Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 17

1888.11.17

1.563 στίχοι · 11.600 λέξεις · 10 πίνακες · 27 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1888.11.17
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17.

Τῆς 17 Νοεμβρίου 1888.

(Πέμπτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διόρθωσίς τις εἰς τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικά, διότι ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ περὶ ἀνηλικιότητος πρότασις, ἣν παρεδέχθη ἡ Βουλή, ἤτοι φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ὅλως ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ ἤθελε νὰ παραδεχθῇ.

§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι λᾶθος τυπογραφικόν’ ἀντὶ ἀνηλικιότητος νὰ τεθῇ ἐνηλικιότητος.

§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ τεθῇ ὁλόκληρος ἡ πρότασις, ἥτις ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, ἂν δηλ. ὁ Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀνηλικιότητος διωρθώθη εἰς ἐνηλικιότητος. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν. Ἡ χήρα τοῦ ἀντιστρατήγου Γραμματικοπούλου, πεσόντος κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ζητεῖ αὔξησιν τοῦ διδομένου αὐτῇ χορηγήματος. Ὁ Νικόλαος Καλογερόπουλος, ὑπηρετήσας ἐπὶ 18 ἔτη ὡς διδάσκαλος, ζητεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, χάριν τῆς συντάξεώς του καὶ πρὸς διατροφὴν τῶν τέκνων του. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρδος).

§7ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας καὶ ὑποβάλῃ τὰς πρὸς ταύτας σχετικὰς καταστάσεις. αʹ) Πόσοι ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, ἤτοι τῶν διαθεσίμων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1888, κατετάχθησαν, ἢ μετετέθησαν μετὰ τὴν εἰς τὸ πεζικὸν κατάταξίν των, εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα, καὶ πόσοι εἰς ἕκαστον τούτων; βʹ) Πόσοι ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1887 μετετέθησαν εἰς τὴν χωροφυλακήν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 10, ἐδαφ. ά, τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; γʹ) Πόσοι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἡ Σχολὴ αὕτη, μὲ βαθμὸν λοχίου, καὶ πόσοι μὲ βαθμὸν δεκανέως, καὶ πόσοι ἐν ἑκάστῳ σώματι ἢ ὅπλῳ τοῦ στρατοῦ ἐκ τούτων κατετάχθησαν; δʹ) Ποία εἶναι σήμερον ἡ δύναμις τῶν μαθητῶν τοῦ σχολείου τούτου κατὰ κλάσιν; εʹ) Ποία εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῶν ὁπλιτῶν μαθητῶν τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐκ τίνων κατηγοριῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου ἐλήφθησαν οὗτοι; Ϛʹ) Κατάστασιν τῆς ὁλικῆς τοῦ στρατοῦ δυνάμεως κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ἐμφαίνουσαν σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρετούντων ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν μείζονα τῶν δέκα ἐτῶν.

§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Πόσαι δίκαι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ἀναθεωρητικόν, τὸ συστηθὲν κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΠϚʹ τῆς 14 Δεκεμβρίου 1886; Πόσαι καὶ ποῖαι ἀπέβησαν ὑπὲρ τῶν προβαλόντων τὰς αἰτήσεις; Πόσαι δὲ κατ’ αὐτῶν; Πόσαι ὑπήχθησαν εἰς τὸ Κληρωτόν; Πόσαι δ’ ἐφέσεις ἐγένοντο δεκταί, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, πόσαι δὲ ἀπεῤῥίφθησαν; Πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ, περιλαμβανομένων καὶ τῶν εὐζώνων, ἀφέθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν 12 μηνῶν τοῦ 1887, πόσοι δὲ καθ’ ἕκαστον τῶν μέχρι τοῦδε παρελθόντων μηνῶν τοῦ 1888; Ἡ οἰκοδομὴ τοῦ Στρατοδικείου, εἴτε ὅλου τοῦ κτιρίου, εἴτε κατὰ μέρη, παρεχωρήθη διὰ δημοπρασίας ἐπὶ μειοδοσίᾳ, τηρηθεισῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ; Ἐγένετο ὡσαύτως δημοπρασία μειοδοτικὴ διὰ τὰς πρὸς προσαύξησιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γενομένας ἐργασίας; Πόσοι ἦσαν οἱ ἐκ τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ 1886 καθυστεροῦντες, οἵτινες προσῆλθον ἢ προσήχθησαν πρὸ τῆς 28 Δεκεμβρίου 1887;

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τριῶν ἀφετηριῶν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τριῶν ὀχυρωμάτων ὡρμήθησαν οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἀγωνισθῶσι τὸν ἑαυτῶν ἀγῶνα, τὸν σκοποῦντα τὸν κλονισμὸν τῶν πεποιθήσεων τῆς Βουλῆς εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἡ πρώτη ἐξόρμησις αὐτῶν ἀφεώρα εἰς τὴν παράστασιν φανταστικοῦ ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἡ δευτέρα εἰς τὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν κατά τε τὴν τριετίαν τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888, καὶ ἡ τρίτη εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ καθεστηκυῖα φορολογία παρήγαγε τὸν κάματον ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ τὴν χαλάρωσιν ἢ τὴν ἀτονίαν ἐν τῇ καταναλώσει. Εἰς τὰ δύο πρῶτα ἐπανῆλθον ἤδη, ἀλλ’ ἐπανῆλθον ἡττημένοι· δὲν τὸ ὁμολογοῦσιν οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ τὸ ὁμολογοῦσι πάντες οἱ ἀκολουθήσαντες τὴν συζήτησιν ἄνευ προκαταλήψεως καὶ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ φωτισθῶσι. Ὑφίσταται ὅμως ἔτι ἡ τρίτη, ἥτις ὡς θέμα πολιτικῆς συζητήσεως παρέσχεν αὐτοῖς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιδειχθῶσιν, ὡς ἰδιαζόντως ἀγαπῶντες τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς μὲν ὡς προστάτας καὶ ἀντιλήπτορας αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ τοὺς ἀντιπροσώπους, τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὀλιγωροῦντας περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀφορῶντες δὲ πρὸς ὃν προέθεντο σκοπόν, ἔλεγον πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν: «Ὑποστηρίζοντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, συντελεῖτε εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, εἰς τὸν κάματον τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς τὴν ἀτονίαν ἢ τὴν χαλάρωσιν τῆς καταναλώσεως, παρασκευάζετε δὲ οὕτω μαῦρον καὶ ἄπελπι τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. «Ἂν τοὐναντίον ἄρητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας ἐκ τῶν διαχειριζομένων σήμερον τὰ κοινά. Θέλετε ἀναβιβάσει ἡμᾶς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡμᾶς, τοὺς ὑποσχομένους τὴν ἐλάττωσιν τῶν βαρυνόντων σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δυσβαστάκτων βαρῶν, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ὑποδεικνύωμεν ὑμῖν τὰ εἰς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν ὁδηγοῦντα μέσα, ἀδιάφορον καὶ ἂν δημοσίᾳ ἤδη ἀπεκηρύξαμεν τὴν ὁποίαν ἄλλοτε εἴχομεν ὑποδείξει διέξοδον, τὴν διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους.» Ἀλλὰ πρωτίστως καταγγέλλουσιν ἡμᾶς ὡς φρονοῦντας, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἀδιάφορος ὡς πρὸς ἡμᾶς, κρίνοντας ἄλλως τε ἐλαφρὰν τὴν καθεστηκυῖαν φορολογίαν. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν τοιοῦτό τι, τοὐναντίον ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα φορολογία δὲν εἶναι ἐλαφρά. Οὐδὲ εἶναι τοῦ παρόντος ἡ σύγκρισις τῆς ὑπαρχούσης παρ’ ἡμῖν φορολογίας πρὸς τὴν φορολογίαν ἄλλων ἐθνῶν, διότι τοῦτο δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ σημερινὸν ἡμῶν θέμα. Ὅτε, ἐν γνώσει τοῦ νῦν λειτουργοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, ἐπεκαλέσθημεν τὴν λευκὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887, καὶ ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὡς ἀντισήκωμα τῆς φορολογίας ταύτης ἔχει τὴν διατήρησιν ἀκεραίας τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὅσων αὐτὸ ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων, ἔχει δὲ συνάμα τὴν ὁσημέραι αὐξάνουσαν μέριμναν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προόδου του ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν βαρῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ ταῦτα λέγοντες φρονοῦμεν, ὅτι, ἂν ὄντως ἐπῆλθεν ἐκ τῆς καθεστηκυίας φορολογίας ὁ κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ ἡ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐλαττώσεως τῶν σημερινῶν ἐπιβαρύνσεων, διότι ἐκ τοῦ καμάτου τούτου καὶ τῆς χαλαρώσεως ἀπειλεῖται οὐ μόνον ἡ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐλάττωσις, ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους αἰσθητὴ μείωσις, ἧς ἕνεκεν δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑπὸ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ οἰκονομικοῦ συστήματος σκοπός. Δὲν ἔχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ ἡ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν. Φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐ μόνον ἀντέσχον, ἀλλὰ καὶ θέλουσιν ἀντίσχει, μέχρις οὗ κατορθωθῇ ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς παροχῆς πασῶν τῶν εὐκολιῶν, ὅσαι συντελοῦσιν εἰς τὴν καρποφόρον χρησιμοποίησιν τῆς ἐργατικότητος καὶ νοημοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος διατηροῦντες τὴν καθεστηκυῖαν φορολογίαν, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς μικρὸν κατὰ μικρὸν νὰ ἄρωμεν μίαν ἐπιβάρυνσιν σπουδαιοτάτην, τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πῶς μάλιστα διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἄλλων δημοσίων ἔργων, σκοπούντων εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς κοίτης τῶν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ὕδατος καὶ τῶν λιπασμάτων πρὸς γονιμοποίησιν τῶν γαιῶν, καὶ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ὑπαρχόντων ἑλῶν καὶ τελμάτων, νὰ προαχθῇ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ σὺν αὐτῷ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ βελτιωθῶσιν οὕτως, ὥστε μετά τινα χρόνον καὶ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας τὴν ἐλάττωσιν νὰ καταστήσωσιν ἐφικτήν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν σπουδαιότερον τὸ θέμα, ἂν ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν παραγωγήν. Ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεκτραγωδοῦντας τὰ παθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς καταδιώξεως, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτοῦ ἤσκησαν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως! ἠκούσαμεν, ὅτι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους ἐπληρώθησαν ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ὡς μὴ δυναμένους νὰ ἀποτίσωσι τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη αὐτῶν! ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν, ὅτι πολλοὶ τούτων, ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι, ἀπέθανον! ἠκούσαμεν ἀκόμη, ὅτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύονται ἐπανειλημμένως ἄπειρα προγράμματα πρὸς ἐκποίησιν τῆς περιουσίας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τεμάχιον ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν Λουδοβῖκον ΙΔʹ ἀπηύθυνέ ποτε εἷς τῶν στρατηγῶν αὐτοῦ, ὁ Marechal Vauban, ἐν ᾗ ἐδήλου, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες ἐπὶ τοσοῦτον προέβησαν εἰς καταθλιπτικὰ μέσα, ὥστε ἀφήρουν τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν, καὶ ἂν τὸ τίμημα αὐτῶν δὲν ἐπήρκει εἰς πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέους, προέβαινον καὶ περαιτέρω, κατεκρήμνιζον τὴν οἰκίαν, ἵνα ἀφαιρέσωσι τὰ παράθυρα καὶ τὰς θύρας, ὅπως ἐκ τοῦ τιμήματος πληρωθῶσιν οἱ φόροι! Καὶ ἠκούσαμεν ταῦτα ἐκπεπληγμένοι· διότι καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα τῶν γινομένων ἀναφορικῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν φόρων· οὐδέποτε ὅμως ἀντελήφθημεν, οὐδ’ ἠκούσαμεν, ὅσα ἀφηγήθησαν ἐπὶ τὸ τραγικώτερον οἱ προαγορεύσαντες· ἠπόρησα δὲ ἰδίως, ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἐκτραγωδοῦντος τὴν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καταδίωξιν, διότι, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ δὲν εἰργάζετο ἡ Βουλή, διέμενεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐγὼ παρέμενον ἀδιαλείπτως ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ παρηκολούθουν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ γινόμενα. Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος δὲν διέμενεν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καθ’ ὃν χρόνον ἐκλήθησαν οἱ ἐν Ἀθήναις ὀφειλέται ἑνὸς μόνον φόρου, τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, διότι ἤθελε βεβαιωθῆ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οἱ ὀφειλέται οὗτοι ἐπλήρωσαν αὐθόρμητοι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν 950,000 δραχμῶν. Δὲν κατεδίωκον δὲ οἱ εἰσπράκτορες τοὺς ὀφειλέτας, ἀλλὰ οἱ ὀφειλέται τὸν ὑποταμίαν, ἵνα πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα· πολλὰ δὲ χρήματα κατετέθησαν εἰς τὰ Συμβολαιογραφεῖα, διότι δὲν ἦτο πρόχειρος ὁ ὑποταμίας· ἂν δὲ ἔμεινε καὶ ὑπόλοιπόν τι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν βεβαίωσιν. Ἂν ὅμως πρὸς εἴσπραξιν ἐν γένει τῶν τῷ Δημοσίῳ ὀφειλομένων καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἐγένοντο καὶ καταδιώξεις τινὲς, αὗται δὲν διέφερον ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἠγέρθησαν ὡς ἐκ τῆς καταδιώξεως καὶ παράπονα, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως ταῦτα προέρχονται ἐκ μιᾶς τάξεως ὀφειλετῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων ὡς ὀφειλετῶν ἀπὸ τίμημα γαιῶν καὶ φυτειῶν. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀποδίδῃ τὰ παράπονα ταῦτα, τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον αὐτῶν, εἰς ἀδικαιολόγητον δυστροπίαν. Ταῦτα δικαιολογοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀπὸ τὴν συγκεχυμένην νομοθεσίαν, ἥτις ἐκανόνισε τὰ τῆς διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἐξ ἧς πολλαὶ ἐλαττωματικαὶ βεβαιώσεις ἐγένοντο. Κατὰ τὸ 1885 προὐτάθη νόμος ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅστις τὴν σύγχυσιν ταύτην κατέστησε μείζονα. Καὶ εἰς ἄλλους τινὰς τῶν φόρων παρομαρτοῦσιν αἱ καταδιώξεις, διότι ἡ κατὰ τὴν βεβαίωσιν ἐργασία τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εἶναι ἐλαττωματική, ὡς συνήθως γίνεται εἰς τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς τοὺς τῶν οἰκοδομῶν κλπ., ἀλλ’ οὐδὲν ὑπῆρξε τὸ ἔκτακτον κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ὡς πρὸς τὰ τῶν εἰσπράξεων, καὶ ἂν ὑπῆρξε παράπονόν τι, τοῦτο ἠλέγχθη ὡς πάντη ἀδικαιολόγητον. Πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῶν ὀφειλετῶν ἀποτελεῖ μίαν πρωτότυπον, ἄδικον δὲ συνάμα φορολογίαν, ἐπιβαρύνουσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνήμεροι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των· διότι, ὅταν οἱ φόροι ἐκ δυστροπίας ὀφειλετῶν τινων δὲν εἰσπράττωνται, ἐπέρχεται ἔλλειμμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρὸς κάλυψιν δ’ αὐτοῦ προάγεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία, ἥτις θὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ αὖθις τοὺς φορολογουμένους ἢ ὀφειλέτας, οἵτινες ἐμπροθέσμως καὶ τακτικῶς ἐπλήρωσαν τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένας νομίμως εἰσφοράς. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο τοιοῦτος λόγος περὶ πληρώσεως τῶν φυλακῶν ἐξ ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, κατέφυγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρεκάλεσα νὰ μοὶ δοθῇ ἐπίσημος στατιστικὴ τῶν εἰς τὰς φυλακὰς κρατηθέντων λόγῳ ὀφειλῆς πρὸς τὸ Δημόσιον· ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ὅτε ἡ χρῆσις τοῦ 1887 ἐπρόκειτο νὰ κλείσῃ, ἡ καταδίωξις ὑπῆρξεν ἀπηνεστέρα, ἀκριβῶς ἔλαβον τοὺς τρεῖς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον· ἐκ τῶν καταστάσεων αὐτῶν προκύπτει, ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκρατοῦντο 223 ἄτομα, κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον 257 καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 259, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων ἐκρατήθησαν οὐχὶ λόγῳ ὀφειλῆς ἐκ φόρων, ἀλλὰ λόγῳ ποινικῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα κατεδικάσθησαν· ὁ μέσος ὅρος τῶν κρατηθέντων καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος κυμαίνεται μεταξὺ 10–14 καθ’ ἕκαστον μῆνα κατὰ φυλακήν. Καὶ αὗται μὲν ἦσαν αἱ ἀόριστοι αἰτιάσεις, ἢ μᾶλλον τὰ ἀόριστα ἐπιχειρήματα τῶν προαγορευσάντων, τὰ μὴ ὑποβαλλόμενα εἰς ἀριθμητικὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ πορισθῶσι πορίσματα καὶ ἐξ ἀριθμητικῶν ὑπολογισμῶν, ἤρξαντο δὲ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν κατὰ τὸ 1887 εἰσπράξεων πρὸς τοιαύτας τῶν παρελθόντων ἐτῶν· οὕτω δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1878 εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσῆλθον μόνον 40,000,000 περίπου δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν 83,000,000· προσέθηκε δὲ, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι, ἵνα εἰσπραχθῶσι 43,000,000 περισσότερα μετὰ μίαν δεκαετίαν, βεβαίως ἐνησκήθη πίεσις ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν παραγωγήν. Ὑπελόγισε δὲ, ὅτι ἡ προσαύξησις τῶν φόρων, κατὰ τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῶν οἰκονομολόγων, ἀνέρχεται εἰς 5% κατ’ ἔτος, κατὰ ταύτην δὲ τὰ 40,000,000 ἠδύναντο ν’ αὐξήσωσι μόνον εἰς 50,000,000, ὥστε 33,000,000 ἐζητήθησαν περιπλέον παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ προσθήκης νέων φόρων. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐξετάσητε πόθεν προῆλθεν αὕτη ἡ τεραστία τῳόντι τῶν δημοσίων ἐσόδων αὔξησις μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1887, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι διαφορὰ ἀξία σημειώσεως, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν μετεχειρίσθη αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ὅπως δὲ πεισθῆτε, ὅτι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς ταύτης οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς ἐπελθόντα τυχὸν κάματον ἐν τῇ παραγωγῇ, ἢ ἐξάντλησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἀναγκάζομαι νὰ μεταδώσω ὑμῖν ἀριθμούς τινας, ἐπαρκῶς ἐνδεικτικοὺς τῆς παρατηρουμένης διαφορᾶς. Μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1887 ὑπάρχει διαφορά τις σπουδαιοτάτη, μὴ σχετιζομένη πρὸς τὴν φυσικὴν ἐπαύξησιν τῶν λειτουργούντων φόρων. Κατὰ τὸ 1878 δὲν ὑπῆρχον οἱ ἑξῆς νέοι φόροι, οἵτινες ἐπεβλήθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἀπομίμησιν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν καὶ πρὸς ἐπάρκειαν μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπαύξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀποδιδομένην κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς προκληθείσας ἐκ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου εἴχομεν κατὰ τὸ ἔτος
1887 ἔσοδον νέον ἐκ δρ. 4,000,000
ἀπὸ δικαίωμα καταναλώσεως ποτῶν » 600,000
ἀπὸ τὰ μονοπώλια τῶν πετρελαίου, πυρείων
καὶ παιγνιοχάρτων » 4,500,000
ἀπὸ εἰσιτήρια θεάτρων, ἀτμοπλοίων κλπ. » 307,000
Ἤτοι ἀπὸ τῆς καταναλώσεως ἐπὶ νέους φόρους δρ. 9,470,000
Πλὴν τούτων ὑπάρχει καὶ διαφορὰ σπουδαιοτάτη καὶ
ἔκτακτος εἰς τὰ ἑπόμενα ἔσοδα :
ἀπὸ φόρον σταφίδος 1,600,000
ἀπὸ ταχυδρομικὰ τέλη 600,000
ἀπὸ τηλεγραφικὰ τέλη 650,000
ἀπὸ ἁλικὰς 1,300,000
ἀπὸ χαρτόσημον 2,775,000
ἀπὸ φόρους ἀνωνύμων Ἑταιριῶν 170,000
Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔχομεν προχείως αὔξησιν
ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1878 δρ.16,565,000
Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1878 δὲν ἦσαν προσηρτη-
μέναι εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ νέαι Ἐπαρχίαι.
Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ διὰ τὰς ἐξ αὐ-
τῶν προσόδους ἕτερα 5,000,000
θέλομεν ἔχει διαφορὰν, προχείρως ἐξαγομένην, δρ.21,565,000

Ἐὰν εἰς πάντα ταῦτα προσθέσητε καὶ τὴν φυσικὴν προσαύξησιν, ἥτις παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς 5% διότι πάντες γινώσκομεν, ὁποία ἐτελέσθη ἐν Ἑλλάδι πρόοδος εἰς τὴν παραγωγὴν ἐν γένει, καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς μικρᾶς βιομηχανίας καὶ εἰς τὰς τέχνας ἐν γένει, τίς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ 1888 ὑπῆρξε τεραστία ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δὲν εἶναι ἢ ὀλίγαι ἡμέραι, ἀφ’ ἧς εἴχομεν τὴν ἄφατον εὐχαρίστησιν νὰ ἐπισκεπτώμεθα καὶ νὰ θαυμάζωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν Ὀλυμπίων, τὴν ἐπικληθεῖσαν Ὀλυμπιάδα Δʹ, ἥτις παρέχει ζωηρὰν τὴν εἰκόνα τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τίς ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν ἐνδόμυχον αὑτοῦ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν ἐπὶ τῇ τελεσθείσῃ παρ’ ἡμῖν ὑλικῇ προόδῳ; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ ἀλλαχοῦ νὰ εὕρῃ ἀριθμητικὰ ἐπιχειρήματα, ἵνα μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐπῆλθε τῷ ὄντι παρ’ ἡμῖν ὁ κάματος πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ μεγάλη ἀπροθυμία εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶν, ἐνέδειξεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸς μόρφωσιν ἀσφαλοῦς ἐπὶ τούτῳ γνώμης εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ 1888. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐκτιμήσεως συνεφώνησε πρὸς ὅ,τι εἶπε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης, ἐπικαλούμενος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διάσημον Γάλλον οἰκονομολόγον! Ἰδοὺ τί ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς εἶπεν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν, ἐν τῇ συνεδριάσει αὐτῆς τῆς 19 Νοεμβρίου 1887 (ἀναγινώσκει). «Ὁσάκις οἱ φόροι εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, — οἱ δὲ ψηφισθέντες εἶναι βεβαίως δυσανάλογοι,—ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν κατὰ τὸ πρῶτον μὲν ἔτος θ’ ἀποφέρῃ, διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐλαττώματα θὰ εὕρωσι τὰ μέσα νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ τὸ τρίτον θὰ λείψωσι τὰ μέσα καὶ θὰ στειρεύσωσιν αἱ πηγαὶ καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις». Ἀκολουθῶν τὸ σοφὸν αὐτὸ δόγμα καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπεδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων τοῦ 1888 ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ὄχι μόνον δὲν φαίνεται μειωθεῖσα, ἀλλὰ τοὐναντίον διατελεῖ εἰς πρόοδον. Εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ ἐπισήμων καταστάσεων βεβαιοῦται, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐκ δραχ. 54,937,000, ἐνῷ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐκ δραχ. 59,611,000, ἤτοι ἐπῆλθε διαφορὰ ἐπὶ πλέον 5,000,000 περίπου. Μεταξὺ δὲ τῶν εἰσπράξεων τῶν δύω αὐτῶν χρήσεων κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1888 ἐκ δραχ. 3,500,000. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εὗρεν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον δραστηριωτέρα τις τῶν ὀργάνων τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως ἐνέργεια νὰ ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, πρέπει δὲ, κατ’ αὐτὸν, ἀλλαχοῦ τὴν σύγκρισιν ταύτην νὰ ποιησώμεθα. Παρεσκεύασε δὲ καὶ ἀνεκοίνωσεν μίαν τεραστίαν ὕλην στατιστικῶν πληροφοριῶν, διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι ἐθαύμασα τὴν φιλοπονίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ. Ἡ στατιστικὴ δὲ αὕτη παρετέθη ἐντεῦθεν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸ 1886, δὲν ἀνέδειξαν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀναδείξωσι μετὰ τὰς ἐπελθούσας εἰς τὴν φορολογίαν ἡμῶν προσθήκας· ἤρξατο δὲ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν πρόκειται νὰ διέλθω καὶ ἐξετάσω ἁπάσας ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἀνακοινωθείσας ὑπ’ αὐτοῦ στατιστικὰς πληροφορίας, διότι φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κουρασθῇ καὶ οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἐπιτύχωμεν ἐκ τούτου· θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν κυριωτέρων, εἰς τὴν ἐξέτασιν ἀκριβῶς τῶν πορισμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐκ τῆς μελέτης ταύτης συνήγαγεν. Ὀφείλω ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ ποιήσωμαι μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ὅτι τὴν προσθήκην τῶν 20%, ἐφ’ ὅσων φόρων αὕτη ἐγένετο, δὲν ἔπρεπεν ἐν τῇ λογιστικῇ αὐτοῦ ἐργασίᾳ νὰ τὴν λαμβάνῃ μὲν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν προϋπολογισθέντων, ν’ ἀφαιρῇ δὲ τὸ ποσὸν τῆς προϋπολογισθείσης αὐξήσεως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων, διότι τὸ ὀρθὸν καὶ ἀκριβὲς εἶναι, ν’ ἀφαιρῇ ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ποσόν τι λόγῳ τῆς προσθήκης, ἀλλὰ τὸ ἀφαιρετέον ποσὸν δέον νὰ ἦναι ἀνάλογον πρὸς τὰς πραγματοποιηθείσας εἰσπράξεις. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1886 εἰς δραχμὰς 2,300,000, ἐβεβαιώθησαν 2,162,000, εἰσεπράχθησαν 1,842,433. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886 προσθέσωμεν 20%, ἤτοι δραχμὰς 368,486, ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δραχμὰς 2,210,909· τί δὲ εἰσεπράχθη; 2,216,859, ἤτοι εἰσεπράξαμεν περισσότερα 6,000 δραχμῶν περίπου. Ὡς πρὸς τὸν φόρον ὅμως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν συνέβη καὶ ἕτερόν τι. Κατὰ τὸ 1886 ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνήρχετο εἰς 201,668, τὸ 1887 περιωρίσθη εἰς 198,592· σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ δήλωσις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον οἱ νέοι φόροι, ἤτοι ἡ προσθήκη τῶν 20% δὲν ἦτο γνωστή, ὥστε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν αὕτη νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν. Μεταβαίνω εἰς τοὺς ἐγγείους φόρους, τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
«Κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν 4,155,000
προσθήκη τῶν 20% 831,000
ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δρ. 4,986,000
εἰσεπράξαμεν ὅμως » 4,827,000
ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ δρ. 159,000

καὶ οὐχὶ δρ. 231,417, εἰς ὅ ποσὸν ἀναβιβάζει τὴν διαφορὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής. Εἰς τὸν φόρον τῶν βοσκῶν

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 120,000
ἐβεβαιώθησαν » 208,000
εἰσεπράχθησαν δὲ » 76,000
προστιθεμένων 20% ἐπὶ τοῦ εἰσπραχθέντος
ποσοῦ δρ. 76,000
ἤτοι » 15,200
ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν ἐκ δρ. 91,200
εἰσεπράξαμεν ὅμως κατὰ τὸ 1887 » 103,284
ἤτοι ἐπὶ πλέον » 12,084

Εἰς τὸν φόρον τῶν ζώων

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,000,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 2,542,744
» » εἰσεπράχθησαν δὲ » 2,225,647
κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,600,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 3,060,000
» » εἰσεπράχθησαν δὲ » 2,688,000
σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1886 εἰσπρα-
χθέντα ἐκ δρ. 2,225,647
προσθήκη 20% » 445,200
ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 δρ. 2,670,847
ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν » 2,688,000
ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 17,150

Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,080,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 2,201,000
» » εἰσεπράχθησαν » 1,156,000
κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,240,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 2,950,000
» » εἰσεπράχθησαν » 1,745,000
σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1886 εἰσπρα-
χθέντα ἐκ δρ. 1,156,000
Ἐὰν προσθέσωμεν 47%, ἤτοι
πλὴν τῆς προσθήκης τῶν 20% τὰς γενο-
μένας εἰς τὸν φόρον αὐτὸν αὐξήσεις ἐκ δρ. 543,000
ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 » 1,699,000
ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν » 1,745,000
ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον δρ. 46,000

Εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,800,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 1,268,060
κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν » 668,351
κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,520,000
» » ἐβεβαιώθησαν » 2,648,125
» » εἰσεπράχθησαν » 2,098,943

Αὕτη ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον αἰσθητή, ὥστε εἶναι περιττὴ ἡ ἀνασκευὴ τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων φαίνεται ὁ κάματος τῆς ὑποκειμένης εἰς τὸν φόρον αὐτὸν παραγωγῆς. Ὁ φόρος τῶν οἴνων προϋπελογίσθη:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1886 εἰς δρ. 3,000,000
ἐβεβαιώθησαν » 1,215,688
εἰσεπράχθησαν » 701,476

Σημειωτέον, ὅτι ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἴνων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι, ὡς διεσκευάσθη τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὸ ἐκ τῶν οἴνων εἰσπραχθησόμενον ποσὸν θέλει βεβαίως ἀνέλθει εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν δρ. 3,000,000. Ἐκ τοῦ φόρου λοιπὸν τῶν οἴνων προϋπελογίσθησαν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
κατὰ τὸ 1887 δρ. 3,168,000
ἐβεβαιώθησαν » 2,346,671
καὶ εἰσεπράχθησαν » 1,922,677

ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἦτο τὸ πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς του ἔτος, ἡ δὲ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία ἐδείχθη ἀνεπαρκὴς πρὸς τὴν πλήρη βεβαίωσιν τοῦ παραχθέντος ποσοῦ. Τὸ συμπέρασμα τῆς μελέτης ταύτης ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι τὸ ἑπόμενον. Κατὰ τὸ 1886 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
προϋπελογίσθησαν εἰς δρ.19,858,000
Ἐβεβαιώθησαν » 15,791,455
Εἰσεπράχθησαν δὲ » 12,642,956
Ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα ὑστέρησαν τῶν προϋπολογισθέν-
των κατὰ 4,067,045, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα ὑστέρησαν τῶν
μὲν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 7,215,544
τῶν δὲ βεβαιωθέντων κατὰ » 3,148,499
Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν εἰς » 21,642,800

ἐβεβαιώθησαν 19,456,960, εἰσεπράχθησαν δὲ 16,825,601· ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα ὑστέρησαν τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 2,185,840, καὶ οὐχὶ κατὰ δραχ. 4,067,000, ὡς συνέβη κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Τὰ δὲ εἰσπραχθέντα

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ὑστέρησαν τῶν μὲν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 4,817,199
τῶν δὲ βεβαιωθέντων κατὰ » 631,359

Ἐὰν εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1886, ἐκ δραχμῶν 12,642,956, προσθέσωμεν 20%, ἤτοι ποσὸν δρ. 2,528,591, ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν 15,171,547, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράξαμεν 16,825,601, δηλ. 1,654,054 ἐπὶ πλέον τῆς αὐξήσεως τῶν 20%.

§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦσαν καὶ τὰ αὐτὰ ποσὰ τοῦ φόρου βεβαίως.

§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ οἴνου ἐπῆλθεν αὔξησίς τις. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἰσχυρίσθη, παραθέτων τὰς στατιστικὰς ταύτας πληροφορίας, ὅτι ἐκ τούτου πείθεται, ὅτι ἐπῆλθε κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν, ὅτι καὶ αἱ τάξεις τῶν γεωργῶν καὶ γαιοκτημόνων ὑπέστησαν τὸν κάματον αὐτὸν κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς παρέστησεν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν νὰ παραχθῇ τοιοῦτο πόρισμα; Τοὐναντίον προκύπτει ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσα ὑμῖν ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, ἤτοι, ὅτι οὐδεὶς ἐπῆλθε κάματος, καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιτευχθέντα κατὰ τὸ 1887, ὑπῆρξαν ἀνώτερα τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1886, καὶ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ προσθήκη τῶν 20%, καὶ ἡ μικρὰ αὔξησις, ἡ γενομένη εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδευμάτων καὶ οἴνου. Οἱ ἔμμεσοι φόροι προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1886 εἰς 47,777,500, ἐβεβαιώθησαν 37,114,555, εἰσεπράχθησαν δὲ 36,392,187. Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν 47,944,700, ἐβεβαιώθησαν 44,278,720, εἰσεπράχθησαν 43,507,925. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1888, διότι γινώσκομεν μόνον ἐν συνόλῳ πόσαι εἶναι αἱ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰσπράξεις, δὲν γινώσκομεν ὅμως ποῖαι ἐξ αὐτῶν δέον νὰ καταλογισθῶσιν εἰς ἃ ἀνήνεγκον ὑμῖν προηγουμένως ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν εἰσπράξεως καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους 7,000,000 περίπου. Ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς τὸ πρῶτον ἐζήτησε νὰ ἐξετάσῃ, ὁποία ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ ἀνεβίβασεν αὐτὴν εἰς 55%, ἐξ ὧν 19% ἐπεβλήθησαν τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ εἰσηγήσει αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν, κατέφυγε πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐξέτασιν ὡρισμένων τινῶν εἰδῶν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπροθυμίαν εἰς τὴν κατανάλωσιν, πολὺν δὲ ἐποιήσατο λόγον περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ 1887 ποσοῦ ἐξ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς ζακχάρεως καὶ ἐπὶ τοῦ καφὲ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Συνέπεσε νὰ κρατῇ εἰς χεῖρας βιβλίον στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβὲς, διότι τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, ὡς πολλάκις ἐλέχθη καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ἦτο ὠργανισμένον πρό τινος ὡς ἔδει· ἴσως ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς δυνάμεθα νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν δημοσιευομένων ὑπ’ αὐτοῦ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε δημοσιευθείσας τοιαύτας. Ἔχομεν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας ἐξηκριβωμένα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν πᾶσαν ἡμῶν κρίσιν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τὴν μέθοδον, τὴν ὑποδειχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτοῦ, τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ καφέ· ἤτοι οὐχὶ μεταξὺ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1887, ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888· διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι, ὅταν ὡς πρὸς τινα εἴδη τὰ τέλη ἦναι μεγάλα, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν ἐλαττοῦται ἡ κατανάλωσις, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν τὰ ἐλλείψαντα ποσὰ δὲν εἰσήχθησαν ἄλλως εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως καὶ οὐχὶ διὰ τῶν τελωνείων. Ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ τῶν δύο τούτων εἰδῶν τέλη, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἐντεῦθεν ὑποστηριχθὲν, ὅτι ταῦτά εἰσι παρ’ ἡμῖν ἐξόχως ὑπερβολικὰ, διότι καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ἐπιβάλλεται ἐπ’ αὐτῶν τὸ αὐτὸ καὶ μεῖζον ἔτι τέλος. Κυρίως, ἵνα κρίνῃ τις, ἐὰν ἐπῆλθε χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ὅτε ἐπεβλήθη φόρος ἀνώτερος, εἶναι ἧσσον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς, τὰ ὑπάρχοντα ἀποταμιεύματα, καὶ πρὸ πάντων αἱ ἕξεις τοῦ παρελθόντος, δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ παρατηρηθῇ ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τοῦ βαρέως δασμοῦ ἐλάττωσις. Λοιπὸν μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ, τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς γνωστοὺς μῆνας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἰδοὺ δὲ τί ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1887 εἰσήχθη ζάκχαρις ἐξ ὀκάδων 266,339, τὸ 1888 εἰσήχθη ζάκχαρις ἐξ ὀκάδων 395,573, κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον, τὸ 1887 εἰσήχθη ζάκχαρις 336,799 ὀκάδων, τὸ 1888, 389,927. Κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον εἰσήχθη ζάκχαρις, τὸ 1887, 363,075 ὀκάδων, τὸ 1888, 410,852 ὀκάδων. Κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ 1887 εἰσήχθη ζάκχαρις ἐξ ὀκάδων 335,076, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1888 εἰσήχθη ἐξ ὀκάδων 341,043. Κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκ. 348,508, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 447,576. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκ. 408,321, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 479,183. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 387,838, κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 390,935. Κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 316,778, κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 345,334. Κατὰ δὲ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 317,666, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 407,404. Δηλαδὴ κατὰ τὸ 1887, εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐννέα τούτων μηνῶν, εἰσήχθησαν ζακχάρεως ὀκάδες 3,080,400, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888, εἰς τὸ διάστημα τῶν αὐτῶν μηνῶν, εἰσήχθησαν 3,607,827 ὀκάδες. Παρατηρῶ δὲ, πρὸς ἁπλῆν πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ πίνακες οὗτοι, καίπερ κατατεθέντες εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι εἰς τοὺς Βουλευτὰς, κατέφυγον εἰς τὸ τελωνιακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ πρὸ πολλοῦ μὲν εἶχε δημοσιεύσει διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοὺς μέχρις Αὐγούστου πίνακας, εἶχε δὲ συνάμα ἑτοίμους πρὸς δημοσίευσιν τοὺς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, παρὰ τοῦ τμήματος δ’ αὐτοῦ ἔλαβον ἐπίσημον ἀντίγραφον, ἐξ οὗ ἀρύομαι τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς, ὡς ἐξαγομένους ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὰ τοῦ καφέ. Δὲν ἀριθμῶ πάλιν κατὰ μῆνα, περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ σύνολον. Κατὰ τὸ 1887, κατὰ τοὺς αὐτοὺς, ὡς ἀνωτέρω, ἐννέα μῆνας, ἐτελωνίσθη καφὲς ἐξ ὀκάδων 729,988, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888, κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας, ἐτελωνίσθη καφὲς ἐξ ὀκάδων 777,664. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ἐπῆλθεν ἀπροθυμία εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐπεκαλέσθη τὰ γινόμενα, ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα εἴδη. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησε μέχρις ἐδῶ, ἐπραγματεύθη πλατύτερον, διεξοδικώτερον, τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ σιτηρά. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα μετ’ ἐκπλήξεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἀφηγηθέντος ἐντεῦθεν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον (κατ’ αὐτὸν) ἐπήνεγκε τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν τοῦ ἔτους 1887. Καὶ πάλιν ἐνταῦθα εὑρίσκει ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχεν ἰδιαιτέραν στοργὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Εἶπε λοιπόν, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 διεδόθη, ὅτι ἐπέκειτο ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1887 τὰ τέλη, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ σιτηρῶν, ὑπῆρξαν ἀνώτερα, ἀφ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ ὦσιν· ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ δὲ λόγου τὰ μὲν τελωνιακὰ ἔσοδα τοῦ 1887 ἐγένοντο ἀνώτερα, τὰ δὲ τοῦ 1888 φυσικῶς ἠλαττώθησαν. Διὰ τούτων ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσαγωγῆς σιτηρῶν κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888. Προσεπάθησεν, ἄλλαις λέξεσι, ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐὰν ἐπῆλθε μικρά τις ἐλάττωσις εἰς τὰς ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, αὕτη ὀφείλεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1888 εἰσαχθέντα σιτηρὰ ὑπῆρξαν ἐλάσσονα τῶν εἰσαχθέντων κατὰ τὸ 1887· λέγω ἠμφισβήτησε τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, διότι ῥητῶς εἶπεν, ὅτι πολλὰ σιτηρὰ εἰσήχθησαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1887, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ 1888 αἱ ἀποθῆκαι τῶν σιτεμπόρων ἦσαν πλήρεις καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι τοιαῦτα κατὰ τὸ 1888 ποσότητος τοιαύτης, ὅση ἄλλως ἤθελεν εἰσαχθῆ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνασκευάσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, διότι δὲν ὑπολαμβάνω αὐτὸν σπουδαῖον, καθόσον, καὶ ἀληθὴς ἂν ὑποτεθῇ ἡ διάδοσις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν, δὲν ἠδύνατο αὕτη μόνη νὰ πείσῃ τοὺς σιτεμπόρους νὰ τελωνίσωσι τὰ σιτηρὰ αὐτῶν, νὰ καταθέσωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν καὶ νὰ πληρώσωσι τὰς ἀποθήκας των· ἄλλως τε κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν ἡ Βουλὴ συνεδρίαζεν, οὐδεὶς δὲ οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὰ σιτηρά. Κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ἐπίσημον, τῶν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ 1888 τελωνισθέντων σιτηρῶν προκύπτει τὸ ἑξῆς ἐξαγόμενον· κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 1887 εἰσήχθησαν σίτου ὀκάδες 10,641,482, κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1888 εἰσήχθησαν μόνον 7,812,475· ἀραβοσίτου κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν 269,495 ὀκάδες, κατὰ τὸ 1888 μόνον 174,791· τῶν λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσήχθησαν κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1887 ὀκάδες 1,520,240, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ ἔτους 1888 εἰσήχθησαν μόνον 149,270. Ἐν συνόλῳ δὲ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἰσήχθησαν κατὰ μὲν τὸ 1887 σίτου ὀκ. 87,544,169, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 73,256,821. Ἀραβοσίτου κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκ. 10,565,419, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 4,466,990. Ἐκ δὲ τῶν λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 8,254,390, κατὰ δὲ τὸ 1888 μόνον ὀκάδες 3,027,682. Ἐκ τούτων προκύπτει ἐλάττωσις τῶν κατὰ τὸ 1888 εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ δραχμῶν 708,581. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἐλάττωσις, ὅση φαίνεται ἐκ τῶν σιτηρῶν, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1888 εἰσπραχθέντα, διότι εἶναι πολὺ ἐλάσσων, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ ¾ τοῦ ποσοῦ τούτου προέρχονται ἐκ τῆς ἐλάσσονος εἰσαγωγῆς σιτηρῶν κατὰ τὸ 1888. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς, ὅτι τὸ 1888, ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ ὑπῆρξεν ὄχι ἀπολύτως εὔφορον, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως εὐφορώτερον τοῦ 1887. Μεταξὺ ἡμῶν παρακάθηνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ δύνανται οὗτοι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Θεσσαλία, ὄχι μόνον δὲν ἐξήγαγε σιτηρὰ, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰσήγαγεν ἔξωθεν, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξήγαγε 300,000 κοιλῶν διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου, καὶ 100.000 περίπου διὰ ξηρᾶς.

§13ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τίνας μῆνας;

§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορᾷ εἰς τοὺς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου μῆνας, ἀλλὰ, διὰ νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν σας, παρατηρῶ, ὅτι οἱ σιτέμποροι κυρίως γινώσκουσιν, ἢ μᾶλλον προγινώσκουσι τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, ἑπομένως εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν προβλέπουσιν, ὅτι ἡ ἐσοδεία ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μικρὰ, βεβαίως ποιοῦνται προμήθειαν ἀνωτέραν, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐπειδὴ ὑπῆρχε βεβαιωμένη ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐσοδεία, αἱ προμήθειαι ἦσαν κατώτεραι, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶσι κάτοχοι ξένων σιτηρῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὰ σιτηρὰ τῆς Θεσσαλίας ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὴν κατανάλωσιν, διότι ἄλλως ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσωσιν εἰς τιμὰς κατωτέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον ἀγοράσει αὐτά. Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἡμῶν εἶναι, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπῆλθε καταπόνησις ἢ κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ πραγματευθῶμεν λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 ὑπάρχει μία τις διαφορὰ, ὅτι τὰ φορολογηθέντα ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ τὰ 1888 ἦσαν 201,723, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἀνήρχοντο εἰς μόνον 198,592. Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ποιοῦμαι σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1888· κατὰ τὸ 1886 παρήχθη καπνὸς ἐξ ὀκάδων 2,232,000, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, τὸν κεχωρισμένον τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως· κατὰ τὸ 1888 ὁ παραχθεὶς καὶ φορολογηθεὶς καπνὸς ἀνῆλθεν εἰς 3,128,148. Ὁ βαρὺς φόρος, ἢ ἡ προσθήκη τοῦ 20%, ἢ καὶ αὐτὰ τὰ καπνοκοπτήρια, ὡς βλέπετε, οὐ μόνον δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον, εἰς τὴν αὔξησιν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὰ κουκούλια, τὸ ποσὸν αὐτῶν κατὰ τὸ 1885 ἀνήρχετο εἰς ὀκάδας 11,073, κατὰ τὸ 1886 εἰς 31,626, κατὰ δὲ τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 50,618, ὥστε καὶ ὡς πρὸς τὰ κουκούλια βλέπετε, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις. Περιττὸν δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, τὴν μεγάλην μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ 1888 διαφοράν· διότι εἶναι δυνατόν τινες νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς περιστάσεις, ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ καμάτου πρὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20%, ὥστε νὰ ἐλαττώσωσι τὴν παραγωγήν των, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν λίτραι 196,343,000, κατὰ τὸ 1887 ἐφορολογήθησαν λίτραι 236,742,000. Ὡς πρὸς τὰ ζῷα εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 20% ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1887, ἢ κατὰ τὸ 1888, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1886. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἐξαγόμενον συγκρίσεως, στηριχθείσης ἐπὶ τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν πρόβατα καὶ αἶγες 4,597,297, κατὰ τὸ 1887 4,601,644, κατὰ τὸ 1888, χάρις εἰς τὴν προσθήκην τῶν 20%, τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 6,178,353· ὡς πρὸς τὰ ζῷα τὰ μεγάλα, κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν 275,897, κατὰ τὸ 1887 275,954 καὶ κατὰ τὸ 1888, ὡς ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 20%, ἀνῆλθον εἰς 371,858· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ὄνοι ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 20% δὲν ἠλαττώθησαν (ἱλαρότης)· κατὰ τὸ 1886 ἦσαν 90,218, κατὰ τὸ 1878 91,549, κατὰ τὸ 1888 ηὐξήθησαν εἰς 121,593· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τοὺς χοίρους, διότι, ἐνῷ εἴχομεν κατὰ τὸ 1886 19,000, καὶ κατὰ τὸ 1887 ἔλασσον τούτου, τὸ 1888, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχει ἡ ὑπηρεσία, θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 90,000.

§15ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν φοβεῖσθε μήπως εἶναι κἀμμία συμπαιγνία τῶν ἐνοικιαστῶν;

§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· καθὼς γινώσκετε, ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ζῴων λειτουργεῖ ἤδη ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος κατέστησε σχεδὸν καὶ τὰς ἀναθεωρητικὰς καταμετρήσεις περιττάς, διότι αἱ δηλώσεις ἤδη δὲν γίνονται, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὑπό τι σύστημα ἀλληλεγγύης τῶν κτηνοτρόφων ἑκάστου χωρίου, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν λαμβάνουσι χώραν αἱ παραλείψεις, αἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγίνοντο, καθόσον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν συνειθισμένοι νὰ μὴ δηλώνωσι τὰ ζῷά των, ἤδη ἐδήλωσαν αὐτὰ ἀκριβέστερον. Συνήθως οἱ οἰκονομολόγοι, προκειμένου νὰ κρίνωσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας ἑνὸς τόπου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρελθόν, λαμβάνουσιν ὡς μέτρον τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν φόρων καταναλώσεως· διότι αὐτοὶ κυρίως εἶναι ἐνδεικτικοὶ τῆς προόδου, τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐμπορικῆς. Ἐὰν ἐξετάσητε οἱονδήποτε ἐκ τῶν διασήμων οἰκονομολόγων, τῶν καλουμένων νὰ κρίνωσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας ἑνὸς τόπου, θὰ ἴδητε αὐτὸν φέροντα ὡς παράδειγμα τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὸ χαρτόσημον, τὰ τέλη ἐκ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὰ δικαιώματα εἰσιτηρίων (ἀτμοπλοίων καὶ σιδηροδρόμων), τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τὰ τηλεγραφεῖα. Εἶναι λίαν εὔκολον νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποῖαι εἶναι ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἡμετέρου δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ 1885, 1886 καὶ 1887· τὸ 1885 αἱ εἰσπράξεις ἡμῶν ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων ἀνῆλθον εἰς 9,500,000, τὸ 1886 εἰς 10,700,000, κατὰ δὲ τὸ 1887 εἰς 11,525,000· ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν 800,000 πρὸς τὸ 1886 καὶ 2,000,000 πρὸς τὸ 1885. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἔσχεν ἐπιχείρημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ἵνα σᾶς ἀποδείξῃ τὴν ἐπελθοῦσαν καταπόνησιν, ὄχι μόνον ἐκ τῆς προσθήκης τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, καθόσον ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων λειτουργεῖ, ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἐκτελοῦσι τοὺς νόμους τοὺς φορολογικούς. Ὡς παράδειγμα δὲ ἐπεκαλέσθη τὰ στέμφυλα (τσίπουρα), καὶ ἀνέγνω ἐντεῦθεν ἐπιστολὴν ἔκ τινος πόλεως τῆς Πελοποννήσου, καθ’ ἣν πρόσοδος 40,000 δραχ. περίπου, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἤθελε πορισθῆ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, κατεστράφη ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Προσέθηκε δὲ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι προστασίαν ἰδιάζουσαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπέδειξεν ὑπὲρ τῶν μεγάλων ἐργοστασίων, τὸν παρὰ τὸν Πειραιᾶ ἱδρυμένων, καὶ ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου κυρίως ἐσκόπει νὰ καταστρέψῃ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν προστασίαν μὲν, τὴν χορηγηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὲρ τῶν παρὰ τὸν Πειραιᾶ τοιούτων ἐργοστασίων, ἐν οἷς παράγεται οἰνόπνευμα, πάντες γινώσκετε, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ τούτου νόμος, ὅτι οὐ μόνον προστασία τις δὲν ἐχορηγήθη πρὸς αὐτά, ἀλλά, τοὐναντίον, ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὰ φορολογία κατέστησε δύσκολον τὴν περαιτέρω λειτουργίαν αὐτῶν. Τοῦ νόμου ἐκείνου σκοπὸς ἦτο κυρίως νὰ προστατευθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγή, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐκ στεμφύλων, ἢ ἐκ σταφυλῶν καὶ οἴνου, τὸ ὑπέβαλεν εἰς ἀσυγκρίτως κατώτερον φόρον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐν τοῖς μεγάλοις ἐργοστασίοις ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, καὶ ἰδίως ἐξ ἀραβοσίτου, εἰσαγομένου ἔξωθεν. Συμβαίνει ὅμως ἀληθῶς δυσάρεστόν τι εἰς τοὺς τὸ πρῶτον ἐφαρμοζομένους φορολογικοὺς νόμους· οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, νὰ μὴ κατανοῶσι τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, καὶ νὰ περιπίπτωσιν εἰς λάθη, ἐξ ὧν ἐγείρονται παράπονα, ἐπὶ βλάβῃ βεβαίως τῆς δημοτικότητος τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ὡς πρὸς τὰ στέμφυλα, ἢ μᾶλλον ὡς πρὸς τὴν σοῦμαν ἢ εἶδος οἰνοπνεύματος, παραγόμενον ἐκ τῶν στεμφύλων, τὸ ὁποῖον κυρίως οἱ ἰδιοκτῆται ἀμπέλων ἢ σταφιδαμπέλων παράγουσι πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν. Ὑπέλαβον οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου ὑπάλληλοι εἴς τινας τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀμπελοκτήμονες, καὶ ὅταν πρὸς ἰδίαν χρῆσιν κατεσκεύαζον τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν· τὰ παράπονα ὅμως ταῦτα ἦλθον εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, νὰ δηλώσῃ πρὸς αὐτὰς, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται καταδίωξις, εἰμὴ μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ σούμας, ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς ἐμπορίαν· ἐνέδειξε δὲ διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐκ τοιούτων στεμφύλων παράγων σοῦμαν πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ταύτην πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν, εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται φορολογίαν, ἀφοῦ καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται καταδίωξιν· εὐθὺς ὅμως, ὡς οὗτος ἤθελε τὸ προϊόν του νὰ μεταπωλήσῃ χάριν ἐμπορίας, τότε βεβαίως ὁ νόμος τὸν φορολογεῖ· τοῦτο δὲ κυρίως συνέβη εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς δὲν εἶναι ἐγκατεστημένα ἐργοστάσια μεγάλα, ἔχοντα μηχανήματα τῆς δευτέρας ἀποσταλάξεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ παράγοντες τὴν σοῦμαν ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων δὲν εἶχον τὴν εὐκολίαν νὰ τὴν μεταπωλήσωσι πρὸς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, πρὸς περαιτέρω κατεργασίαν. Καὶ ἐγὼ, καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ, ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, συνέπεσε νὰ λάβωμεν πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὅτε προσήλθομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦντες ἐξηγήσεις περὶ τούτου, εὕρομεν ληφθεῖσαν ἤδη πρόνοιαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἐγκυκλίου, ἥτις ἀκριβῶς λέγει εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὰς καταδιώξεις, τὰς ἐκ τοῦ οἰκείου νόμου προβλεπομένας, εἰμὴ μόνοι οἱ μεταπωλοῦντες τὴν ὑπ’ αὐτῶν κατασκευασθεῖσαν σοῦμαν. Ὑποχρεοῦνται μὲν καὶ οἱ δι’ ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων κατασκευάζοντες σοῦμαν, ἤ τι προσόμοιον πρὸς αὐτὴν πνευματῶδες ποτὸν, νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ ἄδειαν καὶ νὰ δηλῶσι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐργασίας των τὸ ποσὸν τῆς παραχθείσης σούμας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ παραχθὲν οἰνόπνευμα μεταχειρίζονται πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν, ἡ δήλωσίς των δὲν ἔχει εἰμὴ στατιστικὴν ἀξίαν, διότι εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται φορολογίαν. Ἐπὶ τέλους δὲ, εἶπεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, ἐπειδὴ ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν τοῦ νόμου παρερμηνείαν, ὅτι, διὰ πᾶσαν τυχὸν βεβαιωθεῖσαν παράβασιν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς κατασκευαστὰς σούμας ὑποχρεώσεων, ὀφείλουσι ν’ ἀναφέρωσι ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ἀναμένωσι τὰς ἐπὶ τούτου διαταγάς του. Ὡς δὲ βλέπετε, δὲν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ προβαίνωσιν εἰς καταγγελίας πρὸς τὰς ποινικὰς ἀρχὰς, εἰμὴ ἀφοῦ ζητήσωσι προηγουμένως τὰς ὁδηγίας του. Ὥστε, Κύριοι, πείθεσθε, ἐξ ὅσων μετέδωκα ὑμῖν μελετῶν, στηριζομένων ἐπὶ ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἀπὸ τῶν δημοσίων βιβλίων, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὰ πορίσματα τοῦ προαγορεύσαντος δὲν εἶναι βάσιμα, οὐδὲ ἐνέδειξαν τὸ παράπαν, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς τὴν παραγωγὴν κάματος ἢ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλά, Κύριοι, διατὶ μόνον εἰς τὰ πορίσματα ταῦτα, τὰ ἐκ τούτων προκύπτοντα, νὰ περιοριζώμεθα; Πάντες ἀντιπροσωπεύομεν νομούς, πάντες γινώσκομεν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἐρωτῶ δὲ πάντας ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε, γινώσκει τις ἐξ ὑμῶν γεωργὸν, ὅστις ἐγκατέλειψε τὸ ἔργον αὑτοῦ λόγῳ τῆς προσθήκης τῶν 20% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; γινώσκει τις ἐξ ὑμῶν ἐπιτηδευματίαν, ὅστις ἐγκατέλειψε τὸ ἐπιτήδευμά του, διότι ἐπῆλθε μεταβολὴ τοῦ νόμου, τοῦ φορολογοῦντος αὐτόν; γινώσκει τις ἐξ ὑμῶν συμπολίτην του, ὅστις, ἔχων σκοπὸν νὰ οἰκοδομήσῃ, ἀπετράπη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν; (καίτοι οὗτος ἐψηφίσθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ). Τοὐναντίον, ἐὰν περιέλθῃ τις τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἄπειροι ἀνεγείρονται οἰκοδομαὶ, πλείονες ἴσως ἢ ὅσαι ἀνεγείροντο πρὸ τοῦ τελευταίου φορολογικοῦ νόμου. Τίς δὲ ἔμπορος ἐγκατέλιπε τὸ ἔργον του ἕνεκα τῶν ηὐξημένων τελωνειακῶν τελῶν; Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, τὸν κ. Μουτσόπουλον, ὅστις γινώσκει τὰ τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, πόλεως, ἥτις ὑπέστη μεγάλην καταστροφὴν ἐκ τῆς ἐπισκηψάσης παρ’ ἡμῖν πρὸ διετίας οἰκονομικῆς καὶ χρηματικῆς κρίσεως, ὑπέστη δὲ ἐκ τῆς κρίσεως ἐκείνης τὴν μείζονα βλάβην, διότι οἱ τῇ ἐν πόλει ταύτῃ ἐμπορευόμενοι εἶχον τραπῆ ἐπὶ ἄλλα ἔργα. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Μουτσόπουλον, ἐὰν ὁ Πειραιεὺς τελευταίως ἦναι εἰς χείρονα ἢ τὸ παρελθὸν ἔτος κατάστασιν, ἐὰν δηλ. οἱ φόροι, οἱ ἐπιβληθέντες εἰς τὴν εἰσαγωγὴν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ βλαφθῇ ὁ Πειραιεὺς, ἢ ὄχι. Κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, ἡ ἐν Πειραιεῖ κατάστασις δὲν εἶναι βεβαίως ἀνθηρὰ, ἀλλ’ εἶναι σχετικῶς κρείσσων τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους.

§17ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ Πειραιεὺς εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν κατάστασιν, τὸ ἐμπόριον ἐνεργεῖται καλλίτερον, αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, προέκυψαν ἀπὸ κακοὺς ὑπολογισμούς· ἠγόρασαν οἰκόπεδα, ἔκαμαν οἰκοδομὰς πολλὰς, ἐδανείσθησαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆλθεν ἡ κρίσις ἡ μεγάλη· τώρα ἐβελτιώθη ἀρκετὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κρίσεως.

§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, ὅσα σᾶς ἐξέθηκα, ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν προαγορευσάντων περὶ τῆς ἐπελθούσης καταπονήσεως εἰς τὴν παραγωγὴν, καὶ τῆς χαλαρώσεως εἰς τὴν κατανάλωσιν, νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρέθηκα ὑμῖν, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, ἐπιχειρημάτων στηριζομένων εἰς τὰ πράγματα, ἔπεισα ὑμᾶς, ὅτι οὐδεμία, οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη, ἐπῆλθε καταπόνησις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἀναφωνοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες, πρὸς τί αὐταὶ αἱ θυσίαι; εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τούτων προσδοκᾶται; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὑποβάλληται καὶ ἐπὶ σειρὰν ἔτι ἴσως ἐτῶν, ἀπέδωκαν καρποὺς, οἵτινες προήγαγον καὶ θέλουσι προαγάγει τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον, ἔσχον ἰδίως τὸ ἀποτέλεσμα νὰ διατηρηθῇ ἀκεραία ἡ τιμὴ τῆς χώρας ἡμῶν. Τὸ πρῶτον καὶ βέβαιον ἀποτέλεσμα αὐτῶν ἦν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, ἐγγυῶνται δ’ ἀσφαλῶς καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1888, καὶ, ἄν τι ἀπρόοπτον δὲν ἐπέλθῃ, καὶ τὸ τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐπιτευχθέντος ἰσοζυγίου τοῦ 1887 ὁποῖαι παρήχθησαν ὠφέλειαι; Τὸ πρῶτον κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν εἰς τὸ Κράτος, ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεκοίνωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι νὰ ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, ἐκ τῆς ἀνορθώσεως δὲ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως ἐπῆλθεν ἀμέσως οἰκονομία εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀναγραπτέας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, κατὰ δραχμὰς 6,000,000. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν διενεμήθη εἰσέτι εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, παρέχει δι’ ἀριθμῶν πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον τὴν ἀπόδειξιν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐμέμφθη τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὡς καταφεύγοντα εἰς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς, ἢ ὡς ὁμιλοῦντα περὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ὁμιλῇ περὶ ἄλλων δανείων περὶ δανείων detourné, ὡς ἀποκαλοῦσι ταῦτα ἀλλαχοῦ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὔτε ἐν τοῖς λεξικοῖς, οὔτε παρὰ τοῖς τραπεζίταις, οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα μένουσιν, ἠδυνήθην νὰ εὕρω πλήρη τὴν ἐξήγησιν τῆς λέξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἡ λέξις ἐνδεικνύει δάνειον τοκογλυφικόν, δάνειον πραγματοποιούμενον μετὰ θυσίας μεγάλης τοῦ δανειζομένου. Φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Γαλλίᾳ ὡρίσθη ὁ νόμιμος τόκος εἰς 6%. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο ὁ τόκος οὗτος πρόσφορος πρὸς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν διὰ νόμου ἐπεβλήθη οὗτος, οἱ τοκογλύφοι, ἵνα δανείζωσι τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην κατεπείγουσαν, ἴσως καὶ μὴ ἀπολύτως φερεγγύους, δὲν περιωρίζοντο νὰ χορηγῶσιν εἰς αὐτοὺς χρήματα, ἀλλ’ ἐπώλουν πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶδός τι, ἐνδύματα, φέρ’ εἰπεῖν, ὡρολόγια καὶ ἄλλα εἴδη, καὶ ὑπὸ τὸν τύπον πληρωμῆς τιμήματος διὰ τὰ εἴδη ταῦτα ἐκάλυπτον τὸν ὑπόλοιπον τόκον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεβαρύνετο ὁ δανειζόμενος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως detourné. Ἀλλ’ ὑφίσταται ἄρα ἐνταῦθα ὁμοιότης τις; Δύναται δέ τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος βουλευτὴς χαρακτηρίσας καὶ συγκρίνας τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ τοιούτου εἴδους δάνεια; Ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὸ συνομολογηθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι καὶ τοῦτο συνωμολογήθη, ὡς εἶπεν, οὐχὶ διὰ νὰ ληφθῶσιν ἐκ τούτου χρήματα, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐγένετο διὰ νὰ παραχθῇ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες τὸ ἐχορήγησαν, κέρδος ἔκτακτον ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἡ αἰτίασις αὕτη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐντεῦθεν ἐξετοξεύθη, καὶ τότε παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐδόθη ἡ ἀπαιτουμένη ἐξήγησις πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἐγὼ δὲ τότε, ὢν ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τινα τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπον, ὅτι, ὅτε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ, ἡ ὑπόθεσις τῶν πλοίων ἦτο ἤδη τετελεσμένη, ἤδη αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, εἶχον περατωθῆ, καὶ τὸ τίμημα ἦτο ὁριστικῶς συμπεφωνημένον, μετὰ τῶν διοριῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ. Οὕτως εἶχον τὰ κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ὅτε εὐτυχῶς προέκυψεν ἐν τῷ μέσῳ, συνεπείᾳ ἄλλων κυβερνητικῶν προσπαθειῶν, ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου. Καὶ βεβαίως δὲν ὠφέλησε τὸ δάνειον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, τοὐναντίον ὠφέλησε καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὸ Δημόσιον, διότι τὸ τίμημα τῶν πλοίων ἠλαττώθη ἀπὸ 28 ἑκατομμυρίων εἰς 26 ἑκατομμύρια. Τίνες δὲ οἱ μετασχόντες τοῦ δανείου τούτου; Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ἡ μετοχὴ αὐτοῦ εἰς τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἦν ἐλαχίστη, μὴ ὑπερβαίνουσα τὸ εἰκοστημόριον· τὰ ἄλλα δέκα ἐννέα εἰκοστὰ ἀνελήφθησαν ἀπὸ ἄλλους κεφαλαιούχους. Τὸ Comptoir d’ Escompte φαίνεται, ὅτι ἔχει μικρόν τι συμφέρον ἐκ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ ἑνὸς μόνου ἐκ τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Πόθεν λοιπὸν τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη; ἐκέρδησε καὶ ὡς πρὸς τὸ τίμημα τῶν πλοίων 2 ἑκατομμύρια, διὰ δὲ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 παρήχθη ἀκριβῶς τοσαύτη ὠφέλεια ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ τὰ πλοῖα, νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν οὐδὲ δι’ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνης. Τὸ Comptoir d’ Escompte βεβαίως εἶχε συμφέρον τι καὶ συνετέλεσε βεβαίως εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ προσπορίσῃ κέρδος εἰς τοὺς κατασκευάζοντας τὸ ἓν πλοῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ κατασκευάσῃ τὰ πλοῖα ταῦτα εἰς ναυπηγεῖον ἀγγλικόν· καὶ βεβαίως εἶχεν αὐτὸ τὸ ἠθικὸν συμφέρον, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ τοῦτο ἀπέβη ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Πλὴν αὐτὰ τὰ δύο δάνεια, τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 καὶ τὸ τῶν 15,000,000, τὸ κατόπιν γενόμενον, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἐλαφρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ 6,000,000 μονίμως, δύνανται νὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἰς αὐτά; Ἐν τούτοις τὸ κέρδος μέχρι τοῦδε, τὸ ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1887 προελθὸν, ἀπέβλεπεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ κατεμετρήθη ὡς ἀνερχόμενον εἰς 6,000,000· ἀλλὰ δὲν ἐκέρδησεν ἐκ τούτου καὶ ἡ κοινωνία; δὲν πρόκειται νὰ κερδήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἡμετέρα κοινωνία; Βεβαίως ἡ κοινωνία ὠφελεῖται ἐκ τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἀνόρθωσις τῆς δημοσίας πίστεως δὲν εἶναι, ὥς τινες ἰσχυρίσθησαν, ἄσχετος πρὸς τὴν ἐμπορικὴν καὶ κοινωνικὴν εὐεξίαν ἑνὸς τόπου. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι γράφει εἰς τὴν ἱστορίαν ὁ Louis Blanc, ὅτι, ὅτε εἰς Παρισίους ἦλθεν ἡ εἴδησις, ὅτι οἱ Γάλλοι κατεστράφησαν εἰς τὸ Waterlo, τὰ χρεώγραφα ὑψώθησαν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, διότι ὄντως ἡ καταστροφὴ τοῦ Ναπολέοντος ἐν Waterlo ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάπαυσιν τῶν πολέμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἦτο ἐκτεθειμένη τότε ἡ Εὐρώπη, καὶ ἑπομένως προσέδιδεν εἰς πάντας τοὺς χρηματιζομένους τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ εἰς ποῖον Κράτος δύνασθε νὰ εὕρητε τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς χειρίστην κατάστασιν, τὴν δὲ κοινωνίαν εὐημεροῦσαν καὶ προαγομένην; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω οὐδὲν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι ἐλεεινὰ, ἡ δὲ ἐμπορικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐεξία εἶναι ἀνθηρά. Ἡ δημοσία λοιπὸν πίστις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐξασκεῖ ἄμεσα ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐμπορικῆς εὐεξίας τοῦ τόπου· οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει ὁ περὶ τούτου ἀμφιβάλλων. Ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὡς εἶπον, παρήγαγε τὸ κέρδος τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, τὸ μέχρι τοῦδε γενόμενον, ἐγγυᾶται δὲ καὶ περαιτέρω ἄλλα ἓξ ἑκατομμύρια κέρδος, ἂν τὸ αὐτὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως. Καὶ δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἤρξατο τὸ Κράτος νὰ δανείζηται ἄνευ ἐγγυήσεων, ἀλλὰ μὲ μόνην τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ὑποχρέωσιν; ὅτι, ἄλλαις λέξεσιν, ἤρξατο νὰ κατατάσσηται εἰς τὴν χορείαν τῶν ἐθνῶν, ἅτινα εἶναι ἀσυγκρίτως ἡμῶν προκεχωρημένα καὶ ἐν τῷ πολιτισμῷ καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς; Ἡ ἀνόρθωσις τῆς πίστεως ἡμῶν ἔσχε βέβαιον ἀποτέλεσμα, νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονεν εἰς τοὺς πιστωτὰς αὑτοῦ, ἀπὸ 9, 8 καὶ 7% εἰς μόνον 6%. Σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιοῖ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου τόκον ἀνώτερον τῶν 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλομένου ποσοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ὅταν κατορθοῦται ὁ ὑπὸ τοῦ Κράτους πληρονόμενος τόκος νὰ ἦναι μικρὸς, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τραπεζικῶν καὶ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν κοινωνίαν; Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν πολλοὶ ὑπέβαλλον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παράπονον, διατὶ δὲν ἐλαττόνει τὸν τόκον αὐτῆς, καὶ ἡ Τράπεζα εὐλόγως ἀπήντα: «πῶς θέλετε νὰ τοκίσω τὰ ἐμὰ κεφάλαια ὀλιγώτερον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρόνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος»; Ἐπροτίμα δὲ βεβαίως νὰ διαθέτῃ σπουδαῖον μέρος τῶν κεφαλαίων αὑτῆς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, ἀποφέροντα τοιοῦτον ὑπὲρ αὑτῆς τόκον, καὶ μὴ ὑποβάλλοντα αὐτὴν εἰς οὐδεμίαν ἐνόχλησιν ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Ὅταν ὅμως κατωρθώθη, ὁ τόκος, ὁ πληρονόμενος πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου, νὰ μονιμοποιηθῇ εἰς τὰ 6%, δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἤρξατο παρ’ ἡμῖν καὶ ὁ τόκος ὁ ἰδιωτικὸς νὰ ἦναι ἠπιώτερος; Ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε τὰ κεφάλαια τὰ τραπεζικὰ ἤρξαντο παραχωρούμενα εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις μὲ τόκον ἐλάσσονα τῶν 8%. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, νομίζετε, ὅτι ἕτερα δὲν ἐγγυᾶται ἀγαθά; Νομίζετε, ὅτι ἡ σύστασις Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους; Διατὶ πρὸ δύο ἐτῶν οὐδεὶς ἔκρουε τὰ θύρας τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν ἢ προσφερόμενος νὰ συστήσῃ παρ’ ἡμῖν Κτηματικὴν καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν; Διατὶ, ἀφ’ ἧς ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν τῷ τόπῳ ὑπάρχει κοινωνικὴ εὐεξία καὶ ὀργῶσα εἰς πρόοδον ζωὴ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις ἀντέσχεν εἰς τὰ βάρη, τὰ μέχρι τοῦδε ἐπιβληθέντα εἰς αὐτὸν, ἐγκλείει ἐν αὑτῷ ἐπαρκεῖς παραγωγικὰς δυνάμεις, ἔχει τὴν φιλοπονίαν καὶ δραστηριότητα, ἥτις ἐγγυᾶται τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἐμορφώθη συνάμα καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ σύστασις μεγάλης Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης δύναται καὶ εἰς τὸν τόπον νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μεταφέρει ἐνταῦθα τὰ κεφάλαιά των; Ὑπῆρξαν οἱ μειδιάσαντες ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος Κτηματικὴν καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν, εἶχε δὲ δίκαιον νὰ εἴπῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς αὐτοὺς, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἐμειδιάσατε, ὅτε προανήγγειλα σχέδια περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων καὶ ὁδῶν, καὶ ὅμως τὰ δημόσια ταῦτα ἔργα ἤδη ἐτελέσθησαν καὶ λειτουργοῦσι. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνορθωθείσης δημοσίας ἡμῶν πίστεως τὸ παρ’ ἡμῖν γενόμενον, δηλ. ἡ πρόνοια περὶ προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος, περὶ ἀναπτύξεως ἐν γένει τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, περὶ κατασκευῆς ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σκοπὸν νὰ διευθετήσωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν σιτοφόρων ἐπαρχιῶν τὰς κοίτας τῶν ποταμῶν, καὶ νὰ παρασκευάσωσι τὰ μέσα πρὸς ἄρδευσιν καὶ λίπανσιν τῶν γαιῶν τούτων; Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν λόγων, οἵτινες ἐντεῦθεν ἀνηνέχθησαν, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἠνορθώθη ἡ δημοσία πίστις, κατετάχθη καὶ ἡ ὑπερτίμησις τῶν χρεωγράφων, ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἔσχε τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ: «διατὶ σᾶς ἀποπλανᾷ ἡ ὑπερτίμησις τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων; αὕτη ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ἑνὸς ῥεύματος, ἀφορῶντος εἰς πάντα τὰ χρεώγραφα τῶν Κρατῶν· ὅτι, ἐνόσῳ ἔζη ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας Γουλιέλμος, διετέλουν ὑπό τινα φόβον οἱ χρηματισταὶ, ὅτι ἀποθανόντος ἐκείνου, οἱ φόβοι των εἶχον ἐπιταθῆ, ὡς ἐκ τῆς ἐπισφαλοῦς ὑγείας τοῦ διαδεχθέντος αὐτὸν Φρειδερίκου, διότι ὑπελαμβάνετο ὁ διάδοχος αὐτοκράτωρ φιλοπόλεμος· ὅταν ὅμως εἶδον, ὅτι εἶναι φιλειρηνικὸς, ἀμέσως ἐτράπησαν εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν χρεωγράφων, καὶ οὕτω τὸ ῥεῦμα αὐτὸ ἠκολούθησαν καὶ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα». Ἀλλ’ ὅταν τις ἐξετάσῃ τὰ δελτία τῶν Χρηματιστηρίων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔτους καὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, θέλει ἰδεῖ πολλάκις τὰ χρεώγραφα ἄλλων Κρατῶν ἀνελθόντα εἰς τιμὰς ἀσυγκρίτως μείζονας τῶν προγενεστέρων, τὰ δὲ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα μὴ ἀκολουθήσαντα τὴν ὕψωσιν τῶν ξένων χρεωγράφων, ἀλλὰ μείναντα στάσιμα, πολλάκις δὲ, ἐνῷ τὰ ξένα ἀνυψοῦντο κατὰ μίαν, τρεῖς καὶ δέκα μονάδας, τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ὠπισθοδρόμουν. Τώρα ὅμως εἶχον καὶ τοῦτο τὸ εὐτύχημα, ὄχι νὰ συμπροοδεύσωσι μετ’ ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήσωσιν ὀπίσω καί τινα αὐτῶν. Καὶ αἴφνης τὸ Ἰταλικὸν δάνειον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν μηνῶν ἦτο εἰς τιμὴν ἀνωτέραν, ὅτε τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἔλαβον αὐτὴν τὴν μεγάλην ὑπερτίμησιν, αὐτὸ ὠπισθοδρόμησε κατά τινας μονάδας. Μόνον ἑνὸς Κράτους χρεώγραφα ἔλαβόν τινα ὑπερτίμησιν, τὰ τῆς Ἰσπανίας. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι δυσεξήγητον. Τῆς Ἰσπανίας τὰ χρεώγραφα δὲν ἔλαβον τώρα τὸ πρῶτον αὐτὴν τὴν τιμὴν, τὴν εἶχον καὶ πρό τινων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὅτε τὰ ἐν Ἰσπανίᾳ πράγματα διεταράχθησαν, καὶ ἐφοβοῦντο οἱ χρηματισταὶ τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως, τότε ἐπῆλθεν ὑποτίμησις· ὅτε δὲ ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐν Ἰσπανίᾳ ἡ τάξις εἶναι ἀσφαλεστέρα, τότε ὑπερετιμήθησαν. Ἀλλὰ ὡς τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐπιχειρημάτων ἐθεωρήθη ὑπό τινων τὸ προβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία ὑπερτίμησις εἰς τὰ χρεώγραφα, καθόσον ταῦτα ἁπλῶς ἀνέκτησαν τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τῆς ἐπιστρατείας, διότι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἦτο φυσικὸν τὰ χρεώγραφα νὰ ὑποτιμηθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τῷ ὄντι σπουδαῖον, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐξετάσω, ὁποία ἦτο ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων τῶν Ἑλληνικῶν πρὸ τῆς ἐπιστρατείας. Βεβαίως ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ὑποβιβάζεται ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων, εἶναι φυσικώτατον· ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιστρατείας εἰς τίνα ἐπωλοῦντο ταῦτα τιμήν; Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων· πρὸς τῆς ἐπιστρατείας αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐτιμῶντο πρὸς 310–330, κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν εἶχον κατέλθει εἰς τὴν τιμὴν τῶν φρ. 250, τώρα δὲ ἔχουσι 420. Πρὸ τῆς ἐπιστρατείας μάλιστα, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος βουλευτής, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαπραγματευόμενος τὴν πώλησιν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, παρεχώρει τοιαύτας πρὸς 310 ἢ 315, τῷ ἐδόθη δὲ ἡ τιμὴ τῶν 300 φράγκων· δὲν τὰς ἔδωκε, καὶ εἶχε δίκαιον ἀφ’ ἑνὸς νὰ μὴ τὰς δώσῃ εἰς τόσῳ χαμηλὴν τιμὴν, ἄδικον ὅμως ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διότι, ἂν εἶχεν ἐν νῷ τὴν ἐπιστρατείαν, ἔπρεπε νὰ πορισθῇ χρήματα ἀλλαχόθεν, καὶ τελευταίως νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἧς τὸ ποσὸν ἦτο ἀνεπαρκὲς δι’ ἐθνικὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θέλων νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα τιμῶνται νῦν ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐνδεικνύει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, κατέφυγεν εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα. Σᾶς ἀνέφερε τὰ γενόμενα ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη διαρκοῦντος τοῦ 1887, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει τὸν βαθμὸν τῆς πίστεως ἡμῶν, εἶναι τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ ἓν ἄλλο μικρὸν δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου– Ἀγρινίου, ἐπωλήθη πρὸς 73%. Ἐνῷ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς τὰ τοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμῶν ἐπεκαλέσθη πρὸς ἀπόδειξιν τῆς δυσαρέστου θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πίστις ἡμῶν εὑρίσκεται, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας τὰ ἐπεκαλέσθη ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κατὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ παρεχώρησε τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ ἐκείνης, εἰς ἣν ἠδύνατο νὰ τὸν παραχωρήσῃ. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, αἱ μελέται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν δὲν ἔγειναν τελευταῖον, διεξήχθησαν πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, καὶ αἱ μελέται αὐταὶ ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἐν φυλλαδίῳ, κυκλοφορήσαντι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Κατὰ τοὺς ἐνεργήσαντας τὰς μελέτας ταύτας μηχανικοὺς προϋπελογίσθη ἡ δαπάνη ὡς ἀνερχομένη εἰς 113,000 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον. Ἔκτοτε ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἀνέμενε καὶ προεκάλει προσφορὰς κεφαλαιούχων, πολλοὶ δὲ τοιοῦτοι προσῆλθον, πάντες ὅμως ἠξίουν νὰ τὸν ἀναλάβωσι μὲ τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 120,000. Γινώσκω Ἄγγλον μηχανικὸν, ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα κατ’ ἐντολὴν σπουδαίας ὁμάδος κεφαλαιούχων, καὶ ὅστις ἐμελέτησε καὶ ἐπεσκέφθη τὴν γραμμὴν αὐτὴν ἐπισταμένως. Οὗτος, ἐκ συμπτώσεως παρατυχών μοι ἐν Ἀθήναις, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῇ εἰς τιμὴν ἐλάσσονα τῶν 140 χιλ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἡ Κυβέρνησις, μὴ δυναμένη νὰ προσφέρῃ τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισαν οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ, ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους, ἐπειδὴ ἀνεγνώριζε τὴν μεγάλην χρησιμότητα τοῦ σιδηροδρόμου, ἐπειδὴ ἀπέδιδεν εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην περισσοτέραν σπουδαιότητα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ὅσην ἀπέδιδον οἱ μειδιῶντες τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν τῶν μηχανικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ. Ἐνετείλατο λοιπὸν αὐτῇ νὰ ἐπιχειρήσῃ μελέτας ἐκτελέσεως, καὶ ἐπὶ ταῖς πληροφορίαις, τὰς ὁποίας εἶχε, περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο δαπανητέον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ἐπιτρέποντα τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου δι’ ἐξόδων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις οὕτω προὐχώρει εἰς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, προσῆλθεν εἰς αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἁρμόδιον πρόσωπον ἐκ Βελγίου, ἐκπροσωποῦν ἑταιρίαν σοβαρὰν, καὶ διεπραγματεύθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἐδέχθη μόνον τὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ εἶχεν ὑπολογίσει τὴν κατὰ χιλιόμετρον δαπάνην, ἀλλὰ καὶ ἄλλους ὅρους. Ἐδέχθη ἐξαιρέτως κρείσσονα ποιότητα τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ, ἐδέχθη, ὥστε αἱ καμπύλαι νὰ μὴ ἦναι τόσῳ μικραὶ, ὅσῳ ἐπετράπη εἰς τοὺς κατασκευασθέντας ἤδη σιδηροδρόμους, ἐδέχθη τέλος καὶ κλίσεις μικροτέρας, ἐδέχθη ἐν γένει ὅρους, οἵτινες, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἄλλων, οἵτινες διεπραγματεύθησαν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀνεβίβαζον τὴν τιμὴν αὐτοῦ κατὰ χιλιόμετρον κατὰ 10,000 φράγκων τουλάχιστον. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις εὗρε τοιαύτας ἐκ μέρους αὐτοῦ προσφορὰς, ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὴν παραχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν προσφερομένην οὕτω Βελγικὴν ἑταιρίαν, καὶ νὰ μὴ κατασκευάσῃ αὐτὸν δι’ ἐξόδων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογοῦντο τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ προμηθείας τοῦ ἀναγκαίου μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν coupons τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, τοῦτο ὅμως οὐδεμίαν ἤσκησεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν παρεχώρησε τὸν σιδηρόδρομον, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν πρὸ δύο ἐτῶν ἀνέμενεν ἡ Κυβέρνησις κεφαλαιούχους διὰ νὰ τὸν ἀναλάβωσι, καὶ οὐδεὶς ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ τὸν ἀνελάμβανεν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀναλαβόντες τὸν σιδηρόδρομον ἐπρόκειτο νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταλλικὸν νόμισμα, συνεφώνησε νὰ ἀγοράσῃ παρ’ αὐτῶν μεταλλικὸν νόμισμα 10 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῇ τιμῇ, εἰς ἣν ἐπωλεῖτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συνάλλαγμα. Τοῦτο δέ, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συγχαρῇ τις τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι πάντοτε μεριμνᾷ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὸ Δημόσιον νὰ συναγωνίζηται πρὸς τοὺς κερδοσκόπους ἐν τῇ μικρᾷ ἡμῶν ἀγορᾷ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, καὶ νὰ μὴ αὐξάνῃ οὕτω τὴν ἐκ τῆς ἐλλείψεως χρυσοῦ στενοχωρίαν καὶ βλάβην τῆς κοινωνίας, τοῦτο ὑπῆρξεν ἀφορμὴ πρὸς κατάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, μόνον διὰ νὰ πορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, τὸ χρησιμεῦον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ λήγοντος ἔτους, ἐποιήσατο τὴν παραχώρησιν τῶν σιδηροδρόμων, καὶ οὐχὶ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ· ἀλλ’, ὡς προεῖπον ὑμῖν, τὸ διὰ τὰ coupons τῆς βʹ ἑξαμηνίας ἀναγκαιοῦν μεταλλικὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγόρασε παρὰ τῆς ἀναλαβούσης τὸν σιδηρόδρομον ἑταιρίας, ὅπως ἤθελον ἀγοράσει αὐτὸ παρ’ οἱουδήποτε ἑτέρου τραπεζικοῦ καταστήματος ἐπὶ τῇ τιμῇ, εἰς ἣν ἐπωλεῖτο ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἀγορᾷ τὸ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συνάλλαγμα. Ὡς βλέπετε λοιπόν, οὐδεμία ἀπεδείχθη σχέσις μεταξὺ τῆς παραχωρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου, γενομένης ἐπὶ ὅροις, ὧν κρείττονας οὐδεὶς τῶν διαπραγματευθέντων ἐπὶ διετίαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη, καὶ τῆς ἀγορᾶς ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τῆς γενομένης ἀπὸ τοὺς ἀναλαβόντας τὸν σιδηρόδρομον. Εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι ἐπισήμως γνωσταὶ αἱ συμφωνίαι, καθ’ ἃς ὁ λαβὼν τὴν παραχώρησιν μετεβίβασε τὸ τραπεζικὸν μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ἐξεδόθη τὸ δάνειον, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ τῶν πρὸς τοῦτο σχετικῶν ἐνεργειῶν, ἐπὶ τιμῇ 81½%.

§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε, πόσα τὸ ἐπώλησεν ὁ ἐργολάβος εἰς τοὺς τραπεζίτας;

§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τοῦτο μόνον γινώσκομεν, ὅτι ὁ ἐν Λονδίνῳ τραπεζίτης ἐξέδωκε τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐπὶ τιμῇ ἐλάσσονι τοῦ πραγματικοῦ κατὰ 18½%. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, αἱ ἐπιχειρήσεις τῶν σιδηροδρόμων ἐν Ἑλλάδι δὲν προεκάλουν τότε εἰσέτι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐν Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων, διότι οἱ ἕως τότε κατασκευασθέντες δύο σιδηρόδρομοι δὲν εἶχον ἀποφέρει καθαρὰ κέρδη, καθόσον αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν ἦσαν κατώτεραι καὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως. Ὀλίγον τι ὅμως βραδύτερον τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου, τὰ τῶν παρ’ ἡμῖν σιδηροδρόμων, ἰδίως τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἔλαβον ὅλως νέαν τροπήν· αἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ηὐξήθησαν, ὥστε νὰ ὑπισχνῶνται καὶ καθαρὰ κέρδη, κατ’ ἀκολουθίαν αἱ ἰδέαι περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρόμων μετεβλήθησαν ἐπὶ τὰ βελτίω. Τούτου δ’ ἕνεκεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας αἱ ὁμολογίαι, αἱ ἐκδοθεῖσαι εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 81½, ἀνῆλθον εἰς 92, νῦν δὲ τιμῶνται πρὸς 90%, δηλαδὴ εἶναι περίπου εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κυκλοφοροῦσιν αἱ τιμαὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἀλλὰ παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅτι, ἂν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν παραχώρησιν, ἐπώλησαν εἰς τὸν τραπεζίτην τὰς ὁμολογίας πρὸς 73%, ἄρα ἔλαβον κατὰ χιλιόμετρον 87,000 φράγκων καὶ οὐχὶ 120,000. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε. Τὴν Κυβέρνησιν ἠδύνατό τις νὰ μεμφθῇ, ἂν τὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου διεξήγαγε μετὰ τρόπου ἀποκλείσαντος τὸν συναγωνισμόν. Ἀλλά, γνωστὸν εἶναι, ὅτι πολλοὶ κεφαλαιοῦχοι εἶχον προσέλθει εἰς τὸν συναγωνισμόν, πάντες ὅμως ἐζήτουν τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τιμῇ μείζονι τῶν 120,000 φράγκων· πλὴν τούτου, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο οὐδεμίαν εἶχεν ἐγγύησιν διὰ παραχωρήσεως ὡρισμένων δημοσίων προσόδων ἢ μονοπωλίων, ἐξεδόθη δὲ ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν οὐδεὶς ὑπέθετεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἠδύνατο ἄνευ ἐγγυήσεως νὰ δανεισθῇ, διότι μέχρι τότε ὑπῆρχον ὁμολογίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν κυκλοφορίᾳ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐνταῦθα, ἐπὶ μεγάλων καὶ ἀσφαλῶν προσόδων βασιζόμεναι. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπέδειξαν μέγιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐργολάβου, καθόσον εἶπον, ὅτι αὐτὸς βεβαίως θὰ ζημιωθῇ, ζημιούμενος δὲ θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν νόθευσιν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ, ῥητῶς δὲ μάλιστα εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ὑλικὸν «παλαιόν, καὶ οὕτω, μεθ’ ὅλας τὰς θυσίας τοῦ Δημοσίου, θὰ ἔχωμεν σιδηρόδρομον, μὴ πληροῦντα τοὺς ἀπαιτουμένους διὰ τὴν δημοσίαν αὐτοῦ χρῆσιν ὅρους. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνωσκον τὸ cahier des charges (τὴν συγγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων) καὶ συνέκρινον αὐτὸ πρὸς τὰ διὰ τοὺς ἄλλους σιδηροδρόμους γενόμενα, ἤθελον ἰδεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προὐνόησε μείζονας νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρεώσεις. Ἐὰν δὲ ἐκ συμπτώσεως ὁ ἐργολάβος αὐτὸς συμβαίνῃ νὰ ἦναι κατασκευαστὴς κινητοῦ ὑλικοῦ, χρησίμου εἰς τὸν σιδηρόδρομον, καὶ πρόκειται νὰ μὴ κερδίσῃ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ, ὅσον θὰ ἐκέρδαινεν, ἐὰν ἄλλοι ἠγόραζον τὸ ὑλικὸν τοῦτο παρὰ τοῦ ἐργοστασίου του, ἕπεται ἐκ τούτων, ὅτι ὠλιγώρησε τῶν δημοσίων συμφερόντων ἡ Κυβέρνησις; Καὶ δὲν γινώσκετε, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ ἐργοστασιάρχαι, κατασκευάζοντες διάφορα ὑλικά, οἵτινες εἰς ὡρισμένας ἐποχάς, πρὸς διατήρησιν τοῦ ἐργαζομένου παρ’ αὐτοῖς ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, προτιμῶσι νὰ ζημιωθῶσιν εἰς τὴν πώλησιν τῶν ὑλικῶν τούτων, ἢ νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσιά των; Ἄλλως πρὸς τί τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιτηρήσῃ αὐστηρότατα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅσων ὑποχρεώσεων ἀνέλαβεν ὁ ἐργολάβος; Διατὶ νὰ μὴ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναμένητε τὴν κατάλληλον ἐποχήν, διὰ νὰ ἴδητε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ὀλιγωρήσῃ τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῇ καθηκόντων πρὸς ἐπιτήρησιν τοῦ ἐργολάβου; Ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνεργειῶν καὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως δύο παρήχθησαν μέγιστα καλὰ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐξησφαλίσθη, καὶ ὑπὸ ὅρους κρείττονας τῶν μέχρι τοῦδε, ἡ κατασκευὴ ἑνὸς σιδηροδρόμου, θεωρουμένου ἐκ τῶν δυσκολωτέρων ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς, χρησιμωτάτου δὲ διὰ τὴν ἐν Πελοποννήσῳ συγκοινωνίαν, καὶ ἐπὶ ὅροις συμφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Κατωρθώθη δὲ ν’ ἀναλάβῃ τὸ τραπεζικὸν τῆς διαχειρίσεως μέρος τραπεζίτης σπουδαιότατος ἐκ τῶν ἐν Λονδίνῳ, ὅστις οὕτως ἀπέκτησεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν καὶ ἔσται χρήσιμος διὰ πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κράτους.

§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, πόσα χρήματα κατέθηκεν ὁ ἐργολάβος ὡς ἐγγύησιν;

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 600,000 φράγκων. Πλὴν τούτων αὐτὸς ἐπλήρωσεν ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν 10,000,000 εἰς μεταλλικόν, ἡ ἀξία δ’ αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀνερχομένη εἰς δραχμὰς 12,750,000, κατετέθη εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπου παραμένει καὶ θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ μόνην τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Οὕτω κανονισθέντων τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὁ ἐργολάβος παρέσχεν ἤδη ἐγγύησιν ἐκ φράγκων 10,600,000, καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ καταλίπῃ ἀνεκτέλεστον τὸ ἔργον, καθόσον δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ χρήματος αὐτοῦ εἰμὴ ἐπὶ τῇ πιστοποιήσει τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν, ὅτι ἐξετελέσθη ἐργασία ἀναλόγου πρὸς τὸ πληρωθησόμενον ποσὸν ὡρισμένης ἀξίας. Μεθ’ ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐλέχθησαν, ἐπείσθητε, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ δὲν ἐξήτασαν τὰ γενόμενα, ἢ προσεπάθησαν ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὡμίλησε μετ’ εἰρωνείας περὶ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς παρ’ ἡμῖν συγκοινωνίας καὶ ἰδίως τῆς σιδηροδρομικῆς, ὡς καὶ περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέψατέ μοι, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἀπόσπασμα ἄρθρου ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐδημοσίευσε πρό τινος ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀξιοσέβαστος καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ, ὁ κ. Σοῦτσος, ὅστις, ὡς πάντες γινώσκετε, παρακολουθεῖ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὴν παρ’ ἡμῖν οἰκονομολογικὴν κατάστασιν καὶ μετὰ ἐπιστημονικῆς ὀξυδερκείας καὶ εὐθύτητος διαπραγματεύεται τὰ παρ’ ἡμῖν ἑκάστοτε προκύπτοντα οἰκονομολογικὰ ζητήματα. Ἰδοὺ δὲ πῶς ὁ κ. Σοῦτσος διατυπόνει τὰς περὶ τῶν συντελεσθέντων μέχρι τοῦδε μέσων συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι πεποιθήσεις του (ἀναγινώσκει): «Ὁ δοθεὶς ἰσχυρὸς ὠθισμὸς ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη εἰς δημόσια ἔργα τῆς τε ὁδοποιίας καὶ τῆς σιδηροδρομίας, θέλει πολυτρόπως ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἔθνους καταστάσεως. Βεβαίως, τὰ ἐκ τῆς ἀναμορφώσεως ταύτης τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας πρακτικὰ ἀποτελέσματα εἰσὶν ἀπὸ τοῦδε δυσυπολόγιστα· ἀλλ’, ἄνευ ἀμφιβολίας, ἐντὸς ὀλιγίστων ἐτῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ πολῖται, ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ τε παραγωγοῦ καὶ καταναλωτοῦ, θέλουσι συναισθανθῆ τὰ ἐκ τῆς εὐχεροῦς συγκοινωνίας ἀνεκτίμητα πλεονεκτήματα. «Δι’ αὐτῆς οὐ μόνον τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους, ἅτινα διετέλουν τέως ἀπ’ ἀλλήλων κεχωρισμένα, θέλουσι στενώτερον συνδεθῆ πρὸς ἄλληλα, ὡς ἐν ὀργανικῇ ἀλληλουχίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐξασκεῖ τοῦ λοιποῦ ἀπροσκόπτως τὴν ἀστυνομικὴν λειτουργίαν αὐτῆς, καὶ διὰ τῆς ταχείας καὶ εὐθηνῆς μεταγωγῆς ἀπὸ τόπου εἰς τόπον τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν πραγμάτων, τὴν ἐκ τῆς ἀπομονώσεως ἀδράνειαν, ἀτονίαν καὶ ἀκινησίαν θέλει ἀντικαταστήσει ἡ χρησιμοποίησις πόρων, μέχρι τοῦ νῦν ἀμεταλλεύτων, καὶ ἡ εἰς ἀπώτερα σημεῖα ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς ἀποστολὴ καὶ ἡ ἐξόδευσις τῶν προϊόντων, καὶ ἡ ἕνεκα τῆς βραχύτητος τῶν ἀποστάσεων ἰσοποίησις τῆς ἀξίας αὐτῶν εἰς τὰ διάφορα τῆς χώρας τμήματα.» Ἐπειδὴ δ’ ἔχω ἔξοχον καὶ ἀμέριστον ὑπόληψιν εἰς τὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις τοῦ σεβαστοῦ τούτου οἰκονομολόγου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν καὶ ἕτερον τεμάχιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἀφορῶν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν γενικώτερον οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Σοῦτσος δὲν εἶναι ἐκ τῶν φίλα φρονούντων πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἄλλοτε δὲ καὶ ἔγραψε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δριμύτατα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν κατήγγειλεν, ὡς ὑπαγορευθέντα ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ ἡ γνώμη τοῦ σοφοῦ ἀνδρὸς ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν γένει (ἀναγινώσκει): «Τὸ πρὸ παντὸς δ’ ἄλλου ἀπασχολοῦν ζήτημα καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος εἶναι τὸ οἰκονομικὸν, εἶναι τὸ βάρος τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ βάρος τῶν φόρων καὶ αἱ ζημίαι, ἃς ὑφίσταται πᾶς ὁ συναλλαττόμενος μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, φιλοτιμουμένη νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκριβῶς τὰς πρὸς τοὺς δημοσίους πιστωτὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἄνευ βλάβης τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, θεωροῦσα δὲ εὐλόγως, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι οὐ μόνον ἡ ἑδραία βάσις τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἡ μόνη ἀφετηρία πάσης ἐν τῷ μέλλοντι εὐρυτέρας οἰκονομικῆς μεταῤῥυθμίσεως, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἑτέρα γῆ, ἣν ἐπεζήτει ὁ τὴν στρατιώτιδα τέχνην τῆς μηχανικῆς ἐπαγγελλόμενος Ἀρχιμήδης, ὅπως ἀπ’ αὐτῆς κινήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν, ἐπεδίωξε σθεναρῶς καὶ ἀποτόμως τὴν ἄμεσον ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, ὅπως καλύψῃ ἐλλείμματα, ἅτινα ἀνήρχοντο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς πλέον τοῦ τρίτου τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων. Ἐπὶ τούτῳ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπέβαλε φόρους βαρυτέρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπεφυλάξατο εἰς τὸ Δημόσιον μονοπώλιά τινα, λίαν παραγωγικὰ, ἅτε ἀναγόμενα εἰς ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, ἢ εἰς ἕξεις πεπαλαιωμένας, αἵτινες, ὡς δευσοποιὰ χρώματα, συγχωνευόμεναι τῷ προσώπῳ, διαμένουσιν ἀνεξίτηλοι. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος, καίπερ ὑποβληθὲν εἰς φόρους βαρυτέρους, δὲν διέψευσε τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως, καθότι αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὑπερέβησαν τὸ ἄλλοτε ὡς μυθῶδες θεωρηθὲν ποσὸν τῶν 80 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι μίαν ἡμέραν θέλουσιν ἀνορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; «Ναί· ἐὰν δυνηθῶμεν, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, νὰ ἀποτρέψωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὴν εὐτυχῶς πόῤῥωθεν ἀπειλοῦσαν ἡμᾶς καταστρεπτικὴν μάστιγα τῆς φυλλοξήρας, προσέτι δὲ, ἐὰν ἀποφασίσωμεν τοῦ λοιποῦ, νὰ παύσωμεν ἀντλοῦντες εἰς τετρημένον πίθον, νὰ παύσωμεν, λέγω, ὁριστικῶς τὰ δάνεια, δὲν ἐννοῶ τὰ συνομολογούμενα ἕνεκα ἐκτάκτων δαπανῶν, ἃς δὲν προεῖδεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἰδίως τὰ σκοποῦντα μὲν νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνεπαγόμενα δὲ ἀναγκαίως τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, πρὸς πληρωμὴν νέων τόκων καὶ χρεωλυσίων, τελευταῖον δὲ, ἐὰν κατὰ τὰς προσεχεῖς χρήσεις δὲν ἐπέλθῃ ἐξασθένησίς τις περὶ τὰ βεβαιωθησόμενα ποσὰ τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξακολουθήσῃ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιτυχίας, ὡς κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἡ εἴσπραξις τῶν νενομισμένων φόρων, εὐλόγως δικαιούμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα διὰ τῆς ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν ἔργων καὶ τῶν συναλλαγῶν προσδοκωμένης προσεπαυξήσεως «plus value» τῶν ἐσόδων, θέλομεν μετ’ οὐ πολλὰ ἔτη χαιρετίσει τὴν φαιδρὰν ἡμέραν τῆς ὁριστικῆς ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους».

§23Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὡς ἀντελήφθην ἐγὼ, κύριε Σιμόπουλε, αὐτὰ εἶναι μᾶλλον θεωρητικά.

§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν νὰ μὴ εἴπητε εἰς σεβαστόν μοι συγγενῆ σας, τὸν κ. Σοῦτσον, διότι ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι ἄρθρῳ δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικῶς, διότι δὲν εἶναι οἰκονομολογικὸν θεώρημα, ἢ μάθημα πρὸς παράδοσιν τοῖς φοιτηταῖς τοῦ Πανεπιστημίου· αὐτὸ εἶναι ἄρθρον ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον αὐθόρμητος ἔγραψε, διὰ νὰ πιστοποιήσῃ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐθεντίας του τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς προόδους τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τὰς τελεσθείσας κατὰ τὴν λήξασαν εἰκοσιπενταετηρίδα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ πορίσματος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν. Καὶ αἱ συζητήσεις ἐν τῷ παρελθόντι καὶ αἱ συζητήσεις αἱ ἐνταῦθα γενόμεναι, ἡγουμένων τῶν δύο ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥητόρων, ἐνδεικνύουσι τὴν διαφορὰν τῶν γνωμῶν μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ διευκρινήσωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην, τὸ μὲν διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι πορείας ἡμῶν, τὸ δὲ διὰ νὰ γινώσκῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τίνες αἱ γνῶμαι, τίνες αἱ ἀρχαὶ αἱ πολιτικαὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὁποῖαι αἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Συμπολίτευσιν, ἡ γνώμη αὐτῆς εἶναι ἁπλουστάτη, εἶναι δὲ ἤδη κεκηρυγμένη εἰς πάντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα φορολογία δὲν εἶναι ἐλαφρά· ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, ὅταν περιστάσεις εὐνοϊκώτεραι τὸ ἐπιτρέψωσι, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν αὐτῆς· νομίζομεν δὲ, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τῆς κοινωνίας ἐκ τῶν βαρῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν Ἑλλάδα μᾶλλον φορολογουμένην, ἀλλ’ ἀείποτε προοδεύουσαν καὶ κατατασσομένην ἐν τῇ χορείᾳ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἔστω καὶ βαρέως, φορολογούμενον, ἀλλὰ προοδεύοντα ἀδιαλείπτως, ἀναζητοῦντα δὲ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ τίνες αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις προσβάλλει μεθ’ ὁρμῆς τὴν φορολογίαν τὴν καθεστηκυῖαν· ἐνῷ δὲ οὕτω κατ’ αὐτῆς ἐπιτίθεται, ἰσχυρίζεται συνάμα, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπετεύχθη. Τί ἄρα θέλει; ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι αὐτῆς; Εἶχε μίαν ἰδέαν, ἀλλ’ εὐτυχῶς τὴν ἀπεκήρυξεν ἤδη, Εἶχεν ὑποδείξει μέσον τι πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὴν παραβίασιν ἢ ἀθέτησιν τῶν ἀνειλημμένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεων. Εἶχεν ἄλλοτε ἐπαγγελθῆ καὶ τὴν διὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτε ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν ὡμολόγησε τὸ ἑαυτῆς σφάλμα καὶ ἐπέβαλε νέαν φορολογίαν εἰς τὸ ἔθνος. Φαίνεται προτιμῶσα τὴν Ἑλλάδα ἧττον φορολογουμένην, ἀλλὰ στάσιμον. Σκοπεῖ ὅμως προφανῶς, κατακρίνουσα τὸ λειτουργοῦν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας οἰκονομικὸν σύστημα, ν’ ἀποπλανήσῃ καὶ αὖθις τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως ἀπεπλάνησεν αὐτὸν κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπλήρωσεν ἁδρότατα τὰ τῆς πλάνης αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐτυμηγορία ἐξεδόθη κατὰ τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887, ἐξακολουθεῖ ὀρθοφρονῶν, ἐξακολουθεῖ κατανοῶν κάλλιστα τ’ ἀληθῆ συμφέροντά του, καὶ τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος.

§26ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17.
2Τῆς 17 Νοεμβρίου 1888.
3(Πέμπτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διόρθωσίς τις
8εἰς τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικά, διότι ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐτέθη
9εἰς ψηφοφορίαν ἡ περὶ ἀνηλικιότητος πρότασις, ἣν παρεδέχθη
10ἡ Βουλή, ἤτοι φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ὅλως
11ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ ἤθελε νὰ παραδεχθῇ.
12§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι λᾶθος τυπογραφικόν’ ἀντὶ
13ἀνηλικιότητος νὰ τεθῇ ἐνηλικιότητος.
14§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰ πρα-
15κτικὰ πρέπει νὰ τεθῇ ὁλόκληρος ἡ πρότασις, ἥτις ἐτέθη εἰς
16ψηφοφορίαν, ἂν δηλ. ὁ Κωνσταντῖνος Ἀργασάρης Λομβάρ-
17δος ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του.
18§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀνηλικιότητος διωρθώθη εἰς ἐνηλι-
19κιότητος. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
20§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
21§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν.
22Ἡ χήρα τοῦ ἀντιστρατήγου Γραμματικοπούλου, πεσόν-
23τος κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ζητεῖ αὔξησιν τοῦ διδομένου
24αὐτῇ χορηγήματος.
25Ὁ Νικόλαος Καλογερόπουλος, ὑπηρετήσας ἐπὶ 18 ἔτη
26ὡς διδάσκαλος, ζητεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, χάριν
27τῆς συντάξεώς του καὶ πρὸς διατροφὴν τῶν τέκνων του. Θὰ
28σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
29Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
30(Προσέρχεται καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν
31νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Κωνσταντῖνος
32Ἀργασάρης Λομβάρδος).
33§7ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
34Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφο-
35ρίας καὶ ὑποβάλῃ τὰς πρὸς ταύτας σχετικὰς καταστάσεις.
36αʹ) Πόσοι ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Στρατο-
37λογικοῦ Νόμου, ἤτοι τῶν διαθεσίμων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ
381888, κατετάχθησαν, ἢ μετετέθησαν μετὰ τὴν εἰς τὸ
39πεζικὸν κατάταξίν των, εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα, καὶ πόσοι εἰς
40ἕκαστον τούτων;
41βʹ) Πόσοι ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1887 μετετέθησαν εἰς
42τὴν χωροφυλακήν, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 10, ἐδαφ. ά,
43τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ;
44γʹ) Πόσοι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου
45τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη ἡ Σχολὴ αὕτη, μὲ
46βαθμὸν λοχίου, καὶ πόσοι μὲ βαθμὸν δεκανέως, καὶ πόσοι
47ἐν ἑκάστῳ σώματι ἢ ὅπλῳ τοῦ στρατοῦ ἐκ τούτων κατε-
48τάχθησαν;
49δʹ) Ποία εἶναι σήμερον ἡ δύναμις τῶν μαθητῶν τοῦ
50σχολείου τούτου κατὰ κλάσιν;
51εʹ) Ποία εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τῶν ὁπλιτῶν μαθη-
52τῶν τοῦ Προπαρασκευαστικοῦ Σχολείου ἐφέδρων ἀξιωματι-
53κῶν, καὶ ἐκ τίνων κατηγοριῶν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου
54ἐλήφθησαν οὗτοι;
55Ϛʹ) Κατάστασιν τῆς ὁλικῆς τοῦ στρατοῦ δυνάμεως
56κατὰ τὴν 1 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ἐμφαίνουσαν σὺν τοῖς ἄλλοις
57καὶ τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ὑπηρε-
58τούντων ὑπαξιωματικῶν, τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν μείζονα
59τῶν δέκα ἐτῶν.
60§8Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν
61κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν
62Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας:
63Πόσαι δίκαι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ἀναθεωρητικόν, τὸ συ-
64στηθὲν κατὰ τὸν νόμον ᾼΦΠϚʹ τῆς 14 Δεκεμβρίου 1886;
65Πόσαι καὶ ποῖαι ἀπέβησαν ὑπὲρ τῶν προβαλόντων τὰς
66αἰτήσεις; Πόσαι δὲ κατ’ αὐτῶν;
67Πόσαι ὑπήχθησαν εἰς τὸ Κληρωτόν; Πόσαι δ’ ἐφέσεις
68ἐγένοντο δεκταί, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, πόσαι δὲ ἀπεῤῥίφθησαν;
69Πόσοι ὑπαξιωματικοὶ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρα-
70τοῦ, περιλαμβανομένων καὶ τῶν εὐζώνων, ἀφέθησαν καθ’
71ἕκαστον τῶν 12 μηνῶν τοῦ 1887, πόσοι δὲ καθ’ ἕκαστον
72τῶν μέχρι τοῦδε παρελθόντων μηνῶν τοῦ 1888;
73Ἡ οἰκοδομὴ τοῦ Στρατοδικείου, εἴτε ὅλου τοῦ κτιρίου,
74εἴτε κατὰ μέρη, παρεχωρήθη διὰ δημοπρασίας ἐπὶ μειοδο-
75σίᾳ, τηρηθεισῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
76λογιστικοῦ;
77Ἐγένετο ὡσαύτως δημοπρασία μειοδοτικὴ διὰ τὰς πρὸς
78προσαύξησιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
79τιωτικῶν γενομένας ἐργασίας;
80Πόσοι ἦσαν οἱ ἐκ τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ 1886 καθυ-
81στεροῦντες, οἵτινες προσῆλθον ἢ προσήχθησαν πρὸ τῆς 28
82Δεκεμβρίου 1887;
83§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
84Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
85§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τριῶν ἀφετηριῶν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ
86τριῶν ὀχυρωμάτων ὡρμήθησαν οἱ ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς Ἀν-
87τιπολιτεύσεως, ἵνα ἀγωνισθῶσι τὸν ἑαυτῶν ἀγῶνα, τὸν σκο-
88ποῦντα τὸν κλονισμὸν τῶν πεποιθήσεων τῆς Βουλῆς εἰς τὴν
89οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἡ πρώτη
90ἐξόρμησις αὐτῶν ἀφεώρα εἰς τὴν παράστασιν φανταστικοῦ
91ἐλλείμματος τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἡ δευτέρα εἰς τὰς αἰτιά-
92σεις κατὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν κατά τε τὴν
93τριετίαν τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884, καὶ κατὰ τὴν
94τελευταίαν διετίαν τῶν ἐτῶν 1887 καὶ 1888, καὶ ἡ τρίτη
95εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ καθεστηκυῖα φορολογία παρήγαγε
96τὸν κάματον ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ τὴν χαλάρωσιν ἢ τὴν
97ἀτονίαν ἐν τῇ καταναλώσει. Εἰς τὰ δύο πρῶτα ἐπανῆλ-
98θον ἤδη, ἀλλ’ ἐπανῆλθον ἡττημένοι· δὲν τὸ ὁμολογοῦσιν
99οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ τὸ ὁμολογοῦσι πάντες οἱ ἀκολουθήσαντες
100τὴν συζήτησιν ἄνευ προκαταλήψεως καὶ πρὸς μόνον τὸν
101σκοπὸν νὰ φωτισθῶσι. Ὑφίσταται ὅμως ἔτι ἡ τρίτη, ἥτις
102ὡς θέμα πολιτικῆς συζητήσεως παρέσχεν αὐτοῖς τὴν εὐκαι-
103ρίαν νὰ ἐπιδειχθῶσιν, ὡς ἰδιαζόντως ἀγαπῶντες τὸν Ἑλλη-
104νικὸν λαόν, καὶ νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς μὲν ὡς προστά-
105τας καὶ ἀντιλήπτορας αὐτοῦ, ἡμᾶς δὲ τοὺς ἀντιπροσώπους,
106τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὀλιγωροῦντας περὶ
107τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀφορῶντες δὲ πρὸς ὃν προέθεντο
108σκοπόν, ἔλεγον πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν:
109«Ὑποστηρίζοντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, συντελεῖτε
110»εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τό-
111»που, εἰς τὸν κάματον τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς τὴν ἀτονίαν
112»ἢ τὴν χαλάρωσιν τῆς καταναλώσεως, παρασκευάζετε δὲ
113»οὕτω μαῦρον καὶ ἄπελπι τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
114«Ἂν τοὐναντίον ἄρητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας ἐκ τῶν
115»διαχειριζομένων σήμερον τὰ κοινά. Θέλετε ἀναβιβάσει
116»ἡμᾶς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡμᾶς, τοὺς ὑποσχομένους τὴν
117»ἐλάττωσιν τῶν βαρυνόντων σήμερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
118»δυσβαστάκτων βαρῶν, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ὑποδεικνύωμεν
119»ὑμῖν τὰ εἰς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν ὁδηγοῦντα μέσα, ἀδιά-
120»φορον καὶ ἂν δημοσίᾳ ἤδη ἀπεκηρύξαμεν τὴν ὁποίαν ἄλ-
121»λοτε εἴχομεν ὑποδείξει διέξοδον, τὴν διὰ τῆς ἀθετήσεως
122»τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους.»
123Ἀλλὰ πρωτίστως καταγγέλλουσιν ἡμᾶς ὡς φρονοῦντας,
124ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἀδιάφο-
125ρος ὡς πρὸς ἡμᾶς, κρίνοντας ἄλλως τε ἐλαφρὰν τὴν καθε-
126στηκυῖαν φορολογίαν. Ἡμεῖς οὐδέποτε εἴπομεν τοιοῦτό τι,
127τοὐναντίον ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ὑπάρ-
128χουσα φορολογία δὲν εἶναι ἐλαφρά. Οὐδὲ εἶναι τοῦ παρόν-
129τος ἡ σύγκρισις τῆς ὑπαρχούσης παρ’ ἡμῖν φορολογίας πρὸς
130τὴν φορολογίαν ἄλλων ἐθνῶν, διότι τοῦτο δὲν σχετίζεται
131πρὸς τὸ σημερινὸν ἡμῶν θέμα. Ὅτε, ἐν γνώσει τοῦ νῦν
132λειτουργοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, ἐπεκαλέσθημεν τὴν
133λευκὴν ψῆφον τῶν συμπολιτῶν μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς
1344 Ἰανουαρίου 1887, καὶ ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸ οἰκονομικὸν
135σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν,
136ὅτι ὡς ἀντισήκωμα τῆς φορολογίας ταύτης ἔχει τὴν διατή-
137ρησιν ἀκεραίας τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τῆς
138ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὅσων αὐτὸ ἀνέλαβεν ὑπο-
139χρεώσεων, ἔχει δὲ συνάμα τὴν ὁσημέραι αὐξάνουσαν μέρι-
140μναν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς προόδου του ἐν τῇ παραγωγῇ
141καὶ πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῶν βαρῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
142κλοφορίας.
143Ἀλλὰ ταῦτα λέγοντες φρονοῦμεν, ὅτι, ἂν ὄντως ἐπῆλθεν
144ἐκ τῆς καθεστηκυίας φορολογίας ὁ κάματος εἰς τὴν παρα-
145γωγὴν καὶ ἡ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν, ὀφείλομεν
146νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐλαττώσεως τῶν σημερινῶν ἐπιβαρύνσεων,
147διότι ἐκ τοῦ καμάτου τούτου καὶ τῆς χαλαρώσεως ἀπει-
148λεῖται οὐ μόνον ἡ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐλάττωσις, ἀλλὰ
149καὶ ἡ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους αἰσθητὴ μείωσις, ἧς ἕνεκεν
150δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑπὸ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ οἰ-
151κονομικοῦ συστήματος σκοπός.
152Δὲν ἔχομεν ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ κάμα-
153τος εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ ἡ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανά-
154λωσιν. Φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις
155τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐ μόνον ἀντέσχον, ἀλλὰ καὶ θέλου-
156σιν ἀντίσχει, μέχρις οὗ κατορθωθῇ ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ
157πλούτου διὰ τῆς παροχῆς πασῶν τῶν εὐκολιῶν, ὅσαι συν-
158τελοῦσιν εἰς τὴν καρποφόρον χρησιμοποίησιν τῆς ἐργατικό-
159τητος καὶ νοημοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι, ἐπὶ
160τοῦ παρόντος διατηροῦντες τὴν καθεστηκυῖαν φορολογίαν,
161πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, πῶς μικρὸν κατὰ μικρὸν νὰ ἄρωμεν
162μίαν ἐπιβάρυνσιν σπουδαιοτάτην, τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστι-
163κῆς κυκλοφορίας, πῶς μάλιστα διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν
164μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως ἄλλων
165δημοσίων ἔργων, σκοπούντων εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς κοί-
166της τῶν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, εἰς τὴν χρησιμοποίησιν
167τοῦ ὕδατος καὶ τῶν λιπασμάτων πρὸς γονιμοποίησιν τῶν
168γαιῶν, καὶ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ὑπαρχόντων ἑλῶν καὶ
169τελμάτων, νὰ προαχθῇ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ σὺν αὐτῷ τὰ
170οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους νὰ βελτιωθῶσιν οὕτως, ὥστε μετά
171τινα χρόνον καὶ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας τὴν ἐλάττωσιν
172νὰ καταστήσωσιν ἐφικτήν.
173Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐρευνήσωμεν σπουδαιότερον τὸ
174θέμα, ἂν ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν παραγωγήν. Ἠκού-
175σαμεν ἐντεῦθεν τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διεκτρα-
176γωδοῦντας τὰ παθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς κατα-
177διώξεως, τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτοῦ ἤσκησαν τὰ ὄργανα τῆς
178Κυβερνήσεως! ἠκούσαμεν, ὅτι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους ἐπλη-
179ρώθησαν ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ὡς μὴ δυναμένους νὰ
180ἀποτίσωσι τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη αὐτῶν! ἠκούσαμεν
181ἐντεῦθεν, ὅτι πολλοὶ τούτων, ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενοι,
182ἀπέθανον! ἠκούσαμεν ἀκόμη, ὅτι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
183βερνήσεως δημοσιεύονται ἐπανειλημμένως ἄπειρα προγράμ-
184ματα πρὸς ἐκποίησιν τῆς περιουσίας τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δη-
185μοσίου. Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἀνέ-
186γνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τεμάχιον ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς
187τὸν Λουδοβῖκον ΙΔʹ ἀπηύθυνέ ποτε εἷς τῶν στρατηγῶν αὐ-
188τοῦ, ὁ Marechal Vauban, ἐν ᾗ ἐδήλου, ὅτι οἱ εἰσπράκτο-
189ρες ἐπὶ τοσοῦτον προέβησαν εἰς καταθλιπτικὰ μέσα, ὥστε
190ἀφήρουν τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν, καὶ ἂν τὸ τίμημα αὐτῶν
191δὲν ἐπήρκει εἰς πληρωμὴν τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέους,
192προέβαινον καὶ περαιτέρω, κατεκρήμνιζον τὴν οἰκίαν, ἵνα
193ἀφαιρέσωσι τὰ παράθυρα καὶ τὰς θύρας, ὅπως ἐκ τοῦ τι-
194μήματος πληρωθῶσιν οἱ φόροι! Καὶ ἠκούσαμεν ταῦτα ἐκ-
195πεπληγμένοι· διότι καὶ ἡμεῖς ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἡμεῖς
196ἀντιπροσωπεύομεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ἡμεῖς ἀντιλαμ-
197βανόμεθα τῶν γινομένων ἀναφορικῶς πρὸς τὰς εἰσπράξεις
198τῶν φόρων· οὐδέποτε ὅμως ἀντελήφθημεν, οὐδ’ ἠκούσαμεν,
199ὅσα ἀφηγήθησαν ἐπὶ τὸ τραγικώτερον οἱ προαγορεύσαντες·
200ἠπόρησα δὲ ἰδίως, ὅτε ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ
201Ἄρτης, ἐκτραγωδοῦντος τὴν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δη-
202μοσίου καταδίωξιν, διότι, ἐνῷ οὗτος κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν
203χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ δὲν εἰργάζετο ἡ Βουλή, διέμενεν
204ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐγὼ παρέμενον ἀδιαλείπτως ἐν τῇ ἡμε-
205δαπῇ καὶ παρηκολούθουν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ γινόμενα.
206Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος δὲν
207διέμενεν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καθ’ ὃν χρόνον ἐκλήθησαν οἱ ἐν
208Ἀθήναις ὀφειλέται ἑνὸς μόνον φόρου, τοῦ φόρου τῶν οἰκο-
209δομῶν, διότι ἤθελε βεβαιωθῆ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οἱ
210ὀφειλέται οὗτοι ἐπλήρωσαν αὐθόρμητοι ἐντὸς ὀλιγίστων
211ἡμερῶν 950,000 δραχμῶν. Δὲν κατεδίωκον δὲ οἱ εἰσπράκτο-
212ρες τοὺς ὀφειλέτας, ἀλλὰ οἱ ὀφειλέται τὸν ὑποταμίαν, ἵνα
213πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα· πολλὰ δὲ χρήματα κατετέθη-
214σαν εἰς τὰ Συμβολαιογραφεῖα, διότι δὲν ἦτο πρόχειρος ὁ
215ὑποταμίας· ἂν δὲ ἔμεινε καὶ ὑπόλοιπόν τι, τοῦτο ὀφείλεται
216εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν βεβαίωσιν. Ἂν ὅμως πρὸς εἴσπρα-
217ξιν ἐν γένει τῶν τῷ Δημοσίῳ ὀφειλομένων καθ’ ἅπαν τὸ
218Κράτος ἐγένοντο καὶ καταδιώξεις τινὲς, αὗται δὲν διέφερον
219ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη.
220Ἠγέρθησαν ὡς ἐκ τῆς καταδιώξεως καὶ παράπονα, κατὰ
221τὸ πλεῖστον ὅμως ταῦτα προέρχονται ἐκ μιᾶς τάξεως ὀφει-
222λετῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων ὡς ὀφειλετῶν ἀπὸ τίμημα
223γαιῶν καὶ φυτειῶν. Οὐδεὶς δὲ δύναται ν’ ἀποδίδῃ τὰ παρά-
224πονα ταῦτα, τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον αὐτῶν, εἰς ἀδικαιο-
225λόγητον δυστροπίαν. Ταῦτα δικαιολογοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ
226πολὺ ἀπὸ τὴν συγκεχυμένην νομοθεσίαν, ἥτις ἐκανόνισε τὰ
227τῆς διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, καὶ ἐξ ἧς πολλαὶ ἐλαττω-
228ματικαὶ βεβαιώσεις ἐγένοντο. Κατὰ τὸ 1885 προὐτάθη
229νόμος ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅστις τὴν σύγχυσιν
230ταύτην κατέστησε μείζονα. Καὶ εἰς ἄλλους τινὰς τῶν φό-
231ρων παρομαρτοῦσιν αἱ καταδιώξεις, διότι ἡ κατὰ τὴν βεβαίω-
232σιν ἐργασία τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εἶναι ἐλαττωματική, ὡς
233συνήθως γίνεται εἰς τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων, εἰς
234τοὺς τῶν οἰκοδομῶν κλπ., ἀλλ’ οὐδὲν ὑπῆρξε τὸ ἔκτακτον
235κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ὡς πρὸς τὰ τῶν εἰσπράξεων, καὶ
236ἂν ὑπῆρξε παράπονόν τι, τοῦτο ἠλέγχθη ὡς πάντη ἀδικαιο-
237λόγητον. Πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’
238ὄψει, ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλῶν
239ἐκ μέρους τινῶν ἐκ τῶν ὀφειλετῶν ἀποτελεῖ μίαν πρωτότυ-
240πον, ἄδικον δὲ συνάμα φορολογίαν, ἐπιβαρύνουσαν ἐκείνους,
241οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνήμεροι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των· διότι, ὅταν
242οἱ φόροι ἐκ δυστροπίας ὀφειλετῶν τινων δὲν εἰσπράττωνται,
243ἐπέρχεται ἔλλειμμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρὸς κάλυψιν
244δ’ αὐτοῦ προάγεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία,
245ἥτις θὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ αὖθις τοὺς φορολογουμένους ἢ ὀφει-
246λέτας, οἵτινες ἐμπροθέσμως καὶ τακτικῶς ἐπλήρωσαν τὰς
247πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένας νομίμως εἰσφοράς.
248Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο τοιοῦτος λόγος περὶ πληρώσεως τῶν
249φυλακῶν ἐξ ὀφειλετῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, κατέφυγον εἰς τὸ
250Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρεκάλεσα νὰ μοὶ δοθῇ
251ἐπίσημος στατιστικὴ τῶν εἰς τὰς φυλακὰς κρατηθέντων
252λόγῳ ὀφειλῆς πρὸς τὸ Δημόσιον· ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη ἐντεῦ-
253θεν, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ὅτε ἡ χρῆσις τοῦ
2541887 ἐπρόκειτο νὰ κλείσῃ, ἡ καταδίωξις ὑπῆρξεν ἀπηνε-
255στέρα, ἀκριβῶς ἔλαβον τοὺς τρεῖς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον
256καὶ Σεπτέμβριον· ἐκ τῶν καταστάσεων αὐτῶν προκύπτει,
257ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον καθ’ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Κρά-
258τος ἐκρατοῦντο 223 ἄτομα, κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον 257
259καὶ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 259, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων ἐκρα-
260τήθησαν οὐχὶ λόγῳ ὀφειλῆς ἐκ φόρων, ἀλλὰ λόγῳ ποινι-
261κῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα κατεδικάσθησαν· ὁ μέσος ὅρος
262τῶν κρατηθέντων καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος κυμαίνεται
263μεταξὺ 10–14 καθ’ ἕκαστον μῆνα κατὰ φυλακήν.
264Καὶ αὗται μὲν ἦσαν αἱ ἀόριστοι αἰτιάσεις, ἢ μᾶλλον τὰ
265ἀόριστα ἐπιχειρήματα τῶν προαγορευσάντων, τὰ μὴ ὑπο-
266βαλλόμενα εἰς ἀριθμητικὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἐνόμισαν ἀναγ-
267καῖον νὰ πορισθῶσι πορίσματα καὶ ἐξ ἀριθμητικῶν ὑπολο-
268γισμῶν, ἤρξαντο δὲ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν κατὰ τὸ 1887
269εἰσπράξεων πρὸς τοιαύτας τῶν παρελθόντων ἐτῶν· οὕτω δὲ
270ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν,
271ὅτι κατὰ τὸ 1878 εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσῆλθον μόνον
27240,000,000 περίπου δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἰσε-
273πράχθησαν 83,000,000· προσέθηκε δὲ, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον
274ἀποδεικνύει, ὅτι, ἵνα εἰσπραχθῶσι 43,000,000 περισσότερα
275μετὰ μίαν δεκαετίαν, βεβαίως ἐνησκήθη πίεσις ἐπὶ τοῦ Ἑλ-
276ληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν παρα-
277γωγήν. Ὑπελόγισε δὲ, ὅτι ἡ προσαύξησις τῶν φόρων, κατὰ
278τὰ παραδεδεγμένα ὑπὸ τῶν οἰκονομολόγων, ἀνέρχεται εἰς 5%
279κατ’ ἔτος, κατὰ ταύτην δὲ τὰ 40,000,000 ἠδύ-
280ναντο ν’ αὐξήσωσι μόνον εἰς 50,000,000, ὥστε 33,000,000
281ἐζητήθησαν περιπλέον παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ προσ-
282θήκης νέων φόρων. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐξετάσητε πόθεν
283προῆλθεν αὕτη ἡ τεραστία τῳόντι τῶν δημοσίων ἐσόδων
284αὔξησις μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1887, θέλετε πεισθῆ, ὅτι
285δὲν εἶναι διαφορὰ ἀξία σημειώσεως, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν μετεχει-
286ρίσθη αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας.
287Ὅπως δὲ πεισθῆτε, ὅτι ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς ταύτης οὐ-
288δεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς ἐπελθόντα τυχὸν κάματον ἐν τῇ
289παραγωγῇ, ἢ ἐξάντλησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ
290τόπου, ἀναγκάζομαι νὰ μεταδώσω ὑμῖν ἀριθμούς τινας, ἐπαρ-
291κῶς ἐνδεικτικοὺς τῆς παρατηρουμένης διαφορᾶς. Μεταξὺ τοῦ
2921878 καὶ τοῦ 1887 ὑπάρχει διαφορά τις σπουδαιοτάτη, μὴ
293σχετιζομένη πρὸς τὴν φυσικὴν ἐπαύξησιν τῶν λειτουργούντων
294φόρων. Κατὰ τὸ 1878 δὲν ὑπῆρχον οἱ ἑξῆς νέοι φόροι, οἵτι-
295νες ἐπεβλήθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν, κατ’ ἀπομίμησιν τῶν πε-
296πολιτισμένων ἐθνῶν καὶ πρὸς ἐπάρκειαν μετὰ τὴν ἐπελθοῦ-
297σαν ἐπαύξησιν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀποδιδομένην κατὰ τὸ
298πλεῖστον εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς προκληθείσας ἐκ
299τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
300Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου εἴχομεν κατὰ τὸ ἔτος
3011887 ἔσοδον νέον ἐκ δρ. 4,000,000
302ἀπὸ δικαίωμα καταναλώσεως ποτῶν » 600,000
303ἀπὸ τὰ μονοπώλια τῶν πετρελαίου, πυρείων
304καὶ παιγνιοχάρτων » 4,500,000
305ἀπὸ εἰσιτήρια θεάτρων, ἀτμοπλοίων κλπ. » 307,000
306Ἤτοι ἀπὸ τῆς καταναλώσεως ἐπὶ νέους φόρους δρ. 9,470,000
307Πλὴν τούτων ὑπάρχει καὶ διαφορὰ σπουδαιοτάτη καὶ
308ἔκτακτος εἰς τὰ ἑπόμενα ἔσοδα :
309ἀπὸ φόρον σταφίδος 1,600,000
310ἀπὸ ταχυδρομικὰ τέλη 600,000
311ἀπὸ τηλεγραφικὰ τέλη 650,000
312ἀπὸ ἁλικὰς 1,300,000
313ἀπὸ χαρτόσημον 2,775,000
314ἀπὸ φόρους ἀνωνύμων Ἑταιριῶν 170,000
315Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔχομεν προχείως αὔξησιν
316ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1878 δρ.16,565,000
317Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1878 δὲν ἦσαν προσηρτη-
318μέναι εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ νέαι Ἐπαρχίαι.
319Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ διὰ τὰς ἐξ αὐ-
320τῶν προσόδους ἕτερα 5,000,000
321θέλομεν ἔχει διαφορὰν, προχείρως ἐξαγομένην, δρ.21,565,000
322Ἐὰν εἰς πάντα ταῦτα προσθέσητε καὶ τὴν φυσικὴν προσαύ-
323ξησιν, ἥτις παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς 5%
324διότι πάντες γινώσκομεν, ὁποία ἐτελέσθη ἐν Ἑλλάδι πρόο-
325δος εἰς τὴν παραγωγὴν ἐν γένει, καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς
326μικρᾶς βιομηχανίας καὶ εἰς τὰς τέχνας ἐν γένει, τίς δύνα-
327ται, Κύριοι, νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ 1888
328ὑπῆρξε τεραστία ἡ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δὲν εἶναι
329ἢ ὀλίγαι ἡμέραι, ἀφ’ ἧς εἴχομεν τὴν ἄφατον εὐχαρίστησιν
330νὰ ἐπισκεπτώμεθα καὶ νὰ θαυμάζωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν
331Ὀλυμπίων, τὴν ἐπικληθεῖσαν Ὀλυμπιάδα Δʹ, ἥτις παρέχει
332ζωηρὰν τὴν εἰκόνα τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τίς
333ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρύψῃ τὴν ἐνδόμυχον αὑτοῦ χαρὰν
334καὶ ἀγαλλίασιν ἐπὶ τῇ τελεσθείσῃ παρ’ ἡμῖν ὑλικῇ προόδῳ;
335Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ
336ἀλλαχοῦ νὰ εὕρῃ ἀριθμητικὰ ἐπιχειρήματα, ἵνα μᾶς πείσῃ,
337ὅτι ἐπῆλθε τῷ ὄντι παρ’ ἡμῖν ὁ κάματος πρὸς τὴν παρα-
338γωγὴν καὶ μεγάλη ἀπροθυμία εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ὁ κ.
339Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἀκριβῶς
340ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλῶν, ἐνέδειξεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸς
341μόρφωσιν ἀσφαλοῦς ἐπὶ τούτῳ γνώμης εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
342ἐξετασθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἔσοδα
343τοῦ 1888. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἐκτιμήσεως συνε-
344φώνησε πρὸς ὅ,τι εἶπε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἀξιότιμος
345ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης, ἐπικαλούμε-
346νος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διάσημον Γάλλον οἰκονομολόγον!
347Ἰδοὺ τί ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς εἶπεν εἰς
348τὴν παροῦσαν Βουλὴν, ἐν τῇ συνεδριάσει αὐτῆς τῆς 19
349Νοεμβρίου 1887 (ἀναγινώσκει).
350«Ὁσάκις οἱ φόροι εἶναι δυσανάλογοι πρὸς τὰς δυνάμεις
351»τῆς χώρας, — οἱ δὲ ψηφισθέντες εἶναι βεβαίως δυσανάλο-
352»γοι,—ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν κατὰ τὸ πρῶτον μὲν ἔτος θ’ ἀπο-
353»φέρῃ, διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐλαττώματα θὰ εὕρωσι
354»τὰ μέσα νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ
355»τὸ τρίτον θὰ λείψωσι τὰ μέσα καὶ θὰ στειρεύσωσιν αἱ
356»πηγαὶ καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις».
357Ἀκολουθῶν τὸ σοφὸν αὐτὸ δόγμα καὶ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
358γὸς, ὑπεδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε
359εἰσπράξεων τοῦ 1888 ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ὄχι μόνον δὲν
360φαίνεται μειωθεῖσα, ἀλλὰ τοὐναντίον διατελεῖ εἰς πρόοδον.
361Εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ ἐπισήμων καταστάσεων βεβαι-
362οῦται, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα
363μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐκ δραχ. 54,
364937,000, ἐνῷ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1888 ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα
365μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐκ δραχ. 59,
366611,000, ἤτοι ἐπῆλθε διαφορὰ ἐπὶ πλέον 5,000,000 περί-
367που. Μεταξὺ δὲ τῶν εἰσπράξεων τῶν δύω αὐτῶν χρήσεων
368κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον
369εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1888 ἐκ δραχ. 3,500,000. Ἀλλ’
370ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εὗρεν, ὅτι τὸ ἐπιχεί-
371ρημα δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον δραστη-
372ριωτέρα τις τῶν ὀργάνων τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπρά-
373ξεως ἐνέργεια νὰ ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα, πρέπει
374δὲ, κατ’ αὐτὸν, ἀλλαχοῦ τὴν σύγκρισιν ταύτην νὰ ποιη-
375σώμεθα. Παρεσκεύασε δὲ καὶ ἀνεκοίνωσεν μίαν τεραστίαν
376ὕλην στατιστικῶν πληροφοριῶν, διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς
377ὁποίας ὁμολογῶ, ὅτι ἐθαύμασα τὴν φιλοπονίαν τοῦ ἀξιοτί-
378μου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ. Ἡ στατιστικὴ δὲ αὕτη παρε-
379τέθη ἐντεῦθεν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ
3801887, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸ 1886, δὲν ἀνέδειξαν τὰ
381ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀναδείξωσι μετὰ τὰς
382ἐπελθούσας εἰς τὴν φορολογίαν ἡμῶν προσθήκας· ἤρξατο δὲ,
383ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
384Δὲν πρόκειται νὰ διέλθω καὶ ἐξετάσω ἁπάσας ἐν λεπτο-
385μερείᾳ τὰς ἀνακοινωθείσας ὑπ’ αὐτοῦ στατιστικὰς πληρο-
386φορίας, διότι φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κουρασθῇ καὶ
387οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἐπιτύχωμεν ἐκ τούτου· θὰ
388περιορισθῶ εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν κυριωτέρων, εἰς τὴν ἐξέ-
389τασιν ἀκριβῶς τῶν πορισμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ
390Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐκ τῆς μελέτης ταύτης συνήγαγεν.
391Ὀφείλω ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ ποιήσωμαι μίαν παρα-
392τήρησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, ὅτι
393τὴν προσθήκην τῶν 20%, ἐφ’ ὅσων φόρων αὕτη
394ἐγένετο, δὲν ἔπρεπεν ἐν τῇ λογιστικῇ αὐτοῦ ἐργασίᾳ νὰ
395τὴν λαμβάνῃ μὲν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ
396ποσοῦ τῶν προϋπολογισθέντων, ν’ ἀφαιρῇ δὲ τὸ ποσὸν
397τῆς προϋπολογισθείσης αὐξήσεως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπρα-
398χθέντων, διότι τὸ ὀρθὸν καὶ ἀκριβὲς εἶναι, ν’ ἀφαιρῇ ἐκ τῶν
399εἰσπραχθέντων ποσόν τι λόγῳ τῆς προσθήκης, ἀλλὰ τὸ
400ἀφαιρετέον ποσὸν δέον νὰ ἦναι ἀνάλογον πρὸς τὰς πραγ-
401ματοποιηθείσας εἰσπράξεις.
402Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν προϋπελογίσθη κατὰ
403τὸ 1886 εἰς δραχμὰς 2,300,000, ἐβεβαιώθησαν 2,162,
404000, εἰσεπράχθησαν 1,842,433. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν
405εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886 προσθέσωμεν 20%,
406ἤτοι δραχμὰς 368,486, ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887
407δραχμὰς 2,210,909· τί δὲ εἰσεπράχθη; 2,216,859, ἤτοι
408εἰσεπράξαμεν περισσότερα 6,000 δραχμῶν περίπου. Ὡς
409πρὸς τὸν φόρον ὅμως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν συνέβη καὶ
410ἕτερόν τι. Κατὰ τὸ 1886 ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀνήρχετο εἰς
411201,668, τὸ 1887 περιωρίσθη εἰς 198,592· σημειωτέον δὲ,
412ὅτι ἡ δήλωσις τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐγένετο καθ’ ὃν
413χρόνον οἱ νέοι φόροι, ἤτοι ἡ προσθήκη τῶν 20%
414δὲν ἦτο γνωστή, ὥστε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν αὕτη νὰ ἐπι-
415δράσῃ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν.
416Μεταβαίνω εἰς τοὺς ἐγγείους φόρους, τοὺς εἰσπραττομέ-
417νους ἐν τοῖς τελωνείοις.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
418«Κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν 4,155,000
419προσθήκη τῶν 20% 831,000
420ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887 δρ. 4,986,000
421εἰσεπράξαμεν ὅμως » 4,827,000
422ἤτοι ὀλιγώτερον κατὰ δρ. 159,000
423καὶ οὐχὶ δρ. 231,417, εἰς ὅ ποσὸν ἀναβιβάζει τὴν διαφο-
424ρὰν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής.
425Εἰς τὸν φόρον τῶν βοσκῶν
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
426κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 120,000
427ἐβεβαιώθησαν » 208,000
428εἰσεπράχθησαν δὲ » 76,000
429προστιθεμένων 20% ἐπὶ τοῦ εἰσπραχθέντος
430ποσοῦ δρ. 76,000
431ἤτοι » 15,200
432ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν ἐκ δρ. 91,200
433εἰσεπράξαμεν ὅμως κατὰ τὸ 1887 » 103,284
434ἤτοι ἐπὶ πλέον » 12,084
435Εἰς τὸν φόρον τῶν ζώων
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
436κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,000,000
437» » ἐβεβαιώθησαν » 2,542,744
438» » εἰσεπράχθησαν δὲ » 2,225,647
439κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,600,000
440» » ἐβεβαιώθησαν » 3,060,000
441» » εἰσεπράχθησαν δὲ » 2,688,000
442σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1886 εἰσπρα-
443χθέντα ἐκ δρ. 2,225,647
444προσθήκη 20% » 445,200
445ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 δρ. 2,670,847
446ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν » 2,688,000
447ἤτοι ἐπὶ πλέον δρ. 17,150
448Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
449κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,080,000
450» » ἐβεβαιώθησαν » 2,201,000
451» » εἰσεπράχθησαν » 1,156,000
452κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 3,240,000
453» » ἐβεβαιώθησαν » 2,950,000
454» » εἰσεπράχθησαν » 1,745,000
455σχετικῶς πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1886 εἰσπρα-
456χθέντα ἐκ δρ. 1,156,000
457Ἐὰν προσθέσωμεν 47%, ἤτοι
458πλὴν τῆς προσθήκης τῶν 20% τὰς γενο-
459μένας εἰς τὸν φόρον αὐτὸν αὐξήσεις ἐκ δρ. 543,000
460ἔδει νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1887 » 1,699,000
461ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν » 1,745,000
462ἤτοι εἰσεπράχθησαν ἐπὶ πλέον δρ. 46,000
463Εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
464κατὰ τὸ 1886 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,800,000
465» » ἐβεβαιώθησαν » 1,268,060
466κατὰ τὸ 1886 εἰσεπράχθησαν » 668,351
467κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν δρ. 2,520,000
468» » ἐβεβαιώθησαν » 2,648,125
469» » εἰσεπράχθησαν » 2,098,943
470Αὕτη ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον αἰσθητή, ὥστε εἶναι πε-
471ριττὴ ἡ ἀνασκευὴ τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ ἀξιοτίμου προα-
472γορεύσαντος, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων φαίνεται
473ὁ κάματος τῆς ὑποκειμένης εἰς τὸν φόρον αὐτὸν παραγωγῆς.
474Ὁ φόρος τῶν οἴνων προϋπελογίσθη:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
475κατὰ τὸ 1886 εἰς δρ. 3,000,000
476ἐβεβαιώθησαν » 1,215,688
477εἰσεπράχθησαν » 701,476
478Σημειωτέον, ὅτι ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἴνων ὁ ἀξιότι-
479μος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν
480τοῦ 1886, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι, ὡς διεσκευάσθη τὸ
481ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὸ ἐκ τῶν οἴνων εἰσπρα-
482χθησόμενον ποσὸν θέλει βεβαίως ἀνέλθει εἰς τὸ προϋπολογι-
483σθὲν ποσὸν τῶν δρ. 3,000,000.
484Ἐκ τοῦ φόρου λοιπὸν τῶν οἴνων προϋπελογίσθησαν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
485κατὰ τὸ 1887 δρ. 3,168,000
486ἐβεβαιώθησαν » 2,346,671
487καὶ εἰσεπράχθησαν » 1,922,677
488ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι
489ἦτο τὸ πρῶτον τῆς ἐφαρμογῆς του ἔτος, ἡ δὲ οἰκονομικὴ
490ὑπηρεσία ἐδείχθη ἀνεπαρκὴς πρὸς τὴν πλήρη βεβαίωσιν
491τοῦ παραχθέντος ποσοῦ.
492Τὸ συμπέρασμα τῆς μελέτης ταύτης ἐπὶ τῶν ἀμέσων φό-
493ρων εἶναι τὸ ἑπόμενον. Κατὰ τὸ 1886 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
494ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν,
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
495προϋπελογίσθησαν εἰς δρ.19,858,000
496Ἐβεβαιώθησαν » 15,791,455
497Εἰσεπράχθησαν δὲ » 12,642,956
498Ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα ὑστέρησαν τῶν προϋπολογισθέν-
499των κατὰ 4,067,045, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα ὑστέρησαν τῶν
500μὲν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 7,215,544
501τῶν δὲ βεβαιωθέντων κατὰ » 3,148,499
502Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν εἰς » 21,642,800
503ἐβεβαιώθησαν 19,456,960, εἰσεπράχθησαν δὲ 16,825,601·
504ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα ὑστέρησαν τῶν προϋπολογισθέντων
505κατὰ δραχ. 2,185,840, καὶ οὐχὶ κατὰ δραχ. 4,067,000, ὡς
506συνέβη κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Τὰ δὲ εἰσπραχθέντα
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
507ὑστέρησαν τῶν μὲν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 4,817,199
508τῶν δὲ βεβαιωθέντων κατὰ » 631,359
509Ἐὰν εἰς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1886, ἐκ δραχμῶν
51012,642,956, προσθέσωμεν 20%, ἤτοι ποσὸν δρ. 2,528,591,
511ἔδει νὰ εἰσπράξωμεν 15,171,547, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887
512εἰσεπράξαμεν 16,825,601, δηλ. 1,654,054 ἐπὶ πλέον τῆς
513αὐξήσεως τῶν 20%.
514§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦσαν καὶ τὰ αὐτὰ ποσὰ τοῦ
515φόρου βεβαίως.
516§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτη-
517δευμάτων καὶ τοῦ οἴνου ἐπῆλθεν αὔξησίς τις.
518Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἰσχυρίσθη, παραθέτων τὰς
519στατιστικὰς ταύτας πληροφορίας, ὅτι ἐκ τούτου πείθεται,
520ὅτι ἐπῆλθε κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν, ὅτι καὶ αἱ τάξεις
521τῶν γεωργῶν καὶ γαιοκτημόνων ὑπέστησαν τὸν κάματον
522αὐτὸν κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς παρέστησεν.
523Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔν-
524νοιαν νὰ παραχθῇ τοιοῦτο πόρισμα; Τοὐναντίον προκύπτει
525ἐξ ὅσων ἀνεκοίνωσα ὑμῖν ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημο-
526σίων βιβλίων, ἤτοι, ὅτι οὐδεὶς ἐπῆλθε κάματος, καὶ ὅτι τὰ
527ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιτευχθέντα κατὰ τὸ 1887, ὑπῆρξαν
528ἀνώτερα τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1886, καὶ ὅταν ληφθῇ
529ὑπ’ ὄψει ἡ προσθήκη τῶν 20%, καὶ ἡ μικρὰ αὔξησις, ἡ
530γενομένη εἰς τὸν φόρον ἐπιτηδευμάτων καὶ οἴνου. Οἱ ἔμμεσοι
531φόροι προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1886 εἰς 47,777,500,
532ἐβεβαιώθησαν 37,114,555, εἰσεπράχθησαν δὲ 36,392,187.
533Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθησαν 47,944,700, ἐβεβαιώθη-
534σαν 44,278,720, εἰσεπράχθησαν 43,507,925.
535Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς
536τούτους δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς εἰσπράξεις τοῦ Ὀκτω-
537βρίου τοῦ 1888, διότι γινώσκομεν μόνον ἐν συνόλῳ πόσαι
538εἶναι αἱ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου εἰσπράξεις, δὲν γινώσκομεν ὅμως
539ποῖαι ἐξ αὐτῶν δέον νὰ καταλογισθῶσιν εἰς ἃ ἀνήνεγκον
540ὑμῖν προηγουμένως ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
541Ἔχομεν λοιπὸν διαφορὰν εἰσπράξεως καὶ ὡς πρὸς τοὺς
542ἐμμέσους φόρους 7,000,000 περίπου.
543Ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς τὸ πρῶ-
544τον ἐζήτησε νὰ ἐξετάσῃ, ὁποία ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὰ εἰ-
545σαγωγικὰ τέλη, καὶ ἀνεβίβασεν αὐτὴν εἰς 55%, ἐξ ὧν
54619% ἐπεβλήθησαν τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ εἰσηγήσει αὐτοῦ.
547Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν, κατέφυγε πρὸ
548πάντων εἰς τὴν ἐξέτασιν ὡρισμένων τινῶν εἰδῶν, ἵνα δικαιο-
549λογήσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀπροθυμίαν εἰς τὴν κατανάλωσιν,
550πολὺν δὲ ἐποιήσατο λόγον περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ εἰσπραχ-
551θέντος κατὰ τὸ 1887 ποσοῦ ἐξ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς
552ζακχάρεως καὶ ἐπὶ τοῦ καφὲ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς εἰσπρά-
553ξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Συνέπεσε νὰ κρατῇ εἰς χεῖρας
554βιβλίον στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι
555ἀκριβὲς, διότι τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, ὡς πολλάκις
556ἐλέχθη καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ἦτο ὠργανισμένον πρό τινος ὡς
557ἔδει· ἴσως ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς δυνάμεθα νὰ ὑπολογίζωμεν
558ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν δημοσιευομένων ὑπ’ αὐτοῦ στατιστι-
559κῶν πληροφοριῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πε-
560ποίθησιν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε δημοσιευθείσας τοιαύτας. Ἔχο-
561μεν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας ἐξη-
562κριβωμένα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν πᾶσαν
563ἡμῶν κρίσιν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ
564τὴν μέθοδον, τὴν ὑποδειχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κε-
565φαλληνίας βουλευτοῦ, τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν τῆς ζακχάρεως καὶ
566τοῦ καφέ· ἤτοι οὐχὶ μεταξὺ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1887, ἀλλὰ
567μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888· διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ,
568ὅτι, ὅταν ὡς πρὸς τινα εἴδη τὰ τέλη ἦναι μεγάλα, κατὰ τὸ
569πρῶτον ἔτος δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν ἐλαττοῦται ἡ κατανά-
570λωσις, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν τὰ ἐλλείψαντα ποσὰ δὲν
571εἰσήχθησαν ἄλλως εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως καὶ
572οὐχὶ διὰ τῶν τελωνείων. Ὡς πρὸς τὰ ἐπὶ τῶν δύο τούτων
573εἰδῶν τέλη, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ἐντεῦθεν
574ὑποστηριχθὲν, ὅτι ταῦτά εἰσι παρ’ ἡμῖν ἐξόχως ὑπερβολικὰ,
575διότι καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ἐπιβάλλεται ἐπ’ αὐτῶν τὸ
576αὐτὸ καὶ μεῖζον ἔτι τέλος. Κυρίως, ἵνα κρίνῃ τις, ἐὰν ἐπῆλθε
577χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν
578τὸ ποσὸν, τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ὅτε ἐπεβλήθη
579φόρος ἀνώτερος, εἶναι ἧσσον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ ἑπό-
580μενον ἔτος, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
581Κεφαλληνίας βουλευτὴς, τὰ ὑπάρχοντα ἀποταμιεύματα,
582καὶ πρὸ πάντων αἱ ἕξεις τοῦ παρελθόντος, δὲν ἐπιτρέπουσι
583νὰ παρατηρηθῇ ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τοῦ βαρέως δασμοῦ ἐλάτ-
584τωσις. Λοιπὸν μεταξὺ τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1888 πρέπει νὰ ἐξε-
585τάσωμεν, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ, τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς
586γνωστοὺς μῆνας ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμ-
587βρίου. Ἰδοὺ δὲ τί ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων τῆς
588τελωνιακῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ
5891887 εἰσήχθη ζάκχαρις ἐξ ὀκάδων 266,339, τὸ 1888 εἰ-
590σήχθη ζάκχαρις ἐξ ὀκάδων 395,573, κατὰ τὸν μῆνα Φε-
591βρουάριον, τὸ 1887 εἰσήχθη ζάκχαρις 336,799 ὀκάδων, τὸ
5921888, 389,927. Κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον εἰσήχθη ζάκχα-
593ρις, τὸ 1887, 363,075 ὀκάδων, τὸ 1888, 410,852 ὀκά-
594δων. Κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον τοῦ 1887 εἰσήχθη ζάκ-
595χαρις ἐξ ὀκάδων 335,076, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ
5961888 εἰσήχθη ἐξ ὀκάδων 341,043. Κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον
597τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκ. 348,508, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχ-
598θησαν ὀκ. 447,576. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ 1887 εἰ-
599σήχθησαν ὀκ. 408,321, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ.
600479,183. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκά-
601δες 387,838, κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 390,935. Κατὰ
602τὸν μῆνα Αὔγουστον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 316,778,
603κατὰ δὲ τὸ 1888 ὀκάδες 345,334. Κατὰ δὲ τὸν μῆνα Σε-
604πτέμβριον τοῦ 1887 εἰσήχθησαν ὀκάδες 317,666, ἐνῷ κατὰ
605τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 407,404.
606Δηλαδὴ κατὰ τὸ 1887, εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐννέα τού-
607των μηνῶν, εἰσήχθησαν ζακχάρεως ὀκάδες 3,080,400, ἐνῷ
608κατὰ τὸ 1888, εἰς τὸ διάστημα τῶν αὐτῶν μηνῶν, εἰσήχθη-
609σαν 3,607,827 ὀκάδες.
610Παρατηρῶ δὲ, πρὸς ἁπλῆν πληροφορίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι,
611ἐπειδὴ οἱ πίνακες οὗτοι, καίπερ κατατεθέντες εἰς τὴν
612Βουλὴν, δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι εἰς τοὺς Βουλευτὰς, κατέ-
613φυγον εἰς τὸ τελωνιακὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
614νομικῶν, ὅπερ πρὸ πολλοῦ μὲν εἶχε δημοσιεύσει διὰ τῆς
615«Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» τοὺς μέχρις Αὐγούστου πί-
616νακας, εἶχε δὲ συνάμα ἑτοίμους πρὸς δημοσίευσιν τοὺς τοῦ
617μηνὸς Σεπτεμβρίου, παρὰ τοῦ τμήματος δ’ αὐτοῦ ἔλαβον
618ἐπίσημον ἀντίγραφον, ἐξ οὗ ἀρύομαι τοὺς ὁποίους ἀνεκοί-
619νωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς, ὡς ἐξαγομένους ἐκ τῶν δη-
620μοσίων βιβλίων.
621Μεταβαίνω νῦν εἰς τὰ τοῦ καφέ. Δὲν ἀριθμῶ πάλιν κατὰ
622μῆνα, περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ σύνολον. Κατὰ τὸ 1887,
623κατὰ τοὺς αὐτοὺς, ὡς ἀνωτέρω, ἐννέα μῆνας, ἐτελωνίσθη κα-
624φὲς ἐξ ὀκάδων 729,988, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888, κατὰ τοὺς αὐ-
625τοὺς μῆνας, ἐτελωνίσθη καφὲς ἐξ ὀκάδων 777,664.
626Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς πρὸς ὑποστήριξιν
627τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ἐπῆλθεν ἀπροθυμία εἰς τὴν κατανά-
628λωσιν, ἐπεκαλέσθη τὰ γινόμενα, ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα εἴδη.
629Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησε μέχρις ἐδῶ, ἐπραγματεύθη πλατύ-
630τερον, διεξοδικώτερον, τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ σιτηρά.
631Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα μετ’ ἐκπλήξεως τοῦ ἀξιο-
632τίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἀφηγηθέντος ἐντεῦθεν πρὸς
633τὴν Βουλὴν ἐπεισόδιόν τι, τὸ ὁποῖον (κατ’ αὐτὸν) ἐπήνεγκε
634τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν τοῦ ἔτους
6351887. Καὶ πάλιν ἐνταῦθα εὑρίσκει ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλάβῃ
636πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶχεν ἰδιαιτέραν στοργὴν ὁ κ. Πρωθυ-
637πουργὸς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Εἶπε λοιπόν, ὅτι κατὰ
638τὸ τέλος τοῦ 1887 διεδόθη, ὅτι ἐπέκειτο ἡ αὔξησις τοῦ
639εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ κατὰ
640τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1887 τὰ τέλη, τὰ εἰσπραχθέντα
641ἐκ σιτηρῶν, ὑπῆρξαν ἀνώτερα, ἀφ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ ὦσιν· ὡς
642ἐκ τοῦ αὐτοῦ δὲ λόγου τὰ μὲν τελωνιακὰ ἔσοδα τοῦ 1887
643ἐγένοντο ἀνώτερα, τὰ δὲ τοῦ 1888 φυσικῶς ἠλαττώθησαν.
644Διὰ τούτων ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσα-
645γωγῆς σιτηρῶν κατὰ τὸ 1887 καὶ 1888. Προσεπάθησεν,
646ἄλλαις λέξεσι, ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου
647Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐὰν ἐπῆλθε μικρά τις
648ἐλάττωσις εἰς τὰς ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰσπράξεις τοῦ
649Δημοσίου, αὕτη ὀφείλεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1888
650εἰσαχθέντα σιτηρὰ ὑπῆρξαν ἐλάσσονα τῶν εἰσαχθέντων κατὰ
651τὸ 1887· λέγω ἠμφισβήτησε τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν, διότι
652ῥητῶς εἶπεν, ὅτι πολλὰ σιτηρὰ εἰσήχθησαν κατὰ τοὺς τε-
653λευταίους μῆνας τοῦ 1887, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ 1888
654αἱ ἀποθῆκαι τῶν σιτεμπόρων ἦσαν πλήρεις καὶ δὲν ἦτο
655δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι τοιαῦτα κατὰ τὸ 1888 ποσότητος
656τοιαύτης, ὅση ἄλλως ἤθελεν εἰσαχθῆ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι
657ἀνάγκη ν’ ἀνασκευάσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, διότι δὲν ὑπο-
658λαμβάνω αὐτὸν σπουδαῖον, καθόσον, καὶ ἀληθὴς ἂν ὑποτεθῇ
659ἡ διάδοσις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγι-
660κοῦ τέλους τῶν σιτηρῶν, δὲν ἠδύνατο αὕτη μόνη νὰ πείσῃ
661τοὺς σιτεμπόρους νὰ τελωνίσωσι τὰ σιτηρὰ αὐτῶν, νὰ κατα-
662θέσωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν καὶ νὰ πληρώσωσι τὰς ἀπο-
663θήκας των· ἄλλως τε κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν ἡ Βουλὴ συνε-
664δρίαζεν, οὐδεὶς δὲ οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ αὐξήσεως τοῦ
665εἰσαγωγικοῦ τέλους, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὰ σιτηρά. Κατὰ
666τὴν κατάστασιν, τὴν ἐπίσημον, τῶν μέχρι τέλους Σεπτεμ-
667βρίου τοῦ 1888 τελωνισθέντων σιτηρῶν προκύπτει τὸ ἑξῆς
668ἐξαγόμενον· κατὰ τὸν Σεπτέμβριον 1887 εἰσήχθησαν σίτου
669ὀκάδες 10,641,482, κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1888 εἰσή-
670χθησαν μόνον 7,812,475· ἀραβοσίτου κατὰ τὸ 1887 εἰσή-
671χθησαν 269,495 ὀκάδες, κατὰ τὸ 1888 μόνον 174,791·
672τῶν λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσήχθησαν κατὰ τὸν
673Σεπτέμβριον τοῦ 1887 ὀκάδες 1,520,240, ἐνῷ κατὰ τὸν
674αὐτὸν μῆνα τοῦ ἔτους 1888 εἰσήχθησαν μόνον 149,270.
675Ἐν συνόλῳ δὲ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου
676εἰσήχθησαν κατὰ μὲν τὸ 1887 σίτου ὀκ. 87,544,169, ἐνῷ
677κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκάδες 73,256,821. Ἀραβο-
678σίτου κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσήχθησαν ὀκ. 10,565,419, ἐνῷ
679κατὰ τὸ 1888 εἰσήχθησαν ὀκ. 4,466,990. Ἐκ δὲ τῶν
680λοιπῶν δημητριακῶν καρπῶν, κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσήχθη-
681σαν ὀκάδες 8,254,390, κατὰ δὲ τὸ 1888 μόνον ὀκάδες
6823,027,682. Ἐκ τούτων προκύπτει ἐλάττωσις τῶν κατὰ τὸ
6831888 εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ δραχμῶν
684708,581. Δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἐλάττωσις, ὅση φαίνεται ἐκ τῶν
685σιτηρῶν, ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ μέχρι
686τέλους Ὀκτωβρίου 1888 εἰσπραχθέντα, διότι εἶναι πολὺ
687ἐλάσσων, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ ¾ τοῦ ποσοῦ τούτου προέρ-
688χονται ἐκ τῆς ἐλάσσονος εἰσαγωγῆς σιτηρῶν κατὰ τὸ 1888.
689Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς, ὅτι τὸ 1888, ὡς πρὸς τὰ
690σιτηρὰ ὑπῆρξεν ὄχι ἀπολύτως εὔφορον, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως
691εὐφορώτερον τοῦ 1887. Μεταξὺ ἡμῶν παρακάθηνται οἱ
692ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ δύνανται
693οὗτοι νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ
694Θεσσαλία, ὄχι μόνον δὲν ἐξήγαγε σιτηρὰ, ἀλλὰ τοὐναντίον
695εἰσήγαγεν ἔξωθεν, κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξήγαγε 300,000
696κοιλῶν διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου, καὶ 100.000 περίπου διὰ
697ξηρᾶς.
698§13ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τίνας μῆνας;
699§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα
700εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορᾷ εἰς τοὺς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου
701μῆνας, ἀλλὰ, διὰ νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν σας, παρατηρῶ, ὅτι
702οἱ σιτέμποροι κυρίως γινώσκουσιν, ἢ μᾶλλον προγινώ-
703σκουσι τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, ἑπομένως εἰς
704ἐποχὴν, καθ’ ἣν προβλέπουσιν, ὅτι ἡ ἐσοδεία ἐν Θεσσα-
705λίᾳ, ἢ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μικρὰ, βεβαίως
706ποιοῦνται προμήθειαν ἀνωτέραν, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο,
707ἐπειδὴ ὑπῆρχε βεβαιωμένη ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐσοδεία, αἱ
708προμήθειαι ἦσαν κατώτεραι, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶσι κάτοχοι
709ξένων σιτηρῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὰ σιτηρὰ τῆς Θεσσαλίας
710ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὴν κατανάλωσιν, διότι ἄλλως ἤθελον
711ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσωσιν εἰς τιμὰς κατωτέρας ἐκείνων, εἰς
712τὰς ὁποίας εἶχον ἀγοράσει αὐτά.
713Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἡμῶν εἶναι, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπῆλθε κατα-
714πόνησις ἢ κάματος εἰς τὴν παραγωγὴν, νομίζω, ὅτι εἶναι
715ἀναγκαῖον νὰ πραγματευθῶμεν λεπτομερέστερον τὸ ζήτημα.
716Σᾶς εἶπον, ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, μεταξὺ τοῦ
7171887 καὶ τοῦ 1888 ὑπάρχει μία τις διαφορὰ, ὅτι τὰ φο-
718ρολογηθέντα ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ τὰ 1888 ἦσαν 201,
719723, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 ἀνήρχοντο εἰς μόνον 198,592.
720Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ποιοῦμαι σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ 1886
721καὶ τοῦ 1888· κατὰ τὸ 1886 παρήχθη καπνὸς ἐξ ὀκάδων
7222,232,000, ὅστις ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἔγγειον φόρον, τὸν κε-
723χωρισμένον τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως· κατὰ τὸ 1888
724ὁ παραχθεὶς καὶ φορολογηθεὶς καπνὸς ἀνῆλθεν εἰς 3,128,
725148. Ὁ βαρὺς φόρος, ἢ ἡ προσθήκη τοῦ 20%,
726ἢ καὶ αὐτὰ τὰ καπνοκοπτήρια, ὡς βλέπετε, οὐ μόνον δὲν
727συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ κα-
728πνοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον, εἰς τὴν αὔξησιν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς
729τὰ κουκούλια, τὸ ποσὸν αὐτῶν κατὰ τὸ 1885 ἀνήρχετο
730εἰς ὀκάδας 11,073, κατὰ τὸ 1886 εἰς 31,626, κατὰ δὲ
731τὸ 1887 ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 50,618, ὥστε καὶ ὡς πρὸς τὰ
732κουκούλια βλέπετε, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις. Περιττὸν δὲ νὰ σᾶς
733εἴπω, ὡς πρὸς τὴν σταφίδα, τὴν μεγάλην μεταξὺ τοῦ 1887
734καὶ 1888 διαφοράν· διότι εἶναι δυνατόν τινες νὰ ἰσχυρισθῶ-
735σιν, ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς περιστάσεις,
736ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ σταφιδοκτήμονες δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ
737καμάτου πρὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20%, ὥστε
738νὰ ἐλαττώσωσι τὴν παραγωγήν των, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ
739τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν λίτραι 196,343,000, κατὰ τὸ 1887
740ἐφορολογήθησαν λίτραι 236,742,000. Ὡς πρὸς τὰ ζῷα εἶναι
741ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐπῆλθεν ἐκ τῆς προσ-
742θήκης τῶν 20% ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1887, ἢ κατὰ τὸ
7431888, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1886. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἐξαγόμενον
744συγκρίσεως, στηριχθείσης ἐπὶ τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον κατε-
745τέθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν πρό-
746βατα καὶ αἶγες 4,597,297, κατὰ τὸ 1887 4,601,644,
747κατὰ τὸ 1888, χάρις εἰς τὴν προσθήκην τῶν 20%,
748τὸ ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 6,178,353· ὡς πρὸς τὰ ζῷα τὰ με-
749γάλα, κατὰ τὸ 1886 ἐφορολογήθησαν 275,897, κατὰ τὸ
7501887 275,954 καὶ κατὰ τὸ 1888, ὡς ἐκ τῆς προσθήκης
751τῶν 20%, ἀνῆλθον εἰς 371,858· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ
752ὄνοι ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 20% δὲν ἠλαττώθησαν
753(ἱλαρότης)· κατὰ τὸ 1886 ἦσαν 90,218, κατὰ τὸ 1878
75491,549, κατὰ τὸ 1888 ηὐξήθησαν εἰς 121,593· ἀλλὰ τὸ
755αὐτὸ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τοὺς χοίρους, διότι, ἐνῷ εἴχομεν
756κατὰ τὸ 1886 19,000, καὶ κατὰ τὸ 1887 ἔλασσον τού-
757του, τὸ 1888, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχει ἡ ὑπηρεσία, θ’ ἀνέλ-
758θωσιν εἰς 90,000.
759§15ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν φοβεῖσθε μήπως εἶναι κἀμμία συμπαι-
760γνία τῶν ἐνοικιαστῶν;
761§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· καθὼς γινώσκετε, ὡς πρὸς τὸν
762φόρον τῶν ζῴων λειτουργεῖ ἤδη ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος κατέ-
763στησε σχεδὸν καὶ τὰς ἀναθεωρητικὰς καταμετρήσεις περιτ-
764τάς, διότι αἱ δηλώσεις ἤδη δὲν γίνονται, ὅπως καὶ κατὰ τὸ
765παρελθόν, ἀλλ’ ὑπό τι σύστημα ἀλληλεγγύης τῶν κτηνο-
766τρόφων ἑκάστου χωρίου, ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν λαμβάνουσι
767χώραν αἱ παραλείψεις, αἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγίνοντο,
768καθόσον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν συνειθισμένοι νὰ μὴ δηλώνωσι
769τὰ ζῷά των, ἤδη ἐδήλωσαν αὐτὰ ἀκριβέστερον.
770Συνήθως οἱ οἰκονομολόγοι, προκειμένου νὰ κρίνωσι περὶ
771τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας ἑνὸς τόπου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ
772παρελθόν, λαμβάνουσιν ὡς μέτρον τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημο-
773σίου ἐκ τῶν φόρων καταναλώσεως· διότι αὐτοὶ κυρίως εἶναι
774ἐνδεικτικοὶ τῆς προόδου, τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐμπορικῆς. Ἐὰν
775ἐξετάσητε οἱονδήποτε ἐκ τῶν διασήμων οἰκονομολόγων, τῶν
776καλουμένων νὰ κρίνωσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας ἑνὸς
777τόπου, θὰ ἴδητε αὐτὸν φέροντα ὡς παράδειγμα τοὺς φόρους
778ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὸ χαρτόσημον, τὰ τέλη ἐκ
779τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τὰ δικαιώματα
780εἰσιτηρίων (ἀτμοπλοίων καὶ σιδηροδρόμων), τὰ ταχυδρομεῖα
781καὶ τὰ τηλεγραφεῖα. Εἶναι λίαν εὔκολον νὰ ἐξετάσωμεν,
782ὁποῖαι εἶναι ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἡμε-
783τέρου δημοσίου ταμείου κατὰ τὸ 1885, 1886 καὶ 1887·
784τὸ 1885 αἱ εἰσπράξεις ἡμῶν ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων ἀνῆλθον
785εἰς 9,500,000, τὸ 1886 εἰς 10,700,000, κατὰ δὲ τὸ
7861887 εἰς 11,525,000· ἤτοι ἔχομεν διαφορὰν 800,000 πρὸς
787τὸ 1886 καὶ 2,000,000 πρὸς τὸ 1885.
788Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἔσχεν ἐπιχείρημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρ-
789καδίας βουλευτής, ἵνα σᾶς ἀποδείξῃ τὴν ἐπελθοῦσαν κατα-
790πόνησιν, ὄχι μόνον ἐκ τῆς προσθήκης τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ
791ἐκ τοῦ τρόπου, καθόσον ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων λειτουργεῖ,
792ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἐκτελοῦσι
793τοὺς νόμους τοὺς φορολογικούς. Ὡς παράδειγμα δὲ ἐπεκα-
794λέσθη τὰ στέμφυλα (τσίπουρα), καὶ ἀνέγνω ἐντεῦθεν ἐπι-
795στολὴν ἔκ τινος πόλεως τῆς Πελοποννήσου, καθ’ ἣν πρό-
796σοδος 40,000 δραχ. περίπου, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἤθελε πο-
797ρισθῆ ἡ ἐπαρχία ἐκείνη, κατεστράφη ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ
798φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Προσέθηκε δὲ ὁ ἀξιό-
799τιμος προαγορεύσας, ὅτι προστασίαν ἰδιάζουσαν ἡ Κυβέρ-
800νησις διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπέδειξεν ὑπὲρ τῶν μεγάλων
801ἐργοστασίων, τὸν παρὰ τὸν Πειραιᾶ ἱδρυμένων, καὶ ὅτι διὰ
802τοῦ νόμου ἐκείνου κυρίως ἐσκόπει νὰ καταστρέψῃ τὴν μικρὰν
803βιομηχανίαν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν προστασίαν μὲν, τὴν χορη-
804γηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὲρ
805τῶν παρὰ τὸν Πειραιᾶ τοιούτων ἐργοστασίων, ἐν οἷς παρά-
806γεται οἰνόπνευμα, πάντες γινώσκετε, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ περὶ
807τούτου νόμος, ὅτι οὐ μόνον προστασία τις δὲν ἐχορηγήθη
808πρὸς αὐτά, ἀλλά, τοὐναντίον, ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὰ φο-
809ρολογία κατέστησε δύσκολον τὴν περαιτέρω λειτουργίαν
810αὐτῶν. Τοῦ νόμου ἐκείνου σκοπὸς ἦτο κυρίως νὰ προστα-
811τευθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγή, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ οἰνόπνευμα,
812τὸ παραγόμενον ἐκ στεμφύλων, ἢ ἐκ σταφυλῶν καὶ οἴνου,
813τὸ ὑπέβαλεν εἰς ἀσυγκρίτως κατώτερον φόρον ἐκείνου, τὸν
814ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἐν τοῖς
815μεγάλοις ἐργοστασίοις ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, καὶ ἰδίως ἐξ
816ἀραβοσίτου, εἰσαγομένου ἔξωθεν. Συμβαίνει ὅμως ἀληθῶς
817δυσάρεστόν τι εἰς τοὺς τὸ πρῶτον ἐφαρμοζομένους φορολογι-
818κοὺς νόμους· οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμο-
819γὴν αὐτῶν, νὰ μὴ κατανοῶσι τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τοῦ νομο-
820θέτου, καὶ νὰ περιπίπτωσιν εἰς λάθη, ἐξ ὧν ἐγείρονται παρά-
821πονα, ἐπὶ βλάβῃ βεβαίως τῆς δημοτικότητος τῆς Κυβερνή-
822σεως· τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
823φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ὡς πρὸς τὰ στέμ-
824φυλα, ἢ μᾶλλον ὡς πρὸς τὴν σοῦμαν ἢ εἶδος οἰνοπνεύματος,
825παραγόμενον ἐκ τῶν στεμφύλων, τὸ ὁποῖον κυρίως οἱ ἰδιο-
826κτῆται ἀμπέλων ἢ σταφιδαμπέλων παράγουσι πρὸς ἰδίαν
827των χρῆσιν. Ὑπέλαβον οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν
828τοῦ νόμου τούτου ὑπάλληλοι εἴς τινας τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι
829δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀμπελοκτήμονες, καὶ ὅταν πρὸς
830ἰδίαν χρῆσιν κατεσκεύαζον τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ οἰνοπνεύμα-
831τος, νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν· τὰ παράπονα ὅμως
832ταῦτα ἦλθον εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνη-
833σις ἔσπευσε δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς τοῦ
834Κράτους, νὰ δηλώσῃ πρὸς αὐτὰς, ὅτι οὐδεμία ἐπιτρέπεται
835καταδίωξις, εἰμὴ μόνον, ὅταν πρόκηται περὶ σούμας, ἡ
836ὁποία χρησιμεύει πρὸς ἐμπορίαν· ἐνέδειξε δὲ διὰ τῆς ἐγκυ-
837κλίου ταύτης, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐκ τοιούτων στεμφύλων παρά-
838γων σοῦμαν πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ταύτην πρὸς ἰδίαν
839του χρῆσιν, εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται φορολογίαν, ἀφοῦ καὶ
840εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται καταδίωξιν· εὐθὺς ὅμως, ὡς οὗτος
841ἤθελε τὸ προϊόν του νὰ μεταπωλήσῃ χάριν ἐμπορίας, τότε
842βεβαίως ὁ νόμος τὸν φορολογεῖ· τοῦτο δὲ κυρίως συνέβη εἰς
843τὰς ἐπαρχίας, ἐν αἷς δὲν εἶναι ἐγκατεστημένα ἐργοστάσια
844μεγάλα, ἔχοντα μηχανήματα τῆς δευτέρας ἀποσταλάξεως,
845καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ παράγοντες τὴν σοῦμαν ἐκ τῶν ἰδίων
846στεμφύλων δὲν εἶχον τὴν εὐκολίαν νὰ τὴν μεταπωλήσωσι
847πρὸς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, πρὸς περαιτέρω κατεργασίαν.
848Καὶ ἐγὼ, καὶ ἕτεροι Βουλευταὶ, ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπο-
849λίτευσιν, συνέπεσε νὰ λάβωμεν πληροφορίας περὶ τῶν γενο-
850μένων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὅτε προσήλ-
851θομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦντες ἐξη-
852γήσεις περὶ τούτου, εὕρομεν ληφθεῖσαν ἤδη πρόνοιαν ὑπὸ
853τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἐγκυκλίου, ἥτις
854ἀκριβῶς λέγει εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, ὅτι δὲν ὑποβάλ-
855λονται εἰς τὰς καταδιώξεις, τὰς ἐκ τοῦ οἰκείου νόμου προ-
856βλεπομένας, εἰμὴ μόνοι οἱ μεταπωλοῦντες τὴν ὑπ’ αὐτῶν
857κατασκευασθεῖσαν σοῦμαν. Ὑποχρεοῦνται μὲν καὶ οἱ δι’
858ἰδίαν αὐτῶν χρῆσιν ἐκ τῶν ἰδίων στεμφύλων κατασκευά-
859ζοντες σοῦμαν, ἤ τι προσόμοιον πρὸς αὐτὴν πνευματῶδες
860ποτὸν, νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ ἄδειαν καὶ νὰ δηλῶσι μετὰ τὴν
861λῆξιν τῆς ἐργασίας των τὸ ποσὸν τῆς παραχθείσης σούμας,
862ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ παραχθὲν οἰνόπνευμα μεταχειρίζονται
863πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν, ἡ δήλωσίς των δὲν ἔχει εἰμὴ στα-
864τιστικὴν ἀξίαν, διότι εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται φορολο-
865γίαν. Ἐπὶ τέλους δὲ, εἶπεν εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς,
866ἐπειδὴ ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν τοῦ νόμου παρερμηνείαν,
867ὅτι, διὰ πᾶσαν τυχὸν βεβαιωθεῖσαν παράβασιν τῶν ἐπιβαλ-
868λομένων εἰς τοὺς κατασκευαστὰς σούμας ὑποχρεώσεων,
869ὀφείλουσι ν’ ἀναφέρωσι ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ
870ἀναμένωσι τὰς ἐπὶ τούτου διαταγάς του. Ὡς δὲ βλέπετε,
871δὲν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ
872προβαίνωσιν εἰς καταγγελίας πρὸς τὰς ποινικὰς ἀρχὰς,
873εἰμὴ ἀφοῦ ζητήσωσι προηγουμένως τὰς ὁδηγίας του.
874Ὥστε, Κύριοι, πείθεσθε, ἐξ ὅσων μετέδωκα ὑμῖν μελετῶν,
875στηριζομένων ἐπὶ ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἀπὸ τῶν δημοσίων
876βιβλίων, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὰ πορίσματα τοῦ
877προαγορεύσαντος δὲν εἶναι βάσιμα, οὐδὲ ἐνέδειξαν τὸ πα-
878ράπαν, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς τὴν παραγωγὴν κάματος ἢ χαλά-
879ρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν.
880Ἀλλά, Κύριοι, διατὶ μόνον εἰς τὰ πορίσματα ταῦτα, τὰ
881ἐκ τούτων προκύπτοντα, νὰ περιοριζώμεθα; Πάντες ἀντι-
882προσωπεύομεν νομούς, πάντες γινώσκομεν τὴν κατάστασιν
883τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἐρωτῶ δὲ πάντας ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε,
884γινώσκει τις ἐξ ὑμῶν γεωργὸν, ὅστις ἐγκατέλειψε τὸ ἔργον
885αὑτοῦ λόγῳ τῆς προσθήκης τῶν 20% ἐπὶ τοῦ φόρου
886τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; γινώσκει τις ἐξ ὑμῶν ἐπιτηδευ-
887ματίαν, ὅστις ἐγκατέλειψε τὸ ἐπιτήδευμά του, διότι ἐπῆλθε
888μεταβολὴ τοῦ νόμου, τοῦ φορολογοῦντος αὐτόν; γινώσκει
889τις ἐξ ὑμῶν συμπολίτην του, ὅστις, ἔχων σκοπὸν νὰ οἰκοδο-
890μήσῃ, ἀπετράπη ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν; (καίτοι οὗτος
891ἐψηφίσθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βου-
892λευτοῦ). Τοὐναντίον, ἐὰν περιέλθῃ τις τὴν πόλιν τῶν
893Ἀθηνῶν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἄπειροι ἀνεγείρονται οἰκοδομαὶ,
894πλείονες ἴσως ἢ ὅσαι ἀνεγείροντο πρὸ τοῦ τελευταίου φορο-
895λογικοῦ νόμου. Τίς δὲ ἔμπορος ἐγκατέλιπε τὸ ἔργον του
896ἕνεκα τῶν ηὐξημένων τελωνειακῶν τελῶν; Ἀπευθύνομαι
897εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, τὸν κ. Μουτσό-
898πουλον, ὅστις γινώσκει τὰ τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, πό-
899λεως, ἥτις ὑπέστη μεγάλην καταστροφὴν ἐκ τῆς ἐπισκηψά-
900σης παρ’ ἡμῖν πρὸ διετίας οἰκονομικῆς καὶ χρηματικῆς κρί-
901σεως, ὑπέστη δὲ ἐκ τῆς κρίσεως ἐκείνης τὴν μείζονα βλάβην,
902διότι οἱ τῇ ἐν πόλει ταύτῃ ἐμπορευόμενοι εἶχον τραπῆ ἐπὶ
903ἄλλα ἔργα. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Μουτσόπουλον, ἐὰν ὁ
904Πειραιεὺς τελευταίως ἦναι εἰς χείρονα ἢ τὸ παρελθὸν ἔτος
905κατάστασιν, ἐὰν δηλ. οἱ φόροι, οἱ ἐπιβληθέντες εἰς τὴν εἰσα-
906γωγὴν, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ βλαφθῇ ὁ Πειραιεὺς, ἢ ὄχι.
907Κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, ἡ ἐν Πειραιεῖ κατάστασις δὲν
908εἶναι βεβαίως ἀνθηρὰ, ἀλλ’ εἶναι σχετικῶς κρείσσων τῆς
909τοῦ παρελθόντος ἔτους.
910§17ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ
911Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ὁ Πειραιεὺς εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν
912κατάστασιν, τὸ ἐμπόριον ἐνεργεῖται καλλίτερον, αἱ ζημίαι,
913αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, προέκυψαν ἀπὸ κακοὺς ὑπολογισμούς·
914ἠγόρασαν οἰκόπεδα, ἔκαμαν οἰκοδομὰς πολλὰς, ἐδανείσθη-
915σαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆλθεν ἡ κρίσις ἡ μεγάλη· τώρα ἐβελ-
916τιώθη ἀρκετὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κρίσεως.
917§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Συγκεφαλαιῶν, Κύριοι, ὅσα σᾶς ἐξέθηκα,
918ἀφορῶντα εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν προαγορευσάντων περὶ
919τῆς ἐπελθούσης καταπονήσεως εἰς τὴν παραγωγὴν, καὶ
920τῆς χαλαρώσεως εἰς τὴν κατανάλωσιν, νομίζω, ὅτι καὶ διὰ
921τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρέθηκα ὑμῖν, καὶ διὰ τῶν
922ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, ἐπιχειρημάτων στη-
923ριζομένων εἰς τὰ πράγματα, ἔπεισα ὑμᾶς, ὅτι οὐδεμία, οὐδὲ
924ἡ ἐλαχίστη, ἐπῆλθε καταπόνησις τῶν παραγωγικῶν δυνά-
925μεων τοῦ τόπου.
926Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἀναφωνοῦσιν οἱ προαγορεύσαντες, πρὸς
927τί αὐταὶ αἱ θυσίαι; εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὸ καλὸν, τὸ
928ὁποῖον ἐκ τούτων προσδοκᾶται; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ θυ-
929σίαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
930νὰ ὑποβάλληται καὶ ἐπὶ σειρὰν ἔτι ἴσως ἐτῶν, ἀπέδωκαν
931καρποὺς, οἵτινες προήγαγον καὶ θέλουσι προαγάγει τὸν
932ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον, ἔσχον ἰδίως τὸ ἀποτέλεσμα νὰ δια-
933τηρηθῇ ἀκεραία ἡ τιμὴ τῆς χώρας ἡμῶν.
934Τὸ πρῶτον καὶ βέβαιον ἀποτέλεσμα αὐτῶν ἦν νὰ πραγ-
935ματοποιηθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887, ἐγγυῶνται δ’ ἀσφα-
936λῶς καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1888, καὶ, ἄν τι ἀπρόοπτον δὲν
937ἐπέλθῃ, καὶ τὸ τῶν ἑπομένων ἐτῶν.
938Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐπιτευχθέντος ἰσοζυγίου τοῦ 1887 ὁποῖαι
939παρήχθησαν ὠφέλειαι;
940Τὸ πρῶτον κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν εἰς τὸ Κράτος,
941ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεκοίνωσεν ὁ
942κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι νὰ ἀνορθωθῇ ἡ
943δημοσία ἡμῶν πίστις, ἐκ τῆς ἀνορθώσεως δὲ τῆς δημο-
944σίας ἡμῶν πίστεως ἐπῆλθεν ἀμέσως οἰκονομία εἰς τὰς πι-
945στώσεις, τὰς διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἀναγραπτέας ἐν τῷ
946Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, κατὰ δραχμὰς
9476,000,000. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βου-
948λήν, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν διενεμήθη εἰσέτι εἰς τοὺς κ. κ. Βου-
949λευτάς, παρέχει δι’ ἀριθμῶν πλήρη καὶ ἀναμφισβήτητον
950τὴν ἀπόδειξιν ταύτην.
951Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐμέμφθη τὸν
952ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὡς καταφεύγοντα εἰς οἰ-
953κονομικοὺς συνδυασμούς, ἢ ὡς ὁμιλοῦντα περὶ οἰκονομικῶν
954συνδυασμῶν, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ὁμιλῇ περὶ ἄλλων δανείων
955περὶ δανείων detourné, ὡς ἀποκαλοῦσι ταῦτα ἀλλαχοῦ.
956Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὔτε ἐν τοῖς λεξικοῖς, οὔτε παρὰ τοῖς
957τραπεζίταις, οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα μένουσιν, ἠδυνήθην νὰ εὕρω
958πλήρη τὴν ἐξήγησιν τῆς λέξεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον
959ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἡ λέξις ἐνδεικνύει δάνειον τοκογλυ-
960φικόν, δάνειον πραγματοποιούμενον μετὰ θυσίας μεγάλης
961τοῦ δανειζομένου. Φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν
962ὁποίαν ἐν Γαλλίᾳ ὡρίσθη ὁ νόμιμος τόκος εἰς 6%.
963Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτο ὁ τόκος οὗτος πρόσφορος πρὸς τὴν
964ἐποχήν, καθ’ ἣν διὰ νόμου ἐπεβλήθη οὗτος, οἱ τοκογλύ-
965φοι, ἵνα δανείζωσι τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην κατεπείγουσαν,
966ἴσως καὶ μὴ ἀπολύτως φερεγγύους, δὲν περιωρίζοντο νὰ χο-
967ρηγῶσιν εἰς αὐτοὺς χρήματα, ἀλλ’ ἐπώλουν πρὸς αὐτοὺς
968καὶ εἶδός τι, ἐνδύματα, φέρ’ εἰπεῖν, ὡρολόγια καὶ ἄλλα εἴδη,
969καὶ ὑπὸ τὸν τύπον πληρωμῆς τιμήματος διὰ τὰ εἴδη ταῦτα
970ἐκάλυπτον τὸν ὑπόλοιπον τόκον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπεβαρύνετο
971ὁ δανειζόμενος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως detourné.
972Ἀλλ’ ὑφίσταται ἄρα ἐνταῦθα ὁμοιότης τις; Δύναται δέ
973τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος βου-
974λευτὴς χαρακτηρίσας καὶ συγκρίνας τοὺς οἰκονομικοὺς συν-
975δυασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ τοιούτου εἴδους δάνεια;
976Ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων,
977τὸ συνομολογηθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι καὶ τοῦτο
978συνωμολογήθη, ὡς εἶπεν, οὐχὶ διὰ νὰ ληφθῶσιν ἐκ τούτου
979χρήματα, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐγένετο διὰ νὰ παραχθῇ ὑπὲρ
980ἐκείνων, οἵτινες τὸ ἐχορήγησαν, κέρδος ἔκτακτον ἐκ τῆς
981κατασκευῆς τῶν τριῶν θωρηκτῶν. Ἡ αἰτίασις αὕτη καὶ
982κατὰ τὸ παρελθὸν ἐντεῦθεν ἐξετοξεύθη, καὶ τότε παρὰ τῶν
983ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐδόθη ἡ ἀπαιτουμένη ἐξήγησις πρὸς
984τὴν Βουλήν, καὶ ἐγὼ δὲ τότε, ὢν ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαν-
985τήσω εἰς τινα τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπον,
986ὅτι, ὅτε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπρόκειτο
987νὰ συνομολογηθῇ, ἡ ὑπόθεσις τῶν πλοίων ἦτο ἤδη τε-
988τελεσμένη, ἤδη αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς
989τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, εἶχον περατωθῆ, καὶ τὸ
990τίμημα ἦτο ὁριστικῶς συμπεφωνημένον, μετὰ τῶν διοριῶν,
991κατὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ. Οὕτως εἶχον τὰ κατὰ
992τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ὅτε εὐτυχῶς προέκυψεν ἐν
993τῷ μέσῳ, συνεπείᾳ ἄλλων κυβερνητικῶν προσπαθειῶν, ἡ
994συνομολόγησις τοῦ δανείου. Καὶ βεβαίως δὲν ὠφέλησε τὸ
995δάνειον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν
996πλοίων, τοὐναντίον ὠφέλησε καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὸ
997Δημόσιον, διότι τὸ τίμημα τῶν πλοίων ἠλαττώθη ἀπὸ
99828 ἑκατομμυρίων εἰς 26 ἑκατομμύρια. Τίνες δὲ οἱ μετα-
999σχόντες τοῦ δανείου τούτου; Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ
1000Comptoir d’ Escompte, ἀλλ’ ἡ μετοχὴ αὐτοῦ εἰς τὸ
1001δάνειον ἐκεῖνο ἦν ἐλαχίστη, μὴ ὑπερβαίνουσα τὸ εἰκοστη-
1002μόριον· τὰ ἄλλα δέκα ἐννέα εἰκοστὰ ἀνελήφθησαν ἀπὸ
1003ἄλλους κεφαλαιούχους. Τὸ Comptoir d’ Escompte φαί-
1004νεται, ὅτι ἔχει μικρόν τι συμφέρον ἐκ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀνα-
1005λαβούσης τὴν κατασκευὴν τοῦ ἑνὸς μόνου ἐκ τῶν τριῶν
1006θωρηκτῶν. Πόθεν λοιπὸν τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη; ἐκέρδησε
1007καὶ ὡς πρὸς τὸ τίμημα τῶν πλοίων 2 ἑκατομμύρια, διὰ δὲ
1008τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 παρήχθη ἀκριβῶς τοσαύτη
1009ὠφέλεια ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ
1010ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ διὰ τὰ πλοῖα, νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸν
1011Προϋπολογισμὸν ἡμῶν οὐδὲ δι’ ἑνὸς λεπτοῦ δαπάνης.
1012Τὸ Comptoir d’ Escompte βεβαίως εἶχε συμφέρον τι
1013καὶ συνετέλεσε βεβαίως εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου
1014τῶν 135,000,000, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ προσπορίσῃ κέρδος εἰς
1015τοὺς κατασκευάζοντας τὸ ἓν πλοῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποτρέψῃ
1016τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ κατασκευάσῃ τὰ
1017πλοῖα ταῦτα εἰς ναυπηγεῖον ἀγγλικόν· καὶ βεβαίως εἶχεν
1018αὐτὸ τὸ ἠθικὸν συμφέρον, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συνομολό-
1019γησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ τοῦτο ἀπέβη ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἑλ-
1020ληνικοῦ Δημοσίου.
1021Πλὴν αὐτὰ τὰ δύο δάνεια, τὸ δάνειον τῶν 135,000,000
1022καὶ τὸ τῶν 15,000,000, τὸ κατόπιν γενόμενον, καὶ πάν-
1023τες οἱ ἄλλοι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, τῶν ὁποίων τὰ ἀπο-
1024τελέσματα ἐλαφρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους
1025κατὰ 6,000,000 μονίμως, δύνανται νὰ ἔχωσι τὸν χαρα-
1026κτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἰς
1027αὐτά;
1028Ἐν τούτοις τὸ κέρδος μέχρι τοῦδε, τὸ ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου
1029τοῦ 1887 προελθὸν, ἀπέβλεπεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ
1030κατεμετρήθη ὡς ἀνερχόμενον εἰς 6,000,000· ἀλλὰ δὲν ἐκέρ-
1031δησεν ἐκ τούτου καὶ ἡ κοινωνία; δὲν πρόκειται νὰ κερ-
1032δήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἡμετέρα κοινωνία; Βεβαίως ἡ
1033κοινωνία ὠφελεῖται ἐκ τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν οἰκο-
1034νομικῶν τοῦ Κράτους, διότι ἡ ἀνόρθωσις τῆς δημοσίας πί-
1035στεως δὲν εἶναι, ὥς τινες ἰσχυρίσθησαν, ἄσχετος πρὸς τὴν
1036ἐμπορικὴν καὶ κοινωνικὴν εὐεξίαν ἑνὸς τόπου. Τὸ παρά-
1037δειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος
1038βουλευτὴς, ὅτι γράφει εἰς τὴν ἱστορίαν ὁ Louis Blanc,
1039ὅτι, ὅτε εἰς Παρισίους ἦλθεν ἡ εἴδησις, ὅτι οἱ Γάλλοι κατε-
1040στράφησαν εἰς τὸ Waterlo, τὰ χρεώγραφα ὑψώθησαν, δὲν
1041ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, διότι
1042ὄντως ἡ καταστροφὴ τοῦ Ναπολέοντος ἐν Waterlo ἔσχεν
1043ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάπαυσιν τῶν πολέμων, εἰς τοὺς
1044ὁποίους ἦτο ἐκτεθειμένη τότε ἡ Εὐρώπη, καὶ ἑπομένως προ-
1045σέδιδεν εἰς πάντας τοὺς χρηματιζομένους τὴν πεποίθησιν,
1046ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἀλλ’
1047εἰς ποῖον Κράτος δύνασθε νὰ εὕρητε τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ
1048Κράτους εἰς χειρίστην κατάστασιν, τὴν δὲ κοινωνίαν εὐημε-
1049ροῦσαν καὶ προαγομένην; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω
1050οὐδὲν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους
1051εἶναι ἐλεεινὰ, ἡ δὲ ἐμπορικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐεξία εἶναι ἀν-
1052θηρά. Ἡ δημοσία λοιπὸν πίστις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐξασκεῖ
1053ἄμεσα ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐμπορικῆς
1054εὐεξίας τοῦ τόπου· οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει ὁ περὶ τούτου ἀμφι-
1055βάλλων. Ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὡς εἶπον, παρήγαγε τὸ
1056κέρδος τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, τὸ μέχρι τοῦδε γενόμενον, ἐγ-
1057γυᾶται δὲ καὶ περαιτέρω ἄλλα ἓξ ἑκατομμύρια κέρδος, ἂν
1058τὸ αὐτὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως.
1059Καὶ δὲν εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως τὸ
1060γεγονὸς, ὅτι ἤρξατο τὸ Κράτος νὰ δανείζηται ἄνευ ἐγγυή-
1061σεων, ἀλλὰ μὲ μόνην τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ὑποχρέωσιν; ὅτι,
1062ἄλλαις λέξεσιν, ἤρξατο νὰ κατατάσσηται εἰς τὴν χορείαν
1063τῶν ἐθνῶν, ἅτινα εἶναι ἀσυγκρίτως ἡμῶν προκεχωρημένα
1064καὶ ἐν τῷ πολιτισμῷ καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς; Ἡ ἀνόρθω-
1065σις τῆς πίστεως ἡμῶν ἔσχε βέβαιον ἀποτέλεσμα, νὰ καταβι-
1066βάσῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονεν εἰς τοὺς πιστωτὰς
1067αὑτοῦ, ἀπὸ 9, 8 καὶ 7% εἰς μόνον 6%. Σήμερον
1068οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιοῖ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου
1069τόκον ἀνώτερον τῶν 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς ὑπ’
1070αὐτοῦ καταβαλλομένου ποσοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ὅταν
1071κατορθοῦται ὁ ὑπὸ τοῦ Κράτους πληρονόμενος τόκος νὰ ἦναι
1072μικρὸς, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν τραπεζικῶν καὶ
1073ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν κοινω-
1074νίαν; Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν πολλοὶ ὑπέβαλλον εἰς τὴν
1075Ἐθνικὴν Τράπεζαν παράπονον, διατὶ δὲν ἐλαττόνει τὸν
1076τόκον αὐτῆς, καὶ ἡ Τράπεζα εὐλόγως ἀπήντα: «πῶς θέλετε
1077»νὰ τοκίσω τὰ ἐμὰ κεφάλαια ὀλιγώτερον τοῦ τόκου, τὸν
1078»ὁποῖον πληρόνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος»; Ἐπροτίμα δὲ
1079βεβαίως νὰ διαθέτῃ σπουδαῖον μέρος τῶν κεφαλαίων αὑτῆς
1080ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, ἀποφέροντα
1081τοιοῦτον ὑπὲρ αὑτῆς τόκον, καὶ μὴ ὑποβάλλοντα αὐτὴν εἰς
1082οὐδεμίαν ἐνόχλησιν ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Ὅταν ὅμως
1083κατωρθώθη, ὁ τόκος, ὁ πληρονόμενος πρὸς τοὺς πιστωτὰς τοῦ
1084Δημοσίου, νὰ μονιμοποιηθῇ εἰς τὰ 6%, δὲν φρονεῖτε,
1085ὅτι ἤρξατο παρ’ ἡμῖν καὶ ὁ τόκος ὁ ἰδιωτικὸς νὰ ἦναι
1086ἠπιώτερος; Ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε τὰ κεφάλαια τὰ τραπε-
1087ζικὰ ἤρξαντο παραχωρούμενα εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις μὲ
1088τόκον ἐλάσσονα τῶν 8%.
1089Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, ἡ ἐπελθοῦσα διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, νο-
1090μίζετε, ὅτι ἕτερα δὲν ἐγγυᾶται ἀγαθά; Νομίζετε, ὅτι ἡ
1091σύστασις Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης εἶναι ἄσχε-
1092τος πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους; Διατὶ
1093πρὸ δύο ἐτῶν οὐδεὶς ἔκρουε τὰ θύρας τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν
1094ἢ προσφερόμενος νὰ συστήσῃ παρ’ ἡμῖν Κτηματικὴν καὶ
1095Γεωργικὴν Τράπεζαν; Διατὶ, ἀφ’ ἧς ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ ἰσοζύ-
1096γιον παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐν
1097τῷ τόπῳ ὑπάρχει κοινωνικὴ εὐεξία καὶ ὀργῶσα εἰς πρόοδον
1098ζωὴ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις ἀντέσχεν εἰς τὰ βάρη, τὰ
1099μέχρι τοῦδε ἐπιβληθέντα εἰς αὐτὸν, ἐγκλείει ἐν αὑτῷ ἐπαρ-
1100κεῖς παραγωγικὰς δυνάμεις, ἔχει τὴν φιλοπονίαν καὶ δρα-
1101στηριότητα, ἥτις ἐγγυᾶται τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ
1102πλούτου, ἐμορφώθη συνάμα καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ σύστα-
1103σις μεγάλης Κτηματικῆς καὶ Γεωργικῆς Τραπέζης δύναται
1104καὶ εἰς τὸν τόπον νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς
1105κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μεταφέρει ἐνταῦθα τὰ κε-
1106φάλαιά των;
1107Ὑπῆρξαν οἱ μειδιάσαντες ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Πρωθυ-
1108πουργοῦ, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ
1109διαστήματος Κτηματικὴν καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν, εἶχε δὲ
1110δίκαιον νὰ εἴπῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς αὐτοὺς, ὅτι καὶ ἄλλοτε
1111ἐμειδιάσατε, ὅτε προανήγγειλα σχέδια περὶ κατασκευῆς σι-
1112δηροδρόμων καὶ ὁδῶν, καὶ ὅμως τὰ δημόσια ταῦτα ἔργα
1113ἤδη ἐτελέσθησαν καὶ λειτουργοῦσι. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν
1114εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνορθωθείσης δημοσίας ἡμῶν πίστεως
1115τὸ παρ’ ἡμῖν γενόμενον, δηλ. ἡ πρόνοια περὶ προεκτάσεως
1116τοῦ σιδηροδρομικοῦ συμπλέγματος, περὶ ἀναπτύξεως ἐν
1117γένει τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, περὶ κατασκευῆς ἔργων,
1118τὰ ὁποῖα ἔχουσι σκοπὸν νὰ διευθετήσωσιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν
1119σιτοφόρων ἐπαρχιῶν τὰς κοίτας τῶν ποταμῶν, καὶ νὰ πα-
1120ρασκευάσωσι τὰ μέσα πρὸς ἄρδευσιν καὶ λίπανσιν τῶν
1121γαιῶν τούτων;
1122Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν λόγων,
1123οἵτινες ἐντεῦθεν ἀνηνέχθησαν, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἠνορθώθη
1124ἡ δημοσία πίστις, κατετάχθη καὶ ἡ ὑπερτίμησις τῶν
1125χρεωγράφων, ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἔσχε τὴν τόλμην
1126νὰ εἴπῃ: «διατὶ σᾶς ἀποπλανᾷ ἡ ὑπερτίμησις τῶν Ἑλληνι-
1127κῶν χρεωγράφων; αὕτη ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ἑνὸς ῥεύ-
1128ματος, ἀφορῶντος εἰς πάντα τὰ χρεώγραφα τῶν Κρατῶν·
1129ὅτι, ἐνόσῳ ἔζη ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας Γουλιέλμος,
1130διετέλουν ὑπό τινα φόβον οἱ χρηματισταὶ, ὅτι ἀποθανόν-
1131τος ἐκείνου, οἱ φόβοι των εἶχον ἐπιταθῆ, ὡς ἐκ τῆς ἐπι-
1132σφαλοῦς ὑγείας τοῦ διαδεχθέντος αὐτὸν Φρειδερίκου, διότι
1133ὑπελαμβάνετο ὁ διάδοχος αὐτοκράτωρ φιλοπόλεμος· ὅταν
1134ὅμως εἶδον, ὅτι εἶναι φιλειρηνικὸς, ἀμέσως ἐτράπησαν εἰς
1135τὴν ὕψωσιν τῶν χρεωγράφων, καὶ οὕτω τὸ ῥεῦμα αὐτὸ ἠκο-
1136λούθησαν καὶ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα». Ἀλλ’ ὅταν τις ἐξε-
1137τάσῃ τὰ δελτία τῶν Χρηματιστηρίων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἔτους
1138καὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, θέλει ἰδεῖ πολλάκις τὰ χρεώ-
1139γραφα ἄλλων Κρατῶν ἀνελθόντα εἰς τιμὰς ἀσυγκρίτως
1140μείζονας τῶν προγενεστέρων, τὰ δὲ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα μὴ
1141ἀκολουθήσαντα τὴν ὕψωσιν τῶν ξένων χρεωγράφων, ἀλλὰ
1142μείναντα στάσιμα, πολλάκις δὲ, ἐνῷ τὰ ξένα ἀνυψοῦντο κατὰ
1143μίαν, τρεῖς καὶ δέκα μονάδας, τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα
1144ὠπισθοδρόμουν. Τώρα ὅμως εἶχον καὶ τοῦτο τὸ εὐτύχημα,
1145ὄχι νὰ συμπροοδεύσωσι μετ’ ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφήσω-
1146σιν ὀπίσω καί τινα αὐτῶν. Καὶ αἴφνης τὸ Ἰταλικὸν δάνειον,
1147τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν μηνῶν ἦτο εἰς τιμὴν ἀνωτέραν, ὅτε
1148τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἔλαβον αὐτὴν τὴν μεγάλην ὑπερ-
1149τίμησιν, αὐτὸ ὠπισθοδρόμησε κατά τινας μονάδας. Μόνον
1150ἑνὸς Κράτους χρεώγραφα ἔλαβόν τινα ὑπερτίμησιν, τὰ τῆς
1151Ἰσπανίας. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι δυσεξήγητον. Τῆς Ἰσπανίας
1152τὰ χρεώγραφα δὲν ἔλαβον τώρα τὸ πρῶτον αὐτὴν τὴν τι-
1153μὴν, τὴν εἶχον καὶ πρό τινων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὅτε τὰ ἐν Ἰσπανίᾳ
1154πράγματα διεταράχθησαν, καὶ ἐφοβοῦντο οἱ χρηματισταὶ τὴν
1155διατάραξιν τῆς τάξεως, τότε ἐπῆλθεν ὑποτίμησις· ὅτε δὲ
1156ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐν Ἰσπανίᾳ ἡ τάξις εἶναι
1157ἀσφαλεστέρα, τότε ὑπερετιμήθησαν. Ἀλλὰ ὡς τὸ σπουδαιό-
1158τερον τῶν ἐπιχειρημάτων ἐθεωρήθη ὑπό τινων τὸ προβληθὲν
1159ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπῆλ-
1160θεν οὐδεμία ὑπερτίμησις εἰς τὰ χρεώγραφα, καθόσον ταῦτα
1161ἁπλῶς ἀνέκτησαν τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὸ τῆς ἐπι-
1162στρατείας, διότι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἦτο φυσικὸν τὰ χρεώ-
1163γραφα νὰ ὑποτιμηθῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τῷ ὄντι σπουδαῖον, καὶ
1164μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐξετάσω, ὁποία ἦτο ἡ τιμὴ τῶν χρεω-
1165γράφων τῶν Ἑλληνικῶν πρὸ τῆς ἐπιστρατείας. Βεβαίως ἐν
1166ὥρᾳ ἐπιστρατείας ὑποβιβάζεται ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων,
1167εἶναι φυσικώτατον· ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐπιστρατείας εἰς τίνα
1168ἐπωλοῦντο ταῦτα τιμήν; Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸ δά-
1169νειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων· πρὸς τῆς ἐπιστρατείας αἱ ὁμο-
1170λογίαι τοῦ δανείου τούτου ἐτιμῶντο πρὸς 310–330, κατὰ
1171τὴν ἐπιστρατείαν εἶχον κατέλθει εἰς τὴν τιμὴν τῶν φρ.
1172250, τώρα δὲ ἔχουσι 420. Πρὸ τῆς ἐπιστρατείας μάλιστα,
1173εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος βουλευτής, ὡς
1174Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαπραγματευόμενος τὴν πώλη-
1175σιν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, παρε-
1176χώρει τοιαύτας πρὸς 310 ἢ 315, τῷ ἐδόθη δὲ ἡ τιμὴ τῶν
1177300 φράγκων· δὲν τὰς ἔδωκε, καὶ εἶχε δίκαιον ἀφ’ ἑνὸς νὰ
1178μὴ τὰς δώσῃ εἰς τόσῳ χαμηλὴν τιμὴν, ἄδικον ὅμως ὑπὸ
1179ἄλλην ἔποψιν, διότι, ἂν εἶχεν ἐν νῷ τὴν ἐπιστρατείαν, ἔπρεπε
1180νὰ πορισθῇ χρήματα ἀλλαχόθεν, καὶ τελευταίως νὰ κατα-
1181φύγῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἧς τὸ ποσὸν ἦτο
1182ἀνεπαρκὲς δι’ ἐθνικὸν πόλεμον.
1183Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, θέλων νὰ σᾶς πείσῃ,
1184ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς ἣν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα τιμῶνται νῦν ἐν
1185ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐνδεικνύει τὴν ἀνόρθωσιν
1186τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, κατέφυγεν εἰς ἕτερον ἐπιχεί-
1187ρημα. Σᾶς ἀνέφερε τὰ γενόμενα ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον
1188Μύλων–Καλαμῶν, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον τῆς Ἑλλη-
1189νικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη διαρκοῦντος τοῦ 1887,
1190καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει τὸν βαθμὸν τῆς πίστεως ἡμῶν,
1191εἶναι τὸ δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, τὸ ὁποῖον, ὡς καὶ
1192ἓν ἄλλο μικρὸν δάνειον τοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–
1193Ἀγρινίου, ἐπωλήθη πρὸς 73%.
1194Ἐνῷ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς τὰ τοῦ τοῦ σιδηροδρόμου
1195Καλαμῶν ἐπεκαλέσθη πρὸς ἀπόδειξιν τῆς δυσαρέστου θέσεως,
1196εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πίστις ἡμῶν εὑρίσκεται, ὁ ἀξιότιμος βου-
1197λευτὴς Ἀρκαδίας τὰ ἐπεκαλέσθη ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διὰ νὰ
1198ἀποδείξῃ, ὅτι κατὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου ἡ
1199Κυβέρνησις ὠλιγώρησε τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ παρε-
1200χώρησε τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ ἐκείνης, εἰς
1201ἣν ἠδύνατο νὰ τὸν παραχωρήσῃ.
1202Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, αἱ μελέται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ
1203σιδηροδρόμου Μύλων – Καλαμῶν δὲν ἔγειναν τελευταῖον, διε-
1204ξήχθησαν πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, καὶ αἱ μελέται αὐταὶ
1205ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἐν
1206φυλλαδίῳ, κυκλοφορήσαντι καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Κατὰ
1207τοὺς ἐνεργήσαντας τὰς μελέτας ταύτας μηχανικοὺς προϋπε-
1208λογίσθη ἡ δαπάνη ὡς ἀνερχομένη εἰς 113,000 φράγκων
1209κατὰ χιλιόμετρον. Ἔκτοτε ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν
1210ἡ Κυβέρνησις ἀνέμενε καὶ προεκάλει προσφορὰς κεφαλαιού-
1211χων, πολλοὶ δὲ τοιοῦτοι προσῆλθον, πάντες ὅμως ἠξίουν νὰ
1212τὸν ἀναλάβωσι μὲ τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 120,000. Γινώσκω
1213Ἄγγλον μηχανικὸν, ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα κατ’ ἐντολὴν
1214σπουδαίας ὁμάδος κεφαλαιούχων, καὶ ὅστις ἐμελέτησε καὶ
1215ἐπεσκέφθη τὴν γραμμὴν αὐτὴν ἐπισταμένως. Οὗτος, ἐκ συμ-
1216πτώσεως παρατυχών μοι ἐν Ἀθήναις, μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ σιδη-
1217ρόδρομος αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῇ εἰς τιμὴν
1218ἐλάσσονα τῶν 140 χιλ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἡ Κυβέρνησις,
1219μὴ δυναμένη νὰ προσφέρῃ τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν
1220ὁποίαν ὑπελόγισαν οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ, ἀπεφάσισεν ἐπὶ
1221τέλους, ἐπειδὴ ἀνεγνώριζε τὴν μεγάλην χρησιμότητα τοῦ
1222σιδηροδρόμου, ἐπειδὴ ἀπέδιδεν εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην πε-
1223ρισσοτέραν σπουδαιότητα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ὅσην
1224ἀπέδιδον οἱ μειδιῶντες τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀπεφά-
1225σισε νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν διὰ λογαρια-
1226σμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν Γαλλικὴν
1227ἀποστολὴν τῶν μηχανικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν
1228χρῆσιν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ. Ἐνετείλατο λοιπὸν αὐτῇ
1229νὰ ἐπιχειρήσῃ μελέτας ἐκτελέσεως, καὶ ἐπὶ ταῖς πληροφο-
1230ρίαις, τὰς ὁποίας εἶχε, περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο δαπα-
1231νητέον, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ἐπιτρέποντα τὴν
1232συνομολόγησιν δανείου πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου
1233τούτου δι’ ἐξόδων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνη-
1234σις οὕτω προὐχώρει εἰς τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, προσῆλ-
1235θεν εἰς αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἁρμόδιον πρόσωπον ἐκ
1236Βελγίου, ἐκπροσωποῦν ἑταιρίαν σοβαρὰν, καὶ διεπραγμα-
1237τεύθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἐδέχθη μόνον τὴν τι-
1238μὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ εἶχεν ὑπολογίσει
1239τὴν κατὰ χιλιόμετρον δαπάνην, ἀλλὰ καὶ ἄλλους ὅρους.
1240Ἐδέχθη ἐξαιρέτως κρείσσονα ποιότητα τοῦ κινητοῦ ὑλικοῦ,
1241ἐδέχθη, ὥστε αἱ καμπύλαι νὰ μὴ ἦναι τόσῳ μικραὶ, ὅσῳ
1242ἐπετράπη εἰς τοὺς κατασκευασθέντας ἤδη σιδηροδρόμους,
1243ἐδέχθη τέλος καὶ κλίσεις μικροτέρας, ἐδέχθη ἐν γένει ὅρους,
1244οἵτινες, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἄλλων, οἵτινες διε-
1245πραγματεύθησαν τὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἀνεβίβαζον
1246τὴν τιμὴν αὐτοῦ κατὰ χιλιόμετρον κατὰ 10,000 φράγκων
1247τουλάχιστον. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις εὗρε τοιαύτας ἐκ μέρους
1248αὐτοῦ προσφορὰς, ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὴν
1249παραχώρησιν τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν προσφερομένην οὕτω
1250Βελγικὴν ἑταιρίαν, καὶ νὰ μὴ κατασκευάσῃ αὐτὸν δι’ ἐξό-
1251δων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογοῦντο
1252τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα εἰς τὸν Ὑπουρ-
1253γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ προμηθείας τοῦ
1254ἀναγκαίου μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν
1255coupons τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, τοῦτο ὅμως οὐδε-
1256μίαν ἤσκησεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν τιμήν, εἰς
1257τὴν ὁποίαν παρεχώρησε τὸν σιδηρόδρομον, διότι, ὡς σᾶς εἶ-
1258πον, ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν πρὸ δύο ἐτῶν ἀνέμε-
1259νεν ἡ Κυβέρνησις κεφαλαιούχους διὰ νὰ τὸν ἀναλάβωσι,
1260καὶ οὐδεὶς ἐπὶ τῇ τιμῇ ταύτῃ τὸν ἀνελάμβανεν. Ἐπειδὴ δὲ
1261οἱ ἀναλαβόντες τὸν σιδηρόδρομον ἐπρόκειτο νὰ μεταφέρωσιν
1262εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταλλικὸν νόμισμα, συνεφώνησε νὰ ἀγο-
1263ράσῃ παρ’ αὐτῶν μεταλλικὸν νόμισμα 10 ἑκατομμυρίων ἐπὶ
1264τῇ τιμῇ, εἰς ἣν ἐπωλεῖτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ ἐπὶ
1265τοῦ ἐξωτερικοῦ συνάλλαγμα. Τοῦτο δέ, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
1266νὰ συγχαρῇ τις τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι πάν-
1267τοτε μεριμνᾷ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὸ Δημόσιον νὰ συναγωνίζηται
1268πρὸς τοὺς κερδοσκόπους ἐν τῇ μικρᾷ ἡμῶν ἀγορᾷ τοῦ ἐξω-
1269τερικοῦ συναλλάγματος, καὶ νὰ μὴ αὐξάνῃ οὕτω τὴν ἐκ
1270τῆς ἐλλείψεως χρυσοῦ στενοχωρίαν καὶ βλάβην τῆς κοινω-
1271νίας, τοῦτο ὑπῆρξεν ἀφορμὴ πρὸς κατάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ,
1272διότι ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν,
1273ὅτι, μόνον διὰ νὰ πορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ νομί-
1274σματος, τὸ χρησιμεῦον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ἐν
1275τῇ ἀλλοδαπῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς αʹ ἑξαμηνίας τοῦ λήγον-
1276τος ἔτους, ἐποιήσατο τὴν παραχώρησιν τῶν σιδηροδρόμων,
1277καὶ οὐχὶ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ· ἀλλ’, ὡς προεῖπον ὑμῖν,
1278τὸ διὰ τὰ coupons τῆς βʹ ἑξαμηνίας ἀναγκαιοῦν μεταλ-
1279λικὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγόρασε παρὰ τῆς
1280ἀναλαβούσης τὸν σιδηρόδρομον ἑταιρίας, ὅπως ἤθελον ἀγο-
1281ράσει αὐτὸ παρ’ οἱουδήποτε ἑτέρου τραπεζικοῦ καταστήμα-
1282τος ἐπὶ τῇ τιμῇ, εἰς ἣν ἐπωλεῖτο ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἀγορᾷ τὸ
1283ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συνάλλαγμα. Ὡς βλέπετε λοιπόν, οὐ-
1284δεμία ἀπεδείχθη σχέσις μεταξὺ τῆς παραχωρήσεως τοῦ σι-
1285δηροδρόμου, γενομένης ἐπὶ ὅροις, ὧν κρείττονας οὐδεὶς τῶν
1286διαπραγματευθέντων ἐπὶ διετίαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐδέ-
1287χθη, καὶ τῆς ἀγορᾶς ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τῆς γενο-
1288μένης ἀπὸ τοὺς ἀναλαβόντας τὸν σιδηρόδρομον. Εἰς ἡμᾶς
1289δὲν εἶναι ἐπισήμως γνωσταὶ αἱ συμφωνίαι, καθ’ ἃς ὁ λαβὼν
1290τὴν παραχώρησιν μετεβίβασε τὸ τραπεζικὸν μέρος τῆς ἐπι-
1291χειρήσεως εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι
1292ἐξεδόθη τὸ δάνειον, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ τῶν
1293πρὸς τοῦτο σχετικῶν ἐνεργειῶν, ἐπὶ τιμῇ 81½%.
1294§19Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γνωρίζετε, πόσα τὸ ἐπώλησεν
1295ὁ ἐργολάβος εἰς τοὺς τραπεζίτας;
1296§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Τοῦτο μόνον γινώσκομεν, ὅτι ὁ ἐν
1297Λονδίνῳ τραπεζίτης ἐξέδωκε τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐπὶ
1298τιμῇ ἐλάσσονι τοῦ πραγματικοῦ κατὰ 18½%.
1299Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, αἱ ἐπιχειρήσεις τῶν σιδηροδρόμων ἐν
1300Ἑλλάδι δὲν προεκάλουν τότε εἰσέτι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐν
1301Εὐρώπῃ κεφαλαιούχων, διότι οἱ ἕως τότε κατασκευασθέντες
1302δύο σιδηρόδρομοι δὲν εἶχον ἀποφέρει καθαρὰ κέρδη, καθόσον
1303αἱ εἰσπράξεις αὐτῶν ἦσαν κατώτεραι καὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ
1304ἀπαιτουμένου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως. Ὀλίγον τι ὅμως
1305βραδύτερον τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τούτου, τὰ τῶν παρ’
1306ἡμῖν σιδηροδρόμων, ἰδίως τὰ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–
1307Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἔλαβον ὅλως νέαν τροπήν· αἱ εἰσπρά-
1308ξεις αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ηὐξήθησαν, ὥστε νὰ ὑπισχνῶνται
1309καὶ καθαρὰ κέρδη, κατ’ ἀκολουθίαν αἱ ἰδέαι περὶ τῶν ἐν
1310Ἑλλάδι σιδηροδρόμων μετεβλήθησαν ἐπὶ τὰ βελτίω. Τού-
1311του δ’ ἕνεκεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας αἱ ὁμολογίαι, αἱ ἐκδοθεῖ-
1312σαι εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 81½, ἀνῆλθον εἰς 92,
1313νῦν δὲ τιμῶνται πρὸς 90%, δηλαδὴ εἶναι περίπου εἰς τὸ
1314αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κυκλοφοροῦσιν αἱ τιμαὶ τῶν
1315ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἀλλὰ παρετη-
1316ρήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅτι, ἂν
1317αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν παραχώρησιν, ἐπώλησαν εἰς
1318τὸν τραπεζίτην τὰς ὁμολογίας πρὸς 73%, ἄρα ἔλαβον
1319κατὰ χιλιόμετρον 87,000 φράγκων καὶ οὐχὶ 120,000.
1320Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε.
1321Τὴν Κυβέρνησιν ἠδύνατό τις νὰ μεμφθῇ, ἂν τὰ τῆς παρα-
1322χωρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου διεξήγαγε μετὰ τρόπου
1323ἀποκλείσαντος τὸν συναγωνισμόν. Ἀλλά, γνωστὸν εἶναι, ὅτι
1324πολλοὶ κεφαλαιοῦχοι εἶχον προσέλθει εἰς τὸν συναγωνισμόν,
1325πάντες ὅμως ἐζήτουν τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τιμῇ μείζονι τῶν
1326120,000 φράγκων· πλὴν τούτου, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει, ὅτι
1327τὸ δάνειον τοῦτο οὐδεμίαν εἶχεν ἐγγύησιν διὰ παραχωρήσεως
1328ὡρισμένων δημοσίων προσόδων ἢ μονοπωλίων, ἐξεδόθη δὲ
1329ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν οὐδεὶς ὑπέθετεν, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἠδύ-
1330νατο ἄνευ ἐγγυήσεως νὰ δανεισθῇ, διότι μέχρι τότε ὑπῆρ-
1331χον ὁμολογίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν κυκλοφορίᾳ ἐν
1332Εὐρώπῃ καὶ ἐνταῦθα, ἐπὶ μεγάλων καὶ ἀσφαλῶν προσόδων
1333βασιζόμεναι. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐπέδειξαν
1334μέγιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐργολάβου,
1335καθόσον εἶπον, ὅτι αὐτὸς βεβαίως θὰ ζημιωθῇ, ζημιούμενος
1336δὲ θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν νόθευσιν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ, ῥητῶς
1337δὲ μάλιστα εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ μεταχειρισθῇ ὑλικὸν
1338«παλαιόν, καὶ οὕτω, μεθ’ ὅλας τὰς θυσίας τοῦ Δημοσίου, θὰ
1339ἔχωμεν σιδηρόδρομον, μὴ πληροῦντα τοὺς ἀπαιτουμένους
1340διὰ τὴν δημοσίαν αὐτοῦ χρῆσιν ὅρους. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνεγίνω-
1341σκον τὸ cahier des charges (τὴν συγγραφὴν τῶν ὑπο-
1342χρεώσεων) καὶ συνέκρινον αὐτὸ πρὸς τὰ διὰ τοὺς ἄλλους
1343σιδηροδρόμους γενόμενα, ἤθελον ἰδεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1344προὐνόησε μείζονας νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρεώσεις. Ἐὰν δὲ ἐκ
1345συμπτώσεως ὁ ἐργολάβος αὐτὸς συμβαίνῃ νὰ ἦναι κατα-
1346σκευαστὴς κινητοῦ ὑλικοῦ, χρησίμου εἰς τὸν σιδηρόδρομον,
1347καὶ πρόκειται νὰ μὴ κερδίσῃ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ, ὅσον
1348θὰ ἐκέρδαινεν, ἐὰν ἄλλοι ἠγόραζον τὸ ὑλικὸν τοῦτο παρὰ
1349τοῦ ἐργοστασίου του, ἕπεται ἐκ τούτων, ὅτι ὠλιγώρησε τῶν
1350δημοσίων συμφερόντων ἡ Κυβέρνησις; Καὶ δὲν γινώσκετε,
1351ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Εὐρώπῃ ἐργοστασιάρχαι, κατασκευάζον-
1352τες διάφορα ὑλικά, οἵτινες εἰς ὡρισμένας ἐποχάς, πρὸς δια-
1353τήρησιν τοῦ ἐργαζομένου παρ’ αὐτοῖς ἐργατικοῦ προσωπικοῦ,
1354προτιμῶσι νὰ ζημιωθῶσιν εἰς τὴν πώλησιν τῶν ὑλικῶν τού-
1355των, ἢ νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσιά των; Ἄλλως πρὸς τί τὸ
1356ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι ἡ
1357Κυβέρνησις θὰ ἐπιτηρήσῃ αὐστηρότατα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
1358ὅσων ὑποχρεώσεων ἀνέλαβεν ὁ ἐργολάβος; Διατὶ νὰ μὴ
1359ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναμένητε τὴν κατάλληλον ἐπο-
1360χήν, διὰ νὰ ἴδητε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ὀλιγωρήσῃ τῶν
1361ἐπιβαλλομένων αὐτῇ καθηκόντων πρὸς ἐπιτήρησιν τοῦ ἐργο-
1362λάβου; Ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνεργειῶν καὶ
1363πράξεων τῆς Κυβερνήσεως δύο παρήχθησαν μέγιστα καλὰ
1364ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἐξησφαλίσθη, καὶ ὑπὸ
1365ὅρους κρείττονας τῶν μέχρι τοῦδε, ἡ κατασκευὴ ἑνὸς σιδη-
1366ροδρόμου, θεωρουμένου ἐκ τῶν δυσκολωτέρων ὡς πρὸς τὰς
1367δαπάνας τῆς κατασκευῆς, χρησιμωτάτου δὲ διὰ τὴν ἐν
1368Πελοποννήσῳ συγκοινωνίαν, καὶ ἐπὶ ὅροις συμφέρουσιν εἰς
1369τὸ Δημόσιον. Κατωρθώθη δὲ ν’ ἀναλάβῃ τὸ τραπεζικὸν
1370τῆς διαχειρίσεως μέρος τραπεζίτης σπουδαιότατος ἐκ τῶν
1371ἐν Λονδίνῳ, ὅστις οὕτως ἀπέκτησεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν
1372Ἑλληνικῶν ἀξιῶν καὶ ἔσται χρήσιμος διὰ πᾶσαν ἐν τῷ μέλ-
1373λοντι οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν τοῦ Κράτους.
1374§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, πόσα χρήματα κατέθη-
1375κεν ὁ ἐργολάβος ὡς ἐγγύησιν;
1376§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 600,000 φράγκων. Πλὴν τούτων αὐ-
1377τὸς ἐπλήρωσεν ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν 10,000,000 εἰς με-
1378ταλλικόν, ἡ ἀξία δ’ αὐτῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια,
1379ἀνερχομένη εἰς δραχμὰς 12,750,000, κατετέθη εἰς τὸ τα-
1380μεῖον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπου παραμένει καὶ θὰ χρη-
1381σιμοποιηθῇ διὰ μόνην τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου.
1382Οὕτω κανονισθέντων τῶν κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὁ ἐρ-
1383γολάβος παρέσχεν ἤδη ἐγγύησιν ἐκ φράγκων 10,600,000,
1384καὶ ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ καταλίπῃ ἀνεκτέ-
1385λεστον τὸ ἔργον, καθόσον δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ χρή-
1386ματος αὐτοῦ εἰμὴ ἐπὶ τῇ πιστοποιήσει τῶν ἁρμοδίων μη-
1387χανικῶν, ὅτι ἐξετελέσθη ἐργασία ἀναλόγου πρὸς τὸ πλη-
1388ρωθησόμενον ποσὸν ὡρισμένης ἀξίας.
1389Μεθ’ ὅσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐλέχθησαν, ἐπείσθητε, ὅτι
1390οἱ προαγορεύσαντες ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ δὲν ἐξήτα-
1391σαν τὰ γενόμενα, ἢ προσεπάθησαν ν’ ἀποπλανήσωσι τὴν Βου-
1392λήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας
1393ὡμίλησε μετ’ εἰρωνείας περὶ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς παρ’
1394ἡμῖν συγκοινωνίας καὶ ἰδίως τῆς σιδηροδρομικῆς, ὡς καὶ
1395περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπέκτασιν αὐτῆς ἐπαγγελιῶν
1396τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέψατέ μοι, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀπαν-
1397τήσεως, νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν ἀπόσπασμα ἄρθρου ἐφημερίδος,
1398τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐδημοσίευσε πρό τινος ὁ
1399ἀξιότιμος καὶ ἀξιοσέβαστος καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Οἰ-
1400κονομίας ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ, ὁ κ. Σοῦτσος, ὅσ-
1401τις, ὡς πάντες γινώσκετε, παρακολουθεῖ μετ’ ἐνδιαφέρον-
1402τος τὴν παρ’ ἡμῖν οἰκονομολογικὴν κατάστασιν καὶ μετὰ
1403ἐπιστημονικῆς ὀξυδερκείας καὶ εὐθύτητος διαπραγματεύε-
1404ται τὰ παρ’ ἡμῖν ἑκάστοτε προκύπτοντα οἰκονομολογικὰ
1405ζητήματα. Ἰδοὺ δὲ πῶς ὁ κ. Σοῦτσος διατυπόνει τὰς περὶ
1406τῶν συντελεσθέντων μέχρι τοῦδε μέσων συγκοινωνίας ἐν Ἑλ-
1407λάδι πεποιθήσεις του (ἀναγινώσκει):
1408«Ὁ δοθεὶς ἰσχυρὸς ὠθισμὸς ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ
1409κ. Τρικούπη εἰς δημόσια ἔργα τῆς τε ὁδοποιίας καὶ τῆς
1410σιδηροδρομίας, θέλει πολυτρόπως ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς βελτιώ-
1411σεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ ἔθνους καταστάσεως. Βεβαίως,
1412τὰ ἐκ τῆς ἀναμορφώσεως ταύτης τῶν μέσων τῆς συγκοινω-
1413νίας πρακτικὰ ἀποτελέσματα εἰσὶν ἀπὸ τοῦδε δυσυπολό-
1414γιστα· ἀλλ’, ἄνευ ἀμφιβολίας, ἐντὸς ὀλιγίστων ἐτῶν καὶ ἡ
1415Κυβέρνησις καὶ οἱ πολῖται, ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ τε παραγω-
1416γοῦ καὶ καταναλωτοῦ, θέλουσι συναισθανθῆ τὰ ἐκ τῆς εὐ-
1417χεροῦς συγκοινωνίας ἀνεκτίμητα πλεονεκτήματα.
1418«Δι’ αὐτῆς οὐ μόνον τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους,
1419ἅτινα διετέλουν τέως ἀπ’ ἀλλήλων κεχωρισμένα, θέλουσι
1420στενώτερον συνδεθῆ πρὸς ἄλληλα, ὡς ἐν ὀργανικῇ ἀλληλου-
1421χίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐξασκεῖ τοῦ λοιποῦ ἀπρο-
1422σκόπτως τὴν ἀστυνομικὴν λειτουργίαν αὐτῆς, καὶ διὰ τῆς
1423ταχείας καὶ εὐθηνῆς μεταγωγῆς ἀπὸ τόπου εἰς τόπον τῶν
1424ἀνθρώπων καὶ τῶν πραγμάτων, τὴν ἐκ τῆς ἀπομονώσεως
1425ἀδράνειαν, ἀτονίαν καὶ ἀκινησίαν θέλει ἀντικαταστήσει
1426ἡ χρησιμοποίησις πόρων, μέχρι τοῦ νῦν ἀμεταλλεύτων, καὶ
1427ἡ εἰς ἀπώτερα σημεῖα ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς
1428ἀποστολὴ καὶ ἡ ἐξόδευσις τῶν προϊόντων, καὶ ἡ ἕνεκα
1429τῆς βραχύτητος τῶν ἀποστάσεων ἰσοποίησις τῆς ἀξίας αὐ-
1430τῶν εἰς τὰ διάφορα τῆς χώρας τμήματα.»
1431Ἐπειδὴ δ’ ἔχω ἔξοχον καὶ ἀμέριστον ὑπόληψιν εἰς τὰς
1432γνώμας καὶ πεποιθήσεις τοῦ σεβαστοῦ τούτου οἰκονομολό-
1433γου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω ὑμῖν καὶ ἕτερον τεμά-
1434χιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἀφορῶν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν γενι-
1435κώτερον οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ
1436ἀξιότιμος κ. Σοῦτσος δὲν εἶναι ἐκ τῶν φίλα φρονούντων
1437πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἄλλοτε δὲ καὶ ἔγραψε
1438κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δριμύτατα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁ
1439κύριος Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν κατήγγειλεν, ὡς ὑπαγορευ-
1440θέντα ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ ἡ γνώμη τοῦ
1441σοφοῦ ἀνδρὸς ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν γένει
1442(ἀναγινώσκει):
1443«Τὸ πρὸ παντὸς δ’ ἄλλου ἀπασχολοῦν ζήτημα καὶ τὴν
1444Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος εἶναι τὸ οἰκονομικὸν, εἶναι τὸ βάρος
1445τοῦ δημοσίου χρέους, τὸ βάρος τῶν φόρων καὶ αἱ ζημίαι,
1446ἃς ὑφίσταται πᾶς ὁ συναλλαττόμενος μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς,
1447ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς νομισματικῆς ἡμῶν κυκλοφορίας.
1448Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, φιλοτιμουμένη νὰ ἐκ-
1449πληρώσῃ ἀκριβῶς τὰς πρὸς τοὺς δημοσίους πιστωτὰς
1450ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἄνευ βλάβης τῆς δη-
1451μοσίας ὑπηρεσίας, θεωροῦσα δὲ εὐλόγως, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τῶν
1452τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἶναι
1453οὐ μόνον ἡ ἑδραία βάσις τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλὰ καὶ ἡ
1454μόνη ἀφετηρία πάσης ἐν τῷ μέλλοντι εὐρυτέρας οἰκονομικῆς
1455μεταῤῥυθμίσεως, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἑτέρα γῆ, ἣν ἐπεζήτει
1456ὁ τὴν στρατιώτιδα τέχνην τῆς μηχανικῆς ἐπαγγελλόμενος
1457Ἀρχιμήδης, ὅπως ἀπ’ αὐτῆς κινήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν, ἐπε-
1458δίωξε σθεναρῶς καὶ ἀποτόμως τὴν ἄμεσον ἐπίτευξιν τοῦ ἰσο-
1459ζυγίου, ὅπως καλύψῃ ἐλλείμματα, ἅτινα ἀνήρχοντο κατὰ
1460τὰ παρελθόντα ἔτη εἰς πλέον τοῦ τρίτου τῶν ἐτησίων εἰσ-
1461πράξεων. Ἐπὶ τούτῳ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπέβαλε φόρους βαρυτέ-
1462ρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπεφυλάξατο εἰς τὸ Δημόσιον μονοπώλιά
1463τινα, λίαν παραγωγικὰ, ἅτε ἀναγόμενα εἰς ἀντικείμενα πρώ-
1464της ἀνάγκης, ἢ εἰς ἕξεις πεπαλαιωμένας, αἵτινες, ὡς δευσο-
1465ποιὰ χρώματα, συγχωνευόμεναι τῷ προσώπῳ, διαμένουσιν
1466ἀνεξίτηλοι. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος, καίπερ ὑποβληθὲν εἰς φόρους
1467βαρυτέρους, δὲν διέψευσε τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως,
1468καθότι αἱ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὑπερέβησαν
1469τὸ ἄλλοτε ὡς μυθῶδες θεωρηθὲν ποσὸν τῶν 80 ἑκατομμυ-
1470ρίων. Ἀλλὰ τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν κατα-
1471στάσεως, δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι μίαν ἡμέραν θέλου-
1472σιν ἀνορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους;
1473«Ναί· ἐὰν δυνηθῶμεν, Θεοῦ εὐδοκοῦντος, νὰ ἀποτρέψωμεν
1474ἀφ’ ἡμῶν τὴν εὐτυχῶς πόῤῥωθεν ἀπειλοῦσαν ἡμᾶς κατα-
1475στρεπτικὴν μάστιγα τῆς φυλλοξήρας, προσέτι δὲ, ἐὰν ἀπο-
1476φασίσωμεν τοῦ λοιποῦ, νὰ παύσωμεν ἀντλοῦντες εἰς τετρη-
1477μένον πίθον, νὰ παύσωμεν, λέγω, ὁριστικῶς τὰ δάνεια, δὲν
1478ἐννοῶ τὰ συνομολογούμενα ἕνεκα ἐκτάκτων δαπανῶν, ἃς δὲν
1479προεῖδεν ὁ Προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἰδίως τὰ σκοποῦντα μὲν
1480νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Προϋ-
1481πολογισμοῦ, συνεπαγόμενα δὲ ἀναγκαίως τὴν ἐπιβολὴν νέων
1482φόρων, πρὸς πληρωμὴν νέων τόκων καὶ χρεωλυσίων, τελευ-
1483ταῖον δὲ, ἐὰν κατὰ τὰς προσεχεῖς χρήσεις δὲν ἐπέλθῃ ἐξα-
1484σθένησίς τις περὶ τὰ βεβαιωθησόμενα ποσὰ τῶν προϋπολο-
1485γιζομένων ἐσόδων καὶ ἐξακολουθήσῃ μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιτυ-
1486χίας, ὡς κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἡ εἴσπραξις τῶν νενο-
1487μισμένων φόρων, εὐλόγως δικαιούμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι
1488κατὰ πᾶσαν πιθανότητα διὰ τῆς ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῶν
1489παραγωγικῶν ἔργων καὶ τῶν συναλλαγῶν προσδοκωμένης
1490προσεπαυξήσεως «plus value» τῶν ἐσόδων, θέλομεν μετ’
1491οὐ πολλὰ ἔτη χαιρετίσει τὴν φαιδρὰν ἡμέραν τῆς ὁριστικῆς
1492ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους».
1493§23Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὡς ἀντελήφθην ἐγὼ, κύ-
1494ριε Σιμόπουλε, αὐτὰ εἶναι μᾶλλον θεωρητικά.
1495§24ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν νὰ μὴ
1496εἴπητε εἰς σεβαστόν μοι συγγενῆ σας, τὸν κ. Σοῦτσον, διότι
1497ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι ἄρθρῳ δὲν ὁμιλεῖ θεωρητικῶς, διότι δὲν
1498εἶναι οἰκονομολογικὸν θεώρημα, ἢ μάθημα πρὸς παράδοσιν
1499τοῖς φοιτηταῖς τοῦ Πανεπιστημίου· αὐτὸ εἶναι ἄρθρον ἐφη-
1500μερίδος, τὸ ὁποῖον αὐθόρμητος ἔγραψε, διὰ νὰ πιστοποιήσῃ
1501διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐθεντίας του τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς
1502προόδους τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τὰς τελεσθείσας κατὰ τὴν λήξα-
1503σαν εἰκοσιπενταετηρίδα.
1504Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω ἀναγκαῖον
1505νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ πορίσματος
1506τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν. Καὶ
1507αἱ συζητήσεις ἐν τῷ παρελθόντι καὶ αἱ συζητήσεις αἱ ἐν-
1508ταῦθα γενόμεναι, ἡγουμένων τῶν δύο ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1509σεως ῥητόρων, ἐνδεικνύουσι τὴν διαφορὰν τῶν γνωμῶν με-
1510ταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι δὲ ἀνάγκη
1511νὰ διευκρινήσωμεν τὴν διαφορὰν ταύτην, τὸ μὲν διὰ νὰ ὁδη-
1512γηθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ περὶ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι πορείας ἡμῶν,
1513τὸ δὲ διὰ νὰ γινώσκῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τίνες αἱ γνῶμαι, τί-
1514νες αἱ ἀρχαὶ αἱ πολιτικαὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ὁποῖαι
1515αἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
1516Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν Συμπολίτευσιν, ἡ γνώμη αὐτῆς
1517εἶναι ἁπλουστάτη, εἶναι δὲ ἤδη κεκηρυγμένη εἰς πάντα τὸν
1518Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα
1519φορολογία δὲν εἶναι ἐλαφρά· ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, ὅταν περι-
1520στάσεις εὐνοϊκώτεραι τὸ ἐπιτρέψωσι, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν
1521ἐλάφρυνσιν αὐτῆς· νομίζομεν δὲ, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ περιο-
1522ρισθῶμεν εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τῆς κοινωνίας ἐκ τῶν βαρῶν
1523τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὴν
1524Ἑλλάδα μᾶλλον φορολογουμένην, ἀλλ’ ἀείποτε προοδεύ-
1525ουσαν καὶ κατατασσομένην ἐν τῇ χορείᾳ τῶν πεπολιτισμέ-
1526νων ἐθνῶν. Ἡμεῖς προτιμῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἔστω
1527καὶ βαρέως, φορολογούμενον, ἀλλὰ προοδεύοντα ἀδιαλεί-
1528πτως, ἀναζητοῦντα δὲ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ εἰς τὴν
1529αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, καὶ
1530εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι
1531δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ
1532Ἀνατολῇ.
1533Ἀλλὰ τίνες αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ γνῶμαι τῆς Ἀντι-
1534πολιτεύσεως; Ἡ Ἀντιπολίτευσις προσβάλλει μεθ’ ὁρμῆς τὴν
1535φορολογίαν τὴν καθεστηκυῖαν· ἐνῷ δὲ οὕτω κατ’ αὐτῆς ἐπι-
1536τίθεται, ἰσχυρίζεται συνάμα, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν λειτουργίαν
1537αὐτῆς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπετεύχθη. Τί
1538ἄρα θέλει; ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι αὐτῆς; Εἶχε μίαν ἰδέαν,
1539ἀλλ’ εὐτυχῶς τὴν ἀπεκήρυξεν ἤδη, Εἶχεν ὑποδείξει μέσον τι
1540πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὴν παρα-
1541βίασιν ἢ ἀθέτησιν τῶν ἀνειλημμένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώ-
1542σεων. Εἶχεν ἄλλοτε ἐπαγγελθῆ καὶ τὴν διὰ τοῦ συστή-
1543ματος τῶν οἰκονομιῶν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν,
1544ἀλλ’ ὅτε ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν ὡμολόγησε
1545τὸ ἑαυτῆς σφάλμα καὶ ἐπέβαλε νέαν φορολογίαν εἰς τὸ
1546ἔθνος. Φαίνεται προτιμῶσα τὴν Ἑλλάδα ἧττον φορολογου-
1547μένην, ἀλλὰ στάσιμον. Σκοπεῖ ὅμως προφανῶς, κατακρί-
1548νουσα τὸ λειτουργοῦν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας
1549οἰκονομικὸν σύστημα, ν’ ἀποπλανήσῃ καὶ αὖθις τὸν Ἑλλη-
1550νικὸν λαόν, ὅπως ἀπεπλάνησεν αὐτὸν κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου.
1551Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπλήρωσεν ἁδρότατα τὰ τῆς πλά-
1552νης αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ
1553Ἑλληνικὸς λαός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐτυμηγορία ἐξεδόθη κατὰ
1554τὴν 4 Ἰανουαρίου 1887, ἐξακολουθεῖ ὀρθοφρονῶν, ἐξακο-
1555λουθεῖ κατανοῶν κάλλιστα τ’ ἀληθῆ συμφέροντά του, καὶ
1556τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
1557§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος.
1558§26ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
1559§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζή-
1560τησις τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς κατὰ
1561τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
1562Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1563Ὥρα 7 μ. μ.