| 1614 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | |
| 1615 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | |
| 1616 | Γ. Σισμάνης | Ο | Ν. Παπανικολάου | Ο | |
| 1617 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ν. Καφετζόγλους | Ο | |
| 1618 | Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | Ο | |
| 1619 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κων. Σινέλης | Ο | |
| 1620 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Κων. Λομβάρδος | Ο | |
| 1621 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 1622 | Μ. Ἰατρίδης | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο | |
| 1623 | Δ. Χατζόπουλος | Διον. Λομβάρδος | Ο | ||
| 1624 | Γεώργ. Μίλησης | Ο | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο | |
| 1625 | Σπ. Νοταρᾶς | Ο | Κωνστ. Βασιλάκης | ||
| 1626 | Γεώργ. Κούστας | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | ||
| 1627 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Νικόλ. Βασιλάκης | Ν | ||
| 1628 | Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | ||
| 1629 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν | |
| 1630 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Σπυρ. Ἀλαμάνος | ||
| 1631 | Δημ. Πετρίδης | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | ||
| 1632 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | ||
| 1633 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | ||
| 1634 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | ||
| 1635 | Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο | |
| 1636 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν | ||
| 1637 | Ἡλίας Φλέσσας | Γερ. Μουσούρης | Ο | ||
| 1638 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Παν. Βενιεράτος | Ο | ||
| 1639 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | ||
| 1640 | Παν. Μανέτας | Ο | Γεώργ. Κόρπας | Ο | |
| 1641 | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | ||
| 1642 | Ἡλίας Παλαμήδης | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | ||
| 1643 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | ||
| 1644 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Νικ. Νομικός | Ο | |
| 1645 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | ||
| 1646 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο | |
| 1647 | Στέφ. Δραγούμης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | |
| 1648 | Δημ. Γ. Ράλλης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | ||
| 1649 | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ο | Γεώργ. Δρόσος | Ο | |
| 1650 | Φωκίων Νέγρης | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο | |
| 1651 | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | |||
| 1652 | Νικ. Μπουφίδης | Ο | Κων. Κοσσονάκος | ||
| 1653 | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | |||
| 1654 | Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Γ. Μαυρομιχάλης | |||
| 1655 | Νικ. Λεβίδης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν | |
| 1656 | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο | |
| 1657 | Ὅθων Μακρυγιάννης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο | |
| 1658 | Γ. Ῥοῦφος | Λεων. Καπετανάκος | Ν | ||
| 1659 | Θάνος Κανακάρης | Ο | Ξανθός Πικουλάκης | Ο | |
| 1660 | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο | Ἰω. Καρτάλης | Ο | |
| 1661 | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | ||
| 1662 | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο | |
| 1663 | Α. Φωτήλας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | Ο | |
| 1664 | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο | |
| 1665 | Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | ||
| 1666 | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ο | |
| 1667 | Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | ||
| 1668 | Ν. Κουμανιώτης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1669 | Βασ. Βουδούρης | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 1670 | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Γ. Φραγγίδης | Ο | ||
| 1671 | Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο | |
| 1672 | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | Γ. Τάκης | Ο | |
| 1673 | Περ. Πεῤῥωτής | Ν. Ταρμπάζης | Ο | ||
| 1674 | Δημ. Τζάνες | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ο | |
| 1675 | Περ. Μποῦτος | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | ||
| 1676 | Παν. Σάκης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 1677 | Νικ. Παπαλέξης | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο | |
| 1678 | Νικ. Μισυρλῆς | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| 1679 | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| 1680 | Ἀσημ. Χριστόπουλος | Νικόλ. Κοντογιάννης | |||
| 1681 | Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 1682 | Δημ. Κάρτσωνας | Ν | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| 1683 | Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 1684 | Σ. Χατζηγάκης | Ο | Δημ. Ζουλούμης | Ο | |
| 1685 | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 1686 | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
1887.03.12
2.022 στίχοι · 15.637 λέξεις · 1 πίνακας · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 12 Μαρτίου 1887.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐγκρίνονται.
§1ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχω, ὡς βλέπετε, κύριοι βουλευταί, ἀνὰ χεῖρας ἓν σχέδιον νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ὁπλοφορίας, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τοῦτο εἰσάγω καὶ ἤδη, καὶ παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ σχέδιόν μου τοῦτο, διότι ἀληθῶς καὶ ὁμολογουμένως ὁ ἰσχύων καὶ λειτουργῶν νόμος κατὰ τῆς ὁπλοφορίας καὶ ἐκοιμήθη, καὶ κατέστη ἄχρηστος. Ἀναγκάζομαι, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, διότι καὶ ἐγινόμην μάρτυς σκηνῆς δυσαρέστου, λαβούσης χώραν ἐν τῇ Ἀγορᾷ καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις ἀστυνομικοῦ κλητῆρος, ἀδιαφορήσαντος μάλιστα. Εἶχον τὴν ἰδέαν περὶ τῶν ὅπλων, τῶν ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι μου ἐν χρήσει, ὅτι εἰσὶν ἴσως πέραν τοῦ δέοντος μεγάλα, ἀλλ’ ὅμως εἶδον ἐνταῦθα σήμερον μαχαίρας, τὰς λεγομένας κάμας, αἵτινες κατὰ τὸ μέγεθος δύνανται νὰ διαμφισβητήσωσι τὰ πρωτεῖα πρὸς τὰ ξίφη. Διὰ τούτων ἤθελον σουβλισθῆ δύω, καὶ, ὡς διέγνωσα, οὐχὶ πολὺ κοινοὶ ἄνθρωποι, ἄν δὲ ἔσπευδον οἱ παρατυχόντες νὰ ἀφοπλίσωσιν αὐτούς. Ἡ σκηνὴ αὕτη μὲ ἠνάγκασε, κύριοι βουλευταὶ, νὰ εἰσαγάγω τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ ἤδη, ἐν ᾧ ἀναγράφω καὶ διατάξεις, καθ’ ἃς τὰ τοιαῦτα ὅπλα νὰ θραύωνται, καὶ ἐν γένει νὰ καταστρέφωνται. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, δι’ οὗ ν’ ἀποκρούσωμεν κίνδυνον, ἀπειλοῦντα καὶ τὰς Ἀθήνας. Τέλος πάντων, κύριοι βουλευταί, ἀνάγκη νὰ παύσῃ ἡ τοιαύτη τῆς ὁπλοφορίας κατάχρησις. Πιστεύσατε, ὅτι τοσοῦτον ἐπεξετάθη τὸ κακὸν τοῦτο, ὥστε καὶ ἐν τοῖς ἐκπαιδευτηρίοις φέρουσιν ὅπλα οἱ μαθηταὶ, προσέτι δὲ καὶ μεταξὺ τῶν παίδων εἰσὶν οἱ φέροντες ὅπλα. Εἶναι ἀσθένεια, τῆς ὁποίας τὴν θεραπείαν πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὸ ταχύτερον. Τέλος πάντων, ἐὰν τὸ εἰσαγόμενον σχέδιον ἔχῃ ἐλλείψεις, ταύτας ἐλπίζω νὰ διορθώσῃ ἡ Βουλή. Μετὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ δεχθῇ καὶ ἕτερον σχέδιον νόμου, ὅπερ ἐπίσης ἀφορᾷ εἰς θεραπείαν μεγάλου κακοῦ, προκύπτοντος κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, καὶ ἐν ὥρᾳ συνεδριάσεως τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐξ ἡμῶν ὅσοι ἐξασκοῦμεν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, γνωρίζομεν ὁποία κατὰ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἀσέβεια ἀντιτάσσεται. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι βουλευταὶ, ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Προεδρεύων νὰ λέγῃ: Ἐπειδὴ ἐγείρονται ὑπόνοιαι ψευδορκίας, διατάσσω τὴν σύλληψιν. Δὲν ἀρκεῖ· διότι ἀπεδείχθη, ὅτι τοῦτο μᾶλλον βλάπτει. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦ 1883, θεραπεύεται τὸ κακόν. Κατὰ τὴν πρότασίν μου ταύτην, οἱ ψεύδορκοι δὲν συλλαμβάνονται μόνον καὶ παραπέμπονται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ τιμωροῦνται αὐθωρεὶ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, εἴτε τοῦ ὁρκωτικοῦ, εἴτε τοῦ Πλημμελειοδικείου, εἴτε καὶ τοῦ Πταισματοδικείου. Ὑποβάλλων τὰ νομοσχέδια ταῦτα, παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. (Ὅρα Παράρτημα. ἀριθ. 88 καὶ 89.)
§2ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς. Μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 90). Συγχρόνως ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἑξῆς παράκλησιν. (Ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ, τίνες ἦσαν οἱ ἐν Κερκύρᾳ ἐκ δανείων πιστωταὶ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὸν κατάλογον τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Ἰονίου πολιτείας, ὧν τὴν πληρωμὴν ἀνέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἰονίων νήσων, τίνες δὲν ἐπληρώθησαν καὶ διατὶ, καὶ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται αἱ ἀπαιτήσεις ἑκάστου αὐτῶν».
§3ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ὡς δικαιοτάτην καὶ συντελοῦσαν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου. Παρακαλῶ δὲ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως μεριμνήσῃ, καὶ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν ἐνθέρμως· ἂς μὴ ἔχῃ δὲ τὴν ἰδέαν ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι ἐγὼ ἐμποδίζω τὴν πρότασιν, καὶ ἂς πεισθῇ, ὅτι τὸν αὐτὸν πόθον ἔχω καὶ ἐγώ.
§5ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οὐδέποτε ἤθελον καταδεχθῆ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἠδύνατο νὰ θέλῃ τὸ κακὸν τοῦ τόπου, καὶ νὰ ἐμποδίζῃ νὰ σταλῇ τάγμα· εὐχαριστῶ δὲ, διότι ὑπεστήριξε τὴν πρότασίν μου· ἀλλὰ καλλίτερον θὰ ἔπραττεν, ἐὰν δι’ ἄλλου τρόπου, μᾶλλον τελεσφόρου, ὑπεστήριζεν αὐτήν· καὶ γινώσκει, πῶς ὑποστηρίζονται τοιαῦται προτάσεις.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ προσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου, καθόσον παρέρχεται ὁ καιρὸς καὶ θὰ ἔλθῃ τὸ καλοκαῖρι. Ὑποστηρίζω δὲ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητριάδου.
§7ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολὺς ἔγινε λόγος χθὲς περὶ τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν· ὁμοφώνως δὲ πάντες ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται, καὶ ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιτροπῶν περιέπεσε σχεδὸν εἰς ἀχρηστίαν. Πάντες, δὲ ὡμολογήσαμεν, ὅτι ἡ ἀχρηστία αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ, ὄχι μόνον ἐπιφέρει ἀτέλειαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἀλλοιοῖ ῥιζικῶς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν. Νομίζω περιττὸν ν’ ἀναπτύξω σήμερον τὴν ἰδέαν ταύτην, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ αὐτῆς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Συμφώνως δὲ μὲ τὴν πρότασιν, ἣν προφορικῶς ὑπέβαλον χθὲς, περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν διαρκῶν ἐπιτροπῶν δι’ εἰδικῶν, αἵτινες μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων θὰ μελετῶσι λεπτομερέστερον καὶ ἐπιμελέστερον τὰ εἰς αὐτὰς παραπεμπόμενα, διατυπῶ ἐγγράφως τὰ κατ’ αὐτήν. Τὴν πρότασιν ταύτην συνεδύασα μὲ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν. Νομίζω ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ προτείνω διὰ τῆς τροποποιήσεώς μου νὰ ὁρισθῇ καὶ μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος διὰ τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 36 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, εἰσάγω τὴν διάταξιν τοῦ καταρτισμοῦ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ ἄρθρον 48 ὁρίζει τὰς ἐπιτροπὰς, τὰς ὁποίας ἐκλέγει ἡ Βουλή. Κατ’ αὐτὸ, ἐκλέγονται δώδεκα ἐπιτροπαί· ἐξ αὐτῶν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τρεῖς, ὡς διαρκεῖς ἐπιτροπὰς, τὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν τῶν ἀναφορῶν, καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς· προτείνω δὲ τὸν σχηματισμὸν ἑτέρας διαρκοῦς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ὁ Ἀπολογισμὸς ἀνατίθεται, ὡς πάντες γνωρίζετε, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ αὕτη οὐδέποτε ἐφρόντισέ τι περὶ αὐτοῦ, ἐνῷ ἰδιαιτέρα ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ, ὅπως μὴ μένῃ ἐν ἀχρηστίᾳ ῥητὴ καὶ θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος. Προτείνω τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 52 καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν. Διὰ τῆς ἐκλογῆς προέδρου καὶ γραμματέως ἐκ τῶν μελῶν ἑκάστης ἐπιτροπῆς, ὡς γίνεται σήμερον, δὲν ἐπισπεύδονται αἱ ἐργασίαι αὐτῶν. Ὁ πρόεδρος νὰ ἦναι ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ γραμματεὺς ὅμως δύναται νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Προτείνω ἐπὶ τέλους τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 55 ὁρίζων τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ πρότασίς μου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 91).
§8ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὄντως πρό τινων ἡμερῶν εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν πρότασίν μου περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακῶν τελῶν ἐν γένει. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπισπεύδεται ἡ ὁριστικὴ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκαζόμεθα νὰ εἰσέλθωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν γενικὴν ἐξέτασιν τοῦ συστήματος τούτου. Ἡ ἐξέτασις αὕτη, πρέπον ἦτο καὶ τακτικὸν, νὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἡγούμενος τῆς πλειονοψηφίας ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ ἀντέτεινεν, ὅτε προὐτάθη τοῦτο, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποκύψωμεν, οὐδεμίαν ὑπέχοντες εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀταξίᾳ ταύτῃ. Τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως δὲν προσάγεται τὸ πρῶτον ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθη, οἷον καὶ σήμερον, καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν, κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις αὐτῆς. Τοῦτο δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀληθὴς αἰτία τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἧς ἕνεκα ἡμεῖς, οἱ ἀξιωθέντες νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἐστερήθημεν μὲν 165 προσφιλῶν συναδέλφων, μεθ’ ὧν συνειργαζόμεθα τότε, ἔχομεν ὅμως ἀφ’ ἑτέρου τὴν εὐχαρίστησιν νὰ παρακαθήμεθα μετὰ 75 νέων βουλευτῶν, οἵτινες, καθὸ προερχόμενοι ἀπὸ εὐρυτέρας περιφερείας, ἔχουσιν εὐρυτέρας τὰς γνώσεις, εὐρύτερα τὰ φρονήματα καὶ εὐρύτερον τὸν πατριωτισμόν. Ἀναλογιζόμενος, ὁπόσα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα ἔμελλον νὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ συστήματος τούτου, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τόσον οἱ νέοι οὗτοι συνάδελφοι, ὅσον καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, μετὰ τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς εὐρείας περιφερείας, ἀφήκαμεν εἰς τὰς ἑστίας ἡμῶν τὰς μικρὰς καὶ ταπεινὰς προσωπικὰς καὶ τοπικὰς σκέψεις, καὶ ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἐμφορούμενοι ὑπὸ πολιτικῶν μόνον ἰδεῶν, καὶ μὴ ἀποβλέποντες εἰς ἕτερον ἢ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Λίαν δυσάρεστος ὑπῆρξεν ἡ ἐντύπωσις τῶν πρώην βουλευτῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἀποτελούντων τότε τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτε ἤκουσαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀναπτύσσοντα τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ· διότι ἐκ τῆς γενομένης ἀναπτύξεως ἐνόησαν, ὅτι νέα βάρη ἐπιβάλλονται εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, καὶ νέα μέτρα λίαν καταπιεστικὰ προτείνονται. Ὅπερ δὲ ἐξήγειρεν ἔτι μᾶλλον αὐτούς, καὶ προὐκάλεσε λίαν σοβαρὰς σκέψεις ἐκ μέρους ἁπάντων, ἦσαν αἱ διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ καθ’ ἃς, ἐὰν μὲν ἐψηφίζετο τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα, οὐ μόνον ἤθελον ἀνορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ἔχομεν τὴν κρίσιν καὶ τὸ φρόνημα ἀνάλογον πρὸς τὴν φιλοπατρίαν, ὅτι γνωρίζομεν νὰ βαδίζωμεν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς περιστάσεις, καὶ ὅτι ὁ Ἕλλην δὲν εἶναι κατώτερος τῶν Γάλλων καὶ τῶν Ἰταλῶν· ἐὰν δὲ ἤθελε καταψηφισθῆ, τότε οὐ μόνον δὲν θέλουν ἀνορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θέλει ἐπέλθει ἡ παραλυσία καὶ ἡ ἀποσύνθεσις· διότι, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι ἀδύνατον, ἔλεγε, νὰ εὕρωμεν δάνειον εἰς μεταλλικόν, ἢ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, οὔτε μέχρις 100,000 δραχμῶν, καθόσον οὐδεμία οἰκονομία ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ ἔξοδα. Καὶ ἄλλοτε, διελογίζοντο οἱ τότε βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἄλλοτε, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δὶς, τρὶς καὶ τετράκις, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐπρότεινε, καὶ τῶν φόρων, ὅσους ἐπέβαλλεν, ἤθελον τακτοποιηθῆ τὰ οἰκονομικά, οὕτω δὲ ἠθέλομεν ἔχει καὶ περίσσευμα. Καὶ ὅμως, καθ’ ὅλα τὰ ἔτη ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔδιδε τοιαύτας διαβεβαιώσεις, παρουσιάζοντο ἐλλείμματα, καὶ ἐλλείμματα λίαν ὑπέρογκα. Καὶ τότε μὲν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ἂν καὶ κατέστησαν δυσχερῆ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν, δὲν ἔφερον ὅμως τὴν παραλυσίαν· διότι διετηρεῖτο ἡ δημοσία πίστις καὶ εὔκολον ἦτο νὰ εὑρίσκωνται δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεπληροῦντο τὰ ἐλλείμματα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ἂν καὶ τώρα ψευσθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἂν μὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσδοκᾷ, τί μέλλει γενέσθαι; Σήμερον, οὐ μόνον ἡ τιμή, ἀλλὰ καὶ ὕπαρξις τοῦ Ἔθνους ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ἀποτύχωσιν, ὡς καὶ ἄλλοτε, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Τοσοῦτον δὲ ἀπροκαλύπτως ἐλέγοντο τότε αἱ παρατηρήσεις αὗται ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων, ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἂν καὶ τὸν παρηκολούθει μεγάλη ἀκόμη πλειονοψηφία. Διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ οἱ μὲν βουλευταὶ ἀπώλεσαν τὸ ἀξίωμα αὐτῶν, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐπαναπαυμένην τὴν συνείδησίν των, ὅτι δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν οἰκονομικοῦ συστήματος, περὶ οὗ δὲν ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι ἤθελεν ἀποβῆ ὠφέλιμον εἰς τὸν τόπον. Ἤδη ἡ εὐθύνη μεταφέρεται ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ πρὸ πάντων ἐπὶ τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ περὶ ὧν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλουσι λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ὅτι θέλουσι ψηφίσει, συμφώνως πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεως αὐτῶν, καὶ κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν, Κύριοι, κατὰ τὸ πόσον τὰ μέτρα, ἅτινα προτείνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλουν ἀποφέρει τῷ ὄντι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα οὗτος ὑπόσχεται, ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, ποίαν μέθοδον ἀκολουθήσαντες κατὰ τὸ παρελθὸν, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ δυσάρεστον σημεῖον, εἰς ὃ σήμερον εὑρισκόμεθα, καὶ νὰ παραβάλωμεν ἔπειτα τὰ σήμερον προτεινόμενα πρὸς τὴν μέθοδον ταύτην, ὅπως ἴδωμεν, κατὰ πόσον διαφέρουν ταῦτα ἀπ’ ἐκείνης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἐφαρμοζόμενα θέλουσι φέρει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἐκείνων, ἅτινα μέχρι τοῦδε παρήχθησαν. Πρὸς τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ ἐξετάσω, ὁποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, Κύριοι, ἤρχισαν νὰ καθιστῶνται ἀνώμαλα ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν· διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ πρῶτος Βασιλεὺς, ὅστις δὲν ἐβασίλευε μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκυβέρνα, ἀπετροπιάζετο τὰ δάνεια, καὶ δὲν ἐπέτρεπε νὰ γίνωνται δαπάναι, ἀνώτεραι τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους. Μετὰ τὴν Μεταπολίτευσιν ὅμως τὰ ἔξοδα ὑπερέβησαν πολλάκις τὰ ἔσοδα, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐπανειλημμένα δάνεια. Τὰ δάνεια ταῦτα ἐχρησίμευσαν κυρίως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς πολεμικὰς, στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἐλάχιστα δὲ ποσὰ ἐχρησίμευσαν εἰς ἔργα παραγωγικὰ, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγον συνετέλεσαν εἰς τὴν πρόοδον καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Ἡ μείζων ὅμως διατάραξις τῶν οἰκονομικῶν ἐπῆλθεν ἀπὸ τῆς προτελευταίας ἐπιστρατείας, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1880. Ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐκείνης, οὐ μόνον ἀνεστάλη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶχε τότε ἀποφασισθῆ, οὐ μόνον ἐδαπανήθησαν τὰ περισσεύματα τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλ’ ἐδιπλασιάσθη τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐδέησε νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000. Οὕτω, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χάριν τῆς ἐπιστρατείας συνομολογηθέντων δανείων, τὰ ἐτήσια ἔξοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν κατὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια περίπου, καὶ τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ ἐκυμαίνετο καὶ πρότερον, ἐθεωρήθη ἀνέφικτον. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη δὲν ἀπέβη ἄγονος, ὅπως ἡ τελευταία. Τὰ συναλλάγματα, ἅτινα ἐξεδόθησαν, ὡς ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς βάρος τῶν δούλων ἐπαρχιῶν, καὶ ἔφερον τὴν ὑπογραφήν μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπεστράφησαν, ὡς τὰ προηγούμενα αὐτῶν, διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐκδοῦσαν αὐτὰ Ἑλλάδα, ἀλλ’ εὗρον ἀποδέκτας ἀξιοχρέους καὶ προθύμους τὰς νέας ἐπαρχίας, διὰ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ πληρώνωνται ὡς ἔγγιστα οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἅτινα συνωμολογήθησαν. Εἰς τὴν ἐπιστρατείαν ἐκείνην ὀφείλεται ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐκ τῆς προσαρτήσεως δὲ ταύτης, οὐ μόνον προσετέθησαν ἔσοδα εἰς τὸ Κράτος ἀλλ’ ηὔξησε τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκρατύνθη ἡ δημοσία πίστις αὐτῆς, εἰς τρόπον ὥστε, ἐνῷ πρὸ τῆς προσαρτήσεως τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 δὲν ἠδύνατο νὰ τοποθετηθῇ οὔτε πρὸς 340 δρ. κατὰ μετοχήν, μετὰ τὴν προσάρτησιν, ἐκδοθὲν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 373 δραχμάς, ἐκαλύφθη δὶς, τὰ δὲ χρεώγραφα εἶχον ὑπερτίμησιν καὶ ἡ τιμὴ αὐτῶν ἐπλησίαζε τὰς 400 δραχμάς. Κατὰ τοὺς γενομένους τότε ὑπολογισμούς, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων, ἅτινα συνωμολογήθησαν, ἐχρειάζετο πρόσθετος ἐτησία δαπάνη 7,000,000 περίπου, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ τόκου διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄλλο δὲ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον περίπου ἀπῃτεῖτο διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἓν ἔτι ἑκατομμύριον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Οὕτω τὸ ὅλον συνεποσώθη εἰς δέκα περίπου ἑκατομμύρια. Ἀπέναντι τῶν δέκα ἑκατομμυρίων τούτων, εἴχομεν πέντε ἑκατομμύρια ἐξ εἰσοδημάτων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ εἰς ἄλλα πέντε ἑκατομμύρια ὑπελογίζετο ἡ ἐκ τῆς προόδου τοῦ τόπου κανονικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· διότι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἔλαβον ἀνάπτυξιν πᾶσαι αἱ ἐπιχειρήσεις καὶ αἱ συναλλαγαί, καὶ ἑπομένως πάντα τὰ ἄρθρα τῶν ἐσόδων παρίστανον αὔξησιν. Συνεπῶς, ἐὰν μετὰ τὴν προσάρτησιν περιωρίζοντο αἱ λοιπαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους εἰς ὃ σημεῖον ὥρισεν αὐτὰς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς οὐδεμίαν δυσκολίαν. Δυστυχῶς ὅμως, οἱ ἀναλαβόντες νὰ κυβερνήσωσι τότε τὸ Κράτος ὑπερετίμησαν τὴν ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐπελθοῦσαν βελτίωσιν, καὶ τὴν ἐθεώρησαν πολὺ μείζονα, καὶ ἐπιτρέπουσαν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιχειρήσωμεν διὰ μιᾶς μεγάλα πράγματα. Καὶ ἔλεγον μὲν, ὅτι διὰ τῆς προσαρτήσεως ἐκείνης, ὡς μὴ περιλαμβανούσης ὁλόκληρον τὴν Βερολίνειον γραμμὴν, ἀπεμπολήθη ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλάς, καὶ ἠνάγκαζον τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις τοὺς ἠκολούθει, ν’ ἀποδοκιμάσῃ καὶ καταψηφίσῃ τοὺς ἐργάτας τῆς προσαρτήσεως, καὶ ὑπεχρέουν τινὰς τῶν βουλευτῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν νὰ μετάσχωσι τῆς ψηφοφορίας καὶ νὰ φαίνωνται ἀγνώμονες πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, εἰς οὓς ὤφειλον τὴν ἐλευθερίαν των, καὶ τὴν ὑψηλὴν τιμὴν τοῦ νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἐγένοντο πρὸς τὸ θεαθῆναι καὶ χάριν πολιτικῶν σκοπῶν· ἐνδομύχως ὅμως οὗτοι ἦσαν μᾶλλον πεπεισμένοι, ἢ ἡμεῖς, περὶ τῶν μεγάλων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα προσεπορίσατο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ πράξωσιν, ὅ,τι πράττουσι πάντα τὰ σωφρονοῦντα ἔθνη, ὅταν παρέρχωνται αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐπανερχόμενα εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης, ἀντὶ νὰ ἀναθεωρήσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ περικόψωσιν, οὐ μόνον τὰς περιττὰς, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας, ἀντὶ νὰ ἐπιμεληθῶσι τὴν ἀκριβῆ βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων, διὰ τούτου δὲ καὶ διὰ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῆς φορολογίας νὰ δυνηθῶσι νὰ προαγάγωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐπεχείρησαν διὰ μιᾶς, ἀπερισκέπτως — ἄς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις — φερόμενοι, νὰ μεταβάλωσιν ὅλην τὴν νομοθεσίαν τοῦ τόπου, ἐπολλαπλασίασαν τὰς θέσεις, καὶ πρὶν ἢ τὸ Ἔθνος συνέλθῃ ἐκ τοῦ σάλου τῶν παρασκευῶν, ἐφαντάσθησαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρασκευάσωσι πολυαρίθμους στρατιάς, νὰ κατασκευάσωσι μεγάλους στόλους, νὰ μᾶς προικοδοτήσωσι μὲ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς καὶ μὲ συμπλέγματα σιδηροδρόμων, καὶ νὰ ἀνεγείρωσι στρατῶνας, ἀποθήκας καὶ ἄλλα δημόσια κτίρια. Ἐν τούτοις, χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ κατορθώσωσι μηδὲν ἐκ τούτων, κατέφαγον τὰ περισσεύματα, ἅτινα εἶχον μείνει ἐκ τοῦ δανείου, ἐπέβαλον εἰς τὸν τόπον πολλοὺς καὶ δυσβαστάκτους φόρους, ἐπέτεινον τὰ δάνεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μετέβαλον τὸ νομισματικὸν σύστημα, νομίζοντες ὅτι διὰ τούτου ἤθελον αὐξήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ ἀκολούθως, ἐπειδὴ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔλαβεν ἐπιφόβους διαστάσεις, ἠναγκάσθησαν, ὅπως ἄρωσιν αὐτὴν, νὰ συνομολογήσωσι δάνειον ὑπὸ βαρυτάτους τόκους, ὅπερ ἐπήνεγκε τελείαν ἀναστάτωσιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν κατὰ δέκα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ, παρὰ τοῦτο, ἐκ τῶν δανείων, ἅτινα εἶχον τότε συνομολογηθῆ, καὶ ἐκ τοῦ ὑλικοῦ, οὗτινος εἶχε γίνει προμήθεια, ἔμειναν ἱκανὰ περισσεύματα. Τὰ περισσεύματα ταῦτα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων, ἅτινα ἀπητοῦντο διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος 1881, ἀνέβαινον, ὡς εἶπον ἄλλοτε, εἰς 29 ἕως 30,000,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖται οὐ μόνον ἐκ τῶν χρηματικῶν ποσῶν, ἅτινα ὑπῆρχον τότε διαθέσιμα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ὑλικῶν, ἅτινα ἔμενον ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ τῶν χαλκίνων νομισμάτων, ἅτινα εἶχε προμηθευθῆ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἅτινα ἐσημειώθησαν ἐν τοῖς ἐσόδοις τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ κοινωνία ἠσθάνετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς θεραπείας ἄλλων τινῶν ἀναγκῶν, ἤτοι τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων, τῆς ἀποκτήσεως πολεμικῶν πλοίων καὶ δημοσίων κτιρίων, καὶ ἰδίως τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· δι’ ὅλα δὲ ταῦτα βεβαίως ἀπητοῦντο οὐχὶ εὐκαταφρόνητα ποσά. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἶχεν ὡριμάσει ἐν τῇ συνειδήσει πάντων, ὅτι ἦτο πλέον καιρὸς νὰ εἰσαχθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν φόροι τινὲς καταναλώσεως, λειτουργοῦντες πρὸ πολλοῦ παρὰ πᾶσι τοῖς εὐνομουμένοις Κράτεσι· καὶ τοιούτους ἐννοῶ τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ οἴνου. Διὰ τῶν φόρων τούτων, ἂν ἐπεβάλλοντο διὰ καταλλήλων νόμων, καὶ ἐὰν κατεβάλλετο ἡ δέουσα φροντὶς καὶ ἐπιμέλεια, ὅπως ἐξασφαλισθῇ πᾶσα ἡ δυνατὴ πρόσοδος, ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῆς προσόδου αὐτῶν τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἐκτέλεσιν πάντων τούτων. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἄλλην μέθοδον, καὶ ἡ μέθοδος αὕτη μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα. Κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα, καθ’ ὃ ἐπὶ τῇ προηγουμένῃ αὐτοῦ πρωθυπουργίᾳ, ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συνετάχθησαν παρ’ αὐτοῦ τέσσαρες Προϋπολογισμοί, ἐξαιρέσει δὲ τοῦ πρώτου, τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1882, ὃν παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν, φέροντα ἐγγεγραμμένον μέγα ἔλλειμμα, καὶ τοῦτο ἐκ προθέσεως ἴσως, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν μεγάλην αὔξησιν, ἣν ἐμελέτα ἀκολούθως νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ Τόπου, ἐξαιρέσει λέγω τοῦ πρώτου Προϋπολογισμοῦ, πάντες οἱ λοιποὶ παρίστανον περίσσευμα, συνωδεύοντο δὲ παρὰ πολλῶν καὶ διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν κατ’ ἔτος προσετίθεντο δεκάδων ἑκατομμυρίων νέοι φόροι. Ἐν τούτοις μόνον κατὰ τὸ 1882, οὗτινος ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν, ὡς εἶπον, ἔλλειμμα ὑπέρογκον, παρουσιάσθη ἔλλειμμα μικρὸν, μόλις ἀνερχόμενον εἰς 3 ἕως 4,000,000. Πάντες οἱ ἑπόμενοι ἀπολογισμοὶ, ὧν οἱ Προϋπολογισμοὶ εἶχον συνταχθῆ μὲ περισσεύματα, παρουσίασαν ἐλλείμματα, καὶ ἐλλείμματα πολὺ μεγάλα. Ἡ χρῆσις τοῦ 1883 παρουσιάζει ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 9,000,000. Ἡ χρῆσις τοῦ 1884 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 30,000,000. Ἡ δὲ χρῆσις τοῦ 1885, ἣν ἐν μέρει μὲν διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐν μέρει δὲ ἡ διάδοχος αὐτῆς, κλείει μὲ ἔλλειμμα οὐχὶ κατώτερον τῶν 25.000.000. Ὅμοιον δὲ θέλει εἶσθαι δυστυχῶς, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886, ὅπερ διεχειρίσθησαν ἀμφότεραι αἱ Κυβερνήσεις. Ἐν τούτοις, κατὰ τὰ τρία ἐκεῖνα ἔτη ἐψηφίσθησαν πολλοὶ καὶ διάφοροι φόροι, οὓς κρίνω περιττὸν ν’ ἀπαριθμήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι πάντες τοὺς γνωρίζετε. Διὰ τῶν φόρων τούτων, ἤλπιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1883 τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἤθελον αὐξήσει κατὰ 11,000,000. Κατὰ τὸ 1885 ἐγένετο ἑτέρα αὔξησις φόρων, ἐξ ἧς προσεδοκᾶτο αὔξησις 14,000,000. Ἠκούσαμεν δὲ ἄλλοτε, ὅτι καὶ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐπήνεγκεν ἐλαττώσεις τινὰς, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ν’ αὐξήσῃ καὶ αὐτὸς πολλοὺς φόρους. Οὕτως ἡ γενομένη κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα αὔξησις τῆς φορολογίας ἔπρεπε, κατὰ τὰς προβλέψεις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀναβιβάσῃ τὰ δημόσια ἔσοδα κατὰ 30,000,000. Καὶ ὅμως, ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν οὐδεμία πρόοδος ἔγινεν εἰς τὰ ἔσοδα. Κατὰ τὸ 1882, ὅτε μικρά τις αὔξησις φόρων τινῶν εἶχε ψηφισθῆ, εἰσεπράχθησαν 58,780,000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1883, καθ’ ὃ ἐψηφίσθησαν φόροι, μέλλοντες ν’ ἀποφέρουν 11,000,000 πρόσθετον ἔσοδον, εἰσεπράχθησαν 58,580,000, δηλαδὴ 200,000 ὀλιγώτερον, παρ’ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1882. Τῷ δὲ 1884, ὅτε εἶχε γίνει νέα αὔξησις, ὑπολογιζομένη εἰς 14,000,000, καὶ τότε πάλιν εἰσεπράχθησαν 60,000,000, δηλαδὴ 1,300,000 πλέον ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1882. Τὰ δὲ ἔσοδα τοῦ 1885, μεθ’ ὅλας πάλιν τὰς γενομένας προσθήκας, καὶ ταῦτα δὲν ὑπερέβησαν τὰ 60,000,000. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οἱ φόροι, οἵτινες κατὰ καιροὺς ὑπεβλήθησαν, δὲν ἐβάρυναν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ μόνων τῶν ποσῶν, ἅτινα ὑπελόγιζον οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ ποσῶν κατὰ πολὺ ἀνωτέρων· διότι τὸ βάρος, ὅπερ ἐπάγεται εἰς τὴν κοινωνίαν φόρος τὶς, δὲν σταθμίζεται ἐκ μόνου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐξετάζονται τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ὁ φόρος ἐπιβάλλεται, καὶ ὑπολογίζεται τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤθελεν εἰσπραχθῆ, ἐὰν πάντα τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ἐφορολογοῦντο· διότι οἱ εὐσυνείδητοι καὶ τίμιοι πολῖται πληρόνουν τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον, ἐὰν δὲ μὴ εἰσέρχηται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὅλον τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔπρεπε νὰ εἰσέρχηται, δὲν ἐλαφρύνεται διὰ τούτου ὁ λαὸς, ἀλλ’ ὠφελοῦνται οἱ λαθρέμποροι καὶ οἱ καταχρασταί. Ἂν ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης θελήσητε νὰ σταθμίσητε τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ὁ λαὸς ἐπεβαρύνθη διὰ πολλῶν καὶ δυσβαστάκτων βαρῶν, καὶ ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον οὐδὲν σχεδὸν εἰσῆλθε· διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τῶν φόρων τὰ ἔσοδα ἔμειναν ὡς εἶχον κατὰ τὸ 1882, ὅτε οἱ φόροι εἰσέτι δὲν εἶχον ψηφισθῆ. Τί δὲ ἀποδεικνύει τοῦτο; Οὐδὲν ἕτερον βεβαίως, εἰμὴ τὴν ἀτέλειαν τῶν ψηφισθέντων νόμων καὶ τὴν κακὴν τῆς διοικήσεως κατάστασιν. Καὶ δὲν πρέπει νὰ θαυμάζωμεν διὰ τὴν ἀτέλειαν ταύτην, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠκούσαμεν ἓν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ τότε Ὑπουργείου, τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικοβοιωτίας κ. Ράλλην, βεβαιοῦντα ἡμᾶς, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε μόνον ἐνόησεν, ὅτι οἱ νόμοι, οὓς εἶχεν εἰσαγάγει καὶ ὑποστηρίξει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, οὐδὲ νὰ φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα προσεδόκα, ὅτε ἔμελλε νὰ κυρώσῃ αὐτοὺς καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις ὁμολογουμένως διακρίνεται ἐπὶ εὐφυΐᾳ, ἐπὶ πολυμαθείᾳ καὶ ἐπὶ πλούτῳ, ἐφρόνει, καθ’ ὃν χρόνον συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, διασκεδάζων τοὺς βουλευτὰς διὰ χαριτολογιῶν καὶ σκωμμάτων, οὐδόλως δὲ ἠσχολεῖτο εἰς τὴν μελέτην τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἅτινα τίς οἶδε παρὰ τίνων καὶ κατὰ τίνα τρόπον εἶχον συνταχθῆ. Ὅτε δὲ εἶδεν ἀκολούθως, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα ἦτο σαθρὸν καὶ ἤθελε πέσει ἐκ θεμελίων, ἀπεχώρησεν, ἵνα μὴ καταπλακωθῇ καὶ ἐκεῖνος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ, μεθ’ ὅλους τοὺς ἐπιβαλλομένους φόρους, τὰ μὲν ἔσοδα δὲν ηὔξανον, τὰ δὲ ἔξοδα ἐπολλαπλασιάζοντο, ἐδέησε νὰ συνομολογηθῶσι καὶ δάνεια. Συνωμολογήθη οὕτω τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, καὶ ἕτερον δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης ἐξ 9,000,000. Ἕνεκα δὲ τῆς καθημερινῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων καὶ τῆς συνομολογήσεως ἀλλεπαλλήλων δανείων, ἡ δημοσία πίστις κατέπεσεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους, ἅτινα πρότερον ἐπλησίαζον νὰ φθάσωσι τὴν τιμὴν τῶν 400 δραχμῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ τοποθετηθῶσιν οὔτε ἀντὶ 300 δραχμῶν, ἠναγκάσθη δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεχυριάσῃ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 250 δραχμῶν. Πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, προὐτείνετο πάντοτε ἡ θεραπεία νέων ἀναγκῶν. Ἔλεγον, ὅτι ἐβελτίωσαν τὴν τύχην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἐκανόνισαν, ὅπως πληρόνωνται οἱ μισθοὶ αὐτῶν εἰς νέας δραχμάς. Ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ τοιαύτη μεταβολὴ τῶν μισθῶν εἰς οὐδὲν ὠφέλησεν, οὔτε τὸ Δημόσιον, οὔτε τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, οὔτε τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ἑταιριῶν καὶ τῶν ἰδιωτῶν; ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν ἢ ὅπως αὐξήσῃ τὰ βάρη τῶν πολιτῶν κατὰ 12%; Παρέστησαν, ὅτι ἐπέκειτο ἡ ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῇ ἄνευ ἀναβολῆς στόλος, ἐζήτησαν μάλιστα ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους 40,000,000 δραχμῶν πίστωσιν, πρὸς ναυπήγησιν αὐτοῦ, καὶ ἔλεγον, ὅτι καὶ πᾶσα ἡμέρα ἀναβολῆς εἶναι προδοσία διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ὅμως στόλος δὲν ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ ἐφέτος περὶ τούτου, καὶ συνιστᾶται ἰδιαίτερον ταμεῖον, ὅπερ θέλει βεβαίως ἐντὸς ὀλίγου πλουτίσει διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτηνῶν καὶ τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Προέτειναν τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς ὁδῶν, καὶ ἐδαπάνησαν πρὸς τοῦτο οὐ μικρὰ ποσὰ, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ σκεφθῶσι πόσα ἑκατομμύρια εἶχον νὰ δαπανήσωσι, καὶ τίνες ὁδοὶ κατὰ προτίμησιν ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι, καὶ ἦσαν ἐκεῖναι, δι’ ὧν μεταφέρονται προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα, προὐκάλεσαν Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπεφασίσθη ἡ κατὰ προτίμησιν κατασκευὴ ἑβδομήκοντα δύο ὁδῶν, χωρὶς νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι διὰ τοσαύτας ὁδοὺς δὲν ἤρκουν οὔτε 100,000,000. Ἀφοῦ δὲ ἔλαβον τὸ Διάταγμα τοῦτο, προέβησαν εἰς τὴν κατασκευὴν οὐχὶ τῶν ἀναγκαιοτέρων ὁδῶν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄλλων, ὅλως ἀχρήστων. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι πολλαὶ ἐπαρχίαι, ἐκ τῶν εἰσφερουσῶν πολλὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατ’ ἔτος, ὧν πολλὰ προϊόντα μεταφέρονται εἰς τὰ παράλια, μένουσιν ἄνευ ὁδῶν, κατεσκευάσθησαν δὲ τοιαῦται εἰς ἀπόκεντρα καὶ ἀπομεμακρυσμένα μέρη, δι’ ὧν οὐδέποτε θέλει διέλθει τροχὸς ἁμάξης. Ἐπὶ τέλους προέβησαν καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο κατ’ οὐδὲν ὠφέλησε· διότι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν πρέπει νὰ γίνηται διὰ μιᾶς καὶ ἐξ ἐφόδου, ἀλλ’ ἀφοῦ παρασκευασθῇ ὁ τόπος, καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον καταντήσῃ σχεδὸν νὰ ἔχῃ ἴσην τιμὴν πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα. Ἑπομένως, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τὴν ἄρσιν, ὤφειλον νὰ σκεφθῶσι περὶ ἐλαττώσεως τῶν γραμματίων, οὐχὶ δὲ ν’ αὐξήσωσι τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν διὰ τῆς συνομολογήσεως ἀλλεπαλλήλων δανείων. Διὰ τῆς τακτικῆς, ἣν ἠκολούθησαν, τὸ συνάλλαγμα ὑπερετιμήθη κατὰ 30%, ἔφθασε δηλαδὴ εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ δυστυχῶς καὶ σήμερον εὑρίσκεται, τότε δὲ, ἐπελθοῦσα ἀποτόμως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν κατέστρεψε καὶ τὴν παραγωγὴν ἰδίως τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν πολὺ ἐζημίωσε. Τοιαύτη ἡ πορεία, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠκολούθησε κατὰ τὴν πρώτην πρωθυπουργίαν του. Λίαν ἐνωρὶς κατενοήθη τότε τὸ ἄστοχον τῶν μέτρων αὐτοῦ, καὶ ἡ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἣν παρεσκεύαζε, διὰ τῶν νομοθετημάτων αὐτοῦ εἰς τὸ Κράτος. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ὑπεστηρίζετο ὑπὸ μεγάλης πλειονοψηφίας, πολλοὶ τῶν φίλων του τὸν ἐγκατέλιπον, τελευταῖον δὲ μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δύο ἐκ τῶν ὑπουργῶν αὐτοῦ. Ἤθελε δὲ πολὺ ταχέως ἐκπέσει τῆς ἐξουσίας, ἐὰν μὴ συνέβαινεν ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ πολλοὶ τῶν φίλων ἐκείνου μὴ προσετίθεντο εἰς τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπικουρία αὕτη ὀλίγον τὸν ὠφέλησε· διότι, ὅτε μετὰ τὰς οἰκονομικὰς ἀποτυχίας τοῦ 1883 καὶ 1884 παρουσιάσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, καὶ εἶδον οἱ βουλευταὶ, ὅτι χάριν τοῦ ἰσοζυγίου προὐτείνοντο πάλιν νέοι φόροι, κατεξανέστησαν πολλὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ ἡ Βουλὴ διῃρέθη εἰς δύο στρατόπεδα. Οὕτως ἐδέησε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γνωστὸν δὲ, ὁποία τις ὑπῆρξε τότε ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐνικήθη κατὰ κράτος· ἐν οὐδεμιᾷ ἐπαρχίᾳ ἐπέτυχον οἱ ὑπουργικοὶ συνδυασμοὶ, καὶ ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἄλλοι μὲν ἀπέτυχον, ἄλλοι δὲ κατώρθωσαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ τῶν συντρόφων των. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐτυμηγορία ἐκείνη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο προϊὸν πλάνης καὶ δημοκοπίας· ἀλλ’ ὄχι· δὲν ἐπλανήθη ὁ ἑλληνικὸς λαός· δὲν πλανᾶται ὁλόκληρος λαός· ἐπλανῶντο ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπίστευον, ὅτι διὰ τῶν μέσων, ἅτινα ἀφειδῶς ἐχορήγουν, ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματίσωσι καὶ πάλιν ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν. Ἡ ἐτυμηγορία ἐκείνη ἦτο ἀπαύγασμα βαθείας μελέτης καὶ ἐμβριθοῦς σκέψεως λαοῦ ἐλευθέρου, γνωρίζοντος τὰ συμφέροντα αὑτοῦ καὶ μεριμνῶντος περὶ αὐτῶν, οὐδὲ ἐξασθενεῖ τὴν ἀξίαν αὐτῆς τὸ γεγονὸς, ὅτι, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 8 Μαΐου 1886, ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία εἶχε προκύψει ἀπὸ τῆς 7 Ἀπριλίου, ἔδωκε τὴν ψῆφόν της, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὰ πράγματα ὁ κ. Τρικούπης. Ἤμην ἐκ τῶν ὀλίγων, οἵτινες ἔδωκαν πρῶτοι τὸ σύνθημα εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην, καὶ τὸ παράδειγμα ἡμῶν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἠκολούθησαν πολλοὶ ἄλλοι· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ ὀλίγοι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν λησμονήσει τὸ παρελθὸν, οὐδὲ εἴχομεν ἀφορμὴν νὰ ἐπιθυμήσωμεν τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἕνεκα πολλῶν περιστάσεων, τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος εἶχον περιέλθει εἰς θέσιν κρίσιμον. Ἀφ’ ἑνὸς τὰ παράλια ἡμῶν ἦσαν ἀποκεκλεισμένα διὰ τῶν στόλων τῶν Δυνάμεων, καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀνῆκε πλέον εἰς ἑαυτήν· ἀφ’ ἑτέρου ἑπτὰ ἡλικίαι ἀνδρῶν ἦσαν παρατεταγμέναι εἰς τὰ σύνορα, ἀπέναντι πολυαρίθμου τουρκικοῦ στρατοῦ, καὶ ὑπῆρχε φόβος μὴ συμπλακῶσιν, ὅπως καὶ συνεπλάκησαν. Ἐν τῇ κρισιμωτάτῃ δὲ στιγμῇ ἐκείνῃ, ἦτον ἀναγκαῖον νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἀφοῦ εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ ἡ ὑποχώρησις, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ταύτην ὤφειλε νὰ ὑποδείξῃ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ τὸ Στέμμα δὲν ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ τὴν σχηματίσῃ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας. Ὅπως δὲ συμπεριεφέροντο τότε οἱ ἡγούμενοι τῶν δύο μεγάλων κομμάτων τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ μόνη διέξοδος ἦτο, τὸ νὰ προσθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ψήφους μας εἰς τὰς ψήφους τῶν φίλων τοῦ κ. Τρικούπη. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐδώκαμεν τότε τὰς ψήφους μας, οὐχὶ δὲ διότι ἐλησμονήσαμεν τὸ παρελθὸν, ἢ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐπανερχόμενος ὁ κ. Τρικούπης, ἤθελε διοικήσει καλλίτερον, ἢ ἤθελεν ἐπανορθώσει τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα διεπράξατο. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐσχηματίσθη μετὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου, οὐδὲ ἀνήκει εἰς ἐμὲ, νὰ δικαιολογήσω τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐνέκρινα. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ ὀφείλω ν’ ἀναφέρω, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠδυνήθη νὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου, δὲν ἤθελεν ὅμως τὰ χειροτερεύσει, ἐὰν μὴ ἐπήρχετο τὸ συμβεβηκὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθη νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὑπερβαινούσας τὰ ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐπανελθὼν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὗρεν ὁμολογουμένως τὰ οἰκονομικὰ εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἐκείνης, εἰς ἣν τὰ ἐγκατέλιπε· καὶ διοικητικῶς μὲν οὐδὲν ἔπραξε πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης. Κατήργησε προσωρινῶς τὰς θέσεις τῶν ἐπάρχων, καὶ ἀφῆκε κενὰς ἄλλας τόσας θέσεις· ἀλλ’ ὅτε ἐπλησίασαν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα, καὶ ὄχι μόνον ἐπληρώθησαν πᾶσαι αἱ θέσεις, αἵτινες εἶχον μείνει κεναὶ, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας προσετέθησαν ὑπεράριθμοι ὑπάλληλοι, οὓς βλέπομεν καθ’ ἡμέραν ἀπολυομένους. Ἤδη στηρίζει πάσας αὑτοῦ τὰς ἐλπίδας εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς οὗ τὴν συζήτησιν εἰσερχόμεθα. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, εἰς τὰ ἔξοδα ἐπέρχονται οἰκονομίαι δρ. 3 ἢ 4,000,000· ἀλλὰ, καὶ μετ’ αὐτὰς, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1887 ἀναβιβάζονται εἰς 92,000,000. Ἐὰν δὲ προσθέσητε εἰς ταῦτα καὶ τὰς συνήθεις ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, τὰ ἔξοδα θὰ πλησιάσωσιν εἰς τὰ 100,000,000. Ἔχετε μάλιστα ἀπὸ τοῦδε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἐζητήθη πίστωσις 4,000,000 περίπου διὰ κτίρια στρατιωτικὰ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἀτόπως ἡ πίστωσις αὕτη κατελογίσθη εἰς τὸ 1886, ἐνῷ ὁμολογουμένως ἀνήκει εἰς τὸ 1887. Ἑπομένως, ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδεμίαν οἰκονομίαν ἐπιφέρει τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην, χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, ὅπερ μᾶς ὑπόσχεται, καὶ οὗ ἄνευ προεῖπεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ παραλυσία καὶ ἡ ἀποσύνθεσις, ἔχει ἀνάγκην διὰ τὸ 1887 νὰ εἰσπράξῃ 97,000,000, οὐχὶ διὰ νὰ ἔχῃ περίσσευμα, ἀλλὰ διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα, ἅτινα διὰ τῶν πιστώσεων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ νὰ λάβῃ. Μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθημεν, ὡς προεῖπον, νὰ εἰσπράξωμεν πλέον τῶν 60,000,000, ἑπομένως μέχρι τῶν 97,000,000 ἐλλείπουσιν ἔτι 37,000,000. Ταῦτα, κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πρέπει νὰ πληρωθῶσι φέτος ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, κατὰ προσθήκην εἰς ὅσα μέχρι τοῦδε ἐπληρώνοντο. Τίνι δὲ τρόπῳ τὰ 37,000,000 ταῦτα θέλουσιν εἰσπραχθῆ; Ἀφ’ ἑνὸς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τῶν ὑπαρχόντων φορολογικῶν νόμων δύναται, ἀντὶ τῶν 60,000,000, ἅτινα μέχρι τοῦδε εἰσεπράττοντο, νὰ εἰσπράξῃ 76. Εἰς τοῦτο θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω, καθόσον θὰ ἦναι ἴσως δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, φθάνει μόνον νὰ καταβληθῇ μεγαλειτέρα ἐπιμέλεια εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, καὶ νὰ ἐκλείψῃ, ἢ νὰ μετριασθῇ τοὐλάχιστον, ἡ ἐπικρατοῦσα παραλυσία εἰς τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἀρκοῦσι τὰ 76,000,000, καὶ μᾶς ἀναγκαιοῦσιν 97, καταφεύγει πάλιν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας. Καὶ πρῶτον, προσθέτει 20% ἐφ’ ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῶν βοσκῶν, τῆς σταφίδος, τῶν σύκων, τῶν ζώων, τῶν δασικῶν προϊόντων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ὁ φόρος, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ηὔξησε πέρυσιν, ἀναβιβασθεὶς διά τινας οἰκοδομὰς ἀπὸ 5 μέχρις 8%· ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 7%, εἰς ὅσον τὸν εἶχε περιορίσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀναβιβάζεται εἰς 10%, οὕτω δὲ γίνεται προσθήκη εἰς τὸν φόρον τοῦτον κατὰ 43%. Εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων προστίθενται 20%· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, δημιουργεῖται ἰδιαιτέρα τάξις διὰ τὰς πόλεις, αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνώτερον τῶν 40,000. Καὶ εἰς τὴν τάξιν ταύτην θὰ ὑπαχθῇ μόνη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς δημιουργίας δὲ τῆς νέας ταύτης τάξεως, οἱ ἐπιτηδευματίαι τῆς πρωτευούσης θέλουσιν ἐπιβαρυνθῆ μὲ φόρον ἀνώτερον κατὰ 12% ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπλήροναν. Ἐκτὸς τούτου, οἱ οἰνοπῶλαι, οἱ πνευματοπῶλαι καὶ οἱ καπνοπῶλαι, οἵτινες κατετάσσοντο εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, προβιβάζονται εἰς τὴν ἀνωτάτην, οὕτω δὲ διὰ τοὺς ἐπιτηδευματίας τούτους ὁ φόρος τριπλασιάζεται ἢ τετραπλασιάζεται. Διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων καὶ τῆς προσθήκης τῶν 20%, ὑπολογίζει ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων αὔξησιν 1,400,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ 20%, ἀλλὰ καταργεῖ τὴν κλίμακα, καθ’ ἣν ὁ φόρος ὁρίζεται εἰς ἥμισυ λεπτὸν διὰ τὰ μικρὰ χωρία καὶ ἀναβαίνει μέχρι 2 λεπτῶν διὰ τὰς μεγάλας πόλεις, καὶ τὸν προσδιορίζει εἰς 2 λεπτὰ ἀνεξαιρέτως, δι’ ὅλας τὰς πόλεις, τὰς κωμοπόλεις καὶ τὰ χωρία. Μετὰ δὲ τοῦτο προστίθενται καὶ εἰς αὐτὸν τὰ 20%. Ἐπειδὴ δὲ αἱ προσθῆκαι αὗται δὲν ἐπαρκοῦσιν, ὅπως καλύψωσι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐλλείπει, ἔβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χεῖρα καὶ εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς οὗ τὴν συζήτησιν εὑρισκόμεθα, καὶ τὸ ὁποῖον εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλίπω προσωρινῶς καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος· διότι, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ νὰ βαδίσωσι τὰ πράγματα ἐν τάξει, νὰ προηγηθῇ δηλαδὴ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῆς συζητήσεως τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου αὐξάνονται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη διαφόρων ἐμπορευμάτων μέχρι διπλασιασμοῦ. Πάντα δὲ σχεδὸν ταῦτα δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀντικειμένων τῆς πολυτελείας, ἢ τοὐλάχιστον ἐκ τῶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων· ἀπ’ ἐναντίας εἰσὶν ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀντικείμενα, ἅτινα μεταχειρίζεται ὁ κατώτερος λαός. Τοιαῦτα δὲ, ὡς ἐν παραδείγματι, τὰ ζῶα, ὧν διπλασιάζεται ὁ πέρυσιν ἐπιβληθεὶς φόρος, ἐνῷ κατὰ τὸ δασμολόγιον, ὅπερ ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφίνοντο ἐντελῶς ἐλεύθερα. Ἐπίσης αὐξάνεται ὁ δασμὸς τῶν παστῶν, τοῦ βακαλάου καὶ τῶν σαρδελλῶν, ἅτινά εἰσιν ἡ τροφὴ τῶν ἐργατῶν, ἔτι δὲ τῶν ὀσπρίων καὶ τῆς ὀρύζης καὶ τῆς ξυλείας, ἧς ὁ φόρος, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑπάρχον δασμολόγιον συνίστατο εἰς 2½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἀναβιβάζεται εἰς 3½ λεπτά. Οὕτω, ἐάν τις ἐπλήρονε δι’ ὡρισμένον ποσὸν ξυλείας 25 λεπτὰ, θέλει πληρόνει ἤδη 35. Ἐὰν δὲ προσθέσητε καὶ τὸ 15%, τότε τὸ ποσὸν ἀναβιβάζεται εἰς 40, καὶ ἐπέρχεται αὔξησις 60 περίπου τοῖς ἑκατόν. Πλὴν τῶν αὐξήσεων τούτων, ὑποχρεοῦται τὸ ἐμπόριον νὰ πληρόνῃ εἰς χρυσὸν ἢ εἰς γραμμάτια μὲ ὑποτίμησιν 15%. Ἐκ τούτων βλέπετε, ὅτι ἡ μέθοδος, δι’ ἧς ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἣν ἀκολουθοῦντες μέχρι τοῦδε κατεστρέψαμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι κατὰ τὸ 1882 τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τοῦ Κράτους δὲν ἦσαν μὲν ἐντελῶς ὁμαλὰ, ἀλλ’ εὔκολον ἦτο ν’ ἀνορθωθῶσι· διότι καὶ τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ, ἄνευ προσθήκης νέων φόρων, καὶ περισσεύματα ἀπέμειναν ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ οἱ νέοι φόροι δὲν εἶχον ἐπιβληθῆ, καὶ μονοπώλια δὲν εἶχον συστηθῆ, καὶ τοσαῦτα ὑπέρογκα δάνεια δὲν εἶχον συνομολογηθῆ. Ἐν τούτοις διὰ τῆς μεθόδου, ἣν κατὰ τὰ ἀκόλουθα ἔτη ἠκολουθήσαμεν, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατήντησαν εἰς σημεῖον ἀδιόρθωτον. Καὶ αὐτὸς οὗτος, ὅστις κατὰ προηγούμενα ἔτη ἠδυνήθη νὰ συνομολογήσῃ κολοσσιαῖα δάνεια, μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι σήμερον δὲν δύναται οὔτε ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν δάνειον νὰ προμηθευθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι λογικὸν νὰ περιμένωμεν, ὅτι θέλουσι διορθωθῆ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα διὰ τῆς ἰδίας ἐκείνης μεθόδου, ἥτις τὰ κατέστρεψε καὶ τὰ ἤγαγεν εἰς τὸ δυσάρεστον αὐτὸ σημεῖον; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ παραστήσῃ ὡς σπουδαῖον τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ πείσῃ καὶ ἡμᾶς περὶ τῶν μεγάλων ἀποτελεσμάτων, ἅτινα προσδοκᾷ, βεβαιοῖ δύο τινά· πρῶτον, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα θέλουν εἰσπραχθῆ, καὶ δεύτερον, ὅτι τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαὸν, δὲν εἶναι ὑπέρτερα τῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Εἶχε δὲ ἀνάγκην νὰ βεβαιώσῃ ἀμφότερα ταῦτα, διότι, ἂν μὲν μὴ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ ὅσα προϋπολογίζει, δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει, ἐὰν δὲ πάλιν εἰσπραχθῶσι μὲν, ἀλλ’ ὦσιν ὑπέρτερα τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, θέλει ἐξαντληθῆ ὁ τόπος, καὶ ἡ εἴσπραξις δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, εἰμὴ κατὰ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἔτος, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράττωμεν τὰ ποσὰ ταῦτα ἐπὶ μακρὸν, ἀφοῦ δὲν θέλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ πόθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος νὰ εἰσπράξῃ τὰ 76,000,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, τὰ 97,000,000 δὲ μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε μόλις 60,000,000 εἰσεπράχθησαν; Ἐγένοντο τάχα σπουδαῖαι βελτιώσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ εἰσήχθησαν καταλληλότεροι νόμοι, ὅπως ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα θέλουσιν εἰσπραχθῆ; Ἢ μήπως νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ηὔξησε σήμερον ἡ εὐπορία καὶ ὁ πλοῦτος τοῦ τόπου, καὶ ὅτι εἶναι ἤδη δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ὅσα ἄλλοτε δὲν εἰσεπράχθησαν; Ἀγνοεῖ, φαίνεται, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι κατὰ πολὺ χείρων ἢ οἵα ἦτο πρὸ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν. Ἀφοῦ δὲ τότε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἰσπράξωμεν πλειότερα τῶν 60,000,000, πῶς θέλομεν εἰσπράξει σήμερον τὰ 76, τὰ 97,000,000: Ἐκ τῶν 97,000,000, εἰς ὅσα ὁ φετεινὸς Προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζει τὰ ἔσοδα, τὰ 76,000,000 προέρχονται ἐκ φόρων. Ἀλλὰ ποσὸν τοσούτων φόρων εἶναι λίαν ὑπέρογκον, καὶ ἂν εἰσπραχθῇ, ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ θὰ ἐξαντλήσῃ τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ θὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀνίκανον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Πρὸ ὀλίγων ἔτι ἐτῶν οἱ φόροι προϋπελογίζοντο, κατὰ μὲν τὸ 1879 εἰς 33,000,000 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὸ 1880 εἰς 35,000,000. Τότε ὅμως ἐπεκράτουν αἱ ἰδέαι τῆς ἀρχαίας λεγομένης σχολῆς, καὶ τὰ δόγματα αὐτῆς ἠκολούθει καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις μάλιστα ἐθεωρεῖτο καὶ πρωτόσχολος τῆς σχολῆς ἐκείνης, καθότι προέβαινεν εἰς τὰς οἰκονομίας πλειότερον τῶν ἄλλων, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἡ φορολογία ἀνέβαινεν εἰς 35,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ. Καὶ ὅμως, σήμερον, ἀντὶ τῶν 35,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, ἀπαιτεῖ 76,000,000 νέων δρ. Ἀληθῶς ἔκτοτε προσετέθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι καὶ προώδευσεν ὁ τόπος, ἀλλὰ ταῦτα δὲν δικαιολογοῦσι τὸν τετραπλασιασμὸν τοῦ φορολογικοῦ βάρους. Ἐν τούτοις, ὅπως μᾶς παρηγορήσουν διὰ τὸ ὑπέρογκον αὐτὸ βάρος, μᾶς λέγουν συχνὰ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται ἐλαφρότερον ἄλλων λαῶν· φέρουσι δὲ εἰς παράδειγμα τὴν Ἰταλίαν, τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν. Κατ’ ἐμέ, οὐδεὶς λαὸς καταβάλλει περισσοτέρους καὶ μεγαλειτέρους φόρους τοῦ ἑλληνικοῦ· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσητε πόσον πληρόνει ἕκαστον ἄτομον, οὐδὲ ποίαν ἀναλογίαν ἔχει ὁ φόρος πρὸς τὸ εἰσόδημα· διότι τὸ εἰσόδημα δύναται μὲν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀσφαλὴς βάσις εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβωθῇ. Ὑπάρχει ἄλλη μέθοδος, ἁπλουστέρα καὶ ἀσφαλεστέρα, δι’ ἧς δυνάμεθα προχείρως νὰ ἐννοήσωμεν, ἂν τῳόντι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς φορολογῆται περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ἄλλων λαῶν. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τὸν λαὸν τῆς Ἀγγλίας, ὃν παριστῶσιν ὡς ἕνα τῶν μᾶλλον φορολογουμένων λαῶν. Κατά τινα προϋπολογισμὸν τοῦ ἀγγλικοῦ Κράτους, τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀναβαίνουσιν εἰς 87,000,000 λίρας στερλίνας, ἀλλ’ ἐκ τούτων τὰ 72,000,000 μόνον προέρχονται ἐκ φόρων, τούτων δὲ 20,000,000 λιρῶν ἐπιβαρύνουσι τὰ πνευματώδη ποτά, 2,000,000 τοὺς πωλοῦντας αὐτὰ ἐπιτηδευματίας, διότι φόρος ἐπιτηδεύματος δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ, 9,000,000 ἐκ τοῦ καπνοῦ, καὶ 8,000,000 ἐκ τοῦ ζύθου, 11,000,000 ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, 1,600,000 ἐκ τῶν σιδηροδρόμων καὶ 11,000,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἔγγειος φόρος δὲν ἐπιβάλλεται ἐκεῖ, διότι, ἐκτὸς ἀσημάντων ποσῶν, ὁ ἔγγειος φόρος ἐξηγοράσθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν· κατὰ δὲ τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, εἶναι ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ πάντων τῶν ἀντικειμένων, ἐξαιρέσει τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τοῦ οἴνου καὶ ἄλλων τινῶν ἀντικειμένων, οὐχὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀπὸ δὲ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἀπηλλαγμένα πάντα τὰ κατώτερα τῶν 80 λιρῶν ἢ 2,000 φράγκων εἰσοδήματα· ἑπομένως ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης, ἢ ὁ βιομήχανος, ὁ ἔχων εἰσόδημα 2,000 δραχμῶν, οὐδένα πληρόνει ἄμεσον φόρον, δὲν πληρόνει δὲ καὶ οὐδένα ἔμμεσον δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα καταναλίσκει· διότι ὁ σῖτος, τὸ κρέας ἢ ξυλεία, τὰ ὄσπρια καὶ λοιπὰ, ἐὰν μὲν παράγωνται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἰς οὐδένα φόρον ὑποβάλλονται, ἐὰν δὲ εἰσάγωνται ἔξωθεν, εἶναι ἀπηλλαγμένα παντὸς τέλους, καὶ τὰ ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται, εἶναι ἀφορολόγητα, διότι ἡ πρώτη ὕλη, ἐξ ἧς κατασκευάζονται, δὲν φορολογεῖται, καὶ οἱ βιομήχανοι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ὁ ἔχων καθαρὸν εἰσόδημα 2,000 δραχμῶν, ἐὰν ἦναι π. χ. σταφιδοκτηματίας, πρέπει νὰ παραγάγῃ 30,000 λίτρας σταφίδος, διὰ τὰς ὁποίας πληρόνει ἔγγειον φόρον 450 δραχμὰς, μετὰ δὲ τὴν προσθήκην, ἣν εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, 540 δραχμάς. Παραλείπω δὲ τοὺς τοπικοὺς φόρους, οἵτινες ἐπιβαρύνουσι τὸ προϊόν αὐτό. Τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ὑπόλοιπον θὰ μεταχειρισθῇ ὁ παραγωγὸς εἰς θεραπείαν τῶν διαφόρων ἀναγκῶν του, θὰ ἀγοράσῃ ἄρτον, κρέας, ἐνδύματα, ἅτινα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, δι’ ὅλα δὲ ταῦτα θέλει πληρώσει φόρους, καὶ φόρους οὐχὶ πρὸς 10%, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ πρὸς 30 καὶ 50% βαρεῖς. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι ὁ κάτοικος τῆς Ἑλλάδος πληρόνει ὀλιγώτερα τοῦ Ἄγγλου; Ἐφαρμόσατε ἐν Ἑλλάδι τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας, μὴ ζητῆτε ἄλλον ἄμεσον φόρον, εἰμὴ μόνον τὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος πρὸς 2 ἢ 3 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀπαλλάσσοντες καὶ ἐκ τούτου τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, καταργήσατε τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, περιορισθῆτε εἰς μόνον τὸν φόρον τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ ζύθου, τοῦ οἴνου καὶ τοῦ χαρτοσήμου, καὶ τότε θέλομεν ἰδεῖ πόσα θὰ εἰσπράξητε. Ἐν ἄλλοις Κράτεσι δὲν ἀπαντᾷ τόσῳ μεγάλη διαφορά· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως οὐ μικρὰ διαφορά. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, καὶ ἀφοῦ διὰ τῶν προτεινομένων προσθηκῶν τὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θέλουσιν αὐξήσει ὑπερμέτρως, δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου ταύτης θέλομεν φθάσει εἰς ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα· ἀπ’ ἐναντίας, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν φόβους, καὶ φόβους μεγάλους, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὴν παραλυσίαν, εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν. Τούτων ἕνεκα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν μέθοδον, καὶ νὰ παραιτήσωμεν τὴν θεραπείαν, ἥτις πλησιάζει νὰ φέρῃ τὸν ἀσθενῆ εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου, ἐνῷ, ὅταν τὸν παρέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἦτο νοσῶν, ἀλλ’ εἶχε μίαν μικρὰν ἀδυναμίαν, ἥτις δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ διὰ μιᾶς πολλὰ καὶ μεγάλα. Πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν ὁριστικῶς πᾶσαν αὔξησιν τῆς φορολογίας· διότι οἱ ὑφιστάμενοι φόροι εἰσὶν ἀρκούντως μεγάλοι καὶ δυσβάστακτοι, καὶ ἐὰν μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τοσοῦτον δεινὰς περιστάσεις, δίκαιον καὶ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ τοὺς ἐλαττώσωμεν καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ προσπαθήσωμεν διὰ τῆς τελειοποιήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας, νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἐξ αὐτῶν ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ τραπῶμεν πρὸς τὰς οἰκονομίας. Ἀλλὰ πόσαι καὶ ὁποῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ γίνωσιν, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Δὲν ἔχω δυσκολίας νὰ ἐκθέσω διὰ γενικῶν γραμμῶν τὰς ἰδέας μου. Καὶ πρῶτον, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Προτείνοντες δὲ οἰκονομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐπαναλάβωμεν ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἅτινα ἔχουσιν αὐτολεξεὶ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν, δὲν εἶναι οἰκονομίαι «μαρτυροῦσαι τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως «τῆς ἐθνικῆς ἰδέας· εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, ὡς «θεμέλιον τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν τῇ ἐθνικῇ ἰδέᾳ. Πέριξ «ἡμῶν ἔχομεν τὰ παραδείγματα τῶν γειτονικῶν ἐπικρα«τειῶν, αἵτινες, κατανοήσασαι τὴν ἀλήθειαν ταύτην, εὑρέ«θησαν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης, πολεμικῶς μὲν παρασκευα«σμέναι, οἰκονομικῶς δὲ ἀνέτοιμοι, καὶ τὸ οἰκονομικῶς ἀνέ«τοιμον κατέστρεψε τὴν πολεμικὴν αὐτῶν παρασκευήν.» Δὲν ὑπηρετοῦσι, Κύριοι, τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, οὐδὲ παρασκευάζουσι τὸ Ἔθνος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ οἱ δι’ ἐξωγκωμένων καὶ ἀκαίρων στρατιωτικῶν δαπανῶν ἐξαντλοῦντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἀπ’ ἐναντίας ὑπονομεύουσι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ καταπροδίδουσι τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ σκεπτώμεθα σπουδαίως περὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ὀφείλομεν πρὸ πάντων ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν· διότι ἔθνη, ἅτινα δὲν ἔχουσι καλῶς συντεταγμένα τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν, εἰσὶν ἀνίκανα νὰ διαπράξωσιν ἔργα μεγάλα, προκαλοῦμεν δὲ τὰ μειδιάματα τῶν ἄλλων, ὁσάκις λέγωμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ, ἐν τοιαύτῃ οἰκτρᾷ καταστάσει εὑρισκόμενοι, νὰ ἐπιχειρήσωμεν σπουδαῖόν τι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων πρέπει νὰ περιορισθῇ πολύ. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶμεν πλέον τῶν 16,000,000. Ἀλλὰ πῶς θέλει κατορθωθῇ; δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ὀργανισμῶν, οὓς δὲν δύναταί τις νὰ συντάξῃ καὶ διατυπώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μὴ λησμονῆτε ὅμως, ὅτι ἡ διατήρησις μεγάλου στρατοῦ δὲν εἶναί τι ἀγαθὸν εἰς τὰ Κράτη· διότι ἀπαιτεῖ αἷμα καὶ χρῆμα, καὶ εἶναι βάρος μέγιστον ἐπὶ τὸν λαόν. Ἡ διατήρησις στρατοῦ εἶναι μέτρον ἀνάγκης, ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ ἔθνη διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη εἰσὶν ἀπηλλαγμένα τῆς ἀνάγκης, ὅπως διατηρῶσι στρατὸν διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, διότι ταύτην ἐξασφαλίζουσιν αἱ ἀντιζηλίαι τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθῶμεν ἐθνικὴν πολιτικήν, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ περιοριζώμεθα εἰς μόνον τὸν στρατὸν, τὸν ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προνοῶμεν καὶ περὶ ἄλλου στρατοῦ, ὃν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ ἠθέλομεν μεταχειρισθῆ. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος στρατὸς, ὁ τῆς ὑπηρεσίας στρατὸς λεγόμενος, δύναται, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἐλατωθῇ, ἐὰν μεταβληθῶσιν ἐπὶ τὸ βέλτιον αἱ δύο κυριώτεραι ὑπηρεσίαι, εἰς οὓς ὁ στρατὸς οὗτος ἀσχολεῖται, δηλαδὴ ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων. Ἐὰν τὰ δύο ταῦτα κανονισθῶσιν ἄλλως, — ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νομοσχεδίου, νὰ προτείνω τὴν γνώμην μου, — τότε δύναται μέγα μέρος τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας νὰ κατασταθῇ περιττόν. Ὡς πρὸς τὸν ἄλλον στρατὸν, ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν τὰ ἀπαιτούμενα στελέχη, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τῆς νεολαίας εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐνεργῆται αὕτη οἰκονομικώτερον. Διὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος ὅμως, εἰ καὶ δαπανῶμεν πολλὰ, ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀτελής· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι, ὅτε ἐλάβομεν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν τὴν ἐφεδρείαν, ἵνα δράσωμεν, ὅπως ἔλεγον τότε, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐφεδρεία δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ κινηθῇ, καὶ ἐδέησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς γυμνάσια. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν διὰ τὴν ἀτελεστάτην αὐτὴν ἐκπαίδευσιν νὰ δαπανῶνται τόσα ἑκατομμύρια. Ἡ ἐκπαίδευσις τῆς νεολαίας δύναται, ἐξαιρέσει τῶν τεχνικῶν ὅπλων, νὰ διαρκῇ ἐπὶ τρία καὶ πλείονα ἔτη, ἀλλὰ νὰ ἐνεργῆται κατὰ μέρος, ἐν ταῖς ἑστίαις τῶν κληρούχων, ἄνευ μεγάλης δαπάνης τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ καιροῦ δὲ εἰς καιρὸν νὰ συνέρχωνται εἰς μεγάλα γυμνάσια. Ἀλλὰ ταῦτα, ὡς εἶπον, εἰσὶν ἀντικείμενα τῶν ἰδιαιτέρων ὀργανισμῶν. Εἰς ἓν ἐπιμένω, τοῦτο, ὅτι πρέπει ἀφεύκτως νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας τῶν δύο Ὑπουργείων τούτων, διότι, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, εἰς τὰ δύο ταῦτα Ὑπουργεῖα ζητοῦνται 27,000,000 εἰς πιστώσεις.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ συμπεριλαμβάνω καὶ τὰς πιστώσεις.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν θὰ λάβωμεν ἡμεῖς 40,000,000 πιστώσεις, σεῖς θὰ λάβητε δέκα.
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτη λοιπὸν οἰκονομία πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα. Δεύτερον, πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, καὶ νὰ καταργηθῶσι πολλαὶ ἐκ τῶν θέσεων, αἵτινες ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθησαν, καὶ αἵτινες δὲν εἶναι πᾶσαι ἀπαραίτητοι. Ἐντεῦθεν θέλει ἐπέλθει οἰκονομία οὐχὶ εὐκαταφρόνητος. Ἐὰν δὲ καὶ ταῦτα μὴ ἀρκέσωσι νὰ φέρωσι τὸ ἰσοζύγιον, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ ἀναστείλωμεν ἐπί τινα ἔτη τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων, χωρὶς νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς τόκους. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μὴ ἐπιτρέπωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου, οὐδεὶς τῶν δικαιούχων θέλει μᾶς μεμφθῆ, οὐδὲ θέλει δυσανασχετήσει· διότι σήμερον οὐδεὶς ἐκ τῶν κατόχων δημοσίων χρεωγράφων γνωρίζει τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλει πληρωθῆ τὸ κεφάλαιόν του, ἀφοῦ ἡ ἐξόφλησίς του γίνεται διὰ κληρώσεως. Ἕν ἀπαιτοῦσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι, τοῦτο, νὰ πληρόνωνται τακτικὰ οἱ τόκοι· διότι τοῦτο διατηρεῖ τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων. Διὰ τῶν οἰκονομιῶν λοιπὸν, καὶ ἄνευ αὐξήσεως φόρων, πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ὀφείλομεν δὲ νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τοῦτο, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ ἐλπίζοντες ὅτι πάσας ταύτας τὰς δαπάνας θέλομεν δυνηθῆ νὰ καλύψωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, πολὺ πιθανὸν, ἵνα μὴ εἴπω βέβαιον, ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως τοῦ 1887 παρουσιασθήσεται πάλιν ἔλλειμμα ἀνώτερον ἴσως τῶν μέχρι τοῦδε παρουσιασθέντων. Τὸ κακὸν δὲ εἶναι, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωμεν διὰ δανείων, καθόσον ἡ πίστις ἡμῶν ἐξέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὅπερ σήμερον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ὀφείλω ὅμως νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ περὶ ἄλλου τινὸς ἀντικειμένου, ὅπερ εἶναι σπουδαῖον, ἐπίσης καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· ἐννοῶ, δὲ, Κύριοι, τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ δημόσιος ὑπηρεσία, καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους αὐτῆς ἐρευνωμένη. Δὲν εἶναι ζήτημα, καὶ παρὰ πάντων ὁμολογεῖται, ὅτι ἡ διοίκησις παραλύει ὁσημέραι καὶ προβαίνει εἰς τὰ χείρω. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτου νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν κατὰ τῶν νῦν Ὑπουργῶν, ταῦτα λέγων· διότι τὸ κακὸν χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Καὶ ἄλλοι μὲν λέγουσιν, ὅτι ἐπὶ τῇ κακῇ καταστάσει ταύτῃ εὐθύνονται οἱ Ὑπουργοὶ, διότι ἐνδίδουσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν βουλευτῶν· ἄλλοι, ὅτι πταίουσιν οἱ βουλευταὶ, οἵτινες πιέζουσι τοὺς Ὑπουργούς. Ἠκούσαμεν δὲ καὶ ἀξιότιμον συνάδελφον, λέγοντα, ὅτι δὲν πταίουσιν οὔτε οἱ Ὑπουργοί, οὔτε οἱ βουλευταί, ἀλλ’ ὅτι πταίει ἡ ἀνηθικότης τοῦ λαοῦ, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαόν. Οἱ λέγοντες ταῦτα νομίζουσιν ἴσως, ὅτι εἶναι ἀνήθικον νὰ ζητῇ τις δημόσιον ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ τοποθετηθῇ ὅπου ἂν εὐχαριστῆται, ἢ νὰ προβιβασθῇ, ἢ νὰ ζητῇ νὰ προστατεύσῃ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδόλως εὑρίσκω ἀνήθικα τὰ τοιαῦτα. Κατ’ ἐμὲ, τὸ κακὸν ἔγκειται ἀλλαχοῦ, καὶ, ἐὰν μὴ φροντίσωμεν νὰ τὸ ἐκριζώσωμεν, θὰ αἰτιώμεθα ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος ἀλλήλους· τὸ κακὸν πηγάζει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν εὕρηται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ πολίτευμα· διότι τὸ μὲν πολίτευμα κατέστη τοσοῦτον κοινοβουλευτικὸν, οἷον δὲν ἀπαντᾶται οὐδ’ εἰς αὐτὰ τὰ δημοκρατούμενα Κράτη, ἡ δὲ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ἐντελῶς συγκεντρωτική, χορηγοῦσα πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς τὰ ὄργανα αὐτῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ διορίζουσι πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τοὺς διορίζουσι κατὰ τὸ δοκοῦν. Ὑπάρχουσι μὲν νόμοι τινὲς περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι ἔχουσι τόσην ἐλαστικότητα, ὥστε ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τῶν Ὑπουργῶν ἐλάχιστον περιορίζεται. Οἱ Ὑπουργοὶ τοποθετοῦσι τοὺς ὑπαλλήλους, ὅπου ἂν θέλωσι· τοῦδε δ’ εἶναι μέγα δικαίωμα, καθόσον πᾶς ὑπάλληλος ἐπιθυμεῖ νὰ τοποθετῆται ὅπου ἔχει τὰ συμφέροντά του, καὶ ὅπου εὐχαριστεῖται περισσότερον. Οἱ Ὑπουργοὶ παύουσι κατὰ τὸ δοκοῦν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν νόμοι τινὲς, ἐξασφαλίζοντες τὴν τύχην τινῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ τούτους ματαιοῖ ἡ διοίκησις διὰ τῶν μεταθέσεων. Ἰδέτε τί γίνεται καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπειδὴ οἱ νόμοι ἐμποδίζουσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παύσῃ αὐτοὺς, τοὺς ἔχει εἰς ἀένναον κίνησιν, καὶ καθ’ ἑκάστην ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» εἶναι πλήρης τοιούτων μεταθέσεων, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ Κράτους. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς τελωνοφύλακας, οἵτινες ἄνευ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας καὶ λόγῳ καταδιώξεως ἐκσφενδονίζονται πολλάκις ἀπὸ τῶν Κυθήρων εἰς τὸ Τσάγεζι, καὶ ἀπὸ τούτου εἰς τὸ Κατάκωλον. Τὸ κακὸν δὲ προβαίνει δεινούμενον, καὶ ἐν τούτῳ τὸ πρᾶγμα προσλαμβάνει χαρακτῆρα σπουδαῖον, ἀφοῦ καὶ μέχρι τῶν δικαστῶν ἐξετάθη, οἵτινες καὶ αὐτοί, ἕνεκα τῆς τοποθετήσεως καὶ τῶν μεταθέσεων, κινδυνεύουσι ν’ ἀποβάλωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Ἕνεκα τῆς ἐξουσίας ταύτης τῶν Ὑπουργῶν, ἡ ὑπηρεσία διατελεῖ ἐν παραλυσίᾳ, διότι ἡ χρῆσις αὐτῆς κανονίζεται συνήθως ἐκ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος. Ὁ Ὑπουργός, ἵνα μένῃ Ὑπουργὸς, πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής· διότι ὁ μὴ ὢν βουλευτὴς δυσκόλως δέχεται νὰ γίνῃ Ὑπουργός. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἔχει ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ τοὺς ἐκλογεῖς του διὰ νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, καὶ τοὺς βουλευτάς, ἵνα διατηρηθῇ εἰς τὴν θέσιν του. Οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ περιποιῶνται τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς κομματάρχας τῶν ἐπαρχιῶν των, καὶ οὗτοι πάλιν τοὺς πελάτας αὐτῶν, διὰ νὰ διατηρῶσι τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῶν. Ἐντεῦθεν σχηματίζεται ἅλυσις ἐπιδράσεως, καὶ πολλάκις εὑρίσκεται ὁ βουλευτὴς καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνδώσωσιν εἰς ἀπαιτήσεις. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῶν πᾶσαν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἐξουσίαν, νὰ ρυθμίσωμεν δὲ τὴν νομοθεσίαν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσιν ὅσον ἔνεστιν αἱ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ μὴ ἦναι οὗτοι ὑπόχρεοι νὰ προστρέχωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὰς Ἀρχάς. Ἐὰν μείνωσι τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι, θὰ εὑρισκόμεθα πάντοτε ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει· ἡ συναλλαγὴ οὐ μόνον δὲν θὰ παύσῃ, ἀλλὰ καὶ θὰ αὐξήσῃ. Ἠκούσατε τί συνέβη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ Μεσολογγίου· ἐπειδὴ ὁ κ. Τρικούπης ἠθέλησε νὰ περιστείλῃ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ ἅλατος, ἐμειονοψήφισε, καὶ ἐὰν ἔλειπεν ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὸν κ. Τρικούπην ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅπερ δὲν θὰ ἦτο εὐχάριστον, οὔτε δι’ αὐτὸν, οὔτε δι’ ἡμᾶς, οὔτε διὰ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Ἀνάγκη λοιπὸν, ὅπως ἡ νομοθεσία ἡμῶν παύσῃ οὖσα συγκεντρωτικὴ, τεθῇ δὲ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ πολίτευμα. Τοιαῦται, Κύριοι, εἰσὶν αἱ ἰδέαι, ὧν ἐμφορούμεθα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι βουλευταὶ, πρὸς οὓς συνεννοοῦμαι. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν ἐμπνέονται καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσι διαφωνίαι ἐν ταῖς λεπτομερείαις, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ διαίρεσιν, ὡς ἐνασμενίζουσί τινες νὰ πιστεύωσιν, ἀλλ’ ἀποδεικνύει ἀνεξαρτησίαν φρονήματος, ἧς ἄνευ δὲν δύνανται νὰ διεξάγωνται αἱ ἐμβριθεῖς καὶ σπουδαῖαι συζητήσεις, αἱ τόσον ἀναγκαῖαι καὶ ἀπαραίτητοι, ὅπως εὑρίσκηται ἡ ἀλήθεια καὶ προκύπτῃ ἑκάστοτε ἡ ὀρθοτέρα ἰδέα. Ἀτυχεῖς καὶ δύσμοιροι αἱ χῶραι, ἔνθα οἱ ἀποτελοῦντες, εἴτε τὴν Συμπολίτευσιν, εἴτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὑποτάσσονται δουλικῶς εἰς μίαν μόνην θέλησιν καὶ δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ συζητῶσιν ἐλευθέρως τὰς ἰδέας αὑτῶν. Τάσις δὲ τοιαύτη παρετηρήθη κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς τὴν τάσιν ταύτην ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος ἡ κακὴ κατάστασις, εἰς ἣν περιήλθομεν. Ἕνεκα ταύτης εἴδομεν Ὑπουργὸν εἰσάγοντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ἅτινα δὲν εἶχε μελετήσει, καὶ βουλευτὰς, καταψηφίζοντας τὰς ἰδίας των προτάσεις. Τὴν τάσιν ταύτην ἀπεφασίσαμεν νὰ καταπολεμήσωμεν πάσῃ τῇ δυνάμει ἡμῶν. Οὕτω δὲ πράττοντες, ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι προσφέρομεν μεγίστην ὑπηρεσίαν εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος. — Καταπαύων τὸν λόγον, συνιστῶ πρὸς ὑμᾶς νὰ μελετήσητε σπουδαίως τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, καὶ δώσητε ἐν συνειδήσει τὴν ψῆφον Ὑμῶν.
§16ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀνέλθω τὸ ὑψηλὸν τοῦτο βῆμα· δὲν ἐσκόπευον, λέγω, νὰ ἀναβῶ τὸ Πανελλήνιον τοῦτο βάθρον, παρὰ νὰ μαθητεύσω, οὕτως εἰπεῖν, ὡς ἔθος ἐστὶ τοῖς πρωτοπείροις, διότι τυγχάνω νεο–Ἕλλην, καθὼς ἐχαρακτήρισαν ἡμᾶς οἱ πρὸ πεντηκονταετίας ἀναπνεύσαντες τὴν τῆς ἐλευθερίας αὔραν· εἰμὶ δὲ καὶ πρωτόπειρος, ἅτε πρώτην ἤδη φορὰν κριθεὶς ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου ἱκανὸς, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὴν Πανελλήνιον ταύτην αἴθουσαν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὁ σεβαστὸς αὐτὸς γέρων, δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἀφῆκε νὰ τοῦ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του λέξις τις, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι βλασφημία καθ’ ἑνὸς τμήματος τῆς Ἑλλάδος, βλασφημία ἀσύγγνωστος, ἐπιῤῥιφθεῖσα κατὰ τῆς Θεσσαλίας, τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἐξεστομίσθη ἡ βλασφημία αὕτη κατὰ τῆς Θεσσαλίας, καὶ, καθὼς παρετήρησα, ἡ ἰδέα αὕτη, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἐφάνησαν ἀγνώμονες κατὰ τοῦ ἐλευθερωτοῦ των, κατωρθώθη ἐπιτηδείως καὶ τεχνηέντως νὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ βλέπω αὐτὴν τὴν κακεντρεχῆ ἰδέαν ἐπαναλαμβανομένην, καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι τὸ ἐγκολαπτόμενον εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς στίγμα ἐτεχνουργήθη δολίως, διὰ τοῦτο παραβαίνω σήμερον τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον προδιαγράψει, ἵνα δηλονότι μαθητεύσω, ὡς εἰσελθὼν πρώτην ἤδη φορὰν εἰς τὸ Πανελλήνιον τοῦτο Κοινοβούλιον. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐάν τις τῶν πολιτευτῶν, μὴ ἀκολουθῶν ἡγέτην τινὰ, παρ’ οὗ τυχὸν εὐηργετήθη, θεωρῆται προδότης αὐτοῦ· ἀγνοῶ δὲ ποῦ στηρίζεται ἡ θεωρία αὕτη. Ναὶ, ὁμολογῶ, ὅτι οἱ πρώτην φορὰν ἐκλεχθέντες ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας δὲν ἠκολούθησαν τὸν ἀοίδιμον ἐκεῖνον ἄνδρα, τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον. Ἀλλὰ δὲν τὸν κατεπρόδωκαν, δὲν ἠγνωμόνησαν, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ ἐξηγήσωσι τὴν τότε ψῆφον, καὶ τὴν πολιτικὴν πορείαν αὐτῶν. Οἱ Θεσσαλοὶ, Κύριοι, ἰδόντες τὴν πρώτην γραμμὴν, τὴν ἀποφασισθεῖσαν ὑπὸ τῆς παμψηφίας τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὅτι κατόπιν ἐκολοβώθη, καὶ ὅτι ἔμειναν ἔξω τὰ Ἰωάννινα, ὁ ὀφθαλμὸς ἐκεῖνος ἄλλου σπουδαίου ἑλληνικοῦ τμήματος, τῆς Ἠπείρου, δυσηρεστήθησαν, καὶ ἠγανάκτησαν κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι, θεωρήσαντες, δυνάμει τῆς πρώτης γραμμῆς, τοὺς ὁμοφύλους καὶ ὁμοιοπαθεῖς αὑτῶν ἐλευθέρους, κατόπιν εἶδον αὐτοὺς ὑπαγομένας καὶ πάλιν εἰς τὰ δεσμὰ τοῦ τυράννου. Τὸ συμβὰν τοῦτο τοὺς ὤθησεν ἐν μέρει, ὥστε νὰ φερθῶσιν, ὅπως ἐφέρθησαν, πρὸς τοὺς τότε κυβερνῶντας. Ἐὰν, Κύριοι, θελήσητε σήμερον νὰ δώσητε κῦρος εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἐφάνησαν ἀγνώμονες εἰς τὸν εὐεργέτην των, σεῖς οἱ ἴδιοι καθ’ ὑμῶν αὐτῶν πρέπει νὰ ρίψητε τὴν βλασφημίαν ταύτην, διότι καὶ σεῖς ὠφελήθητε. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν κυβερνῶντος τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου, συγκυβερνῶντος, νομίζω, καὶ τοῦ κυρίου προλαλήσαντος, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, ὅτι ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς σύσσωμος ἐξηγέρθη διὰ τὰς ἀνακαλυφθείσας καταχρήσεις ἀνωτέρων τινῶν ὑπαλλήλων, ἐν οἷς ἐτύγχανε καὶ ὁ δύσμοιρος Θρασύβουλος Βελέντζας, γενόμενος θῦμα τινῶν κυβερνώντων· ὁ δὲ λαὸς, συνταραχθεὶς ἐπὶ ταύταις, αἵτινες καὶ διὰ τῶν ἀνακρίσεων ἐπιστοποιήθησαν, ἠγανάκτησε, καὶ ἐσχηματίσθη τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο τῆς κοινῆς γνώμης κατὰ τῶν τότε κυβερνώντων τὰς τύχας τοῦ Κράτους. Δὲν δύνασθε δὲ νὰ μὴ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐσχηματίσθη τὸ τοιοῦτον ρεῦμα ὑπὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων. Τοιούτου λοιπὸν ρεύματος σχηματισθέντος ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἠδύναντο οἱ νέοι Ἕλληνες, διατελοῦντες, ὡς προεῖπον, καὶ ἐν ἀγανακτήσει, νὰ μὴ παρασυρθῶσιν, ὡς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν; Εἰσῆλθον, Κύριοι, ὡς παρθένοι, ἄνευ πολιτικῶν παθῶν, διότι πρὸ ὀλίγων μόλις μηνῶν εἶχον ἀποτινάξει τὸν ἀρίμοχθον ζυγὸν τοῦ τυράννου. Ἠδύναντο, λέγω, νὰ μὴ ἀκολουθήσωσι τὸ δίκαιον ἐκεῖνο ρεῦμα τῆς κοινῆς γνώμης καὶ οἱ νέοι οὗτοι Ἕλληνες, ὅτε πλέον ἐπείσθησαν, ὅτι φοβεραὶ καταχρήσεις ἔλαβον χώραν εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον τοῦ Κράτους; Δὲν πιστεύω νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἦτο δυνατὸν οἱ νεοέλληνες αὐτοὶ νὰ μὴ πράξωσι τοῦτο. Ἰδοὺ διὰ τί οἱ πρῶτοι ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας δὲν ἠκολούθησαν τὴν πολιτικὴν πορείαν τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, ἀλλ’ ἠσπάσθησαν τὴν τοῦ καὶ νῦν κυβερνῶντος, ἐμμένοντες καὶ μέχρι τοῦδε παρ’ αὐτῷ. Ἴσως εἴποι τις, ὅτι ὤφειλον οὗτοι νὰ μείνωσιν ἐφεκτικὴν θέσιν ἔχοντες, καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωσι τὸ γενικὸν ἐκεῖνο δίκαιον ρεῦμα κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως· ἴσως ἦτο ὀρθὸν τὸ τοιοῦτον. Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων, Κύριοι, καταφαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀποκαλῶνται ἀγνώμονες οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, διότι δὲν ἠκολούθησαν τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός, ἀλλὰ τὴν πορείαν τοῦ καὶ νῦν κυβερνῶντος. Ἀπέναντι δὲ τῶν λοιπῶν, ἅτινα εἶπεν ὁ κύριος προλαλήσας, κρίνων ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον, ἐπαφίημι τὴν ἀνασκευὴν εἰς τοὺς ἁρμοδιοτέρους ἐκ τῆς μερίδος ταύτης, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ἐγώ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐδῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὑπάρχουσι τροπολογίαι. Παρακαλῶ νὰ τὰς διατυπώσητε.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ ζητεῖ, νὰ διατυπώσω τὴν τροπολογίαν, περὶ τῆς ὁποίας χθὲς ἔκαμα λόγον. Ἡ τροπολογία εἶναι διατετυπωμένη. Εἶπον χθές, ὅτι θέλω προτείνει, ὅπως περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ συνοδεύοντι τὸ δασμολόγιον, διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «τὰ πρὸς χρῆσιν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας εἰσαγόμενα εἴδη, ὡς καὶ οἱ ὑπὸ τῶν δήμων εἰσαγόμενοι σωλῆνες πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείων, ἀπαλλάσσονται τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους.» Αὕτη εἶναι ἡ τροπολογία. Ἔχω δὲ καὶ ἑτέραν τροπολογίαν, εἰς τὸ 28ον ἄρθρον, ὅπως ἐπικυρωθῇ ἡ γενομένη εἴσπραξις ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καίτοι ταῦτα δὲν εἶχον ψηφισθῆ. Πρὸς τοῦτο προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν (ἀναγινώσκει). «Ἡ εἴσπραξις τῶν «ἀναγραφομένων ἐν τῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ παρόντος «νόμου, δασμολογίῳ εἰσαγωγικῶν τελῶν καὶ τῶν ὁριζομέ«νων διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ νόμου, γινομένη συμφώ«νως πρὸς τὸ προηγούμενον ἄρθρον 24, καθὼς καὶ ἡ ἐφαρ«μογὴ τῶν δασμολογικῶν διατάξεων, τῶν ἐνταῦθα ὑπο«γραφεισῶν τῇ εἰκοστῇ πέμπτη καὶ εἰκοστῇ ἐννάτη τοῦ «μηνὸς Ὀκτωβρίου π. ε. ἐμπορικῶν συμβάσεων μετὰ τῆς «Γαλλίας καὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ἄρχεται εὐθὺς ἀπὸ «τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἐγκρινο«μένης τῆς γενομένης εἰσπράξεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰς τὴν «προηγουμένην Βουλὴν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ὑποβληθέν«των δασμολογίων, τῶν περὶ τούτων σχεδίων νόμων καὶ «τῶν ἀνωτέρω συμβάσεων.» Περὶ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος χθές, ὡμίλησα. Ὑπολείπεται ὅμως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τῆς πρώτης — διότι ἔχει καὶ δευτέραν — βλέπω, ὅτι προτείνεται ἡ κατάργησις παντὸς δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἐνῷ ὁ κ. βουλευτὴς ἀφ’ ἑνὸς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ἀφ’ ἑτέρου διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὸν δασμὸν ἐπὶ τοῦ σίτου.
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ, ἀφεύκτως καταστρέφονται σχεδὸν πάντες οἱ ἀτμόμυλοι· εἶναι δὲ καὶ ἐντελῶς ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐπὶ τῆς φορολογίας, τὸ εἶδος, μεταπεποιημένον εἰς ἄλευρον, νὰ εἰσάγηται ἀφορολόγητον, ἡ δὲ πρώτη ὕλη, ὁ σῖτος, νὰ φορολογῆται. Ἐγένοντο προτάσεις καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ τέλος τὸ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων αὐξήσῃ. Δὲν παρεδέχθημεν τοῦτο· ἀλλὰ πρότασις, καταργοῦσα τὸν δασμὸν ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου, διατηρουμένου τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, εἶναι πρωθύστερος, καὶ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς θέλει ἐπιμείνει. Κατὰ τὸ δασμολόγιον, ἐπιβάλλεται διπλάσιος δασμὸς εἰς τὸ ἄλευρον, τοῦ εἰς τὸν σῖτον ἐπιβαλλομένου. Εἰς ἄλλα Κράτη ἐπιβάλλεται κατὰ τὸ ἥμισυ, ἢ κατὰ τὸ τρίτον, ἀνώτερος δασμός. Ἡμεῖς προσθέτομεν ἑκατὸν τοῖς ἑκατόν· εἴχομεν δὲ πολὺ ἀνωτέραν διαφορὰν προηγουμένως, ἀλλὰ τὸ δασμολόγιον τοῦ 1884 ἠλάττωσε τὴν διαφορὰν ταύτην. Ἐθεώρησεν ὁ συντάξας τὸ δασμολόγιον τοῦ 1884, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ πρόνοια ὑπὲρ τῶν ἀτμομύλων, ὅτι δὲν χρήζουσιν οὗτοι τοιαύτης προστασίας· κατὰ τὴν γνώμην μάλιστα ἡμῶν, ἦτο ὀρθότερον νὰ ὑπῆρχε καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ αὐτὴ ἀναλογία, ἡ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἀποδεδεγμένη καὶ ἥτις δὲν ὑπερβαίνει τὸ 50%· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ βαρέος δασμοῦ, συνεστήθησαν ἀτμόμυλοι, οἵτινες δὲν ἤθελον συστηθῆ, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διαφορὰ αὕτη, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως παρεκινήσαμεν τοὺς ἐπιχειρηματίας, ἵνα ἱδρύσωσι καταστήματα, δαπανῶντες μεγάλα ποσὰ, νὰ ἔλθωμεν, διὰ τροποποιήσεως ἀποτόμου τοῦ δασμολογίου, νὰ καταστήσωμεν ἄχρηστα τὰ καταστήματα αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἠλαττώσαμεν μὲν τὸν δασμὸν, τὸν ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ἀλλ’ ἐσταματήσαμεν εἰς τὸ διπλάσιον τοῦ δασμοῦ, ὃν ἐπιβάλλομεν εἰς τὰ σιτηρά. Καίτοι παρὰ πολλῶν ἐζητήθη, ὅπως καὶ πάλιν ἐπανέλθωμεν εἰς βαρύτερον δασμὸν ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, ἀφοῦ ἤδη γίνονται καὶ ἄλλαι αὐξήσεις ἐν τῷ δασμολογίῳ, ἡμεῖς ἐπεμείναμεν εἰς τὰ ἅπαξ ἀποφασισθέντα, διότι θεωροῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπουσα ἡ περαιτέρω φορολογία τοῦ ἀλεύρου. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτας εἴχομεν εἰσηγήσεις καὶ ἔξωθεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἴφνης βλέπομεν παρουσιαζομένην πρότασιν, ὅπως, διατηρουμένου τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου, καταργηθῇ ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου. Τοῦτο νομίζω, ὅτι θέλει θεωρήσει ἡ Βουλὴ, ὡς ὅλως ἀπαράδεκτον. Ἡ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκοδομικὴν ξυλείαν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ κατατίθεται καὶ ἑτέρα τροπολογία, σχέσιν ἔχουσα πρὸς αὐτήν. Ἀφορᾷ εἰς τεμάχια σανίδων πρὸς κατασκευὴν κιβωτίων.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς μὲν τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, παρατηρῶ, ὅτι, ἐν νομοσχεδίῳ, προτεινομένῳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφορῶντι εἰς γενικὰς αὐξήσεις τῶν δασμῶν, αἱ ἀναλογίαι ἐθεωρήθησαν ὡς ἀπαιτοῦσαι, ἵνα κατόπιν ἄλλων αὐξήσεων αὐξηθῇ καὶ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας. Βεβαίως ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι κατά τι βαρὺς, ἀλλὰ βαρεῖα εἶναι καὶ ὅλη ἡ ἄλλη φορολογία. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ ἐξετασθῇ αὐτοτελῶς ὁ δασμὸς τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δασμοὺς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐν τῷ δασμολογίῳ, καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένας. Οὕτω δὲ ἐξεταζόμενος ὁ δασμὸς, εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ἀναλογιῶν. Ἀλλ’ οἱ κκ. βουλευταὶ, τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου τὴν τροπολογίαν, ἀφορῶσιν εἰς ἄλλο τι, δὲν ἀφορῶσιν εἰς τροποποίησιν τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγεγραμμένης, ἀλλ’ ἀφορῶσιν εἰς τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου, οὗτινος οὐδεμίαν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο προτείνει ἡ Κυβέρνησις τροπολογίαν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ νομοσχεδίου, περιέχοντος δασμὸν ηὐξημένον ἐπί τινων εἰδῶν, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς σχετικὴν τροπολογίαν, μὴ ἀφορῶσαν εἰς τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἀφορῶσαν εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ δασμολογίου, μὴ τροποποιούμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία τῶν κκ. βουλευτῶν δύναται νὰ διατυπωθῇ ἐν ἰδιαιτέρῳ νομοσχεδίῳ, σκοποῦντι εἰς ἄλλας τροπολογίας τοῦ δασμολογίου· ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἄλλας προτάσεις, εἰμὴ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ δασμολογίου, τῶν ὁποίων διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτείνεται τροπολόγησις.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως, Κύριοι, καὶ ἐπὶ πολὺν ὥραν ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας βουλευτήν, ἀναλύσαντα τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀνῆλθε καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, ἐξήτασε δὲ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἅμα τῇ ἀνόδῳ αὐτῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τοῦ 1882 ἔτους. Διεξῆλθε λεπτομερείας, αἵτινες βεβαίως πολλὴν αἴσθησιν ἐνεποίησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προσεπάθησε νὰ καταδείξῃ, καὶ κατέδειξε μάλιστα, τοὐλάχιστον δι’ ἡμᾶς, ὅτι αἱ ἀποτυχίαι, ἃς συνειθίσαμεν νὰ βλέπωμεν συνοδευούσας τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σύστημα, βεβαίως θέλουσιν ἐπαναληφθῆ καὶ κατὰ τὸ παρόν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, θέλων, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἔθνους, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ καταδικάσῃ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπέδειξεν ἄλλας βάσεις ἄλλου οἰκονομικοῦ συστήματος, πρὸς ἃς σχεδὸν πάντες κατὰ τὰ πλεῖστα εἴμεθα σύμφωνοι. Ἕκαστος ἀνέμενε καὶ ἐπίστευεν, ὅτι μετὰ τοιαύτην μακρὰν, σοβαρὰν καὶ ἐμβριθῆ ἀγόρευσιν, ἀναλύσασαν πολλὰ πράγματα, δεόμενα ἀναλύσεως, ἠθέλομεν παραστῆ ἀκροαταὶ συζητήσεως, ἥτις ἦτο ἀναγκαία, οὐχὶ μόνον δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Αἴφνης εἴδομεν, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ἀξιότιμος συνάδελφος, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς παρέκβασίν τινα τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος. Ἂν βεβαίως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἐν τῇ παρεκβάσει ταύτῃ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφου ἀντιπροσωπεύονται τὰ φρονήματα αὐτῆς καὶ αἱ πεποιθήσεις, ἡμεῖς ἀληθῶς τότε δὲν θέλομεν ἐπιμείνει ἐρωτῶντες τοὺς κυρίους, διατὶ δὲν κατέρχονται εἰς τὴν προκληθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Σωτηροπούλου συζήτησιν. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ἀντεπροσωπεύθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θεσσαλίας βουλευτοῦ, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε, — καὶ ἐπαινῶ αὐτὸν διὰ τοῦτο δημοσίᾳ — εἰμὴ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὑπαινιγμοὺς, οὓς ἐνόμισε διὰ τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Θεσσαλίας βουλευτὰς οὐχὶ ὠφελίμους. Πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει ὑποψία, ὅτι ἀπεφασίσθη, αἱ κοινοβουλευτικαὶ συζητήσεις, οὐχὶ πλέον νὰ περισταλῶσιν, ἀλλὰ νὰ καταργηθῶσι, καὶ ἡ ὑποψία αὕτη, Κύριοι, δυστυχῶς γίνεται πρᾶγμα, παρίσταται τοσοῦτον φανερὰ, τοσοῦτον εὔγλωττος, ἵνα μὴ εἴπω, ὅτι ἡ πρόθεσις αὕτη παρίσταται τοσοῦτον προπετὴς, ὥστε νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλομεν συζητήσει μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν παστῶν, ἢ τῶν ὀσπρίων τοῦ δασμολογίου αὐτοῦ, καὶ κατέρχεται εἰς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ ἀναβαίνει τὸ βῆμα, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθῃ εἰς συναλλαγὴν μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ὀπαδῶν αὐτοῦ περὶ τῶν ὀσπρίων, ἢ τῶν παστῶν τοῦ δασμολογίου. Ἀλλ’ ἡμεῖς Κύριοι, ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν λόγον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔπεμψαν ἡμᾶς ἐνταῦθα. Ὀλίγον ἐνδιαφέρουσιν ἡμᾶς αἱ λεπτομέρειαι τοῦ δασμολογίου· ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἐπὶ τίνι σκοπῷ καὶ ἐπὶ τίνι τέλει ἀποφεύγουσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, εἰς ὅ ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς προεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν; Πότε ἄραγε θέλει γίνει ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, τόσον τῶν παρόντων, ὅσον καὶ τῶν παρελθόντων, συζήτησις; Ὅταν τάχα ψηφισθῶσι πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι; Ἀλλὰ τότε ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἔχῃ ἀκαδημιακὸν χαρακτῆρα, βεβαίως ὅμως ἀπόλλυσι τὸν κοινοβουλευτικόν. Καὶ νομίζω, ὅτι πρώτην ταύτην φορὰν παριστάμεθα θεαταὶ καὶ ἀκροαταὶ τοιούτου εὐτελοῦς θεάματος, εὐτελοῦς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἂς μὴ νομίζῃ, ὅτι δύνανται παρ’ οἱουδήποτε νὰ περιφρονηθῶσιν οἱ λόγοι καὶ αἱ ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ. Δύναταί τις νὰ διαφωνῇ πρὸς ὅσα εἶπεν οὗτος ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἢ περὶ ἄλλων τινῶν ζητημάτων, ἅτινα ἠθέλησε νὰ θίξῃ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς δὲν ἔθεσε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς καὶ δὲν ἐκαυτηρίασε πράγματα, ἄξια τῷ ὄντι καυτηριάσεως, καὶ δὲν κατέδειξεν, ὅτι πλάνη εἶναι τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπάτη τὸ μέλλον αὐτῆς. Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς ταῦτα ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. βουλευτὴς, ἀλλὰ προχωρῶν, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τοὐλάχιστον ἐκφράζων ἴσως κατὰ τὰ πλεῖστα τὴν γνώμην συμπάσης τῆς μερίδος ταύτης, (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ καὶ νέον πρόγραμμα, ἀντίθετον πρὸς τὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅπερ δύναται μὲν νὰ ἦναι σεβαστὸν, ὡς ἐκ καλῆς προαιρέσεως,—καὶ περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλω—ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι πρόγραμμα πεπλανημένον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐχὶ μόνον ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ λαὸς δικαίωμα ἔχει νὰ ζητήσῃ συζήτησιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἴσως θέλουσιν ἀπαντήσει εἰς ἡμᾶς: κατέλθετε εἰς συζήτησιν, καὶ κατόπιν θέλομεν ἀπαντήσει. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀκούσωμεν ἀναίρεσιν τῶν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσηνίας λεχθέντων· ἐφόσον τοιαύτη ἀναίρεσις δὲν γίνεται, ἡμεῖς τοὐλάχιστον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες. Καὶ εἶναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ τοιαύτη, ὥστε νὰ προκαλέσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τὴν συζήτησιν. Ἄλλως, Κύριοι, ἂς μὴ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι ὄπισθεν ὅλης ταύτης τῆς ἱστορίας κρύπτεται ἄλλο σχέδιον μεμελετημένον, καὶ θέλομεν εὕρει βεβαίως ἀφορμὴν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ σύρωμεν τὴν αὐλαίαν καὶ νὰ καταδείξωμεν, τί εἰς τὸ βάθος τῆς σκηνῆς τεκταίνεται· διότι τὸ γεγονὸς, ὅπερ σήμερον ἐνταῦθα βλέπομεν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ τὸν μᾶλλον δύσπιστον ὀφείλει νὰ πείσῃ, ὅτι περὶ ἄλλων φροντίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τοῦ μᾶλλον τυφλοῦ δύναται νὰ θαμβώσῃ τοὺς ὀφθαλμούς.
§24ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένη ἡ τακτικὴ, ἣν σήμερον ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις. Προκειμένου περὶ ζητήματος δασμολογικοῦ κατωτέρας τῷ ὄντι σημασίας, ἠγέρθη ζήτημα γενικώτερον, καὶ ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο οὐχὶ τυχαίως, οὐχὶ ἀσκόπως, οὐδὲ κατ’ αὐθαίρετον ἐκλογὴν, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, τὴν ὁποίαν κανονίζει ἡ Κυβέρνησις, προηγήθησαν καὶ κατετάχθησαν πάντα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ τελευταία ἐσημειώθη ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὅταν ἐπιστῇ ὅμως ἡ στιγμὴ πρὸς τοῦτο, ἡ συζήτησις ἔσται ἄνευ σημασίας, ἄνευ σκοποῦ, διότι ἡ οὐσία οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ὑπόστασις αὐτοῦ, ἥτις συγκεντροῦται εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, θὰ ἔχῃ ἤδη ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τότε συζήτησις ἔσται συζήτησις ματαία. Δι’ αὐτὸ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. βουλευτὴς, δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας, ἣν παρουσιάζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνονται δασμολογικαί τινες τροποποιήσεις, νὰ θίξῃ τὴν ὅλην πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Δι’ ἐμβριθοῦς τῷ ὄντι ἀγορεύσεως, δι’ ἧς μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ δύω ὁλοκλήρους ὥρας, ἐξήτασεν ἐν εὐπρεπείᾳ, ἐν ᾗ πάντοτε διακρίνεται ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ἐν μετριότητι, ἥτις οὐδέποτε τὸν ἐγκαταλείπει, τὸ ὅλον μας οἰκονομικὸν σύστημα, ἄνευ κομματικῆς προκαταλήψεως, ἠρεύνησε τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τοῦ μέλλοντος, λαμβάνων τὰ δεδομένα ἐκ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ παρελθόντος, ἐξήτασε τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ἐκ τῶν λόγων, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ὄχι ἐκ τῶν Προϋπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουσιν αἰωνίως περίσσευμα, ἀλλ’ ἐκ τῶν Ἀπολογισμῶν, οἵτινες δυστυχῶς ἀφίνουσι πάντοτε ἔλλειμμα κολοσσιαῖον. Ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς παρετήρησεν, ὅτι ἡ αὐτὴ τακτικὴ καὶ τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα κρατεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ μετ’ ὀλίγον ψηφισθησομένῳ, ὅτι τουτέστι διὰ τῶν αὐτῶν ἀστόχων μέσων ἐπιδιώκεται ἡ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὑποσχεθεῖσα γῆ τῆς ἐπαγγελίας, πρὸς ἣν πάντοτε βαδίζομεν, ἀλλὰ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ προσεγγίζωμεν πάντοτε ἀπομακρυνόμεθα. Αἰωνίως ἐστηρίχθημεν ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει διὰ νέων φόρων νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐπετύχομεν, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῶν μέτρων, δι’ ὧν προσπαθοῦμεν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν. Ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα συμμερίζεται εἰς τὰ κυριώτερα σημεῖα καὶ ὅλη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὑπέδειξε λέγω τὰ μέτρα, δι’ ὧν νομίζει, ὅτι δυνάμεθα, ἐμφρόνως πολιτευόμενοι καὶ σωφρόνως ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς διοικούμενοι, νὰ φθάσωμεν εἰς κατάστασιν ἐπαγγελλομένην σωτηρίαν ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, εἰς τὸ ὁποῖον φερόμεθα. Τοιαύτη λοιπὸν συζήτησις, οὕτω πως ἀνυψωθεῖσα, εἶναι ἀξία νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν πράττει ἄξιον ἑαυτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ ἀπαντᾷ διὰ τῆς σιγῆς. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, στηριζόμενος, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, εἰς τὴν δύναμιν τῆς πλειοψηφίας, μᾶς εἴπῃ: «τί θέλετε λοιπόν; θέλετε συζήτησιν; Ἐγὼ δὲν ἔχω ὄρεξιν πρὸς οὐδεμίαν συζήτησιν. Ἐγείρετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Προκαλέσατε ψηφοφορίαν». Ἂν τοῦτο ἐννοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς τὸ ἐξηγήσῃ. Ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν διὰ προσώπου ἁρμοδίου, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν πλήρη καὶ εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἴπομεν διατὶ τὴν ἠγείραμεν σήμερον, καὶ διατὶ δὲν ἐπεριμείναμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν θέλει συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς του πορείας, ἥτις συγκεντροῦται εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἂν ἐννοῇ μόνον ψηφοφορίαν, ἂς γίνῃ καὶ τοῦτο· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις γνωρίζει πολὺ κάλλιον ἐμοῦ καὶ τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νόμιμα, καὶ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους, ἂν δὲν καθιεροῦσι κανονισμοὶ, καθιεροῦσιν ὅμως ἡ κοινοβουλευτικὴ ἁβροφροσύνη καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ νομολογία, τὴν ὁποίαν γνωρίζει κάλλιστα, πράττει ἄδικον εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ποθῶν νὰ λήξῃ οὕτω πως συζήτησις σπουδαία, οἵα ἡ προκειμένη, μόνον καὶ μόνον διότι αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἀριθμητικὴν ὑπεροχήν. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν πάντες τὴν συζήτησιν, διὰ ν’ ἀκούσωμεν, ποῖοι λόγοι προβάλλονται πρὸς ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. βουλευτὴς εἶπε, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ στηρίζουν τὰς ἐλπίδας των περὶ τῆς προκοπῆς καὶ τῆς ἐπιτυχίας ἐν τῷ μέλλοντι τοῦ πολιτικοῦ των συστήματος, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ σύστημα διὰ τῶν ἰδίων μέσων καὶ τῶν ἰδίων μεθόδων, ὁσάκις ἐδοκιμάσθη, πάντοτε ἀπέτυχε. Φρονῶ, τέλος, ἄξιον τῆς Κυβερνήσεως, ἄξιον τῆς Βουλῆς καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, νὰ μὴ ἐξευτελίζωνται οὗτοι, δι’ οὗ τρόπου πρὸ ὀλίγου ἐπειράθησαν, μεταβαίνοντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ ἀγορεύσεως πολιτικωτάτης εἰς ἕτερον ἐπουσιῶδες ζήτημα, λεπτομερειῶν τοῦ δασμολογίου. Εἶναι κύριος νὰ στηρίζηται εἰς τὰς δυνάμεις του καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλῃ· καλὸν ὅμως θεωρῶ νὰ μὴ καταχρᾶται τῶν δυνάμεών του τούτων, καὶ παρορᾷ τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, δυνάμει τῶν ὁποίων προκαλεῖται εἰς συζήτησιν, ἀξίαν σπουδαιοτάτης καὶ εὐρυτάτης ἐρεύνης.
§25ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἐκ Μεσσηνίας ἔντιμος βουλευτὴς νὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἂν συνεβούλευσεν, ἢ ἂν εἶπεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰ ἀληθῆ καὶ τὰ συμφέροντα. Δὲν μᾶς ἀκούει ἐδῶ μόνος ὁ κ. Τρικούπης, οὐδὲ, ἐὰν ἦτο ἐδῶ, μόνος ὁ κ. Δηλιγιάννης· μᾶς ἀκούει τὸ ἔθνος, ὁ λαὸς, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάθηται ἐκεῖ ἐπάνω. Ἐκεῖνοι ἐκεῖ εἶναι ἡ φωνὴ, εἶναι ἡ σάλπιγξ, ἥτις μεταδίδει τὰ λεγόμενα καὶ τὰς ἰδέας εἰς τὸ ἔθνος ὅλον. Πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσηνίας καὶ θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ μᾶλλον κάτοχος, ὁ σοφὸς, δύναμαι εἰπεῖν, εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν συνταγματικῶν ἀληθειῶν, ἀντιτάσσει κακῶς περιφρόνησιν εἰς μεγάλην ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου δύναμιν, ἀνεγνωρισμένην, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Τί εἶναι ἡ Ἀντιπολίτευσις, κ. Πρόεδρε; Εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ἀντίῤῥοπος πρὸς τὴν ἑτέραν δύναμιν, ἥτις ἐπὶ κεφαλῆς αὑτῆς ἔχει τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφορᾷ, νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ θέτῃ εἰς τὴν θέσιν της τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τῆς δυνάμεως ταύτης ἀντιτάσσει περιφρόνησιν. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅπως δυστυχῶς πείθομαι, ὅτι εἶναι, λυποῦμαι, διότι θὰ τὸ ἐπαναείπω καὶ ἤδη, ὅτι τείνει πρὸς ἕνα σκοπὸν καὶ πρὸς ἓν σημεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου, ὅτε νέηλυς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐξεφράσθην ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, τότε εἶπον, ὅτι ἴσως ἡ πολιτεία ἡμῶν, καὶ ἰδίᾳ ἐκείνων, οἵτινες κυβερνῶσι τὸν τόπον, ὠθήσει τὴν ἀόρατον ἐκείνην χεῖρα, ἥτις θὰ ἐπιγράψῃ ἐπὶ τῆς μεγάλης θύρας τοῦ Κοινοβουλίου: Ἐνοικιάζεται! Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀναφωνῶ πρὸς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα: Φύλακες γρηγορεῖτε!
§26ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένοντο παρατηρήσεις αὐτῇ, ὅτι δέον νὰ ἀναβληθῇ αὕτη, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπῆς, καὶ κατόπιν ταύτης γίνῃ γενικὴ συζήτησις. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἦτο ὀρθοτάτη καὶ σύμφωνος πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε εἰθισμένα, διευκολύνει δὲ καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου· διότι, προκειμένου περὶ πολλῶν μέτρων, ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν εἰς ἓν ἕκαστον ἐπ’ αὐτῶν ἐγείρηται, μετέχουσα τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, βεβαίως αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσι. Πρὸς τὸ συμφέρον ἄρα τοῦ Κοινοβουλίου καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ τόπου, ἐπεκράτησε πάντοτε τοιαύτη συνήθεια καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Κοινοβουλίῳ, ἤτοι νὰ προηγῆται γενικὴ συζήτησις ἐφ’ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν παρατήρησιν ὅμως ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξε τὰ ἑξῆς: Τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀρχίσητε τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦδε; Τὰ νομοσχέδιά μου εἶναι ἡ βάσις τοῦ οἰκονομικοῦ μου συστήματος, ὁ δὲ Προϋπολογισμός μου σᾶς εἶναι γνωστός. Οὕτω προέβημεν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι εἶναι μία ἐκ τῶν βάσεων τοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς, ἐνθυμούμενος ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐπὶ τῆς προτάσεώς του περὶ ἀναβολῆς, ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ προοιμιάσατο, εἰπών: δὲν εἶμαι ἐγὼ αἴτιος, ἂν συμβαίνῃ ἀταξία τις, διότι οὐδὲν ἄλλο πράττω ἢ ἀκολουθῶ τὴν γνώμην καὶ ἐπιθυμίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν, θέλων νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπιλαμβάνωμαι νὰ ἐξετάσω ἐν γένει τὰ οἰκονομικὰ μέτρα αὐτῆς καὶ τὴν πολιτικήν της. Ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας οὐ δεῖται σχολίων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν παρηκολούθησε μετὰ προσοχῆς μεγάλης, ἡ δὲ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν Ἀριστερὰν) ἐμιμήθη τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς καὶ κατέδειξε τὰ τρωτὰ μέρη τῆς πολιτείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ὑπάρχουσι σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα καθῆκον ἔχει νὰ δώσῃ ἀπολογίαν; Ἢ, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν ἔχει τοιαῦτα, δὲν αἰσθάνεται τοὐλάχιστον τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωτίσῃ τοὺς 80 ἢ 90, οἵτινες τὸν ἀκολουθοῦσι καὶ τοὺς ὁποίους θὰ καλέσῃ αὔριον, ἵνα δώσωσι τὴν ψῆφόν των; Ἡ ἑρμηνεία τῆς σιωπῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναται ποσῶς ν’ ἀφορᾷ τὴν πτέρυγα ταύτην, ἡ ἑρμηνεία, ὅσον βαρεῖα καὶ ἂν ἦναι, ἐπιπίπτει ἐπὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, (δεικνύει τὴν Δεξιὰν) καὶ χάριν ἁπλῆς πρὸς τοὺς φίλους του καὶ ὀπαδούς του ἁβροφροσύνης ὤφειλε τοὐλάχιστον ν’ ἀπαντήσῃ. Ἡ σιωπὴ ὅμως βεβαίως δεικνύει, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀξιομνημόνευτον ἐκείνην φράσιν, τὴν καταχωρηθεῖσαν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἐπὶ ταύτης ἐννοεῖ νὰ οἰκοδομήσῃ τὴν ὅλην πρὸς τοὺς φίλους του πολιτείαν. «Ἐλάβετε τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων σας νὰ ψηφίσητε ὅσα σᾶς ὑπέβαλον, καὶ τοιαύτην ἐντολὴν ἀπεδέχθητε διὰ τῆς ψήφου σας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως.» Φρονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον ἡ προκειμένη συζήτησις, καὶ ὅτι ὁ προλαλήσας κακῶς ἔκαμε νὰ προτάξῃ τοιαύτην συζήτησιν; Φρονεῖ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ γίνῃ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἐν πάσει περιπτώσει, ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὑποβάλει, καὶ νὰ ζητήσωμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι.
§28ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγερθῆτε 15. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 15). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσι Ναί.
§30ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὄχι ἀορίστως τὴν ἀναβολήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§31ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνεπέρανα εἰς ἀναβολὴν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐπί τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Αὐτὸ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς ὁμιλίας σας, καὶ αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν προκαλῶ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Κανάρη, κατὰ τὸ ἑπόμενον Πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Ν. Καλογερόπουλος | Ο |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Ν. Παπανικολάου | Ο |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ν. Καφετζόγλους | Ο |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ο | Ἰω. Πεζᾶς | Ο |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Κων. Σινέλης | Ο |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Κων. Λομβάρδος | Ο |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Μ. Ἰατρίδης | Ο | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ο |
| Δ. Χατζόπουλος | Διον. Λομβάρδος | Ο | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ο | Γεώργ. Θεοτόκης | Ο |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ο | Κωνστ. Βασιλάκης | |
| Γεώργ. Κούστας | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Νικόλ. Βασιλάκης | Ν | |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ο | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς | Ν |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ο | Σπυρ. Ἀλαμάνος | |
| Δημ. Πετρίδης | Θεόφ. Προβατᾶς | Ν | |
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἰωάν. Παδοβᾶς | Ο | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Ν | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ν | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ο |
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Νικ. Βαλσαμάκης | Ν | |
| Ἡλίας Φλέσσας | Γερ. Μουσούρης | Ο | |
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Παν. Βενιεράτος | Ο | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ν | |
| Παν. Μανέτας | Ο | Γεώργ. Κόρπας | Ο |
| Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Στέφ. Σκουλούδης | Ο | |
| Ἡλίας Παλαμήδης | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Ο | Νικ. Νομικός | Ο |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | |
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Ο | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ο |
| Στέφ. Δραγούμης | Ο | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο |
| Δημ. Γ. Ράλλης | Δημοσθ. Καΐρης | Ο | |
| Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ο | Γεώργ. Δρόσος | Ο |
| Φωκίων Νέγρης | Ο | Νικ. Κρίσπης | Ο |
| Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | ||
| Νικ. Μπουφίδης | Ο | Κων. Κοσσονάκος | |
| Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | ||
| Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς | Γ. Μαυρομιχάλης | ||
| Νικ. Λεβίδης | Ν | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Ν |
| Σπυρ. Κουκούλεζας | Ο | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ο |
| Ὅθων Μακρυγιάννης | Ο | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ο |
| Γ. Ῥοῦφος | Λεων. Καπετανάκος | Ν | |
| Θάνος Κανακάρης | Ο | Ξανθός Πικουλάκης | Ο |
| Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ο | Ἰω. Καρτάλης | Ο |
| Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | |
| Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | Εὐάγγ. Σταμούλης | Ο |
| Α. Φωτήλας | Ν | Ν. Κουκουσλῆς | Ο |
| Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ο | Α. Ἀστεριάδης | Ο |
| Ἀντ. Ῥικάκης | Ν | Ἰω. Παπαδόπουλος | |
| Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | Κων. Μαρκίδης | Ο |
| Ἰω. Κρεστενίτης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| Ν. Κουμανιώτης | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Βασ. Βουδούρης | Ο | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Ἀναστ. Ζαρμάνης | Γ. Φραγγίδης | Ο | |
| Σωτ. Σωτηρόπουλος | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ο |
| Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | Γ. Τάκης | Ο |
| Περ. Πεῤῥωτής | Ν. Ταρμπάζης | Ο | |
| Δημ. Τζάνες | Ν | Ζ. Φαλιάγκας | Ο |
| Περ. Μποῦτος | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ο | |
| Παν. Σάκης | Ν | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Νικ. Παπαλέξης | Ν | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ο |
| Νικ. Μισυρλῆς | Ν | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο |
| Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ο | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο |
| Ἀσημ. Χριστόπουλος | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| Εὐστάθ. Κοκκέβης | Ν | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Δημ. Κάρτσωνας | Ν | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο |
| Δημ. Π. Γουδῆς | Ο | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Σ. Χατζηγάκης | Ο | Δημ. Ζουλούμης | Ο |
| Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | Θεμιστ. Κανάρης | Ν |
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 110· ἐκ τούτων 83 ἐψήφισαν κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ 27 ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ὥστε ἀπεῤῥίφθη ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις.
§34ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐρωτώμενος χθὲς ὑπ’ ἐμοῦ, ὁποῖον τὸ πνεῦμα, τὸ ὁδηγῆσαν εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ δασμολογίου, ἐὰν δηλαδὴ ὡδηγήθη ἐκ πνεύματος ταμιευτικοῦ, ἢ ἐκ πνεύματος προστατευτικοῦ, ἀπήντησεν, ὅτι τὸ ὁδηγῆσαν αὐτὸν πνεῦμα εἶναι καθαρῶς ταμιευτικὸν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον, προσέθετο, οἷον κατέστη τὸ δασμολόγιον, δύναται νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς προστατευτικόν. Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μόνος καὶ ἀποκλειστικὸς ἦτο καὶ εἶναι, πῶς νὰ εἰσπράξῃ πλείονα χρήματα, πῶς ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Οὐδεὶς ἕτερος σκοπὸς ὡδήγησεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, παρέπεμψε δ’ ἡμᾶς, ἐὰν θέλωμεν νὰ εὕρωμεν τὰς ἀρχὰς, ἃς περὶ τούτου πρεσβεύει, εἰς τὸ Δασμολόγιον τοῦ 1884. Ταῦτα προτάσσων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμολογεῖ, ὅτι ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ταμιευτικῆς ἰδέας οὐδαμῶς ἀποβλέπει, οὔτε εἰς τὸ ἐμπόριον, οὔτε εἰς τὴν βιομηχανίαν, οὔτε εἰς τὴν γεωργίαν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, χρήματα νὰ εἰσπράξῃ, ἀδιαφορῶν διὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν τρόπων, δι’ ὧν ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ ταῦτα. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρὶν ἢ προβῶ καὶ πρὶν ἢ καταδείξω ἐν συντόμῳ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τοιούτου νομοθετήματος, ἐξεταστέον ἐὰν, διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, δύναται πράγματι νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματα, ἅτινα ζητεῖ, ἂν δύναται δηλαδὴ νὰ ἐπιτύχῃ, ὃν ἐπιδιώκει σκοπόν. Κατὰ τὴν μέθοδόν του, ναὶ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· κατὰ τὴν μέθοδόν του, ὄχι, λέγω ἐγώ. Ἡ μέθοδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ ἐν γένει εἰς τὰ οἰκονομικὰ, εἶνε ἁπλῆ, ἁπλουστάτη, εὐκατάληπτος καὶ τῷ τελευταίῳ πολίτῃ Ἕλληνι, καὶ ἕνεκα τούτου δυσανασχετεῖ, πῶς, ἐπὶ τοιαύτης ἁπλῆς μεθόδου στηριζόμενος, δὲν δύναται νὰ παρασύρῃ τοὺς πάντας εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτεινομένων παρ’ αὐτοῦ μέτρων. Ἡ μέθοδος, Κύριοι, αὕτη εἶναι ἡ μέθοδος τῆς ἁπλῆς προσθέσεως, προσθέσεως, γινομένης ἀκόμη καὶ διὰ τῶν δακτύλων αὐτῶν. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ὑπόσχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη δὲν εἶναι πρωτοφανής. Ταύτην ἠκολούθησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐξακολουθεῖ δὲ ἐφαρμόζων καὶ νῦν. Ἀλλ’ ὅσον ἁπλῆ καὶ ἂν ᾖναι ἡ μέθοδος αὕτη, καὶ ὅσον καταληπτὴ εἰς τοὺς ἁπλουστέρους, τόσον ἀκατάληπτος καὶ δύσκολος εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ διοικῶσι τὰ Κράτη, καὶ φέρωσι τὴν εὐθύνην, ἣν ἐπιβάλλει ἡ τοιαύτη ἀξίωσις. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν μελέτη καὶ πεῖρα καὶ ἡ ἐπὶ τὰ Κράτη ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας ἀπέδειξαν, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀριθμητικῆς ἐργασίας εἰσὶν ὅλως ἀντίθετα τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα δεικνύουσι τὰ ἐξαγόμενα μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοιαύτης ἁπλῆς ἀριθμητικῆς ἐργασίας· κατέδειξαν, ὅτι δύο καὶ δύο δὲν κάμνουν τέσσαρα, ἐνίοτε φέρουν τρία, καὶ πολλάκις μένουσι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῶν δύο. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ παραδείγματα, καθ’ ἃ τὰ ἀποτελέσματα ὑπολείπονται καὶ αὐτῶν τῶν ἀρχικῶν ἀριθμῶν. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ περιοδικὸν σύγγραμμα τοῦ «Οἰκονομολόγου», τὸ εὑρισκόμενον ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐν οὐχὶ παρῳχημένῃ ἐποχῇ ἡ Ῥωσσία προέβη εἰς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ἀναγκασθεῖσα εἰς τοῦτο ἐκ τῆς προσθήκης τῶν φόρων, ἥτις ἔφερε τὸ ἀντίθετον τοῦ προσδοκωμένου ἀποτέλεσμα. Τοιοῦτόν τι ἔθιξα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρὸς ἀναίρεσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ἀντέταξε τὴν στατιστικὴν τῶν τριῶν τελευταίων μηνῶν τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ζάκχαριν Εἶπον αὐτῷ, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐξαπατᾷ, διότι εἶναι συνέπεια φυσικὴ τῶν κανόνων, οἵτινές εἰσιν ἀνεγνωρισμένοι παρὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, εἶναι γεγονός, ὅπερ ἡ πεῖρα πολλάκις κατέδειξε καὶ κατέστησε δημοσιονομικὸν ἀξίωμα· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμενεν εἰς τὴν γνώμην του, ἀρνούμενος τὴν γνώμην, ἣν σοφοὶ ἐπιστήμονες καὶ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες ἐπανειλημμένως ἐκήρυξαν, καὶ μὲ παρέπεμπεν, ὡς κατόπιν ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν ἐγνώρισα, εἰς τὸ σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ συγγράψω ἐγώ, πρὸς ἀνεύρεσιν τοιαύτης γνώμης. Ἐπανερχόμενος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ θέματος, ὅπερ κυρίως στηρίζεται εἰς τὴν τοιαύτην ἀρχὴν, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἔλθω ἐφωδιασμένος, ἵνα μὴ διαψευσθῶ ὑπὸ τῆς σοφίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ λόγος αὐτοῦ, ὡς ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατέχει, καὶ ὡς ἐκ τοῦ κύρους, ὅπερ ἐκ τῶν προτέρων εἶναι βέβαιος, ὅτι λαμβάνει παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, μετ’ ἐπιστημονικῆς παῤῥησίας πάντοτε ἀπαγγέλλεται. Ἀλλὰ σήμερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ζητήσῃ τὸ κῦρος τῆς γνώμης του παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι θὰ σᾶς παραπέμψω εἰς αὐτὰ τὰ συγγράμματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν σᾶς ἀναπτύσσω τὰς γνώμας τῶν συγγραφέων, διότι πολὺ θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλήν, περιορίζομαι δὲ νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα τῶν γνωστῶν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ σοφῶν ἀνδρῶν, οἷοι ὁ Γκαρνιὲ, ὁ Ἀδὰμ Σμὶθ, ὁ Σαίη, ὁ Ῥόσση, ὁ Μπαστιᾶς, ὁ Οὐίλσων, ὁ Κόβδεν, ὁ Βράϊτ, ὁ Ῥικάρδο, ὁ Τουργκὼ, καὶ πάντες σχεδὸν οἱ ἐπὶ τῶν μελετῶν καὶ τῆς πείρας τοῦ ιθʹ αἰῶνος στηρίζοντες τὰς γνώμας των, ἅς τινας ὅμως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀγνοεῖ, ἢ προσποιεῖται ὅτι ἀγνοεῖ, διότι πρέπει νὰ ἀγνοῇ καὶ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι, ἂν ἡ γνώμη τοσούτων ἐνδόξων ἀνδρῶν μὴ δύνηται νὰ ἐπιδράσῃ τοῦ πνεύματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως ἡ γνώμη γνωστοῦ αὐτῷ προσώπου, διευθύναντος τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἀγγλίας, θὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ σκέπτηται ἄλλοτε, ὁσάκις ὁμιλῇ. Ὁ λόρδος Νόρθκωτ Ἰδδεσλῦ γράφει ταῦτα, ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῶν βαρέων φόρων. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ πεῖρα ἔπεισε καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας νὰ κρίνωσι διαφόρως περὶ τοῦ ἐπικρατήσαντος συστήματος τῶν ἐμμέσων φόρων. Τὸ ὡς παράδοξον φαινόμενον ἀξίωμα, ὅτι μείζονα ἔσοδα κατορθοῦνται διὰ δασμῶν μικροτέρων, κατέστη ἁπλῆ ἔκφρασις οἰκονομικοῦ νόμου, ὅστις κατεδείχθη εὐρυτέρας ἐφαρμογῆς ἱκανὸς ἢ ὅσῳ μέχρι τοῦ 1845 ἐφαίνετο. Οἱ δασμοὶ εὐρύτατα ἐμειώθησαν καί τινες τούτων ὅλως κατηργήθησαν καὶ ὅμως τὰ ἔσοδα ἐγένοντο μείζονα ἢ πρότερον, καὶ καταδήλως ηὐξήθησαν.» Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸν γηραιὸν καθηγητὴν ἡμῶν κύριον Σοῦτσον, θέλετε εὕρει ἐν συνόψει τὰ κρατοῦντα ἐπὶ τοιούτου θέματος, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθην καὶ ἣν ἀποτόμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἀπεκήρυξεν, ὡς οὐδαμοῦ ἀναφερομένην ἢ εἰς τὸ σύγγραμμα, ὅπερ θὰ συγγράψω, εἶναι ἀρχὴ, ἥτις μόνον εἰς τὰ συγγράμματα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ ἀναγραφῇ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω γνωμῶν, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ γνωστοῦ καὶ ἐνδόξου οἰκονομολόγου, τοῦ Paul Le Roy-Beaulieu, διότι οὗτος ἐπικαλεῖται ὡς παράδειγμα, ὅ,τι ἐπεκαλέσθησαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, στηριζόμενοι εἰς τὴν στατιστικὴν τῶν τριῶν τελευταίων μηνῶν. Ὁ Beaulieu, ἐν τόμῳ ἀ. σελ. 713 λέγει: (ἀναγινώσκει). «Ἄλλως τε ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπιφέρει σχεδὸν ἀμέσως τὴν αὔξησιν (καὶ δὲν ὁμιλεῖ περὶ βαρειῶν θυσιῶν) τῆς προσόδου, ἐκτὸς τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς ἄφρων νομοθέτης ἐφήρμοσεν ὑπερβολικὰς διατιμήσεις. Ἀλλὰ συνήθως ἡ τοιαύτη αὔξησις εἶναι μᾶλλον φαινομενικὴ ἢ πραγματική· διότι προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ κατανάλωσις, ἥτις δὲν ἐσταμάτησεν ἀποτόμως ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναπτύσσηται, ὡς τοῦτο συμβαίνει κανονικῶς καὶ ταχέως ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν ἐλαφρῶν φόρων. Οὕτω, ὡς ἀπεδείξαμεν εἰς προηγούμενον κεφάλαιον, ἡ ἀπὸ 20 εἰς 25 λεπτὰ αὔξησις τῶν ταχυδρομικῶν τελῶν μετὰ τὸν πόλεμον ἐν Γαλλίᾳ ἀπέδωκε κατ’ ἀρχὰς αὔξησιν προσόδου ἀνάλογον πρὸς τὴν διατίμησιν, ἀλλ’ ἡ ἐτησία καὶ κανονικὴ ὑπεραύξησις ὠπισθοδρόμησεν, ὥστε τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου ὑπῆρξε μηδαμινὸν καὶ ἐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ προσδοκώμενον ὑπὸ ἐπιπολαίων παρατηρητῶν. Ἡ ἐξήγησις τοῦ τοιούτου φαινομένου εἶναι ἁπλουστάτη. Ἡ ἐλάττωσις, ἢ ἡ αὔξησις τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως τροποποιεῖ τὰς ἕξεις τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡ μὲν ἐλάττωσις αὐξάνει τὴν κατανάλωσιν, ἡ δὲ αὔξησις ἐλαττοῖ αὐτήν. Ἀλλ’ αἱ ἕξεις δὲν μεταβάλλονται ἀμέσως, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι χρόνον. Ἡ αὔξησις τοῦ δασμοῦ 15 ἢ 20 λεπτῶν ἐπὶ ἑκάστου κιλογράμμου ζαχάρεως, κατ’ ἀρχὰς δὲν θὰ μεταβάλῃ τὴν κατανάλωσιν, μετά τινα καιρὸν ὅμως καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πολλοὶ θὰ ἐλαττώσωσι τὴν κατανάλωσίν των, ἤ, καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ, βεβαίως ὅμως ἡ ἐτησία ἀνάπτυξις τῆς καταναλώσεως θὰ ἐκλείψῃ. Ἡ ἐλάττωσις ἀπ’ ἐναντίας ἐπιφέρει τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως.» Ὁ Beaulieu διακρίνεται μεταξὺ τῶν οἰκονομολόγων τῆς νεωτέρας ἐποχῆς, διότι αἱ συγγραφαί του δὲν στηρίζονται εἰς τὰς θεωρίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν στατιστικῶν καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῆς πείρας. Καὶ τὴν πεῖραν συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι θὰ τὸν διδάξῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντᾷ τόσον ἐπιπολαίως καὶ ἀποτόμως, ὡς ἔπραξεν, ὅτε μὲ διέκοψεν ὑποστηρίζοντα τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἡ πεῖρα θὰ τὸν διδάξῃ, ὅτι, ὅσῳ μέγας νοῦς καὶ ἐὰν ἦναί τις, ὑπόκειται εἰς σφάλματα, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ποτὲ τὴν ἄπειρον πεποίθησιν ἐπὶ τῆς διανοίας του, ἣν δεικνύει, ὅτι ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ τυχὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν πρόκειται νὰ σᾶς πείσῃ, δὲν ἐπικαλῆται καὶ δὲν ὁμολογῇ, ἀρκεῖ νὰ τοῦ ἦναι χρήσιμος, καὶ τὴν τοιαύτην ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ γνώμην; Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ νεώτερον ἐκ τῶν συγγραμμάτων αὐτοῦ, τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ἐσχάτως εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα τῶν ἐσόδων (σελ. 37), ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν τὸ συμφέρον του τὸν ἀναγκάζῃ (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους 1885 εἰσεπράχθησαν ἀπὸ πώλησιν παιγνιοχάρτων δραχ. 76,405. Κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον τοῦ 1886, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς, ἀναπτυχθείσης τῆς καταναλώσεως, εἰσεπράχθησαν δρ. 174,575. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βεβαίου τούτου ἀποτελέσματος τὸ καθ’ ὅλον τὸ 1887 εἰσόδημα δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς δραχμὰς 500,000.» Ταῦτα λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τοῦ περὶ ἰσοζυγίου κατασκευάσματος αὐτοῦ. Ἀδιάφορον ἐὰν ἡ ἀναγραφομένη ἀρχὴ ἀνατρέπῃ ἄρδην τὸ οἰκοδόμημά του. Ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς ηὔξησε τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως τὰς εἰσπράξεις. Ἀλλὰ ταῦτα μόνον ὁμολογεῖ; Ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἣν πρό τινος συνεζητήσαμεν, τῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γαλλίας, ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τινὸς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν: «Τί μᾶς δίδει ἡ Γαλλία;» ὁ κ. Πρόεδρος ἀπήντησε: «Τί δίδομεν ἡμεῖς;» Διεβεβαίου, ὅτι τὰ εἴδη, ὧν ἐλαττοῦμεν σπουδαίως τὸν δασμὸν, εἶναι εἴδη, ἅτινα εἰσάγονται λαθρεμπορικῶς εἰς τὸ Κράτος, ὡς ἐκ τοῦ μεγίστου δασμοῦ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν δίδομεν, ἀλλὰ καὶ κερδίζομεν. Ἀρχὴ ἀπαράβατος ἀποδεικνύεται, καὶ διὰ τῶν συγγραμμάτων τοῦ κ. Τρικούπη καὶ διὰ τῆς στατιστικῆς του, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων δὲν φέρει καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων, καὶ βλασφημία, δύναταί τις εἰπεῖν, εἶναι, νὰ ἐπιμένωμεν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος φέρει τὴν ἀριθμητικὴν αὔξησιν τῶν προσόδων, ἐνῷ καὶ μόνη ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι οἱ μεγάλοι δασμοὶ αὐξάνουν τὸ λαθρεμπόριον, ἀνατρέπει τὴν τοιαύτην γνώμην. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἀφοῦ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει τὸ τοιοῦτον καὶ ἡ ἐπιστήμη τὸ θεωρεῖ ὡς ἀξίωμα, δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν ἀριθμητικῶν συγγραφῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα τὸ δασμολόγιον ὑπόσχεται; Καὶ δύναταί τις εἰς τοιαῦτα νομοθετήματα νὰ δώσῃ ψῆφον; Ἢ μᾶλλον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐπιφέρητε τὴν καταστροφὴν εἰς τὸν τόπον, τὴν ἐνθάῤῥυνσιν εἰς τὸ λαθρεμπόριον, τὴν ἀπελπισίαν εἰς τὴν τιμίαν ἐμπορίαν, καὶ, ὡς σᾶς ἔλεγεν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ὅτε ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν ἀρχηγόν του τῷ ἔλεγε: θὰ ὁδηγήσητε τὸν τίμιον ἔμπορον εἰς τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἀπὸ τίμιον ἄνθρωπον θὰ τὸν καταστήσητε ἄτιμον — ἀπέναντι τῶν τόσων οἰκτρῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θὰ φέρῃ ἡ ψήφισις τοιούτων νομοθετημάτων, δὲν θὰ ἀποτρέψητε τὸ πρόσωπον ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν καὶ δὲν θὰ καταδικάσητε αὐτά; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας, εἰ καὶ αὐτὸς εἶναι ὀπαδὸς τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, κατέστη σύστημα προστατευτικόν. Ἀλλὰ προστατευτικοὶ δασμοὶ ἐπὶ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐπὶ εἰδῶν παραγομένων ἐν τῷ τόπῳ, εἶναι δασμοὶ καταδικαζόμενοι ἀμειλίκτως ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πολιτικῆς· καὶ τοιοῦτοι οἱ δασμοί, οὓς καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε. Προστατευτικοὶ δασμοὶ ἐπὶ εἰδῶν, παραγομένων ἐν τῷ Κράτει, εἶναι φορολογία ἄδικος καὶ παράνομος, εἶναι φορολογία, δι’ ἧς ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία ἀπὸ τὸ θυλάκιον τῶν πολλῶν καὶ δίδεται εἰς τὰ θυλάκια τῶν ὀλίγων· διότι διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν φορολογίας εἰς εἴδη παραγόμενα ἐν τῷ τόπῳ ὑπερτιμῶνται ἐν γένει πάντα τὰ τοῦ αὐτοῦ εἴδους τόσον, ἐφ’ ὅσον βαρύνεται τὸ εἰσαγόμενον ἐμπόρευμα· οὕτω ὁ παραγωγὸς πωλεῖ τὸ προϊὸν αὐτοῦ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, ἐνῷ τὸ Ταμεῖον τὸ δημόσιον παντάπασι δὲν ὠφελεῖται· ἐπειδὴ δὲ ἐν πάσῃ περιστάσει οἱ καταναλωταί εἰσιν οἱ πλειότεροι, διαπράττεται μέγιστον ἀδίκημα· διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ζημιοῦτε τοὺς πολλούς, ἵνα ὠφελήσητε τοὺς ὀλίγους, ἐπὶ τῇ μόνῃ ὠφελείᾳ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου Ταμείου τοῦ καταβαλλομένου ὑπὸ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὁμοίων ἐμπορευμάτων. Προκειμένου δὲ περὶ εἰδῶν καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἄμεσα ἀποτελέσματα ἐπέρχονται ἡ ὑπερτίμησις τοῦ βίου, ἡ οἰκονομικὴ στενοχωρία ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐξ ἧς ὑποφέρει καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία, καὶ τὸ ἐμπόριον· διότι, ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ μεγάλη ἡ ζήτησις τῆς ἐργασίας, ὁ ἐργάτης θὰ ἀπαιτήσῃ ἀνάλογον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ βίου ἡμερομίσθιον, καὶ θὰ καταστῇ δαπανηροτέρα πᾶσα παραγωγὴ ἐν τῷ τόπῳ, ἄλλως, θὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν κανόνα τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, καὶ τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου δὲν θὰ ἐξαρκῇ πρὸς διατροφὴν τῆς οἰκογενείας του, ἢ καὶ αὐτοῦ καὶ μόνου. Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ καρποί, οὓς θὰ ἐπιφέρῃ τὸ δασμολόγιον, ὅπερ συζητοῦμεν. Ὄρυζα, ὄσπρια, τυρὸς, βόες καὶ λοιπὰ ζῶα, κρέατα νωπὰ, ἁλίπαστοι ἰχθύες, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τὴν τροφὴν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ καὶ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν σπουδαίως ηὐξημένον. Ἐὰν λοιπὸν, ἐξ ὅσων ἐξεθέσαμεν, πειθώμεθα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δημόσιον Ταμεῖον νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀριθμεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ δασμολογίῳ, δὲν πρέπει νὰ προσέξωμεν τοὐλάχιστον, ἵνα μὴ φέρωμεν στενοχωρίαν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, καὶ βλάψωμεν τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, χωρὶς νὰ συντείνωμεν καὶ εἰς ὃν προτιθέμεθα σκοπόν; Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον· διὰ τούτου ἐπιβαρύνονται τὰ ἀκατέργαστα δέρματα καὶ ἄλλα εἴδη, θεωρούμενα ὡς πρῶται ὗλαι. Οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Κυκλάδων εἰσὶν εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ κρίνωσι ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ δασμολογίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς βυρσοδεψίας. Πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διελθὼν τῆς Σύρου, εὗρον ἐκεῖ ἀνθοῦσαν τὴν τοιαύτην βιομηχανίαν, παρέχουσαν ἐργασίαν εἰς μέγα πλῆθος ἐργατῶν, εἰσάγουσαν πλούτη εἰς τὸν τόπον, καὶ ὑπὲρ ἧς ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεριμνῶν ἀφῆκεν ἀσύδοτον τὴν εἰσαγωγὴν τῶν τοιούτων δερμάτων, ὡς πρώτην ὕλην, χρησιμεύουσαν διὰ τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου.
§35ΤΟΜΑΝ. Ἔχομεν δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει διορθώσει τὰ περὶ τούτου διὰ Διατάγματος, μὴ φορολογοῦσα τὴν πρώτην ὕλην.
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἀποθέτει τὰ πάντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν πείθηται, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις φέρει βλάβην εἰς τὴν βιομηχανίαν, ὀφείλει ἐνταῦθα νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ καταψηφίσῃ, καὶ οὐχὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τότε διατὶ νομοθετοῦμεν; διατὶ στελλόμεθα ἐδῶ; Διατὶ, Κύριοι, δὲν προτείνετε πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀναθέσητε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ πάντα, καὶ ἐκλείψῃ οὕτω καὶ ἡ πάλη μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν; Τοιοῦτον, Κύριοι, τὸ δασμολογικὸν σύγγραμμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς ταμιευτικὸν, τὸ καταδικάζει ἡ ἐπιστήμη, τὸ ἀποκηρύττει ἡ πεῖρα· ὡς προστατευτικὸν, ἔχει πάντα τὰ παρομαρτοῦντα εἰς τὸ προστατευτικὸν σύστημα ἁμαρτήματα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τι ἐκ τῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ, διότι δὲν κατηρτίσθη ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαιολογεῖται, ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν βιομηχανίαν, διότι δὲν ὑπάρχει βιομηχανία ἐν τῇ Ἑλλάδι. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὁποία ἡ βιομηχανία ἐν τῷ Τόπῳ, καὶ κατὰ πόσον εὐδοκιμεῖ, καὶ διατὶ δὲν εὐδοκιμεῖ. Ἀλλ’ οἱ κκ. βουλευταὶ τῶν Κυκλάδων δὲν θὰ ὑποστηρίξωσι βεβαίως καὶ τὴν τοιαύτην γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ βιομηχανία βυρσοδεψίας δὲν ὑπάρχει ἐν Σύρῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀδιαφορεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ἀναμνήσθητε τοῦ νομοσχεδίου περὶ σιγαροχάρτου. Ὑπῆρχεν ἐν τῷ τόπῳ βιομηχανία τοιαύτη, μικρὰ μὲν, ἀλλὰ παρέχουσα τροφὴν εἰς ἑλληνικὰς οἰκογενείας, ὑπῆρχε δὲ καὶ ἐμπόριον, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέστησε μονοπώλιον τὸ σιγαρόχαρτον, πρὸς καθαρῶς ταμιευτικὸν λόγον. Ἀλλὰ σήμερον, τί τὸν ὑποχρεοῖ νὰ πράξῃ τοῦτο; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ Κράτη, εὑρισκόμενα εἰς οἵας ἀνάγκας εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς, προσφεύγουσιν εἰς τοὺς πολλαπλοῦς φόρους. Ἀλλ’ ὁ καταβάλλων τὸ τίμημα διὰ νὰ ἀγοράσῃ καπνὸν, ἐὰν ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ σιγαροχάρτου ἀφαιρεθῇ ἡ πραγματικὴ ἀξία αὐτοῦ, τὸ δὲ τίμημα τοῦ μονοπωλίου προστεθῇ εἰς τὸν καπνὸν, θὰ αἰσθανθῇ μεῖζον τὸ βάρος, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ μόνου φόρου, περὶ μιᾶς συναλλαγῆς; Οὐχί· διότι μὲ τὸ ἴδιον χρῆμα θὰ ἀγοράζῃ καὶ τὸν καπνὸν καὶ τὸ σιγαρόχαρτον τῆς ἀρεσκείας του. Οὕτω καὶ τὸ Κράτος ἀπαλλάσσεται ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς προμηθείας, καὶ ὁ καταναγκασμὸς ἐκλείπει, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς ἀποδίδεται εἰς τὸν καπνίζοντα, καὶ τὸ εἶδος καθίσταται ἀντικείμενον ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιοῦτον τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σύστημα, ὅπερ ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ οὗτινος ὅμως τὸ ναυάγιον εἶναι βέβαιον, δι’ ὧν τρόπων ἐπιδιώκει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ, καθὼς εἶναι βεβαία ἡ πρὸς ζημίαν τοῦ Τόπου ἐπενέργεια αὐτοῦ, καὶ ἡ πρὸς βλάβην τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας ἐργασία. Σεῖς δὲ, οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐνισχύετε αὐτὸν εἰς τὴν τοιαύτην καταστρεπτικὴν ἐργασίαν καὶ εἶσθε οἱ μᾶλλον ἔνοχοι καὶ ὑπεύθυνοι. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων κηρύττομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§37ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κκ. βουλευτῶν).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.