πῶς λοιπὸν, τοῦ νόμου ἀπαγορεύοντος τοιαύτην
1506ἀποζημίωσιν πρὸ τῆς ἀγωγῆς, ἠδύνατο νὰ ἐπιδικασθῇ τοι-
1507αύτη;
1508Τὰ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν χρημάτων δικαιώματα τοῦ
1509Σπάρταλη πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἀφαί-
1510ρεσις ἔλαβε χώραν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἠδύνατο
1511νὰ ζητήσῃ, εἰμὴ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων αὐτοῦ, καὶ,
1512τούτου γενομένου, οὐδὲν ἕτερον εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως.
1513Μὴ γενομένης τῆς ἀποδόσεως μέχρι τοῦδε, στερεῖται βε-
1514βαίως καὶ τῶν τόκων, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ζημίαν δὲν λαμ-
1515βάνει ὑπ’ ὄψει ὁ νόμος, εἰμὴ ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς,
1516ἑπομένως, μὴ γενομένης τοιαύτης, δὲν ὀφείλεται ἀποζημίω-
1517σις, καὶ τὴν ἰδίαν του ἀμέλειαν πρέπει νὰ αἰτιᾶται ὁ Σπάρ-
1518ταλης, ἂν ζημιῶται ἐντεῦθεν. Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι πᾶς
1519στερούμενος ἀδίκως τῶν χρημάτων του δικαιοῦται νὰ ἀπο-
1520ζημιωθῇ, ματαία ἤθελεν ἀποβῆ ἡ διάταξις τῶν νόμων, ἡ
1521ἀπαγορεύουσα τὸν τόκον πρὸ τῆς ἀγωγῆς, καὶ οἱοσδήποτε
1522δανειστὴς τοῦ Δημοσίου ἤθελεν ἔχει τὸ μέσον νὰ ὑπεκφεύγῃ
1523αὐτὴν, ζητῶν οὐχὶ τόκους, ἀλλὰ τόκους λόγῳ ἀποζημιώ-
1524σεως· ὁ μὴ πληρωθεὶς π. χ. τὸν μισθόν του ὑπάλληλος στε-
1525ρεῖται τῶν ὠφελειῶν αὐτοῦ· ὅθεν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ
1526Νομικοῦ Συμβουλίου, δύναται νὰ ζητήσῃ μετὰ παρέλευσιν
1527ἐτῶν τὰς ὠφελείας ταύτας λόγῳ ἀποζημιώσεως....
1528§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ὀνόματα τῶν
1529Νομικῶν Συμβούλων, οἵτινες ἔδωκαν τὴν γνώμην ταύτην;
1530§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ κύριοι Στεφάνου, Κα-
1531λογερόπουλος, Γλαράκης, Μακᾶς, καὶ οἱ τρεῖς ἐσχάτως διο-
1532ρισθέντες.
1533Ἀλλὰ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι λόγοι ἠδύναντο ν’ ἀντιτα-
1534χθῶσι κατὰ τῆς περὶ τόκου ἀπαιτήσεως. Ἐξέθηκα ὑμῖν,
1535ὅτι τὸ Δημόσιον προέβη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δυνάμει νομίμου
1536τίτλου καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Λογιστικὸν Νόμον, διότι ὁ
1537Σπάρταλης, κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων του, ἠρνεῖτο,
1538καίπερ παραγγελλόμενος, νὰ δώσῃ λογαριασμὸν, ἑπομένως,
1539ἂν ἐζημιώθη ἐκ τῆς κατασχέσεως, αὐτὸς εἶναι παραίτιος τῆς
1540ζημίας του, καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ
1541Δημοσίου, ὅπερ νομίμως ἐξήσκησε τὰ δικαιώματά του. Ἐκ-
1542τὸς τούτου, ἔχον τὸ Δημόσιον τίτλον ἐκτελεστὸν, ἠδύνατο
1543νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ἂν ὤφειλεν ἐξ ἄλλων λόγων, διότι δὲν
1544ἐπιτρέπεται συμψηφισμὸς κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημο-
1545σίου. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἑπομένως πίπτει ἡ ἀπαίτησις τῶν
1546τόκων, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυ-
1547πουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του προσπαθεῖ νὰ στηριχθῇ καὶ εἰς
1548ἕτερον λόγον, εἰς τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρώτη ἀπόφασις τοῦ
1549Συνεδρίου, ὑπ’ ἀριθ. 400, παραδέχθη ὡς τοκοφόρους τὰς
1550διαφόρους ἀπαιτήσεις τῶν πιστοχρεώσεων τοῦ Σπάρταλη,
1551καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι τόκοι καὶ διὰ τὴν
1552ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν χρημάτων ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
1553ζης ἀπαίτησιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἀναγινώσκῃ ὁ κ. Πρωθυ-
1554πουργὸς τὰς ἐκθέσεις, ἃς ὑπογράφει. Ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν
1555ἔκθεσιν, ἤθελεν ἀμέσως ἀνακαλύψει, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα
1556τοῦτο εἶναι ὅλως ψευδὲς, διότι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀπόφασις τοῦ
1557Συνεδρίου οὐ μόνον δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς τοκοφόρα τὰ διάφορα
1558κονδύλια τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀπεφάνθη
1559ῥητῶς, ὅτι οὐδένα τόκον ἀναγνωρίζει· ὥστε καὶ τὸ παρά-
1560δοξον τοῦτο ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύει
1561μόνον τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ στοργὴν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως
1562τοῦ κ. Σπάρταλη.
1563Κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ἐκούρασα καὶ ἐκουράσθην. Κατὰ
1564συνέπειαν συγκεφαλαιῶν ὑποστηρίζω ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι
1565οὐδεμίαν ἔχουσι κατ’ οὐσίαν ὑπόστασιν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ
1566Σπάρταλη, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν προμήθειαν καὶ τοὺς τό-
1567κους, ὅτι καὶ αἱ λοιπαὶ ἀπαιτήσεις αὐτοῦ ἀπεσβέσθησαν,
1568διότι ἡ παραγραφὴ πρὸ πολλῶν χρόνων συνεπληρώθη. Φρονῶ,
1569ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, δυνάμενος ν’ ἀποτρέψῃ ὑμᾶς ἀπὸ
1570τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων· τοὐναντίον, φρονῶ, ὅτι ὑπέρ
1571ποτε ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ ἀκριβὴς τήρησις τῶν νόμων, διότι
1572τὸ ζήτημα συνδέεται στενῶς μὲ τὴν ἀλώβητον τήρησιν τῶν
1573κυριαρχικῶν τοῦ Ἔθνους δικαίων, ἅτινα ἐξετέθησαν ἐν κιν-
1574δύνῳ, ὡς ἐκ τῆς ἐπιμέμπτου πορείας, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐτή-
1575ρησεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προτείνω λοιπὸν εἰς ὑμᾶς
1576ν’ ἀποῤῥίψητε τὴν πίστωσιν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ γενομένη συζή-
1577τησις παρέχει ὑμῖν εὔλογον ἀφορμήν, ἵνα σκεφθῆτε, ἂν ᾖναι
1578ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθῆτε ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν,
1579τόσον οἰκτρῶς διαχειρισθεῖσαν μέγιστα συμφέροντα τοῦ Δη-
1580μοσίου.
1581§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ δικαίως ὁ κ. Βου-
1582λευτὴς κατέληξε, παριστῶν τὸ ζήτημα ὡς πολιτικόν, διότι
1583μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀναχθῇ εἰς
1584ὕψος πολιτικοῦ ζητήματος, ἠδύνατο νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὸν
1585κ. Βουλευτὴν τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθετο πρὸς ὑμᾶς.
1586Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐπαρουσιάζετο ὡς ἁπλοῦν ζήτημα πιστώ-
1587σεως, βεβαιώθητε, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς πᾶν ἄλλο ἤθελε πρά-
1588ξει, ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅ,τι ὑπεστήριξεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς
1589ἤλπισεν, ὡς ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον
1590ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ
1591ἐκ τούτου, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλάμβανε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν
1592προτείνομεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ
1593Κράτους πρὸς ὑπόλογον ἐπέβαλλον τοιαύτην τινὰ λύσιν,
1594ἀλλὰ διότι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ὑπὸ πίεσιν. Ἡ πίε-
1595σις, ὡς παρεστήθη σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι ἡ
1596πίεσις ἡ διπλωματική, τὴν ὁποίαν ἐξάγει ἐξ ἐγγράφων ἐπι-
1597σήμων, κατατεθέντων παρ’ ἡμῶν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν.
1598Ἡμεῖς, ὀφείλοντες νὰ δικαιολογήσωμεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ
1599τὴν πίστωσιν ταύτην, ἥτις εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλοτε εἰς
1600τὴν Βουλήν, ἀνεκλήθη δὲ, ἵνα ἐκκαθαρισθῇ ἀκριβέστερον,
1601ὑπεβάλομεν πάντα, μεταξὺ δὲ τῶν ὑποβληθέντων ὑπάρχουσι
1602καὶ ἔγγραφα τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, παρισταμένης ὡς
1603πληρεξουσίου τοῦ διεκδικοῦντος, οὐδόλως δὲ ὑπὸ διπλωμα-
1604τικὸν χαρακτῆρα. Εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἐποιήσαμεν
1605παραστάσεις καὶ ἐπισήμως καὶ ἰδιαιτέρως· παρεστήσαμεν
1606καθαρῶς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἦτο διπλωματικὸν καὶ ὅτι ἑπο-
1607μένως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάμιξιν αὐτῆς,
1608εἰμὴ ὅπως ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάμιξιν παν-
1609τὸς ἔχοντος νόμιμον τίτλον πρὸς τοῦτο ἰδιώτου. Ἡ Πρε-
1610σβεία δὲν παρίσταται ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὡς ἐκπροσω-
1611ποῦσα τὴν δύναμιν τῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας, ἀλλὰ πα-
1612ρίσταται ὡς ἐκπροσωποῦσα τὰ δίκαια ὁμάδος δανειστῶν·
1613οὐδὲν δὲ ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτήν, ὅτι δὲν
1614ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν ὁμάδα τῶν δανειστῶν τὸ δικαίωμα νὰ
1615ἐκλέξῃ ὡς ἀντιπρόσωπον τὴν Πρεσβείαν, καὶ ὅτι ἡμεῖς φρονοῦ-
1616μεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέξῃ ἕτερόν τινα, ἰδιώτην ἢ σωματεῖον.
1617Περὶ τούτου καθαρώτατα ἐξεφράσθημεν πρὸς τὴν Ἀγγλι-
1618κὴν Πρεσβείαν. Ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ δώσωμεν
1619ἀπάντησιν· ἠρωτήσαμεν τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἂν διπλω-
1620ματικῶς παρίσταται ἐνώπιον ἡμῶν, ζητοῦσα τὴν λύσιν τοῦ
1621ζητήματος τούτου, ἢ ἂν παρίσταται ἁπλῶς, ὡς τὸ κείμενον
1622τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων δεικνύει, ὡς ἐπίσημος πληρεξούσιος
1623τῶν διεκδικοῦντων. Εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας, τὸν
1624προκάτοχον τοῦ παρόντος, τὸν διεξαγαγόντα τὸ πλεῖστον
1625τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, ἔθηκα τὸ ζήτημα, ὅτε αὐτὸς
1626ἐπέμεινεν ἀπαιτῶν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸν ἠρώτησα: Θέ-
1627τετε τὸ ζήτημα διπλωματικῶς; Πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν,
1628καὶ πρέπει νὰ ἐξηγηθῆτε· ἐὰν τὸ θέτητε ὡς ζήτημα διπλω-
1629ματικόν, θὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ ἕτερον, θὰ φέρητε καὶ δευτέ-
1630ραν φορὰν τὸν στόλον; καὶ ἂν θὰ ἐφέρετε τὸν στόλον, τῷ εἶ-
1631πον, μὴ ἐλπίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ ἄλλως, ἢ ὡς
1632θὰ ἐλύετο καὶ ἂν δὲν παρίστατο παρ’ ὑμῶν ὡς διπλωματι-
1633κόν. Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν, ὅτι: αὐτὸς οὐ-
1634δέποτε, οὔτε ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἀλληλογραφίᾳ, οὔτε ἐν τῇ ἰδιω-
1635τικῇ, οὔτε ἐν ταῖς προφορικαῖς πρὸς ἡμᾶς παραστάσεσιν,
1636ἐποιήσατο λόγον περὶ διπλωματικοῦ ζητήματος, ἢ περὶ στό-
1637λου· εἶπεν, ὅτι ἔρχεται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, ἔχων
1638τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ πάντα ὑπήκοον Ἄγγλον, ζη-
1639τοῦντα τὴν συνδρομήν του, ἐνταῦθα δὲ ἤρχετο, ἵνα παράσχῃ
1640τὴν συνδρομήν του ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δα-
1641νειστῶν τοῦ Σπάρταλη, καὶ ἐζήτει νὰ δοθῇ ἀπάντησις, ἂν
1642παρεδεχόμεθα ὡς ὀρθὰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ, ἢ ὄχι. Εἰς
1643ταῦτα ἀνέκαθεν ἀντέταξα πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν,
1644ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῶν ὑπολόγων δὲν καθορίζονται διοικη-
1645τικῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συ-
1646νεδρίου, ἑπομένως οὐδὲν ἔχει νὰ ἀξιοῖ παρ’ ἐμοῦ· δύναται νὰ
1647διευθύνηται πρὸς τὸ Συνέδριον διὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀν-
1648τιπρόσωπος τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ἂς μὴ ἐλπίζῃ, ὅτι αἱ
1649παραστάσεις του πρὸς ἡμᾶς δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε
1650ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Παραστάσεις δύνα-
1651ται νὰ ποιῆται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος τῶν δανειστῶν
1652πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ εἰς ἐκεῖνο ἀνήκει νὰ
1653ἐξετάσῃ, κατὰ πόσον ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν ἔχει δίκαιον, ἢ
1654ὁ κ. Σπάρταλης, κατὰ πόσον αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁμά-
1655δα τῶν δανειστῶν, ἢ κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι
1656ἀντιπροσωπεύει τὸν κ. Σπάρταλην, ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ διεκδι-
1657κῶν. Ἡ ἔννοια ἑπομένως ὅσων ἐγράψαμεν καὶ ὅσων ἠκούσατε
1658πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς σχέσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης πρὸς τὸ
1659Συνέδριον, ἡ ἔννοια ὅσων ἀνεκοινώσαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν
1660Πρεσβείαν, ἦτο ἀκριβῶς ἀντίθετος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέ-
1661λησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς· τὸ Συνέδριον
1662ἐπεκαλέσθημεν, ἵνα ἀποκρούσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Ἀγ-
1663γλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1664βερνήσεως ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα τοῦτο παρεστήσαμεν ὡς
1665καθαρῶς δικαστικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλύετο κατὰ τὰς ὑπα-
1666γορεύσεις μόνων τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος, εἴτε ὁ διεκδικῶν
1667εἶχε δύναμιν ὄπισθέν του, εἴτε εἶχε μόνην τὴν τοῦ δικαίου.
1668Ταῦτα παρεστήσαμεν πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, — ἡ
1669ὁποία καὶ μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας ἐξηκολούθησεν ἀλ-
1670ληλογραφοῦσα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, — ἀπο-
1671κρούοντες τὴν τοιαύτην λύσιν καὶ ὑποστηρίζοντες, ὅτι οὐδὲν
1672ἠδύνατο νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
1673ἡ λύσις θὰ ἐδίδετο παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ
1674ὅτι πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδὲν ἀνεκοινοῦμεν, ἢ
1675ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ἵνα διαφωτίσῃ
1676αὐτὸ, ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ παρ’ αὐτοῦ ἔκδοσις ἀποφά-
1677σεως.
1678Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ δὲν εἰργάσθημεν μόνον, ὅτε ἡ Ἀγ-
1679γλικὴ Πρεσβεία ἀνεμίχθη εἰς αὐτήν. Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία
1680ἀνεμίχθη ἐπ’ ἐσχάτων, ἡμεῖς δὲ ἐργαζόμεθα ἐν τῇ ὑποθέσει
1681ταύτῃ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀπὸ τοῦ 1867· διότι ἡ
1682ὀφειλὴ αὕτη κυρίως προέρχεται ἐξ ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν
1683καὶ ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς, καὶ ἐγὼ μετεῖχον τῶν δοθεισῶν ἐν-
1684τολῶν, αἵτινες ὑπῆρξαν ἀφετηρία καὶ μεταγενεστέρων ἄλλων
1685ἐντολῶν, ἐξ ὧν προέκυψε τὸ ὅλον τοῦτο χρέος. Τῆς ὀφειλῆς
1686ταύτης τὴν ἱερότητα κάλλιστα γινώσκω, καὶ δικαίως ὁ κ.
1687Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἔχω στοργὴν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν· διότι,
1688ὅτε κατὰ τὸ 1867 ἐδίδομεν τὴν ἐντολὴν ταύτην, ἐθεωροῦ-
1689μεν ἡμᾶς εὐτυχεῖς, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν Ἀγγλίᾳ Πρόξενος, ὁ
1690ὁποῖος δὲν ἐζήτει προκαταβολὴν παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1691βερνήσεως, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, ἐθεωροῦ-
1692μεν ἡμᾶς εὐτυχεῖς, ὅτι εἴχομεν ἀντιπρόσωπον, ὁ ὁποῖος ἠδύ-
1693νατο αὐτὸς νὰ προκαταβάλῃ τὰ χρήματα καὶ κατόπιν,
1694ἐπὶ τῇ ἀποστολῇ τῶν λογαριασμῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπότι-
1695σιν. Γινώσκω κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγε τὴν ὑπηρεσίαν
1696ταύτην, εἶχον δὲ τὴν ἀρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ ἀνδρὸς, ὡς
1697ἰδιώτου καὶ ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου. Γινώσκω τὰ αἰσθή-
1698ματα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείκνυεν ἐκεῖνος διὰ τῆς διαγωγῆς αὑ-
1699τοῦ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ἐπιῤ-
1700ῥοῆς, ἧς δικαίως ἀπήλαυε παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ παροικίᾳ τῆς
1701Ἀγγλίας. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤρξατο τότε, ἡ δοσοληψία
1702ἤρξατο κατὰ τὸ 1867, ἡμεῖς δὲ ἀπήλθομεν τῆς ἐξουσίας
1703κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 1868, ἐξηκολούθησε δὲ ἐφ’ ἱκανὸν
1704χρόνον κατόπιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς δοσοληψίας ταύτης
1705δὲν εἶχε μείνει ὑπόλοιπον ὀφειλῆς εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου
1706πρὸς τὸν Σπάρταλην, εἴτε παρὰ τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὸ
1707Δημόσιον, ὅτε ἠγέρθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν
1708λογαριασμῶν. Μετὰ ἔτη τινὰ ἀπὸ τοῦ 1867 ἡ ὑπηρεσία
1709τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ ἐκκαθαρίσῃ
1710τοὺς λογαριασμοὺς μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου καὶ τοῦ
1711Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοὺς λογαριασμοὺς διὰ τὰ
1712πλοῖα· καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς ἀπο-
1713δεικνύεται ἤδη, σχεδὸν ὀφειλὴ οὐδεμία ὑπῆρχε μεταξὺ
1714Σπάρταλη καὶ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἴσως μικρά τις
1715ὀφειλὴ κατελείπετο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς
1716τὸν Σπάρταλην, νομίζω 500 λιρῶν· ὑπῆρχεν ὅμως ὀφειλὴ
1717τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1718Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς παγίας προκαταβολῆς. Τότε, ἐκκα-
1719θαριζομένων τῶν λογαριασμῶν, ἠγέρθη ἀμφιβολία περὶ τῆς
1720ὀφειλῆς, καὶ ἐσχηματίσθη γνώμη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰ-
1721κονομικῶν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὀφείλῃ ὁ Πρόξενος Σπάρταλης
1722ἐκ τῆς διαχειρίσεως ταύτης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
1723νομικῶν, καὶ κατεσχέθη ἐν τῇ Τραπέζῃ ποσὸν, ἀνῆκον εἰς
1724αὐτὸν, 6 χιλιάδων λιρῶν. Ἐντεῦθεν πηγάζει ἡ ὀφειλή.
1725Ὀφειλὴ ἄλλη δὲν ὑπῆρχε τότε, ἢ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου
1726πρὸς τὸν Σπάρταλην μικροῦ ποσοῦ. Ἡ ὀφειλὴ εἶναι αὕτη,
1727ἡ πηγάσασα ἐκ τῶν 6 χιλιάδων λιρῶν, τῶν κατασχεθει-
1728σῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ καὶ παραληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου
1729ταμείου. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν, ἥτις γίνεται
1730σήμερον, ἥτις προέκειτο νὰ γένηται κατὰ τὸ 1883, δὲν λύει
1731τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην,
1732παρασκευάζει τὸ ζήτημα ἐκεῖνο· διότι, ἵνα γνωσθῇ κατὰ
1733πόσον κατεσχέθη χρῆμα ἀλλότριον ἐν τῇ Τραπέζῃ παρὰ
1734τοῦ Δημοσίου, πρέπει νὰ καθαρισθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ, ἵνα
1735ἀποδειχθῇ, ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἢ δὲν ἦτο
1736ὀφειλέτης ὁ Σπάρταλης. Τοῦτο εἶναι τὸ ὅλον θέμα.
1737Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν, ὅτι καθῆκον τοῦ
1738Ὑπουργείου ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης ἦτο,
1739νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποδείξωμεν τὸν
1740Σπάρταλην ὀφειλέτην· ἐγὼ ἔχω ὅλως ἀντίθετον ἰδέαν· ἐγὼ
1741ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
1742κῶν εἶναι, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ τῆς ὀφειλῆς ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ
1743καὶ ἐν πάσῃ ἀμεροληψίᾳ, νὰ μὴ σκέπτηται δὲ περὶ τοῦ τίς
1744θέλει ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης καὶ τίς θέλει ἀποδειχθῇ πιστω-
1745τὴς, ἀλλὰ νὰ σκέπτηται πῶς ν’ ἀποδειχθῇ ὀφειλέτης ὁ
1746ὀφείλων, καὶ πιστωτὴς ὁ πρὸς ὃν ἡ ὀφειλή. Δὲν νομίζω, ὅτι
1747δύναταί τις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διανοῆται, ὅτι καθῆκον τοῦ
1748Ὑπουργοῦ εἶναι, νὰ φροντίζῃ, πῶς νὰ ἁρπάζῃ ξένην περιου-
1749σίαν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώ-
1750ρησεν, ὡς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς εἶχε καὶ
1751τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ, ὅτι ὤφειλε νὰ κατά-
1752σχῃ καὶ νὰ παραλάβῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρῆμα ἰδιω-
1753τικόν, εἶναι καθῆκον αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν
1754διαδόχων αὐτοῦ κατόπιν, νὰ προσπαθήσωσι διὰ παντὸς τρό-
1755που νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην κατάσχεσιν, καὶ νὰ
1756μὴ ἀποδώσωσιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀποζημιώσωσιν ἐκεῖνον,
1757τοῦ ὁποίου τὸ χρῆμα κατεσχέθη καὶ μετηνέχθη εἰς τὸ δη-
1758μόσιον ταμεῖον, καθ’ ἣν ἐποχὴν οὐδεμίαν ἐκεῖνος εἶχεν
1759ὀφειλήν.
1760Τὸ ζήτημα ἑπομένως τῆς ὀφειλῆς Σπάρταλη πρὸς τὸ Δη-
1761μόσιον, ἢ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν Σπάρταλην, εἶναι ζήτημα,
1762εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καθή-
1763κοντα δικαστικά. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ σκέ-
1764πτηται, ἂν τοιαύτη λύσις θέλῃ ὠφελήσει τὸ Δημόσιον, ἢ
1765θέλῃ ζημιώσει τὸ Δημόσιον, εἶχε τὸ καθῆκον νὰ σκέπτηται
1766περὶ ὀρθῆς, δικαίας, εἰλικρινοῦς ἐκκαθαρίσεως. Ὑπεβλήθη
1767ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1883
1768πίστωσις, ἥτις ἤθελεν ἐπιτρέψει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰ-
1769κονομικῶν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1770Ναυτικῶν λογαριασμοὺς αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρ-
1771καδίας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πίστωσις ἐκείνη ἀνε-
1772γράφη ὡς πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν, Ναυτικῶν, ἵνα μὴ
1773ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Σπάρ-
1774ταλη. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐνοήσῃ ἡ Βουλὴ τοῦτο,
1775ἀφοῦ ἀναγράφεται μεγάλοις γράμμασι τὸ ὄνομα τοῦ Σπάρ-
1776ταλη ἐν τῇ πιστώσει ταύτῃ; Καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ
1777ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις, ἢ ὅπως ἀνεγράφη· διότι τοιοῦτος ἦτο
1778ὁ λογαριασμός. Δὲν ἦτο μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰ-
1779κονομικῶν καὶ τοῦ Σπάρταλη ὁ λογαριασμὸς, ἦτο μεταξὺ
1780τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1781Ναυτικῶν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχε πλέον
1782δοσοληψίαν ἀξίαν λόγου μετὰ τοῦ Σπάρταλη. Εἶχε μόνον
1783μείνει ὀφειλή τις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Σπάρταλην
1784500 περίπου λιρῶν. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀκρί-
1785βεια τῶν λογαριασμῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν διάθεσιν
1786τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
1787Δὲν ὑπῆρχον δὲ μόνα τὰ τοῦ Σπάρταλη ἐκκαθαριστέα με-
1788ταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουρ-
1789γείου τῶν Ναυτικῶν ἐν τῷ λογαριασμῷ τοῦ τελευταίου
1790τούτου, ὑπῆρχον καὶ ἄλλα, περὶ ὧν ἐζητοῦντο πιστώσεις,
1791ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐπικαλού-
1792μενος τὴν καλὴν πίστιν, ὤφειλε τοὐλάχιστον ἐπὶ πραγμά-
1793των, ἐν οἷς καταφωρᾶται προχείρως ἡ διαστροφὴ ἐξ ἐπισή-
1794μων δημοσιεύσεων, νὰ δεικνύηται προσεκτικώτερος, ὤφειλε
1795νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, πρὶν
1796εἴπῃ, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς προέτεινε τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὲρ
1797τοῦ Σπάρταλη ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ σήμερον ἀναγνωριζομέ-
1798νου. Δὲν ἐζήτει ὁ τότε Ὑπουργὸς πίστωσιν 426 χιλιάδων
1799δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη. Εἰς ταύτας περιελαμβάνετο
1800καὶ ἡ τοῦ λογαριασμοῦ Σπάρταλη εἰς ποσὸν κεφαλαίου
1801179 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ διὰ τόκους 76 χιλιάδων, δη-
1802λαδὴ ἐν συνόλῳ 255 χιλιάδων, σχεδὸν δ’ ἐντελῶς συμφωνεῖ
1803τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἀναγραφόμενον
1804εἰς πίστωσιν τοῦ Σπάρταλη, πρὸς τὸ ἤδη ἀναγνωριζόμενον,
1805μέ τινας ἐν τούτῳ μικρὰς ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰς, διότι ὡς
1806πρός τινα κονδύλια δὲν ἐστάλησαν δικαιολογητικὰ ἀπο-
1807χρῶντα· εἶναι βεβαιωμένη καὶ τούτων ἡ δαπάνη, ἥτις ὅμως
1808τυπικῶς δὲν ἠδύνατο ἐκ τῶν ἐπισήμως προσαχθέντων ἐγγρά-
1809φων νὰ δικαιολογηθῇ. Ἀλλ’ εἶναι τὰ παραλειφθέντα ταῦτα
1810ποσὰ ἀσήμαντα, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὡς πρὸς τὰ τότε
1811καὶ τὰ νῦν ἀνεγνωρισμένα ὑπάρχει πλήρης ἀντιστοιχία, ἂν
1812λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τότε οἱ τόκοι κατελογίζοντο μέχρι 31
1813Μαρτίου 1883, ἤδη δὲ καταλογίζονται μέχρι τέλους τοῦ
18141888.
1815Τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, εἶναι τὸ
1816αὐτὸ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγνωρισθὲν κατόπιν ὑπὸ τῆς Ἐπι-
1817τροπῆς τῆς ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, τῆς διορισθείσης ἐν τῷ
1818Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ἀνα-
1819γνωρισθὲν ἔπειτα ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν
1820ἡ πίστωσις ἐκείνη ἐψηφίζετο, δὲν θὰ ἐγίνετο ἡ πληρωμὴ,
1821εἰμὴ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ταύτης
1822δὲ τὸ πόρισμα γινώσκομεν ἤδη, σύμφωνον πρὸς τὸ τῆς
1823πιστώσεως. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπελήφθη ἤδη τῆς
1824ἐξελέγξεως πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως, διότι ἡ
1825Βουλὴ ἐζήτησε τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν.
1826Κατὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς, ἣν ἀπε-
1827δέχθη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὤφειλε νὰ προ-
1828βῇ εἰς πλήρη καὶ νόμιμον ἐκκαθάρισιν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν λο-
1829γαριασμῶν, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ ἐκ νέου τὴν πίστωσιν, τοῦτο δὲ
1830καὶ ἐγένετο. Διατὶ δὲν ἐπέμεινεν ὁ Ὑπουργὸς τότε εἰς τὴν
1831ψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης; Δὲν ἐπέμεινεν, ὄχι διὰ τὸν
1832λόγον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι δῆ-
1833θεν ἀπεδείχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἐζητεῖτο
1834ἀδικαιολογήτως καὶ ἐζητεῖτο ἄνευ ἀποχρώσης βεβαιώσεως
1835τῆς ὀφειλῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅστις ἐτύγχανεν
1836ὢν συγγενὴς τοῦ κ. Σπάρταλη καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ κ.
1837Σπάρταλη, πρὶν ἢ γενῇ Ὑπουργὸς, ἐνόμισεν, ὅτι, ἐπειδὴ
1838ἠμφισβητήθησαν ὁπωσδήποτε τὰ ποσὰ, δὲν εἶχε δὲ γενῆ ἐξέ-
1839λεγξις, ἦτο πρέπον νὰ γενῇ πλήρης ἐκκαθάρισις καὶ πλή-
1840ρης ἐξέλεγξις πρὸ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως. Ποῖα δὲ εἶ-
1841ναι τὰ στάδια τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς ἐξελέγξεως; Τὰ
1842στάδια εἶναι πρῶτον διοικητικὰ καὶ δεύτερον δικαστικά.
1843Ὁ Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἀπέσυρε τὴν πίστωσιν ἀπὸ τοῦ Βου-
1844λευτηρίου, εὐθὺς ἐφρόντισεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
1845μικῶν νὰ γένηται μελέτη τῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ λογα-
1846ριασμοῦ, καὶ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐνεργείᾳ κατεδείχθη, ὅτι
1847ἡ ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἀλλαχοῦ ἢ ἐν
1848τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν
1849ὤκνησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὰ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ
1850Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπῆρξαν βραδύτεραι σκέψεις, ὅτι
1851περὶ παραπομπῆς τῆς ἐξελέγξεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
1852δριον ἐσκέφθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μόνον, ὅτε
1853δὲν ηὐχαριστήθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς
1854ἐκκαθαριστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἰδοὺ, ἔχω τὸ ἔγγραφον
1855τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς
1856ἐποχῆς ἐκείνης ἐδήλου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
1857κῶν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἀλλαχοῦ ἢ
1858ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
1859ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπευθύνει πρὸς τὸ
1860Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
1861τικῶν τῇ 6ῃ Ὀκτωβρίου 1883 (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν πρό-
1862»κηται περὶ ἐκκαθαρίσεως ἀπαιτήσεώς τινος ὡρισμένης τοῦ
1863»ἄλλοτε ἐν Λονδίνῳ Προξένου Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δημο-
1864»σίου, ὑπηρεσίας, ὑπαγομένης εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
1865»Ὑπουργείου καὶ ὅλως διοικητικῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ
1866»Λογιστικοῦ Νόμου, ἠδυνάμην νὰ ἐπιφέρω γνώμην τινά· προ-
1867»κειμένου ὅμως περὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ,
1868»ὑπαγομένης, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, εἰς
1869»τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1870»δρίου, οὗτινος προΐσταμαι, δὲν δύναμαι, καθὸ ὢν ὁ φυσικὸς
1871»δικαστὴς τοῦ ὑπολόγου τούτου, νὰ μετάσχω τῆς διὰ τοῦ
1872»ἀπαντωμένου ἐγγράφου διορισθείσης Ἐπιτροπῆς, καὶ σᾶς
1873»παρακαλῶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε, εὐαρεστούμενοι, δι’
1874»ἄλλου».
1875Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔκτοτε ἔλεγε πρὸς
1876τὸν Ὑπουργόν: δύνασαι νὰ διορίσῃς Ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ σὲ
1877διαφωτίσῃ, ἀφοῦ ὀφείλεις νὰ ἐκκαθαρίσῃς διοικητικῶς τὴν
1878ὑπόθεσιν, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἀνήκει, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
1879ἀνήκει, νὰ δικάσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐγὼ εἶμαι ὁ
1880ἁρμόδιος δικαστής; πάντα δ’ ὅσα ἤδη πράττεις, τὰ πράττεις
1881διοικητικῶς, τὰ πράττεις, διὰ νὰ φωτίσῃς σεαυτὸν περὶ τῆς
1882ἐνεργείας σου τῆς διοικητικῆς. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς πρὸ ὀλί-
1883γου ἐθαύμαζεν ἐνώπιον ἡμῶν, διατὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετε-
1884βιβάσθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Αὐτὸς, μελετήσας
1885τὸν φάκελλον, ἀνεκάλυψε τοὺς βαθεῖς σκοποὺς, ὧν χάριν
1886ἐστάλη εἰς τὸ Συνέδριον ὑπόθεσις, προωρισμένη διὰ τὸ Συνέ-
1887δριον ἀπὸ τῆς 6ης Ὀκτωβρίου 1883. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ
1888ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔχομεν
1889τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εὐθὺς τότε ἔδωκε καὶ ὁ Διευθυν-
1890τὴς τοῦ τμήματος: «Νομίζω,» λέγει, «ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ
1891Συνεδρίου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ὡς μέλος τῆς ἐξε-
1892λεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἀφεύκτως ὡς τοιοῦτος δύναται
1893νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς διαχειρίσεως».
1894Ἔκτοτε ἦτο κεκανονισμένη ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν βλέπετε
1895διανυομένην, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ καταλήγομεν ἤδη,
1896ὑπῆρχεν ἔκτοτε διαγεγραμμένον: Ἐπιτροπὴ ἐκκαθαριστική,
1897ἵνα διαφωτίσῃ τὸν Ὑπουργὸν περὶ τῶν ἀναγνωριστέων ὀφει-
1898λῶν, κατόπιν δὲ ἐξέλεγξις ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, προκα-
1899λουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, διαφωτισθέντος ὑπὸ τῆς ἐργα-
1900σίας τῆς Ἐπιτροπῆς....
1901§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ
1902πρὸ τῆς ἐξελέγξεως;
1903§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδικαιοῦτο νὰ ἐντείληται τὴν πληρωμὴν,
1904ἐὰν εἶχε πίστωσιν. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα. Τὸ
1905κανονικὸν εἶναι, νὰ ζητῆται ἡ πίστωσις πρὸ τῆς ἐξελέγξεως,
1906ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ ἐξήγησα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεω-
1907ρήθη πρέπον νὰ προκληθῇ ἡ ἐξέλεγξις πρὸ τῆς πιστώσεως.
1908Ταῦτα δ’ ἐξηγοῦσι τὰ προκαλέσαντα δῆθεν τὸν θαυμασμὸν
1909τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τουτέστι διατὶ κατὰ τὸ 1883 ἐπαρουσιά-
1910σθη ἡ πίστωσις ὡς ἀναγομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυ-
1911τικῶν, καὶ ἤδη παρουσιάζεται ὡς λογαριασμὸς τοῦ Σπάρ-
1912ταλη. Τότε ἐπαρουσιάζετο ἡ πίστωσις ὑπὸ τὸν κανονικὸν
1913τύπον, ἀλλ’ ἤδη, μετὰ τὴν εἰδικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς,
1914παρουσιάζεται ὑπὸ τὸν τύπον, τὸν ἀνταποκρινόμενον πρὸς
1915τὴν ἀπόφασιν ταύτην, σκοποῦσαν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν
1916λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη.
1917Συνεστήθη ἄρα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
1918Ἐπιτροπὴ, ἥτις προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν,
1919λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα, ὅπως τῇ ὑπεβλήθησαν καὶ
1920ἄνευ εἰδικοῦ θέματος. Διότι δὲν προέκειτο ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη
1921νὰ λύσῃ ζήτημά τι, προέκειτο μόνον νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς
1922λογαριασμοὺς καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκκαθα-
1923ρίσεως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς γινώσκῃ, κατὰ
1924τίνα τρόπον ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνε-
1925δρίῳ, ἵνα γινώσκῃ, τί ὤφειλε νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τίνων
1926λογαριασμῶν νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἀναγνώρισιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ
1927αὕτη διεξήγαγε τὸ ἔργον αὐτῆς, καὶ ἔχετε τὴν πολυσέλιδον
1928ἔκθεσιν ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων.
1929Μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως ταύτης ἠνοίγετο
1930τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἦτο
1931διαγεγραμμένον εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπ’ αὐτῆς τῆς συστάσεως
1932τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διοικητικῆς. Ὅθεν ὑπεβλήθη ἡ ὑπόθε-
1933σις εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ τὸ Συνέδριον ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφασιν
1934αὐτοῦ. Τῆς ἀποφάσεως ταύτης προεκλήθη ἡ ἀναθεώρησις,
1935περὶ ἧς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἤδη καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐν
1936προηγουμέναις συνεδριάσεσιν ὡμίλησαν ὡς περὶ πράγματος
1937ἐξαιρετικοῦ, ὡς περὶ πράγματος, τοῦ ὁποίου τὰ ἐλατήρια
1938ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσιν ἰδιαζόντως. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἐὰν
1939ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, μὴ εὐχαρι-
1940στήσασα ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ὁ λογαριασμὸς ἐξηλέγχθη, καὶ
1941τῆς ὁποίας δὲν ἐζητήθη καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἐπετεύχθη
1942ἡ ἀναθεώρησις, εἴτε γενομένων δεκτῶν, εἴτε μὴ γενομένων δε-
1943κτῶν κατ’ οὐσίαν τῶν ἀξιώσεων τοῦ ἐξελεγχομένου. Τὸ κανο-
1944νικὸν εἶναι τοῦτο. Ἐγὼ τουλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε
1945ἤμην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
1946δριον εἶχε καταλογίσει σχεδὸν ὅλους τοὺς Προξένους, ἐπειδὴ
1947δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν Λογιστικὸν, ὁ ὀφειλέτης, τοῦ Δημο-
1948σίου, ὁ καταλογισθεὶς, δὲν δύναται νὰ διατελῇ ὑπάλληλος,
1949εὑρέθην εἰς δυσχέρειαν, ὀφείλων νὰ προκαλέσω τὴν παῦσιν
1950σχεδὸν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῶν προξενικῶν. Ἀντὶ τού-
1951του προεκάλεσα τότε παρ’ αὐτῶν αἰτήσεις ἀναθεωρήσεως,
1952διότι σχεδὸν ὅλαι αἱ ἀποφάσεις, ἐπὶ ἀνεπαρκῶν δεδομένων
1953ἐκδοθεῖσαι, κατελόγιζον ἐπὶ ὀφειλαῖς ἀνυπάρκτοις. Ἅπαν-
1954τες σχεδὸν οἱ Πρόξενοι, οἱ καταλογισθέντες, ἠδυνήθησαν
1955ν’ ἀποδείξωσιν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει, ὅτι οὐδὲν ὤφειλον, καὶ
1956ἑπομένως ἠδυνήθησαν νὰ παραμείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
1957Ἐὰν ὁ θεσμὸς τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν ὑφίστατο καὶ δὲν
1958ἐλειτούργει, ἐπειδὴ αἱ ἀποφάσεις αἱ πρῶται τοῦ Συνε-
1959δρίου σχεδὸν πάντοτε ἐκδίδονται ἄνευ τῆς προσαγωγῆς
1960πλήρους σειρᾶς τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, διότι μόνον
1961ἡ ἀπόφασις ἡ δυσμενὴς προκαλεῖ τὴν παρὰ τοῦ ἐλεγχομέ-
1962νου ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων, εἰς ὧν τὴν ἔλλειψιν ὀφείλε-
1963ται ὁ καταλογισμὸς, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὗται δὲν ἦσαν ἀνα-
1964θεωρητέαι, θὰ εἴχομεν σχεδὸν πάντα ὑπόλογον καταλελογι-
1965σμένον. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει κατὰ γενικὸν κανόνα
1966εἰς πάντας τοὺς ὑπολόγους, συνέβη καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει Σπάρ-
1967ταλη. Ἀφοῦ ἐγένετο ὁ καταλογισμὸς ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου καὶ
1968ἐγνώσθη εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, οὗτοι εἶδον, ὅτι πολλὰ
1969κονδύλια δὲν ἀνεγνωρίσθησαν διὰ τὸν μόνον λόγον, ὅτι δὲν
1970εἶχον ὑποβληθῆ ὡρισμένα ἔγγραφα, μαθόντες δὲ οὕτω, ὅτι
1971ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ Συνεδρίου ὡς ἀναγ-
1972καία, ἀπέστειλαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐκ τῆς ἀποστολῆς ταύ-
1973της προεκλήθη ἡ ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ μετα-
1974βολὴ αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λέγει, ὅτι τὸ
1975Ὑπουργεῖον, διαβιβάζον τὰ ἔγγραφα, φαίνεται ὡσεὶ βοηθοῦν
1976τὸν ὑπόλογον, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀνατρέψῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ
1977ἀπόφασιν. Καὶ βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον ἐβοήθει τὸν ὑπό-
1978λογον, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ βοηθήσῃ τὸν ὑπόλογον, ἀποδει-
1979κνύοντα, ὅτι δὲν ἦτο καταλογιστέος.
1980Ὅταν ἐκδοθῇ παρὰ τοῦ Συνεδρίου κατὰ ὑπολόγου τινὸς
1981ἀπόφασις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον γινώσκῃ ἐξ ἐγγράφων, τὰ
1982ὁποῖα αὐτὸ κέκτηται, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν περιῆλθον εἰς γνῶ-
1983σιν τοῦ Συνεδρίου, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἄδικος, δὲν
1984ἔχει καθῆκον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐργασθῇ καὶ μὴ προκα-
1985λούμενον ὑπὸ τοῦ ὑπολόγου, ὅπως δικαιωθῇ ὁ ὑπόλογος;
1986Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ προεκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ ὑπολόγου,
1987ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ προεκαλεῖτο, δὲν εἶχε καθῆκον νὰ ἀπο-
1988στείλῃ τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὡρι-
1989σμένη δαπάνη ἦτο ἀναγνωριστέα; Ταύτην νομίζετε τὴν
1990ἀποστολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ,
1991νὰ προΐσταται τῆς ὑπηρεσίας, ἐφορῶν τὰ γινόμενα καὶ προ-
1992σπαθῶν νὰ ὠφεληθῇ ἐξ ἀμελείας τινὸς ὑπαλλήλου, ἵνα στε-
1993ρήσῃ αὐτὸν τοῦ μισθοῦ, ἤ, χεῖρον ἔτι, ἵνα στερήσῃ αὐτὸν
1994τῆς ἀποδόσεως προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐκ φιλοπατρίας
1995ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ προσφέρῃ χάριν ἐθνικῆς ὑποθέσεως;
1996Ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς ὀνομάζει στοργὴν ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως,
1997εἶναι βεβαίως στοργὴ ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου, εἶναι στοργὴ,
1998τὴν ὁποίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμένῃ παρὰ τοῦ προϊστα-
1999μένου αὐτοῦ ὁ ὑπάλληλος, ὅταν μάλιστα ὁ προϊστάμενος
2000οὗτος ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὰς πρώτας ἐντολὰς,
2001ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ ὀφειλή.
2002Ἐν τοιούτῳ πνεύματι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξήτασε τὰ τῆς
2003ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐπιλαμβανόμενος ἑνὸς ἑκάστου θέματος,
2004παριστᾷ τὸν Ὑπουργὸν προδίδοντα τὴν ὑπόθεσιν. Ποίαν
2005ὑπόθεσιν; Τὴν ὑπόθεσιν τῆς καταδολιεύσεως τοῦ ὑπολόγου,
2006τῆς ἐξ ἐνέδρας προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπαλλήλου.
2007Ἔφερεν ἐνταῦθα καὶ ἀνέγνωσε, προσπαθῶν ν’ ἀποφύγῃ ὅσα
2008δὲν συνέφερον αὐτῷ, ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
2009καὶ εἶπεν: ἰδοὺ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συνερχόμενον
2010ὁλόκληρον καὶ παμψηφεὶ στέλλον γνώμην πρὸς τὸ Συνέδριον,
2011ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Λέγων δὲ ταῦτα, ἀπέ-
2012κρυπτεν, ὅτι δὲν συνῆλθεν αὐτοπροαιρέτως τὸ Ὑπουργικὸν
2013Συμβούλιον, ἀλλὰ συνῆλθε προκληθὲν ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, τὸ
2014ὁποῖον ἠρώτα αὐτὸ, ποῖον εἶναι τὸ ἀναγνωριστέον ποσὸν
2015τῆς προμηθείας. Ἰδοὺ τί περὶ τῆς ἐρωτήσεως ἀναγράφει αὐτὴ
2016ἡ ἀπόφασις, διότι δὲν ἔχω τὸν φάκελλον, ἵνα ἀναγνώσω
2017αὐτὸ τὸ περιλαμβάνον τὴν ἐρώτησιν ἔγγραφον. (Ἀναγι-
2018νώσκει).
2019Δὲν ἐρωτᾷ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ προμήθειαν,
2020ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὡς προμήθειαν, διότι
2021τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζει, καὶ τὸ Συνέδριον ἐξελέγχει.
2022Συνέρχεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον χάριν τῆς τυπικῆς
2023ταύτης ὑποθέσεως, καὶ ταύτην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ
2024Συμβουλίου παριστᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀποδεικνύουσαν, ὅτι
2025τὸ Ὑπουργεῖον ἀντιστρατεύεται κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ
2026Δημοσίου, εἰς ὑποστήριξιν δὲ τούτου, προβαίνει καὶ εἰς βε-
2027βαιώσεις ὅλως ἀνακριβεῖς. Λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ φα-
2028κέλλῳ ἔγγραφόν τι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ὁποίου
2029ὅμως τὸ περιεχόμενον ἐπαναλαμβάνεται ἐν ἐγγράφῳ ἄλλῳ,
2030ὅπερ ἀνέγνωσε. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2031τικῶν ἐβεβαίου, ὅτι εἰς τὰ δι’ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτι-
2032κοῦ παραγγελθέντα πλοῖα δὲν ἐπληρώθη προμήθεια· ἀλλ’
2033ἐπὶ τῇ ἀγορᾷ δύο πλοίων ἐπληρώθη προμήθεια ὡρισμένη.
2034Ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς προ-
2035μηθείας, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι
2036ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς, καταπολε-
2037μοῦσα, ὡς ὤφειλε, τὴν προμήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα
2038τὴν γνώμην, ὅτι ὠφείλετο προμήθεια, πῶς ἠδύνατο νὰ κατα-
2039πολεμήσῃ αὐτήν; Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν γνώμην, ὅτι
2040τὸ καθῆκον τῇ ἐπέβαλλε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν προμήθειαν,
2041καὶ ἑπομένως νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τῆς διαχει-
2042ρίσεως ταύτης τὸ ὀρθὸν τῆς ἀποδόσεως αὐτῆς, πῶς ἠδύνατο
2043παρὰ τῷ Συνεδρίῳ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον; Ἀλλὰ τὸ
2044οὐσιαστικὸν εἶναι, ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ προμήθεια; Ὁ κ.
2045Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἐνόμισεν, ὅτι μᾶς περιάγει εἰς δυσχερῆ
2046θέσιν, ὅτι μᾶς ἐξαναγκάζει, ἢ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἐξέ-
2047λεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη ὡς ἐξέλεγξιν ὑπαλ-
2048λήλου ὑπολόγου, καὶ ἑπομένως μὴ ἔχοντος δικαίωμα νὰ
2049λάβῃ προμήθειαν, ἢ, ἀναγνωρίζοντες εἰς αὐτὸν δικαίωμα
2050προμηθείας, νὰ παραστήσωμεν αὐτὸν ὡς μὴ ἔχοντα πρὸς τὸ
2051Δημόσιον σχέσιν ὑπολόγου, καὶ ἑπομένως τοὺς λογαριασμοὺς
2052αὐτοῦ ὡς μὴ ὑπαγομένους εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ
2053τὴν παραγραφὴν ὡς ἐπελθοῦσαν. Καὶ περὶ μὲν τῆς παραγρα-
2054φῆς θὰ ὁμιλήσω μετ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ περὶ τῆς προμηθείας
2055παρατηρῶ, ὅτι ὁ Σπάρταλης εἰργάζετο, ὅπως εἰργάζοντο
2056πάντες οἱ Πρόξενοι, τοὐλάχιστον οἱ ἐν Ἀγγλίᾳ, μετὰ τῶν
2057ὁποίων ἐγὼ εὑρέθην ἐπισήμως εἰς συνάφειαν. Μετὰ τοῦ
2058Σπάρταλη, ὅτε ἐγὼ ἤμην ὑπάλληλος παρὰ τῇ ἐν Λονδίνῳ
2059Πρεσβείᾳ, δὲν εὑρέθην εἰς συνάφειαν, διότι τότε δὲν ἦτο
2060Πρόξενος, Πρόξενος ἦτο ὁ γέρων Ἰωνίδης. Ὁ Ἰωνίδης πάν-
2061τοτε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ συνέτασσεν ἐν ὀνόματι τοῦ
2062οἴκου Ἰωνίδου καὶ Σας, ἐνεργοῦντος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Προξε-
2063νείου ἐπὶ ἀλληλοχρέῳ πρὸς τὸ Δημόσιον λογαριασμῷ, ἀπο-
2064φέροντι τόκον 6%. Ὁ Πρόξενος ἐξ ἰδίων δὲν προκα-
2065ταβάλλει, ἀλλὰ προκαλεῖ τὴν προκαταβολὴν παρὰ τραπε-
2066ζιτικοῦ οἴκου, ὅταν δ’ αὐτὸς διευθύνῃ ἐμπορικὸν οἶκον, προ-
2067χειρότερος καὶ προθυμότερος εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς εἶναι,
2068ὡς εἰκὸς, ὁ οἶκος, τὸν ὁποῖον αὐτὸς διευθύνει. Ὁ Σπάρταλης,
2069Πρόξενος ἅμα καὶ διευθυντὴς τοῦ οἴκου Σπάρταλη καὶ Σας,
2070ἐν τοῖς βιβλίοις αὐτοῦ κατελόγιζε προμήθειαν, ὡς ἐβεβαιώθη
2071δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, εὑρισκομένων ἐν τῷ φακέλλῳ. Ὁ
2072οἶκος Σπάρταλη, ὡς γνωστὸν, ἐπτώχευσεν, ἐν δὲ τοῖς βι-
2073βλίοις τούτοις, δημοσιευθεῖσιν ἐπὶ τῇ πτωχεύσει, εὑρίσκεται
2074ἀναγεγραμμένη ἡ προμήθεια. Πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις
2075νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι τοιαύτη προμήθεια δὲν ὀφείλεται; Δὲν πρό-
2076κειται περὶ Σπάρταλη Προξένου, ζητοῦντος προμήθειαν,
2077ἀλλὰ περὶ τοῦ οἴκου Σπάρταλη. Τοῦ οἴκου Σπάρταλη τοὺς
2078λογαριασμοὺς δὲν ἐξελέγχει τὸ Συνέδριον, τὸ Συνέδριον ἐξε-
2079λέγχει τοὺ λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη Προξένου, προκα-
2080λέσαντος τὴν ἐπὶ προμηθείᾳ προκαταβολὴν παρὰ τοῦ οἴκου
2081Σπάρταλη. Ὑπάρχουσιν ἔγγραφα ἐν τῷ φακέλλῳ, ἄλλο
2082μὲν περιέχον ἐπαγγελίας τοῦ Σπάρταλη, ὅτι δὲν λαμβάνει
2083αὐτὸς προμήθειαν, ἄλλο δὲ, ὅτι τὴν ὀφειλομένην προμή-
2084θειαν θὰ δωρήσῃ εἰς καταστήματα ἀγαθοεργά. Ταῦτα μοὶ
2085φαίνονται ζητήματα, μὴ ἀναγόμενα μήτε εἰς τὸ Ὑπουρ-
2086γεῖον, ἐκκαθαρίζον, μήτε εἰς τὸ Συνέδριον, ἐξελέγχον, μήτε
2087εἰς τὴν Βουλὴν, ψηφίζουσαν τὴν πίστωσιν. Πῶς θὰ
2088διέθετεν ὁ Σπάρταλης, ὁ Πρόξενος ἢ ὁ διευθυντὴς τοῦ
2089οἴκου, τὴν προμήθειαν, ἂν αὐτὸς ἐλάμβανεν αὐτὴν, ἢ πῶς
2090θὰ τὴν διαθέσωσιν οἱ δανεισταὶ σήμερον, ἐὰν οὗτοι λάβωσι
2091προμήθειαν, δὲν ἐξετάζω. Ἡμεῖς, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα
2092ἐπὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’
2093ὄψει ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς καὶ ὑποσχέσεις. Ὅτι ἐπληρώθη ἡ
2094προμήθεια εἰς τὸν οἶκον Σπάρταλη, τοῦτο εἶναι θετικὸν,
2095ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν προμήθειαν ταύτην,
2096καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀμφισβητήσεως. Ἀλλ’
2097ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπέναντι τοῦ Σπάρταλη
2098πλέον ἢ τοῦτο, διότι, ἐὰν ἡ ἑτέρα ἀμφισβήτησις
2099ἦτο βάσιμος, οὔτε προμήθεια θὰ ἐπληρόνετο, οὔτε ἡ
2100πίστωσις θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφιθῇ, τουτέστιν, ἐὰν ἦναι ἀκρι-
2101βὴς ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ὑπάρχει παραγραφή.
2102Τὴν παραγραφὴν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐστήριξαν ἐπὶ τῶν ἐπι-
2103χειρημάτων, τὰ ὁποῖα εὗρον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς,
2104τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκκαθαρισάσης τὰ
2105τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐκλήθη, ἵνα ἐξε-
2106τάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὑποβληθέντας εἰς αὐτήν. Ἡ
2107Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε νὰ ἐξετάσῃ, οὔτε τίς ὁ ὑπόλογος, οὔτε
2108πόθεν ἡ ὀφειλὴ προήρχετο, οὔτε ἐὰν ἡ ὀφειλὴ προήρχετο ἐκ
2109λογαριασμῶν ἰδιώτου πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ ἐκ λογαριασμῶν
2110ὑπολόγου, ἢ ἐκ κρατήσεως χρημάτων, ἀνηκόντων εἰς τὸν
2111οἶκον Σπάρταλη καὶ κατατεθειμένων ἐν τῇ Τραπέζῃ τῇ
2112Ἐθνικῇ. Ἐκείνη εἶχε μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν λογαρια-
2113σμῶν, οἱ λογαριασμοὶ δὲ οὗτοι, ἂν δὲν ἦσαν λογαριασμοὶ
2114ὑπολόγου, ἀλλὰ συνήθεις λογαριασμοὶ ἰδιώτου πρὸς τὸ Δη-
2115μόσιον, ὡς τοιοῦτοι δ’ ἐξητάσθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς,
2116ἀναντιῤῥήτως ὑπήγοντο εἰς τοὺς κανόνας τοὺς ὁποίους ἡ
2117Ἐπιτροπὴ παρέστησεν ὡς κρατοῦντας. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ
2118οὐδένα εἶχεν ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε μό-
2119νην ἐντολὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν λογαριασμὸν, νὰ διαφωτίσῃ
2120τὸν Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς δὲ ὤφειλε τὴν ὅλην ὑπόθεσιν
2121ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα ἐκεῖνο ἀπο-
2122φανθῇ περὶ τοῦ θέματος, ἐκεῖνο δὲ, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ
2123περὶ τοῦ θέματος, ἐὰν δὲν προέκειτο περὶ ὑπολόγου. Ἤδη ὁ
2124Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅτι ἐθεώρει, ὅτι
2125ἀναποδράστως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν
2126ἐξελεγκτικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου. Τοιαύτην εἶχε
2127γνώμην καὶ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἐμφαί-
2128νεται ἐκ τῆς σημειώσεως τοῦ τμηματάρχου ἐπὶ τῆς ἀναφο-
2129ρᾶς τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Ἡ ὑπόθεσις ἑπομένως πα-
2130ρεπέμφθη ἐν τῇ κανονικῇ αὐτῆς πορείᾳ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν
2131Συνέδριον. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀνεγνώρισεν, ὅτι
2132προέκειτο περὶ ὑπολόγου. Τὸ στοιχεῖον τοῦτο δὲν εἶχε λη-
2133φθῆ ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς ἐκκαθαριστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῷ
2134Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως μεταβάλλονται
2135ὁλοτελῶς τὰ περὶ παραγραφῆς· διότι, προκειμένου περὶ ὑπο-
2136λόγου, παραγραφὴ δὲν χωρεῖ, ἐνόσῳ δὲν ἐγίνετο ἡ ἐξέλεγξις
2137νὰ τρέχῃ παραγραφή, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξέλεγξις, μὴ
2138ὑπαρχούσης ἐξελέγξεως, οὐδέποτε ἀπέναντι ὑπολόγου δύ-
2139ναται νὰ ὑπάρξῃ παραγραφή. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν
2140ὑπῆρχε, τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς ἐπαρουσιάζετο ὑπὸ
2141ἄλλην ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐξε-
2142τάσῃ ἡ ἐκκαθαριστικὴ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν
2143εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ οὐδὲ τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ αὕτη
2144εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου,
2145διότι τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, πόθεν προήρχετο
2146κυρίως ἡ ὀφειλή. Τὸ Συνέδριον ὤφειλε νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λο-
2147γαριασμοὺς καὶ νὰ εἴπῃ ποῖον τὸ πόρισμα τῆς ἐξελέγξεως.
2148Ἡ ἐκκαθαριστικὴ Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λογα-
2149ριασμοὺς εὐρύτερον μὲν, ἀλλ’ αὐτοὺς καθ’ ἑαυτοὺς, ἀσχέτως
2150πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ προσώπου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις
2151ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ τῆς ἀφαιρέσεως
2152τοῦ χρήματος ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ τῆς κατασχέ-
2153σεως τοῦ χρήματος τοῦ Σπάρταλη, τοῦ ἐμπόρου βεβαίως,
2154διότι ὁ Πρόξενος δὲν εἶχε χρῆμα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ,
2155καὶ τῆς μεταφορᾶς τοῦ χρήματος ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2156ζης εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους· τὸ χρῆμα τοῦτο δὲν δύνα-
2157ται νὰ μένῃ ἐκεῖ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὀφειλὴ, τὸ χρῆμα δὲ τοῦτο,
2158ληφθὲν κατὰ τὸ 1874, γεννᾷ ὡς πρὸς τὴν παραγραφὴν
2159ζήτημα αὐτοτελές. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει σήμερον
2160παραγραφὴ ὡς πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη,
2161πρᾶγμα ἐντελῶς ἀδύνατον προκειμένου περὶ ὑπολόγου,
2162ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο, οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι κατὰ τὸ
21631874 ὑπῆρχε παραγραφή. Τότε οἱ λογαριασμοὶ ὑφί-
2164σταντο ἐν πλήρει λειτουργίᾳ, ἐνῷ δὲ οὐδὲν ὤφειλεν ὁ Σπάρ-
2165ταλης πρὸς τὸ Δημόσιον, τοὐναντίον τὸ Δημόσιον ὤφειλε
2166πρὸς τὸν Σπάρταλην, τὸ Δημόσιον ἐλάμβανε λόγῳ κατα-
2167σχέσεως χρῆμα, ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Τὸ χρῆμα τοῦτο δύναται
2168νὰ μένῃ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, δύναται νὰ μὴ ἀποδοθῇ
2169μετ’ ἀποζημιώσεως, ἐὰν τῷ ὄντι ἀποδειχθῇ, ὅτι, καθ’ ἣν
2170ἐποχὴν ἐλήφθη, ἀδίκως ἐλήφθη; Διὰ νὰ φανῇ, ἐὰν ἀδίκως
2171ἢ δικαίως ἐλήφθη, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν κατ’ ἐκείνην
2172τὴν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ὀφειλή· κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν
2173δὲν χωροῦσι τὰ περὶ παραγραφῆς, διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ
2174ἀναγκαῖον πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς χρονικὸν διάστημα. Ἀφοῦ
2175ἤδη ἐκ τῶν ἐξελέγξεων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦτο ὀφει-
2176λέτης, ἀλλὰ πιστωτὴς ὁ Σπάρταλης, ἕπεται προδήλως,
2177ὅτι ἐγεννήθη νέα ἐνοχὴ, ὀφειλὴ ἐκ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου
2178ἀφαιρέσεως χρήματος, ἀνήκοντος εἰς ἰδιώτην. Περὶ τοῦ χρή-
2179ματος δὲ τούτου οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι χωρεῖ παραγραφὴ, εἶναι
2180χρῆμα κατεσχημένον, ἀφαιρεθὲν ἀδίκως, τὸ ὁποῖον διατελεῖ
2181ἔτι ὑπὸ κατάσχεσιν, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ βεβαιωθῇ,
2182ἐὰν ἡ κατάσχεσις ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὸ
2183χρῆμα ἄρα τοῦτο τὰ τῆς παραγραφῆς τῶν λογαριασμῶν
2184ἀνατρέχουσιν εἰς τὸ ἔτος 1874, κατὰ δὲ τὸ 1874 οὐδεμία
2185ὑπῆρχε παραγραφή· Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
2186εὑρισκόμενον ἀπέναντι τοιούτου γεγονότος, εὑρισκόμενον ἀπέ-
2187ναντι χρήματος ἀφαιρεθέντος ἄνευ λόγου ἀποχρῶντος παρὰ
2188ἰδιώτου, εἶχε κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν τὸ καθῆκον νὰ προσπα-
2189θήσῃ, ὅπως τὸ χρῆμα αὐτὸ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημο-
2190σίου, ἀδιαφοροῦν, ἐὰν θὰ ἦτο τοῦτο ἁρπαγή, διότι ὁ ἀφαι-
2191ρέσας τὸ χρῆμα ἀπὸ τῆς Τραπέζης ἀφήρεσε τοῦτο ἐκτελέ-
2192σας καθῆκον, ἀφοῦ εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπῆρχεν ὀφειλὴ
2193τοῦ Σπάρταλη, ἐξ ὧν τότε εἶχε πληροφοριῶν· ἀλλ’ ἐὰν
2194σήμερον, μεθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἀποδεικνυούσας τρα-
2195νῶς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεμία ὑπῆρχεν ὀφειλὴ,
2196ἐκρατοῦμεν τὸ χρῆμα τοῦτο, τί ἄλλο θὰ ἐπράττομεν ἢ νὰ
2197μετατρέψωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς κατα-
2198γώγιον ἁρπακτικόν; Καὶ ὅμως ταῦτα συνεβούλευεν ὁ κ.
2199Βουλευτὴς, ἐπευφημούντων τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπο-
2200λιτεύσεως.
2201Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν ἀναγνω-
2202ρισθέντων τόκων πρὸς 5%. Τίνες εἶναι οἱ τόκοι οὗτοι; Ἀφοῦ
2203τὸ χρῆμα κακῶς ἐλήφθη, βεβαίως πρέπει νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις.
2204Ποία δὲ μετριωτέρα δύναται νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις παρ’
2205ἡμῖν ἢ ὁ τόκος πρὸς 5%; Ἐὰν τὰ τῆς ἀποζημιώσεως
2206ὑπολογισθῶσι κατὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον αἱ δικαστικαὶ
2207ἡμῶν ἀρχαὶ παραδέχονται, βεβαίως ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶ-
2208μεν ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον· ἀλλὰ δὲν ἐζητήθη ποσὸν
2209μεγαλείτερον ἀποζημιώσεως· ὅ,τι ἐζητήθη, ἦτο κατώτερον
2210τοῦ κανονικῶς παρεχομένου ἐνταῦθα· ἑπομένως, ἀφοῦ ἦτο
2211ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὠφείλετο ἀποζημίωσις, ἔπρεπε νὰ δρά-
2212ξωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα λύσωμεν οὕτω τὴν ὑπόθεσιν.
2213Μετὰ τὴν ἀφήγησιν ταύτην τῶν τῆς ὑποθέσεως τίς δύνα-
2214ται νὰ διστάσῃ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἠθικὸν νὰ ψηφίσωμεν
2215τὴν πίστωσιν;
2216Τὸ μόνον δυνάμενον νὰ καταστήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀντι-
2217κείμενον σκέψεως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀμφιβολίας, εἶναι
2218τὸ τέχνασμα Βουλευτῶν τινων, ἐπιχειρησάντων νὰ παρα-
2219στήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐνεργήσασαν ὑπὸ πίεσιν. Ἀλλ’
2220ὡς ἐξήγησα, πίεσιν δὲν ἐζήτησεν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία νὰ
2221ἀσκήσῃ, εἰδοποιήθη ὅμως, ὅτι καλῶς ἐγινώσκομεν, ὅτι δὲν
2222ἦτο εἰς θέσιν, ἵνα ἀσκήσῃ αὐτὴν ἐν τοιούτῳ ζητήματι·
2223διότι, καὶ ἐὰν ἡ Πρεσβεία ἐπεχείρει νὰ παραστήσῃ, ὅπερ
2224ὅμως δὲν ἔπραξεν, ὅτι θὰ ἐνήσκει πίεσιν, ἡμεῖς καλῶς ἐγι-
2225νώσκομεν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἰσήκουεν αὐ-
2226τήν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπεχείρει νὰ ἐνα-
2227σκήσῃ πίεσιν, δὲν ἠθέλομεν πληρώσει, ἠθέλομεν διαμαρ-
2228τυρηθῆ.
2229Τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐθεωρήσαμεν ὡς
2230ἀνήκουσαν εἰς τὰς καθεστηκυίας ἐνταῦθα ἀρχάς· καθεστη-
2231κυῖαι παρ’ ἡμῖν ἀρχαὶ ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως
2232ταύτης εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περὶ τὰ τῆς ἐξελέγ-
2233ξεως τῶν λογαριασμῶν, ἡ Βουλὴ περὶ τὰ τῆς ψηφίσεως
2234τῆς πιστώσεως. Ἡ Βουλὴ ἐζήτησεν, ἵνα ἔχῃ ἐν τῇ ὑποθέσει
2235ταύτῃ ἐξαιρετικῶς τὴν ἐξέλεγξιν τὴν ἐπίσημον, πρὶν ἢ
2236προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως· τὴν ἐξέλεγξιν τὴν
2237ἐπίσημον, εἴχομεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Βου-
2238λῆς κατὰ τὸ 1883, ἵνα παρουσιάσωμεν εἰς αὐτήν. Τὴν
2239ὑποχρέωσιν ταύτην ἐκτελοῦμεν ἤδη, τὴν ἐκτελοῦμεν ἐν
2240πλήρει ἐλευθερίᾳ, δηλώσαντες εἰς πάντα, ὅστις τυχὸν ἤθελε
2241διανοηθῆ, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς πιέσῃ, ὅτι δὲν ἀνεχόμεθα
2242πίεσιν, ὅτι θὰ ἐνεργήσωμεν καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐνομίζομεν
2243δίκαιον νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ σύστασις
2244παρὰ ξένης Δυνάμεως, καὶ ἐὰν ὁ ἐκπροσωπῶν τὰ δικαιώ-
2245ματα τῶν δανειστῶν δὲν ἦτο ἀντιπρόσωπος Μεγάλης Δυνά-
2246μεως, ἀλλ’ ἦτο οἱοσδήποτε ἰδιώτης. Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην
2247ἐθεωρήσαμεν καθαρῶς δικαστικὴν, εἴχομεν δὲ τὴν συναίσθη-
2248σιν τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς,
2249παρὰ τῇ ὁποίᾳ εἰσηγούμεθα τὰς ὑποθέσεις διὰ τοῦ Ἐπι-
2250τρόπου, νὰ παραστήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, εἴτε αὕτη ἦτο
2251ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἴτε αὕτη ἦτο κατὰ τοῦ δημο-
2252σίου ταμείου· διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καθήκοντα πρὸς
2253μόνον τὸ Δημόσιον, ἔχει καθήκοντα ἐπίσης ἐπιτακτικὰ πρὸς
2254τὸν πολίτην, διεκδικοῦντα τὰ δικαιώματα αὑτοῦ κατὰ τοῦ
2255Δημοσίου. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει συμφέροντα μὴ στηριζό-
2256μενα ἐπὶ τοῦ δικαίου, ἡ ἐπικράτησις δὲ τοῦ δικαίου εἶναι τὸ
2257μόνον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἐν ἀντιθέσει ἀξιώσεων
2258πολιτῶν καὶ Δημοσίου μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολι-
2259τῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἵσταται φρουρὸς
2260ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα εἰς μόνον τὸ συμφέρον καὶ τὸ
2261ἠθικὸν μεγαλεῖον τῆς Πολιτείας. (Παρατεταμέναι ἐπευφη-
2262μίαι).
2263§56ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ ἀναγγέλλων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
2264βερνήσεως καὶ εἰς τὸν πρόλογον καὶ εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς
2265ἀγορεύσεώς του, ἐνόμισεν, ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἀνθρώπους, οἱ
2266ὁποῖοι δὲν τὸν γνωρίζουν, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ εὐρεῖα περιφέρεια
2267κατώρθωσε νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδὲ ἕνα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνθυμῆται,
2268πῶς πάντοτε συμπεριεφέρθη, ὁσάκις εὗρεν ἀπέναντι αὐτοῦ
2269τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Ἐν
2270τούτοις πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι μίαν πρωΐαν οἱ περίοικοι
2271τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος ἐξεπλάγησαν, ἰδόντες τὸν
2272Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτι-
2273κῶν παριστάμενον κατὰ μέτωπον....
2274§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ παριστάμενος; Δὲν
2275εἶναι ἀληθές.
2276§58ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος ὑμῶν, ὁ Φρούραρχος.
2277§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδείς.
2278§60ΡΑΛΛΗΣ.... τοῦ Προξένου τῆς Ἀγγλίας, ἐνώπιον τοῦ
2279ὁποίου ἐζήτουν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, πρὸ τῶν παραθύρων
2280τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ταπεινῶς συγγνώμην, διότι εἷς χω-
2281ροφύλαξ ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, κακώσας ὑπάλληλόν
2282τινα τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ τότε ἐξευτε-
2283λισμὸς ἀπέχῃ τόσον ἡμῶν, ὥστε νὰ μὴ τὸν ἐνθυμῆται ὁ κ.
2284Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρόχειρα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ
2285ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὸν νέον τοιοῦτον ἠθέλησε νὰ σᾶς
2286παραστήσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν παρέμβασιν
2287τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς
2288Κυβερνήσεως, ἐπισειούσης τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἠθέλησε νὰ
2289σᾶς παραστήσῃ, ὅτι ἐμνήσθη τότε τῆς ἐλεύσεως τοῦ στό-
2290λου ἐν Πειραιεῖ, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγ-
2291γλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δεύτερος στόλος πρέπει νὰ ἔλθῃ,
2292διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πραγ-
2293ματευθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικήν. Καὶ ἐν τού-
2294τοις τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ τῆς
2295Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἔρχονται νὰ διαψεύσουν ἐκεῖνα,
2296τὰ ὁποῖα λέγει ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, τίνα ἐκ τῶν
2297δύο θέλει νὰ πιστεύσωμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2298τὸν ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου λαλήσαντα, ἢ τὸν Ὑπουρ-
2299γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔγραφε τῇ 17 Φεβρουαρίου
23001887 πρὸς τὴν Δικαστικὴν ἀρχήν; Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ
2301ἔγγραφον αὐτὸ πρὸς Δικαστικὴν ἀρχὴν, — διότι δὲν πρέπει
2302νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι Δι-
2303καστικὴ ἀρχή. — (ἀναγινώσκει):
2304Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
2305Πρὸς τὸν παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γενικὸν Ἐπίτροπον
2306τῆς Ἐπικρατείας.
2307«Κοινοποιηθείσης, καθὰ προκύπτει ἐκ τῆς συνημμένης
2308πράξεως τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ,
2309εἰς τὸν ὑπόλογον Μ. Σπάρταλην τῆς ὑπ’ ἀριθ. 400 ἀπο-
2310φάσεως τοῦ, παρ’ ᾧ διατελεῖτε, Σώματος, ἐξαιτεῖται διὰ τοῦ
2311ἐσωκλείστου ἐγγράφου τῆς ἐνταῦθα Ἀγγλικῆς Πρεσβείας
2312ἡ ἀναθεώρησις αὐτῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσαγομένων νέων
2313ἐγγράφων.
2314«Ἐπειδὴ τὰ δικαιώματα τοῦ Μ. Σπάρταλη ὑπερασπί-
2315ζεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἰς λογαριασμὸν τῆς ὁμάδος
2316τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἤδη προσάγονται ἔγγραφα,
2317ὑποστηρίζοντα ἀξιώσεις, ἃς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐλ-
2318λείψει ἀποχρώσης δικαιολογίας, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, κρίνο-
2319μεν νόμιμον τὴν αἴτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐπὶ τούτῳ
2320ἐντελλόμεθα ὑμῖν, ὅπως θέσητε ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος πάντα
2321τὰ ἐν τῷ παρόντι ἐπισυναπτόμενα δικαιολογητικὰ καὶ δια-
2322κοινώσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας.
2323«Ταῦτα εἰσάγοντες εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θέλετε
2324ἐπιστήσει σπουδαίως τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀπὸ 13)25
2325τρέχοντος μηνὸς διακοινώσεως τῆς Πρεσβείας τῆς Ἀγγλίας,
2326δι’ ἧς ζητεῖ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, καὶ νὰ παρακα-
2327λέσητε αὐτὸ νὰ ἐπιληφθῇ μετὰ δραστηριότητος τῆς ἐξετά-
2328σεως τῶν προσαγομένων ἐγγράφων, προλαμβάνον οὕτω τὴν
2329ἀνάπτυξιν διπλωματικοῦ ζητήματος, οὗ ἡ λύσις θὰ ἔχῃ
2330συνεπείας ἐπιζημίους διὰ τὸ Δημόσιον.
2331«Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ».
2332Ὑπολαμβάνετε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ὡς ἔγγραφον, μαρτυ-
2333ροῦν, ὅτι ποτὲ δὲν ἠθελήσατε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν
2334παρέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὡς προσώπου ὑπὸ
2335τὸν διπλωματικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἀπο-
2336δεικνύεται, ὡς παρισταμένη ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ὁμάδος
2337τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη; Βεβαίως ἔχετε ἴδιον τρόπον
2338τοῦ ἐξηγεῖν τὰ ἔγγραφα· τοῦτο τὸ ἀπεδείξατε. Ἀλλ’ ἐκεῖ-
2339νος, ὁ ὁποῖος γινώσκει τί ἀναγινώσκει, βεβαίως θὰ εὕρῃ,
2340ὅ,τι πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρ-
2341καδίας, ὅτι δηλ. εἴχετε ἀπέναντι ὑμῶν—καὶ ἐνθυμοῦμαι
2342πάντοτε τὸ ἐπεισόδιον τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος—τὸν
2343Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ἐκπροσωποῦντα τὴν φοβερὰν δύνα-
2344μιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ τῆς δυνάμεως
2345ἐκείνης ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ ἐξευτελισθῶσιν, ἔπρεπε σεῖς
2346πρῶτον νὰ ἐξευτελισθῆτε, ἔπρεπε νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ Ἐλεγ-
2347κτικὸν Συνέδριον, ἔπρεπε νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ Νομικὸν Συμ-
2348βούλιον, πρέπει δὲ νὰ ἐξευτελισθῇ νῦν καὶ ἡ Βουλή.
2349Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς παράστασις τῆς ὑποθέσεως. Δύνα-
2350σθε ἐντεῦθεν νὰ λέγητε, ὅτι ἀντικρύζητε τὸν στόλον τῆς Ἀγ-
2351γλίας, χωρὶς νὰ τὸν φοβῆσθε, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφά σας δὲν
2352μαρτυροῦσιν αὐτό. Προσεπαθήσατε διὰ παντὸς τρόπου νὰ
2353κατορθώσητε νὰ μὴ θέσητε ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἔγ-
2354γραφον· οὐδὲ ἓν ἔγγραφον ὑμέτερον πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν
2355Πρεσβείαν εὑρίσκεται ἐκ τῷ φακέλλῳ· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2356Ἐξωτερικῶν, ὅπως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔφερε τὴν λογοδο-
2357σίαν τῶν Ὀλυμπίων, προσήγαγεν ἕνα φάκελλον, καὶ μᾶς
2358εἶπεν ὅτι: «ἔχω ἐδῶ ἕνα φάκελλον, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν
2359εἶναι χρήσιμος· καὶ τὸν πέρνω ’πίσω» τὸν ἐπῆρε καὶ ἐχάθη-
2360σαν τὰ ἔγγραφα (γέλως). Ἐν τούτοις ὑπάρχει ἐνταῦθα μα-
2361κρὰ ἀλληλογραφία τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας πρὸς ὑμᾶς,
2362ἀλλ’ οὐδὲ ἓν ἔγγραφον ὑμέτερον πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρε-
2363σβείαν. Ἀληθὲς εἶναι, καὶ τὸ βεβαιοῦσι διακοινώσεις τοῦ
2364Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠθελήσατε
2365νὰ διαψεύσητε, ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καὶ προφορικῶς ἐκάματε
2366παραστάσεις πρὸς αὐτόν· διὰ τῶν προφορικῶν σας παραστά-
2367σεων καταγγέλλετε, ὄχι ἀνεκοινοῦτε, καὶ τὰς σκέψεις τῶν
2368Δικαστικῶν σωμάτων. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εἴχετε τὴν
2369εἰσήγησιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐλησμονήσατε,
2370ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2371Οἰκονομικῶν, ὅπως τὰ Δικαστήρια ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργείου
2372τῆς Δικαιοσύνης. Διατί; Τοιαύτην ἀφομοίωσιν ἀναγράφει ὁ
2373νόμος περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν ἐγράφετε πρὸς τὸ
2374Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε, ὅτι οὐδὲν δι-
2375καίωμα ἔχετε νὰ ἀναμιχθῆτε εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπρό-
2376κειτο νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπολόγου. Εἴχετε
2377δικαίωμα, ἀφοῦ δὲν ἐνήσκησε τὸ δικαίωμά του ἐκεῖνο τὸ
2378Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφοῦ δὲν ἐζήτησεν ἐντὸς τῆς τε-
2379ταγμένης προθεσμίας τοῦ νόμου νὰ ὑποβληθῶσι πάντα τὰ
2380ἔγγραφα τοῦ ὑπολόγου, ἀφοῦ δὲν ἠξεύρω διατὶ, ἐχαρίσθη-
2381σαν πρὸς τὸν ὑπόλογον τοῦτον πᾶσαι αἱ κατὰ καιροὺς
2382Κυβερνήσεις, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ὑπομνήσητε τὸ κα-
2383θῆκόν του, ἀλλὰ δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα, νὰ ἀντεπιστεί-
2384λητε πρὸς αὐτὸ, καὶ νὰ τῷ ὑποβάλητε ξένας διακοινώσεις,
2385καὶ νὰ ἀποδεικνύητε διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν τὴν γραμ-
2386μήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
2387δριον, τὸ ὑπέρτατον ὡς πρὸς τοὺς ὑπολόγους Δικαστικὸν
2388σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὰς προμηθείας, καὶ ὡς πρὸς τοὺς τό-
2389κους, καὶ ὡς πρὸς τὴν παραγραφήν. Τοῦτο πράξαντες, ἀπε-
2390δείξατε, ὅτι ἐπτοήθητε πρὸ τῆς παραστάσεως τοῦ Ἄγγλου
2391Πρέσβεως, ὅτι σήμερον ἐλησμονήσατε, ἢ θέλετε νὰ προσ-
2392ποιηθῆτε, ὅτι ἐλησμονήσατε, τὴν παράστασιν ἐκείνου ὑπὸ
2393τὴν ἀληθῆ του ἰδιότητα, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς
2394Κυβερνήσεως, ἀλλ’ αὔριον, ὅταν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, προ-
2395θύμως θέλετε πάλιν λησμονήσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε
2396ἐντεῦθεν, καὶ θέλετε προσέλθει, ὅπως προσφέρητε τὰς ὑπη-
2397ρεσίας σας πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὑποβάλλοντες
2398πρὸς αὐτὴν εὐσεβάστως τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν κατωρ-
2399θώσατε νὰ λάβητε ἐκ τῆς Βουλῆς.
2400Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἰδιότητα τῆς
2401παρεμβάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, εἶναι πολλαπλᾶ,
2402καὶ οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἡ ἰδιότης ἐκείνη τῆς Ἀγγλικῆς
2403Πρεσβείας, οὐδέποτε παρέστη αὕτη ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ
2404πληρεξουσίου, εἴτε τοῦ Σπάρταλη, εἴτε τῆς ὁμάδος τῶν δα-
2405νειστῶν αὐτοῦ, καὶ μάλιστα τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Πρωθυ-
2406πουργὸς μετὰ τὴν κοινοποίησιν πρὸς τὸν ἴδιον Σπάρταλην
2407καὶ διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας τῆς πρώτης ἀποφάσεως
2408τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀνεκοίνωσε, δὲν ἠξεύρω διὰ
2409τίνα λόγον, πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν ἐνταῦθα τὴν
2410αὐτὴν ἀπόφασιν, καὶ ὑπέδειξεν, ὅτι εἶναι δεκτικὴ ἀναθεω-
2411ρήσεως, ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντα πρὸς αὐτὸν,—καὶ
2412τὸ ἔγγραφον εἶναι ἐν τῷ φακέλλῳ,—ὅτι ποτὲ δὲν ἐζήτησε
2413τοιαύτην διατύπωσιν, τοικύτην διαδικασίαν ἡ Ἀγγλικὴ
2414Πρεσβεία· ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐννοεῖ νὰ πληρωθῇ, ἐννοεῖ,
2415ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως αἱ ἀξιώσεις τοῦ Σπάρ-
2416ταλη, ὡς πρός τε τὸ κεφάλαιον, τοὺς τόκους καὶ τὴν προ-
2417μήθειαν, καὶ ὅτι μήτε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μήτε οἱ
2418Νομικοὶ Σύμβουλοι, ἀλλὰ μήτε ἡ Βουλὴ δύνανται νὰ ἀμφι-
2419σβητήσωσι τὰ δίκαια τοῦ Σπάρταλη· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι
2420δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
2421κῶν, δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2422δρίου, δὲν ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου,
2423πρέπει νὰ ἐξευτελισθῇ καὶ ἡ Βουλή.
2424Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ
2425τοῦ 1867, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ
2426ἱστορικὸν αὐτῆς, διὰ νὰ ἀνασκευάσω ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς
2427ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ
24281868 εἶχεν ἤδη περατωθῆ ἡ ἀγορὰ τῆς «Ἀμφιτρίτης»,
2429τῆς «Κρήτης», τῆς «Μπουμπουλίνας» καὶ σχεδὸν συντελε-
2430σθῆ καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ «Γεωργίου». Κατὰ τὸ 1868,
2431διὰ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότι-
2432μος συνάδελφος, ὁ Σπάρταλης ἐβεβαίου, τίνα ἦσαν τὰ δι-
2433καιώματά του· τί δὲ ἔλεγεν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ἐκείνῃ τοῦ
24341868; ὅτι οὐδέποτε ἐνόησε νὰ λάβῃ προμήθειαν ἀπὸ τοῦ
2435Δημοσίου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν):
2436Λοιπὸν κατὰ τὸ 1868 ὁ Σπάρταλης βεβαιοῖ διὰ τῆς
2437ἐπιστολῆς του ταύτης, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε σύμβασις με-
2438ταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ καταβο-
2439λῆς οἱασδήποτε προμηθείας, ἀλλὰ δὲν ἤθελε περιπλέον καὶ
2440τὸ ἔθος τὸ ἐμπορικὸν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ
2441ἀγορᾷ τοῦ Λονδίνου, νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὅτι
2442οὐδέποτε ἐνόει νὰ λάβῃ προμήθειαν· αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπω-
2443σις τοῦ Σπάρταλη κατὰ τὸ 1868. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1868–
24441874 παρέρχεται ἑξαετία ὅλη, καθ’ ὅλην δὲ αὐτὴν τὴν
2445ἑξαετίαν τίς νομίζετε, ὅτι καταδιώκει τὸν ἕτερον; ὁ Σπάρ-
2446ταλης καταδιώκει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἢ τὸ Δημόσιον
2447τὸν Σπάρταλην; Καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἑξαετίαν διαρκῶς τὸ
2448Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ παρὰ τοῦ Σπάρταλη
2449λογοδοσίαν, εἶναι δὲ ἀληθῶς ὀδυνηρὸν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο
2450τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 30 Δεκεμβρίου 1874,
2451δι’ οὗ ὑπομιμνήσκει διὰ τοῦ Πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ εἰς τὸν
2452Πρόξενον τὸν Ἕλληνα, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον τὴν τόλμην
2453οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀπαλλάξωσι τῆς θέσεώς του, τὴν ἠθικὴν
2454ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, νὰ δώσῃ λογοδοσίαν τῆς
2455διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα διε-
2456χειρίσθη, καὶ μήτε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν ἐξύπνησε τὸν
2457ὑπόλογον Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος Σπάρταλην, τὸν ἐξύ-
2458πνησε μόνον ἡ κατάσχεσις, ἡ γενομένη, τῶν χρημάτων του
2459παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ὅταν ὅλαι αἱ προσκλήσεις
2460πρὸς λογοδοσίαν ἀπέβησαν εἰς μάτην, ὅταν δὲν ἦτο δυ-
2461νατὸν νὰ ἐξαναγκασθῇ δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ δώσῃ λο-
2462γοδοσίαν ὁ ὑπόλογος Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ,
2463προέβη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει
2464τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχε, — διότι τὰ δικαιολογη-
2465τικὰ δὲν εἶχον ἀκόμη ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2466Οἰκονομικῶν, οὐδὲ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, — εἰς τὴν κατά-
2467σχεσιν ἑνὸς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐγγεγραμμένον ἐπ’ ὀνό-
2468ματι τοῦ Σπάρταλη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ ποσὸν
2469αὐτὸ ἐξεκαθαρίσθη ὁριστικῶς εἰς 6,223 λίρας.
2470Ὠφείλετο τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς τὸ Δημόσιον, ἢ ὄχι;
2471Ἀναμφισβητήτως πρὸς τὸ Δημόσιον ὠφείλετο κατὰ τὴν
2472ἐποχὴν ἐκείνην πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, διότι κατὰ τὴν
2473ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε διαβιβάσει ὁ Σπάρταλης οὐδὲ ἓν
2474δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, ἐὰν δὲ ὑπέκυπτεν εἰς τὴν πρόσ-
2475κλησιν, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο κατόπιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
2476τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπέβαλλεν ἐντὸς δεκαπενθημέρου προ-
2477θεσμίας ὁλόκληρον τὸν λογαριασμὸν, ἤθελε καταλογισθῆ
2478διὰ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν, παρὰ τὸ ποσὸν τῶν 12,000
2479λιρῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἐκ τῶν προχεί-
2480ρων λογαριασμῶν, ὡς ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ
2481τὴν ἐποχὴν λοιπὸν ἐκείνην μέχρι τοῦ 1887, ἢ μᾶλλον μέ-
2482χρι τοῦ 1888, ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ, τοῦ κατα-
2483σχεθέντος παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου,
2484βαίως δὲν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἦτο ἄδι-
2485κος. Διατί; διότι πότε ἀνεγνωρίσθη ἡ προμήθεια τοῦ Σπάρ-
2486ταλη; ἀνεγνωρίσθη αὕτη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 51 τοῦ 1888
2487πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μέχρι τῆς ἐποχῆς
2488ἐκείνης τί εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ Δημόσιον; τὰς δύο δηλώ-
2489σεις τοῦ Σπάρταλη· τὴν μίαν δήλωσιν τοῦ 1868, κατὰ τὴν
2490ὁποίαν οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ λάβῃ προμήθειαν, τὴν δευ-
2491τέραν δήλωσιν τοῦ 1874, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόει τὴν προ-
2492μήθειάν του νὰ τὴν ἀφιερώσῃ ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν ἐν Ἑλλάδι
2493σκοπῶν.
2494Μέχρι τοῦ 1888 πλῆρες δικαιολογητικὸν ἔγγραφον οὐδὲν
2495ὑπεβλήθη. Κατὰ τὸ 1888, ὅτε ἐκοινοποιήθη ἡ πρώτη ἀπό-
2496φασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτε ὑπεδείχθη εἰς τὴν
2497Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ὅτι αὕτη ἦτο ἐπιδεκτικὴ ἀναθεωρή-
2498σεως, μεταβαίνει εἷς Συμβολαιογράφος τοῦ Λονδίνου καὶ
2499εὑρίσκει ἐγγεγραμμένην εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρίας Σπάρ-
2500ταλη καὶ Σα προμήθειαν λιρῶν.... ἡ ὁποία δὲν κατεβλήθη
2501παρὰ τοῦ Μιχαὴλ Σπάρταλη πρὸς τὴν Ἑταιρίαν Σπάρταλη
2502καὶ Σα, ἡ ὁποία μετηνέχθη ἐξ ἰδιαιτέρου βιβλίου τοῦ Μ.
2503Σπάρταλη. Τί τοῦτο σημαίνει; ὅτι μέχρι τοῦ 1874 ὁ
2504Σπάρταλης οὐδέποτε ἐσκέφθη περὶ προμηθείας, διότι εἶχεν
2505ὑπ’ ὄψιν του πάντοτε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, δι’ ἧς ἐδήλου,
2506ὅτι δὲν ἐνόει νὰ λάβῃ προμήθειαν, ὅτε κατὰ τὸ 1874,
2507ὅτε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις τῶν 6,223 λιρῶν παρὰ τῇ
2508Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὅτε ἠναγκάσθη ἕνεκα τῆς προθε-
2509σμίας νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμοὺς, κατὰ τὸ 1874 ἠθέ-
2510λησεν, ἀναδιφῶν τὰ παλαιὰ κατάστιχα νὰ φουσκώσῃ
2511τοὺς λογαριασμούς του καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ του βιβλίῳ ἐνέγρα-
2512ψε τὴν προμήθειαν, τὴν ὁποίαν μετέφερε μετὰ ταῦτα εἰς
2513τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα. Τοῦτο βε-
2514βαίως ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ ἐντί-
2515μου συμβολαιογράφου, ἀλλὰ διόλου δὲν ἀποδεικνύει ἐκεῖ-
2516να, τὰ ὁποῖα ἐκθέτει ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατέβαλεν ὁ
2517Σπάρταλης οἱανδήποτε προμήθειαν, διότι τὸν Σπάρταλην
2518τὸν εἴχομεν ὑπὸ δύο ἰδιότητας, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρ-
2519ταλη καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἑταιρίας
2520Σπάρταλη· τώρα τὸν ἔχομεν ὑπὸ τρεῖς ἰδιότητας, τὸν
2521Σπάρταλην πρόξενον, τὸν Σπάρταλην μὴ πρόξενον, καὶ τὸν
2522Σπάρταλην μέλος τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα. Ἐτρι-
2523χάσθη, ὡς βλέπετε· ἀλλ’ ὑπὸ οἱανδήποτε ἰδιότητα καὶ ἂν
2524ἐνεργῇ ὁ Σπάρταλης, εἴτε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη
2525ὡς προξένου, εἴτε ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Σπάρταλη ὡς ἀτό-
2526μου, εἴτε ὡς μέλους τῆς Ἑταιρίας Σπάρταλη καὶ Σα, βε-
2527βαίως ἀπὸ τοῦ 1868 ἕως τοῦ 1887 οὐδὲν ὑπέβαλεν ἔγ-
2528γραφον, ἀναγνωριστικὸν τῆς προμηθείας του, οὐδεμίαν ὑπέ-
2529βαλεν ἀπόδειξιν, ἀποδεικνύουσαν τὴν προμήθειάν του, καὶ
2530οὐδεμίαν ὑπέβαλεν ἀκόμη ἀπαίτησιν περὶ προμηθείας, οὐδὲ
2531κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ὑποβάλλει· καὶ ὅταν σᾶς ὁμι-
2532λοῦν περὶ δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη πρὸς τὸ Δημό-
2533σιον, πρόκειται περὶ δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Σπάρταλη πρὸς
2534τὸ Δημόσιον, πρόκειται περὶ δωρεᾶς τοῦ Δημοσίου πρὸς
2535τὸν Σπάρταλην. Ποῦ εὗρον ἀναγεγραμμένην τὴν αἴτησιν
2536περὶ προμηθείας; Ἀληθῶς ἀναγράφεται εἰς τοὺς λογαρια-
2537σμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου
2538τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ
2539καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἀκριβῶς τῶν λογαριασμῶν προσ-
2540τίθεται, ὅτι ἡ προμήθεια νὰ μείνῃ ὑπὲρ τῶν φιλανθρωπικῶν
2541σκοπῶν ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν μέχρι τοῦ 1887 προμήθεια
2542δὲν ὀφείλεται. Βεβαίως οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα,
2543νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου. Δύνανται νὰ
2544ἀναγνωρίσωσιν οἱανδήποτε προμήθειαν, ἀλλὰ δὲν δύνανται
2545νὰ τὴν κάμουν νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν κατὰ
254614 ὅλα ἔτη. Τὴν προμήθειαν τὴν ἀνέγραψε σήμερον, καὶ
2547διὰ τοῦτο τὴν ἀνέγραψεν ἡ δευτέρα ἀπόφασις τοῦ Συνε-
2548δρίου, δὲν δύνανται νὰ τὴν κάμωσι νὰ ἀνατρέξῃ εἰς ἐποχὴν
2549προγενεστέραν, διὰ νὰ θεωρήσωσιν ὡς ἐν δόλῳ, ὡς ἐν δόλῳ
2550τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, κατὰ τὴν κατάσχεσιν, τὴν γενο-
2551μένην ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ Σπάρταλη. Ἐπανέλαβον δὶς
2552τὸ ἐν δόλῳ, διότι ἡ λέξις αὕτη ἐτέθη ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τῶν
2553Νομικῶν Συμβούλων, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ἑλληνικοῦ Δη-
2554μοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώ-
2555ματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. (Ἀναγινώσκει τὴν γνωμο-
2556δότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων).
2557Οἱ Σύμβουλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, οἱ τεθέντες ἐκεῖ,
2558ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημο-
2559σίου, χαρακτηρίζουν, ὅτι, ἂν μὴ ἐκ δόλου, ἐξ ἀσυγγνώστου
2560ὅμως ἀμελείας’ δηλ. δύναται νὰ ᾖναι καὶ ἐκ δόλου. Ἀλλ’
2561οἱ Σύμβουλοι εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὴν δικογραφίαν αὐτὴν,
2562διότι ἄλλως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως τῆς
2563ὑποθέσεως, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ πίεσις ἐπ’ αὐτῶν·
2564οἱ Σύμβουλοι ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅτι μέχρι τοῦ 1887 ἡ
2565προμήθεια δὲν εἶχε δικαιολογηθῆ, ὅτι μέχρι τοῦ 1887 δὲν
2566εἶχον ὑποβληθῆ πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἀπόδειξις τούτου
2567εἶναι, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, ἡ ὁποία ὑπέβαλε καὶ τὰ
2568ἔγγραφα τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη, ἡ Ἀγγλικὴ Πρε-
2569σβεία προσήγαγεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀνεγνωρίσθη ὁ Σπάρ-
2570ταλης δανειστὴς ἑτέρων 3,000 λιρῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων
2571συμπεριλαμβάνονται καὶ δύο χιλιάδες περίπου λίραι τῆς προ-
2572μηθείας. Ἀλλὰ προμήθεια, ἂν δὲν ὀφείληται ἐκ συμβάσεως,
2573ἂν δὲν ὀφείληται διότι ὁ Σπάρταλης ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι
2574δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἔθιμον τῆς ἀγορᾶς
2575τῆς Ἀγγλίας, δὲν ὀφείλεται καὶ διότι οὐδέποτε τὸ Ἑλλη-
2576νικὸν Δημόσιον ἐπλήρωσε τοιαύτην, εἰμὴ ἅπαξ μόνον. Δὲν
2577ἠξεύρω, διατὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον
2578τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῇ καὶ
2579μᾶς τὸ παρέστησεν ὡς ἀλλοῖα ἀναφέρον. (Ἀναγινώσκει τὸ
2580ἔγγραφον). Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἡ προμήθεια ἐπληρώθη εἰς με-
2581σίτας, ἐκεῖ ὅμως τί λέγει ὁ Σπάρταλης διὰ τοῦ ἐγγράφου
2582του; Αὐτὰ εἶναι μετὰ ἑπτὰ ὅλα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1868 ἀπὸ
2583τῆς πρώτης ἐπιστολῆς. (Ἀναγινώσκει).... Ἐπὶ 24,000
2584λιρῶν ἐζήτει προμήθειαν 1300 λιρῶν, ἐπὶ 24,000 λιρῶν
2585ἐπληρώθη προμήθεια διὰ τὴν «Μυκάλην» 180 λίραι. (Ἀνα-
2586γινώσκει)... Ἀλλὰ πότε γίνεται, πότε προκαλεῖται αὐτὴ ἡ
2587διανομή; Κατὰ τὸ 1874, ὅτε εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιλάβῃ
2588τὴν μηδέποτε ὑποσχεθεῖσαν προμήθειαν· τὴν προμήθειαν
2589ἐκείνην, τῆς ὁποίας παρητήθη, ἂν εἶχέ ποτε δικαίωμα, ὑπὸ
2590τὴν ἰδιότητα πλέον τοῦ μέλους τῆς ἑταιρίας Σπάρταλη
2591καὶ Σα, τὴν προμήθειαν ἐκείνην ἐζήτει μόνον κατὰ τὸ
25921874, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀργοπορίαν περὶ
2593τὴν ὑποβολὴν τῶν λογαριασμῶν. Σήμερον ὅμως μετεβλή-
2594θησαν ἐντελῶς τὰ πράγματα· σήμερον ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν
2595μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, στηριχθεῖσαν
2596ἐπὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον
2597ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐκ τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ,
2598νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τὴν προ-
2599μήθειαν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισε, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, κατὰ
2600πόσον νομίμως τὴν ἀνεγνώρισε, —τὴν προμήθειαν ταύτην
2601δὲν δύνανται νὰ τὴν καταλογίσωσιν ἀπὸ τοῦ 1874 ὑπὲρ
2602τοῦ Σπάρταλη, ὅπως ἀποδείξωσι τὸ Δημόσιον, ἂν ὄχι ἐν
2603δόλῳ, ὅμως ἐν ἀσυγγνώστῳ ἀμελείᾳ διατελοῦν κατὰ τὴν
2604ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν. Κατὰ τὸ 1883 ὁ Προϋπολο-
2605γισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐν ἀγνοίᾳ ὅμως τοῦ
2606Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοὐλάχιστον ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ,
2607περιέλαβεν εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις ὑπὲρ τοῦ Σπάρτ-
2608ταλη ποσὸν 179,232 καὶ τόκους 76,471. Δὲν εἶναι δὲ
2609ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαν-
2610τινείας, ὅτι ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως ἐκείνης ὠφελήθη τὸ
2611Κράτος· ἐξ ἐναντίας εἶναι περιπλέον ἀπόδειξις, ὅτι, ὅταν
2612ἔχῃ ἀπέναντί του τὸ Δημόσιον, ὅταν ἔχῃ ἀπέναντι αὑτῆς
2613ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει ταχέως νὰ
2614σπεύδῃ νὰ ἐκκαθαρίζῃ τοὺς λογαριασμούς του, διότι ἄλλως
2615ὑπόκειται εἰς ζημίας μεγαλειτέρας. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ
2616ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὰς
2617πιστώσεις, αἵτινες ἀνεγράφησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2618Ναυτικῶν καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, εἶναι ὁ
2619τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Καλλιγᾶς. Σημειώ-
2620σατε δὲ, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀναμφισβητήτως ἦτο πληρε-
2621ξούσιος τοῦ Σπάρταλη καὶ συγγενὴς αὐτοῦ, κατὰ τὴν δια-
2622βεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τούτοις ὁ Καλλιγᾶς
2623εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβιβάζει τὰς ἀξιώσεις τοῦ Σπάρταλη
2624κατὰ τὸ 1883; (Ἀναγινώσκει).... Λοιπὸν τὸ ποσὸν, τὸ
2625ὁποῖον ἀνεγράφετο εἰς τὸ 1883 καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίζετο
2626ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, εἶναι 4,136 λίραι· σήμερον τί ἀνα-
2627γνωρίζεται ὑπὲρ αὐτοῦ; 6,423 λίραι, δηλ. ἀναγνωρίζεται
2628ὡς κεφάλαιον ποσὸν κατὰ 2,287 λίρας περισσότερον. Ἀκού-
2629σατε, παρακαλῶ, τοῦ κ. Καλλιγᾶ καὶ ἕτερον περὶ τῆς ἐξε-
2630λέγξεως. (Ἀναγινώσκει)....
2631Τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς διαψεύσῃ τὸν Καλλιγᾶν·
2632ἀλλὰ θὰ τοῦ ἀντιτάξῃ ὁ Καλλιγᾶς: «Εἶμαι πληρεξούσιος
2633τοῦ Σπάρταλη καὶ γνωρίζω ἀκριβῶς μέχρι τίνος ποσοῦ
2634ἀναβιβάζει τὰς ἀξιώσεις του ὁ Σπάρταλης μέχρι τοῦ 1883».
2635Ἂν δὲν ἔπραττε τὸ σφάλμα,—διότι πρέπει νὰ τὸ ὀνομά-
2636σωμεν σφάλμα,—ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν
2637ἐπιψήφισιν τοῦ κονδυλίου ἐκείνου, ὡς ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋ-
2638πολογισμῷ τοῦ 1883, ἤθελε λάβει ὁ Σπάρταλης 4,136
2639λίρας, καὶ θὰ ἦτο εὐχαριστημένος· σήμερον πρόκειται νὰ
2640πληρώσητε πρόστιμον, διότι θὰ πληρώσητε περιπλέον
26412287 λίρας, διότι ἡ ἐκκαθάρισις ἔγεινε παρὰ τοῦ Προέδρου
2642τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τὸν
2643Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὄργανον ἁρπακτικὸν τῶν ξένων
2644περιουσιῶν, ἀλλὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν ὑπόλογον, ἀδιαφο-
2645ρῶν, ἂν χθὲς ἔλεγε πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐδάνεισε τὸ Δη-
2646μόσιον, καὶ τοῦ ὁποίου ἑπομένως τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἀξίω-
2647σις εἶναι ἐπίσης ἱερὰ, ὡς ἡ καταβολὴ τοῦ Σπάρταλη, ἔλεγε
2648πρὸς ἐκεῖνον: «δὲν σοῦ ὀφείλεται τίποτε, διότι δὲν ἐφρόν-
2649τισες νὰ μάθῃς, ἂν ἐκληρώθη ἡ ὁμολογία σου». Ναί, βε-
2650βαίως αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ
2651διέπῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, βε-
2652βαίως δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὄργανον ἁρπακτικὸν, ἀλλὰ βε-
2653βαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει διὰ παν-
2654τὸς τρόπου νὰ προσπαθῇ νὰ εὐνοήσῃ τοὺς ὑπολόγους, δὲν
2655πρέπει νὰ προσπαθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ ἐξελέγξεως τῶν
2656ὑπολόγων, νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2657δρίου, δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλληται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουρ-
2658γικοῦ Συμβουλίου, ἐπιδοκιμάζουσα, ἢ ἀναγνωρίζουσα προ-
2659μήθειαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε συνωμολογήθη καὶ οὐδέποτε
2660ἀπῃτήθη. Πολλαὶ ὑπάρχουσιν ἀναθεωρήσεις τῶν ἀπο-
2661φάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἂς μοὶ εἴπῃ ὁ κ.
2662Πρωθυπουργὸς, ἂν εἰς μίαν, οἱανδήποτε, ὑπόθεσιν οἱουδή-
2663ποτε δυστυχοῦς ὑπαλλήλου ἔδειξε τοιοῦτον ἐνδιαφέρον...
2664§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις
2665τῶν Προξένων.
2666§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἢ ἂν ἐφρόντισεν αὐτὸς νὰ ὑποβάλῃ ἔγ-
2667γραφα δικαιολογητικὰ τῆς διαχειρίσεως οἱουδήποτε ὑπολό-
2668γου, ἢ ἂν δὲν ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀμέσως προσκλήσεις ἐκ
2669μέρους τοῦ Ταμείου πρὸς πληρωμὴν καὶ πρὸς ἐκποίησιν τῶν
2670ἀκινήτων κτημάτων τοῦ ὑπολόγου. Ἡ μέχρι τοῦδε πο-
2671ρεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο τοιαύτη, σήμερον
2672ὅμως, προκειμένου περὶ τῆς λογοδοσίας τοῦ Σπάρταλη, με-
2673ταβάλλεται ἐντελῶς, δὲν μεταβάλλεται βεβαίως διότι ὑπάρ-
2674χει οἱονδήποτε ὑλικὸν συμφέρον, μεταβάλλεται, διότι ὑπάρ-
2675χει ἐκεῖνος ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1884 ἐνέπνευσε τῷ
2676Πρωθυπουργῷ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία. Λοιπὸν πρόκειται
2677σήμερον νὰ πληρώσητε πρόστιμον 2,300 λιρῶν, καὶ ὑπαί-
2678τιος μάλιστα τῆς πληρωμῆς ταύτης τοῦ προστίμου εἶναι ἡ
2679τότε Ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶπον’ κατὰ τοῦτο δὲ εἶχεν ἐν-
2680τελῶς δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἔψεγεν ἐπὶ ἀνακρι-
2681βείᾳ τὸν κ. Βουλευτὴν Μαντινείας.
2682Ἡ προμήθεια, εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι δὲν ὀφείλεται. Τὸ ζή-
2683τημα τῆς προμηθείας ὑπεβλήθη εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον,
2684τὸ ὁποῖον παραδόξως ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Ὑπουργὸς
2685τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρ-
2686χουν δύο στάδια ἐξελέγξεως, ἡ ἐξέλεγξις ἡ διοικητικὴ καὶ ἡ
2687ἐξέλεγξις ἡ δικαστική· τὴν διοικητικὴν ἐξέλεγξιν τὴν ἔκαμε
2688τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἢ μία Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν συ-
2689νεκρότησεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Καλλιγᾶς,
2690καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη τῇ 25
2691Φεβρουαρίου 1883, ἐνῷ ἡ ἀπάλειψις τῆς πιστώσεως ἐκείνης
2692ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἔγεινε κατὰ τὴν συνεδρία-
2693σιν τῆς 23 Φεβρουαρίου 1883, δηλ. πρὶν ἢ κυρωθῶσι τὰ
2694πρακτικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνέστη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ εἰς
2695τὴν διοικητικὴν ἐκείνην Ἐπιτροπὴν ἀληθῶς περιελήφθη ὁ
2696Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ ὁποῖος κατόπιν, μετὰ
2697τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ἐσκέφθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2698λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, τὴν διοικητικὴν, διὰ
2699τίνα λόγον; διότι ὡς Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου
2700ἦτο ὁ φυσικὸς δικαστὴς τοῦ ὑπολόγου, καὶ ἐπικαλούμενος ὁ
2701Πρωθυπουργὸς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγ-
2702κτικοῦ Συνεδρίου, σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
2703νης εἶχε προαποφασισθῆ ἡ ὑποβολὴ ὁλοκλήρου τῆς λογο-
2704δοσίας εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ διαψεύδει ὡς πρὸς
2705τοῦτο τὸ ἔγγραφον τῆς Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, διότι ὁ
2706Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, φαίνεται, ὅτι εἶχε τὴν κακὴν συνή-
2707θειαν, εὐθὺς ἀμέσως, μετ’ οἱανδήποτε συνδιάλεξιν πρὸς τὸν
2708Πρωθυπουργὸν, νὰ γράφῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶχον ἀνα-
2709κοινωθῆ, καὶ νὰ τὰ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, μετὰ
2710μῆνας δὲ πολλοὺς ἀπὸ τῆς συνδιαλέξεως ἐκείνης ὑπενθυ-
2711μίζει εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ εἶπε· καὶ
2712τῷ εἶπε τί; τῷ εἶπεν, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ἀναγκαίως
2713θ’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς καὶ κατὰ τῶν ἀξιώσεων τοῦ
2714Σπάρταλη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς, πρέπει δὲ, ὅπως ἀπο-
2715φύγωμεν τὴν ἔνστασιν ταύτην, νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ὑπόθε-
2716σιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ
2717εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν
2718Βουλὴν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διότι ἐν φανερᾷ συνεδριάσει
2719δὲν ἐνόμιζεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ τοι-
2720αύτην πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς παραγραφῆς. Ὁ
2721Πρωθυπουργὸς ὅμως σᾶς λέγει, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐφευρέ-
2722σεις τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας, καὶ δὲν τὰ ἀνέγνωσεν ἐν τῷ
2723ἐγγράφῳ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἴσως ἠθέλησε νὰ
2724εἴπῃ, ὅτι βεβαίως ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔλεγε τὴν
2725ἀλήθειαν, ὅτε ἔγραφε ταῦτα, ἀνέμενα δὲ, ὅτε ἤρχισε νὰ
2726ἀμφισβητῇ τοὺς λόγους τοῦ Βουλευτοῦ Μαντινείας, ὅτι
2727ἤθελε προβάλει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαιοῦτο τὸ
2728ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου τὸ ἔγγραφον τοῦ Πρέ-
2729σβεως τῆς Ἀγγλίας· δυστυχῶς ὅμως ἐβεβαίωσε τὸ ἐναντίον.
2730Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, εἰς τί ἐχρησίμευσεν αὐτὴ ἡ Διοι-
2731κητικὴ Ἐπιτροπή; Εἶναι ἓν ζήτημα περιεργείας τοῦ Πρω-
2732θυπουργοῦ; δὲν τὸν ἔφθασαν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Προέδρου τοῦ
2733Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; δὲν τὸν ἔφθασαν αἱ ἐκθέσεις τῆς
2734Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἐκθέσεις τοῦ
2735Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; ἤθελε περι-
2736πλέον ἔκθεσιν τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κα-
2737τήρτισεν αὐτὸς ὁ ἴδιος! Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν ἐκ περι-
2738εργείας ἠθέλησε τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς,
2739διατὶ ἀπὸ τῆς 23 Ἀπριλίου 1884, ὅτε συνέτασσε τὴν ἔκ-
2740θεσιν ἡ Ἐπιτροπή, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1886, δὲν σκέ-
2741πτεται νὰ στείλῃ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὰ ἔγ-
2742γραφα, τὸν λογαριασμὸν τοῦ ὑπολόγου; Ἀφοῦ παρέρχον-
2743ται δύο ἔτη ὁλόκληρα, ἀφοῦ εἶχε προδιαγράψει ἐν τῇ κε-
2744φαλῇ του τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ἐλέγχων μετὰ
2745τῶν διοικητικῶν ἐλέγχων, εἶδε μόνον ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον
2746δύναται νὰ ἐξηγῇ διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Πρέσβεως, τὸ
2747ὁποῖον ἐξηγεῖ διὰ τίνα λόγον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ἡ
2748ὑπόθεσις εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ δὲν δύναται νὰ
2749ὑποβληθῇ πλέον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφοῦ ἀντε-
2750τάχθη ἡ ἔνστασις τῆς παραγραφῆς παρὰ τῶν Νομικῶν
2751Συμβούλων· οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι μιᾷ φωνῇ βεβαιοῦσιν,
2752ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ Σπάρταλη εἶναι παραγεγραμμένη, καὶ
2753προσθέτουσιν, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιο-
2754πρεπὲς δι’ ἑαυτὴν νὰ προβάλῃ τὴν ἔνστασιν τῆς παραγρα-
2755φῆς, ὀφείλει νὰ φέρῃ πίστωσιν εἰδικήν, τὴν ἀξίωσιν δὲ ταύ-
2756την εἶχε καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, νὰ ὑποβληθῇ πίστω-
2757σις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς βεβαίως δὲν
2758ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπ’ εὐθείας ἐνώπιον τῆς
2759Βουλῆς, διότι θὰ τῷ ἀντετάσσετο ἡ ἔνστασις τῆς παρα-
2760γραφῆς, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ἀποφύγει τὴν ἔνστασιν
2761διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συ-
2762νέδριον. Καὶ σᾶς εἶπε σήμερον, πῶς δύνασθε ν’ ἀντιτάξητε
2763τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς, ἀφοῦ ἡ ἐξέλεγξις τῆς δια-
2764χειρίσεως ἐξηκολούθει μέχρι τοῦ 1888; Καὶ ἡ ἔνστασις αὕτη
2765εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸ ἔγγραφον τῆς Ἀγγλίας καὶ
2766μὲ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένην συνδιάλεξιν τοῦ Πρωθυπουρ-
2767γοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔσφαλεν
2768εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν
2769ὑπόκεινται εἰς παραγραφὴν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ὑπολόγων,
2770καθ’ ὅσον χρόνον ἡ διαχείρισίς των εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς, καὶ
2771μάλιστα τῶν ὑπολόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ὑπαίτιοι
2772τῆς παρελεύσεως τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς διαχειρίσεώς των
2773μέχρι τῆς ἐξελέγξεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἐπήρ-
2774χετό ποτε ἡ παραγραφή, καὶ τὸ ἄρθρον ἐν τούτοις 69 τοῦ
2775περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμου οὐδεμίαν κάμνει διάκρι-
2776σιν. Πᾶσα ἀξίωσις οἱουδήποτε, εἴτε ὑπολόγου, εἴτε μὴ ὑπο-
2777λόγου, ὑπόκειται εἰς παραγραφήν, πᾶσα ἀξίωσις κατὰ τοῦ
2778Δημοσίου. Ποῦ εὑρίσκει τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν,
2779ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἠθέλησε καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπικα-
2780λεσθῇ τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν γενομένην, τὴν ἐπελθοῦσαν
2781δῆθεν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς
2782τὴν ἐπεκαλέσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπο-
2783λογισμοῦ· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές· δὲν εἶναι ἀκριβές,
2784διότι πάντες παραδέχονται, ὅτι ἡ ἀναγνωριστικὴ τοῦ δι-
2785καιώματος ἀπόφασις οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς
2786παραγραφῆς. Δὲν εἶχεν ἢ νὰ συμβουλευθῇ ὁ κ. Πρωθυ-
2787πουργὸς τὸν Dalloz εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀνέ-
2788γνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι
2789ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν παρα-
2790γραφὴν τῶν ἀξιώσεων τοῦ ὑπολόγου. Ὁ ὑπόλογος ἔχει δι-
2791καίωμα καὶ τὸ μέσον νὰ ζητήσῃ τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ
2792Δημοσίου ἀμέσως, ὡς ἔληξεν ἡ διαχείρισίς του. Ἡ διαχεί-
2793ρισις τοῦ Σπάρταλη ἔληξε κατὰ τὸ 1870, ἀλλ’ οἱ λογα-
2794ρισμοὶ του ὑπεβλήθησαν μόνον κατὰ τὸ 1875. Καὶ γνω-
2795ρίζετε, πῶς ὑπεβλήθησαν οἱ λογαριασμοί. Ἀπὸ τοῦ 1875,
2796ἦτο ἐντελῶς ἐλεύθερος ν’ ἀπευθύνῃ αἴτησιν θεραπείας καὶ
2797νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐξέλεγξις, ἡ μὴ
2798γενομένη, ἢ ἡ κατόπιν γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Συνεδρίου,
2799δὲν τὸν παρεμπόδιζεν εἰς τὸ νὰ ἐπιδιώξῃ δικαστικῶς καὶ νὰ
2800συντηρήσῃ ἑπομένως τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν
2801ἤθελε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ τῷ ἀναγνωρίσῃ. Λοιπὸν
2802ἡ ὑποβολὴ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐγένετο μόνον πρὸς
2803τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστρέψῃ τὴν παραγραφὴν, ἀλλὰ
2804τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη, ἡ παραγραφὴ ὑφίσταται ἀκεραία.
2805Τοῦτο ἔχει μεγίστην σημασίαν, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἐκτί-
2806μησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας· ὁ κ.
2807Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε ψη-
2808φίσει ἓν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τοῦ Σπάρταλη, ὅτι
2809ἐντεῦθεν δικαιοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὸ οἰκεῖον ἔνταλμα καὶ νὰ
2810ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν
2811ἐπιψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι πλάνη· δὲν ἀρκεῖ
2812μία πίστωσις, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
2813νομικῶν νὰ ἐκδώσῃ ἀνευθύνως σχετικὸν ἔνταλμα, διότι ἠκού-
2814σατε τὸ τεμάχιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς
2815ἐκ Μαντινείας, εἶναι κεκτημένον δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ Δη-
2816μοσίου ἡ παραγραφὴ, καὶ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύ-
2817ναται νὰ ἀποξενωθῇ τὸ Δημόσιον τοῦ δικαιώματός του
2818τούτου, τοῦ κεκτημένου, εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀποξενοῦται
2819παντὸς ἑτέρου δικαιώματος, δηλαδὴ τί πρέπει νὰ γίνῃ. Ἂν
2820ἔχετε ὄρεξιν νὰ κάμητε δωρεὰν πρὸς τὸν Σπάρταλην, νὰ
2821φέρητε τακτικὸν νομοσχέδιον περὶ δωρεᾶς.
2822Ἡ πίστωσις αὕτη δὲν καλύπτει τὴν παραγραφήν. Αὔ-
2823ριον θὰ εὑρεθῆτε πάλιν ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
2824τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον
2825θέλετε ἐκδώσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως, ἥτις θὰ ψηφι-
2826σθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἀναγκαίως ὀφείλετε νὰ
2827ἀποσύρητε τὴν πίστωσιν, νὰ φέρητε δ’ ἓν νομοσχέδιον δω-
2828ρεᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀναγνωρισθῇ ὡς δωρεὰ πλέον
2829ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὁλόκληρος ἡ ὀφειλὴ πρὸς τὸν κ.
2830Σπάρταλην. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσφέρετε κακί-
2831στην ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν προστατευόμενόν σας· διότι, ἐὰν
2832κατορθώσῃ ὁπωσδήποτε νὰ λάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελε
2833ψηφίσει ἡ Βουλή, βεβαίως ὑπόκειται εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐ-
2834τῶν, διότι ἤθελε λάβει τὸ μὴ ὀφειλόμενον.
2835Τὸ ζήτημα τῶν τόκων εἶναι ἀληθῶς περίεργον, διότι δὲν
2836ἀναγράφονται οἱ τόκοι ὡς τόκοι, ἀλλ’ ὡς ἀποζημίωσις ἀντὶ
2837τόκων. Κοινῶς γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς στερήσεως παν-
2838τὸς χρηματικοῦ κεφαλαίου μία ὀφείλεται ἀποζημίωσις, ὁ
2839τόκος. Τώρα κατωρθώθη νὰ εὕρωμεν ἀποζημίωσιν ἀντὶ τό-
2840κου καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι ἐνόμισαν, ὅτι οὕτω πως ἤθελον
2841ἀποφύγει τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι δὲν
2842ἐπιτρέπουν νὰ χορηγηθῇ τόκος ἄνευ ἀγωγῆς. Προεκάλεσαν
2843λοιπὸν μίαν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ
2844τῆς ἑξῆς ἐρωτήσεως: Ὀφείλεται ἀποζημίωσις εἰς τὴν περί-
2845πτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ἤθελε λάβει χρήματα ἀχρεω-
2846στήτως τοῦ κ. Σπάρταλη; Καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπαντᾷ:
2847Βεβαίως ὀφείλεται ἀποζημίωσις. Καὶ ἡ ἀποζημίωσις πῶς θὰ
2848κανονισθῇ; Διὰ τῆς πληρωμῆς τόκων. Καὶ ἔγραψεν ἀποζη-
2849μίωσιν ἀντὶ τόκων. Ἀλλ’ ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβού-
2850λιον, ἐὰν οἱ τόκοι αὐτοὶ ὀφείλωνται δυνάμει τῶν καθεστώ-
2851των νόμων, τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, τοῦ Δια-
2852τάγματος τοῦ 1852, τοῦ νόμου ΧΛʹ τοῦ 1887; Ἐὰν ἠρω-
2853τᾶτο τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, βεβαίως ἤθελεν ἀπαντήσει,
2854ὅτι δὲν ὀφείλονται. Διατί; Διότι τὸ μὲν ἄρθρον 16 τοῦ
2855Διατάγματος τοῦ 1852 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι τόκος διὰ ποσὸν,
2856τὸ ὁποῖον ἤθελε περιέλθει εἰς τὸ Δημόσιον ἀχρεωστήτως,
2857οὐδέποτε ὀφείλεται· δηλαδὴ τὸ ἄρθρον προβλέπει ἀκριβῶς
2858τὴν περίπτωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, δηλαδὴ ὑπο-
2859θέτει, ὅτι τὸ Δημόσιον λαμβάνει χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν
2860τῷ ὀφείλονται, καὶ ἐρωτᾶται· τὸ Δημόσιον ὀφείλει τόκους;
2861ἀπαντᾷ δὲ ὁ νομοθέτης τοῦ 1852, ὅτι τόκοι δὲν ὀφείλονται.
2862Ἀλλὰ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ
2863τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὸ εἰδικὸν ζή-
2864τημα, ἐὰν ὀφείληται ἀποζημίωσις διὰ τὸ τυχὸν λείψανον
2865ὡρισμένου ποσοῦ παρ’ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὀφείλεται,
2866καὶ βεβαίως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀπαντᾷ οὕτω πως,
2867διότι τέλος πάντων καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων εἶναι
2868ἓν δικαίωμα, μία ἀξίωσις, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ πρέπει
2869νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐφαρμόζεται ἡ παραγραφή, διότι πᾶσα
2870ἀπαίτησις κατὰ τοῦ Δημοσίου παραγράφεται ἐντὸς πενταε-
2871τίας. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀξίωσις κατὰ τοῦ Δημοσίου αὕτη,
2872καὶ ἐάν ποτε ἐκτᾶτο τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἀντὶ
2873τόκων, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς, ὅπως ὁρίζει ὁ
2874νόμος ΧΛʹ, τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν θὰ παρεγράφετο εἰς αἰῶνα
2875τὸν ἅπαντα; Βεβαίως ἐπ’ αὐτῶν ὅλων τῶν θεμάτων δὲν
2876ἠρωτήθησαν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπήν-
2877τησαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Ὑπουρ-
2878γὸν τῶν Οἰκονομικῶν: νομίζει, ὅτι λόγῳ τοῦ ἱεροῦ τῆς ὀφει-
2879λῆς πρὸς τὸν Σπάρταλην δὲν παραγράφεται οὐδέποτε τὸ δι-
2880καίωμά του; ἡ ἀποζημίωσις ἀντὶ τόκων δὲν εἶναι δεκτικὴ
2881παραγραφῆς; Ἀλλὰ πῶς ἠθέλετε νὰ οἰκονομήσῃ τὸν Πρέ-
2882σβυν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος εἶπε διὰ τοῦ ἐγγράφου του
2883πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη
2884πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι δὲν ἤθελε θεωρηθῆ δι-
2885καία καὶ ἱκανοποιητικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
2886δρίου, ἐὰν δὲν ἐπεδικάζοντο καὶ τόκοι 5%; Ἔπρεπε λοι-
2887πὸν νὰ ἐπιδικασθῶσι. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπέῤῥιψε
2888τὴν αἴτησιν περὶ τόκων, καὶ κατὰ τοῦτο ἀληθῶς ἀπεδείχθη
2889ὑπέρτερον ἑαυτοῦ, ἐνῷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας ἔκλινε
2890τὸ γόνυ πρὸ τῆς θελήσεως τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας
2891καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐπεδικάσθη δι’
2892ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε
2893νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἀφοῦ τὸ ἀπῄτει ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία,
2894καὶ διὰ τοῦτο προκαλεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ
2895Συμβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ ταῦτα ἡ γνωμοδότησις
2896αὕτη μεταφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως. Τὸ
2897νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 4,387
2898λιρῶν, οὐδὲν ἕτερον δικαιολογητικὸν ἔχει, παρὰ μόνον τὴν
2899γνωμοδότησιν ταύτην. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη, νομίζει ὁ κ.
2900Πρωθυπουργός, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ
2901διὰ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξε-
2902τάσῃ, ἐὰν ἔχῃ ὑπόστασιν αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις περὶ ἀποζη-
2903μιώσεως λόγῳ τόκων. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ἐὰν δὲν δεχθῆτε
2904—καὶ τὸ προβάλλουν ὡς συμβιβασμὸν— τὸν τόκον 5%,
2905τρέχετε τὸν κίνδυνον, νὰ ζητηθῇ τόκος 8%, ὅσον ἀναγνω-
2906ρίζουν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι κατὰ τοῦ Δημοσίου λόγῳ ὑπερη-
2907μερίας, καὶ ἀπὸ λόγον πολὺ ἐπιεικῆ ὁ Σπάρταλης καὶ ἡ
2908Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐδέχθησαν μόνον τόκον 5%. Ἐνταῦθα
2909ὅμως πάλιν ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς
2910πιστώσεως, διότι πρόκειται περὶ καθαρᾶς δωρεᾶς, ὡς πρὸς
2911τὴν ὁποίαν οὐδὲν δικαιολογητικὸν ὑπάρχει, διότι ἡ γνωμο-
2912δότησις τῶν Νομικῶν Συμβούλων βεβαίως δὲν εἶναι δι-
2913καιολογητικόν, δὲν ὑπάρχει κἄν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει
2914ἐπὶ τῆς προμηθείας. Ἐπὶ τῆς προμηθείας ὑπάρχει ἐκ μέ-
2915ρους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν μία ἐκκαθάρισις, ὅπως ὁρίζει ὁ
2916περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ νόμος. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐνόμισαν,
2917ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκκαθαρίσουν προμήθειαν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ
2918ὁποῖοι μήτε ἀνεγνώρισαν τοιαύτην, μήτε ἐζήτησαν τοιαύ-
2919την. Ἀλλ’ ἐκ τῶν τόκων δὲν ὑπάρχει κἂν ἐκκαθάρισις.
2920Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, καὶ
2921πῶς, ψηφιζομένη, δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ; πῶς θὰ ἐκ-
2922δοθῇ τὸ ἔνταλμα; Ἴσως τότε θὰ ἀνεύρῃ νέαν ἀρχὴν ὁ κ.
2923Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς πι-
2924στώσεως πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις τῆς δαπάνης·
2925διότι εἶναι τόσον ἐλαστικαὶ αἱ διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ
2926Νόμου· πότε δηλ. γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις μετὰ τὴν διοικη-
2927τικὴν ἐξέλεγξιν, πότε μετὰ τὴν δικαστικὴν, πότε μετὰ τὴν
2928ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, πότε ἄνευ ἀναγνωρίσεως τῶν
2929Ὑπουργῶν, καὶ πότε μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως, ἡ
2930ὁποία μένει εἰς τὸν ἀέρα, διότι ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει κἀνὲν
2931ἔγγραφον ἀναγνωριστικὸν τῶν τόκων. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ
2932ζητήματα βεβαίως ἀποδεικνύουν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε προμε-
2933λέτη, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ γίνῃ μία ἀληθὴς δωρεά,
2934εἴτε ὑπὲρ τοῦ κ. Σπάρταλη, εἴτε ὑπὲρ τῶν δανειστῶν αὐ-
2935τοῦ, ἡ προμελέτη αὕτη ὑπῆρξεν ἀτελὴς, διότι οὕτω πως
2936διεσκευάσθησαν τὰ πράγματα, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐπιψή-
2937φισιν τῆς πιστώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς θὰ εὑρεθῇ ὁ κ.
2938Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ νέων δυσχερειῶν, ὅτι δὲν
2939εἶναι ἐπαρκὴς μόνη ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως, ὅπως χορη-
2940γήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα
2941νὰ κάμῃ τὴν δωρεὰν πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην τῶν 10,510
2942λιρῶν, πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, τὸ
2943ὁποῖον νὰ ψηφισθῇ τρὶς παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τότε θὰ ἔχῃ
2944ἕνα τίτλον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ νὰ παρακάμψῃ τὴν
2945δυσχέρειαν τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως ἐγκαίρως τῆς προμηθείας,
2946τὴν δυσχέρειαν τῆς παραγραφῆς, τὴν δυσχέρειαν τῆς μὴ
2947εἰσέτι ἀναγνωρίσεως τῶν ὀφειλομένων τόκων.
2948Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ πίστωσις αὕτη, ψηφιζομέ-
2949νη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ, καὶ τὸ καλλίτε-
2950ρον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι, νὰ
2951ἀποσύρῃ αὐτὴν, καὶ ὅταν φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θέλω
2952συμβουλεύσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ παραστήσῃ τὰ
2953πράγματα, ὅπως ἔχουν ἀληθῶς, ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ πίεσιν τῆς
2954Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία χάριν οἱουδήποτε εὐτελοῦς συμ-
2955φέροντος εἶναι ἱκανὴ νὰ παρατάξῃ ξένους στόλους, εἶναι ἱκανὴ
2956χάριν ὀλίγων λιρῶν νὰ στείλῃ τοὺς στόλους της ἐκ νέου
2957εἰς Πειραιᾶ, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς πιέσῃ, πειθομένη εἰς ὑψηλὰς
2958παραστάσεις οἱουδήποτε δανειστοῦ τοῦ Σπάρταλη. Διὰ τοῦτο,
2959ὅσον ταχύτερον ἐκκαθαρίσητε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τόσον
2960κέρδος θὰ ἔχητε. Λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ 1873
2961ἐψηφίζετε τὴν πίστωσιν, ἠθέλετε καταβάλει 3,000 λιρῶν·
2962σήμερον θὰ καταβάλητε 10,000 λιρῶν, καὶ ἐὰν ἀναβά-
2963λητε, θέλετε ἴσως μετανοήσει, διότι θὰ φθάσωμεν ἴσως μέ-
2964χρι τῶν 19,000 λιρῶν, διότι τόση εἶναι ἡ ἀπαίτησις, καὶ
2965ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι χάρις τῆς Ἀγγλικῆς
2966Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν. Καὶ αὐτὸ
2967τὸ ποσὸν σύγκειται ἀπὸ τὰς 10,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας βλέ-
2968πετε ἐδῶ, ἀλλὰ περιπλέον ἐκ 2,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας δῆ-
2969θεν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς
2970Τραπέζης ἐκ χρημάτων τοῦ Σπάρταλη. Καὶ πῶς αὐτά;
2971Τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν, ἀναλογιζόμενον, ὅτι ἡ ὀφειλὴ
2972τοῦ κ. Σπάρταλη ἀνέρχεται εἰς 7,000 λιρῶν, ἐπέβαλε κα-
2973τάσχεσιν διὰ τόσας λίρας εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα
2974ἀπήντησεν, ὅτι μόνον 6,000 λιρῶν ἔχει, καὶ τὸ Δημόσιον
2975τόσας ἔλαβεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σπάρταλης εἰς τοὺς λογαρια-
2976σμούς του ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 8,000 λιρῶν. Βλέπετε
2977διαφορὰν 2,000 λιρῶν. Μετὰ ταῦτα ὑπολογίζει, ὅτι ὀφεί-
2978λονται εἰς αὐτὸν 2,000 λιρῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2979Στρατιωτικῶν. Φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουρ-
2980γείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο καὶ εἶναι, ἐλπίζω, ἀκόμη πολὺ
2981ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
2982τικῶν, καὶ κατώρθωσε τότε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὀφείλονται
2983πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, εἰμὴ λίραι 15, ἀπήτει δ’ οὗτος 2,100
2984τόσας λίρας. Ἐκ τοιούτων ποσῶν ἀποτελεῖται τὸ ποσὸν τῶν
298519,000 λιρῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται σήμερον νὰ πληρώ-
2986νωμεν 10,000 λιρῶν, καὶ αὔριον, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ νομο-
2987σχέδιον, καὶ δὲν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, θὰ πληρώσωμεν ἴσως
2988ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 19,000 λιρῶν.
2989§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλάχιστα ἔχω νὰ προσθέσω
2990εἰς τὰ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τοσαύ-
2991της εὐγλωττίας ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ ὁ
2992ἀξιότιμος συνάδελφός μου βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας καὶ φίλος
2993μου κ. Κωνστανταντόπουλος. Οὐδὲν ἔχω ὡσαύτως νὰ προσ-
2994θέσω εἰς τὴν εὔγλωττον ἀνάπτυξιν καὶ τοῦ πραγματικοῦ
2995καὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν πάντες
2996ἠκούσαμεν γενομένην πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευ-
2997τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἐπειδὴ ὅμως συμβαίνει νὰ
2998ἔχω ἀπορίας τινὰς, ἕνεκα τῶν δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ
2999ἀξιότιμοι δύο συνάδελφοι καὶ φίλοι προέβαλον πρὸ μικροῦ,
3000ἔρχομαι, οὐχὶ νὰ προβάλω τὰς ἀπορίας μου ταύτας, ἀλλὰ
3001διὰ τῆς ἀναλύσεως αὐτῶν νὰ λύσω τοὺς δισταγμοὺς τούτους.
3002Διατὶ, ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλ-
3003λης, διατὶ ἀντὶ τῶν 4,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς
3004τῶν Οἰκονομικῶν ἐπισήμως ἐβεβαίου κατὰ τὸ 1883 τὴν
3005Βουλὴν, ὅτι ἔκρινεν ὀφειλομένας πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην,
3006διατὶ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ζητεῖτε σήμερον 6,300 λίρας;
3007Καὶ ἤλεγχεν ὁ κ. Ῥάλλης τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον βουλευ-
3008τὴν ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλον, καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτόν:
3009Σεῖς εἶσθε αἴτιος νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ κατὰ τὸ 1883, κατὰ
3010τρόπον τῳόντι παράδοξον, ζητηθεῖσα ἐκείνη πίστωσις, ἕνεκα
3011δὲ τούτου νὰ προταθῇ σήμερον ἡ προκειμένη πίστωσις, διὰ
3012τῆς ὁποίας ζητεῖται πολὺ μεγαλείτερον ποσόν. Διατὶ ζη-
3013τοῦσι σήμερον 6,300 λίρας ἀντὶ 4,000; Διότι 6,300 λίρας
3014προσδιώρισε νῦν ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία διὰ διακοινώσεώς της
3015πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς
3016διακοινώσεως). «Ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀπὸ 9 ἱσταμένου δια-
3017»κοίνωσίν μου καὶ εἰς προηγουμένην ἐπὶ τοῦ ζητήματος
3018»τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη ἀλληλογραφίαν....ἥτις, ὡς
3019»ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης γινώσκει, ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν
3020»λιρῶν 19 χιλιάδων, ἐνῷ τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ἐπιφυλαχθὲν
3021»ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ πάσας τὰς κατὰ τῆς Ἑλληνι-
3022»κῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτήσεις, ἀνέρχεται εἰς 6,300 λίρας.»
3023Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία διὰ τῆς διακοινώσεώς της ταύτης
3024ἰσχυρίσθη, ὅτι 19 χιλιάδας λιρῶν ὤφειλε τὸ Ἑλληνικὸν τα-
3025μεῖον εἰς τὸν κ. Σπάρταλην, καὶ ὅτι ἐκ τῶν 19 τούτων χιλιά-
3026δων λιρῶν ἐλάχιστον ἀληθῶς ἦτο τὸ ποσὸν τῶν 6,300 λιρῶν,
3027ἀλλ’ ἔπρεπε πάντως νὰ πληρωθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἕνεκα
3028τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδέησε νὰ προσφύγῃ, ποτὲ μὲν εἰς
3029τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ποτὲ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον,
3030ποτὲ εἰς διαφόρους Ἐπιτροπὰς, τέλος πάντων νὰ προκαλέσῃ
3031καὶ δημιουργήσῃ ἀπόφανσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ
3032νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν κ. Σπάρταλην δικαίωμα νὰ λάβῃ προ-
3033μήθειαν, ὅπως διὰ τῆς προσθήκης δύο χιλιάδων λιρῶν ἀντὶ προ-
3034μηθείας συμπληρώσῃ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ παρασταθὲν
3035κατὰ τὸ 1883 ὡς ὀφειλόμενον ποσὸν 4,000 λιρῶν εἰς τὰς
30366,300. Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνεγνώρισε τὸ 1888
3037δικαίωμα νὰ λάβῃ ὁ κ. Σπάρταλης προμήθειαν ἐπὶ πρά-
3038ξεων, τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τὰ 1867, πρὸ 21 ἐτῶν,
3039ἐνῷ οὔτε διὰ συμβάσεως εἶχε συμφωνηθῆ τότε, κατὰ τὸ
30401867, μετὰ τοῦ κ. Σπάρταλη τοιαύτη περὶ προμηθείας
3041ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου. Ἐξ ἐναντίας ὁ κ. Σπάρταλης
3042εἶχε παραιτηθῆ πάσης τοιαύτης ἀξιώσεως.
3043Ἀλλὰ οἱ μνημονευθέντες ἀνωτέρω ἔντιμοι συνάδελφοι
3044καὶ φίλοι ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν: διατὶ ζητεῖτε, ἵνα πλη-
3045ρώσητε εἰς τὸν κ. Σπάρταλην τόκους, ἐνῷ δὲν ὀφείλετε;
3046Καὶ ἠσχολήθησαν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Δη-
3047μόσιον δὲν ὤφειλεν ἀληθῶς τόκους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3048γὸς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κατορθώσῃ καὶ πληρωμὴν τόκων
3049πρὸς τὸν κ. Σπάρταλην, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία εἶχε
3050ζητήσει τόκους. Σᾶς ἀναγινώσκω διακοίνωσιν τῆς Ἀγγλι-
3051κῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, κατατεθειμένην
3052καὶ ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Κυβέρνησις
3053»τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἐλπίζει, ὅτι κατὰ τὴν τακτο-
3054»ποίησιν τῆς ἐν λόγῳ ἀπαιτήσεως θέλει ληφθῆ μέριμνα,
3055»ὅπως συμπεριληφθῇ τόκος 5%, διότι ἄνευ τούτου
3056»δὲν ἤθελε θεωρηθῆ ὡς γενομένη κατὰ τὸ αὐστηρὸν δίκαιον
3057»ἡ τοιαύτη τακτοποίησις.»
3058Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἐζήτησε τόκους,
3059ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι καὶ τόκοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3060εἶχεν ἀνάγκην ἑνὸς Φετφᾶ, διὰ νὰ ἀνομολογηθῇ ὑποχρέωσις
3061τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν τόκων. Ὅθεν κατέφυγεν εἰς
3062τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, καὶ αὐτοὶ, προορίσαντες ἑαυτοὺς
3063διὰ τοιαύτας ἀνάγκας, ἐξέδωκαν τὸν Φετφᾶν.
3064Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἠρεύ-
3065νησε τὴν ψυχὴν καὶ ἐμέτρησε τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας τοῦ
3066κ. Πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ὥραν οὗτος προσέβλεπεν, εἴτε
3067πρὸς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, εἴτε πρὸς πάντα Πρέσβυν τῆς Ἀγ-
3068γλίας, καὶ ὅτι ἀπέδωκε τὰς ὑποσχέσεις, ἃς πρὸς αὐτοὺς
3069ἔδωκε, καὶ τὰς παραχωρήσεις, ἃς πρὸς πληρωμὴν χρημά-
3070των εἰς τὸν Σπάρταλην, μὴ ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου,
3071ἐποιήσατο, εἰς τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει εἰς αὐτὸν ἡ
3072παρουσία Πρέσβεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ
3073ὅμως δὲν συμφωνῶ παντάπασι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
3074τίμου φίλου μου κ. Ῥάλλη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν φο-
3075βεῖται τοὺς Πρέσβεις τῆς Ἀγγλίας, διότι συνείθισε νὰ συν-
3076αναστρέφηται μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ συσκέπτηται μάλιστα
3077μετ’ αὐτῶν. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέ-
3078ρας, καθ’ ἣν ἔμελλε ν’ ἀναβῇ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦ Βουλευτη-
3079ρίου, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἦτο τὸ ἐθνικώ-
3080τατον τῶν ζητημάτων, ὅσα ἐπαρουσιάσθησαν πρὸ πεντή-
3081κοντα καὶ πλέον ἐτῶν, (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν) μετέβη εἰς
3082τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Πρέ-
3083σβυν τῆς Ἀγγλίας τί ἐσκόπει νὰ ὁμιλήσῃ, αὐτὸς δὲν
3084ἦτο δυνατὸν νὰ φοβῆται, ὅταν βλέπῃ τὸν Πρέσβυν
3085τῆς Ἀγγλίας. Εἰς αὐτὸν ἤθελεν ἐμπνεύσει φόβον ἡ πα-
3086ρουσία, εἴτε τοῦ κ. Ῥούμβωλδ, εἴτε παντὸς ἄλλου δια-
3087δόχου αὐτοῦ; (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ οὐ μόνον δὲν
3088συμφωνῶ κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀτ-
3089τικῆς, ἀλλὰ καὶ κλίνω νὰ πιστεύσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ μι-
3090κροῦ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δῆθεν
3091εἶπε πρὸς τὸν κ. Ῥούμβωλ νὰ ἐξηγηθῇ, ἂν ζητῇ τὰ χρήματα
3092ὡς παριστῶν τὴν δύναμιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, διότι
3093τότε οὐδαμῶς στέργει νὰ δεχθῇ τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ, καὶ
3094πρέπει νὰ φέρῃ στόλον Ἀγγλικὸν ἄλλην μίαν φορὰν, διὰ νὰ
3095τὰ λάβῃ. Εἶπον, ὅτι κλίνω μᾶλλον νὰ πιστεύσω τοῦτο, διότι
3096γνωρίζω, πόσον εὐφραίνεται ἡ καρδία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
3097ὅταν βλέπῃ στόλους ἀγγλικούς, ἢ ξένους, καταπλέοντας
3098εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας. Δὲν εἶναι αὐτός, ὅστις κατὰ
3099τοῦ 1886 ἔτρεχεν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, διὰ
3100νὰ ἴδῃ καὶ πεισθῇ, ἐὰν πράγματι ἀνεφάνησαν τὰ Ἀγγλικὰ
3101πλοῖα, καταπλέοντα εἰς τὸν Πειραιᾶ, διὰ νὰ ἀποκλείσωσι
3102τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος; Ἐδίσταζε, δὲν ἐπίστευεν εἰς τὸ
3103χαρμόσυνον ἄκουσμα, καὶ ἔτρεξε νὰ ἴδῃ αὐταῖς αἰσθήσεσι,
3104νὰ πληροφορηθῇ θετικῶς, ὅτι πράγματι ἐπεφάνησαν τὰ θω-
3105ρηκτὰ, καταπλέοντα, ἵνα ἀποκλείσωσι τοὺς λιμένας τῆς
3106πατρίδος του.
3107Ἀλλὰ, ἂν καὶ ἔκλινον νὰ πιστεύσω ὅσα περὶ στόλων
3108εἶπε, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ πιστεύσω, ὅτι πράγματι εἶ-
3109πεν αὐτὰ εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ἀφοῦ ὁ Πρέσβυς
3110τῆς Ἀγγλίας διὰ τῶν διακοινώσεων οὐ μόνον δὲν βεβαιοῖ,
3111ἀλλὰ διαψεύδει αὐτά. Καὶ ὄντως ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας
3112δὲν λέγει, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἠξίωσέ ποτε
3113νὰ διευκρινήσῃ τὴν θέσιν, ἣν ἰδιοποιεῖτο ὁ Ῥούμβωλ, ὅτε
3114ὡμίλει πρὸς αὐτὸν περὶ τῶν ἀξιώσεων τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἐξ
3115ἐναντίας λέγει ἐν ταῖς κατατεθείσαις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ
3116τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διακοινώσεσιν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς
3117ἔσπευσε πάντοτε νὰ δίδῃ εἰς αὐτὸν διαβεβαιώσεις καὶ ὑπο-
3118σχέσεις περὶ τῆς κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς Πρεσβείας αἰσίας ἐκ-
3119βάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
3120Ἤθελον ἀληθῶς ὑπερηφανευθῆ, ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς
3121Ἑλλάδος ἤθελεν ὁμιλήσει πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγ-
3122γλίας, ὡς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
3123δῆθεν ἐλάλησε πρὸς αὐτόν. Ἄς μὴ ἦτο φίλος μου ὁ κ. Πρω-
3124θυπουργὸς, ἂς ἀντεπολιτευόμην αὐτὸν πρὸ 8 χρόνων. Ἤθε-
3125λον ὑπερηφανευθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἡμᾶς τὴν
3126ἑσπέραν ταύτην ἔλεγεν, ὅτι εἶπε τοιαῦτα πρὸς τὸν Πρέσβυν
3127τῆς Ἀγγλίας, δὲν εἶπε δὲ οὐδὲν παραπλήσιον εἰς αὐτόν.
3128Ἑπομένως δὲν ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς τὴν ἀλήθειαν, τοιαῦτα πρὸ
3129μικροῦ ἀφηγούμενος, ὅτι δῆθεν εἶπε. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα
3130νὰ εἴπω τοῦτο, διότι, ἂν τοιαύτην εἶχε προβάλει ἀπαίτη-
3131σιν εἰς τὸν κ. Ῥούμβωλδ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταθέσῃ εἰς
3132τὴν Βουλὴν τὴν διακοίνωσιν, ἣν ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν, καὶ
3133δι’ ἧς τοιαύτην ἀνεκοίνωσεν ἀξίωσιν.
3134Ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1887
3135ἔγγραφε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
3136σις τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἤλπιζεν, ὅτι κατὰ τὴν
3137τακτοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη θέλει λη-
3138φθῆ μέριμνα, ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ τόκος 5%.
3139Ἀπὸ τοῦ 1887 προέβαλεν, ὡς βλέπετε, τὴν ἀξίωσιν τῶν
3140τόκων. Ἀλλὰ τίς οἶδε ἀπὸ ποίου χρόνου εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ
3141κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν νὰ πληρώσῃ
3142ἐκ τοῦ ταμείου εἰς τὸν Σπάρταλην τὰ ζητούμενα ποσά.
3143Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐπιστολὴν τοῦ κ. Ῥούμβλωδ πρὸς τὸν κ.
3144Τρικούπην, κατατεθεῖσαν μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τῶν ἐν
3145τῷ φακέλλῳ, ἀγγλιστὶ γεγραμμένην, δι’ ἧς κατὰ μετάφρα-
3146σιν ἔγραφε τὰ ἑξῆς πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος:
3147(ἀναγινώσκει). «Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ δανεισταὶ τοῦ κ.
3148Σπάρταλη, ὡς καί τινες ἰσχυροὶ φίλοι του, ἤρχισαν νὰ
3149ἀπελπίζωνται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δύναται νὰ περατωθῇ διὰ
3150τῆς Πρεσβείας, καὶ ὁμιλοῦσι νὰ φέρωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς
3151Βουλῆς. Ἐὰν πράξωσι τοῦτο, καὶ ζητήσωσι τὰ σχετικὰ ἔγ-
3152γραφα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν (τῆς Ἀγγλίας) φο-
3153βεῖται, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῆς
3154ἀνταλλαγείσης ἀλληλογραφίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτε-
3155ρικῶν (τῆς Ἀγγλίας) ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο, καὶ νομίζω,
3156ὅτι θέλει νὰ γένωνται γνωστοὶ εἰς ὑμᾶς οἱ φόβοι του οὗτοι (οἱ
3157περὶ τῆς καταθέσεως τῆς ἀνταλλαγείσης ἀλληλογραφίας)».
3158Διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπεθύμει ὁ Μαρκήσιος Σώλσβαρυ νὰ
3159μάθῃ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ
3160καταθέσῃ τὴν ἀνταλλαγεῖσαν ἀλληλογραφίαν; Ποίαν ὁ κ.
3161Τρικούπης ἤθελεν ὑπόσχει ζημίαν, ἂν κατετίθετο ἐν τῇ
3162Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας ἡ περὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη ἀν-
3163ταλλαγεῖσα ἀλληλογραφία; Τί τάχα περιεῖχεν ἡ ἀλληλο-
3164γραφία ἐκείνη; Ποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἶχε
3165συμφέρον νὰ μὴ γένωνται γνωστὰ τὰ ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκεί-
3166νοις ἐκτεθειμένα, καὶ εἰδοποιεῖτο περὶ τοῦ κινδύνου, ὅπως
3167σπεύσῃ νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Σπάρταλη; Ὡς
3168εἰλικρινὴς φίλος (γράφει ἐν τέλει τῆς εἰρημένης ἐπιστολῆς
3169ὁ κ. Ῥούμβωλδ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην) λαμβάνω τὸ θάῤ-
3170ῥος νὰ σᾶς ὑποδείξω, ὅτι ἡ περαιτέρω παράτασις τῆς πλη-
3171ρωμῆς μιᾶς ἀπαιτήσεως, περὶ τοῦ δικαίου τῆς ὁποίας πρὸ
3172»ἐτῶν ἐξεφράσθητε καθαρῶς, θέλει φέρει δυσμενὲς ἀποτέλεσμα
3173»ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ τόπου, ὑπὲρ ἧς εἰργάσθητε.»
3174Λοιπὸν εἶχεν ἐκφρασθῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ δικαίου
3175τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Σπάρταλη; Ποίας τάχα ἐκφράσεις
3176καὶ ὑποσχέσεις αὐτοῦ περιέχει ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη, τὴν
3177ὁποίαν ἐφοβεῖτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας,
3178ὅτι ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν
3179Βουλὴν, ἂν δὲν ἐπερατοῦτο ἐν Ἀθήναις ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ.
3180Σπάρταλη, καὶ ἔσπευδε νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου τὸν κ.
3181Τρικούπην, ἵνα λάβῃ τὰ μέτρα του;
3182Ὑποσχέσεις καὶ διαβεβαιώσεις!! Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου
3183ἄλλην διακοίνωσιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, δι’ ἧς ὁ ἐπι-
3184τετραμμένος κ. Haggars ἔγραφε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
3185γὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὅσα εἶχεν ἐπιστείλει εἰς τὴν Ἀγγλι-
3186κὴν Πρεσβείαν δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του δὲν συνεβιβάζοντο πρὸς
3187ὅσα προφορικῶς εἶχεν εἰπεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν Πρέ-
3188σβυν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἔσπευσε νὰ ἀναφέρῃ τοῦτο εἰς τὴν
3189Κυβέρνησίν του, ἔλαβε δὲ παρ’ αὐτῆς τηλεγραφικὴν διαταγὴν,
3190ἵνα ἐκφράσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν μεγάλην λύ-
3191πην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας διὰ τὴν
3192ἔλλειψιν τῆς ἀκριβείας. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἐν ταῖς ψυ-
3193χαῖς ὑμῶν ἐγείρεται θλιβερὸν αἴσθημα, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶ-
3194σθε, καὶ ἐπὶ οἵας δήποτε πτέρυγος καὶ ἂν κάθησθε, διότι
3195εἶσθε Ἕλληνες. Ἐλπίζω, ὅτι ἐγείρεται ἐν ὑμῖν αἴσθημα
3196ἄλγους καὶ θλίψεως, διότι ἀκούετε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς
3197πατρίδος σας τόσον ἀνύψωσε τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, ὥστε παρέ-
3198σχεν εἰς ξένας Κυβερνήσεις δικαίωμα νὰ ἐπιτιμῶσιν αὐτὸν,
3199καὶ ἐλέγχωσιν αὐτὸν, ὡς μὴ ἀκριβολογοῦντα, ἵνα μὴ εἴπω
3200ὡς μὴ λέγοντα τὴν ἀλήθειαν. (Ἀναγινώσκει). «Ἐν συνδια-
3201»λέξει, ἣν ὁ Σὶρ Ῥούμπωλδ ἔσχε μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ
3202»κατὰ τὴν 16 Νοεμβρίου 1887, γράφει ἡ Ἀγγλικὴ Πρε-
3203σβεία ἐν τῇ ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου διακοινώσει της, «ἡ Α. Ἐξο-
3204»χότης (ἤτοι ὁ Πρωθυπουργὸς) ἐπληροφόρησεν αὐτὸν, ὅτι ὁ
3205»Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξέθηκεν αὐτῷ, ὅτι τὸ
3206»Σωματεῖον τοῦτο ἦν ἀναρμόδιον εἰς παροχὴν τόκων ἐπὶ τῆς
3207»ζητουμένης ποσότητος, καὶ θὰ ἔθετεν ἔτι ἐν τῇ ἀποφάσει
3208»του τὸ γεγονὸς τῆς ἀναρμοδιότητός του, τοιούτῳ τῷ τρόπῳ,
3209»ὥστε θὰ ὑπεδηλοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτι-
3210»κοῦ Συνεδρίου ὁ κ. Σπάρταλης εἶχε δικαίωμα εἰς τόκον.
3211»Ἐξεπλάγην δ’ εὑρὼν ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Ὑμετέρας Ἐξο-
3212»χότητος, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνήργησε κατ’ ἀν-
3213»τίθετον ὅλως τρόπον, καὶ ἀπεφήνατο ἀναρμοδιότητα ἐπὶ
3214»τοῦ ζητήματος, διακηρύττον ὅτι ἡ περὶ τόκου ἀπαίτησις
3215»εἶναι ἀπαράδεκτος κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.»
3216Ποῦ εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔλεγες πρὸς τὸν κ. Ῥούμπωλδ;
3217ἐρωτᾷ διὰ τῆς διακοινώσεως ταύτης ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς
3218Ἀγγλικῆς Πρεσβείας τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ
3219Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κατὰ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνε-
3220κοίνωσας εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, δὲν ἀποφαίνεται
3221κατὰ τρόπον ὑποδηλοῦντα τὴν γνώμην του, ὅτι ὁ Σπάρταλης
3222ἔχει δικαίωμα εἰς ἀπαίτησιν τόκων, ὡς εἶχες βεβαιώσει τὸν κ.
3223Ῥούμπωλδ, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ ἀπαίτησις
3224τόκων εἶναι ἀπαράδεκτος κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους.
3225Δι’ ἄλλης δὲ διακοινώσεως ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία δὲν
3226περιωρίσθη πλέον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξίν της διὰ τὴν μὴ
3227ἐκτέλεσιν τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔπρα-
3228ξέ τι λίαν ἔντονον καὶ πρωτοφανὲς ἐν ταῖς ἐπισήμοις μετὰ
3229τῶν ξένων σχέσεσιν. Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει): «Ἔλαβον
3230»σήμερον τὴν πρωΐαν τηλεγραφικὰς ὁδηγίας παρὰ τοῦ Μαρ-
3231»κησίου Σώλσβαρυ, ὅπως ἐκφράσω τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει
3232»τὴν μεγάλην λύπην, μεθ’ ἧς, μετὰ τὰς δοθείσας τῷ Σὶρ
3233»Ῥούμπωλδ διαβεβαιώσεις παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὴν 31
3234»Μαΐου καὶ τὴν 16 παρελθόντος Νοεμβρίου, ἤκουσεν ἡ Κυ-
3235»βέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος (τῆς Βασιλίσσης) περὶ
3236»τῆς ἀνεπαρκοῦς προνοίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπέναντι
3237»τῆς ῥηθείσης ἀπαιτήσεως, ἥτις, ὡς ἡ Ὑμ. Ἐξοχότης γι-
3238»νώσκει, ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν λιρῶν 19,000, ἐνῷ τὸ
3239»ὁλικὸν ποσόν, τὸ ἐπιφυλαχθὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ
3240»πάσας τὰς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτήσεις,
3241»κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, μόλις ἀνέρχεται εἰς λίρας 6,300.
3242»Εὔκαιρον δὲ θὰ ἦτο νὰ ὑπομνήσω τῇ Ὑμ. Ἐξοχότητι
3243»πάντα τὰ λεχθέντα κατὰ τὰς ἄνω μνημονευθείσας συνεν-
3244»τεύξεις. Κατὰ μῆνα Μάϊον, τοῦ Σὶρ Ῥούμβωλδ ἐκδηλώσαν-
3245»τος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότη-
3246»τος τὴν ἔνθερμον ἐλπίδα πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ
3247»ἀπαιτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς λήξεως τῆς τελευ-
3248»ταίας Συνόδου, ὁ κ. Τρικούπης, ἐπισκεφθεὶς αὐτὸν, τῷ ὡμί-
3249»λησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν. Ἡ Α. Ἐξοχότης (ὁ Πρωθυ-
3250»πουργὸς) εἶπε δηλαδή, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀπαιτήσεως
3251»ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμεσον αὐτῆς
3252»πληρωμήν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ἐφέρετο εἰς τὴν Βουλήν,
3253»ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ ἀναγνωσθῇ
3254»τρίς, τοῦθ’ ὅπερ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ, ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρ-
3255»κοῦς τῶν ὑπολειπομένων τῆς Συνόδου ἡμερῶν. Ὅθεν ἡ Α.
3256»Ἐξοχότης (ὁ Πρωθυπουργὸς) ἀνήνεγκε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ
3257»Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνοδεύσας αὐτὴν δι’ ἐκθέσεως αὑ-
3258»τοῦ, καὶ ἀνακοινώσας τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ἐγερθεῖσαν με-
3259»ταξὺ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἕλληνος Προξένου καὶ τῆς Ἑλλη-
3260»νικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ νόμος
3261»περὶ παραγραφῆς δὲν ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ. Ἡ Α. Ἐξοχότης
3262»(ὁ Πρωθυπουργὸς) εἶπεν ἐπίσης, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγ-
3263»κτικοῦ Συνεδρίου ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν ἐθεώρει τὸ ζήτημα,
3264»καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ Νοέμβριον, συνερχομένης τῆς Βου-
3265»λῆς, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγῃ κανονικῶς τὴν ἀπαίτη-
3266»σιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ Σὶρ Ῥούμβωλδ ἐκοινοποίησε
3267»τὰ ῥηθέντα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσ-
3268»σης τῆς Ἀγγλίας) μετὰ τῆς ἐννοίας τῆς συνδιαλέξεως, ἣν
3269»εἶχε μετὰ τῆς Α. Ἐξοχότητος (τοῦ Πρωθυπουργοῦ) τὴν 16
3270»Νοεμβρίου παρελθόντος. Ὁ κ. Τρικούπης τότε εἶπε τῷ Σὶρ
3271»Ῥούμβωλδ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἔλαβεν ἤδη θέσιν ἐν τῷ Προϋ-
3272»πολογισμῷ, δοὺς συγχρόνως αὐτῷ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ ζή-
3273»τημα τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων ἐν τέλει θὰ ἐλύετο ὑπὲρ
3274»τοῦ κ. Σπάρταλη. Συνεπῶς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω
3275»τὴν 10 ἱσταμένου πρὸς τὴν Ὑμ. Ἐξοχότητα τὴν εὐχαρί-
3276»στησιν, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσσης τῆς
3277»Ἀγγλίας) ἔμαθε τὴν πληροφορίαν ταύτην. Ἐν τούτοις ἡ
3278»Ὑμ. Ἐξοχότης θὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ τὴν μεγάλην τῆς Κυ-
3279»βερνήσεως τῆς Α. Μ. (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας) λύπην
3280»ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ»...
3281§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραδέχεσθε, ὅτι ἠδυνά-
3282μην νὰ εἴπω τὰ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως;
3283§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔγραφεν
3284ἐν τῇ διακοινώσει της, ὅτι εἴπετε τοιοῦτόν τι, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν
3285εἴχετε εἰπεῖ τοῦτο, διατὶ δὲν ἐπεστέλλετε εἰς αὐτὴν διακοί-
3286νωσιν, δι’ ἧς νὰ ἀναιρέσητε ὅσα σᾶς ἀπέδιδεν, ὅτι εἴχετε εἰπεῖ;
3287§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ πράξω τοιοῦτόν
3288τι· τὸ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως εἶναι μωρία, ἐγὼ δὲ δὲν
3289εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀνασκευάσω μωρίαν.
3290§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀνασκευάσητε μίαν
3291μωρίαν, ὡς λέγετε, ἀλλὰ νὰ ἀναιρέσητε, ὅτι σεῖς εἴχετε
3292εἰπεῖ αὐτὴν τὴν μωρίαν. Ἀφοῦ δὲ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία
3293ἔγραφεν, ὅτι ὑμεῖς εἴχετε εἰπεῖ αὐτήν, εἴχετε καὶ συμφέρον
3294καὶ καθῆκον νὰ διαψεύσητε τοῦτο, βεβαιοῦντες, ὅτι δὲν εἴ-
3295χετε εἰπεῖ τὸ τοιοῦτον.
3296§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην ἰδέαν περὶ καθή-
3297κοντος, ὅπως συζητῶ περὶ μωριῶν. Ὑμεῖς συζητήσατε περὶ
3298μωριῶν.
3299§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σεῖς ὠφείλατε ν’ ἀνασκευάσητε ὅσα
3300ἡ Πρεσβεία ἔγραφεν, ὅτι εἴπετε. Ἡ Πρεσβεία ἔγραφεν, ὅτι
3301εἴπετε, ὅτι «ὁ νόμος περὶ παραγραφῆς παρεκώλυε τὴν ἄμε-
3302»σον πληρωμήν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ἐφέρετο εἰς τὴν Βου-
3303»λήν, ἔδει νὰ εἰσαχθῇ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν καὶ ἀνα-
3304»γνωσθῇ τρίς». Εἴπετε, ἢ δὲν εἴπετε τοῦτο; Ἂν δὲν τὸ
3305εἴπετε, πῶς, ἀφοῦ σᾶς ἔγραφεν ἡ Πρεσβεία ἐπισήμως, ὅτι
3306τὸ εἴπετε, σεῖς ἐσιωπήσατε, καὶ δὲν ἐσπεύσατε νὰ ἀπαντή-
3307σητε εἰς αὐτήν, ὅτι οὐδέποτε εἴπετε τοιοῦτόν τι;
3308§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν Πρεσβευτήν, εἶπον, ὅτι ἡ ἀπαί-
3309τησις ἔλαβε θέσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ὅμως ὁ Προϋ-
3310πολογισμὸς οὐδὲν περὶ τούτου ἀναγράφει.
3311§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο σᾶς ἔγραψε καὶ ἡ Πρε-
3312σβεία, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐν τούτοις ἡ Ὑμετέρα Ἐξο-
3313»χότης θὰ δυνηθῇ νὰ ἐννοήσῃ τὴν μεγάλην τῆς Κυβερνή-
3314»σεως τῆς Α. Μεγαλειότητος (τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας)
3315»λύπην ἐπὶ τῷ ἀκούσματι κτλ.»
3316Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσητε περὶ μωριῶν, ἀλλὰ πρόκει-
3317ται περὶ ψευμάτων, καὶ περὶ ψευμάτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ
3318ἐγὼ ἔχω δικαίωμα νὰ συζητήσω. Καὶ ἀληθῶς, εἴτε ὁ
3319Πρωθυπουργὸς λέγει ψεύματα, εἴτε ἡ Πρεσβεία ἔγραψε ψεύ-
3320ματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς
3321Ἀγγλίας ἔγραψε ψεύματα ἐν τῇ διακοινώσει του. Ἀλλ’ ἐὰν
3322ἦσαν ψευδῆ τὰ ὑπὸ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας γραφέντα,
3323διατὶ δὲν ἐζήτει τὴν ἀνόρθωσιν αὐτῶν τότε δι’ ἐγγράφου,
3324ἀλλ’ ἔρχεται νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία
3325ἐψεύσθη; Καὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ μάλιστα νὰ εἴπῃ τοῦτο,
3326εἶπεν ὅτι ἔγραψε μωρίας. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο, ἂν ἦτο μω-
3327ρὸν ἢ ὀρθὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένηται μυστικὴ συνεδρίασις.
3328Ἐπρόκειτο, ἂν εἶπεν ἢ δὲν εἶπε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός.
3329Δὲν τὸ εἶπε; Λοιπὸν ἔγραψε ψεύδη ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία;
3330Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ χαρακτηρίζῃ ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον ὡς ψεύ-
3331στην τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, διατὶ δὲν ἔσπευδε νὰ
3332γράψῃ πρὸς αὐτὸν, ὅτι οὐδέποτε εἶχεν εἰπεῖ, ὅσα ἡ Πρεσβεία
3333ἐν τῇ διακοινώσει ἀνέφερεν, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ;
3334Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι θέλετε ὑποχρεώσει τὸ πτωχὸν τα-
3335μεῖον τῆς Ἑλλάδος νὰ πληρώσῃ 335 χιλιάδας δραχμῶν
3336εἴτε εἰς τὸν Σπάρταλην, εἴτε εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ, οἱοι-
3337δήποτε καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, Ἕλληνες ἢ Ἄγγλοι, Ἰουδαῖοι
3338ἢ Στῆλμαν (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Μὴ φωνάζετε, μὴ γελᾶτε
3339διὰ τὸ ὄνειδος τῆς πατρίδος σας. Τὸ ζήτημα τῆς πληρω-
3340μῆς τῶν 335 χιλιάδων δραχμῶν εἶναι ζήτημα ταπεινὸν,
3341διότι τέλος ἡ Ἑλλὰς, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι μικρὰ ἢ πτωχὴ,
3342δὲν καταστρέφεται, καὶ ἂν πληρώσῃ ἀδίκως τὸ εἰρημένον
3343ποσόν· ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ κατα-
3344στήσῃ πιστευτὸν, ὅτι ὀφείλονται πράγματι αἱ 335,000
3345δραχμαὶ εἰς τὸν Σπάρταλην ἢ τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ, ἦτο
3346ἐξευτελιστικὸς οὐ μόνον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, οὐ μό-
3347νον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς ἀντι-
3348προσωπείας, τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο
3349ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐμπαίξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς
3350ἐνέπαιξε τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, τὰς Ἐπιτροπὰς, τὸ
3351Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ὡς καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν,
3352χάριν ἐπιδείξεως, ἐπειράθη πρὸ μικροῦ νὰ ἐμπαίξῃ καὶ ἐκεῖ-
3353νον, εἰς ὃν εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ καταστήσῃ πληρωτέον τὸ
3354ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει.
3355Ὑπῆρξεν οἱ γελάσαντες, ὅτε ἤκουσαν ἀπαίσιον ὄνομα πρὸ
3356μικροῦ, μνημονευθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ἐντεῦθεν. Ἐλπίζω, ὅτι πάντα
3357μέλη τῆς πλειοψηφίας δὲν ἐγέλασαν, ὅτε ἤκουσαν τὸ ὄνομα
3358τοῦτο, ἀλλ’ ἐγέλασαν μόνοι ἐκεῖνοι, ὅσοι δὲν εἶχον συνείδησιν
3359τοῦ βάρους καὶ τῆς σημασίας τοῦ ὀνόματος, οὗ ἐμνήσθην.
3360Λυπηρὸν ἀληθῶς, διότι εἰς τοιαύτην περιῆλθε θέσιν ἡ ἐπί-
3361σημος παράστασις τῆς ἀτυχοῦς πατρίδος μας. Τὰ μικρὰ
3362Κράτη οὐδὲ δύνανται, οὐδ’ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ ὑβρίζωσι
3363τὰ μεγάλα. Τὰ μεγάλα διατιθέασι τόσας δυνάμεις, ὥστε
3364δύνανται νὰ ῥαπίζωσι πᾶν αὔθαδες μικρὸν Κράτος, ὑβριστι-
3365κῶς προσβλέπον μεγάλην Δύναμιν. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα Κρά-
3366τη οἰκτείρουσι τὰ μικρὰ, ὅταν βλέπωσιν αὐτὰ μὴ σεβόμενα
3367τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀνεξαρτησίαν, τὴν αὐθυπαρξίαν των. Θέλω
3368θλιβῆ ἰδίως διὰ τοῦτο, ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς τῆς πατρίδος
3369ἤθελε ζητήσει νὰ καλύψῃ, ὡς ἐκάλυψεν ὁ Σὴμ τὸν ἐν μέθῃ Νῶε,
3370τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ἀσέβειαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, περὶ ἧς
3371ἐλάλησα. Ἤθελον θλιβῆ, οὐχὶ διότι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἤθελε
3372διατηρήσει αὐτὸν εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἑδώλιον, διότι οὐδαμῶς
3373περὶ τούτου μεριμνῶ. Ἠδυνάμην μάλιστα νὰ εἴπω, ἐν ὀνό-
3374ματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αἰσθανόμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς
3375διατεθειμένους νὰ ἀποδεχθῶμεν, ἵνα ἡ ψῆφος αὕτη κριθῇ,
3376ὅτι οὐδεμίαν ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ἂν ἤθελε δοθῆ κατὰ
3377τῆς ζητουμένης πιστώσεως. Ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν ψῆφον τῆς
3378πλειοψηφίας μέλαιναν ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα ἀνορθώσωμεν τὴν
3379περιυβρισθεῖσαν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ ζητοῦμεν αὐτὴν
3380πεποιθότες εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ ὑμῶν τῶν ἐπὶ τῆς
3381πτέρυγος ταύτης καθημένων (δεικνύει τὴν δεξιὰν), διότι, ὡς
3382ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, καὶ ὑμᾶς θεωρῶ Ἕλληνας, ὡς
3383καὶ τοὺς ἀντικρὺ ὑμῶν καθημένους.
3384§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπανορθώσω ἓν ἀριθμητικὸν λᾶθος,
3385εἰς ὃ ὑπέπεσαν οἱ δύο τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν.
3386Ἰσχυρίσθησαν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι κατὰ τὸ 1883 ἐζη-
3387τήθη πίστωσις μόνον 4,000 λιρῶν, καὶ ὅτι πρόκειται ἤδη
3388νὰ πληρώσωμεν, 6,000, δύο δηλαδὴ χιλιάδας περιπλέον.
3389Δὲν γινώσκω, τί εἶπε τότε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
3390κονομικῶν, γινώσκω μόνον, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ
3391τυπωθέντι καὶ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεγράφη πί-
3392στωσις πληρωτέα εἰς τὸν Σπάρταλην, ἐκ δραχμῶν μὲν
3393180,000 διὰ κεφάλαιον, καὶ διὰ τόκους 76,000, ἤτοι ἐν
3394ὅλῳ ποσὸν 256,000. Βεβαίως δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
3395δὲν ὑπῆρχεν ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, οἵα ὑπάρχει
3396σήμερον. Ἑπομένως ἡ Ἀγγλικὴ λίρα ὑπελογίσθη οὐχὶ
3397πρὸς 31, ἀλλὰ πρὸς 28 δραχμάς. Ἄρα ἐζητήθη τότε πί-
3398στωσις ἀκριβῶς οἵα ζητεῖται σήμερον, μὲ διαφοράν τινα,
3399προερχομένην ἐκ τῆς μὴ ἀποχρώσης δικαιολογίας διὰ προ-
3400σαγωγῆς ἐγγράφων διὰ μικρά τινα ποσά.
3401Ὀφείλω καί τινα ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶπον,
3402ὅτι ὁ Πρόξενος τότε οὐδεμίαν προσήγαγεν εἰς τὸ Κράτος
3403ὑπηρεσίαν. Οἱ ἀναγνώσαντες τὰ ἔγγραφα παρετήρησαν, ὅτι
3404προσήνεγκε πολλὰς καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας. Ἐκ τῶν
3405ἐγγράφων βεβαιοῦται, ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης ἠσφάλισε τὴν
3406«Μπουμπουλίναν», καίτοι δὲν εἶχε διαταγὴν τῆς Κυβερ-
3407νήσεως, ἀντὶ 36,000 λιρῶν, ὅτε δὲ αὕτη ἐναυάγησεν ἐν τῷ
3408ἀγγλικῷ λιμένι τῆς Λιβερπούλης, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ
3409ζημιωθῇ, εἰσέπραξε κἄτι περισσότερον τῶν ὅσων εἶχε δα-
3410πανήσει διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὸν ἐφοπλισμὸν τοῦ πλοίου.
3411Πλὴν αὐτῆς καὶ ἄλλας προσήνεγκεν ὑπηρεσίας, περὶ ὧν ἐν
3412δέοντι θέλω ὁμιλήσει.
3413§73ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην τι, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν
3414ἀπέδειξα ὡς ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
3415κονομικῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσεν
3416εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσάγων τὴν πίστωσιν, ἣν ἀνέγραψεν εἰς
3417τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν
3418Σπάρταλην 4,000 λίρας. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ διαφορᾶς
3419συναλλάγματος, ἀλλὰ περὶ νομίσματος εἰς λίρας. Ὁ ἀξιό-
3420τιμος κ. Σιμόπουλος νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ
3421τῆς πιστώσεως κάλλιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
3422μικῶν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς τότε, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν
3423καὶ ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνόει ἄλλο ἢ
3424ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγραφε. Τότε ἀνέγραφε 4,102 λίρας εἰς
3425κεφάλαιον, σήμερον ἀναγράφετε 6,433, δηλαδὴ 2,000 περισ-
3426σότερον.
3427§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο δυνατὸν αἱ 4,000 λίραι ν’ ἀντι-
3428προσωπεύωνται διὰ 310,000 δραχμῶν;
3429§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
3430Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν
3431τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι....
3432§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
3433§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
3434σχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3435(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
3436ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη,
3437κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3438Χαρ. Τρικούπης ΝΝικόλ. Δ. Λεβίδης Ο
3439Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΣπυρ. Κουκούλεζας Ν
3440Γ. Σισμάνης ΝὌθων Μακρυγιάννης
3441Δ. Βουλπιώτης ΝΤρύφων Μουτσόπουλος Ν
3442Ἀθ. Ἴσκος ΟΘάνος Κανακάρης Ν
3443Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈθ. Πετιμεζᾶς
3444Ἐπ. Σακελλαρόπουλος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ο
3445Μ. Γουλιμῆς ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
3446Μ. Ἰατρίδης ΝΑ. Φωτήλας Ν
3447Δ. Χατζόπουλος ΟἈνδ. Αὐγερινὸς Ν
3448Γεώργιος Μίλησης ΝἈντ. Ρικάκης Ο
3449Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
3450Γεώργιος Κούστας ΟἸω. Κρεστενίτης Ο
3451Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΝ. Κουμανιώτης Ο
3452Σωτήριος Δανόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
3453Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἈλέξ. Ζαΐμης Ο
3454Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
3455Δημήτριος Πετρίδης ΟἈλέξ. Κοντόσταυλος Ν
3456Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΝ. Παπανικολάου Ν
3457Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
3458Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
3459Χρ. Χριστόπουλος ΟΚωνσταντ. Σινέλης
3460Φίλιππος Βάρβογλης ΟΒασίλειος Βουδούρης
3461Ἠλίας Φλέσσας ΟΔιον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
3462Κων. Κωνσταντόπουλος ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
3463Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟΔιον. Λομβάρδος Ν
3464Παναγιώτης Μανέτας ΝΚ. Ἀργασάρης ΛομβάρδοςΝ
3465Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ν
3466Ἠλίας Παλαμήδης ΝΚωνστ. Βασιλάκης
3467Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟἈντ. Καποδίστριας Ο
3468Δ. Ζέγγελης ΝΝικόλαος Βασιλάκης Ο
3469Δημ. Ν. Βότσαρης Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
3470Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
3471Γεώργιος Χ. Παχὺς ΝΣπυρ. Ἀλαμάνος Ο
3472Στέφανος Δραγούμης ΝΘεόφιλος Προβατᾶς Ο
3473Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ν
3474Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
3475Φωκίων Νέγρης ΝἈγαμέμνων Μεταξᾶς
3476Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
3477Νικόλ. Μπουφίδης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
3478Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΓεράσιμος Μουσούρης
3479Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΠαναγ. Βενιεράτος Ν
3480Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
3481Γεώργιος Κόρπας ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
3482Στέφανος Σκουλούδης ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ο
3483Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
3484Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ν
3485Νικόλαος Νομικὸς ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
3486Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ν
3487Γεώργιος Μπούμπουρας ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
3488Λωρέντζος Δελαρόκας ΝΝ. Καράπαυλος Ν
3489Δημοσθένης Καΐρης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ο
3490Γεώργιος Δρόσος ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ν
3491Νικόλαος Κρίσπης Δημήτριος Κάρτσωνας Ο
3492Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ν
3493Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΣ. Χατζηγάκης Ο
3494Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ν
3495Ἀριστ. Πετροπουλάκης ΟἈθ. Καζαμπάκας Ν
3496Γιανν. Μαυρομιχάλης Γ. Φραγκίδης Ν
3497Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
3498Λεων. Καπετανάκος ΟΓ. Τάκης
3499Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΝ. Ταρμπάζης Ο
3500Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΖ. Φαλιάγκας Ο
3501Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ο
3502Ἰωάν. Καρτάλης Θεόδωρος Γκίκας Ν
3503Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
3504Εὐάγ. Σταμούλης ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
3505Ν. Κοκωσλῆς Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
3506Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΝικόλ. Κοντογιάννης Ο
3507Κωνστ. Μαρκίδης ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
3508Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΓεώργ. Λιδωρίκης Ν
3509Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
3510Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
3511Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΚωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
3512Ἀχιλ. Λογιωτάτου Θεμιστοκλῆς Κανάρης Ο
3513§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 136, ἐξ ὧν 79
3514εἶπον Ναὶ καὶ 57 εἶπον Ὄχι. Ὥστε ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ
3515τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν.
3516(Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀν-
3517τιῤῥήσεως τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ
3518σύνολον αὐτοῦ).
3519§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3520Ὥρα 10 καὶ 15′ μ.μ.