| 2419 | Χαρ. Τρικούπης | Ν | Γεώργ. Μίλησης | ||
| 2420 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Σπ. Νοταρᾶς | ||
| 2421 | Γ. Σισμάνης | Ν | Γεώργ. Κούστας | ||
| 2422 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | ||
| 2423 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σωτ. Δανόπουλος | ||
| 2424 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Ἀναστ. Δημητριάδης | ||
| 2425 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | ||
| 2426 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Δημ. Πετρίδης | ||
| 2427 | Μ. Ἰατρίδης | Ν | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | ||
| 2428 | Δ. Χατζόπουλος | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | |||
| 2429 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | ||
| 2430 | Χρ. Χριστόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | |||
| 2431 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | ||
| 2432 | Ἠλίας Φλέσσας | Νικ. Νομικός | Ν | ||
| 2433 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | ||
| 2434 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | ||
| 2435 | Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | |
| 2436 | Ἰωάν Ἀντωνόπουλος | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | ||
| 2437 | Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ν | ||
| 2438 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Νικ. Κρίσπης | Ν | ||
| 2439 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 2440 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Κων. Κοσσονάκος | |||
| 2441 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| 2442 | Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 2443 | Δημ. Γ. Ράλλης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | ||
| 2444 | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Γιανν. Μαυρομιχάλης | |||
| 2445 | Φωκίων Νέγρης | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | ||
| 2446 | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | |||
| 2447 | Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | ||
| 2448 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ν | |
| 2449 | Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | ||
| 2450 | Νικ. Λεβίδης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | |
| 2451 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | ||
| 2452 | Ὄθῶν Μακρυγιάννης | Α. Ἀστεριάδης | Ν | ||
| 2453 | Γ. Ροῦφος | ἀρν. | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| 2454 | Θάνος Κανακάρης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν | |
| 2455 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | |||
| 2456 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | ||
| 2457 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 2458 | Α. Φωτήλας | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| 2459 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| 2460 | Ἀντ. Ῥικάκης | Κων. Κουμουνδοῦρος | |||
| 2461 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Περ. Πεῤῥωτής | ||
| 2462 | Ἰω. Κρεστενίτης | Δημ. Τζάνες | Ο | ||
| 2463 | Ν. Κουμανιώτης | Περ. Μποῦτος | |||
| 2464 | Βασ. Βουδούρης | Ν | Παν. Σάκης | Ο | |
| 2465 | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Νικ. Παπαλέξης | ||
| 2466 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| 2467 | Ν. Παπανικολάου | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 2468 | Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ο | |
| 2469 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | ||
| 2470 | Κων. Σινέλης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | ||
| 2471 | Κων. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| 2472 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| 2473 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| 2474 | Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| 2475 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν | |
| 2476 | Κωνστ. Βασιλάκης | Α. Τακιατζῆς | Ν | ||
| 2477 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Γ. Τάκης | Ν | |
| 2478 | Νικόλ. Βασιλάκης | Ταρμπάζης | |||
| 2479 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | ||
| 2480 | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ν | ||
| 2481 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | ||
| 2482 | Θεόφ. Προβατᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | ||
| 2483 | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | |
| 2484 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | ||
| 2485 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Νικόλ. Κοντογιάννης | |||
| 2486 | Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| 2487 | Νικ. Βαλσαμάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | |||
| 2488 | Γερ. Μουσούρης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | ||
| 2489 | Παν. Βενιεράτος | Δημ. Ζουλούμης | Ν | ||
| 2490 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 2491 | Γεώργ. Κόρπας | Θεμιστ. Κανάρης |
1887.03.16
2.510 στίχοι · 19.247 λέξεις · 1 πίνακας · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 16 Μαρτίου 1887.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἰς τὰς Πάτρας μεγίστη κατ’ αὐτὰς ἐπῆλθε δυσκολία εἰς τὸ ἐμπόριον, ἕνεκα τῶν γραμματίων τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γίνωνται δεκτὰ εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα, Τελωνεῖα, καὶ Τραπέζας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν γίνονται δεκτά. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, διότι ἠγέρθησαν πολλὰ παράπονα.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας ἀφορᾷ εἰς τὰ παραπεποιημένα· καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἐλήφθη μέτρον· ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἀνταλλάξῃ. Περὶ τούτων ὑποθέτω ἐκάμετε λόγον.
§3ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πληρόνει μὲν διὰ γραμματίων τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, δὲν δέχεται ὅμως εἰς διαταγήν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιοῦτον παράπονον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν περιῆλθεν. Ἤδη, ὅτε ἤκουσα περὶ τούτου, θέλω ἐξετάσει.
§5ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, καὶ ἰδίως οἱ πρωτοετεῖς, ἀνεστατώθησαν κατ’ αὐτὰς, ἀκούσαντες, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ τετραετὴς φοίτησις αὐτῶν γίνεται ἑξαετὴς, καὶ θὰ πληρώνωσι καὶ δίδακτρα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πρὸς καθησύχασιν τῶν φοιτητῶν καὶ τῆς κοινωνίας, νὰ μᾶς εἴπῃ τί συμβαίνει.
§6ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅταν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, καὶ περὶ τούτου δύνανται νὰ ὦσιν ἥσυχοι οἱ φοιτηταί.
§7Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ ἑνὸς γέροντος, περὶ οὗ ἔχω ὑποχρέωσιν, καθ’ ὅσον τὸν ἐγνώρισα πρὸ πολλοῦ, τῇ συστάσει τοῦ μακαρίτου πατρός μου. Ὁ γέρων οὗτος ὑπῆρξε στρατιώτης ὑπὸ τὰς σημαίας τῶν Πετμεζαίων, εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821· ὀνομάζεται δὲ Κωνσταντῖνος Κ. Βαρβακάκης, τὸν ὁποῖον γνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἴσως καὶ ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ γέρων αὐτὸς εὑρέθη εἰς πλείστας μάχας καὶ πολιορκίας, ἠχμαλωτίσθη καὶ ἐπληγώθη, κατετάχθη δὲ καὶ ἁπλοῦς στρατιώτης μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Καποδιστρίου. Εἶναι ἤδη 85 ἐτῶν καὶ λιμοκτονεῖ, καὶ τείνει χεῖρα ἱκέτιδα, διὰ νὰ ζήσῃ. Ὀλίγα λείψανα τοῦ 21 μένουσιν, ἴσως δὲ κἀνεὶς μὲ πιστοποιητικά, ὅπως ἔχει αὐτός. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ χορηγήσῃ βοήθημά τι εἰς τὸν εἰρημένον ἀγωνιστὴν, διὰ νὰ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὰς ὁδούς.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἄλλοτε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δημολογιστῶν εἰς δικαίωμα συντάξεως, ἀλλὰ δὲν ἐτέθη εἰς συζήτησιν. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ δεκτὸν, τὸ ὑποβάλλω ἐκ νέου μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν σειράν του εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 98).
§10ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ προτάξητε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὰς ἐπαρχίας ἀπ’ αὐτῆς τῆς μάστιγος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου.—Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέτω τὸν ζητηθέντα κατάλογον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὸ ἔτος 1886· εἶναι ὁ γενικὸς κατάλογος κατὰ νομούς. Ὅστις δήποτε τῶν κκ. βουλευτῶν ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέραν, πλέον ἐκτεταμένην σημείωσιν, εἶμαι πρόθυμος· οὕτως εἶχον διατάξει ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσεν. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 99). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸν συμβιβασμὸν μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔκαμε παρατηρήσεις, ὀλίγον τι κατ’ ἐμὲ δριμείας, διὰ τὸν τότε καὶ νῦν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ἐγίνοντο ἀπὸ νέον, ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἠδυνάμην νὰ τὰς περιφρονήσω, ἀλλὰ γενομένας ἀπὸ τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς παρίδω. Ἐπερίμενα νὰ ἴδω τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἵνα ἴδω, πῶς ἤθελε διατυπώσει τὴν ἐπερώτησιν του. Τὴν ἐμετρίασεν, ἀλλὰ μένει ἀκόμη τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, καὶ περιμένω, κύριε Κωνσταντόπουλε, νὰ τὰ ἐξετάσητε, καὶ ἂν εὕρητέ τι, ὀφείλετε νὰ τὸ ὑποστηρίξητε· ἐὰν ὅμως ἴδητε, ὅτι αἱ πληροφορίαι σας δὲν εἶναι ὀρθαὶ, ἐλπίζω ἀπὸ σᾶς ν’ ἀποσύρητε, ὅσα εἴπετε, καὶ παρακαλῶ νὰ ὁρίσητε ἡμέραν συζητήσεως.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς περιωρίσθην νὰ ἐξηγήσω τὰ συμβάντα· οὐδὲν συμπέρασμα ἐξήγαγον, διότι ἐπερίμενα τὴν συζήτησιν.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν ἐξετάσατε τὰ ἔγγραφα, καὶ προσδιορίσατε ἡμέραν συζητήσεως.
§15ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πράγματι συνεκάλεσε χθὲς πάντας τοὺς βουλευτὰς τῶν Ἰονίων νήσων ὀφείλω δὲ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, διότι μᾶς ἔφερε ὑλικὸν πολὺ καὶ εἰς τὰς στατιστικάς. Πολλὰ εἴπομεν μεταξύ μας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουν τὴν Βουλὴν, δὲν ἤλθομεν δὲ εἰς ἀποτέλεσμα, ὅτε παρουσιάσθη ὁ πατριάρχης τῶν Ἑπτανησίων βουλευτῶν, ὅστις ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἀορίστου ἐφαρμογῆς τῆς ἀφομοιώσεως, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου εἶναι τόσον εὐπειθὴς εἰς τοὺς νόμους, ὥστε μία ὁμιλία ἀρκεῖ νὰ πείσῃ αὐτὸν, ὅτι εἶναι συμφέρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει αὐτὸς, ὡς δίκαιον καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν τόπον. Ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀφομοιώσεως, ὅπως συζητηθῇ.
§16ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐπειδὴ καὶ πάλιν ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὸν λόγον, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς ἐξήνεγκε μομφὰς κατὰ τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογίας.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι τακτικώτερον νὰ προσδιορίσητε ἡμέραν συζητήσεως;
§18ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἂς προσδιορισθῇ μία ἡμέρα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς προτείνει τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, τὴν Δευτέραν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προηγεῖται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγγυήσεως δανείου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§22ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 φέρω τροπολογίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τόκον· 7% μ’ ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου εἶναι πολὺ βαρὺς τόκος (ἱλαρότης).
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Πρόκειται περὶ δανείου, πραγματοποιηθησομένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δανείζει πρὸς 8 ἢ 7%· προσδιορίζεται δ’ ἐνταῦθα ὁ κατώτερος ὅρος. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ τόκος, ὁ τρέχων, τῶν χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου εἶναι πολὺ ἀνώτερος τῶν 7% δυστυχῶς.
§24ΜΠΑΣΙΑΣ. Τότε, ἀντὶ νὰ τὸ κάμῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς πρὸς 6% (ἱλαρότης). Ἐγὼ λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω χρήματα, εἰδεμή, θὰ τὰ ἔδιδον.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλους, ὅσοι ἔχουσι διάθεσιν νὰ δανείζωσιν· ὅσοι ὅμως ἔχουσι χρήματα, δὲν ἔχουσι διάθεσιν νὰ δανείσωσι.
§26ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ λαμβάνω μέρος, ἐὰν ἐκδοθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπόσχομαι εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ λάβῃ, νὰ τὸ λάβῃ πρὸς 6%, καὶ ἀναλόγως νὰ ἐλαττωθῇ τὸ δάνειον. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ εὐδιάθετοι νὰ προβῶσιν εἰς τοιοῦτο δάνειον, τοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν δύναται νὰ γίνῃ, διότι ἡ Τράπεζα προθύμως θὰ δεχθῇ αὐτούς.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιᾶς βεβαίως δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν τροπολογίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.)
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν θὰ ἦναι ἔμμισθος ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ ἀπὸ ποῖον θὰ μισθοδοτῆται, ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἢ ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου, βεβαίως εἶναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν προσδιορίζεται μισθὸς, βεβαίως δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς διορισμὸν ἐμμίσθου ἄνευ νέου νόμου· ἑπομένως, ἐὰν θελήσῃ ἄνευ νέας προσφυγῆς εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ διορίσῃ ἐπίτροπον, πρέπει νὰ διορίσῃ αὐτὸν ἐκ τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἢ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν.
§31ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ διορισμοῦ ἐπιτρόπου νὰ θέσῃ ὅρους ἄλλους τῶν συνήθων, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ περισσοτέραν δικαιοδοσίαν ὁ ἐπίτροπος. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6.)
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελὲς, διότι, καθ’ ἣν περίπτωσιν πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν προβλέπει ὁ νόμος πῶς θὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ πότε θὰ τὰ εἰσπράξῃ.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ, τότε τὸ Δημόσιον ὑπεισέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ δ’ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἐνυπόθηκος δανειστὴς, ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐνυποθήκου δανειστοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγράψωμεν ἐνταῦθα, διότι εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν γενικὴν νομοθεσίαν.
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐννοεῖ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑταιρία δὲν δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της, νὰ ὑπεισέρχηται τὸ Δημόσιον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης;
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· καὶ ἐὰν τὸ Δημόσιον πληρώσῃ, ὑπεισέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ δὲ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι τὰ τοῦ δευτέρου ἐνυποθήκου δανειστοῦ.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Λέγω, ἐὰν ἐπέλθωσι τοιαῦται δυσχέρειαι, νὰ ὑπάρχωσι συνδυασμοὶ τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ διακοπῶσιν ὅμως καὶ αἱ ἐργασίαι τοῦ σιδηροδρόμου.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σπεύσῃ εἰς τοιοῦτον συνδυασμόν· ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποτίσῃ ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου· μετὰ τὴν ἀπότισιν εἰσέρχεται εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ βεβαιωθῶμεν, ἐὰν ἡ ὑποθήκη καλύπτῃ τοὺς κινδύνους εἴδομεν δὲ, ὅτι τοὺς καλύπτει ἐντελῶς, διότι ὁ σιδηρόδρομος ἔχει μίαν μόνην ὀφειλὴν, τὴν διὰ τὸ δάνειον Ραφαήλ. Ἐὰν δ’ εὑρεθῇ εἰς τὴν χείρονα τῶν θέσεων, ἡ Κυβέρνησις τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκτήσῃ τὸν σιδηρόδρομον διὰ τὸ ποσὸν τῆς ὀφειλῆς ἐκείνης· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ἀξίζει περισσότερον τῶν 280,000 λιρῶν στερλινῶν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑταιρία εὑρεθῇ εἰς τοιαύτην θέσιν, — ὅπερ ἀπεύχομαι — ἡ Κυβέρνησις θὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ καταστραφῇ ὁ σιδηρόδρομος καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ σωθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως.
§38ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, διότι πάντα, ὅσα εἶπε, περιελαμβάνοντο ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου. Τότε εἶπον, ὅτι πρωτίστη ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἦτο, νὰ πεισθῇ, ὅτι, διὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἔργου· ταυτοχρόνως δὲ προέτεινον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐνώπιον αὐτῆς ὑποβληθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη, καθὼς καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀναγραφομένου. Ὅλαι αὗται αἱ πληροφορίαι εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε πολὺ δυσκόλως δύνανται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀναπτυχθῶσιν· εἶναι πολὺ περίπλοκοι, ἔχουσι δὲ διάφορον τὴν ἀρχήν. Πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τοῦ Ραφαὴλ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ ἢ ἀφοῦ ἡ ἑταιρία πραγματοποιήσῃ τὴν κατασκευὴν ὡρισμένων ἐκτάσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπείγει ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως διὰ τοῦ δανείου καταστῇ ἐφικτὴ ἡ συμπλήρωσις τῆς κατασκευῆς ὡρισμένου τμήματος, καὶ λάβῃ ἡ ἑταιρία χρήματα ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἔξωθεν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλης φύσεως ὑπολογισμοί. Ἡ ἐργολαβικὴ ἑταιρία δέχεται εἰς πληρωμὴν μετοχὰς τοῦ Σιδηροδρόμου ἀντὶ χρημάτων. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα δεδομένα, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι περιττὸν νὰ κάμω λόγον. Πάντα ταῦτα δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ τὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἀναγνώσῃ τοὺς φακέλους καὶ λάβῃ προφορικὰς ἐξηγήσεις παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρὸς τοῦτο ἐντεταλμένοι ὑπὸ τῆς ἑταιρίας, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεπραγματεύθησαν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐξ ἐντολῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ τοῦ δανείου τούτου. Ἡ Βουλὴ ἐφάνη διατεθειμένη, νὰ μὴ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὴν περὶ μὴ παραπομπῆς πρότασιν, διότι μεγάλην σημασίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν ταχύτητα· ἂν ὅμως καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ ἔχῃ διάθεσιν νὰ προβῇ εἰς πληρεστέραν βάσανον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἰδίως τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ 1,800,000 ἦναι ἐπαρκὲς, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶμεν πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν. Ὡς γινώσκετε, τὸ ἔργον εἶναι συμπεπληρωμένον κατὰ τὴν διακλάδωσιν τοῦ Ναυπλίου, εἶναι δὲ συμπεπληρωμένον καὶ τμῆμά τι ἀπὸ Κορίνθου πρὸς τὰς Πάτρας, γίνεται δὲ καὶ ἐργασία ἐφ’ ὅλης τῆς γραμμῆς, κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ παρὰ τῶν ἰδίων ὀργάνων καὶ παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Διευθύνσεως, τὸ ποσὸν τοῦ 1,800,000 εἶναι ὑπέρτερον τοῦ ἀναγκαίου· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ καὶ ποσόν τι ἐπέκεινα τοῦ ἀναγκαίου, διότι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου ἔχει ἀνάγκην ποσοῦ τινος ἡ ἑταιρία διὰ τὴν κίνησιν τοῦ σιδηδρόμου.
§40ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δύναται νομίζω ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύντομον λογαριασμόν, δεικνύοντα, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τοῦ νὰ ποσοῦ τοῦ δανείου τούτου, οὕτω δὲ ἡ Βουλή, πειθομένη, προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ παρουσιάζει χαρακτῆρα κατεπείγοντα καὶ γενικῆς ὠφελείας διὰ τὸν τόπον. Ἐὰν παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, αὕτη θὰ συντάξῃ κατὰ τὸ σύνηθες ἁπλῶς ἔκθεσιν τυπικήν. Ἂν θελήσῃ αὕτη νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα λεπτομερῶς, θὰ παρέλθουν μῆνες πολλοί, διότι τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν δὲν ἀρέσκονται νὰ ἐργάζωνται καὶ εἰσδύωσιν εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ζητημάτων. Τὸ καλλίτερον λοιπὸν, ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβολὴ συντόμου λογαριασμοῦ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ σιδηροδρόμου.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δύναται νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτος λογαριασμὸς, ἀλλ’ οὗτος ὀλίγον θὰ ὠφελήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι θὰ ἦναι λογαριασμὸς, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ καταφαίνηται, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐργασίας ἐκτιμᾶται εἰς 1,800,000. Διὰ νὰ πεισθῇ ὅμως ἡ Βουλή, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἴδῃ ποῖα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, νὰ ἐκτιμήσῃ ταῦτα, νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον φάκελλον περὶ τούτων, καὶ προσέτι νὰ ἀναγνώσῃ καὶ ἕτερον φάκελλον περὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρίας, ἵνα ἴδῃ πόσα ἄλλα ἀπαιτοῦνται καὶ πόθεν θέλει λάβει ταῦτα ἡ Ἑταιρία εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου· διότι τὸ 1,800,000, δὲν ἀρκεῖ· πρέπει νὰ λάβῃ ἡ ἑταιρία καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου Ῥαφαὴλ, πρέπει δὲ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, πότε θὰ τὸ λάβῃ, διότι τὸ ἀπαιτητὸν τοῦ χρήματος τούτου συνδέεται πρὸς τὴν συμπλήρωσιν ὡρισμένων ἔργων, καὶ πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ἔργα δύνανται διὰ τοῦ νέου δανείου νὰ συμπληρωθῶσιν ἐντὸς βραχέος διαστήματος. Πάντα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν πίνακι μικρῷ. Τοὐλάχιστον ἐγὼ ἠναγκάσθην ν’ ἀφιερώσω πολλὰς ὥρας εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Θεωρῶ ἄρα, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ μελέτη πραγματικὴ, ταύτην δύναται νὰ κάμῃ μόνον ἡ ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας δύναται νὰ κληθῇ ὁ Διευθυντὴς τοῦ σιδηροδρόμου, ὅστις, φέρων τὸν φάκελλον, νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα. Ἂν παρουσιάσωμεν ἁπλῶς καὶ μόνα τὰ ἔγγραφα, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ κ. βουλευτής, οὐδεὶς δύναται νὰ ὠφεληθῇ. Ἐπ’ αὐτῶν μόνη ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ὠφελίμως. Ἐγὼ θεωρῶ πιθανὸν, ὅτι αὕτη δὲν θέλει ἐργασθῆ, ἀλλὰ δὲν ἤθελον ἀποκρούσει τοιαύτην πρότασιν.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ πιθανὸν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἐργασθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως κρίνωμεν, κατὰ πόσον τὸ ζητούμενον ποσὸν εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἁπλῶν προφορικῶν συνδιαλέξεων, εἴτε μετὰ τοῦ διοικητοῦ τοῦ σιδηροδρόμου, εἴτε μετὰ τῶν μηχανικῶν, θὰ συνεπέρανεν, ὅτι τὸ ποσὸν θὰ ἐξαρκέσῃ. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ μία ἔκθεσις ὁπωσδήποτε, εἴτε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῆς ἑταιρίας, αὕτη δύναται ὁπωσδήποτε νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ καὶ ἡ ἀπαίτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς κατεπεῖγον, διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ νομίσῃ, ὅτι ἤθελον ἱκανοποιήσει τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀναγνώσῃ, ὅστις θέλῃ τῶν κ. βουλευτῶν. Ἂν τυχὸν δὲ εἷς τῶν βουλευτῶν δὲν ἦναι ἕτοιμος εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, δύναται νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν ἡμερῶν τινων· ἀλλ’ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ πολὺ, χωρὶς νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπός. Ἄλλως τε δὲ, ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε τὰ πράγματα, προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, καὶ εἰς τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πλήρη πεποίθησιν.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, ὑποβαλλομένου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις κάμνει βεβαίως προηγουμένην μελέτην, ἀλλ’ ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐννοῇ νὰ προεξοφλήσῃ τὴν ψῆφόν του καὶ τὴν γνώμην του, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ κάμω τοῦτο.
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐπείγει, διότι εἶπεν, ὅτι, δὲν κατεβλήθησαν ὅλαι αἱ δόσεις τοῦ δανείου τῶν 80,000 λιρῶν.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρεῖτε, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, πόσον ὀλίγον χρησιμεύουσιν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ καταβληθῶσιν αἱ δόσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, εἶναι ἀνάγκη τοῦ δανείου, περὶ οὗ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως δι’ αὐτοῦ συμπληρωθῇ τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁποίου γίνεται ἀπαιτητὸν τὸ ξενικὸν χρῆμα. Ὅπως δὲ τοῦτο δὲν ἐνοήθη, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται καλῶς νὰ κατανοηθῶσιν, εἰμὴ συζητούμενα ἐν ἐπιτροπῇ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος προέτεινεν, ἀντὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν, τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεων εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα ἔγγραφα, ἀλλὰ ταῦτα ὀλίγον θὰ χρησιμεύσωσι, μὴ συνοδευόμενα ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναπτύξῃ καὶ ἑρμηνεύσῃ αὐτὰ καὶ ἀπαντήσῃ εἰς ἐρωτήσεις, καὶ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι συνήθως γίνονται πέριξ τραπέζης. Ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἐξέτασις εἰς ἐπιτροπὴν, θέλω φροντίσει, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας. Οὐχ ἧττον ἀποδέχομαι καὶ τὴν ἑτέραν γνώμην, ὅπως προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν, θεωρούσης τῆς Βουλῆς ὡς λίαν κατεπείγουσαν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, διότι ἄνευ αὐτοῦ θὰ ἀναβληθῇ ἐξ ἀνάγκης ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἔργου.
§49ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγυήσεως δανείου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐξ 1,800,000 δραχμῶν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς μέχρι Πατρῶν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων. Ὁ κ. Ρικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὑπάρχοντας περὶ Ταμείων νόμους, καὶ ἐνῷ ἔρχεται νὰ κανονίσῃ δῆθεν διάταξιν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ συσχετίσῃ μὲ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, νομίζω ὅτι ἀνατρέπει αὐτοὺς ἐντελῶς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δώσῃ τὴν προσοχήν της, διότι ἐν τοῖς ἄρθροις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶναι διατετυπωμένα, μεταβάλλονται αἱ ὑπάρχουσαι βάσεις τοῦ ταμιακοῦ συστήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὑπάρχοντας περὶ Ταμείων νόμους, ὠνόμασε τοὺς ὑποταμίας εἰσπράκτορας· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν καθηκόντων τῶν εἰσπρακτόρων ἀνατίθεται εἰς τοὺς ὑποταμίας, ἀλλὰ τοὐναντίον καθαρὰ καθήκοντα ταμιῶν. Ἡ εἰς τοὺς ὑποταμίας ἀνατιθεμένη ὑπηρεσία μόνης τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνιστῶνται τὰ Ὑποταμεῖα, καὶ κανονίζηται ἡ περιφέρεια καὶ ἡ ἕδρα αὐτῶν, δυναμένης τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ἑκάστοτε οἱανδήποτε θέλῃ μεταβολήν. Τὸ ἄρθρον 1 εἶναι σαφέστατον. Τί λέγει; (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι γενικὴ πληρεξουσιότης, ἀπόλυτος ἐξουσία δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγχωνεύῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ ὑπάρχοντα Ταμεῖα, νὰ καταργῇ, ὅσα ἐξ αὐτῶν θέλῃ, νὰ συνιστᾷ Ὑποταμεῖα, ὅσα καὶ ὅπου θέλῃ, ἑπομένως καταστρέφει ἐντελῶς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν περὶ Ταμείων, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν, τὰς τάξεις καὶ τὴν περιφέρειαν αὐτῶν. Ὄχι μόνον δὲν εἶναι εἰσπράκτορες καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἐξομοιώσωμεν μὲ εἰσπράκτορας, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν διὰ Β. Διατάγματος σύστασιν καὶ διορισμὸν αὐτῶν, ἀλλὰ καθαρῶς περιβάλλονται μὲ καθήκοντα καὶ δικαιώματα ταμίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον, κύριον αὐτῶν καθῆκον εἶναι, νὰ εἰσπράττωσι δημόσια χρήματα, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῖος θὰ ἐκδίδῃ τὰ ἐντάλματα καὶ τὴν ἐπιταγὴν τῆς ἐκτελέσεως; Τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ· κατὰ συνέπειαν αὐτοὶ οἱ ὑποταμίαι, αὐτοὶ θὰ κάμνουν τὰς ἐπιταγάς· ὥστε εἶναι καθαρῶς ταμίαι, περιβαλλόμενοι μὲ ὅλα τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ταμία, καὶ δι’ αὐτὸ, κατὰ τὸ ἄρθρον 10, θέλουσι διορίζεσθαι εἰδικοὶ εἰσπράκτορες παρὰ τοῖς Ὑποταμείοις αὐτοῖς. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει ῥητῶς: «Κατὰ πρότασιν καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῶν ἐπαρχιακῶν ὑποταμιῶν διορίζονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσπράκτορες, οἵτινες, ἄμισθοι ὄντες, κτλ.» Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ ὁριζόμενα νομοθετικῶς. Ἐὰν ἡ σύστασις Ὑποταμείων δύνηται νὰ ᾖναι ἀποτελεσματικωτέρα εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ σήμερον, ποῦ θὰ συστηθῶσι, ποίαν δικαιοδοσίαν θὰ ἔχωσι καὶ πόσοι θὰ ᾖναι· διότι ἄλλως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλω οὐδεμίαν Κυβέρνησιν, διατρέχομεν τὸν ἑξῆς κίνδυνον. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, δύναται νὰ συστηθῇ, ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας μου π. χ., ἓν Ὑποταμεῖον, δυνάμενον σπουδαίως νὰ ἐπηρεάσῃ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν σύστασίν του. Δότε τὸν νόμον αὐτὸν εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει νὰ κάμῃ τοιαύτην χρῆσιν τῶν μέσων της, καὶ τὸν νόμον τῶν καθυστερούντων, καὶ ἀφήσατέ την νὰ ἐνεργήσῃ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει). «Εἰς τοὺς διοριζομένους ἐπαρχιακοὺς ὑποταμίας παραδίδονται ὑπὸ τῶν ἐπαρχιακῶν ταμιῶν οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι, οἱ τίτλοι καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν στηρίζονται τὰ ὑφιστάμενα εἰσπρακτέα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου κτλ». Παρατηρεῖτε, ὅτι ἔχουσι πλήρη διαχείρισιν καὶ ἐξουσίαν, ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ταμίαι. Ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον, ἀπὸ τὸ μέρος τῶν πληρωμῶν, τὸ μέρος τῶν εἰσπράξεων. Καταργοῦμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι διὰ νόμου προσδιωρισμένοι, καὶ ἀναθέτομεν τὴν ἐξουσίαν εἰς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους Βασιλικὸν Διάταγμα ὁρίζει. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς περιορισμὸς ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ ὁρισθῇ ποῦ, πόσα καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ συστηθῶσιν Ὑποταμεῖα. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τίποτε ἄλλο δὲν ἐννοεῖ ἢ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ὑποταμίας τὴν ἐπιμέλειαν τῶν εἰσπράξεων τῆς δημοτικῆς περιουσίας. Παρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ὅτι θέλουσιν ἀναμιχθῇ οἱ δημόσιοι οὗτοι ὑπάλληλοι εἰς τὰ τῶν Δήμων. Βεβαίως, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς αὐτοὺς θὰ ἀναθέσωμεν ἐν γένει τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, καὶ ὅτι αὐτοὶ θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς εἰσπράκτορες ἐν γένει τοῦ Δήμου, τότε βεβαίως δὲν ἀσφαλιζόμεθα· ἀπ’ ἐναντίας τρέχομεν κίνδυνον μεγαλείτερον, διότι θέλομεν θέσει ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ὑποταμιῶν τοὺς Δημάρχους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου ἀσφαλίζομεν τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν κομματικὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι παρέχει πλείονας ἐγγυήσεις σήμερον ὁ διορισμὸς τοῦ εἰσπράκτορος, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προτείνει τρεῖς, ἡ δὲ Διοίκησις ἐκλέγει ἕνα· ὥστε ὑπάρχει ἐγγύησις πολὺ μεγαλειτέρα, συντρεχούσης τῆς Δημοτικῆς καὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Καὶ ἄλλο ἀκόμη· ἡ Διοίκησις ἔχει πάντοτε εἰς χεῖρας αὐτῆς τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως· ἐὰν εἷς εἰσπράκτωρ δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ, ἐνῷ ὁ ὑποταμίας, ὁ ὁποῖος θὰ διορίζηται κατὰ σύστασιν τῆς ἰσχυούσης μερίδος, θὰ ἦναι ἀποκλειστικὸν ὄργανον τῆς μερίδος ταύτης, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ δημότης οὐδὲν θὰ ἔχῃ μέσον προστασίας. Καὶ λέγετε, ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου θὰ προφυλάξητε τὴν δημοτικὴν διαχείρισιν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ἐνέργειαν! Ὅλως τὸ ἐναντίον θέλει συμβῆ. Διατὶ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ μεροληπτεῖ, ἐνῷ παρέχει πλείονας ἐγγυήσεις, καὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ βλάψῃ ἡ ἐνέργεια ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν τοῦ ὑποταμίου; Ὥστε καλὸν εἶναι, νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ζητῶ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἡ νέα αὕτη μεταβολὴ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέρος τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὅπως ἐξήτασεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Ἂν ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θεωρῇ ἀναγκαίαν τὴν βελτίωσιν τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας, νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν βελτίωσιν ταύτην, συνδυάζουσα καὶ συναρμολογοῦσα ταύτην μὲ τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ Ταμείων. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φέρῃ δυσκολίαν τινὰ εἰς τὴν ὑπὸ τοιοῦτο πνεῦμα τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ καὶ αὐτὴ ἐχαρακτήρισεν ὡς καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Κατόπιν δὲ τῶν λεχθέντων προχθές, δὲν ἤθελον ἴσως ἐξετάσει καὶ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐγείρει τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ὑπὸ τὴν ὑψηλοτέραν αὐτοῦ ἔποψιν, ἂν δὲν ἐγνώριζον καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε καὶ ἐξέφρασε κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε εἰσηγήσατο τὸν νόμον, τὸν μεταβαλόντα τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Δὲν ἀπέκρουε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διοίκησις ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην ῥιζικωτέρων μεταῤῥυθμίσεων, ὅπως ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐπίτευξις τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκεν ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Παρεδέχετο, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ νομὸς ἐπὶ ἀποκεντρωτικῶν βάσεων καὶ κατὰ τρόπον, ὅστις ἤθελε γεννήσει νομαρχιακὰ συμφέροντα, δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν γενικωτέρων ἰδεῶν, ὑφ’ ὧν ἤθελεν ἐμπνέεσθαι καὶ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν βουλευτῶν. Δὲν ἀπέκρουεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι τοιαύτη τις νομαρχιακὴ ζωὴ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς σχολεῖον, ἐν ᾧ καὶ οἱ πολιτευόμενοι καὶ τὸ ἔθνος ἤθελον μορφώσει ἰδέας ὑψηλοτέρας καὶ εὐρυτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι σήμερον μᾶς διέπουσιν. Ἀντιφάσκουσαν καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας εὑρίσκω τὴν διάταξιν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὅσον δὲ μικρὰ καὶ ἂν θεωρηθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκτάσεώς της, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πραγματικῆς αὐτῆς σημασίας, ἔχει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα, ὡς ἀντικειμένη κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς ἰδέας τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἃς ἀνέφερον. Ἡ διάταξις αὕτη θίγει τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ δημοτικὴ ἡμῶν νομοθεσία ἀποδίδει εἰς τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ πεισθῇ τις περὶ τούτου. Δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐξετάσῃ, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ἐξουσίαι, ἃς σήμερον κέκτηνται παρ’ ἡμῖν αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί. Ἂν ἀφαιρέσωμεν τὴν πληθὺν τῶν καθηκόντων καὶ τῶν ἐργασιῶν ἐκείνων, αἵτινες εἶναι καθαρῶς διοικητικὰ καθήκοντα, καὶ τὰς ὁποίας αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί, καὶ ἰδίως ὁ δήμαρχος, ἐκτελοῦσιν, οὐχὶ ὡς ἄρχοντες τοῦ Δήμου, ἀλλ’ ὡς ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, δὲν μένουσιν εἰς αὐτάς, εἰμὴ δύο ἐξουσίαι, ἡ ἀστυνομικὴ καὶ ἡ εἴσπραξις πόρων τινῶν πρὸς συντήρησίν των καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν δημοτικῶν τινων ἔργων. Αὐτά εἰσι τὰ κυριώτερα δημοτικὰ δικαιώματα, ἅτινά εἰσιν ἀνατεθειμένα εἰς τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. Γινώσκομεν πάντες, πῶς ἐνεργεῖται ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία· ἐνεργεῖται αὕτη μᾶλλον ὡς διοικητικὸν καθῆκον, παρὰ ὡς ἐξουσία δημοτική, διότι ἡ κεντρικὴ διοίκησις καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς τὴν ἐποπτεύουσι καὶ τὴν διευθύνουσιν εἰς πᾶσαν αὐτῆς κίνησιν. Μία ἑπομένως μένει εἰς τοὺς Δημάρχους δημοτικὴ ἐξουσία, ἡ εἴσπραξις τῶν καθαρῶς δημοτικῶν ἐσόδων, καὶ ἡ δαπάνη αὐτῶν. Λέγω δὲ καθαρῶς δημοτικῶν ἐσόδων, διότι ἐκεῖνα, ἅτινα σήμερον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον διὰ λογαριασμὸν τῶν Δήμων, κατατάσσονται μεταξὺ τῶν γενικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὅπερ εἰσφέρει ἀναλογίαν τινὰ εἰς τοὺς Δήμους. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ὄργανον τῆς ἐξουσίας ταύτης τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν; Ὁ εἰσπράκτωρ. Ὁ εἰσπράκτωρ, ὅπως ἔχει παρ’ ἡμῖν ἡ διαχείρισις τῶν τε δημοσίων καὶ τῶν δημοτικῶν χρημάτων, δὲν εἶναι, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὸν παραστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἁπλῆ μηχανή, προωρισμένη νὰ συλλέξῃ χρήματα καὶ φέρῃ ταῦτα εἰς τοὺς προωρισμένους νὰ δαπανήσωσιν αὐτά. Τοιοῦτος ὀργανισμός, δυνάμενος νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ μηχανήν, δὲν ἐφηρμόσθη δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅπως ἐπεκτείνωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν τῶν δημοτικῶν. Ὁ εἰσπράκτωρ, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, ἀποτελεῖ μέρος τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν καὶ εἶναι ἓν ἐκ τῶν κυρίων αὐτῶν ὀργάνων. Ἄν δὲ οὗτος διορίζηται παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἐκλέγεται ὅμως πάντοτε ὑπὸ τῆς δημοτικῆς, ἥτις προτείνει τοὺς τρεῖς, μεταξὺ τῶν ὁποίων διορίζει τὸ Ὑπουργεῖον· οὕτω δὲ ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἀποῤῥέει ἐκ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν, τῶν ὁποίων εἶναι ὑπάλληλος. Ἄν ἀφαιρέσωμεν τὸν εἰσπράκτορα ἀπὸ τοὺς Δήμους, θὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου εἰσπράξεως, καὶ θὰ ὑποτάξωμεν ἔτι πλειότερον τὰς δημοτικὰς Ἀρχὰς εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Ὅταν τὰ χρήματα, ἅτινά εἰσι τὰ κυριώτερα νεῦρα πάσης ἐνεργείας, τὰ κατέχῃ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, βεβαίως αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ θὰ ὦσιν ὑποκλινέστεραι καὶ εὐπειθέστεραι εἰς τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἥτις θὰ δύνηται ἑκάστοτε νὰ παρουσιάζῃ δεδικαιολογημένας δυσκολίας εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν παρ’ αὐτῆς κατεχομένων δημοτικῶν προσόδων. Δὲν νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι συμφέρον τι τῆς πολιτείας ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ περικόψωμεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, καὶ νὰ περιστείλωμεν τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν. Παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις καὶ τοῖς ἐλευθέροις ἔθνεσιν ἡ ἀπόλαυσις αὐτοδιοικήσεως καὶ ἡ ἱκανότης λαοῦ τινος, νὰ διευθύνῃ τὰς ἰδίας ὑποθέσεις καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα, θεωρεῖται ὡς μέγιστον ἀγαθόν. Ἡ τοιαύτη ἱκανότης εἶναι ὁ κυριώτερος χαρακτηρισμὸς τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Δὲν εἶναι πολιτισμένον ἔθνος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διευθύνῃ τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ διαχειρισθῇ τὰ συμφέροντά του. Πᾶσα δὲ ἐλάττωσις τῆς τοιαύτης ἱκανότητος ἑνὸς ἔθνους, εἶναι ἐλάττωσις τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς εὐδαιμονίας αὐτοῦ. Τί μεγαλείτερον καλὸν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ πάντα ἄνθρωπον, τῆς ἱκανότητος, νὰ διαχειρίζηται τὰ συμφέροντά του καὶ τὰς ὑποθέσεις του μόνος του, ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ἄνευ κηδεμονίας ἄλλου; Τί δὲ ὡραιότερον δύναται νὰ ὑπάρξῃ δι’ ἓν ἔθνος, τῆς ἱκανότητος νὰ διαχειρίζηται καὶ νὰ διευθύνῃ τὰ συμφέροντά του καὶ τὰς τύχας του; Τοῦτο εἶναι ὁ ὕψιστος σκοπὸς, καὶ ἡ ἰδανικὴ τελειότης, εἰς ἣν εἷς ἄνθρωπος, ἢ ἓν ἔθνος, δύναται νὰ φθάσῃ ἐν τῷ πολιτισμῷ. Ὅσον ἀπομακρύνεται τοῦ σκοποῦ τούτου, τόσον πλησιάζει πρὸς τὴν βαρβαρότητα. Ὅσον δ’ ἀπομακρύνεται τῆς βαρβαρότητος καὶ πλησιάζει πρὸς τὸν πολιτισμόν, τόσον φθάνει πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἀρεσκόμεθα εἰς τὰς λέξεις ἐλευθερία, ἀνεξαρτησία, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δέχεται, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀνεξάρτητοι καὶ ἐλεύθεροι· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀδιαφοροῦμεν περὶ τῆς ἀπολαύσεως τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας. Ἀδύνατος δὲ εἶναι ἡ ὕπαρξις πραγματικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀληθοῦς ἀνεξαρτησίας ἐν Πολιτείᾳ, διεπομένῃ ὑπὸ συστήματος ὑπερβαλλόντως συγκεντρωτικοῦ, ὡς τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχύον. Παρὰ πᾶσι τοῖς πεπολιτισμένοις καὶ ἐλευθέροις ἔθνεσι, τὸ πολιτικὸν αὐτῶν οἰκοδόμημα στηρίζεται ἐπὶ βάσεων εὐρειῶν καὶ στερεῶν, οἷοί εἰσιν οἱ ἀνεπτυγμένοι καὶ ἐλευθέριοι δημοτικοὶ θεσμοί. Ἐπὶ τῶν θεσμῶν τούτων ἑδράζονται αἱ νομαρχιακαὶ καὶ αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐλευθερίαι. Αὗται δὲ βαστάζουσι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐξ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως διευθύνει καὶ ἐπιβλέπει τὴν λειτουργίαν ὅλων τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἔθνους. Τὸ ἐναντίον συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν εὐρειῶν καὶ στερεῶν αὐτῶν βάσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς στενῆς βάσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αὕτη διευθύνει κατὰ βούλησιν καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν νομαρχιακὴν, καὶ τὴν δημοτικήν. Ἀντὶ νὰ ἐπικάθηται ἐπὶ τῶν ἐξουσιῶν τούτων, καὶ ὁτὲ μὲν νὰ διευθύνῃ, ὁτὲ δὲ νὰ χειραγωγῇ αὐτὰς ἐξ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως, φέρει αὐτὰς ἐπὶ τῶν ὤμων της, πιεζομένη ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τοῦ βάρους αὐτῶν ἐν ἁπάσῃ τῇ λειτουργείᾳ αὐτῆς, καὶ παρακωλύουσα ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ζωτικότητα αὐτῶν. Τὸ πολιτικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα παρουσιάζει σχῆμα πυραμίδος ἀνεστραμμένης· ἐν ᾧ δὲ παρὰ τοῖς ἐλευθέροις ἔθνεσιν ἡ πυραμὶς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος στηρίζεται ἐπὶ τῶν εὐρειῶν αὐτῆς βάσεων, παρ’ ἡμῖν αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῆς κορυφῆς. Τοιαύτην ἐντύπωσιν ποιεῖ εἰς πάντα ἀμερολήπτως ἐξετάζοντα τὴν πολιτείαν ἡμῶν. Τὸ ἑκάστοτε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συνήθως δ’ ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται αὕτη, διότι αὐτὸ ἀποῤῥοφᾷ πάσας τὰς ἐξουσίας, μὴ ἐξαιρουμένης καὶ τῆς νομοθετικῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν πάντες σπουδαιότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀνατρέψωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν πυραμίδα, καὶ τοποθετήσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῶν εὐρειῶν αὐτῆς βάσεων. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ μιᾶς καὶ ἀποτόμως. Ἐσπευσμένη καὶ ἀπότομος μεταβολὴ τῶν διοικητικῶν ἡμῶν θεσμῶν, δύναται νὰ φέρῃ ἄτοπα πολὺ σπουδαιότερα. Ἀλλ’ ὅσον κακὴ ἤθελον εἶσθαι τοιαύτη ἀπότομος μεταβολὴ, τόσον ἐπιβλαβὴς εἶναι καὶ ἡ ὀλιγωρία πρὸς βαθμιαίαν καὶ συνετὴν προετοιμασίαν καὶ ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοιούτων σκέψεων, τὰς ὁποίας θεωρῶ, ὡς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν πραγματικῶν τοῦ ἔθους συμφερόντων, εὑρίσκω κακὴν τὴν μικρὰν κατὰ τὸ φαινόμενον διάταξιν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1, ἥτις ζητεῖ νὰ ἐπιτείνῃ τὰς συγκεντρωτικὰς ἰδέας διὰ τῆς καταργήσεως μιᾶς ἐκ τῶν ὀλιγίστων ἐξουσιῶν, ἃς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ αὐτὴν κακὴν, καθ’ ὅσον ἤλπιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν μεταβολὴν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων, οὐ μόνον αἱ δημοτικαὶ ἐξουσίαι ἤθελον κανονισθῆ καὶ ἐπεκταθῆ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τοὺς νομοὺς ἤθελε δοθῆ αὐτοδιοίκησίς τις καὶ αὐθυπαρξία. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἀ. παραγράφου τοῦ ἄρθρ. 1, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορᾷ εἰς πραγματικὸν ζήτημα, τὴν διόρθωσιν δηλ. τῶν ἀτόπων, ἅτινα ὑφίστανται ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ θεσμοῦ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Τὰ ἄτοπα ταῦτα βεβαίως ὀφείλομεν νὰ διορθώσωμεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν αὐτὰ ὡς ἀφορμὴν πρὸς περιστολὴν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν. Δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν ταῦτα διὰ νομοσχεδίου, κανονίζοντος ἐν γένει τὰ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦναι ἑτοίμη νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον ὀργανικὸν νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν διόρθωσιν αὐτῶν δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, ὁρίζοντος τὰ καθήκοντα τῶν εἰσπρακτόρων, τὴν εὐθύνην αὐτῶν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας των. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μόνον τὸ πραγματικὸν αὐτὸ ζήτημα θέλῃ νὰ κανονίσῃ, ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ τρόπον, μὴ παραβλάπτοντα τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας. Ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ νὰ φέρῃ καὶ εἰδικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἐπιμένῃ νὰ κανονισθῇ τὸ πραγματικὸν μόνον ζήτημα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, πάλιν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο, τροποποιοῦντες τὸ βʹ. ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 1 κατὰ τρόπον, μὴ παραβλάπτοντα τὰ δικαιώματα τῶν δήμων.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν ἁπλούστατον τύπον τῆς δῆθεν τακτοποιήσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας καλεῖσθε, νὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιέχει τοιαύτας διατάξεις, καὶ καθιεροῖ τοιαύτην συγκέντρωσιν, ὁποίαν δὲν ἀπαντᾶτε εἰς κανένα ἐκ τῶν ἡμετέρων νόμων, οὔτε ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, οὔτε ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ ὠφέλεια, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καὶ τοσούτῳ προσεπάθησε νὰ τὸ ἀπογυμνώσῃ πάσης πολιτικῆς ἐννοίας, ὥστε μοὶ ἐφάνη, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν ἐνεθουσιάσθησαν καὶ δὲν βλέπουσι τὴν ὥραν, πότε νὰ ψηφισθῇ, διότι ὑποθέτουσιν, ὅτι ὄχι μόνον θὰ ἐκλείψωσι διὰ μιᾶς ὅλα τὰ καθυστεροῦντα, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀκουσθῇ τοῦ λοιποῦ οὐδεμία ἀταξία ἢ παρεκτροπὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν Δήμων· οὐδεὶς δὲ ὑποπτεύει, ὅτι, ὑπὸ τὸ δέρμα τοῦ ἀθώου προβάτου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν οἶκόν των, ὑποκρύπτεται λύκος θηριώδης, ὁ ὁποῖος θὰ τοῖς ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ἀνεξαρτησίαν, καὶ θὰ τοὺς ὑποδουλώσῃ ἐντελῶς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι λίαν συγκεντρωτικόν, μετὰ δὲ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἔκαμε περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἤθελον θεωρήσει περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ, ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης δὲν περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ μέρος τὸ θίγον τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, καὶ δὲν παρέλειπε τὰς λοιπὰς αὐτοῦ διατάξεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκω ἔτι μᾶλλον ἐπικινδύνους. Τρία εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ τρία ταῦτα ἀνομολογεῖ, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὰ παρουσιάζει τοσοῦτον μικρὰ, ἰσχυρίζεται δὲ, ὅτι ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν ὠφέλεια εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλῇ καθ’ ἑκάστην, ζητεῖ νὰ ἐκχωρήσητε πρὸς αὐτὴν τὰ δικαιώματα ταῦτα, διὰ νὰ τὰ ἐξασκῇ ἀνθ’ ἡμῶν. Τὸ πρῶτον τῶν δικαιωμάτων εἶναι ἡ ἄδεια, τοῦ νὰ δύνηται νὰ καταργῇ Ταμεῖα. Ἅμα λοιπὸν ὁ νόμος οὗτος ψηφισφῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ καταργῇ ὁποῖον δήποτε Ταμεῖον θέλῃ· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ Ταμεῖον εἶναι Ἀρχὴ, πᾶσα δὲ Ἀρχὴ δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν ταμιευτικὸν, οὐδὲ σκοπεῖ ἁπλῶς τὴν εὐκολίαν τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἀλλὰ σχετίζεται μὲ τὴν εὐκολίαν, τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν· ἑπομένως οὐδέποτε ἀφέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ σύστασις τῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Τὰ Ταμεῖα συνεστήθησαν διὰ νόμου, ὁρίζοντος τὸν βαθμὸν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου· ἐὰν, ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῶν περιστάσεων, δὲν θεωρῶνται ἀναγκαῖα ὅλα τὰ Ταμεῖα, ἢ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι, μετὰ τὴν νομαρχιακὴν περιφέρειαν, πρέπει νὰ καταργηθῶσι τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τὸ ἐγκρίνῃ, τότε νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ τολμῶν νὰ ὁρίσῃ τὰ καταργητέα Ταμεῖα, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν, ὅπως καταργῇ αὐτὸς οἱονδήποτε Ταμεῖον ἐγκρίνῃ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: εἶναι ὀρθὸν, εἶνε ἀκίνδυνον, νὰ ἐμπιστευθῆτε τοιοῦτον δικαίωμα εἰς κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, εἶναι Κυβέρνησις κόμματος; Ἡ Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι σχηματίζεται διὰ κόμματος καὶ δι’ αὐτοῦ συντηρεῖται, θεωρεῖ δὲ καθῆκόν της νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς διατηρήσεως καὶ τῆς προαγωγῆς τοῦ κόμματος. Δὲν φοβεῖσθε λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μεταχειρισθῇ καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὅπως μεταχειρίζεται ὅλα τ’ ἄλλα; λησμονεῖτε ὁποίαν χρῆσιν ἔκαμε τοῦ δικαιώματος, τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν τις δὲν ἦναι φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται οὔτε τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ, ὅπως φέρῃ ὕδωρ εἰς Δῆμον, ἔχοντα ἀνάγκην τούτου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ φίλος αὐτῆς, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ καὶ τοῦτο; Τί θὰ συμβῇ λοιπόν; Ἡ Κυβέρνησις θὰ καταργῇ Ταμεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχει φίλους βουλευτὰς, καὶ θέλει διατηρεῖ Ταμεῖα ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι ἀνάγκη, διότι τὸ ἀπαιτοῦσι φίλοι βουλευταί. Μήπως δὲν ἔκαμε τοιαύτην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ κατασκευάσῃ ὁδούς; Ἐξέδωκε Διάταγμα περὶ κατασκευῆς 72 ὁδῶν, καὶ ὅλοι γνωρίζετε, ἐὰν κατασκευάσθησαν, ὅπου ἦτο ἀνάγκη, ἢ ἐκεῖ, ὅπου τὸ κομματικὸν συμφέρον ὑπηγόρευεν. Εὑρίσκω λοιπὸν λίαν ἐπικίνδυνον νὰ χορηγήσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα· ἄλλως, εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος, τὸ ν’ ἀπεκδύηται ἅπαξ διὰ παντὸς ἡ Βουλὴ τῶν τοιούτων αὐτῆς δικαιωμάτων. Ἤθελον ἐννοήσει, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ λεπτομερειῶν, μὴ δυναμένων ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονισθῶσι, καὶ διὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ὀλίγου χρόνου, διὰ νὰ τὰς μελετήσῃ· ἀλλὰ νὰ ζητῇ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν παντὶ καιρῷ νὰ δύνηται νὰ καταργῇ Ταμεῖα, αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὰ μέχρι τοῦδε γινόμενα, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ. Δεύτερον δικαίωμα τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶναι τὸ νὰ συνιστᾷ Ὑποταμεῖα· ὅτε δὲ ἐγένετο εἰς αὐτὴν ἡ παρατήρησις, ὅτι τὰ Ὑποταμεῖα καὶ οἱ ὑποταμίαι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ εἶναι Ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι μόνον διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ συνιστῶνται, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι δὲν θεωρεῖ τοῦτο ἀναγκαῖον, διότι οἱ ὑποταμίαι δὲν εἶναι, εἰμὴ ἁπλοῖ εἰσπράκτορες, καὶ ὅπως σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσπρακτόρων κανονίζεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, οὕτω δύνανται νὰ διορίζωνται ἐν τῷ μέλλοντι καὶ οἱ ὑποταμίαι. Ἀλλ’ ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, εἶδεν, ὅτι οἱ ὑποταμίαι ἔχουσι διαφορὰν μεγάλην ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας. Οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες εἶναι ἁπλοῖ ὑπηρέται, οἱ ὁποῖοι προτείνονται ἀπὸ τοὺς ταμίας, διορίζονται καὶ παύονται κατὰ πρότασιν τῶν ταμιῶν, καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ταμίαι, πρὸς τοὺς ὁποίους δίδουσι λόγον διὰ τὴν διαχείρισίν των καὶ τὰς πράξεις των. Ἀλλ’ οἱ ὑποταμίαι δὲν εἶναι εἰσπράκτορες. Ἐν πρώτοις οἱ ὑποταμίαι θὰ διορίζωνται, οὐχὶ κατὰ πρότασιν τῶν ταμιῶν, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπειτα δὲ, δὲν ὀφείλουσι λόγον εἰς τοὺς ταμίας, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπως οἱ ταμίαι, καὶ τρίτον, ὅπως παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, θέλουσιν ἔχει, ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ταμίαι· ἑπομένως θὰ δύνανται νὰ ἐκδίδωσι καὶ τὰ ἐντάλματα τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· ἄρα δὲν εἶναι εἰσπράκτορες, εἶναι ταμίαι, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὠνομάσθησαν ὑποταμίαι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶναι ἄτοπον, νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργῇ, ὅσα Ὑποταμεῖα θέλῃ, καὶ νὰ διορίζῃ εἰς αὐτὰ ὑποταμίας, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν ταμιῶν, μὴ ἔχοντες ὅμως οὔτε τοὺς μισθοὺς, οὔτε τὰς ἀποδοχὰς αὐτῶν, ἠμποροῦν νὰ ἐξωκείλωσιν εἰς πᾶν εἶδος καταχρήσεως, διότι τὰ ποσοστὰ δὲν μοι φαίνονται ἀρκετὰ, διὰ νὰ δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα Ταμεῖα εἶναι ὀλίγα, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίσῃ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν νέων τούτων Ἀρχῶν. Τρίτον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι, τὸ νὰ δύνηται ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ οὐδεμιᾶς προτάσεως τῶν ἁρμοδίων δημοτικῶν Ἀρχῶν, νὰ καταργῇ τὰς θέσεις τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, καὶ νὰ ἀναθέτῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς ὑποταμίας. Οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες εἶναι δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ τὰ περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως αὐτῶν κανονίζονται ἀπὸ τὸν δημοτικὸν νόμον· ἑπομένως, ἐὰν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ κείμενα δὲν ἔχουσι καλῶς, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ οἱαδήποτε μεταβολή, δύναται νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν περὶ μεταδολῆς τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ὅτε τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει συζητηθῆ εὐρύτερον, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ, τί εἶναι ὀρθότερον· δὲν ἐννοῶ ὅμως, πῶς δύναται εἰς νόμον, ἐπιγραφόμενον «νόμον περὶ συστάσεως Ὑποταμείων», νὰ εἰσχωρήσῃ διάταξις, ἡ ὁποία καταστρέφει μίαν τῶν οὐσιωδεστέρων διατάξεων τοῦ δημοτικοῦ νόμου. Καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἀλλὰ γνωρίζετε, πόσον κακὴ χρῆσις γίνεται τοῦ δικαιώματος τούτου. Ποσάκις δὲν ἐπαύθησαν δημοτικοὶ εἰσπράκτορες ἄνευ λόγου, καὶ ἐγένετο τοῦτο, μόνον διὰ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὄργανα τῆς ἐπικρατούσης φατρίας; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐπειδὴ οἱ μέχρι τοῦδε δημόσιοι εἰσπράκτορες εὑρίσκονται πλησίον τῆς ἕδρας τοῦ Δημάρχου, ὁ Δήμαρχος δύναται νὰ ἐξασκῇ τὴν ἀναγκαίαν ἐπιτήρησιν, οἱ δὲ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι τοὺς εὑρίσκουσι προχείρως καὶ πληρόνονται τὰ δικαιώματά των. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, καὶ νὰ ἀναθέτῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς οἱονδήποτε ὑποταμίαν ἐγκρίνῃ, δύναται ἑπομένως νὰ παύσῃ π. χ. τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα Ἀθηνῶν, καὶ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς τὸν ὑποταμίαν Μεγάρων—διότι τοιαῦτα ἀκόμη πρέπει νὰ ὑποπτευώμεθα, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅσα δυστυχῶς γίνονται σήμερον. Φαντασθῆτε λοιπὸν, τί θέλει συμβῆ εἰς ἕνα Δῆμον, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἡ διαχείρισις ἀπὸ τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα καὶ ἀνατεθῇ εἰς ὄργανον, τὸ ὁποῖον διώρισεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν, καὶ δύναται νὰ ἑδρεύῃ μακρὰν, ὥστε ὁ Δήμαρχος νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἐξασκῇ κἀμμίαν ἐπιτήρησιν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα τοσοῦτον ἐλευθέριοι, εἰς τὸ νὰ χορηγῶμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις δικαιώματα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν καθ’ ἡμέραν, ὅτι ἐξασκοῦνται, οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς κομματικοὺς σκοπούς. Ὅλοι λέγομεν, ὅτι μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας πληγὰς εἶναι ἡ συναλλαγή· ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ δὲν δύναται νὰ περισταλῇ, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν, ἡ νομοθεσία μας νὰ γίνῃ ὅσον ἔνεστιν ἀποκεντρικωτέρα, ἐὰν δηλ. δὲν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς πᾶσαν περιττὴν δικαιοδοσίαν. Ἡμεῖς δὲ, ἀντὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παύῃ τοὺς ἀστυνόμους, ἢ τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, ἀντὶ νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ διορίζῃ ἀμέσως τὰ ὑπὸ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν προτεινόμενα πρόσωπα, ἐρχόμεθα διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ δώσωμεν τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὄχι μόνον νὰ παύῃ πάντα εἰσπράκτορα, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἀρέσκεται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναθέτῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ εἰς ὅν τινα ἤθελε θελήσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν πρῶτον δηλ. τυχόντα ὑπαλληλίσκον, ὁ ὁποῖος, τίς οἶδε, ποῦ θέλει ἑδρεύει, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὑπακούῃ ἐντελῶς εἰς τὸν Δήμαρχον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους περιέχει διατάξεις συγκεντρωτικὰς, καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκω οὔτε ὀρθὰ, οὔτε συμφέρει νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὅσον ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὸ ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς· ἐξ ἐναντίας εἶναι σπουδαιότατον, ὡς τὸ παρέστησαν ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι ἡμῶν. Ἀλλ’ εἶναι περίεργος ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται. Εἰσάγεται ὡς νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ Ταμείων νόμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κεφαλὶς τοῦ νομοσχεδίου· ἀπαντᾶται δὲ καὶ ὡς βʹ § τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ χορήγησις τοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ νὰ ἀναθέτωσι τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς τοὺς ὑποταμίας, εἴτε τοὺς ταμίας, ὅπου τοιαῦτα Ὑποταμεῖα δὲν ἤθελον συστηθῆ. Ἐνῷ δὲ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς κατὰ τρόπον παράδοξον εἰσαγομένης ἐν ἀλλοτρίῳ, οὕτως εἰπεῖν, νομοσχεδίῳ, ἀνατρέπονται οὐσιωδέσταται διατάξεις τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῶν δήμων, οἷος εἶναι ὁ νόμος περὶ συστάσεως αὐτῶν τοῦ 1833, νομοθέτημα ἀληθῶς σοφὸν, ἐνῷ, λέγω, ἀνατρέπονται αἱ διατάξεις 15 ἄρθρων τοῦ νόμου τούτου, οὐδὲ κἂν μνεία γίνεται ἐν τῇ κεφαλίδι τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον καὶ εἰς τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ δημοτικοῦ νόμου. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἀνατρέπεται θεσμὸς πρὸ πεντηκονταετίας ὑφιστάμενος, λειτουργῶν ἀκωλύτως, ἀναγόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν μετοχὴν λαμβάνει εἰς τὸ νομοθέτημα, ὅπερ συζητοῦμεν, δηλαδὴ εἰς τὴν τοιαύτην ἀναίρεσιν θεσμῶν, ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, καὶ ἐφαρμοζομένων παρ’ αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ, (καὶ ἐννοῶ τὸ ἰδανικὸν πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ) πρὸ ἡμίσεος αἰῶνος· εἶναι ξένος τοῦ νομοθετήματος τούτου οὔτε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπογράφεται οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσυπογράφεται, διότι ἀμφότερα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ πληροφορηθῇ δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ περὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου, ὡς πάντες οἱ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας εὑρισκόμενοι, καὶ ὅμως αὐτὸς θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κύριοι, σᾶς παρέστησαν καὶ οἱ προαγορεύσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι, θὰ προσθέσω δὲ καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις τίποτε ὀλιγώτερον δὲν ζητεῖ ἀπὸ ὑμᾶς ἢ νὰ μεταβιβάσητε εἰς αὐτὴν τὰ δικαιώματά σας καὶ τὴν ἐξουσίαν σας ἐπ’ ἀόριστον καὶ ἐπ’ ἄπειρον χρόνον διὰ νομοθετήματος, ἐπιτρέποντος αὐτῇ τὴν ἐν παντὶ χρόνῳ κατάργησιν Ταμείων, σύστασιν Ὑποταμείων καὶ κατάργησιν ἐπίσης θέσεων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀνατιθεμένων τῶν καθηκόντων αὐτῶν εἰς τοὺς ὑποταμίας, ἢ τοὺς ταμίας. Τοιαύτη ἐντολὴ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δύναται ἀληθῶς νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν δι’ ὡρισμένα ἀντικείμενα καὶ δι’ ὡρισμένον χρόνον· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὰ μὲν ἀντικείμενα εἶναι ὡρισμένα, ἀλλ’ ὁ χρόνος εἶναι ἀπεριόριστος. Θὰ συμβαίνῃ δὲ τὸ παράδοξον φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι παροῦσα καὶ θὰ νομοθετῇ δημοσίᾳ, θὰ νομοθετῇ ἀφ’ ἑτέρου ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῆς, ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ, ἐκδίδουσα νομοθετικὰ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταργῶνται Ταμεῖα, ἢ θὰ συνιστῶνται Ὑποταμεῖα, ἢ θὰ καταργῶνται θέσεις δημοτικῶν εἰσπρακτόρων· θὰ ἔχωμεν δηλαδὴ δύο νομοθετικὰς ἐξουσίας, τὴν μίαν, δημοσίᾳ συνεδριάζουσαν καὶ νομοθετοῦσαν, ὡς εἶπον, καὶ τὴν ἑτέραν, ἐν γωνίᾳ καὶ παραβύστῳ βυσσοδομοῦσαν, ὅ,τι αὐτῇ συμφέρῃ, ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν περιστάσεων καὶ ἀναγκῶν, διότι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἀπεριόριστον διάρκειαν, εἶναι δὲ ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀνατρέπονται εὐκόλως, καθόσον, ὁποίαν δήποτε χρῆσιν αὐτοῦ κάμῃ ὁ κ. Τρικούπης ἐναντίον τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἀντιπάλων, θὰ ἐπιθυμήσωσι καὶ οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι νὰ ποιήσωσιν, ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ θὰ ἔλθωσι βεβαίως μίαν ἡμέραν, ποιοῦντες τὴν ἰδίαν χρῆσιν, ἣν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρέπει νὰ εἴμεθα, Κύριοι, ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ὡς νομοθετῶν, ζηλότυποι τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν μας, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδίδωμεν αὐτὰ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος, ἀφ’ ὅτου ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ, ὑπείκουσα εἰς τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ἐψήφισε τοὺς γνωστοὺς ἐκείνους νόμους, περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, καὶ εὐθὺς ἀμέσως εἴδομεν τὰ ἄτοπα τῶν τοιούτων νομοθετημάτων· ἐλάττωσις ἀφ’ ἑνὸς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑφισταμένων ἐπαρχιακῶν δικαιωμάτων, Χάριν δὲ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀφ’ ἑτέρου, πλεῖσται ἐπαρχίαι στεροῦνται ἀντιπροσωπείας ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἀναφέρω ὅσας προχείρως ἐνθυμοῦμαι: τὴν Ἰθάκην, τὴν Αἴγιναν, τὴν Σκόπελον, τὸ Αἴγιον, τοὺς Παξοὺς, τὴν Τροιζηνίαν, πολλαὶ δὲ ἄλλαι ἀντιπροσωπεύονται ἀτελῶς, ὡς εἶναι π. χ. αἱ ἐπαρχίαι Κυνουρίας, Λακεδαίμονος, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, Ἠλείας, Θήρας, Τριφυλίας, Λευκάδος, Ἄργους καὶ ἄλλαι ἴσως, τὰς ὁποίας δὲν ἐνθυμοῦμαι. Καὶ τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀδιαφιλονείκητα δικαιώματα τῶν Δήμων καὶ νὰ συγκεντρώσῃ καὶ ταῦτα εἰς χεῖράς του. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἐτῶν εἶχεν ἄλλας ἰδέας περὶ ἀποκεντρώσεως, τὰς ὁποίας παραδόξως ἐλησμόνησεν ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι πᾶν νομοθέτημα, ὅπερ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ θὰ ἦναι συγκεντρωτικὸν εἰς ἄκρον, ἢ θὰ ἦναι ἀνατρεπτικὸν τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, ἢ θὰ ἦναι ταμιευτικὸν καὶ φορολογικόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ τῆς κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1875 συνελθούσης Βουλῆς ἔλεγε, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀποκέντρωσις τῆς διοικήσεως διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νομοῦ καὶ τῆς Κοινότητος καὶ τῆς χορηγήσεως δικαιοδοσίας εἰς αἱρετὰς αὑτῶν Ἀρχὰς καὶ διὰ τοῦ καταμελισμοῦ τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, χρῄζει ἰδιαιτέρας μελέτης.» Μετὰ πάροδον δὲ δώδεκα ἐτῶν, μελετήσας ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἀποκεντρώσεως, φέρει τὸ θαυμάσιον τοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν σήμερον, καὶ δι’ οὗ, ἀντὶ ἀποκεντρώσεως, δημιουργεῖ τὴν μᾶλλον δυσειδῆ συγκέντρωσιν. Ὁ δημοτικὸς νόμος, Κύριοι, προκειμένου περὶ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, περιλαμβάνει ἐν τῷ ἄρθρῳ 50 αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, (καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὡς γνωρίζετε εἶναι ἡ Βουλὴ τοῦ Δήμου, εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία αὐτοῦ,) καὶ τὸ καθῆκον, τοῦ νὰ προτείνῃ τρεῖς ὑποψηφίους διὰ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ἐξ ὧν ὁ Βασιλεὺς διορίζει τὸν εἰσπράκτορα. Ἡ θεμελιώδης αὕτη διάταξις ἀνατρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ἐν τοσούτῳ γίνεται ἐν αὐτῷ περὶ τοιαύτης ἀνατροπῆς. Τὸ ἄρθρον 100 τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἀπαιτεῖ, ἵνα ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ κατοικῇ εἰς τὸ τμῆμα, ὅπου εἰσπράττει καὶ ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του, δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ Δήμου· ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνατρέπεται, οὐδεμιᾶς μνείας γινομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς τοιαύτης ἀνατροπῆς. Ἴσως δὲν παρεστάθησαν ἀποχρώντως τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων εἰς τοὺς ταμίας καὶ ὑποταμίας, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔσονται μέγιστα καὶ πάμπολλα, διότι οἱ δικαιοῦχοι ὀφείλουσι νὰ προστρέχωσιν εἰς τὸν ταμίαν, ἢ ὑποταμίαν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων των· θὰ πορεύωνται ἀπὸ τὸν δῆμον Βοιῶν (καὶ ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν) εἰς τὴν 12 ὥρας ἀπέχουσαν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα ἑδρεύει ὁ ταμίας, διὰ νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ ἐντάλματά των, καὶ ὁ ταμίας θὰ λέγῃ εἰς τὸν δικαιοῦχον Δήμαρχον, εἰς τὸν ἀστυνόμον, εἰς τὸν κλητῆρα, εἰς τὸν δημαρχικὸν γραμματέα, εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῶν δημοτικῶν καταστημάτων καὶ εἰς πάντα ἄλλον δικαιοῦχον, «δὲν ἔχω χρήματα», ἢ «δὲν ἔχω καιρὸν», καὶ θὰ ἀναγκάζηται ὁ Δήμαρχος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος δικαιοῦχος, ἢ νὰ μένῃ ἐκεῖ, ἀναμένων τὸν ὑποταμίαν, ἢ νὰ ἐπιστρέφῃ ἄπρακτος εἰς τὸν Δῆμόν του, ἢ νὰ προστρέχῃ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, διὰ νὰ μεσολαβήσωσιν εἰς τὸν κ. ὑποταμίαν, ἢ ταμίαν, πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν ἐνταλμάτων του. Τὸ αὐτὸ κακὸν θὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας, τοὺς πληρόνοντας ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα τὰ πρὸς τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον ὀφειλόμενα· καὶ οὗτοι θὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ ὁδοιπορῶσι πολλὰς ὥρας ἀπὸ τοῦ Δήμου των μέχρι τῆς ἕδρας τοῦ ταμίου ἢ ὑποταμίου, ἵνα πληρώσωσι τὴν ὀφειλήν των, καὶ θὰ ἀπαντῶσιν ἐπίσης τὰς αὐτὰς δυσκολίας, ὁποίας καὶ οἱ δικαιοῦχοι, μέχρις ὅτου δοθῇ ὁ λόγος τῆς ὑποταγῆς εἰς τὸ ἰσχύον κόμμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ κακὸν δὲν περιορίζεται ἕως ἐδῶ· θὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι θὰ σᾶς προξενήσῃ ἔκπληξιν καὶ ἐντύπωσιν. Ἐνεργουμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸ 1885, (καὶ προλαμβάνω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν λέγω τοῦτο ὡς παράπονον ἢ μομφὴν κατὰ τοῦ τότε καὶ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὡς ἱστορικὸν γεγονὸς) ἀπελύθησαν ἀδικαιολογήτως τρεῖς δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, οἱ τῶν Δήμων Ἀσωποῦ, Ἕλους καὶ Βοιῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς, ἂν ἀπελύθη καὶ ὁ τοῦ Δήμου Ζάρακος, ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι δὲν ἀπελύθη μόνος ὁ τοῦ Δήμου Μονεμβασίας. Τὰ καθήκοντα αὐτῶν, δυνάμει νόμου ψηφισθέντος τὸ 1878, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἀνετέθησαν εἰς ἕνα τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, καὶ τὰ τοῦ Δήμου Ἕλους ἀνετέθησαν εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα Θεοδόσιον Διακόπουλον. Τί νομίζετε, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἔπραξεν οὗτος, ὡς ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ ὁ ὑποταμίας, ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργούμενος; Τὴν ἐπαύριον τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος καὶ δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς ἐκδίδει ἔνταλμα προσωρινῆς κρατήσεως κατὰ τοῦ Δημάρχου Ἕλους Γεωργίου Μοίρα, ὡς ὀφειλέτου πρὸς τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον 10,000 δραχμῶν· παραδίδει τὸ ἔνταλμα εἰς τὴν στρατιωτικὴν Ἀρχὴν, καὶ αὕτη πέμπει ἐν καιρῷ νυκτὸς εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου 25 εὐζώνους, οἱ ὁποῖοι πολιορκοῦσι τὸ χωρίον· ἐκπλήσσονται οἱ κάτοικοι ἐπὶ τῷ θεάματι τούτῳ, ἀγνοῦντες τί συμβαίνει· τὴν πρωΐαν δὲ τῆς ἐπαύριον προσέρχονται εἰς τὸ Δημαρχεῖον, συλλαμβάνουσιν ἐκ τῆς οἰκίας του, συνεχομένης μετὰ τοῦ Δημαρχείου, τὸν Δήμαρχον, τὸν μεταφέρουσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας πεζοποροῦντα, καὶ τὸν θέτουσιν εἰς τὸν στρατῶνα τῆς χωροφυλακῆς· ἐκεῖ μανθάνει κατὰ πρῶτον ὁ Δήμαρχος, ὅτι προσάγεται ὡς ὀφειλέτης τοῦ Δήμου 10,000 δραχμῶν, ἐνῷ οὐ μόνον ὀφειλέτης δὲν ἦτο, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐδικαιοῦτο νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ δημοτικὸν Ταμεῖον καὶ ποσόν τι, μικρὸν ἢ μέγα δὲν γνωρίζω. Προσέτρεξεν εἰς τὸν ἔπαρχον καὶ τὸν ταμίαν, συνοδευόμενος πάντοτε ὑπὸ στρατιωτῶν, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέτης, ἀλλὰ μάλιστα καὶ δικαιοῦχος ποσοῦ τινος, ὡς εἶπον· δὲν ὑπῆρχον ὅμως ὦτα νὰ τὸν ἀκούσωσι, καὶ ὑπὸ τὴν συνοδείαν ταύτην τοῦ ἀποσπάσματος τῶν εὐζώνων τὸν μεταφέρουν εἰς Σπάρτην, πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, ἀφοῦ τὸν περιήγαγον εἰς τὰ χωρία διαφόρων Δήμων δέκα ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, καὶ τὸν θέτουσιν εἰς τὰς φυλακάς· ἐκεῖ καταφεύγει εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὸ Δικαστήριον διέταξε τὴν ἀποφυλάκισίν του, δυνάμει ἐπισήμων ἐγγράφων, ἅτινα προσήγαγε, καὶ ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι οὐδὲ λεπτὸν ὤφειλε, καὶ ἐπανῆλθε πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν κατοικίαν του. Ἐννοεῖται, ὅτι κατηγγέλθησαν τὰ ὄργανα τῆς τοιαύτης παρανόμου ἐνεργείας καὶ ἐτιμωρήθησαν ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, ἀλλὰ τὸ ἐπιδιωχθὲν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθε, καὶ τοῦτο ἦτο ὁ ἐπηρεασμὸς τῆς ἐκλογῆς. Παρόμοια, Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ὑποστῶμεν, ἡμεῖς μὲν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι σήμερον, σεῖς δὲ οἱ συμπολιτευόμενοι αὔριον, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον· ὅλοι οἱ Δήμαρχοι, οἱ φίλοι μας, ἢ οἱ φίλοι σας, κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν θὰ πάθωσιν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Δήμαρχος Ἕλους κ. Γεώργιος Μοίρας, ἄνθρωπος εὐϋπόληπτος καὶ οἰκοκύρης, καὶ σκεφθῆτε καλῶς, ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδώσητε τοιοῦτον ξῖφος δαμόκλειον καὶ δίστομον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἴτε τὴν παροῦσαν, εἴτε τὴν μέλλουσαν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀνήκει καὶ αὐτὸς εἰς φατρίαν, ὅτι καταπιέζει τοὺς ἀντιθέτους του ἐν τῷ Δήμῳ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Βεβαίως ἀνήκει εἰς κόμμα, καὶ πρέπει ν’ ἀνήκῃ, ἀλλ’ οὔτε νὰ φατριάσῃ δύναται, οὔτε νὰ καταπιέσῃ τοὺς ἀντιδημαρχικούς, διότι τοὺς δημοτικοὺς φόρους, τοὺς λεγομένους λιανικούς, εἰσπράττει ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ μετὰ τῶν δημοσίων φόρων, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ὥστε δὲν ἔρχεται ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ εἰς συνάφειαν οἱανδήποτε μὲ τοὺς φορολογουμένους συνδημότας του. Τί εἰσπράττει δὲ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ; εἰσπράττει τὰ μισθώματα τῶν δημοτικῶν φόρων ἐπὶ τῶν ὠνίων, ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ πάντων τῶν ἐνοικιαζομένων δημοτικῶν φόρων, τὰ ὁποῖα πάντως ὀφείλει νὰ εἰσπράξῃ παρὰ πάντων τῶν ὀφειλετῶν, καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὀλίγοι, εἴτε εἰς τὸ δημαρχικὸν, εἴτε εἰς τὸ ἀντιδημαρχικὸν κόμμα ἀνήκουσι· διότι, ἂν δὲν τὰ εἰσπράξῃ, καταλογίζονται εἰς βάρος του ἀπὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἢ ἀπὸ τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δημοτικῶν ἀπολογισμῶν. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ καταργήσεως θέσεων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν γνῶσιν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλαδὴ ὁ προϊστάμενος καὶ ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως, ἀναφέρει ἐν παρόδῳ καὶ τὰ ἑξῆς εἰς παράγραφόν τινα, τῆς ὁποίας κύριος σκοπὸς εἶναι ἡ σύστασις ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων (ἀναγινώσκει). «Εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα καὶ τὰ συνιστώμενα Ὑποταμεῖα ἐπιτρέπεται ν’ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ὅταν τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου ἐξασφαλίζωνται περισσότερον διὰ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ εἰδικοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, χωρὶς νὰ προσκόπτῃ καὶ ἡ κανονικὴ τῶν Ταμείων ἢ Ὑποταμείων λειτουργία». Ἀλλὰ ποῖος θὰ γνωμοδοτήσῃ, ἂν τὰ δημοτικὰ συμφέροντα ἐξασφαλίζωνται περισσότερον, παραδιδόμενα εἰς χεῖρας τῶν ταμιῶν καὶ ὑποταμιῶν; Ποῖος ἄλλος δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τίς δύναται νὰ ἦναι ἁρμοδιώτερος ἢ ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νόμιμοι καὶ φυσικοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δήμου; Θὰ γνωμοδοτήσῃ ὁ ἔπαρχος ἢ ὁ νομάρχης; Ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἔχουσι συμφέρον νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ Δήμου, καὶ μάλιστα πλειότερον τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαθροχειρικῶς, οὕτως εἰπεῖν, εἰσαγόμενον νέον θεσμὸν, περὶ καταργήσεως θέσεων δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ συγκεντρώσεως πάσης τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, διὰ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς. Περὶ τοῦ θεσμοῦ, τοῦ προτεινομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κατάργησιν Ταμείων καὶ σύστασιν Ὑποταμείων, ἀρκετὰ εἶπον καὶ ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες ἔντιμοι συνάδελφοι ἡμῶν, οἱ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνήκοντες. Προσθέτω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι θεσμὸς σατανικὸς καὶ καταχθόνιος, διότι θὰ κρατῇ τὸν πολιτευόμενον εἰς ἀένναον ἀνησυχίαν καὶ εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν, ὥστε πολλάκις θὰ ὑποκύπτῃ, καὶ παρὰ τὴν συνείδησίν του καὶ τὰς πεποιθήσεις του, εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς, διὰ ν’ ἀποφεύγῃ, ἢ τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς ἐπαρχίας του, ἢ τὴν σύστασιν ἐπιβλαβοῦς Ὑποταμείου ἐν αὐτῇ, καὶ θ’ ἀναγκάζηται νὰ γίνηται ὄργανον τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς. Μὴ ἀποβλέπητε σήμερον, Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν πολιτικήν· ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, πρέπει νὰ τεθῇ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ὡς ἀπαθεῖς νομοθέται τὰ συμφέροντα τῇ πατρίδι καὶ τοῖς ἐντολεῦσιν ἡμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει καθῆκον νὰ χειραφετήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ τότε θὰ ἴδῃ ἀποῤῥιπτόμενα τὰ νομοσχέδιά του, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, διότι πάντες φρονεῖτε καὶ πιστεύετε ἀδιστάκτως, ὅτι εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας, τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τῶν ἐπαρχιῶν μας καὶ τῶν Δήμων μας, ἀλλ’ ὀπισθοδρομεῖτε πρὸ τοῦ φάσματος τῆς πολιτικῆς, ὅπερ κρατεῖ ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐπισείει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ χειραφετήσῃ τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτὸν πλειοψηφίαν καὶ χωρίσῃ τὰ νομοσχέδιά του ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἄς εἴμεθα ἡμεῖς θαῤῥαλεώτεροι, ἄς χειραφετηθῶμεν ἀπέναντι αὐτοῦ, καὶ ἄς ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς προσήκει εἰς ἀνεξαρτήτους ἀντιπροσώπους ἐλευθέρου Κράτους· ἄς διδαχθῶμεν ἀπὸ τὸ παράδειγμα τὸ πρὸ 10 μηνῶν τελεσθὲν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐκεῖ ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ Γλάδστων, ἐπρόκειτο νὰ εἰσαγάγῃ νομοθέτημα περὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς Ἰρλανδίας, ἀλλ’ οἱ πολιτικοὶ φίλοι του, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ μεγάλου φιλελευθέρου κόμματος, εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου πρόκειται νὰ καταστραφῇ ἡ ἑνότης τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ δὲν δύνανται νὰ τὸ ψηφίσωσι· συνεβούλευσαν δὲ αὐτὸν, νὰ μὴ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ Γλάδστων ὅμως, ἔχων ἰδίας πεποιθήσεις, ἐπέμεινε καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοθέτημά του, τὸ ὑπεστήριξεν εὐγλώττως, ἠγωνίσθη νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἀλλ’ 103 μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῶν φιλελευθέρων, συνδεόμενα μετ’ αὐτοῦ δι’ ἀρχαίων πολιτικῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων, κατεψήφισαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀποβλέψαντα μᾶλλον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των ἢ εἰς τὴν πολιτικήν· καὶ ἠναγκάσθη ὁ Γλάδστων νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ προνομίου τοῦ Στέμματος, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐξῆλθεν ἡττημένος, διότι ἐπολεμήθη καὶ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς πολιτικούς του φίλους, οἱ ὁποῖοι καὶ μέχρι σήμερον διΐστανται πρὸς αὐτόν. Διατὶ, Κύριοι, θὰ εἴμεθα ἡμεῖς δοῦλοι, εἴτε τοῦ σήμερον κρατοῦντος κόμματος, εἴτε τοῦ αὔριον ἐρχομένου εἰς τὰ πράγματα; Δὲν ἔχομεν ἀνεξαρτησίαν πολιτικοῦ φρονήματος; δὲν ἔχομεν συνείδησιν καὶ ἰδίας πεποιθήσεις; Διατὶ τρέμομεν πρὸ τοῦ ὑπουργικοῦ φάσματος, πρὸ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως; Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ χειραφετήσῃ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πλειονοψηφίαν, ἄς χειραφετηθῶσιν, ὡς προεῖπον, αὐτοὶ οὗτοι, καὶ ἄς εἴπωσι πρὸς αὐτὸν, νὰ μὴ θεωρῇ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἔρευνα αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχομεν σήμερον ὑπ’ ὄψιν μας νομοσχέδιον, ὁποῖον εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ οὗ καταστρέφονται δημοτικὰ δικαιώματα, συγκεντροῦται ἐξουσία ἀπεριόριστος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀνατρέπεται νομοθεσία, λειτουργοῦσα ἀπὸ πεντηκονταετίας, καὶ κανονίζουσα τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν Δήμων, καὶ ῥιπτόμεθα εἰς ἕνα κυκεῶνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ ἄτρωτος. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ τερατῶδες, διότι, ἐν ᾧ κλείεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡ θύρα τῆς δικαιοσύνης πρωτοφανῶς, παρατηρεῖται ἐν αὐτῷ, ὅτι εἰς μὲν τὴν πρωτόδικον δίκην, τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρίσταται ὡς διάδικος, ὑπερασπιζόμενος διὰ πληρεξουσίου, κατὰ δὲ τὴν ἐφέσιμον, οὕτως εἰπεῖν, δίκην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημιουργήσῃ, δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου δὲν τὸν εὐχαριστήσῃ, παρίσταται ὡς δικαστὴς, οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόεδρος αὐτοῦ, ἐὰν συμπέσῃ νὰ ἦναι Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὁ κ. Τρικούπης Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς συναδέλφους του τὴν θέλησίν του· ὅστις δήποτε καὶ ἄν ἦναι Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὅσοι δὲ εἴχετε τὴν εὐτυχίαν, ἢ τὴν ἀτυχίαν, νὰ διατελέσητε Ὑπουργοὶ, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, πῶς διεξάγονται τοιαῦτα ζητήματα· φέρει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔκθεσιν εἰσηγητικὴν, ἐν ᾗ ἐκθέτει τοὺς λόγους, δι’ οὓς νομίζει συμφέρον, νόμιμον καὶ δίκαιον δῆθεν, νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐγκρίνει τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, συντάσσεται τὸ περὶ τούτου πρακτικὸν, ὑπογράφεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκτελεῖται. Ποίαν ἐγγύησιν, ἢ ἀσφάλειαν, θὰ ἔχῃ ὁ ἀδικηθεὶς ἀξιωματικὸς, εἴτε ἕνεκα μὴ προβιβασμοῦ, εἴτε ἕνεκεν ὑποβιβασμοῦ, εἴτε δι’ ἄλλους οἵους δήποτε λόγους, νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον, ὅταν γινώσκῃ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου ἦναι ὑπὲρ αὐτοῦ, ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἢ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος τὸν ἠδίκησε, καὶ αὐτὸς θὰ ἀποφασίσῃ ἀνεκκλήτως, ἂν τὸν ἠδίκησεν, ἢ ὄχι; Τοιαῦτα νομοσχέδια ἔχομεν ἄπειρα ὑπ’ ὄψιν μας πρὸς συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λάβωμεν τὸ θάῤῥος νὰ τὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ συζητήσωμεν, ἀσχέτως πρὸς τὴν πολιτικὴν, καὶ νὰ τὰ τροποποιήσωμεν, ὡς εἶναι πρέπον καὶ συμφέρον, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ τὰ ἀποῤῥίψωμεν. Εἶχον καθῆκον ὡς βουλευτὴς νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι συνάδελφοι, τὰς σκέψεις ταύτας, διότι ἐπ’ αὐτῶν στηρίζεται ἡ ψῆφός μου, ἣν θέλω δώσει κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἀποδεχόμενος λεπτομέρειαν αὐτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένον. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν Ὑποταμείων καὶ συγχωνεύσεως ὑφισταμένων Ταμείων, ἀλλὰ πλῆρες καὶ αὐτοτελὲς, νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ καὶ γνωρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον, ποῖα Ταμεῖα θὰ καταργηθῶσι, ποῖα ἐπαρχιακὰ Ὑποταμεῖα θὰ συστηθῶσι, καὶ ἐν πλήρει γνώσει διατελοῦσα νὰ νομοθετήσῃ. Ἀλλὰ δι’ ἑνὸς ἄρθρου νὰ μεταβιβάσω τοιαύτην ἀπεριόριστον νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου μου, δὲν θὰ τὸ πράξω ποτέ.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας προέβη εἰς ἐπίκλησιν πρὸς τοὺς Κυρίους βουλευτὰς τῆς συμπολιτεύσεως, ὅπως χειραφετηθῶσιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς περὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ δώσωσι ψῆφον, ἐξετάζοντες τὴν ἀξίαν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἀσχέτως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγωγὴν αὐτῶν καὶ πρὸς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐνδεχομένη τῶν νομοσχεδίων ἀπόῤῥιψις. Καὶ ἐγὼ ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν καὶ πρὸς τοὺς κκ. βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προκαλῶν αὐτοὺς, νὰ χειραφετηθῶσιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ νὰ μὴ θέλωσι πάντα τὰ νομοσχέδια νὰ χαρακτηρίζωσιν ὡς πολιτικὰ, καὶ νὰ μὴ καταβιβάζωσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πανταχοῦ νὰ βλέπωσιν ἀντισυνταγματικότητα, καὶ πανταχοῦ νὰ βλέπωσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ Κράτους, ἢ τῶν Δήμων, ἢ τῶν πολιτῶν, καταπατουμένας, πανταχοῦ νὰ βλέπωσι σχέδια ὑποκώφως διενεργούμενα, πανταχοῦ νὰ βλέπωσι τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα ἐξαπλούμενον καὶ τεῖνον ν’ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶσαν ἰκμάδα τοῦ Ἔθνους. Ὅταν βλέπῃ τις νομοθετήματα, οὕτω συζητούμενα, δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες οὕτω συζητοῦσι, τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῶσιν ἄλλους, ἵνα χειραφετηθῶσιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, διότι οἱ οὕτως ὁμιλοῦντες εἶναι δοῦλοι τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, εἶναι νομοσχέδιον καθαρῶς ὑπηρεσίας· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις, αἵτινες ἐπεκρίθησαν ὡς ἀντισυνταγματικαὶ, ὡς πολιτικαὶ, ὡς προσκρούουσαι εἰς τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, ὡς συγκεντρωτικαὶ, ἢ ὑπερσυγκεντρωτικαί. Πᾶσαι αὗται αἱ διατάξεις εὑρίσκουσι τὴν παράλληλον αὑτῶν ἐν τῇ ἄλλῃ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ὑπάρχει, ἥτις νὰ μὴ εὑρίσκῃ παράλληλον ἐν νομοθετημένῃ διατάξει, ὑπογεγραμμένῃ, εἴτε ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, εἴτε ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, εἴτε ὑπὸ ἄλλων βουλευτῶν, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, μετασχόντες τῆς συζητήσεως ταύτης, μετέσχον ἐν προηγουμένῃ ἐποχῇ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κράτους. Λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταί: ἀνάγνωτε τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τί εὑρίσκετε ἐν αὐτῷ; Ἄδειαν, παρεχομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη καταργῇ Ταμεῖα. Ἡ ἄδεια αὕτη, κατά τινας ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, κατ’ ἄλλους εἶναι ἁπλῶς πολιτική, διότι παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέσον ἐπιδράσεως πολιτικῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲ θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀνθέξωσιν αἱ συνειδήσεις τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀντιπολιτευομένων. Ἀλλὰ ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ εὕρητε μόνον δικαίωμα, παρεχόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη καταργῇ Ταμεῖα ἐκ τῶν ἤδη συνεστημένων, δηλαδή, ὅπως ἐντὸς τῶν ὅρων, τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένων, περιορίζῃ ἁπλῶς τὸν ἀριθμόν. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ δικαστικῇ, ἥτις εἶναι ἡ αὐστηροτέρα πασῶν, ἥτις εἶναι ἡ ὀλιγώτερον ἐπιτρέπουσα τὴν ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ, ἔχομεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέπετο σύστασις Πρωτοδικείων, σύστασις Εἰρηνοδικείων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἐνομοθετήθη πρὸ τοῦ Συντάγματος, τὸν ὀργανισμὸν ὅμως τῶν Δικαστηρίων ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τοῦτο διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας κατὰ τὸ 1882, μεταδοῦσα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν καὶ τοῦ καταργεῖν καὶ μετατρέπειν Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα, τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει μέτρον ἐκ τῶν ἐπικρινομένων, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ φέρῃ ὑπογραφὴν ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ ἦναι μέλη Κυβερνήσεως πρὸ τῆς σημερινῆς· μόνον ἐκεῖνοι δὲν ὑπέγραψαν, ὅσοι δὲν συνέπεσε νὰ ἦναι μέλη Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι ἡ σύστασις καὶ κατάργησις Πρωτοδικείων καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς δικαιοδοσίας Πρωτοδικείου καὶ Εἰρηνοδικείου εἶναί τι ὀλιγώτερον σπουδαῖον τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; ὅτι ἡ κατάργησις ἑνὸς Ταμείου δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ μετάδοσις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνιστᾶν καὶ καταργεῖν Πρωτοδικεῖα;
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσωρινὸν μέτρον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσωρινὸν μέτρον, λέγει ὁ κ. βουλευτής· ἀλλ’ εἶναι διαρκὲς τὸ μέτρον, διότι ὡς πρὸς τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ σήμερον, ὑπὸ ὅρους, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐνεργῇ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῇ συμπράξει ἑτέρας ἐξουσίας. Ἀπεξεδύθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ἀπεξεδύθη ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, συμπραττούσης καὶ τῆς δικαστικῆς. Ἔχομεν ὅμως ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπεξεδύθη ὑπὲρ μόνης τῆς ἐκτελεστικῆς, ἔχομεν τὴν σύστασιν Γυμνασίων καὶ Ἑλληνικῶν σχολείων, καὶ λέγουσιν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι δίδεται ἓν μέσον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως βραβεύῃ τοὺς φίλους, ὅπως ἐκφοβίζῃ τοὺς ἐναντίους. Καὶ ἡ σύστασις Γυμνασίου ἔν τινι πόλει εἶναι μικρότερον βραβεῖον τῆς διατηρήσεως ἢ καταργήσεως Ταμείου; Δὲν ὑπάρχει, ὡς εἶπον, βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετασχὼν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὑπέγραψε νομοθέτημα, μεταδίδον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαῦτα δικαιώματα· ἀλλ’ οἱ Κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα ὑπέγραψαν, σήμερον ἀξιοῦσιν, ὅτι χειραφετοῦνται ἀπὸ τῆς πολιτικῆς διὰ τοῦτο θεωροῦσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ὑπέγραψαν, ὡς ἀντισυνταγματικά, ὡς ὑποτάσσοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καί, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὡς τερατώδη. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναζητήσωμεν ἐν ἄλλοις νομοθετήμασιν, ἐν νομοθετήμασι περὶ ἄλλων θεμάτων, τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ ἀρχαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶναι αἱ πάντοτε κρατήσασαι. Αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας πρὸ ὀλίγου, ἀφοῦ ἀπεκάλεσε τερατώδεις τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἀνέγνω νόμον τοῦ 1878, ἀποδεικνύοντα, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀρχαί, αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περὶ δημοτικῆς διοικήσεως, περὶ εἰσπρακτόρων, αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἐπεκράτουν κατὰ τὸ 1878, ἄλλων κυβερνώντων, συμπραττόντων δὲ μετὰ τῶν τότε κυβερνώντων καὶ ἑτέρων βουλευτῶν ἐκ τῶν προαγορευσάντων, οἵτινες συνέπεσε νὰ μὴ συμμετέχωσι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοθέτημα τοῦ 1878 τί ἐκανόνιζε;
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προσωρινὸν ὅλως διόλου.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσωρινὴ ἀντισυνταγματικότης. Ὥστε ἐννοεῖτε, κ. βουλευτὰ ἐκ Λακωνίας, ὅτι ἡ ἀντισυνταγματικότης ἔχει σημασίαν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, μόνον ὅταν θὰ διαρκέσῃ περισσότερον τοῦ μηνός, τοῦ ἔτους, τῶν δέκα ἐτῶν; δὲν γινώσκω ἕως ποῦ ὁ κ. βουλευτὴς θέτει τὸ ὅριον τὸ χρονικόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει τὸ ἀντισυνταγματικόν, καὶ πέραν τοῦ ὁποίου δὲν τὸ ἐπιτρέπει. Ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα τοῦ 1878 τί ἐκανόνισεν; Ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσιν, ἐν περιστάσεσιν ὅμως, ἃς ἠδύνατο αὐτὴ νὰ δημιουργῇ, — καὶ ἠδύνατο νὰ τὰς δημιουργῇ πάντοτε, διότι τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἶναι ἀπόλυτον ἐν χερσὶ τῆς Κυβερνήσεως, — εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν περιστάσεσιν, ἃς δύναται νὰ δημιουργῇ πάντοτε, ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα. Καὶ περὶ τίνος ἄλλου πρόκειται ἐδῶ; Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορά τις, αὕτη συνίσταται εἰς τὴν χορήγησιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου πλειόνων ἐγγυήσεων· ἀντὶ νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναθέσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, τὰ ἀναθέτει εἰς ὑπάλληλον, περιβαλλόμενον διὰ πλειόνων ἐγγυήσεων, μὴ δυνάμενον κατὰ νόμον νὰ διορισθῇ ἐκ τῶν ἐντοπίων, εἰς ὑπάλληλον, λαμβάνοντα χορήγημα σπουδαιότερον καὶ προαγόμενον εἰς ὑψηλοτέραν περιωπήν. Κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρει τὸ νομοθέτημα, τὸ σημερινόν, ἀπὸ τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1878. Ἡ ἐπίκρισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς οὐδὲν ἄλλο περιεστράφη ἢ εἰς ταῦτα. Τὸ νομοθέτημα, λέγουσιν οἱ ἐπικρίνοντες, δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὸ κακόν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κανονίζηται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων τῶν ὑποταμιῶν καὶ αἱ περιφέρειαι τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν. Εἴπομεν, ὅτι ἐπετρέπετο, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἄνευ τῆς νομοθετικῆς συμπράξεως, νὰ κανονίζηται ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων, νὰ κανονίζηται ἡ περιφέρεια αὐτῶν, ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ ἡ περιφέρεια αὐτῶν ἄνευ τῆς νομοθετικῆς συμπράξεως· ἐπιτρέπεται ὡς πρὸς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νὰ συνιστῶνται καὶ νὰ καταργῶνται θέσεις παρὰ μόνης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἐνταῦθα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ τοιοῦτο δικαίωμα, χορηγούμενον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ τὸ δικαίωμα περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τῆς καταργήσεως θέσεων ταμιῶν. Πᾶς ταμίας θέλει εἶσθαι διωρισμένος εἰς θέσιν νενομοθετημένην· πρόκειται μόνον περὶ καταργήσεως θέσεών τινων ἐκ τῶν νενομοθετημένων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τῶν ὑποταμιῶν, ἠμφισβητήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑποταμίου πρέπει νὰ ἀφομοιωθῇ μᾶλλον πρὸς τὴν θέσιν τοῦ εἰσπράκτορος, παρὰ πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ταμίου. Βεβαίως δὲν εἶναι ὁ ὑποταμίας εἰσπράκτωρ, ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως καὶ ταμίας. Ἄρα πρὸς τὰ τοῦ εἰσπράκτορος, ἢ πρὸς τὰ τοῦ ταμίου, ἀφομοιοῦνται μᾶλλον τὰ καθήκοντα αὐτοῦ; Βεβαίως πρὸς τὰ τοῦ εἰσπράκτορος. Ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσπράκτορος; Εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ ταμίου τὰ σπουδαιότερα, δηλαδὴ ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Αὕτη ἀνατίθεται εἰς τὸν ὑποταμίαν, ἀλλὰ συνάμα μετ’ αὐτῆς τῷ ἀνατίθεται καὶ μικρὸν μέρος ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεφυλάσσετο εἰς ἑαυτὸν ὁ ταμίας, ὅταν παρεῖχεν εἰς τὸν εἰσπράκτορα τὰ τῆς εἰσπράξεως, τουτέστι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβλέψεως, καὶ ἡ εὐθύνη. Τὸ καθῆκον ὅμως τὸ κυριῶδες εἶναι τὸ τοῦ εἰσπράκτορος, προκειμένου δὲ περὶ εἰσπρακτόρων, ἡ ἰσχύουσα παρ’ ἡμῖν νομοθεσία ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾶν καὶ καταργεῖν τὰς θέσεις τῶν εἰσπρακτόρων. Ἑπομένως, προκειμένου περὶ συστάσεως θέσεων, αἵτινες, καὶ ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἀφομοιοῦνται σχεδὸν πρὸς τὰς τῶν εἰσπρακτόρων, εἶναι φυσικὸν νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου, ὅπως κανονίζονται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης παρ’ ἡμῖν νομοθεσίας τὰ τῶν εἰσπρακτόρων. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὰ ἐν τῷ ά. ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 1ου. Τὰ ἐν τῷ βʹ. ἐδαφίῳ, τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς δημοτικοὺς εἰσπράκτορας, πόθεν ὑπηγορεύθησαν; Ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῆς πείρας, ἐκ τῆς ἀποτυχίας τοῦ μέχρι τοῦδε κρατοῦντος συστήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ἀντιφάσκων πρὸς ἑαυτὸν, σᾶς εἶπε: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι ἀπέτυχε τὸ σύστημα τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἀφοῦ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ οὐδὲν ἔχει σήμερον δικαίωμα; Πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ἀπεῤῥοφήθησαν, ὡς λέγει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὑπὸ τοῦ ταμίου.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας: ποῖος εἰσπράττει; εἰσπράττει ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ; Οὐχί· ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ὀνόματι εἶναι εἰσπράκτωρ, πράγματι δὲ εἰσπράκτωρ εἶναι ὁ ταμίας, διότι ὁ ταμίας, κατὰ νόμους, πολλοὶ τῶν ὁποίων προετάθησαν ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὁ ταμίας εἰσπράττει μετὰ τῶν δημοσίων φόρων καὶ τοὺς δημοτικούς. Τί ἀπέμεινε, λέγει ὁ κ. βουλευτὴς, εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα; ἀπέμειναν αἱ εἰσπράξεις τῶν μισθωμάτων· ἀνάξια λόγου ταῦτα, καὶ ταῦτα δύνασθε νὰ θεωρήσητε, ὅτι δικαιολογοῦσι τὴν κατάργησιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ, ἀφοῦ κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, οὐδὲν συμφέρον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὰ μισθώματα, καὶ δὲν δύναται νὰ μὴ τὰ εἰσπράξῃ, διότι, ἐὰν δὲν τὰ εἰσπράξῃ, εἶναι συνυπεύθυνος. Ὥστε περὶ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, ὡς ὀργάνου αὐτοτελοῦς, ὡς ὀργάνου ἔχοντος αὐτοβουλίαν, εἶναι περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα. Ἀλλ’ ὅταν δὲν πρόκειται περὶ ὀργάνου, ἔχοντος αὐτοβουλίαν, ὅταν πρόκειται περὶ ὀργάνου, τοῦ ὁποίου πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν ἀπεῤῥόφησαν οἱ νόμοι, οἱ προταθέντες ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας καὶ ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, ὅταν πρόκειται περὶ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον κατέστη ἐντελῶς ἀσήμαντον ἐν τῇ διοικήσει τῆς πολιτείας, κατὰ τί πρόκειται περὶ δημοτικῶν ἐλευθεριῶν; Τὸ ὄργανον τοῦτο, εἴτε ὑπὸ τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς διορίζεται, εἴτε ὑπὸ τῆς διοικητικῆς, ἀφοῦ οὐδεμίαν πλέον ἐνασκεῖ εἰσπρακτορικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τί δύναται νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν, οὕτως ἢ ἄλλως διοριζόμενον;
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ παραδέχεσθε αὐτό;
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συζητῶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας· τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μου τὰς γνωρίζετε, διότι ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν θέλω νὰ ἀποδείξω ἀντιφάσκοντα πρὸς ἑαυτὸν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, μὴ ἀναμιγνύητε τὴν ἰδικήν μου γνώμην.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε τοῦτο.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ὁ κ. Καραπάνος.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λέγητε, ὅτι μὲ ἀποδεικνύετε ἀντιφάσκοντα.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ἐγὼ εἶπον περὶ δημοτικῶν εἰσπρακτόρων καὶ ἐν γένει περὶ χρηματικῆς διαχειρίσεως, εἶναι, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ κανονίζηται ἀνεξαρτήτως, ὄχι μόνον τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς διοικήσεως, ὅτι ἡ διαχείρισις ἡ χρηματικὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι μηχανή, ὡς εἶπον χθές· τοῦτο ἠξίωσα ἐγώ, καὶ εἰς τοῦτο διαφωνῶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις τὴν διαχείρισιν θεωρεῖ, ὡς συστατικὸν τῆς διοικήσεως, ὡς συστατικὸν καὶ τῆς πολιτικῆς.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς ἔχει σήμερον.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, συνδέσαντες τὰ τῆς διαχειρίσεως πρὸς τὰς ἐλευθερίας τὰς δημοτικάς, ἀποδεικνύει, ὅτι φρονεῖτε, ὅτι πρέπει ἡ διαχείρισις νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν διοίκησιν τὴν δημοτικήν, εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν δημοτικήν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ διαχείρισις, εἴτε ἡ δημοτική, εἴτε ἡ διοικητική, πρέπει νὰ ἦναι αὐτοτελὴς καὶ κεχωρισμένη ἀπὸ τῶν κυβερνώντων, εἴτε τὰ τοῦ Κράτους εἴτε τὰ τοῦ Δήμου, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἰδέα ἡ συνταγματική, ἡ ἀπαιτήσασα, ὅπως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον συγκροτῆται ἐξ ἰσοβίων μελῶν. Ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ πρόκειται περὶ διαχειρίσεως, καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως θέλει τὸ Σύνταγμα ἐμπεπιστευμένην εἰς σωματεῖον, μὴ ἐξαρτώμενον ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο προσέτι πλὴν τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἄλλη ἡμῶν νομοθεσία ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἡ νομοθεσία ἡ ἐπιβάλλουσα ἰδίας εὐθύνας εἰς τοὺς ταμίας, διότι ὁ ἔχων ἰδίαν εὐθύνην δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν διώρισεν. Ἡ ἀρχὴ, ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἀρχὴ, ἡ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ περὶ εὐθύνης τῶν δημοσίων ὑπολόγων καὶ τῶν ταμιῶν ἰδίᾳ, αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀρχὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὰ περὶ χρηματικῆς διαχειρίσεως, καὶ ὄχι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠθέλησεν ἐντεῦθεν νὰ ἐξάρῃ, τουτέστιν ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποταγῆς τῆς διαχειρίσεως εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ὡς στοιχείου τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν. Ὅταν παραδεχθῆτε, ὅτι τὰ τῆς διαχειρίσεως εἶναι στοιχεῖον τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, ἐξ ἀνάγκης πρέπει τὴν διαχείρισιν νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Ὅταν δὲ παραδώσωμεν τὰ τῆς διαχειρίσεως εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἔχομεν τὴν ἀποτυχίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον βλέπομεν πανταχοῦ εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως.
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἐφαρμόζοντες ἐπὶ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀδικεῖτε τοὺς Δήμους, θέλοντες νὰ ἐφαρμόσητε εἰς αὐτοὺς τοιαύτην ἀρχήν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀντιτάσσεται κατὰ τοῦ μέτρου, ὅτι ἐφαρμόζοντες ἀρχὴν κακὴν ἐν τῇ δημοσίᾳ διοικήσει, ἀδικοῦμεν τοὺς Δήμους, μὴ ἐφαρμόζοντες τὴν αὐτὴν κακὴν ἀρχὴν καὶ ἐν τῇ δημοτικῇ διοικήσει. Ἀλλὰ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας δὲν θεωρῶ στηριζομένας ἐπὶ τὴν ἴσην διανομὴν τῶν ὀλεθρίων μέτρων· αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναί τι ὅλως ἀνεξάρτητον ἀπὸ τῆς καλῆς, ἢ κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι ἀποτελοῦσι δικαίωμα τῶν Δήμων ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, ἀνήκουσιν εἰς τοὺς Δήμους, δὲν δύναται δὲ νὰ κανονισθῇ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ δικαίωμα τῶν Δήμων, ὡς ἐκ τῆς καλλιτέρας ἢ χείρονος διοικήσεως. Ὁ Δῆμος ἔχει, ἢ δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ἰδίων; Κατ’ ἐμὲ, ἐνῷ ἔχει δικαίωμα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἰδίων, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς διαχειρίσεώς του πρὸς τὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Δήμου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὅπως τὰς ἀρχὰς αὑτοῦ ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ τῆς διαχειρίσεως ἀνήκουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν δημοτικὴν, καὶ ὅτι ἀφαιροῦντες ἡμεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπὸ τῆς ἐγχωρίου πολιτικῆς τὸ τοιοῦτο δικαίωμα, παραβλάπτομεν ὑπάτην συνταγματικὴν ἀρχήν. Εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν ἐντελῶς, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ χειραφετήσῃ, οὐχὶ πλέον τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ τὴν διαχείρισιν ἀπὸ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἂν ἦτο δυνατὸν, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως ὁμιλήσας, νὰ ἐνηργεῖτο ἡ διαχείρισις, οὐχὶ διὰ προσωπικοῦ, ἀλλὰ διὰ μηχανῆς, τοῦτο θὰ ἐπροτίμων· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· ὑπάρχει ἀνάγκη διορισμοῦ προσώπων· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἡ ἐπιδιωκομένη τί ἐπάγεται; ἐπάγεται, ὅπως τὸ πρόσωπον τοῦτο διορίζηται, ὅσον ἔνεστι, κατὰ τρόπον, μὴ ἐξαρτῶντα τὴν ἐκλογὴν ἐκ τῶν τοπικῶν φατριῶν. Ἐνομίσαμεν, ὅτι τοῦτο ἐξασφαλίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν μὴ ὅλως ἐπαρκῶς, βεβαίως ὅμως ἐπαρκέστερον ἢ διὰ τοῦ νῦν κειμένου συστήματος, διότι τοῦτο μόνον, ὅτι, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, θ’ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις εἰς πρόσωπον, μὴ ἀνῆκον εἰς τὸν Δῆμον, παρέχει ὀφθαλμοφανῶς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι μᾶλλον ἀνεξάρτητον ἐκ τῶν τυπικῶν πραγμάτων τὸ διοριζόμενον οὕτω πρόσωπον. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς τὸν Δῆμον ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, διότι, καὶ ἂν ἤθελε, καὶ ἂν ἐπέβαλλε τοῦτο ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐζήτει εἰσπράκτορα ἐκτὸς τοῦ Δήμου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν εὕρῃ. Ὅπως ἔχει ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὰ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ὁ εἰσπράκτωρ θὰ ἦναι ἐξ ἀνάγκης ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Δήμου, ἐνῷ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, τουτέστιν ὁ δημόσιος εἰσπράκτωρ, ὁ ἀναλαμβάνων τὰς δημοτικὰς εἰσπράξεις, ἐξ ἀνάγκης δὲν θ’ ἀνήκῃ εἰς τὸν Δῆμον, διότι τοῦτο ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, πολεμούμενον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, οὐχὶ καθ’ ἑαυτὰς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσιν, ἀφοῦ ἡ ἀρχὴ ἀποδεικνύεται σύμφωνος πρὸς πάντα τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, ἔπρεπε νὰ γίνῃ παραδεκτὸν παρ’ ὅλων. Δὲν ἐλπίζω νὰ γίνῃ παραδεκτὸν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐσύστησαν εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ χειραφετηθῶσιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς· ἀλλὰ δὲν ἐλπίζω τοῦτο, διότι γινώσκω, ὅτι οἱ ταῦτα ζητοῦντες, οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσιν ἢ νὰ ὑποτάξωσι τὰ πάντα εἰς τὴν πολιτικήν. Ἐπειδὴ δὲ συζητοῦμεν ἤδη ἐν δευτέρᾳ ἀναγνώσει, ὑποβάλλω τροπολογίας τινὰς, ἵνα τυπωθῶσι πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως. Ἡ πρώτη τροπολογία ἀφορᾷ, εἰς τὸν μὴ διορισμὸν ἐντοπίων ὑποταμιῶν, διότι, ὡς εἶπον χθὲς, τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν λέγει περὶ τούτου, ἡ δὲ σιωπὴ, ἀφοῦ οἱ ὑποταμίαι μᾶλλον ἀφομοιοῦνται πρὸς τοὺς εἰσπράκτορας, παρὰ πρὸς τοὺς ταμίας, ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἐπαγομένη τὴν ἄδειαν τοῦ διορισμοῦ ἐντοπίων, τὴν ἄδειαν τὴν κατὰ νόμον, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν κατ’ ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου, διότι κατὰ ταύτας δὲν ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς ἐν τοῖς ἰδίοις Δήμοις τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Ταύτην τὴν ἀρχὴν, τὴν τῶν ἐγκυκλίων, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νόμῳ. Ὡς πρὸς τοῦτο δύναταί τις ἴσως νὰ ἐπιζητήσῃ πλείονα ἐγγύησιν, δύναται νὰ θεωρήσῃ μὴ ἐπαρκῆ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἐντοπίων, τῶν ἐκ τοῦ Δήμου μόνον, δύναται νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ ἐγγύησις πρέπει νὰ ἐπεκτείνηται ἐπὶ παντὸς τοῦ νομοῦ. Ἂν τοιαύτη ἦναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι προετίμησα ἐν τῇ συντάξει τῆς τροπολογίας τὴν ἄλλην ἰδέαν, ἐκ τοῦ φόβου, μὴ δὲν εὑρεθῶσιν εὐκόλως ὑποταμίαι ἐκτὸς τοῦ νομοῦ. Τὸ ἄρθρον διετυπώθη οὕτως. (Ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΜʹ. τῆς 11 Νοεμβρίου 1875 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ὑποταμιῶν, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τοὺς περιλαμβανομένους ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ ὑποταμίου δήμους.» Προτείνω ὡς δευτέραν τροπολογίαν ἄρθρον, καθ’ ὃ χορηγοῦνται εἰς τοὺς εἰσπράκτορας καὶ ποσοστὰ πρόσθετα, προκειμένου περὶ εἰσπράξεων κατωτέρων τῶν διακοσίων δραχμῶν, τὰ δὲ ποσοστὰ ταῦτα αὐξάνουσι κατὰ κλίμακα, ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσπραττόμενα εἶναι ὀλιγώτερα· τουτέστι, προκειμένου περὶ ποσοῦ κάτω τῶν 10 δραχμῶν, τὸ πρόσθετον ποσοστὸν, προτείνω, ὅπως ἀνέρχηται εἰς 5%, κάτω τῶν 20 δραχμῶν, εἰς 4%, κάτω τῶν 50 δραχμῶν, εἰς 3%, κάτω τῶν 100 δραχμῶν, εἰς 2%, καὶ κάτω τῶν 200, εἰς 1%, διότι προκειμένου περὶ εἰσπράξεως ἐλαχίστων ποσῶν, 5 ἢ 10 δραχμῶν, ἂν δὲν δοθῇ ποσοστὸν σπουδαῖον, τὸ ἐκ τῆς εἰσπράξεως ποσοστὸν θὰ ἦναι τόσον εὐτελὲς, ὥστε δὲν ὑπάρχει συμφέρον πρὸς τὴν εἴσπραξιν. Προτείνω προσέτι καὶ ἕτερον ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ὅπως κανονισθῇ στολὴ διὰ τοὺς εἰσπράκτορας πρὸς ἀσφαλῆ διάκρισιν αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 103).
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον σαφῶς καὶ ἁπλῶς ἐκθέτω τὰς ἰδέας μου, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι δὲν ἔγινα καταληπτὸς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀγορεύων πρὸ ὀλίγης ὥρας ἐντεῦθεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα εἰς δύο τινά· πρῶτον, διότι ἐπεκαλέσθην τὸν νόμον τοῦ 1878, ἐνῷ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν ἦναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιόν του, εἶναι ἐπίσης ἀντισυνταγματικὸς, καὶ δεύτερον, διότι παρέστησα τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ὡς ὄν τι ἄχρηστον ἐν τῷ Δήμῳ καὶ μὴ ἔχον οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡ κατάργησις τῆς θέσεώς του οὐδεμίαν βλάβην ἐπιφέρει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δήμου, οὐδὲ προσθέτει πλεονέκτημά τι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ἀνέφερον τὸν νόμον τοῦ 1878, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δυνάμει αὐτοῦ προσωρινῶς ἀνετίθεντο τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, ὁ δὲ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικὸς, διότι εἶναι νόμος ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ψηφισθεὶς, πλήρης καὶ αὐτοτελής, μὴ ἀντιβαίνων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτοῦ ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀναπληρώσεως εἰσπράκτορος παυθέντος, ἀποθανόντος ἢ ἕνεκεν ἄλλου λόγου ἐλλείποντος, καὶ πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἀναπληρώσεως αὐτοῦ μέχρι τοῦ κατὰ τὸν νόμον διορισμοῦ καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως νέου δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Ἀπέθανεν εἷς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ἢ ἀπελύθη, ὅπως συνειθίζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ν’ ἀπολύῃ σωρείαν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, ἢ παρεπέμφθη εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἐφυλακίσθη· πρέπει νὰ μένῃ ἡ θέσις του κενή; Βεβαίως ὄχι. Πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς ὡρισμένον τι πρόσωπον ἡ ὑπηρεσία αὕτη, μέχρις οὗ διορισθῇ ὁ διάδοχός του. Ἐπρόκειτο λοιπὸν καὶ πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἀναπληρώσεως τῆς κενῆς θέσεως τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος παρ’ ἄλλου ὀργάνου, καὶ τὸ κενὸν τοῦτο συνεπλήρωσεν ὁ νόμος τοῦ 1878, κανονίσας τὸν τρόπον τῆς προσωρινῆς ἀναπληρώσεως διὰ δημοσίου εἰσπράκτορος· εὐθὺς ὅμως συγκαλεῖται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τριῶν ὑποψηφίων διὰ τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ θεμελιώδους νόμου περὶ συστάσεως τῶν Δήμων καὶ δημοτικῆς διαχειρίσεως. Ὥστε δὲν ἕπεται, ὅτι, ἐὰν ἦναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἰσχυρίσθην, εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ὁ νόμος τοῦ 1878, εἰς τὸν ὁποῖον συνέπραξα ἀληθῶς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐγὼ παρέστησα τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα ὡς ἄχρηστον ὄν, ὡς μὴ ἔχοντα ἐξουσίαν τινὰ, διότι αὕτη τῷ ἀπεῤῥοφήθη πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ νομοθετημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ συμμετέσχον ὡς Ὑπουργός. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, καὶ ἂν θέλῃ, δὲν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξασκήσῃ ἐμπαθῶς καὶ φατριαστικῶς τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ, διότι τοὺς μὲν λιανικοὺς φόρους εἰσπράττει τὸ δημόσιον Ταμεῖον συγχρόνως μετὰ τῶν δημοσίων, ὁ δὲ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ εἰσπράττει τὰ δημοτικὰ μισθώματα, τὰ ὁποῖα, εἰς τοὺς μεγάλους μάλιστα Δήμους, ὡς εἶναι ὁ τῶν Ἀθηνῶν, τῆς Σύρου, τῶν Πατρῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ ἄλλοι πρωτεύοντες Δῆμοι, ἀνέρχονται εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ περιπλέον ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἔχει τὸ μέγιστον καθῆκον, νὰ ἐξαργυρόνῃ τὰ ἐντάλματα τῶν δικαιούχων, χωρὶς νὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι οὗτοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἀπόστασιν πολλῶν ὡρῶν εἰς τὰ Ταμεῖα καὶ Ὑποταμεῖα τοῦ Πρωθυπουργικοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἀπαντῶσι τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, μέχρις οὗ ὑποταχθῶσιν εἰς τὸ κόμμα. Αὐτὰ ἰσχυρίσθην, καὶ ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς παρ’ ἐμοῦ δῆθεν λεχθέντα. Βεβαίως ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἀνήκει εἰς κόμμα, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τῆς Δημαρχίας, δηλαδὴ οἱ δικαιοῦχοι τοῦ δημοτικοῦ Ταμείου, ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα, ὥστε δὲν ἔχει ἀφορμὴν ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ἀφοῦ ἀνήκει καὶ αὐτὸς εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα, νὰ ἐνασκήσῃ φατριαστικῶς καὶ καταχρηστικῶς τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ. Αὐτὸ εἶπον, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἔτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι οἱ ὑποταμίαι, οἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του συνιστώμενοι, εἶναι εἰσπράκτορες ἁπλοῖ, καὶ ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διορίζονται οἱ εἰσπράκτορες, κατὰ τὸν αὐτὸν δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ οἱ ὑποταμίαι· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ σήμερον συζητούμενον, δίδει δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἄπειρα εἰς τοὺς ὑποταμίας, πρὸ πάντων τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ παρέχει δικαίωμα εἰς τοὺς ὑποταμίας, νὰ προτείνωσιν ὑπ’ εὐθύνην των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸν διορισμὸν εἰσπρακτόρων. Λοιπὸν, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ὑποταμίαι νὰ ἰσοδυναμῶσι μὲ τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ προκαλῶσι τὸν διορισμὸν δημοσίων εἰσπρακτόρων; Ἐθεώρησα καθῆκον νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι μὲ συνέλαβεν ἀντιφάσκοντα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, καὶ ἐστήριξεν ἐν πολλοῖς τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν εἶπον.
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς παρετηρήσατε, πρὸς δικαιολογίαν τῆς διὰ Β. Διατάγματος συστάσεως τῶν Ὑποταμείων, οὐδένα ἄλλον λόγον ἐπρότεινεν ἢ ὅτι οἱ ὑποταμίαι ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς εἰσπράκτορας. Ἐὰν ἐπροτείνοντο ἕτεροι λόγοι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἠδυνάμην νὰ συναινέσω εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ προβληθέντος ἰσχυρισμοῦ, δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω. Οἱ ὑπάρχοντες εἰσπράκτορες διορίζονται παρὰ τοῖς ὑπάρχουσι Ταμείοις, τῶν ὁποίων ἡ ἕδρα, ἡ περιφέρεια καὶ ὁ ἀριθμὸς εἰσὶ διὰ νόμων ὡρισμένα, οἱ δὲ εἰσπράκτορες διορίζονται νὰ ὑπηρετῶσι παρὰ τοῖς Ταμείοις ἐκείνοις, τὰ ὁποῖα διὰ νόμου εἰσὶ συστημένα, τῶν ὁποίων ἡ περιφέρεια ἐπίσης ὑπὸ τοῦ νόμου διεγράφη καὶ ἡ ἕδρα ὡρίσθη. Εἶναι λοιπὸν συμπληρωματικοὶ ὑπηρέται τοῦ ταμίου, τῆς Ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὥρισε καὶ προσδιώρισεν ὁ νομοθέτης. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως διὰ Β. Διατάγματος θὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ὑποταμείων, ἡ ἕδρα ἑκάστου Ὑποταμείου, ἡ περιφέρεια αὐτοῦ, καὶ ἡ ἔκτασις, ἐντὸς τῆς ὁποίας δύναται νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του ὁ ὑποταμίας. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὑποταμίας εἶναι ἐντεταλμένος τὴν εἴσπραξιν. Ἀλλά, μήπως ὁ ταμίας δὲν εἶναι ἐντεταλμένος τὴν εἴσπραξιν; Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑποταμίου εἶναι ἐντελῶς ἐξομοιωμένη μὲ τὴν θέσιν τοῦ ταμίου, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ ταμίας εἶναι ἐντεταλμένος συγχρόνως καὶ τὴν πληρωμὴν, ἐνῷ ὁ ὑποταμίας μόνον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐνεργεῖ ταύτην. Ἑπομένως ἡ σύστασις τοιαύτης Ἀρχῆς εἶναι καθαρῶς νομοθετικὴ πρᾶξις. Ἐὰν ὑπάρχωσι λοιπὸν ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ τοιοῦτον δικαίωμά της, καὶ νὰ μεταβιβασθῇ δι’ ἁπλῆς ἐντολῆς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἂς προταθῶσιν, ὅπως ἐκτιμηθῶσιν· ἄλλως, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δικαιοῦται, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ ἐξασκήσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει. Ἑπομένως, Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχει αὕτη δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῆς συστάσεως τῶν Εἰρηνοδικείων· ἀλλ’ ἐκεῖ ὁ νόμος ἀνέθηκε μὲν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ συγχρόνως συμπράττει καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, καὶ δὲν δύναται μόνη ἡ ἐκτελεστικὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ σχηματισμοῦ Εἰρηνοδικείων, ἐνῷ ἐνταῦθα παρέχεται ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ βούλησιν νὰ ἐνεργήσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄλλο παράδειγμα, τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ὅστις ἔδωκεν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ Πρωτοδικεῖα ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχὲς, διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς κατεπειγούσης ἀνάγκης εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, κατὰ δὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὰ ἅπαξ συστηθέντα διὰ Β. Διατάγματος Πρωτοδικεῖα δὲν δύνανται νὰ καταργηθῶσι σήμερον διὰ Β. Διατάγματος.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν δύνανται, ἀφοῦ ἅπαξ συνεστήθησαν, καθόσον ἡ κατάργησις θέλει ἔχει συνεπείας ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν, αἵτινες νομοθετικῶς μόνον δύνανται νὰ κανονισθῶσι.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι δύνανται.
§77ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἄλλως τε, ὅταν ἀπεφασίσθησαν ταῦτα διὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἐπεβάλλοντο ὑπὸ μιᾶς ἀνάγκης ἐκτάκτου καὶ κατεπειγούσης, ἐπεβάλλοντο ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται νὰ καταργήσωμεν νόμους λειτουργοῦντας, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς νέας ὀργανικὰς μεταῤῥυθμίσεις.
§78ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ μᾶς προμηθεύσητε ἕνα ἕτερον Κώδικα, διότι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ παίζουσι καὶ κρατοῦσι τὸν κομισθέντα.
§79ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λάβετέ τον, Κύριε βουλευτά.
§80ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ παρευρεθῶ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἣν προεκάλεσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὑπολαμβάνω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, οὐ μόνον ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλω κληθῆ νὰ δώσω μετ’ ὀλίγον, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἵνα ὑποστηρίξω δόγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἐθεώρησα ὀρθὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἐν τῷ μέλλοντι ὀφείλω νὰ ἐξυπηρετῶ. Τινὲς κατέκριναν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὡς ἔργον μελέτης πονηρᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ἡ ἐπιτυχία πολιτικῶν σκοπῶν· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔργον ὑπηρεσιακὸν, ἢ ὡς κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι ὡρισμένου κλάδου τῆς ὑπηρεσίας συνέταξαν καὶ παρέδωκαν αὐτῷ, οὗτος δ’ εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἀναγνώσας αὐτὸ, ἐσχημάτισα αὐτὴν τὴν γνώμην, περὶ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε λόγον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνεγνώρισα, ὅτι εἶναι ἔργον ἀνθρώπων, οἵτινες κινούμενοι ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ ἐπιτύχωσιν εἰδικοῦ τινος σκοποῦ, δὲν ἠδύναντο νὰ συναρμολογήσωσι τὸν πόθον τοῦτον μὲ τοὺς γενικοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν δημοσίαν διοίκησιν. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν ἐμελέτησεν ἀποχρώντως τὸ κατασκεύασμα τοῦτο, διότι, ἂν ἤθελε μελετήσει αὐτὸ, ἤθελε βεβαίως λησμονήσει, ὅτι εἶναι Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, καὶ ἤθελεν ἐνθυμηθῆ, ὅτι εἶναι πολίτης καὶ πολιτευόμενος καὶ δὲν ἤθελε ζητήσει νὰ παραχωρηθῇ τοιαύτη καὶ τοσαύτη ἐξουσία εἰς τὴν νομοτελεστικὴν Ἀρχὴν, ἥτις εὐτυχῶς δὲν εἶναι κληρονομία δι’ οὐδένα, καταλειφθεῖσα αὐτῷ ὑπὸ τοῦ πατρός του, ἀλλὰ περιέρχεται εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀποκτῶσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ, ὅτι, εὐθὺς ὡς καταγνωσθῶσι τὰ πλημμελήματα, τὰ ἐγκείμενα ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ, θέλει φροντίσει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτὰ, ἵνα μὴ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Κώδικι τῶν νόμων τῆς πατρίδος διατάξεις, μελλούσας, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἔχωσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ κανονίζον τὴν σύστασιν μιᾶς νέας Ἀρχῆς, τῆς τῶν Ὑποταμείων, δέν μοι φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παρέστησαν αὐτὸ, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάζῃ τὴν πρὸς κατασκευὴν νόμων ἐξουσίαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων καὶ ὁσάκις αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ κατασκευάσῃ τὰ νομοθετήματα πλήρη καὶ ἐπαρκῆ πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων, δι’ ἃς καλεῖται νὰ νομοθετήσῃ, διότι δύναται νὰ ἐρευνήσῃ προσηκόντως τὰς σχέσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἂν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦναι ἀντισυνταγματικαὶ, εἶναι ὅμως ἀντικοινοβουλευτικαὶ, διότι παραχωροῦσιν ἐξουσίαν τοσαύτην εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅσης δὲν ἔχει αὕτη ἀνάγκην πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων, ἃς τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ γνωρίζῃ, ἐν τίσιν ἐπαρχίαις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ Ἀρχὴ τοῦ ταμίου, ἐν τίσιν ἐπαρχίαις δὲ εἶναι ἀνάγκη ἡ ὑπηρεσία αὕτη ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἓν ἢ δύο πρόσωπα, ἑκάτερον τῶν ὁποίων νὰ λάβῃ μίαν μερίδα τῶν καθηκόντων τοῦ ταμίου. Ὅταν δὲ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύνηται νὰ ἔχῃ πλήρεις τὰς πληροφορίας ταύτας, οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ προβάλῃ ταύτας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ζητήσῃ νὰ νομοθετηθῇ ἡ θέσις ταμιῶν ἢ ὑποταμιῶν ἐν ταῖς ὡρισμέναις ταύταις ἐπαρχίαις. Μεταβίβασις δὲ τοῦ δικαιώματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοιαύτη γενικὴ καὶ ἀπόλυτος, ὡς ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβαλλομένη, εἶναι ἀληθὴς σπατάλη τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἑκάστη τῶν ἐν τῷ Κράτει ἐξουσιῶν πρέπει νὰ ᾖναι ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων της, καὶ νὰ διαφυλάττῃ ταῦτα, μὴ μεταδιδοῦσα εἰς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν ἐκ τούτων ἢ τόσην μερίδα, ὅσην ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν νὰ παραχωρήσῃ. Ὅλα τὰ περαιτέρω λεχθέντα ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν σύστασιν Ὑποταμείων, ἦσαν, μοὶ φαίνεται, ἐν οὐ δέοντι, ἵνα μὴ εἴπω, μὴ σπουδαῖα. Δέν μοι φαίνεται σπουδαῖον νὰ ἐρευνηθῇ, πρὸς τίνα ὑπηρέτην προσομοιάζει ὁ συνιστώμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑποταμίας, διότι τὸ νομοσχέδιον προσδιορίζει, ποῖα ἔχει καθήκοντα, καὶ τῶν καθηκόντων τούτων ἡ γνῶσις ἀποδείκνυσι πρὸς ποίαν Ἀρχὴν ὁμοιάζει. Ἤθελεν εἶσθαι δὲ πολὺ τολμηρὸν, νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι προσομοιάζει πρὸς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, ὅστις εἶναι ἁπλοῦς ὑπηρέτης, μὴ ἔχων ἢ τὴν ἐπιμέλειαν τῆς εἰσπράξεως, καὶ ὄργανον ὂν τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαταγῶν τοῦ ταμίου, ὅστις δὲν μεταδίδωσιν αὐτῷ τὸ καθῆκον νὰ εἰσπράξῃ τὰ δημόσια ἔσοδα, ἀλλὰ παραδίδωσιν ἁπλῶς κατάλογον ὡρισμένων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐντέλλεται αὐτῷ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ σημειούμενα, ὡς ὀφειλόμενα παρ’ αὐτῶν, ποσά. Ὁ ὑποταμίας, ὃν πρόκειται νὰ συστήσῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ταμίας, ἀσχολούμενος εἰς τὴν εἴσπραξιν μόνον τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διὰ τοῦτο εἰς αὐτὸν συγκεντροῦνται ὅλοι οἱ τίτλοι τοῦ Δημοσίου, πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τούτων, καὶ αὐτὸς ἀσχολεῖται εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς διαχειριστὴς δημοσίων χρημάτων. Ἐπίσης δέν μοι ἐφάνησαν σπουδαῖαι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ παραβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς διατάξεις ἄλλας, αἵτινες εὑρίσκονται ἐν τῇ διοικητικῇ νομοθεσίᾳ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου, ἀναιρέσας τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ παραστήσας, ὅτι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα προέβαλε, δὲν ἔχουσι κοινόν τι πρὸς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Καὶ ἀληθῶς, οὐδὲν ἔχει κοινὸν ἡ διάταξις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἡ ἀνατιθεῖσα εἰς τὸν βασιλέα τὴν σύστασιν δικαστηρίων, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἡ διάταξις ἐκείνη ἐξεδίδετο, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ὑπῆρχον ἐν ταῖς αὐταῖς χερσίν, ὁ δὲ Βασιλεὺς μόνος ἐνομοθέτει τότε, ὡς νῦν νομοθετεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεύς. Δέν μοι ἐφάνη σπουδαία ὡσαύτως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, περὶ ἀναλογίας διατάξεως, ὑπαρχούσης ἐν ἑτέρῳ νόμῳ περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείων, καὶ ἴσως ἤθελον παλιλογήσει, ἐπαναλαμβάνων ὅσα ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶπεν. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παραλίπω, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ἔχει οὐδὲ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μνημονευθέντος νόμου τοῦ 1878, περὶ προσωρινῆς ἀναπληρώσεως τῶν χηρευουσῶν θέσεων τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων κατὰ τὴν βραχεῖαν διάρκειαν, καθ’ ἣν μέλλουσι νὰ διατελέσωσι κεναὶ αἱ θέσεις, μέχρις οὗ διορισθῇ νόμιμος αὐτῶν ὑπηρέτης. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον διετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ Ὑπουργείου· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος δύναται νὰ θεωρηθῇ κατά τι πλημμελὴς, διότι ὑπῆρχε τρόπος, τὸν ὁποῖον πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ δημοσία διοίκησις, περὶ πληρώσεως τῶν ἕνεκα τυχαίου συμβεβηκότος χηρευουσῶν θέσεων τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων, οὐδ’ ἦτο ἀναπόφευκτον ν’ ἀνατεθῇ εἰς δημόσιον λειτουργὸν ὑπηρεσία, ἀνήκουσα εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν, ἀλλοτρίαν τῆς δημοσίας διοικήσεως. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων μοὶ φαίνονται τὰ μάλιστα σπουδαῖαι. Ἐὰν τὰ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων εἶχον πλημμελῶς, ἐὰν ἀταξίαι κατὰ τὴν λογοδοσίαν αὐτῶν παρετηροῦντο, ἡ νομοθεσία περιέχει ἐπαρκεῖς διατάξεις πρὸς καταστολὴν τῶν τοιούτων καταχρήσεων καὶ πρὸς διάσωσιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, καὶ οὐδαμῶς δικαιολογεῖται ἡ κατασκευὴ νομοθετήματος, δι’ οὗ ν’ ἀφαιρῆται ἀπὸ τῶν Δήμων τὸ δικαίωμα τοῦ διαχειρίζεσθαι τὰ δημοτικὰ χρήματα, καὶ νὰ ἀνατίθηται εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργούς. Ἀλλὰ τέλος πάντων, καὶ ἂν ἀπῃτεῖτο νομοθετικὴ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοτικῶν χρημάτων, προσῆκε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, περιλαμβάνον τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀναγκαίας πρὸς διάσωσιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων ἀπὸ τῶν κακῶν διαχειριστῶν, ἵνα οὐ μόνον συζητηθῇ ἐν εὐρύτητι καὶ ἐπαρκῶς, ἀλλὰ καὶ ἐφελκυσθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ διατάξεων, σκοπουσῶν τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ Δήμων. Ὁ νόμος περὶ Δήμων δὲν εἶναι νόμος ἐπουσιώδης καὶ κοινός. Δι’ αὐτοῦ ἐδημιουργήθη ἡ διοικητικὴ μονὰς, ἡ ὑπηρετοῦσα τὴν δημοσίαν διοίκησιν καὶ τὴν Πολιτείαν, καὶ τοὺς πολίτας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Δήμου καὶ ὄντας μέλη τῆς μονάδος ταύτης. Ἡ δημοσία διοίκησις ὀφείλει χάριτας πρὸς τὴν δημοτικὴν, διότι ἀπαλλάσσει ταύτην ὀχληρῶν μεριμνῶν καὶ δαπανῶν, εἰς ἃς ἤθελεν ὑποβληθῆ, ἂν αὐτὴ ἀνελάμβανε τὴν διοίκησιν καὶ αὐτῆς τῆς μικρᾶς μονάδος τῆς διοικήσεως. Ἡ νομοθεσία δὲ ἡμῶν κατέστησε τὴν μονάδα ταύτην αὐτοτελῆ, καὶ παρέσχεν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς αὐτοτελείας ταύτης. Ὑπάρχει διάταξις ρητὴ ἐν τῷ νόμῳ περὶ Δήμων, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ παρεμβάλλῃ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ Δήμου. Καὶ τοῦτο εἶναι ἡ βάσις τοῦ παρ’ ἡμῖν δημοτικοῦ συστήματος. Ἡ Ἀντιβασιλεία, ἥτις ἐκυβέρνα καὶ ἐνομοθέτει, καθ’ ὃν χρόνον πᾶσα ἡ ἐξουσία ὑπῆρχε συγκεντρωμένη εἰς χεῖρας τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς, ἀνέγραψε τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἤθελεν εἶσθαι τὰ μάλιστα λυπηρὸν, ἂν ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν κρατοῦσιν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ, ἀρνηθῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν δημοτικὴν ἐξουσίαν τὰ μέσα, δι’ ὧν πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοποὺς αὑτῆς καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της πρὸς ἑαυτήν. Ὁ νόμος περὶ Δήμων, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ Δήμου, παρέσχεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ ποίας ἔχει ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ θεραπεύσῃ, καὶ νὰ προσδιορίζῃ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, καὶ νὰ προσδιορίζῃ προσέτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον θέλει ἀντλήσει ἐκ τῶν πόρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι προσδιώρισαν, παρασχόντες αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ ἀντλῇ ἐξ αὐτῶν τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Ἂν ἀπὸ τὸν Δῆμον ἀφαιρέσητε τὰ δικαιώματα ταῦτα, παρακωλύετε τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ καὶ καθιστᾶτε αὐτὸν δέσμιον καὶ ὑποτελῆ. Ἐγὼ μάλιστα φρονῶ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ νομοθετήσητε· φρονῶ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος ὑπὸ τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς εἶναι λείψανον θεωριῶν περὶ δημοτικῆς διοικήσεως, αἵτινες πλέον δὲν ἰσχύουσιν, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 κατήργησε τὰς θεωρίας ταύτας, καὶ ἀπεδέξατο ἄλλας. Πράγματι, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1863 ἀφέθη εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ προσδιορίζωσι διὰ τῆς ἰδίας ψήφου ἐκεῖνον, ὅστις θέλει ἀναλάβει τὴν διοίκησιν τοῦ Δήμου, οὐδαμῶς δὲ νὰ ἀναμίγνυται εἰς τὰ περὶ τούτου ἡ Βασιλικὴ Ἀρχὴ, ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀνάρμοστον, νὰ μὴ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὸν Δῆμον, ἵνα προσδιορίσῃ τὸν εἰσπράκτορα, τὸν ὁποῖον κρίνει κατάλληλον, ἀλλὰ νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως αὐτὴ προσδιορίσῃ τὸ κατάλληλον νὰ διαχειρισθῇ τὰ δημόσια χρήματα πρόσωπον. Νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ δημοτικοῦ ἀστυνόμου πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν Δῆμον, διότι ἀποδέχομαι τὴν θεωρίαν, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, ἀνατεθειμένον εἰς τοὺς Δήμους, ἀλλὰ δημοτικὸν, ἐγκείμενον εἰς τὴν φύσιν τοῦ Δήμου. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν Δῆμον νὰ ἐκλέγῃ τὸν Δήμαρχον, τὸν διοικητήν του, αὐτὸς δὲ, ὡς τοιοῦτος, ἐνασκεῖ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ὅπου δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ ἀστυνομία, πρὸς τί νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸς, ἂν καλὸς ἢ κακὸς ἦναι ὁ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἐνδεικνύμενος διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα; Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι καὶ τὰ δύο μέρη ταῦτα τοῦ νομοσχεδίου χρήζουσιν ἀναθεωρήσεως. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἔργον ἀνθρώπων, οἵτινες δύνανται νὰ ἀνυψωθῶσιν ὑπεράνω τῆς ἀτμοσφαίρας τοῦ γραφείου τοῦ ὑπαλλήλου, τοῦ λόγου δὲ τούτου ἕνεκα ἀπεδέχθην ὡς ἀκριβῆ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦτο προσδοκῶ, ὅτι θέλει διαγνωσθῆ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, καὶ θέλουσιν ἐπενεχθῆ ἐπ’ αὐτοῦ τοιαῦται τροποποιήσεις, ὥστε νὰ κριθῇ ἀληθῶς συντελοῦν πρὸς βελτίωσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἢ τῶν δημοτικῶν χρημάτων. Προτρέπω δ’ ὑμᾶς, νὰ μὴ θελήσητέ ποτε νὰ εἰσαγάγητε δόγματα, ἀντιβαίνοντα εἰς τοὺς πολυτίμους θεσμοὺς τῆς χώρας, ἢ παρακωλύοντα τὴν κίνησιν τῆς δημοτικῆς ζωῆς. Ἐὰν ὅμως δὲν ἤθελε συμβῆ τὸ τοιοῦτον, βεβαίως θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ψηφοφορήσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ποιοῦμαι ὅμως μίαν παρατήρησιν, πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον, ὅτι τὰ λεχθέντα περὶ δημοτικῆς πολιτικῆς, ἢ περὶ πολιτικῆς τοῦ Δήμου καὶ περὶ πολιτικῆς ζωῆς τῶν Δήμων, δέν μοι ἐφάνησαν σπουδαῖα. Ὁ Δῆμος δὲν εἶναι πολιτικὴ μονὰς, οὔτε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν πολιτικὴν, ἢ νὰ κρίνῃ περὶ ταύτης, ἢ περὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Πάντα ταῦτα, ἄν ποτε συνέβησαν, ἦσαν ἐκτροπαὶ, τὰς ὁποίας ὑπηγόρευσε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ φιλαρχία, δὲν εἶναι ὅμως δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Δῆμοι. Ὑπάρχουσι μάλιστα παραδείγματα καταστολῆς τῶν τοιούτων παρεκτροπῶν. Ἑπομένως δὲν δύνανται οἱ Δῆμοι νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικήν. Πρὸς τοῦτο ὅμως δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν γνώμην, ἢ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον τὰ ἄτομα ἐν τῷ Δήμῳ, οὗτος ἢ ἐκεῖνος τῶν δημοτῶν ἔχει περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς πατρίδος του. Ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ πάντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ πολιτεύωνται, καὶ πάντες ὀφείλουσι νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τῆς τύχης τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των, οὐδόλως ἄπορον, μάλιστα ἀναγκαῖον εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἕκαστος τῶν δημοτῶν νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, καὶ ἂν ὁ δημότης οὗτος συμβῇ νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν, οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἐπικρίνῃ αὐτὸν, ἂν ἔχῃ γνώμην ἢ φρόνημα πολιτικόν. Ἀλλὰ φοβεῖσθε τὴν πολιτικὴν γνώμην τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ δημότου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰσπράκτωρ, ἢ ἀστυνόμος, ἢ δήμαρχος; φοβεῖσθε τὴν γνώμην τοῦ δημότου τούτου ἢ ἐκείνου, καὶ ζητεῖτε νὰ ἀπογυμνώσητε τὸν Δῆμον ἀπὸ δικαίωμα συμφώνως μὲ τὴν αὐτοβουλίαν αὐτοῦ, καὶ προσφεύγετε εἰς ὄργανα τῆς διοικήσεως, διὰ νὰ ἀναθέσητε εἰς αὐτὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δήμου; Καὶ ποίαν ἔχετε ἐμπιστοσύνην, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως δὲν θέλουσι καὶ ταῦτα ποιήσει χρῆσιν τῆς ἐξουσίας των κατὰ τὸ φρόνημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ἀποδέχονται; Ἢ μήπως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχωσι γνώμην, ἢ φρόνημα, περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των; Καὶ μάλιστα, ἂν ὁ δημότης, ἢ τὸ ὄργανον τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἔχῃ πολιτικὸν φρόνημα, ἢ γνώμην, περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη εἶναι γνώμη προσποιητὴ, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται ὡς ἀντάλλαγμα παροχῆς τινος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἡ πολιτικὴ, παρεχώρησεν εἰς αὐτὸν, ἐνῷ τὸ ὄργανον τῆς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον σπεύδετε νὰ ἐμπιστευθῆτε κατὰ προτίμησιν, καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην, ἔχει ἴσως αὐτὴν, οὐχὶ εἰλικρινῶς, ἀλλὰ κατὰ προσποίησιν, διὰ νὰ εὐαρεστῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διώρισαν αὐτὸν ὑπάλληλον, ἢ διατηροῦσιν αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ὅταν πιθανὸν ἦναι, οὗτοι νὰ ἰδιοποιῶνται γνώμας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι, διὰ νὰ ἦναι εὐάρεστοι εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ἰσχύουσαν, πῶς ἐμπιστεύεσθε αὐτούς, ὅτι θέλουσι διαχειρισθῆ ὑπηρεσίαν ἀμερολήπτως, καὶ περισσότερον ἀμερολήπτως ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀνήκει καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὴν ἀφαιρεῖτε; Βεβαίως ὑπάρχουσι νόμοι, τοὺς ὁποίους πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ μεγάλης προσοχῆς, ἵνα μὴ εἴπω εὐλαβείας, νὰ θίγῃ, διότι μεταβολαὶ ἐλάχισται αὐτῶν ἀνατρέπουσι πολλάκις ὁλόκληρον σύστημα κρατοῦν, καὶ ἐπάγουσι διὰ καθολικωτέρων ἀνατροπῶν ζημίας, πολὺ μείζονας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὑποθέτουσιν οἱ ψηφίζοντες τοὺς τοιούτους νόμους.
§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου. Εἶχον πρὸ καιροῦ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία οὐδέποτε, δι’ οὐδένα λόγον, δικαιοῦται νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἑαυτῆς ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑπεστήριξα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ νομοθετικὴ, ἢ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συνέστησαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι συγχρόνως καὶ καθήκοντα ἀνεπίδεκτα μεταβιβάσεως. Τοῦτο δὲ διακρίνει, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα ἀπὸ τῶν δημοσίων, ὅτι, ἐκεῖνα μὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ὁ δικαιοῦχος κατὰ τὸ δοκοῦν, παραιτούμενος αὐτῶν, ὅταν θέλῃ, τὰ δὲ δημόσια δικαιώματα ἐνέχουσι καὶ στοιχεῖον ὑποχρεώσεως, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ αὐτὰ, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεπίδεκτα ἐκποιήσεως καὶ μεταβιβάσεως. Εἶπον καὶ ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν γνώμην μου, ὅτι, οὔτε ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὰ ἑαυτοῦ καθήκοντα εἰς ἑτέραν ἐξουσίαν, οὔτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὰ ἑαυτῆς εἰς ἄλλην, οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ τὰ ἑαυτῆς, καὶ ὅτι ἑκάστη ἐξουσία δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ ἀπαραμείωτον τὸ ἀνατεθειμένον αὐτῇ ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς γνώμης ταύτης, κύριε Πρόεδρε, εἶχον σκοπὸν ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος παρέστησεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἁπλῶς περὶ ἐνδείξεως ὑπερμέτρου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ θέσις, ἣν κατέχω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Ἱλαρότης ἐν τῇ Ἀριστερᾷ).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ἄρθρον πρῶτον. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, ἂν μέχρι τοῦδε ἐφευρέθη ἡ μηχανὴ, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, αὐτομάτως καὶ ἀμερολήπτως ἐνεργοῦσα, νὰ δύναται νὰ συλλέξῃ τὰ χρήματα, ἅτινα πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσιν, εἴτε διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, εἴτε διὰ λογαριασμὸν τῶν Δήμων, καὶ μετρήσῃ ταῦτα ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται νὰ δοθῶσιν, ἐπειδή, λέγω, δὲν γνωρίζω, ἂν ἐφευρέθη τοιαύτη μηχανὴ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θεωρεῖ ὡς τοιαύτην τὰ ὄργανα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργοῦσι σήμερον οἱ θεσμοί, οἱ διέποντες τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅπως τοὐλάχιστον σωθῇ ἡ ἀρχὴ, ἣν ὑπεστήριξα, εἶναι ἀνάγκη τροποποιήσεως τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου πρώτου. Διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω δὲ ἐπὶ τοῦ βήματος, προτείνω συγχρόνως καὶ σχετικὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 5. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 104). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται, ὡς ἔχουσι, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ, εἰς βʹ. συζήτησιν).
§85ΤΙΝΕΣ. Πάρα κάτω.
§86ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί πάρα κάτω; Εἶναι ὀγδόη καὶ ἡμίσεια ἡ ὥρα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§88ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε προηγγέλθη ἡ συζήτησις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ, εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως προκαλέσῃ τὴν σύνταξιν πινάκων κατ’ ἐπαρχίας, δήμους καὶ χωρία, εἰ δυνατόν, ἐν οἷς νὰ ἐμφαίνωνται κατ’ ὄνομα τὰ πρόσωπα τὰ ἀφεθέντα ἐκ τῶν φυλακῶν συνεπείᾳ πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης, ὡς καὶ τὰ ποσὰ, δι’ ἃ ἐκρατοῦντο, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐφηρμόσθη ἡ κατ’ εἰσήγησίν μου περὶ τῶν ἀκτημόνων διάταξις, ἧς ἡ κατάργησις ζητεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δὲν γνωρίζω, ἂν οἱ πίνακες οὗτοι συνετάχθησαν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν, ἂν ἡ διάταξις ἡ ἐπαναγαγοῦσα τὴν ἰσχὺν τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν καθυστερημάτων τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δυστυχῶς, καθὼς πληροφοροῦμαι τὴν στιγμὴν ταύτην, οἱ πίνακες οὗτοι δὲν συνετάχθησαν, ἑπομένως δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν τῷ ὄντι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ὑπηγόρευσε τὴν ἐκ νέου νομοθέτησιν μιᾶς τῶν σκληροτέρων διατάξεων τοῦ περὶ εἰσπράξεων τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου, ἥτις εἶχε καταργηθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1885.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησίς σας δὲν μοὶ διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν τὴν εἴχετε ἐγγράφως καταθέσει. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τινὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ζητεῖτε ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραττόμενον κατ’ ἔτος ἐκ τοιούτων ὀφειλῶν. Ἰδού· κατὰ τὸ 1885 εἶχον εἰσπραχθῆ 380 χιλ. δραχμαὶ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, κατὰ τὸ 1884, λειτουργοῦντος τοῦ νόμου, 607 χιλ., ἐνῷ κατὰ τὸ 1883, πρὸ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, 286 χιλ. τὸ 1882 145 χιλ. τὸ 1881 130 χιλ. τὸ 1880 171 χιλ. καὶ τὸ 1879 49 χιλιάδες. Τουτέστιν ἡ αὔξησις εἶναι ἀπὸ 147–130 χιλ. εἰς 607 χιλ. δραχμῶν.
§90ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πληροφορία αὕτη δύναται νὰ ἦναι κατά τι ἐνδεικτικὴ, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις, ὅτι ἡ αὔξησις προῆλθεν ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης. Ἑπομένως ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται ἀκεραία, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προσκομίσῃ τὴν ζητουμένην πληροφορίαν, ἵνα κρίνωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συζητουμένης διατάξεως, ἥτις ἐμπεριέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν, ἀφοῦ συνταχθῶσιν οἱ πίνακες οὗτοι, ἀποδειχθῇ, ὅτι τὰ ποσὰ, τὰ ὀφειλόμενα παρ’ ὀφειλετῶν ἀπολυθέντων συνεπείᾳ πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης, εἶναι ἐλάχιστα καὶ ἀνάξια λόγου, νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἐντεῦθεν ἡ ἀναβίωσις νομοθετικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι δρακοντεία, καὶ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης.
§91ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διατυπώσατέ την ἐκ νέου, διότι τῳόντι εἶναι χρήσιμος ἡ πληροφορία, ἣν ζητεῖτε.
§92ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω διατυπώσει· μόλον τοῦτο τὸ πράττω ἐκ νέου: «Πόσοι ὀφείλεται τοῦ Δημοσίου φυλακισθέντες ἀπελύθησαν τῶν φυλακῶν συνεπεία πιστοποιητικοῦ ἀκτημοσύνης, καὶ διὰ ποῖα ποσὰ ἐκρατοῦντο, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐλειτούργησεν ὁ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης νόμος»,—ἵνα τὸν ὀνομάσω οὕτω.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θὰ βραδύνῃ πολύ.
§94ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐζήτησα ἐγκαίρως.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς τὸ ἐζητήσατε, πάλιν θὰ ἦτο ἀδύνατον.
§96ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπὸ δύο Ταμεῖα ἄν δοθῶσι πληροφορίαι, εἶναι ἀρκεταί.
§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα προσέτι τότε καὶ ἑτέραν πληροφορίαν, ἥτις θὰ ἐχρησίμευε πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, τουτέστι πόσοι ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ ἀπὸ πόσου καιροῦ κρατοῦνται σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ διὰ τίνα ποσά. Ἐὰν εἴχομεν τὴν πληροφορίαν ταύτην, θὰ παρετηρεῖτε φαινόμενον, ἄξιον νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχήν σας. Ὑπάρχουν, Κύριοι, ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς φυλακὰς καὶ διὰ ποσὰ οὐχὶ μεγάλα, ἀλλὰ δι’ 80, 100, 90 ἢ 150 δραχμὰς, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται ἐν αὐταῖς πρὸ πολλῶν μηνῶν καί τινες πρὸ ἐτῶν· κατεδικάσθησαν π. χ. ὑπὸ τῶν Πλημμελειοδικείων εἰς 15 ἡμερῶν φυλάκισιν, ἐξέτισαν τὴν ποινήν των καὶ κάθηνται δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἐλάχιστον ἐπὶ πολλοὺς μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς. Ἔχω τοιαύτην σημείωσιν ἐκ τοῦ Ταμείου Πατρῶν περὶ 10 καταδίκων, κρατουμένων ἐπὶ ἓν καὶ δύο ἔτη, σηπομένων εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὸ χρέος των τὸ μικρὸν πρὸς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο, ἐκτὸς τῆς σκληρότητος καθ’ ἑαυτὴν, ἔχει καὶ ἄλλα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶσι παρ’ ἐμοῦ. Διὰ νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον τὰς 80 δραχμὰς, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ λάβῃ, συλλογισθῆτε πόσα δαπανᾷ, συλλογισθῆτε τὰ κακὰ καὶ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας πάσχει ἡ οἰκογένεια τοῦ κρατουμένου· στερεῖται ἡ ποίμνη τοῦ ποιμένος της, ἡ γῆ τοῦ καλλιεργητοῦ της, καὶ ἀπορφανίζεται μία οἰκογένεια, ἐπερχομένης τρισμεγίστης βλάβης, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτοὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι πιστοποιητικά;
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδυνήθησαν, εἴτε διότι κατάγονται ἐκ μεμακρυσμένων Δήμων, εἴτε διότι οἱ Δήμαρχοι δὲν παρέχουσιν αὐτοῖς πιστοποιητικὰ, ἢ ἐξ ἀμελείας, ἢ καὶ ἐκ κομματικῆς ἀντιθέσεως, εἴτε διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔχωσι πενιχράν τινα καλύβην, ἢ ἀσήμαντόν τινα ἀγρόν. Ἑπομένως τὸ γράμμα τὸ στενὸν τοῦ νόμου, ἀπαιτοῦντος νὰ μὴ ἔχῃ ὁ ὀφειλέτης οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους κινητὴν ἢ ἀκίνητον περιουσίαν, ἐμποδίζει τὸν Δήμαρχον νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικόν.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λοιπὸν θὰ κάμωμεν; θ’ ἀφήσωμεν ἀπροστάτευτα τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου;
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τοῦτο, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀλλαχοῦ ἔγκειται ἐν πλειοτέρᾳ δόσει τὸ κακόν. Ἡ μελέτη ἡ μικρὰ, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων, δὲν εἶναι τόσον ἀπελπιστικὴ, οὐδ’ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν παρατηρουμένην παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχήν σας, καὶ ὅπερ δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν μέριμναν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι οὐχὶ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ἀλλ’ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βεβαιωθῶσι διὰ πλήρους καὶ εὐσυνειδήτου βεβαιώσεως. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν πλειότερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τουτέστι τῆς βεβαιώσεως· διότι, Κύριοι, ὅσῳ αὐξάνομεν τὴν φορολογίαν καὶ καθιστῶμεν σκληροτέρους καὶ τραχυτέρους τοὺς νόμους περὶ εἰσπράξεων, τόσῳ περισσότερον δίδομεν ἀφορμὴν καὶ αὐξάνομεν τοὺς πειρασμοὺς, ὅπως ὑπεκφεύγωσιν οἱ πολῖται τὴν φορολογίαν, καὶ τὴν ὑπεκφεύγουσιν εἰς τὸ στάδιον τῆς βεβαιώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ, ἐν παραδείγματι, τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ζώων, κατὰ θετικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ δηλοῦται, ἡ δὲ ἀναλογία αὕτη τῆς παραλείψεως τῆς δηλώσεως αὐξάνει ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ φορολογία, ἢ καθίσταται τραχύτερος ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐφαρμόζονται οἱ νέοι καὶ βαρύτεροι φόροι ἐπὶ τῶν ζώων, ἐὰν αἱ ἐκ τούτων εἰσπράξεις ηὔξησαν καὶ κατὰ πόσον. Παρετηρήσατε τί συνέβη ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, κατὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας τοῦ 1886; τὰ ἔσοδα ἔφθασαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 170,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ 1885 μόλις εἶχον φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 70,000.
§102ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλο περὶ παιγνιοχάρτων, καὶ ἄλλο περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεσθε.
§103ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως διαφέρουσιν αἱ αἶγες καὶ τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ παιγνιόχαρτα (γέλως), ἀλλὰ τὰ παραδείγματα εἶναι σχετικώτατα, τὸ δὲ συμπέρασμα λογικόν. Ὅ,τι γίνεται ἐν τῇ βεβαιώσει τοῦ φόρου τῶν ζώων πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ σπουδαίως ὑπ’ ὄψει, διότι θὰ εὕρῃ τὰς πληροφορίας μου βασιμωτάτας καὶ ἀκριβεστάτας, καὶ ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, διότι εἰς τὸ στάδιον τοῦτο γίνονται αἱ μεγαλείτεραι καταχρήσεις· ἡ ἐνδοτικότης τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ βαρὺ τοῦ φόρου ἐπέτειναν τὸ κακὸν κατὰ τὴν βεβαίωσιν εἰς εὐρυτάτας διαστάσεις.
§104ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ εἰσπράξεως μερικῶν συναδέλφων, διότι, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Κρεστενίτου).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§107ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἐξακολουθήσω, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑποβολὴν τῶν παρατηρήσεών μου, τὴν ὁποίαν διέκοψεν ἡ περὶ μὴ ἀπαρτίας ἔνστασις, ὀφείλω νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν, εἰς ἣν ὑπέπεσα, ἐὰν εἶπον, ὡς τις συνάδελφος ἰδιαιτέρως μοὶ παρετήρησεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τῶν ἀδηλώτων ζώων ὑπερβαίνει τὸ διὰ τῶν δηλώσεων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου βεβαιούμενον. Δὲν εἶπον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ ὠφελοῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων μετὰ τῶν φορολογουμένων χωρικῶν συνεννοήσεων, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ὠφελοῦνται οἱ ἐπὶ τῆς ἀπαριθμήσεως ὑπάλληλοι, εἶναι ἀνώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττομένου συνεπείᾳ τῆς διὰ τῶν δηλώσεων βεβαιώσεως. Ἡ ἀναπτυχθεῖσα συναλλαγὴ καὶ ἡ πεποίθησις, ἡ ἐκ τῆς πείρας παρὰ τῶν χωρικῶν φορολογουμένων ἀποκτηθεῖσα, ὅτι εὐκόλως θὰ οἰκονομήσωσι τὰ πράγματα, εἴτε μετὰ τῶν ἀπαριθμητῶν, εἴτε μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, τοὺς ἐνθαῤῥύνει εἰς τὴν παράλειψιν τῆς δηλώσεως, ὥστε μόνον οἱ τίμιοι πολῖται, οἵτινες ἐννοοῦσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοὺς νόμους, οἵτινες θέλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη, αὐτοὶ μόνον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἐπιβαρύνονται καὶ πληρόνουσιν, οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέμαθον τὴν τακτικὴν τῆς ἐξοικονομήσεως, τὴν ὁποίαν ἀρκετὰ καλὰ τὴν διδάσκουσιν οἱ ὑπάλληλοί μας, αὐτοὶ μένουσιν ἀσύδοτοι. Πρέπει λοιπὸν, ὅταν ψηφίζωμεν φόρους, ὅταν ἐπιβάλλωμεν ποινὰς αὐστηρὰς, νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν εὐσυνειδήτων φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀθώαν συνήθειαν νὰ συμμορφόνωνται μὲ τοὺς νόμους καὶ νὰ πληρόνωσι τοὺς φόρους καὶ οἵτινες ἐνίοτε εὑρίσκονται εἰς χείρονα θέσιν ἀπὸ τοὺς παραβάτας φορολογουμένους ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐνοικιαστῶν, ἀκριβῶς διότι συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον καὶ παρέβησαν τὸν νόμον τῆς καταχρήσεως καὶ συναλλαγῆς, ἐξ οὗ αὐτοὶ ὠφελοῦνται. Ὅ,τι δὲ συμβαίνει ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, τὸ αὐτὸ συμβαίνει περίπου καὶ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν ἄλλων φόρων. Θὰ ἦναι λίαν ἁπλοῦς ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· καὶ διατὶ νὰ τὸ πράξῃ, ἀφοῦ δύναται μετὰ τῶν καταμετρητῶν μας νὰ ἐξοικονομήσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Καὶ θὰ ἐκπλαγῆτε, Κύριοι, ὅταν ἀκούσητε, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ ζύθου ἐν Πάτραις εἰσπράττει τὸ Δημόσιον τριάκοντα μόνον χιλιάδας δραχμῶν! Ὅστις γνωρίζει τὸ ποσὸν τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, τὸ παραγόμενον ἐν Πάτραις, θ’ ἀπορήσῃ τῷ ὄντι, πῶς εἶναι δυνατὸν τόσῳ μέγα ποσὸν νὰ διαφεύγῃ τὴν φορολογίαν· καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθές, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολλάκις εἶπον, ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἀπέτυχεν ἐντελῶς, καὶ διὰ τοῦτο παρασκευάζεται νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τούτου.
§109ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς λοιπὸν νὰ πολλαπλασιάσω τὰ παραδείγματα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς μεγάλης φορολογίας ἐλάχιστα εἰσπράττει, ἐνῷ οἱ ἔντιμοι πολῖται πολλὰ πληρόνουσι, διότι δυστυχῶς οἱ νόμοι οὗτοι συνετέλεσαν μᾶλλον εἰς τὸν πλουτισμὸν τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ ἐποπτεύωσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ἕνεκεν τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι αἰσθάνομαι θλίψιν διὰ τὴν κατάργησιν διατάξεως φιλανθρώπου καὶ δικαίας, οἵα ἐνομοθετήθη τὸ 1885, πρὸς τροπολογίαν τῆς ἀντιστοίχου διατάξεως, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῷ ΑΡΝΓʹ νόμῳ. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1884, σκοπῶν τὴν τροποποίησιν τῶν κειμένων διατάξεων τῶν περὶ εἰσπράξεως νόμων, εἶχε κανονίσει τὰ περὶ πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης οὕτως, ὥστε ὁ προσάγων τοιοῦτον ὀφειλέτης δὲν ἠλευθεροῦτο τῶν φυλακῶν, εἰμὴ μετὰ πάροδον οὐχὶ βραχέως χρόνου. Ἡ διάταξις αὕτη, ἐφαρμοσθεῖσα τότε, κατεδείχθη τυραννικὴ καὶ δρακοντεία, διότι ὄντως ἦτο διάταξις ἀποκλειστική, οὕτως εἰπεῖν, ἐφαρμοζομένη κατὰ τῶν πενήτων καὶ ἀπόρων· κατὰ τὸ 1885, δοθείσης εὐκαιρίας, κατηργήθη τῇ εἰσηγήσει μου ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἐπανῆλθον τὰ περὶ τῶν πιστοποιητικῶν ἀκτημοσύνης ὡς ἔκειντο νενομοθετημένα ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, τῷ περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων· νῦν θέλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ΑΡΝΓʹ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶχε λάβει φροντίδα περὶ τοῦ καταρτισμοῦ πινάκων, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡ κατάργησις τῆς σκληρᾶς ταύτης διατάξεως ἔβλαψε τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι, ἐὰν εἴχομεν τοὺς πίνακας, θὰ ἐπειθόμεθα, ὅτι εἶναι ἄδικον, δι’ ἀσήμαντον ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς ἀπόρους καὶ πτωχοὺς συμπολίτας μας εἰς τὴν πίεσιν, ἣν κατ’ αὐτῶν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ περὶ τούτου ἐπανέλαβον τοσάκις καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ αὖθις νὰ τὰ ἐπαναλάβω, μέχρις οὗ ψηφισθῇ εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τὸ ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνέπνευσε τότε τὴν θερμότητα νὰ ἐπιμείνω, τὸ αὐτὸ καὶ νῦν μὲ ἐμπνέει νὰ πολεμήσω τὴν ἀναβίωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἔχω ἀντιληφθῆ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουσιν ἐκεῖνοι, εἰς οὓς ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη· διότι πάσχουσιν ἐκ ταύτης οἱ ὄντως ἄποροι, διότι οὗτοι μόνοι καταφεύγουσιν εἰς τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, δι’ ἃ φοβερὰν εὐθύνην οἱ Δήμαρχοι ὑπέχουσιν, ἐὰν τὰ χορηγήσωσιν εἰς μὴ πραγματικῶς ἀπόρους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταργεῖ καὶ τὰ ἄρθρα 687 καὶ ἑπόμενα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τί περιέχουσι τὰ ἄρθρα ταῦτα καὶ ποῖαι διατάξεις καταργοῦνται· τὰ ἄρθρα ταῦτα προβλέπουσι τὴν περίστασιν τῆς παραχωρήσεως τῆς περιουσίας, ἀλλὰ διὰ τῆς καταργήσεως τούτων δὲν θὰ εἰσακούηται πλέον ὁ τίμιος ὀφειλέτης, ὁ ἀναγκασθεὶς ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του νὰ παραχωρήσῃ· πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ πεισθῇ τὸ Δημόσιον, ὅτι ὄντως εἶναι ἄπορος. Ὁ γνωρίζων τὸν θεσμὸν τῶν ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ καθιερωμένων περὶ παραχωρήσεως τῆς περιουσίας θέλει εὕρει, ὅτι ἀπαραίτητον στοιχεῖον, ὅπως ἀποδεχθῇ τὸ Δικαστήριον τὴν παραχώρησιν, εἶναι ἡ τιμιότης τοῦ ὀφειλέτου. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι πρὸς ἀπόδειξιν τῆς τιμιότητός του πρέπει νὰ μείνῃ 2 ἔτη ἐν τῇ φυλακῇ; Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῶν σκληρῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας. Δὲν νομοθετοῦμεν, Κύριοι, περὶ ξένων, ἂν καὶ πρὸς τοὺς ξένους ὀφείλωμεν νὰ ἔχωμεν αἰσθήματα φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν περὶ τῶν συμπολιτῶν μας καὶ δὲν πρέπει τόσον ἀπόνως καὶ ἀλογίστως νὰ ἀποφασίζωμεν περὶ αὐτῶν. Μή μοι εἴπετε καὶ πάλιν, ὅτι θ’ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου Ταμείου· διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι, ἐὰν καταστήσητε τὰς διατάξεις σκληροτέρας καὶ τραχυτέρας, θὰ εἰσπράξητε ἀκόμη περισσότερα. Ἐὰν νομοθετήσωμεν, ἀντὶ 2 ἐτῶν, οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου νὰ κάθηνται 10 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, ἂν ἐπιβάλωμεν ἔτι καὶ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου εἰς αὐτοὺς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ δυστυχὴς ὀφειλέτης τὸ πᾶν θὰ πράξῃ ἵνα οἰκονομήσῃ τὰ ὀφειλόμενα. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὴν μίαν μόνον ἔποψιν τοῦ ζητήματος, τὴν ταμιευτικὴν, πρέπει συγχρόνως ν’ ἀποβλέψητε καὶ εἰς τὴν ἑτέραν, ἂν τουτέστιν ἡ διάταξις ἦναι δικαία, ἂν ἦναι φιλάνθρωπος. Ὅταν τις ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι πτωχὸς, εἶναι δίκαιον νὰ τὸν βιάζωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ νὰ τὸν κρατῶμεν δωρεὰν εἰς τὰς φυλακὰς; Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν, διότι τῳόντι αἰσθάνομαι βαθέως τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τοιούτων νόμων, προωρισμένων νὰ καταπιέσωσι τοὺς συμπολίτας μας καὶ ἰδίως τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀπόρους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχομεν χρέος μετὰ περισσοτέρας δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας νὰ προσφερώμεθα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 7. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου, ταχθὲν ἄρθρον 7 ἐν τῷ ψηφιζομένῳ).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§113ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω. Ἕκαστος ἐλεύθερος εἶναι νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του· τοῦτο δὲ μόνον παρατηρῶ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ παρὰ τοῦ κ. Ῥάλλη θεωρηθεῖσαι, ὡς ἀντιβαίνουσαι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, καὶ αἱ διατάξεις, αἵτινες κατ’ αὐτὸν δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κώδικος, εἶναι ἀντιγεγραμμέναι ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου. Αἱ περὶ ἐπιτηδευμάτων διατάξεις, περὶ ὧν ὡμίλησε, καὶ τὰς ὁποίας εὗρε παραδόξους, αἱ συνδεόμεναι μετὰ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ ἐκμισθωτοῦ τῆς οἰκίας, σχετικῶς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, εἶναι ἀντιγεγραμμέναι ἐκ νόμου Γαλλικοῦ, οὐχὶ παλαιοῦ, ἀλλὰ τῆς Δημοκρατίας, ψηφισθέντος τὴν 15 Ἰουνίου 1880.
§115ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις ἀπὸ 15;
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θέλομεν καὶ ἡμεῖς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Γεροκωστοπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον Πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ν | Γεώργ. Μίλησης | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Σπ. Νοταρᾶς | |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Γεώργ. Κούστας | |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Σωτ. Δανόπουλος | |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Ἀναστ. Δημητριάδης | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Δημ. Πετρίδης | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ν | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | |
| Δ. Χατζόπουλος | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | ||
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ἀλοΐσιος Τόμαν | ||
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Νικ. Νομικός | Ν | |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | |
| Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν |
| Ἰωάν Ἀντωνόπουλος | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ν | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Νικ. Κρίσπης | Ν | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Κων. Κοσσονάκος | ||
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | |
| Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Ο | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | |
| Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Γιανν. Μαυρομιχάλης | ||
| Φωκίων Νέγρης | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | |
| Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | ||
| Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ν |
| Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| Νικ. Λεβίδης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | |
| Ὄθῶν Μακρυγιάννης | Α. Ἀστεριάδης | Ν | |
| Γ. Ροῦφος | ἀρν. | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν |
| Θάνος Κανακάρης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | ||
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Α. Φωτήλας | Ν | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Περ. Πεῤῥωτής | |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Δημ. Τζάνες | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Περ. Μποῦτος | ||
| Βασ. Βουδούρης | Ν | Παν. Σάκης | Ο |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Νικ. Παπαλέξης | |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | |
| Ν. Παπανικολάου | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Ο |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | |
| Κων. Σινέλης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | |
| Κων. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν |
| Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Γ. Τάκης | Ν |
| Νικόλ. Βασιλάκης | Ταρμπάζης | ||
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ν | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| Ἀνδρ. Ανν. Καβαλιεράτος | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν |
| Νικ. Βαλσαμάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | ||
| Γερ. Μουσούρης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | |
| Παν. Βενιεράτος | Δημ. Ζουλούμης | Ν | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Γεώργ. Κόρπας | Θεμιστ. Κανάρης |
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 77. Ἐκ τούτων 68 εἶπον Ναὶ, 8 εἶπον Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.—Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ λόγῳ τῶν συντάξεων χρέους τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ. συζήτησιν).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΑΤΝʹ. περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§121ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§123ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, Κύριε Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι πολὺ ἀργὰ, Κύριε Πρόεδρε.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ ¼ μ. μ.