1887.03.27
1.959 στίχοι · 15.552 λέξεις · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
τῆς 27 Μαρτίου 1887.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κανακάρης ὑπέβαλεν ἀναφορὰν φαρμακοποιῶν ἐκ Πατρῶν, αἰτουμένων, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μὴ χορηγῇ ἀδείας περὶ συστάσεως Φαρμακεμπορείων. Θὰ σταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.—Τηλεγράφημα Ἠλία Τζορτζίνη, παραπονουμένου, ὅτι δὲν καταβάλλεται ἡ προσήκουσα φροντὶς πρὸς τιμωρίαν τῶν κακοποιῶν, οἵτινες τοῦ ἀφῄρεσαν 116 πρόβατα. — Ὁ Ἰωάννης Ἀρβανιτογιάννης ἐκθέτει τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης πενίας, καὶ ἐξαιτεῖται, ὅπως ἡ Βουλὴ συστήσῃ τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως χορηγήσῃ αὐτῷ βοήθημά τι.
§2ΚΑΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀγῶνας τοῦ ἀναφερομένου, καὶ χορηγήσῃ αὐτῷ βοήθημά τι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βασίλειος Καραπιπέρης παραπονεῖται περὶ καταπατήσεως τῶν δηλωθεισῶν παρ’ αὐτοῦ ἐθνικῶν γαιῶν ἐν τῷ Δήμῳ Δύμης.
§4ΣΑΚΚΗΣ. Ὁ Δήμαρχος Πυλίας μοὶ ἀπέστειλε δύο ἔγγραφα· καὶ διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς ἐκφράζεται ἡ εὐχὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου, οὗ προΐσταται, ὅπως ἐξευρεθῶσι παρὰ τῶν ἁρμοδίων τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα ἐκλείψωσιν αἱ καταχρήσεις, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1885 περὶ καταμετρήσεως τῶν πλεονασμάτων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Διότι τῷ ὄντι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καταπιέζονται οἱ κάτοχοι τοιούτων γαιῶν. Πρὸς διόρθωσιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, ἢ ἐφεύρῃ ἄλλον τρόπον, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας. Διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ἐγγράφου ἐκφράζεται ἡ εὐχή, ἵνα ἐκ τῶν βοηθημάτων, τῶν συλλεγέντων, ὅπως ἀνακουφίσωσι τοὺς καταστραφέντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ, χορηγήσῃ ποσόν τι πρὸς ἀνέγερσιν τῶν καταστραφέντων ναῶν καὶ σχολείων. Λαμβάνων δὲ ἀφορμὴν ἐκ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, θὰ ὑπομνήσω καὶ αὖθις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐπιτροπῶν, διότι μεγάλαι καταχρήσεις ἐγένοντο, καὶ ἐζήτησα νὰ σταλῇ ἀνακριτὴς πρὸς τοῦτο.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Ὡς πρὸς ἀμφοτέρας τὰς εὐχὰς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν ἐνοικιαστῶν, λαμβάνουσα μέτρα λυσιτελῆ, θὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Ὁ νόμος, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὥρισε, τί πρέπει νὰ συμβαίνῃ διὰ τὰ πλεονάσματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως οἱ ἐνοικιασταὶ περιορίζωνται εἰς τὰ ἀκριβῆ περισσεύματα· διότι γίνεται ἡ ἑξῆς κατάχρησις. Οἱ ἐνοικιασταὶ, θέλοντες νὰ προσπορισθῶσι μεγαλείτερον μέρος ὠφελειῶν, λέγουσιν, ὅτι ἐνῳκίασαν δύο στρέμματα, ὡς πλεονάζοντα, ἐνῷ εἶναι μόνον ἕν. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τοὺς περιορίσῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικὸν περίσσευμα, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδήλωσαν οἱ κάτοικοι.
§6ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου συμβαίνουσι μέγισται ζημίαι ἐκ τῶν ποιμνίων καὶ λοιπῶν ζώων, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἐν ταῖς σταφιδαμπέλοις καὶ ἐν τῇ νήσῳ Λευκάδος. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 154).
§7ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: αʹ) Τὸ διάγραμμα τῶν παραχωρουμένων γαιῶν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, πρὸς δὲ καὶ λεπτομερεστέραν κατάστασιν περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοικούντων εἰς τὸ δάσος Δύμης, καθόσον ἐκ τῆς στατιστικῆς λείπουσι τὰ χωρία Μανωλέϊκα, Μέρτεζα, Μπούκουρη, Πουρνάρι, Σκιαδέϊκα, Στριγλέϊκα, ἅτινα ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐπισήμῳ στατιστικῇ τῆς ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους. βʹ) Τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τῶν παραχωρουμένων ἐκ τοῦ Δήμου Βουπρασίων, ἤτοι Μανωλάδος, Ἀλῆ Τσελεπῆ, Καγκάδη, Καπελέτο, Κασνέσι, Κώμη, Μετόχι καὶ Ψάρι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Π. Ἀνδρικοπούλου, παραπονουμένου, ὅτι παρὰ τὸν νόμον ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐν φυτείαις κλπ. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ παρατάσεως τοῦ κατὰ τὸν νόμον ϠΚʹ προσθέτου φόρου διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῷ Δήμῳ Ἐράνης. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ προσθέτων φόρων διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος εἰς Λιγούδισταν τοῦ Δήμου Φλεσσιάδος. Ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν δι’ ὑπηρεσίαν ἢ ἕνεκα μεταθέσεως διοικητικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τῶν ἀποστελλομένων κατὰ τὰς ἐκλογὰς διοικητικῶν ἢ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Καὶ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Τηλεγραφικοῦ Ἐργοστασίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 148–153).
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς ὑποβάλλομεν ἀναφορὰν, Κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, Κύριοι βουλευταὶ, χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ ἐπαναλαμβάνω συνοπτικῶς, ὅτι ὡς ἀφετηρίαν τῶν σκέψεων καὶ παρατηρήσεών μου, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔχω τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, διότι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνονται πλήρη τὰ ἔσοδα καὶ πλήρη τὰ ἔξοδα δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1887, καθ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ τὴν δευτέραν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, εἶπεν, ὅτι εὑρέθη ἠναγκασμένος ν’ αὐξήσῃ μὲν ἔξοδά τινα, νὰ ἐλαττώσῃ δὲ ἔσοδά τινα, διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέτρα. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, ἀντεπροσώπευεν ὁλόκληρον τὸ ἔτος, καὶ αὐτὸς θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον ὡς βάσις καὶ κάτοπτρον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου αὐτὸν κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν. Κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, τὰ μὲν ἔσοδα ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσιν εἰς δραχ. 76,580,000, τὰ δὲ ἔξοδα ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσιν εἰς δραχ. 98,551,000,— ἑπομένως ἤθελε προκύψει ἔλλειμμα 22,271, 000,—ἀλλ’ ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἠλάττωσε τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀπὸ δραχ. 22,271,000, εἰς δραχ. 15, 585,000· διότι ἐκ τῆς τροπῆς τῶν δανείων, ἥτις ἀποβλέπει εἰς τὴν μὴ πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν διδράχμων καὶ μονοδράχμων τραπεζογραμματίων τῶν 18 ἑκατομμυρίων προέκυψεν οἰκονομία,—ἃς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτως,—ἐκ δραχ. 2,461,000· δεύτερον, διότι ἐν τῇ ναυτικῇ καὶ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, δηλαδὴ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν δύο τούτων Ὑπουργείων, ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι 4,633,000· καὶ τρίτον, διότι καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων ἐπηνέχθησαν ὅμοιοι οἰκονομίαι 1,178,000 ἤτοι ἐν ὅλῳ 8,272,000. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προετάθησαν εἰς τοὺς διαφόρους Προϋπολογισμοὺς καὶ αὐξήσεις τινὲς, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 1,586,000, τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐπενεχθεισῶν οἰκονομιῶν περιωρίσθη εἰς δραχ. 6,686,000, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἐκ τοῦ ἐλλείμματος, ὡς προεῖπον, τῶν 22,271,000, καταλείπει ἔλλειμμα δραχ. 15,585,000, καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Πρὸς κάλυψιν δ’ αὐτοῦ ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων, ἢ αὐξάνονται οἱ ὑφιστάμενοι φόροι, ἢ ἐπιβάλλονται νέοι τοιοῦτοι ἐξ 20,395,000· ἑπομένως, ἐν ᾧ καλύπτεται ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα τῶν 15,585,000, μένει καὶ περίσσευμα, παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως, ἐκ δραχ. 4,810,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπολογίσας τὰ ἔσοδα κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὡς εἶπεν, εἰς 76,580,000, προϋπελόγισε, τὸ μὲν ἔσοδον τοῦ καπνοῦ, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον σύστημα, εἰς δραχ. 1,100,000, τὸ δὲ ἔσοδον ἐκ σιγαροχάρτου, μετὰ τὴν κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπενεχθεῖσαν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς αὐτοῦ, εἰς δραχ. 500,000, καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰς δραχμὰς 20,800,000. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦτο καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνιακῶν τελῶν, ἤτοι τὸ νέον δασμολόγιον. Πρὸς τούτοις δὲ συνυπεβλήθησαν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν κοπτηρίων, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τιμήματος αὐτοῦ εἰς τὴν πρότερον προσδιωρισμένην τιμὴν τῶν 10 καὶ 20 λεπτῶν κατὰ φυλλάδιον κλπ. Ἑπομένως, κατὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἂν ἐπεψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελε προκύψει αὔξησις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἐκ μὲν τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς 7,688,250, τουτέστι 37%, καὶ οὐχὶ 30%, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεύων, ἐκ δὲ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τοῦ καπνοῦ, δηλαδὴ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν κοπτηρίων καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς κοπῆς εἰς δρ. 4 καὶ 80)00 κατ’ ὀκᾶν, 3,700,000, καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν περὶ μονοπωλίου αὐτοῦ διατάξεων δραχ. 1,900,000, δηλαδὴ ἤθελε προκύψει αὔξησις ἐν συνόλῳ ἐκ τῶν τριῶν τούτων κονδυλίων δραχ. 13,288,250. Καὶ τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια ἐψηφίσθησαν ἤδη, καὶ πᾶς λόγος περὶ αὐτῶν εἶναι περιττός· ἐψηφίσθησαν, ἐκυρώθησαν, ἐδημοσιεύθησαν, καὶ θὰ ἐκτελεσθῶσιν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους· ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ κλίνωμεν γόνυ πρὸ αὐτῶν. Κατὰ τοὺς νόμους τούτους λοιπὸν, τὰ δημόσια ἔσοδα ηὔξησαν, ὡς εἶπον, κατὰ 13,288,250 δραχμὰς καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ἔλλειμμα τῶν 15,585,000 περιορίζεται εἰς 2,296,750 δραχ. Ἄρα ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι εὐχερὴς ἤδη, διότι πρόκειται νὰ σκεφθῇ καὶ προνοήσῃ περὶ καλύψεως ἐλλείμματος, οὐχὶ πλέον ἐκ δρ. 22,271,000, ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ περὶ ἐλλείμματος μόνον 2,296,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ἐλλείμματος δηλαδὴ, ἀφαιρέσωμεν 650 χιλιάδας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσέθηκεν εἰς τὸν εἰσαχθέντα εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, καὶ αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τῶν παιγνιοχάρτων κατὰ δραχμὰς 350,000, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐσόδου τῶν πυρείων κατὰ δραχμὰς 200 χιλιάδας, καὶ ἐκ προξενικῶν εἰσπράξεων, αἵτινες παρελείφθησαν, ὡς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἕνεκα τυπογραφικοῦ λάθους ἐν τῷ πρώτῳ Προϋπολογισμῷ, 100,000, ἤτοι τὸ ὅλον δραχ. 650,000, ἐὰν, λέγω, ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τούτου τὰ προστεθέντα ταῦτα ἔσοδα εἰς τὸν νέον Προϋπολογισμὸν, ἐκ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 2,296,750, τότε τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς δραχ. 1,646,750. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ πράγματα φαίνονται ἁπλοποιημένα, ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας δὲν φαίνεται μακρὰν ἡμῶν, καὶ ἑπομένως καὶ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ θέσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι πλέον τόσῳ δύσκολος, ὅσῳ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν πρόκειται ἤδη ἢ περὶ ἐλλείμματος ἀσημάντου, περὶ ἐλλείμματος, μόλις συνισταμένου εἰς 2% ἐπὶ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, εἰς δραχμὰς 90,000,000. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ψηφίσωμεν ἄλλο νομοσχέδιον ἐκ τῶν ἐπιβαλλόντων νέους φόρους, ἢ ἐκ τῶν αὐξανόντων τοὺς ἤδη ὑφισταμένους τοιούτους, ἢ ἐκ τῶν περιεχόντων ὁπωσδήποτε, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, φορολογικὰς διατάξεις, ἐκ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν προϋποβληθέντων, δὲν ἔχομεν παρὰ ἔλλειμμα 1,650,000 δραχμῶν περίπου. Πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι εὐχαριστημέναι, διότι τὸ ἔλλειμμα τῶν 30 ἑκατομμυρίων, τὸ ἔλλειμμα τῶν 25 ἑκατομμυρίων κατωρθώθη τέλος πάντων νὰ περιορισθῇ εἰς 1,646,000, ὅπερ εἶναι ἔλλειμμα ἀσήμαντον ἀληθῶς, εἶναι ἔλλειμμα, διὰ τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀνησυχῶσι, καὶ ἂν μείνῃ ὡς τοιοῦτον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον, διότι ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς αὑτῶν παρουσιάζουσιν ἐλλείμματα, εἴτε μικρὰ, εἴτε μεγάλα. Αὐτὴ ἡ Αὐστρία ἐπὶ τοῦ ἐφετεινοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ ποσοῦ ἐξόδων 521,675,654 φιορινίων καὶ 505,676,119 φιορ. ἐσόδων, παρουσιάζει ἔλλειμμα 15,999,000, τουτέστι 16 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 3% καὶ πλέον· αὐτὴ ἡ Ρωσσία ἐπὶ τοῦ ἐφετεινοῦ ἐπίσης τακτικοῦ αὑτῆς Προϋπολογισμοῦ ἐξ 819,640,680 ῥουβλίων, ἤτοι δύο δισεκατομμυρίων φράγκων χρυσῶν καὶ πλέον, παρουσιάζει ἔλλειμμα διὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος 26,522,634. Ἀλλ’ ὁ διάσημος οἰκονομολόγος, τοὐλάχιστον διακρινόμενος ὡς τοιοῦτος ἐν τῇ Ῥωσσικῇ Αὐτοκρατορίᾳ, καὶ τέως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Bunge, ὅστις συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ὀλίγον πρὶν ἢ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, δὲν ἔσπευσε νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, νὰ τὸ καλύψῃ δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἢ δι’ αὐξήσεως τῶν ἤδη ὑφισταμένων, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἐν τῇ δικαιολογητικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἰδοὺ τί ἐκθέτει περὶ τοῦ ἐλλείμματος. «Δὲν πρέπει, λέγει, νὰ ἐλπίζῃ τις, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων θὰ καλυφθῶσι τὰ ἀλλεπάλληλα ταῦτα ἐλλείμματα», καὶ λέγει ἀλλεπάλληλα ἐλλείμματα, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ρωσσίας καταλείπει, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐλλείμματα συνεχῆ, τῷ 1881 ἐξ 80 ἑκατομμυρίων ῥουβλίων, τῷ 1882 ἐξ 22 ἑκατομμυρίων, τῷ 1883 ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, τὸ 1884 ἐξ 24 ἑκατομμυρίων, τὸ 1885 ἐκ 41 ἑκατομμυρίων, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις δὲν ἔληξεν εἰσέτι, διὰ νὰ γίνωσι γνωστὰ τὰ ὁριστικὰ αὑτοῦ ἀποτελέσματα, συνετάχθη καὶ οὗτος μὲ ἔλλειμμα 25,000,000 ῥουβλίων. Διὰ τοῦτο λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων καὶ τῆς ἐπιβολῆς νέων, διότι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ἀρκούντως βεβαρυμέναι, τοιαύτη δὲ νέα ἐπιβάρυνσις ἤθελεν ἐπενέγκει ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων ἀποτελέσματα». Ποιούμενος δὲ λόγον ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐκείνῃ ἐκθέσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς μεγάλης ἐκείνης Αὐτοκρατορίας καὶ περὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, προσθέτει τὰ ἑξῆς. «Πᾶσα περαιτέρω αὔξησις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἤθελεν ἐνισχύσει τὸ λαθρεμπόριον καὶ ἐλαττώσει τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν· κατὰ συνέπειαν ἤθελεν ἐπέλθει ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἀντὶ αὐξήσεως». Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ῥώσσου οἰκονομολόγου, στηριζομένη εἰς ἀρχὴν ἀναντίῤῥητον, τὴν ὁποίαν ὅμως ὁ ἡμέτερος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον δὲν παραδέχεται, ἀλλὰ καὶ καταπολεμεῖ, ἀλλὰ καὶ χλευάζει μάλιστα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Αὐστρία ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 520 ἑκατομ. φιορινίων, ἀντιστοιχούντων πρὸς ἓν δισεκατομμύριον καὶ 100 ἑκατομ. φράγκων, ἀφοῦ ἡ Ῥωσσία ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 800 ἑκατομμυρίων ῥουβλίων, ἀντιστοιχούντων πρὸς δύο δισεκατομμύρια φράγκων, δὲν ἐτόλμησαν νὰ καλύψωσι διὰ νέων φόρων τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον καταλείπουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ αὑτῶν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ ἡ ἤδη ὑφισταμένη φορολογία, ἐνῷ ἠδύναντο καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ νὰ καλύψωσιν αὐτὸ δι’ ἐπιβολῆς ἀσημάντου φόρου 2 ἢ 3%, ἡμεῖς θέλομεν διὰ μιᾶς, ἀποτόμως καὶ δι’ ἑνὸς ἅλματος νὰ καλύψωμεν ἐλλείμματα 30 ἑκατομ., 25 ἑκατομ., 22 ἑκατομ., καὶ, τὸ παραδοξότερον, νὰ παρουσιάσωμεν καὶ περίσσευμα 5 ἑκατομ., ἐπιβάλλοντες νέους φόρους 40%! Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Προϋπολογισμός, ὁ ἤδη ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὸ 1887, θὰ παρουσιάσῃ ἀνώτερον ἔλλειμμα τοῦ 1,646,000, ὅπερ κατέδειξα ἐγὼ πρὸ μικροῦ· διότι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς μὲν τὰ ἔξοδα προσετέθησαν δραχ. 1,105,758, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων του, δηλαδὴ ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, ὡς ἀναφέρει ἐν αὐτῇ, ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσι 3,374.251, δηλ. ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ καπνοῦ 1,545,748, καὶ ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ σιγαροχάρτου 822,735, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τῆς μὴ ἐφαρμογῆς καὶ τῶν μέτρων του τούτων ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ παρόντος ἔτους· ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν δύο τούτων ἐσόδων, διότι οἱ κανονίζοντες ταῦτα νόμοι ἐψηφίσθησαν ἤδη, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ σύστημά του δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους, τόσῳ διὰ τὰ κοπτήρια, ὅσῳ καὶ διὰ τὸ σιγαρόχαρτον, θὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ μείωσις εἰς τὰ δύο ταῦτα ἔσοδα ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν δρ. 5,600,000, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, κατὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκε δι’ ἕκαστον, καὶ τὸ ὁποῖον ὁμοῦ ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,368,583. Εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ προσθέτοντες καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὸ προστιθέμενον ἐν τῷ νέῳ Προϋπολογισμῷ, ἐξ 1,105,758, ὡς εἶπον, ἔχομεν ἐπὶ πλέον ἔλλειμμα 3,474,241 εἰδικῶς διὰ τὸ ἔτος 1887, ἐκτὸς δηλ. τοῦ ἐλλείματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατέδειξα πρὸ μικροῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 1,646,750. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος τούτου, τὸ ὁποῖον κατέδειξα ἤδη, ὡς προκύπτον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἀποτελεσμάτων, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος, λέγω, τοῦ 1,646,750, θὰ ἔχωμεν, κατ’ ἐξαίρεσιν, διὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ἐπὶ πλέον ἔλλειμμα 3,474,241· ἐν συνόλῳ δὲ τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται, κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς τούτους ὑπολογισμούς, τοὺς στηριζομένους εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων περὶ τροπῆς τῶν δανείων, περὶ καπνοῦ καὶ περὶ σιγαροχάρτου, ἀνέρχεται, λέγω, εἰς 5,120,991. Ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν, χωρὶς νὰ ἐπιζητήσωμεν περισσεύματα, διὰ περικοπῶν περιττῶν δαπανῶν καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις, καὶ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, δηλ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Δυνάμεθα, ἁπλοποιοῦντες καὶ μεταβάλλοντες τὴν ὀργανικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν, νὰ ἐπενέγκωμεν σπουδαίας οἰκονομίας ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, πρὸ πάντων, τῶν πολιτ. Ὑπουργείων, καὶ τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ διὰ τὸ 1887 εἰδικῶς προκύπτον, ἐκ 3,474,000, νὰ καλύψωμεν, ἀλλὰ νὰ καλύψωμεν καὶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατέδειξα ἐγὼ, ὡς προκύπτον καὶ ἐκ τῆς ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη νομοθετηθέντων μέτρων, ἅτινα θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τοῦ 1888, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀδύνατον, δὲν κατορθώσωμεν διὰ τοιούτων οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπιμόνως πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τοῖς ἐξόδοις, νὰ καλύψωμεν καὶ τὸ ἓν ἔλλειμμα, τὸ πάγιον, πρὸς διάκρισιν, τοῦ 1,646,000, καὶ τὸ προσωρινὸν ἔλλειμμα, τὸ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐκ 3,474,000, ἐὰν, λέγω, δὲν δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δι’ οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἀφεύκτως καὶ ἐπιμόνως πρέπει νὰ ἐπιζητήσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσκόλου ταύτης θέσεως, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ τρέχον ἔτος, πληρόνοντες τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν ἐνεχυριασμένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ., ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ὁποίων θὰ πλεονάσῃ χρηματικὸν ποσὸν, πλὴν τῶν ὀφειλομένων, ὡς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, 10, ἢ 15, ἢ καὶ 19 ἑκατομ. Δυνάμεθα λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ προσπορισθῶμεν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, νὰ καλύψωμεν τὸ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ἔλλειμμα, τοὐλάχιστον τῶν 3,474,000 δραχμῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀποφεύγομεν τὴν ἐπιψήφισιν παντὸς ἄλλου φορολογικοῦ νομοσχεδίου, ἀποφεύγομεν τὴν ἐπιβολὴν παντὸς ἄλλου φόρου, εἴτε νέου, εἴτε δι’ αὐξήσεως τοῦ ἤδη ὑφισταμένου, ἀποφεύγομεν πρὸ πάντων τὴν αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 4,859,000, ἀποφεύγομεν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τὸν ὁποῖον μόλις πρὸ ἑνὸς ἔτους ἠλάττωσεν αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπὸ 10 εἰς 7%, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας αὐξήσεως διὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου μὲ 150,000 δραχ. τοὐλάχιστον· ἑπομένως ἀποφεύγομεν τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ἀμέσως ἐπιβαρυνόντων τὴν παραγωγὴν καὶ τὰς πενεστέρας πρὸ πάντων τάξεις τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ἐκ 5 ἑκατομ. καὶ πλέον. Ἀποφεύγομεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου φάρων καὶ φανῶν, εἰς βάρος τῆς πτωχῆς καὶ ἀναξιοπαθούσης ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται τέλη καὶ φόροι εἰς αὐτὴν 300,000 δραχμῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Ἀποφεύγομεν τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν φόρων τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἑπτανησιακῶν προϊόντων, τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς δηλαδὴ τοῦ προσθέτου τέλους τῶν 15%, ὅπερ ἀνέρχεται καὶ αὐτὸ εἰς 375,000. Ἀποφεύγομεν μεταξὺ τούτων ὅλων τὴν ἐπιψήφισιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ τροποποιοῦντος τοὺς στρατολογικοὺς νόμους, περὶ τοῦ χρηματικοῦ τιμήματος, τοῦ καταβαλλομένου ὑπὸ τῶν ἐξαιρουμένων, τῶν ἀπαλλασσομένων, τῶν διαθεσίμων, καὶ τῶν ἐν εἰρήνῃ ἀνυποτάκτων στρατευσίμων, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ προσδιορίζεται εἰς 600,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἡ διαδικασία τῆς καταβολῆς τοῦ ὁποίου, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ σχετικῷ νομοσχεδίῳ, εἶναί τι ἀληθῶς φοβερὸν, εἶναι τόσον ἀκατάληπτος, εἶναι τόσον πολύπλοκος, ὥστε θὰ προτιμήσῃ τις, καὶ χωλὸς καὶ ἀνάπηρος ἐὰν ἦναι, νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν τὸν δέχωνται, παρὰ νὰ ὑποστῇ τὴν τερατώδη καὶ ἀνεξάντλητον ταύτην διαδικασίαν· θὰ προτιμήσῃ τις νὰ δανεισθῇ τοκογλυφικῶς, νὰ καταβάλῃ ἐν οἱονδήποτε, ὡρισμένον ὅμως ἐν τῷ νόμῳ, χρηματικὸν ποσὸν, παρὰ νὰ ὑποστῇ αὐτὴν τὴν πολύπλοκον διαδικασίαν, διαδικασίαν, ἥτις ἀναγράφεται, Κύριοι, εἰς 10 ἄρθρα μακροσκελῆ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον, ἀναγινώσκων ὑμῖν τινὰ ἐξ αὐτῶν, θέλετε ἀπορήσει διὰ τὸν τοιοῦτον κανονισμὸν τῆς τοιαύτης διαδικασίας. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 54. Τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 52 ἐπιβαλλόμενον τίμημα καθορίζεται ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἐξαιρούμενοι καὶ οἱ ὡς ὀρφανοὶ ἀπαλλασσόμενοι. «α) Ὅσοι κατὰ τὸ ἔτος τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῶν, ἢ τὸ ἀμέσως προηγούμενον, ἐξήσκησαν, εἴτε αὐτοὶ, εἴτε οἱ γονεῖς, εἴτε, ἐλλείψει τούτων, οἱ πρὸς πατρὸς πάπποι, ἐπάγγελμα ἐπιβαλλόμενον, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας περὶ ἐπιτηδευμάτων φορολογικοὺς νόμους, εἰς φόρον ἀνώτερον τῶν δραχμῶν 50, καταβάλλουσι χρηματικὸν τίμημα ἴσον πρὸς τὸν φόρον τοῦτον. «βʹ) Ὅσοι κατεῖχον, εἴτε αὐτοί, εἴτε οἱ γονεῖς αὐτῶν, εἴτε, ἐλλείψει τούτων, οἱ πρὸς πατρὸς πάπποι κατὰ τὸ προηγούμενον τῆς ὑποχρεώσεως ἔτος κατοικίαν, ἧς ἡ ἐτησία μισθωτικὴ ἀξία ὑπερέβη τὸ ποσὸν δραχμῶν 1799, καταβάλλουσι χρηματικὸν τίμημα. «Ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας δραχ. 1800–2999 δραχ. 3 τοῖς ἑκατὸν, ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας δραχ. 4000–4999 δρ. 5%, ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας δρ. 5000–5999 δρ. 5½%, καὶ οὕτω καθεξῆς, προστιθεμένου ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος μισθωτικῆς ἀξίας, κατὰ τὴν ἀνωτέρω κλίμακα, μέχρις ἀνωτέρου ὅρου αὐτῆς δραχ. 18,000. «Ὅταν συμπέσωσιν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἀμφότεραι αἱ περιπτώσεις τῶν ἀνωτέρω παραγράφων ά καὶ βʹ, ἐπικρατεῖ ἡ ἀποφέρουσα μεῖζον ποσὸν χρηματικοῦ τιμήματος. «Οἱ εἰς μηδετέραν τῶν ἐν τοῖς προηγουμένοις παραγράφοις κατηγοριῶν ὑπαγόμενοι ὑποβάλλονται εἰς χρηματικὸν τίμημα δραχ. 50». «Ἄρθρον 55. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ καταβλητέου τιμήματος ἤρτηται, κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον, ἐκ τῆς ἐτησίας μισθωτικῆς ἀξίας τῆς οἰκίας, ἀποφαίνεται περὶ τούτου ἀνεκκλήτως τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Νόμου ᾼΚΑʹ. Συμβούλιον, τῇ αἰτήσει τοῦ ἐνδιαφερομένου, καταρτιζόμενον ἐκ μελῶν περιττοῦ ἀριθμοῦ». «Ἄρθρον 59. Οὐδεὶς ἐξαιρεῖται ἢ ἀπαλλάσσεται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἢ προσθέτου τοιαύτης, πρὸ τῆς εἰς τὸ Κεντρικὸν ἢ σχετικὸν Ἐπαρχιακὸν Ταμεῖον καταβολῆς, προκειμένου μὲν περὶ ἐμπροθέσμων αἰτήσεων, τοῦ διὰ τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων ὁριζομένου χρηματικοῦ ποσοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐκπροθέσμων, τούτου τε καὶ τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 20 τοῦ παρόντος νόμου ὁριζομένου. Πρὸς τοῦτο ὁ ἁρμόδιος Ἔφορος, κατόπιν μελέτης τῶν προσαγομένων αὐτῷ ἐγκύρων ἐπισήμων ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, ἐν οἷς ἐμφαίνεται ὁ λόγος τῆς ἐξαιρέσεως ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληρονομένου φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῆς κατοικίας, ὁρίζει τὸ καταβληθησόμενον ποσὸν, καὶ χορηγεῖ εἰς τὸν αἰτοῦντα τὴν ἐξαίρεσιν, ἢ τὴν ἀπαλλαγὴν, πιστοποίησιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ἐν ᾗ σημειοῖ τὸν παρ’ αὐτοῦ πληρονόμενον φόρον ἐπιτηδεύματος, τὴν μισθωτικὴν ἀξίαν τῆς κατοικίας του καὶ τὸ καταβληθησόμενον χρηματικὸν ποσόν. «Τὴν πιστοποίησιν ταύτην, ἐν ᾗ μὲν περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησίς τις, ὁ ἐνδιαφερόμενος παραδίδει τῷ σχετικῷ ταμίᾳ, ὅστις μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὁρισθέντος ποσοῦ ἐκδίδει καὶ χορηγεῖ εἰς τὸν καταβαλόντα γραμμάτιον παραλαβῆς, ἐν περιπτώσει δὲ ἀντιῤῥήσεως, ὁ ἐνδιαφερόμενος συμμορφοῦται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ παρόντος». «Τὸ γραμμάτιον παραλαβῆς ἐπισυνάπτεται ἐν τοῖς ἐγγράφοις τῆς ἐξαιρέσεως, ἢ τῆς ἀπαλλαγῆς». «Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 57, ἡ καταβολὴ γίνεται πρὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑποχρέου ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ». Αἱ τοιαῦται διατάξεις, διότι καὶ αἱ ἐν τοῖς 10 ἄρθροις ἀναγεγραμμέναι εἰσὶν ὅμοιαι τῶν ἀναγνωσθεισῶν, καθιστῶσι τὸν δυστυχῆ κληροῦχον, τὸν δυνάμει τοῦ νόμου ἔχοντα τὸ δικαίωμα, ἢ νὰ ἐξαιρεθῇ, ἢ νὰ ἀπαλλαγῇ, ἢ νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα, τὸν καθιστῶσιν ὑπόχρεων νὰ κρούῃ τὴν θύραν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, νὰ κρούῃ τὴν θύραν τοῦ ταμίου, τὴν θύραν Συμβουλίου τινὸς δικαστικοῦ, ἀγνοῶ ποίου, ν’ ἀποπέμπηται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς, ν’ ἀποπέμπηται ὑπὸ τοῦ ἄλλου, νὰ παραπέμπηται εἰς τὸ Συμβούλιον, διὰ νὰ δικάσῃ τὴν αἴτησίν του περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ τιμήματος, νὰ προσάγῃ ἐπίσημα ἔγγραφα, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ πρόσοδος τῆς περιουσίας αὑτοῦ, ἢ τοῦ πατρός του, ἢ τοῦ πάππου του. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, Κύριοι, προξενοῦντα φρίκην καὶ ἀγανάκτησιν, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἀναγινώσκω, δὲν πιστεύω ἀκόμη, ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν νομοσχεδίῳ κυβερνητικῷ. Ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν καὶ εἰς τοιαῦτα ἀλλόκοτα μέτρα πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡρισμένως τὸ χρηματικὸν τίμημα, κατὰ κατηγορίας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τις τῶν στρατευσίμων, καὶ οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον κανονίζει τὸ νομοσχέδιον τὸν προσδιορισμὸν καὶ τὴν καταβολὴν αὐτοῦ. Φρονῶ ὅμως ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν εἶναι, οὔτε ὀρθὸν, οὔτε δίκαιον, ὅταν τις δικαιῶται, δυνάμει τοῦ νόμου, ν’ ἀπαλλαγῇ, ἢ νὰ ἐξαιρεθῇ, ἢ νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα, νὰ ἐξαγοράζῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δικαίωμα, ὅπερ τῷ χορηγοῦσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἓν ἐκ τῶν δύο: ἢ δικαιοῦται, ἢ δὲν δικαιοῦται. Εἰ μὲν δικαιοῦται, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταβάλῃ χρήματα, διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δυνάμει νόμου ἀπολαμβάνει· ἐὰν δὲ δὲν δικαιῶται, ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ προσωπικῶς ἐν τῷ στρατῷ. Αὐτὸς εἶναι φόρος κεφαλιάτικος, ὁ ὁποῖος ἐπληρόνετο, ἢ πληρόνεται καὶ μέχρι τοῦδε, ἐν Τουρκίᾳ, εἶναι τὸ λεγόμενον χαράτσι. Ἀλλὰ τοιοῦτοι φόροι εἶναι ἀνάξιοι δι’ ἐλεύθερον Κράτος, εἶναι ἀνάξιοι διὰ πολίτας ἐλευθέρους. Δὲν εἶναι δυνατὸν, Κύριοι ὡς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, νὰ φθάσωμεν διὰ μιᾶς καὶ δι’ ἑνὸς ἅλματος εἰς τὸ ἰσοζύγιον, καὶ μάλιστα μετὰ περισσεύματος! Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 60, 70, ἢ 80 ἑκατομ., ὁ ὁποῖος κατὰ τὰ ἓξ τελευταῖα ἔτη ἐπαρουσίασε διηνεκῶς ἔλλειμμα ἀπὸ 10 μέχρι 30 ἑκατομμυρίων. Εἶναι, ἀδύνατον, τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος νὰ κατορθωθῇ τὸ ἰσοζύγιον αὐτοῦ, καὶ νὰ παρουσιάσῃ μάλιστα καὶ περίσσευμα. Ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ὅτι τοῦτο δὲν κατέστη δυνατὸν ἐν ταῖς μεγάλαις αὐτοκρατορίαις τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ῥωσσίας, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἐν Ἑλλάδι; Τὸ 1883 ἔλλειμμα δέκα ἑκατομμυρίων, τὸ 1884 ἔλλειμμα 30,600,000, τὸ 1885 ἔλλειμμα 26,700,000, τὸ 1886 ἀναντιῤῥήτως ἔλλειμμα 25,000,000, καὶ τὸ 1887 νὰ παρουσιάσῃ οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα 4,810,000; Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐδημιούργησε, καθ’ ἃ ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν καὶ καθ’ ἃ εἶναι ἀποδεδειγμένον ἐξ ἐπισήμων κειμένων, αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀπέλπιδα ὄντως οἰκονομικὴν κατάστασιν διὰ τῆς πολιτείας αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἐφαρμόζων, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1880, ὅτε κατὰ πρῶτον διεδέχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον, ἀφοῦ, λέγω, ἐδημιούργησε κατάστασιν τοιαύτην, τώρα νομίζει, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν προτεινομένων παρ’ αὐτοῦ μέτρων, ὅ,τι εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον νὰ κατορθωθῇ, ἐπιβάλλων φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ παριστῶν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα. Καὶ λησμονεῖ τί ἔπαθε κατὰ τὸ 1882, τί ἔπαθε κατὰ τὸ 1883, τὸ 1884 καὶ 1885. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις διεδέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Καλλιγᾶν, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1883, ὁ ὁποῖος κ. Καλλιγᾶς μᾶς ὑπεσχέθη περὶ τὰ τέλη τοῦ 1882 καὶ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1883 νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἐν ᾗ, μεταξὺ ἄλλων, φύονται καὶ τὰ ἰσοζύγια τῶν Προϋπολογισμῶν, διότι μᾶς παρουσίασε Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ καὶ μάλιστα μὲ περίσσευμά τι, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, λέγω, μᾶς ἔλεγε κατὰ Μάρτιον τοῦ 1884, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 δὲν εἶναι μὲν δυνατὸν νὰ καταλίπῃ περίσσευμα, ὡς εἶπεν ὁ προκάτοχός του, ἐξ 121,000, ἀλλὰ δὲν θὰ καταλίπῃ ὅμως καὶ ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 4,443,456! Καὶ μᾶς ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε εἴχομεν διανύσει τὰ ⅔ τῆς χρήσεως τοῦ 1883, δηλαδὴ κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1884· καὶ ἐπειδὴ εἶναι τρεῖς μόνον στίχοι, τοὺς ἀναγινώσκω: «Ἀπὸ δὲ τὰ ἀνεγνωρισμένα (ἔγραφεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔν τινι ἐκθέσει περὶ τοῦ προσωρινοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1883) ἤδη καὶ ἀναγνωρισθησόμενα ἔξοδα μέχρις τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, θὰ ἐκπεσθοῦν καὶ θ’ ἀκυρωθοῦν κατὰ τὸ σύνηθες ἱκανά. Μολαταῦτα, καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τούτων ἂν θεωρήσωμεν ὡς πληρωτέον, τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1883 βεβαίως ἔσεται κατώτερον τῶν δραχμῶν 4,443,336». Μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας προσδιώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν 6 μηνῶν, ὅτε δηλ. ἔληξεν ἡ χρῆσις, ὁ ἴδιος Πρωθυπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἀνέρχεται εἰς 9,258,312, κατὰ τὸν Ἀπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπισυνῆψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι, ἐνῷ τὸ 1884 μᾶς ὑπεσχέθη περίσσευμα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ παρ’ αὐτοῦ πλέον τοῦ ἰδίου καὶ οὐχὶ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, συνταχθέντος, ἐκ δραχμῶν 308,352, μᾶς παρουσίασε διὰ τοῦ Ἀπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος εὑρέθη εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑπογράψῃ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλλειμμα 30,602,446, ἢ ἔστω καὶ 24 ἑκατομμυρίων, καθ’ ἃ εἶπεν ἀγορεύων ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἀφαιρεῖ 6 ἑκατομμύρια, ἀναγόμενα εἰς ἐκτάκτους δῆθεν δαπάνας. Λησμονεῖ ταῦτα πάντα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ νομίζει, ὅτι θὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, καὶ τὴν κύρωσιν τῶν ὁποίων ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ τὸ ἰσοζύγιον θὰ κατορθώσῃ καὶ περίσσευμα θὰ παρουσιάσῃ! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ ὑπέβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν τότε Βουλήν, μὲ ἔσοδα μὲν 85,641,547, μὲ ἔξοδα δὲ 85,252,933, καὶ ἑπομένως μὲ περίσσευμα 388,614. Ἀλλὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον δὲν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλή, διότι ἐπῆλθε καὶ τότε, ὡς καὶ τώρα, ἡ διάλυσις αὐτῆς· καὶ ὅτε ἡ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου ἀνήγαγεν εἰς τὰ πράγματα τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτήν, συνέταξεν οὗτος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νέον Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1885, καὶ μολονότι εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ βεβαιῶ καὶ ἐγὼ δημοσίᾳ ἀπὸ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπηνέγκαμεν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους οἰκονομίας 5,500,000, μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος παρουσίαζε τὸ παράδοξον φαινόμενον, νὰ περιλαμβάνῃ πλειότερα ἔξοδα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε προϋπολογίσει ὁ κ. Τρικούπης, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Τρικούπη περιεῖχεν, ὡς εἶπον, ἔξοδα 85,252,933, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη 85,497,005, τουτέστι 245,000 περιπλέον. Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο; Διότι εὑρέθημεν ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων δαπάνας, τὰς ὁποίας οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον παραλείψει, δαπάνας ὑποχρεωτικὰς, ἐκκαθαρισμένας καὶ ἀπαιτητάς· ἐγὼ ἐπήνεγκον οἰκονομίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τότε, κατὰ δραχ. 437,751, ἀλλ’ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγγράψω ἐν αὐτῷ δαπάνας, τὰς ὁποίας ὁ προκάτοχός μου εἶχε παραλείψει, ἐκ δραχ. 481,322, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεῤῥοφήθη οὐ μόνον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, ἀλλὰ καὶ παρουσιάσθη αὔξησις δαπανῶν ἐκ 43,570. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ οὕτω πως συνταχθεὶς Προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην καὶ ἀνασκευασθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἀντὶ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέσχετο ὁ κ. Τρικούπης, ἢ ἀντὶ νὰ παρουσιάσῃ κἂν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἀνέγραψεν ὁ διάδοχος αὐτοῦ κ. Δηλιγιάννης, ἐξ 11,190,319, μᾶς παρουσίασεν ἔλλειμμα παραπλήσιον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, ἤτοι δρ. 26,767,219. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, αὐτὸ, ὅπερ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐντεῦθεν, ὅτι, ἂν ἔμενεν αὐτὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διεχειρίζετο τὸν Προϋπολογισμὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, ἤθελε παρουσιάσει ἀλλοῖα ἀποτελέσματα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὸ 1885 εἰσεπράχθησαν 59,374,669, κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ συνταχθέντα Ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἐνῷ τὸ 1882, τὸ ὁποῖον διεχειρίσθη ὁλόκληρον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ, εἰσεπράχθησαν 58,715,224· τὸ 1883, τὰ ⅔ τοῦ ὁποίου διεχειρίσθη προσωπικῶς αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, εἰσεπράχθησαν μόνον 58,537,556· τὸ 1884, τὸ ὁποῖον διεχειρίσθη ὁλόκληρον ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε τὸν δρακόντειον ἐκεῖνον νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, καθ’ οὗ ἐξανέστη ὅλη ἡ κοινωνία, εἰσεπράχθησαν 60,744,637· τὸ δὲ 1885, ὅπερ ἦτο ἔτος ἀνωμαλιῶν, ἔτος ἐπιστρατεύσεως, ἔτος ἀποχῆς ἀπὸ πάσης ἐργασίας, χιλιάδων νέων διατελούντων ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, εἰσεπράχθησαν, ὡς εἶπον, 59,374,669, τουτέστιν, ὀλιγώτερον μὲν ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα τὸ 1884 κατὰ δραχ. 1,370,000 περίπου, πλειότερον δὲ τῶν εἰσπραχθέντων τὸ 1882 κατὰ 660,000, καὶ τὸ 1883 κατὰ 840,000. Καὶ ἄν, ὡς ἀναφέρει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔν τινι καταστάσει, ἐβεβαιοῦτο ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1885 καὶ ὁ ἐκ τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυχείων λαμβανόμενος φόρος, ὅστις ἐβεβαιώθη μετὰ τὴν χρῆσιν, ἐξ 120,000. δραχ. καὶ ὁ οὔπω βεβαιωθεὶς φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἐκ δραχ. 550,000, ἤτοι, ἐὰν ἐβεβαιοῦντο τὰ ποσὰ ταῦτα, ἐξ 770,000, καὶ ἂν ἐξ ἀναλογίας τῶν λοιπῶν ἐσόδων εἰσεπράττοντο ἐντὸς τῆς χρήσεως ἐξ αὐτῶν δραχμαὶ 650,000, τότε ἤθελον ὑστερήσει τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1885 ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1884 κατὰ 700,000 μόνον δραχμὰς, ἀλλ’ ἤθελον ὑπερβῆ τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1882 καὶ 1883 κατὰ 1,300,000 διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ κατὰ 1,500,000 διὰ τὸ δεύτερον ἔτος. Ἡ διαχείρισις λοιπὸν τοῦ 1885, ἡ γενομένη παρ’ ἄλλου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ, δὲν ἐπηρέασε τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, δὲν ἐπηρέασεν οὔτε τὰς εἰσπράξεις, οὔτε τὰς δαπάνας, διότι αἱ εἰσπράξεις μὲν, ὡς εἶπον, εἶναι ἀνώτεραι τῶν ἐτῶν 1882 καὶ 1883, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη ὁ κ. Τρικούπης, κατώτεραι δὲ κατὰ μικρὸν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1884, ἔτους εἰρηνικοῦ, ἔτους πολιτικῆς γαλήνης, αἱ δαπάναι δὲ εἶναι αἱ αὐταὶ καὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ὁποίων διεχειρίσθη ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ μεθ’ ὅλας τὰς παρ’ ἡμῶν ἐπενεχθείσας οἰκονομίας, διότι προσεθέσαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀναγκαίας δαπάνας, καὶ ἐκκαθαρισμένας ἀπαιτήσεις, μὴ ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ ὑπὸ τῶν προκατόχων μας συνταχθέντι, ἐπιβαρύναντες ἡμεῖς αὐτοὶ οἰκειοθελῶς, ἀλλὰ καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, τὴν θέσιν ἡμῶν. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδημιούργησεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τόσον εὐκόλως λησμονεῖ, νομίζει, ὅτι διὰ μιᾶς, καὶ ὡς ἀπὸ τρίποδος, δύναται νὰ κατορθώσῃ πρᾶγμα, οὕτως εἰπεῖν, ὑπεράνθρωπον, μηδενίζων ἔλλειμμα κολοσσαῖον καὶ παρουσιάζων καὶ περίσσευμα! καὶ ταῦτα δι’ ἐπιβολῆς φόρων καὶ πάντοτε φόρων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ σύνταξις τοιούτων παραδόξων Προϋπολογισμῶν, ἂν δὲν ὑποκρύπτῃ σκόπιμον καὶ ἰδιοτελῆ οἰκονομολογικὴν προαίρεσιν, πρὸς διαβουκόλησιν τοῦ κοινοῦ, μὲ ἐξευτελισμὸν τοῦ τόπου καὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἐμφαίνει ὅμως βεβαίως ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν καὶ ἀσύγγνωστον ἐπιπολαιότητα καὶ ὀλιγωρίαν, ἄγνοιαν δὲ τῶν στοιχειωδεστέρων, διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν, Προϋπολογισμὸς, συντασσόμενος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων καὶ δεδομένων ἐπισήμων, ὑποσχόμενος περίσσευμα ἑκατοντάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, νὰ παρουσιάζῃ μετὰ ταῦτα ἔλλειμμα 30 ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν, ἡ σκόπιμός τις πολιτικὴ σκέψις ὡδήγησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτων Προϋπολογισμῶν, ἢ βεβαίως ἔδειξεν ἀσύγγνωστον ἐπιπολαιότητα καὶ ὀλιγωρίαν, ἥτις δὲν ἁρμόζει εἰς ἄνδρας, ἔχοντας τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον, καὶ δὲν τιμᾷ τὸν κ. Τρικούπην. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς συντάξεως τοιούτων Προϋπολογισμῶν, ἐν οἷς νὰ παρουσιάζωσιν ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, ἠθέλομεν ἀνορθώσει τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν, ἐλησμόνησε τὸ σοφὸν ἀπόφθεγμα, ὅτι «ἡ ἀλήθεια σώζει». Πρέπει νὰ εἴπωμεν, Κύριοι, τὴν ἀλήθειαν καθαρὰν, καὶ ὅταν ἀνομολογήσωμεν αὐτὴν, τότε θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ πράξωμεν καὶ ἐνεργήσωμεν σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ, πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀθλίας ἡμῶν οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ προσπαθοῦμεν νὰ καλύπτωμεν τὴν κατάστασιν ἡμῶν ταύτην διὰ τοιούτων Προϋπολογισμῶν, ἀπατῶντες καὶ αὐταπατώμενοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιδοθῶμεν σπουδαίως εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας καὶ τὴν ἑδραίωσιν τῆς τόσον ἀναγκαίας διὰ πάντα τὰ Κράτη, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὴν Ἑλλάδα, οἰκονομικῆς πίστεως. Ἐπεθύμουν, Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ὑπεδεικνύετο ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι κἀγὼ, τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη, ὡς μέτρον ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, τὸ μέτρον τουτέστι τῆς ἀναστολῆς τῆς καταβολῆς τοῦ χρεωλυσίου διὰ τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος, διότι ἀληθῶς ἡ ἀναστολὴ τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ, ὑφ’ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἐπὶ οἱᾳδήποτε προφάσει, ἡ ἀναστολὴ, καὶ ὄχι, ὡς εἶπον ἄλλοι, ἡ ἀθέτησις τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, δύναται νὰ ἐπενέγκῃ τραῦμα βαρὺ κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως, καὶ ἡ Ἑλλὰς μόνον εἰς τὴν πίστιν αὐτῆς δύναται νὰ στηριχθῇ, ὡς ἐπὶ ἀγκύρας ἀσφαλοῦς. Καὶ, ἂν δὲν ὑπεδεικνύετο τὸ μέτρον τοῦτο ἐντεῦθεν, δὲν θὰ ἐλάμβανεν ἀφορμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιπέσῃ λάβρος κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔθεσεν ἀνόσιον χεῖρα ἐπὶ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔδωκε τὸ παράδειγμα τοῦτο, παρὰ τὰς διαμαρτυρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῆς νομοθετήσεως τοῦ μέτρου τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλύτρου τῶν δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Καὶ ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπισήμως, τὸ ὁποῖον ἐπέμεινε νὰ νομοθετηθῇ καὶ ἐνομοθετήθη, καὶ τοῦ μέτρου, τοῦ ἐνδειχθέντος ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μέτρου, δυναμένου νὰ χρησιμεύσῃ κάπως εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἢ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ κολοσσαίου ἐλλείμματος; Βλέπετε κἀμμίαν διαφοράν; Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ⅓ τῆς ἀγορεύσεώς του, κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 24 λήγοντος μηνὸς, διέθεσεν, ὅπως ἐξελέγξῃ δριμέως καὶ κατακρίνῃ, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ στιγματίσῃ, τὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἐνδείξαντα εἰς τὴν Βουλὴν μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὡς χρεωκοπίαν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔθεσεν ἐπὶ τῆς σημαίας αὐτῆς τὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ τὴν σημαίαν ταύτην τῆς χρεωκοπίας, ἂν ἦναι χρεωκοπία, ἀνύψωσεν ὁ κ. Τρικούπης πρὸ δέκα ἡμερῶν διὰ τῆς ἐπιμονῆς του νὰ ψηφισθῶσι τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Περιπλέον δὲ ἔπραξε καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς κηλιδώνει καὶ στιγματίζει τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, παραβὰς διὰ ῥητοῦ νόμου τὰ συμπεφωνημένα περὶ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, παραβὰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, τὴν στηριζομένην, οὐ μόνον ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῆς ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις τινὲς, διότι ἐστέλλοντο ἐντεῦθεν τοκομερίδια εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως γένηται ἡ ἐξαργύρωσις αὐτῶν εἰς χρυσὸν, ὑφισταμένης ἐνταῦθα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἡ κατάχρησις αὕτη καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον προσγινομένη ζημία ἦτο ἀσήμαντος, μὴ ἰσοφαρίζουσα μὲ τὸ τραῦμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπήνεγκε διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένοντο καὶ εἰς ἐμὲ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1878 νομίζω, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοιαῦται παρατηρήσεις περὶ τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐξαργυρώσεως τοκομεριδίων, ἐντεῦθεν ἀποστελλομένων, καὶ ἔλαβα τὸ μέτρον, ὅπως καταστείλω κἄπως τὴν κατάχρησιν ταύτην, ὑποχρεώσας τοὺς δικαιούχους, νὰ προσάγωσιν ὁμοῦ μὲ τὰ τοκομερίδια καὶ τοὺς τίτλους αὐτῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι ὑπέθεσα, ὅτι εἶναι δύσκολος ἡ ἀποστολὴ ἐντεῦθεν τῶν τίτλων καὶ ἐπικίνδυνος. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἐπί τινα καιρὸν, κατηργήθη κατόπιν ἀπὸ διάδοχόν μου, ἀγνοῶ ποῖον. Διὰ τὰς τοιαύτας ὅμως ἀσημάντους ζημίας δὲν ἦτο δίκαιον, τὸ ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲ συμφέρον διὰ τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν τὸ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη ληφθὲν μέτρον, ὁ ὁποῖος τώρα καταγγέλλει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς θέλουσαν νὰ παραστήσῃ τὴν Ἑλλάδα χρεωκόπον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν αὐτὸς ὁ ἴδιος, καὶ ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἐστιγμάτισεν αὐτὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, αὐτὸ τοῦτο ἀποδίδει οὗτος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνδεικνύει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δανείων, τουτέστι νὰ ληφθῇ μέτρον γενικόν. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ἐνδεικνυόμενον ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δι’ ὃν λόγον καὶ ἐψηφοφόρησα καὶ κατὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προταθέντος ὁμοίου μέτρου, διότι θέλω τὴν δημοσίαν πίστιν ἡμῶν ἄθικτον καὶ ἀνέπαφον· ἀλλὰ λέγω, ὅτι πᾶς ἄλλος εἶχε δικαίωμα νὰ πολεμήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἂν δύνηται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις, ἢ ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, ὅπως ἐπαναλάβωμεν τὸ μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς 1,600,000 εἰς τὸ μέλλον, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρούσης χρήσεως, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας διὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οὐδεμία οἰκονομία πρόκειται νὰ γίνῃ ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, ἀνέρχεται μόνον εἰς 5 ἑκατομμύρια. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει της, — καὶ ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω τὴν παρατήρησιν ταύτην ἀνεξέλεγκτον, — ὅτι «ὀφείλεται πρὸς τούτοις (τῇ Κυβερνήσει) ἔπαινος, καὶ διότι κατώρθωσε ν’ ἀνοίξῃ τὰς ἑρμητικῶς κεκλεισμένας θύρας τῶν δημοσίων Ταμείων, νὰ παραδώσῃ τοῖς δικαιούχοις τὰ ἀπειροπληθῆ ἀνυπόγραφα ἢ ἀνέκδοτα χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ ἁπάσας τὰς τοῦ Δημοσίου ὀφειλὰς, ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ, νὰ καταργήσῃ δὲ τὸ σεμνὸν ἄλλοτε ἐπικληθὲν ἐμπόριον, τῆς ὑπὸ κερδοσκόπων «ἐξοφλήσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων». Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἀνέγνωσα τὰς ὀλίγας ταύτας γραμμὰς, ἐξεπλάγην. Ν’ ἀποδίδῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔπαινον εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἤνοιξε τὰς ἑρμητικῶς κεκλεισμένας θύρας τῶν δημοσίων Ταμείων εἰς τοὺς δικαιούχους, καὶ ἔπαυσε τὸ ἐμπόριον τῆς κερδοσκοπίας τῆς προεξοφλήσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων, μοὶ ἐφάνη ἀκατανόητον! ἐνῷ, ὅτε κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Δηλιγιάννης, εὗρεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ὡς σᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ ἴδιος 21 δραχμὰς καὶ 38 λεπτὰ, εἰς ὅλα δὲ τὰ ἄλλα Ταμεῖα 1,130,000. Ἀλλ’ ὑπῆρχον, λέγει ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ παραστατικὰ 12,000,000. Ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ παραστατικά; Παραστατικὰ, κατὰ τὸν κ. Τρικούπην, ἢ ἀντίτιμα, κατὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην, εἶναι χαρτία, εἶναι ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ, πληρωμαὶ ἐνεργηθεῖσαι ἤδη, ἀλλὰ μὴ τακτοποιηθεῖσαι εἰσέτι καὶ μὴ ἐγγραφεῖσαι ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ταμιῶν. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, τῶν λεγομένων παραστατικῶν, ἢ ἀντιτίμων, οὔτε ἓν λεπτὸν δύναται νὰ προσπορισθῇ ὁ ταμίας, ἢ ἄλλη τις Ἀρχή. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἀνήκουσα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐκφράζει ἐπαίνους εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤνοιξε τὰς θύρας τῶν δημοσίων Ταμείων, αἵτινες κατὰ Μάϊον τοῦ 1885, ὅτε ἀνέλαβε καὶ αὖθις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐξουσίαν, ἦσαν ἑρμητικῶς κεκλεισμέναι! Μὰ, πρὸς Θεοῦ! πῶς ἦσαν ἑρμητικῶς κεκλεισμέναι, ἀφοῦ ὁ κ. Τρικούπης εὗρεν ἀνέπαφον τὸ δάνειον τῶν 18 ἑκατομμυρίων εἰς δίδραχμα καὶ μονόδραχμα τραπεζογραμμάτια, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε χρῆσιν οὔτε ἑνός; ἀφοῦ εὗρεν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1886, ὑπόλοιπον ἐξ αὐτοῦ 10, ἢ 12 ἑκατομμύρια; Εὗρε λοιπὸν χρήματα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τοῖς δημοσίοις Ταμείοις, κατατεθειμένα καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 30 ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θεωρεῖ ὡς κατόρθωμα, τὸ ὅτι ἤνοιξεν ἡ Κυβέρνησις τὰς ἤδη ἀνοικτὰς καὶ ἀναπεπταμένας εἰς πάντα δικαιοῦχον θύρας τῶν δημοσίων Ταμείων, ὅπως πληρώσῃ τοὺς δικαιούχους, ἀφοῦ ἐκληρονόμησε παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς εἶπον, τὸ κολοσσαῖον ποσὸν τῶν 30 ἑκατομμυρίων.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τριάκοντα ἐννέα.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὄντος εἰς κρείττονα ἐμοῦ θέσιν νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, 39 ἑκατομμυρίων. Δὲν εἶπεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τώρα παραδόξως λέγει ἡ φίλη τῷ κ. Πρωθυπουργῷ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πράγματι εὗρε τὰς θύρας τῶν δημοσίων Ταμείων κεκλεισμένας καὶ οὐδένα ἔπαινον ἀπῄτησεν, ἢ ἤκουσεν, ἀπὸ τὴν τότε ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία Κυβέρνησις τῳόντι ἐμόχθησεν, ὅπως ἀνοίξῃ τὰς θύρας τοῦ δημοσίου Ταμείου, πρὸ πολλοῦ κεκλεισμένας καὶ ἀπροσίτους, καὶ ὑπεβλήθη εἰς ἰδιαιτέρας καὶ ἀτομικὰς ὑποχρεώσεις, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀνάγκας κατεπειγούσας τοῦ δημοσίου Ταμείου καὶ νὰ προκαλῇ ἔπαινον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι ἐπλήρωσε τοὺς δικαιούχους ἀπὸ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβε τὸν κόπον κἂν ν’ ἀποκτήσῃ αὐτή, ἔστω καὶ διὰ συνομολογήσεως τῶν παρ’ ἡμῶν συνομολογηθεισῶν συμβάσεων, εἶναι ἀληθῶς παράδοξον καὶ περίεργον. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸν ἔπαινον τοῦτον ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαινεῖ περιπλέον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἕνεκα τῶν σοφῶν οἰκονομικῶν μέτρων της, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἔλαβεν ἅμα τῇ ἀνόδῳ της εἰς τὴν ἐξουσίαν, περιωρίσθη ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν παρακολουθῶ τὴν ἀξίαν τοῦ συναλλάγματος καὶ τῶν ἄλλων χρηματιστικῶν ἐπιχειρήσεων, διότι δὲν ἔχω ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 τὸ συνάλλαγμα ἐκυμαίνετο μεταξὺ 125 καὶ 127, ἐνῷ τώρα καὶ πρὸ πολλοῦ κυμαίνεται μεταξὺ 128 καὶ 130. Ποίαν ὑπηρεσίαν λοιπὸν προσήνεγκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὸν τόπον, διὰ νὰ προκαλῇ καὶ ἀκούῃ ἐπαίνους; Καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι τὸ συνάλλαγμα εἶναι ἤδη ὑποτετιμημένον, τοῦτο θὰ ὠφείλετο εἰς ἄλλας αἰτίας καὶ οὐχὶ εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι κἂν ἀληθὲς, διότι τὸ συνάλλαγμα τώρα εἶναι μᾶλλον ὑπερτιμημένον, παρὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886. Καὶ τὸ θυμίαμα λοιπὸν τοῦτο ἀνοικείως προσφέρεται ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ φορολογικὴ νομοθεσία ἡμῶν δεῖται ῥιζικῆς ἀναθεωρήσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως, διότι ἐκ τούτου δυνάμεθα νὰ προσπορισθῶμεν πολλὰ, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἐπὶ πλέον τὴν παραγωγὴν καὶ τὸν φορολογούμενον λαόν. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, περὶ οὗ ὑπάρχουσιν ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου νομοσχέδια, ἠδύνατο πράγματι ν’ ἀνακουφίσῃ τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἡ κατάργησις τοῦ φόρου, τοῦ ἐπαχθεστάτου, τοῦ βαρβάρου φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δι’ ἄλλου φόρου, στηριζομένου εἰς τὴν ἰσότητα, τὴν ἀλήθειαν, τὴν παραγωγὴν, τὴν δικαιοσύνην, ἠδύνατο ἐπίσης καὶ τὴν γεωργίαν ν’ ἀνακουφίσῃ καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων νὰ προσθέσῃ ἓν σημαντικὸν ποσόν. Ἡ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον διάθεσις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, ἤθελεν ἐξασφαλίσει ἐπίσης μέγιστα ποσὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου Ταμείου. Ἡ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον διάθεσις τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἤθελεν ἐπίσης προσπορίσει εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον πολλὰ ἑκατομμύρια· ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι διέρχονται διὰ τοῦ μονοπωλίου τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀνάλωσιν τέσσαρα ἑκατομμύρια μόνον ὀκάδων πετρελαίου, ἐνῷ ἔπρεπε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον νὰ φορολογήσωμεν διὰ τοῦ μονοπωλίου δώδεκα ἑκατομμύρια ὀκάδων· διότι, ἐὰν ὑπολογίσητε ἐπὶ 400 χιλιάδων οἰκογενειῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δημοσίων καταστημάτων, καφφενείων, παντοπωλείων, ξενοδοχείων, καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων, πρὸς 30 ὀκάδας ἐτησίως, θέλετε ἔχει φορολογήσιμον ποσὸν 12,000,000 ὀκάδων, καὶ ἡμεῖς φορολογοῦμεν, ὡς εἶπον, μόνον 4,000,000, προκύπτει δ’ ἐντεῦθεν ζημία εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον 6 ἕως 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Μόνον τὴν πρόσοδον ταύτην ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν, — καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν, εἴτε διὰ μισθώσεως, ἢ ἄλλως πως, — ἠθέλομεν προσπορίσει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων σημαντικὸν ποσόν. Ἴσον ποσὸν, 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων, ἠθέλομεν προσπορισθῆ ἀπὸ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, καὶ βεβαίως εἶναι δυνατὸν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀληθῆ βεβαίωσιν πρὸς εἴσπραξιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ἠδυνάμεθα μόνον ἐξ αὐτῶν τῶν δύο φόρων νὰ θεραπεύσωμεν πολλὰς ἀνάγκας ἡμῶν, ἐλαττοῦντες μάλιστα καὶ τοὺς ἤδη ἐπιβεβλημένους τελωνιακοὺς δασμοὺς, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν ἀτυχῆ λαὸν ἑκάστοτε, ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτὸν, οὐχὶ ἐπιστημονικῶς, ὡς ὑπεστήριζεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ κἂν ἐμπειρικῶς, ἀλλὰ χονδροειδῶς, φόρους 15, 20 καὶ 30%, τώρα δὲ καὶ 40%. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἴς τινα συνεδρίασιν, καθ’ ἣν δὲν ἤμην παρὼν, ἔγινεν ὑπαινιγμός τις, ὡς ἔμαθον, περὶ μονοπωλίου τῆς κινίνης, καὶ ἐπειδὴ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ, ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινάς. Ἐπεβάλομεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὸ μονοπώλιον εἰς τὰ παιγνιόχαρτα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν, κατὰ τὸν φετεινὸν Προϋπολογισμὸν, 500,000 δραχμῶν, δαπανῶμεν δὲ 130,000, καὶ μένει ἑπομένως καθαρὸν κέρδος 370,000· καὶ ἡ πρόσοδος αὕτη θεωρεῖται ἀξία λόγου· καὶ βεβαίως, 370,000 δραχμαὶ εἰς πᾶν Κράτος, πρὸ πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἓν σημαντικὸν ποσόν. Ἀνεγίνωσκον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας ἐπιτροπὴ ἐπρότεινεν οἰκονομίας 3,000 δραχ., 6 χιλ., 11 χιλ. καὶ 15 χιλιάδων ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ δισεκατομμυρίων· ὥστε ἡ Ἑλλὰς βεβαίως τὰς 370,000 δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς μέγα ποσὸν ἐσόδων, καὶ τὰς οἰκονομίας τῶν 3 χιλιάδων πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ θεωρήσῃ ὡς σπουδαίαν οἰκονομίαν. Ἐπεβάλομεν ἐπίσης τὸ μονοπώλιον εἰς τὰ πυρεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσπράττομεν 700,000, δαπανῶμεν δὲ 180 χιλιάδας, καὶ μένει ὑπόλοιπον δραχμῶν 520,000. Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου θὰ εἰσπράξωμεν 4,000,000, θὰ δαπανήσωμεν 1,430,000, μένουσι 2,570,000 καθαρὰ πρόσοδος.
§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι καθαρὰ πρόσοδος, διότι ἀφαιροῦμεν τὰ τελωνιακὰ τέλη.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἔχετε δίκαιον, ἀφαιροῦνται τὰ τελωνικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἓν ἑκατομμύριον περίπου. Νομίζετε, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ὀλιγώτερον ποσόν, ἐὰν ἐπιβάλωμεν τὸ μονοπώλιον εἰς τὴν κινίνην; Ἔχω πληροφορίας, εἰς τὰς ὁποίας δύναμαι νὰ βασισθῶ, ὅτι εἰσάγεται ἐν Ἑλλάδι ποσὸν ἐκ 2,000,000 φιαλιδίων κινίνης· ἀλλ’ ἐγὼ ἐλαττόνω τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 1,500,000 τὸ ἐλαττόνω εἰς 1,000,000, ἤ, ἂν θέλητε, εἰς 500,000 ἐπὶ τέλους, εἰς τὸ τέταρτον δηλαδή! ἐνῷ εἰς μόνον τὸ Τελωνεῖον τοῦ Βόλου κατὰ τὸ 1885 εἰσήχθη κινίνη 500,000 φιαλιδίων, εἷς δὲ φαρμακοποιὸς ἐκ τῶν ἐν Βόλῳ ἔκαμε κατανάλωσιν 40,000 φιαλιδίων. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 500,000 ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν, ἀνεξόδως μάλιστα, 1,500,000, νὰ εὐεργετήσωμεν δὲ συγχρόνως τὴν κοινωνίαν, προσφέροντες εἰς αὐτὴν κινίνην καθαρὰν καὶ ἀνόθευτον. Ἕκαστον φιαλίδιον, μέχρις ἐνταῦθα μεταφερόμενον, στοιχίζει 2 φράγκα, χάρτινα μάλιστα, περιέχει 5½ δράμια περίπου κινίνης. Οἱ φαρμακοποιοὶ δικαιοῦνται, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν διατίμησιν, νὰ εἰσπράξωσιν ἀπὸ τὸ προϊὸν ἑκάστου φιαλιδίου 18 δραχ. περίπου, τουτέστιν ἀνὰ 5 λεπτὰ δι’ ἕκαστον κόκκον. Ἐπειδὴ τὸ δράμιον ἀποτελεῖται ἐξ 60 κόκκων, ἄρα ἀπὸ ἓν δράμιον εἰσπράττουσι 3 δραχμὰς, καὶ ἀπὸ ἓν φιαλίδιον 15½ δραχμάς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὰς πόλεις ἡ κινίνη πωλεῖται εἰς κατωτέραν τιμήν, πάντοτε ὅμως εἶναι νοθευμένη, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας, —καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζομεν ἡμεῖς, οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, —πωλεῖται ὁ κόκκος, ὄχι πρὸς 5, ἀλλὰ πρὸς 10 καὶ 15 λεπτὰ, καὶ δὲν εἶναι κινίνη, εἶναι μαγνησία καὶ ἄλλα εἴδη. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν ἑκάστην φιάλην κινίνης πρὸς 2 φρ., πωλήσωμεν δὲ αὐτὴν εἰς τοὺς φαρμακοποιούς, οἵτινες μόνοι πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως, πρὸς 5 φράγκα, τουτέστι πρὸς 30 λεπτὰ τὸ δράμιον, ἔχομεν τρεῖς δραχμὰς διαφοράν, ἐπὶ 500 χιλιάδων φιαλιδίων, ἔχομεν 1½ ἑκατομμύριον δραχ. καθαρὸν ποσόν· ἀλλὰ περιπλέον ἐνῷ θὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν κινίνην καθαρὰν καὶ ἀνόθευτον, θὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς φαρμακοποιοὺς νὰ πωλῶσιν αὐτὴν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς σημερινῆς τιμῆς, τουτέστι πρὸς 8 δραχμὰς τὸ φιαλίδιον.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ τὴν νοθεύσωσι πάλιν· δὲν ἀσφαλιζόμεθα.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσωμεν λοιπὸν κινίνην ἀνόθευτον καὶ εὐθηνοτέραν κατὰ τὸ ἥμισυ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ νοθευθῇ, διότι βεβαίως θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ὥστε τὰ φιαλίδια νὰ ἦναι ὁλόκληρα, νὰ ἦναι ἡμίση, καὶ νὰ ἦναι καὶ τέταρτα τοῦ φιαλιδίου· ἑπομένως, ὅταν δώσῃ ὁ χωρικὸς δύο δραχμὰς, καὶ ἀγοράσῃ τὸ τέταρτον τοῦ φιαλιδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει 1 δράμιον καὶ ⅓, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν 6 καὶ 7 δραχμὰς, θὰ ἦναι πολὺ εὐχαριστημένος. Τὰ φιαλίδια δὲ ταῦτα θὰ ὦσιν ἐσφραγισμένα καὶ ἀνεπίδεκτα νοθεύσεως, ὥστε ἀποφεύγομεν τὸν φόβον τῆς νοθείας, τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Θὰ εἴχομεν λοιπὸν πρόσοδον διπλασίαν ἀπ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τώρα ὁμοῦ ἔκ τε τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τῶν πυρείων, καὶ ἠθέλομεν εὐεργετήσει διττῶς καὶ τὴν κοινωνίαν. Ὑπάρχουσι λοιπὸν καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι πόροι, μὴ ἐπιβαρύνοντες τὸν φορολογούμενον λαὸν, τὸν ἑκάστοτε ἐπιβαρυνόμενον διὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων πρὸ πάντων τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εὗρε πρόχειρον τὴν μέθοδον ταύτην τῆς προσπορίσεως χρημάτων διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, ὅπως πληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καθιστῶν κενὰ τὰ βαλάντια τῶν πολιτῶν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔν τινι καταστάσει, προσηρτημένῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀναφέρει, ὅτι οἱ βαρύνοντες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοὺς πολίτας φόροι ἀνέρχονται, κατὰ τὸν ἤδη ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, εἰς 72,151,434. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπερ ὅμως ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησίν τινα, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοὺς ἤδη ἐπιβαλλομένους διὰ τῶν προταθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νομοσχεδίων φόρους ἐξ 20,395,000 δραχμῶν, ὑπολείπονται φόροι, βαρύνοντες ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τοὺς πολίτας, κατὰ τὴν ἤδη ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, 51,756,000. Ἀναβιβάζοντες αὐτοὺς νῦν εἰς 72,151,434, προσθέτομεν, Κύριοι, 40%, ἐκτὸς τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸ 1880, διότι εἰς αὐτὸν λαγχάνει πάντοτε ὁ κλῆρος τῆς ἐπιβολῆς ἢ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἐκτὸς τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν κατὰ τὸ 1882 ἐν μικρῷ τότε, ἐκτὸς τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν, τῇ προτάσει πάντοτε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ 1883 καὶ 1884. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ ἐπιβληθῇ διὰ μιᾶς ἕν τοιοῦτον ποσὸν φόρου εἰς λαὸν πτωχὸν, ὁποῖος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς, στερούμενον ὅλων τῶν μέσων, καὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ εἰσιν ἐν μεγάλῃ ἀφθονίᾳ; Καὶ τί ὠφελεῖται ὁ κάτοικος Τριπόλεως, π. χ., ἐὰν παράγῃ μεγάλην ποσότητα οἴνου, ὅταν ὁ μὲν οἶνος αὐτὸς τιμᾶται ἐν τῷ τόπῳ 5 καὶ 3 λεπτὰ, πολλάκις μάλιστα δὲν ἔχῃ κἀμμίαν ἀξίαν, ὁ δὲ φόρος ἦναι δύο λεπτὰ, δὲν ἔχῃ δὲ τὸ μέσον τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως;—διότι ἔχομεν σιδηροδρόμους καὶ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, μὲ τὰς ὁποίας μᾶς ἐπροίκισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ τὰς ἔχομεν μόνον εἰς τοὺς χάρτας.—Δὲν ἔκριναν πρέπον μεγάλα Κράτη, νὰ ἐπιβάλωσιν ἀσήμαντα ποσοστὰ φόρων, 2 ἢ 3%, διὰ νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματά των, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ μιᾶς μᾶς λέγει, τὰ 50,000,000 τῶν φόρων νὰ τὰ ἀναβιβάσητε εἰς 72 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον 72 ἑκατομμύρια τὰ βαρύνοντα τοὺς πολίτας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀφαιρεῖ, κἄπως παραδόξως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῶν βαρυνόντων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ ἑξῆς ποσά. Τὰ ἀποδιδόμενα εἰς τὴν ὁδοποιΐαν 4,300,000. Ἰσχυρίζεται δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν βαρύνει τὸ ποσὸν τοῦτο τὸν λαὸν, διότι ἀποδίδεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Βεβαίως, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰσπράττει καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἀπὸ τοὺς πολίτας Ἕλληνας, ἀπὸ τὸν ἔμπορον, τὸν γεωργὸν, τὸν ποιμένα τὸν οἰκοδεσπότην. Λοιπὸν διατὶ ἀφαιρεῖτε αὐτὸ τὸ ποσόν; Ἀφαιρεῖ τὰς 600,000 τοῦ περιφήμου ἐκείνου νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμα λόγον πρὸ ὀλίγου, διότι δῆθεν καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐπιβαρύνει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ ποῖος θὰ πληρώσῃ αὐτό; θὰ τὸ πληρώσουν Ἀβυσσινοὶ, Ἰνδοὶ, ἢ Αἰγύπτιοι; Ἀφαιρεῖ προσέτι ἐκ τελωνιακῶν διατιμήσεων καὶ ναυτιλιακῶν τελῶν 380,000. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα δὲν τὰ πληρόνουν οἱ ναῦται, οἱ ἔμποροι, οἱ πολῖται Ἕλληνες; Ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς φόρους, τοὺς βαρύνοντας τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὰ προκαταβαλλόμενα ἔξοδα πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικῶν 630,000 δραχμῶν, Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πληρόνουν ἐπίσης οἱ Ἕλληνες· συμβαίνει ἐνίοτε νὰ δικάζηται καί τις ἀλλοδαπός, καὶ νὰ ἐπιβαρύνηται καὶ αὐτὸς μὲ τοιαῦτα τέλη, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐξαίρεσις. Ἀφαιρεῖ προσέτι 1,056,000 δικαίωμα ὑλοτομίας καὶ ἄλλων δασικῶν προϊόντων· ἀλλὰ δὲν εἶναι φόρος αὐτός; ὁ φόρος π. χ. τῆς ξυλείας, τοῦ ἀσβέστου δὲν πληρόνεται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Διατὶ ἀφαιρεῖτε αὐτὰ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον βαρύνει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τοὺς πολίτας; Ἀφαιρεῖ ποσὸν 220,000 δραχμῶν διόδια ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ εἶναι φόρος, πληρονόμενος ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας. Βεβαίως κατέβαλε τὸ δημόσιον Ταμεῖον διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, διότι ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος νὰ χορηγῇ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἰς τοὺς λαούς, τοὺς ὁποίους φορολογεῖ μέχρις ὀστέων. Λοιπὸν, διότι κατεσκεύασε τὰς ὁδοὺς, εἰσπράττει διόδια· ἀλλ’ εἶναι φόρος, εἶναι χρῆμα, ἐξερχόμενον ἀπὸ τὸ βαλάντιον τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ἀφαιρεῖ καὶ τόσα ἄλλα ποσὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ πληρόνουσιν ἐπίσης, ὅπως καὶ τὰ 72,000,000, Ἕλληνες πολῖται· καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 7,512,000, τὰ ὁποῖα, προστιθέμενα εἰς τὰ 72,151,454, ἀποτελοῦσι ποσὸν δραχ. 79,663,454· ἑπομένως δι’ ἕκαστον ἄτομον ἀναλογεῖ ποσὸν δραχ. 39 καὶ 75 0/0, φόρος βαρύτατος, ὅπως ἀπέδειξαν καὶ οἱ προαγορεύσαντες ἐντεῦθεν ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μὴ πληρονόμενος ἀλλαχοῦ, διότι εἰς ἄλλα Κράτη κατὰ μέσον ὅρον ἐπιβαρύνεται ἕκαστον ἄτομον μὲ δραχ. 20 ἕως 35. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ἐπιμόνως, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας του, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀντέχει ἀκόμη καὶ εἰς μεγαλείτερα βάρη· δὲν ἠξεύρω μάλιστα, ἂν ἦναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἰσχυρίσθη ἔν τινι ἐπιτροπῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν δὲν συνεισφέρῃ 150,000,000, δὲν συνεισφέρει ἀναλόγως τῶν παραγωγικῶν αὑτοῦ δυνάμεων.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποτὲ δὲν εἶπον τοῦτο.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ βεβαιῶ, ἀλλὰ, κατὰ δυστυχίαν, αἱ πράξεις σας αὐτὸ τείνουσι νὰ βεβαιώσουν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σκέψεις περὶ ἐμοῦ δύνασθε νὰ ἐκφράσητε, ὁποίας θελήσητε· ἀποδίδετε ὅμως εἰς ἐμὲ, ὅ,τι ἐγὼ δὲν εἶπον· νὰ λέγητε, ὅτι ὑποθέτετε, ὅτι τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, σᾶς ἐπιτρέπεται, διότι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ὑμετέρας δύναται νὰ γίνῃ ἡ κρίσις, ἐὰν στηρίζηται ἐπὶ ἀκριβῶν δεδομένων. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ λέγητε, ὅτι ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν εἶπον.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ βεβαιῶ· τὸ ἀνακαλῶ μάλιστα, ἀφοῦ ὑμεῖς τὸ ἀρνεῖσθε, καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς πιστεύσω· ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι, μολονότι δὲν τὸ εἴπετε, αἱ πράξεις σας πρὸς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τείνουσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, κ. Πρωθυπουργὲ, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι συναναστρεφόμεθα μὲ τὸν λαὸν καὶ γνωρίζομεν τὴν πενίαν αὐτοῦ, τὴν ἀχρηματίαν, τὴν τοκογλυφίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν στενάζει, τὴν στενοχωρίαν του ἐν γένει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεισφέρῃ τοὺς φόρους τούτους, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸν, διότι ὅλον αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἐξαιρέσει 3 ἢ 4 ἑκατομμυρίων, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἐμπόρου, τοῦ βιομηχάνου, τοῦ ποιμένος, τοῦ γεωργοῦ, τοῦ ναύτου καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν τάξεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1884 δὲν ἠδυνήθη νὰ συνεισφέρῃ πλέον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, μ’ ὅλην τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπεδιώχθη, νὰ δυνηθῇ νὰ συνεισφέρῃ ἐφέτος 98, 000,000; Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε τῆς δυσαρέστου ταύτης θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ν’ ἀπαλλάξητε τὸν λαὸν αὐτὸν ἀπὸ ἄλλας μεγαλειτέρας πιέσεις καὶ χρηματικὰς στενοχωρίας· καὶ διὰ τοῦτο ἀποτείνομαι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀποτείνομαι εἰς ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργέ, διότι, ἐὰν καλόν τι ἐπέλθῃ, θὰ ἐπέλθῃ παρ’ ὑμῶν, ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰ ψηφισθέντα ἤδη φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ν’ ἀποσύρητε τὰ λοιπά. Μὴ ἐπιμένητε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ φόρους, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, καὶ θὰ ἴδητε τὰς φυλακὰς πληρουμένας ἀπὸ ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου καὶ τὰς περιουσίας αὐτῶν ἐκποιουμένας. Ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔν τινι ἐφημερίδι,—ἴσως ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν ἔχετε καιρὸν νὰ ἀναγνώσητε τοιαύτας,—ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς Ναυπλίου προσωποκρατεῖται πολίτης τις ἐξ Ἄργους, πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν, διότι δὲν ἔχει νὰ καταβάλῃ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, ὅπως ἀποφυλακισθῇ, καί, ὡς φαίνεται, θὰ καταλύσῃ τὸν βίον του ἐν τῇ φυλακῇ, οὐχὶ δι’ ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν, ἀλλὰ διὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ πλεῖστοι τῶν πολιτῶν, ἂν ψηφισθῶσιν οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε διὰ τῶν νομοσχεδίων σας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ν’ ἀποσύρητε τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὰς ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, ν’ ἀναθεωρήσητε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ὅπως ἐπενέγκητε τὰς δυνατὰς οἰκονομίας. Ἔχετε δὲ ἰσχυρὰν θέλησιν, διὰ νὰ ἐπιβληθῆτε καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας, ἀρκεῖ ν’ ἀρνηθῆτε τὴν τακτικὴν τῶν ἀδικαιολογήτων καὶ ὑπερόγκων δαπανῶν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσατε, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω ὡς σπατάλην, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ κατορθώσητε νὰ κάμητε πολλὰς οἰκονομίας. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ κατασκευάσητε εἰς Λάρισσαν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἀποθήκας, στρατῶνας καὶ φαρμακεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσητε 4,000,000; Δὲν ἔπραξε τοῦτο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καίτοι ἐδικαιοῦτο, ἔχουσα ἐκεῖ 60,000 στρατοῦ καὶ ὑλικὸν ἄπειρον, διότι ἐφείδετο τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ ὑμεῖς ἄνευ ἀνάγκης τὸ ἐπράξατε, λαβόντες μάλιστα καὶ ἔκτακτον πίστωσιν διὰ Β. Διατάγματος, ὡς ἐὰν ἐπέκειτο ἀνάγκη ἀναπόδραστος. Τοῦτο ἀνέφερον ὡς παράδειγμα, μεταξὺ τόσων ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τοῦ προσωπικοῦ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· διότι, ἐνῷ καταργεῖτε τὰ Ἐπαρχεῖα, χάριν δῆθεν οἰκονομίας, προσθέτετε εἰς τὰς Νομαρχίας ἀπειράριθμον προσωπικὸν, διπλασιάζοντες καὶ τριπλασιάζοντες τὸ ὑπάρχον διὰ τῆς προσθήκης διευθυντῶν, γραμματέων, γραφέων καὶ κλητήρων· καὶ ἐνῷ στερεῖτε τὰς ἐπαρχίας τῆς ἀμέσου αὐτῶν διοικήσεως δι’ ἐπάρχων, ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων ἦτο μία παρηγορία διὰ τὸν πολίτην, δυνάμενον νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχὴν τῆς ἐπαρχίας, ὅπως ὑποβάλῃ τὰ παράπονά του κατὰ παντὸς ἄλλου ὑποδεεστέρου ὑπαλλήλου, ἐγκαθιστᾶτε εἰς τὰς Νομαρχίας πολυτέλειαν προσωπικοῦ.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἰκονομοῦμεν 500,000.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἰκονομεῖτε μόνον 364,000 διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων, ἀλλὰ προσθέτετε εἰς τὰς Νομαρχίας 97,000, καὶ οὕτως ἡ οἰκονομία σας ἐκ τῆς καταργήσεως ὁλοκλήρου θεσμοῦ περιορίζεται εἰς 267,000.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι τέλος πάντων μία οἰκονομία.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνατο νὰ ἦναι μεγαλειτέρα τοὐλάχιστον ἡ οἰκονομία, ἐὰν δὲν ἀνεγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοιαύτην πολυτέλειαν διὰ τὰς Νομαρχίας. Ἀλλὰ, δύνασθε νὰ εἴπητε, διατὶ δὲν ἔκαμον τοιαύτας οἰκονομίας καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις, μέλος τῶν ὁποίων ἐτύγχανον ἐνίοτε καὶ ἐγώ; Αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις δὲν εἶχον τοιαύτην εὐτυχίαν, ὁποίαν εἴχετε ὑμεῖς, τοῦ νὰ μείνητε ἐπὶ 3 ἔτη συνεχῆ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ μὲ τοιαύτην ἀπεριόριστον ὑποστήριξιν καὶ ἐμπιστοσύνην. Αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔμενον ἐν τῇ Ἀρχῇ ἓν ἔτος ἢ τὸ πολὺ 15–16 μῆνας, μὲ κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα καὶ μὲ στενοχωρίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσί τι. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰ δημόσια πράγματα μόνον 12 μῆνας, ἕνεκα δὲ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, ἐν αἷς εὑρέθη, δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τοιούτων ἀντικειμένων εἶχε προσηλωμένην τὴν προσοχήν της εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ἀπεῤῥόφησε πᾶσαν αὐτῆς τὴν προσοχὴν καὶ ἐνέργειαν. Σεῖς ὅμως καὶ τότε καὶ τώρα εἴχετε καὶ ἔχετε τὰ μέσα πρόχειρα, νὰ προβῆτε εἰς γενναίας οἰκονομίας διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἐλέγχητε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ἔχει πρόγραμμα, ἐνῷ σεῖς εἶσθε πάντοτε ἀνέτοιμοι. Τρία ἔτη ἐμείνατε διαρκῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ μετὰ παρέλευσιν 12 μηνῶν ἀπὸ τῆς πτώσεώς σας ἐπανήλθετε· μόλις εἶχον κρυώσει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκάθησθε τριετίαν ὁλόκληρον, καὶ ὅμως εὑρέθητε ἀνέτοιμοι, καὶ μόνον ἐσπεύσατε νὰ ὑποβάλητε τὰ περιλάλητα ἐκεῖνα ἐκλογικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων κατεῤῥίψατε δικαιώματα καὶ συμφέροντα ἐπαρχιακὰ, καὶ ἀφοῦ κατωρθώσατε, ἐν ἐκτάκτῳ ψυχολογικῇ καταστάσει, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ν’ ἀποσπάσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐξεδιώξατε αὐτὴν καὶ ἀνεβάλατε τὰς ἐργασίας της ἐπὶ ἓξ σχεδὸν μῆνας, διὰ νὰ παρασκευάσητε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται φόροι καὶ ἀνατρέπεται ὅλη ἡ ὑφεστῶσα νομοθεσία, μὲ καταστροφὴν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀποσύρῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδιά της, καὶ νὰ τροποποιήσῃ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα περιέχουσι φορολογικὰς διατάξεις, διότι εἰς ὅλα σχεδὸν περιλαμβάνεται, κατά τινα τρόπον παράδοξον καὶ περίεργον, φορολογική τις διάταξις, καὶ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἐπενέγκῃ ὅλας τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, πρὸς κάλυψιν τοῦ ὑπολειπομένου ἐλλείμματος, καὶ ὅταν ἐπαναλάβῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν τὰ μέτρα αὐτὰ ἐν ὁμοφωνίᾳ, καὶ σᾶς λέγομεν, νὰ ζήσητε ἐπ’ ἄπειρον, κατέχοντες τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἐξακολουθεῖτε νὰ πιέζητε τὸν λαὸν δι’ ἐπιβολῆς φόρων καὶ ἄλλων καταθλιπτικῶν μέτρων, μᾶς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρώμεθα, νὰ ἐνιστάμεθα καὶ νὰ πολεμῶμεν τὰ μέτρα σας, προασπίζοντες τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν· ἔν τινι καταστάσει, προσηρτημένῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, περὶ τοῦ κυμαίνοντος χρέους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1886, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· αʹ.) ὅτι ἐπωλήθησαν 3587 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 πρὸς 322 φράγκα, ἕτεραι 3,500 ὁμολογίαι πρὸς 300 φράγκα, ἐπίσης 20,000 ὁμολογίαι ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν 300 φράγκων, ἕτεραι 25,000 ὁμολογίαι (μὲ δικαίωμα αἱρέσεως—option—) πρὸς 310 φράγκα, ἄλλαι 16,500 ὁμολογίαι πρὸς 305 φράγκα, καὶ ἴσον ποσὸν 16,500 ὁμολογιῶν (μὲ δικαίωμα αἱρέσεως—option—) ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν 305 φράγκων· κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ χρόνον, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ, ἐπωλήθησαν καὶ 6,000 ὁμολογίαι ἐπὶ τιμῇ 330 φράγκων.— Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν τιμῶν μεταξὺ 300, 305, 310, 322 καὶ 330 δραχμῶν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ «κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον», περὶ οὗ λέγετε, ἐννοεῖ περίοδον χρονικὴν, ἀλλ’ αἱ τιμαὶ τῆς πωλήσεως ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀγοραίας τιμὰς, ὡς θέλετε βεβαιωθῆ ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τῆς πωλήσεως. Σήμερον, ἐὰν ἐγίνετο πώλησις, θὰ ἐγίνετο πρὸς 313, χθὲς ἢ προχθὲς πρὸς 310, οὕτω δὲ κυμαίνεται ἡ τιμὴ, ἄλλοτε ἀνωτέρα, ἄλλοτε κατωτέρα. Ἀφ’ ὅτου διατελοῦμεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, αἱ τιμαὶ κυμαίνονται συνεχῶς. Ἀπὸ 272 ἀνέβησαν μέχρι 335. Εἰς τιμὴν 335 διέμειναν ἐπὶ μίαν ἡμέραν· ὁ μέσος ὅρος εἶναι περίπου 300 δραχμαί· ἐγένοντο καὶ πωλήσεις ὑπὸ αἵρεσιν εἰς τιμὴν ὀλίγῳ ἀνωτέραν τῆς ἀγοραίας, διότι αἱ πωλήσεις αὗται παρέχουσι πλεονεκτήματα εἰς τὸν λαμβάνοντα, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν πραγματοποιηθῇ ἡ αἵρεσις, θὰ ὑπάρχῃ ὑπερτίμησις· τοῦτο δὲ καὶ συνέβη. Κατ’ αὐτὰς πραγματοποιεῖται ἡ αἵρεσις ὁμολογιῶν τινων ἐπὶ τιμῇ 310, ἤτοι σχεδὸν τῇ τρεχούσῃ. Θέλω ὑποβάλει τὴν σημείωσιν τῶν τιμῶν, εἰς ἃς ἐπωλήθησαν αἱ μετοχαὶ, καθὼς καὶ τὰς τιμὰς τῶν δελτίων κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν πωλήσεων.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ μεγάλη διαφορὰ τῶν τιμῶν τῆς πωλήσεως μοῦ ἐκίνησε τὴν περιέργειαν. Πείθομαι ἤδη εἰς ὅ,τι λέγετε· ἀλλ’ ἀναμένω καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, περὶ ὧν εἴπετε.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ παρελθόντος ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην, ἡμεῖς δὲ οἱ λοιποὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος, διότι νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, δίδων τὴν ψῆφόν μου, νὰ δώσω καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀποκρούω τὸ ἓν τῶν δύο συστημάτων καὶ παραδέχομαι τὸ ἕτερον· τοσούτῳ μᾶλλον ὀφείλω νὰ δώσω τὸν λόγον, καθόσον ἀπ’ ἀρχῆς ἡ πολιτική μου ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἦτο ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν· ἀπέκρουσα πάντοτε τὸ σύστημα τῶν φόρων. Ἐὰν σήμερον τὸ πρῶτον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὰς δοκιμασίας τοῦ ἑνὸς, ἢ τοῦ ἑτέρου συστήματος, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ πρώτην φορὰν νὰ κανονίσωμεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημά μας, ἐκλέγοντες τὸ σύστημα τῶν φόρων, ἢ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, πιθανὸν νὰ εὑρίσκοντό τινες, προτιμῶντες τὴν φορολογίαν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας, οἵτινες νὰ ἐπίστευον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ ὑποστῇ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὸν, καὶ ὅτι δὲν θέλει προσκόψει ἡ πολυτέλεια τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία εἰσεχώρησεν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν παρελθὸν τεσσάρων ἐτῶν ὁλοκλήρων, ὅταν ἔχωμεν τὴν δοκιμὴν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα καθ’ ἡμέραν ζωηρῶς ἐκτίθενται, εἶναι πλέον συγκεχωρημένον νὰ συζητῶμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ἴδιον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ δύνηται νὰ δανεισθῇ τὸ Κράτος οὔτε 100,000 δραχμῶν; Οἱ ἀπολογισμοί σας δὲν ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ πλέον τῶν 60,000,000; Σεῖς εἴχετε εἰς χεῖρας τὴν διοίκησιν, σεῖς ἐνεργήσατε τὴν βεβαίωσιν, σεῖς τὰς εἰσπράξεις· σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλότιμος, καὶ ὅτι εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐπιστρατείας προθύμως προσῆλθε νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του· δύναται λοιπὸν ν’ ἀρνηθῇ τὸ χρῆμά του εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος; Καὶ ὅμως δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμμείνητε, ὅπως καταστρέψητε καὶ τὰς τελευταίας αὐτοῦ δυνάμεις. Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον σήμερον νὰ συζητῶμεν περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν· δὲν εἶναι ἀνάγκη στατιστικῶν πληροφοριῶν, τί πληρόνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τί ὁ Γερμανικὸς καὶ ὁ Γαλλικός. Ἔχετε τὸ σύστημα δεδοκιμασμένον· ἐπροσπαθήσατε νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ὅμως πλέον τῶν 60,000,000 δὲν ἠδυνήθητε νὰ εἰσπράξητε· οἵους δήποτε νόμους καὶ ἂν ψηφίσητε, εἶναι ἀνωφελεῖς, ἀπέναντι τῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων, διὰ νὰ ἤμεθα εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν θέλωμεν νὰ στηριζώμεθα ἐπὶ βάσεων ἀληθῶν· ἄλλως, τὸ οἰκοδόμημα θέλει καταπέσει. Τί τὰ θέλετε τὰ βεβαιωθέντα; Εἰς τὰς Ἀθήνας εἶναι π. χ. 10,000 ἐπιτηδευματίαι, διὰ τοὺς ὁποίους βεβαιοῦται ἓν ὡρισμένον ποσὸν, ἀλλὰ ζητούμενοι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσιν· εἰς τί σᾶς ὠφελεῖ ἡ βεβαίωσις; Θέλετε ἀληθῆ Προϋπολογισμόν; στηριχθῆτε ἐπὶ τῶν εἰσπραχθέντων, τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαιωμένα διὰ τῆς πείρας πέντε ἐτῶν. Καὶ νομίζετε, ὅτι πλάττοντες Προϋπολογισμοὺς ψευδεῖς, δύνασθε νὰ ἐξαπατήσητε τοὺς ἄλλους, ἢ ἀπατᾶσθε σεῖς; Ὅταν βλέπωσιν, ὅτι δανειζόμεθα διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς καθημερινὰς ἡμῶν ἀνάγκας, οἱονδήποτε ἰσοζύγιον καὶ ἂν παρουσιάσητε, δὲν εἶναι πιστευτόν. Ἔχομεν 59,000,000 κινητὰ χρέη· τὰ ἀνεδέχθημεν, ὅπως οἰκονομήσωμεν τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας, λήγει ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, καὶ δανειζόμεθα διὰ νὰ τὰ πληρώσωμεν, καὶ ἐλπίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ σᾶς πιστεύσωσιν, ἐπαγγελλομένους, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῶσιν οἱ ζητούμενοι φόροι, θὰ εἰσέλθῃ τὸ χρῆμα εἰς τὰ Ταμεῖα; Ἀφοῦ κατέχουσιν οἱ δανεισταί μας τὰ ἐνέχυρα, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀνανεώνωμεν τὰ χρέη μας μὲ βαρυτέρους ὅρους, ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασίν μας ταύτην, ἐὰν δὲν βαδίσωμεν τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως σωθῶμεν ἀπὸ τὴν γενικὴν καταστροφήν; Ἐῤῥίφθη ζήτημα τιμῆς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς προθέσεις, ἀτιμαζούσας τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ πρέπει πάντες νὰ ἑνωθῶμεν καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως σωθῶμεν ἀπὸ τὴν καταστροφὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ. Ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν; Κατὰ τὰ δεδομένα, τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 93,000,000· παραδέχομαι, κατὰ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν 65,000,000, ὥστε θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 28,000,000, καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τούτου φωνάζομεν. Ἐψηφίσθη ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, καὶ εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ λειτουργήσῃ· ἑπομένως δυνάμεθα τὸ ἔσοδον τοῦτο νὰ τὸ ὑπολογίσωμεν εἰς 4,500,000, παραδεχόμενοι, ὅτι θὰ φορολογηθῇ 1,000,000 ὀκάδων καπνοῦ· οὕτω τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορισθῇ εἰς 23,500,000. Ἐψηφίσθη τὸ δασμολόγιον, καὶ ἤδη εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· ἐκ τούτου δὲ, κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς, ἔκ τε τῶν γενομένων αὐξήσεων καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, θὰ ἔχωμεν ἔσοδον 10,000,000· ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα θὰ ἐλαττωθῇ εἰς 13,500,000· ἡ τροπὴ τῶν δανείων, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν προχθὲς, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰ συμφωνηθέντα, οὔτε εἰς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀφίνει 2,000, 000· μένει λοιπὸν ἔλλειμμα 11,500,000. Ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου, ἐρωτῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι; Ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν Προϋπολογισμὸν 40,000,000, καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι δὲν ὑπερέβησαν τὰ 20,000,000, ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς ἠδύνατο νὰ φθάσῃ τὰ 60,000,000, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὰ 93,000,000, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν οἰκονομίαν 5,000,000 ἀπὸ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Κατὰ τί, σᾶς παρακαλῶ, ὠφελήθη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1882 ἐκ τῆς πολυτελείας, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη εἰς ὅλους τοὺς κλάδους; Ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1882 ἐσκέπτεσθε, ὅτι μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν δὲν ἐτελείωσεν ὁ ἀγὼν, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξητε τόσον πολυτελῆ διοίκησιν, τὰ πράγματα θὰ ἦσαν διαφορετικά. 20,000,000 ἀναγνωρίζω, ὅτι ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Πῶς τὰ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ ἑξήκοντα εἰς 93,000,000; Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλλείμματος τοὐλάχιστον δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν δι’ οἰκονομιῶν, καὶ νὰ δείξωμεν πραγματικῶς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς συντάσσεται ἐπ’ ἀληθῶν βάσεων. Καὶ ὅταν περιορίσωμεν τὸ ἔλλειμμα εἰς 5,000,000, ἀντὶ τῶν 30,000,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ χρῆσις τοῦ 1886, νομίζω, ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ προβῶμεν εἰς ἕτερον μέτρον, δύναται ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ θεωρηθῇ σχεδὸν ἰσοσκελής. Ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς λειτουργεῖ ἀπὸ πενταετίας, ἀλλ’ ὅταν μετὰ δύο ἐπιστρατεύσεις ἐσχηματίσατε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχετε στρατὸν ἑκατὸν χιλιάδων, ἕτοιμον εἰς πρώτην πρόσκλησιν, γεγυμνασμένον, δυνάμενον νὰ προσέλθῃ ὑπὸ τὰς σημαίας ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, νομίζετε, ὅτι δὲν δύνασθε πρὸς τὸ παρὸν διὰ διοικητικῶν μέτρων νὰ περιορίσητε τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ ἐκείνου νόμου, μέχρι τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Περὶ τῶν στελεχῶν οὐδεὶς λόγος· μόνον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ πρόκειται· ἀντὶ νὰ κρατῆτε διαρκῶς ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν, λάβετε διοικητικῶς τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ ἀνακουφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ παύσῃ ἐντελῶς ἡ ἐκγύμνασις, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία. Ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἀκολουθήσητε, καὶ περιστείλητε τὰς δαπάνας τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει τοσοῦτον μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ ἐκείνου τοῦ 1887, νομίζω, ὅτι τὰ πέντε ἢ ἓξ ἑκατομμύρια δυνάμεθα εὐκόλως νὰ οἰκονομήσωμεν. Τώρα μένει τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,000,000. Καὶ ἐπειδὴ προὐτάθη ἕτερον μέτρον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μειονοψηφίας, θέλω φέρει ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τούτου, διότι παρετήρησα, ὅτι ἐδόθη χαρακτηρισμὸς διάφορος τοῦ ἀληθοῦς, καὶ ὅτι ἐχρωματίσθη μὲ χρώματα τρομακτικὰ καὶ ἀπαίσια. Καὶ ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν μόνῃ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ δύναται νὰ ποιήσηται αὐτοῦ χρῆσιν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν αὕτη ἡ πρότασις, περὶ ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλυσίων, ἦναι τοσοῦτον ἀποτρόπαιος. Κατὰ τὸν κ. Εἰσηγητὴν, ὁ ὁποῖος πρὸ ἡμερῶν ὑπεστήριζε τὴν κατάργησιν τῶν τοκομεριδίων τῶν 25,000,000, τοιαύτη πρότασις εἶναι ἀτιμωτικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, αὐτὴ δὲ ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν Δεξιὰν) οὔτε κἄν θέλει νὰ τὴν ἀκούσῃ. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί ζητοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς δανειστάς μας. Κατὰ τοὺς ὑφισταμένους νόμους, ὡς γνωρίζετε, τὰ προκείμενα δάνεια συνωμολογήθησαν διὰ τεσσαράκοντα ἔτη, ὁ δὲ λαμβάνων μίαν ὁμολογίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη θὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον τῶν χρημάτων του, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς προθεσμίας ταύτης θὰ λάβῃ τὸ κεφάλαιόν του. Ἔχει ὅμως ὁ δανειστὴς καὶ ἓν ἄλλο τυχηρὸν κέρδος, τὸ ἐκ τῶν ἐτησίων κληρώσεων· ἐὰν κληρωθῇ ἡ ὁμολογία του πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν, θέλει πληρωθῆ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιόν του. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσδοκᾷ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν εἶδος λαχείου· εἶναι τυχηρόν, καθότι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κληρωθῇ ἡ ὁμολογία του, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν 40 ἐτῶν. Ἤδη τί προτείνει ἡ μειονοψηφία; Προτείνει, ὅπως τὴν κλήρωσιν αὐτήν, τὸ λαχεῖον αὐτό, τὴν ἐλπίδα αὐτήν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κάτοχος τῆς ὁμολογίας, ἀναβάλωμεν ἐπὶ 3 ἢ 4 ἔτη. Καὶ ἐπειδὴ λέγω τοῦτο ἐγὼ τὸ Δημόσιον εἰς τὸν δανειστήν μου, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὅπως δυνηθῶ νὰ κανονίσω τὰ οἰκονομικά μου, καὶ ἑπομένως, ὅπως δύνωμαι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀνταποκριθῶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις μου, ἀποκαλοῦμαι ἄτιμος καὶ χρεωκόπος! Ἀλλαχοῦ, ὡς ἠκούσατε τοὺς προαγορεύσαντας, πολὺ τολμηρότεροι οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ ἐγένοντο εἰς δυσχερεῖς ὁμοίας περιστάσεις, καὶ ὑμεῖς αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς κληρώσεως τὴν θεωρεῖτε ἀποτρόπαιον! Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ κατέχουσι τὰ διάφορα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, χῆραι καὶ ὀρφανά. Καὶ πρόκειται νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν περιουσίαν τῶν; πρόκειται νὰ τοῖς ἀφαιρέσωμεν τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζον, ὅταν ἐδάνεισαν; Οὐδὲν πρόκειται νὰ τοῖς ἀφαιρέσωμεν· πρόκειται μόνον ν’ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἐτησίαν κλήρωσιν. Εὐχαριστοῦμαι μάλιστα, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν ὁμολογιῶν τούτων εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐχαριστοῦμαι, διότι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς κατέχουσιν, ἐὰν ἤθελον τολμήσει νὰ μὲ ὀνομάσωσι χρεωκόπον, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν πενταετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβαρύνθη ὁ λαὸς μὲ τόσους φόρους, αὐτοὶ δὲν προσήνεγκον τίποτε, ὄντες ἐντελῶς ἀφορολόγητοι· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν πενταετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοσαῦτα δεινὰ ὑπέστη ὁ λαός, αὐτοὶ ὠφελήθησαν, λαμβάνοντες 30% περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι εἶχον δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι, διότι ἐπληρώνοντο εἰς χρυσόν· δὲν ἔχουσιν ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσιν· ἐὰν δὲ εἰς αὐτοὺς εἴπω, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ λαμβάνωσι τοὺς τόκους των, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσι, μὲ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν 30%, ἀλλ’ ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας μᾶς ἀναγκάζουσι ν’ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἐτησίαν κλήρωσιν, οὐδὲν δίκαιον θὰ ἔχωσι νὰ παραπονεθῶσι. Καὶ ὅμως σεῖς ἐθεωρήσατε τοῦτο τόσον μέγα, τόσον φοβερόν, ὥστε τὸ ἀνυψώσατε μέχρι τῆς ἀτιμώσεως τῆς Ἑλλάδος. Αὐτοὶ οἱ ξένοι, πρὸς τοὺς ὁποίους θ’ ἀποταθῶμεν καὶ θὰ τοῖς παραστήσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, προτείνοντες τὸ εἰρημένον προσωρινὸν μέτρον, νομίζετε, ὅτι θ’ ἀρνηθῶσι, πειθόμενοι ἐκ τῆς προτάσεώς μας ταύτης, ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως; Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδάνεισαν, δὲν γνωρίζουσιν ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐδανείσθημεν, καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; δὲν γνωρίζουσιν, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν δανείων προσεπαθήσαμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν καθήκοντα μέγιστα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ ἔκβασις δὲν ἐξηρτᾶτο ἀφ’ ἡμῶν; Καὶ θέλετε νὰ ἦναι τόσον αὐστηροί, διότι σήμερον ζητοῦμεν ἀπ’ αὐτοὺς μικρὰν εὐκολίαν πρὸς πληρωμὴν τῶν πρὸς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὥστε νὰ μᾶς ἀρνηθῶσι, καὶ νὰ μᾶς ἀποδώσωσιν ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπέῤῥιψεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀλλ’ ἐὰν ἀναγκασθῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἡ πρᾶξίς μας αὕτη δὲν εἶναι παντάπασιν ἀτιμωτική. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις μου καὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους τάσσομαι κατὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Τὸ ζήτημα μὴ θεωρήσητε ὡς ἁπτόμενον τῆς πολιτικῆς· τὸ ζήτημα τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὴν ὕπαρξιν, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν. Ἔχετε πρόσφατον παράδειγμα ἐνώπιόν σας, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα παντάπασι δὲν σχετίζονται μετὰ τῆς πολιτικῆς. Προχθὲς ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν ἀλεύρων, ἐψήφισαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου δύο Ὑπουργοί, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν, ἀνεξαρτήτως πάσης πολιτικῆς ἰδέας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νὰ δώσητε ἐν πεποιθήσει τὴν ψῆφόν σας, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας ψηφίζοντες, δυνάμεθα εὐπρόσωποι νὰ δώσωμεν λόγον πρὸς τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀνατρέχωμεν εἰς τὸ παρελθόν, καὶ, ἐξετάζοντες τὴν διοίκησιν τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884, εὑρίσκωμεν καὶ ἀποδεικνύωμεν, ὅτι αὐτὴ, καὶ μόνη αὐτὴ, ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελοῦμεν, ἐξανίσταται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ τριετὲς διάστημα ἀνενοχλήτως διῴκησε τὸν τόπον, καὶ, διαμαρτυρόμενος κατὰ τῶν ἐρευνητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μᾶς λέγει: «Πρὸς τί ἡ ἔρευνα τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν αἰτίων, ἅτινα ἐγέννησαν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν; Εἴτε ἡμεῖς ὑπήρξαμεν οἱ παραίτιοι ταύτης, εἴτε ἄλλοι ἐδημιούργησαν αὐτὴν, τί πρὸς τοῦτο; Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ζητήσητε εὐθύνας, ἀλλὰ νὰ συντελέσητε, ὅπως ἐξευρεθῇ τρόπος σωτηρίας.» Ὁ συλλογισμὸς οὗτος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἦτο ὀρθὸς καὶ ἀπολέμητος, ἐὰν τῳόντι ἡμεῖς, ἐρευνῶντες τὸ παρελθὸν, μόνον σκοπὸν εἴχομεν νὰ ἐπικρίνωμεν ἁπλῶς τοὺς ἐργάτας τοῦ κακοῦ, ἢ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν εὐθύνας· πλὴν οὐδόλως εἰς τοῦτο ἀποβλέπομεν, προσποιεῖται δὲ βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν μᾶς ἐννοεῖ, ὅταν τοιοῦτό τι ὑποστηρίζῃ· Ἡμεῖς, ἐπισκοποῦντες τὴν τῆς τριετίας ἐκείνης διοίκησιν, δὲν ζητοῦμεν εὐθύνας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ὤ! ἐὰν εἴχομεν σήμερον τὴν δύναμιν νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας, ἔστω βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ θέσις του θὰ ἦτο ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἂς ὁμολογῇ χάριτας εἰς τὴν 4ην Ἰανουαρίου, τὸ ἐξαμβλωματικὸν τοῦτο ἀποκύημα τῶν τόσων καὶ τόσων Κυβερνητικῶν ἀθεμιτουργιῶν, ὧν παραπλησίας οὔτε ἀνέγραψεν, οὔτε ἐλπίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγράψῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἱστορία. Ἢ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τόσον ἐνωρὶς τὴν ἀναστήλωσιν τῶν ἐπισήμων Κυβερνητικῶν ὑποψηφιοτήτων, τὰς ὁποίας εἶχε καταῤῥίψει μία ἐπανάστασις, ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862· ἢ νομίζει, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὴν ἐπὶ ἐλεεινῇ προφάσει συγκέντρωσιν τῶν Δημάρχων ἐν Ἀθήναις· ἢ νομίζει, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰς 1820 χάριτας....
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Πέντε χιλιάδας.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὰς ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῶν ἐκλογῶν ἀπονεμηθείσας.
§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὰς πρέπει νὰ συμπεριλάβητε καὶ τρεῖς περίπου χιλιάδας, ἀπονεμηθείσας εἰς στρατιωτικοὺς καταδίκους.
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.—Ἢ νομίζει, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν παρασήμων, τὴν ἐκδρομὴν τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ τὴν αὐτοπρόσωπον αὐτῶν παρουσίαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἐκ τῶν οἰκείων σωμάτων ἀπόσπασιν τῶν στρατιωτῶν καθ’ ἑκατοστύας, καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, μὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσι καὶ ἐνεργήσωσιν ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, τὴν γενικὴν ἀναστάτωσιν τῆς ὑπαλληλίας, καὶ τόσα ἄλλα πρωτοφανῆ καὶ ἀνήκουστα ὄντως ὄργια, τὰ ὁποῖα πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ εὐλαβουμένη τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ὑπ’ αὐτῆς κυβερνωμένου λαοῦ, οὐδὲ νὰ διανοηθῇ κἄν θὰ ἦτο ἱκανή. Δὲν ἐλησμονήσαμεν λοιπὸν οὔτε ταῦτα, οὔτε ἄλλα, πολὺ σοβαρώτερα.
§35Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν, ἂν τὰ ἐλησμονήσατε, ἢ ἂν τὰ ἐνθυμῆσθε.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀδιαφορῶ περὶ πάσης κρίσεώς σου, ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι οὔτε τὰ ἐλησμονήσαμεν, οὔτε θὰ τὰ λησμονήσωμεν, οὔτε μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰ λησμονήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἤδη ν’ ἀνακινήσωμεν ζητήματα εὐθύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἡ εἰς τὸ παρελθὸν ἀναδρομὴ κατὰ τοῦτο μᾶς χρησιμεύει, καθόσον θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, δι’ οὓς λόγους ἡ τριετὴς ἐκείνη διοίκησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μᾶς ὤθησεν εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον, διὰ τοὺς αὐτοὺς καὶ ἡ παροῦσα μᾶς σπρώχνει μοιραίως εἰς οἰκονομικὴν ἄβυσσον, διότι οὐδεμία, οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη παρέκκλισις ἀπὸ τῆς παλαιᾶς τακτικῆς ἐγένετο. Ὅπου δὲ τὰ αὐτὰ αἴτια, ἐκεῖ καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ὅπως λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤρχετο καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι, διδαχθεὶς ἐκ τοῦ παρελθόντος, μετέβαλε τακτικὴν καὶ ἔταμε νέαν ὁδὸν, τότε βεβαίως θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς αἰτιᾶται, ὡς ἀσκόπως καὶ ἄνευ οὐδενὸς πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ἐξετάζοντας τὴν παρελθοῦσαν διοίκησίν του, καὶ θεωροῦντας αὐτὴν παραιτίαν τῆς ἀδιεξόδου οἰκονομικῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αἰσθάνηται τόσην στοργὴν εἰς τὴν παλαιὰν τακτικήν του, ὥστε δὲν ἐννοεῖ νὰ παρεκκλίνῃ αὐτῆς οὐδὲ κατὰ κεραίαν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ τῷ ῥίπτωμεν κατὰ πρόσωπον τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς τακτικῆς του ἐκείνης, καὶ νὰ τῷ λέγωμεν, ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν, θὰ ἔχωμεν ἀναποφεύκτους καταστροφάς; Ποῖον ὑπῆρξε τὸ οἰκονομικόν του σύστημα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885; Εἶχεν ἔλλειμμα κατὰ τὸ 1882 πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν, θελήσας δὲ νὰ τὸ καλύψῃ κατὰ τὸ 1883, ηὔξησε τοὺς ὑπάρχοντας φόρους καὶ ἐπέβαλε πολλοὺς νέους, στηριζόμενος δ’ ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης, συνέταξε Προϋπολογισμὸν μὲ περίσσευμα. Ἐφήρμοσε τότε ὁ ἴδιος καὶ μετὰ πάσης αὐστηρότητος τοὺς φορολογικούς του νόμους· ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀντὶ τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεσχέθη, μᾶς ἐφιλοδώρησε μὲ ἔλλειμμα δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἤτοι διπλάσιον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1884. Ἡ αὐτὴ μέθοδος τίθεται εἰς ἐνέργειαν. Δαπάναι ἐξωγκωμέναι, αὔξησις φόρων μετ’ ἐπιβολῆς νέων, καὶ περίσσευμα. Τοιοῦτον παρουσίασε Προϋπολογισμὸν. Ἐφαρμόζει καὶ πάλιν ὁ ἴδιος τοὺς νέους καὶ παλαιοὺς φορολογικούς του νόμους, οὐδεμία δὲ οὐδαμόθεν τῷ ἐγένετο ἀντίδρασις· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ποῦ κατελήξαμεν; Ἀντὶ ἰσοζυγίου μετὰ περισσεύματος, εἴχομεν ἔλλειμμα τριάκοντα ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν! Αὕτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς τριετοῦς διοικήσεώς του. Τί δὲ πράττει σήμερον; Ἀκολουθεῖ τὸν αὐτὸν δρόμον. Μᾶς παρουσιάζει Προϋπολογισμὸν, καθ’ ὃν, ὄχι μόνον καλύπτεται τὸ κολοσσαῖον ἔλλειμμα, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ περίσσευμα. Πῶς δὲ κατορθοῦται τὸ θαῦμα τοῦτο; Ἡ μέθοδος εἶναι γνωστή. Ἐπιβολὴ νέων φόρων καὶ αὔξησις τῶν παλαιῶν. Ἀλλὰ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς 95 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀφοῦ καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ περισσότερα τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων; Μήπως δὲν τοῦ ἐζητήθησαν περισσότερα, καὶ μήπως δὲν ἐφηρμόσθησαν μετὰ πάσης αὐστηρότητος ὅλοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοῦ ἰδίου κ. Πρωθυπουργοῦ; Μήπως καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885 δὲν ἐπέβαλε νέους φόρους, ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος; Καὶ ὅμως, μεθ’ ὅλα ταῦτα, αἱ δημόσιαι εἰσπράξεις δὲν ὑπερέβησαν τὰ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια. Καὶ διατί τοῦτο; Διότι τὸ Ἔθνος δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ περισσότερα. Οὐδεμία ἄλλη ὑπόθεσις εἶναι δυνατὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀφοῦ λοιπὸν, ἐπὶ πέντε κατὰ σειρὰν ἔτη, δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ περισσότερα τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, πῶς ἀξιοῦσι νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι σπουδαιολογοῦσιν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι θὰ δυνηθῇ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος νὰ δώσῃ 95 ὅλα ἑκατομμύρια; Βεβαίως ἡ νέα καὶ πρόσθετος βαρυτάτη φορολογία, συνοδευομένη ὑπὸ ἀπηνοῦς καὶ καταθλιπτικῆς καταδιώξεως, θὰ δυνηθῇ ἴσως ν’ ἀναβιβάσῃ τὰ ἔσοδα μέχρις 70 ἢ καὶ 75 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ 95 ἑκατομμύρια, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, διότι οὔτε ἡ γεωργία, οὔτε ἡ κτηνοτροφία, οὔτε ἡ βιομηχανία, οὔτε τὸ ἐμπόριον εὑρίσκονται σήμερον εἰς κρείττονα θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν ἦσαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἐξεναντίας δὲ μάλιστα, φρονῶ, ὅτι διατελοῦσιν εἰς χείρονα θέσιν, μετὰ τὰς θυσίας, ἃς ὑπέστη ἐν γένει ὁ τόπος, ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ, μᾶς ἐρωτᾶτε, τί νὰ πράξωμεν; Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Εἴπετε ἡμῖν ποίαν ἄλλην ὁδὸν, πλὴν τῆς τῶν φόρων, πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν; Ἡμεῖς σᾶς τὸ εἴπομεν: Κάμετε οἰκονομίας, πολεμήσατε εἰλικρινῶς τὰς καταχρήσεις. Αὐτὸς, νομίζομεν, ὅτι εἶναι ὁ πρώτιστος παράγων τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ μᾶς ἀπαντᾶτε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε οἰκονομίας, διότι, ἐὰν μὲν κάμητε τοιαύτας εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, παραβλάπτεται ἡ ὑπηρεσία, πᾶσαν δὲ πάλιν σπουδαίαν οἰκονομίαν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν θεωρεῖτε ὡς ἐγκατάλειψιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Δυστυχὴς ἐθνικὴ πολιτική! Κατήντησεν εἰς χεῖράς σας ὡς τὰ ἐπίτηδες στραγγαλιζόμενα ἀνθρώπινα ἐκεῖνα πλάσματα, τὰ ὁποῖα ἀσυνείδητοι καὶ πονηροὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπαῖται περιάγουσιν, ὅπως δι’ αὐτῶν προκαλῶσιν ἐλεημοσύνην. Τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ἐπικαλεῖσθε αἰωνίως, διὰ νὰ μὴ περιορίζητε τὰς δαπάνας. Προτάσσετε τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ὡσανεὶ εἴπομεν ἡμεῖς νὰ παραιτηθῆτε ταύτης. Καὶ τίς Ἕλλην διενοήθη κἄν ποτε περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς; Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἄνευ διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν; Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν: Συμμορφωθῆτε πρὸς τὰς περιστάσεις. Ἐξαντλήσατε πᾶν δυνατὸν πρὸς οἰκονομίαν μέσον, ἀλλ’ ἀποδείξατε τοῦτο ἐμπράκτως, καὶ οὐχὶ διὰ λόγων. Τηρήσατε τὰ στελέχη, ἀλλὰ περιορίσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁπλιτῶν εἰς τὸ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον ὅριον. Ἀποφασίσατε νὰ προβῆτε εἰς σπουδαίας οἰκονομίας ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις, διότι ἄλλως δὲν σωζόμεθα. Εἴπετε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως, ὅτι ὁ λαὸς ἑτοίμως στέργει εἰς πᾶσαν θυσίαν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, μόνον δὲ ὅριον τίθησι τὸ ἀναπόδραστον τῆς ἀνάγκης πρὸς τὰς θυσίας ταύτας. Ναὶ, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος, ἀλήθεια κεκυρωμένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Τῳόντι, ὁ λαὸς ἐδείχθη πάντοτε πρόθυμος εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὁσάκις ἀπῄτησαν τοῦτο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὅτε δὲ, πρὸ ὀλίγου χρόνου, ἐζητήθη ἀπ’ αὐτὸν ἡ ἐσχάτη τῶν θυσιῶν ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, ἔσπευσε νὰ τὴν προσφέρῃ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε παρ’ αὐτοῦ τὰ ἀδύνατα, τί θέλετε νὰ σᾶς κάμῃ; Καὶ τ’ ἀδύνατα βεβαίως ζητεῖτε, ὅταν ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ σᾶς πληρώσῃ 95 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τυφλώττετε πρὸ τῆς προδήλου τῶν πραγμάτων καταστάσεως, καὶ ὁδηγεῖτε τὴν χώραν εἰς τὰς φρικτὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας τῶν σχεδίων σας. Τρομάζετε δῆθεν πρὸ τοῦ φάσματος τῆς χρεωκοπίας, καὶ διαμαρτύρεσθε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς κηρυχθείσης ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὅμως σεῖς διὰ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, σπρώχνετε μοιραίως τὸ Ἔθνος εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν συνεβούλευσε τὴν χρεωκοπίαν, ἀλλὰ τὴν συνεννόησιν ἡμῶν μετὰ τῶν δανειστῶν μας, πρὸς προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς, κακῇ τῇ πίστει, χαρακτηρίζετε τὴν προτεινομένην ταύτην λύσιν ὡς χρεωκοπίαν, καὶ ὑποκρίνεσθε, ὅτι δὲν θέλετε οὔτε νὰ γίνηται λόγος περὶ τοιαύτης ἀπαισίας λύσεως, ἀφ’ ἑτέρου βαίνετε γοργῷ τῷ βήματι, ὄχι πλέον εἰς ἀναστολὴν πληρωμῆς, ἀλλ’ εἰς ἀληθῆ ἐξ ἀνάγκης χρεωκοπίαν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ καταντήσωμεν, ὅταν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους εὑρεθῶμεν πρὸ νέου φοβεροῦ ἐλλείμματος, τοῦθ’ ὅπερ δὲν θ’ ἀποφύγωμεν, καίτοι πάντες τὸ ἀπευχόμεθα. Οὐδὲ δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑπάρχει τις, ἐν πεποιθήσει φρονῶν, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ἐφέτος 95 ὅλα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ, καὶ ἂν φρονῇ τοῦτο ὁ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα μὴ γνωρίζων τὸν τόπον κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχωσι τὴν ἰδίαν μετ’ αὐτοῦ γνώμην οἱ κκ. βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως; Αὐτοὶ ἔρχονται εἰς ἄμεσον μεθ’ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἐπαφὴν, καὶ γνωρίζουσι τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, τὴν πενίαν καὶ τὰς παντοίας στενοχωρίας των, ὡς ἐπίσης γινώσκουσι κάλλιστα τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς βαρῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι πλανῶνται τόσον οἰκτρῶς, ὥστε νὰ πιστεύωσι μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα τῶν 95 ἑκατομμυρίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παραδέχομαι διὰ τοὺς κκ. βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως, εἶναι, ὅτι ἔχουσιν ὑπέρμετρον πεποίθησιν εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ κάμνουσι τὴν σκέψιν, ὅτι οὗτος θὰ δυνηθῇ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔλθωσι τὰ πράγματα, ὑπομιμνήσκω ὅμως τοῖς οὕτω σκεπτομένοις κκ. βουλευταῖς, ὅτι καὶ ἄλλοι πρὸ αὐτῶν εἶχον τὴν αὐτὴν γνώμην, ἀλλ’ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπλανήθησαν, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεθ’ ὅλην τὴν περὶ τῆς ἱκανότητός του κρατοῦσαν ἰδέαν, ἀπέτυχεν ἐν πᾶσι, καὶ ἔφερε τὸ Ἔθνος, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἀξιοθρήνητον οἰκονομικὴν κατάστασιν. Φωνάζομεν: κάμετε οἰκονομίας εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, καὶ μᾶς ἀπαντῶσι: δὲν δυνάμεθα ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας! Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰωνία ἐπῳδὸς αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ σκεφθῶσι σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς περὶ οἰκονομιῶν. Καὶ ἐνῷ μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κάμνωσιν οἰκονομίας ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι παραβλάπτεται ἡ ὑπηρεσία, ἰδοὺ ποίους Προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων παρουσιάζουσιν. Ἀκούσατε: Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον δὲν κάμνουσιν οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ αὐξάνουσι τὰς δαπάνας, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, κατὰ δραχμὰς 51,501, καὶ 93)00. Ποία δὲ, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἡ κατὰ τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀναπόδραστος ἀνάγκη, ἥτις ὑπηγόρευσε τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν; Θὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα μόνον πρόσθετα κονδύλια, καὶ ἐξ αὐτῶν δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ τῶν λοιπῶν. Εἰς τὸ κεφάλαιον 1ον, ἄρθρον 1ον, προσετέθησαν δραχ. 3,720 διὰ τὴν προσθήκην ἑνὸς ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ ἑνὸς γραφέως πρώτης τάξεως. Εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, ἄρθρον 3ον, προσετέθησαν δραχ. 4,800 διὰ τὴν προσθήκην ἑνὸς ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, ἐν ἄρθρῳ 7ῳ, προσετέθησαν δραχ. 21,600 δι’ ἓξ προσθέτους ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν. Εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, ἐν ἄρθρῳ 9ῳ, προσετέθησαν δραχ. 26,640 διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν εἰδικῶν Πταισματοδικείων. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ τόσον καλῶς διεῤῥύθμισε τὴν λειτουργίαν αὐτῆς διὰ καταλλήλων μέτρων καὶ τῆς εἰσαγωγῆς σπουδαίων νομοσχεδίων, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ ἐπὶ τέλους καὶ διὰ τὰ εἰδικὰ Πταισματοδικεῖα! Αὐτὸ μόνον τοῦ ἔμενε. Θέλετε τώρα νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Δὲν τὸ πράττω, διὰ νὰ μὴ ἀδικήσω τὴν νοημοσύνην σας. Ἀρκεῖ, ὅτι βλέπετε περὶ τίνος πρόκειται. Εὗρον οἱ ἄνθρωποι τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ δημιουργῶσι θέσεις πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων! Ἔρχομαι μετὰ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἔχομεν καὶ ἐδῶ, ἀντὶ οἰκονομιῶν, αὔξησιν τῆς δαπάνης κατὰ δραχμὰς 35,092. Καὶ διὰ τί ἡ αὔξησις αὕτη; Ἀκούσατε. Εἰς τὸ κεφάλαιον 1ον «Κεντρικὴ ὑπηρεσία» προσθέτουσι δραχ. 6,720 διὰ τὴν προσθήκην ἑνὸς Τμηματάρχου καὶ ἑνὸς Γραμματέως πρώτης τάξεως. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι διά τε τὴν ἀνωτάτην καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν ὑπῆρχεν ἓν Τμῆμα, ὅπερ διηύθυνεν ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ἐπειδὴ δὲ οἱ σήμερον κυβερνῶντες εἶχον ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσωσι δύο πρόσωπα, ἤτοι τοὺς κκ. Λάππαν καὶ Πολίτην, διῄρεσαν τὸ ἓν Τμῆμα εἰς δύο! Ἐπιθυμεῖτε δὲ ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν ἀστείαν δικαιολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν διαίρεσιν ταύτην; Ἰδού. «Ἐπειδή, λέγει, ἡ ὑπηρεσία τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ηὔξησεν ἀπό τινων χρόνων ἐπαισθητῶς, ἕνεκα τῆς συστάσεως πολλῶν ἔτι Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων, καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς γυμναστικῆς καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀσκήσεων, διὰ τοῦτο ἀπῃτεῖτο ἡ ἵδρυσις εἰδικῆς ὑπηρεσίας, περιπλέον δὲ κατεδείχθη ἀναγκαία ἡ προσθήκη ἑνὸς Γραμματέως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Αʹ. Τμήματος, οὗ ὁ διευθυντὴς στερεῖται ὑπαλλήλου ἀναγκαίου νὰ βοηθῇ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀναπληροῖ κωλυόμενον». Ἐδῶ πλέον σχολίων δὲν εἶναι ἀνάγκη. Τοιαύτην περίπου αἰτίαν ἔχουσι καὶ αἱ λοιπαὶ προσθῆκαι. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἐν τούτῳ, ἀντὶ οἰκονομιῶν, ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν κατὰ δραχμὰς 162,935, ὅλη δὲ σχεδὸν ἡ αὔξησις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Ναυστάθμου. Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐδῶ αὐξάνουσιν αἱ δαπάναι κατὰ δραχ. 120,810 καὶ 27/00· καὶ θὰ νομίζητε βεβαίως, ὅτι ἡ αὔξησις ὑπηγορεύθη ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Ἰδοὺ δὲ μία τοιαύτη ἀνάγκη, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῆτε νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀξίας τῶν λοιπῶν. Μεταξὺ τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι, καταλέγεται καὶ τὸ κονδύλιον τῶν παρασήμων, διὰ τὸ ὁποῖον προστίθεται δαπάνη 5 χιλιάδων δραχμῶν! Ἀφοῦ δηλαδὴ ἐγένοντο, ὅσα ἐγένοντο μὲ τὰ παράσημα, καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησε καὶ ἔλαβε δυστυχῶς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ π. ἔτους ἐκ δραχμῶν 20 χιλιάδων, ἔρχεται τώρα καὶ αὐξάνει τὸ ἐν τῷ περυσινῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ποσὸν κατὰ 5 χιλιάδας δραχμῶν, ὥστε εἰς διάστημα δύο ἐτῶν δαπανῶμεν διὰ παράσημα 45.000 δραχμῶν. Καὶ καλοῦσι τὸν λαὸν εἰς θυσίας διὰ τοιούτου εἴδους δαπάνας! Παρατηρῶ ἐπίσης, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶναι ἀναγεγραμμένον κονδύλιον ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἔξοδα ἀπρόβλεπτα». Διὰ τὸ κονδύλιον τοῦτο ὑπῆρχε κατὰ τὸ π. ἔτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 650 χιλιάδων, εἰς τί δὲ ἀκριβῶς χρησιμεύει ἡ τεραστία αὕτη δαπάνη, δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ οὔτε σεῖς πιστεύω, ὅτι γνωρίζετε, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ἐχρημάτισαν Ὑπουργοί. Ἐν τούτοις καὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο αὐξάνει κατὰ 100 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ἀπὸ 650 ἔχομεν 750 χιλιάδας.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν αὐξάνει. Εἶναι λάθος.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας. «Ἄρθρ. 2. Ἔξοδα ἀπρόβλεπτα. Ἀποδειχθείσης ἀνεπαρκοῦς τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 χορηγηθείσης πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 650 χιλιάδων, προστίθενται 100,000.»
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰς 100 χιλιάδας τὰς εἶχε προσθέσει καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τί ἔκαμεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ἐποχὴ τώρα ν’ αὐξάνωμεν καθ’ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν τοιούτου εἴδους δαπάνας; Ἔπειτα ὁ κ. Δηλιγιάννης εὑρίσκετο ὑπὸ πάντη διαφόρους περιστάσεις, διότι εἶχε πρὸ αὐτοῦ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ αὐταὶ καὶ σπουδαιότεραι περιστάσεις ὑπάρχουσι καὶ ἤδη.
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἂς τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Βλέπετε λοιπὸν. Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἅπασα ἡ τῶν κυβερνώντων ἡμᾶς μέριμνα περιστρέφεται εἰς τὴν δημιουργίαν θέσεων, χάριν τῆς συναλλαγῆς. Τὸ μόνον Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται σπουδαία ὁπωσοῦν οἰκονομία, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν καὶ ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφάνη εἰλικρινής. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ πλεῖστον μέρος τῆς οἰκονομίας ταύτης προέρχεται ἐκ τῆς μελετωμένης καταργήσεως τῶν Ἐπαρχείων, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν οἰκονομίαν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ πρὸ πολλοῦ, ἂν σπουδαίως ἐσκέπτετο περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἀφοῦ ἐπεψηφίσθη, ὅπως ἐπεψηφίσθη, ὁ τῆς εὐρείας περιφερείας νόμος, ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνῃ καὶ ἐγένετο σκέψις περὶ νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, καταργουμένων τῶν Ἐπαρχείων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον πλέον λόγον ὑπάρξεως. Ἑπομένως ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν Ἐπάρχων, τοῦθ’ ὅπερ ἀπεπειράθη μὲν νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἕνεκα ἐλλείψεως ἀγαθῆς προαιρέσεως, δὲν τὸ ἐξετέλεσε, διότι ἀπέλυσε μέν τινας ἐπάρχους, ἀλλ’ ὅταν κατόπιν διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς, οὐ μόνον διετήρησε τοὺς μὴ ἀπολυθέντας, ἀλλὰ καὶ συνεπλήρωσε τὰς κενωθείσας θέσεις, οὕτω δ’ ἐματαιώθη μία ἀξία λόγου οἰκονομία. Καὶ πιστεύετε, μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην ὡς παραδείγματα, ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τῶν κυβερνώντων κατάρχει πνεῦμα φειδοῦς καὶ αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ἣν ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικῶς αἱ περιστάσεις; Καὶ ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀναμφισβητήτων γεγονότων, ἅτινα ἐξέθηκα, καὶ τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ διέποντες τὰ τῆς Πολιτείας ἀκολουθοῦσι τὴν τοῦ παρελθόντος πεφιλημένην αὐτῶν τακτικὴν, ἐν τίνι δικαιώματι προσκαλοῦσι τὸν λαὸν εἰς θυσίας, καὶ τὸν ἐπιβαρύνουσι μὲ τόσους καὶ τόσους φόρους; Πρώτιστον αὐτῶν καθῆκον ἦτο, νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς ἐντολεῖς μας, ὅτι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα πρὸς οἰκονομίαν, μεθ’ ὃ δὲν τοῖς ἀπέμενεν ἄλλη ὁδὸς ἢ ἡ τῶν φόρων. Μόνον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὤφειλεν ὁ λαὸς, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἠδύνατο, ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν πρόσκλησιν προθύμως καὶ ἀγογγύστως. Ὅταν ὅμως βλέπῃ, ὅτι οἱ φόροι του δαπανῶνται εἰς θεραπείαν προσωπικῶν καὶ ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων, πῶς θέλετε νὰ μὴ γογγύζῃ καὶ νὰ μὴ διαμαρτύρηται; Καὶ ἂν δὲν ἀρκῶσιν ὅσα εἶπον ἀνωτέρω, ἐνθυμηθῆτε περιπλέον καὶ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐζήτησαν διὰ δαπάνας τελετῶν καὶ δι’ ὑποδοχὰς ξένων. Ὅλοι γνωρίζετε, διὰ τί καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐπενοήθησαν αἱ τελεταὶ ἐπὶ τῇ δῆθεν ἐνηλικιώσει τοῦ Διαδόχου, καὶ ὅμως ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ οἰκονομικῇ θέσει ἐδαπάνησαν 50,000 δραχμῶν! Ἂς πληρόνῃ ὁ λαός. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε ἀκόμη μέχρι τίνος σημείου ἐξωθοῦσιν οἱ κυβερνῶντες τὴν πρὸς τὴν συναλλαγὴν ἀκάθεκτον αὐτῶν ῥοπὴν, λάβετε ὑπὸ σημείωσιν καὶ τὸ ἑξῆς λίαν ἐμφαντικὸν γεγονός. Μετὰ πεντήκοντα ἔτη, καθ’ ἃ λειτουργεῖ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον, ἀνεκάλυψεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἀποβαίνει ἀπαραίτητος ἐν αὐτῷ καὶ ἕδρα μυθολογίας!
§43ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Σχολὴ ἐπρότεινε τὴν σύστασιν τῆς ἕδρας ταύτης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γνωρίζετε καὶ τὰ γνωρίζομεν. Ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ δὲν προέβη αὐθόρμητος. Σεῖς τὴν προεκαλέσατε ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἦναι ἀνάγκη τοιαύτης ἕδρας, ἐκείνη δὲ, —καὶ τοῦτο εἶναι τὸ λυπηρότερον,— ἀπήντησε καταφατικῶς, ὑποδείξασα μάλιστα καὶ τὸ πρόσωπον, ὅπερ θεωρεῖ κατάλληλον, διὰ νὰ διδάξῃ τὸ ἀναγκαιότατον κὐτὸ μάθημα, τὸ πρόσωπον δὲ αὐτὸ, κ. Ὑπουργέ, εἶναι ὁ τμηματάρχης σας κ. Πολίτης. Νομίζω, ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπον, εἶναι περιττὴ πᾶσα περαιτέρω ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος, ὅπερ μετὰ τόσας ἡμέρας μᾶς ἀπασχολεῖ, ἄλλως δὲ, οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες τὸ ἐξήτασαν ἐν ἁπάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, καὶ οὐδεμία παρίσταται ἀνάγκη ἀνακεφαλαιώσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω ἀκόμη νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι πρέπει οἱ κ.κ. βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἐκτιμήσωσι προσηκόντως τὰς ἐκτεθείσας σκέψεις, καὶ νὰ μὴ δεικνύωσι τόσῳ μεγάλην προθυμίαν πρὸς ὑποστήριξιν συστήματος, ὅπερ ἀφεύκτως θὰ μᾶς παρασύρῃ εἰς ἐπιβλαβεῖς ἢ μᾶλλον καταστρεπτικὰς συνεπείας. Ὀφείλομεν ὅλοι, νὰ μὴ ἐπιλανθανώμεθα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τῆς ἀληθοῦς ἀποστολῆς ἡμῶν. Δὲν μᾶς στέλλει ὁ λαὸς, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν τούτου ἢ ἐκείνου τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἵνα κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν μέλημα ἡμῶν ἔχωμεν τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁπλοῖ ἰδιῶται, οἵτινες δύνανται νὰ κανονίζωσι τὰ συμφέροντά των, ὅπως τοῖς ἀρέσκει, ἀλλ’ ἀντιπρόσωποι ἐκείνων, οἵτινες μᾶς ἐξέλεξαν. Συλλογισθῆτε, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν ἐξελέχθη ὑπὸ πολλῶν χιλιάδων πολιτῶν, εἰς τῶν ὁποίων τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἡνωμένην θέλησιν δέον ν’ ἀποβλέπωμεν μετὰ σεβασμοῦ ἅμα καὶ εὐλαβείας. Ἔπειτα, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι, κατὰ τεκμήριον, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ὅλου Ἔθνους, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα δὲ ταύτην ἐνασκοῦμεν νομοθετικὸν δικαίωμα, διὰ τοῦτο δὲ, προκειμένου νὰ δίδωμεν ψῆφον ὑπὲρ οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἔχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ τηρῶμεν πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ σκέπτεσθαι καὶ κρίνειν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἅπαντα τὰ ὑποβληθέντα φορολογικὰ νομοσχέδιά του συνδέονται ἀῤῥήκτως πρὸς τὸ ὅλον οἰκονομικόν του σύστημα, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ψῆφος τῆς Βουλῆς ἔχει πολιτικὴν ἔννοιαν, καὶ ἐπηρεάζει τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαῦται θεωρίαι, αἵτινες δύνανται μὲν νὰ ἦναι συμφέρουσαι εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ἀλλὰ πάντως τυγχάνουσιν ἀσύμφοροι εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκωσιν ὑποδοχὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δύνασθε, Κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ εἴπητε τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, ὅτε εἶσθε πρόθυμοι νὰ τὸν ὑποστηρίζητε, διότι ἀσπάζεσθε τὴν πολιτικήν του, ἀλλ’ ὅταν ἀπαιτῇ παρ’ ὑμῶν ν’ ἀπαλλοτριωθῆτε τῆς ἐλευθέρας κρίσεως καὶ γνώμης σας, τότε ἔχετε καθῆκον νὰ τῷ ἀντιτάξητε ἀντίστασιν. Πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ μήπω ἐπιψηφισθέντα φορολογικὰ νομοσχέδια, εἶναι δὲ ἀπαραίτητον, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν τοὐλάχιστον ἀφεθῆτε ἐλεύθεροι, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τ’ ἀποκρούει ἡ συνείδησίς σας. Θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, περὶ αὐξήσεως τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 20%, περὶ οἴνου, περὶ ἐπιτηδευμάτων κλπ., νομίζω δὲ, ὅτι ἀρκετοὺς ἐψηφίσατε μέχρι τοῦδε φόρους, ὥστε πρέπει νὰ σταματήσητε πλέον. Ἀντὶ νὰ καταργηθῇ ὁ ἄδικος καὶ ἄνισος φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ν’ ἀντικατασταθῇ δὲ δι’ ἄλλου ἐπὶ δικαιοτέρων βάσεων, αὐξάνει. Ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος βαρύτατος φόρος, πρόκειται ν’ αὐξήσῃ καὶ αὐτὸς κατὰ τρεῖς περίπου δραχ. κατὰ χιλιάδα. Κατ’ ἀναλογίαν δὲ αὐξάνουσι καὶ ὅλοι οἱ λοιποὶ ἄμεσοι φόροι. Αὐτὰ, Κύριοι, ἂν γίνωσι, πρὸς τοῖς τόσοις ἄλλοις, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, θὰ φέρωσι τὸν λαὸν εἰς ἀπελπισίαν, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καλῶς. Εὔκολον εἶναι βεβαίως νὰ λέγωμεν ἓν ναὶ, ἢ ὄχι, δὲν πρέπει ὅμως οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ λησμονῶμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ τόσον εὐκόλως λεγόμενον ναὶ, ἢ ὄχι, δύναται νὰ ἔχῃ φοβερὰς συνεπείας διὰ τὸν λαόν. Σεῖς οἱ ἴδιοι κατόπιν θὰ βλέπητε τοὺς χωροφύλακας, νὰ σύρωσι κατὰ δεκάδας τοὺς συμπολίτας σας εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν θὰ ἔχωσι νὰ πληρώσωσι, καὶ θὰ μεταμέλεσθε πικρῶς, ἂν ψηφίσητε καὶ τ’ ἀπολειπόμενα φορολογικὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἀργά. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ δηλώσητε τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖτε ν’ ἀποδίδητε πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς ἁπλᾶ ὀργανικὰ νομοσχέδια, καὶ μάλιστα φορολογικὰ, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσητε κατὰ πεποίθησιν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τότε θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐμορφώσατε, ἢ δὲν μορφώσητε, ἐκ τῆς γενησομένης κατόπιν ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων συζητήσεως, πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα δέον ν’ ἀποῤῥιφθῶσιν ἐντελῶς, θὰ μένητε τοὐλάχιστον ἐλεύθεροι νὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους ἐπ’ αὐτῶν τροπολογίας, διότι παρετηρήθη δυστυχῶς, ὅτι πολλάκις, ἀντὶ ἀληθῶν νόμων, προωρισμένων νὰ ἔχωσι διάρκειαν, ψηφίζομεν θνησιγενῆ κατασκευάσματα, εἰς τρόπον ὥστε, ἅμα κατισχύσῃ ἀντίθετος πολιτικὴ, εὑρίσκεται πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ καταργήσῃ τὰ κατασκευάσματα ταῦτα, ἢ νὰ τ’ ἀφήσῃ νὰ λειτουργῶσιν, ἐνῷ πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι, παρὰ νόμοι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. βουλευτῶν).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7½ μ. μ.