1887.03.18
2,920 rows · 22,871 words · 153 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 18 Μαρτίου 1887.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐδῶ βλέπω, ὅτι παρεβιάσθη, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ συνοικισμοῦ τῆς Κορίνθου δὲν ἐψηφίσθη χθὲς, καὶ ἤλλαξε θέσιν.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§3ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτε ἀνεγινώσκοντο τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων, ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν δὲν ἦτο παρὼν, ὅπως τὴν ὑποστηρίξῃ· συνεπῶς μετέβημεν εἰς τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς προτάσεώς του, καὶ ἀνεχώρησε, φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, παραπονούμενος.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεμία ἀνάγκη ἦτο ὑποστηρίξεως τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἶχε τὴν σειράν του καὶ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ, ἀπόντος οἱουδήποτε ἐκ τῶν βουλευτῶν, τῶν ὑποστηριζόντων αὐτό. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλογερόπουλος, ἐνδιαφερόμενος περὶ τῆς ὅσον οἷόν τε τάχιον ψηφίσεως τῆς προτάσεώς του, ἔσπευσε καὶ ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Νομίζω, ὅτι τοιαῦται ὑπερπηδήσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται, καὶ προτείνω νὰ προταχθῇ καὶ τεθῇ ἐκεῖ, ὅπου ἦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ περὶ συνοικισμοῦ τῆς Κορίνθου.
§5ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι παρόντες οἱ βουλευταὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεών των, διότι εἶναι προτάσεις, αἵτινες δὲν χρήζουσι συζητήσεως, ὡς ἡ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἐν Καλάμαις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Κερκύρας.
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει.). «Συνέλευσις κτηματιῶν ἀπεφάσισε σήμερον παρακαλέσαι Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν, ἀναστείλωσι συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ ἐξαγωγικῶν τελῶν Ἑπτανήσου. Καθέκαστα διαβιβασθήσονται ταχυδρομικῶς.»
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην αὐτοῦ: «Περὶ καταστολῆς τοῦ λαθρεμπορίου. Περὶ αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ φυλλοξήρας νόμου. Περὶ προσκλήσεως ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπιστήμονος πεπειραμένου γεωπόνου πρὸς θεραπείαν τῶν ὑπὸ διαφόρων νοσημάτων πασχόντων ἀμπελώνων. Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐκτελέσεις. Περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων.» Ὁ Ἠλίας Ἀργυρόπουλος παραπονεῖται κατὰ τοῦ Δημάρχου Φαλαισίας. Ὁ Γεώργιος Νάβδης τηλεγραφικῶς παραπονεῖται κατὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ ἀρχαῖον ἑλληνικὸν φρούριον, ὅπως καταληφθῇ καὶ γίνῃ ἰδιοκτησία. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μαζεΐκων τοῦ Δήμου Κλειτορίας, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων, ζητοῦσι προστασίαν, ὅπως μὴ καταστρέφωνται αἱ ἄμπελοι παρὰ τῶν ποιμένων. Δικολάβοι τινὲς Αἰγίου αἰτοῦνται, ὅπως ψηφισθῇ εὐεργετικὸς νόμος ὑπὲρ αὐτῶν. Οἱ εἰς τὰς φυλακὰς Χαλκίδος κατάδικοι παραπονοῦνται διὰ τὴν κακὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Κλητῆρες δικαστικοὶ τῶν Δικαστηρίων Πατρῶν ἐκφέρουσι σκέψεις περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων.
§11Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§12ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμεριζόμενος, Κύριοι βουλευταὶ, τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν παρ’ ἄλλων συναδέλφων ἐκφρασθεῖσαν εὐχὴν, ὅπως εἰσαχθῇ εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου συμπολίτου μας Καλαμογδάρτου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ κωφεύσῃ εἰς τὴν δικαίαν ταύτην παράκλησίν μας, διότι εἶναι ἄδικον αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀνδρῶν, τῶν πολλὰς ὑπηρεσίας προσενεγκόντων εἰς τὸν τόπον, καὶ αἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἐκληρονόμησαν ἢ ἔνδοξον ὄνομα καὶ ἔντιμον πενίαν, νὰ μὴ τυγχάνωσι περιθάλψεως παρὰ τῆς Πολιτείας, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας οἱ ἐκλιπόντες οὗτοι πατέρες καὶ σύζυγοι ἀφιέρωσαν τὸν βίον. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συντόμως μεριμνήσει, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶν μὴ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, μεταβαίνω εἰς ἕτερον ζήτημα, σχετιζόμενον μὲ τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ οὗτινος ἀντίγραφον μοὶ ἀπεστάλη ἐκ Πατρῶν. Μετὰ προσοχῆς ἀναγνώσας τὰς σκέψεις, τὰς ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκτεθειμένας, συνιστῶ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μελετήσῃ ταύτας σπουδαίως, διότι πρόκειται περὶ συμπερασμάτων γενικοῦ συμφέροντος, ὑποβαλλομένων παρ’ ἀνδρῶν κατὰ πάντα ἁρμοδίων. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» καὶ ἄλλοτε ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων ἐμβριθεστάτας ἐξήνεγκε γνώμας, καὶ πάντοτε φιλοτιμεῖται πολύτιμον νὰ προσφέρῃ συμβολὴν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἰδίως ζητήμασι, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ἰδιαιτέρως μᾶς ἀπασχολοῦσιν. Αἱ περὶ καταστολῆς τοῦ λαθρεμπορίου σκέψεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου εἶναι ἄξιαι ἰδιαιτέρας προσοχῆς, διότι τῳόντι τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἀπό τινος ἔλαβεν εὐρυτάτας διαστάσεις, ἐπὶ βλάβῃ σημαντικῇ τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τοῦ συναγωνισμοῦ τοῦ ἐμπορίου. Ἡ ἐσχάτως μάλιστα ψηφισθεῖσα αὔξησις τῶν τελῶν προώρισται ἀναγκαίως νὰ ὑποθάλψῃ θερμότερον τὴν ὄρεξιν τῶν λαθρεμπόρων, καὶ ἀπαραίτητον καθίσταται, ὅπως λάβωμεν συντόνως μέτρα ἀποτελεσματικὰ, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὁποίων οὐκ ὀλίγον διαφωτίζει τὸ ἐν λόγῳ ὑπόμνημα. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὰ μέτρα, ἅτινα ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος συνιστᾷ ὡς τελεσφόρα. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν περικοπὴν τοῦ ὑπομνήματος). Ἰδοὺ εἰς ὀλίγας γραμμὰς, ἀλλὰ πλήρεις ὀρθότητος καὶ πρακτικότητος, σκέψεις, ἃς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβλέψωσιν οἱ ἁρμόδιοι, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἄλλοτε ὁ αὐτὸς Σύλλογος ὑπέδειξεν, ὅτι πρὸς περιστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀνάγκη νὰ περιορίσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν εἰς ὀλίγα κεντρικὰ Τελωνεῖα. Ἡ γεωγραφικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους μας, πανταχόθεν περικυκλουμένου ὑπὸ θαλάσσης, εὐνοεῖ τὸ ἔργον τῶν λαθρεμπόρων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τοὺς χειραγωγήσωμεν περισσότερον, ὅπερ πράττομεν διατηροῦντες ἀπόκεντρα καὶ μικρὰ Τελωνεῖα εἰς πάσας τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲν ἄλλο ὑπηρετοῦντα ἢ τὰ τῶν λαθρεμπόρων συμφέροντα.
§13ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ σήμερον ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπερώτησίν μου, ἐνῷ ἡ Βουλὴ προσδιώρισεν ἄλλην ῥητὴν ἡμέραν, θὰ λάβω τὸν λόγον· ἀλλ’ εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ὁ ἐπερωτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς του· ἐγὼ ὥρισα ὡς τοιαύτην τὴν ἐρχομένην Πέμπτην· ὥστε πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§14ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰ καὶ δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, παρατηρῶ εἰς τὸν διακόψαντά με, ὅτι ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης του, ὅτι ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς του· ὁ καθορισμὸς ἡμέρας ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἣν δικαιοῦται βεβαίως ὁ ἐπερωτῶν νὰ προκαλέσῃ.
§15ΡΟΥΦΟΣ. Τοιαύτη πάντοτε ἐπεκράτησε συνήθεια, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ χθεσινὴ ὁμιλία τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὁ ὁποῖος προσδιώρισεν, ὅτι τὴν Πέμπτην θέλει ὁμιλήσει, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔφερεν ἀντίῤῥησιν.
§16ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀποδεικνύει τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης μου, εἰ καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη προσθέτων ἀποδείξεων περὶ πράγματος πασιγνώστου. Ἡ Βουλὴ, μὴ ἀντιλέξασα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἀπεφάνθη, ὅτι συμμερίζεται ταύτην, τοῦθ’ ὅπερ δὲν συνέβη σήμερον.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως· ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ὑπέβαλεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ σπουδαίων ἀντικειμένων· νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μελετήσει τὰ ἔγγραφα, νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὴν γνώμην της· ἄλλως σήμερον θεωρῶ πρόωρον τὴν συζήτησιν.
§18ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συναινῇ νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα καὶ ἀφοῦ μελετηθῇ παρ’ αὐτῆς καὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, νὰ συζητηθῶσι τὰ συνιστώμενα μέτρα· τότε ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἂς τυπωθῇ.
§20ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τύπωσιν καὶ θὰ διανεμηθῇ, καὶ μετὰ ταῦτα ζητεῖται ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν συναινῇ, νὰ ὁρίσῃ ἰδιαιτέραν ἡμέραν.
§22ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀλλὰ προβλέπω ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν ἐν Μακρυνίτσῃ ἀνθρακέων, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικητικῆς καὶ ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ὡς ὑφιστάμενοι παρ’ αὐτῶν μεροληπτικὰς πιέσεις κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματός των. Καὶ εἰς τὴν λῆψιν τῆς περὶ ὑλοτομίας ἀδείας, καὶ εἰς τὴν κώλυσιν τῶν ἀνθράκων των παρεμβάλλονται εἰς αὐτοὺς προσκόμματα. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, φέρουσαν ὑπὲρ τὰς 100 ὑπογραφὰς, συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ὅστις ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κωφεύωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἃς ὑποβάλλομεν αὐτοῖς ἐντεῦθεν, ἐξασκοῦντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν εἶχον ὑποβάλει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς αἰτίας, δι’ ἣν ἀνεκλήθη τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπενέμετο παράσημον τῷ ἰατρῷ Χ. Δημητρίου, τῷ ἀντιπροσωπεύσαντι τὴν ἐν Πὸρτ–Σαῒδ Κοινότητα κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Διαδόχου. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου προχθὲς ἔλαβον ἐπιστολὴν τῶν ἐν Πὸρτ–Σαῒδ Ἑλλήνων ἐμπόρων, δι’ ἧς μὲ πληροφοροῦσιν, ὅτι οἱ λόγοι, οὓς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς παρακινήσαντας αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ πιθανὸν νὰ παρεπλάνησεν αὐτὸν ὁ Ὑποπρόξενος Πὸρτ–Σαΐδ, ἐχθρικῶς διακείμενος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἰατρὸν κ. Δημητρίου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς θὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν διατρεξάντων. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Ἐντεῦθεν παρατηρεῖτε, Κύριοι βουλευταί, πόσον ἀνακριβὲς ἦτο τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Προξένου διαβιβασθὲν τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δῆθεν ὁ ἰατρὸς κ. Δημητρίου ἠρνεῖτο νὰ πληρώσῃ τὸ διαμονητήριον, ὡς μὴ δῆθεν πολίτης Ἕλλην. Προκειμένου περὶ εὐτελοῦς ποσοῦ, ὡς εἶναι τὸ τριακοντάδραχμον τέλος τοῦ διαμονητηρίου, νὰ ἀρνηθῇ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα! Τὸ παρὰ τοῦ κ. Δημητρίου ῥηθὲν εἰς τοὺς κλητῆρας τοῦ Προξενείου ἦτο στιγμιαία ἔκφρασις δικαίας ἀγανακτήσεως, διὰ τὸν βάναυσον καὶ βάρβαρον τρόπον, δι’ οὗ οὗτοι, κατὰ διαταγὴν τοῦ Προξένου, προσηνέχθησαν πρὸς αὐτὸν, ζητοῦντες νὰ τὸν συλλάβωσι πρὸς πληρωμὴν διαμονητηρίου, τὸ ὁποῖον μόλις ἤρχισε νὰ χρεωστῆται, καθότι ἐπρόκειτο περὶ πληρωμῆς τοῦ διαμονητηρίου τοῦ πρὸ ὀλίγου ἀρξαμένου ἔτους. Εἶναι ἀνάγκη αἱ Κυβερνήσεις νὰ προσέχωσι πολὺ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Προξένων, περιβεβλημένων ὕψιστα καὶ ποικιλότατα καθήκοντα, ὅσα οὐδεμία ἄλλη Ἀρχὴ συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῇ. Μαραίνομεν τὸ γόητρον τῶν ἔξω Ἑλλήνων, ἀπελπίζομεν ἐντελῶς αὐτοὺς περὶ ἡμῶν καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, ὅταν τοῖς στέλλωμεν ἀντιπροσώπους, παραγνωρίζοντας τὴν ὑψηλὴν αὐτῶν ἀποστολήν. Οἱ πρόξενοι ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, καὶ ἰδίως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν εἶναι μόνον ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ ἱεραπόστολοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, προωρισμένοι νὰ καθιστῶσιν ἀγαπητὴν τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ παραδείγματός των. Ὁ Ὑποπρόξενος Πὸρτ–Σαΐδ φαίνεται ἐντελῶς παραγνωρίζων τὴν θέσιν του, διότι οὐ μόνον πρὸς τὸν ἰατρὸν κ. Δημητρίου ἀνοικείως προσηνέχθη, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων δὲν ζῇ ἐν ἁρμονίᾳ, οὐδὲ κατώρθωσε νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἀγάπην αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπεναντίας διῄρεσε τὴν Ἑλληνικὴν παροικίαν εἰς φατρίας, πρὸς λύπην τῶν ἐκεῖ συμπολιτῶν μας, οἵτινες ἠκούσατε, ὡς ἐν τῇ ἐπιστολῇ των ἐκφράζονται, ὅτι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ προέλθωσιν εἰς σκέψεις θλιβερὰς διὰ τοὺς ἀγαπῶντας τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τιμήν των δὲ λέγω, ὅτι τὴν ἔκφρασίν των ταύτην ἀποδίδω μᾶλλον εἰς τὴν ἀγανάκτησιν, ἣν ἐμπνέει ἡ συμπεριφορὰ τοῦ καταγγελλομένου Ὑποπροξένου, ἢ εἰς μεμελετημένην σκέψιν. Τὰ κατὰ τοῦ Ὑποπροξένου παράπονα τοσούτῳ μᾶλλον φαίνονται ἀληθῆ, καθ’ ὅσον πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέταξε κατὰ τοῦ Ὑποπροξένου διοικητικὰς ἀνακρίσεις, ἐνεργηθείσας παρὰ τοῦ Ὑποπροξένου Ἀλεξανδρείας κ. Μπουφίδου. Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἀλλ’ εὐχαρίστως πληροφοροῦμαι, ὅτι καταλέγεται μεταξὺ τῶν Ὑποπροξένων, τῶν τιμώντων τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἰδίως τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις παρὰ τοῦ ἐντίμου καὶ ἀκεραίου κ. Μπουφίδου, ὅπως ἐξελεγχθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑποπροξένου Πὸρτ–Σαΐδ, ὅστις κατώρθωσε νὰ περιαγάγῃ τὴν ἐκεῖ Ἑλληνικὴν παροικίαν εἰς σημεῖον, ὅπερ ἠκούσατε ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς των. Περιμένω τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διότι σκοπῶ νὰ ἐπανέλθω, θεωρῶν ὕψιστον ζήτημα τὸ τῆς προσηκούσης ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς Ἀνατολικαῖς χώραις. Παρακαλῶ ἔτι, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διατὶ δὲν ἐκοινοποιήθη εἰσέτι τὸ Διάταγμα περὶ διορισμοῦ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὰς ἐξετάσεις ὑπολογιστῶν.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν προεκλήθη εἰσέτι τὸ Διάταγμα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἐπί τινας ἡμέρας ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος τῆς τοποθετήσεως τῶν ἐξετασθέντων ὑπολογιστῶν, διότι, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ψηφισθῇ, πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ παυθῶσι, θὰ μείνωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§24ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐπαρκεστάτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα μοὶ ὑποβάλλουσιν ἐκ Πατρῶν, περὶ τῆς πλημμελείας, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἑτέραν λέξιν, τοῦ συνταχθέντος καταλόγου τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων.
§25ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ χθεσινὴ ἑσπέρα μοὶ ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προτίθεται νὰ καταθέσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον πολλάκις παρεκαλέσαμεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία τοῦ λιμένος Κατακώλου. Ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ καταθέσῃ, ἐγὼ ἀπεκδύομαι τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία ἀπομένει ὁλόκληρος εἰς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καί, τῇ συναινέσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπεφασίσθη, νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων, σχετιζομένων μετὰ τῆς κατατάξεως ἢ τοῦ βαθμοῦ ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἐτυπώθησαν, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι εἶδον, ὅτι ἡ Βουλὴ χθὲς προέβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, χωρὶς ἡμεῖς νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν θέλωμεν αἱ συζητήσεις νὰ ἦναι πραγματικαὶ, αἱ ἐκθέσεις καὶ τὰ κατατιθέμενα σχετικὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ διανέμωνται εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, καὶ μετὰ 24 ὥρας νὰ γίνηται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἵνα δυνάμεθα ἐν γνώσει καὶ μεμελετημένοι νὰ δίδωμεν τὴν ψῆφόν μας. Νομίζω δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι, πρὶν διανεμηθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα τυποῦνται.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔγγραφα δὲν κατετέθησαν παρ’ ἐμοῦ ὡς δικαιολογητικὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατετέθησαν, διότι ἐζητήθησαν παρὰ τῶν κ. κ. βουλευτῶν· ὅτε δὲ, κατόπιν τῆς καταθέσεως, ἐζητήθη ἡ δημοσίευσις αὐτῶν, εἶπον, ὅτι προθύμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φροντίσῃ νὰ μεταφρασθῶσι τὰ ἐν πρωτοτύπῳ κατατεθέντα, ἢ μόνον περίληψις αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον τινὰ τούτων εἶναι ὁλόκληρος νομοθεσία. Ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω μάλιστα, ὅτι ἐτελείωσεν ἤδη, καὶ ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ γίνῃ ἡ διανομή· δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ διανομὴ τῶν ἐγγράφων τούτων ἔχει σημασίαν πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδίαν ἔκθεσιν δικαιολογητικήν.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πρακτικοί, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπωφελώμεθα ἀπὸ παρερμηνείας ἢ παρεξηγήσεις. Ἐγώ, καὶ μετ’ ἐμοῦ, νομίζω, ἅπαντες οἱ κ. κ. βουλευταί, δὲν ἐγνωρίζομεν, ἐὰν ὑπῆρχον ἔγγραφα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσήγαγεν αὐτὰ οἰκειοθελῶς καὶ εἶπεν, ὅτι, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, καταθέτει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐφρόντισε νὰ λάβῃ. Πολὺ καλὰ ἔκαμε, καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ἔχει νὰ δώσῃ γνώμην, οὐχὶ τυπικὴν, ἀλλὰ πεφωτισμένην, δικαιοῦται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων. Ἀλλὰ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι ἐλπίζει μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας νὰ τελειώσῃ ἡ μετάφρασις αὐτῶν, καὶ μετὰ 4 ἢ 5 νὰ γίνῃ ἡ τύπωσις· ἐν τοσούτῳ ὑπολείπονται δύο ἔτι ἀναγνώσεις, θὰ γίνῃ ἡ μία σήμερον, ἡ ἄλλη αὔριον καὶ τελειώνει εἶτα τὸ νομοσχέδιον· εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ νὰ λάβωμεν μετὰ τοῦτο γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων; Ἐὰν θέλητε νὰ δώσωμεν ψῆφον πεφωτισμένην, πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ λάβωμεν γνῶσιν ὅλων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο. Ἄλλως, ἡ γνώμη μας οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, καταντᾷ μάλιστα καὶ περιττή. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ἐνόσῳ δὲν γίνῃ ἡ διανομὴ, νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι τὰ ἔγγραφα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν θέλουσι συμβάλει κατ’ οὐδὲν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Δὲν θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, τί γίνεται εἰς τ’ ἄλλα ἔθνη· θὰ ἐξετάσωμεν τί πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, ἀπὸ τοῦδε δὲ πιστεύω, ὅτι ἐμορφώθη πεποίθησις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν. Πᾶς ὁ ἀδικούμενος, εἴτε στρατιώτης εἶναι, εἴτε πολίτης, πρέπει κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια.
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατέθετε τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ γίνεται συζήτησις, ῥητῶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁριζόμενα συνεβουλεύθη πάσας τὰς νομοθεσίας τὰς Εὐρωπαϊκὰς, πᾶσαι δ’ αὗται ἔχουσι διατάξεις, ὁμοίας πρὸς τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐζητήθη τῷ ὄντι ἡ κατάθεσις τῶν πληροφοριῶν τούτων, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν λίαν ἀξιεπαίνως ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταθέσει ταύτας. Αἱ πληροφορίαι κατετέθησαν, καὶ, τροχάδην δυνηθεὶς νὰ μελετήσω τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, ἔτυχε νὰ ῥίψω τοὺς ὀφθαλμούς μου κατὰ πρῶτον ἐπὶ ἐγγράφου τινὸς τοῦ ἐν Ἰταλίᾳ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ῥητῶς λέγει, ἀπαντῶν εἰς τὸ τιθέμενον αὐτῷ ζήτημα, ὅτι: «Οὔτε κἂν προβλέπεται ὡς ἐνδεχομένη περίπτωσις, ὅτι ἀξιωματικὸς δύναται κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς νὰ προτιμηθῇ ἄλλων ἀρχαιοτέρων.» Ὅταν λοιπὸν ἀμέσως τὸ πρῶτον ἔγγραφον ἦναι ἀντίθετον τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα μελετήσωμεν καὶ τὰ λοιπὰ, τότε δὲ προβῶμεν εἰς πεφωτισμένην συζήτησιν.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Βʹ. Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σχολείου τῶν τεχνῶν. Γʹ. Νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τριῶν γεωργικῶν Σχολῶν. Δʹ. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν γραφέων. Εʹ. Νομοσχέδιον περὶ ἐξισώσεως τοῦ Σωφρονιστηρίου Αἰγίνης, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ, μὲ τὰ Σωφρονιστήρια Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου. Ϛʹ. Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶνται κατ’ ἔτος ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λιμένος Κατακώλου 50,000 δραχμῶν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 108,109, 110, 111, 112, 113).
§33ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ φακέλλου τοῦ Δήμου Σελινοῦντος τί λέγετε, κ. Ὑπουργέ;
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σπουδαίως τὸ ἐλέγετε νὰ φέρω τὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν; Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο καὶ αὐτὸ καθὼς ἡ ὑπόθεσις τοῦ μακαρίτου, ὅτι τὰ ἐλέγετε διὰ νὰ γίνηται νταραβέρι. Ἀφοῦ σπουδαίως τὰ ἐζητήσατε, θὰ σᾶς τὰ φέρω αὔριον εὐχαρίστως.
§35ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρατηρῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι τὴν 25 Ἰανουαρίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω αὐτὸν, νὰ ὑποβάλῃ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ πληροφορίας τινὰς, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ λάβωμεν γνῶσιν πρὶν προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐξήγησα τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι εἰς ἄλλα Ἔθνη εὐνομούμενα, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως διὰ διατάξεως ἐπιτακτικῆς ὀφείλει νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατὰ τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους γενικὴν ἔκθεσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ τῆς πανεπιστημιακῆς μέχρι τῆς κατωτάτης αὐτῆς βαθμίδος, ὥστε ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία γνωρίζει κάλλιστα καὶ ἀκριβῶς, ἐὰν αἱ δαπάναι τῆς Πολιτείας πρὸς ἐκπαίδευσιν δαπανῶνται προσηκόντως. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ἐκείνη θὰ ἐχρησίμευεν ὡς ἐλατήριον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα ὑποβάλῃ νόμον περὶ τούτου, ὥστε καὶ ὁ διάδοχος αὐτοῦ νὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ ἐκτελέσῃ αὐτό· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν προσεκόμισεν, ἂν καὶ κατέταμον αὐτὰς εἰς τμήματα, διὰ νὰ διευκολύνω τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁμολογουμένως πρὸς περισύναξιν τῶν πληροφοριῶν τούτων θὰ χρειασθῇ ἱκανὸς κόπος καὶ θὰ παρουσιασθῶσι καὶ μεγάλαι δυσκολίαι, ὡς ἐκ τῆς ἐπικρατούσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀτελείας βιβλίων, ἐν οἷς νὰ ἀναγράφωνται ἀκριβεῖς στατιστικαὶ σχολικαὶ πληροφορίαι.
§36ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν κλπ.). Νομίζω, ὅτι εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἐπερώτησιν, δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀπορῇ, διατὶ μέχρι τοῦδε καθυστερεῖ ἡ κατάθεσις τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ τὰς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν ἐλησμονήσαμεν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον ἀπασχολοῦσιν ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Λέγω δὲ, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα βουλευτὴν νὰ ἀπορῇ, διότι αὐτὸς εἶναι εἰς κατάστασιν, ὑπὲρ πάντα ἄλλον, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ συγκέντρωσις ἁπασῶν τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον πολὺν καὶ κόπον οὐκ ὀλίγον. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι αὔριον θέλω ὑποβάλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν, ὅπως ὑποβάλλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατ’ ἔτος εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ νόμῳ τῷ λογιστικῷ. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσω τὴν διάταξιν ταύτην, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα. Ἤδη προσπαθοῦμεν νὰ παρασκευάσωμεν τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ὁ ὑπουργὸς δύνηται νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως ταύτης.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς Ζαρούχλαν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων διωρίσθη κατὰ τὸν Δεκέμβριον δημοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος μετέβη ἀμέσως εἰς τὸ Σχολεῖον, ἀλλ’ αὐθημερὸν ἀνεχώρησε διὰ τὰ κτήματά του καὶ δὲν ἀνεφάνη ἔκτοτε εἰς τὸ χωρίον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὁ Δήμαρχος ἠρνήθη νὰ θεωρήσῃ τὰς μηνιαίας καταστάσεις του, ἀλλ’ ὁ Ἔπαρχος ὑπείκων εἰς ἀνωτέρας ἐπιτακτικὰς ἐντολὰς ἐθεώρησε καὶ ἐνέκρινε ταύτας, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος οὗτος ἐπληρώθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τούτου.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, δύο σφάλματα γραφικὰ παρεισέφρησαν ἐν τοῖς δυσὶ κειμένοις τοῦ πρωτοτύπου τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ τῶν δύο τελευταίως ψηφισθεισῶν συμβάσεων. Εἰς μὲν τὴν Γαλλικὴν σύμβασιν, ἀντὶ νὰ σημειωθῇ ἡ λέξις «ἐμπορεύματα», ἐσημειώθη ἡ λέξις «ἔμποροι», καὶ ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ ἐπενέγκῃ τὴν διόρθωσιν ταύτην. Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη ἤδη καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, ἐπίκειται δὲ καὶ ἡ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας συζήτησις, μεθ’ ἣν θέλει γίνει ἡ ἀνταλλαγή, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ψήφισιν.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀμέσως.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡσαύτως ἐν τῇ Ἀγγλικῇ συμβάσει παρεισέφρησεν ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν καταγγελίαν τῆς συμβάσεως. Διὸ ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ζητῶν τὴν ἄδειαν τῆς διορθώσεως καὶ τοῦ παροράματος τούτου.
§41Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πρᾶξις πρωτοφανὴς εἰς τὰ στρατιωτικὰ χρονικὰ τῆς ἡμετέρας πατρίδος ἐπράχθη ἐσχάτως, καταταράξασα τὰς συνειδήσεις τῶν πολιτῶν καὶ πλήξασα εἰς τὰ καίρια αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν φιλοτιμίαν, ἥτις εἶναι ἡ πηγὴ τῆς τοῦ Κράτους δυνάμεως. Πάντες, Κύριοι, ἔχετε γνῶσιν τῆς τοιαύτης πράξεως, διότι ἀρκετὸς περὶ αὐτῆς λόγος ἐγένετο· εἶναι δὲ αὕτη ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Δημητρίου Τερτίπη, τέως βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ἄνευ προηγουμένης καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Σεβαστὸν ἡμῶν Βασιλέα, ὅτι ὁ λοχαγὸς οὗτος προεβιβάσθη παρὰ τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα, ὡς βλέπετε, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν ἅμα καὶ σπουδαιότατον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐπιθυμῶ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ἄνευ κομματισμοῦ καὶ ἄνευ προσωπικοτήτων. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς, θέλει ἀποδώσει τὸ δίκαιον ἐκεῖ, ὅπου πρέπει, καὶ, εἰ μὲν εὕρῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος καὶ ἀναξιοπαθοῦντος κατ’ ἐμὲ ἀξιωματικοῦ, νὰ συστήσῃ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἄρῃ τὸ ἀδίκημα, ὅπερ κατὰ γενναίου, ἀληθῶς γενναίου, ἀξιωματικοῦ διεπράχθη. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν, τί τὸ Ὑπουργεῖον φέρει πρὸς δικαιολόγησιν τῆς τοιαύτης πράξεώς του. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς δικαιολογίαν τῆς τοιαύτης πράξεώς του φέρει, ὅτι, κατὰ τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Τερτίπη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ΑΛΔʹ. Νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου. Ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ἄν τῳόντι τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ βασιζόμενον, ἐδικαιοῦτο νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν ἅπαξ ἀπονεμηθέντα βαθμὸν τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, μετὰ παρέλευσιν δέκα τριῶν καὶ πλέον μηνῶν. Ὁ νόμος ΑΛΔʹ. ἀληθῶς ὁρίζει τὰς ὀργανικὰς θέσεις, ἐν αἷς πᾶς ἀξιωματικὸς, ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν χρόνον· ἀλλὰ πρὸ τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχει ῥητὸν ἄρθρον τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους, τὸ ἑκατοστὸν (100), ὁρίζον, ὅτι μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των. Ὁ δὲ νόμος οὗτος εἶναι ὁ πάγιος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ΡΟΗ, ὅστις ἀναγράφει ῥητῶς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ ἀξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του καὶ αἵτινες εἶναι αἱ ἑξῆς: Ὁ ἀξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του, ἕνεκα τῶν ἑξῆς αἰτιῶν, αʹ.) Παραιτήσεως, ἐγκριθείσης ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. βʹ.) Στερήσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ πολίτου Ἕλληνος, καταγνωσθείσης διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. γʹ.) Καταδίκης εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν, ἢ ἕνεκα τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 22 καὶ 23 τοῦ Ποινικοῦ νόμου διαλαμβανομένων πλημμελημάτων. δʹ.) Ἐκπτώσεως, καταγνωσθείσης δι’ ἀποφάσεως τοῦ Στρατοδικείου κλπ. Αὗται, Κύριοι συνάδελφοι, ὡς βλέπετε, εἶναι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς στερεῖται πᾶς ἀξιωματικὸς τοῦ βαθμοῦ του· ἀλλ’ οὐδεμία τοιαύτη περίπτωσις ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη, διότι οὐδέποτε οὗτος ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν ἢ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν, ἐπαγομένην τὴν στέρησιν τοῦ βαθμοῦ του, ἐκτὸς ἐὰν ἐγκληματικὴ πρᾶξις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπολέμησε γενναίως κατὰ τῶν Τούρκων ἐν Σέκλιζᾳ καὶ Ματαράγκᾳ, ἔνθα ἐδόξασεν ἀληθῶς τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, καταδείξας, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαιά της καὶ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς ξένης τινὸς Δυνάμεως. Τίνα εἶναι λοιπὸν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐξηνάγκασαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη; Καὶ λέγω, Κύριοι, Ὑπουργεῖον, διότι δὲν θέλω, ὡς ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, νὰ ἀναφέρω πρόσωπα Ὑπουργῶν, παρὰ μόνον τὴν Ἀρχὴν, ἥτις πάντοτε εἶναι ἡ αὐτὴ, δηλονότι τὸ ἠθικὸν καὶ νομικὸν πρόσωπον· ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω ταῦτα, ἂν καὶ πολλὰ δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ πρὸς τὸν Σεβ. ἡμῶν Βασιλέα ἔκθεσις, δι’ ἧς αἰτιολογεῖται τὸ Διάταγμα τῆς ἀκυρώσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ εἰς λοχαγὸν προβιβασμοῦ τοῦ κ. Τερτίπη, φέρει ἡμερομηνίαν 30 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1886, ἤτοι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Τὸ τοιοῦτον φέρει πάντα εἰς πειρασμὸν, ὅταν μάλιστα λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει, ὅτι ρητῶς ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει ἀναφέρει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προσκλήσεώς του ἐσκέφθη νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὸν Σ. ἡμῶν Βασιλέα τὰς περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ ἀτόπου τούτου σκέψεις του, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐνδελεχοῦς βασάνου τοῦ τρόπου τῆς ἐπανορθώσεως αὐτοῦ, ὡς καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ Βασιλέως, ἀνέστειλαν ἀναποδράστως τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Ὁποία προσήλωσις πρὸς τὴν νομιμότητα! ἀπέναντι ταύτης καὶ αὐτοὶ οἱ Φαρισαῖοι θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὠχριάσωσιν. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπήγετο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὡς εἴρηται ἀνωτέρω νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ εἰς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου, καθόσον τότε ὁ ἀξιωματικὸς Τερτίπης ἐξεπλήρου καθήκοντα ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, τὰ δὲ καθήκοντα τοῦ ἀντιπροσώπου ἀξιωματικοῦ, ὁ θεμελιώδης νόμος ἐν ἄρθρῳ 71 θεωρεῖ ὡς συνέπειαν τῆς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ὑπηρεσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν, ὁ ῥηθεὶς ἀξιωματικὸς ἀπέκτησε τὸν πρὸς προβιβασμὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ διότι ὁ νόμος ΑΛΔʹ. δὲν δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους νόμον. Ὁ νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις εἶναι πάγιος παρ’ ἡμῖν νόμος, ὁ ΧΥΕʹ, ὁρίζει σαφῶς ἐν ἄρθρῳ 7, ὅτι μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν ὁ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑπολοχαγοῦ ἀξιωματικὸς προβιβάζεται εἰς λοχαγὸν, ὁ δὲ ὑπολοχαγὸς Τερτίπης ὑπηρέτησεν ὡς τοιοῦτος τέσσαρα ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ 1882 μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 ἔτους, ὅτε ὠνομάσθη λοχαγός. Ἐκτὸς τούτου, καὶ κατὰ τὸν νόμον, ἐφ’ οὗ στηριχθὲν τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῄρεσε διὰ Διατάγματος τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν ἐνέργειαν, δηλονότι δὲν ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς τότε ἀξιωματικοὺς βουλευτὰς, διότι ὁ μνησθεὶς νόμος ἐν ἄρθρῳ 4 λέγει, ὅτι «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμοσθήσονται εἰς τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ἀξιωματικοὺς μετὰ τὸν εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν προβιβασμὸν αὐτῶν.» Συνεπῶς πᾶσα μεταβολὴ εἰς τὴν προαγωγὴν δὲν ἐξετείνετο καὶ ἐπὶ τοῦ μνησθέντος ἀξιωματικοῦ, βουλευτοῦ ὄντος ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ νόμου ΑΛΔʹ. μέχρι τοῦ προβιβασμοῦ του εἰς λοχαγὸν ὥστε καὶ κατὰ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ὁ ἀξιωματικὸς Τερτίπης ἐδικαιοῦτο νὰ προβιβασθῇ· πρὸς δὲ, ἠδύνατο λέγω νὰ προβιβασθῇ καὶ ἐν διαθεσιμότητι ὤν, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ νόμου, διότι ἡ διαθεσιμότης τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ δὲν προβλέπεται παρὰ τοῦ νόμου ΡΟΗʹ. περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εἶναι διαθεσιμότης ὁριζομένη εἰδικῶς παρὰ τοῦ Συντάγματος, μόνον διὰ τοὺς βουλευτὰς ἀξιωματικούς. Αὐτὸ τοῦτο ἐφρόνει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ διευθυνόμενον τότε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ ἀπόδειξις τοῦ λόγου εἶναι, ὅτι δὲν ἐσημειώθη τοῦτο ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ τοῦ μητρῴου τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, διότι, ἂν δὲν ἐφρόνει οὕτως, ἤθελε σημειωθῆ ἡ σπουδαία μεταβολή, ὅτι ὑπήγετο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμου περὶ προσμετρήσεως· ἐὰν ὅμως σήμερον φρονῇ ἄλλως καὶ τὰ ἐναντία τῶν ὅσων ἡμεῖς φρονοῦμεν, οὐδεμίαν ἡ νῦν γνώμη τοῦ Ὑπουργείου δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη. Τὴν παράλειψιν δὲ ταύτην — ἂν ὑποτεθῇ ὡς τοιαύτη ἡ μὴ σημειωθεῖσα μεταβολὴ, ὡς ἔπρεπεν, — ἀγνοῶν ὁ διάδοχος τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ Τερτίπη, οὐχὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ παραλειφθῶσιν οἱ νεώτεροι αὐτοῦ ἀξιωματικοί, τῇ ὠφελείᾳ τοῦ προβιβασθέντος λοχαγοῦ. Ἐρωτῶμεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, φρονεῖ, ὅτι Διάταγμα, καὶ νόμος ἀκόμη, δύνανται νὰ ἀφαιρέσωσι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξασφαλίσει αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος τοῦ Κράτους: Πιστεύομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ πάντες ἡμεῖς, φρονεῖ, ὅτι οὐδὲν Διάταγμα ἢ νόμος δύνανται νὰ ὑπάρξωσι, συγκρουόμενα πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ νομοθετήσῃ τι ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κηρύξῃ ἄκυρον, ἢ ἀνεπίδεκτον ἐκτελέσεως, πᾶν Διάταγμα, πῶς ἐτόλμησεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἀφήρεσε δι’ ἑνὸς Διατάγματος δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισε τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθροις 33 καὶ 100; Ἐκτὸς δὲ τῶν ὡς εἴρηται ἄρθρων, ὑπάρχει καὶ Διάταγμα τῆς 6 Νοεμβρίου τοῦ 1843, ὅπερ εἶνε ἐν ἰσχύϊ, καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ὁποίου συνηγοροῦσι καὶ οἱ κατόπιν ψηφισθέντες δύο πάγιοι περὶ στρατοῦ νόμοι ΧΥΕʹ καὶ ΡΟΗʹ, τὸ Διάταγμα δὲ τοῦτο θεωρεῖ τὸν βαθμὸν ἰδιοκτησίαν, ἑπομένως οὐδεὶς δύναται ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ τὸν βαθμόν του. Ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἐρωτηθῶ, τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ, ὅπως καὶ ὁ θεμελιώδης νόμος γίνῃ σεβαστὸς, καὶ ὁ νόμος ΑΛΔʹ. τηρηθῇ, καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀρχαιοτέρων τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασθέντος λοχαγοῦ Τερτίπη θεραπευθῶσι; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶνε εὔλυτον, ὅσον καὶ ἂν φαίνηται δύσκολον ἐν τῇ ἀρχῇ, διότι ζήτημα ὁμοίας φύσεως τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ Β. Διατάγματος τῆς 11ης Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1872 ἔλυσε, κανονίσαν τὴν ἀρχαιότητα τῶν παραπονεθέντων τότε ἀξιωματικῶν διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν παρὰ τὸν νόμον ΤΟΔʹ προβιβασθέντων νεωτέρων των. (Ἀναγινώσκει.) «Ἀριθ. 2535 «Προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας ΤΟΔʹ. Νόμος τῆς 27 Φεβρουαρίου 1871 δὲν ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ τῶν πρώην ἀνθυπολοχαγῶν, Μοσχονησίου Ἀνδρέου, Μπίνα Σπυρίδωνος, Νταγκλῆ Κωνσταντίνου καὶ Σταΐκου Δημοσθένους, ὡς μὴ συμπεριλαμβάνων αὐτοὺς, καθὸ διακριθέντας κατὰ τῆς ληστείας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ μνησθέντος Νόμου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν. «Ἡ σχετικὴ ἀρχαιότης τῶν ὑπολοχαγῶν, Μοσχονησίου Ἀνδρέου, Μπίνα Σπυρίδωνος, Νταγκλῆ Κωνσταντίνου καὶ Στάϊκου Δημοσθένους, ὡς πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους των καὶ τοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ προβιβασθησομένους ἀνθυπολοχαγούς, θέλει κανονισθῆ κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος, ἣν κατεῖχον ὡς ἀνθυπολοχαγοί.» Πρᾶξις πατρικὴ, ἁρμόζουσα εἰς ἀνωτέραν ἐξουσίαν καὶ εἰς τοὺς παραπονεθέντας ἀξιωματικούς, καθόσον μάλιστα ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ὑπηρετεῖ διὰ λόγους χρηματολογικούς, ἀλλὰ διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει στρατιωτικὴν δόξαν, δι’ ἣν καὶ ἠσπάσθη τὸ ἐπάγγελμα τῶν ὅπλων, ἐν γνώσει, ὅτι ἡ ἐν τῷ στρατῷ ἀποκτηθεῖσα περιουσία του ἔσεται ἴση μὲ τὴν σκιὰν τοῦ ὅπλου του. Ἐρωτῶ ἤδη, δὲν ἠδύνατο ἆρά γε ὁμοία καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως νὰ δοθῇ λύσις; Δὲν ἠδύνατο λέγω νὰ προκαλέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Διάταγμα, κανονίζον τὴν ἀρχαιότητα τῶν παραπονεθέντων ἀξιωματικῶν πρὸς τὴν τοῦ Τερτίπη, καὶ νὰ μείνῃ οὗτος μέχρις οὗ ἀποκτήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα τοῦ βαθμοῦ, ὅστις τῷ ἀπενεμήθη; Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως δὲν ἠθέλησε, φαίνεται, διὰ λόγους, οὓς δὲν γνωρίζω· τοῦτο μόνον ἠξεύρω, ὅτι ἕνεκα τῆς παραλείψεως τῆς μὴ σημειωθείσης ἐν τῷ Μητρῴῳ τοῦ μνησθέντος ἀξιωματικοῦ προσηκούσης μεταβολῆς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, προῆλθεν ὁ προβιβασμὸς κατὰ τὴν γνώμην, οὐχὶ δὲ καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ παραλειφθῶσιν οἱ ἀρχαιότεροι ἀξιωματικοὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κ. Τερτίπη. Ὁ βαθμὸς, Κύριοι, τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἀναφαίρετος, κατὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντας νόμους, ἀλλ’ ὁ τρόπος, ᾧ ἐχρήσατο τὸ Ὑπουργεῖον, τίθησιν εἰς ἀμφιβολίαν τὸ σταθερὸν τῆς κυριότητος τοῦ ἀπονεμομένου βαθμοῦ, καθότι οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς ἐν αὐτῷ, καθιερουμένου τοῦ οὐδαμοῦ τοῦ νόμου ὑπάρχοντος δικαιώματος, νὰ ὑποβιβάζῃ ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ἀξιωματικούς, ἀντλοῦσα τὴν δύναμιν ταύτην οὐχὶ ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῶν σφαλμάτων τῆς ἰδίας ἑαυτῆς κρίσεως καὶ ἐνεργείας. Τοῦτο, Κύριοι, ἀντίκειται πλέον οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς κανόνας αὐτῆς τῆς λογικῆς. Ὁ ὑποβιβασμὸς, Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πρᾶξις, τὴν ὁποίαν, τοὐλάχιστον ἐγὼ, δὲν δύναμαι νὰ κατονομάσω, εἶναι πρᾶξις λυπηρά, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ εἰς ἀπόγνωσιν τὸν ἀξιωματικόν, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δύναται νὰ ὠθήσῃ εἰς τὰ ἔσχατα, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁ ὑποβιβασθεὶς δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, καὶ δὲν πρέπει ὁ ἀξιωματικὸς νὰ καταστρέφηται δι’ εὐθύνην ἄλλου καὶ δι’ οἱανδήποτε παρατυπίαν. Τίς δύναται, Κύριοι, νὰ πεισθῇ, ὅτι ἀξιωματικὸς ὑποβιβασθεὶς δύναται νὰ ἀνέχηται ὑπηρεσίαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν χθὲς διοικηθέντων παρ’ αὐτοῦ; τίς δύναται νὰ ὑποφέρῃ, μὲ ὅσην καλὴν θέλησιν καὶ ἂν ἔχῃ, τὴν καιρίαν ταύτην ἠθικὴν προσβολὴν, ἥτις ἐπέρχεται ἐκ μιᾶς διοικητικῆς καὶ οὐχὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως; Οὐδεὶς βεβαίως· καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι πάντες τὸ αὐτὸ φρονεῖτε. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὁ ὑποβιβασθεὶς, εἶναι φυσικὸν, νὰ μὴ θέλῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν μὴ περιβεβλημένην μὲ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τίς θὰ τὴν ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτεῖται δικαστικὴ ἀπόφασις, ἥτις ὄχι μόνον νὰ διατάσσῃ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ στερηθέντος τοῦ βαθμοῦ του ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως; Οὕτω δὲ θὰ περιέλθῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὑπάρχει ἀξιωματικὸς, ὅστις μόνος του ν’ ἀποσπάσῃ ἐκ τοῦ περιλαιμίου του τὸν βαθμόν του καὶ νὰ τὸν ῥίψῃ χαμαί; Οὐδεὶς πιστεύει τοῦτο· εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ τὸ φαντασθῶμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ῥίψῃ χαμαὶ τὰς ἐπωμίδας του, τὰς ὁποίας ἀπέκτησε δικαιωματικῶς μετὰ κόπου καὶ διὰ μακρῶν ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ στρατῷ. Βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρξῃ· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τοιοῦτος, δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο συμφώνως πρὸς τὸν νόμον; Δὲν δύναται, διότι ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις διατάσσει τὴν ἀπὸ τοῦ καταδικασθέντος ἀφαίρεσιν τῶν διακριτικῶν σημείων τοῦ βαθμοῦ του· ἀλλ’ ἐνταῦθα τοιαύτην ἀπόφασιν δὲν ἔχομεν. Καὶ ἂν, Κύριοι, ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ φέρῃ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ χρόνου δικαιωματικῶς φέρει, τί γενήσεται; Ζήτημα σπουδαῖον καὶ τοῦτο, διότι ὁ λοχαγὸς βεβαίως θὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ καὶ ἀντιποιήσει στολῆς, διακριτικῶν σημείων κλπ.· ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον 207 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 255 τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, θὰ τιμωρηθῇ μὲ φυλάκισιν καὶ μὲ ἔκπτωσιν ὁλοσχερῆ τοῦ βαθμοῦ του· ἰδοὺ ὁποῖαι θὰ ἦναι αἱ ἀνυπολόγιστοι συνέπειαι τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, καταστρεφομένου τοῦ εἰρημένου λοχαγοῦ, ὅστις ἀφιέρωσε τὴν ζωήν του καὶ ὁλόκληρον τὴν ὕπαρξίν του εἰς τὸ ὕψιστον καὶ εὐγενὲς ἐπάγγελμα τῶν ὅπλων. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταστρέφηται δι’ εὐθύνην ὁπωσδήποτε ἄλλου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἴσως οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες εἴπωσιν ὑμῖν: ἔχετε παράδειγμα ὁμοίας φύσεως ἄλλου τινὸς Κράτους, ἢ καὶ ἀπόφασιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ στερήσαν τὸν βαθμὸν ἀξιωματικοῦ τινος; Ναί, Κύριοι, ἔχομεν, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς νομομαθεῖς συναδέλφους μου, νὰ μὲ κρίνωσιν ἐπιεικῶς, ἐπιχειροῦντα νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ ἀναπληρώσωσιν ὅσα ἐγὼ, ἀπὸ ἀπειρίαν μου ἐν τοῖς νόμοις, παραλείψω. Κύριοι, ὁ Dalloz, ἐν τῷ μέρει τοῦ συγγράμματός του τῷ διαλαμβάνοντι περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γαλλίας, σελ. 161 § 5, φέρει ὁμοίας φύσεως παράδειγμα καὶ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπροβιβάσθη ἀξιωματικός τις, ὁ δὲ προβιβασμός του ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Ἐφημερίδι τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνεῖτο νὰ κοινοποιήσῃ τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ του. Ὁ ἀξιωματικὸς δὲ οὗτος, ὡς ἦτο ἑπόμενον, κατέφυγεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρεστάθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἷς βασιλικὸς ἐπίτροπος κατήγορος· τὸ δὲ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐδικαίωσε τὸν παρουσιασθέντα ἀξιωματικὸν, ἥτις ἐν τέλει λέγει καὶ τὸ ἑξῆς: Ὁ ἅπαξ ἀπονεμηθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς βαθμὸς εἶναι ἀναφαίρετος καὶ ἐκ πλάνης ἐὰν τῷ ἀπενεμήθη, ἀρκεῖ μόνον ἡ πρᾶξις νὰ φέρῃ τοὺς κατὰ νόμον ὀφειλομένους ἐξωτερικοὺς τύπους. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἔχετε καὶ μίαν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μεγάλου ἔθνους, οἷον ἡ Γαλλία. Ὁ ὑποβιβασμὸς, Κύριοι, ὁ μὴ στηριζόμενος εἰς δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς νόμον, δύναται νὰ διασαλεύσῃ τὰ θεμέλια τῆς στρατιωτικῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας, ἥτις εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς, ἡ ὑποβαστάζουσα πᾶσαν τὴν τοῦ στρατοῦ δύναμιν, ἑπομένως, ἂν ὄχι χάριν τοῦ ἀδικηθέντος καὶ καταστρεφομένου ἀτόμου τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς πειθαρχίας, ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἐπενέγκῃ τοιαύτην ἄδικον λύσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐπὶ τούτου οὐδεὶς νομίζω θὰ εἴπῃ ὄχι, ἀφοῦ, Κύριοι, καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΑΛΔʹ. εἶναι λίαν ἀσθενεῖς, ἅμα δὲ καὶ ἀσαφεῖς, ὥστε νὰ στηριχθῇ ἐπ’ αὐτῶν τοιαύτη ἀπόφασις· ὄχι δὲ μόνον ἀσαφεῖς εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἀντικείμεναι εἰς αὐτὸν τὸν θεμελιώδη νόμον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἠδύνατο ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ διοικητικῶς, ὅπως ἐλύθη κατὰ τὸ 1872 παρὰ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἠξεύρω, πῶς προεκάλεσε παρὰ τὸν νόμον Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ. Κύριοι, ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ νομοθετήσῃ τι, ἀντικείμενον πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κηρύξῃ ἄκυρον ἢ ἀνεπίδεκτον ἐκτελέσεως πᾶν Διάταγμα, ἀφοῦ λοιπὸν ὑπῆρχον ὅλα τὰ διοικητικὰ μέσα νὰ τηρηθῶσι καὶ οἱ νόμοι, καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν παραπονεθέντων νὰ θεραπευθῶσι, καὶ τὰ ἄτομα τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ καταστρέφωνται δι’ εὐθύνην ἄλλου, καὶ τέλος ἀφοῦ ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο ἐκ παραλείψεως οὐσιωδεστάτης καὶ πλάνης τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐκ τῶν ὅσων ἐξέθηκα ἐνώπιον αὐτῆς, θὰ πεισθῇ καὶ θὰ ἐνεργήσῃ νὰ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τὸν ἀδικηθέντα ἀξιωματικόν. Καὶ ἂν ὅλα, ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν, δὲν δυνηθῶσι νὰ ἀποτρέψωσιν ἐκ τῆς πεπλανημένης ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἐχάραξε πρώτην ἤδη φορὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχω καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα σπουδαιότατον, τὸ ἑξῆς: Ἐπὶ τίνος νόμου στηριχθὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ εἰρημένου λοχαγοῦ; Ὑπάρχει νόμος περὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ; Οὐδαμοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἀληθῶς νόμος περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ νόμος ΧΜΗʹ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς προβαίνει εἰς προβιβασμούς, ἀλλὰ νόμος περὶ ὑποβιβασμοῦ δὲν ὑπάρχει. Μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου νόμου, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδικαιοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὑπάρχει νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριχθὲν τὸ Ὑπουργεῖον περιεβλήθη μὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἐκήρυξεν ἄκυρον πρᾶξιν τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ἔχουσαν πάντας τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, διὰ νὰ φθάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὑποβιβασμοῦ, ἐνῷ οὐδαμοῦ τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν νόμου τοιοῦτος ὑπάρχει, δίδων τὸ δικαίωμα πρὸς ὑποβιβασμόν; Παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον, συμβουλευόμενον καὶ τοὺς νομικοὺς συμβούλους, νὰ ὁρίσῃ, ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἄγνωστος οὗτος νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δύνηται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δικάζῃ τὰς ἀκυρότητας τῶν κατὰ τύπους νομίμων πράξεών του καὶ νὰ ἐκδίδῃ καταδικαστικὰς ἀποφάσεις ὑποβιβασμοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἴσως ἐγνώριζεν, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἤντλησε δικαίωμα ἐκ τῆς ἑαυτοῦ δηλονότι παρανομίας τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως φθάσῃ εἰς τὸ γενναῖον βῆμα τοῦ ὑποβιβασμοῦ, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ χρόνος τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη δὲν ὑπελογίσθη. Οὐδείς, Κύριοι, νόμος παρὰ τοῖς εὐνομουμένοις λαοῖς ὑπάρχει περὶ ὑποβιβασμοῦ. Μόνον ὁ νόμος τοῦ Κορανίου, μόνον ἐν τῷ ὀθωμανικῷ δικαίῳ ἐπιτρέπεται τοιαύτη αὐθαιρεσία. Ἐν Τουρκίᾳ ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος· ἐκεῖ ὁ Βεζύρης πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Σερασκὲρ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δικαιοῦνται νὰ προβιβάζωσι καὶ νὰ ὑποβιβάζωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου, πέραν δὲ τοῦ ταγματάρχου τὸ ὑψηλὸν τοῦτο δικαίωμα ἔχει ὁ Αὐτοκράτωρ. Θέλετε λοιπὸν, τὸν νόμον αὐτὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς; Ναὶ, ἀλλὰ ψηφίσατέ τον πρῶτον, καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κόπτῃ καὶ κεφαλὰς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε τοιοῦτον νόμον, δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλῇ Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τί συμβαίνει; Συμβαίνει ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρίσταται καὶ ὡς ἐναγόμενος καὶ ὡς ἐνάγων, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἀντισυνταγματικώτατον, κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους, νομοσχέδιον περὶ συστάσεως νέων ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς τροποποιήσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ΡΟΗʹ. νόμου. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν τὰ μέχρι τοῦδε πειθαρχικὰ συμβούλια, ἀνακριτικὰ συμβούλια, συμβούλια τῆς τιμῆς κλπ. ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ συστηθῶσι καὶ νέα στρατιωτικὰ διοικητικὰ κριτήρια. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ τοιούτων ἐπιτροπῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως, καίπερ γνωρίζον τὸ τοιοῦτον, εἰσήγαγε μολαταῦτα πρὸς ἐπιψήφισιν τὸ τερατῶδες τοῦτο νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως περιποιήσῃ ἑαυτῷ οὐ μόνον τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἣν νομίμως ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὴν δικαστικήν. Δὲν λέγει, ὅτι τοῦτο εἶναι συγκεντρωτικόν, ἀλλ’ ὅτι θὰ δύνανται ταχέως αἱ στρατιωτικαὶ ὑποθέσεις νὰ ἐκδικάζωνται. Ἡμεῖς δὲ λέγομεν, ὅτι τὰ πάντα θὰ ἀποῤῥέωσιν ἀπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν, ἐνῷ διὰ τὸ ταχὺ τῆς ἐκδικάσεως δύναται νὰ φέρῃ νόμον νὰ δικάζωνται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου, θέλει τέλος νὰ ἀδικήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι, πῶς νὰ ἀποθάνῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, νὰ τὸν στερήσῃ δηλονότι δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῷ δίδει ὁ νόμος, τοῦ νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἥτις εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ἄγκυρα παντὸς ἀδικουμένου, ὁσάκις ἀδικῆται. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον βαίνει ἀκόμη περαιτέρω, καταργεῖ καὶ τὰς ὑφισταμένας καὶ ἐκκρεμεῖς δίκας τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε εἰσήχθησαν αὗται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, εἴτε οὔ, ὅπερ ματαιοῖ τὰς αἰτήσεις θεραπείας τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν καὶ αὐτὴν τοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, Τερτίπη. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἄνευ κομματισμοῦ καὶ προσωπικοτήτων· καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα ἀποδώσητε τὸ δίκαιον εἰς ἀξιωματικὸν, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης τὴν ἀγάπην, τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοσχερῆ τοῦ σώματος τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀνδρῶν, διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ στρατιωτικῆς ἀρετῆς καὶ διὰ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ παραδείγματος, ὅπερ εἶναι τὸ μέγιστον πάντων. Τοῦτο δὲ ἐκτήσατο ὁ ὑποβιβασθεὶς Τερτίπης οὐχὶ διὰ τῆς πεπατημένης ὁδοῦ, ἀλλὰ πολεμῶν ἐν Ματαράγκᾳ μετ’ ὀλίγων γενναίων ὁπλιτῶν, ἀπέναντι ὅλου ἐχθρικοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, ὅπερ, μὴ δυνηθὲν νὰ ὑποστῇ τὴν ὁρμὴν τῶν μαχητῶν μας τούτων, ἠναγκάσθη νὰ συνθηκολογήσῃ πρὸς τὸν Τερτίπην· ἐπὶ τούτου δὲ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργοῦ. Ποῖος δὲ εἶναι αὐτὸς, ὁ περιποιήσας τὴν τοσαύτην τιμὴν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα; Εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου σήμερον ἀφαιροῦμεν τὸν βαθμὸν καὶ τὸν κηρύσσομεν ἔκπτωτον ἄνευ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ νόμου. Παύσατε, Κύριοι, τὴν τοιαύτην πρὸς τὸν στρατὸν συμπεριφοράν σας, καὶ μὴ θέλετε νὰ ταπεινώσητε τὸ φρόνημά του, ὑποδουλοῦντες αὐτὸν, διότι πᾶσα ἐλευσομένη μεταμέλεια βλάβην ἀνεπανόρθωτον θέλει προξενήσει εἰς πάντας ἡμᾶς ἢ ὠφελείας. Τέλος, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, διατὶ δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ διὰ τὸν ἐκ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ὑπολοχαγὸν τῆς ἐνεργοῦ φάλαγκος Κοτίνην, ὅστις παρὰ τὸν νόμον προεβιβάσθη ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τῆς τιμῆς εἰς τὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς φάλαγγος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει καὶ ἄλλο παράδειγμα ἀξιωματικοῦ τινος, παρὰ τὸν νόμον ΡΟΗʹ. περὶ μεταθέσεως εἰς ἀργίαν ἕνεκα χρονίου νοσήματος, ὅστις ἐνοσηλεύθη τόσον χρόνον, ὅσος ἐχρειάζετο νὰ φθάσῃ, παρὰ τὸν νόμον προβιβαζόμενος, μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ· πέραν τῶν ἕξ μηνῶν, τίθεται εἰς ἀποστρατείαν, μετὰ ὀκτὼ δὲ μῆνας γίνεται τὸ αὐτό, ἐὰν διακοπῇ ἡ ἀσθένειά του. Ἄρα καὶ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος παρὰ τὸν νόμον προεβιβάσθη· πῶς λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔλαβε καὶ τότε τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει σήμερον; Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον, παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι τὰ λεχθέντα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καθόσον πρόκειται περὶ στρατοῦ. Ὁ στρατὸς, ὡς πάντες γνωρίζομεν, εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρὸς τῆς Πολιτείας· δι’ αὐτοῦ ἐξασφαλίζεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία παντὸς πολίτου, καὶ τῇ βοηθείᾳ τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως σώζομεν καὶ αὐξάνομεν τὰ ὑπάρχοντα ἡμῶν, ἀνακτώμεθα τὰ ὀπωσδήποτε ἀπολεσθέντα, δι’ αὐτοῦ παγιοῦται ἡ εἰρήνη, αὐξάνει τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία τοῦ Κράτους, συνεπῶς δὲ καὶ ἡ παραγωγὴ τοῦ Δημοσίου πλούτου, καὶ οὐχὶ διὰ τῶν καθ’ ἡμέραν ψηφιζομένων βαρυτάτων φόρων. Πάντες γνωρίζομεν, ὅτι διὰ τῆς ἐθνικῆς ταύτης τοῦ Κράτους δυνάμεως ἐν δέοντι χρόνῳ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν σφετερισθεῖσαν πατρικὴν κληρονομίαν, νὰ ἐκπληρώσωμεν τοὺς ἱεροὺς πόθους τῶν προπατόρων μας καὶ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὅπου πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ποθεῖ.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ὅπως καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασιν, ὧν ἐπελήφθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Βουλῇ, βάσιν καὶ ἀφετηρίαν ἔχομεν τὴν διαστροφὴν τῶν πραγμάτων, ἔχομεν παράστασιν τῆς ὑποθέσεως, ὅλως ἀλλοίαν τῆς πραγματικῆς, καὶ οὕτως ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου τοῦ προαγορεύσαντος, λέγοντος, ὅτι πρωτοφανές τι συνέβη ἐν τῷ Κράτει, ὅτι πρῶτον τοῦτο ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, ἀκυροῦν Διάταγμα περὶ προβιβασμοῦ, ὅτι περὶ τοιούτου τινὸς οὐδὲν οὐδαμοῦ ποτε ἄλλοτε ἠκούσθη, ὅτι νομολογία περὶ τοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀνακριβῆ, οὐδὲ θὰ ἐπίστευέ τις τοῦτο, ἀκούων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ὁμιλοῦντος, ἢ ἀναγινώσκων τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γραφέντα· καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τούτου, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν κατόπιν, διότι πρέπει εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἀποδείξωμεν, διὰ ποίων μέσων προσεπάθησαν νὰ δηλητηριάσωσι τὴν κοινὴν γνώμην οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου βεβαιούμενον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡσανεὶ ἦτο ἀληθῶς πανθομολογούμενον, ὅτι πρωτοφανὲς εἶναι τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη. Ἰδού, Κύριοι, Διατάγματα προγενέστερα· θὰ ἀναγνώσω Διάταγμα, φέρον ἡμερομηνίαν 15 Δεκεμβρίου 1875, ἠξεύρετε δὲ, ποῖοι τότε ἦσαν εἰς τὰ πράγματα· βεβαίως οὐχὶ οἱ ἐντεῦθεν καθήμενοι. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ Διάταγμα τοῦτο (ἀναγινώσκει). «Προτάσει τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1875 καὶ ὑπὸ στοιχ. ΦΛΘʹ νόμον, ἀνακαλοῦμεν τὰ ἀπὸ 23 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματα, ἐπαναφέρομεν δὲ εἰς τοὺς προτέρους βαθμοὺς αὑτῶν τοὺς ἑξῆς, ἤτοι τὸν Γεώργιον Γεωργαντᾶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιφροντιστοῦ, τὸν Ἀνδρέαν Ἀνδριάναν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ φροντιστοῦ, τὸν Νικόλαον Ἀνδριάναν καὶ Ἀναστάσιον Βῶκον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, τὸν Γεώργιον Δρίτσαν, Νικόλαον Πάτραν, Νικόλαον Λιούδην, Ἰωάννην Ἀποστόλην, Περικλῆν Χατζηανδρέου, Ἀντώνιον Μάνεσην, Γεώργιον Ν. Γκίκαν, Δημήτριον Εὐαγγελίδην, Γεώργιον Γιουρδῆν, Γεώργιον Λένον, Τίτον Δαμβέργην, Ἐλευθέριον Ν. Γκίκαν, Γεώργιον Νικολαΐδην καὶ Ἰωάννην Ἀνεξάρτητον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ. Καὶ ἀπολύομεν τὸν Παναγιώτην Τριγγέταν, Γ. Σποργίτην, Φραγκῖσκον Βούλγαρην, Ἡρακλῆν Χ. Ἀλεξάνδρου καὶ Νικόλαον Ἐλευθερίου Μπουντούρην ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λογιστοῦ. Ὁ Ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα.» Ἠκούσατε κοπτόμενον τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι ἐξεδόθη Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ· ἀνέγνων Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι σήμερον. Τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτο ὁ κ. Αὐγερινὸς, Πρωθυπουργὸς ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, Ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοῦ πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς θεωρεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιωματικοί. Λέγω, ὅτι πάντες εἶναι ἀξιωματικοί, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, ἀπολαύοντες πασῶν τῶν προνομιῶν, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους.
§45ΚΑΝΑΡΗΣ. Τότε ὑπεβιβάσθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, διότι ἠκυρώθη ὁ νόμος.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μὲ ὑποβοηθῆτε· δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δύνασθε νὰ ἐκθέσητε τὰ πράγματα κάλλιον ἐμοῦ, ἀλλὰ ταῦτα ὁμιλοῦσι τοσοῦτον ἐναργῶς, ὥστε, ὅσον ἀτελῶς καὶ ἂν τὰ παραστήσω, θὰ δυνηθῶ νὰ πείσω τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ, πρὶν ἢ παραστήσω τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχομεν ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ καὶ νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἷς, ἐκ τῶν ἐν τῷ Διατάγματι τούτῳ περιλαμβανομένων, προσέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος ἐσχάτως, κατὰ τὸ ἔτος 1886, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς ἐπικυροῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ἐπειδὴ τὸ παράπονον ἦτο ἀβάσιμον. Ἀφοῦ, ὡς λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος, εἶχεν ἀπονεμηθῆ παράνομος βαθμὸς, ἠδύνατο νὰ ἀφαιρεθῇ, ὡς ἀφῃρέθη· ταῦτα ὁ Ἄρειος Πάγος ἀποφαίνεται ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 191 ἀποφάσει τοῦ 1886.
§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τίνος ἀξιωματικοῦ;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ Φραγκίσκου Βούλγαρη.
§49ΣΑΚΚΗΣ. Προσέφυγον καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐναντίαν ἀπόφασιν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑτέραν ἀπόφασιν δὲν συνέπεσε νὰ γνωρίζω· δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλη· λέγω, ὅ,τι γνωρίζω, γνωρίζω δὲ, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ παρανόμως ἀπονεμηθεὶς βαθμὸς δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, τὸ ὑποβιβάζον τοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, εἶναι αἱ ἑπόμεναι. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1875 εἶχεν ἐκδοθῆ νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ λογιστικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου τοῦ νόμου, ὅστις κατόπιν ἐθεωρήθη ἄκυρος, ὡς μὴ φέρων τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, — ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἐπονομασθέντων ψευδῶν νόμων — ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ ψευδοῦς ἐκείνου νόμου, ἐγένοντο προβιβασμοί. Ἀφοῦ ἐξεδόθη ὁ νόμος, ὅστις ἐχαρακτήρισε τὸν νόμον τοῦ Ἀπριλίου 1875 ὡς ψευδῆ, ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε ἐν τοῖς πράγμασιν, ἐθεώρησεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ προβιβασθέντες δυνάμει τοῦ ψευδοῦς ἐκείνου νόμου, εἶχον προβιβασθῆ παρανόμως, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ προβιβασμὸς ἀντέκειτο εἰς τὸ 30ὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀναγράφον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμοὺς κατὰ νόμον. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ βαθμὸς δὲν εἶχεν ἀπονεμηθῆ κατὰ νόμον· ἑπομένως ἐξεδόθη Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφῃρέθησαν οἱ δοθέντες βαθμοὶ καὶ ἄλλοι ὑπεβιβάσθησαν, ἄλλοι δὲ μετηνέχθησαν εἰς ἁπλοῦς πολίτας. Ἡ περίστασις ἦτο ἐντελῶς ἡ αὐτή, ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα, ἐν ἐκείνῳ τῷ Διατάγματι, καὶ ἐν τῷ Διατάγματι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀποφανθῶμεν. Περὶ τίνος σήμερον ὁμιλοῦμεν; Ὁμιλοῦμεν περὶ Διατάγματος, δι’ οὗ ἀνεκλήθη ἕτερον Διάταγμα περὶ προβιβασμοῦ, μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον· καὶ ἐκεῖ ἀνεκλήθη ἕτερον Διάταγμα, μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν νόμον, μάλιστα κατά τι ὀλιγώτερον παράνομον, παρὰ τοῦτο, τὸ νῦν ἀνακληθὲν, διότι τὸ νῦν ἀνακληθὲν Διάταγμα δὲν στηρίζεται προδήλως εἰς τὸν νόμον, ἐνῷ ἐκεῖνο ἐστηρίζετο εἰς ψευδῆ νόμον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἔχομεν τὰ αὐτά. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οὗ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι συνάδελφος κατὰ τὸ 1875, γινώσκει, ὅτι ὁμοῦ......
§51ΡΑΛΛΗΣ. Τότε εἶχεν ἀπονεμηθῆ βαθμὸς εἰς ἄνθρωπον, ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ 1875, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι συνάδελφος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὁμοῦ εἰργάσθημεν εἰς ἑτέραν ὑπόθεσιν, ἥτις περιῆλθεν εἰς γνῶσιν ἡμῶν τότε. Εἴχομεν πληροφορηθῆ, ὅτι εἶχε προβιβασθῆ εἰς ἀνθυπολοχαγὸν ἀπὸ ἀνθυπασπιστοῦ ὁ Μήλας, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ, ἕνεκα ἐκλογικῶν παραπτωμάτων, εἰς ποινὴν, ἥτις ἐπάγεται τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Εἰς τὸν Μήλαν εἶχε δοθῆ εὐθὺς μετὰ τὴν καταδίκην χάρις, ἥτις ὅμως δὲν ἐπεξετείνετο καὶ ἐπὶ τὴν στέρησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ἐπὶ τὴν ἐκ ταύτης ἀνικανότητα, οὐχ ἧττον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καίτοι ἦτο ἐστερημένος ὁ Μήλας τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, προεβίβασεν αὐτὸν εἰς ἀνθυπολοχαγόν. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ χάρις δὲν ἐπεξετείνετο εἰς τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς καὶ ἦτο ὡς ἐκ τούτου ὁ Μήλας ἐστερημένος τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο παρανόμως, διότι ἀπένειμε βαθμὸν ἀνθυπολοχαγοῦ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀνθυπασπιστής, καὶ συνετελέσαμεν, ὅπως προκληθῇ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο οὗτος τοῦ παρανόμως ἀπονεμηθέντος αὐτῷ βαθμοῦ.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἀναφέρητε τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι πραγματικῶς.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας καὶ ὁμιλεῖτε· ἀλλ’ ἤδη ἀκούσατε ταῦτα. Ἡ ἀπόφασις ἡ περὶ Μήλα ἐξεκλήθη ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Τί δὲ περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ δικαιοσύνη; Ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου. Ἀκούσατε· «ὅτι τὸ Διάταγμα στερεῖται νομίμου κύρους, ὀρθῶς δὲ καὶ νομίμως κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προεκάλεσε τὸ ἀπὸ 12 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἕτερον Διάταγμα, δι’ οὗ κηρύττει ἄκυρον τὸ περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ ἐφεσιβλήτου προγενέστερον Διάταγμα.»
§55ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς σκέψεις νὰ ἀναγνώσητε, πῶς φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ αἱ σκέψεις. «Ἐπειδὴ ὁ δημόσιος λειτουργός, εἴτε στρατιωτικός, εἴτε ἰσόβιος, εἴτε μὴ, στερούμενος τῆς ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαίων, οὐ μόνον ἀποβάλλεται τῆς ἧς κατέχει θέσεως αὐτοδικαίως, μάλιστα προκειμένου περὶ παραβιάσεως τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ἀλλ’ ἐνταυτῷ στερεῖται καὶ τοῦ δικαιώματος, τοῦ κτήσασθαι αὐτὴν, ἢ ἄλλην δημοσίαν λειτουργίαν, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ στέρησις, ἑπομένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Β. Διάταγμα τῆς 11 Ἀπριλίου 1875, ἐκδοθὲν καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἐφεσίβλητος διετέλει ἐστερημένος τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαίων καὶ συνεπῶς ἐν ἀνικανότητι τοῦ κτήσασθαι δημοσίαν θέσιν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου Διατάγματος τῷ ἀπενεμήθη ἡ θέσις τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, στερεῖται νομίμου κύρους, ὀρθῶς δὲ καὶ νομίμως κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προεκάλεσε τὸ ἀπὸ 12 Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἕτερον Διάταγμα, δι’ οὗ κηρύττει ἄκυρον τὸ περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ ἐφεσιβλήτου προγενέστερον Διάταγμα». Τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Μήλα ὁ προβιβασμὸς ἦτο ἄκυρος, διότι ἐγένετο, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκεῖνος ἐστερεῖτο τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων, τὸ δὲ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ προγενέστερον Διάταγμα εἶχε παραβιάσει τὸν νόμον καὶ εἶχε προβιβάσει τὸν ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων. Ἐν τίνι ἐξουσίᾳ, ἤθελον εἶπει οἱ σήμερον ἐπικρίνοντες, ἐν τίνι ἐξουσίᾳ κατὰ τὸ 1875 ἐξεδώκατε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἀφαιρεῖτε τὸν βαθμόν; Ἡ ἐξουσία ἡμῶν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἡ ἀπόφασις, ἡ διακηρύξασα, ὅτι ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 34 τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα ἠθέλησα νὰ εἴπω προοιμιαζόμενος, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι τὸ γενόμενον ἐν τῇ ἀνακλήσει τοῦ Διατάγματος τοῦ προβιβασμοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι πρωτοφανὲς, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον σπανίως συμβαίνει, διότι σπανίως συμβαίνει καὶ ἡ παράβασις, τὴν ὁποίαν τὸ παρ’ ἡμῶν προκληθὲν Διάταγμα ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλὰ τὰ προηγούμενα δεικνύουσιν, ὅτι αὕτη ἦτο ἡ λύσις ἡ νόμιμος ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Ὅτε δὲ τότε ἐγένοντο ταῦτα, ἄλλα μὲν οὐδόλως ἐπεκρίθησαν, ἄλλα δὲ ἐγένοντο ἀντικείμενον συζητήσεώς τινος, ἀλλ’ οὐχὶ ἱκανῶς σπουδαίας, ἵνα καὶ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ περὶ τούτων γένηται λόγος. Κατ’ οὐσίαν ὅμως ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τῶν δύο Ὑπουργείων τοῦ 1875 καὶ ἂν ἡ νομολογία τῶν Δικαστηρίων ᾖναι ὀρθὴ ἢ οὔ, ἐρωτῶ, ποῦ στηρίζονται οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκδοῦσα Διάταγμα, ἀκυροῦν προγενέστερον περὶ προβιβασμοῦ, παρεβίασε τὸν νόμον, ἀντεποιήθη ἐξουσίαν, μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν; Στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, τὸν ἀπαριθμοῦντα τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ αὑτοῦ. Ταῦτα λέγοντες ἐν τῇ ἀπαριθμήσει, ἐλησμόνησαν ἕν, ἀπηρίθμησαν τὰ ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν ἀπηρίθμησαν τὰ ἐν τῷ Συντάγματι. Ὁ νόμος ἀπαριθμεῖ πᾶν ὅ,τι ἦτο νέον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαριθμήσῃ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀνώτερον τοῦ νόμου, δὲν δύναται ὁ νόμος νὰ καθιερώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Συντάγματος ἦσαν ἐπιβεβλημένα. Ὅτι δὲ τὰ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν εἶναι τυχαῖα, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συνταξάσης τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Αὕτη μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ ἄρθρον συνετάχθη, ὅπως ἔχει, δι’ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἤδη βλέπομεν ἐκτελούμενον· ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς λέγει, ὅτι, ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, τοῦ μὴ περιέχοντος τὴν διάταξιν ταύτην, καταχρήσεις μεγάλαι ἐγένοντο, προβιβασμοὶ παράνομοι, καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἡ θεραπεία· ἔπρεπεν ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 νὰ μεταβληθῇ, διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ καταχρήσεις αὗται. «Ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπῆς τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 34 θέλετε παρατηρήσει, Κύριοι, δύο μικρὰς μὲν, σπουδαιοτάτας ὅμως προσθήκας, ἃς ἐπήνεγκεν ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν εἰς τὸ πάλαι ἄρθρον 27. Ἐπειδὴ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος κατέδειξεν, οἷα ἐγένετο κατάχρησις ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν βαθμῶν, κατάχρησις, ἥτις βεβαίως δὲν ἀπέρρεεν ἀπὸ τῶν περὶ ταῦτα κειμένων νόμων, διότι δὲν ἤθελεν εἶσθαι κατάχρησις, προσέθετο ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, ὅτι οὐδεὶς βαθμὸς, στρατιωτικὸς, ἢ ναυτικὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς προβιβασμὸς δύναται νὰ γενῇ, εἰμὴ κατὰ νόμον». Ταῦτα, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι, παρέχουσι τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος γενόμενα νὰ ἀκυροῖ, καὶ τοῦτο ἐξηγεῖ πρὸς ἡμᾶς, διὰ τί τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ ἄλλως ἀπεφάσισε, διότι ἐκεῖ εὑρίσκετο ἀπέναντι νομοθεσίας, οὐχὶ ὁμοίας πρὸς τὴν νομοθεσίαν τὴν ἡμετέραν, τὴν μετὰ τὸ 1864, ἀλλ’ ἀπέναντι νομοθεσίας, ὁμοίας τῇ πρὸ τοῦ 1864 καὶ μετὰ τὸ 1844. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας ὀρθῶς ἀπεφήνατο, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ὑφίσταται ἄλλος νόμος, ὅστις νὰ κανονίζῃ τὰ περὶ ἀφαιρέσεως βαθμοῦ, εἰμὴ μόνον ὁ νόμος περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ ἐν ἐκείνῳ τῷ νόμῳ δὲν εὑρίσκεται τί ἀναγεγραμμένον, ἐξ οὗ νὰ ἀρυσθῇ τοιοῦτο δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, κακῶς προέβη αὕτη εἰς τοιαύτην πρᾶξιν. Τοῦτο εἶπε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας καὶ πρὸς τοὺς ἐξόχους νομικοὺς, οἵτινες εἶχον ὑποστηρίξει τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Οὗτοι, καίτοι ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένη ἡ διάταξις τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀναγεγραμμένη, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφ’ ἑαυτῆς ὑπονοουμένη· ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐθεώρησεν, ὅτι τοιαῦται διατάξεις δὲν ὑπονοοῦνται, πρέπει νὰ ἦναι ἀναγεγραμμέναι. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν τῇ Γαλλικῇ Γερουσίᾳ ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, καὶ ἐῤῥήθη, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ τοιαύτη διάταξις, διότι ὁ παρὰ τὸν νόμον διορισμὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας στρέφεται ὑπὲρ τῆς πράξεως ἡμῶν, διότι ὅ,τι ἐκεῖ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιαύτης ἀναγραφῆς, αὐτὸ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἐδῶ, ἀφοῦ ἐδῶ ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀναγεγραμμένη. Κακῶς δὲ ὁμιλοῦσι περὶ ὑποβιβασμοῦ, κακῶς ὁμιλοῦσι περὶ ἀφαιρέσεως βαθμοῦ· οὐδὲν τοιοῦτο συμβαίνει· καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1875 περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ αὐτὸ κακῶς ἐκφράζεται, λέγον, ὅτι ὑποβιβάζονται οὗτοι· ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς πράξεως δὲν εἶναι αὕτη, ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς πράξεως εἶναι, ὅτι βεβαιοῦται ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ προβιβασμοῦ. Δὲν ὑπῆρξε προβιβασμὸς, τοῦτο βεβαιοῖ τὸ νεώτερον Διάταγμα. Πάντα δὲ, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας περὶ ὑποβιβασμοῦ, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐφαρμογὴν, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, προβιβασμὸς παρανόμως δοθεὶς, δὲν εἶναι προβιβασμὸς, ἑπομένως, ἀφοῦ βαθμὸς δὲν εἶχε δοθῇ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, περὶ οὗ τὸ Διάταγμα, οὐδὲν παρ’ αὐτοῦ ἀφῃρέθη καὶ ἔχει σήμερον τὸν ὁποῖον πρὸ τοῦ τοιούτου προβιβασμοῦ εἶχε δώσει εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία βαθμὸν, ἔχει ἀκριβῶς ὅ,τι τῷ ἀνήκει. Τόσῳ προφανὴς εἶναι ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἐπικρίνοντες τὰ παρ’ ἡμῶν πραχθέντα συνιστῶσι πράξεις ὁμοίας ἐκείνων, εἰς ἃς προέβη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐν σταδίῳ, ἐν ᾧ τοιαῦται πράξεις δὲν ἐπιτρέπονται. Οὕτως, ἀξιότιμός τις βουλευτὴς ἐδημοσίευσεν ἐνυπογράφως, καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ κάμω περὶ αὐτοῦ λόγον, διατριβὴν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐν τῇ ὁποίᾳ διϊσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα ἀκυροῦν ἕτερον Διάταγμα, καὶ ἐν τούτοις ἐν τῇ αὐτῇ φράσει, ἐν τῇ ὁποίᾳ λέγει τοῦτο, ἀπῄτει, ὅπως ἐκδοθῇ Διάταγμα, ἀκυροῦν Διάταγμα ἄλλο; Ὄχι Νόμον. Ἀπήρεσκεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ὁ περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου ΑΛΔʹ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος καὶ πρότερον. Τὸν νόμον τοῦτον θεωρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι κατ’ αὐτὸν ἀντισυνταγματικὸς, ἔπρεπε, λέγει, διὰ Διατάγματος ν’ ἀκυρωθῇ. Ἀναγινώσκω τὴν περικοπήν· «Τὸ μόνον δ’ ὅπερ παρατηροῦμεν, ἐστὶν, ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως, εἴτε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, εἴτε διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ προκληθῇ ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τούτου νόμου.» Κατὰ τὸν κύριον βουλευτὴν, ἐπιτρέπεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἡ ἀκύρωσις ἀντισυνταγματικοῦ νόμου, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἡ ἀκύρωσις ἀντισυνταγματικοῦ Διατάγματος. Τοιαύτη εἶναι ἡ λογικὴ συνέπεια τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχείρησαν νὰ ἐπικρίνωσι τὰς πράξεις ἡμῶν. Ἦτο δὲ φυσικὸν νὰ φθάσωσιν οὗτοι εἰς τοιαύτην ἀντίφασιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στηρίξωσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ συνάμα νὰ παραδεχθῶσιν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἀτιμωρητεὶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα οὐδεμίαν ἔχει κύρωσιν. Δὲν θὰ ἐξετάσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος τὰ περὶ τοῦ νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου εἰς τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οὐδὲ νομίζω, ὅτι ἀξιοῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ σπουδαίως συζητήσῃ περὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ προσμετρήσεως, ὀρθῶς ἐγένετο ὁ προβιβασμὸς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικοῦ, διότι δὲν ἀνεγράφη τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ ἐν τῷ τηρουμένῳ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ βιβλίῳ καὶ διότι, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ προσμετρήσεως ποιεῖται ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ ὡς πρὸς ἕνα βαθμὸν, ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς ὡς βουλευτὴς δὲν ὑπηρέτει ἐν τῷ στρατῷ, ἄρα δὲν ἐφαρμόζεται εἰς αὐτὸν ἡ διάταξις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπηρέτει ἐν τῷ στρατῷ, τί ἕπεται; Ἕπεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτὸν ὁ νόμος καὶ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Αὕτη θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ἐὰν ἦτο ὀρθός· ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν κ. κ. βουλευτῶν τοιοῦτον ἐπιχείρημα θὰ θεωρήσῃ ἄξιον νὰ δώσῃ τὴν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα. Τὸ θέμα ἦτο ἕτερον, τὸ θέμα ἦτο ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο τὸ τῆς ἀκυρώσεως Διατάγματος προβιβασμοῦ ἄνευ νόμου. Ὁ νόμος, κατὰ τοὺς τοιούτους ἰσχυρισμοὺς, εἶναι ἀνώτερος τοῦ Συντάγματος· κατ’ αὐτοὺς, τὰ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένα δὲν ἔχουσι κύρωσιν ἢ ἐὰν περιλαμβάνωνται ἐν νόμῳ. Τὰ περὶ τοῦ κακῶς γενομένου προβιβασμοῦ περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου, ἀναλαβόντος τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀρκετὰ ἐνωρὶς, ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς μέτρον τι, ἔπρεπε νὰ βασανίσω τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπῆρχον πολλὰ, τὰ ὁποῖα ἐκτάκτως μὲ ἠνάγκαζον νὰ βασανίσω τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ δὲ εἰς τὴν μελέτην ταύτην προέβαινον μετὰ τῶν νομικῶν συμβούλων καὶ μετ’ ἄλλων, οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἤρξαντο ἐνοχλοῦντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ αἰτήσεων πληροφοριῶν περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸ νόμιμον τοῦ προβιβασμοῦ, διότι ἠγείροντο καθ’ ἑκάστην ἀγωγαί· τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τὰ παρ’ αὐτοῦ ζητούμενα μέσα ὑπερασπίσεως, διότι δὲν ἐθεώρει τὸν προβιβασμὸν νομίμως γενόμενον· δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς τὸν δικαστικὸν Σύμβουλον, ζητοῦντα τὴν ἀπόδειξιν τοῦ νομίμου τοῦ προβιβασμοῦ, πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἀξιούντων, ὅτι ἠδικήθησαν διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τούτου, τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα. Ἐν τούτοις προέβαινεν ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος καὶ παρήρχετο ὁ χρόνος, ηὔξανον δὲ ὁλονὲν αἱ ἀγωγαί· εἶχον φθάσει μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 19, ἐξητάσαμεν δὲ πόσος θὰ ἦτο ὁ ἀριθμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐφθάνομεν, ἂν συνέπιπτε τὸ δικαστήριον νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἦτο βάσιμος ἡ ἀγωγὴ, καὶ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι 52 ἦσαν οἱ δυνάμενοι νὰ κινήσωσι τοιαύτας ἀγωγὰς, ὅτι ἑπομένως, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ δικαστήρια ἤθελον ἐπιδοκιμάσει ἀποζημιώσεις εἰς τοὺς κινοῦντας τὰς ἀγωγὰς, διετρέχομεν τὸν κίνδυνον, νὰ ἴδωμεν ἀποζημιώσεις, ἐπιδικαζομένας ὑπὲρ 52 ἀξιωματικῶν. Ὁ ὑπολογισμὸς εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν εἶναι ἁπλοῦς· ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ εἰς ἀποζημιώσεις περίπου 60 χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως, αἱ ὁποῖαι, ἂν μετατραπῶσιν εἰς κεφάλαιον, ἀποτελοῦσι ποσὸν σπουδαῖον. Ὑπῆρχεν ἐξ ἀντιθέτου καὶ ὁ κίνδυνος ὁ ἐνδεχόμενος τῆς ἐπιδικάσεως ἀποζημιώσεως καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἀνακληθῇ ὁ προβιβασμὸς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ζημία ἦτο ἐλαχίστη, διότι ἡ ζημία θὰ ἦτο ἐξ ἀποζημιώσεως ὑπὲρ ἑνὸς, θὰ συνίστατο δὲ εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἂν δὲν ἀνεκαλεῖτο ὁ προβιβασμός. Διὰ τοῦτον τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διέτρεχε τὸ Δημόσιον, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος, δὲν ἔπρεπεν ἡ ἀπόφασις νὰ ἦναι διάφορος τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἀλλὰ συνετέλει καὶ τοῦτο εἰς πρόκλησιν σκέψεων. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ ἀναχώρησις τοῦ Βασιλέως καὶ, ἀπόντος Αὐτοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος. Ὅτε ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς, παρεσκευάσαμεν τὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ Διατάγματος πρὸς Αὐτὸν, ἀλλὰ τότε ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δύναται ἕκαστος νὰ ἐννοήσῃ, ἰδίως δὲ ὅσοι ἤκουσαν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰς πολιτικὰς σχέσεις πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν, περὶ οὗ πρόκειται, τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε ταῦτα νὰ μᾶς ὑπαγορεύσωσιν ἐφεκτικότητα, προκειμένου περὶ λήψεως τοιούτου μέτρου ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας κατήρχετο εἰς τὸν ἀγῶνα ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐὰν τότε προεβαίνομεν εἰς ἔκδοσιν τοιούτου Διατάγματος, δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ παρεξηγηθῇ ἡ πρᾶξις παρὰ τῶν εἰλικρινῶς ἐξεταζόντων τὰ πράγματα, ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ παρεξηγηθῇ παρὰ τῶν θελόντων νὰ διαστρέφωσιν αὐτὰ, καὶ νὰ πιστευθῇ, παρὰ τῶν μὴ καταγινομένων εἰς τὰ τοιαῦτα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο πρὸς σκοπὸν ἐπηρεασμοῦ τῆς ἐκλογῆς κατὰ τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ. Ἐφοβήθημεν μήπως καὶ τῳόντι ἐπηρέασῃ τοῦτο τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀξιωματικοῦ, μήπως τῳόντι τὸ γεγονὸς τῆς ἐκδόσεως τοιούτου Διατάγματος ἠδύνατο παρά τισι νὰ ἐνέγκῃ μεταβολὴν γνώμης, ὡς πρὸς τὸν ψῆφον, τὴν ὁποίαν σκοπὸν εἶχον νὰ δώσωσιν εἰς αὐτόν. Ἐθεωρήσαμεν ἄρα, ὅτι ἦτο ὀρθότερον, ἀφοῦ τοσούτῳ ἐβραδύναμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, ἕως τοῦ πέρατος τῶν ἐκλογῶν, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐκλογῶν προέβημεν εἰς ὅσα ἀπῃτοῦντο πρὸς τὴν συμπλήρωσιν καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος. Ταῦτα ἐξηγοῦσι τὰ τῆς βραδυτῆτος περὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος. Τὸ ζήτημα ὅμως τῆς βραδυτῆτος καθ’ ἑαυτὸ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Προσεπάθησαν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸ σημασίαν, συνδέοντες τὰ περὶ τούτου πρὸς τὸ δῆθεν παράνομον τῆς εἰρημένης πράξεως, ἀλλ’ ἡ εἰρημένη πρᾶξις, ἐξ ὅσων εἶπον, ἀποδεικνύεται κατ’ οὐσίαν νόμιμος, ἀποδεικνύεται, ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὰ προηγούμενα, ἀποδεικνύεται δὲ καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν παρ’ ἡμῖν νομολογίαν. (Γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως, ἥτις ἐπαναλαμβάνεται μετὰ 10 λεπτά).
§57Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐδικαιοῦτο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα ὑποβιβασμοῦ, ἀφοῦ περὶ ὑποβιβασμοῦ νόμος δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· συνεπῶς ἐπερίμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπροκάλεσα νὰ ὁρίσῃ, ποῦ εὑρίσκεται ὁ καθ’ ἡμᾶς οὗτος ἄγνωστος νόμος, καὶ ἀντὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤρξατο διὰ περιστροφῶν καὶ παρατηρήσεων πολιτικῆς συζητήσεως νὰ μοὶ ἀποδίδῃ ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω, λέγων, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς ἐπελήφθη ἐν πάσαις ταῖς συζητήσεσιν ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκει ἢ νὰ δηλητηριάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ὅτι ὅλα, ὅσα ἐξέθηκα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνακριβῆ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ ἐδήλωσα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσωμεν ὁμοῦ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα, ἄνευ κομματισμοῦ καὶ προσωπικοτήτων, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησε. Δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ δηλητηριάσω τὴν κοινωνίαν, ἄλλως καὶ δὲν συμφέρει τοῦτο, οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἀμφότεροι θὰ πάθωμεν, ἂν καὶ κολακεύωμαι, διότι μοὶ ἀποδίδεται ἰδιότης καὶ δύναμις τοιαύτη παρὰ μεγάλου ἀνδρὸς, οἷος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ δὲν ἀποτελῶ τὴν ὅλην Ἀντιπολίτευσιν, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἀλλ’ εἰμὶ ἐλάχιστον μέλος αὐτῆς. Δὲν διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ, ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ τοιοῦτον ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς θὰ ἀποδείξω παρακατιὼν, εἶναι ὅλως ἀκριβὲς καὶ ἀλλοῖον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπεβιβάσθησαν φροντισταί τινες τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλ’ ὁ ὑποβιβασμὸς τούτων ἐγένετο διότι ἡ Βουλὴ διὰ νόμου ἠκύρωσε τὸν νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου προεβιβάσθησαν· ἄλλως, οἱ τοιοῦτοι ἐξομοιοῦνται ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν πρὸς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ μόνον διὰ τὴν μισθοδοσίαν των, καὶ πλέον οὔ. Διὰ νὰ γίνῃ πιστευτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς φέρῃ ὅμοιον παράδειγμα ὑποβιβασμοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον μαχίμου ἀξιωματικοῦ τοῦ ναυτικοῦ ἐκ τῶν προβιβασθέντων διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ διωρίσθησαν καὶ οἱ φροντισταὶ, οὓς ἀνέφερε. Βεβαιῶ λοιπὸν αὐτὸν, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς τοῦ ἡμετέρου ναυτικοῦ ὑπεβιβάσθη, ὡς ὑπεβιβάσθη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος λοχαγὸς Τερτίπης· ὥστε τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Διάταγμα, ὅπερ ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς οὐδὲν τὸν ὠφέλησε. Πρὸς τούτοις ἔφερεν ὡς παράδειγμα, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς πράξεώς του περὶ ὑποβιβασμοῦ τοῦ Τερτίπη, τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Μήλα, ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, διότι ὁ ἀτυχὴς Μήλας εἶχε στερηθῆ τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων καὶ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον ἐδικαιοῦτο νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα, οἷον ἐπροκάλεσε. Δὲν ἐξετάζω δὲ, διατὶ δὲν ἐπροκάλεσε καὶ δι’ ἄλλους, εὑρεθέντας εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν τοῦ ἀτυχοῦς Μήλα. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι, ἂν παρηνόμησε τότε ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς, ἔπρεπε νὰ παρανομήσῃ καὶ νῦν. Τέλος, ἐξετάζων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ διὰ τῶν προτέρων ἐπιχειρημάτων του δὲν ἀπέδειξεν, ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἀποδείξῃ, ἐπικαλεῖται, πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ἐμῶν, τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, φρονῶν, ὅτι κατώρθωσε νὰ φθάσῃ δι’ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον σημεῖον. Ἀλλὰ πιστεύομεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημά του τοῦτο ὑπῆρξεν ἀτυχές. Ἡμεῖς, κ. Ὑπουργὲ, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ὑποδείξητε νόμον περὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ οὐχὶ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικούς βαθμούς, κλπ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα. Ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν ὁ βαθμὸς ἀπενεμήθη νομίμως, ἢ οὔ. Μήπως τάχα φρονῇ, ὅτι ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ καὶ καταδικαστικὰς ἀποφάσεις κατὰ ἀπονεμηθέντος βαθμοῦ; Ἡμεῖς τοὐλάχιστον φρονοῦμεν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διότι, τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 98 ὁρίζει, ὅτι ἡ «δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, παρὰ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ μνησθέντος ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ τελευταῖον ἡμῶν ἐπιχείρημα. Δὲν μᾶς ὑπέδειξε, ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἄγνωστος οὗτος νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δύνηται νὰ κρίνῃ καὶ δικάζῃ τὰς ἀκυρότητας τῶν κατὰ τύπους νομίμων διοικητικῶν πράξεών του, καὶ νὰ ἐκδίδῃ καταδικαστικὰς ἀποφάσεις ὑποβιβασμοῦ. Καθ’ ἡμᾶς, δὲν ἠδύνατο, ἀλλ’ οὔτε ἐδικαιοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ῥίπτῃ τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἀχιλλέως καὶ νὰ περιβάλληται τὴν τήβεννον τῆς Θέμιδος, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὑποβιβασμοῦ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ἐπιμένοντες, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προέβη εἰς πρᾶξιν, ἀποκρουομένην ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπέδειξε νόμον περὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἔφθασε.
§58ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξετάσεως, ἰδίου μὲν ὅλως θέματος, ἀποτελοῦντος ὅμως μετ’ ἄλλων ἑνιαῖον σύστημα, ἀντιπροσωπευόμενον ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὅσον καὶ ἂν θέλῃ, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ν’ ἀποκρύψῃ τοὺς κρυφίους αὑτοῦ σκοποὺς καὶ τὰς τάσεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, καὶ μέχρις ὅτου εὑρισκόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν θέλομεν παύει καταδεικνύοντες καὶ καταγγέλλοντες πάντα τὰ τμήματα ἀποτροπαίου, μεμελετημένου, ἀλλὰ καὶ κρυφίου συστήματος. Καὶ εἰ μὲν προέκειτο μόνον περὶ ἀδίκου πράξεως, ἀφορώσης εἰς ἕνα ἐκ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, βεβαίως τὸ ζήτημα πάντοτε ἤθελεν ἔχει σπουδαιότητα μεγάλην, πρῶτον μὲν διότι προσβάλλονται τὰ κεκτημένα δικαιώματα αὐτοῦ ἐν τῷ βαθμῷ, ἔπειτα δὲ διότι ἀδικεῖται ἡ φιλοτιμία γενναίου τῷ ὄντι καὶ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ, καὶ τρίτον ἐπίσης, διότι προσβάλλονται τὰ δικαιώματα εἰς τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα ὅμως, Κύριοι, ἀποκτᾷ, τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὲ, μείζονα σπουδαιότητα, καὶ οὕτως ἐξηγεῖται ἀληθῶς ἡ ἐμβριθὴς συζήτησις, ἥτις ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ἀποκτᾷ, λέγω, μείζονα σπουδαιότητα, διότι εἶναι ἡ ἄκρα, ὡς ἔλεγον ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, συστήματος, ὅπερ ἤρχισε πλέον νὰ ἐκδηλῶται ἐν ὅλῃ αὐτοῦ, ἂς εἴπω οὕτω, τῇ μεγαλοπρεπείᾳ. Μετὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων, σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως, ἢ τοῦ βαθμοῦ, ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, τίνι τρόπῳ διεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐλάχιστόν τι μέρος τῆς ἀνατεθειμένης αὐτῷ ἐξουσίας, τίνι τρόπῳ διεχειρίσθη ζήτημα, ἀφορῶν εἰς μίαν καὶ μόνην εἰδικὴν περίστασιν, ἵνα κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ἐκτιμῶντες οὕτως ἢ ἄλλως τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν πλέον αὐτῷ τὴν λειτουργείαν ὅλης τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης. Ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι ἔγκειται ἡ βάσις καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, κατὰ ἕνα τρόπον. Τῳόντι, Κύριοι, τὸ ἀναφαίρετον τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν ἀποτελεῖ ἓν τῶν μεγαλειτέρων κοσμημάτων τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν καὶ τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Αὐτὴ ἡ Ρώμη, ἡ κοσμοκράτωρ, ἥτις ἐκ δύο αἰτιῶν κυρίως ἔλαμψε, πρῶτον μὲν ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς πνεύματος, ἔπειτα δὲ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, αὐτὴ ἡ Ρώμη ἡ ἀρχαία δὲν εἶχε καθιερώσει ἐνωρὶς τὸ ἀναφαίρετον τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν. Μόλις μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Δημοκρατίας τὸ ἀναφαίρετον τῶν βαθμῶν ἐδόθη εἰς τοὺς Πραιτωριανούς. Ἐν ἁπάσῃ τῇ Εὐρώπῃ τὸ ἀναφαίρετον τοῦ βαθμοῦ, ὑπῆρχεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἦτο θεσμὸς ἄγνωστος, ἔπρεπε δὲ νὰ ἔλθῃ ἡ μεγάλη ἐκείνη Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἥτις ἐχειραφέτησε μὲν τοὺς λαοὺς, ἐπροστάτευσε δὲ καὶ τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ δημόσια δικαιώματα ἑκάστου, ἵνα διὰ ψιφίσματος τῆς τότε Συντακτικῆς Συνελεύσεως καθιερωθῇ νέον σύστημα περὶ ἀναφαιρέτου τῶν βαθμῶν ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, ὅπερ εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὁ Alex. Lameth. Τοῦτο δὲ τὸ σύστημα εἶναι ὁ πατὴρ πάντων τῶν νεωτέρων συστημάτων περὶ τοῦ ἀναφαιρέτου τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν. Πρὸ τούτου ὁ Choiseul εἶχε δημοσιεύσει κανονισμόν τινα, ἀλλ’ οὗτος ἀφεώρα μόνον εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, πρὸ τοῦ 1844 ἔτους ὁ Βασιλεὺς εἶχεν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπονομῆς, ἢ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν βαθμῶν. Μίαν μόνον διαφορὰν ὅμως δύναμαι νὰ εὕρω τῶν τότε συμβαινόντων πρὸς τὰ νῦν διαπραττόμενα, ὅτι εὑρέθη μονάρχης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μὴ δεσμευόμενος ὑπὸ παρομίας συνταγματικῆς διατάξεως, προκαλέσας ὅμως τὸ Διάταγμα τῆς 6 Νοεμβρίου 1843, πρὸ τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ Β. Διατάγματος εἶχε καθιερωθῆ τὸ ἀναφαίρετον τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν, πλὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, μέχρις ὅτου νεώτερος νόμος ἤθελε προνοήσει περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν τότε καὶ τῶν νῦν πραγμάτων, ὅτι τότε μὲν οἱ ἀπόλυτοι ἄρχοντες καὶ οἱ ἀπόλυτοι μονάρχαι, ἐννοοῦντες τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ γινώσκοντες τὰ ἀνθρώπινα πάθη, ἔθετον πρὸ τῶν ἀδυναμιῶν καὶ πρὸ τῶν παθῶν φραγμοὺς, ὅπως διατηρήσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀξιοπρέπειαν, σήμερον δὲ, ὡς μικρὰ παιδία, ὑπαρχόντων τῶν φραγμῶν, προσπαθοῦμεν οἱ ὑπεύθυνοι—διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀνευθύνων— νὰ ὑπερπηδήσωμεν αὐτούς. Καὶ δὲν εἶναι μόναι αἱ διατάξεις αὗται, ὧν δύναμαι νὰ μνημονεύσω· αὐτὸς ἀκόμη ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος Καποδίστριας διὰ ψηφίσματος, ὑπ’ ἀριθ. 18, ἀντιγράφων Γαλλικὰς διατάξεις, εἶχεν ἤδη καθιερώσει τὸ ἀναφαίρετον τῶν βαθμῶν· (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στρατιωτικὸς στερεῖται τὸ δίπλωμα καὶ τὴν πληρωμήν του, εἰμὴ διὰ κρίσεως κατὰ τοὺς νόμους.» Τί ἠννόει διὰ τῶν λέξεων κρίσεως κατὰ τοὺς νόμους, βεβαίως γινώσκουσιν οἱ μελετήσαντες τὴν νομικὴν γλῶσσαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Παρατηροῦμεν λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνα, ἅτινα δὲν προεβλέποντο διὰ νόμου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, οἱ τότε κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα προσεπάθουν νὰ σέβωνται, καὶ ἔθετον φραγμοὺς πρὸ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως, ἢ πρὸ τῶν παθῶν αὐτῶν, ἐνῷ σήμερον συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον. Εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν πεποιθήσεων καὶ ἡ διαφορὰ τῶν ἐποχῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ζήτημα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξατάσωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἵνα συμβιβάσωμεν τὰς ἐννοίας αὐτῶν λογικῶς. Ἤκουσα, ὅτι ὅλη ἡ δικαιολογία τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζεται κυρίως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, ἵνα ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν ἐν τίνι κεφαλαίῳ τοῦ Συντάγματος τὸ ἄρθρον εὑρίσκεται. Εἶναι λοιπὸν κατακεχωρισμένον ἐν τῷ κεφαλαίῳ «περὶ τοῦ Βασιλέως». Τί ἄλλο εἶναι τὰ Συντάγματα τῶν Κρατῶν, εἰμὴ συμβόλαια μεταξὺ τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν Βασιλέων, εἰμὴ δέσμευσις τῶν αὐθαιρέτων τυχὸν θελήσεων τῶν Βασιλέων; Ἔπρεπε λοιπὸν τῳόντι νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 34ῳ ἡ λέξις «κατὰ νόμον», ὅπως ὑπάρξῃ μὲν χαλινὸς εἰς τοὺς Βασιλεῖς, τοὺς τυχὸν αὐθαιρέτως ἐπιχειρήσοντας ν’ ἀπονείμωσι βαθμοὺς, ὑπάρχῃ δὲ καὶ εὐθύνη τῶν Κυβερνήσεων, ὧν ὑπ’ εὐθύνην οἱ Βασιλεῖς ἤθελον ἀπονείμει τοὺς βαθμούς. Ἀλλὰ τίς εἶναι κατόπιν ἡ εἰδικὴ καὶ οὐσιώδης διάταξις, ἥτις, ἐξεταζομένη, δύναται νὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ συζητουμένου ζητήματος; Εἶναι ἀκριβῶς ἡ τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ἡ Συνέλευσις ἐν ἄρθρῳ 100ῳ ἔλεγε: μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των», εἶχεν ἆράγε τότε πρὸ ὀφθαλμῶν αὐτῆς τοιοῦτόν τινα νόμον; Εἶπεν ἆρά γε ὁ νομοθέτης ἐν τῷ Συντάγματι: «μόνον ὅταν καὶ ὅπως οἱ νόμοι διατάσσωσιν»; Οὐχὶ βεβαίως, Κύριοι. Ὁ νομοθέτης δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ νόμου, τοῦ γνωστοῦ εἰς αὐτὸν, περὶ τοῦ νόμου «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν», ὅστις προβλέπει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ βαθμοὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀφαιροῦνται. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν» ὑπὸ στοιχ. ΡΟΗʹ. τῆς 7 Μαρτίου 1851; Ἐν πολλοῖς ἐδαφίοις διαγράφει τὰς περιπτώσεις, ἃς οἱ στρατιωτικοὶ ἀφαιροῦνται τοὺς βαθμοὺς, αὐταὶ δὲ εἶναι αἱ μόναι περιπτώσεις, καθ’ ἃς κατὰ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ βαθμός. Διὰ τοῦτο ἐγὼ, Κύριοι, πιστεύω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησεν ὁ εἰσαγαγὼν τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Γεωργαντᾶς ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ὑποψίαν, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ καθαρῶς ζητήματος, ἐγὼ τοὐναντίον ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ φρονῶ, λέγων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ προσωπικοῦ ζητήματος μάλιστα. Δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀναγνώσητε οὐχὶ πλέον μεταξὺ τῶν γραμμῶν, ἀλλ’ αὐτὰς τὰς γραμμὰς καὶ τὰς χρονολογίας τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, περὶ ἀφαιρέσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ Τερτίπη, ἵνα κατανοήσητε τὰς ἀληθεῖς αἰτίας τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ βαθμοῦ: «Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν, λέγει ἡ ἔκθεσις, τῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προσκλήσεώς μου ἐσκέφθην νὰ ἐκθέσω τῇ Ὑμετέρᾳ Μεγαλειότητι τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νὰ ὑποβάλω Αὐτῇ τὰς περὶ διορθώσεως τοῦ ἀτόπου τούτου σκέψεις μου· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐνδελεχοῦς βασάνου τοῦ τρόπου τῆς ἐπανορθώσεως αὐτοῦ καὶ ἡ ἐπελθοῦσα ἀποδημία τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ἀνέστειλαν ἀναποδράστως τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν.» Ἔχομεν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κινδυνεύοντα μονονοὺ νὰ παρατηρήσῃ ἡμῖν, ὅτι περὶ οὐδενὸς ἄλλου ζητήματος, εὐθὺς ὡς ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐσκέπτετο, εἰμὴ περὶ αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου, οὗτινος ἡ μελέτη ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διήρκεσεν, ὥστε ἔπρεπε νὰ παρέλθωσιν 11 μῆνες, νὰ κηρυχθῇ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης, νὰ διαταχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ν’ ἀποτελέσῃ μέρος ὁ κ. Τερτίπης ἀντιθέτου τῇ Κυβερνήσει συνδυασμοῦ, καὶ τότε μόλις νὰ δυνηθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ συγγράμματα ἴσως, καὶ βιβλία ἄλλα καὶ πληροφορίας, ἵνα ἀποφασίσῃ τί ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ. Τότε μόλις ἐνεθυμήθη καὶ ὅτι ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ ὑπέβαλε λοιπὸν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τὸ συζητούμενον Διάταγμα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ὅτι καὶ τὸ ἐγκαταστρωθὲν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ ἀναθεωρήσεως κυβερνητικῶν πράξεων, σχετιζομένων μετὰ τῆς καταστάσεως ἢ τοῦ βαθμοῦ ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης», ὅπερ θέλομεν συζητήσει ἐντὸς ὀλίγου, ἄρθρ. 13, καθ’ ὃ: «αἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων δίκαι, αἱ ἀντικείμενον ἔχουσαι ἀξίωσιν ἐρειδομένην ἐπί τινος τῶν περιπτώσεων τοῦ ἄρθρου 1, καὶ ἐφ’ ὧν δὲν ἐξεδόθη ἔτι τελεσίδικος ἀπόφασις, καταργοῦνται, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ δι’ ἀναφορᾶς προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου κλπ.», πρέπει λέγω ῥητῶς νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι καθαρῶς προσωπικόν. Ἔλεγε (παρατηρῶ ὡς ἐν παρόδῳ) ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι θέλων νὰ εἰσαγάγῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, κατέφυγεν ἀκόμη καὶ εἰς τὰς ξένας ἐπικρατείας, ἐπιθυμῶν νὰ εὕρῃ τὰ ἐκεῖ τεθεσπισμένα. Καὶ γράψας λοιπὸν πρὸς τοὺς παρὰ ταῖς ξέναις ἐπικρατείαις πρεσβευτὰς ἡμῶν, ἔλαβε τὰς ἑξῆς δύο ἀπαντήσεις· πρῶτον μὲν περὶ τῆς Ῥουμανίας, ὅτι ἐκεῖ οὐδέποτε ἀφαιρεῖται ὁ βαθμὸς ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν, καίπερ παρανόμως δοθείς· περὶ δὲ τῆς Ἰταλίας, ὅτι οὐδέποτε ἐκεῖ ἐσκέφθησαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταπατηθῇ ὁ βαθμὸς τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ, ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ προσεπάθησε δι’ ἐπιχειρημάτων, δυναμένων πάντων νὰ στραφῶσιν ἐναντίον αὐτοῦ, νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, ὅτι δὲν προέκειτο, εἰμὴ περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Καὶ ἵνα πείσῃ ἡμᾶς, Κύριοι, εἰς τί νομίζετε ὅτι κατέφυγεν; Εἰς ἐπιχείρημα, ὅπερ ἀδικεῖ τὴν ὁμολογουμένην νοημοσύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατέφυγεν εἰς τὰ συμβάντα ἐν ἔτει 1875. Τί εἶχε συμβῆ τότε; Ἡ Βουλὴ, ἄνευ ἀπαρτίας, προέβη εἰς νομοθετικὰς καὶ ἄλλας πράξεις. Ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 56 ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας, Συνῆλθον λοιπὸν ἐνταῦθα Κύριοί τινες, ἄνευ δὲ τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ τῆς ἀπαρτίας προέβησαν εἰς δῆθεν νομοθετικὰς πράξεις. Περιεῖχον ἆρά γε αἱ τοιαῦται νομοθετικαὶ πράξεις, οὐχὶ τὴν οὐσίαν πλέον νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ τὸν τύπον αὐτὸν ἁπλῶς; Ἦσαν ἆρά γε ἄκυροι ἐκεῖναι αἱ δῆθεν νομοθετικαὶ πράξεις; Οὐχὶ βεβαίως· ἦσαν πράξεις, μὴ λαβοῦσαι, οὕτως εἰπεῖν, χώραν, ἦσαν, ὅπως ἔλεγον οἱ Ῥωμαῖοι, nullum, οὐδέν. Διατί; Διότι περιεῖχον μὲν τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα διατάξεις, αἱ διατάξεις ὅμως αὗται δὲν εἶχον ὕπαρξιν καὶ κῦρος, διότι εἶχον ψηφισθῆ παρὰ Βουλῆς, οὐχὶ ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένης. Ἠδύνατο τώρα πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, λαβοῦσα τὴν γένεσιν αὐτῆς παρὰ νόμου οὐχὶ ἀκύρου, ἀλλ’ οὐδαμῶς καὶ οὐδέποτε ὑπάρξαντος, νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ; Οὐχὶ βεβαίως. Δὲν προέκειτο ἄρα πλέον περὶ ἀκυρωσίμων ἢ ἀκύρων πράξεων, ἀλλὰ περὶ ἀνυπάρκτων νόμων, ἐξ ὧν ἔλαβον χώραν πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τί συνέβη λοιπὸν τότε εἰδικῶς; Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρης, οὕτω πως νομοθετούσης τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἀπαρτίας νομίμου, ηὔξησε διὰ νόμου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς αὐξήσεως ταύτης προεβίβασεν ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ λογιστικούς. Καὶ κατὰ πρῶτον μὲν, Κύριοι, δύναμαι νὰ εἴπω, μὲ ὅσην τιμὴν καὶ ἂν ἀποδίδω εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, εἴτε τοῦ στρατοῦ, εἴτε τοῦ ναυτικοῦ, ὅτι οὗτοι δὲν θεωροῦνται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· διότι πολὺ διαφέρει ὁ προτάττων τὰ στήθη αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ ἐκείνου, ὅστις φροντίζει, ἵνα παρασκευάσῃ τὰ μέσα, ὅπως ὁ μάχιμος προτάξῃ τὰ στήθη κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἦλθε κατόπιν ἡ ἑπομένη Κυβέρνησις, καὶ ἠκύρωσε τοὺς προβιβασμοὺς, διότι ἠκύρωσε τοὺς νόμους, δι’ ὧν ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί. Καὶ ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ παρατηρήσω, πρῶτον μὲν, ὅτι δὲν ἠκύρωσε τοὺς προβιβασμοὺς τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἔπειτα δὲ, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς προεβίβασε πάλιν τοὺς δυνάμει τῶν μὴ ὑπαρξάντων νόμων προβιβασθέντας καὶ ἐπί τινας στιγμὰς ὑποβιβασθέντας λογιστικοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Διατί; Διότι εἶχε τὴν συνείδησιν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι οἱ βαθμοὶ δύσκολον εἶναι, ἅπαξ δοθέντες, νὰ ἀφαιρεθῶσι· τοῦτο μὲν, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, τοῦτο δὲ διότι ἡ ἀφαίρεσις ἀντίκειται εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα δὲ ἐγένοντο οὕτω, καίτοι εἴχομεν τότε γεγονὸς, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν βαθμῶν, διότι, ὡς εἶπον, δὲν προέκειτο περὶ νόμων ἀκύρων, ἀλλὰ περὶ νόμων οὐδαμῶς οὐδέποτε ὑπαρξάντων. Ἀνέφερεν ἔπειτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παράδειγμά τι ἀξιωματικοῦ, ὑποβιβασθέντος, διότι, ὅτε προεβιβάσθη, ἐστερεῖτο τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὅπως παρετήρησα ἤδη, τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται ἐναντίον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, μὴ ἔχων τότε πολιτικὰ δικαιώματα ὁ ῥηθεὶς, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ προβιβασθῇ εἰς βαθμὸν στρατιωτικόν. Διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως εἶχεν ἤδη καταστῆ ἀνάξιος βαθμοῦ· πῶς λοιπὸν ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ ἄλλον; Τὸ Ἐφετεῖον ῥητῶς τότε ἔλεγεν: «Ἐπειδὴ στερεῖται τῆς ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαίων». Διὰ ταῦτα, Κύριοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσπαθῶσιν, εἴτε διὰ τῆς σιωπῆς, εἴτε διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν πραγματικῶν γεγονότων, νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι οὐχὶ ἀξία καταδίκης, ἀλλὰ στεφάνου, εἶναι ἀδύνατον νὰ πείσωσιν ἡμᾶς, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι δὲν προϋπῆρχε συμφέρον, καὶ συμφέρον οὐχὶ γενικὸν, ἀλλὰ μικρὸν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀληθῶς σοφὸν τὸ λόγιον, ὅτι ἐν παντὶ κακῷ ὑπάρχει καί τι ἀγαθόν. Καὶ ποῖον εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἀγαθόν; Ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ βαθμοῦ ἀπὸ τοῦ κ. Τερτίπη καὶ ἡ συζήτησις, ἡ λαβοῦσα χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δύνανται νὰ φωτίσωσι τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους, ἐὰν ᾖναι ὅλως ἀκίνδυνον, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσπαθεῖ λαθραίως διὰ νομοσχεδίων νὰ συγκεντρώσῃ εἰς χεῖρας αὑτοῦ τοῦ ἰδίου πᾶσαν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἐὰν λέγω συμφέρον ἐθνικὸν ᾖναι νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀναγορεύει ἑαυτὸν εἰς δικτάτορα πλέον ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§61ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι βουλευταὶ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐγὼ ἐπὶ μικρὸν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλων ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπί τινων ἀντικειμένων, ἅτινα θεωρῶ δεκτικὰ περαιτέρω τινὸς συζητήσεως. Εἶναι, Κύριοι, πασίγνωστον, ὅτι γενικὴν ἔκπληξιν καὶ μεγίστην λύπην εἰς ἅπασαν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐπροξένησεν ἡ ἀφαίρεσις τοῦ βαθμοῦ ἀπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ Τερτίπη. Ὁ ἀξιωματικὸς Τερτίπης εἶναι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν λαμπρὰν εὐκαιρίαν νὰ τιμήσωσι τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς, καὶ πρὸς τοιούτους ἀξιωματικοὺς μετὰ συμπαθείας, μετ’ ἀγάπης, μετὰ τιμῆς ἀποβλέπει ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Μεγαλειτέρα ἀκόμη ἦτο ἡ λύπη ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχωμεν συνάδελφον τὸν ἀξιωματικὸν Τερτίπην. Καὶ τὴν γενικὴν ταύτην θλίψιν καὶ ἀγανάκτησιν ἐκδηλοῦντες, ἠρωτήσαμεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, διὰ ποῖον λόγον προέβη εἰς τὴν δεινὴν ταύτην προσβολὴν κατὰ τοῦ φιλοτίμου καὶ γενναίου ἐκείνου ἀξιωματικοῦ. Ἠκούσατε τὴν ἀπάντησίν του. Ὁ προβιβασμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ Τερτίπη ἀντέβαινεν εἰς τοὺς νόμους. Ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν τὸν διϊσχυρισμὸν τοῦτον, καὶ ἐρωτῶ κατὰ προσθήκην τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν, ἔχει ἆρά γε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλῇ τοὺς προβιβασμοὺς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς νόμους; Περὶ τούτου, εἶπεν ἡμῖν, εὑρέθη εἰς δισταγμοὺς, ἐσκέφθη ὡρίμως καὶ ἐμβριθῶς, καὶ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών του ἦτο τὸ Διάταγμα τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ Τερτίπη. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεθύμει νὰ μορφώσῃ ἀσφαλῆ περὶ τοῦ ζητήματος γνώμην καὶ πεποίθησιν, ὤφειλε πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσῃ τί παραδέχεται περὶ αὐτῶν ἡ Γαλλία, διότι εἶναι πασίγνωστον, ὅτι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἡμῶν ὀργανισμοὶ καὶ νόμοι ἀντεγράφησαν κατὰ λέξιν σχεδὸν ἐκ τῶν γαλλικῶν νόμων, καὶ, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας αὐτῶν, πρὸ πάντων ἔδει νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἑρμηνεύουσιν ἐκεῖ τοὺς νόμους τούτους. Ἐὰν ἤθελε πράξει τοῦτο ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ἤθελεν ἀνεύρει ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας, τοῦ μεγάλου ἐκείνου καὶ πεφωτισμένου σώματος, δι’ ἧς ἀποφαίνεται, ὅτι, καὶ ἂν παρανόμως ἐδόθησαν βαθμοὶ εἰς στρατιωτικοὺς, δὲν δύνανται νὰ ἀφαιρεθῶσι. Πῶς, τοιαύτη τις ἀπόφασις οὐδεμίαν προὐξένησεν ἐντύπωσιν, οὐδεμίαν ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ! Ἠκούσατε τὴν ἀπολογίαν του. Διαφέρει, εἶπε, τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, ἀπὸ τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν Συντάγματος. Καὶ ποία ἡ διαφορά; Ὅτι τὸ Γαλλικὸν ἐκεῖνο Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει τὴν διάταξιν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ βαθμοὶ ἀπονέμονται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, καὶ ἐτόλμησε μάλιστα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τοιοῦτοί τινες λόγοι καὶ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἔπεισαν δῆθεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Ναπολέοντος Γʹ, ἐπὶ ἄρχοντος δεσποτικοῦ καὶ πανισχύρου, καὶ ἡ μὴ ὕπαρξις ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως, ἐπιβαλλούσης εἰς αὐτὸν τὴν τήρησιν τῶν νόμων, ἐθεωρήθη ὡς λόγος, ἐξηγῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὑποχρεοῦσα τὸν Ναπολέοντα νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς νόμους, ἔτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς συνειδήσεώς σας ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον τοιαύτην τινὰ πρᾶξιν ἀπολύτου καὶ μὴ ὑπαγομένης εἰς νόμους ἐξουσίας, ἐθεώρησεν ἄκυρον, δυνάμει τῶν γαλλικῶν νόμων. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἔλλειψιν συνταγματικοῦ νόμου, ἐπιβάλλοντος τὴν τήρησιν τῶν νόμων; Εἶναι εὐτυχῶς ἡ ἀπόφασις κατακεχωρημένη εἰς τὸ βιβλίον τοῦτο, καὶ ἐν αὐτῇ οὐδὲ λέξις περὶ τοιούτου ἐπιχειρήματος περιέχεται· καὶ ἀπορῶ, πῶς καὶ ἐνταῦθα ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τολμᾷ νὰ ἐπικαλῆται ἀνύπαρκτα γεγονότα. Δύναμαι νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Αἱ σκέψεις αὐτῆς εἶναι αἱ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ὁ νόμος ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἀφαιρεῖται βαθμὸς ἀξιωματικοῦ, τοιαύτην δὲ περίπτωσιν δὲν ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις, κακῶς ἔπραξεν ἀφαιρέσασα τὸν βαθμὸν ἀξιωματικοῦ. Καὶ περὶ τίνος, Κύριοι, ἀκόμη ἐπρόκειτο; Ἐπρόκειτο περὶ ὑπαξιωματικοῦ, προβιβασθέντος ἀτάκτως εἰς ἀξιωματικόν, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς ἀφήρεσε τὸν βαθμόν, διότι εἶχε λάβει περὶ αὐτοῦ ἐπισήμους πληροφορίας ἐπὶ κακοηθείᾳ. Καὶ ὁ ὑπερασπιζόμενος τὴν πρᾶξιν ταύτην Ὑπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἔλεγε· «μὴ ἐπιμένητε νὰ μείνῃ εἰς τὸν στρατὸν ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον θὰ ἀναγκασθῶ αὔριον, πρὸς κοινὸν σκάνδαλον, νὰ παραπέμψω εἰς τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια,» Ἀλλ’ ὁ ἐπίτροπος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξεν, ὅτι χείρονα ἐντύπωσιν εἰς τὸν στρατὸν θὰ προξενήσῃ ἡ ἀφαίρεσις τοῦ βαθμοῦ, διότι ἀναιρεῖ τὰς περὶ προαγωγῆς καὶ καταστάσεως τοῦ στρατοῦ ἐγγυήσεις τῶν νόμων. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἀπεδέχθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἠκύρωσε τὸ Διάταγμα τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ βαθμοῦ. Ὅταν τοιοῦτον προηγούμενον εἶχεν ἐν Γαλλίᾳ, ἔπρεπε νὰ διστάσῃ ὁ Ὑπουργὸς, ἢ ἔπρεπε προθύμως νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτὸ, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς πρᾶξιν τοσοῦτον προσβλητικὴν δι’ ἕνα γενναῖον καὶ φιλότιμον στρατιώτην; Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἄρθρ. 34 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος; Τὸ ἄρθρον τοῦτο, λέγουσι, διαφέρει τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀνακαλῇ ἐναντίον τοῦ νόμου δοθέντας βαθμούς! Τὰ ἄρθρα τῶν δύο Συνταγμάτων οὐδεμίαν ἔχουσι διαφοράν. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἀποδίδῃ τὴν ἀπονομὴν τῶν βαθμῶν εἰς τὸν Βασιλέα ἄνευ μνείας τῶν περὶ τούτου νόμων, δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος νὰ ἀπονέμῃ βαθμούς. Ἂν δὲ ῥητῶς περιελήφθη ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι, ὅτι οἱ βαθμοὶ ἀπονέμονται κατὰ τοὺς νόμους, τοῦτο ἐγένετο πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ προκαλέσῃ μείζονα εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν πρὸς τήρησιν τῶν νόμων. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ συμμορφῶται κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν βαθμῶν πρὸς τοὺς νόμους, δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τοὺς ὑπ’ αὐτῆς ἀπονεμηθέντας βαθμούς, ὡς μὴ νομίμως ἀπονεμηθέντας. Τὸ ζήτημα τοῦτο διέπεται καθαρῶς ὑπὸ μόνου τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει τὴν ἀφαίρεσιν τῶν βαθμῶν, εἰμὴ μόνον ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, πρὸς δικαιολογίαν τῆς πράξεώς του, τοὺς μεγάλους κινδύνους τοῦ δημοσίου Ταμείου· ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα οὐχὶ ἀκριβῆ πράγματα ἐξέθεσεν ἐνώπιον ὑμῶν. Τίνες εἶναι οἱ κίνδυνοι; τίνες ὑπέστησαν χρηματικὴν ζημίαν; οἱ ἐκ τῆς προαγωγῆς τοῦ Τερτίπη εἰς λοχαγὸν κατ’ ἐκλογήν; Εἷς μόνος ὑπολοχαγὸς, ὁ ἀρχαιότερος πάντων· οἱ ἄλλοι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι νὰ παραπονεθῶσιν ἀπὸ τοῦδε, διότι μίαν μόνην θέσιν κατέλαβεν ὁ προβιβασθείς. Ἐὰν λοιπὸν ἕνεκα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Τερτίπη ἤθελε ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, ἡ ζημία συνίσταται εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἑνὸς μόνου ὑπολοχαγοῦ, τοῦ δυναμένου νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Τί σημαίνει, ἐὰν 15 ἢ 30 ἐκίνησαν ἀγωγὰς, αἱ ὁποῖαι ἀμέσως ἤθελον ἀποῤῥιφθῆ; Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ πρῶτος ἀκόμη ὑπολοχαγὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως, διότι ὁ Τερτίπης προεβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ὑπολοχαγῶν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι αὐτὸς ἤθελεν ἐκλεχθῆ ἀντὶ τοῦ κ. Τερτίπη, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, καὶ ἄδηλον ὁποίαν ἤθελε κάμει χρῆσιν. Οὐδεὶς ἑπομένως ὑπάρχει κίνδυνος ζημίας τοῦ δημοσίου Ταμείου. Τίνες λοιπὸν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὸ διάβημα τοῦτο; Ἠκούσατε τὰς ἐκδηλωθείσας ὑπονοίας, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ, κατὰ πόσον αὗται εἶναι βάσιμοι. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ μὴ αἰσθάνηται τύψιν συνειδήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ ὑπονοηθεῖσαι ἀφορμαὶ προεκάλεσαν τὴν ἐνέργειάν του ταύτην.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἕτερος ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγυήσεως δανείου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐξ 1.800,000, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς μέχρι Πατρῶν σιδηροδρομικῆς διακλαδώσεως.
§64ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς εἶχε ζητήσει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τοῦ σιδηροδρόμου, εἶχε γίνει ἐπαρκής. Ἀπήντησα τότε εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι ἁπλῆ προσαγωγὴ ἐγγράφων δὲν δύναται νὰ ἀρκέσῃ, ἵνα λάβῃ ἐκ τούτων τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ· τὴν πεποίθησιν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μόνον ἐκ μελέτης μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐκ βασάνου τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος ἤθελεν ὑποβάλει. Ὁ κ. βουλευτὴς, ἐξετάζων ἤδη τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, ἀφοῦ εἰς τοῦτο περιωρίσθη ἡ ἀπαίτησις, εὑρίσκει, ὅτι ἐξ αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρυσθῇ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωκεν, αὐτὸ δὲ τοῦτο εἶχον εἰπεῖ καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν θέλει ἐννοήσει πολλὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἐπεκαλέσθη δὲ, εἰς δικαιολογίαν τῆς δυσπιστίας αὐτοῦ πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Ἑταιρίας, τὸ μὴ ἀκριβὲς τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῆς, τῶν προηγηθέντων τοῦ δανείου, τοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συνομολογηθέντας. Τότε ἐνόμισεν ἡ Ἑταιρία, ὅτι διὰ δανείου 286,000 λιρῶν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον. Τὸ ποσὸν ἀπεδείχθη κατόπιν ἀνεπαρκὲς, καὶ ἀπῃτήθη νέον δάνειον 1,800,000 δρ. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἠπατήθη ἡ Ἑταιρία εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῆς, ἐξηγήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τότε, ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς ὑπῆρχον πολλὰ στοιχεῖα ἄγνωστα, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν ὑπάρχουσιν. Ὁ λόγος ὁ κυριωδέστερος τοῦ μὴ ἀκριβοῦς ὑπολογισμοῦ τοῦ τότε, ἦτο, ὅτι ἐστηρίχθη ἡ Ἑταιρία εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δόσεων παρὰ τῶν μετόχων· ὑπελόγισε μὲν, ὅτι τινὲς τῶν μετόχων δὲν ἤθελον πληρώσει πάσας τὰς δόσεις, ἀλλὰ δὲν ἀφῄρεσεν ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἱκανὸν ποσὸν, ὅπως παρασταθῇ τὸ κενὸν, ὁποῖον πράγματι ἦτο. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἀριθμὸς δυστροπούντων περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν δόσεων, ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησεν ἡ Ἑταιρία πιθανὸν, ἦτο ὑπολογιστέος. Τοιαῦτα στοιχεῖα ἐν τοῖς νῦν ὑπολογισμοῖς δὲν ὑπῆρχον, τὰ δὲ ἄγνωστα στοιχεῖα εἶναι ὀλιγώτερα ἢ τότε, καὶ τοῦτο εἶναι φυσικὸν, διότι καὶ τὸ ὑπολειπόμενον ἔργον εἶναι μικρότερον καὶ πολλὰ ἐκ τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἢ ἐπληρώθησαν, ἢ ἀπεδείχθησαν μὴ ἐγκαίρως εἰσπράξιμα. Αὐτὴ ὅμως ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀποδεικνύει πόσον ἄδικον εἶχε, θέλων νὰ παραστήσῃ, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι τὰ ῥηθέντα παρ’ ἐμοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης μακρᾶς ἐξετάσεως δὲν εἶχον ὑπόστασιν, διότι κατ’ αὐτὸν ἤρκει ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ βραχείας τινὸς ἐκθέσεως τοῦ Διευθυντοῦ, ἵνα ἐννοήσῃ πᾶς τις τὸ ποσόν. Πόσον ὀλίγον ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἀποδεικνύουσι καὶ τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ. Εἶπον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ 1,800,000 ἀναλύεται εἰς 2 κεφάλαια, εἰς 1,500,000, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὑποβληθέντας εἰς ἡμᾶς, ἀρκεῖ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς κατασκευῆς, καὶ εἰς 300,000 δραχ. τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης κινήσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς εὐθὺς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης κινήσεως εἰς αὐτὸν εἶναι γνωστά· εἶναι τὸ ἀντίτιμον τριῶν ἀτμομηχανῶν, καὶ ἴσως ὀλίγου τινὸς ἄλλου ὑλικοῦ, καὶ ἑπομένως αἱ 300,000 δραχμαὶ δὲν εἶναι δεδικαιολογημέναι. Τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἁπλᾶ, ὡς τὰ νομίζει ὁ κ. βουλευτής. Τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης κινήσεως δὲν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποθέτει. Εἰς κίνησιν μέχρι Πατρῶν τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος φθάνει ἤδη μέχρι Κιάτου, πρέπει νὰ προστεθῇ ἀριθμὸς ἀτμομηχανῶν μείζων τοῦ μνησθέντος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἔξοδον πρώτης κινήσεως. Ἔξοδα πρώτης κινήσεως ὀνομάζονται ἐκεῖνα μετὰ τὴν κατασκευὴν, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῶν ἐπισκευῶν, ἃς ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ πρώτη κίνησις. Ὁ σιδηρόδρομος εὐθὺς μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς κατασκευῆς δὲν λαμβάνει τὴν διαρκῆ αὐτοῦ μορφήν. Δὲν κατακάθηνται τὰ χώματα εὐθύς· ἀνάγκη διαρκοῦς ἐπισκευῆς, μέχρις οὗ ὁ σιδηρόδρομος φθάσῃ εἰς σύμπηξιν. Πρὸς τούτοις μετὰ τὴν κατασκευὴν καταδεικνύονται ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ χάρτου δὲν φαίνονται, ἀλλ’ ἐν τῇ κινήσει γίνονται ἐπαισθηταί. Ταῦτα εἶναι τ’ ἀποτελοῦντα τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης κινήσεως, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται εἰς 300,000 δραχμῶν. Ἡμεῖς, οἱ μελετήσαντες τὸ ζήτημα, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι αἱ 300,000 ἦσαν ἀναγκαῖαι εἰς τοιαῦτα ἔξοδα· ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς θεωρῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, ἂς δώσῃ ψῆφον, σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην του.
§66ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ἵνα μάθωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνελάβομεν τὴν εὐθύνην τοῦ μέτρου τούτου, ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐπιτακτικαί. Ἐγὼ ἐπείσθην, ὅτι αἱ 300 χιλιάδες δραχμαὶ ἐχρειάζοντο, οὐχὶ διὰ δοκιμασίαν, ἀλλὰ διὰ τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέπονται εἰς τὴν πρώτην παράδοσιν εἰς κυκλοφορίαν τοῦ σιδηροδρόμου. Ταῦτα τὰ ἔξοδα εὑρίσκονται πάντοτε ἀναγεγραμμένα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους τῶν Ἑταιριῶν. Μετὰ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν, μεθ’ ἣν τίθεται εἰς κίνησιν ὁ σιδηρόδρομος, ἀπαιτοῦνται δαπάναι διὰ τὴν τελειοτέραν αὐτοῦ χρῆσιν, ταύτην δὲ τὴν δαπάνην περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει σήμερον, ὅτι γνωρίζει ἄλλα περὶ αὐτῆς· καλὸν εἶναι νὰ ἐξηγήσῃ ταῦτα· διότι ἂν τὰ ἄλλα ταῦτα ἔχωσι χαρακτῆρα, οἷον ὑπηνίχθη, καίτοι δὲν ἐννοῶ περὶ τίνος πρόκειται, δὲν εἶναι καλὸν νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, πρὶν ἢ δοθῇ ἡ ἐξήγησις.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι ἠθικώτατος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τίς οὗτος.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἐνόμιζον, ὅτι ὑπηνίσσετο ὁ κ. βουλευτὴς ἀνήθικον σκοπόν· ἤδη μανθάνομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνήθικος ὁ σκοπός, ἀλλ’ εἶναι ἀπόῤῥητος. Βεβαιῶ, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ τὸ χρῆζον τοῦ ἀποῤῥήτου.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἐξ ὅσων εἶπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγητε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἦτο ἀνήθικος ὁ σκοπός. Εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρίας· βεβαίως δὲ τοῦτο δὲν ἔχει τι τὸ ἀνήθικον.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν λογαριασμῶν τῆς Ἑταιρίας, ἥτις μᾶς ὡδήγησε πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ, βεβαίως ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπιτακτικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρίας, τὰς καθιστώσας ἀναγκαῖον τὸ δάνειον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐπιτακτικῶν τούτων ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ μόναι ἠθικαί, δὲν ἐννοῶ εἰς τί ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Διὰ τοῦτο ὑπέθεσα, ὅτι ἠννόει ἄλλο τι· ἀλλὰ τὸ δάνειον συνομολογεῖται μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἴδω μεταξὺ Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ Ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου, ποία ὑποχρέωσις, ποία συναλλαγή, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ μένῃ κεκρυμμένη. Καὶ αἱ δύο Ἑταιρίαι εἶναι ἀνώνυμοι, οἱ δὲ λογαριασμοὶ αὐτῶν θέλουσι παρουσιασθῆ εἰς τοὺς μετόχους ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει· ἑπομένως δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τι, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ συμφέροντι ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς Ἑταιρίας πρέπει νὰ μείνῃ κεκαλυμμένον, ὁπωσδήποτε δὲ δὲν δύναται νὰ μείνῃ μυστικὸν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Βουλῆς.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κἀνὲν συμφέρον.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἅμα ὑποδεικνύητε μομφὴν, πρέπει νὰ τὴν μάθωμεν καὶ ἡμεῖς.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη ἀνέπτυξεν ἐντελῶς τὴν ἰδέαν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν πρόκειται, βλέπετε, περὶ τοῦ ἀναγκαίου κεφαλαίου πρὸς τὴν πρώτην κίνησιν, μήτε αἱ 300,000 δραχμῶν θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τῆς Ἑταιρίας. Τὰς ἀνάγκας ταύτας τὰς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ τὰς ἐκθέσῃ ἐκεῖθεν.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἡ Ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου ἔχει ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν ἐργολάβον Ἑταιρίαν, ἔχει ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν δανειστὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι, ἐὰν δὲν συμπληρώσῃ τὸ ἔργον μέχρις ὡρισμένου σημείου, δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι θέλουσιν ἀποτιθῆ αἱ ὑπολειπόμεναι δόσεις τοῦ δανείου. Ταῦτα πάντα εἶναι τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐξετασθέντα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προσδιορίσω τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ τὸ δάνειον. Ἐκτὸς τούτων, οὐδὲν ἄλλο γινώσκω. Ἂν εἰς ταῦτα περιλαμβάνωνται καὶ τὰ, εἰς ἃ ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ τι ἄγνωστον· ἂν ὅμως ἀφορῶσιν εἰς ἄλλο, νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. βουλευτής.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ τὸ θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ 300 χιλιάδες πρόκειται νὰ καταβληθῶσιν ὡς τόκοι τοῦ πρώτου ἐνυποθήκου δανείου τῆς Ἑταιρίας.
§79ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὰς ἀρχὰς τὰ ἔξοδα εἶναι πολὺ μεγάλα καὶ ὁ σιδηρόδρομος δὲν θὰ ἀποφέρῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσωσιν οἱ τόκοι, δι’ αὐτὸ λογίζονται καὶ αὐτὰ ὡς ἔξοδα πρὸ τῆς κινήσεως.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔξοδα ταῦτα τὰ περιέλαβον εἰς τὸ 1,500,000. Βεβαίως, ὅταν ἡ Ἑταιρία παρουσιάσθη εἰς ἐμὲ, ζητοῦσα, ὅπως διὰ τῆς Κυβερνήσεως δυνηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δάνειον, καὶ παριστῶσα τὴν ἀνάγκην τούτου, μοὶ ἐξήγησεν, ὅτι εἷς τῶν λόγων τῆς ἀνάγκης τοῦ δανείου εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποτίσῃ πᾶσαν ὀφειλὴν πρὸς τὸν ξένον δανειστὴν, παρὰ τοῦ ὁποίου ἀναμένει νὰ λάβῃ τὰς ὑπολειπομένας δόσεις. Ἡ ἀνάλυσις τῆς ὀφειλῆς ταύτης εἶναι σημειωμένη εἰς τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὴν Βουλὴν πίνακας, μεταξὺ δὲ τῶν ὀφειλῶν ἦτο καὶ ὁ τόκος τῶν κεφαλαίων, διότι ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν ὁ τόκος ἦναι ἀπαιτητὸς, εἶναι κεφάλαιον. Ὑπελογίσαμεν ἄρα καὶ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὸν ξένον δανειστὴν, ὑπελογίσαμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ νὰ προοδεύσῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ γίνῃ ἀπαιτητὴ ἡ τελευταία δόσις τοῦ δανείου, ὑπελογίσαμεν καὶ πᾶσαν δαπάνην κατασκευῆς, εἰς ἣν δὲν θὰ ἐπήρκει ἡ δόσις αὕτη, καὶ ἐκ τῆς ἀθροίσεως πάντων τούτων ἀπετελέσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ δανείου.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω πολὺ, ὅτι ὁμολογεῖτε, ὅτι διὰ τῶν 300 αὐτῶν χιλιάδων δραχμῶν πρόκειται νὰ καταβληθῶσι τόκοι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Καΐρη. (Ἀναγινώσκεται).
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς τροπολογίας ταύτης ἐπρότεινα ἐγὼ ἄλλην, ἥτις εἶναι ἀπωτέρα καὶ πρέπει ἐπ’ αὐτῆς πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ μὴ ὑποχρεῶνται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ κοινοποιῶσι τὰ συμβόλαια, ἀλλ’ οἱ συμβολαιογράφοι νὰ πέμπωσιν ἀντίγραφα τῶν συμβολαίων τῆς ἀγοροπωλησίας εἰς τοὺς ταμίας. Ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ κοινοποιῇ τὰς πράξεις του εἰς τὴν δημόσιον Ἀρχήν· ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ μανθάνῃ τὰς πράξεις τῶν μεταβιβάσεων, ὀφείλει νὰ προστρέχῃ εἰς τὰ Συμβολαιογραφεῖα· ἄλλως τε εἶναι καὶ ἀνεκτέλεστος, πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ξένος, εἷς χωρικός, δὲν φροντίζει νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς τὸ Δημόσιον ἐμπροθέσμως· αὐτὸς μὲν τιμωρεῖται, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἐγκαίρως δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῆς τοιαύτης πράξεως· ἐνῷ ὁ συμβολαιογράφος θὰ στέλλῃ τὸ ἀντίγραφον εἰς τὸν ἔφορον. Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται μεταβίβασις ἐνώπιον τῶν προξένων· πρέπει νὰ θέσωμεν ὡρισμένην προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ κοινοποιῶσιν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἔγγραφον τοῦτο.
§85ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§86ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ἔχει καλῶς καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, καθόσον δηλαδὴ ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ τελευταίου ἰδιοκτήτου τῆς οἰκίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, διότι κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἁπλῆ ἀναγραφὴ διατάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Κατὰ τὸ ἄρθρον 940 § 7, εἶναι προνομιοῦχοι καὶ πληρόνονται προνομιακῶς «ἀπαιτήσεις τοῦ Κράτους, ἕνεκα καθυστερησάντων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, καὶ τῶν δύο ἀμέσων προηγουμένων»· ὥστε αὐτὴ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία δίδει προνόμιον εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τοὺς καθυστερήσαντας, καὶ θεωρεῖ ὑπέγγυον τὸ κτῆμα εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν· ἐν ἄλλοις λόγοις, καθιεροῖ τὴν ἀρχήν, ἣν γενικώτερον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν διὰ τῆς περὶ ἧς πρόκειται διατάξεως.
§87ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀλλ’ ὅταν γίνεται πλειστηριασμός.
§88ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δεικνύει, ὅτι ἀνεγνώρισε μίαν ἀρχήν, καὶ ὅτι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὰς ἐκ συμβάσεως πωλήσεις. Νομίζω ὅμως ὀρθὸν, νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ πωλητὴς διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ κοινοποιῇ τὸ συμβόλαιον· ὀρθότερον εἶναι, τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωσιν οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ πρόξενοι καὶ ἐν γένει αἱ Ἀρχαὶ, ἐνώπιον τῶν ὁποίων συντάσσονται τὰ συμβόλαια, καθόσον οὗτοι εἶναι μᾶλλον ἁρμόδιοι, γνωρίζουσι δὲ καὶ τὸν νόμον κάλλιον τῶν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν ἐξ ἀγνοίας νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὸ βάρος τοῦ φόρου αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρικάκη· ἐπειδὴ ὅμως συμβαίνει πολλάκις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νὰ συντάσσωνται πράξεις ἐνώπιον ἐγχωρίων ἀρχῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ὁσάκις συντάσσωνται ἐνώπιον Ἀρχῶν ξένων, τότε εἶναι οἱ πολῖται ὑπόχρεοι εἰς κοινοποίησιν τοῦ συμβολαίου. Νὰ τεθῇ δὲ μακροτέρα προθεσμία πρὸς κοινοποίησιν διὰ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μεταβιβάσεις.
§89ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§90ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§91ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀπορῶ διὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου· ἐζήτησα μάλιστα νὰ εὕρω διάταξιν ἥτις νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ διέπον τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἤθελε συντελέσει ἴσως ἀκόμη περισσότερον εἰς τὸ νὰ εἰσπράττωνται ἀνελλιπῶς οἱ φόροι· ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω δυστυχῶς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐὰν δὲ δὲν ἐφοβούμην, μὴ τυχὸν ἀποῤῥιφθῇ—διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ σύστημα πᾶσαν τροπολογίαν νὰ ἀποῤῥίπτῃ—ἤθελον βεβαίως προτείνει ὑμῖν ταύτην· εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς· νὰ εὐθύνωνται καὶ οἱ γείτονες ἀκόμη ἀλληλεγγύως· καὶ ἐὰν θέλητε νὰ προχωρήσω ἀκόμη ὀλίγον, καὶ ἡ συνοικία ὁλόκληρος, διότι τότε θὰ ἦναι ἔτι ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ὅταν λοιπὸν νομοθετῶμεν τοιούτους φορολογικοὺς νόμους, δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα μόνον ταμιευτικῶς, ἀλλὰ νὰ σκεπτώμεθα ἐπὶ τέλους ἀνθρωπίνως, φιλανθρώπως. Διατὶ τάχα οἱ πωλοῦντες καὶ οὐχὶ οἱ ἀγοράζοντες; Δὲν ἐνθυμοῦμαι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποῦ ἀνέγνωσα, ὅτι τὰ 9/10 τῶν πωλούντων ἀκίνητα κτήματα προβαίνουσιν εἰς πώλησιν ἕνεκα ἀναγκῶν καὶ στερήσεων, τὸ ⅒ μόνον ἕνεκα κερδοσκοπίας. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἀναγκαζομένους νὰ πωλήσωσιν, ὑποβάλλετε εἰς τὸ μαρτύριον αὐτὸ, τοῦ νὰ ὦσιν ὑπόχρεοι ἀλληλεγγύως εἰς τὴν πληρωμὴν τριῶν ἐτῶν. Αὐτὸ δὲ τὸ ἀλληλεγγύως εἶναι ἓν τμῆμα τοῦ ὅλου συστήματος τοῦ φορολογικοῦ καὶ τοῦ ἐκλογικοπολιτικοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ἀλληλεγγύως ἐμπραγμάτως. Θὰ ὀφείλῃ τοὺς φόρους ὁ πωλητὴς Α, φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀγοραστὴς Β, ἐχθρὸς αὐτῇ. Πρώτη πρᾶξις τῆς συναλλαγῆς· θέλει καταδιωχθῆ ὁ Β, καὶ οὐχὶ ὁ Α. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τις τὴν προκειμένην διάταξιν, εἴτε σοβαρῶς, εἴτε ἐπὶ τὸ ἀστειότερον, εὑρίσκει αὐτὴν καταδικαστέαν. Ἐκεῖνο, περὶ οὗ ὤφειλον νὰ φροντίσωσιν οἱ διοικήσαντες καὶ οἱ διοικοῦντες τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ ἡ αὔξησις τῶν φόρων διὰ τῆς καταπιέσεως τῶν φορολογουμένων. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐπειδὴ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, θέλει διέλθει ἐκ τοῦ χωνευτηρίου τοῦ νομοθετικοῦ, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι τοὐλάχιστον νὰ προστεθῇ διάταξίς τις, ὡς τρίτη παράγραφος, διότι τοιαύτην δὲν εὑρίσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν, ὅπως ὁ συμβολαιογράφος ὑπομιμνήσκει τῷ ἀγοραστῇ τὸν περὶ μεταγραφῆς νόμον, τοὐλάχιστον νὰ ὑποχρεῶται νὰ ὑπομιμνήσκῃ, τόσον πρὸς τὸν πωλητὴν, ὅσον καὶ πρὸς τὸν ἀγοραστὴν, ὅτι ἔχουσι τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν κοινοποιήσεως πρὸς τὴν Ἀρχὴν τῆς γενομένης πράξεως.
§92ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ δημοκρατικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ δημοκρατικῶν κεφαλῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως γνωρίζω, εἶναι, ὅτι οὐδέποτε αἱ ἰδικαί μου δημοκρατικαὶ ἰδέαι θὰ συναντηθῶσι πρὸς τὰς ἰδικάς του, οὐδὲ ἡ κεφαλή μου θὰ συμπράξῃ ποτὲ μετὰ τῆς ἰδικῆς του, ἀφοῦ ἔχει, φαίνεται, ὡς ἀρχὴν, ὅτι πᾶν πρέπει νὰ πράττηται, ὅπως ὁ πολίτης παραβιάζῃ τὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν ἱερὰς ὑποχρεώσεις του.
§93ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σεῖς δὲν πληρόνετε. Κάμετε τὴν ἀφομοίωσιν.
§94ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Θὰ ἔλθῃ προσεχῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε θὰ ἀκούσητε τὴν γνώμην μου· ἐν τούτοις λέγω, ὅτι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτὰ, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι διαιρέσεις μεταξὺ Ἑπτανησίων, Πελοποννησίων, Θεσσαλῶν καὶ λοιπῶν. Ὅλοι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰ συμφέροντα πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν· ἐγὼ τοὐλάχιστον λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον οἱουδήποτε μέρους τῆς Ἑλλάδος, καὶ βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχε διάταξις, τὴν ὁποίαν ἤθελον θεωρήσει ἐπιβλαβῆ εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἤθελον τὴν κατακρίνει. Αἱ δημοκρατικαὶ ἀρχαὶ ἔχουσιν ὡς δόγμα, νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν εἰς κἀνένα νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους καὶ τὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν ὑποχρεώσεις του. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξασφαλίζει πληρέστατα ἕνα φόρον τοῦ Δημοσίου, χωρὶς ν’ ἀδικῇ κἀνένα. Δὲν βλάπτεται ὁ ἀγοραστὴς, διότι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀποδείξεις παρὰ τοῦ πωλητοῦ, ἐὰν ἔχῃ πληρώσῃ τοὺς φόρους, ἢ ὄχι· ἐπίσης δὲν βλάπτεται ὁ πωλητὴς, καὶ ἐξασφαλίζεται πληρέστατα τὸ Δημόσιον. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρὶν ἢ πωληθῇ ἡ οἰκία, ἠδύνατο τὸ Δημόσιον νὰ τὴν πωλήσῃ, καὶ νὰ πληρωθῇ τὸν ὀφειλόμενον φόρον, δὲν ἠξεύρω διατὶ νὰ μὴ νομοθετήσωμεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Δημοσίου μένει καὶ μετὰ τὴν πώλησιν τῆς οἰκίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ σύμφωνος μὲ τον νόμον εἶναι, καὶ ὠφελεῖ καὶ τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ βλάπτῃ κἀνένα, ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις.
§95ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον σκοπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἀληθῶς, ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ πράξω τοῦτο μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὅλου τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἀγόρευσις ὅμως τοῦ προλαλήσαντος βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας μὲ ἀναγκάζει ἀπὸ τοῦδε νὰ δικαιολογήσω αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν. Καὶ ἐρωτῶ, κ. Πρόεδρε, πῶς ἤλθομεν ἐνταῦθα, καὶ τίνος ἕνεκεν συνεδριάζομεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον; ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἢ ὡς συνήγοροι τοῦ Δημοσίου; Καὶ δὲν εἰξεύρω, ἐὰν ἔγκειται εἰς τὰς τοῦ προαγορεύσαντος ἐντίμου συναδέλφου δημοκρατικὰς ἰδέας, τὸ νὰ ᾖναί τις συνήγορος τοῦ Δημοσίου καὶ ὄχι τοῦ λαοῦ. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ προλαλήσαντος λεγόμενον ὅτι οὕτως ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύωνται εἰς τὰς πράξεις, αἵτινες ἐξασφαλίζουσιν, ἔστω καὶ διὰ τῆς πιέσεως ἀκόμη, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νόμου τούτου τείνει εἰς τὸ νὰ καταθλίψῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ δὲν ἐννοῶ ἐγὼ, νὰ συνερχώμεθα ἐνταῦθα, ἵνα ψηφίζωμεν νόμους τοσοῦτον καταθλιπτικοὺς, ὅσον εἶναι γεγονὸς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀρνηθῇ τις, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θ’ ἀκούσωμεν, ὅτι ἡ φωνὴ τῶν καταπιεζομένων θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἑβδόμου οὐρανοῦ. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, νὰ ψηφίσω τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καταθλίψῃ ἐκείνους, οἵτινες μὲ ἀπέστειλαν· νοῶ, τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τὸ ἐκπροσωποῦν τὸν λαὸν, νὰ μὴ ζημιῶται, νὰ μὴ χάσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συνεισφέρω ἐγὼ καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι τὸ Δημόσιον δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξεγείρῃ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς στάσεις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταστρεπτικὴν καὶ ἄντικρυς ἐναντίαν τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει αὐτοῦ.
§96ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ πρώτου ἄρθρου εἶναι πλημμελὲς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας βουλευτὴς κ. Ρικάκης. Ὀρθότατον εἶναι καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ συμβολαιογράφος, ἢ ὁ ἀναπληρῶν τὸν συμβολαιογράφον, ὅπως εἰδοποιῇ τὸν ταμίαν, ἢ τὸν ἔφορον, περὶ τῆς γενομένης τυχὸν μεταβιβάσεως. Οὐδεὶς ἐκ τῶν συμβαλλομένων, ἢ ὀλίγιστοι θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν τοῖς ἐπιβάλλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πλεῖστοι θ’ ἀδιαφορήσωσι παντελῶς, ὡς μὴ γνωρίζοντες τὰ διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν ὤφειλον. Διατὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸν συμβολαιογράφον, ὁ ὁποῖος ὠφελεῖται ἐκ τοῦ χαρτοσήμου; ὁ ὁποῖος ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ; Θέλομεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς συμβολαιογράφους, οἱ ὁποῖοι κύριον ἔργον ἔχουσι τοῦτο, καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς πλείστους τῶν συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, οὔτε τὰ μέσα ἔχουσι, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα κατοικεῖ ὁ ἔφορος, ἵνα ἐπιδώσωσι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τὸ τῆς ἀγοραπωλησίας συμβόλαιον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Ρικάκη εἶναι ὀρθὴ, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δηλῶ, ὅτι δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρικάκη.
§98ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§99ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα κατῆλθεν εἰς προσωπικότητας, ἐγὼ βεβαίως δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. βουλευτὴν, κατερχόμενος εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ ἀκολουθῶ τὸν Πρωθυπουργὸν, εἶναι ὀλίγος χρόνος, καθ’ ὃν εἶμαι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὸν ἀκολουθῶ δὲ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἄνευ συμφέροντος, ἐνῷ ὁ κ. προαγορεύσας ἠκολούθει πιστῶς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ πάντα τὰ μέτρα αὐτοῦ ἐπεδοκίμαζε, διότι εἶχεν αὐτὸν Ὑπουργόν· ἤδη δὲ, ὅτε δὲν ἔχει αὐτὸν παρ’ αὐτῷ ὡς Ὑπουργὸν, εὑρίσκει αὐτὸν τύραννον, δικτάτορα, δεσπότην, καὶ πάντα αὐτοῦ τὰ μέτρα θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ καὶ καταστρεπτικά.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ρικάκη.
§101ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ στέλλωσι μόνον περίληψιν τοῦ ἐγγράφου.
§102ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ γράφηται αὕτη ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, διότι οἱ συμβολαιογράφοι θὰ τὸ εὑρίσκουν ὡς ἀφορμὴν καὶ θὰ φορολογοῦν τοὺς συμβαλλομένους.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§104ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). «Οἱ συντάσσοντες συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν μεταβιβάσεως ἀκινήτου κτήματος ὀφείλουσι νὰ πέμπωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κεῖται τὸ κτῆμα, περίληψιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου τοῦ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ μεταβίβασις ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεώς του. Οἱ παραλείποντες, ἢ ἐκπροθέσμως ποιοῦντες τὴν ἀποστολὴν ταύτην, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν διακοσίων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον, οὕτω διασκευασθέν).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§106ΦΩΤΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§107ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐννοῇ αὐθάδεις ἡμᾶς, τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν καὶ κατάστασιν νὰ τὸν ῥαπίσωμεν· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι παράφρων, δὲν τὸν συνεριζόμεθα, διότι ἀρκετὰ δείγματα τῆς παραφροσύνης του ἔδειξε μέχρι τοῦδε. (Θόρυβος).
§109ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπόληψις εἶναι γνωστὴ ἐν Θήβαις· θὰ ἦτο λυπηρὸν δι’ ἐμὲ, ἐὰν ἀπήντων εἰς ἄνθρωπον, ὁποῖον τὸν ἀναγράφουν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Θηβῶν. Πρόκειται περὶ κοινοῦ ἐργολάβου οἵου δήποτε ἔργου. (Θόρυβος).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ἀρ. Κανταρτζῆς). Ἡσυχία, Κύριοι. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ 2 ἄρθρου.
§111ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὴ νομίζητε, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι εὑρίσκεσθε εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Βουλήν; (Θόρυβος μέγας ἐν τῇ Βουλῇ).
§112ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃς τὸν Πρόεδρον πρέπει νὰ τὸν σεβασθῇς. (Θορυβώδεις ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
§113ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν.
§114ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίποτε· ἐκάμετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας· θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Θόρυβος).
§117ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμπρὸς, Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔγινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, διότι ἐδῶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ὑβρίζωσιν, ὅτι κάμνομεν ψευδῆ πρωτόκολλα ψηφοφοριῶν.
§118ΡΑΛΛΗΣ. ...... (Θόρυβος).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. Ἡσυχάσετε.
§120ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔγινεν ἔνστασις.
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀνακκλοῦμεν.
§122ΤΟΜΑΝ. Ἔκαμαν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐγὼ τὴν ἀντελήφθην, καὶ ἐγὼ ἐπιμένω συνεπῶς νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§123ΛΕΒΙΔΗΣ......
§124ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίποτε, τίποτε. (Θόρυβος).
§125ΤΟΜΑΝ. Ἢ νομίζουν, ὅτι εἴμεθα ἐδῶ εἵλωτες! Εἴμεθα πατριῶται καλλίτεροι ἀπ’ αὐτούς.
§126ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, Κύριε Πρόεδρε.
§127ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σοῦ ἀφαιρῶ τὸν λόγον· ἔγινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§129ΤΟΜΑΝ. Πῶς ἀτενίζετε πρὸς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν καταδέχεσθε νὰ ἀπαντήσητε; Κάμνω ἐγὼ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Κατάστασις πραγμάτων εἶναι αὐτή, νὰ γίνωμεν σκουπίδια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐδῶ μέσα!
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν θέλητε νὰ ἀποφύγητε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πρέπει νὰ μὴ προκαλῆτε τὴν σκηνὴν, ἡ ὁποία ἔλαβε πρὸ μικροῦ χώραν, καθ’ ἣν εἷς βουλευτὴς ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἄλλου........(Θόρυβος).
§131ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε. Ἐμπρὸς, Κύριε Πρόεδρε, τὸν κατάλογον. (Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 90).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἄρθρον 3.
§133ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 2. Βλέπω, ὅτι ἐχάσατε τὰ πασχάλια σας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχασα τὰ πασχάλια μου· σεῖς ἐχάσατε πᾶσαν αἰδώ.
§135ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§136ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφός μου ἠγόρευσε, πρὶν ἢ συμβῇ τὸ ἐξευτελιστικὸν τῷ ὄντι διὰ τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἐπεισόδιον· ἠγόρευσεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, προβάλλων, ὅτι ἐπὶ 8 ὁλοκλήρους ὥρας συνεδριάζομεν ἐνταῦθα, ἡμεῖς μὲν μὴ κοιμώμενοι, ἀλλὰ μαχόμενοι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, ἃς ἀντιπροσωπεύομεν, οἱ δὲ κύριοι συνάδελφοι ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἐγκαταλιμπάνοντες ὅλον τὸν εὐγενῆ μὲν, ἀλλ’ ἀνεπιτυχῆ, ἀγῶνα τῶν συζητήσεων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐζήτησα μετὰ τὸν συνάδελφόν μου τὸν λόγον, θέλων νὰ πείσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπρεπὲς εἶναι πλέον δι’ αὐτὴν νὰ συνεδριάζῃ μετὰ τὴν ἑνδεκάτην. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἠγέρθην καὶ ἠγόρευον ἤδη, θέλων ν’ ἀποδείξω τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐξηκολουθεῖτε ἀναγινώσκοντες ἐκεῖ, δὲν εἰξεύρω τίνα νομοσχέδια, ἢ ἄλλα ἔγγραφα τοῦ Προεδρείου, ὁ δὲ γραμματεὺς ἀνεγίνωσκε τροχάδην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ τοιουτοτρόπως ὑμεῖς μὲν δὲν ἠκροᾶσθε τῶν ἐμῶν λόγων, οἱ δὲ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐτάρασσον ἐκεῖθεν τὴν τάξιν. Τότε εἶπον πρὸς Ὑμᾶς, καὶ ἐπαναλέγω τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς Ὀθωμανικοῦ, ἢ Αἰγυπτιακοῦ Κοινοβουλίου, οὗτινος, ἂν ἄλλοτε ἀπετελέσατε μέλος, δὲν ἐσφάλετε, οὐδὲ ἦτο ἐπονείδιστος ἡ πρᾶξις, ἀφοῦ ἐστάλητε ἐκεῖ ν’ ἀντιπροσωπεύσητε ἕνα λαὸν ὁπωσδήποτε. Εἰς τὰς λέξεις ταύτας, ἃς ἐγὼ οὐδαμῶς οὐχὶ πλέον ἐξυβριστικὰς δὲν θεωρῶ, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπόνοιαν εἰς προσβολὴν διδούσας οἱανδήποτε, ἐπηκολούθησε σύνθημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιθέσεως ἐναντίον μου, ἥτις, ἂν ἐπραγματοποιεῖτο, βεβαίως ἤθελον σχισθῆ τὰ ἐνδύματά μου, ἅτινα ὤφειλε νὰ σεβασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι πολλάκις καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ ἐφόρεσαν τὰ ἀποφόρια τῆς οἰκογενείας μου. Νομίζω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ὅταν ἡμεῖς ἐπὶ ἐννέα ὁλοκλήρους ὥρας καθήμεθα ἐνταῦθα, οὐχὶ παίζοντες, ἢ θαυμάζοντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ συζητοῦντες ἐμβριθῶς περὶ τῶν νόμων, ἢ τῶν ἀναφυομένων ἑκάστοτε ζητημάτων, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐκτελοῦμεν τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ἢ ὅτι μετεβλήθημεν ἐνταῦθα εἰς ἀχθοφόρους. Ἐπεθύμουν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βουδούρης νὰ ἐπραγματοποίει τὴν ἀπειλὴν, ἧς ἔναρξιν ἐποιήσατο, καὶ τότε ἤθελε λάβει, ἂς ἦναι βέβαιος, μὲ ὅλον τὸν ὄγκον τοῦ σώματος αὐτοῦ, διπλῆν τὴν ἀπάντησιν καὶ διπλῆν τὴν πληρωμήν. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσωσί τινες νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐνταῦθα ἀκόμη νὰ εἰσαγάγωσι τὴν τρομοκρατίαν, ἣν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πάντοτε μὲν, καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀκόμη, καὶ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ ἀκόμη καὶ διὰ νομοθετικῶν διατάξεων ἐναντίον τῶν φορολογουμένων, ἐναντίον τοῦ στρατοῦ, ἂς μὴ ἀμφιβάλλωσιν, ὅτι ἡμεῖς, ἐλθόντες ἐνταῦθα δυνάμει τῆς θελήσεως καὶ τῆς ὑψηλῆς ἐντολῆς δεκατετρακισχιλίων ἀνεξαρτήτων καὶ ἐλευθέρων πολιτῶν, δὲν θέλομεν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ἐγκαταλείψει τὴν ἱερὰν ταύτην θέσιν. Θέλομεν βεβαίως διὰ τοῦ λόγου πολεμήσει τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐὰν φθάσωσι καὶ εἰς τὴν βάρβαρον πρᾶξιν τῆς ὑλικῆς ἐπιθέσεως, ἀξίας οὐχὶ ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀχθοφόρων τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος», καὶ ἐν ταύτῃ, ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι θέλουσιν εὕρει τὴν ἀντίστασιν.
§137ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν εἶχον διάθεσιν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει διακειμένης τῆς Βουλῆς. Ἐσκόπουν ν’ ἀπέλθω τοῦ Βουλευτηρίου, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ προὐκάλεσεν, εἰπὼν, ὅτι τὴν διάταξιν περὶ προσθέτου τέλους, ἕνεκα τῆς ὁποίας τοσοῦτον σφοδρῶς κατηγορεῖται τὸ νομοσχέδιόν του, τὴν ἐδανείσθη ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδίδει τὸ πλεῖστον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον κατακρίνεται, εἰς τὴν ἐμὴν πρωτοβουλίαν. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας ὀλίγα τινὰ, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐκ πλάνης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαστρέφει τὰ πράγματα, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζει, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἄλλοτε ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων χωλαίνει παρ’ ἡμῖν, καὶ χωλαίνει εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, καὶ τερατώδη, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἀπὸ τὰ δημόσια Ταμεῖα κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1884· ἐννοῶ τὴν χρῆσιν ἐκείνην, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἦτο εἰς ἐνέργειαν ὁ αὐστηρὸς νόμος, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει καὶ ὑποστηρίξει ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, τὰ ἔσοδα, τῶν ὁποίων ἡ εἴσπραξις ἀνετέθη εἰς τοὺς ταμίας, ἀνέρχονται εἰς 39,000,000· ἐξ αὐτῶν δὲ εἰσεπράχθησαν μόνον 33½, καὶ ἔμεναν καθυστερούμενα 5,500,000. Ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ καθ’ ἕκαστα τῆς καταστάσεως ταύτης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ καθυστέρησις καὶ ἡ ἀδυναμία τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, διότι, ἐκ τῶν 39,000,000, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς τοὺς ταμίας, 17,000,000 εἶναι ἔσοδα, διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὁποίων οὐδεμία φροντὶς καὶ οὐδεμία ἐπιμέλεια ἐκ μέρους τῶν ταμιῶν ἀπαιτεῖται, εἶναι δὲ ταῦτα τὸ χαρτόσημον, τὰ ταχυδρομικὰ, τὰ τηλεγραφικὰ, τὰ ὁποῖα εἰσπράτουσιν ἄλλοι ὑπάλληλοι, αἱ κρατήσεις, λέγω, πολιτικῶν συντάξεων καὶ πολλὰ ἄλλα· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν δὲ τῶν 17,000,000, μένουσιν 22,000,000, ὥστε ἡ ἀναλογία τῶν βεβαιωθέντων πρὸς τὰ καθυστεροῦντα εἶναι 25%. Ἐκ τῶν ἐσόδων λοιπὸν, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουσιν οἱ ταμίαι νὰ εἰσπράξωσι, μόλις κατορθόνουσιν νὰ εἰσπράξωσι τὰ ¾, τὸ δὲ ¼ μένει καθυστερούμενον. Ἐν τούτοις, διὰ νὰ εἰσπράξωσιν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, δαπανῶμεν ποσὰ πολὺ μεγάλα διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ταμιῶν, καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τοὺς εἰσπράκτορας καὶ ἐκτελεῖ τὰ ἐντάλματα. Καὶ πρῶτον, διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ταμιῶν δαπανῶνται 340,000 κατ’ ἔτος, διὰ τοὺς εἰσπράκτορας 168,000, διὰ τὰ ποσοστὰ 250,000, καὶ διὰ τὰ ἔξοδα 70,000, τὸ ὅλον περίπου τῆς δαπάνης ἀναβαίνει εἰς 850,000, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο, δὲν συμπεριλαμβάνεται ἡ δαπάνη τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεως ἀσχολοῦνται ἐπέκεινα τῶν χιλίων ἀνδρῶν. Ἀνυπολόγιστοι δὲ εἶναι αἱ ζημίαι καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει ἡ κοινωνία χάριν τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀλίγων τούτων ἐσόδων. Κατάστασις τοιαύτη δὲν ἀπαντᾶται εἰς κἀνὲν ἄλλο πεπολιτισμένον ἔθνος, ζημιοῦται δὲ οὐ μόνον τὸ Δημόσιον, μὴ εἰσπράττον τὸ ¼ τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ, ἀλλὰ καθιεροῦται καὶ σκανδαλώδης ἀνισότης μεταξὺ τῶν πολιτῶν, διότι ἄλλοι μὲν πληρόνουσιν τοὺς φόρους των καὶ ἄλλοι δὲν πληρόνουσιν. Ἐκτὸς τούτου, τὰ καθυστερούμενα χρησιμεύουσιν ὡς μέσον μεγάλων καταπιέσεων ἐκ μέρους τῆς ἰσχυούσης φατρίας, καὶ μάλιστα ὅταν πλησιάζῃ ἐκλογὴ, βουλευτικὴ, ἢ δημοτικὴ, εἰς ὅλα τὰ Ταμεῖα ὑπάρχει πληθὺς καθηστερηματικῶν καταλόγων καὶ ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ ὀφειλέται ἐκ φόρων καὶ ἄλλων ἐσόδων, ἀναγομένων εἰς τὰς διαφόρους χρήσεις. Ὅταν λοιπὸν ἡ μία μερὶς θέλῃ νὰ πιέσῃ τὴν ἄλλην, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ν’ ἀναφυλλήσῃ τοὺς καταλόγους καὶ νὰ ἐκδώσῃ πολλὰ ἐντάλματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκάζονται οἱ πολῖται νὰ τρέχωσιν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, συλλαμβάνονται δὲ καὶ πολλοὶ, καὶ τίθενται εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ μὴ ψηφοφορήσωσιν. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν Κυβερνήσεων· ἐφείλκυσε δὲ καὶ τὴν προσοχὴν ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔλθω πολλάκις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1871 εἰσήγαγον καὶ ὑπεστήριξα εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον περιελήφθησαν καὶ συνεπληρώθησαν ὅλαι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων διατάξεις, ἐχειραφετήθησαν οἱ ταμίαι ἀπὸ τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς, καὶ ἐγένοντο πολλαὶ ἄλλαι βελτιώσεις. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔφερε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη οὐχὶ μικρὰ ἀποτελέσματα, διότι παρετηρήθη, ὅτι αἱ καθυστερήσεις ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπαλαίωσε καὶ αὐτὸς, καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, διότι κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἔμενον καθυστερήματα ὅσα καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Μελετῶν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπείσθην, ὅτι ἡ ἀποτυχία προήρχετο, διότι καὶ ὁ νόμος οὗτος, ὅπως καὶ οἱ προηγούμενοι, ἀναθέτουσι τὴν εἴσπραξιν εἰς ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα, μ’ ὅλας τὰς ἐπιβαλλομένας εὐθύνας, δὲν ἐκπληροῦσι δεόντως τὸ καθῆκόν των, ἀποβλέποντα μᾶλλον εἰς τὴν πολιτικὴν, καθόσον γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι πολὺ, οὐδὲ καὶ νὰ ἐλπίσωσι πολλὰ, ἐὰν τὸ ἐκπληρώσουν, ἢ δὲν τὸ ἐκπληρώσουν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπανελθὼν κατὰ τὰ 1881 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσκέφθην νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς σύστημα εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, στηριζόμενον εἰς ἄλλας βάσεις, καὶ ὑπέβαλα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδίωκα τρία τινά· αʹ) νὰ εἰσπράττωνται ἀνελλιπῶς ὅλα τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους· βʹ) νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸ πάντων οἱ φορολογούμενοι, ἀπὸ τὴν ἀγρίαν καταδίωξιν καὶ τὴν φατριαστικὴν ἐνέργειαν τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων· καὶ γʹ) νὰ μετριασθῇ, ὅσον ἔνεστιν, ἡ χρῆσις τῆς δημοσίου δυνάμεως. Ὅπως ἐπιτευχθῶσι τὰ τρία ταῦτα ἀποτελέσματα, οἱ εἰσπράκτορες καθίσταντο ἐντελῶς παθητικὰ ὄργανα, καὶ δὲν ἤθελον προβαίνει εἰς οὐδεμίαν καταδίωξιν κατὰ τῶν φορολογουμένων· ἑπομένως ὁ εἰσπράκτωρ, παραλαμβάνων τὸν κατάλογον τῶν φορολογουμένων, ὤφειλε νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου, ἢ καὶ εἰς τὰ χωρία, καὶ νὰ προσκαλῇ τοὺς φορολογουμένους, ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας προσέλθωσιν αὐθόρμητοι εἰς αὐτὸν καὶ πληρώσωσι τὰ χρέη των. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας ταύτης ὁ εἰσπράκτωρ ὑπεχρεοῦτο νὰ συντάξῃ κατάλογον τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους, προσθέτων εἰς τὸ χρέος ἑκάστου καὶ 20 ἢ 25%, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει πρὸς ἀμοιβὴν τοῦ μέλλοντος ν’ ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων. Ὁ κατάλογος δὲ οὗτος τῶν καθυστερούντων, περιλαμβάνων τοὺς ἀρχικοὺς φόρους, ἐπηυξημένους κατὰ 25%, ἔμελλε νὰ ἐκτίθηται εἰς δημοπρασίαν ἐνοικιάσεως, καὶ νὰ παραχωρῆται ἡ εἴσπραξις εἰς τὸν ἰδιώτην, ὅστις ἤθελον ὑπερθεματίσει· ἐφρόνουν δὲ καὶ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ εὑρεθῶσιν ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναλάβωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων ἐπηυξημένην διὰ τοῦ προσθέτου τέλους, ὅλα τὰ ζητήματα ἤθελον λυθῆ ἀφ’ ἑαυτῶν· διότι οἱ δυστροπήσαντες, ὑποχρεούμενοι ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ πληρώσωσιν, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ἡ δυστροπία οὐδόλως τοὺς ὠφέλησεν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ἐζημίωσεν, οὕτω δὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος πολλὰ ὀλίγοι ἤθελον ἀποφασίσει νὰ μὴ προσέλθωσιν αὐθόρμητοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους των. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἠθέλομεν ἀποφύγει τὰς καθυστερήσεις καὶ ἠθέλομεν ἴσως φθάσει καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν μανθάνομεν, ὅτι εὑρίσκονται οἱ φορολογούμενοι εἰς ἄλλας χώρας, ὅπου δὲν περιμένουσι νὰ καταδιωχθῶσιν, οὔτε νὰ καταζητηθῶσιν, ἀλλ’ ὅταν πλησιάζῃ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς, συνέρχονται αὐθόρμητοι, συνάζουσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ, τὰ παραδίδουσιν εἴς τινα τῶν συνδημοτῶν, οὗτος δὲ εὑρίσκει τὸν εἰσπράκτορα καὶ πληρόνει. Ὑπάρχουσιν ἐν Γαλλίᾳ Δῆμοι, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται, ὅτι πρὸ 30 καὶ 40 ἐτῶν δὲν εἶδον ἐπίσκεψιν εἰσπράκτορος, διότι φροντίζουσι νὰ πληρόνωσι τοὺς φόρους των. Θὰ ἦναι εὐτύχημα μέγα, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ μὴ ἔχωμεν καθυστεροῦντα, διότι τότε οἱ πολῖται θ’ ἀποκτήσωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ θέλουσι παύσει αἱ μεγάλαι καταπιέσεις, διὰ τὰς ὁποίας σήμερον παραπονούμεθα, τότε δὲ εἰμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ καὶ μεγάλη ἐλάττωσις τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲν θὰ ἦναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολῶνται διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων τόσοι ἄνδρες. Τοιοῦτον, Κύριοι, ἦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον, ἕνεκα τῶν τότε περιστάσεων, δὲν ἐδόθη καιρὸς οὔτε νὰ συζητηθῇ, οὔτε νὰ ψηφισθῇ. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί παρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884, καὶ τί παρουσιάζει σήμερον πρὸς ἡμᾶς; Ἔλαβεν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο μόνον τὰ πρόσθετα τέλη, καὶ προτείνει, ὅπως οἱ φορολογούμενοι καὶ οἱ ὀφειλέται, ὅσοι δὲν πληρώσωσιν ἐμπροθέσμως τοὺς φόρους των, ἐπιβαρύνωνται μὲ πρόσθετον φόρον 20% καὶ προσέτι μὲ τόκον 8%. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφοῦ κατὰ τὰ λοιπὰ διατηρεῖται τὸ αὐτὸ σύστημα, ἀφοῦ δηλ. ἐξακολουθεῖ ν’ ἀναθέτῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπράξεων εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα δὲν κατορθόνουσι νὰ εἰσπράξωσι σήμερον τοὺς ἀρχικοὺς φόρους, ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλπίζει ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τούς τε ἀρχικοὺς καὶ τοὺς προσθέτους; Οἱ καθυστεροῦντες διαιροῦνται εἰς δύο τάξεις, ἤτοι εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐξ ἀνεχείας, καὶ εἰς δυστροποῦντας. Ἀλλ’ ὁ μὴ δυνάμενος νὰ πληρώσῃ τὸν ἁπλοῦν φόρον, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ οὔτε τὸν πρόσθετον, ἑπομένως δι’ αὐτὸ εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη τοῦ προσθέτου τέλους, διότι, ὅσον καὶ ἂν τῷ προσθέσητε, αὐτὸς πάντοτε θὰ ᾖναι εἰς τὴν ἀνικανότητα νὰ πληρώσῃ, τὸν καθιστᾶτε μάλιστα ἔτι μᾶλλον ἀνίκανον. Ἡ ἄλλη τάξις, ἡ τῶν δυστροπούντων, περιλαμβάνει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, καίπερ δυνάμενα νὰ πληρώσωσι, καθυστεροῦσι, διότι φρονοῦσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν· ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς ὀλίγον θὰ ὠφελήσῃ τὸ πρόσθετον τέλος· διότι, ἀφοῦ σήμερον δὲν πληρόνουσι τὰς ἑκατὸν π. χ. δραχμὰς, οὕτω δὲν θὰ πληρώσωσιν αὔριον καὶ τὰς 120. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποίαν ἔννοιαν ἔχει ὁ πρόσθετος φόρος. Σήμερον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐξακολουθεῖ ἡ καταδίωξις, ἀλλὰ δὲν φέρει ἀποτέλεσμα, διότι, ὡς εἶπον, ἄλλοι μὲν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσιν ἕνεκα ἀνεχείας, καὶ ἄλλοι νομίζουσιν, ὅτι ἵστανται εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε δὲν τοὺς φθάνει ἡ καταδίωξις. Ἐκ τῶν ῥηθέντων προκύπτει, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαφέρει ἐντελῶς τοῦ ἰδικοῦ μου, διότι ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ν’ αὐξήσῃ τὴν καταδίωξιν, ἐνῷ ἐγὼ διὰ τοῦ μέσου ἐκείνου ἐπεδίωκον νὰ κατορθώσω, ὥστε οἱ φορολογούμενοι ἄνευ καταδιώξεως νὰ πληρώνωσιν. Ὁ νόμος τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ κατὰ τὰ κυριώτερα αὑτοῦ μέρη, ἐπέβαλλε ποινὰς αὐστηρὰς εἰς τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, διὰ τῶν ποινῶν δὲ τούτων ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελε φέρει ἀνώτερα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ μήπως οἱ προϋπάρχοντες νόμοι δὲν περιεῖχον, ἀντὶ τῶν ποινῶν, ἄλλα μεγαλείτερα βάρη; Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διαλαμβάνει, ὅτι οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον εἰσπράξει τ’ ἀνατιθέμενα εἰς αὐτοὺς ἔσοδα, ὑποχρεοῦνται νὰ τὰ πληρώσωσιν ἐξ ἰδίων των· ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, διότι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιτηροῦσι καὶ ἐλέγχουσι τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, δὲν ἠθέλησάν ποτε νὰ τὴν ἐφαρμόσωσι. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὰς ποινὰς τῶν φυλακίσεων, τὰς ὁποίας ὁ νέος νόμος ἐπιβάλλει. Ἂν καὶ παρῆλθον 3 ἔτη ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτὸς, οὐδεὶς τῶν ταμιῶν ἢ εἰσπρακτόρων ἐφυλακίσθη· καὶ διατί; Δι’ ὃν λόγον καὶ πρότερον οὐδεὶς κατελογίσθη, διότι τὰ πάντα διέπει παρ’ ἡμῖν ἡ πολιτικὴ, διότι οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες εἶναι ὄργανα τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, καὶ ἑπομένως ὁ κατὰ καιροὺς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται ἀπέναντι αὐτῶν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Περιτταὶ λοιπὸν καὶ μάταιαι ἀπέβησαν αἱ μεγάλαι ποιναί. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, οὔτε ἔφερεν οὔτε θὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα· θαυμάζω δὲ μὲ τὴν σιωπὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πολλοὶ ἔλαβον τὸν λόγον κατέκριναν τὰς πλειοτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου του, παρέστησαν, ὅτι ἄλλαι μὲν εἶναι παράλογοι, ἄλλαι δὲ ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ εἰς τὸ δίκαιον, ἄλλοι, ὅτι θ’ ἀποβῇ πολὺ καταπιεστικὸν διὰ τοὺς ὀφειλέτας, καὶ τέλος πάντων, ὅτι δὲν θὰ καταλήξωσιν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ δώσῃ κἀμμίαν ἀπάντησιν, καλεῖ ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε, διότι ὑποθέτει, ὅτι ἐστάλητε ἐνταῦθα οὐχὶ διὰ νὰ συζητῆτε αὐτὰ μετὰ τῶν ἄλλων βουλευτῶν καὶ νὰ ψηφίζητε συμφώνως μὲ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν συζητήσεων ἠθέλετε σχηματίσει, ἀλλ’ ὅτι εἶσθε ἀπεσταλμένοι νὰ ψηφίζητε ἀνεξετάστως πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἤθελεν ὑποβάλλει. Διὰ τοῦτο εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένῃ τις περισσότερον, ἀναλύων τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ πολλοὶ ἄλλοι ὡμίλησαν καὶ οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη εἰς τὰς παρατηρήσεις των. Ἐγὼ δὲ ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον, διότι δὲν ἤθελον νὰ μένῃ εἰς ὑμᾶς ἡ ἰδέα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε, εἶναι ὅμοιον καὶ στηρίζεται εἰς τὰς αὐτὰς βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐστηρίζετο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατὰ τὸ 1881 ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§139ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἔχω τὸν λόγον.
§140ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνοματικὸς κατάλογος). Παρόντες βουλευταὶ 79· ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου;
§142ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι βουλευταὶ, ἂν εἰς ἄλλα Κοινοβούλια διεξάγηται, ἢ ἂν καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον κατ’ ἄλλας ἐποχὰς διεξήγετο ἡ νομοθετικὴ ἐργασία καθ’ ὃν τρόπον αὕτη ἐκτελεῖται κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Δὲν εἶναι παντάπασι, φρονῶ, ὑπερβολὴ, ἀλλ’ ἀλήθεια, ὑποπίπτουσα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς πάντων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν νομοθετεῖ πλέον, ἀλλὰ παρίσταται βωβὴ ψευδομάρτυς ἐπιψηφίσεως νομοθετημάτων, ἅτινα, ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν Ὑπουργείων ἀτελῶς καὶ ἐσπευσμένως παρασκευαζόμενα, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ψῆφον τῆς πλειονοψηφίας. Τὰ ἐντεῦθεν προκύπτοντα ἄτοπα εἶναι τόσον κατάδηλα, ὥστε περιττὴ ἴσως ἤθελεν εἶσθαι ἡ μνημόνευσις τούτων· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου τοῦ νομοθετεῖν τρόπου παρεισδύουσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας ἀπειρία νόμων ἀνεπεξεργάστων καὶ ἀτελεστάτων, διὰ μηδεμιᾶς λογικῆς ἀλληλουχίας συνδεομένων μετὰ τῶν κειμένων περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος διατάξεων. Ἀπαραίτητα τῶν νόμων προσόντα εἰσὶ τὸ σαφὲς καὶ προσιτὸν αὐτῶν εἰς πάντας, εἰ δυνατὸν, τοὺς πολίτας· ἀλλ’ ὡς ἡ ἡμετέρα νομοθεσία κατήντησεν, οὐ μόνον εἰς τοὺς λοιποὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀσχολουμένους ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων, ἀποβαίνει δυσχερεστάτη πολλάκις ἡ συσχέτισις τῶν ποικίλων διατάξεων τῶν ἑκάστοτε περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ψηφισθέντων νόμων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εὗρον λίαν ὀρθὴν, καὶ θερμῶς συνέστησα εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, τὴν εὐχὴν τοῦ ἐν Πάτραις Ἐμπορικοῦ Συλλόγου περὶ συσχετίσεως καὶ συναρμολογήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου, εἰς ἀληθῆ λαβύρινθον διατελούντων καὶ περιαγόντων τοὺς πολίτας εἰς ἐντελῆ ἀπελπισίαν· ὅ,τι δὲ περὶ τῶν νόμων τοῦ χαρτοσήμου ἐλέχθη, ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων νομοθετημάτων, ὧν ἡ συσχέτισις καὶ κωδικοποίησις κατέστη ἀπαραίτητος· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ πολῖται μίτου Ἀριαδνείου, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὸν κυκεῶνα τῶν νόμων μας. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο μόνον ἐνέχει ὁ τρόπος τῆς τοιαύτης νομοθετικῆς ἐργασίας μας; Πρὸς τί ἤλθομεν ἐνταῦθα, Κύριοι συνάδελφοι; Βεβαίως δὲν ἀπεστάλημεν, ὅπως παριστάμεθα θεαταὶ τῆς παιζομένης ταύτης κωμῳδίας, ἥτις κατ’ εὐφημισμὸν καλεῖται νομοθετικὴ ἐργασία· ἐνταῦθα ἀπεστάλημεν, ὅπως ἀντιπροσωπεύσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν τοὺς πόρους καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ καθῆκον ἐκ τῆς ἐντολῆς ἔχομεν νὰ διερμηνεύσωμεν τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῶν συμπολιτῶν μας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ζητεῖται ἡ ψῆφος ἡμῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως τὸ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, οὐ μόνον τοῦτο δὲν πράττομεν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν γνωρίζομεν περὶ τίνος ψηφίζομεν. Ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, οὐ μόνον νὰ διαφωτίσωμεν δὲν θὰ δυνάμεθα τοὺς συμπολίτας μας περὶ τῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ λαβόντων χώραν καὶ ἐξηγήσωμεν αὐτοῖς τὴν ἔννοιαν τῆς δοθείσης ψήφου, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσωμεν αὐτοὺς, ποῖα νομοθετήματα ἐψηφίσαμεν. Ἐπεθύμουν νὰ παρίσταντο οἱ συμπολῖταί μας ἐνταῦθα κατὰ τὸ ἀξιομνημόνευτον τοῦτο μεσονύκτιον, ἵνα ἀντιληφθῶσι τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ψηφίζομεν τοὺς νόμους καὶ ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτοὺς βάρη ἀνηλεῆ καὶ δυσβάστακτα· οὐδέποτε ἐνθυμούμεθα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, παρὰ μόνον ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν φόρους· ἂν οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ κτηματίαι μας πάσχουν, ἂν οἱ βιομήχανοί μας δὲν δύνανται νὰ βηματίσουν, ἂν τὸ ἐμπόριον φθισιᾷ καὶ μαραίνηται, περὶ τούτων οὐδεμία φροντὶς καὶ μέριμνα, οὐδεμία προστασία καὶ ἀρωγή, ἀλλὰ μόνον περὶ φορολογίας καὶ πάντοτε φορολογίας. Εἰς τί πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν, Κύριοι ἀντιπρόσωποι, τὴν ἐκτροχίασιν ταύτην τοῦ ὑψίστου τούτου Σώματος ἀπὸ τῆς γραμμῆς τῶν καθηκόντων αὐτοῦ; Διατὶ νὰ ἐκχωρήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Διατὶ ν’ ἀπαλλοτριωθῶμεν οὐ μόνον τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ἀλλ’ ὅπερ θλιβερώτερον, τῶν καθηκόντων, ἅτινα ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μας ἀνελάβομεν; Ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰ παθήματα καὶ τὴν πτωχείαν αὐτοῦ, ἡμεῖς γνωρίζομεν τὰς καταδιώξεις καὶ φυλακίσεις, ἃς ὑφίστανται οἱ συμπολῖταί μας πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν νὰ ψηφίζηται νόμος, ὅστις νὰ μὴ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν εἴμεθα περιττοὶ, ἂς τὸ εἴπωμεν, διὰ νὰ τὸ μάθωσιν οἱ ἐκλογεῖς μας· ἂς εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἐν μιᾷ νυκτὶ ἐπεβάλομεν εἰς τὴν ῥάχιν τῶν ἀνηλεῶς καὶ ἀναλγήτως βάρη εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, ὄχι μόνον χωρὶς νὰ συζητῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν πολλάκις νὰ ἐννοῶμεν τοὺς ψηφιζομένους νόμους· ἂς εἴπωμεν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς αὐτοὺς τὸν ρόλον, ὃν παίζει ἡ Βουλὴ ἐν τῷ μηχανισμῷ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Τόπου. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἔχομεν τὴν εὐθύνην τῶν ψηφιζομένων νόμων, καὶ ἐν τούτοις ἐλάχιστα, ἵνα μὴ εἴπω μηδόλως, συμμετέχομεν εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτῶν· τοὺς νόμους τοὺς καταρτίζουν οἱ τμηματάρχαι τῶν Ὑπουργείων καὶ τοὺς ψηφίζει ἡ Κυβέρνησις, ἐγκρίνουσα τὴν παραδοχὴν αὐτῶν. Ἡ δὲ Βουλή; Ἡ Βουλὴ, ὡς βλέπετε, τὴν στιγμὴν ταύτην κεκμηκυῖα καὶ ἀνίκανος ν’ ἀντιληφθῇ, ψηφίζει δῆθεν καὶ παραδέχεται, ἐνῷ οὐδὲ κἂν ἀντιλαμβάνεται, μετὰ κάματον μάλιστα δεκαώρου συνεδριάσεως· καὶ ἐν τούτοις ἡ μηχανὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξακολουθεῖ παράγουσα νόμους, ἀναφωνοῦντος τοῦ κ. Προέδρου τὴν στερεότυπον, ἀλλ’ εἰκονικὴν, ἵνα μὴ εἴπω ἀπαισίαν, φράσιν: ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.—Στὸ διάβολο, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀσημάντων ἀντικειμένων, ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ φόρους, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, βαρεῖς, οὐχὶ δὲ κατ’ Ἀφρικανῶν, ἀλλὰ κατὰ τῶν συμπολιτῶν μας, τῶν ἐκλογέων μας, τῶν γειτόνων μας, ὧν γνωρίζομεν τὴν πτωχείαν καὶ τὰς στερήσεις, καὶ ὧν δὲν ἀγνοοῦμεν τὰς καταπιέσεις καὶ τὰ βάσανα. Ἂς ἀναλογισθῶμεν λοιπὸν, Κύριοι, τὴν βαρεῖαν εὐθύνην, ἣν ἀναλαμβάνομεν, καὶ ἂς μὴ παραδιδώμεθα τυφλοὶ εἰς τὰς θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπομονὴ, ἐὰν ἐγνωρίζομεν, ὅτι οἱ συμπολῖταί μας εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους τούτους, καὶ ὑπομονὴ ἀκόμη, ἐὰν οἱ πληρονόμενοι φόροι ἐχρησίμευον πρὸς ἐθνικόν τινα σκοπὸν, ἀλλ’ οὔτε εἰς θέσιν εἶναι ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ πληρώσῃ περισσοτέρους φόρους, οὔτε οἱ πληρονόμενοι παρ’ αὐτοῦ διατίθενται μετὰ φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ σπαταλῶνται μετ’ ἀνηκούστου ἀπονίας καὶ ἀστοργίας. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ν’ ἀφαιρῶμεν τὸν ἄρτον ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μας καὶ ἀπὸ τὰ γυμνητεύοντα τέκνα των; Εἶναι καιρὸς, φρονῶ, κκ. ἀντιπρόσωποι, ν’ ἀνακτήσωμεν πλήρη τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων μας, καὶ μετ’ ἀληθοῦς πόνου νὰ σκεπτώμεθα, ὅταν ἐπιψηφίζωμεν νομοσχέδια, ἐπηρεάζοντα τὴν τύχην τῶν συμπολιτῶν μας· εἶναι καιρὸς νὰ ἐξυψωθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ περιωπὴν, καὶ ἑκάστη ἐξουσία νὰ καταλάβῃ τὴν τεταγμένην αὐτῇ θέσιν· διότι, ὡς τανῦν βαίνομεν, ἐπῆλθε πλήρης σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν καὶ οἰκειοποίησις τῶν ἔργων τῆς μιᾶς ὑπὸ τῆς ἄλλης. Ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἐπιθυμῶν νὰ μάθῃ τὸν αἴτιον τῆς κακοπραγίας του, τὸν ὑπεύθυνον τῶν παθημάτων του, ἐπανελάμβανε τὸ περιλάλητον ἐκεῖνον ἐρώτημα «Τίς πταίει;», τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἤθελεν εὕρει τὸν ὑπεύθυνον, ὡς ἐκ τοῦ ἐκτροχιασμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Ὁ μὲν Βασιλεὺς ἤθελεν ἀπολογηθῇ: «Ἐγὼ οὐδόλως πταίω, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥν κατὰ τὸ μᾶλλον ἐκλέγω κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς πλειονότητος τῶν βουλευτῶν, οὓς σεῖς μοῦ ἀποστέλλετε.» Ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι πρὸς τοὺς Ἕλληνας συμπολίτας μας: «Μὴ αἰτιᾶσθε ἐμέ· ἐγὼ δὲν ψηφίζω νόμους, οὐδ’ ἐπιβάλλω φόρους, ἀλλ’ αὐτοὺς ψηφίζουσιν οἱ βουλευταὶ, τοὺς ὁποίους σεῖς ἀποστέλλετε· πρὸς αὐτοὺς κάμετε τὰ παράπονά σας, διότι ἡμεῖς ἄνευ τῆς πλειονοψηφίας τῶν βουλευτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμήν». Ἔρχεται ἡ σειρὰ μας νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἀπολογηθῶμεν πρὸς αὐτόν· τί θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαντήσωμεν; Ἐὰν συσταλῶμεν νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἐκθέσωμεν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἡμεῖς θὰ φανῶμεν οἱ ἔνοχοι, ἡμεῖς θὰ φανῶμεν οἱ πταῖσται. Διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς καταδίκης ταύτης, διὰ νὰ ἐλαφρύνωμεν τοὐλάχιστον αὐτὴν, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ εἴπωμεν: «Δὲν πταίομεν ἡμεῖς, καὶ ψευδῶς σᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡμεῖς ἐψηφίζομεν τοὺς νόμους καὶ ἐπεβάλλομεν τοὺς φόρους· ἀληθῶς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐκχωροῦμεν τὰ δικαιώματά μας εἰς τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν, ἣν τυφλῶς ἀκολουθοῦμεν καὶ ἥτις πράττει ὅ,τι θέλει, ψηφίζουσα νόμους καὶ ἐπιβάλλουσα φόρους, ὅσους ἂν ἐγκρίνῃ. Ἔλθετε ἐνταῦθα, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μας.» Μόνον μὲ τοιαύτην ἀπολογίαν, πλήρη ἀληθείας, ἀλλ’ ἀξιοθρήνητον δι’ ἡμᾶς, ὁμολογουμένως, ἠδυνάμεθα ν’ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς εὐθύνης καὶ τοῦ καταλογισμοῦ, ὃν ὑπέχομεν ἐπὶ τοῖς γενομένοις. (Θόρυβος). Μὴ ταράσσεσθε, Κύριοι, ἐκ τῶν πικρῶν ἀληθειῶν· δὲν τὸ λέγω διὰ σᾶς μόνον, οὔτε διὰ σήμερον, ἀλλὰ δι’ ὅλους ἐν γένει, ἐμπνευσθεὶς ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν τὴν νύκτα ταύτην παριστᾷ τὸ Κοινοβούλιον.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Τὶ νύκτα; Εἶναι πρωΐα, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 1 ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§144ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ σπεύσω, ἐλπίζων, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου θὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως. Μετὰ τὰς γενικὰς παρατηρήσεις μου, αἵτινες εὔχομαι νὰ μὴ παρέλθωσιν ἐντελῶς ἄγονοι, εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀφοῦ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναμνήσω ὑμῖν ἀναγινώσκων τὸ κείμενον αὐτοῦ (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Πάντες οἱ ἄμεσοι ἢ ἔμμεσοι φόροι, τὸ τίμημα, ἢ μίσθωμα ἐκποιηθεισῶν, παραχωρηθεισῶν ἢ ἐνοικιασθεισῶν ἐθνικῶν, ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, φυτειῶν, κτημάτων, πραγμάτων, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, εἰς ὃ ἀνήκουσιν, ὑπόκεινται εἰς πρόσθετον τέλος 20% καὶ εἰς τόκον ὑπερημερίας πρὸς 8%.» Ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνη τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ σᾶς δώσῃ ἰδέαν περὶ τοῦ βάρους τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Διὰ τοῦ νόμου τούτου καλοῦμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως πληρώσῃ πάντας τοὺς φόρους, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι οὔτε ὀλίγοι, οὔτε ἐλαφροὶ, μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου. Ὅστις δὲν δυνηθῇ μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης νὰ πληρώσῃ, θέλει ὑποχρεοῦσθαι, λόγῳ ποινῆς, νὰ πληρόνῃ 20% περισσότερον τοῦ ὀφειλομένου καὶ τόκον ὑπερημερίας 8%. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται, οὐ μόνον περὶ ἁπάντων τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τιμήματος ἐνοικιασθεισῶν ἢ μισθωθεισῶν γαιῶν, ἢ οἱωνδήποτε δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ὡς ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν βλέπω ποῖοι φόροι δὲν περιλαμβάνονται ἐν αὐτῇ. Ἀναγνώσατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰ 9 κεφάλαια τῶν ποικίλων φόρων καὶ τὰ 69 ἄρθρα αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ἀπαριθμήσω τὰ ἐδάφια, ἵνα λάβητε πλήρη καὶ ἀναλυτικὴν ἰδέαν τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συζητουμένης διατάξεως. Ἡμεῖς, οἵτινες γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δίκαιον ν’ ἀπαιτῶμεν, ὥστε πάντες οἱ φόροι νὰ ἦναι πληρωμένοι παρ’ ὅλων μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου; Διὰ νὰ πληρωθῇ ὁ φόρος, πρέπει προηγουμένως νὰ βεβαιωθῇ καὶ νὰ ἀπαιτηθῇ ἀπὸ τὸν πολίτην. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὴν ἐποχὴν τῆς βεβαιώσεως ἑκάστου τῶν φόρων, θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ παρεχομένη πρὸς πληρωμὴν προθεσμία εἶναι βραχυτάτη καὶ ὅλως ἀνεπαρκής. Τὰ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ἐνεργοῦνται πλημμελέστατα παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ ἐξ ἄλλων κωλυμάτων ἀνυπερβλήτων πολλάκις καθυστερεῖ ἡ βεβαίωσις, ἐκτελουμένη πολὺ βραδύτερον ἢ κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένας προθεσμίας· ὥστε ζητοῦντες, ὅπως οἱ φόροι ὦσι πληρωμένοι μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου, ζητοῦμεν πρᾶγμα ἐν πολλοῖς δύσκολον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, Κύριοι, ποίαν δικαιολογικὴν βάσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ τοῦ 20%; Ὅστις δὲν ἐπλήρωσε μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου, δὲν σημαίνει, ὅτι τοῦτο ἔπραξεν ἐκ κακῆς πίστεως, καὶ διότι θέλει ν’ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλ’ ἂν ἡ βραδύτης αὕτη πρὸς πληρωμὴν ἔχῃ λόγον τὴν ἀπορίαν τοῦ ὀφειλέτου καὶ τὴν πτωχείαν αὐτοῦ, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ποινή, ἣν ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτόν; Εἶναι ὄντως σκληρὰ καὶ ἀκατανόητος ἡ λογικὴ, δι’ ἧς θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν εἰς τὴν πτωχείαν· εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγωμεν· «δὲν ἠδυνήθης μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου νὰ πληρώσῃς τὰς 100 δραχμὰς, τώρα ὀφείλεις νὰ πληρώσῃς 120»· καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλομεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δι’ ἄλλων νομοσχεδίων ἐπαυξάνομεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους κατὰ 20%, ἡ αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 40%· ὑποτιθεμένης δὲ καθυστερήσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ προστιθεμένων τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας καὶ τῶν συλλήπτρων, ἡ ὅλη ἐπιβάρυνσις ἀνέρχεται εἰς 50%. Ἐλογαριάσατε ταῦτα, Κύριοι, καὶ ἐσκέφθητε εὐσυνειδήτως, νομίζοντες, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαῦτα τερατώδη βάρη; Ἐὰν ἡ μέχρι τῆς 31 Ἰανουαρίου καθυστέρησις τοῦ φόρου ἀποδεικνύῃ, ὡς τοῦτο κατὰ κανόνα συμβαίνει, ἀδυναμίαν τοῦ ὀφειλέτου πρὸς πληρωμὴν, πῶς ἐξηγεῖται ἡ κατὰ 20% ἐπιβάρυνσις, Διατὶ νομοθετεῖτε τὴν ποινὴν ταύτην; Ἐὰν τοῦτο κάμνητε διὰ ν’ ἀναγκάσητε τὸν δυστροποῦντα νὰ πληρώσῃ, μήπως δὲν ἔχετε κατ’ αὐτοῦ τόσα μέσα εἰς τὴν ἐξουσίαν σας νὰ τὸ κατορθώσητε; Καὶ τὴν περιουσίαν του αὐτὴν δύνασθε νὰ τὴν ἐκποιήσητε καὶ τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας νὰ τὸν ἀποστερήσητε, χωρὶς μάλιστα νὰ εἰσακούητε τῶν κλαυθμῶν του, ὅτι εἶναι πένης καὶ ἀκτήμων, διότι δι’ ἄλλου νομοσχεδίου καταργεῖτε καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς διατάξεως τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης, ἥτις τῇ εἰσηγήσει μου εἶχε νομοθετηθῆ. Ἔχετε λοιπὸν τόσα μέσα, διὰ ν’ ἀναγκάσητε τοὺς ὀφειλέτας νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των, καὶ δὲν εὑρίσκω οὐδεμίαν δικαιολογίαν νὰ τὰ αὐξήσωμεν κατὰ 20%, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ποινὴν κατὰ τῶν πτωχῶν, ἀξίαν ὄχι μόνον ἀπαλείψεως, ἀλλὰ καὶ στιγματισμοῦ. Δὲν στερεῖται τὸ Δημόσιον τῶν μέσων νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους του, ἐνῷ, ἂς τὸ εἴπωμεν ἐν παρόδῳ, οἱ ἰδιῶται καθίσταται ἀδύνατον, νὰ εἰσπράττωσι τὰ ὀφειλόμενα αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἄν θέλητε τακτικὴν εἴσπραξιν, προσέξατε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ταμιῶν καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν εἰσπρακτόρων, ἵνα εἰσπράττωσι παρὰ πάντων τοὺς φόρους, καὶ ὄχι μόνον παρὰ τοῦ ἡμίσεος τῶν φορολογουμένων. Ἀλλὰ σεῖς νομίζετε, ὅτι μόνον διὰ βαρέων φόρων καὶ διὰ βαρειῶν ποινῶν θ’ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅσον αὐξάνετε τοὺς φόρους καὶ διπλασιάζετε τὰς ποινὰς, τόσον ὀλιγώτερον θὰ εἰσπράττητε. Ἐὰν δὲν ὑποβοηθήσητε τὴν ἠθικοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν δὲν τακτοποιήσητε τὰ τῆς βεβαιώσεως, ματαίως κοπιάζετε, ἐπιβαρύνοντες μόνον τοὺς ἀθώους καὶ ἀνεπιτηδείους φορολογουμένους, διότι οἱ ἐπιτήδειοι δὲν θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον πρὸς σᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους σας. Κατὰ τὸ 1886 ἐδηλώθησαν ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν 173 ἵπποι, 127 ἡμίονοι καὶ 8 ὄνοι. Ἐὰν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ καὶ τὸ τρίτον ἐλαφρότερος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἐδηλοῦτο τὸ τετραπλάσιον τῶν δηλωθέντων καὶ θὰ εἰσεπράττετε περισσότερον, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν εἶναι ὀλιγώτερα τῶν 2000 μεγάλων ζώων. Μὴ ἐπαυξάνητε τοὺς φόρους καὶ τὰς ποινὰς, διότι φυγαδεύετε τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τὸ ταμεῖόν σας, καὶ τοὺς ἀναγκάζετε νὰ προσφεύγωσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους σας, οὕτω δὲ ζημιοῦτε τὸ Δημόσιον ταμεῖον, φορολογοῦντες μόνον βαρύτατα τοὺς ὀλίγους.
§145ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐλησμονήσατε, ὅτι συζητοῦμεν τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§146ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεναντίας, τὸ ἔχω ἀκριβῶς ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ ὅσα λέγω, εἰσὶ σχετικώτατα. Αἱ ποιναί σας λοιπὸν εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δύνανται νὰ στραφῶσι κατὰ τῶν τιμίων καὶ προθύμων ὀφειλετῶν, καὶ τοῦτο, διότι ὁ συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον καὶ μὴ προσφεύγων εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐξεγείρει τὴν χολὴν αὐτῶν ἐναντίον του. Μὴ λησμονήσητε ὅσα, προκειμένης τῆς ἐπαυξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, σᾶς ἔλεγον χθές...
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί χθές; Προχθὲς, ἀφοῦ εἶναι πρωΐα.
§148ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπενθυμίσατέ το εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξακολουθήσατε, μὴ δίδοντες προσοχήν.
§150ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν θὰ πολλαπλασιάσητε καὶ τὰ λαθρεμπόρια, ἐὰν δὲν θελήσητε νὰ λάβητε μέτρα κατ’ αὐτῶν, ὡς λίαν πρακτικῶς καὶ ὀρθῶς συμβουλεύει ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν ἀλλὰ σεῖς δὲν προσέχετε εἰς τὰς πρακτικὰς ταύτας γνώμας, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἐξακολουθεῖτε τὸ ἔργον σας, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ πλουτίσητε τοὺς ἐφόρους σας, τοὺς γραμματεῖς σας, τοὺς ἐπιτηρητάς σας, ἀλλ’ οὐδόλως τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπαναλέγω, ὅτι καὶ τὸ πρόσθετον 20%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλετε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἄδικον καὶ παράνομον, οὐδόλως θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς ταμιευτικοὺς σκοπούς σας. Μὴ ἐπιμένητε, Κύριοι, εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, προσκρούουσαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινὰς κατά τινος, διότι εἶναι πτωχός· μὴ ἀναχωρῆτε ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην ὑπόθεσιν, ὅτι πᾶς ὁ βραδύνας εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τὸ ἔπραξεν ἐκ δυστροπίας, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἵτινες ἐκ πτωχείας, μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, δὲν δύνανται ἐγκαίρως νὰ πληρώσωσιν. Ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες, περισπασθέντες ὑπὸ οἰκογενειακῶν ἢ ἄλλων δυστυχημάτων, ἄλλοι ἀπόντες, ἄλλοι ἐν φυλακῇ, δὲν ἠδυνήθησαν ἐμπροθέσμως ν’ ἀποτίσωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλήν των. Λάβετε ὑπ’ ὄψει πάντα ταῦτα, τὴν βραδύτητα τῆς βεβαιώσεως, τὴν ἀμέλειαν τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ μὴ θελήσητε, ἀφοῦ ἐπαυξάνονται οἱ φόροι κατὰ 30% διὰ τῶν ἄλλων νομοθετημάτων, νὰ προσθέσητε καὶ τὸ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιζητούμενον 20%, διότι ἡ ποινὴ αὕτη ἐπ’ οὐδενὸς λόγου καὶ δικαίου στηρίζεται. Αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω....
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιμείνατε.
§152ΡΑΛΛΗΣ. Τέλος πάντων, μὲ ἀναγκάζετε νὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, εὑρίσκονται παρόντες 70 βουλευταί).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.