| 1775 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν | |
| 1776 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | ||
| 1777 | Γ. Σισμάνης | Ο | Παν. Μανέτας | Ο | |
| 1778 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν | |
| 1779 | Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | ||
| 1780 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κων. Κατσικόπουλος | ||
| 1781 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημ. Ν. Βότσαρης | |||
| 1782 | Μ. Γουλιμῆς | Κων. Γ. Καραπάνος | |||
| 1783 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο | |
| 1784 | Δ. Χατζόπουλος | Ν | Στ. Δραγούμης | Ο | |
| 1785 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Δ. Ῥάλλης | Ν | |
| 1786 | Σπ. Νοταρᾶς | Ἀνδρ. Ψύλλας | |||
| 1787 | Γεώργ. Κούστας | Φωκίων Νέγρης | Ο | ||
| 1788 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | |||
| 1789 | Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Νικ. Μπουφίδης | ||
| 1790 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο | |
| 1791 | Μιχ. Νικηφοράκης | Δ. Καλλιφρονᾶς | |||
| 1792 | Δημ. Πετρίδης | Ν | Νικ. Λεβίδης | Ν | |
| 1793 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Σπ. Κουκούλεζας | Ο | ||
| 1794 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ὅθων Μακρυγιάννης | Ο | ||
| 1795 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γ. Ροῦφος | |||
| 1796 | Χρ. Χριστόπουλος | Θάνος Κανακάρης | |||
| 1797 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο | |
| 1798 | Ἠλίας Φλέσσας | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | ||
| 1799 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 1800 | Α. Φωτήλας | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1801 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 1802 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Λεων. Καπετανάκος | ||
| 1803 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | ||
| 1804 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ο | |
| 1805 | Ν. Κουμανιώτης | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| 1806 | Βασ. Βουδούρης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1807 | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | ||
| 1808 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο | |
| 1809 | Ν. Παπανικολάου | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | ||
| 1810 | Ν. Καφετζόγλους | Κων. Μαρκίδης | Ο | ||
| 1811 | Ἰω. Πεζᾶς | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | ||
| 1812 | Κων. Σινέλης | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1813 | Κων. Λομβάρδος | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 1814 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| 1815 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | |
| 1816 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| 1817 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Περ. Πεῤῥωτής | Ν | |
| 1818 | Κωνστ. Βασιλάκης | Δημ. Τζάνες | |||
| 1819 | Ἀντ. Καποδίστριας | Περ. Μποῦτος | Ν | ||
| 1820 | Νικόλ. Βασιλάκης | Παν. Σάκκης | Ν | ||
| 1821 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Νικ. Παπαλέξης | Ν | |
| 1822 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | ||
| 1823 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1824 | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ν | |
| 1825 | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | ||
| 1826 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | Ν | |
| 1827 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Δημ. Π. Γουδῆς | |||
| 1828 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Σ. Χατζηγάκης | Ο | ||
| 1829 | Νικ. Βαλσαμάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 1830 | Γερ. Μουσούρης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | ||
| 1831 | Παν. Βενιεράτος | Γ. Φραγγίδης | Ο | ||
| 1832 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Α. Τακιατζῆς | Ο | ||
| 1833 | Γεώργ. Κόρπας | Ο | Γ. Τάκης | Ο | |
| 1834 | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| 1835 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ο | |
| 1836 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | |
| 1837 | Νικ. Νομικός | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | ||
| 1838 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 1839 | Γεώργ. Μπούμπουρας | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 1840 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 1841 | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 1842 | Γεώργ. Δρόσος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | ||
| 1843 | Νικ. Κρίσπης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | ||
| 1844 | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | ||
| 1845 | Κων. Κοσσονάκος | Δημ. Ζουλούμης | Ο | ||
| 1846 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ν | |
| 1847 | Γ. Μαυρομιχάλης | Θεμ. Κανάρης | Ν |
1887.03.29
2,028 rows · 15,677 words · 1 table · 138 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 29ης Μαρτίου 1887.
(Κυριακὴ)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ἐπερωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν κατάληψιν κτημάτων τινῶν, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι προσεχῶς θὰ μοὶ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὁ ἀναφερόμενος λέγει, ὅτι ποιμένες τινὲς κατέλαβον γαίας, καὶ ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀπομακρύνσεως, ἀλλὰ διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐνισχύεται ἡ κατάληψις.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐναντίον συμβαίνει· ἡ στρατιωτικὴ δύναμις φροντίζει περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας περιουσίας. Θέλω σᾶς ὑποβάλει πᾶσαν τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ἀλληλογραφίαν.
§3ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων διετάχθη ἡ ἀπομάκρυνσις;
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι δύο στρατόπεδα· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ἐννοεῖται, αἱ γαῖαι δὲν θὰ μένωσιν ἄνευ κατόχων, θὰ ἴδωμεν τίνες θὰ καλλιεργήσωσιν αὐτάς.
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ἀναφέρει ἕνα ἀρχιποιμένα.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ περιουσίας τοῦ Δημοσίου πρόκειται. Ὅταν σᾶς ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα, θὰ καταλάβητε περὶ τίνος πρόκειται.
§7ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἰδικαί του, καὶ θέλει νὰ τοὺς ἀποβάλῃ;
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ τὰς διαθέσῃ εἰς καλλιέργειαν.
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν πληροφορίαν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἠξίωσε νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς σπουδαίας ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς μεγάλα καὶ γενικὰ συμφέροντα, τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Τζάννε περὶ τοῦ λιμένος Καλαμῶν. Ὡς γινώσκετε, τὸ ἔργον παρημελήθη, πρὸς ζημίαν τῶν ἐμπόρων καὶ τοῦ τόπου, ἕνεκα κακῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἐργολάβου. Παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὄχι δι’ ἀσυνήθους μερίμνης, διότι ὑπάρχουσί τινα συμφέροντα δημόσια, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὴν ἐπιμέλειάν της. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατασκευὴ τῶν λιμένων· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ, δὲν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις ἄλλο τι νὰ καταβάλῃ, ἢ τὸ κεφάλαιον τῆς μερίμνης.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πταίω ἐγὼ, ἐὰν δὲν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ἢ δὲν ἐπρόσεχε ν’ ἀκούσῃ, ὅ,τι ἐγὼ εἶπον. Εἶπον, ὅτι τὸ ἔργον ἐσταμάτησεν, ἕνεκα διαφωνίας τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τοῦ ἐργολάβου, ἐστάλη δ’ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐξετάσῃ, ἥτις ἐπὶ τέλους ἀπήντησεν. Ἤδη τὸ ἔργον εἶναι ὑπὸ σκέψιν εἰς τὸ Τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐὰν ἤθελε προσέξει ὁ κ. βουλευτὴς, δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅ,τι εἶπεν.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι παλαιά· ἐγὼ ἠξεύρω περισσότερα. Φαίνεται, ὅτι ἔχει ἀντιπρόσωπον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δὲν τοῦ τὰ λέγει· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πολὺ κακόν. Κατὰ τοῦ τμηματάρχου παρεπονέθη ἡ ἐπιτροπὴ, διότι αὐτὸς ὑποστηρίζει τὸν ἐργολάβον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον, διότι εἶναι κακῆς πίστεως καὶ ὑποβολεὺς τῶν ἐναντίον τοῦ ἐργολάβου, ἐνῷ ἡ ἀπάντησις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐναντία, διότι ὁ Μάτσας ὑπέβαλε τὸ ὑπόμνημά του καὶ κάμνει μεγάλας ὑποχωρήσεις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ παύσῃ τὸ μέλος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου καὶ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ αὐτοῦ ἔλαβον γνωμοδότησιν νὰ τὸν παύσω, ἀλλὰ δὲν προέβην εἰς τοῦτο, διότι αὐτὸς εἰργάσθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἔργου.
§13ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ εὐμενεῖς κρίσεις, δι’ ὧν ἐποιήσατο μνείαν ὁ προαγορεύσας τῶν ἀποτελούντων τὸ δικαστήριον Ἀθηνῶν, ἤλπιζον, ὅτι ἤρκουν, ἵνα μὴ φέρῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐπερώτησιν καὶ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε ἐπηρώτησε, πληροφορῶ αὐτὸν, ὅτι σήμερον, ἀναγνοὺς ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ ὑποθέσεως τοιαύτης φύσεως, ἐκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἠρώτησα, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ γραφόμενα, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ποιήσας τὴν ἐπερώτησιν, παρέδωκεν αὐτῷ χθὲς μήνυσιν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, πραχθείσῃ ἐν ἐνστάσεσιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοῦ δήμου Πειραιῶς, δι’ ἧς καταγγέλλει τὸ ἔγκλημα, χωρὶς νὰ ὁρίζῃ πρόσωπα, καὶ ὅτι ἐπελήφθησαν ἤδη αἱ Ἀρχαὶ τῶν ἐπὶ τούτων ἀνακρίσεων. Ἐπέστησα ἰδιαζόντως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, καὶ δύναται νὰ ἦναι βέβαιος ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ θὰ ἐπιτελέσῃ μετὰ δραστηριότητος τὸ ἔργον αὑτῆς, καὶ ὅτι θέλει ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, χωρὶς νὰ φεισθῇ οὐδενὸς, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦναι. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν τινὰ, πῶς ὁ Κύριος βουλευτὴς, νομικὸς ὢν καὶ Ὑπουργὸς ὑπάρξας τῆς Δικαιοσύνης, ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐκφράσῃ καὶ γνώμας καὶ πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν ἐπράχθη, καὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ἐτελέσθη· τόσῳ δὲ μᾶλλον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τοῦτο, καθ’ ὅσον, δὲν ἔκαμε τὴν καταγγελίαν καθ’ ὡρισμένων προσώπων.
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι, ὅτι χθὲς τὸ πρωῒ παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπε περίπου αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης, ὄχι μὲ λεπτομερείας, ἀλλ’ ὅτι διεγράφησαν ἀπὸ τὸν κατάλογον 588 πολῖται, ὅτι διὰ χημικῆς σκευασίας ἐσβέσθη τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀριθ. τοῦ μητρώου ἄλλου δήμου, εἰς ὃ ἦσαν ἐγγεγραμμένοι. Μοὶ ἔκαμε δὲ ἐντύπωσιν ἡ διήγησις αὕτη, διότι δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα νὰ διαγραφῶσι 588 ὀνόματα. Τὸν ἠρώτησα, ποῦ ὑποθέτει, ὅτι ἔγινεν ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι, κατ’ αὐτὸν, ἐγένετο εἴτε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰρηνοδικείου, εἴτε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωτοδικείου· μὲ παρεκάλεσε δὲ, νὰ ἐνεργήσω καὶ ἐγὼ, ὅσον δύναμαι, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Εἶπον εἰς τὸν Δήμαρχον, ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ κάμνουν τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, εἶναι τρία, ἡ ἐπιορκία, ἡ πλαστογραφία καὶ ἡ ἀσέλγεια παρὰ φύσιν, καὶ ὅτι δὶς διηύθυνα ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ οὐδέποτε ὑπέβαλον πρότασιν χάριτος δι’ αὐτὰ τὰ τρία ἐγκλήματα· τοῦ προσέθηκα δὲ, ὅτι θέλω καταβάλει πᾶσαν ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀμέσως κατόπιν παρεκάλεσα τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ τὸν ἴδω καὶ ἦλθεν· εἶχε μαζύ του δὲ καὶ ἓν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀποδεικτικὰ, εἰς τὸ ὁποῖον πραγματικῶς, μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν κακὴν ὅρασιν, ἣν ἔχω, διέκρινα, ὅτι διῆλθεν ὑγρόν τι εἰς ἓν μέρος τοῦ χάρτου, ὅπου ἦτο ἐγγεγραμμένον τὸ ὄνομα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐνέργειάν του. Δὲν δύναμαι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι παρῆλθε πολὺς καιρὸς, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν κατάλογον τοῦ δήμου Πειραιέων, δηλαδὴ ἐγένοντο καταγγελίαι καὶ παράπονα, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐνέγραφεν εἰς τὸν κατάλογον τὸν ἐκλογικὸν δημότας ἄλλων Δήμων, χωρὶς νὰ ἔχῃ τ’ ἀπαιτούμενα ἀποδεικτικά! Ἐγένετο δὲ περὶ τούτου καί τις ἐνέργεια, ὁ δὲ Δήμαρχος ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ λάβῃ σημειώσεις ἀποδεικτικῶν τῶν δημοτῶν ἄλλων Δήμων, ὅπως ἴδῃ ἂν ἦναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ μητρῷον. Περὶ τούτων θέλω σᾶς φέρει τὰ ἔγγραφα. Τὸ ἄλλο περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, εἶναι σωστόν· τὰ ἐζήτησα, ἀφοῦ ἤθελε τελειώσει τὸ Δικαστήριον, διότι ἐξηκολούθησαν αἱ ἐνστάσεις, τὰ παράπονα καὶ αἱ κατηγορίαι ἐναντίον τοῦ Δημάρχου Πειραιῶς, ὅτι ἐνόθευσε τὸν κατάλογον τὸν ἐκλογικὸν κατὰ 2½ χιλιάδας ἐκλογέων, καὶ ἐζήτησα καὶ ζητῶ ἀκόμη νὰ μάθω, ἐὰν ἀληθεύῃ αὐτό. Ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ἕτερον ἔγκλημα, ὅτι, ἐὰν ἐγένετο τῳόντι, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι φαίνεται ἀκριβῶς, ὡς εἶπον, ὅτι διῆλθεν ἐπὶ τῆς γραμμῆς, ἔνθα εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ ἀριθμὸς τοῦ μητρώου, σκευασία τις χημική. Ἐὰν δὲ ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ 580 ἀποδεικτικῶν, τοιαύτη ἐνέργεια θ’ ἀπῄτει ἡμερῶν πολλῶν ἐργασίαν, καὶ τοῦτο ἐντὸς δημοσίου γραφείου. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀνάκρισις θ’ ἀνακαλύψῃ τὸν ἔνοχον, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται. Ὅσον ἀπὸ ἐμὲ ἐξαρτᾶται, θέλω πράξει ὅ,τι δυνηθῶ, πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ἐγκληματίου.
§16ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ φανῶ εὐχάριστος εἰς τὸν Κύριον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦμαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν παράδοξον ἰδέαν, ἣν ἔχει, περὶ τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων μου, νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἔγγραφα ἐκκρεμοῦς ἀνακρίσεως, καὶ νὰ ἐκφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς γνώμην περὶ τοῦ βασίμου ἐκκρεμοῦς κατηγορίας, περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως καὶ περὶ ἐνόχων· τοῦτο οὐδέποτε θέλω πράξει.
§18ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§19ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐδένα ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔλαθεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν ἤδη τὸ ἄτοπον τῆς ἀξιώσεως, τὴν ὁποίαν πρότερον εἶχε διατυπώσει, τοῦ νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης γνώμην περὶ τοῦ, ἂν ὑπάρχῃ ἔγκλημα, καὶ περὶ τοῦ τίνα πρέπει νὰ λάβῃ τοῦτο χαρακτηρισμόν. Διὰ τοῦτο τὸν εἴδετε ἐπιτηδείως ἐξελθόντα ἀπὸ τοῦ σφαλεροῦ καὶ ἀνωφεροῦς εἰς αὐτὸν ἐκείνου ἐδάφους, καὶ καταφυγόντα πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀσκεῖν ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν. Διαβεβαιῶ αὐτὸν, ὅτι τὸ καθῆκον αὐτὸ ἀσκεῖται ἤδη μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς δραστηριότητος καὶ αὐστηρότητος. Τῷ συνιστῶ δὲ νὰ ἦναι ἐφεκτικώτερος εἰς τὰς γνώμας του περὶ ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, καὶ τὸν παρακαλῶ, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας περὶ τῶν ὑπὸ ἀνάκρισιν ὑποθέσεων φέρει εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν εὐχαρίστησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκδούλευσιν, νὰ τὰς ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν ἐπιτετραμμένην τὰς ἀνακρίσεις ταύτας δικαστικὴν Ἀρχήν.
§20ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§21ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα μηνὸς ὑπέβαλον ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπευθυνομένην εἰδικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ἧς παρεκάλεσα νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαι αἱ δικογραφίαι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἀπονεμηθείσας χάριτας. Καὶ ἀληθῶς αἱ δικογραφίαι ἦλθον, κατωρθώθη δὲ, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν τὴν σωρείαν τῶν χαρίτων, καὶ νὰ σχηματίσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁπωσδήποτε μίαν γνώμην. Ἐφρόνουν, ὅτι ἠθέλομεν ἐρωτηθῆ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, πότε ἐσκοποῦμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ σκανδαλώδους τούτου ζητήματος, ἀλλ’ εἶδον, ὅτι δὲν ἠρωτήθημεν. Ἐπιφυλάσσομαι, νὰ φέρω πάντοτε τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἤδη μάλιστα, ὅτε κατωρθώθη καὶ ἄλλοι συνάδελφοι νὰ σχηματίσωσιν ὁπωσδήποτε γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν, ν’ ἀφήσω εἰς σᾶς νὰ προσδιορίσητε τὴν ἡμέραν. Σᾶς ἀνέμενον μάλιστα, καὶ ὑπέθετα, ὅτι δὲν εἴχετε ἐξαντλήσει τὴν μελέτην. Ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας. Ἀλλ’ ἀφίνω καὶ εἰς σᾶς, νὰ προσδιορίσητε ταύτην, καὶ ὑπόσχομαι νὰ σᾶς ὑποστηρίξω.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀφίνει εἰς ἐμὲ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως. Ἂς πιστεύσῃ, ὅτι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν διατελῶ ἕτοιμος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θέλει τὸν ὠφελήσει. Ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς, γινώσκων τὰς ἐκκρεμεῖς ἐργασίας, ἃς ἔχει ἡ Βουλὴ σήμερον ἐνώπιον αὐτῆς, προσδιώριζεν αὐτὸς οὗτος ἡμέραν συζητήσεως.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας σχετίζεται πρὸς τὸ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐν γένει, διότι ἐννοεῖται ὅτι, ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος, περὶ οὗ ὁ λόγος, πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν, δὲν θὰ ἐπειγόμεθα ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ φέρωμεν εἰς συζήτησιν τὸ θέμα εὐθύς· ἀλλὰ σήμερον πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι πρὸ τῶν ἑορτῶν δὲν ὑπολείπονται, εἰμὴ δύο, ἢ τρεῖς συνεδριάσεις, καὶ αὗται μετὰ κόπου καταρτιζόμεναι· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ συζήτησις, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ κ. βουλευτής, δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρὸ τῶν ἑορτῶν. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι θὰ γίνῃ πρώτη μετὰ τὰς ἑορτάς, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν τὰ τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὰς ὀλίγας ὑπολειπομένας ἡμέρας πρὸ τῶν ἑορτῶν. Νομίζω, ὅτι γενικὴ ἐπιθυμία θὰ ἦναι, κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ γενικῇ γνώμῃ εἶναι τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα, διότι, ὅταν ταῦτα προτάξωμεν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ καινὴ παράτασις τῶν συζητήσεων, ἥτις ἐπέρχεται, ὅταν ἐπιλαμβανώμεθα ἀναμὶξ μετὰ τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπίσης κατεπείγοντα. Βεβαίως δὲ κατεπείγοντα θεωροῦνται πάντα τὰ νομοσχέδια, ὅσα παρασκευάζουσι τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προϋπολογισμός, ὡς εἰκός, πρὸ τῶν ἑορτῶν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, οὐχ ἧττον εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι πρὸ τῶν ἑορτῶν νομοσχέδιά τινα πρὸς αὐτὸν σχετιζόμενα, ὅπως ὦσιν ἀρκούντως προωδευμένα τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ περιλάβωμεν ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἶναι δὲ καί τινα ἄλλα νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὰ στρατολογικὰ καθ’ ἑαυτὰ μὲν ἀνεξάρτητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατεπείγοντα ὅμως ἐπίσης. Ὁ δὲ τρόπος τῆς ἐπιλογῆς θὰ ἦτο, νὰ μείνῃ ἡ ἡμερησία διάταξις ὡς ἔχει, νὰ ἐρωτᾶται δὲ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐν αὐτῇ σειρὰν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου θέματος, ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, παραλείπηται δὲ πᾶν, καθ’ οὗ ὑπάρχει ὁ ἀντιλέγων. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ἡμερησίαν διάταξιν ἐπιδιωρθωμένην, καθ’ ἣν ἡμεῖς περὶ τοῦ κατεπείγοντος ἔχομεν γνώμην· ἀλλ’ ἐκ τῆς τοιαύτης ἡμῶν προτάσεως θὰ προεκαλεῖτο συζήτησις, ἐνῷ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν, τὰ περὶ τούτου νὰ μὴ λυθῶσι διακρινομένης πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἀλλὰ τῇ κοινῇ ἁπάντων γνώμῃ, καὶ νὰ μὴ προτάξωμεν νομοσχέδιον, οὗτινος τὸ κατεπεῖγον νὰ θεωρῆται παρά τινων ὡς ἀμφισβητήσιμον.
§25ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀγγέλλει, ὅτι δὲν θέλει νὰ προτρέξῃ εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅμως ἠκούσατε αὐτοῦ, ἐπικρίνοντος διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν εἶναι προϊόντα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς Ἑλληνικῆς, ὅτι εἶναι προϊόντα ξένης νομοθετικῆς ἐργασίας, τῆς Γαλλίας, ὅτι ἀκριβῶς ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐχλεύασεν, εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθῶς λυπηρὸν διὰ τοὺς Γάλλους νομοθέτας, νὰ μὴ τυγχάνωσι τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ τὰ ἀτυχήματα εἶναι τοῦ κόσμου τούτου. Ἂς ἐλπίζωμεν, ὅτι δὲν θὰ μάθωσιν οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι, ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν ἐπιδοκιμασθὲν παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, κατεφωράθη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας προϊὸν ἀμαθείας. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας χθὲς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, νὰ χλευάσῃ ἑτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ταύτην ἀντιγεγραμμένην ἐκ ξένων νομοθετημάτων, διότι ἡμεῖς τοιαῦτα νομοθετήματα δυσκόλως δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζετε εἰς κἀμμίαν νομοθεσίαν διατάξεις ὡς τὰς τοῦ ἄρθρου 87;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς γινώσκω τὰς νομοθεσίας, ἐξ ὧν παρελάβομεν τὸν τρόπον τοῦτον τοῦ συνδυασμοῦ τῶν νομοσχεδίων πρὸς τὴν δι’ αὐτῶν μεταῤῥυθμιζομένην νομοθεσίαν. Ἀλλὰ περὶ τούτων μετ’ ὀλίγον, τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην θέλω ν’ ἀπευθύνω παρατήρησίν τινα εἰς τὸν κ. ἐκ Λακωνίας βουλευτήν, ὅστις, ἀναγινώσκων διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἃς ἐνόμιζεν ἐπινοήσεις ἡμῶν, ἐνῷ παρελήφθησαν ἐκ ξένων νομοθεσιῶν, ἐξεδήλου διὰ παντοίων κινήσεων τῶν χειρῶν καὶ τοῦ σώματος τὴν περὶ τοῦ περιπλόκου καὶ τοῦ δυσκατανοήτου αὐτῶν γνώμην του. Ἐπρόκειτο δὲ περὶ πίνακος, ὁρίζοντος τὰ ποσὰ τοῦ πληρωτέου χρηματικοῦ τιμήματος κατὰ κλίμακα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμίδων τῆς κλίμακος εἶχε περιαγάγει εἰς σύγχυσιν τὸν Κύριον βουλευτὴν, ἐνῷ, ὅσον περισσότεραι βαθμίδες ὑπάρχουσι, κατὰ τοσοῦτον εἶναι εὐκολωτέρα ἡ ἀνεύρεσις τοῦ ποσοῦ τοῦ πληρωτέου. Περὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 87 λέγω τὰ ἑξῆς. Ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἐν τελευταίῳ ἄρθρῳ τῶν νομοσχεδίων, — ἐν τῷ προκειμένῳ δὲ νομοσχεδίῳ τελευταῖον εἶναι τὸ 87 — ἀναγράφηται, ὅτι πᾶσα διάταξις, ἀντικειμένη εἰς τὸν νόμον, καταργεῖται. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις ἡ συνήθης, ἡ ὁποία ἀφίνει εἰς ἕκαστον τὴν φροντίδα καὶ τὴν εὐθύνην νὰ ἀνεύρῃ, ὅπως αὐτὸς γινώσκει, τὰ ἄρθρα καὶ τὰς παραγράφους καὶ τὰ ἐδάφια τῶν ἄρθρων προηγουμένων νόμων, ἅτινα καταργοῦνται. Εἶναι βεβαίως ὀρθότερον, ἀντὶ τούτου, νὰ καθορίζωνται ἐν τῷ νόμῳ τὰ καταργούμενα ἄρθρα καὶ ἐδάφια. Εἰς τοῦτο συνίσταται τὸ κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐκίνησε τὴν περιέργειαν τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν, τουτέστι καταργοῦντες ὅλην τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν περὶ τοῦ θέματος νομοθεσίαν, καὶ ἀντικαθιστῶντες αὐτὴν διὰ νέου νομοθετήματος. Αὕτη ἡ ἐργασία γίνεται ἤδη· ἀλλ’ ἐὰν ταύτην τὴν ἐργασίαν ὑπεβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι πρόδηλον, ὅτι οὐδέποτε ἠθέλομεν τελειώσει. Ἐγένετο τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ· ὁμιλῶ δὲ ἐκ πείρας, διότι ἔπραξα ἐγὼ ἄλλοτε τοῦτο, ὡς πρὸς τὸν Προξενικὸν νόμον. Προέτεινα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, τὴν κατάργησιν πάντων τῶν κειμένων περὶ τοῦ θέματος νόμων, καὶ περιέλαβον ἐν αὐτῷ πάσας τὰς διατηρητέας διατάξεις· ὡς ἐκ τοῦ τοιούτου δὲ καταρτισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου λίαν ἐργώδης κατέστη ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν περιεστράφη κυρίως εἰς τὰς διατάξεις, τὰς μεταῤῥυθμιζούσας τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἀλλ’ οἱ ἐπικρίνοντες, κατερχόμενοι ἀμελέτητοι εἰς τὸν ἀγῶνα, ἔφερον τὸν λόγον εἰς τὰς ἀναγινωσκομένας διατάξεις, ἐκτυλίσσοντες σκέψεις, ἀποῤῥεούσας ἐκ τῶν ἐντυπώσεων πρώτης ἀκροάσεως καὶ ἀδιαφοροῦντες, ἂν αἱ διατάξεις, ἐφ’ ὧν προεκάλουν τὴν συζήτησιν, ἦσαν ἁπλῆ ἀναγραφὴ τῶν κειμένων. Ἀγνοοῦντες τὴν ἐν ἰσχύϊ νομοθεσίαν, συνεζήτουν περὶ πάντων τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς εἰ προέκειτο περὶ νεωτερισμῶν, διότι παρετηρήσατε, ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ σύνηθες ἐπιχείρημα τῶν Ἀντιπολιτεύσεων, προσερχομένων ἀπαρασκευάστων εἰς συζήτησιν ὑπουργικῶν νομοσχεδίων. Πρωτοφανές, ἔλεγον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταὶ τότε, ὅπως λέγουσι καὶ τώρα, τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἠκούσατε κατὰ ταύτην τὴν σύνοδον ἀκαταπαύστως παριστάμενα ὡς πρωτοφανῆ τ’ ἀναγραφέντα αὐτολεξεὶ ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας. Καὶ τότε, ὅπως καὶ τώρα, πρωτοφανὴς πᾶσα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἀντισυνταγματική, ἂν μή, ὅπως συνεχῶς τώρα, τερατώδης καὶ βδελυρά. Τοιαῦτα ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν διδάγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀφήσωμεν τὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας, πρωτοφανῆ, καὶ ἀντισυνταγματικά, καὶ τερατώδη, ὡς κεῖνται. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ὑποβάλλομεν γενικώτερον νομοσχέδιον, ἀναχωνεῦον τὴν ὅλην περὶ τῶν στρατολογικῶν νομοθεσίαν, καὶ περιωρίσαμεν τὴν περιφέρειαν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου εἰς μόνην τὴν μεταβολὴν τῶν κειμένων νόμων. Οὕτω δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον τῆς προκλήσεως συζητήσεων περὶ διατάξεων, μὴ μεταβαλλομένων· ἀφοῦ δὲ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, περιλαμβάνοντος καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι τότε νόμος, καὶ πάσας τὰς ὑπὸ τούτου μὴ καταργηθείσας διατάξεις τῶν προηγουμένων νόμων, εἰς ἀντικατάστασιν πάσης τῆς κειμένης περὶ στρατολογικῶν νομοθεσίας. Πειθομένη δὲ ἡ Βουλή, ὅτι οὐδεὶς περιλαμβάνεται νεωτερισμὸς ἐν τῷ νομοθετήματι, εἶναι ἐλπὶς, ὅτι θέλει ψηφίσει αὐτὸ ἀσυζητητεί. Τοῦτον θεωρῶ τὸν τρόπον ὡς τὸν προκριτότερον πρὸς ἐνδελεχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τῆς τῶν στρατολογικῶν ἀναδιοργανώσεως. Ἐὰν προεβαίνομεν καθ’ ὃν τρόπον προτείνει ὁ κ. βουλευτής, θὰ προεκαλοῦμεν συζήτησιν ἀτελεσφόρητον. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως διαγράφει αὐτὸ ὁ κ. βουλευτής, θὰ ἦτο μακρότατον, αἱ δὲ τρεῖς ἀναγνώσεις αὐτοῦ, ἂν μὴ προϋπάρξῃ συνεννόησις μεταξὺ πάντων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀσχολουμένων εἰς τὰ στρατολογικά, πρὸς περιστολὴν τῆς συζητήσεως, θέλουσιν ἀπαιτήσει χρόνον, ὑπερβαίνοντα τὰ ὅρια ὁλοκλήρου τῆς συνόδου. Αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ὁμολογεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤδη βλέπει κατὰ πρῶτον, ὅτι ἤδη μελετᾷ κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα τοῦτο. Τουλάχιστον ἄρα ἓν ἔτος θὰ τῷ εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως παρασκευασθῇ πρὸς τὴν συζήτησιν. Πρέπει εἰλικρινῶς νὰ ἀντικρύσωμεν τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατόν, νομοσχέδιον, ἐκ βάθρων μεταῤῥυθμίζον τὰ τῆς στρατολογίας, νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑποδεικνύει. Πρὸς συζήτησιν τοιαύτην πρέπει νὰ δοθῇ ἓν ἔτος τοὐλάχιστον εἰς μελέτην, πλὴν τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαιτήσῃ κατόπιν αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει. Ἐγὼ αὐτὸς ὑπὲρ τὸ ἔτος ἠσχολήθην εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἴσως ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐμελέτησά τινας ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν θέλωμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίας ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου στηρίζεται ἅπαν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν ἐν τῷ στρατῷ. Ἐὰν ἄρα ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὰς οἰκονομίας ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν ἦναι διατεθειμένη νὰ ἔχῃ Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οἷος ὁ ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ ὑποβληθέντι τεύχει, τουτέστιν 18,000,000, καὶ οὐχὶ Προϋπολογισμὸν 22,000,000, ὁποῖος θὰ ἦναι, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἔχῃ ψηφισθῆ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ ἀποφασίσῃ, ὅπως ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπαγορεύεται ἐκ πρακτικωτέρας σκέψεως. Διὰ τοῦτο παρετήρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν προβῆ εἰς τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὸ μόνον νομοσχέδιον εὐτυχῶς, τὸ περιέχον τόσας διατάξεις καὶ τόσας ποικιλίας, καὶ τὸ τοσοῦτον νεωτερίζον, εἶναι τοῦτο· τ’ ἄλλα νομοσχέδια εἶναι ἴσως πολλά, ἀλλὰ δὲν περιέχουσι διατάξεις πολλάς· εἶναι ἐξ ἐκείνων, ὧν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ ἕκαστος διὰ μελέτης ἐκ τῶν συνήθων. Νομίζω ἄρα, ὅτι, ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τοῖς ψηφισθησομένοις πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὡς πρὸς τ’ ἄλλα δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία· ὡς πρὸς τ’ ἄλλα, δυνάμεθα νὰ συνεννοώμεθα περὶ ἑνὸς ἑκάστου, ν’ ἀνταλλάσσωμεν παρατηρήσεις περὶ τοῦ ἐπείγοντος, ἢ τοῦ μὴ ἐπείγοντος, καὶ ὅταν αἱ κατὰ τοῦ ἐπείγοντος τινὸς ἐξ αὐτῶν ἀντιῤῥήσεις ἦναι εὔλογοι, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦναι διατεθειμένη εἰς ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ μετὰ τὰς ἑορτάς.
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, κατὰ τὸ νέον σύστημα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον συνιστᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχει φαίνεται νομοθετικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία δέον νὰ μὴ ἔχῃ κυρίως σκοπὸν τὰ νομοθετούμενα, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ σκοπὸν ἄλλον, ἐκτὸς τοῦ νομοθετουμένου, ἡ τοιαύτη δὲ νομοθετικὴ ἐργασία νὰ γίνεται κατά τινα συνεννόησιν καὶ κατά τινα ἀμοιβαίαν ἀνοχὴν, ὅπως μὴ θεωρῆται κυρίως σπουδαία νομοθετικὴ ἐργασία, ἀλλὰ διὰ τὸ κατεπεῖγον νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια ἄνευ πολλῆς μελέτης αὐτῶν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπέναντι τῆς νέας ταύτης ἐφευρέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἔμεινα ἔκπληκτος. Τὰ οἰκονομικὰ, φαίνεται, περιέστησαν εἰς τοιοῦτο σημεῖον πλέον, ὥστε νὰ ἦναι, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἤδη ἀνεπίδεκτα συμβιβασμοῦ πρὸς σπουδαίαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ζητοῦνται ἤδη νομοθετικὰ προσωρινὰ μέτρα, οὕτως εἰπεῖν, ἐπὶ τῶν ὁποίων χρειάζεται ἡμίσεια προσοχὴ τῆς Βουλῆς, ἡμίσεια μελέτη, ἂν ὄχι κἄτι τι ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ νομίζω τότε, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἀναγνωρίζεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν διεξάγεται σπουδαίως ἐν τῇ Βουλῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Τότε δὲν ὑπάρχει διάκρισις ἐξουσιῶν. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, κατὰ τί διαφέρει τότε, εἰμὴ καθόσον εἶνε κἄτι τι χειρότερον, αὐτὸ τὸ λεγόμενον Συνταγματικὸν πολίτευμα, τὸ ἰδικόν μας, ἀπὸ τὸ πολίτευμα, καθ’ ὃ εἰς ἓν πρόσωπον συγκεντροῦται πᾶσα ἐξουσία· διότι ἡ Μοναρχία τί ἄλλο εἶναι, παρὰ μία Πολιτεία, συγκεντροῦσα πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν εἰς ἓν πρόσωπον; τοὐλάχιστον ἐκεῖνο ἔχει κἄτι τι εἰλικρινὲς, τοῦτο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐπενοήθη ἤδη, εἶναι, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀκατάληπτον.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς προχωρήσωμεν, Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἔδαφος συνεννοήσεως.
§31ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἄνευ τινὸς προεπεξεργασίας ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ δύνηται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἀντιπροσωπεύουσα πᾶσαν τὴν Βουλὴν κατά τινα τρόπον, δὲν θὰ κατορθωθῇ, ὅπως ψηφισθῶσι νομοσχέδια, περιέχοντα τοσαύτας διατάξεις, ὅσας τὸ περὶ στρατολογίας, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων κατὰ τρόπον, περιστέλλοντα τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νομοσχέδια νὰ ψηφισθῶσιν, ἐὰν πρόκειται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου νὰ καταρτισθῶσιν. Ὁ μόνος τρόπος, καθ’ ὃν δύναται νὰ συμπράξῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοιούτου νομοσχεδίου, ἢ εἰς τὸν ἔλεγχον τοιούτου νομοσχεδίου, εἶναι ὁ διὰ προεπεξεργασίας ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπιτροπὴ, καταρτιζομένη ὡς προέτεινεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, θὰ ἦναι ἡ ἐπιτυχεστέρα, διότι αἱ ἐπιτροπαὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ αὐτῶν. Ἴσως δὲ ὁ καταλληλότερος τρόπος, ὅπως ἔχωμεν ἐπιτροπὰς ἐργαζομένας, εἶναι, νὰ ἀναθέτωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, συμβουλευόμενον ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, ν’ ἀνευρίσκῃ, πῶς δύναται νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ, ἀνταποκρινομένη μᾶλλον εἰς τὰς διαθέσεις αὐτῆς. Ἐὰν ἄρα ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὴν γνώμην ταύτην, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ προβῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὸν καταρτισμὸν Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἄρξηται αὕτη εὐθὺς τοῦ ἔργου, καὶ ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν φανῇ ἐπιτυχεστέρα τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Κανονισμοῦ, τότε, ἐννοεῖται, οἱ παραδεχθέντες τὴν γνώμην ταύτην θέλουσιν ἀποδεχθῆ καὶ τὴν συνέπειαν τῆς ἀποτυχίας, τουτέστιν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσῃ πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ διὰ πρακτικωτέρου τινὸς τρόπου. Ὡς πρὸς δὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ μὴ προτιμητέα, βεβαίως ἐκ τῶν στρατιωτικῶν τὰ δικαστικὰ, ἤτοι τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ 19, δὲν σχετίζονται πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὡς πρὸς τὸ περὶ στρατολογίας, εἴπομεν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καίτοι ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἐψηφίζετο πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὡς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ χαρακτῆρός του, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν ἄρθρων, ἐξ ὧν σύγκειται. Ὡς πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 15 περὶ καταρτισμοῦ στελεχῶν ἐφεδρείας....
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Σχετίζεται μὲ τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιῤῥήσεις σπουδαῖαι. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 14, 16, 18, καὶ 19.....
§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ 15.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰ 6 μνημονευθέντα. Ὡς πρὸς τ’ ἄλλα, θὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἐὰν τυχὸν παρατηρήσωμεν, ὅτι ἐπί τινος νομοσχεδίου ὑπάρχει γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν παρουσιάζει χαρακτῆρα κατεπείγοντος, ὅτι ἀναβαλλόμενον δύναται νὰ συζητηθῇ σκοπιμώτερον μετὰ τὰς ἑορτὰς, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναβολήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ 14, 15, 16, 18 καὶ 19. Ὁ κ. Μισυρλῆς.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ γίνῃ παραπομπὴ εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐκλεχθησομένην, τῶν νομοσχεδίων τῶν στρατολογικῶν, πρέπει νὰ γίνῃ ἐπίσης παραπομπὴ εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων περὶ ναυτολογίας, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ παραπέμψῃ αὐτὰ, εἴτε εἰς τὴν αὐτὴν Ἐπιτροπὴν, διαιρουμένην, ἢ μὴ, εἰς δύο τμήματα, εἴτε εἰς ἑτέραν αὐτοτελῆ Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Πρόεδρος, συνεννοούμενος μετὰ τῶν βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους θὰ προσδιορίσῃ ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν τὸ 27.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὸ ναυτικόν.
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ περιλάβητε καὶ τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§44ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ περιλάβητε καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν φθάσητε ἐκεῖ, τότε λαμβάνετε τὸν λόγον.
§46ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὑποστηρίζω τὰ χθὲς ἀνακοινωθέντα ψηφίσματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πυλίων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τιμωρήσῃ πᾶσαν παράβασιν, ἐὰν τυχὸν στρατιωτικὴ δύναμις ἔλαβε μέρος εἰς τὰς καταπιέσεις· πέποιθα δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τούτων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν βοηθημάτων ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων, καὶ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, ὅπως μὴ αὕτη κατακρατῇ ἐπὶ πλέον τὰς χορηγηθείσας εἰσφοράς, ἀφοῦ ὁλόκληροι οἰκογένειαι διατελοῦσιν εἰσέτι ἐν ὑπαίθρῳ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, οὔτε Σχολεῖα, οὔτε Ἐκκλησίαι ὑπάρχουσι. Δὲν ἐννοῶ τὴν βραδύτητα ταύτην, ἀντικειμένην ἄντικρυ πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν φιλανθρώπων· νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ὡς τάχιον ἐπὶ τούτου.
§47ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήχθη πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῶν ἐν Ρίῳ καταδίκων. Ἡ ἀναφορὰ ἐκείνη, ἂς εἴπω τὸ τετριμμένον ἐκεῖνο λόγιον, ἐστάλη εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Οὐχ ἧττον, Κύριε Πρόεδρε, εὐγενής τις καὶ σεβαστὴ ὕπαρξις ἐμερίμνησε περὶ τῶν δυστυχῶν ἐν Ρίῳ καθειργμένων, λαβοῦσα ἀφορμὴν βεβαίως ἐκ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καθῆκον, ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ὡραῖον μάθημα, ὅπερ ἔδωκεν ἡ εὐγενὴς καὶ σεβαστὴ αὕτη ὕπαρξις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, εὔχομαι νὰ τῷ γίνῃ ὠφέλιμον· παραπέμπω δ’ αὐτὸν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν», ἐν ᾗ εὕρηται τὸ μάθημα, πρὸς μελέτην. Ἐνῷ δ’ ἐν τούτοις, Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐνταῦθα τυρβάζομεν περὶ ἄλλα, θεωροῦντες, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἡ ἐξέτασις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἡ βελτίωσις τῶν ἐν αὐταῖς κρατουμένων, ἐνῷ ταῦτα φρονοῦμεν, καὶ ὅτι ἡ ἀπώλεια τούτων εἶναι ἐκ τῶν ἐπουσιωδεστέρων, ἡ εὐγενὴς καὶ σεβαστὴ αὕτη ὕπαρξις μεριμνᾷ σπουδαίως, καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὰς ἐν Ρίῳ φυλακὰς, πρωΐαν τινὰ παρελθοῦσαν, εὑρέθησαν ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ νομάρχης τοῦ νομοῦ τούτου καὶ ὁ θεολόγος Λαμπάκης. Τίς ὅμως ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἐν αὐταῖς, εἰς παραμυθίαν καὶ παρηγορίαν τῶν δυστυχῶν ὄντων; Τίς, Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, σᾶς ἔδωκε τὸ καλὸν αὐτὸ μάθημα; Ἀκούσατε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς φιλανθρώπου καὶ συμφερούσης προνοίας ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς τρώγλαις, ταῖς καλουμέναις φυλακαῖς, ἀνέλαβεν ἡ σεβαστὴ Ἄνασσα ἡμῶν. Αὕτη, σὺν τοῖς ἄλλοις, σᾶς διδάσκει, ὅτι αἱ φυλακαὶ τῆς Ἑλλάδος εἰσὶν ὁ χείριστος τῶν παραγόντων τῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου. Ὠφεληθῆτε, Κύριε Ὑπουργὲ, ὠφεληθῆτε ἐκ τοῦ διδακτικωτάτου τούτου μαθήματος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή.—Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν ταῖς ἀτμοτελωνίσιν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι λογιστικοί, διορισθέντες μὲ θητείαν. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ κάμῃ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους; Θὰ τοὺς διατηρήσῃ, ἢ ὄχι;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁσάκις διὰ νόμου καταργοῦνται θέσεις, αἵτινες ὑπῆρχον ἐν θητείᾳ, ἡ θητεία ἐκλείπει· ἑπομένως πάντες θέλουσιν ἀπολυθῆ.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἄδικον δι’ αὐτοὺς, οἵτινες ἔχουσι τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα;
§52ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη μετ’ ὀλίγον νὰ διορισθῶσι λογισταὶ, καὶ τότε δύνανται νὰ συναγωνισθῶσιν, ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀδιαφορῶ, ἐὰν θὰ διορισθῶσιν οἱ δεῖνα, ἢ οἱ δεῖνα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, νὰ δώσῃ προσοχὴν, ὥστε αἱ ἀτμοτελωνίδες αὗται νὰ ἐκτελῶσι τὸν προορισμόν των, διότι ὑπάρχει π. χ. λαθρεμπόριον εἰς θέσιν Α, πηγαίνει πλοίαρχός τις εἰς τὸν κυβερνήτην τῆς ἀτμοτελωνίδος καὶ τοῦ λέγει· «ἀπόψε θὰ βγάλουν λαθρεμπόριον εἰς τὴν θέσιν Β.» Αὐτὸς τὸ πιστεύει, καὶ πηγαίνει ἐκεῖ, καὶ τὸ λαθρεμπόριον ἐνεργεῖται ἀφόβως. Πρέπει λοιπὸν ὁ κυβερνήτης αὐτὸς νὰ ἔχῃ καὶ ἀστυνομικὴν ἱκανότητα καὶ πνεῦμα.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς ὑπεβλήθη αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§55ΚΑΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὰ πληρώματα αὐτὰ νὰ μὴ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐθελουσία κατάταξις εἰς τὸ ναυτικόν.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε δικαιωματικῶς, βεβαίως ὄχι, διότι, κατὰ τὸ νέον σύστημα τῆς ναυτολογίας, ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ὦμεν ὑπόχρεοι νὰ κατατάσσωμεν ἐθελοντάς· ἐπιθυμοῦμεν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐθελοντῶν νὰ περιορίζωμεν, ὅσον τὸ δυνατόν.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Κανάρης ἔκαμε μίαν σύστασιν.
§58ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ ἀνακατάταξις ἐπιτρέπεται· ὥστε, ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα, δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ἐκ νέου.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ κατὰ τὴν θητείαν τῶν πληρωμάτων αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν εἶναι πραγματικόν, ὅτι ὑφίσταται θητεία. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, μήπως ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θητείας ταύτης ἐπέλθῃ ζημία τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ἄλλοτε ἠθέλησαν νὰ πράξωσι τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς τελωνοφύλακας. Ἐκ τούτου ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, διότι πάντες οἱ τελωνοφύλακες, οἱ ὁποῖοι εἶχον θητείαν καὶ ἀπελύθησαν, εἰσήγαγον τὰς ἀγωγάς των, καὶ ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθούς των. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις καὶ ὡς πρὸς τὰ πληρώματα τῶν ἀτμοτελωνίδων, πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας, τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ θητεία ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ διὰ νόμου, καὶ ὅτι οὐδὲν ἐκ τῆς καταργήσεως γεννᾶται δικαίωμα. Τὰ δικαιώματα, τὰ ἀναγνωρισθέντα ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἐστηρίζοντο ἐπὶ τοῦ λόγου, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν ἐτηρήθη ἡ σειρά, ὅτε ἀπελύθησαν οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ καταλόγῳ πρὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετηρήθησαν. Ἐνταῦθα θ’ ἀπολυθῶσι πάντες. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς μισθῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἀμφιβολίας, διότι λέγει, «οἱ ἐπὶ κανονικῷ μισθῷ, μὴ ὑπερβαίνοντι» κτλ. Ἐθεωρήθη, μήπως ἐννοῆται, διὰ τῆς λέξεως ταύτης, ὁ μισθὸς τοῦ βαθμοῦ, ἐνῷ ἀκριβῶς ἡ πρόθεσις ἡμῶν εἶναι, νὰ ἐννοῆται ὁ μισθὸς τῆς θέσεως. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «κανονικῷ».
§63ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, διότι χάνουσι σήμερον 30% ἐκ τοῦ μισθοῦ των· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐχόντων μισθὸν μέχρι καὶ 400 δραχμῶν. Τώρα δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, ποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη· ἐὰν βεβαίως ἦναι μεγάλη, δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ διστάσῃ, ἐὰν πρόκειται διὰ μικρᾶς δαπάνης νὰ συντηρῶνται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ κάπως ἀξιοπρεπέστερον.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυστυχῶς ἡ διαφορὰ θὰ ἦναι ὑπερβάλλουσα, διὰ τὰς παρούσας στενοχωρίας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν εἶναι καὶ ὀρθὸν νὰ δημιουργῶνται ἄνευ ἐσχάτης ἀνάγκης διακρίσεις μεταξὺ ὑπαλλήλων, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Διὰ τοῦτο προετιμήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν διάταξιν μόνον εἰς αὐτοὺς, τοὺς κατωτάτην μισθοδοσίαν λαμβάνοντας, οἱ ὁποῖοι ἄνευ τῆς προνοίας ταύτης δὲν δύνανται ἢ νὰ παραιτηθῶσιν.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἦναι λόγοι τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσιν· ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρέπει νὰ πληρόνωνται ἀξιοπρεπῶς.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἤδη πληρόνονται κάλλιον τῶν δικαστικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ. περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ὁ κ. Δημητριάδης ὑπέβαλε τροπολογίαν μετὰ τοῦ κ. Νοταρᾶ, καὶ ἔχει τὸν λόγον.
§68ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἔχει ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). «Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀπὸ 21 Ἰανουαρίου 1880 ᾼΤΝʹ. Νόμου περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἐπιβάλλεται καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου, ἔγγειος φόρος, ἑνὸς μὲν λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου ἐν πόλεσι καὶ χωρίοις πληθυσμοῦ κατωτέρου τῶν 2,500, ἑνὸς δὲ καὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου ἐν πόλεσι καὶ χωρίοις πληθυσμοῦ ἀπὸ 2,500–5,000, καὶ δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν διὰ τὸν ἀποταμιευόμενον ἐν πόλεσι καὶ χωρίοις πληθυσμοῦ μείζονος τῶν 5,000». Τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑπέβαλον χάριν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος περὶ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καθιεροῦται φοβερὰ ἀνισότης, διότι ἡ ἀξία τῶν οἴνων, τῶν παραγομένων καὶ ἀποταμιευομένων ἐν μικροῖς χωρίοις καὶ κώμαις, δὲν ἔχει οὔτε τὸ τρίτον τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ οἶνος, ὁ παραγόμενος ἐν πόλεσι καὶ χωρίοις καὶ ἀπὸ ἀμπέλους πλησίον τῶν μεγαλοπόλεων. Νομίζω, ὅτι ἡ δικαιολογικὴ αὕτη βάσις τῆς τροπολογίας μου εἶναι λογικωτάτη, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν, καθ’ ἥν, ὅταν οἱ φόροι δὲν ἦναι βαρεῖς, ἡ ἀνισότης δὲν κρίνεται ἐπαισθητὴ, ὅταν ὅμως οἱ φόροι ἦναι βαρεῖς, ἡ ἀνισότης εἶναι ἐπαισθητὴ καὶ ἀφόρητος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀνισότης, εἶναι οὐ μόνον βαρεῖα, ἀλλὰ καὶ ἀληθῶς καταπληκτική. Ἡ διαφορὰ ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ ἔγγειος φόρος. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ 1837, τοῦ 1838, τοῦ 1839, τοῦ 1840 καὶ 1841, δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν διαφορὰν αὐτήν. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διαφορὰ ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, ὥστε, ἀποτυχούσης τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τοῦ γλεύκους, εἶχεν ἐκδοθῆ Βασιλικὸν Διάταγμα, ὑποχρεοῦν τοὺς ἐνοικιαστὰς, νὰ λαμβάνωσι τὸν φόρον τοῦ οἴνου εἰς εἶδος, καὶ ἂν οὗτοι ἠρνοῦντο νὰ παραλάβωσιν αὐτὸν ἐντὸς ἑξαμηνίας, ἐδικαιοῦντο οἱ φορολογούμενοι ν’ ἀποταμιεύωσι τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς βουτσιὰ, καὶ μετὰ χρόνον νὰ χύνωσιν αὐτό. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, ἐστὲ βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσκομίσῃ περισσότερα, ἀφ’ ὅσον δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ἐὰν ὁρίσῃ ὅμοιον φόρον εἰς ὅλους τοὺς οἴνους. Δὲν βλέπω, ποῖον λόγον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς ὡρισμένους Δήμους ὁ οἶνος εἶναι ἀσθενέστατος, δὲν ἔχει κἀμμίαν ἀξίαν, λαμβάνει δὲ μετὰ ταῦτα ἀξίαν, διότι προστίθεται ἡ ῥητίνη, φορολογουμένη βαρέως καὶ αὕτη, καὶ οὕτω λαμβάνει ἀξίαν τινὰ, συσκευαζόμενος δι’ ἁδρᾶς δαπάνης. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ παρουσιάσθη περίστασις νὰ ἴδω ἀμπελουργοὺς, χύναντας τὸν μοῦστόν των, διότι οὐδεὶς παρουσιάζετο ἀγοραστής· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ 1858 ἔλαβε χώραν δίκη περίεργος. Εἶχε συμφωνήσει ἀμπελουργός τις νὰ πωλήσῃ τὸν μοῦστόν του, παραδοτέον τὸν Ὀκτώβριον, ἐπὶ τιμήματι ἑνὸς λεπτοῦ ὀλιγώτερον τὴν μπότσαν ἀπὸ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου· ὁ μοῦστος κατὰ τὸ τέλος Ὀκτωβρίου δὲν εἶχε κἀμμίαν ἀξίαν, καὶ μόλις ἐπωλεῖτο πρὸς ἓν λεπτὸν τὴν μπότσαν· εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὡμολογήθη, χάριν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι δὲν δικαιοῦται ὁ ἀγοραστὴς νὰ λάβῃ τὸν μοῦστον ἄνευ ἀντιτίμου, ἤτοι ἄνευ τοῦ λεπτοῦ, ὑπεχρεώθη δὲ νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν πωλητὴν τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχε, τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος, ἵνα ἐκπέσωμεν τὸν φόρον τοῦ οἴνου· οἱ ἀμπελουργοὶ τῶν ὀρεινῶν Δήμων, ἰδίως οἱ γεωργοί, κατασκευάζουσι καὶ ἓν ἄλλο εἶδος οἴνου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν λάγκιουρον· μετὰ τὴν ἔκθλιψιν τῶν σταφυλῶν, ῥίπτουσιν εἰς κάδδον τὰ στέμφυλα, ῥίπτουσιν ἐντὸς αὐτῶν ὕδωρ καὶ μετὰ χρόνον, μεταγγίζουσιν αὐτόν, φαινόμενον οἶνον, ἀλλ’ ὄντα μᾶλλον ὕδωρ, διότι ἅμα πατήσουν τὰς σταφυλὰς εἰς τὸν λινὸν, ἐξάγουσι τὸ γλεῦκος, ῥίπτουσιν ὀλίγα φορτία ὕδατος, καὶ τὸ ἐκ νέου ἐξαγόμενον τὸ μεταχειρίζονται ὡς οἶνον. Ποία δικαιοσύνη λοιπὸν θὰ δεχθῇ, νὰ φορολογήσῃ τὸν τοιοῦτον οἶνον, τὸ νερόν; Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ νὰ φορολογήσῃ διὰ τοσαύτης φορολογίας τὸν οἶνον, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις χρησιμεύει καὶ ὡς καφὲς, καὶ ὡς τέϊον, καὶ ὡς μπύρα, προσέτι δὲ καὶ ὡς στοιχεῖον τοῦ ἡμερομισθίου τῆς καλλιεργείας, διότι οὐδεὶς δέχεται νὰ ἐργασθῇ ἄνευ τοῦ ἀναλόγου οἴνου, ἢ ἄνευ προσθήκης τῆς ἀξίας του εἰς τὸ ἡμερομίσθιόν του.
§69ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογουμένως παραδοξότατον, ἵνα μή τι ἄλλο χεῖρον εἴπω, οἰκονομολογικὸν ἀξίωμα, καὶ τὸ οἰκονομολογικὸν τοῦτο ἀξίωμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις πάντων τῶν προτεινομένων ὑπ’ αὐτοῦ νομοθετημάτων. Τὸ ἀξίωμα δὲ τοῦτο εἶναι ἡ ratio legis, ὅπως λέγουσιν οἱ νομομαθεῖς, πάντων αὐτοῦ τῶν φορολογικῶν νόμων, καθ’ οὓς μέλλει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοσούτων ἐπαχθῶν φόρων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ἄνευ πολλῶν περιστροφῶν: «Ἔχομεν ἔλλειμμα 22,000,000, ὀφείλομεν νὰ τὸ καλύψωμεν. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχηται, δέον ν’ ἀπαλειφθῇ, καὶ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα ὀφείλετε νὰ μοὶ παράσχητε, ἐπὶ ἀπειλῇ καταστροφῆς τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θελήσητε· μοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Ἄλλως, ἡ εὐθύνη τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς πίπτει ἐφ’ ὑμᾶς, καίπερ μὴ αἰτίους τούτου τὸ παράπαν.» Διότι τί εὐθύνεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τὴν ἀφροσύνην τῶν κυβερνώντων; «Καὶ ἐπειδὴ σεῖς δὲν ἔχετε τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην, ἰδοὺ λαμβάνω ἐγὼ ταύτην, — εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ ἀξιώματι αὐτοῦ, — καὶ ἐπιβάλλω 15% ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων· ἐπιβάλλω αὐξήσεις, ἄνευ πολλῆς ἐρεύνης τῶν ἀποτελεσμάτων, ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ὥστε νὰ συμποσωθῶσιν αἱ ἐκ τούτων εἰσπράξεις εἰς 8 ὅλα ἑκατομμύρια· ἐπιβάλλω 20% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς σταφίδος κλπ. ὥστε νὰ συμποσωθῶσι τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττόμενα εἰς ἕτερα δέκα ἑκατομμύρια, ὅσα μοὶ ἀναγκαιοῦσιν. Ἀλλὰ μοὶ χρειάζονται ἀκόμη καὶ ἄλλα· ἐπιβάλλω 600,000 δραχμῶν, ἃς ὀφείλουσι ν’ ἀποτίσωσιν οἱ δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον κρινόμενοι ἀνίκανοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀδιάφορον, ὅπως δήποτε οὗτοι ὠφελοῦνται, θέλω μερίδιον ἐκ τῆς ὠφελείας των.» Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον κατώρθωσε ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κρίνει ἐπαρκὲς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὅπως αὐτὸς τὰς ἐννοεῖ, καὶ ὅπως αὐτὸς φρονεῖ εὔλογον νὰ τὰς κανονίσῃ, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ἔποψιν, ἀσχέτως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα δύνανται οἱ οὕτως ἐπιβαλλόμενοι νέοι φόροι νὰ ἐπενέγκωσιν ἐν τῇ παρούσῃ οἰκτρᾷ οἰκονομικῶς καταστάσει τῆς χώρας. Ἀλλὰ παρόμοιον φορολογικὸν καὶ οἰκονομικὸν σύστημα οὐδαμοῦ εἶχον ἀναγνώσει. Μόνον ἀναδιφῶν τις τὴν ἱστορίαν τῆς Ἠπείρου τῶν νεωτέρων χρόνων, ἤθελεν ἀπαντήσει τοιοῦτον παρὰ τῷ περιβοήτῳ σατράπῃ αὐτῆς Ἀλῆ. Ἂν λοιπὸν ἡ δικαιολογικὴ αὕτη βάσις, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔχῃ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ παντὸς νομοσχεδίου, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὴς ὡσαύτως ἡ τεθεῖσα πρότερον ἔτι ἀρχὴ, ἣν ἐπιβεβαιοῖ καὶ ἡ ῥήτρα τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ὅτι πάντες οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας εἶναι δεδεσμευμένοι διὰ τῆς ψήφου, διότι ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸν ἐκλέξαντα αὐτοὺς λαὸν πάντα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ταῦτα ἔχωσιν οὕτω, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ματαία πᾶσα συζήτησις, καὶ πᾶς λόγος παρ’ ἡμῶν ἄσκοπος. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου ἦλθεν εἰς παρηγορίαν ἡμῶν....
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Πάλιν τὰ ἴδια!
§71ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης μᾶς ἀπήλλαξε παντὸς τοιούτου φόβου καὶ χθὲς καὶ σήμερον εἶπεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δύναται εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνης δεσμοὺς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶναι ἐλευθέρα εἰς τὴν ψῆφον αὑτῆς ἐν τοῖς καθέκαστα· καὶ εἰς ταύτην τὴν πληροφορίαν, τὴν παρήγορον ἀληθῶς, ἐρειδόμενος, τολμῶ νὰ ὑποβάλω βραχείας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου πλείονα τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, χάριν τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ παρὸν νομοθέτημα, Κύριοι, δὲν ἔχει βάσιν, οὔτε θεωρητικὴν, οὔτε πρακτικήν· ὑφ’ οἱανδήποτε ἔποψιν ἐξετασθῇ, ἤθελεν εὑρεθῆ ἄδικον καὶ οὔτε εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης οὔτε εἰς τὴν πεῖραν ἐρειδόμενον. Ἀλλ’ ὡς θέλω ἀποδείξει, οὐδαμοῦ στηρίζεται, παρὰ εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς καλλιεργητὰς τῆς ἀμπέλου καὶ τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς φόρον ὑπέρογκον, ὅσον αἱ ὑπ’ αὐτοῦ τεθεῖσαι καὶ ὁρισθεῖσαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι, καὶ οὐχὶ ὅσον τὸ φορολογητέον εἶδος καὶ αἱ πρὸς παραγωγὴν τούτου δαπάναι ἐπιτρέπουσι. Δύναται δὲ διὰ τοῦτο νὰ ὀνομασθῇ τὸ κορύφωμα τῆς φορομανίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ἐπιζητεῖ νὰ καταργήσῃ τὴν κατὰ κλίμακα πληθυσμοῦ φορολογίαν τοῦ οἴνου, λόγῳ δῆθεν ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ΑΤΝʹ. ἔθεσεν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῷ προσχήματι τούτῳ, τῷ φαινομένῳ εὐλόγῳ εἰς πρώτην ὄψιν, νὰ ἄρῃ δῆθεν τὴν ἀνισότητα, καὶ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης, ἦρε μὲν τὴν κλίμακα ταύτην τὴν φορολογικὴν, καθ’ ἣν ἐφορολογεῖτο ὁ οἶνος κατὰ τόπους, ἀναλόγως τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἀγοράζεται τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου, καὶ παραλαβὼν κλίμακα κατῆλθεν ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ κατώτατα καὶ πτωχότατα κοινωνικὰ στρώματα μὲ τὴν αὐτὴν φορολογίαν, ὑποχρεῶν τοὺς κατοίκους καὶ τῶν μικρῶν χωρίων, τῶν μᾶλλον ἀποκέντρων, νὰ τελῶσι φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἴσον πρὸς τὸν τῶν μεγάλων πόλεων. Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι ἢ μεγίστη ἀδικία; Διότι βεβαίως ἐκ πρώτης ἐπόψεως φαίνεται, ὅτι εἶναι δίκαιον, ὅλοι οἱ οἰνοπαραγωγοὶ νὰ πληρόνωσι τὸν αὐτὸν φόρον. Ἀλλ’ ὅτε ἐξήνεγκε τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν φορολογεῖ τὸ προϊὸν κατ’ εἶδος, ὥστε νὰ ἔχῃ βάσιν δικαίαν ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμὸς, δὲν εἰσπράττει δύο ὀκάδας οἴνου εἰς Ἀθήνας, καὶ δύο ὀκάδας οἴνου ἐν τοῖς ἀποκέντροις Δήμοις τῆς Κορινθίας καὶ Ἀργολίδος, ἐπὶ ὡρισμένου ποσοῦ παραγωγῆς, ἀλλὰ λαμβάνει δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς Ἀθήνας, καὶ δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐν τοῖς Δήμοις ἐκείνοις. Ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ γλεῦκος τιμᾶται 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς δὲ τὴν Στυμφαλίαν, τὸν Φενεὸν καὶ τὴν Ἀλέαν, ἢ Λυρκείαν, οὐδεμίαν ἔχει τὸ γλεῦκος ἀξίαν, οὐδὲ πωλεῖται κἄν, διότι ἕκαστος παράγει, ὅσον οἶνον χρειάζεται διὰ τὸν οἶκον καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Εἶναι δὲ ἥκιστα κλιμακωτὴ ἡ φορολογικὴ ἀνάβασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τῶν 398 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου εἰσέπραξε τὸ 1885, μέχρι τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ὅσας διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ τὸ παρὸν ἔτος. Διότι, ὡς πάντες γινώσκετε, κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἴσχυε πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου ΑΤΝʹ, κατὰ τὸν νόμον δηλαδή, ὅστις εἶχε ψηφισθῆ ἐπὶ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἐβεβαιώθη φόρος κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος 546,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ εἰσεπράχθησαν μόνον 398,000· ὥστε οἱ οἰνοπαραγωγοὶ κατέβαλον εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ τελευταῖον φορολογικὸν ἔτος τοῦ νόμου ἐκείνου μόνον 398,000 δραχ. Τώρα δὲν εὐχαριστεῖται, ὅτι θέλει εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, κατὰ τὸν πέρυσι ψηφισθέντα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νόμον, ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας, ὡς ὁ ἴδιος ὑπολογίζει ἐν τῷ σχετικῷ πίνακι τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ζητεῖ ν’ αὐξήσῃ εἰς τὸ διπλάσιον σχεδὸν τὴν εἴσπραξιν δι’ ἐπεκτάσεως γενικῆς τοῦ φόρου, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, διὰ τὰς πόλεις μόνον καὶ τὰς μεγάλας κώμας. Μολονότι καὶ ὁ ἰσχύων οὗτος νόμος εἶναι καταθλιπτικὸς καὶ βαρύτατος, ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν αὐτὸν, διότι εἴχομεν τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐπίεζε τὰς κατωτέρας κοινωνικὰς καὶ πενεστέρας τάξεις τοῦ λαοῦ, ἐκείνας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρὸ πάντων οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ δεικνύωσι μείζονα εὐλάβειαν καὶ φιλανθρωπίαν· διότι αἱ μικραὶ κῶμαι, κατοικούμεναι ἀπὸ τὸν πολυπληθῆ ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ἀποτελοῦσι τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τῆς κοινωνίας, αἵτινές εἰσιν ἀπόκληροι πάντων τῶν πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὅσων ἀπολαμβάνουσι παρὰ τῆς Πολιτείας αἱ ἀνώτεραι καὶ εὐπορώτεραι. Ἀλλ’ ἐκ τοιούτων εἰσαγομένων νόμων ἀποδεικνύεται ἡ ἄγνοια τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη κυβερνᾶ τὴν χώραν, νὰ μὴ ἔχῃ ἀκριβεῖς καὶ ἀληθεῖς γνώσεις ἐπὶ τοιούτων σοβαρῶν κοινωνικῶν θεμάτων· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι εἰσὶ πλούσιοι οἱ ἀγρόται τῆς Ἑλλάδος, παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς ἄλλων ἐπικρατειῶν. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ βεβαιωθῇ ἰδίοις ὄμμασι, περιοδεύων, —ὡς ἀλλαχοῦ κατὰ καθῆκον περιοδεύουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες,— εἰς τὴν Πελοπόννησον, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ πλουσιωτέραν, καὶ εἰς ἄλλα τοῦ Βασιλείου διαμερίσματα, ὅτι ἡ ὑλικὴ εὐημερία τῶν ἀγροτικῶν κοινοτήτων εἶναι πολὺ ὑποδεεστέρα τῆς περὶ αὐτῶν γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς φορολογίας, ἣν ἀξιοῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτῶν τόσῳ ἀστόργως. Προσδιωρίζετο λοιπὸν, κατὰ τὸν περυσινὸν νόμον ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος εἰς δύο λεπτὰ ἐν ταῖς πόλεσι, καὶ κατὰ κλίμακα πληθυσμοῦ εἰς τὰ χωρία εἰς ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Ἤδη γενικεύει τὰ δύο λεπτὰ καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν χωρίων, καὶ ὑπολογίζει ὡς ἑξῆς τὰ εἰσπρακτέα. Ἡ Ἑλλὰς περιέχει 558,000 στρεμμάτων, ὑπολογίζει, ὅτι ἕκαστον στρέμμα παράγει 240 ὀκάδας, ὥστε τὴν ὅλην παραγωγὴν τὴν ἀνεκκαθάριστον εὑρίσκει εἰς γλεῦκος 132,000,000 ὀκάδων· πολλαπλασιάζει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐπὶ δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις. Ἰδοὺ ἀμέσως ἔχομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ οἴνου 1,760,000. Δὲν ἀρκεῖται ὅμως οὐδ’ εἰς τοῦτο. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ζητεῖ καὶ ἄλλα. Εἶπεν, ὅτι ἡ φορολογία βαίνει κλιμακωτὴ, διότι πρέπει ν’ ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου κατὰ τὸ προτελευταῖον ἔτος, ὅτε εἰσέπραξεν, ὡς εἶπον, μόνον 398,000 ἀπὸ τὸν φόρον τοῦτον, ἵνα ἐκτιμήσητε τὸ ἐπιβαλλόμενον ἐφέτος βάρος εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀπὸ τὰς 546, τὰς βεβαιωθείσας, καὶ ἀπὸ τὰς 398, τὰς εἰσπραχθείσας κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, τὸν πρὸ τοῦ 1885, ἤδη ἀναβαίνομεν, καὶ μέλλομεν νὰ εἰσπράξωμεν 1,760,000. Ἔπειτα, δεύτερον, ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἄνευ πλέον κλίμακος, πηδῶμεν, διὰ τῆς γενικεύσεως τοῦ φόρου τῶν δύο λεπτῶν, εἰς τὰ 2,640,000. Καὶ ἕτερον ἅλμα ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον προβιβάζει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· προστίθεμεν καὶ 20% πρόσθετον τέλος, τὴν γενικὴν αὔξησιν ἐπὶ πάντων τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ ἰδοὺ ἔχομεν ἑτέρας 528,000, καὶ οὕτω πως ἡ αὔξησις ἡ ἐφετεινὴ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κορυφοῦται εἰς τὸ ποσὸν τοῦ 1,408,000, αὔξησις, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ λύσσαν φορολογικήν, βαρυτάτην, καταθλιπτικήν, ὀλεθρίαν· διότι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπιζητεῖται νὰ εἰσπραχθῇ τὸ στρογγύλον ποσὸν 3,168,000, ἀντὶ τοῦ μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένου ποσοῦ τῶν 398 χιλιάδων. Ἀλλ’ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου ἀφορᾷ, ὡς ἔφθην εἰπὼν, πάσας τὰς ἀπόρους ἀγροτικὰς τάξεις καὶ κοινωνικὰς, καὶ διὰ τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁμομήτριος καὶ ὁμοπάτριος ἀδελφὴ τῆς δεκάτης, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις κατὰ τὸ 1880 ἐκαυχᾶτο, ὅτι ἐμερίμνησε τόσῳ φιλανθρώπως ὑπὲρ τῶν ἀπόρων τάξεων, καταργήσας τὴν δεκάτην, διὰ νὰ σωθῇ ὁ γεωργικὸς καὶ ποιμενικὸς ἰδίως πληθυσμὸς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς σήμερον διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπεκτεινομένου ἐπὶ πάσας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, μέχρι τοῦ τελευταίου χωρικοῦ, ζητεῖ νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν γεωργίαν πρὸ πάντων 3,000,000. Ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις ἐψηφίσθη, εἰσαχθεὶς παρ’ αὐτοῦ, εἰς ἀντικατάστασιν τῆς δεκάτης, καὶ ἕτερον φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ὁ ὁποῖος αὐξάνεται ἐφέτος κατὰ 760,000, ἂν ὑπολογίσωμεν, λέγω, τοὺς τρεῖς φόρους, αὐξανομένους ἐφέτος κατὰ 20%, θέλομεν εὕρει, ὅτι ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν πτωχὴν γεωργίαν μας, πλὴν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος καὶ τῆς λοιπῆς κτηματικῆς περιουσίας, διότι αὕτη ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὰς ἀνωτέρας κοινωνικὰς τάξεις, ὑπὲρ τὰ 10,000,000! Ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ νὰ βαστάξῃ ὁ τόπος, χωρὶς νὰ συντριβῶσιν αἱ παραγωγικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις τοιοῦτον βάρος φορολογικόν; Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε τὴν πεῖραν συνεβουλεύθη, οὔτε τὴν ἐπιστήμην ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐσκέφθη τί τοῦ ἐχρειάζετο, καὶ ἤρκεσεν, ὅτι τοῦ ἐχρειάζοντο 3 ἑκατομμύρια, καὶ ἰδοὺ τὰ ἐνομοθέτησεν. Ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, ἔχει ἀξίωμα, ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ βαρύνῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον· διότι, ὅπως γινώσκετε, ἐκ τῶν τριῶν γενικῶν παραγόντων τοῦ πλούτου οὐδαμοῦ φορολογεῖται ἡ πρὸς καλλιέργειαν ἐργασία. Λοιπὸν, διὰ νὰ θέσητε ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος ἅπτεται πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων, καὶ τῶν πενεστάτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ εὕρητε τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἂν μὴ ἀκριβῶς, τοὐλάχιστον κατὰ πιθανότητας. Ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἰς τὸν οἶνον τὸν Ἑλληνικὸν, ὅστις εἶναι κατὰ γενικὸν λόγον οὐσία εὐτελὴς καὶ μικρᾶς ἀξίας; Ἂς μὴ συγχέωμεν αὐτὸν, ἀναγινώσκοντες τὰ ξένα συγγράμματα, πρὸς τοὺς οἴνους τῆς ξένης παραγωγῆς, διότι ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰσπανίᾳ οἱ οἶνοι, παρασκευαζόμενοι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς οἰνοποιΐας, καθιστῶνται πολυτιμότατον προϊόν, διότι κατασκευάζονται διὰ μεγάλης προπαρασκευῆς καὶ πολλῶν μέσων, ἐνῷ ὁ οἶνος ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι εὐτελέστατον προϊόν, χρησιμεῦον μετὰ τὸν σῖτον ὡς πρώτη τροφὴ τῶν ἀγροτῶν, θερμαινομένων δι’ αὐτοῦ καὶ ἐνισχυομένων ἐν τῇ ἐργασίᾳ. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ φόρου τούτου πρόκειται νά φορολογήσωμεν τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ ἐργάτου, ὅστις δι’ αὐτοῦ ἀνακαινίζει τὰς ἐκλειπούσας ἐκ τοῦ καμάτου δυνάμεις αὐτοῦ· ὁ ἐργάτης θερμαίνεται κατὰ τὰ πάγη τοῦ χειμῶνος διὰ τοῦ οἴνου, καί, ἐνισχυόμενος κατὰ τὰς καματηρὰς ἐργασίας ἐν τοῖς ἀγροῖς, ἀντέχει. Διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν πρὸς τῷ ἡμερομισθίῳ λαμβάνει καθ’ ἡμέραν καὶ ὡρισμένον ποσὸν οἴνου παρὰ τοῦ κτηματίου. Δὲν μεταχειρίζονται τὸν οἶνον ὡς ἐμπόρευμα πολυτελείας ἐν Ἑλλάδι, οὐδ’ ἔχει ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς οἶνος ἀξίαν τινά, πλὴν τοῦ ἔν τισι νήσοις παραγομένου, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν οἰνοποιΐαν. Ὁ Ἑλληνικὸς οἶνος εἶναι προϊὸν φυσικὸν, τὸν ὁποῖον κατὰ παράδοσιν κατασκευάζουσι μὲ ὀλίγην ῥητίνην. Ἡ Ἑλλὰς δὲ, λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατοικεῖται σποράδην, ὅσον οὐδεμία ἄλλη χώρα, ἐλάχιστα δὲ ἔχει κέντρα πληθυσμοῦ, διότι δύο ἑκατομμυρίων πληθυσμὸς διαιρεῖται εἰς 4,000 κώμας, κειμένας εἰς ἱκανὴν ἀπ’ ἀλλήλων ἀπόστασιν. Ἐὰν ἐξαιρέσητε 10 ἢ 15 μικρὰς καὶ μεγάλας πόλεις, ἐν αἷς ὁ οἶνος, ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας πρὸ πάντων καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν γαιῶν, εἶναι ἀντικείμενον ἐμπορίου, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ὁ οἶνος δὲν πωλεῖται κἆν, διότι ἕκαστος χωρικὸς ἀποθέτει ἐν τῷ οἴκῳ του τὸ τῆς ἀμπέλου του προϊόν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταργήσας τὴν κλίμακα τοῦ πληθυσμοῦ, κατέρχεται εἰς τὰς ἀπορωτάτας τάξεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ τρία ἑκατομμύρια, φορολογῶν, ὡς καὶ κατὰ τὰς πόλεις, οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τοῦ λαοῦ. Καὶ λοιπὸν, ἀντὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ὅσα ἐχαρίζετε τοῖς γεωργοῖς διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἤδη λαμβάνετε παρ’ αὐτῶν ἕξ ὅλα ἑκατομμύρια. Τοιοῦτον ἦτο τὸ δῶρόν σας;—Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν πρακτικὴν δὲν ἐπέτυχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περισσότερον. Ἄς ἐξετάσωμεν ἤδη τὸν φόρον τοῦτον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του. Τίνα ἀξίαν ἔχει ὁ οἶνος ὁ Ἑλληνικὸς, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν 3½ ἑκατομμύρια; Καὶ παρακολουθῶ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει, ὅτι ἐπὶ 550,000 στρεμμάτων ἀμπέλου παράγονται 132 ἑκατομ. ὀκάδες οἴνου, λαμβανομένου ὡς μέσου ὅρου παραγωγῆς 240 ὀκάδων κατὰ στρέμμα· τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἀδύνατον, διότι αἱ ἄμπελοι τῶν ὀρεινῶν μερῶν ἐλάχιστα παράγουσιν. Ἀλλ’ ἔστω, πόσον τιμᾶται ὁ οἶνος κατὰ μέσον ὅρον; Ἄς ὑπολογίσωμεν αὐτὸν πρὸς 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, τιμὴν ὄντως ὑπερβολικὴν τοῦ γλεύκους, διότι ἐκτὸς τῶν πόλεων Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Σύρου, καί τινων ἄλλων, τὸ γλεῦκος ἀλλαχοῦ δὲν δύναται νὰ πωληθῇ πλέον τῶν 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, καὶ εἴς τινα μέρη οὐδὲ πωλεῖται κἆν· ἀλλ’ ἐγὼ, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὑπολογίζω πρὸς 15 λεπ. τὴν ὀκᾶν· ὥστε ἐκ τῆς ὅλης παραγωγῆς θὰ ἔχωμεν ἀξίαν τῆς φορολογησίμου ὕλης 19,800,000 δραχ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ ἀνεκκαθάριστος παραγωγή. Τώρα, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰ ἔξοδα καλλιεργείας εἰς 30 μόνον δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἂν καὶ προχθὲς, γενομένου λόγου περὶ καλλιεργείας τῆς σταφίδος ἐνταῦθα, ἐτέθη ὡς μέσος ὅρος καλλιεργείας κατὰ στρέμμα 60 δραχμαὶ, ἀλλ’ ἐγὼ καταβιβάζω τὰ ἔξοδα τῆς ἀμπέλου εἰς 30 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἔχομεν οὕτω δαπάνην καλλιεργείας τῶν 550,000 στρεμμάτων ἀμπελώνων, εἰς ὅσα ἀναβιβάζει τούτους ἐξ ἐπισήμων στοιχείων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐν ὅλῳ 16,500,000· λοιπὸν, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ 16,500,000 καλλιεργείας, τί σᾶς ὑπολείπεται, εἰμὴ μόνον 3,000,000 καθαρὰ πρόσοδος; καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ζητεῖτε φόρον 3,180,000. Ἀλλ’ εἶναι φορολογία αὕτη, ἐπὶ τοιούτων βάσεων στηριζομένη, ἢ λῃστεία; Ποῦ ἠκούσθη φορολογία, ζητοῦσα τὸ ὅλον τῆς καθαρᾶς προσόδου; Οὐδ’ εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἀφρικῆς δὲν ἀπαντῶνται τοιαῦται φορολογικαὶ βάσεις! Αὐτὸς εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠκούσθη ποτέ. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν, χάριν εὐκολίας πλείονος, καὶ κατὰ στρέμμα, ἓν στρέμμα παράγει 240 ὀκάδας, πρὸς 30 λεπτὰ τὰς 2 ὀκάδας (μπότσα), ἔχομεν 36 δρ. ἔσοδα· ἀλλ’ ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῶν τὰ ἔξοδα, πρὸς τριάκοντα δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἀπομένει καθαρὰ πρόσοδος 6 δραχ. Τί ζητοῦμεν δὲ κατὰ τὸν συζητούμενον νόμον; Ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν ἐξ αὐτῆς φόρον 5 δρ., καὶ ἂν προσθέσητε καὶ τὸν δημοτικὸν καὶ τ’ ἄλλα τέλη, ἀφαιροῦμεν ὁλόκληρον τὴν καθαρὰν πρόσοδον καί τι πλέον! Ἀφίνω τώρα τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, διότι καὶ ἐγὼ τὸν προηγούμενον νόμον ἐψήφισα τότε, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι πᾶς νόμος ἔχει ἐλλείψεις. Ἀλλ’ ἂν ἐρευνήσῃ τις τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ ἐκ τοῦ πλησίον, καὶ ψαύσῃ τὰς πληγὰς αὐτοῦ, ἤθελεν οἰκτείρει αὐτὸν διὰ τὴν πενίαν, καὶ διὰ τὴν ἀμάθειαν καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς δεινὰ, ὅσα ὑποφέρει, ἀπόκληρος παντὸς ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον ἑξήκοντα ἐτῶν βίος ἐδώρησεν εἰς ἅπαντας ἡμᾶς τοὺς μάκαρας, τοὺς καθημένους ἐπὶ τοῦ τραχήλου ἐκείνου καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ κυβερνῶντας καὶ βουλευομένους. Σπαράσσεται δὲ ἡ καρδία μου, ἀναλογιζομένου κατὰ τίνα τρόπον θὰ κατορθώσῃ ὁ λαὸς οὗτος, ὁ ὄντως δυστυχὴς, ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς φόρους, ὁποῖοι οἱ ἐπιβαλλόμενοι ἐπ’ αὐτοῦ. Τίνα ἐφόδια ἀφήκαμεν αὐτῷ; Ἐδιδάξαμεν αὐτὸν τοὺς τρόπους τῆς καλλιεργείας, ἢ ἐποδηγετήσαμεν αὐτὸν πρὸς βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας του; ἐμορφώσαμεν αὐτὸν τὸ παράπαν, ὥστε νὰ καταστῇ δειλὸς ἀπέναντι τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἐγκλήματος; Ἀμαθῆ δὲ ὄντα καὶ εὐπλάνητον, κινοῦμεν αὐτὸν κατὰ τὸ δοκοῦν ἡμῖν, ἔχοντες κληροδοτήσει εἰς αὐτὸν, διὰ τῆς φοβερᾶς ἀμεριμνησίας ἡμῶν περὶ τῆς ἀνατροφῆς του, τὴν πενίαν, τὴν δεισιδαιμονίαν, τὴν ἀμάθειαν καὶ τὸ ἔγκλημα. Λάβετε τὴν στατιστικὴν, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι περισσότερον ἐπιῤῥεπεῖς πρὸς τὸ ἔγκλημα εἶναι οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ποιμένες. Λοιπὸν ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη οὐδεμίαν ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἔλαβε πρόνοιαν, οὐδ’ ἔδωκεν αὐτῇ τὴν ἐλαχίστην ἀρωγὴν, ἤδη ἀνεμνήσθη τοῦ γεωργοῦ, καὶ εἰσδύει εἰς τὸ πενιχρὸν κατώγαιον τοῦ χωρικοῦ, ὅπως ἀνεύρῃ τὸν ὀλίγον οἶνον, ἵνα τὸν φορολογήσῃ ἐπὶ ἴσῳ ὅρῳ, ἐφ’ ᾧ φορολογεῖ τὸν οἶνον τοῦ πολίτου τῶν Ἀθηνῶν, ἢ τῶν Πατρῶν, καὶ τοῦτο λόγῳ δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ λάβητε ταύτας τὰς παρατηρήσεις μου ὑπ’ ὄψει, τὰς ὁποίας δὲν πιστεύω, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀμφισβητήσῃ τις καὶ νὰ τὰς ἀντικρούσῃ, νὰ σκεφθῆτε σπουδαίως, καὶ νὰ μὴ ὁρμῶμεν, ἐξ ἀπατηλῶν καὶ σφαλερῶν βάσεων, ὅτι ὁ Ἕλλην. λαὸς εἶναι πλούσιος, κατὰ τὸ δόγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προφανῶς πλανωμένου. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ μεταβάλῃ τοὐλάχιστον τὸν κείμενον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει οὐχ ἧττον φόρον οὐχὶ μικρόν. Ἂς εὑρεθῇ δὲ ἄλλη αὐτοῦ ἀναπλήρωσις. Ἂς φροντίσωμεν ἀλλαχόθεν νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὴν προτεινομένην αὔξησιν αὐτοῦ, διότι δὲν δυσκολεύομαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ Πατρίς. Ἂς ἐπιβληθῇ φόρος οἱοσδήποτε ἄλλος· θέσατε φόρον, ἐν ἀνάγκῃ, ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου ἑνὸς λεπτοῦ, ὅπως ἐνισχύσωμεν τοὐλάχιστον οὕτω τὴν γεωργίαν, καὶ ἀνακουφίσωμεν τοὺς γεωργοὺς, καὶ καταργήσωμεν ἑκατέρους τοὺς ἐπαχθεῖς τούτους φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε’ ἂν πράξητε, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου πρέπει, ἢ νὰ καταργηθῇ, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο ὡρισμένος διὰ τοῦ κειμένου νόμου, καθ’ ὃν ὁ οἶνος τῶν χωρίων, ἢ δὲν ἐφορολογεῖτο ποσῶς, ἢ ἐφορολογεῖτο μὲ ἥμισυ λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν. Διότι οὕτω θὰ μένωσιν ἀπηλλαγμέναι πᾶσαι αἱ ἀγροτικαὶ κῶμαι, ἐν αἷς ζῶσιν αἱ πολυπληθεῖς κοινωνικαὶ μέλισσαι, αἱ ποιμαντικαὶ καὶ γεωργικαὶ τάξεις, οἱ πρῶτοι κοινωνικοὶ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι βαστάζουσι τὰ βάρη πάντων ἡμῶν.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κείμενος νόμος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν εἰσαγαγόντων αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, θ’ ἀπέφερε ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων. Τοῦτο ἀνέγραψαν οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886. Ἐθεώρησαν ἐκεῖνοι καὶ οἱ ψηφίσαντες τὸν κείμενον νόμον, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐδικαιοῦτο ἡ Πολιτεία νὰ ἀπεκδέχηται ἔσοδον τριῶν ἑκατομμυρίων, ἡμεῖς δὲ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν, τί ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἀναγράφομεν 3,168,000, ἑπομένως ἡ κλίμαξ, περὶ τῆς ὁποίας ἠκούσατε, ἐννοεῖτε, ὅτι εἶναι φαντασιώδης. Ἐῤῥήθη, ὅτι πρόκειται ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν ἀπὸ 300 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρέπον, εἰς 3,168,000. Ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ ταῦτα εἰπὼν, ἀνῆκεν εἰς τὴν πλειονότητα, ἥτις ἐκύρωσε τὸν νόμον εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν, ἥτις ἐψήφισεν, ὅτι πρέπει ἐκ τοῦ οἴνου ὁ Προϋπολογισμὸς ν’ ἀρύηται 3 ἑκατομμύρια, ἑπομένως ἡ κλίμαξ συνίσταται εἰς τὴν αὔξησιν ἀπὸ 3,000,000 εἰς 3,168,000, τουτέστι δὲν ὑπάρχει κλίμαξ, διότι εἰς στρογγύλους ἀριθμοὺς τὸ ποσὸν εἶναι τὸ αὐτό.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες;
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μεταβάλλομεν διόλου τὸ σύστημα. Τὸ σύστημα μένει ἐντελῶς τὸ αὐτό. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, οὐδεμία τροπολογία περιέχεται, μεταφέρουσα τὸ βάρος τῆς φορολογίας ἀπὸ τούτου εἰς ἐκεῖνον, ἀλλ’ ἐγένετο ἀφομοίωσις τοῦ ποσοστοῦ, καὶ τοῦτο ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὡς ἀφορῶν εἰς τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ φορολογῶνται ἐπὶ τοῦ οἴνου, αὗται μὲν ὀλιγώτερον, ἐκεῖναι δὲ περισσότερον, ἢ εἰς τὰς διαιρέσεις τὰς τμηματικὰς τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες ὡς πρὸς τὸν οἶνον δὲν δύνανται νὰ ἐξομοιωθῶσι, διότι ἔν τισι τμήμασι τῆς Ἑλλάδος ὁ οἶνος εἶναι εὐθηνὸς, καὶ ἐν ἄλλοις τμήμασι τῆς Ἑλλάδος ὁ οἶνος εἶναι ἀκριβός. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὸν, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὁ οἶνος, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ βαρύτερον ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἀκριβώτερος, καὶ ἐλαφρότερον ἐκεῖ, ὅπου εἶναι εὐθηνότερος, κατὰ τί ἡ κλίμαξ τοῦ κειμένου νόμου ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς τοιαύτας διαιρέσεις; Ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ οἶνος εἶναι εὐθηνότερος ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀργολίδος.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τῆς ἐπαρχίας ταύτης τάσσεται ἡ ἐπαρχία Ἀργολίδος, ἢ οἱαδήποτε ἄλλη, ἀλλ’ ἀδιάφορον πῶς ὀνομάζεται ἡ ἐπαρχία, ἡ παράγουσα τὸν εὐθηνότερον οἶνον, καὶ ἡ ἐπαρχία ἡ παράγουσα τὸν ἀκριβώτερον· ἐρωτῶ, κατὰ τί ὁ οἶνος τῆς ἐπαρχίας Α, ὁ εὐθηνότερος, φορολογεῖται, κατὰ τὴν κλίμακα τοῦ κειμένου νόμου, ὀλιγώτερον τοῦ οἴνου ἄλλων ἐπαρχιῶν; Ὁ κείμενος νόμος ἐπιβάλλει ἐλαφρότερον ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρον ἐν Μαντινείᾳ, εἰς τὰ μικρότερα χωρία, ὅπως τὸν αὐτὸν ἐπιβάλλει ἐλαφρότερον φόρον καὶ ἐν Ἀττικῇ, εἰς τὰ μικρότερα χωρία, παρὰ τὰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ Ἡράκλειον, οὗτινος ὁ οἶνος πωλεῖται ἐν Ἀθήναις ἐπὶ ταῖς τιμαῖς τῆς πρωτευούσης, ἐπιβάλλεται ὁ αὐτὸς φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς χωρία ἴσου πληθυσμοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μαντινείας. Κατὰ τί λοιπὸν ἡ κλίμαξ αὕτη παρακολουθεῖ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου ἐν Μαντινείᾳ καὶ ἐνταῦθα; Ἡ ὑφισταμένη ἄρα κλίμαξ οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν παρασταθεῖσαν ἀνάγκην. Ἡμεῖς καταργοῦμεν τὴν κλίμακα, διότι δὲν πληροῖ τὰς ἐπαγγελίας τῶν εἰσαγαγόντων αὐτήν.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου τῆς Μαντινείας καὶ τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου τῆς πρωτευούσης, ὑπάρχει διαφορὰ ἀρκετὰ σπουδαία.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίς ὑπάρχει διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου ἐν Ἡρακλείῳ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἐν Ἀμαρουσίῳ καὶ ἐν Ἀθήναις; Οὐδεμία. Τὰ μεγαλείτερα οἰνοποιεῖα ἐν Ἀθήναις ἔχουσι τὰς ἀποθήκας αὐτῶν ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ πληρόνουσιν ἐπὶ κατωτέρᾳ διαβαθμίσει τῆς κλίμακος, δὲν ἔχουσι τὰς ἀποθήκας αὐτῶν ἐν τοῖς προαστείοις, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον τῆς πόλεως, καὶ ἐνῷ ἡ κατανάλωσις τοῦ οἴνου γίνεται ἐν Ἀθήναις, ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν διαβάθμισιν τοῦ χωρίου τῆς ἀποταμιεύσεως, διατί δὲ τοῦτο; διότι ὁ νόμος ὁ κείμενος ἐπιβάλλει φόρον ἔγγειον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ οὐχὶ φόρον καταναλώσεως. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντα, ἐπεβάλλετο φόρος καταναλώσεως, καί, προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως, εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι ἄλλος φόρος πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ἐν μεγάλῃ περιφερείᾳ, καὶ ἄλλος φόρος ἐν μικρᾷ περιφερείᾳ. Ἡ κατανάλωσις ἐν πόλει δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς φορολογουμένη ἐξ ἴσου, ἐὰν ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ ἀποτίσῃ φόρον πρὸς τὴν κατανάλωσιν ἐν μικρῷ χωρίῳ· ἀλλὰ προκειμένου περὶ φόρου παραγωγῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιαύτη διάκρισις. Ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως ἐγένετο ἑτέρα παρατήρησις, ὅτι ναὶ μὲν ἡ κλίμαξ εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονίσωμεν ἄλλας διακρίσεις, πρέπει νὰ κανονίσωμεν διακρίσεις ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου, πρέπει νὰ κανονίσωμεν διακρίσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ οἴνου, διότι εἶναι ἄνισον νὰ φορολογῆται ἐπὶ τῷ αὐτῷ μέτρῳ οἶνος περιπεποιημένος καὶ τὸ λάγγυρον, τουτέστιν οἶνος ἀνάμικτος μεθ’ ὕδατος. Ἀλλὰ κατὰ τί ἡ κλίμαξ, ἡ νῦν ἐφαρμοζομένη, ποιεῖται διάκρισιν τοῦ λαγγύρου; Καὶ διὰ τίνων γνωρισμάτων δυνάμεθα νὰ τὸ διακρίνωμεν ἐν τῷ νόμῳ; Ἄν τοιαῦτα διακριτικὰ γνωρίσματα μᾶς ἐπρότεινον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταί, ἂν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅστις ὑπέβαλε τροπολογίαν, περιελάμβανε διάκρισιν τοιαύτην, ἤθελον ἀναγνωρίσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ τροπολογία του· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς προφορικῶς μόνον ἀνέπτυξε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἄνευ συγκεκριμένου καθορισμοῦ, ἐν τῇ τροπολογίᾳ του ὅμως οὐδὲν περιέλαβεν, οὐδὲν δὲ περιέλαβε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἡ διάκρισις ἐν νομοθετικῇ διατάξει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς φορολογίας διὰ γνωρισμάτων, διακρινόντων τὸν βαρυτιμότερον οἶνον ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου, τὸν ἁγνὸν οἶνον ἀπὸ τοῦ ῥευστοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι μᾶλλον ὕδωρ ἢ οἶνος. Διακρίσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ καθορίσωμεν ἐν νόμῳ, ἐπιβάλλοντι τὸν φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς ἀμπέλου, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀμπέλου. Προκειμένου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς ἀμπέλου, δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν καὶ ὁ νόμος τοῦ 1874 ἐποιεῖτο διακρίσεις. Ὁ νόμος οὗτος διῄρει τὰς ἀμπέλους εἰς 5 κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς προσόδου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπέτυχε, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ὑπῆρχε φορολογία, κατὰ θεωρίαν ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν σήμερον. Ἀλλὰ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν σήμερον, ὁ κείμενος νόμος κατὰ τί ἀνταποκρίνεται; Οὐδαμῶς· τοὐναντίον ἡ κλίμαξ ἀντιστρόφως ἐπιδρᾷ ἢ ὅπως ἐπιζητοῦσιν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταί. Ἡ τμηματικὴ φορολογία, ὁποία ἀναγράφεται ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, περιέχει τὰ ἄτοπα τοῦ μὴ ἀναλογικοῦ τῆς φορολογίας πολλαπλάσια, διότι οὐδὲν ἀτοπώτερον ἢ ὁ οἶνος τοῦ Ἡρακλείου, τοῦ Μενιδίου, τοῦ Ἀμαρουσίου, οἶνος πωλούμενος ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ οἴνου τῶν Ἀθηνῶν, νὰ φορολογῆται πρὸς ἥμισυ λεπτόν, ἐνῷ ὁ οἶνος τῆς Τριπόλεως—ἀναφέρω ἀκριβῶς τὸ τμῆμα, ὅπου ὁ οἶνος πωλεῖται εὐθηνότερον,—φορολογεῖται πρὸς δύο λεπτά. Ἑπομένως ὁ κείμενος νόμος δεῖται ἀφεύκτως τροποποιήσεως. Ἂν δὲν δυνάμεθα ἄλλας διακρίσεις νὰ κανονίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὁμοιόμορφον, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἠκούσαμεν προτάσεις, ἀνταποκρινομένας πρὸς τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲ τοῦ φόρου—διότι καὶ ἐπὶ τῆς ἑνιαίας φορολογίας δύναται νὰ ῥηθῇ, ὅτι, ἀφοῦ καταργεῖται ἡ κλίμαξ, δέον νὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος, καὶ οὐχὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἑνιαίου φόρου,—ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲ, παρατηρῶ, ὅτι τὰ δύο λεπτά, εἰς τὰ ὁποῖα ὡρίσθη ὁ φόρος, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ βάσις τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ὅτε ὁ φόρος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. Ἔχομεν δὲ τὴν ἀπόδειξιν ἐκ τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ εἰσερχώμεθα εἰς ὑπολογισμούς, ὁποίους ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ οἵτινες ἄγουσιν εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι τὸ ἔχον ἀξίαν 10 ἐφορολογήθη 300, νομίζω. Ἐννοεῖται, ὅτι τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ χωλαίνουσιν ἐν τῇ βάσει. Ἔχομεν ἀποδείξεις ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὅτε ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου διὰ τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, εἴχομεν καὶ τμήματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα οἰκειοθελῶς μετέτρεψαν τὸν ἐπὶ τῆς ἀμπέλου φόρον εἰς φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Τίνα δὲ ἐδέχθησαν φορολογίαν τὰ τμήματα ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος; Ἐκεῖνα ἐθεώρησαν, ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῆς ἀμπέλου εἶναι φόρος πρὸς 2 λεπτά, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθησαν νὰ ὑποβληθῶσι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς φόρον 2½ λεπτῶν.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ γλεύκους 2 λεπτά.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ὁμιλοῦμεν περὶ οἴνου, καὶ λέγομεν, ὅτι ἐδέχθησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς πρὸς 2 λεπτά, προστιθέντες καὶ ἥμισυ λεπτὸν διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ κατηναλίσκετο ἐν τῷ τόπῳ ἀφορολόγητον, ἀφοῦ ἡ μόνη φορολογία θὰ ἦτο ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἀλλ’ ὅτε αἱ περὶ τούτου προτάσεις συνεζητήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι κατώτερον τοῦ πρέποντος, ἔτι, ὅταν ἡ ἄμπελος φορολογῆται ἐπὶ τῷ μέτρῳ, τῷ ἀναγραφομένῳ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1874, τουτέστιν ἀπὸ 70 λεπτῶν κατὰ στρέμμα μέχρι 4 δρ. καὶ 50)00 κατὰ στρέμμα, δὲν ἦτο δίκαιον νὰ φορολογῆται ὁ οἶνος πρὸς 2 λεπτά, ἢ πρὸς 2½ λεπτά, κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, περιλαμβανομένης καὶ προσαυξήσεως χάριν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἐν τῷ τόπῳ καταναλισκομένου, ὅτι ἡ ἀναλογία ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα. Ἐγένετο ὅμως δεκτὴ τοιαύτη πρότασις, διότι ἀνεγνωρίσθη, ὅτι, καίτοι ἡ ἔγγειος φορολογία ὡρίζετο ἀπὸ 70 λεπ. μέχρι 4 δρ. καὶ 50)00 ἡ ἐφαρμοζομένη δὲν ἦτο οὐδὲ τὸ πεμπτημόριον τῆς ἀναγραφομένης, ἐνῷ ἡ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπιβαλλομένη φορολογία ἐθεωρήθη, ὅτι θὰ ἦτο πραγματικὴ, διότι ὀλίγον ποσὸν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Ἑπομένως αἱ ἀναλογίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν τότε, ὡς ἀνταποκρινόμεναι εἰς τὴν ἰσχύουσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην φορολογίαν, εἶναι πολὺ ἀνώτεραι τῶν 2 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη προσδιορίζομεν· ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο ἐπιπροσθέτως καὶ ἐκ τῆς προθύμου ἀποδοχῆς τοῦ φόρου τῶν 2½ λεπτῶν παρὰ τῶν τμημάτων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὸν ἐξαιρετικῶς. Ἔλεγον οἱ εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα ἀνήκοντες, ὅτι, καίτοι ἐγίνωσκον, ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, ὡς πρὸς αὐτοὺς, ὁ φόρος θὰ καθίστατο πραγματικὸς, διότι πληρωνόμενος ἐν τῷ τελωνείῳ θὰ ἐβεβαιοῦτο ὁλόκληρος, προτιμῶσιν ὅμως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν νὰ βεβαιωθῇ, ἀντὶ τοῦ πεμπτημορίου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιοῦτο κατὰ τὸ γενικὸν σύστημα. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο, εἰμὴ, ὅτι ὁ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπιβαλλόμενος φόρος 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἦτο κατώτερος τοῦ φόρου, τοῦ κατὰ γενικὸν κανόνα ἰσχύοντος μέχρι τοῦ 1883, ὅτε ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν ἕτερον σύστημα; Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ φόρος τῶν 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὃν ἤδη προσδιορίζομεν, εἶναι κατά τι βαρύτερος, ποῖος δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι διανύομεν χρόνους, καθ’ οὓς πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς βαρυτέραν φορολογίαν; Εἰς ταύτην τὴν ἀνάγκην ἀφορῶσι πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν. Ὑπάρχει ἄλλη τις ἰδέα, προτεινομένη εἰς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν πρόκειται; Ὁ Κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπεν, ὅτι παραδέχεται ἄλλην φορολογίαν, ἀλλὰ δὲν κατωνόμασε τὴν ἄλλην φορολογίαν, ἢ μᾶλλον, ἂν κατωνόμασέ τινα, πιστεύω, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη εἶναι πολλῷ ἐπαχθεστέρα ταύτης, ὡς πρὸς τὰς τάξεις ἀκριβῶς, εἰς τὰς ὁποίας ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις του. Ὁ Κύριος βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τοὺς πένητας, καὶ πρὸς τοῦτο εἶπε: μὴ ἐπιβάλλετε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρτου.
§81ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καταργοῦντες συνάμα καὶ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καταργοῦντες λέγει καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐννοεῖται ὅμως, ἀναπληροῦντες καὶ τὴν καταργουμένην πρόσοδον διὰ τοῦ φόρου, οὗτινος προτείνεται ἡ εἰσαγωγή.
§83ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βέβαια.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ὁ Κύριος βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι ὁ ἄρτος εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ οἴνου ἀναγκαῖος εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις, ἐννοεῖ τις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι ὁ οἶνος δὲν εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Ἀλλὰ, καίτοι ὁ οἶνος εἶναι ὀλιγώτερον ἀναγκαῖος τοῦ ἄρτου, οὐχ ἧττον θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν, νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν τὸν οἶνον περισσότερον ἢ μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ εἰσηγησάμενοι τὸ μέτρον τοῦ φόρου, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον, ἀπεξεδέχοντο καὶ ἀνέγραφον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τούτου 3 ἑκατομμυρίων. Ἂν ἄρα ἡ πρόσοδος αὕτη δὲν ἐθεωρεῖτο ὑπερβολικὴ πρὸ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ὑπέχει σήμερον τὸ Δημόσιον, ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὰ 3,168,000, ἅτινα ὑπολογίζομεν ὡς πρόσοδον ἐκ τοῦ ἑνιαίου φόρου 2 λεπτῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνωτέρα τῆς πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας ἀναλογίας. Δὲν ἀπέδωκε τὸ τέως ἰσχύον σύστημα τὰ 3 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἤθελε τὰ ἀποδόσει· ἤδη προτείνεται φορολογία, ἥτις μόνον 168,000 δραχμῶν ὑπολογίζεται, ὅτι θέλει ἀπενέγκει ἐπὶ πλέον τῶν 3,000,000. Τὸ μέτρον ἄρα τοῦ ἑνιαίου φόρου 2 λεπτῶν ἐφ’ ἑκάστην ὀκᾶν ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὴν περὶ τοῦ πρέποντος γνώμην τῶν ὑπερμάχων τοῦ συστήματος, οὗτινος προτείνεται ἡ κατάργησις.
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι, Κύριοι βουλευταὶ, πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου. Κατὰ πρῶτον πρό τινων ἐτῶν εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Καλλιγᾶ, καὶ τότε ἀμέσως ἀντετάχθην κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης, προβάλλων τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης ὑπεβλήθησαν, ἰδίως τὸν λόγον, ὅτι ὁ οἶνος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν φορολογίαν αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἠμπόδισαν τὴν ἐπιψήφισιν τότε τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν, τὴν προεδρευομένην ἀπὸ τὸν καὶ νῦν Πρωθυπουργόν. Βραδύτερον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὑπέβαλεν αὖθις νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἰσχύει ὡς νόμος, ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη ἀντετάχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, οὐχὶ πλέον ὡς ἀποκρούων τὴν ἐπιβολὴν φόρου, διότι ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων κατενόουν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Ἀντετάχθην κατὰ τοῦ νόμου, διότι ἐφρόνουν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ εἰσαγόμενον δι’ αὐτοῦ, εἶναι λίαν καταθλιπτικὸν διὰ τὸν λαὸν, περιέχει διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ δώσωσιν ἀφορμὰς εἰς πολλὰς καὶ μεγάλας καταχρήσεις. Ἀντὶ δὲ τοῦ συστήματος τοῦ νόμου ἐκείνου, ῥητῶς ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου προτιμότερον εἶναι τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας. Μοὶ ἀντετάχθη, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶχεν ἀποτύχει, ἀλλ’ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς ἐλλείψεις τοῦ συστήματος, ἀλλ’ εἰς λόγους πλημμελοῦς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νομοθετικῶς νὰ προλάβωμεν. Δὲν εἰσηκούσθην οὐδὲ τότε, οἱ δὲ κυριώτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὸν ἰσχύοντα νόμον, εἶναι πρῶτον, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη κατεπείγουσα τῆς ψηφίσεως τοιούτου νόμου, ἡ δὲ κατὰ στρέμμα φορολογία ἐχρειάζετο χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχε· δεύτερον, ὅτι τὸ ἐπιβαλλόμενον ποσὸν τοῦ φόρου εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε, ἕνεκα τῆς μικρότητός του, δὲν θὰ δώσῃ ἀφορμὴν οὐδὲ εἰς καταδολίευσιν, οὔτε ἑπομένως εἰς πιέσεις τῶν φορολογουμένων. Οὕτως ἐψηφίσθη ὁ ἰσχύων νόμος. Ἤδη ἔρχεται Κυβέρνησις καὶ ἐπιφέρει μίαν σπουδαιοτάτην μεταβολὴν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀντὶ κλίμακός τινος, περιεχομένης ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, εἰσάγει ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ποσὸν φόρου δι’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν, τὸ δὲ ἐπιβαλλόμενον ποσὸν εἶναι τοσοῦτον μέγα ὡς πρὸς τὰ χωρία, ἀπέναντι τοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένου, διότι εἰς ταῦτα, ἀντὶ ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, ζητεῖται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἤδη 2 λεπτὰ, ἤγουν τὸ τετραπλάσιον, ὥστε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τότε ἔλεγον, περὶ ἐνδεχομένων, ἢ μᾶλλον βεβαίων, καταχρήσεων καὶ καταπιέσεων ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὅλος σχεδὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι παραγωγὸς οἴνου, λαμβάνουσι πληρεστάτην ἰσχύν. Ἀλλ’ αὐξάνει ἆρά γε ἀληθῶς ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος; Ἤκουσα μετ’ ἀπορίας τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζοντα, ὅτι δὲν ἐπέρχεται κἀμμία μεταβολὴ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπιβάλει ὁ ἰσχύων νόμος! Ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς τὰς μικρὰς κώμας, ἀπὸ ἡμίσεος λεπτοῦ, αὐξάνει εἰς δύο λεπτὰ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ἐπέρχεται ἐντεῦθεν κἀμμία μεταβολὴ, διότι τρία ἑκατομμύρια εἶχεν ὑπολογίσει ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τρία περίπου ὑπολογίζει καὶ ἡ παροῦσα! Οὕτω λοιπὸν, ἐπειδὴ μία τῶν δύο Κυβερνήσεων ὑπελόγισε καλῶς, ἐξάγομεν, ὅτι ἡ αὐτὴ φορολογία ἐπιβάλλεται!! Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις εἶναι τεραστία, διότι ἐπιβάλλεται αὔξησις 300%.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βάλετε καὶ τὰ 20%.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς· καὶ τότε θὰ ἔχωμεν αὔξησιν 360%. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἀντίκειται καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τηρῶμεν εἰς πᾶσαν φορολογίαν. Ἀξίωμα φορολογικὸν, ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένον, εἶναι, ὅτι οἱ φόροι πρέπει νὰ βαρύνωσιν ἐξ ἴσου τοὺς πολίτας. Τὸ ἀξίωμα τοῦτο δὲν ἐτηρήθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι οἱ κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων δὲν ἐπιβαρύνονται ποσῶς. Δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπλήρονον πρὶν, δύο θὰ πληρόνωσι καὶ ἐφεξῆς, ἐνῷ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων ἐπιβάλλεται τετραπλάσιος φόρος. Εἶναι τοῦτο δικαιοσύνη καὶ ἰσότης; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδίδει τὴν ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα ταύτην εἰς τὸν ἰσχύοντα ἤδη νόμον, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς, λέγει, ἐψηφίσαμεν, καὶ οὗ τὸ σύστημα αὐτὸς ἐξακολουθεῖ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἆρά γε τοιαύτη ἔλλειψις εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἢ τὰ ἐν αὐτῷ καλῶς ἔχοντα ἀνατρέπονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐναντίου τῶν ἀρχῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας; Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, εἰσήγαγε νόμον, δι’ οὗ, καταργήσας τὸν ἔγγειον φόρον, ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρον καταναλώσεως. Τίνα ἀρχὴν ἠκολούθησε τότε εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου τούτου; Ἠκολούθησε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου πρέπει νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου· ὅπου ὁ οἶνος εἶναι ἀνωτέρας ἀξίας, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μείζων φόρος, καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἠκολούθησεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἐπέβαλε πανταχοῦ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου εἰς τὰς πόλεις εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ εἰς τὰ χωρία. Καὶ ὅμως τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀποδέχεται ὁ ἰσχύων ἤδη νόμος, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει λογική τις κλίμαξ, ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένη, καθ’ ἣν εἰς τὸν οἶνον τῶν πόλεων ἐπιβάλλεται μείζων φόρος, εἰς τὰς μικρὰς πόλεις μικρότερος, καὶ εἰς τὰ χωρία ἔτι μικρότερος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντιτάσσει, ὅτι ὁ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιβληθεὶς φόρος καταναλώσεως ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἴνου, οὐχὶ ὅμως καὶ ὁ ἔγγειος φόρος. Ἀλλὰ τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, ὃν ἐπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τοῦ ἤδη ἐγγείου; Ἐπειδὴ μετεβάλομεν τὰς λέξεις, μετεβλήθησαν ἆρά γε τὰ πράγματα; Καὶ διὰ τοῦ ἑνὸς καὶ διὰ τοῦ ἄλλου ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν παραγωγὸν νὰ μᾶς δώσῃ μερίδα τινὰ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματός του. Ἐὰν ἐλαμβάνομεν τὴν μερίδα ταύτην, ἅμα τῇ παραγωγῇ, εἰς σταφυλὰς, ἢ εἰς γλεῦκος, θὰ ἠθέλομεν λάβει τὸ αὐτὸ παρ’ ἑκάστου ποσοστὸν, ἀλλὰ διαφόρου ἀξίας. Καὶ ὅταν ἑπομένως ζητοῦμεν τὸν φόρον εἰς χρήματα, ἡ δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀξίαν τοῦ παραχθέντος καρποῦ. Ὁ παράγων πολύτιμον οἶνον δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ, νὰ πληρώσῃ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλ’ ὁ παράγων εὐτελῆ οἶνον, πρέπει νὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερον. Ἐπιβάλλοντες τὸν αὐτὸν φόρον εἰς ἀμφοτέρους, πράττομεν ἀδικίαν, καὶ παραβιάζομεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ νόμος ὁ ἰσχύων ἦτο σοφὸς καὶ συνταγματικὸς, ἀλλὰ τὸ νέον σύστημα ἀνατρέπει ἄρδην τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογίας καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἄν ὑπῆρχεν ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἔπρεπε καὶ εἰς τὴν αὔξησιν νὰ τηρηθῶσιν αἱ βάσεις καὶ αἱ ἀναλογίαι τῆς ἀρχικῆς φορολογίας. Διὸ ἐπιμένω, λέγων, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐξομοιοῖ τὸν φόρον δι’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον, διότι γνωρίζετε, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων εἶναι οἱ πενέστεροι καὶ οἱ δυστυχέστεροι τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἄλλως τε δὲ καὶ ἡ ποιότης τοῦ οἴνου εἰς τὰ χωρία εἶναι εὐτελοῦς ποιότητος καὶ ἀξίας. Πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐναντίου, ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡρακλείου καί τινων ἄλλων χωρίων. Ἀγνοῶ κατὰ πόσον εἶναι βάσιμα τὰ παραδείγματα, προερχόμενα ἐκ τῶν ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν χωρίων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε προχωρήσει πέραν τοῦ Ἡρακλείου, ὡς π. χ. εἰς χωρία τοῦ Δήμου Μαραθῶνος, ἤθελεν εὕρει σπουδαίαν διαφορὰν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου. Τὸ τοῦ Ἡρακλείου παράδειγμα εἶναι ἔκτακτον. Τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἐπισήμους, καὶ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι θέλει πεισθῆ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ χωρία ὁ οἶνος εἶναι εὐθηνότερος ἢ εἰς τὰς πρωτευούσας, καὶ διὰ τοῦτο μεταφέρεται εἰς ταύτας πρὸς πώλησιν, ὑποβαλλόμενος εἰς ἀγώγια καὶ εἰς κινδύνους βλάβης. Ὅθεν φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποῤῥίψῃ αὐτό.
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§89ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεχείρησεν, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε, νὰ ἀναιρέσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἐνόμισεν εὔλογον, νὰ προτείνῃ πρὸς ἀναίρεσιν, ὅτι εἶναι παράδοξον τῷ ὄντι νὰ φορολογῆται μὲ δύο λεπτὰ ὁ οἶνος τῶν Ἀθηνῶν καὶ μὲ ½ λεπ. ὁ οἶνος τοῦ Ἀμαρουσίου, ἢ Ἡρακλείου· ἀλλ’ ὑπὸ τὸ ἐπιχείρημά του τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὸ ὀνομάσω διαστροφὴν τῶν πραγμάτων, κρύπτεται ὁ ταμιευτικὸς αὐτοῦ σκοπός· ἀλλ’ ἐγὼ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου ἀπέδειξα καθαρῶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Ῥωμαϊκὸν ἀξίωμα «summum jus summa injuria»· εἶναι φαινομένη μόνον ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν προβάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργός, φορολογῶν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὰ διάφορα τῆς Ἑλλάδος διαμερίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει μεγάλη ἀνισότης τῆς ἀξίας τῆς φορολογητέας ὕλης, καὶ ἐν τούτῳ κρύπτεται ἡ ἀδικία τοῦ ἐπιβαλλομένου ἴσου φόρου τῶν δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέδειξεν, ὅτι πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος τὸ γλεῦκος ἔχει ἴσην τιμήν, ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἴση φορολογία εἶναι ἄδικος, οἱ δὲ πολλοὶ λόγοι μάταιοι. Ἂν συνέβη εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ εἰς τὰς Πάτρας, ἐπὶ τῇ διαστροφῇ τοῦ νόμου, νὰ πωληθῇ οἶνος ἐν παρακειμένοις χωρίοις ἀποτεταμιευμένος, ὁμολογουμένως τοῦτο εἶναι ἄτοπον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἀπέναντι τῆς καθολικῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐπέρχεται, πρὸς διόρθωσιν τοῦ μερικοῦ τούτου ἀτόπου, ὅπερ εὐκόλως θὰ ἐθεραπεύετο. Ἠδύνατο νὰ περιληφθῇ διάταξις ἁπλουστάτη, ὅτι ὁ οἶνος τῶν περιχώρων τῶν πόλεων φορολογεῖται ἐπίσης, ὡς καὶ ὁ οἶνος τῶν πόλεων, καὶ νὰ ὡρίζετο πρὸς τοῦτο φορολογικὴ τις ζώνη περὶ τὰς πόλεις, ἐν αἷς ὁ φόρος ὁρίζεται εἰς δύο λεπτά.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, τὸ ἐν Ἡρακλείῳ καὶ Ἀμαρουσίῳ καταναλισκόμενον ποσὸν ὑπεβάλλετο εἰς τὸν ἐλάχιστον φόρον, διότι ἐπλήρονε τὸν φόρον ἡ λιανικὴ πώλησις, ἡ ἐπὶ τόπου γινομένη· ὁ οἶνος, ὁ ἀποταμιευόμενος ἐν Ἀμαρουσίῳ καὶ Ἡρακλείῳ, μεταφερόμενος εἰς λιανικὴν πώλησιν εἰς Ἀθήνας, ὑπεβάλλετο εἰς τὸν φόρον τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κειμένου νόμου ὑποβάλλεται εἰς τὸν φόρον τοῦ τόπου, ὅπου ἀποταμιεύεται.
§91ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βεβαίως, τοῦτο τὸ ἄτοπον προτείνω νὰ θεραπευθῇ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας τὰ περίχωρα τῶν πόλεων νὰ ὑποχρεῶνται εἰς πληρωμὴν φόρου, ὅπως εἶναι ὡρισμένον καὶ διὰ τὰς πόλεις· τοῦτο μᾶς σώζει ἀπὸ τὴν σχετικὴν ἀδικίαν. Ὑπενθυμίζω δὲ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτι ὁ οἶνος τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ μετακομισθῇ κατὰ ποσότητας μεγάλας, διότι ἡ ἐλαχίστη μετατόπισις αὐτοῦ ἐπιφέρει τὴν τροπὴν τοῦ οἴνου εἰς ὄξος. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει φόβος καταδολιεύσεως τοῦ νόμου· ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδόλως ἰσχύει, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν νόμον καὶ τὸν δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλόμενον φόρον τῆς ἀδικίας, διότι τὸ γλεῦκος, εἰς τὰς Ἀθήνας μὲν πωλεῖται 30 λεπτά, εἰς δὲ τὰ ἀπόκεντρα χωρία 5 λεπτά, καὶ εἰς τὰ ὀρεινὰ, ἀμφίβολον ἂν ὑπάρχωσιν ἀγορασταί. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι προφανῶς ἐπλανήθη, καὶ ὡς ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ πλανηθῇ· errare humanum.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ σεῖς, ὡς ἄνθρωπος, ἐνδέχεται νὰ ἀπατᾶσθε.
§93ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐγὼ προβάλλω ἐπιχειρήματα ἀνεπίδεκτα ἀντιῤῥήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλὰ δύναμαι καὶ ἐγὼ βεβαίως νὰ σφάλλω, οὐδ’ ἀξιῶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ τὸ ἀλάθητον. Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐπανορθοῖ κατά τι τὸ δίκαιον, καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή· διότι σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τὸ ἥμισυ λεπτὸν, μὲ τὸ ὁποῖον φορολογεῖται ὁ οἶνος εἰς τὰ χωρία, εἶναι φόρος ἐπαχθής. Καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς, ἐλπίζω, ἀμφιβάλλει. Ὁ οἶνος μετὰ τὸν ἄρτον εἶναι ἡ στοιχειώδης τροφή· παρομαρτεῖ εἰς τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ χωρικοῦ κατὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ σταφιδοκάρπου, ὥστε, αὐξάνοντες τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, αὐξάνετε καὶ τὰ βάρη τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τῶν αὐξήσεων, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ αὔξησις αὕτη τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου εἶναι ἡ ἀδικωτέρα καὶ καταθλιπτικωτέρα ἐπὶ πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων, καὶ εὐλόγως ἀπεκάλεσα αὐτὴν τὸ κορύφωμα τῆς φορομανίας. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, Κύριοι βουλευταὶ, ὥστε νὰ μὴ παρασυρθῆτε ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἰσοζυγίου νὰ πράξητε τοιαύτην ἀδικίαν, ἥτις θὰ φέρῃ καταστροφήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ παύσῃ νὰ φορολογῇ αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ βαθείας μελέτης· ἀνάγκη νὰ γνωρίσῃ καλλίτερον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂς μὴ πλανᾶται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πλουσία, ἂς μὴ φρονῇ, ὅτι ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος εἶναι γῆ παρθένος, ἐν ᾗ οἱ αἰῶνες ἀπεθησαύρισαν τὸν πλοῦτον, ὡς ἔλεγε τὴν προχθὲς ἑσπέραν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀνάγκη νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι γῆ ἐξηντλημένη, γεγηρακυῖα, ὡς καὶ τὰ ἀποψιλωθέντα ὄρη της, κατεστραμμένη ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐπιδρομῶν τῶν βαρβάρων· εἶναι χώρα μᾶλλον γεγηρακυῖα, τὰ δάση της εἶναι φαλακρὰ πλέον καὶ ἀπονεκρωμένα· οὐδεμία ἐν αὐτοῖς βλάστησις, οὐδεμία ζωή. Τὰ δάση δὲ, ὡς πάντες γινώσκετε, ἀποτελοῦσι τὸν πλοῦτον μιᾶς χώρας· ἂν ἐξαιρέσητε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον τὰς τρεῖς πεδιάδας, τὴν Μεσσηνιακὴν, τὴν Ἀργολικὴν καὶ τὴν τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὰς σταφιδοφόρους, ἡ λοιπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ πολυπτύχους ὀροσειρὰς ἄνευ δασῶν καὶ ἀπονεκρωμένας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Πανταχοῦ σχεδὸν τὰ ὀροπέδιά της εἶναι ἄγονα καὶ ἀγνώμονα πρὸς τὸν γεωργὸν, διότι δὲν λιπαίνονται πλέον ἀπὸ τὴν ὕλην τῶν δασῶν, ἣν οἱ χείμαῤῥοι καταφέρουσιν εἰς τὰ ὀροπέδια, ὅταν ὑπάρχωσι δάση φυλλοφοροῦντα καὶ σκιερά. Οἱ χωρικοὶ εἶναι πτωχοὶ, ὑπὸ τὴν πίεσιν εὑρισκόμενοι τῶν τοκογλύφων. Οὐδὲ δύναται ὁ χωρικὸς, ἀνασκάπτων τὴν γῆν μὲ τὸ ἄροτρον τοῦ Ἡσιόδου, νὰ ἀνευρίσκῃ θησαυρούς. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἕτερον σπουδαιότατον ἀξίωμα, ὅτι ἡ μήτηρ φύσις εἶναι ἰδιότροπος, ἀποκρύπτει τοὺς δαψιλεῖς αὑτῆς μαστοὺς ἀπὸ τοὺς λαοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι νὰ θηλάσωσιν· ἀπόδειξιν τῷ φέρω τοὺς ἀμαθεῖς πληθυσμοὺς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς εἰδήμονας κατοίκους τῆς τραχείας Ἑλβετίας. Παραβάλετε τὰς εὐφόρους πεδιάδας τῆς ἐρατεινῆς Ἰωνίας καὶ τοὺς πτωχοτάτους ἢ κακοδαίμονας κατοίκους της πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς τραχείας Ἑλβετίας. Ἡλίκην παρατηρεῖτε διαφοράν! Ὁ Ἑλβετὸς, μὲ τὰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀγελάδας του, εὐτυχεῖ, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῆς Ἰωνίας εἶναι πενέστατοι, διότι ἀγνοοῦσι ν’ ἀναζητήσωσι τὸν πλοῦτον τῆς χώρας των. Τοῦτο πάσχουσι πάντες οἱ ἀμαθεῖς λαοὶ, δι’ οὓς ἡ Πολιτεία οὐδόλως προὐνόησεν, ὅπως διανοιχθῶσιν οἱ ὀφθαλμοί των πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ φυσικοῦ πλούτου. Ἐνισχύσατε τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν, ἐπιμεληθῆτε, ὅπως διαδοθῶσιν αἱ στοιχειώδεις πρακτικαὶ γνώσεις, τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστημονικῆς ἐφαρμογῆς, καὶ τότε βεβαίως δύνασθε ν’ ἀναμένητε αὔξησιν τῶν δημοσίων πόρων, τότε θὰ εὕρητε τί νὰ φορολογήσητε. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ σπείρητε, πῶς ζητεῖτε νὰ θερίσητε, καὶ τοιοῦτον θερισμὸν, πολλῶν ἑκατομμυρίων; Ἐνταῦθα κεῖται ἡ πλάνη. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μεταβάλῃ γνώμην, καὶ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐγὼ δὲν συμβουλεύω τὸ ἄτοπον, ἀλλὰ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πτωχὸς, καὶ θὰ συντρίψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας διὰ τῆς ἐπαχθεστάτης ταύτης φορολογίας.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὃν τρόπον θέτει τὰ ζητήματα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ φορολογικῶν μέτρων, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ λέγει, ὅτι ἀναγνωρίζει κἄπως, ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἐγγίζουν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπιβαρύνουσιν αὐτὸν πλέον τοῦ δέοντος, ἀφ’ ἑτέρου, προσθέτει, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων καὶ πρέπει νὰ ζητήσωμεν ταῦτα, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν αὐτὰ, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς φορολογικῆς δυνάμεως τοῦ λαοῦ. Οὐχ ἧττον ὀφείλομεν, ὅσοι διαφωνοῦμεν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις μας, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας καθῆκον ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω πῶς καὶ διατὶ μετεβλήθη ὁ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος, ἀπὸ δικαιώματος καταναλώσεως εἰς ἔγγειον φόρον· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος στηρίζηται καὶ εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν ἰσότητα καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπέβαλον ἐγὼ πρῶτος κατὰ τὸ 1880, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἐξανέστη κατὰ τοῦ φορολογικοῦ μέτρου ἐκείνου, χαρακτηρίσας αὐτὸ ὡς ἀνατρέπον καὶ αὐτὸ τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου, ὡς ἀνατρέπον καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν. Τὸ ἐπολέμησεν ἀμειλίκτως, μολονότι εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ ἄλλους ὅρους λίαν ἠπίους καὶ ἐλαφρυντικοὺς διὰ τοὺς φορολογουμένους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν τόμον τῶν Στενογραφημάτων, τὸν περιέχοντα τὸν κεραυνολόγον τοῦ κ. Τρικούπη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διὰ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκεῖνον τὸν φιλιππικὸν κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὃν ἐξεφώνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποίας ἀντιφάσεις περιπίπτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἑκάστοτε. Διὰ τῆς καταπολεμήσεως τοῦ μέτρου ἐκείνου, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς στρατιωτικῆς θητείας, ἀνεβιβάσθη τότε ὁ κ. Τρικούπης τὸ πρῶτον ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν κοινοβουλευτικῶς· ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι μεταξὺ τοῦ ἰσχύοντος νῦν συστήματος καὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸς, οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει· 3,000,000 ἐπρόκειτο νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, 3,000,000 θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τώρα, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει συγχρόνως, ὅτι δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀμπέλων, ἢ ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς τοῦ οἴνου, 1,760,000 καὶ οὐχὶ τρία ἑκατομμύρια, ὡς ὑπελόγιζεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1,760,000, τὰς ὁποίας πράγματι ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξωμεν, κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον, καὶ τῶν 3,168,000, τὰς ὁποίας πάλιν πράγματι πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παίζει νομοθετῶν, καὶ θὰ ἐπιμείνῃ νὰ εἰσπράξῃ, ὅ,τι ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐξ ἑκάστου ἐσόδου. Λοιπὸν, ναὶ μὲν ἐσημειώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 ποσὸν 3,000,000, ὡς εἰσπρακτέον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξωμεν καὶ ἑπομένως ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ βαλάντια τοῦ λαοῦ 1,760,000 μόνον· τώρα ὅμως ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 3,168,000, καὶ μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ μέχρι λεπτοῦ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει διαφορά; Ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ 1,408,000 ἐπὶ πλέον. Παίζομεν ἢ σπουδάζομεν, κύριοι Συνάδελφοι, τοιαῦτα νομοθετοῦντες; Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀληθὲς, ἂς μὴ θέλῃ τρόπον τινὰ νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν ἀριθμῶν καὶ διὰ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, ν’ ἀποπλανᾷ τὴν Βουλὴν, ὅταν πρόκηται νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν ψῆφόν της, διὰ νὰ ψηφίζωμεν τοὐλάχιστον ἐν γνώσει, ὅ,τι ψηφίζομεν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐγγείου φόρου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν: ὁ φόρος οὗτος εἶναι δίκαιος; στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα, εἰς τὴν ἀλήθειαν; Βεβαίως ὄχι· διότι φόρος δύο λεπτῶν ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ γλεύκους, ἀντιπροσωπεύει τιμὴν 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν· ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, καὶ σεῖς πάντες τὸ γινώσκετε, ὅτι οὐδαμοῦ σχεδὸν τιμᾶται ἡ ὀκὰ τὸ γλεῦκος 20 λεπτὰ· εἴς τινα μέρη τιμᾶται 5 λεπτὰ, εἰς ἄλλα 10, εἰς τὴν πατρίδα μου δὲ τιμᾶται 14 λεπτὰ· ἀλλ’ αὕτη εἶναι μία ἀπὸ τὰς ὀλίγας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους φθάνει μέχρι τοῦ ὅρου τούτου. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ὅτε ἦτο ἐν ἰσχύϊ ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν ἀμπέλων, αἱ ἄμπελοι ἦσαν διῃρημέναι εἰς 5 κλάσεις, καὶ ὁ μέσος ὅρος κατὰ στρέμμα δραχ. 2,54. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς βεβαιοῖ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του, ὅτι αἱ ἄμπελοι ὅλης τῆς ἐπικρατείας, πλὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, συνίστανται ἐκ 550,000 στρεμμάτων. Ἐὰν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ φορολογήσωμεν αὐτὰς μὲ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἠθέλομεν εἰσπράξει κατὰ μέσον ὅρον 1,397,000, νῦν δὲ ζητοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν περιπλέον 1,771,000. Λοιπὸν ὑπάρχει διαφορὰ καὶ μεταξὺ τοῦ συστήματος, τοῦ ἰσχύοντος μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ τοῦ συστήματος τοῦ εἰσαγομένου νῦν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ στρεμματικὴ φορολογία εἶναι ἐπαχθὴς, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, καὶ διὰ τοῦτο πολλαὶ ἐπαρχίαι ἐπροτίμησαν νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον εἰς χρήματα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν μεταφοράν. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ γλεύκους κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν ἐφηρμόζετο μόνον εἰς τὴν Θήραν καὶ τὴν Θηρασίαν, κατὰ τὸ 1872 ὅμως τὸ μέτρον αὐτὸ ἐπεξετάθη παρ’ ἐμοῦ, Ὑπουργοῦ ὄντος τότε, καὶ εἰς τὴν Κέαν, Αἴγιναν, Μύκωνον, Σέριφον, Πάρον καὶ Σκόπελον, μετὰ ταῦτα δὲ, κατὰ τὸ 1880, ἐπεξετάθη καὶ εἰς ἄλλας. Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου ἐζήτουν οἱ Βουλευταὶ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν ἐν γνώσει, ὅτι θὰ ἐπλήρονον οἱ συνεπαρχιῶταί των ἀμπελοκτήμονες περισσότερα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποφύγωσι τὰς καταπιέσεις καὶ περιπλοκὰς τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τῆς πλημμελοῦς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, καὶ τῶν καταπιέσεων τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, κατηργήθη κατὰ τὸ 1872 καὶ ἡ στρεμματικὴ φορολογία τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐπεβλήθη φόρος 12 λεπτῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπίσης ἢ μεταφοράν. Εἶχον ὑποβάλει τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶχον προτείνει νὰ ὁρισθῇ ὁ φόρος εἰς 15 λεπτὰ· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, βουλευτὴς Μεσολογγίου τότε, ἐζήτησε νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 10 λεπτὰ, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπροσδιώρισεν αὐτὸν εἰς 12 λεπτὰ· ἐδιπλασιάσθη δὲ καὶ ἐτριπλασιάσθη τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον διὰ τοῦ οὕτω κανονισθέντος φόρου, ἀλλ’ οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἦσαν εὐχαριστημένοι ἐν τοσούτῳ, διότι ἀπέφευγον τὰς καταπιέσεις, ὡς εἶπον, τὰς προερχομένας ὡς ἐκ τοῦ πλημμελοῦς συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξωμεν τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, κατὰ τὸ ἰσχύον μέχρι τοῦ 1872 σύστημα, δὲν ἠθέλομεν βεβαιώσει πλειότερον τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,000,000, δὲν ἠθέλομεν δὲ εἰσπράξει οὔτε τὰς 400,000, διότι πράγματι συνέβαινον καθυστερήσεις 50 καὶ 60%. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ζητοῦμεν ἤδη νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἔγγειον φόρον 3,160,000· καὶ δὲν πληρόνουν, Κύριοι, τὸν φόρον αὐτὸν οἱ οἰνοπῶλαι, τὸν πληρόνουν οἱ παραγωγοὶ, διότι ὁ ἀγοραστὴς τοῦ γλεύκους θὰ ὑπολογίζῃ καὶ τὸν φόρον τῶν λεπτῶν δύο, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ θὰ τὸν ἐκπέσῃ ἀπὸ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ παραγωγοῦ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ προτεινόμενος φόρος τῶν λεπτ. 2 εἶναι πλέον τοῦ δέοντος βαρύς. Καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες, καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ προσθέτω, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καλὸν θὰ ἦτο νὰ συγκατατεθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβεβλημένην ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς Κορινθίας κ. κ. Δημητριάδην καὶ Νοταρᾶν, ἡ ὁποία κἄπως ἀνακουφίζει τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς οἰνοπαραγωγούς.
§95ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο εἶναι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι. Ἡ γνωστὴ ὑμῖν τῶν κ. κ. Δημητριάδου καὶ Νοταρᾶ, καὶ ἡ ἑτέρα τοῦ κ. Φωτήλα. Θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Φωτήλα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§97ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀποταμιευομένων οἴνων προσδιορίζεται εἰς ἓν λεπτὸν κατ’ ὀκᾶν διὰ τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας καὶ τὴν Στερεὰν, ἐκτὸς τῶν πρωτευουσῶν, 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ 3 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν διὰ τὴν πρωτεύουσαν.»
§98ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἀποσύρω τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Δημητριάδου καὶ Νοταρᾶ ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται).
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι σχεδὸν ὁ ὑπάρχων νόμος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία αὕτη τῶν κ. κ. Δημητριάδου καὶ Νοταρᾶ.
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Παπαλέξη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Παν. Μανέτας | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Ἠλίας Παλαμήδης | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κων. Κατσικόπουλος | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Δημ. Ν. Βότσαρης | ||
| Μ. Γουλιμῆς | Κων. Γ. Καραπάνος | ||
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Ν | Στ. Δραγούμης | Ο |
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Δ. Ῥάλλης | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ἀνδρ. Ψύλλας | ||
| Γεώργ. Κούστας | Φωκίων Νέγρης | Ο | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ἰωάν. Γεωργαντᾶς | ||
| Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Νικ. Μπουφίδης | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ο |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Δ. Καλλιφρονᾶς | ||
| Δημ. Πετρίδης | Ν | Νικ. Λεβίδης | Ν |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Σπ. Κουκούλεζας | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ὅθων Μακρυγιάννης | Ο | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Γ. Ροῦφος | ||
| Χρ. Χριστόπουλος | Θάνος Κανακάρης | ||
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο |
| Ἠλίας Φλέσσας | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Α. Φωτήλας | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Λεων. Καπετανάκος | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ο |
| Ν. Κουμανιώτης | Ν | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο |
| Βασ. Βουδούρης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ο | Ν. Κουκουσλῆς | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο |
| Ν. Παπανικολάου | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| Ν. Καφετζόγλους | Κων. Μαρκίδης | Ο | |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| Κων. Σινέλης | Ο | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Κων. Λομβάρδος | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | Περ. Πεῤῥωτής | Ν |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Δημ. Τζάνες | ||
| Ἀντ. Καποδίστριας | Περ. Μποῦτος | Ν | |
| Νικόλ. Βασιλάκης | Παν. Σάκκης | Ν | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ν | Νικ. Παπαλέξης | Ν |
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ν |
| Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | Εὐστάθ. Κοκκέβης | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | Ν |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Σ. Χατζηγάκης | Ο | |
| Νικ. Βαλσαμάκης | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Γερ. Μουσούρης | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| Παν. Βενιεράτος | Γ. Φραγγίδης | Ο | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| Γεώργ. Κόρπας | Ο | Γ. Τάκης | Ο |
| Στέφ. Σκουλούδης | Ο | Ν. Ταρμπάζης | Ο |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ο |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο |
| Νικ. Νομικός | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Γεώργ. Μπούμπουρας | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Δημοσθ. Καΐρης | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Γεώργ. Δρόσος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| Νικ. Κρίσπης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| Κων. Κοσσονάκος | Δημ. Ζουλούμης | Ο | |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ν |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Θεμ. Κανάρης | Ν |
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 95· 63 κατὰ τῆς τροπολογίας, καὶ 32 ὑπέρ· ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 καὶ 5. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§105ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 6, ἐπιμένω εἰς τὴν παρατήρησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον 6ον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δώσητε εἰς τὸν παραγωγὸν τὸ δικαίωμα, κατόπιν δηλώσεώς του, νὰ δηλώσῃ τὸν οἶνον, ὁ ὁποῖος ἐβλάβη.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος βεβαιώσεως τῆς βλάβης τοῦ οἴνου, θὰ ἦτο πρέπον νὰ καταχωρισθῇ τοιαύτη τις διάταξις, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τῆς βλάβης εἶναι ἀνέφικτος. Ἐξητάσθη τὸ θέμα παντοιοτρόπως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν ἐξασφάλισιν κατὰ τῆς καταχρήσεως. Διὰ τοιαύτης διατάξεως θὰ ἠνοίγετο εἰς τὴν κατάχρησιν εὐρεῖα πύλη, δι’ ἧς θὰ διέφευγε πᾶσα ἡ φορολογία. Ἄλλως τε τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ πάντων τῶν ἀμέσων φόρων. Τοῦτο συνέβαινεν, ὅτε ὁ φόρος ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῶν ἀμπέλων· ὁ φόρος ὠφείλετο, εἴτε παρήγετο οἶνος, εἴτε δὲν παρήγετο, εἴτε ὁ παραχθεὶς διετηρεῖτο, εἴτε ἐξύνιζε. Τοῦτο συμβαίνει ἐπίσης ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὁ φόρος ὀφείλεται, εἴτε ὑπάρξῃ, εἴτε μὴ ὑπάρξῃ παραγωγή. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Οὐχ ἧττον, καίτοι τοῦτο παρουσιάζεται εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους ἀμέσους φόρους, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ βεβαιώσωμεν τὴν καταστροφὴν τοῦ οἴνου, ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἠθέλομεν μάλιστα ἡμεῖς αὐτοὶ ἐκ πρωτοβουλίας περιλάβει τὴν διάταξιν, διότι πολὺ προσεπαθήσαμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον βεβαιώσεως τῆς καταστροφῆς, ἀλλ’ αἱ προσπάθειαι ἡμῶν ἀπέβησαν ἀτελεσφόρητοι.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ νόμον, αἱ δηλώσεις καὶ τὰ ἐπιδοτήρια συντάσσονται ἐπὶ χαρτοσήμου. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ συντάσσωνται καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ὅπως ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς δηλώσεις φόρου. Προτείνω λοιπὸν, νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον 7 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνεται ἐν τῷ νόμῳ, τὸν ὁποῖον συμπληροῖ ὁ νόμος οὗτος. Ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1886, περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐν ἄρθρῳ 2 ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). «Πᾶς, ὅστις ἀποταμιεύει οἶνον, ὀφείλει μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους νὰ ὑποβάλῃ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου δήλωσιν κτλ.»
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν δηλώσεων ὁμιλῶ, νὰ γίνωνται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου· καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι κοινοποιοῦνται καὶ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, νὰ συντάσσηται καὶ τὸ ἐπιδοτήριον ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνετε τροποποίησιν τοῦ κειμένου νόμου; Ἂν ἐννοῶ τὴν πρότασίν σας, εἶναι ἄσκοπος, ὡς προβλεπομένης τῆς περιπτώσεως ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, ἄλλως τε δὲν σχετίζεται πρὸς ἄρθρον τι τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι πρὶν ἢ τὸ σύνολον ψηφισθῇ, προτείνω νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον 7, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται καὶ τὰ ἐπιδοτήρια συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ θεωροῦμεν περιττὴν τὴν πρότασιν. Αὕτη δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως, ἀλλὰ σχετίζεται πρὸς τὸν ἀρχικὸν νόμον, ἐν ᾧ φρονῶ, ὅτι προβλέπεται ἡ περίπτωσις· πρέπει λοιπὸν νὰ καθορισθῇ ἀκριβῶς, νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασίς σας ἐγγράφως, ἵνα διακρίνωμεν περὶ τίνος πρόκειται, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτου τινὸς ἄρθρου.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Ἕκαστος παραγωγὸς μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ὀφείλει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν Δήμαρχον τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ἐναπεταμίευσεν....
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ δηλώσεων, σχετιζομένων πρὸς τὸν νόμον ᾼΤΝʹ, καὶ ὄχι πρὸς διάταξίν τινα τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸν νόμον ᾼΤΝʹ, αἱ δηλώσεις δὲν γίνονται ἐπὶ χαρτοσήμου, διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ εἰς τί ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, καὶ ζητῶ, ὅπως τὴν διατυπώσῃ ἐγγράφως.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κρεστενίτη, σεῖς, ποῦ εἶσθε Δήμαρχος, εἰπέτε μας τί συμβαίνει.
§116ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αἱ δηλώσεις γίνονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἀλλ’ ὅταν ἐναποταμιεύηται οἶνος τοῦ παρελθόντος ἔτους, τότε κοινοποιεῖται εἰς τὸν ἔφορον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπὶ χαρτοσήμου ἡ αἴτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκτάκτου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἐκ δραχ. 112,200. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ὡσαύτως περὶ χορηγίας πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχμῶν 2,240. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Καὶ περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχ. 161,901. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 156, 157 καὶ 158). Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΣΤʹ περὶ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§118ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ αὔξησις δὲν θὰ ἦναι μικρὰ, ὡς θεωρεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διότι ἡ πρόσθετος διάκρισις κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ φέρει αὔξησιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὅπου κυρίως ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι τελεσφόρος, κατὰ τὸ τριτημόριον τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου· οὐχ ἧττον καὶ ἡ κατάταξις εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν τῶν οἰνοπωλῶν καὶ καπνοπωλῶν θὰ φέρῃ αὔξησιν προσόδου ὁπωσοῦν σπουδαίαν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο τῆς προαγωγῆς εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν τῶν πωλούντων οἶνον, οἰνοπνεύματα καὶ καπνὸν, εἶναι, ὅτι τὰ εἴδη ταῦτα, ὁ καπνὸς καὶ τὰ πνευματώδη ποτὰ, ἐθεωρήθησαν ἀντικείμενα εἰδικῆς φορολογίας κατὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τὸν οἶνον ἔχομεν ἤδη νόμον, ὅστις ἐπιβάλλει τὸν φόρον ὡς ἔγγειον, ἐνῷ καθ’ ἡμετέραν γνώμην δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλληται ὡς τοιοῦτος, ἀλλ’ ὡς φόρος καταναλώσεως. Πρὸς τὴν τοιαύτην τροποποίησιν δὲν ἐθεωρήσαμεν πρόσφορον τὴν παροῦσαν ὥραν, ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου δὲν ἐμποδίζει τὴν φορολογίαν τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, οἱ δὲ φόροι ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ὑγρῶν καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι φόροι καταναλώσεως, οὓς θεωροῦμεν δεκτικοὺς αὐξήσεως. Ταύτην τὴν αὔξησιν, ὡς καὶ τὴν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου φορολογίαν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν κατὰ διαφόρους τρόπους. Εἷς τῶν τρόπων εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν μετερχομένων τὴν λιανικὴν πώλησιν τῶν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φορολογητέων εἰδῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς παρὰ διαφόροις ἐπικρατείαις βαρείας φορολογίας τῶν πωλούντων καπνὸν καὶ πνευματώδη ποτὰ, τουτέστιν, ὅτι ἡ φορολογία ἐπιπίπτει, οὐχὶ ἐπὶ τὸν ἐπιτηδευματίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν καταναλωτήν. Ἐθεωρήθη δὲ συμφέρουσα ἡ φορολογία τῆς καταναλώσεως κατὰ διαφόρους τρόπους, ὡς καθιστῶσα τὴν ὑπεκφυγὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν φορολογίαν, δυσχερεστέραν. Πρόκειται ἄρα περὶ φόρου καταναλώσεως ὑπὸ τύπον φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν δὲ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀποδειχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ φόρος, οἷος ἀπεδείχθη ἐν ἄλλαις ἐπικρατείαις, δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιτηδευματιῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, εἰμὴ μόνον καθόσον ἤθελεν ἐπενέγκει ἐλάττωσιν καταναλώσεως, ὅπερ ἀπίθανον, ἐνόσῳ ἐν τοιούτῳ μέτρῳ ἐπιβάλλεται ὁ πρόσθετος φόρος. Ὑποτιθεμένου ὅμως, ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἐλάττωσις καταναλώσεως, ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο κακὸν, διότι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέπραττεν ὀλιγώτερα· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο καλόν. Τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης, διότι ὑπάρχει αὕτη ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐνισχύῃ τὴν τοιαύτην κατανάλωσιν, ἵνα εἰσπράττῃ περισσότερα. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ ἐμποδίσῃ τὴν τοιαύτην κατανάλωσιν, καὶ διὰ τοῦτο φορολογεῖ· ἀλλ’ ἐὰν ἐπήρχετο τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. βουλευτής, τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης προσόδου, θὰ ἦτο μὲν τοῦτο ἐπιζήμιον εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἐξηνάγκαζεν ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν ἀλλαχοῦ τὴν ἀναπλήρωσιν τῆς ζημίας, ἀλλὰ τὸ τελικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἀγαθὸν, διότι χρήματα, ἀνωφελῶς τέως δαπανώμενα, θὰ ἐδαπανῶντο παραγωγικῶς, καὶ θ’ ἀπέφερον διὰ τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ δι’ ἄλλων, συμπληρούντων, ἢ ἀντικαθιστώντων αὐτοὺς, πρόσοδον ἀνωτέραν τῆς ἐπιγενομένης ἐλαττώσεως, ἢ τοὐλάχιστον ἴσην πρὸς αὐτήν. (Ψηφίζονται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§121ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σύνολον αὔριον, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν φορολογικὰ νομοσχέδια μὲ 40 βουλευτάς.
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε εἶναι καλλίτερον νὰ κάμητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§123ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τ’ ἄλλα νομοσχέδια.
§124ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖς, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία;
§125ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ἑρμηνείαν. Προχωρήσατε εἰς ἄλλα νομοσχέδια.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἔνστασιν ἠμπορεῖτε νὰ προτείνητε καὶ εἰς πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον.
§127ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ σύνολον, τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι μένουσιν ἀκόμη τρεῖς συνεδριάσεις.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρομεν. Εἶναι πολὺ ἀμφίβολον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἂς ἀναγνώσωμεν τὸν κατάλογον.
§131ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀφοῦ τὸ προτιμᾶτε.
§132ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔγινεν ἔνστασις.
§133ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα ἓν γεγονὸς, ὅτι ἤμεθα 40 βουλευταὶ, ἀλλ’ ἔνστασιν δὲν ἔκαμα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§135ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περιττόν· νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 μ. μ.