Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 45

1887.03.28

2.691 στίχοι · 20.201 λέξεις · 2 πίνακες · 142 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1887.03.28
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1887)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45

τῆς 28 Μαρτίου 1887.

(Σάββατον)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικολάβοι τινὲς ἐξ Αἰγίου αἰτοῦνται νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδικείου. Οὗτοι ἀνηνέχθησαν καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά των, θέλει δὲ σταλῇ καὶ ἡ νέα αὕτη. Κάτοικοί τινες τοῦ δήμου Αἰδηψίων ζητοῦσι νὰ περιορισθῇ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου συμφώνως πρὸς τὴν τρέχουσαν τιμήν. Ἡ Καλλιόπη Θ. Κουντουριώτου ζητεῖ, νὰ τῆς δοθῇ μικρά τις σύνταξις. Διάφοροι ἀγωνισταὶ, 10–12 περίπου, παραπονοῦνται κατὰ τῆς δεινῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἀρωγήν των.

§2ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἄλλοτε ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ φωνὴ ὑπὲρ τῶν λειψάνων τούτων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνός μας, καὶ ἐὰν ὦσιν ἀληθῆ λείψανα τῆς γενεᾶς ἐκείνης, ἥτις μᾶς ἔδωκε τὴν ἀνεξαρτησίαν μας, δέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν σπουδαίως· ὡς ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἐλέχθη, ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μία γραῖα, σύζυγος ἑνὸς ἀγωνιστοῦ, εἶχε ζητήσει μίαν δεκαπεντάδα δραχμῶν, μηνιαίαν βοήθειαν, ἀλλ’ οὐδεμία καὶ περὶ αὐτῆς ἐλήφθη πρόνοια. Νομίζω, ὅτι ἱερὸν καθῆκον ἐκπληροῦμεν, ἐὰν περὶ τούτων μεριμνήσωμεν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶχε πατέρα ἀγωνιστὴν, ὅστις ὠσφράνθη τὴν πυρίτιδα, ἀφοῦ μάλιστα ἐκ τούτων ὀλίγοι ἐναπέμειναν, νὰ μεριμνήσῃ ταχέως περὶ τῶν δυστυχῶν τούτων, δίδων αὐτοῖς μικρὰ βοηθήματα.

§3ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.

§5ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν γνώσει διατελῶν, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι αἱ βουλευτικαὶ προτάσεις ἀποστέλλονται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ καιροὶ καὶ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι τὰ πράγματα αὐτὰ, ἅτινα, ἐξεταζόμενα, θὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ πρότασίς μου, ὑπῆρξεν ἀντικείμενον σπουδαίας μερίμνης ὅλων τῶν εὐνομουμένων Ἐθνῶν. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἥτις εἰς τὰ ὄμματα ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων κατέστη φάσμα εἰδεχθὲς, διότι ὡς τοιοῦτον ἐξεβράσθη ἐκ τῆς ἐλλείψεως καὶ τῆς κακοδαιμονίας τῆς κοινωνίας. Ἀναφέρομαι ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ φίλον μου, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν πρότασίν μου ὑπ’ ὄψιν του, ἥτις καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλάν. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι ἐραστὴς τῶν τοιούτων καλῶν μεταῤῥυθμίσεων, νὰ διαπέμψῃ τὴν παροῦσαν πρότασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν καὶ διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).

§6ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ Λακεδαίμονος, ὑπογεγραμμένη παρὰ 80 ἐμπόρων τῆς Σπάρτης, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μεριμνήσῃ, ὅπως γίνεται ταχυτέρα ἡ ἀποστολὴ τῶν γραμμάτων· διότι λέγουσιν, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος, ὅστις παραλαμβάνει τοὺς φακέλλους τῶν τριῶν νομῶν, Ἀρκαδίας, Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας, τοὺς παραδίδει εἰς τοὺς Μύλους καὶ ἐκεῖθεν δι’ ἑνὸς ἀγωγιάτου μεταφέρονται. Τὸ μέσον τοῦτο τῆς μεταφορᾶς βραδύνει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε 12 ὥρας βραδύτερον λαμβάνουσι τὰς ἐπιστολάς των. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συστήσῃ ταχυδρομικὸν σταθμὸν εἰς Μύλους, καὶ νὰ ἐνεργῆται ἡ μεταφορὰ δι’ ἁμάξης καὶ οὐχὶ δι’ ἡμιόνων. Διὰ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τηλεγραφικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς Σπάρτης εἰς τὰς Καλάμας διὰ τῆς Λαγκάδας, ἑνούσης τὰς δύω πρωτευούσας τῶν νομῶν Μεσσηνίας καὶ Σπάρτης, διότι διὰ τῆς Τριπόλεως ἀπαντῶνται προσκόμματα, καὶ λίαν δύσκολος ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία καθίσταται. Τὸ ἔργον εἶναι λίαν ἀναγκαῖον, καὶ ἡ δαπάνη μικρὰ, εὑρισκομένου τοῦ ὑλικοῦ ἐν τῷ τόπῳ.

§7ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν ταύτην.

§8ΣΤΑΜ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς χήρας τοῦ πλοιάρχου Σταμ. Σαχτούρη, ἡ ὁποία ζητεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ συστήσῃ αὐτὴν, καθότι ἡ πολυμελὴς οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος εὑρίσκεται εἰς μεγίστην πενίαν, ἕνεκα τῆς μικρᾶς συντάξεως τῶν 90 δραχ. κατὰ μῆνα, ἣν λαμβάνει καὶ ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ συνιστῶ ἐνθέρμως τὴν αἴτησιν τῆς χήρας Σαχτούρη.

§9ΤΖΑΝΕΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶχον δίκαιον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις;

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.

§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι, μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ αὐτὸ ὡς σχεδὸν ἐξαντληθὲν, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν γνωμῶν, ἃς ἐγὼ καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξεθέσαμεν. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτεινεν εἰς ἐμὲ τὴν μομφὴν, ὅτι τὴν γνώμην μου ἐμόρφωσα ἀπολύτως, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ πράγματα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐκείνων, οἵτινες ἤκουσαν τὴν γνώμην μου, νὰ εἴπωσιν, ἂν αὕτη δὲν ἦναι μᾶλλον ἐν σχέσει πρὸς τὰ πράγματα, ἢ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκε. Τὰς σκέψεις μου ἐστήριξα ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἱστορίας. Δὲν βλέπω δὲ πρὸς τί ἄλλο ὀφείλομεν νὰ σχετίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὅταν συζητῶμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν σχετίζονται ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἱστορίαν. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις καὶ ὁ πλοῦτος αὐτοῦ εἰσι τὰ στοιχεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα, μελετῶντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ τὰ σχετίσωμεν καὶ νὰ τὰ συγκρίνωμεν, διότι ἄνευ αὐτῶν, μήτε οἰκονομικὰ δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, μήτε οἰκονομικὸν σύστημα. Ἀκριβῶς δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξήτασα τὸ ζήτημα, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ἥτις εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ θετικὴ αὐτοῦ ἔποψις, μόλις ἔθιξεν αὐτό. Ἐγκατέλειψε τὰ ἐπιχειρήματα, ἅπερ τοσάκις ἐπανελήφθησαν, ὅτι αἱ προτεινόμεναι αὐξήσεις τῶν φόρων δὲν βαρύνουσι τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἀποτελεῖ ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας. Ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς βασίμους τοὺς δύο τούτους ἰσχυρισμοὺς, ἤθελε δικαιοῦσθαι νὰ παριστᾷ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα ὡς καλὸν καὶ ἰσχυρὸν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους ἐγκατέλειψε, πεισθεὶς, ὑποθέτω, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα προχθὲς περὶ τοῦ ἀνυποστάτου αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε ν’ ἀντικρούσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ φόροι δὲν ἀφαιροῦσιν ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ διὰ τῶν φόρων ἀφαίρεσις χρημάτων παρὰ τοῦ λαοῦ δὲν στερεῖ τὸν τόπον τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, διότι ταῦτα δαπανῶνται πάλιν ἐν τῷ τόπῳ. Ἐγκατέλειψεν ὅμως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι ἐνόησεν, ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι καταδεδικασμένον καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς πείρας, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι οἱ φόροι ἀφαιροῦσι χρήματα ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ δίδουσιν αὐτὰ εἰς τάξεις, χρησίμους μὲν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ μὴ παραγωγικάς. Ἀφῆκε δὲ οὕτως ἔκθετον καὶ ἀνυποστήρικτον τὴν ἰδέαν του κατ’ ἐκείνης, ἣν ἠθέλησε ν’ ἀντικρούσῃ, ὅτι τὰ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἀφαιρεθησόμενα ποσὰ ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων θέλουσι στερήσει αὐτὰς τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, ἅτινα αὗται δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀναπληρώσωσιν ἄλλως πως. Ἕν μόνον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἀληθῶς σχετικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλ. τοῦ πλούτου καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Μᾶς εἶπεν, ὅτι, μολονότι τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἶναι πτωχὸν, τὰ ἄτομα ὅμως εἶναι τόσον πλούσια, ὅσον καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ Ἔθνει. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συμβιβάζει τὴν ἰδέαν τῆς πτωχείας τοῦ Ἔθνους μὲ ἐκείνην τοῦ πλούτου τῶν ἀτόμων, ἅτινα ἀποτελοῦσιν αὐτό. Τὴν ἰδέαν του ταύτην ὑπεστήριξε διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἔχομεν γαίας παρθένους καὶ μᾶλλον ἐκτεταμένας, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἄλλα Ἔθνη, καὶ ὅτι τὰ ἡμερομίσθιά εἰσι παρ’ ἡμῖν ὑπερτετιμημένα. Τοῦτο ἰσχυρισθεὶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλησμόνησεν, ὅτι σήμερον ὁ κυριώτερος πλοῦτος τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶναι ὁ γεωργικός, καὶ ὅτι ὁ πλοῦτος, ὅστις ἐπιτρέπει εἰς αὐτὰ νὰ βαστάσωσι τὰ μεγάλα βάρη τῆς ὑφισταμένης παρ’ αὐτοῖς φορολογίας, εἶναι ὁ βιομηχανικός. Ἐλησμόνησεν ὡσαύτως, ὅτι καὶ ὁ γεωργικὸς πλοῦτος, ὅστις ἀποτελεῖ οὐσιῶδες μέρος τῆς περιουσίας τῶν Ἐθνῶν, δὲν ἐκτιμᾶται κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐκτάσεως τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων γαιῶν, ἀλλ’ ἰδίως καὶ κυρίως κατὰ τὸ μέτρον τῆς βελτιουμένης καλλιεργείας αὐτῶν. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι γεωργικῶς πλουσιώτερον ἓν Ἔθνος, ἐφ’ ὅσον καλλιεργεῖ τὰς γαίας αὐτοῦ διὰ τελειοτέρων ὀργάνων, διὰ πληρεστέρων μέσων καὶ διὰ τεχνικωτέρων μεθόδων. Ποῦ δὲ εὑρίσκει παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς παρθένους γαίας; Μήπως ἔχωμεν ἡμεῖς τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας τῆς Ἀμερικῆς, αἵτινες οὐδέποτε ἐκαλλιεργήθησαν, καὶ αἵτινες καλλιεργούμεναι ἀτελῶς φέρουσι πλουσίας προσόδους; Αἱ γαῖαι ἡμῶν εἰσιν, αἱ πλεῖσται, σχεδὸν ἐξηντλημέναι, καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐξαντλούμεναι ἐκ τῆς κακῆς καλλιεργείας. Τί ὠφελεῖ τὸν Ἕλληνα ἰδιοκτήτην, ἂν ἔχῃ γαίας, ἐκτάσεως σχετικῶς μεγαλειτέρας ἐκείνων, ἃς κέκτηται Εὐρωπαῖός τις ἰδιοκτήτης, ὅταν, στερούμενος τῶν γνώσεων τῶν εὐκολιῶν καὶ τῶν πρὸς καλλιέργειαν μέσων, δὲν δύνηται νὰ παραγάγῃ μήτε τὸ ἥμισυ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἣν παράγει ὁ Εὐρωπαῖος ἰδιοκτήτης ἐκ γαιῶν σχετικῶς μικροτέρας ἐκτάσεως. Τί μᾶς ὠφελοῦσιν αἱ μέγισται ἐκτάσεις γαιῶν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὰ μέσα, οὔτε ἐναντίον τῶν πλημμυρῶν, οὔτε ἐναντίον τῆς ξηρασίας νὰ τὰς προφυλάξωμεν; Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔνδειξις πλούτου εἶναι ἡ ἔκτασις γαιῶν, τότε βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι ἡμεῖς οἱ πλουσιώτεροι· καὶ διὰ νὰ μὴ ζητήσω παράδειγμα μακρὰν ἡμῶν, ἀναφέρω τοὺς κατοίκους τῶν μεσογείων ἐπαρχιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἵτινες ἔχουσιν ἐκτάσεις γαιῶν σχετικῶς πολὺ μεγαλειτέρας τῶν ἰδικῶν μας. Ἀλλὰ τίς ποτε ἐφαντάσθη αὐτοὺς, ὡς ἔχοντας πλοῦτον ἴσον μὲ τοὺς κατοίκους Κράτους τινὸς τῆς Εὐρώπης, κατέχοντας γαίας πολὺ μικροτέρας ἐκτάσεως; Τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἐκτεταμένων γαιῶν, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχομεν πλοῦτον, ὅσον καὶ πᾶν ἄλλο Ἔθνος τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι εὐκόλως δυνάμεθα νὰ βαστάσωμεν τὸ βάρος τῶν προτεινομένων φορολογικῶν αὐξήσεων. Καὶ ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἡμερομισθίων, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπόδειξιν πλούτου, δὲν δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ τοιαύτην. Ἂν εἴχομεν βιομηχανίαν μεγάλην καὶ αὕτη εὕρισκε συμφέρον νὰ πληρόνῃ εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτῆς ὑπερτετιμημένα ἡμερομίσθια, ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο ὡς ἔνδειξιν πλούτου, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀπόδειξις βιομηχανικῆς εὐπραγίας, πλουσιοπαρόχως καὶ ἄνευ ἰδίας βλάβης ἀμειβούσης τοὺς ἐργάτας αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ τοιαύτη ἡμῶν βιομηχανία; Ἡ παρ’ ἡμῖν ὑπερτίμησις τῶν ἡμερομισθίων, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, ἣν φέρει ἡ βαρεῖα φορολογία, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ τὰς δυσχερείας, ἃς προξενεῖ εἰς τὴν τεχνικωτέραν ἡμῶν καλλιέργειαν, ἥτις εἶναι ἡ τῆς σταφίδος, καὶ εἰς τὰς μικρὰς ἡμῶν βιομηχανίας καὶ τέχνας. Ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἡμερομισθίων δεικνύει πλοῦτον, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι πολλοὶ ξένοι ἐργάται ἔρχονται ἐν Ἑλλάδι, ὅπως εὕρωσιν ἐργασίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐρχόμενοι ξένοι ἐργάται ἦναι ἴσοι πρὸς τοὺς Ἕλληνας, τοὺς ἀπερχομένους εἰς ξένην γῆν, ὅπως εὕρωσιν ἐργασίαν καὶ πόρον ζωῆς. Τίνες δὲ ξένοι ἐργάται ἔρχονται ἐν Ἑλλάδι; Οἱ ἔχοντες τεχνικάς τινας γνώσεις, χάριν τῶν ὁποίων εὑρίσκουσιν ἐργασίαν ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἐν ἄλλοις τεχνικοῖς ἔργοις. Ἐργάται, μὴ ἔχοντες τοιαύτας γνώσεις, ὀλίγιστοι ἔρχονται ξένοι, διότι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πλεῖστοι τοιοῦτοι, μὴ δυνάμενοι ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔνδειξις πλούτου ἡ ἔλλειψις τεχνικῶν γνώσεων, ἥτις θέτει τοὺς ἐργάτας ἡμῶν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὰ ἔργα, τὰ ἀπαιτοῦντα τοιαύτας γνώσεις. Ἔρχονται δὲ καὶ ἐργάται, στερούμενοι τεχνικῶν γνώσεων· τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ Ἀρμένιοι, οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν διώρυγα τῆς Κορίνθου. Ἀλλ’ οὗτοι ἔρχονται διότι στεροῦνται τῶν μέσων νὰ καλλιεργήσωσι τὰς μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, ἃς ἔχουσιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν, καὶ παρὰ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν αὐτῶν ἀναγκαῖα. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα ἑπομένως τῶν ὑπερτετιμημένων ἡμερομισθίων δέν μοι φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ μετατρέψῃ τὰς ἰδέας, ἃς καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεφράσαμεν, περὶ τῶν παραγωγικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μέμφεται ἡμᾶς, ὡς ἐξετάσαντας τὸ ζήτημα ἀπολύτως, δὲν εὑρίσκω, παρὰ τὰ δύο ταῦτα ἐπιχειρήματα σχετικῶς πρὸς τὰ πράγματα. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι δύναταί τις ἐξ αὐτῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἐποιήσατο ὅμως καὶ μίαν ἄλλην σύγκρισιν. Ἐξετάζων τὸ θεωρητικὸν βάρος τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, ἔλαβεν ὡς παράδειγμα τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Εἶπεν, ὅτι ὁ μὲν πρῶτος ἐπιβάλλεται κατ’ ἀναλογίαν 3% περίπου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ δὲ δεύτερος 5% περίπου, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν δύο δεκατημορίων ἀναβιβάζει τὸν πρῶτον μὲν εἰς 3,60 ἢ 4% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸν δὲ δεύτερον εἰς 6%, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ τοιαύτη αὔξησις πολὺ ἀπέχει τῶν κατ’ ἀναλογίαν ὑπερβολικῶν αὐξήσεων, ἃς ἡμεῖς ἐξεθέσαμεν. Θεωρητικῶς τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὑπὸ τὴν θετικὴν καὶ πραγματικὴν ἔποψιν τοῦ βάρους, ὅπερ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐννοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῶν φορολογουμένων; Ὁ Προϋπολογισμὸς ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ παρὰ τῶν κατόχων οἰκοδομῶν, 140% παρὰ τῶν πρώτων, καὶ 200% ἐπὶ τῶν δευτέρων, περιπλέον τῶν ὅσων εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς θετικὴν καὶ ἀκριβῆ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τίνων θὰ εἰσπράξωμεν τὴν ὑφισταμένην διαφορὰν μεταξὺ τῶν 20% ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν 140 καὶ 200% ἀφ’ ἑτέρου; Παρὰ τῶν μὴ φορολογηθέντων ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἰδιοκτητῶν; Ἀλλὰ πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, μὴ φορολογηθέντες, καὶ ὅτι ἐκ τῶν μὴ πληρωσάντων τοὺς φόρους των οἱ πλεῖστοι δὲν ἔπραξαν τοῦτο ἕνεκα ἀνεχείας μᾶλλον, παρὰ ἕνεκα κακῆς θελήσεως καὶ δυστροπίας; Καὶ ὑπὸ ἑτέραν σχετικὴν ἔποψιν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἑτέρων τῆς Εὐρώπης Κρατῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸν πλοῦτον ἡμῶν συνέκρινε μὲ τὸν πλοῦτον τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας, ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ καὶ τὰ βάρη, τὰ ἐπιβληθέντα καὶ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, πρὸς τὰ βάρη, ἅτινα ἐπεβλήθησαν εἰς ἀναλόγους περιστάσεις ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Ἔθνους. Εὗρε δὲ, ὅτι τὰς αὐτὰς παρουσιάζουσιν ἀναλογίας καὶ τὰ βάρη τὰ ἐπιβληθέντα ἐπὶ τῶν Ἐθνῶν τούτων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος, μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὑπεβλήθη εἰς φορολογικὰ βάρη σπουδαιότατα. Τὰ βάρη δὲ ταῦτα εἶχον περίπου τὴν αὐτὴν ἀφορμὴν, ἣν ἔχουσι καὶ τὰ ἐπιβαλλόμενα καὶ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, τὰς στρατιωτικὰς δηλαδὴ δαπάνας. Ἀλλ’ αἱ ἀναλογίαι τῶν βαρῶν τούτων εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτεραι παρ’ ἡμῖν τοῖς πτωχοῖς ἢ παρὰ τοῖς πλουσίοις Γάλλοις. Τὸ 1880 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδιδεν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἔσοδα, προϋπολογισθέντα εἰς δραχμὰς π. 46,716,000, ἤτοι ν. δραχμὰς 41,577,000· σήμερον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ζητοῦμεν νὰ δώσῃ δραχμὰς 94,656,000, ἤτοι 53,079,000 δραχμὰς περιπλέον. Ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τούτου περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἅτινα πλουσιοπαρόχως δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς δραχμὰς 5,000,000. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ βάρη, ἅτινα ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι σήμερον, ἀνέρχονται εἰς 48 ἑκατομμύρια, ἅτινα, ἐν σχέσει πρὸς τὰ 41,577,000, ἅτινα ἔδιδε τότε, ἀναλογοῦσιν εἰς 116%. Ἡ Γαλλία πρὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου, τὸ 1870, εἶχε Προϋπολογισμὸν ἐσόδων φράγκα 1,775,724,000. Τὸ δὲ 1875, ὅτε ἐπέβαλε τοὺς βαρυτάτους τότε θεωρηθέντας φόρους, πρὸς πληρωμὴν στρατιωτικῆς ἀποζημιώσεως 5 δισεκατομμυρίων φράγκων καὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς καταστροφῶν, ὁ Προϋπολογισμός της ἀνῆλθεν εἰς 2,588,900,000 φράγκα. Ἐπεβλήθησαν ἑπομένως νέα βάρη ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, διὰ τὰς ἐθνικὰς καὶ στρατιωτικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, ἐκ φράγκων 783,176,000, ἤτοι 44% περιπλέον· ἡ ἀναλογία δ’ αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ τρίτον σχεδὸν τῆς σχετικῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἅτινα ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἐπιβληθεῖσα κατὰ 44% αὔξησις τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν βαρῶν ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1875, δὲν ἦτο δυσανάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς αὐτῆς δυνάμεις, διότι καὶ μετ’ αὐτὴν οἱ ἀπολογισμοί της, οὐ μόνον δὲν παρουσίασαν ἔλλειμμά τι, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔφερον καὶ περισσεύματα. Τὰ τοιαῦτα δὲ ἀποτελέσματα ἐνεθάῤῥυνον τὰς γαλλικὰς Βουλὰς καὶ τὰς γαλλικὰς Κυβερνήσεις νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἄλλας αὐξήσεις φόρων, χάριν παραγωγικῶν δαπανῶν, ἐπέβαλον δὲ ἐπὶ τοῦ γαλλικοῦ λαοῦ νέα βάρη 500,000,000 περίπου, διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ὁδῶν των, νὰ κατασκευάσωσι λιμένας καὶ διώρυγας, νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν, νὰ οἰκοδομήσωσι σχολεῖα καὶ νὰ ἐκτελέσωσι καὶ ἄλλα διάφορα ἔργα, συντελοῦντα εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν προαγωγὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς ἐπιπροσθέτους ταύτας αὐξήσεις τῶν φόρων, τὰς γενομένας διὰ λόγους διαφόρους τῶν δικαιολογούντων τὰς ἡμετέρας αὐξήσεις, διὰ παραγωγικὰς δηλ. δαπάνας, τὰ προϋπολογιζόμενα ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὸ 1887 ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 3,140,000, καὶ παρουσιάζουσιν ὑπέρβασιν ἀπὸ τὸ 1870 κατὰ 80%, ἥτις ὑπολείπεται τῆς ἡμετέρας, τῆς δικαιολογουμένης ἐκ μόνων τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, καὶ ἀνερχομένης εἰς 116 ο/ο. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πλουσία Γαλλία, ἅμα διὰ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν αὐξήσεων τῶν φόρων ὑπερέβη τὸ ὅριον, ὅπερ αἱ παραγωγικαὶ αὐτῆς δυνάμεις ἔθετον εἰς τὴν φορολογίαν αὐτῆς, ὑπέστη τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερβάσεως ἀποτελέσματα, ἐλάττωσιν δηλ. εἰσπράξεων καὶ ἐλλείμματα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς αὐτῆς, οἵτινες προηγουμένως παρουσίαζον τακτικῶς περισσεύματα. Τὰ οἰκονομικὰ δ’ αὐτῆς περιῆλθον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε, ἐνῷ ἡ Γαλλία ἐθεωρεῖτο πρὸ ἑπταετίας, ὡς ἡ ἔχουσα τὰ καλλίτερα οἰκονομικὰ, σήμερον κατατάσσεται καὶ αὕτη μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν, τῶν ἐν στενοχωρίᾳ καὶ ἐν οἰκονομικαῖς δυσχερείαις εὑρισκομένων. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ τῆς Γαλλίας. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως αὐτῶν πρὸς τὰ τῆς Ἰταλίας; Ἡ Ἰταλία πρὸ τῆς ἑνώσεως αὑτῆς δὲν ὑπῆρχεν ὡς Κράτος, οὗτινος τὰ οἰκονομικὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσωσι πρὸς συγκριτικὴν ἐξέτασιν. Ὁ πρῶτος κυρίως Προϋπολογισμός της εἶναι ὁ τοῦ 1863, ὅτε ἀκόμη εἶχεν ὡς πρωτεύουσαν τὸ Τουρῖνον. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ ἀναγράφονται ἔσοδα 609,000,000 φρ. Ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτῆς κατὰ τὸ 1870, ἓν ἔτος πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς Ρώμης, καὶ ὅτε πρωτεύουσα αὐτῆς ἦτο ἡ Φλωρεντία, ἀνέγραφεν ἔσοδα φρ. 950,000,000. Ὥστε, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν μεγάλων αὐτῆς στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἑνώσεώς της μέχρι τῆς καταλήψεως τῆς Ρώμης, προσέθηκε φορολογικὰ βάρη ἐκ φρ. 341 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 56% περιπλέον τῶν πρώτων αὐτῆς ἐσόδων. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ρώμης τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1,099,000,000 κατὰ τὸ 1871, καὶ εἰς 1,168,000,000 κατὰ τὸ 1875, καὶ παρουσιάζουσι σχετικὰς αὐξήσεις 15% καὶ 6½%· ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τῆς Ρώμης, καὶ ἔσοδα ἀφορῶντα ἀποκλειστικῶς εἰς παραγωγικὰς δαπάνας. Ὥστε αἱ αὐξήσεις, πρὸς ἃς δυνάμεθα νὰ συγκρίνωμεν τὰς ἰδικάς μας, εἶναι αἱ μεταξὺ τοῦ 1862 καὶ 1870, αἵτινες, ἀνερχόμεναι εἰς 56%, ὑπολείπονται πολὺ τῶν ἡμετέρων, ἀνερχομένων εἰς 116%. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν αὐξήσεων τούτων ἡ Ἰταλία ὑπερέβη τὸ ὅριον τῶν φορολογικῶν αὐτῆς δυνάμεων. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ ἦσαν, ἀντὶ ἰσοζυγίου, ἐλλείμματα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς αὐτῆς. Εἰς τί δὲ κατέφυγεν ἡ Ἰταλία πρὸς διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὑτῆς, ὅταν εἶδεν, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ αὑτῆς δυνάμεις δὲν τῇ ἐπέτρεπον τὴν περαιτέρω ἐπιβολὴν φόρων; Εἰς τὰ δάνειά της καὶ εἰς πόρους ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ της. Ἐπέβαλε φόρον 12½% εἰς τὰ δάνεια, καὶ ἐστήριξε πολλοὺς καὶ ποικίλους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐπὶ τοῦ domaine ecclésiastique, ὅπερ διαδραματίζει σπουδαῖον μέρος ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ἰταλικοῦ Βασιλείου. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας καὶ πρὸς τὴν πορείαν, ἣν αὕτη ἠκολούθησεν, ὅτε εὑρέθη εἰς περιστάσεις ἀναλόγους τῶν ἡμετέρων. Καὶ ἡ τοιαύτη ἑπομένως σύγκρισις καὶ σχετικὴ ἐξέτασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν ἔχει τι τὸ θετικώτερον τῆς συγκρίσεως καὶ τῆς μελέτης, ἣν ἐποιησάμεθα, τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰς παραγωγικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Δὲν ἀποδεικνύει δὲ καὶ τὸ ὑγιὲς τοῦ συστήματος τούτου, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθυνθεῖσαν μομφήν, ὅτι ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως πρὸς ἄλλα οἰκονομικὰ συστήματα ἐξεθέσαμεν τὰς ἰδέας μας, ἐνῷ ἐξεθέσαμεν αὐτὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀληθῆ βάσιν τῶν οἰκονομικῶν παντὸς Ἔθνους, πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δηλ. δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἐν τῇ συγκριτικῇ δὲ ἐξετάσει, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὗρόν τι, δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησίν μου, ἢ τὴν πεποίθησιν ἄλλου, ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν ἔχομεν, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσι τὰ βάρη, ἅτινα ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, εἰπών, ὅτι δὲν ἔχομεν πίστιν. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθές, ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πίστις εἶναι μέγιστον ἀγαθὸν διὰ πᾶν Ἔθνος. Ἡ πίστις δὲν εἶναι πλοῦτος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ πίστις εἶναι προϊὸν, εἶναι τέκνον τοῦ πλούτου. Ὅπως δὲ καὶ τὸ νόμισμα, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἡ πίστις καθιστᾷ δραστηριωτέραν καὶ παραγωγικωτέραν τὴν κίνησιν καὶ κυκλοφορίαν τῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ πλούτου, καὶ συντελεῖ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐπαύξησιν αὐτοῦ. Ὅτι δὲ ἡ πίστις εἶναι ἀγαθὸν καὶ κτῆμα πολυτιμότατον διὰ πᾶν Ἔθνος, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶναι, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ πολύτιμον τοῦτο ἀγαθόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου διαφωνοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου συμφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας, καὶ τῆς σημασίας τῆς πίστεως. Πιστεύω, ὅτι Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τακτικὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀνάλογον πλοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πίστιν. Τοῦτο δὲ θεωρῶ τοσοῦτον ἀληθές, ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πίστις εἶναι κτῆμα πολύτιμον διὰ πᾶν Ἔθνος. Μὴ διαφωνοῦντες δὲ περὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς σημασίας αὐτῆς, διαφωνοῦμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τακτικὰ καὶ βάσιμα οἰκονομικὰ, ἅτινα θὰ φέρωσι καὶ εἰς ἡμᾶς θετικὴν καὶ ἀληθῆ πίστιν, διότι πίστις, βασιζομένη ἐπὶ οἰκονομικῶν μὴ ἀληθῶν καὶ μὴ βασίμων, δὲν εἶναι πίστις, ἀλλὰ σκιὰ πίστεως, φεύγουσα καὶ διασκορπιζομένη εἰς τὴν πρώτην καὶ ἐλαχίστην οἰκονομικὴν δυσκολίαν. Ἀλλὰ πῶς θὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, πῶς θὰ θεμελιώσωμεν ταῦτα ἐπὶ βάσεων θετικῶν καὶ στερεῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται τὸ δυνατὸν οἰκονομιῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις, λαβὼν δὲ ὡς ἀφετηρίαν παραδείγματά τινα, ἅτινα διακοπτόμενος ἀνέφερον ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπεν, ὅτι καὶ ἐγὼ μόνον 110,000 δραχμῶν οἰκονομίας ἐπρότεινα ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ πλήρη τὴν ἰδέαν μου, καθ’ ἣν ἐπὶ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ὀργανισμῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν ἐστηρίζοντο αἱ οἰκονομίαι, ἃς θεωρῶ δυνατὰς ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις. Τίνες δ’ ἔσονται αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται, θὰ ὑποδείξωμεν ἴσως εἰς τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων, διότι σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν. Δὲν εἶπον δὲ, ὅτι μόνον 110 χιλ. δρ. δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ἀλλὰ δύο περίπου ἑκατομ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται ὡσαύτως ὡς δυνατὰς οἰκονομίας, ἀνωτέρας ἐκείνων, ἃς εἰσήγαγεν εἰς τὰ δύο στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα. Προβάλλει δὲ καὶ ἤδη τὸν συνήθη ἰσχυρισμὸν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ τίς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς σκεπτόμεθα, ἢ προτείνομεν τὴν μεταβολὴν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς; Εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἐθνικὴν πολιτικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἂν δὲν ἔχωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς καλὴν κατάστασιν. Πλανῶνται δὲ οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἄνευ τοιούτων οἰκονομικῶν δυνάμεθα σπουδαίως νὰ ἔχωμεν ἐθνικὴν πολιτικήν. Τότε δὲ μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ καλὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐθνικὴν πολιτικήν, ὅταν ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς ἦναι σύμφωνος καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔσται θετικὸς καὶ ἐφαρμόσιμος, ἐφαρμοζόμενος δὲ τακτικῶς, θὰ ἐπιφέρῃ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ἔθνους. Στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ τοιοῦτοι, οἵους ἔχουσι τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα θέλουσιν εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὦσιν ἕτοιμα πρὸς πόλεμον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συντάσσονται καὶ οἱ ἡμέτεροι ὀργανισμοί, ἔχουσι βεβαίως πλειοτέρας στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ πλεονεκτήματα, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πολιτικήν, διότι ἡ τελεία αὐτῶν ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ δαπάνας ἀνωτέρας ἐκείνων, ἃς δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ἐφαρμοζόμενοι δὲ ἀτελῶς, ὅπως ἐφαρμόζονται παρ’ ἡμῖν, δὲν δύνανται νὰ προετοιμάσωσι στρατιωτικῶς τὸ Ἔθνος. Οἱ στρατιωτικοὶ δὲ ὀργανισμοὶ τῶν Ἐθνῶν, ἅτινα ἐπιδιώκουσι στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐπιτρέπουσαν ἐνέργειαν ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἔχουσι μὲν στρατιωτικὰ πλεονεκτήματα ὀλιγώτερα τῶν ἄλλων, εἰσὶν ὅμως οἰκονομικώτεροι, καὶ ὡς τοιοῦτοι τυγχάνουσι πλήρους ἐφαρμογῆς καὶ ἐπιφέρουσιν εἰς τὰ πτωχὰ Ἔθνη σχετικῶς πληρεστέραν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν καὶ προετοιμασίαν. Προτείνοντες δὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου ἁπλουστέρου ὀργανισμοῦ, καὶ φέροντες ὡς παράδειγμα τὴν Ἑλβετίαν, ὄχι μόνον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀντιστρατευθῶμεν κατὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἀπεναντίας πιστεύομεν, ὅτι μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν αὐτήν. Μὴ δεχόμενος δὲ τὰς οἰκονομίας, ἃς ὑπέδειξα ἐν ταῖς πολιτικαῖς καὶ στρατιωτικαῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερε θετικήν τινα ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεως ἐν τῷ τόπῳ οἰκονομικῶν δυνάμεων καὶ πόρων, ἀρκετῶν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς εἰσπράξεις, ἃς ζητεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἔχομεν μᾶλλον ἐκτεταμένας γαίας, καὶ ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον εἶναι ὑπερτετιμημένον παρ’ ἡμῖν, δὲν δύναται, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποτιθέμενος πλοῦτος. Ἡμεῖς, ἐξετάσαντες τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἱστορίαν, εὕρομεν τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, ὅπερ οὗτος ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ ἄνευ καταστροφῆς τῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκει, ὅτι καὶ οἱ ἀριθμοὶ, οὓς ὑπελογίσαμεν, εἶναι καβαλιστικοί. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἅτινα, κατὰ τοὺς ἐπισήμους Ἀπολογισμούς, εἰσεπράχθησαν, κατὰ μέσον ὅρον, κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τὸν ὁποῖον ὑπελογίσαμεν κατόπιν μελέτης τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν φόρων, οὓς θεωροῦμεν ἐπιδεκτικοὺς βελτιώσεως καὶ ἀναπτύξεως, τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προόδου καὶ προσαυξήσεως τῶν ὑφισταμένων φόρων καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως, ἐὰν, λέγω, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ, οὓς ἐξηγάγομεν ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαιτοῦσι πρὸς ἀνακάλυψίν των μαγικήν τινα ἢ καβαλιστικὴν ἐργασίαν. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι καβαλιστικοί, ἀλλὰ θετικοί, διότι στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν. Μολονότι δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ τόπος ἔχει τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις, ἃς ὑποθέτει, μολονότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον, οὐχ ἧττον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πιστεύει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν πίστιν, ἐπιβάλλοντες φόρους, δυσαναλόγους πρὸς τὰς δυνάμεις ἡμῶν, διότι δεικνύοντες οὕτω, ὅτι δῆθεν ἔχομεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δεικνύομεν συνάμα εἰς τὸν ἔξω κόσμον καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι ἔχομεν τὴν θέλησιν νὰ ἀποτίσωμεν τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι μόνον τοιαύτη ἐπίδειξις δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς προσπορίσῃ θετικὴν πίστιν, καὶ ὅτι πρὸς ἀπόκτησιν τοιαύτης πίστεως ἀπαιτεῖται, σὺν τῇ θελήσει ἡμῶν, καὶ ἡ δύναμις καὶ τὰ μέσα πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν. Πιστεύομεν δὲ συγχρόνως, ὅτι τὰ μέσα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλως ἢ θεμελιοῦντες τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα ἐπὶ τῶν πραγματικῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Τίνα δὲ πίστιν ἐπιζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ἐπιτύχῃ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν διὰ τὰ χρέη τοῦ Κράτους δαπανῶν; Ἐπιζητεῖ πίστιν, ἴσην πρὸς τὴν τῶν Ἐθνῶν ἐκείνων, πρὸς ἃ ἀρέσκεται, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλούτου, νὰ συγκρίνῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἐπιζητεῖ πίστιν ἀνάλογον πρὸς τὴν τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας. Τοιαύτης δὲ πίστεως ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου τῆς ἑκουσίας μετατροπῆς τῶν δανείων ἡμῶν, ὅπερ ὑπέδειξε, καὶ ὅπερ δύναται νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ διὰ τὰ χρέη ἡμῶν ἀναγραφομένου κατ’ ἔτος ποσοῦ. Φαντάζεται δυνατὴν τὴν ἔκπτωσιν τῶν τόκων ἀπὸ 9 καὶ 10%, ὡς ἔχουσι σήμερον, εἰς 5%, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μετατρέψῃ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὅπερ φέρει 6% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Φαντάζεται ἀκολούθως δυνατὴν τὴν ἔκπτωσιν αὐτῶν εἰς 4 ἢ 4½%, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἑκουσίαν μετατροπὴν τῶν δανείων τῶν 120 καὶ 170 ἑκατομμυρίων, ἅτινα φέρουσι 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ αὐτῶν κεφαλαίου. Τοιαῦτα δὲ παραδέχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι μόνον, ὅταν οἱ τόκοι ἐκπεσθῶσι παρ’ ἡμῖν εἰς 5, ἢ 4½ καὶ 4%, θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἑκουσία καὶ ἄνευ παραβιάσεως τῶν συμπεφωνημένων μετατροπὴ τῶν δανείων ἡμῶν, περὶ ἧς ὡμίλησεν. Ἀλλὰ τοιαύτην πίστιν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν μὲ φορολογίαν ὑπέρογκον, συντρίβουσαν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ παρακωλύουσαν τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν σημασίαν, ὅπως ἴδῃ, ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν ἐπιζητοῦμεν ἢ τὴν ἑδραίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἐπὶ βάσεων στερεῶν καὶ θετικῶν, τὴν ἀποσόβησιν ἀπὸ τῆς πατρίδος ἡμῶν τοῦ δυστυχήματος, ὅπερ τὴν ἐπαπειλεῖ, τὴν σωτηρίαν τῆς τιμῆς τοῦ τόπου, καὶ τὴν θεμελίωσιν βάθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἱδρύσωμεν πραγματικὴν πίστιν. Ἐπροτίμησε νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν ὑπὸ τὴν μορφήν, ἣν ἄλλοι ἔδωκαν εἰς αὐτὰς, διαστρέφοντες τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Ἠθέλησε νὰ μεταμφιέσῃ αὐτὰς καὶ τὰς ἐνδύσῃ τὸ εἰδεχθὲς ἔνδυμα τῆς χρεωκοπίας, ἣν ἡμεῖς ἀποκρούομεν, καὶ ζητοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν. Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ἢ μᾶλλον ἔγραψεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ὅτι αἱ ἰδέαι, ἃς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξέφρασε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, παρενέβαλον ἐμπόδια καὶ δυσκολίας εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἃς διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀνανέωσιν τῶν προκαταβολῶν, καὶ ὅτι αἱ δυσκολίαι αὗται διεσκεδάσθησαν, καὶ ἐσώθη ὁ τόπος, διότι αἱ ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλησμόνησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητής, γράφων ταῦτα, ὅτι αἱ προκαταβολαὶ εἶχον κανονισθῆ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι, μήτε αἱ ἰδέαι ἡμῶν ἐδυσκόλευσαν, μήτε αἱ ἐκλογαὶ ηὐκόλυναν τὸν κανονισμὸν αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε προχθὲς, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιδρῶσι πρὸς τὰς ἐνεργείας, ἃς καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰς ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης τιμὰς τῶν χρεωγράφων ἡμῶν. Λέγων τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λησμονεῖ, ἢ ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ ἀγορὰ πραγματικὴ, ἡ καλουμένη Marché, ἐπὶ τῶν Ἑλλ. χρεωγράφων, δυναμένη νὰ ἐπηρεασθῇ παρὰ τῶν γνωμῶν ἡμῶν, ὅπως ὑπάρχῃ ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῶν πλείστων ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν διευθύνονται παρ’ ὁμάδων, αἵτινες ὀλίγον ἐπηρεάζονται ἐκ τῶν συζητήσεων ἡμῶν, καὶ ὁδηγοῦνται κυρίως ἐκ τῶν γενικῶν διακυμάνσεων τῶν Χρηματιστηρίων, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰς τιμὰς αὐτῶν καὶ κατορθώσωσι τὴν πώλησιν τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων εἰς ὀλιγίστους Εὐρωπαίους κεφαλαιούχους καὶ εἰς πολλοὺς Ἕλληνας τοιούτους ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ μᾶς ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί θὰ κάμωσιν αἱ ὁμάδες, αἱ κατέχουσαι ἀπέναντι τῶν προκαταβολῶν τὰς 180 χιλιάδας ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰς μὴ εἰσέτι ἐκποιηθείσας; Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι οὗτοι, ὡς τίμιοι δανεισταὶ, βλέποντες τὰς δυσκολίας τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, καὶ πειθόμενοι περὶ τῶν εἰλικρινῶν αὐτοῦ διαθέσεων, νὰ προφυλάξῃ καὶ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν του, θὰ ἔλθωσι μετ’ αὐτοῦ εἰς συνεννόησιν, καὶ θὰ παρέξωσιν αὐτῷ πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν. Δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι αἱ ὁμάδες αὗται θὰ φερθῶσιν ὡς κοινοὶ παῖκται τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ, ἐξογκοῦσαι ἢ παραμορφοῦσαι τὰς ἰδέας ἡμῶν, θὰ ζητήσωσι νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς τιμὰς τῶν εἰς χεῖρας αὐτῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὅπως ὠφεληθῶσι μὲν αὐταὶ κατά τι, προξενήσωσι δὲ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν τῶν 11 ἑκατομμυρίων, ἥτις τοσοῦτον φοβίζει τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ τίνες ἰδέαι δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι; Βεβαίως αἱ ἰδέαι ἡμῶν, παραμορφούμεναι καὶ παριστάμεναι ὡς ἰδέαι χρεωκοπίας, δύνανται ν’ ἀσκήσωσι κακὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐπιῤῥοήν. Τοιαῦται ὅμως, οἵας ἡμεῖς ἐννοοῦμεν αὐτὰς, καλὴν ἀπ’ ἐναντίας δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοήν. Εἴπετε εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν κατόχων τῶν δανείων ἡμῶν, ὅτι ἀντὶ τῶν 9%, ἅτινα λαμβάνει ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, θὰ τῷ ἐξασφαλίσωμεν, κατὰ τρόπον βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, 7%. Ἐρωτήσατε αὐτὸν, ἂν δέχηται, ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινα καιρὸν ἡ χρεωλυτικὴ κλήρωσις τῶν ὁμολογιῶν του καὶ τὸ πέραν τῶν 7% τοῦ τόκου του. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ παραδεχθῇ τοῦτο μετὰ προθυμίας, οὐ μόνον, ἂν δυνηθῶμεν νὰ παρουσιάσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς διαῤῥυθμισθέντα ἐπὶ βάσεσιν ἀναλόγοις πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῶν Γάλλων καὶ τῶν Ἰταλῶν, πρὸς οὓς ἀρεσκόμεθα νὰ συγκρίνωμεν τὸν πλοῦτον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἱσπανίας, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν διεῤῥύθμισε τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς ἐπὶ ὅροις πολὺ βαρυτέροις ἐκείνων, ὑφ’ οὓς δυνάμεθα νὰ διαῤῥυθμίσωμεν ἡμεῖς σήμερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς συνεκινήθη ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι δύνανται νὰ πάθωσιν αἱ Τράπεζαι, τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανά· ὑπὲρ αὐτῶν ἔδειξε πολὺ ἐνδιαφέρον, καὶ δικαίως. Τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τοῦτο ὤθησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ μεμφθῇ, ὅτι ἐσυκοφάντησα τὸν συγγραφέα, τοῦ ὁποίου ἀπόσπασμα ἀνέγνωσα προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτροποποίησε τὴν φράσιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο συγχαίρω αὐτὸν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Καὶ ἐν αὐτῇ ὅμως ποιεῖται χρῆσιν λέξεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡσαύτως βαρεῖαν, διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ διαστρέψω τὴν ἰδέαν τοῦ Paul Leroys Beaulieu, ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ ὁποίου ἀνέγνωσα αὐτολεξεὶ ἀπόσπασμα, μήτε πιστεύω, ὅτι ὁ συγγραφεὺς οὗτος, γράψας ὅσα ἔγραψε, δὲν ἔσχεν ὑπ’ ὄψει του, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μέρος τῶν χρεωγράφων ἑνὸς Κράτους ἤθελε περιέλθει εἰς χεῖρας Τραπεζῶν, κοινωφελῶν καταστημάτων, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν. Τοιαῦτα διατεινόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσέθηκεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ συκοφαντώμεθα μεταξύ μας, οὐχὶ δὲ νὰ συκοφαντῶμεν τοὺς ξένους. Δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν, μήτε νὰ συκοφαντώμεθα, μήτε νὰ διαστρέφωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἢ τῶν ξένων. Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ φιλονεικῶμεν, ἐν ἀνάγκῃ, ὅπως εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἰδέαν, ἣν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ παραδεχθῶμεν. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ θέτωμεν μεταξὺ ἡμῶν τὸν βορβορώδη φραγμὸν τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς διαστροφῆς, ὅστις μήτε τὸ Ἔθνος, μήτε ἡμᾶς δύναται νὰ ὠφελήσῃ. Τοιαῦτα δὲ φρονῶν, ἅμα ἤκουσα τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα, ἔσπευσα ν’ ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθὲν προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόσπασμα τοῦ συγγράμματος τοῦ Paul Leroys Beaulieu, καὶ εὗρον, ὅτι ὁ συγγραφεὺς οὗτος, οὐ μόνον εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐπανειλημμένως ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ περαιτέρω, παραδεχόμενος, ὅτι τὰ Ἔθνη, τὰ περιελθόντα εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, οὐ μόνον δικαιολογοῦνται, ἀναβάλλοντα τὴν πληρωμὴν μέρους τῶν κατ’ ἔτος καταβαλλομένων εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποκόψωσι μέρος αὐτῶν· τοῦτο δὲ πρὸς σωτηρίαν καὶ αὐτῶν τῶν δανειστῶν των. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, τῶν καταστημάτων, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, διότι ἀκριβῶς καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐνδιαφέρον ὠθεῖ καὶ ἡμᾶς νὰ ἐπιμένωμεν λέγοντες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσητε τοὺς πόρους ἐκείνους, ἐξ ὧν τὸ Κράτος εἰσπράττει χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων πληρόνει τοὺς τόκους τῶν χρεωγράφων, ἅτινα κατέχουσι καὶ αἱ Τράπεζαι, καὶ τὰ κοινωφελῆ καταστήματα, καὶ αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανά. Ἓν μόνον καλὸν εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς παρήγορον, ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἰδεῶν ἡμῶν· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἔλλειψις πιθανότητος νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐφαρμόσωμεν αὐτάς. Τὴν παρηγορίαν ταύτην σᾶς τὴν ἀφίνομεν πλήρη, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἐξ αὐτῆς εὐχαρίστησιν ὑμῶν. Ἡ ἐξουσία, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ, ὅπου θὰ καταντήσωσι διὰ τῆς ὠθήσεως, ἣν ἐδώκατε εἰς αὐτὰ, οὐδὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέλγητρον διὰ πάντα, θέλοντα εὐσυνειδήτως καὶ εἰλικρινῶς νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του. Ἄν δὲ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἀναλόγων ἐκείνων, ἃς ἐξεθέσαμεν, κληθῶσιν ἄλλοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐπιβαλλομένου αὐτοῖς καθήκοντος, οὗτοι εὐκόλως δύνανται νὰ φαντασθῶσι ποίας θὰ λάβωσιν, ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει, πικρίας, καὶ ποίας θ’ ἀπαντήσωσι δυσκολίας, ὅπως μὴ δυσκολευθῶσι ν’ ἀφήσωσι πλήρη τὴν παρηγορίαν, ἣν εὗρεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς. Ὁποῖαι δὲ θὰ ὦσιν αἱ πικρίαι καὶ αἱ δυσκολίαι αὗται, δύναταί τις νὰ τὰς μαντεύσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει, ὅσα μία τάξις ἀνθρώπων, ἰδίως ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, μεταχειρίζεται μέσα, πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἁπλῆς ἐκφράσεως τοιούτων ἰδεῶν, συσσωρεύουσα συκοφαντίας ἐπὶ συκοφαντιῶν καὶ διαστροφὰς ἐπὶ διαστροφῶν.

§12ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀξιῶ, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι κατέχω τὴν ἐπιστήμην τῶν ἀριθμῶν· διότι ἡ κατοχὴ τῆς ἐπιστήμης ταύτης προϋποτίθησι καὶ χρόνον μακρὸν, καὶ πεῖραν, οὐ τὴν σμικρὰν, ἧς ὁμολογῶ, ὅτι στεροῦμαι. Οὐχ ἧττον, Κύριοι βουλευταὶ, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην ν’ ἀντλήσω ἐκ τῆς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐκπαιδεύσεώς μου, καὶ τῶν ἐπὶ τούτοις μελετῶν μου, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐνῷ ἔκυψα εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, περὶ ὧν σήμερον γίνεται τοσοῦτος πάταγος, εὑρέθην ἀπέναντι φοβεροῦ φάσματος καὶ χάους καταστροφῆς, εἰς ὃ μοιραίως φερόμεθα, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἴσως καταπέσωμεν. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐκ τούτου, οὔτε δύναμαι νὰ πελαγισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν γνωστῶν πλέον πραγμάτων, καὶ τῆς τυχαίας ἐρεύνης, θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συναινέσω, ἢ μᾶλλον νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὑπὲρ οἰκονομικοῦ συστήματος τοιούτου, δι’ ὅπερ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πλανᾶται καὶ ἁμαρτάνει, ὑποστηρίζων αὐτό· δι’ ὃ δύναμαι ν’ ἀπευθύνω αὐτῷ τὸ τῶν ἀρχαίων ῥῆμα, ὅτι, «τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ». Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, Κύριοι βουλευταὶ, καθ’ ἣν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σύστημα οἰκονομικὸν, ὅπερ ὁσημέραι ὠθεῖ τὸν τόπον εἰς ὄλεθρον· εἶναι ἱστορία μακρὰ, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν πάντες· εἶναι προηγούμενα ἀλλεπάλληλα, ἐπιμαρτυροῦντα τὴν πλάνην τοῦ ἐντίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἡμαρτημένον οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι βουλευταὶ, ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ βιάσωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοιούτου οἰκονομικοῦ συστήματος, τοσούτῳ καταπιεστικοῦ, ἐὰν ἐβλέπομεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει ὡς ἀντάλλαγμα τούτου διοίκησιν ἐν τῷ τόπῳ ἀγαθὴν, συγκοινωνίαν, ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην ἀσφαλῆ καὶ μὴ ἐγκαταλελειμμένην εἰς τὴν τύχην αὐτῆς, καὶ στρατὸν, ἀληθῆ στρατὸν, ἐλπίζοντες εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, μὴ κινδυνεύοντος καθ’ ἑκάστην νὰ διαλυθῇ. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, μετὰ τὴν ἔλλειψιν τούτων ἁπάντων, νὰ ὑποστηρίξωμεν οἰκονομικὸν σύστημα, ἀφορῶν μόνον εἰς τὴν ἀπογύμνωσιν τοῦ λαοῦ, καὶ εἰς τὴν διλημματικὴν ὕπαρξιν ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ τόπου. Δὲν ἔχομεν τίποτε, Κύριοι βουλευταί· καὶ οἱ κυβερνήσαντες τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἀπέβλεψαν προσέτι καὶ εἰς τὴν ἔντασιν τῆς συναλλαγῆς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, πρὸς ἣν κρώζουσιν οἱ θεσιθῆραι, καὶ ἥτις πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, διὰ νὰ παύσῃ τέλος πάντων πᾶσα πολιτικὴ καὶ πολιτειακὴ ἀσχημία, φερομένη ὡς χαρακτηριστικὸν εἰς πάντας τοὺς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λαμβανομένους νόμους, οἵτινες εἰσάγονται καὶ ψηφίζονται ἔκτοτε ἕως σήμερον ῥουσφετολογικοί. Ἐγκύψατε, Κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τῶν νόμων τούτων, μελετήσατε αὐτοὺς ἐπισταμένως, καὶ δὲν θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν. Καὶ λοιπὸν, Κύριοι βουλευταὶ, δὲν πρέπει νὰ προέλθωμεν ἐν τοιαύτῃ καὶ τοσούτῳ μεγάλῃ θυσίᾳ, ψηφίζοντες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦτο, ἀφοῦ ὁ τόπος στερεῖται τῶν πάντων· ἐνῷ, ἐὰν τὸ ἀντάλλαγμα τούτου, καίτοι ὑπῆρχεν 100 καὶ 200% ὡς φόρος ἐπὶ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν προϊόντων τῶν συμπολιτῶν μας, ἐδίδετο ἡμῖν δι’ ἀγαθῆς διοικήσεως, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τοῖς συμπολίταις ἡμῶν: «Ἐβαρύναμεν ὑμᾶς, συμπολῖται, διὰ φόρων, ἀλλ’ ἐδώκαμεν ὑμῖν ἀγαθὴν διοίκησιν, συγκοινωνίαν, ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην, καὶ ἐξησφαλίσαμεν τὸν στρατὸν τῆς Πατρίδος, δι’ οὗ εἴχομεν ἀνάγκην νὰ φρουρήσωμεν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.» Ἐπαναλέγω, Κύριοι βουλευταὶ, τὰ πάντα κινδυνεύουσι, καὶ προβλέπω, εἴθε δὲ νὰ ψευσθῶ, ὅτι, ἐπανερχόμενοι τὸν προσεχῆ Νοέμβριον, θέλομεν ἀναντιῤῥήτως ἐγκύψει εἰς τὸ χάος, εἰς τὸ φοβερὸν χάος ἐλλείμματος ὑπὲρ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν διατηρῆτε ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν πρὸς τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Τρικούπην, πρὸς ὃν ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸς τὰς συμπαθείας μου, ἀνάγκη ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἐπιψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων· ἀποτείνομαι μάλιστα πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἐν ᾗ παρακάθηνται οἱ φίλοι αὐτοῦ, καὶ ἀπευθύνω αὐτοῖς τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ὅτι, ἐὰν ἐνδιαφέρωνται οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι οὗτοι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἡγέτου αὐτῶν, καὶ ἐὰν φείδωνται τῆς πολιτικῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ, πρέπει νὰ τῷ ἀρνηθῶσι τὴν ψῆφόν των. Ναί, Κύριοι βουλευταὶ τῆς δεξιᾶς, ἀνάγκη ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφον ὑμῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, σώζοντες αὐτὸν ἐξ ἁμαρτίας, ἐν ᾗ ἐμπίπτει καὶ αὖθις, λέγοντες αὐτῷ, ἀρνούμενοι, ὅτι ὁ σοφὸς δὶς δὲν ἐξαμαρτάνει. Ὁ κ. Τρικούπης, κάτοχος πολλῶν γνώσεων, ἐστερημένος ὅμως πείρας τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἐκ τούτου δὲ φερόμενος εἰς πολιτικὸν ὄλεθρον, συμπαρασύρει τὸν τόπον εἰς οἰκονομικὸν χάος, ἀφ’ οὗ ἀνάγκη νὰ σωθῇ, καὶ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ μόνη ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ. Δὲν ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶ ἐξ ἐμαυτοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς θ’ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου καὶ θὰ καταδικάσω δι’ αὐτῆς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Τρικούπη, μὴ θέλων νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην, νὰ προσθέσω εἰς τὰς λύπας αὐτοῦ μίαν ἔτι, τὴν ἀνάμνησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ τοιούτου συστήματός του, ὅτε προσεχῶς θὰ ἴδῃ, ὅτι θὰ ἵσταται ἔναντι ἐλλείμματος φοβεροῦ, καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ θὰ μεταμέλωνται, καὶ πάντες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ θὰ συλλυπώμεθα ἀλλήλους, διότι ἡ χρεωκοπία θὰ ᾖναι γεγονός, καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψις θὰ μένῃ καιρίως τετραυματισμένη.

§13Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.

§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα, Κύριε Πρόεδρε.

§16ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι, Κύριε Πρόεδρε.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.

§18ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καταθέτω αὐτὴν τὴν πρότασιν ὡς πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλή, πειθομένη, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου προταθέντος πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος οἰκονομικοῦ συστήματος, δὲν θέλει ἐπιτευχθῇ ὁ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Ἀσημάκη Χρηστοπούλου, καὶ Ν. Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΟΔ. Χατζόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΓεώργ. Μίλησης Ο
Γ. Σισμάνης ΟΣπ. Νοταρᾶς
Δ. Βουλπιώτης ΟΓεώργ. Κούστας
Ἀθ. Ἴσκος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΟΣωτ. Δανόπουλος Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Μ. Γουλιμῆς ΟΜιχ. Νικηφοράκης Ο
Μ. Ἰατρίδης ΟΔημ. Πετρίδης Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Κόρπας Ο
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Στέφ. Σκουλούδης Ο
Χρ. Χριστόπουλος ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Φίλιπ. Βάρβογλης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΝΝικ. Νομικός
Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΜίνως ΜπογιατζόγλουςΟ
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώργ. Μπούμπουρας Ο
Παν. Μανέτας ΟΛωρέντζος Δελαρόκα Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΔημοσθ. Καΐρης Ο
Ἠλίας Παλαμήδης Γεώργ. Δρόσος Ο
Κων. Κατσικόπουλος Νικ. Κρίσπης Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Κων. Γ. Καραπάνος ΝΚων. Κοσσονάκος Ο
Γεώργ. Χ. Παχύς Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Στ. Δραγούμης ΟΓ. Μαυρομιχάλης
Δ. Ῥάλλης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης
Ἀνδρ. Ψύλλας Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
Φωκίων Νέγρης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰωάν. Γεωργαντᾶς Λεων. Καπετανάκος
Νικ. Μπουφίδης Ξανθός Πικουλάκης Ο
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἰω. Καρτάλης Ο
Δ. Καλλιφρονᾶς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
Νικ. Λεβίδης ΝΕὐάγγ. Σταμούλης Ο
Σπ. Κουκούλεζας ΟΝ. Κουκουσλῆς
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΑ. Ἀστεριάδης Ο
Γ. Ροῦφος Ἰω. Παπαδόπουλος
Θάνος Κανακάρης ΟΚων. Μαρκίδης
Ἀθ. Πετιμεζᾶς ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Δημ. Κουτσουμπλῆς Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
Α. Φωτήλας ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Ἀντ. Ῥικάκης ΝΚων. Κουμουνδοῦρος
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΠερ. Πεῤῥωτής
Ἰω. Κρεστενίτης ΝΔημ. Τζάνες Ν
Ν. Κουμανιώτης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
Βασ. Βουδούρης ΟΠαν. Σάκκης Ν
Ν. Καλογερόπουλος ΟΝικ. Παπαλέξης Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
Ν. Παπανικολάου Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ο
Ν. Καφετζόγλους ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
Ἰω. Πεζᾶς ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης
Κων. Σινέλης ΟΔημ. Κάρτσωνας Ν
Κων. Λομβάρδος ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟΣ. Χατζηγάκης Ο
Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
Διον. Λομβάρδος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓ. Φραγγίδης Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς Ο
Ἀντ. Καποδίστριας ΝΓ. Τάκης Ο
Νικόλ. Βασιλάκης ΝΝ. Ταρμπάζης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΖ. Φαλιάγκας Ο
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Σταμάτ. Μπουντούρης Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
Θεόφ. Προβατᾶς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
Ἰωάν. Παδοβάς ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΝὈδυσσεὺς ΠετρόπουλοςΟ
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΝικόλ. Κοντογιάννης
Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
Νικ. Βαλσαμάκης Γεώργιος Λιδωρίκης Ο
Γερ. Μουσούρης ΟΚωνστ. Χατζίσκος Ο
Παν. Βενιεράτος ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεμ. Κανάρης Ν

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 115. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 77 κατὰ 38. Προβαίνομεν εἰς τὴν διακοπεῖσαν τρίτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§22ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ περιορισθῇ τὸ 20% εἰς 10%.

§23ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου, Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετρίδου, οὔτε ἐκεῖνοι, οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ παρεδέχθησαν, αὐτοὶ μὲν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ σύστημα εἶναι λαμπρὸν, ἡμεῖς δὲ, ὅτι δὲν εἶναι λαμπρὸν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν συζήτησιν......

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Ρικάκης νὰ ὁμιλήσῃ, Κύριε Τζάνε.

§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 2, νομίζω, ὅτι ἀντίκειται ἐν γένει εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία διέπει τοὺς νόμους τῶν ἐσόδων, καὶ ὁρίζει τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως. Τὸ 20%, τὸ ὁποῖον προστίθεται ὡς πρόσθετος τόκος, ποῖον χαρακτῆρα ἔχει; ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ καταναγκαστικοῦ μέσου τῆς ἐκτελέσεως, ἢ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας; Τοῦ μέσου τῆς ἐκτελέσεως βεβαίως δὲν ἔχει, διότι τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως εἶναι γνωστὰ, καὶ ὄχι μόνον εἶναι γνωστὰ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀποχρῶντα. Ὅταν ὑποθέσητε, ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν ἔχουσι περιουσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον δύναται νὰ εἰσπράξῃ, ὅ,τι ἔχει νὰ λάβῃ, ὅταν παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ φορολογούμενος, καταδιωκόμενος διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, δὲν εἶναι σκληρὸν, ὄχι σκληρὸν, ἀπάνθρωπον, νὰ τὸν ἐπιβαρύνητε μὲ τόκον ὑπερημερίας 30%; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ ὀφειλέτης, τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους του, ὀφειλέτης, ὁ ὁποῖος ἐφυλακίσθη καὶ δὲν ἐπλήρωσεν, ὅτι ἔχει κακὴν θέλησιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει δι’ ἄλλων μέσων νὰ τὸν πιέσητε νὰ πληρώσῃ. Πῶς δικαιολογεῖται ἡ ὑπέρμετρος αὕτη ἐπιβάρυνσις τοῦ 30%; Τόκον, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς ὅλους τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν περὶ τόκου, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται ἐν γένει εἰς τοὺς κανόνας τῆς συναλλαγῆς, τόκον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ἢ νὰ ὀνομασθῇ τοκογλυφικὸς, πρὸς τί τὸν ἐπιβάλλετε; Ἔχετε τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως πρόχειρα· δύνασθε νὰ τὰ ἐφαρμόσητε. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκῶσι, θὰ εἰπῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀδυναμία πληρωμῆς ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν, καὶ τότε, ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβασθῆτε αὐτούς· ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν πενίαν, καὶ ὄχι νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν ἀνέχειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὅπως τοκογλυφήσητε, ἀναβιβάζοντες τὰς 100 δραχμὰς εἰς 120. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἀντίκειται εἰς ὅλους τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, εἰς αὐτὴν τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν ἰσότητα, ὥστε ἐν γένει, Κύριοι, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου κακῆς πίστεως, καὶ ἑπομένως ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν ἔκτακτα μέτρα, ὅπως τοὺς ὑποχρεώσωμεν εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἓν ἄλλο ζήτημα· ὑπάρχει ἰσότης εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου; Εἶναι δίκαιον νὰ λάβητε τοιαῦτα μέτρα κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς φορολογουμένου, ὁ ὁποῖος θὰ συμπέσῃ νὰ ὀφείλῃ 20 καὶ 30 δραχμὰς, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ; Ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, δεικνύομεν τὴν αὐτὴν προθυμίαν, τὴν αὐτὴν ἰσότητα ἀπέναντι ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου; Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθεσε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον. Κατέθεσε τὸν πίνακα τῶν λαθρεμπορίων· κατ’ αὐτὸν τὸν πίνακα, ἀκούσατε, Κύριοι, (ἀναγινώσκει) ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1886 ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν ποιναὶ ἐκ δραχ. 2,649,784, αἵτινες ἐμετριάθησαν κατ’ ἔφεσιν εἰς δρ. 1,200,193, ἐξ αὐτῶν δὲ εἰσεπράχθησαν μόνον δραχμαὶ 320,559. Τώρα, ἐὰν ὁ κατ’ ἔφεσιν περιορισμὸς τοῦ καταγνωσθέντος ποσοῦ δύνηται νὰ θεωρηθῇ δίκαιος, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐκτιμήσω· ἀφίνω εἰς ἕκαστον νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμᾷ τὰ πραγματικὰ γεγονότα κάλλιον τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπὶ τόπου, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην ἐλάττωσιν ἀπὸ 3,649,784 εἰς 1,200,293. Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πόσα εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ μετὰ 5 ἔτη; Μόλις τὸ τέταρτον. Ἀφίνετε ἀκαταδιώκτους ἐπὶ 5 ἔτη τοὺς λαθρεμπόρους, φέρεσθε ἐπιεικῶς ὅσον τὸ δυνατὸν πρὸς αὐτοὺς, καὶ οὔτε τὸ καταγνωσθὲν ἐπὶ τέλους εὐτελὲς ποσὸν δὲν εἰσεπράξατε, καὶ ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε ἔκτακτον νόμον, διὰ νὰ στείλητε εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους καὶ ν’ αὐξήσητε τὸ χρέος αὐτῶν κατὰ εἴκοσι τοῖς ἑκατόν! Ποῖα μέσα μετεχειρίσθητε κατὰ τῶν λαθρεμπόρων καὶ τῶν εὐπόρων ὀφειλετῶν, ὅπως εἰσπράξητε τὰ ὀφειλόμενα; Καὶ ἐνῷ δὲν ἐφαρμόζετε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος χορηγεῖ, κατὰ τῶν δυναμένων νὰ πληρώσωσι, ζητεῖτε δρακοντείους νόμους κατὰ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι μόνον ἀπέναντι τῆς ἀδυναμίας θ’ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμήν! Ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ψηφίσει κατὰ τὸ 1885, κατὰ τί χωλαίνει καὶ θέλετε νὰ τὸν μεταβάλητε; Τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργείου; ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1884 καθυστέρησαν 6,000,000, καὶ κατὰ τὸ 1885 7,000,000. Ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1885 εἶναι τελειότερος τοῦ νόμου τοῦ 1884, διότι, καὶ ἐὰν ἡ καθυστέρησις ἦναι ἀνωτέρα κατὰ 1,000,000, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι κατὰ τὸ 1885 ἦτο ἡ ἐπιστράτευσις, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτο ἐντελὴς ἀχρηματία, ἦτο πλήρης ἀδυναμία πληρωμῶν, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν ἐν τῷ στρατῷ καὶ δὲν εἰργάζοντο, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρατηρεῖτε, ὅτι μεταξὺ τοῦ 1884 καὶ 1885 ὑπάρχει διαφορὰ ἑνὸς μόνου ἑκατομμυρίου. Λοιπὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἀπεδείχθη πλημμελής· ἐνόσῳ δὲ δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ, διατὶ θέλετε νὰ τὸν μεταβάλητε, πρὸς βλάβην καὶ κατεπίεσιν τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ, ὅστις μόνον ἕνεκεν ἀνεχείας δύναται νὰ καθυστερήσῃ; Ζητῶ λοιπὸν, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ, ἡ προσθήκη αὕτη τοῦ 20% ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι εἶναι καὶ βάρβαρος, καὶ παράνομος, καὶ ἀντίθετος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.

§26ΤΖΑΝΕΣ. Ἐφρόνουν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς τῶν ψηφοφορησάντων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων αὐτῆς· βλέπω ὅμως, ὅτι ἔλαθον. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τούτου, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι ἡ οἰκονομία αὐτοῦ εἶναι ἀκατανόητος, εἶναι δὲ καὶ πιεστικώτατος. Βλέπω, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ βεβαίως, πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πίστωσιν περὶ ἐνοικιάσεως πολλῶν φυλακῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι ἄλλως θὰ μεταβάλῃ τὰς πόλεις εἰς φυλακὰς, καὶ δυστυχῶς θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακὰς οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἡλιοκαίονται εἰς τὰς πεδιάδας, καὶ βρέχονται εἰς τοὺς ἀγρούς· οἱ ἄλλοι, οἱ φίλοι τοῦ κόμματος, οἱ προστατευόμενοι, δὲν θὰ εἰσέλθωσιν ἐν αὐταῖς, διότι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ τοὺς ἐνοχλήσωσιν, οὔτε θὰ τοὺς καλέσωσι κἄν νὰ πληρώσωσιν· οἱ ἐναντίοι θὰ καταδιώκωνται, ἀφοῦ οὐδέποτε ἐτιμωρήθησαν οἱ πταίσαντες. Ἀναγράφονται εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων διατάξεις κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Οἰκονομίας τοῦ Κράτους τοιαῦται, ὁποῖαι κατ’ αὐτῶν οὐδέποτε ἴσχυσαν. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ποίους ταμίας ἔπαυσε διὰ τὰ καθυστερηθέντα, δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν; Ἠξεύρω πολὺ καλά, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ λέγωμεν, διότι τὰ εἶπον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, καὶ καλλίτερον μάλιστα, ὅτι εὐθύνονται οἱ ταμίαι διὰ τὰ καθυστερούμενα, καὶ εὐθύνονται μέχρι παύσεως· ποίους ὅμως ἔπαυσαν; Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναγραφῇ μία τοιαύτη διάταξις,—διότι δὲν εἶναι πλέον συνεισφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶναι ποινὴ φοβερά, βάρβαρος, ἀνήθικος ποινή, τοῦ νὰ ἐπιβάλητε 20%,—τότε ψηφίσατε αὐτήν.

§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἄλλην τινα ἔποψιν φρονῶ, ὅτι, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φίλος μου. Ἤθελεν εἶσθαι ματαιοπονία τὸ συζητεῖν ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Εἶναι ματαιοπονία, διότι τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἀποτελοῦσιν ἓν ἀλληλένδετον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις· ὑπάρχει τῷ ὄντι ἓν σύστημα εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο κυρίως στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ συνάξωμεν ὁπωσδήποτε, ὁθενδήποτε, χρήματα· καὶ περὶ τούτου, Κύριοι, πρόκειται καὶ ἐνταῦθα. Πρόκειται περὶ ἑνὸς μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πιέσωσι τοὺς φορολογουμένους, ὥστε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πληρώσωσιν, εἴτε ἔχουσιν, εἴτε δὲν ἔχουσιν. Ἀλλὰ διατὶ ἀποροῦμεν, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ὁπωσδήποτε ὀφειλόντων, ἀφοῦ ἔχομεν ἐνώπιόν μας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται φόρος καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων; Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου μεταῤῥυθμίζουσι τὸν στρατολογικὸν νόμον. Ἐπιβάλλεται φορολογία, διότι καθ’ ὑπόθεσιν δὲν εἶναί τις δεκτὸς εἰς τὸν στρατὸν, καθὸ ἀνίκανος. Λοιπὸν ὅταν εἴμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐπινοήσεως, ὥστε καὶ κατ’ ἀσθενῶν ἀκόμη, καὶ κατὰ τῆς πενίας βλέπομεν φορολογίας, βεβαίως εἶναι ματαιοπονία νὰ σκεπτώμεθα περὶ ἐκείνων τῶν διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων διὰ φοβερῶν, διὰ δρακοντείων ποινῶν πρέπει οἱ ὁπωσδήποτε χρεωστοῦντες, νὰ πληρώσωσι. Βλέπετε εἰς ἄλλα νομοσχέδια, καθ’ ὑπόθεσιν, νὰ ἀφαιρῶνται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀσφαλίζωνται ταῦτα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον λ. χ. περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, γίνεται κατάργησις μιᾶς διατάξεως, ἀναγνωριζούσης τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἐναντίον τῶν πρωτοκόλλων. Τί σᾶς λέγει αὐτὴ ἡ ἀρχή; Σᾶς λέγει, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τείνει ὁ νομοθέτης, νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον καὶ ὅταν δὲν δικαιῶται. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ὑπάρχωσι τοιαῦται διατάξεις, καθ’ ἃς (ἃς μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, διότι δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν,) τὸ Δημόσιον παρίσταται ἐπιδοθὲν πλέον εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον, ὅταν ἔχωμεν ἄλλας τοιαύτας διατάξεις, εἶναι ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες σκοποῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσωμεν διὰ παντὸς τρόπου τοὺς ἔχοντας καὶ μὴ ἔχοντας νὰ πληρώσωσιν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τοὐλάχιστον ὀφείλοντας.

§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς κ. Πρόεδρε, ψηφίσαντες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐνοήσαμεν παντελῶς νὰ ἀπολέσωμεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τοῦ νὰ συζητῶμεν τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα. Εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην δὲ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων τὸ δικαίωμα τοῦτο θέλομεν ἐξασκήσει, προτείνοντες τὴν γνώμην μας ἐλευθέρως. Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον οἱ Κύριοι, ἐπαναλαμβάνοντες πάντοτε, ὅτι ἡμεῖς ἀπωλέσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐδηλώσαμεν μόνον καὶ ἐξακολουθοῦμεν φρονοῦντες, ὅτι μεταξὺ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία κατατρύχει τὸν τόπον, προτιμητέα εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη. Αὕτη εἶναι ἁπλούστατα ἡ σημασία τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ἐπὶ τῆς τελευταίας ψηφοφορίας. Λοιπόν, Κύριε Πρόεδρε, ἐξασκῶν τὸ ἀπαραμείωτον δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως βουλεύεσθαι, λέγω, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ πρῶτος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι τουτέστιν εἶναι εἰς τὴν νομοθεσίαν ἄγνωστον τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον ὡς καταναγκαστικὸν καὶ ἐκτελεστικὸν μέσον, δὲν μοὶ φαίνεται βάσιμος. Κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἡ ἐκτέλεσις ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπευθύνεται κυρίως κατὰ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου, κατὰ δεύτερον δὲ μόνον λόγον ἀπευθύνεται κατὰ τοῦ προσώπου, καὶ τότε ὡς πλαγίου μέσου, διὰ νὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὴν περιουσίαν. Δὲν εἶναι δὲ ἄγνωστον τὸ μέσον τοῦτο οὔτε εἰς τοὺς ἄλλους νόμους. Αὐτὸς ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν ἐπιβάλλει πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς μὴ προσερχομένους ἐγκαίρως, ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατόν; Καὶ ὅταν ἔχωμεν εἰς τὸν βαρύτατον τῶν φόρων τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, τὸ πρόσθετον, οὕτως εἰπεῖν, τέλος, πῶς τώρα ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον, θεωρεῖ τερατῶδες τὸ πρόσθετον τέλος; Ὅσον δ’ ἀφορᾷ, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν δεύτερον λόγον, δηλαδή, ὅτι ἡ Διοίκησις ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων δὲν ἀκολουθεῖ τὴν ἰσότητα, νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται κατὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ῥικάκη. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Διοίκησις ἐνδέχεται νὰ χαρίζηται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸ αὐτὸ μέτρον εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς καθυστεροῦντας, ἄνευ ἐξαιρέσεως. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον οὐδεμία χωρεῖ διάκρισις. Οὐδεὶς ἀποκλείεται· ὅλοι εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, διότι ὅλοι ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ νόμιμον τέλος. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα ἀντιστρατεύεται εἰς ὅ,τι αὐτὸς ὁ Συνάδελφος θεωρεῖ ὀρθὸν καὶ νόμιμον. Ἕν μόνον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐλατωθῇ τὸ πρόσθετον τέλος εἰς 10%, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα θεωρῶ ὀρθὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ.

§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Μίλησης, διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι προηγούμενος νόμος ἐπιβάλλει πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους, δὲν ἔχει ὅλως διόλου ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι ἐκεῖ μὲν ὁ νόμος τιμωρεῖ τὴν ἀπείθειαν, ἐνταῦθα δὲ πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀνέχειαν, καθότι τὸ πιθανώτερον εἶναι, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ πληρώσῃ, εὑρίσκεται εἰς ἀνέχειαν, καὶ δὲν πράττει τοῦτο ἐκ κακῆς πίστεως καὶ ἐκ δυστροπίας, ὅπερ δύναται σπανίως νὰ συμβῇ. Ἔρχεσθε λοιπὸν νὰ τιμωρήσητε τὴν ἀνέχειαν καὶ νὰ τὴν τιμωρήσητε μὲ αὔξησιν τοῦ χρέους της. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει, ἔχει διάφορα μέσα ἐκβιαστικὰ, καὶ ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Ἐὰν ὁ φορολογούμενος ὀφείλῃ 100 δραχ. καὶ δὲν δύνηται νὰ τὰς πληρώσῃ, ἔτι δυσκολώτερον θὰ τὰς πληρώσῃ, ἐὰν αὐξηθῶσιν εἰς 120. Δὲν σᾶς ἀρκοῦσι τὰ λοιπὰ ἐκβιαστικὰ μέτρα καὶ αὐτὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις; Διατὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα; θὰ ἐπιβάλητε λοιπὸν ποινὴν εἰς τοὺς φορολογουμένους διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως; Διατὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τόκον βαρὺν εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ὅταν ὑπάρχωσι πρόχειρα ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως; Ἐὰν οἱ φορολογούμενοι ἦναι εἰς ἀνέχειαν, οὔτε ἡ ἐπιβολὴ τοῦ τόκου θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ πληρώσωσιν. (Διάλογοι). Ἡ Διοίκησις ἕνα πτωχὸν ὀφειλέτην δύναται νὰ μὴ τὸν καταδιώξῃ, ἀλλὰ τὸ πρόσθετον τέλος ὁ φορολογούμενος δὲν δύναται νὰ τὸ ἀποφύγῃ, οὔτε ἡ Διοίκησις δύναται νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Λοιπὸν, μὴ, πρὸς Θεοῦ, μὴ προχωρήσητε εἰς τοιαύτας διατάξεις, τοσοῦτον δρακοντείους· ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἱκανὰ πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἂς ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1885, ὅστις ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα, διότι κατὰ τὸ ἔτος μὲν ἐκεῖνο ἔμειναν καθυστερούμενα 7,000,000, ἂν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς δεινὰς ἐκείνας περιστάσεις, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἔμειναν 6,000,000, χωρὶς νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ὁμοίας περιστάσεις.

§30ΤΖΑΝΕΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Μίλησης, νὰ τοῦ ἀποτείνω μίαν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὴν ἀνεξαρτησίαν του· διότι, ἐὰν ἐτήρει αὐτὴν ἀκεραίαν, δὲν θὰ ἐδέχετο τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐρωτῶ αὐτόν: ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφορομένη διάταξις εἶναι ποινὴ, ἢ εἶναι ὑποχρέωσις; Ποινὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω κἀνένα, φρονοῦντα ὡς ὁ κ. Μίλησης, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Εἶναί τις χωλὸς, πρέπει νὰ πληρώσῃ 100 δραχμάς· ἐὰν ἦναι δὲ καὶ στραβὸς, πρέπει νὰ πληρώσῃ 200. Εἰς τοιαύτην ἀναλογίαν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, Κύριε Πρόεδρε· χωλὸς, στραβὸς καὶ ἀνάπηρος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔκαμε τοιοῦτον; Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις εἶναι μὲν πολύγνωτος, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κἄτι θὰ ἔπαθεν, ὑποστηρίζων τοιαῦτα.

§31ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δέν μοι ἀρκεῖ ἡ ψῆφός μου, Κύριοι βουλευταὶ, πρὸς ἄμυναν τῶν συμπολιτῶν μου καὶ τῶν ἐντολέων μου, κατὰ τοιούτου ἀπανθρώπου, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, νομοσχεδίου, ἀπειλοῦντος, ἀφοῦ σωρεύσῃ εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς ἐξ αἰτίων ἀνυπερβλήτων ὀφειλέτας, νὰ τιμωρήσῃ ἔπειτα τούτους καὶ διὰ προσθέτου χρηματικῆς ποινῆς 20% ἐπὶ τῆς ὀφειλῆς των. Ἔχω καθῆκον ἐπιτακτικὸν, νὰ διαμαρτυρηθῶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ κατὰ τοῦ παραλογωτάτου καὶ ἀδικωτάτου τούτου νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, οὐχὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐθνικῶν πόρων, ἀλλὰ τὴν μείωσιν αὐτῶν, ἀφοῦ παρασκευάζει τὴν ταχυτέραν καὶ ἀγεληδὸν κάθειρξιν εἰς τὰς φυλακὰς πλείστων πτωχῶν καὶ ἐνδεῶν φορολογουμένων, ὅσοι ἀδυνατοῦσιν, ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των αἰτίων, νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους αὑτῶν ἐμπροθέσμως, καὶ ἐπιβάλλει αὐτοῖς καὶ πρόσθετον ποινὴν 20%. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπεδέχθη, ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τὰ τοιαῦτα πρόσθετα βάρη, τὰς ἀνηκούστους ταύτας ποινάς. Ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἱκανὸν πρὸς ἀνακούφισιν, ἂν ἐλαττωθῇ ἡ ποινὴ κατὰ 10%; εἶναι τάχα τοῦτο εὔλογον ἢ φιλάνθρωπον; Ἀναγνωρίζων μάλιστα τὰ φιλοδίκαια αἰσθήματα αὐτοῦ, λυποῦμαι, ὅτι ἐξήνεγκε τοιαύτην γνώμην ὁ ἔγκριτος νομομαθής, διότι οὐδέποτε ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἐπέτρεπεν, ὅπως ἡ Πολιτεία συντελῇ εἰς τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀφοῦ θεμελιώδης σκοπὸς τῆς συστάσεως αὐτῆς εἶναι ἡ σωτηρία τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ἡ εὐημερία των. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου δὲν θὰ ἔτυχε νὰ παραστῇ ποτε ἐν χωρίῳ, καθ’ ἣν ὥραν εἰσέρχεται εἰς αὐτὸ ὁ φοβερὸς τοῦ χωρίου δαίμων, ὁ εἰσπράκτωρ, οὐδ’ ὅταν εἰσβάλλωσιν οἱ χωροφύλακες εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ. Ὁποῖος θόρυβος, ὁποία ἀναστάτωσις ἐν τῇ καλύβῃ ἐκείνῃ, ὁποία διασπάθισις τῆς πενιχρᾶς ἐκείνης κοινωνικῆς κυψέλης, ὅταν οἱ χωρικοί, ἔχοντες ἡμιγύμνους ὁλοκλήρους τὰς οἰκογενείας των, εὑρίσκωνται μακρὰν, εἰς τοὺς ἀγρούς, ἢ εἰς τὰς ἀμπέλους των, ἐργαζόμενοι ἐν ἱδρῶτι. Ἡ θέα τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι φρικτὴ πρὸς τοὺς στερουμένους νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των. Πάραυτα βλέπετε, ὅτι αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἐκδιώκονται τῆς πατρικῆς ἑστίας, ἣν καταλαμβάνουσιν οἱ εὐγενεῖς οὗτοι ξένοι, πλήρεις ἀξιώσεων, ἀπληρώτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ θησαυροῦ τῆς καλύβης. Τί συμβαίνει; Ἐγείρεται πλήρης ἀπελπισία, ὡς ἐκ τούτου, ἡ δὲ πρὸς ἐξαναγκασμὸν βία καὶ ἀπειλαὶ καταντῶσιν ἀνεκδιήγητοι. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἀναφέρω ταῦτα, ἀγόμενος ἀπὸ ταπεινοῦ φρονήματος πρὸς ἐπίδειξιν φιλανθρώπων αἰσθημάτων. Ὁ κ. συνάδελφος ἴσως δὲν συνέβη νὰ παρασταθῇ εἰς τοιαῦτα, τραγικὸν ὄντως τύπον φέροντα, θεάματα ἐν τοῖς χωρίοις, οὐδ’ εἶδεν ἐκδιωκομένους τοὺς γέροντας, ἢ τὰ παιδία, ἀπὸ τῆς ἱερᾶς τοῦ πολίτου ἑστίας, καταλαμβανομένης βίᾳ καὶ τρόμῳ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ἀνόμως καὶ ἀστόργως προσφερομένων πρὸς τοὺς δειλοὺς χωρικούς, ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Τίς λοιπὸν χωρικὸς πρὸ τοιούτων σκηνῶν καὶ πρὸ τοιαύτης βίας ἤθελεν ἀναβάλει πρὸς στιγμὴν κἂν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἂν ἦτο δυνατὸν καθ’ οἷον δήποτε τρόπον νὰ ἀποτίσῃ τοῦτον; τίς ἤθελε προτιμήσει τὴν λεηλασίαν τῆς καλύβης του ἐξ ἀνοήτου ἐπιμονῆς; Εἶναι γνωστὸν προσέτι, ὅτι οἱ ταμίαι λαμβάνουσι τὴν πρόνοιαν νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν εἴσπραξιν ἑκάστου φόρου ἀμέσου συνδυάζοντες τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πωλεῖται τὸ προϊὸν τοῦ χωρικοῦ, καὶ οὕτω συνήθως εἰσπράττονται οἱ φόροι. Πολλάκις διὰ τοῦτο τοὺς εἰσπράκτορας ἀκολουθοῦσιν οἱ ἀγορασταὶ τοῦ προϊόντος ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ, ἀλληλοβοηθούμενοι πρὸς τὸ εὐγενὲς ἔργον τῆς ἀπογυμνώσεως τῶν πολιτῶν· διότι ἡ βία τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ὁ ἄγριος ἐξαναγκασμὸς ὑποβοηθεῖ τὸν κάπηλον ν’ ἀγοράζῃ εὐθηνότερα παρὰ τοῦ πνιγομένου χωρικοῦ τὸ προϊὸν τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ. Οὕτω τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως καταφεύγουσιν εἰς ὅλα τὰ μέσα, πρὸς ταχυτέραν εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἐνῷ δὲ, ἄνευ νόμου καὶ παρὰ πᾶσαν θεμελιώδη ἀρχὴν, δύνασθε νὰ ἐξαναγκάζητε τὴν ἀπότισιν τοῦ φόρου, πρὸς τί διὰ νόμου ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε νέας ποινὰς εἰς τοὺς ἀρνουμένους; Κατανοήσατε τὸ φοβερὸν τῆς πιέσεως. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι εἰσέρχεται ὁ στρατιώτης εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φορολογουμένου καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς ἀπότισιν τοῦ φόρου λεηλατεῖ τὸν οἶκον, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ τὸν τρόμον ἡ θέα τοῦ στρατιώτου, ἀλλ’ ἐπιβάλλετε, ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας, καὶ ποινικὴν ῥήτραν 20%! Ἀλλ’ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος χωρικός, τί νομίζετε, οὕτω ἐκβιαζόμενος, ὅτι θὰ πράξῃ; ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δὲν μένει, ὅτι, ἐπειδὴ καλῶς γινώσκει, ὅτι, μόλις καταλύσωσι τρεῖς στρατιῶται εἰς τὴν οἰκίαν του, θὰ τὸν ζημιώσωσι πολλάκις πλείονα ἢ ὅσα ὀφείλει, θὰ καταστρέψωσι καὶ τὰς ὄρνιθας, καὶ τὸν ἄρτον του, καὶ τὸν οἶνόν του, θὰ ἦναι μωρὸς, ἂν μὴ σπεύσῃ αὐτοστιγμεί, εἰ δυνατόν, νὰ ἀπαλλαγῇ τοιούτων ὀλεθρίων ξένων, πληρόνων τὸν φόρον του. Ἀλλὰ πῶς γίνονται καθυστερήσεις; ὁ χωρικὸς πολλάκις, ἕνεκεν ἀτμοσφαιρικῶν καταστροφῶν, ἢ οἰκογενειακῶν περιπετειῶν καὶ ἄλλων βιωτικῶν περιστάσεων, ὑπέστη ζημίας εἰς τὰ προϊόντα του, ἢ εἰς τὰ κτήνη του, καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀποτίσῃ τὸν φόρον ἐγκαίρως. Εἶναι διὰ τοῦτο δίκαιον, τιμωροῦντες τὴν δυστυχίαν τοῦ πτωχοῦ τούτου πολίτου, τοῦ μὴ δυναμένου, οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως, ἢ ἐκ κακοβουλίας, ἀλλ’ ἐξ ἀνυπερβλήτων, ἐκτὸς τῆς θελήσεώς του, αἰτίων, ν’ ἀποτίσῃ ἐμπροθέσμως τὸν φόρον του, εἶναι, λέγω, δίκαιον, εἶναι ἀνθρώπινον, νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτῷ καὶ ποινήν, διότι ἡ τύχη κατέτρεξεν αὐτόν, καὶ οὕτω νὰ συντελέσῃ ἡ Πολιτεία πρὸς παντελῆ αὐτοῦ ὄλεθρον; Ἀλλὰ πόθεν ἀρύεται ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα τοῦτο; Μόνον δὲ οἱ ἀτυχήσαντες θὰ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν, μόνον ὅστις δὲν δύναται· διότι οἱ ἄλλοι θὰ τρέξωσι νὰ οἰκονομήσωσιν, ὅπως ἂν δυνηθῶσι· θὰ προτιμήσωσιν ἐπὶ βαρυτάτῳ τόκῳ νὰ δανεισθῶσι, διὰ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τὸν εἰσπράκτορα, οἱ δὲ μὴ εὑρίσκοντες νὰ δανεισθῶσι, θὰ ὑποστῶσι τὰ πάνδεινα. Τότε μόνον δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασίν σας, ὅταν ἐφαρμόζηται ἡ ποινὴ τῆς προσθήκης τῶν 20% ἐπὶ τῶν πλουσίων ὀφειλετῶν, τῶν ὀφειλόντων ἄνω τῶν 200 δραχμῶν· οὗτοι, ὡς δυστροποῦντες, ἂς πληρώσωσι πρόσθετον φόρον. Ἀπαλλάξατε τὸν γεωργὸν καὶ τὸν ποιμένα, καὶ τότε μάλιστα δέχομαι τὴν πρότασίν σας. Ἐμὲ συγκινοῦσι, Κύριοι, ἰδίως τὰ δεινοπαθήματα τῶν μικρῶν ὀφειλετῶν, τῶν χωρικῶν, οἵτινες εἶναι οἱ πλεῖστοι καὶ μέγιστοι κοινωνικοὶ παράγοντες, ὑπὲρ ὧν δέον νὰ μεριμνῶμεν. Οἱ πτωχοὶ ἀγρόται τῶν ὁποίων τὴν δυστυχίαν σᾶς ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν πολλοὶ συνάδελφοι καὶ σᾶς παρέστησαν τὰ δεινὰ, ὅσα ὑφίστανται ὑπὸ τῆς τοκογλυφίας, διὰ μελανῶν χρωμάτων, καὶ μάλιστα ὁ φίλος μου κ. Σακελλαρόπουλος, ὁμιλήσας περὶ τῆς Ἀκαρνανίας, οἱ πτωχοὶ οὗτοι προθύμως δύνανται ν’ ἀποτίνωσι τοὺς φόρους των· ὅταν δ’ ἀρνῶνται, μετὰ τόσας πιέσεις, τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι στεροῦνται· καὶ συνήθως δὲν ἀρνοῦνται ἐντελῶς, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῃ καὶ τακτικῇ προθεσμίᾳ δυσκολεύονται νὰ πληρώσωσιν. Ἐπιβάλλοντες οὕτω 20% ἐπιπρόσθετον φόρον εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ὑπερημερίαν, δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀδικεῖτε ἀστόργως σεῖς, οἱ ὀφείλοντες ἐκ τῆς ἀποστολῆς σας νὰ μεριμνήσητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ; Θὰ τοὺς ἀναγκάσητε διὰ τοιούτου νόμου νὰ παραδοθῶσιν εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων, τῶν φοβερῶν κοινωνικῶν ἁρπυιῶν. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ βαρύτερον τῆς κοινωνίας καὶ σπουδαιότερον βάρος εἶναι ἡ τοκογλυφία· διότι ὁ δυστυχὴς ὁ φορολογούμενος θ’ ἀναγκασθῇ νὰ δανεισθῇ μὲ 40% καὶ θὰ πληρώσῃ διπλάσιον εἰς τὸν τοκογλύφον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν τάξιν τῶν πτωχῶν ποιμένων καὶ γεωργῶν τῆς πληρωμῆς ἐπιπροσθέτου φόρου λόγῳ ὑπερημερίας. Διότι τοῦτο εἶναι καὶ ἄδικον, εἰς οὐδεμίαν ἀρχὴν ἠθικὴν στηριζόμενον, εἶναι δὲ καὶ ἀσύμφορον εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ λόγῳ ταμιευτικοῦ συμφέροντος· διότι θέλει συντελέσει εἰς τὴν παντελῆ καταστροφὴν τῶν ὅπως δήποτε πενήτων, οἵτινες οὐδέποτε θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀνακύψωσι ἀπὸ τὸ βάρος τοιαύτης ἀγρίας καταδιώξεως καὶ ἀστόργου καταθλίψεως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, παρ’ ἧς εἰκότως, καὶ νόμῳ καὶ δικαίῳ, ἐδικαιοῦντο νὰ ἐλπίζωσιν ἀνακούφισιν καὶ ἀρωγὴν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς δυστυχίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποῦ θὰ σταματήσωμεν, τοιούτους νόμους ψηφίζοντες; Λησμονεῖτε, ὅτι οἱ λαοὶ, οὕτω πιεζόμενοι, δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι διὰ τρόπου μᾶλλον ἀποτόμου; Τοιοῦτοι νόμοι μόνον παρὰ τῇ ὁμόρῳ Αὐτοκρατορίᾳ ἠδύναντο νὰ ἀπαντηθῶσι.

§32ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, διὰ τοῦ ἄρθρου δευτέρου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἤδη, σκοπεῖται νὰ ἐξαναγκασθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων οἱ δυστροποῦντες ὀφειλέται· αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου. Διὰ τούτου ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξαναγκάσωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ μέσα θὰ πληρώσωσιν ἐγκαίρως, ἐὰν τὰ χρέη των ἦναι ἐκκαθαρισμένα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπιτυγχάνηται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν μέρει, ἢ συγχρόνως προσβάλλωνται καὶ ἕτερα δικαιώματα, ἢ συγχρόνως βλάπτωνται καὶ ἕτεροι ὀφειλέται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκανόνισαν τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη των, οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας, ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου. Θὰ ἐξηγηθῶ, Κύριοι, σαφέστατα περὶ τίνος θέλω κάμει τροπολογίαν ἐν τῷ ἄρθρῳ δευτέρῳ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρατηρῶ, ὅτι οἱ ἐν αὐτῷ σημειούμενοι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν πληρώσωσι μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου, ἐπιβαρύνονται μὲ τὸ 28%, ἤτοι μὲ τὸν πρόσθετον φόρον καὶ μὲ τὸν νόμιμον τόκον. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν λοιπῶν ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ὑπάρχουσι καὶ οἱ ὀφείλοντες ἐκ δηλωθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, νομίζω, ἐὰν τὸ ἐπιψηφίσωμεν, θέλομεν γίνει πρόξενοι ζημίας εἰς τοὺς δυστυχεῖς γεωργοὺς, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλομεν καὶ τοὺς καταστρέψει παντελῶς. Προτείνω λοιπὸν, ἵνα τὸ ἄρθρον δεύτερον τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς, δηλαδὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τὸ ἑξῆς· «πλὴν τοῦ τιμήματος τοῦ ὀφειλομένου ἐκ δηλωθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν κτλ.» (Θόρυβος). Ὑποστηρίζω πρὸς τούτοις καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. Μίλησης, ἤτοι νὰ περιορισθῇ τὸ πρόσθετον τέλος εἰς 10% μόνον· τοῦτο τὸ θεωρῶ ὀρθόν. (Διάλογοι). Θέλω προσπαθήσει, Κύριοι, ν’ ἀποδείξω ὑμῖν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλετε ἐπιδοκιμάσει ταύτην. Γνωρίζετε, ὅτι ἐξεδόθησαν πλεῖστοι νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ, ἀντὶ νὰ γίνωσι πρόξενοι ὠφελείας εἰς τὴν δυστυχῆ γεωργικὴν τάξιν, ἐγένοντο ἀφορμὴ βλάβης καὶ μεγάλων περιπλοκῶν, καὶ αἰτία ἀπείρων δεινῶν μεταξὺ τῶν γεωργῶν, ὧν ἕνεκα οἱ γεωργοὶ κατήντησαν εἰς ἀπελπιστικὴν θέσιν. Πρῶτος νόμος ἐπέτρεψε νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας, ἃς κατεῖχον μόνον οἱ κάτοχοι· μετὰ παρέλευσιν δὲ ὡρισμένης προθεσμίας πρὸς δήλωσιν ὑπὸ τῶν κατόχων, ἐπετράπη νὰ δηλώσωσιν οἱ μὴ κάτοχοι, ἀλλὰ κάτοικοι τοῦ αὐτοῦ χωρίου· μετὰ παρέλευσιν δὲ καὶ τῆς προθεσμίας τῶν μὴ κατόχων, ἐπετράπη ἡ δήλωσις καὶ εἰς τοὺς μὴ κατόχους καὶ μὴ κατοίκους, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου ἐγένοντο δηλώσεις καὶ ὑπὸ μὴ κατόχων ἐπὶ ἀγρῶν, κατεχομένων παρ’ ἄλλων, ἀλλὰ μὴ δηλωσάντων· ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δηλώσεις ἀπὸ μὴ κατοίκους καὶ ἀπὸ μὴ δημότας. Μετὰ ταῦτα ἐγένετο νόμος ἄλλος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθησαν αἱ δηλώσεις τῶν μὴ κατόχων, καὶ ἐπετράπη, ἵνα δηλώσωσιν οἱ κάτοχοι τοὺς παρ’ αὐτῶν κατεχομένους ἀγρούς. Ἐν τούτοις ἡ ἔκδοσις τοιούτων νόμων ἐπήνεγκε μεγίστην σύγχυσιν, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἠγέρθησαν πλεῖσται δίκαι μεταξὺ κατόχων καὶ μὴ κατόχων δηλωτῶν. Ἐπίσης ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι μεταξὺ τῶν δηλωτῶν, διότι δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἀγραμματοσύνης των καὶ τῆς ἀμαθείας των, οὐδόλως κατενόησαν τοὺς ψηφισθέντας τότε νόμους περὶ διανομῆς τῆς γῆς, καὶ συνεπῶς ἐδήλωσαν πολλοὶ γεωργοὶ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀγρόν, ἄλλοι μὲν ὑπὸ ἄλλα ὅρια καὶ ἔκτασιν, ἄλλοι δὲ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις. Πάντες δὲ οὗτοι ἔχουσι χρεωθῆ εἰς τὰ δημόσια βιβλία διὰ τὸ τίμημα ἀγροῦ, μὴ κατεχομένου παρ’ αὐτῶν, ἀγροῦ κακῶς περιγραφομένου, καὶ ἀγροῦ διεκδικουμένου ὑπὸ πολλῶν δηλωτῶν. Πρὸς τούτοις εἰς τὰ βιβλία φαίνονται ὡς ὀφειλέται καὶ δηλωταί, οἵτινες ἐμπροθέσμως καὶ νομίμως παρῃτήθησαν τῶν δηλώσεών των. Τοῦτο δὲ συμβαίνει ἕνεκα τῆς ἀταξίας, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὰ Γραφεῖα τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, διότι δυστυχῶς οἱ ἔφοροι δὲν ἐφρόντισαν νὰ διαγράψωσιν ἐκ τῶν βιβλίων οὐδένα ἐκ τῶν μνησθέντων γεωργῶν. Πλὴν δὲ τούτου, δὲν ἐφρόντισαν ποσῶς οἱ ἔφοροι, ὅπως ἐκκαθαρίσωσι τὰ ἐκ τῶν ἐτησίων δόσεων χρέη τῶν δυστυχῶν δηλωτῶν, οὐδὲ νὰ μεταβάλωσιν εἰς παγίας τὰς δόσεις, καὶ ἀπαλλαγῶσιν οὕτως οἱ γεωργοὶ ἀδίκου πληρωμῆς χρήματος, μὴ ὀφειλομένου, διότι ἐκ τῶν καταβαλλομένων προσωρινῶν δόσεων τὰ δύο τρίτα αὐτῶν δὲν συμψηφίζονται ἀπέναντι τοῦ τιμήματος τῶν δηλωθέντων ἀγρῶν. Δὲν ἐφρόντισαν, Κύριοι, οἱ ἔφοροι καὶ περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων, καὶ οὕτως οἱ δηλωταί, καίπερ προσφερόμενοι νὰ πληρώσωσιν, ὅ,τι ὀφείλουσι νομίμως, οὐδεμίαν εὑρίσκουσι προθυμίαν παρὰ τοῖς ἐφόροις, καὶ μένουσιν ὀφειλέται καὶ καθυστεροῦντες ποσῶν, μὴ ὀφειλομένων τῶν πλείστων εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς καὶ τῶν πραγματικῶς ὀφειλομένων. Ἂν δὲ ἦναι ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον οἱ δηλωταί, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, καθ’ ἃ εἶπον ἀνωτέρω. Πάντας τούτους, Κύριοι, ἐὰν ἐπιβαρύνωμεν διὰ προσθέτου τέλους 20%, ἐκτὸς τοῦ τόκου, βεβαίως θέλομεν πράξει ἀδίκημα, ἀδίκημα μέγα, ὅπερ μεγάλως θὰ ζημιώσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν, τὴν μόνην παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ τόπου, τὴν τάξιν ἐκείνην, ἣν ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, καὶ ἥτις δυστυχῶς διατελεῖ ἤδη ἐν παρακμῇ, ὡς γνωρίζετε, ἕνεκα τῆς ἐπὶ τριετίαν ἀφορίας. Διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, Κύριοι, θέλομεν ἐξαναγκάσει καὶ τοὺς μὴ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου νὰ πληρώσωσιν ἐτησίας δόσεις ἐξ ἀγρῶν μὴ κατεχομένων παρ’ αὐτῶν, ἢ κατεχομένων μὲν, πλὴν διεκδικουμένων παρ’ ἄλλων, ἢ τὰς δόσεις ἀγρῶν, ἀφ’ ὧν παρῃτήθησαν νομίμως καὶ ἐγκύρως, ἢ θὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς μὲ τὸ πρόσθετον τέλος 20%, χωρὶς νὰ ἦναι οὗτοι ὑπαίτιοι βραδύτητος καὶ ἀμελείας.

§33ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔδει ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν, οἱουδήποτε πρὸς τὸ Δημόσιον χρέους, ἐπιβάλλει πρόσθετα τέλη 20% καὶ τόκον ὑπερημερίας 8%, ἤτοι ἐν ὅλῳ 28%. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἀνομολογεῖ ἑαυτὴν ἀνίκανον καὶ ἀδύνατον πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων τῷ Δημοσίῳ, καί, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς ἑαυτῇ διὰ τὴν ἥκιστα κατάλληλον ἐκλογὴν ἐπιτηδείων δημοσίων λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων τῷ Δημοσίῳ, ἀπαγγέλλει ποινὰς βαρείας κατὰ παντὸς ὑπερημέρου ὀφειλέτου. Κατὰ τὰς νομοθεσίας πάντων τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν κανονίζεται ὁ ὀφειλόμενος τῆς ὑπερημερίας τόκος. Κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴν νομοθεσίαν, ὅπως μὴ οἱ καθυστερούμενοι τόκοι καταστρέψωσι τὸν ἀμελοῦντα ὀφειλέτην, ἐλήφθη πρόνοια, καὶ ἐνομοθετήθη, ὅτι, «ἅμα οἱ καθυστερούμενοι τόκοι φθάσωσι τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, αὐτοδικαίως παύει πᾶς τόκος». Τὰ ἡμέτερα δικαστήρια ὥρισαν κατ’ ἔθιμον τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας εἰς 12%, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τῆς κοινωνίας ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ ὑπερόγκου τούτου τόκου, καὶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὥρισε τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας εἰς 8%. Ἡ Κυβέρνησις ἤδη διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ἀκολουθεῖ ἄλλο σύστημα, καὶ, ἀντὶ τῆς ὀφειλομένης πρὸς πενομένους ὀφειλέτας ἐπιεικείας, καθιεροῖ ἀρχὴν αὐστηροῦ δικαίου· διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὴν ῥαθυμίαν αὐτῆς, ἢ τῶν ὀργάνων της, ἀμελησάντων νὰ εἰσπράξωσι τὸ ὀφειλόμενον χρέος κατὰ τὸν πρέποντα χρόνον, ἢ διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ὀφειλέτου, μὴ δυνηθέντος ἐκ πενίας, ἀπουσίας ἢ ἀσθενείας, νὰ πληρώσῃ ἐμπροθέσμως τὴν ὀφειλήν του, ἐπιβάλλει πρόσθετα τέλη 20% καὶ τόκον ὑπερημερίας 8%. Αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλαὶ, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ποικίλαι, καθ’ ὅσον τὰ 28% ὁρίζονται δι’ ὑπερημερίαν παντὸς ὀφειλομένου ἀμέσου φόρου διὰ τὸ μίσθωμα παντὸς μισθωμένου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κτήματος, καὶ διὰ τὸ τίμημα ἐκποιηθεισῶν, ἢ δηλωθεισῶν γαιῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Χαλκιόπουλος ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ἡμῖν περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἐκ τιμήματος δηλωθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ εὐλόγως, Κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅσον τὸν αὐτὸν ἀγρὸν ἐδήλωσεν ὁ Α ὡς κάτοχος, ὁ Β ὡς μὴ κάτοχος, τὸ δὲ Δημόσιον, μὴ προσέξαν, ἐξέδοτο ὑπὲρ ἀμφοτέρων παραχωρητήρια, καὶ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἐπικρατήσοντος θὰ λυθῇ βεβαίως παρὰ τῶν δικαστηρίων· καὶ ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον, καίπερ μὴ ἐγκαταστῆσαν τὸν δηλώσαντα τὸ κτῆμα, ζητεῖ, οὐ μόνον τὸ τίμημα, ἀλλὰ καὶ τόκον ὑπερημερίας 28%.

§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ δὲ ἄλλοι οἱ λαβόντες τὰς γαίας καὶ καλλιεργοῦντες καὶ καρπούμενοι;

§35ΦΩΤΗΛΑΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν κατεγίνατε, κ. Μίληση, εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν τῶν νόμων, καὶ ἀγνοεῖτε τὰ συμβαίνοντα· ὁ αὐτὸς ἀγρὸς ἐδηλώθη παρὰ πολλῶν, ὑπὲρ πάντων ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια, καὶ ὁ ἀγρὸς κατέχεται παρὰ προσώπου, μὴ δηλώσαντος.

§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα καὶ ἀπὸ τὸν κ. Χαλκιόπουλον· γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἀλλὰ σπανιώτατα.

§37ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἴσως εἰς τὴν Ἑρμιονίδα.

§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐρώτησιν· αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐξαίρεσις· ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι οἱ δηλώσαντες, τὸ μέγα πλῆθος τῶν δηλωτῶν, κατέλαβον τὰς γαίας, καὶ νέμονται ταύτας· αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὰ κτήματα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ καρποῦνται, θὰ τοὺς ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὸ πρόσθετον τέλος, μὴ καταβάλλοντας τὸ τίμημα;

§39ΦΩΤΗΛΑΣ. Δίκαιον εἶναι, οἱ δηλώσαντες τὰς ἐθνικὰς γαίας νὰ καταβάλωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ ὀφειλόμενον τίμημα, ἀλλ’ ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας δέον νὰ ᾖ λογικὸς καὶ δίκαιος· οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας ἐξετέθησαν εἰς δαπάνας ὑπερόγκους, ἐκχερσοῦντες ἀγροὺς ἀγρίους, καὶ καλλιεργοῦντες γῆν τέως ἀπρόσοδον, ὅπως καταστήσωσιν αὐτὴν παραγωγικὴν, δανειζόμενοι κεφάλαια ἐπὶ ὑπερόγκοις τόκοις, πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων δόσεων· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, δέον νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ὁ δηλώσας ἦναι κύριος τοῦ κτήματος, τουτέστιν, ἂν ἐνεκατέστησε τοῦτον τὸ Δημόσιον· καὶ πρὶν ἢ ἐξακριβωθῇ τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται φόρος 28%.

§40ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τέσσαρες καὶ πέντε δηλωταὶ ὑπάρχουσι τοῦ αὐτοῦ ἀγροῦ.

§41ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Μίλησης πιστεύω ν’ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας πρὸς 28% εἶναι βαρὺς, δυσβάστακτος, ἀφόρητος, δὲν πιστεύω δὲ διὰ τὸν ὀφείλοντα πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου νὰ παραλλάσσωσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν τὸ χρέος δὲν ᾖναι ἐκκαθαρισμένον, καὶ μάλιστα ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ δανειστοῦ, ὅστις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι τὸ Δημόσιον.

§42ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐδηλώσατε σεῖς γαίας, κ. Φωτήλα;

§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐδήλωσα καὶ ἐγὼ, κ. Κουκούλεζα, ὡς πολίτης Ἕλλην, κατέβαλον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ θὰ καταβάλω ὅ,τι ὀφείλω, εἰμὶ δὲ γνωστὸς, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου μου, εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός μου δὲ, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ συμπεραίνω, λέγω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου νὰ καταβάλληται τόκος ὑπερημερίας πρὸς 8%. Ἐκτὸς τῆς διατάξεως ταύτης, ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν οἱ ὀφείλοντες δικαστικὰ, ἔξοδα καίπερ ἔχοντες πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, πρέπει νὰ κρατῶνται ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰς φυλακὰς. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι, οὐ μόνον ἄδικος, ἀνεπιεικὴς καὶ ἀφιλάνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος. Ποῖος ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀποτίσας τὴν ποινήν του καὶ δυνάμει πιστοποιητικοῦ ὑπευθύνου Ἀρχῆς ἀποδεικνύμενος ἀνίκανος νὰ καταβάλῃ τὰ ὀφειλόμενα δικαστικὰ ἔξοδα, νὰ διαμένῃ εἰς τὰς φυλακὰς; δὲν ἀρκεῖ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀπέτισε τὴν ποινήν του, δὲν ἀρκεῖ ἡ δυστυχία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἀλλὰ θέλετε νὰ προσθέσητε νέαν ποινὴν εἰς τὴν πενίαν του καὶ τὴν δυστυχίαν του; Ὁ νομοθέτης δέον νὰ ᾖ ἐπιεικὴς καὶ φιλάνθρωπος, καὶ οὐχὶ σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Διὰ τοιούτων νομοθετημάτων, Κύριοι βουλευταί, ἀντὶ νὰ ἠθικοποιήσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν ὑλικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, θέλομεν ἐξαντλήσει αὐτὸν οἰκονομικῶς, καὶ διαφθείρει ἠθικῶς.

§44ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφίνω αὐτὴν τὴν συζήτησιν, διότι εἶμαι γνωστὸς εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀχαΐας, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου μου, ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός μου δὲ, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν μετὰ τοῦ κ. Μίληση. Ὁ κ. Μίλησης, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι σύμφωνος εἰς τὸ ὅτι ὁ ἀγοράζων κτῆμά τι παρὰ πολιτῶν πρέπει νὰ καταβάλῃ ἕνα τόκον ὑπερημερίας 8, 10, 12%, τὸ δὲ Δημόσιον εἶναι εἰς θέσιν, ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ὡς ἐκ τῶν ἀπείρων μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὡς ἐκ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, νὰ εἰσπράξῃ, ὅ,τι τῷ ὀφείλεται. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τιμήματος ἐθνικῶν γαιῶν δηλωθεισῶν, ἢ προκειμένου περὶ μισθώματος, ἐννοῶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς τινας, ὄχι βεβαίως αὐτὰς τὰς ὑπερμέτρους καὶ παραλόγους ποινὰς, ποινὰς δυναμένας νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν ἑνὸς δεσπότου: ἢ θὰ μοῦ καταβάλῃς εἰς τὴν δεῖνα προθεσμίαν τοὺς τόκους, ἢ θὰ σοῦ κόψω τὸ κεφάλι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ μισθώματος παρελθόντος, αὐταὶ αἱ ποιναὶ εἶναι ἄδικοι καὶ ἀκατανόητοι, προκειμένου ὅμως περὶ μισθώματος ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὁ γνωρίζων τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ἂς μὴ μισθόνῃ κτήματα τοῦ Δημοσίου ἀλλὰ προκειμένου περὶ τιμήματος ἐθνικῶν γαιῶν, εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις, ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ βουλευτὴς νὰ δώσῃ ψῆφον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τόκου ὑπερημερίας, εἶναι δίκαιον νὰ προστεθῇ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους πρόσθετον τέλος καὶ φόρος 28%; Ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐξηγήσωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς νομομαθεῖς, ἂν ᾖναι δίκαιον, ἂν ἀποθάνῃ ὀφειλέτης τις τῇ 28 Δεκεμβρίου, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ ὀφείλῃ τι ἐξ ἀμέσων φόρων, οἱ κληρονόμοι νὰ σπεύσωσι πρὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, καὶ ἂν δὲν πληρώσωσι τῇ 31 Ἰανουαρίου, νὰ πληρώσωσι καὶ πλέον 28 τοῖς ἑκατόν.

§46ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χαλκιοπούλου, ἀλλ’ ἐλησμόνησε μίαν περίπτωσιν. Ὑπάρχουσι πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου εἶναι γαῖαι, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο ἡ ἐκτίμησις, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι οἱ χωρικοὶ νὰ πληρώσωσι μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Λοιπὸν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν θὰ προστεθῇ τὸ 20%. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Φωτήλας καὶ ὁ κ. Χαλκιόπουλος, ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, διότι εἶναι ἀδικώτατον ἐπὶ τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν νὰ προστεθῇ τέλος.

§47ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῷ ὄντι ἄδικον, Κύριοι βουλευταί, ν’ ἀπασχολώμεθα, συζητοῦντες διατάξεις, ὧν τὸ μὴ ὀρθὸν κεῖται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάντων. Ἐφρόνουν μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὰς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις, δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει περιπλέον, ἐπιζητοῦσα ἐπιψήφισιν διατάξεων, αἵτινες ἀναστατόνουσι τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ πρόκειται ἐπιψηφιζόμεναι νὰ ἐπιδράσωσιν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς τύχης τῶν φορολογουμένων, τῶν ὁποίων τὸν τράχηλον ἀρκετὰ ἐπεβαρύναμεν διὰ τῶν ψηφισθέντων φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων κινούμενοι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, ὑποβάλλομεν τροπολογίαν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, διὰ τὴν ἀνάλυσιν τῆς ὁποίας ἐπίτηδες ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐν πρώτοις, ὅ,τι σᾶς ἔλεγον ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει πρό τινων ἡμερῶν, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, τουτέστιν, ὅτι τὸ πρόσθετον τέλος τῶν 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλομεν ἐπὶ παντὸς φόρου, εἶναι μία ποινή, καὶ ποινὴ ἀκατανόητος, ποινὴ βαρυτάτη, στερουμένη πάσης δικαιολογητικῆς βάσεως· διότι, ἢ πρέπει, Κύριοι βουλευταί, νὰ προβῶμεν εἰς μίαν ἐσφαλμένην ὑπόθεσιν, ὅτι πᾶς, ὅστις δὲν πληρόνει, πράττει τοῦτο ἐκ κακῆς πίστεως, ἢ, ἄν δὲν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐσφαλμένην ὑπόθεσιν, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ μὴ ἔγκαιρος πληρωμὴ προέρχεται ἐκ πτωχείας, ὅτε βεβαίως δὲν δικαιολογούμεθα, ἐπιβάλλοντες ποινὴν εἰς φορολογούμενον, ὅστις δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ ἐγκαίρως τὸ χρέος του, ἀπορίας ἕνεκεν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καὶ βεβαιότατα πάντες τὸ ἀναγνωρίζετε, ποίους λόγους θὰ εὕρητε νὰ δικαιολογήσητε τὴν ψῆφόν σας, προκειμένου νὰ ὑπερψηφίσητε τοιαύτης διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται 20% εἰς ὀφειλέτην, ὅστις εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ἄπορος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ ἐγκαίρως; καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἐγκαίρως, ἐπειδὴ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν πρὸς πληρωμὴν ἐτάξατε, εἶναι βραχυτάτη· ὡς γνωρίζετε, οἱ φόροι βεβαιοῦνται, ἄλλοι μὲν τὸν Μάρτιον, ἄλλοι τὸν Αὔγουστον καὶ ἄλλοι τὸν Ὀκτώβριον, γνωρίζετε δὲ, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν ἔργων τῶν Ταμείων καὶ τῆς ἀταξίας τῶν εἰσπρακτόρων, δὲν εἰδοποιοῦνται ἐγκαίρως οἱ φορολογούμενοι, πολλοὶ δὲ, καὶ ἀρξαμένου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, δὲν ἔχουσιν εἰδοποιηθῆ· ὥστε, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σκληρὰ, διότι δὲν δίδει τὴν ἀπαιτουμένην προθεσμίαν, ὅπως καταστήσῃ δεδικαιολογημένως ὑπερήμερον τὸν ὀφειλέτην. Ἄν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ νόμοι, οὓς μέχρι τοῦδε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἐκεῖνοι, οὓς καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, αὐξάνουσι πάντας τοὺς φόρους κατὰ 20%, θὰ ἴδητε, ὅτι διὰ τῆς νεωτέρας προσθήκης ἡ αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 50%, ἐὰν κάμητε πλήρη τὸν ὑπολογισμόν. Ψηφίζομεν, Κύριοι, περὶ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν γνωρίζομεν, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἐπιβάλλωμεν βάρη, ὑπερβαίνοντα τὰς οἰκονομικάς του ἀνάγκας, οὐδὲ ἐχρειάζετο τόση συζήτησις, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ἀποκρούοντες τὴν συζητουμένην διάταξιν. Ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν παραχωρηθεισῶν γαιῶν, εἶναι ἀληθῆ πάντα, ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ἰδίως ὅσα ἐξέθηκεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος· θὰ προσθέσω μόνον τινὰ, ἐπικυροῦντα καὶ ἐντονώτερον μαρτυροῦντα τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων του. Εἰς πολλὰ μέρη ἔχουσιν ἐκδοθῆ παραχωρητήρια, ἀφορῶντα εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, τὰ μὲν εἰς κατόχους, τὰ δὲ εἰς μὴ κατόχους· ὥστε δὲν πρόκειται νὰ πληρώσωσιν, ὡς εἶπόν τινες, καλλιεργηταὶ, ἀπολαμβάνοντες καρποὺς, ἀλλὰ πολλοὶ καλοῦνται νὰ πληρώσωσι δόσεις διὰ γαίας, αἵτινες οὐδέποτε περιῆλθον εἰς τὴν κατοχήν των. Εἰς πολλοὺς Δήμους μάλιστα, καὶ μεταξὺ τούτων, εἶναι ὁ Δῆμος Τριταίας τῆς ἐπαρχίας τῶν Πατρῶν, δὲν ἔχει γίνει οὔτε ἡ καταμέτρησις τῶν γαιῶν, οὔτε ἡ κατάταξις αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ πληρόνουσι δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον. Νομίζετε δὲ εὔκολον τὴν διαδικασίαν, ὅπως ἀναλάβῃ τις τὰ ἀναιτίως δοθέντα; Ὥστε νὰ ζητῶμεν καὶ αὔξησιν τοῦ μισθώματος τῶν τοιουτοτρόπως παραχωρηθεισῶν γαιῶν, εἶναι κἄτι τι ἀκατανόητον καί, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, τερατῶδες. Ἀλλ’ ἀποκρουστέα εἶναι ἡ συζητουμένη διάταξις καὶ δι’ ἕτερον νομικὸν λόγον· ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀπέκτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς γαίας, ἐγένετο διὰ δηλώσεως, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Σύμβασις ἄρα κατηρτίσθη, κατὰ προηγούμενον νόμον, μεταξὺ δηλωτοῦ καὶ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα διὰ νέου νόμου νὰ τροπολογήσωμεν, δίδοντες εἰς αὐτὸν ἀναδρομικὴν δύναμιν.

§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.

§49ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὄχι, ἀφοῦ ἐπαυξάνομεν τὸ ποσὸν τῶν ἅπαξ κανονισθεισῶν δόσεων;

§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς πληρώνωσιν ἐγκαίρως.

§51ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοεῖτε, φαίνεται, τὴν πτωχείαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§52ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς δὲν τὴν γνωρίζετε, καὶ ὄχι ἡμεῖς.

§53ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὴν ἐγνωρίζετε, δὲν θὰ εἴχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδια καὶ νὰ χαρίζητε ἑκατομμύρια, ὅταν θεωρῆτε ἀναγκαῖον νὰ γυμνώσητε τὸν γεωργὸν, καὶ ν’ ἀφαιρέσητε διὰ τοῦ χωροφύλακος ἀπὸ τὰς καθημαγμένας χεῖρας τοῦ ἐργάτου καὶ τὸν ἄρτον αὐτόν. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, λέγω, νὰ φέρητε νομοσχέδια, διὰ νὰ χαρίζητε ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖτε περὶ τίνος νομοσχεδίου ὁμιλῶ;

§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε νὰ τὰ εἴπητε.

§55ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, θὰ τὰ εἴπω ἐγώ· εὔχομαι δὲ νὰ τὰ εἴπητε καὶ σεῖς, ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω.— Ἐὰν μάλιστα, Κύριοι βουλευταὶ, συνδυάσητε τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν τοῦ ἄρθρου τετάρτου, καθ’ ἣν ὁ πτωχὸς δὲν θὰ εὑρίσκῃ πλέον οὐδαμοῦ ἀκρόασιν, καὶ οὐδὲν μέσον θὰ ὑπάρχῃ νὰ τὸν λυτρώσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ δεσμοφύλακος, τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι ψηφίζετε διάταξιν, τὴν ὁποίαν, οὐ μόνον τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ ὡς ἀνθρώπων μὲ συνείδησιν, αἰσθανομένων οἶκτον, ἐπιβάλλει ν’ ἀποκρούσωμεν· δι’ αὐτὸ ἐκρίναμεν καλὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ράλλη, νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιροῦμεν τῶν συνεπειῶν τῆς αὐστηρᾶς διατάξεως τοὺς ἀμέσως φορολογουμένους, διότι οὗτοι θὰ βαρύνωνται περισσότερον καὶ ἐπαισθητότερον ἐκ τῆς ἐπικρινομένης διατάξεως. Ἰδοὺ καὶ ἡ τροπολογία μας. (Καταθέτει αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον). Διὰ ταύτης ἐπαυξάνομεν τὴν πρὸς πληρωμὴν χορηγουμένην τοῖς ὀφειλέταις προθεσμίαν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ὁποίας καὶ μόνον, εἶναι ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον ἀνεπιεικὲς νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς πληρωμὴν φόρου ὑπερημερίας. Ἐνομίσαμεν καλὸν, νὰ δοθῇ προθεσμία μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἑπομένου τῆς βεβαιώσεως ἔτους, πέραν δὲ τούτου νὰ ὑπόκειται ὁ φορολογούμενος εἰς πρόσθετον τέλος, οὐχὶ 20, ἀλλὰ 5%. Ἀλλὰ διατὶ ἡμεῖς, οἱ ἀποκρούοντες κατ’ ἀρχὴν τὸ πρόσθετον τέλος, παρεδέχθημεν ἐνταῦθα τὸ 5%; Τοῦτο ἐπράξαμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναντηθῶμεν μὲ σᾶς, ἀφοῦ ἔχετε τέλος πάντων τὸν πόθον, νὰ ἐπιβάλητε τὸ πρόσθετον τέλος. Ἑπομένως, ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, ἀφαιροῦμεν τοὺς ἀμέσους φόρους, ἀφαιροῦμεν τὸ τίμημα τῶν ἐκποιηθεισῶν γαιῶν, καὶ ἐπεκτείνομεν τὴν προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῶν τροπολογιῶν καθιστᾷ τὰς διατάξεις ὁπωσδήποτε ἠπιωτέρας, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ψηφίσῃ· ἐὰν ὅμως ψηφίσητε τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, δὲν θέλω νὰ εἴπω κἀμμίαν βαρεῖαν ἔκφρασιν, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ψηφίζετε μέτρα δρακόντεια κατὰ τῶν δυστυχῶν, καὶ δὲν θὰ βραδύνητε ν’ ἀκούσητε τοὺς βαρεῖς, ἀλλὰ δικαίους γογγυσμοὺς αὐτῶν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, νίπτομεν τὰς χεῖρας, καὶ οἱ ὑπαίτιοι ἂς ἀναλογισθῶσι τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, ἣν ὑπέχουσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.

§56ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, ὅλαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι καταλήγουσιν εἰς ἓν καὶ μόνον συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περὶ τοῦ προσθέτου τέλους, πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ· ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο, αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι, ἄλλαι μὲν δημιουργοῦσιν ἀνισότητα, ἄλλα δὲ ματαιόνουσι τὸν μόνον σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο κἄπως νὰ δικαιολογηθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις, τὸν σκοπὸν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς πληρωμήν. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσθέτου τέλους, μὴ αἴρουσα τὴν ἀδικίαν, ματαιώνει μόνον τὸ ἀποτέλεσμα· τὸ τέλος, ἂν ἐπιτρέπηται, πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ. Περὶ τίνος πρόκειται; Δὲν πρόκειται περὶ τόκου ὑπερημερίας,—ὁ τόκος εἶναι τὸ προϊὸν τῆς χρήσεως τοῦ κεφαλαίου,—ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ποινῆς, διότι δημιουργεῖται τὸ τεκμήριον, ὅτι ἐκ δυστροπίας ὁ ὀφειλέτης δὲν πληρόνει· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑποθέτετε εὐπορίαν καὶ δυστροπίαν, πρέπει νὰ ἐπιβάλητε ποινὴν ἀξίαν λόγου. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐννοεῖται, δὲν παραδέχομαι τὴν ποινὴν, διότι δημιουργοῦμεν ἓν τεκμήριον αὐθαίρετον καὶ ἀνύπαρκτον, μὴ ἀφίνοντες καὶ κἀνὲν καταφύγιον ἀνταποδείξεως· ἄλλως, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν πληρόνει ὁ φορολογούμενος ἐξ ἀνεχείας, τότε βεβαίως αὐτὴ ἡ διάταξις ἔχει τι τὸ τερατῶδες καὶ ἀπάνθρωπον, προσθέτουσα ποινὴν κατὰ τῆς δυστυχίας. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ποινῆς ἐναντίον τῶν δυστροπούντων, διατὶ σᾶς φαίνεται μεγάλη ἡ ποινὴ τῶν 20%; Καὶ ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐξαναγκασμοῦ, διατὶ θέλετε νὰ μειώσητε τὸ τέλος εἰς 10%, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐξασκήσῃ πλέον τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ; Ἵνα ἦσθε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, ἢ πρέπει νὰ ψηφίσητε τὴν διάταξιν, ὡς ἔχει, ἢ πρέπει νὰ τὴν καταψηφίσητε, ὡς μὴ ἔχουσαν δικαιολογητικὴν βάσιν. Οἱαδήποτε ποινὴ ὑποθέτει εἶδος ἐγκληματικότητος, καθὼς καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Μίλησης, τῆς ποινῆς κατὰ τοῦ μὴ προσερχομένου νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς στρατείας, ὑποθέτει ἓν ἔγκλημα· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἁπλοῦ ὀφειλέτου, καθυστεροῦντος, τὸ νὰ ἐπιβάλληται ποινή, εἶναί τι ἀνατρεπτικὸν παντὸς δικαίου. Ἐὰν δικαιολογητικὴ βάσις ᾖναι, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ, καὶ θὰ μετέλθῃ ὅλα τὰ μέσα ἵνα εἰσπράξῃ, τότε αὐτὴν τὴν ἀποτρόπαιον δικαιολογίαν πρέπει τοὐλάχιστον νὰ τὴν καταστήσητε σπουδαίαν ἐν τῷ νόμῳ, ἀφ’ ἑνὸς ἀφίνοντες πλήρη τὴν ποινὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμίαν τάξιν ὀφειλετῶν ἐξαιροῦντες. Καὶ πῶς, Κύριοι, προτείνουσιν ἄλλοι ἐξαιρέσεις τῶν δηλωσάντων γαίας ἐθνικάς; ἐπὶ τίνι λόγῳ πρέπει οὗτοι ν’ ἀνακουφισθῶσι, νὰ ἐξαναγκασθῇ δὲ ὁ ἐλεεινὸς γεωργὸς, ἢ ὁ ποιμὴν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ μηδὲν ἀπολαμβάνων παρὰ τῆς Πολιτείας καὶ ὁ κινδυνεύων πολλάκις τὴν ὕπαρξίν του, πρὸς διάσωσιν τῶν ὀλίγων ζώων, ἢ καρπῶν του; Ἀλλὰ μοὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτοὶ οἱ δηλωταὶ δὲν ἀπολαμβάνουσι τίποτε, διότι ἐδήλωσαν πολλοὶ τὸ αὐτὸ κτῆμα, καὶ ὅτι συμβαίνουσι τοιαῦτα πράγματα τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἄδικον τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνταῦθα πλέον γίνεται σύγχυσις ἰδεῶν· τί κοινὸν μεταξὺ τῶν περιπλοκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ἂν ὑφίστανται τῷ ὄντι, δύνανται νὰ καθιστῶσι καὶ ἄδικον τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ τοῦ μέσου τοῦ ἐξηναγκασμοῦ, ἵνα πληρώσωσιν οἱ ὀφείλοντες; Λάβετε ἕτερον μέτρον, ὅπως διορθώσητε τὸ κακὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήλαυσαν· δὲν εἶναι δικαιολογία νὰ εἴπητε, ὅτι μεταξὺ τῶν δηλωτῶν γαιῶν, εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι περιεπλάκησαν εἰς δίκας, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι πάντες οἱ δηλώσαντες καὶ ἀποκτήσαντες ἐθνικὰς γαίας, καὶ ν’ ἀφήσωμεν τοὺς πτωχοὺς φορολογουμένους, νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸ τέλος. Ἐνταῦθα, Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω, βλέπω τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἰσεχώρησεν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, τῶν ὑπέρ τινων τάξεων εὐεργετικῶν νόμων, τῶν κατ’ εὐφημισμὸν ὀνομαζομένων εὐεργετικῶν· τοῦτο πρέπει νὰ παύσῃ εἰσχωροῦν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, διότι αὐτὸ συντελεῖ καὶ εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ πνεύματος τοῦ κοινωνικοῦ ἐν Ἑλλάδι. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ζητῶ τὴν ἐντελῆ ἀπάλειψιν τοῦ προσθέτου τέλους, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι παρὰ τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τὸ νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, εἴτε ἐξ ἀνεχείας, εἴτε ἐκ δυστυχήματός τινος, δὲν ἠδυνήθη νὰ πληρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του ἐμπροθέσμως. Ἀλλ’ ἐὰν πολεμῶ τὴν ὅλην διάταξιν, προσθέτω, ὅτι αἱ ὑποβαλλόμεναι τροπολογίαι ἤθελον καταστήσει τὴν διάταξιν καὶ ἀδικωτέραν, καὶ ἐντελῶς ἄσκοπον, καὶ ματαίαν.

§57ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας παραπονεῖται, ὅτι ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα μόνον διὰ τοὺς κατοίκους τῶν πεδινῶν μερῶν, καὶ ὅτι ἀφίνομεν τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας τῆς Ἀκαρνανίας εἰς τὴν σκληρότητα τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι αἱ πεδιναὶ ἐπαρχίαι ἔχουσι κτηνοτροφίαν, καὶ ἐξίσου ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας, καθὼς καὶ ὑπὲρ τῆς γεωργίας· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁρμόζον νὰ ῥίπτηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παράπονον μεταξὺ ἐπαρχιῶν καὶ ἐπαρχιῶν. Ὁ κ. συνάδελφος παραπονεῖται, διότι ἀφίνομεν τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας τῆς Εὐρυτανίας νὰ πληρόνωσι τὸ 20%, καὶ ἐνδιαφερόμεθα μόνον περὶ τῶν πεδινῶν μερῶν· αὐταὶ αἱ διακρίσεις δὲν περιποιοῦσι τιμὴν εἰς τοὺς λέγοντας. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα· ὁ κ. συνάδελφος λέγει, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ περιπλέξωμεν τὰ πράγματα, καὶ ὅτι θέλομεν νὰ ἐξαπατήσωμεν τὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου. Δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἀληθὲς εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες, ὅτι ὁ δηλωτὴς ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν εὑρίσκεται εἰς παντελῆ ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ, καὶ οὐχὶ ἐκ στρεψοδικίας· πολλοὶ παρητήθησαν ἐπισήμως τῆς δηλώσεως, καὶ ἐπέδωκαν τὴν δήλωσίν των διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, ὅτι παραιτοῦνται τῆς δηλωθείσης ἐθνικῆς γῆς, καὶ ὤφειλεν ὁ ἔφορος νὰ τοὺς διαγράψῃ ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ὀφειλετῶν, καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκονται ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ πολλὰ συνεχῆ ἔτη, ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐξ αἰτίας δόσεων ἐθνικῶν γαιῶν. Πῶς θέλετε νὰ καταλογίσητε εἰς αὐτοὺς ἀμέλειαν, ἢ δυστροπίαν, καὶ νὰ τοὺς ἐπιβαρύνητε μὲ πρόσθετον φόρον 20%, ἀφοῦ εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ; Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἐδήλωσαν ἐθνικὰς γαίας ὡς κάτοχοι, εὑρίσκονται ἀπέναντι ἑτέρων δηλωτῶν μὴ κατόχων, καὶ αὐτοὶ οἱ μὴ κάτοχοι εὑρίσκονται μετὰ τῶν πρώτων εἰς δίκην περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀγροῦ, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τὰς ἐτησίας δόσεις πρὸς τὸ Δημόσιον, λόγῳ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν. Ἐὰν τούτους ἐπιβαρύνωμεν μὲ πρόσθετον φόρον 20%, θέλομεν πράξει ἀδικίαν καὶ φοβερὰν καταπίεσιν. Ἐὰν, Κύριοι, ὑποχρεωθῶσιν ἅπαντες οὗτοι οἱ δηλωταὶ τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἀγροῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει δίκη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ πληρώσωσι τὸ 20%, δὲν θὰ ἀδικηθῶσιν ἅπαντες οἱ ἄλλοι, πλὴν τοῦ ἑνὸς, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀπομείνῃ μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος τὸ κτῆμα; Θεωρεῖτε δίκαιον τοῦτο; σᾶς ἐρωτῶ· πῶς θέλετε δικαιολογήσει τὴν ψῆφόν σας, Κύριοι, καὶ πῶς θὰ ἐπανίδητε τοὺς ἐκλογεῖς σας, οὕτως ἠδικημένους; Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βεβαίως δὲν ἔχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ἐθνικὰς γαίας· αἶγας ἔχει μόνον καὶ πρόβατα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται πολὺ διὰ τὴν δυστυχῆ γεωργικὴν τάξιν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρεται μόνον ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν του κτηνοτρόφων.

§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, νομίζω, ὅτι ἄξιαι παρατηρήσεως καὶ προσοχῆς εἶναι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τοὺς μὴ κατόχους. Τῷ ὄντι, μοὶ φαίνεται ἄδικον, οἱ ἁπλοῖ δηλωταί, οἱ μὴ κατέχοντες, ὀφείλοντες ὅμως κατὰ τὸν νόμον νὰ πληρώσωσι τὰς δόσεις, νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ καταβάλωσι καὶ τὸ πρόσθετον τέλος, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τὴν καθυστέρησιν χρημάτων μὴ ὀφειλομένων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους δηλωτὰς, τοὺς κατέχοντας καὶ νεμομένους, αὐτοὶ, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαλλακτέοι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὸ πρᾶγμα προσθέτοντες τὰς λέξεις: «γαιῶν κατεχομένων».

§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατέχονται; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.

§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ οὕτω ἡ τροπολογία νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς. «Πάντες οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα πλὴν τοῦ τιμήματος τῶν δηλωθεισῶν καὶ παραχωρηθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, καὶ κτημάτων μὴ κατεχομένων.» Ἐξαιροῦνται τότε οἱ ἁπλοῖ δηλωταὶ, οἱ μὴ κατέχοντες.

§61ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι, οἱαδήποτε τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου οὐδὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, διότι τὸ ἄρθρον δὲν ἐμελετήθη σαφῶς. Ἐὰν ἐμελετᾶτο ἀκριβῶς, ἤθελον ἴδει οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὐδεμιᾶς τροπολογίας. Τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Χαλκιόπουλος, βεβαίως δὲν θὰ συμβαίνωσι, διότι ὑπάρχει λέξις παραχωρηθεισῶν· ἅμα δὲ ὁ δηλώσας λάβῃ τὸ παραχωρητήριον, εἶναι καὶ κάτοχος.

§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε λάθος· ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ κακὸν, ὅτι λαμβάνουσι πολλοὶ πολλὰ παραχωρητήρια διὰ τὸ αὐτὸ κτῆμα.

§63ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τὸ σύστημα, τοῦ νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις καὶ τὰ σχόλια εἰς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ἢ τοῦτο, ἢ ἐκεῖνο, μολονότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέν με πειράζει, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις, διότι ἔσχον μίαν διαφώτισιν περὶ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Χαλκιόπουλος, ὅ,τι ἐπρότεινεν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀδιάφορος πρὸς τοὺς δηλωτὰς γαιῶν, διότι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν οἱ κάτοικοι ἔχουσι μόνον ζῶα, καὶ δὲν ἔχουσι γαίας ἐθνικάς· τοιουτοτρόπως ἐδήλωσε, νομίζω, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον αὐτὸς δὲν εἶναι ἀδιάφορος. Εἰς τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν ὑπάρχουσι δηλωταὶ γαιῶν, καὶ πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ὁ ἴδιος, καὶ ἑπομένως αὐτὸς δὲν εἶναι ἀδιάφορος, ἐγὼ δὲ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ δὲν ὑπάρχουσι δηλωταὶ γαιῶν, εἶμαι ἀδιάφορος. Ὁμολογῶ, ἐν τούτοις, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑπάρχουσί τινες, ὄχι βεβαίως ὅσοι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, μεταξὺ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἦναι καὶ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὑπάρχουσί τινες δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν.

§65ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι.

§66ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Αἰτωλοακαρνανίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκομεν ἤδη, ὑπάρχουσι βεβαίως πολλαὶ γαῖαι, καὶ πολλοὶ δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Δὲν ἔχω λοιπὸν, Κύριοι, ἀφορμὰς νὰ ἔχω τὸ αἴσθημα τῆς ζηλοτυπίας, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Ῥάλλης· οὔτε ἐπαρχιακῆς, οὕτως εἰπεῖν, ζηλοτυπίας ἀφορμὰς ἔχω, ἀλλ’ οὔτε καὶ προσωπικῆς. Δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω κατὰ τῶν κατεχόντων μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν προσωπικὰς ἀφορμὰς ζηλοτυπίας, διότι βέβαια δὲν σημαίνει, ἐὰν δὲν ἔχῃ τις τὸ εὐτύχημα νὰ ἦναι κάτοχος ἐκτάσεων ἐθνικῶν γαιῶν, ὅταν συνέπεσε νὰ ἔχῃ ἀνέκαθεν ἐκτάσεις ἄλλων γαιῶν. Ἐὰν δὲ ἀνέφερον ὡς παράδειγμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς κατωτέραν θέσιν τὸν ποιμένα τῆς Εὐρυτανίας, τὸ ἀνέφερον, ὄχι διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἐνδιαφέρομαι περὶ μόνον τῶν ποιμένων καὶ τῶν ἄλλων φορολογουμένων τῆς Εὐρυτανίας, — διότι ποιμένες, καὶ ἄλλοι πτωχοὶ φορολογούμενοι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους — ἀλλὰ διότι ἴσως θὰ ἐσκανδαλίζετο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος, ἐὰν ὡμίλουν περὶ δυστυχίας ποιμένων καὶ φορολογουμένων τῆς ἐπαρχίας του. Ἐννοῶ τὴν ἔποψιν ἐκείνην ὡς σπουδαίαν, τὴν ἔποψιν τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ πραγματοποιουμένη κατὰ τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρόκειται περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως ἐνταῦθα, περὶ ὀπισθενεργείας; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀρχικῶν συμφωνιῶν, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ τὸ πρόσθετον τέλος κατὰ τῆς ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς γενησομένης παραβάσεως, δηλαδὴ τῆς ἐφεξῆς καθυστερήσεως. Τὸ Δημόσιον λέγει: μοὶ ὀφείλετε ὁπωσδήποτε ἓν ποσὸν χρηματικὸν, θέλω νὰ σᾶς ἐξαναγκάσω νὰ μὲ πληρώσητε, καὶ σᾶς ἐξαναγκάζω διὰ τοῦ τέλους τούτου. Βεβαίως τοῦτο εἶναι παράλογον, ἐναντίον τῶν κοινῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, ὄχι λόγῳ τῆς ὀπισθενεργείας, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ πρὸς ἀπότισιν ἑνὸς χρέους. Ἀλλὰ, Κύριοι, λέγων ταῦτα, μήπως ἀμφισβητῶ ἐγὼ, ὅτι καὶ οἱ δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν, ἐπίσης καὶ οὗτοι θὰ ἀδικῶνται, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι φορολογούμενοι; Ποίαν ἐγὼ ἐκφράζω κυρίως ἰδέαν; Ἡ ἰδέα, ἡ δεσπόζουσα εἰς τὴν πρότασίν μου, εἶναι, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν πρέπει νὰ πέσῃ τὸ τέλος αὐτὸ, τὸ ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ νόμου. Τώρα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτὴς μοὶ παρέστησεν ἄλλην ἔποψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν δεικνύω πολλὴν προθυμίαν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τις καὶ συμβιβασμόν. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἠδυνάμην νὰ ἐπιδιώξω νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ εἰς ἕνα συμβιβασμὸν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, οἱ ὁποῖοι συνεκινήθησαν μόνον διὰ τὰ δεινοπαθήματα τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν γαιῶν· λοιπὸν ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω καὶ ἐγὼ, ὅτι δύνανται καὶ αὐτοὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ, νὰ προβῶσιν ὀλίγον εἰς τὰ φιλανθρωπικά των αἰσθήματα, καὶ νὰ συμβιβασθῶμεν ἐντελῶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀπισθενέργειαν, μήπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ κατὰ τῶν ἄλλων φορολογουμένων κατὰ τὸ ἄρθρον 8; Ὑπάρχουσι ἄλλοι φορολογούμενοι, τῶν ὁποίων ἡ σχέσις πρὸς τὸ Δημόσιον πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐγεννήθη ἤδη, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ὁ νόμος θὰ ἐπιβάλῃ καὶ κατ’ αὐτῶν τὸ πρόσθετον τέλος.

§67ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς δηλωτὰς ἐθνικῶν γαιῶν συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον περιπλέκει σπουδαίως, καὶ ὁ κ. Χαλκιόπουλος δὲν τὸ ἀνέπτυξεν, διότι ἴσως δὲν συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Ὡς γνωρίζετε, αἱ γαῖαι διαιροῦνται εἰς τοποθεσίας, καὶ ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῶν γαιῶν ἐτέθη καὶ ἡ τιμὴ αὐτῶν. Πολλῶν δηλωτῶν γαιῶν τὰς γαίας, ἀντὶ νὰ τὰς κατατάξωσιν εἰς τὴν γʹ. ποιότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται, καὶ ἐκτιμηθῶσιν 25 δραχμὰς, τὰς κατέταξαν εἰς τὴν αʹ, ὅπου ἔχουσι 400 δρ., καὶ ἐξεδόθησαν τὰ παραχωρητήρια, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐχρεώθησαν. Τρέχουσιν εἰς τὰ δικαστήρια, κάμνουν ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦσι νὰ διορθωθῇ, καὶ δὲν κατορθόνουσι νὰ διορθωθῇ. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὑπάγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ πρόσθετον τέλος; Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἐξαίρεσις; Καὶ παρακαλῶ νὰ διασαφήσῃ, ἐὰν τοὺς ὑπάγῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ πρόσθετον τέλος.

§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν θέλω ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τούτου, πάντα τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνονται ἐν αὐτῷ, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου, ὑποβάλλονται εἰς πρόσθετον τέλος 20%, καὶ εἰς τόκον ὑπερημερίας 8%. Ἀλλ’ ἐκ τῶν χρεῶν τούτων ἄλλα μὲν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὑποβάλλονται εἰς τόκον ὑπερημερίας, καὶ ἄλλα δὲν ὑποβάλλονται. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν: ὅσα ὑποβάλλονται εἰς τόκον ὑπερημερίας, ὁριζόμενον ἀπὸ τοὺς σχετικοὺς νόμους, ὑπόκεινται, ἐκτὸς τοῦ τόκου ἐκείνου, καὶ εἰς τὸν τόκον τῶν 8%;

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γʹ. ἐδάφιον πραγματεύεται περὶ τῆς περιπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας. Κατὰ τὸ γʹ. ἐδάφιον, ἐκεῖνοι, οἵτινες, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τόκου ὑπερημερίας, θέλουσι πληρώσει τὸν τόκον τοῦτον μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου, ἐὰν πρὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐγένετο ἡ πληρωμή, ἐὰν ὅμως δὲν ἐγένετο ἡ πληρωμὴ πρὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου, θὰ ἐφαρμοσθῇ τότε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου πρώτου, καὶ ἑπομένως θὰ πληρόνηται μόνον εἷς τόκος ὑπερημερίας, τὸ 8%.

§70ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν Καλάμαις, καὶ εἰς τὴν παραλίαν τῶν Καλαμῶν τὸ Δημόσιον ἐξεποίησεν οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν ὑπάρχουσι, διότι ἕνεκα τῶν τρικυμιῶν κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ κύματος· ἐξεποιήθησαν, ἵνα πληρωθῶσι κατὰ δόσεις. Εἴς τινα τούτων οἱ ἀγορασταὶ ἔκαμαν οἰκοδομὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς οἰκοδομὰς ἐκείνας τὰς κατέστρεψεν ἡ τρικυμία. Ἤδη ζητοῦνται νὰ καταβάλωσι τὰς δόσεις· τὸ Δημόσιον λέγει, ὅτι δὲν ἔχω νὰ σοὶ ἐπιστρέψω τὸ τίμημα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς καὶ τὸ οἰκόπεδον, διότι δὲν ὑπάρχει. Τώρα ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὀφειλομένας δόσεις, θὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν καταδίωξιν, τὴν ὁποίαν λέγει τὸ ἄρθρον; Βλέπετε, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν, διότι εἶναι ὑπὲρ τοὺς 100, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τοιαῦτα οἰκόπεδα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν.

§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὅπως καὶ ἄλλαι πολλαὶ ὁμοίας φύσεως, δὲν ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ προσθέτου τέλους 20% καὶ τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας 8%, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν κυρίαν πληρωμήν. Ἐὰν ἔχωσι τὰ πράγματα, ὡς ἐξετέθησαν, καὶ βεβαίως ἔχουσιν οὕτω, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ κ. βουλευτὴς, τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὀφειλέται οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ οὐχὶ ὅπως θεωρηθῶσι μὲν ὡς ὀφειλέται, ἀλλὰ μὴ πληρώσωσι τὸ 20% καὶ τὸ 8%. Εἰς οὐδὲν τοὺς ὠφελεῖ, ἐὰν τοὺς ἀπαλλάξωμεν τῆς ποινικῆς ῥήτρας, καὶ τοὺς ἔχωμεν ὑποχρέους εἰς τὴν κυρίαν πληρωμήν.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς εἶναι αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ κ. Χατζοπούλου, τοῦ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ 20%. Δευτέρα εἶναι ἡ τῶν κκ. Γεροκωστοπούλου, Ῥάλλη καὶ Φωτήλα. (Ἀναγινώσκει). «Πάντες οἱ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα τῶν ἐνοικιασθεισῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημάτων, πραγμάτων, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὅ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 5% καὶ εἰς τόκον ὑπερημερίας πρὸς 8%, ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἢ τὰς συμφωνίας, ὁριζομένης πρὸς πληρωμὴν ἡμέρας. «Οἱ ἄνω ὀφειλέται, ὧν τὰ χρέη δὲν ἤθελον βεβαιωθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον μέχρι τέλους Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τόκου ὑπερημερίας, ἐὰν δὲν πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα ἐντὸς τοῦ ἑπομένου μηνὸς, ἀπὸ τῆς πρὸς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν ἀποστολῆς τῆς γενικῆς, ἢ τῆς κοινοποιήσεως τῆς εἰδικῆς προσκλήσεως τοῦ ταμίου.» Τρίτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Χαλκιοπούλου. (Ἀναγινώσκει). «Πάντες οἱ ἄμεσοι, ἢ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα ἐνοικιασθεισῶν ἐθνικῶν, ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημάτων, πραγμάτων, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, πλὴν τοῦ τιμήματος παραχωρηθεισῶν καὶ δηλωθεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 10% καὶ εἰς τόκον ὑπερημερίας πρὸς 8% ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἢ τὰς συμφωνίας, ὁριζομένης πρὸς πληρωμὴν ἡμέρας.» Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χαλκιοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ὁμοίως ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Γεροκωστοπούλου, Ῥάλλη καὶ Φωτήλα, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Χατζοπούλου).

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ ἄρθρον.

§74ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε.

§75ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ τροπολογίαι, αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ ψηφισθεῖσαι, ἀφεώρων εἰς τὴν ά παράγραφον τοῦ ἄρθρου. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ παράγραφον.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ά καὶ βʹ ἔχετε σεῖς.

§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.

§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας, ἡ ὁποία λέγει: τροπολογία τῆς ά καὶ βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2ου.

§79ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔγινε συζήτησις, ἀλλ’ ἀδιάφορον.

§80ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.

§82ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χαλκιοπούλου (θόρυβος).

§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγένετο σύγχυσις. Ἀφοῦ ἐψήφισαν δι’ ἀναστάσεως, τώρα ἐνεθυμήθησαν οἱ Κύριοι νὰ ζητήσωσιν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπὶ τῆς ἀποῤῥιφθείσης ἤδη τροπολογίας τοῦ κ. Χαλκιοπούλου.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον ἤδη.

§85ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν θέλετε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ζητοῦσι ταύτην 15, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύτην ψηφοφορίαν.

§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα· ἰδού. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15).

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἔχει, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κκ. Ν. Καλογεροπούλου καὶ Θ. Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας.)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΣωτ. Δανόπουλος
Γ. Σισμάνης ΝἈναστ. Δημητριάδης Ν
Δ. Βουλπιώτης ΝΜιχ. Νικηφοράκης Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΝΔημ. Πετρίδης
Ν. Καλαντζόπουλος ΝἌγγ. Γεωργαντᾶς
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Θεόδ. Π. ΔηλιγιάννηςΟ
Μ. Γουλιμῆς ΝΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Μ. Ἰατρίδης Χρ. Χρηστόπουλος Ο
Δ. Χατζόπουλος Φίλιπ. Βάρβογλης
Γεώρ. Μίλησης Ἠλίας Φλέσσας
Σπ. Νοταρᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
Γεώργ. Κούστας Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
Παν. Μανέτας ΝΝ. Νομικός Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΜίνως ΜπογιατζόγλουςΝ
Ἠλίας Παλαμήδης Γ. Μπούμπουρας Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Δημοσθ. Καΐρης Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος Γ. Δρόσος Ν
Γεώρ. Χ. Παχύς ΝΝ. Κρίσπης Ν
Στέφ. Δραγούμης ΝΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
Δημ. Γ. Ράλλης ΟΚ. Κοσσονάκος Ν
Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας Παπαμιχαλόπουλος
Φωκίων Νέγρης ΝΓ. Μαυρομιχάλης
Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Ἀρ. Πετροπουλάκης
Νικ. Μπουφίδης Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Λ. Καπετανάκος
Νικ. Λεβίδης ΟΞανθός Πικουλάκης Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΙ. Καρτάλης Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
Γ. Ῥοῦφος Εὐάγγ. Σταμούλης Ν
Θάνος Κανακάρης Ν. Κουκουσλῆς Ν
Ἀθ. Πετιμεζᾶς ΝΑ. Ἀστεριάδης Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΚ. Μαρκίδης Ν
Α. Φωτήλας ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΔ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀντ. Ῥικάκης ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἰω. Κρεστενίτης ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
Ν. Κουμανιώτης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος
Βασ. Βουδούρης ΝΠ. Πεῤῥωτής
Ν. Καλογερόπουλος ΝΔ. Τζάνες Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερ. Μποῦτος
Ν. Παπανικολάου Παν. Σάκης Ο
Ν. Καφετζόγλους ΝΝ. Παπαλέξης
Ἰω. Πεζᾶς ΝΝ. Μισυρλῆς Ο
Κων. Σινέλης ΝΠ. Μαυρομιχάλης Ν
Κων. Λομβάρδος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΕὐστάθ. Κοκκέβης
Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΝΔ. Κάρτσωνας
Διον. Λομβάρδος ΝΔ. Π. Γουδῆς
Γεώρ. Θεοτόκης ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Ἀντ. Καποδίστριας Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Νικόλ. Βασιλάκης Γ. Φραγγίδης Ν
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Τακιατζῆς Ν
Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς Γ. Τάκης Ν
Σπυρ. Ἀλαμάνος Ν. Ταρμπάζης
Θεόφ. Προβατᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
Ἰωάν. Παδοβᾶς ΝΣταμ. Μπουντούρης Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς Θεόδ. Γκίκας Ν
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος ΝΚ. Χαλκιόπουλος Ο
Ν. Βαλσαμάκης Ὀδ. Πετρόπουλος Ν
Γερ. Μουσούρης ΝΝ. Κοντογιάννης
Π. Βενιεράτος ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΓ. Λιδωρίκης Ν
Γ. Κόρπας ΝΚ. Χατζίσκος
Στέφ. Σκουλούδης ΝΔ. Ζουλούμης Ν
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΘ. Κανάρης Ο

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 94, ἐξ ὧν 73 ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου καὶ 21 κατ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει.

§90ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 3.

§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 προτείνω νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «κατοικοῦσιν», ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἰς μόνα τὰ καταστήματα, ἐν οἷς ἐξασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα οἱ ἐπιτηδευματίαι· νὰ μείνῃ δὲ μόνον, «ἐν οἷς ἀσκοῦσι». Προσέτι δὲ, ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγράφου νὰ προστεθῇ: «ἡ δήλωσις αὕτη καὶ τὸ ἐπιδοτήριον τοῦ κλητῆρος συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροποποιήθη).

§92ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου περιελήφθη μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἀρτιότητα τοῦ ἄρθρου· σπουδαιότητα πραγματικὴν δὲν ἔχει. Διότι τὸ πρῶτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ὀφείλει νὰ ἀνακοινώσῃ καὶ δήλωσιν τοὐλάχιστον ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως, ἔπρεπεν ἄρα νὰ περιληφθῇ διάταξις, διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς μισθώσεως, ἐπὶ διορίᾳ βραχυτέρᾳ τοῦ μηνὸς, καίτοι τοιαύτη περίπτωσις θὰ παρουσιασθῇ σπανιώτατα· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δὲν θὰ ἦτο ἄρτιον, ἐὰν ἄφινεν ἀκανόνιστα τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐγίνετο ἡ δήλωσις, ὅταν ἐπὶ χρόνον ἐλάσσονα τοῦ μηνὸς ἦναι μεμισθωμένον τὸ οἴκημα. Ἑπομένως δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).

§94ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§95ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ ἦτο εὐνόητον, ἂν πράγματι ἐκρατοῦντο εἰς τὰς φυλακὰς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ δυστροπίας ἀρνοῦνται νὰ ἀποτίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς ὀφειλάς των ἐκ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὡς ἐξασκοῦντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ὅτι πολλάκις ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν ἄνθρωποι, οἵτινες καταντῶσι πραγματικῶς ἐρείπια, ὡς ἐπίσης ἐρείπια εὑρίσκουσιν, ἐξερχόμενοι τῆς οἰκογενείας, καὶ τὴν περιουσίαν των. Ὁ νόμος ὅμως εἶναι πολὺ αὐστηρὸς, ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ δίδηται πιστοποιητικὸν πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει, ἔστω καὶ ἕνα πιστόλιον, μίαν ἀξίνην, ἢ ἓν ἐλεεινὸν τεμάχιον γῆς, μὴ ἔχον οὐδεμίαν ἀξίαν. Καὶ διὰ τοῦτο καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθῇ τοὐλάχιστον, νὰ ὁρίσῃ ἓν ἐξ εἰσοδήματος περιουσίας ποσὸν, νὰ δεχθῇ δηλονότι, ὅτι δίδεται πιστοποιητικὸν πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει περιουσίαν 2,000 ἢ 1000 δραχμῶν. Τί θ’ ἀναμείνωμεν ἐξ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἐξερχόμενος τῶν φυλακῶν, εὑρίσκει ἐνώπιόν του κατεστραμμένην οἰκογένειαν, περιουσίαν μὴ ὑπάρχουσαν, τοὺς βόας καὶ τὰ κτήνη πωληθέντα, τὴν οἰκογένειάν του ἐπαιτοῦσαν; Τοιαῦτα καθ’ ἑκάστην συναντῶμεν, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐξ Ἀμερικῆς, ἢ Ἰαπωνίας, διὰ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν τῶν συμπολιτῶν μας. Νομίζω τέλος πάντων, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος δυστροπεῖ, μὴ θέλων νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρέος, τὸ ἐκ τῶν ποινικῶν ἐξόδων προερχόμενον· ἀδυναμία ἀπόλυτος ὑπάρχει, ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ. Παρακαλῶ τέλος τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὁρίσῃ, ὡς εἶπον, περιουσίαν τινὰ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενον τὸ Δημόσιον, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπότισιν τοῦ πρὸς αὐτὸ χρέους.

§96ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπανέρχεται ὁ παλαιὸς νόμος ἐν ἰσχύϊ, κατὰ τὸν ὁποῖον πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει μόνον, ὅταν μείνῃ τις ὁλόκληρον χρόνον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Νομίζω ὅμως, ὅτι, προκειμένου περὶ μικρῶν ποσῶν, δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἰσχύῃ αὐτὴ ἡ διάταξις, καὶ τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ἀμέσως. Φαντασθῆτε, πόσον σκληρὸν θὰ ἦτο εἰς ἄνθρωπον, καταδικασθέντα εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν, νὰ μείνῃ 2 μῆνες εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα. Λοιπὸν προτείνω, νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως τὰ πιστοποιητικὰ, προκειμένου περὶ χρέους ὀλιγωτέρου τῶν 100 δραχμῶν,

§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἤθελον διαπράξει παράλειψιν καθήκοντος, ἂν δὲν ἐλάμβανον καὶ αὖθις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου· καὶ λέγω τοῦτο, διότι καὶ, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, δικηγορικῶς γνωρίζω τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς τυχὸν ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐγκαίρως εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀνήγγειλε τὴν συζήτησιν, ἥτις γίνεται σήμερον, ὅπως προκαλέσῃ ἁρμοδίως τὴν σύνταξιν πινάκων, ἐν οἷς νὰ ἐμφαίνωνται κατ’ ὄνομα, κατὰ Δῆμον καὶ χωρίον, οἱ ὀφειλέται ἐκεῖνοι πρὸς τὸ Δημόσιον, οἵτινες, ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΣΚΕʹ νόμου, ἀπελύθησαν δυνάμει πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρέους, διὰ ὁποῖον ἕκαστος ἐκρατεῖτο. Ἐζήτησα τοὺς πίνακας τούτους, κ. Πρόεδρε, οὐχὶ ὅπως ἐκ τοῦ πορίσματος αὐτῶν καταρτίσω τὴν γνώμην, ἣν ὀφείλω νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ἀλλ’ ἵνα καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν ἦμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἡ διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν κατάργησιν ζητοῦμεν, ἐπηρέασε, καὶ κατὰ πόσον, τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῶ ἐντεῦθεν νὰ ἀντλήσω ἐπιχείρημα καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσβλέπουσι, παρὰ εἰς τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν, κατὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν τῇ ζωῇ. Δυστυχῶς, καίτοι οἱ πίνακες οὗτοι δὲν ἦτο δύσκολον νὰ συνταχθῶσι, δὲν συνετάχθησαν· ἠδύναντο οἱ ταμίαι νὰ παραγγελθῶσι καὶ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1885, ἀφ’ ὅτου κατηργήθη ἡ ἐπαναφερομένη διάταξις, πόσοι ὀφειλέται ἀπηλλάγησαν δυνάμει πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης καὶ διὰ πόσον ποσόν; Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ποσοῦ σημαντικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνέφαινε κατάχρησιν τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης, ἴσως θὰ ἤμην μετριώτερος ἐν τῇ ἀποκρούσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καίτοι αὕτη ἐρείδεται ἐπὶ τοῦ δικαίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ διάταξις ἀντιστρατεύεται. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπαναλαμβάνω· ἂν ἀποβλέπωμεν, ὅταν ψηφίζωμεν νόμους, μόνον εἰς τὴν ἔποψιν τὴν ταμιευτικὴν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν καὶ ἄλλας διατάξεις, ἐντονώτερον συντελούσας πρὸς εὐόδωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Βεβαίως διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ σκληρότης δὲν ἔχει ἐξαντληθῆ ἐντελῶς, καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σκληρότερα μέσα, ὅπως ἀναγκάσωμεν καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας νὰ μᾶς πληρώσωσιν, ὅπως ἀναγκάσωμεν λέγω τοὺς πολίτας, καὶ τὸν ἄρτον νὰ ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῶν καὶ δώσωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον φαίνεται δὲν ἐννοεῖ τὸν προορισμόν του, ὡσὰν τὸ Δημόσιον νὰ ἦτο ἐχθρικὸν καὶ ξένον πρὸς τοὺς πολίτας, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐκπροσωπεῖ αὐτοὺς τοὺς πολίτας, τὴν ὁλομέλειαν τῆς Πολιτείας, πρὸς ἧς τὴν εὐημερίαν συνέστηκε. Ψηφίζομεν λοιπὸν νόμους κατὰ τῶν πολιτῶν ὡς τρίτων, ὡς νὰ μὴ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν δικαιοσύνῃ τὸ δυνατὸν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν χρεῶν των ἄνευ ἐξοντώσεως αὐτῶν. Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἃς μετὰ πεποιθήσεως εἰλικρινοῦς ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγω, ὅτι εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς, τὰς ὡρισμένως τρεῖς τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, καὶ βεβαίως τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι περιέχεται ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως, ἥτις ἐνομοθετήθη τὸ 1885. Τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀποκαταστάσεως ἐκ νέου εἰς τοὺς Κώδικας ἡμῶν τῆς καταργηθείσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου). Ὥστε δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προερχομένων ἐκ καταδίκης ἐπὶ κακουργήματι, πλημμελήματι ἢ πταίσματι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διαφόρων ἐκ πολλῶν αἰτιῶν ὀφειλετῶν, περὶ κατηγορίας λέγω μεγάλης χρεωστῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, εἴτε ἐξ ἄλλων ποικίλων λόγων. Οἱ ὀφειλέται δὲ οὗτοι ὁρίζονται εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΑΡΝΓʹ νόμου. Ἐν πρώτοις λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐπαναφέρομεν, διότι πρόκειται νὰ ἀνανομοθετήσωμεν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΑΡΝΓʹ νόμου, τὸ καταργηθέν· τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο ἀποβλέπει εἰς πληθὺν, ἐπαναλαμβάνω, ὀφειλετῶν· ἡ εὐρύτης τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ αὐτοῦ νόμου, λέγοντος, «καὶ ἄλλων δημοσίων χρεῶν», εἶναι λίαν ἐλαστικὴ, δυναμένη εἰς τὴν πρακτικὴν τῶν ταμιῶν νὰ λάβῃ ἐπέκτασιν, καὶ νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν ὀφειλετῶν, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει ὁ νόμος. Τώρα, κ. Πρόεδρε, πρέπει καὶ πάλιν νὰ σκεφθῶμεν, τί τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΑΣΚΕʹ νόμου τοῦ 1885 ἐνομοθέτησε, καὶ τὸ ὁποῖον σπεύδομεν ἐπὶ τῇ πρώτῃ εὐκαιρίᾳ νὰ καταργήσωμεν. Τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἐνομοθέτησεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, ὡς ἤθελέ τις ὑπολάβῃ, νέαν τινὰ διάταξιν, δι’ ἧς νὰ ἐπέρχηται χαλάρωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλὰ μόνον κατήργησε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1884, ἥτις οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς Κώδικας ἀπὸ τοῦ 1833, τὴν κατήργησε δὲ μεθ’ ἑνὸς ἔτους ἐφαρμογὴν, καταδείξασαν τὸ ἐπαχθὲς καὶ ἀνήκεστον, τὸ ὁποῖον ἡ διάταξις περιέκλειε. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ὀφειλέτου ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων. Εἷς ἄνθρωπος ὕβρισεν ἢ ἤκισεν ἕνα ἄλλον, ἢ ὑπέπεσεν εἰς ἓν τῶν πλημμελημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων βρίθει ὁ Ποινικὸς Κῶδιξ,—εἰς τὴν διάπραξιν δὲ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ὑποκείμεθα πάντες, ὡς ἄνθρωποι.—Ὁ συμπολίτης μας οὗτος καταδικάζεται εἰς πέντε ἡμερῶν φυλάκισιν, εἰσέρχεται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκτίει τὴν ποινήν του. Ὁ δεσμοφύλαξ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει τὴν ἔξοδον, λέγων· «θὰ πληρώσῃς 100 δραχμὰς, τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ἄλλως, θὰ καθήσῃς μέσα.—Εἶμαι πτωχὸς, ἀπαντᾷ ὁ ἐν φυλακῇ, δὲν ἔχω κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν, δὲν ἔχω τίποτε· εἶμαι εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κάθημαι εἰς ἓν δωμάτιον καὶ πληρόνω 8 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ζῶ ἀπὸ τὸ ἡμερομίσθιόν μου.—Νὰ μοῦ τὸ ἀποδείξῃς, λέγει ὁ νόμος, φέρων πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου, ὅστις ὑπ’ εὐθύνην του νὰ ὁμολογῇ, ὅτι δὲν ἔχεις περιουσίαν». Φέρει ὁ ὀφειλέτης πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου, ἀποδεικνύον, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε. Ἐν τούτοις ὁ νομοθέτης τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἀπαντᾷ· «τέλος πάντων ἐπείσθην, ὅτι εἶσαι πτωχὸς, ἐν τούτοις πρέπει νὰ καθήσῃς 2 μῆνας εἰς τὰς φυλακάς.» Σᾶς ἐρωτῶ, ἡ τοιαύτη ἀπάντησις εἶναι δικαία καὶ στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν; Καὶ διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἀνισότητα φανερωτέραν, ὑποθέσατε, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος συνεδικάσθη μετ’ ἄλλου τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐπὶ ἄλλῃ πράξει κατηγορουμένου καὶ καταδικασθέντος ὁμοίως εἰς 5 ἡμερῶν φυλάκισιν· ὁ δεύτερος οὗτος εὐπορεῖ καὶ πληρώνει τὰς 100 δραχμὰς, καὶ ἐξέρχεται μετὰ τὰς 5 ἡμέρας· ὁ πτωχὸς, καίπερ ἀποδείξας διὰ τοῦ πιστοποιητικοῦ τὴν πλήρη πενίαν του, θὰ καθήσῃ 2 μῆνας καὶ 5 ἡμέρας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ πείσητε, ποῦ στηρίζετε αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην; Δι’ αὐτὸ, καὶ τότε, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸν νόμον ΣΚΕʹ ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως καὶ σήμερον πάλιν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, εἰς ἃς στηριζόμενος λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν. Γνωρίζω τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐγὼ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου· ἂς πράξῃ καὶ ἡ Βουλὴ, ὅ,τι νομίσῃ δίκαιον.

§98ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύϊ, ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ὁ νόμος λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Τὸ ἄρθρον 4ον τοῦ νόμου τοῦ 1884, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς ἀνανεοῦται, παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 44 τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον καταρτίζονται τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 4ον. «Τὰ πιστοποιητικὰ περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ ΥΛΣΤʹ νόμου τοῦ 1871, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει, ἀφοῦ οἱ μὲν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὀφειλέται διαμείνωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς τὸ τρίτον τοῦ χρόνου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οἱ δὲ ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἀφοῦ κρατηθῶσιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς ἐπὶ δύο μῆνας, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ χρέους των μετεβίβασαν ὁπωσδήποτε τὴν κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν των, ὅτε ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1020 § 7 τῆς Πολιτ. Δικονομίας». Ἴδωμεν, πῶς καταρτίζονται τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1872. Οὗτος ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 44 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι ἀποδεδειγμένη, ὅταν ὁ Δήμαρχος, ὁ εἰδικὸς πάρεδρος καὶ ὁ ἐφημέριος τοῦ μέρους, ὅπου κατοικεῖ ὁ ὀφειλέτης, πιστοποιήσωσι τοῦτο ἐγγράφως, ἐπικυρωθῶσι δὲ αἱ ὑπογραφαί των ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν διοικητικὴν Ἀρχήν. Ἡ πιστοποίησις αὕτη, βεβαιοῦσα, ὅτι ὁ ὀφειλέτης οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους κέκτηται κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν, ὡς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὸν ἐφημέριον θεωρεῖται ὡς ἐνόρκως γενομένη, ἑπομένως οὗτοι ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν ἐπιορκίαν ποινὰς, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ἐν γνώσει ἐβεβαίωσαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των πράγματα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ». Ἡ Διοίκησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἢ ὅπως ἐπικυρώσῃ τὴν ὑπογραφὴν, οὐχὶ ὅπως ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον. Ἑπομένως, ὅσα ἐῤῥήθησαν, στεροῦνται ὑποστάσεως. Ὡς πρὸς ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν μέχρι σήμερον νὰ συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, διότι ἀπαιτεῖται χρόνος· ἐκεῖνο ὅμως, οὗ χάριν ἐζήτησε τὰς πληροφορίας, εἶναι γνωστὸν καὶ ἦτο γνωστὸν ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἐμφαίνονται ἐν τῷ πίνακι τῶν εἰσπράξεων. Ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1879 εἶχον εἰσπραχθῆ 147,000, κατὰ τὸ 1880, 170,000, κατὰ τὸ 1883, 286,000, κατὰ 1884, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, 607,000.

§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔνδειξις, οὐχὶ ἀπόδειξις.

§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω. Ἔχομεν ἔνδειξιν, ἂν μὴ καὶ τὴν ἀπόδειξιν, περὶ τοῦ τελεσφόρου τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ κανονίζει οὗτος τὰ περὶ τῆς διαμονῆς ἐν τῇ φυλακῇ τοῦ προσωποκρατουμένου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τι τὸ σόλοικον. Ἐξ ἐναντίας θὰ εἶχε τὸ σόλοικον, ἂν ἐκανόνιζεν ἄλλως ἢ κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον τὰ πράγματα. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ὁρίζει, ὅτι ὁ ἄπορος ἀποφυλακίζεται μετὰ ἓν ἔτος, ἂν πρόκειται περὶ κακουργήματος, μετὰ 6 μῆνας, ἂν πρόκειται περὶ πλημμελήματος, καὶ μετὰ 14 ἡμέρας, ἂν πρόκειται περὶ πταίσματος. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τοῦ 1884 ἀνακτᾷ ἰσχὺν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, διότι ἠλαττώσαμεν τὸν χρόνον εἰς τὸ τρίτον. Ὡς πρὸς τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτῆς, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτῶν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1871.

§102ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν πίνακα, ὃν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Πρῶτον, ὅτι ὁ νόμος ΑΡΝΓʹ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ εἴσπραξις πλειοτέρων δικαστικῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1884 δὲν ἀποδεικνύει τὴν πρότερον γενομένην κατάχρησιν τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης, ἀλλ’ ἡ αὔξησις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἕτερον λόγον, οἷον τὴν εἰσαγωγὴν πολλῶν ὑποθέσεων, περὶ ἧς εἶχον ληφθῆ τότε ἔκτακτα μέτρα. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα, πόσα δικαστικὰ ἔξοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884, ἢ κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐλειτούργει ὁ νόμος ΑΡΝΓʹ, τὸν ὁποῖον θέλουσι νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ζωὴν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω, πόσοι ὀφειλέται ἀπελύθησαν συνεπείᾳ πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης, καὶ διὰ πόσα ποσὰ, ἵνα ἴδωμεν τέλος πάντων, αὐτὰ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης εἰς τίνα ἀριθμὸν ἀναβαίνουσι, καὶ πόσου ποσοῦ τὴν καθυστέρησιν προὐξένησαν· δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, ὁ πίναξ, ὃν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ ἀποτελῇ ἔνδειξιν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπόδειξιν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποιν. Νόμου, δηλαδὴ εἰς τὸ 1833. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς προσωποκρατήσεως τῶν ἀκτημόνων, κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871, διὰ τοῦ ἄρθρου 44 αὐτοῦ, λέγοντος, ὅτι «ὀφειλέται ἐντελῶς ἀκτήμονες δὲν κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς πέραν τῶν 5 ἡμερῶν». Προφανῶς λοιπὸν τὸ βῆμα τῆς προόδου πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν τοῦ νόμου τοῦ 1871 σήμερον καταστρέφεται, καὶ ζητοῦσι νὰ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τοῦ νομοσχεδίου των, ἀποδεικνύοντες τοῦτο σύμφωνον μὲ τὸν Ποινικὸν Νόμον τοῦ 1833. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λεχθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ὀρθότης τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ οἱ εὐγλωττότεροι ῥήτορες, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατατάσσεται καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε οὐδένα νὰ πείσωσιν, ὅτι ἡ ἐπικρινομένη διάταξις δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ, ὅ,τι ἐγκρίνῃ.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς τροπολογίαι. Μία εἶναι τοῦ κ. Βαλσαμάκη.

§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τοῦ κ. Ῥούφου, προτείνοντος τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τοῦ κ. Μουσούρη, καθ’ ἣν «προκειμένου περὶ χρέους, μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς 100 δραχμὰς, τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει, ἅμα τῇ προσαγωγῇ των.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).

§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.

§108ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της, ἵνα γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, διότι θέλω νὰ ἐγγραφῇ τὸ ὄνομά μου, ὡς καταψηφίσαντος.

§109ΠΟΛΛΟΙ. Φαίνεται εἰς τὰ πρακτικά.

§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅ,τι ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε, κάμετέ το· μὴ ζητῆτε ὅμως νὰ μᾶς ἐπιβληθῆτε.

§111ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι σᾶς φοβούμεθα; Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε.

§112ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, καὶ θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος τῶν κκ. βουλευτῶν).

§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.

§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἐβεβαιώθη, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, εἶναι καλὸν τώρα νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον.

§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν συνήθη ὥραν, Κύριε Πρόεδρε.

§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, τὴν 3 μ. μ. (Εἶτα ψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 4. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.)

§119ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν φράσιν ἡμῶν, τῶν ἀντιλεγόντων, ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον, ὅπως, ὄχι ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἀλλὰ γραμμὴν πρὸς γραμμὴν, καὶ, εἰ δυνατὸν, λέξιν πρὸς λέξιν, ἀμυνόμενοι, ἀποκρούσωμεν. Καθῆκον ὑπέρτατον, ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν θεωροῦμεν, νὰ πολεμήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπιβάλλονται βάρη, καὶ βάρη βαρύτατα, εἰς τοὺς συμπολίτας μας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν. Δὲν ἀρκεῖ, κ. Πρόεδρε, ὁ πόλεμος, ὃν ἄρτι ἐκηρύξαμεν κατὰ τῶν πτωχῶν, ἐπιψηφίσαντες τὸ δρακόντειον κατὰ τῶν ἀκτημόνων νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀμέσως, ἐκ ταμιευτικῆς βουλιμίας, θέλομεν νὰ ἐπιτεθῶμεν καὶ κατὰ τῶν τιμίων ὀφειλετῶν, τῶν δικαστικῶς ὡς τοιούτων ἀποδεδειγμένων! Δὲν ἤρκεσεν, ὅ,τι ἐπράξαμεν διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, καταργήσαντες τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, ἀλλ’ ἤδη θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὸ οὖς καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς παρουσιάζουσι δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀποδεικνυούσας τὴν ἔντιμον πενίαν των! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐσκέφθημεν τί πράττομεν; Δὲν τὸ πιστεύω, διότι, ὡς ἐκ τῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀλληλοδιαδόχως συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου θέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 687,690 καὶ 693 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλ’ ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν πιστεύω, ὅτι ἐφροντίσαμεν, ἢ ἐλάβομεν κἄν περιέργειαν, νὰ ἐξετάσωμεν, τί λέγουσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα καταργοῦμεν. Καταργοῦμεν τέλος πάντων διατάξεις, ὑπαρχούσας ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, ἥτις ἐφαρμόζεται πρὸ ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι. Τί συνέβη καὶ τί τὰ ἄρθρα ταῦτα ἔπραξαν, ὥστε ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἢ μᾶλλον ταύτην τὴν νύκτα, νυσταλέως νὰ τὰ καρατομῶμεν, χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζωμεν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν; Δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅσοι ἔχετε τὴν ἐπιθυμίαν, λελογισμένως νὰ ψηφοφορήσητε, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἐν λόγῳ ἄρθρα. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 687 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας). Λοιπὸν πρέπει νὰ καταργηθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ Δημόσιον λέγει· «ἀδιαφορῶ ἐγὼ, ἂν ἦναι τίμιος ὁ ὀφειλέτης μου, καὶ δὲν συγκινοῦμαι, ἂν ἐδυστύχησεν ἐξ ἀτυχημάτων· ἐγὼ ἐννοῶ νὰ πληρωθῶ, καὶ ἀδιαφορῶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ὀφειλέτου μου»· δηλονότι, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Δημόσιον, αἱ διατάξεις αὗται τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν θὰ ἰσχύωσι πλέον διὰ τὰ πρὸς αὐτὸ ὀφειλόμενα (θόρυβος). Κύριοι, ἐὰν ἡ ἐπιμονὴ ἡμῶν τῶν συζητούντων ἦναι τῳόντι ἀξία νὰ ἐγείρῃ τὸν θόρυβον, ἡ σπουδὴ ὅμως ὑμῶν τῶν ἀντιφρονούντων, μεθ’ ἧς ἀνεξετάστως παραδέχεσθε τὴν κατάργησιν ἀπ’ αἰώνων λειτουργουσῶν διατάξεων, ὄχι μόνον εἰς τὸ ἡμέτερον Ἔθνος, ἀλλ’ εἰς ὅλα τοῦ κόσμου τὰ Ἔθνη, εἶναι πρωτάκουστος, καὶ ἀξία νὰ ἐγείρῃ τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν. Πῶς τόσον εὐκόλως καταργοῦμεν τοιαύτας διατάξεις, κ. Πρόεδρε; διατὶ, Κύριοι, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι στερούμεθα παντὸς δικαιολογήματος, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν οὔτε ὡς πρόφασιν μίαν δικαιολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι προβαίνομεν εἰς τοιαύτας καινοτομίας; Ἐνθυμεῖσθε καλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 687 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον σπεύδετε νὰ καταργήσητε;

§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε, Κύριε βουλευτὰ, σᾶς παρακαλοῦμεν, τὸ ἄρθρον ἐκ δευτέρου.

§121ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα, Κύριε βουλευτὰ, ἀναγνώσατέ το.

§122ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μέ τινας τῶν διακοπτόντων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ ν’ ἀπορῶσι διὰ τὴν ἐπιζητουμένην κατάργησιν, ἀποροῦσι διὰ τὴν ἐπιμονήν μου· ἀπορῶ πρὸ πάντων μὲ τὸν κ. Μίλησην, ὅστις, ἀντὶ νὰ προσπαθῇ διὰ τῆς δυνάμεως τῶν νομικῶν γνώσεών του καὶ τοῦ λόγου του νὰ πείσῃ τοὺς ὑποβαλόντας τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ τὸ ἀποσύρωσιν, ἀπορεῖ μὲ ἐμὲ, διατὶ ἐπιμένω εἰς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης.

§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνώσατε λοιπὸν τὸ ἄρθρον.

§124ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, εὐχαρίστως, θὰ σᾶς ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὴν μικρὰν τιμωρίαν, ἀφοῦ μάλιστα τὴν ζητεῖτε, ἀπέναντι τῆς τιμωρίας, ἣν σεῖς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως θὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Δὲν ἀρκούμεθα εἰς ταῦτα, ἀλλὰ καταργοῦμεν καὶ τὸ ἄρθρον 690. Διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ ὁ νόμος, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ πάσης καταχρήσεως, εἰς ἣν ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν ἡ διάταξις αὕτη, ἀνέγραψε διατυπώσεις, αἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀληθοῦς, τουτέστι τὴν παραχώρησιν τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἐκστάσεως τῶν ὑπαρχόντων εἰς μόνον τοὺς ὄντως τιμίους ὀφειλέτας. Πρὸς τούτοις ὁ νομοθέτης, ἐν τῷ ἄρθρῳ 691, προσκαλεῖ τὸν ὀφειλέτην ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ διακηρύξῃ τὴν κατάστασιν τῆς περιουσίας του, παρόντων ὅλων τῶν δανειστῶν του. Τὸ Δημόσιον ἐννοεῖ δι’ ἑαυτὸ νὰ καταργηθῶσι πάντα ταῦτα; ἐννοεῖ νὰ πληρωθῇ, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τοῦ ὀφειλέτου, δι’ ὅσων δήποτε ἀποφάσεων δικαστικῶν καὶ ἂν ἐπιστοποιήθη ἡ κατάστασις αὕτη; Ἐκτὸς τούτου, καταργεῖται καὶ τὸ ἄρθρον 693 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦ ὁποίου ἰδοὺ τὸ περιεχόμενον. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 693 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας). Μοὶ φαίνεται, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐκ προνοίας ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνέγραψε τὰ καταργούμενα ἄρθρα ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ παρέπεμψεν ἁπλῶς εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ὑποθέτων, καὶ δικαίως, ὅτι οἱ Κύριοι βουλευταὶ οὔτε καιρὸν, οὔτε διάθεσιν θὰ εἶχον, νὰ προστρέξωσιν εἰς τὸν Κώδικα, διὰ νὰ ἴδωσι τί καταργεῖται. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει, ὅτι, «ὅταν ἀπόφασις δικαστικὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ ὀφειλέτης περιῆλθεν εἰς κατάστασιν, ἕνεκα πολλῶν ἀτυχημάτων, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ πληρώσῃ, τότε νὰ μὴ δύνηται ὁ δανειστὴς νὰ τὸν σύρῃ εἰς τὰς φυλακάς·» ἔρχεται τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ λέγει· «δι’ ἐμὲ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἔχει κῦρος· ὁ ὀφειλέτης μου θὰ μένῃ εἰς τὰς φυλακάς.» Ὥστε τοιουτοτρόπως καταργοῦμεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐφ’ ὅσον αὗται ἐγγίζουσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου Ταμείου, οὕτω δὲ τοῦτο καθίσταται ὁ ἀπηνέστατος τῶν δανειστῶν, ἐνῷ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, νομικὸν πρόσωπον ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀποτελοῦντος, ἐδικαιοῦτό τις νὰ προσδοκᾷ, ὅτι αὐτὸ ἔμελλε νὰ ἦναι ὁ ἐπιεικέστερος τῶν δανειστῶν. Δὲν γνωρίζω, ποίαν πηγὴν ἔχει αὕτη ἡ νέα θεωρία, καὶ ποίας σοφῆς κεφαλῆς καὶ φιλανθρώπου καρδίας ἀποκύημα εἶναι ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐρύτατα τὰ μέσα, ὡς σᾶς προεῖπον, νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφειλέτας του, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς αὐτὸ ὀφειλομένων, νὰ λάβῃ καὶ ἕτερα μέσα, σκληρότατα καὶ καταθλιπτικώτατα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἰδιώτην, καίτοι ὁ τελευταῖος οὗτος δὲν ἔχει τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον διαθέτει. Δὲν περιέχουσι δὲ μόνον τὸ ἄδικον τοῦτο αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλὰ συγχρόνως εἰσὶν ἀντιπολιτικαὶ καὶ ἀντικοινωνικαὶ, διότι, ἐγκλεῖον τὸ Δημόσιον τὸν πολίτην εἰς τὰς φυλακὰς, καθιστᾷ αὐτὸν ἀνίκανον νὰ πληρώσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰ χρέη του, τὸν καθιστᾷ πενέστερον, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐλπὶς, ὅτι ὁ ὀφειλέτης, ὁ ὁποῖος σήμερον δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, θὰ ἠδύνατο εἰς τὸ μέλλον, ἤδη, κλειόμενος εἰς τὰς φυλακὰς, ὄχι μόνον παύει νὰ κερδαίνῃ τι, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὰ τέκνα του ἀφίνει ἄνευ ἄρτου. Δι’ αὐτὸ, κ. Πρόεδρε, αἱ διατάξεις αὗται δὲν ἀντίκεινται μόνον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀντίκεινται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ προστατεύει ἡ Πολιτεία. Ταύτας τὰς βραχείας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ πρὶν, ὅτι ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι πλειότερον ἢ νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, εἰς δὲ τὴν πλειονοψηφίαν ἔγκειται ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀποφασίζειν.

§125ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.) (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5.)

§126ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 6ον. (Ἀναγινώσκει.)

§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Προτείνω, ὅπως τὰ δικαιώματα, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀποδίδωνται, ὄχι ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἐν μὲν τῇ Αʹ. παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τοὺς ὀφειλέτας», προτείνω, ὅπως τεθῶσιν αἱ λέξεις «τὸ Δημόσιον», τὸ δὲ Βʹ. ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐκκαθαρίζονται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ Ταμίου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἀναθεωρουμένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».

§128ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 7).

§129ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ συνόλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.

§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).

§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 82. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ λόγῳ τῶν συντάξεων χρέους τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων. (Γίνεται δεκτὸν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.

§136ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καιρὸς νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συνεδρίασις. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας, καὶ εἶναι ἤδη μεσονύκτιον. Πρόκειται τυπικῶς νὰ παρέλθωμεν ὅλα τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ κατορθωθῇ· εἶναι νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ σκοντάψῃ ἡ ἀνάγνωσις, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θελήσητε νὰ ἐκβιάσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐνταῦθα καὶ συμπληροῦσι τὴν ἀπαρτίαν. Νὰ μὴ ἔχητε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ οὐδετερώσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ σήμερον καὶ αὔριον. Λοιπὸν ζητῶ τὴν ἀναβολήν.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται.

§138ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἠρωτήσατε.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§140ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν σήμερον, μετὰ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἢ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἀναγνωσθῇ, εἰς τὴν ψήφισιν δύο ἑτέρων νομοσχεδίων ἅτινα πρόκεινται εἰς βʹ. συζήτησιν, τοῦ περὶ πληρωμῆς μισθῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, καὶ τοῦ περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πιστεύω δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν τούτων, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὑποβάλλω δὲ καὶ τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, ἀφορῶσαν εἰς τὰ περὶ ῥητίνης, διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 156). (Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια, 1) περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ 2) περὶ πληρωμῆς μισθῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν).

§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ ½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
2τῆς 28 Μαρτίου 1887.
3(Σάββατον)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται.)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικολάβοι τινὲς ἐξ Αἰγίου αἰτοῦνται νὰ
8χορηγηθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ
9ἐκεῖ Εἰρηνοδικείου. Οὗτοι ἀνηνέχθησαν καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐστά-
10λη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά των, θέλει δὲ σταλῇ καὶ
11ἡ νέα αὕτη.
12Κάτοικοί τινες τοῦ δήμου Αἰδηψίων ζητοῦσι νὰ περιορι-
13σθῇ ἡ φορολογία τοῦ οἴνου συμφώνως πρὸς τὴν τρέχουσαν
14τιμήν.
15Ἡ Καλλιόπη Θ. Κουντουριώτου ζητεῖ, νὰ τῆς δοθῇ μικρά
16τις σύνταξις.
17Διάφοροι ἀγωνισταὶ, 10–12 περίπου, παραπονοῦνται
18κατὰ τῆς δεινῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται, καὶ παρακαλοῦ-
19σι τὴν Βουλὴν, νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Κυ-
20βέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἀρωγήν των.
21§2ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἄλλοτε ἠγέρθη ἐν τῇ Βουλῇ φωνὴ ὑπὲρ
22τῶν λειψάνων τούτων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνός μας, καὶ ἐὰν ὦσιν
23ἀληθῆ λείψανα τῆς γενεᾶς ἐκείνης, ἥτις μᾶς ἔδωκε τὴν ἀνε-
24ξαρτησίαν μας, δέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν σπουδαίως·
25ὡς ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου
26Κουμουνδούρου καὶ ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου,
27ἐλέχθη, ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἔκτοτε
28οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω
29πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μία γραῖα, σύζυγος ἑνὸς ἀγω-
30νιστοῦ, εἶχε ζητήσει μίαν δεκαπεντάδα δραχμῶν, μηνιαίαν
31βοήθειαν, ἀλλ’ οὐδεμία καὶ περὶ αὐτῆς ἐλήφθη πρόνοια. Νο-
32μίζω, ὅτι ἱερὸν καθῆκον ἐκπληροῦμεν, ἐὰν περὶ τούτων μερι-
33μνήσωμεν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερ-
34νήσεως, ὅστις εἶχε πατέρα ἀγωνιστὴν, ὅστις ὠσφράνθη τὴν
35πυρίτιδα, ἀφοῦ μάλιστα ἐκ τούτων ὀλίγοι ἐναπέμειναν, νὰ
36μεριμνήσῃ ταχέως περὶ τῶν δυστυχῶν τούτων, δίδων αὐτοῖς
37μικρὰ βοηθήματα.
38§3ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος.
39§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
40§5ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν γνώσει διατελῶν, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι
41αἱ βουλευτικαὶ προτάσεις ἀποστέλλονται εἰς τὰς Ἑλληνι-
42κὰς καλλένδας, ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω πρότασίν τινα, τὴν
43ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ καιροὶ καὶ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι τὰ
44πράγματα αὐτὰ, ἅτινα, ἐξεταζόμενα, θὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι
45τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ πρότασίς μου, ὑπῆρξεν
46ἀντικείμενον σπουδαίας μερίμνης ὅλων τῶν εὐνομουμένων
47Ἐθνῶν. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς προ-
48σωπικῆς κρατήσεως, ἥτις εἰς τὰ ὄμματα ὅλων τῶν πεπολι-
49τισμένων ἀνθρώπων κατέστη φάσμα εἰδεχθὲς, διότι ὡς τοι-
50οῦτον ἐξεβράσθη ἐκ τῆς ἐλλείψεως καὶ τῆς κακοδαιμονίας
51τῆς κοινωνίας. Ἀναφέρομαι ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
52Δικαιοσύνης καὶ φίλον μου, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν
53πρότασίν μου ὑπ’ ὄψιν του, ἥτις καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθη εἰς
54τὴν Βουλάν. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
55Βουλῆς, ὅστις εἶναι ἐραστὴς τῶν τοιούτων καλῶν μεταῤ-
56ῥυθμίσεων, νὰ διαπέμψῃ τὴν παροῦσαν πρότασιν εἰς τὸ
57Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον
58πρὸς τύπωσιν καὶ διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 155).
59§6ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ Λακεδαίμονος,
60ὑπογεγραμμένη παρὰ 80 ἐμπόρων τῆς Σπάρτης, διὰ τῆς
61ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν Ὑπουρ-
62γὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μεριμνήσῃ, ὅπως γίνεται ταχυτέρα
63ἡ ἀποστολὴ τῶν γραμμάτων· διότι λέγουσιν, ὅτι ὁ σιδηρό-
64δρομος, ὅστις παραλαμβάνει τοὺς φακέλλους τῶν τριῶν νο-
65μῶν, Ἀρκαδίας, Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας, τοὺς παραδίδει
66εἰς τοὺς Μύλους καὶ ἐκεῖθεν δι’ ἑνὸς ἀγωγιάτου μεταφέρονται.
67Τὸ μέσον τοῦτο τῆς μεταφορᾶς βραδύνει εἰς τοιοῦτον ση-
68μεῖον, ὥστε 12 ὥρας βραδύτερον λαμβάνουσι τὰς ἐπιστολάς
69των. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συστήσῃ
70ταχυδρομικὸν σταθμὸν εἰς Μύλους, καὶ νὰ ἐνεργῆται ἡ με-
71ταφορὰ δι’ ἁμάξης καὶ οὐχὶ δι’ ἡμιόνων. Διὰ τῆς ἰδίας ἀνα-
72φορᾶς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τη-
73λεγραφικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς Σπάρτης εἰς τὰς Καλάμας
74διὰ τῆς Λαγκάδας, ἑνούσης τὰς δύω πρωτευούσας τῶν νο-
75μῶν Μεσσηνίας καὶ Σπάρτης, διότι διὰ τῆς Τριπόλεως ἀπαν-
76τῶνται προσκόμματα, καὶ λίαν δύσκολος ἡ τηλεγραφικὴ συγ-
77κοινωνία καθίσταται. Τὸ ἔργον εἶναι λίαν ἀναγκαῖον, καὶ ἡ
78δαπάνη μικρὰ, εὑρισκομένου τοῦ ὑλικοῦ ἐν τῷ τόπῳ.
79§7ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
80§8ΣΤΑΜ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς
81χήρας τοῦ πλοιάρχου Σταμ. Σαχτούρη, ἡ ὁποία ζητεῖ ὅπως
82τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, νὰ λάβῃ
83ὑπ’ ὄψει τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ συστήσῃ αὐτὴν, καθότι ἡ
84πολυμελὴς οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος εὑρίσκεται εἰς μεγί-
85στην πενίαν, ἕνεκα τῆς μικρᾶς συντάξεως τῶν 90 δραχ.
86κατὰ μῆνα, ἣν λαμβάνει καὶ ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ
87εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν πα-
88ρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ συνιστῶ ἐνθέρμως τὴν αἴτησιν τῆς
89χήρας Σαχτούρη.
90§9ΤΖΑΝΕΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶχον δίκαιον,
91καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις;
92§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
93§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι, μετὰ τὰ λεχθέντα ἐπὶ τοῦ
94ζητήματος τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ
95αὐτὸ ὡς σχεδὸν ἐξαντληθὲν, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι ὀφείλω
96νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ
97ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν γνωμῶν, ἃς
98ἐγὼ καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογι-
99σμοῦ ἐξεθέσαμεν. Θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς τὸ πραγματικὸν μέ-
100ρος τοῦ ζητήματος, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκθέσω τὰς σκέ-
101ψεις μου, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον.
102Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτεινεν εἰς ἐμὲ τὴν
103μομφὴν, ὅτι τὴν γνώμην μου ἐμόρφωσα ἀπολύτως, καὶ ἀσχέ-
104τως πρὸς τὰ πράγματα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ἐκεί-
105νων, οἵτινες ἤκουσαν τὴν γνώμην μου, νὰ εἴπωσιν, ἂν αὕτη
106δὲν ἦναι μᾶλλον ἐν σχέσει πρὸς τὰ πράγματα, ἢ ὅσα ὁ ἀξιό-
107τιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκε. Τὰς σκέψεις
108μου ἐστήριξα ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ ἐπὶ τῆς
109οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἱστορίας. Δὲν βλέπω δὲ πρὸς τί ἄλλο
110ὀφείλομεν νὰ σχετίσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὅταν συζητῶ-
111μεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὰ οἰκονομικὰ
112ἡμῶν σχετίζονται ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ
113τόπου καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ἱστορίαν. Ἡ οἰκονομι-
114κὴ κατάστασις τοῦ τόπου, αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις καὶ ὁ
115πλοῦτος αὐτοῦ εἰσι τὰ στοιχεῖα, πρὸς τὰ ὁποῖα, μελετῶντες
116τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ὀφείλομεν νὰ τὰ σχετίσωμεν καὶ νὰ τὰ
117συγκρίνωμεν, διότι ἄνευ αὐτῶν, μήτε οἰκονομικὰ δύνανται
118νὰ ὑπάρξωσι, μήτε οἰκονομικὸν σύστημα. Ἀκριβῶς δὲ ὑπὸ
119τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξήτασα τὸ ζήτημα, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος
120τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, ἥτις εἶναι ἡ ἀλη-
121θὴς καὶ θετικὴ αὐτοῦ ἔποψις, μόλις ἔθιξεν αὐτό. Ἐγκατέλει-
122ψε τὰ ἐπιχειρήματα, ἅπερ τοσάκις ἐπανελήφθησαν, ὅτι αἱ
123προτεινόμεναι αὐξήσεις τῶν φόρων δὲν βαρύνουσι τὰς παρα-
124γωγικὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν φό-
125ρων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἀποτελεῖ ἐλάττωσιν τῆς
126φορολογίας. Ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ὡς βασίμους τοὺς
127δύο τούτους ἰσχυρισμοὺς, ἤθελε δικαιοῦσθαι νὰ παριστᾷ τὸ
128οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα ὡς καλὸν καὶ ἰσχυρὸν, ἐν σχέσει
129πρὸς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους ἐγκα-
130τέλειψε, πεισθεὶς, ὑποθέτω, ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα προχθὲς περὶ
131τοῦ ἀνυποστάτου αὐτῶν.
132Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε ν’ ἀντι-
133κρούσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ φόροι δὲν ἀφαιροῦσιν ἐκ τῶν παραγω-
134γικῶν τάξεων τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ
135ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ διὰ τῶν φόρων ἀφαίρεσις χρημάτων παρὰ
136τοῦ λαοῦ δὲν στερεῖ τὸν τόπον τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς,
137διότι ταῦτα δαπανῶνται πάλιν ἐν τῷ τόπῳ. Ἐγκατέλειψεν
138ὅμως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι ἐνόησεν, ὅτι καὶ αὐτὸ
139εἶναι καταδεδικασμένον καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς
140πείρας, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι οἱ φόροι ἀφαιροῦσι χρήματα
141ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, καὶ δίδουσιν αὐτὰ εἰς τάξεις,
142χρησίμους μὲν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ μὴ παραγωγικάς. Ἀφῆκε
143δὲ οὕτως ἔκθετον καὶ ἀνυποστήρικτον τὴν ἰδέαν του κατ’ ἐκεί-
144νης, ἣν ἠθέλησε ν’ ἀντικρούσῃ, ὅτι τὰ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν
145φόρων ἀφαιρεθησόμενα ποσὰ ἐκ τῶν παραγωγικῶν τάξεων
146θέλουσι στερήσει αὐτὰς τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, ἅτινα αὗται
147δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀναπληρώσωσιν ἄλλως πως. Ἕν μόνον εἶπεν
148ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἀληθῶς σχε-
149τικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλ. τοῦ πλού-
150του καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Μᾶς εἶπεν,
151ὅτι, μολονότι τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἶναι πτωχὸν, τὰ ἄτομα ὅμως
152εἶναι τόσον πλούσια, ὅσον καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ Ἔθνει. Δὲν
153δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
154συμβιβάζει τὴν ἰδέαν τῆς πτωχείας τοῦ Ἔθνους μὲ ἐκείνην
155τοῦ πλούτου τῶν ἀτόμων, ἅτινα ἀποτελοῦσιν αὐτό. Τὴν
156ἰδέαν του ταύτην ὑπεστήριξε διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι
157ἔχομεν γαίας παρθένους καὶ μᾶλλον ἐκτεταμένας, ἐν σχέσει
158πρὸς τὰ ἄλλα Ἔθνη, καὶ ὅτι τὰ ἡμερομίσθιά εἰσι παρ’ ἡμῖν
159ὑπερτετιμημένα. Τοῦτο ἰσχυρισθεὶς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος
160τῆς Κυβερνήσεως, ἐλησμόνησεν, ὅτι σήμερον ὁ κυριώτερος
161πλοῦτος τῶν Ἐθνῶν δὲν εἶναι ὁ γεωργικός, καὶ ὅτι ὁ πλοῦ-
162τος, ὅστις ἐπιτρέπει εἰς αὐτὰ νὰ βαστάσωσι τὰ μεγάλα βάρη
163τῆς ὑφισταμένης παρ’ αὐτοῖς φορολογίας, εἶναι ὁ βιομηχα-
164νικός. Ἐλησμόνησεν ὡσαύτως, ὅτι καὶ ὁ γεωργικὸς πλοῦτος,
165ὅστις ἀποτελεῖ οὐσιῶδες μέρος τῆς περιουσίας τῶν Ἐθνῶν,
166δὲν ἐκτιμᾶται κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐκτάσεως τῶν παρ’ αὐ-
167τῶν κατεχομένων γαιῶν, ἀλλ’ ἰδίως καὶ κυρίως κατὰ τὸ
168μέτρον τῆς βελτιουμένης καλλιεργείας αὐτῶν. Ἐπὶ τοσοῦτον
169εἶναι γεωργικῶς πλουσιώτερον ἓν Ἔθνος, ἐφ’ ὅσον καλλιερ-
170γεῖ τὰς γαίας αὐτοῦ διὰ τελειοτέρων ὀργάνων, διὰ πληρε-
171στέρων μέσων καὶ διὰ τεχνικωτέρων μεθόδων. Ποῦ δὲ εὑρί-
172σκει παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς παρθέ-
173νους γαίας; Μήπως ἔχωμεν ἡμεῖς τὰς ἐκτάσεις ἐκείνας τῆς
174Ἀμερικῆς, αἵτινες οὐδέποτε ἐκαλλιεργήθησαν, καὶ αἵτινες
175καλλιεργούμεναι ἀτελῶς φέρουσι πλουσίας προσόδους; Αἱ
176γαῖαι ἡμῶν εἰσιν, αἱ πλεῖσται, σχεδὸν ἐξηντλημέναι, καὶ ἐξα-
177κολουθοῦσιν ἐξαντλούμεναι ἐκ τῆς κακῆς καλλιεργείας. Τί
178ὠφελεῖ τὸν Ἕλληνα ἰδιοκτήτην, ἂν ἔχῃ γαίας, ἐκτάσεως
179σχετικῶς μεγαλειτέρας ἐκείνων, ἃς κέκτηται Εὐρωπαῖός τις
180ἰδιοκτήτης, ὅταν, στερούμενος τῶν γνώσεων τῶν εὐκολιῶν
181καὶ τῶν πρὸς καλλιέργειαν μέσων, δὲν δύνηται νὰ παραγάγῃ
182μήτε τὸ ἥμισυ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἣν παράγει ὁ Εὐρω-
183παῖος ἰδιοκτήτης ἐκ γαιῶν σχετικῶς μικροτέρας ἐκτάσεως.
184Τί μᾶς ὠφελοῦσιν αἱ μέγισται ἐκτάσεις γαιῶν, ἀφοῦ δὲν
185ἔχομεν τὰ μέσα, οὔτε ἐναντίον τῶν πλημμυρῶν, οὔτε ἐναν-
186τίον τῆς ξηρασίας νὰ τὰς προφυλάξωμεν; Ἐὰν παραδεχθῶ-
187μεν, ὅτι ἔνδειξις πλούτου εἶναι ἡ ἔκτασις γαιῶν, τότε βε-
188βαίως δὲν ἠθέλομεν εἶσθαι ἡμεῖς οἱ πλουσιώτεροι· καὶ διὰ νὰ
189μὴ ζητήσω παράδειγμα μακρὰν ἡμῶν, ἀναφέρω τοὺς κατοί-
190κους τῶν μεσογείων ἐπαρχιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, οἵτινες ἔχου-
191σιν ἐκτάσεις γαιῶν σχετικῶς πολὺ μεγαλειτέρας τῶν ἰδικῶν
192μας. Ἀλλὰ τίς ποτε ἐφαντάσθη αὐτοὺς, ὡς ἔχοντας πλοῦτον
193ἴσον μὲ τοὺς κατοίκους Κράτους τινὸς τῆς Εὐρώπης, κατέχον-
194τας γαίας πολὺ μικροτέρας ἐκτάσεως; Τὸ ἐπιχείρημα τῶν
195ἐκτεταμένων γαιῶν, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
196βερνήσεως, δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ
197μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχομεν πλοῦτον, ὅσον καὶ πᾶν ἄλλο Ἔθνος τῆς
198Εὐρώπης, καὶ ὅτι εὐκόλως δυνάμεθα νὰ βαστάσωμεν τὸ βάρος
199τῶν προτεινομένων φορολογικῶν αὐξήσεων. Καὶ ἡ ὑπερτίμη-
200σις τῶν ἡμερομισθίων, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
201βερνήσεως, ὡς ἀπόδειξιν πλούτου, δὲν δύναται νὰ μᾶς παρά-
202σχῃ τοιαύτην. Ἂν εἴχομεν βιομηχανίαν μεγάλην καὶ αὕτη
203εὕρισκε συμφέρον νὰ πληρόνῃ εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτῆς ὑπερ-
204τετιμημένα ἡμερομίσθια, ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο
205ὡς ἔνδειξιν πλούτου, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀπόδειξις βιομηχα-
206νικῆς εὐπραγίας, πλουσιοπαρόχως καὶ ἄνευ ἰδίας βλάβης
207ἀμειβούσης τοὺς ἐργάτας αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ τοιαύτη
208ἡμῶν βιομηχανία; Ἡ παρ’ ἡμῖν ὑπερτίμησις τῶν ἡμερομι-
209σθίων, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν πρὸς τὸ ζῆν
210ἀναγκαίων, ἣν φέρει ἡ βαρεῖα φορολογία, οὐδὲν ἄλλο ἀποδει-
211κνύει ἢ τὰς δυσχερείας, ἃς προξενεῖ εἰς τὴν τεχνικωτέραν
212ἡμῶν καλλιέργειαν, ἥτις εἶναι ἡ τῆς σταφίδος, καὶ εἰς τὰς
213μικρὰς ἡμῶν βιομηχανίας καὶ τέχνας.
214Ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἡμερομισθίων δεικνύει πλοῦτον, λέγει
215ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι πολλοὶ ξένοι ἐργάται
216ἔρχονται ἐν Ἑλλάδι, ὅπως εὕρωσιν ἐργασίαν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν
217οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐρχόμενοι ξένοι ἐργάται ἦναι ἴσοι πρὸς τοὺς
218Ἕλληνας, τοὺς ἀπερχομένους εἰς ξένην γῆν, ὅπως εὕρωσιν ἐρ-
219γασίαν καὶ πόρον ζωῆς. Τίνες δὲ ξένοι ἐργάται ἔρχονται ἐν
220Ἑλλάδι; Οἱ ἔχοντες τεχνικάς τινας γνώσεις, χάριν τῶν ὁποίων
221εὑρίσκουσιν ἐργασίαν ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν σιδηροδρόμων
222καὶ ἐν ἄλλοις τεχνικοῖς ἔργοις. Ἐργάται, μὴ ἔχοντες τοιαύ-
223τας γνώσεις, ὀλίγιστοι ἔρχονται ξένοι, διότι ὑπάρχουσι παρ’
224ἡμῖν πλεῖστοι τοιοῦτοι, μὴ δυνάμενοι ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις
225νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι δύναται νὰ χαρα-
226κτηρισθῇ ὡς ἔνδειξις πλούτου ἡ ἔλλειψις τεχνικῶν γνώσεων,
227ἥτις θέτει τοὺς ἐργάτας ἡμῶν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐργασθῶ-
228σιν εἰς τὰ ἔργα, τὰ ἀπαιτοῦντα τοιαύτας γνώσεις. Ἔρχονται
229δὲ καὶ ἐργάται, στερούμενοι τεχνικῶν γνώσεων· τοιοῦτοι δὲ
230εἶναι οἱ Ἀρμένιοι, οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὴν διώρυγα τῆς Κο-
231ρίνθου. Ἀλλ’ οὗτοι ἔρχονται διότι στεροῦνται τῶν μέσων νὰ
232καλλιεργήσωσι τὰς μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, ἃς ἔχουσιν ἐν
233τῇ πατρίδι αὐτῶν, καὶ παρὰ τῶν ὁποίων δὲν δύνανται νὰ
234πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν αὐτῶν ἀναγκαῖα. Καὶ τὸ ἐπιχεί-
235ρημα ἑπομένως τῶν ὑπερτετιμημένων ἡμερομισθίων δέν μοι
236φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ μετατρέψῃ τὰς ἰδέας, ἃς καὶ ἐγὼ καὶ
237ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξεφρά-
238σαμεν, περὶ τῶν παραγωγικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων
239τοῦ τόπου. Ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
240σεως, ὅστις μέμφεται ἡμᾶς, ὡς ἐξετάσαντας τὸ ζήτημα ἀπο-
241λύτως, δὲν εὑρίσκω, παρὰ τὰ δύο ταῦτα ἐπιχειρήματα σχε-
242τικῶς πρὸς τὰ πράγματα. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι δύναταί τις
243ἐξ αὐτῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα στη-
244ρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων.
245Ἐποιήσατο ὅμως καὶ μίαν ἄλλην σύγκρισιν. Ἐξετάζων τὸ
246θεωρητικὸν βάρος τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, ἔλαβεν ὡς πα-
247ράδειγμα τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκο-
248δομῶν. Εἶπεν, ὅτι ὁ μὲν πρῶτος ἐπιβάλλεται κατ’ ἀναλογίαν
2493% περίπου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ δὲ δεύτερος
2505% περίπου, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις τῶν δύο
251δεκατημορίων ἀναβιβάζει τὸν πρῶτον μὲν εἰς 3,60 ἢ 4%
252ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸν δὲ δεύτερον εἰς 6%, καὶ ὅτι ἑπομέ-
253νως ἡ τοιαύτη αὔξησις πολὺ ἀπέχει τῶν κατ’ ἀναλογίαν ὑπερ-
254βολικῶν αὐξήσεων, ἃς ἡμεῖς ἐξεθέσαμεν. Θεωρητικῶς τοῦτο
255εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὑπὸ τὴν θετικὴν καὶ
256πραγματικὴν ἔποψιν τοῦ βάρους, ὅπερ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν-
257νοεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῶν φορολογουμένων; Ὁ Προϋπολογι-
258σμὸς ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ παρὰ
259τῶν κατόχων οἰκοδομῶν, 140% παρὰ τῶν πρώτων, καὶ
260200% ἐπὶ τῶν δευτέρων, περιπλέον τῶν ὅσων εἰσέπραξε
261τὸ Δημόσιον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐὰν παραδεχθῶμεν
262ὡς θετικὴν καὶ ἀκριβῆ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς
263Κυβερνήσεως, παρὰ τίνων θὰ εἰσπράξωμεν τὴν ὑφισταμέ-
264νην διαφορὰν μεταξὺ τῶν 20% ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν 140 καὶ
265200% ἀφ’ ἑτέρου; Παρὰ τῶν μὴ φορολογηθέντων ἐπιτη-
266δευματιῶν καὶ ἰδιοκτητῶν; Ἀλλὰ πιστεύει ἡ Κυβέρνησις,
267ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, μὴ φορολογηθέντες, καὶ ὅτι ἐκ τῶν
268μὴ πληρωσάντων τοὺς φόρους των οἱ πλεῖστοι δὲν ἔπραξαν
269τοῦτο ἕνεκα ἀνεχείας μᾶλλον, παρὰ ἕνεκα κακῆς θελήσεως
270καὶ δυστροπίας;
271Καὶ ὑπὸ ἑτέραν σχετικὴν ἔποψιν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ
272ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς
273συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἑτέ-
274ρων τῆς Εὐρώπης Κρατῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸν πλοῦτον ἡμῶν
275συνέκρινε μὲ τὸν πλοῦτον τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας,
276ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ καὶ τὰ βάρη, τὰ ἐπιβληθέντα καὶ ἐπι-
277βαλλόμενα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους διὰ τῆς αὐξήσεως
278τῶν φόρων, πρὸς τὰ βάρη, ἅτινα ἐπεβλήθησαν εἰς ἀναλόγους
279περιστάσεις ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Ἔθνους.
280Εὗρε δὲ, ὅτι τὰς αὐτὰς παρουσιάζουσιν ἀναλογίας καὶ τὰ
281βάρη τὰ ἐπιβληθέντα ἐπὶ τῶν Ἐθνῶν τούτων. Τοῦτο δὲν
282εἶναι ἀκριβές. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Γαλλικὸν Ἔθνος, μετὰ
283τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὑπεβλήθη εἰς φορολογικὰ
284βάρη σπουδαιότατα. Τὰ βάρη δὲ ταῦτα εἶχον περίπου τὴν
285αὐτὴν ἀφορμὴν, ἣν ἔχουσι καὶ τὰ ἐπιβαλλόμενα καὶ ἐπὶ
286τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν, τὰς
287στρατιωτικὰς δηλαδὴ δαπάνας. Ἀλλ’ αἱ ἀναλογίαι τῶν
288βαρῶν τούτων εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτεραι παρ’ ἡμῖν τοῖς
289πτωχοῖς ἢ παρὰ τοῖς πλουσίοις Γάλλοις.
290Τὸ 1880 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδιδεν εἰς τὸ δημόσιον Τα-
291μεῖον ἔσοδα, προϋπολογισθέντα εἰς δραχμὰς π. 46,716,000,
292ἤτοι ν. δραχμὰς 41,577,000· σήμερον διὰ τοῦ Προϋπολο-
293γισμοῦ τοῦ 1887 ζητοῦμεν νὰ δώσῃ δραχμὰς 94,656,000,
294ἤτοι 53,079,000 δραχμὰς περιπλέον. Ἐντὸς τοῦ ποσοῦ
295τούτου περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν,
296ἅτινα πλουσιοπαρόχως δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς δραχ-
297μὰς 5,000,000. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, τὰ
298βάρη, ἅτινα ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ
299λαοῦ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἀπὸ τοῦ 1880 μέ-
300χρι σήμερον, ἀνέρχονται εἰς 48 ἑκατομμύρια, ἅτινα, ἐν σχέ-
301σει πρὸς τὰ 41,577,000, ἅτινα ἔδιδε τότε, ἀναλογοῦσιν εἰς
302116%.
303Ἡ Γαλλία πρὸ τοῦ Γαλλογερμανικοῦ πολέμου, τὸ 1870,
304εἶχε Προϋπολογισμὸν ἐσόδων φράγκα 1,775,724,000. Τὸ
305δὲ 1875, ὅτε ἐπέβαλε τοὺς βαρυτάτους τότε θεωρηθέντας
306φόρους, πρὸς πληρωμὴν στρατιωτικῆς ἀποζημιώσεως 5 δισε-
307κατομμυρίων φράγκων καὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν στρατιω-
308τικῶν αὐτῆς καταστροφῶν, ὁ Προϋπολογισμός της ἀνῆλθεν
309εἰς 2,588,900,000 φράγκα. Ἐπεβλήθησαν ἑπομένως νέα
310βάρη ἐπὶ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, διὰ τὰς ἐθνικὰς καὶ στρα-
311τιωτικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, ἐκ φράγκων 783,176,000, ἤτοι
31244% περιπλέον· ἡ ἀναλογία δ’ αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ
313τρίτον σχεδὸν τῆς σχετικῆς αὐξήσεως τῶν φορολογικῶν
314βαρῶν, ἅτινα ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν ἐπὶ τοῦ Ἑλ-
315ληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἐπιβληθεῖσα κατὰ 44%
316αὔξησις τῶν ὑφισταμένων φορολογικῶν βαρῶν ἀπὸ τοῦ 1870
317μέχρι τοῦ 1875, δὲν ἦτο δυσανάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς
318αὐτῆς δυνάμεις, διότι καὶ μετ’ αὐτὴν οἱ ἀπολογισμοί της, οὐ
319μόνον δὲν παρουσίασαν ἔλλειμμά τι, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔφερον
320καὶ περισσεύματα.
321Τὰ τοιαῦτα δὲ ἀποτελέσματα ἐνεθάῤῥυνον τὰς γαλλικὰς
322Βουλὰς καὶ τὰς γαλλικὰς Κυβερνήσεις νὰ προβῶσι καὶ εἰς
323ἄλλας αὐξήσεις φόρων, χάριν παραγωγικῶν δαπανῶν, ἐπέ-
324βαλον δὲ ἐπὶ τοῦ γαλλικοῦ λαοῦ νέα βάρη 500,000,000
325περίπου, διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηρο-
326δρόμων καὶ τῶν ὁδῶν των, νὰ κατασκευάσωσι λιμένας καὶ
327διώρυγας, νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωρ-
328γίαν, νὰ οἰκοδομήσωσι σχολεῖα καὶ νὰ ἐκτελέσωσι καὶ ἄλλα
329διάφορα ἔργα, συντελοῦντα εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν προα-
330γωγὴν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰς ἐπιπροσθέτους ταύ-
331τας αὐξήσεις τῶν φόρων, τὰς γενομένας διὰ λόγους διαφό-
332ρους τῶν δικαιολογούντων τὰς ἡμετέρας αὐξήσεις, διὰ παρα-
333γωγικὰς δηλ. δαπάνας, τὰ προϋπολογιζόμενα ἐν Γαλλίᾳ διὰ
334τὸ 1887 ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 3,140,000, καὶ παρουσιά-
335ζουσιν ὑπέρβασιν ἀπὸ τὸ 1870 κατὰ 80%, ἥτις ὑπολεί-
336πεται τῆς ἡμετέρας, τῆς δικαιολογουμένης ἐκ μόνων τῶν
337στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, καὶ ἀνερχομένης εἰς 116 ο/ο. Καὶ
338αὐτὴ δὲ ἡ πλουσία Γαλλία, ἅμα διὰ τῆς ἐξακολουθήσεως
339τῶν αὐξήσεων τῶν φόρων ὑπερέβη τὸ ὅριον, ὅπερ αἱ παρα-
340γωγικαὶ αὐτῆς δυνάμεις ἔθετον εἰς τὴν φορολογίαν αὐτῆς,
341ὑπέστη τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερβάσεως ἀποτελέσματα, ἐλάτ-
342τωσιν δηλ. εἰσπράξεων καὶ ἐλλείμματα ἐν τοῖς Προϋπολο-
343γισμοῖς αὐτῆς, οἵτινες προηγουμένως παρουσίαζον τακτικῶς
344περισσεύματα. Τὰ οἰκονομικὰ δ’ αὐτῆς περιῆλθον εἰς τοιαύ-
345την θέσιν, ὥστε, ἐνῷ ἡ Γαλλία ἐθεωρεῖτο πρὸ ἑπταετίας, ὡς
346ἡ ἔχουσα τὰ καλλίτερα οἰκονομικὰ, σήμερον κατατάσσεται
347καὶ αὕτη μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν, τῶν ἐν στενοχωρίᾳ καὶ ἐν οἰ-
348κονομικαῖς δυσχερείαις εὑρισκομένων. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι,
349τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ
350τῆς Γαλλίας.
351Ποῖον δὲ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως αὐτῶν πρὸς τὰ
352τῆς Ἰταλίας; Ἡ Ἰταλία πρὸ τῆς ἑνώσεως αὑτῆς δὲν ὑπῆρ-
353χεν ὡς Κράτος, οὗτινος τὰ οἰκονομικὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσωσι
354πρὸς συγκριτικὴν ἐξέτασιν. Ὁ πρῶτος κυρίως Προϋπολογι-
355σμός της εἶναι ὁ τοῦ 1863, ὅτε ἀκόμη εἶχεν ὡς πρωτεύου-
356σαν τὸ Τουρῖνον. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ ἀναγράφον-
357ται ἔσοδα 609,000,000 φρ. Ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτῆς κατὰ
358τὸ 1870, ἓν ἔτος πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς Ρώμης, καὶ ὅτε
359πρωτεύουσα αὐτῆς ἦτο ἡ Φλωρεντία, ἀνέγραφεν ἔσοδα φρ.
360950,000,000. Ὥστε, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν μεγάλων
361αὐτῆς στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἑνώσεώς
362της μέχρι τῆς καταλήψεως τῆς Ρώμης, προσέθηκε φορολο-
363γικὰ βάρη ἐκ φρ. 341 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 56% περιπλέον
364τῶν πρώτων αὐτῆς ἐσόδων. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ρώ-
365μης τὰ ἔσοδα αὐτῆς ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1,099,000,000
366κατὰ τὸ 1871, καὶ εἰς 1,168,000,000 κατὰ τὸ 1875, καὶ
367παρουσιάζουσι σχετικὰς αὐξήσεις 15% καὶ 6½%· ἀλλ’
368ἐν αὐτοῖς περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τῆς
369Ρώμης, καὶ ἔσοδα ἀφορῶντα ἀποκλειστικῶς εἰς παραγωγικὰς
370δαπάνας. Ὥστε αἱ αὐξήσεις, πρὸς ἃς δυνάμεθα νὰ συγκρί-
371νωμεν τὰς ἰδικάς μας, εἶναι αἱ μεταξὺ τοῦ 1862 καὶ 1870,
372αἵτινες, ἀνερχόμεναι εἰς 56%, ὑπολείπονται πολὺ τῶν
373ἡμετέρων, ἀνερχομένων εἰς 116%. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν αὐ-
374ξήσεων τούτων ἡ Ἰταλία ὑπερέβη τὸ ὅριον τῶν φορολογικῶν
375αὐτῆς δυνάμεων. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ ἦσαν, ἀντὶ ἰσοζυγίου,
376ἐλλείμματα ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς αὐτῆς. Εἰς τί δὲ κατέ-
377φυγεν ἡ Ἰταλία πρὸς διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὑτῆς, ὅταν
378εἶδεν, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ αὑτῆς δυνάμεις δὲν τῇ ἐπέτρε-
379πον τὴν περαιτέρω ἐπιβολὴν φόρων; Εἰς τὰ δάνειά της
380καὶ εἰς πόρους ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ της. Ἐπέβαλε φό-
381ρον 12½% εἰς τὰ δάνεια, καὶ ἐστήριξε πολλοὺς καὶ
382ποικίλους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστι-
383κῆς περιουσίας, ἐπὶ τοῦ domaine ecclésiastique, ὅπερ
384διαδραματίζει σπουδαῖον μέρος ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰ-
385κονομικῶν τοῦ Ἰταλικοῦ Βασιλείου. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι,
386τὸ πόρισμα τῆς συγκρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πρὸς τὰ
387οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας καὶ πρὸς τὴν πορείαν, ἣν αὕτη ἠκο-
388λούθησεν, ὅτε εὑρέθη εἰς περιστάσεις ἀναλόγους τῶν ἡμετέ-
389ρων.
390Καὶ ἡ τοιαύτη ἑπομένως σύγκρισις καὶ σχετικὴ ἐξέτασις
391τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δὲν ἔχει τι τὸ θετικώτερον τῆς συγκρί-
392σεως καὶ τῆς μελέτης, ἣν ἐποιησάμεθα, τοῦ οἰκονομικοῦ συ-
393στήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰς παραγω-
394γικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Δὲν ἀποδει-
395κνύει δὲ καὶ τὸ ὑγιὲς τοῦ συστήματος τούτου, ὅπως δικαιο-
396λογήσῃ τὴν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνή-
397σεως ἀπευθυνθεῖσαν μομφήν, ὅτι ἀπολύτως καὶ ἀσχέτως
398πρὸς ἄλλα οἰκονομικὰ συστήματα ἐξεθέσαμεν τὰς ἰδέας μας,
399ἐνῷ ἐξεθέσαμεν αὐτὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀληθῆ βάσιν τῶν
400οἰκονομικῶν παντὸς Ἔθνους, πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δηλ.
401δυνάμεις τοῦ τόπου. Ἐν τῇ συγκριτικῇ δὲ ἐξετάσει, ἣν ἐποιή-
402σατο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εὗρόν τι,
403δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησίν μου, ἢ τὴν πεποίθη-
404σιν ἄλλου, ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν ἔχομεν, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ
405δυνάμεις τοῦ τόπου δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσι τὰ βάρη,
406ἅτινα ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις.
407Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκε μίαν μεγάλην
408ἀλήθειαν, εἰπών, ὅτι δὲν ἔχομεν πίστιν. Τοῦτο εἶναι τόσον
409ἀληθές, ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πίστις εἶναι μέγιστον ἀγα-
410θὸν διὰ πᾶν Ἔθνος. Ἡ πίστις δὲν εἶναι πλοῦτος, ὡς εἶπεν ὁ
411κ. Πρωθυπουργός. Ἡ πίστις εἶναι προϊὸν, εἶναι τέκνον τοῦ
412πλούτου. Ὅπως δὲ καὶ τὸ νόμισμα, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ
413κατ’ ἄλλον τρόπον, ἡ πίστις καθιστᾷ δραστηριωτέραν καὶ
414παραγωγικωτέραν τὴν κίνησιν καὶ κυκλοφορίαν τῶν κεφα-
415λαίων καὶ τοῦ πλούτου, καὶ συντελεῖ τοιουτοτρόπως εἰς
416τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐπαύξησιν αὐτοῦ. Ὅτι δὲ ἡ πί-
417στις εἶναι ἀγαθὸν καὶ κτῆμα πολυτιμότατον διὰ πᾶν
418Ἔθνος, οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ συζητοῦμεν,
419εἶναι, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν τὸ πο-
420λύτιμον τοῦτο ἀγαθόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τούτου δια-
421φωνοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, μετὰ τοῦ
422ὁποίου συμφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας, καὶ τῆς
423σημασίας τῆς πίστεως. Πιστεύω, ὅτι Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν
424ἔχει τακτικὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀνάλογον πλοῦτον, δὲν εἶναι
425δυνατὸν νὰ ἔχῃ πίστιν. Τοῦτο δὲ θεωρῶ τοσοῦτον ἀληθές,
426ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πίστις εἶναι κτῆμα πολύτιμον διὰ
427πᾶν Ἔθνος. Μὴ διαφωνοῦντες δὲ περὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς
428σημασίας αὐτῆς, διαφωνοῦμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δυνά-
429μεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τακτικὰ καὶ βάσιμα οἰκονομικὰ,
430ἅτινα θὰ φέρωσι καὶ εἰς ἡμᾶς θετικὴν καὶ ἀληθῆ πίστιν,
431διότι πίστις, βασιζομένη ἐπὶ οἰκονομικῶν μὴ ἀληθῶν καὶ
432μὴ βασίμων, δὲν εἶναι πίστις, ἀλλὰ σκιὰ πίστεως, φεύγουσα
433καὶ διασκορπιζομένη εἰς τὴν πρώτην καὶ ἐλαχίστην οἰκο-
434νομικὴν δυσκολίαν. Ἀλλὰ πῶς θὰ τακτοποιήσωμεν τὰ
435οἰκονομικὰ ἡμῶν, πῶς θὰ θεμελιώσωμεν ταῦτα ἐπὶ βάσεων
436θετικῶν καὶ στερεῶν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀρνεῖται τὸ δυ-
437νατὸν οἰκονομιῶν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις, λαβὼν δὲ
438ὡς ἀφετηρίαν παραδείγματά τινα, ἅτινα διακοπτόμενος ἀνέ-
439φερον ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶπεν, ὅτι καὶ ἐγὼ μόνον 110,000
440δραχμῶν οἰκονομίας ἐπρότεινα ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρε-
441σίαις. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ θέ-
442ματος τούτου δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναφέρῃ πλήρη τὴν ἰδέαν μου,
443καθ’ ἣν ἐπὶ ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων τῶν ὀργανισμῶν πολ-
444λῶν ὑπηρεσιῶν ἐστηρίζοντο αἱ οἰκονομίαι, ἃς θεωρῶ δυ-
445νατὰς ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὑπηρεσίαις. Τίνες δ’ ἔσονται αἱ
446μεταῤῥυθμίσεις αὗται, θὰ ὑποδείξωμεν ἴσως εἰς τὴν συζή-
447τησιν ἄλλων νομοσχεδίων, διότι σήμερον δὲν πρόκειται νὰ
448ἐξετάσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν. Δὲν
449εἶπον δὲ, ὅτι μόνον 110 χιλ. δρ. δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν
450ἀλλὰ δύο περίπου ἑκατομ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν παραδέχεται
451ὡσαύτως ὡς δυνατὰς οἰκονομίας, ἀνωτέρας ἐκείνων, ἃς εἰσή-
452γαγεν εἰς τὰ δύο στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα. Προβάλλει δὲ
453καὶ ἤδη τὸν συνήθη ἰσχυρισμὸν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.
454Ἀλλὰ τίς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς σκεπτόμεθα, ἢ προτείνομεν τὴν
455μεταβολὴν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς; Εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμ-
456βάνομεν, ὅτι ἐθνικὴν πολιτικὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἂν
457δὲν ἔχωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εἰς καλὴν κατάστασιν.
458Πλανῶνται δὲ οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἄνευ τοιούτων οἰκονομικῶν
459δυνάμεθα σπουδαίως νὰ ἔχωμεν ἐθνικὴν πολιτικήν. Τότε δὲ
460μόνον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ καλὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐθνι-
461κὴν πολιτικήν, ὅταν ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς ἦναι
462σύμφωνος καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνά-
463μεις. Τοιοῦτος ὀργανισμὸς ἔσται θετικὸς καὶ ἐφαρμόσιμος,
464ἐφαρμοζόμενος δὲ τακτικῶς, θὰ ἐπιφέρῃ τὴν στρατιωτικὴν
465ὀργάνωσιν τοῦ Ἔθνους.
466Στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ τοιοῦτοι, οἵους ἔχουσι τὰ Ἔθνη
467ἐκεῖνα, ἅτινα θέλουσιν εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὦσιν ἕτοιμα
468πρὸς πόλεμον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συντάσσονται
469καὶ οἱ ἡμέτεροι ὀργανισμοί, ἔχουσι βεβαίως πλειοτέρας
470στρατιωτικὰς ἀρετὰς καὶ πλεονεκτήματα, δὲν δύνανται
471ὅμως νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πολιτικήν, διότι
472ἡ τελεία αὐτῶν ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ δαπάνας ἀνωτέρας ἐκεί-
473νων, ἃς δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
474ἡμῶν. Ἐφαρμοζόμενοι δὲ ἀτελῶς, ὅπως ἐφαρμόζονται παρ’
475ἡμῖν, δὲν δύνανται νὰ προετοιμάσωσι στρατιωτικῶς τὸ Ἔθνος.
476Οἱ στρατιωτικοὶ δὲ ὀργανισμοὶ τῶν Ἐθνῶν, ἅτινα ἐπιδιώ-
477κουσι στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐπιτρέπουσαν ἐνέργειαν ἐν
478ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἔχουσι μὲν στρατιωτικὰ πλεονεκτή-
479ματα ὀλιγώτερα τῶν ἄλλων, εἰσὶν ὅμως οἰκονομικώτεροι,
480καὶ ὡς τοιοῦτοι τυγχάνουσι πλήρους ἐφαρμογῆς καὶ ἐπιφέ-
481ρουσιν εἰς τὰ πτωχὰ Ἔθνη σχετικῶς πληρεστέραν στρατιω-
482τικὴν ὀργάνωσιν καὶ προετοιμασίαν. Προτείνοντες δὲ τὴν
483ἐφαρμογὴν τοιούτου ἁπλουστέρου ὀργανισμοῦ, καὶ φέροντες
484ὡς παράδειγμα τὴν Ἑλβετίαν, ὄχι μόνον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ
485ἀντιστρατευθῶμεν κατὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἀπε-
486ναντίας πιστεύομεν, ὅτι μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ
487ὑπηρετήσωμεν αὐτήν.
488Μὴ δεχόμενος δὲ τὰς οἰκονομίας, ἃς ὑπέδειξα ἐν ταῖς
489πολιτικαῖς καὶ στρατιωτικαῖς ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους, ὁ
490κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερε θετικήν τινα ἀπόδειξιν τῆς
491ὑπάρξεως ἐν τῷ τόπῳ οἰκονομικῶν δυνάμεων καὶ πόρων, ἀρ-
492κετῶν νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς εἰσπράξεις, ἃς ζητεῖ
493διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι
494ἔχομεν μᾶλλον ἐκτεταμένας γαίας, καὶ ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον
495εἶναι ὑπερτετιμημένον παρ’ ἡμῖν, δὲν δύναται, δι’ οὓς λόγους
496ἀνέπτυξα, νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ὁ παρὰ
497τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποτιθέμενος πλοῦτος. Ἡμεῖς, ἐξετά-
498σαντες τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς παρα-
499γωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν
500αὐτοῦ ἱστορίαν, εὕρομεν τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, ὅπερ οὗτος
501ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ ἐκεῖνο,
502ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ ἄνευ καταστροφῆς τῶν δυνάμεων
503αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκει, ὅτι καὶ οἱ ἀριθμοὶ,
504οὓς ὑπελογίσαμεν, εἶναι καβαλιστικοί. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ
505ἀριθμὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἅτινα, κατὰ τοὺς ἐπισήμους
506Ἀπολογισμούς, εἰσεπράχθησαν, κατὰ μέσον ὅρον, κατὰ τὰ τε-
507λευταῖα 4 ἔτη, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν 70 ἑκατομμυρίων, τὸν ὁποῖον
508ὑπελογίσαμεν κατόπιν μελέτης τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν
509φόρων, οὓς θεωροῦμεν ἐπιδεκτικοὺς βελτιώσεως καὶ ἀναπτύ-
510ξεως, τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς προόδου καὶ προσαυξήσεως
511τῶν ὑφισταμένων φόρων καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὀργάνων
512τῆς εἰσπράξεως, ἐὰν, λέγω, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ, οὓς ἐξηγάγο-
513μεν ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν αὐτῆς τῆς Κυβερνή-
514σεως, ἀπαιτοῦσι πρὸς ἀνακάλυψίν των μαγικήν τινα ἢ
515καβαλιστικὴν ἐργασίαν. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι καβα-
516λιστικοί, ἀλλὰ θετικοί, διότι στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγ-
517μάτων καὶ ἐπὶ ἐπισήμων πληροφοριῶν.
518Μολονότι δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ τόπος ἔχει τὰς παραγω-
519γικὰς δυνάμεις, ἃς ὑποθέτει, μολονότι ἐκ τῶν πραγμάτων
520ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον, οὐχ ἧττον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
521βερνήσεως πιστεύει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν πίστιν,
522ἐπιβάλλοντες φόρους, δυσαναλόγους πρὸς τὰς δυνάμεις ἡμῶν,
523διότι δεικνύοντες οὕτω, ὅτι δῆθεν ἔχομεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ
524Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, δεικνύομεν συνάμα εἰς τὸν ἔξω κόσμον
525καὶ εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, ὅτι ἔχομεν τὴν θέλησιν νὰ
526ἀποτίσωμεν τὰς ὀφειλὰς ἡμῶν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι μόνον
527τοιαύτη ἐπίδειξις δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς προσπορίσῃ θετικὴν
528πίστιν, καὶ ὅτι πρὸς ἀπόκτησιν τοιαύτης πίστεως ἀπαιτεῖ-
529ται, σὺν τῇ θελήσει ἡμῶν, καὶ ἡ δύναμις καὶ τὰ μέσα πρὸς
530πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν. Πιστεύομεν δὲ συγχρόνως,
531ὅτι τὰ μέσα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλως ἢ θεμε-
532λιοῦντες τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα ἐπὶ τῶν πραγματι-
533κῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου.
534Τίνα δὲ πίστιν ἐπιζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅπως ἐπιτύ-
535χῃ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ διὰ τῆς ἐλαττώ-
536σεως τῶν διὰ τὰ χρέη τοῦ Κράτους δαπανῶν; Ἐπιζητεῖ
537πίστιν, ἴσην πρὸς τὴν τῶν Ἐθνῶν ἐκείνων, πρὸς ἃ ἀρέσκεται,
538ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλούτου, νὰ συγκρίνῃ τὸ Ἑλληνικὸν
539Ἔθνος. Ἐπιζητεῖ πίστιν ἀνάλογον πρὸς τὴν τῆς Γαλλίας καὶ
540Ἰταλίας. Τοιαύτης δὲ πίστεως ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς πραγ-
541ματοποίησιν τοῦ μέτρου τῆς ἑκουσίας μετατροπῆς τῶν δα-
542νείων ἡμῶν, ὅπερ ὑπέδειξε, καὶ ὅπερ δύναται νὰ φέρῃ ἐλάτ-
543τωσιν τοῦ διὰ τὰ χρέη ἡμῶν ἀναγραφομένου κατ’ ἔτος ποσοῦ.
544Φαντάζεται δυνατὴν τὴν ἔκπτωσιν τῶν τόκων ἀπὸ 9 καὶ
54510%, ὡς ἔχουσι σήμερον, εἰς 5%, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ
546μετατρέψῃ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὅπερ φέρει 6%
547ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου. Φαντάζεται ἀκολούθως δυ-
548νατὴν τὴν ἔκπτωσιν αὐτῶν εἰς 4 ἢ 4½%, διὰ νὰ ἐπι-
549τύχῃ τὴν ἑκουσίαν μετατροπὴν τῶν δανείων τῶν 120 καὶ
550170 ἑκατομμυρίων, ἅτινα φέρουσι 5% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ
551αὐτῶν κεφαλαίου. Τοιαῦτα δὲ παραδέχεται ὁ κ. Πρόεδρος
552τῆς Κυβερνήσεως, διότι μόνον, ὅταν οἱ τόκοι ἐκπεσθῶσι παρ’
553ἡμῖν εἰς 5, ἢ 4½ καὶ 4%, θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἑκουσία
554καὶ ἄνευ παραβιάσεως τῶν συμπεφωνημένων μετατροπὴ τῶν
555δανείων ἡμῶν, περὶ ἧς ὡμίλησεν. Ἀλλὰ τοιαύτην πίστιν δυ-
556νάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν μὲ φορολογίαν ὑπέρογκον, συντρίβου-
557σαν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ παρακωλύου-
558σαν τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν;
559Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἰδέας
560ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν σημασίαν, ὅπως ἴδῃ, ὅτι δι’
561αὐτῶν δὲν ἐπιζητοῦμεν ἢ τὴν ἑδραίωσιν τῶν οἰκονομικῶν
562ἡμῶν ἐπὶ βάσεων στερεῶν καὶ θετικῶν, τὴν ἀποσόβησιν ἀπὸ
563τῆς πατρίδος ἡμῶν τοῦ δυστυχήματος, ὅπερ τὴν ἐπαπειλεῖ,
564τὴν σωτηρίαν τῆς τιμῆς τοῦ τόπου, καὶ τὴν θεμελίωσιν
565βάθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἱδρύσωμεν πραγ-
566ματικὴν πίστιν. Ἐπροτίμησε νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἰδέας ἡμῶν
567ὑπὸ τὴν μορφήν, ἣν ἄλλοι ἔδωκαν εἰς αὐτὰς, διαστρέφοντες
568τὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Ἠθέλησε νὰ μεταμφιέσῃ αὐτὰς καὶ τὰς
569ἐνδύσῃ τὸ εἰδεχθὲς ἔνδυμα τῆς χρεωκοπίας, ἣν ἡμεῖς ἀπο-
570κρούομεν, καὶ ζητοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν.
571Ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπι-
572τροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ἢ μᾶλλον ἔγραψεν ἐν
573τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ὅτι αἱ ἰδέαι, ἃς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξέ-
574φρασε πρὸ τῶν ἐκλογῶν, παρενέβαλον ἐμπόδια καὶ δυσκολίας
575εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἃς διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς
576ἀνανέωσιν τῶν προκαταβολῶν, καὶ ὅτι αἱ δυσκολίαι αὗται
577διεσκεδάσθησαν, καὶ ἐσώθη ὁ τόπος, διότι αἱ ἐκλογαὶ ἀπέ-
578δειξαν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
579Ἐλησμόνησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητής, γράφων ταῦτα, ὅτι
580αἱ προκαταβολαὶ εἶχον κανονισθῆ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν,
581καὶ ὅτι, μήτε αἱ ἰδέαι ἡμῶν ἐδυσκόλευσαν, μήτε αἱ ἐκλογαὶ
582ηὐκόλυναν τὸν κανονισμὸν αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος
583τῆς Κυβερνήσεως εἶπε προχθὲς, ὅτι αἱ ἰδέαι τῆς Ἀντιπολιτεύ-
584σεως ἀντιδρῶσι πρὸς τὰς ἐνεργείας, ἃς καταβάλλει ἡ Κυβέρ-
585νησις, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰς ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐ-
586ρώπης τιμὰς τῶν χρεωγράφων ἡμῶν. Λέγων τοῦτο ὁ κ.
587Πρωθυπουργὸς, λησμονεῖ, ἢ ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Εὐρώ-
588πῃ ἀγορὰ πραγματικὴ, ἡ καλουμένη Marché, ἐπὶ τῶν
589Ἑλλ. χρεωγράφων, δυναμένη νὰ ἐπηρεασθῇ παρὰ τῶν γνω-
590μῶν ἡμῶν, ὅπως ὑπάρχῃ ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῶν πλείστων
591ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν χρεωγράφων ἡμῶν διευ-
592θύνονται παρ’ ὁμάδων, αἵτινες ὀλίγον ἐπηρεάζονται ἐκ τῶν
593συζητήσεων ἡμῶν, καὶ ὁδηγοῦνται κυρίως ἐκ τῶν γενικῶν
594διακυμάνσεων τῶν Χρηματιστηρίων, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰς
595τιμὰς αὐτῶν καὶ κατορθώσωσι τὴν πώλησιν τῶν παρ’ αὐτῶν
596κατεχομένων εἰς ὀλιγίστους Εὐρωπαίους κεφαλαιούχους καὶ
597εἰς πολλοὺς Ἕλληνας τοιούτους ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλ-
598λάδος.
599Ἀλλὰ μᾶς ἐρωτᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί θὰ κάμωσιν αἱ
600ὁμάδες, αἱ κατέχουσαι ἀπέναντι τῶν προκαταβολῶν τὰς 180
601χιλιάδας ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰς
602μὴ εἰσέτι ἐκποιηθείσας; Νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι οὗτοι, ὡς τίμιοι
603δανεισταὶ, βλέποντες τὰς δυσκολίας τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, καὶ
604πειθόμενοι περὶ τῶν εἰλικρινῶν αὐτοῦ διαθέσεων, νὰ προφυ-
605λάξῃ καὶ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν
606δανειστῶν του, θὰ ἔλθωσι μετ’ αὐτοῦ εἰς συνεννόησιν, καὶ θὰ
607παρέξωσιν αὐτῷ πᾶσαν δυνατὴν εὐκολίαν. Δὲν πιστεύω ποτὲ,
608ὅτι αἱ ὁμάδες αὗται θὰ φερθῶσιν ὡς κοινοὶ παῖκται τοῦ Χρη-
609ματιστηρίου καὶ, ἐξογκοῦσαι ἢ παραμορφοῦσαι τὰς ἰδέας
610ἡμῶν, θὰ ζητήσωσι νὰ ἐξευτελίσωσι τὰς τιμὰς τῶν εἰς χεῖ-
611ρας αὐτῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ὅπως ὠφεληθῶσι μὲν
612αὐταὶ κατά τι, προξενήσωσι δὲ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν
613τῶν 11 ἑκατομμυρίων, ἥτις τοσοῦτον φοβίζει τὸν κ. Πρωθυ-
614πουργόν. Ἀλλὰ τίνες ἰδέαι δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤ-
615ῥοήν τινα ἐπὶ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν
616οὗτοι; Βεβαίως αἱ ἰδέαι ἡμῶν, παραμορφούμεναι καὶ παρι-
617στάμεναι ὡς ἰδέαι χρεωκοπίας, δύνανται ν’ ἀσκήσωσι κακὴν
618ἐπ’ αὐτῶν ἐπιῤῥοήν. Τοιαῦται ὅμως, οἵας ἡμεῖς ἐννοοῦμεν αὐ-
619τὰς, καλὴν ἀπ’ ἐναντίας δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοήν.
620Εἴπετε εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν κατόχων τῶν δανείων ἡμῶν,
621ὅτι ἀντὶ τῶν 9%, ἅτινα λαμβάνει ἐπὶ τοῦ πραγματι-
622κοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, θὰ τῷ ἐξασφαλίσωμεν, κατὰ τρόπον βέ-
623βαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, 7%. Ἐρωτήσατε αὐτὸν, ἂν
624δέχηται, ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινα καιρὸν ἡ
625χρεωλυτικὴ κλήρωσις τῶν ὁμολογιῶν του καὶ τὸ πέραν τῶν
6267% τοῦ τόκου του. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ
627παραδεχθῇ τοῦτο μετὰ προθυμίας, οὐ μόνον, ἂν δυνηθῶμεν νὰ
628παρουσιάσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς διαῤῥυθμισθέντα ἐπὶ
629βάσεσιν ἀναλόγοις πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῶν Γάλλων καὶ τῶν
630Ἰταλῶν, πρὸς οὓς ἀρεσκόμεθα νὰ συγκρίνωμεν τὸν πλοῦτον
631ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἱσπανίας, ἥτις πρὸ
632ὀλίγων ἐτῶν διεῤῥύθμισε τὰ οἰκονομικὰ αὑτῆς ἐπὶ ὅροις πολὺ
633βαρυτέροις ἐκείνων, ὑφ’ οὓς δυνάμεθα νὰ διαῤῥυθμίσωμεν ἡμεῖς
634σήμερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν.
635Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς συνεκινήθη ἐκ τῆς ἰδέας,
636ὅτι δύνανται νὰ πάθωσιν αἱ Τράπεζαι, τὰ φιλανθρωπικὰ
637καταστήματα, αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανά· ὑπὲρ αὐτῶν ἔδειξε
638πολὺ ἐνδιαφέρον, καὶ δικαίως. Τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τοῦτο ὤθησε
639τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ μεμφθῇ, ὅτι ἐσυκοφάντησα τὸν
640συγγραφέα, τοῦ ὁποίου ἀπόσπασμα ἀνέγνωσα προχθὲς ἀπὸ
641τοῦ βήματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἀγο-
642ρεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτροποποίησε τὴν φράσιν
643ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο συγχαίρω αὐτὸν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.
644Καὶ ἐν αὐτῇ ὅμως ποιεῖται χρῆσιν λέξεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ
645ὡσαύτως βαρεῖαν, διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἦτο δυνα-
646τὸν νὰ διαστρέψω τὴν ἰδέαν τοῦ Paul Leroys Beau-
647lieu, ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ ὁποίου ἀνέγνωσα αὐ-
648τολεξεὶ ἀπόσπασμα, μήτε πιστεύω, ὅτι ὁ συγγραφεὺς
649οὗτος, γράψας ὅσα ἔγραψε, δὲν ἔσχεν ὑπ’ ὄψει του, ὡς εἶ-
650πεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μέρος
651τῶν χρεωγράφων ἑνὸς Κράτους ἤθελε περιέλθει εἰς χεῖρας
652Τραπεζῶν, κοινωφελῶν καταστημάτων, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν.
653Τοιαῦτα διατεινόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσέθηκεν, ὅτι
654ἐπιτρέπεται νὰ συκοφαντώμεθα μεταξύ μας, οὐχὶ δὲ νὰ συκο-
655φαντῶμεν τοὺς ξένους. Δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι
656δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν, μήτε νὰ συκοφαντώμεθα, μήτε νὰ δια-
657στρέφωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἢ τῶν ξένων. Ἐπιτρέπεται εἰς
658ἡμᾶς, νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ φιλονεικῶμεν, ἐν ἀνάγκῃ, ὅπως
659εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἰδέαν, ἣν τὰ συμφέροντα τῆς
660χώρας ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν νὰ παραδεχθῶμεν. Δὲν ἐπιτρέπε-
661ται ὅμως νὰ θέτωμεν μεταξὺ ἡμῶν τὸν βορβορώδη φραγμὸν
662τῆς συκοφαντίας καὶ τῆς διαστροφῆς, ὅστις μήτε τὸ Ἔθνος,
663μήτε ἡμᾶς δύναται νὰ ὠφελήσῃ. Τοιαῦτα δὲ φρονῶν, ἅμα
664ἤκουσα τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα,
665ἔσπευσα ν’ ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ἀνακοινωθὲν προ-
666χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόσπασμα τοῦ συγγράμματος τοῦ
667Paul Leroys Beaulieu, καὶ εὗρον, ὅτι ὁ συγγραφεὺς οὗτος,
668οὐ μόνον εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐπανειλημμένως
669ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ περαι-
670τέρω, παραδεχόμενος, ὅτι τὰ Ἔθνη, τὰ περιελθόντα εἰς τὴν
671οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα σήμερον, οὐ μόνον
672δικαιολογοῦνται, ἀναβάλλοντα τὴν πληρωμὴν μέρους τῶν κατ’
673ἔτος καταβαλλομένων εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ν’
674ἀποκόψωσι μέρος αὐτῶν· τοῦτο δὲ πρὸς σωτηρίαν καὶ αὐ-
675τῶν τῶν δανειστῶν των.
676Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀμφισβητήσω
677τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, τῶν καταστημά-
678των, τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν, διότι ἀκριβῶς καὶ τὸ ὑπὲρ
679αὐτῶν ἐνδιαφέρον ὠθεῖ καὶ ἡμᾶς νὰ ἐπιμένωμεν λέγοντες, ὅτι
680δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσητε τοὺς πόρους ἐκείνους, ἐξ ὧν τὸ
681Κράτος εἰσπράττει χρήματα, διὰ τῶν ὁποίων πληρόνει τοὺς
682τόκους τῶν χρεωγράφων, ἅτινα κατέχουσι καὶ αἱ Τράπεζαι,
683καὶ τὰ κοινωφελῆ καταστήματα, καὶ αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρ-
684φανά.
685Ἓν μόνον καλὸν εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς παρήγορον,
686ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν ἰδεῶν ἡμῶν· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἔλλειψις πι-
687θανότητος νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐφαρμόσωμεν αὐ-
688τάς. Τὴν παρηγορίαν ταύτην σᾶς τὴν ἀφίνομεν πλήρη, καὶ δὲν
689ἐννοοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ἐξ αὐτῆς εὐχαρίστησιν ὑμῶν.
690Ἡ ἐξουσία, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, καὶ ἐκεῖ, ὅπου
691θὰ καταντήσωσι διὰ τῆς ὠθήσεως, ἣν ἐδώκατε εἰς αὐτὰ, οὐ-
692δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέλγητρον διὰ πάντα, θέλοντα εὐσυνει-
693δήτως καὶ εἰλικρινῶς νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του. Ἄν
694δὲ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἀναλόγων ἐκείνων, ἃς ἐξεθέσα-
695μεν, κληθῶσιν ἄλλοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐπι-
696βαλλομένου αὐτοῖς καθήκοντος, οὗτοι εὐκόλως δύνανται νὰ
697φαντασθῶσι ποίας θὰ λάβωσιν, ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει, πι-
698κρίας, καὶ ποίας θ’ ἀπαντήσωσι δυσκολίας, ὅπως μὴ δυσκο-
699λευθῶσι ν’ ἀφήσωσι πλήρη τὴν παρηγορίαν, ἣν εὗρεν ὁ ἀξιότιμος
700κ. Πρωθυπουργὸς. Ὁποῖαι δὲ θὰ ὦσιν αἱ πικρίαι καὶ αἱ δυσκο-
701λίαι αὗται, δύναταί τις νὰ τὰς μαντεύσῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει,
702ὅσα μία τάξις ἀνθρώπων, ἰδίως ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, μετα-
703χειρίζεται μέσα, πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἁπλῆς ἐκφράσεως
704τοιούτων ἰδεῶν, συσσωρεύουσα συκοφαντίας ἐπὶ συκοφαντιῶν
705καὶ διαστροφὰς ἐπὶ διαστροφῶν.
706§12ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀξιῶ, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι
707κατέχω τὴν ἐπιστήμην τῶν ἀριθμῶν· διότι ἡ κατοχὴ τῆς
708ἐπιστήμης ταύτης προϋποτίθησι καὶ χρόνον μακρὸν, καὶ
709πεῖραν, οὐ τὴν σμικρὰν, ἧς ὁμολογῶ, ὅτι στεροῦμαι. Οὐχ
710ἧττον, Κύριοι βουλευταὶ, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην ν’ ἀντλήσω ἐκ
711τῆς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐκπαιδεύσεώς μου, καὶ τῶν ἐπὶ τού-
712τοις μελετῶν μου, ὁμολογῶ, ὅτι, ἐνῷ ἔκυψα εἰς τοὺς ἀριθ-
713μοὺς, περὶ ὧν σήμερον γίνεται τοσοῦτος πάταγος, εὑρέθην
714ἀπέναντι φοβεροῦ φάσματος καὶ χάους καταστροφῆς, εἰς ὃ
715μοιραίως φερόμεθα, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἴσως καταπέσωμεν. Καὶ
716δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐκ τούτου, οὔτε δύναμαι νὰ πελαγισθῶ
717εἰς τὴν ἐξέτασιν γνωστῶν πλέον πραγμάτων, καὶ τῆς τυ-
718χαίας ἐρεύνης, θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ
719συναινέσω, ἢ μᾶλλον νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὑπὲρ οἰκονομικοῦ
720συστήματος τοιούτου, δι’ ὅπερ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ ἔντιμος
721Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πλανᾶ-
722ται καὶ ἁμαρτάνει, ὑποστηρίζων αὐτό· δι’ ὃ δύναμαι ν’
723ἀπευθύνω αὐτῷ τὸ τῶν ἀρχαίων ῥῆμα, ὅτι, «τὸ δὶς ἐξα-
724μαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ».
725Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, Κύριοι βουλευταὶ, καθ’ ἣν ἐν τῷ
726περιβόλῳ τούτῳ ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Προέδρου
727τῆς Κυβερνήσεως, σύστημα οἰκονομικὸν, ὅπερ ὁσημέραι ὠθεῖ
728τὸν τόπον εἰς ὄλεθρον· εἶναι ἱστορία μακρὰ, τὴν ὁποίαν
729γνωρίζομεν πάντες· εἶναι προηγούμενα ἀλλεπάλληλα, ἐπι-
730μαρτυροῦντα τὴν πλάνην τοῦ ἐντίμου κ. Προέδρου τῆς Κυ-
731βερνήσεως, καὶ τὸ ἡμαρτημένον οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ.
732Ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι βουλευταὶ, ἠδυνάμεθα νὰ παραδε-
733χθῶμεν καὶ νὰ βιάσωμεν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοιού-
734του οἰκονομικοῦ συστήματος, τοσούτῳ καταπιεστικοῦ, ἐὰν
735ἐβλέπομεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει ὡς ἀντάλλαγμα
736τούτου διοίκησιν ἐν τῷ τόπῳ ἀγαθὴν, συγκοινωνίαν, ἀσφά-
737λειαν, δικαιοσύνην ἀσφαλῆ καὶ μὴ ἐγκαταλελειμμένην εἰς
738τὴν τύχην αὐτῆς, καὶ στρατὸν, ἀληθῆ στρατὸν, ἐλπίζοντες
739εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, μὴ κινδυνεύοντος καθ’ ἑκάστην νὰ
740διαλυθῇ. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, μετὰ τὴν ἔλλειψιν τούτων
741ἁπάντων, νὰ ὑποστηρίξωμεν οἰκονομικὸν σύστημα, ἀφορῶν
742μόνον εἰς τὴν ἀπογύμνωσιν τοῦ λαοῦ, καὶ εἰς τὴν διλημμα-
743τικὴν ὕπαρξιν ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ τόπου. Δὲν ἔχομεν
744τίποτε, Κύριοι βουλευταί· καὶ οἱ κυβερνήσαντες τὸν τόπον
745ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἀπέβλεψαν προσέτι καὶ εἰς τὴν
746ἔντασιν τῆς συναλλαγῆς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτῶν ἐν τῇ
747ἐξουσίᾳ, πρὸς ἣν κρώζουσιν οἱ θεσιθῆραι, καὶ ἥτις πρέπει
748νὰ ἐκλείψῃ, διὰ νὰ παύσῃ τέλος πάντων πᾶσα πολιτικὴ καὶ
749πολιτειακὴ ἀσχημία, φερομένη ὡς χαρακτηριστικὸν εἰς
750πάντας τοὺς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λαμβανομένους νόμους,
751οἵτινες εἰσάγονται καὶ ψηφίζονται ἔκτοτε ἕως σήμερον ῥου-
752σφετολογικοί. Ἐγκύψατε, Κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τῶν νόμων
753τούτων, μελετήσατε αὐτοὺς ἐπισταμένως, καὶ δὲν θέλετε
754ἀρνηθῆ, ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν. Καὶ λοιπὸν, Κύριοι βουλευ-
755ταὶ, δὲν πρέπει νὰ προέλθωμεν ἐν τοιαύτῃ καὶ τοσούτῳ με-
756γάλῃ θυσίᾳ, ψηφίζοντες τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦτο,
757ἀφοῦ ὁ τόπος στερεῖται τῶν πάντων· ἐνῷ, ἐὰν τὸ ἀντάλ-
758λαγμα τούτου, καίτοι ὑπῆρχεν 100 καὶ 200%
759ὡς φόρος ἐπὶ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν προϊόντων τῶν συμπο-
760λιτῶν μας, ἐδίδετο ἡμῖν δι’ ἀγαθῆς διοικήσεως, ἠδυνάμεθα
761νὰ εἴπωμεν τοῖς συμπολίταις ἡμῶν: «Ἐβαρύναμεν ὑμᾶς,
762συμπολῖται, διὰ φόρων, ἀλλ’ ἐδώκαμεν ὑμῖν ἀγαθὴν διοί-
763κησιν, συγκοινωνίαν, ἀσφάλειαν, δικαιοσύνην, καὶ ἐξησφαλί-
764σαμεν τὸν στρατὸν τῆς Πατρίδος, δι’ οὗ εἴχομεν ἀνάγκην
765νὰ φρουρήσωμεν τὰ ἀπαράγραπτα δικαιώματα τοῦ Ἑλλη-
766νισμοῦ.»
767Ἐπαναλέγω, Κύριοι βουλευταὶ, τὰ πάντα κινδυνεύουσι,
768καὶ προβλέπω, εἴθε δὲ νὰ ψευσθῶ, ὅτι, ἐπανερχόμενοι τὸν
769προσεχῆ Νοέμβριον, θέλομεν ἀναντιῤῥήτως ἐγκύψει εἰς τὸ
770χάος, εἰς τὸ φοβερὸν χάος ἐλλείμματος ὑπὲρ τὰς οἰκονομι-
771κὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους.
772Κύριοι βουλευταί, ἐὰν διατηρῆτε ἀγάπην καὶ ἐκτίμησιν
773πρὸς τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Τρικούπην,
774πρὸς ὃν ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸς τὰς συμπαθείας μου, ἀνάγκη
775ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἐπιψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων·
776ἀποτείνομαι μάλιστα πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ἐν ᾗ πα-
777ρακάθηνται οἱ φίλοι αὐτοῦ, καὶ ἀπευθύνω αὐτοῖς τὴν ἑξῆς
778παρατήρησιν ὅτι, ἐὰν ἐνδιαφέρωνται οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι
779οὗτοι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεως τοῦ ἡγέτου αὐτῶν, καὶ
780ἐὰν φείδωνται τῆς πολιτικῆς ὑπολήψεως αὐτοῦ, πρέπει νὰ
781τῷ ἀρνηθῶσι τὴν ψῆφόν των. Ναί, Κύριοι βουλευταὶ τῆς
782δεξιᾶς, ἀνάγκη ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφον ὑμῶν πρὸς τὸν κ.
783Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
784μικῶν, σώζοντες αὐτὸν ἐξ ἁμαρτίας, ἐν ᾗ ἐμπίπτει καὶ αὖ-
785θις, λέγοντες αὐτῷ, ἀρνούμενοι, ὅτι ὁ σοφὸς δὶς δὲν ἐξαμαρ-
786τάνει. Ὁ κ. Τρικούπης, κάτοχος πολλῶν γνώσεων, ἐστερη-
787μένος ὅμως πείρας τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἐκ τούτου δὲ
788φερόμενος εἰς πολιτικὸν ὄλεθρον, συμπαρασύρει τὸν τόπον
789εἰς οἰκονομικὸν χάος, ἀφ’ οὗ ἀνάγκη νὰ σωθῇ, καὶ τὴν σω-
790τηρίαν αὐτοῦ μόνη ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ
791ἐπιχειρήσῃ.
792Δὲν ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματος τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,
793ὁμιλῶ ἐξ ἐμαυτοῦ, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς θ’ ἀρνηθῶ
794τὴν ψῆφόν μου καὶ θὰ καταδικάσω δι’ αὐτῆς τὸ οἰκονομι-
795κὸν σύστημα τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ.
796Τρικούπη, μὴ θέλων νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην,
797νὰ προσθέσω εἰς τὰς λύπας αὐτοῦ μίαν ἔτι, τὴν ἀνάμνησιν
798τῆς ψηφίσεως τοῦ τοιούτου συστήματός του, ὅτε προσεχῶς
799θὰ ἴδῃ, ὅτι θὰ ἵσταται ἔναντι ἐλλείμματος φοβεροῦ, καὶ οἱ
800φίλοι αὐτοῦ θὰ μεταμέλωνται, καὶ πάντες ἐν τῷ περιβόλῳ
801τούτῳ θὰ συλλυπώμεθα ἀλλήλους, διότι ἡ χρεωκοπία θὰ
802ᾖναι γεγονός, καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψις θὰ μένῃ καιρίως τε-
803τραυματισμένη.
804§13Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
805§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.
806§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα, Κύριε
807Πρόεδρε.
808§16ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παραιτοῦμαι, Κύριε Πρόεδρε.
809§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμι-
810λήσῃ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
811§18ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καταθέτω αὐτὴν τὴν πρότασιν ὡς πόρισμα
812τῆς γενομένης συζητήσεως.
813§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότα-
814σιν: «Ἡ Βουλή, πειθομένη, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου
815προταθέντος πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος οἰκονομικοῦ συ-
816στήματος, δὲν θέλει ἐπιτευχθῇ ὁ δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενος σκο-
817πὸς, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
818Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη. Οἱ παραδεχό-
819μενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
820(Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
821τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Ἀσημάκη Χρηστοπούλου,
822καὶ Ν. Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψη-
823φοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
824Χαρ. Τρικούπης ΟΔ. Χατζόπουλος Ν
825Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΟΓεώργ. Μίλησης Ο
826Γ. Σισμάνης ΟΣπ. Νοταρᾶς
827Δ. Βουλπιώτης ΟΓεώργ. Κούστας
828Ἀθ. Ἴσκος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
829Ν. Καλαντζόπουλος ΟΣωτ. Δανόπουλος Ο
830Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
831Μ. Γουλιμῆς ΟΜιχ. Νικηφοράκης Ο
832Μ. Ἰατρίδης ΟΔημ. Πετρίδης Ν
833Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ν
834Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΝΓεώργ. Κόρπας Ο
835Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης Στέφ. Σκουλούδης Ο
836Χρ. Χριστόπουλος ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
837Φίλιπ. Βάρβογλης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ο
838Ἠλίας Φλέσσας ΝΝικ. Νομικός
839Κων. Κωνσταντόπουλος ΝΜίνως ΜπογιατζόγλουςΟ
840Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΓεώργ. Μπούμπουρας Ο
841Παν. Μανέτας ΟΛωρέντζος Δελαρόκα Ο
842Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝΔημοσθ. Καΐρης Ο
843Ἠλίας Παλαμήδης Γεώργ. Δρόσος Ο
844Κων. Κατσικόπουλος Νικ. Κρίσπης Ο
845Δημ. Ν. Βότσαρης ΟΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
846Κων. Γ. Καραπάνος ΝΚων. Κοσσονάκος Ο
847Γεώργ. Χ. Παχύς Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν
848Στ. Δραγούμης ΟΓ. Μαυρομιχάλης
849Δ. Ῥάλλης ΝἈριστ. Πετροπουλάκης
850Ἀνδρ. Ψύλλας Γιανν. Μαυρομιχάλης Ο
851Φωκίων Νέγρης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
852Ἰωάν. Γεωργαντᾶς Λεων. Καπετανάκος
853Νικ. Μπουφίδης Ξανθός Πικουλάκης Ο
854Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ἰω. Καρτάλης Ο
855Δ. Καλλιφρονᾶς Ἀργ. Κανταρτζῆς Ο
856Νικ. Λεβίδης ΝΕὐάγγ. Σταμούλης Ο
857Σπ. Κουκούλεζας ΟΝ. Κουκουσλῆς
858Ὄθων Μακρυγιάννης ΟΑ. Ἀστεριάδης Ο
859Γ. Ροῦφος Ἰω. Παπαδόπουλος
860Θάνος Κανακάρης ΟΚων. Μαρκίδης
861Ἀθ. Πετιμεζᾶς ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ο
862Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Δημ. Κουτσουμπλῆς Ο
863Α. Παπαγιαννακόπουλος ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ο
864Α. Φωτήλας ΝἈναστ. Ζαρμάνης Ο
865Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
866Ἀντ. Ῥικάκης ΝΚων. Κουμουνδοῦρος
867Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΠερ. Πεῤῥωτής
868Ἰω. Κρεστενίτης ΝΔημ. Τζάνες Ν
869Ν. Κουμανιώτης ΝΠερ. Μποῦτος Ν
870Βασ. Βουδούρης ΟΠαν. Σάκκης Ν
871Ν. Καλογερόπουλος ΟΝικ. Παπαλέξης Ν
872Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟΝικ. Μισυρλῆς Ν
873Ν. Παπανικολάου Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ο
874Ν. Καφετζόγλους ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ν
875Ἰω. Πεζᾶς ΟΕὐστάθ. Κοκκέβης
876Κων. Σινέλης ΟΔημ. Κάρτσωνας Ν
877Κων. Λομβάρδος ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
878Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΟΣ. Χατζηγάκης Ο
879Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΟΚ. Ζωγλοπίτης Ο
880Διον. Λομβάρδος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ο
881Γεώργ. Θεοτόκης ΟΓ. Φραγγίδης Ο
882Κωνστ. Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς Ο
883Ἀντ. Καποδίστριας ΝΓ. Τάκης Ο
884Νικόλ. Βασιλάκης ΝΝ. Ταρμπάζης
885Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΝΖ. Φαλιάγκας Ο
886Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς Σταμάτ. Μπουντούρης Ο
887Σπυρ. Ἀλαμάνος ΝΘεόδωρος Γκίκας Ο
888Θεόφ. Προβατᾶς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ο
889Ἰωάν. Παδοβάς ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ο
890Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΝὈδυσσεὺς ΠετρόπουλοςΟ
891Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΝικόλ. Κοντογιάννης
892Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ο
893Νικ. Βαλσαμάκης Γεώργιος Λιδωρίκης Ο
894Γερ. Μουσούρης ΟΚωνστ. Χατζίσκος Ο
895Παν. Βενιεράτος ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
896Κων. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεμ. Κανάρης Ν
897§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 115. Ἡ πρότασις ἀπεῤ-
898ῥίφθη διὰ ψήφων 77 κατὰ 38.
899Προβαίνομεν εἰς τὴν διακοπεῖσαν τρίτην συζήτησιν ἐπὶ
900τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπρά-
901ξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.
902Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
903§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
904§22ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ περιορισθῇ τὸ 20% εἰς
90510%.
906§23ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου, Κύριε Πρόεδρε, νομίζω,
907ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετρίδου, οὔτε
908ἐκεῖνοι, οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν ἀντίῤῥησιν
909κατὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις.
910Ἀφοῦ παρεδέχθησαν, αὐτοὶ μὲν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ σύστημα εἶναι
911λαμπρὸν, ἡμεῖς δὲ, ὅτι δὲν εἶναι λαμπρὸν, δὲν ἔχομεν τὸ δι-
912καίωμα νὰ κάμωμεν συζήτησιν......
913§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Ρικάκης νὰ ὁμιλήσῃ, Κύριε Τζάνε.
914§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 2,
915νομίζω, ὅτι ἀντίκειται ἐν γένει εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία διέπει
916τοὺς νόμους τῶν ἐσόδων, καὶ ὁρίζει τὰ μέσα τῆς καταδιώ-
917ξεως. Τὸ 20%, τὸ ὁποῖον προστίθεται ὡς πρόσθετος τόκος,
918ποῖον χαρακτῆρα ἔχει; ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ καταναγ-
919καστικοῦ μέσου τῆς ἐκτελέσεως, ἢ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ
920τόκου τῆς ὑπερημερίας; Τοῦ μέσου τῆς ἐκτελέσεως βεβαίως
921δὲν ἔχει, διότι τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως εἶναι γνωστὰ, καὶ
922ὄχι μόνον εἶναι γνωστὰ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀποχρῶντα. Ὅταν
923ὑποθέσητε, ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν ἔχουσι περιουσίαν, ἀπὸ
924τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον δύναται νὰ εἰσπράξῃ, ὅ,τι ἔχει νὰ
925λάβῃ, ὅταν παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ φορολογούμενος, καταδιωκό-
926μενος διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν δύναται νὰ πλη-
927ρώσῃ, δὲν εἶναι σκληρὸν, ὄχι σκληρὸν, ἀπάνθρωπον, νὰ τὸν
928ἐπιβαρύνητε μὲ τόκον ὑπερημερίας 30%; Δὲν εἶναι δυνα-
929τὸν νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ ὀφειλέτης, τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία
930δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους του, ὀφειλέτης, ὁ
931ὁποῖος ἐφυλακίσθη καὶ δὲν ἐπλήρωσεν, ὅτι ἔχει κακὴν θέ-
932λησιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει δι’ ἄλλων μέσων νὰ τὸν πιέ-
933σητε νὰ πληρώσῃ.
934Πῶς δικαιολογεῖται ἡ ὑπέρμετρος αὕτη ἐπιβάρυνσις τοῦ
93530%; Τόκον, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς ὅλους τοὺς νόμους,
936τοὺς ὁποίους ἔχομεν περὶ τόκου, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται ἐν γένει
937εἰς τοὺς κανόνας τῆς συναλλαγῆς, τόκον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται
938ἢ νὰ ὀνομασθῇ τοκογλυφικὸς, πρὸς τί τὸν ἐπιβάλλετε;
939Ἔχετε τὰ μέσα τῆς καταδιώξεως πρόχειρα· δύνασθε νὰ τὰ
940ἐφαρμόσητε. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκῶσι, θὰ εἰπῇ, ὅτι ὑπάρχει
941ἀδυναμία πληρωμῆς ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν, καὶ τότε, ὄχι
942μόνον δὲν πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβα-
943σθῆτε αὐτούς· ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε τὴν πενίαν, καὶ ὄχι νὰ
944ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν ἀνέχειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὅπως
945τοκογλυφήσητε, ἀναβιβάζοντες τὰς 100 δραχμὰς εἰς 120.
946Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἀντίκειται εἰς ὅλους
947τοὺς κανόνας καὶ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, εἰς αὐτὴν τὴν φι-
948λανθρωπίαν καὶ τὴν ἰσότητα, ὥστε ἐν γένει, Κύριοι, εἶναι
949ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
950Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον
951περὶ καταδιώξεως, διὰ τοῦ ὁποίου θέλομεν νὰ χαρακτηρίσω-
952μεν ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου κακῆς πίστεως, καὶ
953ἑπομένως ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν ἔκτακτα μέτρα, ὅπως τοὺς
954ὑποχρεώσωμεν εἰς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν, ὀφείλομεν νὰ
955λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἓν ἄλλο ζήτημα· ὑπάρχει ἰσότης εἰς τὴν
956καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου; Εἶναι δίκαιον νὰ
957λάβητε τοιαῦτα μέτρα κατὰ τοῦ ἀτυχοῦς φορολογουμένου,
958ὁ ὁποῖος θὰ συμπέσῃ νὰ ὀφείλῃ 20 καὶ 30 δραχμὰς, καὶ ὁ
959ὁποῖος δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ; Ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν
960ὀφειλομένων, δεικνύομεν τὴν αὐτὴν προθυμίαν, τὴν αὐτὴν
961ἰσότητα ἀπέναντι ὅλων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου; Ὁ
962πίναξ, τὸν ὁποῖον κατέθεσε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπο-
963δεικνύει τὸ ἐναντίον. Κατέθεσε τὸν πίνακα τῶν λαθρεμπο-
964ρίων· κατ’ αὐτὸν τὸν πίνακα, ἀκούσατε, Κύριοι, (ἀναγινώ-
965σκει) ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1886
966ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν ποιναὶ ἐκ δραχ.
9672,649,784, αἵτινες ἐμετριάθησαν κατ’ ἔφεσιν εἰς δρ. 1,200,
968193, ἐξ αὐτῶν δὲ εἰσεπράχθησαν μόνον δραχμαὶ 320,559.
969Τώρα, ἐὰν ὁ κατ’ ἔφεσιν περιορισμὸς τοῦ καταγνωσθέντος
970ποσοῦ δύνηται νὰ θεωρηθῇ δίκαιος, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ
971ἐκτιμήσω· ἀφίνω εἰς ἕκαστον νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον
972τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμᾷ τὰ πραγματικὰ
973γεγονότα κάλλιον τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι
974ἐπὶ τόπου, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην ἐλάττωσιν ἀπὸ 3,649,
975784 εἰς 1,200,293. Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν πόσα εἰσεπρά-
976χθησαν μέχρι τοῦδε, δηλαδὴ μετὰ 5 ἔτη; Μόλις τὸ τέταρτον.
977Ἀφίνετε ἀκαταδιώκτους ἐπὶ 5 ἔτη τοὺς λαθρεμπόρους, φέρε-
978σθε ἐπιεικῶς ὅσον τὸ δυνατὸν πρὸς αὐτοὺς, καὶ οὔτε τὸ κα-
979ταγνωσθὲν ἐπὶ τέλους εὐτελὲς ποσὸν δὲν εἰσεπράξατε, καὶ ἔρ-
980χεσθε νὰ ζητήσητε ἔκτακτον νόμον, διὰ νὰ στείλητε εἰς τὰς
981φυλακὰς τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους καὶ ν’ αὐξήσητε
982τὸ χρέος αὐτῶν κατὰ εἴκοσι τοῖς ἑκατόν! Ποῖα μέσα μετε-
983χειρίσθητε κατὰ τῶν λαθρεμπόρων καὶ τῶν εὐπόρων ὀφειλε-
984τῶν, ὅπως εἰσπράξητε τὰ ὀφειλόμενα; Καὶ ἐνῷ δὲν ἐφαρμό-
985ζετε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος χορηγεῖ, κατὰ τῶν δυναμέ-
986νων νὰ πληρώσωσι, ζητεῖτε δρακοντείους νόμους κατὰ τῶν
987δυστυχῶν ἐκείνων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι μόνον ἀπέναντι
988τῆς ἀδυναμίας θ’ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμήν!
989Ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, τὸν
990ὁποῖον ἔχομεν ψηφίσει κατὰ τὸ 1885, κατὰ τί χωλαίνει καὶ
991θέλετε νὰ τὸν μεταβάλητε; Τί λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουρ-
992γείου; ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1884 καθυστέρησαν 6,000,000,
993καὶ κατὰ τὸ 1885 7,000,000. Ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὁ νόμος
994τοῦ 1885 εἶναι τελειότερος τοῦ νόμου τοῦ 1884, διότι, καὶ
995ἐὰν ἡ καθυστέρησις ἦναι ἀνωτέρα κατὰ 1,000,000, πρέπει
996νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι κατὰ τὸ 1885 ἦτο ἡ ἐπιστρά-
997τευσις, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτο ἐντελὴς ἀχρηματία, ἦτο
998πλήρης ἀδυναμία πληρωμῶν, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν
999ἐν τῷ στρατῷ καὶ δὲν εἰργάζοντο, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρατη-
1000ρεῖτε, ὅτι μεταξὺ τοῦ 1884 καὶ 1885 ὑπάρχει διαφορὰ ἑνὸς
1001μόνου ἑκατομμυρίου. Λοιπὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἀπεδείχθη
1002πλημμελής· ἐνόσῳ δὲ δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ἀνεπάρκεια αὐτοῦ,
1003διατὶ θέλετε νὰ τὸν μεταβάλητε, πρὸς βλάβην καὶ κατεπίε-
1004σιν τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ, ὅστις μόνον ἕνεκεν ἀνεχείας δύναται
1005νὰ καθυστερήσῃ; Ζητῶ λοιπὸν, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ, ἡ
1006προσθήκη αὕτη τοῦ 20% ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι εἶναι καὶ
1007βάρβαρος, καὶ παράνομος, καὶ ἀντίθετος εἰς τὰ συμφέροντα
1008τοῦ Δημοσίου.
1009§26ΤΖΑΝΕΣ. Ἐφρόνουν, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι, μετὰ τὴν ἐπι-
1010ψήφισιν τῆς προτάσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς
1011Κυβερνήσεως, οὐδεὶς τῶν ψηφοφορησάντων ἔχει τὸ δικαίωμα
1012νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν οἰκονομικῶν
1013νομοσχεδίων αὐτῆς· βλέπω ὅμως, ὅτι ἔλαθον. Λαμβάνων
1014ἀφορμὴν ἐκ τούτου, προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ εἰσ-
1015πράξεως τῶν καθυστερούντων, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ
1016νόμου τούτου, ὅτι ἡ οἰκονομία αὐτοῦ εἶναι ἀκατανόητος,
1017εἶναι δὲ καὶ πιεστικώτατος. Βλέπω, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ
1018ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ βεβαίως, πρέπει νὰ μεριμνήσῃ
1019ὁ κ. Πρόεδρος καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ
1020πίστωσιν περὶ ἐνοικιάσεως πολλῶν φυλακῶν ἀπὸ τὴν Βου-
1021λὴν, διότι ἄλλως θὰ μεταβάλῃ τὰς πόλεις εἰς φυλακὰς, καὶ
1022δυστυχῶς θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς φυλακὰς οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι,
1023οἵτινες ἡλιοκαίονται εἰς τὰς πεδιάδας, καὶ βρέχονται εἰς
1024τοὺς ἀγρούς· οἱ ἄλλοι, οἱ φίλοι τοῦ κόμματος, οἱ προστα-
1025τευόμενοι, δὲν θὰ εἰσέλθωσιν ἐν αὐταῖς, διότι τὰ ὄργανα τῆς
1026Κυβερνήσεως δὲν θὰ τοὺς ἐνοχλήσωσιν, οὔτε θὰ τοὺς καλέ-
1027σωσι κἄν νὰ πληρώσωσιν· οἱ ἐναντίοι θὰ καταδιώκωνται,
1028ἀφοῦ οὐδέποτε ἐτιμωρήθησαν οἱ πταίσαντες. Ἀναγράφονται
1029εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων
1030διατάξεις κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Οἰκονομίας τοῦ Κράτους
1031τοιαῦται, ὁποῖαι κατ’ αὐτῶν οὐδέποτε ἴσχυσαν. Ἐρωτῶ τὸν
1032Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ποίους ταμίας ἔπαυσε
1033διὰ τὰ καθυστερηθέντα, δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν
1034καὶ δὲν εἰσεπράχθησαν; Ἠξεύρω πολὺ καλά, καὶ εἶναι περιτ-
1035τὸν νὰ τὰ λέγωμεν, διότι τὰ εἶπον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, καὶ
1036καλλίτερον μάλιστα, ὅτι εὐθύνονται οἱ ταμίαι διὰ τὰ καθυ-
1037στερούμενα, καὶ εὐθύνονται μέχρι παύσεως· ποίους ὅμως ἔπαυ-
1038σαν; Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι, ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ Κύριος Πρωθυ-
1039πουργὸς νὰ ἀναγραφῇ μία τοιαύτη διάταξις,—διότι δὲν εἶναι
1040πλέον συνεισφορὰ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἶναι ποινὴ φοβερά,
1041βάρβαρος, ἀνήθικος ποινή, τοῦ νὰ ἐπιβάλητε 20%,—τότε
1042ψηφίσατε αὐτήν.
1043§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἄλλην τινα ἔποψιν φρονῶ,
1044ὅτι, θὰ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας φίλος μου.
1045Ἤθελεν εἶσθαι ματαιοπονία τὸ συζητεῖν ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκα-
1046στα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Εἶναι ματαιοπονία, διότι
1047τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ αἱ διατάξεις αὐτῶν ἀποτελοῦσιν
1048ἓν ἀλληλένδετον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις·
1049ὑπάρχει τῷ ὄντι ἓν σύστημα εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια
1050τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο κυρίως στηρίζεται ἐπὶ
1051τῆς ἰδέας τοῦ νὰ συνάξωμεν ὁπωσδήποτε, ὁθενδήποτε,
1052χρήματα· καὶ περὶ τούτου, Κύριοι, πρόκειται καὶ ἐνταῦθα.
1053Πρόκειται περὶ ἑνὸς μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πιέ-
1054σωσι τοὺς φορολογουμένους, ὥστε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ
1055πληρώσωσιν, εἴτε ἔχουσιν, εἴτε δὲν ἔχουσιν. Ἀλλὰ διατὶ ἀπο-
1056ροῦμεν, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ὁπωσδήποτε ὀφειλόντων,
1057ἀφοῦ ἔχομεν ἐνώπιόν μας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπι-
1058βάλλεται φόρος καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων; Ἔχομεν τὸ νομο-
1059σχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου μεταῤῥυθμίζουσι τὸν στρα-
1060τολογικὸν νόμον. Ἐπιβάλλεται φορολογία, διότι καθ’ ὑπό-
1061θεσιν δὲν εἶναί τις δεκτὸς εἰς τὸν στρατὸν, καθὸ ἀνίκανος.
1062Λοιπὸν ὅταν εἴμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐπινοήσεως, ὥστε
1063καὶ κατ’ ἀσθενῶν ἀκόμη, καὶ κατὰ τῆς πενίας βλέπομεν
1064φορολογίας, βεβαίως εἶναι ματαιοπονία νὰ σκεπτώμεθα περὶ
1065ἐκείνων τῶν διατάξεων, διὰ τῶν ὁποίων διὰ φοβερῶν, διὰ
1066δρακοντείων ποινῶν πρέπει οἱ ὁπωσδήποτε χρεωστοῦντες, νὰ
1067πληρώσωσι. Βλέπετε εἰς ἄλλα νομοσχέδια, καθ’ ὑπόθεσιν, νὰ
1068ἀφαιρῶνται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἀντὶ νὰ εὑρίσκηται
1069ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀσφαλίζωνται ταῦτα. Κατὰ τὸ
1070νομοσχέδιον λ. χ. περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς
1071καὶ τῶν ζώων, γίνεται κατάργησις μιᾶς διατάξεως, ἀναγνω-
1072ριζούσης τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς ἐναντίον τῶν πρωτοκόλ-
1073λων. Τί σᾶς λέγει αὐτὴ ἡ ἀρχή; Σᾶς λέγει, ὅτι διὰ τῆς
1074διατάξεως ταύτης τείνει ὁ νομοθέτης, νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δη-
1075μόσιον καὶ ὅταν δὲν δικαιῶται. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ὑπάρ-
1076χωσι τοιαῦται διατάξεις, καθ’ ἃς (ἃς μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρα-
1077σις, διότι δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν,)
1078τὸ Δημόσιον παρίσταται ἐπιδοθὲν πλέον εἰς τὸν λῃστρικὸν
1079βίον, ὅταν ἔχωμεν ἄλλας τοιαύτας διατάξεις, εἶναι ματαιο-
1080πονία νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἵτινες
1081σκοποῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσωμεν διὰ παντὸς τρόπου τοὺς
1082ἔχοντας καὶ μὴ ἔχοντας νὰ πληρώσωσιν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε
1083τοὐλάχιστον ὀφείλοντας.
1084§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς κ. Πρόεδρε, ψηφίσαντες τὸ οἰκονομι-
1085κὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐνοήσαμεν παντελῶς νὰ
1086ἀπολέσωμεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τοῦ νὰ συζη-
1087τῶμεν τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα. Εἰς τὰς καθ’
1088ἑκάστην δὲ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων τὸ δικαίωμα τοῦτο
1089θέλομεν ἐξασκήσει, προτείνοντες τὴν γνώμην μας ἐλευθέρως.
1090Δὲν ἔχουσι λοιπὸν δίκαιον οἱ Κύριοι, ἐπαναλαμβάνοντες πάν-
1091τοτε, ὅτι ἡμεῖς ἀπωλέσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ φέρωμεν τὴν
1092γνώμην ἡμῶν. Ἐδηλώσαμεν μόνον καὶ ἐξακολουθοῦμεν φρο-
1093νοῦντες, ὅτι μεταξὺ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ
1094Ἀντιπολίτευσις, καὶ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ
1095Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία κατατρύχει
1096τὸν τόπον, προτιμητέα εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερ-
1097νήσεως προτεινομένη. Αὕτη εἶναι ἁπλούστατα ἡ σημασία
1098τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ἐπὶ τῆς τελευταίας ψηφο-
1099φορίας.
1100Λοιπόν, Κύριε Πρόεδρε, ἐξασκῶν τὸ ἀπαραμείωτον δικαίωμα
1101τοῦ ἐλευθέρως βουλεύεσθαι, λέγω, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον
1102ἐπρότεινεν ὁ πρῶτος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι τουτέστιν εἶναι
1103εἰς τὴν νομοθεσίαν ἄγνωστον τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτει-
1104νόμενον ὡς καταναγκαστικὸν καὶ ἐκτελεστικὸν μέσον, δὲν
1105μοὶ φαίνεται βάσιμος. Κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἡ
1106ἐκτέλεσις ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπευθύνεται κυρίως κατὰ τῆς πε-
1107ριουσίας τοῦ ὀφειλέτου, κατὰ δεύτερον δὲ μόνον λόγον ἀπευ-
1108θύνεται κατὰ τοῦ προσώπου, καὶ τότε ὡς πλαγίου μέσου,
1109διὰ νὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὴν περιουσίαν. Δὲν εἶναι δὲ
1110ἄγνωστον τὸ μέσον τοῦτο οὔτε εἰς τοὺς ἄλλους νόμους. Αὐ-
1111τὸς ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν ἐπιβάλλει πρόσθετον ὑπηρε-
1112σίαν εἰς τοὺς μὴ προσερχομένους ἐγκαίρως, ἵνα κατατα-
1113χθῶσιν εἰς τὸν στρατόν; Καὶ ὅταν ἔχωμεν εἰς τὸν βαρύτα-
1114τον τῶν φόρων τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, τὸ πρόσθετον, οὕτως
1115εἰπεῖν, τέλος, πῶς τώρα ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε τὸν
1116νόμον ἐκεῖνον, θεωρεῖ τερατῶδες τὸ πρόσθετον τέλος; Ὅσον
1117δ’ ἀφορᾷ, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν δεύτερον λόγον, δηλαδή, ὅτι ἡ
1118Διοίκησις ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων δὲν ἀκολουθεῖ τὴν ἰσό-
1119τητα, νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται κατὰ τῆς
1120γνώμης τοῦ κ. Ῥικάκη. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Διοίκησις
1121ἐνδέχεται νὰ χαρίζηται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀκρι-
1122βῶς διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸ αὐτὸ
1123μέτρον εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς καθυστεροῦντας, ἄνευ ἐξαιρέ-
1124σεως. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον οὐδεμία χωρεῖ
1125διάκρισις. Οὐδεὶς ἀποκλείεται· ὅλοι εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ
1126νόμου, διότι ὅλοι ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ νόμιμον
1127τέλος. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα ἀντιστρατεύεται εἰς ὅ,τι αὐτὸς
1128ὁ Συνάδελφος θεωρεῖ ὀρθὸν καὶ νόμιμον. Ἕν μόνον συνιστῶ
1129εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐλατωθῇ τὸ πρόσθετον τέλος εἰς 10%,
1130καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα θεωρῶ ὀρθὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ
1131ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ.
1132§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Μί-
1133λησης, διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι προηγού-
1134μενος νόμος ἐπιβάλλει πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀνυπο-
1135τάκτους, δὲν ἔχει ὅλως διόλου ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ πα-
1136ρόντος, διότι ἐκεῖ μὲν ὁ νόμος τιμωρεῖ τὴν ἀπείθειαν, ἐν-
1137ταῦθα δὲ πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀνέχειαν, καθότι τὸ
1138πιθανώτερον εἶναι, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ πληρώσῃ, εὑρίσκεται
1139εἰς ἀνέχειαν, καὶ δὲν πράττει τοῦτο ἐκ κακῆς πίστεως καὶ
1140ἐκ δυστροπίας, ὅπερ δύναται σπανίως νὰ συμβῇ. Ἔρχεσθε
1141λοιπὸν νὰ τιμωρήσητε τὴν ἀνέχειαν καὶ νὰ τὴν τιμωρήσητε
1142μὲ αὔξησιν τοῦ χρέους της. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει, ἔχει
1143διάφορα μέσα ἐκβιαστικὰ, καὶ ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ τὴν
1144προσωπικὴν κράτησιν. Ἐὰν ὁ φορολογούμενος ὀφείλῃ 100
1145δραχ. καὶ δὲν δύνηται νὰ τὰς πληρώσῃ, ἔτι δυσκολώτερον θὰ
1146τὰς πληρώσῃ, ἐὰν αὐξηθῶσιν εἰς 120. Δὲν σᾶς ἀρκοῦσι τὰ
1147λοιπὰ ἐκβιαστικὰ μέτρα καὶ αὐτὴ ἡ προσωπικὴ κράτησις;
1148Διατὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς νὰ
1149μὴ προβαίνωσιν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα; θὰ ἐπι-
1150βάλητε λοιπὸν ποινὴν εἰς τοὺς φορολογουμένους διὰ τὴν ἔλ-
1151λειψιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως; Διατὶ νὰ ἐπιβά-
1152λωμεν τόκον βαρὺν εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ὅταν
1153ὑπάρχωσι πρόχειρα ὅλα τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως; Ἐὰν οἱ
1154φορολογούμενοι ἦναι εἰς ἀνέχειαν, οὔτε ἡ ἐπιβολὴ τοῦ τόκου
1155θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ πληρώσωσιν. (Διάλογοι). Ἡ Διοίκησις
1156ἕνα πτωχὸν ὀφειλέτην δύναται νὰ μὴ τὸν καταδιώξῃ, ἀλλὰ
1157τὸ πρόσθετον τέλος ὁ φορολογούμενος δὲν δύναται νὰ τὸ
1158ἀποφύγῃ, οὔτε ἡ Διοίκησις δύναται νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Λοι-
1159πὸν, μὴ, πρὸς Θεοῦ, μὴ προχωρήσητε εἰς τοιαύτας διατάξεις,
1160τοσοῦτον δρακοντείους· ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα,
1161τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἱκανὰ πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἂς
1162ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1885, ὅστις ἔφερε καλὰ
1163ἀποτελέσματα, διότι κατὰ τὸ ἔτος μὲν ἐκεῖνο ἔμειναν κα-
1164θυστερούμενα 7,000,000, ἂν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς δεινὰς
1165ἐκείνας περιστάσεις, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἔμειναν 6,000,
1166000, χωρὶς νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ὁμοίας περιστάσεις.
1167§30ΤΖΑΝΕΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Μίλησης, νὰ τοῦ ἀπο-
1168τείνω μίαν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὴν ἀνεξαρτη-
1169σίαν του· διότι, ἐὰν ἐτήρει αὐτὴν ἀκεραίαν, δὲν θὰ ἐδέχετο
1170τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐρωτῶ αὐτόν: ἡ
1171ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφορομένη διάταξις εἶναι ποινὴ, ἢ
1172εἶναι ὑποχρέωσις; Ποινὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς προσθέτου ὑπηρε-
1173σίας. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω κἀνένα, φρονοῦντα ὡς ὁ κ. Μί-
1174λησης, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρέπει νὰ
1175δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Εἶναί τις χωλὸς, πρέπει νὰ
1176πληρώσῃ 100 δραχμάς· ἐὰν ἦναι δὲ καὶ στραβὸς, πρέπει νὰ
1177πληρώσῃ 200. Εἰς τοιαύτην ἀναλογίαν δυνάμεθα νὰ φθάσω-
1178μεν, Κύριε Πρόεδρε· χωλὸς, στραβὸς καὶ ἀνάπηρος, εἶναι
1179ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔκαμε τοιοῦ-
1180τον; Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν τὰ τοιαῦτα εἰς
1181τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῆς Κυβερ-
1182νήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ὅστις εἶναι μὲν πολύγνωτος,
1183ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κἄτι θὰ ἔπαθεν, ὑποστηρίζων τοιαῦτα.
1184§31ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δέν μοι ἀρκεῖ ἡ ψῆφός μου, Κύριοι βουλευ-
1185ταὶ, πρὸς ἄμυναν τῶν συμπολιτῶν μου καὶ τῶν ἐντολέων
1186μου, κατὰ τοιούτου ἀπανθρώπου, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω,
1187νομοσχεδίου, ἀπειλοῦντος, ἀφοῦ σωρεύσῃ εἰς τὰς φυλακὰς
1188τοὺς ἐξ αἰτίων ἀνυπερβλήτων ὀφειλέτας, νὰ τιμωρήσῃ ἔπει-
1189τα τούτους καὶ διὰ προσθέτου χρηματικῆς ποινῆς 20%
1190ἐπὶ τῆς ὀφειλῆς των. Ἔχω καθῆκον ἐπιτακτικὸν, νὰ διαμαρ-
1191τυρηθῶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ κατὰ τοῦ παραλογωτάτου καὶ
1192ἀδικωτάτου τούτου νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ,
1193οὐχὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐθνικῶν πόρων, ἀλλὰ τὴν μείωσιν
1194αὐτῶν, ἀφοῦ παρασκευάζει τὴν ταχυτέραν καὶ ἀγεληδὸν
1195κάθειρξιν εἰς τὰς φυλακὰς πλείστων πτωχῶν καὶ ἐνδεῶν
1196φορολογουμένων, ὅσοι ἀδυνατοῦσιν, ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θε-
1197λήσεώς των αἰτίων, νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους αὑτῶν
1198ἐμπροθέσμως, καὶ ἐπιβάλλει αὐτοῖς καὶ πρόσθετον ποινὴν
119920%. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπεδέχθη,
1200ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1201ἐπιβάλλῃ τὰ τοιαῦτα πρόσθετα βάρη, τὰς ἀνηκούστους ταύ-
1202τας ποινάς. Ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἱκανὸν πρὸς ἀνακούφισιν, ἂν
1203ἐλαττωθῇ ἡ ποινὴ κατὰ 10%; εἶναι τάχα τοῦτο εὔλογον
1204ἢ φιλάνθρωπον; Ἀναγνωρίζων μάλιστα τὰ φιλοδίκαια αἰ-
1205σθήματα αὐτοῦ, λυποῦμαι, ὅτι ἐξήνεγκε τοιαύτην γνώμην ὁ
1206ἔγκριτος νομομαθής, διότι οὐδέποτε ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἐπέτρεπεν,
1207ὅπως ἡ Πολιτεία συντελῇ εἰς τὴν ἐντελῆ καταστροφὴν τῶν
1208μελῶν αὐτῆς, ἀφοῦ θεμελιώδης σκοπὸς τῆς συστάσεως αὐτῆς
1209εἶναι ἡ σωτηρία τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ἡ εὐημερία των.
1210Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου δὲν θὰ ἔτυχε νὰ
1211παραστῇ ποτε ἐν χωρίῳ, καθ’ ἣν ὥραν εἰσέρχεται εἰς αὐτὸ ὁ
1212φοβερὸς τοῦ χωρίου δαίμων, ὁ εἰσπράκτωρ, οὐδ’ ὅταν εἰσβάλ-
1213λωσιν οἱ χωροφύλακες εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ. Ὁποῖος
1214θόρυβος, ὁποία ἀναστάτωσις ἐν τῇ καλύβῃ ἐκείνῃ, ὁποία
1215διασπάθισις τῆς πενιχρᾶς ἐκείνης κοινωνικῆς κυψέλης, ὅταν
1216οἱ χωρικοί, ἔχοντες ἡμιγύμνους ὁλοκλήρους τὰς οἰκογενείας
1217των, εὑρίσκωνται μακρὰν, εἰς τοὺς ἀγρούς, ἢ εἰς τὰς ἀμπέλους
1218των, ἐργαζόμενοι ἐν ἱδρῶτι.
1219Ἡ θέα τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι φρι-
1220κτὴ πρὸς τοὺς στερουμένους νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των.
1221Πάραυτα βλέπετε, ὅτι αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία ἐκδιώκον-
1222ται τῆς πατρικῆς ἑστίας, ἣν καταλαμβάνουσιν οἱ εὐγενεῖς
1223οὗτοι ξένοι, πλήρεις ἀξιώσεων, ἀπληρώτων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖ-
1224στον, διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ θησαυροῦ τῆς καλύβης. Τί
1225συμβαίνει; Ἐγείρεται πλήρης ἀπελπισία, ὡς ἐκ τούτου,
1226ἡ δὲ πρὸς ἐξαναγκασμὸν βία καὶ ἀπειλαὶ καταντῶσιν ἀνεκ-
1227διήγητοι. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἀναφέρω ταῦτα, ἀγόμε-
1228νος ἀπὸ ταπεινοῦ φρονήματος πρὸς ἐπίδειξιν φιλανθρώπων
1229αἰσθημάτων. Ὁ κ. συνάδελφος ἴσως δὲν συνέβη νὰ παραστα-
1230θῇ εἰς τοιαῦτα, τραγικὸν ὄντως τύπον φέροντα, θεάματα ἐν
1231τοῖς χωρίοις, οὐδ’ εἶδεν ἐκδιωκομένους τοὺς γέροντας, ἢ τὰ
1232παιδία, ἀπὸ τῆς ἱερᾶς τοῦ πολίτου ἑστίας, καταλαμβανομένης
1233βίᾳ καὶ τρόμῳ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ἀνόμως καὶ
1234ἀστόργως προσφερομένων πρὸς τοὺς δειλοὺς χωρικούς, ὑπὸ τὴν
1235πρόφασιν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Τίς λοιπὸν χωρικὸς πρὸ
1236τοιούτων σκηνῶν καὶ πρὸ τοιαύτης βίας ἤθελεν ἀναβάλει
1237πρὸς στιγμὴν κἂν τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἂν ἦτο δυνατὸν
1238καθ’ οἷον δήποτε τρόπον νὰ ἀποτίσῃ τοῦτον; τίς ἤθελε
1239προτιμήσει τὴν λεηλασίαν τῆς καλύβης του ἐξ ἀνοήτου ἐπι-
1240μονῆς; Εἶναι γνωστὸν προσέτι, ὅτι οἱ ταμίαι λαμβάνουσι
1241τὴν πρόνοιαν νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν εἴσπραξιν ἑκάστου φόρου
1242ἀμέσου συνδυάζοντες τὸν χρόνον, καθ’ ὃν πωλεῖται τὸ προϊὸν
1243τοῦ χωρικοῦ, καὶ οὕτω συνήθως εἰσπράττονται οἱ φόροι. Πολ-
1244λάκις διὰ τοῦτο τοὺς εἰσπράκτορας ἀκολουθοῦσιν οἱ ἀγορα-
1245σταὶ τοῦ προϊόντος ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ, ἀλληλοβοηθούμενοι
1246πρὸς τὸ εὐγενὲς ἔργον τῆς ἀπογυμνώσεως τῶν πολιτῶν· διότι
1247ἡ βία τοῦ εἰσπράκτορος καὶ ὁ ἄγριος ἐξαναγκασμὸς ὑποβοη-
1248θεῖ τὸν κάπηλον ν’ ἀγοράζῃ εὐθηνότερα παρὰ τοῦ πνιγομέ-
1249νου χωρικοῦ τὸ προϊὸν τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ.
1250Οὕτω τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως καταφεύγουσιν εἰς ὅλα
1251τὰ μέσα, πρὸς ταχυτέραν εἴσπραξιν τῶν φόρων· ἐνῷ δὲ, ἄνευ
1252νόμου καὶ παρὰ πᾶσαν θεμελιώδη ἀρχὴν, δύνασθε νὰ ἐξα-
1253ναγκάζητε τὴν ἀπότισιν τοῦ φόρου, πρὸς τί διὰ νόμου ζη-
1254τεῖτε νὰ ἐπιβάλητε νέας ποινὰς εἰς τοὺς ἀρνουμένους; Κα-
1255τανοήσατε τὸ φοβερὸν τῆς πιέσεως. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι εἰσέρχε-
1256ται ὁ στρατιώτης εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φορολογουμένου καὶ ὑπὸ τὸ
1257πρόσχημα τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς ἀπότισιν τοῦ φόρου λεηλατεῖ
1258τὸν οἶκον, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ τὸν τρόμον ἡ θέα τοῦ στρατιώτου,
1259ἀλλ’ ἐπιβάλλετε, ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας, καὶ ποινικὴν ῥή-
1260τραν 20%! Ἀλλ’ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος χωρικός, τί νομίζετε,
1261οὕτω ἐκβιαζόμενος, ὅτι θὰ πράξῃ; ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία
1262δὲν μένει, ὅτι, ἐπειδὴ καλῶς γινώσκει, ὅτι, μόλις καταλύσωσι
1263τρεῖς στρατιῶται εἰς τὴν οἰκίαν του, θὰ τὸν ζημιώσωσι πολ-
1264λάκις πλείονα ἢ ὅσα ὀφείλει, θὰ καταστρέψωσι καὶ τὰς ὄρνι-
1265θας, καὶ τὸν ἄρτον του, καὶ τὸν οἶνόν του, θὰ ἦναι μω-
1266ρὸς, ἂν μὴ σπεύσῃ αὐτοστιγμεί, εἰ δυνατόν, νὰ ἀπαλλαγῇ
1267τοιούτων ὀλεθρίων ξένων, πληρόνων τὸν φόρον του. Ἀλλὰ
1268πῶς γίνονται καθυστερήσεις; ὁ χωρικὸς πολλάκις, ἕνεκεν
1269ἀτμοσφαιρικῶν καταστροφῶν, ἢ οἰκογενειακῶν περιπετειῶν
1270καὶ ἄλλων βιωτικῶν περιστάσεων, ὑπέστη ζημίας εἰς τὰ
1271προϊόντα του, ἢ εἰς τὰ κτήνη του, καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀποτίσῃ
1272τὸν φόρον ἐγκαίρως. Εἶναι διὰ τοῦτο δίκαιον, τιμωροῦντες
1273τὴν δυστυχίαν τοῦ πτωχοῦ τούτου πολίτου, τοῦ μὴ δυναμέ-
1274νου, οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως, ἢ ἐκ κακοβουλίας, ἀλλ’ ἐξ ἀνυ-
1275περβλήτων, ἐκτὸς τῆς θελήσεώς του, αἰτίων, ν’ ἀποτίσῃ ἐμ-
1276προθέσμως τὸν φόρον του, εἶναι, λέγω, δίκαιον, εἶναι ἀνθρώπι-
1277νον, νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτῷ καὶ ποινήν, διότι ἡ τύχη κατέ-
1278τρεξεν αὐτόν, καὶ οὕτω νὰ συντελέσῃ ἡ Πολιτεία πρὸς παν-
1279τελῆ αὐτοῦ ὄλεθρον; Ἀλλὰ πόθεν ἀρύεται ἡ Πολιτεία τὸ
1280δικαίωμα τοῦτο; Μόνον δὲ οἱ ἀτυχήσαντες θὰ ὑποστῶσι
1281τὴν ποινὴν, μόνον ὅστις δὲν δύναται· διότι οἱ ἄλλοι θὰ
1282τρέξωσι νὰ οἰκονομήσωσιν, ὅπως ἂν δυνηθῶσι· θὰ προτιμήσωσιν
1283ἐπὶ βαρυτάτῳ τόκῳ νὰ δανεισθῶσι, διὰ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τὸν εἰσ-
1284πράκτορα, οἱ δὲ μὴ εὑρίσκοντες νὰ δανεισθῶσι, θὰ ὑποστῶσι τὰ
1285πάνδεινα. Τότε μόνον δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασίν
1286σας, ὅταν ἐφαρμόζηται ἡ ποινὴ τῆς προσθήκης τῶν 20% ἐπὶ
1287τῶν πλουσίων ὀφειλετῶν, τῶν ὀφειλόντων ἄνω τῶν 200 δραχ-
1288μῶν· οὗτοι, ὡς δυστροποῦντες, ἂς πληρώσωσι πρόσθετον φόρον.
1289Ἀπαλλάξατε τὸν γεωργὸν καὶ τὸν ποιμένα, καὶ τότε
1290μάλιστα δέχομαι τὴν πρότασίν σας. Ἐμὲ συγκινοῦσι, Κύριοι,
1291ἰδίως τὰ δεινοπαθήματα τῶν μικρῶν ὀφειλετῶν, τῶν χω-
1292ρικῶν, οἵτινες εἶναι οἱ πλεῖστοι καὶ μέγιστοι κοινωνικοὶ πα-
1293ράγοντες, ὑπὲρ ὧν δέον νὰ μεριμνῶμεν. Οἱ πτωχοὶ ἀγρόται
1294τῶν ὁποίων τὴν δυστυχίαν σᾶς ἀνέπτυξαν διὰ μακρῶν πολ-
1295λοὶ συνάδελφοι καὶ σᾶς παρέστησαν τὰ δεινὰ, ὅσα ὑφίσταν-
1296ται ὑπὸ τῆς τοκογλυφίας, διὰ μελανῶν χρωμάτων, καὶ μά-
1297λιστα ὁ φίλος μου κ. Σακελλαρόπουλος, ὁμιλήσας περὶ τῆς
1298Ἀκαρνανίας, οἱ πτωχοὶ οὗτοι προθύμως δύνανται ν’ ἀποτί-
1299νωσι τοὺς φόρους των· ὅταν δ’ ἀρνῶνται, μετὰ τόσας πιέ-
1300σεις, τοῦτο μαρτυρεῖ, ὅτι στεροῦνται· καὶ συνήθως δὲν ἀρνοῦν-
1301ται ἐντελῶς, ἀλλ’ ἐν ὡρισμένῃ καὶ τακτικῇ προθεσμίᾳ δυσ-
1302κολεύονται νὰ πληρώσωσιν. Ἐπιβάλλοντες οὕτω 20%
1303ἐπιπρόσθετον φόρον εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ὑπερημερίαν, δὲν ἐν-
1304θυμεῖσθε, ὅτι ἀδικεῖτε ἀστόργως σεῖς, οἱ ὀφείλοντες ἐκ τῆς
1305ἀποστολῆς σας νὰ μεριμνήσητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λα-
1306οῦ; Θὰ τοὺς ἀναγκάσητε διὰ τοιούτου νόμου νὰ παραδοθῶσιν
1307εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων, τῶν φοβερῶν κοινωνικῶν
1308ἁρπυιῶν. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ βαρύτερον τῆς κοινωνίας
1309καὶ σπουδαιότερον βάρος εἶναι ἡ τοκογλυφία· διότι ὁ δυστυ-
1310χὴς ὁ φορολογούμενος θ’ ἀναγκασθῇ νὰ δανεισθῇ μὲ 40%
1311καὶ θὰ πληρώσῃ διπλάσιον εἰς τὸν τοκογλύφον. Παρακαλῶ
1312λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν
1313τάξιν τῶν πτωχῶν ποιμένων καὶ γεωργῶν τῆς πληρωμῆς
1314ἐπιπροσθέτου φόρου λόγῳ ὑπερημερίας. Διότι τοῦτο εἶναι
1315καὶ ἄδικον, εἰς οὐδεμίαν ἀρχὴν ἠθικὴν στηριζόμενον, εἶναι δὲ
1316καὶ ἀσύμφορον εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ λόγῳ ταμιευτικοῦ συμ-
1317φέροντος· διότι θέλει συντελέσει εἰς τὴν παντελῆ καταστρο-
1318φὴν τῶν ὅπως δήποτε πενήτων, οἵτινες οὐδέποτε θὰ δυνηθῶσι
1319ν’ ἀνακύψωσι ἀπὸ τὸ βάρος τοιαύτης ἀγρίας καταδιώξεως
1320καὶ ἀστόργου καταθλίψεως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, παρ’ ἧς εἰκό-
1321τως, καὶ νόμῳ καὶ δικαίῳ, ἐδικαιοῦντο νὰ ἐλπίζωσιν ἀνακού-
1322φισιν καὶ ἀρωγὴν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς δυστυχίας. Ἀλλὰ, Κύριοι,
1323ποῦ θὰ σταματήσωμεν, τοιούτους νόμους ψηφίζοντες; Λη-
1324σμονεῖτε, ὅτι οἱ λαοὶ, οὕτω πιεζόμενοι, δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι
1325διὰ τρόπου μᾶλλον ἀποτόμου; Τοιοῦτοι νόμοι μόνον παρὰ
1326τῇ ὁμόρῳ Αὐτοκρατορίᾳ ἠδύναντο νὰ ἀπαντηθῶσι.
1327§32ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, διὰ τοῦ ἄρθρου δευτέρου,
1328τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἤδη, σκοπεῖται νὰ ἐξαναγκασθῶσιν εἰς
1329τὴν πληρωμὴν τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων οἱ δυσ-
1330τροποῦντες ὀφειλέται· αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου.
1331Διὰ τούτου ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξαναγκάσωμεν τοὺς
1332φορολογουμένους εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον
1333ὀφειλομένων. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ μέσα θὰ
1334πληρώσωσιν ἐγκαίρως, ἐὰν τὰ χρέη των ἦναι ἐκκαθαρι-
1335σμένα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
1336ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
1337νομοσχεδίου, ἐπιτυγχάνηται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἐν μέρει, ἢ
1338συγχρόνως προσβάλλωνται καὶ ἕτερα δικαιώματα, ἢ συγ-
1339χρόνως βλάπτωνται καὶ ἕτεροι ὀφειλέται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκα-
1340νόνισαν τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη των, οὐχὶ ἐκ κακῆς προ-
1341θέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας, ἐξ ἀνωτέρας βίας, ἐξ ὑπαιτιό-
1342τητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου.
1343Θὰ ἐξηγηθῶ, Κύριοι, σαφέστατα περὶ τίνος θέλω κάμει
1344τροπολογίαν ἐν τῷ ἄρθρῳ δευτέρῳ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ
1345παρατηρῶ, ὅτι οἱ ἐν αὐτῷ σημειούμενοι ὀφειλέται τοῦ
1346Δημοσίου, ἐὰν δὲν πληρώσωσι μέχρι τῆς 31ης Δεκεμ-
1347βρίου, ἐπιβαρύνονται μὲ τὸ 28%, ἤτοι μὲ τὸν πρόσ-
1348θετον φόρον καὶ μὲ τὸν νόμιμον τόκον. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐκτὸς
1349τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν λοιπῶν ὀφειλῶν πρὸς τὸ Δημό-
1350σιον, ὑπάρχουσι καὶ οἱ ὀφείλοντες ἐκ δηλωθεισῶν ἐθνικῶν καὶ
1351ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, νομίζω, ἐὰν τὸ ἐπι-
1352ψηφίσωμεν, θέλομεν γίνει πρόξενοι ζημίας εἰς τοὺς δυστυχεῖς
1353γεωργοὺς, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλομεν καὶ τοὺς κατα-
1354στρέψει παντελῶς. Προτείνω λοιπὸν, ἵνα τὸ ἄρθρον δεύτερον
1355τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς, δηλαδὴ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον
13562 τὸ ἑξῆς· «πλὴν τοῦ τιμήματος τοῦ ὀφειλομένου ἐκ δηλω-
1357θεισῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν κτλ.» (Θόρυβος).
1358Ὑποστηρίζω πρὸς τούτοις καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέτεινεν
1359ὁ κ. Μίλησης, ἤτοι νὰ περιορισθῇ τὸ πρόσθετον τέλος εἰς
136010% μόνον· τοῦτο τὸ θεωρῶ ὀρθόν. (Διάλογοι). Θέλω
1361προσπαθήσει, Κύριοι, ν’ ἀποδείξω ὑμῖν τοὺς λόγους, ἕνεκα
1362τῶν ὁποίων ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν μου
1363ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι
1364θέλετε ἐπιδοκιμάσει ταύτην. Γνωρίζετε, ὅτι ἐξεδόθησαν πλεῖ-
1365στοι νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ὅτι οἱ νόμοι
1366αὐτοὶ, ἀντὶ νὰ γίνωσι πρόξενοι ὠφελείας εἰς τὴν δυστυχῆ
1367γεωργικὴν τάξιν, ἐγένοντο ἀφορμὴ βλάβης καὶ μεγάλων περι-
1368πλοκῶν, καὶ αἰτία ἀπείρων δεινῶν μεταξὺ τῶν γεωργῶν, ὧν
1369ἕνεκα οἱ γεωργοὶ κατήντησαν εἰς ἀπελπιστικὴν θέσιν.
1370Πρῶτος νόμος ἐπέτρεψε νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας, ἃς
1371κατεῖχον μόνον οἱ κάτοχοι· μετὰ παρέλευσιν δὲ ὡρισμένης
1372προθεσμίας πρὸς δήλωσιν ὑπὸ τῶν κατόχων, ἐπετράπη νὰ δη-
1373λώσωσιν οἱ μὴ κάτοχοι, ἀλλὰ κάτοικοι τοῦ αὐτοῦ χωρίου·
1374μετὰ παρέλευσιν δὲ καὶ τῆς προθεσμίας τῶν μὴ κατόχων,
1375ἐπετράπη ἡ δήλωσις καὶ εἰς τοὺς μὴ κατόχους καὶ μὴ κα-
1376τοίκους, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου
1377τούτου ἐγένοντο δηλώσεις καὶ ὑπὸ μὴ κατόχων ἐπὶ ἀγρῶν,
1378κατεχομένων παρ’ ἄλλων, ἀλλὰ μὴ δηλωσάντων· ἐγένοντο
1379καὶ ἄλλαι δηλώσεις ἀπὸ μὴ κατοίκους καὶ ἀπὸ μὴ δημότας.
1380Μετὰ ταῦτα ἐγένετο νόμος ἄλλος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυ-
1381ρώθησαν αἱ δηλώσεις τῶν μὴ κατόχων, καὶ ἐπετράπη, ἵνα
1382δηλώσωσιν οἱ κάτοχοι τοὺς παρ’ αὐτῶν κατεχομένους ἀγρούς.
1383Ἐν τούτοις ἡ ἔκδοσις τοιούτων νόμων ἐπήνεγκε μεγίστην
1384σύγχυσιν, εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἠγέρθησαν πλεῖσται
1385δίκαι μεταξὺ κατόχων καὶ μὴ κατόχων δηλωτῶν. Ἐπίσης
1386ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς δίκαι μεταξὺ τῶν δηλωτῶν, διότι
1387δυστυχῶς, ἕνεκα τῆς ἀγραμματοσύνης των καὶ τῆς ἀμα-
1388θείας των, οὐδόλως κατενόησαν τοὺς ψηφισθέντας τότε νό-
1389μους περὶ διανομῆς τῆς γῆς, καὶ συνεπῶς ἐδήλωσαν πολλοὶ
1390γεωργοὶ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ἀγρόν, ἄλλοι μὲν ὑπὸ ἄλλα ὅρια
1391καὶ ἔκτασιν, ἄλλοι δὲ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις. Πάντες δὲ
1392οὗτοι ἔχουσι χρεωθῆ εἰς τὰ δημόσια βιβλία διὰ τὸ τίμημα
1393ἀγροῦ, μὴ κατεχομένου παρ’ αὐτῶν, ἀγροῦ κακῶς περιγρα-
1394φομένου, καὶ ἀγροῦ διεκδικουμένου ὑπὸ πολλῶν δηλωτῶν.
1395Πρὸς τούτοις εἰς τὰ βιβλία φαίνονται ὡς ὀφειλέται καὶ δη-
1396λωταί, οἵτινες ἐμπροθέσμως καὶ νομίμως παρῃτήθησαν τῶν
1397δηλώσεών των. Τοῦτο δὲ συμβαίνει ἕνεκα τῆς ἀταξίας, ἥτις
1398ἐπικρατεῖ εἰς τὰ Γραφεῖα τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, διότι
1399δυστυχῶς οἱ ἔφοροι δὲν ἐφρόντισαν νὰ διαγράψωσιν ἐκ τῶν
1400βιβλίων οὐδένα ἐκ τῶν μνησθέντων γεωργῶν. Πλὴν δὲ τού-
1401του, δὲν ἐφρόντισαν ποσῶς οἱ ἔφοροι, ὅπως ἐκκαθαρίσωσι τὰ
1402ἐκ τῶν ἐτησίων δόσεων χρέη τῶν δυστυχῶν δηλωτῶν, οὐδὲ
1403νὰ μεταβάλωσιν εἰς παγίας τὰς δόσεις, καὶ ἀπαλλαγῶσιν
1404οὕτως οἱ γεωργοὶ ἀδίκου πληρωμῆς χρήματος, μὴ ὀφειλο-
1405μένου, διότι ἐκ τῶν καταβαλλομένων προσωρινῶν δόσεων
1406τὰ δύο τρίτα αὐτῶν δὲν συμψηφίζονται ἀπέναντι τοῦ τιμή-
1407ματος τῶν δηλωθέντων ἀγρῶν. Δὲν ἐφρόντισαν, Κύριοι, οἱ
1408ἔφοροι καὶ περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων, καὶ
1409οὕτως οἱ δηλωταί, καίπερ προσφερόμενοι νὰ πληρώσωσιν, ὅ,τι
1410ὀφείλουσι νομίμως, οὐδεμίαν εὑρίσκουσι προθυμίαν παρὰ
1411τοῖς ἐφόροις, καὶ μένουσιν ὀφειλέται καὶ καθυστεροῦντες πο-
1412σῶν, μὴ ὀφειλομένων τῶν πλείστων εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς καὶ
1413τῶν πραγματικῶς ὀφειλομένων. Ἂν δὲ ἦναι ὀφειλέται πρὸς
1414τὸ Δημόσιον οἱ δηλωταί, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐξ αὐτῶν,
1415ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, καθ’ ἃ εἶπον
1416ἀνωτέρω.
1417Πάντας τούτους, Κύριοι, ἐὰν ἐπιβαρύνωμεν διὰ προσθέ-
1418του τέλους 20%, ἐκτὸς τοῦ τόκου, βεβαίως θέλομεν πράξει
1419ἀδίκημα, ἀδίκημα μέγα, ὅπερ μεγάλως θὰ ζημιώσῃ τὴν
1420γεωργικὴν τάξιν, τὴν μόνην παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ τό-
1421που, τὴν τάξιν ἐκείνην, ἣν ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν
1422χάριν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, καὶ ἥτις δυστυχῶς διατελεῖ
1423ἤδη ἐν παρακμῇ, ὡς γνωρίζετε, ἕνεκα τῆς ἐπὶ τριετίαν
1424ἀφορίας.
1425Διὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, Κύριοι, θέλομεν
1426ἐξαναγκάσει καὶ τοὺς μὴ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου νὰ πλη-
1427ρώσωσιν ἐτησίας δόσεις ἐξ ἀγρῶν μὴ κατεχομένων παρ’ αὐ-
1428τῶν, ἢ κατεχομένων μὲν, πλὴν διεκδικουμένων παρ’ ἄλλων,
1429ἢ τὰς δόσεις ἀγρῶν, ἀφ’ ὧν παρῃτήθησαν νομίμως καὶ ἐγκύ-
1430ρως, ἢ θὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς μὲ τὸ πρόσθετον τέλος
143120%, χωρὶς νὰ ἦναι οὗτοι ὑπαίτιοι βραδύτητος καὶ ἀμε-
1432λείας.
1433§33ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυ-
1434βέρνησις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔδει ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διά-
1435ταξιν τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ διὰ πᾶσαν
1436καθυστέρησιν, οἱουδήποτε πρὸς τὸ Δημόσιον χρέους, ἐπιβάλ-
1437λει πρόσθετα τέλη 20% καὶ τόκον ὑπερημερίας 8%, ἤτοι
1438ἐν ὅλῳ 28%.
1439Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἀνομολογεῖ ἑαυ-
1440τὴν ἀνίκανον καὶ ἀδύνατον πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων
1441τῷ Δημοσίῳ, καί, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς ἑαυτῇ διὰ τὴν
1442ἥκιστα κατάλληλον ἐκλογὴν ἐπιτηδείων δημοσίων λειτουρ-
1443γῶν καὶ ὑπηρετῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων τῷ Δη-
1444μοσίῳ, ἀπαγγέλλει ποινὰς βαρείας κατὰ παντὸς ὑπερημέρου
1445ὀφειλέτου. Κατὰ τὰς νομοθεσίας πάντων τῶν πεπολιτισμέ-
1446νων Ἐθνῶν κανονίζεται ὁ ὀφειλόμενος τῆς ὑπερημερίας τό-
1447κος. Κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴν νομοθεσίαν, ὅπως μὴ οἱ καθυστε-
1448ρούμενοι τόκοι καταστρέψωσι τὸν ἀμελοῦντα ὀφειλέτην, ἐλή-
1449φθη πρόνοια, καὶ ἐνομοθετήθη, ὅτι, «ἅμα οἱ καθυστερούμενοι
1450τόκοι φθάσωσι τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, αὐτοδικαίως παύει
1451πᾶς τόκος». Τὰ ἡμέτερα δικαστήρια ὥρισαν κατ’ ἔθιμον
1452τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας εἰς 12%, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τῆς
1453κοινωνίας ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ ὑπερόγκου τούτου τόκου, καὶ
1454πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὥρισε τὸν τόκον τῆς
1455ὑπερημερίας εἰς 8%. Ἡ Κυβέρνησις ἤδη διὰ τοῦ ὑποβαλ-
1456λομένου νομοσχεδίου ἀκολουθεῖ ἄλλο σύστημα, καὶ, ἀντὶ
1457τῆς ὀφειλομένης πρὸς πενομένους ὀφειλέτας ἐπιεικείας, καθιεροῖ
1458ἀρχὴν αὐστηροῦ δικαίου· διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ Κυ-
1459βέρνησις, διὰ τὴν ῥαθυμίαν αὐτῆς, ἢ τῶν ὀργάνων της, ἀμε-
1460λησάντων νὰ εἰσπράξωσι τὸ ὀφειλόμενον χρέος κατὰ τὸν
1461πρέποντα χρόνον, ἢ διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ὀφειλέτου, μὴ
1462δυνηθέντος ἐκ πενίας, ἀπουσίας ἢ ἀσθενείας, νὰ πληρώσῃ
1463ἐμπροθέσμως τὴν ὀφειλήν του, ἐπιβάλλει πρόσθετα τέλη 20%
1464καὶ τόκον ὑπερημερίας 8%.
1465Αἱ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλαὶ, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ
14662ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ποικίλαι, καθ’ ὅσον τὰ
146728% ὁρίζονται δι’ ὑπερημερίαν παντὸς ὀφειλομένου ἀμέ-
1468σου φόρου διὰ τὸ μίσθωμα παντὸς μισθωμένου ὑπὸ τοῦ Δη-
1469μοσίου κτήματος, καὶ διὰ τὸ τίμημα ἐκποιηθεισῶν, ἢ δηλω-
1470θεισῶν γαιῶν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Χαλκιό-
1471πουλος ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ἡμῖν περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς διατά-
1472ξεως τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς
1473ὀφειλέτας ἐκ τιμήματος δηλωθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ εὐλό-
1474γως, Κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅσον τὸν αὐτὸν ἀγρὸν ἐδήλωσεν
1475ὁ Α ὡς κάτοχος, ὁ Β ὡς μὴ κάτοχος, τὸ δὲ Δημόσιον, μὴ προ-
1476σέξαν, ἐξέδοτο ὑπὲρ ἀμφοτέρων παραχωρητήρια, καὶ τὸ ζή-
1477τημα περὶ τοῦ ἐπικρατήσοντος θὰ λυθῇ βεβαίως παρὰ τῶν
1478δικαστηρίων· καὶ ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον, καίπερ μὴ ἐγκα-
1479ταστῆσαν τὸν δηλώσαντα τὸ κτῆμα, ζητεῖ, οὐ μόνον τὸ
1480τίμημα, ἀλλὰ καὶ τόκον ὑπερημερίας 28%.
1481§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Οἱ δὲ ἄλλοι οἱ λαβόντες τὰς γαίας καὶ καλ-
1482λιεργοῦντες καὶ καρπούμενοι;
1483§35ΦΩΤΗΛΑΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν κατεγίνατε, κ. Μίληση, εἰς
1484τὴν μελέτην αὐτῶν τῶν νόμων, καὶ ἀγνοεῖτε τὰ συμβαί-
1485νοντα· ὁ αὐτὸς ἀγρὸς ἐδηλώθη παρὰ πολλῶν, ὑπὲρ πάντων
1486ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια, καὶ ὁ ἀγρὸς κατέχεται παρὰ
1487προσώπου, μὴ δηλώσαντος.
1488§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα καὶ ἀπὸ τὸν κ. Χαλκιόπου-
1489λον· γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ἀλλὰ σπανιώτατα.
1490§37ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἴσως εἰς τὴν Ἑρμιονίδα.
1491§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐρώτησιν·
1492αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι κατ’ ἐμὲ
1493ἐξαίρεσις· ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι οἱ δηλώσαντες, τὸ μέγα πλῆ-
1494θος τῶν δηλωτῶν, κατέλαβον τὰς γαίας, καὶ νέμονται ταύ-
1495τας· αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὰ κτήματα τοῦ Δημο-
1496σίου καὶ τὰ καρποῦνται, θὰ τοὺς ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὸ πρόσ-
1497θετον τέλος, μὴ καταβάλλοντας τὸ τίμημα;
1498§39ΦΩΤΗΛΑΣ. Δίκαιον εἶναι, οἱ δηλώσαντες τὰς ἐθνικὰς
1499γαίας νὰ καταβάλωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὸ ὀφειλόμενον
1500τίμημα, ἀλλ’ ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας δέον νὰ ᾖ λογικὸς
1501καὶ δίκαιος· οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς γαίας ἐξετέθησαν εἰς δα-
1502πάνας ὑπερόγκους, ἐκχερσοῦντες ἀγροὺς ἀγρίους, καὶ καλ-
1503λιεργοῦντες γῆν τέως ἀπρόσοδον, ὅπως καταστήσωσιν αὐτὴν
1504παραγωγικὴν, δανειζόμενοι κεφάλαια ἐπὶ ὑπερόγκοις τόκοις,
1505πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων δόσεων· ἀλλ’ ἐκτὸς τού-
1506των, δέον νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ὁ δηλώσας ἦναι κύριος τοῦ κτή-
1507ματος, τουτέστιν, ἂν ἐνεκατέστησε τοῦτον τὸ Δημόσιον· καὶ
1508πρὶν ἢ ἐξακριβωθῇ τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται φό-
1509ρος 28%.
1510§40ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Τέσσαρες καὶ πέντε δηλωταὶ ὑπάρ-
1511χουσι τοῦ αὐτοῦ ἀγροῦ.
1512§41ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Μίλησης πιστεύω ν’ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι
1513κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας πρὸς 28%
1514εἶναι βαρὺς, δυσβάστακτος, ἀφόρητος, δὲν πιστεύω δὲ
1515διὰ τὸν ὀφείλοντα πρὸς τὸ Δημόσιον ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας
1516αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου νὰ παραλλάσσωσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον
1517ὅταν τὸ χρέος δὲν ᾖναι ἐκκαθαρισμένον, καὶ μάλιστα ἐξ
1518ὑπαιτιότητος τοῦ δανειστοῦ, ὅστις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι
1519τὸ Δημόσιον.
1520§42ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐδηλώσατε σεῖς γαίας, κ. Φωτήλα;
1521§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐδήλωσα καὶ ἐγὼ, κ. Κουκούλεζα, ὡς πο-
1522λίτης Ἕλλην, κατέβαλον εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ θὰ κατα-
1523βάλω ὅ,τι ὀφείλω, εἰμὶ δὲ γνωστὸς, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου
1524μου, εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὡς ἐκ τοῦ
1525ὀνόματός μου δὲ, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ συμπεραίνω,
1526λέγω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου νὰ
1527καταβάλληται τόκος ὑπερημερίας πρὸς 8%.
1528Ἐκτὸς τῆς διατάξεως ταύτης, ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις ἐν
1529τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν οἱ ὀφείλοντες δικαστικὰ, ἔξοδα καί-
1530περ ἔχοντες πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, πρέπει νὰ κρα-
1531τῶνται ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὰς φυλακὰς. Ἡ διάταξις αὕτη
1532εἶναι, οὐ μόνον ἄδικος, ἀνεπιεικὴς καὶ ἀφιλάνθρωπος, ἀλλὰ
1533καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος. Ποῖος ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ
1534ἀποτίσας τὴν ποινήν του καὶ δυνάμει πιστοποιητικοῦ ὑπευ-
1535θύνου Ἀρχῆς ἀποδεικνύμενος ἀνίκανος νὰ καταβάλῃ τὰ
1536ὀφειλόμενα δικαστικὰ ἔξοδα, νὰ διαμένῃ εἰς τὰς φυλα-
1537κὰς; δὲν ἀρκεῖ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀπέτισε τὴν ποινήν του, δὲν
1538ἀρκεῖ ἡ δυστυχία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἀλλὰ θέλετε νὰ
1539προσθέσητε νέαν ποινὴν εἰς τὴν πενίαν του καὶ τὴν δυστυ-
1540χίαν του; Ὁ νομοθέτης δέον νὰ ᾖ ἐπιεικὴς καὶ φιλάνθρωπος,
1541καὶ οὐχὶ σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Διὰ τοιούτων νομοθετη-
1542μάτων, Κύριοι βουλευταί, ἀντὶ νὰ ἠθικοποιήσωμεν καὶ
1543ἐνισχύσωμεν ὑλικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, θέλομεν ἐξαντλή-
1544σει αὐτὸν οἰκονομικῶς, καὶ διαφθείρει ἠθικῶς.
1545§44ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1546§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφίνω αὐτὴν τὴν συζήτησιν, διότι εἶμαι
1547γνωστὸς εἰς ὅλον τὸν νομὸν Ἀχαΐας, ὡς ἐκ τοῦ προσώπου
1548μου, ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός μου δὲ, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ
1549ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν μετὰ τοῦ κ. Μίληση. Ὁ κ.
1550Μίλησης, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι σύμφωνος εἰς τὸ ὅτι ὁ ἀγορά-
1551ζων κτῆμά τι παρὰ πολιτῶν πρέπει νὰ καταβάλῃ ἕνα τόκον
1552ὑπερημερίας 8, 10, 12%, τὸ δὲ Δημόσιον εἶναι εἰς
1553θέσιν, ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ὡς ἐκ τῶν ἀπείρων μέ-
1554σων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὡς ἐκ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, νὰ
1555εἰσπράξῃ, ὅ,τι τῷ ὀφείλεται. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τιμή-
1556ματος ἐθνικῶν γαιῶν δηλωθεισῶν, ἢ προκειμένου περὶ μι-
1557σθώματος, ἐννοῶ τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς τινας, ὄχι
1558βεβαίως αὐτὰς τὰς ὑπερμέτρους καὶ παραλόγους ποινὰς, ποι-
1559νὰς δυναμένας νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν
1560ἑνὸς δεσπότου: ἢ θὰ μοῦ καταβάλῃς εἰς τὴν δεῖνα προθε-
1561σμίαν τοὺς τόκους, ἢ θὰ σοῦ κόψω τὸ κεφάλι. Ἀλλὰ προκει-
1562μένου περὶ μισθώματος παρελθόντος, αὐταὶ αἱ ποιναὶ εἶναι
1563ἄδικοι καὶ ἀκατανόητοι, προκειμένου ὅμως περὶ μισθώματος
1564ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὁ γνωρίζων τὰς συνεπείας τοῦ
1565νόμου, ἂς μὴ μισθόνῃ κτήματα τοῦ Δημοσίου ἀλλὰ προ-
1566κειμένου περὶ τιμήματος ἐθνικῶν γαιῶν, εἰς τοιαύτας μάλι-
1567στα περιστάσεις, ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ βουλευτὴς νὰ
1568δώσῃ ψῆφον. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τόκου ὑπερημερίας,
1569εἶναι δίκαιον νὰ προστεθῇ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους πρόσθετον
1570τέλος καὶ φόρος 28%; Ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐξηγήσωσιν ὁ κ. Ὑπουρ-
1571γὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς νομομαθεῖς,
1572ἂν ᾖναι δίκαιον, ἂν ἀποθάνῃ ὀφειλέτης τις τῇ 28 Δεκεμ-
1573βρίου, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ ὀφείλῃ τι ἐξ ἀμέσων φόρων, οἱ
1574κληρονόμοι νὰ σπεύσωσι πρὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου νὰ πληρώ-
1575σωσι τὸν φόρον, καὶ ἂν δὲν πληρώσωσι τῇ 31 Ἰανουαρίου, νὰ
1576πληρώσωσι καὶ πλέον 28 τοῖς ἑκατόν.
1577§46ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν
1578τοῦ κ. Χαλκιοπούλου, ἀλλ’ ἐλησμόνησε μίαν περίπτωσιν.
1579Ὑπάρχουσι πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου εἶναι γαῖαι, τῶν
1580ὁποίων δὲν ἐγένετο ἡ ἐκτίμησις, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι οἱ
1581χωρικοὶ νὰ πληρώσωσι μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα. Λοι-
1582πὸν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν θὰ προστεθῇ τὸ 20%.
1583Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Φωτήλας καὶ
1584ὁ κ. Χαλκιόπουλος, ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρω-
1585θυπουργὸν, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, διότι εἶναι ἀδικώτα-
1586τον ἐπὶ τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν νὰ προστεθῇ τέλος.
1587§47ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῷ ὄντι ἄδικον, Κύριοι
1588βουλευταί, ν’ ἀπασχολώμεθα, συζητοῦντες διατάξεις, ὧν τὸ
1589μὴ ὀρθὸν κεῖται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάντων. Ἐφρόνουν μά-
1590λιστα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὰς ὑποβληθείσας παρα-
1591τηρήσεις, δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει περιπλέον, ἐπιζητοῦσα ἐπι-
1592ψήφισιν διατάξεων, αἵτινες ἀναστατόνουσι τὴν συνείδησιν
1593ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, καὶ πρόκειται ἐπιψηφιζόμεναι νὰ
1594ἐπιδράσωσιν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς τύχης τῶν φορολογουμένων,
1595τῶν ὁποίων τὸν τράχηλον ἀρκετὰ ἐπεβαρύναμεν διὰ τῶν ψη-
1596φισθέντων φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τού-
1597των κινούμενοι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, ὑποβάλλομεν τροπο-
1598λογίαν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, διὰ τὴν ἀνάλυσιν τῆς
1599ὁποίας ἐπίτηδες ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἐν πρώτοις, ὅ,τι σᾶς
1600ἔλεγον ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει πρό τινων ἡμερῶν, τὸ ἐπαναλαμ-
1601βάνω καὶ σήμερον, τουτέστιν, ὅτι τὸ πρόσθετον τέλος τῶν
160220%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλομεν ἐπὶ παντὸς φόρου, εἶναι
1603μία ποινή, καὶ ποινὴ ἀκατανόητος, ποινὴ βαρυτάτη, στε-
1604ρουμένη πάσης δικαιολογητικῆς βάσεως· διότι, ἢ πρέπει,
1605Κύριοι βουλευταί, νὰ προβῶμεν εἰς μίαν ἐσφαλμένην ὑπόθε-
1606σιν, ὅτι πᾶς, ὅστις δὲν πληρόνει, πράττει τοῦτο ἐκ κακῆς
1607πίστεως, ἢ, ἄν δὲν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐσφαλμένην ὑπόθεσιν,
1608τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ μὴ ἔγκαιρος πληρωμὴ
1609προέρχεται ἐκ πτωχείας, ὅτε βεβαίως δὲν δικαιολογούμεθα,
1610ἐπιβάλλοντες ποινὴν εἰς φορολογούμενον, ὅστις δὲν ἠδυνήθη
1611νὰ πληρώσῃ ἐγκαίρως τὸ χρέος του, ἀπορίας ἕνεκεν.
1612Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καὶ βεβαιότατα πάντες τὸ ἀνα-
1613γνωρίζετε, ποίους λόγους θὰ εὕρητε νὰ δικαιολογήσητε τὴν
1614ψῆφόν σας, προκειμένου νὰ ὑπερψηφίσητε τοιαύτης διατά-
1615ξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται 20% εἰς ὀφειλέτην, ὅσ-
1616τις εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι ἄπορος καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ
1617πληρώσῃ ἐγκαίρως; καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἐγκαίρως, ἐπειδὴ
1618ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν πρὸς πληρωμὴν ἐτάξατε, εἶναι βρα-
1619χυτάτη· ὡς γνωρίζετε, οἱ φόροι βεβαιοῦνται, ἄλλοι μὲν τὸν
1620Μάρτιον, ἄλλοι τὸν Αὔγουστον καὶ ἄλλοι τὸν Ὀκτώβριον,
1621γνωρίζετε δὲ, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν ἔργων τῶν Τα-
1622μείων καὶ τῆς ἀταξίας τῶν εἰσπρακτόρων, δὲν εἰδοποιοῦνται
1623ἐγκαίρως οἱ φορολογούμενοι, πολλοὶ δὲ, καὶ ἀρξαμένου τοῦ
1624ἐπιόντος ἔτους, δὲν ἔχουσιν εἰδοποιηθῆ· ὥστε, καὶ κατὰ
1625τοῦτο ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σκληρὰ, διότι δὲν
1626δίδει τὴν ἀπαιτουμένην προθεσμίαν, ὅπως καταστήσῃ δεδι-
1627καιολογημένως ὑπερήμερον τὸν ὀφειλέτην. Ἄν δὲ λάβητε
1628ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ νόμοι, οὓς μέχρι τοῦδε ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ,
1629καὶ ἐκεῖνοι, οὓς καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, αὐξάνουσι πάντας
1630τοὺς φόρους κατὰ 20%, θὰ ἴδητε, ὅτι διὰ τῆς νεωτέρας
1631προσθήκης ἡ αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 50%, ἐὰν κάμητε
1632πλήρη τὸν ὑπολογισμόν. Ψηφίζομεν, Κύριοι, περὶ Ἔθνους,
1633τοῦ ὁποίου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν γνωρίζομεν, καὶ ἔχο-
1634μεν καθῆκον νὰ μὴ ἐπιβάλλωμεν βάρη, ὑπερβαίνοντα τὰς
1635οἰκονομικάς του ἀνάγκας, οὐδὲ ἐχρειάζετο τόση συζήτησις,
1636διὰ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι, ἀποκρούοντες τὴν συζητουμένην
1637διάταξιν. Ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν παραχωρηθεισῶν
1638γαιῶν, εἶναι ἀληθῆ πάντα, ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελ-
1639φοι, καὶ ἰδίως ὅσα ἐξέθηκεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βή-
1640ματος· θὰ προσθέσω μόνον τινὰ, ἐπικυροῦντα καὶ ἐντονώτερον
1641μαρτυροῦντα τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων του. Εἰς πολλὰ μέρη
1642ἔχουσιν ἐκδοθῆ παραχωρητήρια, ἀφορῶντα εἰς μίαν καὶ τὴν
1643αὐτὴν ἔκτασιν, τὰ μὲν εἰς κατόχους, τὰ δὲ εἰς μὴ κατόχους·
1644ὥστε δὲν πρόκειται νὰ πληρώσωσιν, ὡς εἶπόν τινες, καλλιερ-
1645γηταὶ, ἀπολαμβάνοντες καρποὺς, ἀλλὰ πολλοὶ καλοῦνται
1646νὰ πληρώσωσι δόσεις διὰ γαίας, αἵτινες οὐδέποτε περιῆλθον
1647εἰς τὴν κατοχήν των. Εἰς πολλοὺς Δήμους μάλιστα, καὶ
1648μεταξὺ τούτων, εἶναι ὁ Δῆμος Τριταίας τῆς ἐπαρχίας τῶν
1649Πατρῶν, δὲν ἔχει γίνει οὔτε ἡ καταμέτρησις τῶν γαιῶν, οὔτε
1650ἡ κατάταξις αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ πληρόνουσι δωρεὰν εἰς τὸ
1651Δημόσιον. Νομίζετε δὲ εὔκολον τὴν διαδικασίαν, ὅπως ἀνα-
1652λάβῃ τις τὰ ἀναιτίως δοθέντα; Ὥστε νὰ ζητῶμεν καὶ αὔξησιν
1653τοῦ μισθώματος τῶν τοιουτοτρόπως παραχωρηθεισῶν γαιῶν,
1654εἶναι κἄτι τι ἀκατανόητον καί, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, τε-
1655ρατῶδες. Ἀλλ’ ἀποκρουστέα εἶναι ἡ συζητουμένη διάταξις
1656καὶ δι’ ἕτερον νομικὸν λόγον· ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἀπέκτησεν ὁ
1657Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς γαίας, ἐγένετο διὰ δηλώσεως, σύμφωνα
1658μὲ τὸν νόμον. Σύμβασις ἄρα κατηρτίσθη, κατὰ προηγούμε-
1659νον νόμον, μεταξὺ δηλωτοῦ καὶ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν δὲν
1660ἔχομεν τὸ δικαίωμα διὰ νέου νόμου νὰ τροπολογήσωμεν, δί-
1661δοντες εἰς αὐτὸν ἀναδρομικὴν δύναμιν.
1662§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
1663§49ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ὄχι, ἀφοῦ ἐπαυξάνομεν
1664τὸ ποσὸν τῶν ἅπαξ κανονισθεισῶν δόσεων;
1665§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς πληρώνωσιν ἐγκαίρως.
1666§51ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγνοεῖτε, φαίνεται, τὴν πτω-
1667χείαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
1668§52ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς δὲν τὴν γνωρίζετε, καὶ ὄχι ἡμεῖς.
1669§53ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὴν ἐγνωρίζετε, δὲν θὰ
1670εἴχετε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδια καὶ νὰ χαρίζητε
1671ἑκατομμύρια, ὅταν θεωρῆτε ἀναγκαῖον νὰ γυμνώσητε τὸν
1672γεωργὸν, καὶ ν’ ἀφαιρέσητε διὰ τοῦ χωροφύλακος ἀπὸ τὰς
1673καθημαγμένας χεῖρας τοῦ ἐργάτου καὶ τὸν ἄρτον αὐτόν.
1674Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, λέγω, νὰ φέ-
1675ρητε νομοσχέδια, διὰ νὰ χαρίζητε ἑκατομμύρια. Ἐννοεῖτε
1676περὶ τίνος νομοσχεδίου ὁμιλῶ;
1677§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε νὰ τὰ εἴπητε.
1678§55ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, θὰ τὰ εἴπω ἐγώ·
1679εὔχομαι δὲ νὰ τὰ εἴπητε καὶ σεῖς, ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω.—
1680Ἐὰν μάλιστα, Κύριοι βουλευταὶ, συνδυάσητε τὴν διάταξιν
1681ταύτην μὲ τὴν τοῦ ἄρθρου τετάρτου, καθ’ ἣν ὁ πτωχὸς δὲν
1682θὰ εὑρίσκῃ πλέον οὐδαμοῦ ἀκρόασιν, καὶ οὐδὲν μέσον θὰ
1683ὑπάρχῃ νὰ τὸν λυτρώσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ δεσμοφύλακος,
1684τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι ψηφίζετε διάταξιν, τὴν ὁποίαν, οὐ μό-
1685νον τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ ὡς ἀνθρώπων
1686μὲ συνείδησιν, αἰσθανομένων οἶκτον, ἐπιβάλλει ν’ ἀποκρούσω-
1687μεν· δι’ αὐτὸ ἐκρίναμεν καλὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλ-
1688φου μου, τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ράλλη, νὰ ὑπο-
1689βάλωμεν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιροῦμεν τῶν
1690συνεπειῶν τῆς αὐστηρᾶς διατάξεως τοὺς ἀμέσως φορολογου-
1691μένους, διότι οὗτοι θὰ βαρύνωνται περισσότερον καὶ ἐπαι-
1692σθητότερον ἐκ τῆς ἐπικρινομένης διατάξεως. Ἰδοὺ καὶ ἡ τρο-
1693πολογία μας. (Καταθέτει αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον).
1694Διὰ ταύτης ἐπαυξάνομεν τὴν πρὸς πληρωμὴν χορηγου-
1695μένην τοῖς ὀφειλέταις προθεσμίαν, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς
1696ὁποίας καὶ μόνον, εἶναι ὁπωσδήποτε ὀλιγώτερον ἀνεπιεικὲς
1697νὰ τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς πληρωμὴν φόρου ὑπερημερίας.
1698Ἐνομίσαμεν καλὸν, νὰ δοθῇ προθεσμία μέχρι τῆς 30 Σε-
1699πτεμβρίου τοῦ ἑπομένου τῆς βεβαιώσεως ἔτους, πέραν δὲ
1700τούτου νὰ ὑπόκειται ὁ φορολογούμενος εἰς πρόσθετον τέλος,
1701οὐχὶ 20, ἀλλὰ 5%. Ἀλλὰ διατὶ ἡμεῖς, οἱ ἀποκρούοντες
1702κατ’ ἀρχὴν τὸ πρόσθετον τέλος, παρεδέχθημεν ἐνταῦθα τὸ
17035%; Τοῦτο ἐπράξαμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συναντηθῶμεν
1704μὲ σᾶς, ἀφοῦ ἔχετε τέλος πάντων τὸν πόθον, νὰ ἐπιβάλητε
1705τὸ πρόσθετον τέλος. Ἑπομένως, ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρ-
1706θρου, ἀφαιροῦμεν τοὺς ἀμέσους φόρους, ἀφαιροῦμεν τὸ τίμημα
1707τῶν ἐκποιηθεισῶν γαιῶν, καὶ ἐπεκτείνομεν τὴν προθεσμίαν
1708τῆς πληρωμῆς.
1709Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῶν τροπολογιῶν καθι-
1710στᾷ τὰς διατάξεις ὁπωσδήποτε ἠπιωτέρας, καὶ δύναται ἡ
1711Βουλὴ νὰ τὰς ψηφίσῃ· ἐὰν ὅμως ψηφίσητε τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει,
1712δὲν θέλω νὰ εἴπω κἀμμίαν βαρεῖαν ἔκφρασιν, διότι δὲν ἔχω
1713τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ψηφίζετε μέτρα δρακόν-
1714τεια κατὰ τῶν δυστυχῶν, καὶ δὲν θὰ βραδύνητε ν’ ἀκούσητε
1715τοὺς βαρεῖς, ἀλλὰ δικαίους γογγυσμοὺς αὐτῶν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς,
1716νίπτομεν τὰς χεῖρας, καὶ οἱ ὑπαίτιοι ἂς ἀναλογισθῶσι τὴν
1717βαρεῖαν εὐθύνην, ἣν ὑπέχουσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
1718§56ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὅλαι αἱ παρατη-
1719ρήσεις, ὅλαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι καταλήγουσιν εἰς
1720ἓν καὶ μόνον συμπέρασμα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περὶ τοῦ
1721προσθέτου τέλους, πρέπει νὰ ἐξαφανισθῇ· ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο,
1722αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι, ἄλλαι μὲν δημιουργοῦσιν
1723ἀνισότητα, ἄλλα δὲ ματαιόνουσι τὸν μόνον σκοπὸν, διὰ τὸν
1724ὁποῖον ἠδύνατο κἄπως νὰ δικαιολογηθῇ ἡ τοιαύτη διάτα-
1725ξις, τὸν σκοπὸν τοῦ ἐξαναγκασμοῦ πρὸς πληρωμήν. Ἡ
1726ἐλάττωσις τοῦ προσθέτου τέλους, μὴ αἴρουσα τὴν ἀδικίαν,
1727ματαιώνει μόνον τὸ ἀποτέλεσμα· τὸ τέλος, ἂν ἐπιτρέπη-
1728ται, πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν ὀφει-
1729λέτην νὰ πληρώσῃ. Περὶ τίνος πρόκειται; Δὲν πρόκειται
1730περὶ τόκου ὑπερημερίας,—ὁ τόκος εἶναι τὸ προϊὸν τῆς χρή-
1731σεως τοῦ κεφαλαίου,—ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ποινῆς,
1732διότι δημιουργεῖται τὸ τεκμήριον, ὅτι ἐκ δυστροπίας ὁ ὀφει-
1733λέτης δὲν πληρόνει· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑποθέτετε εὐπορίαν καὶ δυσ-
1734τροπίαν, πρέπει νὰ ἐπιβάλητε ποινὴν ἀξίαν λόγου. Ἐγὼ
1735ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐννοεῖται, δὲν παραδέχομαι τὴν ποινὴν,
1736διότι δημιουργοῦμεν ἓν τεκμήριον αὐθαίρετον καὶ ἀνύπαρ-
1737κτον, μὴ ἀφίνοντες καὶ κἀνὲν καταφύγιον ἀνταποδείξεως·
1738ἄλλως, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν πληρόνει ὁ φορολογούμε-
1739νος ἐξ ἀνεχείας, τότε βεβαίως αὐτὴ ἡ διάταξις ἔχει τι τὸ
1740τερατῶδες καὶ ἀπάνθρωπον, προσθέτουσα ποινὴν κατὰ τῆς
1741δυστυχίας. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ποινῆς ἐναντίον τῶν
1742δυστροπούντων, διατὶ σᾶς φαίνεται μεγάλη ἡ ποινὴ τῶν
174320%; Καὶ ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐξαναγκασμοῦ, διατὶ θέλε-
1744τε νὰ μειώσητε τὸ τέλος εἰς 10%, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ
1745ἐξασκήσῃ πλέον τὴν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν, ὅπως ἐξαναγ-
1746κάσῃ τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ; Ἵνα ἦσθε συνεπεῖς πρὸς
1747ἑαυτοὺς, ἢ πρέπει νὰ ψηφίσητε τὴν διάταξιν, ὡς ἔχει, ἢ πρέ-
1748πει νὰ τὴν καταψηφίσητε, ὡς μὴ ἔχουσαν δικαιολογητικὴν
1749βάσιν. Οἱαδήποτε ποινὴ ὑποθέτει εἶδος ἐγκληματικότητος,
1750καθὼς καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Μίλησης,
1751τῆς ποινῆς κατὰ τοῦ μὴ προσερχομένου νὰ πληρώσῃ τὰς
1752ὑποχρεώσεις τῆς στρατείας, ὑποθέτει ἓν ἔγκλημα· ἀλλὰ προ-
1753κειμένου περὶ ἁπλοῦ ὀφειλέτου, καθυστεροῦντος, τὸ νὰ ἐπι-
1754βάλληται ποινή, εἶναί τι ἀνατρεπτικὸν παντὸς δικαίου. Ἐὰν
1755δικαιολογητικὴ βάσις ᾖναι, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει ἀνάγκην
1756νὰ εἰσπράξῃ, καὶ θὰ μετέλθῃ ὅλα τὰ μέσα ἵνα εἰσπράξῃ,
1757τότε αὐτὴν τὴν ἀποτρόπαιον δικαιολογίαν πρέπει τοὐλάχι-
1758στον νὰ τὴν καταστήσητε σπουδαίαν ἐν τῷ νόμῳ, ἀφ’ ἑνὸς
1759ἀφίνοντες πλήρη τὴν ποινὴν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμίαν τάξιν
1760ὀφειλετῶν ἐξαιροῦντες. Καὶ πῶς, Κύριοι, προτείνουσιν ἄλ-
1761λοι ἐξαιρέσεις τῶν δηλωσάντων γαίας ἐθνικάς; ἐπὶ τίνι
1762λόγῳ πρέπει οὗτοι ν’ ἀνακουφισθῶσι, νὰ ἐξαναγκασθῇ δὲ ὁ
1763ἐλεεινὸς γεωργὸς, ἢ ὁ ποιμὴν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ μηδὲν
1764ἀπολαμβάνων παρὰ τῆς Πολιτείας καὶ ὁ κινδυνεύων πολλά-
1765κις τὴν ὕπαρξίν του, πρὸς διάσωσιν τῶν ὀλίγων ζώων, ἢ καρ-
1766πῶν του; Ἀλλὰ μοὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτοὶ οἱ δηλωταὶ δὲν ἀπο-
1767λαμβάνουσι τίποτε, διότι ἐδήλωσαν πολλοὶ τὸ αὐτὸ κτῆμα,
1768καὶ ὅτι συμβαίνουσι τοιαῦτα πράγματα τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν
1769ἄδικον τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνταῦθα πλέον
1770γίνεται σύγχυσις ἰδεῶν· τί κοινὸν μεταξὺ τῶν περιπλοκῶν
1771ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ἂν ὑφίστανται τῷ ὄντι, δύνανται νὰ κα-
1772θιστῶσι καὶ ἄδικον τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ τοῦ μέσου τοῦ ἐξη-
1773ναγκασμοῦ, ἵνα πληρώσωσιν οἱ ὀφείλοντες; Λάβετε ἕτερον
1774μέτρον, ὅπως διορθώσητε τὸ κακὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλω-
1775σαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήλαυσαν· δὲν εἶναι δικαιολογία νὰ εἴπητε,
1776ὅτι μεταξὺ τῶν δηλωτῶν γαιῶν, εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι περιε-
1777πλάκησαν εἰς δίκας, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι πάν-
1778τες οἱ δηλώσαντες καὶ ἀποκτήσαντες ἐθνικὰς γαίας, καὶ ν’ ἀ-
1779φήσωμεν τοὺς πτωχοὺς φορολογουμένους, νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸ
1780τέλος. Ἐνταῦθα, Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ παρατηρήσω,
1781βλέπω τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἰσεχώρησεν εἰς τὴν νομοθεσίαν
1782μας, τῶν ὑπέρ τινων τάξεων εὐεργετικῶν νόμων, τῶν κατ’
1783εὐφημισμὸν ὀνομαζομένων εὐεργετικῶν· τοῦτο πρέπει νὰ παύ-
1784σῃ εἰσχωροῦν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, διότι αὐτὸ συντελεῖ
1785καὶ εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ πνεύματος τοῦ κοινωνικοῦ ἐν Ἑλ-
1786λάδι.
1787Ἀποκρούω, Κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὴν διάταξιν τοῦ
1788νομοσχεδίου, καὶ ζητῶ τὴν ἐντελῆ ἀπάλειψιν τοῦ προσθέτου
1789τέλους, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι παρὰ τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ
1790δικαίου, τὸ νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, εἴτε ἐξ
1791ἀνεχείας, εἴτε ἐκ δυστυχήματός τινος, δὲν ἠδυνήθη νὰ πλη-
1792ρώσῃ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις του ἐμπροθέσμως.
1793Ἀλλ’ ἐὰν πολεμῶ τὴν ὅλην διάταξιν, προσθέτω, ὅτι αἱ ὑπο-
1794βαλλόμεναι τροπολογίαι ἤθελον καταστήσει τὴν διάταξιν
1795καὶ ἀδικωτέραν, καὶ ἐντελῶς ἄσκοπον, καὶ ματαίαν.
1796§57ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρ-
1797νανίας παραπονεῖται, ὅτι ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα μόνον διὰ τοὺς
1798κατοίκους τῶν πεδινῶν μερῶν, καὶ ὅτι ἀφίνομεν τοὺς δυστυ-
1799χεῖς ποιμένας τῆς Ἀκαρνανίας εἰς τὴν σκληρότητα τοῦ νό-
1800μου. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι αἱ πεδιναὶ
1801ἐπαρχίαι ἔχουσι κτηνοτροφίαν, καὶ ἐξίσου ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ
1802τῆς κτηνοτροφίας, καθὼς καὶ ὑπὲρ τῆς γεωργίας· ἀλλὰ δὲν εἶ-
1803ναι ἁρμόζον νὰ ῥίπτηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς παρά-
1804πονον μεταξὺ ἐπαρχιῶν καὶ ἐπαρχιῶν. Ὁ κ. συνάδελφος
1805παραπονεῖται, διότι ἀφίνομεν τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας τῆς Εὐ-
1806ρυτανίας νὰ πληρόνωσι τὸ 20%, καὶ ἐνδιαφερόμεθα μό-
1807νον περὶ τῶν πεδινῶν μερῶν· αὐταὶ αἱ διακρίσεις δὲν περι-
1808ποιοῦσι τιμὴν εἰς τοὺς λέγοντας. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κύ-
1809ριον θέμα· ὁ κ. συνάδελφος λέγει, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ πε-
1810ριπλέξωμεν τὰ πράγματα, καὶ ὅτι θέλομεν νὰ ἐξαπατήσω-
1811μεν τὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου.
1812Δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ ἀληθὲς εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπεστή-
1813ριξαν οἱ προλαλήσαντες, ὅτι ὁ δηλωτὴς ἐθνικῶν καὶ ἐκκλη-
1814σιαστικῶν γαιῶν εὑρίσκεται εἰς παντελῆ ἀδυναμίαν νὰ πλη-
1815ρώσῃ, καὶ οὐχὶ ἐκ στρεψοδικίας· πολλοὶ παρητήθησαν ἐπι-
1816σήμως τῆς δηλώσεως, καὶ ἐπέδωκαν τὴν δήλωσίν των διὰ δι-
1817καστικοῦ κλητῆρος, ὅτι παραιτοῦνται τῆς δηλωθείσης ἐθνικῆς
1818γῆς, καὶ ὤφειλεν ὁ ἔφορος νὰ τοὺς διαγράψῃ ἐκ τοῦ κατα-
1819λόγου τῶν ὀφειλετῶν, καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκονται ἐγγεγραμ-
1820μένοι ἐπὶ πολλὰ συνεχῆ ἔτη, ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, ἐξ
1821αἰτίας δόσεων ἐθνικῶν γαιῶν. Πῶς θέλετε νὰ καταλο-
1822γίσητε εἰς αὐτοὺς ἀμέλειαν, ἢ δυστροπίαν, καὶ νὰ τοὺς
1823ἐπιβαρύνητε μὲ πρόσθετον φόρον 20%, ἀφοῦ εὑρίσκονται
1824ἐν ἀδυναμίᾳ; Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἐδή-
1825λωσαν ἐθνικὰς γαίας ὡς κάτοχοι, εὑρίσκονται ἀπέναντι ἑτέ-
1826ρων δηλωτῶν μὴ κατόχων, καὶ αὐτοὶ οἱ μὴ κάτοχοι εὑρί-
1827σκονται μετὰ τῶν πρώτων εἰς δίκην περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀγροῦ,
1828καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τὰς
1829ἐτησίας δόσεις πρὸς τὸ Δημόσιον, λόγῳ τῶν ἐκκρεμῶν
1830δικῶν. Ἐὰν τούτους ἐπιβαρύνωμεν μὲ πρόσθετον φόρον 20%,
1831θέλομεν πράξει ἀδικίαν καὶ φοβερὰν καταπίεσιν.
1832Ἐὰν, Κύριοι, ὑποχρεωθῶσιν ἅπαντες οὗτοι οἱ δηλωταὶ
1833τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἀγροῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει δίκη
1834ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ πληρώσωσι τὸ 20%, δὲν
1835θὰ ἀδικηθῶσιν ἅπαντες οἱ ἄλλοι, πλὴν τοῦ ἑνὸς, εἰς τὸν
1836ὁποῖον θὰ ἀπομείνῃ μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ
1837ἀγῶνος τὸ κτῆμα; Θεωρεῖτε δίκαιον τοῦτο; σᾶς ἐρωτῶ· πῶς
1838θέλετε δικαιολογήσει τὴν ψῆφόν σας, Κύριοι, καὶ πῶς θὰ
1839ἐπανίδητε τοὺς ἐκλογεῖς σας, οὕτως ἠδικημένους; Ὁ κ. συνά-
1840δελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βεβαίως δὲν ἔχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ
1841του ἐθνικὰς γαίας· αἶγας ἔχει μόνον καὶ πρόβατα, καὶ δὲν
1842ἐνδιαφέρεται πολὺ διὰ τὴν δυστυχῆ γεωργικὴν τάξιν, ἀλλ’
1843ἐνδιαφέρεται μόνον ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν του κτηνο-
1844τρόφων.
1845§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1846περὶ τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων,
1847νομίζω, ὅτι ἄξιαι παρατηρήσεως καὶ προσοχῆς εἶναι αἱ ἀφο-
1848ρῶσαι εἰς τοὺς μὴ κατόχους. Τῷ ὄντι, μοὶ φαίνεται ἄδικον,
1849οἱ ἁπλοῖ δηλωταί, οἱ μὴ κατέχοντες, ὀφείλοντες ὅμως κατὰ
1850τὸν νόμον νὰ πληρώσωσι τὰς δόσεις, νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ κα-
1851ταβάλωσι καὶ τὸ πρόσθετον τέλος, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν
1852νομοσχέδιον, διὰ τὴν καθυστέρησιν χρημάτων μὴ ὀφειλομέ-
1853νων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους δηλωτὰς, τοὺς κατέχον-
1854τας καὶ νεμομένους, αὐτοὶ, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαλλακτέοι.
1855Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὸ πρᾶγμα
1856προσθέτοντες τὰς λέξεις: «γαιῶν κατεχομένων».
1857§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι κατέχον-
1858ται; Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.
1859§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ οὕτω ἡ τροπολογία νὰ διατυπωθῇ ὡς
1860ἑξῆς. «Πάντες οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα
1861»πλὴν τοῦ τιμήματος τῶν δηλωθεισῶν καὶ παραχωρηθει-
1862»σῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, καὶ κτημάτων μὴ
1863»κατεχομένων.» Ἐξαιροῦνται τότε οἱ ἁπλοῖ δηλωταὶ, οἱ μὴ
1864κατέχοντες.
1865§61ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι, οἱαδήποτε τροπολογία ἐπὶ
1866τοῦ ἄρθρου οὐδὲν θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, διότι τὸ ἄρθρον δὲν
1867ἐμελετήθη σαφῶς. Ἐὰν ἐμελετᾶτο ἀκριβῶς, ἤθελον ἴδει
1868οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὐδεμιᾶς
1869τροπολογίας. Τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Χαλκιό-
1870πουλος, βεβαίως δὲν θὰ συμβαίνωσι, διότι ὑπάρχει λέξις
1871παραχωρηθεισῶν· ἅμα δὲ ὁ δηλώσας λάβῃ τὸ παραχωρη-
1872τήριον, εἶναι καὶ κάτοχος.
1873§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε λάθος· ἐνταῦθα ἔγκειται
1874τὸ κακὸν, ὅτι λαμβάνουσι πολλοὶ πολλὰ παραχωρητήρια
1875διὰ τὸ αὐτὸ κτῆμα.
1876§63ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1877§64ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τὸ
1878σύστημα, τοῦ νὰ γίνωνται αὐταὶ αἱ παρεξηγήσεις καὶ τὰ
1879σχόλια εἰς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ἢ τοῦτο,
1880ἢ ἐκεῖνο, μολονότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέν με πειράζει, ὅτι
1881ἐγένετο τοιαύτη παρατήρησις, διότι ἔσχον μίαν διαφώτισιν
1882περὶ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ ἀξιότιμος βου-
1883λευτὴς κ. Χαλκιόπουλος, ὅ,τι ἐπρότεινεν. Ὁ ἀξιότιμος βου-
1884λευτὴς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀδιάφορος πρὸς τοὺς δηλωτὰς
1885γαιῶν, διότι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν οἱ κάτοικοι ἔχουσι μόνον
1886ζῶα, καὶ δὲν ἔχουσι γαίας ἐθνικάς· τοιουτοτρόπως ἐδήλωσε,
1887νομίζω, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον αὐτὸς δὲν εἶναι ἀδιάφορος.
1888Εἰς τὴν ἰδικήν του ἐπαρχίαν ὑπάρχουσι δηλωταὶ γαιῶν,
1889καὶ πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ ὁ ἴδιος, καὶ ἑπομένως αὐτὸς δὲν
1890εἶναι ἀδιάφορος, ἐγὼ δὲ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ
1891δὲν ὑπάρχουσι δηλωταὶ γαιῶν, εἶμαι ἀδιάφορος. Ὁμολογῶ,
1892ἐν τούτοις, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑπάρχουσί τινες,
1893ὄχι βεβαίως ὅσοι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, μεταξὺ
1894τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἦναι καὶ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὑπάρχουσί
1895τινες δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν.
1896§65ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι.
1897§66ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν,
1898ὅτι ἐν Αἰτωλοακαρνανίᾳ, εἰς ἣν ἀνήκομεν ἤδη, ὑπάρχουσι
1899βεβαίως πολλαὶ γαῖαι, καὶ πολλοὶ δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν.
1900Δὲν ἔχω λοιπὸν, Κύριοι, ἀφορμὰς νὰ ἔχω τὸ αἴσθημα τῆς
1901ζηλοτυπίας, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κ. Ῥάλλης· οὔτε ἐπαρχιακῆς,
1902οὕτως εἰπεῖν, ζηλοτυπίας ἀφορμὰς ἔχω, ἀλλ’ οὔτε καὶ προ-
1903σωπικῆς. Δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω κατὰ τῶν κατεχόντων με-
1904γάλας ἐκτάσεις γαιῶν προσωπικὰς ἀφορμὰς ζηλοτυπίας,
1905διότι βέβαια δὲν σημαίνει, ἐὰν δὲν ἔχῃ τις τὸ εὐτύχημα νὰ
1906ἦναι κάτοχος ἐκτάσεων ἐθνικῶν γαιῶν, ὅταν συνέπεσε νὰ
1907ἔχῃ ἀνέκαθεν ἐκτάσεις ἄλλων γαιῶν. Ἐὰν δὲ ἀνέφερον ὡς
1908παράδειγμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς κατωτέραν θέσιν
1909τὸν ποιμένα τῆς Εὐρυτανίας, τὸ ἀνέφερον, ὄχι διὰ ν’ ἀπο-
1910δείξω, ὅτι ἐνδιαφέρομαι περὶ μόνον τῶν ποιμένων καὶ τῶν
1911ἄλλων φορολογουμένων τῆς Εὐρυτανίας, — διότι ποιμένες, καὶ
1912ἄλλοι πτωχοὶ φορολογούμενοι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ μέρη
1913τοῦ Κράτους — ἀλλὰ διότι ἴσως θὰ ἐσκανδαλίζετο ὁ κ. βου-
1914λευτὴς ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος, ἐὰν ὡμίλουν περὶ δυστυχίας
1915ποιμένων καὶ φορολογουμένων τῆς ἐπαρχίας του.
1916Ἐννοῶ τὴν ἔποψιν ἐκείνην ὡς σπουδαίαν, τὴν ἔποψιν τῆς
1917ἀναδρομικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ πραγ-
1918ματοποιουμένη κατὰ τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Ἀλλὰ,
1919Κύριοι, πρόκειται περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως ἐνταῦθα,
1920περὶ ὀπισθενεργείας; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι βέβαιον τοῦτο,
1921διότι δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀρχικῶν συμ-
1922φωνιῶν, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ τὸ πρόσθετον τέλος κατὰ
1923τῆς ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς γενησομένης παραβάσεως, δηλαδὴ
1924τῆς ἐφεξῆς καθυστερήσεως. Τὸ Δημόσιον λέγει: μοὶ ὀφεί-
1925λετε ὁπωσδήποτε ἓν ποσὸν χρηματικὸν, θέλω νὰ σᾶς
1926ἐξαναγκάσω νὰ μὲ πληρώσητε, καὶ σᾶς ἐξαναγκάζω διὰ
1927τοῦ τέλους τούτου. Βεβαίως τοῦτο εἶναι παράλογον, ἐναντίον
1928τῶν κοινῶν ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, ὄχι λόγῳ τῆς ὀπισθενερ-
1929γείας, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται
1930ποινὴ πρὸς ἀπότισιν ἑνὸς χρέους. Ἀλλὰ, Κύριοι, λέγων
1931ταῦτα, μήπως ἀμφισβητῶ ἐγὼ, ὅτι καὶ οἱ δηλωταὶ ἐθνικῶν
1932γαιῶν, ἐπίσης καὶ οὗτοι θὰ ἀδικῶνται, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι
1933φορολογούμενοι; Ποίαν ἐγὼ ἐκφράζω κυρίως ἰδέαν; Ἡ
1934ἰδέα, ἡ δεσπόζουσα εἰς τὴν πρότασίν μου, εἶναι, ὅτι καθ’
1935ὁλοκληρίαν πρέπει νὰ πέσῃ τὸ τέλος αὐτὸ, τὸ ἐπιβαλλό-
1936μενον διὰ τοῦ νόμου.
1937Τώρα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτὴς μοὶ
1938παρέστησεν ἄλλην ἔποψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν δεικνύω
1939πολλὴν προθυμίαν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τις καὶ συμβιβασμόν.
1940Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἠδυνάμην νὰ ἐπιδιώξω
1941νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ εἰς ἕνα συμβιβασμὸν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων
1942βουλευτῶν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, οἱ ὁποῖοι συνεκινήθησαν
1943μόνον διὰ τὰ δεινοπαθήματα τῶν δηλωτῶν ἐθνικῶν γαιῶν·
1944λοιπὸν ἠδυνάμην νὰ ἐλπίσω καὶ ἐγὼ, ὅτι δύνανται καὶ αὐτοὶ
1945κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ συμβιβασμοῦ, νὰ προβῶσιν ὀλίγον
1946εἰς τὰ φιλανθρωπικά των αἰσθήματα, καὶ νὰ συμβιβασθῶμεν
1947ἐντελῶς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀπισθενέργειαν,
1948μήπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ κατὰ τῶν ἄλλων φορολογουμένων
1949κατὰ τὸ ἄρθρον 8; Ὑπάρχουσι ἄλλοι φορολογούμενοι, τῶν
1950ὁποίων ἡ σχέσις πρὸς τὸ Δημόσιον πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου
1951ἐγεννήθη ἤδη, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ὁ νόμος θὰ ἐπιβάλῃ καὶ κατ’
1952αὐτῶν τὸ πρόσθετον τέλος.
1953§67ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς δηλωτὰς ἐθνικῶν γαιῶν
1954συμβαίνει τι, τὸ ὁποῖον περιπλέκει σπουδαίως, καὶ ὁ κ. Χαλ-
1955κιόπουλος δὲν τὸ ἀνέπτυξεν, διότι ἴσως δὲν συμβαίνει εἰς τὴν
1956ἐπαρχίαν του. Ὡς γνωρίζετε, αἱ γαῖαι διαιροῦνται εἰς τοπο-
1957θεσίας, καὶ ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῶν γαιῶν ἐτέθη καὶ ἡ
1958τιμὴ αὐτῶν. Πολλῶν δηλωτῶν γαιῶν τὰς γαίας, ἀντὶ νὰ τὰς
1959κατατάξωσιν εἰς τὴν γʹ. ποιότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται,
1960καὶ ἐκτιμηθῶσιν 25 δραχμὰς, τὰς κατέταξαν εἰς τὴν αʹ, ὅπου
1961ἔχουσι 400 δρ., καὶ ἐξεδόθησαν τὰ παραχωρητήρια, καὶ οἱ
1962ἄνθρωποι ἐχρεώθησαν. Τρέχουσιν εἰς τὰ δικαστήρια, κάμνουν
1963ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦσι νὰ διορθωθῇ, καὶ δὲν
1964κατορθόνουσι νὰ διορθωθῇ. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς
1965ὑπάγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ πρόσθετον
1966τέλος; Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἐξαίρεσις; Καὶ παρακαλῶ
1967νὰ διασαφήσῃ, ἐὰν τοὺς ὑπάγῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ πρόσθε-
1968τον τέλος.
1969§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν θέλω ζητήσει ἀπὸ
1970τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν αʹ παράγρα-
1971φον τοῦ ἄρθρου τούτου, πάντα τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα διαλαμ-
1972βάνονται ἐν αὐτῷ, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουα-
1973ρίου, ὑποβάλλονται εἰς πρόσθετον τέλος 20%, καὶ εἰς
1974τόκον ὑπερημερίας 8%. Ἀλλ’ ἐκ τῶν χρεῶν τούτων
1975ἄλλα μὲν, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὑποβάλλονται εἰς τό-
1976κον ὑπερημερίας, καὶ ἄλλα δὲν ὑποβάλλονται. Ἐρωτῶ τὸν κ.
1977Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν: ὅσα ὑποβάλλονται εἰς τόκον
1978ὑπερημερίας, ὁριζόμενον ἀπὸ τοὺς σχετικοὺς νόμους, ὑπόκειν-
1979ται, ἐκτὸς τοῦ τόκου ἐκείνου, καὶ εἰς τὸν τόκον τῶν 8%;
1980§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γʹ. ἐδάφιον πραγμα-
1981τεύεται περὶ τῆς περιπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἐρώ-
1982τησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας. Κατὰ τὸ γʹ. ἐδάφιον,
1983ἐκεῖνοι, οἵτινες, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὑπόκεινται εἰς πλη-
1984ρωμὴν τόκου ὑπερημερίας, θέλουσι πληρώσει τὸν τόκον τοῦτον
1985μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου, ἐὰν πρὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου ἐγέ-
1986νετο ἡ πληρωμή, ἐὰν ὅμως δὲν ἐγένετο ἡ πληρωμὴ πρὸ τῆς
198731 Ἰανουαρίου, θὰ ἐφαρμοσθῇ τότε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου
1988πρώτου, καὶ ἑπομένως θὰ πληρόνηται μόνον εἷς τόκος ὑπε-
1989ρημερίας, τὸ 8%.
1990§70ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν Καλάμαις, καὶ εἰς τὴν παραλίαν τῶν
1991Καλαμῶν τὸ Δημόσιον ἐξεποίησεν οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα σή-
1992μερον δὲν ὑπάρχουσι, διότι ἕνεκα τῶν τρικυμιῶν κατελήφθη-
1993σαν ὑπὸ τοῦ κύματος· ἐξεποιήθησαν, ἵνα πληρωθῶσι κατὰ
1994δόσεις. Εἴς τινα τούτων οἱ ἀγορασταὶ ἔκαμαν οἰκοδομὰς,
1995ἀλλὰ καὶ τὰς οἰκοδομὰς ἐκείνας τὰς κατέστρεψεν ἡ τρικυμία.
1996Ἤδη ζητοῦνται νὰ καταβάλωσι τὰς δόσεις· τὸ Δημόσιον
1997λέγει, ὅτι δὲν ἔχω νὰ σοὶ ἐπιστρέψω τὸ τίμημα, ἀλλὰ δὲν
1998πρέπει νὰ ἔχῃς καὶ τὸ οἰκόπεδον, διότι δὲν ὑπάρχει. Τώρα
1999ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὀφει-
2000λομένας δόσεις, θὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν καταδίωξιν, τὴν
2001ὁποίαν λέγει τὸ ἄρθρον; Βλέπετε, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ
2002πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν, διότι εἶναι ὑπὲρ τοὺς 100, οἱ ὁποῖοι
2003ἠγόρασαν τοιαῦτα οἰκόπεδα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν.
2004§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ,
2005ὅπως καὶ ἄλλαι πολλαὶ ὁμοίας φύσεως, δὲν ἀφορᾷ ἰδίως
2006εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ προσθέτου τέλους 20% καὶ
2007τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας 8%, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ταύ-
2008την τὴν κυρίαν πληρωμήν. Ἐὰν ἔχωσι τὰ πράγματα, ὡς
2009ἐξετέθησαν, καὶ βεβαίως ἔχουσιν οὕτω, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ κ.
2010βουλευτὴς, τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν
2011ὡς ὀφειλέται οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος, καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ
2012ληφθῇ πρόνοια, καὶ οὐχὶ ὅπως θεωρηθῶσι μὲν ὡς ὀφειλέται,
2013ἀλλὰ μὴ πληρώσωσι τὸ 20% καὶ τὸ 8%.
2014Εἰς οὐδὲν τοὺς ὠφελεῖ, ἐὰν τοὺς ἀπαλλάξωμεν τῆς ποινικῆς
2015ῥήτρας, καὶ τοὺς ἔχωμεν ὑποχρέους εἰς τὴν κυρίαν πληρωμήν.
2016§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς εἶναι αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι.
2017Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ κ. Χατζοπούλου, τοῦ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ
201820%. Δευτέρα εἶναι ἡ τῶν κκ. Γεροκωστοπούλου,
2019Ῥάλλη καὶ Φωτήλα. (Ἀναγινώσκει).
2020«Πάντες οἱ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα τῶν ἐνοικιασθει-
2021σῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημάτων,
2022πραγμάτων, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν
2023δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου
2024ἔτους, εἰς ὅ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 5%
2025καὶ εἰς τόκον ὑπερημερίας πρὸς 8%, ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς
2026κειμένους νόμους, ἢ τὰς συμφωνίας, ὁριζομένης πρὸς πληρω-
2027μὴν ἡμέρας.
2028«Οἱ ἄνω ὀφειλέται, ὧν τὰ χρέη δὲν ἤθελον βεβαιωθῇ εἰς
2029τὸ Ταμεῖον μέχρι τέλους Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους,
2030εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τόκου ὑπερημε-
2031ρίας, ἐὰν δὲν πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα ἐντὸς τοῦ ἑπομένου
2032μηνὸς, ἀπὸ τῆς πρὸς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν ἀποστολῆς τῆς
2033γενικῆς, ἢ τῆς κοινοποιήσεως τῆς εἰδικῆς προσκλήσεως τοῦ
2034ταμίου.»
2035Τρίτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Χαλκιοπούλου. (Ἀναγινώσκει).
2036«Πάντες οἱ ἄμεσοι, ἢ ἔμμεσοι φόροι, τὸ μίσθωμα ἐνοικια-
2037σθεισῶν ἐθνικῶν, ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημά-
2038των, πραγμάτων, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου,
2039πλὴν τοῦ τιμήματος παραχωρηθεισῶν καὶ δηλωθεισῶν ἐθνι-
2040κῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐὰν δὲν πληρω-
2041θῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὃ
2042ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 10% καὶ εἰς
2043τόκον ὑπερημερίας πρὸς 8% ἀπὸ τῆς κατὰ τοὺς κειμένους
2044νόμους, ἢ τὰς συμφωνίας, ὁριζομένης πρὸς πληρωμὴν ἡμέρας.»
2045Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
2046Χαλκιοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερ-
2047θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2048(Ὁμοίως ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Γεροκωστο-
2049πούλου, Ῥάλλη καὶ Φωτήλα, ὡς καὶ ἡ τοῦ κ. Χατζοπούλου).
2050§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ ἄρθρον.
2051§74ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κύριε Πρόεδρε.
2052§75ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ τροπολογίαι, αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ ψηφι-
2053σθεῖσαι, ἀφεώρων εἰς τὴν ά παράγραφον τοῦ ἄρθρου. Ἐρχό-
2054μεθα εἰς τὴν βʹ παράγραφον.
2055§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ά καὶ βʹ ἔχετε σεῖς.
2056§77ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
2057§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας, ἡ ὁποία
2058λέγει: τροπολογία τῆς ά καὶ βʹ παραγράφου τοῦ ἄρ-
2059θρου 2ου.
2060§79ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔγινε συζήτησις, ἀλλ’ ἀδιάφορον.
2061§80ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρ-
2062θρον.
2063§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 15.
2064§82ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Χαλκιοπού-
2065λου (θόρυβος).
2066§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγένετο
2067σύγχυσις. Ἀφοῦ ἐψήφισαν δι’ ἀναστάσεως, τώρα ἐνεθυμή-
2068θησαν οἱ Κύριοι νὰ ζητήσωσιν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπὶ τῆς
2069ἀποῤῥιφθείσης ἤδη τροπολογίας τοῦ κ. Χαλκιοπούλου.
2070§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον ἤδη.
2071§85ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν θέλετε τὴν ὀνομαστι-
2072κὴν κλῆσιν.
2073§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Γραφεῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ζητοῦσι
2074ταύτην 15, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοιαύ-
2075την ψηφοφορίαν.
2076§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα· ἰδού. (Ἐγείρονται ὑπὲρ
2077τοὺς 15).
2078§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς
2079ἔχει, λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν Ὄχι.
2080(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν
2081ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κκ. Ν. Καλογεροπούλου καὶ Θ.
2082Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας.)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2083Χαρ. Τρικούπης ΝἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
2084Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΣωτ. Δανόπουλος
2085Γ. Σισμάνης ΝἈναστ. Δημητριάδης Ν
2086Δ. Βουλπιώτης ΝΜιχ. Νικηφοράκης Ν
2087Ἀθ. Ἴσκος ΝΔημ. Πετρίδης
2088Ν. Καλαντζόπουλος ΝἌγγ. Γεωργαντᾶς
2089Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Θεόδ. Π. ΔηλιγιάννηςΟ
2090Μ. Γουλιμῆς ΝΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
2091Μ. Ἰατρίδης Χρ. Χρηστόπουλος Ο
2092Δ. Χατζόπουλος Φίλιπ. Βάρβογλης
2093Γεώρ. Μίλησης Ἠλίας Φλέσσας
2094Σπ. Νοταρᾶς Κων. Κωνσταντόπουλος
2095Γεώργ. Κούστας Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
2096Παν. Μανέτας ΝΝ. Νομικός Ν
2097Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΜίνως ΜπογιατζόγλουςΝ
2098Ἠλίας Παλαμήδης Γ. Μπούμπουρας Ν
2099Κωνστ. Κατσικόπουλος Λωρέντζος Δελαρόκας Ν
2100Δημ. Ν. Βότσαρης Δημοσθ. Καΐρης Ν
2101Κωνστ. Γ. Καραπάνος Γ. Δρόσος Ν
2102Γεώρ. Χ. Παχύς ΝΝ. Κρίσπης Ν
2103Στέφ. Δραγούμης ΝΕὐστάθ. Κεχαγιᾶς
2104Δημ. Γ. Ράλλης ΟΚ. Κοσσονάκος Ν
2105Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας Παπαμιχαλόπουλος
2106Φωκίων Νέγρης ΝΓ. Μαυρομιχάλης
2107Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς Ἀρ. Πετροπουλάκης
2108Νικ. Μπουφίδης Γιανν. Μαυρομιχάλης Ν
2109Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
2110Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς Λ. Καπετανάκος
2111Νικ. Λεβίδης ΟΞανθός Πικουλάκης Ν
2112Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΙ. Καρτάλης Ν
2113Ὄθων Μακρυγιάννης Ἀργ. Κανταρτζῆς Ν
2114Γ. Ῥοῦφος Εὐάγγ. Σταμούλης Ν
2115Θάνος Κανακάρης Ν. Κουκουσλῆς Ν
2116Ἀθ. Πετιμεζᾶς ΝΑ. Ἀστεριάδης Ν
2117Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ν
2118Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΚ. Μαρκίδης Ν
2119Α. Φωτήλας ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
2120Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝΔ. Κουτσουμπλῆς Ν
2121Ἀντ. Ῥικάκης ΟΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
2122Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈναστ. Ζαρμάνης Ν
2123Ἰω. Κρεστενίτης ΟΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
2124Ν. Κουμανιώτης ΟΚ. Κουμουνδοῦρος
2125Βασ. Βουδούρης ΝΠ. Πεῤῥωτής
2126Ν. Καλογερόπουλος ΝΔ. Τζάνες Ο
2127Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠερ. Μποῦτος
2128Ν. Παπανικολάου Παν. Σάκης Ο
2129Ν. Καφετζόγλους ΝΝ. Παπαλέξης
2130Ἰω. Πεζᾶς ΝΝ. Μισυρλῆς Ο
2131Κων. Σινέλης ΝΠ. Μαυρομιχάλης Ν
2132Κων. Λομβάρδος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
2133Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΕὐστάθ. Κοκκέβης
2134Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΝΔ. Κάρτσωνας
2135Διον. Λομβάρδος ΝΔ. Π. Γουδῆς
2136Γεώρ. Θεοτόκης ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
2137Κωνστ. Βασιλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
2138Ἀντ. Καποδίστριας Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
2139Νικόλ. Βασιλάκης Γ. Φραγγίδης Ν
2140Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Α. Τακιατζῆς Ν
2141Πολυχρ. Β. Κωσταντᾶς Γ. Τάκης Ν
2142Σπυρ. Ἀλαμάνος Ν. Ταρμπάζης
2143Θεόφ. Προβατᾶς ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
2144Ἰωάν. Παδοβᾶς ΝΣταμ. Μπουντούρης Ν
2145Εὐάγγ. Μπασιᾶς Θεόδ. Γκίκας Ν
2146Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
2147Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος ΝΚ. Χαλκιόπουλος Ο
2148Ν. Βαλσαμάκης Ὀδ. Πετρόπουλος Ν
2149Γερ. Μουσούρης ΝΝ. Κοντογιάννης
2150Π. Βενιεράτος ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
2151Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΓ. Λιδωρίκης Ν
2152Γ. Κόρπας ΝΚ. Χατζίσκος
2153Στέφ. Σκουλούδης ΝΔ. Ζουλούμης Ν
2154Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
2155Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΘ. Κανάρης Ο
2156§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 94, ἐξ ὧν 73 ὑπὲρ
2157τοῦ ἄρθρου καὶ 21 κατ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν τὸ
2158ἄρθρον 2 ὡς ἔχει.
2159§90ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 3.
2160§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 προτεί-
2161νω νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «κατοικοῦσιν», ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ
2162διάταξις τοῦ ἄρθρου εἰς μόνα τὰ καταστήματα, ἐν οἷς ἐξα-
2163σκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα οἱ ἐπιτηδευματίαι· νὰ μείνῃ δὲ μόνον,
2164«ἐν οἷς ἀσκοῦσι». Προσέτι δὲ, ἐν τέλει τῆς πρώτης παραγρά-
2165φου νὰ προστεθῇ: «ἡ δήλωσις αὕτη καὶ τὸ ἐπιδοτήριον τοῦ
2166κλητῆρος συντάσσονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
2167(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροποποιήθη).
2168§92ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2169§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου
2170τούτου περιελήφθη μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ἀρτιότητα τοῦ
2171ἄρθρου· σπουδαιότητα πραγματικὴν δὲν ἔχει. Διότι τὸ πρῶ-
2172τον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ὀφείλει νὰ
2173ἀνακοινώσῃ καὶ δήλωσιν τοὐλάχιστον ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἀνα-
2174χωρήσεως, ἔπρεπεν ἄρα νὰ περιληφθῇ διάταξις, διὰ τὴν
2175περίπτωσιν τῆς μισθώσεως, ἐπὶ διορίᾳ βραχυτέρᾳ τοῦ μηνὸς,
2176καίτοι τοιαύτη περίπτωσις θὰ παρουσιασθῇ σπανιώτατα·
2177ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δὲν θὰ ἦτο ἄρτιον, ἐὰν ἄφινεν ἀκανόνιστα τὰ
2178τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐγίνετο ἡ δήλωσις, ὅταν ἐπὶ χρόνον
2179ἐλάσσονα τοῦ μηνὸς ἦναι μεμισθωμένον τὸ οἴκημα. Ἑπομέ-
2180νως δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω.
2181(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
2182§94ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2183§95ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ ἦτο εὐνόητον, ἂν πράγματι ἐκρατοῦντο
2184εἰς τὰς φυλακὰς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ δυστροπίας ἀρνοῦνται
2185νὰ ἀποτίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς ὀφειλάς των ἐκ τῶν δι-
2186καστικῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ ἡμεῖς
2187γνωρίζομεν, ὡς ἐξασκοῦντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ὅτι
2188πολλάκις ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν ἄνθρωποι, οἵτινες καταν-
2189τῶσι πραγματικῶς ἐρείπια, ὡς ἐπίσης ἐρείπια εὑρίσκουσιν,
2190ἐξερχόμενοι τῆς οἰκογενείας, καὶ τὴν περιουσίαν των. Ὁ νό-
2191μος ὅμως εἶναι πολὺ αὐστηρὸς, ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ δί-
2192δηται πιστοποιητικὸν πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει, ἔστω
2193καὶ ἕνα πιστόλιον, μίαν ἀξίνην, ἢ ἓν ἐλεεινὸν τεμάχιον γῆς,
2194μὴ ἔχον οὐδεμίαν ἀξίαν. Καὶ διὰ τοῦτο καλὸν ἤθελεν εἶσθαι,
2195ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθῇ τοὐλάχιστον, νὰ ὁρίσῃ ἓν ἐξ εἰσοδή-
2196ματος περιουσίας ποσὸν, νὰ δεχθῇ δηλονότι, ὅτι δίδεται πι-
2197στοποιητικὸν πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει περιουσίαν 2,000 ἢ
21981000 δραχμῶν. Τί θ’ ἀναμείνωμεν ἐξ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἐξερ-
2199χόμενος τῶν φυλακῶν, εὑρίσκει ἐνώπιόν του κατεστραμμένην
2200οἰκογένειαν, περιουσίαν μὴ ὑπάρχουσαν, τοὺς βόας καὶ τὰ
2201κτήνη πωληθέντα, τὴν οἰκογένειάν του ἐπαιτοῦσαν; Τοιαῦτα
2202καθ’ ἑκάστην συναντῶμεν, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐξ Ἀμερι-
2203κῆς, ἢ Ἰαπωνίας, διὰ νὰ μὴ γνωρίζωμεν τὴν κατάστασιν τῶν
2204συμπολιτῶν μας. Νομίζω τέλος πάντων, ὅτι δὲν δύναταί τις
2205νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος δυστροπεῖ, μὴ θέλων νὰ ἀπο-
2206δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρέος, τὸ ἐκ τῶν ποινικῶν ἐξόδων
2207προερχόμενον· ἀδυναμία ἀπόλυτος ὑπάρχει, ἐν περιπτώσει
2208τοιαύτῃ. Παρακαλῶ τέλος τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὁρίσῃ, ὡς
2209εἶπον, περιουσίαν τινὰ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενον τὸ Δημό-
2210σιον, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπότισιν τοῦ πρὸς αὐτὸ χρέους.
2211§96ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπανέρχεται
2212ὁ παλαιὸς νόμος ἐν ἰσχύϊ, κατὰ τὸν ὁποῖον πιστοποιητικὰ
2213ἀκτημοσύνης λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει μόνον, ὅταν μείνῃ τις
2214ὁλόκληρον χρόνον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Νομίζω ὅμως, ὅτι, προ-
2215κειμένου περὶ μικρῶν ποσῶν, δίκαιον εἶναι νὰ μὴ ἰσχύῃ αὐτὴ
2216ἡ διάταξις, καὶ τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης νὰ λαμβά-
2217νωνται ὑπ’ ὄψιν ἀμέσως. Φαντασθῆτε, πόσον σκληρὸν θὰ ἦτο
2218εἰς ἄνθρωπον, καταδικασθέντα εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν, νὰ
2219μείνῃ 2 μῆνες εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τὰ
2220ἔξοδα. Λοιπὸν προτείνω, νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως τὰ πιστοποιη-
2221τικὰ, προκειμένου περὶ χρέους ὀλιγωτέρου τῶν 100 δραχμῶν,
2222§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἤθελον διαπράξει
2223παράλειψιν καθήκοντος, ἂν δὲν ἐλάμβανον καὶ αὖθις τὸν
2224λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου· καὶ
2225λέγω τοῦτο, διότι καὶ, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, δικηγορικῶς
2226γνωρίζω τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς τυ-
2227χὸν ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐγκαίρως εἶχον παρακαλέ-
2228σει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε διὰ τῆς ὑποβολῆς
2229τοῦ νομοσχεδίου ἀνήγγειλε τὴν συζήτησιν, ἥτις γίνεται σή-
2230μερον, ὅπως προκαλέσῃ ἁρμοδίως τὴν σύνταξιν πινάκων, ἐν
2231οἷς νὰ ἐμφαίνωνται κατ’ ὄνομα, κατὰ Δῆμον καὶ χωρίον, οἱ
2232ὀφειλέται ἐκεῖνοι πρὸς τὸ Δημόσιον, οἵτινες, ἀπὸ τῆς ἐπιψη-
2233φίσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ᾼΣΚΕʹ νόμου, ἀπε-
2234λύθησαν δυνάμει πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης, καὶ τὸ ποσὸν
2235τοῦ χρέους, διὰ ὁποῖον ἕκαστος ἐκρατεῖτο. Ἐζήτησα τοὺς
2236πίνακας τούτους, κ. Πρόεδρε, οὐχὶ ὅπως ἐκ τοῦ πορίσματος
2237αὐτῶν καταρτίσω τὴν γνώμην, ἣν ὀφείλω νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ
2238συζητουμένου ἄρθρου, ἀλλ’ ἵνα καὶ ὑπὸ ἔποψιν ταμιευτικὴν
2239ἦμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἡ διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν
2240κατάργησιν ζητοῦμεν, ἐπηρέασε, καὶ κατὰ πόσον, τὴν εἴσπρα-
2241ξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διὰ νὰ δυνηθῶ ἐντεῦθεν νὰ ἀντλή-
2242σω ἐπιχείρημα καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσβλέπουσι,
2243παρὰ εἰς τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν, κατὰ τῆς διατάξεως, τὴν
2244ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν τῇ ζωῇ. Δυστυχῶς,
2245καίτοι οἱ πίνακες οὗτοι δὲν ἦτο δύσκολον νὰ συνταχθῶσι,
2246δὲν συνετάχθησαν· ἠδύναντο οἱ ταμίαι νὰ παραγγελθῶσι
2247καὶ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1885, ἀφ’ ὅτου
2248κατηργήθη ἡ ἐπαναφερομένη διάταξις, πόσοι ὀφειλέται
2249ἀπηλλάγησαν δυνάμει πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης καὶ
2250διὰ πόσον ποσόν; Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ποσοῦ σημαν-
2251τικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνέφαινε κατάχρησιν τῶν πιστοποιητι-
2252κῶν τῆς ἀκτημοσύνης, ἴσως θὰ ἤμην μετριώτερος ἐν τῇ
2253ἀποκρούσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καίτοι αὕτη ἐρεί-
2254δεται ἐπὶ τοῦ δικαίου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ διάταξις ἀντι-
2255στρατεύεται. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπαναλαμβάνω· ἂν
2256ἀποβλέπωμεν, ὅταν ψηφίζωμεν νόμους, μόνον εἰς τὴν ἔποψιν
2257τὴν ταμιευτικὴν, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν καὶ ἄλλας
2258διατάξεις, ἐντονώτερον συντελούσας πρὸς εὐόδωσιν τοῦ σκο-
2259ποῦ τούτου. Βεβαίως διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ σκλη-
2260ρότης δὲν ἔχει ἐξαντληθῆ ἐντελῶς, καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα
2261σκληρότερα μέσα, ὅπως ἀναγκάσωμεν καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας
2262νὰ μᾶς πληρώσωσιν, ὅπως ἀναγκάσωμεν λέγω τοὺς πολίτας,
2263καὶ τὸν ἄρτον νὰ ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῶν καὶ
2264δώσωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον φαίνεται δὲν ἐννοεῖ τὸν
2265προορισμόν του, ὡσὰν τὸ Δημόσιον νὰ ἦτο ἐχθρικὸν καὶ
2266ξένον πρὸς τοὺς πολίτας, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐκπροσωπεῖ αὐ-
2267τοὺς τοὺς πολίτας, τὴν ὁλομέλειαν τῆς Πολιτείας, πρὸς ἧς
2268τὴν εὐημερίαν συνέστηκε. Ψηφίζομεν λοιπὸν νόμους κατὰ
2269τῶν πολιτῶν ὡς τρίτων, ὡς νὰ μὴ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
2270λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν δικαιοσύνῃ τὸ δυνατὸν τῆς ἐκπλη-
2271ρώσεως τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν χρεῶν των ἄνευ ἐξοντώ-
2272σεως αὐτῶν.
2273Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἃς μετὰ πεποιθήσεως
2274εἰλικρινοῦς ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγω, ὅτι εἰς τὰς
2275ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς, τὰς ὡρισμένως τρεῖς τοῦ νομοσχε-
2276δίου, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, καὶ βεβαίως τὸ ἔχει ὑπ’
2277ὄψιν της, ὅτι περιέχεται ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως, ἥτις
2278ἐνομοθετήθη τὸ 1885. Τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν,
2279ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
2280Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀποκαταστάσεως ἐκ νέου εἰς τοὺς
2281Κώδικας ἡμῶν τῆς καταργηθείσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4
2282τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέ-
2283λομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ
2284ᾼΡΝΓʹ νόμου).
2285Ὥστε δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δη-
2286μοσίου ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προερχομένων ἐκ κατα-
2287δίκης ἐπὶ κακουργήματι, πλημμελήματι ἢ πταίσματι, ἀλλὰ
2288πρόκειται περὶ διαφόρων ἐκ πολλῶν αἰτιῶν ὀφειλετῶν, περὶ
2289κατηγορίας λέγω μεγάλης χρεωστῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε
2290ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, εἴτε ἐξ ἄλλων ποικίλων λόγων. Οἱ
2291ὀφειλέται δὲ οὗτοι ὁρίζονται εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΑΡΝΓʹ
2292νόμου. Ἐν πρώτοις λοιπὸν ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὴν
2293διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐπαναφέρομεν, διότι πρόκειται νὰ ἀνα-
2294νομοθετήσωμεν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ΑΡΝΓʹ νόμου, τὸ καταρ-
2295γηθέν· τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο ἀποβλέπει εἰς πληθὺν, ἐπανα-
2296λαμβάνω, ὀφειλετῶν· ἡ εὐρύτης τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου
22971 τοῦ αὐτοῦ νόμου, λέγοντος, «καὶ ἄλλων δημοσίων χρεῶν»,
2298εἶναι λίαν ἐλαστικὴ, δυναμένη εἰς τὴν πρακτικὴν τῶν τα-
2299μιῶν νὰ λάβῃ ἐπέκτασιν, καὶ νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν
2300ὀφειλετῶν, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει ὁ νόμος. Τώρα, κ.
2301Πρόεδρε, πρέπει καὶ πάλιν νὰ σκεφθῶμεν, τί τὸ ἄρθρον 2
2302τοῦ ΑΣΚΕʹ νόμου τοῦ 1885 ἐνομοθέτησε, καὶ τὸ ὁποῖον
2303σπεύδομεν ἐπὶ τῇ πρώτῃ εὐκαιρίᾳ νὰ καταργήσωμεν. Τὸ
2304ἄρθρον 2 δὲν ἐνομοθέτησεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, ὡς ἤθελέ
2305τις ὑπολάβῃ, νέαν τινὰ διάταξιν, δι’ ἧς νὰ ἐπέρχηται χα-
2306λάρωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις, ἀλλὰ μόνον κατήργησε τὴν διά-
2307ταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1884, ἥτις οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς τοὺς
2308Ἑλληνικοὺς Κώδικας ἀπὸ τοῦ 1833, τὴν κατήργησε δὲ μεθ’
2309ἑνὸς ἔτους ἐφαρμογὴν, καταδείξασαν τὸ ἐπαχθὲς καὶ ἀνήκε-
2310στον, τὸ ὁποῖον ἡ διάταξις περιέκλειε. Καὶ σᾶς φέρω ἓν πα-
2311ράδειγμα ὀφειλέτου ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων. Εἷς ἄνθρωπος
2312ὕβρισεν ἢ ἤκισεν ἕνα ἄλλον, ἢ ὑπέπεσεν εἰς ἓν τῶν πλημ-
2313μελημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων βρίθει ὁ Ποινικὸς Κῶδιξ,—εἰς τὴν
2314διάπραξιν δὲ πολλῶν ἐξ αὐτῶν ὑποκείμεθα πάντες, ὡς ἄν-
2315θρωποι.—Ὁ συμπολίτης μας οὗτος καταδικάζεται εἰς πέντε
2316ἡμερῶν φυλάκισιν, εἰσέρχεται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκτίει
2317τὴν ποινήν του. Ὁ δεσμοφύλαξ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει τὴν ἔξο-
2318δον, λέγων· «θὰ πληρώσῃς 100 δραχμὰς, τὰ δικαστικὰ ἔξο-
2319δα, ἄλλως, θὰ καθήσῃς μέσα.—Εἶμαι πτωχὸς, ἀπαντᾷ ὁ ἐν
2320φυλακῇ, δὲν ἔχω κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν, δὲν ἔχω
2321τίποτε· εἶμαι εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κάθημαι εἰς ἓν δωμά-
2322τιον καὶ πληρόνω 8 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ζῶ ἀπὸ τὸ
2323ἡμερομίσθιόν μου.—Νὰ μοῦ τὸ ἀποδείξῃς, λέγει ὁ νόμος, φέρων
2324πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου, ὅστις ὑπ’ εὐθύνην του νὰ
2325ὁμολογῇ, ὅτι δὲν ἔχεις περιουσίαν». Φέρει ὁ ὀφειλέτης πιστο-
2326ποιητικὸν τοῦ Δημάρχου, ἀποδεικνύον, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε.
2327Ἐν τούτοις ὁ νομοθέτης τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον πρόκειται
2328νὰ ψηφίσωμεν, ἀπαντᾷ· «τέλος πάντων ἐπείσθην, ὅτι εἶσαι
2329πτωχὸς, ἐν τούτοις πρέπει νὰ καθήσῃς 2 μῆνας εἰς τὰς φυ-
2330λακάς.» Σᾶς ἐρωτῶ, ἡ τοιαύτη ἀπάντησις εἶναι δικαία καὶ
2331στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν; Καὶ διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἀδικίαν
2332καὶ τὴν ἀνισότητα φανερωτέραν, ὑποθέσατε, ὅτι ὁ περὶ οὗ
2333ὁ λόγος συνεδικάσθη μετ’ ἄλλου τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐπὶ
2334ἄλλῃ πράξει κατηγορουμένου καὶ καταδικασθέντος ὁμοίως
2335εἰς 5 ἡμερῶν φυλάκισιν· ὁ δεύτερος οὗτος εὐπορεῖ καὶ πλη-
2336ρώνει τὰς 100 δραχμὰς, καὶ ἐξέρχεται μετὰ τὰς 5 ἡμέρας·
2337ὁ πτωχὸς, καίπερ ἀποδείξας διὰ τοῦ πιστοποιητικοῦ τὴν
2338πλήρη πενίαν του, θὰ καθήσῃ 2 μῆνας καὶ 5 ἡμέρας. Σᾶς
2339παρακαλῶ νὰ μὲ πείσητε, ποῦ στηρίζετε αὐτὴν τὴν δικαιο-
2340σύνην; Δι’ αὐτὸ, καὶ τότε, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον,
2341τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸν νόμον ΣΚΕʹ ἔλαβον τὸν λόγον,
2342ὅπως καὶ σήμερον πάλιν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω
2343πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, εἰς ἃς στηριζόμενος λέγω,
2344ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς
2345τὴν φιλανθρωπίαν. Γνωρίζω τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
2346νομοθετοῦμεν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐγὼ ἔκαμα τὸ καθῆκόν μου· ἂς
2347πράξῃ καὶ ἡ Βουλὴ, ὅ,τι νομίσῃ δίκαιον.
2348§98ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2349§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βου-
2350λευτὴς παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον, ὃν ἐπαναφέρομεν
2351ἐν ἰσχύϊ, ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγ-
2352χου. Ὁ νόμος λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Τὸ ἄρθρον 4ον
2353τοῦ νόμου τοῦ 1884, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς ἀνανεοῦται, παρα-
2354πέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 44 τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὡς πρὸς τὸν
2355τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον καταρτίζονται τὰ πιστοποιητικὰ
2356τῆς ἀκτημοσύνης. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 4ον. «Τὰ πιστο-
2357ποιητικὰ περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφει-
2358λετῶν, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ
2359ΥΛΣΤʹ νόμου τοῦ 1871, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει, ἀφοῦ οἱ μὲν
2360ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν
2361ὀφειλέται διαμείνωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς τὸ τρίτον τοῦ
2362χρόνου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οἱ δὲ
2363ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἀφοῦ κρατηθῶσιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυ-
2364λακαῖς ἐπὶ δύο μῆνας, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι τρεῖς μῆνας
2365πρὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ χρέους των μετεβίβασαν ὁπωσδή-
2366ποτε τὴν κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν των, ὅτε ὑπά-
2367γονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1020 § 7 τῆς Πολιτ.
2368Δικονομίας». Ἴδωμεν, πῶς καταρτίζονται τὰ πιστοποιητικὰ
2369τῆς ἀκτημοσύνης κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1872. Οὗτος ὁ νόμος
2370ἐν ἄρθρῳ 44 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι ἀποδεδειγ-
2371μένη, ὅταν ὁ Δήμαρχος, ὁ εἰδικὸς πάρεδρος καὶ ὁ ἐφημέριος
2372τοῦ μέρους, ὅπου κατοικεῖ ὁ ὀφειλέτης, πιστοποιήσωσι τοῦτο
2373ἐγγράφως, ἐπικυρωθῶσι δὲ αἱ ὑπογραφαί των ἀπὸ τὴν ἁρ-
2374μοδίαν διοικητικὴν Ἀρχήν. Ἡ πιστοποίησις αὕτη, βεβαιοῦσα,
2375ὅτι ὁ ὀφειλέτης οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους κέκτηται κινητὴν ἢ
2376ἀκίνητον περιουσίαν, ὡς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους
2377καὶ τὸν ἐφημέριον θεωρεῖται ὡς ἐνόρκως γενομένη, ἑπο-
2378μένως οὗτοι ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς τὴν ἐπιορ-
2379κίαν ποινὰς, ἐὰν ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ἐν γνώσει ἐβεβαίωσαν διὰ
2380τῆς ὑπογραφῆς των πράγματα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ».
2381Ἡ Διοίκησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἢ ὅπως ἐπικυρώσῃ
2382τὴν ὑπογραφὴν, οὐχὶ ὅπως ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον. Ἑπο-
2383μένως, ὅσα ἐῤῥήθησαν, στεροῦνται ὑποστάσεως. Ὡς πρὸς ἑτέ-
2384ραν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ
2385Ἤλιδος, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν μέχρι σήμερον
2386νὰ συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε,
2387διότι ἀπαιτεῖται χρόνος· ἐκεῖνο ὅμως, οὗ χάριν ἐζήτησε τὰς
2388πληροφορίας, εἶναι γνωστὸν καὶ ἦτο γνωστὸν ἀπὸ τῆς ἀ-
2389ναγνώσεως, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νό-
2390μου τοῦ 1884 ἐμφαίνονται ἐν τῷ πίνακι τῶν εἰσπράξεων.
2391Ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1879 εἶχον εἰσπραχθῆ
2392147,000, κατὰ τὸ 1880, 170,000, κατὰ τὸ 1883, 286,
2393000, κατὰ 1884, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, 607,000.
2394§100ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔνδειξις, οὐχὶ ἀπό-
2395δειξις.
2396§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω. Ἔχομεν ἔνδειξιν, ἂν μὴ καὶ τὴν
2397ἀπόδειξιν, περὶ τοῦ τελεσφόρου τῶν διατάξεων τοῦ νόμου.
2398Ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ κανο-
2399νίζει οὗτος τὰ περὶ τῆς διαμονῆς ἐν τῇ φυλακῇ τοῦ προ-
2400σωποκρατουμένου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Ποινι-
2401κοῦ Νόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τι
2402τὸ σόλοικον. Ἐξ ἐναντίας θὰ εἶχε τὸ σόλοικον, ἂν ἐκανό-
2403νιζεν ἄλλως ἢ κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον τὰ πράγματα. Ὁ
2404Ποινικὸς Νόμος ὁρίζει, ὅτι ὁ ἄπορος ἀποφυλακίζεται μετὰ ἓν
2405ἔτος, ἂν πρόκειται περὶ κακουργήματος, μετὰ 6 μῆνας, ἂν
2406πρόκειται περὶ πλημμελήματος, καὶ μετὰ 14 ἡμέρας, ἂν πρό-
2407κειται περὶ πταίσματος. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νό-
2408μου τοῦ 1884 ἀνακτᾷ ἰσχὺν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, διότι
2409ἠλαττώσαμεν τὸν χρόνον εἰς τὸ τρίτον. Ὡς πρὸς τὰ πιστο-
2410ποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευ-
2411τῆς, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κανονισμὸς αὐτῶν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει
2412τοῦ νόμου τοῦ 1871.
2413§102ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν πίνακα, ὃν ἀνέ-
2414γνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι κατὰ
2415τὸ 1884 ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Πρῶτον,
2416ὅτι ὁ νόμος ΑΡΝΓʹ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ
2417ἔτους ἐκείνου, καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ εἴσπραξις πλειοτέρων δι-
2418καστικῶν ἐξόδων κατὰ τὸ 1884 δὲν ἀποδεικνύει τὴν πρό-
2419τερον γενομένην κατάχρησιν τῶν πιστοποιητικῶν τῆς
2420ἀκτημοσύνης, ἀλλ’ ἡ αὔξησις δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἕτερον
2421λόγον, οἷον τὴν εἰσαγωγὴν πολλῶν ὑποθέσεων, περὶ ἧς
2422εἶχον ληφθῆ τότε ἔκτακτα μέτρα. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα, πόσα
2423δικαστικὰ ἔξοδα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884, ἢ κατὰ τὸ
2424διάστημα, καθ’ ὃ ἐλειτούργει ὁ νόμος ΑΡΝΓʹ, τὸν ὁποῖον θέ-
2425λουσι νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὴν ζωὴν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω,
2426πόσοι ὀφειλέται ἀπελύθησαν συνεπείᾳ πιστοποιητικῶν
2427ἀκτημοσύνης, καὶ διὰ πόσα ποσὰ, ἵνα ἴδωμεν τέλος πάντων,
2428αὐτὰ τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης εἰς τίνα ἀριθμὸν
2429ἀναβαίνουσι, καὶ πόσου ποσοῦ τὴν καθυστέρησιν προὐξέ-
2430νησαν· δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι, ὁ πίναξ, ὃν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυ-
2431πουργὸς, δύναται νὰ ἀποτελῇ ἔνδειξιν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπό-
2432δειξιν.
2433Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου,
2434ὅπερ συζητοῦμεν, ἐπανερχόμεθα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποιν.
2435Νόμου, δηλαδὴ εἰς τὸ 1833. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποι-
2436νικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς προσωποκρατήσεως
2437τῶν ἀκτημόνων, κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871, διὰ
2438τοῦ ἄρθρου 44 αὐτοῦ, λέγοντος, ὅτι «ὀφειλέται ἐντελῶς
2439ἀκτήμονες δὲν κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς πέραν τῶν 5
2440ἡμερῶν». Προφανῶς λοιπὸν τὸ βῆμα τῆς προόδου πρὸς τὸ
2441δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν τοῦ νόμου τοῦ 1871 σήμερον κατα-
2442στρέφεται, καὶ ζητοῦσι νὰ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα περὶ
2443τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τοῦ νομοσχεδίου των, ἀποδεικνύοντες
2444τοῦτο σύμφωνον μὲ τὸν Ποινικὸν Νόμον τοῦ 1833.
2445Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λεχθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύ-
2446ναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ὀρθότης τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ οἱ
2447εὐγλωττότεροι ῥήτορες, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατατάσσεται
2448καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε οὐδένα νὰ
2449πείσωσιν, ὅτι ἡ ἐπικρινομένη διάταξις δὲν ἀντιστρατεύεται
2450πρὸς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ
2451ἂς ἀποφασίσῃ, ὅ,τι ἐγκρίνῃ.
2452§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τρεῖς τροπολογίαι. Μία εἶναι
2453τοῦ κ. Βαλσαμάκη.
2454§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
2455§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τοῦ κ. Ῥούφου, προτείνοντος τὴν
2456ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν
2457παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
2458δὲν παρεδέχθη.
2459Ὑπάρχει ἑτέρα τοῦ κ. Μουσούρη, καθ’ ἣν «προκειμένου
2460περὶ χρέους, μὴ ὑπερβαίνοντος τὰς 100 δραχμὰς, τὰ πιστο-
2461ποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει, ἅμα τῇ
2462προσαγωγῇ των.» Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
2463θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2464Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ
2465ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
2466§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2467§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε δεκαπέντε.
2468§108ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
2469νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της, ἵνα γίνῃ ὀνομαστικὴ
2470κλῆσις, διότι θέλω νὰ ἐγγραφῇ τὸ ὄνομά μου, ὡς καταψη-
2471φίσαντος.
2472§109ΠΟΛΛΟΙ. Φαίνεται εἰς τὰ πρακτικά.
2473§110ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅ,τι ἔχετε
2474δικαίωμα νὰ κάμητε, κάμετέ το· μὴ ζητῆτε ὅμως νὰ μᾶς
2475ἐπιβληθῆτε.
2476§111ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι σᾶς φοβούμεθα; Δὲν ὑπάρχει
2477ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε.
2478§112ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
2479§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, καὶ θὰ
2480ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ
2481κατάλογος τῶν κκ. βουλευτῶν).
2482§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2483§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ
2484ἐβεβαιώθη, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, εἶναι καλὸν τώρα νὰ
2485ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως, διότι φρονῶ,
2486ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον.
2487§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2488§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν συνήθη ὥραν, Κύριε Πρόεδρε.
2489§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, τὴν 3 μ. μ.
2490(Εἶτα ψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 4. Ἀναγινώ-
2491σκεται τὸ ἄρθρον 5.)
2492§119ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κ. Πρόε-
2493δρε, εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν φράσιν ἡμῶν, τῶν
2494ἀντιλεγόντων, ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον, ὅπως, ὄχι ἄρθρον πρὸς
2495ἄρθρον, ἀλλὰ γραμμὴν πρὸς γραμμὴν, καὶ, εἰ δυνατὸν, λέξιν
2496πρὸς λέξιν, ἀμυνόμενοι, ἀποκρούσωμεν. Καθῆκον ὑπέρτα-
2497τον, ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν θεωροῦμεν, νὰ πολεμήσωμεν τὰς δια-
2498τάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς σᾶς εἶπον,
2499ἐπιβάλλονται βάρη, καὶ βάρη βαρύτατα, εἰς τοὺς συμπολίτας
2500μας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν.
2501Δὲν ἀρκεῖ, κ. Πρόεδρε, ὁ πόλεμος, ὃν ἄρτι ἐκηρύξαμεν κατὰ
2502τῶν πτωχῶν, ἐπιψηφίσαντες τὸ δρακόντειον κατὰ τῶν ἀκτη-
2503μόνων νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀμέσως, ἐκ ταμιευτικῆς βουλιμίας,
2504θέλομεν νὰ ἐπιτεθῶμεν καὶ κατὰ τῶν τιμίων ὀφειλετῶν, τῶν
2505δικαστικῶς ὡς τοιούτων ἀποδεδειγμένων! Δὲν ἤρκεσεν, ὅ,τι
2506ἐπράξαμεν διὰ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, καταργήσαντες τὰ
2507πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, ἀλλ’ ἤδη θέλομεν νὰ κλεί-
2508σωμεν τὸ οὖς καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς παρουσιάζουσι
2509δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀποδεικνυούσας τὴν ἔντιμον πενίαν
2510των! Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐσκέφθημεν τί πράττομεν; Δὲν τὸ πι-
2511στεύω, διότι, ὡς ἐκ τῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
2512ἀλληλοδιαδόχως συζητοῦμεν καὶ ψηφίζομεν, δὲν εἴμεθα εἰς
2513θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου
2514θέλομεν νὰ καταργήσωμεν τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 687,
2515690 καὶ 693 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀλλ’ ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν
2516πιστεύω, ὅτι ἐφροντίσαμεν, ἢ ἐλάβομεν κἄν περιέργειαν, νὰ
2517ἐξετάσωμεν, τί λέγουσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα καταργοῦ-
2518μεν. Καταργοῦμεν τέλος πάντων διατάξεις, ὑπαρχούσας ἐν
2519τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, ἥτις ἐφαρμόζεται πρὸ ἐτῶν ἐν Ἑλ-
2520λάδι. Τί συνέβη καὶ τί τὰ ἄρθρα ταῦτα ἔπραξαν, ὥστε ταύ-
2521την τὴν ἑσπέραν, ἢ μᾶλλον ταύτην τὴν νύκτα, νυσταλέως νὰ
2522τὰ καρατομῶμεν, χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζωμεν τὸ περιεχόμενον
2523αὐτῶν; Δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅσοι ἔχετε τὴν ἐπιθυμίαν,
2524λελογισμένως νὰ ψηφοφορήσητε, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἐν λόγῳ
2525ἄρθρα. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 687 τῆς Πολιτικῆς Δικο-
2526νομίας).
2527Λοιπὸν πρέπει νὰ καταργηθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον; Διὰ τοῦ
2528νομοσχεδίου τὸ Δημόσιον λέγει· «ἀδιαφορῶ ἐγὼ, ἂν ἦναι
2529τίμιος ὁ ὀφειλέτης μου, καὶ δὲν συγκινοῦμαι, ἂν ἐδυστύχησεν
2530ἐξ ἀτυχημάτων· ἐγὼ ἐννοῶ νὰ πληρωθῶ, καὶ ἀδιαφορῶ περὶ
2531τῆς θέσεως τοῦ ὀφειλέτου μου»· δηλονότι, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ
2532Δημόσιον, αἱ διατάξεις αὗται τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν
2533θὰ ἰσχύωσι πλέον διὰ τὰ πρὸς αὐτὸ ὀφειλόμενα (θόρυβος).
2534Κύριοι, ἐὰν ἡ ἐπιμονὴ ἡμῶν τῶν συζητούντων ἦναι τῳόντι
2535ἀξία νὰ ἐγείρῃ τὸν θόρυβον, ἡ σπουδὴ ὅμως ὑμῶν τῶν ἀντι-
2536φρονούντων, μεθ’ ἧς ἀνεξετάστως παραδέχεσθε τὴν κατάργη-
2537σιν ἀπ’ αἰώνων λειτουργουσῶν διατάξεων, ὄχι μόνον εἰς τὸ
2538ἡμέτερον Ἔθνος, ἀλλ’ εἰς ὅλα τοῦ κόσμου τὰ Ἔθνη, εἶναι
2539πρωτάκουστος, καὶ ἀξία νὰ ἐγείρῃ τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγα-
2540νάκτησιν. Πῶς τόσον εὐκόλως καταργοῦμεν τοιαύτας διατά-
2541ξεις, κ. Πρόεδρε; διατὶ, Κύριοι, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ κατανοή-
2542σωμεν, ὅτι στερούμεθα παντὸς δικαιολογήματος, καὶ ὅτι δὲν
2543δυνάμεθα νὰ δώσωμεν οὔτε ὡς πρόφασιν μίαν δικαιολογίαν,
2544ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι προβαίνομεν εἰς τοιαύτας καινο-
2545τομίας; Ἐνθυμεῖσθε καλὰ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 687
2546τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον σπεύδετε νὰ καταρ-
2547γήσητε;
2548§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε, Κύριε βουλευτὰ,
2549σᾶς παρακαλοῦμεν, τὸ ἄρθρον ἐκ δευτέρου.
2550§121ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα, Κύριε βουλευτὰ, ἀναγνώσατέ το.
2551§122ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μέ τινας τῶν διακο-
2552πτόντων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ ν’ ἀπορῶσι διὰ τὴν ἐπιζητουμένην
2553κατάργησιν, ἀποροῦσι διὰ τὴν ἐπιμονήν μου· ἀπορῶ πρὸ
2554πάντων μὲ τὸν κ. Μίλησην, ὅστις, ἀντὶ νὰ προσπαθῇ διὰ
2555τῆς δυνάμεως τῶν νομικῶν γνώσεών του καὶ τοῦ λόγου του
2556νὰ πείσῃ τοὺς ὑποβαλόντας τὸ ἄρθρον τοῦτο, νὰ τὸ ἀποσύ-
2557ρωσιν, ἀπορεῖ μὲ ἐμὲ, διατὶ ἐπιμένω εἰς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν
2558τῆς διατάξεως ταύτης.
2559§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνώσατε λοιπὸν τὸ ἄρθρον.
2560§124ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, εὐχαρίστως, θὰ σᾶς
2561ὑποβάλω εἰς αὐτὴν τὴν μικρὰν τιμωρίαν, ἀφοῦ μάλιστα τὴν
2562ζητεῖτε, ἀπέναντι τῆς τιμωρίας, ἣν σεῖς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως
2563θὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Ἀναγινώσκει τὸ
2564ἄρθρον).
2565Δὲν ἀρκούμεθα εἰς ταῦτα, ἀλλὰ καταργοῦμεν καὶ τὸ ἄρ-
2566θρον 690. Διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ ὁ νόμος, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ πά-
2567σης καταχρήσεως, εἰς ἣν ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν ἡ διάτα-
2568ξις αὕτη, ἀνέγραψε διατυπώσεις, αἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὴν
2569ἐξακρίβωσιν τοῦ ἀληθοῦς, τουτέστι τὴν παραχώρησιν τοῦ
2570εὐεργετήματος τῆς ἐκστάσεως τῶν ὑπαρχόντων εἰς μόνον
2571τοὺς ὄντως τιμίους ὀφειλέτας. Πρὸς τούτοις ὁ νομοθέτης, ἐν
2572τῷ ἄρθρῳ 691, προσκαλεῖ τὸν ὀφειλέτην ἐν δημοσίᾳ συνε-
2573δριάσει νὰ διακηρύξῃ τὴν κατάστασιν τῆς περιουσίας του,
2574παρόντων ὅλων τῶν δανειστῶν του. Τὸ Δημόσιον ἐννοεῖ
2575δι’ ἑαυτὸ νὰ καταργηθῶσι πάντα ταῦτα; ἐννοεῖ νὰ πληρωθῇ,
2576ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τοῦ ὀφειλέτου, δι’
2577ὅσων δήποτε ἀποφάσεων δικαστικῶν καὶ ἂν ἐπιστοποιήθη
2578ἡ κατάστασις αὕτη;
2579Ἐκτὸς τούτου, καταργεῖται καὶ τὸ ἄρθρον 693 τῆς Πο-
2580λιτικῆς Δικονομίας, τοῦ ὁποίου ἰδοὺ τὸ περιεχόμενον. (Ἀνα-
2581γινώσκει τὸ ἄρθρον 693 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας).
2582Μοὶ φαίνεται, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐκ προνοίας ὁ συντάκτης
2583τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀνέγραψε τὰ καταργούμενα ἄρθρα ἐν
2584αὐτῷ, ἀλλὰ παρέπεμψεν ἁπλῶς εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονο-
2585μίαν, ὑποθέτων, καὶ δικαίως, ὅτι οἱ Κύριοι βουλευταὶ οὔτε
2586καιρὸν, οὔτε διάθεσιν θὰ εἶχον, νὰ προστρέξωσιν εἰς τὸν Κώ-
2587δικα, διὰ νὰ ἴδωσι τί καταργεῖται. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο
2588λέγει, ὅτι, «ὅταν ἀπόφασις δικαστικὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ ὀφει-
2589λέτης περιῆλθεν εἰς κατάστασιν, ἕνεκα πολλῶν ἀτυχημά-
2590των, ὥστε νὰ μὴ δύνηται νὰ πληρώσῃ, τότε νὰ μὴ δύνη-
2591ται ὁ δανειστὴς νὰ τὸν σύρῃ εἰς τὰς φυλακάς·» ἔρχεται τὸ
2592Δημόσιον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ λέγει· «δι’ ἐμὲ ἡ ἀπό-
2593φασις αὕτη δὲν ἔχει κῦρος· ὁ ὀφειλέτης μου θὰ μένῃ εἰς τὰς
2594φυλακάς.» Ὥστε τοιουτοτρόπως καταργοῦμεν καὶ τὰ ἀπο-
2595τελέσματα τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἐφ’ ὅσον αὗται ἐγ-
2596γίζουσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου Ταμείου, οὕτω δὲ τοῦτο
2597καθίσταται ὁ ἀπηνέστατος τῶν δανειστῶν, ἐνῷ, ὡς ἐκ τῆς
2598φύσεως τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, νομικὸν πρόσωπον ἐν τῇ
2599Πολιτείᾳ ἀποτελοῦντος, ἐδικαιοῦτό τις νὰ προσδοκᾷ, ὅτι
2600αὐτὸ ἔμελλε νὰ ἦναι ὁ ἐπιεικέστερος τῶν δανειστῶν. Δὲν
2601γνωρίζω, ποίαν πηγὴν ἔχει αὕτη ἡ νέα θεωρία, καὶ ποίας
2602σοφῆς κεφαλῆς καὶ φιλανθρώπου καρδίας ἀποκύημα εἶναι ἡ
2603διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει εὐρύ-
2604τατα τὰ μέσα, ὡς σᾶς προεῖπον, νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφει-
2605λέτας του, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν πρὸς αὐτὸ
2606ὀφειλομένων, νὰ λάβῃ καὶ ἕτερα μέσα, σκληρότατα καὶ
2607καταθλιπτικώτατα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν
2608ἰδιώτην, καίτοι ὁ τελευταῖος οὗτος δὲν ἔχει τὰ μέσα, τὰ
2609ὁποῖα τὸ Δημόσιον διαθέτει. Δὲν περιέχουσι δὲ μόνον τὸ
2610ἄδικον τοῦτο αἱ διατάξεις αὗται, ἀλλὰ συγχρόνως εἰσὶν
2611ἀντιπολιτικαὶ καὶ ἀντικοινωνικαὶ, διότι, ἐγκλεῖον τὸ Δη-
2612μόσιον τὸν πολίτην εἰς τὰς φυλακὰς, καθιστᾷ αὐτὸν ἀνίκα-
2613νον νὰ πληρώσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰ χρέη του, τὸν καθι-
2614στᾷ πενέστερον, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐλπὶς, ὅτι ὁ ὀφειλέτης, ὁ
2615ὁποῖος σήμερον δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, θὰ ἠδύνατο εἰς
2616τὸ μέλλον, ἤδη, κλειόμενος εἰς τὰς φυλακὰς, ὄχι μόνον παύει
2617νὰ κερδαίνῃ τι, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὰ τέ-
2618κνα του ἀφίνει ἄνευ ἄρτου. Δι’ αὐτὸ, κ. Πρόεδρε, αἱ διατά-
2619ξεις αὗται δὲν ἀντίκεινται μόνον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀπολύ-
2620του δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀντίκεινται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κοινωνι-
2621κὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ προστατεύει ἡ
2622Πολιτεία. Ταύτας τὰς βραχείας παρατηρήσεις εἶχον νὰ
2623ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2624εἶπον καὶ πρὶν, ὅτι ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ πρά-
2625ξωμέν τι πλειότερον ἢ νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, εἰς δὲ
2626τὴν πλειονοψηφίαν ἔγκειται ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀποφασίζειν.
2627§125ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
2628(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5.)
2629§126ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 6ον. (Ἀναγινώσκει.)
2630§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Προτείνω, ὅπως τὰ δικαι-
2631ώματα, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀποδίδωνται, ὄχι ὑπὸ τοῦ
2632ὀφειλέτου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸς τοῦτο ἐν μὲν
2633τῇ Αʹ. παραγράφῳ, ἀντὶ τῶν λέξεων «τοὺς ὀφειλέτας», προ-
2634τείνω, ὅπως τεθῶσιν αἱ λέξεις «τὸ Δημόσιον», τὸ δὲ Βʹ.
2635ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Τὰ δικαι-
2636ώματα ταῦτα ἐκκαθαρίζονται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονο-
2637μικοῦ Ἐφόρου, τοῦ Ταμίου καὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἀναθεωρου-
2638μένης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».
2639§128ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2640(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὸ
2641ἄρθρον 7).
2642§129ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2643§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ συνόλου. Οἱ πα-
2644ραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ
2645ἐγερθῶσιν.
2646§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
2647§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώ-
2648σκεται ὁ κατάλογος).
2649§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 82. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
2650(Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
2651§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2652ἐκκαθαρίσεως τοῦ λόγῳ τῶν συντάξεων χρέους τῶν πολιτι-
2653κῶν ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων.
2654(Γίνεται δεκτὸν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον
2655καὶ σύνολον.)
2656§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τρο-
2657ποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ
2658περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου.
2659§136ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καιρὸς νὰ λήξῃ αὐτὴ ἡ συνεδρίασις.
2660Εὑρισκόμεθα ἐδῶ ἀπὸ τῆς 3ης ὥρας, καὶ εἶναι ἤδη μεσονύ-
2661κτιον. Πρόκειται τυπικῶς νὰ παρέλθωμεν ὅλα τὰ νομοσχέ-
2662δια, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ κατορθωθῇ· εἶναι νομοσχέδια, εἰς τὰ
2663ὁποῖα θὰ σκοντάψῃ ἡ ἀνάγνωσις, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θε-
2664λήσητε νὰ ἐκβιάσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐνταῦθα καὶ
2665συμπληροῦσι τὴν ἀπαρτίαν. Νὰ μὴ ἔχητε οὐδεμίαν ἀμφι-
2666βολίαν, ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ οὐδετερώσωμεν τὴν συνε-
2667δρίασιν καὶ σήμερον καὶ αὔριον. Λοιπὸν ζητῶ τὴν ἀναβολήν.
2668§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται.
2669§138ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἠρωτήσατε.
2670§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2671§140ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2672§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Πρὶν ἢ λυθῇ τὸ ζήτημα
2673τοῦτο, παρατηρῶ, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν σήμερον, μετὰ
2674τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἢ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου,
2675ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἀναγνωσθῇ, εἰς τὴν ψήφισιν
2676δύο ἑτέρων νομοσχεδίων ἅτινα πρόκεινται εἰς βʹ. συζήτησιν,
2677τοῦ περὶ πληρωμῆς μισθῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπη-
2678ρετῶν, καὶ τοῦ περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ
2679Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πιστεύω δὲν
2680ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν τούτων, ἐννοεῖ-
2681ται, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὑποβάλλω δὲ
2682καὶ τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν
2683προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, ἀφορῶσαν εἰς τὰ περὶ
2684ῥητίνης, διὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρ-
2685τημα ἀριθ. 156).
2686(Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ
2687σύνολον, τὰ νομοσχέδια, 1) περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἀτμοτελω-
2688νίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ 2) περὶ πλη-
2689ρωμῆς μισθῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν).
2690§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2691Ὥρᾳ 12 καὶ ½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.