1888.11.14
1.803 στίχοι · 14.012 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 14 Νοεμβρίου 1888.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Κ. Κοπέλλος ἀναφέρει, ὅτι εὗρε τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου καὶ ἐπισυνάπτει τὸ σχέδιον τῆς ἐργασίας του. (Ἱλαρότης). Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 15). Ἡ χήρα τοῦ Ἀγάθωνος Μπουγιούκα ἀναφέρεται ἐκθέτουσα τὰς ὑπηρεσίας τῆς οἰκογενείας της, καὶ ζητοῦσα χορήγησιν ἐπιδόματος πρὸς αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
§2ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐπερώτησιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν διορισμὸν δημοτικοῦ εἰσπράκτορος τοῦ δήμου Ὑαίας, ἀλλὰ διορισμὸς δὲν ἐγένετο Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διατὶ τοσαύτη βραδύτης.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαβὼν ἀφορμὴν ἐξ ἄλλης ὑποθέσεως παραπλησίας, ἐξήτασα ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἀνεύρεσιν πασῶν τῶν προτάσεων τῶν ἐκκρεμῶν περὶ διορισμῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ὅπως παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια, ἅτινα σήμερον εἰσὶν ἁρμόδια νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τῶν τριῶν ὑποψηφίων. Εὑρέθη δὲ μία μόνον ὑπόθεσις ἐκκρεμής, τοῦ δήμου Χαλκιδέων, οὐδεμία δὲ ἄλλη. Ὥστε, ἐὰν ἐβράδυνεν ἀληθῶς ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος, φαίνεται, ὅτι ἐβράδυνεν ἐν ἄλλῳ γραφείῳ· θέλει δὲ ληφθῆ φροντίς, ὅπως, ἅμα ὡς ληφθῇ ἡ πρότασις, σταλῇ ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸ ἁρμόδιον Νομαρχιακὸν Συμβούλιον.
§4ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν πράγματι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτη πρότασις, νὰ ζητηθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρέστησεν, ὅτι ἀπό τινος οἱ ἁρμόδιοι ἀξιοῦσιν, ἵνα τὰ ὑπομνήματα καὶ ἄλλα ἔγγραφα ἐπὶ πειθαρχικῶν ποινῶν ὑποβάλλονται ἐπὶ χαρτοσήμου, τοῦτο δὲ νομίζει ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον, ὁρίζοντα ὅπως ἐκκαθαρίζωνται τὰ τέλη καὶ εἰσπράττωνται μετὰ τὴν κατάγνωσιν τῆς ποινῆς. Πράγματι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὰς Ἀρχὰς, ὁσάκις ἐπαρουσιάσθη πρὸς τοῦτο εὐκαιρία, ὁδηγίας συμφώνους πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ· καὶ ἰδοὺ ἀναγινώσκω μίαν ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τούτων. Εἶναι ἀπάντησις εἰς τηλεγράφημα τοῦ Ἀντεισαγγελέως Σπάρτης, ἀπὸ 26 Σεπτεμβρίου: «Κατὰ ἐδάφιον ἀ. ἄρθρον 21 τοῦ Νόμου ΑΧΚΕʹ, πᾶσαι αἱ πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς αἰτήσεις ὑποβάλλονται εἰς τέλος χαρτοσήμου δραχμῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τὰ τέλη χαρτοσήμου ἐπιβάλλονται μετὰ τὴν τελεσιδικίαν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως......» Τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ ἄλλαι ἀπαντήσεις. Κατ’ αὐτὰς ἐκδίδονται γενικαὶ ὁδηγίαι, ἑρμηνεύουσαι τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· ἐν ταῖς ὁδηγίαις δὲ ταύταις ὑπάρχουσιν ἡρμηνευμένα τὰ περὶ τούτου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς συνέστησε.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν παρέστησα διὰ βραχέων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸς ἀκριβῆ κατανόησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους δὲν ἀρκοῦσιν οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους δημοσιεύει κατὰ μῆνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ οἱ Ἀπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους κατ’ ἔτος ὑποβάλλει. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ δημοσιεύηται καὶ κατάστασις, περιλαμβάνουσα ἅπασαν τὴν δοσοληψίαν τοῦ Κράτους. Προχθὲς ὁ φίλος μου κ. Σιμόπουλος, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἄρτης κ. Καραπάνον, εἶπεν αὐτῷ, νὰ ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, διότι αἱ ἀμφιβολίαι του περί τινων κονδυλίων θέλουσι διευκρινισθῆ, ἅμα ὑποβληθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι παρ’ ἐμοῦ καταστάσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν τοιαύτην κατάστασιν ὑπέβαλεν, ἀμφιβάλλω δὲ, ἐὰν θὰ δυνηθῇ, ἢ μᾶλλον ἐὰν θὰ εὐαρεστηθῇ, νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτας ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε ἐθεώρησε τὰς τοιαύτας καταστάσεις ὡς πρᾶγμα μηδαμινὸν, καὶ ἐπέκρινε μάλιστα ἕνα τῶν προκατόχων του, ὁ ὁποῖος ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συντάσσωνται τοιαῦται καὶ δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιχύνηται φῶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω σήμερον ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ ἐννοήσητε κατὰ πόσον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητῶ, εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον. Τὸ Κράτος δὲν εἰσπράττει μόνον τὰ τακτικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔσοδα, οὔτε πληρόνει μόνον τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔξοδα, ἔχει καὶ διαφόρους ἄλλας ληψοδοσίας, εἰσπράττει π. χ. καὶ ἀποδίδει παρακαταθήκας, εἰσπράττει χρήματα εἰς ἓν ταμεῖον καὶ τὰ ἀποδίδει ἢ τὰ συμψηφίζει εἰς ἄλλο, εἰσπράττει τὰ κληροδοτήματα, τὰ λιμενικὰ δικαιώματα καὶ διάφορα ἄλλα. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν εἰσπραττομένων πρέπει νὰ ἦναι ἴσον μὲ τὸ ἄθροισμα τῶν πληρωθέντων καὶ τοῦ ὑπολοίπου, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὰ ταμεῖα. Ἡ τοιαύτη ἐξίσωσις πρέπει νὰ ἐμφαίνηται εἰς μίαν γενικὴν κατάστασιν· ὅτι δὲ εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὸν λεγόμενον οἰκονομικὸν λογαριασμὸν ἑκάστου ἔτους ἐπισυνάπτεται ἡ τοιαύτη κατάστασις. Ὁ τελευταῖον δημοσιευθεὶς γενικὸς λογαριασμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὁ τοῦ 1873, ὅστις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐν αὐτῷ θέλετε εὕρει, εἰς τὴν σελίδα 4, λογαριασμὸν, περιλαμβάνοντα πάντα τὰ εἰσπραχθέντα καὶ πληρωθέντα ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐξ ὅλων ἐν γένει τῶν μερίδων. Εἰς τὴν σελίδα 123 θέλετε ἀπαντήσει ἑτέραν κατάστασιν ὅλων τῶν μερίδων, περιλαμβάνουσαν πρὸς τὰς γενομένας ἐντὸς τοῦ ἔτους εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς καὶ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ προηγουμένου ἔτους. Τελευταῖον δὲ εἰς τὴν σελίδα 146 ὑπάρχει ἀνάλυσις, δεικνύουσα τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔτους ἔμενον, τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ ἀνάλυσις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ζητῶ, διότι ὑπαρχούσης τοιαύτης δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐγερθῶσι φιλονικεῖαι, πόσα χρήματα ἐλήφθησαν καὶ πόσα ἐδόθησαν, καὶ τί ἔγειναν αἱ εἰσπράξεις, αἱ ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ληφθέντα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν κλπ. Τοιαύτην ἀνάλυσιν δημοσιεύουσι κατὰ μῆνα ὅλαι αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι, διότι βεβαίως αὗται ἔχουν συμφέρον νὰ παραστήσωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομική των κατάστασις. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐνήμερος ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἀπὸ τοὺς ὑπολόγους, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρωθῇ καὶ νὰ δημοσιευθῇ πλήρης ὁ λογαριασμὸς ἑκάστου ἔτους. Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον περιορίζεται, ὡς βλέπετε, νὰ δημοσιεύῃ εἰς μὲν τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἀπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, κατὰ μῆνα δὲ πίνακας, περιλαμβάνοντας μόνον τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῶν διαφόρων μερίδων τῆς δοσοληψίας αὐτοῦ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ δύο περιόδους, ἐπεχείρησα τὴν ἐκ τοῦ προχείρου σύνταξιν καὶ δημοσίευσιν τοιαύτης καταστάσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἦτο ἀνάγκη νὰ εὑρεθῶσι τὰ ὑπόλοιπα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, τοῦτο δὲ παρέχει μεγάλην δυσκολίαν, καθόσον αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν εἶναι ἐνήμεροι· ἐχρειάσθη λοιπὸν καιρὸς, ὅπως ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῶν ὑπολόγων εὑρεθῶσι τὰ ὑπόλοιπα, καὶ τότε ἤρχισεν ἡ δημοσίευσις κατὰ τὸ 1871, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν μου διεκόπη ἡ ἐργασία αὕτη καὶ δὲν ἐπαναλήφθη, εἰμὴ κατὰ τὸ 1875–1876, ὅτε καὶ πάλιν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐργασίας ταύτης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἱ δημοσιευθεῖσαι πρόχειροι ἀναλύσεις δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀξίαν, διότι ἦσαν πλήρεις σφαλμάτων καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τίποτε. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐργασία ἐκείνη δὲν ἦτο οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀκριβής, διότι, ὡς εἶπον, ἐστηρίζετο εἰς τὰς μήπω ἐξελεγχθείσας προχείρους καταστάσεις τῶν ὑπολόγων, αἵτινες καὶ αὐταὶ δὲν εἶχε ληφθῇ φροντὶς νὰ ὑπάρχωσι πλήρεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους αὐτὸς κατὰ μῆνα δημοσιεύει, δὲν περιέχουν σφάλματα; Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κρατῶ, περιέχει σφάλματα, ὄχι ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐδημοσίευσα, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι αἱ καταστάσεις ἐκεῖναι περιελάμβανον, ὄχι μόνον τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ ὅλας τὰς μερίδας τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ. Ὁ πίναξ οὗτος ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου 1887 καὶ περιλαμβάνει τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Ἐὰν παραβάλητε τὸν πίνακα τοῦτον, ὅστις συνετάχθη προχείρως, μὲ τὸν ἐσχάτως ὑποβληθέντα ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1886, θέλετε ἀπαντήσει μεγάλας διαφοράς· ἐν πρώτοις τὰ ἔσοδα, κατὰ τὸν πίνακα, εἶναι 62,623,924, ἐνῷ κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν εἶναι 62,151,128, ἤτοι κατὰ 472,796 ὀλιγώτερα. Καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ εὕρητε, ὅτι σχεδὸν ὅλαι αἱ μερίδες ἔχουσι διαφοράς, καὶ διαφορὰς ὄχι μικρὰς, π. χ. ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰσεπράχθησαν 2,261,000, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν εἰσεπράχθησαν 1,699,000. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν ὁ Ἀπολογισμὸς περιέχει εἰσπραχθέντα 82,000, καὶ ὁ πίναξ 89,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ὁ Ἀπολογισμὸς ἔχει 2,185,000, καὶ ἡ κατάστασις 2,256,000. Ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντάσσηται κατὰ μῆνα πίναξ, περιέχων ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ παύσῃ πᾶσα δημοσίευσις; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ἀποχρῶν· διότι, καὶ ἐὰν συμβαίνωσι λάθη τινὰ, οἱ πρόχειροι οὗτοι πίνακες χρησιμεύουσι πρὸς φωτισμὸν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι αἱ δημοσιευόμεναι ἄλλοτε παρ’ ἐμοῦ πρόχειροι καταστάσεις εἶχον πλειοτέρας ἀνακριβείας. Τὸ ὑπόλοιπον τῶν παρακαταθηκῶν ἐσημειοῦτο διὰ δρ. 2.384,000, ὁ δὲ ὁριστικὸς Ἀπολογισμὸς τὸ ἀναβιβάζει εἰς 2,411,000, ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι 27,000 δραχ. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἶναι ἀκριβῶς σημειωμένα, οἱ ἀνοικτοὶ λογαριασμοὶ μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπίσης. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι κατάστασις πρόχειρος, περιέχουσα ὅλην τὴν δοσοληψίαν τοῦ Κράτους, εἶνε περιττή· αὕτη θέλει ἐπιχύνει ἑκάστοτε μέγα φῶς εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ θὰ ἦναι μέγα βοήθημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν δήποτε καὶ ἂν ἔχω γνώμην περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, οὐδέποτε ἠρνήθην νὰ ὑποβάλω πᾶν ὅ,τι ἐζήτησε, καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τῇ αἰτήσει του δὲν ἠρνήθην νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ καὶ ἐκ πρωτοβουλίας ἡ ὑπηρεσία ὑπέβαλε τοιαύτας πληροφορίας. Ἐν τῇ δημοσιεύσει τῶν Ἰσολογισμῶν καθυστερεῖ ἡ ὑπηρεσία ἤδη κατὰ πολλοὺς μῆνας, ἐὰν δὲ εἴχομεν Ἰσολογισμοὺς ἀκριβεῖς, τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ περιελαμβάνετο ἐν αὐτοῖς καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἰδιαιτέρας τινὸς ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Ὅ,τι θεωρῶ ἐλλιπὲς ἐν τοῖς Ἰσολογισμοῖς, ἢ ἐν ταῖς καταστάσεσιν, ἃς ὑπέβαλλεν αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἄλλοτε, δὲν εἶναι κυρίως ἡ ἀνακρίβεια περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, ἡ παρεπομένη εἰς τὸ πρόχειρον τῶν πληροφοριῶν, ἐξ ὧν οὗτοι ἀποῤῥέουσιν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν γενικῶν λογαριασμῶν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους ἐπὶ διάστημα χρόνου οὐχὶ μικρόν. Ἐγένετο ἐσχάτως ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ ἐνέργεια λίαν ζωηρὰ, ὅπως τὰ τῶν γενικῶν λογαριασμῶν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως καταστήσωμεν ἐνήμερα, καὶ εἰς τοῦτο γίνεται ταὐτοχρόνως ἐργασία ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἀπὸ τοῦ 1875. Ἡ ἐπιδίωξις τοῦ ἐνημέρου ἤρξατο κατὰ τὸ 1882, καὶ τότε ἀπεφασίσθη, ὅπως ταὐτοχρόνως παρασκευασθῶμεν εἰς καταρτισμὸν τῶν τε ἀπολογισμῶν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν οἰκονομικῶν λογαριασμῶν τῶν ἐτῶν καὶ τῶν χρήσεων εὐθὺς ὡς ἔκλειον, ἐργασθῶμεν δὲ καὶ εἰς τὰ τῶν καθυστερούντων ἀπολογισμῶν καὶ γενικῶν τῆς διαχειρίσεως λογαριασμῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ καθυστέρησις ἀνέτρεχε τότε εἰς τὸ 1869· ἤδη ἀνατρέχει εἰς τὸ 1875 καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐργασία. Τῶν δὲ τρεχουσῶν χρήσεων ἐξεπονήθησαν οἱ οἰκονομικοὶ λογαριασμοὶ τοῦ 1882 καὶ τοῦ 1883, οὗτινος πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτής.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπολογισμοῦ.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐμνημονεύσατε ὑμεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ οἰκονομικοῦ λογαριασμοῦ.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1873.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τοῦ 1883. Ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ὑμεῖς τούτου ἐμνημονεύσατε, διότι ὑπάρχει κατηρτισμένος καὶ ἐκδεδομένος ὁ γενικὸς λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1883 ὡς καὶ τοῦ 1882. Εἰς τὰ τῶν ἀπολογισμῶν προέβημεν ἀπὸ τοῦ 1882 ταχύτερον ἢ εἰς τὰ τῶν οἰκονομικῶν λογαριασμῶν, διότι ὡς πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς εἴμεθα ἐνήμεροι ἀπὸ τοῦ 1882, ἀλλ’ ὑπάρχει κενὸν ἀπὸ τοῦ 1875 ἕως τοῦ 1882 ὡς πρός τε τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς, ἀπὸ δὲ τοῦ 1883 μέχρι τῆς σήμερον μόνον ὡς πρὸς τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς. Ἐνόσῳ τὸ κενὸν τοῦτο ὑπάρχει, αἱ ὑποβαλλόμεναι καταστάσεις περὶ τῆς διαχειρίσεως δὲν δύνανται νὰ παρέχωσι πλήρη χρησιμότητα, ἢ μᾶλλον ἐλαχίστην χρησιμότητα δύνανται νὰ παρέχωσι, διότι ἐλλείπει ἀπ’ αὐτῶν ἕν, τὸ κυριωδέστατον στοιχεῖον. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐὰν μὴ γινώσκωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαχειρίσεων τῶν ἀπὸ τοῦ 1875 ἕως τοῦ 1882, νὰ ἔχωμεν οἰκονομικοὺς λογαριασμοὺς ἀκριβεῖς. Οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 οἰκονομικοὶ λογαριασμοὶ καταρτίζονται, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία τὸ ἐπιτρέπει, ἀκριβεῖς κατὰ τἆλλα, ἐλλείπει ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τῶν παρελθουσῶν οἰκονομικῶν διαχειρίσεων, δυνάμενον νὰ μεταβάλῃ τὰ περισσεύματα εἰς ἐλλείμματα, καὶ τὰ ἐλλείμματα εἰς περισσεύματα, καὶ τοῦτο ἐπὶ ποσῷ ἑκατομμυρίων. Εἰς δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, λέγοντα, ὅτι, ἐὰν εἴχομεν τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ, δὲν θὰ ὑφίστατο ἀμφιβολία περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαθέσεως τούτων ἢ ἐκείνων τῶν δανείων, ἀπαντῶ, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει οὕτω, διότι ἐκ τῶν καταστάσεων δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πληροφορηθῶμεν, ἐὰν τ’ ἀποτελέσματα τῶν παρελθουσῶν διαχειρίσεων προεκάλεσαν τὴν ἀπότισιν ἐλλείμματος, ἢ ἂν τοὐναντίον ἀφῆκαν περισσεύματα. Ἐργασία βεβαίως πρέπει νὰ γένηται, ὅσον ἔνεστι δραστηριωτέρα, πρὸς τὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ τῶν λογαριασμῶν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1882, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ 1883 καὶ ἕως τῶν ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεων. Ἐὰν δὲ δὲν γίνηται ἡ ἐργασία δραστηριωτέρα, αἰτία εἶναι ἡ ἔλλειψις χώρου. Δὲν ἔχομεν ποῦ νὰ ἐργασθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ἴσως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβάλω πρότασιν πρὸς ἀπόκτησιν χώρου καταλλήλου. Ἔχομεν νόμον, ἐπιτρέποντα τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν αἰθούσας, ἔνθα οὗτοι νὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ νὰ καταστήσωμεν ἐνημέρους τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους. Μέχρις οὗ ὅμως ἐπιτευχθῇ τοῦτο, παραδέχομαι, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ εἴχομεν τοὺς λογαριασμοὺς τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Κράτους ὅσον ἔνεστιν ἐνημέρους, καὶ πρὸς τοῦτο καταβάλλονται προσπάθειαι, ἀλλὰ πλὴν τούτων θέλω νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἧς ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του, γίνεται ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ἀνακοίνωσις τῶν παρ’ αὐτοῦ αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν. Ἐλπίζω, καθ’ ἃ μοὶ ὑπεσχέθη τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅτι ἐντὸς ἑβδομάδος θέλω δυνηθῆ νὰ ὑποβάλω τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησεν.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν πλήρη τὰ στελέχη τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, διότι ὕστερον ἀπὸ ὀκτὼ ἔτη, καθ’ ἃ διαχειρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησε, τέλος πάντων, ὅτι ἐλλείπει ὁ ἀπαιτούμενος χῶρος, θὰ λάβῃ πρόνοιαν ν’ αὐξήσῃ ὁ χῶρος καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τελείας καταστάσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ βραδύνῃ ὅπως δήποτε τοῦτο, ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, διὰ νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ, δὲν εἶναι ἀδύνατον. Καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι δημοσιευμένος ὁ οἰκονομικὸς ἰσολογισμὸς μέχρι τοῦ 1875· ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐντεῦθεν, ἐὰν δὲν ἦναι δημοσιευμένος ὁ λογαριασμός, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐγγραφαὶ μεταγενέστεραι εἰς τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ὅλαι ἐνήμεροι, εἶναι πάντως ἐνήμεροι αἱ μερίδες αἱ ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τῶν χρηματικῶν γραμματίων, τῆς δοσοληψίας μετὰ τῆς Τραπέζης, τῶν ἐντόκων γραμματίων κτλ. Διὰ τὰς μερίδας ταύτας κρατοῦνται ἰδιαίτερα βιβλία καὶ ἡ ὑπηρεσία πρέπει νὰ ἦναι ἐνήμερος, διότι κατὰ τὸν νόμον, ὅταν ἓν γραμμάτιον δὲν παρουσιασθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τοῦτο δὲ, μόνον ὅταν ἔχῃ τὰς ἐγγραφὰς ἐνημέρους, δύναται νὰ κάμῃ τὴν θεώρησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ἐνήμεροι αἱ ἐγγραφαὶ, δὲν εἶναι δύσκολον ἀπὸ τὰς καταστάσεις τῶν ὑπολόγων νὰ ἐξαχθῶσι τὰ ὑπόλοιπα ὅλων αὐτῶν τῶν μερίδων. Διὰ νὰ γίνῃ δὲ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ζητῶ, δὲν χρειάζονται παρὰ μόνον τὰ ὑπόλοιπα τῶν μερίδων αὐτῶν, διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, περὶ τούτου ἔχομεν τοὺς προχείρους ἀπολογισμοὺς, εἰς οὓς ὀφείλει νὰ βασισθῇ ἡ ὑπηρεσία. Οἱ ἀπολογισμοὶ αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ ἦναι κατά τι ἐσφαλμένοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει τίποτε. Ἡμεῖς ἐπὶ τῶν ἀπολογισμῶν αὐτῶν στηρίζομεν τὰς σκέψεις μας, καὶ ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, γίνεται ἡ συζήτησις σήμερον. Ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν γίνεται τακτικὴ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι συντάσσεται ἀπολογισμὸς ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτικῶς. Ἀφοῦ γίνεται τακτικὴ ἐξέλεγξις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ γίνῃ ὁμοία δι’ ὅλην τὴν δοσοληψίαν, καὶ τὸ Λογιστήριον ἔχει ἐγγραφὰς τακτικὰς ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει ὁ λεγόμενος Ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅστις φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰς ἀναλύσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· ἄλλο εἶναι ὁ δημοσιευόμενος Ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἀνάλυσις τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ. Ὁ Ἰσολογισμὸς εἶναι ἐργασία, ἥτις γίνεται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἥτις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν διαφόρων ἐγγραφῶν· διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ μερίδες ἔχουσι χρέωσιν καὶ πίστωσιν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ μερίδες δανεικαί, τρόπον τινὰ, σημειούμεναι εἰς αὐτὸν, ὡς εἶναι αἱ μερίδες φορολογουμένων, αἱ μερίδες πιστωτῶν Δημοσίου, αἱ ὁποῖαι γράφονται πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἐγγραφῶν. Καὶ ποῦ καταλήγει ὁ ἰσολογισμὸς; Ἔχω πρόχειρον ἕνα, ὅστις ἐξισοῦται μὲ 1,231,000 δραχ., ἀμφιβάλλω δὲ, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὸν Ἰσολογισμὸν τοῦτον δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον ἑκάστης μερίδος καὶ πῶς ἰσοζυγίζεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε, Κύριοι, αὐτὸς ὁ Ἰσολογισμὸς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου περιλαμβάνει δι’ ἑκάστην μερίδα τὰς εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς, τὰς γενομένας ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ προηγουμένου ἔτους· καὶ ὅτι περιλαμβάνει τὰς εἰσπράξεις καὶ πλέον τὰς ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς παρακαταθήκας πλειότερα τῶν ὅσα εἰσεπράχθησαν· ἐπληρώθησαν δὲ περισσότερα, διότι ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὁ Ἰσολογισμὸς οὗτος εἶναι ἡ πρώτη ἐργασία ἐκ τῶν τριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, καὶ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἀνοίξητε τὸν λογαριασμὸν τοῦ 1873, θὰ εὕρητε εἰς τὴν 4ην σελίδα· ἐγὼ ζητῶ ἐργασίαν ὁμοίαν ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν σελίδα 146· τοιαύτην δὲ ἐργασίαν ἐὰν παρουσιάσητε, θέλετε ἱκανοποιήσει τὴν παράκλησίν μου.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὅ,τι εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἂν δὲν ἔχωμεν τὰ ὑπόλοιπα τοῦ παρελθόντος, αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑπεβάλλομεν ἄνευ αὐτῶν, δὲν ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀξίαν. Τοῦτο εἶπον ἀλλὰ καίτοι δὲν ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀξίαν, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, ἵνα μὴ ὑποβάλλωνται· διότι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρός τινα ζητήματα. Οἱ Ἰσολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, περιέχουσι πάντα, ὅσα ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, περιέχουσιν ὅμως αὐτὰ διπλογραφικῶς, καὶ οὕτω δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πρόχειρον ἀνάγνωσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· δεδικαιολογημένη δὲ εἶναι ἡ αἴτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως, πλὴν τῶν διπλογραφικῶν δημοσιεύσεων, δημοσιεύηταί τι προχείρως εὐκατάληπτον ἐν πρώτη ἀναγνώσει. Ἀλλ’ εἶπε προσέτι καὶ ἕτερόν τι ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι εὔκολος ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ὑπολοίπων τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ τῶν ταμιακῶν καταστάσεων ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα τῶν χρήσεων. Περὶ τῆς χρήσεως, οἱ ἀπολογισμοὶ, εἴτε οἱ κανονικοὶ μέχρι τοῦ 1875, καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ μέχρι τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε καὶ οἱ μὴ κανονικοὶ, οἱ ἐν καταστάσεσι δημοσιευθέντες, εἶναι ἐπαρκεῖς, διότι ἡ διαχείρισις τῶν χρήσεων διεξάγεται κατὰ κανόνας, μὴ ἐπιτρέποντας, ὅπως αἱ καταστάσεις ὑπολείπωνται κατὰ πολὺ τῆς ἀκριβείας. Αἱ καταστάσεις, παρακολουθοῦσαι κατὰ μῆνα τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, δεικνύουσι κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, εἴτε ὑπάρχει κανονικὸς ἀπολογισμὸς, εἴτε μὴ, ἐν συνόλῳ τὸ ἀποτέλεσμα μετὰ μόνων τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας ὑπέδειξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς, μεταξὺ τῶν καταστάσεων καὶ τῶν ἀπολογισμῶν. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι αἱ καταστάσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ταμιακοῦ τμήματος, δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλὰ ἄλλως ἐργάζεται τοῦτο τὸ τμῆμα καὶ ἄλλως ἐκεῖνο· ἐκεῖνο μὲν συγκεντροῖ προχείρως τὰ ἀποτελέσματα, τοῦτο δὲ ἐξελέγχει αὐτὰ, ἡ δ’ ἐξέλεγξις ἐπάγεται μεταβολὰς τῶν ἐν ταῖς ταμιακαῖς καταστάσεσιν ἀναγεγραμμένων. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐξελέγξεως δύναται νὰ ἦναι ἡ μεταφορὰ δαπάνης ἢ εἰσπράξεως ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, ἢ ἀπὸ κεφαλαίου εἰς ἕτερον κεφάλαιον. Πλημμελεῖς ἀναγραφαὶ συμβαίνουσι, τὸ δὲ Γενικὸν Λογιστήριον ἀνευρίσκει τὰ σφάλματα καὶ διορθόνει τὰς ἐγγραφάς. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὰς χρήσεις καὶ εἰς τὸν ἀπολογισμόν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προϋπολογισμῶν, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος εἶναι γνωστὰ, ἀλλὰ δὲν ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς μόνον τὰ τῶν ἀπολογισμῶν.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι περιττά.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ πληροφορηθῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος· εἶναι εὔκολον προκειμένου περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν, ἀλλὰ πρέπει, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, νὰ συμπληρωθῶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, ὧν ἡ προσαγωγὴ εἶναι περιττὴ, διότι εἶναι ταῦτα γνωστὰ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος, ἥτις περιέχει τὴν ὅλην χρηματικὴν κίνησιν· ὡς πρὸς ταῦτα τῶν κενῶν ἡ ἀναπλήρωσις δὲν εἶναι εὐχερὴς, οὐχ ἧττον θέλω προσαγάγει πᾶν ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Λογιστηρίου δύναται νὰ μοὶ παράσχῃ, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§16ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἔλαβον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ συμπολῖταί μου ἐπικαλοῦνται τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς ταχείας ἐπιδιορθώσεως τοῦ λιμένος Λευκάδος, πρὸς ἀποφυγὴν καὶ ἄλλων δυστυχημάτων, πλὴν τοῦ εἰς τὸ τηλεγράφημα ἀναφερομένου. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου ἀπέδειξεν ἀληθῶς ἀνεπαρκῆ τὸν λιμένα τοῦτον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Λευκάδος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1884 ἀπεφάσισε τὴν κατασκευὴν νέου λιμένος πλησίον τῆς πόλεως καὶ παραπλεύρως τῆς εἰς τὸ ἐκεῖ φρούριον ἀγούσης δημοσίας ὁδοῦ. Δυνάμει δὲ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐγένετο διάγραμμα καὶ ὁ κατὰ νόμον προϋπολογισμός, καὶ μετ’ αὐτὸν νέος τοιοῦτος ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τόπου σταλείσης παρὰ τοῦ κ. καὶ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἄνευ ἀποτελέσματος, ἡ δὲ Λευκὰς ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸν λιμένα, οἷος παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Προστασίας κατεσκευάσθη. Ἀλλ’ ἵνα διατηρηθῇ οὗτος, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐπεκταθῇ τὸ καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ δυτικὸν μέρος κατασκευασθὲν ἐπὶ τοῦ λιμενοβραχίονος τοίχινον περιτοίχισμα, πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐκ τῆς ἄμμου προσχώσεως, καὶ νὰ τοποθετηθῶσι τρεῖς δετῆρες, ἀνεπαρκῶν ὄντων τῶν ὑπαρχόντων. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸ καιροῦ ἐμερίμνησε περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ ἐν Λευκάδι μηχανικοῦ, οὔτε τὸ διάγραμμα, οὔτε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, καὶ ἡ μέριμνα τῆς ἐπιτροπῆς ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος· ἔχουσα ὅμως ἐγκεκριμένην πίστωσιν καὶ φοβουμένη μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ ἄλλοτε ἐπελθόντα κατὰ καιροὺς δυστυχήματα, πρὸς ἀποφυγὴν χρονοτριβῆς ἐξέθεσεν εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὴν τοποθέτησιν τῶν δετήρων, ἡ δαπάνη τῶν ὁμοίων, ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 300 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέκρινε τὴν ἐκτέλεσιν, διὰ τὸν τυπικὸν λόγον τῆς μὴ προηγηθείσης ἀδείας πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἀναφορικῶν προγραμμάτων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἔφερεν, ὡς εἰκός, τὸ εἰς τὸ τηλεγράφημα ἀναφερόμενον δυστύχημα καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Ἀλλὰ τὸ μὴ ἀσφαλὲς τοῦ λιμένος θὰ ἔχῃ, ἐκτὸς τῶν λαβόντων χώραν δυστυχημάτων, ὡς φυσικὸν ἀποτέλεσμα, τὴν μὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ χειμῶνος προσέλευσιν τῶν πρὸς φόρτωσιν πλοίων, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ τόπου καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ προσεγγίσῃ εἰς λιμένα, εἰς τὸν ὁποῖον κινδυνεύει ν’ ἀπολέσῃ τὸ πλοῖόν του. Τούτων ἕνεκα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ὅσον τάχιον προνοήσῃ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν παρὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ψηφισθέντων ἔργων καὶ πρωτίστως περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν δετήρων· πρὸς τὸν σκοπὸν ὅμως τοῦτον εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποστείλῃ μηχανικὸν, θέλοντα καὶ δυνάμενον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, διότι ἐπαρχία, ἥτις συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 700 χιλιάδων δραχμῶν, δικαιοῦται τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπατᾶται φρονῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γένηται ἄλλο τι περὶ τῆς Λευκάδος, ἢ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνιστᾷ. Δύνανται νὰ γίνωσι πλειότερα, καὶ πρό τινων ἡμερῶν εἶπον, τί δύναται νὰ γένηται, διότι ἀνήγγειλα, ὅτι θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ διώρυγος Λευκάδος, ἧς ἡ μελέτη ἐγένετο ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, συνάμα μελετησάσης καὶ τὰ τοῦ λιμένος. Ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα· θέλουσιν ἀμφότερα ἐκτελεσθῆ ταὐτοχρόνως. Ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμᾷ τὴν ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν σημασίαν τῆς Λευκάδος καὶ λαμβάνει περὶ αὐτῆς μέτρα, προτείνουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τῆς διώρυγος σπουδαιότερα τῶν προσδοκιῶν τῶν κατοίκων. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου θ’ ἀποσταλῶσι μηχανικοὶ διά τε τὰ ἔργα τῆς διώρυγος καὶ διὰ τὰ τοῦ λιμένος, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀμφοτέρων.
§18ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐγενόμην καταληπτός. Τὸ ἐθνικὸν ἔργον τῆς ἐκβαθύνσεως τοῦ πορθμοῦ εἶναι μέλλον, καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἀπαιτεῖ χρόνον πολὺν καὶ ἄσχετον μὲ τὰς αἰτουμένας κατεπειγούσας ἐπισκευὰς, ἵνα μὴ κατὰ τὸν χειμῶνα, ὃν διατρέχομεν, καταστραφῶσι τὰ εἰς τὸν λιμένα τοῦτον προσορμιζόμενα πλοῖα. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὴν μέριμναν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ προηγουμένως ἀνέφερον.
§19ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ χάνδακος τῆς Λευκάδος, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς δαπάνας, ἃς ἄλλοτε ἡ Ἰόνιος Κυβέρνησις ἔκαμε περὶ τοῦ χάνδακος ἐκείνου.
§20Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐν προσωρινῇ καταστάσει τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἥτις ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1888, ἀναφέρονται δύο ποσὰ ἐσόδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τινὰς πληροφορίας. Τὸ πρῶτον τούτων εἶναι «διαφορὰ ἀξίας ἀνταλλασσομένων νομισμάτων». Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγράφεται ποσὸν 115,000 ὡς ἔσοδον, ἀλλὰ τὸ πραγματοποιηθὲν ἔσοδον, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν 751,000. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ αὕτη, καὶ πόθεν πηγάζουσι τὰ ἀνταλλαγέντα νομίσματα. Δεύτερον, ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει παρατηρῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου εἰσεπράχθη ποσὸν 808,000, ἐβεβαιώθησαν δὲ 852,000. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ κατάταξις τῶν ὑποχρέων τοῦ 1887 ἐγένετο περὶ τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1887, τὸ δὲ ἀντισήκωμα τῶν μετὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν ἀπολυομένων ἐπληρώθη κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1888· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία, ἂν τὸ ἔσοδον τοῦτο ἀνήκῃ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887, ἢ εἰς ἐκείνην τοῦ 1888. Τὰς πληροφορίας ταύτας παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι μοὶ εἶναι χρήσιμοι πρὸς φωτισμόν μου ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους.
§21ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ὑπεβλήθη ἀναφορὰ καπνοπωλῶν Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων, ἐξαιτουμένων τὴν τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ παραπέμψητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι αὕτη οὐδέποτε ἐργάζεται, ἀλλὰ νὰ ἀποστείλητε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ προβῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πολιτῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἐν τέλει λέγεται, ὅτι ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 16).
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὔριον θέλει ὑποβληθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας.
§24ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀποπειραθεὶς κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἐγένοντο αὐτῷ περὶ τῆς μακρᾶς σιωπῆς τῆς Εἰσαγγελίας καὶ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν καταγγελίαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἠθέλησε παρεμπιπτόντως νὰ δικαιολογηθῇ ἐπὶ τῇ ἀπονεμηθείσῃ χάριτι εἰς τὸν Ἀλέξιον Δ. Τάκην. Καὶ ὅσοι ἤκουσαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀγορεύοντος, ἐπίστευσαν, ὅτι ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐν τῇ νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ τῶν 14 ἐτῶν ὑπέπεσεν εἰς μικρόν τι ἔγκλημα, ἤτοι, ἐνῷ ποιμήν τις ἐκοιμᾶτο ἥσυχος καὶ ἀμέριμνος εἰς τὸ ποίμνιον αὐτοῦ, ὁ Ἀλέξιος Τάκης ἐπέπεσε μετ’ ἄλλου συναυτουργοῦ κατ’ αὐτοῦ νύκτωρ καὶ διὰ πελέκεως ἀπέκτειναν τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον ποιμένα. Ἐν τούτοις ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ὁ Ἀλέξιος Τάκης κατεδικάσθη, ἦτο φόνος ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένος, διότι ἄλλως δὲν ἐδύνατο νὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν ὁ Τάκης. Ἀλλ’ ὡς παρέστησε τὰ πράγματα ὁ κ. Ὑπουργὸς, βεβαίως οἱ πλείονες ἐπίστευσαν, ὅτι τέλος πάντων προέκειτο μόνον περὶ ἁπλουστάτης τινὸς πράξεως· δὲν ἐδυσκολεύθη μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πάντα καὶ πλήρη τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἀπῃτοῦντο δυνάμει τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι ἔφερεν ἐνταῦθα μόνον δύο γνωμοδοτήσεις περὶ τῆς ἀπονεμηθείσης τῷ Τάκῃ χάριτος καὶ τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν. Τοσοῦτον δὲ παρέστησε τὰ πράγματα ἁπλᾶ, ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ εἴπω καὶ εἰδυλλιακὰ, ὥστε δὲν ἐδυσκολεύετο ποσῶς νὰ ζωγραφίζῃ ἡμῖν νέον τινὰ 14 ἐτῶν, ὅστις ἐξ εὐγενῶν ὁρμῶν συνέλαβεν ἐν τῷ νῷ τὴν ἐγκληματικὴν ἐκείνην πρᾶξιν καὶ ἐξετέλεσεν αὐτήν. Κατὰ πόσον ἦτο ἁπλοῦν τὸ ἔγκλημα, ἠκούσατε. Ἐν νυκτὶ μετ’ ἄλλου ἐσκεμμένως καὶ ἐκ προμελέτης διὰ πελέκεως! ἀπέκτεινεν ἐν ἐρήμῳ τόπῳ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον ποιμένα. Ἀλλὰ τοσοῦτον ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησε τὰ πράγματα ἁπλᾶ καὶ ἀθῶα, ὥστε αἱ ἐφημερίδες, αἱ φίλα φρονοῦσαι τῇ Κυβερνήσει, καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἔσπευσαν νὰ ἐκφράσωσι τὴν ἀγανάκτησιν αὑτῶν κατ’ ἐκείνου, ὅστις ἔσχε τὴν τόλμην, ἢ καὶ τὴν αὐθάδειαν, νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ὑπέρτατον βουλευτικὸν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα λέγω καὶ τὸ καθῆκον τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ τάχα, ἔγραψαν, νὰ γίνῃ τοσοῦτος λόγος περὶ νέου ἀνθρώπου, περὶ παιδὸς, περὶ δεκατετραετοῦς ὑπάρξεως, ἥτις πρὸ 10 ἢ 15 ἐτῶν ὑπέπεσεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον (!) ἀδίκημα; Καὶ δὲν κατηγορῶ τοὺς ἀξιοτίμους συντάκτας τῶν φύλλων τούτων, διότι ὁμολογῶ, ὅτι οἱοσδήποτε, μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ἤθελεν ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοιαύτην περίπου ἰδέαν σχηματίσει περὶ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη. Χθὲς διὰ σημειώσεώς μου ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κομισθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, καὶ σήμερον ἔφερεν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος δικογραφίαν. Ἐκ ταχίστης ὅλως ἐρεύνης ἐν τῇ δικογραφίᾳ ταύτῃ εὑρόν τινα στοιχεῖα, ἅτινα εἰσὶν ἀρκετὰ, ἵνα σχηματίσητε ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐννοοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ ἐμπαίζωσι καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ κατὰ πρῶτον δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἑνὸς φόνου ἐσκεμμένου καὶ ἐκ προμελέτης, ἤτοι περὶ μιᾶς δολοφονίας μεθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπιβαρυντικῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀποπείρας δολοφονίας, δηλ. περὶ ἰδίου ἐγκλήματος, δευτέρου. Ἀκούσατε. Ἀναγινώσκω τὰ τεθέντα εἰς τοὺς ἐνόρκους ζητήματα: «αʹ) ἐκ προμελέτης ἀπεφάσισαν καὶ ἐσκεμμένως ἐξετέλεσαν ἀνθρωποκτονίαν κατὰ τοῦ Γεωργίου Χαρδαλιᾶ, διὰ πυροβόλων ὅπλων, πεπληρωμένων σφαιρῶν καὶ πυρίτιδος, καὶ διὰ γιαταγανίων, καὶ βʹ) σκοποῦντες ἐκ προμελέτης καὶ ἐσκεμμένως νὰ ἐκτελέσωσιν ἀνθρωποκτονίαν κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου Γ. Χαρδαλιᾶ καὶ Κωνστ. Τσίγκα, ἀπεφάσισαν καὶ ἐπεχείρησαν ἐξωτερικὴν πρᾶξιν, περιέχουσαν ἀρχὴν ἐκτελέσεως, ἤτοι ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτῶν τὰ πλήρη πυρίτιδος καὶ σφαιρῶν πυροβόλα ὅπλα των, ἀλλ’ ἐκ τύχης καὶ ἀπὸ ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεώς των περιστατικὰ ἀπέτυχον τοῦ ἀνθρωποκτόνου σκοποῦ των, τραπέντων αὐτῶν εἰς φυγὴν διὰ τοῦ σκότους, τετραυματισμένων ὄντων (τῶν παθόντων)». Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ αὐτῶν τῶν πράξεων; Διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀγορεύων, ἐκινδύνευσε νὰ πιστεύσῃ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι οὐδεὶς ἐγκληματίας τυγχάνει ἀθωότερος αὐτοῦ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, ὃν μικροῦ δεῖν καὶ ἡμεῖς ἐπιστεύσαμεν ὡς ἀθωοτάτην τινὰ καὶ λευκὴν περιστεράν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, τί εὑρίσκω προχείρως ἐν τῇ δικογραφίᾳ, περὶ ἧς πρόκειται; Τηλεγράφημα τοῦ γνωστοῦ ἤδη ἡμῖν ἐκ προτέρας συνεδριάσεως εἰσαγγελέως Μπράβου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα Πατρῶν, ὅπερ παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε, διότι θέλετε πεισθῆ ἀμέσως, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ ἑνὸς φοβερωτάτου λῃστάρχου (ἀναγινώσκει). «Μεσολόγγιον 11,300. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Πάτρας. Τὸν προσελθόντα καὶ φυλακισθέντα ἐνταῦθα Ἀλέξ. Τάκην, ἐπὶ λῃστείαις κατηγορούμενον, ζητεῖ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Κερκύρας, πέμψωμεν αὐτόθι Εἰσαγγελεῖ Πλημμελειοδικῶν. Ὑπάρχουσι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι. Πληροφορήσατε, ἂν πρέπῃ νὰ τὸν ἀποστείλωμεν. Εἰσαγγελεὺς Μπράβος.» Βλέπετε, ὅτι ἐνταῦθα συνάπτεται ἓν εἶδος ἀγῶνος μεταξὺ τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους περὶ αὐτῆς τῆς τρυφερᾶς περιστερᾶς, ἣν διεκδικοῦσιν αἱ περιφέρειαι τῶν Κακουργιοδικείων Πατρῶν, Κερκύρας κλπ., αὐτὸν τὸν ἄξιον συμπολίτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὃν δὲν ἐδειλίασε νὰ προκαλέσῃ χάριν, ἴσως ἀκόμη καὶ δι’ ἐκλογικοὺς σκοπούς. Διὸ ἀξιῶ, κ. Ὑπουργὲ, νὰ φέρητε ἐνταῦθα πάσας τὰς δικογραφίας, τὰς ἐναντίον τοῦ δεινοῦ τούτου λῃστάρχου, ἢ ἐκκρεμεῖς, ἢ περατωθείσας, καὶ τότε θέλω ἐπαναλάβει τὴν συζήτησιν περὶ τῆς πράξεως ὑμῶν ταύτης, καίτοι δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τῆς ἀπονεμηθείσης τῷ λῃστάρχῳ τούτῳ χάριτος, ἀλλὰ περὶ τοῦ, διατὶ νὰ καταγγείλητε τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» πρὸ δύο ἐτῶν ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς Ὑπουργὸς, καὶ ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη νὰ ἀφίνητε ἐκκρεμῆ τὴν καταγγελίαν ὑμῶν ταύτην. Μήπως διότι ἤθελον ἀποδειχθῆ πασιφανέστατα πάντα, ὅσα κατηγοροῦσιν ὑμᾶς; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἢ ἐπιτετραμμένον, νὰ σταματήσω ἐνταῦθα: Θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν, Κύριοι, αὐτὴν τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ τοῦ κατηγορουμένου Ἀλέξ. Τάκη ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικῶν Λευκάδος, ἵνα ἀκούσητε αὐτὸν τοῦτον πῶς ζωγραφίζει ἑαυτόν. Καὶ τότε πλέον θέλετε ἀπορήσει καὶ καταγανακτήσει καὶ ἐξεγερθῆ ἔτι μᾶλλον, πῶς ἔσχε τὴν τόλμην Ὑπουργὸς, καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μάλιστα, ἐνώπιον καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἐπικινδυνωδεστάτου λῃστάρχου, ὡς περὶ ἀθωοτάτης τινὸς ὑπάρξεως. Ἔχω εἰς χεῖράς μου, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 ἀποφάσεως τοῦ 1887 ἔτους τῶν ἐν Λευκάδι κακουργιοδικῶν: «Ἀριθμὸς ἀποφάσεως 3. Πρακτικὰ τοῦ κατὰ τὴν βʹ. σύνοδον τοῦ ἔτους 1887 ἐκτάκτου ἐν Λευκάδι Δικαστηρίου τῶν κακουργιοδικῶν. «Τῇ 2 9βρίου 1887. «Κατηγορούμενος Ἀλέξιος Δ. Τάκης, κάτοικος Χορίμποβο τοῦ δήμου Ἀπεραντίων, παρών... «Τούτων γενομένων, ὁ Πρόεδρος ἐκάλεσεν ἐνώπιόν του τὸν κατηγορούμενον, καὶ ἐξήτασεν αὐτὸν περὶ τῆς ταυτότητός του κλπ. Οὗτος δὲ ἀπεκρίθη, ὅτι ὀνομάζεται Ἀλέξιος Δ. Τάκης, ἐγεννήθη καὶ κατοικεῖ εἰς Χορίμποδο τοῦ δήμου Ἀπεραντίων, ἐτῶν 25, γεωργὸς καὶ χριστιανὸς ὀρθόδοξος, ὅτι ἔχει μητέρα μόνον, ἄγαμος, ἐγγράμματος, ἔχει ἀδελφούς, ἐν οἷς καὶ τὸν λήσταρχον Εὐάγγελον Τάκην, κατηγορήθη ἄλλοτε διὰ διαφόρους ληστρικὰς πράξεις, καὶ κατεδικάσθη τρὶς εἰς πρόσκαιρα δεσμά, καὶ κατηγορεῖται καὶ ἤδη, ἐκτὸς τῆς σημερινῆς πράξεως, καὶ δι’ ἄλλας, δι’ ἃς δικασθήσεται ἐνταῦθα καὶ ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ὅτι συνήγορον νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ δὲν ἔχει.» «Κατηγορήθη ἄλλοτε διὰ διαφόρους ληστρικὰς πράξεις!» Ὁ ἴδιος ὁμιλεῖ. Καὶ δὲν ἀρκεῖ ἕως ἐδῶ: «Κατεδικάσθη τρὶς εἰς πρόσκαιρα δεσμά!» (ἱλαρότης). Δὲν εἶναι, Κύριοι, νὰ γελῶμεν, εἶναι νὰ φρικιῶμεν διὰ τὴν τόλμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις ἦλθεν ἐνταῦθα νὰ ἐξαπατήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν ὅλην!: «Καὶ κατηγορεῖται καὶ ἤδη, ἐκτὸς τῆς σημερινῆς πράξεως, καὶ δι’ ἄλλας, δι’ ἃς δικασθήσεται ἐνταῦθα (ἐν Λευκάδι) καὶ ἐν Κερκύρᾳ», καὶ ὅτι «συνήγορον δὲν ἔχει». Ὅτι δὲν εἶχε συνήγορον, ἴσως ἦτο εἰκονικόν. Λοιπόν, Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, πρόκειται περὶ κοινοῦ τινος ἐγκληματίου, ἡλικίας 14 ἐτῶν, καὶ περὶ μιᾶς μόνης ἢ δύο φοβερωτάτων ἐγκληματικῶν πράξεων; Διότι εἶναι βέβαιον, καὶ πολλοὶ συμπολῖταί μου σήμερον, ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν μου, μοὶ ἔλεγον, ὅτι, ἐὰν ἀληθῶς περὶ νέου ἐτῶν 14, ἐγκληματήσαντος ἤδη πρὸ 15 ἐτῶν, πρόκηται, ἴσως ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύναται νὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως, προπάντος ὁπωσδήποτε εἰς ἀπονομὴν χάριτος. Ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖτε, οἱ Εἰσαγγελεῖς χαρακτηρίζουσιν αὐτὸν ὡς λήσταρχον, ἁμιλλώμενοι μεταξὺ των τίς πρῶτος νὰ προσφέρῃ πρὸς τὴν κοινωνίαν ὑψίστην ὑπηρεσίαν, φροντίζων περὶ τῆς καταδίκης αὐτοῦ τοῦ τέρατος Αὐτὸ τὸ ἴδιον τέρας, ἐξεταζόμενον ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ὁμολογεῖ, ὅτι τρὶς κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμά, ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι λήσταρχος φοβερώτατος, καὶ ὅτι καὶ δι’ ἄλλας πράξεις ἔχει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικείων τοῦ Κράτους. Μετὰ τὰ ἐπίσημα, Κύριοι, ταῦτα ἔγγραφα νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει ἀρκούντως φωτισθῆ. Ἐν τούτοις, ἵνα ἔχωμεν πλῆρες ὅλον αὐτὸ τὸ....
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πανόραμα!
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ πανόραμα, μάλιστα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ συμπληρώσῃ τὴν δικογραφίαν, νὰ παραγγείλῃ δὲ τοῖς ἁρμοδίοις Εἰσαγγελεῦσιν, ὅπως πᾶσαι αἱ δικογραφίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν λήσταρχον Τάκην, σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει, ἐὰν εὐλόγως, ἢ οὔ, ἀπενεμήθη πρὸς αὐτὸν ἡ Βασιλικὴ χάρις. Περὶ δὲ τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, τῆς μὴ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», αὕτη μένει ἀκεραία, ὅπως ὑπῆρχεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συζητήσεως ἡμῶν.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, παθ’ ὅσα ἐλέχθησαν οὐδὲ κατὰ κεραίαν μεταβάλλουσι τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸς τὴν Βουλὴν ἔδωκα, οὐδὲ τὴν ἔννοιαν ἢ σημασίαν αὐτῶν τὸ παράπαν. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθην νὰ δώσω πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλλήν, ἦτο, ὅπως ἐνθυμεῖσθε καὶ ὅπως καὶ σήμερον ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐδηλώθη, νὰ ἐξηγήσω, διὰ τίνα λόγον προεκάλεσα Βασιλικὴν χάριν, μεταβαλοῦσαν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου τοῦ καταδίκου ἐκείνου εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἄνευ γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Ὅ,τι εἶπον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἶναι αὐτόχρημα ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος. Τῆς ποινῆς ἐκείνης τὴν μεταβολὴν προεκάλεσα συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ τε Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος Δικαστηρίου, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχῃ παράδειγμα ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν, τῶν λαβουσῶν μέρος εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως. Γνωρίζω τοὐναντίον, ὅτι πλειστάκις, ἐναντίον γνωμοδοτήσεως τῶν τοιούτων ἀρχῶν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκτελέσεως, ἐδόθη χάρις. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν αἱ γνωμοδοτήσεις ἦσαν κατὰ τοῦ καταδίκου ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ ἐὰν αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιοι ἐγνωμοδότουν, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ τότε δὲν ἤθελον συμμορφωθῇ πρὸς αὐτάς, ἐνασκῶν οὕτω καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν αὐτὸν πάντοτε τρόπον οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐξετέλεσαν, ὅταν αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας αἱ πράξεις ἐγένοντο, δὲν ἐπέτρεπον νὰ σχηματίσωσιν ἀσφαλῆ καὶ ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀναποφεύκτου τῆς ἐκτελέσεως. Ὑπ’ ὄψει μου εἶχον, ὅπως καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ γνωμοδοτήσασαι, κατάδικον μὲν οὐχὶ συλληφθέντα, ἀλλ’ αὐθορμήτως προσελθόντα εἰς τὴν δικαιοσύνην, πρᾶξιν δὲ πρὸ δεκατριῶν ἐτῶν λαβοῦσαν χώραν, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὁ δράστης αὐτῆς μόλις εἶχε συμπληρώσει, ἐὰν εἶχε συμπληρώσει, τὸ δέκατον τέταρτον τῆς ἡλικίας ἔτος, πρᾶξιν, τῆς ὁποίας ὁ χαρακτηρισμὸς ἠδύνατο ἴσως εὐλόγως νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίαν, ἐὰν ἐγένετο ὀρθῶς, δηλονότι, ἂν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἔφερεν ἀναμφισβητήτως τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐκ προμελέτης φόνου, ἢ ἄλλον τινά. Ἀσχέτως δὲ πρὸς τοῦτο, καὶ ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἡλικίας νεαρωτάτης τοῦ δράστου, μόνον καὶ μόνον, διότι παρῆλθε τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς πράξεως, ἴσως δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει τις νὰ συστήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Ὅ,τι λοιπὸν εἶπον εἰς ἐξήγησιν τῶν λόγων, δι’ οὓς καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιοι ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς τῆς ποινῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ παντελῶς, διότι εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. Τί ἀπέναντι τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἀντιτάσσεται; Ὅτι ὁ ἐπὶ τῇ πράξει ἐκείνῃ κατάδικος δὲν εἶναι ἁγνὸς καὶ ἀθῶος ἄνθρωπος, οὐδὲ διῆλθεν ἀνεπίληπτον καὶ ἄμεμπτον τὸ βίον αὐτοῦ. Καὶ τίς εἶπέ ποτε τοῦτο; Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀθῶον καὶ ἀνεπίληπτον ἐκεῖνον, περὶ οὗ ἔκρινα, ὅτι πρέπει νὰ διανύσῃ ποινὴν ἰσοβίων δεσμῶν; Ἀλλὰ καὶ τίς ποτε ἰσχυρίσθη, ὅτι αὐτὸς δὲν ὑπέπεσεν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἀξιόποινον πρᾶξιν;
§28ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς προχθές.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὄχι, ποτέ.
§30ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμεῖς ἐλέγετε, ὅτι εἶναι ἁπλοῦς φονεύς.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίουν, τίς ἦτο ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ὁ ἄνθρωπος κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. Ἐβεβαίωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1886 ἐφυγοδίκει. Κατὰ τὴν φυγοδικίαν ταύτην διέπραξε βεβαίως ἀξιοποίνους πράξεις.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἴπετε.
§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ τὸ εἴπω.—Ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἦναι οἱ διακόπτοντές με Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἄλλη τις κατηγορία κατὰ τοῦ καταδίκου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἐπίσημοι πληροφορίαι ὅτι καὶ ἄλλοτε κατεδικάσθη, καὶ ὅπερ αὐτὸς ὁ κατάδικος ἐν τῷ Δικαστηρίῳ ὡμολόγησε. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν σεῖς, ὄντες εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ εἴχετε τὴν τόλμην νὰ δώσητε τοιαύτην πληροφορίαν, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς πράξεως, δι’ ἣν ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν ἄλλων. Κατὰ τὴν φυγοδικίαν του ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, δι’ ὅλας δὲ αὐτὰς ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη, καὶ ὑπέχει τὰς εὐθύνας, αἵτινες τῷ ἐπεβλήθησαν, καὶ οὐδεὶς ἔθιξε τὰς ποινὰς ἐκείνας. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τις, ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ εἰς ἐλαφροτέρας ποινὰς καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν κρίσιν, περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐπράχθη καὶ ἐξεδικάσθη τὸ ἐπισῦραν αὐτὴν ἔγκλημα καὶ μετὰ 14 ἀπὸ τοῦ ἐγκλήματος ἔτη, θλίβομαι διὰ τοῦτο. Δὲν χρειάζεται νὰ ἦναί τις νομικὸς ἢ σοφός, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὸν κοινὸν νοῦν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι, ὅταν καλῆται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἀποκοπὴν τῆς κεφαλῆς τινος, αἱ δὲ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα ἐπιβάλλωσι τὴν μεταβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συστήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, διότι τυχὸν ὁ κατάδικος κατεδικάσθη εἰς ἐλαφροτέρας ποινὰς δι’ ἄλλας πράξεις. Τοιαύτη ἐκτέλεσις δὲν ἤθελεν ἀποτελεῖ τὴν νόμιμον ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνίας ἐπὶ τῷ ἐγκλήματι, τῷ ἐπαγαγόντι τὴν δικαστικὴν ποινήν, ἀλλ’ αὐθαίρετον ἐπίτασιν τῶν ἐλαφροτέρων ἐπὶ τοῖς ἄλλοις ἐγκλήμασι ποινῶν εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα ἐν ᾧ πρόκειται περὶ ἀνθρώπου αὐθορμήτως πρὸς τὴν δικαιοσύνην προσελθόντος, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ἀποτρόπαιον.
§34ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καταθέτων ἔγγραφα, ἐξήγησε τὰ τῆς ὑποθέσεως, δι’ ἣν ὁ Τάκης κατεδικάσθη ἐν Λευκάδι, ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε,—καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν ἐγκρίτων συναδέλφων,—ὅτι τῳόντι εὕρισκον κατὰ πάντα δικαιολογημένην τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς προεκάλεσε τὴν ἀπονομὴν χάριτος εἰς τὸν καταδικασθέντα Ἀλέξιον Τάκην· διότι τῷ ὄντι ὅλοι οἱ λόγοι καὶ πρὸ πάντων ἡ νεαρότης τῆς ἡλικίας τοῦ καταδικασθέντος, ὄχι μόνον ἐπέτρεπον, ἀλλὰ καὶ ἐπέβαλλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὸν μετριασμὸν τῆς καταγνωσθείσης ποινῆς, ἔτι δὲ μᾶλλον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ποτὲ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν τοῦ καταδίκου τούτου, ὅστις νεανίας εἶχεν ἐκτελέσει φόνον ὑφ’ οἵας δήποτε, ἔστω ἐπιβαρυντικὰς, περιστάσεις. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ῥάλλη, εἰς ὃν ἐξέφρασα ἰδιαιτέρως τὰς ἰδέας μου ταύτας, ἃς καθ’ ὁλοκληρίαν συνεμερίζετο καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι οὐδέποτε ὑπέθετον, ὅτι ὁ Ἀλέξιος Τάκης εἶναι λῃστὴς ἐπικεκηρυγμένος, καταδικασθεὶς πλειστάκις ἐπὶ λῃστείᾳ καὶ ἴσως διατελῶν ὑπόδικος ἐπὶ ἄλλαις πράξεσιν, ἀδελφὸς δὲ τοῦ λῃστάρχου Εὐαγγέλη Τάκη, συμπράξας μετ’ αὐτοῦ εἰς αἰχμαλωσίας καὶ δὴ εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ κ. Ἀβέρωφ. Δὲν ἐπικαλοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὴν συνείδησιν πάντων τῶν Βουλευτῶν, ἐάν τις ἐξ αὐτῶν ἀντελήφθη, ὅτε ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθές, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ λῃστάρχου πολλάκις καταδικασθέντος. Ἐγὼ μάλιστα σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μετεμελήθην, διότι ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει συμμετέσχον ὅπως δήποτε τῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μομφῆς, ἀλλὰ σήμερον μετανοῶ, διατὶ νὰ μεταμεληθῶ. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπονεμηθείσης χάριτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένει πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁμολογουμένως τὸ στάδιον τοῦτο τῷ εἶναι εὐχερέστερον. Τὸ σπουδαῖον τῆς ὑποθέσεως μᾶλλον ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς: Εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἡ ἐφημερὶς «Χρόνος» ἐδημοσίευσεν; Ἂς τὸ ὀνομάσουν τὸ φύλλον τοῦτο ὅπως θέλουν, σατυρικόν, ἢ λιβελλογραφικόν, ἢ θνησιγενές. Εἶναι ἀληθές, λέγω, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρης εἶπε ῥητῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι τὸν λῃστὴν Τάκην καὶ τοὺς συντρόφους του τοὺς ὑποθάλπει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός; Ἀπορῶ τῳόντι, πῶς ὁ κ. Βουλπιώτης, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ ἐν τῷ νομῷ του, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ πρώην Διευθυντοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, πῶς δὲν προὐκάλεσεν αὐτὸν νὰ διαψεύσῃ τὰς αἰτιάσεις τοῦ «Χρόνου», ἢ μᾶλλον πῶς ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, ἐνῷ ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη εἶναι ἔκθετος ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ εἴπῃ: «τί λέγετε καὶ τί συζητεῖτε ἐν ὀνόματί μου; ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι». Καὶ ἀφοῦ ὁ ἔντιμος ἀξιωματικὸς κ. Μπαϊρακτάρης δὲν τὸ ἔπραξεν ἐπὶ δύο ἔτη, πῶς δὲν προεκάλεσεν αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: «Ἐν ὀνόματί σου,—νὰ τῷ εἴπῃ—κύριε Μπαϊρακτάρη, μοὶ ἀποδίδουσι βαρυτάτην κατηγορίαν· πῶς δὲν διέψευσες αὐτήν;». Ἀντὶ τούτων κατέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἄλλας ὑπεκφυγὰς, ἐνῷ ἡ κυρία πηγή ἐστὶν ὁ Μπαϊρακτάρης, παρ’ οὗ πάντες ἤντλησαν τὰς πληροφορίας των. Αὐτὰ λοιπὸν, τὴν σιγὴν τουτέστι μέχρι τοῦδε τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη καὶ τὴν μὴ πρόκλησίν του ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θεωρῶ ὡς τὰ σπουδαιότερα σημεῖα τοῦ ζητήματος καὶ εἶτα τὰ περὶ τῆς μηνύσεως κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν». Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σὲ κατηγοροῦν οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως, ἐν τῷ «Χρόνῳ», ἐν τῇ «Ἐπιθεωρήσει, ἐν τῷ «Συλλόγῳ», ψευδῶς, ὑποθέτω πρὸς στιγμήν, καὶ καταγγελεῖς τοὺς συκοφάντας, καὶ εἶτα οὐδὲν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ἐνεργεῖται, ἐνῷ καθ’ ἑκάστην σὲ προκαλοῦν. Τὸ ἔκαμα, λέγεις, ἐξ ἐπιεικείας. Ἀλλὰ δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ φανῇς ἐπιεικής, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀτόμου σου, ἀλλὰ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ ἀξιώματός σου. Καὶ δικαιολογεῖς σεαυτὸν λέγων, ὅτι ἀφῆκες τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὅπως ἐκδικασθῇ βραδύτερον, ὅτε δὲν θὰ ἦσαι Ὑπουργός· καὶ λέγεις ταῦτα, ἐνῷ γνωρίζεις καλῶς, ὡς νομικός, ὅτι πρὸ πολλοῦ παρεγράφη, διότι πρόκειται περὶ πλημμελήματος, τὸ ὁποῖον παραγράφεται μετὰ ἓν ἔτος.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀναλόγως τῆς πράξεως.
§36ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ πέντε ἔτη.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ πλημμελήματος τιμωρουμένου κατ’ ἔγκλησιν, καὶ ἑπομένως πρὸ πολλοῦ παραγραφέντος. — Καὶ ἔχουσι δίκαιον οἱ ἐπερωτῶντες νὰ ἀπορῶσι, πῶς σεῖς, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν φροντίζετε νὰ εἰσαχθῇ ἡ μήνυσις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπου, ἐὰν ἠλήθευον τὰ λεγόμενά του, θὰ ἐφαίνετο κατάφωρος ἡ συκοφαντία. Καὶ πῶς ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ, εἰς πάντα νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι ἐκ δειλίας καὶ ἐκ φόβου πλειοτέρων ἀποκαλύψεων σταματᾶτε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐμποδίζετε τὴν ἐκδίκασίν της; Αὗται εἶναι αἱ ἀπορίαι, αἱ σπουδαῖαι, αἵτινες ἐγεννήθησαν σήμερον, καὶ μετὰ θλίψεως, ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, εἶδον, ὅτι διὰ τῶν νέων ἀποκαλύψεων ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει πολὺ σπουδαιότερον χαρακτῆρα, διότι δὲν πρόκειται πλέον, ὡς ὑπετέθη κατ’ ἀρχὰς, περὶ μείρακος, ἐν τῇ νεανικῇ του ἡλικίᾳ διαπράξαντος ἓν ὡρισμένον καὶ μεμονωμένον ἀδίκημα, ἀλλὰ περὶ λῃστοῦ πολλὰς διαπράξαντος λῃστείας καὶ ἐπικεκηρυγμένου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Εἰσαγγελίας καὶ μᾶς δώσῃ ἐπαρκεῖς πληροφορίας περὶ πασῶν τῶν κατηγοριῶν τοῦ Τάκη, τῶν τε περατωθεισῶν καὶ τῶν ἐκκρεμῶν, διότι ἠκούσθη, ὅτι καὶ ἐν Μεσολογγίῳ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι, καὶ ἐν Λευκάδι, καὶ ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐν Τρικκάλοις. Παρακαλῶ δηλονότι αὐτὸν, νὰ διατάξῃ τὴν προσαγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς πασῶν τῶν δικογραφιῶν τῶν περατωθεισῶν, πρὸς δὲ ἀντιγράφων τῶν βουλευμάτων τῶν Πλημμελειοδικῶν τῶν τυχὸν μὴ εἰσέτι ὁριστικῶς περατωθεισῶν κατηγοριῶν, περιπλέον τὴν ὑποβολὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν τυχὸν εἰσέτι ἐν τῇ Ἀνακρίσει εὑρισκομένων κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Τάκη, καὶ τελευταῖον, εἰ δυνατὸν, ἀντίγραφον τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἧς ἐζητήθη ἡ ἐπικήρυξις τοῦ Τάκη ὡς λῃστοῦ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως.
§38ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαραίτητον ἴσως ἔχω καθῆκον, ὡς Βουλευτὴς, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ φανῶ μέχρι τέλους ἀπέχων τῆς συζητήσεως ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ σιωπή μου ἔδωκε χώραν καὶ εἴς τινας παρεξηγήσεις καὶ σχόλια, εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Παρατήρησα λ. χ. ὅτι μία λίαν ἔγκριτος καὶ σοβαρὰ ἐφημερὶς, ἡ «Ἐπιθεώρησις», ἐκφράζουσα τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία ἐπροξενήθη εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῆς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔγραφε μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφαίνετο ἐπικαλούμενος τὸ ἔλεος τῶν ἐπαρχιακῶν του ἀντιπάλων, οἵτινες καὶ τὸ παρέχουσιν αὐτῷ, σιωπῶντες ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἐπανειλημμένως ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐννοεῖ νὰ θεωρῇ ἐντελῶς ξένους τοὺς ἐπαρχιακούς του ἀντιπάλους. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται ἀκριβὴς ἡ τοιαύτη ἐξήγησις τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ βεβαιώσῃ ἓν γεγονὸς, τοῦ ὁποίου ἔχει γνῶσιν, διότι οὐδὲ ἠδύναντο ἐπαρχιακοὶ ἀντίπαλοι, ἢ ἐν γένει ἀντίπαλοι αὐτοῦ, νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς μίαν κατηγορίαν, ἥτις ἐξεφράσθη ἐν Ἄρτῃ ὑπὸ Διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ, ἡ ὁποία μετεφέρθη εἰς Μεσολόγγιον ὑπὸ Εἰσαγγελέως καὶ ἡ ὁποία παρεδόθη διὰ τῶν γνωστῶν ἐκ Μεσολογγίου ἐπιστολῶν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀλλ’ ἤδη, Κύριοι, ἔχω ἓν παράπονον κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔχω αἰτίασιν ὡς Βουλευτὴς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δύναμαι νὰ αἰτιαθῶ αὐτὸν, ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι τοὐλάχιστον ἀμελῶς ἐφάνη πολιτευθεὶς πρὸς τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται αὐτῷ ὡς Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὑπόληψιν καὶ ἀξιοπρέπειαν. Καὶ δύναμαι νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ τὸ παράπονον, διότι ἡ ὑπόληψις καὶ ἀξιοπρέπεια τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους δὲν εἶναι κτῆμα αὐτῶν ἴδιον, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ διαθέτωσιν ἀλλὰ κτῆμα ἐθνικὸν, ἀνῆκον καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅσον καὶ εἰς αὐτοὺς, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ τοιούτων κατηγοριῶν ἐναντίον τῶν κυβερνώντων τὴν πατρίδα ἡμῶν. Προσήκει λοιπὸν καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀπαιτῶμεν παρ’ αὐτῶν νὰ ἵστανται ὑψηλὰ εἰς τὴν θέσιν των, νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι, ἂν τυχὸν ὑπάρξῃ ποτὲ ἀνάγκη ἐγκαταλείψεως χαρτοφυλακίων χάριν τῆς ὑπολήψεώς των καὶ τῆς πολιτικῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, πρέπει νὰ τὸ πράξωσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδ’ ὑπῆρξεν ἀνάγκη τοιαύτη! Δὲν ἔχω, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, ἢ οἱ πολιτευόμενοι ἐν γένει, ὀφείλουσι ν’ ἀντεπεξέρχωνται, εἴτε ἄλλως, εἴτε διὰ καταγγελιῶν, εἰς πᾶν, ὅ,τι δημοσιεύεται κατ’ αὐτῶν ἐν τῷ τύπῳ. Δύνανται πολλάκις νὰ σιωπῶσιν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐφάνη θεωρήσας μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῶν δημοσιευμάτων ἐκείνων τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἀξίαν περιφρονήσεως, καὶ δὲν δύναταί τις, εἰμὴ νὰ ἐπαινέσῃ αὐτὸν, ὅτι κατήγγειλε μετὰ πάροδον ἡμερῶν τινων τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τῶν δημοσιευμάτων τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀορίστων κατηγοριῶν, ἢ περὶ διαδόσεων ἐν ταῖς ἀγυιαῖς, οὔτε περὶ τυχαίων τινῶν, οἱ ὁποῖοι εἶπόν τι, ἢ ἔγραψαν, κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τίνες ἀνεφέροντο ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι κατηγόρησαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Αὐτοὶ οἱ ἁρμοδιώτατοι πάντων νὰ κρίνωσιν ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ὑποθέσεως. Διοικηταὶ μεταβατικῶν καὶ Εἰσαγγελεῖς. Καὶ σπεύδω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, λέγων «οἱ ἁρμοδιώτατοι πάντων», δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω ποσῶς οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ νὰ βεβαιώσω ἓν ἐξωτερικὸν γεγονὸς, συνδεόμενον πρὸς τὴν περίστασιν ταύτην. Λοιπὸν παρεστάθη ἐν ἀρχῇ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρης ἐξεφράσθη περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τρόπου, ἐκφράζοντος τῷ ὄντι μεγάλην ἀγανάκτησιν.
§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐξεφράσθη;
§40ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἤμην ἐν Ἄρτῃ.
§41ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπάντησις αὐτὴ, εἶναι ὑπεκφυγή. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν σᾶς διακόπτω πλέον.
§42ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀξιοῖτε ὑμεῖς, δικανικὸς ἀνὴρ, δικηγόρος μάλιστα διακεκριμένος, νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ τοιαύτης ἐρωτήσεως ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς νὰ διεξῆγον ἀποδείξεις καὶ πρόκειται νὰ ἐκφέρω ἐντεῦθεν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν; Τὰ περιστατικά, ἅτινα ἐκθέτω, εἶναι εἰς πάντας γνωστὰ· κρίνετε καὶ σεῖς, ἂν ἦναι βέβαιον, ἢ ὄχι. Λοιπὸν ἐγράφη ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι Εἰσαγγελεὺς, ἐν Ἄρτῃ διατελῶν, μετέφερεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας τὴν διάδοσιν, ὅτι ὁ κ. Μπαϊρακτάρης εἶπε: «τί ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Τάκην ἀπὸ ἡμᾶς καὶ μᾶς ἐπιφορτίζει νὰ τὸν καταδιώκωμεν; κάμνει καλὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ τὸν παραδώσῃ.» Ἡ ἔκφρασις αὕτη τοῦ Εἰσαγγελέως μετεβιβάσθη εἰς Ἀθήνας καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς ἐφημερίδας. Σταματῶ, Κύριοι, ἐδῶ καὶ δικαιολογῶ τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποκρούων τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὴν ὅλως ἀδικαιολόγητον ἐκείνην κατάκρισιν. Πρόκειται ἆρά γε περὶ λιβελλογραφίας, διότι μία ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε, πρὸς φωτισμὸν καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι αὐτὸ ἐλέχθη ἐν Μεσολογγίῳ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει, ὡς λεχθὲν παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ; Ἔσφαλεν ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», διότι παρέδωκε τοῦτο εἰς τὴν δημοσιότητα; Πῶς, ἀντὶ εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ τῷ ἐκφράσητε, ὅτι σᾶς ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ καθαρίσητε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὸν ὑβρίζετε ὡς λιβελλογράφον; Κατόπιν ἐπῆλθον καὶ διάφορα ἐπεισόδια, σχετικὰ πρὸς τὴν διάδοσιν ταύτην καὶ πρὸς τὴν δημοσίευσιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης διὰ τηλεγραφήματος διέψευσε τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶπεν αὐτὰ, καὶ ἠγέρθη ζήτημα, ἂν ἦναι ἆρά γε ἀκριβῆ τὰ διαδοθέντα. Ἀλλὰ κατόπιν ἀμέσως ὁ δήμαρχος κ. Τσιμπουράκης, οἱ πρώην βουλευταὶ κκ. Βάλβης, Δεσποταῖος καὶ ἄλλοι διέψευσαν τὸν κ. Δημητριάδην, διαψεύσαντα τὸ δημοσιευθὲν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο ἓν σκάνδαλον. Δὲν θέλω τώρα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παρουσιασθέντων αὐτῶν τεκμηρίων, περὶ τοῦ τί εἶπεν ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, οὔτε θεωρῶ, ὅτι, διότι ἐλέχθησαν αὐτὰ, ὁ κ. Ὑπουργὸς κηρύσσεται ἔνοχος ὑποθάλψεως ληστῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, καταγγείλας τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα, ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ τί παρουσιάζεται, Κύριοι, ἅμα τῇ μηνύσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκ μέρους ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐντεῦθεν ὑβρίζομεν; Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωκε τὴν μήνυσιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, — ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ λάβω γνῶσιν καὶ τῶν κατόπιν ἄρθρων τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» — τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἐκείνην ἀντεπεξέρχεται δι’ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι τιμᾷ τὸ θάῤῥος τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»· τὸ ἀνέγνωσα κατ’ ἐπανάληψιν, καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἴδιος μὲ παρεκάλεσε νὰ μεταβῶ εἰς τὸ γραφεῖόν του, ὅπου ὑπῆρχον οἱ τόμοι τῶν φύλλων, διὰ νὰ μοὶ ἐπιδείξῃ καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα κατόπιν τῆς μηνύσεως ἔγραψεν. Ἀνέγνωσα πολλὰ, καὶ σᾶς βεβαιῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐλυπήθην, διότι ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου» ἐστάθη ἀπέναντι ὑμῶν τοσοῦτον ὑψηλὰ, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔκαμα τὸ παράπονον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι ἠμελήσατε νὰ διατηρήσητε τὴν θέσιν σας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχητε ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» αὐθημερὸν ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι, λέγει, διὰ τῆς μηνύσεως ἐκείνης τῷ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀποδείξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε· καὶ προβαίνει καὶ περαιτέρω. Σᾶς προκαλεῖ ἐντόνως νὰ ἐμφανισθῆτε, ὑμεῖς, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀντιμετωπίσητε αὐτὸν ἐνώπιον αὐτῆς, διότι προτίθεται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῆς πατρίδος νὰ ὑψωθῇ ὡς γίγας πρὸ ὑμῶν, καὶ ὡς φάσμα τῆς πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως πασχούσης ταύτης κοινωνίας νὰ σᾶς εἴπῃ: «Κύριε Ὑπουργὲ, σᾶς κατηγορῶ, ἀπολογηθῆτε». Αὐτὸ ὀνομάζετε λιβελλογραφίαν; Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐφρικίασα, ὅταν εἶδον τὰ ἄρθρα ταῦτα. Κατελήφθην ὑπὸ φρικιάσεως εὐλαβείας πρὸς τὸ εὐγενὲς καὶ μέγα τοῦ δημοσιογράφου ἀξίωμα! Διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», τοῦ ἄλλως καὶ προσωπικῶς λίαν ἀξιοτίμου, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἱερᾶς τοῦ τύπου, καὶ παρίσταται μικρὸς καθ’ ὑμᾶς δημοσιογράφος, σύρων ὑμᾶς ὡς ὑποδίκους ἐνώπιόν του! Ἀλλὰ λέγων ταῦτα, ἐννοῶ ἆρά γε νὰ ἐκφράσω κατ’ οὐσίαν κἀμμίαν ὑπόνοιαν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Οὐδόλως, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην· ἀλλὰ δικαιοῦμαι καὶ ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ κατηγορίαν αὐταπόδεικτον, ὅτι τοὐλάχιστον ἠμέλησε τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· διατὶ ἠμέλησεν, ἂς τὸ ἐξηγήσῃ ὁ ἴδιος. Καὶ πῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀποχρῶντες λόγοι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἷς εἶπεν, ὅτι ἤκουσε παρ’ ἑνὸς ἄλλου, ὁ ὁποῖος παρ’ ἄλλου ἤκουσεν; Θέλετε νὰ παραστήσητε ἤδη, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα ἦσαν ἄξια περιφρονήσεως; Ἀλλὰ δὲν τὰ ἐθεωρήσατε ὡς ἄξια περιφρονήσεως, καὶ δικαίως, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ κατηγγείλατε. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς κατηγγείλατε τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» καὶ ἐζητήσατε, ὑμεῖς, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐν τάχει καταδίωξιν, τί γίνεται εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ ὑπόθεσίς σας; Μᾶς λέγετε, ὅτι τὴν ἐλησμονήσατε εἰς τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα! Τί σύμπτωσις τωόντι! Τὴν ἐλησμονήσατε σεῖς, τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, τὴν ἐλησμόνησε καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ δὲ συντάκτης τοῦ «Χρόνου» καθ’ ἡμέραν τὴν ὑπενθυμίζει! Ἰδοὺ πῶς περιήλθομεν, Κύριοι, εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ σημερινὸν, καὶ εἶναι ζήτημα πλέον, ἐὰν ἐπιδέχηται ἐξέτασιν ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι ἴσως ἐπῆλθε καὶ παραγραφή. Ἀλλ’ οὕτω, κύριε Ὑπουργὲ, διεπράξατε πολλὰ σφάλματα, πρῶτον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον καταγγείλατε, διότι τῷ ἀφῃρέσατε τὸ μέσον τοῦ νὰ ἀπολογηθῇ, κρατοῦντες αὐτὸν οἱονεὶ ὑπόδικον ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη, ἐνῷ ἐκεῖνος θαῤῥαλέως σᾶς προὐκάλει ἀδιακόπως, δεύτερον πρὸς τὴν κοινωνίαν ἐν γένει. Καὶ πρόκειται, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν γένει περὶ λῃστείας, καὶ πρόκειται περὶ ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν ταλαιπωρηθεισῶν, καταβασανισθεισῶν ὑπὸ λῃστοσυμμοριῶν καὶ λέγων ταῦτα, δὲν εἰσέρχομαι παντάπασιν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἄλλης ὑποθέσεως, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐδώσατε χάριν, ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω μόνον περὶ τίνος ἐνώπιον τῆς κοινωνίας ὅλης καταγγέλλεσθε! Ἀλλὰ παρουσιάσατε λόγον τινὰ, ὅτι, ἐνόσῳ εἶσθε ὑμεῖς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἠθέλετε νὰ δικασθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐκ πρώτης ὄψεως ἠδύνατό τις νὰ ὑποστῇ τὸν φόβον, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅτι ἐκηρύχθη ὑφ’ ὑμῶν ἀνεπίδεκτος ἐκδικάσεως! διότι, κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ ἔχητε σεῖς, κατὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχω ἐγὼ, κατὰ τὴν ἰδέαν ἴσως τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ συμμετοχὴ ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνόσῳ εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐπιτρέπετε νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὑποτίθεται, ὅτι σᾶς ἐπιβάλλεται ἡ βαρεῖα αὕτη πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὑποχρέωσις, νὰ μένητε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ παντὸς, εἰ δυνατόν. Λοιπὸν τί θὰ γίνῃ; Ποῖον συμφέρον τῆς Πολιτείας θὰ θυσιασθῇ; Ἡ διατήρησις τῶν χαρτοφυλακίων σας, ἢ ἡ λειτουργία τῶν νόμων καὶ τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ συμφέρον τι ἀνώτερον τοῦ συμφέροντος τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης; Ἕν εἶναι, ὡς ἐχρεωστεῖτε νὰ γινώσκητε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὕπατον συμφέρον καὶ αὐτὸς ὁ τελικὸς προορισμὸς τῆς Πολιτείας: ἡ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης. Ὄχι ἕν, ἀλλὰ 15 Ὑπουργεῖα, ἂν ἦτο ἀνάγκη, δύνανται νὰ παραιτηθῶσι, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη ἐφ’ οἱασδήποτε ὑποθέσεως. Καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυβερνῶσι, δεικνύουν τὸ παράδειγμα τῆς ἀναστολῆς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς ἰδίας ἑαυτῶν ὑποθέσεις! Ἀλλὰ μήπως ἀνεστάλη ἡ ἐνέργεια τῆς καταγγελίας ἐκ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον κατηγγείλατε, ἐφάνη πτήσσων καὶ τρέμων, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐμφανισθῇ ἀπέναντι ὑμῶν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐφοβήθητε μήπως ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἐπρόκειτο νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ συκοφαντίᾳ; Ἀλλ’ ἐκεῖνος οὐδὲ τὸ ἐσυλλογίσθη, καὶ σᾶς προὐκάλει νὰ τὸν ἀντιμετωπίσητε, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ σᾶς προκαλεῖ πάντοτε, καὶ παραπονεῖται, διότι ἡ ὑπόθεσίς του δὲν ἐνεργεῖται. Παρίσταται λοιπὸν τοὐλάχιστον μία ἀρνησιδικία διὰ τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἀρνησιδικία, τὴν ὁποίαν, σᾶς βεβαιῶ, οὐδαμῶς ἐξηγήσατε.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ προχθὲς εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον ἀναγνώσει πάντα τὰ λιβελλογραφήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤκουσα, ἀλλὰ τινὰ μόνον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων προέβην εἰς τὴν καταγγελίαν, ἧς οὐδὲ ἐμνήσθην πλέον, ἐξηγήσας καὶ ἕνεκα τίνος αἰσθήματος δὲν ἐμνήσθην αὐτῆς. Ἡ ἐξήγησίς μου ἐκείνη ἀφεώρα εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐμνήσθην πλέον αὐτῆς, οὐδέποτε δὲ εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ ἀνάκρισις νὰ περατωθῇ ταχέως, ἢ ὅτι ἐξεδήλωσα ποτὲ τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Ἐπειδὴ δὲν εἶχον ἀναγνώσει πάντα τὰ τότε δημοσιευθέντα, μοὶ ἔκαμεν αἴσθησιν τὸ προχθὲς λεχθὲν, ὅτι δὲν ἐγένετο διάψευσις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς εἰπόντες, ἢ ὡς ἀκούσαντες παρ’ ἄλλων τὸ ἀνούσιον ψεῦδος. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν χρήζῃ ἀπαντήσεως καὶ ἀνασκευῆς ἡ γελοία αἰτίασις, ὅτι εἶπέ τις εἰς καφενεῖον ἢ λέσχην, ὅτι ἤκουσέ τι παρ’ ἄλλου, ὅστις τὸ εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ ἕνα ἄλλον. Πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ὡς πρῶτοι εἰπόντες τι, ἔσπευσαν νὰ διαμαρτυρηθῶσι δημοσίᾳ κατὰ τοῦ ψεύδους, διότι ἐστάλησαν καὶ πρὸς ἐμὲ διαψεύσεις τοιαῦται καὶ διατριβαί, τῶν ὁποίων πλείστας ἔχω ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ μου γραφείῳ, καὶ ἃς τίθημι εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς τοῦ θέλοντος ν’ ἀναγνώσῃ αὐτάς. Ἔκρινα ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ δώσω αὐτὰς πρὸς δημοσίευσιν καὶ διάψευσιν λιβέλλου, οὗ δὲν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν κ. Δημητριάδην, ὃν παρέστησαν ὡς εἰπόντα, ὅτι ἤκουσε δῆθεν ἀπὸ τὸν κ. Μπαϊρακτάρην, δὲν ἤκουσα νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι διέψευσε τοῦτο, ὡς πρὸς δὲ τὸν κ. Μπαϊρακτάρην, ἐλέχθη πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν διέψευσε τὰ ἀποδοθέντα ὡς δῆθεν λεχθέντα παρ’ αὐτοῦ. Ἀμέσως ἔστειλα καὶ μοὶ ἔφερον ἀπὸ τοῦ γραφείου μου ἐπιστολάς τινας, τῶν ὁποίων μίαν, σταλεῖσάν μοι παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ταγματάρχου κ. Μπαϊρακτάρη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀναγκάζομαι νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι χρονολογίας τῆς 25 Νοεμβρίου 1886, ἐστάλη δὲ παρὰ τοῦ ἐν Ἄρτῃ κ. Μπαϊρακτάρη πρὸς τὸν ἐνταῦθα ἀδελφόν του, ὅστις τὴν ἔστειλε πρὸς ἐμὲ τότε, ὡς διαμαρτύρησιν τοῦ ἀδελφοῦ του, διαῤῥήδην διαψεύδοντος πᾶν περὶ αὐτοῦ λεχθέν. Βεβαίως καὶ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης οὐδὲ ἤδη θὰ ἔκαμνον χρῆσιν, ἐὰν δὲν προεκαλούμην παρὰ τῶν προλαλησάντων. Ἰδοὺ τί γράφει πρὸς τὸν ἀδελφόν του. (Ἀναγινώσκει τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιστολὴν, ἣν καὶ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§44ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἔκαμε τὴν διάψευσιν ὁ κ. Δημητριάδης; Μήπως ἡ χρονολογία εἶναι προγενεστέρα;
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σεῖς ἔχετε πρόχειρα τὰ φύλλα. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὰ ἔχω.
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ καταθέτω τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ ὅστις θέλει λαμβάνει γνῶσιν αὐτῆς. Ἄτοπον καὶ ἀηδὲς ἐθεώρησα νὰ δημοσιεύσω καὶ διαψεύσεις ἄλλας, σταλείσας μοι τότε πρὸς τοῦτο, καὶ ἐπιστολὰς, ἃς ἐκ Μεσολογγίου ἔλαβον, βεβαιούσας με, ὅτι πρὸς γνωστὸν ἐπαρχιακόν μου ἀντίπαλον δικηγόρον κατέφυγον ἄλλοι, ἱκετεύοντες αὐτὸν καὶ κατενοχλοῦντες, ἵνα βεβαιώσῃ, ἐὰν ἐξετασθῇ ποτε, ὅτι ἤκουσε τοῦ Δημητριάδου εἰπόντος, ὅτι ἤκουσε τοιοῦτόν τι ἐν Ἄρτῃ ἀπὸ τὸν Μπαϊρακτάρην, ὅστις ὅμως μετ’ ἀποστροφῆς ἀπέκρουσε τὴν μοχθηρὰν καὶ ἀνόητον παράκλησιν. Ὡμίλησα προχθὲς μετὰ προσοχῆς περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν ἀντιπάλων μου, διότι τοιαύτην μέχρι σήμερον ἔσχον αὐτῶν πεῖραν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε παλαιότεροι, ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε τῷ 1885 προσέβαλον οἱ ἀντίπαλοι τὴν ἐκλογήν μου, εἷς δὲ τῶν τότε Βουλευτῶν ἐξεδήλωσε θαυμασμὸν διὰ τὴν ἐν τῇ διεξαχθείσῃ πάλῃ ἀμοιβαίαν συμπεριφοράν.
§48ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι κατενωχλήθησαν ἀπὸ δικηγόρους;
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἀναφέρετε πρὸς τὸν ἀδελφόν σας.
§50ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ συζητήσεως διεξαγομένης ἐνώπιον Κοινοβουλίου καὶ οὐχὶ ἐνώπιον Πταισματοδικείου ἢ καὶ Κακουργιοδικείου, θὰ γίνῃ, ἀναμφιβόλως, ἡ προσήκουσα ἐκτίμησις τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐπαρουσίασε καὶ ἀνέγνω ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις παραδόξως οὐδ’ ἀνεμνήσθη κἄν αὐτῆς κατὰ τὰς δύο προηγουμένας συζητήσεις, ἀφοῦ δὲν εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ τὴν δημοσιεύσῃ πρὸ δύο ἐτῶν, ὅτε προσέφευγεν εἰς ἄλλας ἐπουσιώδεις διαψεύσεις.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποτὲ δὲν ἐδημοσίευσα ἐγώ.
§52ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκαλέσατε τοιαύτην ἀπὸ τὸν κ. Δημητριάδην. Ἄλλως δὲ ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐπιστολὴ δὲν φαίνεται ἔχουσα βαρύτητά τινα, διότι ἀπευθύνεται πρὸς τὸν πρώην διευθυντὴν τῆς ἐνταῦθα ἀστυνομίας κ. Μπαϊρακτάρην, ὅστις θ’ ἀπῄτησεν αὐτὴν, ὡς συνήθως εἰς παρομοίας περιστάσεις συμβαίνει, ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ μεταβατικοῦ ἀδελφόν του, ἄνευ σκοποῦ δημοσιεύσεως. Ἐν τούτοις, ὑφ’ οἱανδήποτε ἔννοιαν καὶ ἂν ἐγράφη ἡ τοιαύτη ἐπιστολή, οὐδόλως δύναται νὰ ὠφελήσῃ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸν κ. Ὑπουργόν. Μετὰ τὰ ἐκτεθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς δύο ἡγουμένας συνεδριάσεις καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, δὲν ὑπολείπεται εὔλογός τις ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέπεσε δυστυχῶς εἰς τὸ ἀσυγχώρητον καὶ βαρύτατον παράπτωμα, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ δημοσίᾳ καὶ ἀπροκαλύπτως τὸν κατηγόρησαν καὶ τὸν κατηγοροῦσιν. Ἐζητήθη ἡ κατάθεσις καὶ ἄλλων δικογραφιῶν, ἀφορωσῶν εἰς διαφόρους ἐπὶ ληστείᾳ κατηγορίας τοῦ λαβόντος χάριν ληστοῦ Τάκη, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἄνευ ἄλλων ἐγγράφων καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἄλλης ἐρεύνης δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε ἀπταίστως, ὅτι τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δημοσιευθέντα εἶναι ἀκριβέστατα. Πρὸς μόρφωσιν πλήρους περὶ τούτου πεποιθήσεως ἀρκοῦσι, νομίζω, τὰ ἑξῆς ἀναμφισβήτητα γεγονότα, ἅτινα προέκυψαν ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐκ τῶν προσαχθέντων δημοσίων ἐγγράφων. Καὶ ἐν πρώτοις δὲν ἔχομεν πλέον ἐνώπιον ἡμῶν ἁπλοῦν τινα ἐγκληματίαν, ὅστις ἔσχε τὸ ἀτύχημα νὰ διαπράξῃ μίαν καὶ μόνον ἀνθρωποκτονίαν, ἐν ἡλικίᾳ μόλις δεκατεσσάρων ἐτῶν, διὰ λόγους φιλοτιμίας, ὡς μετὰ μοναδικῆς ἀληθῶς τόλμης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ χθὲς, ὄχι ἀληθῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐξεναντίας ἔχομεν φοβερὸν καὶ διαβόητον λῃστὴν, ὅστις, ἀφοῦ διέπραξεν ἕνα φόνον καὶ μίαν ἀπόπειραν φόνου κατὰ τὸ ἔτος 1875, ἐπεδόθη κατόπιν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον καὶ διέπραξεν ἐπὶ δεκαετίαν καὶ ἐπέκεινα πολλὰς λῃστρικὰς πράξεις μετὰ τοῦ λῃστάρχου ἀδελφοῦ του. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ Τάκης, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσχε τὴν ἀγαθότητα νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ὅτι, ὅτε προσῆλθεν εἰς Μεσολόγγιον, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἀφέθη ἐπί τινας ἡμέρας ἐλεύθερος, διότι δὲν εἶχεν ἐνοικιασθῆ κατάλληλον κατάστημα διὰ φυλακάς!
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτό τι.
§54ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς Μπράβος διὰ τῆς πρὸς τὰς ἐφημερίδας ἱστορικῆς ἐκείνης διαψεύσεώς του, τὸ συνομολογήσατε δὲ καὶ σεῖς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν· πρὸς τοῦτο δὲ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι· ἀπεδείχθη, ὅτι ἐτέθη αὐθημερὸν εἰς τὰς φυλακάς.
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συνταχθείσης ἐκθέσεως ἐμφανίσεως.
§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περίεργον. Ἐπιμένουσιν ἀρνούμενοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς δημοσίᾳ δι’ ἐπιστολῆς του ὡμολόγησε· πλὴν αἱ τοιαῦται ἀρνήσεις βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενοι ἀποβαίνουσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅστις ἔσπευσε κατόπιν νὰ δώσῃ χάριν εἰς τὸν τοσαύτης εὐνοίας τυχόντα ἐν Μεσολογγίῳ Τάκην, ἀφοῦ κατεδικάσθη εἰς θάνατον ἐν Λευκάδι. Καὶ σημειωτέον, ὅτι κατεδικάσθη εἰς θάνατον διότι ἦτο γνωστὸν εἰς τοὺς ἐνόρκους, ὅτι εἶχε χρηματίσει ἐπὶ πολλὰ ἔτη λῃστὴς, καὶ ὅτι εἶχε καταδικασθῆ ἐπανειλημμένως εἰς πρόσκαιρα δεσμά· καθόσον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μόνον τοῦ φόνου καὶ τῆς ἀποπείρας φόνου, πράξεων, ἃς εἶχεν ἐνεργήσει ἐν μικρᾷ ἡλικίᾳ, τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων θὰ ἐδείκνυτο ἀναμφιβόλως ἐπιεικὲς καὶ θὰ παραδέχετο ζήτημα ἀναιρέσεως μετὰ περιπτώσεων ἐλαφρυντικῶν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐνῷ διετέλει ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν περιστάσεων, καὶ πρὸ πάντων ἐνῷ ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι ὁ Τάκης εἶχε καταδικασθῆ ἐπὶ λῃστείᾳ ἐπανειλημμένως εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ πρὸ τῆς εἰς θάνατον ἐπὶ φόνῳ καταδίκης, μολαταῦτα ἔσπευσε νὰ τῷ ἀπονείμῃ χάριν, πρὶν τοὐλάχιστον φροντίσῃ νὰ ἀποδείξῃ δικαστικῶς, ὅτι ἡ κατ’ αὐτοῦ τούτου κατηγορία ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ λῃστοῦ αὐτοῦ εἶναι συκοφαντία, ὡς ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ διὰ τῆς γνωστῆς πρὸς τὸν ἐνταῦθα Εἰσαγγελέα μηνύσεώς του.
§58ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποίαν πρᾶξιν κατεδικάσθη εἰς θάνατον;
§59ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν φόνον καὶ τὴν ἀπόπειραν φόνου.
§60ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόνος διεπράχθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἰς ἡλικίαν 14 ἐτῶν, καὶ ἔρχεται τὸ Δικαστήριον καὶ τὸν συνιστᾷ. Τὶ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός;
§61ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει σύστασις Δικαστηρίου. Ἡ σύστασις προέρχεται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος, ἂν ἐτόλμα νὰ μὴ τὴν κάμῃ, θὰ ἐπαύετο. Ἄλλως δὲ ὁ Ὑπουργὸς, προκειμένου νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν χάριτος, ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν διαγωγὴν τοῦ καταδίκου, καὶ νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχον τόσαι ἄλλαι καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐπὶ λῃστρικαῖς πράξεσι, δι’ ἃς τῷ εἶχε καταγνωσθῆ τρὶς ἡ ποινὴ τῶν προσκαίρων δεσμῶν. Ἡ σειρὰ τῶν γεγονότων τούτων, ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἄλλων οἱωνδήποτε ἀποδείξεων, ἄγει ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὄχι βεβαίως ἕνεκα χρηματικῶν ὠφελημάτων, διότι τοιοῦτό τι εἶναι ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἕνεκα κομματικῆς κερδοσκοπίας, ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν, καὶ δείξας πρωτοφανῆ καὶ ἀσύγγνωστον ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ ὕψιστον ἀξίωμα, μεθ’ οὗ εἶναι περιβεβλημένος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, δὲν δύναται ἐφεξῆς ἄνευ ἐθνικοῦ ἐξευτελισμοῦ νὰ λέγηται καὶ νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§62ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται ἄπορον, πῶς μετὰ παρέλευσιν τοσούτων ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθησαν τὰ πρὸ ὀλίγου λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φέρεται τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλῃ λόγον, ἢ οὔ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, τίνος ἕνεκεν ἀφέθη τὸ ζήτημα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ φέρεται σήμερον καὶ συζητεῖται ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μετὰ τοσαύτης θέρμης καὶ μετὰ πατάγου. Ἀλλ’ ἀφίνω τὴν ἀπορίαν ταύτην καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Ἤκουσα ὅλων τῶν ἀξιοτίμων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προαγορευσάντων. Τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσφαλε, διότι συνετέλεσε νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς κατάδικον, καταδικασθέντα εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, καταδικασθέντα ἐπὶ φόνῳ· ἀλλὰ τινὲς ἐξ αὐτῶν ὡμολόγησαν μετὰ παῤῥησίας, εἰλικρινῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ἀπονείμῃ χάριτα εἰς αὐτὸν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὸ ἄωρον τῆς ἡλικίας τοῦ καταδικασθέντος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀπὸ τῆς πράξεως παρῆλθον 12 ἕως 13 ἔτη.
§63ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§64ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Γεροκωστόπουλος· εἶπεν, ὅτι, ὅτε ἤκουσε τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπαντῶντος εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Λεβίδου, εἶπεν, ὅτι ὀρθῶς ὁ Ὑπουργὸς συνετέλεσε νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις.
§65ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§66ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ ἄωρον τῆς ἡλικίας του ἐδικαιολόγει τοιαύτην χάριν. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παρέλευσις τόσων χρόνων ἦτο λόγος ἐπαρκὴς, ὅπως γίνῃ σκέψις περὶ χάριτος.
§67ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§68ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Γεροκωστόπουλος εἶπεν, ὅτι μετεμελήθη σήμερον, μετὰ τὰ λεχθέντα καὶ τὰ ἀποδειχθέντα ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος κατηγορήθη κατόπιν καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ ἄλλαις πράξεσι.
§69ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρίν.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ χάρις δὲν ἀνατρέχει εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς διαπράξεως. Ἡ χάρις ἀπονέμεται συμφώνως ταῖς περιστάσεσι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀπονομῆς· ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος ἔχει τρεῖς καταδίκας εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, ἔχει μίαν εἰς θάνατον, ἔχει εἴκοσι κατηγορίας ἐκκρεμεῖς, ἔχει τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς ἀδελφῆς τοῦ Ἀβέρωφ· καὶ τοῦ ἀπονέμεται χάρις!
§71ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ οἰκειοποιηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ νὰ σφετερισθῇ δικαιώματα ἀνήκοντα εἰς δικαστάς· ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δημοσίᾳ, πανηγυρικῶς, διὰ τῶν καθιερωμένων τύπων, ἀπεφασίσθησαν ὑπὸ δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ἔταξεν ἡ Πολιτεία νὰ δικάζωσι τὰ ἐγκλήματα.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ποίων δικαστῶν;
§73ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀπαντήσω· τοὺς ἐννοεῖτε.— Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὅταν σεῖς αὐτοὶ λέγητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐλόγως ἀπένειμε τὴν Β. χάριτα, λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὴν ἡλικίαν τοῦ δράστου· ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν εἰς ποινὴν θανάτου! Τίς ἐξ ἡμῶν ἤθελε τολμήσει νὰ στείλῃ εἰς τὸ ἰκρίωμα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος, ἐν ᾧ ἔτι ἦτο μειράκιον καὶ ὑπὸ περιστάσεις οἵας γινώσκετε, διέπραξε τὸ ἔγκλημα; Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐδίκασαν μετὰ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι ἐδίκασαν τὰς πράξεις αὐτοῦ, δὲν ἔλαβον ἆρά γε ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὴν διαγωγήν του καὶ τὰς ἄλλας πράξεις του, ὅτε ἐπέβαλον αὐτῷ τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν; Ἂν ἐκεῖνοι οἱ δικασταὶ ἐσκέπτοντο, Κύριοι, ὡς ὑμεῖς, ἠδύναντο, ἔχοντες καὶ ἐπιβαρυντικὰς αἰτίας, νὰ τὸν ἀποστείλωσιν εἰς τὴν λαιμητόμον· ἀλλ’ οἱ κατόπιν δικάσαντες ἔλαβον ὑπ’ ὄψει ὅλα τὰ προηγούμενα, καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ καταδικάσωσιν εἰς θάνατον τὸν ἄνθρωπον, περὶ οὗ πρόκειται. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡς ἐνόησα, δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι προαγορεύσαντες φέρουν καὶ ἀναπτύσσουν ἀπὸ τοῦ βήματος, πρόκειται περὶ ἀποδοκιμασίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ περὶ ἐξαναγκασμοῦ αὐτοῦ εἰς παραίτησιν.
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Διόλου· σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε τοιούτους λόγους.
§75ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπεν ὁ συμπολίτης του.
§76ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἰδικόν σας ζήτημα.
§77ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ συμπολίτης του καὶ συνάδελφός του προέτρεψε τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ ἀφήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ὁ ἐξ Ἀχαΐας βουλευτής.
§79ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πλανᾶσθε ἡ μερὶς αὐτὴ, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, ὑποστηρίζει καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸν ἐκτιμᾷ καὶ τὸν ὑπολήπτεται, καὶ οὐδένα ἔχει δισταγμὸν, ὅτι οὗτος ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἐντίμως καὶ εὐόρκως. Εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀναξιοπρεπὲς νὰ ἐπιζητῆτε διὰ τοιούτων κατηγοριῶν ἐκεῖνον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον δὲν λέγετε μὲν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι καταφανὴς, τοῦ ἐξαναγκασμοῦ εἰς παραίτησιν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου γίνεται τόσον μακρὰ συζήτησις καὶ τοσοῦτον πεισματώδης, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θὰ ἦναι μηδὲν, διότι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται τοιοῦτον ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προσεκομίσθησαν ἐνταῦθα, ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἄριστα ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ὅτι ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς πάντα Ὑπουργὸν εὐσυνείδητον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς πάντα ἄνθρωπον, θέλοντα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐὰν σεῖς εἴχετε γνωμοδότησιν τοῦ Προέδρου τῶν Συνέδρων, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Κακουργιοδικῶν, γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἠθέλετε προβῆ εἰς ἐκτέλεσιν θανατικῆς ποινῆς κατ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσεν ἔγκλημα ὑπὸ περιστάσεις λίαν ἐλαφρυντικὰς, ἐν ἀώρῳ ἡλικίᾳ; Τί ζητεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, διὰ παρατεταμένων συζητήσεων καὶ διὰ προκλήσεων νὰ διαιωνίζωμεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς; Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ κατὰ μέρος, διότι οὐδόλως ἐξυπηρετοῦσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, νὰ προβῶμεν δὲ εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν τὰ σπουδαῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη.
§80ΤΖΑΝΕΣ. Ὄντως εὑρίσκω ἐγκληματίαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀλλ’ ἐν ἑνὶ καὶ μόνῳ. Ἡ ἑσπερινὴ συζήτησις, κ. Βουλευταί, εἶναι συζήτησις, ἥτις ἐπικυροῖ τὰς μελέτας καὶ τὰς σκέψεις μου κατὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Οὐ τοῦ παρόντος νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, ὁποίας ἔχω ἰδέας περὶ τῆς ποινῆς, λαμβάνω ὅμως τὴν τιμὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς φοβερᾶς αὐτῆς ποινῆς. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναλάβητε τῆς προτάσεώς μου τὴν ὑποστήριξιν, διότι ἐπέστη πλέον ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει καὶ ἡμεῖς ν’ ἀποῤῥίψωμεν τοῦτο τὸ ἔκβρασμα τῶν μέσων αἰώνων. Ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς μου, νὰ ἐκθέσω ὁποίας ἔχω γνώμας καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου δι’ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, πρὸς τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ προσχωρήσητε καὶ ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, διότι τὰ κοινωνικὰ ταῦτα καὶ σπουδαῖα ζητήματα τίθενται ὄχι ὑπὸ τὸν γνώμονα τῆς φατρίας ἢ τοῦ κόμματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν γνώμονα τῆς ἐπιστήμης, ὑπὸ τὸν γνώμονα ἐκεῖνον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἀνευρίσκει τις ὅ,τι ἡ φιλανθρωπία καὶ ὁ πολιτισμὸς ἀπαιτοῦσιν· ἐκεῖ βαίνουσι τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, ἀπαιτοῦντα σήμερον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Παραδίδω τὴν πρότασίν μου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ... (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 17).
§81ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Τζάνες ἔσχεν ὡς γνώμην καὶ συμπέρασμα πάσης ταύτης τῆς μακρᾶς συζητήσεως, ἤδη ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους συνεδριάσεις, πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἣν καὶ ἔγγραφον ἔδωκε πρὸ ὀλίγου τῷ κ. Προέδρῳ. Καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, Κύριοι, ἕνεκα τοῦ ἀλληλεγγύου, ὅπερ πρέπει νὰ διέπῃ τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λίαν εὐχερῶς θέλει δεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅπως τοῦτο τύχῃ τὸ συμπέρασμα πασῶν αὐτῶν τῶν συζητήσεων, νὰ συζητήσωμεν δηλαδή, ἂν πρέπῃ νὰ καταργηθῇ ἡ κεφαλικὴ ποινή. Ἐν τούτοις ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα συμπεράσματα, ἐκ τῶν συζητήσεων τούτων προκύψαντα. Νὰ μάθωμεν ἐπὶ τέλους παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξεδόθη ἆρά γε κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας κἀνὲν ἄλλο ἔγγραφον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐν εἴδει παραγγελίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, ὅπως ἐπὶ τέλους εἰσαγάγῃ τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» εἰς δίκην; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο συμπέρασμα ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης συζητήσεως. Ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει ὅτι τάχιστα νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πάσας τὰς κατὰ Ἀλεξίου Τάκη δικογραφίας, εἴτε τὰς περατωθείσας, εἴτε τὰς ἐκκρεμεῖς τυγχανούσας. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰς ἐκκρεμεῖς δικογραφίας, ὡς τοιαύτας, ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι δύναται ἀναμφιβόλως νὰ φέρῃ ἀντίγραφα ἐκ τῶν δικογραφιῶν αὐτῶν τῶν βουλευμάτων πάντων τῶν συμβουλίων. Διότι, ἵνα ἐννοήσωμεν τὸ μέγεθος ταύτης τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν πάντα τὰ ἀδικήματα τοῦ ληστάρχου τούτου καὶ τὰς λεπτομερείας ἑκάστου αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ παρίσταται ἀκροατὴς καὶ θεατὴς τοιούτων συζητήσεων, ἀφ’ ὧν βεβαίως ἡμεῖς οὐδὲ ἐξήλθομεν, οὐδὲ θέλομεν ἐξέλθει τετραυματισμένοι, δὲν ἤθελεν εἶσθαι συνετώτερον, ἐὰν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐφρόντιζε νὰ θέση πέρας εἰς ὅλην ταύτην τὴν σκανδαλώδη ὑπόθεσιν; Καὶ ἐὰν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη, διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης, τὴν πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ κύριον Μπαϊρακτάρην, Διευθυντὴν ἄλλοτε τῆς Ἀστυνομίας ἐνταῦθα, ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπευθυνθεῖσαν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι συνετώτερον λέγω καὶ προτιμότερον, ἀφοῦ πρὸ τοσούτου χρόνου εἶναι κάτοχος τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἰσχυρίζεται, νὰ διεβίβαζεν αὐτὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ προσθέτου ἐγγράφου; Αὕτη τότε ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀπόδειξις ἴσως ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν». Διατὶ ἀφῆκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρέλθωσι δύο ἔτη; Διατὶ ἀφῆκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν τύπον ἐπὶ τοσοῦτον νὰ συζητήσῃ, καὶ ὅταν τὸ πρᾶγμα πλέον δὲν ἐπεδέχετο συγκάλυψιν, διότι ἀνεπετάσθησαν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης φλέγον, τώρα μόλις παρουσιάζει μίαν ἐπιστολήν; Διατὶ ἠμέλησεν; Εἶναι ἆρά γε τοσοῦτον παλαιὰ ἡ ἐπιστολή, ὥστε κινδυνεύει νὰ ἦναι παλίμψηστος; Τί φρονῶ ἐγὼ περὶ τῆς ἐπιστολῆς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ. Ἡ ἐπιστολὴ ὅμως αὕτη, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἔπρεπε νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸν παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελία, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καταγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ἐγκαίρως τότε, καὶ οὐχὶ πλέον τώρα. Διότι, ὡς παρίστανται τὰ πράγματα, δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι, μέλλοντες νὰ ἀμφιβάλωσι περὶ τοῦ ἀληθοῦς τῆς χρονολογίας τῆς ἐπιστολῆς. Καὶ δὲν ὑποθέτω ποτὲ, ὅτι οἱ ἀμφιβάλλοντες εὐχερῶς θέλουσι πιστεύσει, ὅτι Ὑπουργὸς, κατηγορούμενος διὰ τοσοῦτον κακὴν πρᾶξιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοιοῦτον ἔγγραφον, τοιαύτην ἀποδεικτικὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἐν ᾧ ὁ τύπος συζητεῖ, ἡ ἐπιστολὴ νὰ ἦναι ἐῤῥιμμένη, τίς οἶδεν ἐν τίνι συρταρίῳ τίνος γραφείου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπένειμε πρὸς τὸν Ἀλέξιον Τάκην τὴν χάριν ἐμελέτησεν ἢ δὲν ἐμελέτησε τὴν δικογραφίαν; Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῶν χαρίτων, ἡ εἰσηγουμένη τὰς χάριτας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐμελέτησεν ἢ δὲν ἐμελέτησε τὴν δικογραφίαν; Βεβαίως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμελέτησαν τὰ ἔγγραφα. Καὶ ἓν ἔγγραφον δικογραφίας, προκειμένου περὶ χάριτος, ὅπερ ἔχει ν’ ἀναγνώσῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, εἶναι τὰ πρακτικὰ τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου. Διότι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις κάλλιον παντὸς ἄλλου ἀμύνεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας σωτηρίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ φλογερώτερος ῥήτωρ τῆς ἰδίας ὑποθέσεως. Αὐτὸς γνωρίζει τὰς ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διέπραξε τὸ ἔγκλημα, καὶ διὰ τί εἶναι ἄξιος χάριτος. Ἐμελέτησε λοιπὸν τὴν δικογραφίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐμελέτησεν ἀμέσως τὰ πρώτιστα καὶ τὰ κυριωδέστατα ἔγγραφα τῆς δικογραφίας, τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν Λευκάδι συνέδρων. Δὲν εἶδεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου; Δὲν παρετήρησεν, ὅτι αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ κατηγορούμενος εἶναι εἰσαγγελεὺς ἑαυτοῦ καὶ κατήγορος; Δὲν ἔμαθεν ἐκ τῆς ἀπολογίας καὶ τῶν πρακτικῶν, ὅτι αὐτὸς ὁ κατηγορούμενος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπενέμετο αὐτῷ βασιλικὴ χάρις, εἶχε πολλὰς ἐκκρεμεῖς ἐναντίον αὐτοῦ ὑποθέσεις, ἢ καὶ περατωμένας εἰς βάρος αὐτοῦ; Ἀληθῶς ὅσοι ἐλησμόνησαν τὰ παρελθόντα καταλαμβάνονται ὑπὸ ἁγίας συγκινήσεως καὶ συμπαθείας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχυσέ ποτε αἷμα ἄλλου τινὸς καταδίκου, ἵνα ἀπαιτῆτε παρὰ τοῦ ἀποστρεφομένου τὸ αἷμα Ὑπουργοῦ νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τοῦ Τάκη τὴν καταγνωσθεῖσαν ποινήν; Καὶ ἐλησμονήσατε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰς παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς 4ης Ἰανουαρίου ἐξετελέσατε 15 ἢ 20 θανατικὰς ποινὰς, καὶ κατὰ ἐγκληματιῶν ὀλιγώτερον ἐπιφόβων τοῦ Ἀλεξίου Τάκη; Δὲν εἶναι λοιπὸν στοργὴ πρὸς τὴν πάσχουσαν καὶ ἐγκληματοῦσαν ἀνθρωπότητα, ἥτις ὤθησε τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἄλλαι περιστάσεις, περὶ ὧν, μεθ’ ὅσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνεπτύχθησαν, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ σιωπήσω.
§82ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθην καὶ προθύμως ἀπαντῶ, διὰ τὸ εἶδος μάλιστα τῆς γενομένης παρατηρήσεως. Ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ! Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ἁπλῶς ὑποκατέστησεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θέσιν μου· καὶ ἐφαντάσθη, ὅτι ἐσκέφθην ὅσα αὐτὸς θὰ ἐσκέπτετο. Ἀλλ’ ἐὰν ἠδύνατό τις νὰ μοὶ ἀποδώσῃ κακίαν τινὰ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁμολογῶ, ὅτι ταύτην κυρίως τὴν κακίαν ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀποδώσῃ, ὅτι ἐτρόμαξα, μὴ τυχὸν πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρᾶξιν μεγάλην ἴσως καὶ ὑπερμέτρως φιλότιμον, τὴν ὁποίαν ἄλλοι τὸν συνεβούλευσαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἔλαβον, οὕτως εἰπεῖν, τὰ μέτρα μου, διὰ νὰ πείσω αὐτὸν νὰ μένῃ εἰς ἣν εὑρίσκεται θέσιν! Ἐδήλωσα λοιπὸν, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως εἶδον ἕνα δημοσιογράφον ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἀπέδειξε, καὶ νὰ ἐπιθυμῇ νὰ διατηρήσῃ ὁ μηνυτής του τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ. Αἰσθάνομαι, εἶπον, τὴν ἀξιοπρεπῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνώπιον ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνυψώθη ὁ τύπος. Καὶ παρετήρησα πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι λύονται διὰ τῶν πλειοψηφιῶν, καὶ ὅσον προσφεύγομεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, τόσον καθίσταται ὁ καταγγελθεὶς δημοσιογράφος ὑψηλότερος ἡμῶν. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οὐδεμίαν ἔβλεπον ἀνάγκην νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι ἐγένετο μηνυτής. Ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ προσβάλωσι τὸν δημοσιογράφον, καὶ ἄλλας ἰδέας νὰ ῥίψωσιν εἰς τὸ μέσον. Ἠθέλησαν νὰ ἐπιδείξωσιν, ὅτι ἡ ἁβρότης καὶ ἡ καλὴ ἀνατροφὴ δὲν ἐπιτρέπει μεταξὺ ἡμῶν νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα. Ἡ ἁβρότης φαίνεται ἀπήτει νὰ εἴπωμεν τὸν δημοσιογράφον, ὁ ὁποῖος μᾶς καταγγέλλει, λιβελλογράφον, νὰ κλείωμεν τὰς πύλας τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς καταγγέλλοντας ἡμᾶς καὶ ἴσως νὰ κλείωμεν καὶ τὰ ὦτα πρὸς τὰς οἰμωγὰς ἐκείνων τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι βασανίζονται ὑπὸ ληστοσυμμοριῶν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἄλλας ἐγὼ ἔχω ἰδέας ἐν γένει περὶ τῆς θέσεως τῶν πολιτευομένων ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Οἱ πολιτευόμενοι, πρὸ παντός, ἔχοντες ὑποχρεώσεις καὶ οὐχὶ δικαιώματα πρὸς τὴν κοινωνίαν, πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ θυσιάζωσιν ἐν ἀνάγκῃ τὴν θέσιν αὐτῶν, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ πρέπει, ἅμα ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μᾶς καλῇ, νὰ δεικνυώμεθα πρόθυμοι καὶ οὐχὶ νὰ ὀχυρώμεθα ὄπισθεν τῶν συναδέλφων μας. Καὶ φαίνεται, ὅτι θέλουσι νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων κανόνας ἁβροφροσύνης καὶ καλῆς ἀνατροφῆς, διὰ νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα, ἀλλὰ νὰ περικαλυπτώμεθα ἀμοιβαίως! Ἀληθῶς, ὅταν σαπρία πλέον κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ καταλάβῃ τὴν κοινωνίαν, τίθενται εἰς ἐνέργειαν οἱ κανόνες τῆς μεταξὺ συναδέλφων ἁβρότητος. Μήπως ἆρά γε ὀφείλομεν ν’ ἀποσιωπῶμεν τὰ παθήματα τῶν συμπολιτῶν μας, διότι ἐνταῦθα διατελοῦμεν εἰσέτι ἐν συμποσίῳ συνευωχούμενοι, διότι διηνύσαμεν εἰκοσιπενταετηρίδα τάξεως καὶ εὐημερίας τοῦ λαοῦ;
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§84ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἔχω ἀλλοίας ἰδέας περὶ ὑποχρεώσεων πολιτευομένων. Πρεσβεύω, ὅτι ἡ πολιτεία καὶ ὁ βίος, καὶ αὐτὸς ἴσως ὁ ἰδιωτικὸς, τῶν πολιτευομένων ἀνήκει καὶ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν δημοσιότητα. Καὶ ἂς μὴ φοβώμεθα τὴν συκοφαντίαν· ἡ συκοφαντία πίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς. Ηὐχήθην λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, περιορισθεὶς εἰς ταύτην μόνην τὴν ἔποψιν, ηὐχήθην, χάριν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ εἶχε παραλείψει παθ’ ὅσα ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ νὰ ἔπραττεν ἁπλούστατα, ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐπισπεύδων ὑπόθεσιν, ἣν αὐτὸς οὗτος, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατελῶν, ἤγειρεν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλὰ τοῦτο ἰδίως παραλείψας ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, παρέχει δυστυχῶς ἀφορμὰς, ὅπως δύναται ἴσως, θέλων νὰ κατηγορήσῃ αὐτόν, κακεντρεχής τις νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν: «ὅλα ὅσα εἶπες, κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι προφάσεις. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» σᾶς ἐφόβισεν, ἐξελθὼν διὰ σειρᾶς ἄρθρων προκλητικωτάτων καὶ μετὰ τὴν καταγγελίαν ὑμῶν, καὶ τότε ἐτράπητε τὴν ἄλλην ὁδόν, τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ὑποθέσεως». Ταῦτα δὲν λέγω ἐγώ, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἴσως παρεξήγησις ἐναντίον αὐτοῦ. Ἡ ὑπόθεσις λοιπὸν μένει ἐντελῶς ἀκεραία· διότι δὲν λύονται τοιαῦται ὑποθέσεις διὰ πλειοψηφιῶν, λύονται καλῶς, μόνον ὅταν ἡ κοινωνία πράγματι πεισθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κἀμμία ὑπόνοια κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν, οἷαι αἱ ἀποδοθεῖσαι αὐτῷ. Ταύτην τὴν ὑπόμνησιν ποιοῦμαι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· τῷ ὑπενθυμίζω, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀντιποιεῖται καὶ πρέπει ν’ ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱασδήποτε ὑπονοίας, τυχὸν ἐπιβαρυνούσης αὐτόν.
§85ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μιμηθῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Τζάνε καὶ νὰ ζητήσω, ὅπως μὴ κλείσῃ ἡ προκειμένη συζήτησις, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς γενικώτερα συμπεράσματα. Ἠκούσατε πάντες παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Τάκης, περὶ οὗ ὁ λόγος, διέπραξε κατὰ τὸ 1876, δεκαπενταετὴς, μίαν καὶ μόνην πρᾶξιν φόνου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ὡς φιλήσυχος πολίτης, κατὰ τὸ 1886, δηλαδὴ μετὰ δεκαετίαν ὅλην, ἐζήτησε νὰ δώσῃ λόγον τῆς πράξεως ἐκείνης, ἀλλὰ παραδόξως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὁμολογεῖ, ὅτι εἶχεν ὑποστῆ ἤδη τρεῖς προτέρας καταδίκας εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Ἐντεῦθεν γεννᾶται μία ἀπορία, πῶς ὁ ἀξιότιμος οὗτος νεανίας κατώρθωσε νὰ ὑποστῇ τρεῖς καταδίκας ἐντὸς δεκαετίας καὶ ἐν τούτοις νὰ προσέρχηται ἐλεύθερος τῶν δεσμῶν εἰς τὰς ἀρχὰς Μεσολογγίου, ἵνα δώσῃ λόγον πράξεως προγενεστέρας. Πῶς αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἐλησμόνησαν τὴν πρώτην βαθμίδα τοῦ ἐγκλήματος, μεθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τοιαύτην περιωπήν; πῶς ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν; Καὶ ἐὰν ἀληθῶς ἡ λειτουργία τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἦναι τόσον ἀτελὴς, ὡς παρίσταται σήμερον, θὰ φθάσω ἐγὼ πέραν τοῦ συμπεράσματος τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, θὰ προτείνω νὰ καταργήσωμεν ἐν γένει τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Εἶναι περιττὸν νὰ καταργήσωμεν μόνην τὴν θανατικὴν ποινήν· ἀνοίξατε τὰς πύλας τῶν φυλακῶν, καὶ εἴπετε εἰς πάντα: ἐλθὲ, ζῆσον ἐν τῇ ῥομφαίᾳ σου· δύνασαι νὰ ὑποστῇς τρεῖς καταδίκας εἰς δεσμὰ, εἶσαι δὲ βέβαιος, ὅτι, πρὶν ἢ παρέλθωσι δέκα ἔτη, θὰ ἦσαι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, καὶ ἂν θέλῃς, θὰ προσέλθῃς νὰ δώσῃς λόγον πράξεως προγενεστέρας, ἀλλὰ δύνασαι ἐν τῷ μεταξὺ νὰ συστήσῃς συμμορίας, νὰ ἐκθέτῃς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, δύνασαι νὰ αἰχμαλωτίζῃς γυναῖκας καὶ νὰ λαμβάνῃς χιλιάδας λιρῶν λύτρα, καὶ δύνασαι ἐν τούτοις νὰ ἦσαι βέβαιος, ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μετὰ τὴν καταδίκην σου, ὅτι αὕτη ἐπῆλθε διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσες ὅτε ἦσο δεκαπενταετής. Ταῦτα πάντα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι λίαν σφαλερῶς ἀσκεῖται ἡ βασιλικὴ προνομία τῆς χάριτος, καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Χαλκιοπούλου συντελοῦσιν τὴν ἐπίῤῥωσιν τῆς σκέψεως ταύτης. Ἐδῶ ἔχομεν ἕνα ὑπεύθυνον ἐνώπιόν μας, τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθίσταται ἄφαντος, καὶ παρουσιάζονται ἐνώπιον ἡμῶν δὲν ἠξεύρω τίνες Εἰσαγγελεῖς καὶ τίνες ἐπιτροπαὶ, ὑπεύθυνοι καὶ ἀνεύθυνοι. Καὶ πρόκειται περὶ χάριτος, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς κατάδικον εἰς θάνατον. Καταλαμβάνω ἀκόμη, ἐν τῇ πληθώρᾳ τῆς ἐργασίας, ὅταν πρόκηται περὶ κοινῶν καταδίκων καὶ πράξεων, νὰ ὀχυροῦται ὁ Ὑπουργὸς ὄπισθεν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἢ ὄπισθεν τοῦ τμηματάρχου ἢ τοῦ γραφέως του, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοιαύτης χάριτος, ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀκεραίαν νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ μὴ κρύπτηται ὄπισθεν οἱουδήποτε. Καὶ βεβαίως δὲν δύναταί τις σπουδαίως νὰ ἰσχυρισθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν συνεμορφώθη πρὸς τὰς ἐκθέσεις ἢ τὰς συστάσεις τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐγνώρισα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνώπιόν του σύστασιν ὁλοκλήρου Δικαστηρίου, καὶ ὅστις τὴν σύστασιν ἐκείνην μετ’ ἀγανακτήσεως ἐπέστρεψε πρὸς τὸ Δικαστήριον, ἐπέβαλε δὲ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν νὰ καταδιώξῃ πειθαρχικῶς τοὺς ἀχρείους ἐκείνους δικαστὰς, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ συστήσωσιν ἀνάξιον χάριτος εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Βασιλέως. Ἀληθῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐξετέθη μετὰ ταῦτα εἰς τὰ λιβελλογραφήματα τῶν δικαστῶν αὑτῶν, τοὺς ὁποίους ἐτιμώρησεν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ συστήσω εἰς πάντα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀπομιμηθῇ.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ Ὑπουργός;
§89ΕΤΕΡΟΣ. Ὁ ἴδιος.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ συμπεράνω, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ ὅλας τὰς ἀποφάσεις τὰς καταδικαστικὰς, τὰς κατὰ τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πῶς ἐξῆλθεν ὁ Τάκης τῶν φυλακῶν, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἐντὸς δεκαετίας νὰ διαπράξῃ τόσας πράξεις καὶ νὰ προσέλθῃ ἔπειτα ἐλεύθερος ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, διὰ νὰ δώσῃ λόγον πράξεως προγενεστέρας τῆς τριπλῆς καταδίκης του.
§91ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Φαίνεται, ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναπνέει ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐδημιούργησεν ἀχλὺν περὶ αὐτὸν καὶ συνεσκότισε τὴν διαύγειαν τοῦ νοῦ καὶ τὴν ὀξύτητα τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία πάντοτε τὸν ἐχαρακτήρισεν. Ἐὰν δὲν ἔπασχε τοιοῦτό τι, δὲν θὰ ὡμίλει σήμερον περὶ Ὑπουργοῦ κρυπτομένου, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξεν ἄλλοτε Ὑπουργὸς κρυπτόμενος ὄπισθεν γνωμοδοτήσεως, σήμερον ὅμως, ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς προσεῖχε, θὰ ἤκουεν ὅ,τι πρὸ μικροῦ ἀνεπιφυλάκτως εἶπον, ὅτι, καὶ ἂν ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Ἀρχῶν, πάλιν ἐγὼ ἤθελον ζητήσει τὴν χάριν. Ἐπίσης δὲν θὰ ὑπέπιπτεν εἰς τὸ ἄλλο σφάλμα, νὰ αἰσθανθῇ σήμερον ἀπορίαν περὶ τοῦ πῶς προσέρχεταί τις ὡς ὑπόδικος ἐθελουσίως, ἐνῷ αὐτὸς ἔχει ἤδη καταδικασθῆ προηγουμένως, καὶ πῶς ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὴν φυλακὴν ὁ τοιοῦτος. Καὶ ἐδῶ ἐπλανήθη, ἢ ἔκαμεν ἴσως μετάθεσιν ἐποχῆς. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἄλλοτε κατάδικοι ἔφυγον ἀπὸ τὰς φυλακάς. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συγχύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀξιότιμος συνάδελφος περιῆλθεν. Ὑπέθεσεν, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ φυγόδικος προσῆλθεν, ὡδηγήθη εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ἐκεῖ ἀπολογούμενος εἶπεν, ὅτι καὶ ἄλλοτε κατεδικάσθη· καὶ τοῦτο εὐλόγως τὸν ἔθεσεν εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν. Ἀλλὰ δύναται νὰ ᾖναι ἥσυχος. Ποτὲ δὲν ἔφυγεν ἀπὸ τὴν φυλακήν· προσῆλθε τὴν 4 Ὀκτωβρίου 1886, ἡ δὲ δίκη, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη εἰς θάνατον, ἐγένετο τὴν 2 Νοεμβρίου 1887. Ἀπὸ τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1886 μέχρι τῆς 2 Νοεμβρίου 1887, ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἕνα μῆνα, ἐν τῇ φυλακῇ ὤν, ἐδικάσθη διὰ τὰς ἄλλας πράξεις. Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἐκ παρεννοήσεως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐταράχθη, ἀνησύχησε, καὶ ὑπώπτευσεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. Τζάνε.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐσκοτίσθην ποσῶς, ἀλλ’ ὑπέλαβον ὡς ἀληθεῖς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· δι’ ὃ καὶ μετανοῶ. Δὲν εἶμαι ἐξ Εὐρυτανίας, καὶ ἀνέμενον νὰ πληροφορηθῶ τὰ τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἴσως, ἐὰν ἔζων ἐκτὸς τῆς ἀτμοσφαίρας, ἐν ᾗ ζῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἀντελαμβανόμην πολλῶν πραγμάτων, θὰ ἀντελαμβανόμην, ὅτι ἐκεῖ εἶναι δήμαρχος ὁ κ. Γρανίτσας, ὁ προστάτης τοῦ Τάκη, ὅστις δὲν φαίνεται νὰ διατελῇ εἰς πολὺ στενὰς σχέσεις πρὸς τὸν κ. Χατζόπουλον. Ἐγὼ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀντελήφθην, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὑπέπεσε πρὸ δεκαετίας, δεκαπενταετὴς ὤν, εἰς ἓν καὶ μόνον ἔγκλημα, καὶ τότε ἠγανάκτησα κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τόσῳ δειλῶς προέβη εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος, ἔλεγον δὲ εἰς συνάδελφον, παρακαθήμενον ἐνταῦθα, μεθ’ ὅσα τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐγὼ βεβαίως ἤθελον προβῆ εἰς ἀπονομὴν χάριτος γενναιοτέρας. Ἀλλὰ τί προκύπτει ἤδη; Ὅτι ἐγὼ ἐσκοτίσθην. Ἀλλὰ διατί; διότι προχθὲς ἀπέκρυψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅλην τὴν βιογραφίαν τοῦ Τάκη, ἣν τόσον λεπτομερῶς, ἀπέδειξε σήμερον, ὅτι γνωρίζει. Μάλιστα χθὲς, ὅτε δημοσιογράφος τις μοὶ ἐπέδειξε τὴν ὁμιλίαν μου, διέγραψα ἐξ αὐτῆς τὴν λέξιν λήσταρχος ἢ λῃστὴς, καὶ ἐχαρακτήρισα τὸν Τάκη φυγόδικον· τοσαύτην εἶχον ἀποδώσει πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἤδη ὀφείλω νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι, ὅταν ὡς Ὑπουργὸς ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὀφείλει, ἐὰν δὲν σέβηται ἑαυτὸν, νὰ σέβηται τὸ βῆμα ἐκεῖνο καὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§94ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§95ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσω ὁμιλίαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις τώρα.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.