Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 16

1888.11.16

1,958 rows · 14,815 words · 1 table · 80 turns

Date
1888.11.16
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16.

τῆς 16 Νοεμβρίου 1888.

(Τετάρτη).

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.

§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἀπέσχον τὴν χθὲς ἑσπέραν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, τῆς ὁποίας κατήρξατο ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος, δηλαδὴ τῆς περὶ ὁδοποιίας καὶ τῆς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἀπρονοησίας καὶ τῆς παροιμιώδους σπατάλης, ὡς καὶ περὶ τῆς κατανομῆς τῶν δαπανῶν κατὰ διαμερίσματα τῆς χώρας, ἀπέσχον, λέγω, νὰ μετάσχω τῆς σοβαρᾶς συζητήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς μεγάλα τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους συμφέροντα, ἐκ προσοχῆς, μὴ παρασχεθῇ ἀφορμὴ παρανοήσεως, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ἐπιζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προβάλῃ δυσχερείας περὶ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως τοῦ γενικωτέρου οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἐπεφυλάχθην νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου σήμερον, καὶ θὰ μοὶ παράσχῃ εὐελπιστῶ ἡ Βουλὴ τὴν προσοχήν της, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ὅπως διὰ βραχέων ἐκθέσω πρὸς αὐτὴν τὰς λυπηρὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς μελέτης τῆς προχείρου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα ἀπὸ τῆς διανομῆς τῶν προχθὲς διανεμηθέντων πινάκων τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιίας τοῦ ἔτους 1886 ἠδυνήθην νὰ ποιήσω, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 προεκδεδομένους ἀκριβεστάτους ὄντως πίνακας ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς ὁδοποιίας. Ὁ Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων δογμάτων, ἐθέσπισεν ἀξιόλογά τινα θεσπίσματα, ἄξια τῷ ὄντι τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, οὐχὶ ὡς καινοφανῆ ἢ πρωτάκουστα, ἀλλ’ ὡς ἀντιφάσκοντα πρὸς τὰ κυβερνητικὰ ἔργα καὶ πρὸς τὰ δρώμενα κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα. Μεταξὺ τούτων εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ παραγωγὸς δὲν εἶναι δυνατὸν μόνος διὰ τῶν ἰδίων του πόρων καὶ ἐξ ἰδίας του πρωτοβουλίας νὰ προνοήσῃ, οὐδὲ νὰ παρασκευάσῃ δεόντως ἔργα κοινωφελῆ, βελτιοῦντα τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἢ τῆς καλλιεργείας, ἀφ’ ὧν τὰς ἐργασίας του τὰς ἀγροτικὰς δύναται νὰ πράξῃ, βεβαίως ἡ Πολιτεία καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον, ἀναλαμβάνουσα τὴν εὐεργετικὴν αὐτοῦ κηδεμονίαν, καὶ συγκεντροῦσα τοὺς πόρους, ὅσους δύνανται νὰ καταβάλλωσιν οἱ παραγωγοί, εἰς ἓν κοινὸν ταμεῖον, νὰ χρησιμοποιῇ τελεσφόρως τούτους πρὸς κοινὸν ἀγαθόν. Διὰ τοιούτου ταμείου θὰ καθίστατο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ χειραγωγήσῃ τὴν παραγωγήν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῆς τε γεωργίας καὶ τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’ ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνακηρύττων τοιούτους ἀγαθοποιοὺς σκοποὺς καὶ κοινωφελεῖς ἐπαγγελίας, χάριν τῶν ὁποίων προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἔτι δυσβάστακτα βάρη, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία, καὶ οἱ τὰ τῆς πολιτείας ἐπιμελούμενοι τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, ἀφοῦ ἀναλαμβάνωσι νὰ κηδεμονεύσωσι καὶ νὰ ποδηγετήσωσι τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν καὶ δραστηριότητα, καὶ μάλιστα δαπάνῃ αὐτοῦ τοῦ ἀτόμου, νὰ διαχειρίζωνται δικαίως καὶ εὐσυνειδήτως καὶ μετὰ λελογισμένης φειδοῦς τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ ἴσον καὶ τὸ δίκαιον δέον νὰ πρυτανεύῃ ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐτηρήθη ἆρά γε ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας ἡ δικαιοσύνη τῆς κατανομῆς τῶν εἰσπραττομένων ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ παραγωγοῦ, πρὸς ἴσην καὶ δικαίαν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας; Ἐλήφθη κοινὴ περὶ πάντων τῶν διαμερισμάτων τῆς Ἑλλάδος πρόνοια περὶ κατασκευῆς ὁδῶν καὶ ἄλλων ἔργων, ἐνισχυόντων τὴν γεωργίαν καὶ ἐν γένει τὴν κτηματικὴν παραγωγήν; Δυστυχῶς ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τῶν πινάκων, τῶν δημοσιευθέντων χθές, ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἤθελε πείσει καὶ τὸν ἁπλούστερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οὐ μόνον δὲν ἠκολούθησε κανόνα τινὰ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, προκειμένου νὰ κατανείμῃ εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα τοῦ Κράτους τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν ἐδαπάνησε τοὺς ἀπὸ τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου ἰδίως εἰσπραττομένους πόρους ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι νομῶν. Κατὰ τοὺς ὑποβληθέντας πίνακας τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1886 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐδαπανήθησαν τὸ ὅλον 5,264,406 δραχμαί, κατὰ τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, εἰς ἃ ὑποδιαιρεῖται ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ μὲν τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν ἐδαπανήθησαν 2,991,565 δραχ., διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ἐδαπανήθησαν 452,932, καὶ διὰ τὴν δημοτικὴν 121,220. Ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων τινὲς μὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν, τινὲς εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἄλλαι πρὸς ἀνακαίνισιν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν. Ἂν ἐξετάσωμεν τοὺς πίνακας κατ’ ἀναλογίαν τῶν διαμερισμάτων, εἰς ἃ διαιρεῖται φυσικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἤτοι εἰς τὴν Στερεάν, τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς νήσους, ἔχομεν τὰς ἑξῆς ἀναλογίας. Ἐκ τοῦ πρὸς συντήρησιν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν κεφαλαίου, ἐκ δραχμῶν τριακοσίων περίπου χιλιάδων, ἐδαπανήθησαν δι’ ἐργασίαν μὲν 137,736, εἰς ἔξοδα δ’ ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως 28,107. Ἐκ τοῦ πρὸς συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κεφαλαίου ἐδαπανήθησαν 608,802, καὶ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν 146,127. Ἂν ἐξετάσωμεν τώρα κατὰ διαμέρισμα, θέλομεν εὕρει τὰς ἑξῆς ἀναλογίας. Διὰ μὲν τὴν συντήρησιν τῶν κατὰ τὴν Στερεὰν ὁδῶν ἐδαπανήθη τὸ ἀξιοσέβαστον κεφάλαιον δραχ. 409,207, διὰ δὲ τὴν ἀτυχῆ Πελοπόννησον μόνον 162,940, καὶ διὰ τὰς πτωχὰς νήσους 36,810. Παρατηρεῖτε, Κύριοι, πόσον ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι σκανδαλωδῶς ἄνισος; Διότι διὰ μὲν τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου καὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἐδαπανήθησαν μόνον 36,810, ἐνῷ διὰ τὴν Στερεὰν 409,207, διὰ δὲ τὴν Πελοπόννησον 162,960. Ἂν ἐρευνήσωμεν ἐφεξῆς τὰς στήλας τῶν κατατεθέντων πινάκων, θὰ εὕρωμεν ἔξοδα ἀνακαινίσεως ὁδῶν σκανδωλέστερον ἄνισα καὶ δυσανάλογα. Διότι διὰ μὲν τὴν Στερεὰν ἐδαπανήθησαν 104,991, διὰ δὲ τὴν Πελοπόννησον, πόσα νομίζετε; 12,336 μόνον, διὰ δὲ τὰς νήσους 28,000. Ἀλλ’ ἵνα μᾶλλον ἐκπλαγῆτε, καὶ ἵνα ποιήσωμαι μᾶλλον κατάδηλον τὴν ἀνισότητα τῆς κατανομῆς, καὶ τὴν ἐκ τῶν ῥηθέντων προκύπτουσαν ἀριδήλως ἔλλειψιν πάσης δικαιοσύνης, ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὰ παρ’ ἑκάστου τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ ἔτος 1886 εἰσκομισθέντα ποσά. Οὕτω, ὁ μὲν νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰσήγαγεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 821,661 δρ., ὁ νομὸς Μεσσηνίας 495,895, ὁ νομὸς Λακωνίας 298,178, ὁ νομὸς Ἀρκαδίας 112,373, καὶ ὁ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας 227,838, ἤτοι ἡ Πελοπόννησος μόνη εἰσήγαγεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δρ. 1,735,440. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ σύνολον τῶν δαπανηθέντων κατὰ τμῆμα ἐξετάσωμεν, πάλιν θέλει προκύψει οὐχ ἧττον κατάδηλος ἀνισότης, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὡς Βουλευτής, ἀνήκων εἰς τὸ ἀδικούμενον διαμέρισμα τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πρὸς τὸν ἠθικὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην αἰσθάνομαι ἀσάλευτον σεβασμὸν, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀδιάφορον, ἂν ἡ διαμαρτυρία μου αὕτη δὲν δυνηθῆ νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν κυβερνώντων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ ἔτος 1886 εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω πῶς ἐτηρήθη μεγαλειτέρα τις ἀναλογία εἰς τὴν παροχὴν τῶν δαπανημάτων διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Πελοποννήσῳ. Ἤδη κρίνατε, ἂν ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐπιμέλειαν Κυβέρνησις, μεθ’ ὅσα ἐνόμισα καθῆκον νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ προχθεσινὰ δόγματα τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Μετὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιίας, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπομεν, καὶ ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐθέσπισεν, εἰσκομίζει ἑκὼν ἄκων, καὶ πιεζόμενος πολλάκις, ὁ παραγωγὸς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἀπολαύσῃ τοὺς καρποὺς τῆς δαπάνης ταύτης, ἣν οὐχὶ σπανίως εἰσφέρει διὰ στερήσεως τοῦ ἄρτου του. Διότι στερεῖται πολλάκις τοῦ ἄρτου αὐτοῦ, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι μίαν ἡμέραν διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας ἡ πρόσοδός του θὰ βελτιωθῇ καὶ θὰ ἀπολαύσῃ κἄτι τι περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσφέρει. Ἄλλως ἡ Πολιτεία θὰ ἦτο ἄστοργος, ἐὰν ὑπέβαλλεν εἰς τοιαύτας βαρυτάτας φορολογίας ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων καὶ οἱ ἄλλοι φόροι καὶ τὰ δημόσια τέλη, τὰ πληρονόμενα εἰς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ἐλαφρά. Ἔχω ἀναγνώσει εἰς συγγραφὴν οἰκονομολόγου τινὸς, ὅτι οἱ φόροι τότε δύνανται νὰ ἦναι δεδικαιολογημένοι, ὡς δικαίως καταβαλλόμενοι ὑπὸ τῆς κοινωνίας, ἔστω καὶ μετὰ στενοχωρίας κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅταν ἐπιστρεφόμενοι πίπτωσιν ὡς βροχὴ ἐλαφρὰ καὶ εὐεργετικὴ ἐπὶ τὴν παραγωγὴν διὰ μέτρων εὐεργετικῆς προνοίας τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ φόροι δὲν ἔχωσι τοιοῦτον προορισμὸν, δὲν δαπανῶνται πρὸς θεραπείαν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν, πρὸς τὴν παραγωγὴν ἀλλοτρίων, ἀστόργως καὶ ἀσυνειδήτως; Ὅταν, φέρ’ εἰπεῖν, δαπανῶνται πρὸς ἐνίσχυσιν οὐχὶ τῆς παραγωγῆς, ἀφ’ ἧς καὶ λαμβάνονται, ἀλλὰ τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Βουλευτοῦ, τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Ὑπουργοῦ; Τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὁ φορολογούμενος, ὁ παραγωγὸς, ὁ ὁποῖος δαπανᾷ, δικαιοῦται νὰ φρονῇ, ὅτι ληστεύεται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ τῆς Πολιτείας. Ἀπογοητεύεται δὲ βλέπων, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους καταβάλλει ἐν μυρίαις στερήσεσι καὶ ἐν βαρυτάτοις μόχθοις, δὲν δαπανῶνται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπηγγείλατο ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ σπαταλῶνται ἀστόργως, πρὸς σκοποὺς εὐτελεῖς, πρὸς σκοποὺς ἐπικρατήσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ πολιτευμένου. Ἀλλ’ ὁποίαν αἰσθάνεται ὀδύνην καὶ ἀγανάκτησιν εὔλογον καὶ ὅταν βλέπῃ, ὅτι σπαταλῶνται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ τὰ κατατιθέμενα διὰ τῆς στερήσεως τοῦ ἄρτου αὐτοῦ; Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ πάντων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγένετο λόγος καὶ πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὰς γενομένας κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη κατασωτεύσεις ἢ διασπαθήσεις τῶν πόρων τῆς ὁδοποιίας, εἰς ἔργα, τῶν ὁποίων ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ὠφέλεια εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων οὐδόλως ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τῶν πινάκων μαρτυρεῖ καὶ ἄλλο, οὐχ ἧττον οἰκτρὸν, σύμπτωμα κυβερνητικῆς ἀστοργίας. Καταδεικνύει, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, τὰ ἐντεταλμένα τὴν κατασκευὴν δημοτικῶν καὶ δημοσίων ἔργων, ποσὰ μυθώδη, ἑτέραν ἀποδεικνύοντα πληγήν. Εἰς τοῦτο θέλει πεισθῆ ἀδιστάκτως ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐθὺς, ὡς ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὰ δαπανηθέντα ποσὰ κατὰ τὸ 1886 εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ. Θέλει παρατηρήσει μετ’ ἄλγους, ὅτι τὸ 1886 εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως, μὴ περιλαμβανομένων ἐν αὐτοῖς τῶν τακτικῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐπίβλεψιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ μόνον τῶν ὁδοιπορικῶν αὐτῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὴν ἐπιστασίαν καὶ ἐπιθεώρησιν, ἐδαπανήθησαν δρ. 447,321· ἀλλ’ εἰς ταῦτα δέον νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι καὶ ἡ δαπάνη αὕτη σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων· λοιπὸν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπάνησε 329,200, ἑπομένως θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς 776,448 δραχ. συμποσοῦνται τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν κατασκευασθεισῶν ὁδῶν κατὰ τὸ 1886. Οἱ δὲ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι χωριστοί. Ἄν ὑπελογίζοντο καὶ οὗτοι, ἤθελεν ἴσως ἀναβῆ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἡ δαπάνη τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς πληρωμὴν μόνον ἐξόδων ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι φοβερὸν, ὅταν 5,000,000 δαπανᾷ τὸ Κράτος εἰς κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ⅕ τῆς δαπάνης ν’ ἀποῤῥοφῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους! Εἶναι, φρονῶ, λίαν ἐπεῖγον, νὰ μελετήσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τὸ ζήτημα καὶ μεριμνήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ ὅσον οἷόν τε ἐλάττωσιν εἰς τὴν σπατάλην ταύτην, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ τὸ πέμπτον τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας. Ποῦ ἠκούσθη εἷς οἰκοκύρης, δαπανῶν 100 δραχμὰς εἰς καλλιέργειαν τοῦ κτήματός του, νὰ δαπανᾷ τὰς εἴκοσιν ἐκ τούτων εἰς τὸν ἐπιστάτην; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἐὰν εἰς ἄλλο Κράτος δύναται νὰ παρουσιασθῇ — ἐκτὸς ἐὰν ἦναι Κράτος καθαρῶς Ἀνατολικὸν — τοιαύτη ἀναλογία τῶν δαπανῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πρὸς τὰ ἔργα αὐτά! Χαρακτηριστικώτατον δ’ εὗρον τὸ ἑξῆς· εἰς τοὺς πίνακας τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀναγράφεται ὡς δαπανηθὲν ποσὸν διὰ μικράν τινα ὁδὸν ἀπὸ Κυθήρων εἰς Αὐλαίμονα δραχ. 6,450, ἐξ αὐτῶν αἱ 1500 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ἔργον, αἱ δὲ 4,500 εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως! Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τόσον ὑπερβολικὸν, ὥστε ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ σοβαροῦ. Ἀκούσατε δὲ εἰς τίνα πορίσματα ἄγει ἡ μελέτη τῶν πινάκων. Ἄν ὑπολογίσητε τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884, 1885 καὶ 1886, θέλετε ἔλθει εἰς ἔτι λυπηρότερα συμπεράσματα. Κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως δρ. 208,881. Κατὰ τὸ 1883, 275,377. Κατὰ τὸ 1884 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐπιστασίαν καὶ ἐπιθεώρησιν 505,649. Κατὰ τὸ 1885, 596,187, καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως 447,220. Ἤτοι ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ ἕξ ἔτη εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως δραχμαὶ 2,033,695! μὴ ὑπολογιζομένων ἐν τούτοις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν μηχανικῶν, τῶν ἐργοδηγῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἑπόμενον ἦτο νὰ ἔχωμεν, ὅταν ψηφίζωνται νόμοι χωρὶς πολλῆς προσοχῆς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, καθ’ ὃν ἐκανονίζοντο τὰ ἔξοδα καὶ οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων, ἀνεγράφοντο ταῦτα εἰς ὑπερβολὴν μεγάλα. Καὶ τοῦτο διότι συνέταξαν τὰ νομοσχέδια αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὧν οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ ἐκανονίζοντο δι’ αὐτῶν. Ἀτυχῶς οὕτω συντάσσονται τὰ πλεῖστα νομοσχέδια, ἀναγινώσκονται μίαν ἑσπέραν ἐδῶ καὶ γίνονται εὐθὺς νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βλέπετε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς ὁποῖα ἀξιοθρήνητα φθάνουσιν ἀποτελέσματα; Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἐδαπανήθη ἐκ τῶν πτωχῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας εἰς μισθοὺς καὶ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1886 τὸ φοβερὸν ποσὸν δραχ. 2,160,659! Ἂν εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ τὰ σημειούμενα ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐπιστασίας κατὰ τὴν ἑξαετῆ περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886, εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους τῆς ὁδοποιΐας, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι εἰς ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ ἀποζημιώσεις μόνον ἐδαπάνησε τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἑξαετίαν 4,174,354 δρ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 31 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὴν ἑξαετῆ περίοδον, ἀποτελεῖ ἓν ἕκτον τῆς ὅλης δαπάνης, ὑπολογιζομένων καὶ τῶν τακτικῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὁδοποιΐας. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίαν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν σπατάλην ταύτην, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ἀφορῶν εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα· ἀφορᾷ εἰς τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς παραγωγούς, τῶν ὁποίων ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε νὰ κηδεμονεύσῃ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ νὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς, τῆς συγκοινωνίας, τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ ὅταν δαπανῶνται ἑκατομμύρια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ἀπομένῃ δὲ ἐλάχιστον ποσὸν πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συλλέγονται τὰ χρήματα ταῦτα, τίνος εἴδους κηδεμονία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ αὕτη; Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ βραχεῖαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποδείξω τὴν ἄνισον κατανομὴν, κατὰ διαμερίσματα τοῦ Κράτους, τῶν πόρων τοῦ ταμείου, εἶναι ἀνεπαρκεῖς εἰς καταδήλωσιν τοῦ μεγέθους τῆς ἀδικίας. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας πολλῷ μᾶλλον σκανδαλώδεις ἀναλογίας, ἃς μοὶ ἐπόρισεν ἡ μελέτη τῶν πινάκων τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886. Τὰ ῥηθέντα παρέχουσιν ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς ἀδικίας, ἥτις προσγίγνεται εἰς τοὺς νομοὺς, τοὺς τελοῦντας τοὺς βαρυτέρους φόρους ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς φέρω μίαν μόνον μικρὰν ἀντιπαραβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην μεταξὺ δύο νομῶν, διότι, ὅπως ὑπολογίσω πάντων τῶν νομῶν τὰ ἔσοδα καὶ τὰς δαπάνας, χωριστὰ ἑκάστου ἀπὸ τοῦ 1882, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἐπιφέρω καθολικὸν πόρισμα περὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευσε κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν δαπανῶν εἰς τὰ τρία τοῦ Κράτους διαμερίσματα, ἦτο ἔργον λίαν ἐπίμοχθον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ αἱ χεῖρες περισσεύουσιν εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁδοποιΐας, νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν πίνακας τοιούτους, δηλοῦντας κατὰ νομοὺς, πόσα εἰσέφερεν ἕκαστος νομὸς ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ πόσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου νομοῦ ἐδαπανήθησαν. Ἐγὼ περιορίζομαι σήμερον εἰς τὴν σύγκρισιν δύο νομῶν, ἣν προχείρως ἐποιησάμην. Κατ’ ἀλήθειαν δὲ ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐκίνησε τὴν ἔκπληξιν καὶ τὸν θαυμασμὸν ἡ ἠρεμία τῆς συνειδήσεως τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα τὴν χώραν, μεθ’ ἧς ἐλάμβανον τοὺς φόρους τῆς ὁδοποιΐας, τοὺς εἰσφερομένους ἐκ τούτου τοῦ νομοῦ, καὶ ἐδαπάνουν ἀφειδῶς εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀχρήστων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐν ἄλλῳ νομῷ, ἐν ᾧ ἐπεζήτουν νὰ κρατύνωσιν οὐχὶ τὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ τὴν ἐπιῤῥοήν των. Ἐδαπάνων, λέγω, ἄνευ προνοίας περὶ προαγωγῆς τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ὅπως φανῶσιν ἁπλῶς εὐχάριστοι εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐποιησάμην τὴν σύγκρισιν τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας πρὸς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας. Τί νομίζετε προκύπτει ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης; Διὰ βραχυτάτων λέξεων θὰ σᾶς δώσω τὸ πόρισμα τῆς μελέτης μου. Ἀποφεύγω τὰς λεπτομερείας, ἵνα μὴ γίνω ὀχληρὸς καὶ καταχρασθῶ τὴν ὑμετέραν ἀνοχήν. Ἂν δὲ γεννηθῇ ἔνστασίς τις περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς ὑποβάλλω, εἶμαι ἕτοιμος λεπτομερῶς νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὰς παρατηρήσεις μου. Οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἰσήνεγκον ἐκ πόρων κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας τὰς εἰσφορὰς, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας κατὰ τὴν ἑξαετῆ περίοδον, τῆς ὁποίας ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολογισμούς, δραχμὰς 824,851, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἰσήνεγκον κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα δρ. 853,404. Βλέπετε, ὅτι αἱ εἰσφοραὶ ἑκατέρου νομοῦ σχεδὸν εἶναι παράλληλοι. Ἀκούσατε ὅμως τὴν ἀναλογίαν, καὶ τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἰσότητα, ἡ ὁποία ἐτηρήθη περὶ τὰς δαπάνας. Ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 4,591,894, ἐνῷ εἰς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ὁποῖος εἰσέφερε μεγαλείτερον ποσὸν, 30,000 δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν ἑξαετῆ περίοδον πόσα νομίζετε; risum teneatis. Τὸ εὐτελέστατον ποσὸν τῶν δραχμῶν 416,698. Τέσσαρα ὅλα ἑκατομμύρια πλείονα ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν τρισόλβιον νομὸν, ἐξ οὗ ἐκλέγεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἷς ἕτερος Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τοῦτο δικαιοσύνη; εἶναι κυβερνητικὴ πρόνοια Κυβερνήσεως λαοῦ ἐλευθέρου, συνταγματικῶς διοικουμένου; Ἀλλὰ τί ὀφείλομεν ἡμεῖς, οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, νὰ εἰσφέρωμεν ἁδρὰς εἰσφορὰς εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἵνα λαμβάνοντες τοὺς ἱδρῶτας ἡμῶν οἱ Ὑπουργοὶ δαπανῶσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχονται ἐξ ἰδεῶν διαιρέσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς Ρουμελιώτας καὶ εἰς Πελοποννησίους καὶ εἰς Νησιώτας. Φρονῶ, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἓν ἔθνος, ὅτι πάντες εἴμεθα ὁμόφυλοι καὶ πάντες ἀδελφοί, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι τελοῦσιν ὑπὸ ἕνα ἡγεμόνα, τὰς αὐτὰς παραδόσεις καὶ τοὺς αὐτοὺς πόθους ἔχοντες· ἀλλὰ προκειμένου περὶ φόρων καὶ δαπανῶν, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψω, ὅπως δαπανῶνται εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν 4,591,000, ἀνεχόμενος ἐν χριστιανικῇ ἀνοχῇ νὰ δαπανῶνται μόνον 416,000 ὑπὲρ τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας. Ἐὰν ἐγίνετο ἔρευνα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς τῆς Πελοποννήσου, δὲν ἠξεύρω ὁποῖα ἀναλογία ἤθελεν εὑρεθῇ, ἢ ἐὰν ἐγίνετο παρομοία παραβολὴ καὶ ὡς πρὸς τὰς νήσους, τίς οἶδεν ὁποῖαι σκανδαλώδεις δυσαναλογίαι θ’ ἀπεκαλύπτοντο. Δὲν εἶμαι δὲ σύμφωνος, οὐδὲ κρίνω ἐμαυτοῦ ἄξιον, νὰ ἐκφράζω εὐχαριστίας πρὸς Ὑπουργοὺς, τόσῳ ἀδίκους ἐξελεγχομένους ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κοσονάκος ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ εὐγνωμοσύνην, διότι ἐδαπανήθησαν, δὲν ἠξεύρω πόσαι δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Γυθείου, ἐγὼ διεμαρτυρήθην ἐντόνως, ὅτι ἔπραττε τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις, μεριμνήσασα περὶ τούτου, καὶ ἂν δὲν τὸ ἔπραττεν οὕτω, θὰ ἦτο ἀξία μομφῆς. Ἀλλ’ ὅταν εἴς τινας ἐπαρχίας φέρεται, ἕνεκα πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ὡς μήτηρ, πρὸς ἄλλας δὲ οὔτε ὡς μητρυιὰ, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἤθελον εὑρεθῇ πολλοὶ δῆμοι καὶ ὁλόκληρα διαμερίσματα ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομῷ, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, διατελοῦντες εἰς χείρονα κατάστασιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἀναφέρονται διατελοῦντες κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Ἑνετῶν. Ἡ Κορινθία περιλαμβάνει τέσσαρα πλούσια σιτοφόρα πεδία, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς δουλείας τῆς βαρβαρότητος, κατέστησαν λίμναι. Ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα εἶχον κατασκευασθῆ ὑδραυλικὰ ἔργα τεχνικὰ γιγάντεια, τὰ ὁποῖα ἀπέδιδον εἰς τὸν Ἡρακλέα, ὅπως μὴ οἱ χειμερινοὶ ὄμβροι κατακλύζωσι ταύτας τὰς πεδιάδας. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία μέριμνα περὶ τούτων ἐλήφθη, καὶ κατέστησαν διὰ τοῦτο λίμναι. Πλὴν δὲ τούτου οὐδέποτε ἐν αὐταῖς, καλλιεργημέναις κατὰ τὸ ἥμισυ, κατεσκευάσθη ὁδός. Μόλις δύνανται διὰ ὀναρίων νὰ μεταφέρωσι τοὺς καρποὺς εἰς τὰ πέριξ χωρία, καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέλθῃ βροχὴ, ἢ χιών. Διότι τότε ἡ συγκοινωνία διακόπτεται ἐντελῶς· ἀλλὰ τέλος πάντων οἱ κάτοικοι τῶν δήμων τούτων ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐνιαυτῶν ηὐτύχησαν νὰ ἦναι Ἕλληνες ἐλεύθεροι καὶ πολῖται τῆς αὐτῆς ἐπικρατείας, εἰς ἣν ὑπάγονται καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὡς πληρόνοντες φόρους καὶ ἔχοντες ταμεῖον κοινόν. Διὰ τοῦτο εὐλόγως ἔχουσιν ἀξίωσιν, ὅπως μὴ δαπανῶνται τὰ χρήματά των πρὸς θεραπείαν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τῆς Ἀκαρνανίας, τῆς Αἰτωλίας ἢ ἄλλων μερῶν. Διότι ἐκ τῶν 400,000, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τῶν Ἀκαρνάνων, τὸ ⅕ ἀνήκει εἰς τοὺς κατοίκους τῶν νομῶν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ἐν τίνι δικαιώματι, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἁρπάσαντες τὰ χρήματα ἡμῶν, ἐδαπανήσατε ἐπὶ τὰς χρείας ἄλλων κοινοτήτων, καταλείποντες ἡμᾶς εἰς τὴν τύχην μας, καὶ καταδικάσαντες ἡμᾶς ν’ ἀποθνήσκωμεν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ πάσης μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους συγκοινωνίας; Λέγεται τοῦτο κυβερνητικὴ πρόνοια καὶ δικαιοσύνη; Ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὸ τέταρτον τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἐν τοῖς δήμοις τούτοις τῆς Κορινθίας, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ ἑνώσῃ τὰ πλούσια ἐκεῖνα σιτοφόρα πεδία τῆς Στυμφαλίας καὶ τοῦ Φενεοῦ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ὁμωνύμων λιμνῶν, καὶ ὅμως πρὸς τοῦτο οὐδὲ ὀβολὸν ἐδαπάνησε. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις της, καίτοι παρῆλθεν ἤδη τετραετία ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων προθεσμίας, ἀλλ’ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου περὶ τούτου πρὸ πολλοῦ. Ἀνέγνωσα τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ὑπέβαλε περὶ τοῦ δικτύου τοῦ σιδηροδρομικοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συνενώσῃ τὴν Πελοπόννησον δι’ ἑνὸς σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος. Καὶ παρετήρησα, ὅτι περὶ πασῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐλήφθη πρόνοιά τις, ἔστω καὶ εἰς τὸν χάρτην, περὶ τῶν ὀρεινῶν ὅμως δήμων τῆς Κορινθίας καὶ τῆς Ἀργολίδος δυστυχῶς οὐδεμία. Ἀλλ’ ἡ Κορινθία κατοικεῖται ὑπὸ 60,000 κατοίκων. Οἱ ὀρεινοὶ δὲ δῆμοι ἀριθμοῦσι πλείονας τῶν τριάκοντα χιλιάδων κατοίκων, βαρεῖς τελούντων φόρους. Οἱ Γάλλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν κατασκευὴν, ἔλαβον δύο βάσεις πρὸς χάραξιν τῶν τῆς συγκοινωνίας γραμμῶν, ἤτοι τὸν πληθυσμὸν τῶν κωμῶν καὶ πόλεων, τῶν διὰ τῶν σιδηροδρόμων ἑνουμένων, ἢ τὴν διεύθυνσιν, ἣν ἔχει ἡ τῶν προϊόντων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων γενικὴ κίνησις. Ἀλλ’ ἐν τῷ διαμερίσματι τούτῳ τῆς Κορινθίας εἰσὶ κῶμαι πολυάριθμοι, πέριξ τῶν ὀροπεδίων συνωκισμέναι δίκην στεφάνης, καὶ ἄφθονα προϊόντα παράγουσαι. Διατὶ δὲν ὑπολογίζει τοὺς κατοίκους τῶν κωμῶν τούτων τοῦ Φενεοῦ, τῆς Στυμφαλίας, τῆς Πελλήνης, ὡς ἓν ὅλον ἀποτελοῦντας, ἀλλὰ δίκην δουλοπαροίκων ἔχει ἔξω τάξει, ἀμοίρους τῶν ἀγαθῶν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Κράτους; Τὸ σύνολον αὐτῶν ἀποτελεῖ πληθυσμὸν 30,000, τελούντων καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὸ τῆς ὁδοποιίας πολλὰς μυριάδας δραχμῶν. Δὲν εἶναι τάχα καιρὸς νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν πολιτῶν τούτων μετὰ τοὺς Ἀκαρνᾶνας; Δὲν ἐπιμένω νὰ ἐξαντλήσω ἐπὶ πλέον τὸ θλιβερὸν τοῦτο θέμα, ἐπιφυλασσόμενος εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ, νὰ ἐξηγήσω σαφέστερον καὶ καθαρώτερον, πόσα καὶ πόσον τιμαλφῆ κοινωνικὰ συμφέροντα καταστρέφονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως πάσης ἐπιμελείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν κατοίκων τῶν δήμων ἐκείνων ἀπὸ τοῦ διαρκοῦς ἀποκλεισμοῦ, εἰς ὃν κρατεῖ τοὺς ἀτυχεῖς τὸ ὑψίκρημνον καὶ ἀπότομον τῶν πέριξ ὀρέων καὶ οἱ ἀπ’ αὐτῶν ἐκχεόμενοι κατὰ τὴν χειμερινὴν ὥραν ἀδιάβατοι χείμαῤῥοι.

§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκω, γίνεται ἀκόμη καὶ σήμερον πολὺς λόγος περί τινος σκανδαλωδεστάτης κυβερνητικῆς ἐπεμβάσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887. Τὰ περὶ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης ἐλέγοντο ἔκτοτε, τὰ ἤκουσα καὶ ἐγώ, τὰ ἐνόησα μάλιστα, ὡς ἐκ τῆς ἀποτόμου μεταστάσεως μεγάλης ὁμάδος πολιτικῶν μου φίλων εἰς τὴν κυβερνητικὴν φάλαγγα, ἀλλά, σᾶς ὁμολογῶ, ἐδυσκολευόμην νὰ πιστεύσω ὅσα ἐλέγοντο. Κατ’ αὐτὰς ὅμως περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον θέλω ἀναγνώσει καὶ πρὸς ὑμᾶς, διότι εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐμβάλῃ εἰς σπουδαίας καὶ σοβαρὰς σκέψεις πάντα πολιτευόμενον καὶ πάντα εἰλικρινῶς μεριμνῶντα περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Πρὶν ὅμως ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, θέλω σᾶς ἐκθέσει διὰ βραχέων, ὡς ἐλέγοντο, τὰ περὶ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀφθόνως παρεχώρει εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ μετατόπισις ὄχι ἁπλῶν ψηφοφόρων, ἀλλὰ καὶ κομματαρχῶν καὶ Δημάρχων ἀκόμη, ἀλλ’ ἔῤῥιψαν τὸ βλέμμα εἴς τινα κωμόπολιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικεῖ ἰσχυροτάτη καὶ πολυπρόσωπος οἰκογένεια, ἔχουσα πολλὰς ψήφους, δυναμένη δὲ νὰ παρασύρῃ ἔτι πλειοτέρας. Τῆς οἰκογενείας ταύτης ὁ ἀρχηγός, χρηματίσας ἄλλοτε οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, εἶχε καταδικασθῆ πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς δεκαετῆ δεσμά. Ἀλλὰ κατὰ τὴν δίκην ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησεν, ἔδειξε μέγιστον ζῆλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐδιπλασίασε τὰς εἰσπράξεις, κατεδίωξεν ἀμειλίκτως τὰ λαθρεμπόρια, ἐξέθεσε πολλάκις εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν του ἀπέναντι τῶν λαθρεμπόρων, ἀπέκρουσε γενναίας προσφοράς, γινομένας παρ’ αὐτῶν, ἵνα παραβῇ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι διετέλει ἐν ἄκρᾳ πενίᾳ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέδρων ἐθεώρησεν αὐστηρὰν τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ ποινήν, ἐξέφρασε μάλιστα ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐνοχῆς του, καὶ ἐσύστησεν αὐτὸν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Βασιλέως· ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὑποβάλλων τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ ποινή του εἰς φυλάκισιν δύο ἐτῶν καὶ ἡμίσεος, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπὴ εὗρεν ὀλίγα τὰ 2½ καὶ ἀπεφάνθη νὰ περιορισθῇ ἡ ποινὴ εἰς 4 ἔτη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου, συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, περιωρίζετο ἡ ποινὴ εἰς τεσσάρων ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ ὁ κατάδικος μετεφέρθη εἰς τὰς φυλακὰς Μεσολογγίου. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, καὶ ὁ κατάδικος καὶ οἱ συγγενεῖς του εἶχον μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς, εἶχον μάλιστα καὶ μέγα παράπονον κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; διότι μετὰ τοιαύτας συστάσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ἐφάνη τοσοῦτον φειδωλὴ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ποινῆς του. Τὴν ἐπιθυμίαν λοιπὸν ταύτην ἐσκέφθησαν οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι, καὶ νὰ κατορθώσωσιν, ὥστε ὅλη αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ καὶ πολυπρόσωπος οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀνῆκεν ἀνέκαθεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μεταστῇ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Μετέβησαν λοιπὸν αὐτοὶ καὶ οἱ πράκτορες αὐτῶν καὶ εἰς τὸ δεσμωτήριον καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ ὑπέσχοντο, ὅτι, ἐὰν ἀκολουθήσωσι τοὺς κυβερνητικοὺς ὑποψηφίους, ἀφεύκτως θέλει ἀπαλλαγῆ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐπείθοντο καὶ ἔθεντο ὡς ὅρον νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα τῆς χάριτος πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ἐν τούτοις Διάταγμα δὲν ἐξεδίδετο, ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς ἐπλησίαζε καὶ οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι ἤρχισαν νὰ ἀνησυχῶσιν· ἐλέγετο μάλιστα τότε, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶχον δειλιάσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐσκέπτοντο νὰ ἀποχωρήσωσι τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐλέγοντο ὅλα ταῦτα καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς βέβαιον, ὅτι ἡ μεγάλη αὕτη οἰκογένεια ἤθελε μείνει πιστὴ εἰς τὸ φρόνημά της, ἐθεωρεῖτο δὲ ἐξησφαλισμένη ἡ πλειοψηφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, αἴφνης τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, πρὸς τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, ὅλη ἡ οἰκογένεια ἀνεστατώθη· οἱ συγγενεῖς, ἀριθμούμενοι εἰς 100 περίπου, ἐξαιρέσει τριῶν μόνον, οἵτινες ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸ φρόνημά των, ἔλαβον τὰ ὅπλα, ἤρχισαν νὰ πυροβολοῦν, ἐξῆλθον ἀλλαλάζοντες εἰς τὴν κωμόπολιν καὶ τὰ χωρία, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν παρέστησαν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐκλογέων καὶ ἐψήφισαν πανηγυρικῶς ὑπὲρ τῆς Συμπολιτεύσεως. Εἰς τὴν μετάστασιν ταύτην ὀφείλεται, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμειοψήφησεν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, καὶ εἰς αὐτὴν ὀφείλει τὴν ἐπιτυχίαν του ὁ εἷς καὶ μόνος ἐκ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου ἐπιτυχὼν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας εἷς κυρίως φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέτυχεν, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἐπιτυχόντες ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι. Ἡ αἰφνηδία αὕτη μετάστασις ἀπεδόθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἡ οἰκογένεια αὕτη ἔθετο, καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι ἀπενεμήθη εἰς τὸν κατάδικον πλήρης χάρις. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἡ ἐκλογή, παρῆλθον μῆνες, καὶ χάρις δὲν ἐδίδετο, μόλις δὲ ἐδημοσιεύθη τοιοῦτον Διάταγμα μετὰ πολλοὺς μῆνας, ἤτοι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτε συνεπληροῦντο περίπου τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ ποινή. Ἔμενε λοιπὸν μυστήριον, τί συνέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ πῶς αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἐπείσθη αἴφνης νὰ μεταστῇ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν. Ἀκούσατε δὲ τί ἐλέγετο περὶ τοῦ μυστηρίου τούτου μετὰ πολλοὺς μῆνας, καὶ ὁποία διάδοσις ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ. Ἐλέγετο, ὅτι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς εἷς τῶν Ὑπουργῶν ἀπηύθυνε τηλεγράφημα πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ζακύνθῳ, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει ῥητῶς, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς χάριτος ὑπεγράφη καὶ θὰ κοινοποιηθῇ ἀφεύκτως τὴν 6 Ἰανουαρίου, ὅ ἐστὶ δύο ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ παραγγελθῶσιν οἱ συγγενεῖς τοῦ καταδίκου νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς Συμπολιτεύσεως διότι, ἐὰν πράξωσιν ἄλλως, τὸ μέτρον θὰ ματαιωθῇ, ὅτι οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ὑπάλληλοι μετέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκοινοποίησαν τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κατάδικον, καὶ ὅτι αὐτὸς, μὴ πιστεύων εἰς τὰ γραφόμενα, ἀπῄτησε παρ’ αὐτῶν νὰ τοῦ ἐγχειρίσουν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, ἐπικεκυρωμένον διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, καὶ ὅτι οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι δὲν ἐδυσκολεύθησαν νὰ δώσωσι τὸ ζητηθὲν ἀντίγραφον. Προσέθετον δὲ, ὅτι παρήρχετο ὁ καιρὸς καὶ ἡ χάρις δὲν ἐδίδετο, ὁ κατάδικος ἐστενοχωρήθη καὶ ἤρχισε νὰ κάμνῃ ἀντίγραφα τοῦ τηλεγραφήματος καὶ νὰ στέλλῃ εἰς διαφόρους γνωρίμους, διατελοῦντας εἰς σχέσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ μεσολαβήσωσιν, ὅπως ἐκπληρωθῇ ἡ δοθεῖσα ὑπόσχεσις, καὶ ἀπειλῶν, ὅτι, ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο, θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημοσιεύσῃ τὸ εἰς χεῖράς του τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπικεκυρωμένον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἀπὸ τὸν Νομάρχην. Ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἀντιγράφων παρέπεσε καὶ περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς ἀναγνώσω· εἶναι δὲ γεγραμμένον ἰδίᾳ χειρὶ ἀπὸ τὸν κατάδικον, τοῦ ὁποίου γνωρίζω τὸν χαρακτῆρα.

§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;

§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιοῦτε, ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένος Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὑμεῖς τὸ βεβαιοῦτε, ἢ ἁπλῶς ἐννοεῖτε, ὅτι εἷς κατάδικος τὸ βεβαιοῖ;

§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι τὸ τηλεγράφημα τοῦτο φέρει ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν εἶναι πλέον ἐν τῇ ζωῇ. Ἐὰν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἤθελον κάμει χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ὅλοι, ὅτι τὰ τοιαῦτα, ὅσον καὶ ἂν γίνωνται μυστικὰ, δὲν δύνανται νὰ μείνουν κεκαλυμμένα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ εἴπωσιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐπλαστογράφησεν ὁ κατάδικος· ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωσι, καὶ ὁποιανδήποτε σημασίαν καὶ ἄν ἀποδώσητε εἰς αὐτὸ, εἶναι πάντοτε ἔγγραφος μαρτυρία τοῦ ἁρμοδιωτέρου προσώπου, ἡ ὁποία βεβαιοῖ τὰ τότε λαβόντα χώραν· καὶ δύνανται νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ἔγραψεν αὐτὸς, ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε λόγους νὰ εὐγνωμονῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ τέλους, καλῶς ποιοῦσα, τὸν ἀπήλλαξε τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς, ἐκάθισε καὶ ἔγραψεν ὅ,τι τοῦ κατέβη εἰς τὴν κεφαλὴν, καὶ διεσκόρπιζεν ἀντίγραφα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἔπειτα λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ μυστηρίου τούτου ἐχρησίμευσαν πολλοὶ ὑπάλληλοι ὡς ὑπηρέται, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται ν’ ἀνεκοίνωσαν εἰς πολλὰ πρόσωπα τὰ περὶ τούτου· ἐκτὸς τούτου, τὸ ἀντίγραφον, ὅ ἐδόθη ἐπικεκυρωμένον ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ἐνδέχεται, ἐὰν δὲν εὑρίσκηται ἀκόμη εἰς χεῖρας αὐτοῦ (θόρυβος), νὰ περιῆλθεν εἰς ἄλλου χεῖρας, καὶ νὰ παρουσιασθῇ φέρον τὴν ὑπογραφήν.

§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὅταν τὸ φέρητε.

§9ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Θὰ ἦναι εἰς τὸ τηλεγραφεῖον.

§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἐτηλεγραφήθη προφορικῶς.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ πῶς ὑπάρχει ὑπογραφὴ ἐπὶ προφορικοῦ τηλεγραφήματος; Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι τὰ τηλεγραφήματα ὑπογράφονται καὶ προφορικῶς.

§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν σᾶς ὠφελοῦν. Ἐπέμβασις τοιαύτη εἶναι πρωτοφανὴς καὶ πολὺ χειροτέρα τῶν ἐπεμβάσεων τῆς πρώτης Δυναστείας, διότι ἐκεῖναι ἦσαν φανεραί, ἐστηρίζοντο εἰς τὴν βίαν, καὶ κατὰ τῆς βίας δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ ἐνίοτε ἄλλην βίαν, ἀλλὰ κατὰ τοιούτων σατανικῶν ἐνεργειῶν τίς δύναται νὰ ἀντεπεξέλθῃ; Πῶς δύνασθε, Κύριοι, νὰ ἀπαιτήσητε ἀνεξαρτησίαν φρονήματος ἀπὸ ἕνα δυστυχῆ κατάδικον, ὅταν εἰσέρχωνται εἰς τὸ δεσμωτήριον ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν μίαν χεῖρα κρατοῦσι Διάταγμα, δὲν ἠξεύρω ἂν πλαστὸν ἢ γνήσιον, δι’ οὗ ἀπονέμεται πλήρης χάρις ἐπὶ ἀνταλλάγματι τῶν ψήφων τῶν συγγενῶν του, μὲ τὴν ἄλλην δὲ δεικνύουσιν εἰς αὐτὸν τὰ ὑπόγεια τῶν φυλακῶν, τὴν μάστιγα τοῦ δεσμοφύλακος καὶ τὴν βούταν; πῶς θέλετε νὰ μείνωσιν ἀδιάφοροι ἡ οἰκογένεια, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι ἀνθρώπου στενάζοντος ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καθίσταται ἀδύνατος ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, καὶ τοῦτο λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν, διότι πάντες, ὅσοι ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ κάθησθε εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἔχετε τὴν ἐπιῤῥοήν σας, οἱ πλεῖστοι ἐξελέχθητε καὶ ἄλλοτε Βουλευταὶ καὶ δύνασθε νὰ ἐκλεχθῆτε καὶ πάλιν ἄνευ τῆς χρήσεως τοιούτων μέσων· ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐξουσία, μὴ ἔχουσα πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν τοιούτων μέτρων καὶ ἐνεργειῶν, ἀναγκάζηται νὰ λαμβάνῃ εἰς ἐπικουρίαν τὴν προσωπικότητα τῶν ἀτόμων, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ πάντες οἱ ἔχοντες ἐπιῤῥοὴν καὶ ἀνεξαρτησίαν θὰ θεωρηθῆτε ἄχρηστοι. Ὅταν τελειοποιηθῇ ἡ χρῆσις τῶν πρὸς ἐπέμβασιν μέτρων, ὅταν ἡ Κυβέρσις μάθῃ τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀτόμων, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ θεωρηθῆτε περιττοὶ, καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ χειροτονῶνται εἰς τοὺς προθαλάμους τῶν Ὑπουργῶν ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες θέλουν δίδει ἐκ τῶν προτέρων ὑπόσχεσιν, ὅτι τυφλῶς καὶ ἀνεξετάστως θέλουσι ψηφίζει πᾶν ὅ,τι παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠκολούθησεν ἡ ἐξουσία, ὅτε ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ νοθεύωνται αἱ ἐκλογαί· ἐν ἀρχῇ ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεγε τοὺς ὑποψηφίους της μεταξὺ τῶν ἰσχυρῶν προσώπων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ ὅμως ἐτελειοποιήθη τὸ σύστημα καὶ ὁ λαὸς ἀπηλπίσθη, τότε δὲν ἐγίνοντο κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι εἰμὴ μόνον οἱ ἀφωσιωμένοι· ὅτε δὲ μία Βουλὴ ἐτόλμησε νὰ ἐκλέξῃ ἄλλον Πρόεδρον παρ’ ἐκεῖνον, ὃν ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, διεσκορπίσθη ἀμέσως ἐκείνη, καὶ οὐδεὶς τῶν 62 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ δώσωσι ψῆφον παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ἐὰν τότε τὸ κακὸν παραταθὲν κατέληξεν εἰς καταστροφὴν, σήμερον εὐτυχῶς οὐδεὶς κίνδυνος καὶ φόβος ὑπάρχει, διότι οἱ ἐργάται τῆς σήμερον δὲν ἵστανται ἐκεῖ, ὅπου ἵσταντο οἱ ἐργάται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· εἶναι μικροὶ καὶ ταπεινοί, καὶ οὐδετέρα τῶν μεγάλων πολιτειακῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους θέλει ἐπιτρέψει εἰς αὐτοὺς νὰ διαιωνίσωσι τὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονήν των διὰ τοιούτων μέτρων. Ἀφοῦ ἕνεκεν τοιούτων ἀνωτάτων ἐνεργειῶν κατεστράφη Δυναστεία, ἡ ὁποία εἶχε μεγάλα δικαιώματα εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ἦναί τις μωρὸς, ἵνα πιστεύῃ, ὅτι θέλει ἐπιτραπῆ εἰς ἁπλοῦς Ὑπουργοὺς νὰ διαιωνίσωσι τὸ κράτος των, στηριζόμενοι εἰς παρομοίας ἐνεργείας.

§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐνοχλήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν, καὶ εἰς ποῖον νοσοκομεῖον ἢ θεραπευτήριον τοῦ Κράτους ὑπηρετοῦσι πολιτικοὶ ἰατροὶ καὶ ἐπὶ τίνι ἀντιμισθίᾳ. Ζητῶ δὲ ταῦτα, διότι βεβαίως θὰ χρησιμεύσωσιν, οὐχὶ διὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀλλὰ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνωνται οἱ κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1887 τοῦ δήμου Ἀθηναίων.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον τοιοῦτον πίνακα.

§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἤθελον ὀνομαστικὸν κατάλογον.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἐν τοῖς ὑποβληθεῖσι, θέλω φέρει πᾶσαν πληροφορίαν.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὴν συμπληρωτικὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου.

§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ βιάζεσθε. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος. Ἀξιότιμος πολιτευόμενος καὶ ἀρχαῖος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γεγονός, τὸ ὁποῖον πάντας ἡμᾶς κατέπληξε καὶ ἐλύπησε, καὶ τὸ ὁποῖον δικαίως ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ τὸ καταγγείλῃ ὡς μὴ ὑπάρξαν. Ἐν τούτοις αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ ἀληθὲς τοῦ γεγονότος τούτου, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νομίζω, ὅτι παρέχουσιν ἀφορμὴν περαιτέρω ἐξετάσεως καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Ἠκούσατε, ὅτι κατήγγειλε τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Ζακύνθου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς μεταβάντας, κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς εἱρκτὰς Ζακύνθου, ἵνα ἐκβιάσωσι τὴν συνείδησιν καταδίκου, καὶ συνεπῶς τῶν συγγενῶν του, ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνες ἦσαν ὁ τότε Νομάρχης καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἵνα δυνηθῶμεν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν προσώπων, καὶ τοῦ καταδίκου καὶ αὐτῶν τῶν κκ. Βουλευτῶν, τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἐκλεχθέντων καὶ τῶν ὁποίων τινὲς κατετάχθησαν εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους, νὰ σχηματίσωμεν σαφῆ καὶ πλήρη πεποίθησιν, ἐὰν πράγματι ἦναι πλαστὸν τὸ ἔγγραφον καὶ ἀνύπαρκτον τὸ γεγονὸς, ἢ τοὐναντίον ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀληθὲς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ αἰσχύνηταί τις, ὅτι συμβαίνουσι τοιαῦτα γεγονότα ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι φρονῶ ἀνάγκη ἐξετάσεως τῶν ὑποδειχθέντων προσώπων, καὶ ἀνακοινώσεως πληροφοριῶν ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσοι ὁμοῦ μὲ τὸν προαγορεύσαντα βουλευτὴν Μεσσηνίας εἶχον ἐκλεχθῆ ὡς Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ ἐκείνου.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου; Τὸ συμπέρασμα τῆς πλειοψηφίας ἔχει ὡς ἑξῆς...

§20ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ σπεύδετε, εἶναι ἐκκρεμὲς ἔτι τὸ παρεμπίπτον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκούσῃ μίαν διάψευσιν ἐπίσημον ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι τέλος πάντων δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Ἐὰν δὲν πρόκηται περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, διότι τοιαῦτα εὐτελῆ μέσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστείλωσιν αὐτὰς, πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν Βουλευτής, οἷος ὁ κ. Σωτηρόπουλος, βεβαιοῖ, ὅτι Νομάρχης καὶ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπιστοποίησαν τὸ ἀκριβὲς ἀντίγραφον τοιούτου τηλεγραφήματος, ὀφείλουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ὑπῆρξε τὸ πρωτότυπον, καὶ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι θέλουσι προβῆ εἰς τὰς δεούσας ἀνακρίσεις, ὅπως βεβαιωθῶσιν, ἐὰν πράγματι ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ὁ Νομάρχης καὶ εἷς Πρόεδρος Πρωτοδικῶν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς κατάδικον πλαστὸν τηλεγράφημα. Καὶ εἶναι πλαστὸν βεβαίως τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα, διότι πέπεισμαι, ὅτι Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξευτελισθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπογράφῃ αὐτὸς αὐτό. Ἀλλὰ δέον νὰ τιμωρηθῇ ὁ πλαστογραφήσας αὐτό· ἔχουσι δὲ καθῆκον πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀξιοπρέπειαν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, νὰ ζητήσωσι νὰ μάθωσιν, ἐὰν ᾖναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα, καὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον, προνοοῦν περὶ τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ἡ πλαστότης εἶναι αὐταπόδεικτος. Τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου θὰ ἐξήγοντο, ἐὰν ἦτο γνήσιον, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε οὐδέποτε δύναταί τις, σκεπτόμενος ἐν εἰλικρινείᾳ, νὰ ἀποδώσῃ τοιαῦτα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἔχει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ οἱασδήποτε αὐτὸς θέλει πληροφορίας, χάριν τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας, διότι κατήγγειλε γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀξιοπρέπειά του ἀπῄτει νὰ μὴ καταγγείλῃ ἄνευ τινὸς δικαιολογίας περὶ τῆς καταγγελίας. Ἂν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐκεῖθεν καθήμενοι, θέλωσιν ὅ,τι δήποτε νὰ πληροφορηθῶσι, δύνανται νὰ τὸ ζητήσωσιν. Ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι δὲν ἀπεστάλη τοιοῦτον τηλεγράφημα, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἀπεστάλη· εἶπεν, ὅτι ὁ κατάδικος ἀπέστειλεν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, φέροντος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, καὶ κατόπιν, ὅτε τῷ ἐζήτησα, ἐὰν ταῦτα δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ἐβεβαίωσε τὸ ἐναντίον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπογραφή, διότι ἀνεκοινώθη τὸ τηλεγράφημα διὰ προφορικῆς ἐντολῆς, ἑπομένως ὑπογραφὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ ὑπογραφή, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἶναι πλαστή· τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς πλαστῆς ὑπογραφῆς ἐστήριξε τὴν κατηγορίαν. Εἶναι ἐλεύθερος πᾶς τις νὰ στηρίξῃ οἵαν δήποτε θέλει κατηγορίαν, νὰ ζητήσῃ πᾶσαν πληροφορίαν· ἡμεῖς θέλομεν προσαγάγει τὰς πληροφορίας. Ζητεῖτε πληροφορίας, ἂν τοιοῦτο τηλεγράφημα ἀπεστάλη, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Λομβάρδου; Θέλομεν διατάξει τὴν ἐξέτασιν, καίτοι τὰ ῥηθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι περιττή, διότι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει. Θέλετε νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνώτεροι, περὶ ὧν ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτής, προέβησαν εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην; Θέλομεν προβῆ καὶ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως πράττομεν φροντίζοντες περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, διότι ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης ἐξετάσεως, ἀλλὰ θέλομεν τὸ πράξει ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.

§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαστρέφει τοὺς λόγους μου· ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ τηλεγράφημα αὐτό εἶναι προφορικόν, ἀλλ’ ὅτε μὲ ἠρώτησεν, ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, εἶπον, ὅτι ἐνδέχεται νὰ διεβιβάσθη τὸ τηλεγράφημα καὶ προφορικῶς, ὡς συνήθως γίνεται. Καὶ τάχα, ἂν διεβιβάζετο ἐγγράφως, μήπως θὰ διεβιβάζετο καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν περὶ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ὁ Νομάρχης εἰς τὸν κατάδικον, ὡς κοινῶς πιστεύεται.

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἐπεδόθη τὸ τηλεγράφημα ἐγγράφως, καὶ ὅτι διεβιβάσθη εἰς τὸ ἐνταῦθα Τηλεγραφεῖον προφορικῶς. Ἐνταῦθα δὲ βεβαίως δὲν ὑπάρχει φέρον ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ τοιοῦτον τηλεγράφημα. Γινώσκω τοῦτο, διότι ἡ σκευωρία αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς ἡμᾶς· διότι εἰς τὸν μακαρίτην Λομβάρδον ἐγένετο ἀνακοίνωσις περὶ τούτου, καὶ ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, ὁμιλῶν περὶ αὐτῆς, μοὶ ἔλεγεν: «ἰδοὺ εἰς ποῖα μέσα φθάνουσιν οἱ ἐχθροί μου». Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ζωηρῶς ἀναμιμνήσκομαι τῆς ἀγανακτήσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἦτο κατειλημμένος ὁ Λομβάρδος, ὅτε μοὶ ἔλεγε ταῦτα.

§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσάκις ἀγορεύω, ἐξηγοῦμαι λίαν σαφῶς, καὶ ὅλοι καταλαμβάνουν τί λέγω. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν ἐξέθεσα τίποτε, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι δὲν ἤμην εἰς τὴν Ζάκυνθον, διὰ νὰ γνωρίζω, ἂν ἦλθε τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τηλεγράφημα, ἢ ἂν ἐπῆγον, ἢ οὔ, εἰς τὸ δεσμωτήριον οἱ ὑπάλληλοι. Δὲν ἤξευρον μάλιστα ἐπὶ πολὺν χρόνον τί συνέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἀνέφερον μόνον, πῶς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐξηγήθη ἡ μετατροπή, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ μιᾶς μεγάλης ὁμάδος ἐκλογέων, καὶ προσέθηκα τί ἐλέγετο κοινῶς, ἔτι δὲ, ὅτι ὅσα ἐλέγοντο καθίστανται λίαν πιθανὰ ἔκ τινος ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον περιῆλθε τυχαίως εἰς χεῖράς μου· τὸ ἔγγραφον εἶναι γεγραμμένον, ὡς βλέπετε, ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη χάρις· ἐγὼ τίποτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως οὔτε γνωρίζω οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἀλλ’ ὅλα, ὅσα γίνονται καὶ ὅσα λέγονται, καθιστῶσι πιθανὴν τὴν ὕπαρξιν. Ἐὰν τώρα ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ τηρήσῃ τὴν ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κάμῃ, εἶναι, νὰ διατάξῃ, ὅπως γίνωσιν ἐξετάσεις εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Τριφυλίας, νὰ ἐξετάσῃ πολλοὺς ἀνθρώπους, καὶ θέλει μάθει, ὅτι τὰ πράγματα λέγονται ἐκεῖ δημοσίως ὡς τὰ ἐξέθεσα· εἶναι δὲ λίαν κακὸν διὰ μίαν Κυβέρνησιν, νὰ ὑπάρχῃ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ὁλόκληρον, ἢ εἰς ἕνα νομὸν, ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τοιαῦτα μηχανοῤῥαφήματα, ἵνα πολεμήσῃ τοὺς πολιτικούς της ἀντιπάλους.

§25ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας, δὲν γνωρίζω τί γνωρίζει οὗτος ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ τί ἐξ ἀκοῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπληροφορήθην ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἦλθε πρώτην φορὰν εἰς τὰς ἀκοάς του, ὅτι τὴν γνωρίζει ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔζη ἀκόμη ὁ μακαρίτης Λομβάρδος, καὶ τὴν γνωρίζει ἐξ ἀφηγήσεως αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἠγανάκτησε διὰ τὴν τοιαύτην διάδοσιν καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ σκευωρίαν. Ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο δὲν ἔβγαλεν ἐκ τοῦ θυλακίου του ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ὅτι, καίτοι δὲν τὸ ἔγραψεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐγνώριζεν ὅμως οὗτος καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτὸ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλ’ ἐὰν τηλεγράφημα τοιοῦτον δὲν ἐπεδόθη ἐκ τοῦ Τηλεγραφείου Ἀθηνῶν, ἀνεκοινώθη δὲ μόνον εἰς τὸ δεσμωτήριον Ζακύνθου παρὰ τοῦ τότε Νομάρχου καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, καὶ ὅτι δὲν θίγεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τοιαῦτα διαδίδωνται ἢ τοιαῦτα πράττωνται παρ’ ἀνωτέρων λειτουργῶν; Φρονῶ, ὅτι πᾶς ἄλλος, διατελῶν Ὑπουργὸς, ἀπέναντι τοιαύτης διαδόσεως, δὲν ἤθελε διστάσει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, οὐχὶ περὶ τοῦ ἂν τὸ τηλεγράφημα τὸ ἐπιδοθὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐχὶ ἂν ἐπεδόθη τοιοῦτο τηλεγράφημα ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐὰν ἀνεκοινώθη εἰς τὸν κατάδικον ἐκεῖνον ἐν Ζακύνθῳ. Οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἰδίας του ἀξιοπρεπείας καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρει, πρέπει τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ τὴν ἐμπνεύσῃ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας του, διότι καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν πράττει, ὁ Ὑπουργὸς προσβάλλει τὴν ἰδίαν του ἀξιοπρέπειαν, ὡς καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πράττει, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, ἐνῷ ἐβεβαιώθη, ὅτι τοιαῦτα διεδίδοντο, οὐδὲν ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως δὲ δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἀπῄτει ἡ ἰδία αὐτοῦ ἀξιοπρέπεια.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Ζακύνθου. Δύο ἐκθέσεις ὑπάρχουσι, τῆς πλειοψηφίας, καὶ τῆς μειοψηφίας· ἡ τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἐπικυρωτική, ἡ τῆς μειοψηφίας ἀκυρωτική.

§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δι’ ὀλίγων λέξεων, κύριοι Βουλευταί, θέλω ἐξηγήσει ὑμῖν τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν μειοψηφίαν τοῦ τμήματος, τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ τμήματι μικρὰ ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, εἰς οὐδεμίαν δὲ τῶν ἀποχρώσεων εἶχε κλίνει ἡ πλειονοψηφία, ὅτε εἷς Ὑπουργός, ὡς Θεὸς ἐκ μηχανῆς, λαβὼν μεθ’ ἡμῶν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἔδωκε τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τοὺς ἐμμένοντας εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ τοῦτο μᾶς ὑπεδήλωσεν, ὅτι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς δὲν θέλει ζητηθῇ ὑπὸ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ὄψιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πολιτικήν. Δὲν ἀποβάλλομεν ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐὰν ἐκτυλιχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν οἱ λόγοι τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς. Μία καὶ μόνη ἐπεδόθη νομίμως ἔνστασις, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς Ζακύνθου Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος τοῦ ποτὲ Δημητρίου καὶ Κωνσταντίνου δὲν ἔχει τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένας ἰδιότητας, μὴ συμπληρώσας τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του· καὶ τὴν ἔνστασιν ταύτην στηρίζουσιν οἱ ἐνιστάμενοι εἰς ἐπίσημον ληξιαρχικὴν πρᾶξιν, συνταχθεῖσαν κατὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου ἀστικοῦ κώδικος. Ὁ ἐκλεχθεὶς Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ἐγεννήθη τὴν 11 Ἰουλίου 1858 καὶ συνεπῶς κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτοῦ ὡς ὑποψηφίου Βουλευτοῦ συνεπλήρωσε τὸ 29 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ὑπεστηρίχθη ἐν τῷ τμήματι ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ παρουσιασθεῖσα ληξιαρχικὴ πρᾶξις δὲν εἶναι πρᾶξις γεννήσεως, ἀλλὰ βαπτίσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρόν, καθόσον ἐν αὐτῇ τῇ πράξει τῆς βαπτίσεως μνημονεύονται ὑπὸ τοῦ ληξιάρχου ἡ ἡμέρα, τὸ ἔτος καὶ ἡ ὥρα τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου πατρὸς καὶ τῇ βεβαιώσει δύο ἐντίμων μαρτύρων, ἐξ ὧν ὁ εἷς εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ μακαρίτης Κωνσταντῖνος Λομβάρδος. Παρακαλῶ δ’ ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως, ἣν ἔχετε εἰς χεῖράς σας, τυπωθεῖσαν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει): «Ζάκυνθος, τὴν ἡμέραν Κυριακὴν, τριάντα τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ 1859, ὅστις κτλ. τῷ ἐπαρουσίασε βρέφος νόμιμον ἀρσενικοῦ φύλλου, ἐκδηλῶν (ὁ πατὴρ), ὅτι τὸ αὐτὸ νήπιον ἐγεννήθη ἐκ τῆς Αἰκατερίνης Λομβάρδου, ἐτῶν 24, θυγατρὸς τοῦ ποτὲ Χαραλάμπους, γεννημένον ἐν Ζακύνθῳ τὴν ἡμέραν Σάββατον τοῦ μηνὸς 11 Ἰουλίου τοῦ ἔτους τρέχοντος, τὰς ὥρας ἐννάμισυ π. μ. κτλ. Ὁ ἐφημέριος Γεώργιος ἱερεὺς Μάνεσης. Ὁ ἐμφανισθεὶς Δημήτριος Ἀργασάρης. Οἱ μάρτυρες Κωνσταντῖνος Λομβάρδος καὶ Δημήτριος Ροδίτης.» Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ληξιαρχικὴ πρᾶξις, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν, δὲν μνημονεύει μόνον τὴν ἡμέραν τῆς βαπτίσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔτος καὶ τὸν μῆνα καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τῆς γεννήσεως, καὶ ἐννοεῖτε ἐκ τούτου, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἔχομεν μόνον αὐτὴν τὴν ἐπίσημον πρᾶξιν, ἥτις βεβαιοῖ τὴν ἀνηλικιότητα τοῦ ἐκλεχθέντος Βουλευτοῦ; Ἔχομεν καὶ τὴν δήλωσιν τῆς μητρὸς, ἣν ἔκαμεν αὕτη κατὰ τὸ 1879, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ΨΙϚʹ νόμου περὶ στρατολογίας. Ἰδοὺ ἡ δήλωσις. «Ἡ ὑποφαινομένη μήτηρ Αἰκατερίνη Λομβάρδου, χήρα Δημητρίου Ἀργασάρη κτλ. κτλ., δηλῶ τοὺς ἑξῆς ἄῤῥενας υἱούς μου. 1) Ἰωάννην Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 23. 2) Διονύσιον Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 21. 2) Κωνστ. Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 20. Ἐν Ζακύνθῳ τὴν 8 Φεβρουαρίου 1879. Ἡ δηλοῦσα Αἰκατερίνη Δ. Ἀργασάρη. Καὶ ἐὰν θέλετε, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς ἐνίσχυσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, δύναμαι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν τὸ σχετικὸν μέρος ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9,273 συμβολαίου, δι’ οὗ ὁ μακαρίτης Λομβάρδος υἱοθέτησε τὸν ἀνεψιόν του Ἀργασάρην, τὸν καὶ ἐπιτυχόντα βουλευτὴν Ζακύνθου: «Ὁ συμβαλλόμενος Κωνσταντῖνος Λομβάρδος, ὢν ἄγαμος καὶ ἔχων ἡλικίαν πεντήκοντα ἐννέα ἐτῶν, διὰ τοῦ παρόντος εὐχαρίστως υἱοθετεῖ τοὺς εἰρημένους Ἰωάννην, Διονύσιον καὶ Κωνσταντῖνον ἀδελφοὺς Ἀργασάρη, ἄγοντας ἡλικίαν, ὁ μὲν πρῶτος ἐτῶν εἴκοσι τριῶν, ὁ δὲ δεύτερος ἐτῶν εἴκοσι δύο, καὶ ὁ τρίτος, ἤτοι ὁ Κωνσταντῖνος, ἡλικίαν ἐτῶν εἴκοσι.» Τὸ δὲ συμβόλαιον τοῦτο συνετάχθη τὴν 11 Ὀκτωβρίου 1879 ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου Ἀνδρέου Ι. Στούρζη. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως λοιπὸν τῶν τριῶν τούτων ἐπισημοτάτων ἐγγράφων, καθ’ ὧν οὐδεμία μαρτυρία ἐναντία προσήχθη ἐνώπιον ὑμῶν, βεβαιοῦται, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Ζακύνθου συνεπλήρωσε μόλις κατὰ τὴν ἀνακήρυξίν του τὸ 29ον τῆς ἡλικίας του ἔτος.

§28ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄγει τὸ τριακοστόν.

§29ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ συνεπλήρωσε’ καὶ κατὰ τὸ 70ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ συμπληρωμένον τὸ 30ὸν τῆς ἡλικίας του ἔτος.

§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κύριε Κρεστενίτη.

§31ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 70. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην κτλ. ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν τῆς ἡλικίας του ἔτος καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα». Δὲν ἦτο βεβαίως ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ Βουλευτὴς, μὴ γνωρίζων ἐκ στήθους αὐτό. Κατόπιν τοσούτων ἐπισήμων ἐγγράφων, στηριζόντων τὴν ἔνστασιν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐπίστευον δικαίως, ὅτι ἐν τῷ τμήματι οὐδεμία ἤθελεν ἐγερθῆ διαφωνία οὔτε παρὰ τῶν ἁπλῶν Βουλευτῶν, οὔτε παρὰ τοῦ παρατυχόντος ἐκεῖ Ὑπουργοῦ, καὶ ἤλπιζα, ὅτι πάντες ὁμοθυμαδὸν ἠθέλομεν προτείνει ὑμῖν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Δυστυχῶς ὅμως κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐλησμονήθη τὸ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ἐχωρίσθημεν εἰς δύο στρατόπεδα, ἐξ ὧν τὸ μὲν ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν τὰς ῥήτρας τοῦ Συντάγματος, τοῦ θεμελιώδους τούτου λίθου τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, τὸ δὲ ἕτερον στρατόπεδον ἐνόμιζεν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρῶμεν θρησκευτικῶς τὸ Σύνταγμα. Δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ὡς ἁπλοῦν, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς προσπαθοῦσι νὰ τὸ παραστήσωσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἡμεῖς πρὸ πάντων, οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ τηρῶμεν μετὰ θρησκευτικῆς μερίμνης τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῶν πολιτῶν καὶ λοιπῶν τοῦ Κράτους ἀρχῶν νὰ σέβωνται τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, οὓς ἡμεῖς αὐτοὶ ψηφίζομεν, τὴν δύναμιν πρὸς τοῦτο ἀντλοῦντες ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ὀφείλει καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ συμφωνῇ, καὶ αὐτὸς ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτής, ὅστις ἐπὶ πλέον ὀφείλει νὰ μιμηθῇ τὰ παραδείγματα προγενεστέρων αὐτοῦ Βουλευτῶν, ἀνηλίκων ἐπιτυχόντων καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δηλωσάντων, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν νόμιμον ἡλικίαν νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον, καὶ τοῦτο πράττων θέλει δείξει, ὅτι ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτὸν τὸ βάρος τῆς υἱοθεσίας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος, καὶ τὴν ἐλπίδα μου ταύτην στηρίζω εἰς τὸν σεβασμὸν, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὰς σκέψεις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, τότε παρασκευάζει διὰ τὸν ἐπιτυχόντα μίαν ἔτι μεγαλειτέραν νίκην, αὔριον ἀμέσως νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κακῶς ἔπραξεν, ἀναγνωρίσασα αὐτὸν βουλευτὴν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένας ἰδιότητας καὶ παραιτεῖται τῆς βουλευτικῆς θέσεως. Τοῦτο θέλει εἶσθαι μία μεγάλη διδασκαλία πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ μία καλὴ ἀφετηρὶς εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ νεαροῦ Ἀργασάρη. Πιθανὸν παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀκούσητε καὶ ἓν παραδοξότατον ἐπιχείρημα. Ὑπάρχει νόμος τις τοῦ Κράτους, μεριμνῶν περὶ ἀντιῤῥήσεων τινων κληρωτῶν, ὅστις θεσπίζει, ὅτι ἡμέρα συμπληρώσεως τῆς ἡλικίας τοῦ στρατευσίμου εἶναι ἡ 1 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι, ἀφοῦ εἰσῆλθεν εἰς τὸν 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του ὁ ὑποψήφιος, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, συνεπλήρωσε τὸ τριακοστόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δικάζομεν στρατευσίμους, δικάζομεν ἐκλογὰς, καὶ ὀφείλομεν νὰ μὴ θέλωμεν νὰ εὑρίσκωμεν πλάγια συμπεράσματα, ὅπως ἀναπαύσωμεν τὴν συνείδησίν μας. Κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν λοιπὸν, ἐὰν ἓν παιδίον γεννηθῇ τὴν 30 Δεκεμβρίου 1888, τὴν 2 Ἰανουαρίου 1889 συνεπλήρωσε τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Φρονῶ, ὅτι ταῦτα δὲν λέγονται σπουδαίως. Οὗτοι λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὴν μειοψηφίαν τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου τμήματος νὰ προτείνῃ ὑμῖν τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς· πέποιθα δὲ μετὰ τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν μειοψηφίαν συναδέλφων, ὅτι ἡ Βουλή, ἔχουσα συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ τηρῇ θρησκευτικῶς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, διότι ὁ κατ’ αὐτὴν ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὰς ὁριζομένας ἰδιότητας, καὶ ἡ τοιαύτη τῆς Βουλῆς ἀπόφασις θὰ πείσῃ τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος τηρεῖ μετὰ θρησκευτικοῦ ζήλου τὰς ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις.

§32ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποίαν ἡλικίαν εἴχετε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτε ἐγείνετε δήμαρχος;

§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶχον συμπληρώσει τὸ 33ον ἔτος, καὶ ἤδη ἄγω δυστυχῶς τὸ 38ον· λέγω δὲ δυστυχῶς, διότι ἐπιθυμητότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἦγον ἤδη τὸ τριακοστὸν, καὶ ἐννοεῖτε τοὺς λόγους, διατὶ ἐπεθύμουν τοῦτο.

§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ἐν τῷ τμήματι καὶ ἐνταῦθα δὲν θὰ ὑπῆρχε διχασμὸς γνωμῶν ὡς πρὸς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι καὶ ὑπὸ τῶν ἐνισταμένων ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη ἐν πλήρει τάξει, οὐδεμία δὲ κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς προσήχθη ἔνστασις. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἐνιστάμενοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν περὶ ἀνηλικιότητος τοῦ ἐπιτυχόντος ἔνστασιν, καίπερ ἐπανειλημμένως κληθέντες, δὲν ἐπαρουσιάσθησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτήν.

§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ ἐνστάσεις αὗται εἶναι δημοσίας τάξεως.

§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν ἐνεφανίσθησαν, τοῦτο δὲ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι οὐχὶ σπουδαίως ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ τὸ τμῆμα εἶχεν ἔγγραφον ἔνστασιν, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐνστάσεως ταύτης προσήχθη ἐνώπιον τοῦ τμήματος μόνον τὸ ἀντίγραφον τῆς βαπτιστηρίου πράξεως, περὶ τῶν ἄλλων δὲ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, δὲν ἐγένετο τότε λόγος, διότι δὲν εἶχον παραδοθῆ εἰς τὸ τμῆμα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, καθ’ ὅσον, κατ’ ἐμέ, ἐὰν ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις δὲν ἔχῃ οὐδεμίαν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, βεβαίως καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν. Ἐκ τῆς βαπτιστηρίου ταύτης πράξεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς ἐβαπτίσθη τῇ 30 Αὐγούστου τοῦ 1859, ἐν αὐτῇ δὲ γίνεται δήλωσις, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ ἱερέως, τοῦ συντάξαντος τὴν βαπτιστήριον πρᾶξιν, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ πατρὸς, ὅτι ἐγεννήθη τῇ 11 Ἰουλίου 1859 τὸ βαπτισθὲν ἤδη. Τὸ τμῆμα, ἔχον τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ τεκμήριον μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ, ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν βάπτισιν, μὴ οὖσα δὲ πρᾶξις ληξιαρχικὴ, ἀποδεικνύουσα τὴν γέννησιν, ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ γονεῖς, διὰ διαφόρους λόγους, δὲν ὁρίζουσιν ἐπακριβῶς τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως τῶν τέκνων των. Ἐντεῦθεν βλέπετε, ὅτι γεννᾶται ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ τοιαύτη δήλωσις τοῦ πατρὸς ἦναι ἀληθὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι τὸ τμῆμα κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεφάνθη κατὰ τῆς ἐνστάσεως. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀπεφάνθη τὸ τμῆμα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ διότι, προκειμένου περὶ τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας, θεωρεῖ, — τοὐλάχιστον ἐγὼ, ὡς εἰσηγητὴς, τὴν γνώμην ταύτην ἔχω, — ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἡλικίαν, ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἐκ τοῦ ἀδυνάτου νὰ ἐννοηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, ἡ διάταξις, λέγω, αὕτη εἶναι βεβαίως ἐνδεικτικὴ, οὕτω δὲ καὶ εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ παρ’ ἡμῖν πάντοτε ὡς τοιαύτη ἐθεωρήθη, καὶ σειρὰ νομολογίας τῶν ξένων νομοθετικῶν σωμάτων, ὡς καὶ τοῦ ἡμετέρου, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε περὶ τούτου ἐναντία γνώμη. Καὶ παρ’ ἡμῖν, ὁσάκις κομματικοὶ λόγοι δὲν ἐπηρέασαν τὸ ζήτημα, ἡ αὐτὴ ἐπεκράτησε γνώμη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως, ἢ μόνον ὡς διάταξις ἐνδεικτική. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν θεωρήσητε ταύτην ὡς διάταξιν ἐπιτακτικὴν, καὶ ἑπομένως ὑπολογίσητε πρὸς εὕρεσιν τοῦ προσόντος ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἐὰν συμπίπτῃ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ προσδιορίζηται καὶ ἡ ὥρα, ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ἐπετύγχανεν ὡς Βουλευτὴς τὴν 11 Ἰουλίου τοῦ 1889 καὶ ὥραν 9ην, ἐνῷ ἐγεννήθη τὴν 9ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν τῆς 11 Ἰουλίου 1859, ὅπως λέγει ὁ πατὴρ, θὰ ἐλέγετε, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Λομβάρδος δὲν ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, διότι πρὸς συμπλήρωσιν τῆς τριακονταετίας ὑπελείπετο ἡμίσεια ὥρα; Δὲν ὑποθέτω, ὅτι τοιαύτην σχολαστικὴν ἔννοιαν ἠθέλετε δώσει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐκ τοῦ μικροῦ διαστήματος νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ διαφορὰ, ὅταν πρόκηται νὰ κρίνητε περὶ μεγαλειτέρου; τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτὸ, ἐὰν ἡ διάταξις ἦναι ἐπιτακτική· εἴτε λείπει μία ὥρα, εἴτε μία ἡμέρα, εἴτε εἷς μὴν, εἴτε ἓν ἔτος, εἶναι ἀδιάφορον· τὸ ἐπιτακτικὸν τῆς διατάξεως σᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀποβάλητε τὸν μετὰ μίαν ἡμέραν συμπληροῦντα τὸ 30ὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἠδύνατο ὁ νομοθέτης νὰ θεωρῇ ὡς ἐπιτακτικὴν τοιαύτην διάταξιν, ὅταν αὕτη, ἐπιτακτικῶς ἐφαρμοζομένη, πρόκηται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, εἰς τοιούτους παραλογισμούς; Ἀλλὰ τέλος πάντων πῶς δύνασθε νὰ εἰπῆτε, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν μεταξὺ ἡμῶν βλέπητε ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, δὲν ἔχουσιν εἰσέτι συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των;

§37ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἀπεδείχθη.

§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἀκράδαντον λοιπὸν πεποίθησίν μου, ὁ προσδιορισμὸς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ἡλικίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὁ νομοθέτης ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ θέση ἓν ὅριον, ἵνα μὴ κάτωθεν αὐτοῦ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν νεανίαι, μὴ ἔχοντες τὸ προσὸν νὰ παρακαθήσωσιν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἐνόησε ποτὲ, ὅτι, ὅταν εἷς νομός ὁλόκληρος, αὐτὸς ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ περὶ προσόντων, προτιμᾷ διὰ μεγίστης πλειοψηφίας τὸν νεαρὸν ἀντιπρόσωπον, γεγηρακότος τοιούτου, νὰ ἀποστέλλῃ ἐνταῦθα, δὲν πρέπει οὗτος νὰ γίνῃ δεκτὸς, διότι κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς κάμνει, δὲν ὑπάρχει συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος, ἐλλειπόντων ἀπ’ αὐτοῦ 7 ἢ 9 μηνῶν. Τοῦτο ἐξ ἀρχῆς οὕτως ἐφηρμόσθη, δι’ ἐμὲ δὲ θὰ ἦτο ἀσυνειδησία νὰ εἴπω, ὅτι μία τοιαύτη ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, διότι ἐγὼ αὐτὸς εἰσῆλθον κατὰ τὸ 28ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν νομίζω δὲ ποτὲ, ὅτι ἡ προσθήκη δύο ἐτῶν ἤθελε μὲ καταστήσει ἀξιώτερον νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸ ἔθνος, οὔτε, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὐτῶν μὲ καθίστα ἀνίκανον πρὸς τοῦτο. Διὰ τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐν τῷ τμήματι ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου καὶ σήμερον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου.

§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνάδελφος κ. Μπουφίδης θέλει ἐπιτρέψει, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅστις δὲν κινδυνεύω νὰ θεωρηθῶ παρ’ αὐτοῦ, ὅτι ἀνήλικος εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διότι, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγενόμην Βουλευτὴς, εἶχον ἤδη συμπεπληρωμένον τὸ 31 ἔτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, δι’ ὅπερ ἠπόρησα, εἶναι, πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δικανικὸς ἄριστος ὤν, ἠδυνήθη νὰ συγχύσῃ τὰ τῶν διατάξεων τοῦ δημοσίου δικαίου πρὸς τὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ. Ἓν ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων, ὡς ἐνόμισεν, ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι τάχα: «μὴ ζητεῖτε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ εἶναι αὐταπόδεικτον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι οἱ ἐνιστάμενοι παρῃτήθησαν τῶν ἐνστάσεων». Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τοσοῦτον ἰδιωτικὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὥστε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, θέλουσα νὰ βασίζηται ἐπὶ τοῦ νόμου, νὰ δύναται νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τοιούτου, λόγου, καὶ νὰ δεχθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ δημοσίου δικαίου, ἡ παραίτησις ἐπιτρέπεται; Γεννᾷ τάχα τοιαύτη παραίτησις δικαίωμα ὑπὲρ ἐκείνου, εἰς ὃν ἀφορᾷ; Ἔχομεν ἆρά γε νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν κατοχὴν ἀγροῦ τινος τοῦ ἐκλεχθέντος ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου, καὶ τῆς κατοχῆς ταύτης δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν; Ἢ μήπως ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἐπηγγέλθη πάντοτε ἐνταῦθα τὰ δόγματα τῶν Κουκκέρων, οἵτινες φρικιῶσι πρὸ καὶ τῆς παραμικροτέρας παρανομίας; Καὶ τοσοῦτον σέβεται τῶν ἄλλων τὰ δικαιώματα, ὥστε κινδυνεύει νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς ἐκεῖνον τὸν ἅγιον ἄνθρωπον, ὅστις περιπατῶν προσεῖχε πολὺ, μήπως πατήσῃ καὶ τοὺς μύρμηκας ἀκόμη. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς παραιτήσεως ἐκείνων, οἵτινες κατ’ ἀρχὰς προέβαλον τὴν ἔνστασιν περὶ τῆς βουλευτικῆς ἀνηλικιότητος τοῦ κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἷς καὶ μόνος εὑρίσκεται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ ἐνιστάμενος ὑπὲρ τοῦ νόμου, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τουτέστι δικαίου, ἂς μὴ ὀχυροῦται ὁ ἀξιότιμος προαγορεύων ὄπισθεν ἐνστάσεων περὶ παραιτήσεως οἱωνδήποτε, διότι οὐδὲν πράττει. Ἀλλ’ ἂς συζητήσωμεν ἐπὶ τὸ δικανικώτερον μετὰ τοῦ συναδέλφου, ἀφοῦ ἀμφότεροι ἔχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ ἤμεθα δικηγόροι, διότι εἶδον ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτι εὐπατρίδαι τινὲς δημοσιογράφοι ἐνόμισαν, ὅτι ὄνειδος εἶναι νὰ μετέρχηταί τις τὸ εὐγενέστατον καὶ ὑψηλότατον τῶν ἐπαγγελμάτων, ὅταν μάλιστα ἐξασκῇ αὐτὸ δωρεάν, ὅπως οἱ πλείονες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δικηγόροι. Ἂς συζητήσωμεν λοιπὸν ἐπὶ τὸ δικανικώτερον. Ἡ μειοψηφία προσάγει ἐπίσημα καὶ ἐπικεκυρωμένα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος δὲν ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι δήλωσις τῆς βαπτίσεως ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ θετοῦ πατρὸς τοῦ κ. Ἀργασάρη, δήλωσις ἐπισημοτάτη, δήλωσις γενομένη ἐν Ἑπτανήσῳ, ἔνθα εἶναι βέβαιον, καὶ πάντες γινώσκουσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τῶν δημοσίων πράξεων συνετάσσοντο ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ ἐν πάσῃ καλῇ πίστει. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐκλεχθέντος, παρισταμένου ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς καὶ δηλοῦντος κατὰ τὴν υἱοθεσίαν τὴν ἑαυτοῦ ἡλικίαν· καὶ ἡ δήλωσις αὐτοῦ αὕτη δὲν ἀποδεικνύει αὐτὸν σήμερον ἔχοντα συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν τῆς μητρὸς αὐτοῦ, προκειμένου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων. Ἔχομεν, Κύριοι, αὐτὸν τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ δήμου Ζακύνθου, σχηματισθέντα ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀῤῥένων. Ἐρωτῶ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, ἀπέναντι ἆρά γε τῶν ἐπισήμων τούτων ἀποδείξεων, ποίαν ἀπόδειξιν αὐτὸς ἀντιπροσάγει; Τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἣν τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, ἧς ἡγούμενος ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1882 ἔτος ἐξέβαλεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης δι’ ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ, τὸν μακαρίτην — ἃς τὸν εἴπω οὕτω — ὡς βουλευτὴν Ἀμπράζην. Ὠλοφύρετο ἐκεῖνος ἐπὶ τῇ συμφορᾷ, ἥτις ἐπέκειτο κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν φυσιογνωμίαν ἐκείνου ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐναλλὰξ μεταβαλλομένην· καὶ ἠπείλει, καὶ παρεκάλει, καὶ ἱκέτευε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ ἦναι τοσοῦτον σκληρός. Ἐπεκαλεῖτο τὸν Οὐγκὼ, ἵνα συγκινήσῃ τὴν καρδίαν τὴν ψυχρὰν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, ἀκολουθῶν τὰ δόγματα τῶν Κουακέρων, δὲν ἐπάτει τοὺς μύρμηκας ποτέ! Ὁ Ἀμπράζης ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ καὶ νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐγὼ δὲ, ἀγορεύων ἐν πεποιθήσει, διότι εἶχον ἔγγραφα ἐνώπιόν μου, ἐξ ὧν ἀληθῶς ἀπεδεικνύετο ἡ ἀνηλικιότης, καὶ ἠγόρευσα καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης. Ἐν τούτοις σημειώσατε, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, συγκρινόμενα πρὸς τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς ταύτης, εἶναι μηδέν. Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, τοιαύτας ἀποδείξεις ἔχομεν περὶ τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ, ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ἤθελον δὲ ἐπιθυμήσει νὰ μάθω περὶ τούτου, οὐχὶ ποία τις εἶναι ἁπλῶς ἡ γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος, ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἡγέτου τῆς συμπολιτεύσεως. Φρονεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι κατόπιν τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης ἔχει συμπεπληρωμένην τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν; Καὶ ποῦ τὴν γνώμην ταύτην βασίζει;

§40Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ περὶ ἡλικίας ζήτημα τὸ ἔλυσεν ἡ σεβαστὴ ἡμῶν Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δι’ ἐκθέσεως ἀπέῤῥιψε τοῦ νὰ διορισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νέος κ. Κολοκοτρώνης, ὁ ἐπιτυχὼν εἰς τὰς ἐξετάσεις. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰούλιον τρέχοντος ἔτους. Δὲν πιστεύω ἑπομένως νὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ της, νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, δι’ ὅμοιον λόγον προσβαλλομένης.

§41ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπεθύμησε νὰ μάθῃ τί φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ οὐδεμία ἀμφιβολία μένει περὶ τοῦ φρονήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, διὰ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ αὕτη ἐτέθη, διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀπεφασίσθη νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας καὶ φίλος μου ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του ὑπὸ ἔγγραφον τοιοῦτον καὶ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἔκθεσιν καθαρῶς νομικῆς γνώμης, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος, νομομαθὴς γνωστὸς καὶ εὐφυής, ἀνέγνωσε τὸν νόμον, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἠδυνήθη, ὄχι μόνον νὰ ὑπογράφῃ ἐν τοιαύτῃ ἐκθέσει, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις δὲν φέρει τὴν ἀπόδειξιν τῆς γεννήσεως, ὅτι εἶναι ἁπλῆ πρᾶξις βαπτιστήριος, ἀποδεικνύουσα μόνον τὴν βάπτισιν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὴν γέννησιν. Ἡ ἐπικαλουμένη, Κύριοι, ὡς βαπτιστήριος πρᾶξις εἶναι γεννητήριος πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς μετεβάπτισεν εἰς βαπτιστήριον, ἀρνηθεὶς συγχρόνως καὶ τὸ κῦρος αὐτῆς καὶ τὴν δύναμιν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδειξιν, διότι δὲν ἐτόλμησε νὰ σᾶς συμβουλεύσῃ ἀμέσως εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ὅτι δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ γεννητήριος πρᾶξις, ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νόμου, ἵνα ἐννοήσῃ πᾶς ὁ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενος, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ἀλλοίαν ἑρμηνείαν. Ὁ τίτλος τοῦ κώδικος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ διάταξις, ἔχει οὕτω: «Περὶ γεννητηρίων πράξεων». Καὶ περὶ αὐτῶν πραγματεύεται καὶ οὐχὶ περὶ βαπτιστηρίων πράξεων. (Ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐμφάνισις τοῦ ἱερέως τοῦ ἐπὶ τῆς ὁρκίσεως τῶν Βουλευτῶν προκαλεῖ παρατεταμένην ἱλαρότητα καὶ θόρυβον ἐν τῇ ἀριστερᾷ, τοῦ ἀγορεύοντος ἀναγκασθέντος νὰ διακόψῃ ἐπί τινας στιγμὰς τὸν λόγον).

§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ σπουδαίου ζητήματος, πρόκειται περὶ ἁπλῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Τί σημαίνει; Ἂς γελάσωμεν, ἂς ἀστειευθῶμεν...

§43ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὡραῖα! ὡραῖα!

§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δὲν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς ἔχῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος.

§45ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι. (Παρατεταμένος θόρυβος).

§46ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τί φρονεῖ περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος (θόρυβος), καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῆς πλειοψηφίας του; Ἑρμηνεύει ἆρά γε τὰς ἐπιθυμίας του; Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ γεννητηρίου πράξεως. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος, πῶς συντάσσεται ἡ γεννητήριος πρᾶξις (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 60. Πᾶσα γέννησις ἀναγγέλλεται ἐντὸς 60 ἡμερῶν εἰς τὸν ἱερέα, ὅστις μέλλει νὰ βαπτίσῃ τὸ βρέφος, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν θέλει τελεσθῆ τὸ βάπτισμα. «Ἡ γέννησις ἀναγγέλλεται παρὰ τοῦ πατρὸς ἢ τῆς μητρός. «Ὁ ἱερεὺς, ἅμα βαπτίσει τὸ βρέφος, συντάττει εἰς ἐπίτηδες βιβλίον τὴν γεννητήριον πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὑπογράφεται παρ’ αὐτοῦ, παρὰ δύο μαρτύρων καὶ παρὰ τοῦ ἀναγγείλαντος γεννήτορος». Ὁ νόμος τάσσει ὡς ἀνώτατον ὅριον ἑξήκοντα ἡμέρας, πέραν τοῦ ὁποίου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τελεσθῇ ἡ γεννητήριος πρᾶξις καὶ δὲν ἀναγγείλῃ ὁ ἱερεὺς τὴν γέννησιν καὶ τὴν βάπτισιν, ὑπόκειται εἰς ποινὴν, κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον, καὶ καταδιώκεται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Λοιπὸν τότε, ὅτε πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ βάπτισις, καταστρόνει ὁ ἱερεὺς τὴν γέννησιν, ὁ ἐφημέριος τοῦ ναοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας, καὶ πιστοποιεῖ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως. Ἡ γεννητήριος ὅθεν πρᾶξις συντάσσεται καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ βάπτισις, καὶ τὴν συντάσσει ὁ ἱερεὺς, ὡς διατάσσει ὁ νόμος. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δὲ οὐδεμία ἀμφιβολία, μεταβαίνω καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 62, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 62. Εἰς τὴν γεννητήριον πρᾶξιν ὁ ἱερεὺς καὶ πᾶς ἱερουργὸς σημειοῖ τὸ ἔτος, τὸν μῆνα, τὴν ἡμέραν καὶ τὸν τόπον τῆς γεννήσεως, τὸ φύλον τοῦ βρέφους καὶ τὰ δοθέντα εἰς αὐτὸ ὀνόματα, τὰ ὀνόματα, τὰ παρώνυμα, τὴν πατρότητα καὶ τὴν κατοικίαν τῶν γονέων καὶ μαρτύρων, ὡς καὶ ἐκεῖνα τῶν ἀναδόχων, τηρουμένης πάσης διὰ τοιαύτας πράξεις ὡρισμένης θρησκευτικῆς διατυπώσεως». Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς βαπτίσεως γίνεται ἡ κατάστρωσις τῆς γεννητηρίου πράξεως. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία, Κύριοι, ὅτι ἐνώπιον μας προσάγεται ἀπόδειξις, ἀφορῶσα εἰς τὴν γεννητήριον πρᾶξιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἀνταπόδειξις ἐκτὸς τῆς περὶ πλαστότητος. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ ἀποδεικτικὴ σημασία, ἡ διδομένη εἰς τὴν τοιαύτην πρᾶξιν παρὰ τοῦ Ἰονίου νόμου, ἀκούσατε καὶ τὸ ἄρθρον 228 (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 228. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ ἐκζητήσῃ κατάστασιν ἐναντίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὸν ἡ γεννητήριος πρᾶξίς του καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν σύμφωνος διακατοχή. «Ὡσαύτως οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ἔχοντος διακατοχὴν, σύμφωνον μὲ τὴν γεννητήριον πρᾶξιν». Ἐκ τῆς τοιαύτης πράξεως, Κύριοι, ἐξαρτῶνται ἅπαντα ἐν γένει τὰ ἐκ τῆς γεννήσεως καὶ ἡλικίας ἀποῤῥέοντα οἰκογενειακὰ καὶ κληρονομικὰ δικαιώματα· ἡ πρᾶξις λοιπὸν δὲν ἀποδεικνύει τὴν βάπτισιν, ἀλλὰ τὴν γέννησιν. Ἀπέναντι τοιαύτης ἀποδείξεως τί ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής; Ἕν μόνον σπουδαῖον ἐπιχείρημα ἀνέφερεν εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν δικαιῶ. Αἰσθάνεται τύψιν ἐν τῇ συνειδήσει του, ἐνθυμούμενος, ὅτι αὐτὸς εἰσῆλθεν παρανόμως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐπειδὴ ἐνθυμεῖται τὸ τοιοῦτον, νομίζει, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παρανομίαν. Τοῦτο μόνον ἤκουσα, καὶ κατὰ τοῦτο μόνον τὸν ἐννοῶ, ἤτοι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν διὰ τῆς γραφίδος ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ ἀποκλείσῃ συνάδελφον, τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνεκινήθη καὶ εἶπεν: «ἀφοῦ ἐγὼ παρανόμως εἰσῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ, διατὶ νὰ μὴ εἰσέλθῃ καὶ ἄλλος τοιουτοτρόπως;» Ἀλλὰ πάντα τὰ λοιπά, ὅσα ἐπεκαλέσθη ὡς πρὸς τὰ προηγούμενα καὶ τὴν πορείαν τῆς Βουλῆς, ταῦτα πάντα ἀντίκεινται εἰς τε τὰ ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Βουλή, ὁσάκις ἐδίκασεν ἐπὶ ὁμοίας περιστάσεως. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη ἐν τῇ Βουλῇ τοιοῦτον ζήτημα, ἤτοι πασιφανῶς ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνηλικιότης, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐδίστασε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον· ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα ἐφάνη αὐστηρά, ὥστε πολλοὶ Βουλευταί, τῶν ὁποίων ἠμφισβητεῖτο ἡ ἡλικία, ἦλθον ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὁμολογήσαντες τὴν ἡλικίαν των ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης ταύτης· ἦσαν δὲ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Βουλῇ ἠρίθμουν πολυαρίθμους φίλους καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐργαζόμενοι ἠδύναντο ἴσως νὰ τύχωσι τῆς ἐν τῇ Βουλῇ διαμονῆς των, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καταφανῆ παράβασιν τῶν νόμων τῆς πατρίδος των. Καὶ αὐτὸς ἴσως, περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐὰν παρίστατο ἐνταῦθα, καλούμενος, θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἡλικίαν του, καὶ νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης μόνος του, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσῃ τὸ στάδιόν του διὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, ὑπὲρ ὧν ἔρχεται νὰ ὑπερμαχήσῃ. Ὁ κύριος εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε θεωρίαν περὶ ἐπιτακτικῆς διατάξεως, καὶ μὴ ἐπιτακτικῆς, ἢ ἐνδεικτικῆς. Τοιαῦται διακρίσεις ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ἐπὶ διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου; Προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, ἐπιτρέπεται νὰ συζητῶμεν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο περὶ διατάξεώς τινος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Ἀπέναντι εὐκρινεστάτης διατάξεως, οἵα ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν ἤλπιζόν ποτε νὰ ἀκούσω νομομαθῆ, τοῦ ὁποίου τὰς γνώσεις ἀναγνωρίζω, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ μεταγενεστέρου στρατιωτικοῦ νόμου καθιερώθη διὰ τὴν γέννησιν ἑκάστου πολίτου ἡ πρώτη τοῦ ἔτους, καὶ ὅτι διὰ τοιούτου νόμου ἀνετράπησαν συνταγματικαὶ διατάξεις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἡλικία δὲν ὤφειλεν ἴσως νὰ κανονίζῃ τὰ προσόντα τῶν εἰσερχομένων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διότι παραδείγματα ἐν τῇ ἱστορίᾳ μᾶς διδάσκουσιν, ὅτι εἰς πολὺ κατωτέραν ἡλικίαν νέοι, οὐ μόνον ἀπετέλεσαν διακεκριμένα μέλη Κοινοβουλίων, ἀλλὰ καὶ διηύθυνον καὶ μεγάλα Κράτη· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐκεῖ, ὅπου συνέβη τὸ τοιοῦτον, ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν ὁ φραγμός· ἐνταῦθα ἐτέθη, καὶ ἐτέθη παρ’ ἐξουσίας, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἡ νῦν ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ. Ἓν καὶ μόνον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ σήμερον ἡ Βουλή, ἀποτελοῦσα δικαστικὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου: ὑπάρχει ἡ ἀνηλικιότης, ἢ δὲν ὑπάρχει; καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχῃ, θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα, ἢ θὰ τὸ παραβιάσῃ; Μόνον εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ: καταπατῶ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰσάγω τὸν ἐκλεχθέντα βουλευτὴν Ἀργασάρην. Καὶ αὐτὸ μὲν ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰσάγει αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα.

§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα σχεδὸν, διατί οἱ ἀξιότιμοι φίλοι καὶ συνάδελφοι συζητοῦσι περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὡς εἰ πρόκειται περὶ σπουδαίας τινὸς ἀμφισβητήσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐὰν προσεῖχον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς προηγουμένως εἶπεν, ἐὰν προσεῖχον καὶ εἰς ἄλλα ἀκόμη φαινόμενα, εἰς γέλωτας Ὑπουργῶν ἐντεῦθεν, εἰς ἐμφάνισιν ἱερέως ἐκεῖθεν, πρὸς ὅρκισιν τοῦ ἐκλεχθέντος, περὶ ἄλλου ἴσως ἔπρεπε νὰ συζητήσωσιν, ἴσως ἔπρεπεν ἁπλῶς νὰ παραπονεθῶσι πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν ἀπεφάσισε τὴν σφαγίασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον αὕτη νὰ γίνεται οὕτω πανηγυρικῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπε προηγουμένως, ὅτι εἶναι σχολαστικότης πλέον ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε νὰ εἰσῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦτον Βουλευταί, μὴ ἔχοντες τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠκούσθησαν τοιαῦται ἰδέαι, οὐδέποτε ἐτελέσθη πανηγυρικῶς ἡ παραβίασις τῶν νόμων, οὐδέποτε οἱ Ὑπουργοὶ παρέστησαν γελῶντες ἀπέναντι τῶν ἀμφισβητούντων τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς καὶ μόνον ἀτενίζοντες πρὸς τὸν ἱερέα, ὅστις ἐκλήθη, ἵνα ὁρκίσῃ τὸν Βουλευτήν, τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖται ἡ ἐκλογή! Καὶ τῷ ὄντι, κύριε Πρόεδρε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν πάντα ταῦτα, καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠκούσθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Δὲν ἐδίστασεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς νὰ ὀνομάσῃ σχολαστικότητα πλέον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος.....

§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ταῦτα· δὲν μὲ ἐνοήσατε, ὅπως καὶ ἄλλοτε συνέβη τοῦτο.

§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ὡς πάντες ἀντελήφθησαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας τινὰς θεωρίας εἴπετε περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ αὐταὶ αἱ ῥηταί, εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικαί! Τοιαύτας θεωρίας καλεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, νὰ ἐπισφραγίσητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν. Δὲν σᾶς καλοῦσι ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων, διότι δὲν δύνανται εὐπροσώπως νὰ σᾶς προκαλέσουν ν’ ἀποφανθῆτε περὶ νομίμου ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος, ἀλλὰ σᾶς φέρουν εἰς ἄλλας θεωρίας, ὅτι εἶναι σχολαστικότης ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ὅτι εἶναι ἐνδεικτικαὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα παρατηρῶν, ἁπλῆν ὑπόμνησιν κάμνω μόνον πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἀδιαφορῶν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συζητήσεως ταύτης, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι φρόνιμον, ν’ ἀνοίγωμεν τὰς θύρας τοιουτοτρόπως, καὶ τόσῳ μάλιστα ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς, εἰς τὰς παραβιάσεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος· διότι, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην κατωφέρειαν, οὐδαμοῦ δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν, θὰ ἐξοικειωθῶμεν πρὸς τὴν περιφρόνησιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἴσως καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν τοιαύτην περιφρόνησιν ἀκολουθοῦσι, ταχέως δύνανται νὰ μετανοήσωσι, διότι καὶ καθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ στραφῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις.

§50ΤΟΜΑΝ. Ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ, ἐξελέγχουσα τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, καθήκοντα δικαστικὰ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα καθήκοντα ἡ Βουλὴ ἐκτελῇ, φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς πάντα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψῆφον, προτιθέμενος δὲ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογῆς, νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ταύτην. Ὁ νόμος, ἐρευνῶν τὰ προσόντα, τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως τις καθέξῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἐκ συνθήκης ἀνέγραψε τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν, ὄχι διότι ἐν τῇ ἡλικίᾳ ταύτῃ ἀνευρίσκονται πλήρη τὰ ἐχέγγυα τῆς νοημοσύνης, τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ νὰ ἀναδεχθῇ τις τοιαῦτα βάρη, ἀλλὰ διότι ἐπὶ τέλους ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἡλικία τις. Ἅπαξ ὁρισθείσης ταύτης, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐπιτακτικαί· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ὅτι ἐνδεικτικῶς πως ἐτέθησαν· εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὰς παρακολουθήσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὰς παρακολουθήσωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν καὶ διὰ τίνα λόγον ἀνεγράφησαν· ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διάταξις δὲν ἀνεγράφη, διότι τὸ ὀρθὸν, τὸ νόμιμον, τὸ δίκαιον ἔγκειται ἐν ταύτῃ, δὲν ἀνεγράφη, διότι ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῶν 30 ἐτῶν ἐνυπάρχουσιν ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ἀλλὰ διότι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἡλικία τις, ἐν τούτοις ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παραβῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ἐξεπληρώθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος ἀδιστάκτως, καὶ ἔτι μᾶλλον ἀδιστάκτως, καθόσον ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν διάταξιν αὐτήν, δὲν εἶναι οὐσιαστικῶς δίκαιος, καὶ δύναται ὁ ἐκλεχθείς, ἐὰν τῷ ἐλλείπωσι 2, 3 ἢ 5 μῆνες μέχρι συμπληρώσεως τῆς ἡλικίας του, νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα ὁμοίως πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει συμπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος. Θέλω ψηφίσει λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν πείθομαι, ὅτι ἀπεδείχθη ἀνηλικιότης· τοιαύτην εἶχον γνώμην καὶ ὅτε, ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης, παρὰ τὰς ἐνστάσεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Σάκκη, ἐπέμενον ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, διότι δὲν ἐπειθόμην, ὅτι ἦσαν ἀληθεῖς. Ὅταν ἔχω Κύριοι, πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει συνταχθῆ παρ’ ἱερέως ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι πράγματι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο εἶναι ἀρκετόν, ὅπως ἀποδείξῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀνηλικιότητα τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, Βουλευτοῦ.

§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ στενοχωρία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σύρου, προκειμένου νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ ὑπὲρ τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, καὶ ὄχι ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, γίνεται κατάδηλος. Αὐτὴ ἡ φωνή του, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ἐξ ὧν προσεπάθησε νὰ ἀρυσθῇ τὴν δύναμιν, ὥστε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ψῆφον αὑτοῦ, αὐτὰ μαρτυροῦσιν, ὅτι δὲν ἐλάλησεν ὅ,τι ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς του ἐσωτερικῶς ὑπηγόρευεν αὐτῷ. Τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητόν. Τὸ Σύνταγμα διαῤῥήδην κελεύει, ὅτι οὐδεὶς εἰσέρχεται εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς, μὴ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Εἶναι ἀληθῶς ἄπορον, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως τιμῶ, ἔκρινεν ὡς καθῆκόν του, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ κόμματος, χαριζόμενος εἰς τὸ κόμμα, νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δῆθεν ἀδιστάκτως πείθεται, ὅτι ὁ κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει τὰ νόμιμα παρὰ τοῦ Συντάγματος προσόντα, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς δὲν διαγράφῃ ἀπὸ τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος τὸν ὅρον «συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν», δὲν δικαιοῦται, ἐὰν θέλῃ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, νὰ ψηφίσῃ, ὅτι ὁ κ. Ἀργασάρης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ὁμολογεῖται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ἔχει ἡλικίαν μικροτέραν τῶν τριάκοντα ἐτῶν. Ὑπῆρξεν ἀτυχῶς ἐποχή, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, καθ’ ἣν εἶχον παρακμάσει οἱ θεσμοί, εἶχε παρακμάσει τὸ ἀξίωμα τοῦ πολίτου καὶ τῆς πολιτείας, ἀφ’ ὧν προῳωνίζετο καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ δουλεία αὐτοῦ. Δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον γεννηθῆ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκαυχῶντο ἐπὶ δυνάμει καὶ ἀξιώματι πολιτικῷ, μυριοτρόπως στρεβλοῦντες τοὺς νόμους καὶ ἐπιχειροῦντες πρὸς τοῦτο ἑκάστοτε νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἦσαν τῶν νόμων σοφώτεροι· ὁ δὲ μέγας Ἀθηναῖος ἱστορικός, Κύριοι, καυτηριάζει καὶ στηλιτεύει τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες, ἐν ὀνόματι βεβαίως τῆς σοφίας αὑτῶν, ἔπειθον τοὺς πολλούς, ὅτι εἶναι σοφώτεροι τῶν νόμων, καὶ οὕτως ἠθέτουν αὐτούς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς πολιτείας καὶ καταστροφῇ αὐτῆς. Τοιούτους τινὰς ἀνθρώπους σοφοὺς παρατηρῶ καὶ σήμερον παρουσιαζομένους ἐνίοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Τοιοῦτος μοὶ ἐφάνη καὶ ὁ προαγορεύσας καὶ σοβαρῶς ἀποπειραθεὶς, ὡς ἠκούσατε, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ὁ ὅρος «συμπεπληρωμένον» καὶ, ἐνῷ πάντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ὅρος «συμπεπληρωμένον», καὶ ἐνῷ ἀποδεικνύεται δι’ ἐγγράφων ἀνεπιδέκτων ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ ὑποψήφιος κ. Ἀργασάρης δὲν ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐν τούτοις εἶναι ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωσιν, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἔχων δῆθεν τὰ παρὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενα προσόντα. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Συνταγματικοῦ χάρτου, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔργου ἱεροῦ, τὸ ὁποῖον, ἵνα γραφῇ καὶ καταστῇ θεμελιώδης νόμος τοῦ Κράτους, ὑποθέτει μακρὰν τῶν προγενεστέρων γενεῶν ἐργασίαν, καὶ μεγίστας θυσίας, καὶ κινδύνους μεγάλους, καὶ ἐὰν δὲν ἐφοβούμην μήπως, ἐὰν σείωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἕνα λίθον σήμερον καὶ ἕνα λίθον αὔριον, διασαλεύσωμεν καὶ κατερειπώσωμεν τὸ ἱερὸν τοῦτο οἰκοδόμημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου αἱ ἐλευθερίαι τῆς πατρίδος εἰσὶν ὠχυρωμέναι, βεβαίως δὲν εἶχον κἀνένα λόγον νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐὰν ὁ Ἀργασάρης ἢ ὁ δεῖνα, καίπερ μὴ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἤθελεν εἰσέλθει ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι πρόκειται, ἀξιότιμε συνάδελφε ἐκ Κυκλάδων, διὰ τῆς ψήφου σου νὰ διαγράψῃς τὸ «συμπληρωμένον», καὶ τὸ διαγράφεις.

§52ΤΟΜΑΝ. Δὲν εἶπον τοῦτο.

§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὔριον θὰ ἔλθῃ ἄλλο ζήτημα, καὶ θὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ διαγραφῇ εἷς στίχος, καὶ ὅταν σήμερον ἀθετῶμεν ἓν γράμμα, καὶ αὔριον μίαν λέξιν, καὶ ἄλλοτε ἕνα στίχον, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν θὰ ἔχωμέν ποτε Σύνταγμα, ἐὰν θὰ ἔχωμέν ποτε θεσμοὺς ἐλευθέρους. Βλέπετε ποῦ κατὰ μικρὸν περιήλθομεν; Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐσωτερικὴν στενοχωρίαν πάντων τῶν συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας.

§54ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς στενοχωρεῖται.

§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί ἐγένετο, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου ἐκείνου, ὑψώθη φωνὴ, ὅπως καὶ σήμερον, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ἐπικαλουμένη τὴν ἱερότητα τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ πρὸ ἡμῶν γενεαὶ μακρὰς ὑπέστησαν θυσίας, ἵνα τὸν ἱδρύσωσιν, ὡς ὀχύρωμα τῶν ἐλευθεριῶν, ὡς ὀχύρωμα τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ἵνα ἑκάστη δεκὰς χιλιάδων ψυχῶν ἐκλέγῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον· ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλην τὴν ῥητὴν ταύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, μεθ’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥηθέντας, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Συντάγματος, ἐψηφίσατε τότε, θέλοντες νὰ φανῆτε τοῦ νόμου σοφώτεροι, ὅπως καὶ σήμερον, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴν, τὸν νόμον τῆς μεγάλης περιφερείας καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἔλεγε διαῤῥήδην, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατ’ ἐπαρχίας, σεῖς μετεβάλετε τὸν ὅρον «ἐπαρχία» καὶ μετεποιήσατε εἰς «νομὸν», ὡς ἂν αἱ δύο λέξεις σημασίαν ἔχωσι τὴν αὐτήν. Ἐνομίσατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παρανομίας, ἐνομίσατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἁπλοῦ, καὶ ἐφάνητε τόσον πρόθυμοι, νὰ ψηφίσητε τότε τὴν ἀθέτησιν θεμελιωδεστάτης διατάξεως τοῦ νόμου. Τίς ἡ συνέπεια τῆς ἀθετήσεως ταύτης; Ἐρωτήσατε ἑαυτούς· ζητεῖτε μάτην ἤδη ἕκαστος τὴν ἀνεξαρτησίαν αὑτοῦ. Ἐρωτήσατε, ἐὰν ἔχητε ἐλευθερίαν νὰ ψηφίζητε, νὰ σκέπτησθε ὡς ἀντιπρόσωποι, καὶ δὲν ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ σύρησθε ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ ἡγέτου ὑμῶν. Καὶ δὲν σᾶς ἀδικῶ διὰ τοῦτο· διότι περιεπλάκητε εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Σήμερον, ἕνεκα τῆς μεγάλης περιφερείας, τί συνέβη; ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Κυκλάδων νὰ ἦναι ἠναγκασμένος νὰ σύρηται ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του καὶ τοὺς φίλους του ἐν Σύρῳ, ὅπου ζῇ, ὅπου πολιτεύεται, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τῆς ψήφου καὶ τῶν κατοίκων τῆς Πάρου, τῆς Μήλου, τῆς Νάξου, τῆς Θήρας κτλ. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς θὰ καταρτίσῃ τοὺς συνδυασμοὺς, ὅπως καὶ ἐξ ἄλλου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν λέγω δὲν συνδυάσῃ τὸν συνάδελφόν μου, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως τιμῶ, μὲ τοὺς ὑποψηφίους τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, δύναται νὰ ἦναι ἀντιπρόσωπος, δύναταί ποτε νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς Κυκλάδων; ὁλόκληρος ἡ νῆσος Σῦρος ἐὰν τιμήσῃ αὐτὸν διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ἐὰν καταψηφίσωσιν αὐτὸν οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν Κυκλάδων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ; Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἄλλην μερίδα. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συνεννόησις καὶ ἐξάρτησις τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τὸν μέλλοντα νὰ συνάψῃ τοὺς συνδυασμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν, δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ γίνῃ Βουλευτής; Ἰδοὺ τὰ ἄτοπα, Κύριοι, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ ἀθέτησις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἥμισυ, ἂν ὄχι κατὰ τὰ τρία τέταρτα, ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπολογίσω δι’ ἀριθμητικοῦ ὅρου, ἀφήρπασαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἀντιπροσώπου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες ὑμεῖς εἶσθε πεπεισμένοι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀθετήσεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος· εἶσθε πάντες πεπεισμένοι, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον κατέπεσε, καὶ ἡ ἀξία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ὁσημέραι καταπίπτουσιν ὑπὸ τὸν κύλινδρον τῆς μεγάλης περιφερείας. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν προσοχήν σας, καὶ συνιστῶ εἰς ὑμᾶς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου,—καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι διόλου περὶ τοῦ προσώπου, οὐδὲ περὶ τῆς πολιτικῆς σημασίας τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι, ἐὰν ἦναι εἷς ἢ δύο ἀκόμη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, οὐδόλως ἐνδιαφέρει τὴν ἀριστερὰν, διότι ἡ πλειοψηφία, ὅπως φαίνεται, εἶναι παγία καὶ θὰ ἦναι, διότι ἠθετήθη τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ἐκλογαὶ τῶν Βουλευτῶν δὲν γίνονται κατὰ δεκάδα χιλιάδων ψήφων, οὐδὲ κατ’ ἐπαρχίας, ὅπως ἐγίνοντο, ἀλλὰ κατὰ νομοὺς, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο πάντες δεδεσμευμένοι διὰ μιᾶς ἁλύσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστος, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι αἰσθάνεται βαρύνουσαν τὸν τράχηλον αὐτοῦ—συνιστῶ, λέγω, εἰς ὑμᾶς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας, νὰ σκεφθῆτε, ὅτι δι’ αὐτῆς, ἢ θὰ διαγράψητε τὴν λέξιν «συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος», τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Συντάγματι, ἢ θὰ καταψηφίσητε, καὶ θὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου· διότι ὁ κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος, ὁ ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, στερεῖται τοῦ νομίμου τῆς ἡλικίας προσόντος, ὅπως γένηται Βουλευτὴς, ἀφοῦ ἀποδεδειγμένον εἶναι, ὅτι τῷ ἐλλείπουσι δέκα ὅλοι μῆνες, καὶ δὲν ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὡς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διακελεύει ῥητῶς καὶ κατηγορικῶς.

§56ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι αἱ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἤθελον γίνει ἀφορμὴ παρεξηγήσεως καὶ μεταβάσεως εἰς ζητήματα ἄλλα παρελθόντα, θὰ προετίμων, σᾶς βεβαιῶ, νὰ σιωπήσω. Ἵνα μὴ συμβῇ δὲ τοῦτο καὶ ἐπέλθῃ καὶ πάλιν πλειοτέρα παρεξήγησις τῶν λόγων μου, συνοψίζω ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπον. Παραδέχομαι κατ’ ἀρχήν, μὴ συμφωνῶν κατὰ τοῦτο πρὸς τὸν φίλον μου κ. Μπουφίδην, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, εἶναι ἐπιτακτικαί, παραδέχομαι κατ’ ἀρχήν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος, παραδέχομαι προσέτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὅλη ἡ νομολογία, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ συμπλήρωσις νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνακηρύξεως. Ἀλλ’ ἐνῷ παραδέχομαι πάντα ταῦτα, οὐχ ἧττον δὲν πείθομαι ἐκ τῶν προσαχθέντων παρ’ ὑμῶν πιστοποιητικῶν, οὕτω πως συντεταγμένων, ὅτι δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Ζακύνθου.

§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς ἀνεγνώρισε τὸ ἐπιτακτικὸν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν διακεκριμένος νομικὸς, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ ὑποβάλῃ ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν περὶ τούτου. Οὐχ ἧττον ἐν τῇ πρώτῃ του ἀγορεύσει ἠθέλησε νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν σπουδαιότητα τῆς διατάξεως ταύτης, ἰσχυριζόμενος, ὅτι τυχαίως ἐτέθη αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι δὲν ἔχει ἐσωτερικόν τινα λόγον ὑπάρξεως ἐν αὐτῷ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἄν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐθεώρει ἐπουσιώδη αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ μὴ ἔχουσαν σπουδαιότητα, οὐδὲν ἁπλούστερον ἦτο, ἢ νὰ παραλείψῃ πᾶσαν περὶ ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν διάταξιν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ῥητῶς ὑπεστηρίχθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς, δὲν ἀπαιτεῖται τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκλέγῃ τὸν μᾶλλον κατάλληλον, ἄνευ διακρίσεως ἡλικίας. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη οὕτως ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν συζητήσεων αὐτῆς, ἐθεώρησεν οὐσιῶδες νὰ προσδιορίσῃ τὴν προσήκουσαν εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἡλικίαν. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἀπεφάνθη ἡ Συνέλευσις, νομίζω, ὅτι εἰς πάντας ἡμᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς.

§58ΤΟΜΑΝ. Τὴν σέβομαι.

§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, καίπερ σεβόμενος τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νομίζει, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀποδείξεις, πείθουσαι, ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτής, περὶ οὗ πρόκειται. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν ἄλλος τις ὑπέβαλλε τοιαύτην ἀντίῤῥησιν, δὲν ἤθελον ἐκπλαγῆ, ἐκπλήττομαι ὅμως, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἐγκύψαντα εἰς νομικὰς σπουδάς. Ποῖα εἶναι, Κύριοι, τὰ μέσα, δι’ ὧν ἀποφασίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας τῶν πολιτῶν καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ καθ’ ἅπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον; Πανταχοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας ἀποφασίζεται κατὰ τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία, ἅτινα ἀποτελοῦσι τελείαν ἀπόδειξιν μέχρι προσβολῆς αὐτῶν ἐπὶ πλαστότητι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος προσάγεται ληξιαρχικὴ πρᾶξις’ ἐνόσῳ λοιπὸν αὕτη δὲν προσβάλλεται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν. Ἀλλὰ προσήχθη ἆρά γε ἀληθὴς περὶ γεννήσεως ληξιαρχικὴ πρᾶξις; Ἐλέχθη, ὅτι ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις εἶναι περὶ βαπτίσεως καὶ οὐχὶ περὶ γεννήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ ὀρθῶς, διότι ὁ Ἰόνιος κῶδηξ δὲν προβλέπει περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων βαπτίσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν βάπτισιν συντάσσεται ἡ περὶ τῆς γεννήσεως πρᾶξις. Περὶ τούτου πείθεταί τις, ἅμα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν Ἰόνιον κώδικα, καθ’ ὃν ἐντὸς 60 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς γεννήσεως συντάσσεται ληξιαρχικὴ πρᾶξις.

§60ΤΟΜΑΝ. Ἔχετε τὴν βεβαιότητα, ὅτι συνετάχθη ἡ ληξιαρχικὴ πρᾶξις; ποῖος τὴν βεβαιοῖ;

§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πατήρ. Ὁ νόμος ὁ Ἑπτανησιακὸς, ὡς ὅλοι οἱ νόμοι, ῥητῶς διαλαμβάνει περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συντάσσονται αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις, αἱ ἔχουσαι ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν μέχρι προσβολῆς ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ποῖος εἶναι οὗτος; «Ἐν καιρῷ τῆς βαπτίσεως, λέγει ὁ νόμος, (ἀναγινώσκει) ὁ ἱερεὺς συντάττει εἰς ἐπίτηδες βιβλίον τὴν γεννητήριον πρᾶξίν του, ἥτις ὑπογράφεται παρ’ αὐτοῦ καὶ δύο μαρτύρων καὶ παρὰ τοῦ ἀναγγείλαντος». Οὕτω λοιπὸν συντάσσεται ἡ πρᾶξις, καὶ ἡ οὕτω συντασσομένη ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν μέχρι προσβολῆς ἐπὶ πλαστογραφίᾳ.

§62ΤΟΜΑΝ. Τίς βεβαιοῖ τὸν ἱερέα, τὸν βεβαιοῦντα ἐν τῇ πράξει, ὅτι τὸ τέκνον ἐγεννήθη τὴν δεῖνα ἐποχήν; τίς τὸν βεβαιοῖ;

§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πατήρ.

§64ΤΟΜΑΝ. Δύνασθε νὰ μὲ βεβαιώσετε, ὅτι ὁ πατὴρ βεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν; (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ.)

§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Τόμαν σᾶς λέγει, κύριε Κωνσταντόπουλε, ὅτι ἔχετε μίαν διαθήκην συντεταγμένην καθ’ ὅλους τοὺς τύπους, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν, ἀλλ’ αὐτὸς ἐν τούτοις δὲν δίδει πίστιν εἰς τὴν διαθήκην αὐτήν. Δὲν τὴν προσβάλλει ὡς πλαστὴν, ἀλλὰ δὲν δίδει πίστιν εἰς τὴν διαθήκην αὐτήν.

§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ πρᾶξις ἡ ληξιαρχικὴ δὲν ἤθελεν ἀποτελεῖ κατὰ νόμον πλήρη ἀπόδειξιν, ὅταν ὅμως βεβαιοῦται, ὅτι συνετάχθη κατὰ τοὺς νομίμους τύπους, ὅταν ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ βεβαιῶσι τὸν τόπον, τὸν χρόνον καὶ τὴν ὥραν ἀκόμη τῆς γεννήσεως τοῦ τέκνου των, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν ἀλήθειαν ἐξέθεσαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, διότι οὐδὲν συμφέρον εἶχον νὰ εἴπωσι ψεύδη, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον λέγουσι τὴν ἀλήθειαν, καθόσον καὶ διὰ μεταγενεστέρων πράξεων ἐπιβεβαιοῦσι τὸ γεγονὸς, καὶ ἐπεκαλέσθησαν αὐτό. Ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐκφράζῃ τις ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἡλικίας τῶν ἐν τῇ ληξιαρχικῇ πράξει περιεχομένων.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παππαγιαννακόπουλος.

§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.................

§69ΤΙΝΕΣ. Τί θέλεις νὰ ὁμιλήσῃς, κύριε Παππαγιαννακόπουλε; Ἄφησέ τα. (Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος παραιτεῖται τοῦ λόγου).

§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφθάσαμεν ἀληθῶς εἰς πλήρη σύγχυσιν γλωσσῶν, καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναπολήσω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀκροατηρίων, διότι ἐφθάσαμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ μὴ ἐντρεπώμεθα οὐ μόνον ἑαυτοὺς ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκροατήρια. Ἀρχικῶς ἠμφισβητήθη τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος· ὑπῆρξέ τις, ὅστις ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ὁ ὅρος «συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος». Μετὰ τοῦτο ἠμφισβητήθη τὸ ἐπιτακτικὸν τοῦ ὅρου τούτου, κατόπιν ἠρευνήθη διατί ἐτέθη ὁ ὅρος οὗτος ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ τέλος ἠμφισβητήθη καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ ληξιάρχου. Ταῦτα πάντα ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τὰ ἀρνηθῇ. Λοιπὸν ἠμφισβήτησαν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα τὸ ἔχετε πρόχειρον, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναγνώσητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἀμφισβήτησις ἐκείνη ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν συζητοῦμεν ἐν καλῇ πίστει. Ἀλλὰ δὲν δύνανται ὑπὲρ ἑαυτῶν νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν καλὴν πίστιν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος. Εἶπον ἡμῖν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἐπιτακτικόν, ὡσανεὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνῃ τις τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς ἐπιτακτικὰς καὶ μὴ τοιαύτας. Ὁ τοιαῦτα προβάλλων λέγει ἁπλούστατα, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος ἦτο ἱκανῶς μωρός, ὅπως περιλάβῃ ἐν αὐτῷ διατάξεις ἐπουσιώδεις. Τὸ Σύνταγμα περιλαμβάνει μόνον ἐπιτακτικὰς διατάξεις, οὐδ’ ἐπιτρέπει εἰς οἱονδήποτε, εἴτε βουλευτὴς Κυκλάδων εἶναι, εἴτε δὲν ἠξεύρω πόθεν κατάγεται, νὰ διακρίνῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ εἰς ἐπιτακτικὰς καὶ μὴ ἐπιτακτικάς.

§71ΤΟΜΑΝ. Δὲν τὰς διέκρινα ἐγώ.

§72ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς διεκρίνατε, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, τὰ ἠρνήθητε μετὰ 5 λεπτά. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι ἐτέθη ὁ ὅρος ἐκεῖνος, διότι ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἷς ὅρος ἡλικίας.

§73ΤΟΜΑΝ. Ἀλλ’ ἅπαξ τεθεὶς εἶναι ἐπιτακτικός.

§74ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο τὸ προσεθέσατε εἰς τὴν δευτέραν ὁμιλίαν σας. Ἡ διάταξις εἶναι ἐπιτακτική, ἐπιτακτικωτάτη· διότι τὸ ἄρθρον 70 ἀριθμεῖ τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ προσόντα, ἃ πρέπει νὰ κέκτηται ὁ Βουλευτής, διὰ νὰ παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρῶτον προσὸν ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος πολίτου, δεύτερον ἡ ἐγκατάστασίς του εἰς μίαν ἐπαρχίαν, καὶ τρίτον ἡ ἡλικία. Ἂν σήμερον δὲν θεωρήσητε ἐπιτακτικὴν τὴν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἡλικίαν, αὔριον ὑπὸ τὴν αὐτὴν πρόφασιν θὰ μᾶς φέρητε Βουλευτὰς μὴ πολίτας Ἕλληνας! Καὶ εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὸ πράξητε! Λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ ρήτρα τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἡλικίαν, εἶναι ἐπιτακτική. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν ὅριον ἀληθῶς; Διότι ἄνευ τούτου αὔριον θὰ μᾶς ἐφέρετε νήπια μὲ τὰς τροφούς των ἐδῶ, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός σας ἀκριβῶς. Θέλετε νὰ ἐξευτελίσητε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Θέλετε νὰ ἔχητε ὄργανα τυφλά, μὴ ἔχοντα συνείδησιν τῶν πράξεών των. Καὶ θέλω σᾶς ἐρωτήσει, ἂν δὲν σταματήσητε πρὸ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὅπερ θέτει, ποῦ θὰ σταματήσητε; Εἰπέτε μου, σᾶς φθάνει εἰκοσαετὴς ἡλικία, σᾶς φθάνει δεκαετής, ἢ ἡ ἑξάμηνος ἡλικία τοῦ βρέφους; Ταῦτα νομίζω εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι καὶ τὸν βουλευτὴν Κυκλάδων, ὅστις τοσαῦτα σόλοικα ἐτόλμησε νὰ ἐκφέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν. Ἀλλ’ εἶπον ὑμῖν κατόπιν, ὅτι δὲν πείθονται, ὅτι εἶναι ἀνήλικος ὁ κ. Ἀργασάρης. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει προσθέτως τὴν ἀγαθοπιστίαν των. Διότι θὰ ἐνόουν ἀκόμη, ἂν ἀπέναντι τῆς προσκομισθείσης ἀποδείξεως, τῆς ἐπισήμου, τῆς ἀνεγνωρισμένης παρὰ τοῦ νόμου, θὰ ἐνόουν, ἐὰν ἔφερον ἑτέραν ἀνταπόδειξιν οἱανδήποτε. Ἀλλὰ θέλετε νὰ μᾶς πείσητε περὶ τῆς καλῆς σας πίστεως, καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ὁ πατὴρ Ἀργασάρης ἐσκόπει νὰ σᾶς ἀπατήσῃ πρὸ 30 ἐτῶν μεῖον 9 μῆνας, (ἱλαρότης) καὶ φοβούμενοι τὴν παρ’ αὐτοῦ στηθεῖσαν εἰς τὴν ἀγαθοπιστίαν σας παγίδα, δὲν πιστεύετε τὴν δήλωσίν του! Καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὸ γελοῖον τῶν τοιούτων ἐπιχειρημάτων; Καὶ προβάλλετε τοιαῦτα ἐνταῦθα! Πρὸ παντὸς πρέπει, Κύριοι, νὰ σεβώμεθα ἑαυτούς, ἂν δὲ δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ σεβώμεθα ἑαυτούς, πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν καὶ νὰ κλείσωμεν τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου. Τοῦτο θὰ ἦναι ἀξιοπρεπέστερον δι’ ἡμᾶς καὶ ἐπωφελέστερον διὰ τὸ Κράτος. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας τοῦ τμήματος).

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχη. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§76ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει συμπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Σάκκη καὶ Θ. Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝἈνδ. Αὐγερινός Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝἈντ. Ρικάκης Ο
Γ. Σισμάνης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΝἸω. Κρεστενίτης Ο
Ἀθ. Ἴσκος ΟΝ. Κουμανιώτης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
Μ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Δ. Χατζόπουλος ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
Γεώργιος Μίλησης Ν. Παπανικολάου Ν
Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ν
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
Σωτήριος Δανόπουλος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΔιον. Λομβάρδος Ν
Δημήτριος Πετρίδης ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΚωνστ. Βασιλάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈντ. Καποδίστριας Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΝικόλαος Βασιλάκης
Χρῖστος Χριστόπουλος ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΟΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΟΣπυρ. Ἀλαμάνος Ο
Κων. Κωνσταντόπουλος ΟΘεόφιλος Προβατᾶς Ο
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ν
Παναγιώτης Μανέτας ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς
Ἠλίας Παλαμήδης ΝἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Δ. Ζέγγελης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΓεράσιμος Μουσούρης
Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
Γεώργιος Χ. Παχὺς Γεώργιος Κόρπας Ο
Στέφανος Δραγούμης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Φωκίων Νέγρης Νικόλαος Νομικός Ν
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΜίνως Μπογιατζόγλους
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημοσθένης Καΐρης Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΓεώργιος Δρόσος Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ο
Τρύφων Μουτσόπουλος Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Α. Φωτήλας ΝΛεων. Καπετανάκος Ο
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ο
Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΝ. Καράπαυλος Ν
Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ν
Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ο
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
Εὐάγ. Σταμούλης ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ν
Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
Κωνστ. Μαρκίδης ΝΓ. Τάκης
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΝ. Ταρμπάζης Ο
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΖ. Φαλιάγκας Ο
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Σωτήριος Σωτηρόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος
Περικλῆς Πεῤῥωτῆς ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ο
Δημήτριος Τζάνες ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Περικλῆς Μποῦτος Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
Παναγιώτης Σάκκης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
Νικόλαος Παπαλέξης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Νικόλαος Μισυρλῆς Κωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
Ἀσημάκης Χριστόπουλος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ο
Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν

(Γίνεται ἡ διαλογή).

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 125. Ἐκ τούτων 74 εἶπον Ναί, καὶ 51 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή, καὶ ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος, ἔχων τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ὁ κ. Δρόσος, βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ζητεῖ πενθήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, ὅπως παραστῇ ὡς μάρτυς εἴς τινα ἐν Σύρῳ ποινικὴν ὑπόθεσιν.

§79ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ αἴτησις ἀπεῤῥίφθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16.
2τῆς 16 Νοεμβρίου 1888.
3(Τετάρτη).
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
8§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ἀπέσχον τὴν χθὲς
9ἑσπέραν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, τῆς ὁποίας κατήρξατο
10ὁ ἐκ Λακωνίας ἔντιμος συνάδελφος, δηλαδὴ τῆς περὶ ὁδο-
11ποιίας καὶ τῆς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἀπρονοησίας
12καὶ τῆς παροιμιώδους σπατάλης, ὡς καὶ περὶ τῆς κατα-
13νομῆς τῶν δαπανῶν κατὰ διαμερίσματα τῆς χώρας, ἀπέ-
14σχον, λέγω, νὰ μετάσχω τῆς σοβαρᾶς συζητήσεως, τῆς ἀφο-
15ρώσης εἰς μεγάλα τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους συμφέροντα,
16ἐκ προσοχῆς, μὴ παρασχεθῇ ἀφορμὴ παρανοήσεως, ὅτι ἀπὸ
17σκοποῦ ἐπιζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προβάλῃ δυσχερείας
18περὶ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως τοῦ γενικωτέρου οἰκονομι-
19κοῦ ζητήματος. Ἐπεφυλάχθην νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν
20μου σήμερον, καὶ θὰ μοὶ παράσχῃ εὐελπιστῶ ἡ Βουλὴ τὴν
21προσοχήν της, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ὅπως
22διὰ βραχέων ἐκθέσω πρὸς αὐτὴν τὰς λυπηρὰς ἐντυπώσεις,
23τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς μελέτης τῆς προχείρου, τὴν ὁποίαν
24κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα ἀπὸ τῆς διανομῆς τῶν προχθὲς
25διανεμηθέντων πινάκων τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν τῆς
26ὁδοποιίας τοῦ ἔτους 1886 ἠδυνήθην νὰ ποιήσω, ἐν παρα-
27βολῇ πρὸς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 προεκδεδο-
28μένους ἀκριβεστάτους ὄντως πίνακας ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς
29ὁδοποιίας.
30Ὁ Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
311889, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων δογμάτων, ἐθέσπισεν ἀξιό-
32λογά τινα θεσπίσματα, ἄξια τῷ ὄντι τῆς προσοχῆς τοῦ Κοι-
33νοβουλίου, οὐχὶ ὡς καινοφανῆ ἢ πρωτάκουστα, ἀλλ’ ὡς
34ἀντιφάσκοντα πρὸς τὰ κυβερνητικὰ ἔργα καὶ πρὸς τὰ δρώ-
35μενα κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα. Μεταξὺ τούτων εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ
36ὁ παραγωγὸς δὲν εἶναι δυνατὸν μόνος διὰ τῶν ἰδίων του
37πόρων καὶ ἐξ ἰδίας του πρωτοβουλίας νὰ προνοήσῃ, οὐδὲ νὰ
38παρασκευάσῃ δεόντως ἔργα κοινωφελῆ, βελτιοῦντα τὰ μέσα
39τῆς συγκοινωνίας ἢ τῆς καλλιεργείας, ἀφ’ ὧν τὰς ἐργασίας
40του τὰς ἀγροτικὰς δύναται νὰ πράξῃ, βεβαίως ἡ Πο-
41λιτεία καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον, ἀναλαμβάνουσα τὴν
42εὐεργετικὴν αὐτοῦ κηδεμονίαν, καὶ συγκεντροῦσα τοὺς
43πόρους, ὅσους δύνανται νὰ καταβάλλωσιν οἱ παραγωγοί, εἰς
44ἓν κοινὸν ταμεῖον, νὰ χρησιμοποιῇ τελεσφόρως τούτους πρὸς
45κοινὸν ἀγαθόν. Διὰ τοιούτου ταμείου θὰ καθίστατο δυνατὸν
46εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ χειραγωγήσῃ τὴν παρα-
47γωγήν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν βελ-
48τίωσιν τῆς τύχης τῆς τε γεωργίας καὶ τῆς κοινωνίας. Ἀλλ’
49ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνακηρύττων τοιούτους ἀγαθο-
50ποιοὺς σκοποὺς καὶ κοινωφελεῖς ἐπαγγελίας, χάριν τῶν ὁποίων
51προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἔτι δυσβάστακτα βάρη, ἔπρεπε νὰ
52ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἔχει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία, καὶ οἱ
53τὰ τῆς πολιτείας ἐπιμελούμενοι τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, ἀφοῦ
54ἀναλαμβάνωσι νὰ κηδεμονεύσωσι καὶ νὰ ποδηγετήσωσι τὴν
55ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν καὶ δραστηριότητα, καὶ μάλιστα
56δαπάνῃ αὐτοῦ τοῦ ἀτόμου, νὰ διαχειρίζωνται δικαίως καὶ
57εὐσυνειδήτως καὶ μετὰ λελογισμένης φειδοῦς τὸν ἱδρῶτα τοῦ
58λαοῦ, ὅτι τὸ ἴσον καὶ τὸ δίκαιον δέον νὰ πρυτανεύῃ ἐν ταῖς
59σκέψεσι καὶ ταῖς ἀποφάσεσιν αὐτῶν.
60Ἀλλ’ ἐτηρήθη ἆρά γε ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιίας ἡ δι-
61καιοσύνη τῆς κατανομῆς τῶν εἰσπραττομένων ἀπὸ τοῦ ἱδρῶ-
62τος τοῦ παραγωγοῦ, πρὸς ἴσην καὶ δικαίαν ἀνάπτυξιν καὶ
63βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας; Ἐλήφθη κοινὴ περὶ
64πάντων τῶν διαμερισμάτων τῆς Ἑλλάδος πρόνοια περὶ κα-
65τασκευῆς ὁδῶν καὶ ἄλλων ἔργων, ἐνισχυόντων τὴν γεωργίαν
66καὶ ἐν γένει τὴν κτηματικὴν παραγωγήν; Δυστυχῶς
67ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τῶν πινάκων, τῶν δημοσιευθέντων χθές,
68ἐπὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἤθελε πείσει καὶ
69τὸν ἁπλούστερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οὐ μόνον δὲν ἠκολού-
70θησε κανόνα τινὰ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, προκειμένου νὰ
71κατανείμῃ εἰς τὰ διάφορα διαμερίσματα τοῦ Κράτους τοὺς
72πόρους τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ ἀνευλαβῶς
73πρὸς τὴν δημοσίαν συνείδησιν ἐδαπάνησε τοὺς ἀπὸ τῶν
74νομῶν τῆς Πελοποννήσου ἰδίως εἰσπραττομένους πόρους
75ὑπὲρ τῶν ἐν τῇ Στερεᾷ Ἑλλάδι νομῶν. Κατὰ τοὺς ὑποβλη-
76θέντας πίνακας τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1886 τοῦ ταμείου
77τῆς ὁδοποιΐας, ἐδαπανήθησαν τὸ ὅλον 5,264,406 δραχμαί,
78κατὰ τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, εἰς ἃ ὑποδιαιρεῖται
79ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Διὰ μὲν
80τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν ἐδαπανήθησαν 2,991,565 δραχ.,
81διὰ τὴν ἐπαρχιακὴν ἐδαπανήθησαν 452,932, καὶ διὰ τὴν
82δημοτικὴν 121,220. Ἐκ τῶν δαπανῶν τούτων τινὲς μὲν
83ἀφορῶσιν εἰς τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν, τινὲς εἰς τὴν συν-
84τήρησιν καὶ ἄλλαι πρὸς ἀνακαίνισιν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν.
85Ἂν ἐξετάσωμεν τοὺς πίνακας κατ’ ἀναλογίαν τῶν διαμε-
86ρισμάτων, εἰς ἃ διαιρεῖται φυσικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,
87ἤτοι εἰς τὴν Στερεάν, τὴν Πελοπόννησον καὶ τὰς νήσους,
88ἔχομεν τὰς ἑξῆς ἀναλογίας. Ἐκ τοῦ πρὸς συντήρησιν ἐπαρ-
89χιακῶν ὁδῶν κεφαλαίου, ἐκ δραχμῶν τριακοσίων περίπου
90χιλιάδων, ἐδαπανήθησαν δι’ ἐργασίαν μὲν 137,736, εἰς
91ἔξοδα δ’ ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως 28,107. Ἐκ τοῦ πρὸς
92συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κεφαλαίου ἐδαπανήθησαν
93608,802, καὶ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν
94146,127.
95Ἂν ἐξετάσωμεν τώρα κατὰ διαμέρισμα, θέλομεν εὕρει
96τὰς ἑξῆς ἀναλογίας. Διὰ μὲν τὴν συντήρησιν τῶν κατὰ τὴν
97Στερεὰν ὁδῶν ἐδαπανήθη τὸ ἀξιοσέβαστον κεφάλαιον δραχ.
98409,207, διὰ δὲ τὴν ἀτυχῆ Πελοπόννησον μόνον 162,940,
99καὶ διὰ τὰς πτωχὰς νήσους 36,810. Παρατηρεῖτε, Κύριοι,
100πόσον ἡ ἀναλογία αὕτη εἶναι σκανδαλωδῶς ἄνισος; Διότι διὰ
101μὲν τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου καὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἐδαπα-
102νήθησαν μόνον 36,810, ἐνῷ διὰ τὴν Στερεὰν 409,207, διὰ
103δὲ τὴν Πελοπόννησον 162,960. Ἂν ἐρευνήσωμεν ἐφεξῆς τὰς
104στήλας τῶν κατατεθέντων πινάκων, θὰ εὕρωμεν ἔξοδα ἀνα-
105καινίσεως ὁδῶν σκανδωλέστερον ἄνισα καὶ δυσανάλογα. Διότι
106διὰ μὲν τὴν Στερεὰν ἐδαπανήθησαν 104,991, διὰ δὲ τὴν
107Πελοπόννησον, πόσα νομίζετε; 12,336 μόνον, διὰ δὲ τὰς
108νήσους 28,000. Ἀλλ’ ἵνα μᾶλλον ἐκπλαγῆτε, καὶ ἵνα ποιή-
109σωμαι μᾶλλον κατάδηλον τὴν ἀνισότητα τῆς κατανομῆς,
110καὶ τὴν ἐκ τῶν ῥηθέντων προκύπτουσαν ἀριδήλως ἔλλειψιν
111πάσης δικαιοσύνης, ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν τὰ παρ’
112ἑκάστου τῶν νομῶν τῆς Πελοποννήσου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς
113ὁδοποιΐας κατὰ τὸ ἔτος 1886 εἰσκομισθέντα ποσά. Οὕτω,
114ὁ μὲν νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰσήγαγεν εἰς τὸ ταμεῖον
115τῆς ὁδοποιΐας 821,661 δρ., ὁ νομὸς Μεσσηνίας 495,895, ὁ
116νομὸς Λακωνίας 298,178, ὁ νομὸς Ἀρκαδίας 112,373,
117καὶ ὁ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας 227,838, ἤτοι ἡ Πελο-
118πόννησος μόνη εἰσήγαγεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δρ.
1191,735,440.
120Ἀλλ’ ἐὰν τὸ σύνολον τῶν δαπανηθέντων κατὰ τμῆμα ἐξε-
121τάσωμεν, πάλιν θέλει προκύψει οὐχ ἧττον κατάδηλος ἀνι-
122σότης, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὡς Βουλευτής, ἀνήκων εἰς τὸ
123ἀδικούμενον διαμέρισμα τοῦ Κράτους, καὶ ὡς ἄνθρωπος, ὁ
124ὁποῖος πρὸς τὸν ἠθικὸν νόμον καὶ τὴν δικαιοσύνην αἰσθά-
125νομαι ἀσάλευτον σεβασμὸν, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀδιά-
126φορον, ἂν ἡ διαμαρτυρία μου αὕτη δὲν δυνηθῆ νὰ φθάσῃ
127μέχρι τῶν κυβερνώντων. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ ἔτος 1886
128εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω πῶς
129ἐτηρήθη μεγαλειτέρα τις ἀναλογία εἰς τὴν παροχὴν τῶν
130δαπανημάτων διὰ κατασκευὴν ὁδῶν ἐν Πελοποννήσῳ.
131Ἤδη κρίνατε, ἂν ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐπιμέλειαν Κυβέρ-
132νησις, μεθ’ ὅσα ἐνόμισα καθῆκον νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν
133Βουλὴν, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ προχθεσινὰ δόγματα τοῦ
134Πρωθυπουργοῦ.
135Μετὰ τοῦτο κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν
136τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τὴν διαχεί-
137ρισιν τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιίας, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπομεν,
138καὶ ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐθέσπισεν, εἰσκομίζει ἑκὼν ἄκων,
139καὶ πιεζόμενος πολλάκις, ὁ παραγωγὸς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ
140νὰ ἀπολαύσῃ τοὺς καρποὺς τῆς δαπάνης ταύτης, ἣν οὐχὶ
141σπανίως εἰσφέρει διὰ στερήσεως τοῦ ἄρτου του. Διότι στε-
142ρεῖται πολλάκις τοῦ ἄρτου αὐτοῦ, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ
143ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι μίαν ἡμέραν διὰ
144τῆς βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας ἡ πρόσοδός του θὰ βελτιωθῇ
145καὶ θὰ ἀπολαύσῃ κἄτι τι περισσότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
146εἰσφέρει. Ἄλλως ἡ Πολιτεία θὰ ἦτο ἄστοργος, ἐὰν ὑπέ-
147βαλλεν εἰς τοιαύτας βαρυτάτας φορολογίας ἀνθρώπους, τῶν
148ὁποίων καὶ οἱ ἄλλοι φόροι καὶ τὰ δημόσια τέλη, τὰ πληρο-
149νόμενα εἰς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι ἐλαφρά. Ἔχω ἀναγνώσει
150εἰς συγγραφὴν οἰκονομολόγου τινὸς, ὅτι οἱ φόροι τότε δύναν-
151ται νὰ ἦναι δεδικαιολογημένοι, ὡς δικαίως καταβαλλόμενοι
152ὑπὸ τῆς κοινωνίας, ἔστω καὶ μετὰ στενοχωρίας κατὰ τὸν
153Πρωθυπουργὸν, ὅταν ἐπιστρεφόμενοι πίπτωσιν ὡς βροχὴ
154ἐλαφρὰ καὶ εὐεργετικὴ ἐπὶ τὴν παραγωγὴν διὰ μέτρων εὐερ-
155γετικῆς προνοίας τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ φόροι δὲν
156ἔχωσι τοιοῦτον προορισμὸν, δὲν δαπανῶνται πρὸς θεραπείαν
157τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ πρὸς θεραπείαν ἄλλων ἀναγκῶν, πρὸς
158τὴν παραγωγὴν ἀλλοτρίων, ἀστόργως καὶ ἀσυνειδήτως;
159Ὅταν, φέρ’ εἰπεῖν, δαπανῶνται πρὸς ἐνίσχυσιν οὐχὶ τῆς
160παραγωγῆς, ἀφ’ ἧς καὶ λαμβάνονται, ἀλλὰ τῆς πολιτικῆς
161ἐπιῤῥοῆς τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ Βουλευτοῦ, τούτου ἢ ἐκείνου
162τοῦ Ὑπουργοῦ; Τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὁ φορολογούμενος,
163ὁ παραγωγὸς, ὁ ὁποῖος δαπανᾷ, δικαιοῦται νὰ φρονῇ, ὅτι
164ληστεύεται ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὰ
165τῆς Πολιτείας. Ἀπογοητεύεται δὲ βλέπων, ὅτι οἱ φόροι,
166τοὺς ὁποίους καταβάλλει ἐν μυρίαις στερήσεσι καὶ ἐν βαρυ-
167τάτοις μόχθοις, δὲν δαπανῶνται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον
168ἐπηγγείλατο ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ σπαταλῶνται ἀστόργως,
169πρὸς σκοποὺς εὐτελεῖς, πρὸς σκοποὺς ἐπικρατήσεως τούτου
170ἢ ἐκείνου τοῦ πολιτευμένου. Ἀλλ’ ὁποίαν αἰσθάνεται ὀδύ-
171νην καὶ ἀγανάκτησιν εὔλογον καὶ ὅταν βλέπῃ, ὅτι σπατα-
172λῶνται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ τὰ κατατιθέμενα διὰ τῆς στερήσεως
173τοῦ ἄρτου αὐτοῦ; Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς,
174ἀλλὰ πρὸ πάντων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
175Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγένετο λόγος καὶ
176πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὰς γενομένας
177κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη κατασωτεύσεις ἢ διασπα-
178θήσεις τῶν πόρων τῆς ὁδοποιίας, εἰς ἔργα, τῶν ὁποίων
179ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ὠφέλεια εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν
180κοινωνικῶν συμφερόντων οὐδόλως ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀπο-
181δειχθῇ, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τῶν πινά-
182κων μαρτυρεῖ καὶ ἄλλο, οὐχ ἧττον οἰκτρὸν, σύμπτωμα κυ-
183βερνητικῆς ἀστοργίας. Καταδεικνύει, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς
184τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, τὰ ἐντεταλμένα τὴν κατασκευὴν
185δημοτικῶν καὶ δημοσίων ἔργων, ποσὰ μυθώδη, ἑτέραν ἀπο-
186δεικνύοντα πληγήν. Εἰς τοῦτο θέλει πεισθῆ ἀδιστάκτως ὁ
187κ. Ὑπουργὸς εὐθὺς, ὡς ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὰ δαπανηθέντα
188ποσὰ κατὰ τὸ 1886 εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ. Θέλει πα-
189ρατηρήσει μετ’ ἄλγους, ὅτι τὸ 1886 εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας
190καὶ ἐπιθεωρήσεως, μὴ περιλαμβανομένων ἐν αὐτοῖς τῶν τα-
191κτικῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐντεταλμένων τὴν ἐπί-
192βλεψιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ μόνον τῶν ὁδοιπορικῶν
193αὐτῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὴν ἐπιστασίαν καὶ ἐπιθεώρησιν,
194ἐδαπανήθησαν δρ. 447,321· ἀλλ’ εἰς ταῦτα δέον νὰ προστε-
195θῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, διότι καὶ ἡ
196δαπάνη αὕτη σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν
197δημοσίων ἔργων· λοιπὸν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ κατὰ τὸ
1981886 ἐδαπάνησε 329,200, ἑπομένως θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἰς 776,
199448 δραχ. συμποσοῦνται τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιστασίας καὶ ἐπι-
200θεωρήσεως τῶν κατασκευασθεισῶν ὁδῶν κατὰ τὸ 1886. Οἱ
201δὲ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων εἶναι χωριστοί. Ἄν ὑπελογίζοντο
202καὶ οὗτοι, ἤθελεν ἴσως ἀναβῆ τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἡ δαπάνη
203τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς πληρωμὴν μόνον ἐξόδων ἐπι-
204στασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως.
205Ἀλλὰ δὲν εἶναι φοβερὸν, ὅταν 5,000,000 δαπανᾷ τὸ
206Κράτος εἰς κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ⅕ τῆς
207δαπάνης ν’ ἀποῤῥοφῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους! Εἶναι,
208φρονῶ, λίαν ἐπεῖγον, νὰ μελετήσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τὸ
209ζήτημα καὶ μεριμνήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ ὅσον οἷόν τε ἐλάττωσιν εἰς
210τὴν σπατάλην ταύτην, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ τὸ πέμπτον τῶν πό-
211ρων τῆς ὁδοποιΐας. Ποῦ ἠκούσθη εἷς οἰκοκύρης, δαπανῶν
212100 δραχμὰς εἰς καλλιέργειαν τοῦ κτήματός του, νὰ δαπανᾷ
213τὰς εἴκοσιν ἐκ τούτων εἰς τὸν ἐπιστάτην; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω
214ἐὰν εἰς ἄλλο Κράτος δύναται νὰ παρουσιασθῇ — ἐκτὸς ἐὰν
215ἦναι Κράτος καθαρῶς Ἀνατολικὸν — τοιαύτη ἀναλογία τῶν
216δαπανῶν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πρὸς τὰ ἔργα αὐτά!
217Χαρακτηριστικώτατον δ’ εὗρον τὸ ἑξῆς· εἰς τοὺς πίνακας τοῦ
218νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀναγράφεται ὡς δαπανη-
219θὲν ποσὸν διὰ μικράν τινα ὁδὸν ἀπὸ Κυθήρων εἰς Αὐλαίμονα
220δραχ. 6,450, ἐξ αὐτῶν αἱ 1500 ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ἔρ-
221γον, αἱ δὲ 4,500 εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως!
222Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τόσον ὑπερβολικὸν, ὥστε ἐξέρχεται
223τῶν ὁρίων τοῦ σοβαροῦ. Ἀκούσατε δὲ εἰς τίνα πορίσματα
224ἄγει ἡ μελέτη τῶν πινάκων. Ἄν ὑπολογίσητε τὰ ἔξοδα τῆς
225ἐπιστασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883,
2261884, 1885 καὶ 1886, θέλετε ἔλθει εἰς ἔτι λυπηρότερα
227συμπεράσματα. Κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν εἰς ἔξοδα ἐπι-
228στασίας καὶ ἐπιθεωρήσεως δρ. 208,881. Κατὰ τὸ 1883,
229275,377. Κατὰ τὸ 1884 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐπιστα-
230σίαν καὶ ἐπιθεώρησιν 505,649. Κατὰ τὸ 1885, 596,187,
231καὶ κατὰ τὸ 1886 ἐδαπανήθησαν ὡσαύτως 447,220. Ἤτοι
232ἐδαπανήθησαν ἐν ὅλῳ κατὰ τὰ ἕξ ἔτη εἰς ἔξοδα ἐπιστασίας
233καὶ ἐπιθεωρήσεως δραχμαὶ 2,033,695! μὴ ὑπολογιζομένων
234ἐν τούτοις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν μηχανικῶν,
235τῶν ἐργοδηγῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρε-
236σίας.
237Τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἑπόμενον ἦτο νὰ ἔχωμεν, ὅταν
238ψηφίζωνται νόμοι χωρὶς πολλῆς προσοχῆς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι,
239ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, καθ’ ὃν ἐκανονίζοντο τὰ ἔξοδα καὶ
240οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τμήμα-
241τος τῶν δημοσίων ἔργων, ἀνεγράφοντο ταῦτα εἰς ὑπερβολὴν
242μεγάλα. Καὶ τοῦτο διότι συνέταξαν τὰ νομοσχέδια αὐτοὶ οἱ
243ἴδιοι, ὧν οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ὁδοιπορικὰ ἐκανονίζοντο δι’ αὐ-
244τῶν. Ἀτυχῶς οὕτω συντάσσονται τὰ πλεῖστα νομο-
245σχέδια, ἀναγινώσκονται μίαν ἑσπέραν ἐδῶ καὶ γίνονται
246εὐθὺς νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βλέπετε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς
247ὁποῖα ἀξιοθρήνητα φθάνουσιν ἀποτελέσματα; Ἀλλὰ βλέ-
248πετε, ὅτι ἐδαπανήθη ἐκ τῶν πτωχῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας
249εἰς μισθοὺς καὶ ἀποζημιώσεις καὶ ὁδοιπορικὰ τῆς Γαλ-
250λικῆς ἀποστολῆς ἀπὸ τοῦ 1883 μέχρι τοῦ 1886 τὸ φοβε-
251ρὸν ποσὸν δραχ. 2,160,659! Ἂν εἰς ταῦτα προστεθῶσι
252καὶ τὰ σημειούμενα ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως καὶ ἐπιστασίας κατὰ
253τὴν ἑξαετῆ περίοδον, ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886, εἰς
254τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους τῆς ὁδοποιΐας, θέλει ἀποδειχθῆ,
255ὅτι εἰς ὁδοιπορικὰ ἔξοδα καὶ ἀποζημιώσεις μόνον ἐδαπά-
256νησε τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἑξαετίαν 4,174,354 δρ. Ἀλλὰ
257τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 31 ἑκατομμυρίων, τὰ
258ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ
259τὴν ἑξαετῆ περίοδον, ἀποτελεῖ ἓν ἕκτον τῆς ὅλης δαπάνης,
260ὑπολογιζομένων καὶ τῶν τακτικῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων
261τῆς ὁδοποιΐας.
262Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίαν
263τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ θέσῃ τέρ-
264μα εἰς τὴν σπατάλην ταύτην, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ ἐξαντλήσῃ
265τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν
266εἶναι ζήτημα ἀφορῶν εἰς ταύτην ἢ εἰς ἐκείνην τὴν πτέρυγα·
267ἀφορᾷ εἰς τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς
268παραγωγούς, τῶν ὁποίων ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε νὰ κηδε-
269μονεύσῃ τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ νὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα
270τῆς παραγωγῆς, τῆς συγκοινωνίας, τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ ὅταν
271δαπανῶνται ἑκατομμύρια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους,
272ἀπομένῃ δὲ ἐλάχιστον ποσὸν πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν συλλέ-
273γονται τὰ χρήματα ταῦτα, τίνος εἴδους κηδεμονία δύναται
274νὰ χαρακτηρισθῇ αὕτη;
275Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ βραχεῖαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας
276ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλὴν,
277ὅπως ἀποδείξω τὴν ἄνισον κατανομὴν, κατὰ διαμερίσματα
278τοῦ Κράτους, τῶν πόρων τοῦ ταμείου, εἶναι ἀνεπαρκεῖς
279εἰς καταδήλωσιν τοῦ μεγέθους τῆς ἀδικίας. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας
280πολλῷ μᾶλλον σκανδαλώδεις ἀναλογίας, ἃς μοὶ ἐπόρισεν ἡ
281μελέτη τῶν πινάκων τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1882 μέχρι τοῦ
2821886. Τὰ ῥηθέντα παρέχουσιν ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς ἀδι-
283κίας, ἥτις προσγίγνεται εἰς τοὺς νομοὺς, τοὺς τελοῦντας
284τοὺς βαρυτέρους φόρους ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἔργων καὶ πρὸς
285ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς
286φέρω μίαν μόνον μικρὰν ἀντιπαραβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐποιη-
287σάμην μεταξὺ δύο νομῶν, διότι, ὅπως ὑπολογίσω πάντων
288τῶν νομῶν τὰ ἔσοδα καὶ τὰς δαπάνας, χωριστὰ ἑκάστου
289ἀπὸ τοῦ 1882, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἐπιφέρω καθολικὸν πόρισμα
290περὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευσε κατὰ τὴν κατα-
291νομὴν τῶν δαπανῶν εἰς τὰ τρία τοῦ Κράτους διαμερίσματα,
292ἦτο ἔργον λίαν ἐπίμοχθον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ.
293Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ αἱ χεῖρες περισσεύουσιν εἰς τὴν κεντρι-
294κὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁδοποιΐας, νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν πίνακας
295τοιούτους, δηλοῦντας κατὰ νομοὺς, πόσα εἰσέφερεν ἕκαστος
296νομὸς ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ πόσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου
297νομοῦ ἐδαπανήθησαν. Ἐγὼ περιορίζομαι σήμερον εἰς τὴν
298σύγκρισιν δύο νομῶν, ἣν προχείρως ἐποιησάμην. Κατ’ ἀλή-
299θειαν δὲ ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐκίνησε τὴν ἔκπληξιν καὶ τὸν
300θαυμασμὸν ἡ ἠρεμία τῆς συνειδήσεως τῶν κυβερνησάντων
301κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα τὴν χώραν, μεθ’ ἧς ἐλάμβανον τοὺς
302φόρους τῆς ὁδοποιΐας, τοὺς εἰσφερομένους ἐκ τούτου τοῦ νομοῦ,
303καὶ ἐδαπάνουν ἀφειδῶς εἰς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀχρήστων ὡς
304ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐν ἄλλῳ νομῷ, ἐν ᾧ ἐπεζήτουν νὰ κρατύνωσιν
305οὐχὶ τὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ τὴν ἐπιῤῥοήν των. Ἐδαπάνων,
306λέγω, ἄνευ προνοίας περὶ προαγωγῆς τῆς κοινωνίας, ἀλλ’
307ὅπως φανῶσιν ἁπλῶς εὐχάριστοι εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους
308τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἐποιησάμην τὴν σύγκρισιν τοῦ νομοῦ
309Αἰτωλοακαρνανίας πρὸς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας. Τί
310νομίζετε προκύπτει ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης; Διὰ βραχυ-
311τάτων λέξεων θὰ σᾶς δώσω τὸ πόρισμα τῆς μελέτης μου.
312Ἀποφεύγω τὰς λεπτομερείας, ἵνα μὴ γίνω ὀχληρὸς καὶ κατα-
313χρασθῶ τὴν ὑμετέραν ἀνοχήν. Ἂν δὲ γεννηθῇ ἔνστασίς τις
314περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους σᾶς ὑποβάλλω,
315εἶμαι ἕτοιμος λεπτομερῶς νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὰς παρατηρή-
316σεις μου.
317Οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἰσή-
318νεγκον ἐκ πόρων κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς κανονίζοντας τὰς
319εἰσφορὰς, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας κατὰ τὴν ἑξαετῆ
320περίοδον, τῆς ὁποίας ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀπολογισμούς,
321δραχμὰς 824,851, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ
322Κορινθίας εἰσήνεγκον κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα δρ. 853,404.
323Βλέπετε, ὅτι αἱ εἰσφοραὶ ἑκατέρου νομοῦ σχεδὸν εἶναι
324παράλληλοι. Ἀκούσατε ὅμως τὴν ἀναλογίαν, καὶ τὴν εὐ-
325θύτητα καὶ τὴν ἰσότητα, ἡ ὁποία ἐτηρήθη περὶ τὰς δαπά-
326νας. Ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ἐδα-
327πανήθησαν δραχμαὶ 4,591,894, ἐνῷ εἰς τὸν νομὸν Ἀργο-
328λιδοκορινθίας, ὁ ὁποῖος εἰσέφερε μεγαλείτερον ποσὸν, 30,000
329δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν αὐτὴν ἑξαετῆ περίοδον
330πόσα νομίζετε; risum teneatis. Τὸ εὐτελέστατον ποσὸν
331τῶν δραχμῶν 416,698. Τέσσαρα ὅλα ἑκατομμύρια πλείονα
332ἐδαπανήθησαν εἰς τὸν τρισόλβιον νομὸν, ἐξ οὗ ἐκλέγεται ὁ
333κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἷς ἕτερος Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ,
334κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τοῦτο δικαιοσύνη; εἶναι κυβερνη-
335τικὴ πρόνοια Κυβερνήσεως λαοῦ ἐλευθέρου, συνταγματικῶς
336διοικουμένου; Ἀλλὰ τί ὀφείλομεν ἡμεῖς, οἱ κάτοικοι τοῦ
337νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, νὰ εἰσφέρωμεν ἁδρὰς εἰσφορὰς εἰς
338τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἵνα λαμβάνοντες τοὺς ἱδρῶτας
339ἡμῶν οἱ Ὑπουργοὶ δαπανῶσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν εἰς τὴν
340Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ
341ὁποῖοι κατέχονται ἐξ ἰδεῶν διαιρέσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς
342Ρουμελιώτας καὶ εἰς Πελοποννησίους καὶ εἰς Νησιώτας.
343Φρονῶ, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἓν ἔθνος, ὅτι πάντες εἴμεθα
344ὁμόφυλοι καὶ πάντες ἀδελφοί, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι τε-
345λοῦσιν ὑπὸ ἕνα ἡγεμόνα, τὰς αὐτὰς παραδόσεις καὶ τοὺς
346αὐτοὺς πόθους ἔχοντες· ἀλλὰ προκειμένου περὶ φόρων καὶ
347δαπανῶν, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψω, ὅπως δαπα-
348νῶνται εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν 4,591,000, ἀνε-
349χόμενος ἐν χριστιανικῇ ἀνοχῇ νὰ δαπανῶνται μόνον 416,
350000 ὑπὲρ τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας. Ἐὰν ἐγίνετο ἔρευνα
351καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς τῆς Πελοποννήσου, δὲν ἠξεύρω
352ὁποῖα ἀναλογία ἤθελεν εὑρεθῇ, ἢ ἐὰν ἐγίνετο παρομοία
353παραβολὴ καὶ ὡς πρὸς τὰς νήσους, τίς οἶδεν ὁποῖαι σκαν-
354δαλώδεις δυσαναλογίαι θ’ ἀπεκαλύπτοντο.
355Δὲν εἶμαι δὲ σύμφωνος, οὐδὲ κρίνω ἐμαυτοῦ ἄξιον, νὰ ἐκ-
356φράζω εὐχαριστίας πρὸς Ὑπουργοὺς, τόσῳ ἀδίκους ἐξελεγ-
357χομένους ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς τὴν ἑσπέ-
358ραν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κοσονάκος
359ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ εὐγνωμοσύνην, διότι ἐδαπανήθησαν, δὲν
360ἠξεύρω πόσαι δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν ὁδῶν τῆς ἐπαρχίας Γυ-
361θείου, ἐγὼ διεμαρτυρήθην ἐντόνως, ὅτι ἔπραττε τὸ καθῆκόν
362της ἡ Κυβέρνησις, μεριμνήσασα περὶ τούτου, καὶ ἂν δὲν τὸ
363ἔπραττεν οὕτω, θὰ ἦτο ἀξία μομφῆς. Ἀλλ’ ὅταν εἴς τινας
364ἐπαρχίας φέρεται, ἕνεκα πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ὡς μήτηρ,
365πρὸς ἄλλας δὲ οὔτε ὡς μητρυιὰ, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆ-
366κον καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος
367καὶ Κορινθίας νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἤθελον εὑρεθῇ
368πολλοὶ δῆμοι καὶ ὁλόκληρα διαμερίσματα ἐν τῷ ἡμετέρῳ
369νομῷ, ὡς πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, διατελοῦντες εἰς χείρονα
370κατάστασιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἀναφέρονται διατελοῦντες κατὰ
371τὴν ἐποχὴν τῶν Ἑνετῶν. Ἡ Κορινθία περιλαμβάνει τέσσαρα
372πλούσια σιτοφόρα πεδία, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς δουλείας τῆς
373βαρβαρότητος, κατέστησαν λίμναι. Ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν
374ἀρχαιότητα εἶχον κατασκευασθῆ ὑδραυλικὰ ἔργα τεχνικὰ
375γιγάντεια, τὰ ὁποῖα ἀπέδιδον εἰς τὸν Ἡρακλέα, ὅπως
376μὴ οἱ χειμερινοὶ ὄμβροι κατακλύζωσι ταύτας τὰς πε-
377διάδας. Ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία μέριμνα περὶ τούτων
378ἐλήφθη, καὶ κατέστησαν διὰ τοῦτο λίμναι. Πλὴν δὲ
379τούτου οὐδέποτε ἐν αὐταῖς, καλλιεργημέναις κατὰ τὸ
380ἥμισυ, κατεσκευάσθη ὁδός. Μόλις δύνανται διὰ ὀναρίων
381νὰ μεταφέρωσι τοὺς καρποὺς εἰς τὰ πέριξ χωρία, καὶ τοῦτο
382ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέλθῃ βροχὴ, ἢ χιών. Διότι τότε ἡ συγκοι-
383νωνία διακόπτεται ἐντελῶς· ἀλλὰ τέλος πάντων οἱ κάτοι-
384κοι τῶν δήμων τούτων ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐνιαυτῶν ηὐ-
385τύχησαν νὰ ἦναι Ἕλληνες ἐλεύθεροι καὶ πολῖται τῆς αὐ-
386τῆς ἐπικρατείας, εἰς ἣν ὑπάγονται καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ νο-
387μοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὡς πληρόνοντες φόρους καὶ
388ἔχοντες ταμεῖον κοινόν. Διὰ τοῦτο εὐλόγως ἔχουσιν ἀξίωσιν,
389ὅπως μὴ δαπανῶνται τὰ χρήματά των πρὸς θεραπείαν τῶν
390κοινωνικῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τῆς Ἀκαρνανίας,
391τῆς Αἰτωλίας ἢ ἄλλων μερῶν. Διότι ἐκ τῶν 400,000, αἱ
392ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ὑπὲρ τῶν
393Ἀκαρνάνων, τὸ ⅕ ἀνήκει εἰς τοὺς κατοίκους τῶν νομῶν
394Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ἐν τίνι δικαιώματι, κύριοι
395Ὑπουργοὶ, ἁρπάσαντες τὰ χρήματα ἡμῶν, ἐδαπανήσατε
396ἐπὶ τὰς χρείας ἄλλων κοινοτήτων, καταλείποντες ἡμᾶς εἰς
397τὴν τύχην μας, καὶ καταδικάσαντες ἡμᾶς ν’ ἀποθνήσκωμεν
398ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ πάσης μετὰ τοῦ
399λοιποῦ Κράτους συγκοινωνίας; Λέγεται τοῦτο κυβερνητικὴ
400πρόνοια καὶ δικαιοσύνη;
401Ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὸ τέταρτον τῆς
402δαπάνης πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἐν τοῖς δήμοις τούτοις τῆς
403Κορινθίας, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ ἑνώσῃ τὰ πλούσια ἐκεῖνα σι-
404τοφόρα πεδία τῆς Στυμφαλίας καὶ τοῦ Φενεοῦ εἰς τὴν
405Ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ὁμωνύ-
406μων λιμνῶν, καὶ ὅμως πρὸς τοῦτο οὐδὲ ὀβολὸν ἐδαπάνησε.
407Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς
408ὑποχρεώσεις της, καίτοι παρῆλθεν ἤδη τετραετία ἀπὸ τῆς
409λήξεως τῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων προθεσμίας, ἀλλ’ ὤφει-
410λεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ἐκ παντὸς τρόπου περὶ τού-
411του πρὸ πολλοῦ.
412Ἀνέγνωσα τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἡ Γαλλικὴ ἀπο-
413στολὴ ὑπέβαλε περὶ τοῦ δικτύου τοῦ σιδηροδρομικοῦ, τὸ
414ὁποῖον πρόκειται νὰ συνενώσῃ τὴν Πελοπόννησον δι’ ἑνὸς
415σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος. Καὶ παρετήρησα, ὅτι περὶ
416πασῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐλήφθη πρόνοιά τις, ἔστω καὶ
417εἰς τὸν χάρτην, περὶ τῶν ὀρεινῶν ὅμως δήμων τῆς Κοριν-
418θίας καὶ τῆς Ἀργολίδος δυστυχῶς οὐδεμία. Ἀλλ’ ἡ Κοριν-
419θία κατοικεῖται ὑπὸ 60,000 κατοίκων. Οἱ ὀρεινοὶ δὲ δῆμοι
420ἀριθμοῦσι πλείονας τῶν τριάκοντα χιλιάδων κατοίκων, βα-
421ρεῖς τελούντων φόρους. Οἱ Γάλλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν
422κατασκευὴν, ἔλαβον δύο βάσεις πρὸς χάραξιν τῶν τῆς συγ-
423κοινωνίας γραμμῶν, ἤτοι τὸν πληθυσμὸν τῶν κωμῶν καὶ πό-
424λεων, τῶν διὰ τῶν σιδηροδρόμων ἑνουμένων, ἢ τὴν διεύθυν-
425σιν, ἣν ἔχει ἡ τῶν προϊόντων καὶ τῶν ἐμπορευμάτων γενικὴ
426κίνησις. Ἀλλ’ ἐν τῷ διαμερίσματι τούτῳ τῆς Κορινθίας εἰσὶ
427κῶμαι πολυάριθμοι, πέριξ τῶν ὀροπεδίων συνωκισμέναι δί-
428κην στεφάνης, καὶ ἄφθονα προϊόντα παράγουσαι. Διατὶ δὲν
429ὑπολογίζει τοὺς κατοίκους τῶν κωμῶν τούτων τοῦ Φενεοῦ,
430τῆς Στυμφαλίας, τῆς Πελλήνης, ὡς ἓν ὅλον ἀποτελοῦντας,
431ἀλλὰ δίκην δουλοπαροίκων ἔχει ἔξω τάξει, ἀμοίρους τῶν
432ἀγαθῶν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Κρά-
433τους; Τὸ σύνολον αὐτῶν ἀποτελεῖ πληθυσμὸν 30,000, τε-
434λούντων καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὸ τῆς ὁδο-
435ποιίας πολλὰς μυριάδας δραχμῶν. Δὲν εἶναι τάχα καιρὸς
436νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν πολιτῶν τούτων
437μετὰ τοὺς Ἀκαρνᾶνας;
438Δὲν ἐπιμένω νὰ ἐξαντλήσω ἐπὶ πλέον τὸ θλιβερὸν τοῦτο
439θέμα, ἐπιφυλασσόμενος εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, μετὰ τὴν προ-
440σαγωγὴν τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
441παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ, νὰ ἐξηγήσω
442σαφέστερον καὶ καθαρώτερον, πόσα καὶ πόσον τιμαλφῆ κοι-
443νωνικὰ συμφέροντα καταστρέφονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως πά-
444σης ἐπιμελείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν κατοί-
445κων τῶν δήμων ἐκείνων ἀπὸ τοῦ διαρκοῦς ἀποκλεισμοῦ, εἰς
446ὃν κρατεῖ τοὺς ἀτυχεῖς τὸ ὑψίκρημνον καὶ ἀπότομον τῶν
447πέριξ ὀρέων καὶ οἱ ἀπ’ αὐτῶν ἐκχεόμενοι κατὰ τὴν χειμερι-
448νὴν ὥραν ἀδιάβατοι χείμαῤῥοι.
449§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας καὶ ἰδίως
450ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκω, γίνεται ἀκόμη καὶ σήμερον
451πολὺς λόγος περί τινος σκανδαλωδεστάτης κυβερνητικῆς
452ἐπεμβάσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς
4534 Ἰανουαρίου 1887. Τὰ περὶ τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης ἐλέ-
454γοντο ἔκτοτε, τὰ ἤκουσα καὶ ἐγώ, τὰ ἐνόησα μάλιστα,
455ὡς ἐκ τῆς ἀποτόμου μεταστάσεως μεγάλης ὁμάδος πολι-
456τικῶν μου φίλων εἰς τὴν κυβερνητικὴν φάλαγγα, ἀλλά,
457σᾶς ὁμολογῶ, ἐδυσκολευόμην νὰ πιστεύσω ὅσα ἐλέγοντο.
458Κατ’ αὐτὰς ὅμως περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἔγγραφον,
459τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον
460θέλω ἀναγνώσει καὶ πρὸς ὑμᾶς, διότι εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐμ-
461βάλῃ εἰς σπουδαίας καὶ σοβαρὰς σκέψεις πάντα πολιτευό-
462μενον καὶ πάντα εἰλικρινῶς μεριμνῶντα περὶ τῶν ἐλευθε-
463ριῶν τοῦ τόπου. Πρὶν ὅμως ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον τοῦτο,
464θέλω σᾶς ἐκθέσει διὰ βραχέων, ὡς ἐλέγοντο, τὰ περὶ τῆς
465ἐπεμβάσεως ταύτης. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας οἱ κυβερ-
466νητικοὶ ὑποψήφιοι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα
467ἀφθόνως παρεχώρει εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς τὰ
468ὁποῖα ὀφείλεται ἡ μετατόπισις ὄχι ἁπλῶν ψηφοφόρων, ἀλλὰ
469καὶ κομματαρχῶν καὶ Δημάρχων ἀκόμη, ἀλλ’ ἔῤῥιψαν τὸ
470βλέμμα εἴς τινα κωμόπολιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοικεῖ ἰσχυρο-
471τάτη καὶ πολυπρόσωπος οἰκογένεια, ἔχουσα πολλὰς ψή-
472φους, δυναμένη δὲ νὰ παρασύρῃ ἔτι πλειοτέρας. Τῆς οἰκο-
473γενείας ταύτης ὁ ἀρχηγός, χρηματίσας ἄλλοτε οἰκονομικὸς
474ὑπάλληλος, εἶχε καταδικασθῆ πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰς δεκαετῆ
475δεσμά. Ἀλλὰ κατὰ τὴν δίκην ἐβεβαιώθη, ὅτι ὁ ὑπάλλη-
476λος οὗτος, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρέτησεν, ἔδειξε μέγιστον ζῆλον
477ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἐδιπλασίασε τὰς
478εἰσπράξεις, κατεδίωξεν ἀμειλίκτως τὰ λαθρεμπόρια, ἐξέθεσε
479πολλάκις εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν του ἀπέναντι τῶν λαθρεμ-
480πόρων, ἀπέκρουσε γενναίας προσφοράς, γινομένας παρ’ αὐ-
481τῶν, ἵνα παραβῇ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὅτι διετέλει ἐν ἄκρᾳ
482πενίᾳ. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τὸ Δικαστήριον τῶν Συνέ-
483δρων ἐθεώρησεν αὐστηρὰν τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ ποινήν,
484ἐξέφρασε μάλιστα ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐνοχῆς του, καὶ
485ἐσύστησεν αὐτὸν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Βασιλέως· ὁ δὲ Εἰσαγ-
486γελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὑποβάλλων τὴν δικογραφίαν εἰς τὸ
487Ὑπουργεῖον, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ
488ποινή του εἰς φυλάκισιν δύο ἐτῶν καὶ ἡμίσεος, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ
489τῶν χαρίτων ἐπιτροπὴ εὗρεν ὀλίγα τὰ 2½ καὶ ἀπεφάνθη
490νὰ περιορισθῇ ἡ ποινὴ εἰς 4 ἔτη, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς
491Δικαιοσύνης προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ
492ὁποίου, συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, περιωρί-
493ζετο ἡ ποινὴ εἰς τεσσάρων ἐτῶν φυλάκισιν, καὶ ὁ κατάδικος
494μετεφέρθη εἰς τὰς φυλακὰς Μεσολογγίου. Ὡς ἦτο ἑπόμενον,
495καὶ ὁ κατάδικος καὶ οἱ συγγενεῖς του εἶχον μεγάλην ἐπιθυ-
496μίαν νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς, εἶχον μάλι-
497στα καὶ μέγα παράπονον κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως;
498διότι μετὰ τοιαύτας συστάσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ἐφάνη τοσοῦτον
499φειδωλὴ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ποινῆς του. Τὴν ἐπιθυ-
500μίαν λοιπὸν ταύτην ἐσκέφθησαν οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι
501νὰ ἐκμεταλλευθῶσι, καὶ νὰ κατορθώσωσιν, ὥστε ὅλη αὐτὴ
502ἡ ἰσχυρὰ καὶ πολυπρόσωπος οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀνῆκεν
503ἀνέκαθεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μεταστῇ εἰς τὴν Συμ-
504πολίτευσιν. Μετέβησαν λοιπὸν αὐτοὶ καὶ οἱ πράκτορες
505αὐτῶν καὶ εἰς τὸ δεσμωτήριον καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς
506τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ ὑπέσχοντο, ὅτι,
507ἐὰν ἀκολουθήσωσι τοὺς κυβερνητικοὺς ὑποψηφίους, ἀφεύ-
508κτως θέλει ἀπαλλαγῆ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Ἀλλ’
509αὐτοὶ δὲν ἐπείθοντο καὶ ἔθεντο ὡς ὅρον νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διά-
510ταγμα τῆς χάριτος πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ἐν τούτοις Διά-
511ταγμα δὲν ἐξεδίδετο, ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς ἐπλησίαζε καὶ
512οἱ κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι ἤρχισαν νὰ ἀνησυχῶσιν· ἐλέ-
513γετο μάλιστα τότε, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶχον δειλιάσει εἰς
514τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐσκέπτοντο νὰ ἀποχωρήσωσι τοῦ
515ἀγῶνος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἐλέγοντο ὅλα ταῦτα καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς
516βέβαιον, ὅτι ἡ μεγάλη αὕτη οἰκογένεια ἤθελε μείνει πιστὴ
517εἰς τὸ φρόνημά της, ἐθεωρεῖτο δὲ ἐξησφαλισμένη ἡ πλειο-
518ψηφία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον,
519αἴφνης τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, πρὸς τὸ ἑσπέρας τοῦ
520Σαββάτου, ὅλη ἡ οἰκογένεια ἀνεστατώθη· οἱ συγγενεῖς,
521ἀριθμούμενοι εἰς 100 περίπου, ἐξαιρέσει τριῶν μόνον, οἵτι-
522νες ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὸ φρόνημά των, ἔλαβον τὰ ὅπλα, ἤρ-
523χισαν νὰ πυροβολοῦν, ἐξῆλθον ἀλλαλάζοντες εἰς τὴν κωμό-
524πολιν καὶ τὰ χωρία, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν παρέστησαν εἰς τὸν
525τόπον τῆς ψηφοφορίας μετὰ πολλῶν ἄλλων ἐκλογέων καὶ
526ἐψήφισαν πανηγυρικῶς ὑπὲρ τῆς Συμπολιτεύσεως. Εἰς τὴν
527μετάστασιν ταύτην ὀφείλεται, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμειο-
528ψήφησεν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, καὶ εἰς αὐτὴν ὀφείλει τὴν
529ἐπιτυχίαν του ὁ εἷς καὶ μόνος ἐκ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου
530ἐπιτυχὼν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς
531ἐκλογὰς τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας εἷς κυρίως φίλος τῆς Κυβερνήσεως
532ἐπέτυχεν, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἐπιτυχόντες ἦσαν ἀντιπολιτευό-
533μενοι. Ἡ αἰφνηδία αὕτη μετάστασις ἀπεδόθη, ὡς ἦτο
534ἑπόμενον, εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον ἡ οἰκο-
535γένεια αὕτη ἔθετο, καὶ ἐπιστεύθη, ὅτι ἀπενεμήθη εἰς τὸν
536κατάδικον πλήρης χάρις. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἡ ἐκλογή,
537παρῆλθον μῆνες, καὶ χάρις δὲν ἐδίδετο, μόλις δὲ ἐδημοσιεύθη
538τοιοῦτον Διάταγμα μετὰ πολλοὺς μῆνας, ἤτοι κατὰ τὸν
539Ἀπρίλιον τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτε συνεπληροῦντο περίπου
540τὰ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν
541Ναυπλίῳ Ἐφετῶν εἶχε γνωμοδοτήσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ περι-
542ορισθῇ ἡ ποινή. Ἔμενε λοιπὸν μυστήριον, τί συνέβη εἰς τὴν
543ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ πῶς αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἐπείσθη αἴφνης
544νὰ μεταστῇ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν.
545Ἀκούσατε δὲ τί ἐλέγετο περὶ τοῦ μυστηρίου τούτου μετὰ
546πολλοὺς μῆνας, καὶ ὁποία διάδοσις ἀπὸ στόματος εἰς στόμα
547ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ. Ἐλέγετο, ὅτι κατὰ τὰς παραμονὰς
548τῆς ἐκλογῆς εἷς τῶν Ὑπουργῶν ἀπηύθυνε τηλεγράφημα
549πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν ἐν
550Ζακύνθῳ, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει ῥητῶς, ὅτι τὸ Διάταγμα
551τῆς χάριτος ὑπεγράφη καὶ θὰ κοινοποιηθῇ ἀφεύκτως τὴν 6
552Ἰανουαρίου, ὅ ἐστὶ δύο ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὑπὸ τὸν
553ὅρον ὅμως τοῦ νὰ παραγγελθῶσιν οἱ συγγενεῖς τοῦ κατα-
554δίκου νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς Συμπολιτεύσεως διότι, ἐὰν
555πράξωσιν ἄλλως, τὸ μέτρον θὰ ματαιωθῇ, ὅτι οἱ ἀνώτεροι
556οὗτοι ὑπάλληλοι μετέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκοινοποίη-
557σαν τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κατάδικον, καὶ ὅτι αὐτὸς, μὴ
558πιστεύων εἰς τὰ γραφόμενα, ἀπῄτησε παρ’ αὐτῶν νὰ τοῦ
559ἐγχειρίσουν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, ἐπικεκυρω-
560μένον διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, καὶ ὅτι οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι
561ὑπάλληλοι δὲν ἐδυσκολεύθησαν νὰ δώσωσι τὸ ζητηθὲν ἀν-
562τίγραφον. Προσέθετον δὲ, ὅτι παρήρχετο ὁ καιρὸς καὶ ἡ χάρις
563δὲν ἐδίδετο, ὁ κατάδικος ἐστενοχωρήθη καὶ ἤρχισε νὰ κά-
564μνῃ ἀντίγραφα τοῦ τηλεγραφήματος καὶ νὰ στέλλῃ εἰς
565διαφόρους γνωρίμους, διατελοῦντας εἰς σχέσεις μὲ τὴν Κυ-
566βέρνησιν, παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ μεσολαβήσωσιν, ὅπως ἐκ-
567πληρωθῇ ἡ δοθεῖσα ὑπόσχεσις, καὶ ἀπειλῶν, ὅτι, ἐὰν δὲν
568γίνῃ τοῦτο, θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημοσιεύσῃ τὸ
569εἰς χεῖράς του τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπικεκυρωμένον
570ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἀπὸ τὸν Νομάρ-
571χην. Ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἀντιγράφων παρέπεσε καὶ περιῆλ-
572θεν εἰς χεῖράς μου καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς ἀναγνώσω· εἶναι δὲ
573γεγραμμένον ἰδίᾳ χειρὶ ἀπὸ τὸν κατάδικον, τοῦ ὁποίου γνω-
574ρίζω τὸν χαρακτῆρα.
575§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖος
576εἶναι ὑπογεγραμμένος;
577§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς
578ἐποχῆς ἐκείνης.
579§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιοῦτε, ὅτι εἶναι ὑπο-
580γεγραμμένος Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὑμεῖς τὸ βε-
581βαιοῦτε, ἢ ἁπλῶς ἐννοεῖτε, ὅτι εἷς κατάδικος τὸ βεβαιοῖ;
582§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι τὸ τηλεγράφημα
583τοῦτο φέρει ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν εἶναι πλέον ἐν
584τῇ ζωῇ. Ἐὰν ἀπέβλεπε μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον,
585βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἤθελον κάμει χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρό-
586κειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἐλευ-
587θερίαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ὅλοι, ὅτι
588τὰ τοιαῦτα, ὅσον καὶ ἂν γίνωνται μυστικὰ, δὲν δύνανται
589νὰ μείνουν κεκαλυμμένα. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ εἴπωσιν,
590ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐπλαστογράφησεν ὁ κατάδικος· ἀλλ’ ὅ,τι
591καὶ ἂν εἴπωσι, καὶ ὁποιανδήποτε σημασίαν καὶ ἄν ἀποδώ-
592σητε εἰς αὐτὸ, εἶναι πάντοτε ἔγγραφος μαρτυρία τοῦ ἁρμο-
593διωτέρου προσώπου, ἡ ὁποία βεβαιοῖ τὰ τότε λαβόντα χώ-
594ραν· καὶ δύνανται νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ἔγραψεν αὐτὸς, ἀλλ’
595οὐδεὶς θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχε
596λόγους νὰ εὐγνωμονῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ τέλους,
597καλῶς ποιοῦσα, τὸν ἀπήλλαξε τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς,
598ἐκάθισε καὶ ἔγραψεν ὅ,τι τοῦ κατέβη εἰς τὴν κεφαλὴν, καὶ
599διεσκόρπιζεν ἀντίγραφα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἔπειτα λάβετε ὑπ’
600ὄψει, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ μυστηρίου τούτου ἐχρησίμευσαν
601πολλοὶ ὑπάλληλοι ὡς ὑπηρέται, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται ν’ ἀνε-
602κοίνωσαν εἰς πολλὰ πρόσωπα τὰ περὶ τούτου· ἐκτὸς τού-
603του, τὸ ἀντίγραφον, ὅ ἐδόθη ἐπικεκυρωμένον ἀπὸ τοὺς ὑπαλ-
604λήλους, ἐνδέχεται, ἐὰν δὲν εὑρίσκηται ἀκόμη εἰς χεῖρας
605αὐτοῦ (θόρυβος), νὰ περιῆλθεν εἰς ἄλλου χεῖρας, καὶ νὰ
606παρουσιασθῇ φέρον τὴν ὑπογραφήν.
607§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὅταν τὸ φέρητε.
608§9ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Θὰ ἦναι εἰς τὸ τηλεγραφεῖον.
609§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἐτηλεγραφήθη προφο-
610ρικῶς.
611§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ πῶς ὑπάρχει ὑπογραφὴ ἐπὶ προ-
612φορικοῦ τηλεγραφήματος; Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ,
613ὅτι τὰ τηλεγραφήματα ὑπογράφονται καὶ προφορικῶς.
614§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν σᾶς ὠφελοῦν. Ἐπέμβα-
615σις τοιαύτη εἶναι πρωτοφανὴς καὶ πολὺ χειροτέρα τῶν ἐπεμ-
616βάσεων τῆς πρώτης Δυναστείας, διότι ἐκεῖναι ἦσαν φανε-
617ραί, ἐστηρίζοντο εἰς τὴν βίαν, καὶ κατὰ τῆς βίας δύναταί
618τις νὰ ἀντιτάξῃ ἐνίοτε ἄλλην βίαν, ἀλλὰ κατὰ τοιούτων
619σατανικῶν ἐνεργειῶν τίς δύναται νὰ ἀντεπεξέλθῃ; Πῶς
620δύνασθε, Κύριοι, νὰ ἀπαιτήσητε ἀνεξαρτησίαν φρονήματος
621ἀπὸ ἕνα δυστυχῆ κατάδικον, ὅταν εἰσέρχωνται εἰς τὸ δε-
622σμωτήριον ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν μίαν
623χεῖρα κρατοῦσι Διάταγμα, δὲν ἠξεύρω ἂν πλαστὸν ἢ γνή-
624σιον, δι’ οὗ ἀπονέμεται πλήρης χάρις ἐπὶ ἀνταλλάγματι
625τῶν ψήφων τῶν συγγενῶν του, μὲ τὴν ἄλλην δὲ δεικνύ-
626ουσιν εἰς αὐτὸν τὰ ὑπόγεια τῶν φυλακῶν, τὴν μάστιγα τοῦ
627δεσμοφύλακος καὶ τὴν βούταν; πῶς θέλετε νὰ μείνωσιν ἀδιά-
628φοροι ἡ οἰκογένεια, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι ἀνθρώπου στε-
629νάζοντος ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καθί-
630σταται ἀδύνατος ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς, καὶ τοῦτο λέ-
631γων δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς οὐδενὸς
632ἐξ ὑμῶν, διότι πάντες, ὅσοι ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ κάθησθε
633εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἔχετε τὴν ἐπιῤῥοήν σας, οἱ πλεῖ-
634στοι ἐξελέχθητε καὶ ἄλλοτε Βουλευταὶ καὶ δύνασθε νὰ
635ἐκλεχθῆτε καὶ πάλιν ἄνευ τῆς χρήσεως τοιούτων μέσων·
636ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐξουσία, μὴ ἔχουσα πεποίθη-
637σιν εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν τοιούτων μέτρων καὶ ἐνεργειῶν,
638ἀναγκάζηται νὰ λαμβάνῃ εἰς ἐπικουρίαν τὴν προσωπικό-
639τητα τῶν ἀτόμων, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν θὰ
640παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ πάντες οἱ ἔχοντες ἐπιῤῥοὴν καὶ
641ἀνεξαρτησίαν θὰ θεωρηθῆτε ἄχρηστοι. Ὅταν τελειοποιη-
642θῇ ἡ χρῆσις τῶν πρὸς ἐπέμβασιν μέτρων, ὅταν ἡ Κυβέρ-
643σις μάθῃ τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀτόμων,
644πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ θεωρηθῆτε περιττοὶ, καὶ οἱ Βουλευταὶ
645θὰ χειροτονῶνται εἰς τοὺς προθαλάμους τῶν Ὑπουργῶν ἐξ
646ἀνθρώπων, οἵτινες θέλουν δίδει ἐκ τῶν προτέρων ὑπόσχε-
647σιν, ὅτι τυφλῶς καὶ ἀνεξετάστως θέλουσι ψηφίζει πᾶν ὅ,τι
648παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς
649πρώτης Δυναστείας τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἠκολούθησεν ἡ
650ἐξουσία, ὅτε ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ νοθεύωνται αἱ ἐκλογαί·
651ἐν ἀρχῇ ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεγε τοὺς ὑποψηφίους της μεταξὺ
652τῶν ἰσχυρῶν προσώπων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀφοῦ ὅμως ἐτελειο-
653ποιήθη τὸ σύστημα καὶ ὁ λαὸς ἀπηλπίσθη, τότε δὲν ἐγί-
654νοντο κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι εἰμὴ μόνον οἱ ἀφωσιωμένοι·
655ὅτε δὲ μία Βουλὴ ἐτόλμησε νὰ ἐκλέξῃ ἄλλον Πρόεδρον παρ’
656ἐκεῖνον, ὃν ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, διεσκορπίσθη ἀμέσως
657ἐκείνη, καὶ οὐδεὶς τῶν 62 Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν
658νὰ δώσωσι ψῆφον παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως,
659ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ἐὰν τότε τὸ κακὸν παρα-
660ταθὲν κατέληξεν εἰς καταστροφὴν, σήμερον εὐτυχῶς οὐδεὶς
661κίνδυνος καὶ φόβος ὑπάρχει, διότι οἱ ἐργάται τῆς σήμερον
662δὲν ἵστανται ἐκεῖ, ὅπου ἵσταντο οἱ ἐργάται τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
663νης· εἶναι μικροὶ καὶ ταπεινοί, καὶ οὐδετέρα τῶν μεγάλων
664πολιτειακῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους θέλει ἐπιτρέψει εἰς αὐτοὺς
665νὰ διαιωνίσωσι τὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονήν των διὰ τοιού-
666των μέτρων. Ἀφοῦ ἕνεκεν τοιούτων ἀνωτάτων ἐνεργειῶν
667κατεστράφη Δυναστεία, ἡ ὁποία εἶχε μεγάλα δικαιώματα
668εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ἦναί τις μωρὸς,
669ἵνα πιστεύῃ, ὅτι θέλει ἐπιτραπῆ εἰς ἁπλοῦς Ὑπουργοὺς νὰ
670διαιωνίσωσι τὸ κράτος των, στηριζόμενοι εἰς παρομοίας
671ἐνεργείας.
672§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ
673ἐνοχλήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ
674παρακαλέσω αὐτὸν, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον καταθέσῃ εἰς
675τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν
676τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν, καὶ εἰς
677ποῖον νοσοκομεῖον ἢ θεραπευτήριον τοῦ Κράτους ὑπηρετοῦσι
678πολιτικοὶ ἰατροὶ καὶ ἐπὶ τίνι ἀντιμισθίᾳ. Ζητῶ δὲ ταῦτα,
679διότι βεβαίως θὰ χρησιμεύσωσιν, οὐχὶ διὰ τὴν παροῦσαν
680συζήτησιν, ἀλλὰ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
681τοῦ 1889. Πρὸς τούτοις θὰ παρακαλέσω νὰ καταθέσῃ πί-
682νακα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνωνται οἱ κληρωτοὶ τῆς ἀπο-
683γραφῆς τοῦ 1887 τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
684§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον τοιοῦτον πί-
685νακα.
686§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἤθελον ὀνομαστικὸν κατάλογον.
687§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἐν τοῖς ὑποβλη-
688θεῖσι, θέλω φέρει πᾶσαν πληροφορίαν.
689§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
690Ἔχομεν τὴν συμπληρωτικὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου.
691§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ βιάζεσθε.
692Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος.
693Ἀξιότιμος πολιτευόμενος καὶ ἀρχαῖος ἐνόμισεν ἀναγκαῖον
694νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γεγονός, τὸ ὁποῖον πάντας
695ἡμᾶς κατέπληξε καὶ ἐλύπησε, καὶ τὸ ὁποῖον δικαίως ἐξή-
696γειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
697ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ τὸ καταγγείλῃ ὡς μὴ ὑπάρξαν. Ἐν
698τούτοις αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσση-
699νίας βουλευτὴς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ὑποστηρίξῃ
700τὸ ἀληθὲς τοῦ γεγονότος τούτου, εἶναι τοιαῦται, ὥστε
701νομίζω, ὅτι παρέχουσιν ἀφορμὴν περαιτέρω ἐξετάσεως καὶ
702ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Ἠκούσατε, ὅτι κατήγγειλε
703τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Ζα-
704κύνθου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς μεταβάντας, κατ’ ἐν-
705τολὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς εἱρκτὰς Ζακύνθου, ἵνα ἐκ-
706βιάσωσι τὴν συνείδησιν καταδίκου, καὶ συνεπῶς τῶν συγγενῶν
707του, ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε
708νὰ γνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, τίνες ἦσαν ὁ τότε Νομάρχης
709καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἵνα δυνηθῶμεν ἐκ τῆς
710ἐξετάσεως τῶν προσώπων, καὶ τοῦ καταδίκου καὶ αὐτῶν τῶν
711κκ. Βουλευτῶν, τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ ἐκείνου ἐκλεχθέντων καὶ τῶν
712ὁποίων τινὲς κατετάχθησαν εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψη-
713φίους, νὰ σχηματίσωμεν σαφῆ καὶ πλήρη πεποίθησιν, ἐὰν
714πράγματι ἦναι πλαστὸν τὸ ἔγγραφον καὶ ἀνύπαρκτον τὸ
715γεγονὸς, ἢ τοὐναντίον ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἀληθὲς, καὶ ἐν
716τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ αἰσχύνηταί τις, ὅτι συμβαί-
717νουσι τοιαῦτα γεγονότα ἐν Ἑλλάδι. Εἶναι φρονῶ ἀνάγκη
718ἐξετάσεως τῶν ὑποδειχθέντων προσώπων, καὶ ἀνακοινώσεως
719πληροφοριῶν ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅσοι ὁμοῦ μὲ
720τὸν προαγορεύσαντα βουλευτὴν Μεσσηνίας εἶχον ἐκλεχθῆ ὡς
721Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ ἐκείνου.
722§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζα-
723κύνθου; Τὸ συμπέρασμα τῆς πλειοψηφίας ἔχει ὡς ἑξῆς...
724§20ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ σπεύδετε, εἶναι ἐκκρεμὲς
725ἔτι τὸ παρεμπίπτον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου
726βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύ-
727ναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκούσῃ μίαν διάψευσιν ἐπίση-
728μον ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι τέλος πάντων δὲν πρόκειται
729περὶ παρωνυχίδος. Ἐὰν δὲν πρόκηται περὶ τῶν ἐλευθεριῶν
730τοῦ τόπου, διότι τοιαῦτα εὐτελῆ μέσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
731καταστείλωσιν αὐτὰς, πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἀξιοπρε-
732πείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν Βουλευτής, οἷος ὁ κ. Σω-
733τηρόπουλος, βεβαιοῖ, ὅτι Νομάρχης καὶ Πρόεδρος Πρωτο-
734δικῶν ἐπιστοποίησαν τὸ ἀκριβὲς ἀντίγραφον τοιούτου τη-
735λεγραφήματος, ὀφείλουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἐξετάσωσιν
736ἐὰν ὑπῆρξε τὸ πρωτότυπον, καὶ νὰ δηλώσωσιν, ὅτι θέλουσι
737προβῆ εἰς τὰς δεούσας ἀνακρίσεις, ὅπως βεβαιωθῶσιν, ἐὰν
738πράγματι ἔφθασεν ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς
739Δικαιοσύνης εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ὁ Νομάρχης καὶ εἷς
740Πρόεδρος Πρωτοδικῶν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς κατάδικον πλα-
741στὸν τηλεγράφημα. Καὶ εἶναι πλαστὸν βεβαίως τὸ ἐν λόγῳ
742τηλεγράφημα, διότι πέπεισμαι, ὅτι Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο
743νὰ ἐξευτελισθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπογράφῃ αὐτὸς αὐτό.
744Ἀλλὰ δέον νὰ τιμωρηθῇ ὁ πλαστογραφήσας αὐτό· ἔχουσι δὲ
745καθῆκον πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀξιοπρέπειαν οἱ κύριοι Ὑπουρ-
746γοί, νὰ ζητήσωσι νὰ μάθωσιν, ἐὰν ᾖναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα,
747καὶ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
748§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον, προνοοῦν
749περὶ τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην
750νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περὶ ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ἡ πλα-
751στότης εἶναι αὐταπόδεικτος. Τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἐγ-
752γράφου τούτου θὰ ἐξήγοντο, ἐὰν ἦτο γνήσιον, εἶναι τοιαῦτα,
753ὥστε οὐδέποτε δύναταί τις, σκεπτόμενος ἐν εἰλικρινείᾳ, νὰ
754ἀποδώσῃ τοιαῦτα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δὲν ἀρνοῦ-
755μαι, ὅτι ἔχει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
756οἱασδήποτε αὐτὸς θέλει πληροφορίας, χάριν τῆς ἰδίας ἀξιο-
757πρεπείας, διότι κατήγγειλε γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀξιοπρέ-
758πειά του ἀπῄτει νὰ μὴ καταγγείλῃ ἄνευ τινὸς δικαιολο-
759γίας περὶ τῆς καταγγελίας. Ἂν οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐκεῖ-
760θεν καθήμενοι, θέλωσιν ὅ,τι δήποτε νὰ πληροφορηθῶσι, δύ-
761νανται νὰ τὸ ζητήσωσιν. Ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι δὲν ἀπε-
762στάλη τοιοῦτον τηλεγράφημα, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμο-
763λόγησεν, ὅτι δὲν ἀπεστάλη· εἶπεν, ὅτι ὁ κατάδικος ἀπέστει-
764λεν ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, φέροντος τὴν ὑπο-
765γραφὴν τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, καὶ κατόπιν, ὅτε τῷ
766ἐζήτησα, ἐὰν ταῦτα δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ἐβεβαίωσε τὸ
767ἐναντίον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπογραφή, διότι ἀνεκοινώθη τὸ τη-
768λεγράφημα διὰ προφορικῆς ἐντολῆς, ἑπομένως ὑπογραφὴ
769δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ ὑπογραφή, κατὰ τὴν μαρτυρίαν
770τοῦ κ. Σωτηροπούλου, εἶναι πλαστή· τοῦτο, δὲν δύναται νὰ
771ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ
772ἐπὶ ταύτης τῆς πλαστῆς ὑπογραφῆς ἐστήριξε τὴν κατηγο-
773ρίαν. Εἶναι ἐλεύθερος πᾶς τις νὰ στηρίξῃ οἵαν δήποτε θέλει
774κατηγορίαν, νὰ ζητήσῃ πᾶσαν πληροφορίαν· ἡμεῖς θέλομεν
775προσαγάγει τὰς πληροφορίας. Ζητεῖτε πληροφορίας, ἂν
776τοιοῦτο τηλεγράφημα ἀπεστάλη, φέρον τὴν ὑπογραφὴν
777τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Λομβάρδου; Θέλομεν διατάξει τὴν ἐξέ-
778τασιν, καίτοι τὰ ῥηθέντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι περιττή,
779διότι τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει. Θέλετε νὰ ἐξετάσω-
780μεν, ἂν οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνώτεροι, περὶ ὧν ἐμνήσθη ὁ κ.
781Βουλευτής, προέβησαν εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην; Θέλομεν
782προβῆ καὶ εἰς τοιαύτην ἐξέτασιν, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως πράτ-
783τομεν φροντίζοντες περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, διότι
784ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης ἐξετάσεως,
785ἀλλὰ θέλομεν τὸ πράξει ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἡ Κυβέρ-
786νησις ἔχει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
787§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαστρέφει
788τοὺς λόγους μου· ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι τὸ τηλεγράφημα αὐτό
789εἶναι προφορικόν, ἀλλ’ ὅτε μὲ ἠρώτησεν, ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὸ
790Τηλεγραφεῖον, εἶπον, ὅτι ἐνδέχεται νὰ διεβιβάσθη τὸ τη-
791λεγράφημα καὶ προφορικῶς, ὡς συνήθως γίνεται. Καὶ τάχα,
792ἂν διεβιβάζετο ἐγγράφως, μήπως θὰ διεβιβάζετο καὶ ἡ ὑπο-
793γραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν περὶ τηλεγραφή-
794ματος, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ὁ Νομάρχης εἰς τὸν κατάδι-
795κον, ὡς κοινῶς πιστεύεται.
796§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν,
797ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἐπεδόθη τὸ τηλεγράφημα ἐγγράφως, καὶ
798ὅτι διεβιβάσθη εἰς τὸ ἐνταῦθα Τηλεγραφεῖον προφορικῶς.
799Ἐνταῦθα δὲ βεβαίως δὲν ὑπάρχει φέρον ὑπογραφὴν Ὑπουρ-
800γοῦ τοιοῦτον τηλεγράφημα. Γινώσκω τοῦτο, διότι ἡ σκευω-
801ρία αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς ἡμᾶς· διότι εἰς τὸν μακαρίτην
802Λομβάρδον ἐγένετο ἀνακοίνωσις περὶ τούτου, καὶ ὁ μακα-
803ρίτης Λομβάρδος, ὁμιλῶν περὶ αὐτῆς, μοὶ ἔλεγεν: «ἰδοὺ εἰς ποῖα
804μέσα φθάνουσιν οἱ ἐχθροί μου». Καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν
805ζωηρῶς ἀναμιμνήσκομαι τῆς ἀγανακτήσεως, ὑπὸ τῆς ὁποίας
806ἦτο κατειλημμένος ὁ Λομβάρδος, ὅτε μοὶ ἔλεγε ταῦτα.
807§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁσάκις ἀγορεύω, ἐξηγοῦμαι λίαν
808σαφῶς, καὶ ὅλοι καταλαμβάνουν τί λέγω. Εἶπον λοιπὸν καὶ
809ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν ἐξέ-
810θεσα τίποτε, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι
811δὲν ἤμην εἰς τὴν Ζάκυνθον, διὰ νὰ γνωρίζω, ἂν ἦλθε τοιοῦ-
812τον ἢ τοιοῦτον τηλεγράφημα, ἢ ἂν ἐπῆγον, ἢ οὔ, εἰς τὸ δε-
813σμωτήριον οἱ ὑπάλληλοι. Δὲν ἤξευρον μάλιστα ἐπὶ πολὺν
814χρόνον τί συνέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἀνέφερον μόνον,
815πῶς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐξηγήθη ἡ μετατροπή, ἥτις ἐγέ-
816νετο ἐπὶ μιᾶς μεγάλης ὁμάδος ἐκλογέων, καὶ προσέθηκα τί
817ἐλέγετο κοινῶς, ἔτι δὲ, ὅτι ὅσα ἐλέγοντο καθίστανται λίαν
818πιθανὰ ἔκ τινος ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον περιῆλθε τυχαίως εἰς
819χεῖράς μου· τὸ ἔγγραφον εἶναι γεγραμμένον, ὡς βλέπετε,
820ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη χάρις· ἐγὼ τίποτε ἐξ
821ἰδίας ἀντιλήψεως οὔτε γνωρίζω οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω,
822ἀλλ’ ὅλα, ὅσα γίνονται καὶ ὅσα λέγονται, καθιστῶσι πιθα-
823νὴν τὴν ὕπαρξιν. Ἐὰν τώρα ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ τηρήσῃ
824τὴν ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ
825κάμῃ, εἶναι, νὰ διατάξῃ, ὅπως γίνωσιν ἐξετάσεις εἰς τὰ
826μέρη ἐκεῖνα τῆς Τριφυλίας, νὰ ἐξετάσῃ πολλοὺς ἀνθρώπους,
827καὶ θέλει μάθει, ὅτι τὰ πράγματα λέγονται ἐκεῖ δημοσίως
828ὡς τὰ ἐξέθεσα· εἶναι δὲ λίαν κακὸν διὰ μίαν Κυβέρνησιν,
829νὰ ὑπάρχῃ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ὁλόκληρον, ἢ εἰς ἕνα νομὸν,
830ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέφυγεν εἰς τοιαῦτα μηχανοῤ-
831ῥαφήματα, ἵνα πολεμήσῃ τοὺς πολιτικούς της ἀντιπάλους.
832§25ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ
833βουλευτοῦ Μεσσηνίας, δὲν γνωρίζω τί γνωρίζει οὗτος ἐξ
834ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ τί ἐξ ἀκοῆς. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον
835ἐπληροφορήθην ἐκ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι τὸ
836ἑξῆς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἦλθε πρώτην φορὰν εἰς τὰς
837ἀκοάς του, ὅτι τὴν γνωρίζει ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔζη ἀκόμη ὁ
838μακαρίτης Λομβάρδος, καὶ τὴν γνωρίζει ἐξ ἀφηγήσεως αὐ-
839τοῦ τοῦ ἰδίου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἠγα-
840νάκτησε διὰ τὴν τοιαύτην διάδοσιν καὶ τὴν κατ’ αὐτοῦ
841σκευωρίαν. Ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ὅτι τὸ τηλεγρά-
842φημα ἐκεῖνο δὲν ἔβγαλεν ἐκ τοῦ θυλακίου του ὁ κ. Σωτηρό-
843πουλος, καὶ ὅτι, καίτοι δὲν τὸ ἔγραψεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν
844Ἐσωτερικῶν, τὸ ἐγνώριζεν ὅμως οὗτος καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτὸ
845εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλ’ ἐὰν τηλεγράφημα τοιοῦτον
846δὲν ἐπεδόθη ἐκ τοῦ Τηλεγραφείου Ἀθηνῶν, ἀνεκοινώθη δὲ
847μόνον εἰς τὸ δεσμωτήριον Ζακύνθου παρὰ τοῦ τότε Νομάρ-
848χου καὶ τοῦ τότε Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, νομίζει ὁ κ.
849Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν δικαίαν ἀγα-
850νάκτησιν τοῦ μακαρίτου Λομβάρδου, καὶ ὅτι δὲν θίγεται ἡ
851ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τοιαῦτα διαδίδωνται ἢ
852τοιαῦτα πράττωνται παρ’ ἀνωτέρων λειτουργῶν; Φρονῶ, ὅτι πᾶς
853ἄλλος, διατελῶν Ὑπουργὸς, ἀπέναντι τοιαύτης διαδόσεως,
854δὲν ἤθελε διστάσει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις,
855οὐχὶ περὶ τοῦ ἂν τὸ τηλεγράφημα τὸ ἐπιδοθὲν φέρῃ τὴν ὑπο-
856γραφὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐχὶ ἂν ἐπε-
857δόθη τοιοῦτο τηλεγράφημα ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐὰν ἀνεκοι-
858νώθη εἰς τὸν κατάδικον ἐκεῖνον ἐν Ζακύνθῳ. Οἱανδήποτε
859ἰδέαν καὶ ἂν ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἰδίας του ἀξιο-
860πρεπείας καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀξιώματος, τὸ
861ὁποῖον φέρει, πρέπει τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ τὴν ἐμπνεύσῃ καὶ
862εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ τῆς ἐνεργείας του, διότι καὶ δι’
863ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν πράττει, ὁ Ὑπουργὸς προσβάλλει τὴν
864ἰδίαν του ἀξιοπρέπειαν, ὡς καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πράτ-
865τει, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, ἐνῷ ἐβεβαιώθη, ὅτι τοιαῦτα
866διεδίδοντο, οὐδὲν ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βεβαίως δὲ
867δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἀπῄτει ἡ ἰδία αὐτοῦ ἀξιοπρέπεια.
868§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
869Συζήτησις περὶ τοῦ κύρους τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς
870τοῦ νομοῦ Ζακύνθου. Δύο ἐκθέσεις ὑπάρχουσι, τῆς πλειοψη-
871φίας, καὶ τῆς μειοψηφίας· ἡ τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἐπικυρω-
872τική, ἡ τῆς μειοψηφίας ἀκυρωτική.
873§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δι’ ὀλίγων λέξεων, κύριοι Βουλευταί,
874θέλω ἐξηγήσει ὑμῖν τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν μειο-
875ψηφίαν τοῦ τμήματος, τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν
876Ζακύνθου, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν τῆς
877ἐκλογῆς ταύτης. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ
878τμήματι μικρὰ ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύ-
879της, εἰς οὐδεμίαν δὲ τῶν ἀποχρώσεων εἶχε κλίνει ἡ πλειο-
880νοψηφία, ὅτε εἷς Ὑπουργός, ὡς Θεὸς ἐκ μηχανῆς, λαβὼν
881μεθ’ ἡμῶν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἔδωκε τὴν πλειονοψη-
882φίαν εἰς τοὺς ἐμμένοντας εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς,
883καὶ τοῦτο μᾶς ὑπεδήλωσεν, ὅτι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς δὲν
884θέλει ζητηθῇ ὑπὸ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ ὄψιν, ἀλλ’ ὑπὸ
885τὴν πολιτικήν. Δὲν ἀποβάλλομεν ὅμως τὴν ἐλπίδα, ὅτι,
886ἐὰν ἐκτυλιχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν οἱ λόγοι τῆς ἀκυρώσεως
887τῆς ἐκλογῆς, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς.
888Μία καὶ μόνη ἐπεδόθη νομίμως ἔνστασις, δι’ ἧς ζητεῖται
889ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς Βου-
890λευτὴς Ζακύνθου Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος τοῦ
891ποτὲ Δημητρίου καὶ Κωνσταντίνου δὲν ἔχει τὰς ὑπὸ τοῦ Συν-
892τάγματος ὁριζομένας ἰδιότητας, μὴ συμπληρώσας τὸ 30ὸν
893ἔτος τῆς ἡλικίας του· καὶ τὴν ἔνστασιν ταύτην στηρίζουσιν οἱ
894ἐνιστάμενοι εἰς ἐπίσημον ληξιαρχικὴν πρᾶξιν, συνταχθεῖσαν
895κατὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου ἀστικοῦ κώδικος.
896Ὁ ἐκλεχθεὶς Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ἐγεννήθη τὴν 11
897Ἰουλίου 1858 καὶ συνεπῶς κατὰ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτοῦ ὡς
898ὑποψηφίου Βουλευτοῦ συνεπλήρωσε τὸ 29 ἔτος τῆς ἡλικίας
899του. Ὑπεστηρίχθη ἐν τῷ τμήματι ὑπὸ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ
900τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἡ παρουσιασθεῖσα ληξιαρχικὴ πρᾶ-
901ξις δὲν εἶναι πρᾶξις γεννήσεως, ἀλλὰ βαπτίσεως. Ἀλλὰ
902νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρόν, καθόσον ἐν αὐτῇ τῇ
903πράξει τῆς βαπτίσεως μνημονεύονται ὑπὸ τοῦ ληξιάρχου ἡ
904ἡμέρα, τὸ ἔτος καὶ ἡ ὥρα τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου, κατὰ
905τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου πατρὸς καὶ τῇ βεβαιώσει δύο ἐντί-
906μων μαρτύρων, ἐξ ὧν ὁ εἷς εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ μακαρίτης
907Κωνσταντῖνος Λομβάρδος. Παρακαλῶ δ’ ὑμᾶς νὰ μοὶ ἐπι-
908τρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ληξιαρχικῆς
909πράξεως, ἣν ἔχετε εἰς χεῖράς σας, τυπωθεῖσαν κατ’ ἀπό-
910φασιν τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει):
911«Ζάκυνθος, τὴν ἡμέραν Κυριακὴν, τριάντα τοῦ μηνὸς
912Αὐγούστου τοῦ 1859, ὅστις κτλ. τῷ ἐπαρουσίασε βρέφος
913νόμιμον ἀρσενικοῦ φύλλου, ἐκδηλῶν (ὁ πατὴρ), ὅτι τὸ αὐτὸ
914νήπιον ἐγεννήθη ἐκ τῆς Αἰκατερίνης Λομβάρδου, ἐτῶν 24,
915θυγατρὸς τοῦ ποτὲ Χαραλάμπους, γεννημένον ἐν Ζακύνθῳ
916τὴν ἡμέραν Σάββατον τοῦ μηνὸς 11 Ἰουλίου τοῦ ἔτους τρέ-
917χοντος, τὰς ὥρας ἐννάμισυ π. μ. κτλ.
918Ὁ ἐφημέριος Γεώργιος ἱερεὺς Μάνεσης. Ὁ ἐμφανισθεὶς
919Δημήτριος Ἀργασάρης. Οἱ μάρτυρες Κωνσταντῖνος Λομ-
920βάρδος καὶ Δημήτριος Ροδίτης.»
921Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ληξιαρχικὴ πρᾶξις, ἣν
922ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν, δὲν μνημονεύει μόνον
923τὴν ἡμέραν τῆς βαπτίσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔτος καὶ τὸν μῆνα
924καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τῆς γεννήσεως, καὶ ἐννοεῖτε
925ἐκ τούτου, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις
926τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας δὲν δύναται νὰ ὑπο-
927στηριχθῇ σοβαρῶς.
928Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἔχομεν μόνον αὐτὴν τὴν ἐπίσημον
929πρᾶξιν, ἥτις βεβαιοῖ τὴν ἀνηλικιότητα τοῦ ἐκλεχθέντος
930Βουλευτοῦ; Ἔχομεν καὶ τὴν δήλωσιν τῆς μητρὸς, ἣν ἔκα-
931μεν αὕτη κατὰ τὸ 1879, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ΨΙϚʹ νόμου
932περὶ στρατολογίας. Ἰδοὺ ἡ δήλωσις.
933«Ἡ ὑποφαινομένη μήτηρ Αἰκατερίνη Λομβάρδου, χήρα
934Δημητρίου Ἀργασάρη κτλ. κτλ., δηλῶ τοὺς ἑξῆς ἄῤῥενας
935υἱούς μου.
9361) Ἰωάννην Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 23.
9372) Διονύσιον Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 21.
9382) Κωνστ. Ἀργασάρην ποτὲ Δημητρίου, ἐτῶν 20.
939Ἐν Ζακύνθῳ τὴν 8 Φεβρουαρίου 1879.
940Ἡ δηλοῦσα
941Αἰκατερίνη Δ. Ἀργασάρη.
942Καὶ ἐὰν θέλετε, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς ἐνίσχυσιν ὅλων
943αὐτῶν τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, δύναμαι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν
944τὸ σχετικὸν μέρος ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9,273 συμβολαίου, δι’ οὗ
945ὁ μακαρίτης Λομβάρδος υἱοθέτησε τὸν ἀνεψιόν του Ἀργα-
946σάρην, τὸν καὶ ἐπιτυχόντα βουλευτὴν Ζακύνθου: «Ὁ συμ-
947βαλλόμενος Κωνσταντῖνος Λομβάρδος, ὢν ἄγαμος καὶ ἔχων
948ἡλικίαν πεντήκοντα ἐννέα ἐτῶν, διὰ τοῦ παρόντος εὐχα-
949ρίστως υἱοθετεῖ τοὺς εἰρημένους Ἰωάννην, Διονύσιον καὶ
950Κωνσταντῖνον ἀδελφοὺς Ἀργασάρη, ἄγοντας ἡλικίαν, ὁ μὲν
951πρῶτος ἐτῶν εἴκοσι τριῶν, ὁ δὲ δεύτερος ἐτῶν εἴκοσι δύο,
952καὶ ὁ τρίτος, ἤτοι ὁ Κωνσταντῖνος, ἡλικίαν ἐτῶν εἴκοσι.»
953Τὸ δὲ συμβόλαιον τοῦτο συνετάχθη τὴν 11 Ὀκτωβρίου
9541879 ὑπὸ τοῦ συμβολαιογράφου Ἀνδρέου Ι. Στούρζη.
955Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως λοιπὸν τῶν τριῶν τούτων ἐπισημο-
956τάτων ἐγγράφων, καθ’ ὧν οὐδεμία μαρτυρία ἐναντία προσ-
957ήχθη ἐνώπιον ὑμῶν, βεβαιοῦται, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς
958Ζακύνθου συνεπλήρωσε μόλις κατὰ τὴν ἀνακήρυξίν του τὸ
95929ον τῆς ἡλικίας του ἔτος.
960§28ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄγει τὸ τριακοστόν.
961§29ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ συνεπλήρωσε’ καὶ κατὰ τὸ
96270ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ
963συμπληρωμένον τὸ 30ὸν τῆς ἡλικίας του ἔτος.
964§30ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συν-
965τάγματος, κύριε Κρεστενίτη.
966§31ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 70. Διὰ νὰ
967ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην
968κτλ. ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν τῆς ἡλικίας
969του ἔτος καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα
970προσόντα».
971Δὲν ἦτο βεβαίως ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο,
972διότι ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ Βουλευτὴς, μὴ γνωρίζων ἐκ
973στήθους αὐτό.
974Κατόπιν τοσούτων ἐπισήμων ἐγγράφων, στηριζόντων τὴν
975ἔνστασιν περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ἐνόμιζον,
976κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐπίστευον δικαίως, ὅτι ἐν τῷ τμήματι
977οὐδεμία ἤθελεν ἐγερθῆ διαφωνία οὔτε παρὰ τῶν ἁπλῶν
978Βουλευτῶν, οὔτε παρὰ τοῦ παρατυχόντος ἐκεῖ Ὑπουργοῦ,
979καὶ ἤλπιζα, ὅτι πάντες ὁμοθυμαδὸν ἠθέλομεν προτείνει
980ὑμῖν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Δυστυχῶς ὅμως
981κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐλησμονήθη τὸ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ
982Συντάγματος καὶ ἐχωρίσθημεν εἰς δύο στρατόπεδα, ἐξ ὧν
983τὸ μὲν ἐνόμιζε καὶ νομίζει, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
984σεβασθῶμεν τὰς ῥήτρας τοῦ Συντάγματος, τοῦ θεμελιώδους
985τούτου λίθου τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, τὸ δὲ ἕτερον στρα-
986τόπεδον ἐνόμιζεν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἴ-
987μεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τηρῶμεν θρησκευτικῶς τὸ Σύν-
988ταγμα.
989Δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα ὡς
990ἁπλοῦν, κύριοι Βουλευταὶ, ὡς προσπαθοῦσι νὰ τὸ παραστή-
991σωσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος καὶ
992ὁ εἰσηγητὴς αὐτῶν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἡμεῖς πρὸ πάν-
993των, οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ τηρῶμεν
994μετὰ θρησκευτικῆς μερίμνης τὸ Σύνταγμα τοῦ Κράτους,
995διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῶν πολι-
996τῶν καὶ λοιπῶν τοῦ Κράτους ἀρχῶν νὰ σέβωνται τὸ Σύν-
997ταγμα καὶ τοὺς νόμους, οὓς ἡμεῖς αὐτοὶ ψηφίζομεν, τὴν
998δύναμιν πρὸς τοῦτο ἀντλοῦντες ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συν-
999τάγματος. Εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην ὀφείλει καὶ ἡ πλειονοψη-
1000φία τῆς Βουλῆς νὰ συμφωνῇ, καὶ αὐτὸς ὁ ἐπιτυχὼν Βου-
1001λευτής, ὅστις ἐπὶ πλέον ὀφείλει νὰ μιμηθῇ τὰ παραδείγματα
1002προγενεστέρων αὐτοῦ Βουλευτῶν, ἀνηλίκων ἐπιτυχόντων καὶ
1003ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δηλωσάντων, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν
1004νόμιμον ἡλικίαν νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον,
1005καὶ τοῦτο πράττων θέλει δείξει, ὅτι ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτὸν τὸ
1006βάρος τῆς υἱοθεσίας.
1007Ἐλπίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἀκολου-
1008θήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος, καὶ τὴν ἐλπίδα μου
1009ταύτην στηρίζω εἰς τὸν σεβασμὸν, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν
1010πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὰς
1011σκέψεις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, τότε παρασκευά-
1012ζει διὰ τὸν ἐπιτυχόντα μίαν ἔτι μεγαλειτέραν νίκην, αὔριον
1013ἀμέσως νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κακῶς
1014ἔπραξεν, ἀναγνωρίσασα αὐτὸν βουλευτὴν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς δὲν
1015ἔχει τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένας ἰδιότητας καὶ
1016παραιτεῖται τῆς βουλευτικῆς θέσεως. Τοῦτο θέλει εἶσθαι
1017μία μεγάλη διδασκαλία πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ μία καλὴ
1018ἀφετηρὶς εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ νεαροῦ Ἀργασάρη. Πιθανὸν
1019παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἀκούσητε καὶ ἓν
1020παραδοξότατον ἐπιχείρημα. Ὑπάρχει νόμος τις τοῦ Κρά-
1021τους, μεριμνῶν περὶ ἀντιῤῥήσεων τινων κληρωτῶν, ὅστις θε-
1022σπίζει, ὅτι ἡμέρα συμπληρώσεως τῆς ἡλικίας τοῦ στρα-
1023τευσίμου εἶναι ἡ 1 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους. Λέγει λοιπὸν
1024ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι, ἀφοῦ εἰσῆλθεν εἰς τὸν 30ὸν ἔτος τῆς
1025ἡλικίας του ὁ ὑποψήφιος, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, συνεπλή-
1026ρωσε τὸ τριακοστόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν δι-
1027κάζομεν στρατευσίμους, δικάζομεν ἐκλογὰς, καὶ ὀφείλομεν
1028νὰ μὴ θέλωμεν νὰ εὑρίσκωμεν πλάγια συμπεράσματα, ὅπως
1029ἀναπαύσωμεν τὴν συνείδησίν μας. Κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν
1030λοιπὸν, ἐὰν ἓν παιδίον γεννηθῇ τὴν 30 Δεκεμβρίου 1888, τὴν
10312 Ἰανουαρίου 1889 συνεπλήρωσε τὸ πρῶτον ἔτος τῆς
1032ἡλικίας του. Φρονῶ, ὅτι ταῦτα δὲν λέγονται σπουδαίως.
1033Οὗτοι λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὴν μειοψηφίαν
1034τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου τμήματος νὰ προ-
1035τείνῃ ὑμῖν τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς· πέποιθα δὲ μετὰ τῶν ἀπαρ-
1036τιζόντων τὴν μειοψηφίαν συναδέλφων, ὅτι ἡ Βουλή, ἔχουσα
1037συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ τηρῇ θρησκευτικῶς τὸ Σύνταγμα,
1038θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, διότι ὁ κατ’ αὐτὴν
1039ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὰς ὁριζομένας ἰδιότητας, καὶ
1040ἡ τοιαύτη τῆς Βουλῆς ἀπόφασις θὰ πείσῃ τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ
1041Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος τηρεῖ μετὰ θρησκευτικοῦ ζήλου τὰς
1042ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις.
1043§32ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποίαν ἡλικίαν εἴχετε, κύριε Βουλευτὰ,
1044ὅτε ἐγείνετε δήμαρχος;
1045§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶχον συμπληρώσει τὸ 33ον ἔτος, καὶ
1046ἤδη ἄγω δυστυχῶς τὸ 38ον· λέγω δὲ δυστυχῶς, διότι ἐπιθυ-
1047μητότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἦγον ἤδη τὸ τριακοστὸν, καὶ ἐννοεῖτε
1048τοὺς λόγους, διατὶ ἐπεθύμουν τοῦτο.
1049§34ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ἐν τῷ τμήματι καὶ
1050ἐνταῦθα δὲν θὰ ὑπῆρχε διχασμὸς γνωμῶν ὡς πρὸς τὴν
1051ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι καὶ ὑπὸ τῶν ἐνιστα-
1052μένων ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη ἐν πλήρει τάξει,
1053οὐδεμία δὲ κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς προσήχθη ἔνστασις. Καὶ
1054αὐτοὶ δὲ οἱ ἐνιστάμενοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν περὶ ἀνηλικιό-
1055τητος τοῦ ἐπιτυχόντος ἔνστασιν, καίπερ ἐπανειλημμένως
1056κληθέντες, δὲν ἐπαρουσιάσθησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτήν.
1057§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ ἐνστάσεις αὗται εἶναι δημοσίας τάξεως.
1058§36ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν ἐνεφανίσθησαν, τοῦτο δὲ
1059ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι οὐχὶ σπουδαίως
1060ὑπέβαλον τὴν ἔνστασιν. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ τὸ τμῆμα εἶχεν
1061ἔγγραφον ἔνστασιν, ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Πρὸς
1062ὑποστήριξιν τῆς ἐνστάσεως ταύτης προσήχθη ἐνώπιον τοῦ
1063τμήματος μόνον τὸ ἀντίγραφον τῆς βαπτιστηρίου πράξεως,
1064περὶ τῶν ἄλλων δὲ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιό-
1065τιμος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, δὲν ἐγένετο τότε λόγος,
1066διότι δὲν εἶχον παραδοθῆ εἰς τὸ τμῆμα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι
1067ἀδιάφορον, καθ’ ὅσον, κατ’ ἐμέ, ἐὰν ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις δὲν
1068ἔχῃ οὐδεμίαν ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν,
1069βεβαίως καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημα-
1070σίαν. Ἐκ τῆς βαπτιστηρίου ταύτης πράξεως ἀποδεικνύεται,
1071ὅτι ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς ἐβαπτίσθη τῇ 30 Αὐγούστου
1072τοῦ 1859, ἐν αὐτῇ δὲ γίνεται δήλωσις, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ ἱερέως,
1073τοῦ συντάξαντος τὴν βαπτιστήριον πρᾶξιν, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ
1074πατρὸς, ὅτι ἐγεννήθη τῇ 11 Ἰουλίου 1859 τὸ βαπτισθὲν
1075ἤδη. Τὸ τμῆμα, ἔχον τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ τεκμήριον μέχρις
1076ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος, ἐθεώ-
1077ρησεν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ, ἡ ἀποδεικνύουσα τὴν βάπτισιν,
1078μὴ οὖσα δὲ πρᾶξις ληξιαρχικὴ, ἀποδεικνύουσα τὴν γέννησιν,
1079ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως,
1080διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ γονεῖς, διὰ διαφόρους λόγους, δὲν
1081ὁρίζουσιν ἐπακριβῶς τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως τῶν τέκνων
1082των. Ἐντεῦθεν βλέπετε, ὅτι γεννᾶται ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ τοι-
1083αύτη δήλωσις τοῦ πατρὸς ἦναι ἀληθὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἴ-
1084δετε, ὅτι τὸ τμῆμα κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεφάνθη κατὰ τῆς
1085ἐνστάσεως.
1086Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀπεφάνθη τὸ
1087τμῆμα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ διότι, προ-
1088κειμένου περὶ τοῦ προσόντος τῆς ἡλικίας, θεωρεῖ, — τοὐλά-
1089χιστον ἐγὼ, ὡς εἰσηγητὴς, τὴν γνώμην ταύτην ἔχω, — ὅτι ἡ
1090διάταξις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἡλικίαν, ἐκ τοῦ τρόπου
1091τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἐκ τοῦ ἀδυνάτου νὰ ἐννοηθῇ κατ’
1092ἄλλον τρόπον, παρὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε,
1093ἡ διάταξις, λέγω, αὕτη εἶναι βεβαίως ἐνδεικτικὴ, οὕτω δὲ
1094καὶ εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγ-
1095γλίας καὶ παρ’ ἡμῖν πάντοτε ὡς τοιαύτη ἐθεωρήθη, καὶ
1096σειρὰ νομολογίας τῶν ξένων νομοθετικῶν σωμάτων, ὡς καὶ
1097τοῦ ἡμετέρου, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε περὶ τούτου
1098ἐναντία γνώμη. Καὶ παρ’ ἡμῖν, ὁσάκις κομματικοὶ λόγοι δὲν
1099ἐπηρέασαν τὸ ζήτημα, ἡ αὐτὴ ἐπεκράτησε γνώμη, ὅτι ἡ
1100διάταξις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄλλως, ἢ μόνον ὡς
1101διάταξις ἐνδεικτική. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν θεωρήσητε ταύτην
1102ὡς διάταξιν ἐπιτακτικὴν, καὶ ἑπομένως ὑπολογίσητε πρὸς
1103εὕρεσιν τοῦ προσόντος ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἐὰν συμπί-
1104πτῃ, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ προσδιορίζηται καὶ ἡ ὥρα,
1105ἐρωτῶ, ἐὰν ὁ Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ἐπετύγχανεν ὡς
1106Βουλευτὴς τὴν 11 Ἰουλίου τοῦ 1889 καὶ ὥραν 9ην, ἐνῷ
1107ἐγεννήθη τὴν 9ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν τῆς 11 Ἰουλίου 1859,
1108ὅπως λέγει ὁ πατὴρ, θὰ ἐλέγετε, ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος Λομ-
1109βάρδος δὲν ἔχει τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, διότι πρὸς συμπλή-
1110ρωσιν τῆς τριακονταετίας ὑπελείπετο ἡμίσεια ὥρα; Δὲν ὑπο-
1111θέτω, ὅτι τοιαύτην σχολαστικὴν ἔννοιαν ἠθέλετε δώσει εἰς
1112τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐκ τοῦ μικροῦ διαστή-
1113ματος νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ διαφορὰ, ὅταν πρό-
1114κηται νὰ κρίνητε περὶ μεγαλειτέρου; τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ
1115αὐτὸ, ἐὰν ἡ διάταξις ἦναι ἐπιτακτική· εἴτε λείπει μία ὥρα,
1116εἴτε μία ἡμέρα, εἴτε εἷς μὴν, εἴτε ἓν ἔτος, εἶναι ἀδιάφορον·
1117τὸ ἐπιτακτικὸν τῆς διατάξεως σᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀποβάλητε
1118τὸν μετὰ μίαν ἡμέραν συμπληροῦντα τὸ 30ὸν ἔτος. Ἀλλ’
1119ἠδύνατο ὁ νομοθέτης νὰ θεωρῇ ὡς ἐπιτακτικὴν τοιαύτην
1120διάταξιν, ὅταν αὕτη, ἐπιτακτικῶς ἐφαρμοζομένη, πρόκηται
1121νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, εἰς τοιούτους παραλογι-
1122σμούς; Ἀλλὰ τέλος πάντων πῶς δύνασθε νὰ εἰπῆτε, ὅτι
1123εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις αὕτη, ὅταν μεταξὺ ἡμῶν βλέ-
1124πητε ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι καὶ μέχρι τῆς στιγ-
1125μῆς ταύτης, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, δὲν ἔχουσιν εἰσέτι συμπεπλη-
1126ρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των;
1127§37ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἀπεδείχθη.
1128§38ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ἀκράδαντον λοιπὸν πεποί-
1129θησίν μου, ὁ προσδιορισμὸς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ἡλικίας
1130δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὁ νομο-
1131θέτης ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ θέση ἓν ὅριον, ἵνα μὴ κάτωθεν
1132αὐτοῦ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν νεανίαι, μὴ ἔχοντες τὸ
1133προσὸν νὰ παρακαθήσωσιν ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους,
1134ἀλλὰ δὲν ἐνόησε ποτὲ, ὅτι, ὅταν εἷς νομός ὁλόκληρος, αὐτὸς
1135ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ περὶ προσόντων, προτιμᾷ διὰ με-
1136γίστης πλειοψηφίας τὸν νεαρὸν ἀντιπρόσωπον, γεγηρακό-
1137τος τοιούτου, νὰ ἀποστέλλῃ ἐνταῦθα, δὲν πρέπει οὗτος νὰ
1138γίνῃ δεκτὸς, διότι κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας,
1139κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς κάμνει, δὲν ὑπάρ-
1140χει συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος, ἐλλειπόντων ἀπ’ αὐτοῦ
11417 ἢ 9 μηνῶν. Τοῦτο ἐξ ἀρχῆς οὕτως ἐφηρμόσθη, δι’ ἐμὲ δὲ
1142θὰ ἦτο ἀσυνειδησία νὰ εἴπω, ὅτι μία τοιαύτη ἐκλογὴ εἶναι
1143ἄκυρος διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, διότι ἐγὼ αὐτὸς εἰσῆλθον
1144κατὰ τὸ 28ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, δὲν
1145νομίζω δὲ ποτὲ, ὅτι ἡ προσθήκη δύο ἐτῶν ἤθελε μὲ κατα-
1146στήσει ἀξιώτερον νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸ ἔθνος, οὔτε, ὅτι
1147ἡ ἔλλειψις αὐτῶν μὲ καθίστα ἀνίκανον πρὸς τοῦτο. Διὰ
1148τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἐν τῷ τμήματι ἐξέφρασα τὴν
1149γνώμην μου καὶ σήμερον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς
1150ἐκλογῆς Ζακύνθου.
1151§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας συνά-
1152δελφος κ. Μπουφίδης θέλει ἐπιτρέψει, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ,
1153νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅστις δὲν κινδυνεύω νὰ θεωρηθῶ παρ’
1154αὐτοῦ, ὅτι ἀνήλικος εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διότι,
1155ὅτε τὸ πρῶτον ἐγενόμην Βουλευτὴς, εἶχον ἤδη συμπεπληρω-
1156μένον τὸ 31 ἔτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, δι’ ὅπερ ἠπόρησα, εἶναι,
1157πῶς ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δικανικὸς ἄριστος ὤν, ἠδυ-
1158νήθη νὰ συγχύσῃ τὰ τῶν διατάξεων τοῦ δημοσίου δικαίου
1159πρὸς τὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ. Ἓν ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων, ὡς ἐνό-
1160μισεν, ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι τάχα: «μὴ
1161ζητεῖτε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ εἶναι αὐταπόδει-
1162κτον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι οἱ ἐνιστάμενοι παρῃτήθησαν τῶν
1163ἐνστάσεων». Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τοσοῦτον ἰδιωτικὸν τὸ δι-
1164καίωμα τοῦτο, ὥστε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, θέλουσα
1165νὰ βασίζηται ἐπὶ τοῦ νόμου, νὰ δύναται νὰ ὀχυρωθῇ ὄπι-
1166σθεν τοιούτου, λόγου, καὶ νὰ δεχθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ
1167δημοσίου δικαίου, ἡ παραίτησις ἐπιτρέπεται; Γεννᾷ τάχα
1168τοιαύτη παραίτησις δικαίωμα ὑπὲρ ἐκείνου, εἰς ὃν ἀφορᾷ;
1169Ἔχομεν ἆρά γε νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν κατοχὴν ἀγροῦ
1170τινος τοῦ ἐκλεχθέντος ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου, καὶ τῆς
1171κατοχῆς ταύτης δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν;
1172Ἢ μήπως ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἐπηγγέλθη
1173πάντοτε ἐνταῦθα τὰ δόγματα τῶν Κουκκέρων, οἵτινες φρι-
1174κιῶσι πρὸ καὶ τῆς παραμικροτέρας παρανομίας; Καὶ τοσοῦ-
1175τον σέβεται τῶν ἄλλων τὰ δικαιώματα, ὥστε κινδυνεύει
1176νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς ἐκεῖνον τὸν ἅγιον ἄνθρωπον, ὅστις περι-
1177πατῶν προσεῖχε πολὺ, μήπως πατήσῃ καὶ τοὺς μύρμηκας
1178ἀκόμη. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς παραιτήσεως ἐκείνων,
1179οἵτινες κατ’ ἀρχὰς προέβαλον τὴν ἔνστασιν περὶ τῆς βου-
1180λευτικῆς ἀνηλικιότητος τοῦ κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου. Καὶ
1181ἐφ’ ὅσον εἷς καὶ μόνος εὑρίσκεται ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ
1182ἐνιστάμενος ὑπὲρ τοῦ νόμου, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ
1183τοῦ δημοσίου τουτέστι δικαίου, ἂς μὴ ὀχυροῦται ὁ ἀξιό-
1184τιμος προαγορεύων ὄπισθεν ἐνστάσεων περὶ παραιτήσεως
1185οἱωνδήποτε, διότι οὐδὲν πράττει.
1186Ἀλλ’ ἂς συζητήσωμεν ἐπὶ τὸ δικανικώτερον μετὰ τοῦ
1187συναδέλφου, ἀφοῦ ἀμφότεροι ἔχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ ἤμεθα
1188δικηγόροι, διότι εἶδον ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτι εὐπατρίδαι τινὲς
1189δημοσιογράφοι ἐνόμισαν, ὅτι ὄνειδος εἶναι νὰ μετέρχηταί τις
1190τὸ εὐγενέστατον καὶ ὑψηλότατον τῶν ἐπαγγελμάτων, ὅταν
1191μάλιστα ἐξασκῇ αὐτὸ δωρεάν, ὅπως οἱ πλείονες ἐν τῷ Κοι-
1192νοβουλίῳ δικηγόροι. Ἂς συζητήσωμεν λοιπὸν ἐπὶ τὸ δι-
1193κανικώτερον. Ἡ μειοψηφία προσάγει ἐπίσημα καὶ ἐπικε-
1194κυρωμένα ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ὁ ἀξιό-
1195τιμος κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος δὲν ἔχει συμ-
1196πεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας. Τὰ ἔγγραφα
1197ταῦτα εἶναι δήλωσις τῆς βαπτίσεως ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς
1198καὶ τοῦ θετοῦ πατρὸς τοῦ κ. Ἀργασάρη, δήλωσις ἐπιση-
1199μοτάτη, δήλωσις γενομένη ἐν Ἑπτανήσῳ, ἔνθα εἶναι βέ-
1200βαιον, καὶ πάντες γινώσκουσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα τῶν δη-
1201μοσίων πράξεων συνετάσσοντο ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ καὶ ἐν
1202πάσῃ καλῇ πίστει. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐκλε-
1203χθέντος, παρισταμένου ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς καὶ δηλοῦντος
1204κατὰ τὴν υἱοθεσίαν τὴν ἑαυτοῦ ἡλικίαν· καὶ ἡ δήλωσις
1205αὐτοῦ αὕτη δὲν ἀποδεικνύει αὐτὸν σήμερον ἔχοντα συμπε-
1206πληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν τῆς μη-
1207τρὸς αὐτοῦ, προκειμένου περὶ ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν
1208ἀῤῥένων. Ἔχομεν, Κύριοι, αὐτὸν τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον
1209τοῦ δήμου Ζακύνθου, σχηματισθέντα ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν
1210ἀῤῥένων.
1211Ἐρωτῶ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, ἀπέναντι ἆρά γε
1212τῶν ἐπισήμων τούτων ἀποδείξεων, ποίαν ἀπόδειξιν αὐτὸς
1213ἀντιπροσάγει; Τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸ
1214Σύνταγμα, ἀλλ’ ἣν τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει, κατ’ αὐτὴν
1215ταύτην τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, ἧς ἡγούμενος ὁ καὶ
1216νῦν Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1882 ἔτος ἐξέβαλεν ἐκ τῆς αἰ-
1217θούσης ταύτης δι’ ἐμοῦ, ὡς εἰσηγητοῦ, τὸν μακαρίτην — ἃς
1218τὸν εἴπω οὕτω — ὡς βουλευτὴν Ἀμπράζην. Ὠλοφύρετο ἐκεῖ-
1219νος ἐπὶ τῇ συμφορᾷ, ἥτις ἐπέκειτο κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ,
1220καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν φυσιογνωμίαν ἐκείνου ἐπὶ τοῦ βήμα-
1221τος, ἐναλλὰξ μεταβαλλομένην· καὶ ἠπείλει, καὶ παρεκάλει,
1222καὶ ἱκέτευε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ ἦναι τοσοῦτον σκλη-
1223ρός. Ἐπεκαλεῖτο τὸν Οὐγκὼ, ἵνα συγκινήσῃ τὴν καρδίαν τὴν
1224ψυχρὰν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, ἀκολουθῶν
1225τὰ δόγματα τῶν Κουακέρων, δὲν ἐπάτει τοὺς μύρμηκας
1226ποτέ! Ὁ Ἀμπράζης ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ καὶ νὰ ἐξέλ-
1227θῃ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐγὼ δὲ, ἀγορεύων ἐν πεποιθήσει,
1228διότι εἶχον ἔγγραφα ἐνώπιόν μου, ἐξ ὧν ἀληθῶς ἀπεδει-
1229κνύετο ἡ ἀνηλικιότης, καὶ ἠγόρευσα καὶ ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς
1230ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης. Ἐν τούτοις σημειώσατε,
1231ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, συγκρινόμενα πρὸς τὰ ἔγγραφα τῆς
1232ἐκλογῆς ταύτης, εἶναι μηδέν.
1233Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, τοιαύτας ἀποδείξεις ἔχομεν περὶ
1234τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ ἐπιτυχόντος Βουλευτοῦ, ἀπορῶ, πῶς
1235εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐναντίον τοῦ Συν-
1236τάγματος. Ἤθελον δὲ ἐπιθυμήσει νὰ μάθω περὶ τούτου, οὐχὶ
1237ποία τις εἶναι ἁπλῶς ἡ γνώμη τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειο-
1238ψηφίας τοῦ τμήματος, ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ
1239ἡγέτου τῆς συμπολιτεύσεως. Φρονεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυ-
1240πουργός, ὅτι κατόπιν τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων ὁ κ.
1241Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης ἔχει συμπεπληρωμένην τὴν ἡλικίαν
1242τῶν 30 ἐτῶν; Καὶ ποῦ τὴν γνώμην ταύτην βασίζει;
1243§40Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ περὶ ἡλικίας ζήτημα τὸ ἔλυ-
1244σεν ἡ σεβαστὴ ἡμῶν Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1245τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δι’ ἐκθέσεως
1246ἀπέῤῥιψε τοῦ νὰ διορισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου
1247τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ νέος κ. Κολοκοτρώνης, ὁ ἐπιτυχὼν εἰς
1248τὰς ἐξετάσεις. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξω-
1249τερικῶν ἐδημοσιεύθη τὸν Ἰούλιον τρέχοντος ἔτους. Δὲν πι-
1250στεύω ἑπομένως νὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν
1251ἀπόφασιν ταύτην τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ της,
1252νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ.
1253Ἀργασάρη Λομβάρδου, δι’ ὅμοιον λόγον προσβαλλομένης.
1254§41ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ
1255Βοιωτίας ἐπεθύμησε νὰ μάθῃ τί φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1256εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ οὐδεμία ἀμφιβο-
1257λία μένει περὶ τοῦ φρονήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι
1258ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ
1259τμήματος, διὰ νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ αὕτη ἐτέθη,
1260διότι ἐκ τῶν προτέρων ἀπεφασίσθη νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ
1261αὕτη. Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος
1262βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας καὶ φίλος μου ἠδύνατο νὰ θέσῃ
1263τὴν ὑπογραφήν του ὑπὸ ἔγγραφον τοιοῦτον καὶ τὸ ὑπο-
1264βάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἔκθεσιν καθαρῶς νομικῆς γνώμης,
1265διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς
1266τοῦ τμήματος, νομομαθὴς γνωστὸς καὶ εὐφυής, ἀνέγνωσε τὸν
1267νόμον, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἠδυνήθη, ὄχι μόνον νὰ ὑπο-
1268γράφῃ ἐν τοιαύτῃ ἐκθέσει, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν τῇ
1269Βουλῇ, ὅτι ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις δὲν φέρει τὴν ἀπόδειξιν
1270τῆς γεννήσεως, ὅτι εἶναι ἁπλῆ πρᾶξις βαπτιστήριος, ἀπο-
1271δεικνύουσα μόνον τὴν βάπτισιν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὴν γέννησιν.
1272Ἡ ἐπικαλουμένη, Κύριοι, ὡς βαπτιστήριος πρᾶξις εἶναι
1273γεννητήριος πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς
1274μετεβάπτισεν εἰς βαπτιστήριον, ἀρνηθεὶς συγχρόνως καὶ τὸ
1275κῦρος αὐτῆς καὶ τὴν δύναμιν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδειξιν, διότι
1276δὲν ἐτόλμησε νὰ σᾶς συμβουλεύσῃ ἀμέσως εἰς τὴν παρα-
1277βίασιν τοῦ Συντάγματος. Ὅτι δὲ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ
1278γεννητήριος πρᾶξις, ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νόμου, ἵνα
1279ἐννοήσῃ πᾶς ὁ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενος, ὅτι δὲν
1280ἐπιδέχεται ἀλλοίαν ἑρμηνείαν. Ὁ τίτλος τοῦ κώδικος, ὑπὸ
1281τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ διάταξις, ἔχει οὕτω: «Περὶ γεννητη-
1282ρίων πράξεων». Καὶ περὶ αὐτῶν πραγματεύεται καὶ οὐχὶ
1283περὶ βαπτιστηρίων πράξεων.
1284(Ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐμφάνισις τοῦ ἱερέως τοῦ ἐπὶ τῆς ὁρ-
1285κίσεως τῶν Βουλευτῶν προκαλεῖ παρατεταμένην ἱλαρότητα
1286καὶ θόρυβον ἐν τῇ ἀριστερᾷ, τοῦ ἀγορεύοντος ἀναγκασθέντος
1287νὰ διακόψῃ ἐπί τινας στιγμὰς τὸν λόγον).
1288§42ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ σπουδαίου
1289ζητήματος, πρόκειται περὶ ἁπλῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγ-
1290ματος. Τί σημαίνει; Ἂς γελάσωμεν, ἂς ἀστειευθῶμεν...
1291§43ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὡραῖα! ὡραῖα!
1292§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν δὲν θὰ ἐρωτηθῇ
1293ἡ Βουλή, ἐὰν ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς ἔχῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου
1294ἀπαιτούμενα προσόντα, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφοφορήσῃ ἐπὶ
1295τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος.
1296§45ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι. (Παρα-
1297τεταμένος θόρυβος).
1298§46ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1299γόν, τί φρονεῖ περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος (θό-
1300ρυβος), καὶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῆς πλειοψηφίας του;
1301Ἑρμηνεύει ἆρά γε τὰς ἐπιθυμίας του;
1302Πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ γεννητηρίου πράξεως.
1303Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος, πῶς συντάσσεται ἡ γεννητήριος πρᾶ-
1304ξις (ἀναγινώσκει).
1305«Ἄρθρον 60. Πᾶσα γέννησις ἀναγγέλλεται ἐντὸς 60
1306ἡμερῶν εἰς τὸν ἱερέα, ὅστις μέλλει νὰ βαπτίσῃ τὸ βρέφος, καὶ
1307καθ’ ἣν στιγμὴν θέλει τελεσθῆ τὸ βάπτισμα.
1308«Ἡ γέννησις ἀναγγέλλεται παρὰ τοῦ πατρὸς ἢ τῆς μητρός.
1309«Ὁ ἱερεὺς, ἅμα βαπτίσει τὸ βρέφος, συντάττει εἰς ἐπίτη-
1310δες βιβλίον τὴν γεννητήριον πρᾶξιν, ἡ ὁποία ὑπογράφεται
1311παρ’ αὐτοῦ, παρὰ δύο μαρτύρων καὶ παρὰ τοῦ ἀναγγείλαν-
1312τος γεννήτορος».
1313Ὁ νόμος τάσσει ὡς ἀνώτατον ὅριον ἑξήκοντα ἡμέρας, πέ-
1314ραν τοῦ ὁποίου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τελεσθῇ ἡ γεννητήριος
1315πρᾶξις καὶ δὲν ἀναγγείλῃ ὁ ἱερεὺς τὴν γέννησιν καὶ τὴν
1316βάπτισιν, ὑπόκειται εἰς ποινὴν, κατὰ τὸν Ἰόνιον νόμον, καὶ
1317καταδιώκεται ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως. Λοιπὸν τότε, ὅτε πρό-
1318κειται νὰ γίνῃ ἡ βάπτισις, καταστρόνει ὁ ἱερεὺς τὴν γέν-
1319νησιν, ὁ ἐφημέριος τοῦ ναοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας, καὶ πιστο-
1320ποιεῖ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως. Ἡ γεννητήριος ὅθεν
1321πρᾶξις συντάσσεται καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ γίνῃ
1322ἡ βάπτισις, καὶ τὴν συντάσσει ὁ ἱερεὺς, ὡς διατάσσει
1323ὁ νόμος. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δὲ οὐδεμία ἀμφιβολία, με-
1324ταβαίνω καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου 62, τὸ ὁποῖον
1325ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
1326«Ἄρθρον 62. Εἰς τὴν γεννητήριον πρᾶξιν ὁ ἱερεὺς καὶ
1327πᾶς ἱερουργὸς σημειοῖ τὸ ἔτος, τὸν μῆνα, τὴν ἡμέραν καὶ τὸν
1328τόπον τῆς γεννήσεως, τὸ φύλον τοῦ βρέφους καὶ τὰ δο-
1329θέντα εἰς αὐτὸ ὀνόματα, τὰ ὀνόματα, τὰ παρώνυμα, τὴν
1330πατρότητα καὶ τὴν κατοικίαν τῶν γονέων καὶ μαρτύρων,
1331ὡς καὶ ἐκεῖνα τῶν ἀναδόχων, τηρουμένης πάσης διὰ τοιαύ-
1332τας πράξεις ὡρισμένης θρησκευτικῆς διατυπώσεως».
1333Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς βαπτίσεως γίνεται ἡ κατάστρω-
1334σις τῆς γεννητηρίου πράξεως. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία,
1335Κύριοι, ὅτι ἐνώπιον μας προσάγεται ἀπόδειξις, ἀφορῶσα εἰς τὴν
1336γεννητήριον πρᾶξιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται
1337οὐδεμία ἀνταπόδειξις ἐκτὸς τῆς περὶ πλαστότητος. Ὁποία
1338δὲ εἶναι ἡ ἀποδεικτικὴ σημασία, ἡ διδομένη εἰς τὴν τοιαύ-
1339την πρᾶξιν παρὰ τοῦ Ἰονίου νόμου, ἀκούσατε καὶ τὸ ἄρθρον
1340228 (ἀναγινώσκει).
1341«Ἄρθρον 228. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ ἐκζητήσῃ κατά-
1342στασιν ἐναντίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὸν
1343ἡ γεννητήριος πρᾶξίς του καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν σύμφωνος δια-
1344κατοχή.
1345«Ὡσαύτως οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τὴν κατά-
1346στασιν τοῦ ἔχοντος διακατοχὴν, σύμφωνον μὲ τὴν γεννητή-
1347ριον πρᾶξιν».
1348Ἐκ τῆς τοιαύτης πράξεως, Κύριοι, ἐξαρτῶνται ἅπαντα
1349ἐν γένει τὰ ἐκ τῆς γεννήσεως καὶ ἡλικίας ἀποῤῥέοντα οἰ-
1350κογενειακὰ καὶ κληρονομικὰ δικαιώματα· ἡ πρᾶξις λοιπὸν
1351δὲν ἀποδεικνύει τὴν βάπτισιν, ἀλλὰ τὴν γέννησιν.
1352Ἀπέναντι τοιαύτης ἀποδείξεως τί ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος
1353εἰσηγητής; Ἕν μόνον σπουδαῖον ἐπιχείρημα ἀνέφερεν εἰς
1354ὅλην αὐτοῦ τὴν ἀγόρευσιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸν δικαιῶ.
1355Αἰσθάνεται τύψιν ἐν τῇ συνειδήσει του, ἐνθυμούμενος, ὅτι
1356αὐτὸς εἰσῆλθεν παρανόμως ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐπειδὴ ἐνθυ-
1357μεῖται τὸ τοιοῦτον, νομίζει, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν
1358παρανομίαν. Τοῦτο μόνον ἤκουσα, καὶ κατὰ τοῦτο μόνον τὸν
1359ἐννοῶ, ἤτοι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν διὰ τῆς γραφίδος ἐπρό-
1360κειτο νὰ ὑπογράψῃ πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ
1361ἀποκλείσῃ συνάδελφον, τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνεκινήθη καὶ
1362εἶπεν: «ἀφοῦ ἐγὼ παρανόμως εἰσῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ, διατὶ
1363νὰ μὴ εἰσέλθῃ καὶ ἄλλος τοιουτοτρόπως;» Ἀλλὰ πάντα
1364τὰ λοιπά, ὅσα ἐπεκαλέσθη ὡς πρὸς τὰ προηγούμενα καὶ τὴν
1365πορείαν τῆς Βουλῆς, ταῦτα πάντα ἀντίκεινται εἰς τε τὰ
1366ἀποφασισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον
1367ἠκολούθησεν ἡ Βουλή, ὁσάκις ἐδίκασεν ἐπὶ ὁμοίας περιστά-
1368σεως. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πα-
1369ρίσταμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη ἐν τῇ
1370Βουλῇ τοιοῦτον ζήτημα, ἤτοι πασιφανῶς ἀποδεδειγμένη ἡ
1371ἀνηλικιότης, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἐδίστασε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νό-
1372μον· ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα ἐφάνη αὐστηρά, ὥστε πολλοὶ
1373Βουλευταί, τῶν ὁποίων ἠμφισβητεῖτο ἡ ἡλικία, ἦλθον ὁ
1374εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὁμολογήσαν-
1375τες τὴν ἡλικίαν των ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης ταύτης· ἦσαν δὲ
1376πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Βουλῇ ἠρίθμουν πολυαρίθμους
1377φίλους καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐργαζόμενοι ἠδύναντο ἴσως νὰ
1378τύχωσι τῆς ἐν τῇ Βουλῇ διαμονῆς των, ἀλλὰ δὲν ἠθέλη-
1379σαν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καταφανῆ παράβασιν τῶν νό-
1380μων τῆς πατρίδος των. Καὶ αὐτὸς ἴσως, περὶ τῆς ἡλικίας
1381τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐὰν παρίστατο ἐνταῦθα, καλούμενος,
1382θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἡλικίαν του, καὶ νὰ ἐξέλ-
1383θῃ τῆς αἰθούσης ταύτης μόνος του, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσῃ τὸ
1384στάδιόν του διὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, ὑπὲρ ὧν ἔρχεται
1385νὰ ὑπερμαχήσῃ.
1386Ὁ κύριος εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε θεωρίαν περὶ ἐπιτα-
1387κτικῆς διατάξεως, καὶ μὴ ἐπιτακτικῆς, ἢ ἐνδεικτικῆς.
1388Τοιαῦται διακρίσεις ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ἐπὶ διατάξεων
1389τοῦ θεμελιώδους νόμου; Προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συν-
1390τάγματος, ἐπιτρέπεται νὰ συζητῶμεν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο
1391περὶ διατάξεώς τινος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Ἀπέναντι
1392εὐκρινεστάτης διατάξεως, οἵα ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἐν
1393τῷ Συντάγματι, δὲν ἤλπιζόν ποτε νὰ ἀκούσω νομομαθῆ,
1394τοῦ ὁποίου τὰς γνώσεις ἀναγνωρίζω, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ
1395μεταγενεστέρου στρατιωτικοῦ νόμου καθιερώθη διὰ τὴν
1396γέννησιν ἑκάστου πολίτου ἡ πρώτη τοῦ ἔτους, καὶ ὅτι διὰ
1397τοιούτου νόμου ἀνετράπησαν συνταγματικαὶ διατάξεις.
1398Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἡλικία δὲν ὤφειλεν ἴσως νὰ κανονίζῃ τὰ
1399προσόντα τῶν εἰσερχομένων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διότι παρα-
1400δείγματα ἐν τῇ ἱστορίᾳ μᾶς διδάσκουσιν, ὅτι εἰς πολὺ κα-
1401τωτέραν ἡλικίαν νέοι, οὐ μόνον ἀπετέλεσαν διακεκριμένα μέλη
1402Κοινοβουλίων, ἀλλὰ καὶ διηύθυνον καὶ μεγάλα Κράτη· ἀλλ’
1403οὐχ ἧττον ἐκεῖ, ὅπου συνέβη τὸ τοιοῦτον, ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχεν
1404ὁ φραγμός· ἐνταῦθα ἐτέθη, καὶ ἐτέθη παρ’ ἐξουσίας, ἀπέναντι
1405τῆς ὁποίας ἡ νῦν ἐξουσία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ.
1406Ἓν καὶ μόνον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ σήμερον ἡ Βουλή, ἀποτε-
1407λοῦσα δικαστικὴν ἀρχὴν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου: ὑπάρ-
1408χει ἡ ἀνηλικιότης, ἢ δὲν ὑπάρχει; καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρ-
1409χῃ, θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ τὸ Σύνταγμα, ἢ θὰ τὸ παραβιάσῃ; Μό-
1410νον εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ
1411νὰ εἴπῃ: καταπατῶ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰσάγω τὸν ἐκλεχθέντα
1412βουλευτὴν Ἀργασάρην. Καὶ αὐτὸ μὲν ἡ πλειονοψηφία δύ-
1413ναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰ-
1414σάγει αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα.
1415§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα σχεδὸν, διατί οἱ ἀξιότιμοι
1416φίλοι καὶ συνάδελφοι συζητοῦσι περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὡς
1417εἰ πρόκειται περὶ σπουδαίας τινὸς ἀμφισβητήσεως τῶν πραγ-
1418ματικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν συζήτησιν
1419ταύτην. Ἐὰν προσεῖχον εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος
1420εἰσηγητὴς προηγουμένως εἶπεν, ἐὰν προσεῖχον καὶ εἰς ἄλλα
1421ἀκόμη φαινόμενα, εἰς γέλωτας Ὑπουργῶν ἐντεῦθεν, εἰς ἐμφά-
1422νισιν ἱερέως ἐκεῖθεν, πρὸς ὅρκισιν τοῦ ἐκλεχθέντος, περὶ ἄλ-
1423λου ἴσως ἔπρεπε νὰ συζητήσωσιν, ἴσως ἔπρεπεν ἁπλῶς νὰ
1424παραπονεθῶσι πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι, ἐὰν ἀπεφάσισε τὴν
1425σφαγίασιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔπρεπε
1426τοὐλάχιστον αὕτη νὰ γίνεται οὕτω πανηγυρικῶς ἐν τῇ αἰ-
1427θούσῃ ταύτῃ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπε προηγου-
1428μένως, ὅτι εἶναι σχολαστικότης πλέον ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νό-
1429μων. Εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε νὰ εἰσῆλθον
1430εἰς τὸν περίβολον τοῦτον Βουλευταί, μὴ ἔχοντες τὴν νόμιμον
1431ἡλικίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠκούσθησαν τοιαῦται ἰδέαι, οὐδέ-
1432ποτε ἐτελέσθη πανηγυρικῶς ἡ παραβίασις τῶν νόμων, οὐ-
1433δέποτε οἱ Ὑπουργοὶ παρέστησαν γελῶντες ἀπέναντι τῶν
1434ἀμφισβητούντων τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς καὶ μόνον ἀτενίζον-
1435τες πρὸς τὸν ἱερέα, ὅστις ἐκλήθη, ἵνα ὁρκίσῃ τὸν Βουλευτήν,
1436τοῦ ὁποίου ἀμφισβητεῖται ἡ ἐκλογή! Καὶ τῷ ὄντι, κύριε Πρόε-
1437δρε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν
1438πάντα ταῦτα, καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠκούσθησαν ἐν τῷ
1439περιβόλῳ τούτῳ. Δὲν ἐδίστασεν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς νὰ
1440ὀνομάσῃ σχολαστικότητα πλέον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων
1441καὶ τοῦ Συντάγματος.....
1442§48ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ταῦτα· δὲν μὲ ἐνοήσατε, ὅπως
1443καὶ ἄλλοτε συνέβη τοῦτο.
1444§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ὡς πάντες ἀντε-
1445λήφθησαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας τινὰς θεωρίας εἴπετε περὶ ἑρ-
1446μηνείας τοῦ Συντάγματος, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγ-
1447ματος, καὶ αὐταὶ αἱ ῥηταί, εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικαί!
1448Τοιαύτας θεωρίας καλεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ τῆς πλειο-
1449ψηφίας, νὰ ἐπισφραγίσητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν. Δὲν σᾶς κα-
1450λοῦσι ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων, διότι δὲν
1451δύνανται εὐπροσώπως νὰ σᾶς προκαλέσουν ν’ ἀποφανθῆτε
1452περὶ νομίμου ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος, ἀλλὰ σᾶς φέρουν εἰς
1453ἄλλας θεωρίας, ὅτι εἶναι σχολαστικότης ἡ ἐφαρμογὴ τῶν
1454νόμων, ὅτι εἶναι ἐνδεικτικαὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
1455Ταῦτα παρατηρῶν, ἁπλῆν ὑπόμνησιν κάμνω μόνον πρὸς τὴν
1456πλειοψηφίαν, ἀδιαφορῶν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συζη-
1457τήσεως ταύτης, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι φρόνιμον,
1458ν’ ἀνοίγωμεν τὰς θύρας τοιουτοτρόπως, καὶ τόσῳ μάλιστα
1459ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς, εἰς τὰς παραβιάσεις τῶν νόμων
1460καὶ τοῦ Συντάγματος· διότι, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην
1461κατωφέρειαν, οὐδαμοῦ δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν, θὰ ἐξοι-
1462κειωθῶμεν πρὸς τὴν περιφρόνησιν τῶν νόμων καὶ τοῦ Συν-
1463τάγματος, καὶ ἴσως καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν τοιαύ-
1464την περιφρόνησιν ἀκολουθοῦσι, ταχέως δύνανται νὰ μετα-
1465νοήσωσι, διότι καὶ καθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ
1466στραφῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις.
1467§50ΤΟΜΑΝ. Ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ, ἐξελέγχουσα τὸ κῦρος
1468τῶν ἐκλογῶν, καθήκοντα δικαστικὰ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει
1469νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα καθήκοντα ἡ
1470Βουλὴ ἐκτελῇ, φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς πάν-
1471τα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψῆφον, προτιθέμενος δὲ νὰ
1472ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογῆς, νομίζω
1473ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου
1474ταύτην.
1475Ὁ νόμος, ἐρευνῶν τὰ προσόντα, τὰ ἀπαιτούμενα, ὅπως τις
1476καθέξῃ τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἐκ συνθήκης ἀνέγραψε τὴν ἡλικίαν
1477τῶν 30 ἐτῶν, ὄχι διότι ἐν τῇ ἡλικίᾳ ταύτῃ ἀνευρίσκονται
1478πλήρη τὰ ἐχέγγυα τῆς νοημοσύνης, τῆς κρίσεως καὶ τῆς
1479ἱκανότητος τοῦ νὰ ἀναδεχθῇ τις τοιαῦτα βάρη, ἀλλὰ διότι
1480ἐπὶ τέλους ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἡλικία τις. Ἅπαξ ὁρισθείσης
1481ταύτης, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἐπι-
1482τακτικαί· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν,
1483ὅτι ἐνδεικτικῶς πως ἐτέθησαν· εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὰς πα-
1484ρακολουθήσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὰς παρακολουθήσωμεν, ἔχοντες
1485ὑπ’ ὄψει τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν καὶ διὰ τίνα
1486λόγον ἀνεγράφησαν· ἔχοντες ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ
1487προκειμένου διάταξις δὲν ἀνεγράφη, διότι τὸ ὀρθὸν, τὸ
1488νόμιμον, τὸ δίκαιον ἔγκειται ἐν ταύτῃ, δὲν ἀνεγράφη,
1489διότι ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῶν 30 ἐτῶν ἐνυπάρχουσιν ὅλα
1490τὰ ἐχέγγυα, ἀλλὰ διότι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἡλικία τις,
1491ἐν τούτοις ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παραβῶμεν τὴν
1492διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὴν
1493ὑποχρέωσιν νὰ πεισθῶμεν, ὅτι δὲν ἐξεπληρώθη ἡ διάταξις
1494αὕτη τοῦ Συντάγματος ἀδιστάκτως, καὶ ἔτι μᾶλλον ἀδι-
1495στάκτως, καθόσον ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν διάταξιν αὐ-
1496τήν, δὲν εἶναι οὐσιαστικῶς δίκαιος, καὶ δύναται ὁ ἐκλεχθείς,
1497ἐὰν τῷ ἐλλείπωσι 2, 3 ἢ 5 μῆνες μέχρι συμπληρώσεως τῆς
1498ἡλικίας του, νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα ὁμοίως πρὸς
1499ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει συμπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος.
1500Θέλω ψηφίσει λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς
1501ταύτης, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δὲν πείθομαι, ὅτι
1502ἀπεδείχθη ἀνηλικιότης· τοιαύτην εἶχον γνώμην καὶ ὅτε,
1503ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης, παρὰ τὰς ἐνστά-
1504σεις, αἵτινες ὑπεβλήθησαν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐντί-
1505μου συναδέλφου κ. Σάκκη, ἐπέμενον ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς
1506ἐκλογῆς, διότι δὲν ἐπειθόμην, ὅτι ἦσαν ἀληθεῖς. Ὅταν ἔχω
1507Κύριοι, πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει συνταχθῆ παρ’ ἱερέως
1508ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, ὅτι πράγ-
1509ματι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο εἶναι ἀρκετόν, ὅπως ἀποδείξῃ
1510ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἀνηλικιότητα τοῦ, περὶ οὗ πρόκειται,
1511Βουλευτοῦ.
1512§51ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ στενοχωρία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ
1513Σύρου, προκειμένου νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ ὑπὲρ τοῦ
1514κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, καὶ ὄχι ὑπὲρ τῆς ἀληθείας,
1515γίνεται κατάδηλος. Αὐτὴ ἡ φωνή του, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρή-
1516ματα, ἐξ ὧν προσεπάθησε νὰ ἀρυσθῇ τὴν δύναμιν, ὥστε
1517νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ψῆφον αὑτοῦ, αὐτὰ μαρτυ-
1518ροῦσιν, ὅτι δὲν ἐλάλησεν ὅ,τι ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς του
1519ἐσωτερικῶς ὑπηγόρευεν αὐτῷ. Τὸ γράμμα τοῦ Συντάγμα-
1520τος εἶναι ῥητόν. Τὸ Σύνταγμα διαῤῥήδην κελεύει, ὅτι οὐδεὶς
1521εἰσέρχεται εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς, μὴ ἔχων συμπε-
1522πληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του. Εἶναι ἀλη-
1523θῶς ἄπορον, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σύρου βουλευτής, τὸν ὁποῖον
1524ἰδιαιτέρως τιμῶ, ἔκρινεν ὡς καθῆκόν του, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ
1525ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ κόμματος, χαριζόμενος εἰς τὸ κόμμα, νὰ
1526παρουσιασθῇ πρὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἰσχυριζόμενος, ὅτι δῆθεν
1527ἀδιστάκτως πείθεται, ὅτι ὁ κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει
1528τὰ νόμιμα παρὰ τοῦ Συντάγματος προσόντα, ὅπως εἰσέλθῃ
1529εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βου-
1530λευτὴς δὲν διαγράφῃ ἀπὸ τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος
1531τὸν ὅρον «συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν», δὲν δικαιοῦται,
1532ἐὰν θέλῃ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ αὐτῆς,
1533νὰ ψηφίσῃ, ὅτι ὁ κ. Ἀργασάρης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ
1534εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ὁμολογεῖται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων,
1535ὅτι ἔχει ἡλικίαν μικροτέραν τῶν τριάκοντα ἐτῶν.
1536Ὑπῆρξεν ἀτυχῶς ἐποχή, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστο-
1537ρίαν τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, καθ’ ἣν εἶχον παρακμάσει οἱ
1538θεσμοί, εἶχε παρακμάσει τὸ ἀξίωμα τοῦ πολίτου καὶ τῆς
1539πολιτείας, ἀφ’ ὧν προῳωνίζετο καὶ ἡ κατάπτωσις τοῦ Ἑλ-
1540ληνισμοῦ καὶ ἡ δουλεία αὐτοῦ. Δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐπο-
1541χὴν ἐκείνην εἶχον γεννηθῆ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐκαυχῶντο ἐπὶ
1542δυνάμει καὶ ἀξιώματι πολιτικῷ, μυριοτρόπως στρεβλοῦντες
1543τοὺς νόμους καὶ ἐπιχειροῦντες πρὸς τοῦτο ἑκάστοτε νὰ ἀπο-
1544δείξωσιν, ὅτι ἦσαν τῶν νόμων σοφώτεροι· ὁ δὲ μέγας Ἀθη-
1545ναῖος ἱστορικός, Κύριοι, καυτηριάζει καὶ στηλιτεύει τὴν
1546τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες, ἐν ὀνόματι βεβαίως τῆς
1547σοφίας αὑτῶν, ἔπειθον τοὺς πολλούς, ὅτι εἶναι σοφώτεροι τῶν
1548νόμων, καὶ οὕτως ἠθέτουν αὐτούς, ἐπὶ βλάβῃ τῆς πολιτείας
1549καὶ καταστροφῇ αὐτῆς. Τοιούτους τινὰς ἀνθρώπους σοφοὺς
1550παρατηρῶ καὶ σήμερον παρουσιαζομένους ἐνίοτε ἐν τῷ Κοι-
1551νοβουλίῳ. Τοιοῦτος μοὶ ἐφάνη καὶ ὁ προαγορεύσας καὶ σο-
1552βαρῶς ἀποπειραθεὶς, ὡς ἠκούσατε, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν
1553ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ὁ ὅρος «συμπεπληρωμένον» καὶ,
1554ἐνῷ πάντες ὁμολογοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ὅρος «συμπεπληρω-
1555μένον», καὶ ἐνῷ ἀποδεικνύεται δι’ ἐγγράφων ἀνεπιδέκτων
1556ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ ὑποψήφιος κ. Ἀργασάρης δὲν ἔχει
1557συμπεπληρωμένον τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον
1558ὅριον τῆς ἡλικίας, ἐν τούτοις εἶναι ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωσιν,
1559ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὡς ἔχων δῆθεν τὰ παρὰ
1560τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτούμενα προσόντα.
1561Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Συν-
1562ταγματικοῦ χάρτου, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἔργου ἱεροῦ,
1563τὸ ὁποῖον, ἵνα γραφῇ καὶ καταστῇ θεμελιώδης νόμος τοῦ
1564Κράτους, ὑποθέτει μακρὰν τῶν προγενεστέρων γενεῶν ἐργα-
1565σίαν, καὶ μεγίστας θυσίας, καὶ κινδύνους μεγάλους, καὶ
1566ἐὰν δὲν ἐφοβούμην μήπως, ἐὰν σείωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον
1567ἕνα λίθον σήμερον καὶ ἕνα λίθον αὔριον, διασαλεύσωμεν καὶ
1568κατερειπώσωμεν τὸ ἱερὸν τοῦτο οἰκοδόμημα, ἐντὸς τοῦ
1569ὁποίου αἱ ἐλευθερίαι τῆς πατρίδος εἰσὶν ὠχυρωμέναι, βεβαίως
1570δὲν εἶχον κἀνένα λόγον νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐὰν ὁ Ἀργασά-
1571ρης ἢ ὁ δεῖνα, καίπερ μὴ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ ἔτος τῆς
1572ἡλικίας του, ἤθελεν εἰσέλθει ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τὸ ζήτη-
1573μα εἶναι, ὅτι πρόκειται, ἀξιότιμε συνάδελφε ἐκ Κυκλάδων,
1574διὰ τῆς ψήφου σου νὰ διαγράψῃς τὸ «συμπληρωμένον», καὶ
1575τὸ διαγράφεις.
1576§52ΤΟΜΑΝ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
1577§53ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὔριον θὰ ἔλθῃ ἄλλο ζήτημα, καὶ θὰ
1578ἦναι ἀνάγκη νὰ διαγραφῇ εἷς στίχος, καὶ ὅταν σήμερον
1579ἀθετῶμεν ἓν γράμμα, καὶ αὔριον μίαν λέξιν, καὶ ἄλλοτε ἕνα
1580στίχον, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν θὰ ἔχωμέν ποτε Σύνταγμα, ἐὰν θὰ
1581ἔχωμέν ποτε θεσμοὺς ἐλευθέρους. Βλέπετε ποῦ κατὰ μικρὸν
1582περιήλθομεν; Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐσωτερικὴν στενοχωρίαν
1583πάντων τῶν συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας.
1584§54ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς στενοχωρεῖται.
1585§55ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί ἐγένετο, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν συ-
1586ζήτησιν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἐνθυμεῖ-
1587σθε, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου ἐκείνου, ὑψώθη φωνὴ, ὅπως
1588καὶ σήμερον, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ἐπικαλουμένη τὴν ἱερό-
1589τητα τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους, διὰ τὸν ὁποῖον
1590αἱ πρὸ ἡμῶν γενεαὶ μακρὰς ὑπέστησαν θυσίας, ἵνα τὸν ἱδρύ-
1591σωσιν, ὡς ὀχύρωμα τῶν ἐλευθεριῶν, ὡς ὀχύρωμα τοῦ μέλ-
1592λοντος τῆς χώρας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγ-
1593ματος ὁρίζει, ἵνα ἑκάστη δεκὰς χιλιάδων ψυχῶν ἐκλέγῃ
1594ἕνα ἀντιπρόσωπον· ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλην τὴν ῥητὴν ταύτην
1595διάταξιν τοῦ Συντάγματος, μεθ’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς
1596ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥηθέντας, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ
1597Συντάγματος, ἐψηφίσατε τότε, θέλοντες νὰ φανῆτε τοῦ
1598νόμου σοφώτεροι, ὅπως καὶ σήμερον, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ
1599Κυκλάδων βουλευτὴν, τὸν νόμον τῆς μεγάλης περιφερείας
1600καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν· ἐνῷ τὸ
1601Σύνταγμα ἔλεγε διαῤῥήδην, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται
1602κατ’ ἐπαρχίας, σεῖς μετεβάλετε τὸν ὅρον «ἐπαρχία» καὶ μετε-
1603ποιήσατε εἰς «νομὸν», ὡς ἂν αἱ δύο λέξεις σημασίαν ἔχωσι
1604τὴν αὐτήν. Ἐνομίσατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παρανομίας, ἐνομί-
1605σατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἁπλοῦ, καὶ ἐφάνητε τόσον
1606πρόθυμοι, νὰ ψηφίσητε τότε τὴν ἀθέτησιν θεμελιωδεστάτης
1607διατάξεως τοῦ νόμου. Τίς ἡ συνέπεια τῆς ἀθετήσεως ταύτης;
1608Ἐρωτήσατε ἑαυτούς· ζητεῖτε μάτην ἤδη ἕκαστος τὴν ἀνε-
1609ξαρτησίαν αὑτοῦ. Ἐρωτήσατε, ἐὰν ἔχητε ἐλευθερίαν νὰ ψη-
1610φίζητε, νὰ σκέπτησθε ὡς ἀντιπρόσωποι, καὶ δὲν ἦσθε ἠναγ-
1611κασμένοι νὰ σύρησθε ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ ἡγέτου ὑμῶν.
1612Καὶ δὲν σᾶς ἀδικῶ διὰ τοῦτο· διότι περιεπλάκητε εἰς τὸ
1613ἀδιέξοδον. Σήμερον, ἕνεκα τῆς μεγάλης περιφερείας, τί συνέβη;
1614ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Κυκλάδων νὰ ἦναι ἠναγκασμέ-
1615νος νὰ σύρηται ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1616διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιῤῥοήν
1617του καὶ τοὺς φίλους του ἐν Σύρῳ, ὅπου ζῇ, ὅπου πολιτεύε-
1618ται, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τῆς ψήφου καὶ τῶν κατοίκων τῆς
1619Πάρου, τῆς Μήλου, τῆς Νάξου, τῆς Θήρας κτλ. Ἐὰν δὲ
1620ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν
1621καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς θὰ καταρτίσῃ τοὺς
1622συνδυασμοὺς, ὅπως καὶ ἐξ ἄλλου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
1623τεύσεως, ἐὰν λέγω δὲν συνδυάσῃ τὸν συνάδελφόν μου, τὸν
1624ὁποῖον ἰδιαιτέρως τιμῶ, μὲ τοὺς ὑποψηφίους τῶν λοιπῶν
1625ἐπαρχιῶν, δύναται νὰ ἦναι ἀντιπρόσωπος, δύναταί ποτε νὰ
1626ἐκλεχθῇ βουλευτὴς Κυκλάδων; ὁλόκληρος ἡ νῆσος Σῦρος
1627ἐὰν τιμήσῃ αὐτὸν διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ἐὰν καταψηφίσωσιν
1628αὐτὸν οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν Κυκλάδων, εἶναι
1629δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ; Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ
1630εἰς τὴν ἄλλην μερίδα. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συνεννόησις καὶ
1631ἐξάρτησις τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τὸν μέλλοντα νὰ συνάψῃ τοὺς
1632συνδυασμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν, δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ
1633γίνῃ Βουλευτής;
1634Ἰδοὺ τὰ ἄτοπα, Κύριοι, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ ἀθέτησις
1635τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ ἥμισυ, ἂν ὄχι
1636κατὰ τὰ τρία τέταρτα, ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπο-
1637λογίσω δι’ ἀριθμητικοῦ ὅρου, ἀφήρπασαν τὴν ἀνεξαρτησίαν
1638τοῦ ἀντιπροσώπου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες ὑμεῖς εἶσθε
1639πεπεισμένοι περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀθετήσεως ἐκείνης
1640τοῦ Συντάγματος· εἶσθε πάντες πεπεισμένοι, ὅτι τὸ Κοινο-
1641βούλιον κατέπεσε, καὶ ἡ ἀξία καὶ ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐλευ-
1642θερία τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ὁσημέραι καταπίπτου-
1643σιν ὑπὸ τὸν κύλινδρον τῆς μεγάλης περιφερείας.
1644Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν προσοχήν
1645σας, καὶ συνιστῶ εἰς ὑμᾶς, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ δώσητε
1646τὴν ψῆφόν σας περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου,—καὶ δὲν ἐνδια-
1647φέρομαι διόλου περὶ τοῦ προσώπου, οὐδὲ περὶ τῆς πολιτικῆς
1648σημασίας τῆς ἐκλογῆς ταύτης, διότι, ἐὰν ἦναι εἷς ἢ δύο
1649ἀκόμη εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, οὐδόλως ἐνδιαφέρει τὴν
1650ἀριστερὰν, διότι ἡ πλειοψηφία, ὅπως φαίνεται, εἶναι παγία
1651καὶ θὰ ἦναι, διότι ἠθετήθη τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ἐκλογαὶ
1652τῶν Βουλευτῶν δὲν γίνονται κατὰ δεκάδα χιλιάδων ψήφων,
1653οὐδὲ κατ’ ἐπαρχίας, ὅπως ἐγίνοντο, ἀλλὰ κατὰ νομοὺς, καὶ
1654εἶναι διὰ τοῦτο πάντες δεδεσμευμένοι διὰ μιᾶς ἁλύσεως,
1655τὴν ὁποίαν ἕκαστος, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι αἰσθάνεται βα-
1656ρύνουσαν τὸν τράχηλον αὐτοῦ—συνιστῶ, λέγω, εἰς ὑμᾶς,
1657καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας, νὰ σκεφθῆτε,
1658ὅτι δι’ αὐτῆς, ἢ θὰ διαγράψητε τὴν λέξιν «συμπεπληρωμένον
1659τὸ τριακοστὸν ἔτος», τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Συντάγ-
1660ματι, ἢ θὰ καταψηφίσητε, καὶ θὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκ-
1661λογὴν Ζακύνθου· διότι ὁ κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος, ὁ
1662ἐκλεχθεὶς ὑπὸ τοῦ νομοῦ ἐκείνου, στερεῖται τοῦ νομίμου τῆς
1663ἡλικίας προσόντος, ὅπως γένηται Βουλευτὴς, ἀφοῦ ἀποδε-
1664δειγμένον εἶναι, ὅτι τῷ ἐλλείπουσι δέκα ὅλοι μῆνες, καὶ δὲν
1665ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του,
1666ὡς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διακελεύει ῥητῶς καὶ κατη-
1667γορικῶς.
1668§56ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι αἱ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας
1669ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν
1670μου, ἤθελον γίνει ἀφορμὴ παρεξηγήσεως καὶ μεταβάσεως εἰς
1671ζητήματα ἄλλα παρελθόντα, θὰ προετίμων, σᾶς βεβαιῶ,
1672νὰ σιωπήσω. Ἵνα μὴ συμβῇ δὲ τοῦτο καὶ ἐπέλθῃ καὶ πάλιν
1673πλειοτέρα παρεξήγησις τῶν λόγων μου, συνοψίζω ὅσα πρὸ
1674ὀλίγου εἶπον. Παραδέχομαι κατ’ ἀρχήν, μὴ συμφωνῶν κατὰ
1675τοῦτο πρὸς τὸν φίλον μου κ. Μπουφίδην, ὅτι αἱ διατάξεις
1676τοῦ Συντάγματος, αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα,
1677εἶναι ἐπιτακτικαί, παραδέχομαι κατ’ ἀρχήν, ὅτι τὸ Σύν-
1678ταγμα ἀπαιτεῖ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος, παρα-
1679δέχομαι προσέτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὅλη ἡ νο-
1680μολογία, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ συμπλήρωσις νὰ ὑπάρχῃ κατὰ
1681τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνακηρύξεως. Ἀλλ’ ἐνῷ παραδέχομαι πάντα
1682ταῦτα, οὐχ ἧττον δὲν πείθομαι ἐκ τῶν προσαχθέντων παρ’
1683ὑμῶν πιστοποιητικῶν, οὕτω πως συντεταγμένων, ὅτι δὲν
1684ἔχει συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του ὁ ἐκ-
1685λεχθεὶς βουλευτὴς Ζακύνθου.
1686§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1687Κυκλάδων βουλευτὴς ἀνεγνώρισε τὸ ἐπιτακτικὸν τῆς διατά-
1688ξεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν δια-
1689κεκριμένος νομικὸς, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, νὰ ὑποβάλῃ
1690ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν περὶ τούτου. Οὐχ ἧττον ἐν τῇ πρώτῃ
1691του ἀγορεύσει ἠθέλησε νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν σπουδαιότητα
1692τῆς διατάξεως ταύτης, ἰσχυριζόμενος, ὅτι τυχαίως ἐτέθη
1693αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι δὲν ἔχει ἐσωτερικόν τινα λόγον
1694ὑπάρξεως ἐν αὐτῷ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο
1695δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἄν ἡ
1696Ἐθνοσυνέλευσις ἐθεώρει ἐπουσιώδη αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ
1697μὴ ἔχουσαν σπουδαιότητα, οὐδὲν ἁπλούστερον ἦτο, ἢ νὰ
1698παραλείψῃ πᾶσαν περὶ ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν διάταξιν,
1699τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ῥητῶς ὑπεστηρίχθη καὶ ἐγένετο
1700δεκτὸν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ μέλη αὐ-
1701τῆς, δὲν ἀπαιτεῖται τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας. Ἠδύνατο λοι-
1702πὸν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκλέγῃ τὸν
1703μᾶλλον κατάλληλον, ἄνευ διακρίσεως ἡλικίας. Ἀλλὰ δὲν
1704ἐσκέφθη οὕτως ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν συ-
1705ζητήσεων αὐτῆς, ἐθεώρησεν οὐσιῶδες νὰ προσδιορίσῃ τὴν
1706προσήκουσαν εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἡλικίαν. Ἀφοῦ δὲ
1707οὕτως ἀπεφάνθη ἡ Συνέλευσις, νομίζω, ὅτι εἰς πάντας
1708ἡμᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν
1709αὐτῆς.
1710§58ΤΟΜΑΝ. Τὴν σέβομαι.
1711§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
1712καίπερ σεβόμενος τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νομίζει,
1713ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἀποδείξεις,
1714πείθουσαι, ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν
1715ὁ ἐκλεχθεὶς Βουλευτής, περὶ οὗ πρόκειται. Κύριοι, ὁμολογῶ,
1716ὅτι, ἂν ἄλλος τις ὑπέβαλλε τοιαύτην ἀντίῤῥησιν, δὲν ἤθε-
1717λον ἐκπλαγῆ, ἐκπλήττομαι ὅμως, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν
1718ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ἐγκύψαντα εἰς νομικὰς σπουδάς.
1719Ποῖα εἶναι, Κύριοι, τὰ μέσα, δι’ ὧν ἀποφασίζεται τὸ ζήτημα
1720τῆς ἡλικίας τῶν πολιτῶν καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ καθ’ ἅπαντα
1721τὸν πεπολιτισμένον κόσμον; Πανταχοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἡλι-
1722κίας ἀποφασίζεται κατὰ τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία, ἅτινα ἀπο-
1723τελοῦσι τελείαν ἀπόδειξιν μέχρι προσβολῆς αὐτῶν ἐπὶ πλα-
1724στότητι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκ-
1725λεχθέντος προσάγεται ληξιαρχικὴ πρᾶξις’ ἐνόσῳ λοιπὸν
1726αὕτη δὲν προσβάλλεται ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ἀποτελεῖ πλήρη
1727ἀπόδειξιν. Ἀλλὰ προσήχθη ἆρά γε ἀληθὴς περὶ γεννήσεως
1728ληξιαρχικὴ πρᾶξις; Ἐλέχθη, ὅτι ἡ προσαχθεῖσα πρᾶξις
1729εἶναι περὶ βαπτίσεως καὶ οὐχὶ περὶ γεννήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ
1730ὀρθῶς, διότι ὁ Ἰόνιος κῶδηξ δὲν προβλέπει περὶ ληξιαρχι-
1731κῶν πράξεων βαπτίσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν βάπτισιν συντάσ-
1732σεται ἡ περὶ τῆς γεννήσεως πρᾶξις. Περὶ τούτου πείθεταί
1733τις, ἅμα λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸν Ἰόνιον κώδικα, καθ’ ὃν ἐντὸς
173460 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς γεννήσεως συντάσσεται ληξιαρχικὴ
1735πρᾶξις.
1736§60ΤΟΜΑΝ. Ἔχετε τὴν βεβαιότητα, ὅτι συνετάχθη ἡ λη-
1737ξιαρχικὴ πρᾶξις; ποῖος τὴν βεβαιοῖ;
1738§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πατήρ. Ὁ νόμος ὁ Ἑπτα-
1739νησιακὸς, ὡς ὅλοι οἱ νόμοι, ῥητῶς διαλαμβάνει περὶ τοῦ
1740τρόπου, καθ’ ὃν συντάσσονται αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις, αἱ
1741ἔχουσαι ἀποδεικτικὴν ἰσχὺν μέχρι προσβολῆς ἐπὶ πλαστο-
1742γραφίᾳ. Ποῖος εἶναι οὗτος; «Ἐν καιρῷ τῆς βαπτίσεως, λέ-
1743γει ὁ νόμος, (ἀναγινώσκει) ὁ ἱερεὺς συντάττει εἰς ἐπίτηδες βι-
1744βλίον τὴν γεννητήριον πρᾶξίν του, ἥτις ὑπογράφεται παρ’
1745αὐτοῦ καὶ δύο μαρτύρων καὶ παρὰ τοῦ ἀναγγείλαντος».
1746Οὕτω λοιπὸν συντάσσεται ἡ πρᾶξις, καὶ ἡ οὕτω συντασ-
1747σομένη ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν μέχρι προσβολῆς ἐπὶ
1748πλαστογραφίᾳ.
1749§62ΤΟΜΑΝ. Τίς βεβαιοῖ τὸν ἱερέα, τὸν βεβαιοῦντα ἐν τῇ
1750πράξει, ὅτι τὸ τέκνον ἐγεννήθη τὴν δεῖνα ἐποχήν; τίς τὸν
1751βεβαιοῖ;
1752§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πατήρ.
1753§64ΤΟΜΑΝ. Δύνασθε νὰ μὲ βεβαιώσετε, ὅτι ὁ πατὴρ βε-
1754βαιοῖ τὴν ἀλήθειαν; (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ.)
1755§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Τόμαν σᾶς λέγει, κύριε Κων-
1756σταντόπουλε, ὅτι ἔχετε μίαν διαθήκην συντεταγμένην καθ’
1757ὅλους τοὺς τύπους, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πλήρη ἀπόδειξιν, ἀλλ’
1758αὐτὸς ἐν τούτοις δὲν δίδει πίστιν εἰς τὴν διαθήκην αὐτήν.
1759Δὲν τὴν προσβάλλει ὡς πλαστὴν, ἀλλὰ δὲν δίδει πίστιν
1760εἰς τὴν διαθήκην αὐτήν.
1761§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ πρᾶξις ἡ
1762ληξιαρχικὴ δὲν ἤθελεν ἀποτελεῖ κατὰ νόμον πλήρη ἀπό-
1763δειξιν, ὅταν ὅμως βεβαιοῦται, ὅτι συνετάχθη κατὰ τοὺς
1764νομίμους τύπους, ὅταν ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ βεβαιῶσι τὸν
1765τόπον, τὸν χρόνον καὶ τὴν ὥραν ἀκόμη τῆς γεννήσεως τοῦ
1766τέκνου των, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν ἀλή-
1767θειαν ἐξέθεσαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, διότι οὐδὲν συμφέρον εἶχον
1768νὰ εἴπωσι ψεύδη, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον λέγουσι τὴν ἀλήθειαν,
1769καθόσον καὶ διὰ μεταγενεστέρων πράξεων ἐπιβεβαιοῦσι τὸ
1770γεγονὸς, καὶ ἐπεκαλέσθησαν αὐτό. Ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται,
1771κατ’ ἐμὲ, νὰ ἐκφράζῃ τις ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἡλικίας τῶν
1772ἐν τῇ ληξιαρχικῇ πράξει περιεχομένων.
1773§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παππαγιαννακόπουλος.
1774§68ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.................
1775§69ΤΙΝΕΣ. Τί θέλεις νὰ ὁμιλήσῃς, κύριε Παππαγιαννακό-
1776πουλε; Ἄφησέ τα.
1777(Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος παραιτεῖται τοῦ λόγου).
1778§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφθάσαμεν ἀληθῶς εἰς πλήρη σύγχυσιν
1779γλωσσῶν, καὶ ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόε-
1780δρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναπολήσω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχει-
1781ρήματα, ἅτινα ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σήμερον,
1782ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀκροατηρίων, διότι ἐφθάσαμεν μέχρις
1783αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ μὴ ἐντρεπώμεθα οὐ μόνον ἑαυτοὺς
1784ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκροατήρια. Ἀρχικῶς ἠμφισβητήθη τὸ γράμ-
1785μα τοῦ Συντάγματος· ὑπῆρξέ τις, ὅστις ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ
1786εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι ὁ ὅρος «συμπε-
1787πληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος». Μετὰ τοῦτο ἠμφισβητήθη
1788τὸ ἐπιτακτικὸν τοῦ ὅρου τούτου, κατόπιν ἠρευνήθη διατί
1789ἐτέθη ὁ ὅρος οὗτος ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ τέλος ἠμφισβη-
1790τήθη καὶ ἡ πρᾶξις τοῦ ληξιάρχου. Ταῦτα πάντα ἐξετέθη-
1791σαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τὰ ἀρνηθῇ.
1792Λοιπὸν ἠμφισβήτησαν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Τὸ
1793Σύνταγμα τὸ ἔχετε πρόχειρον, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ
1794νὰ τὸ ἀναγνώσητε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἀμφισβητεῖ.
1795Ἀλλ’ ἡ ἀμφισβήτησις ἐκείνη ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν συζητοῦ-
1796μεν ἐν καλῇ πίστει. Ἀλλὰ δὲν δύνανται ὑπὲρ ἑαυτῶν νὰ
1797ἐπικαλεσθῶσι τὴν καλὴν πίστιν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐπι-
1798χειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας
1799τοῦ τμήματος. Εἶπον ἡμῖν, ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Συντάγμα-
1800τος δὲν εἶναι ἐπιτακτικόν, ὡσανεὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνῃ
1801τις τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς ἐπιτακτικὰς καὶ μὴ
1802τοιαύτας. Ὁ τοιαῦτα προβάλλων λέγει ἁπλούστατα, ὅτι
1803ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος ἦτο ἱκανῶς μωρός, ὅπως
1804περιλάβῃ ἐν αὐτῷ διατάξεις ἐπουσιώδεις. Τὸ Σύνταγμα
1805περιλαμβάνει μόνον ἐπιτακτικὰς διατάξεις, οὐδ’ ἐπιτρέπει εἰς
1806οἱονδήποτε, εἴτε βουλευτὴς Κυκλάδων εἶναι, εἴτε δὲν ἠξεύρω
1807πόθεν κατάγεται, νὰ διακρίνῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ εἰς ἐπι-
1808τακτικὰς καὶ μὴ ἐπιτακτικάς.
1809§71ΤΟΜΑΝ. Δὲν τὰς διέκρινα ἐγώ.
1810§72ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς διεκρίνατε, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε,
1811τὰ ἠρνήθητε μετὰ 5 λεπτά. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι ἐτέθη ὁ
1812ὅρος ἐκεῖνος, διότι ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἷς ὅρος ἡλικίας.
1813§73ΤΟΜΑΝ. Ἀλλ’ ἅπαξ τεθεὶς εἶναι ἐπιτακτικός.
1814§74ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο τὸ προσεθέσατε εἰς τὴν δευτέραν ὁμι-
1815λίαν σας. Ἡ διάταξις εἶναι ἐπιτακτική, ἐπιτακτικωτάτη·
1816διότι τὸ ἄρθρον 70 ἀριθμεῖ τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ
1817προσόντα, ἃ πρέπει νὰ κέκτηται ὁ Βουλευτής, διὰ νὰ παρα-
1818κάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρῶτον προσὸν ἡ ἰδιότης
1819τοῦ Ἕλληνος πολίτου, δεύτερον ἡ ἐγκατάστασίς του εἰς μίαν
1820ἐπαρχίαν, καὶ τρίτον ἡ ἡλικία. Ἂν σήμερον δὲν θεωρήσητε
1821ἐπιτακτικὴν τὴν διάταξιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἡλικίαν,
1822αὔριον ὑπὸ τὴν αὐτὴν πρόφασιν θὰ μᾶς φέρητε Βουλευτὰς
1823μὴ πολίτας Ἕλληνας! Καὶ εἶσθε ἱκανοὶ νὰ τὸ πράξητε!
1824Λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἡ ρήτρα τοῦ Συντάγ-
1825ματος, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἡλικίαν, εἶναι ἐπιτακτική. Ἔπρεπε
1826νὰ τεθῇ ἓν ὅριον ἀληθῶς; Διότι ἄνευ τούτου αὔριον θὰ μᾶς
1827ἐφέρετε νήπια μὲ τὰς τροφούς των ἐδῶ, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ
1828σκοπός σας ἀκριβῶς. Θέλετε νὰ ἐξευτελίσητε μέχρις αὐτοῦ
1829τοῦ σημείου τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Θέλετε νὰ ἔχητε
1830ὄργανα τυφλά, μὴ ἔχοντα συνείδησιν τῶν πράξεών των.
1831Καὶ θέλω σᾶς ἐρωτήσει, ἂν δὲν σταματήσητε πρὸ τοῦ γράμ-
1832ματος τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ὅπερ
1833θέτει, ποῦ θὰ σταματήσητε; Εἰπέτε μου, σᾶς φθάνει εἰκο-
1834σαετὴς ἡλικία, σᾶς φθάνει δεκαετής, ἢ ἡ ἑξάμηνος ἡλικία
1835τοῦ βρέφους; Ταῦτα νομίζω εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσι καὶ τὸν
1836βουλευτὴν Κυκλάδων, ὅστις τοσαῦτα σόλοικα ἐτόλμησε νὰ
1837ἐκφέρῃ ἐνώπιον ὑμῶν.
1838Ἀλλ’ εἶπον ὑμῖν κατόπιν, ὅτι δὲν πείθονται, ὅτι εἶναι
1839ἀνήλικος ὁ κ. Ἀργασάρης. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει προσθέ-
1840τως τὴν ἀγαθοπιστίαν των. Διότι θὰ ἐνόουν ἀκόμη, ἂν ἀπέ-
1841ναντι τῆς προσκομισθείσης ἀποδείξεως, τῆς ἐπισήμου, τῆς
1842ἀνεγνωρισμένης παρὰ τοῦ νόμου, θὰ ἐνόουν, ἐὰν ἔφερον ἑτέ-
1843ραν ἀνταπόδειξιν οἱανδήποτε. Ἀλλὰ θέλετε νὰ μᾶς πεί-
1844σητε περὶ τῆς καλῆς σας πίστεως, καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ὁ πα-
1845τὴρ Ἀργασάρης ἐσκόπει νὰ σᾶς ἀπατήσῃ πρὸ 30 ἐτῶν
1846μεῖον 9 μῆνας, (ἱλαρότης) καὶ φοβούμενοι τὴν παρ’ αὐτοῦ
1847στηθεῖσαν εἰς τὴν ἀγαθοπιστίαν σας παγίδα, δὲν πιστεύετε
1848τὴν δήλωσίν του! Καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὸ γελοῖον τῶν τοιού-
1849των ἐπιχειρημάτων; Καὶ προβάλλετε τοιαῦτα ἐνταῦθα!
1850Πρὸ παντὸς πρέπει, Κύριοι, νὰ σεβώμεθα ἑαυτούς, ἂν δὲ δὲν
1851εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ σεβώμεθα ἑαυτούς, πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἐν-
1852τεῦθεν καὶ νὰ κλείσωμεν τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου. Τοῦτο
1853θὰ ἦναι ἀξιοπρεπέστερον δι’ ἡμᾶς καὶ ἐπωφελέστερον διὰ τὸ
1854Κράτος.
1855(Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας τοῦ τμήματος).
1856§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς
1857Ζακύνθου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
1858πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχη.
1859Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Ζακύνθου κ.
1860Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει τὰ παρὰ τοῦ νόμου
1861ἀπαιτούμενα προσόντα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
1862§76ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1863§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι
1864ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχει συμπληρω-
1865μένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του λέγουσι Ναὶ, οἱ
1866μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1867(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπι-
1868τήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Σάκκη καὶ Θ. Κανάρη,
1869κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1870Χαρ. Τρικούπης ΝἈνδ. Αὐγερινός Ν
1871Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝἈντ. Ρικάκης Ο
1872Γ. Σισμάνης ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
1873Δ. Βουλπιώτης ΝἸω. Κρεστενίτης Ο
1874Ἀθ. Ἴσκος ΟΝ. Κουμανιώτης Ο
1875Ν. Καλαντζόπουλος ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
1876Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
1877Μ. Γουλιμῆς ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
1878Μ. Ἰατρίδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
1879Δ. Χατζόπουλος ΟΝικόλ. Καφετζόγλους Ν
1880Γεώργιος Μίλησης Ν. Παπανικολάου Ν
1881Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟἸωάννης Πεζᾶς Ν
1882Γεώργιος Κούστας Κωνσταντ. Σινέλης Ν
1883Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΒασίλειος Βουδούρης Ν
1884Σωτήριος Δανόπουλος Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
1885Ἀναστ. Δημητριάδης ΝἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
1886Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΔιον. Λομβάρδος Ν
1887Δημήτριος Πετρίδης ΟΓεώργιος Θεοτόκης Ν
1888Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΚωνστ. Βασιλάκης
1889Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈντ. Καποδίστριας Ο
1890Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΝικόλαος Βασιλάκης
1891Χρῖστος Χριστόπουλος ΟΕὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
1892Φίλιππος Βάρβογλης ΟΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Ο
1893Ἠλίας Φλέσσας ΟΣπυρ. Ἀλαμάνος Ο
1894Κων. Κωνσταντόπουλος ΟΘεόφιλος Προβατᾶς Ο
1895Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟἸωάννης Παδοβᾶς Ν
1896Παναγιώτης Μανέτας ΝΕὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
1897Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟἈγαμέμνων Μεταξᾶς
1898Ἠλίας Παλαμήδης ΝἈνδ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝ
1899Δ. Ζέγγελης ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
1900Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΓεράσιμος Μουσούρης
1901Δημ. Ν. Βότσαρης Παναγ. Βενιεράτος Ν
1902Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
1903Γεώργιος Χ. Παχὺς Γεώργιος Κόρπας Ο
1904Στέφανος Δραγούμης ΝΣτέφανος Σκουλούδης Ν
1905Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
1906Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
1907Φωκίων Νέγρης Νικόλαος Νομικός Ν
1908Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΜίνως Μπογιατζόγλους
1909Νικόλ. Μπουφίδης ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
1910Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
1911Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημοσθένης Καΐρης Ν
1912Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΓεώργιος Δρόσος Ν
1913Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΝικόλαος Κρίσπης Ν
1914Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς Ο
1915Τρύφων Μουτσόπουλος Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
1916Θάνος Κανακάρης ΝΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
1917Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ο
1918Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΟΓιανν. Μαυρομιχάλης
1919Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1920Α. Φωτήλας ΝΛεων. Καπετανάκος Ο
1921Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ο
1922Γεώρ. Πετροπουλάκης ΟΝ. Καράπαυλος Ν
1923Κων. Παπαμιχαλόπουλος ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ν
1924Ἰωάν. Καρτάλης Σ. Χατζηγάκης Ο
1925Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΚ. Ζωγλοπίτης Ν
1926Εὐάγ. Σταμούλης ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
1927Ν. Κοκωσλῆς Γ. Φραγκίδης Ν
1928Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
1929Κωνστ. Μαρκίδης ΝΓ. Τάκης
1930Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΝΝ. Ταρμπάζης Ο
1931Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝΖ. Φαλιάγκας Ο
1932Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
1933Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
1934Ἀχιλ. Λογιωτάτου ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
1935Σωτήριος Σωτηρόπουλος ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
1936Κωνστ. Κουμουνδοῦρος Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος
1937Περικλῆς Πεῤῥωτῆς ΟΝικόλ. Κοντογιάννης Ο
1938Δημήτριος Τζάνες ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1939Περικλῆς Μποῦτος Γεώργ. Λιδωρίκης Ν
1940Παναγιώτης Σάκκης ΟΚωνστ. Χατζῖσκος Ν
1941Νικόλαος Παπαλέξης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
1942Νικόλαος Μισυρλῆς Κωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
1943Ἀσημάκης Χριστόπουλος ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ο
1944Εὐστάθιος Κοκκέβης Ν
1945(Γίνεται ἡ διαλογή).
1946§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 125. Ἐκ τού-
1947των 74 εἶπον Ναί, καὶ 51 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγέ-
1948νετο δεκτή, καὶ ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς Ζακύν-
1949θου ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος, ἔχων τὰ
1950παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
1951Ὁ κ. Δρόσος, βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, ζητεῖ πενθήμε-
1952ρον ἄδειαν ἀπουσίας, ὅπως παραστῇ ὡς μάρτυς εἴς τινα ἐν
1953Σύρῳ ποινικὴν ὑπόθεσιν.
1954§79ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
1955§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
1956θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ αἴτησις ἀπεῤῥίφθη.
1957Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1958Ὥρᾳ 7 καὶ 45′ μ. μ.