1887.03.20
1.862 στίχοι · 14.733 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 20 Μαρτίου 1887.
(Παρασκευή)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους καὶ κατὰ τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας των. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει.
§2ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τοῦ δάσους Δύμης, ὅπως δοθῇ τοῦτο εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Στέμματος Κωνσταντῖνον, ὑποβάλλω ἐπερώτησιν ἐγγράφως, δι’ ἧς ζητῶ διαφόρους πληροφορίας.
§3ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπερωτῶ τοὺς κ.κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοὺς περὶ τῆς θέσεως τοῦ δάσους Δύμης, ὅπερ προτείνεται νὰ παραχωρηθῇ πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ χορηγήσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: ά) Πόσα στρέμματα καλιεργησίμων γαιῶν περιλαμβάνει καὶ πόσην ἔκτασιν δασῶν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν. βʹ) Ἐκ τίνων δένδρων ἀποτελεῖται τὸ δάσος, καὶ τίς ἡ ἐξ αὐτοῦ ἐνιαύσιος παραγωγὴ βαλανιδίων, ἢ ἄλλων τυχὸν δασικῶν προϊόντων. γʹ) Εἰς τί ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, κατὰ πιθανότητα ὑπολογισμοῦ. δʹ) Πόσαι ἀγροτικαὶ κῶμαι — μαχαλάδες — ὑπάρχουσιν ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ καὶ ἐκ πόσων ἑκάστη κώμη σύγκειται οἰκογενειῶν».
§5ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου περὶ παραχωρήσεως ἀπείρου ἐκτάσεως γαιῶν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου Κωνσταντῖνον, ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδῃ τὸ μόλις ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἐντὸς αὐτῆς τῆς περιφερείας περιλαμβάνωνται καὶ τὰ 2 ἰχθυοτροφεῖα, τουτέστι τοῦ Πάππα καὶ τοῦ Πρόκοπο;
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μάλιστα.
§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν κατασκηνοῦσι 10,000 κατοίκων, οἵτινες διατρέφονται, ὡς ἐκ τῆς συλλογῆς τοῦ βαλανιδοκάρπου, ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐκτάσει ταύτῃ περιεχομένων βαλανιδοδένδρων. Ἐκτὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης, ἥτις ἔχει ἄπειρα πλούτη, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων καὶ τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνει πάμπολλα, διότι τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τῶν βαλανιδοδένδρων εἶναι μέγιστον, ἐπιβαλλομένου φόρου ἐξαγωγῆς εἰς τὸν καρπὸν τῶν βαλανιδοδένδρων, τὸν ὁποῖον ἤδη συνάζουσιν οἱ κάτοικοι, οἱ κατασκηνοῦντες εἰς τὸ δάσος αὐτὸ δωρεάν, ἐκτὸς, λέγω, αὐτῶν καὶ τῶν βουνῶν, τὰ ἰχθυοτροφεῖα τοῦ Πάππα καὶ τοῦ Πρόκοπο ἔχουσι μεγάλα καὶ σπουδαῖα εἰσοδήματα, καλλιεργούμενα· τὸ τοῦ Πάππα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ καλλίτερον ἰχθυοτροφεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ἂς μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν περιλαμβάνωνται.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πωθυπουργός). Περιλαμβάνονται.
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς πόλεως Μεγάρων μοὶ ἀπεστάλη, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 500 κτηματιῶν, ἀναφορὰ, δι’ ἧς ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ νόμον, δι’ οὗ νὰ ἀπαγορεύηται ἡ βοσκὴ ποιμνίων, αἰγῶν καὶ προβάτων ἐντὸς ὡρισμένης περιφερείας. Περὶ τούτου συνέταξα καὶ σχέδιον νόμου, ὅπερ ὑποβάλλω μετὰ τῆς ἀναφορᾶς. Παρακαλῶ ὅμως, ἵνα, ὡς καὶ πολλὰ τοιαῦτα νομοσχέδια ἐνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐγγραφῇ καὶ αὐτό. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 131).
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ τούτου θὰ γίνῃ γενικὸν νομοσχέδιον.
§11ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι μονοετὴς θητεία εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς κίνησιν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου· τὸ μὲν, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐργατῶν θαλάσσης δὲν εἶναι ἐπαρκῶς γεγυμνασμένοι ὡς τοιοῦτοι, τὸ δὲ, διότι ἡ ἀνάπτυξις τῆς θαλασσίου δυνάμεως ἀπαιτεῖ συστηματικὴν ἐκπαίδευσιν, ἥτις δὲν κατορθοῦται ἐντὸς ἐνιαυτοῦ· ἀνάγκη λοιπὸν, ὅπως ἐπαυξήσωμεν αὐτὴν καὶ καταστήσωμεν διετῆ. Ἐκτὸς τούτου, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ πηγαὶ, ἀπὸ τὰς ὁποίας λαμβάνομεν τοὺς στρατευσίμους τῆς θαλάσσης, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ, ὅπως ἀποφύγωμεν τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τούτου, ὁ νόμος ἔδωκε δικαίωμα νὰ λαμβάνωμεν ἐθελοντάς· ἀλλ’ ἡ πρόσληψις ἐθελοντῶν ἀπαιτεῖ δαπάνην ὑπέρογκον. Ἐκρίναμεν λοιπὸν συμφερότερον, ὅπως τὴν δύναμιν, τὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ κανονικοῦ διὰ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀντὶ νὰ τὴν λαμβάνωμεν ἐκ τῶν ἐθελοντῶν, νὰ τὴν λαμβάνωμεν ἐκ τῶν στρατιωτῶν τῆς ξηρᾶς, τῶν ἐκ ναυτικῶν Δήμων προερχομένων. Καὶ ναὶ μὲν ὁ ἰσχύων νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τούτους, ὅπως ἐπὶ 2 ἔτη ὑπηρετῶσιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας ἦτο δύσκολον οἱ στρατιῶται τῆς ξηρᾶς νὰ προτιμήσωσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ναυτικὸν, ἐνῷ εἰς τὸν στρατὸν ἡ ὑπηρεσία ἦτο μονοετής. Καὶ διὰ τοῦ εἰσαχθέντος παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχεδίου ἡ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς θητεία ἔγινε 19 μηνῶν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θελήσεως τῶν στρατευσίμων νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ ναυτικόν· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν τούτων νὰ ἐξαρτᾶται ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶναι ἀνάγκη, ἵνα καθ’ ἕκαστον ἔτος προσδιορίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν λαμβανομένων ἐκ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τῶν καταγομένων ἐκ ναυτικῶν Δήμων. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν, ὅπως προϊόντος τοῦ χρόνου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν θαλάσσης αὐξήσῃ, καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον αἱ ἀνάγκαι τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦσιν, ἐνομίσαμεν καλὸν, νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεις, κανονιζούσας τὴν περίπτωσιν ταύτην. Δυνάμει τῶν διατάξεων τούτων οἱ πλεονάζοντες μεταβαίνουσιν εἰς τὴν διαθεσιμότητα, ὅπως καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν αὐτῷ περιέλαβον καὶ τὰς διατάξεις τῶν παλαιῶν νόμων, αἵτινες ἐξακολουθοῦσι νὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ, καὶ τοῦτο ἔπραξα, ἵνα εἷς καὶ μόνον νόμος ὑπάρχει. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ΡΟΗʹ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιορίζονται οἱ μισθοὶ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου, καὶ δι’ αὐτῶν θέλομεν ἔχει οἰκονομίαν 180,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἐπίσης ὑποβάλλω τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ περὶ Ταμείου χηρῶν καὶ ὀρφανῶν νόμου. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 132–135). Καταθέτω δὲ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος ἐζήτησεν ἔκθεσιν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου ὑποναυάρχου Κανάρη. Δύναται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅστις τὴν ἐζήτησε, νὰ λάβῃ γνῶσιν, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος.
§12ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ ὑποβάλητε τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι θὰ ἔχητε τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ναυτικοῦ.
§13ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως ἅπαντα τὰ στοιχεῖα ταῦτα θέλουσιν ὑποβληθῆ. Ἐκ τῶν ὑποβληθησομένων πινάκων ἐξάγεται, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχον πλέον τῶν 500 ἐργατῶν θαλάσσης κατ’ ἔτος, κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ παρόντος ἔτους εἰσὶν ἐγγεγραμμένοι ἄνω τῶν 1000· ὥστε ὑπάρχει ἀριθμὸς ἐπαρκής.
§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς Πρόεδρος τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, τῆς παρελθούσης, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸν Ἰσολογισμὸν τῆς Συνόδου ἐκείνης, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι, ἕνεκα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἐλήφθη ἡ ἀναγκαία πίστωσις ὅπως τυπωθῶσι τὰ πρακτικὰ. Παρακαλῶ νὰ ζητηθῇ πίστωσις πρὸς ἀντιγραφὴν καὶ τύπωσιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, καὶ ἐσκόπουν νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Τώρα ὅμως, καθ’ ἃ λέγει τὸ Γραφεῖον, ἡ πίστωσις τῶν 400 δραχ. εἶναι ἀρκοῦσα. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή.) Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§18ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ περιείχετο εἰς τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν, ὅτι μόνον μετὰ δεκαετίαν ἠμπορεῖ νὰ καταγγείλῃ.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Κατὰ λάθος ἐν τῇ συμβάσει περιελήφθη, ὅτι καὶ πρὸ τῆς δεκαετίας δύναται νὰ γίνῃ καταγγελία· ἑπομένως δέον νὰ ὑπογραφῇ νέα πρᾶξις, ὅπως μὴ δύνηται νὰ γίνῃ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαετίας καταγγελία. Πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς ἀδείας.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε διορθόνετε λάθος;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σκοπὸς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο, νὰ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις, ὅπως ἤδη προτείνεται· ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος δὲν ἐνόησε καλῶς τὸ πνεῦμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸν ὅρον τοῦτον. Κατόπιν ἔλαβε λεπτομερεστέρας ὁδηγίας, καὶ ἐζήτησε τὴν διόρθωσιν· ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργὰ πρὸς μεταβολὴν τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, διότι εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ διορθώσεως, ἀλλὰ περὶ προσθέτου ὅρου, καὶ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γίνῃ, εἰμὴ διὰ νέας συμβάσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον ἐπ’ αὐτοῦ καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο ὑπάρχουσι τρόποι, καθ’ οὓς δίδει ἡ Βουλὴ τὴν ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως· εἴτε δίδει τὴν ἔγκρισιν κατόπιν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, εἴτε δίδει αὐτὴν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς, ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπογραφήν. Τὸ πρῶτον σύστημα ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς πρόκειται· ἤδη ὅμως, προκειμένου περὶ τῆς ἐπανορθωτικῆς συμβάσεως, προτιμότερον νὰ προβῶμεν κατὰ τὸ δεύτερον σύστημα, δηλαδὴ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν σύναψιν συμβάσεως, περιεχούσης διατάξεις, ὁποίας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς.
§24ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ διορθώσεως ἀλλὰ περὶ νέας διατάξεως· ἰδοὺ πῶς ἔχει (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. «Τὸ ἐν τῷ εʹ. ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 19 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συνομολογηθείσης καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθείσης ἐμπορικῆς συνθήκης ἀναγραφόμενον δικαίωμα πρὸς κοινοποίησιν τῆς λήξεως αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ παρὰ τῶν συμβαλλομένων μερῶν πρὸ τῆς παρελεύσεως δεκαετίας, κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου.»
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους ἡμῶν;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ μέρους καὶ τῶν δύο. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀμφοτεροβαρές. Καίτοι δὲ πρόκειται περὶ διορθώσεως, τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ τούτου, διότι ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ κειμένου. Ἕτερον ζήτημα προεβλήθη, ἐὰν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως δύνηται νὰ δοθῇ καὶ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, ἢ μόνον μετ’ αὐτήν. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δύναται προσφορώτερον νὰ ἀναστραφῇ ἡ ἐρώτησις, τιθεμένη οὕτω: ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις ἐμπορικὴ, ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελεν ὑπογράψει εἰς σύμβασιν ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγμα; Καὶ ὅμως τοῦτο γίνεται συνηθέστερον, τοῦτο ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν Ἀγγλικὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν Γαλλικήν. Τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς ζητοῦμεν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοιαύτης συμβάσεως.
§28ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα ταύτην, καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὡς πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἀμφοτεροβαρὴς, ὅτι καὶ τὰ δύο Κράτη παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος, ὅπως καταγγείλωσι τὴν σύμβασιν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαετίας. Δὲν πρόκειται νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Ἑλλάδα μόνην ἀπέναντι τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀγγλίαν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος θέλομεν δεσμεύσει. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος). Ποῖον δικαίωμα ἀναγράφεται; Τὸ ἀμφοτεροβαρὲς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς τε Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη δὲν θὰ δύνηται νὰ λυθῇ, εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν τῆς δεκαετίας.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα ἔχουσιν ἀκριβῶς. Ἡ δὲ πρότασις τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο κατόπιν ἀνακοινώσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δηλοῖ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ὅτι καὶ αὐτὴ δὲν θέλει κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς καταγγελίας πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς δεκαετίας.
§31ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ 32 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὑπὸ τοῦ Κυρίου βουλευτοῦ δοθεῖσα, εἶναι ἡ μόνη, ἥτις δύναται νὰ δοθῇ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τὴν προηγουμένην συνομολόγησιν, ἤτοι τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῶν δύω Κρατῶν, εἶναι σπουδαῖος, καὶ πάντη ἀναγκαῖος, διὰ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ παραχωρεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἁπλῶς τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασίν τινα, ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν, ἥτις δὲν εἶναι ἀπόρθοια τοῦ συμφέροντος τῶν δύο Κρατῶν, ἡ τοιαύτη ἄδεια δὲν εἶναι καὶ συγκατάθεσις, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα αὕτη θὰ ζητηθῇ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ δοθῇ ὑπὸ ταύτης, δέον νὰ ἦναι αὐτὴ ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις, καὶ τὸ ξένον Κράτος δὲν δεσμεύεται ἐκ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, οὔτε ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἦναι μονομερὴς, δεσμεύεται ὅμως, ἐὰν συνομολογηθῇ προηγουμένως μεταξὺ τῶν δύω Κρατῶν καὶ κατατιθεμένη λάβῃ τὸ ἀπαιτούμενον ὑπὸ τῶν νόμων κῦρος. Πᾶσα ὅθεν συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς καταθέσεως τῆς συμβάσεως εἶναι ἀσυμβίβαστος, διότι ἡ συγκατάθεσις ἀπαιτεῖ τὴν ὑποβολὴν συμβάσεως, συνομολογηθείσης μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου Κράτους καὶ ἄλλου. Τὸ δὲ νομοσχέδιον ζητεῖ τὸ κῦρος συμβάσεως χωρὶς νὰ ὑποβάλληται τοιαύτη. Ἡ παρατήρησις λοιπὸν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ράλλη, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ συνομολογηθῇ πρότερον ἡ σύμβασις, ἵνα ὑποβληθῇ τοιαύτη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητηθῇ ἡ κύρωσις, εἶναι ἡ μόνη, φρονῶ, λογικὴ ἑρμηνεία. Καὶ ὁ Κύριος βουλευτὴς τοῦτο ὑπεστήριξεν, ἤτοι νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις καὶ ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἕτερον μετὰ τῆς συμβάσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς σας, νὰ ἀναβληθῇ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Βουλή, ὅτι δύναται νὰ προηγηθῇ ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς πρὸς σύναψιν τῆς συμβάσεως, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένον, διότι δὲν δίδεται ἡ ἄδεια, ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς διατάσσει.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐτελείωσε.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἀνεγνώσατε μόνον τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος, δὲν δύναται ἄρα νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας. Ὁ νόμος κανονίζει ἀπὸ τοῦδε τὰς ὑποχρεώσεις καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν Ἀγγλίαν, δὲν λέγει δὲ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν· καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐμπορικῆς συνθήκης.
§38ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὁμοιάζει μὲ τὴν ἐν Ἀβδήροις γενομένην περὶ ὄνου σκιᾶς.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον· ὅτι, ἂν ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν, πρέπει νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίαν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. βουλευτὴς δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ὡς ἰδικήν του, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κανονίζῃ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν ἡμεῖς. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς, μνείαν ποιούμενος τῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει, οὐχὶ εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ εἰς τὴν πολιτικὴν, τὸ εἰσαχθὲν σύστημα τῆς διὰ κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐμνημόνευσα, ὅτι οἰκία τις εἶχεν ἐνοικιασθῆ ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ἀντὶ δραχμῶν 350, καὶ ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως ἑτέρα οἰκία ἐνῳκιάσθη ἀντ’ αὐτῆς πρὸς τὴν αὐτὴν χρῆσιν, ἤτοι ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς κοπτήριον, ἀντὶ δραχμῶν 170 κατὰ μῆνα. Μοὶ ἐγένετο ἀνακοίνωσις, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὴν δευτέραν ταύτην οἰκίαν ἐνῳκιάσαμεν ἡμεῖς. Ἐὰν τοῦτο εἶπον, ἔσφαλα, διότι κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον, καὶ αἱ ὁποῖαί εἰσι γεγραμμέναι ἀπὸ τὸ ἔτος 1885, ῥητῶς ἐδηλοῦτο, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1447 ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1883 συμβολαίου τοῦ ἐν..... συμβολαιογράφου Κωνστ. Καραμανώλη ἐνῳκιάσθη καὶ... ........οἰκία τοῦ.........διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατάστημα κοπῆς καπνοῦ διὰ τὸ ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1883 ἕως 31 Δεκεμβρίου 1884 διάστημα, ἀντὶ δραχμῶν 350, πληρωτέων κατὰ μῆνα, ἐν ᾧ κατόπιν, ληξάσης τῆς διαρκείας τῆς μισθώσεως, ἐνῳκιάσθη ἄλλη οἰκία τοῦ κ...........ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1885, ἐπὶ μηνιαίῳ ἐνοικίῳ δραχ. 170. Ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης ἑπομένως συνάγω, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀξιώσω, ὅτι ἐγὼ ἐπήνεγκον τὴν οἰκονομίαν ταύτην. Ἐπειδὴ δὲ συνειθίζω, νὰ μὴ ἀντιποιῶμαι πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔπραξα, οὐδὲ νὰ θέλω νὰ ἐπιβαρύνω ἄλλους ἀδίκως, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην. Παρέλιπον χθὲς, μνημονεύων τῶν ἐλαττώσεων τῶν ἐσόδων διὰ καταργήσεως φόρων, τὰς ὁποίας ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1885 ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν, ν’ ἀναφέρω, ὅτι κατηργήσαμεν καὶ τὸν φόρον τῶν γρασιδίων, τὸν φόρον τῶν λαχανοκήπων καὶ τὸν φόρον τῶν μποστανίων. Διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης ἐμειώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ ποσὸν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 125,139 δραχμάς· διότι τόσον ποσὸν εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1883, ἂν καὶ κατὰ τὸ 1882 εἶχον εἰσπραχθῆ μόνον δραχ. 64,372.98. Ἀλλὰ δὲν ἀντιλέγομεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ποσὸν, καθ’ ὃ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα, πλὴν τῶν 300,000 δραχ. τῶν ἀφαιρεθεισῶν ἕνεκα τῆς μειώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, καὶ 125,139, καθ’ ὃ ποσὸν ἠλαττώθησαν τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν φόρων ἐπὶ τῶν γρασιδίων, τῶν μποστανίων καὶ τῶν λαχανοκήπων. Ἐπειδὴ δὲ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα διὰ τῶν ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν νομοθετηθέντων κατὰ δραχ. 4,877,985 καὶ 8200, ἀφαιρουμένων ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἀνωτέρω 125,139, ὑπολείπεται, ὅτι ηὐξήσαμεν διὰ τῶν νομοθετημάτων τοῦ 1885 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ δραχ. 4,752,846.82. Ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θέλει ἔχει ἔλλειμμα, διότι εἶχεν ἔλλειμμα καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1886. Ἡ χρῆσις τοῦ 1886 εἶχεν ἔλλειμμα, διότι εἶχεν ἔλλειμμα καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1885. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὅταν συνετάξαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐπεψήφισεν, ἐδηλώσαμεν ῥητῶς καὶ μετ’ εἰλικρινείας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος περιεῖχεν ἔλλειμμα 11,344,184 δραχμῶν, ἡ δὲ Βουλή, ψηφίσασα τὸν Προϋπολογισμὸν μετά τινων τροποποιήσεων, ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα εἰς 11,490,419.58. Πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν, ἀφοῦ προσδιωρίσαμεν τὸ ἔλλειμμα, ἀφοῦ εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸ, πῶς ἦτο δυνατὸν τ’ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1885 νὰ μὴ καταδείξωσιν ἔλλειμμα; Ἀλλὰ κατὰ τὰς κατασττάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνῆψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἀνεβιβάσθη εἰς 26,767,391 ἤτοι ὑπερέβη τὸ προβλεπόμενον ἔλλειμμα κατὰ 15,276,972. Ἤλπιζον ἀληθῶς, Κύριοι, ὅτε ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ὅτι ἠθέλομεν διέλθει τὸ ἔτος 1885 καὶ τὸ ἔτος 1886 ἄνευ ἐκτάκτων συμβεβηκότων. Ἤλπιζον, ὅτι, δι’ ἐπιμεμελημένης ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα, διὰ δὲ τῶν φορολογικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐπεψήφισεν, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα, καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,490,419 δραχμῶν ἤθελε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ μειωθῆ, καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἀποδειχθῇ πολλῷ ὑποδεέστερον τοῦ ποσοῦ τούτου. Δὲν φρονῶ, ὅτι μεγάλα ἐλλείμματα δύναταί τις νὰ ἄρῃ ἀμέσως καὶ διὰ μιᾶς, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προσπαθῇ τις νὰ μένῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, οὐχὶ εἰς τὸ ἑπόμενον, ἤτοι ἀμέσως, ἀλλ’ ἐντὸς 2 ἢ 3 ἐτῶν. Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐφαρμόσω. Ἤμην βέβαιος, ὅτι ἐγκρατὴς διοίκησις καὶ αἱ γενόμεναι φορολογικαὶ μεταβολαὶ ἤθελον πραγματώσει τὰς ἐλπίδας ἡμῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἐπῆλθον τὰ ἔκτακτα συμβεβηκότα τῆς Φιλιππουπόλεως, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου μετῆλθε, καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πολιτικὴν τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν. Δὲν εἶναι ὥρα ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐρευνῶν τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε κατὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβαρὸν, ἀλλὰ λίαν εὐχερὲς πρὸς λύσιν, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀλλότριον τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο παραλείπω αὐτὸ, πρόθυμος νὰ δώσω λόγον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἐὰν ἐπεθύμει τις νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἕνεκα τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων, αἱ ἐλπίδες ἡμῶν δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ τὸ ἔλλειμμα ἀνεβιβάσθη τοσοῦτον, ὅσον ἀνέφερον εἰς ὑμᾶς, ἤτοι ὑπερέβη κατὰ 15,276,972 τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέβλεπε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1885, ὀφείλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἦτο ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε παραστήσει ἡ χρῆσις τοῦ 1885, ἐὰν δὲν ἐπεψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπεψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ἂν καὶ δὲν παρίστα ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα 388,613.12. Ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1884 Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 δὲν ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς 74,006,586, ὅσα ἔσοδα προϋπελογίσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ προϋπελόγισεν ἔσοδα 85,641,547, ἤτοι περισσότερα κατὰ 11,634,961. Ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα ταῦτα, καταργήσαντες φόρους, ἢ σκοποῦντες νὰ μετέλθωμεν τοιαύτην διοίκησιν, καθιστῶσαν ἀδύνατον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ, ὅσα τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχε προϋπολογίσει; Οὐχί· ἀλλ’ ἐπείσθημεν, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἦσαν ποσὰ εἰκονικὰ, καὶ ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ μειώσωμεν τὰ ἐξωγκωμένως προϋπολογισθέντα ποσὰ εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐνομίζομεν, ὅτι παρεῖχον πιθανότητα, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνέταξε τρεῖς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι παριστῶσι τὰ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν γενόμενον ὑπὸ τοῦ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὰ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν γενόμενον ὑφ’ ἡμῶν. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἐν ταῖς καταστάσεσι ταύταις ἐκτεθειμένα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἐμειώσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα κατὰ 11,634,961 δραχμὰς, διὰ νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐν γνώσει ἔσοδα ἐξωγκωμένα, τὰ ὁποῖα εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ. Ἐν πρώτοις εἶχε προϋπολογισθῆ ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ποσὸν δραχ. 2,650,000, ἐμειώσαμεν δ’ αὐτὸ εἰς 2,300,000, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 2,015,562:62, ἤτοι ὀλιγώτερα οὐχὶ μόνον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχε προϋπολογίσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ δραχ. 634,437:38, ἀλλ’ ὀλιγώτερα καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν προϋπολογίσει, κατὰ 284,437:38. Εἶχε προϋπολογίσει ὡς ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων δραχ. 2,100,000, ἐμειώσαμεν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 1,700,000, ἤτοι ἠλαττώσαμεν αὐτὸ κατὰ 400,000! Ἀλλ’ εἰσεπράξαμεν μόνον 1,321,316:86, δηλαδὴ ὀλιγώτερα οὐχὶ μόνον τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προϋπολογισθέντων κατὰ 788,683:14, ἀλλ’ ὀλιγώτερα καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προϋπελογίσαμεν, κατὰ 378,683:14. Εἶχε προϋπολογίσει ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν 2,000,000, καὶ ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 1,400,000, οὐχὶ διὰ νὰ ἀφήσωμεν ἀφορολογήτους τοὺς ἔχοντας οἰκοδομὰς, ἀλλὰ διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος μᾶς ἔπειθον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι 2,000,000, καὶ εἰσεπράχθη πράγματι ποσὸν 545,317:92, δηλαδὴ ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ 1,454,682:08, ὀλιγώτερα δὲ τῶν προϋπολογισθέντων καὶ ὑφ’ ἡμῶν κατὰ 854,683:08. Εἶχε προϋπολογισθῆ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων 3,500,000, καὶ ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου τούτου εἰς 3,000,000 μόνον. Ἐξ αὐτῶν εἰσεπράξαμεν μόνον 2,522,566: 85, δηλαδὴ ὀλιγώτερα ὅσων ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ 977,433:15, ὀλιγώτερα δὲ καὶ ὅσων ἡμεῖς προϋπελογίσαμεν κατὰ 477,433:15. Ὥστε δὲν ἐσφάλαμεν, διότι ἐμειώσαμεν τὰ ἐξωγκωμένως προϋπολογισθέντα ἔσοδα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐσφάλαμεν, διότι δὲν ἐμειώσαμεν αὐτὰ περισσότερον, ἀφοῦ εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς προϋπελογίζομεν. Διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ, ἀναφέρων ἐν λεπτομερείᾳ ἕκαστον τῶν φόρων, ποιοῦμαι ὑμῖν γνωστὸν ἐν συνόλῳ, ὅτι ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἔσοδα ἐν ὅλῳ δρ. 18,186,000, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἡμεῖς εἰς 16,958,000, ἀλλ’ ὅτι εἰσεπράχθησαν μόνον 12,512,436.23, δηλαδὴ ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προϋπολογισθέντων κατὰ 5,682,532.20, ὀλιγώτερα δὲ καὶ τῶν παρ’ ἡμῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 4,624,338.21. Ἐὰν μεταβῶ εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω σᾶς δώσει, θέλουσιν εἶσθαι μᾶλλον δυσάρεστοι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προϋπολογίσει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1885 ἐξ ἐμμέσων φόρων ἔσοδον 47,175,000, ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν αὐτὸ εἰς 38,991,769· δηλαδὴ ἠλαττώσαμεν κατὰ 8,183,231. Καὶ ὅμως καὶ ἡμεῖς ἐσφάλαμεν, διότι εἰσεπράχθησαν μόνον 32,446,023.92, δηλαδὴ ὀλιγώτερα ὅσων εἶχε προϋπολογίσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ 15,159,848.38, ὀλιγώτερα δὲ καὶ ὅσων ἡμεῖς προϋπελογίσαμεν κατὰ 6,463,763.98. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλῶ, ἀναφέρων τοιαύτας λεπτομερείας περὶ ἑκάστης τῶν κατηγοριῶν τῶν ἄλλων ἐσόδων· περιορίζομαι δ’ ἐπὶ τούτων νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἤτοι ἐκ τοῦ Γʹ. Κεφαλαίου, Δημόσια Καταστήματα, ἤτοι Ταχυδρομεῖον, Τηλέγραφος καὶ Τυπογραφεῖον ἐκ τοῦ Δʹ. Κεφαλαίου, Δημόσια νομήματα, ἤτοι μεταλλεῖα, ὕδατα θερμὰ, ἁλικαὶ, ἰχθυοτροφεῖα, δάση κλπ., ἐκ τοῦ Εʹ. Κεφαλαίου, ἐκποίησις κτημάτων, ἤτοι χρεωλυτικαὶ δόσεις, πάγιοι δόσεις, προσωριναὶ δόσεις, ἑπταετεῖς δόσεις, χρέη προικοκτησιῶν, ἐκποίησις φθαρτῶν κτημάτων, πεμπτημόρια καταβαλλόμενα κατὰ τὰς δημοπρασίας, οἰκόπεδα Πατρῶν κτλ., ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προϋπολογίσει ἔσοδον ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 11,887,974. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος μᾶς ἔπειθον, ὅτι καὶ ταῦτα εἶχε προϋπολογίσει ἐξωγκωμένως, ἠλαττώσαμεν αὐτὰ εἰς 10,330,207, ἀλλ’ εἰσεπράξαμεν μόνον 5,144,640.68, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προϋπολογισθέντων κατὰ 4,657,833. 23, ὀλιγώτερα δὲ καὶ τῶν ὑφ’ ἡμῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 4,059,312.28. Ὅταν λοιπὸν ἠναγκάσθημεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸ ἔτος 1885, δὲν ἐπράττομεν πρᾶξιν ἐξ ἐχθρότητος πρὸς αὐτὸν κινούμενοι, οὐδ’ ἐζητήσαμεν νὰ μειώσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐξεπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καθ’ ὃ ὠφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς πρὸς τὴν Βουλήν, ὁποίαν γνώμην εἴχομεν περὶ τῶν ποσῶν τῶν ἐσόδων, καὶ ποίας ἡμεῖς ἐκρίνομεν πιθανότητας περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν εἰσπράξει. Ἐπιθυμοῦντες μάλιστα νὰ μὴ παρεξηγηθῶμεν, ὅτι δῆθεν ἐξ ἐχθρότητος ἐπράττομεν τοῦτο, δὲν ἐμειώσαμεν, ὅσον ἔπρεπε, τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα καὶ αὐτῶν τῶν παρ’ ἡμῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων. Ἐὰν λοιπὸν ἐπεψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμός, ὡς εἶχεν εἰσαγάγει αὐτὸν κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν, παριστῶν ἔσοδα 85,641,547, ὁ Ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως ἤθελε παραστήσει, ὅτι εἰσεπράχθησαν μόνον 59,374,669.10, ἤτοι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 26,266, 877.90· ἕκαστος δὲ κατανοεῖ, πόσον τερατώδης εἶναι διαφορὰ τοιαύτη τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Δὲν γνωρίζω ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν τότε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμόν, παριστῶντα οὐχὶ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Κατέδειξα πρὸ μικροῦ, πόσον εἶχον προϋπολογισθῆ ἐξωγκωμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ τὰ ἔσοδα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω κατὰ τίνα τρόπον εἶχον προϋπολογισθῆ ἐν τῷ αὐτῷ Προϋπολογισμῷ τὰ ἔξοδα. Ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων εἶχον παραλειφθῆ δαπάναι, 6,694,827, ἂν καὶ ἦσαν ἐκκαθαρισμέναι καὶ ἀπαιτηταί, ὑπεχρεοῦτο δὲ τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ 1885. Πρῶτον, δαπάνην 3,066,260 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκκαθαρισθῆ ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς πληρωμὴν ἐκκαθαρισμένου χρέους πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ταμεῖον τῶν ἐκ μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ κρατηθέντων ὑπὸ τοῦ δημοσίου Ταμείου, πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, πρὸς πληρωμὴν τῶν διὰ τὴν οἰκοδομὴν καὶ μετασκευὴν τοῦ κτιρίου τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου συμπεφωνημένων ποσῶν, πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τοὺς ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Sauter Lemonier μαθητευομένων νέων, οὓς ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποστείλει πρὸς ἐκμάθησιν τέχνης. Δεύτερον, δαπάνην 3,628,547 δραχμῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, καὶ ἰδίως ἐκ τῶν κεφαλαίων Βʹ, Γʹ, Δʹ, Ηʹ, ΙΓʹ καὶ ΙΔʹ. Οὕτω πως ὁ Προϋπολογισμὸς περιελάμβανεν, ἀφ’ ἑνὸς ἔσοδα τοσούτῳ ἐξωγκωμένα, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου παρέλειπεν ἔξοδα, διότι ἀνέγραφεν ὀλιγώτερα τῶν ἀληθῶν, οὕτω δ’ εἶχε κατορθωθῆ, νὰ παριστᾷ οὐχὶ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Καὶ νῦν αἰτιῶνται ἡμῶν, μεταβαλόντων τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1885, διότι δὲν ἐστέρξαμεν νὰ οἰκειοποιηθῶμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, καὶ συνετάξαμεν ἄλλον, παραστήσαντες τὴν κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδεὶς τῶν κατὰ τὰ 44 ἔτη, καθ’ ἃ κυβερνώμεθα συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς, συνταχθέντων Προϋπολογισμῶν περιεῖχε τοιοῦτον ῥιζικὸν ἐλάττωμα. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς ἐκπλήρωσις καθήκοντος, ν’ ἀποκρύπτῃ τις ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου Ταμείου. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ ἰσχύον Σύνταγμα τοῦ 1864, ἐν ἄρθρ. 60, ῥητῶς ἐπιβάλλει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν συντάττῃ τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ περιλαμβάνῃ ἐν αὐτῷ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, καὶ τὴν διάταξιν ταύτην μάλιστα εἶχεν ἀκεραίαν καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐν ἄρθρῳ 53· ἑπομένως, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ υἱοθετήσωμεν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν ἦτο σύμφωνος. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν ἐπῆλθε ποτὲ εἰς τὸν νοῦν τινος τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες βεβαίως θὰ ὑπερβαίνωσι τὴν ἑκατοστὺν, νὰ συντάξῃ Προϋπολογισμόν, ἔχοντα τοιοῦτο ῥιζικὸν ἐλάττωμα. Ἀλλὰ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ ἡ σύνταξις καὶ ἐπιψήφισις ἠπείλει μεγάλην εἰς τὸ Κράτος ζημίαν, πολλῷ μεγαλειτέραν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑπεῖχεν ὁ τόπος, ἄν ὑπῆρχεν ἁπλῶς ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οἱονδήποτε. Ἄν ὀφείλωμεν π. χ. χίλια καὶ ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι ὀφείλομεν 700, δὲν ἐκτελοῦμεν εἰλικρινῶς τὸ καθῆκόν μας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, διότι δὲν δίδομεν αὐτοῖς τὴν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσωσι τὰ 1000 καὶ τὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ τοὺς ἐπαναπαύομεν, ὅτι ὀφείλομεν μόνον 700, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἐκ τοῦ Κράτους δὲν λαμβάνουσιν αὐτὰ ἐγκαίρως, διότι δὲν περιελήφθη ἡ προσήκουσα πίστωσις, ἔχουσι δὲ τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσωσι τὸ Κράτος ὡς κακῆς πίστεως εἰς τὰς μετ’ αὐτῶν συναλλαγάς των. Ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δι’ ἄλλον λόγον θεωρῶ τὸ τοιοῦτον ἐπιζήμιον διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τὴν ἀληθῆ γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως, πρέπει δὲ νὰ τυγχάνωσιν ἐν γνώσει αὐτῆς, διὰ νὰ δύνανται ἐγκαίρως νὰ λαμβάνωσι τὰ προσήκοντα μέτρα, καὶ μὴ παρέρχηται τὸ κακὸν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀθεράπευτον, καὶ φθάσῃ ἀπέναντι σημείου, ὡς σήμερον, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς μὲ τρομάζει. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ ἓν ἐρώτημα: Σὺ συνέταξες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίωσες, ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 11,490,000, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐξωγκώθη εἰς 26,767,291· διατὶ εἰσήγαγες εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν μὲ τοιοῦτον ἔλλειμμα; Δὲν γνωρίζω, ἄν ἦναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ κατὰ τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἄν ἤθελε μοὶ τὴν ἀπευθύνει ἄνθρωπος, μὴ γνωρίζων τὰ περὶ τούτου, ἤθελον εἰπεῖ αὐτῷ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ πῶς ἔχεις ἀξίωσιν νὰ εἰσαγάγω Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, μὴ περιέχοντα ἔλλειμμα, ἀφοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους ὁ Προϋπολογισμὸς κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα 30,602,147; Τὸ πρῶτον ἔτος ἔλλειμμα 30,602,147, τὸ ἀμέσως δ’ ἑπόμενον ἔτος ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα; Νομίζετε, ὅτι αὐτὰ κατορθοῦνται μόνον διότι τὰ γράφομεν; Ἄν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα τοσοῦτον ὀγκῶδες 30 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, κατέληξεν εἰς αὐτό, διότι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 εἶχε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα 9,258,312 δραχμῶν. Ἄν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνεβιβάσθη κατὰ τὸ 1884 εἰς 30,602,147, τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1884 ἐφηρμόσαμεν τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν κατὰ τὸ 1883, καὶ ἐφηρμόσαμεν αὐτὴν μετ’ ἐπιτάσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία ἦτο ἱκανὴ νὰ τριπλασιάσῃ τὸ ἔλλειμμα τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἰσήχθη παριστῶν ἔλλειμμα 30,602,147, εἰσήχθη παριστῶν περίσσευμα 388,613 δραχμῶν. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὸ ἔλλειμμα τῶν 9,258,312, καὶ αὐτὸς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, παριστῶν ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα, καὶ τὸ περίσσευμα ἀνεβιβάζετο εἰς δραχμὰς 121,961. Ἀλλὰ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἀναγκαίως ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα, διότι ἔλλειμμα εἶχε καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη εἰς 5,244,833 μόνον, ἂν καὶ, ὅταν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἰσήχθη παριστῶν ἔλλειμμα 11,013,000. Εἴχομεν λοιπὸν σειρὰν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1882,1883,1884, τοὺς ὁποίους συνέταξε καὶ ἐξετέλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν διῴκει τὸν τόπον, οἱ ὁποῖοι ὅμως κατέληξαν πάντες εἰς ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἐλλείμματα ηὔξανον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τεραστίως, διότι ἀπὸ 5,244,833 ἔλλειμμα τοῦ 1882 φθάνομεν εἰς 9,258,312 τὸ 1883, καὶ ἀπὸ τούτου εἰς 30,602,147 τὸ 1884, καὶ μετὰ τοιαύτην σειρὰν οἰκονομικῶν συμβεβηκότων, τοσοῦτον δυσάρεστον, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει τὴν ἐρώτησιν, διατὶ εἰσήγαγον Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα, νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀνακαλέσει τὴν ἐρώτησίν του, διότι ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 νὰ ἔχῃ ἰσοζύγιον, ἢ περίσσευμα. Τουλάχιστον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶχε τὴν ἀρετὴν νὰ ἀναγγείλῃ τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἀνήγγειλεν ἔλλειμμα 11,409,414, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν εἰσαγάγει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ἀνήγγειλε περίσσευμα 388,613.12. Καὶ σᾶς ἀνήγγειλα τότε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,490,419, ἀφοῦ εἶχον προσθέσει εἰς τὰ ἔξοδα 6,694,827, τὰ ὁποῖα εἶχε παραλείψει νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἀφοῦ ἐπήνεγκα ἐπὶ ἄλλων δαπανῶν οἰκονομίας κατὰ 5,570,000, διὰ μόνον τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1885, ἐλαττώσας οὕτω κατὰ τὸ εἰρημένον ποσὸν τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅστις δὲν συνεδρεύει, πρὸς μεγάλην λύπην μου, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοῦ ἄλλοτε βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις, ἐλέγχων με διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, μοὶ ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; «Τί σοι ὀφείλομεν; Ὑπεσχέθης ἐλάττωσιν ἐξόδων καὶ νὰ κυβερνήσῃς διὰ τῶν οἰκονομιῶν· 85 ἑκατομμυρίων Προϋπολογισμὸν ἐξόδων μᾶς ἐπρότεινεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ προκάτοχός σου, 85 ἑκατομμυρίων ἐξόδων μᾶς προτείνεις καὶ σύ. Τί ἀπέδωκες εἰς ἡμᾶς, ἀνθ’ ὧν εἶχες ἐπαγγελθῆ;» Ἐλησμόνει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι προσεθήκαμεν ποσὸν 6,694,827 εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κακῶς δὲν εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὁ προκάτοχος, ἀναγράψαντες αὐτὰ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὃν προετείναμεν, καὶ ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ προκατόχου ἀναγεγραμένα ἔξοδα 85,641,547 ἤθελον ἀναβιβασθῆ εἰς 92,336,374, ἂν περιελάμβανεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅσα κακῶς εἶχον παραλειφθῆ. Ἐλησμόνει προσέτι, ὅτι, ἂν δὲν ἐπραγματοποιοῦμεν τὰς διὰ τὸ βʹ ἑξάμηνον τοῦ 1885 πραγματοποιηθείσας ἐν τῷ ἡμετέρῳ Προϋπολογισμῷ οἰκονομίας τῶν δραχμῶν 5,570,000, ἔπρεπε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὲν ποσὸν νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 98,036,374. Εἰς τὸν ἀμερόληπτον ἐρευνητὴν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐφαρμοσθείσης κατὰ τὴν τριετίαν, παρουσιάζεται πρόβλημα, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὴν περιέργειαν ἡμῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοὶ μὲ περισσεύματα, καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ οὗτοι νὰ καταλήγωσιν εἰς ἐλλείμματα, καὶ εἰς ἐλλείμματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἑπομένου ἔτους νὰ ἦναι διπλάσιον τοῦ πρώτου, καὶ τὸ τοῦ τρίτου νὰ ἦναι τριπλάσιον τοῦ δευτέρου; Διὰ τοῦτο δύναμαι εὐπαῤῥησιάστως νὰ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ, εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν καταλήξῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἔλλειμμα, διότι τοὐλάχιστον ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος παρέστησε τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ὡς οἱ συντάξαντες αὐτὸν εἶχον ἀντιληφθῆ τῶν πραγμάτων καὶ ἔκρινον ἐπ’ αὐτῶν. Ἂν δὲ τοῦτο ἤθελε θεωρηθῆ ἀρετὴ, συγχωρήσατε νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἡ ἀρετὴ αὕτη πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν 7ην Ἀπριλίου, ἥτις, ἀνατρέψασα τὴν προκάτοχον διοίκησιν, ἔθηκε τέρμα εἰς τὴν συνέχειαν τῶν εἰκονικῶν Προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσῆγεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ προκάτοχος διοίκησις, καὶ ἀπεκάλυψε τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων· καὶ σήμερον, ὅτε ἡ διοίκησις ἐκείνη ἐπανῆλθε πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν, σήμερον ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ σύστημά της ἐκεῖνο, εἰσαγαγοῦσα Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν περιέχει πλέον τοιαῦτα ῥιζικὰ ἐλαττώματα. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τοῦ 1887 δὲν εἶναι συνέπεια τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1886, δὲν εἶναι δὲ συνέπεια τοῦ ἐλλείμματος οὐδὲ τοῦ 1885, ἀλλ’ εἶναι συνέπεια τῆς ἐπὶ τριετίαν ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ἥτις ἐπεκράτησε μέχρι τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ κίνδυνος δὲν ἦτο ἐπικείμενος, ἐνόμιζον οἱ τότε κυβερνῶντες, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παριστῶσι τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἂν ἐνομίζομεν τότε, ὅτι ἠδυνάμεθα ἀπατῶντες καὶ ἀπατώμενοι νὰ διερχώμεθα τὸν καιρὸν, νομίζω, ὅτι ἐφθάσαμεν πλέον πρὸ τῆς καταστάσεως ἐκείνης τῶν οἰκονομικῶν, ἥτις μᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ λησμονήσωμεν πᾶσαν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, καὶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, ἀδελφικῶς νὰ συνεργασθῶμεν πάντες, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποσοβήσωμεν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος καταστρέφει καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου τούτου, συγκαταστρέφει δὲ καὶ τὰς ἐλπίδας, διὰ τῶν ὁποίων ἕκαστος Ἕλλην πρέπει νὰ θερμαίνῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ καρδίαν. Οἱ κίνδυνοι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τοσοῦτον μεγάλοι, καὶ τοσοῦτον ἐπικείμενοι, ὥστε δὲν γνωρίζω, ποίαν περὶ αὐτῶν ἔχουσι γνώμην οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας, ἂν προσβλέπωσι πρὸς αὐτούς· ἐγὼ ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην μου, ὅτι εἰς ἐμὲ φαίνονται τοσοῦτον μεγάλοι, ὥστε κρίνω, ὅτι μετὰ μεγάλης δυσχερείας θέλομεν ἀποσοβήσει αὐτοὺς, διότι πιθανὸν εἶναι νὰ ἀποδειχθῶσιν ἀνεπανόρθωτοι. Ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, ὅστις ἐξεῤῥάγη κατὰ τὸ 1877, ἐπέβαλε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ καθῆκον νὰ ἀσπασθῇ τὴν πολιτικὴν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, τὴν πολιτικὴν δὲ ταύτην τρὶς ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐφηρμόσαμεν μέχρι τοῦδε. Αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ εἵπετο, ὅτι ἤθελον ἐπιβάλει εἰς τὸν λαὸν μεγάλα βάρη, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέλαβεν ἀγογγύστως καὶ ἀπέτισεν εἰς ἑκάστην τῶν τριῶν τούτων περιστάσεων τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐπανορθώσωσι τὰ οἰκονομικὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον εἰς τὸν τόπον αἱ ἔκτακτοι καὶ μεγάλαι δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη. Τὴν γνώμην μου ταύτην δὲν ἀξιῶ ν’ ἀποδεχθῆτε ἀβασανίστως, ἐξ ἐναντίας ἀξιῶ νὰ ἐρευνήσητε αὐτὴν, διότι ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι πόρισμα μελέτης, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ καὶ αὐτὸς μόνος του τὰ πράγματα, διὰ νὰ σχηματίσῃ καὶ αὐτὸς γνώμην ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ μελέτης. Εἶναι δὲ ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ σχηματίσῃ τις περὶ τούτου γνώμην, διότι ἐκ τῆς γνώμης, ἣν θέλετε σχηματίσει, θέλετε ἐπηρεασθῆ οὐσιωδῶς ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας καλεῖσθε νὰ λάβητε. Ἀναζητῶν πρὸ μικροῦ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1887, ἀνῆλθον ἀναδρομικῶς μέχρι τοῦ 1882. Ἀληθῶς, καλὸν εἶναι νὰ ἐξετάσητε εἰς ποίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρίσκετο τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1882, ὅτε παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐκυβέρνα, καὶ διεδέχθη αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, διότι θέλομεν οὕτω πληροφορηθῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ 1882 νὰ ἀποκατασταθῇ τάξις εἰς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Ἀληθῶς, ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκατασταθῇ ἔκτοτε ἡ τάξις αὕτη, μεγάλην εὐθύνην ὑπέχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον καθῆκον νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτήν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν ἀποκατέστησαν, ἀλλ’ ἐχειροτέρευσαν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διῴκησε τὰ οἰκονομικὰ κατὰ τὸ 1882, ἔλεγεν ἡμέραν τινὰ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐπρόφθανε νὰ ἐξοφλῇ συναλλάγματα τοῦ προκατόχου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε κατὰ τὸ 1882, ἠναγκάζετο νὰ δαπανᾷ διὰ νὰ πληρώνῃ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα οἱ πρὸ αὐτοῦ διοικοῦντες εἶχον καταλίπει εἰς αὐτὸν ὡς κληροδότημα. Εὐτυχῶς σήμερον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν εἶδός τι Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1882, διότι συνῆψεν αὐτὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰς πληροφορίας, αἵτινες περιέχονται ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τούτῳ τοῦ 1882, πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς προερχομένας ἐξ ἐπισήμου πηγῆς. Ἔχομεν δὲ καὶ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχε συντάξει, ὁ δὲ κατὰ τὸ 1882 Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ὁποία παριστᾷ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1881. Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν ἔσοδα εἰς νέας δραχμὰς 41, 775,788.19, ἐδαπανήθησαν δὲ, ἔξοδα 101,443,127.52· ἑπομένως τὸ 1881 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 59,657,339.33. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστρατεία, ἥτις ἦτο ἡ αἰτία τοῦ ἐλλείμματος τούτου, δὲν εἶχε διαταχθῆ κατὰ τὸ 1881, εἶχε διαταχθῆ κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἐκυβέρνα ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργός. Ὅθεν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ τὸ 1880. Εὐτυχῶς ἔχομεν καὶ διὰ τὸ 1880 Ἀπολογισμόν τινα προσωρινόν, ὅστις ὑπάρχει ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνταῦθα, πρόχειρον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 συνίστατο, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν ἐκεῖνον, εἰς νέας δραχμὰς 22,774,292,01, ὅπερ, προστιθέμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1881, ἐκ δραχ. 59,657, 339.33, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος τῶν δύο ἐτῶν εἰς 82,431,631.34. Πῶς ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Ἐν πρώτοις τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καταλιπὸν τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1880, κατέλιπεν εἰς τὸν διάδοχον αὐτοῦ 24 χιλ. ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τὸ 1882 εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν 24 χιλιάδων τούτων ὁμολογιῶν εἶχον πωληθῆ 16,815 ὁμολογίαι ἀντὶ ποσοῦ φράγκων 7,393,880. Δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω πληροφορίαν τινὰ περὶ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αἱ ὑπόλοιποι ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 7,185· ἀλλ’ ἂν ὑποθέσω, ὅτι ἐπωλήθησαν καὶ αὐταὶ εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αἱ 16,815, εἰσεπράχθη καὶ ἐκ τούτων τὸ ποσὸν 3,132,660· ὥστε ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 24 χιλ. εἰσεπράχθη ποσὸν 10,526,540. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1881 συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, κατὰ δὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τούτου ἐν σελίδι 20 θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τούτου προέκυψεν ἔσοδον δραχ. 82,122,780. Ἑπομένως ὑπῆρχεν ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἔκτακτον ἔσοδον ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὰ δύο δὲ ταῦτα ἔκτακτα ἔσοδα ἀνέρχονται τὸ ὅλον εἰς δραχ. 92,649,320. Διὰ τούτων λοιπὸν ἐκαλύφθη τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1880 καὶ 1881, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 82,431,431.34, καὶ ἔμεινε περίσσευμα δρ. 10,217,688.68. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη κατὰ τὸ 1882, κατὰ μῆνα Μάρτιον, παρέλαβε περίσσευμα ἐκ τῆς προηγουμένης διαχειρίσεως 10,217,688. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι δὲν ἔδιδεν ἀκριβεῖς πληροφορίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διατεινόμενος, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε, δὲν ἐπήρκουν νὰ ἐξοφλῇ δι’ αὐτῶν τὰ συναλλάγματα, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε καταλίπει εἰς βάρος του. Τὸ ἑπόμενον ὅμως ἔτος 1882 ἦτο ἔτος ἐξαιρετικὸν διὰ τὰ ἔσοδα, διότι ἐν πρώτοις ὡς ἔσοδον τοῦ 1882 κατελογίσθη ποσὸν 2,200,080, προκύψαν ἐκ τῆς νομισματοποιΐας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἶχε καὶ ὅλα τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ ἔτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἕπονται ἐπιστρατεύσεων, διότι ὑπῆρχεν ὑλικὸν ἄχρηστον στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1882 ἐπωλήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθησαν χρήματα, 3,090,185· ὥστε τὸ 1882, πλὴν τῶν τακτικῶν ἐσόδων, εἶχε καὶ ἔκτακτα 5,290,264, λοιπὸν 10,217,648 περίσσευμα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ 5,280,264 ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ καὶ νομισματοποιΐας, παρέλαβεν ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δραχ. 15,507,952. Τοῦτο ἦτο κληροδότημα, τὸ ὁποῖον τὸ συστηθὲν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1882 Ὑπουργεῖον παρέλαβεν ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Διὰ τοῦτο ἴσως θέλετε παρατηρήσει μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ὡς εἰσήγαγεν αὐτὸν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προσδιωρίζετο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 εἰς δραχ. 11,013,226, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἀπεδείχθη τὸ ἔλλειμμα μόνον εἰς δραχ. 5,244,833, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Ἂν λοιπὸν ἔχωμεν ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, δὲν εἶναι μόνον διότι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886, δὲν εἶναι μόνον διότι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, δὲν εἶναι μόνον διότι ἀφῆκεν ἔλλειμμα ἡ χρῆσις τοῦ 1884, ἡ χρῆσις τοῦ 1883, ἀλλὰ διότι ἀφῆκεν ἔλλειμμα καὶ αὐτὴ ἡ χρῆσις τοῦ 1882, ἡ ὁποία εἶχε προικισθῆ κατ’ ἐξαίρεσιν μὲ 15,507,952 ἔκτακτα ἔσοδα. Ἠδύναντο δὲ κατ’ ἐμὴν γνώμην νὰ ἄρωσι τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι τὸ παρελθὸν εἶχον καταλίπει, νὰ τὰς ἄρωσιν οἱ ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1882, ἀφοῦ μετὰ τοσούτου κληροδοτήματος ἀνῆλθον εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 ἐνθυμεῖσθε, πόσαι μεγάλαι ἰδέαι μᾶς εἶχον καταλάβει, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἠσχολήθημεν νὰ ψηφίσωμεν δάνειον 40,000,000 διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, διότι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἦτο ἀπώλεια εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀνελάβομεν νὰ ἀναδιοργανώσωμεν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως. Ὀργάνωσιν Ταχυδρομείων, ὀργάνωσιν Τηλεγραφείων, ὀργανισμοὺς διὰ τὸ Γεν. Λογιστήριον, ὀργανισμοὺς διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὀργανισμοὺς διὰ συστάσεως Στατιστικοῦ Γραφείου, ὀργανισμοὺς διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν πληρωμάτων τῶν ἀτμοτελωνίδων, ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ, ὀργανισμοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ὀργανισμοὺς ἀστυνομιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ τί δὲν ὠργανώθη τότε; Ὠργάνωσε πάντας τοὺς κλάδους, ἀλλ’ ηὔξησε τὰς δαπάνας εἰς ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτρεπεν ἡ εἰκονικὴ κατάστασις. Δυστυχῶς τὸ 1882 δὲν ὑπῆρξε τὸ μόνον ἔτος, καθ’ ὃ μᾶς κατέλαβεν ἡ ὀργανωτικὴ μονομανία, καθ’ ὅ οἱ ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου εἰσήγαγον τοιαύτην ἀνωμαλίαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ κατηγγέλθημεν ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 συστηθὲν Ὑπουργεῖον, ὡς αἴτιοι τῆς παρούσης οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναζητήσωμεν τὸν αἴτιον ταύτης, ἵνα ἀνεύρωμεν αὐτόν. Κατὰ τὸ 1880 ἐλειτούργει, ὡς εἶπον, ἓν σύστημα φορολογικὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 εἶχον συντάξει ἐγὼ, Ὑπουργὸς τότε τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, καὶ εἶχον ἀναγράψει ὡς ἔσοδα πιθανὰ ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης δραχ. 3,800,000, εἶχον δ’ ἀναγράψει τόσον ποσὸν, ὁδηγηθεὶς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας τοῦ συστήματος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Κατὰ τὸ 1876 εἶχε βεβαιωθῆ ἔσοδον ἐκ τῆς δεκάτης δρ. 3,696,051, κατὰ τὸ 1877 ποσὸν δρ. 4,918,524, κατὰ τὸ 1878 ἔσοδον δραχμὰς 3,891,837, καὶ κατὰ τὸ 1879 ἔσοδον δραχ. 3,847,194. Ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος τοῦ κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη βεβαιωθέντος ἐσόδου ἐκ τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀνήρχετο εἰς δραχ. 4,088,401· διὰ τοῦτο εἶχον, ὡς εἴρηται, ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 ὡς πιθανὸν ἔσοδον δρ. 3,800,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τυγχάνων τότε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, μὲ ἤλεγξεν ὡς ἀναγράψαντα ἐξωγκωμένον τὸ ποσὸν, ἐν ᾧ δὲν εἶχον πιθανότητα νὰ εἰσπράξω ἔσοδα ἀνώτερα τῶν 3,000,000, ἰσχυρίσθη δὲ, ὅτι ἡ πιθανὴ ἐκ τῆς δεκάτης πρόσοδος ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ μόνον εἰς 3,000,000. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ὅτι μόνον 3,000,000 ἤθελον πιθανῶς εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὡς μὴ ἐπάγουσαν ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον μεγάλην. Οὕτως ὑπελόγιζεν, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἤθελεν εἰσπράξει 2,130,000, ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ τῶν 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς δεκάτης, δὲν ἦτο μεγάλη, οὐδ’ ἐπρόκειτο νὰ ζημιωθῇ τὸ Ταμεῖον, εἰμὴ δραχ. 870,000 μόνον. Ἡ ζημία ἑπομένως ἦτο μικρὰ ἀπέναντι τῆς μεγάλης ἀνακουφίσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ἡ γεωργία, ἀπαλλασσομένη ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τῶν εἰσπρακτόρων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ προκύψῃ εἰς τὸ Ταμεῖον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔσοδον δραχ. 2,130,000 κατὰ τὸ 1880, ἐβεβαιώθη ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον κατὰ τὸ 1880 ἐκ δραχ. 1,383,500, ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, οὐχὶ κατὰ 870,000, ἀλλὰ κατὰ 1,616,500. Εἶχε λάβει τότε πρόνοιαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καλύψῃ τὴν ζημίαν, ἣν προϋπελόγιζεν ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἐπρότεινε τότε καὶ ἐψηφίσθη αὔξησις κατὰ 2 δραχμὰς κατὰ χιλιάδα τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἀπὸ 2 εἰς 3%, ἡ μετατροπὴ τῆς πληρωμῆς τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, αὐξήσεις τινὲς τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, τῶν τελῶν τῶν μεταγραφῶν καὶ τῶν παιγνιοχάρτων. Ἐκ τῶν μεταβολῶν τούτων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγιζεν, ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει 3,000,000, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς πόσα εἰσέπραξε, διότι οἱ δεδημοσιευμένοι πίνακες δὲν περιέχουσι σημείωσιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων κατ’ ἐδάφιον. Ἀγνοῶ ἑπομένως, ἂν τὰ ἐκ τῶν αὐξήσεων τούτων εἰσπραχθέντα ἐκάλυψαν τὴν ἀνωτέρω σημειωθεῖσαν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1880 ἐκ μόνου τοῦ φόρου τῆς δεκάτης μετὰ δραχ. 1,616,500. Ἀλλὰ ἂν ἐξετασθῇ, πόση ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἐπῆλθε μείωσις τῶν ἐσόδων, πρέπει νὰ παραβληθῶσι τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τέσσαρα συνεχῆ ἔτη ὑπὸ ἑκάτερον τῶν συστημάτων θέλομεν δὲ ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας διὰ τῆς δεκάτης, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1876, 1877, 1878 καὶ 1879, ἐβεβαιώθη ἐξ αὐτῆς ἔσοδον δραχμὰς 16,353,606, κατὰ δὲ τὰ τέσσαρα ἑπόμενα ἔτη, καθ’ ἃ ἐφηρμόσθη ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 1880, 1881, 1882 καὶ 1883, ἐβεβαιώθη ἔσοδον 7,831,991, ἂν καὶ κατὰ τὰ δύο τῶν ἐτῶν τούτων, κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883, περιελήφθη καὶ ὁ φόρος τῶν δημητριακῶν καρπῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 8,521,615. Τῷ ὄντι ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης ἦτο κοινὴ ἐπιθυμία, οὐδεὶς δὲ ἠμφισβήτησε τὰς πιέσεις καὶ τὰς καταθλίψεις τῶν γεωργῶν κατά τε τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων. Ἦτο δὲ τοσαύτη ἡ ἐπιθυμία, ὥστε, ὡς καὶ χθὲς ἐμνημόνευσα, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἕκαστος ἔφερε ῥόπαλον καὶ κατεδίωκε τὴν δεκάτην εἰς τὰς διαφόρους γωνίας τῆς αἰθούσης Ἀλλ’ ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης ἐνομοθετήθη ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔσοδα, ἀφοῦ αἱ κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878 στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ εἶχον φέρει τὰ οἰκονομικὰ εἰς ἀνωμαλίαν, καὶ ἀφοῦ εἴχομεν κατὰ τὰ 1879 καὶ 1880 ἐκκρεμὲς ἐξωτερικὸν ζήτημα, τὸ τοῦ Πρωτοκόλλου περὶ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνωρίζομεν εἰς πόσα ἔξοδα ἤθελεν ἀκόμη μᾶς ὑποβάλει. Τὸ ἄξιον ἐκπλήξεως δὲ εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης ἦτο τόσον ἐπιθυμητὴ, συνεδύασαν αὐτὴν, κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ, μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἔθηκαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς πρωτότυπον ζήτημα: «ὅσοι ἀποδέχονται τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἀποδέχονται συγχρόνως καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἣν τότε ἐπρότεινεν ὁ κ. Τρικούπης», ἤτοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε παντάπασιν ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὅτι ὅσα ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879, τυγχάνοντες, ἐλέγομεν, ἦσαν πάντα ψεύδη, δι’ ὧν ἀπεπλανῶμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν ἡ Βουλὴ τότε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπεδέχθη τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, καὶ τὴν δῆθεν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον ἡμῶν παρῃτήθη, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Τρικούπης. Ἡμεῖς εἴχομεν συνομολογήσει κατὰ τὸ 1879 δάνειον 60 ἑκατομμυρίων, ἵνα ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου ἀπεδίδομεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν πρὸς ἀπότισιν τῶν πρὸς αὐτὰς χρεῶν τοῦ Δημοσίου, ὧν ἕνεκα εἶχεν ἐπιβληθῆ κατὰ τὸ 1877 ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὠφείλομεν τότε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν 6,772,746.18, εἰς γραμμάτια 31, 251,144.83. Τὸ ὅλον 38,023,891.01. Εἴχομεν δ’ ἀποδώσει ἐκ τοῦ δανείου εἰς αὐτὴν, εἰς μεταλλικὸν 6,772,746,18, εἰς γραμμάτια 19,329,979.16, τὸ ὅλον 26,102,725.34, καὶ ὠφείλομεν ἀκόμη δρ. 11,921,165.67. Εἴχομεν δ’ ἀποδώσει καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, εἰς μεταλλικὸν 1,377, 264.20 καὶ εἰς γραμμάτια 1,465,604.84, τὸ ὅλον 2,842, 869.04, καὶ ἐμένομεν ὀφειλέται ἀκόμη, εἰς μὲν τὴν Ἐθνικὴν δραχ. 11,921,165.67, ὡς εἴρηται, καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν δραχ. 4,797,076, τὸ ὅλον δραχ., 16,718.241, ὧν ἕνεκα ὑφίστατο ἔτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, μόλις ἀναβὰς ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, ἀνέτρεψε ταῦτα πάντα. Ἔλαβεν ὀπίσω τὰ χρήματα ἀπὸ τὰς Τραπέζας, καὶ διατάξας μετ’ ὀλίγον κατὰ τὸ 1880 τὴν ἐπιστράτευσιν ἐδαπάνησε πάντα ταῦτα εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, διότι ἐπείσθη τότε ἐκ τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐκλογῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι οὐ μόνον ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἀλλὰ καὶ ἐλύετο τοῦτο ὁριστικῶς ἐν τῇ δευτέρᾳ Συνόδῳ τοῦ Βερολίνου. Τοιαύτη ἡ ἱστορία τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ τοιαῦται αἱ αἰτίαι, αἱ παραγαγοῦσαι τὴν ὑπάρχουσαν ἀμηχανίαν. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ὑποληφθῶ ἐμπεφορημένος πόθου νὰ ἐγκαλέσω τινά, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνεκάλεσαν ἡμᾶς, ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐ μόνον μᾶς ἐνεκάλεσαν ἀδίκως, ἀλλ’ ὅτι μᾶς ἐνεκάλεσαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ δημιουργοὶ τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ οἵτινες μᾶς ὡδήγησαν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ περυσινοῦ ἔτους, καθ’ ὃν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἡμῶν καὶ τὴν τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ ἔκτοτε τὴν χώραν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔκρινε τότε, ὅτι δευτερευούσης ἀξίας ἦτο τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων καὶ ἡ μελέτη αὐτοῦ, ὅτι δὲ προηγεῖτο ἄλλο ζήτημα, τὸ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῆς Πολιτείας. Τὸ μέγα κακὸν κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἦτο, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐξελέγοντο κατ’ ἐπαρχίας, ἐφρόνει δὲ, ὅτι, ἄν κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ κακοῦ τούτου, πάντα τὰ ἄλλα εἶναι εὐθεράπευτα. Ἀφοῦ δ’ ἔλαβον ἱκανὴν προθεσμίαν, ἵνα μελετήσωσι τὰ πράγματα, συνεκάλεσαν τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον παρελθόντος ἔτους, καὶ εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδιά των. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ὥραν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, μᾶς ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐνέσκηψεν ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ἀπόσχωμεν τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Ποία ἦτο ἡ ὑπουργικὴ κρίσις; Ἦτο, διότι ἡ Βουλὴ εἶχε προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε προτείνει, καὶ ἐκφέρει γνώμην κατ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Στέμματος καὶ προβάλῃ, ἢ τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, ἄν τὸ Στέμμα δὲν ἠσπάζετο τὴν γνώμην του, ἢ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ὄχι. Δὲν γνωρίζω τί ἐφρόνουν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Κρίνω ὅμως πιθανώτατον, ὅτι, ἂν ἐκαλοῦντο νὰ ψηφοφορήσωσιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤθελον δώσει ψῆφον μέλαιναν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν εἶχε δοθῆ αὐτοῖς εὐκαιρία νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των ταύτην διὰ τῆς ψήφου των. Ἀληθῶς, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐπέσκηψεν ὑπουργικὴ κρίσις, καὶ ὅτι αὕτη ἐπέσκηψε διότι τὴν προτεραίαν εἶχον ζητηθῆ ἔγγραφά τινα περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἢ διπλωματικῶν πραγμάτων, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀρνηθῆ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, φρονῶν, ὅτι ἡ κατάθεσις αὐτῶν ἔβλαπτε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅτι τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅτι ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιμένει νὰ ζητῇ τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε τότε νὰ γίνῃ ψηφοφορία καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐπειδὴ δὲ τότε δὲν εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, τὴν ἐπιοῦσαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της, ἀποχωροῦσα τῶν ἐργασιῶν, καὶ παραλύουσα οὕτω τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, καὶ προεκάλεσεν ἕνεκα τούτου τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν. Λοιπὸν εἰς τὸ Στέμμα δὲν ὑπεβλήθη διαφωνία τις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπεβλήθη προαίρεσις μεμελετημένη τῆς Βουλῆς, νὰ παραλύῃ διὰ μέσων πλαγίων τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω, πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἂν καὶ διὰ τῆς ἄλλης πολιτείας της κατεστάθη ἀναξία τῆς ὑπερασπίσεώς μου, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον τῶν ἐργασιῶν της, ἤτοι ὅτε μετὰ τὴν διακοπὴν συνῆλθε νὰ ἐργασθῇ, οὐδὲν εἶχε παρεμβάλει πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τοῦ Ὑπουργείου. Λέγω ταῦτα, διότι, φρονῶν, ὅτι πάντοτε εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ ἐνασκήσει τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, θεωρῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἐπειδὴ δὲ ἐν πᾶσι τοῖς κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσι τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν ἀνεγράφη ὡς μέτρον σωτήριον, διότι ἐνασκεῖται, εἴτε ὅταν ὑπάρχῃ διαφωνία μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε ὅταν ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχῃ γνώμην, τὴν ὁποίαν τὸ Στέμμα θεωρεῖ προτιμοτέραν, εἴτε ὅταν ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἀνικανότητι νὰ συντηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς, θεωρῶ ὑπεύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον, διότι εἰσήγαγε προσθήκην εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, καὶ ἀνέγραψε καὶ ἄλλον λόγον διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὸν λόγον, ὅτι δύναται νὰ διαλύηται ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ ψευδεῖ προφάσει, ὅτι παραλύει μεμελετημένως τὰς κυβερνητικὰς ἐργασίας, διότι συνέβη μίαν φορὰν νὰ κληθῇ εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀφ’ οὗ δὲ παραπλήσιος λόγος ἐπροκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐπῆλθε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παραστήσας διὰ τοῦ Β. λόγου εἰς τὴν νέαν Βουλὴν τὰ πράγματα ἀλλοῖα ἢ ὅπως συνέβησαν. Τί εἶπε διὰ τοῦ Β. λόγου εἰς τὴν Βουλήν; Ὅτι διὰ τῶν γενομένων ἐκλογῶν ἐξεδηλώθη ἡ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ Ὑπουργείου γνώμη τοῦ Ἑλλην. λαοῦ, καὶ ὅτι οἱ ἐκλεχθέντες ἀρτίως βουλευταὶ ἐνετάλησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐπιτελέσωσι τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλ’ ἕνεκα διαφωνίας τῆς διαλυθείσης Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος διελύθη ἡ Βουλή; Διελύθη διότι δὲν ἀπεδέχθη τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργείου; Μόνον, ἂν τοιοῦτόν τι εἶχε συμβῆ, τὸ Ὑπουργεῖον ἤθελε διασαλπίσει εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Βουλὴ διελύθη ἕνεκα τοιαύτης διαφωνίας, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἤθελον διὰ τῆς διαλύσεως κληθῆ νὰ ἀποφανθῶσιν, ἂν ἀπεδέχοντο, ἢ ὄχι, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως, ἂν ἐνέκρινον τὴν γνώμην τῆς τότε πλειοψηφίας, ἢ τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλὰ κατὰ τὰς γενομένας ἐκλογὰς οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις τοιοῦτον ἔθηκε ζήτημα, οὐδ’ οἱ ἐκτεθέντες κατ’ αὐτὰς ὑποψήφιοι ἐδήλωσαν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἦσαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ἰδίως δὲ οἱ κ. κ. βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν, οὐχὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν ἐξέδωκαν πρόγραμμα, οὔτε διαβεβαίωσιν ἔδωκαν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἀσπάζονται τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργείου· ἑπομένως δὲν φέρουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ βάρος τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἐπὶ τῶν ὤμων, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Β. λόγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐπιθέσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Διήλθομεν δὲ, Κύριοι, δυστυχῶς τὰς ἐκλογὰς κατὰ καινοφανῆ τρόπον. Δὲν πρέπει νὰ ποιήσωμαι μνείαν τοῦ πλήθους τῶν διορισμῶν καὶ παύσεων τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Ὅταν δ’ ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ περὶ τούτων λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνεθυμήθην πρότασίν τινα, τὴν ὁποίαν εἷς ἐπιφανὴς πολιτευτὴς τῆς πατρίδος, ἀποθανὼν ἤδη, εἶχε προβάλει ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Δὲν σκοπῶ νὰ ποιήσωμαι μνείαν οὐδὲ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα παρενεβλήθησαν μεταξὺ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ ἐμοῦ συνάδελφοι ἐποιήσαντο λόγον πρὸς τὴν Βουλήν, κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας, καθ’ ἃς δὲν μετέσχον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς· ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι μνείαν δύο συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀληθῶς καινοφανῆ, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθη νὰ δίδῃ τὴν πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ὤθησιν, νὰ μοὶ φέρῃ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα συμβεβηκότος, παραπλησίου πρὸς τὰ δύο ταῦτα, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει. Τὸ ἓν τῶν συμβεβηκότων τούτων, τὸ ὁποῖον ἐνόμισα, ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραλίπω, εἶναι ἡ ἐπιμεμελημένη καὶ μετὰ φροντίδος πραγματοποιηθεῖσα κατασπορὰ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς ἀνήκουσιν. Ἡ δρᾶσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνεργοῦσιν οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἀφῃρημένη, ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῇ ἁπλῆ, περιοριζομένη μόνον εἰς τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας πρὸς αὐτοὺς ἔχουσιν οἱ οἰκεῖοι καὶ συγγενεῖς αὐτῶν, εἶναι δρᾶσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἐπαναλαμβανομένην κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς πατρίδος μου. Τὸ δεύτερον συμβεβηκός, τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ μνημονεύσω, εἶναι ἡ παρουσία Ὑπουργῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν πατρίδι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Δήμῳ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν νὰ ἐκλεχθῶσιν. Ἐὰν ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὑπεχρέωσε τοὺς Δημάρχους νὰ παραιτῶσι τὸ ἀξίωμά των, πρὶν ἢ κατέλθωσιν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἐξουσίας των ἐπηρεάζωσι τοὺς ἐκλογεῖς, ποίαν τάχα ἤθελε λάβει πρόνοιαν περὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἂν ὑπέθετεν, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον Ὑπουργὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα του καὶ ἐπιστατήσῃ προσωπικῶς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἐκλογήν; Πρὸ 25 ἢ 26 ἐτῶν ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου, θανόντος ἤδη, μετ’ εὐλαβείας μνημονεύω. Οὗτος εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς πατρίδος αὑτοῦ, καὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας πρὸ τοῦ χρόνου τῆς ψηφοφορίας ἔλαβεν ἄδειαν ἀπουσίας καὶ μετέβη εἰς τὴν πατρίδα αὑτοῦ, ἔνθα παρέμεινε τέσσαρας ἡμέρας. Τότε δὲ κατεξανέστη ὁ κόσμος, καὶ ἡ δημοσιογραφία διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτῆς, καὶ παρεστάθη τὸ πρᾶγμα ὡς ἀποτρόπαιον διὰ τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Αὐτὸς ἦτο ὁ μακαρίτης Νικόλαος Παπαλεξόπουλος. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἀνδριάντος ἑνὸς ἀνδρός, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει εὐγνωμοσύνην. Καὶ ἐπέπρωτο ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἄνδρα τῆς Ἑλλάδος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐμπόρευμα, ἵνα ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ ἐκλογικαὶ ἀνάγκαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀνεγίνωσκον τελευταῖον, ὅτε διετέλουν μακρὰν τῆς Βουλῆς, λόγον, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1870 ἀπήγγειλεν εἴς τινα συνεδρίασιν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῆς Γαλλίας. Ὁ λόγος οὗτος εἶναι τὸ ἓν ἄκρον. Τὸ ἄλλο ἄκρον εἶναι ἡ περὶ τῶν ἐκλογῶν γνώμη τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ. Ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ φρονεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ γνωστοποιῇ εἰς τὸν λαὸν, ποῖοι ἐκ τῶν ὑποψηφίων εἰσὶν ἀρεστοὶ αὐτῇ, ποῖοι δηλ. ἀσπάζονται τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ὀφείλει νὰ τὸ ἐνασκήσῃ, ἵνα φωτίσῃ τὸν λαόν, διὰ νὰ δώσῃ ἐν γνώσει τὴν ψῆφόν του. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἀνασκευάζουσιν ἄλλοι, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ποῖοι ἐκ τῶν ὑποψηφίων ἀσπάζονται τὴν γνώμην της, καὶ ἑπομένως ποῖοι εἶναι ἀρεστοὶ εἰς αὐτήν, διότι οἱ ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑποψήφιοι ὀφείλουσι νὰ ἐκδίδωσι πρόγραμμα καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ φωτίζωσι τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὸν λαὸν περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῆς διοικήσεως τῆς πατρίδος των. Ἡ εἰς ἄκρον ἀντίθετος γνώμη πρὸς τὴν τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀπεφήνατο ὁ κ. Γρεβὺ, καὶ τὴν ὁποίαν θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναγνώσω, λαβὼν ἀντίγραφον τοῦ λόγου αὐτοῦ ἐκ τῆς Ἐπισήμου Ἐφημερίδος, δι’ ἧς ἐδημοσιεύοντο τότε τὰ πρακτικὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τῆς Γαλλίας. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ κ. Γρεβύ. (Ἀναγινώσκει). «Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραιτηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι τῶν ἐπισήμων ὑποψηφίων, ἀλλ’ ὅτι θὰ διατηρήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ διακηρύττῃ τὰς προτιμήσεις της καὶ νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοὺς παρ’ αὐτῆς προτεινομένους ὑποψηφίους. «Εἰμὶ πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀνακοινώνων ταῦτα, ἐπίστευσεν, ὅτι ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν ἐπισήμων ὑποψηφίων καὶ τῶν προτιμητέων ὑποψηφίων. Ὑποστηρίζω δὲ, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ὑπάρχει. Ὑποστηρίζω, ὅτι αἱ ἐπίσημοι, ἢ αἱ προτιμητέαι ὑποψηφιότητες, ἢ αἱ υἱοθετούμεναι, ὅπως καὶ ἂν ὀνομάσῃ τις αὐτὰς, δὲν εἶναι, εἰμὴ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ διαφορά τις μεταξὺ αὐτῶν, ἀμφότεραί εἰσιν ἐπίσης παράνομοι, καὶ παράγουσιν ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ ἀμφότεραι ἀποτελέσματα. Ματαίως ζητῶ τὴν ὑπάρχουσαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἐπισήμου ὑποψηφιότητος καὶ τῆς προτιμητέας ὑποψηφιότητος. Δὲν δύναμαι οὐδεμίαν νὰ ἀνεύρω. Μήπως ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιπτώσεσιν ἡ Κυβέρνησις δὲν βοηθεῖ τὸν παρ’ αὐτῆς προτιμηθέντα ὑποψήφιον; Μήπως τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ αὐτό; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφάνη, ὅτι ἤθελε νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ ἀκριβῶς, ὅτι, ἀφ’ οὗ ἡ Κυβέρνησις περιορίζεται νὰ ἐκδηλώσῃ μόνον προτίμησιν, περιήρχετο ἐντὸς κύκλου ἀδρανείας, καὶ δὲν ἤθελεν ἑπομένως ἐργασθῆ ποσῶς εἰς ἐπιτυχίαν τοῦ ὑποψηφίου, ὃν προετίμα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι πλάνη. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐργασθῆ πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ, καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ ἐργασθῇ. Θέλει ἐργασθῆ πρὸς τοῦτο ἐν πρώτοις διὰ τοῦ γεγονότος τούτου, ὅτι υἱοθέτησεν αὐτὸν, ὅτι ἐπροτίμησεν αὐτόν. Δὲν υἱοθέτησεν, εἰμὴ διὰ νὰ συστήσῃ. Ἡ υἱοθεσία, ἢ ἡ προτίμησις, δὲν δύναται οὔτε ἄλλον σκοπὸν, οὔτε ἄλλο ἀποτέλεσμα νὰ προτίθεται. Υἱοθετεῖν, προτιμᾶν, σημαίνει συνιστᾶν, καὶ συνιστᾶν δὲν σημαίνει ἐργάζεσθαι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ υἱοθετηθέντος, ἢ προτιμηθέντος; Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐργασθῇ πρὸς τοῦτο δι’ ὅλων τῶν μέσων, καὶ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας διαθέτει. «Ἀναμιχθεῖσα δ’ ἅπαξ εἰς τὴν ἐκλογὴν, πῶς ἤθελε σταματήσει; Ἂν ὁ ὑποψήφιος αὐτῆς ἡττηθῇ, δὲν ἤθελεν ἡττηθῆ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις; Θὰ εἰσέλθῃ λοιπὸν εἰς τὴν πάλην, διὰ νὰ μὴ παλαίσῃ; θ’ ἀφεθῇ νὰ ἡττηθῇ, χωρὶς νὰ πολεμήσῃ; Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὅθεν υἱοθετεῖν ὑποψήφιόν τινα, προκηρύσσειν προτίμησιν αὐτοῦ, δὲν σημαίνει, ὅτι συνιστᾷ μόνον αὐτὸν, ἀλλ’ ὅτι ἀναγκάζεται νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτόν. «Καὶ τίς δισταγμὸς ἤθελε δυνηθῆ νὰ σταματήσῃ τὴν Κυβέρνησιν; Ἂν νομίζῃ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς, νὰ ἐκλέγῃ καὶ αὕτη, νὰ ποιῆται γνωστὴν τὴν προτίμησιν τούτου, ἢ ἐκείνου, καὶ νὰ συνιστᾷ διὰ τῶν διακηρύξεών της, διατὶ ἤθελεν ἀρνηθῆ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν νίκην; Τίς ἔλεγχος συνειδήσεως ἤθελεν ἀναγκάσει αὐτὴν νὰ σταματήσῃ ἐν τῇ ὁδῷ, εἰς ἣν εἰσῆλθε; «Τὸ δικαίωμα τοῦ παρεμβαίνειν εἶναι πλέον δεδικαιολογημένον, διότι εἶναι λογικὴ καὶ ἀναγκαία συνέπεια τοῦ πρώτου. Προβάλλω λοιπὸν τὴν ἐρώτησιν ταύτην: Ἄν ἡ Κυβέρνησις παρεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐκλογήν, ἂν διακηρύσσῃ προτίμησιν ὑπὲρ ἑνός, ἂν υἱοθετῇ ἕνα ὑποψήφιον, ἂν συνιστᾷ αὐτὸν, ἂν ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας του, κατὰ τί διαφέρει τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ τῶν ἐπισήμων ὑποψηφιοτήτων; Κατ’ οὐδέν. «Ἂν ὑπάρχῃ ἀλλαγὴ συστήματος, αὕτη συνίσταται εἰς τὴν λέξιν, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό. Δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἐπίσημοι ὑποψηφιότητες, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ὑποψηφιότητες προτιμήσεως, ὑποψηφιότητες υἱοθεσίας, ὑποψηφιότητες συστάσεων, καὶ καθὼς αἱ πρὶν ὑποστηριζόμεναι καὶ ὠθούμεναι δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Διοικήσεως. Τὸ σύστημα, τὰ μέσα, τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἀλλάσσουσι. «Συμπεραίνω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπισήμων ὑποψηφιοτήτων καὶ τῶν υἱοθετηθεισῶν, μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου συστήματος, οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ πιστεύῃ ἐν καλῇ πίστει, ὅτι ἐγκαταλείπει κατάχρησιν, ἥτις ἐξήγειρε τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Γαλλίας ἁπάσης. Ἀπατᾶται, οὐδὲ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πλάνην ταύτην. Ἀλλὰ μ’ ὅλον ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ πασιφανὲς, θέλουσι νὰ εἰσαγάγωσι διαφοράν τινα μεταξὺ τῆς ἐπισήμου καὶ τῆς ἀποδεκτῆς ὑποψηφιότητος; Πάντοτε θέλει ἀπομείνει τι διὰ τῶν ἀποδεκτῶν ὑποψηφιοτήτων, τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπέμβῃ ἐν τῇ ἐκλογῇ, διὰ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων. «Ὅθεν τοῦτο εἶναι δικαίωμα, ὅπερ δὲν ἀνήκει εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμίγνυται εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπ’ οὐδὲν πρόσχημα, ὑπ’ οὐδὲν μέτρον κατ’ οὐδένα τρόπον. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀρνοῦμαι, τὸ ἀμφισβητῶ διὰ τοῦ πλέον ῥιζικοῦ καὶ ἀπολύτου τρόπου. «Ἀμφισβητῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμίγνυται εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ οἱονδήποτε τίτλον. Ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν βουλευτῶν, πρέπει αὕτη νὰ ἀντλῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἴτε ἐκ τοῦ νόμου, εἴτε ἐκ τῆς φύσεως τῆς ἁρμοδιότητός της. Δὲν τὸ ἀντλεῖ ἐκ τοῦ νόμου. Οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ ἐκλογικὸς νόμος, οὔτε ἄλλος τις γραπτὸς νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμίγνυται εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν μελῶν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅπερ οὐδαμῶς παραχωρεῖ αὐτῇ ὁ νόμος, δὲν ἀντλεῖ ἄλλως οὐδ’ ἐκ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς. «Τὸ κυρίαρχον ἔθνος διαιρεῖ εἰς δύο μέρη τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ὑπάρχει, δημιουργῆσαν διπλοῦν ἀντικείμενον τῶν δύω διακεκεκριμένων καὶ ἔν τισιν ἀντιθέτων ἐξουσιῶν. Εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ἀνέθηκε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων ἀνέθηκε τὸ ἕτερον μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ἐπὶ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῆς πολιτικῆς. Ἐπὶ τίνι τίτλῳ, ἡ ἑτέρα τῶν δύω ἐξουσιῶν ἤθελεν ἀναμιχθῆ εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ἑτέρας; Τίνι τίτλῳ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναμιχθῆ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐντολῆς τοῦ Ἔθνους πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους του; Ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ Ἔθνος παραγγέλλει; ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ Ἔθνος, ὅπερ οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσιν; Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκλογεύς. Οἱ πολῖται, οἵτινες ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, οἱ ὑπάλληλοι πασῶν τῶν κλάσεων καὶ πάντων τῶν βαθμῶν δύνανται ἀναμφιβόλως, ὡς ἁπλοῖ ἐκλογεῖς, νὰ λάβωσιν ἐν τῇ ἐκλογικῇ κινήσει καὶ τῇ ψηφοφορίᾳ τὸ μέρος, ὅπερ ἐκ τοῦ νόμου ἀνήκει αὐτοῖς, ὡς ἐξήγησεν αὐτὸ πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος φίλος κ. Πικάρ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὡς δημοσία ἐξουσία, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐν τίνι τίτλῳ ἤθελε παρέμβει; ἐν τίνι τίτλῳ ἤθελε παρέμβει μεταξὺ τοῦ ἐντολέως καὶ τοῦ ἐντολοδόχου, διὰ νὰ καταχρασθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ πρώτου, καὶ ὑποδείξῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δευτέρου; «Ὅταν ὑφαρπάσωσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, ὅταν ἀλλοιώσωσι τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, παραχαράσσουσι καὶ δημεύουσι τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, οἱ δὲ δημόσιοι λειτουργοὶ καὶ τὰ δημόσια καθήκοντα θέλουσι διαφθαρῆ.» Τί ἤθελεν εἰπεῖ ὁ κ. Γρεβύ, ἂν ἐμάνθανεν, ὅτι Ὑπουργός, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ διατελῶν κἂν ἐν ἀδείᾳ, ἀλλὰ τυγχάνων ἐν ἐνεργείᾳ, παρίστατο πρὸ τῶν ἐκλογέων!
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.)
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἱστορία τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν προκληθεὶς ἠναγκάσθην ν’ ἀφηγηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνδεχόμενον εἶναι, Κύριοι, νὰ ἐνέβαλεν ὑμᾶς εἰς κάματον· ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιτείνητε τὴν ἀνοχήν σας ἐπὶ μικρὸν, διότι καὶ ἐγὼ δὲν θέλω μακρύνει ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ αἴτιος, ὁ δημιουργὸς τῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ δημιουργὸς τῆς παρούσης ἀπαισίου οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἔχομεν ἡμεῖς, ὡς εἶπον, καθῆκον, νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς θέλομεν βελτιώσει αὐτήν· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀποχρῶντα χρόνον πρὸς μελέτην καὶ πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ἐπιτήδεια πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, σᾶς ἐπρότεινε κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, τὰ ἑξῆς μέτρα. Σᾶς ἐπρότεινε νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα, ἀποδεχόμενοι αὔξησιν κατὰ 20% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ προϋπελόγισεν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν 20% θέλει εἰσπράξει, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν περισσότερα 460,000, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 600,000, ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν περιβολίων περισσότερα 6,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν σύκων περισσότερα 50,000, ἐκ τῶν λακωνικῶν προϊόντων περισσότερον 18,000, ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου τοῦ καπνοῦ δραχ. 70,000, ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν κουκουλίων περισσότερον 2,100, ἐκ τῆς σταφίδος περισσότερον 760,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν περισσότερον δρ. 20,000, ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων περισσότερον 600,000, ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τῶν μεταβολῶν τοῦ νόμου καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν 20% περισσότερα 1,040,000, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν 420,000, ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου, πλὴν τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, ἐξ οὗ θέλει προκύψει αὔξησις μεγάλη, καὶ δραχμὰς ἔτι 528,000, ἕνεκα τῆς προσθήκης τῶν 20%, ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν δασῶν 209,000, κ.τ.λ. Σᾶς ἐπρότεινε δὲ καὶ ἐμμέσους φόρους, ἤτοι αὐξήσεις ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν 15% δρ. 4,170,852, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ζακχάρεως δραχ. 1,255,688, καὶ ἐξ ἄλλων μεταβολῶν τοῦ δασμολογίου 2,700,000, δηλ. ἐκ μόνων τῶν τελωνιακῶν τελῶν 8,126, 535· ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων 750, ἐκ τῶν κοπτηρίων τοῦ καπνοῦ 3,700,000, ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου 1,900,000, ἐκ στρατευσίμων ἀπαλλασσομένων, ἢ ἐξαιρουμένων, 600,000. Τὰ προσδοκώμενα ταῦτα ἔσοδα πρέπει νὰ ὑπαχθῶσι κατὰ διακεκριμένας κατηγορίας εἰς αὐξήσεις τῶν ἀμέσων φόρων, εἰς αὐξήσεις τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ εἰς αὐξήσεις ἐσόδων διὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν, οἷα τυγχάνει ἡ αὔξησις κατὰ 600,000 ἐκ τῶν ἀπαλλασσομένων ἢ ἐξαιρουμένων στρατιωτῶν. Ἡμεῖς εἴχομεν κατὰ τρεῖς περιόδους ἀναγκασθῆ νὰ ὑποβληθῶμεν, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Εἴχομεν αὐτὰς κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878, αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τῶν ὁποίων παρεσκεύασαν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Εἴχομεν στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ κατὰ τὸ 1881, αἱ ὁποῖαι ἐπηύξησαν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 περιωρίσθη μὲν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τοῦ ὁποίου ὅμως τὰ χρήματα ἀναλαβόντες αὖθις ἀπὸ τὰς Τραπέζας, ἐπληρώσαμεν διὰ τὸ ἔλλειμα τοῦ 1880 καὶ 1881, ἐκαλύφθη ὅμως τῶν δύο τούτων ἐτῶν τὸ ἔλλειμα ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν πωληθεισῶν 24 χιλ. ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὸ 1882 εἶπον, ὅτι, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὗρε καὶ κληροδότημα 15 περίπου ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 δὲν ἀποκατεστήσαμεν τὴν τάξιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν τότε ἐπεψήφισεν ἡ Βουλή, διότι εἰσεπράξαμεν μὲν κατὰ τὸ 1882 ἕνεκα τούτου περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἴχομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1881, ἀλλὰ καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1882 καὶ αἱ ἑπόμεναι τοῦ 1883, 1884 καὶ 1885 κατέληξαν εἰς διαδοχικὰ ἐλλείμματα μέχρι τῶν 30 ἑκατομμυρίων, εἰς ἃ ἀνεβιβάσθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884. Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις, εἰς ἔξοδα ἀμετάβλητα καὶ ἔξοδα μεταβλητά. Τὰ ἀμετάβλητα ἔξοδα εἶναι τὰ στηριζόμενα ἐπὶ ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, πηγασασῶν ἐκ συμβάσεων. Τοιαῦτα εἶναι τὰ πληρονόμενα πρὸς τὰς τρεῖς Δυνάμεις ἀπέναντι τοῦ χρέους τοῦ παλαιοῦ τοῦ 1833, τὸ χρέος πρὸς τὸν πρώην Βασιλέα, τὰ χορηγήματα τῶν ναυτικῶν νήσων, τὰ χορηγήματα ἀπέναντι παλαιῶν ἀπαιτήσεων, οἱ τόκοι τῶν χρηματικῶν ἐγγυοδοσιῶν, τὰ ἐδαφονόμια ἐν Ἑπτανήσῳ, τὰ χρεωλυτικὰ καὶ πάγια δάνεια, οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων, τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, αἱ συντάξεις αἱ στρατιωτικαὶ, αἱ συντάξεις αἱ ναυτικαὶ, αἱ ἐκκλησιαστικαὶ, αἱ πολιτικαὶ, αἱ τῆς Ἑπτανήσου, αἱ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἡ χορηγία πρὸς τὸν Βασιλέα, ἡ ἀποζημίωσις τῶν βουλευτῶν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Πάντα ταῦτα ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἰς 45,008,996. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἔξοδα διοικήσεως, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 49,617,201. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν εἰσεπράξαμεν, δὲν ὑπερέβησαν τὰ 60 ἑκατομμύρια. Προϋπελογίσαμεν κατὰ τὸ 1882 ἔσοδα 61,269,233 εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ 1882 δρ. 58,759,224. Κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράξαμεν δραχ. 58,537,556, κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράξαμεν 58,980,855, καὶ κατὰ τὸ 1884 δραχ. 60,744,637. Καὶ διὰ νὰ φθάσωσιν αἱ εἰσπράξεις μέχρις 60 ἑκατομμυρίων, μετεχειρίσθημεν ἓν ἐργαλεῖον, τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε κατὰ τὸ 1883, καὶ ὁ ὁποῖος, ὡς τότε διεσκευάσθη, δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζοντο ἄλλοτε οἱ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας κατὰ τὸ παρελθὸν διοικηταὶ μεταβατικῶν σωμάτων, διὰ νὰ ἀναγκάσωσι τοὺς χωρικοὺς νὰ ὁμολογήσωσιν ἢ ἀνακοινώσωσι τί γνωρίζουσι περὶ ληστῶν. Ὅσην καὶ ἂν μετήλθομεν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα αὐστηρότητα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα τῶν 60,744,637, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1884. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην, ἔχομεν ἔξοδα ἀμετάβλητα 45,008,996, μεταβλητὰ δὲ 49,617,201, τὸ ὅλον 94,626,197, ἂν εἰσεπράξαμεν 60,744,637 κατὰ τὸ 1884, θέλομεν ἔχει 16 ἑκατομμύρια μόνον διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἀπαιτοῦνται 49,617,201· ἑπομένως θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα ἐκ 33 καὶ πλέον ἑκατομμ. Αὐτὸ τὸ ἔλλειμα ἠθέλησε νὰ καλύψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνας εἰς ἡμᾶς τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπηρίθμησα. Ὅταν εὑρίσκηται Κράτος τι εἰς διατάραξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχει τρεῖς ὁδοὺς, τρία μέσα, εἰς ἃ νὰ προσφύγῃ. Ἔχει τὴν συνομολόγησιν δανείων, ἂν ἐλπίζῃ, ὅτι δύναται διὰ τῆς προϊούσης αὐξήσεως τῶν προσόδων τῆς χώρας ν’ ἀποσβέσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ ἕνεκα τούτου νέους φόρους εἰς τὸν λαόν. Ἔχει δεύτερον τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἢ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων. Καὶ ἔχει τρίτον τὸ σύστημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν. Τὸ σύστημα τοῦ διὰ δανείων προσπορισμοῦ τῶν ἐλλειπόντων, ὡς εἶπον, ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ἔτος 1887 δὲν παρέχει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐδεμίαν ἐλπίδα, ἵνα προσφύγῃ εἰς αὐτὸ, ἀφοῦ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δανεισθῇ οἱονδήποτε ποσὸν, ἔστω καὶ 100,000 δραχμῶν. Λοιπὸν δὲν ἔμενον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἰμὴ μόνον τὰ δύο συστήματα, τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἢ τῆς ἐπιβολῆς νέων, καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Ἐπροτίμησε τὸ πρῶτον, μένει δὲ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ σύστημα τοῦτο δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς τὸν σκοπὸν, ὅπως προτιμήσωμεν αὐτὸ καὶ ἐφαρμόσωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς προτείνει. Τῳόντι μοὶ φαίνεται πρόβλημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν εἶναι λελυμένον. Ἄν κατὰ τὸ 1880 εἰσεπράξαμεν 37,185,835, ἂν κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράξαμεν 41,775,788, ἂν κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράξαμεν 58,751,224, ἂν κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράξαμεν 58,537,556, ἂν κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράξαμεν 60,744,637, ἂν τέλος κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράξαμεν 58,980,855, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸ 1887, 96,975,390, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886 εἰσαχθέντι Προϋπολογισμῷ, ἢ 94,656,907, ὅσα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ νῦν εἰσαχθέντι Προϋπολογισμῷ; Ἐὰν ἐξετάσητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884 καὶ 1885, θέλετε ἀνεύρει, ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων συλλήβδην κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα 59,040,756 δραχμάς. Ἄν κατὰ τὴν σειρὰν τεσσάρων ἀλληλοδιαδόχων ἐτῶν ἀπετύχομεν κατὰ 59 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, πόσον θέλομεν ἀποτύχει, κατὰ μέσον ὅρον, τὸ ἔτος 1887, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀξιοῦμεν ἀντὶ 60 ἑκατομμυρίων νὰ εἰσπράξωμεν περίπου 97 ἑκατομ., ἢ 94,956,907; Ἄνευ τῆς ἐπικουρίας τοῦ νόμου ἐκείνου, περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, δὲν ἠθέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1884 τὰ εἰσπραχθέντα 60,744,637. Ἄν ἐμειώθησαν κατὰ τὸ 1885 τὰ εἰσπραχθέντα εἰς 58,980,855, ἀποδοτέον τοῦτο εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς. Ἄν ἀθροίσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1885, συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα περισσότερα ἐν ὅλῳ, ἀφ’ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1880, δρ. 80,270,919,56. Πόσα κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς πενταετίας ὑπολογίζετε, ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῆς προβαινούσης προόδου τῆς χώρας; Ἔχομεν πέντε ἔτη· θέλετε νὰ ὑπολογίσωμεν 3 ἑκατομμύρια τὸ ἔτος αὔξησιν; θέλετε 4 ἑκατομμύρια; Ὑπολογίσατε 4 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· ἐπειδὴ εἶναι τέσσαρα ἔτη, ἔχετε ἐκ τούτου αὔξησιν 16 ἑκατομμυρίων. Πόσα ὑπολογίζετε ὡς αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν; Εἶναι 5 ἔτη· εἰσεπράξαμεν 4 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος; θέλομεν ἔχει βεβαίως 20 ἑκατομμύρια· 20 ἑκατομμύρια καὶ 16 ἑκατομμύρια ἀποτελοῦσι 36 ἑκατομμύρια. Ἄν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ 88,278,910.56, ὑπολείπονται 55,270,910,56, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη, περισσότερα ὅσων εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1880. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ ἐξετάσω καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, γενικὴν, τὴν ὑπόθεσιν. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράξαμεν περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἰσεπράξαμεν τὸ 1880, δραχ. 4,589,952.50. Κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράξαμεν περισσότερα, ἀφ’ ὅσα τὸ 1881, δραχ. 16,981.436.20. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ 1883 καὶ ἐντεῦθεν δὲν εὑρίσκομεν πλέον αὔξησιν. Ἂν κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράξαμεν περισσότερα 443,299.66, κατὰ τὸ 1883, τὸ ἀμέσως ἑπόμενον τοῦ 1882, εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1884 κατὰ 213,668.29, ἂν καὶ εἰσεπράξαμεν τοὺς φόρους εἰς νέας δραχμὰς, ἂν καὶ ἐπεβάλομεν φόρους ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἂν καὶ εἰσηγάγομεν τὰ μονοπώλια καὶ τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Οἱ κατὰ τὸ 1884 ἐφαρμόσαντες τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰσέπραξαν περισσότερον ἀφ’ ὅσα εἰσεπράξαμεν ἡμεῖς τὸ ἑπόμενον ἔτος, κατὰ δραχ. 1,763,781:31 μόνον. Ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως ἐξηντλήσαμεν τὰ ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τοῖς Ταμείοις τῶν ἐργαζομένων καὶ παραγόντων, κατὰ τοιοῦτον τρόπον προσδοκᾶτε, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει καὶ 36 ἀκόμη ἑκατομμύρια περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1884; Ἂς ἐξετάσωμεν κατὰ μέρος τοὺς διαφόρους φόρους. Κατὰ τὸ 1882 τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 13,517,857 δραχμὰς, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,447,312, ἤτοι κατὰ 11% περίπου. Ἐκ ποσοῦ ἐσόδων 14,205,000, προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1883 ἐκ τοιούτων ἀμέσων φόρων, εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερον 2,202,126, ἤτοι τὸ καθυστέρημά μας ἀνῆλθεν εἰς 16%. Κατὰ τὸ 1884, ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐκ 16,825,000, εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα, 3,516,277, ἑπομένως τὸ καθυστέρημά μας εἶναι μεγαλείτερον καὶ ἀνῆλθεν εἰς 21%· κατὰ τὸ 1885 ἐπὶ προϋπολογισθέντων ἐσόδων, ἐξ ἀμέσων φόρων, 14,478,500, τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἶναι ὀλιγώτερα κατὰ 3,591,596, ἂν δ’ ὑποτεθῆ, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἤθελον εἰσπραχθῆ 591,515, κατὰ 3 μόνον ἑκατομμύρια, ἑπομένως τὸ καθυστέρημα εἶναι 20%, ἂν καὶ προϋπελογίσαμεν ἔσοδα κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸ 1886 προϋπολογισθέντων 2,340,500. Καὶ ἐνῷ ἕκαστον ἔτος εἴχομεν ἔλλειμμα τοσοῦτον, κατὰ τὸ 1887 ἀξιοῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐξ ἀμέσων φόρων 21,642,800! Προβαίνω εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Κατὰ τὸ 1882 ἐξ ἐμμέσων φόρων εἰσεπράχθησαν 29,459,821. Τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 714,671.85, ἤτοι καθυστέρημα 2,5%. Κατὰ τὸ 1883 ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἐσόδων 42,565,000, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ 10,413, 875.08, ἤτοι καθυστέρημα 24,5%. Κατὰ τὸ 1884 ἐκ προϋπολογισθέντων 51,580,000, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 17,861,007.99, ἤτοι πλέον τῶν 34,5%. Καὶ κατὰ τὸ 1885, ἐκ προϋπολογισθέντων τοιούτων ἐσόδων ἐκ δραχ. 41,491,769, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 8,595,953.72 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἤτοι κατὰ 20,5%. Καὶ ἀφοῦ ἔχετε καθυστέρημα, τὸ πρῶτον ἔτος 21½, τὸ δεύτερον ἔτος 24½, τὸ τρίτον 34,5%, καὶ τὸ τέταρτον 20,5%, ἐλπίζει τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὸ 1887 δραχ. 50,113,183, ἤτοι περισσότερα τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1885 προϋπολογισθέντων 8,821,414, περισσότερα δὲ τῶν κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθέντων 17,217,367. Ἐὰν προβῶ εἰς ἄλλο κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, εὑρίσκω καθυστέρημα πολὺ μεγαλείτερον, ἐκπληκτικὸν, ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων. Καὶ σημειωτέον, ὅτι ἡ ἐκποίησις κτημάτων παριστᾷ τὰ ἀποταμιεύματα τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῇ κοινωνίᾳ προωρισμένα πρὸς κτήσεις ἀκινήτων, γνωρίζετε δὲ πόσον οἱ ἄνθρωποι εἶναι φιλοκτήμονες, καὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ αὐξήσωσι τὰς κτήσεις των. Καὶ κατὰ τὸ 1882, ἐπὶ προϋπολογισμοῦ ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων 3,818,660.71, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 1,748,587.83, ἤτοι κατὰ 48,5%. Κατὰ τὸ 1883 ἐπὶ προϋπολογισθέντων 4,040,460, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 1,786,558, ἤτοι κατὰ 44% καὶ πλέον. Κατὰ τὸ 1884, ἐπὶ προϋπολογισθέντων 4,435,000, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα κατὰ δραχμὰς 2,464,713.55, ἤτοι κατὰ 53½%. Καὶ κατὰ τὸ 1885, ἐπὶ προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 4,322,865, τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1886 ὀλιγώτερα κατὰ δραχ. 3,394,156.30, ἐὰν δὲ προσθέσητε πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς 21 μῆνας καὶ τὰ κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα τῆς χρήσεως εἰσπραχθέντα ἐξ ἀναλογίας, ἤτοι 77,392, τὰ εἰσπραχθέντα εἶναι ὀλιγώτερα κατὰ 3,316,764, ἤτοι κατὰ 77% σχεδὸν. Κατὰ τὸ διάλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης, αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου ἐξύμνησαν τὴν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, καὶ ἄλλοι μὲν τὴν ἀπέδιδον εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ ἄλλοι εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκτοπίσεως τῶν τελωνιακῶν φυλάκων ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, εἰς ἃς ἀνῆκον, μ’ ὅλον ὅτι ἐπανῆλθον οὗτοι εἰς αὐτὰς κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἂς ρίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν ἐκ τελωνιακῶν τελῶν περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων 893,204. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ 1880, περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους, εἶχε νομοθετηθῆ αὔξησις, διότι εἶχε διαταχθῆ ἡ πληρωμὴ τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰς νέας δραχμάς, τοῦτο δὲ συνεπῆγεν αὔξησιν κατὰ 12%, ἥτις δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 1,110,400. Κατὰ τὸ 1882 εἶχε προστεθῆ ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο δὲ τὸ δεκατημόριον ὑπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1881 εἰς 2 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸ 1881 εἰσπραχθέντων μόνον 182,222, ἑπομένως ἡ αὔξησις τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα εἶναι πολὺ ὑποδεεστέρα τῆς αὐξήσεως, ἡ ὁποία εἶχε προϋπολογισθῆ. Κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ δρ. 658,269. Κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν ἐπίσης ὀλιγώτερα κατὰ 2,815,671, ὀλιγώτερα δὲ τῶν κατὰ τὸ 1883 εἰσπραχθέντων κατὰ 1,835,486 καὶ 66)00, καὶ κατὰ τὸ 1884 ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατέβαλεν ἐξαιρετικοὺς κόπους πρὸς περιστολὴν τῶν λαθρεμπορίων καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν ἀσφαλῆ τῶν εἰσπράξεων τῶν τοιούτων ἐσόδων. Ὅταν εἰσήγετο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέλεγεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἤθελεν εἶσθαι περίπου 1,000,000, ἀλλ’ ὑπῆρξε μεγαλειτέρα. Κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ δραχ. 2,936, 602.78. Τὸ 1886 ἴσως εἶναι μάταιον νὰ τὸ ἀναφέρω. Μ’ ὅλα ταῦτα ἔχομέν τινα ἀποτελέσματα, ἧττον δυσάρεστα. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1886 ὑπῆρξεν αὔξησις, ἀλλὰ τοῦτο ἕνεκα τῆς ὥρας τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ δεύτερον ἕνεκα τῶν προστεθέντων κατὰ τὸ 1885. Κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ 324,720.43 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντων, τελωνιακὰ δ’ ἐν ὅλῳ τέλη κατὰ 364,859.61 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντων. Καὶ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ δρ. 214, 262.29 ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸν ἀντίστοιχον μῆνα τοῦ 1885 εἰσπραχθέντων, καὶ τελωνιακὰ τέλη ἐν ὅλῳ κατὰ δρ. 284, 699.34 ὀλιγώτερα τῶν κατ’ ἐκεῖνον εἰσπραχθέντων. Κατὰ Μάρτιον τοῦ 1886 παρετηρήθη αὔξησίς τις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ κατὰ Μάρτιον τοῦ 1885 εἰσπραχθέντα κατὰ δρ. 49,479.28, ἐνῷ ἡ ἐκ τῶν προστεθέντων κατὰ τὰ 1885 τελῶν ἀναλογοῦσα κατὰ μῆνα αὔξησις ἀνήρχετο εἰς 147,750. Ἀλλὰ κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886 ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν τελῶν. Ὁ μὴν ἦτο ἀπαίσιος, διότι κατ’ αὐτὸν ἐφηρμόσθη ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν ἑλληνικῶν παραλίων. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ταραχθῆτε διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις ἐξηκολούθησε καὶ κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, διότι κατ’ αὐτὸν εἰσεπράχθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη 1,050,968.55, ἐνῷ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ 1,289,383,36. Ὁ Ἰούνιος παρέστησεν αὔξησιν, ἐνῷ ὁ Ἰούνιος τοῦ 1885 εἶχεν εἰσπράξεις εἰσαγωγικῶν τελῶν ὀλιγωτέρας κατὰ δρ. 166,820.75. Ἐκ τῶν γενομένων προσθηκῶν εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη κατὰ τὸ 1885 ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις 147,750. Καὶ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν περισσότερα τῶν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1885 εἰσπραχθέντων ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δρ. 484,573.90, ἂν καὶ ἡ αὔξησις, ἕνεκα τῶν κατὰ τὸ 1885 προστεθέντων τελῶν, συνίστατο κατὰ μῆνα εἰς 147,750. Καὶ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν πλείω τῶν κατ’ Αὔγουστον 1885 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 454,692.75, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἕνεκα τῆς αὐξήσεως κατὰ τὸ 1885 τῶν τελῶν ἀναλογούσης αὐξήσεως, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1886 περισσότερα τῶν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1885 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 469,211.56, καὶ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886 περισσότερα, ἢ ὅσα κατὰ τὸ 1885, κατὰ 688,587.22. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσι βαθύτερον αἱ αἰτίαι τῆς αὐξήσεως ταύτης. Ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας διετελοῦμεν ἐν ἐπιστρατεύσει, ἥτις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἔχει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ ἐπιδημίαι ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιδημίας γεννᾶται νέα ζωή, ὡς καὶ μετὰ τὴν ἄρσιν τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν ἡ ἐμπορικὴ κίνησις εἶναι ζωηροτέρα, καὶ ὡς ἐκ τούτου φαίνεται τὸ φαινόμενον τῆς αὐξήσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ αὐξήσεις, αἱ προταθεῖσαι καὶ ἐφαρμοσθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ π. ἔ. ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἀνέρχονται εἰς ὀκτὼ καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἴσα ἴσα διότι εἶναι αὐξήσεις τόσον μεγάλαι, φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι πιθανὸν, κατὰ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσιν ἐπὶ τοιαύτης ὕλης, νὰ ἐπιφέρωσιν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, καθ’ ὃν χρόνον δὲν μετεῖχον τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου, ἤκουσα, ὅτι ἠμφισβητήθησαν οἱ κανόνες οὗτοι, ὅτι δηλ. ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπιφέρει ἐνίοτε τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπραττομένων. Καὶ ἐλησμονήθη, ὅτι, ὅσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τοσοῦτον προσπαθοῦσιν οἱ πολῖται νὰ ἀποφεύγωσι τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι ἔπεισαν τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ κηρυχθῇ κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ζητήσαντος νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐγώ, καὶ δὲν ἔχω αὐτὴν, διότι ἀντιπολιτεύομαι τὴν Κυβέρνησιν, ἢ διότι ὡς πολιτικὸς ἄνθρωπος ἐπιζητῶ δι’ αὐτῆς νὰ προσπορίσωμαι πολιτικόν τι κέρδος κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν, ἀλλὰ τὴν ἔχω ὡς ἁπλοῦς πολίτης, ἐνδιαφερόμενος περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος μου. Δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, τῆς ἐπιζητουμένης, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, εἴτε διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Εὔχομαι, νὰ μὴ ἀποδειχθῇ ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμός μου κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1887, καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ὁμαλὴ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ μολονότι τὸ εὔχομαι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θέλει ἀποτύχει. Ἂν δ’ ἀποτύχῃ, ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μοὶ φαίνεται δεινή, διότι, ἐὰν, ἀντὶ 96 ἑκατομμυρίων, εἰσπράξωμεν 60, ὅσα κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884, ἢ ἐὰν εἰσπράξωμεν 62, 65, 68 ἑκατομμ., ἔχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, 96 ἑκατομμ. διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ τὸ Κράτος, ἂν πληρωθῶσιν αὗται, θέλουσι μείνει ἄλλαι ἀνεκπλήρωτοι, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νόμιμον, ν’ ἀπαιτῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὀφειλῶν μας, ἐὰν ταύτας δὲν ἐκπληρώσωμεν, ἔχουσι δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπωσιν ἀνθρώπους κακῆς πίστεως. Καὶ ἂν ἦναι ἐπίμεμπτον, κατ’ ἐμὲ αἰσχυντηλὸν, εἰς τὸν ἰδιώτην, νὰ ἦναι κακῆς πίστεως, ὁποίας τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς θέλει ἐμποιήσει ἐντυπώσεις, ὅταν τὸ Κράτος φανῇ τοιοῦτον; Πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος μας. Ἀνέγνωσα ἔν τισιν ἐφημερίσι πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι, γενομένου λόγου περὶ τούτου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι εἴμεθα πάντοτε εἰς καιρὸν νὰ χρεωκοπήσωμεν. Μοὶ φαίνεται ὁ χαρακτηρισμὸς βαρύς, καὶ ἂν πρόκειταί ποτε ἀναπόφευκτον, ὅτι θέλομεν χρεωκοπήσει, ἂς σπεύσωμεν, πρὶν ἔλθῃ ἡ ὥρα αὕτη, νὰ δειχθῶμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα χρεωκόποι. Καὶ λοιπὸν δὲν ἀποδέχεσθε, μοὶ λέγουσι, τὸ σύστημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Ποίαν ἔχετε σεῖς γνώμην; Καὶ σεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι πρέπει νὰ ἔχητε γνώμην, δὲν πρέπει νὰ μετέρχησθε πολιτικὴν ἀρνητικήν. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ταῦτα λέγοντες καὶ ἐγκαλοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ τούτοις. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φωτίζουσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αὕτη προβάλλει. Ἤθελεν εἶσθαι μάλιστα ἁπλότης εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου νὰ ὑποβάλλῃ αὕτη ἕτερον μέτρον. Εἶπον, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο μεγίστη εἰλικρίνεια καὶ ἁπλότης, καθότι ὁ ἀγὼν θὰ μετετρέπετο, καὶ θὰ ἐξηλέγχοντο τὰ μέτρα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην, ὅταν θὰ γίνῃ Κυβέρνησις· τότε ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ ἑαυτῆς πρόγραμμα. Ἐὰν ὑποθέσητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὡς ἠξίουν οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ἐξέδιδε πρόγραμμα καὶ ἐδημοσίευε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ ζητήματος τόσον μεγάλου καὶ τόσον κρισίμου, μήπως ἐπρόκειτο νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ ζητήματος ἁπλοῦ ὡς π. χ. κατὰ τίνα τρόπον ἤθελεν κανονίσει τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἢ τῶν ταμιῶν; Πρόκειται περὶ ζητήματος κεφαλαιωδεστάτου, καὶ ὅταν τὰ ζητήματα ἦναι τοσοῦτον δυσχερῆ, καὶ τὰ πράγματα προέβησαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀναγκάζεται νὰ ἐκλέξῃ τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Ἀλλὰ ποίαν γνώμην θέλετε ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύουσι τὰ πράγματα; Τρεῖς ὁδοὶ ὑπάρχουσι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887: ἡ ὁδὸς τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἢ δι’ ἐπιβολῆς νέων, ἡ ὁδὸς τῶν δανείων, καὶ ἡ ὁδὸς τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Ἀφοῦ ἀποκρούομεν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀφοῦ ἡ ὁδὸς τῶν δανείων εἶναι κεκλεισμένη, δὲν μένει, εἰμὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Τί ἄλλο πρόγραμμα θέλετε; Ἀλλὰ, λέγουσι, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων καταστρέφετε τὴν διοίκησιν, καὶ ἀφοῦ ἔχετε ἀνάγκην 49,000,000 διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, πῶς θέλετε δυνηθῆ νὰ καταστήσητε ταῦτα ὀλιγώτερα διὰ τῶν οἰκονομιῶν; Ἑπομένως δὲν μένουσι, παρὰ τὰ πάγια ἔξοδα. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν δύνασθε νὰ θίξητε. Ὅθεν δὲν μένουσιν, εἰμὴ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια. Λοιπὸν ἀθετεῖτε τὰς ὑποχρεώσεις σας πρὸς τοὺς δανειστάς σας, καταστρέφετε τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τοιαύτην ἀκμὴν, ὥστε τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ, οὔτε 100,000 δραχμῶν; Ποίαν καταστροφὴν, Κύριοι! Ἐκεῖ, ὅπου εἴμεθα, εἶναι ὅλα κατεστραμμένα. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσιν ἄτομα τὰ ὁποῖα εὐχερῶς δύνανται νὰ δανεισθῶσι 100,000 δρ., καὶ ὅμως τὸ Κράτος δὲν δύναται. Ποίαν πίστιν ἔχετε; Ἀλλ’ ἀθετεῖτε τὰς ὑποχρεώσεις σας πρὸς τοὺς δανειστάς σας; Ὄχι. Πρὸς τοὺς δανειστάς μας πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ εὐπαῤῥησιάστως νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς, ὡς ὁ ἔμπορος, τοῦ ὁποίου αἱ ἐργασίαι ἠστόχησαν. Νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτούς; ἔλθετε νὰ συνεννοηθῶμεν. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ὀφειλὴν, ἀλλὰ θὰ ἀναβάλωμεν νὰ σᾶς πληρώσωμεν. Καὶ εὐθὺς, ὡς παρέλθῃ ἡ στενοχωρία, ἀναδεχόμεθα τὴν πληρωμήν. Νομίζετε, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν, ἂν ἀκολουθήσητε τὸ σύστημα τοῦτο, θέλει εἶσθαι χείρων, ἢ ἐὰν ἀκολουθήσητε τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρουσιαζόμεθα ἐνώπιον τοῦ κόσμου, λέγοντες, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Λέγομεν αὐτοῖς: «ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλετε πληρωθῆ», καί, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς πληρωμῆς των, δὲν θέλομεν ἔχει χρήματα. Θέλουσι μᾶς ὑπολάβει εἰλικρινεῖς ὀφειλέτας; Ἡ θέσις ἡμῶν θέλει εἶσθαι κρείσσων, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο ἐν γνώσει τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ; Λεπτομερείας δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ τις σήμερον, μάλιστα ἀφοῦ ἡμεῖς εἴμεθα Ἀντιπολίτευσις, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὑποστήριξιν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς γνώμας μας, καὶ ἐνασχοληθῶμεν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, καὶ διεῖδον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς διευκρινησάσης τὰ πράγματα, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἢ πρέπει νὰ προσφύγητε εἰς τὸ ἄλλο σύστημα, τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ ἔχετε ἤδη πανταχόθεν τὰς ἄλλας θύρας κεκλεισμένας. Τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ εἴδατε, ἐφηρμόσθη. Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ; Καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν καθ’ ἕκαστον τῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς τριετίας εἶναι, ὅτι ἡ χώρα ἐξηντλήθη, ὅτι τὰ πρὸς παραγωγὴν κεφάλαια δὲν ἐμειώθησαν μόνον, ἀλλ’ ἐξηντλήθησαν, ὅτι τὰ πρὸς κατανάλωσιν μέσα ηὐξήθησαν εἰς βαθμὸν, περισσότερον τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύναντο νὰ φθάσωσι. Καὶ ἐλπίζετε νὰ εἰσπράξητε 34 ἢ 36 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀπὸ φόρους; Ἐλπίζω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς θέλει ἀναπτύξει μερικώτερον καὶ λεπτομερέστερον τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανομένας ἐρωτήσεις, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὁποίας, ὡς καὶ ὁ κανονισμὸς τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐφαρμογὴ θέλει ἐνδείξει, ἐναπόκειται εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ἀναλάβει τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν συνέβαινε νὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι σᾶς ἀπησχόλησα ἐπὶ μακρὸν, ἀλλ’ αἰσθάνομαι ἀνακούφισίν τινα ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, καὶ ἐκ τῆς ἐλπίδος, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα, ἄλλα θέλουσι διαφωτίσει τὴν πεποίθησιν ὑμῶν. Ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ὀφείλετε νὰ μεριμνᾶτε πρὸ παντὸς περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Τὰ δὲ συμφέροντα αὐτοῦ εἶναι πολλαπλᾶ. Συμφέρον αὐτοῦ εἶναι ἡ διατήρησις ἀθίκτου τῆς τιμῆς του. Συμφέρον αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς καλῆς πίστεώς του. Συμφέρον αὐτοῦ εἶναι ἡ μὴ ἐγκατάλειψις τῶν πόθων, τοὺς ὁποίους καὶ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς— καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν της—μετὰ μεγάλων θυσιῶν διετράνωσε, καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ὅλος πάντοτε ἠσθάνθη ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ. Τὰ συμφέροντα ταῦτα τοῦ Ἔθνους ὑμεῖς θέλετε ἐπιζητήσει, ὑμεῖς θέλετε ἀνεύρει καὶ ὑμεῖς θέλετε θεραπεύσει. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἔχει καθῆκον νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ν’ ἀνακοινώσῃ, ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἥτις ἐδόθη παρ’ αὐτοῦ εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἀναπτύξῃ τὸ σύστημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐντεῦθεν ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον νὰ συμπληρώσῃ τὰς γνώμας ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, ὅτε θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπαντήσωμεν.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι, μετὰ τὴν σοβαρὰν, ἀνεπτυγμένην καὶ λίαν ἐμβριθῆ ὁμιλίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσωσι τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὀφείλει νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἐπείσθη ἐκ τῆς εὐφραδοῦς ὁμιλίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐὰν, ὅ,τι εἶπεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ἦναι ἐναντίον τῆς ἀληθείας. Ἐὰν ἐπείσθη ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ μοὶ εἶναι λίαν εὐχάριστον. Ἐὰν δὲν ἐπείσθη, ὀφείλει νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπείσθη.
§47ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40′ μ. μ.