| 2052 | αʹ.) | παύσεις ἐμμίσθου προσωπικοῦ | 107 | |
| 2053 | βʹ.) | διορισμοὺς » » | 251 | |
| 2054 | γʹ.) | μεταθέσεις » » | 410 | |
| 2055 | ἐν ὅλῳ | 468 |
| 2060 | αʹ.) | παύσεις | 301 | |
| 2061 | βʹ.) | διορισμούς | 653 | |
| 2062 | γʹ.) | μεταθέσεις | 656 | |
| 2063 | ἐν ὅλῳ | 1610 |
2,145 rows · 16,855 words · 2 tables · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 14 Μαρτίου 1887.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς, προκειμένου περὶ τῆς ἀναθηματικῆς στήλης ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ, ἀπηγγέλθη ἀπόφασις, ὅπως παραληφθῇ τὸ ἔγγραφον μετὰ τοῦ σχεδιογράμματος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν βλέπω νὰ γίνηται μνεία περὶ τούτου εἰς τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, αὐτὸ εἶπον, ἀλλὰ δὲν εἶδον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπινεύσῃ.
§4ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Καραπάνος, προκειμένου περὶ τῆς ἀναθηματικῆς στήλης ἐν Ἐπιδαύρῳ, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀναγραφῶσι τὰ ὀνόματα τῶν συνελθόντων ἐν πρώτῃ ἐθνικῇ συνελεύσει ἐπισημοτέρων ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον προτείνει χθὲς, ὅτι πρέπει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς νομάρχας νὰ συστήσωσιν ἐπιτροπὰς, αἵτινες νὰ μεριμνήσουν περὶ ἐράνων ἀλλ’ ἀντιπαρατηρῶ ἤδη εἰς τὸν κ. Φωτήλαν, ὅτι βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγραφῶσι καὶ τὰ ὀνόματα, ὄχι ὅμως διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Ἑλλὰς, ποῖοι ἦσαν οἱ ἐπίσημοι, διότι οἱ ἐπίσημοι—νὰ τὰ εἰποῦμε, χωρὶς νὰ ξεροκοκκινίζωμε—κατεγίνοντο τότε εἰς ἐμφυλίους ἔριδας.
§6ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὄχι χάριν τῶν προσώπων, ἀλλὰ χάριν τῆς εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὸ Ἔθνος πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικά. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§10ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἔλαβον πολλὰς ἐπιστολὰς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας καὶ τῆς ἰδικῆς σας, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ὁδοποιΐας. Μ’ ἐπιτιμῶσι μάλιστα, διότι ὁ νομὸς τῆς Ἀχαϊοήλιδος εἰσφέρει περισσότερα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας παντὸς ἄλλου νομοῦ, καὶ ὅμως δὲν ἔχει κἀμμίαν ὁδὸν, οὐδ’ αὐτὴ ἡ ὁδὸς τῶν Καλαβρύτων εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν—μάρτυρας ἔχω τοὺς κυρίους δύο Πετμεζάδες καὶ τὸν κ. Φωτήλαν—μ’ ἐπιτιμῶσι, λέγω, διότι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον εἶναι ὅπως ἦτο εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Ἡσιόδου, καὶ μία γέφυρα ἀκόμη, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἀπὸ τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον, κατεστράφη, καὶ διεκόπη ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι ἄλλως ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος θὰ ἐπιζητήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου τὸν χωρισμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας κατὰ νομούς· ἄλλως, θὰ εἴμεθα ἀνάξιοι ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν νομὸν ἐκεῖνον.
§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Κανακάρης, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως εἶναι ὁ πρῶτος πολίτης τοῦ νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος, ἔχει πολὺ δίκαιον, παραπονούμενος διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ νομοῦ τούτου. Ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τὴν διέλθῃ, ὄχι ἐφ’ ἁμάξης, ἀλλ’ οὔτε πεζῆ, ὑπάρχει ἡ ὁδὸς ἡ ἀπὸ Αἰγίου μέχρι Καλαβρύτων, καὶ ἐνῷ κατεσκευάσθησαν τὰ δύω τμήματα, τὸ διάμεσον τμῆμα δὲν ἐτελείωσεν εἰσέτι, ἐνῷ ἡ ἀνάγκη τῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἠλείας καὶ Πατρῶν εἶναι ὑψίστη· ἐν τούτοις οἱ διαβαίνοντες ἐκ τῶν δήμων Ἤλιδος, Βουπρασίων καὶ Δύμης ἀναγκάζονται νὰ κυλίωνται εἰς τὸν βόρβορον, ἐνῷ διὰ δαπάνης 100,000 μέχρι 200,000 δραχμῶν δύναται ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πύργου μέχρι Πατρῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν πράγματι ἀφιέρωσε 5,000,000 διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ὁδῶν, ὡς ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Αἰγίου μέχρι Καλαβρύτων, καὶ ἡ ὁδὸς, διὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Κανακάρης.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει ἄλλου συναδέλφου, εἶπον, ὅτι ὁ δρόμος, περὶ οὗ πρόκειται, τοῦ ὁποίου ἓν τμῆμα λείπει, παρεχωρήθη ἀπὸ τοῦ 1885, καὶ μάλιστα διὰ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Φωτήλας ἀλλὰ δὲν ἤρξατο ἀκόμη. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, ἕνεκα τῶν ὀλίγων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐφέτος, διότι 5,000,000 διὰ τὰς ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀποπερατωθῶσι καὶ νὰ κατασκευασθῶσι, δὲν εἶναι ποσὸν πολὺ, ἐπρότεινε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ δαπανηθῇ μόνον πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν πλέον κατεπειγουσῶν ὁδῶν, τῶν ἤδη ἀρξαμένων, καὶ ἀφοῦ τελειώσουν αὗται, τότε νὰ σκεφθῶμεν περὶ νέων· ἐκτὸς ἐὰν εὕρωμεν χρήματα, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦμεν νὰ πορισθῶμεν. Περὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐνδιαφέρονται. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, μοὶ ἔκαμε ζωηρὰς παραστάσεις, καὶ τὰ ἴδια εἶπον καὶ εἰς αὐτόν.
§13ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ὅλων, καὶ πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ 5,000,000, διότι δὲν ἔχομεν οὔτε μίαν ὁδὸν εἰς τὸν νομόν μας, ἐνῷ πληρόνομεν περισσότερα παντὸς ἄλλου.
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι πράγματι προσδιωρίσθησαν 5,000,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁδῶν, ὧν ἤρξατο ἡ κατασκευή. Τὸν προκαλῶ, ὡρισμένως νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ μέχρι Καλαβρύτων, καὶ ἂν θὰ δαπανηθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000,000 διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης Δεύτερον, ἂν ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύργον μέχρι Πατρῶν. Καὶ τὸ γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, καὶ λίαν εὐχαρίστως ἀκούω, ὅτι ἐκάμετε παραστάσεις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ σᾶς συγχαίρω ἐπὶ τούτῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐννοεῖ ἀπὸ τὰ 5,000,000 νὰ δαπανηθῶσιν ὀλίγαι χιλιάδες πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, ναὶ ἢ οὔ; Ἀορίστως νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι «θ’ ἀποφασίσωμεν», αὐτὸ δὲν μᾶς εὐχαριστεῖ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν ἡμεῖς, οἱ πλείω συνεισφέροντες εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, θὰ ἔχωμεν ὁδοὺς, ἢ οὔ.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χωρὶς νὰ φωνάζω ἐγώ, καθὼς ὁ κ. Φωτήλας, καὶ χωρὶς νὰ ἐρεθισθῶ, λέγω, μὲ ὅλον τὸ κρύον αἷμα, ὅτι αἱ ὁδοὶ σήμερον δὲν κατασκευάζονται ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν οὐδὲ τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδὲ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων ἔργων. Εἶναι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπερισχύει ἡ φωνὴ τῶν δύο ἀρχιμηχανικῶν Γάλλων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἐνδιαφέρονται ἕνεκα ἀτομικῶν, ἐπαρχιακῶν, ἢ δημοτικῶν λόγων, ἐνδιαφέρονται δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δεικνύει ἡ ἐπιστήμη καὶ τὸ καθῆκόν των. Ναὶ μὲν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων ὑποβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς, δὲν δέχομαι ἐπιτακτικὰς ἐντολάς. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχῃ εὐθύνας ὁ Ὑπουργὸς ἐνώπιόν σας, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἐλευθερίαν ἐνεργείας· ἑπομένως δὲν δέχομαι νὰ μοὶ λέγητε, θὰ κάμῃς τοῦτο καὶ θὰ κάμῃς ἐκεῖνο, καὶ νὰ μοὶ δίδητε διαταγάς.
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει νὰ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν καὶ νὰ ἦναι ἐλεύθερος πάσης βουλευτικῆς ἐπηρείας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, διὰ νὰ δύνηται νὰ δίδῃ εὐθύνας, ὁσάκις ἡ Βουλὴ ζητήσῃ τοιαύτας· ἀλλ’ ἐνῷ ὁλοὲν ἡ Βουλὴ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, καὶ λέγει πρὸς αὐτόν: «ἐν ᾧ ἔχεις νὰ δαπανήσῃς 5,000,000 δραχμῶν, διὰ τί δαπανᾷς ταύτας εἰς κατασκευὴν ὁδῶν εἰς τὸ χωρίον τῆς Ζακύνθου «Μαριαῖς» καὶ τὰ ἀπώτατα ὄρη τῆς γενεθλίου σου νήσου, καὶ ὄχι εἰς τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Μεσσηνίας, καὶ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα;» οὐδὲν λέγει, οὐδεμίαν δίδει ἀπολογίαν.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ λέγητε ἀόριστα, Κύριε βουλευτά· φέρετε ὡρισμένα πράγματα.
§20ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλεῖτε, οἱ ἐργολάβοι, οὓς ἐγὼ καὶ ὑμεῖς γνωρίζομεν, κατασκευάζουν καὶ ἐπισκευάζουν ὅλας τὰς ὁδοὺς τῆς Ζακύνθου, καὶ ἐργάζονται νὰ ἑνώσουν ὅλα τὰ χωρία τῆς πατρίδος σας καὶ τὰ ὑψηλότατα αὐτῆς ὄρη, διότι τὰς ἐργολαβίας ταύτας ἔχουν ἀναλάβει ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἀποδείξητε, διὰ νὰ σᾶς πιστεύσωσι.
§22ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς λέγει αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι τὸν συκοφαντῶ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, τὸν τίτλον τοῦ διακεκριμένου, διότι εἶμαι νέος βουλευτὴς, τὸ πρῶτον ἤδη εἰσερχόμενος κατὰ τὴν περίοδον ταύτην εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει χαρακτηρίσει τοὺς διακεκριμένους βουλευτὰς, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ, καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρόντος αὐτοῦ, δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τοῦ διακεκριμένου. Δὲν συκοφαντῶ· κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐγένοντο καὶ ὁλοὲν κατασκευάζονται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑμῶν ὁδοὶ ὅλως περιτταὶ, χάριν ἁπλῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Ποίαν σπουδαιότητα ἔχει ἡ εἰς Μαριαῖς κατασκευαζομένη ὁδός, ἐγὼ γνωρίζω καὶ σεῖς, καθὼς γνωρίζετε καὶ πόσας δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν θὰ κοστίσῃ.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν κατασκευάζεται ὁδὸς εἰς Μαριαῖς.
§24ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι κατασκευάζεται, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης θὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν, ὅτι ὄντως κατασκευάζεται, διότι τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων ἐγνωμοδότησε νὰ κατασκευασθῇ αὕτη, καὶ ἰδοὺ διὰ τί ὀχυροῦσθε ὄπισθεν τοῦ Τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων, ὅπερ ὅμως, κ. Ὑπουργὲ, δὲν πρέπει νὰ ἀκούητε πάντοτε· καὶ ἐπιτρέψατέ μοι αὐτὴν τὴν συμβουλήν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ Τμῆμα τοῦτο σᾶς στέλλει πολὺ μακρὰν τοῦ καθήκοντος, πολὺ πλησίον βεβαίως τῆς Ζακύνθου, εἰς τὸ Κατάκωλον δηλαδὴ, ἀφ’ ὅπου μικροῦ δεῖν νὰ διαπεράσητε εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ἐν ᾗ, διὰ νὰ παραστῆτε, θὰ ἔχητε ἀνάγκην δικηγόρου. Νομίζει, Κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ ἄλλη Ἑλλὰς, ἐκτὸς τῆς Ζακύνθου, δὲν ἔχει ἀνάγκην συγκοινωνίας. Μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Πύργου ὑπάρχει μεγάλη ἀρτηρία τῆς συγκοινωνίας, διότι ἐκ Τριπόλεως, Γορτυνίας, Μεγαλοπόλεως καὶ ἄλλων ὀρεινῶν μερῶν τῆς Πελοποννήσου κατέρχονται πλεῖστοι ἐργάται πρὸς καλλιέργειαν τῶν σταφιδώνων αὐτῆς, ἀλλὰ πολλάκις, ἕνεκα καὶ μικροῦ χειμῶνος, αἱ ἀδιάβατοι ὁδοὶ καὶ οἱ ἀγέφυροι ποταμοὶ ἐμποδίζουσι τούτους νὰ κατέλθωσιν, οἱ δὲ κάτοικοι τῆς Ἠλείας πληρόνουσιν ἡμερομίσθιον μέγα ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῶν ἐργατῶν. Ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διέταξε τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας πρὸς κατασκευὴν ταύτης, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τοῦ Τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων, ἣν ἀκολουθοῦσα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσταμάτησε τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας. Καὶ διὰ τί τοῦτο, Κύριοι; Διότι τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων εἶχεν ἀνάγκην νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη, ἀλλὰ νὰ γίνωσιν αἱ ὁδοὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Θεσσαλίας ἔχουσιν ἀναμιχθῆ οἱ Γάλλοι μηχανικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἔξωθεν, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιποιηθῶμεν αὐτοὺς, διότι ἄλλως δὲν θὰ κάμνουν ὅ,τι θέλομεν.
§25ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Οὐδεμία ὁδὸς ἔγινεν εἰς Θεσσαλίαν, οὔτε διὰ νὰ συνδέσῃ τὰς δύω μεγάλας πόλεις τοῦ Βόλου καὶ τῆς Λαρίσσης.
§26ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρ’ ὑμῶν, κ. βουλευτὰ Λαρίσσης, πόσα ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἐξελέγητε βουλευτὴς, καὶ πόσα ἀφ’ ὅτου ἐγίνατε ἐλεύθερος Ἕλλην.
§27ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Βουλευτὴς ἐφέτος, ἐλεύθερος Ἕλλην πρὸ πέντε ἐτῶν.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐρωτήσατε λοιπὸν τοὺς ἄλλους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐπὶ πόσα ἔτη εἶναι ἐλεύθεροι Ἕλληνες, ἐπὶ πόσα ἔτη πληρόνουσι φόρους ἁδροὺς εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, καὶ δὲν ἔχουσιν ἐν τούτοις μέχρι σήμερον οὔτε μίαν ὁδὸν πλήρη, ἵνα μεταφέρωσι τὰ προϊόντα αὐτῶν. Ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὴν συναίσθησιν σεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ πέντε μόλις ἐτῶν ἡνώθητε μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἀκόμη δὲν κατεβάλετε εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας οὔτε τὸ ἓν ἑκατοστὸν τῶν ὅσων οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου, νὰ μὴ ζητῆτε προτίμησιν ἀπέναντι τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ἡ ὁποία τοσαῦτα κατέβαλε καὶ οὐδὲν ἀπέκτησεν ἐκ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Σιδηροδρομικὰ συμπλέγματα κατεσκευάσθησαν καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, αἱ δὲ ὁδοί σας παρεχωρήθησαν ἀντὶ ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς Γάλλους μηχανικοὺς, ἐὰν δ’ αὗται δὲν ἀπεπερατώθησαν, ἐρωτήσατε καὶ ἐλέγξατε τὴν Κυβέρνησιν, ἧς φίλος πολιτικὸς εἶσθε. (Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς) Ἠνώχλησε βεβαίως τοὺς κ. κ. συναδέλφους τῆς Θεσσαλίας ἡ περικοπὴ αὕτη τοῦ λόγου μου. Ἀλλὰ δὲν εἶπον, ὅσα εἶπον, διὰ νὰ ἐνοχλήσω αὐτούς· εἶπον, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ 60 ἐτῶν εἴμεθα ἐλεύθεροι Ἕλληνες, ἔχομεν περισσότερον δίκαιον νὰ ζητῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ μείζονος σθένους φωνῆς, ὁδοὺς καὶ συγκοινωνίαν, παρ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ πέντε ἐτῶν εἰσιν ἐλεύθεροι καὶ ἐν τούτοις ἔχουν σιδηροδρόμους καὶ ὁδοὺς βατάς. Ὀφείλω λοιπὸν, Κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν καὶ σύστασιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κ. Θάνου Κανακάρη περὶ ταχείας διαπεραιώσεως τῆς μεταξὺ Πατρῶν καὶ Πύργου ὁδοῦ, τῆς μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων καὶ τῆς μεταξὺ Πύργου καὶ Τριπόλεως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πηδήσῃ τὴν μεταξὺ Ζακύνθου καὶ Κατακώλου θάλασσαν, ἵνα ἴδῃ, ὅτι καὶ πέραν τῆς Ζακύνθου καὶ πέραν τοῦ Μεσολογγίου ὑπάρχει καὶ Πελοπόννησος, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ὁδοποιΐας, διότι διὰ τῆς ὁδοποιΐας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀναπτυχθῶμεν καὶ προοδεύσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ κάτοικοι αὐτῆς, οἱ ἁδρῶς καὶ ἀθορύβως πλουτίζοντες τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, πρὸς ὄφελος ἄλλων διαμερισμάτων τῆς Ἑλλάδος. Πρό τινων ἡμερῶν εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς κατάλογον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτιμήθησαν διὰ τοῦ παρασήμου τοῦ Σωτῆρος κατὰ τὴν εὐχάριστον ἑορτὴν τῆς ὁρκομωσίας τοῦ Διαδόχου....
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφήσατε, κ. Κρεστενίτη, νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ὁδοποιΐας καὶ μετὰ ταῦτα ὑποβάλλετε ἄλλην ἐπερώτησιν.
§30ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, Κύριοι βουλευταὶ, ἔδωκεν ἀφορμὴν, οὐχὶ τὸ πρῶτον ἤδη, οὐχὶ τὸ δεύτερον, νὰ ὑψωθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωνὴ διαμαρτυρίας ἀπὸ τῶν φορολογουμένων κατὰ τῆς ἀδίκου διανομῆς τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐπ’ ὠφελείᾳ ὡρισμένων προνομιούχων καὶ εὐνοουμένων ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης ἑκάστοτε πολιτικῆς ἐπαρχιῶν. Τὰ παράπονα ταῦτα ἐξετέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐζητήθησαν πληροφορίαι, κατετέθησαν οἱ πίνακες, καὶ ἐκ τούτων πάντων κατεδηλώθη, ὅτι ἡ Πελοπόννησος, ἡ ὁποία, διά τε τὸ πυκνὸν καὶ φιλόπονον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς, καὶ διὰ τὴν ἐπιμελῆ καλλιέργειαν τῶν εὐφόρων αὐτῆς πεδίων, εἶναι ἡ συνεισφέρουσα τὰ πλείονα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔχει δαπανήσει ἀσυγκρίτως ἐλάσσονα ἄλλων τῆς Ἐπικρατείας διαμερισμάτων ἀραιοπληθῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον τὸν εὐεργετικόν. Εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, λόγου χάριν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἔνθα αἱ πρὸς τοῦτο κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἦσαν ἧττον ἐπείγουσαι, ἐδαπανήθησαν πλείονα τῶν 8,000,000, ὅπως σᾶς ἀπέδειξα διὰ τῶν πινάκων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὧν τὰ πλεῖστα εἰς ὁδοὺς ἁπλῶν περιπάτων καὶ τέρψεως, ἐν ᾧ αἱ ὀρειναὶ τῆς Πελοποννήσου ἐπαρχίαι στεροῦνται τὸ παράπαν ὁδῶν, ἐπὶ μεγίστῃ κοινωνικῇ ζημίᾳ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι πλέον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κατάχρησιν ταύτην. Ἀκούω τῶν λόγων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἀναγνωρίζω τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἣν μετὰ τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας ζητεῖ νὰ σώσῃ ἀκεραίαν· ἀλλ’ ὅπως ἔχῃ αὐτὴν ἀκεραίαν, δὲν πρέπει νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τοῦ Τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων, ἢ τῶν Γάλλων μηχανικῶν. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι πάντες, διὰ νὰ σᾶς περιποιηθῶσι, θὰ προτείνωσιν ἐκείνας τὰς ὁδοὺς, αἱ ὁποῖαι γνωρίζουσιν, ὅτι θὰ σᾶς ἦναι μᾶλλον εὐχάριστοι, καὶ πᾶς οἷος δήποτε ἀνώτερος ὑπάλληλος ἤθελε — τὸ ὁμολογῶ, διότι εἶναι ἀνθρώπινον καὶ φυσικώτατον,— φροντίσει νὰ σᾶς περιποιηθῇ, καὶ γνωμοδοτήσῃ περὶ κατασκευῆς κατὰ προτίμησιν ἐκείνων τῶν ὁδῶν, ἃς θὰ ἐγίνωσκεν, ὅτι ἔμελλον νὰ σᾶς εὐχαριστήσωσι. Πρὸς τί λοιπὸν θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ἡ ἐγγύησις, ἣν ἐπικαλεῖσθε, τοῦ Συμβουλίου τούτου; Ἀλλ’ οὐδὲ προσῆκον εἶναι νὰ ζητῶμεν δικαιολόγησιν δι’ αὐτῶν τῶν γνωμοδοτήσεων, τῶν ὁποίων γνωρίζομεν πάντες τὰ ἐλατήρια, ἀλλὰ πρέπει πάντες νὰ φροντίσωμεν, ὅπως γίνῃ δικαία καὶ εὐσυνείδητος ἡ κατανομὴ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας πρὸς πάντας τοὺς νομοὺς τοῦ Κράτους, ἀναλόγως τῶν εἰσφερομένων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ὑπάρχουσι νομοὶ, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ὁδόν· ἡ ἐπαρχία Κορινθίας δὲν εἶναι μικρὰ, οὔτε ὑπολείπεται κατὰ τοὺς φόρους καὶ τὰς εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ὡς καὶ εἰς τὸ τῆς ὁδοποιίας εἰσφορὰς· καὶ ὅμως, ἐκτὸς τῆς σιδηροδρομικῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία κατὰ σύμπτωσιν ἔγινε, διὰ νὰ ἑνώσῃ τὰς Ἀθήνας πρὸς τὰς Πάτρας, οὐδεμίαν ἄλλην ὁδὸν ἔχει· οἱ δέκα ὀρεινοὶ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας καὶ οἱ πλεῖστοι τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, ὁποῖοι οἱ τῆς Ἀλέας, τῆς Λυρκείας, τοῦ Φενεοῦ, τῆς Στυμφαλίας καὶ τόσοι ἄλλοι, οὐδεμίαν ὁδὸν πρὸς συγκοινωνίαν ἔχουσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ σπουδαιότερον καὶ οὐχὶ δι’ ἐπερωτήσεων, διότι ἐν τῷ μεταξὺ τὰ χρήματα δαπανῶνται εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ χωρίου Κερὶ τῆς Ζακύνθου·—δὲν τὸ εἶπον ἐγὼ, τὸ εἶπον ἄλλοι.—Δὲν πρέπει δὲ οἱ Κύριοι βουλευταὶ, ὅσοι ἔχουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των ὁδοὺς, νὰ παραπονῶνται, ὡς παραπονέθησαν διὰ τὴν ὁδὸν Καλαβρύτων–Αἰγίου, ἐνῷ κατεσκευάσθη πολυδάπανος ὁδὸς μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων.
§31ΦΩΤΗΛΑΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀποδείξω ἐγὼ, ὅτι σεῖς ἔχετε εἰς τὴν Κορινθίαν πολλὰς ὁδούς.
§32ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ προκαλέσῃ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος πίνακα ἀκριβῆ τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν, νὰ προσαγάγῃ πίνακα τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν ἑκάστης τούτων κατ’ ἐπαρχίαν, ὡς καὶ πίνακα τῶν εἰσπραττομένων ἐξ ἑκάστης τούτων. Διότι ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει θὰ κατωρθοῦτο νὰ γίνῃ τακτικὴ καὶ δικαία διανομὴ τῶν κατασκευασθησομένων ὁδῶν, χωρὶς βεβαίως νὰ παραλειφθῶσι καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι, ἕνεκα τοῦ ὀρεινοῦ καὶ πετρώδους ἐδάφους, οὐδὲν παράγουσι καὶ ἑπομένως οὐδὲν συνεισφέρουσι. Κοινωνικοὶ λόγοι ἐπείγοντες καὶ ἐπιτακτικοὶ πρὸς ἐκπολιτισμὸν τοιούτων ἀποκέντρων πληθυσμῶν ἐπιβάλλουσι πολλάκις ἀδυσωπήτως τὴν κατασκευὴν ὁδῶν ἐπὶ τοιούτων διαμερισμάτων, καίπερ μὴ συνεισφερόντων πολλὰ ἢ ἱκανὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας. Ὥστε, ἡ Κυβέρνησις εἶναι δίκαιον νὰ κονονίσῃ τὰ τῶν ὁδῶν σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ ἐπαρχία τοῦ Ἄργους ἔχει ἑπτὰ δήμους καὶ δὲν ἔχει ὁδούς· ἡ ἐπαρχία τῆς Κορινθίας ἔχει ἕνδεκα ἀχανεῖς δήμους, στερουμένους τὸ παράπαν ὁδούς. Εἶναι ἆραγε τοῦτο δικαιοσύνη; λέγεται τοῦτο διοίκησις ἀξία τοῦ ὀνόματος; Δὲν εἶναι ἀδικώτατον καὶ ἀφιλάνθρωπον συνάμα, ἐπειδὴ Δῆμοί τινες εἶναι ὀρεινοὶ καὶ δὲν παράγουσι πολλὰ προϊόντα, νὰ καταδικασθῶσιν αἰωνίως εἰς τὰ δεινὰ τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας; Καταλήγων συμπεραίνω, Κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ καταβολὴ τῆς δαπάνης τῆς ὁδοποιίας πρέπει νὰ γένηται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τῶν ἐσόδων ἑκάστου νομοῦ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ περιστάσεων ἑκάστης ἐπαρχίας· βεβαιῶ δὲ, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι Ἄργους καὶ Κορινθίας, ἃς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἐν τῷ ζητήματι τῆς ὁδοποιίας εἰσὶν ἠδικημέναι, ὅσον ὀλίγαι τοῦ Κράτους.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ περὶ συγκοινωνίας ἐν Πελοπονήσῳ ὁ λόγος, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, σχετιζόμενον πρὸς ταῦτα. Ὑπάρχει, ὡς γινώσκετε, σιδηρόδρομος ἐν κατασκευῇ, ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου· οὗτος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, συνωμολόγησε δάνειον πρὸς Ἀγγλικήν τινα ἑταιρίαν ποσοῦ 286,000 λιρῶν· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο κατεδείχθη ἀνεπαρκές· κατὰ τὰς παρούσας δὲ περιστάσεις θὰ ἦτο ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις ἐπιβλαβὲς, νὰ ζητήσῃ ἡ ἑταιρία συμπλήρωσιν τοῦ δανείου ἐξωτερικῶς· διὰ τοῦτο ἀπετάθη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ συνεννοήθη μετ’ αὐτῆς, ὅπως αὕτη καταβάλῃ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ἵνα ὁ σιδηρόδρομος οὗτος δυνηθῇ νὰ κατασκευασθῇ μέχρι Πατρῶν· τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου φαίνεται, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, ἀνέρχεται εἰς 1,800,000 δραχμῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπήντησεν, ὅτι συναινεῖ νὰ καταβάλῃ τὸ δάνειον τοῦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις χορηγήσῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς. Προέβημεν εἰς ἐξετάσεις, ἵνα πεισθῶμεν, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἦναι ἐπαρκὲς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου· ἀφοῦ δὲ ἐπείσθημεν, ὅτι εἶναι καθ’ ὅλα ἐπαρκὲς, συνηνέσαμεν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως χορηγηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, συνομολογοῦσαν τοιοῦτον δάνειον πρὸς τὸν Σιδηρόδρομον. Βεβαίως ὑποχρέωσιν οὐδεμίαν ἔχει τὸ Δημόσιον ἵνα χορηγήσῃ τοιαύτην ἐγγύησιν· ἀφοῦ ὅμως ἡ διὰ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης ἐπιτυγχανομένη συμπλήρωσις τοῦ ἔργου ἐνδιαφέρει εἰς τὸ Κράτος, ὡς καὶ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Σιδηροδρόμου, δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποδεχθῶ τὴν αἴτησιν τῆς Ἑταιρίας καὶ νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον. Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπὴν, παρακαλῶν νὰ ὑποβάλῃ αὕτη τὸ ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της, διότι ἡ ταχεῖα συμπλήρωσις τοῦ ἔργου διαφέρει σπουδαίως εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν.
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§35ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 94).
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σάκης ἐπηρώτησέ με προχθὲς, παρακαλῶν νὰ ἐρωτήσω καὶ μάθω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ποινική τις ὑπόθεσις κατὰ τοῦ Δημάρχου Ἐράνης. Ἠρώτησα ἀμέσως τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα, καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν, ἐξ ἧς βεβαιοῦται, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ κ. βουλευτὴς ἐπεθύμει νὰ μάθῃ περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις, κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν ἐδίδετο πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἡ καταγγελία, καὶ ἑπομένως κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐγεννᾶτο ἡ ὑπόθεσις. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, χθεσινῆς ἡμερομηνίας ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ἤδη θεωρῶ πρέπον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πληροφορίας τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὴν χθὲς ἀπευθυνθεῖσάν μοι ἐπερώτησιν παρ’ ἑτέρου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ, ὡς πρὸς τὴν διαταχθεῖσαν μεταφορὰν ὑποδίκων τινῶν ἀπὸ τοῦ Νοσοκομείου εἰς τὰς φυλακάς. Τὰς πληροφορίας ταύτας θεωρῶ πρέπον νὰ ὑποβάλω καὶ διὰ τὸν κ. βουλευτὴν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, τὴν ἀκροασαμένην τῶν χθὲς λεχθέντων, διότι εὐτυχῶς δικαιολογοῦσιν αὗται καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει χθὲς πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν, τοῦ νὰ ἦναι φειδωλότερος περὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κατακρίνειν τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Οἱ ὑπόδικοι, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο θόρυβος, ἐκ προνοίας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, εἶχον τοποθετηθῆ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς συλλήψεώς των εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, διότι ἦσαν τετραυματισμένοι. Τῇ 10 ὅμως τοῦ παρόντος μηνὸς ἡ Μοιραρχία Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἔγγραφων, ἔχον οὕτως. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Ἡ Εἰσαγγελία, λαβοῦσα τὸ ἔγγραφον, ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο πρέπον νὰ παραγγείλῃ εἰς τινα τῶν ἐνταῦθα ἰατρῶν, νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ὑποδίκους, καὶ βεβαιώσῃ τὴν κατάστασιν τῆς ὑγείας αὐτῶν. Τοῦτο καὶ ἔπραξε δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον καταθέτω, ἐπιφορτήσασα ἕνα τῶν ἰατρῶν, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμέναι αἱ ἰατροδικαστικαὶ πράξεις. Ὁ ἰατρὸς, ἐπισκεφθεὶς τοὺς ὑποδίκους, συνέταξεν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἀπὸ τῆς 12 τοῦ μηνὸς εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ βεβαιοῖ, ὅτι θεωρεῖ ἐντελῶς ἀκίνδυνον εἰς αὐτοὺς νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς, διότι εἶναι εἰς ἐπούλωσιν αἱ πληγαί.
§39ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἰατρός;
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Τριάντης.—Τὴν ἔκθεσιν ταύτην διηύθυνε πρὸς τὴν Μοιραρχίαν μετὰ τῶν λοιπῶν ἐγγράφων ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἵνα διαταχθῇ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑποδίκων εἰς τὰς φυλακάς. Ἡ διαταγὴ ἐγένετο χθὲς, ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰς τὴν Μοιραρχίαν ἀποστολὴν τῆς διαταγῆς, τῇ φροντίδι τῶν καταδίκων, ἐλήφθη διαβεβαίωσις τοῦ ἰατροῦ κ. Ἀρεταίου, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραταθῇ ἡ διαμονὴ αὐτῶν ἐν τῷ Νοσοκομείῳ. Ὅταν ἐπεδόθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἡ σημείωσις αὕτη, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἦτο εἰς Πειραιᾶ· ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν ἔστειλε τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ κ. ἰατροῦ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα εἰς Πειραιᾶ, ἔνθα εὑρίσκετο δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἅμα λαβὼν γνῶσιν τῆς τοιαύτης πιστοποιήσεως τοῦ κ. Ἀρεταίου, χωρὶς κἄν νὰ ζητήσῃ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, ἐκ Πειραιῶς στέλλει τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν πρὸς τὴν Μοιραρχίαν, παρακαλῶν νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς προτέρας διαταγῆς. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἐγίνετο ἐνταῦθα ὁ θόρυβος ἐκεῖνος καὶ τόσον δριμεῖαι κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν ἐξεφράζοντο ἐκφράσεις, ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶχεν αὐτὴ ἡ ἰδία σπεύσει νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἔκθεσιν λεπτομερῆ ἐκ μέρους τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ἐξ ἧς δεικνύεται, πόσον δικαία ἦτο ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ ὦμεν φειδωλότεροι, ὅταν πρόκειται νὰ καταγγείλωμεν καταχρήσεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Τζάνες χθὲς εἶχεν ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ, ἂν ἦναι ἐγγὺς τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Δὲν παρεῖδον τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, καὶ σήμερον ἠρώτησα περὶ τούτου, ὁ δὲ κ. Εἰσαγγελεὺς μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἐκ μέρους τοῦ ἀνακριτοῦ ἐχαρακτηρίσθη περατωμένη ἡ ὑπόθεσις πρὸ 8 ἡμερῶν, δὲν ὑπεβλήθη δὲ παρ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ τὰ περαιτέρω, διότι καθ’ ἑκάστην πρωΐαν οἱ ὑπόδικοι προβάλλουσι νέους μάρτυρας, εἷς τῶν ὁποίων τὴν ἐξέτασιν καταγίνεται.
§41ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐγίνετο τοσοῦτος θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ, μετέβητε εἰς τὸ Νοσοκομεῖον ὑμεῖς καὶ διετάξατε τὴν ἀναστολήν.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅταν ἐγένετο ἐπερώτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἔστειλα καὶ ἐκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα, ὡς καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ἵνα μάθω τὰ συμβάντα καὶ συστήσω τὰ πρέποντα· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀνευρέθησαν, ἕνεκα ἐργασίας, τὴν ὁποίαν εἶχον, μετέβην ἀληθῶς εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, ἔνθα εὗρον τὸν Διευθυντὴν, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐπληροφορήθην, καθὼς καὶ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἶχεν ἤδη ἔλθει ἡ διαταγὴ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἡ ἀναστέλλουσα τὴν περὶ μεταφορᾶς προτέραν διαταγήν.
§43ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀνταποκρινόμενος εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ, διατυπώσαντος πρό τινων ἡμερῶν ἐπερώτησιν, καταθέτω Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1886, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχει δημοσιευθῆ Διάταγμα περὶ διανομῆς τῶν βοηθημάτων ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐπίσης καὶ πληροφορίας περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν ἐν τῷ Κράτει Μονῶν. Καταθέτω κατάστασιν περὶ τούτου, περιέχουσαν λεπτομερῶς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ τρίτην πληροφορίαν, κατάστασιν τῆς περιουσίας ἑκάστης τῶν Μονῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπάρχουσι πληροφορίαι περὶ τούτου, ἀλλ’ ὡς καὶ ἰδιαιτέρως παρετήρησα τότε εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, εἶναι δύσκολον νὰ χορηγηθῶσι τοιαῦται πληροφορίαι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ὁ κώδηξ, ὁ περιλαμβάνων τὰ περὶ ταύτης τῆς περιουσίας, εἶναι ὀγκώδης.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ περιουσία τῶν Μονῶν;
§45ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλας τὰς Μονάς· πολλὰ τῶν ἡγουμενοσυμβουλίων δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζωσι τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν κέκτηνται αἱ Μοναὶ, ἄλλα δὲν δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσιν αὐτὴν, διότι καὶ πολλαὶ ἔχουσι περιουσίαν κειμένην εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀλλὰ μακρὰν τοῦ τόπου, ἔνθα κεῖνται, ἄλλαι ἀγνοοῦσι τὴν ἔκτασιν τῶν ἰδιοκτησιῶν των, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου εὗρον αἴτησιν, ὅπως χορηγηθῶσιν εἰς πολλὰς πιστώσεις, ἵνα πληρώσωσι μηχανικοὺς, νὰ περιγράψωσι, καὶ ἐκτιμήσωσι καὶ καταμετρήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν· ἀλλ’ αἱ τοιαῦται πιστώσεις δὲν ἐχορηγήθησαν μέχρι τοῦδε· καὶ δύσκολον εἶναι νὰ παράσχωμεν ἀκριβῆ πληροφορίαν περὶ τούτων. Ἀλλὰ τὰ εἰσοδήματα τῶν Μονῶν εἶναι γνωστά.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἡ ἕνεκεν αὐτῆς διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια καὶ ἐπετράπη διὰ διαταγῆς ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληρόνωνται οἱ μισθοὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐκ τῶν Ταμείων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας, ἐκ τοῦ Γεν. Προξενείου Σμύρνης καὶ τῶν Γεν. γραφείων τῶν Προξενείων, τῶν ἐχόντων εἰσπράξεις ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπήνεγκε διαφορὰν μεταξὺ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ μεταλλικοῦ μέχρι 30%, ὑπεῖχεν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπέτρεπε νὰ ἐξακολουθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι πληρονόμενοι εἰς μεταλλικὸν ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν Ταμείων καὶ τῶν Προξενείων. Ὅθεν δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρηγγέλθη, αἱ εἰσπράξεις πᾶσαι νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ Κεντρικὸν, πάντες δὲ οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἀπευθύνωνται ἐνταῦθα, ὅπως πληρώνωνται τοὺς μισθοὺς αὐτῶν εἰς τὸ νόμισμα τὸ νόμιμον, ἤτοι τὸ χάρτινον. Ἔκτοτε ὅμως παρετηρήθη, ὅτι οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Προξενείων ἦτο ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσιν, ἰδίως δὲ οἱ ὑπηρέται, ὧν οἱ μισθοὶ κατήντησαν εὐτελέστατοι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 30%. Πλὴν δὲ τούτου, παρέχει σπουδαίαν δυσχέρειαν ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχωσιν ἐνταῦθα πληρεξούσιον, ἵνα εἰσπράττῃ καὶ πέμπῃ τοὺς μικροὺς τούτους μισθούς. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἀληθῶς ἀναστάτωσις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου, νὰ κινδυνεύωμεν νὰ ἴδωμεν ἐπανερχομένας καταχρήσεις προγενεστέρας ἐποχῆς, ὅτε μισθοὶ δὲν ἐδίδοντο εἰς πάντας τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας, ἐκτὸς δὲ τούτου νὰ ἴδωμεν καί τινας παραιτουμένους, ἄνευ ἐλπίδος ἀντικαταστάσεως. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ διαταγὰς ἐναντίας εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου. Διὸ ἠναγκάσθημεν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ συντάξωμεν νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅσον οἷόν τε τάχιον, κατὰ τὸ ὁποῖον, προκειμένου μὲν περὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, οὐδεμίαν φέρομεν μεταβολὴν, διότι εἰς αὐτοὺς ἡ διαφορὰ, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπαισθητὴ, δὲν δικαιολογεῖ διάκρισιν ἀπὸ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν κατωτέρων, γραφέων τινῶν, διερμηνέων καὶ ὑπηρετῶν, κλητήρων, γιασαξίδων, κρίναντες ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, ζητοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε οὗτοι ἐξαιρετικῶς νὰ πληρόνωνται εἰς μεταλλικὸν ἐκ τῶν ἐν τοῖς προξενικοῖς γραφείοις εἰσπράξεων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 95).
§47ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρχεν εἰς αὐτὸν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἐχρημάτισεν Ὑπουργός· καὶ ὅμως οὐδὲν ἔπραξεν. Αἱ ὁδοὶ εἰς τὴν Μεσσηνίαν εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινοτάτην κατάστασιν. Διέταξε μελέτας ὁδῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ὅμως ὁδοὶ δὲν τελειόνουν· ἀρχίζουν ἐργασίαι, καὶ ὅμως μένουσιν ἡμιτελεῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Πρὸ καιροῦ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ καταθέσῃ πίνακα, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμφαίνῃ, πόσαι ὁδοὶ ἐμελετήθησαν ἐν Μεσσηνίᾳ, καὶ ποῖαι κατεσκευάσθησαν μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ τοιοῦτον πίνακα δὲν ἔφερεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὴν ὁδὸν ἀπὸ Γιάλοβας μέχρι Πύλου, ἡ ὁποία πρὸ τόσου χρόνου μελετᾶται μόνον· καὶ ὅμως ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύλου μέχρι Μεθώνης, ἀπὸ Λιγουδίστης μέχρι Γιάλοβας, καὶ ἐντεῦθεν μέχρι Πύλου· σᾶς ἀναφέρω τὴν ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Γαργαλιάνων. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ ὁδοποιΐας καὶ φέρῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ· ἡ πρώτη ἀπαίτησις τοῦ πολίτου εἶναι, ὅτι θέλει νὰ ἔχῃ δρόμους. Τὰ ἔξοδα δὲ, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δαπανᾷ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, δὲν εἶναι ἔξοδα, εἶναι κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει.
§48ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω, ὅπως οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει τὸ πρᾶγμα ἀπαθέστερον. Ἂν δικαιοῦνται ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἔχωσι συγκοινωνίαν, δικαιοῦνται πρὸ πασῶν αἱ μεθόριοι, ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχωσι στρατιωτικαὶ ὁδοί· ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι δικαιοῦνται νὰ ἔχωσι τοιαύτας, κατ’ ἀναλογίαν. Ὡς σᾶς εἶπε δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ἐν Μεσσηνίᾳ δὲν ὑπάρχουσιν ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι πράγματι νὰ ἐξασφαλίζωσι τὰ συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας. Ἀτελεῖς τινες ὁδοὶ ἐγένοντο ἐν Πύλῳ μέχρι τοῦδε. Ἐν δὲ τῇ Πυλίᾳ δὲν κατεσκευάσθη οὐδεμία ὁδός· καὶ ὅμως ἡ Μεσσηνία συνεισφέρει ἑκατομμύρια εἰς τὸ Κράτος. Ὡς παράδειγμα δὲ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι μόνον ὁ δῆμος Κολλωνίδων συνεισέφερε δύο ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἐλαιῶνος, ἐνῷ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας κατεπάτησαν χιλιάδας στρεμμάτων (θόρυβος), καὶ ὅμως οὐδεμίαν ὁδὸν ἔχομεν. Τί δὲ ἤρκει νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν Πυλίᾳ, ὅπως ὑπάρξῃ συγκοινωνία; Μόνον ἓν ἑκατομμύριον. Εἰς δὲ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει συνεισφέρει ἡ ἐπαρχία αὕτη περὶ τὰς 700,000 δραχμῶν· καὶ ὅμως δὲν ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτὴν οὔτε πεντήκοντα χιλιάδες δραχμαί. Μία μόνον ὁδὸς κατεσκευάσθη, ἡ ἀπὸ Μεθώνης εἰς Πύλον, ἀλλὰ καὶ αὕτη συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ καταστρέψῃ τὴν προϋπάρχουσαν ὁδόν. Εἰς τὴν μεγίστην ταύτην ἀδικίαν τῆς Πυλίας πολλὰ συνετέλεσαν, μολονότι εἷς βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἐμερίμνησε περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη, διότι ἄλλαι ἰδέαι ἐπεκράτουν τότε, οἱ δὲ νεώτεροι δὲν ἐμερίμνησαν, διότι δὲν γνωρίζουσι τὸν τόπον καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν, καθῆκον ὅμως ἔχω ν’ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλέσω αὐτὸν, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρχίσῃ καὶ ἐν Πυλίᾳ ἡ κατασκευὴ ὁδῶν, ἵνα οὕτως ἱκανοποιηθῶσιν αἱ τόσον δίκαιαι ἀξιώσεις τῶν κατοίκων. Καιρὸς εἶναι πλέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ πρὸ πάντων, ὡς ἄνω εἶπον, ἐν Πυλίᾳ, ἥτις στερεῖται παντὸς μέσου συγκοινωνίας. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, διὰ τῆς ὁποίας τῷ ἐζήτησα νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ποία ἐνέργεια ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας καὶ διατὶ δὲν κατετέθησαν αἱ τηλεγραφικαὶ ἐκθέσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς καταχρήσεις, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς δὲ ἂν ἐξακολουθῇ ἡ τελευταία ἐπιτροπὴ νὰ διανέμῃ βοηθήματα. Παρακαλῶ δὲ πρὸς τούτοις, ἵνα συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ἀνακριτοῦ, ὅπως ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν βοηθημάτων ἐν γένει. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὁ ταμίας Πυλίας διατάξῃ τὴν σύλληψιν καὶ τῶν ἑτέρων ἐνοικιαστῶν τῶν ἐλαιοδεκάτων τρέχοντος ἔτους, περὶ ὧν προηγουμένως ὡμίλησα, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ἀπάντησιν.
§49ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν νομίζω πρέπον καὶ συμφέρον νὰ διϊστάμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ συμφέρον καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὸ κοινῇ συμφέρον τοῦ τόπου ἡμῶν. Ἂν δὲ ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν Δεξιὰν) εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐντεῦθεν ἔχομεν συμφέρον νὰ χειραγωγήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη ὀρθοφρονῇ. Δὲν εἶναι μόνον ὁ κίνδυνος ἐν Μεσσηνίᾳ, ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὁδῶν καὶ συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος, ὅστις μᾶς ἀπειλεῖ· ἔχομεν καὶ κίνδυνον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπαπειλεῖ, καὶ βάλλει μάλιστα καὶ κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι ὁ τῆς ἀποξηράνσεως τῶν σταφιδαμπέλων μας ἐκ τῆς πλημμύρας. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ οὐδενὸς, τὸ ἀποδίδω εἰς τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἡ πλημμύρα μεταβάλλει καθ’ ἑκάστην τὰς φυτείας εἰς ἐρήμους, διότι, ἂν δὲν ἔχωμεν ὁδοὺς, δυνάμεθα κατὰ τὸ πατροπαράδοτον σύστημα μὲ τὰ γαϊδούρια καὶ τὰ μουλάρια νὰ συγκοινωνῶμεν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πλημμύρας κινδυνεύομεν ὅλοι, καὶ ἐν τοιούτῳ κινδύνῳ ὁ κ. Τρικούπης δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ φέρῃ τοὺς πολυτελεῖς αὐτοῦ Προϋπολογισμούς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ ὑδραυλικοὺς μηχανικοὺς, νὰ ἐξετάσωσι τὰ δύω λεκανοπέδια τῶν ἐπαρχιῶν Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης, διὰ νὰ προληφθῇ πᾶς κίνδυνος. Ἐὰν ἀφήσωμεν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, τὸ 1890 ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ὑπάρξῃ φυτεία ἐν τοῖς λεκανοπεδίοις ἐκείνοις. Μία βορβοροφάγος, ῥιπτομένη εἰς τὸν τοῦ Ἁγίου Φλώρου βάλτον, δύναται νὰ συντελέσῃ κατὰ τὸ ὅλον εἰς τὴν ἀποξήρανσιν, ἥτις ἐπιζητεῖται, κατὰ σύστημα πανάρχαιον, διὰ τῶν βουβαλίων καὶ βοῶν. Περὶ τούτου λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ θὰ ἐπανέλθω ἐν καιρῷ, νὰ ὑποδείξω τί πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν.
§50ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ὁρίζουν ἀκριβῶς τὰς ἐπερωτήσεις των. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Μισυρλῆς παραπονεῖται, ὅτι δὲν ἀπήντησα εἰς ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι προκαλοῦν αἱ ἐρωτήσεις του. Τὸν παρακαλῶ ἤδη — νέος εἶναι, δὲν πρέπει νὰ βαρύνηται — νὰ σημειώσῃ ὡρισμένως, τί ζητεῖ, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ παραγγείλω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ καταθέσω τὰς πληροφορίας. Ὁ κ. Σάκης παρεπονέθη, ὅτι δὲν ἦλθον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, περὶ διανομῆς τῆς ξυλείας. Δὲν εἶναι τόσον εὔκολον τοῦτο· ἡ ὑπηρεσία καταγίνεται, καὶ ἐλπίζω μέχρι τῆς Δευτέρας νὰ τὰς καταθέσω. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους, νὰ μὴ περιμένωσι μόνον ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ, ἀλλὰ νὰ διατυπώνωσι τὰς ἐπερωτήσεις αὑτῶν, διότι τότε θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φέρωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητοῦν. Ὁ κ. Τζάνες, θὰ τοῦ εἶμαι ὑπόχρεως, νὰ μὲ διαφωτίσῃ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὰ ἕλη· τῷ παρατηρῶ ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον καὶ πολυδάπανον, ὅπως τὸ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, ὅταν ἀκούσῃ ἐνέργειάν μού τινα, τὴν ὁποίαν θ’ ἀκούσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς πρὸς τὴν ἐπίσπευσιν, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ὁδῶν καὶ ἰδίως ἐν Μεσσηνίᾳ, ἐλπίζω, ὅτι τότε δὲν θὰ μὲ κατηγορήσῃ· θὰ διευκρινισθῇ δὲ τὸ πρᾶγμα ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, παρακαλῶ νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ ἀνορθώσεως τῆς γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Νέδας, τὴν ὁποίαν κατέστρεψεν ὁ σεισμὸς, καὶ δεύτερον, εἰς τὰς πιστώσεις ἐφέτος διὰ τὴν ὁδοποιΐαν νὰ περιλάβητε τὴν ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κυπαρισσίας.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς τὰ φέρω ὅλα ἐδῶ.
§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαΐας, συγκρίνων τὴν φορολογίαν, ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι κατ’ ἀναλογίαν οἱ κάτοικοι τῶν Ἰονίων νήσων πληρόνουσιν ὀλιγωτέρους φόρους, στηριζόμενος εἰς τὸν πληθυσμόν. Ἀλλ’ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ἐὰν ἀνατρέξῃ εἰς τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους καὶ παραλληλίσῃ τὰς νήσους μὲ τὴν Στερεὰν, θὰ ἴδῃ τὴν ἀναλογίαν. Ἐξηγοῦμαι. Βεβαίως αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου Πελάγους δὲν δίδουσιν ἢ πολὺ ὀλίγον εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ὅτι εἰσὶ τόποι ἄγονοι, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἀποδημοῦσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, ἑπομένως ὁ πληθυσμὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς βάσις, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἀκριβῆ ἀποτελέσματα.
§55ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ καταστάσεις πᾶσαι, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀναλογίας τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς ὅλης Ἑλλάδος, εἶναι ὑποβεβλημέναι.
§57ΡΟΥΦΟΣ. Ἐὰν θελήσητε νὰ ζητήσητε τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτουν τότε, θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶναι περὶ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου θέλετε ν’ ἀπαντήσητε τώρα.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λέγω, ὅτι αἱ καταστάσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀποχρῶσαι καὶ πλήρεις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος, τουτέστι τὸ τῆς ἀναλογίας τῆς Ἑπτανήσου ἐν τῇ ὅλῃ φορολογίᾳ τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ ἤκουσα ῥηθὲν, ὅτι ἡ φορολογία τῆς Ἑπτανήσου εἶναι κατωτέρα τοῦ μέσου ὅρου, ἐγὼ δὲ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν, καίτοι δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ παραστήσω, ποῦ στηριζόμενος ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος παρέχει τὴν συμβολὴν αὐτῆς εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ καὶ ἀνωτέρῳ ἴσως, ἀλλὰ πάντως ἀναλόγῳ πρὸς τὸ ὅλον φορολογικὸν μέτρον τοῦ Κράτους. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐστήριξε τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ ἐπὶ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θεωρῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας ἔλαβεν ὡς βάσιν τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται ἐν τοῖς πίναξι τοῖς ὑποβληθεῖσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀποτελοῦντα τὰς ἐκ τῆς Ἑπτανήσου προσόδους τοῦ Κράτους· ἔλαβε προσέτι τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐν τῷ πληθυσμῷ ἀναλογίαν τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἀλλὰ μοί φαίνεται, ὅτι ἡ πρώτη βάσις, ὁ ἀριθμὸς τῶν 94 ἑκατομμυρίων, ἀποτελούντων τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδα, πρέπει σπουδαίως νὰ μεταῤῥυθμισθῇ, πρὶν ἢ ληφθῇ ὡς βάσις, πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς ἐκ φόρων προσόδους, ὡς εὑρίσκονται ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· πρὸς τοῦτο πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν 25 σχεδὸν ἑκατομμύρια, ἢ ἐπακριβῶς 24,823,000, διότι ταῦτα ἀποτελοῦνται ἐκ προσόδων κτημάτων, διατελούντων ὑπὸ τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, ἐξ ἀντιτίμου ἀπαλλοτριωθέντων ἐθνικῶν κτημάτων καὶ ἐξ ἐσόδων, ἀναγραφομένων λόγῳ τάξεως, ἢ ἀπέναντι ἐξόδων, καταβληθέντων πρὸς παραγωγὴν τῶν ἐσόδων. Πάντα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσι, προκειμένου περὶ φορολογικοῦ βάρους. Ἀφ’ ἑτέρου δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 94 ἑκατομμυρίων εἶναι ποσὸν, ἀποτελούμενον ἐκ τῶν εἰσπράξεων, τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τέως κειμένης φορολογίας, καὶ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ὑπόσχεται ἡ νέα φορολογία, ἐνῷ ὁ ἕτερος πίναξ, τὸν ὁποῖον ἀντιπαραθέτει πρὸς ταῦτα ὁ κ. βουλευτὴς, περιέχει μόνον τὰς εἰσπράξεις, τὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νῦν ἰσχυούσης φορολογίας, δὲν περιλαμβάνει δὲ καὶ τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς φορολογίας, περὶ ἧς σήμερον συζητεῖ καὶ ψηφίζει ἡ Βουλή. Ὅταν εἰς τοὺς πίνακας ἐκείνους προστεθῇ ἡ ἀναλογία τῆς ἐκ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἤδη πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, προσόδου, ὅταν ἐκ τῶν 94 ἑκατομμυρίων ἀφαιρεθῶσι τὰ κατὰ τὰ προειρημένα ἀφαιρετέα, μεταβάλλονται ἐντελῶς οἱ ὅροι τοῦ προβλήματος, ἡ δὲ λύσις αὐτοῦ μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἦναι πάντως διάφορος τοῦ συμπεράσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἤχθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος.
§59ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§60ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θ’ ἀνεγνώσατε βεβαίως εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ περὶ ἀνακλήσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ Τερτίπη. Πρᾶξις πρωτοφανὴς καὶ πρωτάκουστος εἰς τὰ στρατιωτικὰ χρονικὰ τῆς ἡμετέρας πατρίδος ἐγένετο ἐσχάτως, καταταράξασα τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν καὶ πλήξασα εἰς τὰ καίρια αὐτῆς τὴν στρατιωτικὴν φιλοτιμίαν. Πάντες ἔχετε γνῶσιν τῆς πράξεως ταύτης, διότι ἀρκετὸς περὶ τούτου ἐγένετο λόγος. Ἡ πρᾶξις δὲ αὕτη εἶναι ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ Δημητρίου Τερτίπη καὶ τέως βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης. Αὕτη δὲ ἐγένετο ἄνευ προηγουμένης καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς ἐκθέσεως πρὸς τὸν σεβαστὸν ἡμῶν Βασιλέα, ὅτι ὁ εἰρημένος λοχαγὸς ἐπροβιβάσθη παρὰ τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα, ὡς βλέπετε, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον· ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐθνικὴν δύναμιν τῆς χώρας. Ἐπιθυμῶ ὡς τοιοῦτον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν πάντες, ἄνευ κομματισμοῦ καὶ προσωπικοτήτων. Εὐελπιστῶ δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὸ ἐξετάσῃ ἀμερολήπτως καὶ ἀπαθῶς, θέλει ἀποδώσει τὸ δίκαιον ἐκεῖ, ὅπου πρέπει· καὶ ἐὰν εὕρῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ τοῦ ἀφαιρεθέντος τοῦ βαθμοῦ του, νὰ παρακαλέσῃ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς της τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἄρῃ ἀδίκημα, ὅπερ ἐγένετο κατὰ γενναίου ἀξιωματικοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον, ἐρωτῶντες τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.........
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς τοιαύτην συζήτησιν;
§62ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅπως θέλετε.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι τὸ κανονικώτερον. Ἡμεῖς καὶ τώρα συζητοῦμεν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή· ἀλλ’ ἀφοῦ προβάλλεται συζήτησις ὑπὸ τύπον προκλήσεως, καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Τετάρτην.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὡς Πρόεδρος καὶ Εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας· ἡ μειονοψηφία ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει ὑποβάλει ἰδίαν ἔκθεσιν, καὶ τούτου δὲ γίνεται μνεία ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν ὑποβάλλω. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ κρίνω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης βουλευτὴν κ. Καραπάνον, ἰσχυρισθέντα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἐκθέσεως ταύτης παρεκώλυσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ προκαλέσῃ γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρῶτον νῦν ἀκούω τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ἡ μόνη ἀφετηρία πρὸς τοιαύτην συζήτησιν. Ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλοτε παραπονεθῆ κατὰ προκατόχου Κυβερνήσεως, ὡς κωλυόμενοι πρὸς γενικὴν συζήτησιν, οὐχὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐκθέσεως, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν Προϋπολογισμοῦ, μὴ ὑποβληθέντος ἐγκαίρως. Τότε εἶχον ὑποβληθῆ τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπροκάλει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίζῃ αὐτὰ ἄνευ συσχετίσεως αὐτῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν. Παραπονούμενοι δὲ ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω νῦν, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ἤδη σὺν τοῖς φορολογικοῖς νομοσχεδίοις. Οὐδὲν ἑπομένως τὸ κωλῦον νὰ προκαλέσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν γενικὴν συζήτησιν, περὶ ἧς μνείαν ἐποιήσαντο Βουλευταί τινες, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄρτης. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε δυσκολίαν νὰ δεχθῇ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Πρὸς ταύτην ἐγένετό τις ἀπόπειρα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τοῦ δασμολογίου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ τὰ λοιπὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέλη κατέλιπον τὴν συζήτησιν. Πρόκειται λοιπὸν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἐκθέσεως δὲν ἦτο τὸ κύριον κώλυμα.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος δύναται νὰ εἶχεν ἄλλοτε καὶ νὰ ἔχῃ καὶ σήμερον τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἅμα ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν, δύναται αὕτη ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ὅμως, ὁδηγούμενος ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ δὲν γίνεται κατ’ ἀρχὴν συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἢ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο τακτικὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως. Ἀλλ’ ἡ διαφωνία αὕτη εἶναι ὅλως διόλου θεωρητικὴ καὶ δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα, δυνάμενον νὰ λυθῇ σήμερον. Τὸ εὐχάριστον εἶναι, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της. Ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ πάλιν νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι ἡ σήμερον γενομένη ὑποβολὴ ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον, διότι ἡ ἔκθεσις, πρὶν ὑποβληθῇ, ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς, ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι θεωρητικὸν ζήτημα, διότι, ὡς προηγουμένως εἴπομεν, ἀφοῦ κατηργήθη ἡ ἐργασία τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν, φυσικὸν ἦτο ἐφέτος ν’ ἀρχίσῃ ἡ κατάργησις τῆς ἐργασίας καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἡμεῖς συνετάξαμεν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας. Αἱ ἰδέαι, αἵτινες μᾶς χωρίζουσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, εἰσὶν ἰδίως θεμελιώδεις καὶ δὲν περιορίζονται εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν διαφόρων κονδυλίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὰς ἰδέας μας δὲ ταύτας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀναπτύσσομεν ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειοψηφίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 96 καὶ 97).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§68ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων, κατὰ πρῶτον μὲν γεννᾷ εἰς ἕκαστον τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον καθαρᾶς ὑπηρεσίας. Καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος λόγος ἔπρεπε νὰ διέπῃ τὴν εἰσήγησιν τοιούτων νομοσχεδίων, εἰμὴ λόγος καθαρᾶς ὑπηρεσίας καὶ βελτιώσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ παρατηροῦμεν, ὅτι πρὸ χρόνου τινὸς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα βελτιώσεων καὶ μεταῤῥυθμίσεων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, μεταβάλλονται οἱ θεσμοὶ, καὶ μεταβάλλονται οὐχὶ ἁπλῶς καὶ τυχαίως, ἄνευ ὡρισμένου καὶ μεμελετημένου συστήματος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὥστε εἰς χεῖρας τῆς κεντρικῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκεντρωθῶσι πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ Κράτους. Χθὲς τὸ ἑσπέρας εἴδομεν μετ’ ἀφελείας τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα καὶ προκαλοῦντα τὴν ταχεῖαν καὶ κατεσπευσμένην συζήτησιν μεταῤῥυθμίσεών τινων τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου· καὶ ἕκαστος ὑπέθετεν, ὅτι ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὃν παρίστα, ὅτι ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ ἁπλῆς τινος μεταῤῥυθμίσεως, ἀναγκαίας μάλιστα πρὸς τὴν κρείττονα διεξαγωγὴν τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι ρητῶς ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρόκειται ν’ ἀντικασταθῇ ἡ διάταξις περὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων καὶ νὰ βελτιωθῇ οὕτως, ὥστε ἐπὶ ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν νὰ ἀρκῇ ἡ παράστασις τῶν δικηγόρων, ὡς ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἐπιμελῶς προσεπάθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποκρύψῃ, τοὐλάχιστον πρὸς στιγμὴν, τὴν κυριωτάτην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς θέτει τὴν χεῖρα ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἄρθρα περιέχει;
§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Τριάκοντα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀριθμὸς, εἶναι καὶ ἡ ἔκτασις αὐτῶν. Δύναμαι νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡμίσεως πήχεως μῆκος ἔχει τὸ συντομώτατον τῶν ἄρθρων. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε, ὅτι τὸ τεῦχος ἦτο πολυσέλιδον. Δὲν εἶναι δὲ τὸ κατεπεῖγον, ὅπερ προκαλεῖ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅπως ὑπὸ τὸ τάχος τῆς ἐσπευσμένης ψηφίσεως διέλθωσιν διατάξεις, ἀφορῶσαι εἰς οὐσιώδεις μεταβολὰς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, αἵτινες σκοποῦσι νὰ συγκεντρώσωσιν εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ὁλόκληρον τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου ν’ ἀναλύσω μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἔχομεν καιρὸν, καὶ θέλομεν λεπτομερῶς συζητήσει ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, καὶ θέλομεν καταδείξει τοὺς ἀληθεῖς σκοποὺς αὐτοῦ, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, διατὶ ἐν τῷ ἐκλογικῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ σχηματίζονται ἐπιτροπαί τινες, εἰς ἃς δίδεται τὸ δικαίωμα, ἐπικειμένων σήμερον τοσούτων ἐκλογῶν, νὰ μεταβάλλωσι τοὺς τόπους τῆς ψηφοφορίας Θέλομεν ἰδεῖ διατὶ τίθενται διατάξεις περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, οὓς μόλις πρὸ ἑνὸς μηνὸς συνετάξαμεν. Διότι σκοπὸν ἔχετε διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης, κρύφιον σκοπὸν ἔχετε, νὰ κρατήσητε ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις ἐκείνους, οὓς ὑμεῖς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν θὰ θελήσῃ. Ταῦτα εἶπον, ἵνα καταδείξω, ὅτι ὑπὸ τὸν πέπλον αὐτῆς τῆς ὠφελείας καὶ αὐτῆς τῆς φαινομένης ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας καλύπτεται ὁ σκοπὸς, τοῦ νὰ μεταβάλητε ῥιζικῶς τοὺς νόμους. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ ταμιακοῦ συστήματος. Εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἐπαινῶ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐφρόντισε διὰ λεπτομεροῦς καὶ μεμελετημένης ἐκθέσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἰσχύσασαν μέχρι τῆς σήμερον ταμιακὴν διοίκησιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ταμιακὸν δίκαιον. Ἐν ταύτῃ καταφαίνεται ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τῶν Ταμείων ἐν Ἑλλάδι. Θέλετε ὅμως ἰδεῖ, ὅτι πάντες οἱ περὶ Ταμείων νόμοι ἐφρόντισαν νὰ καθορίσωσιν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν Ταμείων· καὶ οὕτως ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 29 Ἰουλίου 1836, καθ’ ὃν τὰ Ταμεῖα ὁρίζονται εἰς 30, τὸν νόμον τῆς 9 Αὐγούστου 1845, καθ’ ὃν τὰ Ταμεῖα ὁρίζονται εἰς 47 πλὴν τοῦ Κεντρικοῦ, τὸν νόμον τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1853, καθ’ ὃν, πλὴν τοῦ Κεντρικοῦ, τὰ ταμεῖα ὁρίζονται εἰς 41. Ἔχομεν κατόπιν καὶ ἄλλους ὡσαύτως νόμους, δι’ ὧν σήμερον τὰ Ταμεῖα ὁρίζονται εἰς 50, ἐξ ὧν 12 αʹ. τάξεως, 9 βʹ. τάξεως καὶ 29 γʹ. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν οὐσιώδη θεσμὸν, τοῦ νὰ ἦναι τουτέστιν ὡρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ταμείων, ἐπιχειρεῖ σήμερον τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον νὰ μεταβάλῃ διότι, ὡς ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 1 ἐν παραγράφῳ αʹ, «Ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος, ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προκαλουμένου, νὰ συστηθῶσιν ἐπαρχιακὰ Ὑποταμεῖα καὶ νὰ καταργηθῶσιν ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα, ἀνατιθεμένης τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς ἄλλα ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα, ἢ Ὑποταμεῖα.» Ἀρκεῖ λοιπὸν ἓν Διάταγμα, ἵνα μεταβάλληται ἑκάστοτε ὁ ἀριθμὸς τῶν Ταμείων καὶ Ὑποταμείων. Ἐννοεῖται οἴκοθεν τὴν αἰτίαν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ περὶ τούτου ἴσως ὁμιλήσω κατόπιν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 1 ἐξηγεῖται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου· ἐκ ταύτης φαίνεται, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα Ταμεῖα δὲν εἶναι ἀρκετὰ, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ Κράτους, καὶ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τῶν ἐξόδων, ἕνεκα νέων νόμων καὶ νέων καθηκόντων τῶν ταμιῶν. Ἵνα λέγηται τοῦτο ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ ἵνα καταστρώνηται ἐν νομοσχεδίῳ, θέλει εἶσθαι γνωστὸν βεβαίως εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ποῖα ἐκ τῶν Ταμείων τούτων δέονται ὑποδιαιρέσεως, ποῖα καταργήσεως, συγχωνεύσεως καὶ τὰ τοιαῦτα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ποσῶς δύσκολον τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαίων Ταμείων, εἶναι δὲ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον, πρῶτον μὲν, διότι τοῦτο παρέχει πολλὴν ἀσφάλειαν εἰς τὸ Κράτος, μὴ δυναμένων εἰκῇ καὶ τυχαίως τῶν Κυβερνήσεων καὶ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς συναλλαγῆς νὰ πολλαπλασιάζωσι τὰ Ὑποταμεῖα, ἔπειτα δὲ, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἱστορία ἀνέκαθεν τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς καταστάσεως τῶν Ταμείων. Ὅλη ἡ νομοθεσία περὶ Ταμείων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου ἀναγράφει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Ταμείων πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένος. Φαίνεται ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τελωνιακὰ φυλακεῖα· διὰ ποίους σκοποὺς, εἶναι περιττὸν βεβαίως νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦδε, ἀλλ’ οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ λόγος, ὁ κρυπτόμενος ὄπισθεν τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας· διότι, ἄν ἦτο ἀνάγκη πολλαπλασιασμοῦ τῶν Ταμείων, ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ περιφέρεια ἑκάστου, τοῦτο δὲ τὸ δεύτερον καὶ χάριν αὐτῶν τῶν φορολογουμένων. Ἐκτὸς τούτων ὅμως, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ παρατηρεῖται καὶ ἄλλη τις καινοτομία, θίγουσα καὶ καταστρέφουσα μάλιστα ὀργανικὸν νόμον τοῦ Κράτους, ἔχοντα σχέσιν πρὸς αὐτὴν τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν αὐτοῦ. Διότι ἐν τῇ παραγράφῳ βʹ. τοῦ ἄρθρου 1 λέγεται: «Ὡσαύτως διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἐπιτρέπεται νὰ καταργηθῶσι θέσεις δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰς ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα ἢ Ὑποταμεῖα» Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη γνωρίζομεν, ὅτι κυριωτάτη βάσις τοῦ καθεστῶτος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ δημοτικὴ διοίκησις, ἡ τοσοῦτον σπουδαία, ἡ προϋπάρξασα αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἐπιστεύομεν πάντες, ὅτι φροντὶς ἤθελε ληφθῆ περὶ βελτιώσεως αὐτῆς, περὶ ἐξυψώσεως τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ. Ἀλλὰ τί βλέπομεν; Ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ κεντρικὴ διοίκησις, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ βαίνῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ πολιτισμοῦ καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἥτις πάντοτε ἐζήτησε τὴν λογικὴν καὶ κατὰ βαθμόν τινα ἀποκέντρωσιν, βλέπομεν, λέγω, παραδόξως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἑκάστην προτείνει διατάξεις, τεινούσας καθαρῶς, οὐχὶ πλέον εἰς τὴν χειραφέτησιν ἑκάστης ὑπηρεσίας, ἢ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν καθυπόταξιν καὶ καθυποδούλωσιν αὐτῶν. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ πείσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου, ὅταν βλέπω, ὅτι αὐτὴν τὴν καθεστῶσαν δημοτικὴν διοίκησιν θέλομεν νὰ τὴν συντρίψωμεν, ἀφαιροῦντες κυριωτάτην τινὰ ἐκ τῶν δυνάμεων αὐτῆς, καὶ συγκεντροῦντες τὰ πάντα εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἀφ’ ἑτέρου ἀναγράφεται, ὅτι σκοπὸς καὶ ἀφορμὴ τοῦ νόμου τούτου εἶναι ἡ πληθὺς τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπαρχιακῶν Ταμείων. Καὶ ἐν τούτοις βλέπομεν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχὴν, ἄντικρυ ἀντιφάσκουσαν καὶ ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν τοῦ νόμου· διότι, ἂν ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταμείων ἐπλεόνασε, δὲν ἐννοῶ, διατὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν τῶν δήμων, καὶ νὰ ἀναθέσωμεν αὐτὴν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα. Πλὴν τούτου ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προσβάλλονται κατὰ οὐσιώδεις διατάξεις οἱ δημοτικοὶ θεσμοί. Διότι τὸ σύνολον τῶν δημοτικῶν θεσμῶν ἀποτελεῖ ἡ Ἀρχὴ, ἡ ἐνασκουμένη παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Εἰς ταύτην δὲ τὴν Ἀρχὴν, ἀναπόφευκτος τροχὸς, οὗ ἄνευ ἡ δημοτικὴ μηχανὴ δὲν δύναται νὰ κινηθῇ, εἶναι αἱ περὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἢ τοῦ δημοτικοῦ Ταμείου διατάξεις. Ὅταν δὲ βεβαίως μίαν ἐξ αὐτῶν τῶν ἀρχῶν καταργήσωμεν, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἢ καὶ ἁπλῶς θίξωμεν, συντρίβομεν αὐτὸν τὸν δημοτικὸν θεσμόν, ὃν καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχομεν νὰ σεβώμεθα. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναιρεῖται ὁ δημοτικὸς θεσμὸς, ὥστε ἐν τῇ παραγράφῳ γʹ. τοῦ ἄρθρου 9 τὰ ποσοστὰ, εἰς ἃ κατὰ τὸ νομοσχέδιον δικαιοῦται ὁ ταμίας, ἢ ὁ ὑποταμίας, εἰς ὃν εἶναι ἀνατεθειμένον καὶ τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον, ὁρίζει ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, χωρὶς παντάπασιν ὁ Δῆμος νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν, καίτοι πρόκειται περὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἣν οὗτος, κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, ἀνεξαρτήτως διευθύνει. Ἐκτὸς ὅμως τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἄλλη διάταξις εἶναι, περὶ ἧς ἐπεθύμουν ἐν τῇ δευτέρᾳ ἢ τῇ τρίτῃ συζητήσει νὰ δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 4: «Εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας (λέγει ἡ ά. παράγραφος αὐτοῦ) δύναται νὰ ἀνατεθῇ ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν ἡ πληρωμὴ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδιδομένων διὰ δαπάνας, ἀναγομένας εἰς ὑπηρεσίας, τελουμένας ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ ὑποταμίου.» Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατὶ τὰ ἐντάλματα νὰ ἐκδίδωνται ἐπὶ τῶν ταμιῶν, νὰ μὴ ἐκδίδωνται δὲ ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ τῶν ὑποταμιῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ διατάξεις αὗται, αἵτινες δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ· εἶναι, Κύριοι, καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅ: «Οἱ ἐπαρ«χιακοὶ ὑποταμίαι τὰ μὲν περισσεύοντα χρήματα τοῦ Δη«μοσίου ἀποστέλλουσιν εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν Ταμεῖον, εἰς τὴν «περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ Ὑποταμεῖον, ἐὰν ῥητῶς «δὲν διαταχθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, «ν’ ἀποστέλλωσι ταῦτα εἰς ἄλλο Ταμεῖον, τὰ δὲ περισσεύον«τα χρήματα τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων παραδίδουσιν εἰς «τοὺς οἰκείους δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἐὰν ὑφίστανται «τοιοῦτοι». Ἑπομένως, ἐὰν δημοτικοὶ εἰσπράκτορες δὲν ὑφίστανται, τὰ χρήματα τῶν Δήμων κρατοῦνται παρὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν. Ἀλλ’ ὅταν τὰ χρήματα τὰ δημοτικὰ κρατῶνται παρὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν, βεβαίως οὗτοι εἶναι οἱ μέλλοντες νὰ ἐνεργῶσι καὶ τὰς δημοτικὰς πληρωμὰς, οἱ ὑφιστάμενοι δὲ καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ διαχειρίσει αὐτῶν. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· ὑπάρχει μάλιστα καὶ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ τοῦ ἄρθρου 6, ἥτις λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἐπαρχιακοὶ «ὑποταμίαι διά τε τὰ δημόσια, δημοτικὰ, κοινοτικὰ, ἢ ἄλ«λα χρήματα, δίδουσι λόγον τῆς διαχειρίσεώς των ἐνώπιον «τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ «Συνεδρίου, εὐθυνόμενοι διὰ πᾶσαν ἔλλειψιν κλπ. Διὰ τὰ «δημοτικὰ χρήματα δίδουσι λόγον καὶ εἰς τὴν ἁρμοδίαν δη«μοτικὴν Ἀρχήν». Ἑπομένως, Κύριοι, θέλομεν περιπέσει ἀληθῶς εἰς πραγματικὸν κυκεῶνα καὶ εἰς πραγματικὴν σύγχυσιν ἐξουσιῶν, διότι θέλομεν ἔχει ἐπαρχιακόν τινα ὑποταμίαν, εἰσπράττοντα τὰ δημοτικὰ χρήματα, διαχειριζόμενον αὐτὰ, ὑπέχοντα εὐθύνην καὶ λογοδοσίαν, καὶ ταύτην ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν, ἧς τὰ χρήματα διεχειρίσθη. Θέλομεν ἔχει δηλαδὴ αὐτὸν, οὕτως εἰπεῖν, μεταξὺ διζύγου πυρός. Καὶ τί γενήσεται ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διαφωνήσωσι τυχὸν πρὸς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς εὐθύνης τοῦ ὑποταμίου τούτου; Βεβαίως, Κύριοι, δὲν ἀνέλαβον νὰ συζητήσω πάσας τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, ἠθέλησα ὅμως νὰ καταδείξω τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, καθ’ ἃ ἐγὼ καλῇ τῇ πίστει πιστεύω. Δύναται νὰ ᾖναι ἄλλος ὁ σκοπὸς, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἔκθεσις, ἡ αἰτιολογοῦσα τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ὁ ἐνδιαλαμβανόμενος ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισα ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγεννήθησαν ἐν ἐμοὶ αἱ ὑποψίαι, ἢ ἔστω καὶ αἱ ἀμφιβολίαι αὗται, καθῆκον εἶχον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ λάβω τὸν λόγον, νὰ ἀναπτύξω τὰ μέρη, ἐφ’ ὧν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει νὰ ψηφίσωμεν, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ, εἰμὴ καθαρῶς, εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ταμιακῆς τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἀντὶ ταύτης τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ὀργανικῆς μεταβολῆς τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταμείων ηὔξησε, νὰ διαιρέσωμεν τὰ Ταμεῖα, ἔστω καὶ εἰς τέσσαρας τάξεις, καὶ νὰ πλάσωμεν τετάρτην τάξιν ταμιῶν, πρὸ πάντων ὅμως νὰ κατονομάσωμεν τὸν ἀριθμὸν, τὴν περιφέρειαν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου Ταμείου. Βεβαίως, ὅταν ἔχωμεν ἐν παραδείγματι τὸ Ταμεῖον Μεγάρων, εἰς ὃ ὑπόκειται ἡ Αἴγινα καὶ τὸ Ἀγκίστριον....
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Αἴγινα ὑπάγεται εἰς τὰς Ἀθήνας.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔστω· ἀληθῶς ἐλησμόνησα. Λαμβάνω ἄλλο Ταμεῖον, τὸ τῆς Θήρας, εἰς ὃ ὑπάγεται ἡ Ἀμοργὸς, ἡ Ἀνάφη, ἡ Ἴος καὶ ἡ Αἰγιάλη. Εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ τοῦτο εἰς δύο Ταμεῖα, καὶ νὰ γίνῃ τρίτης τάξεως τὸ τῆς Θήρας καὶ τετάρτης τάξεως τὸ τῶν ἄλλων νήσων. Νομίζω, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον συνδυασμὸν ἤθελεν εἶσθαι τὸ νομοσχέδιον τακτικώτερον, δὲν ἤθελε προσκρούσει εἰς αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν τῶν Ταμείων, εἰς αὐτὴν τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, καὶ δὲν ἤθελεν ἐπὶ τέλους φέρει αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, ἣν θέλομεν ἔχει, ἀναμιγνύοντες τοὺς ὑπολόγους. Ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ παρατηρήσω κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ δώσω εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ὀλίγας τινὰς ἐξηγήσεις, ἰδίως, ἵνα διαπιστώσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἔχει τὸ πολιτικὸν, εἶναι καθαρῶς νομοσχέδιον ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ εὑρίσκετο διάταξις, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ, ὡς ἔχουσα πολιτικὸν σκοπὸν, εὐχαρίστως ἠθέλομεν τὴν διαγράψει, διὰ νὰ τὴν περιλάβωμεν ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ, ὅπως μὴ τυχὸν τοιαύτη διάταξις παρακωλύσῃ τὴν ἀνυπέρθετον ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου χρησιμωτάτου εἰς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν. Καὶ σήμερον ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἄλλοτε ἕτερος βουλευτὴς παρετήρησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιτρέπει τὴν διὰ Β. Διατάγματος μεταβολὴν τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας διὰ συστάσεως καὶ καταργήσεως θέσεων, καὶ κατὰ τοῦτο προσκρούει εἰς τὸν κείμενον ταμιακὸν ὀργανισμόν. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον περιέχει μεταῤῥυθμίσεις, θὰ ἦτο δὲ περιττὸν νὰ εἰσαχθῇ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν προϋπάρχοντα νόμον, ἀλλ’ αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται δὲν προσκρούουσιν εἰς τὰς βάσεις τοῦ κειμένου ταμιακοῦ ὀργανισμοῦ, οὐδὲ εἶναι πραγματικὸν, ὅτι ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ μεταβολὴ τῶν ταμιακῶν θέσεων κατὰ τὸ δοκοῦν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων μένει κατ’ ἀνώτατον ὅρον, οἷος εἶναι προσδιωρισμένος. Ὅ,τι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ· εὐθὺς ὅμως ὡς καταργηθῇ διὰ Β. Διατάγματος θέσις τις, δὲν δύναται νὰ ἀνασυστηθῇ. Πρόκειται περὶ μέτρου οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία συνιστᾷ τὰς θέσεις ταύτας, προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν, ἐπιτρέπει ὅμως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ἂν πεισθῇ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, καὶ πραγματοποιήσῃ οὕτως οἰκονομίαν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται σύστασις θέσεως ταμίου, ἐπιτρέπεται σύστασις θέσεως ὑποταμίου, καὶ εἰς τοῦτο ἴσως ἀφεώρων αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ὤφειλε νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ ὑποταμίας δὲν πρέπει νὰ παραβάλληται πρὸς τὸν ταμίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραβάλληται πρὸς τὸν εἰσπράκτορα, διότι εἰσπράκτωρ κυρίως εἶναι ὁ ὑποταμίας, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως εἰσπράκτορα, προαγόμενον εἰς τὴν θέσιν ὑποταμίου, χορηγοῦνται καὶ ἕτερά τινα δικαιώματα πλὴν τῶν τοῦ εἰσπράκτορος. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Αἱ θέσεις τῶν εἰσπρακτόρων συνιστῶνται καὶ καταργοῦνται διὰ Β. Διαταγμάτων, Βασιλικὸν δὲ Διάταγμα προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστῳ Ταμείῳ εἰσπρακτόρων. Ὅ,τι προεθέμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι, νὰ ἀνακουφίσωμεν τοὺς ταμίας ἀπὸ μέρους τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ὁ ταμίας ἔχει καὶ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ταμείων ὑπηρεσίας πολλάς, ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτὸν δι’ εἰδικῶν νόμων καὶ ἕτεραι πλεῖσται ὑπηρεσίαι· ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπαρκεῖ. Ἰδίως δὲ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων παθαίνει, ὡς ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιβαρύνσεως τῶν ταμιῶν. Ὁ ταμίας, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, ἔχει τὴν ἐργασίαν τῆς εἰσπράξεως, ἔχει τὴν ἐργασίαν τῶν πληρωμῶν, ἔχει τὴν ἐργασίαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου, ἔχει καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν μεγάλην, τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀπόδοσιν τῶν λογαριασμῶν· εἰς ταῦτα δὲ ἐπιπροστίθενται καὶ ὅσα εἰδικοὶ νόμοι ἀνέθεσαν εἰς αὐτόν. Εἶναι ἀδύνατον ὁ ταμίας νὰ διεξαγάγῃ πάντα ταῦτα ἐκ παραλλήλου· θυσιάζει ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν χάριν ἐκείνης, ἰδίως δὲ παρατηροῦμεν, ὅτι θυσιάζεται ἡ ὑπηρεσία τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων· δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ μὴ συμβαίνῃ τοῦτο μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ τῶν εἰσπράξεων, ἰδίως μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Εἴς τι Ταμεῖον ὑπάρχουσιν εἰσπράξεις ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἄρθρου, καταμεριζόμεναι εἰς 30 χιλιάδας μερίδας. Ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ἔχων τοιαύτην ἐργασίαν δὲν δύναται νὰ προφθάσῃ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησα, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν ταμίαν, χορηγοῦντες εἰς αὐτὸν συνδρομήν τινα. Τὴν συνδρομὴν ταύτην ἐθεωρήσαμεν, ὅτι χορηγοῦμεν εἰς αὐτὸν λυσιτελῶς, ἐπιτρέποντες, ἵνα διορίζωνται εἰσπράκτορες μόνιμοι μετὰ περιφερείας, ἀνωτέρας δὲ ἱκανότητος, καὶ παρέχοντες ἀνωτέρας ἐγγυήσεις τῶν νῦν εἰσπρακτόρων. Δὲν προτείνομεν, ὅπως συσταθῶσι θέσεις ἔμμισθοι, δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως δαπανῶν, ὅπως ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤδη προτείνομεν· τοὐναντίον ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ τὸ μέτρον τοῦτο πρὸς οἰκονομίαν. Ἐν συνόλῳ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θέλουσιν εἶσθαι ἐπαρκεῖς, ἵνα διὰ τῶν ποσοστῶν, τῶν ἤδη κεκανονισμένων, καλύψωσι τὰς δαπάνας τῶν προσώπων τούτων. Ἐννοεῖται, ὅτι, διδομένης εἰς τὰς εἰσπράξεις τῆς ἐντάσεως, τὴν ὁποίαν αὗται θέλουσι λάβει ἐκ τῆς βελτίονος διαῤῥυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος οὗτος ἐπάγεται, ἐκ τῆς ἐπιμελείας, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ δώσωσι τὰ πρόσωπα, τὰ εἰδικῶς ἐπιφορτισμένα τὰς εἰσπράξεις, ἀντὶ τῶν ταμιῶν, τῶν σήμερον ἀσχολουμένων εἰς τὴν εἴσπραξιν συνάμα μετ’ ἄλλων ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν τοῖς ἀφίνουσι τὸν ἀποχρῶντα χρόνον, ἐννοεῖται, ὅτι αἱ εἰσπράξεις, οὕτως αὐξανόμεναι, θέλουσι παράσχει τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ σύστασις τῶν Ὑποταμείων, καὶ τοῦτο, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης εἰς τὰ κείμενα περὶ τῶν ποσοστῶν τούτων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας προέτεινεν, ἵνα ἀντὶ ὑποταμιῶν διορισθῶσι ταμίαι τετάρτης τάξεως, ὑποβιβαζομένων Ταμείων ἄλλων ἀνωτέρας τάξεως εἰς κατωτέρας. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐπάγηται πάντοτε αὔξησιν δαπάνης, διότι ὁ ὑποταμίας τετάρτης τάξεως θέλει λάβει μισθὸν κατὰ τὰ κείμενα. Μόνον, ἂν παραδεχθῆτε τὸ σύστημα, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτεινόμενον, ὄχι μόνον αὔξησιν δαπάνης δὲν θὰ ἔχητε, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἔχητε κατὰ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀλλὰ θὰ ἔχητε ταυτοχρόνως καὶ ἐλάττωσιν δαπάνης. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διατὶ δὲν προσδιορίζετε ἐκ τῶν προτέρων πόση θὰ ᾖναι αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις, πόσαι αἱ θέσεις αἱ καταργούμεναι; διατὶ ἐκ τῶν προτέρων δὲν προσδιορίζονται πόσα τὰ Ὑποταμεῖα τὰ συσταθησόμενα, καὶ ποία ἡ περιφέρεια αὐτῶν; Ὡς εἶπον περὶ ὑποταμιῶν, οὗτοι ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς εἰσπράκτορας, τὰ τῶν εἰσπρακτόρων δὲ, ἤτοι τὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ τὰ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως, κανονίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων· δὲν καινοτομοῦμεν ἄρα, ἀφίνοντες εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸν προσδιορισμὸν, τῶν εἰς τοὺς ὑποταμίας ἀφορώντων, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ ἀφήσωμεν τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ μέτρον τῆς ἐπιτυχίας τοῦ συστήματος, δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν κατὰ πόσον θέλομεν εὕρει πρόσωπα προϋπηρετήσαντα ἐν βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ. τάξεως, ἢ ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ. τάξεως, ἢ γραφέως αʹ. τάξεως, τὰ ὁποῖα νὰ δεχθῶσι τὴν θέσιν ταύτην, διότι ἡ ἰδέα ἡ κυρία, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἥτις μᾶς πείθει περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, εἶναι, ὅτι συνταξιοῦχοι πολλοὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις θέλουσι δεχθῆ τὴν θέσιν ταύτην, οὕτως ἠθικῶς προαγομένην, διότι διατηροῦσι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὴν σύνταξιν αὐτῶν καὶ πρὸς τῇ συντάξει λαμβάνουσι τὰ ποσοστὰ, ἐκτὸς ἐὰν αὐτοὶ θελήσωσι νὰ παραιτηθῶσι τῆς συντάξεως, ἵνα καταβάλλοντες τὸ ποσοστὸν, τὸ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν συντάξεων, βελτιώσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν σύνταξιν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκωμεν, κατὰ πόσον θέλουσιν εὑρεθῆ πρόσωπα ἐν ἀριθμῷ ἱκανὰ, ὅπως πληρώσωμεν πολλὰς θέσεις ἐκ τῶν συσταθησομένων. Μόνον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ βαθμηδὸν θέλομεν ἴδει μέχρι τίνος σημείου δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ διορισμὸς τῶν συνταξιούχων αὐτῶν ὡς ὑποταμιῶν ἐν ταῖς κατοικίαις αὐτῶν, δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἀπαγορευτικὸν νόμον;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ εἰσπράκτορες διορίζονται καὶ ἐντὸς τῆς κατοικίας των κατὰ νόμον· κατ’ ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου δὲν διορίζονται.
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, βεβαίως ἤθελε διευκολύνει τὴν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, τοῦ νὰ δύνανται νὰ μένωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς των.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν διάταξιν, καθ’ ἣν ὑποβάλλονται οὗτοι εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος οὐδὲν περιέχει περὶ ἐντοπίων. Παρέχονται δι’ αὐτοῦ ἐγγυήσεις περὶ μὴ παύσεως, πλὴν τῶν περιπτώσεων τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τῶν περιπτώσεων ἄλλων νόμων, εἰδικώτερον εἰς τὰ τοῦ λογιστικοῦ ἀφορώντων· «οἱ ἐπαρχιακοὶ ὑποταμίαι ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας μόνον κατὰ τὰς ἐν τῷ Ποινικῷ νόμῳ, τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 209 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ. τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὰς ἐν τῷ νόμῳ ΑΡϞΓʹ. τοῦ 1884 περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν ὁριζομένας περιπτώσεις». Ὁ νόμος οὐδὲν λέγει περὶ μὴ τοποθετήσεως ἐντοπίων, ὁ δὲ γενικὸς νόμος περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, μὴ διοριζομένων εἰς τὰς πατρίδας αὑτῶν, βεβαίως δὲν προενόει καὶ περὶ Ὑποταμείων, ἀφοῦ ἡ θέσις αὕτη δὲν ὑπῆρχε τότε. Ἑπομένως πρέπει ἴσως, πρὶν ἢ ψηφισθῇ εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ν’ ἀποφασίσωμεν, ἂν θὰ ἐφαρμόσωμεν, ἢ ὄχι, τὴν διάταξιν τοῦ γενικοῦ νόμου εἰς αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει ἤδη, οὐδὲν λέγει περὶ τούτου, καὶ δύναται τὸ ζήτημα ν’ ἀμφισβητῆται.
§78ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ὅμως περιβάλλονται μὲ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ταμίου, δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἐντόπιοι.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον· διὰ τοῦτο πρέπει κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ λύσις, ἥτις θέλει θεωρηθῆ ὀρθοτέρα.
§80ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂν ἔχωσι μόνον τὴν ἐξουσίαν τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος, τότε μάλιστα. Ἀλλ’ ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν τῶν ταμιῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι σκληρὸν καὶ ἄδικον νὰ ἦναι ἐντόπιοι, ἐνῷ ἄλλοι ὑπάλληλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν χωροφύλακας, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἦναι ἐντόπιοι.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω περὶ τούτου γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα καλὸν νὰ μὴ ἐκθέσω ἤδη, διὰ νὰ μὴ προκαλέσω συζήτησιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν δὲν θέλω διστάσει νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην ταύτην, ἥτις ἄλλως εἶναι καὶ κατάδηλος εἰς τοὺς γινώσκοντας τὰς ἐγκυκλίους.
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, καθότι ἐν γένει ὁ νόμος περὶ μὴ ἐντοπίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀποτελεσματικός, τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὲ, βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελῇ. Ἐγενικεύθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε φέρει μεγίστην βλάβην ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς θέλω νὰ ἀποφύγωμεν τώρα τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν μὴ τοποθέτησιν ἐντοπίων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς καταγωγῆς αὑτῶν. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς ἀποδεικνύοντα κακὴν κατάστασιν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ θεωρῶ τὸν νόμον ἐκεῖνον ὡς ἀναγκαιότατον. Ἰδίως ὠφέλιμοι εἶναι οἱ νόμοι, οἱ ἀνταποκρινόμενοι εἰς κατάστασιν ὑφισταμένην. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι τοιαύτη· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι τοιαύτη, πρέπει νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας αὐτῆς, ὑποτασσόμενοι εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι ὡς ἐξ αὐτῆς. Ἑτέρα ἐπίκρισις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἰς τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι τὰ περὶ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων ἐν αὐτῷ περιλαμβανόμενα· καὶ ἠθέλησεν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ σχετίσῃ ταῦτα πρὸς ἑτέραν πρότασιν ἡμῶν, ἵνα δείξῃ, ὅτι θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. βουλευτὴν καὶ πάντα ἄλλον, ὅστις ἤθελε συλλάβει τοιαύτας ὑπονοίας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν, ἐν οὐδεμιᾷ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, πρὸς τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, διότι τὰ τῶν εἰσπράξεων οὐδαμοῦ ἐθεωρήθησαν, ὡς δικαιώματα ἀναγόμενα εἰς ἐξουσίαν οἱανδήποτε, εἴτε ἐξουσίαν ἐκτελεστικὴν τῆς διοικήσεως ἐν γένει, εἴτε ἐξουσίαν δημοτικὴν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὴν εἴσπραξιν, ἐπιτρεπομένην δι’ ἐργολαβίας, ἔχομεν νόμους, ἐπιτρέποντας τὴν ἐκχώρησιν διὰ δημοπρασίας τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσπράξεως....
§84ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἐφηρμόσθησαν ποτὲ αἱ διατάξεις αὗται.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι προσεχῶς θὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας θέλει ἐπικροτήσει, ἐὰν ἴδῃ ἐφαρμοζομένην διάταξιν, τῆς ὁποίας ἔχει τὴν τιμὴν τῆς πατρότητος (ἱλαρότης).
§86ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἄλλην ἔννοιαν εἶχεν ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς θὰ ἐπροτίμα νὰ μὴ ἐτύγχανε τῆς ὑπερασπίσεως, τὴν ὁποίαν τῷ προσφέρετε, θυσιάζοντες τὰς ἰδέας αὐτοῦ (ἱλαρότης), διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ μετέβαλεν ἰδέαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐν τῷ παρόντι εἶναι περιττὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἐμνήσθην τῶν περὶ τούτου, μόνον διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία τὴν εἴσπραξιν δὲν ἐθεώρησεν ὡς ἓν τῶν στοιχείων τῆς ἐξουσίας τῆς διοικητικῆς, ἢ τῆς δημοτικῆς, ἀφοῦ καὶ τὴν εἴσπραξιν τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπέτρεψε νὰ χωρίζωμεν ἀπὸ τῆς διοικήσεως καὶ νὰ παραδίδωμεν εἰς ἁπλοῦς ἰδιώτας.
§88ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς ὡρισμένας περιστάσεις.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἶναι αἱ περὶ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Σήμερον ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προτάσει τριῶν ὑποψηφίων ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπεται, ὅπως τὰ ἔργα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἐνεργῶνται ὑπὸ τοῦ ὑποταμίου.
§90ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως μὴ ἔρχηται αὔριον ἄλλος Ὑπουργὸς καὶ κάμνῃ ὅ,τι θέλῃ.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θεωρεῖται ἀναγκαία, διότι ὅσοι γινώσκουσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς εἶναι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὅπως μὴ ἐξακολουθῇ ἡ κατάστασις ἡ νῦν ὑφισταμένη, θεωρῶ δὲ, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς περὶ τούτου ἀπαιτήσεις. Τὴν διάταξιν δὲ ταύτην, εἴμεθα πρόθυμοι, κατόπιν τῶν γενησομένων συζητήσεων, νὰ συμπληρώσωμεν, ὅπως αἱ συζητήσεις αὗται ἀποδείξωσι χρήσιμον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπέκρινε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ἣν «εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας δύναται ν’ ἀνατεθῇ ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν ἡ πληρωμὴ χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδιδομένων διὰ δαπάνας, ἀναγομένας εἰς ὑπηρεσίας, τελουμένας ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τῶν Ὑποταμείων». Ἠρώτησεν ὁ κ. βουλευτὴς, διατὶ χορηγεῖται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς ὑποταμίας, καὶ διατὶ χορηγεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ὡς παρατηρεῖτε, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀφαιροῦνται ἐν ταῖς περιστάσεσι, ταῖς παρ’ αὐτοῦ προβλεπομέναις, ἀπὸ τοῦ ταμίου αἱ ἐργασίαι τῆς εἰσπράξεως, καὶ ἀνατίθενται αὗται εἰς τὸν ὑποταμίαν· ἀλλ’ ἐάν, ἕνεκα λόγων εἰδικῶν, ὁ ταμίας θεωρῇ, ὅτι δύναται ὡρισμένας τινὰς πληρωμὰς, νὰ ἐκτελέσῃ διὰ τοῦ ὑποταμίου, τοῦ ὁποίου κύριον ἔργον εἶναι ἡ εἴσπραξις καὶ οὐχὶ ἡ πληρωμὴ, τὸ ἄρθρον ἐπιτρέπει ν’ ἀνακουφισθῇ κατὰ τοῦτο ὁ ταμίας, ἀναθέτων τὴν πληρωμὴν εἰδικῶς εἰς τὸν ὑποταμίαν, ἐκδίδων δηλαδὴ τὸ ἔνταλμα καὶ ἀποστέλλων αὐτὸ εἰς τὸν ὑποταμίαν. Τοῦτο ἐξηγεῖται καὶ διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου, λέγοντος, ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐπιστρέφεται εἰς τὸν ταμίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ λόγος τούτου εἶναι, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται εἶναι τοῦ ταμίου, ὁ δὲ ταμίας δύναται νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ὑποταμίαν, ὅπως διευκολύνῃ ἑαυτόν. Τοῦτο ὅμως δὲν παραλλάσσει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ ὑποταμίας εἶναι μόνον ὄργανον τῆς εἰσπράξεως. Τὸ αὐτὸ, ὅπερ εἶπον περὶ ἐνταλμάτων, λέγω καὶ περὶ χρημάτων, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 5, ἐπαναλαμβάνον τὰς περὶ τῶν ἐνταλμάτων διατάξεις· διότι ἡ ἐργασία αὕτη ἀνήκει, κατὰ τὸν νόμον τὸν ὀργανικὸν, εἰς τὸν ταμίαν, ὅστις στερεῖται, κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, μόνον ἐκείνων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποσπῶνται ἀπὸ τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου ἀποσπᾶται ἀπ’ αὐτοῦ μόνη ἡ εἴσπραξις, πάντα δὲ τὰ ἄλλα μένουσιν ἐν ταῖς χερσὶ τοῦ ταμίου. Οὐδεὶς ἄρα ὑπάρχει λόγος, ἵνα κανονίσωμεν ἄλλως τὸ περὶ τούτου ἢ ὅπως εἶναι κεκανονισμένον ἐν τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 5. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑτέρα παρατήρησις, εἰς ἣν ὀφείλω ἀπάντησιν.
§92ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐξήγησε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν διαχείρισιν ἀπὸ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, οἱ ὁποῖοι διορίζονται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ νὰ δώσῃ τὴν διαχείρισιν ταύτην εἰς ὑποταμίας, διοριζομένους ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀληθῶς, οὐ μόνον φθάνομεν εἰς τὴν τελείαν συγκέντρωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀναμιγνύομεν τὴν δημοσίαν διαχείρισιν μετὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως, ἐνῷ οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν εἴσπραξιν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, ὁ Δῆμος, καὶ ἀναθέσῃ ταύτην εἰς ἄλλο πρόσωπον, ἐξαρτώμενον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἐνῷ ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ χωρῶμεν πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, πρὸς τὴν αὐτοδιοίκησιν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἄνευ λόγου, ἄνευ σκοποῦ, ἄνευ αἰτίας, βλέπομεν τὴν χεῖρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσδύουσαν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως διὰ τοῦ ὑποταμίου. Ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ χεὶρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. ἡ χεὶρ τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ διοριζομένου παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διαχείρισιν, εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δήμου; Ὁ Δῆμος εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, ἐκπροσωπούμενον παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἔχον ἴδιον σκοπὸν καὶ προορισμὸν, τὴν δὲ περιουσίαν τοῦ Δήμου πρὸς ἕφιξιν τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τοῦ Δήμου, διαχειρίζεται ὁ δήμαρχος μετὰ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, οἵτινες γνωρίζουσι, τίνες οἱ ὀφειλέται τοῦ Δήμου, τίνες οἱ καταδιώξιμοι λόγῳ ὀφειλῆς, καὶ τίνων δέον ν’ ἀναβληθῇ ἡ καταδίωξις, διὰ λόγους ἀνεχείας, ὡς γνωριζόντων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δήμου καὶ διαχειριστῶν τὴν κατάστασιν, τὰ μέσα, τὰς ἀνάγκας ἑνὸς ἑκάστου τῶν συνδημοτῶν αὐτῶν ὀφειλετῶν. Πῶς θέλετε ὑμεῖς νὰ ἀναμίξητε τὴν χεῖρα ὑμῶν εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ δημοτικοῦ Ταμείου, καὶ πῶς ἀξιοῦτε νὰ ἔλθῃ εἰς ὑποταμίας, ἰσοφαρίζων πρὸς δημόσιον εἰσπράκτορα, νὰ λάβῃ ἕνα κατάλογον ὀφειλετῶν τοῦ Δήμου, καὶ μόνον μὲ τὸν κατάλογον αὐτὸν νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν κατὰ τῶν δημοτῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου μᾶς λέγει, ὅτι οἱ ὑποταμίαι οὗτοι εἶναι δημόσιοι εἰσπράκτορες, στερούμενοι μισθοῦ. Ἀλλὰ τότε ποῖοι θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ στερούμενοι μισθοῦ, καὶ τίνας ἐγγυήσεις θὰ παρέχωσιν, ὅταν ἔρχωνται ἀπὸ ξένας ἐπαρχίας, (διότι ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ κάμῃ τὸ φοβερὸν ἀδίκημα νὰ διορίσῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην τοῦ ὑποταμίου ἐντοπίους) περὶ εὐσυνειδήτου καὶ εἰλικρινοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός των, ὅταν ἀμείβωνται διὰ μόνον τῶν ποσοστῶν; Ἐξ ὅσων δὲ ἤκουσα, οὐδένα ἕτερον σκοπὸν εὑρίσκω τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἢ μόνον τὴν μεταβολὴν τοῦ ὀνόματος ἀπὸ εἰσπράκτορος εἰς ὑποταμίαν. Ἴσως διὰ τούτου νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ εὕρῃ καταλληλότερα πρόσωπα. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι οἱ ταμίαι ἔχουσι πολλὴν ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ ἕτερον πρόσωπον, διὰ νὰ ἀνακουφίσωμεν αὐτοὺς, θὰ τὸ ἐνόουν, ἂν καὶ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι δὲν ἔχουσι τοσαύτην ἐργασίαν οἱ ταμίαι, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅλην τὴν ἡμέραν κάθηνται καὶ καπνίζουν. Ἕνα μόνον σκοπὸν διαβλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸν σκοπὸν νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸν ἕτερον νόμον, περὶ εἰσπράξεων τῶν καθυστερούντων, αὐτὸν τὸν τερατώδη νόμον, διὰ νὰ σχηματισθῶσιν οἱ φοβεροὶ ἐκεῖνοι φορολογικοὶ κατάλογοι καὶ παραδοθῶσιν εἰς τοὺς λεγομένους ὑποταμίας τούτους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν οὐδὲν ἱερὸν, οὐδὲ ὅσιον, καὶ θὰ θύσουν καὶ ἀπολέσουν.
§93ΚΡΙΣΠΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ πληρώσωσιν οἱ ὀφείλοντες.
§94ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ δὲν πρέπει ὁ δανειστὴς νὰ καθιεροῖ νόμους μόνον δι’ ἑαυτὸν, διὰ νὰ διευκολύνῃ εἰς ἑαυτὸν τὴν εἴσπραξιν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὸν ὀφειλέτην· τοὐναντίον, ἅπασαι αἱ νομοθεσίαι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου μεριμνῶσι, φροντίζουσαι, ἐννοεῖται, νὰ ἐξασφαλίζωσι τὸν δανειστήν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι, πρέπει νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ νὰ πληρώσωσιν ἀναλόγως τῶν μέσων των, τῶν ἀναγκῶν των, τῶν χρόνων καὶ τῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ δὲν σκέπτεσθε, τίνα ἀποτελέσματα τοιαύτη συγκεντρωτικὴ διάταξις ἐν νόμῳ περὶ εἰσπράξεων δύναται νὰ φέρῃ; Δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ προβῆτε ποτὲ εἰς κατάχρησιν τῆς διατάξεως ταύτης· ἀλλ’ ἔρχεται μία ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἠθικότητα, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς, καὶ τῇ ἔρχεται ἡ ἰδέα νὰ μεταχειρισθῇ τὸν νόμον τοῦτον πρὸς ἰδίους σκοπούς. Προσέρχομαι ἐγὼ, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπαιτῶ νὰ παύσῃ ὅλους τοὺς εἰσπράκτορας, τοὺς ὑποταμίας αὐτοὺς, καὶ νὰ διορίσῃ φίλους ἰδικούς μου. Ποίαν πίεσιν θὰ δυνηθῶ ἐγὼ νὰ ἐξασκήσω; Τὸ ζήτημα τῶν εἰσπράξεων ἐν Ἑλλάδι εἶναι τὸ σπουδαιότερον, καὶ ἐξ αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἀγῶνες, ὅλαι αἱ καταχρήσεις· καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε Ὑπουργεῖον ἐτόλμησε νὰ παραχωρήσῃ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων εἰς τραπεζίτας, ἢ ἐργολάβους.—Διὰ τούτους τοὺς λόγους καὶ κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον, ἰδίᾳ ὅμως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως, περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων δι’ ὑποταμιῶν.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδόλως εἶχον σκοπὸν νὰ ἐνδώσω εἰς διαγραφὴν τῶν περὶ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένων διατάξεων, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ, καὶ ἂν εἶχον τοιοῦτον σκοπὸν, θὰ τὸν παρήτουν, διότι ὡμίλησε μετὰ τοσαύτης πειθοῦς περὶ τοῦ ἀτόπου τῆς ὑπάρξεως εἰσπρακτόρων, ἀνηκόντων εἰς κόμματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰσπρακτόρων, οἵτινες, ὡς ἐκ τοῦ τοιούτου αὐτῶν χαρακτῆρος, καθίστανται ἀληθῶς μάστιγες τῶν Δήμων, ὥστε θεωρῶ, ὅτι πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ λάβωμεν μέτρον, ὅπως αἱ τοιαῦται μάστιγες ἐκλείψωσιν· οἱ δὲ νῦν δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διορίζονται, ὡς μαρτυρεῖ, ἡ πεῖρα, ἣν ἔχομεν περὶ αὐτῶν, εἶναι αἱ ἀληθεῖς μάστιγες, διότι, διοριζόμενοι ὑπὸ κόμματος, νομίζουσιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλὴν αὐτῶν πρὸς τοὺς διορίσαντας, γινόμενοι μάστιγες τῶν ἐναντίων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ, ὅταν ἦναι ἐκ τοῦ τόπου, ὅταν ἀνήκῃ εἰς κόμμα, εἶναι ἀληθὴς μάστιξ, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι, κατὰ τὸ σύστημα τὸ κείμενον, δὲν δύναται νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς τὸν τόπον ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς κόμμα. Ἀλλὰ περὶ τῶν εἰσπρακτόρων ἔχω ἄλλην γνώμην, παρὰ τὴν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι τοῦ εἰσπράκτορος ἡ ἐργασία δὲν ἔχει χαρακτῆρα πολιτικὸν, ὥστε νὰ δυνάμεθα τὸν εἰσπράκτορα νὰ θεωρήσωμεν, ὡς ἀντιπρόσωπον γνώμης τινὸς, καὶ ὡς στοιχεῖον αὐτοβουλίας ἐν τῇ διοικήσει, εἴτε ἐν τῇ δημοτικῇ, εἴτε ἐν τῇ γενικῇ. Ὁ εἰσπράκτωρ κυρίως ἔπρεπε νὰ ἦναι μηχανὴ, καὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργάζηται ὅλως μηχανικῶς καὶ ἄνευ ἰδίας ὑποχρεώσεως πρὸς τοὺς διορίσαντας, εἴτε δημοτικοὶ ἄρχοντες, εἴτε κυβερνῆται τοῦ Κράτους εἶναι οὗτοι, θὰ ἐξεπλήρου ἐντελῶς τὴν ἀποστολήν του, διότι ἡ ἐργασία τοῦ εἰσπράκτορος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀναθέτωμεν εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ φρονήματος οἱουδήποτε. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐστήριξεν ἁπάσας τὰς περὶ τοῦ προκειμένου ἰδέας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ Δῆμος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκπροσωπῆται ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἐντολοδόχων· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἐκπροσωπήσεως, ἐξ ἐναντίας πρόκειται περὶ μὴ ἐκπροσωπήσεως, διότι ἐκεῖνος εἶναι καλὸς εἰσπράκτωρ, ὅστις δὲν ἐκπροσωπεῖ τὰ ἐν τῷ Δήμῳ. Ἑπομένως τὸ ζήτημα καθίσταται πραγματικόν. Ἐὰν οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες εἶχον ἀποδειχθῆ, ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, ὡς πληροῦντες τὸν ὅρον τοῦτον, τοῦ νὰ ἐργάζωνται ἄνευ ἰδίας ὑποχρεώσεως πρὸς τὸ κόμμα τὸ τοπικὸν, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐξέλεξεν, ἐὰν οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, ὡς ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν δημοτῶν, ἐξ ἧς λαμβάνονται, ὡς ἐκ τῆς ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Δῆμος δίδει εἰς αὐτοὺς, ἠδύναντο ν’ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἐὰν ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ παρὰ τῶν γινωσκόντων αὐτὴν ὡς ἐπιτυχὴς, οὐδέποτε θὰ προετείνομεν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλομεν. Ἐὰν ὑποβάλλωμεν τὸ μέτρον, πράττομεν τοῦτο, διότι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἔπεισεν ἡμᾶς, ὡς καὶ τοὺς πλείστους τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ὅτι τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχύον σύστημα, τὸ σύστημα τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀπέτυχεν, ὅτι αἱ σπουδαιότεραι καταχρήσεις συμβαίνουσι παρ’ αὐτοῖς...
§96ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅτι πάντως καλλιτέρα εἶναι ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Ἀρκεῖ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος δὲν ἀποτελεῖ ἀντιπροσωπείαν, ἑπομένως δὲν συνδέεται πρὸς τὰς τοπικὰς ἐλευθερίας, δὲν συνδέεται πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Δήμου, εἶναι λειτουργία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐκτελῆται μηχανικῶς, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται κακῶς μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ δικαιολογηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τῶν ὁποίων ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ λειτουργία αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ κάλλιον. Ἀλλὰ διατὶ θὰ ἐκτελεσθῇ κάλλιον; Μόνον διότι θὰ ἦναι δημόσιος ὁ εἰσπράκτωρ καὶ οὐχὶ δημοτικός; Οὐχὶ μόνον διὰ τοῦτο, οὐχὶ διότι τὰ πρόσωπα θὰ διορίζωνται ἐξ ὡρισμένων κατηγοριῶν, ἀλλ’ ἰδίως ἕνεκα τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο ἐργασιῶν, τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ὅστις ἐπιτρέπει νὰ λαμβάνῃ ὁ εἰσπράκτωρ διπλᾶ ποσοστὰ καὶ ἑπομένως, ἀμειβόμενος κάλλιον, νὰ παρέχῃ καλλιτέραν ἐργασίαν. Ἐὰν δὲν προσεθέτομεν τὰ δημοτικὰ ποσοστὰ εἰς τὰ δημόσια, ὀλίγον θὰ ὠφέλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι, ἐὰν μόνον διὰ τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν ἤδη οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες, ἐπρόκειτο νὰ ἀμείψωμεν τὸν ὑποταμίαν, δυσκόλως θὰ εὑρίσκοντο τὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεκδεχόμεθα βελτίονα ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν τούτων· ὅταν ὅμως ἑνώσωμεν τὰ ποσοστὰ, ὅταν κανονίσωμεν αὐτὰ ἐπὶ ἀνωτάτῳ ὅρῳ, θὰ παρέχωμεν ἀμοιβὴν ἀποχρῶσαν, ὅπως δυνάμεθα νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πρόσωπα, παρέχοντα ἐγγυήσεις καὶ ὑποσχόμενα διαχείρισιν καλλιτέραν τῆς μέχρι τοῦδε. Δυνάμεθα, ὡς εἶπον, νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν ἐγγυήσεων ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλουσιν ἀνατεθῆ εἰς τοὺς δημοσίους τούτους εἰσπράκτορας, εἰς τοὺς ὑποταμίας, τὰ καθήκοντα τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἐπιδεκτικὸν διαγραφῆς τὸ περὶ τούτων ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι μόνον διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας τοιούτων καθηκόντων δυνάμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνομεν.
§98ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, Κύριοι βουλευταὶ, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου περὶ ὑποταμιῶν, διότι ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ ὁμολογουμένως μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ οἰκονομία καὶ αἱ γενικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ὑπηγορεύθησαν ἐξ ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι καὶ ὁ ἐπιδιωκόμενος δι’ αὐτοῦ σκοπὸς ἦτο νὰ διευκολυνθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Κυριώτατον αὐτοῦ λόγον εὕρισκον τὴν βελτίωσιν τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, πρὸς ἀποφυγὴν πιέσεων. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἤμην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου, ἔχοντος χαρακτῆρα καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Ὅταν μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὑπὸ τῆς θέσεώς μου μικρὰν παρατήρησιν, ὅτι ἔδει νὰ τεθῇ ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις, νὰ μὴ καταργῶνται οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, εἰ μὴ ἐν οἷς Δήμοις ἤθελε ζητηθῆ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δημοτικῶν Συμβουλίων, ἔδειξε τόσην ἐνδοτικότητα, ἀποδεξάμενος τὴν παρατήρησίν μου, ἐνόμισα ἐπαρκῆ τὴν λαμβανομένην ταύτην ἐγγύησιν πρὸς περιφρούρησιν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν ἀπὸ πάσης κυβερνητικῆς αὐθαιρεσίας. Ἀλλὰ μετὰ τὰ ρηθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐξ Ἀχαΐας ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἔχω καθῆκον, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς βουλευτὴς, νὰ διαμαρτυρηθῶ, νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς καλὰς προθέσεις, τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως περιστείλῃ τὰς ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπεριορίστως διδομένης ἐξουσίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καταχρήσεις, ὅσας δύναται νὰ γεννήσῃ ὁ φατριασμὸς καὶ αἱ γνωσταὶ τοῖς πᾶσι πρὸς συναλλαγὴν τάσεις, τὸ ἐξενεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ἀξίωμα, ὅπως μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διετυπώθη, μοὶ ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν καὶ μοὶ ἐνεποίησε πολλοὺς φόβους, ὅτι ὑποκρύπτονται σκοποὶ συγκεντρωτικοὶ, ἄξιοι βαρυτάτου ἐλέγχου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν αὐτοτέλειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τοῦ Δήμου, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἁπλῶς μία ὑπηρεσία μηχανικὴ, τὴν ὁποίαν διεξάγει ὁ εἰσπράκτωρ, ἐπιτετραμμένος μόνον τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ὅτι τὰ τῶν Δήμων τὰ διέπουσι τὰ κόμματα, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἦναι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ὄργανον κόμματος. Ἀλλὰ τί ἐννοεῖτε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅταν λέγητε κόμμα; Βεβαίως τὰ κόμματα διέπουσι καὶ θὰ διέπωσι καὶ τὰς Κοινότητας καὶ τὸ Κράτος· νομίζω, ὅτι τὰ κόμματα εἶναι εἰς τὸ πολίτευμα τὸ καθεστὸς καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν οἱ τροχοὶ τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, ὧν ἄνευ ἀδύνατον αὕτη νὰ κινηθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ. Τὰ κόμματα ἀποτελοῦσιν ἡ κοινότης τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πόθων τῶν πολιτῶν, συντασσομένων ὑπὸ ταύτας. Καὶ λοιπὸν πρὸς τί ἡ τοσαύτη κατὰ τῶν κομμάτων καταφορά; Ἄνευ κομμάτων θὰ ἔχωμεν δημογεροντίας, θὰ ἔχωμεν ἀπολυταρχίαν. Ἐνόσῳ εἶναι τεθειμένον ἀπὸ τὸν νόμον, ὅτι θὰ ἄρχωσιν οἱ πλείονες, τὰ κόμματα πρέπει νὰ λειτουργῶσι, διὰ νὰ εὑρεθῇ, τίνες εἶναι οἱ πλείονες, καὶ τίνες πρέπει νὰ ἄρχωσι. Δὲν θὰ ἐξηγάγομεν ὀλέθριον συμπέρασμα, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν βουλευτῶν, φατριάζει, διότι ὑποστηρίζεται ὑπὸ κόμματος; Εἰπέτε το καθαρά· θέλετε νὰ ρίψωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ἱδρύσωμεν ἀντὶ τούτου μίαν κηδεμονίαν, δὲν ἠξεύρω πόθεν προερχομένην; Ἀλλὰ τίς ἔσται ὁ κηδεμὼν οὗτος, ὁ μέλλων νὰ ἀνατρέψῃ τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν κηδεμονίαν σας· ἂς ἀρκεσθῇ ἡ ἀρετή σας εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους· ἀφήσατε τὰς ἀγροτικὰς Κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἰσῆλθεν ἀκόμη ἡ πολιτικὴ διαφθορά, ἀφήσατε νὰ ἔχωσι τὴν ἀστυνομίαν των, τὰ σχολεῖά των, ἀφήσατέ τας ἡσύχους· δὲν παρέχει δυστυχῶς ἡ πολιτεία σας παράδειγμα ἀξιοζήλευτον εἰς τὰς γενικὰς αὐτῆς γραμμὰς, ὥστε νὰ σᾶς δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπεισέλθητε καὶ εἰς τακτοποίησιν ἢ διαῤῥύθμισιν τῶν τῆς Κοινότητος. Κατεστήσατε τόσον ἄθλια τὰ τῆς Πολιτείας, ὥστε δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν Δήμων διοικοῦνται σωφρονέστερον καὶ ἠθικώτερον ἢ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν τὸν εἰσπράκτορα, ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὰ νεῦρα τῆς μικρᾶς ταύτης Πολιτείας, καὶ νὰ στείλητε ἓν εὐτελὲς ὄργανον τῆς Διοικήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ ὁ βουλευτὴς καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ κινουμένη Κυβέρνησις; Καὶ τίνας ἐγγυήσεις εὐθύτητος κρείσσονας ἤθελε μᾶς παράσχει ὁ ἐν τῷ τόπῳ ξένος καὶ χάριν εὐτελοῦς ψωμισμοῦ ἐγκαθιστάμενος ἐν τῷ μέσῳ τόσων ἀνεξαρτήτων κτηματιῶν, ἐπιστημόνων καὶ τῶν ἐν γένει πολιτῶν τοῦ Δήμου, ὁ δεινὸς οὗτος καὶ ἐνάρετος ὑποταμίας; Ὅταν οὗτος διορισθῇ ὑποταμίας, βεβαίως τὸ ἰδιαίτερόν του ταμεῖον θὰ θεραπεύῃ, ἥκιστα δὲ θὰ ἐλαύνηται, ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῆς ὑπηρεσίας του, ἀπὸ τοὺς κανόνας τοῦ ἴσου καὶ τοῦ δικαίου. Ὁ Δήμαρχος, Κύριοι, ἀντιπροσωπεύει τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ Δήμου, εἶναι ἡ τοῦ Δήμου μικρὰ Μεγαλειότης, συγκεντρῶν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν δημοτῶν, εἶναι οἰκοκύρης, κατέχων μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν του τὴν πρώτην θέσιν καὶ κατὰ τεκμήριον εἶναι ὁ τούτων ἠθικώτερος. Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτοῦ, ἀφ’ ἑνὸς τὸ ὄργανον, διὰ τοῦ ὁποίου συγκρατεῖ τοὺς ἀσκοῦντας τὰ δικαιώματά του τὰ διοικητικὰ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου περικόψητε, ὡς διαθρυλλεῖται ἀπὸ πέρυσι, καὶ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν, τίνα ἐξουσίαν ἀφίνετε εἰς τὸν δημοτικὸν ἄρχοντα ἢ τὴν προεδρείαν ἐπὶ τῶν ἐπιτρόπων τῶν Ἐκκλησιῶν; Δότε λοιπὸν καὶ ἕνα δίσκον τότε πρὸς τὸν Δήμαρχον, ἵνα περιφέρηται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ποῦ εἶναι πλέον ἡ δημοτικὴ ἐξουσία; ποῦ ἡ πρωτόβουλος τοῦ Δημάρχου καὶ ἐλευθέρα ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων του; ποῦ τὸ ἀξίωμα τοῦ Δημάρχου; Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα ἄξιον μείζονος προσοχῆς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ τῶν συνταγματικῶν πεποιθήσεων τοῦ ὁποίου οὐδένα δέον νὰ ἔχω δισταγμὸν, μεθ’ ὅσας ἔδωκεν ἡμῖν ἐλπίδας καὶ διαβεβαιώσεις πρὸ μηνῶν περὶ ἀποκεντρώσεως διοικητικῆς, ἣν ὑπέσχετο εἰσάγων τὸν νόμον περὶ εὐρειῶν περιφερειῶν. Δικαιοῦμαι νὰ ὑπενθυμίσω, πόσας ἐπαγγελίας δὲν μᾶς ἔφερε τότε περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, περὶ διοικήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ νομοῦ ἀπὸ τοιαῦτα Συμβούλια, καὶ καθεξῆς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ἔχουσι πολλὴν ἀναλογίαν, οὐδ’ ὅτι μαρτυροῦν συνέπειαν πρὸς τὰ σήμερον εἰσαγόμενα συγκεντρωτικὰ πάσης ἐξουσίας νομοσχέδια. Ἀλλ’ ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπὸ τῆς δημαρχικῆς Ἀρχῆς τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐκέκτητο καὶ πρὸ τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν, ἀπὸ τῆς Ἀντιβασιλείας ἀκόμη τοῦ 1836, ὅπως ἐκλέγῃ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως τοῦ Δήμου, τίνα αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀποκέντρωσιν μελετᾶτε, ζητοῦντες νὰ καταργήσητε καὶ τὴν ὑπάρχουσαν δημοτικὴν ἀνεξαρτησίαν; Δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν γίνονται ἐνιαχοῦ καταχρήσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι συμφέρον, νὰ διορθώσωμεν τὰς καταχρήσεις, παρεμβάλλοντες εἰς τὴν νομοθεσίαν μας τοιαύτας διατάξεις, αἵτινες συγχέουσι τὰς ἐξουσίας, καὶ ἀναμιγνύουσιν εἰς τὰ ἐνδότατα τοῦ Δήμου τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐπὶ βλάβῃ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐννοοῦμεν εὔλογον τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον προνοεῖ νὰ πληρώσῃ ἀνάγκας εἰς μεγάλας τινὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας τῷ ὄντι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ταμείου κατέστη δυσχερὴς καὶ πολύπλοκος. Ἀνήκω εἰς μεγάλην ἐπαρχίαν, καὶ ἐγενόμην πολλάκις μάρτυς παραπόνων δικαίων διὰ τὰς βασάνους καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ πολῖται, ὡς ἐκ τοῦ πολυασχόλου τοῦ ταμίου, ὁ ὁποῖος ἐνίοτε βραδύνει, καὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας, νὰ δεχθῇ εἰς ἀκρόασιν, καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ νόμοι περὶ χαρτοσήμου, περὶ ὁδοποιΐας, καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι παρόμοιοι, ἐπιβάλλοντες καθήκοντα πρόσθετα εἰς τὸν ταμίαν, νὰ κρατῇ χωριστὰ βιβλία λεπτομερῆ, καὶ λογαριασμοὺς πολυπλόκους καὶ ἀκριβεῖς, ὑπ’ εὐθύνην του ἰδίαν, κατέστησαν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ δύσκολον. Πρὸς θεραπείαν τοιαύτης ἀνάγκης, καὶ πρὸς διευκόλυνσιν τῶν πολιτῶν εἰς τὰς πρὸς τὸ Ταμεῖον σχέσεις καὶ λειψοδοσίας των, ὁμολογουμένως ἔχει χρησιμότητα τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ παρατηρεῖται, καὶ τοῦτο συνήθως τεχνάζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ νομοσχεδίων, ἄλλον ἐπιδιωκόντων σκοπὸν, πολιτικὸν ἢ κοινωνικὸν, παρεμβάλλονται καὶ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα γεννῶσιν ὑποψίας, ὅτι δὲν εἶναι συναφῆ πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον. Δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον τιμῶ, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εἴς τινα νομοσχέδια, ὡς λ. χ. εἰς τὸ περὶ ἐκποιήσεως τῶν δύω πλοίων εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἀπαντῶνται παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως, ἄρθρα, ἐπιτρέποντα δάνειον 30,000,000 (ἱλαρότης). Τί κοινὸν ἔχει τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ πρὸς κατασκευὴν ἐθνικοῦ στόλου, πρὸς τὴν ἐκποίησιν πλοίων, ἀνηκόντων εἰς τὸν στόλον τὸν ὑπάρχοντα; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν, ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ αὐθαιρέτου ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νὰ ἀπολύῃ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἄσχετος οὖσα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διὰ τῶν ὑποταμιῶν διευκολύνσεως τῆς ὑπηρεσίας, μοὶ φαίνεται ὀλεθρία εἰς χεῖρας Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, γινομένου ὀργάνου κόμματος, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ᾖναι Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἑξῆς κοινοβουλευτικὸς, δὲν θὰ ἀνήκῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς κόμμα, ὥστε δὲν θὰ ἔχῃ πιέσεις ἀπὸ τοὺς φίλους του, ἀλλὰ θὰ ᾖναι εἷς δικαιότατος ἄνθρωπος, ἄνευ πολιτικοῦ πειρασμοῦ, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ τοῦ ἐπιτρέψωμεν τηλικαύτην ἐξουσίαν, σταυροῦντες τὰς χεῖρας, καὶ ἀπεκδυόμενοι παντὸς δικαιώματος ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν συνταγματικοὺς θεσμοὺς, καθ’ οὓς βάσις πάσης σκέψεως νομοθετικῆς εἶναι ἡ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν διηνεκὴς ὑποψία, ἀνάγκη νὰ τίθηται χαλινὸς, περιστέλλων καὶ κατέχων πᾶσαν ἀπόπειραν καταχρήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πᾶσα ἡ νομοθεσία τίνα ἔχει ἄλλον λόγον, παρὰ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἄνθρωποι πονηροί; Τίς δὲ δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι πάντες οἱ μέλλοντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ καταχρασθῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ δὲν θὰ στερήσωσι τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας τῶν ὀργάνων των τῶν διοικητικῶν, καὶ δὲν θὰ τοὺς παραλύσωσιν, ἂν ἀνήκωσιν εἰς ἀντίθετον πολιτικὴν τῆς τοῦ Ὑπουργείου; Δὲν εἶναι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ὑποταμίας θὰ ᾖναι ὁ ἐπιτετραμμένος νὰ ἐνεργῇ τὰς πληρωμὰς τὰς δημοτικὰς, ἤτοι τὰς ἐντελλομένας ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῶσιν οἱ ὑποταμίαι ὄργανα φατριαστικὰ καὶ ὁ Δήμαρχος ἐκδίδῃ ἐντάλματα, καὶ τὰ ἐντάλματα ταῦτα ἀρνῆται νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ὑποταμίας, τὰ δὲ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως ὄργανα, ὁ κλητὴρ, ὁ γραμματεὺς, στερούμενα τοῦ μισθοῦ των, τρεῖς, τέσσαρας μῆνας, ἐγκαταλείψωσι τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ τὸν Δήμαρχον, ὅστις μάτην θὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν σιωπῶντα, εἶναι πλέον δημοτικαὶ Ἀρχαὶ αὗται; Ἀπομένει πλέον εἰς τὸν Δήμαρχον μέσον ἐλευθέρας καὶ πρωτοβούλου ἐπιτελέσεως τῶν σοβαρῶν αὐτοῦ καθηκόντων; ἀπομένει αὐτῷ ἴχνος ἀξιοπρεπείας, ὅταν καταφρονῆται καὶ παραλύῃ ἡ ἐξουσία του οὕτως ἀναξίως ἀπὸ τὸν φατριασμὸν, ἢ τὴν ἰδιοτροπίαν, ἢ τὴν φιλοκέρδειαν ἑνὸς εὐτελοῦς ὀργάνου τῆς Κυβερνήσεως; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν ἐνιαχοῦ παρουσιαζομένην ἀνάγκην τῆς θεραπείας μικρῶν καταχρήσεων, καὶ ἐκ μεγάλης σπουδῆς, ἔστω καὶ ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως, ὁρμῶν νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, γεννήσῃ ἄλλο κακὸν ἀθεράπευτον. Δύναται ὁ νόμος οὗτος νὰ καταστῇ μάστιξ ὀλεθρία, ἀνιδρύων τοιαύτην αὐθαίρετον Ἀρχὴν ἐπὶ τῶν Δημάρχων, οἵτινες θὰ κατασταθῶσι δοῦλοι τοῦ τελευταίου ψωμοζήτου, ὁ ὁποῖος ἤθελε δεχθῆ νὰ διορισθῇ χάριν τῶν κερμάτων τῶν 2%. Δὲν συμβιβάζεται λοιπὸν οὔτε πρὸς τοὺς θεσμοὺς τοῦ τόπου, οὔτε πρὸς τὰς παραδόσεις τὰς ἐθνικὰς, οὔτε πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Κοινοτήτων ἡ διάταξις αὕτη· καὶ εὐελπιστῶ, ὅτι αἱ διαμαρτυρήσεις, αἱ πανταχόθεν ἐκδηλωθεῖσαι, θέλουσι πείσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ ἐκ βάθρων νὰ ἀνατρέψῃ τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ χορηγοῦσα ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ καταργῇ Ταμεῖα καὶ νὰ συνιστᾷ τοιαῦτα, ὅταν καὶ ὅπου ἤθελεν ἐγκρίνει, καὶ ἐκείνη δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ. Τοιαύτη ἐξουσία, διδομένη ἀβασανίστως εἰς τὰς Κυβερνήσεις, καταργεῖ τὸν σκοπὸν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, καὶ καθιστᾶ τυραννικὴν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι προτιθέμεθα νὰ δώσωμεν γενικὴν πληρεξουσιότητα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι πᾶν, ὅ,τι ἤθελε πράξει, εἶναι καλῶς πεπραγμένον καὶ παντὸς ἐλέγχου κοινοβουλευτικοῦ ἀπηλλαγμένον. Καὶ οὕτω περιττὸν θὰ ἦτο νὰ ἔχωμεν Κοινοβούλιον καὶ ἐπιτροπάς. Ἐφόσον δὲ δὲν ἀκούει γνώμας τοιαύτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄνευ σκοποῦ ἀντιδράσεως προτεινομένας καὶ ἄνευ ἄλλης προαιρέσεως ἢ τῆς διορθώσεως πλημμελειῶν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραπονῆται, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δὲν παρουσιάζουσι μελέτας, οὐδὲ νὰ ἀναγκάζῃ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Καραπάνον νὰ συντάσσῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιτροπῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα μετ’ ἀπορίας.
§99ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί;
§100ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διότι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουσιν ἐνταῦθα γνώμην, διότι δὲν θὰ ἀκούωνται αἱ γνῶμαί των, οὐδὲ προσοχὴ θὰ δίδηται εἰς ταύτας. Τίς γνώμη ἀπεδείχθη ὀρθοτέρα, παρὰ ἐκείνη εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τοῦ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἔφορος νὰ τιμωρῇ διὰ προστίμου μέχρι πεντακοσίων δραχμῶν καὶ ἀφαιρέσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ ἓξ μῆνας; Τίς γνώμη ἀπεδείχθη σαφέστερον καὶ πειστικώτερον, ἢ ὑπεστηρίχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοσούτων νομομαθῶν δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων; Καὶ τοσοῦτον ἀπεδείχθη τρανῶς ἡ ὀρθότης τῆς γνώμης ταύτης, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἑκάτεραι αἱ πτέρυγες ἐπείσθησαν περὶ τοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον. Καὶ εὐλόγως. Διατὶ τάχα νὰ μὴ τεθῇ ἓν ἄρθρον ἀντ’ ἐκείνου, ὅτι, ἅμα τῇ καταγγελίᾳ τοῦ ἐφόρου, ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ καταδιώκῃ αὐτοστιγμεὶ τὸν λαθρέμπορον; Ἐν τούτοις ἐπέμεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄκαμπτος εἰς πάντας τοὺς ἰσχυροὺς καὶ ὀρθοὺς λόγους. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν πρέπει νὰ παραπονώμεθα καὶ νὰ αἰτιᾶται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῶν ἐπιτροπῶν, ὅτι δὲν φέρουσι σοβαρὰς μελέτας. Τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τιμῶ, ἀλλ’ ὅταν ἐπιμένῃ εἰς τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προδήλως, ἄνευ σκοποῦ κομματικοῦ συζητούμενα, ἀποδεικνύονται ὀλέθρια εἰς τὸν τόπον, ὅταν τοιαύτας γνώμας δὲν παραδέχηται, ἀλλ’ ἐμμένῃ ἄτρεπτος εἰς τὰς ἰδέας καὶ γνώμας του, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται σπουδαῖος λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἐπιτροπῶν καὶ περὶ προμελέτης καὶ βασάνου ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς εἰσαγομένων νομοσχεδίων, ὅταν ἡ τοιαύτη προεξέλεγξις εἰς οὐδὲν συντείνῃ πρὸς βελτίωσιν τῶν νομοθετημάτων· ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ νομοσχεδίου ὡσαύτως, ποῖος λόγος, ποῖον ἐπιχείρημα δύναται νὰ προβληθῇ σπουδαίως πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ὀλεθρίων αὑτοῦ ἀποτελεσμάτων ἐν τῇ διοικήσει τῶν Δήμων; τίς, κηδόμενος περὶ τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ἤθελε τολμήσει νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ; Καταλήγων προστίθημι τοῦτο: σταματήσατε ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀκόμη καιρός.
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφράσθη προχθές, ὅτι ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν τῆς πραγματικῆς ἐργασίας τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων· εἶπε μάλιστα, ὅτι θεωρεῖ κακὸν, διότι μόνον μία ἐπιτροπὴ μένει ἐργαζομένη, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Θεωρήσας ὡς εἰλικρινῶς ἐκφραζομένην τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν αὐτὸ τῆς ὑπερβολικῆς συγκεντρώσεως, ἥτις μαραίνει τὸν τόπον, καὶ ὑπέβαλον τὰς τροποποιήσεις ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων ἐνδέχεται νὰ φιλοτιμηθῶμεν ὅλοι καὶ νὰ συνεισφέρωμεν ἕκαστος ἡμῶν τὴν ἐργασίαν του, ὅσον καὶ ἂν ἦναι μικρὰ καὶ ἀσθενής. Ἂν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ βʹ. ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου πρώτου, ὅπερ ἀφαιρεῖ παρὰ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν τὸ μέσον μιᾶς ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐνεργειῶν αὐτῶν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι θέλει νὰ ὑποτάξῃ τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν, διότι τὰ χρήματα εἶναι τὰ νεῦρα πάσης ἐνεργείας, ἐκεῖνος δὲ, ὅστις θὰ ἔχῃ τὰ νεῦρα ταῦτα εἰς τὴν διάθεσίν του, θὰ διευθύνῃ, ὅπως θέλει, τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. Ἂν ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοῦτο, τότε περιττὸν νὰ ἐπιμένω, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασίς μου περὶ ἐπιτροπῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πετρίδης, προτείνων νὰ δώσωμεν ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι οὕτω τοὐλάχιστον θὰ καταστήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀνεξάρτητον τῶν κομματικῶν πιέσεων, καὶ θὰ ἔχωμεν ἴσως περισσοτέραν πεποίθησιν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀνεπηρεάστου διοικήσεως τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ τοιοῦτόν τι δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν, ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας.
§102ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν, Κύριοι, εἰσῆγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀληθῶς δὲν προέβλεπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ὑπηρεσίας, ὡς προέβαλεν αὐτό. Ἀλλὰ βεβαίως ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι προεκλήθη συζήτησις, καὶ ὅτι θέλει γίνει αὕτη σπουδαία καὶ λεπτομερής, οὐ μόνον ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπιγράφων τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων», καὶ σιωπῶν ἐντελῶς ἐν τῇ ἐπιγραφῇ περὶ τῶν Δήμων, δὲν ἤθελε κεντήσει τὴν περιέργειαν ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι οἱ δημοτικοὶ θεσμοί εἰσι σπουδαῖοι καὶ συνδέονται μὲ αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ οἵτινες διὰ τῆς φωνῆς αὐτῶν δὲν θέλουσιν ἐπιτρέψει νὰ διέλθῃ ἀσυζητητεὶ τὸ νομοσχέδιον. Εἴδομεν, ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὁποῖον θέαμα ἀφελείας παρέστησαν εἰς ἡμᾶς χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅταν ὑπὸ δῆθεν κατεπειγούσης ἀνάγκης πιεζόμενοι, τῆς μεταβολῆς δηλονότι τῶν κατὰ τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους ἰσχυουσῶν διατάξεων, μετέβαλον ἄρδην τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον προηγουμένως, διατὶ καὶ πρὸς ποῖον τέλος, ἐπικειμένων ἐκλογῶν, εἰσάγει τοιοῦτον γενικὸν νόμον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ οὗ συγκεντροῖ εἰς χεῖρας ὡρισμένης Ἐπιτροπῆς ὅλον τὸν μηχανισμὸν καὶ ὅλην τὴν δύναμιν καὶ τὴν κίνησιν τῶν ἐκλογικῶν νόμων. Προχθὲς ἐν νομοσχεδίῳ, ἁπλούστατα προκειμένου περὶ καπνοῦ, παρεισάγονται διατάξεις, προσβάλλουσαι τοὺς θεσμοὺς, καὶ εἰς τὰ δικαστήρια ὑποκαθίσταται ἁπλοῦς οἰκονομικὸς ἔφορος! Ἄλλο νομοσχέδιον, περὶ μεταβολῆς τῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν δύνανται νὰ καταφεύγωσιν οἱ ἀξιωματικοί, ὅταν ἀδικῶνται. Κατάργησις λοιπὸν δι’ αὑτοὺς τῶν δικαστηρίων! Μὴ νομίζητε, ὅτι καὶ περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, δὲν θέλετε ἀκούσει, ὅσα πρέπει καὶ ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε, εἰσάγοντες τοιαῦτα νομοσχέδια. Καὶ ἐκεῖ τί ἄλλο βλέπομεν; Καὶ δὲν θέλω βεβαίως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λεπτομερῶς. Βλέπομεν, Κύριοι, τὴν κρυφίαν πρόθεσιν, τὴν μεμελετημένην βούλησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀντὶ ν’ ἀποκεντρώσῃ, ἵνα σωθῇ, τὴν μεμελετημένην, λέγω, βούλησιν πρὸς πλήρη καὶ ἀποτροπαίαν συγκέντρωσιν. Διατί; Διότι εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν συγκεντροῦνται πάντα τὰ συμφέροντα καὶ πάντα τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Καὶ λέγει ὑμῖν ἐν τούτοις μετ’ ἀφελείας περὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι: ποῖον κίνδυνον ἆρά γε διατρέχουσιν οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ναυτικοί; Ἄν εἰς αὐτοὺς δὲν ἀρέσκῃ ἡ γνώμη τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἂν φρονῶσιν, ὅτι ἠδικήθησαν δι’ αὐτῆς, ἰδοὺ ἔχουσιν ἓν Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον. Τίποτε ὅμως περιπλέον. Ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου, τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ προσφέρομεν αὐτοῖς ἓν Συμβούλιον, ἐξαρτώμενον κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τελευταῖον στάδιον, ἡ γνώμη πάλιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Μεγαλειτέρα ἀφέλεια! Διατί; Διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἔν τισι περιπτώσεσι συζητεῖ τὴν γνώμην τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, προεδρεύεται ἐκ συμπτώσεως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐγγύησιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου καὶ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Ὑπουργοῦ καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν. Ὑπουργικὸν Συμβούλιον! ὅπερ ἵνα σχηματισθῇ, πρέπει νὰ νεύσῃ ὁ Πρωθυπουργός, διότι ἔλεγεν ἡμῖν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ὅτι περὶ μιᾶς καὶ μόνης Ἐπιτροπῆς ἐνδιαφέρονται οἱ φίλοι αὐτοῦ, περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ὅταν ἐνδιαφέρηταί τις νὰ γίνῃ μέλος τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, γνωρίζετε ὁποίαν ἀνεξαρτησίαν ἔχει ἀπέναντι ἐκείνου, ὅστις θέλει ἀποφασίσει, ἂν πρέπῃ νὰ ἦναί τις μέλος αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτοί, Κύριοι, εἶναι οἱ νόμοι, οὓς ἦλθον νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, νομίζοντες, ὅτι εὗρον τὴν κατάλληλον στιγμὴν μετὰ τὸ πραξικόπημα, τὸ λαβὸν χώραν ἐνταῦθα, ὅτε μετεβλήθησαν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ διὰ τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, νομίζοντες, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν βαρεῖαν. Εἶναι ἆρά γε μόνον οὗτοι οἱ νόμοι, ὧν ἐντὸς λαθραίως βλέπομεν εἰσερχομένην τὴν κατάργησιν τῶν θεσμῶν καὶ τῶν ὀργανικῶν νόμων τοῦ Κράτους; Ἔχομεν, Κύριοι, 40 νομοσχέδια, καὶ τίς οἶδε πόσα θέλομεν ἔχει ἀκόμη ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ἐν τῇ πληθυῖ τούτων πρέπει νὰ θέσῃ τις διπλᾶς διόπτρας εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἵνα ἀνακαλύπτῃ τὰς παραβάσεις τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν. Διότι βλέπετε, ὅτι τοσοῦτον ὑποπτεύουσιν, ὅτι ταῦτα, ἅτινα εἰσηγοῦνται εἰς ἡμᾶς, εἶναι παραβάσεις τῶν ὀργανικῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν, ὥστε φροντίζουσιν ἀκόμη καὶ διὰ τῆς ἐπιγραφῆς τῶν νομοσχεδίων νὰ καλύπτωσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ἐσωτερικοὺς καὶ τοὺς κρυφίους αὐτῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐν νομοσχεδίῳ, ἐπιγραφομένῳ «περὶ μεταβολῆς διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων,» εὐθὺς ἀμέσως ἐν ἀρχῇ, ἐν τῇ βʹ. παραγράφῳ τοῦ 1 ἄρθρου, μεταβάλλουσιν αὐτοὺς τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς, περὶ οὗ ὅμως οὐδόλως εἰδοποιοῦσι τὸν ἀναγνώστην. Ὅταν ταῦτα, Κύριοι, οὕτως ἔχωσιν, ὡς ἐκτίθενται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκεῖθεν παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἂς μὴ πιστεύῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀνερχόμενος τὸ βῆμα καὶ ἀπαντῶν μετ’ ἀταραξίας, ὡς εἰ πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων, δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς. Εἶπον ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει, ὅτι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καταστρέφεται αὐτὸς ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δήμων, αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ νομικοῦ προσώπου τῶν Δήμων, ἥτις ἀποτελεῖ ἓν σύστημα ἐν τῷ συνταγματικῷ ἡμῶν χάρτῃ, μὴ δυνάμενον νὰ καταργηθῇ, ἐκτὸς ἐὰν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πιστεύῃ, ὅτι ὁ δημοτικὸς θεσμὸς τῆς χώρας δύναται ἐπίσης διὰ νομοσχεδίου τινὸς νὰ καταργηθῇ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν τινά, ὅτι θέλομέν ποτε παραστῆ θεαταὶ τοιούτου συστήματος, μὲ μίαν μόνην διαφοράν, ὅτι βεβαίως δὲν θέλουσιν εἰσαγάγει νόμον γενικὸν, δι’ οὗ νὰ καταργῆται ἡ δημοτικὴ διοίκησις, θέλουσιν ὅμως μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον σείσει τοσούτους γωνιαίους λίθους τοῦ δημοτικοῦ οἰκοδομήματος, ὥστε, ὅταν ἐξυπνήσωμεν, θέλομεν ἴδει, ὅτι βεβαίως δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πλέον τὸ περικαλλὲς δημοτικὸν οἰκοδόμημα καὶ τοὺς σπουδαίους δημοτικοὺς θεσμοὺς τῆς Πολιτείας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεβίβασεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν, οὗτινος τότε ἀπετέλουν μέλος, κατόπιν παραιτηθείς, πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς τινος διὰ νόμου ἐκ συμβούλων δημοτικῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, προνοούσης δῆθεν περὶ συμφερόντων τινῶν τοῦ Δήμου. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται προτάσεις, εὐθὺς ὡς εἰσήχθησαν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εὗρον ἀντιπροσώπους τοῦ Δήμου Ἀθηναίων φρουροὺς τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, ἐννοήσαντας τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς εἰσήγοντο τὰ τοιαῦτα, καὶ ἀπεπέμφθησαν ἔξω τῶν θυρῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, μετὰ μακρὰς καὶ ἐμβριθεῖς συζητήσεις. Οὐδαμῶς λοιπὸν, Κύριοι, ἀμφιβάλλω, καὶ πᾶν ὅ,τι λέγω εἶναι ἀποτέλεσμα πεποιθήσεως εἰλικρινοῦς καὶ μεμελητημένης, ὅτι ὑπὸ τὴν μεταβολὴν νόμου, οἱουδήποτε κλάδου τῆς διοικήσεως, δὲν παύει νὰ ἐκτελῆται κρύφιος σκοπὸς, ἓν μόνον ἔχων ἀποτέλεσμα, τὴν συγκέντρωσιν πασῶν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐλαχίστων, περὶ ὧν τέλος πάντων αὐτὸς ὁ πραίτωρ δὲν ὤφειλε νὰ μεριμνᾷ, εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἦλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐρωτήσῃ ἡμᾶς, ἂν δὲν ἦναι συμφέρον νὰ προνοήσῃ περὶ ἀσφαλείας τῶν δημοτικῶν χρημάτων, καὶ ἐκινδύνευσε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ προνοεῖ μόνον περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν δημοτικῶν χρημάτων, ἐνῷ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον πράττει, προνοεῖ περὶ τῆς πλήρους διασπαθήσεως αὐτῶν. Κατὰ ποῖον τρόπον παρακαλῶ διορίζονται οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες; Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τρεῖς ὑποψηφίους, ἐξ αὐτῶν δ’ ἐκλέγει ἕνα ὁ Βασιλεύς. Ἐὰν ὁ ἐκλεχθεὶς τύχῃ οὐχὶ εὐσυνείδητος περὶ τὴν διαχείρισιν, οὐδεὶς νόμος ἀπαγορεύει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παύσῃ αὐτὸν, πάντες δὲ γινώσκομεν πόσας καὶ ὁποίας παύσεις ἐνήργησεν ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Καὶ περὶ μὲν τὴν παῦσιν λοιπὸν οὐδεὶς φραγμὸς τίθεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, περὶ δὲ τὸν διορισμὸν βεβαίως ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀσφάλεια κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον ἢ κατὰ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, διότι ἀρκεῖ κατὰ τοῦτο ἡ αὐθαίρετος θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἧς ὄπισθεν κρύπτεται ἴσως τὸ συμφέρον τοῦ βουλευτοῦ καὶ βαθύτερον ἴσως τὸ τοῦ ἐκλογέως, ἵνα ἴδωμεν εἰσπράκτορά τινα δημόσιον, ὑποταμίαν τοῦ Δημοσίου, θέτοντα τὴν χεῖρα εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοτικῶν πόρων. Καὶ τοῦτο δύναται νὰ πράττῃ καθ’ ἑκάστην ὁ Ὑπουργὸς, ἐνῷ δυσκόλως δύναται ἡ δημοτικὴ διοίκησις νὰ μεταβάλῃ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα. Καὶ προτείνουσι ταῦτα ἐν ποίᾳ ἐποχῇ οἱ Κύριοι, οἱ δῆθεν κηδόμενοι τῶν δημοτικῶν συμφερόντων; Καὶ νομίζουσιν, ὅτι καθίστανται πιστευτοὶ, κοπτόμενοι, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Δήμων; Οἱ Κύριοι ἐλησμόνησαν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῶσι τὰ ἑξῆς, ἅτινα ἐξάγω ἐκ σημειώσεων δημοσιευθεισῶν, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ἡ συναλλαγὴ διὰ τῶν ὑποταμιῶν θέλει καταστρέψει καὶ τὰ δημοτικὰ Ταμεῖα. Αʹ.) Ἀπὸ 27 Ὀκτωβρίου 1886, ἤτοι τέσσαρας ἡμέρας ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρελθούσης Βουλῆς, μέχρι τῆς 6 Νοεμβρίου, ὅτε ἡ Βουλὴ διελύθη, ἤτοι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, ἐνηργήσατε, Κύριοι Ὑπουργοὶ, τὰς ἑξῆς ἀκατονομάστους πράξεις:
| αʹ.) | παύσεις ἐμμίσθου προσωπικοῦ | 107 |
| βʹ.) | διορισμοὺς » » | 251 |
| γʹ.) | μεταθέσεις » » | 410 |
| ἐν ὅλῳ | 468 |
Βʹ.) Ἀπὸ τῆς 7 Νοεμβρίου, ἤτοι ἀφ’ ἧς διελύθη ἡ Βουλὴ, μέχρι τῆς 10 Δεκεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης, ἤτοι ἐντὸς 33 μόνον ἡμερῶν, ἐνηργήσατε, Κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ τὰς ἑξῆς πράξεις:
| αʹ.) | παύσεις | 301 |
| βʹ.) | διορισμούς | 653 |
| γʹ.) | μεταθέσεις | 656 |
| ἐν ὅλῳ | 1610 |
Γʹ.) Ἀπὸ δὲ τῆς 11 Δεκεμβρίου μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἤτοι ἐντὸς 20 μόνον ἡμερῶν, ἐνηργήσατε διορισμοὺς, παύσεις καὶ μεταθέσεις 1324. Ὥστε ἐντὸς πεντήκοντα ἡμερῶν ἐνηργήσατε 3402 παύσεις, μεταθέσεις καὶ διορισμούς! Εἰς χεῖρας λοιπὸν τοιαύτης διοικήσεως πρόκειται νὰ παραδώσωμεν ἀκόμη καὶ τοὺς δημοτικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Εἶναι μάστιγες, λέγουσιν, οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, καταχρῶνται τὰ δημοτικὰ χρήματα! Προνοήσατε τότε διὰ νόμων εἰδικῶν νὰ προλάβητε ταύτας τὰς καταχρήσεις καὶ τοὺς κινδύνους τῶν δημοτικῶν χρημάτων, καὶ μὴ θέλετε ἐν νομοσχεδίῳ περὶ Ταμείων καὶ Ὑποταμείων τοῦ Δημοσίου νὰ ἐγκατασπείρητε διατάξεις μεταβαλλούσας τὸν νόμον περὶ Δήμων. Φέρετε νομοσχέδιον ἀκόμη περὶ προσόντων τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ γραμματέων τῶν Δήμων, τοὐλάχιστον τῶν τῆς αʹ. καὶ βʹ. τάξεως. Ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα, ἅτινα δύνανται νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς εἰλικρινείας τῶν ὑμετέρων προθέσεων, καὶ οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἀνατρέπον ὁλόκληρον τὴν δημοτικῆς διοίκησιν. Διὰ ταῦτα θέλετε ἐπιτρέψει εἰς ἡμᾶς, νὰ διαφωνῶμεν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο· νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει πράξει ἄριστα, ἐὰν ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τουλάχιστον τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως.
§103ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κατὰ τὴν αʹ. ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν βʹ. ἢ γʹ. Ἄς μοι ἐπιτρέψωσι πάντες οἱ προλαλήσαντες, μὴ ἐξαιρουμένου μήτε τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι, ὁμιλοῦντες περὶ καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐλησμόνησαν, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος κατηργήθη πρὸ πολλοῦ καὶ ὑφίσταται κατὰ τύπους μόνον, πράγματι δὲ κατηργήθη, καὶ ἴσως ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ εἰς τὸ ἓν δέκατον τῶν Δήμων τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσιν, ὅπου ἔχει κἄτι τι νὰ εἰσπράξῃ ὁ εἰσπράκτωρ. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ ματαιοπονήσωμεν, ἐπικρίνοντες ἢ ὑποστηρίζοντες θεσμὸν, ὅστις, ὡς εἶπον, πράγματι δὲν ὑφίσταται σήμερον. Λυποῦμαι ἀληθῶς, καὶ ἰδίως διὰ τὸν ἔντιμον κ. Πρωθυπουργὸν, εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὴν πολυμάθειαν τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπεριόριστον ὑπόληψιν, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐνεθυμήθη, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ὑφίσταται, καὶ κάμνει ἐκτεταμένον λόγον. Γνωρίζετε πάντες πολὺ καλὰ, ὅτι τὰ 9/10 τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων δὲν ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν εἰσπράξεως· ὅπως ἐπιθεωροῦνται τὰ βιβλία των ἀπὸ τὸν νομάρχην, οὕτως ἐπιστρέφονται, μετὰ ἓξ μῆνας ἢ μετὰ ἓν ἔτος, εἰς τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος ἐπ’ αὐτῶν τῶν βιβλίων σημειοῖ γραμμάτια συμψηφισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἴδησιν τῶν πραττομένων ὁ εἰσπράκτωρ. Ὥστε, ὁποία εἶναι ἡ περιουσία ἑκάστου Δήμου, ἂν ὀφείλῃ οὗτος, ἂν τῷ ὀφείληται, οὐδεὶς γινώσκει. Εἰς τὰ βιβλία τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος θὰ εὕρητε 2 ἢ 3 γραμμάτια ἐκδεδομένα, μόνον ἀπὸ εἴσπραξιν προστίμων, ἅτινα δύνανται νὰ ἀνέρχωνται εἰς 100, ἢ 200 τὸ πολὺ, δραχμάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἐξουσία τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Νομίζω, ὅτι ἄλλο τι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπειδὴ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρενείρει καὶ κατάργησιν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετασθῇ, πῶς δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν περιουσίαν τῶν Δήμων· ἔχω δὲ τὴν γνώμην,— καὶ ταύτην ὑποβάλλω ἐν ὀλίγοις, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν—ὅτι, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ περιουσία τῶν Δήμων, πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, ὅπως διορίζωνται εἰδικοὶ ταμίαι, ἔργον ἀποκλειστικὸν ἔχοντες, τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, τὴν ἐξέλεγξιν τῶν παρὰ τοῦ δημοσίου Ταμείου δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων εἰσπραττομένων, καὶ τὴν λογοδοσίαν εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, ὅπως γνωρίζωσιν οὗτοι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν Δήμων των. Τὴν γνώμην μου ταύτην ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες συνάδελφοι κατὰ τὴν βʹ. ἢ γʹ. ἀνάγνωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἵνα οὕτω προκύψῃ νομοθέτημα, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν τε Δήμων καὶ τοῦ Δημοσίου.
§104ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν).
§105ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω.
§106ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον.
§107ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε. (Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ). Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 8½ μ. μ.
| 2052 | αʹ.) | παύσεις ἐμμίσθου προσωπικοῦ | 107 | |
| 2053 | βʹ.) | διορισμοὺς » » | 251 | |
| 2054 | γʹ.) | μεταθέσεις » » | 410 | |
| 2055 | ἐν ὅλῳ | 468 |
| 2060 | αʹ.) | παύσεις | 301 | |
| 2061 | βʹ.) | διορισμούς | 653 | |
| 2062 | γʹ.) | μεταθέσεις | 656 | |
| 2063 | ἐν ὅλῳ | 1610 |