Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 10

1888.11.07

1,624 rows · 12,635 words · 2 tables · 25 turns

Date
1888.11.07
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10.

Τῆς 7 Νοεμβρίου 1888.

(Δευτέρα)

Ὥρα 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Μεγάλη Πρεσβεία τῆς Βουλῆς ἀνεκοίνωσαν τῷ Βασιλεῖ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς:

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Χαίρων ἀποδέχομαι τὴν ἔκφρασιν τῶν εἰς ἐμὲ πεποιθήσεων τῆς Βουλῆς καὶ τὰς εὐχὰς αὐτῆς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ μου οἴκου, εὐχαρίστως δ’ ἀκούω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δεόντως ἐκτιμῶντες τὰς ἀνάγκας τῆς φίλης Πατρίδος, τάς τε ὑλικὰς καὶ τὰς ἠθικὰς, θέλουσι μετὰ ζήλου ἀσχοληθῆ εἰς τὴν μελέτην καὶ ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ διοικητικῶν μέσων, δι’ ὧν αὗται δύνανται βέλτιον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν. «Εἰς εἰκοσιπενταετὲς εὐτυχὲς παρελθὸν ἀφορῶν, οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ θέλουσιν ἐν πνεύματι φιλοπατρίας ἐξακολουθήσει ἀόκνως τὸ ἀρξάμενον τοῦτο ἔργον».

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς κατέθεσε σχέδιον νόμου περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν κληροδοτημάτων Κερκύρας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 12). Δύο Ἕλληνες ἐν Βατοὺμ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκεῖ Ὑποπροξένου. Ὁ Ἀλέξανδρος Σπηλιάδης παραπονεῖται κατὰ τοῦ Ὑποταμίου Λεχαινῶν, ὅτι ἐνετείλατο τὴν φυλάκισίν του, καίτοι οὗτος προσηνέχθη νὰ πληρώσῃ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος του. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὁποῖαι ἀμφισβητήσεις ἐγείρονται καθ’ ἑκάστην μεταξὺ τῶν ἀγορευόντων περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διάφορα κονδύλια, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Τὸ ἄτοπον τοῦτο προέρχεται διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περιορίζεται εἰς τὸ νὰ δημοσιεύῃ πίνακας τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων μερίδων, ἐξ ὧν ἀποτελοῦνται τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικὸν τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Προκειμένου ὅμως νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοιαύτας καταστάσεις, παριστανούσας τὰς διαφόρους μερίδας τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ κατὰ τὴν 31 λήξαντος Ὀκτωβρίου, ὡς καὶ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦ 1887. Τοιαύτας καταστάσεις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ, καταθέτω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν αἴτησίν μου. (Καταθέτει τὴν ἑξῆς αἴτησιν). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλυτικὴν κατάστασιν, παριστῶσαν τὰ ὑπόλοιπα ὅλων τῶν μονάδων τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τῶν ἐτῶν 1882–1887, καὶ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888».

§5ΣΑΚΚΗΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτετραμμένη νὰ ἐξετάσῃ τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προσωρινὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν, ἀπέῤῥιψε ταύτην, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπίκειται ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰσαγωγικὸς δασμὸς λίαν βαρὺς, ὅστις, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ, θέλει ἐπενέγκει τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ προϊόντος τούτου ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς, διότι ἡ ἕνεκα τούτου εἰς τοιαύτας τιμὰς θέλει ἐκπέσει τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος, ὥστε δὲν θὰ δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ἡ δὲ μόνη περιουσία, ἡ ὁποία ἐναπομένει καὶ διατρέφει ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, θὰ καταστραφῇ. Ὅθεν παρακαλῶ τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληροφορήσωσιν, ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς αἱ διαδόσεις αὗται, καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις.

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρα, τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ ἥτις ὑπέγραψε τὴν συνθήκην, θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ κυρώσῃ τὴν συνθήκην ταύτην. Ἔχομεν λοιπὸν ἀρωγὸν τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν παρὰ τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ. Πλὴν τῆς ἀρωγῆς ταύτης προσπαθοῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον· διότι ὅπως ὑπάρχουσι πλεῖστα συμφέροντα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τῆς σταφίδος, ὑπάρχουσι καὶ ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς φαίνεται δυσμενῶς διακειμένη πρὸς τὴν συνθήκην, τοῦτο εἶναι βέβαιον· ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις προσπαθεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἐναντιότητα ταύτην, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῆς συνθήκης, τοῦτο δὲ γινώσκομεν ἐκ διαβεβαιώσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης, ἐκ ταύτης ἐξασφαλιζόμεθα μέχρι τοῦ 1892. Ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῇ, δὲν ἕπεται, ὅτι ἐπέρχεται ἀμέσως τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τουτέστι τὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐν Γαλλίᾳ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ, διότι ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος πρέπει νὰ ψηφισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, γινώσκομεν δὲ, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια εἶχον ὑποβληθῇ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἔφθασαν εἰς συζήτησιν. Ὑπάρχουσι προτάσεις περὶ αὐξήσεως τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνέρχεται εἰς 6 φράγκα τὰ 100 χιλιόγραμμα, εἰς 10· ἑτέρα πρότασις πρὸς αὔξησιν εἰς 30, καὶ ἑτέρα εἰς 20, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι συγχωνεύουσιν οἱ ἄλλοι τὰς προτάσεις των. Αὗται αἱ προτάσεις, αἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ, δὲν συνεζητήθησαν, καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς, ἐὰν ἡ σύμβασις δὲν ψηφισθῇ, πάλιν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ Σύνοδος αὕτη, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ αὔξησις τοῦ τέλους· τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἔχω τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὅσον ἡ αὔξησις τοῦ τέλους ὀλίγον χρησιμεύει εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι δὲν θὰ ἐφαρμόζηται εἰς τὴν Ἱσπανίαν, τὴν Πορτογαλλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν, αἵτινες ἔχουσι συνθήκας. Ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Πορτογαλλία ἔχουσι συνθήκας, αἵτινες λήγουσι κατὰ τὸ 1892, τῆς Τουρκίας δὲ ἡ συνθήκη λήγει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ὡς πρὸς ταύτην ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ καταγγελθῇ ἡ συνθήκη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ληφθησόμενον μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν· ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι δὲν θὰ καταγγελθῇ. Ἑπομένως μέχρι τοῦ 1892 ὡς πρὸς τὰ τρία ταῦτα Κράτη δὲν θὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ οἱαδήποτε αὔξησις· ἂν ψηφισθῇ αὔξησις, θὰ ἐφαρμόζηται μόνον ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως θὰ ἀποκλείηται ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς ἐκ τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀναπληρῶται ἐκ τῶν ἄλλων χωρῶν. Τοῦτο καλῶς κατενοήθη ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν μᾶλλον σημαινόντων Βουλευτῶν, τῶν προσηλωμένων εἰς τὰς ἰδέας τὰς προστατευτικὰς, καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι πάλιν δὲν θὰ ψηφισθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον μερικὴν μόνον ἐφαρμογὴν δύναται νὰ ἔχῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὀλίγον δὲ θὰ ὠφελήσῃ τοὺς Γάλλους παραγωγὺς, ὧν χάριν προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Νῦν παρ’ ἡμῶν διεξάγονται διαπραγματεύσεις, καὶ ἐνέργειαι γίνονται καὶ παρὰ τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει καὶ παρὰ τοῖς ἐμπορευομένοις τὸ εἶδος, ὅπως μηδὲν παραλειφθῇ, τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Ἑλληνογαλλικῆς συνθήκης παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς.

§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ σημερινὸν φύλλον τῆς «Ὥρας» ἀνέγνωσα τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὃν ἐξεφώνησεν εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889. Λέγω ἀνέγνωσα, διότι ἕνεκεν ἀδιαθεσίας δὲν ἠδυνήθην νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν τελευταίαν καὶ προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Εὗρον ἐν αὐτῷ πολλὰς περιέργους ἰδέας καὶ πολλὰς περιέργους συγχύσεις, μία τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰς παρελθούσας χρήσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ ὡς συζητοῦντα περὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἐνῷ οὔτε κἂν λόγον ἔκαμα περὶ τούτου. Ἠθέλησε μάλιστα νὰ φανῇ γενναῖος καὶ νὰ μοὶ προσφέρῃ καὶ γραφέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὲ βοηθήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν 45 καὶ οὐχὶ 70, ὡς εἶπε, σελίδων, τῶν περιεχουσῶν τὰ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ἔξοδα. Τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο· τοὺς πίνακας τούτους ἀνέγνωσα καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ μετὰ ταῦτα. Ἐν γνώσει δὲ τῶν πινάκων τούτων συνεζήτησα, οὐχὶ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887. Ὅσα εἶπον ἦσαν καὶ εἶναι βάσιμα· τοῦτο θ’ ἀποδείξω καὶ διὰ σελίδων τινῶν, συντεταγμένων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὔτε αἱ σελίδες, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε αἱ σελίδες, τὰς ὁποίας θὰ ὑποδείξω ἐγὼ, δύνανται νὰ λύσωσιν οὐσιαστικῶς τὸ ζήτημα, ζητῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Πίνακα τῶν γνωστῶν καὶ μὴ παραγεγραμμένων— συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον — ἀπαιτήσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων. βʹ) Σημείωσιν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1886 διὰ παρελθούσας χρήσεις. γʹ) Ὁμοίαν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ διὰ τὰς ἰδίας χρήσεις ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887».

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀγόρευσίς μου, οἵα ἀπηγγέλθη καὶ οἵα ἐδημοσιεύθη, περιλαμβάνει ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν παρετήρησεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 περιέχει 75 σελίδας περὶ κεκλεισμένων χρήσεων. Ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι ὅσα εἶχεν εἰπεῖ δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀνάγονται εἰς τὸν Ἀπολογισμόν, καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς εἶπον ἐγώ. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπήνεγκε παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων τῆς μέχρι 31 Αὐγούστου, ἥτις εἶναι Ἀπολογισμὸς,— κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν,—ὁ Ἀπολογισμὸς δ’ οὗτος περιεῖχεν ἄρθρα, ἀναφερόμενα εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων, καὶ ἀναγράφοντα τὰ ἀθροίσματα τῶν δαπανῶν ἑνὸς ἑκάστου διακεκριμένως. Περιλαμβάνει συλλήβδην ἡ κατάστασις τὰς δαπάνας ἑκάστου Ὑπουργείου, τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατακεχωρισμένας ἀναλελυμένως. Κατὰ τὴν κατάστασιν ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τόσα, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τόσα, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τόσα· οἱ δὲ Προϋπολογισμοὶ τῶν αὐτῶν Ὑπουργείων φέρουσιν ἀναγεγραμμένας τὰς κατὰ μέρος πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐν συνόλῳ περὶ ἑκάστου Ὑπουργείου διάθεσιν περιέχουσι τὰ ἄρθρα τῆς καταστάσεως. Ἀφοῦ τὰ ἄρθρα ταῦτα παραπέμπουσιν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων, οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι καθαρίζουσι τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ. Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων αἱ πιστώσεις κεκλεισμένων χρήσεων καταλαμβάνουσιν 75 σελίδας, αἵτινες κατὰ τὰ εἰρημένα ἀνήκουσι καὶ εἰς τὸν Ἀπολογισμόν.

§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε, τὰ ἀνέγνωσα καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ. Ἀναγνώσας δὲ ταῦτα, λέγω, ὅτι ἐσύγχυσε τὴν ἰδέαν, ἣν ἐγὼ ἐξήνεγκον, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα τοὺς πίνακας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἔψεξεν· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ποσοῦ δηλ., ὅπερ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὡς δαπάνη βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων, ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι θέλω νὰ δείξω, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ 1887, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς ἀνωμάλους χρήσεις τοῦ 1885 καὶ 1886, νὰ ἐδαπάνησε μόνον 380,000 δραχμῶν, ὡς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθέντι, ἢ 520,000, ὡς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ κυρωθέντι παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἐν ἀντιφάσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε τὸ πρῶτον κονδύλιον, οὔτε τὸ δεύτερον, νὰ ἦναι ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως καὶ λεπτομερῶς τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα, ὅπως ἴδωμεν τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, καὶ οὐχὶ τὸ τυπικὸν, ὅπερ εἶναι ἐπουσιῶδες.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς προέβαλε πρὸ μικροῦ ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐσκόπει νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πόσον χρήσιμος θέλει εἶσθαι ἡ δημοσίευσις τοῦ ἰσολογισμοῦ τῶν ἐτῶν, τῶν ὁποίων αἱ χρήσεις ὑπάρχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ. Πραγματικῶς ἀπὸ τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887 δὲν ἐδημοσιεύθη πλέον ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ δὲ δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 18 Σεπτεμβρίου 1887 περιελάμβανε τὸν ἰσολογισμὸν τῶν μερίδων κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1886. Ὥστε ἀπὸ τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1886 δὲν εὕρομεν πλέον δημοσιευθέντα τοιοῦτον ἰσολογισμόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Βασιλ. Διατάγματος τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1852, τοῦ ἐκδοθέντος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, τὰ κατὰ δεκαήμερον στελλόμενα εἰς τὸ Λογιστήριον ἔγγραφα τῶν ὑπολόγων ἐξελέγχονται ἀμέσως παρ’ αὐτοῦ πρὸ πάσης ἐγγραφῆς. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 210 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὀφείλει νὰ ἐξελέγξῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ληψοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Ταῦτα ἐπανέλαβεν αὐτολεξεὶ καὶ ὁ νόμος τῆς 28 Μαΐου 1887. Οὕτως, ἀφοῦ οἱ λογαριασμοὶ ἑκάστου μηνὸς πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται τὴν εἰκοστὴν τοῦ ἑπομένου μηνὸς εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, κατὰ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρ. 9 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 6 Αὐγούστου 1887, ἀφοῦ τὸ Γεν. Λογιστήριον ὀφείλει ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς των νὰ ἐξελέγξῃ αὐτοὺς καὶ νὰ ποιῇ τὰς ἐγγραφὰς ἐν τοῖς κυρίοις καὶ τοῖς βοηθητικοῖς βιβλίοις, ἕπεται, ὅτι τὴν δεκάτην τοῦ μεθεπομένου μηνὸς θέλουσιν εἶσθαι περατωμέναι πᾶσαι αὗται αἱ ἐργασίαι, καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον θέλει δύνασθαι νὰ δημοσιεύῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ αὐτοῦ. Τῶν ἰσολογισμῶν τούτων ἡ δημοσίευσις ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθὸν κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν ἢ τετραμηνίαν, ἢ καὶ διμηνίαν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887 δὲν ἐδημοσιεύθη πλέον. Διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1887 διετελοῦμεν ἐστερημένοι τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐποριζόμεθα ἐκ τῶν δημοσιευομένων ἰσολογισμῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔτος 1887 εἶναι τὸ ἀξιωθὲν τῆς τοσαύτης στοργῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ οἰκονομικὸν ἔτος, εἴχομεν κατ’ αὐτὸ ὑπὲρ ἄλλοτε τὴν ἀνάγκην τῶν φώτων, τὴν ὁποίαν παρέστησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτής. Ἐὰν εἴχομεν δεδημοσιευμένους ἰσολογισμούς, ἠθέλομεν γνωρίζει, ὄχι μόνον τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις παρακαταθῆκαι, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ληψοδοσιῶν τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, μετὰ τῶν ταμείων τῶν λιμένων καὶ τῶν προκυμαιῶν, καὶ τοὺς τρεχουμένους λογαριασμοὺς μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων. Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι μᾶς ἦσαν χρησιμώταται, διὰ νὰ λάβωμεν λεπτομερῆ γνῶσιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἰδίως ὁ Πρωθυπουργὸς τοσάκις προὐκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀναγγείλας προχθὲς πομπωδῶς ἐπιτευχθὲν ἰσοζύγιον. Δὲν μένουσι δὲ, ὅπως μᾶς παρέχωσι πληροφορίας, εἰμὴ οἱ δημοσιευόμενοι πίνακες, περὶ ὧν παρέστησα ὑμῖν, ἀγορεύων προχθὲς πόσον εἰσὶ πλήρεις σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχωσιν αἰτίαν τὴν ἀνικανότητα ἢ τὴν φυγοπονίαν τῶν ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ἐργαζομένων, ἢ ἄν τινα τῶν σφαλμάτων τούτων συμβαίνωσι καὶ ἐκ προαιρέσεως. Προχθὲς ἠσχολήθην νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ποῖον συνήγαγον πόρισμα ἐκ τῆς μελέτης τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887. Παρέστησα δὲ εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ πόρισμα τοῦτο ἦτο ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε· διότι, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπετεύχθη ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887, ὅτι μάλιστα εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμά τι, τὸ πόρισμα τῆς ἐμῆς μελέτης κατεδείκνυεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 14 ἑκατομμυρίων καὶ 919 χιλιάδων δραχμῶν, ἂν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 εἶχε συνταχθῆ μετ’ ἀπροκαλύπτου ἐπιθυμίας, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τυπικὸν τοὐλάχιστον ἰσοζύγιον. Ἂν διέλθῃ τις τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, θέλει διαγνώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, διότι θέλει εὑρεῖ πολλαχοῦ ἔξοδα ἀναγραφέντα πολλῷ ὀλιγώτερα τῶν συνήθως ἀναγραφομένων, ὅπερ δεικνύει, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεθύμει νὰ παραστήσῃ ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον. Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, θέλει ἀνεύρει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον Γʹ «Φυλακαὶ ὑποδίκων» δραχμαὶ 329,677, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀνάγκην ἀνεγράφη ποσὸν 1,088,532. Θέλει ἀνεύρει, ὅτι ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Κεφαλαίου Γʹ «μισθοὶ προσωπικοῦ φυλακῶν» ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 εἶχεν ἀναγραφῆ ποσὸν 37,800 δραχμῶν, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀνεγράφη πίστωσις 222,892 δραχ. Θέλει ἀνεύρει, ὅτι ὑπὸ τὸ ἄρθρον 4 «ἔξοδα διατροφῆς ὑποδίκων καὶ καταδίκων» ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 πίστωσις δραχ. 250,000, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ἀνεγράφη τοιαύτη 790,000 δραχμῶν. Ἡ ἐπιθυμία του, νὰ καταλήξῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος εἰς ἰσοζύγιον, ἦτο ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν πάντες ἀληθῶς εἴχομεν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν τὸ ἰσοζύγιον νὰ ᾖναι πραγματικόν, ἐδιστάζομεν δὲ, ὅτι ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, οὐδ’ ὠκνήσαμεν τὸν δισταγμὸν ἡμῶν τοῦτον νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸ 1887, ὅτε συνεζητοῦντο τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε εἰσήγετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888. Ἐλέγομεν τότε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον διὰ τῆς αὐξήσεως μόνης τῶν ἐσόδων νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον, στηριζόμενοι εἰς τὸ παρελθόν. Κατὰ τὸ 1882 εἴχομεν ἔλλειμμα μόνον 2,744,833, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρχον ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἐμνημονεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπῆρχον, φερ’ εἰπεῖν, 2,200,080 δραχμῶν ἐκ νομισματοποιΐας, 3,090,185 ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, πλὴν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀφήσει εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1882 ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἦτο μικρόν. Ἀλλὰ τὸ 1883 ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 9,258,312, τὸ 1884 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 30,602,147. Ἐπειδὴ δὲ τὸ 1885 καὶ τὸ 1886 ἦσαν ἔτη οἰκονομικῶς κάκιστα, καὶ τόσῳ κάκιστα, ὥστε ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκεῖτο νὰ καταγγέλλῃ τὸ κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τῶν δύο τούτων ἐτῶν βεβαιωμένον ἔλλειμμα τῶν 95 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀνεβίβασεν αὐτὸ εἰς 120 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ παραστήσῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν διαταραχθεῖσαν, ἀναγκαίως τὸ 1887 ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ καὶ αὐτὸ εἰς ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 30,602,147, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε καταλήξει τὸ ἔτος 1884, διότι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο 5 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, ὅσα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκ δραχμῶν 95 ἑκατομμυρίων ἐλλείμματος τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Τὰ 95 ἑκατομμύρια, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886 ἐκαλύφθη βεβαίως διὰ δανείων. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσητε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 5 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, τὸ κατὰ τὸ 1884 ἔλλειμμα τῶν 30,602,147 ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῇ κατὰ τὸ 1887 εἰς 35 ἢ 39 ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ δ’ εἰσεπράξατε κατὰ τὸ 1887 δραχμὰς 19 ἑκατομμύρια περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886, σᾶς ἔλειπον διὰ τὸ ἰσοζύγιον 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια, ἄνευ τῶν ὁποίων ἦτο ἀδύνατον νὰ φθάσητε εἰς ἰσοζύγιον. Τὸ ἀδύνατον τοῦτο διεκηρύξατε, ὅτι κατωρθώσατε, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα ὑμῶν δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔλειπον, δὲν ἐπορίσθητε ἐξ ἐσόδων τοῦ 1887, ἀλλ’ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων. Διὰ τοῦτο παρεστήσαμεν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη ἀποτελεῖ κανόνα οἰκονομικὸν, τὸν ὁποῖον πανταχοῦ τηροῦσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τῶν κρατῶν. Οὐδαμοῦ προβαίνουσιν εἰς αὔξησιν ἐσόδων δι’ αὐξήσεως φόρων, πρὶν ἢ ἐξαντλήσωσι τὸν ἕτερον πόρον, τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ τότε μόνον εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ζητήσωσι μεγαλειτέρας θυσίας. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε τότε προβῆ περισσότερον, εἰδικοποιήσασα τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν ἡ περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων σύστασις. Ἐξήγησε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὅτι τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων ἀνάγκη νὰ ζητήσωμεν οὐ μόνον ἐν τῇ μειώσει τῶν ἄλλων δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μειώσει ἢ ἐν τῇ παύσει τῶν χρεωλυσίων. Ἀλλ’ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ παρεποίησαν τὴν γνώμην ταύτην τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἠγέρθησαν καταγγέλλοντες, ὁτὲ μὲν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προεκήρυξε χρεωκοπίαν, ὁτὲ δὲ πτώχευσιν. Εἶναι ἐπαχθὲς νὰ πράξω καὶ σήμερον ὅ,τι πολλάκις ἤδη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πράττω ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι νὰ καταδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρερμηνεύωμεν τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα ὅταν ὁδηγῇ ἡμᾶς εἰς τὴν παρερμηνείαν πολιτικὴ κερδοσκοπία, διότι κερδοσκοπία πολιτικὴ ὤθησε τοὺς ἀντιπάλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ παραστήσωσι ψευδῶς τότε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς προβαλοῦσαν τὴν χρεωκοπίαν. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει περίοδον τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειοψηφίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξ ἧς θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅσα λέγω ὑμῖν περὶ τούτου εἶναι ἀκριβῆ καὶ ἐπὶ κειμένων στηριζόμενα. «Ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν», ἔγραφε τότε ἡ μειοψηφία ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει αὐτῆς, «28 ἑκατομμύρια διὰ τῆς φορολογίας, ἤτοι 58% περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἤθελεν εἶσθαι ἀνθηρὰ, τοιαύτη αὔξησις φορολογίας, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ἤθελε βεβαίως πιέσει καὶ περιστείλει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἐπιβαλλομένη ὅμως ἐν ἐποχῇ ἀναμφισβητήτου οἰκονομικῆς δυσχερείας, οὐδεμίαν δύναται νὰ παράσχῃ ἐλπίδα πραγματοποιήσεως τῶν δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένων προσόδων, παρέχει ὅμως τὴν πιθανότητα, ὅτι, καὶ διὰ τῆς μερικῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν, θέλει συντρίψει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καὶ καταστήσει αὐτὰς ἀνικάνους ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν προσόδων, ἃς ἔδωκαν αὐτῷ κατὰ τὸ παρελθόν. «Τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου» (ἐξηκολούθησεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἡ μειοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐπιτροπῆς) «δυνάμεθα μετά τινος πιθανότητος νὰ ἀναβιβάσωμεν διὰ τῶν προμνησθεισῶν βελτιώσεων ἐκ δραχμῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἰς ἃ ἀνέρχονται σήμερον, εἰς 70 ἑκατομμύρια. Πᾶσα πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου αὔξησις νομίζομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παρέχουσα πιθανότητά τινα πραγματοποιήσεως... Μεταξὺ τοῦ πιθανοῦ τούτου ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δραχμῶν 93,270,000, ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει διὰ τὰς δαπάνας τοῦ 1887, ὑπάρχει ἔλλειμμα 23,270,000. Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 23,270,000, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν. Ὅθεν μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο, ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη, παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, παρεδέχθη ὅμως αὐτὸ ἐν μέτρῳ μὴ θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καὶ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θεωροῦμεν ὡς κατάλληλον, ἵνα συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως, διὰ τῆς ἀνελλιποῦς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θετικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύτην, χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάτρεπτον ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὅπως ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ γενομένη μετατροπή». Τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ἀπετέλουν τότε οἱ ἀξιότιμοι φίλοι κκ. Κωνστ. Καραπάνος, Ν. Βαλσαμάκης, Ν. Λεβίδης, Δημ. Πετρίδης, Ἀσημ. Χριστόπουλος καὶ Ἀχιλλεὺς Γεροκωστόπουλος. Ἡ δὲ ἐκτεθεῖσα γνώμη αὐτῶν ἡρμηνεύθη ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς πλειοψηφίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων διέπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς συμβουλὴ πρὸς χρεωκοπίαν. «Λοιπὸν προτρέπετε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν», ἐκραύγαζον μετὰ προσπεποιημένης ἀγανακτήσεως, «νὰ κηρύξῃ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀποτίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ προτιμήσωμεν νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος εἰς πτώχευσιν;» Ἀλλ’ ἐσφάλατε, ὡς εἶπε προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων, ἰσχυρισθέντες τότε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα τῶν 70,000,000, διότι ἰδού, ὅτι εἰσεπράξαμεν 81 ἑκατομμύρια. Ἀληθῶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ οὐδέποτε προσεδόκων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν 81 ἑκατομμύρια, ὅσα, ὡς λέγει τὸ Ὑπουργεῖον, εἰσέπραξεν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο πιστεύω τὰς πληροφορίας, ὅσας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν μᾶς μεταδίδουσι, παριστῶντες, ὅτι, ὅπως εἰσπραχθῇ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, ἐδέησε νὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπηνῆ μέσα καταδιώξεως, μηδαμῶς διαφερούσης τῆς ἐκβιάσεως, ὁποῖα ἀγνοῶ ἄν ποτὲ εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐφαρμοζόμενα ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν κατωρθώσατε νὰ εἰσπράξητε 81 ἑκατομμύρια, ἤτοι 11 ἑκατομμύρια περισσότερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐθεώρει πιθανὸν, καὶ 19 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ 1886, μήπως ἐπεβαρύνατε πλέον τοῦ δέοντος τὴν παραγωγὴν, μήπως κατεπονήσατε τὸν ἐργαζόμενον καὶ παράγοντα, εἰσφέροντα δ’ ἐκ τοῦ παραγομένου ποσοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Μήπως διὰ τῶν βαρέων δασμῶν ἐξησθενίσατε καὶ ἑπομένως κατεστήσατε ἀπρόθυμον τὴν κατανάλωσιν; Ταῦτα προβάλλονται ὡς δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἀληθῶς ὁ Πρωθυπουργὸς, διαβεβαιώσας, ὅτι καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις διατηροῦνται ἀκμαῖαι, θέλω ὅμως καὶ ἐγὼ ἐξετάσει σήμερον, ἠναγκασμένος, διὰ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην, νὰ καταλήξω εἰς πόρισμα ἀντίθετον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ Πρωθυπουργός. Ἰσχυρίσθη ἀληθῶς προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητῶν νὰ ἀναιρέσῃ περίοδον περὶ τούτων τοῦ σχεδίου τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἀκμαία, καὶ ἡ κατανάλωσις ἀναλλοίωτος, μολονότι εἰσεπράχθησαν 19 ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886. Καὶ ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του ἦτο ἀκριβὴς, ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1888 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, καὶ ἔλεγεν ἡμῖν, ὅτι, ἂν ἡ παραγωγὴ εἶχε καταπονηθῆ, ἂν εἶχεν ἐπέλθει κάματος εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν βαρέων φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσεπράξαμεν κατὰ τὴν λήγουσαν χρῆσιν, δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ βεβαιώσωμεν τοσαῦτα ἔσοδα, ὅσα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ εἰρημένου πίνακος, ἐβεβαιώσαμεν. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι προσφυής, διότι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς νὰ κρίνῃ τις περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ χρῆσις, ἢ πρὶν ἢ προσεγγίσῃ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, καὶ νὰ προβάλῃ τὰ ἕως τότε ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως ἢ εἰσπράξεως ὡς βάσιν συλλογισμῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, εἴτε καιρικαὶ περιστάσεις, εἴτε δραστηριότης περισσοτέρα τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως, εἴτε ἄλλαι εὐκολίαι τοπικαὶ, νὰ διηυκόλυνον περισσότερον τὴν βεβαίωσιν ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ ἀποδείξεις ἀσφαλεστέρας, τοιαύτας δὲ θέλει μᾶς παράσχει ἡ ἔρευνα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως ἑκάστου τῶν φόρων τῶν ἀμέσων καὶ ἑκάστου τῶν ἐμμέσων φόρων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Τὴν ἔρευναν ταύτην ἐποιησάμην ἤδη, καὶ προβαίνω νὰ διακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, παρακαλῶν καὶ σήμερον νὰ μὲ ἀξιώσητε τῆς προσοχῆς σας. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου τῶν ἀμέσων φόρων, ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος προηγεῖται τῶν ἄλλων τῆς κατηγορίας ταύτης. Ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886, κατὰ τὴν πενταετίαν, ὑποβληθέντων εἰς φορολογίαν κτηνῶν ἀνήρχετο εἰς 217,129 κτήνη, ὁ δὲ μέσος ὅρος τοῦ βεβαιωθέντος φόρου εἰς 2,303,900. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸ 1886 εἶχεν ἕνεκα τούτου προϋπολογισθῆ ποσὸν 2,300,000, ἐνεκρίθη ἵνα τόσον ποσὸν ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ὡς ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο προσετέθησαν 460 χιλιάδες δραχ. ἕνεκα τῆς νομοθετηθείσης προσθήκης τῶν 20 τοῖς 100, οὕτω δὲ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 2,760,000. Ἀλλὰ μέχρι τέλους Αὐγούστου τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 2,185,239:57, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 574,760:43. Ἐπειδὴ δ’ ὑπολείπονται δύο μῆνες, ὁ Σεπτέμβριος καὶ ὁ Ὀκτώβριος, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κατ’ αὐτοὺς θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὅσα κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχ. 81,943:31, τὰ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1888 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως εἰς 2,267,182:88. Ὅθεν, ἂν κατὰ τὸ 1887 δὲν ἐνομοθετεῖτο ἡ προσθήκη τῶν 20%, ἤθελον εἰσπραχθῆ μόνον ὅσα ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων 2,267,182:88 ὑπολείπονται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 460,000 δραχμῶν, ἤτοι 1,807,182:88, ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 82,400:50. Μήπως ἡ ἐλάττωσις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20%; Μήπως ὑπὸ τὸ βάρος τῆς εἰρημένης προσθήκης ἐκάμφθη ἡ παραγωγὴ καὶ ἤρξατο ὁ κάματος; Ὁ δισταγμὸς οὗτος εἶναι ἄξιος τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, διότι οὐ μόνον δὲν ἔχομεν αὔξησιν, ἕνεκα τῆς προϊούσης προόδου τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ εἴχομεν ἐλάττωσιν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ πέρυσιν εἰσπραχθέντα. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν, ὡς εἶπον, τὰς περὶ τῆς ἀκμῆς τῆς παραγωγῆς πεποιθήσεις του ἐπὶ τῶν πινάκων τῶν ἐσόδων τοῦ 1888. Ἀλλ’ οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἀναιροῦσιν ἀλλήλους, παρέχοντες βεβαίως ψευδεῖς πληροφορίας. Οὕτω τὸ κατὰ τὴν 13 Αὐγούστου δημοσιευθὲν ὑπ’ ἀριθ. 222 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχε πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουνίου ἐβεβαιώθη φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχμῶν 2,574,120:88. Τὸ κατὰ τὴν 13 Σεπτεμβρίου ὅμως δημοσιευθὲν ὑπ’ ἀριθ. 263 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχε πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ μέχρι τέλους Ἰουλίου βεβαιωθὲν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 2,844,380:88. Ἀλλ’ ὁ κατόπιν δημοσιευθεὶς πίναξ, ὁ δηλῶν τὰ βεβαιωθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, ἀντὶ νὰ παραστήσῃ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκ τοῦ φόρου τούτου βεβαιωθέντων διὰ τὰς γενομένας βεβαιώσεις κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, παρέστησε τὸ βεβαιωθὲν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχε βεβαιωθῆ μέχρι τέλους Ἰουλίου, ἤτοι δραχ. 2,794,800:42. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον φόρον, τὸν στρεμματικὸν φόρον ἐπὶ τῶν περιβολίων. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885 τετραετίαν ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἀνήρχετο εἰς 124,241. Ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος συνίστατο εἰς 31,080. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοσοῦτον ποσὸν, καὶ ἀνεγράφησαν μόνον 30,000, προσθήκη δὲ τῶν 6 χιλιάδων, ὅσαι ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν 20%, ἀνεβιβάσθη τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν εἰς 36,000. Ἀλλ’ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 ἕως 31 Αὐγούστου 1888, ἤτοι ἐπὶ μῆνας 20, δὲν εἰσεπράχθησαν εἰμὴ 16,649:72, ἤτοι ὀλιγώτερα τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ δραχ. 19,350:28. Ἂν δὲ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1888, τοὺς δύο ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, εἰσπραχθῶσιν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δρ. 13,780:82, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθὲν ποσὸν θὰ ἀνῆλθεν εἰς δρ. 30,430:54, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ δρ. 179,650:36, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθεισῶν κατὰ δραχ. 149,219:82. Οὕτω δὲ, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν προϋπολογισθέντων δραχ. 149,650:36, κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 5,569:46. Μεταβαίνω εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου, τὰ ἔτη διαιροῦνται εἰς ἄφορα καὶ εἰς εὔφορα. Ἄφορα δὲ συμβαίνει νὰ ἦναι τὰ ἔτη τὰ εἰς περιττὸν ἀριθμὸν, ἤτοι τὰ 1883, 1885, 1887, ἑπομένως ἡ παραβολὴ δὲν πρέπει νὰ γένηται πρὸς τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, ἀλλὰ πρὸς τὸ προηγηθὲν ἄφορον ἔτος. Ὅθεν κατὰ τὸ ἄφορον ἔτος 1885 εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν κατὰ τὸ 1883 εἰσπραχθέντων 248,005, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1883 ὁ φόρος ἦτο 10%, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 εἶχεν ἐλαττωθῆ εἰς 7%. Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθη ποσὸν 400,000, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 δραχ. 693,539:98, καὶ, ἂν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, εἰσεπράχθησαν ὅσα καὶ κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δρ. 1,298:68, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθησόμενον ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 694,838:66, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 294,838:66 πλέον τῶν προϋπολογισθέντων, ἂν καὶ ὁ φόρος κατὰ τὸ 1887 προσδιωρίσθη ἀνώτερος τοῦ κατὰ τὸ 1885. Οὕτω, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1883 κατὰ δρ. 248,005, τοῦ φόρου κατὰ τὸ 1885 συνισταμένου εἰς 7 τοῖς 100, τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ κατὰ τὸ 1885 κατὰ δρ. 147,694:66 μόνον, εἰ καὶ ὁ φόρος κατὰ τὸ 1887 ἦτο ἀνώτερος τοῦ κατὰ τὸ 1885 ἐπιβληθέντος. Ἤτοι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἐσόδου τοῦ 1885, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ 1883, τυγχάνει πολλῷ μεγαλειτέρα τῆς ὑπεροχῆς τοῦ ἐσόδου τοῦ 1887, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ τοῦ 1885. Μεταβαίνω εἰς τοὺς φόρους τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς τελωνείοις. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῶν σύκων. Κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 μέχρι τοῦ 1885 εἶχον ἐξαχθῆ στατῆρες σύκων 639,282, ὧν ὁ μέσος ὅρος ἀνήρχετο εἰς 173,420, ἐνεγράφη δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὸ 1887 ὡς ἔσοδον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δραχμῆς μιᾶς καὶ λεπτῶν 57 κατὰ στατῆρα, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σύκων τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 255,000. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο προσετέθησαν 20,000 δραχ. ὡς plus value, διὰ τὴν ἐκ τῆς φυσικῆς προόδου αὔξησιν, καὶ δραχ. 55,000 διὰ τὴν προσθήκην τῶν 20%, ἀναβιβασθέντος τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ εἰς δραχ. 330,000. Ἐκ φόρου ἐπὶ τῶν λακωνικῶν προϊόντων εἶχον προϋπολογισθῆ κατὰ τὸ 1886 δρ. 70,000, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπὸ τοῦ 1882–1885 κατὰ τὴν τετραετίαν εἰσπραχθέντων ἀνήρχετο εἰς 82,611. Ἀλλὰ τὸ 1887, ἂν καὶ ἦτο ἄφορον ἔτος, δὲν προϋπελογίσθησαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοῦ 1886 εἰσπραχθέντων, διότι κατὰ τὸ προηγηθὲν ὡσαύτως ἄφορον ἔτους τοῦ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 114,929. Ὅθεν προϋπελογίσθησαν πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων δραχμαὶ 20,000, προσετέθησαν δὲ εἰς τὸ οὕτως ἀποτελεσθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 90,000 καὶ δραχ. 18,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου κατὰ 20%, καὶ ἀνεβιβάσθη τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν εἰς δρ. 108,000. Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν τῶν ἐτῶν 1882–1885 ἐξαχθέντων ἢ μετενεχθέντων καπνῶν ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 2,466,902, τοῦ δ’ εἰσπραχθέντος φόρου εἰς δραχ. 278,945. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ τελευταῖον τῆς εἰρημένης τετραετίας ἔτος εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς φόρον ποσὸν ὀκάδων καπνοῦ 2,694,265 καὶ εἰσπραχθῆ φόρος δρ. 344,140, προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1887 ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου δρ. 350,000, καὶ, τῇ προσθήκῃ εἰς τοῦτο 70,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20%, ἀνεβιβάσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς 420,000. Ἐπὶ τῆς σταφίδος. Κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν τῶν ἐτῶν 1881–1885 εἶχεν ἐξαχθῆ σταφιδόκαρπος, ὑποκείμενος εἰς φόρον δραχ. 15:75, λίτραι 510,206,770, καὶ σταφιδόκαρπος, ὑποκείμενος εἰς φόρον δραχ. 13:65, λίτραι 609,135,215. Ὅθεν κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ποσῶν τούτων ἐφορολογήθησαν 102,041,354 λίτραι τῆς πρώτης κατηγορίας, καὶ 121,827,043 λίτραι τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἤτοι ἐν ὅλῳ λίτραι 223,686,397. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ὅμως τοῦ 1887 ἐλήφθη ὡς βάσις τὸ ποσὸν τῶν 260,000,000 λιτρῶν, ἕνεκα τῆς ἐτησίας κανονικῆς αὐξήσεως, τῆς ἐπερχομένης ἐκ τῆς καρποφορίας τῶν νέων φυτειῶν. Ὅθεν 120 ἑκατομμύρια λιτρῶν τῆς πρώτης κατηγορίας καὶ 140 ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ὡς βάσις· ὁ δὲ φόρος αὐτῶν ὑπελογίσθη εἰς δραχ. 3,801,000, εἰς τὰς ὁποίας προσετέθη διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20% ποσὸν 760,200, καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 4,561,200. Ἀνακεφαλαιόνων τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος φόρων, τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις, εὑρίσκω ὅτι προϋπελογίσθησαν:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν σύκων φόρου Δραχ. 330,000
Ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν λακωνικῶν προϊόντων » 108,000
Ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ » 420,000
Ἐκ κουκουλίων » 12,000
Καὶ ἐκ σταφίδος » 4,561,200
Τὸ ὅλον » 5,431,800
Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον » 4,968,205
Ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων» 463,594:40

Ἐν τοῖς πίναξιν ὅμως, τοῖς δημοσιευθεῖσι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 286 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐν τοῖς ταμείοις καὶ τελωνείοις βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἀνεγράφη, ὅτι, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα ἦσαν δραχ. 5,431,800 Τὰ εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 4,826,730:37. Ἑπομένως, ὅτι εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 605,069:63 καὶ οὐχὶ 463,594:40. Τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1887 ἐκ τῶν φόρων τούτων ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχμὰς 4,154,947:87, ἤτοι ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων κατὰ δρ. 671,782:50. Ἀλλὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἶχεν αὐξηθῆ κατὰ 20 τοῖς 100, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σύκων δραχ. 55,000
Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν λακωνικ. προϊόντων» 18,000
Ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ » 70,000
Καὶ ἐκ τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος » 760,200
Τὸ ὅλον » 903,200

Ἄν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 903,200, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς κατὰ τὸ 1887 αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα, ταῦτα θέλουσι περιορισθῆ εἰς δραχ. 3,923,530:37, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 231,417:50. Οὐδεμίαν φέρω παρατήρησιν περὶ τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας κατέδειξα, καὶ ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων. Οὐδεμίαν ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω τὰ σημειούμενα ἐν τοῖς πίναξι τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς ταμείοις καὶ ἐν τοῖς τελωνείοις, καὶ οὐχὶ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδουσιν αἱ ἄλλαι δημοσιευθεῖσαι καταστάσεις. Κατέδειξα καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην, ἵνα δηλώσω ποῖος εὐλόγως καταλαμβάνει ἡμᾶς δισταγμὸς πρὸ τῶν δημοσιευομένων ἐπισήμων πληροφοριῶν. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ προϋπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει θετικωτάτων στοιχείων, τὰ εἰσπραχθέντα δ’ ἔπρεπε νὰ ἦσαν διὰ τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγγύτατα τῶν προϋπολογισθέντων, ἔπρεπε μάλιστα νὰ ὑπερβάλωσι τὰ προϋπολογισθέντα ἕνεκα τῆς προϊούσης προόδου τῆς χώρας. Καὶ ὅμως ἀπεδείχθησαν ὀλιγώτερα τῶν πέρυσι προϋπολογισθέντων, κατὰ μὲν τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 35 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν κατὰ δραχ. 463,594:40, κατὰ δὲ τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 286 ἑτέρου φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσαν ἑτέραν κατάστασιν κατὰ δραχ. 605,069:63. Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔρευναν ἄλλου ἀμέσου φόρου, τοῦ ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Κατὰ τὸ 1886 εἶχε προϋπολογισθῆ ποσὸν 120,000, εἰς τὸ ὁποῖον προσετέθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 δρ. 40,000, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τριετίαν τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884 βεβαιωθέντων ἀνήρχετο εἰς 150,823. Προστεθέντος δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ 20%, καθ’ ὃ ηὐξήθη ὁ φόρος, ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 180,000. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου τοῦ 1888 δρ. 96,823:46. Ἐὰν δὲ καὶ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον, εἰσεπράχθησαν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ 17,869:17, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 114,692:63, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 65,307:37. Ἐπὶ δὲ τοῦ φόρου τῶν ζώων, κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1882 –1885 τετραετίαν εἶχε βεβαιωθῆ ποσὸν φόρου δραχ. 12,100,276, τοῦ ὁποίου ὁ μέσος ὅρος ἦτο 3,025,069. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ τὸ ποσὸν τοῦ κατὰ τὸ 1884 βεβαιωθέντος εἶχεν ἀνέλθει εἰς 3,242,876, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἐλήφθη ὡς βάσις μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, καὶ τῇ προσθήκῃ τοῦ 20%, ἤτοι 600,000 δραχμῶν, ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ δραχ. 3,600,000. Εἰσεπράχθησαν ὅμως μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 δραχ. 2,662,231:89. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον, εἰσεπράχθη ποσόν, ὅσον εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοίχους μῆνας τῆς προηγουμένης χρήσεως, ἤτοι δραχ. 54,703:18, τὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 2,716,935:07, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 883,064:93. Ἐὰν δὲ ἐκ τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἀφαιρεθῶσιν 600,000, αἵτινες εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ 20%, θέλει ὑπολειφθῆ, ὡς ποσὸν εἰσπραχθὲν, 2,116,935:07, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 κατὰ δρ. 139,123:30. Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν 1884–1886 βεβαιωθέντων ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 2,201,263, διὰ τοῦτο τὸ κατὰ τὸ 1886 προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,080,000 ἀνεβιβάσθη εἰς 2,200,000. Τῇ προσθήκῃ δὲ δρ. 500,000 διὰ τὰς ψηφισθείσας μεταβολὰς τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ αὐξήσει τῶν ποσοστῶν τοῦ φόρου διαφόρων τάξεων ἐπιτηδευματιῶν, καὶ δραχ. 540,000 διὰ τὴν ἐπὶ τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν 2,700,000 προσθήκην τοῦ 20%, τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἀνεβιβάσθη εἰς 3,240,000. Εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι 31 Αὐγούστου 1888 δραχμαὶ 1,696,280:54, ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,543,719:46. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ 63,783:58, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθὲν ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 1,760,064:12, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 1,479,935:88. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τυγχάνει ὀλιγώτερον τῶν ποσῶν, ὅσα εἰσεπράττοντο ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρὶν ἢ ψηφισθῶσιν αἱ αὐξήσεις ἐκ δραχ. 500,000 ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ νόμου, καὶ ἐκ δραχ. 540 χιλιάδων ἕνεκα τῆς προσθήκης τῶν 20%. Καὶ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν προϋπελογίσθη εἰς 2,100,000, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 700,000 τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ κατὰ τὸ 1886. Προσετέθησαν δὲ δρ. 420,000, διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20%, καὶ οὕτως ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,520,000. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μέχρι 31 Αὐγούστου 1888 δρ. 2,040,804:56, ἐὰν δ’ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς δύο ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ 177,910:67, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 2,218,715:23, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 301,284:77. Καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ τοῦ φόρου τούτου φαίνεται ὁ κάματος τῆς ὑποκειμένης εἰς τὸν φόρον τοῦτον παραγωγῆς, ἀφοῦ, ἂν καὶ ἠλαττώσαμεν τὰ κατὰ τὸ 1886 προϋπολογισθέντα κατὰ 280,000, εἰσεπράχθησαν ὅμως ὀλιγώτερα κατὰ 301,284:77. Τὸ μόνον ἐξ ἀμέσων φόρων ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τυγχάνει τὸ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Τὸ ἔσοδον τοῦτο ὑπερέβη τὰ προϋπολογισθέντα, διότι μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 εἶχον εἰσπραχθῆ ἐξ αὐτοῦ δραχ. 322,681:50. Ἂν δὲ καὶ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσπραχθῶσιν ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τοὺς δύο μῆνας τοῦ 1886, ἤτοι δραχ. 28,090, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 350,771:50, ἤτοι πλέον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 50,771:50, διότι ἴσως εἶχε μειωθῆ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγραφὲν ποσὸν κατὰ 40% τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ὑπολείπεται μόνον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ἡ ἔρευνα, μετὰ τὴν ὁποίαν θέλω ἐκθέσει τὸ πόρισμα τῶν ἀμέσων φόρων. Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ, ὅτι οἱ ἀμπελῶνες, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν δύο Λακωνικῶν ἐπαρχιῶν, καταλαμβάνουσιν ἔκτασιν 550,000 στρεμμάτων, καὶ ὅτι ἕκαστον στρέμμα παράγει 240 ὀκάδας, ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ παραγομένου οἴνου ἀνέρχεται εἰς 132 ἑκατομμύρια ὀκάδων, ἐπὶ τούτου δὲ ὁ ὑπολογιζόμενος φόρος ἀνήρχετο εἰς 1,760,000 δραχμῶν. Ὅθεν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 ποσὸν ἠλαττώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 κατὰ 1,240,000. Ἐπειδὴ ὅμως ηὐξήθη ὁ φορολογικὸς ὅρος εἰς 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὑπελογίσθη διὰ τὰ 132 ἑκατομμύρια ὀκάδων ἔσοδον δρ. 2,640,000, ὅπερ, τῇ προσθήκῃ δραχμῶν 528,000 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν 20%, ἀνεβίβασε τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ποσὸν εἰς δρ. 3,168,000. Ἀλλὰ μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου 1888 εἰσεπράχθησαν 1,851,185:52, ἂν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δρ. 190,435:35, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθὲν ποσὸν θέλει ἀναβιβασθῇ εἰς 2,041,620:87, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 1,126, 379:13. Συμπεράσματα ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης συνάγονται: Αʹ) Ὅτι προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων δρ. 21,642,800, εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 δραχμαὶ 16,392,167:23, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων δραχ. 5,250,632:77, καὶ ὅτι, ἐὰν εἰσπραχθῶσι κατὰ τοὺς δύο ὑπολειπομένους μῆνας, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ 630,991:40, τὰ εἰσπραχθέντα θέλουσιν εἶσθαι αὖθις ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 4,619,641:37. Βʹ) Ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῶν 20% καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν νόμων περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, εἶχε προστεθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσοδον δραχ. 4,867,200. Ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων, ἀνελθὸν κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰρημένα εἰς 17,023,158:63, θέλει ὑπολειφθῆ ὡς εἰσπραχθὲν κατὰ τὴν χρῆσιν ἄνευ τῶν νομοθετηθεισῶν αὐξήσεων ποσὸν δραχ. 12,155,958:63, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 13,057,476:42. Ἤτοι τὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα καταλήγουσιν εἰς ποσὸν μικρότερον τοῦ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἰσπραχθέντος ἐξ ἀμέσων φόρων κατὰ δραχμὰς 901,517:79. Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων προϋπελογίσθη ἔσοδον ἐκ δραχ. 47,944,700, εἰσεπράχθησαν δὲ 43,377,716:85, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 4,566,983:15. Καὶ τὸ μὲν ἔσοδον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου προϋπελογίσθη εἰς 7 ἑκατομμύρια, τὸ ἐκ τῶν προσθέτων τελῶν εἰς 650,000, τὸ ἐκ μερισμάτων ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰς 122,000, τὸ ὅλον εἰς 7,775,000. Εἰσεπράχθησαν δέ, κατὰ τὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 286 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα πίνακα, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου δραχ. 7,142,875:90, ἐκ προσθέτων τελῶν δραχ. 764,651:58, καὶ ἐκ μερισμάτων ἀνωνύμων ἑταιριῶν δραχ. 180,027:60, τὸ ὅλον δραχμαὶ 8,087,555:08. Ἀλλὰ τὸ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1888 δημοσιευθὲν δελτίον ἀναγράφει ὡς εἰσπραχθέντα ἐν ὅλῳ δραχ. 8,028,042, ἤτοι 59,513 ὀλιγώτερα τοῦ κατὰ τὸν ἄλλον πίνακα δημοσιευθέντος ποσοῦ. Ἀλλὰ τῶν δημοσιευομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πληροφοριῶν καὶ πινάκων ἡ ἀρετὴ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἡ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἀκρίβεια, ἀλλ’ ἡ σύγχυσις. Οὕτω, κατὰ τὴν εἰσηγητηρίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου 1886, ἐν σελ. 15, τὰ ἐκ χαρτοσήμου εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰς 6,108,801, κατὰ δὲ τὸ 1885 εἰς 6,834,814, ἐνῷ κατὰ τὰ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα δελτία, τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰς 6,282,340, καὶ κατὰ τὸ 1885 εἰς 6,309,471. Ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων ἐκ διαφόρων τελῶν παρήχθησαν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐκ τελῶν σιγαροχάρτου, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 1,577,265, εἰσεπράχθησαν 1,205,678:60, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 371,586:40. Ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 3,569:75. Ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 7,093:89. Ἐξ εἰσιτηρίων σιδηροδρόμων περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 20,261:57. Ἐκ ταχυδρομικῶν τελῶν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 48,635:56. Καὶ ἐκ τηλεγραφικῶν περισσότερα ὡσαύτως τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 154,262:41. Ἑπομένως, ἂν ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 378,680:29, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ σιγαροχάρτου καὶ ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων, ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 226,829:29, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη πλέον τῶν προϋπολογισθέντων ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων καὶ σιδηροδρόμων, καὶ ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν, συνάγεται, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα, ἀνελθόντα εἰς 3,786,773:50, ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ δραχμῶν 3,942,265 κατὰ δραχμὰς 155,491:50. Δὲν εἶναι περιττὸν νὰ καταδείξω καὶ ἐπὶ τούτων τὰς διαφορὰς τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ὡς εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν ἀνωτέρω δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 238 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντι πίνακι, διαφέρουσιν ὅλως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν ὡς εἰσπραχθέντα ἐν τῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντι δελτίῳ. Οὕτως ἐκ σιγαροχάρτου, κατὰ τὸν πίνακα, εἰσεπράχθησαν 1,205,678:60, ἐνῷ κατὰ τὸ δελτίον εἰσεπράχθησαν 1,204,371. Ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων, κατὰ τὸν πίνακα 43,569:75, καὶ κατὰ τὸ δελτίον 43,479. Ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων δραχ. 167,906:11 κατὰ τὸν πίνακα, καὶ 158,055 κατὰ τὸ δελτίον. Ἐκ σιδηροδρόμων 170,261:57 κατὰ τὸν πίνακα, καὶ 156,086 κατὰ τὸ δελτίον. Ἐκ τελῶν τηλεγραφικῶν 1,154,262:41 κατὰ τὸν πίνακα, καὶ 984,438 κατὰ τὸ δελτίον. Μετὰ τὴν σύστασιν τῶν κοπτηρίων τοῦ καπνοῦ ἐπεβλήθη ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς κόπτοντας καπνὸν νὰ ἀγοράζωσι καὶ 12 φυλλάδια σιγαροχάρτου κατὰ πᾶσαν ὀκᾶν· τὸ ἐκ τούτου δὲ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 766,549:60. Ἀλλὰ πλὴν τούτου πωλεῖται καὶ σιγαρόχαρτον ἐν τοῖς ταμείοις, ἐκ τούτου δὲ ζημιοῦνται οἱ κόπτοντες τὸν καπνὸν καὶ ἀγοράζοντες ὑποχρεωτικῶς τὸ σιγαρόχαρτον, μὴ δυνάμενοι νὰ πωλήσωσιν αὐτὸ εἰς τοὺς πελάτας των, διότι οὗτοι εἶχον ἀγοράσει τοιαῦτα ἐν τοῖς ταμείοις. Ἀφοῦ δὲ καπνὸν οὐδαμόθεν ἄλλοθεν δύναταί τις νὰ προμηθευθῇ, εἰμὴ ἐκ τῶν κοπτόντων αὐτὸν ἐν τοῖς κοπτηρίοις, διὰ τὸν καπνὸν δὲ τοῦτον πωλεῖται ὑποχρεωτικῶς τὸ ἀναγκαῖον σιγαρόχαρτον ἐν τοῖς κοπτηρίοις, διὰ ποῖον ἄλλον καπνὸν πωλεῖται τὸ ἐν τοῖς ταμείοις πωλούμενον σιγαρόχαρτον; Οὕτως ἡ Κυβέρνησις, ζημιοῦσα τοὺς ἐν τοῖς κοπτηρίοις κόπτοντας τὸν καπνὸν διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰς αὐτοὺς πωλήσεως τοῦ διὰ τὸν κοπτόμενον καπνὸν ἀναγκαιοῦντος σιγαροχάρτου, ἐνισχύει τὸ λαθρεμπόριον διὰ τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου ἐν τοῖς ταμείοις, ἐν οἷς προμηθεύονται τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν οἱ μὴ προμηθευόμενοι τὸν καπνὸν ἐκ τοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις κοπτομένου. Ἐν τούτοις τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου ἐν τοῖς κοπτηρίοις εἰσπραχθὲν ποσὸν, ὑπολογιζόμενον πρὸς 12 φυλλάδια κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ, τιμώμενον πρὸς 20 λεπτὰ ἕκαστον, ἐνδεικνύει ποσὸν καπνοῦ ὑπαχθὲν εἰς τὴν ἐν τοῖς κοπτηρίοις φορολογίαν ἐξ ὀκάδων 319 χιλιάδων καὶ δραμίων 395, ἐνῷ, κατὰ τὰ περὶ τοῦ φορολογηθέντος καπνοῦ δημοσιευόμενα μηνιαῖα δελτία, τὸ εἰς φορολογίαν ὑπαχθὲν ἐν τοῖς κοπτηρίοις ποσὸν καπνοῦ ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 333,735 καὶ 327 δράμια, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πωληθῶσι 4,004,820 φυλλάδια καὶ νὰ εἰσπραχθῶσι δραχμαὶ 800,964. Ἐκ δὲ τῶν μονοπωλίων, τὰ μὲν εἰσπραχθέντα ἐκ παιγνιοχάρτων ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 277,003, τὰ δὲ ἐκ πυρείων ὀλιγώτερα ὡσαύτως κατὰ δραχ. 137,476:20, τὰ ἐκ πετρελαίου ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 404,633:60, καὶ τὰ ἐξ ἁλικῶν καὶ ἁλάτων ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 171,706:78. Ἀνῆλθον δὲ τὰ ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων τῶν μονοπωλίων εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887 εἰς δραχμὰς 6,309,180:42, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα συνίσταντο εἰς δραχμὰς 7,300,000. Ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπανήχθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸ κατὰ τὸ 1884 νομοθετηθὲν σύστημα τῶν κοπτηρίων. Ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 3,023,588:63, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν δραχμῶν 3:80 ὀκάδων καπνοῦ 795,681, εἰσαχθεισῶν εἰς τὰ κοπτήρια. Ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας δραχμαὶ 834,294:36, καὶ ἡ καθαρὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς 2,189,294:27. Κατὰ τὸ 1887, ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887, καὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου 1888, καὶ κατὰ τὰς 10 ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου, δι’ ὧν συμπληροῦται πλῆρες ἔτος, εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὰ μηνιαῖα δελτία, ἐν τοῖς κοπτηρίοις δραχ. 4,342, 475:25, εἰσαχθεισῶν ἐν αὐτοῖς ὀκάδων καπνοῦ 888,319 καὶ δραμίων 297, ἤτοι περισσότεραι τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσαχθεισῶν 92,638 ὀκάδες καὶ δράμια 297. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς πίνακας τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1887 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 1,657,801 καὶ λεπτὰ 15, τὰ εἰσπραχθέντα δὲ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1888 ἕως τέλους Ἰουλίου εἰς δραχ. 2,579,367:46, καὶ κατὰ τὰς 10 ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου δραχ. 122,602:48, τὸ ὅλον 4,349,771:09, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὰ μηνιαῖα δελτία εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 7,295:84. Δὲν γνωρίζομεν ὅμως πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος· ἐὰν δὲ ἐδαπανήθησαν ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1884, ἤτοι δραχ. 834,294:36, ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ περιορίζεται εἰς 3,515,476:73. Ὅθεν φορολογηθέντος τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν πρὸς δραχ. 3:80, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 2,189,294:27, φορολογηθέντος δὲ κατὰ τὸ 1887 πρὸς δραχ. 4:80 κατ’ ὀκᾶν, εἰσεπράχθησαν 3,515,476:73, ἤτοι περισσότερα 1,326, 182:46. Ὅτε δὲ ἐφορολογεῖτο ὁ καπνὸς πρὸς δραχ. 2 καὶ 50 τὴν ὀκᾶν, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1885, εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,504,317, ἤτοι περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων διὰ τῶν κοπτηρίων ἐπὶ φορολογίᾳ δραχ. 3 καὶ λεπτὰ 80 κατὰ δρ. 315,022:73, ὀλιγώτερα δὲ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887, ὅτε ὁ φόρος ἐδιπλασιάσθη, κατὰ δραχ. 1,011,159:73, ἤτοι οὐχὶ κατὰ τὸ διπλάσιον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1885, τὸ ὁποῖον ἦτο 5,008,634, ἀλλὰ κατὰ δραχ. 1,493,157:27 ὀλιγώτερον τοῦ διπλασίου. Ἀνακεφαλαιοῦντες δ’ εὑρίσκομεν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ τελωνειακῶν τελῶν, ἐκ χαρτοσήμου, ἐκ διαφόρων δικαιωμάτων, ἐκ παιγνιοχάρτων, ἐκ φόρου καταναλώσεως ποτῶν, ἐκ προξενικῶν τελῶν, ἐκ τελῶν καταναλώσεως καπνοῦ, ἐκ σιγαροχάρτου, ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων, ἀτμοπλοίων, καὶ σιδηροδρόμων, ἐκ πυρείων καὶ ἐκ πετρελαίου δραχ. 43,377, 716:85, ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ 47,944,700, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 4,566,983:15. Καὶ ὅτι εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ τοῦ τυπογραφείου, τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων 199, 718:07. Ὡσαύτως ὀλιγώτερα ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ νομημάτων κατὰ δραχ. 651,323:11. Καὶ ἐκ τῶν ἐκποιήσεων ἐθνικῶν κτημάτων ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 4,514,482:24. Περισσότερα δὲ τῶν προϋπολογισθέντων ἀπὸ διάφορα εἰσοδήματα κατὰ 113, 448:27. Ὡσαύτως ἐξ ἐκκλησιαστικῶν μὲν κτημάτων ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 204,387:44, ἐκ κεκλεισμένων δὲ χρήσεων περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 652,727:65. Οὕτως αἱ εἰσπράξεις ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα μόνον ἐκ τῶν δημοσίων καταστημάτων τοῦ Κεφ. Γʹ τῶν ἐσόδων κατὰ δραχ. 199,718:07, ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ δραχ. 652,727:65, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων κατὰ δραχ. 113,448:27. Ἀλλὰ τὰ μὲν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων εἰσπραττόμενα δὲν καταδηλοῦσι τῆς παραγωγῆς τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ τῆς εἰσπράξεως τὴν αὐστηρὰν καὶ ἐντεταμένην ἐνέργειαν· τὰ δ’ ἐκ τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων εἰσπραχθέντα πλέον τῶν προϋπολογισθέντων πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι πρὸ πάντων εἰς τὸ ἐκποιηθὲν ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 849,921:25, εἰς τὰ πρόσθετα τέλη, ἕνεκα ἐκπροθέσμου πληρωμῆς τῶν φόρων, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν 359,049:63, ὅλως ἀπρόβλεπτοι, καὶ ἐξ ἐσόδων στρατολογίας, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν 192,325:55 πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων τὰ τελωνειακὰ τέλη εἰσὶ τὰ ἀποφέροντα τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου δέον νὰ ποιήσωμαι ἀνακεφαλαίωσίν τινα. Τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1886 κατὰ δραχ. 19,623,103:07. Ἀλλ’ ἐκ τίνων πόρων προέκυψεν ἡ περίσσεια αὕτη; Μήπως ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀφθονωτέρας παραγωγῆς τῆς γεωργίας ἢ τῆς κτηνοτροφίας; Τὰ κατὰ τοὺς 20 μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα ἀπὸ τῶν προϊόντων τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, ἤτοι ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων, ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσπραττομένων, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῶν βοσκῶν, ἐκ τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀδιαθέτων ἀσκεπῶν γαιῶν, τῇ προσθήκῃ καὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν κατὰ 20%, ἀνῆλθον εἰς 12,392,797:72, ἐνῷ τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1886 εἰσπραχθέντα, ἀνῆλθον εἰς 10,507, 564:38, ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 περισσότερα 1,885,233:34. Περισσότερα ὡσαύτως εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχμὰς 745,220:54, ἐκ τῆς προσόδου ἢ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, ἤτοι ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἄρθροις 8 καὶ 9 τοῦ Κεφ. Δʹ τοῦ νόμου τῶν ἐσόδων, οἷον ἐκ περιβολίων καὶ ἄλλων κτημάτων, καὶ ἐκ κτημάτων διοικουμένων δι’ ἐπιστασίας, ὡς καὶ ἐκ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 3, 4 μέχρις 9, περιλαμβανομένου, τοῦ Κεφαλ. Εʹ, ἐν τοῖς ἄρθροις 1 καὶ 15 τοῦ Κεφ. Ϛʹ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἑπτὰ ἄρθροις τοῦ Κεφ. Ζʹ τοῦ εἰρημένου νόμου, διότι ἐκ τούτων κατὰ τοὺς 20 μῆνας τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,308,457:14, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 1,563,236:60. Ὅθεν ἐκ τῶν 19,623,103:07, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς 20 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως, τὰ 16,992,649:19 προῆλθον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων φόρων, ἐκ μονοπωλίων, καὶ ἐξ ἄλλων νομημάτων καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν φόρων ὅμως ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κτήσεων τοῦ Κράτους, ἡ προελθοῦσα αὔξησις συνεκεφαλαιώθη μόνον εἰς δραχ. 2,630,453:88, ἐνῷ ἐκ μόνης τῆς προσθήκης τῶν 20% ἔπρεπε νὰ προκύψῃ αὔξησις δραχ. 2,521,200. Ἀλλ’, ὡς εἶπον ὑμῖν, ὁ μεγαλείτερος τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι τὰ τελωνειακὰ τέλη. Δέον δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ταῦτα. Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐν τοῖς τελωνείοις δραχμαὶ 34,481,172:46, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ 25, 598,105:19, ἤτοι εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1887 ἐκ τῶν τελωνείων δραχ. 8,883,067:27 περισσότερα. Ἐκ τῶν 8,883, 067:27 εἰσεπράξαμεν 7,479,599:26, περισσότερα ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς, διότι τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς 26,675,302:45, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1886 συνίσταντο εἰς 19,195,703:19. Ἀφοῦ δὲ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς εἰσεπράξαμεν περισσότερα 7,479,599:26, τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 8,883,067:27 εἰσεπράξαμεν ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς, ἐκ δικαιωμάτων διαμετακομίσεως, ἐκ τῶν λαθρεμπορίων καὶ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων. Οὕτως εἰσεπράξαμεν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων ἐκ τελῶν ἐξαγωγῆς 675,525:25, ἐκ δικαιωμάτων διαμετακομίσεως 7,701:37, ἐκ τῶν λαθρεμπορίων 10,866:26, καὶ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων 814,962:79. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν παραβολῇ τῶν κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν πέρυσιν. Ἂν παραβάλωμεν ὅμως τὰ εἰσπραχθέντα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, θέλομεν συναγάγει ἀποτελέσματα ἀλλοῖα. Καὶ ὄντως κατὰ τὸ 1887 εἶχον προϋπολογισθῆ ἐν ὅλῳ τελωνειακὰ ἔσοδα 37,058,335, εἰσεπράχθησαν δὲ 34,481, 172:46, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 2,577, 162:54. Ἐπῆλθε δὲ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἰς τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς, ἐξ ὧν εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,793,732:55, εἰς τὰ τῆς ἐξαγωγῆς, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 370, 714:26, εἰς τὰ τῆς διαμετακομίσεως, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 58,823:54, καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγείων φόρων, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 463, 594:40. Εἰσεπράξαμεν ὅμως καὶ περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῶν τελωνειακῶν ποινῶν καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑγειονομικῶν, ἐξ ὧν ἐπῆλθεν αὔξησις ἐν ὅλῳ δραχ. 109,702:41. Ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς σφάλμα ἐμφιλοχωρῆσαν περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν προϋπολογισθέντων ποσῶν, διότι ταῦτα προσδιωρίσθησαν μετὰ λόγου. Καὶ ὄντως τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884 καὶ 1885, ἀνελθόντα εἰς 55,642,185:11, παρέστησαν μέσον ὅρον 18,547,395. Αἱ διὰ τοῦ νόμου τῆς 26 Νοεμβρίου 1885 νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις ἀκριβῶς προσδιωρίσθησαν εἰς 1,773,500, ὡς καὶ αἱ διὰ τοῦ νόμου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885 εἰς 500,000. Ἐκ τούτων ἑπομένως ἐδικαιολογεῖτο πληρέστατα ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ 20,820,895, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δραχμῶν 33,099 διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τουμπεκίου τελῶν, εὐλόγως προϋπελογίζετο ὡς ποσὸν εἰσαγωγικῶν τελῶν τὸ τῶν 20,800,000, ἀντὶ τῶν κατὰ τὸ 1886 προϋπολογισθέντων 22,800,000. Ἐπειδὴ μάλιστα μεταξὺ τῶν παραγόντων, ἐξ ὧν προέκυψεν ὁ μέσος ὅρος, ὑπῆρχε τὸ ἔτος 1885, καθ’ ὃ τὸ ἐμπόριον κατεστάθη δειλὸν καὶ ἄτολμον, ἀνέστειλε δὲ τὴν κίνησιν αὑτοῦ, καὶ ἠλάττωσεν ἐπαισθητῶς τὰς προμηθείας του, ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν κατὰ τὸ 1885 πολιτικῶν περιστάσεων, ὁ εἷς τῶν τριῶν παραγόντων τοῦ μέσου ὅρου ἦτο μικρότερος κατ’ ἐξαίρεσιν, διὰ λόγους μὴ ὑπάρχοντας πλέον κατὰ τὸ 1887, ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος μικρότερος τοῦ πιθανοῦ, μεγίστη δ’ ἕνεκα τούτου πιθανότης, εἰς βαθμὸν σχεδὸν βεβαιότητος, ὅτι τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου τούτου ὅρου προϋπολογισθὲν ποσὸν προϋπελογίσθη ὀλιγώτερον ἢ ὅσον ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ, καὶ ὅτι ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ. Τὰ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἦσαν κατὰ δρ. 533,385:37 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1884 εἰσπραχθέντων. Ἐνῷ δὲ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1884, ἤτοι δραχ. 1,775,470:23, καὶ προσέτι τὰ ἀναλογοῦντα εἰς τὸν μῆνα τοῦτον ἐκ τῆς κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 νομοθετηθείσης αὐξήσεως, ἥτις προσδιωρίσθη, ὡς εἴρηται, εἰς δραχμὰς 1,773,500, εἰσεπράχθησαν μόνον 1,635,590, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 287,671. Καὶ κατὰ Δεκέμβριον δὲ τοῦ 1885, ἂν εἰσεπράττοντο μόνα τὰ κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1884 ἐκ δρ. 1,508,756 εἰσπραχθέντα, καὶ ἡ ἐκ δρ. 147,791 ἀναλογοῦσα προσθήκη ἐκ τῆς νομοθετηθείσης διὰ τοῦ νόμου τῆς 26 Νοεμβρίου 1885, ἤθελον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 1,656,547, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 1,389,184, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 267,363. Προσετέθησαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,800,000 δραχμῶν 1,225,683 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ὡσαύτως 2,730,000 διὰ τὴν ἐπαναφορὰν ἄλλων καταργηθέντων καὶ ἐλαττωθέντων κατὰ τὸ 1885 τελῶν, καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ καφὲ, καὶ ἀνεβιβάσθη οὕτω τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγραφὲν ὡς ποσὸν εἰσπρακτέον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς 24,755,683. Ἀλλ’ αἱ ἀπὸ τοῦ 1885 νομοθετηθεῖσαι προσθῆκαι καὶ αἱ κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 ἐπελθοῦσαι ἔχουσι τὰς ἑξῆς ἀναλογίας. Αἱ κατὰ τὸ 1885 γενόμεναι, ἄν προσδιορισθῶσιν εἰς 2,240,400, ἀναλογοῦσι πρὸς 12% καὶ 25½% ἐπὶ τῶν ἕως τότε εἰσπραττομένων, αἱ δὲ νομοθετηθεῖσαι κατὰ τὸ 1887, προσδιοριζόμεναι εἰς 3,955,683, ἀναλογοῦσι καὶ αὗται πρὸς 19% καὶ 1/28, ἡ δὲ λόγῳ διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ εἰς 15%. Ἑπομένως αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1885 μέχρι τοῦδε, συγκεφαλαιοῦνται εἰς 46% καὶ 1/26. Κατὰ ταῦτα ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τριετίαν εἰσπραχθέντων συνίστατο εἰς δραχ. 18,547,395, προστιθεμένων δ’ εἰς αὐτὸ τῶν 12% καὶ 25½%, ἀναλογίας, ἣν ἀποτελοῦσιν αἱ κατὰ τὸ 1885 νομοθετηθεῖσαι προσθῆκαι, τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς δραχ. 20,820,895 προστιθεμένων δὲ εἰς αὐτὸ καὶ τῶν 19% καὶ 1|28 τοῦ 1%, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἀναλογίαν τῶν κατὰ τὸ 1886 γενομένων τῇ προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ αὐξήσεων, τὸ ποσὸν ἤθελεν αὖθις ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμὰς 24,838,399, καὶ τέλος, προστιθεμένων καὶ τῶν 15% διὰ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ, ἤθελεν ἀναβιβασθῆ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν εἰς 28,559,553. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 26,675,302:25, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 2,298,644:55. Οὕτω τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν προσδιωρίσθη ἐπὶ τῇ βάσει ὅρου, ἄγοντος εὐθύ, οὐχὶ εἰς τὴν πιθανότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν βεβαιότητα, διότι ἐκ τῶν τριῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου, ἓν ἔτος, τὸ 1885, ἦτο ἐμπορικῶς δυστυχές, τὸ δὲ ποσόν, τὸ ὁποῖον συνηγάγομεν, τοῦ μέσου ὅρου ἐκ τῶν τριῶν ἐτῶν, ἦτο ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρεῖχε πάσας τὰς πιθανότητας, ὅτι ἤθελεν εἰσπραχθῆ. Τὸν μέσον δὲ τοῦτον ὅρον, αὐξηθέντα κατὰ τὰς διαφόρους προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι τοῦ 1887, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν, εἰσπράξαντες ὀλιγώτερα 2,298,644. Τοῦτο δὲ καταδηλοῖ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι, ὑπὸ τὸ βάρος τῶν νομοθετηθεισῶν ἀλλεπαλλήλων προσθηκῶν, κατέστη ἀπρόθυμος ἡ κατανάλωσις, καὶ εἰσεπράχθησαν οὔτε ὅσα ἐκ τῶν νομοθετηθεισῶν προσθηκῶν εὐλόγως προσεδοκῶμεν, οὔτε ὁ μέσος ὅρος, ὁ χρησιμεύσας ὡς βάσις τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὰς προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, τοῦ μέλους τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τοῦ 1887. Ἀγορεύων ὁ κ. Βαλσαμάκης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγεν, ὅτι, ὅσῳ αὐξάνονται τὰ τέλη ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, τοσοῦτον περιορίζεται ἡ εἰσαγωγή, ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ προσωρινή τις αὔξησις ἐσόδων, αὕτη ταχέως θέλει μεταπέσει εἰς ἐλάττωσιν, διότι τὸ ποσὸν τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸ τέλος, θέλει εἰσαχθῆ ὀλιγώτερον. Καὶ ἀληθῶς ἔν τινι φυλλαδίῳ, δημοσιευθέντι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περιέχοντι διαφόρους πίνακας, εὗρον στατιστικὴν πληροφορίαν περὶ τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσαχθέντων ποσῶν τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ καφέ, τῶν δύο τούτων ἀντικειμένων τοῦ ἐμπορίου, τὰ ὁποῖα τελευταῖον ἐπεβαρύνθησαν διὰ βαρυτάτων τελωνειακῶν τελῶν. Εὗρον λέγω, ὅτι κατὰ τὸ 1884 εἰσήχθη καφὲς ὀκάδες 1,306,593, ὅτι τὸ 1885, ὅπερ, ὡς εἴρηται, ἦτο ἔτος ἐμπορικῶς δυστυχές, διότι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου δὲν ἐνεθάῤῥυνον, ἀλλ’ ἀνέστειλαν τὸ ἐμπόριον, εἰσήχθη καφὲς 1,164,727 ὀκάδες, δηλ. ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ 1884 κατὰ 141,866 ὀκάδας, ὅτι τὸ 1886 εἰσήχθη καφὲς 1,111,025 ὀκάδες, δηλαδὴ ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ 1885 κατὰ 53,702 ὀκάδ. καὶ ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1884 εἰσαχθέντος κατὰ 195,568 ὀκάδας, διότι καὶ τὸ ἔτος 1886, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἦτο ἔτος ἐμπορικῶς δυστυχές. Τέλος, ὅτι κατὰ τὸ 1887, ὅτε ἡ πίστωσις ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ἀκμῆς, ὅσον ὁ Πρωθυπουργὸς προχθὲς σᾶς περιέγραφε, κατὰ τὸ 1887, ὅτε μετὰ μίαν ἀναστολὴν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τὸ ἐμπόριον ἤρξατο κινούμενον δραστηρίως καὶ μετ’ ἀκατασχέτου ζήλου, εἰσηγάγομεν ποσὸν καφὲ ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος ὄχι μόνον κατὰ τὸ 1884, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886. Καὶ ὄντως εἰσηγάγομεν μόνον 1,004,628 ὀκάδας, δηλαδὴ ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος τὸ 1886 κατὰ 106,397 ὀκάδας, ὀλιγώτερον δὲ τοῦ κατὰ τὸ 1885 κατὰ 160,099 ὀκάδας, καὶ ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1884 κατὰ 301,965 ὀκάδας. Τὴν αὐτὴν πληροφορίαν δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ εἰρημένον φυλλάδιον καὶ περὶ τῆς σακχάρεως, διότι κατὰ τὸ 1884 εἰσηγάγομεν σάκχαριν 6,757,904 ὀκάδας, κατὰ τὸ 1885, τὸ ἐμπορικῶς δυστυχὲς ἔτος, τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν ἠλαττώθη εἰς 5,022,732 ὀκ. δηλ. κατὰ 1,735,172 ὀκάδας ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὸ 1886, ἔτος ἐπίσης ἐμπορικῶς δυσχερὲς, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, εἰσηγάγομεν σάκχαριν 5,536,388 ὀκάδας, δηλαδὴ περισσότερον ἀπὸ τὸ κατὰ τὸ 1885 εἰσαχθὲν κατὰ 513,656 ὀκάδας, ὀλιγώτερον ὅμως τῆς κατὰ τὸ 1884 εἰσαχθείσης κατὰ 1,221,516 ὀκάδας. Καὶ κατὰ τὸ 1887, τὸ ἔτος τῆς ζωῆς καὶ τῆς κινήσεως, τῆς ἐμπορικῆς ἀκμῆς, τὸ ἔτος τῆς ἀκμῆς τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εἰσηγάγομεν ὀκάδας σακχάρεως 4,258,111 δηλ. ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ 1884 κατὰ 2,449,793 ὀκάδας, ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1885 εἰσαχθέντος κατὰ 764,621 ὀκάδας, καὶ ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1886 εἰσαχθέντος κατὰ 1,278,277 ὀκάδας. Εἰς ποίας τάχα αἰτίας πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ τοσαύτη ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰσαχθέντος ἐκ τῶν ἀντικειμένων τούτων τοῦ ἐμπορίου; Καὶ εἰς ποίαν ἄλλην ἢ εἰς τὴν βαρεῖαν φορολογίαν, ἥτις ἢ περιώρισε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ, ἢ ἐνίσχυσε τὴν λαθρεμπορίαν αὐτοῦ; Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον συνέταξα, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1887 ἦσαν ὀλιγώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῇ, κατὰ 2,298,644:55. Καὶ πράγματι μόνον κατὰ δύο μῆνας, ἤτοι τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1887, εἰσεπράχθη τὸ κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς ποσόν, καὶ πλέον μάλιστα αὐτοῦ κατὰ δραχ. 441,393:80 ἐν ὅλῳ. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἄλλους 10 μῆνας τοῦ ἔτους, οὐ μόνον δὲν ὑπῆρξεν ἡ φυσικῶς προϊοῦσα πρόοδος, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἀναλογοῦντα εἰς ἕκαστον αὐτῶν εἰσεπράχθησαν, διότι τὰ εἰσπραχθέντα εἶναι ὀλιγώτερα κατὰ 2,298,644:55. Ἦτο δὲ ἡ πτῶσις τοσοῦτον μεγάλη κατά τινας τῶν δέκα τούτων μηνῶν, ὥστε αὕτη κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον συνίστατο εἰς 269,493, κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον εἰς 297,674, κατὰ τὸν Ἰανουάριον εἰς 307,310, κατὰ τὸν Μάϊον εἰς 396,231, κατὰ τὸν Φεβρουάριον εἰς 405,380, καὶ κατὰ τὸν Μάρτιον εἰς 421,158. Τὴν ἐπὶ τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐπιστρατείας καταδηλοῦσιν ἰδίως τὰ ἐνδεικτικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ 1886. Ἂν παραβάλητε τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1886 πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1885, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1886 ὀλιγώτερα κατὰ 1,136,233:67, ἂν καὶ εἰσεπράττοντο κατὰ τοὺς μῆνας τούτους αἱ διὰ τοῦ Νόμου τῆς 26 Νοεμβρίου 1885 νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔπρεπε τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς μῆνας τούτους νὰ ἦναι περισσότερα κατὰ τὸ ⅓ τῆς ἐκ δρ. 1,773,500 προϋπολογισθείσης διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην προσόδου, ἤτοι κατὰ δραχ. 591,166. Ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῶσι πάντα τοῦ ἐμπορίου τὰ ἀποταμιεύματα, καὶ ἅμα μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ νὰ γένηται φυσικῶς ζωηροτάτη τοῦ ἐμπορίου ἡ κίνησις, ἔπρεπε προσέτι νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον αἱ ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου προταθεῖσαι αὐξήσεις, ὥστε τὰ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886 νὰ ὑπερβῶσι τὰ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα κατὰ δραχ. 844,899:63, καὶ τὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1886 νὰ ὑπερβῶσι τὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα κατὰ δρ. 1,070,076:56, ὥστε νὰ καλυφθῇ ἡ ἄνω περιγραφεῖσα πτῶσις τῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐσόδων, καὶ νὰ παρασταθῇ ἡ κατὰ δραχ. 3,535,358:08 καταδειχθεῖσα αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τοῦ 1886 ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1885 πραγματοποιηθέντα. Ἀλλ’ ἔπρεπε προσέτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 νὰ συμβῇ καί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ ἀφηγηθῶ, ἀφίνων εἰς ἕκαστον ὑμῶν νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸ, ὅπως θέλει. Διεδόθη κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, ὅτι πρόκειται νὰ αὐξηθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, κατὰ δὲ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἐπῆλθεν ἕνεκα τούτου μεγίστη εἰσαγωγὴ σιτηρῶν, ἧς ἕνεκα ἐπῆλθε καὶ μεγάλη αὔξησις τῶν εἰσπραχθέντων τελῶν κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους. Τινὲς ἔλεγον, ὅτι τοῦτο ἐγένετο διότι πραγματικῶς ἐσκέπτετο ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ αὐξήσῃ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, ἄλλοι ἔλεγον, ὅτι ἡ διάδοσις ἐγένετο μετὰ πονηρίας, ὅπως, λήγοντος τοῦ 1877, κατορθωθῇ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας νὰ εἰσπραχθῶσι μεγάλα ποσὰ καὶ ἐξογκωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1887, συντελεσθῇ δὲ τὸ ἰσοζύγιον. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους ἀνάγκαι ἦσαν πολλῷ ὑποδεέστεραι τῶν εἰσαχθέντων, ὡς εἴρηται, ποσῶν σιτηρῶν, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν, εἰμὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1888, τοὺς πρώτους τοὐλάχιστον μῆνας, νὰ εἰσαχθῶσιν ὀλιγώτερα ποσὰ ἢ ὅσα ἤθελον εἰσαχθῆ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ μεγάλη αὕτη εἰσαγωγή. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο παρεστάθη ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τοῦ Ὑπουργείου ὡς εὐτυχὲς συμβεβηκός. Ὅτε δὲ αἱ ἐφημερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατεδείκνυον, ὅτι τὰ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ τέλη ἦσαν ὑποδεέστερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, ἀπέδιδον αὗται τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1888 εὐφορίαν τῶν σιτηρῶν, καὶ παρεκέλευον τὸν λαὸν νὰ πανηγυρίσῃ διὰ τὴν εὐτυχίαν του ταύτην, καταγγέλλουσαι τὴν μὴ ἀγαλλομένην ἐπὶ τούτῳ Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἐστερημένην πατριωτισμοῦ! Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1884. Καὶ τότε διεδόθη, ὅτι θέλει προταθῆ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς ζακχάρεως. Τὸ ἐμπόριον ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ μεγάλα ποσὰ ζακχάρεως, καὶ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσεπράχθησαν διὰ τοῦτο ὡς τέλη μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ, τὰ δ’ εἰσπραχθέντα τέλη ηὔξησαν σημαντικῶς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ἦλθον οἱ ἑπόμενοι μῆνες, ἐπειδὴ δὲ ἡ εἰσαχθεῖσα ζάκχαρις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ, ὡς ὑπερβαίνουσα τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, τὸ ἐμπόριον ἔπαυσε νὰ προμηθεύηται τοιαύτην, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καταναλωθῇ ἡ εἰσαχθεῖσα. Κατὰ τὸ 1888 τὸ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς προϋπολογισθὲν ἔσοδον προσδιωρίσθη εἰς 23,800,000, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1887 κατὰ 955,683. Καὶ ἐκ τελῶν ἐξαγωγῆς προϋπελογίσθησαν 1,760,000, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1887 κατὰ 740,000. Τὰ ἐκ διαμετακομίσεως προϋπολογισθέντα ἦσαν ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, καὶ τὰ ἐκ τελωνιακῶν ποινῶν προϋπελογίσθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τῶν 1887 κατὰ 160,000. Οὕτω, παραβαλλομένων τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1888 πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὰ 1887, συνάγεται, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τελωνιακῶν ἐν γένει τελῶν, τυγχάνει ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ κατὰ τὸ 1887, κατὰ 1,535,683. Ἀλλὰ καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ὡς εἶπον, προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1888 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1887 κατὰ 955,683. Ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναλογισθῇ εἰς ἕκαστον τῶν 12 μηνῶν τοῦ 1888, τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους τούτου εἰσπρακτέα θέλουσιν εἶσθαι ἐλάσσονα τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων κατὰ 79,640. Ἀλλὰ κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον συνέταξα καὶ ἔχω ἐν χερσὶ, δηλοῦντα δὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν μέχρις Ἰουλίου μηνῶν, συνάγεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1888 δρ. 2,152,567, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,724,537:69, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 428,029:31. Κατὰ Φεβρουάριον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι 2,373,883, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,920, 739:19, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 453,143:81. Κατὰ Μάρτιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι 2,423,732, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 2,257,572:36, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 166,159:64. Κατὰ Ἀπρίλιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν 1,990,384, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,705,411:33, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 284, 972:67. Κατὰ Μάϊον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι 2,011,462, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,879,301:11, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 132,160:89. Κατὰ Ἰούνιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι δραχ. 1,709,577, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,672, 684:88, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 36,942:12. Καὶ κατὰ Ἰούλιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν 1,998,589, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,912,583:80, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 86,005:20. Καὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς πρέπει νὰ παραβάλῃ τις τὰ προϋπολογισθέντα. Ἐπειδὴ δὲ προϋπελογίσθησαν ἐξ εἰσαγωγῆς πλέον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887 δρ. 694,697:55, συνέταξα πίνακα, δηλοῦντα τό τε μετὰ τὴν ἀνωτέρω αὔξησιν εἰσπρακτέον καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ 1888 ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν, καὶ τὰς μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰς ἐπὶ αὐξήσει ἢ ἐπὶ μειώσει. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον τὰ κατὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Ἀπρίλιον, Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὑποδεέστερα τῶν εἰσπρακτέων κατὰ 922,672:56. Μόνον κατὰ Μάρτιον καὶ Μάϊον εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἐν ὅλῳ κατὰ δρ. 245,457:77, ὧν ἀφαιρουμένων, περιορίζεται ἡ μείωσις εἰς δρ. 777,214:79. Ἐπειδὴ ἔκαμα λόγον περὶ σιτηρῶν, διότι εἰς τὴν κατὰ τὸ 1888 ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν ἀπέδωκεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπραχθέντων εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1888, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν σιτηρὰ περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσαχθέντων ὀκάδες 20,165,541, κατὰ τὰ περιεχόμενα ἔν τινι φυλλαδίῳ, ἐπιγραφομένῳ «πίνακες τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων,» δημοσιευθέντι δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι τὰ σημειούμενα ὡς εἰσαχθέντα κατὰ τὸ 1887 ἔν τινι ὀγκώδει βιβλίῳ, δημοσιευθέντι Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπιγραφομένῳ «ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ξένων Ἐπικρατειῶν», περιέχουσιν ὅλως διαφόρους ἀριθμούς. Ἀπέσπασα δὲ σελίδας τινὰς ἐκ τοῦ βιβλίου τούτου, διὰ νὰ δείξω τὰς διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν. Οὕτως ἐν ταῖς σελίσι 144 καὶ 145 βεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν σιτηρὰ, οὐχὶ 151,737,651 ὀκάδες, ἀλλὰ 176,597,256 ὀκάδες, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσαχθεισῶν, οὐχὶ κατὰ 20,165,541, ἀλλὰ κατὰ 45,025,123. Ὄντως μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι πᾶσαι αἱ δημοσιεύσεις, αἱ ἐκπορευόμεναι ἀπὸ τὰ δημόσια γραφεῖα, εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀντιφάσει πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἀγνοοῦμεν ποίας νὰ πιστεύσωμεν. Κατὰ τὸ 1888 ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν 8 πρώτων μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ εἰσαχθέντα σιτηρὰ ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσαχθέντων κατὰ 21,317,805 ὀκάδας· ἕνεκα δὲ τούτου ἐπειθόμεθα, ὅτι ἐστερήθημεν τῶν δι’ αὐτὰ πληρωτέων εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀνέρχονται εἰς 584,139:84. Ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δημοσιεύει τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, διότι τὰ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα ἐκ τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν δὲν ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων, ἀλλὰ περισσότερα, καὶ ὑπερέβησαν αὐτὰ κατὰ δρ. 41,813. (Ἀναγινώσκει τὴν σελ. 14 τοῦ κατὰ Ἰούνιον μηνιαίου δελτίου, καθ’ ὃ «Δημητριακοὶ καρποὶ εἰσήχθησαν κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1888 ὀκάδες 2,227,974 ὀλιγώτερον, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 41,813 περισσότερον, διότι κατὰ μὲν τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν 253,879, κατὰ δὲ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν 295,682). Μήπως λοιπὸν τὰ σιτηρὰ ταῦτα ἦσαν σιτηρὰ εἰσαχθέντα ἐκ Ρουμανίας καὶ ὑπαχθέντα εἰς διάφορα τέλη, ἢ μήπως αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουσι, γράφουσιν ὅ,τι θέλουν; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν οἱ Συνταγματικοὶ θεσμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, Ὑπουργός τις τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον καὶ διέταξε τοὺς Νομάρχας νὰ στείλωσιν αὐτῷ ἁπλουστάτην τινὰ πληροφορίαν, ἤτοι πόσα δένδρα ἄγρια ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομῷ, πόσων δὲ ἐτῶν εἶναι ἕκαστον τῶν δένδρων τούτων. Εἷς τῶν Νομαρχῶν εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, καὶ ἦτο στενοχωρημένος. Ἀλλ’ εἰσῆλθε τότε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτοῦ εἷς τῶν φίλων του, ἀποθανὼν ἤδη, τοῦ ὁποίου δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, ὁ κ. Νῖκος Θέου ἐξ Εὐρυτανίας, ὅστις ἠρώτησεν αὐτόν, διατὶ ἐτύγχανε στενοχωρημένος. Ὅτε δ’ ὁ Νομάρχης εἶπεν αὐτῷ τὴν αἰτίαν, ὁ ἐπερωτήσας συνεβούλευσεν αὐτὸν νὰ γράψῃ, ὅσα ἂν θέλῃ ἑκατομμύρια δένδρων, καὶ οἵαν ἂν θέλῃ δι’ ἕκαστον αὐτῶν ἡλικίαν, καὶ ἂν ἤθελον δυσπιστήσει οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἂς ὑπάγωσι νὰ τὰ μετρήσουν (ἱλαρότης). Μήπως λοιπὸν καὶ αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουσιν, εἶναι τοιαῦται; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον κατὰ Ἰούνιον ἡ διαφορὰ αὕτη. Κατ’ Ἀπρίλιον, ἀναφέρει τὸ μηνιαῖον δελτίον τῆς Στατιστικῆς ἐν σελ. 12, ὅτι εἰσήχθησαν δημητριακοὶ καρποὶ 2,877,640 ὀκάδες ὀλιγώτερον κατὰ τὸ 1888 ἀπὸ τὸ 1887, καὶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν δραχ. 282,873, ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἶχον εἰσπραχθῆ 203,326, ἤτοι 79,547 περισσότερον. Καὶ κατὰ Μάϊον ὡσαύτως τοῦ 1888 δὲν εἰσήχθησαν, κατὰ τὴν σελ. 12 τοῦ δελτίου τῆς Στατιστικῆς, περισσότερα σιτηρά, διότι εἶχον εἰσαχθῆ τὸ 1887 περισσότερα, εἰσεπράχθησαν ὅμως τὸ 1888 περισσότερα 95,114 δραχμαί. Κατὰ Ἰανουάριον εἰσήχθησαν σιτηρὰ ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1887 ὀκάδες 4,029,121, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν περισσότερα κατὰ 31,794 δραχ., κατὰ τὴν σελ. 10 τοῦ δελτίου. Ἑπομένως ἐν ὅλῳ κατὰ τοὺς μῆνας, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα, εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν σιτηρῶν κατὰ τὸ 1888 δραχ. 248,268 περισσότερα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887. Ἂν δὲ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῶσι τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1888, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1887 κατὰ δραχ. 27,043, ὡσαύτως τὰ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1888 ὀλιγώτερα καὶ ταῦτα τῶν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 κατὰ 41,886, ὡσαύτως τὰ κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 64,261, τὸ ὅλον 133,190, ὑπολείπεται, ὅτι κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν ἐκ σιτηρῶν περισσότερα εἰσαγωγικὰ τέλη ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 κατὰ 115,078, κατὰ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος μηνιαῖα δελτία τῆς Στατιστικῆς.

§12ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰσεπράξαμεν περισσότερα, διότι ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν τὰ διαφορικὰ τέλη, τὰ διπλασιάζοντα τὸ τέλος.

§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ δικαιολογία τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς αὐξήσεως.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἰσήχθησαν ἐκ Ῥουμανίας σιτηρά, ὥστε ὁ διπλασιασμὸς εἶναι τοῦ μηδενός. Ἐλάχιστα εἰσήχθησαν· ἀνάξια μνείας.

§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν τὴν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν δὲ ὁ διπλασιασμὸς ἦναι τοῦ μηδενός, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε μετὰ χάριτος εἰς τὸν βουλευτὴν Κεφαλληνίας, τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν μας, ἀλλὰ τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας αὐτὸς εἶναι προϊστάμενος, καὶ ἡ ὁποία δι’ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν μᾶς ἀποπλανᾷ.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ μηδὲν ἐπὶ τοῦ ὅλου· εἰσήχθησαν ἐκ Ῥωσσίας, δὲν εἰσήχθησαν ἐκ Ῥουμανίας.

§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, πῶς, ἀφοῦ εἰσήχθησαν ὀλιγώτερα σιτηρά, εἰσεπράχθησαν περισσότερα. Δι’ αὐτὸ εἰκάζομεν, ὅτι εἰσήχθησαν ἐκ Ῥουμανίας.

§18ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκ Ῥουμανίας τὰ διαφορικὰ τέλη.

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὑμεῖς διατελεῖτε ἐν γνώσει, ὡς καὶ ἐγώ, καὶ τὰς πληροφορίας σας δὲν τὰς ἠρύσθητε ἐκ τοῦ ἀγορεύοντος τώρα, διότι ὑμεῖς, ὡς Κεφαλλήν, γνωρίζετε τὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ Ῥουμανίας. Εἴχομεν δώσει διορίαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν σιτηρῶν ἄνευ διαφορικοῦ τέλους, ἀφοῦ δὲ παρῆλθον αἱ διορίαι, οὐδὲν εἰσήχθη ἐκ Ῥουμανίας, πρὸ δὲ τῶν διοριῶν εἰσήχθησαν ἐλάχιστα.

§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῶν πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Τμῆμα τῆς Στατιστικῆς;

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διαφορὰ ὑπάρχει, διότι αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι δὲν εἶναι πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐποπτευούσης τὰ τῆς φορολογίας. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ἔχουσαι κῦρος, εἶναι αἱ τοῦ Τελωνιακοῦ Τμήματος. Ἡ στατιστικὴ ἠξεύρετε πῶς ἔχει ἐν Ἑλλάδι· ὑπῆρχε Τμῆμα Στατιστικῆς, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν διελύθη. Κατὰ τὰ πρῶτα μάλιστα ἔτη ἦτο τόσον ἐσφαλμένη ἡ στατιστική, ὥστε ἐγένετο σκέψις νὰ καταστραφῇ τὸ βιβλίον τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Ἤδη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον βελτιοῦται ἡ ὑπηρεσία τῆς στατιστικῆς. Διότι μόνον ὡς πρὸς τὰ διὰ νόμων κανονιζόμενα ὑπάρχει ἀκρίβεια, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, περὶ ὧν ἡ ὑπηρεσία δίδει πληροφορίας, γνωρίζετε πῶς δίδονται αἱ πληροφορίαι. Ἤδη γίνεται ἐργασία κανονικωτέρα, προσπαθοῦμεν νὰ τὴν ὀργανώσωμεν, καὶ πράγματι ἐβελτιώθη πολύ.

§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνεφέρθη εἰς ἕν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Εἶπε, στατιστικὴ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἡ στατιστικὴ αὕτη διελύθη. Πρέπει νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν ἵδρυσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε, καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν, ὅτι διέλυσα, ἵνα προκαλέσῃ ἐπίκρισιν τῆς πράξεώς μου ἐκείνης. Ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ποῖος ἦτο ὁ διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς στατιστικῆς ἐκείνης, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποῖον ἦτο τὸ διαλυθὲν Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς. Διευθυντὴς αὐτοῦ ἦτο ὁ κ. Δεμάθας. Αὐτὸς δὲ ὁ κ. Δεμάθας ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς στατιστικῆς οὐδὲν ἄλλο ἢ μόνον δαπάνας παρήγαγεν. Ἐγὼ δέ, ἐξελέγχων τὸ γραφεῖον αὐτό, εὗρον, ὅτι καὶ ὑπάλληλοι ἔτι εἶχον μεταβληθῆ τότε εἰς μεταπράτας, πωλοῦντες εἰς τὸν κ. Δεμάθαν χάριν τῆς στατιστικῆς διάφορα εἴδη ὑλικοῦ, ὁ δὲ κ. Δεμάθας ἦτο ἀγοραστὴς αὐτῶν τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν, ὅτι ἦσαν χρήσιμα. Ἐγενόμην λοιπὸν παραίτιος ζημίας, διαλύσας τὴν Στατιστικὴν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐν αὐτῷ τεταγμένους ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Τὸ δὲ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, πόθεν πορίζεται τὰς πληροφορίας αὐτοῦ; Δὲν πορίζεται αὐτὰς ἐκ τῶν Τελωνιακῶν Ἀρχῶν; Μήπως πορίζεται αὐτὰς ἐκ τῶν Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων, ἢ ἐκ τῶν Ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν; Αἱ Ἀρχαὶ, παρὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ τὰς πληροφορίας, εἰσὶν αἱ κυρίως ἁρμόδιοι, διὰ νὰ παράσχωσιν αὐτὰς, οἱ δὲ μῆνες, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, εἶναι μῆνες οὐχὶ παρελθόντων ἐτῶν, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐξήγησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἦτο ἀτελεστέρα ἡ ὑπηρεσία τῆς στατιστικῆς, ἀλλ’ εἶναι ὁ Ἀπρίλιος καὶ ὁ Μάϊος καὶ ὁ Ἰούνιος τοῦ 1888. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνεκοίνωσα, ὡς πόρισμα τῆς ἐρεύνης ἑκάστου τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἑκάστου τῶν ἐμμέσων φόρων, μὲ ἔπεισαν, ὅτι κατὰ τὸ 1887, χάρις εἰς τὴν μεγάλην καὶ ἀδυσώπητον ἐπιζήτησιν τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ Δημόσιον, εἰσεπράχθησαν περισσότερα 19,600,000, ταῦτα ὅμως δὲν εἰσεπράχθησαν ἐκ παραγωγῆς. Ἐξ ἐναντίας οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι, οἱ εἰσπραχθέντες, εἶναι τοσοῦτοι τὸ ποσὸν καθ’ ἕκαστον, ὥστε ἐνδείκνυται ἐφ’ ἑκάστου ἡ ἔναρξις τοῦ καμάτου τῆς παραγωγῆς, εἰς δὲ τὴν κατανάλωσιν ἐνδείκνυται ὡσαύτως τὸ ἀπρόθυμον αὐτῆς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης καὶ τῆς προσοχῆς πρὸ πάντων τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὑπάρχει ἐν τῇ ἀρχῇ, διότι ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐφ’ ὅσον δὲ διατηρεῖται εἰς τὴν ἀρχὴν, συνάγεται, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, τῆς πλειονοψηφίας δὲ αὕτη τυγχάνει ὁ εἰσηγητής. Διὰ τοῦτο τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, γίνονται δεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μελετήσῃ μετ’ ἐμβριθείας τὰ πορίσματα τῆς τοιαύτης μελέτης, ἵνα καὶ αὕτη διαγνώσῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς διέγνωμεν. Ἡ διάγνωσις ἡμῶν δὲν ἄγει εἰς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι ὅ,τι ἠθέλομεν ἡμεῖς προτείνει, δὲν θέλει γίνει ἀποδεκτόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις μεταλάβῃ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἐρεύνης καὶ ἡμεῖς μετελάβομεν, θέλει ἐξεύρει καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ συντελοῦντα εἰς θεραπείαν, κανονίσει δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐναρμονίως πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὰ ζητήματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ζητήματα ἀδυσώπητα, τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν, οἵαν ἐπιθυμεῖ, ὀφείλει δὲ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτόν. Οὐδὲν ὠφελεῖ, ἂν ἀπεπλανήθη τις ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἢ ἂν ἐν γνώσει διὰ τούτων ἀπατᾷ τὴν χώραν· θέλει ἔλθει ἡ ἐπιοῦσα, ἡ ὁποία θέλει τιμωρήσει αὐτὸν, ἀλλὰ πλὴν αὐτοῦ θέλει τιμωρήσει ὁλόκληρον τὴν χώραν. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ συντρέξω, εἰσφέρων τὰς ἐμὰς μελέτας, διότι πάντες πρέπει νὰ συντρέξωμεν, ὅπως ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν συγκομίζει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διανοίᾳ της, ἦναι ἀκριβεστάτη καὶ πλήρης· διότι τότε μόνον θέλει ἐξεύρει τὰ ἁρμόζοντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας μέσα, καὶ τότε θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν ἀμήχανον οἰκονομικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη.

§23ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Πρέπει νὰ κάμωμεν διακοπὴν, κύριε Πρόεδρε.

§24ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10.
2Τῆς 7 Νοεμβρίου 1888.
3(Δευτέρα)
4Ὥρα 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Μεγάλη Πρεσβεία τῆς
8Βουλῆς ἀνεκοίνωσαν τῷ Βασιλεῖ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βα-
9σιλικὸν λόγον. Ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς:
10§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Χαίρων ἀποδέχομαι
11τὴν ἔκφρασιν τῶν εἰς ἐμὲ πεποιθήσεων τῆς Βουλῆς καὶ τὰς
12εὐχὰς αὐτῆς ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ μου οἴκου, εὐχα-
13ρίστως δ’ ἀκούω, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δεόντως
14ἐκτιμῶντες τὰς ἀνάγκας τῆς φίλης Πατρίδος, τάς τε ὑλικὰς
15καὶ τὰς ἠθικὰς, θέλουσι μετὰ ζήλου ἀσχοληθῆ εἰς τὴν με-
16λέτην καὶ ψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ διοικητικῶν μέσων,
17δι’ ὧν αὗται δύνανται βέλτιον νὰ ἱκανοποιηθῶσιν.
18«Εἰς εἰκοσιπενταετὲς εὐτυχὲς παρελθὸν ἀφορῶν, οὐδαμῶς
19ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντι-
20προσώπων αὐτοῦ θέλουσιν ἐν πνεύματι φιλοπατρίας ἐξακο-
21λουθήσει ἀόκνως τὸ ἀρξάμενον τοῦτο ἔργον».
22§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς κατέθεσε σχέδιον νόμου
23περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν κληροδοτημάτων Κερ-
24κύρας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 12).
25Δύο Ἕλληνες ἐν Βατοὺμ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκεῖ
26Ὑποπροξένου.
27Ὁ Ἀλέξανδρος Σπηλιάδης παραπονεῖται κατὰ τοῦ Ὑπο-
28ταμίου Λεχαινῶν, ὅτι ἐνετείλατο τὴν φυλάκισίν του, καί-
29τοι οὗτος προσηνέχθη νὰ πληρώσῃ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον
30χρέος του.
31Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας
32διατάξεως.
33§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ὁποῖαι ἀμφισβη-
34τήσεις ἐγείρονται καθ’ ἑκάστην μεταξὺ τῶν ἀγορευόντων
35περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διάφορα
36κονδύλια, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους. Τὸ
37ἄτοπον τοῦτο προέρχεται διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
38μικῶν περιορίζεται εἰς τὸ νὰ δημοσιεύῃ πίνακας τῶν ἐσόδων
39καὶ ἐξόδων, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων μερίδων, ἐξ
40ὧν ἀποτελοῦνται τὸ ἐνεργητικὸν καὶ παθητικὸν τῆς ληψο-
41δοσίας τοῦ Κράτους. Προκειμένου ὅμως νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν
42μελέτην τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Ἀπο-
43λογισμοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοιαύτας κα-
44ταστάσεις, παριστανούσας τὰς διαφόρους μερίδας τοῦ ἐνερ-
45γητικοῦ καὶ παθητικοῦ κατὰ τὴν 31 λήξαντος Ὀκτωβρίου,
46ὡς καὶ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου τῶν παρελθόντων
47ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τοῦ 1887. Τοιαύ-
48τας καταστάσεις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ,
49καταθέτω δὲ καὶ ἐγγράφως τὴν αἴτησίν μου. (Καταθέτει
50τὴν ἑξῆς αἴτησιν).
51«Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑπο-
52βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλυτικὴν κατάστασιν, παριστῶ-
53σαν τὰ ὑπόλοιπα ὅλων τῶν μονάδων τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ
54παθητικοῦ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τῶν ἐτῶν 1882–1887,
55καὶ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1888».
56§5ΣΑΚΚΗΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημε-
57ρίδας, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτετραμ-
58μένη νὰ ἐξετάσῃ τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προ-
59σωρινὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν, ἀπέῤῥιψε ταύτην, καὶ ὡς ἐκ
60τούτου ἐπίκειται ἐπὶ τῆς σταφίδος εἰσαγωγικὸς δασμὸς λίαν
61βαρὺς, ὅστις, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ, θέλει ἐπενέγκει τὸν ἀποκλει-
62σμὸν τοῦ προϊόντος τούτου ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς, διότι
63ἡ ἕνεκα τούτου εἰς τοιαύτας τιμὰς θέλει ἐκπέσει τὸ προϊὸν
64τῆς σταφίδος, ὥστε δὲν θὰ δύνανται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀν-
65ταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ἡ δὲ μόνη
66περιουσία, ἡ ὁποία ἐναπομένει καὶ διατρέφει ὁλόκληρον τὴν
67Ἑλλάδα, θὰ καταστραφῇ. Ὅθεν παρακαλῶ τοὺς κκ. Ὑ-
68πουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ μὲ πληρο-
69φορήσωσιν, ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς αἱ διαδόσεις αὗται, καὶ ποῖα
70μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις.
71§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε
72μέτρα, τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συνθήκης καὶ τὴν ἐπιτυ-
73χίαν τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ
74ἥτις ὑπέγραψε τὴν συνθήκην, θέλει καταβάλει πᾶσαν προσ-
75πάθειαν, ὅπως ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ κυρώσῃ τὴν συνθήκην
76ταύτην. Ἔχομεν λοιπὸν ἀρωγὸν τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν
77παρὰ τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ. Πλὴν τῆς ἀρωγῆς ταύτης προ-
78σπαθοῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον· διότι
79ὅπως ὑπάρχουσι πλεῖστα συμφέροντα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τῆς
80σταφίδος, ὑπάρχουσι καὶ ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ
81τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς φαίνεται δυσμενῶς διακειμένη πρὸς
82τὴν συνθήκην, τοῦτο εἶναι βέβαιον· ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ Κυ-
83βέρνησις προσπαθεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἐναντιότητα ταύτην, νὰ
84ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῆς συνθήκης, τοῦτο δὲ γινώσκομεν
85ἐκ διαβεβαιώσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Γαλλικῆς Κυβερνή-
86σεως. Ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης, ἐκ ταύ-
87της ἐξασφαλιζόμεθα μέχρι τοῦ 1892. Ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῇ,
88δὲν ἕπεται, ὅτι ἐπέρχεται ἀμέσως τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον
89ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τουτέστι τὸ τῆς αὐξήσεως τοῦ
90ἐν Γαλλίᾳ εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δασμοῦ, διότι ἡ
91αὔξησις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος πρέπει νὰ ψηφισθῇ
92δι’ εἰδικοῦ νόμου, γινώσκομεν δὲ, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια
93εἶχον ὑποβληθῇ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν καὶ
94δὲν ἔφθασαν εἰς συζήτησιν.
95Ὑπάρχουσι προτάσεις περὶ αὐξήσεως τοῦ τέλους, τὸ
96ὁποῖον σήμερον ἀνέρχεται εἰς 6 φράγκα τὰ 100 χιλιόγραμ-
97μα, εἰς 10· ἑτέρα πρότασις πρὸς αὔξησιν εἰς 30, καὶ ἑτέρα
98εἰς 20, εἰς τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι συγχωνεύουσιν οἱ ἄλλοι
99τὰς προτάσεις των. Αὗται αἱ προτάσεις, αἵτινες εἶχον ὑπο-
100βληθῆ ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ, δὲν συνεζητήθησαν, καὶ ὑπάρχει
101ἐλπὶς, ἐὰν ἡ σύμβασις δὲν ψηφισθῇ, πάλιν νὰ παρέλθῃ καὶ ἡ
102Σύνοδος αὕτη, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ αὔξησις τοῦ τέλους· τοσούτῳ
103δὲ μᾶλλον ἔχω τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὅσον ἡ αὔξησις τοῦ τέλους
104ὀλίγον χρησιμεύει εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι δὲν θὰ ἐφαρμόζηται
105εἰς τὴν Ἱσπανίαν, τὴν Πορτογαλλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν,
106αἵτινες ἔχουσι συνθήκας. Ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Πορτογαλλία
107ἔχουσι συνθήκας, αἵτινες λήγουσι κατὰ τὸ 1892, τῆς Τουρ-
108κίας δὲ ἡ συνθήκη λήγει κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ὡς πρὸς
109ταύτην ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ καταγγελθῇ ἡ συνθήκη,
110καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ληφθησόμενον μέτρον νὰ
111ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν· ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον εἶναι,
112ὅτι δὲν θὰ καταγγελθῇ. Ἑπομένως μέχρι τοῦ 1892 ὡς πρὸς
113τὰ τρία ταῦτα Κράτη δὲν θὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ οἱαδή-
114ποτε αὔξησις· ἂν ψηφισθῇ αὔξησις, θὰ ἐφαρμόζηται μόνον ὡς
115πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως
116θὰ ἀποκλείηται ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀγορᾶς ἐκ τῆς Ἑλλάδος,
117θ’ ἀναπληρῶται ἐκ τῶν ἄλλων χωρῶν. Τοῦτο καλῶς κατε-
118νοήθη ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ πολλῶν ἐκ τῶν μᾶλλον σημαινόντων
119Βουλευτῶν, τῶν προσηλωμένων εἰς τὰς ἰδέας τὰς προστα-
120τευτικὰς, καὶ εἶναι ἐλπὶς, ὅτι πάλιν δὲν θὰ ψηφισθῇ μέτρον,
121τὸ ὁποῖον μερικὴν μόνον ἐφαρμογὴν δύναται νὰ ἔχῃ κατὰ
122τῆς Ἑλλάδος, ὀλίγον δὲ θὰ ὠφελήσῃ τοὺς Γάλλους παρα-
123γωγὺς, ὧν χάριν προτείνεται ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ. Αὕτη
124εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Νῦν παρ’ ἡμῶν διεξάγον-
125ται διαπραγματεύσεις, καὶ ἐνέργειαι γίνονται καὶ παρὰ τῇ
126Γαλλικῇ Κυβερνήσει καὶ παρὰ τοῖς ἐμπορευομένοις τὸ εἶδος,
127ὅπως μηδὲν παραλειφθῇ, τὸ δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν
128ψήφισιν τῆς Ἑλληνογαλλικῆς συνθήκης παρὰ τῆς Γαλλικῆς
129Βουλῆς.
130§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὸ σημερινὸν φύλλον τῆς «Ὥρας»
131ἀνέγνωσα τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνή-
132σεως, ὃν ἐξεφώνησεν εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
1331889. Λέγω ἀνέγνωσα, διότι ἕνεκεν ἀδιαθεσίας δὲν ἠδυνή-
134θην νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν τελευταίαν καὶ προτελευταίαν
135συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Εὗρον ἐν αὐτῷ πολλὰς περιέργους
136ἰδέας καὶ πολλὰς περιέργους συγχύσεις, μία τῶν ὁποίων εἶ-
137ναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰς παρελθούσας χρήσεις.
138Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ μὲ παραστήσῃ
139ὡς συζητοῦντα περὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἐνῷ οὔτε
140κἂν λόγον ἔκαμα περὶ τούτου. Ἠθέλησε μάλιστα νὰ φανῇ
141γενναῖος καὶ νὰ μοὶ προσφέρῃ καὶ γραφέα τοῦ Ὑπουργείου
142τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μὲ βοηθήσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν 45
143καὶ οὐχὶ 70, ὡς εἶπε, σελίδων, τῶν περιεχουσῶν τὰ ἐκ κεκλει-
144σμένων χρήσεων ἔξοδα. Τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο· τοὺς πί-
145νακας τούτους ἀνέγνωσα καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋ-
146πολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ μετὰ ταῦτα. Ἐν γνώσει δὲ τῶν
147πινάκων τούτων συνεζήτησα, οὐχὶ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ
148τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887. Ὅσα εἶπον ἦσαν καὶ εἶναι βά-
149σιμα· τοῦτο θ’ ἀποδείξω καὶ διὰ σελίδων τινῶν, συντεταγ-
150μένων παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὔτε αἱ σελί-
151δες, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε αἱ σελίδες,
152τὰς ὁποίας θὰ ὑποδείξω ἐγὼ, δύνανται νὰ λύσωσιν οὐσια-
153στικῶς τὸ ζήτημα, ζητῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας.
154«Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως
155νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν:
156αʹ) Πίνακα τῶν γνωστῶν καὶ μὴ παραγεγραμμένων—
157συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον — ἀπαιτήσεων κατὰ τοῦ
158Δημοσίου ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων.
159βʹ) Σημείωσιν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ ἐντὸς τῆς χρή-
160σεως τοῦ 1886 διὰ παρελθούσας χρήσεις.
161γʹ) Ὁμοίαν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ διὰ τὰς ἰδίας χρήσεις
162ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887».
163§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀγόρευσίς μου, οἵα
164ἀπηγγέλθη καὶ οἵα ἐδημοσιεύθη, περιλαμβάνει ὅ,τι ὁ κ.
165Βουλευτὴς δὲν παρετήρησεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887
166περιέχει 75 σελίδας περὶ κεκλεισμένων χρήσεων. Ἤδη ὁ κ.
167Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι ὅσα εἶχεν εἰπεῖ δὲν ἀνάγονται
168εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀνάγονται εἰς τὸν Ἀπολογισμόν,
169καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς εἶπον ἐγώ. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βουλευ-
170τὴς ἐπήνεγκε παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐσό-
171δων τῆς μέχρι 31 Αὐγούστου, ἥτις εἶναι Ἀπολογισμὸς,—
172κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν,—ὁ Ἀπολογισμὸς δ’ οὗτος περιεῖ-
173χεν ἄρθρα, ἀναφερόμενα εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν
174Ὑπουργείων, καὶ ἀναγράφοντα τὰ ἀθροίσματα τῶν δαπανῶν
175ἑνὸς ἑκάστου διακεκριμένως. Περιλαμβάνει συλλήβδην ἡ
176κατάστασις τὰς δαπάνας ἑκάστου Ὑπουργείου, τὰς ἐν τῷ
177Προϋπολογισμῷ κατακεχωρισμένας ἀναλελυμένως. Κατὰ τὴν
178κατάστασιν ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
179μικῶν τόσα, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τόσα,
180διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τόσα· οἱ δὲ Προϋπολογι-
181σμοὶ τῶν αὐτῶν Ὑπουργείων φέρουσιν ἀναγεγραμμένας τὰς
182κατὰ μέρος πιστώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐν συνόλῳ περὶ
183ἑκάστου Ὑπουργείου διάθεσιν περιέχουσι τὰ ἄρθρα τῆς
184καταστάσεως. Ἀφοῦ τὰ ἄρθρα ταῦτα παραπέμπουσιν εἰς
185τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων, οἱ Προϋπολογι-
186σμοὶ οὗτοι καθαρίζουσι τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ.
187Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων αἱ πιστώσεις
188κεκλεισμένων χρήσεων καταλαμβάνουσιν 75 σελίδας, αἵτι-
189νες κατὰ τὰ εἰρημένα ἀνήκουσι καὶ εἰς τὸν Ἀπολογισμόν.
190§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν συζήτη-
191σιν, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
192βερνήσεως εἶπε, τὰ ἀνέγνωσα καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ.
193Ἀναγνώσας δὲ ταῦτα, λέγω, ὅτι ἐσύγχυσε τὴν ἰδέαν, ἣν
194ἐγὼ ἐξήνεγκον, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα τοὺς πίνα-
195κας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω, ὅταν
196ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἔψεξεν· ἀλλὰ διὰ
197νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήμα-
198τος, περὶ τοῦ ποσοῦ δηλ., ὅπερ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὡς
199δαπάνη βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἐκ παρελθουσῶν
200χρήσεων, ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι θέλω νὰ
201δείξω, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
202νήσεως ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, δὲν
203ἦτο δυνατὸν τὸ 1887, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς
204ἀνωμάλους χρήσεις τοῦ 1885 καὶ 1886, νὰ ἐδαπάνησε
205μόνον 380,000 δραχμῶν, ὡς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολο-
206γισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθέντι, ἢ
207520,000, ὡς ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ κυρω-
208θέντι παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἐν ἀντιφάσει πρὸς τὸν Προϋπολο-
209γισμὸν τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν ἦτο δυνατὸν
210οὔτε τὸ πρῶτον κονδύλιον, οὔτε τὸ δεύτερον, νὰ ἦναι ἡ
211πραγματικὴ δαπάνη, ἡ βαρύνουσα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887.
212Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ
213ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως καὶ λεπτομερῶς τὰς πληροφορίας, ἃς
214ἐζήτησα, ὅπως ἴδωμεν τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος,
215καὶ οὐχὶ τὸ τυπικὸν, ὅπερ εἶναι ἐπουσιῶδες.
216§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
217Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
218§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς
219προέβαλε πρὸ μικροῦ ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐσκόπει νὰ κατα-
220δείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πόσον χρήσιμος θέλει εἶσθαι ἡ δη-
221μοσίευσις τοῦ ἰσολογισμοῦ τῶν ἐτῶν, τῶν ὁποίων αἱ χρήσεις
222ὑπάρχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ.
223Πραγματικῶς ἀπὸ τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887 δὲν ἐδη-
224μοσιεύθη πλέον ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ
225Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ δὲ δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερί-
226δος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν 18 Σεπτεμβρίου 1887 πε-
227ριελάμβανε τὸν ἰσολογισμὸν τῶν μερίδων κατὰ τὴν 30 Σε-
228πτεμβρίου 1886. Ὥστε ἀπὸ τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1886
229δὲν εὕρομεν πλέον δημοσιευθέντα τοιοῦτον ἰσολογισμόν.
230Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Βασιλ. Διατάγματος τῆς 15
231Ὀκτωβρίου 1852, τοῦ ἐκδοθέντος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νό-
232μου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, τὰ κατὰ δεκαήμερον στελ-
233λόμενα εἰς τὸ Λογιστήριον ἔγγραφα τῶν ὑπολόγων ἐξελέγ-
234χονται ἀμέσως παρ’ αὐτοῦ πρὸ πάσης ἐγγραφῆς. Κατὰ δὲ
235τὸ ἄρθρον 210 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, τὸ
236Γενικὸν Λογιστήριον ὀφείλει νὰ ἐξελέγξῃ τὰ στοιχεῖα τῆς
237ληψοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Ταῦτα ἐπανέλαβεν
238αὐτολεξεὶ καὶ ὁ νόμος τῆς 28 Μαΐου 1887. Οὕτως, ἀφοῦ
239οἱ λογαριασμοὶ ἑκάστου μηνὸς πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται
240τὴν εἰκοστὴν τοῦ ἑπομένου μηνὸς εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον,
241κατὰ τὴν § βʹ τοῦ ἄρθρ. 9 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 6 Αὐ-
242γούστου 1887, ἀφοῦ τὸ Γεν. Λογιστήριον ὀφείλει ἐντὸς
24320 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς των νὰ ἐξελέγξῃ αὐτοὺς
244καὶ νὰ ποιῇ τὰς ἐγγραφὰς ἐν τοῖς κυρίοις καὶ τοῖς βοηθη-
245τικοῖς βιβλίοις, ἕπεται, ὅτι τὴν δεκάτην τοῦ μεθεπομένου
246μηνὸς θέλουσιν εἶσθαι περατωμέναι πᾶσαι αὗται αἱ ἐργα-
247σίαι, καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον θέλει δύνασθαι νὰ δημο-
248σιεύῃ τὸν ἰσολογισμὸν τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ αὐτοῦ.
249Τῶν ἰσολογισμῶν τούτων ἡ δημοσίευσις ἐγίνετο κατὰ τὸ
250παρελθὸν κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν ἢ τετραμηνίαν, ἢ καὶ
251διμηνίαν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1887 δὲν ἐδη-
252μοσιεύθη πλέον. Διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1887 διετε-
253λοῦμεν ἐστερημένοι τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐποριζό-
254μεθα ἐκ τῶν δημοσιευομένων ἰσολογισμῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ
255ἔτος 1887 εἶναι τὸ ἀξιωθὲν τῆς τοσαύτης στοργῆς τοῦ Πρω-
256θυπουργοῦ οἰκονομικὸν ἔτος, εἴχομεν κατ’ αὐτὸ ὑπὲρ ἄλλοτε
257τὴν ἀνάγκην τῶν φώτων, τὴν ὁποίαν παρέστησε καὶ ὁ
258ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτής. Ἐὰν εἴχομεν δεδημο-
259σιευμένους ἰσολογισμούς, ἠθέλομεν γνωρίζει, ὄχι μόνον τὴν
260κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ ἐν τοῖς δημοσίοις τα-
261μείοις παρακαταθῆκαι, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν λη-
262ψοδοσιῶν τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδο-
263ποιΐας, μετὰ τῶν ταμείων τῶν λιμένων καὶ τῶν προκυμαιῶν,
264καὶ τοὺς τρεχουμένους λογαριασμοὺς μετὰ τῶν Τραπεζῶν
265καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων.
266Πᾶσαι αὗται αἱ πληροφορίαι μᾶς ἦσαν χρησιμώταται, διὰ
267νὰ λάβωμεν λεπτομερῆ γνῶσιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1887,
268ἐπὶ τῆς ὁποίας ἰδίως ὁ Πρωθυπουργὸς τοσάκις προὐκάλεσε
269τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἀναγγείλας προχθὲς πομπωδῶς
270ἐπιτευχθὲν ἰσοζύγιον.
271Δὲν μένουσι δὲ, ὅπως μᾶς παρέχωσι πληροφορίας, εἰμὴ οἱ
272δημοσιευόμενοι πίνακες, περὶ ὧν παρέστησα ὑμῖν, ἀγορεύων
273προχθὲς πόσον εἰσὶ πλήρεις σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν γνω-
274ρίζω, ἐὰν ἔχωσιν αἰτίαν τὴν ἀνικανότητα ἢ τὴν φυγοπονίαν
275τῶν ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις ἐργαζομένων, ἢ ἄν τινα
276τῶν σφαλμάτων τούτων συμβαίνωσι καὶ ἐκ προαιρέσεως.
277Προχθὲς ἠσχολήθην νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ποῖον
278συνήγαγον πόρισμα ἐκ τῆς μελέτης τῆς διαχειρίσεως τοῦ
2791887. Παρέστησα δὲ εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ πόρισμα τοῦτο ἦτο
280ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουρ-
281γὸς ἀνήγγειλε· διότι, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς παρέστησεν εἰς
282τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπετεύχθη ἰσοζύγιον κατὰ τὸ 1887, ὅτι
283μάλιστα εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμά τι, τὸ πό-
284ρισμα τῆς ἐμῆς μελέτης κατεδείκνυεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειμμα
28514 ἑκατομμυρίων καὶ 919 χιλιάδων δραχμῶν, ἂν καὶ ὁ
286Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 εἶχε συνταχθῆ μετ’ ἀπροκα-
287λύπτου ἐπιθυμίας, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τυπικὸν τοὐλάχιστον
288ἰσοζύγιον. Ἂν διέλθῃ τις τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ
289ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, θέλει διαγνώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν ταύ-
290την, διότι θέλει εὑρεῖ πολλαχοῦ ἔξοδα ἀναγραφέντα πολλῷ
291ὀλιγώτερα τῶν συνήθως ἀναγραφομένων, ὅπερ δεικνύει, ὅτι
292ὁ συντάκτης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπεθύμει νὰ παραστήσῃ
293ὁλικὸν ποσὸν ἐξόδων ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον.
294Οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, θέλει ἀνεύρει, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογι-
295σμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ
296τὸ Κεφάλαιον Γʹ «Φυλακαὶ ὑποδίκων» δραχμαὶ 329,677,
297ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν
298ἀνάγκην ἀνεγράφη ποσὸν 1,088,532. Θέλει ἀνεύρει, ὅτι
299ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Κεφαλαίου Γʹ «μισθοὶ προσωπικοῦ
300φυλακῶν» ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 εἶχεν ἀναγρα-
301φῆ ποσὸν 37,800 δραχμῶν, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
302τοῦ 1888 ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀνεγράφη πίστωσις 222,892
303δραχ. Θέλει ἀνεύρει, ὅτι ὑπὸ τὸ ἄρθρον 4 «ἔξοδα διατροφῆς
304ὑποδίκων καὶ καταδίκων» ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογι-
305σμῷ τοῦ 1887 πίστωσις δραχ. 250,000, ἐνῷ ἐν τῷ Προϋ-
306πολογισμῷ τοῦ 1888 ἀνεγράφη τοιαύτη 790,000 δραχ-
307μῶν. Ἡ ἐπιθυμία του, νὰ καταλήξῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖ-
308νος εἰς ἰσοζύγιον, ἦτο ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν πάντες ἀληθῶς
309εἴχομεν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν τὸ
310ἰσοζύγιον νὰ ᾖναι πραγματικόν, ἐδιστάζομεν δὲ, ὅτι ἤθελεν
311ἐπιτευχθῆ, οὐδ’ ὠκνήσαμεν τὸν δισταγμὸν ἡμῶν τοῦτον νὰ
312ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὸ 1887, ὅτε
313συνεζητοῦντο τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, καὶ κατὰ
314τὸν Ὀκτώβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε εἰσήγετο ὁ Προϋπο-
315λογισμὸς τοῦ 1888. Ἐλέγομεν τότε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον
316διὰ τῆς αὐξήσεως μόνης τῶν ἐσόδων νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσο-
317ζύγιον, στηριζόμενοι εἰς τὸ παρελθόν.
318Κατὰ τὸ 1882 εἴχομεν ἔλλειμμα μόνον 2,744,833,
319διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρχον ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ
320ὁποῖα πολλάκις ἐμνημονεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
321Ὑπῆρχον, φερ’ εἰπεῖν, 2,200,080 δραχμῶν ἐκ νομισματο-
322ποιΐας, 3,090,185 ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρα-
323τοῦ, πλὴν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀφήσει εἰς τὴν
324διαχείρισιν τοῦ 1882 ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς ὑπόλοιπον
325τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν
32624 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων.
327Διὰ τοῦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἦτο μικρόν. Ἀλλὰ τὸ
3281883 ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 9,258,312, τὸ 1884
329ἀφῆκεν ἔλλειμμα 30,602,147. Ἐπειδὴ δὲ τὸ 1885 καὶ τὸ
3301886 ἦσαν ἔτη οἰκονομικῶς κάκιστα, καὶ τόσῳ κάκιστα,
331ὥστε ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκεῖτο νὰ καταγγέλλῃ τὸ κατὰ
332τοὺς Ἀπολογισμοὺς τῶν δύο τούτων ἐτῶν βεβαιωμένον ἔλ-
333λειμμα τῶν 95 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀνεβίβασεν αὐτὸ εἰς
334120 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ παραστήσῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ
335Κράτους ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886
336εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν διαταραχθεῖσαν, ἀναγκαίως τὸ 1887
337ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ καὶ αὐτὸ εἰς ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα
338ἀνώτερον τῶν 30,602,147, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε καταλήξει
339τὸ ἔτος 1884, διότι ἔπρεπε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν
340τοῦτο 5 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, ὅσα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν
341ὑπηρεσίαν τοῦ ἐκ δραχμῶν 95 ἑκατομμυρίων ἐλλείμματος
342τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886.
343Τὰ 95 ἑκατομμύρια, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ
3441886 ἐκαλύφθη βεβαίως διὰ δανείων. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσητε
345διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ 5 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια, τὸ
346κατὰ τὸ 1884 ἔλλειμμα τῶν 30,602,147 ἀναγκαίως
347ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῇ κατὰ τὸ 1887 εἰς 35 ἢ 39 ἑκατομ-
348μύρια. Ἀφοῦ δ’ εἰσεπράξατε κατὰ τὸ 1887 δραχμὰς 19
349ἑκατομμύρια περισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886,
350σᾶς ἔλειπον διὰ τὸ ἰσοζύγιον 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια, ἄνευ
351τῶν ὁποίων ἦτο ἀδύνατον νὰ φθάσητε εἰς ἰσοζύγιον. Τὸ
352ἀδύνατον τοῦτο διεκηρύξατε, ὅτι κατωρθώσατε, ἀλλὰ τὸ
353κήρυγμα ὑμῶν δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰ 16 ἢ 17 ἑκατομ-
354μύρια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔλειπον, δὲν ἐπορίσθητε ἐξ ἐσόδων τοῦ
3551887, ἀλλ’ ἐξ ἐκτάκτων ἐσόδων.
356Διὰ τοῦτο παρεστήσαμεν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς χρή-
357σεως τοῦ 1887, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ
358νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα διὰ μόνης τῆς αὐξήσεως τῶν
359ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Ἡ
360γνώμη ἡμῶν αὕτη ἀποτελεῖ κανόνα οἰκονομικὸν, τὸν ὁποῖον
361πανταχοῦ τηροῦσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τῶν
362κρατῶν. Οὐδαμοῦ προβαίνουσιν εἰς αὔξησιν ἐσόδων δι’ αὐ-
363ξήσεως φόρων, πρὶν ἢ ἐξαντλήσωσι τὸν ἕτερον πόρον, τὴν
364ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ τότε μόνον εἶναι δεδικαιολογη-
365μέναι αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ
366καὶ ζητήσωσι μεγαλειτέρας θυσίας. Ἡ μειονοψηφία τῆς
367ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε τότε προβῆ περισσότε-
368ρον, εἰδικοποιήσασα τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν ἡ περὶ ἐλαττώ-
369σεως τῶν ἐξόδων σύστασις. Ἐξήγησε τότε ἡ Ἀντιπολίτευ-
370σις διὰ τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
371τοῦ 1887, ὅτι τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων ἀνάγκη νὰ ζη-
372τήσωμεν οὐ μόνον ἐν τῇ μειώσει τῶν ἄλλων δαπανῶν,
373ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μειώσει ἢ ἐν τῇ παύσει τῶν χρεωλυσίων.
374Ἀλλ’ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ
375παρεποίησαν τὴν γνώμην ταύτην τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπι-
376τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἠγέρθησαν καταγγέλ-
377λοντες, ὁτὲ μὲν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προεκήρυξε χρεωκο-
378πίαν, ὁτὲ δὲ πτώχευσιν.
379Εἶναι ἐπαχθὲς νὰ πράξω καὶ σήμερον ὅ,τι πολλάκις
380ἤδη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν πράττω ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι
381νὰ καταδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρερμη-
382νεύωμεν τοὺς λόγους τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα ὅταν ὁδηγῇ
383ἡμᾶς εἰς τὴν παρερμηνείαν πολιτικὴ κερδοσκοπία, διότι
384κερδοσκοπία πολιτικὴ ὤθησε τοὺς ἀντιπάλους τῆς Ἀντι-
385πολιτεύσεως νὰ παραστήσωσι ψευδῶς τότε τὴν Ἀντιπολί-
386τευσιν, ὡς προβαλοῦσαν τὴν χρεωκοπίαν. Θέλω σᾶς ἀνα-
387γνώσει περίοδον τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειοψη-
388φίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξ ἧς θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅσα
389λέγω ὑμῖν περὶ τούτου εἶναι ἀκριβῆ καὶ ἐπὶ κειμένων στη-
390ριζόμενα.
391«Ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν», ἔγραφε τότε ἡ μειοψηφία ἐν
392τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει αὐτῆς, «28 ἑκατομμύρια διὰ
393»τῆς φορολογίας, ἤτοι 58% περισσότερα τῶν εἰσ-
394»πραχθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώ-
395»σει ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἤθελεν εἶσθαι ἀν-
396»θηρὰ, τοιαύτη αὔξησις φορολογίας, καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἐπι-
397»τευχθῇ, ἤθελε βεβαίως πιέσει καὶ περιστείλει τὰς παρα-
398»γωγικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους. Ἐπιβαλλομένη ὅμως ἐν
399»ἐποχῇ ἀναμφισβητήτου οἰκονομικῆς δυσχερείας, οὐδεμίαν
400»δύναται νὰ παράσχῃ ἐλπίδα πραγματοποιήσεως τῶν δι’
401»αὐτῆς ἐπιδιωκομένων προσόδων, παρέχει ὅμως τὴν πιθα-
402»νότητα, ὅτι, καὶ διὰ τῆς μερικῆς πραγματοποιήσεως αὐ-
403»τῶν, θέλει συντρίψει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους,
404»καὶ καταστήσει αὐτὰς ἀνικάνους ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δώ-
405»σωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν προσόδων,
406»ἃς ἔδωκαν αὐτῷ κατὰ τὸ παρελθόν.
407«Τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου» (ἐξηκολού-
408θησεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἡ μειοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋ-
409πολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐπιτροπῆς) «δυνάμεθα μετά τινος πι-
410»θανότητος νὰ ἀναβιβάσωμεν διὰ τῶν προμνησθεισῶν βελ-
411»τιώσεων ἐκ δραχμῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἰς ἃ ἀνέρχονται
412»σήμερον, εἰς 70 ἑκατομμύρια. Πᾶσα πέραν τοῦ ποσοῦ τού-
413»του αὔξησις νομίζομεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
414»παρέχουσα πιθανότητά τινα πραγματοποιήσεως... Μεταξὺ
415»τοῦ πιθανοῦ τούτου ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου
416»καὶ τῶν δραχμῶν 93,270,000, ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνα-
417»γράφει διὰ τὰς δαπάνας τοῦ 1887, ὑπάρχει ἔλλειμμα
418»23,270,000. Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν δύνανται νὰ φθά-
419»σωσι τὸ ποσὸν τῶν 23,270,000, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ οἰκο-
420»νομήσωμεν. Ὅθεν μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν
421»ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν
422»καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο, ὡς ἀνε-
423»πτύξαμεν ἤδη, παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, παρεδέχθη
424»ὅμως αὐτὸ ἐν μέτρῳ μὴ θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν
425»ἀνάγκας, καὶ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θεωροῦμεν ὡς
426»κατάλληλον, ἵνα συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρ-
427»θωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως, διὰ τῆς ἀνελλιποῦς
428»ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θετικὸν
429»ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν
430»νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους
431»οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρ-
432»νησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ
433»τῶν 4 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύτην, χωρὶς νὰ
434»ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὁριστικὴν καὶ ἀμε-
435»τάτρεπτον ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφει-
436»λομένων, ὅπως ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ γενομένη μετα-
437»τροπή».
438Τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς
439ἀπετέλουν τότε οἱ ἀξιότιμοι φίλοι κκ. Κωνστ. Καραπάνος,
440Ν. Βαλσαμάκης, Ν. Λεβίδης, Δημ. Πετρίδης, Ἀσημ. Χρι-
441στόπουλος καὶ Ἀχιλλεὺς Γεροκωστόπουλος. Ἡ δὲ ἐκτεθεῖσα
442γνώμη αὐτῶν ἡρμηνεύθη ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῆς πλειοψηφίας,
443μεταξὺ τῶν ὁποίων διέπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς συμ-
444βουλὴ πρὸς χρεωκοπίαν. «Λοιπὸν προτρέπετε τὴν Βουλὴν
445καὶ τὴν Κυβέρνησιν», ἐκραύγαζον μετὰ προσπεποιημένης
446ἀγανακτήσεως, «νὰ κηρύξῃ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς
447κατάστασιν νὰ ἀποτίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, καὶ ὅτι
448ἀναγκαζόμεθα νὰ προτιμήσωμεν νὰ κηρύξωμεν τὸ Κράτος
449εἰς πτώχευσιν;»
450Ἀλλ’ ἐσφάλατε, ὡς εἶπε προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀγο-
451ρεύων, ἰσχυρισθέντες τότε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν
452περισσότερα τῶν 70,000,000, διότι ἰδού, ὅτι εἰσεπράξαμεν
45381 ἑκατομμύρια. Ἀληθῶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ οὐδέποτε
454προσεδόκων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν 81 ἑκατομ-
455μύρια, ὅσα, ὡς λέγει τὸ Ὑπουργεῖον, εἰσέπραξεν. Ἀλλὰ διὰ
456τοῦτο πιστεύω τὰς πληροφορίας, ὅσας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν μᾶς
457μεταδίδουσι, παριστῶντες, ὅτι, ὅπως εἰσπραχθῇ τὸ ἀνωτέρω
458ποσὸν, ἐδέησε νὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπηνῆ μέσα κατα-
459διώξεως, μηδαμῶς διαφερούσης τῆς ἐκβιάσεως, ὁποῖα ἀγνοῶ
460ἄν ποτὲ εἶδεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐφαρμοζόμενα ἐπὶ τῆς ῥά-
461χεως αὐτοῦ.
462Ἀλλ’ ἐὰν κατωρθώσατε νὰ εἰσπράξητε 81 ἑκατομμύρια,
463ἤτοι 11 ἑκατομμύρια περισσότερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ
464μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887
465ἐθεώρει πιθανὸν, καὶ 19 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀφ’ ὅσα
466εἶχον εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ 1886, μήπως ἐπεβαρύνατε πλέον
467τοῦ δέοντος τὴν παραγωγὴν, μήπως κατεπονήσατε τὸν ἐρ-
468γαζόμενον καὶ παράγοντα, εἰσφέροντα δ’ ἐκ τοῦ παραγομέ-
469νου ποσοῦ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Μήπως διὰ τῶν
470βαρέων δασμῶν ἐξησθενίσατε καὶ ἑπομένως κατεστήσατε
471ἀπρόθυμον τὴν κατανάλωσιν; Ταῦτα προβάλλονται ὡς δεύ-
472τερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἀληθῶς ὁ Πρωθυπουργὸς, δια-
473βεβαιώσας, ὅτι καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις διατη-
474ροῦνται ἀκμαῖαι, θέλω ὅμως καὶ ἐγὼ ἐξετάσει σήμερον,
475ἠναγκασμένος, διὰ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην, νὰ
476καταλήξω εἰς πόρισμα ἀντίθετον ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον κατέ-
477ληξεν ὁ Πρωθυπουργός.
478Ἰσχυρίσθη ἀληθῶς προχθὲς ὁ Πρωθυπουργὸς, ζητῶν νὰ
479ἀναιρέσῃ περίοδον περὶ τούτων τοῦ σχεδίου τῆς μειονοψη-
480φίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
481Λόγον, ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ἀκμαία, καὶ
482ἡ κατανάλωσις ἀναλλοίωτος, μολονότι εἰσεπράχθησαν 19
483ἑκατομμύρια πλειότερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1886.
484Καὶ ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του ἦτο ἀκριβὴς,
485ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπρα-
486χθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως 1888 ἀπὸ
4871 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1888, καὶ ἔλεγεν
488ἡμῖν, ὅτι, ἂν ἡ παραγωγὴ εἶχε καταπονηθῆ, ἂν εἶχεν ἐπέλθει
489κάματος εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν βαρέων φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσε-
490πράξαμεν κατὰ τὴν λήγουσαν χρῆσιν, δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ
491νὰ βεβαιώσωμεν τοσαῦτα ἔσοδα, ὅσα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ
492εἰρημένου πίνακος, ἐβεβαιώσαμεν. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἡ
493ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν προσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν
494εἶναι προσφυής, διότι δὲν εἶναι ἀσφαλὲς νὰ κρίνῃ τις περὶ βε-
495βαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ χρῆσις, ἢ πρὶν ἢ
496προσεγγίσῃ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, καὶ νὰ προβάλῃ τὰ ἕως
497τότε ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα τῆς βεβαιώσεως ἢ εἰσπρά-
498ξεως ὡς βάσιν συλλογισμῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον,
499εἴτε καιρικαὶ περιστάσεις, εἴτε δραστηριότης περισσοτέρα τῶν
500ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως, εἴτε ἄλλαι εὐκολίαι τοπικαὶ, νὰ
501διηυκόλυνον περισσότερον τὴν βεβαίωσιν ἢ κατὰ τὸ παρελ-
502θὸν ἔτος. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ ἀπο-
503δείξεις ἀσφαλεστέρας, τοιαύτας δὲ θέλει μᾶς παράσχει ἡ
504ἔρευνα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως ἑκάστου τῶν φόρων
505τῶν ἀμέσων καὶ ἑκάστου τῶν ἐμμέσων φόρων κατὰ τὴν
506χρῆσιν τοῦ 1887. Τὴν ἔρευναν ταύτην ἐποιησάμην ἤδη, καὶ
507προβαίνω νὰ διακοινώσω πρὸς ὑμᾶς, παρακαλῶν καὶ σήμε-
508ρον νὰ μὲ ἀξιώσητε τῆς προσοχῆς σας.
509Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρώτου τῶν ἀμέσων φόρων, ἀπὸ τοῦ
510ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος προηγεῖται τῶν ἄλ-
511λων τῆς κατηγορίας ταύτης.
512Ὁ μέσος ὅρος τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1886, κατὰ
513τὴν πενταετίαν, ὑποβληθέντων εἰς φορολογίαν κτηνῶν ἀνήρ-
514χετο εἰς 217,129 κτήνη, ὁ δὲ μέσος ὅρος τοῦ βεβαιωθέντος
515φόρου εἰς 2,303,900. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸ 1886 εἶχεν ἕνεκα
516τούτου προϋπολογισθῆ ποσὸν 2,300,000, ἐνεκρίθη ἵνα τόσον
517ποσὸν ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ὡς
518ἔσοδον ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο προσετέθησαν 460 χιλιά-
519δες δραχ. ἕνεκα τῆς νομοθετηθείσης προσθήκης τῶν 20 τοῖς
520100, οὕτω δὲ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 2,760,000.
521Ἀλλὰ μέχρι τέλους Αὐγούστου τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν
5222,185,239:57, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ
523δραχ. 574,760:43. Ἐπειδὴ δ’ ὑπολείπονται δύο μῆνες, ὁ
524Σεπτέμβριος καὶ ὁ Ὀκτώβριος, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κατ’ αὐτοὺς
525θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὅσα κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώ-
526βριον τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ
527τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχ. 81,943:31, τὰ ἀπὸ 1
528Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Αὐγούστου 1888 εἰσπρα-
529χθέντα θέλουσιν ἀναβιβασθῆ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως
530εἰς 2,267,182:88.
531Ὅθεν, ἂν κατὰ τὸ 1887 δὲν ἐνομοθετεῖτο ἡ προσθήκη
532τῶν 20%, ἤθελον εἰσπραχθῆ μόνον ὅσα ἐκ τῶν εἰσ-
533πραχθέντων 2,267,182:88 ὑπολείπονται μετὰ τὴν ἀφαίρε-
534σιν τῶν 460,000 δραχμῶν, ἤτοι 1,807,182:88, ἑπομένως
535ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ.
53682,400:50. Μήπως ἡ ἐλάττωσις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς
537αὐξήσεως τοῦ φόρου κατὰ 20%; Μήπως ὑπὸ τὸ βάρος
538τῆς εἰρημένης προσθήκης ἐκάμφθη ἡ παραγωγὴ καὶ ἤρξατο
539ὁ κάματος; Ὁ δισταγμὸς οὗτος εἶναι ἄξιος τῆς προσοχῆς
540τοῦ Κοινοβουλίου, διότι οὐ μόνον δὲν ἔχομεν αὔξησιν, ἕνεκα
541τῆς προϊούσης προόδου τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ εἴχομεν ἐλάτ-
542τωσιν, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ πέρυσιν εἰσπραχθέντα.
543Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν, ὡς εἶπον, τὰς περὶ τῆς ἀκμῆς
544τῆς παραγωγῆς πεποιθήσεις του ἐπὶ τῶν πινάκων τῶν ἐσό-
545δων τοῦ 1888. Ἀλλ’ οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔχω ἀνὰ
546χεῖρας, ἀναιροῦσιν ἀλλήλους, παρέχοντες βεβαίως ψευδεῖς
547πληροφορίας. Οὕτω τὸ κατὰ τὴν 13 Αὐγούστου δημοσιευ-
548θὲν ὑπ’ ἀριθ. 222 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνή-
549σεως περιεῖχε πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
550μέχρι τέλους Ἰουνίου ἐβεβαιώθη φόρος ἀροτριώντων κτηνῶν
551ἐκ δραχμῶν 2,574,120:88. Τὸ κατὰ τὴν 13 Σεπτεμβρίου
552ὅμως δημοσιευθὲν ὑπ’ ἀριθ. 263 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος
553τῆς Κυβερνήσεως περιεῖχε πίνακα, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ μέ-
554χρι τέλους Ἰουλίου βεβαιωθὲν ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τούτου
555ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 2,844,380:88. Ἀλλ’ ὁ κατόπιν δημο-
556σιευθεὶς πίναξ, ὁ δηλῶν τὰ βεβαιωθέντα μέχρι τέλους Σε-
557πτεμβρίου 1888, ἀντὶ νὰ παραστήσῃ αὔξησιν τοῦ ποσοῦ
558τῶν ἐκ τοῦ φόρου τούτου βεβαιωθέντων διὰ τὰς γενομένας
559βεβαιώσεις κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, παρέ-
560στησε τὸ βεβαιωθὲν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν ὀλι-
561γώτερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἶχε βεβαιωθῆ μέχρι τέλους Ἰου-
562λίου, ἤτοι δραχ. 2,794,800:42.
563Μεταβαίνω εἰς ἕτερον φόρον, τὸν στρεμματικὸν φόρον ἐπὶ
564τῶν περιβολίων. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ
5651882 μέχρι τοῦ 1885 τετραετίαν ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φόρου
566τούτου, ἀνήρχετο εἰς 124,241. Ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος συνί-
567στατο εἰς 31,080. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνα-
568γραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοσοῦτον ποσὸν, καὶ ἀνεγρά-
569φησαν μόνον 30,000, προσθήκη δὲ τῶν 6 χιλιάδων, ὅσαι
570ἀπετελοῦντο ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν 20%, ἀνεβιβάσθη
571τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν εἰς 36,000.
572Ἀλλ’ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 ἕως 31 Αὐγούστου 1888,
573ἤτοι ἐπὶ μῆνας 20, δὲν εἰσεπράχθησαν εἰμὴ 16,649:72, ἤτοι
574ὀλιγώτερα τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ δραχ. 19,350:28.
575Ἂν δὲ κατὰ τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1888,
576τοὺς δύο ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, εἰσπρα-
577χθῶσιν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας δύο
578μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δρ. 13,780:82, τὸ καθ’
579ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθὲν ποσὸν θὰ ἀνῆλθεν εἰς
580δρ. 30,430:54, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἶχον εἰσπρα-
581χθῆ δρ. 179,650:36, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὴν χρῆ-
582σιν τοῦ 1887 εἰσπραχθεισῶν κατὰ δραχ. 149,219:82. Οὕτω
583δὲ, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν πλέον
584τῶν προϋπολογισθέντων δραχ. 149,650:36, κατὰ τὴν χρῆ-
585σιν τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογι-
586σθέντων κατὰ δραχ. 5,569:46.
587Μεταβαίνω εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Ἐν σχέσει πρὸς
588τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου, τὰ ἔτη διαιροῦνται εἰς ἄφορα
589καὶ εἰς εὔφορα. Ἄφορα δὲ συμβαίνει νὰ ἦναι τὰ ἔτη τὰ εἰς
590περιττὸν ἀριθμὸν, ἤτοι τὰ 1883, 1885, 1887, ἑπομένως
591ἡ παραβολὴ δὲν πρέπει νὰ γένηται πρὸς τὸ ἀμέσως προη-
592γούμενον ἔτος, ἀλλὰ πρὸς τὸ προηγηθὲν ἄφορον ἔτος. Ὅθεν
593κατὰ τὸ ἄφορον ἔτος 1885 εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν κατὰ
594τὸ 1883 εἰσπραχθέντων 248,005, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1883 ὁ
595φόρος ἦτο 10%, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 εἶχεν ἐλαττωθῆ εἰς 7%.
596Κατὰ τὸ 1887 προϋπελογίσθη ποσὸν 400,000,
597ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 δραχ.
598693,539:98, καὶ, ἂν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς
599χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον, εἰσε-
600πράχθησαν ὅσα καὶ κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας
601τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δρ. 1,298:68, τὸ καθ’ ὅλην τὴν
602χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθησόμενον ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς
603694,838:66, ἤτοι κατὰ δραχμὰς 294,838:66 πλέον τῶν
604προϋπολογισθέντων, ἂν καὶ ὁ φόρος κατὰ τὸ 1887 προσδιω-
605ρίσθη ἀνώτερος τοῦ κατὰ τὸ 1885. Οὕτω, ἐνῷ τὰ κατὰ τὸ
6061885 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1883 κατὰ δρ.
607248,005, τοῦ φόρου κατὰ τὸ 1885 συνισταμένου εἰς 7 τοῖς
608100, τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ὑπερβῆ τὰ
609κατὰ τὸ 1885 κατὰ δρ. 147,694:66 μόνον, εἰ καὶ ὁ φόρος
610κατὰ τὸ 1887 ἦτο ἀνώτερος τοῦ κατὰ τὸ 1885 ἐπιβλη-
611θέντος. Ἤτοι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἐσόδου τοῦ 1885, ἐν συγ-
612κρίσει πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦ 1883, τυγχάνει πολλῷ μεγαλει-
613τέρα τῆς ὑπεροχῆς τοῦ ἐσόδου τοῦ 1887, ἐν συγκρίσει πρὸς
614τὸ τοῦ 1885.
615Μεταβαίνω εἰς τοὺς φόρους τοὺς εἰσπραττομένους ἐν τοῖς
616τελωνείοις. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῶν σύκων. Κατὰ τὴν τελευ-
617ταίαν τετραετίαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 μέχρι τοῦ 1885
618εἶχον ἐξαχθῆ στατῆρες σύκων 639,282, ὧν ὁ μέσος ὅρος
619ἀνήρχετο εἰς 173,420, ἐνεγράφη δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
620κατὰ τὸ 1887 ὡς ἔσοδον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δραχμῆς μιᾶς
621καὶ λεπτῶν 57 κατὰ στατῆρα, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σύκων
622τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 255,000. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο προσετέ-
623θησαν 20,000 δραχ. ὡς plus value, διὰ τὴν ἐκ τῆς φυ-
624σικῆς προόδου αὔξησιν, καὶ δραχ. 55,000 διὰ τὴν προσ-
625θήκην τῶν 20%, ἀναβιβασθέντος τοῦ προϋπολο-
626γισθέντος ποσοῦ εἰς δραχ. 330,000.
627Ἐκ φόρου ἐπὶ τῶν λακωνικῶν προϊόντων εἶχον προϋπο-
628λογισθῆ κατὰ τὸ 1886 δρ. 70,000, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν
629ἀπὸ τοῦ 1882–1885 κατὰ τὴν τετραετίαν εἰσπραχθέντων
630ἀνήρχετο εἰς 82,611. Ἀλλὰ τὸ 1887, ἂν καὶ ἦτο ἄφορον
631ἔτος, δὲν προϋπελογίσθησαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοῦ 1886
632εἰσπραχθέντων, διότι κατὰ τὸ προηγηθὲν ὡσαύτως ἄφορον
633ἔτους τοῦ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 114,929. Ὅθεν
634προϋπελογίσθησαν πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων
635δραχμαὶ 20,000, προσετέθησαν δὲ εἰς τὸ οὕτως ἀποτελε-
636σθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 90,000 καὶ δραχ. 18,000 διὰ τὴν
637αὔξησιν τοῦ φόρου κατὰ 20%, καὶ ἀνεβιβάσθη τὸ
638προϋπολογισθὲν ποσὸν εἰς δρ. 108,000.
639Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν
640τελευταίαν τετραετίαν τῶν ἐτῶν 1882–1885 ἐξαχθέντων ἢ
641μετενεχθέντων καπνῶν ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 2,466,902, τοῦ
642δ’ εἰσπραχθέντος φόρου εἰς δραχ. 278,945. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ
643τὸ τελευταῖον τῆς εἰρημένης τετραετίας ἔτος εἶχεν ὑποβληθῆ
644εἰς φόρον ποσὸν ὀκάδων καπνοῦ 2,694,265 καὶ εἰσπραχθῆ
645φόρος δρ. 344,140, προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1887 ἔσοδον ἐκ
646τοῦ φόρου τούτου δρ. 350,000, καὶ, τῇ προσθήκῃ εἰς τοῦτο
64770,000 διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20%, ἀνεβιβάσθη ἐν
648τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς 420,000.
649Ἐπὶ τῆς σταφίδος. Κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν τῶν
650ἐτῶν 1881–1885 εἶχεν ἐξαχθῆ σταφιδόκαρπος, ὑποκείμε-
651νος εἰς φόρον δραχ. 15:75, λίτραι 510,206,770, καὶ σταφι-
652δόκαρπος, ὑποκείμενος εἰς φόρον δραχ. 13:65, λίτραι 609,
653135,215. Ὅθεν κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν ποσῶν τούτων
654ἐφορολογήθησαν 102,041,354 λίτραι τῆς πρώτης κατηγο-
655ρίας, καὶ 121,827,043 λίτραι τῆς δευτέρας κατηγορίας,
656ἤτοι ἐν ὅλῳ λίτραι 223,686,397. Κατὰ τὸν Προϋπολογι-
657σμὸν ὅμως τοῦ 1887 ἐλήφθη ὡς βάσις τὸ ποσὸν τῶν 260,
658000,000 λιτρῶν, ἕνεκα τῆς ἐτησίας κανονικῆς αὐξήσεως, τῆς
659ἐπερχομένης ἐκ τῆς καρποφορίας τῶν νέων φυτειῶν. Ὅθεν
660120 ἑκατομμύρια λιτρῶν τῆς πρώτης κατηγορίας καὶ 140
661ἑκατομμύρια τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ὡς
662βάσις· ὁ δὲ φόρος αὐτῶν ὑπελογίσθη εἰς δραχ. 3,801,000,
663εἰς τὰς ὁποίας προσετέθη διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20%
664ποσὸν 760,200, καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πο-
665σὸν 4,561,200.
666Ἀνακεφαλαιόνων τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν περὶ ὧν ὁ λό-
667γος φόρων, τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις, εὑρίσκω
668ὅτι προϋπελογίσθησαν:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
669Ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν σύκων φόρου Δραχ. 330,000
670Ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν λακωνικῶν προϊόντων » 108,000
671Ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ » 420,000
672Ἐκ κουκουλίων » 12,000
673Καὶ ἐκ σταφίδος » 4,561,200
674Τὸ ὅλον » 5,431,800
675Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον » 4,968,205
676Ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων» 463,594:40
677Ἐν τοῖς πίναξιν ὅμως, τοῖς δημοσιευθεῖσι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
678286 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐν τοῖς
679ταμείοις καὶ τελωνείοις βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ
680καθυστερούντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἀνεγράφη,
681ὅτι, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα ἦσαν δραχ. 5,431,800
682Τὰ εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 4,826,730:37.
683Ἑπομένως, ὅτι εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολο-
684γισθέντων 605,069:63 καὶ οὐχὶ 463,594:40.
685Τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 μέχρι τῆς
68631 Αὐγούστου 1887 ἐκ τῶν φόρων τούτων ἔσοδα ἀνῆλθον
687εἰς δραχμὰς 4,154,947:87, ἤτοι ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ
688τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσ-
689πραχθέντων κατὰ δρ. 671,782:50. Ἀλλὰ κατὰ τὴν χρῆσιν
690τοῦ 1887 τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἶχεν αὐξηθῆ κατὰ 20 τοῖς
691100, ἑπομένως εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
692Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σύκων δραχ. 55,000
693Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν λακωνικ. προϊόντων» 18,000
694Ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ » 70,000
695Καὶ ἐκ τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος » 760,200
696Τὸ ὅλον » 903,200
697Ἄν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχ. 903,200, τὸ ὁποῖον
698προῆλθεν ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς κατὰ τὸ 1887 αὐξήσεως τῶν
699φόρων, ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα,
700ταῦτα θέλουσι περιορισθῆ εἰς δραχ. 3,923,530:37, ἤτοι ὀλι-
701γώτερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ.
702231,417:50.
703Οὐδεμίαν φέρω παρατήρησιν περὶ τῶν διαφορῶν, τὰς
704ὁποίας κατέδειξα, καὶ ἐπὶ τῶν πινάκων τούτων. Οὐδεμίαν
705ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω τὰ σημειούμενα ἐν τοῖς πί-
706ναξι τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς ταμείοις καὶ ἐν τοῖς τελω-
707νείοις, καὶ οὐχὶ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδουσιν αἱ ἄλ-
708λαι δημοσιευθεῖσαι καταστάσεις. Κατέδειξα καὶ τὴν δια-
709φορὰν ταύτην, ἵνα δηλώσω ποῖος εὐλόγως καταλαμβάνει
710ἡμᾶς δισταγμὸς πρὸ τῶν δημοσιευομένων ἐπισήμων πληρο-
711φοριῶν. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ
712προϋπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει θετικωτάτων στοιχείων, τὰ
713εἰσπραχθέντα δ’ ἔπρεπε νὰ ἦσαν διὰ τοῦτο ὅσον τὸ δυνα-
714τὸν ἐγγύτατα τῶν προϋπολογισθέντων, ἔπρεπε μάλιστα νὰ
715ὑπερβάλωσι τὰ προϋπολογισθέντα ἕνεκα τῆς προϊούσης προ-
716όδου τῆς χώρας. Καὶ ὅμως ἀπεδείχθησαν ὀλιγώτερα τῶν
717πέρυσι προϋπολογισθέντων, κατὰ μὲν τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
71835 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖ-
719σαν κατάστασιν κατὰ δραχ. 463,594:40, κατὰ δὲ τὴν διὰ
720τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 286 ἑτέρου φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυ-
721βερνήσεως δημοσιευθεῖσαν ἑτέραν κατάστασιν κατὰ δραχ.
722605,069:63.
723Μεταβαίνω εἰς τὴν ἔρευναν ἄλλου ἀμέσου φόρου, τοῦ ἐπὶ
724τῶν βοσκῶν. Κατὰ τὸ 1886 εἶχε προϋπολογισθῆ ποσὸν
725120,000, εἰς τὸ ὁποῖον προσετέθησαν ἐν τῷ Προϋπολογι-
726σμῷ τοῦ 1887 δρ. 40,000, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ
727τὴν τριετίαν τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884 βεβαιωθέντων ἀνήρ-
728χετο εἰς 150,823. Προστεθέντος δ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ
72920%, καθ’ ὃ ηὐξήθη ὁ φόρος, ἀνεγράφη ἐν τῷ
730Προϋπολογισμῷ ποσὸν 180,000. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μέ-
731χρι τῆς 31 Αὐγούστου τοῦ 1888 δρ. 96,823:46. Ἐὰν δὲ
732καὶ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τῆς χρήσεως, τὸν Σε-
733πτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον, εἰσεπράχθησαν ὅσα εἰσε-
734πράχθησαν κατὰ τοὺς δύο ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1886,
735ἤτοι δραχμαὶ 17,869:17, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ
7361887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 114,692:63, ἤτοι
737ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 65,307:37.
738Ἐπὶ δὲ τοῦ φόρου τῶν ζώων, κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1882
739–1885 τετραετίαν εἶχε βεβαιωθῆ ποσὸν φόρου δραχ. 12,
740100,276, τοῦ ὁποίου ὁ μέσος ὅρος ἦτο 3,025,069. Μ’ ὅλον
741ὅτι δὲ τὸ ποσὸν τοῦ κατὰ τὸ 1884 βεβαιωθέντος εἶχεν
742ἀνέλθει εἰς 3,242,876, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887
743ἐλήφθη ὡς βάσις μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,000,000, καὶ τῇ
744προσθήκῃ τοῦ 20%, ἤτοι 600,000 δραχμῶν, ἀνε-
745γράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ δραχ. 3,600,000.
746Εἰσεπράχθησαν ὅμως μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 δραχ.
7472,662,231:89. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ κατὰ τοὺς δύο τελευ-
748ταίους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμβριον καὶ
749τὸν Ὀκτώβριον, εἰσεπράχθη ποσόν, ὅσον εἰσεπράχθη κατὰ
750τοὺς δύο ἀντιστοίχους μῆνας τῆς προηγουμένης χρήσεως,
751ἤτοι δραχ. 54,703:18, τὰ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887
752εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 2,716,935:07, ἤτοι
753ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 883,064:93. Ἐὰν
754δὲ ἐκ τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἀφαιρε-
755θῶσιν 600,000, αἵτινες εἰσεπράχθησαν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως
756τοῦ 20%, θέλει ὑπολειφθῆ, ὡς ποσὸν εἰσπραχθὲν,
7572,116,935:07, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
758τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 κατὰ δρ. 139,123:30.
759Καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ὁ μέσος ὅρος τῶν
760κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν 1884–1886 βεβαιωθέντων
761ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 2,201,263, διὰ τοῦτο τὸ κατὰ τὸ 1886
762προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,080,000 ἀνεβιβάσθη
763εἰς 2,200,000. Τῇ προσθήκῃ δὲ δρ. 500,000 διὰ τὰς ψηφι-
764σθείσας μεταβολὰς τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ
765αὐξήσει τῶν ποσοστῶν τοῦ φόρου διαφόρων τάξεων ἐπιτη-
766δευματιῶν, καὶ δραχ. 540,000 διὰ τὴν ἐπὶ τοῦ κατὰ τὰ
767ἀνωτέρω προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν 2,700,000 προσθή-
768κην τοῦ 20%, τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἀνεβιβάσθη εἰς
7693,240,000. Εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι 31 Αὐγούστου 1888
770δραχμαὶ 1,696,280:54, ἤτοι ὀλιγώτεραι τῶν προϋπολογι-
771σθέντων κατὰ 1,543,719:46. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ
772τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσε-
773πράχθησαν ὅσα εἰσεπράχθησαν καὶ κατὰ τοὺς δύο ἀντι-
774στοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ
77563,783:58, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθὲν
776ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς 1,760,064:12, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν
777προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 1,479,935:88. Τὸ ποσὸν
778δὲ τοῦτο τυγχάνει ὀλιγώτερον τῶν ποσῶν, ὅσα εἰσεπράτ-
779τοντο ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρὶν ἢ ψηφισθῶσιν αἱ αὐξήσεις
780ἐκ δραχ. 500,000 ἕνεκα τῶν μεταβολῶν τοῦ νόμου, καὶ ἐκ
781δραχ. 540 χιλιάδων ἕνεκα τῆς προσθήκης τῶν 20%.
782Καὶ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν προϋπελογίσθη εἰς 2,100,
783000, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 700,000 τοῦ προϋπολογισθέν-
784τος ποσοῦ κατὰ τὸ 1886. Προσετέθησαν δὲ δρ. 420,000,
785διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ 20%, καὶ οὕτως ἀνεγράφη ἐν
786τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,520,000. Ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν
787μέχρι 31 Αὐγούστου 1888 δρ. 2,040,804:56, ἐὰν δ’ ὑπο-
788τεθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς δύο ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως
789τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ
790τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886,
791ἤτοι δραχμαὶ 177,910:67, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν
792τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 2,218,715:23,
793ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 301,284:77.
794Καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲ τοῦ φόρου τούτου φαίνεται
795ὁ κάματος τῆς ὑποκειμένης εἰς τὸν φόρον τοῦτον παραγω-
796γῆς, ἀφοῦ, ἂν καὶ ἠλαττώσαμεν τὰ κατὰ τὸ 1886 προϋ-
797πολογισθέντα κατὰ 280,000, εἰσεπράχθησαν ὅμως ὀλιγώ-
798τερα κατὰ 301,284:77.
799Τὸ μόνον ἐξ ἀμέσων φόρων ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη τὰς
800προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ
801Προϋπολογισμῷ, τυγχάνει τὸ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μερισμά-
802των τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν.
803Τὸ ἔσοδον τοῦτο ὑπερέβη τὰ προϋπολογισθέντα, διότι μέ-
804χρι τῆς 31 Αὐγούστου 1888 εἶχον εἰσπραχθῆ ἐξ αὐτοῦ
805δραχ. 322,681:50. Ἂν δὲ καὶ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο
806μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἰσπραχθῶσιν ὅσα εἰσεπρά-
807χθησαν καὶ κατὰ τοὺς δύο μῆνας τοῦ 1886, ἤτοι δραχ.
80828,090, τὰ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν εἰσπραχθέντα θέλουσιν
809ἀνέλθει εἰς 350,771:50, ἤτοι πλέον τῶν προϋπολογισθέν-
810των κατὰ δραχ. 50,771:50, διότι ἴσως εἶχε μειωθῆ τὸ ἐν
811τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγραφὲν ποσὸν κατὰ 40%
812τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀναγράψει κατὰ τὰ
813παρελθόντα ἔτη.
814Ὑπολείπεται μόνον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐκ τῶν ἀμέ-
815σων φόρων ἡ ἔρευνα, μετὰ τὴν ὁποίαν θέλω ἐκθέσει τὸ πό-
816ρισμα τῶν ἀμέσων φόρων.
817Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ, ὅτι οἱ ἀμπελῶνες, πλὴν τῆς Ἑπτα-
818νήσου καὶ τῶν δύο Λακωνικῶν ἐπαρχιῶν, καταλαμβάνου-
819σιν ἔκτασιν 550,000 στρεμμάτων, καὶ ὅτι ἕκαστον στρέμμα
820παράγει 240 ὀκάδας, ὑπελογίσθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ παρα-
821γομένου οἴνου ἀνέρχεται εἰς 132 ἑκατομμύρια ὀκάδων, ἐπὶ
822τούτου δὲ ὁ ὑπολογιζόμενος φόρος ἀνήρχετο εἰς 1,760,000
823δραχμῶν. Ὅθεν τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
8241886 ποσὸν ἠλαττώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887
825κατὰ 1,240,000. Ἐπειδὴ ὅμως ηὐξήθη ὁ φορολογικὸς ὅρος
826εἰς 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὑπελογίσθη διὰ τὰ 132 ἑκατομ-
827μύρια ὀκάδων ἔσοδον δρ. 2,640,000, ὅπερ, τῇ προσθήκῃ
828δραχμῶν 528,000 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν 20%, ἀνε-
829βίβασε τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887
830ποσὸν εἰς δρ. 3,168,000.
831Ἀλλὰ μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου 1888 εἰσεπρά-
832χθησαν 1,851,185:52, ἂν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπο-
833λοίπους δύο μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τὸν Σεπτέμ-
834βριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὅσα εἰσεπρά-
835χθησαν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ
8361886, ἤτοι δρ. 190,435:35, τὸ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ
8371887 εἰσπραχθὲν ποσὸν θέλει ἀναβιβασθῇ εἰς 2,041,620:87,
838ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δρ. 1,126,
839379:13.
840Συμπεράσματα ἐκ τῆς ἐρεύνης ταύτης συνάγονται:
841Αʹ) Ὅτι προϋπελογίσθησαν ἔσοδα ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων
842δρ. 21,642,800, εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου
8431888 δραχμαὶ 16,392,167:23, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋ-
844πολογισθέντων δραχ. 5,250,632:77, καὶ ὅτι, ἐὰν εἰσπρα-
845χθῶσι κατὰ τοὺς δύο ὑπολειπομένους μῆνας, Σεπτέμβριον
846καὶ Ὀκτώβριον, ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τοὺς δύο ἀντι-
847στοιχοῦντας μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ἤτοι δραχμαὶ
848630,991:40, τὰ εἰσπραχθέντα θέλουσιν εἶσθαι αὖθις ὀλιγώ-
849τερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 4,619,641:37.
850Βʹ) Ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῶν 20% καὶ διὰ τῆς μεταβο-
851λῆς τῶν νόμων περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, περὶ φόρου ἐπὶ τῶν
852ἐπιτηδευμάτων καὶ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, εἶχε προστεθῇ
853εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔσοδον δραχ. 4,867,200. Ἂν δὲ τὸ
854ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν κατὰ τὴν χρῆσιν
855τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων, ἀνελθὸν κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰρη-
856μένα εἰς 17,023,158:63, θέλει ὑπολειφθῆ ὡς εἰσπραχθὲν
857κατὰ τὴν χρῆσιν ἄνευ τῶν νομοθετηθεισῶν αὐξήσεων ποσὸν
858δραχ. 12,155,958:63, ἐνῷ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886
859εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 13,057,476:42. Ἤτοι τὰ κατὰ
860τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα καταλήγουσιν εἰς ποσὸν
861μικρότερον τοῦ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 εἰσπραχθέντος
862ἐξ ἀμέσων φόρων κατὰ δραχμὰς 901,517:79.
863Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων προϋπελογίσθη ἔσοδον ἐκ δραχ.
86447,944,700, εἰσεπράχθησαν δὲ 43,377,716:85, ἤτοι ὀλι-
865γώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 4,566,983:15.
866Καὶ τὸ μὲν ἔσοδον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου προϋπελογίσθη εἰς
8677 ἑκατομμύρια, τὸ ἐκ τῶν προσθέτων τελῶν εἰς 650,000,
868τὸ ἐκ μερισμάτων ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰς 122,000, τὸ ὅλον
869εἰς 7,775,000. Εἰσεπράχθησαν δέ, κατὰ τὸν διὰ τοῦ ὑπ’
870ἀριθ. 286 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημο-
871σιευθέντα πίνακα, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου δραχ. 7,142,875:90,
872ἐκ προσθέτων τελῶν δραχ. 764,651:58, καὶ ἐκ μερισμάτων
873ἀνωνύμων ἑταιριῶν δραχ. 180,027:60, τὸ ὅλον δραχμαὶ
8748,087,555:08. Ἀλλὰ τὸ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24 φύλλου τῆς
875Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1888 δημοσιευθὲν δελ-
876τίον ἀναγράφει ὡς εἰσπραχθέντα ἐν ὅλῳ δραχ. 8,028,042,
877ἤτοι 59,513 ὀλιγώτερα τοῦ κατὰ τὸν ἄλλον πίνακα δημο-
878σιευθέντος ποσοῦ. Ἀλλὰ τῶν δημοσιευομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
879γείου πληροφοριῶν καὶ πινάκων ἡ ἀρετὴ φαίνεται, ὅτι δὲν
880εἶναι ἡ περὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἀκρίβεια, ἀλλ’ ἡ σύγχυσις. Οὕτω,
881κατὰ τὴν εἰσηγητηρίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887
882ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου 1886, ἐν σελ.
88315, τὰ ἐκ χαρτοσήμου εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ
8841884 εἰς 6,108,801, κατὰ δὲ τὸ 1885 εἰς 6,834,814,
885ἐνῷ κατὰ τὰ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27 φύλλου τῆς Ἐφημερί-
886δος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντα δελτία, τὰ ἔσοδα ἐκ
887τοῦ χαρτοσήμου ἀνῆλθον κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰς 6,282,340,
888καὶ κατὰ τὸ 1885 εἰς 6,309,471.
889Ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων ἐκ διαφόρων τελῶν παρήχθησαν τὰ
890ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐκ τελῶν σιγαροχάρτου, ἐκ τῶν προϋ-
891πολογισθέντων 1,577,265, εἰσεπράχθησαν 1,205,678:60,
892ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 371,586:40. Ἐξ εἰσιτηρίων
893θεάτρων εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων
894κατὰ δραχμὰς 3,569:75. Ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων ὀλι-
895γώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 7,093:89.
896Ἐξ εἰσιτηρίων σιδηροδρόμων περισσότερα τῶν προϋπολογι-
897σθέντων κατὰ δραχμὰς 20,261:57. Ἐκ ταχυδρομικῶν τε-
898λῶν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς
89948,635:56. Καὶ ἐκ τηλεγραφικῶν περισσότερα ὡσαύτως
900τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 154,262:41. Ἑπομέ-
901νως, ἂν ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 378,680:29, τὸ ὁποῖον εἰσε-
902πράχθη ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ σιγαροχάρ-
903του καὶ ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων, ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν
904δραχμῶν 226,829:29, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη πλέον τῶν
905προϋπολογισθέντων ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων καὶ σιδηροδρόμων,
906καὶ ἐκ τελῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν, συνάγεται,
907ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα, ἀνελθόντα εἰς 3,786,773:50, ἦσαν
908ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ δραχμῶν 3,942,265
909κατὰ δραχμὰς 155,491:50.
910Δὲν εἶναι περιττὸν νὰ καταδείξω καὶ ἐπὶ τούτων τὰς δια-
911φορὰς τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ὡς εἰσπρα-
912χθέντα ἐκ τῶν ἀνωτέρω δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Τὰ ποσὰ,
913τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 238
914φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντι
915πίνακι, διαφέρουσιν ὅλως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα περιελή-
916φθησαν ὡς εἰσπραχθέντα ἐν τῷ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27 φύλ-
917λου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντι δελτίῳ.
918Οὕτως ἐκ σιγαροχάρτου, κατὰ τὸν πίνακα, εἰσεπράχθησαν
9191,205,678:60, ἐνῷ κατὰ τὸ δελτίον εἰσεπράχθησαν 1,204,
920371. Ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων, κατὰ τὸν πίνακα 43,569:75,
921καὶ κατὰ τὸ δελτίον 43,479. Ἐξ εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων
922δραχ. 167,906:11 κατὰ τὸν πίνακα, καὶ 158,055 κατὰ τὸ
923δελτίον. Ἐκ σιδηροδρόμων 170,261:57 κατὰ τὸν πίνακα,
924καὶ 156,086 κατὰ τὸ δελτίον. Ἐκ τελῶν τηλεγραφικῶν
9251,154,262:41 κατὰ τὸν πίνακα, καὶ 984,438 κατὰ τὸ
926δελτίον.
927Μετὰ τὴν σύστασιν τῶν κοπτηρίων τοῦ καπνοῦ ἐπε-
928βλήθη ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς κόπτοντας καπνὸν νὰ ἀγορά-
929ζωσι καὶ 12 φυλλάδια σιγαροχάρτου κατὰ πᾶσαν ὀκᾶν· τὸ
930ἐκ τούτου δὲ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 766,549:60.
931Ἀλλὰ πλὴν τούτου πωλεῖται καὶ σιγαρόχαρτον ἐν τοῖς
932ταμείοις, ἐκ τούτου δὲ ζημιοῦνται οἱ κόπτοντες τὸν καπνὸν
933καὶ ἀγοράζοντες ὑποχρεωτικῶς τὸ σιγαρόχαρτον, μὴ δυνά-
934μενοι νὰ πωλήσωσιν αὐτὸ εἰς τοὺς πελάτας των, διότι οὗτοι
935εἶχον ἀγοράσει τοιαῦτα ἐν τοῖς ταμείοις. Ἀφοῦ δὲ καπνὸν
936οὐδαμόθεν ἄλλοθεν δύναταί τις νὰ προμηθευθῇ, εἰμὴ ἐκ τῶν
937κοπτόντων αὐτὸν ἐν τοῖς κοπτηρίοις, διὰ τὸν καπνὸν δὲ
938τοῦτον πωλεῖται ὑποχρεωτικῶς τὸ ἀναγκαῖον σιγαρόχαρ-
939τον ἐν τοῖς κοπτηρίοις, διὰ ποῖον ἄλλον καπνὸν πωλεῖται
940τὸ ἐν τοῖς ταμείοις πωλούμενον σιγαρόχαρτον; Οὕτως ἡ Κυ-
941βέρνησις, ζημιοῦσα τοὺς ἐν τοῖς κοπτηρίοις κόπτοντας τὸν
942καπνὸν διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς εἰς αὐτοὺς πωλήσεως τοῦ διὰ
943τὸν κοπτόμενον καπνὸν ἀναγκαιοῦντος σιγαροχάρτου, ἐνι-
944σχύει τὸ λαθρεμπόριον διὰ τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου ἐν
945τοῖς ταμείοις, ἐν οἷς προμηθεύονται τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν οἱ
946μὴ προμηθευόμενοι τὸν καπνὸν ἐκ τοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις
947κοπτομένου.
948Ἐν τούτοις τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου ἐν τοῖς
949κοπτηρίοις εἰσπραχθὲν ποσὸν, ὑπολογιζόμενον πρὸς 12 φυλ-
950λάδια κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ, τιμώμενον πρὸς 20 λεπτὰ ἕκαστον,
951ἐνδεικνύει ποσὸν καπνοῦ ὑπαχθὲν εἰς τὴν ἐν τοῖς κοπτηρίοις
952φορολογίαν ἐξ ὀκάδων 319 χιλιάδων καὶ δραμίων 395, ἐνῷ,
953κατὰ τὰ περὶ τοῦ φορολογηθέντος καπνοῦ δημοσιευόμενα
954μηνιαῖα δελτία, τὸ εἰς φορολογίαν ὑπαχθὲν ἐν τοῖς κοπτηρίοις
955ποσὸν καπνοῦ ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 333,735 καὶ 327 δρά-
956μια, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πωληθῶσι 4,004,820 φυλλά-
957δια καὶ νὰ εἰσπραχθῶσι δραχμαὶ 800,964.
958Ἐκ δὲ τῶν μονοπωλίων, τὰ μὲν εἰσπραχθέντα ἐκ παι-
959γνιοχάρτων ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ
960δραχμὰς 277,003, τὰ δὲ ἐκ πυρείων ὀλιγώτερα ὡσαύτως
961κατὰ δραχ. 137,476:20, τὰ ἐκ πετρελαίου ὀλιγώτερα κατὰ
962δραχ. 404,633:60, καὶ τὰ ἐξ ἁλικῶν καὶ ἁλάτων ὀλιγώ-
963τερα κατὰ δραχ. 171,706:78. Ἀνῆλθον δὲ τὰ ἐκ τῶν
964εἰδῶν τούτων τῶν μονοπωλίων εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887
965εἰς δραχμὰς 6,309,180:42, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα συνί-
966σταντο εἰς δραχμὰς 7,300,000.
967Ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπανήχθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυ-
968πουργοῦ τὸ κατὰ τὸ 1884 νομοθετηθὲν σύστημα τῶν κοπτη-
969ρίων. Ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ
9703,023,588:63, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν ὑποβληθεισῶν εἰς
971τὴν φορολογίαν τῶν δραχμῶν 3:80 ὀκάδων καπνοῦ 795,
972681, εἰσαχθεισῶν εἰς τὰ κοπτήρια. Ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν
973διὰ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας δραχμαὶ 834,294:36,
974καὶ ἡ καθαρὰ ἐκ τοῦ φόρου τούτου πρόσοδος ἀνῆλθεν εἰς
9752,189,294:27. Κατὰ τὸ 1887, ἀπὸ τῆς 10 Αὐγούστου
976μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887, καὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι
977τέλους Ἰουλίου 1888, καὶ κατὰ τὰς 10 ἡμέρας τοῦ Αὐγού-
978στου, δι’ ὧν συμπληροῦται πλῆρες ἔτος, εἰσεπράχθησαν,
979κατὰ τὰ μηνιαῖα δελτία, ἐν τοῖς κοπτηρίοις δραχ. 4,342,
980475:25, εἰσαχθεισῶν ἐν αὐτοῖς ὀκάδων καπνοῦ 888,319 καὶ
981δραμίων 297, ἤτοι περισσότεραι τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσα-
982χθεισῶν 92,638 ὀκάδες καὶ δράμια 297. Ἀλλὰ κατὰ
983τοὺς πίνακας τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1887
984μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1887 ἀνῆλθον εἰς δραχ. 1,657,
985801 καὶ λεπτὰ 15, τὰ εἰσπραχθέντα δὲ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου
9861888 ἕως τέλους Ἰουλίου εἰς δραχ. 2,579,367:46, καὶ κατὰ
987τὰς 10 ἡμέρας τοῦ Αὐγούστου δραχ. 122,602:48, τὸ ὅλον
9884,349,771:09, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὰ μηνιαῖα
989δελτία εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 7,295:84. Δὲν γνωρίζο-
990μεν ὅμως πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστή-
991ματος· ἐὰν δὲ ἐδαπανήθησαν ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1884, ἤτοι
992δραχ. 834,294:36, ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ
993καπνοῦ περιορίζεται εἰς 3,515,476:73.
994Ὅθεν φορολογηθέντος τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν πρὸς δραχ.
9953:80, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 2,189,294:27, φορο-
996λογηθέντος δὲ κατὰ τὸ 1887 πρὸς δραχ. 4:80 κατ’ ὀκᾶν,
997εἰσεπράχθησαν 3,515,476:73, ἤτοι περισσότερα 1,326,
998182:46. Ὅτε δὲ ἐφορολογεῖτο ὁ καπνὸς πρὸς δραχ. 2 καὶ
99950 τὴν ὀκᾶν, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήθη
1000κατὰ τὸ 1885, εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,504,317, ἤτοι πε-
1001ρισσότερα τῶν εἰσπραχθέντων διὰ τῶν κοπτηρίων ἐπὶ φορο-
1002λογίᾳ δραχ. 3 καὶ λεπτὰ 80 κατὰ δρ. 315,022:73, ὀλι-
1003γώτερα δὲ τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887, ὅτε ὁ φόρος
1004ἐδιπλασιάσθη, κατὰ δραχ. 1,011,159:73, ἤτοι οὐχὶ κατὰ
1005τὸ διπλάσιον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1885, τὸ ὁποῖον
1006ἦτο 5,008,634, ἀλλὰ κατὰ δραχ. 1,493,157:27 ὀλιγώ-
1007τερον τοῦ διπλασίου.
1008Ἀνακεφαλαιοῦντες δ’ εὑρίσκομεν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ
1009τελωνειακῶν τελῶν, ἐκ χαρτοσήμου, ἐκ διαφόρων δικαιω-
1010μάτων, ἐκ παιγνιοχάρτων, ἐκ φόρου καταναλώσεως ποτῶν,
1011ἐκ προξενικῶν τελῶν, ἐκ τελῶν καταναλώσεως καπνοῦ, ἐκ
1012σιγαροχάρτου, ἐξ εἰσιτηρίων θεάτρων, ἀτμοπλοίων, καὶ σι-
1013δηροδρόμων, ἐκ πυρείων καὶ ἐκ πετρελαίου δραχ. 43,377,
1014716:85, ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ 47,944,700, ἤτοι ὀλι-
1015γώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 4,566,983:15. Καὶ
1016ὅτι εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων ἐκ
1017τοῦ τυπογραφείου, τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων 199,
1018718:07. Ὡσαύτως ὀλιγώτερα ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων
1019καὶ νομημάτων κατὰ δραχ. 651,323:11. Καὶ ἐκ τῶν ἐκ-
1020ποιήσεων ἐθνικῶν κτημάτων ὀλιγώτερα τῶν προϋπολο-
1021γισθέντων κατὰ δραχ. 4,514,482:24. Περισσότερα δὲ τῶν
1022προϋπολογισθέντων ἀπὸ διάφορα εἰσοδήματα κατὰ 113,
1023448:27. Ὡσαύτως ἐξ ἐκκλησιαστικῶν μὲν κτημάτων ὀλιγώ-
1024τερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 204,387:44, ἐκ
1025κεκλεισμένων δὲ χρήσεων περισσότερα τῶν προϋπολογισθέν-
1026των κατὰ 652,727:65.
1027Οὕτως αἱ εἰσπράξεις ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα
1028μόνον ἐκ τῶν δημοσίων καταστημάτων τοῦ Κεφ. Γʹ τῶν
1029ἐσόδων κατὰ δραχ. 199,718:07, ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρή-
1030σεων κατὰ δραχ. 652,727:65, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων εἰσοδη-
1031μάτων κατὰ δραχ. 113,448:27. Ἀλλὰ τὰ μὲν ἐκ κεκλει-
1032σμένων χρήσεων εἰσπραττόμενα δὲν καταδηλοῦσι τῆς παρα-
1033γωγῆς τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ τῆς εἰσπράξεως τὴν αὐστηρὰν καὶ
1034ἐντεταμένην ἐνέργειαν· τὰ δ’ ἐκ τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων
1035εἰσπραχθέντα πλέον τῶν προϋπολογισθέντων πρέπει νὰ ἀπο-
1036δοθῶσι πρὸ πάντων εἰς τὸ ἐκποιηθὲν ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ, ἐκ
1037τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν προϋπολογισθέντων
1038κατὰ δραχ. 849,921:25, εἰς τὰ πρόσθετα τέλη, ἕνεκα ἐκ-
1039προθέσμου πληρωμῆς τῶν φόρων, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπρά-
1040χθησαν 359,049:63, ὅλως ἀπρόβλεπτοι, καὶ ἐξ ἐσόδων
1041στρατολογίας, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν 192,325:55 πλέον τοῦ
1042προϋπολογισθέντος ποσοῦ.
1043Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων τὰ τελωνειακὰ τέλη εἰσὶ τὰ
1044ἀποφέροντα τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ πρὸ
1045τούτου δέον νὰ ποιήσωμαι ἀνακεφαλαίωσίν τινα. Τὰ κατὰ
1046τὸ 1887 εἰσπραχθέντα ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τὸ 1886 κατὰ
1047δραχ. 19,623,103:07. Ἀλλ’ ἐκ τίνων πόρων προέκυψεν ἡ
1048περίσσεια αὕτη; Μήπως ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀφθονω-
1049τέρας παραγωγῆς τῆς γεωργίας ἢ τῆς κτηνοτροφίας; Τὰ
1050κατὰ τοὺς 20 μῆνας τοῦ 1887 εἰσπραχθέντα ἀπὸ τῶν
1051προϊόντων τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, ἤτοι ἐκ τῶν
1052φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τῶν
1053κατὰ στρέμμα φορολογουμένων, ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις
1054εἰσπραττομένων, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν ζώων, ἐπὶ τῶν βο-
1055σκῶν, ἐκ τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἀδιαθέτων ἀσκεπῶν γαιῶν, τῇ
1056προσθήκῃ καὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν κατὰ 20%,
1057ἀνῆλθον εἰς 12,392,797:72, ἐνῷ τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοι-
1058χοῦντας μῆνας τοῦ 1886 εἰσπραχθέντα, ἀνῆλθον εἰς 10,507,
1059564:38, ἤτοι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 περισσότερα
10601,885,233:34.
1061Περισσότερα ὡσαύτως εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 τῶν
1062κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχμὰς 745,220:54,
1063ἐκ τῆς προσόδου ἢ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν γαιῶν καὶ κτη-
1064μάτων, ἤτοι ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται
1065ἐν τοῖς ἄρθροις 8 καὶ 9 τοῦ Κεφ. Δʹ τοῦ νόμου τῶν ἐσόδων,
1066οἷον ἐκ περιβολίων καὶ ἄλλων κτημάτων, καὶ ἐκ κτημάτων
1067διοικουμένων δι’ ἐπιστασίας, ὡς καὶ ἐκ δικαιωμάτων, τὰ
1068ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 3, 4 μέχρις 9, περι-
1069λαμβανομένου, τοῦ Κεφαλ. Εʹ, ἐν τοῖς ἄρθροις 1 καὶ 15 τοῦ
1070Κεφ. Ϛʹ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἑπτὰ ἄρθροις τοῦ Κεφ. Ζʹ τοῦ εἰ-
1071ρημένου νόμου, διότι ἐκ τούτων κατὰ τοὺς 20 μῆνας τοῦ
10721887 εἰσεπράχθησαν δραχ. 2,308,457:14, ἐνῷ κατὰ τοὺς
1073ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ.
10741,563,236:60. Ὅθεν ἐκ τῶν 19,623,103:07, τὰ ὁποῖα
1075εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 πλέον τῶν κατὰ τὸ 1886
1076εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς 20 πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως,
1077τὰ 16,992,649:19 προῆλθον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων
1078ἐξ ἐμμέσων φόρων, ἐκ μονοπωλίων, καὶ ἐξ ἄλλων νομημάτων
1079καὶ δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ἐκ τῶν φόρων ὅμως ἐπὶ
1080τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δη-
1081μοσίου ἐπὶ τῶν κτήσεων τοῦ Κράτους, ἡ προελθοῦσα αὔξη-
1082σις συνεκεφαλαιώθη μόνον εἰς δραχ. 2,630,453:88, ἐνῷ ἐκ
1083μόνης τῆς προσθήκης τῶν 20% ἔπρεπε νὰ προκύψῃ
1084αὔξησις δραχ. 2,521,200.
1085Ἀλλ’, ὡς εἶπον ὑμῖν, ὁ μεγαλείτερος τῶν ἐμμέσων φόρων
1086εἶναι τὰ τελωνειακὰ τέλη. Δέον δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ταῦτα.
1087Κατὰ τὸ 1887 εἰσεπράχθησαν ἐν τοῖς τελωνείοις δραχμαὶ
108834,481,172:46, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 εἶχον εἰσπραχθῆ 25,
1089598,105:19, ἤτοι εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1887 ἐκ τῶν τε-
1090λωνείων δραχ. 8,883,067:27 περισσότερα. Ἐκ τῶν 8,883,
1091067:27 εἰσεπράξαμεν 7,479,599:26, περισσότερα ἐκ τελῶν
1092εἰσαγωγῆς, διότι τὰ κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντα ἀνῆλθον εἰς
109326,675,302:45, ἐνῷ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1886 συνί-
1094σταντο εἰς 19,195,703:19. Ἀφοῦ δὲ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς
1095εἰσεπράξαμεν περισσότερα 7,479,599:26, τὸ ὑπόλοιπον μέ-
1096χρι τοῦ ποσοῦ τῶν 8,883,067:27 εἰσεπράξαμεν ἐκ τελῶν
1097εἰσαγωγῆς, ἐκ δικαιωμάτων διαμετακομίσεως, ἐκ τῶν λα-
1098θρεμπορίων καὶ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων. Οὕτως εἰσεπράξαμεν
1099περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσπραχθέντων ἐκ τελῶν
1100ἐξαγωγῆς 675,525:25, ἐκ δικαιωμάτων διαμετακομίσεως
11017,701:37, ἐκ τῶν λαθρεμπορίων 10,866:26, καὶ ἐκ τῶν
1102ἐγγείων φόρων 814,962:79. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν παραβολῇ τῶν
1103κατὰ τὸ 1887 εἰσπραχθέντων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
1104εἰσεπράξαμεν πέρυσιν. Ἂν παραβάλωμεν ὅμως τὰ εἰσπρα-
1105χθέντα πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, θέλομεν συναγάγει ἀπο-
1106τελέσματα ἀλλοῖα.
1107Καὶ ὄντως κατὰ τὸ 1887 εἶχον προϋπολογισθῆ ἐν ὅλῳ
1108τελωνειακὰ ἔσοδα 37,058,335, εἰσεπράχθησαν δὲ 34,481,
1109172:46, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 2,577,
1110162:54. Ἐπῆλθε δὲ ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἰς τὰ τέλη τῆς
1111εἰσαγωγῆς, ἐξ ὧν εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολο-
1112γισθέντων κατὰ 1,793,732:55, εἰς τὰ τῆς ἐξαγωγῆς, ἐξ ὧν
1113εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 370,
1114714:26, εἰς τὰ τῆς διαμετακομίσεως, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν
1115ὀλιγώτερα 58,823:54, καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγείων φόρων, ἐξ ὧν
1116εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 463,
1117594:40. Εἰσεπράξαμεν ὅμως καὶ περισσότερα τῶν προϋπο-
1118λογισθέντων, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῶν τελωνειακῶν ποινῶν καὶ
1119ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑγειονομικῶν, ἐξ ὧν ἐπῆλθεν αὔ-
1120ξησις ἐν ὅλῳ δραχ. 109,702:41.
1121Ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς σφάλμα
1122ἐμφιλοχωρῆσαν περὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν προϋπολογισθέν-
1123των ποσῶν, διότι ταῦτα προσδιωρίσθησαν μετὰ λόγου. Καὶ
1124ὄντως τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὰ ἔτη
11251883, 1884 καὶ 1885, ἀνελθόντα εἰς 55,642,185:11, παρέ-
1126στησαν μέσον ὅρον 18,547,395. Αἱ διὰ τοῦ νόμου τῆς 26
1127Νοεμβρίου 1885 νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις ἀκριβῶς προσ-
1128διωρίσθησαν εἰς 1,773,500, ὡς καὶ αἱ διὰ τοῦ νόμου τῆς 21
1129Δεκεμβρίου 1885 εἰς 500,000. Ἐκ τούτων ἑπομένως ἐδι-
1130καιολογεῖτο πληρέστατα ἡ ἀναγραφὴ ποσοῦ 20,820,895,
1131καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δραχμῶν 33,099 διὰ τὴν ἐλάττω-
1132σιν τῶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τουμπεκίου τελῶν, εὐλό-
1133γως προϋπελογίζετο ὡς ποσὸν εἰσαγωγικῶν τελῶν τὸ τῶν
113420,800,000, ἀντὶ τῶν κατὰ τὸ 1886 προϋπολογισθέντων
113522,800,000. Ἐπειδὴ μάλιστα μεταξὺ τῶν παραγόντων, ἐξ
1136ὧν προέκυψεν ὁ μέσος ὅρος, ὑπῆρχε τὸ ἔτος 1885, καθ’ ὃ
1137τὸ ἐμπόριον κατεστάθη δειλὸν καὶ ἄτολμον, ἀνέστειλε δὲ
1138τὴν κίνησιν αὑτοῦ, καὶ ἠλάττωσεν ἐπαισθητῶς τὰς προμη-
1139θείας του, ἕνεκα τῶν ἐπελθουσῶν κατὰ τὸ 1885 πολιτικῶν
1140περιστάσεων, ὁ εἷς τῶν τριῶν παραγόντων τοῦ μέσου ὅρου
1141ἦτο μικρότερος κατ’ ἐξαίρεσιν, διὰ λόγους μὴ ὑπάρχοντας
1142πλέον κατὰ τὸ 1887, ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος μικρότερος τοῦ
1143πιθανοῦ, μεγίστη δ’ ἕνεκα τούτου πιθανότης, εἰς βαθμὸν σχε-
1144δὸν βεβαιότητος, ὅτι τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου τούτου ὅρου
1145προϋπολογισθὲν ποσὸν προϋπελογίσθη ὀλιγώτερον ἢ ὅσον
1146ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῇ, καὶ ὅτι ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ δὲν
1147ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ. Τὰ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ
11481885 εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἦσαν κατὰ δρ.
1149533,385:37 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα
1150τοῦ 1884 εἰσπραχθέντων. Ἐνῷ δὲ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885
1151ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ καὶ κατὰ
1152Νοέμβριον τοῦ 1884, ἤτοι δραχ. 1,775,470:23, καὶ προσέτι
1153τὰ ἀναλογοῦντα εἰς τὸν μῆνα τοῦτον ἐκ τῆς κατὰ Νοέμ-
1154βριον τοῦ 1885 νομοθετηθείσης αὐξήσεως, ἥτις προσδιωρίσθη,
1155ὡς εἴρηται, εἰς δραχμὰς 1,773,500, εἰσεπράχθησαν μόνον
11561,635,590, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 287,671. Καὶ
1157κατὰ Δεκέμβριον δὲ τοῦ 1885, ἂν εἰσεπράττοντο μόνα τὰ
1158κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1884 ἐκ δρ. 1,508,756
1159εἰσπραχθέντα, καὶ ἡ ἐκ δρ. 147,791 ἀναλογοῦσα προσθήκη
1160ἐκ τῆς νομοθετηθείσης διὰ τοῦ νόμου τῆς 26 Νοεμβρίου
11611885, ἤθελον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 1,656,547, ἀλλ’ εἰσεπρά-
1162χθησαν μόνον 1,389,184, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 267,363.
1163Προσετέθησαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 20,800,000 δραχμῶν
11641,225,683 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν ἐπὶ τῆς ζακχά-
1165ρεως, ὡσαύτως 2,730,000 διὰ τὴν ἐπαναφορὰν ἄλλων κα-
1166ταργηθέντων καὶ ἐλαττωθέντων κατὰ τὸ 1885 τελῶν, καὶ
1167τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπὶ τοῦ καφὲ, καὶ ἀνεβιβάσθη οὕτω τὸ ἐν
1168τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγραφὲν ὡς ποσὸν εἰσπρα-
1169κτέον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς 24,755,683.
1170Ἀλλ’ αἱ ἀπὸ τοῦ 1885 νομοθετηθεῖσαι προσθῆκαι καὶ
1171αἱ κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887 ἐπελθοῦσαι ἔχουσι τὰς ἑξῆς
1172ἀναλογίας. Αἱ κατὰ τὸ 1885 γενόμεναι, ἄν προσδιορισθῶ-
1173σιν εἰς 2,240,400, ἀναλογοῦσι πρὸς 12% καὶ 25½%
1174ἐπὶ τῶν ἕως τότε εἰσπραττομένων, αἱ δὲ νο-
1175μοθετηθεῖσαι κατὰ τὸ 1887, προσδιοριζόμεναι εἰς 3,955,683,
1176ἀναλογοῦσι καὶ αὗται πρὸς 19% καὶ 1/28, ἡ δὲ
1177λόγῳ διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ εἰς 15%.
1178Ἑπομένως αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ εἰσαγω-
1179γικὰ τέλη ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1885 μέχρι τοῦδε, συγ-
1180κεφαλαιοῦνται εἰς 46% καὶ 1/26.
1181Κατὰ ταῦτα ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τριετίαν εἰσπρα-
1182χθέντων συνίστατο εἰς δραχ. 18,547,395, προστιθεμένων δ’
1183εἰς αὐτὸ τῶν 12% καὶ 25½%, ἀναλογίας, ἣν
1184ἀποτελοῦσιν αἱ κατὰ τὸ 1885 νομοθετηθεῖσαι προσθῆκαι,
1185τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς δραχ.
118620,820,895 προστιθεμένων δὲ εἰς αὐτὸ καὶ τῶν 19% καὶ
11871|28 τοῦ 1%, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν ἀναλογίαν τῶν
1188κατὰ τὸ 1886 γενομένων τῇ προτάσει τοῦ Πρωθυπουργοῦ
1189αὐξήσεων, τὸ ποσὸν ἤθελεν αὖθις ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμὰς
119024,838,399, καὶ τέλος, προστιθεμένων καὶ τῶν 15%
1191διὰ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ, ἤθελεν ἀνα-
1192βιβασθῆ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν εἰς 28,559,553. Ἀλλ’
1193εἰσεπράχθησαν 26,675,302:25, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ
11942,298,644:55.
1195Οὕτω τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν προσ-
1196διωρίσθη ἐπὶ τῇ βάσει ὅρου, ἄγοντος εὐθύ, οὐχὶ εἰς τὴν πι-
1197θανότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν βεβαιότητα, διότι ἐκ τῶν τριῶν ἐτῶν,
1198τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου,
1199ἓν ἔτος, τὸ 1885, ἦτο ἐμπορικῶς δυστυχές, τὸ δὲ ποσόν,
1200τὸ ὁποῖον συνηγάγομεν, τοῦ μέσου ὅρου ἐκ τῶν τριῶν ἐτῶν, ἦτο
1201ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρεῖχε πάσας τὰς πιθανότητας, ὅτι ἤθελεν
1202εἰσπραχθῆ. Τὸν μέσον δὲ τοῦτον ὅρον, αὐξηθέντα κατὰ τὰς
1203διαφόρους προσθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι
1204τοῦ 1887, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν, εἰσπράξαντες ὀλι-
1205γώτερα 2,298,644. Τοῦτο δὲ καταδηλοῖ, κατὰ τὴν γνώμην
1206μου, ὅτι, ὑπὸ τὸ βάρος τῶν νομοθετηθεισῶν ἀλλεπαλλήλων
1207προσθηκῶν, κατέστη ἀπρόθυμος ἡ κατανάλωσις, καὶ εἰσε-
1208πράχθησαν οὔτε ὅσα ἐκ τῶν νομοθετηθεισῶν προσθηκῶν εὐλό-
1209γως προσεδοκῶμεν, οὔτε ὁ μέσος ὅρος, ὁ χρησιμεύσας ὡς βάσις
1210τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ.
1211Ἐνθυμοῦμαι τὰς προβλέψεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ
1212ἐκ Κεφαλληνίας, τοῦ μέλους τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ
1213Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τοῦ 1887. Ἀγορεύων ὁ κ. Βαλ-
1214σαμάκης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλεγεν, ὅτι, ὅσῳ αὐξά-
1215νονται τὰ τέλη ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων, τοσοῦτον περιορίζε-
1216ται ἡ εἰσαγωγή, ἐὰν δὲ παρουσιασθῇ προσωρινή τις αὔξη-
1217σις ἐσόδων, αὕτη ταχέως θέλει μεταπέσει εἰς ἐλάττωσιν,
1218διότι τὸ ποσὸν τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὸ τέ-
1219λος, θέλει εἰσαχθῆ ὀλιγώτερον.
1220Καὶ ἀληθῶς ἔν τινι φυλλαδίῳ, δημοσιευθέντι ὑπὸ τοῦ
1221Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περιέχοντι διαφόρους πί-
1222νακας, εὗρον στατιστικὴν πληροφορίαν περὶ τῶν κατὰ τὰ
1223τελευταῖα ἔτη εἰσαχθέντων ποσῶν τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ
1224καφέ, τῶν δύο τούτων ἀντικειμένων τοῦ ἐμπορίου, τὰ ὁποῖα
1225τελευταῖον ἐπεβαρύνθησαν διὰ βαρυτάτων τελωνειακῶν τε-
1226λῶν. Εὗρον λέγω, ὅτι κατὰ τὸ 1884 εἰσήχθη καφὲς ὀκά-
1227δες 1,306,593, ὅτι τὸ 1885, ὅπερ, ὡς εἴρηται, ἦτο ἔτος
1228ἐμπορικῶς δυστυχές, διότι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ τό-
1229που δὲν ἐνεθάῤῥυνον, ἀλλ’ ἀνέστειλαν τὸ ἐμπόριον, εἰσήχθη
1230καφὲς 1,164,727 ὀκάδες, δηλ. ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέν-
1231τος κατὰ τὸ 1884 κατὰ 141,866 ὀκάδας, ὅτι τὸ 1886
1232εἰσήχθη καφὲς 1,111,025 ὀκάδες, δηλαδὴ ὀλιγώτερον τοῦ
1233εἰσαχθέντος κατὰ τὸ 1885 κατὰ 53,702 ὀκάδ. καὶ ὀλιγώ-
1234τερον τοῦ κατὰ τὸ 1884 εἰσαχθέντος κατὰ 195,568 ὀκά-
1235δας, διότι καὶ τὸ ἔτος 1886, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἦτο ἔτος ἐμ-
1236πορικῶς δυστυχές. Τέλος, ὅτι κατὰ τὸ 1887, ὅτε ἡ πίστω-
1237σις ἡμῶν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ἀκμῆς, ὅσον ὁ Πρωθυπουρ-
1238γὸς προχθὲς σᾶς περιέγραφε, κατὰ τὸ 1887, ὅτε μετὰ μίαν
1239ἀναστολὴν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τὸ ἐμπόριον ἤρξατο
1240κινούμενον δραστηρίως καὶ μετ’ ἀκατασχέτου ζήλου, εἰσ-
1241ηγάγομεν ποσὸν καφὲ ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος ὄχι μό-
1242νον κατὰ τὸ 1884, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ
12431886. Καὶ ὄντως εἰσηγάγομεν μόνον 1,004,628 ὀκάδας,
1244δηλαδὴ ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος τὸ 1886 κατὰ 106,397
1245ὀκάδας, ὀλιγώτερον δὲ τοῦ κατὰ τὸ 1885 κατὰ 160,099
1246ὀκάδας, καὶ ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1884 κατὰ 301,965
1247ὀκάδας.
1248Τὴν αὐτὴν πληροφορίαν δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ εἰρημένον φυλ-
1249λάδιον καὶ περὶ τῆς σακχάρεως, διότι κατὰ τὸ 1884 εἰσ-
1250ηγάγομεν σάκχαριν 6,757,904 ὀκάδας, κατὰ τὸ 1885, τὸ
1251ἐμπορικῶς δυστυχὲς ἔτος, τὸ εἰσαχθὲν ποσὸν ἠλαττώθη εἰς
12525,022,732 ὀκ. δηλ. κατὰ 1,735,172 ὀκάδας ὀλιγώτερον
1253ἀπὸ τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ 1884. Κατὰ τὸ 1886, ἔτος
1254ἐπίσης ἐμπορικῶς δυσχερὲς, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας, εἰσηγά-
1255γομεν σάκχαριν 5,536,388 ὀκάδας, δηλαδὴ περισσότερον
1256ἀπὸ τὸ κατὰ τὸ 1885 εἰσαχθὲν κατὰ 513,656 ὀκάδας, ὀλι-
1257γώτερον ὅμως τῆς κατὰ τὸ 1884 εἰσαχθείσης κατὰ 1,221,
1258516 ὀκάδας. Καὶ κατὰ τὸ 1887, τὸ ἔτος τῆς ζωῆς καὶ
1259τῆς κινήσεως, τῆς ἐμπορικῆς ἀκμῆς, τὸ ἔτος τῆς ἀκμῆς
1260τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εἰσηγάγομεν ὀκάδας σακχάρεως
12614,258,111 δηλ. ὀλιγώτερον τοῦ εἰσαχθέντος κατὰ τὸ 1884
1262κατὰ 2,449,793 ὀκάδας, ὀλιγώτερον τοῦ κατὰ τὸ 1885
1263εἰσαχθέντος κατὰ 764,621 ὀκάδας, καὶ ὀλιγώτερον τοῦ
1264κατὰ τὸ 1886 εἰσαχθέντος κατὰ 1,278,277 ὀκάδας.
1265Εἰς ποίας τάχα αἰτίας πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ τοσαύτη
1266ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ, τοῦ εἰσαχθέντος ἐκ τῶν ἀντικειμένων
1267τούτων τοῦ ἐμπορίου; Καὶ εἰς ποίαν ἄλλην ἢ εἰς τὴν βα-
1268ρεῖαν φορολογίαν, ἥτις ἢ περιώρισε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ,
1269ἢ ἐνίσχυσε τὴν λαθρεμπορίαν αὐτοῦ;
1270Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον συν-
1271έταξα, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ
1272εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1887 ἦσαν ὀλιγώτερα τοῦ
1273ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῇ, κατὰ 2,298,644:55.
1274Καὶ πράγματι μόνον κατὰ δύο μῆνας, ἤτοι τὸν Σεπτέμ-
1275βριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1887, εἰσεπράχθη τὸ κατὰ τὸν
1276πίνακα τοῦτον ἀναλογοῦν εἰς αὐτοὺς ποσόν, καὶ πλέον μά-
1277λιστα αὐτοῦ κατὰ δραχ. 441,393:80 ἐν ὅλῳ. Ἀλλὰ
1278κατὰ τοὺς ἄλλους 10 μῆνας τοῦ ἔτους, οὐ μόνον δὲν ὑπῆρ-
1279ξεν ἡ φυσικῶς προϊοῦσα πρόοδος, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἀναλο-
1280γοῦντα εἰς ἕκαστον αὐτῶν εἰσεπράχθησαν, διότι τὰ εἰσπρα-
1281χθέντα εἶναι ὀλιγώτερα κατὰ 2,298,644:55. Ἦτο δὲ ἡ
1282πτῶσις τοσοῦτον μεγάλη κατά τινας τῶν δέκα τούτων
1283μηνῶν, ὥστε αὕτη κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον συνίστατο
1284εἰς 269,493, κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον εἰς 297,674, κατὰ
1285τὸν Ἰανουάριον εἰς 307,310, κατὰ τὸν Μάϊον εἰς 396,231,
1286κατὰ τὸν Φεβρουάριον εἰς 405,380, καὶ κατὰ τὸν Μάρ-
1287τιον εἰς 421,158.
1288Τὴν ἐπὶ τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐπι-
1289στρατείας καταδηλοῦσιν ἰδίως τὰ ἐνδεικτικὰ αὐτῆς ἀποτε-
1290λέσματα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ 1886. Ἂν πα-
1291ραβάλητε τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ
12921886 πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας
1293μῆνας τοῦ 1885, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας Ἰα-
1294νουάριον, Φεβρουάριον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον εἰσεπράχθη-
1295σαν κατὰ τὸ 1886 ὀλιγώτερα κατὰ 1,136,233:67, ἂν
1296καὶ εἰσεπράττοντο κατὰ τοὺς μῆνας τούτους αἱ διὰ τοῦ
1297Νόμου τῆς 26 Νοεμβρίου 1885 νομοθετηθεῖσαι αὐξήσεις, ἕνεκα
1298τῶν ὁποίων ἔπρεπε τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς μῆνας τού-
1299τους νὰ ἦναι περισσότερα κατὰ τὸ ⅓ τῆς ἐκ δρ. 1,773,
1300500 προϋπολογισθείσης διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην προσόδου,
1301ἤτοι κατὰ δραχ. 591,166. Ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῶσι πάντα
1302τοῦ ἐμπορίου τὰ ἀποταμιεύματα, καὶ ἅμα μετὰ τὴν ἄρσιν
1303τοῦ ἀποκλεισμοῦ νὰ γένηται φυσικῶς ζωηροτάτη τοῦ ἐμ-
1304πορίου ἡ κίνησις, ἔπρεπε προσέτι νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ Νο-
1305έμβριον καὶ Δεκέμβριον αἱ ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου
1306προταθεῖσαι αὐξήσεις, ὥστε τὰ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886
1307νὰ ὑπερβῶσι τὰ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα
1308κατὰ δραχ. 844,899:63, καὶ τὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1886
1309νὰ ὑπερβῶσι τὰ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα
1310κατὰ δρ. 1,070,076:56, ὥστε νὰ καλυφθῇ ἡ ἄνω περιγρα-
1311φεῖσα πτῶσις τῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐσόδων, καὶ νὰ
1312παρασταθῇ ἡ κατὰ δραχ. 3,535,358:08 καταδειχθεῖσα
1313αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τοῦ 1886 ἐν παραβολῇ
1314πρὸς τὰ κατὰ τὸ 1885 πραγματοποιηθέντα.
1315Ἀλλ’ ἔπρεπε προσέτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1887 νὰ συμβῇ
1316καί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλ’
1317ἀρκεῖ νὰ ἀφηγηθῶ, ἀφίνων εἰς ἕκαστον ὑμῶν νὰ χαρακτη-
1318ρίσῃ αὐτὸ, ὅπως θέλει. Διεδόθη κατὰ Σεπτέμβριον ἢ Ὀ-
1319κτώβριον, ὅτι πρόκειται νὰ αὐξηθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν σιτη-
1320ρῶν, κατὰ δὲ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἐπῆλθεν ἕνεκα
1321τούτου μεγίστη εἰσαγωγὴ σιτηρῶν, ἧς ἕνεκα ἐπῆλθε καὶ
1322μεγάλη αὔξησις τῶν εἰσπραχθέντων τελῶν κατὰ τοὺς μῆ-
1323νας ἐκείνους. Τινὲς ἔλεγον, ὅτι τοῦτο ἐγένετο διότι πραγμα-
1324τικῶς ἐσκέπτετο ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ αὐξήσῃ τὰ εἰσαγω-
1325γικὰ τέλη ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, ἄλλοι ἔλεγον, ὅτι ἡ διάδοσις
1326ἐγένετο μετὰ πονηρίας, ὅπως, λήγοντος τοῦ 1877, κατορ-
1327θωθῇ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας νὰ εἰσπραχθῶσι με-
1328γάλα ποσὰ καὶ ἐξογκωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ 1887, συντελε-
1329σθῇ δὲ τὸ ἰσοζύγιον. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ κατὰ τοὺς
1330μῆνας ἐκείνους ἀνάγκαι ἦσαν πολλῷ ὑποδεέστεραι τῶν εἰσ-
1331αχθέντων, ὡς εἴρηται, ποσῶν σιτηρῶν, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν,
1332εἰμὴ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1888, τοὺς πρώτους τοὐ-
1333λάχιστον μῆνας, νὰ εἰσαχθῶσιν ὀλιγώτερα ποσὰ ἢ ὅσα ἤθε-
1334λον εἰσαχθῆ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ μεγάλη αὕτη εἰσαγωγή.
1335Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο παρεστάθη ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας
1336τοῦ Ὑπουργείου ὡς εὐτυχὲς συμβεβηκός. Ὅτε δὲ αἱ ἐφη-
1337μερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατεδείκνυον, ὅτι τὰ κατὰ
1338τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ
1339τέλη ἦσαν ὑποδεέστερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἀντι-
1340στοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1887, ἀπέδιδον αὗται τὸ πρᾶγμα
1341εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ
13421888 εὐφορίαν τῶν σιτηρῶν, καὶ παρεκέλευον τὸν λαὸν νὰ
1343πανηγυρίσῃ διὰ τὴν εὐτυχίαν του ταύτην, καταγγέλλουσαι
1344τὴν μὴ ἀγαλλομένην ἐπὶ τούτῳ Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἐστερη-
1345μένην πατριωτισμοῦ!
1346Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ κατὰ τὸ 1884. Καὶ τότε διε-
1347δόθη, ὅτι θέλει προταθῆ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους
1348ἐπὶ τῆς ζακχάρεως. Τὸ ἐμπόριον ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ με-
1349γάλα ποσὰ ζακχάρεως, καὶ ἐν τοῖς τελωνείοις εἰσεπράχθη-
1350σαν διὰ τοῦτο ὡς τέλη μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ, τὰ δ’ εἰσ-
1351πραχθέντα τέλη ηὔξησαν σημαντικῶς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’
1352ἦλθον οἱ ἑπόμενοι μῆνες, ἐπειδὴ δὲ ἡ εἰσαχθεῖσα ζάκχαρις
1353δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ, ὡς ὑπερβαίνουσα τὰς
1354ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, τὸ ἐμπόριον ἔπαυσε νὰ προμηθεύη-
1355ται τοιαύτην, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καταναλωθῇ ἡ
1356εἰσαχθεῖσα.
1357Κατὰ τὸ 1888 τὸ ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς προϋπολογισθὲν
1358ἔσοδον προσδιωρίσθη εἰς 23,800,000, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν
1359προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1887 κατὰ 955,683. Καὶ ἐκ
1360τελῶν ἐξαγωγῆς προϋπελογίσθησαν 1,760,000, ἤτοι ὀλι-
1361γώτερα τῶν κατὰ τὸ 1887 κατὰ 740,000. Τὰ ἐκ διαμε-
1362τακομίσεως προϋπολογισθέντα ἦσαν ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887,
1363καὶ τὰ ἐκ τελωνιακῶν ποινῶν προϋπελογίσθησαν περισσό-
1364τερα τῶν κατὰ τῶν 1887 κατὰ 160,000. Οὕτω, παρα-
1365βαλλομένων τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1888 πρὸς
1366τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὰ 1887, συνάγεται, ὅτι τὸ
1367ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τε-
1368λωνιακῶν ἐν γένει τελῶν, τυγχάνει ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ,
1369τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ κατὰ τὸ 1887, κατὰ 1,535,
1370683. Ἀλλὰ καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ὡς εἶπον, προϋπελο-
1371γίσθησαν κατὰ τὸ 1888 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέν-
1372των κατὰ τὸ 1887 κατὰ 955,683. Ἂν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο
1373ἀναλογισθῇ εἰς ἕκαστον τῶν 12 μηνῶν τοῦ 1888, τὰ καθ’
1374ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους τούτου εἰσπρακτέα θέλουσιν
1375εἶσθαι ἐλάσσονα τῶν καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ 1887
1376εἰσπραχθέντων κατὰ 79,640. Ἀλλὰ κατὰ πίνακα, τὸν
1377ὁποῖον συνέταξα καὶ ἔχω ἐν χερσὶ, δηλοῦντα δὲ τὰ ποσὰ,
1378τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ
1379Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπρά-
1380χθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν μέχρις Ἰουλίου μηνῶν, συνάγεται,
1381ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1888 δρ.
13822,152,567, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,724,537:69, ἤτοι ὀλι-
1383γώτερα κατὰ δρ. 428,029:31. Κατὰ Φεβρουάριον ἔπρεπε
1384νὰ εἰσπραχθῶσι 2,373,883, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,920,
1385739:19, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 453,143:81. Κατὰ Μάρ-
1386τιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι 2,423,732, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν
13872,257,572:36, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 166,159:64. Κατὰ
1388Ἀπρίλιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν 1,990,384, ἀλλ’ εἰσε-
1389πράχθησαν 1,705,411:33, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 284,
1390972:67. Κατὰ Μάϊον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι 2,011,462,
1391ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,879,301:11, ἤτοι ὀλιγώτερα
1392κατὰ δραχ. 132,160:89. Κατὰ Ἰούνιον ἔπρεπε νὰ εἰσ-
1393πραχθῶσι δραχ. 1,709,577, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν 1,672,
1394684:88, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 36,942:12. Καὶ κατὰ
1395Ἰούλιον ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσιν 1,998,589, ἀλλ’ εἰσεπρά-
1396χθησαν 1,912,583:80, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 86,005:20.
1397Καὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐκ τελῶν
1398εἰσαγωγῆς πρέπει νὰ παραβάλῃ τις τὰ προϋπολογισθέντα.
1399Ἐπειδὴ δὲ προϋπελογίσθησαν ἐξ εἰσαγωγῆς πλέον τῶν εἰσ-
1400πραχθέντων κατὰ τὸ 1887 δρ. 694,697:55, συνέταξα πί-
1401νακα, δηλοῦντα τό τε μετὰ τὴν ἀνωτέρω αὔξησιν εἰσπρα-
1402κτέον καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ 1888 ποσὸν, τὸ εἰσ-
1403πραχθὲν, καὶ τὰς μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰς ἐπὶ αὐξήσει ἢ
1404ἐπὶ μειώσει. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον τὰ κατὰ τοὺς μῆνας
1405Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Ἀπρίλιον, Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον
1406τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα ἦσαν ὑποδεέστερα τῶν εἰσπρα-
1407κτέων κατὰ 922,672:56. Μόνον κατὰ Μάρτιον καὶ Μάϊον
1408εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἐν ὅλῳ κατὰ δρ. 245,457:77,
1409ὧν ἀφαιρουμένων, περιορίζεται ἡ μείωσις εἰς δρ. 777,214:79.
1410Ἐπειδὴ ἔκαμα λόγον περὶ σιτηρῶν, διότι εἰς τὴν κατὰ
1411τὸ 1888 ἐλάττωσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν σιτηρῶν ἀπέδω-
1412κεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπραχθέντων εἰσα-
1413γωγικῶν τελῶν κατὰ τὸ 1888, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπι-
1414τρέψητε νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν ἑξῆς.
1415Κατὰ τὸ 1887 εἰσήχθησαν σιτηρὰ περισσότερα τῶν κατὰ
1416τὸ 1886 εἰσαχθέντων ὀκάδες 20,165,541, κατὰ τὰ περιε-
1417χόμενα ἔν τινι φυλλαδίῳ, ἐπιγραφομένῳ «πίνακες τῶν τε-
1418λωνιακῶν εἰσπράξεων,» δημοσιευθέντι δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
1419γείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι τὰ σημειούμενα ὡς εἰσαχθέντα
1420κατὰ τὸ 1887 ἔν τινι ὀγκώδει βιβλίῳ, δημοσιευθέντι Ἑλ-
1421ληνιστὶ καὶ Γαλλιστὶ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
1422καὶ ἐπιγραφομένῳ «ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ξέ-
1423νων Ἐπικρατειῶν», περιέχουσιν ὅλως διαφόρους ἀριθμούς.
1424Ἀπέσπασα δὲ σελίδας τινὰς ἐκ τοῦ βιβλίου τούτου, διὰ νὰ
1425δείξω τὰς διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν. Οὕτως ἐν ταῖς
1426σελίσι 144 καὶ 145 βεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὸ 1887 εἰσή-
1427χθησαν σιτηρὰ, οὐχὶ 151,737,651 ὀκάδες, ἀλλὰ 176,597,
1428256 ὀκάδες, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1886 εἰσα-
1429χθεισῶν, οὐχὶ κατὰ 20,165,541, ἀλλὰ κατὰ 45,025,123.
1430Ὄντως μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι πᾶσαι αἱ δημοσιεύ-
1431σεις, αἱ ἐκπορευόμεναι ἀπὸ τὰ δημόσια γραφεῖα, εὑρίσκον-
1432ται ἐν πλήρει ἀντιφάσει πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἀγνοοῦμεν
1433ποίας νὰ πιστεύσωμεν. Κατὰ τὸ 1888 ἔχομεν τὰ ἀποτελέ-
1434σματα τῶν 8 πρώτων μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ εἰσα-
1435χθέντα σιτηρὰ ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοι-
1436χοῦντας μῆνας τοῦ 1887 εἰσαχθέντων κατὰ 21,317,805
1437ὀκάδας· ἕνεκα δὲ τούτου ἐπειθόμεθα, ὅτι ἐστερήθημεν τῶν
1438δι’ αὐτὰ πληρωτέων εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα, κατὰ
1439τὰ δημοσιευθέντα διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως»,
1440ἀνέρχονται εἰς 584,139:84. Ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας,
1441τὰς ὁποίας δημοσιεύει τὸ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, τὸ
1442πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, διότι τὰ κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1888
1443εἰσπραχθέντα ἐκ τελῶν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων σιτηρῶν δὲν
1444ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1887 εἰσπραχθέντων,
1445ἀλλὰ περισσότερα, καὶ ὑπερέβησαν αὐτὰ κατὰ δρ. 41,813.
1446(Ἀναγινώσκει τὴν σελ. 14 τοῦ κατὰ Ἰούνιον μηνιαίου δελ-
1447τίου, καθ’ ὃ «Δημητριακοὶ καρποὶ εἰσήχθησαν κατὰ τὸν Ἰού-
1448νιον τοῦ 1888 ὀκάδες 2,227,974 ὀλιγώτερον, ἀλλ’ εἰσε-
1449πράχθησαν 41,813 περισσότερον, διότι κατὰ μὲν τὸ 1887
1450εἰσεπράχθησαν 253,879, κατὰ δὲ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν
1451295,682).
1452Μήπως λοιπὸν τὰ σιτηρὰ ταῦτα ἦσαν σιτηρὰ εἰσαχθέντα
1453ἐκ Ρουμανίας καὶ ὑπαχθέντα εἰς διάφορα τέλη, ἢ μήπως
1454αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουσι, γρά-
1455φουσιν ὅ,τι θέλουν; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν οἱ
1456Συνταγματικοὶ θεσμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸ τῆς 3 Σεπτεμ-
1457βρίου 1843, Ὑπουργός τις τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύ-
1458κλιον καὶ διέταξε τοὺς Νομάρχας νὰ στείλωσιν αὐτῷ ἁπλου-
1459στάτην τινὰ πληροφορίαν, ἤτοι πόσα δένδρα ἄγρια ὑπάρχου-
1460σιν ἐν τῷ νομῷ, πόσων δὲ ἐτῶν εἶναι ἕκαστον τῶν δένδρων
1461τούτων. Εἷς τῶν Νομαρχῶν εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν, καὶ ἦτο
1462στενοχωρημένος. Ἀλλ’ εἰσῆλθε τότε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐ-
1463τοῦ εἷς τῶν φίλων του, ἀποθανὼν ἤδη, τοῦ ὁποίου δὲν δι-
1464στάζω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, ὁ κ. Νῖκος Θέου ἐξ Εὐρυτανίας,
1465ὅστις ἠρώτησεν αὐτόν, διατὶ ἐτύγχανε στενοχωρημένος.
1466Ὅτε δ’ ὁ Νομάρχης εἶπεν αὐτῷ τὴν αἰτίαν, ὁ ἐπερωτήσας
1467συνεβούλευσεν αὐτὸν νὰ γράψῃ, ὅσα ἂν θέλῃ ἑκατομμύρια
1468δένδρων, καὶ οἵαν ἂν θέλῃ δι’ ἕκαστον αὐτῶν ἡλικίαν, καὶ
1469ἂν ἤθελον δυσπιστήσει οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἂς ὑπάγωσι
1470νὰ τὰ μετρήσουν (ἱλαρότης). Μήπως λοιπὸν καὶ αἱ στατι-
1471στικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς δίδουσιν, εἶναι τοιαῦται;
1472Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον κατὰ Ἰούνιον ἡ διαφορὰ αὕτη.
1473Κατ’ Ἀπρίλιον, ἀναφέρει τὸ μηνιαῖον δελτίον τῆς Στατιστι-
1474κῆς ἐν σελ. 12, ὅτι εἰσήχθησαν δημητριακοὶ καρποὶ 2,877,
1475640 ὀκάδες ὀλιγώτερον κατὰ τὸ 1888 ἀπὸ τὸ 1887, καὶ
1476ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ 1888 εἰσεπράχθησαν δραχ. 282,873,
1477ἐνῷ κατὰ τὸ 1887 εἶχον εἰσπραχθῆ 203,326, ἤτοι 79,547
1478περισσότερον.
1479Καὶ κατὰ Μάϊον ὡσαύτως τοῦ 1888 δὲν εἰσήχθησαν,
1480κατὰ τὴν σελ. 12 τοῦ δελτίου τῆς Στατιστικῆς, περισσό-
1481τερα σιτηρά, διότι εἶχον εἰσαχθῆ τὸ 1887 περισσότερα, εἰσε-
1482πράχθησαν ὅμως τὸ 1888 περισσότερα 95,114 δραχμαί.
1483Κατὰ Ἰανουάριον εἰσήχθησαν σιτηρὰ ὀλιγώτερα τῶν τοῦ
14841887 ὀκάδες 4,029,121, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν περισσότερα
1485κατὰ 31,794 δραχ., κατὰ τὴν σελ. 10 τοῦ δελτίου. Ἑπο-
1486μένως ἐν ὅλῳ κατὰ τοὺς μῆνας, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα,
1487εἰσεπράχθησαν ἐκ τελῶν σιτηρῶν κατὰ τὸ 1888 δραχ.
1488248,268 περισσότερα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1887.
1489Ἂν δὲ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρεθῶσι τὰ εἰσπραχθέντα
1490κατὰ μῆνα Φεβρουάριον τοῦ 1888, τὰ ὁποῖα εἶναι ὀλιγώτερα
1491τῶν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1887 κατὰ δραχ. 27,043,
1492ὡσαύτως τὰ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1888 ὀλιγώτερα καὶ ταῦτα
1493τῶν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1887 κατὰ 41,886, ὡσαύτως τὰ
1494κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1888 εἰσπραχθέντα ὀλιγώτερα κατὰ
1495δρ. 64,261, τὸ ὅλον 133,190, ὑπολείπεται, ὅτι κατὰ τὸ
14961888 εἰσεπράχθησαν ἐκ σιτηρῶν περισσότερα εἰσαγωγικὰ
1497τέλη ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1887 κατὰ 115,078,
1498κατὰ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος μηνιαῖα δελτία τῆς Στατιστικῆς.
1499§12ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἰσεπράξαμεν περισσότερα, διότι ἐτέθησαν
1500εἰς ἐνέργειαν τὰ διαφορικὰ τέλη, τὰ διπλασιάζοντα τὸ τέλος.
1501§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ δικαιολογία τοῦ
1502Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς αὐξήσεως.
1503§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἰσήχθησαν ἐκ Ῥου-
1504μανίας σιτηρά, ὥστε ὁ διπλασιασμὸς εἶναι τοῦ μηδενός.
1505Ἐλάχιστα εἰσήχθησαν· ἀνάξια μνείας.
1506§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν τὴν
1507ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι τοῦ
1508Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν δὲ ὁ διπλασιασμὸς ἦναι
1509τοῦ μηδενός, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε μετὰ χάριτος
1510εἰς τὸν βουλευτὴν Κεφαλληνίας, τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν
1511μας, ἀλλὰ τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας αὐτὸς εἶναι προϊστά-
1512μενος, καὶ ἡ ὁποία δι’ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν μᾶς ἀπο-
1513πλανᾷ.
1514§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ μηδὲν ἐπὶ τοῦ ὅλου· εἰσή-
1515χθησαν ἐκ Ῥωσσίας, δὲν εἰσήχθησαν ἐκ Ῥουμανίας.
1516§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω
1517ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, πῶς, ἀφοῦ εἰσήχθησαν ὀλι-
1518γώτερα σιτηρά, εἰσεπράχθησαν περισσότερα. Δι’ αὐτὸ εἰκά-
1519ζομεν, ὅτι εἰσήχθησαν ἐκ Ῥουμανίας.
1520§18ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐκ Ῥουμανίας τὰ διαφορικὰ τέλη.
1521§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὑμεῖς διατελεῖτε ἐν γνώσει, ὡς καὶ ἐγώ,
1522καὶ τὰς πληροφορίας σας δὲν τὰς ἠρύσθητε ἐκ τοῦ ἀγορεύ-
1523οντος τώρα, διότι ὑμεῖς, ὡς Κεφαλλήν, γνωρίζετε τὰ τῆς εἰσα-
1524γωγῆς ἐκ Ῥουμανίας. Εἴχομεν δώσει διορίαν διὰ τὴν εἰσα-
1525γωγὴν τῶν σιτηρῶν ἄνευ διαφορικοῦ τέλους, ἀφοῦ δὲ παρῆλ-
1526θον αἱ διορίαι, οὐδὲν εἰσήχθη ἐκ Ῥουμανίας, πρὸ δὲ τῶν διο-
1527ριῶν εἰσήχθησαν ἐλάχιστα.
1528§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πόθεν λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῶν πληρο-
1529φοριῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Τμῆμα τῆς
1530Στατιστικῆς;
1531§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διαφορὰ ὑπάρχει, διότι αἱ στατιστικαὶ
1532πληροφορίαι δὲν εἶναι πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐπο-
1533πτευούσης τὰ τῆς φορολογίας. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ἔχουσαι
1534κῦρος, εἶναι αἱ τοῦ Τελωνιακοῦ Τμήματος. Ἡ στατιστικὴ
1535ἠξεύρετε πῶς ἔχει ἐν Ἑλλάδι· ὑπῆρχε Τμῆμα Στατιστικῆς,
1536ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν διελύθη. Κατὰ τὰ πρῶτα μάλιστα
1537ἔτη ἦτο τόσον ἐσφαλμένη ἡ στατιστική, ὥστε ἐγένετο σκέψις
1538νὰ καταστραφῇ τὸ βιβλίον τῶν ἐτῶν ἐκείνων. Ἤδη ὀλίγον
1539κατ’ ὀλίγον βελτιοῦται ἡ ὑπηρεσία τῆς στατιστικῆς. Διότι
1540μόνον ὡς πρὸς τὰ διὰ νόμων κανονιζόμενα ὑπάρχει ἀκρί-
1541βεια, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, περὶ ὧν ἡ ὑπηρεσία δίδει πληρο-
1542φορίας, γνωρίζετε πῶς δίδονται αἱ πληροφορίαι. Ἤδη γίνε-
1543ται ἐργασία κανονικωτέρα, προσπαθοῦμεν νὰ τὴν ὀργανώσω-
1544μεν, καὶ πράγματι ἐβελτιώθη πολύ.
1545§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνεφέρθη εἰς ἕν μέ-
1546τρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Εἶπε, στα-
1547τιστικὴ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἡ στατιστικὴ αὕτη
1548διελύθη. Πρέπει νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς
1549στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν ἵδρυσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε,
1550καὶ τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν, ὅτι διέλυσα, ἵνα προκαλέσῃ ἐπί-
1551κρισιν τῆς πράξεώς μου ἐκείνης. Ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ποῖος
1552ἦτο ὁ διευθυντὴς τοῦ Γραφείου τῆς στατιστικῆς ἐκείνης, διὰ
1553νὰ ἐννοήσητε ποῖον ἦτο τὸ διαλυθὲν Γραφεῖον τῆς Στατι-
1554στικῆς. Διευθυντὴς αὐτοῦ ἦτο ὁ κ. Δεμάθας. Αὐτὸς δὲ ὁ κ.
1555Δεμάθας ἐκ τοῦ Γραφείου τῆς στατιστικῆς οὐδὲν ἄλλο ἢ μό-
1556νον δαπάνας παρήγαγεν. Ἐγὼ δέ, ἐξελέγχων τὸ γραφεῖον
1557αὐτό, εὗρον, ὅτι καὶ ὑπάλληλοι ἔτι εἶχον μεταβληθῆ τότε
1558εἰς μεταπράτας, πωλοῦντες εἰς τὸν κ. Δεμάθαν χάριν τῆς
1559στατιστικῆς διάφορα εἴδη ὑλικοῦ, ὁ δὲ κ. Δεμάθας ἦτο ἀγο-
1560ραστὴς αὐτῶν τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν, ὅτι ἦσαν χρή-
1561σιμα. Ἐγενόμην λοιπὸν παραίτιος ζημίας, διαλύσας τὴν Στα-
1562τιστικὴν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς
1563τοὺς ἐν αὐτῷ τεταγμένους ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Τὸ
1564δὲ Γραφεῖον τῆς Στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον,
1565πόθεν πορίζεται τὰς πληροφορίας αὐτοῦ; Δὲν πορίζεται αὐ-
1566τὰς ἐκ τῶν Τελωνιακῶν Ἀρχῶν; Μήπως πορίζεται αὐτὰς
1567ἐκ τῶν Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων, ἢ ἐκ τῶν Ἀστυνομι-
1568κῶν Ἀρχῶν; Αἱ Ἀρχαὶ, παρὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ τὰς
1569πληροφορίας, εἰσὶν αἱ κυρίως ἁρμόδιοι, διὰ νὰ παράσχωσιν
1570αὐτὰς, οἱ δὲ μῆνες, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον, εἶναι μῆνες
1571οὐχὶ παρελθόντων ἐτῶν, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐξήγησις
1572τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἦτο ἀτε-
1573λεστέρα ἡ ὑπηρεσία τῆς στατιστικῆς, ἀλλ’ εἶναι ὁ Ἀπρί-
1574λιος καὶ ὁ Μάϊος καὶ ὁ Ἰούνιος τοῦ 1888.
1575Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνεκοίνωσα, ὡς πόρισμα
1576τῆς ἐρεύνης ἑκάστου τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἑκάστου τῶν
1577ἐμμέσων φόρων, μὲ ἔπεισαν, ὅτι κατὰ τὸ 1887, χάρις εἰς
1578τὴν μεγάλην καὶ ἀδυσώπητον ἐπιζήτησιν τῶν ὀφειλόντων
1579εἰς τὸ Δημόσιον, εἰσεπράχθησαν περισσότερα 19,600,000,
1580ταῦτα ὅμως δὲν εἰσεπράχθησαν ἐκ παραγωγῆς. Ἐξ ἐναν-
1581τίας οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι, οἱ εἰσπραχθέντες, εἶναι τοσοῦτοι
1582τὸ ποσὸν καθ’ ἕκαστον, ὥστε ἐνδείκνυται ἐφ’ ἑκάστου ἡ
1583ἔναρξις τοῦ καμάτου τῆς παραγωγῆς, εἰς δὲ τὴν κατανά-
1584λωσιν ἐνδείκνυται ὡσαύτως τὸ ἀπρόθυμον αὐτῆς.
1585Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀξία τῆς
1586μερίμνης καὶ τῆς προσοχῆς πρὸ πάντων τῆς Κυβερνήσεως.
1587Ἡ Κυβέρνησις ὑπάρχει ἐν τῇ ἀρχῇ, διότι ὑποστηρίζεται
1588ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐφ’ ὅσον δὲ διατηρεῖται εἰς τὴν
1589ἀρχὴν, συνάγεται, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, τῆς
1590πλειονοψηφίας δὲ αὕτη τυγχάνει ὁ εἰσηγητής. Διὰ τοῦτο
1591τὰ μέτρα, τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα, κατὰ
1592πᾶσαν πιθανότητα, γίνονται δεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ
1593τοῦτο εἶπον, ὅτι πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ με-
1594λετήσῃ μετ’ ἐμβριθείας τὰ πορίσματα τῆς τοιαύτης μελέ-
1595της, ἵνα καὶ αὕτη διαγνώσῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς
1596διέγνωμεν. Ἡ διάγνωσις ἡμῶν δὲν ἄγει εἰς θεραπείαν τοῦ
1597κακοῦ, διότι ὅ,τι ἠθέλομεν ἡμεῖς προτείνει, δὲν θέλει γίνει
1598ἀποδεκτόν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις μεταλάβῃ τὴν αὐτὴν
1599πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἐρεύνης καὶ ἡμεῖς μετελάβο-
1600μεν, θέλει ἐξεύρει καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα,
1601τὰ συντελοῦντα εἰς θεραπείαν, κανονίσει δὲ καὶ ἡ Κυβέρ-
1602νησις τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ
1603πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐναρμονίως πρὸς τὴν τοιαύτην κατά-
1604στασιν τῶν πραγμάτων.
1605Τὰ ζητήματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ζητήματα
1606ἀδυσώπητα, τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν,
1607οἵαν ἐπιθυμεῖ, ὀφείλει δὲ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν λύσιν, τὴν
1608ὁποίαν τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτόν. Οὐδὲν ὠφε-
1609λεῖ, ἂν ἀπεπλανήθη τις ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἢ ἂν
1610ἐν γνώσει διὰ τούτων ἀπατᾷ τὴν χώραν· θέλει ἔλθει ἡ
1611ἐπιοῦσα, ἡ ὁποία θέλει τιμωρήσει αὐτὸν, ἀλλὰ πλὴν αὐτοῦ
1612θέλει τιμωρήσει ὁλόκληρον τὴν χώραν. Διὰ τοῦτο ἔσπευσα
1613νὰ συντρέξω, εἰσφέρων τὰς ἐμὰς μελέτας, διότι πάντες πρέ-
1614πει νὰ συντρέξωμεν, ὅπως ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων, τὴν
1615ὁποίαν συγκομίζει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διανοίᾳ της, ἦναι
1616ἀκριβεστάτη καὶ πλήρης· διότι τότε μόνον θέλει ἐξεύρει
1617τὰ ἁρμόζοντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας
1618μέσα, καὶ τότε θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν ἀμήχανον
1619οἰκονομικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθη.
1620§23ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Πρέπει νὰ κάμωμεν διακοπὴν,
1621κύριε Πρόεδρε.
1622§24ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
1623§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1624Ὥρα 7 μ. μ.