1887.11.09
1,383 rows · 11,101 words · 24 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 9 Νοεμβρίου 1887.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Α. Ψύλλα).
(Ἀπαρτίας γενομένης ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἐπεφόρτισε νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι σήμερον τὸ Προεδρεῖον παρέστη ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Αὐγερινὸς προσεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Μεγαλειότατε, «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καταρτισθὲν, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Υ. Μεγαλειότητος, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὑτοῦ σεβασμοῦ. Εὔχεται δὲ, Βασιλεῦ, σὺν τῇ γενικῇ τοῦ Ἔθνους εὐχῇ, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν Υ. Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν τὸν Διάδοχον καὶ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος». Ἡ δὲ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς: «Εὐχαριστῶ ὑμᾶς ἀπὸ καρδίας καὶ συγχαίρω διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἡ Βουλὴ ἐπεδείξατο ὑμῖν. Ἐλπίζω, ὅτι ὑπὸ τὴν πεπειραμένην προεδρείαν σας τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς θέλουσι συντείνει εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν τοῦ Ἔθνους πραγμάτων. Διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου τὴν μόνην εὐχὴν καὶ τὸ μόνον μέλημα ἔχομεν τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ. Ὑπὲρ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀρωγὴν τοῦ Ὑψίστου». Ἡ Ἐφορία τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ὑποβάλλει ἀναφορὰν, ζητοῦσα τὴν ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ αὐτῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν αὐτῆς (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἀταξία τις κατὰ τύπους ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἴσως πρέπει νὰ καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος, διότι τότε ἡ ὑποβολὴ τῶν νομοσχεδίων μεταβάλλεται εἰς γραπτὴν διαδικασίαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει κώλυμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διάφοροι ἐπερωτήσεις ἀπηυθύνθησαν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ αἰτήσεις προσαγωγῆς ἐγγράφων. Μία τῶν ἐπερωτήσεων τούτων ἐγένετο ὑφ’ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικά: «Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 354 ε. ε. ἀπόφασιν τοῦ ἐφ’ οὗ προΐσταται Ὑπουργείου, δι’ ἧς κατεδικάσθησαν ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ οἱ Πέτρος Καστάνης, Β. Γ. Μουκάκος καὶ λοιποί». Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐν ᾧ ἀπέτεινε τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδίδονται ἤδη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Νομικῶν Συμβούλων· οὐχ ἧττον προσάγω πάντα τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ὅπως ἀνέπτυξεν αὐτὴν, ἠθέλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς εἶχέ τι τὸ ἔκρυθμον. Τοῦτο προβλέπεται ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ Νόμου. Ἐν ἄρθρῳ 1 τοῦ Νόμου τοῦ 1887 ῥητῶς ἀναγράφεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου οὐδόλως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τουτέστιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Ὑπάρχει δὲ καὶ λόγος σπουδαῖος πρὸς τοῦτο, ὅτι ἐπὶ ἄλλης βάσεως στηρίζεται ἡ ἀπόφασις τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ ἐπὶ ἄλλης ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου· δύναταί τι νὰ ἦναι ἔγκλημα κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, καὶ νὰ μὴ ἦναι καταδιωκτέον κατὰ τὸν τελωνιακὸν νόμον περὶ λαθρεμπορίων. Ἐν τούτοις τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὅπως παρέστησεν αὐτὰ ὁ κ. Βουλευτὴς, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Νομικῶν Συμβούλων εἶναι κατὰ τὰ πλεῖστα σύμφωνος πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι σύμφωνος ὡς πρὸς τοὺς αὐτουργοὺς καὶ τοὺς κυριωτέρους συνεργοὺς, δὲν εἶναι δὲ μόνον σύμφωνος ὡς πρός τινας συνεργοὺς, ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἠγόρασαν τὰ εἴδη, ὄχι ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀποβίβασιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς θαλάσσης εἰς τὴν ξηράν. Καταθέτω τὰ ζητηθέντα περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν χορηγίαν χόρτου διὰ τὴν διατροφὴν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς Καταθέτω ἅπαντα τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα μετὰ πίνακος. Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἀφορᾷ εἰς τὴν προσαγωγὴν πληροφοριῶν περὶ τῶν προμηθειῶν τῆς τροφοδοσίας τοῦ στρατοῦ. Καταθέτω τὰ περὶ τούτων ἔγγραφα. Ταῦτα δύνανται νὰ τυπωθῶσιν, ἐπειδὴ εἶναι πίνακες· τὰ ἄλλα περὶ χόρτου εἶναι πλεῖστα ὅσα, ἀλλὰ δυνάμεθα ὡς πρὸς ἐκεῖνα νὰ δημοσιεύσωμεν ἔκθεσιν περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων καὶ ἂν κατόπιν ζητηθῇ ἡ δημοσίευσις ἐγγράφου τινὸς, δυνάμεθα νὰ τυπώσωμεν καὶ αὐτό. Ἐπίσης δύναται νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου περὶ τῆς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδίκης, περὶ ἧς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐπηρώτησεν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 18 καὶ 19). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι πίνακες, αʹ) ἐξόδων τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1884 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1884, βʹ) τῶν ἰδίων ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1885 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1885 καὶ γʹ) τῶν αὐτῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1886. Παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἐν ᾧ ἐξέθετε τὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ὅτι ἐν τῇ «Ἐφημ. τῆς Κυβερνήσεως» ἠδύνατο νὰ εὕρῃ πάντα ταῦτα, διότι δημοσιεύονται οἱ μηνιαῖοι ἰσολογισμοὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐν τοῖς ὁποίοις πᾶσαι αἱ πληροφορίαι ἀναγράφονται. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται ἐργασία διὰ νὰ καθορισθῶσιν εἰδικῶς τὰ ζητούμενα, τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐξετέλεσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ὑποβάλλω πίνακα, περιέχοντα μόνον τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐζήτησε προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κατατεθῇ πίναξ, ἐμφαίνων τὸ ὅλον ποσὸν, ὅπερ τὸ Δημόσιον εἰσέπραξεν ἐκ δανείων, συνομολογηθέντων ἀπὸ τῆς αʹ Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους μέχρι σήμερον, καὶ τὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὲρ ὧν διετέθη τὸ ποσὸν τοῦτο. Ὑποβάλλω πίνακας, περιέχοντας πάντα ταῦτα, παρακαλῶ δὲ οἱ πίνακες οὗτοι νὰ δημοσιευθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ὑπέβαλε καὶ ἄλλας ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν βλέπω ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς τῆς σήμερον ἀναγεγραμμένας. Ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβληθῶσι σημειώσεις περὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, διότι, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δημοσιευθέντων ἐν τοῖς πίναξι τοῦ ταμιακοῦ τμήματος καὶ τοῖς πίναξι τοῦ Λογιστηρίου, τοῖς προσηρτημένοις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ περιλαμβανομένοις ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν ἔγγραφον διατύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὰς δημοσιευθείσας καταστάσεις, τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τελῶν χαρτοσήμου τὴν 31 Αὐγούστου ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 4,287,000· κατὰ τὴν ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ δημοσιευομένην κατάστασιν τοῦ Σεπτεμβρίου, εἰσεπράχθησαν 5,591,000, ἑπομένως 1,304,762 εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου.» Τοῦτο θεωρεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς πρόδηλον λάθος. Καὶ βεβαίως εἶναι λάθος, ἀλλὰ δὲν παρέχει τὸ λάθος τοῦτο δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἰρωνευθῇ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ εἰρωνευθῇ τινα, ἔπρεπε νὰ εἰρωνευθῇ ἄλλον, δὲν λέγω ποῖον, διότι ἦτο πρόδηλον, ὅτι θὰ προέκυπτε τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν δύο ἀριθμῶν, ἀφοῦ οἱ δύο ἀριθμοὶ ἀνάγονται εἰς πράγματα διάφορα. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι τὴν 31 Αὐγούστου εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν 4,287,000· καὶ τῷ ὄντι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ, εἰς ἣν ἀναφέρεται ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, βλέπομεν ὅτι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς 4,287,000 παρίσταται ὡς τὸ βεβαιωθὲν, ἑπομένως καὶ τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ ἐδαφίου ά. τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου Βʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀναγομένου εἰς τὸ χαρτόσημον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν παρετήρησεν, ὅτι κατόπιν ὑπάρχει ἐδάφιον βʹ, ἀναφερόμενον εἰς πρόσθετα τέλη χαρτοσήμου, καὶ κατόπιν ἐδάφιον γʹ, ἀναφερόμενον εἰς τέλη ἐκ τῶν μερισμάτων τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, πάντα δὲ ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ πάντα τὰ τέλη ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 4,409,000. (Ἐνταῦθα εἰσέρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ κ. Καραπάνος). Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ ἀρχῆς ἐνταῦθα, διότι ἀπήντων εἰς τὰ προχθὲς ἐπερωτηθέντα, ἀνασκευάζων αὐτὰ, ὡς ἀποτελοῦντα οὐ μόνον ἐπερώτησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπίκρισιν. Ἔλεγον, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσήλθετε, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τοσοῦτον παράλογα, ὅπως τὰ παρεστήσατε, εἶναι, ὅτι παρεβάλετε ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρὸς μόνον τὸ ἐν τῇ καταστάσει ἐδάφιον ά τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου Βʹ, διότι τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ τέλη χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον συνίσταται ἐκ τριῶν ἐδαφίων, ἐὰν δὲ παρετήρει προσεκτικώτερον τὸν πίνακα ὁ κ. Βουλευτὴς, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ μετὰ τὸ ἐδάφ. ά, τοῦ ὁποίου τὴν εἴσπραξιν παρέθεσεν, ὑπάρχει ἐδάφιον βʹ. καὶ ἐδάφιον γʹ. Ὅταν δὲ τούτων τὴν εἴσπραξιν προσθέσητε καὶ τὸ ἄθροισμα παραβάλητε πρὸς τὴν μέχρι 30 Σεπτεμβρίου εἴσπραξιν, εὑρίσκετε ἀκριβῶς τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ὁ πίναξ ἔχει ἀναγεγραμμένην· διότι ἀκριβῶς οὗτος ὁ πίναξ, εἰς ὃν ἀναφέρεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀναγράφει καὶ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, ἤτοι ἐκ τοῦ ά. ἐδαφίου 663,325, ἐκ τοῦ βʹ. 48,750 καὶ ἐκ τοῦ γʹ. 460 δραχμάς.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, τί εἰσεπράχθη μέχρι τέλους Ἰουλίου;
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐρώτησις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ μέχρι τέλους Ἰουλίου, εἶναι ἡ ἑπομένη ἐν τῇ αὐτῇ σημειώσει, ἔχουσα οὕτω: «Ἐν σελίδι 21 τοῦ αὐτοῦ τεύχους ἀναφέρεται, ὅτι μέχρι τέλους Ἰουλίου ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 4,298,762, κατὰ τὴν δημοσιευθεῖσαν ὅμως κατάστασιν αἱ εἰσπράξεις ἐκ τελῶν χαρτοσήμου μέχρι τέλους Ἰουλίου ἀνέρχονται εἰς 3,728,472»· ὑπάρχει ἑπομένως λάθος, προσθέτει ὁ κ. Βουλευτής· μεθ’ ὃ ἐπιεικῶς θέτει ἐρωτηματικόν. Ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν περιωρίσθη εἰς ἐρώτησιν, ἵνα φωτισθῇ, ἀλλ’ ἐξέδραμεν εἰς ἐπικρίσεις, εἴμεθα δεδικαιολογημένοι, ἀποδίδοντες αὐτῷ τὴν φιλοφροσύνην μετὰ τόκου. Ὁ πίναξ τῶν μέχρι τέλους τοῦ Ἰουλίου εἰσπράξεων ἀναγράφει τὰς ἐκ τοῦ χαρτοσήμου εἰσπράξεις ὡς ἑξῆς: Ἐκ τοῦ ἐδαφ. ά, 3,750,172, δηλαδὴ ἐκ μόνον τοῦ ἐδαφίου ά. τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς σημειοῖ ὡς προερχόμενον ἐκ τοῦ ὅλου ἄρθρου, ἐκ δὲ τοῦ βʹ. ἐδαφίου 503,671, καὶ ἐκ τοῦ ἐδαφίου γʹ. 66,618· ὅταν δὲ τὰ τελευταῖα ταῦτα προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἔχομεν ποσὸν 4,298,000, ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος συμβιβάζεται ἐντελῶς καὶ πρὸς ὅσα ἀναγράφει ὁ πίναξ καὶ πρὸς ὅσα ἀναγράφει τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἐντελῶς δίκαιον, ζητῶν πληροφορίας, ἀφοῦ καλῶς δὲν εἶχεν ἐννοήσει τοὺς πίνακας, ἀλλὰ πολὺ ἔσπευσε νὰ εἰρωνευθῇ, διότι ἡ εἰρωνεία αὕτη, ὡς εἶπον καὶ ἀρχόμενος, ἐπαναλαμβάνω δὲ ἤδη, ἐπειδὴ δὲν ἦτο ὁ κ. Βουλευτὴς παρὼν, ἡ εἰρωνεία δὲν πίπτει ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δύσκολον νὰ μαντεύσῃ. Ἕτερος δὲ Βουλευτὴς ἔσπευσε καὶ νὰ διακόψῃ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἵνα εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη ἀντίφασις, ἡ παρατηρουμένη ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τοῖς πίναξιν, ὧν ἡ πρὸς ἀλλήλους παραβολὴ παρουσιάζει πολλὰς τοιαύτας ἀντιφάσεις. Καὶ βεβαίως παρουσιάζει πλεῖστα ὅσα τοιαῦτα, ἀλλὰ τὰ παρουσιάζει πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν τευχῶν καὶ τῶν πινάκων ἀπαράσκευοι.
§9ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χαίρω πολὺ, Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδιορθόνων μίαν ταχεῖαν, ἂν θέλητε, ἐκτίμησιν ἑνὸς κονδυλίου τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ πίνακες καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι τοσοῦτον συνεπτυγμέναι, τοσοῦτον σκοτειναὶ, ὥστε διὰ νὰ εὕρῃ τις τὰ σχετικὰ κονδύλια μιᾶς προσόδου τοσοῦτον καθαρᾶς, ὡς εἶναι ἡ τοῦ χαρτοσήμου, ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ εἰς διαφόρους καὶ ποικίλους πίνακας....
§10ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι τύπος ἀρχαῖος.
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται νὰ ἦναι τύπος ἀρχαῖος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει τὴν διαύγειαν αὐτῶν. Βεβαίως αἱ ἀριθμητικαὶ πράξεις εἰσὶν ἀκριβεῖς· ἀλλοίμονον, ἐὰν τὸ Λογιστήριον ἔδιδε προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ἐσφαλμένας καὶ μᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἐξελέγχωμεν καὶ αὐτάς. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑποβάλλονται αἱ λογιστικαὶ πληροφορίαι, καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν ὁμοιάζει τὸ ἔργον τῆς συπίας, ἥτις χύνουσα μελάνην θολόνει καὶ σκοτίζει τὸ ὕδωρ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ὑπεσχέθη τὴν ὑποβολὴν πινάκων, οἵτινες ἤθελον μᾶς φωτίσει εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν μελέτην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ τῶν πινάκων, οὓς ἀνήγγειλεν, ὑπέβαλε στοιχεῖά τινα γενικὰ, διὰ τὴν κατανόησιν τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς λογαριασμοὺς καὶ καταστάσεις, δημοσιευθείσας πρὸ ἐτῶν. Ὑπάρχουσι μὲν αὗται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε, πῶς γίνεται ἡ διανομὴ αὐτῆς· ἔχω ὅλα τὰ σώματα αὐτῆς, ἀνεδίφησα αὐτὰ, ὅπως εὕρω διαφόρους πίνακας, ἀναγκαίους διὰ τὴν κατανόησιν τῶν ὑποβληθεισῶν γενικῶν πληροφοριῶν· μὴ εὑρὼν αὐτοὺς, ἔπεμψα ὑπάλληλόν μου εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἵνα τοὺς ζητήσῃ· ἡ ἀπάντησις, ἣν οὗτος μοὶ ἔφερεν, ἦτο, ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐρωτηματικὸν, ὅπερ ἔθηκα εἰς τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν, καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀπέσυρα τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην ἀμέσως μετὰ τὴν συνεδρίασιν, ἐδείκνυεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δέν μοι ἐδηλώθη τοῦτο.
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀπέσυρα παρὰ τῷ Γραμματεῖ τῆς Βουλῆς.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι, ἄν μοι ἐδηλοῦτο, δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ αὐτοῦ. Ἀφοῦ ὅμως ἤδη μοὶ λέγετε, ὅτι τὸ εἴχετε ἀποσύρει, βεβαίως θεωρῶ, ὅτι ἦτο ἄδικον νὰ ἐπικρίνω τι, τὸ ὁποῖον σεῖς ὁ ἴδιος κατεδικάσατε πρότερον.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶπον καὶ προχθές, ὅτι ἔλαβον ἀργὰ τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ· μόλις διῆλθον αὐτὸ καὶ παρετήρησα τοιαύτην διαφορὰν ἐν ταῖς εἰσπράξεσι τοῦ χαρτοσήμου. Δὲν ἐγνώριζον, ἐὰν καὶ τοῦτο ἦτο λογιστικὸν σφάλμα· ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι προκύπτει ἐκ τῶν προσθέτων τελῶν, καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἀπέσυρα τὴν ἐρώτησίν μου.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δέν μοι ἐδηλώθη τοῦτο.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ εἴδετε ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Εἴχετε ὅμως τὸν λόγον σας νὰ εἰπῆτε ὅσα εἴπετε, διότι νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τοιούτων ἐπιχειρημάτων καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως φωτίσωμεν αὐτὴν περὶ τῶν ἐξαγομένων ἐκ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν πραγμάτων, σχετικῶς πρὸς τοὺς παρ’ ὑμῶν ἀναπτυχθέντας ὑπολογισμούς.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, φρονῶ ὅτι ἠσέβησε πρὸς τὸν Νόμον, παριδὼν δικαιώματα, οὗ ἕνεκα θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον δικαστικὰς ἀπαιτήσεις. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου ᾼΥΜΓʹ. περὶ προβιβασμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς τε Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων καὶ τῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ὑπάγονται καὶ οἱ ὑπάρχοντες ἀνθυπασπισταὶ τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ, πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, ἐὰν ἔχωσι συμπληρώσει ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἑνδεκαετῆ ὑπηρεσίαν ὑπαξιωματικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, προβιβάσας τοὺς ἀποφοιτήσαντας ἐκ τῶν εἰρημένων Σχολῶν, παρέλειψε τοὺς ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπασπιστάς. Γνωρίζω ἐν τῷ στρατῷ ἀνθυπασπιστάς, ἔχοντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, οὓς ὤφειλε νὰ προβιβάσῃ ταυτοχρόνως ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλὰ τοὺς ἐγκατέλιπεν. Ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ δίκας καὶ θὰ ὑποστῇ ζημίας, ἔκρινα πρέπον νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις, ὅπως μὴ ἀδικῶνται ἄνδρες, ἀφιερώσαντες τὸν βίον αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καὶ φιλοτίμως ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἐπειδὴ ἤδη εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, ποιοῦμαι καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ, ὅτι ἐκ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ πολῖται τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης πρὸς τὸν Βασιλέα καθὼς καὶ ἐγὼ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διετάχθησαν ἐργασίαι ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, τὸ δ’ ἀποτέλεσμα τούτων ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’, ὡς μανθάνω, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θέλει νὰ ἐνεργήσῃ τὰς διαταχθείσας ἐργασίας, δι’ οὓς λόγους αὐτὸ γνωρίζει. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῶσιν αἱ ἐργασίαι αὗται, θὰ ἐπέλθωσι ζημίαι τοιαῦται, ὥστε θὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει δαπανήσει πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Παμίσου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ διατάξῃ νὰ ἐκτελεσθῇ ὅ,τι ἀπεφάσισαν οἱ μηχανικοὶ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ζημία ἐκ τοῦ χειμῶνος θὰ ἦναι τόσον μεγάλη, ὥστε θ’ ἀποβῇ ματαία πᾶσα ἄλλη ἐργασία, τὴν ὁποίαν, ὡς φαίνεται, μελετᾷ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἥτις θὰ λάβῃ κατ’ ἐμὲ τὴν τύχην τῶν ἐργασιῶν περὶ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ εἰρημένα, ἵνα μὴ ἐπανέλθω δριμύτερος.
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας, Κύριοι, συνεδριάσεις συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ καὶ ἤδη ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν τρεῖς προτάσεις Νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, τοῦ πρό τινων μηνῶν ψηφισθέντος. Ὁ Νόμος οὗτος εἰσήχθη, Κύριοι, κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἔτος 1882 ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη. Οἱ διατελέσαντες μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐνθυμοῦνται ἴσως, ὅτι ἀμέσως ἀντετάχθην κατὰ τοῦ Νόμου τούτου, διότι ἐνόμισα, ὅτι οὔτε ἐπὶ βάσεων ὀρθῶν ἐστηρίζετο, οὔτε εἰς τὰς λεπτομερείας ἦτο ἀκριβὴς καὶ πλήρης· ἀλλ’ ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη ἐπὶ τέλους τὸ 1884, διαμαρτυρομένου ἐμοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Συνόδου ἐκείνης, καὶ ἐδημοσιεύθη ὑπὸ στοιχ. ΑΡΠΑʹ. Ἀλλ’ ὁ Νόμος οὗτος δὲν ἔλαβεν ἰσχὺν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ μόνον εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, ὀνομαστὶ ἐν αὐτῷ ἀναφερομένας, ἕνεκα δὲ τούτου ἐπῆλθεν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ἡ ἑξῆς κατάστασις: Τινὲς τῶν ἐπαρχιῶν διείποντο ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς παρανόμου βοσκῆς ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1835 καὶ ὑπὸ τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς Νόμου τοῦ 1856, ἤγουν ἐξηκολούθησαν διεπόμεναι ὑπὸ τῆς ἀρχαίας νομοθεσίας. Ἄλλαι ἐπαρχίαι διείποντο ὑπὸ τοῦ Νόμου τοῦ 1884. Τέσσαρες δὲ ἕτεραι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, ἡ Ἀττικὴ, ἡ Ἰθάκη, ἡ Ζάκυνθος καὶ ἡ Κεφαλληνία, διείποντο ὑπὸ εἰδικῶν Νόμων, δι’ ἑκάστην αὐτῶν ψηφισθέντων, καὶ οἵτινες τὰ πολλὰ ἦσαν εἰς πλήρη πρὸς ἀλλήλους ἀντίθεσιν. Ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπήρχετο ἡ ἀλλόκοτος συνέπεια, ὅτι πρᾶξις, θεωρουμένη ὡς θεμιτὴ καὶ νόμιμος εἰς μίαν ἐπαρχίαν, εἰς ἄλλην ἐτιμωρεῖτο ὡς ἀδίκημα· καὶ ὅτι ἡ αὐτὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν ἐτιμωρεῖτο μὲ πρόστιμον τριῶν δραχμῶν, εἰς τὴν ἄλλην ἐπαρχίαν ἐτιμωρεῖτο μὲ 500 δραχμῶν πρόστιμον καὶ ἐνίοτε μὲ φυλάκισιν. Καὶ δὲν ἦτο μόνον ἡ διαφορὰ τοῦ ἀξιοποίνου καὶ τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ διαφορὰ ὡς πρὸς τοὺς κανόνας τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς δικάσεως τῶν ἀδικημάτων. Πάντα ταῦτα ἀπετέλουν ἔκρυθμον κατάστασιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ περιποιήσῃ τιμὴν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐσκέφθη νὰ θεραπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος καὶ ἐν ἰσχύϊ Νόμου, ὅστις ὀλίγην ἔχει πρὸς τὸν προηγούμενον διαφοράν, ἡ κυριωτέρα τῶν ὁποίων εἶναι, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν βοσκὴν καὶ εἰς τὰς καλλιεργουμένας γαίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ Νόμος οὗτος δὲν ἐθεράπευσε τὴν προϋπάρχουσαν κατάστασιν ἐντελῶς, διότι δὲν ἐφηρμόσθη εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Μερικαὶ ἐπαρχίαι ἐξῃρέθησαν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν ἐξαιρουμένων τούτων ἐπαρχιῶν τινὲς ὑπάγονται εἰς τοὺς Νόμους τοῦ 1835 καὶ 1856, ἄλλαι δὲ, ἰδίως ἡ Πυλία καὶ τρεῖς ἐξαιρούμενοι δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, ὑπάγονται εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1884, ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ ἐκτεθεῖσα ποικιλία τῶν ποινῶν καὶ τῶν διαδικασιῶν. Ὁπωσδήποτε ὁ τελευταῖος νόμος ἐφαρμόζεται ἀπὸ πολλῶν μηνῶν· ἑπομένως δύναται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν διδαγμάτων τῆς ἐφαρμογῆς νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς χρησιμότητός του. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς τὸν νομὸν Ἀρκαδίας, ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, ζωηρότατα ἠγέρθησαν παράπονα κατὰ τῆς ἀδικίας τοῦ Νόμου καὶ ἰδίως κατὰ τῶν ποικίλων καὶ φοβερῶν καταχρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἔδωσε χώραν. Ἀξιότιμος πολίτης μοὶ ὑπέβαλεν, ὅτι κατεσχέθησαν ποίμνια, μεταβαίνοντα ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον, διότι ἡ ὁδὸς ἦτο μεταξὺ καλλιεργημένων τόπων καὶ ἑπομένως ἐθεωρήθησαν ὡς βόσκοντα παρανόμως. Ἐκ τῆς πόλεως Λεωνιδίου ἀξιότιμος πολιτευτὴς μοὶ ὑπέβαλεν, ὅτι κατεσχέθησαν οἱ ἀροτῆρες βόες χωρικῶν μεταβάντων νὰ ἀροτριώσωσι τὸν ἀγρόν των, διότι δὲν ἦτο περιπεφραγμένος κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἰσχύοντος Νόμου. Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς οἰκίας κατεσχέθησαν οἰκόσιτα ζῶα, ὡς παρανόμως βόσκοντα. Αἱ δὲ ἐντεῦθεν ἐπελθοῦσαι ἔριδες προὐκάλεσαν καὶ συμπλοκὰς εἰς πολλὰ μέρη καὶ ἐγκλήματα. Καὶ αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον, ἔκ τε τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποδεικνύουσι τὴν ἀτέλειαν τοῦ Νόμου. Καὶ ἄλλος μὲν ζητεῖ τὴν ἐν μέρει ἀπαλλαγὴν τῆς ἐπαρχίας του ἀπὸ τὸν Νόμον, ἄλλος τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἄλλος τὴν παραχώρησιν ἐξουσίας εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια πρὸς κατάργησιν αὐτοῦ. Φρονῶ, ὅτι αἱ τροπολογίαι αὗται δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ῥιζικὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἡ πλημμέλεια τοῦ Νόμου συνίσταται εἰς τὸ πλημμελὲς τῶν βάσεων αὐτοῦ, καὶ ταύτην πρέπει νὰ μεταβάλωμεν, ἂν ἐπιζητῶμεν πλήρη θεραπείαν. Ὁ Νόμος ἀπαγορεύει τὴν βοσκὴν εἰς σταφιδαμπέλους, ἀμπέλους, φυτείας παντὸς εἴδους, καὶ καλλιεργημένας γαίας, ἀλλ’ εἰς τὰς ξένας ἀμπέλους, εἰς τὰς ξένας φυτείας, εἰς τοὺς ξένους ἀγροὺς ἀνέκαθεν ἡ βοσκὴ ἀπηγορεύετο· δὲν ἐχρειάζετο περὶ τούτου νέος Νόμος· κατὰ συνέπειαν ὁ Νόμος οὗτος δὲν ἔχει ἑτέραν ἔννοιαν ἢ τὴν ἑξῆς· ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἀμπέλου, τῆς φυτείας, ἢ τοῦ ἀγροῦ, νὰ βόσκῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ ζῶα ἐντὸς τῶν κτημάτων του, ἢ νὰ μισθόνῃ ταῦτα πρὸς βοσκήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ἀδικωτάτην, διότι εἶναι ἄμεσος προσβολὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἕκαστος ἔχει, νὰ διαθέτῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του κατὰ βούλησιν καὶ πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι λόγοι, δυνάμενοι νὰ δικαιολογήσωσι τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν χάριν γενικοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι λόγοι οὔτε γενικοὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας εἶναι, οὔτε διαρκῶς πανταχοῦ ὑφίστανται. Εἴς τινας ἐπαρχίας, ἢ δήμους, ἢ χωρία, δύναται εὐχερῶς νὰ γίνῃ ἡ ἀπαγόρευσις, διότι ὀλίγιστα διατηροῦνται ποίμνια, καὶ ὑπάρχουσι χέρσοι τόποι καὶ λειβάδια, ἔνθα δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν. Εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουσι πολλὰ ποίμνια καὶ ἔλλειψις πλήρης βοσκῶν· ἐκεῖ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰς τοὺς ἀγροὺς βοσκῆς κατὰ τὸν χειμῶνα θὰ συνεπαγάγῃ τὴν καταστροφὴν τῆς κτηνοτροφίας. Εἰς ἄλλα μέρη τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι διῃρημένον καὶ ὁ εἷς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συλλέξῃ τοὺς καρποὺς τοῦ κτήματος, ἕτερος δὲ νὰ καρπῶται κατόπιν αὐτὸ πρὸς βοσκήν. Ἡ ἀπαγόρευσις τότε τῆς βοσκῆς ἀποτελεῖ δήμευσιν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς, τί ἐπιζητεῖ; τὴν ἀναστολὴν ἐπὶ μῆνάς τινας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν Κεφαλληνίᾳ, πρὸς σωτηρίαν τῆς κτηνοτροφίας. Ὅτι δὲ εἶναι ἡ τροπολογία αὕτη ὀρθοτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη, τὸ ἀποδεικνύει ὁ διὰ τὴν Κεφαλληνίαν ἰσχύων πρότερον εἰδικὸς Νόμος, ὁ ἀπαγορεύων ἐκεῖ τὴν βοσκὴν οὐχὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τῆς 16 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 14 Ὀκτωβρίου. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ πῶς καὶ πότε πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος, ἀπαγορευομένης τῆς βοσκῆς χάριν τῆς ἐν γένει ἀσφαλείας τῶν κτημάτων, εἶναι ζήτημα τοπικὸν, ζήτημα ἐξαρτώμενον ἐκ τῶν περιστάσεων ἑνὸς ἑκάστου δήμου, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ κανονισθῇ προσηκόντως διὰ γενικῶν νομοθετικῶν διατάξεων. Διὰ τοῦτο ἕτερον σύστημα θεωρῶ ὀρθὸν καὶ ὑποβάλλω εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς διὰ προτάσεως νόμου, τὸ σύστημα νὰ καταργηθῶσιν ὅλοι οἱ περὶ παρανόμου βοσκῆς νόμοι καὶ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὰς ἐπιτοπίους ἑκάστου δήμου Ἀρχὰς ὁ κανονισμὸς τῆς βοσκῆς, χορηγουμένου αὐτοῖς τοῦ δικαιώματος ν’ ἀπαγορεύωσι τὴν εἴσοδον τῶν ζώων ἐντὸς ἀμπέλων, δενδροφυτειῶν ἢ ἀγρῶν, ὅταν καὶ ἐφ’ ὅσον δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τοῦτο ἡ ἐν γένει ἀσφάλεια τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Διότι τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει πάντοτε· π. χ. ἡ ἐν δενδροφυτείᾳ βοσκὴ προβάτων, ὅταν τὰ δένδρα ἦναι ἀρχαῖα καὶ ὑψηλὰ, οἷον ἐλαῖαι, οὐ μόνον δὲν προξενεῖ βλάβην, ἀλλὰ δύναται νὰ ᾖναι καὶ ὠφέλιμος. Τόσῳ δὲ μᾶλλον ὀρθὴν καὶ δικαίαν θεωρῶ τὴν γνώμην ταύτην, καθόσον καὶ κατὰ τὴν ἰσχύουσαν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νόμου νομοθεσίαν ἡ Ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ ἠξίου, ὅτι ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα κανονισμοῦ τῆς βοσκῆς, καὶ ὑπῆρξαν Ἀστυνόμοι, οἵτινες ἐξήσκησαν αὐτὸ, ἀπαγορεύσαντες δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως τὴν βοσκὴν ἐντὸς τῶν ἀμπέλων. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἐγκρίνει τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων· ὥστε δὲν πρόκειται ἴσως ν’ ἀπονείμωμεν νέον δικαίωμα εἰς τὰς ἐπιτοπίους Ἀρχὰς, ἀλλὰ νὰ λύσωμεν νομοθετικῶς τὴν περὶ ὑπάρξεως αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ἐπὶ τοιούτων βάσεων κατήρτισα πλῆρες νομοσχέδιον περὶ παρανόμου βοσκῆς, περιλαβὼν ἐν αὐτῷ τὰς σχετικὰς περὶ ποινῶν καὶ διαδικασίας διατάξεις μετὰ τῶν τροποποιήσεων, ἃς ἐθεώρησα ἀναγκαίας. Ὑποβάλλω δὲ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὑποβάλω πλείονας περὶ αὐτοῦ ἀναπτύξεις, ἂν ἡ Βουλὴ προβῇ ποτε εἰς συζήτησιν αὐτοῦ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΣΑΚΚΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εἶπεν, ὅτι ὁ Νόμος περὶ ποιμνιοβοσκῆς, ἐξαιρέσας τὴν ἐπαρχίαν Πυλίας, ἀφῆκεν ἰσχύοντα τὸν Νόμον τοῦ 1884. Ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, ζητήσαντες νὰ ἐξαιρεθῇ αὕτη τοῦ ψηφισθέντος τότε Νόμου, ὡρμήθημεν ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ ἴσχυε τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 καὶ ὄχι ὁ Νόμος τοῦ 1884, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ἤδη καθεστώς· θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀποστείλῃ ἐγκύκλιον εἰς τὰς ἁρμοδίους Δικαστικὰς Ἀρχὰς, δίδων τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τοῦ τελευταίου, ἵνα μὴ συμβαίνωσι παρερμηνεῖαι.
§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν προχθὲς, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους 1888, δὲν ἦτο ἁπλῆ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦτο κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον οὐχὶ πρώτην φορὰν, ἀλλ’ ἕκτην ταύτην μετέρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι νομίζει, ὅτι συμφέρει εἰς αὐτόν. Ἐὰν ἦτο εἰσήγησις ἁπλῆ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε περιορισθῆ ν’ ἀναλύσῃ τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσας δαπάνας καὶ τὰ ἀναγραφέντα ἔσοδα, νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον αἱ δαπάναι αὗται ἐκδηλοῦσιν, εἴτε ἐν τῇ πολιτικῇ εἴτε ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας, εἴτε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἁπλῇ διοικήσει, ἤθελεν ἀσχοληθῆ νὰ προβάλῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἔπεισαν νὰ ἀναγράψῃ ἕκαστον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν, ὡς ἀνέγραψεν αὐτά. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξῆλθε τοῦ κύκλου τούτου, διότι ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὸν νὰ ἐκδράμῃ ἐπὶ τὸ παρελθόν. Ἐπεθύμησεν ἰδίως νὰ παραστήσῃ πόσον δυσχερὴς ἦτο ἡ θέσις αὐτοῦ, ὅτε κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 ἀνέλαβε τὴν Ἀρχήν· διότι, ἀφοῦ ἀπεφάσισε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι κατώρθωσε τέλος πάντων περίσσευμα, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ κατόρθωμά του τοῦτο ὡς ἄξιον τῳόντι θαυμασμοῦ, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ εἶχον τόσον παραλύσει τὰ οἰκονομικὰ, ὥστε βεβαίως ἦτο ἄξιος θαυμασμοῦ ὑπολαβὼν, ὅτι παρεσκεύασε, καὶ μετὰ θάῤῥους ἀναγγείλας εἰς τὴν Βουλὴν περίσσευμα ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Καὶ δὲν περιωρίσθη οὐδ’ ἐπὶ τούτου μόνον, ἀλλ’ ἐνόμισεν εὔκαιρον νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ κατηγορήσῃ αὐτὴν, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν, καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκυβέρνα τὴν χώραν, οὐχὶ μόνον διὰ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν, ὅτε ἀπὸ Ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο Κυβέρνησις, τυχοῦσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1886, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν Ἀρχήν. Ἐάν τις ἤκουε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους ὡμοίαζε μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ σύμπαν πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ὑπὸ τοῦ Ὑψίστου. Οὕτω καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περιβληθεὶς τὴν θαυματουργὸν δύναμιν τοῦ δημιουργεῖν, εἶπεν ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν: «γεννηθήτω περίσσευμα», καὶ ἐγένετο περίσσευμα. Ἡ τακτικὴ αὕτη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, εἴτε ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτοῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ διασκευή του προαναγγέλλει, ὅτι θέλει ἐφαρμόσει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκτέλεσίς του θέλει παραγάγῃ, εἴχομεν στάδιον ἐν ἄλλῃ ὥρᾳ νὰ συζητήσωμεν, ἐν τῇ συζητήσει τῇ γενικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτε ἠθέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ διερμηνεύσει τὸ φρόνημα ἡμῶν ἐπί τε τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ ἐπὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς, κυβερνητικῆς καὶ διοικητικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιήχθη ἡ χώρα κυβερνῶντος τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου, ὅπως μεταδώσωμεν τὰ φῶτα, ὧν ἔχρῃζεν ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀποφανθῇ γνώμην περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐκτροπὴ, ἡ γιγνομένη κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μᾶς ἐπιβάλλει καθῆκον νὰ μὴ ἀναβάλωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, μέχρι τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε. Καὶ ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, οὐχὶ ὡς ἀνταγωνιζόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπιθυμοῦντες νὰ μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ περὶ νέας Κυβερνήσεως, οὐχὶ ὡς ἐπιθυμοῦντες ὡς Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀναλάβωμεν τὴν κυβέρνησιν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὡς ἔχοντες καθῆκον νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: πρόσεχε, μὴ πάλιν συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τετράκις σοὶ συνέβη· πρόσεχε, μὴ πιστεύῃς εἰς περισσεύματα ἐπαγγελλόμενα, διότι, ἂν καὶ πάλιν δείξῃς τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, θέλεις παρασκευάσει δυσεπανόρθωτον ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ εἰς τὰ ἴδιά σου συμφέροντα. Ἔχομεν καθῆκον δὲ καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, νὰ εἴπωμεν πρὸς πάντας: δυσπιστεῖτε εἰς τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας λάθρα ἐκτοξεύουσι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πάντοτε προσπαθοῦσι ν’ ἀντλήσωσι δυνάμεις, ἐπιτιθέμενοι κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων καὶ οὐχὶ ὑποστηρίζοντες τὰς ἰδίας αὑτῶν πράξεις καὶ δικαιολογοῦντες τὴν ἰδίαν αὑτῶν πολιτικήν. Δυσπιστεῖτε, μέχρις οὗ ἀνακαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ πορισθῆτε τὰ φῶτα, δι’ ὧν θέλουσιν ἀνευρεθῆ αἱ διαστροφαὶ καὶ ἡ σύγχυσις, ἀποκαλυφθῇ δὲ ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ βιοῦμεν καὶ κατατρυχόμεθα. Περίσσευμα τῆς χρήσεως 1887! Τῳόντι ἐμποιεῖ εἰς πάντας ἔκπληξιν τὸ περίσσευμα τοῦτο. Ὅτε κατὰ τὸ 1882 εἴχομεν ἔλλειμμα, μὲ ὅλα τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ τότε, ὅτε κατὰ τὸ 1883 τὸ ἔλλειμμα ἦτο ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέδειξεν ἡ προηγηθεῖσα χρῆσις, ὅτε κατὰ τὸ 1884 τὸ ἔλλειμμα ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ τριπλάσιον καὶ ἀνῆλθε μέχρι 30 ἑκατομμυρίων 600,000, ὅτε κατὰ τὸ 1885–1886 ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι τὰ δύο ἔτη ἀφῆκαν ἔλλειμμα 120,000,000, μετὰ τὰ διαδοχικὰ καὶ συνεχῆ ταῦτα ἐλλείμματα ἠκούσαμεν περίσσευμα ἀπαγγελλόμενον κατὰ τὸ 1887. Τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν ταῦτα λέγωνται, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσι δύο τινὰ, εἴτε μεγάλη δεξιότης, τὴν ὁποίαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν πρέπει οὐδέποτε νὰ ἔχωσι, διότι ἁρμόζει εἰς μόνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τέρπουσι τὰς ὄψεις τοῦ Κοινοῦ διὰ ταχυδακτυλουργικῶν κινημάτων, εἴτε θάῤῥος, ὅπερ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει, ὑπολαμβάνων, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστευθῇ τὸ ἄγγελμα, ὅπερ ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φαίνεται, ὅτι ὀλίγον ἐνδιαφέρεται κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην Περίοδον περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ. Ἐνδιαφέρεται πολὺ περισσότερον περὶ τῆς γνώμης ἄλλων, εἰς ὧν τὰ βαλάντια καὶ τὰ ταμεῖα προσβλέπει μὲ ὄμμα ἡδυπαθὲς, ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν συνδρομήν των, ὅπως ῥυθμίσῃ τὴν δυσρύθμιστον ἀνωμαλίαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Δι’ ἐκείνους ἴσως ἔδωκε τὸ ἄγγελμα τοῦτο ἐντεῦθεν, καὶ εἶπε καθ’ ἑαυτόν: ἐὰν ἐκεῖνοι τὸ πιστεύσωσιν, εὐτυχὴς ἡ ὥρα. Τὸ θάῤῥος μου παρήγαγεν ἀρίστους καρπούς. Ἐὰν ἐκεῖνοι δὲν τὸ πιστεύσωσιν, οὔτε αὐτὸς ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ ζημιοῦται κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, ἀποκαλυπτόμενος ὡς μὴ λέγων ἀκριβῆ πράγματα, οὔτε ἡ Ἑλλὰς, τὴν ὁποίαν κυβερνᾷ, ζημιοῦται ἢ ὑποτιμᾶται. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην οὐδέποτε εἶχον, οὐδὲ ἐπεδοκίμασα· ἐξεναντίας νομίζω, ὅτι οἱ κυβερνῆται ὀφείλουσι νὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν πρὸς ἅπαντας, πρέπει νὰ τηρῶσιν ἀληθῆ καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοῦ εἰς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, ὅταν ὁμιλῶσιν ὡς κυβερνῆται τῆς Πατρίδος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦλθε σήμερον πρώτην φορὰν ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος, κυβερνᾷ ἤδη τέσσαρα ἔτη, καὶ κατ’ αὐτὰ κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ ὄνομα διὰ τὰ ἰσοζύγια καὶ τὰ περισσεύματα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ προκατάληψις αὕτη νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει παντὸς, καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ἀκόμη αὐτῶν τῶν ἀλλοδαπῶν, οἵτινες καὶ αὐτοὶ περὶ τούτου ἴσως ἐπείσθησαν, μ’ ὅλα τὰ τηλεγραφικὰ ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ διαβιβάσωσι διὰ διαφόρων ὁδῶν εἰς Λονδῖνον καὶ Παρισίους. Ἡμεῖς ὅμως, ἀντὶ τὸ πόθων τούτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἄλλους πόθους. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιθυμῶμεν νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ἰδίαν καὶ πεποίθησιν, ἂν ἦναι πιθανὸν νὰ καταλίπῃ περίσσευμα ἡ χρῆσις τοῦ 1887, ἢ μήπως ἦναι πιθανὸν νὰ καταλίπῃ ἔλλειμμα, τοῦ ὁποίου ὁ ὄγκος νὰ παραβάλληται πρὸς τὸν ὄγκον τῶν ἐλλειμμάτων ἑκάστου τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Καὶ ἔχομεν τὸ καθῆκον τοῦτο, διὰ νὰ εἴπωμεν καὶ ἀκούσῃ ὁ λαὸς, ὅτι δὲν πρέπει οὐδὲ φέτος νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θὰ διαπορθμευθῶμεν εἰς τὴν ἀντιπέραν ὄχθην, ὅπου ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε μᾶς διαπορθμεύσει κατὰ τὸ 1883. Ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπωμεν, διότι, ἂν ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἔκυψε τότε χαμαὶ διὰ νὰ δρέψῃ καρποὺς, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν προσεκάλει, εὗρεν ἀντὶ καρπῶν ἀκάνθας, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐπλήγησαν αἱ χεῖρές του, συμφέρον ἔχει νὰ μὴ ὑποπέσῃ αὖθις εἰς τὴν πλάνην ταύτην, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο· διότι, ἂν κύψῃ, δὲν θὰ εὕρῃ σπέρμα, πρὸς βλάστησιν, ἀλλὰ θέλει εὕρῃ ἅλας, τὸ ὁποῖον θέλουσι μεταβάλει εἰς ὕδωρ τοῦ ἀρξαμένου χειμῶνος οἱ ὑετοί. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ περίσσευμα κατὰ τὸ 1887, πρέπει νὰ κατορθωθῇ, ἵνα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἐκ τῶν πόρων τοῦ ἔτους τούτου, ὑπερβῶσι τὰς δαπάνας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι τῷ ὄντι τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 θέλουσιν ὑπερβῆ τὰς δαπάνας τοῦ 1887, καὶ μάλιστα ἔφθασε μέχρι τοιαύτης λεπτολογίας, ὥστε νὰ προσδιορίσῃ, ὅτι θέλουσιν ὑπερβῆ κατὰ δύο ἑκατομμύρια, δὲν ἠξεύρω πόσας ἑκατοστύας χιλιάδων καὶ πόσας μονάδας δραχμῶν καὶ πόσα λεπτά. Ἐβεβαίωσε μάλιστα καὶ ἔτι πρὸς, ὅτι, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ὡς ἔξοδα τοῦ ἔτους 1887, πείθεται, ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1887 θέλουσιν εἶσθαι τοσοῦτον ἐλάσσω τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, ὥστε ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων καθίσταται ἀναντίῤῥητος. Καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι συνέβη ἐν Ἑλλάδι πρώτην ἤδη φορὰν ἔκτακτόν τι γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἶχον εἰσπραχθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1887 χρήματα περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἶχον δαπανηθῆ ἕως τότε διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ταῦτα πρέπει ν’ ἀναλυθῶσι· διότι ἡ ἀνάλυσις τούτων θέλει σᾶς πείσει, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον ἐγὼ περὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη, εἶναι ἀληθῆ, καὶ ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ περισσεύματος κατὰ τὸ 1887 ὁμοιάζουσιν ἐντελῶς πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ 1885, τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1883. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ καταστήσῃ πιθανὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι κατὰ τὸ 1887 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θέλει δυνηθῆ νὰ εἰσπράξῃ πολλῷ περισσότερα χρήματα ἀφ’ ὅσα κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσεπράχθησαν ποτὲ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὅτι μάλιστα θέλει κατορθώσει νὰ εἰσπράξῃ 85,189,255, ἐποιήσατο ὑπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλούστατος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θέλετε κατανοήσει ἀμέσως αὐτὸν καὶ θέλετε σχηματίσει, δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐσχημάτισα. Παρέβαλε τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 πρὸς τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886 καὶ προσέφυγεν εἰς ἀναλογίαν, τῆς ὁποίας παρέλαβεν ὡς ὅρους, πρῶτον τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τοῦ 1886, δεύτερον τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1886, τρίτον τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1887, καὶ εὗρε τὸν τέταρτον ἄγνωστον περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιωθησομένου κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1887 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886, ἄρα, εἶπε, θέλουσι βεβαιωθῆ περισσότερα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Ἀφαιρέσας δὲ ποσοστόν τι, ὡς μὴ εἰσπραχθησόμενον, ἠδυνήθη νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, εἰπὼν, ὅτι θέλει ἀνέλθῃ τοῦτο εἰς 85,189,255. Τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ ἔτους τούτου ἀνῆλθον κατὰ ἕνα πίνακα, τὸν ὁποῖον συνάπτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, εἰς 54,937,135, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1886 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἶχον εἰσπραχθῆ 41,078,000, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἑπομένως ὑπέθεσεν, ὅτι, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 κατέληξεν εἰς βεβαίωσιν ἐσόδων 41,000,000 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, κατὰ τὸ 1887, καθ’ ὃ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν ἐσόδων, μετὰ τὰς γενομένας εἰς αὐτὰ προσθαφαιρέσεις, ὑπερβαίνει τὸ προϋπολογισθὲν κατὰ τὰ 1886, τὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως βεβαιωθησόμενα θέλουσι φθάσει εἰς τὰ 92,596,907· ἤτοι, ἀφοῦ κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας ἐβεβαιώθησαν 54,937,135, θέλουσι βεβαίως διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας βεβαιωθῆ ἀκόμη 37,659,772. Τοιουτοτρόπως τὰ βεβαιωθησόμενα τοῦ 1887 θέλουσιν εἶσθαι, 54,937,135 τὰ βεβαιωθέντα, καὶ 37,659,772, τὰ ὁποῖα θέλουσι βεβαιωθῆ ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, τὸ ὅλον 92 ἑκατομμύρια· ἐξ αὐτῶν ἀφῄρεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἓν ποσοστόν, ὡς μὴ εἰσπραχθησόμενον, ὁδηγηθεὶς ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, προσδιώρισε δ’ αὐτὸ εἰς 8%, καὶ οὕτως εὗρεν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, θέλουσιν ἀνέλθῃ εἰς 85 ἑκατομμύρια. Ὥταν πρόκηται νὰ στηρίξῃ τις συλλογισμὸν ἐπὶ ποσοῦ βεβαιωθέντων ἐσόδων, διὰ νὰ ἀνεύρῃ βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικός. Τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἶναι τοσοῦτον ποικίλα τὴν φύσιν, καὶ ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοιούτων περιστάσεων, ὥστε οὐδεὶς δύναται ἀσφαλῶς νὰ προείπῃ περὶ τοῦ μέλλοντος. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα ἔσοδά τινα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1886 ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου· ἐπειδὴ δὲ τώρα ἔχομεν καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων, θέλω σᾶς παραστήσει τὴν διαφορὰν μεταξὺ βεβαιωθέντων ἐσόδων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886 καὶ μεταξὺ εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν. Εἶχον προϋπολογισθῆ 250 χιλιάδες ἐκ τόκων ἀνανεωθέντων χρεῶν ἐκ προικοκτησιῶν καὶ βεβαιωθῆ 239,731. Εἶχε προϋπολογισθῆ ἔσοδον ἐκ δεκαετῶν πιστώσεων φθαρτῶν κτημάτων 235,000 καὶ βεβαιωθῆ κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν τοῦ 1886 238,275, δηλαδὴ περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον προϋπολογισθῆ. Εἶχον προϋπολογισθῆ 600,000 ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας καὶ βεβαιωθῆ 566,068, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο τῶν βεβαιωθέντων ἦτο τὰ μάλιστα εὐχάριστον. Εἶχον προϋπολογισθῆ 165,000 ἐξ ἐκποιήσεως μοναστηριακῶν κτημάτων, καὶ βεβαιωθῆ 161,969. Εἶχον προϋπολογισθῆ 200,000 ἐκ κοινοποιήσεων καὶ ὑποθηκῶν κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ βεβαιωθῆ 51, 106.66. Ὥστε ἐξ 1,450,006, ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ, εἶχον βεβαιωθῆ 1,257,149. Ἠξεύρετε τί εἰσεπράχθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν, ἤτοι μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886; Εἰσεπράχθησαν 651,580, δηλ. 25% καὶ ὀλιγώτερον. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἔχετε ἀναλογίαν ἐπί τινων ἐσόδων μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, στηριζόμενος ἐπί τινων βεβαιώσεων, γενομένων ἤδη κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, ὑπολογίζει πόσα θέλουσι βεβαιωθῆ ἐπὶ τοὺς ὑπολοίπους δέκα τρεῖς μῆνας, καὶ ἀφοῦ ὑπολογίζῃ ταῦτα, ὑπολογίζει πόσα ἐξ αὐτῶν θέλει εἰσπράξει, καὶ εὑρίσκει, ὅτι θέλει εἰσπράξει τὰ 85,189,255. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ὁ συλλογισμὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδεμιᾶς βάσεως λογικῆς· εἶναι συλλογισμὸς αὐθαίρετος, ἴσως ἰδιόῤῥυθμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἄνθρωπος δύναται νὰ ὑπολογίσῃ, οὐχὶ ἀσφαλῶς, ἀλλὰ οὐδὲ κατ’ ἀσθενεστάτην πιθανότητα, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο περισσότερον, σᾶς παρουσιάζω καὶ ἐγὼ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν σᾶς παρέστησε. Παραβάλλω τὰ ποσὰ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1887, περὶ ὧν πρόκειται, πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1885, κατ’ αὐτοὺς τούτους τοὺς μῆνας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλει ὑπολάβει, ὅτι ἀδικῶ αὐτὸν διὰ τῆς παραβολῆς ταύτης, διότι τὸ 1885 παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἔτος ἀσυδοσίας, ὡς ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα διοικητικὴ ἐνέργεια πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων εἶχε παραλύσει, καὶ μάλιστα ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ κατ’ αὐτὸ ὁ δρακόντειος νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων· ἑπομένως συμφέρει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ συγκρίνω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1887 πρὸς τ’ ἀποτελέσματα ἄλλου ἔτους, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εὐηρεστήθη νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν προσαρτώμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐβεβαιώθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 ἔσοδα 54,937,471, εἰσεπράχθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν 45,417,481. Κατὰ τὸ 1885 ἐβεβαιώθησαν 40,937,440, εἰσεπράχθησαν δ’ ἐξ αὐτῶν 34,217,711. Ὑπάρχει λοιπὸν μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1887 καὶ τοῦ 1885. Τὴν διαφορὰν ταύτην πρέπει νὰ ἀναλύσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἐνισχυόμεθα, ἵνα ἐκτραπῶμεν εἰς ἐλπίδας διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα τοῦ 1887 ἐβεβαιώθησαν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχον βεβαιωθῆ κατὰ τὸ ἀντίστοιχον διάστημα τοῦ 1885 τὰ ἑξῆς ποσὰ, ἐπὶ τῶν ἑπομένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 5,526,718 περισσότερα κατὰ τὸ 1887 ἐκ τελῶν τελωνιακῶν, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 1,071,350 περισσότερα κατὰ τὸ 1887 ἐκ χαρτοσήμου, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 268,263 περισσότερα ἐκ πυρείων, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 639,760 περισσότερα ἐκ πετρελαίου, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 4,280,816 περισσότερα ἐκ τυχηρῶν εἰσοδημάτων, ἐβεβαιώθησαν 901,979 ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων· τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα τοῦ 1887 περισσότερον ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1885 ἀνέρχεται εἰς 12,688,889. Ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα ἀφ’ ὅσα εἶχον βεβαιωθῆ κατὰ τὸ ἀντίστοιχον διάστημα τοῦ 1885. Ἐβεβαιώθησαν 433,806 ὀλιγώτερα κατὰ τὸ 1887 ἐξ ἐγγείων φόρων, 295,975 ἐξ ἐπιτηδευμάτων, 1,276,821 ἐκ καπνοῦ, 1,197,676 ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων, τὸ ὅλον 4,204,280. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν τὸ ποσὸν τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἦτο μικρότερον τὸ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1887 βεβαιωθὲν ποσὸν τῶν ἐσόδων, ἀπὸ τῶν 12,688,889, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπερέβησαν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1887, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι ἐφέτος κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα περισσότερα ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1885 δραχ. 8,484,669. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἀκριβές. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ὑπάρχει σημειωμένον, ὡς ποσὸν βεβαιωθὲν καὶ εἰσπραχθὲν κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1885 ἐξ ἅλατος, 5,943. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐννέα μῆνες τοῦ ἔτους νὰ ἔχωσιν ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους ἐξ ἅλατος 5,943 δραχμάς. Κατ’ ἄλλον πίνακα, τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν καὶ εἰσπραχθὲν ἐξ ἅλατος κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1885 ἀνῆλθεν εἰς 1,337,575· ἐπειδὴ δὲ τὸ ἔσοδον τοῦ ἅλατος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται συγχρόνως, πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ εἰρημένον ποσὸν ὡς εἰσπραχθὲν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἐντὸς τοῦ ἔτους 1885. Ἀφοῦ λοιπὸν κατὰ τὴν διάρκειαν ὅλου τοῦ ἔτους καὶ κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς ὑπολοίπους τοῦ 1885, δηλ. τὸν Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, εἰσεπράχθησαν 1,335,575, διότι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1886 τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν ἐξ ἅλατος ἀνήκει εἰς ἄλλην χρῆσιν, ἀφοῦ λοιπὸν κατὰ τοὺς 12 μῆνας εἰσεπράχθη ποσὸν 1,337,575, κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, θὰ εἰσεπράχθησαν 1,003,176. Λοιπὸν κακῶς ἐσημειώθη ὡς εἰσπραχθὲν 5,943, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ 1,003,176. Ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀναγράψῃ τις ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ὑπερβάλλον τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1885, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1887, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ ἀναγράψῃ ὡς ὑπεροχὴν τῶν βεβαιωθέντων ἐξ ἅλατος κατὰ τὸ 1887 τὰς 978,811.66, ὅσας ἐγὼ ἀνέγραψα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σημειώσεως, ὅτι κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸν εἰρημένον πίνακα μόνον δραχ. 5,943. Ἐὰν ἑπομένως ἀφαιρέσω τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν 978,811, ὡς κακῶς σημειωθὲν μεταξὺ τῶν ὑπερεχόντων ποσῶν τῆς βεβαιώσεως τοῦ 1887, θέλω εὑρεῖ, ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ 1887 κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ὑπερέβησαν τὰ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1885 βεβαιωθέντα κατὰ δραχμὰς 7,505,797. Ἀλλ’ ἐσημείωσα μέχρι τοῦδε τὰ ποσὰ τῶν βεβαιώσεων, τὰ ὑπερβαίνοντα τὰς 200,000 δραχμῶν· ἐὰν ὅμως κατέλθω καὶ εἰς τὰ κάτωθεν τῶν 200,000 δραχ. ποσὰ, ἀνευρίσκω καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα. Τὰ ποσὰ τὰ μικρότερα τῶν 200,000 βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1887 ὑπερέβησαν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1885 κατὰ 1,210,615. Ἐπειδὴ δὲ καὶ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1885 ἄλλα ἔσοδα ἐβεβαιώθησαν εἰς ποσὰ ἀνώτερα τῶν τοῦ 1887, τὸ δ’ ὑπερβάλλον τῆς βεβαιώσεως αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς δραχ. 381,971, ἕπεται, ὅτι, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ βεβαιωθέντα ἐκ τῶν κατωτέρω τῶν 200,000 δραχ. ἔσοδα τοῦ 1887 ὑπὲρ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων ἐβεβαιώθη κατὰ τοὺς μῆνας τούτους κατὰ τὸ 1885, ὑπερβαίνουσι τὸ κατὰ τὸ 1885 βεβαιωθὲν κατὰ 828,644· οὕτω δ’ ἐβεβαιώθησαν ἐν ὅλῳ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τοῦ 1887 περισσότερα τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1885 βεβαιωθέντων 8,344,441. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἔσοδα τακτικά; Δύναταί τις νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι, ἐπειδὴ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1887 ἐβεβαιώθησαν περισσότερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὸ 1885 δραχ. 8,344,441, πρέπει νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θέλουσι βεβαιωθῆ κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας ἔσοδα περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1885 βεβαιωθέντων ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν; Ὄχι. Ἐξετάσατε τὴν φύσιν τῶν ἐσόδων, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ἐξ ἐκποιήσεως ἵππων τοῦ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν 4,280,816. Θέλετε ἔχει καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους ἵππους καὶ ὑλικὸν στρατοῦ νὰ ἐκποιήσητε, διὰ νὰ εἰσπράξητε ἀνάλογον ποσὸν τῶν 4,280,816; Ἀφαιρέσατε λοιπὸν τὸ ἔκτακτον, τὸ τυχαῖον αὐτὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἐπανέλθῃ, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἐπανέλθῃ· τότε τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸν ἐννεάμηνον διάστημα τοῦ 1887 ὑπερέβησαν τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1885 κατὰ 4,053,624. Λοιπὸν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ηὐξήσαμεν καὶ τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν, παρήγαγον κατὰ τὸ ἐννεάμηνον διάστημα ὑπεροχὴν βεβαιώσεως, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ἐννεάμηνον διάστημα τοῦ 1885, δραχ. 4,053,624. Ἂν δὲ ἐπὶ ἐννέα μηνῶν, τῶν πρώτων τοῦ ἔτους, καθ’ οὓς ἐβεβαιώσατε καὶ εἰσεπράξατε τὰ 9|10 τῶν ἐσόδων, τῶν προερχομένων ἐξ ἐμμέσων φόρων, καὶ δὲν σᾶς ὑπολείπεται, εἰμὴ μόνον τρίμηνον διάστημα, διὰ νὰ βεβαιώσητε καὶ εἰσπράξητε ἐμμέσους φόρους, κατὰ τὸ ὁποῖον σχεδὸν ἐβεβαιώθη καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τινῶν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, διότι τινὰ προϊόντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πληρόνεται ὁ φόρος ἐν τοῖς τελωνείοις, ἐξήχθησαν ἤδη, πῶς νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ἐβεβαιώσατε μόνον 60 ἢ 64 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1885, θέλετε δυνηθῆ νὰ βεβαιώσητε 97 ἑκατομμύρια ἐφέτος, δηλ. 25 καὶ πλέον ἑκατομμύρια περισσότερον; Ἀφοῦ οἱ περὶ τῶν ἐσόδων ὑπολογισμοὶ καὶ συλλογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι τοιοῦτοι, ὁποίους περιέγραψα καὶ εἰκόνισα πρὸς ὑμᾶς, πρέπει νὰ διαλάβω καὶ περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, διὰ δύο λόγους· πρῶτον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 κατωρθώθη τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ ὑπερβῶσι τὰ δαπανηθέντα, καὶ δεύτερον διὰ νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἀφοῦ τοσαῦτα εἶναι τὰ δαπανηθέντα μέχρι τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωσιν εἰς περίσσευμα ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τούτου παρέστησεν, ὅτι τὰ ἔξοδα κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ἦσαν ἥσσονα τῶν ἐσόδων καὶ ὅτι θέλουσιν εἶσθαι ἥσσονα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως· πρὸς ἐνίσχυσιν δὲ τούτου προσήγαγε πίνακα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε κατὰ τοὺς ἐννέα τούτους μῆνας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν δύναμαι νὰ συνηγορήσω ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν καὶ ἐντίμου φίλου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐμμέσως καὶ εὐφήμως ἐπετίμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰπών, ὅτι πιστεύει, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες ἐντεῦθεν πρέπει νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι, διότι, ἂν δὲν παρεσκευάσθησαν δεόντως, ὑποπίπτουσιν εἰς λάθη. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦτο παρεσκευασμένος δεόντως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπέβαλε τὸν πίνακα τοῦτον, καὶ ἑπομένως, ὅτε ἐσχημάτισε πεποίθησιν, ὅτι ἦτο ἄρτιος καὶ πλήρης· διότι τοιαύτην πεποίθησιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ προσαγάγῃ τὸν πίνακα τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἀπόδειξιν τῶν συλλογισμῶν του. Ὁ πίναξ οὗτος τῶν ἐξόδων περιλαμβάνει, ὡς δαπανηθὲν διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ποσὸν πρὸς χορηγίαν βασιλικήν, 590,625 δραχμάς. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ βασιλικὴ χορηγία πληρόνεται ἐκ τοῦ Ταμείου τακτικῶς κατὰ μῆνα. Ἐξετάζω τὸ ποσὸν τῆς βασιλικῆς χορηγίας καὶ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι 1,215,250 δραχμαὶ, διαιρῶ τὸ ποσὸν αὐτὸ διὰ τῶν ἐννέα μηνῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμπληρωθῆ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐπληρώθησαν 759,375 δραχμαί. Ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν μόνον 590,625. Μήπως τυχὸν ἐγένετο ἡ πληρωμὴ ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ δὲν ἐτακτοποιήθησαν τὰ ἐντάλματα, μένοντα ἀκόμη ἐκκρεμῆ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιελήφθησαν τὰ ποσὰ ἐν τῷ πίνακι; Εἶναι διαφορὰ 217,703 δραχμῶν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι οἱ κκ. Βουλευταὶ, ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου, λαμβάνουσι τὴν ἀποζημίωσίν των ἐκ δραχμῶν 1800, γνωρίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὴν 22 Ἰανουαρίου 1887 ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς Συνόδου καὶ ἐκηρύχθη ἡ λῆξίς της κατὰ τὰ τέλη Μαΐου· ἑπομένως ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου ἐπληρώθησαν τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς, αἱ ἀποζημιώσεις τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Εὑρίσκω τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ βλέπω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνῆλθεν εἰς 390 χιλιάδας. Ἐρευνῶ εἰς τὸν πίνακα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εὑρίσκω, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 57,268 μόνον. Ἐξίσταμαι λοιπόν. Μήπως οἱ κκ. Βουλευταὶ ἐδώρησαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὴν βουλευτικήν των ἀποζημίωσιν; Μήπως τὰ Γραφεῖα τῆς Βουλῆς ἀπεφάσισαν νὰ συντηρῶνται καὶ νὰ λειτουργῶσιν ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος; Ἐξετάζω τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ πίναξ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, καὶ μετὰ λύπης ὁμολογῶ, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ σταματῶ ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει Προϋπολογισμὸν ἐξόδων διὰ τὸ 1887 ἐκ δραχμῶν 2,198,437, καὶ ἐκ τῶν 2,198,437 δραχ. διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ἐδαπανήθησαν μόνον 704,440. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀποτελεῖ τὰ 9)12 τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφέντος ὡς ἐξόδου ἐτησίου. Ἀλλὰ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ προβάλῃ μίαν δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν προλαμβάνω νὰ εἴπω, διὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξω τοῦ κόπου, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν γίνονται αἱ πλεῖσται ἐκτὸς τοῦ Κράτους, γίνονται ὑπὸ τῶν διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν πρακτόρων καὶ ὑπὲρ αὐτῶν· ἑπομένως τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔρχονται βραδέως καὶ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου δὲν εἶχον σταλῆ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν περιελήφθησαν τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὸ ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφὲν ποσὸν τῶν δαπανηθέντων κατὰ τοὺς 9 μῆνας. Ἐάν μοι εἴπῃ τοῦτο, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῷ πίνακι, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν, ἢ ὅτι δὲν θέλουσι δαπανηθῆ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον κἀμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐμφορεῖται ὑπὸ πνεύματος οἰκονομίας καὶ φειδοῦς, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνεργήσῃ μετὰ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῷ φειδοῦς καὶ τοῦ πνεύματος πῶς νὰ οἰκονομήσῃ τὰ δημόσια χρήματα, καὶ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ οἰκονομίας τινὰς, νομίζετε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται θέλουσι φθάσει εἰς τὰς 300, τὰς 200 ἢ τὰς 100,000; Ἴσως φέρῃ οἰκονομίαν 20, 30, 50,000, ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ μὴ διαθέσῃ παντάπασι τὸ ποσὸν τῶν ἀπροβλέπτων ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ μόνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ πράξῃ αὐτὸ, διότι γνωρίζω ποῖον πόνον ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του διὰ τὴν Μακεδονίαν. (Ἱλαρότης.) Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει ἔξοδα ἀναπόφευκτα καὶ βέβαια καὶ τακτικὰ, ὑπὸ νόμων προσδιωρισμένα, τὰ ἔξοδα τῆς ἀπονομῆς τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ δὲ πολιτικὴ καὶ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται διὰ τῶν Δικαστηρίων, ἑπομένως ἔξοδα μισθοδοσιῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐνοίκια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔξοδα μισθοδοσιῶν Ἐφετῶν καὶ Πρωτοδικῶν καὶ ἐνοίκια Ἐφετείων καὶ Πρωτοδικείων, ἔξοδα Κακουργιοδικείων, ἐκ 3,905,952 δραχμῶν ἐτησίας δαπάνης προϋπολογισθείσης ἐδαπάνησε διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας τὰ 9)12 τοῦ ποσοῦ τούτου; Ὄχι· μόνον 1,599,827 δραχμὰς, δηλαδὴ ἐδαπάνησε τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ. Ἐνδέχεται ἡ ἀναγραφὴ νὰ ἦναι ὀρθὴ, διότι καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἴσως οἱ λογαριασμοὶ δὲν διεβιβάσθησαν ἔτι εἰς τὸ Λογιστήριον, διὰ νὰ ἀναγραφῶσιν. Ἀλλὰ ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις, ὅτι δὲν θέλουσι δαπανηθῆ, ἢ ὅτι, ἂν τυχὸν ἐδαπανήθησαν, περιελήφθησαν ταῦτα ἐν τοῖς ποσοῖς, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ὁ πίναξ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὡσαύτως ἐδαπάνησε μόνον 1,229,402 διὰ τοὺς 9 μῆνας, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου διὰ τὸ ἔτος ἀνέρχεται εἰς 3,179,033. Ὡς ἐν τῷ πίνακι ἐσημειώθη, ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερα τοῦ ἡμίσεος, μόνον 4 μηνῶν ἔξοδα. Περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὁμιλῶ παντάπασι, διότι ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδίας ἐρεύνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδαπάνησεν ἐκ 2,047,155 μόνον 489,843 διὰ τοὺς 9 μῆνας. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε νὰ γίνῃ, ν’ ἀποδεχθῆτε, ὅτι πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ ὡς ἐτήσια ἔξοδα ἑκάστου Ὑπουργείου θέλουσιν ἀφεύκτως δαπανηθῆ. Ἐὰν ἀπεδέχεσθε τοῦτο καὶ διῃρεῖτε τὰ ποσὰ τὰ προϋπολογισθέντα διὰ τῶν 12 μηνῶν, καὶ ἐσημειοῦτε τὰ 9/12 ὡς δαπανηθέντα, ἠθέλετε πράξει ἀδικίαν, διότι δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ πραγματοποιήσωσιν οἰκονομίας τινὰς οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἀντὶ τούτου ὅμως δύνασθε νὰ ἐξετάσητε πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς προηγούμενον ἔτος μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου καὶ ἐκλέξατε ὡς ἔτος, οὐχὶ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον ἐκυβερνήσαμεν ἡμεῖς, διότι ἐνδέχεται νὰ προβάλωσιν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ, ὅτι εἴμεθα σπάταλοι καὶ διεσπαθίσαμεν τὰ δημόσια χρήματα, ἀλλ’ ἄλλο ἔτος, εἰς τὸ ὁποῖον διέπρεψεν ἡ οἰκονομικὴ τάσις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, τὸ ἔτος 1884. Λοιπὸν, ἂν ἐξετάσητε πόσα ἐδαπανήθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἐν τῷ πίνακι τῶν γενομένων ἐξόδων, τῷ προσαχθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, 201,938 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, 314,550 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, 1,123,751 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, 295,669 εἰς τὸ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, 1,229,278 εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ἀναφέρων τὰ πιθανῶς δαπανηθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περιέλαβον τὰς τακτικὰς δαπάνας, καὶ οὐχὶ τὰς ἐκτάκτους τῶν σιδηροδρόμων, τὰς ὁποίας λέγουσιν ἐκτάκτους, ἂν καὶ δὲν ἀναγνωρίζω αὐτὰς ὡς ἐκτάκτους. Ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, τῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1884, τῶν πραγματοποιηθεισῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, τῶν ὁποίων ὁ πίναξ ὑπάρχει δεδημοσιευμένος διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», παραβάλητε τὰ σημειωθέντα ἐν τῷ πίνακι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1887, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς ὅσα σᾶς εἶπον, ὅτι ἐδαπανήθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, προσέτι 3,552,891. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο ἕνα οἰκονομικὸν συνδυασμόν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν πάντες οἱ κύριοι Συνάδελφοι ἐννοῶσι τὴν σημασίαν τῆς λέξεως, διότι αὕτη ἔχει πολλὰς σημασίας. Οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, κατὰ τὴν νέαν γλῶσσαν, σημαίνει καὶ δάνειον, οἰκονομικὸς συνδυασμὸς ὅμως σημαίνει καὶ ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν εἰς οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖτε. Λοιπὸν ὑπὸ τὴν τελευταίαν σημασίαν τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἔλαβε δι’ αὐτοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, 13,010,521 εἰς χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα δάνεια τῶν 25,000,000, τῶν 4,000,000 καὶ τῶν 6,000,000. Ἐπειδὴ δὲ τὰ δάνεια ταῦτα εἶχε κατὰ νοῦν νὰ πληρώσῃ καὶ ἐξοφλήσῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔλαβε τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπὸ τὰς Τραπέζας ἢ ἀπὸ τὰς Ταμεῖα, ἐπλήρωσε δι’ αὐτῶν τὰ εἰρημένα χρέη καὶ ἐκράτησε τὸν χρυσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπλήρωσε τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια κατὰ τὴν ά. ἑξαμηνίαν. Οὕτω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηλλάγη δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἤθελε κάμει· ἐπλήρωσε λέγω 13,010,521· ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπλήρονεν εἰς χρυσὸν, ἤθελεν ἀγοράσει συνάλλαγμα, ἐὰν δ’ ἐπλήρονεν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ συναλλάγματος διαφορὰν μόνον 25%, ἤθελε δαπανήσει 3,252,630. Οὕτω δὲ δὲν ἐδαπάνησε τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως καὶ ᾠκονόμησε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐλαττώσας κατὰ τοῦτο τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν ἐσόδων ἐπετεύχθη, διότι συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔσολον τακτικὸν, ἵνα ὑπολογίσῃ τις, ὅτι θὰ ἔχῃ αὐτὸ καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ἐκτὸς ἐὰν ἐλπίζῃ νὰ συνομολογῇ κατ’ ἔτος ἓν δάνειον 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἔσοδον τακτικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπανελαμβάνετο κατ’ ἔτος, ἔσοδον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ἐκ δανείου, δὲν ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων; Δὲν ἔστερξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ τοὺς τόκους τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ δανείου, νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὰ κατὰ τὸν πίνακα ἔξοδά του. Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ἀπηλλάγη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ ἀπὸ ἐνοχλήσεων, ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος, ἐὰν ἀπαλλαγεὶς τῆς ἀμηχανίας ταύτης αὐτὸς ὡς ἄτομον, ὑπηρέτησε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ταμείου· διότι δὲν ἠγόρασε μὲν συνάλλαγμα κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, οὐδὲ χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ διαφορὰν τῆς τιμῆς, ἐδανείσθη ὅμως εἰς χρυσὸν, καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς χρυσόν. Πότε θέλει ἀποδοθῆ εἰς τοὺς δανειστάς; Ἐὰν ἦτο ἐλπιζόμενον, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι χρόνῳ ἤθελεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑποθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἂν μετὰ δύο ἔτη ἠθέλομεν ἀποδώσει τὸ χρέος μας εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἠθέλομεν κερδήσει τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν ἀπηλλάγημεν νὰ πληρώσωμεν ἐφέτος. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο ἐν προσεχεῖ μέλλοντι χρόνῳ, ἐὰν ὑποχρεωθῶμεν ν’ ἀποδώσωμεν τὸ χρέος μας αὐτὸ εἰς τοὺς δανειστάς μας διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλομεν πληρώσει εἰς χρυσὸν, καὶ τότε θέλομεν ἀγοράσει τὸν χρυσὸν αὐτὸν καὶ θέλομεν πληρώσει τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος ἢ τοῦ χρυσοῦ· καὶ ἐὰν συμβῇ τότε, — τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι, — ὁ χρυσὸς νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν τιμὴν ἐκείνης, ἣν ἔχει τώρα, θέλομεν ἀναγκασθῆ τότε νὰ πληρώσωμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἀπεφύγομεν νὰ πληρώσωμεν τώρα. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τῆς δυσκολίας τοῦ νὰ εὕρῃ χρυσὸν καὶ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα, καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς πληρωμῆς τῶν ἑξαμηνιαίων τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν δημοσίων χρεῶν μετὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅτι εἶναι κέρδος, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ὡς οἰκονομίαν ἐπιτευχθεῖσαν. Ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγραψεν ἐν τῷ πίνακι, ὡς δαπανηθὲν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, δέον νὰ προσθέσητε ἀκόμη καὶ ἄλλα 3,252,630, πλὴν τῶν 3,552,891 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσθέσητε ὡς πιθανὰ ἔξοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, πλὴν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν δαπανηθέντων διὰ τὸ ἴδιον χρονικὸν διάστημα καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884, ἤτοι νὰ προσθέσητε προσέτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἐπληρώθη ὡς διαφορὰ συναλλάγματος. Οὕτω, διὰ νὰ κρίνητε περὶ τοῦ μέλλοντος, πρέπει νὰ προσθέσητε 6,805,521 δρ. Τὰ δὲ 42,901,160, τὰ ὁποῖα ἀνέγραψεν ἐν τῷ πίνακι, ὅτι ἐδαπάνησε, θέλουσιν ἀναβιβασθῆ εἰς 49,706,681. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐδαπάνησεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μόνον 42,901,160, ἐνῷ ἐδαπανήθησαν 50,196,784, ἀλλ’ ἀφῄρεσεν ἀπὸ ταῦτα δραχ. 5,708,168, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν ὡς πρώτην δόσιν διὰ τὰ πλοῖα,—καὶ πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπορίσθη ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. — Ἀλλ’ ἀφαιρεῖ προσέτι 1,587,456, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, παραστήσας καὶ τὴν δαπάνην αὐτὴν ὡς ἔκτακτον ἔξοδον. Ἀλλὰ διὰ τὸ ἔξοδον τοῦτο τῶν σιδηροδρόμων δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ εἰδικὸν ἔσοδον, ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ εἰδικὸν ἔσοδον, προερχόμενον ἐκ δανείου ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς ἐκτάκτου πόρου, τὸ ὁποῖον ἔσοδον δὲν ἀνέγραψεν ὁ Προϋπολογισμὸς, δὲν ἐννοῶ πῶς ἀφῄρεσε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 50,196,784, τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἔκτακτον ἔξοδον δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται διὰ μίαν φορὰν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἰδίως ὑπάρχει εἰδικὸν ἔσοδον, προσδιωρισμένον δι’ αὐτὸ τὸ ἔκτακτον ἔξοδον· ἄλλως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἔκτακτον ἔσοδον, τὸ ἔκτακτον ἔξοδον βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε αὐτὸ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, καὶ νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι φύσεως ἐκτάκτου, διὰ τοῦτο ἀφαιρεῖτε αὐτό. Ἂν προσθέσω καὶ τοῦτο εἰς τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν δαπανηθέντων ἐκ 49,706,618, ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 51,294,137 καὶ οὐχὶ εἰς 42,901,160. Λοιπὸν τὰ ἔξοδα, τὰ δαπανηθέντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, εἰσὶ 51,294,137 κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε 42,901,160. Πῶς λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου ἔμειναν εἰς τὰ Ταμεῖα περισσεύματα, μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις τῶν δαπανηθέντων, 2,516,321, ἀφοῦ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἦναι 54,000,000 τὰ βεβαιωθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξῃ αὐτὰ ἀκέραια, οὗ ἕνεκα ἀφήρεσεν 8% καὶ περιώρισεν εἰς 45,417,481; Ἐὰν δὲ 45,000,000 εἰσὶ τὰ εἰσαχθέντα ἐν τοῖς Ταμείοις, τὰ δὲ δαπανηθέντα πιθανῶς θὰ ἦναι 51 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, θέλετε ἔχει περίσσευμα, ἢ ἔλλειμμα μόνον διὰ τοὺς 9 μῆνας 6,000,000 περίπου; καὶ ἐὰν ἦναι διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας 6 ἑκατομμύρια περίπου, δύνασθε νὰ προσδιορίσητε πόσον θέλει εἶσθαι εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τὸ ἔλλειμμα; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἀδαὴς τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ πολλάκις ἠσχολήθην εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου, σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ σᾶς προσδιορίσω τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887. Ἐὰν προσωρινὸν ἔλλειμμα ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν πιθανῶς εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ πιθανῶς δαπανηθέντα ἦναι 6,000,000 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, —λέγω πιθανῶς εἰσπραχθέντα, διότι ὁ πίναξ, ὁ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν προσηρτημένος, πραγματεύεται μόνον περὶ βεβαιωθέντων, τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν εἰς 54,000,000, καὶ ἐκ τούτων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ 45,000,000, λέγω, πιθανῶς δαπανηθέντα, διότι δὲν ὑπελογίσθησαν τὰ 9/12 τῆς προϋπολογισθείσης ἐτησίας δαπάνης, ἀλλ’ ὑπέθεσα, ὅτι ἐδαπανήθησαν καὶ φέτος κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναλογίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδαπανήθησαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1884 ἐπὶ τοὺς 9 μῆνας,—πῶς νὰ προσδιορίσω ἀσφαλῶς τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος μέχρι τέλους τῆς χρήσεως; Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δικαιωμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ χρήματα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, βεβαιοῦνται συνήθως κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἰδίως τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν παριστῶσιν ὑπηρεσίαν προσωπικὴν προσενεχθεῖσαν καὶ δὲν ἀμείβονται διὰ μισθῶν, καὶ τὸ μίσθωμα αὐτῶν πληρόνεται κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ τὰ πραγματικὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν ἀμείβονται κατὰ μῆνα, κυρίως δὲ βεβαιοῦνται κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, πρόκειται δὲ περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας καὶ ἐν αἷς δὲν περιλαμβάνεται ἡ τελευταία τριμηνία τοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζω εἰς πόσον θ’ ἀναβιβασθῇ τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως καὶ τῶν ἑπομένων μηνῶν, διὰ νὰ προσθέσω αὐτὸ εἰς τὰ ἕξ ἑκατομμύρια. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εὔχομαι, καὶ θέλω ἴσως ἀποφύγει νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, εὔχομαι ἵνα τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἀποδειχθῇ κατώτερον τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Περὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ ἦναι κατώτερον, τὸ ὁποῖον καὶ ἂν ἦναι 12 ἑκατομμύρια, 10 ἑκατομμύρια, εἶναι ἔλλειμμα πάντοτε 10 ἑκατομμυρίων, περὶ αὐτοῦ, λέγω, ὁμιλῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σᾶς εἶπε νὰ ἑτοιμασθῆτε νὰ διαπορθμευθῆτε εἰς τὴν ἔναντι ὄχθην, διὰ νὰ ἴδητε τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, διότι σᾶς ἀνήγγειλε περίσσευμα δύο ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐφάνη, ὅτι δὲν θὰ ἦναι πλήρης ὁ θαυμασμὸς, ἐὰν περιωρίζετο νὰ σᾶς ἀναγγείλῃ μόνον, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν 9 μηνῶν ἐνισχύουσιν αὐτὸν νὰ πιστεύῃ, ὅτι θέλει τελειώσει ἡ χρῆσις εἰς περίσσευμα· ἐπεθύμει νὰ ἐκριζώσῃ ἀπὸ τὴν ψυχήν σας τὸν θαυμασμόν σας καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρέλειψε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχει αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἂν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος ἦτο ἀτελής, διότι, ἐνῷ αὐτὸς ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους 1886, διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἔτους, καὶ ἑπομένως ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1887 νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰ, δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ ἀκεραίως, ἀφοῦ ἐπεψηφίσθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1887. Ἀλλὰ καὶ μόλον ὅτι ἦτο ἀτελὴς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματός του, μόλα ταῦτα κατώρθωσε νὰ ἔχῃ μεγάλην πιθανότητα, ὅτι θέλει καταλήξει ἡ χρῆσις εἰς περίσσευμα ἑνὸς ἢ δύο ἑκατομμυρίων. Λυποῦμαι, τῇ ἀληθείᾳ, διότι δευτέραν φορὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θίγει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ἐξεπλήρωσε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ οἰκονομικόν του σύστημα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο δυνατόν. Ἐγκαλεῖ οὕτω τινὰ, ὡς ὑπαίτιον τῆς βραδείας ἐπιψηφίσεως τοῦ φορολογικοῦ του συστήματος, καὶ αὐτὸς ὁ τὶς δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶναι. Φοβοῦμαι, ὅτι ἤθελε νὰ καταδείξῃ ὡς ὑπαίτιον τὴν Βουλὴν, καὶ τὸ φοβοῦμαι, διότι καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπαινιγμὸν τοιοῦτον ἀφῆκε, καὶ κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ὅτε ἀνήγγειλε τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, τὸν αὐτὸν λόγον προέβαλε, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ἐπελθοῦσαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶπέ τι οὔτε ὅτε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς καὶ διαῤῥήδην κατηγγέλλετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886 ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς παρεμβάλλουσα κωλύματα εἰς τὴν ἔγκαιρον ἐπιψήφισιν τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος, καὶ ἐξηνάγκασε τὴν ἐνάσκησιν τῆς βασιλικῆς προνοίας, οὔτε ὅτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐμνήσθη πάλιν τοῦ συμβεβηκότος ἐκείνου εἶπέ τι ἡ Ἀντιπολίτευσις· ὄχι διότι δὲν συναισθάνεται τὴν ὕβριν, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ λησμονεῖ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς Ἀντιπολίτευσις, νὰ προμαχῇ πάντοτε ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ, ἀλλὰ διότι εἶδεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου δὲν παρεῖχον εἰς αὐτὴν τὴν ἀποχρῶσαν ἀριθμητικὴν δύναμιν διὰ νὰ ἐκτελέσῃ μετὰ σοβαρότητος τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν, καὶ ἀμυνθῇ προσηκόντως καὶ ἐπαρκῶς ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Δέν μοι φαίνεται δὲ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀρκοῦσα ἄμυνα ἡ ἀνταλλαγὴ λόγων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς ἀναίρεσιν ὕβρεως, ἐκτοξευθείσης κατὰ τοιούτου τροχοῦ τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς, ὁποῖος εἶναι ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀνταλλαγὴ λόγων ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκὴς ἄμυνα, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων πολλάκις ἐχρησίμευσαν, ἵνα σκοπεύσωσι κατ’ αὐτῶν βέλη συκοφαντίας καὶ λοιδορίας, ὅπως συνειθίσωσι τὸν λαὸν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ ἐξασθενίσωσι τὴν κυριωτέραν βάσιν τοῦ κρατοῦντος πολιτεύματος. Ὑπέλαβεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι, ἐὰν ἄλλα ἤθελον εἶσθαι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς 4 Ἰανουαρίου, ἐκαλεῖτο τότε νὰ ἐκπληρώσῃ σοβαρώτερα καθήκοντα, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ὕβριν, ἥτις ἐξετοξεύθη κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1886, ὅτε προηγγέλλετο ἡ πολιτικὴ κρίσις καὶ ἡ ἐνάσκησις τῆς βασιλικῆς προνομίας. Τὰ καθήκοντα δὲ ταῦτα ἐκπληροῖ ἡ Βουλὴ ὅταν ζητῇ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν γενομένων ἀπὸ τὴν ἰδιάζουσαν ἐκείνην δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἐδημιούργησε πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ τῆς 4 Ἰανουαρίου δὲν τὴν περιέβαλλον διὰ τοσαύτης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δυνάμεως, διότι ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα αἱ ἐκλογαὶ συνδυασθῶσι μετὰ πανηγύρεων καὶ ἑορτῶν, μετ’ ἀπονομῆς χιλιάδων χαρίτων καὶ χιλιάδων παρασήμων καὶ μετὰ τῆς εὐωχίας αὐτῆς τῆς Δημαρχίας Ἀθηναίων. Δὲν γνωρίζω πόσον αὐτὰ ἐπέδρασαν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, βεβαιῶ ὅμως τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Ἀντιπροσωπεία ἐξῆλθε τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος μὴ ἔχουσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τοσαύτην ἀριθμητικὴν δύναμιν, ὅσην ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, ὅπερ εἶχε κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Καὶ πῶς ἀπηύθυνε τὴν ἐκτοξευομένην αἰτίασιν κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι αὕτη ἦτο ὑπαιτία, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἐγκαίρως τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἡ Βουλὴ ἀπετράπη ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, διότι ἐκόπη τὸ νῆμα τῆς ζωῆς της, κατὰ τὸ συνταγματικὸν δικαίωμα τοῦ Στέμματος, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι προεκάλεσε τὴν ἐνάσκησιν αὐτοῦ, διότι ἡ ἀποχώρησις Βουλευτῶν ἀπὸ τῶν συνεδριάσεων καθίστα ἀδύνατον τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ὁ λόγος παρεσκευάσθη, οὔτε ἦτο ἀληθὴς, οὐδ’ ἠδύνατο διὰ τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς δικαιολογίαν τοιούτου μέτρου. Ὅταν ἐνθυμηθῇ τις, ὅτι κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου εἶχε συνέλθει ἡ Βουλὴ εἰς Σύνοδον καὶ ἐπρόκειτο περὶ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Νοεμβρίου, ἐκπλήσσεται πῶς ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ διελύθη ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ ἐν τόσῳ διαστήματι ἡ μὴ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπεδείκνυε βραδύτητα τῆς Βουλῆς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, ἀφοῦ μόλις τότε εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγξάσης τὸν Προϋπολογισμὸν Ἐπιτροπῆς. Ἦτο ἴσως συμβεβηκὸς παρεσκευασμένον, ἡ δὲ αἰτία ἦτο ἄλλη, ἦτο ἡ φυσιογνωμία τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον ἐδείκνυε κατὰ πᾶσαν συνεδρίασιν φυσιογνωμίαν δυσμενῆ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἀφίετο ἡ Βουλὴ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά της, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀπολέσει τὸν τίτλον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε, συμβουλεύων τὸ Στέμμα, παρέστησεν ὡς ἀναπόφευκτον εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐνάσκησιν τῆς βασιλικῆς προνομίας, τὸν τίτλον τῆς πλειοψηφίας. Πρὶν ἢ λοιπὸν δειχθῇ μειοψηφῶν, ἐπετηδεύθη προβαλὼν μίαν ἀφορμὴν, οὐχὶ κατ’ οὐσίαν ἀληθῆ. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δὲ τὴν πρότασιν τῆς διαλύσεως, ὕβρισε κατὰ μῆνα Νοέμβριον τοῦ 1886 τὴν Βουλὴν, ὡς δυστροπήσασαν καὶ ὀλιγωρήσασαν τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἶχε, νὰ ἐξετάσῃ ἐγκαίρως τὸ οἰκονομικὸν σύστημα. Ἀλλὰ διὰ νὰ πράξῃ τις ταῦτα, Κύριοι, ἀπαιτεῖται θάῤῥος, καὶ δὲν σᾶς κρύπτω, ὅτι θαυμάζω τὸ θάῤῥος τινῶν. Παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμόσωσιν ἐντελῶς τὸ οἰκονομικὸν σύστημά των, καθ’ ὃν χρόνον διοικοῦντες ἐπὶ 17 ἤδη μῆνας, ἐλησμόνησαν ὅτι ἀνέστειλαν τὴν ἐφαρμογὴν νόμων, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐγκαίρου ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἠδύναντο νὰ προσπορίσωσι χρήματα εἰς τὸ Ταμεῖον. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς φόρος τῶν οἰκοδομῶν μένει εἰσέτι εἰς τὰ συρτάρια τῶν δημοσίων γραφείων. Διατί; διότι συνεδυάσθη καὶ αὐτὸς ἴσως μὲ συνδυασμὸν, ἐὰν ὄχι οἰκονομικόν, ἀλλ’ ἐκλογικόν. Παρῆλθεν ὅλον τὸ 1881, καθ’ ὃ ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὸ ἔτος 1884. Ὅτε δὲ τὸν τέταρτον μῆνα τοῦ 1885 ἀνήλθομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἀρχὴν, δὲν εὕρομεν οὔτε τὸ Α τῆς ἐργασίας,— διὰ νὰ μεταχειρισθῶ προσφιλῆ φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῆς ὁποίας ἐποιήσατο χρῆσιν ὅτε ἤθελε νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἐξωτερικὸν ζήτημα περὶ ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας δὲν ὑπῆρχε. — Διετάξαμεν τότε ἀμέσως τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου, ἠσχολήθησαν τὰ ἁρμόδια ὄργανα, συνετάχθη ὁ κατάλογος, ἀλλὰ συνετάχθη κατὰ δυστυχίαν πλημμελής. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886 ἐψηφίσθη νομοσχέδιον εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθη ὁ κατάλογος ἐκεῖνος. Ἤρξατο ἡ σύνταξις νέου καταλόγου, συνετάχθη, ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἰργάσθη. Διατί; διότι ἔπρεπε νὰ συνδυασθῇ μὲ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου, καὶ ὅτε ἐπροχώρησεν ἡ σύνταξις τοῦ καταλόγου, ἔπρεπε νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν Δημοτικὴν ἐκλογὴν τῆς 5 Ἰουλίου. Ἐστάλη τέλος πάντων ὁ κατάλογος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπή δὲν προέβη εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἀγνοῶ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ συνδυασθῇ τώρα μὲ τὴν ἐκλογὴν ὡς Δημάρχου τοῦ λαϊκοῦ ὑποψηφίου, τὸν ὁποῖον βλέπω μετ’ εὐχαριστήσεως ὄπισθεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθήμενον. (Ἱλαρότης). Ὅταν εἷς νόμος δὲν ἐκτελῆται, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὸν ὑπεύθυνον, ἡ δὲ Διοίκησις φέρει πρώτη τὴν ὑπαιτιότητα, διότι αὐτὴ πρέπει νὰ δώσῃ πρώτη τὴν ὤθησιν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὅπως ἕκαστον ὄργανον τῆς Διοικήσεως ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν ὅμως ἡ Διοίκησις, εἴτε βραδύνῃ νὰ δώσῃ τὴν ὤθησιν, εἴτε, μὴ ἐξασκοῦσα ἐπιτήρησιν μετὰ προαιρέσεως ἀναβολῆς, ἐνθαῤῥύνῃ τὴν ἀναβολὴν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, συντελεῖται παρ’ αὐτῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ καταστείλῃ, ἀπαγορεῦσαν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν Ἡγεμόνα. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν εἰσεπράττετο διὰ τὸ ἔτος 1885, ἴσως ὑπῆρχε καὶ ἓν ἄλλο πόῤῥω συμφέρον, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1885 ἤθελον ἀποδειχθῆ ἥσσονα τῶν πραγματικῶν, ἑπομένως, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἤθελε φανῆ ὑπέρμετρον, ἑπομένως, ὅτι οἱ κυβερνήσαντες κατὰ τὸ 1885 ἤθελον εὐχερέστερον κατακριθῆ ἐπὶ ἐλλείψει προνοίας περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ ἐλλείψει δραστηριότητος περὶ τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν. Ἴσως τοιαύτη ἐπιθυμία ὑπῆρχε καὶ διὰ τὸ ἔτος 1886, διότι παρετήρησα εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τοὺς πίνακας αὐτοῦ, ὅτι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1886 προωρίσθησαν νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν μερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τέσσαρας μόνον μῆνας μεῖον ἡμερῶν τινων ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ 1886. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1887 ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο ἡ ἄδεια νὰ δαπανηθῶσι 3 καὶ πλέον ἑκατομμύρια δι’ οἰκοδομὰς στρατώνων εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν ἔλεγε τότε, ὅτι ἡ οἰκοδομὴ τῶν στρατώνων δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ 1886, οὐδὲ ζητεῖται ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις διότι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ὅπως χρησιμεύσῃ, ἵνα πληρώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον δεδουλευμένην ἐργασίαν. Ἐζήτησε τότε ὁ κ. Βουλευτής, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ ἡ οἰκοδομὴ κατὰ τὸ 1887, νὰ καταλογισθῶσιν αἱ κατὰ τὸ 1887 γινόμεναι δαπάναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινε νὰ καταλογισθῇ ὅλη ἡ πίστωσις εἰς τὸ 1886, διότι εἰς τὸ 1886 διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις, εἰς τὸ 1886 ἀπεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῶν στρατώνων, ἐὰν δ’ ἐξακολουθήσῃ ἡ οἰκοδομὴ ἐπὶ πέντε ἢ ἓξ ἔτη, ἡ πίστωσις πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε μικρὰν διακοπήν;
§23ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.