Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 38

1887.03.19

1.977 στίχοι · 15.455 λέξεις · 2 πίνακες · 54 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1887.03.19
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1887)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38

τῆς 19 Μαρτίου 1887.

(Πέμπτη).

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΡΟΥΦΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπέβαλον ἀναφορὰν τῶν ἐν Πάτραις δικαστικῶν κλητήρων, καὶ συνέστησα τὸ περιεχόμενον αὐτῆς εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ζητῶ νὰ γίνῃ μνεία τούτου ἐν τοῖς πρακτικοῖς.

§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πρακτικῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Δημητριάδης ἀπηύθυνεν αἰτίασιν, ὅτι παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου μετετέθει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν συνοικισμὸν Κορίνθου, τουτέστιν μετεβλήθη ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ προετάχθη ἄλλο νομοσχέδιον. Ὁ κ. Δημητριάδης προσέθηκε μάλιστα, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο τοῦτο, δὲν ὑπῆρχεν οὐδ’ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς. Δὲν βλέπω νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ τοιαῦται οὐσιώδεις λεπτομέρειαι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο. Ἐγὼ ἔλαβον μετὰ τὸν κ. Δημητριάδην τὸν λόγον, καὶ ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν αὐτοῦ, προτείνας νὰ προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν Σκοπέλου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπανορθωθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς αἱ παραλείψεις αὗται.

§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος βουλευτής, καὶ ἐγὼ ἀνέφερον καὶ συνεμερίσθην, ὅτι ἡ Βουλή, ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, μετέβαλε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τούτου πρέπει νὰ γίνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικά.

§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας Σκοπέλου, ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὄχι δὲ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐμπεριέχονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ὥστε τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.

§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, ἀφικόμην ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλων πληροφοριῶν ἔμαθον, ὅτι ὁ ναύαρχος Κανάρης διετάχθη νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸν ἐνεργὸν στόλον. Ἡ διαταγὴ αὕτη βεβαίως ἐδόθη, ἵνα ἔχῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μίαν ἔκθεσιν σοβαρὰν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στόλου τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζομένη νὰ ἐγκρίνῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προέβαλον εἰς αὐτήν. Καὶ ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου θὰ ἦτο περιττή, ἐὰν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ εὑρίσκετο ἐν Ἑλλάδι· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Γαλλίαν, διὰ νὰ ποιήσηται διαφόρους προμηθείας καὶ ἰδίᾳ τὴν προμήθειαν ὀδοντοψηκτρῶν διὰ τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν πρέπει οἱ ναῦται νὰ προσέρχωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μὲ ὀδόντας ἀκαθάρτους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰσήχθη εἰς τὸ ναυτικὸν τὸ σύστημα τοῦτο, νομίζω ὅμως, ὅτι ἀντὶ μεγάλης τιμῆς ἐπωλήθη εἰς τὸ Δημόσιον ἡ προμήθεια αὕτη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ναῦται θὰ ἔκαμον κατάλληλον αὐτῶν χρῆσιν. Προκειμένου ὅμως, μετὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις σήμερον θέλει ἀρχίσει, νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν γένει καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὰ λοιπὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, ὑποθέτω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν, τί ὁ υἱὸς τοῦ ἐνδόξου Ναυάρχου ἐκθέτει περὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν εὐκρεστῆται, καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ, νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ εὐσυνειδήτως νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια του.

§7ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην.

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνηλικιωθέντος ἤδη τοῦ Διαδόχου, ἐπιβάλλεται νομοθετικὴ πρόνοια περὶ διαφόρων ἀντικειμένων σχετιζομένων πρὸς τὰ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, προσέτι δὲ καὶ πρὸς τὰ τῆς ἀντιβασιλείας, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκε τοιαύτην πρόνοιαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καὶ περὶ μὲν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ Διαδόχου ἰδίᾳ ἐπιβάλλεται, ὅπως κανονίσωμεν τὰ τῆς ἀστικῆς ἐνηλικιότητος. Προσέτι, ὅπως κανονίσωμεν τὰ περὶ ἐπιτροπείας καὶ κηδεμονίας τοῦ τε Διαδόχου καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τὰ τοῦ γάμου αὐτῶν, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται γάμος τοῦ Διαδόχου, ἢ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Βασιλέως. Προσέτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ τοῦ Διαδόχου, ἢ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, θέσεως. Τὸ Σύνταγμα, ὡς εἶπον, ἐπέβαλεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τῆς ἀντιβασιλείας ἔν τισι περιπτώσεσι, τουτέστιν ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν, καλούμενος ὁ Διάδοχος εἰς τὸν θρόνον, ἤθελεν εἶσθαι ἀνήλικος, ἢ ἀπών, τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος, τὸ δὲ ἄρθρον 53 ἐν ἑτέρᾳ περιπτώσει.

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἤδη ἀνήλικος;

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐπέβαλεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰ περὶ τούτου· δὲν ἐκανονίσαμεν ταῦτα πρότερον, διότι δὲν εἴχομεν εἰδικὴν ἀφορμήν· ἤδη, παρεχομένης ἀφορμῆς, κανονίζονται τὰ ἄλλα, ἑπομένως δὲ καὶ ταῦτα. Ἐπίσης πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ἤδη καὶ τὰ περὶ νομικῆς παραστάσεως τῆς περιουσίας τοῦ Βασιλέως, ἅτινα δὲν ἦσαν κεκανονισμένα καὶ μόνον κατ’ ἀνοχὴν καὶ ἔθιμον διεξήγοντο κατὰ τρόπον τινὰ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Εἰδικῶς δὲ, ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ χορηγήματος, δοθησομένου εἰς αὐτὸν, χάριν ἐπαρκοῦς παραστάσεως. Τὰ τοῦ χορηγήματος πρέπει νὰ κανονισθῶσι γενικῶς, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον πρέπει νὰ χορηγηθῇ καὶ κτηματικὴ περιουσία, ὅπερ καὶ δι’ αὐτὸν θὰ ἦναι ἀναγκαῖον, καὶ διὰ τὸν τόπον λίαν χρήσιμον. Τὰ τοῦ χορηγήματος ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσιν οὕτως, ὥστε πᾶς Διάδοχος τοῦ θρόνου, εὐθὺς ὡς συμπληροῖ τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας, νὰ ἀποκτᾷ χορήγημα ἐτήσιον 200 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς δὲ τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον προτείνομεν, ὅπως δωρηθῶσι γαῖαί τινες, ἐξαιρεθεῖσαι τῆς διανομῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας παρὰ τὴν Μανωλάδα, πλὴν τῶν ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας παραχωρηθεισῶν εἰς ἄλλους, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου· προσέτι τὸ δάσος τῆς Δύμης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, αἱ μεταξὺ τοῦ δάσους Δύμης καὶ τῶν γαιῶν, τῶν παρὰ τὴν Μανωλάδα καὶ μέχρι τῆς θαλάσσης, παραχωρουμένων καὶ τῶν λιμνῶν, καὶ προσέτι αἱ μεταξὺ τῶν γαιῶν τούτων καὶ τῶν ὑπωρειῶν τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων γαῖαι Μονῶν, τὰς ὁποίας τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον χορηγεῖ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀγοράσῃ παρ’ αὐτῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ πρόνοια, ἡ λαμβανομένη εἰδικῶς περὶ τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου· αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι γενικαὶ περὶ παντὸς Διαδόχου καὶ περὶ τῶν μελῶν τῆς Β. οἰκογενείας. Ταῦτα πάντα περιλαμβάνονται ἐν νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑποβάλλω. Ἑτέρα ἀνάγκη κανονισμοῦ, ἀφορῶσα εἰς ἀντιβασιλείαν, εἶναι ἡ ἀνάθεσις τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας τῷ Διαδόχῳ, ἢ ἄλλη τις πρόνοια, ἐν ἐνδεχομένῃ ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος. Τοιοῦτος νόμος φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζηται κατ’ ἔτος, διότι συχνὰ παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων, εἴτε ἕνεκα ἐθνικῶν· εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ περὶ τῆς ἀποδημίας ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἵνα κανονίσῃ τὰ περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Μέχρι τοῦδε, ἀποδημοῦντος τοῦ Βασιλέως, ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνετίθετο μετὰ περιορισμῶν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ἤδη εἶναι φυσικὸν νὰ ἀνατίθηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἄνευ ἐπιφυλάξεως καὶ ὑπὸ τὸν τύπον ἀντιβασιλείας εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδέχεται καὶ αὐτὸς νὰ ἀποδημήσῃ, ἢ νὰ κωλύηται, ὅπως ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς ἀντιβασιλείας, δέον νὰ ἐπιτρέπηται ὅπως ἀνατίθηται ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν προηγουμένων νόμων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–117).

§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ ἑνώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ἐκ τῆς ἑνώσεως ἡ ὑπηρεσία θέλει τακτοποιηθῆ καὶ ἐπέλθει οἰκονομία πλέον τῶν 250,000 δραχμῶν. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀποστολῆς δεμάτων διὰ τοῦ ταχυδρομείου· καὶ ἐκ τούτου δὲ θέλει προκύψει ὠφέλεια. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ δὲν θὰ ὑπάρξῃ δαπάνη, θὰ προκύψῃ μεγάλη ὠφέλεια εἰς τὸ κοινόν. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ τῶν καλουμένων ἐπιταγῶν ταχυδρομικῶν, νὰ δύνανται νὰ ἀποστέλλωνται χρήματα διὰ τοῦ ταχυδρομείου. Ἕτερον νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς διατάξεις τινὰς τοῦ γραμματοσήμου· ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν. Ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατίθεται ἡ φύλαξις τῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν ἔγκρισιν συμβάσεως τηλεγραφικῆς μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑταιρίας. Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ παρὰ τῷ Ἰατροσυνεδρίῳ Γραμματέως. Καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, κανονίζον τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 118–126). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει πρὸ ἡμερῶν τοὺς γενικοὺς Προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν Δήμων τοῦ Κράτους. Ὑπῆρχον ἐκδεδομένοι τοιοῦτοι μέχρι τέλους τοῦ 1879. Ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται ὁλοὲν νὰ συλλέξῃ καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ἀπολογισμούς, ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ 1886 ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαιτεῖ χρόνον, καταθέτω τὸ ἤδη ἐκδεδομένον βιβλίον.

§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σχετικῶς πρὸς τὸν κατατεθέντα Προϋπολογισμὸν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 127).

§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια μοὶ δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ὑπομνήσω καὶ εἰς ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὰς συνεδριάσεις ἡμῶν. Ὑποβάλλονται νομοσχέδια ἄξια λόγου, σπουδαίως ἐπηρεάζοντα τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐπ’ αὐτῶν· ἄλλως, πρέπει ὁ κόσμος νὰ μάθῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἐντολῆς, ἣν μᾶς ἀνέθεσαν. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐργασθῶμεν σπουδαίως, πρέπει νὰ συνερχώμεθα εἰς τὴν ὡρισμένην ὥραν, καὶ νὰ ἐργαζώμεθα ὅσον δυνάμεθα· ἅμα δὲ παρέλθῃ ἡ ὥρα, αἱ δυνάμεις ἐξαντλοῦνται, καὶ ἡ συνεδρίασις πρέπει νὰ λύηται. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον, χάριν τῆς ἰδίας ἡμῶν ὑπολήψεως, νὰ συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 2αν ὥραν καὶ νὰ ἐργαζώμεθα σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, οὕτω δὲ θέλουσι λείψει αἱ ἀσχημίαι ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ ἐντρεπώμεθα. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐρχώμεθα τὴν 2αν ὥραν καὶ νὰ μένωμεν μέχρις ὡρισμένης ὥρας, ὅσον ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει, καὶ ὄχι νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας. (Διάλογοι).

§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος βουλευτὴς θέλει νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατον χρονικὸν ὅριον.

§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ, ἐὰν θὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 2.

§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ὧραι αἱ ἐργάσιμοι τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ καθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὥστε καὶ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ γνωρίζῃ, πόσας ὥρας θὰ ἐργασθῶμεν. Ἐπὶ τούτῳ λοιπὸν ὑποβάλλω πρότασιν, ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ τὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς 2 μέχρι τῆς 9, ὅτε θὰ λήγῃ πᾶσα ἐργασία.

§17ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁσάκις προσδιωρίσθη ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, οὐδέποτε διετηρήθη· ὡς ἐκ τούτου ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν, μὴ συναινοῦσαν νὰ ὁρισθῇ ἡ ὥρα τῆς διαλύσεως αὐτῶν, ὅταν δὲν ἦναι βεβαία, ὅτι θὰ συνέρχωνται οἱ βουλευταὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν πρὸς ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ὥραν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσερχώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ παραμένωμεν ἐν αὐτῇ ἐπὶ πολλὰς ὥρας καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ νὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράφῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐψηφίσθησαν τὰ δεῖνα ἢ δεῖνα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων οὔτε κἂν τὴν ἀνάγνωσιν ἤκουσεν ἡ Βουλή, καὶ νὰ παρίσταται οὕτω περιττὴ καὶ ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς. Πῶς εἶναι δυνατόν, ὅπως ὑποβάλλονται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτείνονται, νομοσχέδια σπουδαῖα, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μελέτη ἐμβριθής, πῶς εἶναι δυνατὸν λέγω νὰ λάβωσι καιρὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ἀναγνώσωσι κἂν αὐτά, ἔτι δὲ μᾶλλον νὰ ὑποβάλλωσι τὰς διαφόρους ἐπ’ αὐτῶν κρίσεις καὶ παρατηρήσεις; Ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἐμβρίθειαν· ἀλλ’ ὅπως κατορθωθῇ τοῦτο, ὑποβάλλονται τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, καθ’ ἣν θὰ λήξῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ νὰ ἐργαζώμεθα πλέον τῶν 6 ἢ 7 ὡρῶν; Βεβαίως, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἵτινες παρίστανται ἵνα λέγωσιν, ὅτι εἶναι παρόντες, καὶ διὰ ν’ ἀποτελέσωσι τὴν ἀπαρτίαν, αὐτοὶ οὔτε κουράζονται, οὔτε ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἀνακουφισθῶσιν· ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ, οἵτινες ἔρχονται διὰ νὰ ἐργασθῶσι, δύνανται νὰ ἐργασθῶσι πλέον τῶν 6 ἢ 7 ὡρῶν; Ἐὰν σεῖς, Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτῇ ἀπὸ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ ἐργάζωνται πλέον τῶν 7 ὡρῶν, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγῃ, «θέλω ν’ ἀφαρπάσω τὰ νομοσχέδια». Καὶ ἐὰν εἰς τοῦτο ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει εὐθύνην· ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει νὰ δίδῃ καιρὸν πρὸς συζήτησιν. Λοιπὸν δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τελευταῖον ὅριον τῶν συνεδριάσεων; ἂς ὁρίσῃ 5 ἢ 6 ὥρας ἐργασίμους, ὥστε, ἐὰν ἀρχίζωμεν τὴν 3ην ἢ 4ην ὥραν, ν’ ἀπερχώμεθα τὴν 8ην, ἢ 9ην, καὶ νὰ ἦναι ὡρισμένη ἡ ὥρα τῆς ἐργασίας· ἄλλως, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, οὐχὶ διὰ νὰ ματαιώσωμεν τὴν ἐργασίαν, ὡς ἐπανειλημμένως ἐπαναλαμβάνετε, ἀλλὰ διὰ νὰ σταματήσωμεν τὸ κακόν. Μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν οἱ μὴ θέλοντες νὰ παρακολουθῶσι τὰς συζητήσεις ἀναχωροῦσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη οἱ μένοντες νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι θὰ παρκμείνωσι 5 ἢ 6 ὥρας, καὶ ὄχι 10 ἢ 12· διότι σὺν τοῖς ἄλλοις οἱ πλεῖστοι μένουσι νήστεις καὶ δὲν εὑρίσκουσι κατόπιν νὰ φάγωσιν. Ἐὰν οὕτως ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή, τὰ τοιαῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα, Κύριε Πρόεδρε· τὰ τοιαῦτα καταντῶσιν εἰς ἐμπαιγμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· τὰ τοιαῦτα ἀναγκάζουσι πολλοὺς βουλευτάς, ἢ ν’ ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους αὐτῆς νὰ διέλθωσιν ἄνευ συζητήσεως τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ οὐδὲν πλέον, ἢ νὰ ἀντεπεξέλθωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων κατὰ τοιαύτης πιέσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως τὸ τοιοῦτον.

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὑπέβαλε παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὑπάρχει κατάστασίς τις ἄγνωστος, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει θεωρητικῶν σκέψεων. Ἀλλ’ ὁ Κύριος βουλευτὴς καλῶς γινώσκει, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ κατάστασις, πρὸς τὴν ὁποίαν σχετίζονται τὰ γενόμενα, καὶ πρὸς ταύτην τὴν κατάστασιν ὀφείλει νὰ σχετίσῃ αὐτά. Ἐὰν συνέβη τὸ ἄτοπον τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων πέραν ὁρίου τινὸς, τοῦτο συνέβη ἕνεκα ἑτέρου ἀτόπου, διότι, ἕνεκεν συστηματικῆς παρελκύσεως, καταναλίσκεται ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ταῦτα συμβαίνουσι, διότι δὲν ἠθέλησεν ἡ Βουλή, ἢ μᾶλλον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὰ τῶν ἐπερωτήσεων οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καταναλίσκεται ἡ συζήτησις εἰς ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀπεραντολογίας, σκοπούσας εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἄλλων ἡμῶν καθηκόντων. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀναμφήριστον καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ παρ’ ἄλλοις Κοινοβουλίοις· ἀλλ’ ἀπανταχοῦ ἄλλοθι γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀνακοινώσεις ἐπερωτήσεων καὶ οὐδὲν πλέον, ἡ δὲ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως γίνεται, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ Βουλὴ τάξῃ πρὸς τοῦτο, ἢ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένῃ. Ἂν τοῦτο γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, οὐδὲ κἂν νὰ ἐγερθῇ θὰ ἠδύνατο τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ. Ἡ χθεσινὴ ἐπὶ ἐπερωτήσεως συζήτησις δὲν ἐγένετο κατὰ πρότασιν ἡμῶν, ἐγένετο κατὰ πρότασιν βουλευτοῦ. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν χθὲς, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν, διότι ἐπετυγχάνετο οὕτω μικρά τις ἀναβολὴ πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, αὐτὸς νὰ ὁρίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἢ καὶ ἄνευ προειδοποιήσεως νὰ προβαίνῃ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, προκαλῶν συζήτησιν, ἐνόσῳ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν κανονισθῶσι, παράτασις τῶν συνεδριάσεων εἶναι ἀναπόφευκτος, εὐθύνουσα τοὺς οὕτω προκαλοῦντας. Ἀφοῦ ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐνδίδωμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καταναλισκούσης τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων εἰς ἀσκόπους ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀγορεύσεις πρὸς παρακώλυσιν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὁμιλῇ περὶ πιέσεως. Ὅταν αὕτη καταναλίσκῃ τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως εἰς ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀπεραντολογίας, δὲν ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς ἄλλο ἢ ὅπως καὶ μετὰ τὴν 7ην, ἢ τὴν 8ην, ἢ τὴν 9ην ὥραν παραμένωμεν ἐνταῦθα, ἀγωνιζόμενοι ἵνα προβῶμεν εἰς πραγματικὰς ἐργασίας.

§19ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι θὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ 4 ἢ 5 ὥρας, καὶ τότε ἐννοῶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρατείνει τὸν χρόνον δι’ ἀπεραντολογιῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν καὶ δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίμους ὥρας τῆς Βουλῆς, καὶ τότε δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπονῆται, ὅταν παρατείνηται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συνεδρίασις, ὅπως τελειώσῃ ὅλη ἡ ἡμερησία διάταξις.

§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων εὑρίσκεται ἐν ἀταξίᾳ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τούτου. Καὶ ἄλλοτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ μέρος τοῦ Κανονισμοῦ τοῦτο, καὶ ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν. Δύο λοιπὸν εἶναι τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή· πρῶτον, νὰ ὁρίσῃ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἄρχονται αἱ συνεδριάσεις· ἀλλὰ νὰ φανῶμεν ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν· δεύτερον, νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν ἐπερωτήσεων, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν, ὅταν γίνωνται ἐπερωτήσεις, νὰ γίνεται ἀμέσως ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος νὰ συζητῶνται. Ὥστε προτείνω τὴν 2αν ὥραν νὰ συνερχώμεθα καὶ νὰ μένωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, αἱ δὲ ἐπερωτήσεις νὰ συζητῶνται τὸ Σάββατον.

§21ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ ἐνασκεῖν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ὁ βουλευτὴς ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς του ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως καὶ τὰ τοῦ νομοῦ, παρ’ οὗ ἐκλέγεται. Ὅταν δὲ συμβαίνωσιν ἐν τῇ διοικήσει πράξεις ἄξιαι ἐλέγχου, καὶ ἂν πρόκειται νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ βουλευτὴς, οὔτε τότε δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου, ἄνευ οὐσιώδους ἀθετήσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀποκρούω καὶ τὴν αἰτίασιν τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς μειονοψηφίας, ὅτι σκοπὸς αὐτῆς εἶναι, δι’ ἀπεραντολογιῶν νὰ διακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἔχω καθῆκον, ὑπὲρ τῆς ἀληθείας συνηγορῶν καὶ ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς αἰτιάσεως ταύτης, διότι οὐδεμία ἔγινεν ἀπεραντολογία πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διακωλυθῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ ἐμποδισθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν σκοπῶν, οὓς ἐπιδιώκει, ἐπιζητοῦσα ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδιά της. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς Βουλῆς περιέχει 41 νομοσχέδια, σήμερον δὲ ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλα, καὶ δὲν εἰξεύρω πόσα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος θέλουσιν εἰσαχθῆ καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ἐπαινέσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ τὴν παρακαλέσω, νὰ μὴ θέτῃ ὅριον, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ ἐπιψηφίσῃ, διότι πρέπει νὰ ἐλέγξωμεν, συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν ὑλικὸν χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον, ὅπως μετὰ μελέτην τινὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀναγκάζητε διὰ καματηρᾶς πολυώρου ἐργασίας νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ μένωμεν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ μένωσι δύο ἢ τρεῖς μόνοι, καὶ σεῖς νὰ διέρχησθε τὰ νομοσχέδια ἀβρόχοις ποσὶ, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι, οὔτε προσῆκον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, οὔτε πρὸς τὴν Βουλὴν, οὔτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποτεθῇ δηλαδὴ, ὅτι διὰ τοιούτων μηχανοῤῥαφιῶν θέλει νὰ ἐπωφεληθῇ. Ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας ἐξησφαλισμένην, διατὶ δὲν μᾶς δίδετε τὴν ἐλευθερίαν νὰ συζητήσωμεν κανονικῶς, ὥστε καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας; Πόθεν ἐξάγετε τὸ πόρισμα, ὥστε νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν αἰτίασιν ταύτην κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι θέλει νὰ παρακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Πόσας ἡμέρας, Κύριοι, εἰργάσθημεν; ποία ἡμέρα παρῆλθε χωρὶς νὰ λάβητε ἀπὸ ἓν νομοσχέδιον; Μεταξὺ τῶν 41 τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τῶν 20, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγετε, καὶ τῶν ἄλλων 20, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαγάγητε, δὲν ὑπάρχουσι νομοσχέδια σοβαρὰ καὶ ἄξια ἐρεύνης; ἐννοεῖτε νὰ μὴ τὰ ἐρευνήσωμεν; δηλώσατε τοῦτο· ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι, ὑπάρχουσιν ἄξια ἐρεύνης, μὴ θέλετε νὰ μετατρέψητε τὴν Βουλὴν εἰς ἄφωνον σῶμα, καὶ μᾶς ὠθῆτε εἰς ἀπεγνωσμένας πράξεις καὶ εἰς ἀηδεῖς σκηνὰς, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐντρέπεται, ὄχι βουλευτὴς, ἀλλὰ πᾶς Ἕλλην. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ σπεύδωμεν· ἔχομεν 6 μῆνας νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ δὲν παρῆλθον οἱ 2· ὥστε μένουσι 4 ἀκόμη· διατὶ λοιπὸν νὰ μένωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου; Καὶ ἂν δὲν τελειώσωμεν τὴν μεγάλην Πέμπτην, ἂς ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι καὶ μετὰ τὸ Πάσχα. Προτείνω λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν, ὄχι τὰς ὥρας, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας. (Διάλογοι).

§22ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)

§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα συμβουλεύουσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀποδεικνύουσι τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα παραπονοῦνται οἱ Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Βουλή. Ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ὁ ἀντιπολιτευόμενος κ. Ρικάκης ἐπρότεινε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ κῦρος ὅλων τῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐθνῶν, ἤγουν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ εἰσάγωνται ἄνευ συζητήσεως, νὰ ἀνακοινῶνται ἁπλῶς, νὰ δίδωνται ἐγγράφως εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὁρίζηται ἡμέρα τακτικὴ πρὸς συζήτησιν. Βεβαίως ἓν τῶν μέσων, διὰ νὰ παραλύσῃ ἡ Βουλή, εἶναι, νὰ παρατείνωνται καθημερινῶς αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν καθημερινῶς ὑποβαλλομένων ἐπερωτήσεων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη, ἀλλ’ ἴδετε ἀμέσως, ὅτι ἠγέρθησαν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαμαρτυρήσεις. Καὶ τί ἐπρότεινον ὁ ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρικάκης; ἐπρότεινε, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ πόθεν αὕτη προέρχεται, οὔτε ἡμεῖς θὰ ἀπατήσωμεν περὶ τούτου τὸν κόσμον, οὔτε σεῖς τὴν γνωρίζουσι πολὺ καλὰ ὅλοι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δικαιοῦται καὶ ἔχει δικαιώματα ἱερὰ, καὶ πρέπει νὰ τὰ σεβασθῇ ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἡ πλειοψηφία δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ὀφείλει νὰ σεβασθῇ ἡ μειονοψηφία. Ἐνταῦθα ὅμως τί γίνεται; γίνεται ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡ μειονοψηφία παρεμποδίζει τὴν πλειοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργασθῇ. Φαντάσματα προβάλλουσι καὶ ὄνειρα. Πρόκειται, φωνάζουσι, περὶ καταστροφῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, πρόκειται περὶ καταστροφῆς τῶν ἐλευθεριῶν. Τοὺς ἐρωτῶ: ποία μεγαλειτέρα καὶ θανασιμωτέρα πληγὴ δύνανται νὰ δοθῇ εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, ἐὰν κατορθώσωσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία, τουτέστιν ἡ Βουλή, δὲν δύναται νὰ κινηθῇ καὶ ἐνεργήσῃ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη ἱκανότης, ἢ μεγάλη ἀνδρεία, ἢ μεγάλη ἐπιτηδειότης, ἢ μέγα πνεῦμα, ὅπως 40 ἢ 50, συνηνωμένοι ἐν Ἀντιπολιτεύσει, παραλύσωσι πᾶσαν ἐνέργειαν ἐν Κοινοβουλίῳ, συγκειμένῳ ἐξ 150. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἄλλοτε εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον, συγκείμενον ἐκ 42, εἷς μόνος, εὑρεθεὶς ἐκεῖ ἀντιμέτωπος τῆς πλειοψηφίας, ἠμπόρεσε νὰ παραλύσῃ τὴν Βουλὴν ἐκείνην καὶ νὰ τὴν καταδικάσῃ ἐπὶ 2 μῆνας νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ, εἰμὴ ἓν καὶ μόνον, ὅλως ἀσήμαντον, νομοσχέδιον. Ἡ τακτικὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ, διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, οὐ μόνον δὲν εἶναι πρὸς δόξαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν μετέρχονται, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἀσφαλέστερον μέσον, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ προκόψῃ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Ἀλλὰ περιττὰ ὅλα ταῦτα. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ τῶν ἀπεραντολογιῶν, καὶ ἂν ὁ κ. Πετρίδης ἤθελεν εὑρεθῆ χθὲς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, μὲ ὅλην τὴν ἀπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν ἤθελεν ἀνεχθῆ τὴν γενομένην κατάχρησιν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπεραντολογίαν. Μᾶς εἴπετε διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, διὰ τί θέλετε νὰ ἐργασθῆτε καὶ νὰ συζητήσητε τὰ νομοσχέδια, καθ’ ὃν τρόπον τὰ συζητεῖτε; Μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ ἀπατήσητε τὸν κόσμον, διατὶ θέλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὰ συζητήσητε· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος θέλομεν νὰ δείξωμεν, ὅτι, ἀφοῦ τοιαῦτα προσκόμματα μᾶς παρεμβάλλονται, μεταχειριζόμεθα πᾶν θεμιτὸν μέσον, ὅπως, εἰ δυνατὸν, ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, κατὰ τὴν ἰδέαν σας συμπέρασμα καταστροφῆς, καθ’ ἡμᾶς συμπέρασμα ὠφέλιμον διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, ἐρειδόμενοι ἐπὶ νομίμων μέσων. Ἰδοὺ, εἶναι πέμπτη ὥρα καὶ δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ γνωρίζετε ὁποῖον εἶναι τὸ σημερινὸν θέμα. Θὰ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, προσπαθοῦντες νὰ μὴ ψηφισθῇ κἀνὲν ἀπὸ τὰ νομοσχέδιά μας; Μὴ ἐλπίσητε ν’ ἀπατήσητε τὸν κόσμον. Ἡμεῖς θὰ προσπαθήσωμεν, ἔστω διανυκτερεύοντες, ἔστω ὑποφέροντες, ὅσα ὑποφέρομεν, νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον, ὅτι καθήμεθα ἐνταῦθα, ὅπως ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ἐξασκήσωμεν τὰ δικαιώματά μας· ἀλλ’ ὑμεῖς μᾶς ἐμποδίζετε νὰ προχωρήσωμεν, καὶ εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐπιτύχητε· ἰδοὺ διατὶ ἐπιμένομεν καὶ θὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν θέσιν μας, ὅπως ὁ κόσμος ὅλος, ὁ μὴ ἀπατώμενος, ἴδῃ ποῖοι παραλύουσι πᾶσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς.

§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰσὶν ὑπερβολικὰ, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ 20 ἡμέρας μόνον ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, καὶ ἐντὸς αὐτῶν ἐψήφισε τόσα νομοσχέδια, ὧν τινὰ σπουδαιότατα. Δὲν πρέπει ἑπομένως ν’ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἰργάσθη μέχρι σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει ἴσως, ὅτι ἐντὸς μηνὸς πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια· βεβαίως τοιαύτην γνώμην πᾶς ἀμερόληπτος θὰ χαρακτηρίσῃ ὡς τάσιν αὐτῆς ν’ ἀφαρπάσῃ ταῦτα. Δὲν εἶναι δυνατὸν, οὐχὶ νὰ συζητήσωμεν ἐντὸς τόσῳ μικροῦ διαστήματος, ἀλλ’ οὔτε ν’ ἀναγνώσωμεν ἐπισταμένως ταῦτα. Ἄδικον ἑπομένως μομφὴν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπευθύνει πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Ἂν δὲ ἀπὸ τῆς 4ης ὥρας, καθ’ ἣν συνέρχεται ἡ Βουλὴ, μέχρι τῆς 5ης ἢ 6ης συζητεῖ ἐπὶ ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων αὐτῆς καθηκόντων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μεμφθῇ αὐτήν. Οὐδεμία ὑπάρχει διάθεσις πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν. Ἡ μειονοψηφία θέλει, ὅπως συζητηθῶσι καὶ μελετηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι θεωρεῖ αὐτὰ πολλῆς σπουδαιότητος. Πρό τινων ἐτῶν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ὡρίσθη, ὅπως ὑποβάλλωνται αὗται συντόμως καὶ ἐγγράφως· ὡρίζετο δὲ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος πρὸς συζήτησιν αὐτῶν. Τοῦτο δύναται καὶ πάλιν νὰ ὁρισθῇ, ὅπως μὴ κατὰ τὰς λοιπὰς ἡμέρας παρατείνωνται ἐπὶ μακρὸν αἱ συνεδριάσεις· διότι δὲν ἀγνοεῖ καὶ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες τὴν κρᾶσιν τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, (θόρυβος) νὰ παραδεχθῇ δὲ αὕτη ὡς ἀνώτατον ὅρον τὴν πεντάωρον, ἢ τὸ πολὺ ἑξάωρον ἐργασίαν.

§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχμῶν 116,900. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 128).

§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποίαν αἰτίαν;

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ὁ πίναξ. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας Ὑπουργείου 2,200, ἔξοδα ὑπηρεσίας νομαρχῶν 800, ἔκτακτοι ἀνάγκαι διοικητικῶν γραφείων 1200, ἐνοίκια φυλακῶν 500, ἀνατύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων κλπ,» ὡς δύναται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἴδῃ ἐκ τοῦ πίνακος. Δεύτερον νομοσχέδιον, περὶ χορηγήσεως πιστώσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχ. 161,901 δι’ ἄνθρακας, χορηγηθέντας διὰ τὴν μεταφορὰν τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς. Εἶναι παρελθούσης χρήσεως, καὶ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη. Καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,240 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886, πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διὰ μεταφορὰν τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς δεκάτης Περιόδου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129 καὶ 130).

§29ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ). Καταθέτω διαφόρους πίνακας, περιέχοντας ἀπαντήσεις εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Περὶ τῶν ἐλλειπουσῶν, πληροφορῶ τὸν Κύριον βουλευτὴν, ὅτι καταβάλλονται πολλαὶ ἐργασίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπως ταχέως συμπληρωθῶσι.

§30ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ ἕνα φάκελλον ἐγγράφων, καὶ τὸν συμπολίτην μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ καταθέσῃ ἀποφάσεις τινάς.

§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.

§32ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν ἐλάβετε γνῶσιν περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἔλαβον χθὲς τηλεγράφημα προσώπου σημαίνοντος, καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῷ νομῷ τὸ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).

§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδεμίαν ἔλαβον γνῶσιν.

§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐξετάζῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως· πρόκειται περὶ κατοχῆς γαιῶν, καὶ ὅταν λάβωμεν τὰς πληροφορίας, ἀμέσως θὰ τὰς φέρωμεν.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν κρίνῃ ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῶν χθὲς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, περὶ τῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας συμβάσεων.

§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, νὰ προηγηθῶσι. (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, αʹ) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπανορθώσεως γραφικοῦ λάθους ἐν τῇ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συνομολογηθείσῃ συμβάσει καὶ βʹ) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπανορθώσεως γραφικοῦ λάθους ἐν τῇ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ψηφισθείσῃ προσωρινῇ ἐμπορικῇ συμβάσει.)

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε πρό τινων ἑβδομάδων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, δὲν συνώδευσεν αὐτὸν διὰ προφορικῆς τινος εἰσηγήσεως, ἀνέμνησεν ὅμως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τοιαύτην προφορικὴν εἰσήγησιν ἐποιήσατο εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, ὅτε εἰς ἐκείνην, περὶ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους, εἶχεν εἰσαγάγει αὐτὸν τοῦτον τὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον προεξήλεγξεν ἤδη ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή, μᾶς ἔδωκεν ἀπαισίους καὶ δυσαρέστους πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν συνοδεύουσαν αὐτὸν γραπτὴν, ἐκτυπωθεῖσαν δὲ καὶ διανεμηθεῖσαν εἰς ἡμᾶς μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου ἤθελε περιέχει ἔλλειμμα 22,000,000 δρ., ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔσπευδε νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ πληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου, καὶ σκεφθεὶς ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνέτασσε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὕρηνται ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἐκκρεμῆ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔλλειμμα τῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὰς ἀπαισίους καὶ δυσαρέστους πληροφορίας, ἃς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐλάβομεν· δὲν εἶναι οὐδὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886, καθ’ ἃ δὲ βεβαιοῦται νῦν ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος προσωρινοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1885, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐλόγως ὑπέθεσεν, ὅτι θέλει εἶσθαι ὑπέρογκον· ἀλλὰ τὰς ἀπαισίους καὶ δυσαρέστους πληροφορίας ἰδίως ἀποτελεῖ τὸ ἄγγελμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔδωκε τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους κατερειπιώθη καὶ κατέπεσεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ἐὰν τὸ Κράτος ἤθελε νὰ δανεισθῇ οἱονδήποτε ποσὸν, ἦτο ἀδύνατον εἰς αὐτὸ νὰ εὕρῃ οὐδὲ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνέταξε μόνον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, εἶχε συντάξει καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1884 εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἥτις διελύθη τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον ὅμως αὕτη δὲν ἠξίωσε τότε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ψηφίσῃ. Ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μᾶς εἶχε τὰ μάλιστα ἐνθαῤῥύνει, διότι ὄχι μόνον δὲν μᾶς παρεσκεύασε ν’ ἀκούσωμεν τοιαύτην ἀπαίσιον καὶ δυσάρεστον πληροφορίαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐνεθάῤῥυνε, παραστήσας τότε, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του ἐκείνου ἠθέλομεν βεβαίως ἔχει περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 388,608. Καὶ ἀληθῶς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐκείνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπελόγιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνήρχοντο εἰς 85,641,546 δρ., τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 85,252,938 δρ.· ὥστε τὸ περίσσευμα τῶν 388,608 δρ. ἦτο βέβαιον. Καὶ τὸ περίσσευμα τοῦτο ἤθελε κατορθωθῆ μόνον, ἐὰν ἡ Βουλὴ τότε ἐπεψήφιζεν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προβάλει, περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου προσεδόκα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε πορισθῆ περισσότερα ἔσοδα, 2,200,000 δραχ., καὶ προσέτι ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τότε εἶχεν ὑποβάλει, περὶ φορολογίας τῆς διὰ ξηρᾶς μεταφερομένης καυσίμου ξυλείας, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἐκείνου, ἂν ἐφηρμόζετο, ἤθελεν ἐξασφαλίσει πρόσοδον 470,000. Ἐὰν ὅμως ταῦτα δὲν ἐψηφίζοντο, τὸ Κράτος ἤθελεν ἀπολέσει 2,200,000 καὶ 470,000, τὸ ὅλον 2,670,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶχε κατὰ τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν περίσσευμα δραχμὰς 388,608, ἤθελεν ἔχει μικρὸν ἔλλειμμα ἐκ 2,281,392 δρ. ἐὰν οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐπεψηφίζοντο, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἦτο ἀνάξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Τοιοῦτον μικρὸν ἔλλειμμα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ τοιαύτην, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαίσιον κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, οἵαν περιέγραφεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἀπὸ τοῦ 8βρίου τοῦ 1884, ὅτε εἰσῆγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1885, μέχρι τοῦ 8βρίου τοῦ 1886, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ μᾶς ἔδωκε τὰς ἀπαισίους ταύτας πληροφορίας, παρῆλθον ἀκριβῶς δύο μόνον ἔτη. Τί συνέβη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο τούτων ἐτῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς περιήγαγεν εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν ἀληθῶς οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τοιαύτην ἀμήχανον θέσιν, ὥστε οὐ μόνον κατὰ τὸ 1885 νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 26 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, οὐ μόνον κατὰ τὸ 1886 νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα, τίς οἶδε πόσον, οὐ μόνον κατὰ τὸ 1887 νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 22 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς θὰ ἀποφύγωμεν, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπινοήσαντος νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ νὰ καταναλώσωμεν πᾶσαν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν νὰ δανεισθῶμεν οὐδ’ 100,000 δραχμῶν; τί συνέβη, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, εἰς τοιοῦτον βαθμόν; Τὸ γεγονὸς μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐξετάσεως. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην δὲν ἐπιχειρῶ ἐγὼ πρῶτος, τὴν ἐπεχείρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἠρεύνησε πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ὅταν εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος 8βρίου, καὶ ἥτις ἐτυπώθη καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ τεύχει τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει, μᾶς ἐξέθηκε τὰς αἰτίας. Αἱ αἰτίαι κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν εἶναι μία καὶ μόνη. Μία, ἡ κυριωτέρα, ἡ κεφαλαιώδης αἰτία, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, παρεσκεύασε τὴν ἀπαίσιον ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον συνέταξε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς καταλύσεως τῶν φόρων. Εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αἰτίαι· ἀλλὰ κατὰ τὴν γραπτὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἐτέθη ὡς κυρία αἰτία ἡ εἰρημένη· διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς ἡμᾶς περὶ τῆς αἰτίας τῆς τοιαύτης ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν αἰτίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς ἡμᾶς. Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐνῷ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διετέλουν εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, ἐνῷ δ’ αἰσίως ἔβαινεν ἡ οἰκονομικὴ κίνησις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας, ἐπῆλθεν ἀπαίσιον συμβεβηκός. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἦτο τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ 7 Ἀπριλίου, διότι ἕνεκα ταύτης ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραιτηθῇ τῆς Ἀρχῆς, ἕνεκα ταύτης συνέστη Ὑπουργεῖον ἄλλο, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 κατεδήλου τὴν αἰσίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασιν, παρεσκεύασεν ἄλλον Προϋπολογισμὸν, ὅστις ἐπήνεγκε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, καὶ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ καταπέσῃ ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, οἷον ἐξεικόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον, ὅτι τὸ θέμα μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐξετάσεως, οὐχὶ ὅπως μοὶ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν ἐκτοξευομένην καθ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἡ ὁποία δὲν διήρκεσεν εἰμὴ 8 μῆνας κατὰ τὸ 1885 καὶ τέσσαρας μῆνας κατὰ τὸ 1886, διότι εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 παρέχονται εὐτυχῶς πολλὰ μέσα διὰ νὰ ἀποκρούσωσι πᾶσαν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξευομένην συκοφαντίαν. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως δι’ ἄλλον λόγον. Προβάλλεται διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου ἓν σύστημα οἰκονομικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει σώσει οἰκονομικῶς τὸν τόπον, τὸ σύστημα τῆς πληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, ἢ δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο, ἐπιψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐπιτύχει, — καὶ ὡς πολίτης, σᾶς βεβαιῶ, εὔχομαι νὰ ἐπιτύχῃ, — ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον περισσότερα, ἀφ’ ὅσα συνήθως μέχρι τοῦδε κατέβαλε, 37 ἑκατομμ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τοιαύτην ἐσχάτην θυσίαν, νομίζω, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ μάθῃ, τίνες ἦσαν οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, ἢ τίνες ἐδημιούργησαν τοιαύτην ἔκτακτον ἀνάγκην, ἧς ἕνεκα ἀναγκάζεται νὰ καταβάλλῃ καὶ μέρος τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς τὸ ζῇν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ δυστυχίαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιψηφισθὲν παρ’ αὐτῆς, ἤθελεν ἀποτύχει, ἂν δὲν ἤθελε παραγάγει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς προσδοκᾷ ἐξ αὐτοῦ, ἐὰν, ἀντὶ νὰ εἰσπραχθῶσι 37 ἑκατομμύρια πλείω, ὅσων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 καὶ 1885, εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο μέχρι τοῦδε, ἢ 4, ἢ 5, ἢ 8 ἑκατομμύρια περισσότερα, ἐὰν ἕνεκα τούτου ἤθελον λείψει ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν 37, ἢ 35, ἢ 30 ἑκατομμύρια, ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν οὕτω ἤθελε παρασκευάσει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εἶναι κατάστασις λίαν ἐπικίνδυνος, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔχει δικαίωμα ὡσαύτως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ, τίνες ἐγένοντο αἴτιοι τῆς τοιαύτης ἀμηχάνου καταστάσεως, εἰς ἣν περιήχθη τὸ Κράτος, ἕνεκα τίνων θέλει παρασκευασθῆ ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐπιψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀποτύχει κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναμαι νὰ ἐλπίσω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀπαυδήσει, ἀκούουσα ἐμοῦ, ἀναπτύσσοντος τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς πρῶτος προέβαλεν ὑπὸ τὴν ἔρευναν αὐτῆς, ὅτι δὲ θέλει ἀνεχθῆ ἐμοῦ, λεπτολογοῦντος καὶ ἀπασχολοῦντος αὐτὴν δι’ ἀριθμῶν, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ ἀπαγγελία καὶ ἡ ἀκρόασις δὲν εἶναι τερπνὸν ἄκουσμα διὰ τοὺς ἀκροωμένους. Ἡ πρώτη, κατὰ τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν, αἰτία, ἧς ἕνεκα παρεσκευάσθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, ἐξ 20 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἧς ἕνεκα παρεσκευάσθη τὸ ἄγνωστον ἔτι, ἀλλὰ βεβαίως ὀγκῶδες, ἔλλειμμα τοῦ 1886, ἧς ἕνεκα παρεσκευάσθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ καλύψωμεν, ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία, ὡς ἔγραφεν ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ 1885 ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς καταλύσεως προσόδων ὑφισταμένων, δηλαδὴ τῆς καταργήσεως φόρων. Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, αἵτινες ἔχουσιν ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ ἑπομένως τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἀνεγίνωσκον δυσφημίας παραπλησίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885. Ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες αἱ φιλικαὶ τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ 1882, τοῦ 1883 καὶ 1884 ἐπηγγέλθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ: κάτω οἱ φόροι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀποπλανηθεὶς, ἢ ἐξαγορασθεὶς ἐκ τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν, ἐξανέστη καὶ κατεσκεύασε τὴν 7ην Ἀπριλίου, ὅτι τὸ προϊόν τῆς 7ης Ἀπριλίου, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885, ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, δι’ ἧς εἶχεν ἐξαγοράσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δηλ. νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ: κάτω οἱ φόροι. Ἀλλὰ βεβαίως τὴν δυσφημίαν ταύτην τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων, καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ, εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ καταφρονήσωμεν, ὡς πᾶς ἄνθρωπος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καταφρονῇ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν αἰδεῖται νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ εἶναι νὺξ, ἢ ἐν μέσῃ νυκτὶ, ὅτι βλέπει τὸν ἥλιον ἐπὶ τοῦ στερεώματος. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἴσως ὑπέλαβε συντελοῦντα εἰς τὸν σκοπόν της, οἰκειοποιῆται τὰς ἰδέας καὶ τὰς συκοφαντίας ταύτας, καὶ λεληθότως θέλῃ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰς εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, οὐδὲ εἰς τοὺς συναδέλφους μου, οὐδὲ εἰς ἐμὲ, ἡ σιωπή· διότι, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ταῖς Ἀθήναις, δυσφορῇ, ἀκούων, ὅτι πρόκειται νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι κατὰ εἴκοσι καὶ πλέον ἑκατομμύρια, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δυσφορῇ, διότι εἶναι ἄξιος τῆς τύχης ταύτης, διότι αὐτὸς παρεσκεύασε τὴν ἀλλαγὴν ταύτην, παραπλανηθεὶς καὶ διαφθαρεὶς παρ’ ἡμῶν δι’ ὑποσχέσεων παραπλησίων, καὶ γενόμενος ἐργάτης τῆς ἡμέρας, ἧς ἕνεκα ἀπεχώρησε τῆς Ἀρχῆς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, ὡς βλέπετε, ἐλησμόνησε πλέον ἡμᾶς. Ἂν κατὰ τὴν τριετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα, ᾐτιᾶτο ἡμῶν, καὶ παρίστα ἡμᾶς εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὡς Ἰρλανδοὺς, οἵτινες παρελύομεν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, οἵτινες παρεκωλύομεν τὴν πρόοδον τὴν νομοθετικὴν, οἵτινες τέλος πάντων δὲν ἀφίναμεν αὐτὸν νὰ ἀναμορφώσῃ τὸν τόπον, νὰ ἀναπλάσῃ τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα καὶ νὰ ἀναθρέψῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα αὐτοῦ· ἂν τὴν ἐπιοῦσαν μιᾶς νυκτὸς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δεκάδες νομοσχεδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐθαυμάζετο τὸ περίκλυτον ἐκεῖνο δασμολόγιον, ἀπεσιωπῶντο ὅμως αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωτικαὶ, διὰ τῶν ὁποίων εἶχον παραβιασθῆ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν ὁποίων εἶχον καλυφθῆ ἀνοσιουργήματα διοικητικά· ἄν, λέγω, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τοιαύτης νυκτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ὠνόμαζεν ἱεροσύλους, διότι δὲν ἐτολμῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον νομοθετήσεως τῶν ἔργων αὐτῶν, δὲν περικλείουσι πλέον τὰ στέρνα αὐτοῦ τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγανακτήσεως καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀγανάκτησις ἄλλη βαρύνει αὐτὸν, ἡ ἀγανάκτησις κατὰ τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς ὑπαίτιον τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν τῆς ἀμηχάνου θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἂν εἰς πάντα ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκδηλόνῃ, δι’ οἱουδήποτε ἤθελεν ἐγκρίνει τρόπου, τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐν τῇ καρδίᾳ του ἐκ τοιαύτης τινὸς τακτικῆς, ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἀσχοληθῶ, ὅπως ἐξαγνίσω τὰ αἰσθήματά μου, καὶ χαλιναγωγήσω τὴν γλῶσσάν μου, νὰ ἐπιχειρήσω δὲ μετ’ ἀπαθείας τὴν ἔρευναν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρῶτος προέβαλεν ὑπὸ τὴν ἔρευναν τοῦ κοινοῦ, διὰ νὰ φωτίσω κατὰ πρῶτον λόγον τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ συνεδρεύουσι πολλὰ ἀξιότιμα μέλη, τὸ πρῶτον ἤδη ἐκλεχθέντα καὶ, κατὰ πιθανὸν λόγον, μὴ λαβόντα λεπτομερῆ γνῶσιν τῶν κατὰ τὴν τριετίαν γενομένων ἐν τῇ οἰκονομικῇ διοικήσει τοῦ Κράτους· τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἐτῶν, δὲν πρόκειται νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐπρόδωκα τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Βερολίνῳ, δὲν πρόκειται νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλετο καὶ τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1879, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα, αὐτὸ ἦτο πλάνη, ἢ ψεῦδος, δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὰ δημόσια χρήματα ἐδαπανήθησαν ἀφειδῶς πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἢ πρὸς ἀποκατάστασιν διοικήσεως ἐῤῥύθμου καὶ ὁμαλῆς, ἢ ἐδαπανήθησαν καὶ ἐσπαταλήθησαν πρὸς καταρτισμὸν πολιτικοῦ κόμματος καὶ πρὸς θεραπείαν πολιτικῆς ἰδιοτελείας· δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1884 ἐψηφίσθη ἐν μιᾷ νυκτὶ, ζωογονῇ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν δημοσίαν παραγωγὴν, ἢ νεκρόνῃ αὐτὴν καὶ τὴν κίνησιν τῆς χώρας, οὐδὲ πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἔμελλε νὰ ἀνυψώσῃ, ἢ νὰ ταπεινώσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἂν ἡ κατὰ τὸ 1884 ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔδωκε τὴν ζωὴν, ἢ τὸν θάνατον, εἰς τὴν πίστιν ταύτην τοῦ Κράτους. Τὰ ζητήματα ταῦτά εἰσιν ἀφηρημένα, καὶ ὅταν συζητῇ τις ζητήματα ἀφηρημένα, εὔκολος καὶ τῶν πραγμάτων ἡ διαστροφὴ καὶ τῆς ἀληθείας ἡ ἐπισκότισις. Ἀλλὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, εἰσὶ θέματα, τὰ ὁποῖα καταλήγουσιν εἰς ἀριθμοὺς, οἱ δὲ ἀριθμοὶ ἔχουσιν εὐγλωττίαν, ἥτις καὶ τὰς διαστροφὰς καταβάλλει καὶ τὴν σοφιστείαν ἀποκρούει καὶ ἀναιρεῖ. Κατελύσαμεν λοιπὸν κατὰ τὸ 1885 ἱκανὰς προσόδους ἀποκατεστημένας, καὶ ὑπισχνουμένας ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐκτετυπωμένης ἐκθέσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐρευνήσωμεν, τίνας φόρους, ἢ τίνας προσόδους τοῦ Κράτους κατελύσαμεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1885, καὶ πόσην ἕνεκα τούτου ἐπηνέγκομεν ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἤτοι πόσα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἐὰν οἱ φόροι αὐτοὶ δὲν κατελύοντο, ἐστερήθη τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἡμεῖς κατελύσαμεν αὐτούς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ παντὸς ἠθέλησε νὰ ἀναμνήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ταῦτα ἐπέτρεπε νὰ γραφῶσι καὶ ἐκτυπωθῶσιν ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει του, ν’ ἀναμνήσῃ, λέγω, τὸ περίφημον σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν ἀντικαταστήσει δι’ ἄλλου συστήματος φορολογίας. Καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦν, ὡς εἰκάζω ἐκ τῶν δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Πρῶτον μὲν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1886, δεύτερον δὲ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παροῦσαν. Τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ εἶχον προβάλει πρῶτος ἐγὼ κατὰ τὸ 1879, προτείνας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο φόρος μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν καταναλισκόμενον καπνόν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπεκρούσθη κατὰ πρῶτον λόγον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνήκοντος τότε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἐφάνη δὲ διατεθειμένη νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ ἡ πλειοψηφία. Κατὰ τὸ 1883 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέτεινε τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐλειτούργησεν ἓν ἔτος πλῆρες. Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πόσα ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τούτου εἰσέπραξε χρήματα, ἰδίως πόσον βάρος καπνοῦ, πόσαι μονάδες φορολογησίμου ὕλης ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ συστήματος τούτου, πόσα δὲ ἐδαπανήθησαν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Οὕτω θέλομεν εὑρεῖ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἀπώλεσε τὸ Κράτος διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Εὔκολον δὲ νὰ ἀνεύρωμεν καὶ κατὰ τὸ σύστημα, δι’ οὗ ἡμεῖς ἀντικατεστήσαμεν τὴν διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίαν, πόσαι ὀκάδες καπνοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν, πόσον ποσὸν εἰσεπράχθη, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς λειτουργίαν τοῦ συστήματος, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὸ καθαρὸν ἔσοδον, τὸ παραχθὲν ἐκ τῆς ἐτησίας λειτουργίας τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ παραβάλωμεν τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐζημιώθη τὸ Ταμεῖον διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ταύτης, ἢ ἂν τυχὸν εἰσέπραξε περισσότερα χρήματα, ὅσων ἤθελεν εἰσπράξει, ἂν ἐξηκολούθει τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων τοῦ καπνοῦ φορολογίας. Κατὰ μίαν κατάστασιν, ἥτις ὑπεβλήθη, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις εἶναι ἐξηγμένη ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων καὶ ἔχει αὐθεντικὸν κῦρος, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1884 μέχρι τέλους 8βρίου 1884, ἤτοι ἐπὶ 10 μῆνας, ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν διὰ τῶν κοπτηρίων 602,428 ὀκάδες καπνοῦ, ἐφορολογήθη ἑκάστη ὀκᾶ πρὸς δρ. 3,80 καὶ εἰσεπράχθησαν 2,413,454, καὶ 48. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη παριστᾷ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων ἐπὶ 10 μόνον μῆνας, πρέπει δὲ ν’ ἀνεύρωμεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὑπολοίπων δύο μηνῶν, διὰ νὰ συμπληρωθῇ πλήρης ἐνιαυτός. Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅστις ἐδημοσιεύθη, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχω πρόχειρον, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1884 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν κατὰ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων 795,681 ὀκ. καπνοῦ, φορολογηθεῖσαι πρὸς 3,80, εἰσεπράχθη δὲ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ποσὸν δρ. 3,023,588,63. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶχεν ἀνάγκην ἐξόδων. Ἀνατρέχω εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ ἀνευρίσκω, ὅτι διὰ τὴν ἀποκτάστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἐδαπανήθησαν 834,294,36· ἑπομένως, ἐὰν ἐκ τῆς προσόδου τῶν δρ. 3,023,588 καὶ 63)00 ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐξόδων, τὸ καθαρὸν ἔσοδον, ὅπερ προέκυψεν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου ἐκ τοῦ συστήματος τούτου, ἀνέρχεται εἰς 2,189, 294.27. Πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀντικατεστήσαμεν εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα τοῦτο ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, κατ’ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διένειμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, συνοδεύσας τὸ τότε εἰσαχθὲν νομοσχέδιόν του, εἶχον φορολογηθῆ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1885 ὀκάδες καπνοῦ 684,256, αἱ ὁποῖαι ἐφορολογήθησαν, οὐχὶ πρὸς 3,80, ἀλλὰ μόνον πρὸς 2 δραχμὰς, ἑπομένως εἰσεπράχθη ποσὸν 1,368,512 δρ. Ἀλλ’ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουνίου 1886 ἐφορολογήθησαν ὡσαύτως ὀκάδες 229,046, αἱ ὁποῖαι ἐφορολογήθησαν πρὸς δρ. 2,50 τὴν ὀκᾶν καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν 572,615· ὥστε εἰσεπράχθησαν ἐν συνόλῳ 1,941,127. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁλόκληρον τὸ ἔτος, διότι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐλλείπουσι δύο ἔτι μῆνες καὶ 10 ἡμέραι. Ἑπομένως πρέπει νὰ μάθωμεν, πόσον ποσὸν καπνοῦ ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον καὶ κατὰ τὰς 10 πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἂν ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ δεκάμηνον διάστημα, καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη κατὰ τοὺς δέκα τούτους μῆνας, καὶ ζητήσωμεν δι’ ἀναλογίας νὰ εὕρωμεν τί εἰσεπράχθη κατὰ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔτους ὑπόλοιπον διάστημα τῶν δύο μηνῶν καὶ δέκα ἡμερῶν, θέλομεν συναγάγει, ὅτι πιθανῶς ἐφορολογήθησαν κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα 225,276 ὀκάδες καπνοῦ κατ’ ἀναλογίαν, καὶ ὅτι εἰσεπράχθησαν πιθανῶς 563,190. Ἑπομένως, ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιωμένων ἀποτελεσμάτων, ἐπὶ 9 μῆνας καὶ 20 ἡμέρας, καὶ πιθανῶν ἀποτελεσμάτων, ἐξ ἀναλογίας εἰκαζομένων, ἐπὶ 2 μῆνας καὶ 10 ἡμέρας ἐφορολογήθησαν, 1,138,578 ὀκάδες πρὸς δρ. 2 καὶ πρὸς δραχμὰς 2 καὶ 50 τὴν ὀκᾶν, καὶ εἰσεπράχθησαν δρ. 2,504,317. Ἀλλὰ τί πρὸς λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου ἡμῶν ἐδαπανήθη; Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περιελήφθη πίστωσις πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐκ δρ. 110,622. Δυστυχῶς ὁ Ἀπολογισμὸς δὲν περιέχει λεπτομερείας, ἑπομένως δὲν δύναμαι ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ δημοσιευθέντος νὰ πληροφορηθῶ, ἂν ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη, ἢ ὀλιγώτερον· ἔχω ὅμως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐζητήθη συμπληρωτικὴ πίστωσις λόγῳ ἀνεπαρκείας τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, δύναμαι δὲ νὰ ὑποθέσω οὕτως, ὅτι ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα τῶν 110 χιλιάδων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω. Ὅθεν εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις τῶν δραχ. 110,622. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν τὰς 110,622 ὡς ἔξοδα λειτουργίας, τοῦ συστήματος, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι ἔχομεν καθαρὸν ἔσοδον 2,393,695, δηλ. ὅτι εἰσεπράξαμεν πλέον τῶν εἰσπραχθέντων διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων, συνισταμένων εἰς δραχ. 2,189,294.27, ὅτι εἰσεπράξαμεν λέγω περισσότερα δρ. 204,400.83. Ἂν δὲ ἀναζητήσωμεν τὸ ποσὸν τῆς ὕλης, ἥτις ἐφορολογήθη, θέλομεν εὕρει ὡσαύτως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν δεδομένων, ὅτι, ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν ὀκάδες 1,138,578, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 795,681. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Βουλήν, μᾶς ἔδωκε πληροφορίας θετικὰς καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἡμετέρου συστήματος, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν κατὰ τοὺς δύο μῆνας καὶ δέκα ἡμέρας, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνωρίζομεν πρότερον ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀναζητήσω αὐτὰ δι’ ἀναλογιῶν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ἀνέρχεται εἰς ὀκάδας 1,075,167, καὶ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων ἀνέρχεται εἰς 2,345,794. Ἑπομένως, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐφορολογήθησαν, κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐλειτούργησε, 279,487 ὀκάδες περισσότεραι τῶν φορολογηθεισῶν διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ τὸ σύστημα ἐλειτούργει, καὶ εἰσεπράχθησαν περισσότερα χρήματα 156,500 δρ. τῶν διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων εἰσπραχθέντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη ν’ ἀναφέρῃ, ὅτι κατελύσαμεν προσόδους ἀποκατεστημένας, ἀλλὰ προσέθηκε καὶ ὑπισχνουμένας ἐν τῷ μέλλοντι αὔξησιν ἐσόδων. Δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φορολογίας τοῦ συστήματος αὑτοῦ ἤθελεν εἰσπράξει περισσότερα χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσέπραξε τὸ πρῶτον ἔτος, ἤθελε δὲ ἀφαιρέσει τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ ἰσχυρισθῶμεν τὸ αὐτὸ διὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δεύτερον ἔτος ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς εἰσπράξει περισσότερα χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράξαμεν τὸ πρῶτον. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο σύστημα ἤθελον λειτουργήσει τελειότερον προϊόντος τοῦ χρόνου. Ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοῦτον τὸν λόγον ὑπὲρ τοῦ συστήματός του, νὰ ἀρνηθῇ δ’ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν αὐτὸν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὸ 1884, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ὑπῆρχεν ἄκρα ἠρεμία, καὶ πολιτικὴ καὶ κυβερνητική, μεγίστη δ’ ἄνεσις εἰς τὴν διοίκησιν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἀγρυπνῇ, κατὰ τὴν συνήθειάν του, διὰ τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀδυσώπητον ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος αὑτοῦ. Εἶχεν ἀποστείλει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐπιθεωρητὰς ἐπὶ ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες διέβλεπον καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἐκρύπτετο εἰς τὸ σελάχι τοῦ τελευταίου χωρικοῦ. Καταταγγελίαι ἐπανειλημμέναι ἐγίνοντο καὶ ἀποφάσεις αὐστηρόταται ἐξεδόθησαν πρὸς καταστολὴν τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλά, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐφηρμόσθη τὸ ἡμέτερον σύστημα, τὰ πράγματα δὲν εἶχον οὕτω. Τὸ 1885 ἦτο ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆλθον πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, ἦτο ἔτος, καθ’ ὃ ἡ προσοχὴ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περιεσπᾶτο εἰς πολὺ σπουδαιότερα ἀντικείμενα, οὐδ’ ἔμενεν αὐτῷ καιρὸς νὰ ἐπιτηρῇ ἀγρύπνως πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλή. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ περισσότερον ποσὸν φορολογησίμου ὕλης ἐφορολογήθη, καὶ περισσότερα χρήματα εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ μέγα ποσὸν τοῦ ἐσόδου τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀνέφερε κλιμακηδὸν καὶ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττεν ἀλληλοδιαδόχως καθ’ ἕκαστον μῆνα τοῦ ἔτους, καθ’ ὅ τὸ σύστημα αὑτοῦ ἐλειτούργει. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ δὲ, ὅτι καθ’ ἕκαστον μῆνα προέβαινε τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου αὐξάνον, ἀνέφερεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1884 δρ. 85,585, κατὰ Νοέμβριον 84,583, κατὰ Δεκέμβριον 81,362, κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1885 δραχ. 83,239, κατὰ Φεβρουάριον δραχμαὶ 79,649 καὶ κατὰ Μάρτιον δραχμαὶ 72,716. Καθ’ ἣν δὲ ἔχει δύναμιν λόγου καὶ φαντασίαν, τὴν καθ’ ἕκαστον ἑπόμενον μῆνα ἀποδεικνυομένην διὰ τῶν εἰρημένων ἀριθμῶν μείωσιν τῆς προσόδου ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὡς προϊοῦσαν αὔξησιν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω σήμερον κατ’ οὐσίαν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἤδη αὐτὸ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι κατ’ αὐτὰς θέλει εἶσθαι νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν προτίθεμαι νὰ ὑπομνήσω τὶ, ἢ νὰ ἀντείπω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσῃ εἰδικῶς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον κατελύσαμεν, κατήγγειλε δ’ ἡμᾶς, ὅτι ἐστηρίχθημεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς καταλύσεως τῶν φόρων, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρος εἶναι εἷς τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους δὲν κατελύσαμεν, ἀλλ’ ἀντικατεστήσαμεν, εἶχον καθῆκον νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν ἐγένετο ἐπὶ ἐλαττώσει τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐπ’ αὐξήσει. Ἂν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἔχῃ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, ἔχῃ ἄλλα ἐλαττώματα, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπανήγαγε τὴν διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίαν. Ἄλλως, δὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν τοιαύτην, διότι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο σύστημα ἐδοκιμάσθησαν ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἕκαστος τῶν πολιτῶν, ὅσοι ἀναμιγνύονται εἰς τὰ τῆς φορολογίας ἢ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἔχει σχηματίσει γνώμην ἀσφαλῆ περὶ ἑκατέρου τῶν συστημάτων τῆς φορολογίας τοῦ προϊόντος τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ἐφορολογοῦμεν τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ συστήματός του, καὶ οὐχὶ πρὸς 2 δραχμὰς, καὶ πρὸς 2 καὶ 50)00 κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ πρὸς 3 καὶ 80/00, ἠθέλομεν εἰσπράξει οὐχὶ 2,189,294.27, ὅσα ὡς καθαρὸν ἔσοδον εἰσέπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ 4,085,636.44. Καὶ ἂν ἐφορολογοῦμεν πρὸς δρ. 4 καὶ 80/00, ὅσαι διὰ τοῦ ψηφισθέντος προχθὲς νομοσχεδίου ἐπεβλήθησαν ὡς φόρος, ἠθέλομεν εἰσπράξει 5,160,803.44. Καὶ μολονότι συνειθίζουσι πολλοὶ ἐκ τῶν διευθυνόντων τὰ δημόσια πράγματα νὰ μὴ ἀνομολογῶσιν, εἴτε τὴν ἰδίαν αὑτῶν ἀνεπάρκειαν, εἴτε τὰς ἐλλείψεις αὑτῶν περὶ τὴν διοίκησιν, ἐγὼ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐφήρμοσα τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐνομοθετήθη, ἐλαχίστην ἐνήσκησα ἐπιτήρησιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύσω, ὅτι πολλαὶ ἐγένοντο καταχρήσεις, αἵτινες δὲν ἤθελον λάβει χώραν, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτηρῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος. Καὶ ὅμως 279,487 ὀκάδες καπνοῦ ἐφορολογήθησαν περισσότεραι κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα ἢ ὅσον διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρέχει ἄλλας ὠφελείας, ἂν οὐχὶ εἰς τὴν διοίκησιν, βεβαίως ὅμως εἰς τὴν πολιτικήν. Δύναταί τις νὰ διορίσῃ πολυάριθμον προσωπικὸν ὑπαλλήλων διακοσίους καὶ τριακοσίους δύναται νὰ διορίσῃ. Δύναται νὰ ἐνοικιάσῃ οἰκίας ἰδιωτῶν ἐπὶ μισθώματι, ὅσον οὗτοι ἤθελον ἐγκρίνει. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνῳκιάσθησαν οἰκίαι ἀντὶ 350 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κοπτήρια ἐν πόλει, ἐν ᾗ, ληξάσης τῆς μισθώσεως ἐκείνης, ἐμισθώθη ἄλλη οἰκία ἀντὶ 170 δραχ. κατὰ μῆνα. Δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡσαύτως τὸ σύστημα διὰ νὰ μισθόνῃ τις ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐργατῶν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, καὶ ἰδίως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, οἵτινες πολυτρόπως καὶ πολυειδῶς χρησιμεύουσιν εἰς τὴν πολιτικήν. Λοιπὸν δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· ἀντικατεστήσαμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ηὐξήσαμεν τὸ ἐξ αὐτῆς ἔσοδον, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, κατὰ 156,500 δρ. Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγκαλέσας ἡμᾶς, ὅτι κατελύσαμεν τοὺς φόρους, ἐνόει τὴν κατάργησιν, τὴν ὁποίαν ἐνομοθέτησεν ἡ Βουλή, τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐλάβομεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ καταργήσωμεν διὰ Διατάγματος τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς τὸ Κράτος, τῆς ἀποκλειστικῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὐχὶ διότι ἠσεβήσαμεν πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διότι εὕρομεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου 8,193,000 φυλλάδια σιγαροχάρτου, τὰ ὁποῖα τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Εὕρομεν ὡσαύτως 2,124,440 φυλλάδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκεῖνο ὡσαύτως ἀγοράσει ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ σιγαροχάρτου. Εὕρομεν 9,653 δεσμίδας χάρτου ἐκ 500 καὶ 480 φύλλων ἑκάστην, ἐπιτηδείου ἵνα χρησιμεύῃ ὡς σιγαρόχαρτον, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν ζημιώσει τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἤθελεν ἀπολέσει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ τοῦ ἀφθόνου ὑλικοῦ. Διὰ τοῦτο διετηρήσαμεν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, περιμένοντες νὰ καταναλωθῇ μὲ τὸν χρόνον τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑλικὸν, καὶ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου, διὰ νὰ τὸν εἴπω φόρον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα 3,000,000, εἰσέπραξεν ὅμως 821,814.77. Νομίζω περιττὸν νὰ δηλώσω, ὅτι τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, τοὺς ἔχω ἐξαγάγει ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν ὑπάρχῃ δισταγμὸς, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐπιδείξω τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἠρύσθην ταύτας.

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπικαλεῖσθε τὰ βιβλία καὶ τὰς καταστάσεις, εἴπετε, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ σύστημα, τὸ νῦν ἰσχύον, περὶ φόρου τοῦ καπνοῦ, 2,345,000. Ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν κατάστασιν δηλοῦσαν τοῦτο; Ἐγὼ βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ ἀνέγνωσα, καὶ οὐχὶ εἴσπραξιν.

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ καθυστέρημα; Κατὰ τὸ ἄρθρ. 13 τοῦ νόμου, μία τάξις πωλητῶν καπνοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ κατὰ τριμηνιαίας δόσεις. Λοιπὸν ἐπλήρωσε τὸ ⅓, τὸ ἕτερον ⅓ θέλει πληρώσει τὴν ἑπομένην τριμηνίαν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν κατηγγέλθη δι’ οὐδεμιᾶς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐγένοντο καθυστερήσεις. Ἐὰν ὑπάρχωσι, καὶ δὲν εἰσεπράχθη ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο, εἶναι διότι δὲν ἐγένετο ληξιπρόθεσμον τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ τριμηνίαν.

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μὲ συγχωρεῖτε. Λογαριάσαντες τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1885, περιελάβατε ἐν αὐτοῖς—διότι οἱ πίνακες, οὓς ἐδώκαμεν ἡμεῖς, τοῦτο περιλαμβάνουσιν — περιελάβετε τὰς βεβαιώσεις τοῦ προηγουμένου ἔτους 1886. Ἐπὶ τῆς αʹ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐβεβαιώθη κατανάλωσις 650,000 δρ. Ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τούτου ἐγένετο ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ταύτην τὴν εἴσπραξιν ὑπελογίσατε, ὑπολογίζοντες τὸ ποσὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, κατόπιν δὲ προσεθέσατε τὴν βεβαίωσιν, τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1886. Ἑπομένως τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσατε, εἶναι ἄθροισμα δύο ἐτῶν καὶ οὐχὶ ἑνός.

§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου πληρόνεται κατὰ δόσεις. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα πρὸς φορολογίαν γεννᾶται καθ’ ὃν χρόνον ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πρὸς κατανάλωσιν. Τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ νόμος εἰς τὸν φορολογούμενον, ἐσκόπει νὰ παραχωρήσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἐὰν ἐξετάσητε τοὺς πίνακας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καθυστερήσεις δὲν ἐγένοντο. Καὶ ἰδού. Τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν παραγωγῶν, ἢ τῶν ἐμπόρων, ἐδηλώθη κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν κατεδηλώθη ποσὸν φόρου, οὐδ’ ἐβεβαιώθη τοιοῦτον. Μετὰ τοῦτο ἐπέρχονται δηλώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ παραλάβωσιν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καπνὸν, ἵνα εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ὅταν δὲ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν ἐξαγωγῆς ποσοῦ τοιούτου, χρεοῦνται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῇ τὸ χρέος τοῦτο εἰς προηγουμένας χρήσεις. Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885 ἕως 31 Δεκεμβρίου 1885, διότι εὑρίσκετε, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους ἐτησίας παραγωγῆς.

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στηρίζεσθε ἐπὶ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον. Οὗτος ὁ πίναξ δὲν εἶναι κατὰ χρῆσιν· ἐν τῷ πίνακι ἐδημοσιεύσαμεν τί εἰσεπράττετο κατὰ τὸ 1886. Τὰ εἰσπραχθέντα ταῦτα ἀνάγονται τὸ πλεῖστον εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς γενομένας κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1885 ἐπὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς. Ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ ὑπῆρχε διάταξις περὶ εἰδικῆς δηλώσεως καταναλώσεως, ἥτις δὲν ἦτο δήλωσις ἀποθηκεύσεως παραγωγῶν. Εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ἡ εἴσπραξις ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς γενομένας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, αἱ δὲ εἰσπράξεις, τοῦ ἔτους τούτου θέλουσιν ἀνταποκριθῆ πρὸς εἰσπράξεις γενησομένας κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἐὰν προσθέσητε τὰ ποσὰ τὰ δηλωθέντα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο εἰς τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα, θέλετε ἔχει τὸ ἄθροισμα δύο ἐτῶν.

§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλετε, βεβαιοῦται, ὅτι ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885 μέχρι 10 Σεπτεμβρίου 1886 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,345,794. Ἐβεβαιώθη τί σημαίνει; Ἐζητήθη ἡ ἄδεια πρὸς κατανάλωσιν ποσοῦ ὀκάδων 1,075,167, ὅσον ἀναφέρετε ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν, καὶ ἐχρεώθησαν εἰς τὰ βιβλία οἱ ζητήσαντες τὴν ἄδειαν τῆς καταναλώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ὀκάδων. Ἠδύναντο οἱ ἀντιλέγοντες νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ νομοθετηθὲν κατὰ τὸ 1885, ἀφῆκε καθυστερήματα, διότι οἱ χρεωθέντες ἐν τοῖς βιβλίοις τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου δὲν ἐφάνησαν ἀκριβεῖς εἰς τὰς πληρωμάς.

§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑπολογίσητε πόσα θὰ εἰσπραχθῶσι κατ’ ἔτος, δὲν πρέπει νὰ λάβητε τὸ πρῶτον ἀπόθεμα, ἀλλὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα τακτικῶς ἐβεβαιοῦντο ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγραφῇ.

§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπῆρχε ποσὸν καπνοῦ ἀποτεθειμένον, ἀλλὰ τὸ ἐξαγόμενον ἐξ αὐτῶν πρὸς κατανάλωσιν δὲν εἶναι ἀπόθεμα, εἶναι ποσὸν φορολογητέον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου ἔσοδα 3,000,000, ἀλλ’ εἰσέπραξεν, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ 1884, ποσὸν 821,814. Ἑπομένως ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχεν ἐξογκώσει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων κατὰ 2,178,185.23. Κατὰ τὸ 1884 ἐδιοίκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἑπομένως αὐτὸς ἐφήρμοσε τὸν νόμον καὶ αὐτὸς ἐξετέλεσε τὸν Προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 δὲν περιέλαβον ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 3,000,000, ἀλλ’ ἐκ δραχμῶν 800,000. Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ἐσχάτως δημοσιευθέντα, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 704,602.60, ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων παρ’ ἐμοῦ κατὰ 95,397.40. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει, τῇ συνοδευσάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ὅτι, συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐστηρίχθημεν ἐπὶ τῆς καταλύσεως τῶν φόρων. Κατελύσαμεν λοιπὸν φόρους; Ὄχι. Μήπως ἐννοῇ, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ προϋπολογισθέντα παρ’ αὐτοῦ ἔσοδα; Ἠθέλομεν ἀπατήσει τὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἀνεγράφομεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἐκ δραχ. 3,000,000, ἐν ᾧ τὸ ἔτος τὸ προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ὁ νόμος, δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ μόνον 821,000. Ἐλάβομεν τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων, ἀλλὰ δὲν τὸ κατηργήσαμεν, διότι εὕρομεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις πυρεῖα, ἀγορασθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Διοικήσεως, ἀξίας δραχ. 75,056.81, καὶ ἠθέλομεν ζημιώσει τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἂν κατηργοῦμεν πρὸ τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ ἀποταμιεύματος τούτου τὸ μονοπώλιον. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἡ ζημία αὕτη, εὕρομεν προσέτι συμφωνίας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει μετὰ τοῦ ἐν Βενετίᾳ καταστήματος Βασκέρα καὶ μετὰ τοῦ ἐν Αὐγούστῃ τῆς Βαυαρίας καταστήματος τῆς Ἑνώσεως, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο ἐπὶ διετίαν νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν καταστημάτων αὐτῶν τὰ πυρεῖα. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἑπόμενον ἦτο νὰ συμβουλευθῶμεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὰς συμφωνίας ταύτας, διότι ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὸ μονοπώλιον. Ἑπομένως ἠθέλομεν ὑποβληθῆ εἰς ἀποζημιώσεις πρὸς τὰ καταστήματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβάλομεν καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ διετία καὶ ἐξαντληθῇ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 300 χιλ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ μονοπώλιον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὴν 1 Φεβρουαρίου 1885, ἑπόμενον ἦτο ὅτι κατὰ τὸ 1884 οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ. Εἰσέπραξεν ὅμως κατὰ τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον καὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885 δραχ. 44,559,40, μέχρι τέλους δὲ τοῦ ἔτους 276,996. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι κατηργήσαμεν τὰ μονοπώλια τῶν πυρείων, ἢ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς μίαν μόνην ἐλάττωσιν ἐφέραμεν, μειώσαντες τὸν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου φόρον ἀπὸ 10 εἰς 7%. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπροτάθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1883, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸς μείωσιν τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, ἂν ἐπεψηφίζετο ἡ προταθεῖσα μείωσις, κατὰ δραχ. 300,000. Ἠλαττώσαμεν λοιπὸν τὰ ἔσοδα κατὰ 300,000, ηὐξήσαμεν δ’ αὐτὰ κατὰ 156,500 διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα καὶ ἐν ἄλλοις, καὶ μάλιστα ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προτείνει καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσει σύστημα φορολογίας τοῦ οἴνου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἐκ τοῦ συστήματος δὲ τούτου, ἐφαρμοσθέντος κατὰ τὸ 1884, εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1884, κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν, ποσὸν δραχ. 787,209:18. Ἐν τῇ ἐκθέσει, δι’ ἧς ὁ Πρωθυπουργὸς συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, (ὅρα σελ. 12 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ) βεβαιοῖ, ὅτι παράγεται γλεῦκος ἐν τῷ Κράτει 132,000,000 ὀκάδων, καὶ ὅτι, ἐφαρμοζομένου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη παρ’ ἡμῶν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλουσι πιθανῶς εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 1,760,000. Ἑπομένως αὐτὸς οὗτος ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ δημόσιον Ταμεῖον θέλει εἰσπράξει πιθανῶς περισσότερον, ὅσων εἰσέπραττε διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δραχ. 972,791, ἀφοῦ, κατὰ μὲν τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσεπράχθησαν 787,209, κατὰ δὲ τὸ ἡμέτερον σύστημα, πιθανῶς θέλουσιν εἰσπραχθῆ 1,760,000. Ἀλλ’ ἐπηνέγκομεν καὶ μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐξ ἧς δὲν προέκυψεν αὔξησις τοῦ ἐσόδου μόνον κατὰ 30,857, ὅσας σημειοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, (ὅρα σελίδα 16 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ) ἀλλ’ αὔξησις πολλῷ μείζων. Ἀληθῶς, ἂν δὲν ηὐξάνομεν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886, καὶ δὲν περιελαμβάνομεν ἐν τῷ νόμῳ τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ὁποῖα κατέκριναν καὶ ἀπέκρουον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ ὁποῖα κατεδίκασεν αὐστηρῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ καταργήσῃ, οὐ μόνον δὲν ἠθέλομεν ὑπερβῆ τὰ ἔσοδα τοῦ 1884, ἀλλ’ ἠθέλομεν καταπέσει εἰς ἄκρον. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1886, τὴν εἰσαχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παραβάλῃ τὰ ἐν αὐτῇ ποσὰ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1885, θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1886 πλείω τῶν κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθέντων δρ. 683,140.60, πλείω δὲ τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπραχθέντων δραχ. 326,907.78. Ἀρκεῖ νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι, κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν τῇ ἐμῇ αἰτήσει κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν μόνον ἐκ προσθέτων τελῶν δρ. 469,883.14. Μόνον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶχεν εἰσπράξει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1883 δραχ. 44,172.50 περισσοτέρας τῶν ἐκ τελῶν χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1884 εἰσπραχθεισῶν. Μόνον δὲ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον κατὰ μόνον ἕνα μῆνα, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1885, εἰσέπραξεν ἕνεκα ἐκείνου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, δραχ. 101.043 καὶ 50/00 περισσοτέρας τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπραχθεισῶν. Σᾶς ἀνέφερον ταῦτα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἐσόδων εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ ὅσην ἐσημείωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος περιωρίσθη νὰ συναγάγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ εἰσέπραξε καὶ κατὰ τὸ 1886, 30,857 περισσότερα ὅσων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1885, ἄρα οἱ δύο νόμοι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1885 ἐπήνεγκον αὔξησιν ἐσόδων μόνον 30,857 δραχμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρνήθη, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, κατὰ 1,773,000 δραχμῶν καὶ προσέτι κατὰ 500,000 διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπηνέγκομεν διὰ τοῦ τελευταίου νόμου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1885. Ἂς ἀθροίσωμεν ἤδη τὰς αὐξήσεις καὶ τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν ἐπὶ τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ 1885, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἦτο ἡ κατάλυσις τῶν φόρων, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων. Ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου κατὰ 300,000 δραχμῶν: ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ 156,500 δραχ. διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ δραχ. 972,850.82, διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου κατὰ δρ. 1,775,000 καὶ διὰ τῶν μεταβολῶν τοῦ δασμολογίου κατὰ δραχ. 1,773,500. Οὕτως ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχ. 5,177, 985.82. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὰς 300,000, τῶν ὁποίων τὴν ἐλάττωσιν ἐπήνεγκεν ἡ μείωσις τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 10% εἰς 7%, ἐπηνέγκομεν αὔξησιν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 4,877,985.82. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μνημονεύσω, ἐὰν ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἢ δὲν ηὔξησαν, ἐξ ἄλλων μικρῶν μεταβολῶν, ἤτοι ἐκ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλάτων, καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν μικρῶν μεταβολῶν. Καὶ μολονότι τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 προεκάλεσεν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη ἐνομοθέτησε, μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης του ἦλθε νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς καταλύσεως τῶν φόρων, καὶ νὰ ἐπικυρώσῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς καταλύσεως ταύτης τῶν φόρων, ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἑπομένως ἡ κατάπτωσις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ὁποίας θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν νὰ δανεισθῇ καὶ 100,000 δραχ., καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων 20 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοιαῦτα ἰσχυρισθεὶς, δὲν εἶπεν ἡμῖν νέον τι, διότι ἐπανέλαβε καὶ ἐπεκύρωσεν, ὅσα ἀπὸ τῶν ἀπαισίων ἡμερῶν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν παραλίων οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐνίοτε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξετόξευσαν καθ’ ἡμῶν. Διατὶ ἐχαρακτήρισαν τὸν λαὸν αὐτὸν, ὡς ἀνάξιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος; Διατὶ ὕβρισαν τὸ πολίτευμα; Διατὶ παρέστησαν τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡς ἐγκληματικὴν, ἐν ᾗ συνέρχονται ἄνθρωποι ἐργάται παντὸς ἐγκλήματος καὶ ἐμπορεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Διότι αὐτὸς ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος στέλλει τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζοντας, ἐπωλήθη καὶ ἠγοράσθη τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου διὰ τῆς ὑποσχέσεως, ἣν ἡμεῖς ἐδώκαμεν αὐτῷ προκηρύξαντες τὸ: κάτω οἱ φόροι. Ἀφ’ οὗ δ’ ὁ λαὸς εἶναι τοσοῦτον διεφθαρμένος, ὥστε πωλεῖται καὶ ἀγοράζεται διὰ χρημάτων, τί περιμένετε πλέον ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἄλλοι ἢ οἱ ὑπερέχοντες ἐπὶ φαυλότητι καὶ ἐγκληματικῇ διαθέσει; Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μεταχειρίζηται τὰς βαρείας ταύτας φράσεις, ἐὰν δὲν σᾶς προέβαλε τὴν δικαιολογίαν ταύτην κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν προέτεινε τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, πρὸς διαῤῥύθμισιν κρείττοντα τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν σᾶς λέγῃ διὰ λέξεων καταληπτῶν, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς ἀνεμοστρόβιλος προῆλθεν ἕνεκα τῆς καταλύσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασεν ἡ 7 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἐπλανήθη ἢ ἠγοράσθη, αὐτὸ τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν ἁβρότητα τῶν φράσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν εὐγένειαν, μεθ’ ἧς μεθ’ ἡμῶν συζητεῖ. Ἀλλὰ θαυμάζω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πῶς συμβαίνει εἰς τὸν τόπον τοῦτον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίγνεται. Οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον κρίνουσιν αὐτὸν τοσοῦτον φαῦλον, τοσοῦτον διεφθαρμένον, καὶ ὅμως ἐπιθυμοῦσι νὰ κυβερνῶσιν αὐτόν. Ἀπορῶ τῷ ὄντι, πῶς δὲν αἰσθάνονται τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν προσβαλλομένην, νὰ ζητῶσι νὰ ἀνάγωσιν ἑαυτοὺς ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν λαοῦ τοιούτου, ὁποῖον παριστῶσιν αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ περίεργον τοῦτο· τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι καὶ ὁ λαὸς οὗτος στέργει νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες οὕτω χαρακτηρίζουσιν αὐτόν. Τὸ φυσικὸν ἦτο, μοὶ φαίνεται, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον κυβερνᾷ, τὸ φυσικὸν ἦτο, νὰ λάβῃ τὸ μαστίγιον καὶ νὰ μαστιγώσῃ αὐτὸν τὸν λαὸν, καὶ νὰ προσενεχθῇ πρὸς αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον προσφέρονται οἱ διευθυνταὶ τῶν σωφρονιστηρίων πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγκλείουσιν ἐν τοῖς σωφρονιστηρίοις, ἵνα μορφώσωσι τὰ ἤθη αὐτῶν. Ἡ φυσικὸν ἦτο τέλος πάντων, ὁ λαὸς νὰ λάβῃ τὸ μαστίγιον καὶ νὰ ἀπελάσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι τοιαύτην περὶ αὐτοῦ ἐκφέρουσι γνώμην. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, κατὰ τὸ 1880, προὐτάθη ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ ἐνεθουσίασεν αὐτὴν, καὶ τὸ ὁποῖον συνεκίνησε καὶ τὸν λαόν. Καὶ τὸ ζήτημα ἦτο καθαρῶς φορολογικόν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐλειτούργει πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, βεβαίως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ κατὰ διαδοχὴν καὶ κληρονομίαν, ἀπὸ τὸν καιρὸν, καθ’ ὃν δὲν εἶχε συσταθῆ ἀκόμη τὸ Βασίλειον, ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς διὰ τῆς δεκάτης φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσεπράττετο ὁ φόρος οὗτος τῆς δεκάτης, ἦτο καταπιεστικὸς καὶ κατέθλιβε τὸν λαὸν, καὶ παρεῖχε πολλάκις ἀφορμὰς γογγυσμῶν καὶ παραπόνων. Κατὰ τὸ 1880 προὐτάθη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τούτου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος, ὥστε εἶδον τοὺς πλειοτέρους ἀξιοτίμους συναδέλφους, καὶ ἐκείνους μάλιστα, μετὰ τῶν ὁποίων ἐτύγχανον ἐν συμπράξει πολιτικῇ, νὰ λάβωσι τὸ ρόπαλον ἀνὰ χεῖρας καὶ εἷς μὲν νὰ στενοχωρῇ τὴν δεκάτην εἰς τὴν γωνίαν ἐκείνην, διὰ νὰ συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, ἄλλος νὰ τὴν διώκῃ ἐκ τῆς αἰθούσης. Ἐπὶ τέλους ἐπῆλθον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, θαυμάσαντα καὶ ἐπιδοκιμάσαντα τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, νὰ καταργήσῃ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Ἐὰν ἡμεῖς λοιπὸν τότε ἰσχυριζόμεθα, ἐγκαλοῦντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ἰσχυριζόμεθα τοῦτο διὰ τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν ὡς κυβερνῆται τῆς χώρας εἴχομεν καθῆκον νὰ τηρήσωμεν, ὅτι ἐπροτίμησεν ἐν ἐποχῇ πολιτικῶς ἀνωμάλῳ, καθ’ ἣν ἔκτακτοι δαπάναι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος, νὰ μειώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ καὶ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμοὺς αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἔχει κἄποιαν δικαιολογίαν, διὰ νὰ μᾶς καταγγείλῃ καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡμεῖς ἐπηγγελλόμεθα εἰς τὸν λαὸν τὸ «κάτω οἱ φόροι», καὶ τὸν ἀπεπλανήσαμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲ τότε ἐμέμφθημεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὐδὲ τώρα ἀπηυθύναμεν αὐτῷ ἄλλην μομφὴν, ἢ αἰτίασιν, ἢ ὅτι κατὰ τὴν τριετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα, ἐπέβαλε φόρους ἐπαχθεῖς, ἀτέχνως διεσκευασμένους, ἄνισα βάρη ἐπιβάλλοντας εἰς τὸν λαὸν καὶ ἀποτυχόντας, ὅτι ἐστήριξε προσδοκίας ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῶν φόρων τούτων πολὺ ὑπερτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπραγματοποιήθησαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόρων τούτων, ἐπηύξησε τὰς δαπάνας διὰ βαρῶν ἀδικαιολογήτων. Καὶ διότι ἡμεῖς τοιαύτας ἀπηυθύναμεν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἰτιάσεις, ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκτοξεύσῃ καθ’ ἡμῶν καταγγελίας μὴ ἀληθεῖς, καὶ ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν ἐφ’ οἷς ἐμεμφόμεθα, ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν παροῦσαν ἀμήχανον οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους; Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς δὲν κατελύσαμεν τοὺς φόρους, ἐὰν δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα, ἐὰν δὲν ἐγεννήθη ἕνεκα τούτων τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, τέλος πάντων τίς ἐδημιούργησε τὴν ἀνώμαλον ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν; τίς παρεσκεύασε τὴν εἰκονισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατάστασιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν εἰς ἣν περιήλθομεν; Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς ἐρεύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Πρὶν ἢ ὅμως προβῶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ θέματος τούτου, ὀφείλω νὰ ἐρευνήσω καὶ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο, ὅταν εἰσήγαγεν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886.

§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἔχετε ἀνάγκην μικρᾶς διακοπῆς;

§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν ἔχω.

§48ΤΙΝΕΣ. Ἡμεῖς ἐπεθυμήσαμεν μικρὰν διακοπήν.

§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τελειώσω αὐτὸ τὸ μέρος. — Τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδημοσίευσε τότε ἐφημερίς, τῆς ὁποίας τὸ ἀξιόπιστον δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐν αὐτῇ ἀναγινώσκω τὰς περικοπὰς ἐκείνας, τὰς μὴ παριστώσας ἀκριβῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν κυμαινομένων χρεῶν, δηλαδὴ περὶ τῶν προσωρινῶν δανείων, ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 ἡμεῖς ηὐξήσαμεν τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια κατὰ δραχμὰς 7,622,000. Ἰδοὺ τί εἶπεν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ὥρας): «Ἔχομεν προσέτι καὶ τὰ ἑξῆς προσωρινὰ δάνεια, συνομολογηθέντα κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Παρὰ Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως 6,000,000, Ἐθνικῆς 1,500,000, Ἠπειροθεσσαλίας 1,500,000, Κωνσταντινουπόλεως 875,000. Τὸ ὅλον 9,875,000, δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τῶν 170,000,000. Ἐκ τούτων ὅμως ἀπεδόθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ χρόνου 1,500,000 εἰς Τράπεζάν τινα Γαλλικὴν, καὶ 752,000 εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας. Ἑπομένως μένουσιν 7,622,000, προστεθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1885 καὶ 1886». Πρέπει ν’ ἀφηγηθῶ εἰς ὑμᾶς τὰ περὶ τῶν κυμαινομένων τούτων χρεῶν, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ηὐξήσαμεν ἢ ἠλαττώσαμεν αὐτά. Δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ποία ἡ ἀρχὴ τῶν κυμαινομένων τούτων χρεῶν, ἢ τῶν προσωρινῶν δανείων, διότι διὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἦσαν βουλευταὶ κατὰ τὴν τριετίαν τὴν παρελθοῦσαν, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι περιττὴ ἡ πληροφορία, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι τὰ κυμαινόμενα ταῦτα χρέη συνεστήθησαν καθ’ ὃν χρόνον ἀπέτυχεν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι ἐχρεώστει ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἑπομένως νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐχρεώστει πρὸς τὰς Τραπέζας, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς αὐτὰς χρεῶν. Συνωμολόγησε τότε πολλὰ τοιαῦτα προσωρινὰ δάνεια. Ἐλάβομεν πραγματικῶς δάνειον προσωρινὸν 6,000,000 ἐκ τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἔχω δὲ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους συνωμολογήσαμεν τὸ προσωρινὸν τοῦτο δάνειον, ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ πρακτικὸν τοῦτο (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέθηκεν, ὅτι, πλὴν τῶν ὀφειλομένων ἤδη καὶ τῶν τρεχουσῶν ὑποχρεώσεων τῆς τακτικῆς διοικήσεως, καθίστανται ληξιπρόθεσμοι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν ἑξῆς δανείων·

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
α)τῇ 3 Ἰουνίου ἐ. ἔτ. τῶν 120,000,000 δρ.3,484,187.50
β)τῇ 3 Ἰουνίου τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 1,711,500.—
γ)τῇ 15 Ἰουνίου τῶν δανείων τῶν 24 καὶ 25» 945,000.—
6,140,687.50
ὅτι πρὸς τούτοις ὀφείλεται ἡ ἀποζημίω-
σις τοῦ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Κόρινθον τμή-
ματος τοῦ σιδηροδρόμου ἐκ τοῦ κεφα-
λαίου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρ. δρ.2,031,063.60
8,171,751.10
ὅτι αἱ διὰ τὰ ἀνωτέρω δάνεια ὑπέγγυοι
εἰσπράξεις, αἱ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ τρέ-
χοντος ἔτους γενόμεναι, δὲν κατετέθη-
σαν ἅπασαι τακτικῶς εἰς τὰς ἐπὶ τούτῳ
ὡρισμένας Τραπέζας, καὶ ὅτι τὰ μέχρι
σήμερον κατατεθειμένα ἀνέρχονται εἰς δρ.1,784,185.—
ἑπομένως ἀπαιτοῦνται » 6,387,566.10

Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω οὐδένα. Δὲν πρόκειται νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλήν, διατὶ ἐν τοῖς Ταμείοις δὲν ὑπῆρχον τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνομολογήσωμεν τὴν προκαταβολὴν ταύτην τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν, εἴτε νὰ ἀφήσωμεν περισσότερον καιρὸν νὰ κυκλοφορῇ ἀπὸ Τραπέζης εἰς Τράπεζαν τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον ἐκδώσει, ἐκ δραχμῶν 2,031,063.60, ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, εἴτε νὰ μὴ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν ἐθνικῶν δανείων. Δυστυχῶς δὲ ἡ κατάστασις τοῦ Ταμείου ἦτο οἰκτρά. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν τῆς 31 Μαρτίου 1882, ἣν ἐπιδεικνύω ἡμῖν, ταύτην, εἶχε δραχμὰς 21 καὶ λεπτὰ 38. Τινὲς τῶν συναδέλφων μου, μελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν θὰ ἐλησμόνησαν ἴσως, ὅτι κατὰ τὴν 23 Ἀπριλίου ἐδέησε νὰ φροντίσωμεν, πῶς νὰ πληρώσωμεν δημοσίαν ἀνάγκην ἀνυπέρβλητον, καὶ ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν τῶν προσωπικῶν ἡμῶν γνωριμιῶν, ἵνα πορισθῶμεν τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἀναγκαῖα χρήματα. Ἐλέχθη, κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι συνωμολογήσαμεν ἄλλο προσωρινὸν δάνειον 1,500,000 δρ. παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσφαλε κατὰ τοὺς ἀριθμούς, ἢ δὲν ἔμαθε τὰς λεπτομερείας τοῦ δανείου, διότι, ἂν ἠρεύνα αὐτάς, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,500,000 τὰς 500,000 δὲν ἐλάβομεν ἡμεῖς εἰς χρήματα, ἀλλὰ τὰς ἀφήκαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἵνα καλύψωμεν τὰς ὑπερβάσεις τοῦ ἐξ 800,000 δραχμῶν ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις αὕτη εἶχε διαπράξει, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 1,300,000 περίπου. Συνωμολογήσαμεν ἀληθῶς καὶ τὴν προκαταβολὴν ἐξ 875,000 δραχμῶν μετὰ τῆς Τραπέζης Κων/πόλεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ πρὸς τὸν κ. Θ. Μαυρογορδάτον ὀφειλόμενον ποσόν, κατὰ τὴν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν διὰ τὸ μέρος τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, τὸ ὁποῖον εἶχε κατασκευάσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, νομίζω, ὅτι παρέλειψε καὶ ἄλλην λεπτομέρειαν, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου πρὸς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν τοῦ Credit Lyonais. Τὰ περὶ τούτου ἔχουσιν οὕτω. Τὸ Credit Lyonais εἶχε χορηγήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προκαταβολὴν 2 ἑκατομμυρίων φράγκων, δὲν εἶχον δὲ πληρωθῆ οὔτε οἱ τόκοι, οὔτε ἡ προμήθεια, ὠφείλοντο δὲ ἕνεκα τούτου πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ 159,118 φράγκων. Τὸ Credit Lyo nais κατὰ μῆνας Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον μοὶ ἐκοινοποίησεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐξοφλήσωμεν. Ἤμην λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ φροντίσω νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, καὶ ἐπλήρωσα ὡς ἰσότιμον τῶν ὀφειλομένων δραχμὰς 2,591,025, οὐχὶ δὲ 1,500,000. Κατὰ τὸν λογαριασμὸν λοιπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, δύναμαι νὰ μεταβάλω κατά τι τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐδιοικοῦμεν ἡμεῖς, ηὐξήσαμεν τὰ κυμαινόμενα χρέη κατὰ 7,622,000 δραχ., διότι ηὐξήσαμεν αὐτὰ κατὰ 6,783,975, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ προφορικῇ εἰσηγήσει του, δι’ ἧς, συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886, ἔλεγε: «Καὶ ἄλλοτε εὑρέθημεν ὑπὸ τὰς στενοχωρίας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλοτε ἐξήλθομεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν αὐτῆς, μετατρέψαντες τὸ δάνειον τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς δάνειον μεταλλικόν. Καὶ ἐπειδὴ συνέπεσεν ἡ μετατροπὴ ἐκείνη μετὰ κρίσεως οἰκονομικῆς ἐν τῇ χώρᾳ, ἔσπευσαν οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὸ σωτήριον ἐκεῖνο μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο τὸ παραίτιον τῆς στενοχωρίας τῆς χρηματικῆς, καὶ ὅτι μόνον ἡ ἐκ νέου ἐπιβολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν εὐημερίαν. Ἐπεβλήθη ἐκ νέου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἀνθεῖ σήμερον ἐν πλήρει βλαστήσει, τὰ δὲ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι σήμερον δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μετ’ ἐλαφρότητος ἐργάζεται ὁ σκεπτόμενος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τινὰ, ὡς ἐργαζόμενον ἐλαφρῶς καὶ μετ’ ἐπιπολαιότητος, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑπάρχει νόσος οἰκονομική· ἀλλ’ ἡ θεραπεία αὐτῆς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν οὐδενός. Ἐὰν λοιπόν τις ἐπιθυμῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιθυμεῖ ἀγαθόν. Ἀλλ’ ἐάν τις πάντοτε ἐργάζηται πῶς νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἄνευ ζημίας τῶν δημοσίων συμφερόντων, δὲν ἐργάζεται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, συντελεῖ δὲ εἰς χειροτέρευσιν τῆς νόσου ταύτης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ Κράτος. Ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1885, ἀπὸ τῆς πρωΐας μὲν ἐκείνης τῆς ἡμέρας εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὰς ἑπομένας δὲ ἡμέρας τῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς. Διὰ τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν μετὰ τῶν Τραπεζῶν τούτων, ἐπετράπη ἡμῖν, νὰ λάβωμεν εἰς μεταλλικὸν 19 ἑκατομ. παρὰ τῆς Ἐθνικῆς, 2 ἑκατομ. παρὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ 800 χιλ. παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς, τὸ ὅλον 21,800,000. Ἀλλὰ δὲν ἐλάβομεν τὰ ποσὰ ταῦτα ἡμεῖς πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις ἡμῶν παρεσκεύασεν. Ἐλάβομεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς 14 μόνον ἑκατομμύρια. Τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἴχομεν δικαίωμα νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Ἰονικῆς, δὲν τὰ ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν κατὰ δύο ἑκατομμύρια τὸ ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων χρέος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ συνομολογηθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων μας πρὸς τὴν Ἰονικήν. Ὡσαύτως τὰς 800 χιλιάδας δὲν ἐλάβομεν παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν ἐξωφλήσαμεν τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν, ὃν εἶχε συνομολογήσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἐπετράπη ὡσαύτως διὰ τῆς συμβάσεως νὰ λάβωμεν εἰς γραμμάτια ἀπὸ τὰς εἰρημένας Τραπέζας, παρὰ τῆς Ἰονικῆς δύο ἑκατομμύρια, παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς ἓν, καὶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς 67· τὸ ὅλον 70 ἑκατομ. Ἐλάβομεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς 57 ἑκατομμύρια, παρὰ τῆς Ἰονικῆς δύο ἑκατομμύρια καὶ παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς ἓν ἑκατομμύριον· τὸ ὅλον 60 ἑκατομμύρια. Τί ἐγένοντο αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; Ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπληρώσαμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν δανείων.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς τρεῖς Δυνάμειςδραχμάς 600,000
τοῦ πρώην Βασιλέως Ὄθωνος 200,250
τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων 427,160
τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 1,156,765
τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων 180,000
τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων 845,095
τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων 241,755
τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825 952,500
τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 1,983,200
τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 3,484,500
τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 1,636,700
τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων 325,000
τὸ ὅλον δραχ. 12,032,925

Προσέτι τοὺς τόκους καὶ τὰς προμηθείας τῶν προκαταβολῶν τῶν προκατόχων μας διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν, 4,494,786. Προσέτι εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὤφειλε τὸ δημόσιον Ταμεῖον ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1884, τὰ ὁποῖα ὅμως οἱ προκάτοχοι ἡμῶν δὲν εἶχον πληρώσει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὸ δ’ ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ καταστῇ ἀνίκανον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἶχον συνομολογηθῆ. Ἐπληρώσαμεν ἑπομένως εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4,607,000. Ἀπεδώκαμεν διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῆς Θεσσαλίας 1,806,148. Ἐπληρώσαμεν προκαταβολὴν εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου 600 χιλ. δρ. Ἐπληρώσαμεν διὰ τὰς δικαστικὰς παρακαταθήκας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε δαπανήσει, 359,897. Ἐν ὅλῳ δ’ ἐπληρώσαμεν τὸ ὅλον 25,911,819. Νομίζω δὲν διαγινώσκετε, ὅτι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐπιβάλωμεν μόνη ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσπασθῶμεν κατὰ τὸ 1885, ἀφοῦ ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν 25,911,819 ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὧν αἱ πλεῖσται δὲν ὑπῆρχον ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἦσαν ὀφειλαὶ, αἵτινες ὑπῆρχον ἕνεκα τῆς μὴ πληρώσεως τῶν ὅρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Δὲν γνωρίζω, ἀφοῦ ἀπεχωρήσαμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886, πόσα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας χρήματα ἐδαπάνησαν οἱ διάδοχοί μας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, κατὰ τὰ εἰρημένα, ὅτι ἐδαπανήσαμεν πρὸς τοῦτο 25 ἑκατομμύρια 911 χιλιάδας καὶ 819 δραχμάς. Ἡ προφορικὴ εἰσήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει ἐσφαλμένους ἀριθμοὺς καὶ ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως, καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὐλάχιστον ὅσας ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ συλλέξω ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς «Ὥραν»). «Αἱ ἄμεσοι δαπάναι ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ποῖαι τινὲς ὑπῆρξαν; Αἱ δαπάναι αὗται ἤρξαντο κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐδαπανήθησαν, ἐπισήμως ἀναγεγραμμένα, 22 ἑκατομμ. ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1886 αἱ δαπάναι ἐξηκολούθησαν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ἡ ἀποστράτευσις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἔπαυσαν διὰ μιᾶς. Ἀπῃτεῖτο χρόνος, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ πλήρης διάλυσις τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν μένουσι βάρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἰδίως τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς κατατάξεως τῶν ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποτάκτων. Ὑπολογίζοντες ταῦτα πάντα, ἀθροίζομεν τὰς πιθανὰς μέχρι τέλους τοῦ 1886, ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, δαπάνας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου εἰς 33,900,000, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 22 ἑκατομμύρια τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1885, φέρουσι τὴν ἔκτακτον δαπάνην τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς 55 ἑκατομμ. περίπου. Εἰς ταῦτα δὲ προσθέτοντες τὰς δαπάνας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, ἀνερχομένας εἰς 15 καὶ πλέον ἑκατομμ., ἔχομεν 70–72 ἑκατομμύρια, ἀποτελοῦντα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, τὰ ἐν τοῖς ἐκτάκτοις Προϋπολογισμοῖς ἀναγεγραμμένα καὶ πραγματοποιούμενα.» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει κατὰ συνέπειαν ὅλα τὰ κενὰ, ὅλα τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν συνεσωρεύθησαν ἐπὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου, 26 ἑκατομ. ἔλλειμμα τοῦ 1885, 28 ἑκατομμύρια τοῦ 1886, 22 ἑκατομμύρια τοῦ 1887, ἐπιστράτευσις 70 ἑκατομμύρια. Αὐτά εἰσι 200 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἔφερε τὴν κατάπτωσιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ 70 ἑκατομμύρια ἐδαπανήσαμεν ἡμεῖς ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προλαμβάνει, δὲν τὸ λέγει τοῦτο, ἀλλὰ λέγει, ὅτι θέλουσι δαπανηθῆ μέχρι τέλους 70 ἢ 72 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς, τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 καὶ τὰ μέλη τοῦ παρόντος Ὑπουργείου μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ διακρίνωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἑκάτερος εὐθύνην. Ἔχω λόγον νὰ ἐπιθυμῶ, νὰ χωρισθῇ ἡ διαχείρισις ἡμῶν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν διαδόχων μας. Περὶ ὅσων ἐδαπανήσαμεν ἡμεῖς, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δώσωμεν λόγον εἰς πάντα πολίτην, διὰ νὰ πείσωμεν ἕκαστον, ὅτι εἴχομεν πλήρη συνείδησιν, ὅτι ἐδαπανῶμεν ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ παρακαλῶ, ὅσα ἐδαπάνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσιν ἐμέ. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου 1886 ἐπερώτησιν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς δαπανηθέντων, κατάστασιν, συντεταγμένην κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· πρῶτον, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιστρατείας μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885· δεύτερον, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1886 μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου, ὅτε παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον· τρίτον, ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1886 μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διετάχθη ἡ ἀποστράτευσις· τέταρτον, ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀκόμη ἐξακολουθήσει νὰ δαπανᾷ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἀπὸ τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1886, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα· δὲν ἐνθυμοῦμαι ὡσαύτως, ἂν ἀνεμνήσθη αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ αὖθις συνῆλθεν, ἐὰν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀνεμνήσθη τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν τότε ἀνεκοίνωσα, καὶ ἂν ἑπομένως εἰσήγαγε τοιαύτην κατάστασιν καθ’ ὃν χρόνον συνεδριάζομεν ἐνταῦθα. Ἑπομένως δὲν δύναμαι ἐκ πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου, νὰ πορισθῶ φῶτα, διὰ νὰ τὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἠναγκάσθην διὰ τοῦτο νὰ ἀνατρέξω εἰς τοὺς ἰσολογισμούς, τοὺς ὁποίους τὸ Γεν. Λογιστήριον δημοσιεύει, περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων, καὶ περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ δαπανηθέντων καθ’ ἕκαστον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐὰν ὅμως μοὶ ἐπετρέπετο νὰ φέρω γνώμην περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἡμῶν ἔχει, ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι, ἀφ’ ἧς εἷς τῶν ὑπολόγων διαχειριστῶν τῶν χρημάτων, τῶν δαπανηθέντων ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἰδίως ὁ προϊστάμενος τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου, ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ κατάστασιν, τοσοῦτον λεπτομερῆ, περὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου πληροφορίας, πρὶν ἢ προηγουμένως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν ταύτην. Οὐδέποτε ἐπετρέπετο νὰ ἀναφέρῃ πληροφορίας ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς προφορικῆς εἰσηγήσεώς του εἰς τὴν Βουλήν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἐν τούτοις τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1885, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886, ἡμέρας, καθ’ ἣν παρητήθημεν τῆς Ἀρχῆς. Εὑρίσκομεν ἐν τῷ Ἰσολογισμῷ, ὅτι ἔξοδα τοῦ 1885 ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886 δραχμαὶ 108,124,218 καὶ 60/00. Μεταξὺ τῶν 108 ἑκατομμυρίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ δαπανηθέντα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν. Ἐδαπανήθησαν δ’ ἐξ αὐτῶν, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1885 μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886, δρ. 40,549,021, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 13,335,265.91. Ἑπομένως κατὰ τὸ ἔτος 1885 μέχρι 30 Ἀπριλίου 1886 ἐδαπανήθησαν τακτικὰ καὶ ἔκτακτα διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν δρ. 53,884,287 καὶ 59/00. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἐπιστράτευσις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε δαπανήσει χρήματα πρὸς συντήρησιν στρατοῦ, ὡς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἂς εὕρωμεν λοιπὸν πόσα ἤθελον δαπανηθῆ διὰ τὰ Ὑπουργεῖα αὐτὰ μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886. Ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ἔτος 1884 ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι 30 Ἀπριλίου 1885 ἔξοδα, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 20,976,411 καὶ 74 λεπτά, καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 7,686,568.02· ἑπομένως ἐν ὅλῳ δρ. 28,662,979.76. Ἂν λοιπὸν ἄνευ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884 διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν ὁμαλῇ ἐποχῇ 28,612,979.76, διατὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσωμεν τὸ αὐτὸ ποσόν, ἐὰν δὲν ἐκηρύττομεν τὴν ἐπιστράτευσιν; Λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1885, ἵνα ἴδωμεν πόσα ἔξοδα ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος ἡ ἐπιστράτευσις. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰ 28,662,979, ἐδαπανήσαμεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δρ. 25,221,307.83.

§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ αἱ προμήθειαι ὁμοῦ;

§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Τώρα μᾶς μένει ἡ δαπάνη, ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886· διότι κατὰ τὸ 1886 ἐκυβερνήσαμεν ἐπὶ τέσσαρας μῆνας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπολογίσωμεν, πόσα ἐδαπανήσαμεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας. Ἐδαπανήσαμεν δὲ 18,343,880.68, διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τὸ ναυτικόν, κατὰ τὴν σελίδα 148 τοῦ Ἰσολογισμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1885 μέχρι 30 Ἀπριλίου 1885, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις, ἐδαπανήθησαν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα, δρ. 5,052,600.77. Ἑπομένως τὸ ποσὸν αὐτὸ ἤθελε δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Ἀπριλίου, ὅπως ἐδαπανήθησαν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1885 διὰ τὰ ἔξοδα τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰ 18,343,880.68, ἕπεται, ὅτι χάριν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδαπανήσαμεν διὰ τὸ ἔτος 1886 δρ. 13,291,279.91· ὥστε, κατὰ τοὺς ἐπισήμους ἰσολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 δρ. 25,221,307.83, κατὰ δὲ τὸ 1886 δρ. 13,291,279.91· τὸ ὅλον 38,512,587.74. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεχωρήσαμεν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχε σπάνις ἔκτακτος συναλλάγματος, ἐπειδὴ τὸ χρυσοῦν νόμισμα εἶχε τὰ μέγιστα ὑπερτιμηθῆ, ἀφήκαμεν ὀφειλὰς εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ προμηθείας, τὰς ὁποίας εἴχομεν κάμει, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουσιν εἰς 9 περίπου ἑκατομμύρια· ἐὰν ἦναι 10 ἑκατομμύρια, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ μὲ διορθώσῃ· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι 9 καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων. Λοιπὸν, ἐὰν εἰς τὰ 38, 512,527.74 προσθέσητε καὶ τὰς ὀφειλὰς αὐτὰς, ἀνέρχονται τὰ δαπανηθέντα εἰς 47 ἢ 48 ἑκατομμύρια, δι’ ὧν συνετηρήσαμεν 85 χιλιάδας στρατοῦ ἐπὶ 8 μῆνας, ἐπληρώσαμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, ἠγοράσαμεν ὅπλα καὶ πολεμεφόδια, τηλεβόλα καὶ ἐκσφενδονιστικὰς μηχανὰς, τὰς γερμανικὰς τορπιλλοφόρους καὶ τὴν «Μυκάλην» καὶ τὴν «Σφακτηρίαν». Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἀποστρατεύσῃ, δαπανήσῃ 30, 40 ἢ 50 ἑκατομμύρια, εἶναι κύριος· ἐνδέχεται νὰ δώσω καὶ ἐγὼ λευκὴν ψῆφον, ἐὰν πεισθῶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ νὰ χωρισθῇ ἡ διαχείρισίς μου ἀπὸ τὴν ἰδικήν του. Κύριοι, φοβοῦμαι ἓν πρᾶγμα, καὶ πρέπει νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς, φοβοῦμαι μήπως αὐτὴ ἡ λεπτομερὴς ἀφήγησις ἐνέβαλεν ἴσως ὑμᾶς εἰς κάματον, μήπως αὐτὴ ἐταπείνωσε τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μήπως ἐγὼ παρέστην ὑποδεέστερος τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐξαγγείλει προχθὲς, διαδηλῶν, ὅτι ἤλπιζεν ὅτι θέλω τὴν ἀνυψώσει ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἀνυψῶνται αἱ γενικαὶ συζητήσεις! Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν εἶναι εἰθισμένον οὐδαμοῦ, οἱ ἀντιλέγοντες καὶ οἱ συζητοῦντες πρὸς ἀλλήλους νὰ λαμβάνωσι διπλῆν θέσιν, νὰ ἦναι ἀντιλέγοντες, συζητοῦντες, προσπαθοῦντες νὰ πείσωσι τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἐξαντλοῦντες πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, θερμαινόμενοι, ἀγωνιζόμενοι, καὶ συγχρόνως ἀμερόληπτοι κριταὶ, ἀσχολούμενοι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς κανόνας τῆς ῥητορικῆς τέχνης, ἢ ἀπαθεῖς ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι τέρπονται, ὅταν ὑψηλαὶ καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι ἀναπτύσσωνται καὶ ἐξηγῶνται, αὐτοὶ δὲ τὰς ἀκούωσιν ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἐν γλυκυθυμίᾳ. Διὰ τοῦτο δὲν ἐθίζουσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια νὰ φέρωσι κρίσεις ἐπὶ τῶν ἀντιλεγόντων, ἐθίζουσι νὰ ἀναιρῶσι τοὺς ἀντιλέγοντας, νὰ ἀνασκευάζωσι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, νὰ ἀποδεικνύωσι μὴ ὀρθοὺς τοὺς συλλογισμούς των, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰθισμένον, ἀντὶ νὰ ἀναιρῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἄλλων, νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ῥητορικῆς δεινότητος αὐτῶν, ἢ περὶ τῶν ἠθικοπολιτικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφρασαν, καὶ τὰς ὁποίας κρίνουσιν αὐτοὶ ἀναξίας προσοχῆς, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μὴ καταδέχωνται νὰ ἀπαντήσωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ὀρθὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, αὐτὸ εἶναι δικαίωμά του καὶ συμφέρον του· ἂν νομίζῃ, ὅτι τὰ λεχθέντα κατ’ αὐτοῦ, τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τῆς πολιτικῆς ἢ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, οὐδεμίαν ἐνασκοῦσι ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν ἀκροατῶν, ἂν ἦναι αὐτῷ ἀδιάφορον, ὁποίαν γνώμην δύναται νὰ σχηματίσῃ ἐκ τῶν λεχθέντων τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι κύριος νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι, ἂν ἀπαντήσῃ, εἰς οὐδένα περιποιεῖ, οὐδὲ ἀξίαν, οὐδὲ τιμὴν, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτοῦ πολιτείας καὶ ὑπερασπίζει τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω πλήρη ἀνικανότητα ν’ ἀνυψωθῶ μέχρι τοῦ ὕψους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνυψοῦται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅταν συζητῇ. Πολλάκις εἶδα τοὺς συναδέλφους μου αὐτοῖς ὄμμασι, τοὺς εἶδα καταληφθέντας ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὰ στέρνα αὐτῶν ἡ εὐγλωττία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε παρίστα τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεῖχεν ὁ Ἑλληνισμὸς, ἀναβαλλομένων ἔστω καὶ μίαν ἔτι ἡμέραν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Πολλάκις εἶδα αὐτοὺς ἐκθύμως καὶ παταγωδῶς χειροκροτοῦντας, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀργῶν νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα διασταυρουμένην διὰ συμπλεγμάτων ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δαπανήσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, οὐχὶ 6, οὐχὶ 16, οὐχὶ 26, ἀλλὰ 36 ἑκατομμύρια εἰς κατασκευὴν ὁδῶν. Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ποτὲ νὰ ἀνυψωθῶ μέχρι τοῦ σημείου τούτου· βεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν ἀνυψοῦται, ἀλλ’ ἀπεναντίας καταβιβάζεται ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου ἵσταται, ὅταν, προκαλούμενος εἰς τὰς συζητήσεις, ἢ θέλων ν’ ἀνασκευάσῃ τοὺς ἀντιλέγοντας, δὲν προβάλλῃ ἐπιχειρήματα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὀρθότητος τῶν συλλογισμῶν αὑτοῦ, δὲν προσάγῃ ἀποδείξεις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ εὐλόγου καὶ λυσιτελοῦς τῆς πολιτείας του, ἀλλ’, ἀντὶ παντὸς τοιούτου, ἀναστρέφων τὸν λόγον, γίνεται ἐγκαλῶν καὶ αἰτιᾶται τὸν ἀντιλέγοντα, ἐγκαλῶν αὐτὸν, ὅτι ἔπραξε παραπλήσια κατά τινα χρόνον, ἢ ὅτι ὁδηγεῖται καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ διαφθείρῃ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοιοῦτος τρόπος συζητήσεως δὲν εἶναι εἰθισμένος εἰς τὰ Κοινοβούλια. Καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀπέχωσι τοιούτου τρόπου οἱ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἐργαζόμενοι, διότι τοιαύτη ὑπεράσπισις τῶν πράξεων, τοιαύτη δικαιολογία τῶν φρονημάτων, προκαλεῖ τὰς λογομαχίας, φέρει ἀντεγκλήσεις, καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν μεταβάλλει ἀπὸ συζητήσεως πολιτικοῦ σώματος εἰς παλαίστραν προσωπικοτήτων καὶ εἰς ἀντεγκλήσεις, ἀναξίας ἀνθρώπων, τοσούτῳ σπουδαίαν ἐνασκούντων ἐντολήν. Διὰ τοῦτο προλαβὼν προχθὲς ἐδήλωσα, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἐκφράζω θλίψιν τῆς ψυχῆς μου, διότι δὲν αἰσθάνομαι τοιαύτην, διότι οὐδέποτε μοὶ ἐγεννήθη ἀξίωσις τοιαύτη, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντήσῃ ἢ δὲν ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα λέγω. Ἀφίνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ συμφέρον καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν ἐγκρίνῃ. Πρὸ μικροῦ ἠλέγχετο ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς αἰτία καταναλώσεως χρόνου, ὡς ἐκ προμελέτης παραλύουσα τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν χθὲς συζήτησιν, προκληθεῖσαν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Γεωργαντᾶ. Ἐνεθυμήθην, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑαυτοῦ πρᾶξιν, ἀντὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐγένετο συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ἀντὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐγένετο ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ, ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς διαστρεφούσης τὰ πράγματα, καὶ ἐξήλεγχε τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετασχόντα καὶ μὴ τῆς συζητήσεως, καὶ ὥρμησε κατ’ αὐτῶν διὰ νὰ τοὺς ἀποστομώσῃ......

§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.

§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἷς τῶν βουλευτῶν ἐπεθύμησε νὰ διακόψωμεν......

§54ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
2τῆς 19 Μαρτίου 1887.
3(Πέμπτη).
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7§1ΡΟΥΦΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν
8χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπέβαλον ἀναφορὰν τῶν ἐν Πάτραις δι-
9καστικῶν κλητήρων, καὶ συνέστησα τὸ περιεχόμενον αὐτῆς
10εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν. Ζητῶ νὰ γίνῃ
11μνεία τούτου ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
12§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς ἀκριβείας
13τῶν πρακτικῶν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι χθὲς ὁ ἀξιότιμος κ.
14Δημητριάδης ἀπηύθυνεν αἰτίασιν, ὅτι παρὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς
15Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου μετετέθει τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφο-
16ρῶν εἰς τὸν συνοικισμὸν Κορίνθου, τουτέστιν μετεβλήθη ἡ ἡμε-
17ρησία διάταξις, καὶ προετάχθη ἄλλο νομοσχέδιον. Ὁ κ. Δη-
18μητριάδης προσέθηκε μάλιστα, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο
19τοῦτο, δὲν ὑπῆρχεν οὐδ’ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς. Δὲν βλέπω νὰ
20ἀναφέρωνται εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ τοιαῦται οὐσιώδεις λεπτο-
21μέρειαι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο. Ἐγὼ ἔλαβον μετὰ τὸν κ. Δημη-
22τριάδην τὸν λόγον, καὶ ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν αὐτοῦ, προ-
23τείνας νὰ προταχθῇ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν δι-
24καστικὴν δικαιοδοσίαν Σκοπέλου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προε-
25δρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπανορθωθῶσιν ἐν τοῖς πρακτικοῖς
26αἱ παραλείψεις αὗται.
27§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος
28ἐξ Ἀργολίδος βουλευτής, καὶ ἐγὼ ἀνέφερον καὶ συνεμερίσθην,
29ὅτι ἡ Βουλή, ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, μετέβαλε τὴν ἡμερησίαν διά-
30ταξιν. Τούτου πρέπει νὰ γίνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικά.
31§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν
32ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας Σκο-
33πέλου, ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὄχι δὲ καὶ κατὰ τὴν
34συζήτησιν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
35§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐμπεριέχονται εἰς τὰ ἐστενογραφημέ-
36να πρακτικά. Ὥστε τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
37§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, ἀφικόμην ἐκ τῆς ἐπαρ-
38χίας μου, καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλων πληροφο-
39ριῶν ἔμαθον, ὅτι ὁ ναύαρχος Κανάρης διετάχθη νὰ ἐπιθεω-
40ρήσῃ τὸν ἐνεργὸν στόλον. Ἡ διαταγὴ αὕτη βεβαίως ἐδόθη,
41ἵνα ἔχῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν νομοσχεδίων τοῦ
42Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μίαν ἔκθεσιν σοβαρὰν περὶ τῆς
43καταστάσεως τοῦ στόλου τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς ὁποίας στη-
44ριζομένη νὰ ἐγκρίνῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις καὶ
45τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προέβαλον εἰς αὐτήν. Καὶ
46ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ στόλου θὰ ἦτο περιττή, ἐὰν ἡ Γαλλικὴ
47ἀποστολὴ εὑρίσκετο ἐν Ἑλλάδι· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
48νην εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Γαλλίαν, διὰ νὰ ποιήσηται διαφό-
49ρους προμηθείας καὶ ἰδίᾳ τὴν προμήθειαν ὀδοντοψηκτρῶν διὰ
50τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν πρέπει οἱ ναῦται νὰ
51προσέρχωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μὲ ὀδόντας
52ἀκαθάρτους. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰσήχθη εἰς τὸ ναυτικὸν τὸ
53σύστημα τοῦτο, νομίζω ὅμως, ὅτι ἀντὶ μεγάλης τιμῆς ἐπω-
54λήθη εἰς τὸ Δημόσιον ἡ προμήθεια αὕτη τῆς Γαλλικῆς ἀπο-
55στολῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ ναῦται θὰ ἔκαμον κατάλληλον
56αὐτῶν χρῆσιν. Προκειμένου ὅμως, μετὰ τὴν πολιτικὴν συ-
57ζήτησιν, ἥτις σήμερον θέλει ἀρχίσει, νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τῆς
58Ἑλλάδος τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν γένει καὶ τὸν Προϋπολογι-
59σμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τὰ λοιπὰ ναυτικὰ
60νομοσχέδια, ὑποθέτω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν, τί
61ὁ υἱὸς τοῦ ἐνδόξου Ναυάρχου ἐκθέτει περὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς
62Ἑλλάδος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν,
63ἐὰν εὐκρεστῆται, καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἄδειαν τοῦ προϊσταμένου
64αὐτοῦ, νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ
65Βουλὴ εὐσυνειδήτως νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια του.
66§7ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οὐδεμίαν δυσ-
67κολίαν ἔχω νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
68§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνηλικιωθέντος ἤδη τοῦ
69Διαδόχου, ἐπιβάλλεται νομοθετικὴ πρόνοια περὶ διαφόρων ἀντι-
70κειμένων σχετιζομένων πρὸς τὰ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας,
71προσέτι δὲ καὶ πρὸς τὰ τῆς ἀντιβασιλείας, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα
72ἀνέθηκε τοιαύτην πρόνοιαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καὶ
73περὶ μὲν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ Διαδόχου ἰδίᾳ
74ἐπιβάλλεται, ὅπως κανονίσωμεν τὰ τῆς ἀστικῆς ἐνηλικιό-
75τητος. Προσέτι, ὅπως κανονίσωμεν τὰ περὶ ἐπιτροπείας καὶ
76κηδεμονίας τοῦ τε Διαδόχου καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς
77οἰκογενείας, τὰ τοῦ γάμου αὐτῶν, ὅπως μὴ ἐπιτρέπηται
78γάμος τοῦ Διαδόχου, ἢ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογε-
79νείας, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ Βασιλέως. Προσέτι ὀφείλομεν νὰ
80λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ ἢ τῷ ναυτικῷ
81τοῦ Διαδόχου, ἢ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογε-
82νείας, θέσεως.
83Τὸ Σύνταγμα, ὡς εἶπον, ἐπέβαλεν εἰς τὴν νομοθετικὴν
84ἐξουσίαν τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τῆς ἀντιβα-
85σιλείας ἔν τισι περιπτώσεσι, τουτέστιν ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’
86ἣν, καλούμενος ὁ Διάδοχος εἰς τὸν θρόνον, ἤθελεν εἶσθαι
87ἀνήλικος, ἢ ἀπών, τὸ ἄρθρον 50 τοῦ Συντάγματος, τὸ δὲ
88ἄρθρον 53 ἐν ἑτέρᾳ περιπτώσει.
89§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἤδη ἀνήλικος;
90§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐπέβαλεν εἰς τὴν νομο-
91θετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰ περὶ τούτου·
92δὲν ἐκανονίσαμεν ταῦτα πρότερον, διότι δὲν εἴχομεν εἰδικὴν
93ἀφορμήν· ἤδη, παρεχομένης ἀφορμῆς, κανονίζονται τὰ ἄλλα,
94ἑπομένως δὲ καὶ ταῦτα.
95Ἐπίσης πρέπει νὰ κανονισθῶσιν ἤδη καὶ τὰ περὶ νομι-
96κῆς παραστάσεως τῆς περιουσίας τοῦ Βασιλέως, ἅτινα δὲν
97ἦσαν κεκανονισμένα καὶ μόνον κατ’ ἀνοχὴν καὶ ἔθιμον διεξή-
98γοντο κατὰ τρόπον τινὰ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
99Εἰδικῶς δὲ, ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον, πρέπει νὰ λάβωμεν
100πρόνοιαν περὶ χορηγήματος, δοθησομένου εἰς αὐτὸν, χάριν
101ἐπαρκοῦς παραστάσεως. Τὰ τοῦ χορηγήματος πρέπει νὰ
102κανονισθῶσι γενικῶς, ἰδίᾳ δὲ ὡς πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταν-
103τῖνον πρέπει νὰ χορηγηθῇ καὶ κτηματικὴ περιουσία, ὅπερ
104καὶ δι’ αὐτὸν θὰ ἦναι ἀναγκαῖον, καὶ διὰ τὸν τόπον λίαν
105χρήσιμον.
106Τὰ τοῦ χορηγήματος ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ κανονι-
107σθῶσιν οὕτως, ὥστε πᾶς Διάδοχος τοῦ θρόνου, εὐθὺς ὡς συμ-
108πληροῖ τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας, νὰ ἀποκτᾷ χορήγημα
109ἐτήσιον 200 χιλιάδων δραχμῶν, εἰς δὲ τὸν Διάδοχον Κων-
110σταντῖνον προτείνομεν, ὅπως δωρηθῶσι γαῖαί τινες, ἐξαιρε-
111θεῖσαι τῆς διανομῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας παρὰ τὴν Μα-
112νωλάδα, πλὴν τῶν ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιφερείας παραχωρη-
113θεισῶν εἰς ἄλλους, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου· προσέτι τὸ δάσος
114τῆς Δύμης ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, αἱ
115μεταξὺ τοῦ δάσους Δύμης καὶ τῶν γαιῶν, τῶν παρὰ τὴν
116Μανωλάδα καὶ μέχρι τῆς θαλάσσης, παραχωρουμένων καὶ
117τῶν λιμνῶν, καὶ προσέτι αἱ μεταξὺ τῶν γαιῶν τούτων καὶ
118τῶν ὑπωρειῶν τῶν ὑπερκειμένων ὀρέων γαῖαι Μονῶν, τὰς
119ὁποίας τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον χορηγεῖ τὴν ἄδειαν εἰς
120τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀγοράσῃ παρ’ αὐτῶν.
121Τοιαύτη εἶναι ἡ πρόνοια, ἡ λαμβανομένη εἰδικῶς περὶ
122τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου· αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι γε-
123νικαὶ περὶ παντὸς Διαδόχου καὶ περὶ τῶν μελῶν τῆς Β. οἰ-
124κογενείας. Ταῦτα πάντα περιλαμβάνονται ἐν νομοσχεδίῳ,
125ὅπερ ὑποβάλλω.
126Ἑτέρα ἀνάγκη κανονισμοῦ, ἀφορῶσα εἰς ἀντιβασιλείαν,
127εἶναι ἡ ἀνάθεσις τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας τῷ Διαδόχῳ, ἢ
128ἄλλη τις πρόνοια, ἐν ἐνδεχομένῃ ἀποδημίᾳ τοῦ Βασιλέως
129κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος. Τοιοῦτος νόμος φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ
130ψηφίζηται κατ’ ἔτος, διότι συχνὰ παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη
131ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων,
132εἴτε ἕνεκα ἐθνικῶν· εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ περὶ τῆς ἀποδημίας
133ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶναι παροῦσα
134ἡ Βουλὴ, ἵνα κανονίσῃ τὰ περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστι-
135κῆς ἐξουσίας. Μέχρι τοῦδε, ἀποδημοῦντος τοῦ Βασιλέως, ἡ
136διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀνετίθετο μετὰ περιο-
137ρισμῶν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον· ἤδη εἶναι φυσικὸν
138νὰ ἀνατίθηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἄνευ ἐπιφυλάξεως καὶ
139ὑπὸ τὸν τύπον ἀντιβασιλείας εἰς τὸν Διάδοχον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
140ἐνδέχεται καὶ αὐτὸς νὰ ἀποδημήσῃ, ἢ νὰ κωλύηται, ὅπως
141ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς ἀντιβασιλείας, δέον νὰ ἐπιτρέπηται
142ὅπως ἀνατίθηται ἡ διαχείρισις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
143καὶ εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν προη-
144γουμένων νόμων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 116–117).
145§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω
146σχέδιον νόμου περὶ ἑνώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγρα-
147φικῆς ὑπηρεσίας. Ὡς ἐκ τῆς ἑνώσεως ἡ ὑπηρεσία θέλει τακτο-
148ποιηθῆ καὶ ἐπέλθει οἰκονομία πλέον τῶν 250,000 δραχμῶν.
149Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀποστολῆς δεμάτων διὰ
150τοῦ ταχυδρομείου· καὶ ἐκ τούτου δὲ θέλει προκύψει ὠφέλεια.
151Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ δὲν θὰ ὑπάρξῃ δαπάνη, θὰ
152προκύψῃ μεγάλη ὠφέλεια εἰς τὸ κοινόν.
153Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, περὶ τῶν καλουμένων
154ἐπιταγῶν ταχυδρομικῶν, νὰ δύνανται νὰ ἀποστέλλωνται
155χρήματα διὰ τοῦ ταχυδρομείου.
156Ἕτερον νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς διατάξεις τινὰς
157τοῦ γραμματοσήμου· ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν
158τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν.
159Ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνατίθεται ἡ φύλαξις
160τῆς τηλεγραφικῆς γραμμῆς εἰς τὴν χωροφυλακήν.
161Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν ἔγκρισιν
162συμβάσεως τηλεγραφικῆς μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑταιρίας.
163Ἐπίσης νομοσχέδιον περὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ παρὰ τῷ Ἰατρο-
164συνεδρίῳ Γραμματέως.
165Καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, κανονίζον τὴν τηλεγραφικὴν
166ὑπηρεσίαν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 118–126).
167Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης εἶχε ζητήσει πρὸ ἡμερῶν
168τοὺς γενικοὺς Προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν Δήμων τοῦ Κρά-
169τους. Ὑπῆρχον ἐκδεδομένοι τοιοῦτοι μέχρι τέλους τοῦ 1879.
170Ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται ὁλοὲν νὰ συλλέξῃ καὶ τοὺς μετὰ
171ταῦτα ἀπολογισμούς, ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τέλους τοῦ 1886
172ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἀπαιτεῖ χρόνον, καταθέτω τὸ ἤδη ἐκδε-
173δομένον βιβλίον.
174§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σχετικῶς
175πρὸς τὸν κατατεθέντα Προϋπολογισμὸν, ὑποβάλλω νομο-
176σχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ συμβούλου
177τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. (Ὅρα Παράρτημα,
178ἀριθ. 127).
179§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια μοὶ δίδουσιν
180ἀφορμὴν νὰ ὑπομνήσω καὶ εἰς ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς
181τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὰς συνε-
182δριάσεις ἡμῶν. Ὑποβάλλονται νομοσχέδια ἄξια λόγου,
183σπουδαίως ἐπηρεάζοντα τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἡ
184Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐπ’
185αὐτῶν· ἄλλως, πρέπει ὁ κόσμος νὰ μάθῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα
186ἄξιοι τῆς ἐντολῆς, ἣν μᾶς ἀνέθεσαν.
187Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐργασθῶμεν σπουδαίως, πρέπει νὰ συνερχώ-
188μεθα εἰς τὴν ὡρισμένην ὥραν, καὶ νὰ ἐργαζώμεθα ὅσον
189δυνάμεθα· ἅμα δὲ παρέλθῃ ἡ ὥρα, αἱ δυνάμεις ἐξαντλοῦν-
190ται, καὶ ἡ συνεδρίασις πρέπει νὰ λύηται. Πρέπει λοιπὸν νὰ
191λάβωμεν ἓν μέτρον, χάριν τῆς ἰδίας ἡμῶν ὑπολήψεως, νὰ
192συνερχώμεθα ἀκριβῶς τὴν 2αν ὥραν καὶ νὰ ἐργαζώμεθα
193σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, οὕτω δὲ θέλουσι λείψει αἱ ἀσχημίαι
194ἐκεῖναι, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ ἐντρεπώ-
195μεθα. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐρχώμεθα τὴν 2αν ὥραν καὶ νὰ
196μένωμεν μέχρις ὡρισμένης ὥρας, ὅσον ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει,
197καὶ ὄχι νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας. (Διά-
198λογοι).
199§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κύριος βουλευτὴς θέλει
200νὰ ὁρισθῇ ἀνώτατον χρονικὸν ὅριον.
201§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ, ἐὰν θὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 2.
202§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ὧραι αἱ ἐργάσιμοι
203τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ καθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὥστε
204καὶ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις
205νὰ γνωρίζῃ, πόσας ὥρας θὰ ἐργασθῶμεν. Ἐπὶ τούτῳ λοιπὸν
206ὑποβάλλω πρότασιν, ἡ Βουλὴ νὰ κανονίσῃ τὰς ὥρας τῆς
207συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς 2 μέχρι τῆς 9, ὅτε θὰ λήγῃ πᾶσα
208ἐργασία.
209§17ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁσάκις προσδιωρίσθη ὥρα τῆς ἐνάρ-
210ξεως τῶν συνεδριάσεων, οὐδέποτε διετηρήθη· ὡς ἐκ τούτου
211ἐννοῶ τὴν Κυβέρνησιν, μὴ συναινοῦσαν νὰ ὁρισθῇ ἡ ὥρα τῆς
212διαλύσεως αὐτῶν, ὅταν δὲν ἦναι βεβαία, ὅτι θὰ συνέρχων-
213ται οἱ βουλευταὶ κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν πρὸς ἔναρξιν τῆς συνε-
214δριάσεως ὥραν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὀφείλομεν
215νὰ προσερχώμεθα ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ παραμένωμεν ἐν αὐτῇ ἐπὶ
216πολλὰς ὥρας καὶ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, καὶ νὰ δίδωμεν τὸ
217δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράφῃ εἰς τὰ πρακτικὰ
218τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐψηφίσθησαν τὰ δεῖνα ἢ δεῖνα νομοσχέδια,
219τῶν ὁποίων οὔτε κἂν τὴν ἀνάγνωσιν ἤκουσεν ἡ Βουλή, καὶ
220νὰ παρίσταται οὕτω περιττὴ καὶ ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς.
221Πῶς εἶναι δυνατόν, ὅπως ὑποβάλλονται τὰ νομοσχέδια, τὰ
222ὁποῖα προτείνονται, νομοσχέδια σπουδαῖα, καὶ ἐπὶ τῶν
223ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μελέτη ἐμβριθής, πῶς εἶναι δυ-
224νατὸν λέγω νὰ λάβωσι καιρὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ἀναγνώσωσι
225κἂν αὐτά, ἔτι δὲ μᾶλλον νὰ ὑποβάλλωσι τὰς διαφόρους ἐπ’
226αὐτῶν κρίσεις καὶ παρατηρήσεις; Ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυ-
227πουργοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις δὲν
228ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἐμβρίθειαν· ἀλλ’ ὅπως κατορθω-
229θῇ τοῦτο, ὑποβάλλονται τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν τελευταίαν
230ὥραν, καθ’ ἣν θὰ λήξῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ παρα-
231τείνωμεν τὰς συνεδριάσεις, καὶ νὰ ἐργαζώμεθα πλέον τῶν 6
232ἢ 7 ὡρῶν; Βεβαίως, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἵτινες
233παρίστανται ἵνα λέγωσιν, ὅτι εἶναι παρόντες, καὶ διὰ ν’ ἀπο-
234τελέσωσι τὴν ἀπαρτίαν, αὐτοὶ οὔτε κουράζονται, οὔτε ἔχου-
235σιν ἀνάγκην νὰ ἀνακουφισθῶσιν· ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ, οἵτινες
236ἔρχονται διὰ νὰ ἐργασθῶσι, δύνανται νὰ ἐργασθῶσι πλέον
237τῶν 6 ἢ 7 ὡρῶν; Ἐὰν σεῖς, Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐὰν
238ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτῇ ἀπὸ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ ἐργάζων-
239ται πλέον τῶν 7 ὡρῶν, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγῃ, «θέλω
240ν’ ἀφαρπάσω τὰ νομοσχέδια». Καὶ ἐὰν εἰς τοῦτο ἐπιμένῃ ἡ
241Κυβέρνησις, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει εὐθύνην· ἐὰν δὲ δὲν
242θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ὀφείλει
243νὰ δίδῃ καιρὸν πρὸς συζήτησιν.
244Λοιπὸν δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τελευταῖον ὅριον
245τῶν συνεδριάσεων; ἂς ὁρίσῃ 5 ἢ 6 ὥρας ἐργασίμους, ὥστε, ἐὰν
246ἀρχίζωμεν τὴν 3ην ἢ 4ην ὥραν, ν’ ἀπερχώμεθα τὴν 8ην, ἢ
2479ην, καὶ νὰ ἦναι ὡρισμένη ἡ ὥρα τῆς ἐργασίας· ἄλλως, εὑρισκό-
248μεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρ-
249τίας, οὐχὶ διὰ νὰ ματαιώσωμεν τὴν ἐργασίαν, ὡς ἐπανειλημ-
250μένως ἐπαναλαμβάνετε, ἀλλὰ διὰ νὰ σταματήσωμεν τὸ κα-
251κόν. Μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν οἱ μὴ θέλοντες νὰ παρακο-
252λουθῶσι τὰς συζητήσεις ἀναχωροῦσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη οἱ
253μένοντες νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι θὰ παρκμείνωσι 5 ἢ 6 ὥρας,
254καὶ ὄχι 10 ἢ 12· διότι σὺν τοῖς ἄλλοις οἱ πλεῖστοι μένουσι
255νήστεις καὶ δὲν εὑρίσκουσι κατόπιν νὰ φάγωσιν. Ἐὰν οὕτως
256ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή, τὰ τοιαῦτα δὲν
257εἶναι σπουδαῖα, Κύριε Πρόεδρε· τὰ τοιαῦτα καταντῶσιν εἰς
258ἐμπαιγμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· τὰ τοιαῦτα
259ἀναγκάζουσι πολλοὺς βουλευτάς, ἢ ν’ ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνη-
260σιν καὶ τοὺς φίλους αὐτῆς νὰ διέλθωσιν ἄνευ συζητήσεως
261τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ οὐδὲν πλέον, ἢ νὰ ἀντεπεξέλ-
262θωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων κατὰ τοιαύτης πιέσεως. Νομίζω,
263ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως τὸ τοιοῦτον.
264§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
265ὑπέβαλε παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι
266ὑπάρχει κατάστασίς τις ἄγνωστος, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ
267κανονίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει θεωρητικῶν σκέψεων. Ἀλλ’ ὁ Κύ-
268ριος βουλευτὴς καλῶς γινώσκει, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ κατά-
269στασις, πρὸς τὴν ὁποίαν σχετίζονται τὰ γενόμενα, καὶ πρὸς
270ταύτην τὴν κατάστασιν ὀφείλει νὰ σχετίσῃ αὐτά.
271Ἐὰν συνέβη τὸ ἄτοπον τῆς παρατάσεως τῶν συζητή-
272σεων πέραν ὁρίου τινὸς, τοῦτο συνέβη ἕνεκα ἑτέρου ἀτόπου,
273διότι, ἕνεκεν συστηματικῆς παρελκύσεως, καταναλίσκεται ὁ
274χρόνος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ταῦτα συμβαίνουσι, διότι
275δὲν ἠθέλησεν ἡ Βουλή, ἢ μᾶλλον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐν τῇ
276περιστάσει ταύτῃ, νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὰ
277τῶν ἐπερωτήσεων οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καταναλίσκεται ἡ συ-
278ζήτησις εἰς ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀπεραντολογίας, σκοπούσας
279εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἄλλων ἡμῶν
280καθηκόντων. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἀναμφή-
281ριστον καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ παρ’ ἄλλοις Κοινοβουλίοις·
282ἀλλ’ ἀπανταχοῦ ἄλλοθι γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀνακοινώσεις
283ἐπερωτήσεων καὶ οὐδὲν πλέον, ἡ δὲ συζήτησις τῆς ἐπερωτή-
284σεως γίνεται, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ Βουλὴ τάξῃ πρὸς τοῦτο, ἢ
285ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένῃ. Ἂν τοῦτο
286γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν, οὐδὲ κἂν νὰ ἐγερθῇ θὰ ἠδύνατο τὸ ζή-
287τημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου
288βουλευτοῦ. Ἡ χθεσινὴ ἐπὶ ἐπερωτήσεως συζήτησις δὲν ἐγέ-
289νετο κατὰ πρότασιν ἡμῶν, ἐγένετο κατὰ πρότασιν βουλευτοῦ.
290Ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν χθὲς, κατὰ τὴν
291πρότασιν τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἐπερώτησιν, διότι ἐπετυγχά-
292νετο οὕτω μικρά τις ἀναβολὴ πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίων.
293Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὴν ἀξίωσιν, αὐτὸς νὰ
294ὁρίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἢ
295καὶ ἄνευ προειδοποιήσεως νὰ προβαίνῃ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς
296ἐπερωτήσεώς του, προκαλῶν συζήτησιν, ἐνόσῳ τὰ ζητήματα
297ταῦτα δὲν κανονισθῶσι, παράτασις τῶν συνεδριάσεων εἶναι
298ἀναπόφευκτος, εὐθύνουσα τοὺς οὕτω προκαλοῦντας. Ἀφοῦ
299ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐνδίδωμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀντι-
300πολιτεύσεως, καταναλισκούσης τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων
301εἰς ἀσκόπους ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀγορεύσεις πρὸς παρακώλυ-
302σιν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ὁμιλῇ περὶ
303πιέσεως. Ὅταν αὕτη καταναλίσκῃ τὸν χρόνον τῆς συνεδριά-
304σεως εἰς ἐπερωτήσεις καὶ εἰς ἀπεραντολογίας, δὲν ὑπολείπε-
305ται εἰς ἡμᾶς ἄλλο ἢ ὅπως καὶ μετὰ τὴν 7ην, ἢ τὴν 8ην, ἢ
306τὴν 9ην ὥραν παραμένωμεν ἐνταῦθα, ἀγωνιζόμενοι ἵνα προ-
307βῶμεν εἰς πραγματικὰς ἐργασίας.
308§19ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ εἰσέρχηται εἰς τὴν ἡμερη-
309σίαν διάταξιν, ἂς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία,
310ὅτι θὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ 4 ἢ 5 ὥρας, καὶ τότε ἐννοῶ ἐκεῖνο,
311τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κύριος Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ Κύριος
312Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ Ἀντιπο-
313λίτευσις παρατείνει τὸν χρόνον δι’ ἀπεραντολογιῶν. Τοῦτο
314δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ Κυβέρνησις διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν
315καὶ δύναται νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίμους ὥρας τῆς Βουλῆς,
316καὶ τότε δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν εἰς τὴν Ἀντι-
317πολίτευσιν. Δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπονῆται, ὅταν
318παρατείνηται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συνεδρίασις, ὅπως τελειώσῃ ὅλη
319ἡ ἡμερησία διάταξις.
320§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν Κύριον Πρωθυ-
321πουργὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων εὑρίσκεται ἐν
322ἀταξίᾳ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τούτου. Καὶ ἄλλοτε
323ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ μέρος τοῦ Κανονισμοῦ τοῦτο, καὶ
324ἔφερε καλὰ ἀποτελέσματα· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς καὶ
325δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν. Δύο λοιπὸν εἶναι τὰ ἀντι-
326κείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή·
327πρῶτον, νὰ ὁρίσῃ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἄρχονται αἱ συνεδριά-
328σεις· ἀλλὰ νὰ φανῶμεν ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν· δεύτερον,
329νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν ἐπερωτήσεων, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν
330εἶναι τακτικὸν, ὅταν γίνωνται ἐπερωτήσεις, νὰ γίνεται
331ἀμέσως ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἀλλὰ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα
332τῆς ἑβδομάδος νὰ συζητῶνται. Ὥστε προτείνω τὴν 2αν ὥραν
333νὰ συνερχώμεθα καὶ νὰ μένωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, αἱ δὲ
334ἐπερωτήσεις νὰ συζητῶνται τὸ Σάββατον.
335§21ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ τεθῇ περιορι-
336σμὸς εἰς τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ ἐνασκεῖν
337τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ὁ βουλευτὴς
338ἔχει ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς του ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ
339συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως καὶ τὰ τοῦ
340νομοῦ, παρ’ οὗ ἐκλέγεται. Ὅταν δὲ συμβαίνωσιν ἐν τῇ
341διοικήσει πράξεις ἄξιαι ἐλέγχου, καὶ ἂν πρόκειται νὰ πα-
342ράσχῃ συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ βουλευτὴς, οὔτε τότε
343δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ
344ἐλέγχου, ἄνευ οὐσιώδους ἀθετήσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ.
345Ἀλλ’ ἀποκρούω καὶ τὴν αἰτίασιν τοῦ Κυρίου Πρωθυ-
346πουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς μειονο-
347ψηφίας, ὅτι σκοπὸς αὐτῆς εἶναι, δι’ ἀπεραντολογιῶν νὰ δια-
348κωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἔχω καθῆκον, ὑπὲρ τῆς
349ἀληθείας συνηγορῶν καὶ ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, νὰ δια-
350μαρτυρηθῶ κατὰ τῆς αἰτιάσεως ταύτης, διότι οὐδεμία ἔγι-
351νεν ἀπεραντολογία πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διακωλυθῇ ἡ ἐργασία
352τῆς Βουλῆς καὶ ἐμποδισθῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν σκοπῶν, οὓς
353ἐπιδιώκει, ἐπιζητοῦσα ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδιά της.
354Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ ἡμερησία διά-
355ταξις τῆς Βουλῆς περιέχει 41 νομοσχέδια, σήμερον δὲ ὑπε-
356βλήθησαν καὶ ἄλλα, καὶ δὲν εἰξεύρω πόσα ἐντὸς τῆς ἑβδο-
357μάδος θέλουσιν εἰσαχθῆ καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ἐπαινέσω τὴν
358Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ τὴν παρακαλέσω, νὰ μὴ
359θέτῃ ὅριον, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ ἐπι-
360ψηφίσῃ, διότι πρέπει νὰ ἐλέγξωμεν, συζητοῦντες τὰ νομοσχέ-
361δια ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει
362νὰ ἔχωμεν τὸν ὑλικὸν χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον, ὅπως μετὰ
363μελέτην τινὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀναγκάζητε διὰ
364καματηρᾶς πολυώρου ἐργασίας νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ μένωμεν οἱ
365ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ μένωσι δύο ἢ τρεῖς μόνοι, καὶ σεῖς νὰ
366διέρχησθε τὰ νομοσχέδια ἀβρόχοις ποσὶ, τοῦτο νομίζω, ὅτι
367δὲν εἶναι, οὔτε προσῆκον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, οὔτε πρὸς τὴν
368Βουλὴν, οὔτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποτεθῇ δηλαδὴ,
369ὅτι διὰ τοιούτων μηχανοῤῥαφιῶν θέλει νὰ ἐπωφεληθῇ. Ἀφοῦ
370ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας ἐξησφαλισμένην,
371διατὶ δὲν μᾶς δίδετε τὴν ἐλευθερίαν νὰ συζητήσωμεν κανονικῶς,
372ὥστε καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκπλη-
373ρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας; Πόθεν ἐξάγετε τὸ πόρισμα, ὥστε
374νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν αἰτίασιν ταύτην κατὰ τῆς Ἀντιπολι-
375τεύσεως, ὅτι θέλει νὰ παρακωλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βου-
376λῆς; Πόσας ἡμέρας, Κύριοι, εἰργάσθημεν; ποία ἡμέρα
377παρῆλθε χωρὶς νὰ λάβητε ἀπὸ ἓν νομοσχέδιον; Μεταξὺ τῶν
37841 τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τῶν 20, τὰ ὁποῖα εἰση-
379γάγετε, καὶ τῶν ἄλλων 20, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαγάγητε, δὲν
380ὑπάρχουσι νομοσχέδια σοβαρὰ καὶ ἄξια ἐρεύνης; ἐννοεῖτε νὰ
381μὴ τὰ ἐρευνήσωμεν; δηλώσατε τοῦτο· ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι,
382ὑπάρχουσιν ἄξια ἐρεύνης, μὴ θέλετε νὰ μετατρέψητε τὴν
383Βουλὴν εἰς ἄφωνον σῶμα, καὶ μᾶς ὠθῆτε εἰς ἀπεγνωσμένας
384πράξεις καὶ εἰς ἀηδεῖς σκηνὰς, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ
385ἐντρέπεται, ὄχι βουλευτὴς, ἀλλὰ πᾶς Ἕλλην.
386Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ σπεύδωμεν· ἔχομεν 6 μῆ-
387νας νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ δὲν παρῆλθον οἱ 2· ὥστε μένουσι
3884 ἀκόμη· διατὶ λοιπὸν νὰ μένωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου;
389Καὶ ἂν δὲν τελειώσωμεν τὴν μεγάλην Πέμπτην, ἂς ἐξακο-
390λουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι καὶ μετὰ τὸ Πάσχα.
391Προτείνω λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν, ὄχι τὰς ὥρας, ἀλλὰ τὸ
392ποσὸν τῆς ἐργασίας. (Διάλογοι).
393§22ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
394§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσα συμ-
395βουλεύουσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀποδεικνύουσι τὴν
396μεγάλην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς
397Κυβερνήσεως, ὅτι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα παραπονοῦνται οἱ
398Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ διατάξεις τοῦ
399Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν
400εὑρίσκεται ἡ Βουλή. Ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθη-
401σαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, ὁ ἀντιπολιτευόμενος κ. Ρικά-
402κης ἐπρότεινε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ κῦρος ὅλων τῶν συν-
403ταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν ἐθνῶν, ἤγουν αἱ ἐπερω-
404τήσεις νὰ εἰσάγωνται ἄνευ συζητήσεως, νὰ ἀνακοινῶνται
405ἁπλῶς, νὰ δίδωνται ἐγγράφως εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Προέ-
406δρου τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ὁρίζηται ἡμέρα τακτικὴ πρὸς συ-
407ζήτησιν. Βεβαίως ἓν τῶν μέσων, διὰ νὰ παραλύσῃ ἡ Βουλή,
408εἶναι, νὰ παρατείνωνται καθημερινῶς αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν
409καθημερινῶς ὑποβαλλομένων ἐπερωτήσεων. Ὁ Πρόεδρος τῆς
410Κυβερνήσεως ἀμέσως ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη,
411ἀλλ’ ἴδετε ἀμέσως, ὅτι ἠγέρθησαν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
412διαμαρτυρήσεις. Καὶ τί ἐπρότεινον ὁ ἀντιπολιτευόμενος βου-
413λευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ρικάκης; ἐπρότεινε, τὸ ἐπα-
414ναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κό-
415σμου, ὅπου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν σύστημα. Ποία εἶναι ἡ
416κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ πόθεν αὕτη προέρχεται, οὔτε
417ἡμεῖς θὰ ἀπατήσωμεν περὶ τούτου τὸν κόσμον, οὔτε σεῖς τὴν
418γνωρίζουσι πολὺ καλὰ ὅλοι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δικαιοῦται
419καὶ ἔχει δικαιώματα ἱερὰ, καὶ πρέπει νὰ τὰ σεβασθῇ ἡ πλειο-
420ψηφία, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἡ πλειοψηφία δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
421ἐπίσης ὀφείλει νὰ σεβασθῇ ἡ μειονοψηφία. Ἐνταῦθα ὅμως τί γί-
422νεται; γίνεται ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ συνταγματικοῦ καὶ
423κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡ μειονοψηφία παρεμποδί-
424ζει τὴν πλειοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργασθῇ. Φαντάσματα προ-
425βάλλουσι καὶ ὄνειρα. Πρόκειται, φωνάζουσι, περὶ καταστροφῆς
426τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, πρόκειται περὶ καταστρο-
427φῆς τῶν ἐλευθεριῶν. Τοὺς ἐρωτῶ: ποία μεγαλειτέρα καὶ θα-
428νασιμωτέρα πληγὴ δύνανται νὰ δοθῇ εἰς τὸ κοινοβουλευτι-
429κὸν πολίτευμα καὶ τὰς ἐλευθερίας, ἐὰν κατορθώσωσι ν’ ἀπο-
430δείξωσιν, ὅτι ἡ πλειοψηφία, τουτέστιν ἡ Βουλή, δὲν δύναται
431νὰ κινηθῇ καὶ ἐνεργήσῃ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη
432ἱκανότης, ἢ μεγάλη ἀνδρεία, ἢ μεγάλη ἐπιτηδειότης, ἢ μέγα
433πνεῦμα, ὅπως 40 ἢ 50, συνηνωμένοι ἐν Ἀντιπολιτεύσει, πα-
434ραλύσωσι πᾶσαν ἐνέργειαν ἐν Κοινοβουλίῳ, συγκειμένῳ ἐξ
435150. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἄλλοτε εἰς ἄλλο
436Κοινοβούλιον, συγκείμενον ἐκ 42, εἷς μόνος, εὑρεθεὶς ἐκεῖ ἀν-
437τιμέτωπος τῆς πλειοψηφίας, ἠμπόρεσε νὰ παραλύσῃ τὴν
438Βουλὴν ἐκείνην καὶ νὰ τὴν καταδικάσῃ ἐπὶ 2 μῆνας νὰ μὴ δυ-
439νηθῇ νὰ ψηφίσῃ, εἰμὴ ἓν καὶ μόνον, ὅλως ἀσήμαντον, νομο-
440σχέδιον. Ἡ τακτικὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ, διότι,
441ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, οὐ μόνον δὲν εἶναι πρὸς δόξαν
442ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν μετέρχονται, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἀσφα-
443λέστερον μέσον, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
444λίτευμα δὲν δύναται νὰ προκόψῃ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Ἀλλὰ
445περιττὰ ὅλα ταῦτα. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἐπερω-
446τήσεων, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ τῶν ἀπεραντολογιῶν, καὶ ἂν ὁ
447κ. Πετρίδης ἤθελεν εὑρεθῆ χθὲς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, μὲ ὅλην
448τὴν ἀπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν ἤθελεν ἀνεχθῆ τὴν γενο-
449μένην κατάχρησιν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπεραντολογίαν.
450Μᾶς εἴπετε διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. βουλευτοῦ Κεφαλληνίας,
451διὰ τί θέλετε νὰ ἐργασθῆτε καὶ νὰ συζητήσητε τὰ νομο-
452σχέδια, καθ’ ὃν τρόπον τὰ συζητεῖτε; Μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ
453ἀπατήσητε τὸν κόσμον, διατὶ θέλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
454πον νὰ τὰ συζητήσητε· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος
455θέλομεν νὰ δείξωμεν, ὅτι, ἀφοῦ τοιαῦτα προσκόμματα μᾶς
456παρεμβάλλονται, μεταχειριζόμεθα πᾶν θεμιτὸν μέσον, ὅπως,
457εἰ δυνατὸν, ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, κατὰ
458τὴν ἰδέαν σας συμπέρασμα καταστροφῆς, καθ’ ἡμᾶς συμπέ-
459ρασμα ὠφέλιμον διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἡμεῖς θὰ ἐπιμείνωμεν
460εἰς τὴν θέσιν μας, ἐρειδόμενοι ἐπὶ νομίμων μέσων. Ἰδοὺ, εἶναι
461πέμπτη ὥρα καὶ δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν συζήτησιν τῆς
462ἡμερησίας διατάξεως, καὶ γνωρίζετε ὁποῖον εἶναι τὸ σημερινὸν
463θέμα. Θὰ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, προσπα-
464θοῦντες νὰ μὴ ψηφισθῇ κἀνὲν ἀπὸ τὰ νομοσχέδιά μας; Μὴ ἐλ-
465πίσητε ν’ ἀπατήσητε τὸν κόσμον. Ἡμεῖς θὰ προσπαθήσωμεν,
466ἔστω διανυκτερεύοντες, ἔστω ὑποφέροντες, ὅσα ὑποφέρομεν, νὰ
467πείσωμεν τὸν κόσμον, ὅτι καθήμεθα ἐνταῦθα, ὅπως ἐκτελέσω-
468μεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ἐξασκήσωμεν τὰ δικαιώματά μας·
469ἀλλ’ ὑμεῖς μᾶς ἐμποδίζετε νὰ προχωρήσωμεν, καὶ εἶναι εὔκο-
470λον νὰ τὸ ἐπιτύχητε· ἰδοὺ διατὶ ἐπιμένομεν καὶ θὰ ἐπιμένω-
471μεν εἰς τὴν θέσιν μας, ὅπως ὁ κόσμος ὅλος, ὁ μὴ ἀπατώμενος,
472ἴδῃ ποῖοι παραλύουσι πᾶσαν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς.
473§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰσὶν ὑπερβολικὰ, ὅσα εἶπεν
474ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ 20 ἡμέρας
475μόνον ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, καὶ ἐντὸς αὐτῶν ἐψήφισε τόσα
476νομοσχέδια, ὧν τινὰ σπουδαιότατα. Δὲν πρέπει ἑπομένως
477ν’ ἀπευθύνῃ μομφὴν κατὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἰργάσθη μέ-
478χρι σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει ἴσως, ὅτι ἐντὸς μηνὸς
479πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὰ ὑποβληθέντα
480νομοσχέδια· βεβαίως τοιαύτην γνώμην πᾶς ἀμερόληπτος
481θὰ χαρακτηρίσῃ ὡς τάσιν αὐτῆς ν’ ἀφαρπάσῃ ταῦτα. Δὲν
482εἶναι δυνατὸν, οὐχὶ νὰ συζητήσωμεν ἐντὸς τόσῳ μικροῦ δια-
483στήματος, ἀλλ’ οὔτε ν’ ἀναγνώσωμεν ἐπισταμένως ταῦτα.
484Ἄδικον ἑπομένως μομφὴν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
485ρικῶν ἀπευθύνει πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Ἂν δὲ ἀπὸ τῆς
4864ης ὥρας, καθ’ ἣν συνέρχεται ἡ Βουλὴ, μέχρι τῆς 5ης ἢ 6ης
487συζητεῖ ἐπὶ ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυ-
488βερνήσεως, ὅπερ εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων αὐτῆς καθηκόντων,
489καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μεμφθῇ αὐτήν. Οὐδεμία ὑπάρχει
490διάθεσις πρὸς παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν. Ἡ μειονοψηφία
491θέλει, ὅπως συζητηθῶσι καὶ μελετηθῶσι τὰ νομοσχέδια
492ταῦτα, διότι θεωρεῖ αὐτὰ πολλῆς σπουδαιότητος. Πρό τινων
493ἐτῶν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτή-
494σεων καὶ ὡρίσθη, ὅπως ὑποβάλλωνται αὗται συντόμως καὶ
495ἐγγράφως· ὡρίζετο δὲ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος πρὸς συζήτησιν
496αὐτῶν. Τοῦτο δύναται καὶ πάλιν νὰ ὁρισθῇ, ὅπως μὴ κατὰ
497τὰς λοιπὰς ἡμέρας παρατείνωνται ἐπὶ μακρὸν αἱ συνεδριά-
498σεις· διότι δὲν ἀγνοεῖ καὶ ἡ πλειοψηφία, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ,
499καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες
500τὴν κρᾶσιν τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω
501καλὸν νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς,
502(θόρυβος) νὰ παραδεχθῇ δὲ αὕτη ὡς ἀνώτατον ὅρον τὴν
503πεντάωρον, ἢ τὸ πολὺ ἑξάωρον ἐργασίαν.
504§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
505§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον
506περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ
507Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς
508χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχμῶν 116,900. (Ὅρα Παράρ-
509τημα, ἀριθ. 128).
510§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποίαν αἰτίαν;
511§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ ὁ πίναξ. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας Ὑ-
512πουργείου 2,200, ἔξοδα ὑπηρεσίας νομαρχῶν 800, ἔκτακτοι
513ἀνάγκαι διοικητικῶν γραφείων 1200, ἐνοίκια φυλακῶν 500,
514ἀνατύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων κλπ,» ὡς δύναται ὁ κ.
515βουλευτὴς νὰ ἴδῃ ἐκ τοῦ πίνακος.
516Δεύτερον νομοσχέδιον, περὶ χορηγήσεως πιστώσεως εἰς τὸ
517Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐκ δραχ.
518161,901 δι’ ἄνθρακας, χορηγηθέντας διὰ τὴν μεταφορὰν τῆς
519πλωτῆς δεξαμενῆς. Εἶναι παρελθούσης χρήσεως, καὶ εἶχεν
520ὑποβληθῆ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.
521Καὶ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ
522δραχμῶν 2,240 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
523γείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886, πρὸς πληρω-
524μὴν ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διὰ μετα-
525φορὰν τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς δε-
526κάτης Περιόδου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 129 καὶ 130).
527§29ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ). Κα-
528ταθέτω διαφόρους πίνακας, περιέχοντας ἀπαντήσεις εἰς τὰς
529πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ Κύριος βουλευτὴς ἐξ
530Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Περὶ τῶν ἐλλειπουσῶν, πληρο-
531φορῶ τὸν Κύριον βουλευτὴν, ὅτι καταβάλλονται πολλαὶ
532ἐργασίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπως ταχέως συμπληρωθῶσι.
533§30ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς παρεκάλεσα τὸν κ.
534Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ ἕνα φάκελλον ἐγ-
535γράφων, καὶ τὸν συμπολίτην μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας,
536νὰ καταθέσῃ ἀποφάσεις τινάς.
537§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐντὸς τῆς
538συνεδριάσεως θὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
539§32ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, πα-
540ρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν ἐλάβετε γνῶσιν περὶ
541μιᾶς ὑποθέσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἔλαβον χθὲς τηλεγράφημα
542προσώπου σημαίνοντος, καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἐν τῷ νομῷ
543τὸ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
544§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὐδεμίαν ἔλαβον γνῶσιν.
545§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο
546ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐξε-
547τάζῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως· πρόκειται περὶ κατοχῆς γαιῶν,
548καὶ ὅταν λάβωμεν τὰς πληροφορίας, ἀμέσως θὰ τὰς φέρωμεν.
549§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
550Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν κρίνῃ ἀναγκαῖον
551ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῶν χθὲς παρὰ τοῦ κ.
552Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων,
553περὶ τῶν μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας συμβάσεων.
554§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, νὰ προηγηθῶσι.
555(Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρ-
556χὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, αʹ) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπανορθώσεως
557γραφικοῦ λάθους ἐν τῇ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συνο-
558μολογηθείσῃ συμβάσει καὶ βʹ) τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπανορ-
559θώσεως γραφικοῦ λάθους ἐν τῇ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλ-
560λίας ψηφισθείσῃ προσωρινῇ ἐμπορικῇ συμβάσει.)
561§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε πρό τινων ἑβδομάδων ὁ κ.
562Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογι-
563σμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, δὲν συνώδευσεν αὐτὸν διὰ προφο-
564ρικῆς τινος εἰσηγήσεως, ἀνέμνησεν ὅμως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
565τοιαύτην προφορικὴν εἰσήγησιν ἐποιήσατο εἰς τὴν διαλυθεῖ-
566σαν Βουλήν, ὅτε εἰς ἐκείνην, περὶ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου
567παρελθόντος ἔτους, εἶχεν εἰσαγάγει αὐτὸν τοῦτον τὸν Προϋ-
568πολογισμόν.
569Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, τὸν ὁποῖον προεξήλεγξεν
570ἤδη ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή, μᾶς ἔδωκεν ἀπαι-
571σίους καὶ δυσαρέστους πληροφορίας περὶ τῆς οἰκονομικῆς
572καταστάσεως τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν συνοδεύουσαν αὐτὸν
573γραπτὴν, ἐκτυπωθεῖσαν δὲ καὶ διανεμηθεῖσαν εἰς ἡμᾶς
574μετὰ τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔκθεσιν τοῦ Προϋπο-
575λογισμοῦ τοῦ 1887, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου
576ἤθελε περιέχει ἔλλειμμα 22,000,000 δρ., ἐὰν ὁ κ. Πρωθυ-
577πουργὸς δὲν ἔσπευδε νὰ λάβῃ φροντίδα περὶ πληρώσεως
578τοῦ ἐλλείμματος τούτου, καὶ σκεφθεὶς ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι τὸ
579ἔλλειμμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν
580ἐσόδων, καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνέτασσε τὰ φορο-
581λογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
582εὕρηνται ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἐκκρεμῆ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ
583ἔλλειμμα τῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887,
584τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὰς ἀπαισίους καὶ δυσαρέστους πληρο-
585φορίας, ἃς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐλάβομεν· δὲν
586εἶναι οὐδὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὸ
587ὁποῖον, καθ’ ἃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βου-
588λὴν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886, καθ’ ἃ δὲ βεβαιοῦται
589νῦν ἐκ τοῦ δημοσιευθέντος προσωρινοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς
590χρήσεως τοῦ ἔτους 1885, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐλόγως ὑπέ-
591θεσεν, ὅτι θέλει εἶσθαι ὑπέρογκον· ἀλλὰ τὰς ἀπαισίους καὶ
592δυσαρέστους πληροφορίας ἰδίως ἀποτελεῖ τὸ ἄγγελμα, τὸ
593ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔδωκε τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
5941886, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν διαλυθεῖ-
595σαν Βουλὴν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους κατερει-
596πιώθη καὶ κατέπεσεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ἐὰν τὸ
597Κράτος ἤθελε νὰ δανεισθῇ οἱονδήποτε ποσὸν, ἦτο ἀδύνατον
598εἰς αὐτὸ νὰ εὕρῃ οὐδὲ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν.
599Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνέταξε μόνον τὸν Προϋπο-
600λογισμὸν τοῦ 1887, εἶχε συντάξει καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν
601τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὰ τέλη Ὀκτω-
602βρίου 1884 εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἥτις διελύθη τὸν Φεβρουά-
603ριον τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον ὅμως αὕτη δὲν ἠξίωσε τότε νὰ
604λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ψηφίσῃ. Ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπο-
605λογισμὸν ἐκεῖνον τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μᾶς εἶχε τὰ
606μάλιστα ἐνθαῤῥύνει, διότι ὄχι μόνον δὲν μᾶς παρεσκεύασε
607ν’ ἀκούσωμεν τοιαύτην ἀπαίσιον καὶ δυσάρεστον πληροφο-
608ρίαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ
609μᾶς ἐνεθάῤῥυνε, παραστήσας τότε, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογι-
610σμοῦ του ἐκείνου ἠθέλομεν βεβαίως ἔχει περίσσευμα ἐκ δραχ-
611μῶν 388,608.
612Καὶ ἀληθῶς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐκείνου τοῦ Προϋπο-
613λογισμοῦ ὑπελόγιζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνήρχοντο εἰς 85,
614641,546 δρ., τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 85,252,938 δρ.· ὥστε τὸ πε-
615ρίσσευμα τῶν 388,608 δρ. ἦτο βέβαιον. Καὶ τὸ περίσσευμα
616τοῦτο ἤθελε κατορθωθῆ μόνον, ἐὰν ἡ Βουλὴ τότε ἐπεψήφιζεν
617ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προβάλει, περὶ μεταβολῆς τοῦ
618νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου προσεδόκα
619ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε πορισθῆ περισσότερα ἔσοδα, 2,
620200,000 δραχ., καὶ προσέτι ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
621τότε εἶχεν ὑποβάλει, περὶ φορολογίας τῆς διὰ ξηρᾶς μετα-
622φερομένης καυσίμου ξυλείας, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἐκείνου, ἂν
623ἐφηρμόζετο, ἤθελεν ἐξασφαλίσει πρόσοδον 470,000. Ἐὰν
624ὅμως ταῦτα δὲν ἐψηφίζοντο, τὸ Κράτος ἤθελεν ἀπολέσει
6252,200,000 καὶ 470,000, τὸ ὅλον 2,670,000. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ
626Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶχε κατὰ τὸν Κύριον Πρωθυπουρ-
627γὸν περίσσευμα δραχμὰς 388,608, ἤθελεν ἔχει μικρὸν ἔλλειμ-
628μα ἐκ 2,281,392 δρ. ἐὰν οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐπεψηφίζοντο,
629ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἦτο ἀνάξιον τῆς προσοχῆς καὶ
630τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου. Τοιοῦτον μικρὸν ἔλλειμμα
631δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρασκευάσῃ τοιαύτην, ἐπαναλαμβάνω,
632ἀπαίσιον κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν, οἵαν περιέγραφεν εἰς
633ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
634τρέχοντος ἔτους.
635Ἀπὸ τοῦ 8βρίου τοῦ 1884, ὅτε εἰσῆγεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
636γὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1885, μέχρι τοῦ 8βρίου
637τοῦ 1886, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 καὶ
638μᾶς ἔδωκε τὰς ἀπαισίους ταύτας πληροφορίας, παρῆλθον ἀκρι-
639βῶς δύο μόνον ἔτη. Τί συνέβη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο
640τούτων ἐτῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς περιήγαγεν εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν
641ἀληθῶς οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τοιαύτην ἀμήχανον θέ-
642σιν, ὥστε οὐ μόνον κατὰ τὸ 1885 νὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 26
643καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, οὐ μόνον κατὰ τὸ 1886 νὰ ἔχωμεν
644ἔλλειμμα, τίς οἶδε πόσον, οὐ μόνον κατὰ τὸ 1887 νὰ ἔχωμεν
645ἔλλειμμα 22 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς θὰ ἀποφύ-
646γωμεν, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπινοή-
647σαντος νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ νὰ
648καταναλώσωμεν πᾶσαν τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ
649δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν νὰ δανεισθῶμεν οὐδ’ 100,000 δραχ-
650μῶν; τί συνέβη, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν πίστιν τοῦ Κρά-
651τους, εἰς τοιοῦτον βαθμόν; Τὸ γεγονὸς μοὶ φαίνεται ἄξιον
652ἐξετάσεως. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην δὲν ἐπιχειρῶ ἐγὼ πρῶτος,
653τὴν ἐπεχείρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἠρεύνησε πῶς συν-
654έβη τὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς συνώδευσε τὸν
655Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ὅταν εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς τὴν
656διαλυθεῖσαν Βουλὴν περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος 8βρίου,
657καὶ ἥτις ἐτυπώθη καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ τεύχει τούτῳ, τὸ
658ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει, μᾶς ἐξέθηκε τὰς αἰτίας.
659Αἱ αἰτίαι κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν εἶναι μία καὶ
660μόνη. Μία, ἡ κυριωτέρα, ἡ κεφαλαιώδης αἰτία, ἡ ὁποία
661κατὰ τὴν ἔκθεσιν, περὶ ἧς ὁ λόγος, παρεσκεύασε τὴν ἀπαί-
662σιον ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἶναι, ὅτι ὁ Προϋπολο-
663γισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον συνέταξε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ
664ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἐστηρίχθη ἐπὶ
665τῆς καταλύσεως τῶν φόρων. Εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν προφορικὴν
666εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο εἰς
667τὴν Βουλὴν κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1886, ὑπάρ-
668χουσι καὶ ἄλλαι αἰτίαι· ἀλλὰ κατὰ τὴν γραπτὴν ἔκθεσιν
669αὐτοῦ, ἐτέθη ὡς κυρία αἰτία ἡ εἰρημένη· διὰ τοῦτο, νομίζω,
670ὅτι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προβάλ-
671λεται εἰς ἡμᾶς περὶ τῆς αἰτίας τῆς τοιαύτης ἐπὶ τὰ χείρω
672μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πρέπει πρὸ παν-
673τὸς νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν αἰτίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
674Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς ἡμᾶς.
675Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐνῷ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
676τους διετέλουν εἰς εὐάρεστον κατάστασιν, ἐνῷ δ’ αἰσίως ἔβαι-
677νεν ἡ οἰκονομικὴ κίνησις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας,
678ἐπῆλθεν ἀπαίσιον συμβεβηκός. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἦτο τὰ
679ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ 7 Ἀπριλίου, διότι
680ἕνεκα ταύτης ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραιτηθῇ
681τῆς Ἀρχῆς, ἕνεκα ταύτης συνέστη Ὑπουργεῖον ἄλλο, ἐκεῖνο,
682τὸ ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ
683ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 κατεδήλου τὴν αἰσίαν τῶν οἰ-
684κονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασιν, παρεσκεύασεν ἄλλον
685Προϋπολογισμὸν, ὅστις ἐπήνεγκε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, τὸ
686ἔλλειμμα τοῦ 1886, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, καὶ συνετέλε-
687σεν εἰς τὸ νὰ καταπέσῃ ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἰς τοιοῦτον
688βαθμὸν, οἷον ἐξεικόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
689Εἶπον, ὅτι τὸ θέμα μοὶ φαίνεται ἄξιον ἐξετάσεως, οὐχὶ
690ὅπως μοὶ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν ἐκτοξευομέ-
691νην καθ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
692γοῦ, οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου,
693τὸ ὁποῖον συνέστη κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἡ ὁποία δὲν
694διήρκεσεν εἰμὴ 8 μῆνας κατὰ τὸ 1885 καὶ τέσσαρας μῆνας
695κατὰ τὸ 1886, διότι εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885
696παρέχονται εὐτυχῶς πολλὰ μέσα διὰ νὰ ἀποκρούσωσι πᾶ-
697σαν κατ’ αὐτῶν ἐκτοξευομένην συκοφαντίαν. Ἀλλὰ τὸ θέμα
698εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως δι’ ἄλλον λόγον. Προβάλλεται διὰ
699τῆς οἰκονομικῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου ἓν σύστημα οἰ-
700κονομικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν
701ἐλπίδα, ὅτι θέλει σώσει οἰκονομικῶς τὸν τόπον, τὸ σύστημα
702τῆς πληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν
703ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπαρχόν-
704των φόρων, ἢ δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Ἐὰν τὸ σύστημα
705τοῦτο, ἐπιψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐπιτύχει, —
706καὶ ὡς πολίτης, σᾶς βεβαιῶ, εὔχομαι νὰ ἐπιτύχῃ, — ὁ Ἑλλη-
707νικὸς λαὸς, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ
708καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον περισσότερα, ἀφ’ ὅσα
709συνήθως μέχρι τοῦδε κατέβαλε, 37 ἑκατομμ. Ὁ Ἑλληνικὸς
710λαὸς λοιπὸν, ὁ ὁποῖος θέλει ὑποβληθῆ εἰς τοιαύτην ἐσχάτην
711θυσίαν, νομίζω, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ μάθῃ, τίνες ἦσαν οἱ
712αἴτιοι τῆς καταστάσεως ταύτης, ἢ τίνες ἐδημιούργησαν τοι-
713αύτην ἔκτακτον ἀνάγκην, ἧς ἕνεκα ἀναγκάζεται νὰ κατα-
714βάλλῃ καὶ μέρος τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς τὸ ζῇν εἰς τὰς
715οἰκογενείας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ δυστυχίαν τὸ οἰκονομι-
716κὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς
717τὴν Βουλὴν, ἐπιψηφισθὲν παρ’ αὐτῆς, ἤθελεν ἀποτύχει, ἂν
718δὲν ἤθελε παραγάγει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος
719Πρωθυπουργὸς προσδοκᾷ ἐξ αὐτοῦ, ἐὰν, ἀντὶ νὰ εἰσπραχθῶσι
72037 ἑκατομμύρια πλείω, ὅσων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884
721καὶ 1885, εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο
722μέχρι τοῦδε, ἢ 4, ἢ 5, ἢ 8 ἑκατομμύρια περισσότερα, ἐὰν
723ἕνεκα τούτου ἤθελον λείψει ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν 37, ἢ
72435, ἢ 30 ἑκατομμύρια, ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν οὕτω
725ἤθελε παρασκευάσει εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εἶναι
726κατάστασις λίαν ἐπικίνδυνος, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν
727ἔχει δικαίωμα ὡσαύτως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μάθῃ, τίνες
728ἐγένοντο αἴτιοι τῆς τοιαύτης ἀμηχάνου καταστάσεως, εἰς ἣν
729περιήχθη τὸ Κράτος, ἕνεκα τίνων θέλει παρασκευασθῆ ἡ
730κατάστασις ἐκείνη, ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Κυρίου
731Πρωθυπουργοῦ, ἐπιψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀπο-
732τύχει κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
733Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναμαι νὰ ἐλπίσω, ὅτι
734ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἀπαυδήσει, ἀκούουσα ἐμοῦ, ἀναπτύσ-
735σοντος τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς
736πρῶτος προέβαλεν ὑπὸ τὴν ἔρευναν αὐτῆς, ὅτι δὲ θέλει
737ἀνεχθῆ ἐμοῦ, λεπτολογοῦντος καὶ ἀπασχολοῦντος αὐτὴν δι’
738ἀριθμῶν, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ ἀπαγγελία καὶ ἡ ἀκρόασις
739δὲν εἶναι τερπνὸν ἄκουσμα διὰ τοὺς ἀκροωμένους.
740Ἡ πρώτη, κατὰ τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν, αἰτία, ἧς ἕνεκα
741παρεσκευάσθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, ἐξ 20 καὶ πλέον ἑκα-
742τομμυρίων, ἧς ἕνεκα παρεσκευάσθη τὸ ἄγνωστον ἔτι, ἀλλὰ
743βεβαίως ὀγκῶδες, ἔλλειμμα τοῦ 1886, ἧς ἕνεκα παρεσκευά-
744σθη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, τὸ ὁποῖον, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν
745τοῦ Κυρίου Πρωθυπουργοῦ, πρόκειται νὰ καλύψωμεν, ἡ πρώτη
746καὶ κυρία αἰτία, ὡς ἔγραφεν ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶναι,
747ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ 1885 ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς
748καταλύσεως προσόδων ὑφισταμένων, δηλαδὴ τῆς καταργή-
749σεως φόρων.
750Πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, αἵτι-
751νες ἔχουσιν ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πολιτικοῦ κόμ-
752ματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, καὶ ἑπομένως
753τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἀνεγίνωσκον δυσφημίας παραπλη-
754σίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885. Ἔγραφον αἱ ἐφη-
755μερίδες αἱ φιλικαὶ τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ
7561882, τοῦ 1883 καὶ 1884 ἐπηγγέλθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν
757λαὸν τὸ: κάτω οἱ φόροι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀποπλανηθεὶς,
758ἢ ἐξαγορασθεὶς ἐκ τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν, ἐξανέστη καὶ
759κατεσκεύασε τὴν 7ην Ἀπριλίου, ὅτι τὸ προϊόν τῆς 7ης
760Ἀπριλίου, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885, ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν
761ὑπόσχεσιν, δι’ ἧς εἶχεν ἐξαγοράσει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, δηλ.
762νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ: κάτω οἱ φόροι. Ἀλλὰ βεβαίως τὴν δυσ-
763φημίαν ταύτην τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων, καὶ οἱ συνά-
764δελφοί μου καὶ ἐγὼ, εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ καταφρονή-
765σωμεν, ὡς πᾶς ἄνθρωπος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καταφρονῇ
766ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν αἰδεῖται νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐν πλήρει
767μεσημβρίᾳ εἶναι νὺξ, ἢ ἐν μέσῃ νυκτὶ, ὅτι βλέπει τὸν ἥλιον
768ἐπὶ τοῦ στερεώματος. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τῆς
769Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἴσως ὑπέλαβε συντε-
770λοῦντα εἰς τὸν σκοπόν της, οἰκειοποιῆται τὰς ἰδέας καὶ τὰς
771συκοφαντίας ταύτας, καὶ λεληθότως θέλῃ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰς
772εἰς τὴν διάνοιαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διάνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ
773λαοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, οὐδὲ εἰς τοὺς συν-
774αδέλφους μου, οὐδὲ εἰς ἐμὲ, ἡ σιωπή· διότι, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς
775λαὸς, ὁ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ταῖς Ἀθήναις, δυσφορῇ, ἀκούων,
776ὅτι πρόκειται νὰ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι κατὰ εἴκοσι καὶ πλέον
777ἑκατομμύρια, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δυσφορῇ, διότι εἶναι ἄξιος
778τῆς τύχης ταύτης, διότι αὐτὸς παρεσκεύασε τὴν ἀλλαγὴν
779ταύτην, παραπλανηθεὶς καὶ διαφθαρεὶς παρ’ ἡμῶν δι’ ὑπο-
780σχέσεων παραπλησίων, καὶ γενόμενος ἐργάτης τῆς ἡμέρας,
781ἧς ἕνεκα ἀπεχώρησε τῆς Ἀρχῆς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ Κύριος
782Πρωθυπουργὸς, ὡς βλέπετε, ἐλησμόνησε πλέον ἡμᾶς. Ἂν κατὰ
783τὴν τριετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα, ᾐτιᾶτο ἡμῶν, καὶ
784παρίστα ἡμᾶς εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὡς Ἰρλανδοὺς, οἵτινες
785παρελύομεν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, οἵτινες παρεκω-
786λύομεν τὴν πρόοδον τὴν νομοθετικὴν, οἵτινες τέλος πάντων
787δὲν ἀφίναμεν αὐτὸν νὰ ἀναμορφώσῃ τὸν τόπον, νὰ ἀναπλάσῃ
788τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα καὶ νὰ ἀναθρέψῃ τὸν ἑλληνι-
789κὸν λαὸν κατὰ τὰς γνώμας καὶ τὰ φρονήματα αὐτοῦ· ἂν τὴν
790ἐπιοῦσαν μιᾶς νυκτὸς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ
791ἀπουσίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δεκάδες νομοσχεδίων, μεταξὺ
792τῶν ὁποίων ἐθαυμάζετο τὸ περίκλυτον ἐκεῖνο δασμολόγιον,
793ἀπεσιωπῶντο ὅμως αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωτικαὶ, διὰ τῶν
794ὁποίων εἶχον παραβιασθῆ νόμοι τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῶν
795ὁποίων εἶχον καλυφθῆ ἀνοσιουργήματα διοικητικά· ἄν, λέγω,
796τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τοιαύτης νυκτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς
797ὠνόμαζεν ἱεροσύλους, διότι δὲν ἐτολμῶμεν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐ-
798θύνην τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον νομοθετήσεως τῶν ἔργων αὐ-
799τῶν, δὲν περικλείουσι πλέον τὰ στέρνα αὐτοῦ τὰ αἰσθήματα
800τῆς ἀγανακτήσεως καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀγανάκτησις ἄλλη βα-
801ρύνει αὐτὸν, ἡ ἀγανάκτησις κατὰ τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου,
802τὴν ὁποίαν θέλει νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ
803ὡς ὑπαίτιον τῆς καταπτώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς
804Ἑλλάδος, ὡς ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν τῆς ἀμηχάνου θέσεως, εἰς
805τὴν ὁποίαν περιήχθησαν τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν.
806Ἂν εἰς πάντα ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκδηλόνῃ, δι’ οἱουδή-
807ποτε ἤθελεν ἐγκρίνει τρόπου, τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα παρά-
808γονται ἐν τῇ καρδίᾳ του ἐκ τοιαύτης τινὸς τακτικῆς, ἐγὼ
809ὀφείλω νὰ ἀσχοληθῶ, ὅπως ἐξαγνίσω τὰ αἰσθήματά μου, καὶ
810χαλιναγωγήσω τὴν γλῶσσάν μου, νὰ ἐπιχειρήσω δὲ μετ’
811ἀπαθείας τὴν ἔρευναν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυ-
812πουργὸς πρῶτος προέβαλεν ὑπὸ τὴν ἔρευναν τοῦ κοινοῦ, διὰ
813νὰ φωτίσω κατὰ πρῶτον λόγον τὴν Βουλὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ συ-
814νεδρεύουσι πολλὰ ἀξιότιμα μέλη, τὸ πρῶτον ἤδη ἐκλεχθέντα
815καὶ, κατὰ πιθανὸν λόγον, μὴ λαβόντα λεπτομερῆ γνῶσιν τῶν
816κατὰ τὴν τριετίαν γενομένων ἐν τῇ οἰκονομικῇ διοικήσει τοῦ
817Κράτους· τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται ν’ ἀπο-
818δείξω, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἐτῶν, δὲν πρόκειται
819νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐπρόδωκα τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν Βερολίνῳ, δὲν
820πρόκειται νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλετο
821καὶ τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
822γὸς κατὰ τὸ 1879, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα,
823αὐτὸ ἦτο πλάνη, ἢ ψεῦδος, δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὰ
824δημόσια χρήματα ἐδαπανήθησαν ἀφειδῶς πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς
825ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἢ πρὸς ἀποκατάστασιν διοικήσεως ἐῤ-
826ῥύθμου καὶ ὁμαλῆς, ἢ ἐδαπανήθησαν καὶ ἐσπαταλήθησαν πρὸς
827καταρτισμὸν πολιτικοῦ κόμματος καὶ πρὸς θεραπείαν πολι-
828τικῆς ἰδιοτελείας· δὲν πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὸ τελωνια-
829κὸν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1884 ἐψηφίσθη ἐν μιᾷ
830νυκτὶ, ζωογονῇ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν δημοσίαν παραγωγὴν,
831ἢ νεκρόνῃ αὐτὴν καὶ τὴν κίνησιν τῆς χώρας, οὐδὲ πρόκει-
832ται ν’ ἀποδείξω, ἂν τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἔμελλε νὰ
833ἀνυψώσῃ, ἢ νὰ ταπεινώσῃ καὶ ἐξευτελίσῃ τὴν οἰκονομικὴν
834πίστιν τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἂν ἡ κατὰ τὸ 1884 ἄρσις τῆς
835ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔδωκε τὴν ζωὴν, ἢ τὸν θάνατον,
836εἰς τὴν πίστιν ταύτην τοῦ Κράτους. Τὰ ζητήματα ταῦτά
837εἰσιν ἀφηρημένα, καὶ ὅταν συζητῇ τις ζητήματα ἀφηρημένα,
838εὔκολος καὶ τῶν πραγμάτων ἡ διαστροφὴ καὶ τῆς ἀληθείας
839ἡ ἐπισκότισις. Ἀλλὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συ-
840ζητήσωμεν, εἰσὶ θέματα, τὰ ὁποῖα καταλήγουσιν εἰς ἀριθ-
841μοὺς, οἱ δὲ ἀριθμοὶ ἔχουσιν εὐγλωττίαν, ἥτις καὶ τὰς δια-
842στροφὰς καταβάλλει καὶ τὴν σοφιστείαν ἀποκρούει καὶ ἀναιρεῖ.
843Κατελύσαμεν λοιπὸν κατὰ τὸ 1885 ἱκανὰς προσόδους
844ἀποκατεστημένας, καὶ ὑπισχνουμένας ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ Προϋ-
845πολογισμῷ; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον διὰ
846τῆς ἐκτετυπωμένης ἐκθέσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέ-
847τεινεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐρευνήσωμεν, τί-
848νας φόρους, ἢ τίνας προσόδους τοῦ Κράτους κατελύσαμεν
849ἡμεῖς κατὰ τὸ 1885, καὶ πόσην ἕνεκα τούτου ἐπηνέγκομεν
850ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἤτοι πόσα ποσὰ, τὰ ὁποῖα
851ἔμελλον νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἐὰν οἱ φόροι
852αὐτοὶ δὲν κατελύοντο, ἐστερήθη τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διότι
853ἡμεῖς κατελύσαμεν αὐτούς.
854Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ παντὸς ἠθέλησε
855νὰ ἀναμνήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ταῦτα ἐπέτρεπε νὰ γρα-
856φῶσι καὶ ἐκτυπωθῶσιν ἐν τῇ εἰρημένῃ ἐκθέσει του, ν’ ἀνα-
857μνήσῃ, λέγω, τὸ περίφημον σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτη-
858ρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἴχομεν ἀντι-
859καταστήσει δι’ ἄλλου συστήματος φορολογίας. Καὶ μοὶ φαί-
860νεται, ὅτι αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦν, ὡς εἰκάζω ἐκ τῶν δύο νο-
861μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς
862ἐπαναφορᾶς τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων. Πρῶτον μὲν,
863ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
8641886, δεύτερον δὲ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βου-
865λὴν τὴν παροῦσαν.
866Τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ εἶχον προβάλει πρῶτος ἐγὼ
867κατὰ τὸ 1879, προτείνας νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπε-
868βάλλετο φόρος μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν καταναλισκό-
869μενον καπνόν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπεκρούσθη κατὰ πρῶ-
870τον λόγον ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνήκοντος τότε εἰς τὴν
871Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἐφάνη δὲ διατεθειμένη νὰ ἐπιψηφίσῃ
872αὐτὸ ἡ πλειοψηφία. Κατὰ τὸ 1883 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέ-
873τεινε τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ
874καπνοῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐλειτούργησεν ἓν ἔτος πλῆρες.
875Ἑπομένως δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πόσα ἐκ τοῦ εἰσοδήμα-
876τος τούτου εἰσέπραξε χρήματα, ἰδίως πόσον βάρος καπνοῦ,
877πόσαι μονάδες φορολογησίμου ὕλης ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν
878φορολογίαν τοῦ συστήματος τούτου, πόσα δὲ ἐδαπανήθησαν
879πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Οὕτω θέλομεν εὑρεῖ τὸ εἰσόδημα, τὸ
880ὁποῖον ἀπώλεσε τὸ Κράτος διὰ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ.
881Εὔκολον δὲ νὰ ἀνεύρωμεν καὶ κατὰ τὸ σύστημα, δι’ οὗ ἡμεῖς
882ἀντικατεστήσαμεν τὴν διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίαν, πόσαι
883ὀκάδες καπνοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν, πόσον ποσὸν
884εἰσεπράχθη, καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς λειτουργίαν τοῦ
885συστήματος, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὸ καθαρὸν ἔσοδον, τὸ πα-
886ραχθὲν ἐκ τῆς ἐτησίας λειτουργίας τοῦ ἰδικοῦ μας συστήμα-
887τος. Οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ παραβάλωμεν τὰ δύο ταῦτα
888ποσὰ, καὶ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐζημιώθη τὸ Ταμεῖον διὰ τῆς ἀντι-
889καταστάσεως ταύτης, ἢ ἂν τυχὸν εἰσέπραξε περισσότερα
890χρήματα, ὅσων ἤθελεν εἰσπράξει, ἂν ἐξηκολούθει τὸ σύστημα
891τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων τοῦ καπνοῦ φορολογίας.
892Κατὰ μίαν κατάστασιν, ἥτις ὑπεβλήθη, καθ’ ὃν χρόνον ὁ
893κ. Πρωθυπουργὸς διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν,
894ἥτις εἶναι ἐξηγμένη ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων καὶ ἔχει αὐθεν-
895τικὸν κῦρος, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1884 μέχρι τέλους 8βρίου
8961884, ἤτοι ἐπὶ 10 μῆνας, ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν διὰ
897τῶν κοπτηρίων 602,428 ὀκάδες καπνοῦ, ἐφορολογήθη ἑκά-
898στη ὀκᾶ πρὸς δρ. 3,80 καὶ εἰσεπράχθησαν 2,413,454, καὶ
89948. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη παριστᾷ τὰ ἀποτελέσματα
900τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων ἐπὶ 10 μόνον μῆνας, πρέ-
901πει δὲ ν’ ἀνεύρωμεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὑπολοίπων
902δύο μηνῶν, διὰ νὰ συμπληρωθῇ πλήρης ἐνιαυτός. Κατὰ τὸν
903Ἀπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅστις ἐδημοσιεύθη, καὶ τὸν ὁποῖον
904ἔχω πρόχειρον, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1884 ὑπεβλήθησαν εἰς
905φορολογίαν κατὰ τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων 795,681 ὀκ.
906καπνοῦ, φορολογηθεῖσαι πρὸς 3,80, εἰσεπράχθη δὲ καθ’ ὅλον τὸ
907ἔτος ποσὸν δρ. 3,023,588,63. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς διὰ
908τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἶχεν ἀνάγκην ἐξό-
909δων. Ἀνατρέχω εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ ἀνευρί-
910σκω, ὅτι διὰ τὴν ἀποκτάστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ
911συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ,
912ἐδαπανήθησαν 834,294,36· ἑπομένως, ἐὰν ἐκ τῆς προσόδου
913τῶν δρ. 3,023,588 καὶ 63)00 ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο
914τῶν ἐξόδων, τὸ καθαρὸν ἔσοδον, ὅπερ προέκυψεν ὑπὲρ τοῦ
915Ταμείου ἐκ τοῦ συστήματος τούτου, ἀνέρχεται εἰς 2,189,
916294.27.
917Πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀντικατεστή-
918σαμεν εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα τοῦτο ἐπήνεγκεν ἀπο-
919τελέσματα. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, κατ’ ἔκθεσιν, τὴν
920ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διένειμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ
921Ὀκτώβριον τοῦ 1886, συνοδεύσας τὸ τότε εἰσαχθὲν νομο-
922σχέδιόν του, εἶχον φορολογηθῆ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885
923μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1885 ὀκάδες καπνοῦ 684,256, αἱ
924ὁποῖαι ἐφορολογήθησαν, οὐχὶ πρὸς 3,80, ἀλλὰ μόνον πρὸς 2
925δραχμὰς, ἑπομένως εἰσεπράχθη ποσὸν 1,368,512 δρ. Ἀλλ’
926ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Ἰουνίου 1886 ἐφορολογή-
927θησαν ὡσαύτως ὀκάδες 229,046, αἱ ὁποῖαι ἐφορολογήθησαν
928πρὸς δρ. 2,50 τὴν ὀκᾶν καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν 572,615·
929ὥστε εἰσεπράχθησαν ἐν συνόλῳ 1,941,127. Ἀλλὰ δὲν εἶναι
930ὁλόκληρον τὸ ἔτος, διότι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ ἐλλεί-
931πουσι δύο ἔτι μῆνες καὶ 10 ἡμέραι. Ἑπομένως πρέπει νὰ
932μάθωμεν, πόσον ποσὸν καπνοῦ ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν
933κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον καὶ κατὰ τὰς 10
934πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἂν ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὰ
935εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ δεκάμηνον διάστημα, καὶ ἀπὸ τὸ
936ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη κατὰ τοὺς δέκα
937τούτους μῆνας, καὶ ζητήσωμεν δι’ ἀναλογίας νὰ εὕρωμεν τί
938εἰσεπράχθη κατὰ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔτους ὑπόλοιπον
939διάστημα τῶν δύο μηνῶν καὶ δέκα ἡμερῶν, θέλομεν συνα-
940γάγει, ὅτι πιθανῶς ἐφορολογήθησαν κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα
941225,276 ὀκάδες καπνοῦ κατ’ ἀναλογίαν, καὶ ὅτι εἰσεπρά-
942χθησαν πιθανῶς 563,190. Ἑπομένως, ἐπὶ τῇ βάσει βεβαιω-
943μένων ἀποτελεσμάτων, ἐπὶ 9 μῆνας καὶ 20 ἡμέρας, καὶ πι-
944θανῶν ἀποτελεσμάτων, ἐξ ἀναλογίας εἰκαζομένων, ἐπὶ 2
945μῆνας καὶ 10 ἡμέρας ἐφορολογήθησαν, 1,138,578 ὀκάδες
946πρὸς δρ. 2 καὶ πρὸς δραχμὰς 2 καὶ 50 τὴν ὀκᾶν, καὶ εἰσε-
947πράχθησαν δρ. 2,504,317.
948Ἀλλὰ τί πρὸς λειτουργίαν τοῦ συστήματος τούτου ἡμῶν
949ἐδαπανήθη; Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περιελήφθη
950πίστωσις πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ λειτουργίαν τοῦ συστήμα-
951τος τούτου τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐκ δρ. 110,622.
952Δυστυχῶς ὁ Ἀπολογισμὸς δὲν περιέχει λεπτομερείας, ἑπομέ-
953νως δὲν δύναμαι ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ δημοσιευθέντος νὰ
954πληροφορηθῶ, ἂν ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπανήθη, ἢ ὀλιγώ-
955τερον· ἔχω ὅμως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐζη-
956τήθη συμπληρωτικὴ πίστωσις λόγῳ ἀνεπαρκείας τοῦ ποσοῦ,
957τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, δύναμαι δὲ νὰ
958ὑποθέσω οὕτως, ὅτι ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερα τῶν 110 χι-
959λιάδων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω. Ὅθεν εἰμὶ ὑπο-
960χρεωμένος νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐδαπανήθη ὅλη ἡ πίστωσις
961τῶν δραχ. 110,622. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν τὰς 110,622
962ὡς ἔξοδα λειτουργίας, τοῦ συστήματος, θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι
963ἔχομεν καθαρὸν ἔσοδον 2,393,695, δηλ. ὅτι εἰσεπράξαμεν
964πλέον τῶν εἰσπραχθέντων διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτη-
965ρίων, συνισταμένων εἰς δραχ. 2,189,294.27, ὅτι εἰσεπρά-
966ξαμεν λέγω περισσότερα δρ. 204,400.83. Ἂν δὲ ἀναζητή-
967σωμεν τὸ ποσὸν τῆς ὕλης, ἥτις ἐφορολογήθη, θέλομεν εὕρει
968ὡσαύτως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν δεδομένων, ὅτι, ὑπεβλή-
969θησαν εἰς φορολογίαν ὀκάδες 1,138,578, ἐνῷ κατὰ τὸ σύ-
970στημα τῶν κοπτηρίων ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν 795,681.
971Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ νομοσχε-
972δίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλεν εἰς τὴν ἐνε-
973στῶσαν Βουλήν, μᾶς ἔδωκε πληροφορίας θετικὰς καὶ περὶ
974τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἡμετέρου συστήμα-
975τος, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν κατὰ τοὺς δύο μῆνας καὶ δέκα
976ἡμέρας, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνωρίζομεν πρότερον
977ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἀναζητήσω
978αὐτὰ δι’ ἀναλογιῶν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ κ. Πρω-
979θυπουργοῦ, τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφορολο-
980γήθη κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ἀνέρχεται εἰς ὀκάδας
9811,075,167, καὶ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων ἀνέρχε-
982ται εἰς 2,345,794. Ἑπομένως, κατ’ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον
983ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐφορολογήθησαν, κατὰ τὸ
984ἡμέτερον σύστημα, κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐλειτούργησε, 279,
985487 ὀκάδες περισσότεραι τῶν φορολογηθεισῶν διὰ τοῦ συ-
986στήματος τῶν κοπτηρίων κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ τὸ σύστη-
987μα ἐλειτούργει, καὶ εἰσεπράχθησαν περισσότερα χρήματα
988156,500 δρ. τῶν διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων εἰσ-
989πραχθέντων.
990Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη ν’ ἀναφέρῃ, ὅτι κατε-
991λύσαμεν προσόδους ἀποκατεστημένας, ἀλλὰ προσέθηκε καὶ
992ὑπισχνουμένας ἐν τῷ μέλλοντι αὔξησιν ἐσόδων. Δὲν ἐννοῶ
993διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι
994τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φορολογίας τοῦ συστήματος αὑτοῦ ἤ-
995θελεν εἰσπράξει περισσότερα χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσέπραξε
996τὸ πρῶτον ἔτος, ἤθελε δὲ ἀφαιρέσει τὸ δικαίωμα ἀπὸ ἡμᾶς,
997νὰ ἰσχυρισθῶμεν τὸ αὐτὸ διὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, καὶ νὰ
998εἴπωμεν, ὅτι τὸ δεύτερον ἔτος ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς εἰσπρά-
999ξει περισσότερα χρήματα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράξαμεν τὸ πρῶτον.
1000Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο σύστημα ἤθελον λειτουργήσει τελειό-
1001τερον προϊόντος τοῦ χρόνου. Ἑπομένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1002δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοῦτον τὸν λόγον ὑπὲρ τοῦ συ-
1003στήματός του, νὰ ἀρνηθῇ δ’ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικα-
1004λεσθῶμεν αὐτὸν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος,
1005τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον κατὰ τὸ 1884, κατὰ τὸ ὁποῖον
1006ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῶν κοπτηρίων, ὑπῆρχεν ἄκρα ἠρε-
1007μία, καὶ πολιτικὴ καὶ κυβερνητική, μεγίστη δ’ ἄνεσις εἰς
1008τὴν διοίκησιν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιτηρῇ
1009καὶ ἀγρυπνῇ, κατὰ τὴν συνήθειάν του, διὰ τὴν ἀκριβῆ καὶ
1010ἀδυσώπητον ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος αὑτοῦ.
1011Εἶχεν ἀποστείλει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἐπιθεωρητὰς ἐπὶ
1012ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες διέβλεπον καὶ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τοῦ
1013καπνοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἐκρύ-
1014πτετο εἰς τὸ σελάχι τοῦ τελευταίου χωρικοῦ. Καταταγγελίαι
1015ἐπανειλημμέναι ἐγίνοντο καὶ ἀποφάσεις αὐστηρόταται ἐξε-
1016δόθησαν πρὸς καταστολὴν τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου ἐκεί-
1017νου. Ἀλλά, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐφηρμόσθη τὸ ἡμέτερον σύστημα,
1018τὰ πράγματα δὲν εἶχον οὕτω. Τὸ 1885 ἦτο ἔτος, κατὰ τὸ
1019ὁποῖον ἐπῆλθον πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, ἦτο ἔτος, καθ’ ὃ ἡ
1020προσοχὴ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ
1021τῶν Οἰκονομικῶν, περιεσπᾶτο εἰς πολὺ σπουδαιότερα ἀντι-
1022κείμενα, οὐδ’ ἔμενεν αὐτῷ καιρὸς νὰ ἐπιτηρῇ ἀγρύπνως πρὸς
1023ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλή. Καὶ
1024μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ περισσότερον ποσὸν φορολογησίμου ὕλης
1025ἐφορολογήθη, καὶ περισσότερα χρήματα εἰσήχθησαν εἰς
1026τὸ δημόσιον Ταμεῖον.
1027Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ μέγα
1028ποσὸν τοῦ ἐσόδου τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ
1029καπνοῦ, ἀνέφερε κλιμακηδὸν καὶ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέ-
1030πραττεν ἀλληλοδιαδόχως καθ’ ἕκαστον μῆνα τοῦ ἔτους,
1031καθ’ ὅ τὸ σύστημα αὑτοῦ ἐλειτούργει. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ
1032δὲ, ὅτι καθ’ ἕκαστον μῆνα προέβαινε τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου
1033αὐξάνον, ἀνέφερεν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει,
1034τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ
10351886, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1884 δρ.
103685,585, κατὰ Νοέμβριον 84,583, κατὰ Δεκέμβριον 81,362,
1037κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1885 δραχ. 83,239, κατὰ Φεβρουά-
1038ριον δραχμαὶ 79,649 καὶ κατὰ Μάρτιον δραχμαὶ 72,716.
1039Καθ’ ἣν δὲ ἔχει δύναμιν λόγου καὶ φαντασίαν, τὴν καθ’
1040ἕκαστον ἑπόμενον μῆνα ἀποδεικνυομένην διὰ τῶν εἰρημένων
1041ἀριθμῶν μείωσιν τῆς προσόδου ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὡς
1042προϊοῦσαν αὔξησιν.
1043Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω σήμερον κατ’ οὐσίαν τὸ σύστη-
1044μα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἡ
1045Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἤδη αὐτὸ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι κατ’ αὐτὰς
1046θέλει εἶσθαι νόμος τοῦ Κράτους. Δὲν προτίθεμαι νὰ ὑπομνή-
1047σω τὶ, ἢ νὰ ἀντείπω εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλ’
1048ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσῃ εἰδικῶς τὸν
1049φόρον, τὸν ὁποῖον κατελύσαμεν, κατήγγειλε δ’ ἡμᾶς, ὅτι ἐστη-
1050ρίχθημεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς καταλύσεως τῶν φόρων, καὶ
1051ἐπειδὴ ὁ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρος εἶναι εἷς τῶν φόρων, τοὺς
1052ὁποίους δὲν κατελύσαμεν, ἀλλ’ ἀντικατεστήσαμεν, εἶχον
1053καθῆκον νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς διὰ τῶν
1054καπνοκοπτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν ἐγένετο ἐπὶ
1055ἐλαττώσει τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλ’ ἐπ’ αὐ-
1056ξήσει. Ἂν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων φορο-
1057λογίας τοῦ καπνοῦ ἔχῃ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἐὰν τὸ σύστη-
1058μα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, ἔχῃ ἄλλα ἐλαττώματα,
1059δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ
1060ἐπανήγαγε τὴν διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίαν. Ἄλλως, δὲν
1061εἶναι ἀνάγκη καὶ νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν τοιαύτην, διότι
1062καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο σύστημα ἐδοκιμάσθησαν ἐν τῇ χώρᾳ,
1063καὶ ἕκαστος τῶν πολιτῶν, ὅσοι ἀναμιγνύονται εἰς τὰ τῆς
1064φορολογίας ἢ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἔχει σχημα-
1065τίσει γνώμην ἀσφαλῆ περὶ ἑκατέρου τῶν συστημάτων τῆς
1066φορολογίας τοῦ προϊόντος τούτου.
1067Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς ἐφορολογοῦμεν τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ κατὰ
1068τὸ ἡμέτερον σύστημα, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ συστή-
1069ματός του, καὶ οὐχὶ πρὸς 2 δραχμὰς, καὶ πρὸς 2 καὶ 50)00
1070κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ πρὸς 3 καὶ 80/00, ἠθέλομεν εἰσπράξει οὐχὶ
10712,189,294.27, ὅσα ὡς καθαρὸν ἔσοδον εἰσέπραξεν ὁ κ. Πρω-
1072θυπουργὸς, ἀλλὰ 4,085,636.44. Καὶ ἂν ἐφορολογοῦμεν πρὸς
1073δρ. 4 καὶ 80/00, ὅσαι διὰ τοῦ ψηφισθέντος προχθὲς νομοσχεδίου
1074ἐπεβλήθησαν ὡς φόρος, ἠθέλομεν εἰσπράξει 5,160,803.44.
1075Καὶ μολονότι συνειθίζουσι πολλοὶ ἐκ τῶν διευθυνόντων τὰ
1076δημόσια πράγματα νὰ μὴ ἀνομολογῶσιν, εἴτε τὴν ἰδίαν
1077αὑτῶν ἀνεπάρκειαν, εἴτε τὰς ἐλλείψεις αὑτῶν περὶ τὴν διοί-
1078κησιν, ἐγὼ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, καθ’ ὃν
1079χρόνον ἐφήρμοσα τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ,
1080τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν ἐνομοθετήθη, ἐλαχίστην
1081ἐνήσκησα ἐπιτήρησιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ ἔχω ἀφορ-
1082μὰς νὰ πιστεύσω, ὅτι πολλαὶ ἐγένοντο καταχρήσεις, αἵτινες
1083δὲν ἤθελον λάβει χώραν, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτηρῶ τὴν ἐφαρ-
1084μογὴν τοῦ συστήματος. Καὶ ὅμως 279,487 ὀκάδες καπνοῦ
1085ἐφορολογήθησαν περισσότεραι κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα ἢ
1086ὅσον διὰ τοῦ συστήματος τῶν κοπτηρίων.
1087Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κο-
1088πτηρίων φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρέχει ἄλλας ὠφελείας,
1089ἂν οὐχὶ εἰς τὴν διοίκησιν, βεβαίως ὅμως εἰς τὴν πολιτικήν.
1090Δύναταί τις νὰ διορίσῃ πολυάριθμον προσωπικὸν ὑπαλλή-
1091λων διακοσίους καὶ τριακοσίους δύναται νὰ διορίσῃ. Δύνα-
1092ται νὰ ἐνοικιάσῃ οἰκίας ἰδιωτῶν ἐπὶ μισθώματι, ὅσον οὗτοι
1093ἤθελον ἐγκρίνει. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνῳκιάσθησαν οἰκίαι
1094ἀντὶ 350 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κο-
1095πτήρια ἐν πόλει, ἐν ᾗ, ληξάσης τῆς μισθώσεως ἐκείνης, ἐμι-
1096σθώθη ἄλλη οἰκία ἀντὶ 170 δραχ. κατὰ μῆνα. Δύναται νὰ
1097χρησιμεύσῃ ὡσαύτως τὸ σύστημα διὰ νὰ μισθόνῃ τις ὡρι-
1098σμένον ἀριθμὸν ἐργατῶν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, καὶ
1099ἰδίως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Κράτους, οἵτινες πολυτρόπως
1100καὶ πολυειδῶς χρησιμεύουσιν εἰς τὴν πολιτικήν.
1101Λοιπὸν δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· ἀντικα-
1102τεστήσαμεν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’
1103ηὐξήσαμεν τὸ ἐξ αὐτῆς ἔσοδον, κατὰ τὰς ἐπισήμους πληρο-
1104φορίας, κατὰ 156,500 δρ.
1105Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐγκαλέσας ἡμᾶς, ὅτι
1106κατελύσαμεν τοὺς φόρους, ἐνόει τὴν κατάργησιν, τὴν ὁποίαν
1107ἐνομοθέτησεν ἡ Βουλή, τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς
1108πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυ-
1109ρείων; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐλάβομεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς
1110Βουλῆς νὰ καταργήσωμεν διὰ Διατάγματος τὸ δικαίωμα,
1111τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπονεμηθῆ εἰς τὸ Κράτος, τῆς ἀποκλειστι-
1112κῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσαμεν
1113τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὐχὶ διότι ἠσεβήσαμεν πρὸς τὴν Βουλήν,
1114ἀλλὰ διότι εὕρομεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου 8,193,
1115000 φυλλάδια σιγαροχάρτου, τὰ ὁποῖα τὸ προκάτοχον
1116Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Εὕρομεν
1117ὡσαύτως 2,124,440 φυλλάδια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκεῖνο ὡσαύ-
1118τως ἀγοράσει ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρ-
1119μόσῃ τὸν νόμον περὶ σιγαροχάρτου. Εὕρομεν 9,653 δεσμί-
1120δας χάρτου ἐκ 500 καὶ 480 φύλλων ἑκάστην, ἐπιτηδείου
1121ἵνα χρησιμεύῃ ὡς σιγαρόχαρτον, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠθέλο-
1122μεν ζημιώσει τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἤθελεν ἀπολέσει
1123τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ πρὸς ἀγορὰν αὐτοῦ
1124τοῦ ἀφθόνου ὑλικοῦ. Διὰ τοῦτο διετηρήσαμεν τὸ ἀποκλει-
1125στικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, περιμέ-
1126νοντες νὰ καταναλωθῇ μὲ τὸν χρόνον τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις
1127ὑλικὸν, καὶ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ
1128ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρ-
1129του. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου, διὰ νὰ τὸν εἴπω φόρον, ὁ κ.
1130Πρωθυπουργὸς εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα
11313,000,000, εἰσέπραξεν ὅμως 821,814.77. Νομίζω περιττὸν
1132νὰ δηλώσω, ὅτι τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, τοὺς
1133ἔχω ἐξαγάγει ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν καὶ ἐξ ἐπισήμων πλη-
1134ροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν ὑπάρχῃ δισταγμὸς, εἶμαι
1135ἕτοιμος νὰ ἐπιδείξω τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἠρύσθην
1136ταύτας.
1137§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπικαλεῖσθε τὰ βιβλία καὶ τὰς
1138καταστάσεις, εἴπετε, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ σύστημα,
1139τὸ νῦν ἰσχύον, περὶ φόρου τοῦ καπνοῦ, 2,345,000. Ἔχετε πρὸ
1140ὀφθαλμῶν κατάστασιν δηλοῦσαν τοῦτο; Ἐγὼ βεβαίωσιν
1141τοῦ ποσοῦ ἀνέγνωσα, καὶ οὐχὶ εἴσπραξιν.
1142§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ κα-
1143πνοῦ καθυστέρημα; Κατὰ τὸ ἄρθρ. 13 τοῦ νόμου, μία τάξις
1144πωλητῶν καπνοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον
1145οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ κατὰ τριμηνιαίας δόσεις. Λοιπὸν ἐπλή-
1146ρωσε τὸ ⅓, τὸ ἕτερον ⅓ θέλει πληρώσει τὴν ἑπομένην
1147τριμηνίαν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν κατηγ-
1148γέλθη δι’ οὐδεμιᾶς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐγένοντο
1149καθυστερήσεις. Ἐὰν ὑπάρχωσι, καὶ δὲν εἰσεπράχθη ὅλον τὸ
1150ποσὸν τοῦτο, εἶναι διότι δὲν ἐγένετο ληξιπρόθεσμον τὸ χρέος,
1151τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ τρι-
1152μηνίαν.
1153§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μὲ συγχωρεῖτε. Λογα-
1154ριάσαντες τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1885, περιελάβατε ἐν
1155αὐτοῖς—διότι οἱ πίνακες, οὓς ἐδώκαμεν ἡμεῖς, τοῦτο περιλαμ-
1156βάνουσιν — περιελάβετε τὰς βεβαιώσεις τοῦ προηγουμένου
1157ἔτους 1886. Ἐπὶ τῆς αʹ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐβεβαιώθη κατα-
1158νάλωσις 650,000 δρ. Ἡ εἴσπραξις τοῦ ποσοῦ τούτου ἐγένετο
1159ἐντὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ταύτην τὴν εἴσπραξιν ὑπελογί-
1160σατε, ὑπολογίζοντες τὸ ποσὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους, κα-
1161τόπιν δὲ προσεθέσατε τὴν βεβαίωσιν, τὴν γενομένην κατὰ τὸ
11621886. Ἑπομένως τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσατε,
1163εἶναι ἄθροισμα δύο ἐτῶν καὶ οὐχὶ ἑνός.
1164§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ
1165φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ποσὸν τοῦ φόρου πληρόνεται κατὰ
1166δόσεις. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα πρὸς φορολογίαν γεννᾶται καθ’ ὃν
1167χρόνον ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ ἐκ τῶν
1168ἀποθηκῶν πρὸς κατανάλωσιν. Τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν
1169χορηγεῖ ὁ νόμος εἰς τὸν φορολογούμενον, ἐσκόπει νὰ παρα-
1170χωρήσῃ κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· ἐὰν ἐξετά-
1171σητε τοὺς πίνακας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καθυστερήσεις δὲν ἐγέ-
1172νοντο. Καὶ ἰδού. Τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν ταῖς
1173ἀποθήκαις τῶν παραγωγῶν, ἢ τῶν ἐμπόρων, ἐδηλώθη κατὰ
1174τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν κατεδηλώθη
1175ποσὸν φόρου, οὐδ’ ἐβεβαιώθη τοιοῦτον. Μετὰ τοῦτο ἐπέρχον-
1176ται δηλώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ παραλάβωσιν ἀπὸ
1177τὰς ἀποθήκας καπνὸν, ἵνα εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν κατανάλω-
1178σιν. Ὅταν δὲ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν ἐξαγωγῆς ποσοῦ τοιού-
1179του, χρεοῦνται ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου. Δὲν πρέπει νὰ
1180καταλογισθῇ τὸ χρέος τοῦτο εἰς προηγουμένας χρήσεις. Εἰς
1181τὴν ἔκθεσίν σας λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν
1182οὔτε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885
1183ἕως 31 Δεκεμβρίου 1885, διότι εὑρίσκετε, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο
1184προῆλθεν ἐκ τῆς κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους ἐτησίας παρα-
1185γωγῆς.
1186§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στηρίζεσθε ἐπὶ πίνακος, τὸν ὁ-
1187ποῖον ὑπέβαλον. Οὗτος ὁ πίναξ δὲν εἶναι κατὰ χρῆσιν·
1188ἐν τῷ πίνακι ἐδημοσιεύσαμεν τί εἰσεπράττετο κατὰ τὸ 1886.
1189Τὰ εἰσπραχθέντα ταῦτα ἀνάγονται τὸ πλεῖστον εἰς τὰς δη-
1190λώσεις, τὰς γενομένας κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ 1885
1191ἐπὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς. Ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ
1192ὑπῆρχε διάταξις περὶ εἰδικῆς δηλώσεως καταναλώ-
1193σεως, ἥτις δὲν ἦτο δήλωσις ἀποθηκεύσεως παραγωγῶν. Εἰς
1194τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ἡ εἴσπραξις ἀνταποκρί-
1195νεται πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς γενομένας κατὰ τὸ παρελθὸν
1196ἔτος, αἱ δὲ εἰσπράξεις, τοῦ ἔτους τούτου θέλουσιν ἀνταπο-
1197κριθῆ πρὸς εἰσπράξεις γενησομένας κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
1198Ἐὰν προσθέσητε τὰ ποσὰ τὰ δηλωθέντα κατὰ τὸ ἔτος
1199τοῦτο εἰς τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραχθέντα, θέλετε ἔχει τὸ ἄθροι-
1200σμα δύο ἐτῶν.
1201§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὑπεβά-
1202λετε, βεβαιοῦται, ὅτι ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου 1885 μέχρι 10
1203Σεπτεμβρίου 1886 ἐβεβαιώθη ποσὸν 2,345,794. Ἐβεβαιώ-
1204θη τί σημαίνει; Ἐζητήθη ἡ ἄδεια πρὸς κατανάλωσιν ποσοῦ
1205ὀκάδων 1,075,167, ὅσον ἀναφέρετε ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν, καὶ
1206ἐχρεώθησαν εἰς τὰ βιβλία οἱ ζητήσαντες τὴν ἄδειαν τῆς
1207καταναλώσεως τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ὀκάδων. Ἠδύναντο οἱ
1208ἀντιλέγοντες νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ σύστημα
1209τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ νομοθετηθὲν κατὰ τὸ 1885,
1210ἀφῆκε καθυστερήματα, διότι οἱ χρεωθέντες ἐν τοῖς βιβλίοις
1211τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου δὲν ἐφάνησαν ἀκριβεῖς εἰς τὰς
1212πληρωμάς.
1213§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐὰν θέλητε
1214νὰ ὑπολογίσητε πόσα θὰ εἰσπραχθῶσι κατ’ ἔτος, δὲν πρέπει
1215νὰ λάβητε τὸ πρῶτον ἀπόθεμα, ἀλλὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα
1216τακτικῶς ἐβεβαιοῦντο ἐν τῇ πρώτῃ ἀναγραφῇ.
1217§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπῆρχε ποσὸν κα-
1218πνοῦ ἀποτεθειμένον, ἀλλὰ τὸ ἐξαγόμενον ἐξ αὐτῶν πρὸς κα-
1219τανάλωσιν δὲν εἶναι ἀπόθεμα, εἶναι ποσὸν φορολογητέον. Ὁ
1220κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἐκ τοῦ
1221ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου
1222ἔσοδα 3,000,000, ἀλλ’ εἰσέπραξεν, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἀπο-
1223λογισμῶν τοῦ 1884, ποσὸν 821,814. Ἑπομένως ἀπεδείχθη,
1224ὅτι εἶχεν ἐξογκώσει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων κατὰ
12252,178,185.23. Κατὰ τὸ 1884 ἐδιοίκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1226ἑπομένως αὐτὸς ἐφήρμοσε τὸν νόμον καὶ αὐτὸς ἐξετέλεσε τὸν
1227Προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885
1228δὲν περιέλαβον ἔσοδον ἐκ δραχμῶν 3,000,000, ἀλλ’ ἐκ δραχ-
1229μῶν 800,000. Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ἐσχά-
1230τως δημοσιευθέντα, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 704,602.60,
1231ἤτοι ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων παρ’ ἐμοῦ κατὰ
123295,397.40.
1233Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει, τῇ
1234συνοδευσάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ὅτι, συντάξαν-
1235τες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐστηρίχθημεν ἐπὶ τῆς
1236καταλύσεως τῶν φόρων. Κατελύσαμεν λοιπὸν φόρους;
1237Ὄχι. Μήπως ἐννοῇ, ὅτι ἠλαττώσαμεν τὰ προϋπολογι-
1238σθέντα παρ’ αὐτοῦ ἔσοδα; Ἠθέλομεν ἀπατήσει τὴν κοι-
1239νωνίαν, ἐὰν ἀνεγράφομεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1240ἔσοδον ἐκ δραχ. 3,000,000, ἐν ᾧ τὸ ἔτος τὸ προηγούμενον,
1241κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ὁ νόμος, δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ
1242μόνον 821,000.
1243Ἐλάβομεν τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον
1244τῶν πυρείων, ἀλλὰ δὲν τὸ κατηργήσαμεν, διότι εὕρομεν ἐν
1245ταῖς ἀποθήκαις πυρεῖα, ἀγορασθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου
1246Διοικήσεως, ἀξίας δραχ. 75,056.81, καὶ ἠθέλομεν ζημιώσει
1247τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἂν κατηργοῦμεν πρὸ τῆς
1248ἐξαντλήσεως τοῦ ἀποταμιεύματος τούτου τὸ μονοπώλιον.
1249Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἡ ζημία αὕτη, εὕρομεν προσέτι συμ-
1250φωνίας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολο-
1251γήσει μετὰ τοῦ ἐν Βενετίᾳ καταστήματος Βασκέρα καὶ μετὰ
1252τοῦ ἐν Αὐγούστῃ τῆς Βαυαρίας καταστήματος τῆς Ἑνώ-
1253σεως, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεοῦτο ἐπὶ διετίαν νὰ λαμ-
1254βάνῃ ἐκ τῶν καταστημάτων αὐτῶν τὰ πυρεῖα. Κατὰ τὴν
1255γνώμην τῶν νομικῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἑπόμενον ἦτο
1256νὰ συμβουλευθῶμεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ
1257τὰς συμφωνίας ταύτας, διότι ἤθελε νὰ καταργήσῃ τὸ μονο-
1258πώλιον. Ἑπομένως ἠθέλομεν ὑποβληθῆ εἰς ἀποζημιώσεις
1259πρὸς τὰ καταστήματα ταῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβάλομεν
1260καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἕως οὗ παρέλ-
1261θῃ ἡ διετία καὶ ἐξαντληθῇ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ἐν ταῖς ἀπο-
1262θήκαις. Ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1263γὸς εἶχε προϋπολογίσει κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα ἐκ δραχμῶν
1264300 χιλ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ μονοπώλιον ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν
1265τὴν 1 Φεβρουαρίου 1885, ἑπόμενον ἦτο ὅτι κατὰ τὸ 1884
1266οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ. Εἰσέπραξεν ὅμως κατὰ
1267τὸν Φεβρουάριον, τὸν Μάρτιον καὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885
1268δραχ. 44,559,40, μέχρι τέλους δὲ τοῦ ἔτους 276,996.
1269Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι κατηργήσαμεν τὰ
1270μονοπώλια τῶν πυρείων, ἢ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ὅτι ἠλατ-
1271τώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς μίαν μόνην ἐλάτ-
1272τωσιν ἐφέραμεν, μειώσαντες τὸν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου φόρον ἀπὸ
127310 εἰς 7%. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχεν
1274ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε τὸ πρῶ-
1275τον ἐπροτάθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου
1276τοῦ 1883, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸς μείωσιν τοῦ φόρου τοῦ
1277ἐλαίου, ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, ἂν ἐπεψηφίζετο ἡ προ-
1278ταθεῖσα μείωσις, κατὰ δραχ. 300,000. Ἠλαττώσαμεν λοι-
1279πὸν τὰ ἔσοδα κατὰ 300,000, ηὐξήσαμεν δ’ αὐτὰ κατὰ
1280156,500 διὰ τοῦ συστήματος τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ.
1281Ἀλλὰ ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα καὶ ἐν ἄλλοις, καὶ μάλιστα
1282ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προτείνει
1283καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσει σύστημα φορολογίας τοῦ οἴνου ἐπὶ
1284τῆς καταναλώσεως, ἐκ τοῦ συστήματος δὲ τούτου, ἐφαρμο-
1285σθέντος κατὰ τὸ 1884, εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1884, κατὰ
1286τὸν Ἀπολογισμὸν, ποσὸν δραχ. 787,209:18. Ἐν τῇ ἐκθέσει,
1287δι’ ἧς ὁ Πρωθυπουργὸς συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
12881887, (ὅρα σελ. 12 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ) βε-
1289βαιοῖ, ὅτι παράγεται γλεῦκος ἐν τῷ Κράτει 132,000,000
1290ὀκάδων, καὶ ὅτι, ἐφαρμοζομένου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, διὰ
1291τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη παρ’ ἡμῶν τὸ σύστημα τῆς φορο-
1292λογίας τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ὁ κ. Πρωθυ-
1293πουργὸς, θέλουσι πιθανῶς εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 1,760,000.
1294Ἑπομένως αὐτὸς οὗτος ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ δημόσιον Τα-
1295μεῖον θέλει εἰσπράξει πιθανῶς περισσότερον, ὅσων εἰσέπραττε
1296διὰ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου τοῦ κ. Πρω-
1297θυπουργοῦ, δραχ. 972,791, ἀφοῦ, κατὰ μὲν τὸ σύστημα
1298τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰσεπράχθησαν 787,209, κατὰ δὲ τὸ
1299ἡμέτερον σύστημα, πιθανῶς θέλουσιν εἰσπραχθῆ 1,760,000.
1300Ἀλλ’ ἐπηνέγκομεν καὶ μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ χαρ-
1301τοσήμου, ἐξ ἧς δὲν προέκυψεν αὔξησις τοῦ ἐσόδου μόνον κατὰ
130230,857, ὅσας σημειοῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του,
1303(ὅρα σελίδα 16 τοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ) ἀλλ’ αὔ-
1304ξησις πολλῷ μείζων. Ἀληθῶς, ἂν δὲν ηὐξάνομεν τὰ τέλη
1305τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886, καὶ δὲν
1306περιελαμβάνομεν ἐν τῷ νόμῳ τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ὁποῖα
1307κατέκριναν καὶ ἀπέκρουον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ οἱ φίλοι
1308αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητοῦντο τὰ νομοσχέδια, καὶ τὰ
1309ὁποῖα κατεδίκασεν αὐστηρῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσή-
1310γαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὸ
1311θάῤῥος νὰ καταργήσῃ, οὐ μόνον δὲν ἠθέλομεν ὑπερβῆ τὰ
1312ἔσοδα τοῦ 1884, ἀλλ’ ἠθέλομεν καταπέσει εἰς ἄκρον. Ἐὰν
1313λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ
1314τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1886, τὴν εἰσαχθεῖσαν ὑπὸ
1315τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παραβάλῃ τὰ
1316ἐν αὐτῇ ποσὰ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884 καὶ
1317κατὰ τὸ 1885, θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι εἰσεπράχθησαν
1318κατὰ τὸ 1886 πλείω τῶν κατὰ τὸ 1885 εἰσπραχθέντων
1319δρ. 683,140.60, πλείω δὲ τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπρα-
1320χθέντων δραχ. 326,907.78. Ἀρκεῖ νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι,
1321κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν τῇ ἐμῇ αἰτήσει κατέθηκεν ὁ κ.
1322Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους
1323μῆνας τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν μόνον ἐκ προσθέτων τελῶν
1324δρ. 469,883.14. Μόνον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον εἶχεν εἰσ-
1325πράξει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1883 δραχ. 44,172.50 περισ-
1326σοτέρας τῶν ἐκ τελῶν χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1884 εἰσπρα-
1327χθεισῶν. Μόνον δὲ τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον κατὰ μόνον ἕνα
1328μῆνα, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1885, εἰσέπραξεν ἕνεκα ἐκείνου
1329τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, δραχ. 101.043
1330καὶ 50/00 περισσοτέρας τῶν κατὰ τὸ 1884 εἰσπρα-
1331χθεισῶν. Σᾶς ἀνέφερον ταῦτα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ
1332ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἐπελθοῦσα
1333αὔξησις τῶν ἐσόδων εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα ἢ ὅσην ἐση-
1334μείωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος περιωρίσθη νὰ συνα-
1335γάγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ εἰσέπραξε καὶ κατὰ τὸ 1886, 30,857
1336περισσότερα ὅσων εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1885, ἄρα οἱ
1337δύο νόμοι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1885 ἐπήνεγκον αὔ-
1338ξησιν ἐσόδων μόνον 30,857 δραχμῶν.
1339Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρνήθη, ὅτι ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα
1340διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ τῇ προ-
1341τάσει ἡμῶν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, κατὰ 1,773,000 δραχ-
1342μῶν καὶ προσέτι κατὰ 500,000 διὰ τῆς μεταβολῆς, τὴν
1343ὁποίαν ἐπηνέγκομεν διὰ τοῦ τελευταίου νόμου τῆς 21 Δε-
1344κεμβρίου 1885.
1345Ἂς ἀθροίσωμεν ἤδη τὰς αὐξήσεις καὶ τὰς ἐλαττώσεις,
1346τὰς ὁποίας ἐπηνέγκομεν ἐπὶ τῶν ἐσόδων κατὰ τὰ 1885,
1347διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἦτο ἡ κατάλυσις
1348τῶν φόρων, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν
1349ἐσόδων.
1350Ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐλαττώ-
1351σεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου κατὰ 300,000 δραχμῶν:
1352ηὐξήσαμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ
1353φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ 156,500 δραχ. διὰ τῆς μετα-
1354βολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου κατὰ δραχ. 972,850.82, διὰ
1355τῆς μεταβολῆς τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου κατὰ δρ. 1,775,000
1356καὶ διὰ τῶν μεταβολῶν τοῦ δασμολογίου κατὰ δραχ.
13571,773,500. Οὕτως ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχ. 5,177,
1358985.82. Ἐὰν δ’ ἀφαιρέσωμεν τὰς 300,000, τῶν ὁποίων τὴν
1359ἐλάττωσιν ἐπήνεγκεν ἡ μείωσις τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου ἀπὸ
136010% εἰς 7%, ἐπηνέγκομεν αὔξησιν ἐσόδων τοῦ Κράτους
1361κατὰ 4,877,985.82. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μνημο-
1362νεύσω, ἐὰν ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἢ δὲν ηὔξησαν, ἐξ
1363ἄλλων μικρῶν μεταβολῶν, ἤτοι ἐκ τῆς μεταβολῆς, τὴν
1364ὁποίαν ἐφέραμεν ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλά-
1365των, καὶ ἐξ ἄλλων τινῶν μικρῶν μεταβολῶν.
1366Καὶ μολονότι τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκο-
1367νομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1885 προεκά-
1368λεσεν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη ἐνομοθέτησε, μ’ ὅλα ταῦτα ὁ κ. Πρω-
1369θυπουργὸς διὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης του ἦλθε νὰ βεβαιώσῃ,
1370ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς κα-
1371ταλύσεως τῶν φόρων, καὶ νὰ ἐπικυρώσῃ, ὅτι ἕνεκα τῆς κα-
1372ταλύσεως ταύτης τῶν φόρων, ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσό-
1373δων τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1374τοῦ 1885 καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886
1375καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἑπομένως
1376ἡ κατάπτωσις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἕνεκα
1377τῆς ὁποίας θὰ ἦναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν νὰ δανεισθῇ καὶ
1378100,000 δραχ., καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων 20
1379ἑκατομμυρίων.
1380Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοιαῦτα ἰσχυρισθεὶς, δὲν εἶπεν
1381ἡμῖν νέον τι, διότι ἐπανέλαβε καὶ ἐπεκύρωσεν, ὅσα ἀπὸ τῶν
1382ἀπαισίων ἡμερῶν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἑλληνικῶν παρα-
1383λίων οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐνίοτε
1384καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξετόξευσαν καθ’ ἡμῶν. Διατὶ ἐχα-
1385ρακτήρισαν τὸν λαὸν αὐτὸν, ὡς ἀνάξιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
1386πολιτεύματος; Διατὶ ὕβρισαν τὸ πολίτευμα; Διατὶ παρέ-
1387στησαν τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡς ἐγκληματικὴν, ἐν ᾗ συνέρ-
1388χονται ἄνθρωποι ἐργάται παντὸς ἐγκλήματος καὶ ἐμπο-
1389ρεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Διότι αὐτὸς ὁ λαὸς, ὁ
1390ὁποῖος στέλλει τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζοντας,
1391ἐπωλήθη καὶ ἠγοράσθη τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου διὰ τῆς ὑπο-
1392σχέσεως, ἣν ἡμεῖς ἐδώκαμεν αὐτῷ προκηρύξαντες τὸ: κάτω οἱ
1393φόροι. Ἀφ’ οὗ δ’ ὁ λαὸς εἶναι τοσοῦτον διεφθαρμένος, ὥστε
1394πωλεῖται καὶ ἀγοράζεται διὰ χρημάτων, τί περιμένετε πλέον
1395ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν
1396νὰ ἦναι ἄλλοι ἢ οἱ ὑπερέχοντες ἐπὶ φαυλότητι καὶ ἐγκλημα-
1397τικῇ διαθέσει; Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μεταχειρίζηται
1398τὰς βαρείας ταύτας φράσεις, ἐὰν δὲν σᾶς προέβαλε τὴν δι-
1399καιολογίαν ταύτην κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον, ὅταν εἰς
1400τὴν Βουλὴν προέτεινε τὸν νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐκλο-
1401γικοῦ συστήματος, πρὸς διαῤῥύθμισιν κρείττοντα τῶν πραγ-
1402μάτων τῆς Πολιτείας, ἐὰν δὲν σᾶς λέγῃ διὰ λέξεων καταλη-
1403πτῶν, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς ἀνεμοστρόβιλος προῆλθεν
1404ἕνεκα τῆς καταλύσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασεν
1405ἡ 7 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἐπλανήθη ἢ ἠγοράσθη, αὐτὸ
1406τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν ἁβρότητα τῶν φράσεων τοῦ κ. Πρω-
1407θυπουργοῦ, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν εὐγένειαν, μεθ’ ἧς μεθ’
1408ἡμῶν συζητεῖ.
1409Ἀλλὰ θαυμάζω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πῶς συμβαίνει εἰς τὸν
1410τόπον τοῦτον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον γίγνεται. Οἱ κυβερνῶντες
1411τὸν τόπον κρίνουσιν αὐτὸν τοσοῦτον φαῦλον, τοσοῦτον διε-
1412φθαρμένον, καὶ ὅμως ἐπιθυμοῦσι νὰ κυβερνῶσιν αὐτόν. Ἀ-
1413πορῶ τῷ ὄντι, πῶς δὲν αἰσθάνονται τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν
1414προσβαλλομένην, νὰ ζητῶσι νὰ ἀνάγωσιν ἑαυτοὺς ἐπὶ τὴν
1415Κυβέρνησιν λαοῦ τοιούτου, ὁποῖον παριστῶσιν αὐτόν. Ἀλλὰ
1416δὲν εἶναι μόνον τὸ περίεργον τοῦτο· τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι
1417καὶ ὁ λαὸς οὗτος στέργει νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτι-
1418νες οὕτω χαρακτηρίζουσιν αὐτόν. Τὸ φυσικὸν ἦτο, μοὶ φαίνε-
1419ται, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ τοιαύτην γνώμην περὶ τοῦ λαοῦ,
1420τὸν ὁποῖον κυβερνᾷ, τὸ φυσικὸν ἦτο, νὰ λάβῃ τὸ μαστίγιον
1421καὶ νὰ μαστιγώσῃ αὐτὸν τὸν λαὸν, καὶ νὰ προσενεχθῇ
1422πρὸς αὐτὸν, καθ’ ὃν τρόπον προσφέρονται οἱ διευθυνταὶ τῶν
1423σωφρονιστηρίων πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγκλείουσιν ἐν
1424τοῖς σωφρονιστηρίοις, ἵνα μορφώσωσι τὰ ἤθη αὐτῶν. Ἡ
1425φυσικὸν ἦτο τέλος πάντων, ὁ λαὸς νὰ λάβῃ τὸ μαστίγιον
1426καὶ νὰ ἀπελάσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι τοι-
1427αύτην περὶ αὐτοῦ ἐκφέρουσι γνώμην.
1428Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, κατὰ τὸ 1880, προὐτάθη
1429ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ ἐνεθου-
1430σίασεν αὐτὴν, καὶ τὸ ὁποῖον συνεκίνησε καὶ τὸν λαόν. Καὶ
1431τὸ ζήτημα ἦτο καθαρῶς φορολογικόν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι
1432ἐλειτούργει πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, βεβαίως ἀπὸ τῆς συ-
1433στάσεως τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ κατὰ διαδοχὴν καὶ κληρονο-
1434μίαν, ἀπὸ τὸν καιρὸν, καθ’ ὃν δὲν εἶχε συσταθῆ ἀκόμη τὸ
1435Βασίλειον, ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς διὰ τῆς δεκάτης φο-
1436ρολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ
1437τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσεπράττετο ὁ φόρος οὗτος τῆς δε-
1438κάτης, ἦτο καταπιεστικὸς καὶ κατέθλιβε τὸν λαὸν, καὶ παρεῖ-
1439χε πολλάκις ἀφορμὰς γογγυσμῶν καὶ παραπόνων. Κατὰ τὸ
14401880 προὐτάθη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ
1441τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τούτου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ
1442τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ αἰ-
1443θούσῃ ταύτῃ ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος, ὥστε εἶδον τοὺς
1444πλειοτέρους ἀξιοτίμους συναδέλφους, καὶ ἐκείνους μάλιστα,
1445μετὰ τῶν ὁποίων ἐτύγχανον ἐν συμπράξει πολιτικῇ, νὰ λά-
1446βωσι τὸ ρόπαλον ἀνὰ χεῖρας καὶ εἷς μὲν νὰ στενοχωρῇ τὴν
1447δεκάτην εἰς τὴν γωνίαν ἐκείνην, διὰ νὰ συντρίψῃ τὴν κεφα-
1448λὴν αὐτῆς, ἄλλος νὰ τὴν διώκῃ ἐκ τῆς αἰθούσης. Ἐπὶ τέ-
1449λους ἐπῆλθον τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῆς ἐπαρχίας Με-
1450γαρίδος καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, θαυμάσαντα καὶ ἐπιδοκι-
1451μάσαντα τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ πλειονοψηφία
1452ἐκείνη, νὰ καταργήσῃ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Ἐὰν ἡμεῖς
1453λοιπὸν τότε ἰσχυριζόμεθα, ἐγκαλοῦντες τὸν κ. Πρωθυ-
1454πουργὸν, καὶ ἰσχυριζόμεθα τοῦτο διὰ τῆς γλώσσης, τὴν
1455ὁποίαν ὡς κυβερνῆται τῆς χώρας εἴχομεν καθῆκον νὰ τηρή-
1456σωμεν, ὅτι ἐπροτίμησεν ἐν ἐποχῇ πολιτικῶς ἀνωμάλῳ, καθ’
1457ἣν ἔκτακτοι δαπάναι ἐπεβάρυνον τὸ Κράτος, νὰ μειώσῃ τὰ
1458ἔσοδα τοῦ Κράτους, διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ
1459λαοῦ καὶ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμοὺς αὐτοῦ, ὁ κ.
1460Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἔχει κἄποιαν δικαιολογίαν, διὰ νὰ μᾶς
1461καταγγείλῃ καὶ αὐτὸς, ὅτι ἡμεῖς ἐπηγγελλόμεθα εἰς τὸν
1462λαὸν τὸ «κάτω οἱ φόροι», καὶ τὸν ἀπεπλανήσαμεν. Ἀλλ’
1463ἡμεῖς οὐδὲ τότε ἐμέμφθημεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὐδὲ τώ-
1464ρα ἀπηυθύναμεν αὐτῷ ἄλλην μομφὴν, ἢ αἰτίασιν, ἢ ὅτι κατὰ
1465τὴν τριετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα, ἐπέβαλε φόρους ἐπα-
1466χθεῖς, ἀτέχνως διεσκευασμένους, ἄνισα βάρη ἐπιβάλλοντας
1467εἰς τὸν λαὸν καὶ ἀποτυχόντας, ὅτι ἐστήριξε προσδοκίας ἐπὶ
1468τῆς λειτουργίας τῶν φόρων τούτων πολὺ ὑπερτέρας ἐκείνων,
1469αἱ ὁποῖαι ἐπραγματοποιήθησαν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόρων
1470τούτων, ἐπηύξησε τὰς δαπάνας διὰ βαρῶν ἀδικαιολογήτων.
1471Καὶ διότι ἡμεῖς τοιαύτας ἀπηυθύναμεν κατὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
1472πουργοῦ αἰτιάσεις, ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκτο-
1473ξεύσῃ καθ’ ἡμῶν καταγγελίας μὴ ἀληθεῖς, καὶ ἀντὶ νὰ
1474δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν ἐφ’ οἷς ἐμεμφόμεθα, ν’ ἀποδώσῃ εἰς
1475ἡμᾶς τὴν παροῦσαν ἀμήχανον οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ
1476Κράτους; Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς δὲν κατελύσαμεν τοὺς φόρους, ἐὰν
1477δὲν ἠλαττώσαμεν τὰ ἔσοδα, ἐὰν δὲν ἐγεννήθη ἕνεκα τούτων
1478τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887, τέλος πάντων τίς ἐδημιούργησε τὴν
1479ἀνώμαλον ταύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν; τίς παρεσκεύασε
1480τὴν εἰκονισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατάστασιν
1481τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν
1482εἰς ἣν περιήλθομεν; Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον τῆς
1483ἐρεύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Πρὶν ἢ ὅμως προβῶ εἰς τὴν ἔρευ-
1484ναν τοῦ θέματος τούτου, ὀφείλω νὰ ἐρευνήσω καὶ τὴν προφο-
1485ρικὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο,
1486ὅταν εἰσήγαγεν εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τὸν Προϋπολο-
1487γισμὸν τοῦ 1887 κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886.
1488§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἔχετε ἀνάγκην μικρᾶς
1489διακοπῆς;
1490§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, ἐγὼ δὲν ἔχω.
1491§48ΤΙΝΕΣ. Ἡμεῖς ἐπεθυμήσαμεν μικρὰν διακοπήν.
1492§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τελειώσω αὐτὸ τὸ μέρος. — Τὴν
1493προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐδημοσίευσε
1494τότε ἐφημερίς, τῆς ὁποίας τὸ ἀξιόπιστον δὲν δύναται ν’ ἀμ-
1495φισβητηθῇ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὴν ἐφημερίδα αὐ-
1496τὴν ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐν αὐτῇ ἀναγινώσκω τὰς περικοπὰς
1497ἐκείνας, τὰς μὴ παριστώσας ἀκριβῶς τὴν οἰκονομικὴν κατά-
1498στασιν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν
1499κυμαινομένων χρεῶν, δηλαδὴ περὶ τῶν προσωρινῶν δανείων,
1500ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886 ἡμεῖς ηὐξήσα-
1501μεν τὰ προσωρινὰ ταῦτα δάνεια κατὰ δραχμὰς 7,622,000.
1502Ἰδοὺ τί εἶπεν (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς Ὥρας): «Ἔχομεν προσέτι
1503»καὶ τὰ ἑξῆς προσωρινὰ δάνεια, συνομολογηθέντα κατὰ τὰ
1504»ἔτη 1885 καὶ 1886. Παρὰ Τραπέζης Κωνσταντινουπό-
1505»λεως 6,000,000, Ἐθνικῆς 1,500,000, Ἠπειροθεσσαλίας
1506»1,500,000, Κωνσταντινουπόλεως 875,000. Τὸ ὅλον 9,875,
1507»000, δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τῶν 170,000,000.
1508»Ἐκ τούτων ὅμως ἀπεδόθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ
1509»χρόνου 1,500,000 εἰς Τράπεζάν τινα Γαλλικὴν, καὶ
1510»752,000 εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας. Ἑπομένως μέ-
1511»νουσιν 7,622,000, προστεθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1885
1512»καὶ 1886».
1513Πρέπει ν’ ἀφηγηθῶ εἰς ὑμᾶς τὰ περὶ τῶν κυμαινομένων
1514τούτων χρεῶν, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ηὐξήσαμεν ἢ ἠλαττώσαμεν
1515αὐτά. Δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ποία ἡ ἀρχὴ
1516τῶν κυμαινομένων τούτων χρεῶν, ἢ τῶν προσωρινῶν δανείων,
1517διότι διὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἦσαν βουλευ-
1518ταὶ κατὰ τὴν τριετίαν τὴν παρελθοῦσαν, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα
1519ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι περιττὴ ἡ πληροφορία, διότι γνω-
1520ρίζουσιν, ὅτι τὰ κυμαινόμενα ταῦτα χρέη συνεστήθησαν καθ’
1521ὃν χρόνον ἀπέτυχεν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 170,000,
1522000 καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι
1523ἐχρεώστει ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἑπομένως
1524νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐχρεώστει πρὸς τὰς Τρα-
1525πέζας, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς αὐτὰς χρεῶν. Συνωμολόγησε
1526τότε πολλὰ τοιαῦτα προσωρινὰ δάνεια. Ἐλάβομεν πραγμα-
1527τικῶς δάνειον προσωρινὸν 6,000,000 ἐκ τῆς Τραπέζης τῆς
1528Κωνσταντινουπόλεως, ἔχω δὲ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ τοῦ
1529Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τοὺς λόγους,
1530διὰ τοὺς ὁποίους συνωμολογήσαμεν τὸ προσωρινὸν τοῦτο δά-
1531νειον, ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170
1532ἑκατομμυρίων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ πρακτικὸν τοῦτο (ἀναγι-
1533νώσκει).
1534«Ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέθη-
1535κεν, ὅτι, πλὴν τῶν ὀφειλομένων ἤδη καὶ τῶν τρεχουσῶν ὑπο-
1536χρεώσεων τῆς τακτικῆς διοικήσεως, καθίστανται ληξιπρό-
1537θεσμοι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν ἑξῆς δανείων·
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1538α)τῇ 3 Ἰουνίου ἐ. ἔτ. τῶν 120,000,000 δρ.3,484,187.50
1539β)τῇ 3 Ἰουνίου τῶν 170 ἑκατομμυρίων » 1,711,500.—
1540γ)τῇ 15 Ἰουνίου τῶν δανείων τῶν 24 καὶ 25» 945,000.—
1541 6,140,687.50
1542 ὅτι πρὸς τούτοις ὀφείλεται ἡ ἀποζημίω-
1543 σις τοῦ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Κόρινθον τμή-
1544 ματος τοῦ σιδηροδρόμου ἐκ τοῦ κεφα-
1545 λαίου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρ. δρ.2,031,063.60
1546 8,171,751.10
1547 ὅτι αἱ διὰ τὰ ἀνωτέρω δάνεια ὑπέγγυοι
1548 εἰσπράξεις, αἱ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ τρέ-
1549 χοντος ἔτους γενόμεναι, δὲν κατετέθη-
1550 σαν ἅπασαι τακτικῶς εἰς τὰς ἐπὶ τούτῳ
1551 ὡρισμένας Τραπέζας, καὶ ὅτι τὰ μέχρι
1552 σήμερον κατατεθειμένα ἀνέρχονται εἰς δρ.1,784,185.—
1553 ἑπομένως ἀπαιτοῦνται » 6,387,566.10
1554Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω οὐδένα. Δὲν πρόκειται νὰ παρα-
1555στήσω εἰς τὴν Βουλήν, διατὶ ἐν τοῖς Ταμείοις δὲν ὑπῆρχον
1556τὰ χρήματα ταῦτα, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς
1557εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συνομολογήσωμεν τὴν προκαταβο-
1558λὴν ταύτην τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν, εἴτε νὰ
1559ἀφήσωμεν περισσότερον καιρὸν νὰ κυκλοφορῇ ἀπὸ Τραπέζης
1560εἰς Τράπεζαν τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν
1561εἶχον ἐκδώσει, ἐκ δραχμῶν 2,031,063.60, ὑπὲρ τῆς Πιστωτι-
1562κῆς Τραπέζης, εἴτε νὰ μὴ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ
1563χρεωλύσια τῶν ἐθνικῶν δανείων. Δυστυχῶς δὲ ἡ κατάστασις
1564τοῦ Ταμείου ἦτο οἰκτρά. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι τὸ Κεν-
1565τρικὸν Ταμεῖον, κατὰ τὴν ἐπίσημον κατάστασιν τῆς 31
1566Μαρτίου 1882, ἣν ἐπιδεικνύω ἡμῖν, ταύτην, εἶχε δραχμὰς
156721 καὶ λεπτὰ 38.
1568Τινὲς τῶν συναδέλφων μου, μελῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς
1569ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν θὰ ἐλησμόνησαν ἴσως, ὅτι κατὰ τὴν 23
1570Ἀπριλίου ἐδέησε νὰ φροντίσωμεν, πῶς νὰ πληρώσωμεν δη-
1571μοσίαν ἀνάγκην ἀνυπέρβλητον, καὶ ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ
1572ποιήσωμεν χρῆσιν τῶν προσωπικῶν ἡμῶν γνωριμιῶν, ἵνα
1573πορισθῶμεν τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἀναγκαῖα χρήματα.
1574Ἐλέχθη, κατὰ τὴν προφορικὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Πρωθυ-
1575πουργοῦ, ὅτι συνωμολογήσαμεν ἄλλο προσωρινὸν δάνειον
15761,500,000 δρ. παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
1577Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσφαλε κατὰ τοὺς ἀριθμούς,
1578ἢ δὲν ἔμαθε τὰς λεπτομερείας τοῦ δανείου, διότι, ἂν ἠρεύνα
1579αὐτάς, ἤθελε πληροφορηθῆ, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,500,000
1580τὰς 500,000 δὲν ἐλάβομεν ἡμεῖς εἰς χρήματα, ἀλλὰ τὰς
1581ἀφήκαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἵνα καλύψω-
1582μεν τὰς ὑπερβάσεις τοῦ ἐξ 800,000 δραχμῶν ἀνοικτοῦ λο-
1583γαριασμοῦ, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις αὕτη εἶχε
1584διαπράξει, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 1,300,000
1585περίπου. Συνωμολογήσαμεν ἀληθῶς καὶ τὴν προκαταβολὴν
1586ἐξ 875,000 δραχμῶν μετὰ τῆς Τραπέζης Κων/πόλεως, ἀλ-
1587λὰ διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ πρὸς τὸν κ. Θ. Μαυρογορδάτον
1588ὀφειλόμενον ποσόν, κατὰ τὴν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν διὰ τὸ
1589μέρος τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, τὸ ὁποῖον εἶχε κατα-
1590σκευάσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
1591Ὁ κ. Πρωθυπουργός, νομίζω, ὅτι παρέλειψε καὶ ἄλ-
1592λην λεπτομέρειαν, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ
1593προκατόχου Ὑπουργείου πρὸς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν τοῦ
1594Credit Lyonais. Τὰ περὶ τούτου ἔχουσιν οὕτω. Τὸ Credit
1595Lyonais εἶχε χορηγήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν προκα-
1596ταβολὴν 2 ἑκατομμυρίων φράγκων, δὲν εἶχον δὲ πληρωθῆ
1597οὔτε οἱ τόκοι, οὔτε ἡ προμήθεια, ὠφείλοντο δὲ ἕνεκα τούτου
1598πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ 159,118 φράγκων. Τὸ Credit Lyo
1599nais κατὰ μῆνας Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον μοὶ ἐκοι-
1600νοποίησεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐξοφλήσωμεν. Ἤμην λοιπὸν ἠναγ-
1601κασμένος νὰ φροντίσω νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, καὶ ἐπλή-
1602ρωσα ὡς ἰσότιμον τῶν ὀφειλομένων δραχμὰς 2,591,025, οὐχὶ
1603δὲ 1,500,000.
1604Κατὰ τὸν λογαριασμὸν λοιπὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα εἰς τὴν
1605Βουλὴν, δύναμαι νὰ μεταβάλω κατά τι τὴν πληροφορίαν, τὴν
1606ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐδιοι-
1607κοῦμεν ἡμεῖς, ηὐξήσαμεν τὰ κυμαινόμενα χρέη κατὰ 7,622,
1608000 δραχ., διότι ηὐξήσαμεν αὐτὰ κατὰ 6,783,975, δι’ οὓς
1609λόγους ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς.
1610Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ προφορικῇ εἰσηγήσει του, δι’ ἧς,
1611συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1886,
1612ἔλεγε: «Καὶ ἄλλοτε εὑρέθημεν ὑπὸ τὰς στενοχωρίας τῆς
1613ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλοτε ἐξήλθομεν ἐκ τῶν
1614δυσχερειῶν αὐτῆς, μετατρέψαντες τὸ δάνειον τὸ εἰς τρα-
1615πεζικὰ γραμμάτια εἰς δάνειον μεταλλικόν. Καὶ ἐπειδὴ
1616συνέπεσεν ἡ μετατροπὴ ἐκείνη μετὰ κρίσεως οἰκονομι-
1617κῆς ἐν τῇ χώρᾳ, ἔσπευσαν οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι
1618τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὸ σωτήριον ἐκεῖνο
1619μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο τὸ
1620παραίτιον τῆς στενοχωρίας τῆς χρηματικῆς, καὶ ὅτι μόνον ἡ
1621ἐκ νέου ἐπιβολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἠδύνατο
1622νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν εὐημερίαν. Ἐπεβλήθη
1623ἐκ νέου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἀνθεῖ σήμερον ἐν
1624πλήρει βλαστήσει, τὰ δὲ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔχομεν ἐνώ-
1625πιον ἡμῶν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι σήμερον δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ
1626εἴπῃ, ὅτι μετ’ ἐλαφρότητος ἐργάζεται ὁ σκεπτόμενος περὶ
1627ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας».
1628Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τινὰ, ὡς ἐργαζό-
1629μενον ἐλαφρῶς καὶ μετ’ ἐπιπολαιότητος, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ
1630ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἀναγ-
1631καστικὴ κυκλοφορία, ὑπάρχει νόσος οἰκονομική· ἀλλ’ ἡ θε-
1632ραπεία αὐτῆς δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν οὐδενός. Ἐὰν
1633λοιπόν τις ἐπιθυμῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1634ρίας, ἐπιθυμεῖ ἀγαθόν. Ἀλλ’ ἐάν τις πάντοτε ἐργάζηται
1635πῶς νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ πρὸ τοῦ
1636χρόνου, καθ’ ὃν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἄνευ ζημίας τῶν δη-
1637μοσίων συμφερόντων, δὲν ἐργάζεται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ
1638Κράτους, συντελεῖ δὲ εἰς χειροτέρευσιν τῆς νόσου ταύτης,
1639ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ Κράτος.
1640Ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναστολὴν
1641τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνι-
1642κῆς Τραπέζης τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1885, ἀπὸ τῆς πρωΐας
1643μὲν ἐκείνης τῆς ἡμέρας εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξαργυρώσεως
1644τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὰς ἑπομένας
1645δὲ ἡμέρας τῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσ-
1646σαλικῆς. Διὰ τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν
1647μετὰ τῶν Τραπεζῶν τούτων, ἐπετράπη ἡμῖν, νὰ λάβωμεν εἰς
1648μεταλλικὸν 19 ἑκατομ. παρὰ τῆς Ἐθνικῆς, 2 ἑκατομ. παρὰ
1649τῆς Ἰονικῆς καὶ 800 χιλ. παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς, τὸ
1650ὅλον 21,800,000. Ἀλλὰ δὲν ἐλάβομεν τὰ ποσὰ ταῦτα
1651ἡμεῖς πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις
1652ἡμῶν παρεσκεύασεν. Ἐλάβομεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς 14 μόνον
1653ἑκατομμύρια. Τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἴχομεν δι-
1654καίωμα νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Ἰονικῆς, δὲν τὰ ἐλάβομεν,
1655ἀλλ’ ἠλαττώσαμεν κατὰ δύο ἑκατομμύρια τὸ ἐκ τριῶν ἑκα-
1656τομμυρίων χρέος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ συνομολογηθὲν ὑπὸ
1657τῶν προκατόχων μας πρὸς τὴν Ἰονικήν. Ὡσαύτως τὰς 800
1658χιλιάδας δὲν ἐλάβομεν παρὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσα-
1659λίας, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν ἐξωφλήσαμεν τὸν ἀνοικτὸν λογαρια-
1660σμὸν, ὃν εἶχε συνομολογήσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
1661Ἐπετράπη ὡσαύτως διὰ τῆς συμβάσεως νὰ λάβωμεν εἰς
1662γραμμάτια ἀπὸ τὰς εἰρημένας Τραπέζας, παρὰ τῆς Ἰονικῆς
1663δύο ἑκατομμύρια, παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς ἓν, καὶ παρὰ
1664τῆς Ἐθνικῆς 67· τὸ ὅλον 70 ἑκατομ. Ἐλάβομεν παρὰ τῆς
1665Ἐθνικῆς 57 ἑκατομμύρια, παρὰ τῆς Ἰονικῆς δύο ἑκατομμύρια
1666καὶ παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς ἓν ἑκατομμύριον· τὸ ὅλον
166760 ἑκατομμύρια. Τί ἐγένοντο αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; Ἐκ
1668τῶν χρημάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπληρώσαμεν
1669τοὺς τόκους καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τῶν δα-
1670νείων.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1671τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς τρεῖς Δυνάμειςδραχμάς 600,000
1672τοῦ πρώην Βασιλέως Ὄθωνος 200,250
1673τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων 427,160
1674τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων 1,156,765
1675τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων 180,000
1676τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων 845,095
1677τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων 241,755
1678τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825 952,500
1679τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 1,983,200
1680τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 3,484,500
1681τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων 1,636,700
1682τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων 325,000
1683τὸ ὅλον δραχ. 12,032,925
1684Προσέτι τοὺς τόκους καὶ τὰς προμηθείας τῶν προκατα-
1685βολῶν τῶν προκατόχων μας διὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν,
16864,494,786. Προσέτι εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὤφειλε τὸ
1687δημόσιον Ταμεῖον ὅλα τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου τῆς ὁδο-
1688ποιΐας, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1884, τὰ ὁποῖα
1689ὅμως οἱ προκάτοχοι ἡμῶν δὲν εἶχον πληρώσει εἰς τὸ Τα-
1690μεῖον τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὸ δ’ ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ κατα-
1691στῇ ἀνίκανον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες
1692εἶχον συνομολογηθῆ. Ἐπληρώσαμεν ἑπομένως εἰς τὸ Τα-
1693μεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4,607,000. Ἀπεδώκαμεν διὰ τὸν σι-
1694δηρόδρομον τῆς Θεσσαλίας 1,806,148. Ἐπληρώσαμεν προ-
1695καταβολὴν εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξακολούθη-
1696σιν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου 600 χιλ. δρ. Ἐπλη-
1697ρώσαμεν διὰ τὰς δικαστικὰς παρακαταθήκας, τὰς ὁποίας ἡ
1698προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε δαπανήσει, 359,897. Ἐν ὅλῳ
1699δ’ ἐπληρώσαμεν τὸ ὅλον 25,911,819. Νομίζω δὲν διαγινώ-
1700σκετε, ὅτι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν μᾶς ἠνάγκασε
1701νὰ ἐπιβάλωμεν μόνη ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν συμφώνως
1702πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀσπα-
1703σθῶμεν κατὰ τὸ 1885, ἀφοῦ ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν
170425,911,819 ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν εἰς πλήρωσιν
1705τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὧν αἱ πλεῖσται δὲν ὑπῆρχον
1706ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἦσαν ὀφειλαὶ,
1707αἵτινες ὑπῆρχον ἕνεκα τῆς μὴ πληρώσεως τῶν ὅρων τοῦ
1708Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Δὲν γνωρίζω, ἀφοῦ ἀπεχωρήσα-
1709μεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1886,
1710πόσα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας χρήματα ἐδαπάνη-
1711σαν οἱ διάδοχοί μας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἀλλ’
1712ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, κατὰ τὰ εἰρημένα, ὅτι ἐδαπανήσαμεν πρὸς
1713τοῦτο 25 ἑκατομμύρια 911 χιλιάδας καὶ 819 δραχμάς.
1714Ἡ προφορικὴ εἰσήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ φαίνε-
1715ται ὅτι ἔχει ἐσφαλμένους ἀριθμοὺς καὶ ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως,
1716καὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν
1717τοὐλάχιστον ὅσας ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ συλλέξω ἐπισήμους πλη-
1718ροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. (Ἀναγινώσκει ἐκ τῆς
1719«Ὥραν»). «Αἱ ἄμεσοι δαπάναι ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ποῖαι
1720τινὲς ὑπῆρξαν; Αἱ δαπάναι αὗται ἤρξαντο κατὰ τὸ 1885.
1721Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐδαπανήθησαν, ἐπισήμως ἀναγεγραμ-
1722μένα, 22 ἑκατομμ. ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουρ-
1723γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1886 αἱ δαπάναι ἐξηκο-
1724λούθησαν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ἡ
1725ἀποστράτευσις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἔπαυσαν
1726διὰ μιᾶς. Ἀπῃτεῖτο χρόνος, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ πλήρης διάλυσις
1727τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν μένουσι
1728βάρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἰδίως τὰ προερχό-
1729μενα ἐκ τῆς κατατάξεως τῶν ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποτάκτων.
1730Ὑπολογίζοντες ταῦτα πάντα, ἀθροίζομεν τὰς πιθανὰς μέχρι
1731τέλους τοῦ 1886, ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τοῦ
17321886, δαπάνας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου εἰς
173333,900,000, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 22 ἑκατομμύρια τοῦ
1734ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
1735κῶν τοῦ 1885, φέρουσι τὴν ἔκτακτον δαπάνην τῆς στρατιω-
1736τικῆς ὑπηρεσίας εἰς 55 ἑκατομμ. περίπου. Εἰς ταῦτα δὲ
1737προσθέτοντες τὰς δαπάνας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, ἀνερχο-
1738μένας εἰς 15 καὶ πλέον ἑκατομμ., ἔχομεν 70–72 ἑκατομ-
1739μύρια, ἀποτελοῦντα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ στρατιωτικὰ καὶ
1740τὰ ναυτικὰ, τὰ ἐν τοῖς ἐκτάκτοις Προϋπολογισμοῖς ἀναγε-
1741γραμμένα καὶ πραγματοποιούμενα.»
1742Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει κατὰ συνέπειαν ὅλα τὰ
1743κενὰ, ὅλα τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς πολιτικῆς
1744ἡμῶν συνεσωρεύθησαν ἐπὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου, 26 ἑκατομ.
1745ἔλλειμμα τοῦ 1885, 28 ἑκατομμύρια τοῦ 1886, 22 ἑκα-
1746τομμύρια τοῦ 1887, ἐπιστράτευσις 70 ἑκατομμύρια. Αὐτά
1747εἰσι 200 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἔφερε τὴν κατάπτω-
1748σιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν οἰκονο-
1749μικὴν ἀμηχανίαν τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ 70 ἑκατομμύρια ἐδα-
1750πανήσαμεν ἡμεῖς ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας; Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1751γὸς προλαμβάνει, δὲν τὸ λέγει τοῦτο, ἀλλὰ λέγει, ὅτι θέ-
1752λουσι δαπανηθῆ μέχρι τέλους 70 ἢ 72 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’
1753εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ
1754ἀναλάβωμεν ἡμεῖς, τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1885 καὶ
1755τὰ μέλη τοῦ παρόντος Ὑπουργείου μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1756γοῦ, παρακαλῶ νὰ διακρίνωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἑκάτερος
1757εὐθύνην. Ἔχω λόγον νὰ ἐπιθυμῶ, νὰ χωρισθῇ ἡ διαχείρισις
1758ἡμῶν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν διαδόχων μας. Περὶ ὅσων ἐδα-
1759πανήσαμεν ἡμεῖς, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δώσωμεν λόγον εἰς πάντα
1760πολίτην, διὰ νὰ πείσωμεν ἕκαστον, ὅτι εἴχομεν πλήρη συνεί-
1761δησιν, ὅτι ἐδαπανῶμεν ἐκ τῶν ἱδρώτων τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ
1762παρακαλῶ, ὅσα ἐδαπάνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ ἐπι-
1763βαρύνωσιν ἐμέ.
1764Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν 28 Ὀκτω-
1765βρίου 1886 ἐπερώτησιν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ ὑπο-
1766βάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν διὰ τὰς στρατιωτι-
1767κὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς δαπανηθέντων, κατάστασιν,
1768συντεταγμένην κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, τῶν προϋπολο-
1769γισμῶν τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· πρῶ-
1770τον, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιστρατείας μέχρι τῆς 31 Δεκεμ-
1771βρίου 1885· δεύτερον, ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1886 μέχρι
1772τῆς 30 Ἀπριλίου, ὅτε παρῃτήθη τὸ Ὑπουργεῖον· τρίτον, ἀπὸ
1773τῆς 1 Μαΐου 1886 μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διετάχθη ἡ
1774ἀποστράτευσις· τέταρτον, ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου μέχρι τῆς
1775ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀκόμη ἐξακολουθήσει νὰ δαπανᾷ
1776ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ἐνθυμοῦ-
1777μαι, ἂν ἀπὸ τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1886, ὅτε ἀπηύθυνα τὴν
1778ἐπερώτησιν ταύτην, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διελύθη ἡ
1779Βουλὴ ἐκείνη, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς αὐτὴν
1780τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα· δὲν ἐνθυμοῦμαι ὡσαύ-
1781τως, ἂν ἀνεμνήσθη αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ αὖθις συνῆλθεν,
1782ἐὰν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἀνεμνήσθη τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν
1783τότε ἀνεκοίνωσα, καὶ ἂν ἑπομένως εἰσήγαγε τοιαύτην κα-
1784τάστασιν καθ’ ὃν χρόνον συνεδριάζομεν ἐνταῦθα. Ἑπομένως
1785δὲν δύναμαι ἐκ πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
1786μικῶν, συνεπείᾳ τῆς παρακλήσεώς μου, νὰ πορισθῶ φῶτα, διὰ
1787νὰ τὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἠναγκάσθην διὰ τοῦτο
1788νὰ ἀνατρέξω εἰς τοὺς ἰσολογισμούς, τοὺς ὁποίους τὸ Γεν.
1789Λογιστήριον δημοσιεύει, περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπρα-
1790χθέντων ἐσόδων, καὶ περὶ τῶν βεβαιωθέντων καὶ δαπανη-
1791θέντων καθ’ ἕκαστον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ.
1792Ἐὰν ὅμως μοὶ ἐπετρέπετο νὰ φέρω γνώμην περὶ τῶν κοι-
1793νοβουλευτικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἡμῶν ἔχει,
1794ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι, ἀφ’ ἧς
1795εἷς τῶν ὑπολόγων διαχειριστῶν τῶν χρημάτων, τῶν δαπα-
1796νηθέντων ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ἰδίως ὁ προϊστά-
1797μενος τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργείου, ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτὸν καὶ
1798ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ κατάστασιν, τοσοῦτον λεπτομερῆ, περὶ
1799τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν ἐπετρέ-
1800πετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τού-
1801του πληροφορίας, πρὶν ἢ προηγουμένως καταθέσῃ εἰς τὴν
1802Βουλὴν τὴν κατάστασιν ταύτην. Οὐδέποτε ἐπετρέπετο νὰ
1803ἀναφέρῃ πληροφορίας ἐν στρογγύλῳ ἀριθμῷ ὁ κ. Πρωθυ-
1804πουργὸς διὰ τῆς προφορικῆς εἰσηγήσεώς του εἰς τὴν Βουλήν.
1805Ἂς ἐξετάσωμεν ἐν τούτοις τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ
18061885, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1886,
1807ἡμέρας, καθ’ ἣν παρητήθημεν τῆς Ἀρχῆς. Εὑρίσκομεν
1808ἐν τῷ Ἰσολογισμῷ, ὅτι ἔξοδα τοῦ 1885 ἐπληρώθησαν μέχρι
1809τῆς 30 Ἀπριλίου 1886 δραχμαὶ 108,124,218 καὶ 60/00.
1810Μεταξὺ τῶν 108 ἑκατομμυρίων περιλαμβάνονται καὶ
1811τὰ δαπανηθέντα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
1812καὶ τὸ τῶν Ναυτικῶν. Ἐδαπανήθησαν δ’ ἐξ αὐτῶν, διὰ τὸ
1813Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1885 μέχρι
1814τῆς 30 Ἀπριλίου 1886, δρ. 40,549,021, καὶ διὰ τὸ Ὑπουρ-
1815γεῖον τῶν Ναυτικῶν 13,335,265.91. Ἑπομένως κατὰ τὸ
1816ἔτος 1885 μέχρι 30 Ἀπριλίου 1886 ἐδαπανήθησαν τα-
1817κτικὰ καὶ ἔκτακτα διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν
1818καὶ Ναυτικῶν δρ. 53,884,287 καὶ 59/00. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν
1819ἐγίνετο ἡ ἐπιστράτευσις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
1820ἤθελε δαπανήσει χρήματα πρὸς συντήρησιν στρατοῦ, ὡς καὶ
1821τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἂς εὕρωμεν λοιπὸν πόσα
1822ἤθελον δαπανηθῆ διὰ τὰ Ὑπουργεῖα αὐτὰ μέχρι τῆς 30
1823Ἀπριλίου 1886. Ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ ἔτος 1884 ἀπὸ
18241ης Ἰανουαρίου μέχρι 30 Ἀπριλίου 1885 ἔξοδα, διὰ τὸ
1825Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 20,976,411 καὶ 74 λεπτά,
1826καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 7,686,568.02· ἑπο-
1827μένως ἐν ὅλῳ δρ. 28,662,979.76. Ἂν λοιπὸν ἄνευ τῆς ἐπι-
1828στρατεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1884
1829διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλ-
1830λάδος ἐν ὁμαλῇ ἐποχῇ 28,612,979.76, διατὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ
1831ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσωμεν τὸ αὐτὸ ποσόν, ἐὰν
1832δὲν ἐκηρύττομεν τὴν ἐπιστράτευσιν; Λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ
1833πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ δαπανηθέντα κατὰ
1834τὸ 1885, ἵνα ἴδωμεν πόσα ἔξοδα ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος
1835ἡ ἐπιστράτευσις. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰ 28,662,979,
1836ἐδαπανήσαμεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας δρ. 25,221,307.83.
1837§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ αἱ προμήθειαι ὁμοῦ;
1838§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Τώρα μᾶς μένει ἡ δαπάνη,
1839ἡ ἀναγομένη εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1886· διότι κατὰ τὸ 1886
1840ἐκυβερνήσαμεν ἐπὶ τέσσαρας μῆνας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπο-
1841λογίσωμεν, πόσα ἐδαπανήσαμεν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως
1842καὶ κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας. Ἐδαπανήσαμεν δὲ
184318,343,880.68, διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τὸ ναυτι-
1844κόν, κατὰ τὴν σελίδα 148 τοῦ Ἰσολογισμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ
1845τὸν ἰσολογισμὸν τοῦτον, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1885 μέχρι 30
1846Ἀπριλίου 1885, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις, ἐδαπανή-
1847θησαν πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, διὰ τὰ
1848δύο Ὑπουργεῖα, δρ. 5,052,600.77. Ἑπομένως τὸ ποσὸν αὐτὸ
1849ἤθελε δαπανηθῆ κατὰ τὸ ἔτος 1886 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέ-
1850χρι 30 Ἀπριλίου, ὅπως ἐδαπανήθησαν καὶ κατὰ τὸ ἔτος
18511885 διὰ τὰ ἔξοδα τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἐὰν ἀφαιρέσω-
1852μεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰ 18,343,880.68, ἕπεται, ὅτι χά-
1853ριν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδαπανήσαμεν διὰ τὸ ἔτος 1886
1854δρ. 13,291,279.91· ὥστε, κατὰ τοὺς ἐπισήμους ἰσολογι-
1855σμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἐδαπανήσαμεν κατὰ τὸ 1885 δρ.
185625,221,307.83, κατὰ δὲ τὸ 1886 δρ. 13,291,279.91· τὸ
1857ὅλον 38,512,587.74. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ
1858ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπληρώσαμεν ἡμεῖς ἐκ τοῦ
1859δημοσίου Ταμείου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεχωρήσα-
1860μεν. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρχε σπάνις ἔκτακτος
1861συναλλάγματος, ἐπειδὴ τὸ χρυσοῦν νόμισμα εἶχε τὰ μέγι-
1862στα ὑπερτιμηθῆ, ἀφήκαμεν ὀφειλὰς εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ
1863προμηθείας, τὰς ὁποίας εἴχομεν κάμει, αἱ ὁποῖαι ἀναβαί-
1864νουσιν εἰς 9 περίπου ἑκατομμύρια· ἐὰν ἦναι 10 ἑκατομμύρια,
1865ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ μὲ διορθώσῃ· νομίζω ὅμως, ὅτι
1866εἶναι 9 καί τινες ἑκατοστύες χιλιάδων. Λοιπὸν, ἐὰν εἰς τὰ 38,
1867512,527.74 προσθέσητε καὶ τὰς ὀφειλὰς αὐτὰς, ἀνέρχονται
1868τὰ δαπανηθέντα εἰς 47 ἢ 48 ἑκατομμύρια, δι’ ὧν συνε-
1869τηρήσαμεν 85 χιλιάδας στρατοῦ ἐπὶ 8 μῆνας, ἐπληρώσα-
1870μεν τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ, ἠγοράσαμεν ὅπλα καὶ πο-
1871λεμεφόδια, τηλεβόλα καὶ ἐκσφενδονιστικὰς μηχανὰς, τὰς
1872γερμανικὰς τορπιλλοφόρους καὶ τὴν «Μυκάλην» καὶ τὴν
1873«Σφακτηρίαν».
1874Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἀποστρατεύσῃ, δαπανήσῃ
187530, 40 ἢ 50 ἑκατομμύρια, εἶναι κύριος· ἐνδέχεται νὰ δώσω
1876καὶ ἐγὼ λευκὴν ψῆφον, ἐὰν πεισθῶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς
1877δαπάνης. Ἀλλὰ νὰ χωρισθῇ ἡ διαχείρισίς μου ἀπὸ τὴν
1878ἰδικήν του.
1879Κύριοι, φοβοῦμαι ἓν πρᾶγμα, καὶ πρέπει νὰ εἶμαι εἰλικρι-
1880νὴς, φοβοῦμαι μήπως αὐτὴ ἡ λεπτομερὴς ἀφήγησις ἐνέβαλεν
1881ἴσως ὑμᾶς εἰς κάματον, μήπως αὐτὴ ἐταπείνωσε τὴν γενι-
1882κὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ μήπως ἐγὼ παρέ-
1883στην ὑποδεέστερος τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυ-
1884πουργὸς εἶχεν ἐξαγγείλει προχθὲς, διαδηλῶν, ὅτι ἤλπιζεν
1885ὅτι θέλω τὴν ἀνυψώσει ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἀνυψῶνται αἱ
1886γενικαὶ συζητήσεις! Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω
1887μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐν τοῖς Κοι-
1888νοβουλίοις δὲν εἶναι εἰθισμένον οὐδαμοῦ, οἱ ἀντιλέγοντες
1889καὶ οἱ συζητοῦντες πρὸς ἀλλήλους νὰ λαμβάνωσι διπλῆν
1890θέσιν, νὰ ἦναι ἀντιλέγοντες, συζητοῦντες, προσπαθοῦντες νὰ
1891πείσωσι τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἐξαντλοῦντες πάντα τὰ ἐπι-
1892χειρήματα, θερμαινόμενοι, ἀγωνιζόμενοι, καὶ συγχρόνως ἀμε-
1893ρόληπτοι κριταὶ, ἀσχολούμενοι νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς κανόνας
1894τῆς ῥητορικῆς τέχνης, ἢ ἀπαθεῖς ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι τέρ-
1895πονται, ὅταν ὑψηλαὶ καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι ἀναπτύσσωνται καὶ
1896ἐξηγῶνται, αὐτοὶ δὲ τὰς ἀκούωσιν ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἐν γλυκυ-
1897θυμίᾳ.
1898Διὰ τοῦτο δὲν ἐθίζουσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια νὰ φέρωσι κρί-
1899σεις ἐπὶ τῶν ἀντιλεγόντων, ἐθίζουσι νὰ ἀναιρῶσι τοὺς ἀντι-
1900λέγοντας, νὰ ἀνασκευάζωσι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, νὰ
1901ἀποδεικνύωσι μὴ ὀρθοὺς τοὺς συλλογισμούς των, ἀλλὰ δὲν
1902εἶναι εἰθισμένον, ἀντὶ νὰ ἀναιρῶσι τὰ ἐπιχειρήματα τῶν
1903ἄλλων, νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ῥητορικῆς δεινότητος αὐτῶν, ἢ
1904περὶ τῶν ἠθικοπολιτικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέφρασαν, καὶ
1905τὰς ὁποίας κρίνουσιν αὐτοὶ ἀναξίας προσοχῆς, καὶ διὰ τοῦτο
1906νὰ μὴ καταδέχωνται νὰ ἀπαντήσωσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1907παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ὀρθὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν
1908λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, αὐτὸ εἶναι δικαίωμά του
1909καὶ συμφέρον του· ἂν νομίζῃ, ὅτι τὰ λεχθέντα κατ’ αὐτοῦ,
1910τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑποβληθέντα κατὰ τῆς πολιτικῆς ἢ
1911τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, οὐδεμίαν ἐνασκοῦσι ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν
1912πεποίθησιν τῶν ἀκροατῶν, ἂν ἦναι αὐτῷ ἀδιάφορον, ὁποίαν
1913γνώμην δύναται νὰ σχηματίσῃ ἐκ τῶν λεχθέντων τὸ κοινὸν
1914τῆς Ἑλλάδος, εἶναι κύριος νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι, ἂν ἀπαν-
1915τήσῃ, εἰς οὐδένα περιποιεῖ, οὐδὲ ἀξίαν, οὐδὲ τιμὴν, συνηγο-
1916ρεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτοῦ πολιτείας καὶ ὑπερασπίζει τὰς
1917ἰδίας αὑτοῦ πράξεις.
1918Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω πλήρη ἀνικανότητα ν’ ἀνυψωθῶ
1919μέχρι τοῦ ὕψους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνυψοῦται ὁ κ. Πρω-
1920θυπουργὸς ὅταν συζητῇ. Πολλάκις εἶδα τοὺς συναδέλφους
1921μου αὐτοῖς ὄμμασι, τοὺς εἶδα καταληφθέντας ὑπὸ ἐνθουσια-
1922σμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὰ στέρνα αὐτῶν ἡ εὐγλωτ-
1923τία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε παρίστα τὴν καταστροφὴν,
1924τὴν ὁποίαν ὑπεῖχεν ὁ Ἑλληνισμὸς, ἀναβαλλομένων ἔστω
1925καὶ μίαν ἔτι ἡμέραν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Πολλά-
1926κις εἶδα αὐτοὺς ἐκθύμως καὶ παταγωδῶς χειροκροτοῦντας,
1927ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀργῶν
1928νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα διασταυρουμένην διὰ συμπλεγμάτων
1929ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι
1930εἰς κατάστασιν νὰ δαπανήσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, οὐχὶ 6, οὐχὶ
193116, οὐχὶ 26, ἀλλὰ 36 ἑκατομμύρια εἰς κατασκευὴν ὁδῶν.
1932Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ποτὲ νὰ ἀνυψωθῶ μέχρι τοῦ σημείου τού-
1933του· βεβαιῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν
1934ἀνυψοῦται, ἀλλ’ ἀπεναντίας καταβιβάζεται ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου
1935ἵσταται, ὅταν, προκαλούμενος εἰς τὰς συζητήσεις, ἢ θέλων
1936ν’ ἀνασκευάσῃ τοὺς ἀντιλέγοντας, δὲν προβάλλῃ ἐπιχειρή-
1937ματα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὀρθότητος τῶν συλλογισμῶν αὑ-
1938τοῦ, δὲν προσάγῃ ἀποδείξεις πρὸς βεβαίωσιν τοῦ εὐλόγου
1939καὶ λυσιτελοῦς τῆς πολιτείας του, ἀλλ’, ἀντὶ παντὸς τοιού-
1940του, ἀναστρέφων τὸν λόγον, γίνεται ἐγκαλῶν καὶ αἰτιᾶται
1941τὸν ἀντιλέγοντα, ἐγκαλῶν αὐτὸν, ὅτι ἔπραξε παραπλήσια
1942κατά τινα χρόνον, ἢ ὅτι ὁδηγεῖται καὶ ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ
1943πνεύματος τῆς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τοῦ
1944πόθου νὰ διαφθείρῃ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1945Τοιοῦτος τρόπος συζητήσεως δὲν εἶναι εἰθισμένος εἰς τὰ
1946Κοινοβούλια. Καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀπέχωσι τοιούτου τρό-
1947που οἱ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἐργαζόμενοι, διότι τοιαύτη ὑπε-
1948ράσπισις τῶν πράξεων, τοιαύτη δικαιολογία τῶν φρονημά-
1949των, προκαλεῖ τὰς λογομαχίας, φέρει ἀντεγκλήσεις, καὶ τὴν
1950συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου τὴν μεταβάλλει ἀπὸ συζητή-
1951σεως πολιτικοῦ σώματος εἰς παλαίστραν προσωπικοτήτων
1952καὶ εἰς ἀντεγκλήσεις, ἀναξίας ἀνθρώπων, τοσούτῳ σπου-
1953δαίαν ἐνασκούντων ἐντολήν. Διὰ τοῦτο προλαβὼν προχθὲς
1954ἐδήλωσα, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἐκφράζω θλίψιν τῆς ψυχῆς
1955μου, διότι δὲν αἰσθάνομαι τοιαύτην, διότι οὐδέποτε μοὶ ἐγεν-
1956νήθη ἀξίωσις τοιαύτη, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντήσῃ ἢ
1957δὲν ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα λέγω. Ἀφίνω τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1958γὸν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ συμφέρον καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι
1959ἂν ἐγκρίνῃ.
1960Πρὸ μικροῦ ἠλέγχετο ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς αἰτία
1961καταναλώσεως χρόνου, ὡς ἐκ προμελέτης παραλύουσα τὰς
1962ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν χθὲς συζή-
1963τησιν, προκληθεῖσαν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου
1964φίλου μου κ. Γεωργαντᾶ. Ἐνεθυμήθην, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1965γὸς, ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἑαυτοῦ πρᾶξιν, ἀντὶ νὰ ἀπο-
1966δείξῃ, ὅτι ἐγένετο συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, ἀντὶ νὰ ἀπο-
1967δείξῃ, ὅτι ἐγένετο ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατοῦ, ἐπετέθη
1968κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς διαστρεφούσης τὰ πράγματα,
1969καὶ ἐξήλεγχε τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετασχόντα καὶ
1970μὴ τῆς συζητήσεως, καὶ ὥρμησε κατ’ αὐτῶν διὰ νὰ τοὺς
1971ἀποστομώσῃ......
1972§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή.
1973§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἷς τῶν βουλευτῶν ἐπεθύμησε
1974νὰ διακόψωμεν......
1975§54ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
1976Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1977Ὥρᾳ 8 μ. μ.