| 1065 | Χαρ. Τρικούπης | Ν | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | |
| 1066 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | |
| 1067 | Γ. Σισμάνης | Ν | Ἔπ. Σακελλαρόπουλος | Ο | |
| 1068 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Μ. Γουλιμῆς | Ν | |
| 1069 | Μ. Ἰατρίδης | Ν | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ο | |
| 1070 | Δ. Χατζόπουλος | Ο | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ο | |
| 1071 | Γεώργ. Μίλησης | Θεόφ. Προβατᾶς | Ο | ||
| 1072 | Σπ. Νοταρᾶς | Ν | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν | |
| 1073 | Γεώργ. Κούστας | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ο | ||
| 1074 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἄγαμ. Μεταξᾶς | Ο | |
| 1075 | Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | |
| 1076 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Νικ. Βαλσαμάκης | Ο | |
| 1077 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ν | |
| 1078 | Δημ. Πετρίδης | Ο | Παν. Βενιεράτος | Ν | |
| 1079 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο | |
| 1080 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Γεώργ. Κόρπας | Ν | ||
| 1081 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | |
| 1082 | Χρ. Χριστόπουλος | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | |
| 1083 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν | |
| 1084 | Ἠλίας Φλέσσας | Ο | Νικ. Νομικός | Ν | |
| 1085 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν | |
| 1086 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | ||
| 1087 | Παν. Μανέτας | Ν | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | |
| 1088 | Ἰωάν Ἀντωνόπουλος | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | |
| 1089 | Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ν | ||
| 1090 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Νικ. Κρίσπης | Ν | ||
| 1091 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| 1092 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Κων. Κοσσονάκος | |||
| 1093 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Παπαμιχαλόπουλος | |||
| 1094 | Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| 1095 | Δημ. Γ. Ῥάλλης | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ο | ||
| 1096 | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 1097 | Φωκίων Νέγρης | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | |
| 1098 | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | Ο | ||
| 1099 | Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν | |
| 1100 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ν | |
| 1101 | Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | ||
| 1102 | Νικ. Λεβίδης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν | |
| 1103 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | ||
| 1104 | Ὄθων Μακρυγιάννης | Α. Ἀστεριάδης | Ν | ||
| 1105 | Γ. Ῥοῦφος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| 1106 | Θάνος Κανακάρης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν | |
| 1107 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| 1108 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| 1109 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| 1110 | Α. Φωτήλας | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| 1111 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ο | |
| 1112 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ο | |
| 1113 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Περ. Πεῤῥωτή | Ο | |
| 1114 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ο | Δημ. Τζάνες | Ο | |
| 1115 | Ν. Κουμανιώτης | Ο | Περ. Μποῦτος | ||
| 1116 | Βασ. Βουδούρης | Ν | Παν. Σάκης | Ο | |
| 1117 | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Νικ. Παπαλέξης | Ο | |
| 1118 | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | Ο | |
| 1119 | Ν. Παπανικολάου | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| 1120 | Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| 1121 | Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο | |
| 1122 | Κων. Σινέλης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | Ο | |
| 1123 | Κων. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| 1124 | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | ||
| 1125 | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| 1126 | Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| 1127 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν | |
| 1128 | Κωνστ. Βασιλάκης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| 1129 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Γ. Τάκης | Ν | |
| 1130 | Νικόλ. Βασιλάκης | Ν. Ταρμπάζης | Ν | ||
| 1131 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| 1132 | Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| 1133 | Θεόδωρος Γκίκας | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | ||
| 1134 | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν | |
| 1135 | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν | |
| 1136 | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ο | |
| 1137 | Νικόλ. Κοντογιάννης | Ο | Θεμ. Κανάρης | Ο |
1887.03.11
2.419 στίχοι · 18.424 λέξεις · 1 πίνακας · 85 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 11 Μαρτίου 1887.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9, 10 καὶ 11 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἐνῷ ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὰ Λεχαινὰ ἐργοστάσιον.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῇ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. (Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Ἀργυρόπουλος).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τηλεγράφημα ἐκ Κορώνης Π. Μπρατσίνη, παραπονουμένου, ὅτι συνελήφθησαν καὶ κρατοῦνται παρανόμως οἱ Δημ. Καραγιάννης καὶ Ν. Καντρέβας. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§6ΣΑΚΚΗΣ. Πρῶτον, κύριοι, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα παρὰ τῷ κ. ταμίᾳ, ἵνα διατάξῃ τὴν σύλληψιν τῶν πραγματικῶς ὀφειλόντων, διότι, μεροληπτικῶς φερόμενος, κατεδίωξε τοὺς ἐν τῷ τηλεγραφήματι ἀναφερομένους ἐνοικιαστάς. Μεταξὺ τῶν κυρίως ἐνοικιαστῶν εἶναι ἕτερος ἀντιπρόσωπος κόμματος ἰσχυροῦ, ὅστις ὅμως δὲν κατεδιώχθη· ἐδόθη δὲ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.—Δευτέραν ἐπερώτησιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν κατηγγέλθη ὁ δήμαρχος Ἐράνης, ὅτι κατακρατεῖ δραχμὰς 9,000, προωρισμένας διὰ πληρωμὴν τόκων τοῦ δανείου τοῦ δήμου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὡσαύτως, ἐὰν ἐδόθη ἡ καταγγελία αὕτη εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα, καὶ ποία ἐνέργεια ἐγένετο περὶ ταύτης. Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ ἤδη εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, ἔκρινα καλὸν, ὅπως παρουσιάσω πρότασιν νόμου, ἀναγκαζόμενος πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος διάγει σήμερον, ἕνεκα τῆς ἐν τῇ πολιτικῇ συναλλαγῆς. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν παρουσιάζεται τὸ πρῶτον ἤδη· παρουσιάσθη καὶ ἄλλοτε ὑπὸ ἐξόχου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐγένετο δεκτή. Οὐδεὶς, πιστεύω, ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν, ὅστις νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἐκλελυμένην πολιτικήν μας κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν, φρονῶ, πολὺ συνετέλεσεν ἡ φιλαρχία καὶ καινοδοξία. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τῶν κυβερνώντων τὸν τόπον, οὐδὲ τοὺς ἄλλοτε κυβερνήσαντας, ὅτι μόνοι συνετέλεσαν εἰς τὴν λυπηρὰν ταύτην θέσιν τῆς πολιτικῆς ἐξαχρειώσεως· πάντες ἔπταισαν καὶ πάντες πταίομεν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ εὕρωμεν τρόπον διορθώσεως τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, προέρχεται ἐκ τῆς συναλλαγῆς· ἐλπίζω δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα θέλει τύχει τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ παντὸς διαδεχθησομένου αὐτήν. Ὄχι διότι διὰ τῆς προτάσεως μου ταύτης δὲν θέλω νὰ μὴ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις φίλους εἰς δημοσίας θέσεις, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ καταστραφῇ ἡ ἐξαγορὰ τῶν συνειδήσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπαπειλεῖται διὰ τῶν παρανόμων πράξεων ἢ ἀπαιτήσεών της. Ἂς διοικῇ διὰ τῶν φίλων της, ἀλλ’ ἂς μὴ ἀγοράζῃ, ἀντὶ νὰ πείθῃ, τοὺς ἀντιπάλους της. Ἐπιθυμῶ νὰ καταστραφῇ ἡ διαφθορὰ τῶν συνειδήσεων τῶν ἐκλογέων καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἁγνότης τῆς ψήφου. Ἐκεῖνος δὲ ὁ νομοθέτης, ὅστις βαθύτερον κρίνει τὰ πράγματα καὶ εἰλικρινέστερον σκέπτεται περὶ τῆς ἠθικότητος τῶν Κυβερνήσεων, οὕτω δέον νὰ σκεφθῇ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν τοιαύτην πρότασίν μου. Ἐὰν δὲ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ὀφείλετε ἑκάστοτε εἰς τὰς κυβερνητικὰς παροχὰς τὴν τύχην σας καὶ τὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ παρουσίαν ὑμῶν, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θὰ στραφῶσι πολλάκις ἐναντίον σας. Ἐξακολουθοῦντες δὲ οὕτω κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, ἐρωτῶ, τί πολίτευμα ἔχομεν; τί Σύνταγμα εἶναι τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὴν νόθευσιν σήμερον ἀναβιβάζομεν εἰς δικαίωμα; Δὲν συνερχόμεθα ἐνταῦθα εἰς τὸ νὰ ἐπιψηφίζωμεν νόμους, ἐκμυζῶντας καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τοῦ Ἕλληνος χωρικοῦ, καὶ ἐξευρίσκωμεν τρόπους, ὅπως καθιστῶμεν αὐτὸν ὄν ἄνευ θελήσεως καὶ ἄνευ καρδίας. Ὑποστηρίζοντες λοιπὸν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σήμερον παρουσιάζω πρὸς ὑμᾶς, καὶ καθιστῶντες αὐτὴν νόμον, θέλετε ἐξαγάγει τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς βορβορώδους θέσεως, εἰς ἣν περιῆλθεν, ἕνεκα τῆς ἀσυνέτου μέχρι σήμερον πολιτικῆς μας. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὡς τελευταίαν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δέον νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν· δυνάμεθα δὲ νὰ τὸ πράξωμεν, ἀρκεῖ νὰ θελήσωμεν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83).
§7ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν παραπόνων τούτων καὶ ἐφαρμόσῃ γενικῶς τὸν νόμον, ἵνα μὴ γεννῶνται παράπονα. — Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. νομάρχην Μεσσηνίας τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη καὶ μετέφερε τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ δήμου Κορώνης. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὁ κ. νομάρχης ἐνήργησεν, ὄχι μόνον φατριαστικῶς, ἀλλὰ καὶ παρανόμως, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου παραπονοῦνται κατὰ τοῦ τροφοδότου. Θ’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ ἀπόστρατοι μουσικοὶ παρακαλοῦσι νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ψηφισθησομένου νόμου περὶ ἀρχιμουσικῶν.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω, νὰ διαβιβάσητε τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτήν, διότι εἶναι ἄδικον οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ν’ ἀποκλεισθῶσι τῶν εὐεργετημάτων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ εἰσαχθεὶς νόμος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ὁ ἀπολογισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς τῆς πρώτης συνόδου τῆς δεκάτης περιόδου. Ὡσαύτως ὁ τῆς ἐκτάκτου συνόδου τῆς αὐτῆς περιόδου. Θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 84 καὶ 85).
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπέβαλον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν πίνακάς τινας περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐν Ἑπτανήσῳ, ζητηθέντας. Ἤδη ὑποβάλλω συμπληρωματικούς τινας πίνακας, οἵτινες τυπωθέντες θὰ διανεμηθῶσιν. Ὑποβάλλω καὶ τὰς ἐκθέσεις τὰς παρεχούσας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἐφαρμοζομένων συστημάτων ὡς πρὸς τὴν διεκδίκησιν τῶν παραβιασθέντων δικαιωμάτων τῶν ἀξιωματικῶν· παρακαλῶ δέ, ὁ φάκελλος οὗτος, ἐπειδὴ κατατίθεται ἐν πρωτοτύπῳ, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκεῖ νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ οἱ κύριοι βουλευταί.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας βουλευτὴς κ. Μπασιᾶς ὑπέβαλε κατά τινα προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπερώτησιν περί τινος ποινικῆς ὑποθέσεως, ἐκκρεμοῦς παρὰ τῷ ἐν Σύρῳ ἀνακριτῇ καὶ ἀφορώσης εἰς καταδίωξιν προϊσταμένου τινὸς ἐκεῖ πιστωτικοῦ καταστήματος. Ὑποβάλλω ἐπὶ τούτου ἔγγραφα, ἀναφερόμενα εἰς τὰς λεπτομερείας μόνον ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται ν’ ἀνακοινῶνται εἰς τοιαύτας περιστάσεις.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι σιωπηλῶς ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ θέσωμεν ἐν πλήρει ἀργίᾳ τὰς ἐπιτροπάς. Παρατηρεῖτε, ὅτι κατατίθενται ἔγγραφα σπουδαιότατα, καὶ ἀντὶ νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιτροπαὶ καὶ διὰ τῶν ἐκθέσεών των νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν, αὗται δὲν ἐργάζονται, παρατήρησις δὲν γίνεται, ἡ Βουλὴ σιωπᾷ, καὶ σιωπηλῶς προβαίνομεν εἰς τὴν κατάργησιν αὐτῶν, ἅπασα δὲ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡμῶν περιστρέφεται εἰς τὸ, ἐὰν δέχηται ἢ δὲν δέχηται ἡ Κυβέρνησις τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀπαιτῆτε τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσκαλέσητε τὰς ἐπιτροπὰς, ἐὰν δὲ δὲν εἰσακουσθῆτε, νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον οἱονδήποτε.
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐντελὴς κατάργησις τῆς λειτουργίας τῶν ἐπιτροπῶν ἐπῆλθεν, ἕνεκα τῆς ἐλαχίστης σημασίας, ἥτις ἀπεδόθη μέχρι τοῦδε εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐργάζονται αἱ ἐπιτροπαὶ, ὑποβάλλουσιν ἐκθέσεις, παρατηρήσεις καὶ τροπολογίας, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας καὶ ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀφοῦ ἡ συζήτησις, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, περιστρέφεται εἰς τὸ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις δέχωνται ἢ μὴ δέχωνται τὰς προτεινομένας τροπολογίας, περιττὴ ἀποβαίνει ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν, διότι περιττὴ σχεδὸν κατέστη καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν δὲν λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν δὲν εἶναι ἀξία νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει. Ἤθελέ τις ἀδικήσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν ὑπέθετεν, ὅτι, ὑποβαλλομένων ἐκθέσεων, ἀξίων μελέτης, δὲν ἤθελον ἐκτιμᾶσθαι αὗται προσηκόντως. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι, ἐὰν τοιαῦται ἐκθέσεις ὑπεβάλλοντο, θὰ ἤμεθα πρόθυμοι εἰς συνεργασίαν μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν χάριν τῆς διασκευῆς τῶν νομοσχεδίων, τροποποιουμένων, ἢ συμπληρουμένων ἐπὶ τὰ βελτίω. Τοιαύτη ὅμως ἐργασία δέν γίνεται ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ δὲ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐκ τοῦ προχείρου ὑποβαλλόμεναι γνῶμαι καὶ τροπολογίαι δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν νόμων, διότι αἱ τοιαῦται ἀβασάνιστοι προτάσεις φέρουσι μεταβολὰς, αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν συνδυάζονται πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ πρὸς τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν. Δὲν εἶναι δὲ εὔκολον τοιαῦται προτάσεις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ διασκευάζωνται πρὸς συνδυασμὸν μετὰ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰ κωλύματα ταῦτα δὲν ὑφίστανται. Ἐὰν ἄρα αἱ ἐπιτροπαὶ εἰργάζοντο παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις καὶ ἰδίως ἐν τῷ Ἰταλικῷ, καὶ δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει ἡ ἐργασία αὐτῶν, τότε θὰ ἦτο δικαία ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Πρέπει ὅμως ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἰς μίαν μόνον ἐπιτροπὴν ἀποβλέπουσιν ἅπαντες οἱ βουλευταὶ, αὕτη δὲ εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ὑπουργῶν· μόνον ἐκεῖ βλέπομεν προθύμους τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐργασθῶσιν· εὐθὺς ὅμως ὡς δὲν διορισθῶσιν ἐπίτροποι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλ’ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τῶν βουλευτῶν, οὐδόλως σκέπτονται περὶ ἐργασίας. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. βουλευτὴν, νὰ δεχθῇ αὐτὸς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, ὅπως προσενέγκῃ τὴν ἐργασίαν του.
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ πάντοτε, ὁσάκις ἤμην μέλος ἐπιτροπῶν, εἰργάσθην, καὶ πάντοτε εὐχαρίστως ἐδέχθην νὰ ἀποτελέσω μέρος. Ἐφέτος δὲ ἐδήλωσα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεθύμουν νὰ ἀπόσχω τῆς ἐργασίας αὐτῆς.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο καὶ ἐγὼ ἠθέλησα νὰ εἴπω, ἐκφράζων τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν εἶσθε μέλος ἐπιτροπῆς. Μόνη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ φέρει ἐργασίαν τινὰ, ἀλλὰ καὶ αὕτη δὲν ἦτο μεμελετημένη ὅσον ἔπρεπε νὰ ἦναι. Ἐὰν λοιπὸν ἀσπαζώμεθα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, νομίζω, ὅτι αὗται μᾶς ἄγουσιν, οὐχὶ εἰς ψόγον τῆς Βουλῆς, ὅτι αὕτη δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς παρότρυνσιν, ὅπως ἅπαντες συντελέσωμεν, ἵνα ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν ἀποβῇ διάφορος τῆς μέχρι τοῦδε.
§18ΡΙΚΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι συνέτρεξε τὴν πρότασίν μου. Ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ Κανονισμοῦ· αἱ ἐπιτροπαὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργασθῶσι, καὶ πρέπει νὰ συναισθανθῶσι τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ἄλλως, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰς ἐπιτροπάς. Ἐννοῶ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ συνέρχωνται καὶ ἐργάζωνται, ἐπιφέρουσαι βελτιώσεις εἰς τὰ νομοσχέδια· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς εἶναι ἀληθὲς, δὲν θέλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἀλλὰ πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας ὡς ἀντιπρόσωποι, καὶ ὄχι μόνον ὡς κυβερνῆται.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπως ἀνεπτύχθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρουσιάζει πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Πράγματι, ὁ τρόπος, καθ’ ὅν ἐργάζονται αἱ ἐπιτροπαὶ, βλάπτει οὐσιωδῶς τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἠλλοίωσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν νομοθετικὴν ἐνέργειαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνεκέντρωσεν αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν δηλ. Συμβούλιον. Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ χείριστον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ συμβῇ εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ τῆς ἐμπρεπούσης αὐτῷ σπουδαιότητος, διότι τὸ πολίτευμα ἡμῶν σήμερον πᾶν ἄλλο δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅτι εἶναι, ἢ πολίτευμα κοινοβουλευτικόν. Νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν θεραπείαν τινὰ τοῦ κακοῦ τούτου καὶ νὰ ἐλαφρώσωμεν συγχρόνως καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τοῦ μεγάλου ὄγκου τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν, ἄν τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν. Πρέπει δὲ νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμὸν, ἄν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν κοινοβουλευτικῶς καὶ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν. Δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὰς πλείστας τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι μόνον κατ’ ὄνομα ὑφίστανται, καὶ ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὰς, ὅπως πράττουσι πλεῖστα ἄλλα Κοινοβούλια, δι’ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου. Βεβαίως θὰ πολεμήσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις....
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παντάπασι.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι θὰ ἐπιφέρῃ ἀργοπορίαν τινὰ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν μετὰ μελέτης καὶ περισκέψεως τὰ νομοθετήματα ἡμῶν. Διὰ τοῦ σχηματισμοῦ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν θὰ ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἐκλογὴ προσώπων εἰδικὰς ἐχόντων γνώσεις ἐπὶ ἑκάστου νομοθετήματος καὶ ἐκλεγομένων, ὅπως μελετήσωσιν ἓν ὡρισμένον νομοθέτημα. Οὕτω θὰ ἐπιβάλληται ἠθικὴ εὐθύνη εἰς τὰ ἐκλεγόμενα πρόσωπα, ὅπως ψηφισθῇ, ὅσον οἷόν τε τέλειον, τὸ εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν ἐμπιστευθὲν νομοσχέδιον· ἡ εὐθύνη δὲ αὕτη θὰ τὰ ἀναγκάζῃ νὰ ἐργασθῶσι. Προτείνω λοιπὸν τὴν κατάργησιν τῶν ὑφισταμένων διαρκῶν ἐπιτροπῶν, ἐκτὸς τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν εἰδικωτέραν ἐντολὴν, καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ ἑκάστου νομοθετήματος. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, εἶναι μεγίστης σημασίας διὰ τὸν τόπον, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης πληρεστέρας.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατυπώσατε πρότασιν.
§23ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιτροπῶν, ἤτοι ἂν εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔχῃ τὰς τοιαύτας διαθέσεις, ἤτοι ὅτι θ’ ἀποφασίσῃ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Τοῦτο διστάζω ν’ ἀποδεχθῶ, ἓν δὲ γινώσκω μόνον, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ Βουλῇ, μετέσχον πάντοτε σπουδαίων ἐπιτροπῶν καὶ εἰργάσθην πάντοτε μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς, ἀλλ’ αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις τῶν ἐπιτροπῶν, ὧν μετέσχον, εἰς τὴν αὐτὴν περιέστησαν τύχην. Οἱ λόγοι, οὓς ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἦν δὲ ἑπόμενον νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἕνεκα τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐργαζόμεθα. Πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργάζωνται σπουδαίως καὶ νὰ ὑποβάλλωσι μεμελετημένην ἐργασίαν, ἂν μὴ ἐργασθῶσιν ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας ἔτι; Πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐν τῷ βραχεῖ διαστήματι, καθ’ ὃ νομοθετοῦμεν ἄπειρον σωρείαν νομοθετημάτων, αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν τοιούτων νομοθετημάτων καὶ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐργασθῶσιν ἐμβριθῶς, ἐπιφέρωσι δὲ τὰς χρησίμους βελτιώσεις; Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐμποδίζει πᾶσαν τοιαύτην ἐργασίαν, ἀπαιτοῦσα, τὰ νομοθετήματα αὐτῆς, ἀφοῦ ὑποβληθῶσι, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ μετὰ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν νὰ ἄρχηται ἀμέσως ἡ συζήτησις νομοσχεδίων, ἅτινα μόλις ἀρκεῖ τις ν’ ἀναγνώσῃ ἐπιτροχάδην ἔτι. Ἐματαιώθησαν καὶ αὐταὶ αἱ τρεῖς συζητήσεις, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τούτων, ὡς γίνεται ἡ ἀνάγνωσις. Καθίσταται ἐντεῦθεν ἀκατόρθωτος ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν, ἐν ὅσῳ ἀπαιτεῖται νὰ διεκπεραιῶται αὕτη ἐντὸς συντομωτάτου χρόνου. Λάβετε ἓν πρὸς ἓν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα· ἡ μελέτη ἑκάστου αὐτῶν ἀπαιτεῖ ἑβδομάδας· ἡ ἔλλειψις δὲ τοιαύτης μελέτης κατέστησε κυκεῶνα τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Λάβετε ἀνὰ χεῖρας τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· καὶ αὐτοὶ οἱ εἰδικοί, οἱ καταγινόμενοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ, περιέρχονται εἰς ἄκραν ἀμηχανίαν πολλάκις, περὶ ζητημάτων, ἅπερ ἔδει νὰ ὦσι καταληπτὰ καὶ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει κωδικοποιήσει τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ ἡ κατανόησις αὐτῶν· ἐγένετο μάλιστα τοιαύτη ἐργασία, ἀλλ’ ἀπεδοκιμάσθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου, διότι δὲν ἐκρίθη ὡς ἀκριβής. Τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν σύστημα τοῦ νομοθετεῖν συντελεῖ μεγάλως, ὅπως καθιστᾷ κυκεῶνα τὴν νομοθεσίαν· διότι ὁ Τμηματάρχης, ὁ λαμβάνων ἐντολὴν νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιόν τι, θέτει κατὰ σειρὰν τὰ ἄρθρα αὐτοῦ καὶ καταλήγει πάντοτε διὰ τελευταίου ἄρθρου, ὁρίζοντος, ὅτι «πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». Ἔχομεν δὲ πλείονα νομοθετήματα ἐφ’ ἑκάστης ὑποθέσεως, οὕτω δὲ ἀναγκάζεταί τις νὰ μελετᾷ ἀτελειώτως, ὅπως ἀνεύρῃ τί κατηργήθη καὶ τί ἰσχύει, ἀνατρέχων εἰς ὅλην τὴν σωρείαν τῶν νομοθετημάτων. Ἐνθυμοῦμαι γεγονὸς, ὅπερ ἐπικυροῖ τοὺς λόγους μου, τὸ ἑξῆς. Συζήτησις ἠγέρθη ἐνταῦθα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καλέσασα τοὺς ἀπαλλαγέντας κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν, διάφοροι δὲ γνῶμαι ἐξηνέχθησαν, καὶ οἱ μὲν ἰσχυρίζοντο, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, οἱ δὲ ὅτι καλῶς. Ἀλλ’ ὅμως καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐστηρίζοντο εἰς τὰ κείμενα νόμων καὶ ἐπὶ τούτων στηριζόμενος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνήργησεν ἀντιθέτως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Τοιαύτης κρατούσης λοιπὸν καταστάσεως, καὶ ἐν τῇ καταπτώσει, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Βουλῆς, ζητεῖτε νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί; Ἐντεῦθεν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, πρὶν ἢ αἰτιαθῇ τὰς ἐπιτροπὰς, τὸν χρόνον, οὗτινος ἔχουσι χρείαν αἱ ἐπιτροπαὶ πρὸς τοιαύτην σπουδαίαν ἐργασίαν, ὅταν δὲ τοῦτο λάβῃ ὑπ’ ὄψει, νὰ παύσῃ ἐπιζητοῦσα τὴν ψήφισιν τῶν ἀπειραρίθμων αὐτῆς νομοσχεδίων, ἅτινα ὑποβάλλει κατὰ σωρείαν· διότι, ἂν ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, οἱ πολλοὶ ἐξερχόμεθα τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ἐψηφίσαμεν. Καὶ τοῦτο ἴσως ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§24ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ διατὶ παραξενευόμεθα περὶ τοῦ συμβαίνοντος ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, περὶ τῆς ἐλλείψεως τοῦ ζήλου τοῦ νομοθετικοῦ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς, καὶ παριστώμεθα, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα εἴμεθα ἄλλο τι παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι αἱ ἐπιτροπαί, ἐνῷ τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ περὶ ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουν τῆς ἐπεξεργασίας τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ αὐτὴ ἔλλειψις τοῦ ζήλου ὑπάρχει. Συνειθίζομεν νὰ θεωρῶμεν ὡς αἴτιον ἑνὸς κακοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποτέλεσμα ἄλλων αἰτίων. Τίς δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτικὴ ἀπεῤῥόφησε τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν; Καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τι κακὸν, αὐτὸς εἶναι ἀνεύθυνος αὐτοῦ· διότι καὶ οἱ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς συμπολιτεύσεως καὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ζητοῦσι τρόπον τινὰ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίας, καὶ μάλιστα ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουσι τῆς προεπεξεργασίας τῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἐκμηδένισις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἔχει δὲ ἀπώτερα αἴτια, καὶ περὶ τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων τούτων ἔπρεπε νὰ ἐνασχοληθῶμεν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἴσως εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ αὐτὸς περὶ τούτου, ὅτι δηλαδὴ οἱ βουλευταὶ δὲν ἀποβλέπουσι παρὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ φιλονεικήσω πᾶν τυχὸν σήμερον συμβαῖνον ἐν ταῖς τάξεσι τῆς συμπολιτεύσεως· τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν σχέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ πρὸς τοὺς φίλους του, καὶ πιθανὸν νὰ ἔχῃ αὐτὸς παραδείγματα τοιαῦτα, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα παραδείγματα δὲν εἶναι ἱκανὰ, ὅπως δώσωσιν ἰδέαν γενικὴν περὶ τῆς παρ’ ἡμῖν καταστάσεως. Εἰς ὅλα παρίσταται τὸ κακὸν τῆς συγκεντρώσεως, καὶ τοῦτο ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεσαρκώθη εἰς τὸ πρόσωπον ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπεῤῥόφησεν ἐντελῶς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ γνωρίζω τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ δημάρχου Ἐράνης, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὁ κ. Σάκης. Παρακαλῶ δὲ ἀκόμη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν πολλοὶ τῶν δημάρχων δὲν ὑπέβαλον ἀπολογισμὸν, οὐδὲ εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῶν δήμων ἐκείνων, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τίνες οὗτοι· νὰ διατάξῃ δὲ τὸν εἰσαγγελέα μετὰ τοῦ νομάρχου, νὰ ἐρευνήσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δήμων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ.
§28ΑΓΓΕΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Προκειμένου, κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἐπιβάλλοντος φόρον ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, θὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν καπνοφόρον, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τῆς ὁποίας προϊὸν εἶναι ὁ καπνός. Γνωρίζω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ, καὶ λέγω τὸ γνωρίζω, διότι προϋπῆρχε· γνωρίζω τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου, καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς συνεπείας καὶ τὰς πιέσεις καὶ τὰς βασάνους, ἃς θέλει ὑποστῆ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία τῆς ἐπαρχίας, καθ’ ὅσον μέγα μέρος τῶν κατοίκων αὐτῆς εἶναι παραγωγοὶ καπνοῦ, ἐξ οὗ προσπορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων δὲν ἔχω παρὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα μοὶ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ καταψηφίσω δὶς τὸ νομοσχέδιον.
§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ προβῶμεν, κύριοι βουλευταί, τόσον ἀβασανίστως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, διότι λεληθότως θὰ καθιερώσωμεν διοικητικὰς ποινικὰς δικαιοδοσίας, ὅπερ καὶ κατὰ θεωρίαν εἰς τοὺς θεμελιώδεις ἡμῶν νόμους ἀντιβαίνει, καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἀπεδείχθη, ὅτι προξενεῖ ἀδικήματα εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οὓς ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 54 καθιδρύομεν μονομελὲς ποινικὸν δικαστήριον, καθιστῶντες τὸν ἔφορον ποινικὸν δικαστήν, ἐπιβάλλοντα ποινὰς βαρυτάτας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἀσφαλιζούσης τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· διὰ τοῦ ἄρθρου 43 παρέχομεν τῷ οἰκονομικῷ ἐφόρῳ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 1000 εἰς τὸν παραβάτην καπνοπώλην, ἐπιτρέποντες αὐτῷ καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν ἦναι ἀναντίῤῥητον, ὅπως εἶναι, ὅτι ἡ ζημία, ἣν ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν παραβάτην καπνοπώλην, εἶναι ποινή, καὶ ποινὴ βαρυτάτη, ἐκ τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ἐπίσης ἀναντίῤῥητον τυγχάνει, ὅτι τὴν ποινὴν ταύτην οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τῶν καθεστηκότων ποινικῶν δικαστηρίων, δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου, ἀναγράφον τὰς παρ’ ἡμῖν νομοθετηθείσας ποινάς, καταλέγει μεταξὺ τούτων καὶ τὴν χρηματικὴν ποινὴν καὶ τὸ πρόστιμον, καθορίζον καὶ χαρακτηρίζον τὰ ἀδικήματα ὡς ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς ταῦτα ποινῆς· ὥστε, ἐὰν τὴν ἐπιβαλλομένην τῶν 1000 δραχμῶν ζημίαν εἰς τὸν παραβάτην καπνοπώλην θεωρήσωμεν ὡς χρηματικὴν ποινὴν, τότε πρόκειται περὶ πλημμελήματος, εἰ δὲ θεωρήσωμεν ταύτην ὡς πρόστιμον, τότε ἀναντιῤῥήτως πρόκειται περὶ πταίσματος· ἀλλ’ εἴτε περὶ πλημμελήματος πρόκειται, εἴτε περὶ πταίσματος, οἱ νόμοι ἡμῶν ὥρισαν τὰς δικαιοδοσίας τὰς ἁρμοδίας νὰ ἐκδικάζωσι τὰς ποινικὰς παραβάσεις· καὶ ἐν μὲν τῷ 1 ἄρθρῳ τῆς ποινικῆς δικονομίας ἀναγινώσκομεν: «Ἀντικείμενον τῆς ποινικῆς δικονομίας εἶναι ὅλα τὰ ἐντὸς τοῦ Κράτους ὑπό τε Ἑλλήνων καὶ ξένων πραττόμενα πταίσματα, πλημμελήματα καὶ κακουργήματα»· ἐν δὲ τῷ 29 ἄρθρῳ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων εὑρίσκομεν, ὅτι «πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων ποινῶν ὑπάρχουσι τὰ ἑξῆς δικαστήρια: 1) πταισματοδικῶν, 2) πλημμελειοδικῶν καὶ 3) κακουργιοδικῶν». Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διατάξεων τούτων ἀναμφισβητήτως ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ καταστήσωμεν ἄλλας ποινικὰς δικαιοδοσίας, εἰς ἃς νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὰς, ὁριζομένας ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ. Ἐπιψηφίζοντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, οὐ μόνον παραβιάζομεν τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ παραβαίνομεν, οὗτινος τὸ μὲν ἄρθρον 8, ὁρίζει, ὅτι «οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ», τὸ δὲ ἄρθρον 87, ὅτι «ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ δικαστῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον». Ὅταν λοιπὸν, κύριοι βουλευταί, δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἔφορον νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς, καθιστῶντες αὐτὸν ποινικὸν δικαστὴν, δὲν εἶναι προφανὲς, ὅτι παραβιάζομεν καὶ τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα; Περιπλέον, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἄλλο ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος, ὅταν ὁρίζῃ, ὅτι «δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν»; Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι ἀντιπρόσωποι, νὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεμία καλῆς πίστεως ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τοῦ παρανόμου καὶ ἀντισυνταγματικοῦ τῆς συζητουμένης διατάξεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τινὲς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν Δεξιάν) ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν, ὡς μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον τὴν ἵδρυσιν ποινικῶν δικαιοδοσιῶν, στηριζόμενοι εἰς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «οὐδὲν δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ νόμου», θριαμβευτικῶς δὲ μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην, ἐξ ἀντιδιαστολῆς σκεπτόμενοι, ἐφώνησαν: «Ἄρα διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ νομοθετήσωμεν δικαιοδοσίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ἑπομένως δικαιούμεθα συνταγματικῶς τὸν ἔφορον νὰ καταστήσωμεν ποινικὸν δικαστήν». Ὁ συλλογισμὸς οὗτος βεβαίως θὰ ἦτο ὀρθὸς, ἐὰν ἡ βάσις αὐτοῦ δὲν ἦτο ἀναντιῤῥήτως ἐσφαλμένη. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, τῳόντι δὲν ἀπαγορεύεται ἡ σύστασις δικαιοδοσίας ἐπὶ ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἀλλὰ περὶ τοιούτων ὑποθέσεων ἐνταῦθα πρόκειται;
§30ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὸ εἴπομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν.
§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον, ἀφοῦ τὸ εἴπετε, διότι ἔρχομαι νὰ ἐνισχύσω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδέας σας. Ἐνταῦθα, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀλλὰ καθαρῶς περὶ ποινικῶν ὑποθέσεων· αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ φέρουσι τὰ στοιχεῖα ἀστικῆς δίκης, παραγομένης ἐκ πράξεων ἢ παραλείψεων τῆς διοικήσεως, προσβαλλουσῶν ἰδιωτικὰ συμφέροντα. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ἐνδεικνυόμενον ὁρισμὸν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἐὰν ἀναδιφήσωμεν τοὺς σχετικοὺς νόμους, ἔνθα ρητῶς ἀναγράφονται αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις, δὲν θέλει μᾶς μείνει ἴχνος ἀμφιβολίας, ὅτι αὗται φέρουσι τὸν χαρακτῆρα, ὅν διετύπωσα, οὐδέποτε δὲ ἔχουσιν ἀντικείμενον ποινικὰς ὑποθέσεις. Μὴ συγχέωμεν λοιπὸν, παρακαλῶ, τὰ πράγματα, παρερμηνεύοντες τοὺς νόμους, ὅπως ἀντλήσωμεν ἐπιχειρήματα πρὸς νομικὴν ὑποστήριξιν θεωριῶν, ἀποκρουομένων διαῤῥήδην ὑπὸ τοῦ ρητοῦ γράμματος καὶ πνεύματος τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου. Ἐπίσης δὲν θεωρῶ ἄξιον προσοχῆς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ προβληθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς συζητουμένης διατάξεως, ὅτι τουτέστι καὶ εἰς ἄλλους φορολογικοὺς νόμους περιελήφθησαν παρόμοιαι διατάξεις, ἀπονείμασαι ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ νόμος περὶ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ καὶ οἱ νόμοι περὶ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν πυρείων περιέχουσι τοιαύτας διατάξεις, ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει, εἰμὴ, ὅτι αὗται καὶ ἐν τοῖς νόμοις τούτοις κακῶς καὶ παρανόμως περιελήφθησαν, καὶ δέον, ὅταν θὰ μᾶς παρουσιασθῇ εὐκαιρία ἐκ συζητήσεως νέων μεταῤῥυθμιστικῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀπαλείψωμεν ταύτας, καὶ ὡς ρητῶς ἀντικειμένας, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοὺς θεμελιώδεις ἡμῶν νόμους, καὶ ὡς ἀποδειχθείσας ὀλεθρίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Παρομοίαν διάταξιν, χορηγοῦσαν ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὸν ἔφορον, περιεῖχε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ οἴνου, τὸ συζητηθὲν κατὰ τὸ 1883, ὅτε προΐστατο τῶν κοινῶν ὁ καὶ νῦν ἡγούμενος τῆς Κυβερνήσεως· ἡ διάταξις αὕτη προὐκάλεσε τότε, ὡς ἐνθυμοῦμαι ἐξ ἀναγνώσεως, μακρὰς καὶ σπουδαίας συζητήσεις, ματαία δ’ ἀπέβη ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου κ. Καλλιγᾶ, φιλοτιμουμένου ν’ ἀποδείξῃ τὸ νόμιμον καὶ συνταγματικὸν τῆς ἐπικρινομένης διατάξεως. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι, εὑρεθεὶς τότε ἐν ἀδυναμίᾳ, προσεπάθει νὰ πείσῃ, ὅτι, αἱ διατάξεις αὗται, αἱ ἐπιβάλλουσαι ποινήν, εἰσὶ πειθαρχικαί, ὡσεὶ ὁ πολίτης ἦτο ὑπάλληλος ὑφιστάμενος, ἔχων προϊστάμενον αὐτοῦ τὸν ἔφορον. Τοῦ τότε Ὑπουργείου μετεῖχεν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ῥάλλης· ἀναγνωρίσας οὗτος τὸ δίκαιον τῶν ἀντιλεγόντων, καὶ πεισθεὶς περὶ τοῦ παρανόμου καὶ ἀντισυνταγματικοῦ τοιούτων ποινικῶν διοικητικῶν δικαιοδοσιῶν, δὲν ἐδίστασεν ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς αὑτοῦ θέσεως νὰ συμμερισθῇ τὸ δίκαιον τῶν ἀντιῤῥήσεων, καὶ οὕτω κατωρθώθη ἡ ἀπάλειψις τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεως δι’ ἑτέρας, περιληφθείσης ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ἣν ἡ βεβαίωσις τῆς παραβάσεως καὶ ἡ τιμώρησις τοιαύτης ἀνετέθη εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁ περὶ οἴνου, ὁ ἀρχικός, κατηργήθη διὰ νεωτέρου νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος πάλιν κατόπιν κατηργήθη ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, οἵτινες ἀντικατέστησαν ἕτερον, περιέχοντα τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν πρότερον εἶχον καταργήσει.
§33ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω περὶ τοῦ ἀκριβοῦς τῆς ὑμετέρας πληροφορίας· ἀλλὰ καὶ ἄν αὕτη ἀκριβὴς ὑποτεθῇ, οὐδόλως δύναται τὸ προηγούμενον τοῦτο ἄτοπον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπανάληψιν αὐτοῦ, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἀξιοσύστατος νομοθετικὴ νομολογία, ἀφοῦ σήμερον ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, κύριοι, τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, εἰς ὃ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε μετὰ τῆς αὐτῆς εὐμενοῦς προσοχῆς ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ θέματος τούτου ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν, ἢ μᾶλλον ὑπὸ ἔποψιν καθαρῶς πρακτικήν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς καταχρήσεις, εἰς ἃς δίδει χώραν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἡ προκειμένη διάταξις, πρῶτος αὐτὸς ἤθελε σπεύσει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν ταύτης, ἐξ ἧς δὲν γνωρίζω τὶ ἀπολαμβάνει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι χρησιμεύει ὡς ἀφορμὴ διαφθορᾶς ὑπαλλήλων καὶ φορολογουμένων. Σᾶς ἔλεγον καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι πλανᾶσθε, ἐλπίζοντες σπουδαῖα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ὑπερμέτρου αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν βαρειῶν ποινῶν· ἐὰν δὲν καταγίνητε εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, ἐὰν δὲν ἀσχοληθῆτε εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, ματαίως κοπιάζετε, ψηφίζοντες φόρους, εἰς μάτην ἐργάζεσθε, πολλαπλασιάζοντες τὰς ποινάς. Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν φόρων καὶ ἡ αὔξησις τῶν ποινῶν ἐμβάλλει τὸν πειρασμὸν εἰς τοὺς πολλοὺς νὰ ὑπεκφύγωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὥστε μόνον τοὺς ἐντίμους πολίτας, μόνον τοὺς μὴ θέλοντας ἢ μὴ ἔχοντας τὴν ἐπιτηδειότητα, αὐτοὺς καὶ μόνους βαρύνουσι τὰ δρακόντεια μέτρα, ἅτινα ἐπιψηφίζετε. Παραδίδοντες τοὺς φορολογουμένους καπνοπώλας εἰς τὴν διάκρισιν ἑνὸς χωροφύλακος, νομίζετε, ὅτι ἐξασφαλίζετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ καπνοῦ νόμου; Οὐδὲν ἄλλο πράττετε, εἰ μὴ ἀνοίγετε στάδιον συναλλαγῆς εὐρύτατον μεταξὺ καπνοπωλῶν καὶ χωροφυλάκων, καὶ τὸ ἔτι θλιβερὸν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀληθὲς, μεταξὺ τούτων καὶ τῶν ἐφόρων. Δὲν κατανοεῖτε τὸ ὀλέθριον στάδιον, τὸ ὁποῖον ἀνοίγετε, ὅταν δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα χωροφύλακα, ἢ εἰς ἕνα ἐνωμοτάρχην, διὰ μιᾶς ἐκθέσεώς του, ν’ ἀπειλῇ ζημίαν 1000 δραχμῶν εἰς τὸν καπνοπώλην; Μόνον οἱ ἔντιμοι καὶ οἱ ἀθῶοι καπνοπῶλαι, ὡς ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, κινδυνεύουσιν, οἱ δ’ ἄλλοι ἀναγκάζονται καὶ ἔρχονται εἰς συμφωνίας μετὰ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς, ἐξαγοράζοντες τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἀνενοχλήτου παραβιάσεως τῶν περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου νόμων. Δυστυχία εἰς τὸν καπνοπώλην ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ χωροφύλακος! ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, λέγω, ὅστις ἤθελεν ἀποποιηθῆ νὰ πληρώσῃ τὰ καθιερωθέντα ταῦτα λύτρα! Οἱ χωροφύλακες εἶναι ἱκανοὶ νὰ δημιουργήσουν ψευδεῖς παραβάσεις, καὶ νὰ καταγγείλουν ἀθώους καπνοπώλας, ἐκτιθεμένους εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι σπάνια τὰ παραδείγματα, καθ’ ἃ τὰ ὄργανα τῆς χωροφυλακῆς ἐδημιούργησαν τοιαύτας πλαστὰς παραβάσεις, ὅπως ἐκδικηθῶσι τοὺς καπνοπώλας, ἀρνουμένους τὰ λύτρα, ἢ καθ’ ὧν εἶχον λόγους ἰδιαιτέρας ἐμπαθείας· πολλάκις τεχνηέντως ἔῤῥιψαν, εἴτε φυλλάδια σιγαροχάρτου, εἴτε δεσμίδας παιγνιοχάρτων εἰς καπνοπωλεῖα, ὅπως δημιουργήσωσι παραβάσεις καὶ οὕτως ἐκμεταλλευθῶσι τὴν θέσιν τῶν καταστηματαρχῶν, ἢ ἐκδικηθῶσι ζημιοῦντες αὐτούς. Τὸ πᾶν, σᾶς εἶπον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, ἢ ἑνὸς χωροφύλακος, μόνον δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως ταύτης ὁ ἔφορος δικάζει καὶ ἀπαγγέλλει ποινὰς, δυνάμενος κατὰ τὴν διάταξιν, ἣν συζητοῦμεν, νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον 1000 δραχμῶν, ἢ καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ ἐπιτηδεύματος· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσητε, ὅτι οἱ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ἔχουσιν ἄμεσον συμφέρον ἐκ τῶν καταδικαστικῶν τούτων ἀποφάσεων τοῦ ἐφόρου, διότι εἰς αὐτοὺς ἀνήκει τὸ ἥμισυ τῆς ἐπιβαλλομένης ποινῆς. Φαντασθῆτε ἐντεῦθεν, κύριοι, ὁποῖον στάδιον φοβερᾶς πιέσεως ἀνοίγομεν, καὶ ὁπόσον γαργαλίζομεν τὰς ἰδιοτελεῖς ὀρέξεις τῶν χωροφυλάκων! Δὲν κατανοεῖτε τὴν συμφεροντολογικὴν ἀλληλεγγύην, ἣν δημιουργοῦμεν μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐφόρων, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν, δικάζοντων μυστικῶς καὶ ἐγγράφως, ἐξαρτῶνται τὰ συμφέροντα τῶν χωροφυλάκων καὶ ὑπενωμοταρχῶν; Δὲν εἶναι δὲ ὀλίγα δυστυχῶς τὰ παραδείγματα ἐφόρων, συνεννοουμένων ἐπὶ τοιούτων βάσεων μετὰ τῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐκδικαζόντων τὰς πρὸς αὐτοὺς καταγγελλομένας διὰ τῶν ἐκθέσεων παραβάσεις. Ἂς φράξωμεν λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, τοιαύτην θύραν, δι’ ἧς πλουτίζομεν μὲν τοὺς ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπαλλήλους, ἀλλὰ δι’ ἧς ἐλάχιστον χρῆμα εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐν παρόδῳ δὲ, δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλα τὰ φορολογικὰ νομοθετήματα, ἅτινα κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν περίοδον ἐψηφίσατε, δυνατὸν νὰ ἐχρησίμευσαν, ὅπως ὠφεληθῶσιν οἱ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως, οἱ ἐπιτηρηταὶ, οἱ ἐπὶ τῆς καταμετρήσεως, οἵτινες προθυμοποιοῦνται, ἐν χριστιανικῇ ἀφιλοκερδείᾳ, καὶ ἀμισθὶ νὰ ἐπιδιώκωσι τὰς θέσεις ταύτας, ἀλλ’ ὀλίγον χρῆμα προσεπορίσατε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Παρουσιάσατέ μοι τὰς εἰσπράξεις σας ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τοῦ οἴνου, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου· παρουσιάσατέ μοι τὰς εἰσπράξεις σας ἐκ τῶν προστίμων τῶν ἐκ τῆς παραβάσεως τῶν τοιούτων νόμων, διὰ νὰ μὴ σᾶς μείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι νομοθετοῦντες παρομοίας διατάξεις, ἐλάχιστα προσεπορίζετε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ μέγιστον ἠνοίγετε στάδιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν καταπίεσιν, παραδίδοντες τοὺς καπνοπώλας καὶ τοὺς ἄλλους ἐκ τῶν τοιούτων νόμων φορολογουμένους εἰς τὴν ἰδιοτελῆ διάκρισιν ἑνὸς χωροφύλακος, οὗτινος ἡ ἔκθεσις χρησιμεύει ὡς τὸ μόνον στοιχεῖον τῆς ἐκδόσεως τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον μὲ τὴν ἔκθεσιν δικάζουσιν οἱ ἔφοροι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος;
§35ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, βεβαίως προσάγουν καὶ τὰ κατασχεθέντα φυλλάδια τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ τὰς κατασχεθείσας δεσμίδας τῶν παιγνιοχάρτων, καὶ τὰ λοιπὰ πειστήρια· ἀλλὰ μήπως ταῦτα φέρουσι τὴν σφραγῖδα τοῦ διὰ τῆς ἐκθέσεως καταγγελλομένου; Εἶναι τάχα δύσκολος ἡ ἀλλοίωσις καὶ ὑποκατάστασις τούτων ὑπὸ ἀσυνειδήτων ὑπαλλήλων, μαχομένων ὑπὲρ ἰδίου συμφέροντος, ἢ ὑπηρετούντων ἐμπαθεῖς σκοπούς; Ἄλλως τε τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἀρκοῦσι πρὸς μόρφωσιν πλήρους πεποιθήσεως περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ καταγγελλομένου καὶ περὶ τοῦ μεγέθους αὐτῆς;
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραδίδωμεν τὸν πολίτην εἰς τοιαύτας βαρυτάτας καταδίκας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως ἐξ ἐκείνων, ἃς ὁ νόμος ἀπῄτησε πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν παραβατῶν καπνοπωλῶν, οὐδ’ ἐννοῶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐλευθέρους εἰς τὴν παραβίασιν τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν πρέπει, παραβιάζοντες καὶ νόμους καὶ Συντάγματα, ν’ ἀφαιρῶμεν αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς φυσικούς των δικαστὰς, καὶ νὰ τοὺς ἀποστερῶμεν τῆς κεκανονισμένης δικονομικῆς διαδικασίας, καθ’ ἣν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ προφυλαχθῶσιν ἀπὸ ἀδίκων καταγγελιῶν, ἀναπτύσσοντες τὸ δίκαιόν των ἐνώπιον τοῦ τεταγμένου δικαστοῦ, δικάζοντος ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ὁ τακτικὸς δικαστὴς εἶναι εἰς θέσιν, ἀκούων τοῦ καταγγέλλοντος καὶ καταγγελλομένου, ἐξετάζων μάρτυρας, μελετῶν ἐν ἐλευθέρᾳ, δημοσίᾳ καὶ ζώσῃ συνεδριάσει τὰ ἀντιθέτως προβαλλόμενα, νὰ καταρτίσῃ πεποίθησιν δικαίαν καὶ ἀσφαλῆ ἀνθρωπίνως ἐπὶ τῆς ἐκδικαζομένης ὑποθέσεως. Μὴ ἀφαιρῶμεν τὰς ἐγγυήσεις ταύτας ἀπὸ τὸν πολίτην, ἀφίνοντες αὐτὸν ἀνυπεράσπιστον ἀπέναντι φοβερᾶς καταδίκης. Αἱ τοιαῦται μυστικαὶ καταδίκαι, αἱ ἐπὶ μιᾶς ἐκθέσεως στηριζόμεναι, ἔχουσί τι τὸ εἰδεχθὲς καὶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, τὸ ἱερεξεταστικόν. Ἡ δημοσιότης καὶ ἡ ἀντιμωλία εἰσὶ πολύτιμοι ἐγγυήσεις διὰ τὴν δικαιοσύνην, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων τὰς ὑπηγόρευσε καὶ τὰς κατέστησεν ἀκρογωνιαίους λίθους τῶν νεωτέρων ποινικῶν νομοθεσιῶν· τὸ ἀναπολόγητόν τινα δικάζεσθαι προσκρούει, οὐ μόνον εἰς τοὺς θετικοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ κελεύσματα τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης.
§38ΤΟΜΑΝ. Συνήθως οἱ ἔφοροι ζητοῦσιν ἀπολογίαν· αὐτὸ τὸ γνωρίζω ἐκ πείρας· ὁμολογουμένως ὅμως εἶναι τερατῶδες αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπετε.
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ πρόσκλησις πρὸς ἀπολογίαν εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ.
§40ΤΟΜΑΝ. Εἶναι τῳόντι πρωτότυπος ἔκδοσις ἀποφάσεως.
§41ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρωτοτυποτάτη δυστυχῶς, ἀλλ’ ἀληθής, ὅπως πάντες τὸ γνωρίζετε. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Πατρῶν, ἣν σήμερον μοὶ ἀπέστειλε καταδικασθείς τις συμπολίτης μου καὶ τὴν ὁποίαν πρὶν ἀρχίσω τὴν ὁμιλίαν μου σᾶς ἀνέγνωσα, παρετηρήσατε τὸν τύπον καὶ τὸν τρόπον, καθ’ οὓς ἐκδίδονται αἱ ποινικαὶ ἀποφάσεις τοῦ ἐφόρου. Εἶναι ἀπαισία τωόντι ἡ βραχύτης τῶν σκέψεων καὶ ἡ ὅλη τῶν ἀποφάσεων τούτων κατάρτισις. Ἀναμνησθῆτε, σᾶς παρακαλῶ, τὸν καταρτισμὸν τῶν τοιούτων ἀποφάσεων (ἀναγινώσκει). «Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Πατρῶν, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπὸ τῆς ἐνταῦθα Μοιραρχίας διαβιβασθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ ἐνωμοτάρχου Ι. Ζ., ἐξ ἧς βεβαιοῦται, ὅτι ἐντὸς τοῦ καφφενείου τοῦ Ι. Σ. ἀνεκάλυψε καὶ κατέσχε τρεῖς δεσμίδας παιγνιοχάρτων. — Ἐπειδή, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου, οἱ παραβαίνοντες τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 αὐτοῦ ὑποβάλλονται εἰς πρόστιμον δραχμῶν 100–1000, καὶ κατάσχονται τὰ ἀπηγορευμένα ἀντικείμενα. Διὰ ταῦτα ἐπικυρῶ τὴν γενομένην κατάσχεσιν καὶ ἐπιβάλλω, δυνάμει τοῦ νόμου, πρόστιμον δραχμῶν 100, τοῦ ἡμίσεος τούτου ἀποδοθησομένου εἰς τὸν κατασχόντα ἐνωμοτάρχην Ι. Ζ. κτλ.» Πῶς σᾶς φαίνεται λοιπὸν, κύριοι, ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ καταδικάζειν τοὺς συμπολίτας μας;
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μεσαιωνικὸς καὶ ἀξιοδάκρυτος.
§43ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ σύμφωνοι, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διπλῆ γνώμη. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ συμφωνήσωμεν ἀκαδημιακῶς· πρέπει ἀμέσως, εἴτε συναινοῦντες εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου, εἴτε, λαμβάνοντες ἄλλην νομοθετικὴν πρόνοιαν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἀπὸ τὰ ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτεθειμένοι.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως δὲν ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐφόρων;
§45ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐφέσεως βεβαίως τὸ ἐγνώριζον, ἀλλ’ ἐὰν ἐπίσης ἐγνώριζε καὶ ὁ διακόψας με κύριος συνάδελφος, ὅτι οὐδόλως τοῦτο χρησιμεύει πρὸς περιορισμὸν τοῦ κακοῦ, ὡς ἐν τῇ πρακτικῇ λειτουργεῖ ἡ ἐκδίκασις τῆς ἐφέσεως, δὲν ἤθελε νομίσει ἄξιον τοῦ κόπου νὰ μὲ διακόψῃ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέταξιν τοῦ θεσμοῦ τῶν νομικῶν συμβούλων, οὐδὲ ν’ ἀποφανθῶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἡ πεῖρα τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀπέδειξε. Σέβομαι τὰ πρόσωπα, τὰ τεταγμένα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, καὶ ὑποθέτω αὐτὰ ἀνώτερα πάσης ἐπηρείας· ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καλλιτέραν θέλησιν, ἣν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅπως ἐξακριβώσωσι τὸ δίκαιον καὶ ἀποδώσωσιν αὐτὸ, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι εἰς θέσιν νὰ πράξωσι τοῦτο; Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον δικάζει μυστικῶς, ἔχον ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ἔγγραφη, καὶ μόνον ἔγγραφα. Ποῖα στοιχεῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ Συμβούλιον, ὥστε νὰ μορφώσῃ γνώμην περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐφόρου; Ἡ ὅλη δικογραφία ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων ἀποτελεῖται ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐφόρου, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ χωροφύλακος καὶ τὸ πολὺ ἐξ ἑνὸς ἐγγράφου ὑπομνήματος τοῦ καταδικασθέντος. Τίνα πεποίθησιν λοιπὸν θέλετε νὰ σχηματίσῃ τὸ Συμβούλιον; Πῶς δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἀληθοῦς τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ καταγγείλαντος χωροφύλακος; Εἰς τί δὲ δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὸ Συμβούλιον τὸ ὑποβαλλόμενον ὑπόμνημα τοῦ καταδικασθέντος; Τὸ ὑπόμνημα δύναται νὰ ἦναι ἄριστα συντεταγμένον, — τοῦτο δ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς δεξιότητος τοῦ συντάκτου, — ἀλλὰ πῶς εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιωθῇ τὸ Συμβούλιον, ἂν τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι ἦναι ὄντως ἀληθῆ, ἢ ἂν δὲν ἦναι ἐκ τῶν συνήθων ἀντιῤῥήσεων παντὸς δικαζομένου; Μήπως τὸ Συμβούλιον προβαίνῃ εἰς ἀνακρίσεις, μήπως ἐξετάζῃ μάρτυρας ἢ καλῇ εἰς ἀκρόασιν τὸν καταγγέλλοντα καὶ καταγγελλόμενον; Εἶναι ἀδύνατον, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἄνευ δημοσιότητος καὶ ἀντιμωλίας νὰ ἐπιχυθῇ φῶς εἰς μίαν ὑπόθεσιν, καὶ δυνηθῇ ὁ δικαστὴς νὰ καταρτίσῃ πεποίθησιν. Νομίζετε, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀσκόπως περιέλαβε τὴν διάταξιν, δι’ ἧς ἀπαιτεῖ τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων τῶν δικαστηρίων; Ἡ κατ’ ἀντιμωλίαν δημοσία συζήτησις περιέχει τοσαῦτα πλεονεκτήματα πρὸς διαφώτισιν τῆς ἀληθείας, ὥστε ἡ ἔλλειψις ταύτης δι’ οὐδενὸς τρόπου δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ πᾶσα, καὶ αὐτὴ ἡ ὀγκωδεστέρα, σωρεία ἐγγράφων, εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ, ὡς ἐπίσης, ὁσηδήποτε σοφία τῶν δικαστῶν μυστικῶς καὶ ἐγγράφως, κατ’ οὐδὲν δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν φοβερὰν ταύτην ἔλλειψιν. Καὶ ἡ φυσιογνωμία τῶν ἐξεταζομένων, καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς των, καὶ ὁ κατ’ ἀντιπαράστασιν ἔλεγχος αὐτῶν, εἶναι πολύτιμοι παράγοντες ἐξακριβώσεως τοῦ ἀληθοῦς καὶ ἀπονομῆς τοῦ δικαίου. Ἐπαυξήσατε, ἂν θέλητε, τὰς ποινὰς κατὰ τῶν παραβατῶν, ἀλλὰ μὴ ἀφίνητε αὐτοὺς ἀπροστατεύτους καὶ γυμνοὺς πάσης ὑπερασπίσεως· ἐπιτρέψατε εἰς αὐτοὺς ν’ ἀπολογῶνται, νὰ προσκομίζωσι μάρτυρας, καὶ νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματα, ἅτινα οἱ νόμοι καθιέρωσαν ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων. Θέλετε νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν καὶ νὰ νομοθετήσητε ποινικὰς διοικητικὰς δικαιοδοσίας; Τότε τοὐλάχιστον λάβετε ἄλλην νομοθετικὴν πρόνοιαν· ἀποφασίσατε, ἂν θέλητε, ὥστε τὸ δικάζον δικαστήριον νὰ σύγκειται ἀπὸ τὸν ἔφορον, τὸν ταμίαν καὶ τὸν εἰρηνοδίκην, ἢ ὅπως ἄλλως θέλετε, ἀλλ’ ἀπαιτήσατε τὴν ἀντιμωλίαν καὶ τὴν δημοσιότητα. Μὴ ἀποστερῆτε, ἐπαναλαμβάνω, τὸν πολίτην τῶν πολυτίμων τούτων ἐγγυήσεων, ἐπιτρέποντες νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἔχει.
§46ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ τὸ ὅλον.
§47ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὄχι· δύναται νὰ προστεθῇ ἄρθρον ἰδιαίτερον.
§48ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ· πρέπει νὰ γίνῃ ἄλλο νομοσχέδιον.
§49ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνω πλειότερον· φρονῶ, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, καταδείξας τὰ καίρια ἐλαττώματα, ἅτινα περιέχει ἡ ζητουμένη διάταξις. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ταύτην παραδεχόμενοι, διαφθείρομεν ὑπαλλήλους καὶ φορολογουμένους, καὶ ὅτι τὸ μὲν δημόσιον ταμεῖον οὐδόλως ὠφελοῦμεν, ἀνοίγομεν δὲ μόνον στάδιον πιέσεως τῶν συμπολιτῶν μας. Διεμαρτυρήθην καὶ διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ τῆς συστάσεως τοιούτων ποινικῶν δικαστηρίων, δικαζόντων ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως ἐξ ἐκείνων, δι’ ὧν οἱ θεσμοὶ πάντων τῶν ἐλευθέρων Κρατῶν, καὶ τῶν βαρβάρων ἀκόμη, περιεστοίχισαν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Εἰς ὑμᾶς ἤδη ἐναπόκειται, μεριμνῶντες περὶ τῆς τύχης τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαίων αὐτῶν, νὰ ἐκφέρητε εὐσυνείδητον ψῆφον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, λυποῦμαι, διότι μίαν μόνον ψῆφον θὰ δώσω κατὰ τῆς ζητουμένης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ συνόλου, δὲν δύναται νὰ γίνῃ τροποποίησις, ἀλλὰ πρέπει, ἢ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, ἢ ὁλόκληρον νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα δίκαιον εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὸ ἄτοπον τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτων διατάξεων, δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τούτων, ὄχι μόνον αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προγενεστέρων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§51ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προσεβλήθη ἐπὶ δύο βάσεων· καὶ πρώτη μὲν βάσις προσβολῆς ὑπῆρξε καὶ παρ’ ἐμοῦ καὶ παρὰ πολλῶν συναδέλφων τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοσαῦτα περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος ἐλέχθησαν, ὥστε, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν προσθέσῃ τις, θέλει ἐπαναλάβει τὰ ἤδη λεχθέντα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀντισυνταγματικότητος, προσεβλήθη τοῦτο καὶ διὰ λόγους οὐσιώδεις ἄλλων διατάξεων, αἵτινες ἐγκατεστρώθησαν εἰς ἄρθρα ἐν αὐτῷ. Δύναμαι ν’ ἀναφέρω δύο καὶ μόνον γεγονότα, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι κινδυνεύομεν νὰ παραδώσωμεν τοὺς φορολογουμένους εἰς ἀληθεῖς μάστιγας καὶ εἰς ἀληθεῖς τυράννους. Ἐνθυμοῦμαι τὸ ἑξῆς, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι καὶ δικηγόρος. Ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἡ βεβαίωσις γίνεται παρὰ τοῦ ἐφόρου, ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ, τοῦ παρέδρου, ἢ δημοτικοῦ τινος συμβούλου, συνοδευομένων τούτων ὑπὸ δύο ὁπλοφόρων. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἔχων τὸ ἀροτριῶν κτῆνος τυγχάνει ἀγράμματος, προσκαλεῖται καὶ ὁ ἱερεὺς τοῦ χωρίου, καὶ συντάσσεται πρωτόκολλον εἰς διπλοῦν· καὶ τὸ μὲν στέλεχος ἀποστέλλει ὁ ἔφορος εἰς τὸν δήμαρχον, καὶ ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις ὡς πρὸς αὐτά, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τὸν καθ’ οὗ συντάσσεται τὸ πρωτόκολλον. Γνωρίζομεν δὲ, καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐγὼ, ὡς δικηγόροι, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκ τῶν δικηγόρων, οἵτινές εἰσι καὶ βουλευταί, πῶς τοιαῦτα πρωτόκολλα συντάσσονται περὶ δῆθεν παραβάσεως τοῦ νόμου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὰ πρωτόκολλα ταῦτα εἰσήχθησαν παρὰ τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν δημοσίων κατηγόρων εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ καὶ τὰ Πταισματοδικεῖα καὶ τὰ Πλημμελειοδικεῖα τί ἔπραξαν; Ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν εὑρίσκονται 200, ἐνώπιον δὲ τοῦ Πλημμελειοδικείου ὑπὲρ τὰ 300 ἐκκρεμῆ τοιαῦτα πρωτόκολλα. Πάντα ταῦτα προσεβλήθησαν ὡς πλαστὰ, καὶ ἡ πλαστότης τινῶν μὲν ἀπεδείχθη, ἄλλων δὲ εἶναι ἐν τῷ ἀποδεικνύεσθαι. Διατί; Διότι τὸ πλαστὸν καὶ ψευδὲς δικάζουσιν οὐχὶ ἔφοροι δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως, ἀλλὰ δικασταὶ, τῶν νόμων κάτοχοι, καὶ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὑτῶν πεῖραν ἔχοντες, καὶ εἰς τὸ ν’ ἀπονέμωσι τὴν δικαιοσύνην ἠσκημένοι. Ὑπάρχουσι λοιπὸν τοιαῦτα πρωτόκολλα ἐντελῶς ψευδῆ, μὴ ἔχοντα τὴν ὑπογραφὴν δημοτικοῦ συμβούλου καὶ τοῦ ἱερέως, καίτοι ὅτε συνετάχθη τὸ πρωτόκολλον δὲν ἦτο παρὼν ὁ γεωργός. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν ἡ πλαστότης. Καὶ ἐν τούτοις τὰ τοιαῦτα πρωτόκολλα συνετάχθησαν ὡς ἔγκυρα καὶ νόμιμα, ὡς γενομένης δῆθεν παραβάσεως τοῦ νόμου. Καὶ δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ πιστεύσω, ὅτι, ἐὰν οἱ ἔφοροι ἤθελον δικάσει ταῦτα, βεβαίως ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι καλῶς ἐγένοντο. Ἀλλὰ ταῦτα δικάζονται καὶ πρόκειται νὰ δικασθῶσι παρὰ τῶν δικαστηρίων, διὰ τοῦτο δὲ εἴδομεν ἑκατοστύας ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν, δι’ ὧν ἄλλα μὲν ἀκυροῦνται, ἐπὶ ἄλλων δὲ διετάχθησαν ἀποδείξεις. Ὑπάρχει λοιπὸν ἐγγύησις ἐπὶ τοιούτων πράξεων, ὅταν αὗται δικάζωνται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἔχομεν καὶ ἄλλον νόμον, τὸν περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. Ἔχομεν ἐπιτροπὴν ἐξ ὡρισμένων προσώπων, ἥτις προβαίνει εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ οἴνου καὶ εἰς τὴν καταμέτρησιν αὐτοῦ. Τί δὲ συμβαίνει; Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, εἰμὴ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, ἵνα ἴδητε πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι ν’ ἀναθέσητε τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκ τοιούτων πράξεων παραβάσεων εἰς τοὺς ἐφόρους. Ὑπάρχουσι τοιαῦται ὑποθέσεις ἐκκρεμεῖς 400 καὶ ἐπέκεινα ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, οἰνοπωλῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καθ’ ὧν συνετάχθησαν ψευδῆ πρωτόκολλα. Πῶς κανονίζει ὁ νόμος, ὅτι συντάσσονται τὰ πρωτόκολλα ταῦτα; Ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τύπος ἀλγεβρικός. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ καταμετρητὴς, ὅστις οὐ μόνον νὰ ᾖναι ἐγγράμματος, ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν Ἄλγεβραν. Διατί; Διότι, ἐὰν ἀνοίξητε τὸν νόμον, θέλετε ἰδεῖ τύπον ἀλγεβρικὸν διὰ τὴν καταμέτρησιν, ὡς εἶπον. Πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν, ἐξ ὧν καὶ βουλευταί τινες, ἔλαβον μέρος εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὅτε τὰ πρωτόκολλα τούτων τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν ἦλθον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις παρὰ τῶν δικηγόρων διὰ τὴν δῆθεν παράβασιν τοῦ νόμου, ὅτε πολλοὶ τῶν δικηγόρων προσέβαλον τὰ πρωτόκολλα ὡς πλαστὰ καὶ ψευδῆ, καὶ εἶπον, ὅτι ὁ ἀπαριθμητής, οὗτινος ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ εἰς τὸ πρωτόκολλον, εἶναι ἐντελῶς ἀγράμματος ἄνθρωπος, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ, ὅτι ἑπομένως ἀδύνατον ἦτο νὰ καταμετρήσῃ διὰ τύπου ἀλγεβρικοῦ τοὺς οἴνους, πολλοὶ ἐδυσπίστουν. Ἐγώ, κύριοι, ὡς δικηγόρος κατηγορουμένων οἰνοπωλῶν, ὑπέβαλον πρότασιν ἀναβολῆς, ἵνα ἀποδειχθῇ, ἂν ἡ καταμέτρησις ἐγένετο ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἵνα ἴδωμεν τέλος πάντων τὰς μορφὰς αὐτῶν τῶν καταμετρητῶν, καὶ ἐξετάσωμεν αὐτούς, ἐὰν ἐνήργησαν ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Ἀμέσως αἱ προτάσεις μου, ὡς καὶ ἄλλων δικηγόρων, ἐγένοντο δεκταί. Ἦλθεν ἐκεῖ εἰς τὸ δικαστήριον ἄνθρωπος, καὶ ὅταν ἠκούσθη περὶ τίνος ἤθελεν ἐξετασθῆ, τουτέστιν ἐὰν γνωρίζῃ Ἄλγεβραν, βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι καὶ τὸ δικαστήριον καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐκάγχασαν ἐπὶ τῇ θέᾳ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἦτο ἐντελῶς ἀγροῖκος, καὶ ἐκ τῆς περιβολῆς αὐτοῦ ἀκόμη, ἵνα εἴπω οὕτως, ἐφαίνετο, ὅτι ἦτο ἀγράμματος. Καὶ ἐν τούτοις τὰ πρωτόκολλα ἔφερον τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ. Ἐβεβαιώθη λοιπὸν τὸ δικαστήριον, ὅτι ἦτο τοσοῦτον ἀγράμματος, ὥστε ἦτο ἀδύνατον διὰ τοῦ ἀλγεβρικοῦ τύπου νὰ βεβαιώσῃ τὸ περιεχόμενον τῶν βυτίων. Τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τοιούτων ἀνθρώπων, ἀνέβαλον τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Τριακόσιαι καὶ ἐπέκεινα ὑποθέσεις ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ οἴνων εὑρίσκονται τούτῳ τῷ λόγῳ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῇ παραβάσει δὲ δῆθεν τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν γνωρίζω πόσαι ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ τοῦ Πταισματοδικείου. Διατὶ, Κύριοι; Διότι πάντα τὰ πρωτόκολλα ἦσαν ψευδῆ. Ἀλλ’ ἵνα εὑρεθῇ τὸ πλαστὸν καὶ ψευδὲς, δὲν ἤρκουν οὔτε ἡ πεῖρα, οὔτε αἱ γνώσεις ἑνὸς ἐφόρου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὰς γνώσεις ἑνὸς δικαστηρίου καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἐὰν αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐδικάζοντο παρὰ τῶν ἐφόρων, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ πρωτόκολλα ἦσαν πλαστά; Ἐὰν οἱ ἔφοροι ἦσαν διατεταγμένοι νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς τοιαύτας πράξεις, ἤθελον εὕρει δικαιοσύνην οἱ φορολογούμενοι; Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν προσβολὴν τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ, ἀλλ’ εἶναι καὶ διατάξεις, ἀποδεικνυόμεναι ἐκ τῶν πραγμάτων λίαν ἐπιβλαβεῖς. Ἀφίνω πλέον μετὰ ταῦτα τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀδείας περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος, γινομένην παρὰ τοῦ ἐφόρου. Ἐγὼ πιστεύω ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὃν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔφερον, τουτέστι διὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης διατυπώσεως περὶ τὴν κατάσχεσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα χθὲς διὰ μακρῶν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ ἀνεφέραμεν εἰς τὴν Βουλήν· εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ φορολογούμενος οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ πλέον ἀσφάλειαν καὶ ἐγγύησιν, ὅταν ἐν οἱᾳδήποτε ὥρᾳ τῆς ἡμέρας ἢ τῆς νυκτὸς ἔχωσι τὸ δικαίωμα ὑπηρέται τῆς Ἀρχῆς καὶ ἄνθρωποι, ἀναμένοντες συμφέρον χρηματικὸν, ὅταν λέγω πάντες οὗτοι ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ εἰσβάλλωσιν εἰς τὴν οἰκίαν οἱουδήποτε πολίτου, ἐπὶ τῇ κατασχέσει δῆθεν λαθρεμπορίου. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, καὶ οὐχὶ βεβαίως πάντες, ἀλλὰ τινὲς ἐκ τῶν ἰσχυροτέρων, οἵτινες ἔπεισαν ἡμᾶς νὰ καταψηφίσωμεν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§52ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὤ! Κύριε Πρόεδρε, πάλιν;
§54ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπειθόμην εὐχερῶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ὁμιλήσω, ἐὰν δὲν ἠκούετο αὐτὸς ὁ ψιθυρισμὸς ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὀλίγας στιγμὰς κατόπιν τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόλμησε νὰ ῥίψῃ κατὰ πρόσωπον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίων σπουδαιοτάτων, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται ἐκ μόνης τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), καὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις, ἂν ληφθῇ ἐν συνόλῳ, δὲν κατηνάλωσεν ἢ ὀλίγων μόνον ὡρῶν διάστημα, καὶ μόλα ταῦτα, μόλις τολμήση τις, ἐντὸς τοῦ θέματος εὑρισκόμενος, νὰ συζητήσῃ κατά τι εἰσέτι, προκειμένου περὶ τοιούτων νομοσχεδίων, ἀκούεται ἐκεῖθεν ψιθυρισμός· καὶ ὅμως γίνεται ἡ μομφή, ὅτι οἱ βουλευταὶ θέλουν νὰ μετέχωσιν εἰς μίαν μόνον ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παρατηροῦμεν σήμερον. Συζητοῦμεν ὑπὸ τὸ κράτος ἁπλῶς νομοθετικῶν σκέψεων, χωρὶς νὰ δύνηταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπὸ τὰς ἰδέας ἡμῶν κρύπτεται πολιτικός τις σκοπός· ἁπλῶς νομοθετικὴ ἐργασία διεξάγεται. Ποῖον συμφέρον ἔχομεν ἡμεῖς νὰ καταναλίσκωμεν ἐπὶ ματαίῳ τὸν χρόνον; Συζητοῦμεν μὲ ἀγαθὴν πρόθεσιν, καὶ συζητοῦμεν ἐπὶ νομοσχεδίου, καθ’ ἡμᾶς, ἀντιβαίνοντος εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμα, καὶ μόλα ταῦτα ἐπὶ τόσας ἡμέρας οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔχομεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιτάσσεται μία σιωπὴ, μὲ τὴν ἀξίωσιν ἴσως, ὅτι δύναται ἡ τοιαύτη σιωπὴ νὰ ᾖναι περιφρονητικὴ πρὸς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, καθ’ ἧς παραπονεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ περὶ τίνος, κύριε Πρόεδρε, πρόκειται; Ἐν ᾧ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰς εὐχὰς Συνελεύσεων τοῦ Κράτους ἡμῶν, Συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξέφρασαν τὴν εὐχὴν, ὅπως αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑπαχθῶσιν ὅλαι εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐνταῦθα ἔχομεν ὑποθέσεις καθαρῶς δικαστικὰς, καὶ ἀφαιροῦμεν αὐτὰς ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ ὑπάγομεν αὐτὰς εἰς διοικητικὰ δικαστήρια, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀνατρέπει τὴν κυριωτέραν βάσιν, οὐχὶ πλέον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ παντὸς πολιτεύματος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ διότι, κύριοι, καὶ αἱ Μοναρχίαι, αἱ πλέον ἀπόλυτοι, ἐσεβάσθησαν τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν ἀφῄρεσαν ποτὲ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀντικείμενα φύσεως δικαστικῆς, διὰ νὰ τὰ ὑπαγάγωσιν εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι. Προτοῦ ὑπάρξῃ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, ἡ Μοναρχία τότε ἐσεβάσθη τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι ἐπ’ αὐτῆς δύναται νὰ στηρίζηται πᾶσα Πολιτεία, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι εὐνομουμένη ὁπωσοῦν, καὶ σήμερον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, καὶ ἁρπάζει ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀντικείμενα φύσει δικαστικὰ καὶ τὰ ὑπάγει εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐφόρων. Καὶ ὅταν ἐπὶ τοιούτου θέματος συζητῶμεν, γίνεται ἡ παρατήρησις, διατὶ παρατείνεται ἡ ὥρα! Καὶ πῶς, ἐν ᾧ δὲν συζητοῦμεν ὑπὸ κἀμμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, ἐν ᾧ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσί τινες ἐκεῖθεν σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν; Ἂς τὸ ἐξηγήσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸ τὸ φαινόμενον, ἀλλ’ ἂς τὸ ἐξηγήσῃ εἰλικρινῶς· διότι, ἂν ἐξηγηθῇ εἰλικρινῶς, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αὐτὸ κυρίως τείνει εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ ὅτι αὐτὸς γίνεται ὁ ὑπαίτιος τούτου.
§55ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Εὐρυτανίας δὶς, τρὶς ἐπανέλαβε μομφὰς καθ’ ἡμῶν....
§56ΤΙΝΕΣ. Δεκάκις· πάντοτε ὁμιλεῖ.
§57ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μομφὰς, λέγω, κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης· διότι, ὅταν ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ πρόκειται, ἠκούσθησαν γογγυσμοὶ καὶ ἀγανάκτησις ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν). Αὐτὸ ἐφάνη εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὡς προσκροῦον εἰς τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι, ὅταν τις ἐπαναλαμβάνῃ δεκάκις τὰ αὐτὰ, τοιοῦτον γογγυσμὸν θὰ ἀκούσῃ καὶ ἀπὸ τὴν δεξιὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, διότι ὁ γογγυσμὸς προῆλθεν, ὡς ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ ἅπασα, καὶ ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), διότι δεκάκις ἐπανελήφθησαν τὰ αὐτά. Τίς, παρακαλῶ, ἡ ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσητε, ἀφοῦ οὐδὲν νέον εἴπετε, κύριε συνάδελφε; Τί μᾶς εἶπε νέον, κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. συνάδελφος; Ἐπανέλαβεν ἄνευ ἀνάγκης αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πολλοὶ εἶπον καὶ ἐπανειλημμένως ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) οὐδὲν δὲ εἶπεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀπολύτως οὐδέν. Μόνον ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, χωρὶς ἐν τούτοις τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ νὰ μᾶς πείσωσιν. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὡμίλησε χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅτι κωλύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ εἶπε κἄτι τι νέον, ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἐπαναλέγω· δὲν εἶπε λέξεις κενὰς, ἄνευ ἐννοίας. Ὅθεν δὲν ἔχει δίκαιον ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ καταφέρηται κατὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ νὰ παραπονῆται διὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς κατ’ αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἀκατασχέτου πολυλογίας του.
§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶναι ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν σήμερον ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἐψηφίσθησαν ἤδη. Οὐδὲ ὑπάρχει ἐλπὶς, ὅτι δύναται νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἐν συνόλῳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι σήμερον νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη καὶ ἄλλοτε καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀφῆκεν ἀπαισίαν μνήμην, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀποβῇ νῦν ἧττον ἐπαχθὴς καὶ καταθλιπτικὸς, καὶ πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου φθάσῃ καὶ μέχρι Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου καὶ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα προηγουμένως δὲν εἶχε φθάσει.
§59ΣΑΚΚΗΣ. Δηλῶ, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὄχι διότι τὸ νομίζω ἐπαχθὲς, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τοῦ ἤδη ψηφιζομένου, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ αὐξήσῃ τὴν συναλλαγὴν καὶ ὄχι νὰ προσπορίσῃ πολλὰ ὀφέλη εἰς τὸ Κράτος. Ὁ μόνος πρόσφορος τρόπος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο πολλὰς ὠφελείας νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι τὸ μονοπώλιον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον.....
§61ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε. (Ἐγείρονται ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς πλείους τῶν 15).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκη καὶ Καλογεροπούλου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ν | Ἀθ. Ἴσκος | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Ἔπ. Σακελλαρόπουλος | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Μ. Γουλιμῆς | Ν |
| Μ. Ἰατρίδης | Ν | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Ο | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ο |
| Γεώργ. Μίλησης | Θεόφ. Προβατᾶς | Ο | |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ν | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ν |
| Γεώργ. Κούστας | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ο | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Ἄγαμ. Μεταξᾶς | Ο |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Νικ. Βαλσαμάκης | Ο |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Γερ. Μουσούρης | Ν |
| Δημ. Πετρίδης | Ο | Παν. Βενιεράτος | Ν |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ο | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ο |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Γεώργ. Κόρπας | Ν | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ο | Στέφ. Σκουλούδης | Ν |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ο | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ο | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ν |
| Ἠλίας Φλέσσας | Ο | Νικ. Νομικός | Ν |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ο | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ν |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | |
| Παν. Μανέτας | Ν | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν |
| Ἰωάν Ἀντωνόπουλος | Ο | Δημοσθ. Καΐρης | Ν |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Γεώργ. Δρόσος | Ν | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Νικ. Κρίσπης | Ν | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ν | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Κων. Κοσσονάκος | ||
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Παπαμιχαλόπουλος | ||
| Στέφ. Δραγούμης | Ν | Γ. Μαυρομιχάλης | |
| Δημ. Γ. Ῥάλλης | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ο | |
| Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Φωκίων Νέγρης | Ν | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν |
| Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Λεων. Καπετανάκος | Ο | |
| Νικ. Μπουφίδης | Ν | Ξανθός Πικουλάκης | Ν |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν | Ἰω. Καρτάλης | Ν |
| Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | |
| Νικ. Λεβίδης | Ο | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ν |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | |
| Ὄθων Μακρυγιάννης | Α. Ἀστεριάδης | Ν | |
| Γ. Ῥοῦφος | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν |
| Θάνος Κανακάρης | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ν |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν |
| Α. Φωτήλας | Ο | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ο | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ο |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | Περ. Πεῤῥωτή | Ο |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ο | Δημ. Τζάνες | Ο |
| Ν. Κουμανιώτης | Ο | Περ. Μποῦτος | |
| Βασ. Βουδούρης | Ν | Παν. Σάκης | Ο |
| Ν. Καλογερόπουλος | Ν | Νικ. Παπαλέξης | Ο |
| Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | Ο |
| Ν. Παπανικολάου | Ν | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν |
| Ν. Καφετζόγλους | Ν | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |
| Ἰω. Πεζᾶς | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ο |
| Κων. Σινέλης | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | Ο |
| Κων. Λομβάρδος | Ν | Δημ. Π. Γουδῆς | |
| Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | Σ. Χατζηγάκης | |
| Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν |
| Διον. Λομβάρδος | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Γ. Φραγγίδης | Ν |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Ο | Α. Τακιατζῆς | Ν |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ο | Γ. Τάκης | Ν |
| Νικόλ. Βασιλάκης | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ο | Ζ. Φαλιάγκας | Ν |
| Σταμάτιος Μπουντούρης | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν |
| Θεόδωρος Γκίκας | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | |
| Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν |
| Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ν | Δημ. Ζουλούμης | Ν |
| Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | Ο |
| Νικόλ. Κοντογιάννης | Ο | Θεμ. Κανάρης | Ο |
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 123. Ἐκ τούτων 82 ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, 41 δὲ κατ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν εἰς γʹ. συζήτησιν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.—Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ δασμολογίου, κύριοι, εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα πανταχοῦ ὑποβάλλονται εἰς εὐρεῖαν καὶ ἐπισταμένην κοινοβουλευτικὴν βάσανον καὶ συζήτησιν. Οἱ διὰ τοῦ δασμολογίου ἐπιβαλλόμενοι φόροι εἰσὶ ποικίλοι καὶ θίγουσι τὰ συμφέροντα ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ ἑκάστης πόλεως κατὰ διάφορον τρόπον· τέλειον δὲ καὶ πλῆρες δασμολόγιον δὲν δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ, παρ’ ὅταν ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι καὶ σκέψεις, δύναμαι εἰπεῖν, τῶν ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν. Τοιοῦτόν τι δυστυχῶς, καθ’ ὃν τρόπον ἐργαζόμεθα, οὐ μόνον δύσκολον, ἀλλ’ ἀδύνατον σχεδὸν εἶναι νὰ γίνῃ. Βεβαίως ἐν τῇ Βουλῇ δυσκόλως δύναται νὰ γίνῃ ἐπισταμένη καὶ λεπτομερὴς αὐτῶν μελέτη. Τοιαύτη μελέτη μόνον ἐν εἰδικῇ ἐπιτροπῇ δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἐγένετο ἀρκετὸς λόγος περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐργάζονται αἱ ἐπιτροπαί· ἐδείχθη δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἔχουσι σήμερον αἱ ἐπιτροπαί, νὰ γίνῃ ἐν αὐταῖς ἡ λεπτομερὴς καὶ ἐπισταμένη μελέτη, ἥτις ἀπαιτεῖται, ὅπως τὸ δασμολόγιον συνταχθῇ καὶ ἀποτελεσθῇ πλῆρες καὶ σύμφωνον μὲ τὰς ἀνάγκας, ὄχι μόνον ὅλου τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἑκάστης ἐπαρχίας, τῆς ὁποίας θίγει τὰ συμφέροντα κατὰ τρόπον καὶ βαθμὸν διάφορον. Δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, οὐ μόνον τοιαύτην λεπτομερῆ μελέτην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἔκθεσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἀπεκάλεσε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκτὸς τῆς διοικήσεως συγκεντρόνει ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως νὰ ἐξηγῶνται οἱ λόγοι, δι’ οὓς προτείνονται αἱ ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνδυάζονται τὰ διάφορα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἑκάστη τῶν τροποποιήσεων τούτων θίγει, ὅπως κρίνωμεν, κατὰ πόσον ἑκάστη τροποποίησις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Δὲν ἔχομεν μήτε ἔκθεσιν, ἐξηγοῦσαν ἡμῖν τὰς ἐπιστημονικὰς καὶ οἰκονομικὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἑδράζονται αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου, ὅπως τοῦτο τοὐλάχιστον κρίνωμεν. Ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῶν ὀλίγων ἀναπτύξεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ πίνακος τοῦ συνοδεύοντος αὐτὸ, νομίζω, ὅτι ὁ συντάξας αὐτὸ ἐβασίσθη καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ταμιευτικῆς καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προστατευτικῆς. Τὸν τρόπον καὶ τὸν συνδυασμὸν τῶν δύο τούτων ἀρχῶν δὲν τὸν ἐπικρίνω. Ἀπεναντίας τὸν ἐπιδοκιμάζω. Καὶ τὴν ταμιευτικὴν ἀρχὴν τὴν θεωρῶ ἔν τισι καλὴν, διότι καὶ ἀνάγκας ἔχει τὸ Δημόσιον νὰ θεραπεύσῃ, διὰ τῆς τοιαύτης δὲ ἀρχῆς καὶ ἕτερον καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ· ὠθουμένη, ὅπως ὠθεῖται ἐν πολλοῖς, μέχρι τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαγορευτικῆς, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν πάσης ὑπερβολικῆς εἰσαγωγῆς καὶ διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἡμῶν, καὶ νὰ μετριάσῃ τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προερχομένην νομισματικὴν καὶ συναλλαγματικὴν ἀνωμαλίαν. Τὴν προστατευτικὴν ἀρχὴν θεωρῶ ὡσαύτως ἀναγκαίαν διά τινα εἴδη, διότι ἡ βιομηχανικὴ παραγωγὴ ἡμῶν εἶναι ἐν τῇ νηπιότητι, καὶ ἐν πολλοῖς ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην προστασίας τινός. Τὰς θυσίας δὲ, τὰς ὁποίας τοιαύτη προστασία δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν λαὸν, τὸν καταναλίσκοντα, δικαιολογοῦσιν αἱ ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξις, ἧς προστατευόμενοι δύνανται νὰ τύχωσι διάφοροι βιομηχανικοὶ κλάδοι, θέλει παρέξει ἐν τῷ μέλλοντι εἴς τε τὸ ἔθνος καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐκ τῶν δύο τούτων ἀρχῶν ἀναχωρῶν καὶ ἐγώ, θὰ φέρω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπί τινων κλάσεων τοῦ πίνακος. Ἠθέλησα νὰ μελετήσω ὁλόκληρον τὸν πίνακα, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ ἀπέβη ἀδύνατον, διότι, ὡς εἶπον προηγουμένως, στερούμεθα τῶν πρὸς τοῦτο ἀναγκαίων καὶ ἐπισήμων στοιχείων. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῆς ά. κλάσεως τῶν βοῶν. Νομίζω ὅτι τὸ τέλος τῶν 30 δρ. κατὰ κεφαλὴν ἔχει σκοπὸν κυρίως ταμιευτικόν. Δύναται ὅμως νὰ διΐδῃ τις ἐν αὐτῷ καὶ προστατευτικήν τινα ἰδέαν τῆς κτηνοτροφίας· καθ’ ὃν τρόπον ὅμως ἐπιβάλλεται ὁ φόρος, μήτε ὁ εἷς σκοπὸς, μήτε ὁ ἕτερος ἐπιτυγχάνεται πλήρης. Μεταξὺ τῶν βοῶν ὑπάρχουσι διάφοροι κατηγορίαι· ὁ φόρος δὲ τῶν 30 δραχμῶν δύναται νὰ ᾖναι ἐλαφρὸς διά τινας, βαρὺς δὲ δι’ ἄλλους· εἶναι ἐλαφρὸς διὰ τοὺς μεγάλους βόας, βαρὺς δὲ διὰ τοὺς μικρούς. Διὰ τοιούτου φόρου προστατεύομεν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μεγάλων βοῶν, οἵτινες μήτε ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος τοῦ κρέατος αὑτῶν, μήτε ὑπὸ ἔποψιν τοῦ τόπου τῆς προελεύσεώς των, δικαιοῦνται εἰς τοιαύτην προστασίαν. Καὶ τὸ κρέας αὐτῶν εἶναι μετρίας ποιότητος, καὶ αἱ χῶραι, ἐξ ὧν μεταφέρονται, δὲν δικαιοῦνται τοιούτου προνομίου. Προστατεύοντες δὲ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν βοῶν τούτων, ἀποκλείομεν τὴν εἰσαγωγὴν ἄλλων, οἵτινες καὶ χάριν τῆς ποιότητος τοῦ κρέατος καὶ χάριν τοῦ τόπου τῆς προελεύσεώς των δικαιοῦνται προτιμήσεώς τινος. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἐκ τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς λοιπῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας προερχόμενοι, οἵτινες, μόλις ἔχοντες τὸ ἥμισυ βάρος τῶν βοῶν τῶν ἐκ Ρωσσίας προερχομένων, πληρόνουσιν οὐχ ἧττον τέλος 30 δραχ., ὅπως οἱ βόες οὗτοι, πρὸς βλάβην οὐ μόνον τῶν πληθυσμῶν τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, οὓς ἔχομεν συμφέρον νὰ περιποιηθῶμεν, ἀλλὰ συνάμα καὶ πρὸς βλάβην τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ κρέας τῶν μικρῶν βοῶν εἶναι θρεπτικώτερον. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων τούτων, νομίζω προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων βοῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ οὐχὶ κατὰ κεφαλήν· τὸ μέσον δὲ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προσδιορίζηται τὸ βάρος τοῦ ζῶντος βοὸς, δύναται εὐκόλως νὰ ἐξευρεθῇ. Τὰ εἴδη τῶν κλάσεων 58 καὶ 63, μέχρις 69, δηλαδὴ ἡ πίσσα καὶ τὰ ἀκατέργαστα μέταλλα, εἰσὶ σήμερον ἀτελῆ. Ἐπ’ αὐτῶν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δασμολογίου ἐπιβάλλεται τέλος, ὅπερ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν, εἶναι ἀρκετὰ βαρύ. Ἡ εἰσαγομένη πίσσα χρησιμεύει διὰ τὴν ναυτιλίαν, ἐπιβάλλοντες δὲ φόρον ἐπ’ αὐτῆς, βαρύνομεν τὴν ναυτιλίαν ἡμῶν, ἥτις δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Μία δὲ ἐκ τῶν μικρῶν βιομηχανιῶν, ἡ ὁποία ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν παρέχει πόρον ζωῆς εἰς πολλὰς οἰκογενείας, εἶναι ἡ κατεργασία τοῦ σιδήρου καὶ ἐν γένει τῶν μετάλλων. Ἐπὶ τῶν κλάσεων τούτων τὸ δασμολόγιον παρορᾷ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀρχὴν τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ, ὅτι παρέχει εἰς ἄλλας ἥττονος σημασίας βιομηχανίας, καὶ τὴν ὁποίαν κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλει νὰ παρέξῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν μετάλλων. Ὁ ἐπιβαλλόμενος δασμὸς εἴς τινα ἐκ τῶν μετάλλων εἶναι πολὺ βαρύς· ἐπὶ τοῦ ἀκατεργάστου σιδήρου, π. χ., ὁ δασμὸς τῶν 4 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν φθάνει περίπου εἰς τὰ 40 ἢ 50% τῆς ἐν Εὐρώπῃ ἀξίας αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι τὰ εἴδη ταῦτα πρέπει νὰ μείνωσιν, ὅπως καὶ σήμερον, ἀτελῆ, ὅπως παράσχωμεν προστασίαν τινὰ εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν μετάλλων, ἥτις ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν καὶ δεικνύει τάσεις ἀναπτύξεως. Τὸ τέλος, ὅπερ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ἀκατεργάστων μετάλλων, δὲν θὰ φέρῃ βεβαίως εἴσπραξιν 500,000 δραχ., ὡς ὑπολογίζει αὕτη, διότι μετὰ τὴν ἐπιβολὴν σχετικῶς βαρέως τέλους ἐπὶ εἰδῶν ἀτελῶν, δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατανάλωσις καὶ εἰσαγωγή. Ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὸ τῶν σιδηρῶν δοκῶν, τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγή, μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ ἀπὸ δύο λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς 10 λεπτά, ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς, ὡς ἐβεβαιώθην παρὰ προσώπων εἰδημόνων.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ εἰδήμονες οὗτοι δὲν σᾶς ἔδωκαν ἀκριβεῖς πληροφορίας.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἔχων ἐπισήμους πληροφορίας, διότι δὲν ὑπεβάλετε τοιαύτας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁδηγηθῶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν εἰδημόνων ἀνθρώπων. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἐπὶ τῶν φαρμάκων φορολογία τῆς κλάσεως 73–85, δηλαδὴ τῆς κινίνης καὶ λοιπῶν, εἶναι ὑπερβολική. Τὰ φάρμακα εἶναι ἐκ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης παρ’ ἡμῖν, ἰδίως ἡ κινίνη, διότι δι’ αὐτῆς πολεμοῦνται οἱ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦντες πυρετοί. Χάριν τῆς προστασίας τῆς ὑγείας τοῦ τόπου, νομίζω καλὸν, νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὰ φάρμακα διὰ νέας φορολογίας.—Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰς φορολογικὰς διατάξεις τῶν ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεων τοῦ δασμολογίου. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ ταμιευτικὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, τὰς προσόδους δηλαδή, τὰς ὁποίας θὰ φέρωσιν αὗται εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ περὶ αὐτῶν δυστυχῶς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μορφώσω τὴν ἰδέαν μου, βασιζόμενος ἐπὶ ἀτελῶν πληροφοριῶν. Ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πίνακας τινας, ὅπως δυνηθῶ δι’ αὐτῶν νὰ μελετήσω καὶ ἄλλα ζητήματα, συνδεόμενα μὲ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα καὶ τὸ δασμολόγιον. Διὰ τῆς μελέτης τῶν πινάκων τούτων, θὰ ἠδυνάμην νὰ μάθω, κατὰ πόσον ἡ δημοσιευθεῖσα αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τροποποιημένου δασμολογίου, συνάδει πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς παραδεδεγμένας ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ βεβαιουμένας ὑπὸ τῆς πείρας τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ὑπάρχει ἀρχὴ ἀναντίῤῥητος, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς ἑνὸς εἴδους ἐπιφέρει καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως τοῦ εἴδους τούτου.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ὑπὲρ τὸ δέον αὔξησις.
§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν γένει ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας ἑνὸς εἴδους ἐπιφέρει τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ· ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα ἀρχὴ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως δὲν ἐπέρχεται ἀμέσως· διότι ἡ κατανάλωσις σκοπεῖ τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν, ὁ ἔχων δὲ τὴν ἀνάγκην, ἣν θεραπεύει διὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ ἐπιβαρυνομένου εἴδους, δὲν ἐπιβάλλει εἰς ἑαυτὸν ἀμέσως τὴν ἐλάττωσιν ἢ τὴν ἐξάλειψιν αὐτῆς. Θὰ ἐλαττώσῃ ἢ θὰ ἐξαλείψῃ αὐτὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα αὐτοῦ σμικρύνονται διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς ἀναγκαίου εἴδους. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας καὶ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐζήτησα, ὅπως μελετήσω εἰδικώτερον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἴδω κατὰ πόσον ἡ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν νέων ἢ προσθέτων τελωνιακῶν τελῶν, συμβιβάζεται μὲ τὰς δύο ταύτας ἀρχὰς, καὶ μὲ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ὁ τόπος κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας καὶ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἡ ἔλλειψις τῶν πληροφοριῶν τούτων καθιστᾷ δύσκολον καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πᾶν ἄλλο μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τὴν λεπτομερῆ μελέτην τοῦ ζητήματος. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς ἀτελεῖς πληροφορίας, ἃς παρέχει ἡμῖν ὁ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐπισυνημμένος περιληπτικὸς πίναξ τῶν πιθανῶν ἐξαγομένων ἐκ τῆς προβαλλομένης μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου. Ἐξ αὐτῶν δὲ σχηματίζω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰσίν ὑπερβολικὰ τὰ ποσὰ, τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα, ὡς εἰσπραχθησόμενα περιπλέον τῶν σήμερον εἰσπραττομένων ἐκ τῶν 103 κλάσεων τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων τροποποιεῖται ὁ δασμός. Ἐὰν ἐκ τῶν 103 τούτων κλάσεων ἀφαιρέσωμεν τρεῖς, τὰς ὑπ’ ἀριθμὸν 156, 158 καὶ 159, ἀφορώσας εἰς κλωστὰς καὶ ὑφάσματα, μένουσιν 100 κλάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων, κατὰ τὸν ἐνώπιον ἡμῶν πίνακα, τὸν περιέχοντα οὐχὶ θετικὰ διδόμενα, ἀλλὰ μόνον πιθανότητας, τὸ Τελωνεῖον, κατὰ τὸ ἰσχύον δασμολόγιον, εἰσπράττει 5,386,000 δραχμάς. Ἐκ τῶν 100 τούτων τάξεων 66 ἐφορολογοῦντο, 34 δὲ ἦσαν ἀτελεῖς καὶ πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δασμόν. Ὁ εἰσπραττόμενος δασμὸς ἐκ τῶν 66 κλάσεων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 5,386,000. Ἐκ τῶν κλάσεων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις προϋπολογίζει εἴσπραξιν περιπλέον κατὰ 3,202,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ὑποθέτει, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὰ σήμερον εἰσπραττόμενα 5,386,000 καὶ περιπλέον 3,202,000, ἤτοι 6% περιπλέον, ἐπὶ ὅλων δὲ τῶν 100 κλάσεων ὑπολογίζει εἴσπραξιν κατὰ 8% ἀνωτέραν τῆς σημερινῆς. Βασίζει δὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς εἰς τὸ σήμερον εἰσαγόμενον ποσὸν, ὑποθέτουσα ὅτι, καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν φορολογουμένων εἰδῶν καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τέλους ἐπὶ τῶν ἀτελῶν, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατανάλωσις καὶ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων. Εἴς τινα δὲ ἐξ αὐτῶν ὑποθέτει, ὅτι καὶ θὰ αὐξήσῃ ἡ εἰσαγωγή.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τίνων;
§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, π. χ., κατὰ τὴν ἐν τῷ πίνακι σημείωσιν, ἡ σημερινὴ πιθανὴ εἰσαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 31,000 ὀκάδες; ὑπολογίζεται δὲ, ὅτι μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἀπὸ δύο δραχμῶν εἰς 5, θὰ ἀνέλθῃ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ εἰς 32,000 ὀκάδων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ, ἀλλὰ τὴν ἀνέφερα, ὅπως δείξω τὴν ὑπερβολικὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ συντάξαντος τὸν πίνακα.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πίναξ ἀφορᾷ εἰς τὰ διάφορα εἴδη καπνοῦ.
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν διαφόρων εἰδῶν καπνοῦ, τῶν ὁποίων ἡ πιθανὴ εἰσαγωγὴ ἀνέρχεται εἰς 31,000 ὀκάδων καὶ ἥτις κατὰ τὸν πίνακα πρόκειται ν’ αὐξήσῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους. Συμφώνως μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας, πιστεύω, ὅτι, αὐξανομένου τοῦ τέλους καὶ ἐπιβαλλομένου τέλους ἐπὶ τῶν ἀτελῶν εἰδῶν, θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν τούτων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Δὲν μεταβάλλει δὲ τὴν πεποίθησίν μου ταύτην ἡ παρουσιαζομένη πρόσκαιρος αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι τοὺς γενικοὺς οἰκονομολογικοὺς κανόνας, εἰς οὓς ὑπόκεινται πάντα τὰ ἔθνη. Προβλέποντες τὴν ἐλάττωσιν καταναλώσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς θετικὴν τὴν αὔξησιν, ἣν προϋπολογίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεως τοῦ δασμολογίου’ νομίζω δὲ, ὅτι θὰ εἴμεθα ἐκτὸς τῆς ἀληθείας, ἐὰν ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων τοῦ δασμολογίου, καὶ ἂν ἀναγράψωμεν αὐτὴν ὡς θετικὸν ἔσοδον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φέρῃ τοὺς πίνακας καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, θὰ δυνηθῶ νὰ μελετήσω λεπτομερέστερον τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου καὶ ὑποβάλω ἴσως εἰς τὴν Βουλὴν πληρεστέρας περὶ αὐτῶν σκέψεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχω τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ εἰς ὅσα εἶπον, λυπούμενος, διότι, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἐπισήμων πληροφοριῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδιώξω τὴν πλήρη καὶ εὐρεῖαν συζήτησιν, ἣν ἐπιβάλλει ἡμῖν ἡ ποικιλία καὶ ἡ ἔκτασις τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα θίγουσιν αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις τοῦ δασμολογίου.
§73ΤΟΜΑΝ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, ὀλίγα θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτής. Παραδέχομαι πληρέστατα τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ δασμολόγιον, ἐξ ἑνὸς μὲν μέρους ὀφείλει νὰ ᾖ προστατευτικὸν, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ προσπορίζῃ εἰς τὸ Κράτος ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέρας ὠφελείας· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κλάσεις τινὲς τοῦ δασμολογίου, ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ δευτέρου σκοποῦ, ἀπομακρύνονται τοῦ πρώτου. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ἤρχισαν ἤδη νὰ ὑπάρχωσιν ἐργοστάσιά τινα καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Σύρῳ καὶ εἰς ἕτερα μέρη τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν μετὰ κόπους πολλοὺς νὰ κατασκευάζωσιν, ἂν οὐχὶ τελείας μηχανὰς, τοὐλάχιστον μηχανὰς, δυναμένας νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν τόπον. Τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἔχουσι νὰ παλαίσωσιν, οὐ μόνον πρὸς τὴν τελειότητα τῶν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένων μηχανῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐλάττωμά τι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ δασμολογίῳ. Αἱ ἐξ Εὐρώπης μηχαναὶ εἰσάγονται ἀτελεῖς, τοὐναντίον δὲ ὅλαι αἱ πρῶται ὗλαι, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται τὰ ἐργοστάσια, τὰ κατασκευάζοντα ἐν Ἑλλάδι μηχανὰς, ἐπιβαρύνονται μεγάλως διὰ τοῦ δασμολογίου. Καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω πρῶτον τὰς σιδηρᾶς δοκοὺς, αἵτινες φορολογοῦνται πρὸς 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ ἀξία αὐτῶν εἶναι 15 λεπτὰ ὡς ἔγγιστα· οἱ ἧλοι τῶν λεβήτων φορολογοῦνται ἐπίσης πρὸς 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὅπερ εἶναι ὑπέρογκον. Νομίζω, ὅτι, χάριν τῆς προστασίας αὐτῶν τῶν ἐργοστασίων, τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, ἰδίως ὅσα χρησιμεύουσι διὰ τὰς μηχανὰς, πρέπει νὰ μείνωσιν ἀτελῆ. Ὅπως δήποτε, ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, ἂς κατέλθῃ ἡ φορολογία ἀπὸ 10 λεπτῶν εἰς βαθμὸν κατώτερον. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι πάντες οἱ σωλῆνες οἱ ἐκ χυτοῦ σιδήρου φορολογοῦνται 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ ἡ ἀξία αὐτῶν εἶναι ὡς ἔγγιστα τοιαύτη ἐν Εὐρώπῃ· ἐπίσης οἱ σωλῆνες οἱ σιδηροῖ, οἱ χρησιμεύοντες διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν λεβήτων, φορολογοῦνται, ὡς καὶ πάντα τὰ ἐκ σφυρηλατημένου σιδήρου εἴδη, μὲ 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ καθίσταται ἀδύνατον εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ κατασκευάζωσι λέβητας κατὰ τὰ νεώτερα συστήματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται αὐλοὺς σιδηροῦς, καθ’ ὅσον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν ἀγοραίαν ἀξίαν εἰς Εὐρώπην παραπλησίαν πρὸς τὴν τῶν 25 λεπτῶν τοῦ δασμολογίου. Ἐνόμισα καθῆκόν μου πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν ἐργοστασίων τούτων. Ἓν τρίτον εἶδος νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητον· τὸ εἶδος τοῦτο ἀφορᾷ τὰ ὀξέα. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ ὀξέα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσι ν’ ἀναπτυχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ χημικὴ βιομηχανία· ἐὰν δὲ ἐπιβαρύνωνται ταῦτα μὲ φορολογίαν βαρεῖαν, οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκατασταθῇ τοιαύτη ἐνταῦθα βιομηχανία. Δύναμαι νὰ φέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα, ἀφορῶν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν χρωμάτων. Ἔχομεν ὑλικὸν ἐν Ἑλλάδι τὰ χρώματα, τὰ ὁποῖα στέλλομεν εἰς μετάλλευμα εἰς Εὐρώπην καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιστρέφονται εἰς χρώματα. Δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εὑρεθῇ ἑταιρία τις, ἡ ὁποία νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ μετάλλευμα τοῦτο ἐν Ἑλλάδι, ἐννοεῖτε δὲ, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν τὰ ὀξέα ἐπιβαρύνωνται μὲ βαρὺν φόρον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφήσῃ τὰ ὀξέα ἀτελῆ· μεταξὺ δὲ τούτων συγκαταριθμεῖται καὶ τὸ φανικὸν ὀξὺ, τὸ ὁποῖον, χρησιμεῦον εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, ὀφείλει νὰ εἰσάγηται ὑπὸ τοὺς μᾶλλον εὐνοϊκοὺς ὅρους. Ταῦτα εἶχον νὰ προσθέσω μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 86).
§75ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο τροποποιήσεις ἔχω νὰ προτείνω, ἐπὶ τῆς 21ης καὶ τῆς 50ῆς κλάσεως τοῦ δασμολογίου· ἡ μία ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἀλεύρων, ἡ δευτέρα εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας. Ὑποβάλλω αὐτὰς ἐγγράφως, διὰ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ τὰς ἀναπτύξω αὔριον εἰς τρίτην συζήτησιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 87).
§76ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταὶ, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἢ διὰ βραχυτάτων παρατηρήσεων ἐπί τινων δασμολογικῶν τελῶν, ὧν ἡ αὔξησις θὰ ἀσκήσῃ ἀναμφιβόλως ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, βαρύνουσα ἰδίως τὰς πολυπληθεῖς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τάξεις. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ δηλώσω, ἃς πρεσβεύω ἀρχὰς περὶ ἐμπορίου καὶ ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ παρατηρήσεις μου αὗται, ἂν καὶ, προκειμένου περὶ ταμιευτικῶν διατάξεων, πᾶς περὶ ἀρχῶν λόγος εἶναι δευτερεύων. Δὲν ἀσπάζομαι, κύριοι βουλευταὶ, τὰς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου γνώμας, μεθ’ ὅλας τὰς ὑπὲρ αὐτῆς θελκτικὰς καὶ φιλελευθέρους θεωρίας. Κράτη μικρὰ καὶ μικροὺς ἔχοντα πόρους καὶ μικρότερα ἔτι κεφάλαια, ἀδυνατοῦντα νὰ συναγωνισθῶσιν ἐν ἐλευθέρῳ ἀνταγωνισμῷ πρὸς τὰ κολοσσιαῖα κεφάλαια καὶ τὴν μυθώδη παραγωγὴν τῶν πλουσίων καὶ ἄπειρα μέσα καὶ τελειοτάτας μεθόδους διατιθέντων πρὸς ἄφθονον παραγωγὴν φυσικῶν ἢ βιομηχανικῶν προϊόντων, τάχιστα συντρίβονται, κατὰ τὸν φυσικὸν νόμον, τὸν καθολικώτατον, ὑπὸ τῶν ἰσχυροτέρων. Καὶ δὲν ἠξεύρω, ἄν καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἀντιτίθεμαι πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος, ὡς θιασώτης βεβαίως τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ πιστὸς ὀπαδὸς τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἐξελέγη, ὡς ἐν τοῖς τηλεγραφήμασι τῶν τηλεγραφικῶν πρακτορείων σήμερον ἀνέγνωσα, μέλος τοῦ ἐν Λονδίνῳ Συλλόγου, τοῦ ὑπὲρ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ἐργαζομένου καὶ ἐκ διασήμων ἀνδρῶν ἀποτελουμένου, λίαν ἐπικαίρως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν νέων δασμολογικῶν προσθηκῶν καὶ αὐξήσεων ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς Πρωθυπουργοῦ τῆς πατρίδος του. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ προστατευτικοῦ συστήματος, δι’ οὗ θὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ προαχθῇ ἡ μικρὰ τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος παραγωγὴ καὶ βιομηχανία, ἡ ἐν σπαργάνοις ἔτι διατελοῦσα καὶ δεινῶς ἀπειλουμένη ὑπὸ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἄνευ κεφαλαίων καὶ ἄνευ τῶν μέσων τῆς βελτιώσεως καὶ τελειοποιήσεως, ὅσα διατιθεῖσιν αἱ πλουσιώταται ἐν κεφαλαίῳ καὶ ἐν πεφωτισμένῃ πείρᾳ ἐπικράτειαι. Πλὴν τούτου, εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ ἀδιάλλακτος τῶν ἀμέσων ἐχθρὸς, φρονῶν, ὅτι μία τῶν κυριωτάτων πηγῶν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνακόπτουσα τὴν πρόοδον καὶ ταπεινοῦσα τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἄμεσος τῶν προϊόντων αὐτοῦ καὶ βαρεῖα φορολογία. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν, εἰ δυνατὸν, νὰ καταργηθῶσι πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ ἄμεσοι φόροι, καὶ νὰ ἀντικατασταθῶσιν, ὑπὸ ὅρους ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, δι’ ἐμμέσων. Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι εὐκταῖον διὰ λαοὺς προηγμένους ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ πολιτισμοῦ, ἐν οἷς καὶ οἱ νόμοι λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως καὶ αἱ πιέσεις καὶ καταθλίψεις εἰσὶν ἀδύνατοι, τί νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν ἀμέσων φόρων παρ’ ἡμῖν, ὧν ἡ βεβαίωσις οὐχ ἧττον ἢ ἡ εἴσπραξις ἐνεργεῖται διὰ τοσούτων καταθλίψεων καὶ τοσούτων ἐπιζημίων καταπιέσεων τῶν δημοσίων ὀργάνων, μονονοὺ λῃστευόντων πολλάκις τοὺς ἀτυχεῖς χωρικοὺς ἐν ὀνόματι τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὸ τὴν πρόφασιν τοῦ συμφέροντος τῆς φορολογίας; Μετὰ τὰς βραχείας ταύτας ἐξηγήσεις, ἃς ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ προτάξω ὡς βάσιν τῶν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου παρατηρήσεών μου, ἔρχομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἢ πρώτων ὑλῶν, ὧν τὴν φορολογίαν, καὶ διὰ τὸ καθολικὸν τῆς χρήσεως αὐτῶν, καὶ διότι θίγει τὰς πολυπληθεστέρας καὶ ἀπορωτέρας τοῦ λαοῦ τάξεις, ὑπὲρ ὧν καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις σωφρονοῦσα ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ μεριμνᾷ, θεωρῶ βαρυτάτην καὶ ὀλέθρια συνεπαγομένην ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας ἀμέσως, ἐμμέσως δὲ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ταμιευτικοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους. Ἐπὶ δύο δὲ ἑτέρων εἰδῶν θὰ παρακαλέσω ἐξ ἐναντίας, λόγῳ προστατευτικῷ, ἢ λόγῳ ἀπαγορευτικῷ, νὰ αὐξήσῃ τὸ τέλος, καὶ εἶναι ταῦτα ἡ πίσσα καὶ τὸ τερεβίνθινον ἔλαιον. Καὶ τοῦτο, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐγχωρίου ῥητίνης, ἐξ ἧς τὰ εἴδη ταῦτα παρασκευάζονται, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ῥητινοφόρων δήμων τοῦ Κράτους, ὑπὲρ ὧν καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ βουλευτικῇ περιόδῳ ὕψωσα φωνὴν, εἰσαγαγὼν τότε καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς φορολογίας τῆς ῥητίνης, δεκτὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργοῦσαν σήμερον. Διὰ τῶν εἰσαγομένων μεταῤῥυθμίσεων τοῦ δασμολογίου τὸ πέρυσιν εἰσαχθὲν τέλος ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων κτηνῶν, μεγάλων καὶ μικρῶν, μεταβάλλεται, διπλασιαζόμενον· ὥστε ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, τῆς πρώτης ταύτης οὐσιαστικῆς καὶ στοιχειώδους τοῦ ἀνθρώπου τροφῆς, ἀναγκαίως θὰ ὑπερτιμηθῇ, ἐν καιρῷ τηλικαύτης ὑπερτιμήσεως τῶν τοῦ βίου καὶ στενοχωρίας οἰκονομικῆς τῶν πολιτῶν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταὶ, ὁποῖον θόρυβον ἤγειρεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ ἀξίωσις τινῶν ἀντιπροσώπων κτηνοτρόφων ἐπαρχιῶν, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οἱ βουλεταὶ οὗτοι, οὐχὶ ἀλόγως, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐγχωρίου κτηνοτροφίας, ἧς ἡ φθισιῶσα κατάστασις δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἠξίωσαν ὅπως τεθῇ τέλος προστατευτικὸν εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα κτήνη. Ἰσχυρίσθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὅτι ἡ κτηνοτροφία, ἕνεκεν πλείστων ἄλλων αἰτίων, καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν φυτειῶν, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἱκανῶν βοσκῶν, καὶ διὰ τὸ ξηρὸν καὶ πολλαχοῦ ἄγονον τοῦ ἐδάφους παρ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τὴν χαλεπότητα τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τὴν δριμύτητα τῶν χειμώνων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὑπέστη δεινὴν ἔκπτωσιν καὶ παρακμήν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δευτερευόντων τούτων λόγων, ἡ κτηνοτροφία παρ’ ἡμῖν ὑστερεῖ κατὰ πολὺ, οὐδὲ ἐγένετο ἀκόμη δυνατὸν παρ’ ἡμῖν νὰ ὑψωθῇ ἐκ τοῦ πρωτογενοῦς αὐτῆς σταδίου, τῆς ὑπαιθρίου κτηνοτροφίας, εἰς τὴν ὑπόστεγον λεγομένην, ἥτις χαρακτηρίζει τοὺς πεπολιτισμένους λαοὺς, ὥστε νὰ καταστῇ καὶ μᾶλλον παραγωγὸς καὶ ἀσφαλεστέρα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν κατωρθώθη εἰσέτι νὰ ὑψωθῇ ἐξ ὑπαιθρίου εἰς ὑπόστεγον ἡ ἡμετέρα κτηνοτροφία, ὡς πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, διότι δὲν ἠξιώθη τῆς δεούσης προσοχῆς. Οὐδεμία πρὸς τοῦτο φροντὶς, οὐδ’ ὅπως ἐξευγενισθῶσι τὰ ζῶα, βελτιουμένου τοῦ εἴδους κατὰ τοὺς γνωστοὺς τοῖς πᾶσι κανόνας. Ὅπως γνωρίζετε, παντοῦ ἐπιδιώκεται σήμερον ὁ ἐξευγενισμὸς τοῦ εἴδους τῶν ζώων, καὶ κατορθοῦται, κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς ἐπιστήμης, δι’ ἐπιμελοῦς ἐφαρμογῆς ὑγιεινῶν καὶ διαιτητικῶν κανόνων, καθ’ οὓς μεγεθύνονται καὶ παχύνονται τὰ κτήνη καὶ σώζεται διαδοχικῶς καὶ μεταδίδεται διὰ τῆς γενέσεως ἡ τοιαύτη βελτίωσις, κατορθοῦται διὰ τῆς καταλλήλου καὶ προσφόρου τροφῆς καὶ περιποιήσεως νὰ ἀναπτύσσωνται σωματικῶς τὰ κτήνη, ὥστε νὰ διπλασιάζηται καὶ νὰ τριπλασιάζηται πολλάκις τὸ βάρος αὐτῶν καὶ νὰ παράγῃ τὸ γάλα τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον. Πόσον δὲ τοῦτο συντελεῖ εἰς εὐθηνίαν τῆς πρώτης τοῦ ἀνθρώπου τροφῆς καὶ πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἐν γένει εὐημερίαν καὶ εὐεξίαν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν, δύνασθε νὰ συμπεράνητε· οἱ ὅροι οὗτοι τῆς κοινωνικῆς συντηρήσεως κρίνονται σήμερον, καὶ εὐλόγως, ὡς ἡ βάσις πάσης προόδου καὶ προκοπῆς ἐν τῷ πολιτισμῷ. Ἐὰν ἡ κτηνοτροφία ἤθελε κατορθωθῆ ποτε—καὶ τὸ εὔχομαι τάχιστα, πρὸς σωτηρίαν τοῦ τόπου—νὰ βελτιωθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐπωφελουμένη τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἐφαρμογὴν τῶν ἐπιστημονικῶν κανόνων, βεβαίως τότε δὲν θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ χωρικὸς, κρατῶν τὴν ποιμαντικήν του ῥάβδον καὶ τὸν ἀρχαϊκόν του ἐπενδύτην, νὰ διατρέχῃ νυκτός τε καὶ ἡμέρας τὰ ὄρη καὶ τὰ δάση, ὑπὸ τὴν δριμύτητα τοῦ χειμῶνος, ὅπως διαθρέψῃ τὸ κάτισχνον καὶ κατεσκληκὸς ποίμνιόν του δι’ ἀκανθῶν, ἢ κλάδων δένδρων, ἠναγκασμένος νὰ καταστρέφῃ πολύτιμον ἐθνικὸν θησαυρὸν καὶ τὸ ὡράϊσμα τῆς χώρας, τὰ δάση. Θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ ζῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνέτως, ἀποφεύγων τὴν Κυκλώπειον δίαιταν, καὶ νὰ παράγῃ καὶ δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν ἀσυγκρίτως πλείονα, ἂν ἔτρεφε τέσσαρας μόνον ἀγελάδας, παρὰ διακοσίας φθαρτικὰς τῶν δασῶν καὶ ἀγόνους αἶγας, ἐλαύνων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἀδιαλείπτως αὐτὰς, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δασικοῦ πλούτου, ἐπὶ καταστροφῇ τῆς βλαστήσεως καὶ τῶν φυτειῶν καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ ταλαιπωρίᾳ καὶ κακοδαιμονίᾳ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, κύριοι βουλευταί, ἡ τοιαύτη νομαδικὴ τῆς ἡμετέρας κτηνοτροφίας κατάστασις, τάχιστα θέλουσι καταστραφῆ καὶ τὰ ὑπολειπόμενα ἀραιὰ καὶ ἐν φθισικῇ μορφῇ, τὸν οἶκτον ἐμποιοῦντα, ἐθνικὰ δάση, καὶ μίαν ἡμέραν, οὐ πολὺ ἀφεστῶσαν, θὰ εὑρεθῶμεν ἐστερημένοι, οὐχὶ μόνον τοῦ ἐθνικοῦ ταύτου πλούτου, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑγιεινῶν ὅρων, τῶν ἀπαραιτήτων εἰς κοινωνικὴν εὐεξίαν καὶ πρὸς τὴν ἔγγειον παραγωγήν. Εἰς τὴν ἀρχαιότητα, Κύριοι, ἡ Πελοπόννησος κατῳκεῖτο ὑπὸ πέντε ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον πάντες τὰ μέσα ἀνέτου ζωῆς καὶ ἐπλήρουν τὰς βιωτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας, ἀποτελοῦντες κοινωνίας εὐρώστους καὶ ἰσχυράς. Διατὶ ἄραγε σήμερον ἡ Πελοπόννησος δὲν δύναται νὰ διαθρέψῃ πλείονας τῶν ἑπτακοσίων χιλιάδων κατοίκων; διατὶ, ἀφοῦ ἡ ἔκτασις τῆς χώρας δὲν ἐμειώθη; Βεβαίως πρὸς ἄλλοις λόγοις κυριωτάτη αἰτία δέον νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀπονέκρωσις τῶν ὀρέων της ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν πλουσίων αὐτῆς δασῶν, καὶ ἡ διὰ τοῦτο στείρωσις τῆς παραγωγῆς τῶν πεδίων της, λιπαζομένων, κατὰ λόγον φυσικὸν αὐτόδηλον, ἐκ τῶν δασῶν· ὥστε σήμερον, ἐὰν ἐξαιρέσητε τὰς σταφιδοφόρους αὐτῆς παραλίους πεδιάδας καὶ ὀλίγα ἄλλα σιτοφόρα ὀροπέδια, πᾶσα ἡ λοιπὴ Πελοπόννησος, ὑπὸ ἔποψιν ἐδάφους, κατέστη νεκρὰ, ἀπογυμνωθεῖσα τελείως τῶν εὐεργετικῶν αὐτῆς δασῶν. Καὶ λοιπὸν, ἄν ὑπολογίσητε, ὅτι ἡ κτηνοτροφία παρ’ ἡμῖν διατελεῖ ἐν τοιαύτῃ φθισικῇ καταστάσει, καὶ ἀναλογισθῆτε, ὅτι ὁ πολιτισμὸς καὶ αἱ ὁσημέραι ἀναπτυσσόμεναι ἀνάγκαι τῶν ἀνωτέρων ἰδίως κοινωνικῶν τάξεων, αἵτινες ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν βιωτικῶν ὅρων ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ καταναλίσκωσι μεγαλειτέραν ποσότητα κρέατος, θέλετε πεισθῆ, ὅτι διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ τέλους τούτου θέλομεν περιέλθει εἰς οἰκτρὰν στέρησιν. Ἀδυνατοῦντες μὲν νὰ τραφῶμεν ἐκ τῆς ἀνεπαρκοῦς παραγωγῆς ἀναλόγου ποσότητος κρέατος ἐκ τῆς ἡμετέρας κτηνοτροφίας, καθιστῶντες δὲ διὰ τῆς ἐπιβολῆς βαρυτάτου τέλους δυσπόριστον, καὶ εἰς τοὺς πενεστέρους ὅλως ἀπρόσιτον, τὴν κυριωτάτην τῶν τροφῶν, θὰ ἐπιφέρωμεν κοινωνικὴν κακοδαιμονίαν ἐκ τοῦ εὐτελεστάτου πορισμοῦ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τοιαῦτα ὠφελήματα εἶναι ἀνάξια νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν πρόκειται νὰ ἐπενέγκωσιν ἀνυπολόγιστον κοινωνικὴν ζημίαν. Ἰσχυρίζοντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς πολλοὶ συνάδελφοι, ὅτι πάσχει ἡ κτηνοτροφία καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαίως, ὅπως προστατευθῇ, πρέπει νὰ αὐξηθῶσι τὰ τέλη. Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὕτη ἤγειρε θόρυβον μέγαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντισχυριζομένων ἄλλων, ὅτι οὐδὲν ὀφείλει ἡ μεγάλη τοῦ ἔθνους πλειονότης νὰ στερῆται τῶν πρὸς συντήρησίν της στοιχείων, χάριν τῶν ποιμένων καὶ κτηνοτρόφων. Καὶ εὐλόγως καὶ δικαίως ἡ ἀξίωσις ἐκείνων ἐκρίθη ἄντικρυς ἀπάδουσα εἰς τὰς περὶ ἰσότητος ἀρχὰς, καὶ πρὸς τὸ καθολικὸν κοινωνικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐκρίθη εὔλογον μετὰ πολλῆς δυσκολίας νὰ ἀναγραφῇ τὸ τέλος τῶν 15 δραχμῶν, λόγῳ προστατευτικῷ, ἐν τῷ δασμολογίῳ. Ἤδη τί ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Νὰ διπλασιασθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων βοῶν καὶ μικρῶν ζώων. Καὶ ἄν ὑπολογίσητε, ὅτι θὰ πληρώνηται εἰς χρυσὸν, τότε τὸ διπλασιαζόμενον τέλος καθίσταται σχεδὸν τριπλάσιον. Ἄν ὑπολογίσητε εἰς δραχμὰς, θὰ εὕρητε, ὅτι ἐπιβάλλεται τέλος ἐπὶ ἑκάστου βοὸς τεσσαράκοντα δραχμῶν, ἡ δὲ τιμὴ τοῦ κρέατος θὰ ὑψωθῇ κατὰ τεσσαράκοντα τοὐλάχιστον λεπτά. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ κρέας εἶναι ἡ πρώτη καὶ μᾶλλον οὐσιαστικὴ τροφὴ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες, καὶ ἐκ τῆς ἀνατροφῆς καὶ τῶν ἄλλων τοῦ βίου των περιστάσεων, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ καταναλίσκωσι μεγαλειτέραν ποσότητα κρέατος; ὅτι τὸ κρέας εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀῤῥώστων καὶ τῶν ἀσθενῶν; Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς τοῦ λαοῦ μεγάλης πλειονότητος, διότι τούτους ἡ πενία καὶ ἡ ἔνδεια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κρατοῦσι πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ φαντάζωνται, ὅτι θὰ τραφῶσι καθημερινῶς διὰ κρέατος, καὶ ἄν δὲν ἐπήρχετο αὐτοῖς εὐεργετικὴ καὶ ἀρωγὸς ἐν τῇ στερήσει ἡ θαλπωρὴ τοῦ κλίματος καὶ τοῦ λαμπροῦ ἑλληνικοῦ οὐρανοῦ, ἤθελον ταλαιπωρεῖσθαι καὶ ἀποθνήσκει οἱ πλεῖστοι, ἄν καὶ ἤδη ἡ καχεκτικὴ ὄψις τῶν χωρικῶν ἡμῶν δὲν ἦναι ἀλλοτρία τῆς πρὸς τὴν τοιαύτην στέρησιν τροφῆς ὑγιεινῆς. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἦναι ἄξια τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μελέτης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σχετιζόμενα πρὸς τὴν κοινωνικὴν εὐεξίαν καὶ εὐρωστίαν τῶν πολιτῶν, ὑπὲρ ὧν οἱ νόμοι, καὶ ἡ Πολιτεία, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰσὶ τεταγμένοι νὰ μεριμνῶσι. Τὸ κρέας εἶναι ἡ πρώτη τροφὴ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουσιν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τούτου, ὡς ὅρου ὑπάρξεως, οἵτινες, ἐν μέσῳ τόσων ἄλλων δυσχερειῶν τοῦ βίου καὶ τηλικαύτης ὑπερτιμήσεως αὐτοῦ, θέλουσιν ὑποστῆ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους τούτου βαρυτέραν καὶ μᾶλλον ὀλεθρίαν στέρησιν, σχετιζομένην ἀμέσως πρὸς τὴν ζωήν, ἥτις θὰ καταστήσῃ τὸν βίον ἀβίωτον. Ἑπομένως εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλέπων εἰς τὴν μεγάλην κοινωνικὴν ἀνάγκην, θὰ στέρξῃ νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τοῦ δασμολογίου τὴν νέαν ταύτην αὔξησιν, τοιαύτην μέλλουσαν νὰ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας. Τοῦτ’ αὐτὸ συνιστῶ καὶ ὡς πρὸς τὰ μικρὰ ζῶα, διότι καὶ ἐπὶ τούτων ζητεῖται ν’ αὐξήσῃ τὸ τέλος ἀπὸ 75 λεπτῶν εἰς μίαν δραχμήν. Δεύτερον εἶδος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς οὐχ ἧττον θεμελιώδη βιωτικὴν ἀνάγκην, εἶναι ἡ πρὸς οἰκοδομὴν ξυλεία, ἥτις ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ῥηθέντα. Ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν κατέστησε τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τῆς ξυλείας ἀπολύτως ἀναγκαίαν, ὡς πληροῦσαν στοιχειώδη βιωτικὴν χρείαν, ἀδυσωπήτως ἐπιβαλλομένην, ὡς ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀπλήρωτον, ὅπως στεγάσῃ τὴν οἰκογένειαν καὶ τὴν ἄλλην ἀγροτικὴν ἀποσκευὴν, καὶ ὀφείλει τις νὰ ἀγοράσῃ ξυλείαν, ἧς ἄνευ οὐδεμία οἰκοδομή. Ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ τέλους θέλει καταστήσει αὐτὴν δυσπρόσιτον. Ἀδύνατον δὲ νὰ κατασκευάσῃ ἀνέτως τὴν πενιχράν του οἰκίαν, ὅταν ἔχῃ τοιούτους πρὸς τὸν τελώνην λογαριασμοὺς, ἐπικινδύνους εἰς τὸ ἐλαφρόν του βαλάντιον. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία δὲν συμφέρει νὰ ἐξελέγχηται τοσοῦτον ἄστοργος ὡς μητρυιὰ, οὐδὲ τοσοῦτον ταμιευτικὴ, ὥστε νὰ προβαίνῃ καὶ μέχρι τῆς φορολογίας τῆς στέγης τοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ πρόσθετον τοῦτο τέλος θὰ ἐπιβαρύνῃ εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις φέρω ἐπὶ τοῦ σιδήρου καὶ τοῦ χαλκοῦ· ταῦτα εἶναι ἡ πρώτη ὕλη κατασκευῆς σκευῶν καὶ ἐργαλείων γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν, ἔχομεν δὲ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίαν μικράν. Διὰ τοῦ τέλους τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὴν μικρὰν αὐτὴν βιομηχανίαν, ἥτις εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος καλλιεργεῖται καὶ παρέχει ἄρτον εἰς πολλὰς οἰκογενείας. Καὶ ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο, ἂν ἀναμνησθῇ, ὅτι ἄλλοτε, ὡς ἐνθυμοῦμαι, κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκαυχᾶτο, ὅτι ἀπέφυγεν ἐν τῇ αὐξήσει τῆς φορολογίας νὰ φορολογήσῃ ὅλας τὰς ὕλας, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς τὰς πρώτας τοῦ βίου ἀνάγκας. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν πρέπει νὰ θεραπευθῶσιν, ἐπειγούσης χρῄζοντα προνοίας, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐπιτακτικαί, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦται, χάριν λόγων ταμιευτικῶν, νὰ θίξῃ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν, αὐτὴν τὴν στοιχειώδη τροφὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οἱ αὐτοὶ κατ’ ἀναλογίαν λόγοι ἐπιβάλλουσιν, ὅπως καὶ τὸ προστιθέμενον τέλος ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ σιδήρου καὶ τοῦ χαλκοῦ ἀπαλειφθῇ. Διότι θὰ ἔχωμεν μὲν μικράν τινα ἐλάττωσιν ἐσόδου, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους θὰ σωθῇ τῆς καταστροφῆς, ὑποστηριζομένη διὰ τῆς ἀτελείας τῆς πρώτης ὕλης, ἡ μικρὰ βιομηχανία, ἀφ’ ἧς πολλαὶ οἰκογένειαι ἀποζῶσι καὶ χρησιμεύουσιν ὡς φορολογικοὶ παράγοντες, οὐκ ὀλίγα εἰσκομίζοντες εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν. Ἀφοῦ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἐπεμελήθησαν νὰ παράσχωσι τὴν παραμικρὰν προστασίαν καὶ ὑποστήριξιν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, τοὐλάχιστον ἂς ἐπιτρέψῃ ὁ νόμος ὁ δασμολογικὸς ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν ἐξόδων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται, καὶ τοῦτο, ὅπως μὴ παντελῶς ἐξοντωθῇ, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας βαρυτάτῃ. Ἐξ ἀντιθέτου ἤδη θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ἐπαυξηθῇ, λόγῳ ἀπαγορευτικῷ, τὸ τέλος ἐπὶ δύο ἄλλων εἰδῶν. Ὡς γινώσκετε, κύριοι βουλευταὶ, ἡ πίσσα καὶ τὸ τερεβίνθινον ἔλαιον παράγονται ἀπὸ πρώτης ὕλης τῆς ῥητίνης, πολλαχοῦ τῆς ἐπικρατείας παραγομένης ἐκ τῶν φυσικῶν πυτιώνων διὰ καματηρᾶς ἐργασίας. Ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ, συζητουμένου τοῦ εἰδικοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ῥητίνης, νὰ ζητήσω μετ’ ἄλλων βουλευτῶν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ μικροῦ τούτου φόρου, ἀφ’ οὗ ἐλαχίστη ἡ πρὸς τὸ Κράτος εἰσφορὰ καὶ λόγου ἀναξία, ἀναπτύξας τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ αὔξησις αὕτη· διότι, ὅπως γινώσκετε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εὐτελὴς εἶναι ἡ ἀξία τοῦ μετὰ τοσούτου μόχθου καὶ ἱδρῶτος κατὰ σταγόνας συγκομιζομένου τούτου φυσικοῦ προϊόντος, συμβαίνει ἐνίοτε νὰ ἐπέρχηται καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν σταφυλῶν καὶ τοῦ οἴνου, ἥτις συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν κατάπτωσιν τῆς τιμῆς, ἢ καὶ τὴν παντελῆ αὐτῆς ἀχρηστίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ πληροφορίας καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι πολλάκις συμβαίνει, ἂν ὄχι πᾶσα ἡ παραγωγὴ τῆς ῥητίνης, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῆς νὰ μένῃ ἀκαταζήτητον, οἱ δὲ ῥητινοπαραγωγοὶ νὰ μὴ λαμβάνωσι τὴν ἐλαχίστην ἀμοιβὴν διὰ τοὺς ἐνιαυσίους αὐτῶν πρὸς συλλογὴν κόπους. Εἰς ἐπίμετρον δὲ τῶν δεινῶν, ὑποχρεοῦνται νὰ πληρόνωσι καὶ τὸν τεταγμένον φόρον τοῦ τόσον ἀχαρίστου τούτου προϊόντος. Ὅθεν, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀτυχῶν ῥητινοσυλλεκτῶν, προτείνω, ὅπως, ἐπειδὴ εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πίσσα πεντακοσίων χιλ. ὀκάδων, καὶ τερεβίνθινον ἔλαιον 300,000 ὀκάδων, τὰ εἴδη ταῦτα, τὰ δυνάμενα νὰ κατασκευάζωνται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, φορολογηθῶσι βαρύτερον, ὅπως μὴ εἰσάγωνται ἔξωθεν, καὶ οὕτως ἐνισχυθῇ ἡ κατανάλωσις τῆς ῥητίνης. Τοῦτο δὲ ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ταμιευτικοῦ σκοποῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ὑπὸ τούτου τοῦ πόθου διαφλεγόμενος ζητεῖ τὰ ἐπαχθῆ ταῦτα καὶ ὀλέθρια τέλη.
§77ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας, κύριοι, ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, δύο τινὰ ὑπεστήριξε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του. Πρῶτον ἐζήτησε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τοῦ ἐπιβαλλομένου διὰ τοῦ νέου δασμολογίου ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων ζώων, καὶ δεύτερον ᾐτήσατο τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ ἑτέρων εἰδῶν, περὶ ὧν περιττὸν κρίνω νὰ κάμω λόγον. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο συζήτησις, καὶ συζήτησις ζωηρὰ καὶ ἐνδιαφέρουσα, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ περὶ τοῦ προκειμένου εἰσαγωγικοῦ τέλους· καὶ εὐλόγως ἐγένετο τότε ἡ συζήτησις καὶ ἤδη γίνεται τοιαύτη, διότι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, καὶ πρὸ πάντων οἱ ἐξ ἐπαρχιῶν κτηνοτροφικῶν καὶ γεωργικῶν καταγόμενοι, ὅτι ἡ κτηνοτροφία φθίνει καὶ παρακμάζει, μὴ δυναμένη νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν κτηνοτροφίαν τὴν ῥωσσικὴν, ἕνεκα τοῦ εἴδους τῶν ζώων καὶ τῆς διαφορᾶς ὡς πρὸς τὸ μέγεθος καὶ τὸ βάρος αὐτῶν, καὶ τῶν πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τῆς κτηνοτροφίας φυσικῶν καὶ τεχνικῶν μέσων. Ὁ προαγορεύσας, κύριοι, ἠδίκησε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸν τόπον, ζητήσας τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς διὰ θαλάσσης εἰσαγομένων ζώων φόρου, εἰπὼν, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δασμολογίου διπλασιασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἡ κτηνοτροφία τῆς Ἑλλάδος θέλει καταστραφῆ. Ἀπορῶ, κύριοι συνάδελφοι, πῶς ἐπείσθη περὶ τούτου ὁ προαγορεύσας καὶ κατήντησεν εἰς τοιοῦτον οἰκτρὸν συμπέρασμα. Ἀκριβῶς, ὅλως τοὐναντίον θέλει συμβῆ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει προστατευθῆ ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγή. Διττῶς δὲ θέλει ὠφελήσει ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, διότι, ὡς εἶπον, προστατεύεται ἡ φθίνουσα καὶ παρακμάζουσα κτηνοτροφία, καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει εἰσαχθῆ χρῆμα περὶ τὰς 600,000 δραχμῶν ἐτησίως, κατὰ τοὺς πιθανοὺς ὑπολογισμούς· ἤδη δὲ, ὅτε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος μαστίζει τὸν τόπον, δὲν θὰ ἀποστέλλωνται ἱκανὰ ἑκατομμύρια εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἀγορὰν κρέατος. Ἀρκεῖ, ὅτι ἀποστέλλομεν εἰς τὴν Εὐρώπην τόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν χάριν τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἀρκεῖ ἡ ἀποστολὴ 25 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀποστελλομένων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἀγορὰν σίτου, τοῦ ὁποίου ἡ εἰσαγωγὴ κατήντησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς ἀπίστευτον βαθμὸν, ἕνεκα τῆς δεινῆς ἀφορίας, ἥτις μαστίζει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν, πρὸ πάντων εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τὶς ἀγνοεῖ, κύριοι, ὅτι ἡ σιτοφόρος Θεσσαλία εἰσάγει ἀπό τινων ἐτῶν σῖτον ἐκ Ῥωσσίας ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων; Δυστυχῶς καὶ εἰς τὰς λοιπὰς σιτοφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους τὸ αὐτὸ ἐξακολουθεῖ νὰ συμβαίνῃ ἀπὸ τριετίας. Ὡς ἀποζημίωσις τῶν κατοίκων, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῆς γεωργίας, ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ἡ κτηνοτροφία, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς προεῖπον, καὶ αὕτη ἔφθινε καὶ παρήκμαζεν, ἕνεκα τῆς ἀφθόνου εἰσαγωγῆς ζώων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας διαμαρτύρεται κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν ζώων, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι θέλει ὑπερτιμηθῆ ἡ πρώτη τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κρέας. Ἐπειδὴ δὲν ὁρίζει κατὰ πόσον θέλει αὐξήσει ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος κατ’ ὀκᾶν, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ ὑπολογίσω ταύτην. Ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ ἐκ Ῥωσσίας εἰσαγόμενοι εἰς Ἑλλάδα βόες ἔχουσι βάρος κατὰ μέσον ὅρον 250 περίπου ὀκάδων, ἡ δὲ ζητουμένη αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ ἑκάστου βοὸς, εἶναι δραχ. 15, ἤτοι ἀναλογεῖ ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς κρέατος ἔλασσον τῶν 5 λεπτῶν. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἐπικειμένη ὑπερτίμησις τοῦ κρέατος, δι’ ἣν κραυγάζει καὶ ἀγανακτεῖ ὁ προαγορεύσας. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὸ δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἡ Γαλλία, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὡρισμένως τὴν γεωργίαν, ἐπέβαλε βαρύτατον δασμὸν ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου σίτου, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ δὲν παράγεται σῖτος ἐπαρκῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου; Ἐὰν, κύριοι, δὲν ἐπήρχετο παντελὴς σχεδὸν καταστροφὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐν Ἑλλάδι, ἤθελον καὶ ἐγὼ συστήσει, ὅσον μοὶ ἦτο δυνατὸν, τὴν ἐπιβολὴν τέλους εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, ὅστις, καίτοι εἶναι ἡ πρώτη τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπεβαρύνθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως προστατευθῇ ἡ γεωργία. Κρίνων ὀχληρὸν νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, τοσοῦτον καλῶς μεμελετημένου παρ’ ὑμῶν, καταπαύω, παρακαλῶν ὑμᾶς, ὅπως ἀποῤῥίψητε τὴν ἄδικον καὶ ὅλως ἀσύμφορον πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰρημένου εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν ζώων τέλους, καὶ παραδεχθῆτε τὸ δασμολόγιον ὡς ἔχει.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐ μόνον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὰ κτήνη, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὅλου δασμολογίου ἠρωτήθημεν, ποῦ ἐστηρίχθημεν· ἐὰν ἐστηρίχθημεν, ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ δασμολογίου, εἰς ἰδέας προστατευτικὰς, εἰς ἰδέας ἐλευθερίας ἐμπορίου, ἢ εἰς ἰδέας ταμιευτικάς· καὶ ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ βάσεις ἐν συνόλῳ, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἰργάσθημεν, ἵνα συμβιβάσωμεν τὰς προτάσεις ἡμῶν πρὸς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρεσβεύομεν. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν γενικὸν νόμον περὶ δασμολογίου· τοῦτο ἐπράξαμεν κατὰ τὸ 1884· σήμερον ψηφίζομεν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, καὶ ταύτας οὐχὶ πολλὰς τὸν ἀριθμόν· ἀλλὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας προτείνομεν, ἐνομίσαμεν πρέπον, νὰ περιλάβωμεν ἐν νέᾳ ἐκδόσει τοῦ δασμολογίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου συνοδεύομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν τροπολογιῶν μετὰ δασμολογίου νέου. Ἀλλὰ τὸ δασμολόγιον τοῦτο τὸ νέον δὲν εἶναι, παρὰ τὸ παλαιὸν, περιέχον τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἤδη προτείνομεν. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν, καίτοι παρουσιάζεται ὡς νομοσχέδιον περὶ δασμολογίου, εἶναι νομοσχέδιον περὶ τροπολογιῶν εἰς τὸ δασμολόγιον· αἱ δὲ τροπολογίαι εἰς τὸ δασμολόγιον, αἵ τε ἀφορῶσαι εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κτηνῶν, περὶ ὧν ἠρώτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ πνεύματος ταμιευτικοῦ. Εἰς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἀπεβλέψαμεν. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπῆρχε μέγα κενὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι τὸ κενὸν τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφεθῇ ἄνευ τινὸς προνοίας περὶ ἀναπληρώσεως, καὶ ἐξητάσαμεν, ποῦ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν τὰ πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν. Ἀφοῦ προέβημεν εἰς πάσας τὰς οἰκονομίας, τῶν ὁποίων ἐνομίσαμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἦτο δεκτικὸς, περιωρίσαμεν διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔμενε μέγα κενόν. Τὸ κενὸν τοῦτο δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἀναπληρωθῇ, εἰμὴ διὰ φορολογίας. Προσεθέσαμεν ἄρα ἐν ἄλλοις καὶ εἰς τὸ δασμολόγιον ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν σημείωσιν, ἥτις συνώδευσε τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀνέρχεται εἰς 4,000,000 σχεδὸν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιπροστίθεται καὶ τὸ 15%, περὶ οὗ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, καθ’ ἣν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη θέλουσι πληρόνεσθαι εἰς μεταλλικὸν, ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπολογιζόμενα κατὰ τὴν πρὸς τὸ μεταλλικὸν ἀξίαν αὐτῶν, ἐπὶ μέσῳ τινὶ ὅρῳ ὑποτιμήσεως, ἐν τῷ νόμῳ ὁριζομένῳ. Τοσαύτην ἐπιζητοῦμεν διὰ τοῦ δασμολογίου αὔξησιν φορολογίας. Κατὰ τοσοῦτον θέλει συντελέσει τὸ δασμολόγιον εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπεζητήσαμεν δ’ αὐτὸ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ δασμολογίου, θὰ τὸ ἐλαμβάνομεν ἐκ τῶν ἐγγύων φόρων. Ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν ἐκ τῶν ἐγγύων φόρων δι’ αὐξήσεως 20% τὴν συμβολὴν αὐτῶν εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐὰν ὀλιγώτερον ζητήσητε παρὰ τοῦ δασμολογίου τῶν ἤδη προτεινομένων, πρέπει ἐξ ἀνάγκης, ἀντὶ προσθήκης 20 ἑκατοστῶν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, νὰ προσθέσητε ποσοστὸν ἀνώτερον. Εἰς τοῦτο περιστρέφεται τὸ ζήτημα μεταξὺ τῶν φρονούντων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν πρόσθετον φορολογίαν εἰς τὸ δασμολόγιον, καὶ ἡμῶν, φρονούντων, ὅτι, εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, δέον τὸ δασμολόγιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειότερον. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θεωρεῖ, ὅτι ἡ κατὰ 20 ἑκατοστημόρια αὔξησις τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος, εἰς τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐν τῇ προσθήκῃ ποσοστοῦ εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἢ ἀναγκαίως ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀναπλήρωσιν κατὰ τὰ ἄλλα τοῦ ἐλλείμματος ἐκ τοῦ δασμολογίου. Ταμιευτικὸς ἄρα ὁ σκοπὸς καὶ μόνον ταμιευτικὸς, εἰς ὃν ἀποβλέπομεν διὰ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης συνεζήτησεν, ὡς εἰ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ νῦν τὸ δασμολόγιον, τὸ ψηφισθὲν καὶ ἰσχύον ἀπὸ τοῦ 1884, καὶ παρεπονέθη, ὅτι δὲν προσήχθησαν μέχρι τοῦδε αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε καὶ τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἀναγκαίας πρὸς τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ. Εἴπομεν, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ, εἶναι ἄκαιρος, διότι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ψηφίσεως νέου δασμολογίου. Ἀλλὰ τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὑποβάλωμεν, οὐδὲ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν, καθόσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον εἰς τὸ παρελθὸν ἔτος, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἓν τῶν κυριωτέρων ἄρθρων ἦτο καὶ ἡ κατάργησις τοῦ ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ Τμήματος τῆς στατιστικῆς. Ἐθεωρεῖτο τὸ Τμῆμα τῆς στατιστικῆς—ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μία ἔτι ἀπόδειξις τοῦ πνεύματος τῆς σπατάλης, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν· ἑπομένως ἐκ τῶν πρώτων πράξεων τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο ἡ κατάργησις τοῦ Τμήματος τῆς στατιστικῆς. Συνεπείᾳ τούτου ἀφέθη ἀτελὴς πᾶσα ἡ ἐργασία, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐμπορευμάτων κατὰ τὴν εἰσαγωγήν. Ἤδη ἐπανελήφθη ἡ στατιστικὴ ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλωμεν πληροφορίας, ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς, καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως νὰ δημοσιεύσωμεν ἐκτενεστέρας ἔτι πληροφορίας περὶ τῆς εἰσαγωγῆς· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται θέλουσι περιορισθῆ εἰς τοὺς τελευταίους τούτους μῆνας, καὶ ἑπομένως συγκριτικὴ ἐργασία, ἧς χάριν ἐζήτησε τὰς πληροφορίας ὁ κ. βουλευτὴς, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ αὐτῶν. Ὥστε ἡ ἔλλειψις τῶν πληροφοριῶν, ἂν παρεμποδίζῃ τὴν συζήτησιν, τὴν προκαλουμένην παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, θέλει ἐξακολουθήσει ὑπάρχουσα, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναπληρωθῇ. Ἄν ἤδη προετιθέμεθα, τὸ πρῶτον νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς τροπολογοῦμεν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προέλθωμεν εἰς τὰς συζητήσεις, εἰς ἃς προεκλήθημεν, περὶ προστασίας καὶ περὶ ἐλευθερίας ἐμπορίου καὶ περὶ ταμιευτικοῦ σκοποῦ ἐν τῇ δασμολογήσει. Ἐν τοιαύτῃ δὲ συζητήσει δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ εἴπω, ὅτι, τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ δασμολόγιον τὸ Ἑλληνικὸν κατ’ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ ἦναι προστατευτικόν. Ὅτι δὲ δὲν πρέπει νὰ ἦναι προστατευτικὸν ἐν Ἑλλάδι τὸ δασμολόγιον, ἀποδεικνύουσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, περὶ βιομηχανίας. Ἠκούσαμεν περὶ βιομηχανίας, ὅτι δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε βιομηχανία ἀξία λόγου νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι· προστασία δὲ, χάριν βιομηχανίας μὴ ὑπαρχούσης, δὲν ἔχει ἔννοιαν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀλλαχοῦ παρουσιάζει μεγίστην σπουδαιότητα, παρ’ ἡμῖν λύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ σκοποῦ, οὗ χάριν ἐπιζητεῖται ἡ προστασία ἀλλαχοῦ. Ἠκούσαμεν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ζητήσαντος πρὸ ὀλίγου ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὀξέων καὶ εἰπόντος συνάμα, ὅτι, καίτοι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τούτου θὰ ἐχρησίμευεν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξία λόγου βιομηχανία, ὑπὲρ τῆς ὁποίας νὰ χρησιμεύσῃ. Ἑπομένως, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν πράξωμεν πρὸς σκοπὸν προστασίας τῆς βιομηχανίας, εἴτε διὰ βαρέων δασμῶν, εἴτε δι’ ἀτελειῶν, μικρὸν θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἐπαινῶ τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ, μὴ ζητήσαντος προστασίαν δι’ αὐξήσεως δασμῶν. Ἐὰν ἐζήτει προστασίαν δι’ αὐξήσεως δασμῶν βιομηχανίας μὴ ὑπαρχούσης, ἵνα ὠφεληθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως, θὰ εἴχομεν τὸ κακὸν, τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως, τὴν ἐπιβάρυνσιν ὅλου τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ καταναλίσκοντος, χάριν τοῦ μὴ ὑπάρχοντος. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτησε κατάργησιν φόρου, δηλ. εὐεργέτημα πρὸς πάντα τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει, ὅτι δύναται νὰ ὠφεληθῇ βιομηχανία τις, ὅπως ὑπάρξῃ. Ὅταν ὅμως ὁμιλῶμεν περὶ προστατευτικῶν δασμῶν, ὁμιλοῦμεν περὶ ἐπιβαλλομένων δασμῶν, οὐχὶ περὶ καταργουμένων δασμῶν χάριν τῆς βιομηχανίας. Ἐπειδὴ δὲ, ὡς εἶπον, βιομηχανίαν ἀξίαν λόγου δὲν ἔχομεν, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς προστασίας, ὁποῖον ἐξετάζεται ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ προστατευτικοὶ δασμοὶ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἀποκρουστέοι. Πράγματι δὲ τὸ δασμολόγιον, τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὸ 1884, καίτοι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο αἱ δυσχέρειαι ἡμῶν αἱ οἰκονομικαί, κατώτεραι τῶν σημερινῶν, ἦσαν ὅμως σπουδαῖαι, κατὰ πολλὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου δὲν πολεμεῖ μόνον ἡ ἀντίθετος ἀρχὴ τῆς προστασίας, πολεμεῖ αὐτὴν δυστυχῶς καὶ ἄλλη ἀρχὴ, ἡ ταμιευτικὴ ἀρχὴ ἐν τοῖς δασμολογίοις, ἡ ἐπιδίωξις τῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, διότι πολλάκις ἡ ἀνάγκη τοῦ Ταμείου ἐπιβάλλει ἐπιβαρύνσεις δασμῶν τοιαύτας, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ προστασία δὲν ἤθελε ζητήσει τοσαύτας. Δυνάμεθα ἄρα νὰ ἔχωμεν δασμολόγιον πρὸς σκοποὺς ταμιευτικοὺς κατασκευασθὲν, τὸ ὁποῖον ὅμως νὰ παρουσιάζῃ ὄψιν προστατευτικὴν, καὶ τοιοῦτον κατέστη τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον. Καὶ ἐν ἔτει 1884, ἕνεκα ταμιευτικῶν λόγων, περιελήφθησαν ἐν τῷ δασμολογίῳ πολλά, τὰ ὁποῖα ἔδιδον εἰς αὐτὸ ὄψιν προστατευτικὴν, ἀλλὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ἐπήνεγκον αὐξήσεις εἰς τὸ δασμολόγιον ἐκεῖνο καὶ ἐκ λόγων ταμιευτικῶν, καὶ ἐκ λόγων προστατευτικῶν. Τὰ ἐκ λόγων προστατευτικῶν προστεθέντα εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν προστατευτικὴν ἀρχὴν, νὰ διατηρήσωμεν, νὰ διατηρήσωμεν ὅμως αὐτὰ χάριν λόγων ταμιευτικῶν· ἤδη δὲ ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς, προτείνοντες ἐκ λόγων ταμιευτικῶν αὐξήσεις σπουδαιοτέρας ἴσως ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔν τισιν ἤθελέ τις ζητήσει ἐκ λόγων προστατευτικῶν. Εἶναι δὲ ὁμολογούμενον, ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ τοῦ δασμολογίου, τῶν ἐκτάκτων ἕνεκεν ἀναγκῶν τοῦ Ταμείου, κατέστη τὸ δασμολόγιον ἡμῶν πάλιν κατασκεύασμα δεκτικὸν σπουδαιοτάτων ἐπικρίσεων. Δὲν δύναταί τις σήμερον ν’ ἀνεύρῃ ἐν αὐτῷ ἀρχήν τινα ὁμοιομόρφως ἐφαρμοζομένην, διότι ἐπεβαρύνθησαν πάντα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἦσαν δεκτικὰ ἐπιβαρύνσεως, αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ σήμερον, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς διέπουσα τὰ τοῦ δασμολογίου. Ὥστε εἰς συζητήσεις περὶ τοῦ δασμολογίου, στηριζομένας εἰς ἀναλογίας τῶν δασμῶν, στηριζομένας εἰς τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, στηριζομένας εἰς τὰς ἀρχὰς, αἵτινες θεωροῦνται ὡς αἱ ὑγιεῖς ἐπὶ τοιούτου θέματος, εἰς τοιαύτας συζητήσεις, ἂν κατέλθωμεν, κινδυνεύομεν τὸ δασμολόγιον ὁλόκληρον νὰ τροποποιήσωμεν, νὰ ἀποστερηθῶμεν δὲ τῆς ἐξ αὐτοῦ ὠφελείας τῆς σπουδαιοτάτης, ἣν σήμερον ἐπιδιώκομεν, τῆς διὰ τοῦ δασμολογίου ἀναπληρώσεως τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχοντος κενοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πᾶσα γενικὴ συζήτησις περὶ δασμολογίου εἶναι φευκτέα· σήμερον πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν ἀλλαχοῦ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν νὰ ἀποκτήσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δασμῶν· καὶ ἂν πεισθῶμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν αὐτὰ ἄλλοθεν, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν διὰ τῶν δασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, δυνάμεθα νὰ τὰ ἀποκτήσωμεν, ἐὰν ταῦτα ἀρκῶσι, ποῖοι ἄλλοι δασμοὶ δύνανται νὰ μᾶς παράσχωσιν αὐτὰ, καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, μὴ τυχὸν ἐπιβάλλωμεν δασμὸν ἀνώτερον τῆς δεκτικότητος τοῦ εἴδους, εἰς ὃ ἐπιβάλλεται, καὶ κατώτερον τῆς δεκτικότητος αὐτοῦ εἰς ἄλλο. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἐξέτασις, ἥτις νομίζω, ὅτι ἔχει πρακτικόν τινα σκοπὸν, καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων. Εἰσερχόμενος ἄρα εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην κατόπιν τῶν πρὸ ἐμοῦ ὁμιλησάντων, ἐξετάζω τὰ ἄρθρα τοῦ δασμολογίου, τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τροποποιούμενα. Τὰ πρῶτα ἀφορῶσιν εἰς τὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων κτηνῶν, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἐγένοντο συζητήσεις ἐξ ἀντιθέτων σημείων. Ἐγένετο ἐπίκρισις τοῦ προτεινομένου, ὡς ὑπὲρ τὸ δέον προστατευτικοῦ, ὡς προσκρούοντος εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. Ἐγένοντο παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς προτεινομένης αὐξήσεως, ὡς ἀνεπαρκοῦς, ἕνεκα τῆς φθισιώσης καταστάσεως τῆς κτηνοτροφίας παρ’ ἡμῖν· ἐγένοντο καὶ παρατηρήσεις, ἀφορῶσαι εἰς τὰς λεπτομερείας, εἰς τὸν τρόπον τουτέστι, καθ’ ὃν ἐπιβάλλομεν καὶ τὸν πρόσθετον καὶ τὸν προηγούμενον δασμόν. Ἡ ἡμετέρα γνώμη περὶ κτηνῶν ὡς δασμολογικῆς ὕλης, ἀνεγράφη ἐν τῷ δασμολογίῳ τοῦ 1884. Διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ 1884 ἐκηρύχθη ἡ δασμολογικὴ ἀτέλεια τῶν κτηνῶν. Ἂν δὲν διετελοῦμεν ὑπὸ ἀνάγκας χρηματικὰς, θὰ ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀτέλειαν ἐκείνην. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι εἶναι πρέπον, δύο ἑκατομμύρια Ἑλλήνων νὰ φορολογῶνται, διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρεται μὲν μέγα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ, ὡς πρὸς τὴν σπουδαιότητα, πρὸς τὴν σημασίαν τῶν δύο ἑκατομμυρίων. Δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ἡ κτηνοτροφία νὰ ἀπαιτῇ, ὅπως φορολογῆται ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅπως φορολογῆται ὁ ἐργαζόμενος, διὰ νὰ δύνηται ὁ κτηνοτρόφος νὰ πλουτῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ἕνεκα ταμιευτικῶν λόγων, ἐπιβάλλομεν φόρον, ὅστις ἀπολήγει εἰς προστατευτικοὺς σκοποὺς, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἀντιθέτους ἰδέας, διότι προστατεύομεν ἐμμέσως, διότι φορολογοῦμεν πάντα τὸν λαὸν, ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μὲν, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως ὑπὲρ τῶν κτηνοτρόφων. Ὅπως δήποτε, ἡ φορολογία αὕτη, ἡ ἐπιβαλλομένη, θὰ ἦτο ἀποχρῶσα διὰ τὴν προστασίαν τὴν ἐπιζητουμένην, καὶ ἂν προστατευτικὸς ἦτο ὁ νόμος· ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ πλειότερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ δασμολογίῳ Ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι ὁ προτεινόμενος δασμὸς ἀποχρῶν, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τοὺς πρεσβεύοντας τὰ προστατευτικὰ, ἢ τοὺς ἐπιδιώκοντας ταῦτα χάριν τῆς κτηνοτροφίας, δὲν νομίζω, ὅτι ὁ φόρος εἶναι καὶ ὑπερβολικὸς, ἐν τοιαύτῃ πάντοτε σειρᾷ ἰδεῶν, οἵαν ἐξέθηκα, καὶ ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς ἄλλους δασμοὺς, ὁποίους αἱ ταμιευτικαὶ ἀνάγκαι κατέστησαν αὐτούς. Ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τοῦ φόρου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οὗτος ἐπιβάλλεται εἰς τὰ κτήνη, εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἤκουσα, ὅτι οἱ βόες ἰδίως ἐπαισθητῶς διαφέρουσιν ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ τὸ βάρος, καὶ ὅτι ὁ φόρος, ὁ τιθέμενος κατὰ κεφαλὴν, ἀναλογεῖ ἐπὶ τὴν ὀκᾶν πολὺ ὀλιγώτερον ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγομένους ἐκ Ῥωσσίας, παρὰ ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγομένους ἐξ Ἠπείρου· θὰ ἦτο δὲ λίαν ἐπιθυμητὸν, καὶ διὰ λόγους οἰκονομικοὺς, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἐθνικοὺς, νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον τοῦτον ἐν ἰσότητι. Τὰ περὶ τούτου ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ πολλοῦ καὶ ἐξητάσθησαν, δὲν ἠδυνήθη ὅμως ἡ ὑπηρεσία νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐπαρκεῖ πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἀναλογίζῃ αὐτὸν πρὸς τὸ βάρος τοῦ κτήνους. Δὲν εἶναι παρεσκευασμέναι αἱ τελωνιακαὶ ἡμῶν Ἀρχαὶ ἔτι, ἵνα τοιαύτην φορολογίαν ἐπιβάλωσιν. Ἴσως ἐπιτευχθῇ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι. Σήμερον, ἂν ἐπεβάλλετο οὗτος ὁ φόρος, π. χ. κατ’ ὀκᾶν, ὅπως προετάθη, θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογή. Ἑπομένως πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ἣν τὸ τροπολογούμενον δασμολόγιον ἀναγράφει, τουτέστι τῆς φορολογίας κατὰ κεφαλήν. Λέγω τὸ τροπολογούμενον δασμολόγιον, ὄχι τὸ ἀρχικὸν, διότι τὸ ἀρχικὸν δασμολόγιον ἀνέγραφεν ἀτέλειαν. Τὸ δασμολόγιον, τὸ πέρυσι ψηφισθὲν, ἐπέβαλε τέλη, τὰ δὲ τέλη τὰ πέρυσιν ἐπιβληθέντα διπλασιάζονται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διπλασιάζονται δὲ, διατηρουμένης τῆς αὐτῆς βάσεως, τουτέστι τῆς ἐπιβολῆς τοῦ δασμοῦ κατὰ κεφαλήν.
§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δεδομένον, ὅτι οἱ βόες, οἱ ἐκ Ῥωσσίας προερχόμενοι, πάντοτε ἔχουσι περισσότερον βάρος τῶν ἐξ Ἠπείρου. Ἅμα ἔχετε αὐτὸ τὸ δεδομένον, δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε τὸν φόρον, ὥστε νὰ παραλλάσσῃ κατὰ τὸ βάρος τὸ διάφορον, τουτέστι νὰ ἐπιβληθῇ περισσότερος φόρος ἐπὶ τῶν ἐκ Ῥωσσίας προερχομένων καὶ ὀλιγώτερος ἐπὶ τῶν ἐξ Ἠπείρου;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρουσιάζει τοῦτο μεγάλας δυσκολίας. Πρῶτον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον διάφορον κατὰ τόπον προελεύσεως, διότι αἱ συνθῆκαι περὶ ἀμοιβαιότητος δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἐπιβαρύνωμεν πλειότερον τὰ εἴδη, τὰ εἰσερχόμενα ἐξ ἑνὸς Κράτους, ἀπὸ τῶν εἰδῶν, τῶν εἰσερχομένων ἐξ ἄλλου Κράτους. Ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο διὰ τῆς κατ’ ὀκᾶν φορολογίας, ἀλλ’ ἂν διατυπώσωμεν τὴν διάκρισιν καθ’ ὃν τρόπον ὑμεῖς προετείνετε, προσκρούομεν εἰς τὰς περὶ ἀμοιβαιότητος συνθήκας.
§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δύναται νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις, ὡς πρὸς τὰ πρῶτα ἀναστήματα καὶ ὡς πρὸς τὰ δεύτερα.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐν τῷ παρόντι, ἀφοῦ ἐμελετήσαμεν πολὺ τὸ ζήτημα, δὲν ἐθεωρήσαμεν ἱκανῶς πρὸς τοῦτο παρεσκευασμένας τὰς τελωνιακὰς ἡμῶν Ἀρχάς. Δὲν εἶναι ὅμως ἀδύνατον, βραδύτερον νὰ ἑτοιμάσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν κατ’ ὀκᾶν φορολογίαν, ἢ νὰ ἐξεύρωμεν σύστημά τι, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διάκρισις· σήμερον ὅμως δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Πρέπει νὰ συνδυάσωμεν ταῦτα μετ’ ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐξεύρωμεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπέκρινε τὰ περὶ καπνοῦ σημειωθέντα ἐν τῷ πίνακι, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐπεξηγοῦντα τὰς προτεινομένας τροπολογίας ἐν τῷ δασμολογίῳ, καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι, τὰ περὶ καπνοῦ ἐν τῷ πίνακι τούτῳ ἀναγραφόμενα, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῶν αὐξήσεων ποσὰ ἀνώτερα τῆς ἀναλογίας τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ. Ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς τοῦτο τὸ σημείωμα τὸ ἐν τῷ πίνακι τούτῳ· ἀλλὰ τὸ σημείωμα λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. βουλευτοῦ. Τὸ σημείωμα ἀναγράφει τὰ ποσὰ, τὰ εἰσπραχθέντα ἐν τῷ παρελθόντι. Εἶτα δὲ παρατηρεῖ, ὅτι γενομένης αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ, διαφόρου κατὰ τὰ διάφορα εἴδη τοῦ καπνοῦ, ἀναλογίζομεν τὴν αὔξησιν κατὰ τὸ εἶδος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ μικροτέρα αὔξησις, δηλ. ἐπὶ τοῦ τουμπεκίου. Τοῦτο λέγει τὸ σημείωμα· ἄν τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου ἀνελογίζομεν ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν διαφόρων αὐξήσεων, θὰ ἦτο μεγαλειτέρα τῆς σημειουμένης, ἄν ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, θὰ ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα. Ἀλλὰ τὴν ἀνελογίσαμεν ἐπὶ τοῦ κατωτάτου ὅρου· ὥστε αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅμως ἐξ αὐτῶν ἔσυρε συμπέρασμα ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι οἱ ὅλοι ὑπολογισμοὶ οἱ ἐν τῷ πίνακι εἶναι ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων ἐστηριγμένοι. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ, οἱ ἐν τῷ πίνακι, ὀφείλω νὰ δηλώσω τοῦτο πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι ἐκ τούτου θέλει ὁδηγηθῆ εἰς τὰς σκέψεις της, ἐστηρίχθησαν ἐπὶ γνωμοδοτήσεων περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῶν αὐξήσεων, ὡς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς, τῆς θεωρουμένης ὡς πιθανῆς, τῶν τελωνῶν πρώτης τάξεως, οἵτινες ἐκλήθησαν ἐνταῦθα, διὰ νὰ συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν εἰς τὴν τροπολόγησιν τοῦ δασμολογίου. Οὗτοι, ἐν συζητήσει κατ’ ἀντιμωλίαν, παρόντος ἐμοῦ, ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, ἀπέληξαν εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα ἀναγράφονται. Πάντα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἡ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ταύτης τῆς προσθήκης φόρου, καὶ ἀνεγράφη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη πιθανὸν, ὅτι θέλει εἰσπραχθῇ. Παρ’ αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν ἐσημειώθη, τί θὰ εἰσεπράττετο κατὰ τὸ κείμενον δασμολόγιον, καὶ τί θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ προτεινόμενον δασμολόγιον. Τοιαύτη ἡ οἰκονομία τοῦ πίνακος τούτου· εἶναι δὲ ἐλπιζόμενον, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις ἐγένοντο μετ’ ἀκριβείας, ἐγένοντο βεβαίως μετ’ ἐπιμελῆ βάσανον, καὶ ὅτι ἑπομένως τὰ πορίσματα εἶναι τὰ πιθανά. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν δὲν πραγματοποιηθῶσι, τί ἐκ τούτου; Τὸ συμπέρασμα δὲν θὰ ἦτο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν αἱ αὐξήσεις, ἐξ ἐναντίας τὸ συμπέρασμα θὰ ἦτο, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πλείονες αὐξήσεις, καὶ ἐπειδὴ τὸ δασμολόγιον δὲν εἶναι δεκτικὸν ἄλλων αὐξήσεων, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ μετὰ τὴν μελέτην, εἰς ἣν ὑπεβάλομεν αὐτὸ, τὸ μόνον συμπέρασμα θὰ ἦτο, ὅτι πρέπει αἱ αὐξήσεις νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Εὐτυχῶς ὅμως δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ πίνακι, δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ· δυνάμεθα ἄρα νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς προταθείσας αὐξήσεις. Ἐν τῷ πίνακι θέλετε παρατηρήσει, ὅτι τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα ἐν συνόλῳ διακρίνονται εἰς τρεῖς κατηγορίας· πρῶτον εἰς αὐξήσεις, προερχομένας ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους, δεύτερον ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ ἀτελῶν εἰδῶν, καὶ τρίτον ἐξ αὐξήσεως τέλους καὶ ἐξ ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ ἀτελῶν εἰδῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ Γερμανικῇ συμβάσει. Δὲν πρέπει τὰ ἀθροίσματα ἑκάστης τῶν τριῶν τούτων κατηγοριῶν νὰ προστεθῶσι, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων, διότι τὰ τῆς τρίτης στήλης δὲν θέλουσιν εἰσπραχθῆ· ἐνεγράφησαν ἐνταῦθα, ἵνα γινώσκωμεν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠπατήθη ἐν ταῖς σημειώσεσιν αὐτοῦ καὶ ἐν γένει καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· διότι αἱ αὐξήσεις, αἱ ἐπὶ εἰδῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ Γερμανικῇ συμβάσει, εἴτε ὡς δασμολογημένων, εἴτε ὡς ἀτελῶν, αἱ αὐξήσεις ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαύουσι παρ’ ἡμῖν τῆς ἀμοιβαιότητος. Τοιοῦτον δὲ Κράτος σήμερον εἶναι μόνον ἕν, ἡ Αὐστροουγγαρία, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι οὐδεὶς θέλει εἰσαγάγει τὰ εἴδη ταῦτα ἐξ Αὐστροουγγαρίας. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τίς: διατὶ λοιπὸν ἀνεγράψατε τὰς αὐξήσεις ταύτας ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἀφοῦ ἐξ αὐτῶν οὐδὲν ἀπεκδέχεσθε; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν αὐξήσεων τούτων, τὸ κατὰ πιθανότητα ὑπολογιζόμενον, ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς 519 χιλιάδας δραχμῶν· ἀλλὰ πρὸς τί τοιαύτη μεταβολὴ τοῦ δασμολογίου, ἀφοῦ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ; Ἰδίως εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἀπεβλέψαμεν, ὄχι ὅμως εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν 519 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ συνθηκῶν ἀμοιβαιότητος πρὸς τὰ ξένα Κράτη, προσεκρούομεν πολλαχοῦ εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὰ Κράτη, μεθ’ ὧν διεπραγματευόμεθα, ἔχουσι συμβατικὰ δασμολόγια, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ γενικὰ δασμολόγια, ὅτι ἡμεῖς, διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἀμοιβαιότητος, ἠθέλομεν ἀπολαύσει τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου παρὰ τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις, ἀπέναντι δὲ τούτου ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἀντάλλαγμα εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα. Ἡμεῖς δὲν εἴχομέν τι νὰ δώσωμεν, διότι δὲν εἴχομεν συμβατικὸν δασμολόγιον, ὀλιγώτερον βεβαρημένον τοῦ γενικοῦ δασμολογίου. Διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦτο καὶ νὰ μὴ ἐξαναγκαζώμεθα νὰ δίδωμεν αὐτὸ διὰ ἐλαττώσεων νέων τοῦ γενικοῦ δασμολογίου, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ αὐξήσωμεν τὸ γενικὸν δασμολόγιον ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένος δασμὸς ἐλαφρὸς, ἢ ἀτέλεια ἐν ταῖς συμβάσεσι, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς γενικὸν καὶ συμβατικὸν δασμολόγιον· τοῦτο δὲ διηυκόλυνε μεγάλως τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἐσχάτως ὑπεγράψαμεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι, χάρις εἰς τὴν διάκρισιν ταύτην, θέλει ὑπογραφῆ καὶ ἡ ὑπολειπομένη σύμβασις ἀμοιβαιότητος. Αἱ δύο δὲ ἄλλαι στῆλαι περιέχουσιν, ἡ μὲν πρώτη ποσὸν 3,324,000 δραχμῶν, ἡ δὲ δευτέρα, 2,556,000. Οὕτω, ὁ κ. βουλευτὴς, μὴ ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν εἰς τὴν διάκρισιν ταύτην τοῦ γενικοῦ δασμολογίου καὶ τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου, ἐπέκρινε τὰς προτάσεις ἡμῶν, ὡς ἀφορώσας εἰς αὔξησιν τῶν δασμῶν ἐπὶ τοῦ σιδήρου, καὶ ἐπὶ τοῦ χάλυβος καὶ ἐπὶ τῆς κινίνης· ἀλλὰ δὲν ἐπρόσεξεν, ὅτι οἱ δασμοὶ οὗτοι αὐξάνουσιν ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ, δὲν αὐξάνουσι δὲ ἐν τῷ συμβατικῷ δασμολογίῳ, διότι ὡς πρὸς τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον γενικῶς ψηφίζομεν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν· ἄλλως, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ πίνακι τοῦ γενικοῦ δασμολογίου, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, σημειοῦται ὁ συμβατικὸς δασμός. Οἱ δασμοὶ ἄρα ἐπὶ τοῦ σιδήρου, τοῦ χάλυβος καὶ τῆς κινίνης, τοὺς ὁποίους τοσοῦτον ἐπέκρινεν ὁ κ. βουλευτὴς, μένουσιν οἱ αὐτοὶ, διότι αὐξανόμενοι ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ δὲν συναυξάνονται ἐν τῷ συμβατικῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς εἶπον, γενικὴν ἐφαρμογὴν, πλὴν μόνον μιᾶς ἐξαιρέσεως, τῆς Αὐστροουγγαρίας· καὶ, ὡς παρετήρησα, ὅταν μία ἦναι ἡ ἐξαίρεσις, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ γίνῃ ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τῆς χώρας, ἐφ’ ἧς τὰς προελεύσεις ἐπιβάλλεται δασμὸς βαρύτερος. Ἑπομένως παραλείπω πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ἀναγομένας εἰς τοιαύτας αὐξήσεις δασμῶν, αἵτινες δὲν ἔχουσι πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων παρετήρησεν, ὅτι ἐπὶ τῶν κλωστῶν προτείνεται αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν οὐχὶ δεδικαιολογημένην. Πράγματι ὑπάρχει αὔξησις ἐπὶ τοῦ ἐφαρμοζομένου δασμοῦ, οὐχὶ ὅμως ἐπὶ τοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐγγεγραμμένου ἐν τῷ δασμολογίῳ. Ἡ προτεινομένη τροποποίησις εἶναι ἁπλῶς διασάφησις πρὸς ἐφαρμογὴν ἀκριβῆ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἀρχικοῦ δασμολογίου. Ἐγένετο παρεξήγησις τοῦ ἀρχικοῦ δασμολογίου, ὅπερ περιεῖχε σημείωμά τι περὶ τοῦ ἐστριμμένου νήματος, ἐκληφθέντος, ὅτι εἴδη τινὰ κλωστῶν ἠδύναντο νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ σημειώματος ἐκείνου. Ἤδη τὰ ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ συνετάχθησαν ἀκριβέστερον, ἀποτέλεσμα δὲ τούτου εἶναι, νὰ φορολογῶνται τὰ εἴδη ἐκεῖνα ὡς κλωσταὶ καὶ ἑπομένως νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἀνασκευάζει τὰς σκέψει τοῦ κ. βουλευτοῦ ὡς πρὸς τὸ βάρος τοῦ δασμοῦ, ἀλλ’ ἀνασκευάζει αὐτὰς ὡς πρὸς τὸ νέον τοῦ φόρου. Δὲν πρόκειται περὶ νέου φόρου, πρόκειται μόνον περὶ ἐπανορθώσεως κακῆς ἐφαρμογῆς, κακῆς ἑρμηνείας τοῦ προηγουμένου δασμολογίου· δὲν νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀρκούντως δεδικαιολογημένη ἡ ἐλάττωσις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. βουλευτής. Εὐθὺς, ὡς δὲν πρόκειται περὶ ἁπλοῦ νήματος ἐστριμμένου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διπλοῦ, τριπλοῦ, τετραπλοῦ, δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ὑπαχθῇ τοῦτο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κλωστῶν, ἄλλως ἔπρεπε καὶ πᾶσα κλωστὴ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ζημία θὰ ἦτο σπουδαιοτάτη. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐπίσης ὡμίλησε περί τινων κατηγοριῶν, αἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν ταῖς προτάσεσιν ἡμῶν, περὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 162 καὶ 182. Περὶ τούτων οὐδὲν προτείνομεν ἡμεῖς νεώτερον, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς προτεινομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τροποποιήσεις, ἐφ’ ὅσον αὗται θεωροῦνται ὑπερβολικαὶ, ἢ ἀνεπαρκεῖς. Τότε μόνον ἡ συζήτησις εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὅλον δασμολόγιον, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι θὰ εὕρωμεν πολλὰ τὰ χρήζοντα μεταῤῥυθμίσεως· ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ ἐργασίαν ἄλλην, ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν, καὶ ἂν εἴχομεν τὸν καιρὸν κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, θὰ ἐπράττομεν βέλτιον, ἀναβάλλοντες εἰς ἄλλην ἐποχὴν, διότι ἡ ἐποχὴ τοιούτων χρηματικῶν στενοχωριῶν δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος πρὸς γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς προτείνει τροποποιήσεις τινὰς, σχετικὰς μᾶλλον πρὸς τὸ γενικὸν δασμολόγιον, παρὰ πρὸς τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Θὰ λάβωμεν ταύτας ὑπ’ ὄψει, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον σχετίζονται πρὸς τὰς προτεινομένας τροπολογίας καὶ ἐὰν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς συμπλήρωσιν καὶ βελτίωσιν τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὰ περὶ μηχανῶν προτεινόμενα παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ δύνανται, νὰ εὕρωσιν ἱκανοποίησιν ἀλλοίαν ἢ ἣν ἀναγράφει ὁ νόμος τοῦ δασμολογίου· τοῦτο ἀποτελεῖ τροπολογίαν εἰς τὸν κείμενον νόμον περὶ δασμολογίου, καὶ διευκολύνει πολὺ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν, χρησίμων πρὸς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἐν ἄρθρῳ 14 προσετέθη ἐν τέλει παράγραφος, ἔχουσα οὕτω: «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπιτρέπεται νὰ ἀπαλλαχθῶσιν εἰσαγωγικοῦ τέλους ὡρισμένα ἀντικείμενα ἐπὶ ἐγγυήσει, ὅτι θέλουσι χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς, ὡς πρώτη ὕλη πρὸς παραγωγὴν βιομηχανικῶν προϊόντων, εἰδικῶς ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι κατονομαζομένων. Ἐν τῷ αὐτῷ Βασιλικῷ Διατάγματι ὁρίζεται τὸ ὑπὲρ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ ἀτέλεια ἀντικείμενον καὶ τὸ ἐντὸς ρητῆς διορίας εἰσακτέον ἀτελῶς ποσὸν, συνάμα δὲ καὶ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος περὶ τῆς ἀποκλειστικῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ εἰς τὸν εἰδικὸν σκοπόν.» Αἱ κατάλληλοι ἐφαρμογαὶ τῆς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης διδομένης ἀδείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠδύναντο ἴσως νὰ ἱκανοποιήσωσί τινας ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ ἄλλα θέλομεν ἐξετάσει τὰ περὶ αὐτῶν· ἰδίως περὶ ἑνὸς, περὶ οὗ ὡμίλησε καὶ ἕτερος βουλευτὴς, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, νομίζω περὶ τῶν σιδηρῶν δοκῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ δασμὸς εἶναι ὑπερβολικός. Δὲν ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, τῆς ἐλαττώσεως τῆς εἰσαγωγῆς, ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ διότι αἱ σιδηραῖ δοκοὶ δὲν εἰσῆλθον εἰς γενικὴν χρῆσιν πρὸ πολλοῦ χρόνου· ἤδη κατέστησαν καὶ καθίστανται ὁσημέραι γενικωτέρας χρήσεως, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὑπερβολικὸς δασμὸς, ἡ αὔξησις θὰ ἦτο μεγαλειτέρα τῆς παρουσιαζομένης, διότι πράγματι εἶναι χρησιμώταται. Ὅταν εἰσήχθη τὸ δασμολόγιον τοῦ 1884, ἡ μικρὰ χρῆσις τῶν δοκῶν τούτων ὑπηγόρευσεν, ὅπως θεωρηθῶσι μᾶλλον ὡς ἀντικείμενα πολυτελείας, διότι μόνον ἐν μεγάλαις καὶ πολυτελέσιν οἰκίαις ἐγίνετο χρῆσις τοιούτων δοκῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καίτοι ὁ φόρος ηὔξησε, τοσαύτη ἀπεδείχθη ἡ χρησιμότης αὐτῶν καὶ τοσαύτη ἡ εὐθηνία, ὥστε ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν ἐγενικεύθη, καὶ ἤδη χρησιμοποιοῦνται αὗται καὶ εἰς οἰκοδομὰς πολλῷ εὐτελεστέρας, κατέστησαν γενικῆς χρήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἐλάττωσίς τις τοῦ δασμοῦ αὐτῶν. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τοὺς σωλῆνας ὁ δασμὸς ἴσως εἶναι ὑπερβολικός, δέκα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ὡς πρὸς τοὺς σωλῆνας, τοὺς εἰσαγομένους δι’ ὑδραγωγεῖα δήμων ἢ κοινοτήτων, ἐπεκράτησε νὰ ψηφίζωνται εἰδικοὶ νόμοι περὶ ἀτελείας αὐτῶν· νομίζω μάλιστα, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναγραφῇ γενικῶς τοιαύτη διάταξις, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτε ἐγένετο πρότασις περὶ τούτου, ἀπεφάνθη ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπὲρ τῆς ἀτελείας, ἀλλὰ παρετήρησεν, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον, ἑκάστοτε νὰ ψηφίζωνται περὶ αὐτῆς εἰδικοὶ νόμοι. Ἔχει βεβαίως καὶ τοῦτο τινὰ πλεονεκτήματα, ἀλλ’ ἴσως δὲν εἶναι ταῦτα ἀποχρῶντα, ὅπως ἐπέρχηται ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν, ἐπερχομένην περὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς πολλὰς περιστάσεις. Ἤδη ἡμεῖς ἐπετρέψαμεν τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει εἰσαγωγὴν τοιούτων σωλήνων, ἐπιφυλαττόμενοι νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἁπλούστερον εἶναι ν’ ἀναγράψωμεν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τροπολογίαν ἐν τοιαύτη ἐννοίᾳ.— Πλέον ὅμως τούτου νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς σωλῆνας, τοὺς εἰσαγομένους οὐχὶ παρὰ δήμων καὶ κοινοτήτων, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἰδιωτῶν, ὡρισμένως ὅμως διὰ μεταγωγὴν ὕδατος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν κατάργησιν τέλους· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι σωλῆνες, περὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις, οἱ σωλῆνες τοῦ φωταερίου, ἐφ’ ὅσον διακρίνονται ἀπὸ τῶν σωλήνων πρὸς μεταγωγὴν ὕδατος· ἀλλ’ ὡς πρὸς τούτους μᾶλλον ἀποκλίνω κατὰ τῆς ἀτελείας, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἑταιρία τοῦ φωταερίου ἔχει προνόμιον καὶ εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἰσάγῃ τοὺς σωλῆνας τούτους, καὶ μόνον αὕτη θέλει εἰσαγάγει αὐτούς· ἑπομένως ἐλάττωσις τοῦ φόρου δὲν θὰ εἶχε γενικὸν χαρακτῆρα. Νομίζω, ὅτι ἐξήντλησα τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὰς γενομένας μοι παρατηρήσεις ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν· ἄλλως τε εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν τυχὸν παραλειφθεισῶν.
§83ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐλάττωσις καὶ ἐπὶ τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς ξυλείας, διότι ἕνεκα τῶν σεισμῶν γίνεται ἤδη μεγάλη χρῆσις αὐτῆς.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τμημάτων, ὅπου ἐπῆλθον καταστροφαὶ ἐκ τῶν σεισμῶν, δύναται νὰ γίνῃ σκέψις εἰδικὴ περὶ τῶν τμημάτων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐνταῦθα νομοθετοῦμεν περὶ τοῦ ὅλου Κράτους, ὡς βλέπετε δὲ, προτείνεται αὔξησις τοῦ τέλους τούτου. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1–17).
§85ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριοι, περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου τέλους, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς σκέψιν. Ἡ στατιστική, ἡ ὑπάρχουσα τῆς παρ’ ἡμῖν ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ ἐπιπολάζοντα εἰσὶν αἱ ἀναιρέσεις καὶ οἱ τραυματισμοὶ, τὸ φονικὸν δὲ ὅπλον θεωρεῖται ὡς εἷς τῶν κυριωτέρων παραγόντων τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ βαρυτέρου δασμοῦ εἰς τὰ ὅπλα ταῦτα, δὲν θὰ ἦναι ἄνευ ἀποτελέσματος ἐπὶ τοῦ μετριασμοῦ τῶν ἐγκλημάτων. Τὴν σκέψιν ταύτην, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἀναπτύξω, ὑποβάλλω ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ τέλους τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας, ἔχω δὲ περὶ τούτου πολλὰς παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐπιφυλάσσομαι αὔριον ἐφ’ ὅλων τούτων νὰ ἀναπτύξω τὰς σκέψεις μου. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.