1887.11.13
1,425 rows · 11,346 words · 44 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 13 Νοεμβρίου 1887
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουσιν, ὅτι εἷς τῶν βουλευτῶν Ἄρτης ἔδωκεν ἐξηγήσεις. Ἐγὼ δὲν ἔδωκα ἐξηγήσεις, ἀνῄρεσα ἀνακριβείας.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀνακριβῆ· δύνανται νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ ὡς ἑξῆς: «ἵνα ἀναιρέσῃ τινὰ, κατ’ αὐτὸν ἀνακριβῶς λεχθέντα.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.)
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 22.) Διάφοροι κατάδικοι, κρατούμενοι ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς Ναυπλίου διὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ζητοῦσι τὴν ἀπαλλαγήν των, ἀδυνατοῦντες νὰ πληρώσωσιν αὐτά. Ὁ Σ. Μπούρης ζητεῖ ἀποζημίωσιν διὰ τὸ ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ Βουλευτηρίου ἐγερθὲν παράπηγμα, τὸ ὁποῖον ἐμποδίσθη νὰ περατώσῃ ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας. Στρατιωτικοὶ κατάδικοι ἐν Ἀκροναυπλίᾳ ζητοῦσι νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτῶν διὰ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ ἐπιβληθέντα εἰς αὐτούς. Ἕλλην τις, διαμένων ἐν Νεαπόλει, γνωστὸς ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, Καλλίστης ὀνόματι, ἐπρότεινε πέρυσιν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ, τῆς Ἑλλάδος. Ἐπαναλαμβάνει λοιπὸν καὶ φέτος νὰ ὑποδείξῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ εὐτυχήσῃ ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἀναφορά του συνοδεύεται μεθ’ ὑπομνήματος κατατίθεται δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ οἱ θέλοντες νὰ φωτισθῶσιν, ἂς τὴν ἀναγνώσωσιν. (Ἱλαρότης).
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως χρεῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τῆς συνομολογήσεως δανείου 15 ἑκατομμυρίων. Νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 123,800 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1883. Νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 591,200, ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως καὶ χορηγίας πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1887. (Ὅρα Παράρτημα)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τοὺς κ. κ. Συναδέλφους, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν συνῆλθον ἀκόμη, ὅπως ἐνεργήσωσι τὰς ἀρχαιρεσίας των. Παρακαλῶ νὰ συνέλθωσι, διότι ἤδη παρουσιάζονται τὰ διάφορα νομοσχέδια καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι κατηρτισμέναι.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ὑπέβαλον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερώτησιν διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ Νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅτι ἠδίκησε τοὺς ἀνθυπασπιστὰς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπροβίβασεν ὁμοῦ μετὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς Σχολῆς. Περιέμενον μέχρι σήμερον νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης. Ὑπενθυμίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν παράκλησίν μου ἐκείνην, διότι ἐπ’ αὐτῆς σκέπτομαι νὰ κάμω συζήτησιν. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπόμνημα τῶν μηχανικῶν ὡς πρὸς τὴν διόρθωσιν τοῦ ποταμοῦ Παμίσου.
§9ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως τοῦ τιμωρηθέντος δικηγόρου Πατρῶν κ. Τσέλου.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐὰν πρόκηται περὶ συζητήσεως, καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐπὶ τῆς διατυπωθείσης ἐπερωτήσεως. Ὁρίσατε ὑμεῖς τὴν ἡμέραν.
§11ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως.
§13ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτε κατὰ τὸ 1884 ὁ τότε καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1885, ἐφρόνει, ὅτι προτιμότερον εἶναι ἡ εἰσήγησις νὰ περιορίζηται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πᾶν ἀντικείμενον, μὴ ἀφορῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν συντείνει εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐμποδίζει τὴν ἀκριβῆ καὶ λεπτομερῆ ἔκθεσιν, ἥτις πρέπει πάντοτε νὰ συνοδεύῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Ταῦτα ἐφρόνει τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός· τί δὲ φρονεῖ κατὰ τὸ 1887, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888; Περιωρίσθη εἰς τ’ ἀφορῶντα τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 ἢ τοῦ 1886, τὰ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 καὶ χρησιμεύοντα πρὸς ἀκριβῆ ἔρευναν αὐτοῦ; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρκέσθη ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὸ Πανελλήνιον, ὅτι κατώρθωσεν ἐπὶ τέλους, ὅ,τι τοσάκις παρ’ αὐτοῦ ἀνηγγέλθη· δὲν ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ, ἰδοὺ ἔφθασα εἰς τὸ τέρμα, ὅπερ ἐκ τῶν προτέρων σᾶς ἀναγγέλλω μετὰ πάσης βεβαιότητος, ἤτοι τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἀκόμη σᾶς προσφέρω· δὲν ἠρκέσθη, λέγω, εἰς τὰς δάφνας ταύτας, τῷ ἐφάνη μικρὸν τὸ κατόρθωμα, καὶ ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον μέγα, καθόσον τὸ κατώρθωσεν εἰς περιστάσεις ὡς ἐκείνας, ὑφ’ ἃς ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν τοῦ Κράτους, ἤτοι, ὅτι ἐκ τοῦ κυκεῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρέθη, καὶ ἐκ τοῦ χάους, εἰς τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη, ἠδυνήθη νὰ ἐξέλθῃ δημιουργός. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, ὑπεχρέωσε τὸν τέως Πρωθυπουργὸν καὶ προϊστάμενον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὰς ἀποδιδομένας αὐτῷ μομφὰς, ἀποδεικνύων, ὅτι τὸ κληροδότημα, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του, εἶναι τὸ κληροδότημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς τῷ εἶχε κληροδοτήσει, παραδίδων τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885. Ὑπεχρεώθη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἤθελε διακοπῆ ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδεμία μεταβολὴ θὰ ἐπήρχετο εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, καθότι, ἂν προσθήκη ἐγένετο εἰς τὰ βάρη, αὕτη ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατείας· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν βαρύνει μόνον αὐτὸν, ἀλλὰ πάντας, ὅσοι ἐφρόνουν τότε, ὅτι τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο τῶν κατοίκων τῆς Ῥωμυλίας, ἦτο πρᾶξις, ἀφορῶσα ἀμέσως εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι πάνοπλον ὤφειλε νὰ παραστῇ τὸ Κράτος. Ὑπεχρέωσε καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσηνίας, πολλάκις διατελέσαντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ καταδείξῃ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας δὲν εἶναι κληροδότημα τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, ὡς σήμερον κατήντησαν, ὅτι, ἂν καὶ τότε δὲν ἦσαν εἰς σημεῖον εὐχάριστον, μὲ μικρὰν ὅμως φορολογίαν ἠδύναντο νὰ φθάσωσιν εἰς τοιοῦτον. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ στραφῇ καθ’ ὅλης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδίως κατ’ ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὡμίλησαν κατὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεώς του. Λέξιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς βλάψασαν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, καὶ ἐκφερομένην καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τὰ βλάψῃ, τὴν λέξιν χρεωκοπίαν, καὶ πάλιν ἐξεστόμισε καὶ πάλιν προσεπάθησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ πάλιν ἠθέλησε νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ὡς σημαίαν τὴν χρεωκοπίαν. Ἐπειράθη νὰ καταδείξῃ, ὅτι πᾶσαι αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεώς του ὑπὸ διαφόρων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πολλαὶ τῶν ὁποίων ἦσαν ἴσως καὶ ἀτομικαὶ πεποιθήσεις,—διότι φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δεσμεύεται ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ κάθηται, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, ἔστω καὶ μὴ σύμφωνον καθ’ ὅλα, διότι ἀρκεῖ νὰ συμφωνῇ εἰς τὰς κυρίας βάσεις, τὰς ἀποτελούσας τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει,—ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται ἦσαν σαθραὶ καὶ πεπλανημέναι, καὶ ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ὀρθὸν πᾶν ὅ,τι ἐθεωρήθη, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἐπιστήμην. Τοιαύτη εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑπόμενον ἦτο νὰ προκαλέσῃ συζητήσεις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῆς ἤθελον ἀνέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα, εἴτε διὰ ν’ ἀπολογηθῶσιν, εἴτε διὰ νὰ καταδείξωσιν, ὅτι λίαν προώρως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι πᾶν ὅ, τι ἐφρόνει καὶ πᾶν ὅ,τι ὑπεδείκνυεν ἐπραγματοποιήθη, καίπερ ἀντικείμενον εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν καὶ εἰς ὅσα διδάσκουσι πολιτικοὶ ἄνδρες. Ἀλλ’ ἡ γενομένη μέχρι τοῦδε συζήτησις ἦτο συζήτησις πολιτική; Ὄχι· διότι πᾶν ὅ,τι οἱ προαγορεύσαντες εἶπον ἦτο ἁπλῆ ἀπολογία εἰς τὰς ριφθείσας μομφὰς καὶ κατηγορίας, ἁπλῆ ἔκθεσις, καταδεικνύουσα, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἐσφαλμένοι καὶ αἱ ὑποθέσεις του αὐθαίρετοι καὶ ἀνακόλουθοι. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἵνα συμπληρώσῃ διὰ τῶν ὑποθέσεων τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυρίσθη, ὅτι τοιαύτη συζήτησις εἶναι πολιτική, καὶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔθεσε ζήτημα πολιτικόν. Πολιτικὸν ζήτημα! Ἀλλὰ τίς ἠσχολήθη περὶ τῆς διοικήσεως; τίς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς λειτουργίας τῶν κυβερνώντων; τίς περὶ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888; Ἵνα τεθῇ πρότασίς τις εἰς ψηφοφορίαν, δέον αὕτη νὰ ᾖναι τὸ πόρισμα τῶν μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθέντων· εἰς τί δὲ θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή; θὰ ἐρωτηθῇ, ὅτι τὰ ψηφισθέντα μέτρα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καλῶς ἐψηφίσθησαν; θὰ ἐρωτηθῇ, ὅτι ἀληθῶς ἡ Ἀντιπολίτευσις ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, καὶ ὅτι ἐσώθη ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ Συμπολίτευσις; Ἀλλ’ ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ τοιαύτη λέξις ἔβλαψε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διατί θέλετε νὰ τὴν πιστοποιήσητε διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἀπέκρουσε καὶ ἀποκρούει μετ’ ἀγανακτήσεως; Θὰ ἐρωτηθῇ, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 εἶναι βέβαιος καὶ ἀσφαλὴς παράγων, ἀποδεικνύων τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ πόρισμα τοῦ 1887; ἢ ὅτι τὰς πιθανότητας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ ἐκ τούτων συμπεράσματα τὰ θεωρεῖτε ὡς τετελεσμένα γεγονότα, διότι προέρχονται ἐκ τῆς γλώσσης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀλλ’ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἐὰν θέσῃ ἡ Κυβέρνησις ζήτημα πολιτικὸν—καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος βουλευτοῦ, ὄχι διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ, ὁσάκις θέλῃ, ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ διότι, τοῦτο πράττουσα ἄνευ ἀφορμῆς, ἐκτελεῖ διάβημα, προσβάλλον τὴν φιλοτιμίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὡς ἀφορῶν εἰς ἁπλῆν καταμέτρησιν τοῦ ἀριθμοῦ· ἐὰν δὲ τοιαύτην ἰδέαν δὲν ἀποδώσωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν ἑτέραν τινὰ, ἥτις καὶ πιθανολογεῖται, ὅτι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, σχετίζει μὲ τὴν ἐκκρεμῆ δημοτικὴν ἐκλογὴν Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν προσφάτως κατέδειξεν, ὅτι μόνον ἡ ἰδέα τὸν ἑλκύει καὶ τὸν ἐνθουσιᾷ.—Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέσῃ πρότασιν, ἵνα πιστοποιήσῃ, ὅτι τὰ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως πείθουσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τοῦ περισσεύματος, θὰ ἀναγκασθῇ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Συμπολίτευσις νὰ ὑπερψηφίσῃ καὶ καταψηφίσῃ συνάμα τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διότι, ἐὰν νῦν πιστοποιῇ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς Ἀπολογισμὸς τοῦ 1887, ἄλλοτε ἐφρόνει τοὐναντίον, καὶ ἂν ἀναγνώσητε τὴν κατὰ Νοέμβριον 1883 εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, θὰ μάθητε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε διεβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως μέχρι 30 Σεπτεμβρίου δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, διότι διετρέχομεν τὸν δέκατον μῆνα τῆς χρήσεως καὶ εἴχομεν ἔτι δέκα τρεῖς μῆνας, ὧν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ὅθεν θέσῃ τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν μὲν ἡ Συμπολίτευσις ὑπερψηφίσῃ, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις καταψηφίσῃ, ἡ μὲν ψηφίζει ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη τοῦ 1887 καὶ καταψηφίζει τὸν κ. Τρικούπην τοῦ 1883, ἡ δὲ πράττει τὸ ἀντίθετον· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπερψηφίζεται καὶ καταψηφίζεται συνάμα ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅθεν ἡ Κυβέρνησις συμμερισθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος βουλευτοῦ καὶ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οἱ παρόντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ψηφίσωμεν κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα δὲν θὰ ὠφεληθῇ. Θέλομεν ἐξακολουθήσει ἑπομένως τὴν συζήτησιν καὶ θέλομεν περιορισθῆ, ὡς μέχρι τοῦδε, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, χωρὶς νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πολιτικὴ συζήτησις, διότι ἐπιμένω νὰ φρονῶ μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δύναται δὲ νὰ μὴ σπεύδῃ, διότι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ ἐπωφελῶς τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων καὶ ἐν λεπτομερείᾳ ἀνελύθησαν οἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντες πίνακες, καὶ ἐκ τῆς ἀναλύσεως ταύτης προέκυψε, Κύριοι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θὰ ἔχωμεν μέγα ἔλλειμμα, καὶ δυστυχῶς ἔλλειμμα σπουδαῖον, οἱ ὑπολογισμοὶ δὲ καὶ αἱ λεπτομέρειαι παρηκολούθησαν τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους παρηκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις. Διεδέχθη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς καὶ διὰ τῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο, καὶ τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήγαγεν ἐκ τοιούτων ὑποθέσεων, ἔφθασε σχεδὸν εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν βεβαιούμενον ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἀφ’ ἑτέρου βεβαιούμενον ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον. Καὶ διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη; Διαφορὰ δὲν δύναται ἢ νὰ ὑπάρξῃ, καὶ θὰ ὑπάρξῃ, μέχρις οὗ ἐπὶ ἁπλῶν ὑποθέσεων στηριζόμενοι προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸ ἄγνωστον· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλαβε τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμείνῃ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1888 καὶ νὰ ἀναγγείλῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν του, ἀλλ’ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ἐνόμισεν ἴσως συμφέρον εἰς τὰς βλέψεις καὶ τοὺς σκοπούς του, προώρως ν’ ἀναγγείλῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναγγελθῇ, εἰμὴ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὴν ἐργασίαν τῶν προαγορευσάντων, διότι δὲν θὰ κατορθώσω νὰ σᾶς διαφωτίσω πλέον τοῦ ὅ,τι σᾶς διεφώτισαν οὗτοι καὶ διότι, ἂν προβῶ εἰς τὴν αὐτὴν ἐργασίαν, θὰ ὑποχρεωθῶ, παρακολουθῶν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ δεῖνα συλλογισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ, π. χ. ὅτι τὸ πετρέλαιον θὰ ἀποφέρῃ τὸ προϋπολογισθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ποσὸν, καίτοι μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τὰ βεβαιωθέντα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ προϋπολογιζόμενα, διότι ἔχομεν κατόπιν τοὺς τρεῖς μῆνας τοῦ χειμῶνος, εἶναι ἐντελῶς κενὸς καὶ καταστρέφει μᾶλλον τὴν ἐργασίαν του, διότι χειμὼν δὲν θεωρεῖται μόνον ὁ Ὀκτώβριος καὶ ὁ Νοέμβριος καὶ ὁ Δεκέμβριος, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰανουάριος καὶ ὁ Φεβρουάριος, ἢ καὶ ὁ Μάρτιος, καὶ κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔτους θὰ ἔχωμεν τὸν ὅλον χειμῶνα. Θὰ ὑπεχρεούμην ἴσως καὶ ἐγὼ, πρὸς ἀναίρεσιν τῆς τοιαύτης σκέψεως, νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι μάλιστα κατ’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς παράγεται τὸ ἔλαιον, ἡ χρῆσις τοῦ πετρελαίου εἶναι πολὺ μικροτέρα, διότι γίνεται μεγάλη χρῆσις τοῦ ἐλαίου, νῦν μάλιστα, ὅτε ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος τούτου κατέπεσεν ἐπὶ τοσοῦτον. Θὰ ὑπεχρεούμην ὡσαύτως νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Σιμόπουλον, στηριζόμενον εἰς τὸν συλλογισμὸν, ὅτι τὰ παιγνιόχαρτα δὲν ἀπέφερον τὰ προϋπολογισθέντα, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἀποδώσωσιν αὐτὰ, καθότι ἕπονται οἱ μῆνες, καθ’ οὓς γίνεται μεγαλειτέρα κατανάλωσις τῶν παιγνιοχάρτων· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ὅτι δὲν παίζουσι μόνον τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον καὶ μάλιστα ὁ ἅγιος Βασίλειος δίδει τὴν ὤθησιν εἰς τὴν τοιαύτην διασκέδασιν, ὁ δὲ Ἰανουάριος καὶ Φεβρουάριος ὑπάρχει ἐντὸς τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς 30 Σεπτεμβρίου. Τοιαῦται, Κύριοι, εἶναι αἱ ὑποθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πειρῶνται νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι ἐκ τῶν δεδομένων μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ παρακολουθήσῃ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος ἐπὶ τοιούτων συλλογισμῶν καὶ νὰ ἀντιτάξῃ ἄλλους ὁμοίους συλλογισμοὺς, διότι αἱ ὑποθέσεις ἐπιδέχονται τὰς ὑποθέσεις. Εἰς τί δὲ κατέληξαν, Κύριοι, αἱ λεπτομερεῖς καὶ ἀκριβεῖς ἀναλύσεις, τὰς ὁποίας ὁ προϊστάμενος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ἐποίησαν; Κατέληξαν εἰς ἔλλειμμα, καθὼς εἶπον, καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον. Βεβαίως ἀκριβῶς δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι ἴσον καθ’ ὅλα τὰ συμπεράσματα, διότι ὅστις στηρίζεται ἐπὶ ὑποθέσεων δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀριθμούς. Καὶ διὰ νὰ καταδείξω, Κύριοι, κατὰ πόσον αἱ πιθανότητες καὶ κατὰ πόσον τὰ συμπεράσματα, τὰ ἐκ τῶν πιθανοτήτων ἐξαγόμενα, δὲν καταλήγουσιν εἰς ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ἀλλὰ καταδεικνύουσιν ἔλλειμμα, ὑποβάλλω ἁπλούστατον λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐκ τοῦ προχείρου ἔκαμα καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ὡσαύτως θὰ πεισθῆτε, ὅτι τὰ περισσεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἁπλαῖ παρηγορίαι. Λαμβάνω τοὺς προκειμένους Ἀπολογισμοὺς τοῦ 1883, 1884 καὶ 1885, ἐξακριβῶ πόσα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 12 μηνῶν τῆς χρήσεως, καὶ πόσα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ διάστημα τὸ δεκάμηνον τοῦ ἐπιόντος ἔτους, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀναλογιῶν στηριζόμενος, λαμβάνω κατόπιν τὴν ἀναλογίαν τῶν 3 μηνῶν ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν 9 μηνῶν τῆς χρήσεως 1887, προσθέτω τῇ βάσει τῆς ἀνωτέρω δεκαμήνου ἀναλογίας τὸ ἀναλογοῦν συμφώνως μὲ τὰ προϋπολογισθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ φθάνω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ ἔχωμεν βέβαιον ἔλλειμμα, ἂν ὄχι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξαν οἱ προλαλήσαντες, οὐχ ἧττον ὅμως ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ παραπλήσιον. Τῷ 1883 ἐβεβαιώθησαν 57,863,000 κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας, κατὰ δὲ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1884, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις, 6,859,000, τὸ ὅλον 64,679,000. Τῷ 1884 ἐβεβαιώθησαν κατὰ τοὺς 12 πρώτους μῆνας 57,276,000, κατὰ δὲ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ 1885 6,777,000. Κατὰ τὸ 1885 τοὺς 12 πρώτους μῆνας ἐβεβαιώθησαν 56,535,227, κατὰ δὲ τοὺς 10 μῆνας τοῦ 1886 10,935,000. Ἡ βεβαίωσις ἑκάστου μηνὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀναλογεῖ, τοῦ μὲν 1883 4,882,000, τοῦ 1884 4,776,000, τοῦ 1885 4,719,000. Ἡ δὲ βεβαίωσις ἑκάστου μηνὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἤτοι τὸ δέκατον τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τοὺς 10 μῆνας, ἀναλογεῖ, τὸ 1883 685,900, τὸ 1884 177,700, τὸ 1885 1,093,000. Ὁ μέσος ὅρος τῶν 3 ἐτῶν εἶναι κατ’ ἀναλογίαν ⅙. Ἐὰν λάβωμεν τὰ ἀναγγελθέντα ὡς βεβαιωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1887, ἔχομεν 54,937,000· ἐὰν εὕρωμεν τί ἀναλογεῖ εἰς τοὺς 3 ἑπομένους μῆνας τοῦ ὅλου ἔτους, ἔχομεν ἀνὰ ἕκαστον μῆνα 6,104,000, τὸ ὅλον 18,312,000, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθησομένων κατὰ τὸ 1887 εἶναι 73,249,000. Ἐὰν ὁρίσωμεν κατὰ τὴν ἄνω ἀναλογίαν τῶν Ἀπολογισμῶν τοῦ 1883, 1884 καὶ 1885 τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον μῆνα ἐκ τῶν 10 ἑπομένων τοῦ τῆς χρήσεως 1887, ἤτοι τὸ ⅙ τῶν 6,104,000 ἴσον 1,000,666, οἱ 10 μῆνες φέρουσι 10,006,660, ἤτοι τὸ ὅλον 83,555,660· ἀφαιρέσει τῶν ὑπολογιζομένων εἰς τὰ καθυστερούμενα 7,000,000, ἔχομεν εἰσπραχθησόμενα 76,375,660.— Ἔξοδα ἀναγγελθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ λέγω ἀναγγελθέντα, διότι καὶ σήμερον, ἐὰν ἤκουσα καλῶς, ὑπέβαλε πιστώσεις....
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῶν ἀναγγελθέντων.
§16ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἤκουσα καλῶς· δὲν ἀμφιβάλλω, ἀφοῦ τὸ λέγετε, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι ἦσαν ἐκ τῶν ἀναγγελθέντων, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἄλλαι.—Λοιπὸν 84,000,000 ἔξοδα, ὡς ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, 76,000,000 ἔσοδα, ἔχομεν διαφορὰν 8,000,000· ἐὰν εἰς τὰ 8,000,000 προσθέσωμεν 3,500,000, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς νὰ θεωρῇ ὡς οἰκονομίαν, στηριζόμενος ἐπὶ θεωρίας πολὺ παρηγόρου, ἤτοι, ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ταῦτα ὡς οἰκονομίαν, διότι μετὰ 70 ἔτη, ὅτε θὰ ἀποδοθῇ τὸ δάνειον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ἀποδώσωμεν χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν τοῦ χρυσοῦ....
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό. Εἶπεν, ὅτι ἐπὶ 75 ἔτη θὰ πληρόνηται εἰς μέταλλον τὸ ποσὸν τοῦτο κατανεμημένον καὶ ὄχι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· ἑπομένως εἰς ἕκαστον ἔτος θὰ ἀναλογῇ τὸ ἑβδομηκοστὸν πέμπτον.
§18ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πολὺ καλῶς· ἀφαιρετέον τότε τὸ ἑβδομηκοστὸν μόνον. Λοιπὸν ἐὰν προσθέσωμεν τὰ 3½ ἑκατομμύρια καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπολογίζει, τὴν περὶ σιδηροδρόμων δαπάνην, ἔχομεν τὸ ἔλλειμμα σχεδὸν ὁποῖον διὰ τῆς λεπτομεροῦς ἀναλύσεως, τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ὑπεδείχθη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν λάβῃ τις τὰς ἀναλογίας καὶ τηρῶν τὰ αὐτὰ διδόμενα, φθάνει εἰς συμπέρασμα ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ συμπεράσματος, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατόπιν τοιούτων ἀποτελεσμάτων, κατόπιν τοῦ ἐξαγομένου, εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ πίστις εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ ἐφησυχάσῃ τις εἰς τὰ ἀναγγελλόμενα ὑπὸ τούτου ὑποθετικὰ ἀποτελέσματα; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε ὤφειλε, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὅπως ὡμίλησε, νὰ περιμένῃ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1888 καὶ μὲ τοὺς ἀριθμοὺς ἀνὰ χεῖρας καὶ τὰ πλήρη ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως καὶ πάλιν μετὰ δισταγμοῦ ν’ ἀπαγγείλῃ ὅσα ἐξέθεσε, διότι δυστυχῶς τοσάκις ἀπεδείχθησαν οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἀνακριβεῖς, ὥστε ἕκαστος ἡμῶν δικαιοῦται ν’ ἀμφιβάλλῃ. Ἀπορῶ δὲ, πῶς ἀπεφάσισε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, μετὰ τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἀποτυχίας καὶ μετὰ τῶν αὐτῶν πάντοτε προϋποθέσεων, τὰ περὶ ἰσοζυγίων καὶ περισσευμάτων, καὶ νὰ ἀξιοῖ νὰ λάβῃ ὑπὲρ αὐτῶν ψῆφον ὑπὸ Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, φερόντων ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ψήφου αὐτῶν. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω καὶ διατὶ τὸ κατεσπευσμένον τοῦ διαβήματος καὶ τὸ πρόωρον τῆς ἀναγγελίας. Φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοιούτων ἀναγγελιῶν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν πίστιν, μετὰ τοιαύτας ἐπανειλημμένας ἀποτυχίας τῶν οἰκονομικῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ; δὲν πρέπει, ὅταν τοιαῦτα ἐνεργῶμεν καὶ ἀπαγγέλλωμεν, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον ἐν γένει τῆς κοινωνίας, καὶ ἐὰν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας ἀντίκηται εἰς πρόσκαιρον συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ προτιμῶμεν τὸ πρῶτον; Δὲν παραβαίνομεν τὸ καθῆκον, ἐὰν διὰ τοιούτων ἀναγγελιῶν προτιθέμεθα νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐπιχειρήσεις τῶν κερδοσκόπων ἐπιχειρηματιῶν τῶν δανείων μας μὲ τὴν προφανῆ βλάβην τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς κοινωνίας; Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ἀναλογιζόμενος τί ἔλαβε χώραν πρὶν ἢ κληθῇ ἡ Βουλὴ, συνδυάζων ταῦτα μὲ τὰ ἀναγγελθέντα ἀποτελέσματα, ἐνθυμούμενος δηλαδὴ, ὅτι αἱ τὴν Κυβέρνησιν ὑπηρετοῦσαι ἐφημερίδες πρὸ 2 ἢ 3 μηνῶν ὡμολόγουν μὲν ἔλλειμμα, ἀλλ’ οὐχὶ πέραν τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ὅτι αἱ αὐταὶ ἐφημερίδες, ὅτε ἐπλησίαζεν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ἐπέμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ τὸ ὑπελόγιζον οὐχὶ ἄνω τῶν 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων, μετὰ τὴν ἀναγγελίαν δὲ ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔμειναν ἔκθαμβοι, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐκπλήξεως ἐξελθοῦσαι, διὰ τὸ ἀπροσδόκητον, ἀνήγγειλαν ὡς τετελεσμένον πλέον τὸ κατόρθωμα, καὶ ὄχι μόνον τὸ ἐθεώρησαν ὡς ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ καὶ ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπετέθησαν κατὰ μελῶν αὐτῆς μὲ φράσεις ἀνοικείους, καὶ ἐμυκτήριζον ἐκ τῶν προτέρων πάντα ἀντιπολιτευόμενον, τολμήσοντα ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ· ὁμολογῶ, ὅτι, παραλληλίζων τὰ γενόμενα πρὸς τὰ συμβάντα κατὰ τὴν χρηματιστικὴν ἐποχὴν τῆς Βʹ. Αὐτοκρατορίας, τὰ τελεσθέντα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰ Κριμαϊκὰ, καθ’ ἃ διεσταυροῦντο οἱ Τάρταροι ἀγγελιοφόροι, καὶ αἱ εἰδήσεις ἀνεβίβαζον καὶ κατεβίβαζον σπουδαίως τὰς ἀξίας ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, εὑρίσκω πλήρη τὴν ὁμοιότητα. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, ἔχομεν τὸ ἰσοζύγιον, ἔχομεν καὶ τὸ περίσσευμα· τίς ἐξ ἡμῶν, πειθόμενος περὶ τοιούτου πραγματικοῦ ἀγγέλματος, δὲν ἤθελε σκιρτήσει καὶ χαρῆ; τίς ἐξ ἡμῶν, ἔχων συμφέροντα ἐν τῷ τόπῳ, δὲν παρακολουθεῖ μὲ ἀγωνίαν τὰς προσπαθείας πάσης Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας; Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον, ὡς ἐπιδιώκεται, εἶναί τι δύσκολον νὰ κατορθωθῇ; ἢ ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ τέλους νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ Ἀπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν μιᾶς χρήσεως ἢ καὶ δύο χρήσεων, οἱ ὁποῖοι Ἀπολογισμοὶ νὰ φέρωσιν ἰσοζύγιον ἢ καὶ περίσσευμα; Τοιαῦτα ἦσαν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν καὶ ἀνεφύησαν μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως; αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον χωρίζει ἡμᾶς ἀπὸ σᾶς; Ὄχι, Κύριοι. Τὸ ἰσοζύγιον δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ διάφορον τρόπον. Δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ δανείων,— καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσφεύγει εἰς τὸ μέσον τοῦτο εὐχαρίστως,— δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς, ἢ διὰ φόρων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ διάφορον τρόπον εἰσπραττόμενοι, προσομοιάζουσι καὶ πρὸς ἀναγκαστικὴν εἰσφοράν, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ δι’ οἰκονομιῶν. Τί ἔπραξε δὲ ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κύριον θέμα ὑποστηρίζει τὰς οἰκονομίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠσπάσθη τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὴν ἠσπάσθη ἐν μέρει ἂν δὲ αἱ οἰκονομίαι συνέτειναν εἰς αἴσιόν τι ἀποτέλεσμα, τοῦτο ὀφείλεται οὐχὶ εἰς σᾶς, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προεμαχήσαμεν τῶν οἰκονομιῶν καὶ ὑπεδείξαμεν τὰ Ὑπουργεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ γίνῃ τοιαύτη σπουδαῖα ἐργασία. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἀπεδέχθη τὴν γνώμην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ οἰκονομία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνίσταται, ἀφαιρουμένων τῶν ὅσων περιπλέον ἐδαπάνησεν, εἰς δύο μόνον περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἀντὶ ὁποίου ἀντιστοίχου κατώρθωσε τὴν μικρὰν ταύτην οἰκονομίαν; Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, ὅτι μὲ τὸν ὑπάρχοντα στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ Προϋπολογισμὸν εἶναι ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ στρατόν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτιμᾷ νὰ ἔχωμεν ὀργανισμὸν διὰ στρατόν, ὡς ἐκεῖνον τῆς Πρωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας. Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐπιθυμεῖ τοῦτο; Ἀλλὰ δυστυχῶς, διὰ νὰ ἔχωμεν τοιοῦτον στρατόν, ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα οὐδὲ νὰ φαντασθῶμεν κἂν δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν μας· καὶ ἀπόδειξις τούτου ἔστω, ὅτι πρὸ δέκα ἐτῶν ἔχομεν τὸν τοιοῦτον ὀργανισμόν, καὶ ὅμως οὐδ’ ἅπαξ ἠδυνήθημεν νὰ προσκαλέσωμεν εἰς γυμνάσια τὴν ἐφεδρείαν. Ἔλεγε τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις: «ἀλλάξατε τὸν ὀργανισμόν, κύριε Πρωθυπουργέ, μιμηθῆτε τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα ὑποχρεοῦνται νὰ συμμορφοῦνται μὲ τὰ οἰκονομικά των», ὑποδεικνύουσα μάλιστα ἄλλα Ἔθνη, τὰ ὁποῖα μὲ ποσὰ πολὺ μικρότερα κατορθοῦσι νὰ συντηρῶσι στρατόν, καὶ στρατόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ ἐπλησίαζε καὶ ὁ ἰδικός μας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ στρατὸν Πρωσσικόν, στρατὸν Γαλλικόν· ἠσπάσθη ὅθεν τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ δὲν παρεδέχθη καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, καὶ οὕτω, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ, ὑπεχρεώθη νὰ παραλύσῃ δι’ ἀναβολῶν κατατάξεως, ἀδειῶν κτλ. τὸν στρατόν, καὶ νὰ δέσῃ τὸν στόλον εἰς τὸν ναύσταθμον. Δὲν ἀντετάχθη κατ’ ἀρχὴν εἰς τοὺς φόρους ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶπεν ἀπολύτως, ὅτι οἱ φόροι δὲν θὰ προσθέσωσιν ἔσοδον εἰς τὰ ὑπάρχοντα· ἀντετάχθημεν εἰς τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους, διότι τοὺς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καὶ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποφέρωσι τὸ ἔσοδον, τὸ ἔσοδον τοῦτο ἔσεται προσωρινόν. Δύνανται κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἔστω καὶ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἡ ἐξάντλησις ἡ βαθμιαία, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, θὰ φέρῃ τὴν ἀνεπανόρθωτον καταστροφὴν τῶν οἰκονομικῶν τῶν πολιτῶν καὶ ἑπομένως τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελωνείων καὶ ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων στηριζόμενος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀποδεικνύεται ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐντελῶς ἀβάσιμος, διότι τὰ τελωνεῖα ἀνταπεκρίθησαν εἰς τοὺς ψηφισθέντας φόρους. Ὅτε συνεζητοῦμεν περὶ τῶν ἐπιβληθέντων δασμῶν, ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι κατὰ τὴν τελωνειακὴν ἀριθμητικὴν 2 καὶ 2 δὲν φέρει 4, ἀλλὰ πολλάκις 3 καὶ ἐνίοτε καὶ ὀλιγώτερον, τὴν ἀρχὴν ὅμως ταύτην ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ σήμερον ἠθέλησε δι’ ἀριθμῶν ν’ ἀποδείξῃ διὰ τῶν πραγμάτων τὸ βάσιμον τῆς γνώμης του. Ἀλλ’ ὅταν, κ. Πρωθυπουργέ, ὁμολογῇς μόνος, συντάσσων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ποσὸν 1,535,683 ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν τελωνείων, τῶν προϋπολογισθέντων τῷ 1887, τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο, ἢ ὅτι ἡ προσθήκη, ἡ ἀριθμητικὴ τῶν φόρων δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν τελωνειακὴν ἀριθμητικήν; Ἀλλὰ μὴ τυχὸν καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν ὡς ἐξαγόμενον κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887, εἶναι ἀποτέλεσμα ὀφειλόμενον εἰς τὴν προσθήκην τῶν φόρων; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ 1883, ἔχομεν ἔσοδα τελωνειακὰ 23,041,731, τὸ 1884 20,684,328. Ἐὰν λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον....
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς εἰσαγωγῆς, ἢ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς;
§20ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τῶν τελωνείων ἐν γένει.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μόνον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς.
§22ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 εἰς τὸ Κεφ. Βʹ. ἄρθρ. 1, εἰς ὃ συμπεριλαμβάνονται τὰ τελωνειακὰ τέλη, ἀναγράφεται κατώτερον ποσὸν 1,536,683.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ 1,536,683 εἶναι κατώτερον ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς· βεβαίως, ἀφοῦ εἶναι κατώτερον ἐπὶ τοῦ μέρους, θὰ ᾖναι κατώτερον καὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου· ἐγὼ ὅμως ἐμνήσθην αὐτῶν εἰδικῶς περὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ὥστε ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ σκέψεις, διὰ νὰ ᾖναι συνεπεῖς.
§24ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὸν μέσον ὅρον, καὶ ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου ὑπολογίζω.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγὴν δὲν δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε περὶ μέσου ὅρου, διότι ἐξαρτᾶται ἡ πρόσοδος αὕτη ἐκ τῆς παραγωγῆς. Μέσος ὅρος ὑπελογίσθη μόνον προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς· προκειμένου περὶ ἐξαγωγῆς, ὁ μέσος ὅρος θὰ ἦτο οὐχὶ ὁ ὅρος τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλ’ ὁ ὅρος τῶν εὐφόρων ἢ ἀφόρων ἐτῶν.
§26ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται νὰ κάμωμεν ἁπλῆν συμπαραβολήν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ σᾶς διακόψω, διότι εἴπετε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου, καὶ ἠθέλησα νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐστηρίχθη εἰς μέσον ὅρον ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὴν ἐξαγωγήν.
§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ ἔλαβον τὰ κονδύλια τοῦ 1883 καὶ 1884, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τοὺς Ἀπολογισμοὺς τῶν δύο ἐτῶν ὑπὸ Κεφ. Βʹ. ἄρθρ. 1, καὶ διὰ τοῦ μέσου ὅρου αὐτῶν συμπαραβάλλω τὰ ἐγγραφόμενα εἰς τὸ Κεφ. Βʹ. ἄρθρ. 1 τοῦ Προϋπολογισμοῦ 1888, δὲν λαμβάνω δὲ τὸ ἔτος 1885, καθότι τοῦτο δὲν δύναται νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ ὡς πρὸς τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι ἕνεκα τῶν κατ’ αὐτὸ συμβάντων εἶναι ἔτος ὅλως ἔκρυθμον. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο ἀνωτέρω ἐτῶν 1883 καὶ 1884, ἔχομεν 21,863,000, διὰ δὲ τὸ 1888 προϋπελογίσθησαν 27,555,683, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τῶν δύο ποσῶν ἀπέχει πολὺ τῶν διὰ τῆς προσθήκης προϋπολογισθέντων. Τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσεδόκα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἰσπράξῃ διὰ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων. Οἱ ἀριθμοὶ λοιπὸν αὐτοὶ καταδεικνύουσιν, ὅτι τὸ ἀξίωμα τὸ ἐπιστημονικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεφέραμεν καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο τὸ θέμα τοῦτο, ἀπεδείχθη ἀκριβές.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ 15% τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς πρέπει νὰ προστεθῶσι.
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο ἀναγράφεται εἰς Κεφάλαιον «Τυχηρά.»
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ γενόμεναι προσθῆκαι ἀνέρχονται εἰς 33 ἕως 35%, ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς τῆς νομισματικῆς.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς νῦν Κυβερνήσεως γενόμεναι προσθῆκαι ἀναλογοῦσι πρὸς 19,28%.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ αἱ γενόμεναι παρὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως προσθῆκαι;
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀλλ’ αἱ προσθῆκαι αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ὑπεστηρίχθησαν καὶ παρ’ ὑμῶν καὶ ἐξακολουθοῦσι λειτουργοῦσαι.
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Βεβαίως ὑπεστηρίχθησαν καὶ παρ’ ὑμῶν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ βεβαιώσῃ τις, ἐὰν αἱ προσθῆκαι αἱ γενόμεναι ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰ ἀποδιδόμενα ἔσοδα, ἀφεύκτως πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὄχι μόνον τὰς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως γενομένας, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς πρὶν προσθήκας, διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ προσθῆκαι αἱ γενόμεναι ἀπέφερον τὸ προϋπολογισθὲν ποσόν· ἄλλως, ἂν ἀπέφερον τὸ τρίτον ἢ τὸ ἥμισυ, τὸ τοιοῦτον ἀποδεικνύει πληρέστατα ὅ,τι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ κατόρθωμα τῶν εἰσπράξεων ἐν τοῖς τελωνείοις εἶναι κατόρθωμα νὰ ζηλεύσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν; Εἶναι γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον; Ὅταν μελετήσωμεν τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὴν καταδίωξιν τῶν λαθρεμπορίων, ὅταν προσέξωμεν εἰς τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν τελωνειακῶν λαμβάνοντα χώραν,—καὶ ταῦτα παρατηρῶν δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἀμειλίκτως καταδιώκῃ τὸ λαθρεμπόριον καὶ μετ’ αὐστηρότητος τὴν κατάχρησιν,— ἀναγκαίως πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξαγάγωμεν ὀρθὰ συμπεράσματα, ὅτι πάντοτε ἡ αὐτὴ ἀμείλικτος καταδίωξις δὲν εἶναι δυνατὴ, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ ἡ χωροφυλακὴ δὲν ἔχουσιν ὡς ἀποστολὴν τὴν καταδίωξιν τῶν λαθρεμπορίων, ὅτι ὁ στόλος τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ἀπασχολῇ τοὺς ναυάρχους της πρὸς ἐκτέλεσιν καθηκόντων τελωνοφυλάκων. Εἰς Κράτη μάλιστα συνταγματικὰ, ὡς τὸ ἡμέτερον, ὑποκείμενα εἰς κλονισμοὺς, διότι συχνάκις ἔχομεν ἐκλογὰς καὶ κυβερνητικὰς μεταβολὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τοιαύτη λειτουργία τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως δύναται νὰ ἦναι διαρκὴς καὶ ἀδιάλειπτος. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τοιαύτην διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιαύτην ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Γινώσκει, καὶ ἂν δὲν τὸ γινώσκῃ ἡ Κυβέρνησις, οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὰς καταχρήσεις, τὰς ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως διαπραττομένας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν Νόμων, καὶ κατὰ πόσον οἱ Νόμοι οὗτοι χρησιμεύουσι πρὸς ἐκδίκησιν πολιτικῶν παθῶν, ἢ διὰ νὰ προμηθεύσωσι χρήματα εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἐκτελεστῶν τοῦ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις προσηλώθη εἰς ἓν μόνον ἔργον, εἰς τὴν εἴσπραξιν, καὶ ἑπομένως τὸ πᾶν συνταράσσεται ὅταν πρόκηται περὶ λαθρεμπορίου ἢ περὶ ἐκτελέσεως φορολογικῶν Νόμων, καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν λοιπὴν διοίκησιν, αὕτη φαίνεται ἐντελῶς ξένη τοῦ κυβερνητικοῦ προορισμοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐστάθην μάρτυς γεγονότων τινῶν, τὰ ὁποῖα μὲ ἔκαμον νὰ συλλογισθῶ πόσον εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ ψήφισις ἐν τοῖς Νόμοις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διατάξεων, οἷαι αἱ συμπεριληφθεῖσαι εἰς τοὺς Νόμους, τοὺς ψηφισθέντας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Εἶχεν ἀγγελθῆ, ὅτι σάκκος ζακχάρεως εὑρέθη εἰς χωρίον τι τῆς Κεφαλληνίας ἔξωθεν ἑνὸς παντοπωλείου. Κίνησις τῆς χωροφυλακῆς, ἐνωμοτάρχαι καὶ μοίραρχοι, ἀνακρίσεις ἐπὶ ἀνακρίσεων, μετάβασις δικαστικῶν προσώπων, συλλήψεις καὶ κρατήσεις. Δέν μοι ἐφάνη παράδοξος ἡ τοιαύτη ἐνέργεια ἢ ὁ ζῆλος τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐν τούτοις μετὰ 5 ἡμέρας συμβαίνει λῃστεία ἐπὶ θέσεως, ἀπεχούσης ἓν τέταρτον μόλις τοῦ μέρους, ὅπου εὑρέθη ὁ σάκκος. Τὴν εἴδησιν κομίζουσιν ἔντρομοι οἱ λῃστευθέντες· ποῖος ἐκινήθη; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ λαθρεμπορίου, καὶ ἡ ἀνάκρισις λαμβάνει τὸν τακτικὸν δρόμον της. Μετά τινας ἡμέρας δευτέρα λῃστεία, καὶ πάλιν ἀνακρίσεις, ἀντὶ νὰ παραστῇ ὅλος ὁ ὄγκος τῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ καταπλήξῃ καὶ δείξῃ τὴν αὐτὴν τοὐλάχιστον δραστηριότητα διὰ τοιοῦτον στυγερὸν καὶ σπάνιον παρ’ ἡμῖν ἔγκλημα. Ὁ ζῆλος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως ἀναφαίνεται μόνον εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λαθρεμπορίων καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, διότι εἰς τοῦτο περιωρίσθη καὶ ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ συμφέρον τῶν ὑπαλλήλων της. Μετά τινα καιρὸν πλοίαρχος ἐκ Πρεβέζης, Ὀθωμανὸς ὑπήκοος, μὲ καλεῖ εἰς τὰς φυλακὰς, ὅπως τῷ παρέξω τὴν συνδρομήν μου· δὲν μετέβην ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην παρὰ τοῦ ἀποσταλέντος, ὅτι εἶχε φθάσει μὲ τὸ πλοῖόν του εἰς Ἰθάκην μὲ φορτίον ξυλάνθρακος· ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του εἰσῆλθον εἰς τὸ πλοῖον τελωνοφύλακες, οἵτινες κατέσχον σιγαρόχαρτον. Ὁ πλοίαρχος ἀρνεῖται, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον ὑπῆρχεν ἐν τῷ πλοίῳ του. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι τὸ εἶχεν ἐπὶ σκοπῷ λαθρεμπορίας. Συλλαμβάνουν τὸν ἄνθρωπον, χωρὶς νὰ τοῦ δώσουν καιρὸν νὰ λάβῃ ἓν φόρεμα, τὸν ὁδηγοῦν εἰς Κεφαλληνίαν, τὸν ρίπτουν εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ ἔχῃ λεπτὸν, οὔτε προστάτην. Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις; Εὑρέθη πρᾶγμα μὴ δηλωθέν; Ἀλλὰ καταδικάζεται εἰς τὸ τετραπλοῦν. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ λαθρεμπόριον καὶ παράβασις τοῦ περὶ σιγαροχάρτου Νόμου, ἀπαιτεῖται εἰσαγωγὴ, καὶ τοιαύτη δὲν ἐγένετο. Ἆρά γε ἀπαιτεῖται νοῦς καὶ κρίσις δικανικὴ, διὰ νὰ κρίνῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι περίπτωσις πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ λαθρεμπορίου καὶ σιγαροχάρτου Νόμου; Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος, μὲ ὅλας τὰς γενομένας παρατηρήσεις, εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς. Ἰδοὺ ποῦ φθάνει ὁ ζῆλος τοῦ συμφέροντος καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὤθησις. Ἀλλὰ τοιαύτη πολιτεία, Κύριοι, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἓν ἰσοζύγιον, κατὰ πόσον δύναται νὰ ἦναι ἀσπαστὴ εἰς τὰ Κράτη καὶ κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ παραγκωνίζωνται πάντα τὰ ἄλλα κοινωνικὰ συμφέροντα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται καὶ αὐτὴ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, δύνασθε μόνοι νὰ κρίνητε. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, παρερμηνεύων τὸν βουλευτὴν Ἄρτης,—καὶ τὸ σύστημα τοῦτο δυστυχῶς κατέστη κανὼν, ἤτοι ἐκ παρερμηνεύσεως τῶν ἰδεῶν νὰ ἐξάγωνται ἐπιχειρήματα καὶ διὰ τοιούτων ἐπιχειρημάτων νὰ καταπολεμῶνται οἱ ἀντίθετοι,—ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἄρτης ὑπεστήριξεν, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀποφέρουσιν οἱ φόροι, βραδύτερον ὅμως ἐλαττοῦνται αἱ εἰσπράξεις, ἐνῷ συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ, ἰσχυρίσθημεν, ὅτι τοῦτο συμβαίνει, ὁσάκις οἱ φόροι ἦναι δυσανάλογοι πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καὶ ἐπειδὴ οἱ ψηφισθέντες εἶναι δυσανάλογοι, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν κατὰ τὸ πρῶτον μὲν ἔτος θ’ ἀποφέρῃ, διότι καὶ αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐλαττώματα θὰ εὕρωσι τὰ μέσα νὰ ἱκανοποιηθῶσιν, ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἔτος καὶ τὸ τρίτον θὰ λείψωσι τὰ μέσα, καὶ θὰ στειρεύωσιν αἱ πηγαὶ, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις. Ἂν ὅμως οἱ φόροι ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος διότι ἡ βαθμιαία κανονικὴ αὔξησις εἶναι κανὼν, στηριζόμενος εἰς τὴν βαθμιαίαν αὔξησιν τοῦ πλούτου καὶ τοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν ἀπαιτοῦνται, Κύριοι, ἐπιστημονικαὶ μελέται, ἵνα κατανοήσῃ τις τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτων φόρων. Σᾶς ἐρωτῶ, ὁ ὑπάλληλος, ὅστις ἐλάμβανε πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 200 ἢ 300 δραχμὰς καὶ πρὶν ἢ ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι ἠγόραζεν ὡρισμένα ἀντικείμενα, μετὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων δύναται ν’ ἀγοράσῃ τὰ αὐτὰ πράγματα; Ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων ἀφ’ ἑτέρου ἐδιπλασίασαν σχεδὸν τὴν ἀξίαν, καὶ εἰς ἄλλα τὴν ἐτετραπλασίασαν. Πῶς δύναται λοιπὸν ὁ ὑπάλληλος νὰ προμηθεύηται αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύετο μὲ τὰς 200 ἢ 300 δραχμὰς, πρὶν ἢ ἐπιβληθῶσι οἱ φόροι καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; κατ’ ἀνάγκην τί θὰ πράξῃ τὸ πρῶτον ἔτος; θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας του· ἀλλὰ κατόπιν, ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ πᾶσαν πηγὴν πρὸς εὕρεσιν μέσων, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, ν’ ἀποκόψῃ πρῶτον τὰ περιττὰ καὶ δεύτερον τὰς ἀναγκαίας δαπάνας. Ἰδοὺ λοιπὸν βαθμιαία ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως. Οἱ ἰδιοκτῆται, Κύριοι, οἱ ἐξ ἐνοικίων, τόκων κτλ. ἔχοντες εἰσόδημα ὡρισμένον καὶ ἀναλόγως τούτου ἱκανοποιοῦντες τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας των καὶ τὰς ἐπιθυμίας των, εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν καὶ τὰ ἡμίση δὲν δύνανται πλέον νὰ ἀπολαύσωσι, τί θὰ πράξωσι λοιπόν; Θὰ περιορίσωσι τὰς δαπάνας των. Δὲν ἀπαιτεῖται ὅθεν ἐπιστημονικὴ γνῶσις, διὰ νὰ κρίνῃ τις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοιούτων φόρων, ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα ἅπαντες γινώσκομεν. Συμπολίτης μού τις μοὶ παραπονεῖται δι’ ἐπιστολῆς κατὰ τελώνου· μοὶ παραπονεῖται, ὅτι ἐτελώνισεν ἓξ μέτρα κρὲπ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία ἦτο 24 δραχμῶν, καὶ ἐπλήρωσε δασμὸν δραχμὰς 52 καὶ 20)00· ἀλλὰ πταίει ὁ τελώνης; Τοιοῦτον ἰσοζύγιον, καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, δὲν παρέχει ἐλπίδας διαρκείας, ἡ δὲ ἐπιμονὴ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν ἔσεται πλήρης οἰκονομικὴ ἀνισοῤῥοπία. Ἀπεδείξαμεν, κατὰ τὴν γνώμην μας καὶ τὴν πεποίθησίν μας, ὅτι ἰσοζύγιον δὲν ἔχομεν. Ἐπεθύμουν, ἀφοῦ τὸ Ἔθνος ὑπεβλήθη εἰς τόσας θυσίας, νὰ ἐπιτευχθῇ, ἔστω καὶ τοιοῦτον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐπετεύχθη· ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ, μὴ ὑποσχόμενον διάρκειαν, δὲν δύναται τὸ Κράτος ἐπὶ τοιούτων ἀποτελεσμάτων νὰ στηριχθῇ καὶ νὰ κρίνῃ τις περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἐγὼ βεβαίως τοιαύτην δόξαν δὲν ἤθελον φθονήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι δόξα τοιαύτη δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς δόξης, ἣν ἐφθόνησε καὶ ἀπήλαυσεν ὁ Ἡρόστρατος. Ὑψώσατε τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, ἐπανέλαβεν ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ἀλλὰ μετεμελήθητε, καὶ μεταμεληθέντες ἔρχεσθε σήμερον καὶ ἀρνεῖσθε ὅ,τι ὑπεστηρίξατε κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον, καὶ μάλιστα δι’ αὐτὸ τοῦτο θὰ θέσωμεν καὶ ζήτημα, διὰ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι πράγματι καὶ κατὰ τοῦτο κρίνομεν ἀσφαλῶς. Ἀπορῶ ὁποῖον συμφέρον καθορᾷ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιμένουσα εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπανέλαβεν ἐπανειλημμένως, ὅτι τοιοῦτόν τι, λεγόμενον ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἔβλαψε καὶ βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ παρεκάλεσε μάλιστα τοιαύτη λέξις νὰ μὴ ἀκουσθῇ πλέον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τῶν 25, 4 καὶ 6 ἑκατομμυρίων, παρετήρησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τοιοῦτον διάβημα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔναρξις πτωχεύσεως, εἶναι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπιλήψιμον, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι μέτρον γενικὸν, ἀλλ’ ἀθετεῖ ἡ Κυβέρνησις τὰ συμφωνηθέντα διά τινας ἐκ τῶν δανειστῶν μας, ὡς μὴ ἀποδίδουσα τὸ ληφθὲν κεφάλαιον, διότι ἀποδίδει εἰς χαρτονόμισμα ὅ,τι ἔλαβεν εἰς μεταλλικὸν, μὲ διαφορὰν 25 καὶ 30%. Ἡ τοιαύτη παρατήρησις εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τότε καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν ὡρμήθησαν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν μομφὴν, τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτοὺς, καὶ ἐπιμένουσιν ἔκτοτε, τὰ ὑποστηριχθέντα παρ’ ἡμῶν νὰ ἀποκαλῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα χρεωκοπίαν, φρονοῦντες, ὅτι σώζονται διὰ τῆς τοιαύτης μεθόδου, καὶ κατώρθωσαν νὰ πιστεύσωσιν οἱ πολλοὶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπρότεινε τὴν χρεωκοπίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καιρὸν νὰ κάμωμεν, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις προσπαθεῖ νὰ τὴν προλάβῃ, ἀποτύχῃ εἰς τὰς προσπαθείας του. Οὕτω ἀνετράπησαν οἱ ὅροι, καὶ τὰς προσπαθείας μας νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν ἐνεδύθητε ὑμεῖς, τὴν δὲ χρεωκοπικὴν ἐργασίαν σας ἀπεδώσατε εἰς ἡμᾶς, νῦν δὲ ἐπιμένετε εἰς τὴν μέθοδόν σας· καὶ ἐπιμένετε, διότι ἔχετε ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσητε τὸ συνομολογηθὲν δάνειον τῶν 135,000,000 καὶ οὕτω εἰς τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς προσθέσητε καὶ δυσχερείας βαρυνούσας τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ὡς δυσχέρειαν σπουδαίαν παρεστήσατε τὴν λέξιν χρεωκοπίαν, ὡς προταθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς ἐπενεγκοῦσαν πρόσκομμα σπουδαῖον εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος δύναται νὰ παρακινῇ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξακολουθῇ ἐπιῤῥίπτουσα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν τοιαύτην μομφήν. Ἡ σημαία τῶν ἰσοζυγίων καὶ τῶν περισσευμάτων κατεξεσχίσθη, ἡ πελατεία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκτήσει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς τοιαύτης σημαίας, διεσκορπίσθη. Τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δηλ. ἀσφάλεια τῶν χρημάτων τῶν κατόχων τῶν διαφόρων χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου, εἶναι πελατεία, ἡ ὁποία εἶναι πολυάριθμος καὶ ἰσχυρὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐκτὸς, πελατεία, ἥτις παρακολουθεῖ μετ’ ἀνυπομονησίας τὴν διαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου αὐτῶν βαλαντίου. Τοιαύτην πελατείαν, ὀφειλομένην εἰς τὴν σημαίαν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐπανειλημμέναι ἐπαγγελίαι διαψευσθεῖσαι τὴν διεσκόρπισαν καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται ἄλλως πῶς· εἴχετε ὅθεν ἀνάγκην διὰ τὴν τοιαύτην πελατείαν νέας σημαίας καὶ ὑψώσατε τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας, τὴν ὁποίαν ὅμως ὑψώσατε εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀναγγέλλοντες εἰς τοὺς κατόχους τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔσεται χρεωκοπία ἐν τῷ Κράτει. Ἠπόρησα μάλιστα, ὅτε ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος ἀναγινώσκοντα τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, καὶ δίδοντα τοιαύτην ἑρμηνείαν. Καὶ ποῦ ἐστήριζε τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἐν ᾧ ὡρισμένως ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς συνιστᾷ κυρίως καὶ κατὰ πρῶτον τὰς οἰκονομίας ὡς βάσιν, ἐνῷ κατὰ δεύτερον λόγον λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν ἐξαρκέσωσι διὰ νὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἐπιποθούμενον σημεῖον, ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, καὶ τοῦτο διὰ τῆς συνεννοήσεως τῶν δανειστῶν, ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀσπάζεται καὶ σήμερον.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ποῦ θὰ εὕρωμεν τοὺς δανειστάς;
§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐκεῖ, ὅπου θὰ τοὺς εὕρῃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἠσπάσθη καὶ πρεσβεύει τὴν αὐτὴν ἰδέαν· τὸ ἀνήγγειλε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δι’ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ θὰ καταργήσητε τὸ χρεωλύσιον. Οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ εἶναι οἱ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τότε βεβαίως θὰ προσπαθήσῃ νὰ κατορθώσῃ καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν καλύπτεται τὸ ὅλον ἔλλειμμα, συμπεραίνει ὁ ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ἑρμηνεύων τὴν διάνοιαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι σκοπὸν ἔχει νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τοὺς τόκους. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἕκαστος ἐκ τῶν λαβόντων τὸν λόγον ὑπέβαλε τὴν γνώμην του, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριζε διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπικαλεσθῇ. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε ἦτο ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς· τί ἕκαστος Βουλευτὴς προσέθετο κατόπιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο δύναται ν’ ἀποτελῇ ἰδιαιτέραν γνώμην. Ἐγὼ π. χ. τότε ὑπεστήριζον καὶ εἶπον, ὅτι, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, προτιμότερον, διὰ νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν, νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς τὸ τοιοῦτον μέτρον· καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ταύτης εἶχον ἐπικαλεσθῆ, ὅτι Ἔθνη, προηγούμενα ἐν πολιτισμῷ, πλουσιώτερα πολὺ καὶ εἰς πολὺ ἀνωτέραν θέσιν ἡμῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τὸν λαόν των πλέον τοῦ δέοντος, καὶ καταστρέψωσι τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας· καὶ σᾶς ἀνέφερον τὴν Αὐστρίαν· ἀκούσατε μάλιστα καὶ τὴν αἰτιολογίαν (ἀναγινώσκει): «Φραγκῖσκος ὁ Αʹ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς δημιουργηθείσας ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ θυσίας, εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν, νομίζω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ δημόσιον χρέος, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τοιοῦτον μέτρον, ἀπ’ ἐναντίας κηρύττομεν ἀναλλοίωτον τὴν ὑποχρέωσίν μας ὡς πρὸς τὸ χρέος· ἀλλ’ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἰσοζυγίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὴν καταβαλλομένην μέριμναν, νὰ ἐπιβαρύνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τοὺς ὑπηκόους μας μὲ νέους φόρους, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς τόκους κατὰ τὸ ἥμισυ». Ἐὰν λοιπὸν ἀνεφέρομεν, ὅτι καὶ ἄλλα Ἔθνη, εὑρεθέντα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὑπεχρεώθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἕπεται, ὅτι ἰσχυρίσθημεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό; Ἐὰν ἀνεφέρομεν, ὅτι ἡ Ἰταλία ἐπέβαλε φόρον εἰς τὰ χρεώγραφά της κατὰ 13,30‰, ἰσχυρίσθημεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ πράξωμεν; Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἡ Ἰταλία δὲν ἐχρεωκόπησε· τῆς Ἰταλίας τὰ χρεώγραφα κατ’ ἀρχὰς μὲν μὲ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ὑπετιμήθησαν ἐπ’ ὀλίγον καὶ ὑπῆρξε διαφορὰ τις εἰς τὰς τιμὰς, ἀλλὰ κατόπιν ἀνῆλθον καὶ ἔφθασαν μάλιστα εἰς σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προηγουμένως οὐδέποτε εἶχον φθάσει. Καὶ βεβαίως τὰ Κράτη, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τοιοῦτο σημεῖον, θὰ ἐξαντλήσωσι προηγουμένως πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη διδάσκει, διότι τὸ τοιοῦτον μέτρον βεβαίως εἶναι ἔμμεσος ἢ ἄμεσος ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ὅ,τι μοὶ προξενεῖ ἀπορίαν, καὶ ἀπορίαν ἀνεξήγητον, εἶναι ἡ λεπτότης, τὴν ὁποίαν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις, καὶ πότε; μετὰ τὴν τροπὴν τῶν δανείων τῶν 25, τῶν 6 καὶ 4 ἑκατομμυρίων, καθ’ ἣν δὲν πρόκειται περὶ τόκων, δὲν πρόκειται περὶ χρεωλυσίου, ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου· μέχρις οὗ δὲ δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν δανειστὴν τὸ κεφάλαιον, μέχρις οὗ περιορίζεσαι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς προσόδου, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι τοῦτο τὸ πράττεις, διὰ νὰ τῷ ἐξασφαλίσῃς τὸ κεφάλαιον, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐξαναστῇ κατὰ τοιαύτης πράξεως, ἀλλὰ θὰ εὐγνωμονῇ. Ἐὰν ὅμως συνομολογοῦνται δάνεια ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐδανείσθη ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ οἰκονομίσῃ τὸ κυμαινόμενον χρέος, δαπανᾷ δὲ σπουδαῖον μέρος τούτου εἰς κατασκευὴν θωρηκτῶν, τοιαύτη Κυβέρνησις, μὲ τοιαύτην διαχείρισιν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἔχει τὸ χρῆμα, διὰ νὰ διατηρῇ τὰ ὑπάρχοντα πλοῖα, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐξ ἀνεχείας παραλύει τὸν στρατὸν, δὲν δύναται βεβαίως νὰ δικαιωθῇ, ὑποχρεουμένη ἐκ τῆς ἀνάγκης νὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα μέτρα. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ πᾶν μέσον οἰκονομίας καὶ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὴν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν της, δὲν κατορθώσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, καὶ πείσῃ περὶ τούτου τοὺς δανειστάς της, οἱ δανεισταὶ φρονῶ σύσσωμοι θέλουσι συνδράμει τοιαύτην Κυβέρνησιν. Κύριοι, τελευτῶ μὲ μίαν ἁπλουστάτην παρατήρησιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μου δύναται, γενομένη καταληπτὴ εἰς πάντας, νὰ καταδείξῃ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅσα ὑπέβαλε κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, δὲν τὰ πιστεύει, διότι ἔρχεται αὐτὸς οὗτος κατόπιν νὰ τὰ ἀναιρέσῃ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 φέρει ἔσοδα 95,306,000, ἔξοδα δὲ 93,000,509. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι πάντα τὰ προϋπολογιζόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θέλουσι βεβαιωθῆ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ Τόπου τὸ θεωρεῖ ἀκατόρθωτον, ἐκ τῶν βεβαιωθέντων θὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ 8%, ἀναλογία, παραδεχομένη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς καθυστερήσεις· τί μᾶς μένουσιν; Ἀπὸ τὰ 95,000,000 ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 7,000,000, μᾶς μένουσιν 88,000,000. Ὡς βέβαιον ὅθεν ἔσοδον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 δυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ἐπαναλέγω, ὅτι ὅσα ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ θὰ βεβαιωθῶσιν, ὅτι θὰ ἔχωμεν 88,000,000. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν 88,000,000 ἐσόδων καὶ τῶν 93,000,000 ἐξόδων, ἔχομεν μίαν διαφορὰν 5,000,000. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀναφέρει ὡς ἔξοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶναι αὐστηρῶς ἀναγεγραμμένον καὶ ἑπομένως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἤτοι νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς δαπάνας, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα τοὐλάχιστον, ὅτι τὸ ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔλλειμμα τῶν 5,000,000 θὰ ἦτο ἴσως μικρότερον· κατὰ τὰ λεχθέντα ὅμως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δικαιούμεθα, καὶ ἀφοῦ μάλιστα παρεδέχθημεν, ὅτι πάντα ὅσα ὑπολογίζει καὶ θὰ βεβαιώσῃ, δικαιούμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοὐλάχιστον ἔσται ἀπὸ τοῦδε 5,000,000 κατὰ τὸ 1888. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅθεν ἐπανειλημμένως ὑπόσχεται καὶ προσπαθεῖ—καὶ πρὸς τοῦτο ἀναγνωρίζω τὴν εἰλικρινῆ προσπάθειάν του—νὰ ἐπιδιώκῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχει τὴν νόσον, ἐξ ἧς πάσχουσιν οἱ πλεῖστοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐπιθυμεῖ καὶ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ θέλει καὶ στόλον καὶ στρατὸν, καὶ σιδηροδρόμους νὰ κατασκευάσῃ, καὶ ὁδοὺς νὰ στρώσῃ, καὶ στρατοδικεῖα νὰ κτίσῃ κτλ. Ἀξιέπαινος ὁ ζῆλος, ἀλλ’ ἄσκοπος καὶ ἄχρηστος ἡ προσπάθεια ἄνευ χρημάτων καὶ ἄνευ πίστεως· καὶ εἰς τὴν νόσον ταύτην ὀφείλεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς μας. Ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐργάζεται ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν διαβεβαίωσίν του δι’ οἰκονομιῶν κατὰ τὸ 1887 θὰ δαπανήσῃ μόνον 84,000,000, δὲν περιορίζεται εἰς τὰ 84,000,000, ἀλλ’ αὐξάνει εἰς 93,000,000 τὰ ἔξοδα. Εἶπε δὲ, ὅτι Προϋπολογισμοὺς πλέον εἰκονικοὺς δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλλῃ, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῶν εἰκονικῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 στηρίζεται εἰς τὸν ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅρον καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀφείλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα θὰ ἔχωμεν τὰ ἐξαγόμενα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888 ποσοῦ τοιούτου, διαφέροντος ἀπὸ τὸ τοῦ 1887, ἤτοι κατὰ 9 ἑκατομμύρια; τί ἄλλο σημαίνει, ἢ ὅτι, μὲ ὅλον τὸν Ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ ὅλην τὴν τέχνην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ μὲ ὅλον τὸν κατακλυσμὸν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους προσέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς, ταῦτα πάντα ἐῤῥίφθησαν διὰ τὸ κοινὸν καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀκροωμένους, ἀλλ’ ὄχι καὶ διὰ λογαριασμόν του; Πῶς συμβιβάζεται περίσσευμα κατὰ 1887 μὲ τοιοῦτον ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1888; Πῶς τὸ συμβιβάζετε, σκεπτόμενοι, κύριοι, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων προσεδόκα καὶ προσδοκᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεσχέθη, αὐτοὶ οἱ φόροι δὲν ἐλειτούργησαν κατὰ τὸ 1887, ἐνῷ κατὰ τὸ 1888 θὰ λειτουργήσωσι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ χρόνου, καὶ ἑπομένως θὰ ἀποφέρωσι πολὺ πλείονα, ἢ ὅσα ἀνέγραψαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887; Διατὶ ἡ τοιαύτη διαφορά; Κύριοι, εἰς τὰς σκέψεις ταύτας, εἰς τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις μία λογικὴ σκέψις, εἷς καὶ μόνος συμβιβασμὸς εἶναι δυνατὸς εἰς τὰ ἀγγέλματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1887. Ἓν συμπέρασμα καὶ δυστυχῶς καὶ μίαν σκέψιν τὰ πράγματα ἐπιδέχονται, καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο εἶναι, ὅτι τὸ 1887 εἶναι δευτέρα ἔκδοσις τοῦ 1884, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, θὰ ἔχωμεν ὅμως τοιοῦτον ἔλλειμμα, οἷον ἀρκεῖ νὰ καταδείξῃ τὸ ταξείδιον τῆς πλειονοψηφίας διὰ τοῦ φανοῦ, δι’ οὗ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ σκότους τῆς παρελθούσης Συνόδου.
§39ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ἔτεινον τὸ οὖς, ἵνα κατανοήσω καθ’ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἥ τε Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔδιδον εἰς τὸ γεγονὸς τῆς καταθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περὶ οὗ ἐγένετο τόση συζήτησις. Τοσούτῳ μᾶλλον ἔτεινον τὴν προσοχήν μου, ὅσῳ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξήνεγκε φωνὴν πρὸς πάντας ἡμᾶς (δεικνύει τὴν δεξιάν). «Δυσπιστεῖτε», εἶπε, «πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δυσπιστεῖτε, ἵνα μὴ βράδιον μετανοήσητε». Ἡ φωνὴ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν, εἰμὴ νὰ ἐπενέγκῃ καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἐντείνω πάσας τὰς δυνάμεις μου, ἵνα κατανοήσω τὴν βαρύτητα τῶν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐκφερομένων ἰδεῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ 1887. Ἀμέσως ἐνόησα, ὅτι ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐτίθετο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ ἑρμηνεύσω τὴν φωνὴν ἐκείνην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· θὰ ἦτο ἔλλειψις σεβασμοῦ πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), πρὸς τὸν ἔντιμον ἀρχηγὸν αὐτῆς, ἐὰν ἡ πρόκλησις αὕτη πρὸς τὴν δυσπιστίαν δὲν ἐτύγχανεν ἐκ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου ἀπαντήσεως σαφοῦς καὶ ὡρισμένης. Αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσεις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δέον νὰ καταλήγωσιν εἰς ἀποφάσεις ὡρισμένας· ἄλλως, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω αὐτὰς, εἰμὴ ὡς λεσχηνείας, καταλλήλους δι’ ἕτερόν τινα τόπον, παρὰ τὸ Κοινοβούλιον. Ἀπάντησις δέον νὰ δοθῇ τῷ ἐντίμῳ ἀρχηγῷ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τοῦτο ἀπαιτεῖ ὁ σεβασμὸς, ὁ ὀφειλόμενος πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην, ἧς ἡγεῖται εὐτυχῶς ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής· ἄλλως, πᾶσα περὶ τούτου ἀμφισβήτησις εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ. Δὲν πιστεύω δὲ ἡ μερὶς αὕτη, κατόπιν τῆς προκλήσεως ἐκείνης, νὰ ἀποδυσπετήσῃ πρὸς τὴν ψηφοφορίαν, πρὸς τὴν ἀπάντησιν, ἣν προὐκάλεσε διὰ τῆς κραυγῆς ἐκείνης. Ἐνέτεινα λοιπὸν τὰς δυνάμεις μου, ἤκουσα τοὺς ῥήτορας ἀπαγγέλλοντας σωρείαν ἀριθμῶν, ἑκατομμύρια, ἑκατοντάδας χιλιάδων, μονάδας, προσθέσεις, ἀφαιρέσεις, ἤκουσα ἀναλογίας καὶ τοσαύτας μεθόδους λογιστικῆς, ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἤρχισα νὰ δυσπιστῶ πρὸς τὸ δὴ λεγόμενον «σαφήνεια», «εὐγλωττία τῶν ἀριθμῶν». Ἡ σαφήνεια αὕτη, ἡ εὐγλωττία αὕτη, κατ’ ἐμὲ, τοῦτο μόνον ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, τοῦ νὰ συγχύζῃ τὸν ἀκροατήν. Ὕψωσεν ἕκαστος τῶν ῥητόρων ἕνα τρίποδα· ἐπ’ αὐτοῦ ἀνήρτησε τὸν πίνακά του, ἔγραψεν ἑκατομμύρια, ἀφήρεσεν ἑκατομμύρια, προσέθηκεν ἑκατοντάδας, ἀνέτρεξεν εἰς τὸ παρελθὸν, κατῆλθεν εἰς τὸ παρὸν, ἵνα εὕρῃ τὸν μέσον ὅρον, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο σύγχυσις, νομίζω, εἰς τὴν κεφαλὴν ἁπάντων, ἢ τουλάχιστον τὴν ἰδικήν μου. Ἀγνοῶ ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερεν εἰς τὴν ἰδικήν σας, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἰδικήν μου ἔφερε πλῆρες σκότος ἀντὶ φωτὸς, ἡ περιλάλητος δὲ ἐκείνη εὐγλωττία τῶν ἀριθμῶν κατεδείχθη εἰς τὸν νοῦν μου ἄντικρυς σκότος καὶ ἔρεβος. Ἀλλὰ ἐν τῇ προσοχῇ μου ἐκείνῃ ἀνεκάλυψα καὶ μικράν τινα πονηρίαν· παρετήρησα, ὅτι ἕκαστος τῶν ῥητόρων ἤρχετο μὲ ἴδιον σύστημα ἀριθμητικῆς. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ λογιστικὴ, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ εἶναι μία τις ἐπιστήμη καθαρὰ, σαφὴς, μίαν ἔχουσαν πάντοτε ἀλήθειαν νὰ ἐκφέρῃ ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος ἀριθμητικοῦ, λογιστικοῦ· παρὰ πᾶσαν δὲ προσδοκίαν, εὗρον νῦν, ὅτι δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Δύναται κάλλιστα ἡ μία ἀριθμητικὴ τοῦ ἐντίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν ἑτέραν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τρίτη τις ἐντίμου Βουλευτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ἀρχηγοῦ, κτλ. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα νομίζω, ὅτι ὀφείλω καὶ μίαν ἐξήγησιν. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ λόγου μου δὲν ἔχω σκοπὸν βεβαίως νὰ μετέλθω τὴν αὐτὴν μέθοδον τῶν προλαλησάντων, νὰ ἀναγράψω δηλαδὴ καὶ ἐγὼ ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ σημεῖά τινα μόνον θέλω καταδείξει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταθέτων τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐν ἄλλοις κατελόγιζε μεταξὺ τῶν οἰκονομιῶν του καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν ἠναγκάσθη νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα, διότι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐπορίσθη τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων τινῶν, ὀφειλομένων εἰς μεταλλικόν. Ἡ ἀριθμητικὴ λοιπὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εὑρίσκει ἐνταῦθα, ὅτι ἐπορίσθη ὡρισμένον ὄφελος τριῶν περίπου ἑκατομμυρίων. Εὐχαριστήθην ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ταύτῃ· ἀλλ’ αἴφνης ἐγείρεται ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀμφισβητεῖ τοῦτο, λέγων, ὅτι ὁμολογεῖ μὲν τὴν ὠφέλειαν ταύτην, ἐὰν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλ’ ἆρά γε τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ ἐπέλθῃ; λίαν ἀμφίβολον· ἄρα σπεύδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαίρων ἐπὶ τῇ οἰκονομίᾳ αὐτῇ. Ἄλλη, καθὼς παρατηρεῖτε, ἀριθμητική. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸν κἄπως ἐνόησα, ἢ ἐνόμισα, ὅτι τὸν ἐνόησα· ἀλλ’ ἐπῆλθε κατόπιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος περὶ τὴν κολλυβιστικὴν εἶναι, φαίνεται, λίαν ἰσχυρὸς (δὲν λέγω περὶ τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην· τοῦτο εἶναι πολὺ μακρὰν τῆς τε κολλυβιστικῆς καὶ τῆς τραπεζιτικῆς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι τέχνη λίαν συντελεστικὴ εἰς κατανόησιν πραγμάτων τινῶν,) ἐπέρχεται, λέγω, ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, τρίτην κομίζων ἀριθμητικήν. Ὁ μὲν ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ὄφελος αὐτὸ, ἀπέφυγεν ὅμως νὰ τὸ καταλογίσῃ καὶ μεταξὺ τῶν δαπανῶν· ἀλλ’ ὁ ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο· ὄχι, λέγει, πρέπει σὺν τοῖς ἄλλοις ἐξόδοις νὰ ἀναγράψῃς καὶ τοῦτο τὸ ποσόν, διότι ὁ χρυσὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπορίσθης ἄλλοθεν, ἔχει ἀγοραίαν ἀξίαν ἐν Ἑλλάδι 24 ἢ 25 δραχμὰς τὸ εἰκοσάφραγκον· λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ 320 χιλιάδων δραχμῶν περίπου πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν στήλην τῶν δαπανῶν. Τρίτη, καθὼς παρατηρεῖτε, ἀριθμητική. Ἀκούσας τοῦτο ἀπηλπίσθην, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶπον κατ’ ἐμαυτόν: δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τρεῖς ἀριθμητικαὶ ἀναγκαίως πρέπει ἐξ αὐτῶν μία νὰ ἦναι ἡ ἀκριβής, αἱ δὲ ἄλλαι νὰ ἦναι πεπλανημέναι. Ἐν τῇ ζάλῃ αὐτῇ εὐτυχῶς ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος βουλευτὴς προσῆλθεν ἡμῖν ἀρωγός, ἀπήντησε δὲ τῷ κ. ἐξ Ἄρτης βουλευτῇ, ὅτι ἐπορίσθημεν μὲν ἄλλοθεν, ἤτοι ἐκ τοῦ δανείου, τὸν χρυσὸν καὶ ἐδώκαμεν αὐτὸν τοῖς δανεισταῖς ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ ἀποδώσωμεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον σὺν τῇ διαφορᾷ κατ’ ὀλίγον, ἐν τῷ διαστήματι 75 ἐτῶν, ὥστε κατ’ ἔτος θέλομεν καταβάλλει ἐκ τῆς δαπάνης αὐτῆς τῶν 3 περίπου ἑκατομμυρίων τὸ 75ον· ἄρα πῶς ἀτόπως θέλεις νὰ καταλογίσῃς σήμερον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 αὐτὴν τὴν δαπάνην; Οἱ πτερνιστῆρες τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος βουλευτοῦ ἐκέντων λίαν ἰσχυρῶς τὸν ἐξ Ἄρτης βουλευτήν, καὶ ἔῤῥηξε κραυγὴν πόνου, ἀλλὰ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐχάρην, διότι ἐφωτίσθην περὶ τῆς πονηρίας ἐκείνου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀδάμαντα, πεσόντα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ, συνέλεξα. Θέλων νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέλεξε διὰ τῆς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο διοικήσεώς του, θέλων νὰ ἐξελέγξῃ αὐτὰ καὶ ὑποτιμήσῃ, μεταξὺ ἄλλων ἀνεῦρεν, ἐν τῇ οἰκονομολογικῇ του σοφίᾳ, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὸ πόρισμα αὐτὸ πλειότερον, τί νομίζετε; ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις ἔδωκε δῆθεν ὤθησιν πλείονα εἰς τὰς ἐργασίας. Ἕως ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακόν τι ἀπαίσιον, τὸ ὁποῖον πάσῃ δυνάμει πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἀποτινάξωμεν· ἀλλ’ ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη τοῦ ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία προάγει τὴν ἐργασίαν καὶ τὸ κεφάλαιον, δίδει ὤθησιν εἰς τὴν ἐργασίαν.
§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρόσκαιρον καὶ νόθον.
§41ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Οὔτε πρόσκαιρον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νομίζω, ὅτι, μακρὰν τοῦ νὰ προάγῃ τὴν ἐργασίαν, τὴν σταματᾷ, διότι ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἡ μονὰς ἡ νομισματικὴ δὲν εἶναι πλέον μονὰς ὡρισμένην ἀξίαν ἔχουσα. Οὐδεμίαν δύνασθε νὰ ἐπιχειρήσητε ἐργασίαν λόγῳ κέρδους, διότι ἡ αὔριον δύναται νὰ σᾶς ἀποδείξῃ διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ὅτι ἠπατήθητε οἰκτρῶς, καὶ δὲν μένει ἄλλο, εἰμὴ τὸ κεφάλαιον νὰ κρυβῇ ὑπὸ τὴν γῆν. Ἡ παρατήρησις αὕτη μ’ ἔπεισεν, ὅτι ἄλλο ἐπιστήμη οἰκονομολογικὴ, καὶ ἄλλο ἐμπειρία περὶ τὰ κολλυβιστικὰ, τὰ τραπεζιτικά. Παρετήρησα λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ, ἣν μοὶ παρουσιάζει ἡ πτέρυξ αὕτη, ἀριθμητικὴ διπλῆ ὅμως, εἶναι πλημμελής, καὶ δὲν συντελεῖ ποσῶς νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις, ἅστινας πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐσχηματίσαμεν οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης κατὰ τὴν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Οὐδεὶς λόγος ἐπῆλθεν, ἵνα ῥιφθῇ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς τότε ἀποφάσεως. Ἐνέμεινα λοιπὸν εἰς αὐτὴν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον ὁ ἕτερος ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής, τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομολογικὰ φῶτα λίαν σέβομαι, παρετήρησα, ὅτι εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν μεγίστην, θέλων νὰ κατακρίνῃ τὰ συμπεράσματα τοῦ ἐντίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει πρὸς ἐξέλεγξιν πάντα τὰ ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου ἐξαγόμενα, ἀλλὰ 2 ἢ 3 ἐκ τῶν ἐλαχίστων κονδυλίων ἐξήλεγξε μετὰ προσοχῆς, καὶ ἀντιπαρῆλθε πάντα τὰ ἄλλα, ἀναδραμὼν εἰς τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ συλλέξῃ ἐκεῖθεν ἀκάνθας δῆθεν τινὰς, δι’ ὧν νὰ περιβάλῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εὗρεν, ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτης προσόδου ἐν τοῖς ἑκατομμυρίοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, εἶπε, τὸ ἕτερον κονδύλιον, τὸ ἐκ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν· εὗρεν ὅτι ἡ ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν πρόσοδος δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, καθόσον ἡ ἄχρι τοῦδε πεῖρα ἄλλο τι μαρτυρεῖ. Εἰς μάτην ἀντεπαρετήρησεν αὐτῷ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φόρου βεβαιουμένου κατὰ τὴν εἴσπραξιν, οὐδὲ κατελογίσθη αὕτη μεταξὺ ἐκείνων, ὧν ἥ τε βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις θεωροῦνται νῦν ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως. Ἐξέφυγε τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην, καὶ κατέληξεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκφοβίζων ἡμᾶς, ὅτι ἀγόμεθα εἰς ὄλεθρον βέβαιον, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις διὰ μαστιγίου ἐλαύνει τὸν λαὸν πρὸς τὴν ἐργασίαν καὶ πρὸς τοὺς φόρους. Μὴ ἀκολουθῆτε αὐτὸν, εἶπε, ταχὺ εἶναι τὸ ναυάγιον· ἄλλη εἶναι ἡ ὁδὸς, ἣν ἔδει νὰ ἀκολουθήσωμεν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ ἀληθοῦς. Οὔτε ὁ ἔντιμος λοιπὸν ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς ἐκλόνισε τὴν πεποίθησίν μου, διότι δὲν προέβη εἰς λεπτολόγον ἀναίρεσιν τῶν ἄχρι τοῦδε βεβαιωθέντων πορισμάτων· ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ περὶ ἀποφυγῆς φόρων καὶ δανείων, περὶ ἀποφυγῆς περιττῶν δαπανῶν, κατεδεικνύετο ἐκτελέσιμον, βεβαίως οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσχέρειαν ἵνα σπεύσω προτροπάδην εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, διότι τῇ ἀληθείᾳ δὲν εἶναί τι εὐάρεστον νὰ ἐπιβάλλῃ τις φόρους καὶ δάνεια εἰς τὴν ράχιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἔχει ἀληθῆ πρακτικὴν ἀξίαν; Ἰσχυρίζεται οἰκονομίας περὶ τὸν στρατόν· ἀλλ’ ἆρά γε μείζονας ἐκείνων, ἅστινας ἄχρι τοῦδε ἐπέτυχεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τις πολλὴν πίστιν εἰς τὰς ἐπαγγελίας αὐτὰς, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἑκάστοτε γίνεται θῦμα προσβολῶν συνεχῶν καὶ σκοπίμων ἐπὶ τῇ δῆθεν παραλύσει τοῦ στρατοῦ. Δὲν πιστεύω λοιπὸν μείζονας τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν νὰ ἐπαγγέλληται ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τινα πόρον ἀνευρίσκει τὸ σύστημα ἐκεῖνο πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν πραγμάτων, τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, ἣν ἡ μερὶς αὕτη ἐχαρακτήρισεν ὡς χρεωκοπίαν, τὴν δὲ λέξιν αὐτὴν δὲν ἀνέχεται ἡ μερὶς ἐκείνη, καὶ δικαίως φροντίζει νὰ ἀποκρούσῃ ἀπὸ τῆς ράχεως αὐτῆς τοιαύτην μομφήν. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, ἀκριβῶς ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, ν’ ἀποφύγῃ τὴν μομφήν· διότι τί λέγει, ἵνα καταδείξῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ χρεωκοπίας, περὶ νοσφίσεως τῆς ξένης περιουσίας; ὅτι τὴν ἀναστολὴν αὐτὴν ἐπιδιώκομεν τῇ συναινέσει τῶν δανειστῶν. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ συναίνεσις αὕτη καὶ ἐπιτυγχανομένη εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐλευθέρας τῶν δανειστῶν θελήσεως; ἢ μὴ τυχὸν ἀναγκαζόμενοι κύπτουσι τὸν αὐχένα; Ὅταν λέγητε εἰς τοὺς δανειστὰς, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἐκπληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις σας καὶ εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ περιστείλητε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, τίνα ἀπάντησιν περιμένετε; Τί ἄλλο θὰ ἀπαντήσωσιν, ἢ τοῦτο: δεχόμεθα ὅ,τι δώσητε ἡμῖν... Τοῦτο ἆρά γε εἶναι συναίνεσις; Τοῦτο ἆρά γε δὲν κλονίζει τὴν πίστιν ἡμῶν ἀπέναντι οὐ μόνον ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ παντὸς κεφαλαίου; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς εἶπε προηγουμένως, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα καὶ ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ὑπέδειξεν ἐν τῷ εἰσιτηρίῳ του λόγῳ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μεγίστη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος, ὅπερ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ αἱ δυνάμεις τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦ ἑτέρου, τὸ ὁποῖον πιθανῶς θὰ ἐπιδιώξῃ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθ’ ὃ μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ εἴπῃ τοῖς δανεισταῖς: ἔλθετε νὰ λάβητε τὸ κεφάλαιον, ἢ ἄλλως δεχθῆτε τὴν ἀναστολὴν τοῦ χρεωλυσίου, διότι τὸ Δημόσιον ἐπιθυμεῖ νὰ καταστήσῃ πάγιον τὸ χρέος. Τὸ πρῶτον σύστημα δὲν διστάζω νὰ τὸ ὀνομάσω ἀληθῆ χρεωκοπίαν, διότι ἀφαιρεῖται μέρος τοῦ δικαίου τῶν δανειστῶν. Ἐν τῇ συμβάσει, τῇ μετ’ αὐτῶν συνομολογηθείσῃ, εἴχετε ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ καταβάλλητε εἰς αὐτοὺς καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου, ἄχρις ἐξοφλήσεως πλήρους, ἤδη δὲ ἀρνεῖσθε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως ἄνευ τῆς συναινέσεως ἐκείνων, μεθ’ ὅλην τὴν φαινομένην συγκατάθεσιν, δὲν τοὺς ἀποζημιοῦτε κἂν διὰ τὴν στέρησιν τοῦ κεφαλαίου, παραβαίνοντες τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἐὰν δώσητε εἰς αὐτοὺς τόκον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον καθυστερεῖτε διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ χρεωλυσίου, οὐδεμίαν φέρετε οἰκονομίαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἠθικῆς πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, ἴσως θὰ ἠσπαζόμην τὸ ὑμέτερον σύστημα, ἐὰν ἐκ τούτου ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἐπήρχετο κέρδος τι....
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ σύστημά μας δὲν εἶναι τὸ ἰδικόν σας καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀσπασθῆτε ὅπως τὸ ἑρμηνεύετε. Θὰ εἴχετε ἄδικον νὰ ἀσπασθῆτε σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νῷ σας χαρακτηρίζετε ἐγκληματικόν.
§43ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἰς πᾶσαν γλῶσσαν ἡ ἄρνησις τῶν ὑποχρεώσεων, ὁ ἐξαναγκασμὸς τῶν δανειστῶν εἰς τὸ ἀποδεχθῆναι τὸ προσφερόμενον, ὀνομάζεται πτώχευσις, εἶναι δόλος. Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ ἄρνησις αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως θὰ φέρῃ οἰκονομίαν, ἢ τοὐναντίον μείζονα ζημίαν διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν ὑποχρεώσεων, διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου, διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐργασίας, διὰ τῆς μειώσεως τῆς παραγωγῆς, καὶ τέλος διὰ τῆς πενίας; Ὁ ὀφείλων ἢ θὰ πληρώσῃ ἑκὼν καὶ συμφώνως πρὸς τὰ συμπεφωνημένα, ἢ ἄκων θὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν, ἣν ἐπήνεγκεν αὐτῷ ἡ κακὴ αὐτοῦ πίστις. Τὸ πιστωτικόν του κεφάλαιον θὰ μειωθῇ, ἐλλείπει οὕτως ὁ μοχλὸς πρὸς ἐργασίαν, καὶ ἐπέρχεται ἡ πενία. Ἐκόμισάν τινες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ καὶ τῆς ἀνατολικῆς ἐπιστήμης τὰ πορίσματα ἐκεῖνα, ἅτινα, ὅπου ἐφηρμόσθησαν, δὲν ἔφερον ἢ καταστροφήν. Ἠρνήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ Τουρκία τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀπηνεστέρου τῶν ἐχθρῶν της, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ ἦτο, νὰ ἐγκαταλειφθῇ ὑπὸ τῶν δανειστῶν της εἰς τὴν τύχην της, νὰ ἀφεθῇ ἡ Ῥωσσία νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν καταστρεπτικὸν ἐκεῖνον πόλεμον. Ἡ ἀνατολικὴ ἐπιστήμη, πρὸς πορισμὸν κεφαλαίων, ἐγίνωσκε δύο τινά: τὴν νόθευσιν τοῦ νομίσματος καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῆς ξένης περιουσίας. Ἀλλὰ καὶ νοθεύουσα τὸ νόμισμα καὶ ἁρπάζουσα τὴν ξένην περιουσίαν, περιῆλθεν εἰς τὸ οἰκτρὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον πάντες γινώσκομεν. Ἡ ἀληθὴς οἰκονομία βάσιν ἔχει τὴν καλὴν πίστιν· ἐπ’ αὐτῆς μόνον δύνανται νὰ βασισθῶσιν ἀσφαλῶς τὰ οἰκονομικὰ Κράτους τινός. Ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας ἀγορητὴς ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου διάταγμα τοῦ Φραγκίσκου τῆς Αὐστρίας, λησμονῶν, ὅτι εἰς τὰ δεσποτικὰ Κράτη τότε ὀλίγην ἐπίδρασιν εἶχεν ἡ ἀληθὴς οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα δὲν ἀπεῖχον πολὺ τῆς πορείας, ἣν ἐτήρει ἡ ἀνατολικὴ δεσποτεία. Καὶ ἐκεῖ ἡ ἄρνησις τῶν ὑποχρεώσεων, ἡ ἁρπαγὴ τῆς ξένης περιουσίας, ἐθεωρεῖτο ὡς συντελεστικὴ πρὸς προαγωγὴν τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα κατίσχυσαν ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ κόσμῳ, ὅλως ἀπεῤῥίφθη ἡ αἰσχρὰ ἐκείνη ἀνατολικὴ ἐπιστήμη· μόνον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀκριβὴς ἐκτέλεσις τῶν ὑποχρεώσεων δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα ἀληθῆ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῆς δυσχερείας τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλά, λέγουν, ἡ ἐπιστήμη δὲν ἐπιτρέπει τὴν μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους φορολογίαν. Καὶ τίς ἀρνεῖται τοῦτο; εἶναι τάχα γνῶσίς τις νεωστὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἰσαγομένη; Πάντες γινώσκομεν, ὅτι δὲν πρέπει μέχρις ἐξαντλήσεως νὰ φορολογῶμεν τὴν κοινωνίαν, διότι βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ παραγωγικὴ αὕτη δύναμις θὰ ἐκλείψῃ, θὰ μετριασθῇ τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ πρῶτον τοῦτο ἔδει νὰ δείξητε, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, δεύτερον ἔπρεπε νὰ καταδείξητε, ὅτι τὸ ὑμέτερον σύστημα φείδεται πλειότερον τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Καθ’ ἡμᾶς, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, δέον ὁ λαὸς νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρους τινὰς πρὸς εὕρεσιν δανείων καὶ ἐξοικονόμησιν τῶν ἄλλων τοῦ Κράτους ἀναγκῶν. Τοῦτο τὸ θεωρεῖτε ὑμεῖς ἀφόρητον, ἀντὶ τούτου δὲ τί προτείνετε ὑμεῖς; τὴν ἀφαίρεσιν μεγίστου μέρους τοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου τοῦ Ἔθνους. Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτον. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου, τοῦ εὑρισκομένου εἰς χεῖρας τοῦ Ἔθνους ἢ μελῶν τινων αὐτοῦ, δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ ὅλου· ἐὰν δηλαδὴ οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων ὑποστῶσι μείωσίν τινα τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ Ἔθνους οὐδὲν ἔχει ἐκ τούτου νὰ ζημιωθῇ. Λησμονεῖτε ὅμως τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Ἐὰν τὸ κεφάλαιον, τὸ εἰς χεῖράς μου εὑρισκόμενον, ἐλαττωθῇ, πῶς θὰ παράσχω ὑμῖν ἐργασίαν; Ἐὰν τὴν αὐτὴν τύχην ὑποστῶσι καὶ ἕτεροι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, δὲν μειοῦται ἐν συνόλῳ τὸ κεφάλαιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία ἐργάζεται; Ἐκ τῆς παραγωγῆς δὲ τὸ Δημόσιον πορίζεται τὰ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν του. Δὲν εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σας ἐλαφρότερον, εἶναι τοὐναντίον βαρύτερον· ἡμεῖς μὲν προσπαθοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἔριον καὶ μόνον τὸ ἔριον ἐκ τοῦ προβάτου, σεῖς προβαίνετε εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἡμίσεος τοῦ δέρματος διὰ τῆς μεθόδου ἐκείνης τῆς ἀρνήσεως τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλ’ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ ἐξοικονόμησις τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους διὰ δανείων ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ν’ ἀντέχῃ τὸ Ἔθνος εἰς φόρους πρὸς εὕρεσιν δανείων· εἶναι προφανὲς τὸ βάραθρον, εἰς ὃ ἀγόμεθα. Ἡ παρατήρησις αὕτη προκαλεῖ βεβαίως τὴν περίσκεψιν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὴν μέριμναν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατόν, ὡς εἶπον, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκφύγωμεν τοῦ διλήμματος, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἀνέπτυξα ὑμῖν, τί ὑπολείπεται ἄλλο, εἰμὴ πάσῃ δυνάμει ν’ ἀναπτύξωμεν ὅσον ἔνεστι τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ ὠθήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς ἐργασίαν, ἔστω διὰ τοῦ μαστιγίου, ὡς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής, εἰς τὸ νὰ ἐξωθήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς ἐργασίαν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Δυσπιστεῖτε, λέγετε, πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος ταύτης, καὶ ἀπορεῖτε διατὶ δὲν ζητοῦμεν ν’ ἀποτινάξωμεν αὐτὸν τοῦ τραχήλου. Ἀλλὰ νομίζετε τοῦτο εὔκολον; Ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν τῇ πρώτῃ δυσχερείᾳ, εἰς ἣν εὑρέθητε, ἐν τῇ πρώτῃ ἀνωμαλίᾳ, εἰς ἣν περιέπεσεν ἡ μερὶς ὑμῶν, ἀποτινάξασα τὸν ἕως τότε ἀρχηγόν της, ὅταν ὑμεῖς δὲν ἠδυνήθητε νὰ εὕρητε ἕτερον πρόσωπον, πρὸς ὃ νὰ ἀποδώσητε τὴν δύναμιν ὅλης τῆς πτέρυγος, καὶ προσετρέξατε εἰς τὸν ἡττημένον τῆς 7 Ἀπριλίου, ὅταν ὑμεῖς ὡμολογήσατε, ὅτι ἐπράξατε τοῦτο, διότι ἡ τόλμη τοῦ ἀνδρὸς ἐγοήτευσεν ὑμᾶς καὶ ἐδέθητε ὑπὸ τὸ ἅρμα του, τολμᾶτε νὰ λέγητε πρὸς ἡμᾶς: τινάξατέ τον ἐκ τοῦ τραχήλου σας; Βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον. Προτιμῶμεν τὴν σιδηρὰν αὐτὴν χεῖρα, τὴν κρατοῦσαν τὸ μαστίγιον· δὲν θωπεύει, ὡς παρετηρήσατε καὶ ὑμεῖς, ἀλλὰ μαστιγεῖ· προτιμῶμεν τὴν σιδηρὰν αὐτὴν χεῖρα ἀπὸ ὁποιανδήποτε ἄλλην, θωπευτικὴν μὲν, ἀλλ’ ἀσθενῆ. Δὲν ἐτόλμησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς, ὅτε ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κατέπεσεν, ὅτε ὁ ἵππος ὁ θυμοειδὴς κατέῤῥιψεν αὐτὸν, δὲν ἐτόλμησε, λέγω, τὴν προσωπικότητα αὐτοῦ νὰ παρουσιάσῃ πρὸς ποδηγέτησιν τοῦ κόμματος, οὐδὲ ἕτερός τις ἐτόλμησε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ πάντες κατέφυγον εἰς τὴν τόλμην τοῦ δαμαστοῦ ἐκείνου, τοῦ ἡττημένου τῆς 7 Ἀπριλίου, ὁ ὁποῖος βλοσυρῶς προσέβλεπεν αὐτοὺς καὶ οὐδόλως περιεποιεῖτό τινα καὶ σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀναθέσητε πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν τῆς μερίδος ὑμῶν, τῆς δυνάμεως τοῦ Κοινοβουλίου,—διότι ἀπετελεῖτε τότε τὴν πλειοψηφίαν—νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς αὐτὸν, οὐχὶ διότι σᾶς περιεποιεῖτο, ἀλλὰ διότι ὠφείλατε νὰ ἀκολουθήσητε τὸ ἅρμα του, καὶ τὸ ἠκολουθήσατε ἐν γνώσει, ὅτι θὰ ἔπεμπε πάντας ὑμᾶς, καὶ ἐχθροὺς καὶ φίλους, εἰς κόρακας. Τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ ὀνομάζεται γοητεία; Ὅταν ὁ ἐκ Μεσσηνίας μονιὸς παρέδωκε τὴν ῥάχιν αὐτοῦ πρὸς θωπείαν εἰς τὴν παλάμην τοῦ δαμαστοῦ ἐκείνου, ὡμολόγησε τὴν ὑπέροχον ἀξίαν τοῦ ἀνδρός. Προτιμῶ τὴν σιδηρὰν αὐτὴν χεῖρα, παρὰ οἱανδήποτε ἄλλην, θωπευτικὴν μὲν, ἀλλ’ ἀσθενῆ. Πολλάκις ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν ἐπαναλαμβάνεται· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐν ταῖς μελέταις μου ἀπήντησα, ὅτι πολλάκις ἐπαναλαμβάνεται μέχρι κεραίας, μέχρις ὑποστιγμῆς. Θά μοι ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν μικρὸν ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Μακώλεϋ. Νομίζει τις, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι γίνεται λόγος περὶ τῶν σημερινῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ὁμιλεῖ ὁ Μακώλεϋ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀγγλικοῦ χρέους, ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ἀνεδέχθη τὴν συνομολόγησιν χρέους, (τὴν 15 Δεκεμβρίου 1692) λέγει δὲ τάδε: Maucaulay Ἱστορία τῆς βασιλείας τοῦ Γουλιέλμου Γʹ. Τομ. 3 κεφ. 1. «Τὴν 15 Δεκεμβρίου 1692 ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων συνεδρίασεν ὡς ἐπιτροπὴ πρὸς εὕρεσιν πόρων. Ὁ Somers προήδρευεν αὐτῆς. Ὁ Montagne ἐπρότεινε νὰ δανεισθῶσιν ἓν ἑκατομμύριον. Ἡ πρότασις ἐπεδοκιμάσθη καὶ διετάχθη ἵνα νομοσχέδιον εἰσαχθῇ τῇ Βουλῇ.... «Διὰ τοῦ ἀξιομνημονεύτου τούτου νόμου νέοι φόροι ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν ἄλλων ποτῶν.... «Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ τοῦ χρέους τούτου, ὅπερ ἔκτοτε κατέστη τὸ θαυμασιώτατον πάντων, ἐξ ὅσων συνετάραξαν τὴν διορατικότητα καὶ ἐσύγχυσαν τὴν ὑπερηφάνειαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν φιλοσόφων. Εἰς ἑκάστην φάσιν τῆς αὐξήσεως τοῦ χρέους τούτου τὸ Ἔθνος ἔῤῥηξε τὴν αὐτὴν φωνὴν τῆς ἀγωνίας καὶ τῆς ἀπελπισίας· εἰς ἑκάστην φάσιν τῆς αὐξήσεως τοῦ χρέους τούτου, ἄνθρωποι σοφοὶ ἐβεβαίωσαν σοβαρῶς, ὅτι ἐβάδιζον πρὸς τὴν χρεωκοπίαν καὶ τὸν ὄλεθρον. Ἐν τούτοις τὸ χρέος ἐβάδιζε πάντοτε μεγεθυνόμενον, ἡ δὲ χρεωκοπία καὶ ὁ ὄλεθρος ἦσαν πάντοτε τοσοῦτο μακρὰν, ὅσον οὐδέποτε. Ὅτε τέλος ὁ μετὰ τοῦ Λουδοβίκου ΙΔʹ ἀγὼν ἐπερατώθη διὰ τῆς συνθήκης τῆς Οὐτρέχιας, τὸ Ἔθνος ὤφειλε πεντήκοντα ἑκατομμύρια περίπου λιρῶν, καὶ τὸ χρέος τοῦτο ἐθεωρεῖτο, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν ῥητόρων τῶν καφενείων καὶ τῶν εὐγενῶν τῆς ἐξοχῆς, τῶν μᾶλλον πρὸς τὸ κυνήγιον τῆς ἀλώπεκος ἢ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα ἐξωκειωμένων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ σοφῶν, ἐπίσης ὀξυνόων, ὅσον καὶ βαθέων, ὡς βάρος, ὅπερ θὰ κατεβάρυνε διαρκῶς καὶ θὰ παρέλυε τὴν πολιτικὴν δρᾶσιν τοῦ τόπου. Καὶ ὅμως τὸ ἐμπόριον ἐξηκολούθησε νὰ ἀνθῇ, καὶ ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος προήγετο αὐξάνων. Τότε ἐπῆλθεν ὁ περὶ διαδοχῆς πόλεμος τῆς Αὐστρίας, καὶ τὸ χρέος ἀνεβιβάσθη εἰς ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια. Ἐπιφυλλιδογράφοι, ἱστορικοί, ῥήτορες, πάντες διεκήρυξαν, ὅτι ἡ θέσις ἦτο πλέον ἀπηλπισμένη.... «Μετ’ ὀλίγον ὁ πόλεμος ἐξεῤῥάγη ἐκ νέου καὶ ὑπὸ τὴν ἐνεργητικὴν καὶ σπάταλον διοίκησιν τοῦ William Pitt τὸ χρέος ἀνεβιβάσθη ταχέως εἰς 140 ἑκατομμύρια. Ἅμα ἡ πρώτη μέθη τῆς νίκης παρῆλθεν, οἱ τραπεζῖται καὶ οἱ θεωρητικοὶ οἰκονομολόγοι ἐφώναζον σχεδὸν ὁμοφώνως, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἡ ὀλεθρία ἡμέρα πράγματι ἤγγικεν. Ὁ μόνος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις δὲν συνεμερίσθη τὴν γενικὴν ταύτην πλάνην, ἦτο ὁ Edmond Barke. Ὁ David Hume, ἀναμφισβητήτως εἷς τῶν βαθυτέρων οἰκονομολόγων τῆς ἐποχῆς του, διεκήρυξεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα τρέλλα ὑπερέβαλε τὴν τρέλλαν τῶν σταυροφόρων. Ῥιχάρδος ὁ Λεοντόκαρδος καὶ Λουδοβῖκος ὁ Ἅγιος δὲν εὑρίσκοντο πρὸ ἀριθμητικῶν ἀποδείξεων. Ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποδείξῃ τις αὐτοῖς δι’ ἀριθμῶν, ὅτι ἡ πρὸς τὸν παράδεισον ὁδὸς δὲν διήρχετο διὰ τῆς Παλαιστίνης, ἀλλ’ εὐχερὲς ἦτο ν’ ἀποδειχθῇ δι’ ἀριθμῶν, ὅτι τὸ ἐθνικὸν χρέος ἦτο ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ἐθνικὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὁδοῦ; δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ὁδοῦ. Ὁ σκοπὸς ἐπετεύχθη, τὸ πᾶν ἀπώλετο, πάντα τὰ εἰσοδήματα τῆς νήσου εἶχον ἐνεχυριασθῆ. Προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἡττηθῶμεν ὑπὸ τῆς Πρωσσίας ἢ τῆς Αὐστρίας, ἢ νὰ ἤμεθα βεβαρυμένοι ἀπὸ τοὺς τόκους 140 ἑκατομμυρίων. «Ἡ πρόῤῥησις τοῦ φιλοσόφου τούτου μένει ὡς ἀξιομνημόνευτον παράδειγμα τῆς ἀδυναμίας, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένα καὶ αὐτὰ τὰ ἰσχυρότερα τῶν πνευμάτων». Δὲν φρονεῖτε, ὅτι ὁ ἱστορικὸς εἶχεν ἐν μέρει ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν ἡμῶν; δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἡ ἱστορία ἐπανελήφθη κατὰ κεραίαν; Ἀπὸ τοῦ 1869 ἀκούω προσεχὲς τὸ ναυάγιον τοῦ Δημοσίου, ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1869 προάγεται ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος, προάγεται ἡ δύναμις τοῦ Ἔθνους. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤτοι ἡ οἰκονομία περὶ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ ὀφειλομένου τόκου, τὸ πρόγραμμα λέγω τοῦτο θὰ ἦτο ἁρμόζον εἰς συβαριτικήν τινα κοινωνίαν, εἰς ἀπράγμονά τινα κοινωνίαν μᾶλλον, ἢ εἰς Ἔθνος σφριγῶν καὶ ἐπιδιῶκον νὰ ἐπιτελέσῃ πόθους προαιωνίους. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο εἶναι ὅλως δυσάρμοστον, δύναται ἴσως νὰ εἰσχωρῇ φόβος περὶ τοῦ μέλλοντος εἰς τὸ πεπηγὸς αἷμα γερόντων τινῶν, ἀλλὰ τὸ σθεναρὸν Ἔθνος, τὸ νέον Ἔθνος, πεποιθὸς εἰς τὴν δύναμιν αὐτοῦ, πεποιθὸς εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ἀπαιτεῖ χεῖρα στιβαράν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδόλως ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε ρηθέντων νὰ μεταβάλω πεποίθησιν, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη, ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ ἐντίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὴν ταύτην τὴν ἀπάντησιν θέλει δώσει. Τὸ μαστίγιον ἐκεῖνο ἁρμόζει τοῖς συμβουλεύουσι τὸ Ἔθνος τὴν ἀτίμωσιν, ἁρμόζει τοῖς ἐπαγγελλομένοις τὸν οἰκονομολόγον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνώσεων, ἃς ἠρύσθησαν ἐκ τῆς σαπρίας τῆς ἀνατολικῆς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.