| 1836 | Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ν | |
| 1837 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ν. Καφετζόγλους | Ν | |
| 1838 | Γ. Σισμάνης | Ν | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | |
| 1839 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Κ. Σινέλης | Ν | |
| 1840 | Ἀθ. Ἴσκος | Βασ. Βουδούρης | Ν | ||
| 1841 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Κ. Λομβάρδος | Ν | |
| 1842 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | ||
| 1843 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Ἀναστ. Λούντζης | Ν | |
| 1844 | Μ. Ἰατρίδης | Διον. Λομβάρδος | Ν | ||
| 1845 | Δ. Χατζόπουλος | Γ. Θεοτόκης | Ν | ||
| 1846 | Γ. Μίλησης | Ν | Κ. Βασιλάκης | ||
| 1847 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἀντ. Καποδίστριας | |||
| 1848 | Γ. Κούστας | Ν. Βασιλάκης | |||
| 1849 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| 1850 | Σωτ. Δανόπουλος | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | |||
| 1851 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Σπ. Ἀλαμάνος | ||
| 1852 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | ||
| 1853 | Δημ. Πετρίδης | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | ||
| 1854 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | |||
| 1855 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | ||
| 1856 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | ||
| 1857 | Χρ. Χριστόπουλος | Ν. Βαλσαμάκης | |||
| 1858 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Γερ. Μουσούρης | Ο | ||
| 1859 | Ἠλ. Φλέσσας | Π. Βενιεράτος | Ν | ||
| 1860 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | |||
| 1861 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γ. Κόρπας | |||
| 1862 | Π. Μανέτας | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | |
| 1863 | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | ||
| 1864 | Ἠλ. Παλαμήδης | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | |
| 1865 | Κων. Κατσικόπουλος | Ν. Νομικός | Ν | ||
| 1866 | Δ. Ζέγγελης | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | |
| 1867 | Δ. Ν. Βότσαρης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ν | |
| 1868 | Κ. Γ. Καραπάνος | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | ||
| 1869 | Γ. Χ. Παχύς | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | |
| 1870 | Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Δρόσος | Ν | |
| 1871 | Δ. Ράλλης | Ν. Κρίσπης | Ν | ||
| 1872 | Ἀνδρ. Ψύλλας | Ν | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ν | |
| 1873 | Φωκίων Νέγρης | Κ. Κοσσονάκος | Ν | ||
| 1874 | Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | |||
| 1875 | Ν. Μπουφίδης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 1876 | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 1877 | Δ. Καλλιφρονᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 1878 | Νικ. Λεβίδης | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | ||
| 1879 | Σπ. Κουκούλεζας | Ν | Λεων. Καπετανάκος | ||
| 1880 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν | |
| 1881 | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | ||
| 1882 | Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἰω. Καρτάλης | ||
| 1883 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | ||
| 1884 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | ||
| 1885 | Ν. Παπαγιαννακόπουλος | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | ||
| 1886 | Α. Φωτήλας | Α. Ἀστεριάδης | |||
| 1887 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| 1888 | Ἀντ. Ρικάκης | Κ. Μαρκίδης | Ν | ||
| 1889 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | ||
| 1890 | Ι. Κρεστενίτης | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ν | ||
| 1891 | Ν. Κουμανιώτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 1892 | Σ. Στεφανόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| 1893 | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| 1894 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | ||
| 1895 | Π. Πεῤῥωτής | Γ. Τάκης | |||
| 1896 | Δ. Τζάνες | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| 1897 | Περ. Μποῦτος | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | ||
| 1898 | Παν. Σάκκης | Σταμ. Μπουντούρης | Ν | ||
| 1899 | Ν. Παπαλέξης | Ν | Θεόδ. Γκίκας | Ν | |
| 1900 | Ν. Μισυρλῆς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | ||
| 1901 | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Κ. Χαλκιόπουλος | Ν | ||
| 1902 | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | Ὀδ. Πετρόπουλος | Ν | |
| 1903 | Δ. Κάρτσωνας | Ν. Κοντογιάννης | |||
| 1904 | Δ. Γουδῆς | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| 1905 | Σ. Χατζηγάκης | Γ. Λιδωρίκης | |||
| 1906 | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | Κ. Χατζῖσκος | Ν | |
| 1907 | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | Δ. Ζουλούμης | Ν | |
| 1908 | Γ. Φραγγίδης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 1909 | Α. Τακιατζῆς | Ν | Θ. Κανάρης |
1887.12.16
1,920 rows · 14,358 words · 1 table · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1887.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Θ. Κουμανταράκης παραπονεῖται, ὅτι, καίπερ μετατεθεὶς ὡς Σχολάρχης εἰς Σπάρτην ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ διατηρούμενος, εἰσέτι δὲν ἐγκατεστάθη εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὅτι ὑπέβαλεν αἴτησιν περὶ τούτου πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν Σπάρτης ἄνευ ἀποτελέσματος. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§2ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ 1880 πρὸς τὸ 1881 τὸ Δημόσιον ἐπώλησε διάφορα οἰκόπεδα, κείμενα παρὰ τὸν Ἅγιον Γεώργιον εἰς θέσιν «Σχιστὴ πέτρα»· τὰ οἰκόπεδα ταῦτα ἠγόρασαν διάφοροι ἐκ τῶν συνδημοτῶν μου, ἐπλήρωσαν δὲ τὸ πεμπτημόριον, ἀκριβῶς δὲ καὶ τὰς μέχρι τοῦδε δόσεις. Μετὰ παρέλευσιν χρόνου τὰ οἰκόπεδα ταῦτα συμπεριελήφθησαν εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως καὶ οἱ κύριοι οὗτοι ἐζήτησαν τὴν κεκανονισμένην ἄδειαν, ἵνα οἰκοδομήσωσιν. Ὁ μηχανικὸς, ὁ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, τοῖς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐκεῖ, διότι πρόκειται νὰ γίνῃ δενδροφυτεία. Οὗτοι δὲ ἀπηύθυναν ἀναφορὰν εἰς τὸ Δημόσιον, διὰ τῆς ὁποίας, ἐζήτησαν, ἢ νὰ τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα ἐντόκως καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ὑποχρεώσεων, ἢ νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ οἰκοδομήσωσιν. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν σήμερον εὑρίσκονται εἰς πολὺ δεινὴν θέσιν, διότι οὐ μόνον στεροῦνται τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν ἠγόρασαν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσαν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ καταδιώκονται ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων διὰ τὰς ὑπολοίπους δόσεις. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἄδεια κατὰ τὸν Νόμον νὰ οἰκοδομήσωσιν, ἢ πρέπει νὰ παύσωσιν οἱ εἰσπράκτορες νὰ τοὺς καταδιώκωσιν. Ἐὰν τὸ Δημόσιον θέλῃ τὰ οἰκόπεδα, καθ’ ἣν ἔχω ἐντολὴν παρ’ αὐτῶν, δύναται νὰ τὰ ἀναλάβῃ, ἀρκεῖ νὰ τοῖς ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα κατὰ τὴν τρέχουσαν σήμερον τιμὴν αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα, ἵνα ἀνασταλῇ πᾶσα καταδίωξις πληρωμῆς τῶν ἐναπολειφθησῶν δόσεων, μέχρις οὗ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, ἢ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς νὰ οἰκοδομήσωσι.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐποιήσατο λόγον, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή,—καὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Μακρυγιάννης δὲν ἦτο παρὼν τότε,—πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τούτου, καὶ ἔλαβε χώραν συζήτησις ἀρκούντως ἐκτεταμένη. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς ἀρκετὰ ἐκτεταμένας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν βοηθημάτων Κορινθίας παρεκάλεσα χθὲς δι’ ἐπιστολῆς τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τὸν κ. Παντιᾶν Ῥάλλην νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Αὐτὸς δ’ ἀπήντησεν ὡς ἀκολούθως: «Εὐαρεστηθῆτε νὰ πληροφορήσητε τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔγραψε πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κορινθίας ὑπὸ ἡμερομηνίαν 2 τρέχοντος, παρακαλοῦσα αὐτὸν, ὅπως εὐαρεστούμενος σχηματίσῃ Ἐπιτροπὴν ἐξ ἐντοπίων, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διανείμῃ τὸ παρὰ τῆς Κεντρικῆς ἐνταῦθα Ἐπιτροπῆς χορηγηθὲν ἐκ 40,000 δραχμῶν ποσόν· ἐσκόπουν δὲ, ἅμα τῇ ἀπαντήσει τῆς Α. Πανιερότητος, νὰ θέσω τὰ χρήματα εἰς τὴν διάθεσίν του· δυστυχῶς ὅμως οὐδὲ ἀπαντήσεως ἠξιώθημεν μέχρις ὥρας καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀμηχανοῦμεν τί νὰ πράξωμεν». Ἐτηλεγράφησα σήμερον εἰς Κόρινθον νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Α. Πανιερότητα, ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ τὰς 2 Δεκεμβρίου ἕως σήμερον δὲν ἔδωκεν ἀπάντησιν, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἐδέχθη τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ὅτι ἐπιθυμῶ τὴν παραδοχήν του νὰ τὴν λάβω καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πλέον βεβαίαν. Εἰς ἀπάντησιν δ’ ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἅμα ἔλαβον ἔγγραφον Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ οὗ ἀνετίθετό μοι διανομὴ χρημάτων οὐ μόνον εἰς παθόντας ἐν Κορίνθῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Θίσβῃ Θηβῶν, προέβην εἴς τινα διαβήματα, ἀναγκαιότατα εἰς ἐκπλήρωσιν ἀνατεθείσης μοι διανομῆς. Μέχρι σήμερον δὲν δύναμαι πληροφορῆσαι Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον οὔτε περὶ χρόνου ἐνάρξεως ἔργου, οὔτε ἄν θὰ δυνηθῶ ἐκτελέσαι φιλάνθρωπον ἔργον, καθόσον ἀπαιτήσεις ἀναβαίνουσιν εἰς ὑπέρογκον ποσὸν 800,000 δραχμῶν, τὸ δὲ διατεθειμένον χρῆμα μόνον εἰς 40,000· αἱ δυσχέρειαι, κατ’ ἐμὲ, ἐξομαλισθήσονται, ἐὰν ἐγκριθῇ, ὅπως τὸ χρῆμα διανεμηθῇ εἰς παθόντα ἱερὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ καθιδρύματα καὶ εἰς ἐκείνους τῶν παθόντων, οἵτινες ὁμολογουμένως εἶναι πένητες». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τὸ ἔλαβον πρὸ μιᾶς ὥρας, θὰ συνεννοηθῶ καὶ πάλιν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως ἴδω τί σκέπτεται αὐτή. Ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἱεράρχου, αἱ 40,000 δραχμαὶ ἀρκοῦσιν, ὅπως διορθωθῶσι τὰ βλαβέντα ἱερὰ καθιδρύματα καὶ τὰ βλαβέντα ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα καὶ βοηθηθῶσι καὶ οἱ πραγματικῶς πένητες· αἱ 800,000 δραχμαὶ ζητοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἐπεθύμουν νὰ ἠδυνάμεθα νὰ βοηθήσωμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα.
§4ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὁριστικὸν, νὰ διανεμηθῶσι δηλονότι τὰ χρήματα ἰδίως εἰς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἄστεγοι, κ. Ὑπουργέ.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγένετο χθὲς ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων περί τινος Ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορώσης εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς. Κατὰ τὴν Ἐγκύκλιον ταύτην δὲν ἐπιτρέπεται, ὅπως οἱ κληρωτοὶ κατατάσσωνται εἰς Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς συνιστᾷ, ὅπως ἀνακληθῇ ἡ Ἐγκύκλιος καὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα κατατάσσωνται οἱ ἄνδρες καὶ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα τῆς διαμονῆς των, ἢ ὅπου ἀλλοῦ εὐκολύνονται. Ὅταν ὁ Νόμος, ὁ ἐσχάτως ψηφισθεὶς καὶ ὁ ἤδη ἰσχύων, λειτουργήσῃ κανονικῶς, τουτέστιν, ὅταν παρασχεθῶσι πλήρεις αἱ διορίαι πρὸς ἐνέργειαν τῶν τοῦ Νόμου, διότι βραδέως ψηφισθέντος τοῦ Νόμου, τὸ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κληρώσεως ἕως τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεως διάστημα ὑπῆρξε βραχύτερον τοῦ κανονικοῦ, κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν περιορισθὲν διὰ μεταβατικῆς τοῦ αὐτοῦ Νόμου διατάξεως, ὅταν, λέγω, λειτουργήσῃ κανονικῶς ὁ Νόμος, οἱ ἐξ ἀπογραφῆς στρατεύσιμοι θὰ δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ οἰκεῖον Στρατολογικὸν Γραφεῖον, προνοοῦν περὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς τὰ σώματά των, ἀλλὰ θὰ δύνανται, ἐὰν προτιμῶσι τοῦτο, νὰ μεταβῶσιν εὐθὺς εἰς τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν. Ὁ Νόμος θὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ὅτε, καταρτισθέντων τῶν ἀτομικῶν βιβλιαρίων, τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, μετὰ τὴν κατανομὴν τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰ διάφορα σώματα, μετὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς τοιαύτης αὐτῶν κατανομῆς ἐν τῷ στρατολογικῷ μητρῴῳ, θ’ ἀποστέλλῃ τὰ βιβλιάρια τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰ οἰκεῖα σώματα, προσερχόμενος δέ τις εἰς τὸ σῶμά του πρὸς κατάταξιν, θὰ εὑρίσκῃ ἐκεῖ τὸ βιβλιάριόν του, πιστοποιοῦν καὶ τὰ τῆς ταυτότητος καὶ τὰ τῶν ὑποχρεώσεών του. Σήμερον, ἐὰν μεταβῇ ὁ ὑπόχρεως εἰς τὸ σῶμα, δὲν δύναται νὰ καταταχθῇ ἐν αὐτῷ, διότι τὸ σῶμα οὐδὲν γινώσκει περὶ αὐτοῦ, οὐδὲν δὲ ἔχει μέσον, ἵνα βεβαιωθῇ καὶ περὶ τῆς ταυτότητός του· ἐὰν δὲ μεταβῇ εἰς Στρατολογικὸν Γραφεῖον μὴ ἁρμόδιον, πάλιν ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ καταταχθῇ, διότι τὸ Στρατολογικὸν τοῦτο Γραφεῖον οὐδὲν γινώσκει περὶ αὐτοῦ, ἀγνοεῖ, ἐὰν ἦναι ἢ δὲν ἦναι κληρωτὸς, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἦναι κληρωτὸς, ἐὰν κατατάσσηται εἰς τὸ πεζικόν, ἢ εἰς τὸ πυροβολικὸν, ἢ εἰς τὸ μηχανικὸν, ἢ εἰς τὸ ἱππικόν. Ἐὰν δὲ καὶ πάντα ταῦτα γινώσκῃ, δὲν ἔχει τὸ μέσον, ἵνα βεβαιωθῇ περὶ τῆς ταυτότητος, διότι δὲν ἔχει τὸ ἀτομικὸν βιβλιάριον, τὸ ἀναγράφον τὰ βεβαιοῦντα αὐτὴν στοιχεῖα. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωμεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ παρεχομένην, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν Ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον, τὴν ὑποχρεοῦσαν ἕκαστον, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Στρατολογικὸν Γραφεῖον, ὅπως κατατασσόμενος παρ’ αὐτοῦ ἀποσταλῇ εἰς τὸ σῶμά του. Ἐὰν ἐπράττομεν ἄλλως, θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα τὰ μὴ ἁρμόδια, κατατάσσοντα τοὺς μὴ κατατακτέους, τοὺς ζητήσαντας ἴσως νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἐθελονταὶ καὶ μὴ γενομένους δεκτοὺς, κατὰ τὸν νέον Νόμον, τὸν μὴ ἐπιτρέποντα εὐκόλως τὴν κατάταξιν τῶν ἐθελοντῶν, ἢ ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται περὶ πράγματι κληρωθέντων, κατατάσσοντα αὐτοὺς εἰς σώματα, εἰς ἃ δὲν ἀνήκουσι, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κατατασσομένων προτιμῶσι τὸ πεζικὸν, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον πολλοὶ, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ σῶμα, εἰς ὃ προωρίσθησαν, νὰ θελήσωσι, μεταβαίνοντες εἰς ἄλλο Στρατολογικὸν Γραφεῖον, νὰ ἐπιτύχωσι κατάταξιν εἰς τὸ πεζικόν. Ἐνὶ λόγῳ τοιαύτη ἄδεια θὰ ἐπήγετο μεγίστην σύγχυσιν, θὰ παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν πρὸς ὑπεκφυγὴν τῶν ὑποχρεώσεων διὰ τῆς προσελεύσεως εἰς Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἀναρμόδιον, καὶ θὰ καθίστα ἀδύνατον τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῶν τῆς κατατάξεως. Φρονῶ ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τῆς Ἐγκυκλίου, ἐπιφυλασσόμενοι, ὅπως κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ὅτε θὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς ὁ Νόμος, παράσχωμεν πληρεστέρας εὐκολίας, καθισταμένας ἀκινδύνους, ὡς ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς εἰς τὰ οἰκεῖα σώματα ἀποστολῆς τῶν ἀτομικῶν βιβλιαρίων.
§6ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Πάντες ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας καταγόμενοι καὶ οἱ ἐν αὐτῷ κατοικοῦντες, ἀναγνωρίζοντες τὴν κυβερνητικὴν πρόνοιαν, ἥτις ἐδείχθη περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ἐκεῖ, ἀνομολογοῦμεν τὴν χάριν καὶ αἰσθανόμεθα τὴν ὀφειλομένην εὐγνωμοσύνην ἐπὶ τῷ ἀγαθῷ τούτῳ. Τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν ταύτην, κ. Πρόεδρε, ἐντείνει βεβαίως καὶ ἡ πραγματοποίησης τῆς χθὲς εἰσαχθείσης εἰς τὴν Βουλὴν εὐλόγου αἰτήσεως τῶν πτωχῶν ἐργατριῶν κορασίδων, αἵτινες κατοικοῦσι τὰ ὡραῖα προάστεια τῆς πόλεως τῆς Σπάρτης, τὰ προάστεια τὰ ἄλλοτέ ποτε ἔνδοξα καὶ περίφημα τοῦ Μιστρᾶ, τοῦ Παρωρείου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, καὶ τὰ ὁποῖα κοράσια ἀναγκάζονται τὴν πρωΐαν ἀναχωροῦντα ἀπὸ τὰς ἑστίας των νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πόλιν τῆς Σπάρτης, καὶ ἐκεῖ ἐργαζόμενα καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὰ μεταξουργεῖα τῆς πόλεως, νὰ ἐπιστρέφωσι πάλιν τὸ ἑσπέρας εἰς τὰς ἑστίας των, εἰσὶ δὲ ἠναγκασμένα δὶς τῆς ἡμέρας νὰ διέρχωνται τὸν ἀγεφύρωτον ποταμὸν Σκοτίαν, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὰ προάστεια ταῦτα, τὰ πρὸς τὰς ὑπωρείας τοῦ Ταϋγέτου κείμενα, ἀπὸ τῆς πόλεως Σπάρτης. Ἡ γέφυρα ἐκείνη εὐτυχῶς ἤρξατο κατασκευαζομένη καὶ ἤδη εἶναι ἐν τῷ περατοῦσθαι, ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἑπόμενος εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν, θέλει μεριμνήσει ταχέως, ἵνα ἐπιζευχθῶσιν αἱ δύο αὗται ὄχθαι καὶ τεθῇ ἡ γέφυρα, ὅπως μὴ διακινδυνεύωσιν αἱ πτωχαὶ ἐργατικαὶ ἐκεῖναι ὑπάρξεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των καὶ τῆς ἐργασίας των πορίζονται τὸν ἄρτον των. Ἓν ἐκ τῶν ἔργων τοῦ συμπλέγματος ἐκείνου, τοῦ κατὰ τὴν Λακωνικὴν τεθέντος πρὸ πολλοῦ εἰς ἐνέργειαν, εἶναι καὶ ἡ ὁδὸς, ἡ πρό τινος χρόνου ἀρξαμένη, ἡ ὁποία προώρισται νὰ ἑνώσῃ τὴν πόλιν τοῦ Γυθείου μὲ τὴν Ἀρεόπολιν· σημειώσατε δὲ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Ἀρεόπολις καὶ ἡ ἐπαρχία τῆς Οἰτύλου διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης τὸ πρῶτον δημόσιον ἔργον πρόκειται νὰ ἴδῃ, διότι οὐδὲν ἕτερον ἔργον ἔχει τελεσθῆ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν, ἐχαράχθη καὶ ἤρξατο ὑπὸ αἰσιωτάτους οἰωνοὺς, ἐπρόκειτο δὲ νὰ κατασκευασθῇ ὡραία καὶ στερεὰ, χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν κοινωνίαν εἰς ἔξοδα ἐπισκευῶν καὶ συντηρήσεως, διότι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, ἡ ὁδὸς αὕτη κατεσκευάζετο στερεὰ καὶ ὡραία. Ἐπροχώρησε δὲ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς μέχρι τοῦ πέρατος τοῦ πρώτου τμήματος ἀπὸ Βυθείου μέχρι Πασαβᾶ, κατεσκευάσθη δὲ, ὡς προεῖπον, μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου ὡραία καὶ στερεωτάτη. Ἐδῶ δυστυχῶς κατέπαυσεν ἡ ἐργασία καθ’ ὁλοκληρίαν, κινδυνεύουσι δὲ ν’ ἀποβῶσι μάταια πάντα τὰ ἔξοδα καὶ αἱ δαπάναι, αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως φιλοτιμηθῇ καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διατάσσων τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, καὶ ἐπιμελούμενος τῆς περατώσεως τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ, ἥτις προώρισται νὰ ὠφελήσῃ σπουδαίως τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ἔμεινεν ἐντελῶς ἀπροστάτευτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, διότι εἶναι, ὡς προεῖπον, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον βλέπει ὁ τόπος αὐτός. Ὡσαύτως θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἑνώσῃ τὸ Γύθειον μὲ τοὺς Μολάους. Εἶναι ὁδὸς χρησιμωτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη, καὶ πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς πληθυσμοὺς, οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουν καὶ θαλασσοπνίγονται ἑκάστοτε, ἄλλοτε μὲν μεταβαίνοντες διὰ τῶν πλοιαρίων, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦσι τὴν συγκοινωνίαν ἐκείνην, καὶ ἄλλοτε μεταβαίνοντες διὰ ξηρᾶς δι’ ἑνὸς μεγάλου ἡμικυκλίου, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὸ Γύθειον ἀπὸ τὴν ἀντίπεραν ἀκτὴν καὶ τὸ ὁποῖον διασχίζεται ἀπὸ ἄπειρα καὶ ἄγρια ποτάμια, τὰ ὁποῖα παρασύρουν ἐκείνους τοὺς δυστυχεῖς διαβάτας. Θὰ προσθέσω δὲ ἀκόμη, ἐπικαλούμενος τὴν ὑπομονὴν τοῦ φίλου μου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτοῦ κ. Κουκούλεζα, καὶ θὰ ἐπιμείνω παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει κἀμμίαν δυσχέρειαν καὶ κἀμμίαν δυσκολίαν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν αὐτοῦ, τοῦτο δ’ εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐν Γυθείῳ προκυμαίας, ἡ ὁποία ἤρξατο καὶ κατεσκευάσθη στερεὰ καὶ λαμπρὰ καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν καλλιτέρων προκυμαιῶν τοῦ Κράτους, τὸ δὲ λιμενικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον πληρόνει διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου τούτου, εἶναι ἓν ἐκ τῶν πλουσιωτέρων ταμείων καὶ σήμερον ἔχει τὸ στρογγύλον ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς προκυμαίας δὲν συνετελέσθη ὁλόκληρον καὶ μένει ἀτελὲς, εἶναι δὲ εὔκολος ἡ ἐξακολούθησις αὐτοῦ καὶ ἡ συντέλεσις, καὶ διὰ τὸ πρόχειρον καὶ ἐκλεκτὸν ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον, καὶ διὰ τὸ εὐθηνὸν ἡμερομίσθιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἡ εἰδικότης τῶν ἐγχωρίων ἐργατῶν καὶ ἐργολάβων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τῆς προκυμαίας ἐκείνης καὶ πρὸς τὴν μίαν διεύθυνσιν τῆς πόλεως καὶ πρὸς τὴν ἑτέραν, δηλαδὴ πρὸς τὴν νέαν καὶ παλαιὰν πόλιν, ἀφοῦ τὰ χρήματα ὑπάρχουσι πρόχειρα καὶ δὲν ὑπάρχει κἀμμία δυσκολία, τὸ δὲ ἔργον πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ καὶ ἐξωραΐσῃ σπουδαίως τὴν ἐμπορικὴν πόλιν τοῦ Γυθείου, ἥτις, ὡς γινώσκετε, εἶναι τὸ ἐπίνειον καὶ ὁ λιμὴν ὁλοκλήρου τῆς Λακωνικῆς, ἐκεῖ δὲ συνάζονται ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ νομοῦ, ἐκεῖ ἐπιβιβάζονται εἰς τὰ πλοῖα καὶ μεταφέρονται ἀλλαχοῦ εἰς διαφόρους μεγάλους λιμένας τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐλπίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δικαιώσῃ τὰς εὐλόγους προσδοκίας καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ τόπου.
§7ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅπως ὁ ἔντιμος Συνάδελφος ἐξέθεσε περὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος μέχρι σήμερον δὲν ἐδαπανήθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου οὐδεμία δραχμὴ διὰ δημόσια ἔργα. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1883 μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁδῶν τῆς Ἑλλάδος διέταξε καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν, ἡ ὁποία ἑνώνει δύο λιμένας, Γυθείου καὶ Οἰτύλου, καὶ πραγματικῶς ὁ ἐργολάβος μετέβη εἰς τὸν τόπον καὶ ἡ ἐργασία τοῦ ἑνὸς τμήματος ἐπραγματοποιήθη, ὁμολογουμένως σπανία, ἀλλὰ κατόπιν ἐσταμάτησε τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ τοιουτοτρόπως ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐστερήθη τοῦ πλεονεκτήματος τοῦ καλοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου. Ἤδη ἐσταμάτησε· νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ποσὸν ἴσως εἶναι μέγα, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μετριάσῃ τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ ἀπὸ 6 μέτρων εἰς 4 καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἑνωθῶσιν οἱ δύο λιμένες καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὴν ἐξημέρωσιν τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ὑποστηρίζω καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Κοσσονάκου διὰ τὴν γέφυραν τῆς Σπάρτης.
§8ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα κατασκευασθῇ γέφυρα ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἡ ὁποία νὰ συνδέσῃ τὴν ὁδὸν Ὑπάτης καὶ Λαμίας, ἤτοι νὰ συνδέσῃ τὴν Λαμίαν μετὰ τῶν λουτρῶν τῆς Ὑπάτης. Περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω αὐτήν, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ λουτρὰ τῆς Ὑπάτης συχνάζονται παρὰ πολλῶν, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λουτρῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης γεφύρας ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν λουτρῶν δυσκόλως δύνανται νὰ μεταβῶσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι σπουδαῖος, ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὅτι πληθυσμὸς ἱκανῶς μέγας διατελεῖ κεχωρισμένος ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ ἀπομεμονωμένος τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, διότι ὁ Σπερχειὸς εἶναι ἀδιάβατος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ παραστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόλυτον ταύτην ἀνάγκην, καὶ τὴν παρακαλέσωμεν μετὰ πόνου, διότι ὁμολογουμένως ἡ ἐπαρχία Φθιώτιδος δὲν ἔχει ἀποκτήσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους ἔλαβον προνόμια. Ἀφοῦ ἄλλα τινὰ ἔργα δὲν συνετελέσθησαν, εἶναι δίκαιον καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα αὕτη, ἡ ὁποία θὰ συνδέσῃ πληθυσμοὺς ἱκανούς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεωρήσῃ σπουδαίαν τὴν παράκλησίν μου ταύτην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὑποβάλλω ἐκ μέρους καὶ τῶν Συναδέλφων μου, οἵτινες γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ οἱ ὁποῖοι, πιστεύω, θέλουσιν ὑποστηρίξει τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§9ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα, ἥτις κατέστη ἀδιάβατος· δεύτερον, νὰ ἑνωθῶσι τὰ Καλάβρυτα μετὰ τοῦ Πύργου δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ· τρίτον, νὰ γίνῃ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἀπὸ Αἰγίου εἰς Καλάβρυτα, διότι ὁ νομὸς Ἀχαϊοήλιδος μένει ἐντελῶς ἠμελημένος ὡς πρὸς τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ πιστεύω, ὅτι θέλει ἐνεργήσει, ὥστε καὶ αἱ τρεῖς αὗται ὁδοὶ νὰ κατασκευασθῶσι.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς αἰτήσεις ἁπάντων τῶν Συναδέλφων μου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελῶν χαρτοσήμου. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.
§12ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ κωδικοποίησις τῶν Νόμων, πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἐπωφελὴς, παρ’ ἡμῖν κατέστη ἀναγκαιοτάτη, κατέστη ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, καθόσον ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλως ψηφιζομένων Νόμων, δι’ ὧν πολλαὶ διατάξεις τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας ἀδιαλείπτως μεταβάλλονται, καὶ ἄλλαι μὲν καταργοῦνται, ἄλλαι δὲ ἀντικαθίστανται καὶ ἄλλαι τροποποιοῦνται, καθίσταται δύσκολον καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰδικῶς εἴς τινα κλάδον καταγινομένους νὰ ἔχωσι πλήρη καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς νομοθεσίας τοῦ κλάδου των. Τοιοῦτό τι πρὸ πάντων συμβαίνει ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον τοσούτους ἔχομεν Νόμους, Βασιλικὰ Διατάγματα καὶ Ἐγκυκλίους, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ ὅ,τι περὶ τοῦ Κινεζικοῦ Ἀλφαβήτου, περὶ οὗ λέγεται, ὅτι τοσαῦτα ἔχει στοιχεῖα, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ σοφώτεροι τῶν Κινέζων δὲν δύνανται νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι γινώσκουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ Ἀλφαβήτου των. Μετ’ εὐχαριστίας ἑπομένως εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατενόησε τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἤρξατο ἀπὸ πέρυσιν καταγινομένη εἰς τὴν κωδικοποίησιν τῶν Νόμων, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Στρατολογικοῦ Κώδικος καὶ ἡ κατὰ τὴν παροῦσαν ὑποβολὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται περὶ τελῶν χαρτοσήμου νομοσχεδίου. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅθεν ταύτην, ὡς σκοποῦν τὴν κωδικοποίησιν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι βεβαίως λίαν ὠφέλιμον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν εὐεργετικὸν, διότι δι’ αὐτοῦ προτείνεται ἡ κατάργησις δύο μεταῤῥυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὴν περὶ χαρτοσήμου νομοθεσίαν ἡμῶν ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται ἦσαν ἡ κατὰ προοδευτικὴν ἀναλογίαν φορολογία τῶν ἀναλογικῶν τελῶν, καὶ ἡ ἐπιβολὴ τελῶν κληρονομικῶν εἰς τοὺς ἀνιόντας καὶ κατιόντας. Ἀμφότεραι αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται ἦσαν ἄδικοι καὶ παράλογοι, ἅτε ἐπιβάλλουσαι φορολογίαν ἐπαχθεστάτην καὶ ἀδικωτάτην, διότι ἡ μὲν φορολογία τῶν ἀναλογικῶν τελῶν κατὰ προοδευτικὴν ἀναλογίαν ἐβάρυνεν ὑπερόγκως καὶ καθίστα δυσκόλους τὰς συναλλαγὰς, χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, διότι οἱ συναλλαττόμενοι ταχέως ἐξεῦρον τὸν τρόπον τῆς καταδολιεύσεως τοῦ Νόμου, ἡ δὲ ἐπιβολὴ κληρονομικῶν τελῶν εἰς τοὺς ἀνιόντας καὶ κατιόντας ἦτό τι ἀνήθικον καὶ ἐναντίον τῆς φύσεως, διότι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ φυσικοῦ Νόμου ὁ πατὴρ, ὁ δίδων ὕπαρξιν εἰς τὰ τέκνα του, ὀφείλει νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεως καὶ ἀποκαταστάσεώς των. Ὁ Νόμος δὲ, ὁ φορολογῶν τὴν περιουσίαν τὴν πατρικὴν, τὴν περιερχομένην εἰς τὰ τέκνα, παραβιάζει τὸ φυσικὸν τοῦτο τῶν τέκνων δικαίωμα καὶ ἑπομένως προσβάλλει δικαιώματα ἱερὰ καὶ φυσικά· ὥστε ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο ἐπαχθὴς ἡ φορολογία αὕτη, ἦτο καὶ ἄδικος καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς φύσεως. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν ταύτην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι βεβαίως λίαν εὐεργετικὸν, καὶ ἂν περιωρίζετο εἰς ταῦτα καὶ μόνα, δὲν θὰ εἴχομεν παρὰ νὰ εὐχηθῶμεν τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυστυχῶς αὗται αἱ μόναι διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμεναι μεταῤῥυθμίσεις. Δι’ αὐτοῦ προτείνεται σπουδαία αὔξησις τῶν τοῦ χαρτοσήμου τελῶν, ἰδίως τῶν δικαστικῶν καὶ ὑποθηκικῶν. Καὶ ἂν μὲν ἡ αὔξησις αὕτη ἦτο μικρὰ, δὲν θὰ ἐδίσταζον πάλιν νὰ συστήσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου χάριν τῶν ἄλλων εὐεργετημάτων αὐτοῦ, καίτοι φρονῶ, ὅτι, ὡς καὶ νῦν ἔχουσι τὰ δικαστικὰ ἰδίως τέλη, παρεμβάλλονται μέγιστα προσκόμματα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καθίσταται δυσπρόσιτος, ἰδίως δὲ εἰς τὰς πενεστέρας τῆς κοινωνίας τάξεις, ἡ πρὸς αὐτὴν ὁδὸς, καὶ ὅτι, μακρὰν τοῦ νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν, πρέπει νὰ ζητῶμεν τὴν ἐλάττωσιν, ὅπερ ἤθελεν ὠφελήσει καὶ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, διότι οὕτω θὰ ἐπήρχετο σπουδαία αὔξησις τῶν δικῶν καὶ αὔξησις συνεπῶς τῶν εἰσπραττομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου τελῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μικρὰ ἡ προτεινομένη νῦν αὔξησις, εἶναι μεγίστη, φέρει διπλασιασμὸν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ὑποθηκικῶν, τοῦτο δὲ θέλω καταδείξει ἀναλύων μίαν πρὸς μίαν τὰς προτεινομένας αὐξήσεις. Πρώτη αὔξησις εἶναι ἡ καθιέρωσις τοῦ ὑποχρεωτικοῦ περιθωρίου· καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀφίνομεν περιθώριον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀφίνομεν ὑποχρεωτικῶς, ἑπομένως ἕκαστος, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ὕλην, ἣν εἶχε νὰ καταχωρίσῃ ἐπὶ χαρτοσήμου, ἐκανόνιζεν ἀναλόγως τὸ περιθώριον, ἂν δὲ εἰς τὸ τέλος τῆς πράξεως ὑπελείποντο καί τινες λέξεις, ταύτας κατεχώριζεν εἰς τὸ περιθώριον καὶ οὕτω δὲν ἐλάμβανεν ἀνάγκην νὰ προσθέσῃ ἓν ἔτι φύλλον. Ἀλλὰ σήμερον, ὡς προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ περιθώριον θὰ ἦναι ὑποχρεωτικὸν, καὶ ἑπομένως ἕκαστος θὰ ὑποχρεοῦται ν’ ἀφήσῃ τὸ περιθώριον, τὸ ὁποῖον θὰ διατάσσῃ ὁ Νόμος, καὶ δὲν θὰ δικαιοῦται νὰ γράφῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἢ διορθώσεις καὶ προσθήκας παραληφθεισῶν κατὰ λάθος λέξεων, οὐχὶ κείμενον. Κατὰ συνέπειαν καὶ ἂν δύο λέξεις ὑπολείπωνται πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πράξεως, θὰ ἦναι τις ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσῃ ἓν ἔτι φύλλον χαρτοσήμου· καὶ ἐπειδὴ σπανίως θὰ δύναται πρᾶξίς τις νὰ περιληφθῇ ἐν ἑνὶ φύλλῳ χαρτοσήμου, ἀφοῦ θ’ ἀφίνεται ἐξ αὐτοῦ περιθώριον, ὅπερ εἰς τὰ δύο πρόσωπα θ’ ἀνέρχηται εἰς 90 χιλιοστὰ τοῦ βασιλικοῦ πήχεως, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσθέτωμεν εἰς πάσας σχεδὸν τὰς πράξεις καὶ δεύτερον χαρτόσημον, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως ὁ διπλασιασμός. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αὐτὴ ἡ περὶ περιθωρίου διάταξις εἶναι ἐπαχθὴς, ὥστε κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς προπαρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ὁπότε εἶχεν ὑποβληθῆ ὅμοιον νομοσχέδιον περὶ τελῶν χαρτοσήμου, περιέχον τὴν αὐτὴν διάταξιν περὶ περιθωρίου, καίτοι αἱ διαστάσεις τοῦ φύλλου τοῦ χαρτοσήμου ἦσαν κατ’ αὐτὸ μεγαλείτεραι, διότι κατ’ αὐτὸ τὸ μὲν πλάτος τοῦ φύλλου συνίστατο εἰς 420 χιλιοστὰ τοῦ βασιλικοῦ πήχεως, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν συνίσταται μόνον εἰς 406, τὸ δὲ μῆκος συνίστατο εἰς 310 χιλιοστὰ, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν συνίσταται εἰς μόνον 300, καίτοι, λέγω, αἱ διαστάσεις ἦσαν μεγαλείτεραι, ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν εἶχε παραπεμφθῆ καὶ ἧς μέλος καὶ εἰσηγητὴς ἦτο ὁ νῦν ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, προέτεινε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ περιθωρίου κατὰ 10 χιλιοστὰ τοῦ μέτρου. Φαντασθῆτε λοιπὸν, πόσον ὑπέρογκον αὔξησιν θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν περὶ χαρτοσήμου φορολογίαν ἡ περὶ περιθωρίου διάταξις, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸ ὁρίζεται περιθώριον 45 χιλιοστῶν ἐφ’ ἑκάστης σελίδος, ἐνῷ τὸ φύλλον θὰ ἔχῃ οἵας καὶ νῦν διαστάσεις. Ἑτέρα ἐπιβάρυνσις εἶναι ἐκείνη, δι’ ἧς ἐξομοιοῦνται αἱ προδικαστικαὶ πρὸς τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις· διὰ ταύτης προστίθεται εἰς πᾶσαν μὲν προδικαστικὴν ἀπόφασιν Πρωτοδικῶν τέλος δύο δραχμῶν, εἰς πᾶσαν δὲ ὁμοίαν ἀπόφασιν τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁμοιοβάθμων Δικαστηρίων τριῶν δραχμῶν. Γινώσκετε, ὅτι σπανίως συμβαίνει ὑπόθεσίς τις νὰ περατοῦται διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἀποφάσεως· συνήθως ἐκδίδονται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως πολλαὶ προδικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ἄν λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψει, θὰ ἴδητε πόση μεγάλη εἶναι ἡ προτεινομένη αὔξησις. Ὡς λόγος τῆς αὐξήσεως ταύτης ἀναφέρεται ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἐπὶ πάσης ὑποθέσεως προκαταβάλλεται τὸ διὰ τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις ὡρισμένον τέλος, τὸ δὲ περίσσευμα, ἂν ἐκδοθῇ ἀπόφασις οὐχὶ ὁριστική, δὲν τὸ λαμβάνει ὁ διάδικος, ἀλλ’ ἢ λαμβάνει τοῦτο ὁ δικηγόρος, ἢ τὸ κρατεῖ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν γίνεται πάντοτε, διότι προκαταβάλλουσι τὰ τέλη οὐχὶ οἱ δικηγόροι, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ διάδικοι, οἱ ὁποῖοι φροντίζουσι ν’ ἀναλαμβάνωσι τὰ περισσεύματα. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν, ὅτι πολλάκις, προκειμένου μάλιστα περὶ πελατῶν ἐχόντων πολλὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις, ἅπασα ἡ διὰ μίαν ἢ πολλὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις δαπάνη προκαταβάλλεται ὑπὸ τοῦ δικηγόρου, ὅστις πέμπει τὸν λογαριασμὸν κατόπιν εἰς τὸν πελάτην του, καὶ ἀποζημιοῦται ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει οἱ διάδικοι δὲν πληρόνουσιν ἢ τὰ πράγματι καταβληθέντα τέλη, διότι οὐδεὶς βεβαίως δικηγόρος θὰ θέσῃ εἰς λογασιασμὸν αὐτοῦ, ὅτι ἐπλήρωσε τέλη μὴ καταβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Πλὴν καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ περισσεύματα λαμβάνουσιν οἱ δικηγόροι, νομίζετε, ὅτι ἐκ ταύτης τῆς διαφορᾶς δὲν ὠφελοῦνται οἱ διάδικοι; Νομίζετε, ὅτι ὁ δικηγόρος δὲν λαμβάνει τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ἂν δηλαδὴ θὰ ἐκδοθῇ προδικαστικὴ ἀπόφασις, καὶ δὲν κανονίζει ἀναλόγως τὴν ἀντιμισθίαν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, καὶ ὅτι οἱ δικηγόροι ἐν γένει, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ ὠφέλημα τοῦτο, δὲν εὐχαριστοῦνται μὲ ἀντιμισθίαν μικροτέραν ἐκείνης, ἣν θὰ ἐλάμβανον ἄνευ αὐτῶν; Νομίζω, ὅτι πάντες θὰ συμφωνήσωσι, περὶ τούτου, ὡς ἐπίσης πάντες θὰ συμφωνήσωσιν, ὅτι, ἂν τυχὸν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, θὰ λαμβάνωσιν ἀντιμισθίαν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν μέχρι τοῦδε λαμβάνουσι, πρὸς ἀποζημίωσιν αὐτῶν διὰ τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίστανται ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ περισσεύματος. Εἶναι λοιπὸν καὶ τοῦτο αὔξησις οὐκ ὀλίγον σπουδαία, καὶ θὰ ἐπιβαρύνῃ οὐκ ὀλίγον τὴν κοινωνίαν. Τρίτη αὔξησις εἶναι ἡ ἐξομοίωσις τῶν πράξεων τῶν Εἰσηγητῶν πρὸς τὰς πράξεις τοῦ Προέδρου. Ἤδη αἱ πράξεις αὗται θὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου τριῶν δραχμῶν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐγράφοντο ἐπὶ χαρτοσήμου δύο δραχμῶν. Αἱ τοιαῦται πράξεις εἰσὶν ἄπειροι· π. χ. πρᾶξις, δι’ ἧς ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς ἐξέτασιν μαρτύρων, πρᾶξις, δι’ ἧς ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς διεξαγωγὴν τῶν κλήρων ἐπὶ διανομῆς, πρᾶξις δι’ ἧς ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς ὅρκισιν πραγματογνωμόνων κτλ. Τοιούτων δὲ πράξεων γίνεται ἀνάγκη εἰς πᾶσαν σχεδὸν δίκην. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ μία ἄλλη αὔξησις, ἐπερχομένη ἄνευ λόγου, ἐπιβαρύνουσα καὶ αὕτη οὐκ’ ὀλίγον τὰ δικαστικὰ τέλη. Ἑτέρα αὔξησις εἶναι ἐκείνη, δι’ ἧς αἱ ἀποφάσεις τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν περὶ ἐξώσεων ἐξομοιοῦνται πρὸς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου Πρωτοδικῶν. Ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης αἱ ἀποφάσεις τῶν Προέδρων ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, αἵτινες ἄχρις σήμερον ἐγράφοντο ἐπὶ χαρτοσήμου τριῶν δραχμῶν, θὰ γράφωνται τοῦ λοιποῦ ἐπὶ χαρτοσήμου πέντε δραχμῶν. Ἡ τοιαύτη αὔξησις πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο ὁ εἰδικὸς Νόμος περὶ ἐξώσεως. Ἐνθυμεῖσθε τί συνέβαινεν ἄλλοτε, ὁσάκις ὁ ἐκμισθωτὴς ἤθελε νὰ ἐκβάλῃ τὸν δυστροποῦντα μισθωτὴν ἐκ τῆς οἰκίας του· ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ μακρὸν καὶ πολυδάπανον δικαστικὸν ἀγῶνα, ὅπως κατορθώσῃ τοῦτο, διότι ἔδει νὰ ἐγείρῃ τακτικὴν ἀγωγὴν εἰς τὸ Δικαστήριον, κατὰ ταύτης δὲ ὁ δύστροπος μισθωτὴς ἀντέτασσε μυρίας ἀντιῤῥήσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔπρεπε καὶ χρόνος νὰ παρέλθῃ πολὺς, καὶ δαπάνην ὁ ἐνάγων νὰ ὑποστῇ μεγίστην, μέχρις οὗ κατορθώσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ κτῆμά του. Ἐθεωρήθη λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθῇ εἰδικὴ, συνοπτικὴ καὶ ὀλιγοδάπανος διαδικασία, ὥστε ὁ κύριος τοῦ μισθουμένου κτήματος ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος καὶ δι’ ὀλιγίστης δαπάνης νὰ ἐκδιώκῃ τὸν δύστροπον ἐνοικιαστήν. Ὅταν προσθέσωμεν τὴν δαπάνην τῶν δύο δραχμῶν, τοῦτο δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Νόμου τούτου; δὲν θὰ φέρῃ πρόσκομμα, ἰδίως εἰς τὴν πτωχὴν τάξιν τῆς κοινωνίας, αἱ παρὰ τῆς ὁποίας γινόμεναι μισθώσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς μεγάλης σπουδαιότητος κτήματα; Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς μικρὰ ποσὰ καὶ ἀπαιτούντων εὐκολίαν καὶ ταχύτητα, νὰ ἐπιβληθῶσι νέα δικαστικὰ τέλη, καὶ νὰ ἐπιπροστεθῶσιν οὕτω προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἴσα ἴσα ἐγένετο, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ συντομίαν. Αὐταὶ εἶναι αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφερόμεναι αὐξήσεις εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅλας αὐτὰς, μίαν πρὸς μίαν καὶ ἐν συνόλῳ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες θὰ πεισθῆτε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπερδιπλασιάζονται τὰ δικαστικὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν δικαστικῶν, σπουδαία αὔξησις ἐπέρχεται καὶ εἰς τὰ τέλη τὰ ὑποθηκικά. Μέχρι σήμερον πᾶσα αἴτησις περὶ ἐγγραφῆς προσημειώσεως ἢ ὑποθήκης ἐγίνετο διὰ δύο περιλήψεων, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἐγράφετο ἐπὶ χαρτοσήμου 50 λεπτῶν, ἀλλ’ ἡ μία ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ γραφῇ καὶ ἐπὶ τοῦ τίτλου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἐγγραφή· κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἑκάστη τοιαύτη περίληψις θὰ γράφηται ἐπὶ χαρτοσήμου δύο δραχμῶν, ὥστε τὸ ἔξοδον τῆς αἰτήσεως, ἐνῷ πρὶν συνίστατο εἰς 50 κυρίως λεπτὰ, ἤδη θὰ συνίσταται εἰς 4 δραχμὰς, καὶ τοῦτο εἶναι ἔξοδον ἀνεξάρτητον τῆς δαπάνης τοῦ τέλους τοῦ ὑποθηκικοῦ, τὸ ὁποῖον πληρόνεται ἰδιαιτέρως. Ἐννοεῖτε δὲ πόσον βαρὺ εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅταν πρόκηται περὶ ἐγγραφῶν ὑποθηκῶν, ἢ προσημειώσεων, ἀφορωσῶν εἰς μικρὰ ποσά. Καὶ ὡς πρὸς τὰ συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα ἐπέρχεται σπουδαία αὔξησις, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τ’ ἀναλογικὰ τέλη· ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ φοβερὰ κατὰ προοδευτικὴν ἀναλογίαν φορολογία, ἡ ἐπὶ τῶν τελῶν τούτου ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως εἰσαχθεῖσα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὴν αὔξησιν ταύτην. Πλὴν ἐπέρχεται αὔξησις καὶ ὡς πρὸς τὰ συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα τῆς ἀπροσδιορίστου ἀξίας, τὰ ὑποκείμενα οὐχὶ εἰς τέλος ἀναλογικὸν, ἀλλὰ εἰς πάγιον, π. χ. τὰ περὶ διανομῶν, τὰ περὶ ἀπογραφῶν, ὡς διαθῆκαι κτλ. Αὐτὰ ἐγίνοντο μέχρι σήμερον ἐπὶ χαρτοσήμου τριῶν δραχμῶν, ἤδη θὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου 5 δραχμῶν.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ἀπογραφαὶ ἐγίνοντο ἐπὶ χαρτοσήμου δραχμῶν 10, ὥστε ἐγένετο ἐλάττωσις.
§14ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Νομίζω ὄχι. Πλὴν, καὶ ἂν ἐπέρχηται ἐλάττωσις ὡς πρὸς τὰς ἀπογραφὰς, εἶναι ἐν τούτοις ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἐπέρχεται αὔξησις ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ, εἰς πάγιον τέλος ὑποκείμενα, συμβόλαια. Αὗται εἶναι αἱ αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὰς αὐξήσεις ταύτας φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ἐν ᾗ καταστάσει διατελεῖ τὸ Κράτος, καθ’ ἣν ἐποχὴν τοσούτους ἐψηφίσαμεν φόρους, φόρους βαρεῖς καὶ δυσβαστάκτους, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν νέαν αὔξησιν. Εἴμεθα βεβαίως δεδικαιολογημένοι, ἐὰν ἐψηφίσαμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, θὰ εἴχομεν τὴν χρεωκοπίαν, τὴν ἀτιμίαν, τὸ ὄνειδος, καὶ ἔπρεπε νὰ μὴ διστάσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν, ἀφοῦ μόνον διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰς καταστροφὰς, ἃς ἡ χρεωκοπία ἀφεύκτως θὰ ἐπέφερεν. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διαβεβαίωσιν προκύπτουσαν ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἤρχισαν νὰ προβαίνωσιν ὁμαλῶς καὶ βεβαιότης ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλωμεν νέας φορολογικὰς αὐξήσεις, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον πρὸ πάντων προκειμένου περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωνται προσκόμματα. Ἱκανὰ εἶναι τὰ ἤδη παρεμβαλλόμενα προσκόμματα ὡς ἐκ τοῦ πολυπλόκου τῆς δικονομίας καὶ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐκ τῆς ἐπὶ τοσοῦτον ἀναπτυχθείσης παρ’ ἡμῖν στρεψοδικίας καὶ ἐκ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς οἱ δικασταὶ ἐκδίδουσι προδικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰ τέλη τὰ δικαστικὰ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ ὁδὸς τῆς δικαιοσύνης, ἥτις καὶ ἤδη εἶναι λίαν δυσπρόσιτος, νὰ καταστῇ ἀπρόσιτος. Προέτεινα λοιπὸν διαφόρους τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἰς τοῦτο καὶ μόνον τείνουσιν, εἰς τὸ νὰ διατηρηθῶσι τὰ δικαστικὰ τέλη εἰς ἣν θέσιν εἶναι σήμερον. Ἄλλοτε εἶχον ἐκφράσει τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἀναλόγως πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῶν δικῶν, καὶ νὰ ἐλαττωθῶσι μὲν τὰ τέλη ἐπὶ τῶν δικῶν τῶν ἁπλουστέρων καὶ ἥττονος σπουδαιότητος, ν’ αὐξηθῶσι δὲ ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων. Ἐφρόνουν δὲ καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τοιαύτη διαῤῥύθμισις τῶν δικαστικῶν τοῦ χαρτοσήμου τελῶν, ἐνῷ θὰ παρεῖχε μεγίστην εὐκολίαν πρὸς ἐπίκλησιν καὶ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰς πενεστέρας ἰδίως τάξεις τῆς κοινωνίας, ἐνῷ θὰ καθίστα ζωηροτέρας καὶ εὐκολωτέρας τὰς συναλλαγὰς, ἐνῷ θὰ ἠλάττου τὰ ἐγκλήματα, διότι μία τῶν σπουδαιοτέρων πηγῶν τῶν ἐγκλημάτων παρ’ ἡμῖν εἶναι τὰ βαρέα τέλη τοῦ χαρτοσήμου, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων καταφεύγουσιν οἱ ἄνθρωποι πολλάκις εἰς αὐτοδικίας, ἐνῷ θὰ ἐπέφερεν ὅλα αὐτὰ τὰ εὐεργετήματα, τὰ ὁποῖα κατέδειξα, θὰ συνετέλει πρὸς τούτοις καὶ εἰς οὐ σμικρὰν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, διότι, ὡς ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῶν τελῶν ἐπὶ τῶν μικρᾶς σπουδαιότητος δικῶν, αὗται θὰ ἐπολλαπλασιάζοντο καὶ ἑπομένως θὰ ηὔξανεν ἡ ἐκ τούτων πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, θὰ ηὔξανε δὲ καὶ ἐκ τῶν δικῶν τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀντικείμενα σπουδαιότερα, ἀφοῦ ὡς πρὸς αὐτὰς τὰ τέλη ἤθελον αὐξηθῆ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν τολμῶ νὰ προτείνω τοιοῦτο πείραμα, διότι ὁπωσδήποτε εἶναι πείραμα. Τότε, ὅτε εἶχον κάμει τὴν πρότασιν αὐτὴν, τότε ἡ κατάστασίς μας ἦτο πολὺ καλλιτέρα, τότε δὲν ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τότε τὸ Κράτος δὲν εἶχεν ἔτι ἐπιβαρυνθῆ διὰ δανείων 120 ἑκατομμυρίων, τότε ὑπῆρχον ἔτι ἐν τῇ ζωῇ 4000 σφριγῶσαι καὶ ῥωμαλέαι ὑπάρξεις, ἃς πρωΐμως ἔστειλεν εἰς τὸν Ἅδην ἡ ἐπιστράτευσις. Τότε τὸ Κράτος ἔβαινεν ὁμαλῶς καὶ ἀπροσκόπτως εἰς τὴν πρόοδον, καὶ δὲν εἶχεν ἀνακόψει τὴν πρὸς τὰ πρόσω πορείαν αὐτοῦ ἡ ἀναστάτωσις, ἡ μετὰ ταῦτα ἐπελθοῦσα· τότε λοιπὸν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοῦτο, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰς βεβαιότητας διὰ τῶν πιθανοτήτων· καὶ ὅταν ἔχωμεν βεβαιωμένον, ὅτι τὸ Κράτος εἰσπράττει κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ χαρτοσήμου 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εὑρισκόμεθα δὲ ἐν τοιαύτῃ θέσει οἰκονομικῇ, ὥστε καὶ ἡ ἐλαχίστη ἐλάττωσις τῶν προσόδων νὰ ἀπειλῇ νὰ διαταράξῃ ἄνευ ἐλπίδος ἐπανορθώσεως τὴν μόλις ἤδη καθισταμένην ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δὲν θὰ ἦτο συνετὸν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν βεβαιότητα ταύτην, ἣν παρέχει τὸ ἐν ἰσχύϊ σύστημα, διὰ τῶν πιθανοτήτων τοῦ νέου καὶ ἀδοκιμάστου τούτου συστήματος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν ὀφείλωμεν νὰ κάμωμεν νῦν τὸ πείραμα τοῦτο, δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν βραδύτερον, ὅτε ἡ προβαίνουσα βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων θὰ ἐπιτρέπῃ τοιαύτας δοκιμάς· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀλλὰ νὰ τὴν μελετήσῃ ἐπισταμένως. Ἂν ἐξετάσῃ πόσον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων καὶ πόσον ἐκ τῶν κατωτέρων, καὶ ἂς ὑπολογίσῃ τί δύναται νὰ εἰσπράξῃ, ἐπερχομένης τοιαύτης μεταβολῆς, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι δὲν ἐλαττοῦνται ἐκ ταύτης αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου, ἂς μὴ διστάσῃ νὰ προτείνῃ ταύτην, βέβαιος ὤν, ὅτι θὰ ἐπισύρῃ ἐφ’ ἑαυτοῦ τὰς εὐλογίας συμπάσης τῆς κοινωνίας καὶ πρὸ πάντων τῶν πενεστέρων τάξεων. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύτας δοκιμὰς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νομίζω, ὅτι καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν νέας αὐξήσεις, ἀλλ’ ὀφείλομεν ν’ ἀφήσωμεν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ὡς ἔχουσι σήμερον, ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι προέρχεται ἐξ αὐτοῦ ποσὸν 8 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου. Εἰς τοῦτο δὲ τείνουσιν αἱ τροπολογίαι μου, εἰς τὸ νὰ μείνωσι δηλαδὴ τὰ δικαστικὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ὡς ἔχουσι σήμερον. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς τροπολογίας μου ταύτας, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν προτίθεται νέαν φορολογικὴν αὔξησιν, καὶ ἐκφράσῃ τὴν συναίνεσίν της πρὸς ἀποδοχὴν αὐτῶν. Ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον θὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ὅμως δὲν γίνωσι δεκταὶ αἱ τροπολογίαι, ἃς προέτεινα, ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι πᾶσα αὔξησις τῶν δικαστικῶν τελῶν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν κοινωνίαν ἐν γένει, θὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καίτοι νομοσχέδιον φορολογικὸν, εἶναι ὅμως ἀνακουφιστικὸν, καὶ ὅτι, ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργήσῃ, μετὰ μικρὸν ἡ κοινωνία ἅπασα θέλει εὐαρέστως ἀντιληφθῆ τὴν διαφορὰν τῆς παλαιᾶς καταστάσεως πρὸς τὴν νέαν, ἥτις δημιουργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ προαγορεύσας πιστεύει, ὅτι αἱ διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρως ὡμίλησεν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ν’ ἀναγκάσωσιν αὐτὸν νὰ καταψηφίσῃ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπὲρ τὸ δέον ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, ὥστε ἐκ τούτων ὡρμήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, καθίσταται ἄξιον ἀποῤῥίψεως. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν συνόλῳ, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ διαχωρισθῶσιν ἐντεῦθεν μὲν αἱ ἐλαττώσεις, ἐκεῖθεν δ’ αἱ αὐξήσεις, καὶ νὰ γενῇ σύγκρισις, μήπως αἱ ἐλαττώσεις ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν παραδοχὴν τῶν αὐξήσεων, δι’ ὧν καὶ μόνων δύνανται ν’ ἀποκτηθῶσι τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Πᾶς, ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον μετὰ προσοχῆς, βεβαίως ἐποίησε τὴν διάκρισιν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ. Καὶ ἀρκεῖ μόνον νὰ μνημονεύσῃ τις τὴν ἁθρόαν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους ἔν τε ταῖς κληρονομικαῖς καὶ ταῖς πράξεσι μεταβιβάσεως τῶν περιουσιῶν, ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσῃ τῆς προτεινομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καταργήσεως τῶν σήμερον εἰσπραττομένων προσθέτων τελῶν ἐπὶ τῶν κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἀξίας φορολογουμένων πράξεων, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι αὗται μὲν αἱ ἐλαττώσεις φέρουσιν ἀνακούφισιν, αἱ δ’ εἰς ἀντιστάθμισιν προτεινόμεναι κατὰ μέρος ἀνάλογοι αὐξήσεις εἶναι ἀνάξιαι πολλοῦ λόγου. Εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ προαγορεύσαντος, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ πρῶτον ἐπιλαμβάνομαι τοῦ ἄρθρου 5, ἐν ᾧ παρετήρησεν ἀκριβῶς ὁ προαγορεύσας, ὅτι περιέχεται ἐλάττωσις τῶν διαστάσεων τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν ἤθελε βεβαίως προταθῆ, ἂν δὲν συνέπιπτε κατὰ τὸ διάστημα, τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ προηγουμένην Περίοδον τῆς Βουλῆς μέχρι σήμερον, νὰ γίνωσι παραγγελίαι χάρτου ἀφθόνου, ἔχοντος διαστάσεις μικροτέρας, ὧν ἡ μεταβολὴ ἤθελεν ἀναγκάσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαλύσῃ ἢ τροποποιήσῃ τὸ συμβόλαιον, ὅπως δήποτε δὲ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ζημίας, τὰς ὁποίας δὲν νομίζει δίκαιον νὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ περιορίσωμεν νομοθετικῶς τὰς διαστάσεις τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 0,420 πλάτους καὶ 0,310 μήκους εἰς 0,406 πλάτους καὶ 0,300 μήκους, καὶ ἐνταυτῷ ἠλαττώσαμεν, ἀκολουθοῦντες ἐν τούτῳ καί σῇ γνώμῃ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία λεπτομερῶς προεξήλεγξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν προηγουμένη Συνόδῳ, ἠλαττώσαμεν τὰ περιθώρια ἀπὸ 0,050 καὶ 0,020 εἰς 0,030 καὶ 0,015. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη νομίζω, ὅτι εἶναι ἱκανή, ὥστε νὰ καθησυχάσῃ τοὺς φόβους τοῦ προαγορεύσαντος. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶμεν καί τινα ἔτι ἐλάττωσιν ἢ τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο περιθωρίων· νομίζω, ὅτι μικρὸν ἔσται τὸ κακὸν, ἐὰν ἀντὶ 0,015 τοῦ ἀριστεροῦ περιθωρίου δεχθῶμεν μόνον 0,010, καὶ ἀντὶ 0,030 μόνον 0,025, καὶ ταύτην τὴν παραχώρησιν πιστεύω, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ δυνηθῇ νὰ παράσχῃ εἰς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα.
§16ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι συμφερώτερον ἢ ὅ,τι ὑπάρχει.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἰσάγεται εἰς αὐτὴν ἀσυζήτητον. Οὐ μόνον τὸ κυβερνητικὸν τοῦτο ἔργον ὑπέστη ἤδη ἔλεγχον σπάνιον εἰς τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὰς ἡμετέρας Βουλὰς νομοσχέδια, διότι ἀπὸ τοῦ 1883 διηνεκῶς μελετᾶται καὶ βελτιοῦται, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπέστη καὶ μεμελετημένην ἔρευναν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς κατὰ προηγουμένην Σύνοδον, καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ, παραδεχθεῖσα παμψηφεὶ τὸ νομοσχέδιον ἐν συνόλῳ, προέτεινε μεταβολὰς, αἵτινες ἐφάνησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔκτοτε ὡς ἄξιαι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, αἱ μεταβολαὶ αὗται πᾶσαι εἰσήχθησαν εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 παρατηρεῖ ὁ προαγορεύσας, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἐδάφιον ηʹ, μετὰ τὰς λέξεις «αἱ προσκλήσεις», αἱ λέξεις: «καὶ τὰ πρακτικὰ συζητήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, τῶν πρακτικῶν δημοσιεύσεως γραφομένων ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.» Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας προτείνει, ὄχι πλέον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κείμενα, ἀλλὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ὑπάρχον τέλος· διότι, ὅπως γνωρίζετε, τὰ πρακτικὰ τῶν Εἰρηνοδικείων γράφονται καὶ σήμερον ἐπὶ 50 λεπτῶν χαρτοσήμου. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι πρακτικὰ δημοσιεύσεως καὶ πρακτικὰ συζητήσεως. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡνώσαμεν τὰ δύο πρακτικὰ εἰς ἓν, καὶ εἴπομεν ἐν ἐδαφ. ζʹ τοῦ 21 ἄρθρου, ὅτι δι’ ἓν μόνον πρακτικὸν, τὸ τῆς συζητήσεως, θέλει πληρόνεσθαι μία δραχμή· προσεθήκαμεν δὲ ῥητῶς, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τὸ πρακτικὸν τῆς δημοσιεύσεως νὰ γραφῇ ἐπὶ χαρτοσήμου.
§18ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον μίαν δραχμὴν πληρόνουν.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλὰ σήμερον τὰ 50 λεπτὰ κλέπτονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἐνῷ διὰ τῆς μεταβολῆς θὰ εἰσάγωνται πάντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§20ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ ν’ αὐξήσῃ τὰ τέλη, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτρέψῃ ἡμῖν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰ σήμερον ὅπως ἔχουσιν. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐζήτησε νὰ προστεθῇ 11ον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ ἑπομένου ἄρθρου 22, καὶ προβιβάζει εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ πάλιν ἐλάττωσιν τέλους. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἐπιδιώξωμεν βελτίωσιν, καὶ ἐλάττωσιν ἴσως, περὶ τὰ ὑποθηκικὰ, πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν αὐτὰ δι’ ἄλλου Νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν περικόψει τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας πορίζονται οἱ φύλακες τῶν ὑποθηκῶν καὶ αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς δὲν εἶναι πάντοτε αἱ νόμιμοι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι πέραν αὐτῶν, γνωσταὶ εἰς πάντας τοὺς ἀσχοληθέντας περὶ τὰ δικαστικά. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι, ἂν θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις τέλους, ἡ αὔξησις ἐν συνόλῳ δὲν ὑπερβαίνει τὴν δραχμὴν, διότι, κατὰ μὲν τὰ ἤδη κείμενα, δύο περιλήψεις πρὸς 50 λεπτὰ φέρουσι μίαν δραχμὴν, ἡ ἐγγραφὴ 1 δραχμὴν, διὰ χαρτοσήμου κινητοῦ εἰσπρατομένην, καὶ ἡ πιστοποίησις 2 δραχμὰς, τὸ ὅλον δραχμὰς 4· ἐὰν δὲ ὑποθέσητε, ὅτι τὰ πράγματα λαμβάνονται ἁπλῶς, ὅπως φαίνονται γεγραμμένα ἐνταῦθα, τί ἔχομεν ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαγομένου; Δύο περιλήψεις, ἀντὶ 2 δραχμῶν ἑκάστη, δραχμαὶ τέσσαρες, πιστοποίησις δραχμὴ μία, τὸ ὅλον 5 δραχμαί. Ἔχομεν δηλαδὴ διαφορὰν μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ πλέον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι πραγματική· διότι, ἐὰν ἐνθυμηθῇ, ὅπως καὶ ἐνεθυμήθη, ὁ προαγορεύσας τὴν διάταξιν τοῦ περὶ ὑποθηκῶν Νόμου, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ μία τῶν περιλήψεων νὰ γράφηται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τίτλου, θέλει πεισθῆ, ὅτι, ἀντὶ τῶν 4 δραχμῶν λόγῳ περιλήψεων, ἔχομεν μόνον 2, 1 δραχμὴν διὰ τὴν πιστοποίησιν, τρεῖς, ἀποτέλεσμα δὲ προκύπτει ἐλάττωσις τέλους, ἀντὶ τῆς κατηγορουμένης αὐξήσεως. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 δὲν πρέπει νὰ γενῇ δεκτή. Ἐρχόμεθα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22....
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν νομίζετε πρακτικώτερον νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου;
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε δίκαιον· ἀλλ’ ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς προτάσεις συλλήβδην προταθείσας. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἐμποδίζει τοὺς ἔχοντας προτάσεις κατ’ ἄρθρον, νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὰς, ὅτε βεβαίως καὶ θὰ λάβωσι τὴν ἀπάντησιν· ἀλλ’ ἐὰν, ἀναβὰς ἤδη τὸ βῆμα, θελήσω νὰ ἐπανέλθω, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ ἑκάστης προτάσεως τοῦ προαγορεύσαντος, περισσότερος καιρὸς θέλει ἀπολεσθῆ.— Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 προτείνει ἐπίσης ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐλάττωσιν τῶν ἤδη κειμένων τελῶν, διότι προτείνει νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἐκ τοῦ γʹ ἐδαφίου αἱ λέξεις: «ἐκτὸς ἐὰν ἐκδίδωνται κατ’ ἐπέκτασιν δικαιοδοσίας.» Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ὑπάρχει ἤδη ἐν τῷ κειμένῳ Νόμῳ· ὅταν ὁ Εἰρηνοδίκης ἐκδίδῃ ἀπόφασιν, οὐχὶ δικάζων ὡς Εἰρηνοδίκης, ἀλλὰ κατ’ ἐπέκτασιν δικαιοδοσίας, εὔλογον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ πληρωθῶσιν ἀνώτερα τέλη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν εἰς αὐτὸν νὰ δικάσῃ ὡς ἀνώτερος δικαστής. Εἶναι δὲ τὸ ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ τέλος αὐτὸ τὸ νῦν κείμενον, καὶ ἐπειδὴ τὰ τέλη ταῦτα δὲν σκοποῦμεν νὰ ἐγγίσωμεν, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 22 προτείνει νὰ προστεθῇ ὡς 8ον ἐδάφιον: «αἱ πράξεις καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν ἐν γένει», διότι, ἰδὼν, ὅτι γίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 λόγος περὶ πράξεων τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν ἐν γένει, ἐνόμισεν, ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῇ φράσει ταύτῃ καὶ αἱ ἐκθέσεις, τὰ πρακτικὰ δηλαδὴ αὐτῶν, διεξαγόντων ἀποδείξεις. Ἀλλὰ τοῦτο, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἧς ἀνωτέρω ἐμνημόνευσα, εἶναι ἤδη ἐξηγημένον, δὲν εἶναι ἀκριβές, τῶν μὲν ἐκθέσεων τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν ὑποκειμένων εἰς τέλος 2 δραχμῶν, ἐνταῦθα δὲ ἁπλῶς ἐξομοιουμένων τῶν πράξεων τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν πρὸς τὰς πράξεις τῶν Προέδρων.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ ἐκθέσεως δὲν ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον.
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμιλεῖ. Λάβετε τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 23: «εἰς τέλος 3 δραχμῶν ὑπόκεινται αἱ πράξεις τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν ἐν γένει καὶ τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν»· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐν τῇ δικαστικῇ γλώσσῃ ἡ φράσις «πράξεις δικαστῶν, πράξεις Προέδρων,» ἐννοεῖ τὰ πρακτικὰ τῶν εἰσηγητῶν. Περὶ δὲ ἐκθέσεων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 22 ἐν ἐδαφίῳ δʹ, τὸ ὁποῖον λέγει: «τὰ παντὸς εἴδους πρακτικὰ καὶ ἐκθέσεις τῶν Πρωτοδικείων κ.λ.π.». Ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐκθέσεις, τὰ πρακτικὰ τῶν εἰσηγητῶν δικαστῶν, ἅτινα, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐξήγησις αὕτη, δυνάμεθα καὶ εἰδικῶς νὰ προσθέσωμεν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 24, ἐδάφιον γʹ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἔκρινεν ὑπερβολικὴν τὴν ἀνύψωσιν τοῦ τέλους τῶν συμβολαίων, τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς τέλος ἀναλογικόν, ἀλλὰ πληρονόντων μέχρι τοῦδε μόνον 3 δραχμὰς, εἰς 5 δραχμάς. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ἐξετάσητε, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Πρῶτον ἐξαιρῶ τὰ πληρεξούσια, διότι τὰ πληρεξούσια θέλουσιν ἐξακολουθήσει νὰ πληρόνωσι τὸ αὐτὸ, ὅπερ καὶ μέχρι τοῦδε τέλος, ἂν καὶ ἠδύναντο νὰ βεβαιώσωσιν ἡμῖν πολλοὶ, ὅτι ἐν ἄλλαις χώραις φορολογοῦνται πολλαπλασίως. Ἐν Γαλλίᾳ, μοὶ ἐνθυμίζει ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Καλογερόπουλος, ὅτι καταβάλλουσι τέλος 20 φράγκων. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι προβιβάζονται ἀπὸ 3 δραχμῶν εἰς 5; Ἀκούσατε. «Πάντα τὰ συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα, τὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς τέλος ἀναλογικὸν καὶ μὴ κατονομαζόμενα ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τοῦ ἄρθρου 23, συμβολαιογραφικὰ ἔγγραφα περὶ δωρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον»· τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος προσετέθη εἰδικῶς τελευταῖον, ὅπως ἀποφευχθῇ τὸ ἄτοπον, εἰς ὃ ἦγεν ἡ πρότερον κειμένη νομοθεσία, οὐδόλως διακρίνουσα καὶ διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦσα τὸν ποιούμενον τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον δωρεὰν νὰ πληρώσῃ καὶ τέλος χαρτοσήμου δι’ αὐτήν, τοῦ Δημοσίου μὴ ἐπιτρεπομένου νὰ φορολογηθῇ κατὰ Νόμον· «αἱ ὑπὸ τῶν συμβολαιογράφων συνταττόμεναι ἀπογραφαί, κληρονομίας ἢ κληροδοτημάτων διανομαί.» Κατὰ τὸν ἀρχικὸν Νόμον, τὰ τοιαῦτα συμβόλαια, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνιόντων καὶ κατιόντων, οἵτινες δὲ ὑπόκεινται εἰς τέλος κληρονομικὸν, ἀπέτινον τέλος τάξεως δραχμῶν δέκα, ἐκτὸς ἐὰν προτιμήσῃ ὁ ἀνιὼν ἢ κατιὼν, ὡς ἔλεγεν ὁ παλαιὸς Νόμος, νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος τῆς ἀξίας· ἀνάγκη δηλαδὴ νὰ προϋποτεθῇ τέλος ἀξίας κατώτερον τῶν δέκα δραχμῶν, ὅπως προταθῇ ἡ ἐρώτησις εἰς τὸν φορολογούμενον, ἂν προτιμᾷ νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος τὸ κληρονομικὸν, ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς τάξεως τὸ δεκάδραχμον. Ἐνομίσαμεν, πρὸ ἡμῶν δὲ καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ ΡΙϚʹ Νόμου ἐν ἔτει 1865 οὕτως ἔκρινεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο σπουδαῖον, καὶ καταργήσαντες τὰς διακρίσεις, ἐθέσαμεν ἓν τέλος, τὸ τῶν 5 δραχμῶν, τὸ ἥμισυ δηλαδὴ τοῦ ἐν ἔτει 1836 τεθέντος. «Διανομαὶ κληρονομίας ἢ κληροδοτημάτων». Ἀντὶ τριῶν δραχμῶν, ὑποχρεοῦνται οἱ συμπράττοντες εἰς αὐτὰς νὰ πληρώσωσι 5 δραχμάς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ διανομῆς κληρονομίας, μοὶ φαίνεται ἀνάξιον τοῦ κόπου, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ 2 δραχμῶν διαφορᾶς. «Δωρεαὶ αἰτίᾳ θανάτου καὶ διαθῆκαι». Καὶ αὗται, ὡς γνωρίζετε, ὑποβάλλονται νῦν εἰς 3 δραχμῶν χαρτόσημον. Ὡσαύτως δὲ δέν μοι φαίνεται ἄξιον τοῦ κόπου, νὰ ἐπιμένωμεν λέγοντες, ὅτι φορολογοῦνται ὑπερμέτρως διὰ 5 δραχμῶν. Ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ διαθηκῶν, λέγω, ὅτι βεβαίως οὐδεὶς θέλει διστάσει νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον Συμβολαιογράφου, ὅπως συντάξῃ τὴν διαθήκην αὐτοῦ, διὰ δύο μόνον δραχμάς. Τοιαῦται αἱ ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ αὐξήσεις. Νομίζω δὲ ἀνάξιον καὶ τοῦ κόπου καὶ τῆς ἀπωλείας πλείονος ὥρας, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὰ περὶ αὐτῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἀποφάσεις. Καὶ ἐνταῦθα ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει μεγαλειτέραν σπουδαιότητα. Τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων ἔχομεν κατὰ τὸν κείμενον Νόμον οὕτω φορολογουμένας· τὰς μὲν τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἄνευ διακρίσεως προδικαστικῶν, τὰς δὲ τῶν Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων μετὰ διακρίσεως. Ἐρωτᾶτε βεβαίως, διὰ τίνα λόγον ὁ νομοθέτης τοῦ 1836 διέταξεν οὕτω; καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς ἕκαστον εἶναι δύσκολος ἡ ἀπάντησις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, μὴ ἀντιληφθεὶς αὐτοῦ μέχρι τοῦδε, ὑποθέτω, ὅτι τὰ ἀντίθετα ταῦτα οὕτως ἔθεσεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, διότι ἀρκούντως δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Προέκειτο νῦν νὰ λύσωμεν τὴν ἀντίθεσιν· εἴχομεν δὲ δύο ὁδούς: ἢ νὰ ἐξομοιώσωμεν τὰς ὁριστικὰς πρὸς τὰς προδικαστικάς, ὅτε ἤθελεν ἐπέλθει ἐλάττωσις προσόδου εἰς τὸ Δημόσιον, τοῦθ’ ὅπερ οὐδ’ ὁ προαγορεύσας θέλει, ἢ τὰς προδικαστικὰς νὰ ἐξομοιώσωμεν πρὸς τὰς ὁριστικὰς, ὅτε ἐπέρχεται μικρά τις αὔξησις εἰσπράξεων εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἡμεῖς ἐκλίναμεν πρὸς τὸ δεύτερον, τοῦτο δὲ ποιήσαντες, ἐτάξαμεν εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ὁριστικὰς καὶ προδικαστικὰς ἀποφάσεις ἐν ἅπασι τοῖς Δικαστηρίοις. Μὴ δὲ νομίσῃ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι ἡ ζημία τῶν δικαζομένων εἶναι μεγάλη· μόνον ἂν προϋποτεθῇ, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων εἶναι μεῖζον τῶν ὁριστικῶν, τὸ ἐπιβαλλόμενον πρόσθετον βάρος ἔσται ἄξιον πολλοῦ λόγου. Ἀλλ’ ὁ νομίζων, ὅτι αἱ προδικαστικαὶ εἶναι πλείονες τῶν ὁριστικῶν πλανᾶται· τῶν προδικαστικῶν ὁ ἀριθμὸς μόλις φθάνει εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ὁριστικῶν, διότι ὁριστικαὶ θεωροῦνται καὶ πᾶσαι αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις, ἐν δὲ τῇ πρακτικῇ τῇ Ἑλληνικῇ αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις δὲν ἔχουσιν ἀριθμὸν, διότι δυστυχῶς ἡ ἐρημοδικία ἐπεκράτησεν ὑπερμέτρως πολὺ παρ’ ἡμῖν ὡς μέσον ὑπερασπίσεως. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακας τοῦ ἔτους 1886 καὶ μέρους τοῦ 1887. Καθ’ ὅλον τὸ 1886 ὑπὸ μὲν τῶν Ἐφετείων ἐξεδόθησαν, ὁριστικαὶ μὲν ἀποφάσεις 2820, προδικαστικαὶ δὲ μόνον 490, σχεδὸν τὸ ἕκτον· ὑπὸ δὲ τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, ὁριστικαὶ 26043 καὶ προδικαστικαὶ 12987, μόλις τὸ ἥμισυ, ὡς βλέπετε. Ἐπίσης κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1887 ὁριστικαὶ μὲν ἀποφάσεις τῶν Ἐφετείων 2322, προδικαστικαὶ δὲ 438, ὁριστικαὶ δὲ τῶν Πρωτοδικείων 16705 καὶ προδικαστικαὶ 8037, πάλιν τὸ ἥμισυ. Εἶναι λοιπὸν προφανὲς, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ νομοσχεδίου δύο μὲν δραχμῶν εἰς τὰς προδικαστικὰς τοῦ Πρωτοδικείου, πέντε δὲ εἰς τὰς τοῦ Ἐφετείου, ὅπως ἐξομοιωθῶσι πρὸς τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις, δὲν προσθέτει βάρος ἀφόρητον. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἐὰν ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει καὶ μόνας τὰς καταχρήσεις τὰς περὶ τὴν κατάθεσιν καὶ τὴν μὴ ἀπόδοσιν τῶν προκαταβολῶν μετὰ τὴν ἔκδοσιν προδικαστικῆς ἀποφάσεως, καταχρήσεις, τὰς ὁποίας συνειθίσαμεν νὰ βλέπωμεν πάντες μετ’ ἐπιεικείας, λαβούσας οὕτω τάξιν ἐθίμου, τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νὰ πείσῃ ἡμᾶς νὰ δεχθῶμεν τὴν διὰ τῆς ἐξομοιώσεως τοῦ τέλους τῶν ἀποφάσεων ἐπιφερομένην θεραπείαν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, προκειμένου περὶ ποινικῶν ὑποθέσεων, ἡ νέα διάταξις, ἀντὶ αὐξήσεως, ἐνιαχοῦ φέρει ἐλάττωσιν τέλους· κατὰ τὸν κείμενον Νόμον, αἱ ἀποφάσεις τῶν Συνέδρων ὑποβάλλονται ἀδιακρίτως εἰς 10 δραχμῶν τέλος· ἐνταῦθα οὐδεμίαν ἔχομεν αὔξησιν. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων ὑποβάλλονται ἐπίσης εἰς 10 δραχμῶν τέλος· τοῦτο τὸ τέλος ἐνταῦθα ὑποβιβάζεται εἰς 5 δραχμάς. Ὥστε ἔχομεν ἔν τισι καὶ ἐλάττωσιν. Ἐν ἄρθρῳ 32 ὁ κ. Μουσούρης προτείνει προσθήκην λέξεων, πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἐννοίας τῆς φράσεως: «ὑπὸ τοῦ προκαλοῦντος τὴν πρᾶξιν». Ἀλλ’ ἡ προσθήκη μοὶ φαίνεται περιττή, διότι ἀκριβῶς ἡ φράσις αὕτη διετυπώθη οὕτω καὶ οὐχὶ ὡς ἐν τῷ κειμένῳ Νόμῳ ὑπάρχει, ὅπως ἐννοηθῇ, ὅτι ἐπισπεύδων θεωρεῖται ἐκεῖνος, ὅστις προκαλεῖ τὴν πρᾶξιν ἢ τὴν συζήτησιν. Τὸ δὲ ζήτημα ἐγεννᾶτο μέχρι τοῦδε οὕτως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ὁ ἐναγόμενος, ὅστις ἐγίνετο ἀνακόπτων ἢ ἐφεσίβλητος, ἠρνεῖτο νὰ προκαταβάλῃ τὸ τέλος, ἐκ τούτου δὲ ἠναγκάζετο νὰ προκαταβάλῃ ὁ ἀντίδικος αὐτοῦ, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν διὰ τοιούτου τρόπου παρέλκυσιν τῆς δίκης. Ἐπὶ τούτου ἐγεννῶντο ζητήματα, ἄλλοτε ἄλλως ἀποφαινομένων τῶν δικαστῶν. Ὅπως δὲ διετυπώθη νῦν τὸ ἄρθρον, εἶναι προφανὲς, ὅτι ὁ προκαλῶν τὴν συζήτησιν, αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπισπεύδων καὶ αὐτὸς διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος. Λύεται δηλαδὴ τὸ ζήτημα, ὅπως ἐλύθη ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Μὴ συμφωνῶν δὲ κατὰ τοῦτο πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος, νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ ὑπερβολικὴ καὶ περιττὴ ἡ προτεινομένη ὑπ’ αὐτοῦ τελευταία διάταξις, καθ’ ἣν ὁ μὴ προκαταβάλλων ἐνάγων, ἀνακόπτων, ἐφεσίβλητος κλπ. δικάζεται ἐξ ἀνάγκης ἐρήμην.
§26ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὰς στρεψοδικίας. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὠφελούμενοι ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Νόμου ἄνθρωποι δικάζονται ἐρήμην, κατόπιν ἀνακόπτουν, δὲν ἐμφανίζονται, καὶ καταβάλλει ὁ ἐνάγων, καὶ αὐτὸ διαιωνίζεται.
§27ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν θὰ γίνηται. (Συζήτησις διαλογικὴ μεταξὺ Μουσούρη καὶ Μπουφίδου).
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι πρῶτον δὲν εἶναι ἡ θέσις ἐνταῦθα ἁρμοδία, ὅπως διατάξωμεν περὶ ἐρημοδικίας, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, νομίζω καὶ ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ποινή· ἐὰν προκαταβάλῃ ὁ ἕτερος, ἀποχωρήσαντος τοῦ ἀντιδίκου, οὗτος δὲ πάλιν ἐμφανισθῇ ἅμα τῇ προκαταβολῇ καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, πρέπει νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ δεχθῆτε εἰς συζήτησιν αὐτὸν, ἐν ὥρᾳ ὠφελίμῳ ἐμφανιζόμενον, ἔχοντες τοῦτο πάντοτε ὡς ὁδηγὸν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἀποφασίζει καὶ προκαταβάλλει, ἐκεῖνος ἀληθῶς ἔχει καὶ συμφέρον νὰ ζητήσῃ, ἐκεῖνος προκαλεῖ τὴν συζήτησιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 47. Κατὰ τὸν Νόμον τὸν ψηφισθέντα προπέρυσιν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ πράξεις αἱ μὴ φέρουσαι χαρτόσημον, ἐνῷ ἔδει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τέλος ἐξ ἀρχῆς, θεωροῦνται ἄκυροι, ἐδίδετο προθεσμία δίμηνος πρὸς ἐπισήμανσιν αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο μετεῤῥυθμίσαμεν κατὰ τρόπον ἀνακουφίζοντα ἱκανῶς τὴν κοινωνίαν. Διότι ἀφήκαμεν μὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν, τὴν ἔκτοτε ὑπάρχουσαν, ἀλλὰ περιωρισμένην εἰς μόνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποκείμενα εἰς τέλος ἀξίας, τὰ δὲ ὑποκείμενα εἰς τέλος τάξεως ἐξῃρέσαμεν, πειθόμενοι, ὅτι μόνοι ἐκεῖνοι, παρ’ ὧν ἀπαιτεῖται τέλος μέγα, πιέζονται ὑπὸ μεγάλου συμφέροντος εἰς ἐξεύρεσιν τρόπων ἀποφυγῆς τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ, ὅτι ἄρα κατ’ ἐκείνων μόνον εἶναι δίκαιον νὰ ἀπειλήσωμεν ποινὴν βαρυτάτην, ὁποία ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἐγγράφου. Ὅτε ὅμως πρόκειται περὶ τέλους 1, 2, 5 ἢ καὶ 10 δραχμῶν, ἡ ποινὴ τῆς ἀκυρώσεως εἶναι τέλεον δυσανάλογος. Ὑπάρχει μὲν δυσαναλογία τῆς ποινῆς πρὸς τὸ ἁμάρτημα καὶ ὅτε πρόκειται περὶ τέλους ἀξίας, ἀλλὰ πολλῷ μικροτέρα, ἀνάγκη δὲ ταμιακὴ ἤγαγε τὸ Κράτος εἰς ἐπιβολὴν αὐτῆς. Ἀλλὰ διὰ τὸ μικρὸν τέλος, τὸ πάγιον, τὸ τέλος τάξεως, ὡς σήμερον ὀνομάζομεν αὐτὸ, ὅπερ ἀρκεῖ νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἡ κοινὴ ποινὴ τοῦ πενταπλασίου, ἤθελεν εἶναι ἄμετρος αὐστηρότης, ἂν ἐπεβάλλομεν οὕτως ἄνευ λόγου δι’ αὐτὸ ἀκυρότητα εἰς τὰς πράξεις· διὰ τοῦτο ἐξηρέσαμεν αὐτὸ τῆς διατάξεως. Ἔχομεν δὲ καὶ ἄλλας ἀνακουφίσεις. Καὶ ἐν πρώτοις τροποποίησιν, ἡ ὁποία βεβαίως διευκολύνει τοὺς ἐν τῇ κοινωνίᾳ συναλλασσομένους· διότι, ἐνῷ, κατὰ τὸν κείμενον Νόμον, ἡ πρᾶξις ἡ γενομένη ἄνευ χρήσεως χαρτοσήμου κηρύσσεται ἀπολύτως ἄκυρος καὶ ἑπομένως δύναταί τις ἀκινδύνως νὰ ὁρκισθῇ ἐνώπιον Δικαστηρίου,—ἂν δὲν ἔχῃ συνείδησιν, ἐννοεῖται,—ὅτι οὐδέποτε ἐτέλεσε τοιαύτην πρᾶξιν, σήμερον διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προσεθήκαμεν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν ἔχουσι κῦρος, καὶ ἑπομένως ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου δύναται νὰ γενῇ ἐπίκλησις αὐτῶν, αἱ μὴ σεσημασμέναι κατὰ Νόμον πράξεις, διὰ τῆς τοιαύτης, λέγω, διακρίσεως, κατεστήσαμεν προσεκτικοὺς ἐκείνους, οἵτινες, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοιαύτης περὶ τὸ χαρτόσημον παραβάσεως, μαρτυροῦσιν ἀσυνειδήτους προθέσεις σφετερισμοῦ. Προσεθέσαμεν δὲ καὶ ἑτέραν διάταξιν ἀνακουφιστικὴν, ὅτι, ἀντὶ δύο μηνῶν, ὡρίσαμεν εἰς τρεῖς μῆνας τὴν προθεσμίαν πρὸς σήμανσιν τῶν ἐγγράφων. Ἀπέναντι τούτων πάντων νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ πρότασις τοῦ προκγορεύσαντος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ τριῶν μηνῶν ζητεῖται νὰ δοθῇ προθεσμία ἑνὸς ἔτους καὶ, προκειμένου περὶ ἐγγράφων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντεταγμένων, νὰ παραταθῶσιν οἱ παρεχόμενοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἕξ μῆνες εἰς ἓν πάλιν ἔτος. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία πρότασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας, ἡ τελευταία, ἀκριβῶς ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας οὐδένα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐποιήσατο λόγον, ὑπὲρ ἧς εἶμαι προδιατεθειμένος νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτήν. Ἐν ἄρθρῳ 52 τοῦ νομοσχεδίου περιέχεται ἡ διάταξις: «ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Ἐφετείων εἶναι ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν, ἂν μὴ ἐπισυνάπτηται αὐταῖς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τὸ βραδύτερον πιστοποίησις τοῦ Γραμματέως τοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ὅτι ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ἀνακοπῶν ἢ τῶν ἐφέσεων ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι μετὰ καταβολῆς τοῦ ἀναλόγου τέλους.» Ὁ κείμενος Νόμος προνοεῖ περὶ ὑπάρξεως βιβλίων ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων, ἐν οἷς ἐγγράφονται ἅμα γενόμεναι αἱ ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἀπόδειξις τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ὁ Νόμος προενόησεν ἀτελῶς, διότι οὐδεμίαν ἔθηκε κύρωσιν τῆς περὶ ἐγγραφῆς διατάξεως. Διὸ καὶ ἡ διάταξις αὕτη περιῆλθεν εἰς τελείαν ἀχρηστίαν. Ἐπιβάλλοντες δὲ νῦν τέλη χαρτοσήμου εἰς τὴν ἐγγραφὴν, καὶ ποινὴν, οἵαν βλέπετε ἐν τῷ Νόμῳ, διὰ τὴν παράλειψιν τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους, ἐξαναγκάζομεν καὶ τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων, καὶ τοὺς ἐνεργοῦντας τὰς πράξεις ταύτας εἰς τὴν ἐγγραφὴν αὐτῶν, καὶ οὕτως ἐπιτυγχάνομεν ἐκτὸς τοῦ κέρδους τοῦ χρηματικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μικρὸν, καὶ τὴν τακτοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀτελὴς, ἐὰν δὲν προστεθῇ καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, καθ’ ἣν τίθεται καὶ προθεσμία πρὸς ἐγγραφήν. Διότι μόνον ἀφ’ οὗ ἡ προθεσμία παρέλθῃ ἄπρακτος, ὁ μὲν Γραμματεὺς ἐν συνειδήσει δύναται νὰ πιστοποιήσῃ ἀληθῆ τελεσιδικίαν, βεβαιῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ἀνακοπὴ ἢ ἔφεσις, ὁ δὲ διάδικος μόνον ἑαυτὸν νὰ αἰτιᾶται διὰ τὴν ζημίαν, ἄν, ἔχων ἀνακοπὴν ἢ ἔφεσιν, δὲν ἐνέγραψεν ἐγκαίρως αὐτήν. Νομίζω λοιπὸν ὀρθὸν, νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου καὶ ἡ προθεσμία αὕτη, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅμως ν’ αὐξηθῇ ἀπὸ ἑνὸς εἰς τρεῖς μῆνας.
§29ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἦμαι συνεπὴς, θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου καλλίτερον.
§31ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἔστω, ἂς γίνῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§32ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν καὶ ἐν συντομίᾳ θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν πίνακα τὸν ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 ἀναγραφόμενον ἀνάγονται βεβαίως καὶ τὰ καταστατικὰ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν· κατὰ τὸν πίνακα δὲ τοῦτον ἐπὶ ποσοῦ 150 χιλιάδων δραχμῶν εἰσπράτεται φόρος 1000 δραχμῶν, διὰ πᾶσαν δὲ πεντηκοντάδα χιλιάδων δραχμῶν ἄνω τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσπράττονται δραχμαὶ 400· κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ὑποθέσωμεν τὴν σύστασιν μιᾶς Ἑταιρίας ἀνωνύμου μὲ κεφάλαια 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν,—δὲν εἶναι δὲ τοῦτο σπάνιον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ φαινόμενον,—θὰ πληρώσῃ αὕτη δραχμὰς χιλίας διὰ τὸ ποσὸν τῶν 150 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον θὰ πληρώσῃ 38,800 δραχμάς. Τὸ τέλος τοῦτο μοὶ φαίνεται βαρύτατον· φορολογεῖτε τὸ κεφάλαιον πρὶν ἀρχίσῃ νὰ ἐργασθῇ καὶ μολονότι προσδοκᾷ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ κεφαλαίου καὶ μέρος τῶν κερδῶν. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον κανονίζεται ἄλλως, ἤτοι κατ’ ἀρχὴν μὲν καταβάλλεται τέλος φράγκων 5, κατὰ δὲ τὸν Νόμον τῆς 28 Φεβρουαρίου 1872, εἰσπράττεται προσέτι καὶ φόρος ἀναγραφόμενος ἐν κλίμακι καὶ ἀνὰ βαθμοὺς ὡς ἑξῆς· μέχρι 5,000 εἰσπράττονται φράγκα 5, μέχρι 10,000 φράγκα 10, μέχρις 20,000 φράγκα 20, δι’ ἑκάστην δὲ εἰκοσάδα χιλιάδων ἄνω τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσπράττονται φράγκα 20, ἤτοι 1 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἑπομένως προκειμένου περὶ ἱδρύσεως Ἑταιρίας ἀνωνύμου μὲ κεφάλαιον 5 ἑκατομμυρίων, θὰ πληρωθῇ τέλος 5,000 καὶ προσέτι 5 φράγκα. Βλέπομεν δὲ αὐτὴν τὴν μεγάλην διαφορὰν παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ βεβαίως τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν εἶναι ὡς ἐν Γαλλίᾳ ἀνεπτυγμένον, οὐδὲ τὰ κεφάλαια τόσον εὐθηνὰ, καὶ προσέτι ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ Δημόσιον προσδοκᾷ ἐκ τῶν κερδῶν 5%. Διὰ τοῦτο θὰ προτείνω μίαν τροποποίησιν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 13, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἀλλὰ τὰ καταστατικὰ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τέλος χαρτοσήμου ἀνώτερον τῶν 5,000, ἐκτὸς ἐὰν ἐν αὐτοῖς συνομολογῶνται προσέτι μεταξὺ τῶν συνεταίρων ἢ πρὸς τρίτους συμβάσεις περὶ ἐνοχῆς ἢ μεταβιβάσεως κινητῆς ἢ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ὑπαγόμεναι τυχὸν εἰς μεῖζον τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ τέλος». Διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐὰν ἐν τῷ καταστατικῷ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρίας, συνομολογῆται, εἴτε μεταξὺ τῶν συνεταίρων, εἴτε πρὸς τρίτους, σύμβασις περὶ μεταβιβάσεως κινητοῦ ἢ ἀκινήτου, εἴτε ἄλλης τινὸς ἐνοχικῆς σχέσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐκτὸς τῶν καταβαλλομένων ἐν ἀρχῇ 5 φράγκων, καὶ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ καταβαλλομένου κατ’ ἀναβαθμοὺς, εἰσπράττεται προσέτι καὶ ἀναλογικὸν τέλος.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, πειραθέντος ν’ ἀνασκευάσῃ ὅσα κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν τελῶν εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐνδεχόμενον εἶναι διὰ τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐπί τινων ἀντικειμένων, νὰ ἐπέρχηται συμψηφισμὸς καὶ ἰσοῤῥοπία εἰς τὰ ἐν γένει τέλη τοῦ χαρτοσήμου. Βέβαιον ὅμως καὶ ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι τὴν αὔξησιν ἐπέβαλον οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἰδίως εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀκριβῶς τὰ δικαστικὰ τέλη δὲν ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι, διότι, καὶ ὡς ἔχουσι σήμερον, εἶναι ὑπερβολικὰ, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ δικαστικὰ τέλη εἶναι τὰ αὐτὰ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποσοῦ τῆς δίκης, διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν τελῶν κλείομεν τὰ Δικαστήρια εἰς τοὺς πτωχούς. Θὰ ἦναι δύσκολον, Κύριοι, πτωχὸς, ἔχων μικρὰν ἀπαίτησιν, νὰ ἀποφασίσῃ ν’ ἀποτίσῃ τοιαῦτα τέλη δικαστικά· θὰ προτιμήσῃ μᾶλλον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀπαίτησίν του. Τοῦτο λοιπὸν θεωρῶ ἄδικον καὶ συνάμα ἐπιζήμιον, ὡς ὠθοῦν τὸν ἀδικούμενον εἰς αὐτοδικίας καὶ εἰς ἐγκλήματα. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξηγήσω ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, ὄχι διότι ἔχω ἐλπίδα τινὰ, ὅτι θὰ ἐπιτύχω βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ νὰ καλύψω τὴν εὐθύνην μου.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλῶ πρὸς τὸν Συνάδελφον, τὸν πρὸ ὀλίγου παρατηρήσαντα τὰ περὶ τῶν καταστατικῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, τῆς παρατηρήσεως θεωρουμένης ὀρθῆς, διότι βεβαίως δὲν συμφέρει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ὑπερβάλλουσα φορολογία τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου πρὶν ἢ τοῦτο ἄρξηται λειτουργοῦν, δυνάμεθα νὰ καινοτομήσωμεν καὶ ἀντὶ τῆς διατάξεως, τῆς ἐνταῦθα ἀναφερομένης, ἥτις εἶναι εἰλημμένη ἐκ τοῦ παλαιοῦ Νόμου, καταστᾶσα ὅμως πολλῷ ἐλαφροτέρα, διὰ τὴν κατάργησιν τῶν προσθέτων τελῶν, δεχόμεθα νὰ μεταθέσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν καταστατικῶν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν καὶ τῶν πράξεων, δι’ ὧν αὗται αὐξάνουσι τὸ μετοχικὸν αὐτῶν κεφάλαιον, ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 12 εἰς τὸ ἄρθρον 14, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας τῆς ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὴν φορολογίαν τὴν ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνεται μὲν μεγάλη ἀνακούφισις, δὲν θέλομεν δὲ διατρέξει τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐπάγεται ἡ παραδοχὴ ὁλοκλήρου τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὡς ἔχει. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5).
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, συμφώνως πρὸς ὅσα ἤδη εἶπον, ἐλαττοῦμεν τὸ περιθώριον τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 0,015 τὸ ἐσωτερικὸν εἰς 0,010, καὶ ἀπὸ 0,030 τὸ ἐξωτερικὸν εἰς 0,025. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6–9, ὡς ἔχουσιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10).
§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν διασάφησιν. Ἐὰν δικηγόρος τις ἔχῃ συντεταγμένας προτάσεις εἰς χαρτόσημον τῆς σημερινῆς χρήσεως, αὐτὸ τὸ χαρτόσημον θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐφθαρμένον καὶ δὲν θὰ γενῇ δεκτὸν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Νόμου; Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ δικηγόροι παρασκευάζονται πρὸ πολλοῦ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ γενῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι τοῦτο ἔχει ἄλλον σκοπόν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁρίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γενῇ χρῆσις χαρτοσήμου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἤδη ἄλλη χρῆσις, ἔστω καὶ κατὰ πλάνην, πρὸς ἄλλον σκοπόν. Παραδείγματος χάριν, ἠρχίσατε νὰ γράφητε προτάσεις δικαστικὰς ἐπὶ χαρτοσήμου τινός; δὲν δύνασθε ν’ ἀποξέσητε αὐτὰς καὶ γράψητε ἐπ’ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ χαρτοσήμου συναλλαγματικήν. Ἡ παρατήρησις ὑμῶν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου καὶ ν’ ἀποτελέσῃ θέμα μεταβατικῆς διατάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἔχει. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11).
§38ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν προηγουμένην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον, τουτέστι περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν δικαστικῶν κλητήρων διὰ τὰ ἀποδεικτικὰ ἐπιδόσεως. Ἔλαβον τὴν τιμὴν τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῶσι τὰ τῶν ἐπιδόσεων ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς εἰς 1, 25 καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ ἀφεθῶσι τὰ ⅗ ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξα τὴν δικαιοτάτην κατ’ ἐμὲ μεταβολὴν ταύτην. Ἡ Βουλὴ τοὺς ἤκουσε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ἐπαναλάβω. Ἡ ὁριστικὴ διακανόνισις τοῦ ζητήματος ἁρμόζει βεβαίως κατόπιν εἰς τὸ ἄρθρον 21. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ σκοπῇ νὰ δεχθῇ τὴν σύστασιν τοιούτου χαρτοσήμου χωριστοῦ διὰ τὰς ἐπιδόσεις, εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν ἐνταῦθα, ὅπου κανονίζεται ἡ προμήθεια, διὰ νὰ ἀπονείμωμεν εἰς τοὺς κλητῆρας τὸ ποσοστὸν τῶν ⅗. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11 δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν κλητήρων ἐπὶ μὲν τῶν πράξεων τῶν γραφομένων ὑπ’ αὐτῶν ἐπὶ ἐπισήμου χάρτου μιᾶς δραχμῆς τὸ ½, ἐπὶ δὲ ἐπισήμου χάρτου τῶν ἀποδεικτικῶν ἐπιδόσεως τὰ ⅗, καὶ ἐπὶ ἐπισήμου χάρτου δραχμῶν πέντε τὸ ¼ τῆς τιμῆς».
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐν ἔτει 1883 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, περιείχετο ἡ διάταξις αὕτη περίπου, ὅπως ἔχει ἡ πρότασις, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας.
§40ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τὰ ἀποδεικτικὰ ἐπιδόσεως.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπῆρχε καὶ εἰδικὸν ἄρθρον 22, ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Εἰς τέλος δραχμῆς 1 καὶ λεπτῶν 25 ὑπόκεινται τὰ ἀποδεικτικὰ ἐπιδόσεων τῶν δικαστικῶν κλητήρων καὶ πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν, αἱ μὴ κατονομαζόμεναι ἐν τῷ ἐδαφ. βʹ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου καὶ τῷ ἐδ. γʹ τοῦ ἄρθρου 25». Ἀλλὰ τότε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἀπέκρουσε τὴν προσθήκην, εἰποῦσα αὐταῖς λέξεσιν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς: «τὴν κατὰ 25 λεπτὰ αὔξησιν τοῦ τέλους τῶν ἐπιδόσεων πρὸς ἐπαρκῆ ἀμοιβὴν τῶν κλητήρων δὲν παραδέχεται ἡ Ἐπιτροπή». Ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναφέρουσα τὸ νομοσχέδιον, ἐξήλειψε τὴν διάταξιν ταύτην, ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι τελευταῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δείξῃ, ὅτι δέχεται τὴν αὔξησιν, τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ προτεινομένην, ἀποδέχεται καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν γενῇ δεκτὴ ἡ αὔξησις τῆς ἀμοιβῆς τῶν κλητήρων, θέλομεν φροντίσει νὰ περιλάβωμεν εἰδικὴν διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22.
§42ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προσθέσωμεν ἓν ἔτι βάρος, παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Καλογερόπουλος προτείνει, διὰ νὰ μὴ ζημιῶνται οἱ κλητῆρες. Ἀλλ’ οἱ κλητῆρες δὲν λαμβάνουσιν, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐνεργήσωσι πρᾶξίν τινα, ὅ,τι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Νόμῳ· οὐδεὶς ἐπιμένει νὰ πληρώσῃ αὐτοῖς μίαν δραχμὴν διὰ τὴν ἐπίδοσιν, μόνον δὲ, ὅταν ἐκτελῶσιν ὁμοῦ πολλὰς ἐπιδόσεις, λαμβάνουσι μίαν μόνον δραχμὴν δι’ ἑκάστην.
§43ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Συνάδελφος ὁμολογεῖ, ὅτι γίνεται κατάχρησις, ἥτις εἶναι καὶ ἀδίκημα κατὰ τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ ζητῶ νὰ μὴ δύναται ὁ κλητὴρ νὰ κανονίσῃ τὴν τιμὴν τῆς ἐπιδόσεως κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ, ἀλλὰ νὰ κανονίσωμεν διὰ τοῦ Νόμου μίαν δικαίαν ἀποζημίωσιν τῶν κλητήρων, καὶ ζητήσωμεν τὴν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ καταπιέσεως διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐὰν παρεκκλίνωσιν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου. Ἄλλως δὲ σήμερον καταντῶμεν νὰ πληρόνωμεν περισσότερα καὶ παρανόμως. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ προκύπτει καὶ ἓν περισσότερον ἐπιχείρημα, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δικαίας τροπολογίας, ἣν ἐπρότεινα, τῶν 25 λεπτῶν δι’ ἑκάστην ἐπίδοσιν· δὲν εἶναι δὲ τὸ ποσὸν ἄξιον ν’ ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς συνηγοροῦντας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν διαδίκων.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν περὶ τῆς αὐξήσεως κατὰ 25 λεπτά. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§45ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἵνα μὴ παρεμποδισθῇ ἡ Βουλή, ἂς ἀφήσωμεν τὴν τροπολογίαν, ἵνα ψηφισθῇ αὔριον εἰς τὴν γʹ συζήτησιν, καὶ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται).
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐν τῇ τελευταίᾳ τοῦ ἄρθρου παραγράφῳ καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ στίχῳ λέξις «πεντηκοντάδα», παρακαλῶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων: «πᾶσαν προσθήκην ἀπὸ κλάσματος δραχμῆς μέχρι πεντήκοντα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται.)
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, συμφώνως πρὸς ὅσα εἶπον, παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον ζʹ, ἔνθα γίνεται λόγος περὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ὅπως προστεθῇ τροποποιούμενον εἰς τὸ ἄρθρον 15. (Γενομένης δεκτῆς τῆς διαγραφῆς τοῦ ἐδαφίου ζʹ ἐπιψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13. Ὡσαύτως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, κατόπιν τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐδαφίου ζʹ τοῦ ἄρθρου 13, θέλει γενῆ προσθήκη ἐδαφίου εʹ, ὡς ἑξῆς: «Τὰ καταστατικὰ τῶν ἐν Ἑλλάδι παντὸς εἴδους ἀνωνύμων Ἑταιριῶν καὶ αἱ περὶ αὐξήσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου ἢ περὶ ἐκδόσεως νέων ὁμολογιῶν πράξεις αὐτῶν».
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν αἱ συναλλαγματικαὶ ἐκδίδωνται, λέγει τὸ ἄρθρον, εἰς πολλαπλᾶ ἀντίτυπα, ἕκαστον τούτων ὑπόκειται εἰς τὸ αὐτὸ τέλος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἄδικον; Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ ἐπιστολαί, αἱ ἀποτελοῦσαι ἀποδείξεις ἐξοφλήσεως, ὑποβάλλονται διὰ τοῦ Νόμου τούτου εἰς ἀναλογικὸν τέλος, ἐνῷ μέχρι τοῦδε αἱ προσαγόμεναι ἐπιστολαὶ ὑπήγοντο εἰς τέλος τάξεως 50 λεπτῶν. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἂν δι’ ἐπιστολῆς τινος ἀποδεικνύηται ἡ ἐξόφλησις· τότε εἶναι δίκαιον νὰ πληρώσῃ ὁ προσάγων τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπλήρωσεν· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι συνήθως οὐχὶ διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ διὰ πολλῶν ἀποδεικνύεται ἡ σύστασις ἐνοχῆς τινος. Τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀδιακρίτως αἱ ἐμπορικαὶ ἐπιστολαὶ, αἱ ἀποτελοῦσαι ἀπόδειξιν, ὑπόκεινται εἰς τὸ τέλος; Εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ κανονισθῇ ἡ περίστασις. Ἐὰν ὁ διάδικος προσαγάγῃ πέντε ἐπιστολὰς, μία δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τέλος, αἱ ἄλλαι εἰς χαρτόσημον μόνον 50 λεπτῶν.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ αἱ δύο διατάξεις, περὶ ὧν ὡμίλησεν, ὁ προαγορεύσας, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κειμένῳ Νόμῳ. Καὶ σήμερον αἱ συναλλαγματικαὶ, αἱ ἐκδιδόμεναι εἰς πολλαπλᾶ ἀντίτυπα, πληρόνουσι δι’ ἕκαστον ἀντίτυπον ὁλόκληρον τὸ τέλος, καὶ σήμερον αἱ ἐπιστολαὶ, αἱ ἀποδεικνύουσαι τὴν σύστασιν ἢ ἐξόφλησιν σχέσεώς τινος, ὑποβάλλονται εἰς τέλος ἀναλογικὸν, οὐχὶ δὲ μόνον τὸ πάγιον τέλος 50 λεπτῶν. Ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἐπιστολῶν προβλεπουσῶν ἐμπορικὰς πράξεις καὶ ἐπιστολῶν ἀναγομένων εἰς κοινὰς πράξεις, ὡς βλέπετε ἐν ἐδαφίῳ γʹ τοῦ ἄρθρου 20. Γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι, ἐὰν πρᾶξίς τις καταρτισθῇ οὐχὶ δι’ ἐγγράφου, προφορικῶς, κατόπιν δὲ ἡ ἐξόφλησις συνταχθῇ ἐγγράφως, αὕτη ὑποβάλλεται εἰς τέλος ἀναλογικὸν, διότι τότε πληρόνουσιν οἱ καταρτίσαντες τὴν πρᾶξιν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἀπέφυγον, ὡς εἶχον δικαίωμα, καταρτίσαντες τὴν πρᾶξιν αὐτῶν προφορικῶς. Ὅταν ἀπ’ ἐναντίας ἡ μὲν πρᾶξις καταρτισθῇ ἐγγράφως, κατόπιν δὲ συνταχθῇ καὶ ἡ ἐξόφλησις ἔγγραφος, ἡ ἐξόφλησις τότε πληρόνει μόνον τέλος πάγιον 50 λεπτῶν, διότι ἤδη ἐφορολογήθη ἡ σύστασις τῆς σχέσεως. Ὥστε διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου οὐδεμία ἀδικία ἢ ζημία προκύπτει. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι σήμερον κεκανονισμένον δι’ ἐγκυκλίων, ἐπεχουσῶν θέσιν Νόμου. Τὸ αὐτὸ δὲ λέγω καὶ περὶ συναλλαγμάτων, ὅτι κειμένην διάταξιν ἐπαναλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἀναγνωρίζω μὲν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ὡς συμβαίνει ἐπὶ πολλαπλῶν ἀντιτύπων τῆς συναλλαγματικῆς, νὰ εἰσπράττηται δὶς ἢ τρὶς φόρος διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ δὲν εὑρέθη μέχρι τοῦδε τρόπος ἄλλος ἐξασφαλίσεως κατὰ τῆς ἀποφυγῆς τοῦ τέλους, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, ὅπου δὲν ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς καταχωρίσεως (enregistrement). Ἐνταῦθα, τοῦ λοιποῦ, ἐὰν διαγράψητε τὴν διάταξιν, τὴν ἐπιβάλλουσαν ἐφ’ ἑκάστου ἀντιτύπου τὸ αὐτὸ τέλος, δὲν θὰ ἔχητε ποτὲ πρώτας συναλλαγματικὰς, ἀλλὰ πάντοτε δευτέρας καὶ τρίτας.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τί ἴσχυε μέχρι τοῦδε· πρόκειται νὰ κωδικοποιήσωμεν τὰ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν ᾖναι δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ ἀναλογικὸν τέλος ὅλαι αἱ πρὸς ἀπόδειξιν συμβάσεώς τινος ἐπιστολαί. Ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπιστολὴ δὲν εἶναι δικαιόγραφον, καὶ δὲν δύναται νὰ περιέχῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν· πολλάκις σειρὰ ἐπιστολῶν ἀποδεικνύει τὴν σύστασιν· ἐὰν λοιπὸν ἐπιβάλητε εἰς πάσας τὰς ἐπιστολὰς τὸ αὐτὸ ἀναλογικὸν τέλος, ἡ φορολογία θὰ ᾖναι τερατώδης.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐνταῦθα σχετίζονται δύο διατάξεις, ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου τετάρτου τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπερ συζητοῦμεν, καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου τρίτου τοῦ ἄρθρου 20, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἰς τέλος 50 λεπτῶν ὑπόκειται «πᾶν ἔγγραφον, ὅπερ, μὴ ὑποκείμενον ἀπ’ ἀρχῆς, κατὰ Νόμον, εἰς τέλος χαρτοσήμου, πρόκειται νῦν νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς». Ἐὰν ἔχητε ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαντᾷ τις εἰς ἄλλον, ὅτι δέχεται τὰς προτάσεις του, ὅτι ἡ συμφωνία εἶναι κατηρτισμένη, ὅτι θέλει πληρώσει τόσας δραχμὰς, ἡ ἐπιστολὴ θέλει ὑποβληθῆ εἰς τέλος ἀναλογικόν· ἐὰν δ’ ἔχητε ἐπιστολὴν ὁμιλοῦσαν ἁπλῶς περὶ προτάσεων, αὕτη θέλει ὑποβληθῆ εἰς τέλος χαρτοσήμου 50 λεπτῶν. Τοῦτο ὁρίζουσι καὶ αἱ ἐκδεδομέναι ὑπουργικαὶ ἐγκύκλιοι, ἰδιαιτέρως δὲ ἡ ἐγκύκλιος, ἡ ἐκδοθεῖσα τὴν 20 Ὀκτωβρίου 1873, ὑπ’ ἀριθ. 17511.
§58ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἐὰν ἦναι τέσσαρες ἐπιστολαὶ, εἰς μίαν ἑκάστην θὰ τεθῇ;
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύηται, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πράξεως, ἐπὶ τῆς μιᾶς μόνον θέλει ἐπιβληθῆ τέλος ἀναλογικὸν, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων τὸ τέλος τὸ πάγιον τῶν 50 λεπτῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18. (Ἀναγινώσκεται).
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐγένετό μοι ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον αἱ ἐξοφλήσεις τῶν συναλλαγματικῶν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τέλος ἔστω καὶ 10 λεπτῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ἤδη ἐπληρώθη τέλος. Αἱ συναλλαγματικαὶ ὁμολογουμένως πρέπει νὰ εὐνοῶνται περισσότερον ὑπὸ τῆς νομοθεσίας, αἰρομένου κατὰ τὸ δυνατὸν παντὸς προσκόμματος. Διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ ἄρθρου προτείνω νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἀπὸ τοῦ πέμπτου μέχρι τοῦ ἑβδόμου στίχου λέξεις: «αἱ ἐξοφλήσεις τῶν ἤδη ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ τοῦ χαρτοσήμου τέλος συναλλαγματικῶν ἢ γραμματίων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 19).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20. (Ἀναγινώσκεται).
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τούτου προτείνω τὴν διαγραφὴν τοῦ 7ου ἐδαφίου, διότι κατηργήθησαν ἤδη ἐν ἑτέρῳ Νόμῳ τὰ λαχεῖα. Ἐν τέλει τοῦ ἐδαφίου 8ου, γινομένου 7ου, παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν λέξιν «συζητήσεως» αἱ λέξεις «τὰ πρακτικὰ τῶν Πταισματοδικείων», ἵνα μὴ τυχὸν νομισθῇ, ὅτι ταῦτα γράφονται ἐπὶ χαρτοσήμου μιᾶς δραχμῆς.
§64ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον 8ον, ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ, ἀντὶ τῆς λέξεως «προσκλήσεις», πρέπει νὰ τεθῇ «κλήσεις».
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἀνωτέρω ἐτροποποιήθη, ταχθέντων τῶν ἐδαφίων ὀγδόου μέχρι δεκάτου ἐδαφίων ἑβδόμου μέχρις ἐννάτου).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21. (Ἀναγινώσκεται).
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ αἰτήσεις θεραπείας οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἀναφοραὶ ἰδιωτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ δὲ τὴν τεθεῖσαν ἀρχὴν εἰς τὸ ἄρθρον 20, αἱ τοιαῦται ἀναφοραὶ γράφονται ἐπὶ χαρτοσήμου 50 λεπτῶν· τοῦτο δ’ ἐγίνετο καὶ μέχρι τοῦδε. Διατί ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο;
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἤλπιζον, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος κ. Μίλησης δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἑπόμενος τῷ γνωστῷ εἰς αὐτὸν ῥητῷ: «de minimis non curat praetor». Παρατηρῶ δὲ, ὅτι τὸ τέλος ἐπὶ τῶν αἰτήσεων θεραπείας ἀνεβιβάσθη ἀπὸ 50 λεπτῶν εἰς μίαν δραχμὴν, διότι ἐκρίθη, ὅτι ἡ αἴτησις θεραπείας εἶναι ἀκριβῶς ἡ πρώτη πρᾶξις πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς δίκης καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν δικαιολογεῖται ἡ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν ἄλλων, τῶν κυρίων τῆς δίκης πράξεων, διάκρισις.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν αὐξήσεων, παρατηρῶ, ὅτι καὶ αἱ γνωμοδοτήσεις καὶ τὰ ὑπομνήματα τῶν δικηγόρων ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν, πρὸς δὲ καὶ ἡ αἴτησις περὶ μετατροπῆς προσημειώσεως εἰς ὑποθήκην. Λοιπὸν ἔχομεν τρεῖς αὐξήσεις. Ἐὰν προσθέσητε αὐτὰς τὰς μικρὰς αὐξήσεις, περὶ ὧν δὲν καταδέχεται ὁ πραίτωρ νὰ δικάσῃ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ αὔξησις εἶναι πολλοῦ λόγου ἀξία.
§70ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μόνη ἡ πρώτη παρατήρησις εἶναι ἀκριβὴς, ἂν καὶ δὲν ἀπεδέχθην τὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου, αἱ δὲ δύο ἑπόμεναι τελείως ἀνακριβεῖς. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐβεβαίωσεν, ὅτι προσθέτομεν εἰς βάρος τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν δικηγόρων καὶ τῶν τοιούτων ἄλλων ἐγγράφων φόρον, σήμερον μὴ ὑπάρχοντα. Ἤλπιζον, ὅτι ἡ ἀπέναντι παραπομπὴ, τὴν ὁποίαν προὐνοήσαμεν νὰ παραθέσωμεν πρὸς ὁδηγίαν, ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 24 ἐδάφιον 8ον τοῦ παλαιοῦ Νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἤθελε διαφωτίσει αὐτὸν ἐπαρκούντως. Ἐπειδὴ ὅμως παρεῖδε τὸ γεγονὸς, ἀναγινώσκω τὸ ἐδάφιον 8ον τοῦ ἄρθρου 24, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ὅλα τὰ δικαστικὰ ἔγγραφα καὶ συζητήσεις κλπ. κλπ. αἱ γνωμοδοτήσεις καὶ τὰ ὑπομνήματα τῶν νομοδιδασκάλων, αἱ ἀναφοραὶ τῶν ἐκτιμητῶν κλπ.». Ἀπαράλλακτα ἔχει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, μετὰ μόνης διαφορᾶς, ὅτι ἀντὶ τῆς λέξεως «νομοδιδασκάλων», ἥτις ἐφάνη ἡμῖν ὀλίγον τι πεφυσημένη, ἐθέσαμεν τὴν λέξιν «νομομαθῶν». Δὲν αὐξάνομεν λοιπὸν τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ ἀνακριβὴς εἶναι καὶ ἡ ἄλλη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι φορολογοῦμεν σήμερον τὰς μετατροπάς· διότι παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι, θέσαντες ἐνταῦθα τὸν φόρον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἀφῃρέσαμεν τὸ τέλος ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς, δι’ ἣν πληρόνεται νῦν μία δραχμὴ, εἰσπραττομένη διὰ κινητοῦ ἐπισήματος. Ἀντὶ τῆς ἐγγραφῆς πληρόνει κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ αἴτησις, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτό. Ἐκ τοῦ ἐδαφίου 9ου προτείνω, συμφώνως πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐβοίας, νὰ διαγραφῇ ἡ ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ φράσις «καὶ Ἐμποροδικείων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21 μετὰ τῆς διαγραφῆς τῶν λέξεων «καὶ Ἐμποροδικείων»).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22. (Ἀναγινώσκεται).
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω νὰ διαγραφῇ τὸ ἐδάφιον 7ον, δι’ ὃν λόγον διεγράφη καὶ τὸ περὶ κλήρων ἐκ τοῦ προηγουμένως ἀναγνωσθέντος ἄρθρου 20, διότι ἀπηγορεύθησαν καὶ τὰ τοιαῦτα ὁμόλογα.
§73ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Νὰ ἀναγινώσκηται καὶ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπάρχει, καὶ νὰ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή.
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε. (Διαγραφέντος τοῦ ἐδαφίου ζʹ, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 22. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἔχει).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24. (Ἀναγινώσκεται).
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐν τῷ ἐδαφίῳ Ϛʹ, προτείνω νὰ γενῇ ἡ ἑξῆς μεταβολή. Ἀντὶ τῶν λέξεων «τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις: «τῶν ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ Σχολῶν, πλὴν τῆς ἐν ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 26 ἀναφερομένης», διότι θέλω προτείνει καὶ ἐκεῖ τροπολογίαν. Καὶ διὰ νὰ μὴ λαμβάνω πάλιν ἐπὶ τούτου τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 ἐδαφ. βʹ, ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὰς λέξεις «Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «τοῦ ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ Σχολείου τῶν βιομηχάνων τεχνῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἐτροποποιήθη ἀνωτέρω ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27. (Ἀναγινώσκεται).
§78ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ μίαν διασάφησιν καὶ μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δοθεῖσάν μοι κατὰ τὴν Παρατηρῶ, ὅτι δύο ζητήματα παρουσιάζονται συχνάκις καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ λύσις των· τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ἂν, ὡς ἐκ τῆς ἐπερχομένης συγχύσεως μεταξὺ τοῦ προσώπου τοῦ κληρονομουμένου καὶ τοῦ προσώπου τοῦ κληρονόμου, τὸ ὑφιστάμενον χρέος πρὸς τὸν κληρονόμον θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψει διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένου τέλους. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου διὰ τῆς συγχύσεως ἡ ἐνοχὴ ἐξαλείφεται· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ καταβληθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῆς πραγματικῆς περιουσίας καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς φαινομενικῆς, θὰ ληφθῇ ἆρά γε ὑπ’ ὄψει τὸ χρέος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ λάβῃ ὁ κληρονόμος καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεσβέσθη διὰ τῆς συγχύσεως; Ἡ νομολογία μέχρι τοῦδε κυμαίνεται. Διὰ τοὺς κληρονόμους, τοὺς προσερχομένους εἰς τὴν κληρονομίαν ὑπὸ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς, οὐδεμία δυσχέρεια· φρονῶ ὅμως, ὅτι συνέπεια ἀναγκαία τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν ά ἀνάγνωσιν εἶναι τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὁ ἐκπεσμὸς τοῦ χρέους καὶ ἐν περιπτώσει ἀνεπιφυλάκτου ἀποδοχῆς τῆς κληρονομίας, διότι ὁμολογουμένως ὁ κληρονόμος δὲν ὀφείλεται εἰμὴ τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χρέους καθαρὸν προϊὸν τῆς κληρονομίας. Δευτέρα ἀπορία γεννᾶται ἡ ἑξῆς· συχνάκις συμβιβασμοὶ γίνονται μεταξὺ τῶν κληρονόμων καὶ τῶν ἀξιούντων κληρονομικὰ δικαιώματα, λαμβάνουσι δὲ οἱ τελευταῖοι ποσόν τι διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ συνεπῶς παραιτοῦνται τῆς κληρονομίας. Ὅταν ἦναι ἀποδεδειγμένον ἐκ συμβάσεως, ὅτι, διὰ νὰ παραιτηθῇ τις τῶν κληρονομικῶν του ἀξιώσεων, ἔλαβε ποσόν τι, ἐὰν οἱ κληρονόμοι δὲν δηλώσωσι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, καταλογίζονται οἱ λαβόντες δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου νὰ πληρώσωσι τέλος καὶ πρόστιμον, γίνονται συνεπῶς ἀντιῤῥήσεις καὶ ἀνακοπαὶ καὶ τὸ ζήτημα μεταβιβάζεται εἰς τὰ Δικαστήρια. Πρέπει ἆρά γε νὰ θεωρηθῶσιν αὐτοὶ ὡς κληρονόμοι, ἢ ὡς κληροδόχοι ἢ ἐξομοιούμενοι πρὸς τούτους, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ συμβιβασμοῦ αὐτοὶ προσυπελόγισαν καὶ τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπλήρονον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ ἀφῆκαν εἰς χεῖρας τοῦ κληρονόμου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ βαρυνθῇ μὲ τὸ τέλος ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσέπραξεν ἐκ τῆς κληρονομίας; Καὶ ἐπὶ τούτου φρονῶ, ὅτι, ἐρχομένου τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι εὔλογον νὰ δοθῇ ἐπίσημός τις διασάφησις, ὅπως μὴ ἐγείρωνται καθ’ ἑκάστην ἀντιῤῥήσεις ἐκ μέρους τῶν Ἐφόρων καὶ προκαλῶνται δίκαι. Εἴτε τὴν μίαν λύσιν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, δηλοῦσα τοῦτο ἐπισήμως, εἴτε τὴν ἄλλην, τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου ἔσται τὸ αὐτὸ, διότι κατὰ τὴν μίαν περίπτωσιν θὰ φορολογηθῇ ὁ κληρονόμος κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε, κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν θέλει ὑποχρεωθῇ ὁ συμβιβασθεὶς καὶ παραιτηθεὶς τῶν ἀξιώσεών του νὰ πληρώσῃ τέλος διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔλαβεν, ἐλαττουμένου κατὰ τοσοῦτον τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ ὁ κληρονόμος ὀφείλει τὸ τέλος. Τρίτον δὲ ζήτημα, ἐξαιρουμένων τῶν περιπτώσεων τοῦ Προξενικοῦ Νόμου, προβάλλω τὸ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς περιουσίας τῆς κινητῆς τῶν ἡμεδαπῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Οἱ κληρονόμοι τοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀποθνήσκοντος Ἕλληνος, ἐπωφελούμενοι τῶν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὑφισταμένων συνθηκῶν, ἀποφεύγουσι τὸ τέλος τῆς κληρονομίας καὶ ἐν τῷ Κράτει, ἐν ᾧ συνέβη ὁ θάνατος, καὶ ἐν Ἑλλάδι. Συνέβη πολλάκις, Κύριοι, νὰ ἀποθάνωσιν ἡμεδαποὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, νὰ ζητηθῶσι οἱ κληρονόμοι των παρὰ τῆς ἐπιτοπίου Ἀρχῆς, ὅπως καταβάλωσι τὸ τέλος, νὰ ἐπικαλεσθῶσιν οὗτοι τὴν παρέμβασιν τῶν Ἑλληνικῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν καὶ νὰ ἀποφύγωσι τὴν ἐπιβολὴν τέλους εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν Κυβέρνησιν, κατόπιν δὲ νὰ μὴ πληρώσωσι μηδὲν τέλος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, διότι ὁ ἡμέτερος περὶ χαρτοσήμου Νόμος φορολογεῖ μόνον τὴν περιουσίαν τὴν ἐν Ἑλλάδι κειμένην. Τοῦτο εὑρίσκω ἐντελῶς ἄδικον. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι, πῶς θὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος καὶ πῶς θέλει εἰσπραχθῆ, ὅταν ὁ θάνατος τοῦ κληρονομουμένου συμβῇ εἰς Κράτος ἀλλοδαπόν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἄλυτον, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ προβάλλεται ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν ἐγχωρίων κληρονομικῶν τελῶν ἀξίωσις. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπευθύνονται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Προξενικὰς Ἀρχάς, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ δυσχέρεια τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως φόρου ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ἦναι μεγάλη, ἐὰν οἱ ἡμέτεροι Πρόξενοι διαταχθῶσι νὰ μὴ παρεμβαίνωσιν εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, πρὶν ἢ ἐξασφαλισθῇ τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει τὸ ἡμέτερον Κράτος, καὶ δοθῇ μάλιστα αὐτοῖς ἐπαρκὴς ἐγγύησις. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, δύναται εἰς περιπτώσεις τινὰς νὰ ἔχῃ καὶ σημασίαν μεγίστην διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι συχνάκις συμβαίνει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ καταλείπωνται περιουσίαι μεγίστης σημασίας εἰς συγγενεῖς ἐκ τοῦ πλαγίου, σύζυγον, ἀδελφοὺς, ἢ καὶ συγγενεῖς τρίτου μέχρι πέμπτου βαθμοῦ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι εἶναι ἐξόχως ἄδικον, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀπαλλάσσωνται οἱ τοιοῦτοι κληρονόμοι τοῦ τέλους ἐν τῷ Κράτει ἐκείνῳ, ἐν ᾧ συνέβη ὁ θάνατος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀρνῶνται τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους εἰς τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου αἱ συνθῆκαι τοὺς ἀπήλλαξαν τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν Κυβέρνησιν, τέλους μάλιστα σχετικῶς πολὺ μεγάλου, ἰδίως σήμερον, ὅτε διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καταβιβάζονται εἰς ὃ σημεῖον παρ’ ἡμῖν καταβιβάζονται τὰ τέλη τῆς κληρονομίας. Μὴ ἔχετε τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, Κύριοι, ὅτι προθύμως θὰ προσέλθωσιν οἱ Ἕλληνες κληρονόμοι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀλλοδαποὶ κληρονόμοι Ἑλλήνων, ἵνα ἐπικαλεσθῶσι τὴν παρέμβασιν τῶν ἡμετέρων Προξενικῶν Ἀρχῶν, ὅπως ἀποφύγωσι τὰ τέλη τῶν κληρονομιῶν εἰς τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε συμβῆ ὁ θάνατος, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον 27, ἀπὸ τῶν τελῶν, τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν Γαλλίαν ἢ τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Αὐστρίαν, εἶναι μεγίστη· ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ μίαν περιουσίαν 1,100,000 δρ. ἀντιπροσωπεύσας ἐν Γαλλίᾳ συγγενῆ μου ἐκτελεστὴν διαθήκης, ἰδίαις χερσὶν ἐμέτρησα 82,000 χρυσῶν φράγκων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Γαλλίας, καὶ κληρονόμος ἦτο ὁ ἀδελφὸς καὶ ὁ ἐξ ἀδελφοῦ ἀνεψιὸς τοῦ ἀποβιώσαντος. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὁποῖον συμφέρον θὰ γεννηθῇ εἰς παρομοίαν περίπτωσιν εἰς τοὺς κληρονόμους τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὅπως ἐπικαλεσθῶσι τὴν παρέμβασιν τῶν Ἑλληνικῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν, καὶ δώσωσι καὶ πᾶσαν ἀκόμη ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους, ἐὰν ἀναγραφῇ περίπτωσις ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ τούτου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ ἀπὸ τοῦδε τὴν τροπολογίαν, ἢ μᾶλλον τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω, τοὐλάχιστον νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἰδοὺ ἡ προτεινομένη προσθήκη: «Ἐπὶ κινητῆς περιουσίας ἡμεδαπῶν ἀποθνησκόντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπιβάλλεται τὸ ὡς ἀνωτέρω τέλος, ἐὰν ἡ κινητὴ περιουσία τῶν ἡμεδαπῶν ἦναι ἀπηλλαγμένη τέλους κληρονομικοῦ ὑπὸ τῶν συνθηκῶν ἐν τῷ Κράτει, ἐν ᾧ συνέβη ὁ θάνατος τοῦ κληρονομουμένου καὶ κεῖται ἡ περιουσία αὐτοῦ». Παρακαλῶ νὰ καθιερωθῇ ἡ τοιαύτη ἀρχὴ, καὶ νὰ διατυπωθῇ πληρέστερον ἡ περίπτωσις αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δύναται κάλλιον ἐμοῦ νὰ γινώσκῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ κληρονομικοῦ τέλους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ πρῶτον θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου παρετήρησεν ὁ ἀγορεύσας, καθὼς καὶ τὸ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει λεχθὲν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀφερεγγύων πιστώσεων, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ κληρονομίᾳ, εἶναι θέματα καθαρῶς πραγματικά, τῶν ὁποίων ἡ λύσις, ὡς καὶ τόσων ἄλλων ζητημάτων, καθ’ ἡμέραν ἀναφυομένων καὶ τὰ ὁποῖα ἀδύνατον νὰ προβλεφθῶσι πάντα ὑπὸ τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, ἀνήκει εἰς τὰ Δικαστήρια. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν ἄλλο, παρὰ τὴν πραγματικὴν περιουσίαν· εἰς τὰ Δικαστήρια δὲ ἀπόκειται νὰ εὕρωσι ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ αὕτη περιουσία. Ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας παρατηρήσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὸ ζήτημα τοῦ φορολογῆσαι ἢ μὴ τὴν διὰ παραιτήσεως ἢ διὰ καταργήσεως τῆς δίκης ἀπόκτησιν κέρδους τινὸς, νομίζω, ὅτι ἡ θέσις, ἐν ᾗ ἁρμόζει ἡ παρατήρησις, εὑρίσκεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 43, ὅπου ἐλήφθη πρόνοια νὰ λεχθῶσι τὰ ἑξῆς. Προκειμένου περὶ τῆς προκαταβολῆς τοῦ τέλους κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ἰσχύοντα ἀπὸ τοῦ 1885, τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου προκαταβάλλεται καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἡ δήλωσις, γράφεται ἡ δήλωσις ἐπὶ χαρτοσήμου, καὶ ἐὰν τὸ χαρτόσημον δὲν ἐπαρκῇ, ἵνα καλύψῃ τὸ χρέος τοῦ δηλοῦντος, διότι εἶναι πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν, τὸ ὑπερβάλλον πληρόνεται ἐκδιδομένης ἀποδείξεως. Ἐκεῖ λοιπὸν λέγομεν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπιδίκου οὔσης τῆς περιουσίας ἕνεκεν ἔριδος περὶ τὸ δικαίωμα, ἡ δήλωσις γράφεται ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, τὸ δὲ τέλος καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῇ πληρώσει τῆς αἱρέσεως ἀποκτήσαντος τὸ δικαίωμα ἢ τοῦ ὁριστικῶς δικαιωθέντος, εἴτε διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, εἴτε διὰ συμβιβασμοῦ ἢ καταργήσεως τῆς δίκης, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς τοιαύτης περατώσεως τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος ἢ τῆς ἐξόδου τῆς αἱρέσεως». Ἐκεῖ λοιπὸν ὁρίζεται, ὅτι τὸ τέλος ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι συμβιβασμοῦ ἢ καταργήσεως τῆς δίκης πληρόνεται ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ πέρατος τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, καὶ εἰκότως ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπορίσθη ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δίκης καὶ τοῦ πέρατος τοῦ ἀγῶνος, ἐκεῖνος εἶναι καὶ ὑπόχρεως εἰς πληρωμὴν τέλους πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐβοίας, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κληρονομιῶν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τῶν ἀνοιγομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκεῖ δὲ προστατευομένων κατὰ πάσης ξένης φορολογίας ὑπὸ τῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν συνωμολογημένας πρὸς τὸ Κράτος, ἐν ᾧ ἡ κληρονομία. Ἡ πρότασις ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀντικειμένη εἰς τὰ παραδεδεγμένα περὶ τῆς δυνάμεως τῶν Νόμων, λαμβανομένης ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὅρια τοῦ Κράτους, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ Νόμοι δὲν δύνανται, ὑπερπηδῶντες τὰ ὅρια αὐτοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐντὸς ξένου Κράτους, ἡ δὲ κληρονομία, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, κεῖται ἐπὶ ξένου ἐδάφους· ἀλλὰ τὸ πρὸς τοιαύτην φορολογίαν δικαίωμα ὑποστηρίζεται σήμερον, καὶ ἐξαιρέσεις τινὲς τοῦ μνημονευθέντος κανόνος ἐγένοντο ἤδη δεκταὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, μᾶλλον ὑπὸ τῆς νομολογίας ἢ διὰ Νόμων, καθόσον ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ μάθω. Καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἐπαγωγὸς, διότι δυνάμεθα, φορολογοῦντες τοὺς Ἕλληνας τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ν’ αὐξήσωμεν ἱκανῶς τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπάγεται τοιαύτας περιπλοκὰς καὶ τοσαύτην δυσχέρειαν, ὥστε δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν· δὲν ἔχομεν δὲ καὶ ἀνάγκην νὰ σπεύσωμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν σήμερον, δυνάμενοι ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ αὐτῆς παρεσκευασμένοι αὔριον. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶμαι ἐντελῶς ἀνέτοιμος, μὴ δυνηθεὶς, καίτοι ἐσκέφθην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, νὰ σχηματίσω γνώμην ὁριστικήν. Νομίζω δὲ ὀρθότερον ν’ ἀποφύγωμεν περιπλοκὰς καὶ ἀνωμαλίας, ἀπέχοντες τῆς προτεινομένης φορολογίας μέχρις οὗ τὸ θέμα ὡριμάσῃ καὶ ἀποδειχθῇ ἀληθῶς ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη διάταξις. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 30–33, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34. (Ἀναγινώσκεται).
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34 ὑπάρχει τροπολογία, κατασταθεῖσα ἀναγκαία ὡς ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ Νόμου ᾼΥΞΑʹ. Ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ στίχῳ λέξιν «ὑποθέσεων» αἱ λέξεις: «πλὴν τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων καὶ τῶν πρακτικῶν, δι’ ἃ κατὰ τὸν Νόμον ᾼΥΞΑʹ τοῦ 1887 τὸ τέλος καταβάλλεται πρὸ τῆς ἀνακοπῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35–42, ὡς ἔχουσιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 43. (Ἀναγινώσκεται).
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ γίνωσιν αἱ ἑπόμεναι προσθῆκαι. Πρώτη ἡ ὑποδειχθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ αὐτῇ παραγράφῳ, ἤτοι νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις τοῦ ἐννάτου στίχου «Ἀφρικῇ, πλὴν» αἱ λέξεις: «τῶν Ἰνδικῶν τῆς Ἀγγλίας κτήσεων», διότι δι’ αὐτὰς ἀρκεῖ προθεσμία ἑνὸς ἔτους. Ἐν δὲ τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ προτείνω νὰ γενῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη· μετὰ τὰς ἐν τῷ ἕκτῳ στίχῳ λέξεις «περὶ τὸ δικαίωμα» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἢ ἂν τὸ δικαίωμα τυγχάνῃ ἐξηρτημένον ἀπὸ αἱρέσεως.» Ἐνταῦθα τὸ ἄρθρον προέβλεψε περὶ περιπτώσεως ἐξαιρετικῆς, καθ’ ἣν ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ μὴ προκαταβληθῇ τὸ τέλος παρὰ τῶν αἰτούντων, διότι δὲν εἶναι βέβαιον, ἂν αὐτοὶ θέλουσι λάβει τὴν κληρονομίαν. Ἄλλη δὲ περίπτωσις, οὐχ ἧττον σπουδαία, εὐτυχῶς παρατηρηθεῖσα ἐγκαίρως, εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἡ κληρονομία δὲν εἶναι μὲν ἐπίδικος, ἀλλ’ ὑπόκειται εἰς αἵρεσιν· ὅτε ἐξέρχεται ἡ αἵρεσις, τότε γίνεται τις κύριος τῆς κληρονομίας, καὶ τότε μόνον εἶναι δίκαιον νὰ ἀποτίσῃ τὸν δι’ αὐτὴν φόρον, διότι ἄλλως πληρόνει ἐκ τῆς ἰδίας περιουσίας ἐπ’ ἀδήλοις, ἐνῷ δυνατὸν καὶ νὰ μὴ προλάβῃ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν κληρονομίαν. Διὰ τοῦτο μετὰ τὰς ἐν τῷ ἑβδόμῳ στίχῳ λέξεις «καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «ἐπὶ τῇ πληρώσει τῆς αἱρέσεως ἀποκτήσαντος τὸ δικαίωμα ἢ τοῦ» ἐν τέλει δὲ τῆς αὐτῆς παραγράφου αἱ λέξεις: «ἢ τῆς ἐξόδου τῆς αἱρέσεως»
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι δεῖται καὶ ἄλλης τινὸς συμπληρώσεως τὸ πρῶτον ἐδάφιον. Τὸ ἐδάφιον ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἐπιτρόπων· εἶναι καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς δὲν εἶναι ἐπίτροπος, εἶναι ὁ πατὴρ, διαχειριζόμενος τὴν περιουσίαν τέκνου ἀνηλίκου.
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Νὰ τεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «οἱ ἐπίτροποι» αἱ λέξεις: «ἢ ἄλλοι νόμιμοι ἀντιπρόσωποι». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43, ὡς ἐτροποποιήθη).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 44. (Ἀναγινώσκεται).
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τὸ «ἐν δικασίμῳ ὑπὸ τοῦ Προέδρου ὁριζομένῃ» παρέλκει.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τινὲς τῶν Προέδρων, ἀνώτεροι τοῦ Νόμου γινόμενοι, δὲν ἐφαρμόζουσι τὴν διάταξιν· διὰ τοῦτο καλὸν ῥητὴ νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Νόμῳ.
§89ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ἐναντίον θὰ συμβῇ· διότι, ἂν ἀφήσητε τὸν Πρόεδρον νὰ ὁρίσῃ τὴν δικάσιμον, τότε θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν προεδρικὴν αὐτοῦ ἐξουσίαν, ἐνῷ, ἂν στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ Νόμου, εἶναι προτιμότερον νὰ εἴπωμεν: «αὐτοδικαίως καὶ ἄνευ πράξεως προτιμήσεως τοῦ Προέδρου», ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς Τραπέζης Νόμον περὶ ἐκτελέσεως.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά. Αὐτοδικαίως· «ἄνευ πράξεως προτιμήσεως τοῦ Προέδρου».
§91ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ἡμέρα, διότι δὲν θὰ γνωρίζῃ ὁ ἕτερος διάδικος.
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως. Κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ τρεῖς ἡμέρας.
§93ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ὡς μόνον ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται τὸ ἔκτακτον ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, εἰς τρόπον, ὥστε, ἂν ὁ διάδικος κατορθώσῃ νὰ δικάσῃ ἐρήμην τὸν Ἔφορον, ἢ ὁ Ἔφορος τὸν διάδικον, διὰ μιᾶς κλεψιδικίας νομίμου, ἀνατρέπεται πᾶν δικαίωμα. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς νὰ μὴ ἐπιτρέπηται· ἠμπορεῖ τις ἐκ λόγου ἀνεξαρτήτου τῆς θελήσεώς του νὰ μὴ προσέλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, διατὶ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν; Μόνον εἰς τὸν Νόμον τοῦτον ὑπάρχει ἡ ἀπαγόρευσις τῆς χρήσεως τῆς ἀνακοπῆς. Ἐγὼ προβαίνω περαιτέρω καὶ ἐπιθυμῶ καὶ τὸ μέσον τῆς ἐφέσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ ἦναι δεκτὴ ἡ ἔφεσις, πρὶν ἢ προσαχθῇ ἐξοφλητικὸν τοῦ ἁρμοδίου ταμείου, ὅτι ἐπλήρωσεν ὁ ἡττηθεὶς ὅσα διατάσσει ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅ,τι μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνακοπὴν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γενῇ δεκτὸν, διότι ἀνάγκη νὰ συντάμωμεν τὴν διαδικασίαν προκειμένου περὶ φορολογικῶν πράξεων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀνακοπὴν καὶ καταργοῦντες τὴν ἀναίρεσιν, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ἔφεσιν· διότι ἀρκεῖ τοῦ Ἐφετείου ἡ πεῖρα, ἵνα λύσῃ τὰ ζητήματα, ἄνευ ἀνάγκης προσφυγῆς ἀνωτέρω. Ἐὰν λοιπὸν τοῦτο πράξωμεν, φθάνομεν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ διατύπωσις χρήζει προσοχῆς, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὴν αὔριον.
§95ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δικασθῇ ἐρήμην καὶ ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, τότε;
§96ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σημαίνει, ὅτι εἶναι ἀμελέστατος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 44, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 45–50).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51. (Ἀναγινώσκεται).
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀντὶ «πάντοτε ἀνωτέρου τῶν 5 δραχμῶν», δέον νὰ τεθῇ: «οὐχὶ κατωτέρου τῶν 5 δραχμῶν.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 51, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζεται τὸ σύνολον.
§100ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μολονότι τὸ νομοσχέδιον αὐξάνει τὰ δικαστικὰ τέλη, μολοντοῦτο, ἐπειδὴ ἔχει πολλὰς ἀρετὰς, καταργεῖ δὲ καὶ τὰ προοδευτικὰ τέλη, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Ἀγ. Μεταξᾶ καὶ Γ. Μουσούρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρίλ. Τρικούπης | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ν. Καφετζόγλους | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Ἰω. Πεζᾶς | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Κ. Σινέλης | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Βασ. Βουδούρης | Ν | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Κ. Λομβάρδος | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Ἀναστ. Λούντζης | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Διον. Λομβάρδος | Ν | |
| Δ. Χατζόπουλος | Γ. Θεοτόκης | Ν | |
| Γ. Μίλησης | Ν | Κ. Βασιλάκης | |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἀντ. Καποδίστριας | ||
| Γ. Κούστας | Ν. Βασιλάκης | ||
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |
| Σωτ. Δανόπουλος | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | ||
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Σπ. Ἀλαμάνος | |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Θεόφ. Προβατᾶς | |
| Δημ. Πετρίδης | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | ||
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ο | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ν. Βαλσαμάκης | ||
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| Ἠλ. Φλέσσας | Π. Βενιεράτος | Ν | |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | ||
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γ. Κόρπας | ||
| Π. Μανέτας | Ν | Στέφ. Σκουλούδης | Ν |
| Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | |
| Ἠλ. Παλαμήδης | Ν | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν |
| Κων. Κατσικόπουλος | Ν. Νομικός | Ν | |
| Δ. Ζέγγελης | Ν | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν |
| Δ. Ν. Βότσαρης | Ν | Γ. Μπούμπουρας | Ν |
| Κ. Γ. Καραπάνος | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | |
| Γ. Χ. Παχύς | Ν | Δημοσθ. Καΐρης | Ν |
| Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Δρόσος | Ν |
| Δ. Ράλλης | Ν. Κρίσπης | Ν | |
| Ἀνδρ. Ψύλλας | Ν | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ν |
| Φωκίων Νέγρης | Κ. Κοσσονάκος | Ν | |
| Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| Ν. Μπουφίδης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Δ. Καλλιφρονᾶς | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Νικ. Λεβίδης | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | |
| Σπ. Κουκούλεζας | Ν | Λεων. Καπετανάκος | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν |
| Τρύφων Μουτσόπουλος | Ν | Γ. Πετροπουλάκης | |
| Θάνος Κανακάρης | Ν | Ἰω. Καρτάλης | |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | |
| Ν. Παπαγιαννακόπουλος | Ν. Κουκουσλῆς | Ν | |
| Α. Φωτήλας | Α. Ἀστεριάδης | ||
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν |
| Ἀντ. Ρικάκης | Κ. Μαρκίδης | Ν | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| Ι. Κρεστενίτης | Δ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| Ν. Κουμανιώτης | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Σ. Στεφανόπουλος | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Κ. Κουμουνδοῦρος | |
| Π. Πεῤῥωτής | Γ. Τάκης | ||
| Δ. Τζάνες | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν |
| Περ. Μποῦτος | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| Παν. Σάκκης | Σταμ. Μπουντούρης | Ν | |
| Ν. Παπαλέξης | Ν | Θεόδ. Γκίκας | Ν |
| Ν. Μισυρλῆς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| Ἀσημ. Χριστόπουλος | Κ. Χαλκιόπουλος | Ν | |
| Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | Ὀδ. Πετρόπουλος | Ν |
| Δ. Κάρτσωνας | Ν. Κοντογιάννης | ||
| Δ. Γουδῆς | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν |
| Σ. Χατζηγάκης | Γ. Λιδωρίκης | ||
| Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | Κ. Χατζῖσκος | Ν |
| Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | Δ. Ζουλούμης | Ν |
| Γ. Φραγγίδης | Ν | Κ. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Α. Τακιατζῆς | Ν | Θ. Κανάρης |
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 84, ἐξ ὧν 82 ὑπὲρ, καὶ 2 κατά. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§105ΤΙΝΕΣ. Τὸ περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§107ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον εἰς τὰς 3 νὰ συνέλθωμεν.
§108ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἐνδιαφέρει πολὺ τὴν κοινωνίαν. (Θόρυβος).
§109ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.