1887.03.06
1,569 rows · 12,441 words · 88 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 6 Μαρτίου 1887.
(Παρασκευή).
Ὥρα 4 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολεμικῶν πλοίων.
§2ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1. Ἐγκρίνονται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 37,703 συμβόλαιον, συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις συμβολαιογράφων Γ. Γρυπάρη καὶ Ἠλία Δ. Τζοκᾶ τὴν 11 Αὐγούστου 1886 μεταξὺ τῶν κυρίων Χ. Τρικούπη καὶ Γ. Θεοτόκη, Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ κυρίου Ε. Κεχαγιᾶ, ἀντιπροσώπου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐν Σύρῳ Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ἀφ’ ἑτέρου, καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 39,173 συμβόλαιον, συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις συμβολαιογράφων Γ. Γρυπάρη καὶ Ἠλία Δ. Τσοκᾶ τὴν 6 Μαρτίου 1887, μεταξὺ τῶν κυρίων Χ. Τρικούπη καὶ Γ. Θεοτόκη, Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ Β. Παπανικολάου, εἰδικοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐν Σύρῳ Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, ἀφ’ ἑτέρου, ὡς καὶ πάντες οἱ δι’ αὐτῶν συμφωνούμενοι ὅροι, περὶ πωλήσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν τῶν δύο μεταγωγικῶν ἀτμοπλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ὀνομαζομένων «Μυκάλης» καὶ «Σφακτηρίας», ἀντὶ τιμήματος 1,727,158, πληρωτέου εἰς ὀκτὼ ἐτησίας δόσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ποῖος λόγος ὑπηγόρευσε τὸ ἄρθρον τρίτον, δι’ οὗ δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 30,000,000, καὶ ὡς πρὸς τὸν τόκον, τοὺς ὅρους καὶ τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀφίεται πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ποῖος ὁ λόγος νὰ δώσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοιαύτην ἐντολὴν, προκειμένου περὶ πράξεως, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ σύμφωνα μὲ τὰς τότε περιστάσεις καὶ τοὺς οἰκονομικοὺς ἴσως συνδυασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται τὸ Κράτος νὰ εὑρεθῇ. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἄνευ λόγου δὲν πρέπει ν’ ἀπεκδυθῇ ἡ Βουλὴ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν γνωρίζομεν ὑπὸ ποίας περιστάσεις θὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν πραγματοποίησιν τῆς περὶ τοῦ δανείου τούτου διατάξεως· δυνατὸν δὲ, νὰ μὴ ᾖναι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δυνατὸν νὰ μὴ θέλῃ νὰ γνωσθῇ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι καταγίνεται εἰς τοιοῦτόν τι, δυνατὸν ἑπομένως νὰ μὴ θελήσῃ νὰ δημοσιευθῶσι τὰ περὶ τούτου. Ἐὰν θελήσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονίσωμεν τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ πρόκειται ἤδη νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, κινδυνεύομεν νὰ θέσωμεν ὅρους περιοριστικοὺς, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ καταστήσωσιν ἐν καιρῷ ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν ἐλευθερίαν· οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἱκανὴν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ κατάχρησιν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὴν δεσμεύσωμεν σήμερον περὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν ὅρων, θὰ ᾖναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδεμίαν δίδομεν εἰς αὐτὴν ἐξουσίαν περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα· διότι δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίας δυνάμεθα νὰ εὑρεθῶμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ δανείου περιστάσεις. Ἐὰν, προκειμένου περὶ δαπάνης 3,000 δραχμῶν, ἀπαιτῆται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει περὶ τοῦ ποσοῦ 30,000,000 νὰ θέσωμεν ὁπωσδήποτε ἕνα περιορισμόν; Ἡ ἄδεια τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲ οἱ ὅροι ᾖναι συμφέροντες καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πᾶσα ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῆ αὐτούς· ἀλλὰ δυνάμεθα ἀπὸ σήμερον τοὐλάχιστον νὰ θέσωμεν περιορισμόν τινα ὡς πρὸς τὸν τόκον, καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ τόκου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπομεν νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ λοιπὰ ἡμῶν δάνεια. Ἄλλως, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία, οὐ μόνον δύναται νὰ βλάψῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν θὰ θέσῃ εἰς δύσκολον θέσιν· διότι, ὅταν οἱ δανεισταὶ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῶν 30,000,000 καὶ πλήρη ἐλευθερίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις θὰ ἦναι μεγαλείτεραι, διότι οἱ κερδοσκόποι θὰ προσπαθήσωσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ ἄρθρον 4).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ σύνολον.
§11ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ὅτε ἐγένετο συμφωνία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν περὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν τῶν πλοίων, πολλὰ ἠκούσθησαν, δι’ ὧν ἤθελον νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην πρᾶξιν. Βάσις τῆς δικαιολογίας τῆς τοιαύτης συμβάσεως ὑπῆρξεν, ὅτι οἱ ἐπιστήμονες ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐγνωμοδότησαν, ὅτι συμφέρουσα εἶναι ἡ παροῦσα σύμβασις. Δὲν θέλω ποσῶς νὰ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ λαβὼν ἀφορμὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ζητήσω τὸν φάκελλον ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καθῆκον ἔχω, νομίζω, πρὶν ἢ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ συνόλου, νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔκθεσις περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς προκειμένης συμβάσεως, ἡ συνταχθεῖσα παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν, περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα καὶ τὰς ἑξῆς ἀπαντήσεις αὐτολεξεί. Ἐρώτησις. Εἶναι ἡ «Σφακτηρία» καὶ ἡ «Μυκάλη» πολεμικὰ πλοῖα; Ἀπάντησις. Δὲν εἶναι πολεμικὰ πλοῖα. Δύνανται ἡ «Σφακτηρία» καὶ ἡ «Μυκάλη» νὰ τροποποιηθῶσιν εἰς πολεμικὰ πλοῖα; Ἀπάντησις. Δὲν δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν εἰς πολεμικὰ πλοῖα. Συμφέρει ἡ «Σφακτηρία» καὶ ἡ «Μυκάλη» νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἐπὶ ὡρισμένῳ χρόνῳ, μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναλήψεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Τρεῖς μὲν ἐκ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν ἀπήντησαν, ὅτι συμφέρει, δύο δὲ ἐμειονοψήφισαν. Αὐταὶ, Κύριοι, εἶναι ἀκριβῶς αἱ λέξεις τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῆς ἐκθέσεως. Οὐδὲν περισσότερον, οὐδὲν ὀλιγώτερον. Εἰς τὰ ἐρωτήματα δὲν δίδεται ἀπάντησις ἠτιολογημένη, καὶ ἴσως ἔπρεπεν, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔφερον τὴν Κίσσαν καὶ τὴν Κίχλαν, δικαιοῦνται νὰ θέτωσιν οὑτωσὶ στενὰς ἐρωτήσεις καὶ ἀποδέχωνται οὑτωσὶ στενὰς καὶ ἀναιτιολογήτους ἀπαντήσεις. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ φέρω συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως· διότι παρατηρῶ, ὅτι εἶναι πολὺς καιρὸς, ἐξ οὗ αἱ συζητήσεις κατηργήθησαν. Ἤθελον ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ ἐπιστήμονες ἀξιωματικοὶ δι’ ἐκθέσεως ἠτιολογημένης ἐνέκριναν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὃν ἔφερε μὲν, ἀλλ’ ἀμέσως ἐφρόντισε νὰ λάβῃ ὀπίσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἡ ἐπιστημονικὴ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐμπεριέχῃ πλείονας τῶν δύο σειρῶν δι’ ἑκάστην ἐρώτησιν καὶ ἀπάντησιν.
§12ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἤθελεν ἀποφύγει τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν ἤθελεν ἐκλέξει τὸ ἐπικίνδυνον τοῦτο πεδίον, ὅπως ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀφοῦ ὡμολόγησε τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέσυρα, ἀλλ’ ἀφῆκα εἰς χεῖρας τοῦ προέδρου αὐτῆς ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο κάλλιστα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ ἐξετάσῃ, ἀφοῦ, λέγω, ὡμολόγησε τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῶν αὐτοῖς τεθέντων ζητημάτων χωρὶς ἐπιστημονικῶς νὰ σκεφθῶσιν.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν φαίνεται ἡ σκέψις των.
§14ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ κκ. ἀξιωματικοὶ δὲν περιέλαβον ἐν τῇ ἐκθέσει τὰς σκέψεις των, ἡ παρ’ αὐτῶν ὑπογεγραμμένη ἔκθεσις οὐδεμίαν ἔχει βαρύτητα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔθεσε ῥητὰ ζητήματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐσύστησε καὶ ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς κ. κ. Βότσαρην, Μπατσαξῆν, Μιαούλην, Κανελλόπουλον, Ἀποστόλην καὶ Βουδούρην. Τὰ ῥητὰ ζητήματα ἦσαν: ά) ἂν τὰ ἀτμόπλοια «Μυκάλη» καὶ «Σφακτηρία», ὡς ἔχουσι σήμερον, εἶναι πολεμικῆς ἀξίας· ἅπαντα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάνθησαν: Ὄχι. Ὅπως φθάσωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἐξήτασαν βεβαίως τὰ πλοῖα ταῦτα ἐπιστημονικῶς καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον. βʹ) Ἄν τὰ ἀτμόπλοια διαφοροτρόπως διασκευαζόμενα, ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πολεμικά· τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπήντησαν: Ὄχι, ἐκτὸς τοῦ ἀντιπλοιάρχου Ἀποστόλη, εἰπόντος, ὅτι διασκευαζόμενα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πολεμικὴν χρῆσιν. γʹ) Ἄν ὡς ἐκ τῆς δαπάνης, ἣν ἡ συντήρησις αὐτῶν καθιστᾶ ἀναγκαίαν, ἦναι συμφέρον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἑλληνικὴν ἑταιρίαν· τὰ πέντε μέλη ἀπήντησαν, ὅτι συμφέρει νὰ παραχωρηθῶσι, δύο δὲ ἦσαν γνώμης, ὅτι συμφέρει νὰ τὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς μεταγωγικά. Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν εἶναι πλήρης, πληρεστάτη· ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην δὲν ἠρκέσθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ ἐρωτήματα εἰς τὴν Γαλλικὴν ναυτικὴν ἀποστολὴν, ἥτις ἀπήντησε ῥητῶς, ὅτι παραδέχεται πληρέστατα τὴν γνώμην τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι αὐτὰ τὰ δύο πλοῖα δὲν εἶναι παρὰ πλοῖα ἐμπορικὰ, μὴ δυνάμενα νὰ γίνωσι ποτὲ πλοῖα πολεμικά. Τί ἄλλο θέλει ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς; Θέλει νὰ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπικρίσεων τοῦ παρελθόντος; θέλει νὰ ἐξετάσω τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων καὶ ἐκ ταύτης καὶ ἐκ τῶν περὶ ταύτης ἐκθέσεων νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχειρήματα, ὅπως ἐπιτεθῶ κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως καὶ ἀποδείξω δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων καὶ οὐχὶ διὰ κενῶν λέξεων, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς ἦτο πολιτικὴ ἀπάτης; Διότι πῶς ἄλλως νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ πολιτικὴ Κυβερνήσεως, προετοιμαζομένης εἰς πόλεμον καὶ προβαινούσης εἰς ἀγορὰν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἑπτὰ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ναυτικὴ ἀποστολὴ ἀφ’ ἑτέρου κηρύττουσι πλοῖα ἐμπορικὰ, οὐδεμίαν ἔχοντα πολεμικὴν χρησιμότητα; Τί θέλει ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς; Νὰ ἐξετάσω ἐν λεπτομερείᾳ τὰ πράγματα, ὅπως φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τότε παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἦσαν ὀρθαί; Οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ πράξω τοῦτο· ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἡ πρὸς τοῦτο κατάλληλος στιγμή.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§16ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ συζητήσω τὴν ὅλην οἰκονομίαν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐβεβαίωσε τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πολεμικῶν πλοίων. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη τὰ πλοῖα ταῦτα ὡς μεταγωγικὰ στρατοῦ καὶ πραγμάτων· καὶ ὅτι εἶναι τοιαῦτα, ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτῆς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἥτις, καθὰ ἐμφαίνεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῶν πιστώσεων, σελ. 55, ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς λέγει τὰ ἑξῆς: «Ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἢ ὡς μεταγωγικὰ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου». Ὥστε ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ συνεφώνησεν ἐντελῶς πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνων, οἵτινες ἠγόρασαν τὰ πλοῖα ταῦτα, διότι ἠγόρασαν αὐτὰ ὡς πλοῖα μεταγωγικὰ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ πολέμου, ὡς πλοῖα δὲ μεταγωγικὰ στρατοῦ καὶ ὑλικοῦ πολέμου ἐθεώρησε ταῦτα καὶ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἱκανά. Βεβαίως τώρα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἡ πολιτικὴ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἦτο πολιτικὴ ἀπάτης, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, διότι ἠδυνάμεθα τότε νὰ συζητήσωμεν, ὅπως συνεζητήσαμεν προχθὲς ἀκροθιγῶς, ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὡς πρώην ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι πολιτικὴ προδοσίας, ἀποδειχθείσης δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων· ἀλλὰ περὶ τούτου θέλει γίνει καὶ ἄλλοτε συζήτησις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ προκαλῇ συζήτησιν ἐν οὐ δέοντι.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πώλησιν τῶν πλοίων, δὲν ἔχω νὰ ἐπιφέρω καμμίαν παρατήρησιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει εἰδημόνων ἀνδρῶν, ἔκρινεν, ὅτι ἡ διατήρησις αὐτῶν δὲν εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἀφοῦ διὰ τὴν διατήρησιν ταύτην θέλει ἐπιβαρυνθῆ κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον μὲ δαπάνην 75,000 δρ., ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκρινεν ἐν τῇ συνέσει του, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον μὲ τὴν δαπάνην αὐτήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἕνεκα τῶν τελευταίων δύο ἄρθρων, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν εἰς αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς ἐγκρίνεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν πλοίων, ἀλλὰ θέλων νὰ παρηγορήσῃ ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν αὐτῶν, μᾶς ὑπόσχεται, ὅτι ἐν μέλλοντι λίαν προσεχεῖ θέλει προικοδοτήσει τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ στόλον ὁλόκληρον, διὰ τὸν ὁποῖον θέλει δαπανήσει 30,000,000. Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι γνωρίζομεν τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τὴν μέθοδον, διὰ τῆς ὁποίας θέλει συντελέσει τὸ μέγα κατόρθωμα τοῦτο. Ποία δὲ εἶναι ἡ μέθοδος αὕτη; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει συνομολογήσει δάνειον ἐκ 30,000,000 πραγματικῶν, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν κυκλοφοροῦσι τὰ δημόσια Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ πραγματικὸν κεφάλαιον 30,000,000, πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ὀνομαστικὸν δάνειον 50,000,000, διότι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ τοποθετηθῇ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 10%, ἤτοι πρὸς 300 δρ. ἑκάστη ὁμολογία· περιπλέον θὰ χρειασθοῦν ἄλλα 5,000,000 διὰ τὰς ἀμοιβὰς, τὰς ἐκδόσεις καὶ λοιπὰ ἔξοδα· διὰ τὰ 55 ταῦτα ἑκατομμύρια εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρώνωνται κατ’ ἔτος διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον 3,300,000· ὥστε πρέπει λοιπὸν ν’ ἀσφαλίσητε τὴν πληρωμὴν κατ’ ἔτος 3,300,000 δραχμῶν· ποῖαι δὲ εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι δύναται νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς κεφαλαιούχους; Ἀκούσατε· ἡ πρώτη ἐγγύησις εἶναι ἡ δόσις, τὴν ὁποίαν θέλει εἰσπράττει κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν δύο ἀτμοκινήτων· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι κατὰ μὲν τὰ δύο πρῶτα ἔτη ἡ δόσις αὕτη θέλει συμψηφίζεσθαι ἀπέναντι τῶν, ὅσα τὸ Κράτος ὀφείλει εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀπὸ διαφόρους λογαριασμοὺς, τῶν δὲ ἑπομένων ἐτῶν αἱ δόσεις, συνιστάμεναι περίπου ἐκ 200,000, θέλουν συμψηφίζεσθαι ἀπέναντι τῆς ἐπιχορηγήσεως, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δημόσιον νὰ χορηγῇ εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν· ὥστε ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία οὐδὲν θέλει δίδει εἰς τὸ Δημόσιον ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ θέλει συμψηφίζει τὰς ἐτησίας δόσεις μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ κεφαλαιοῦχος νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἐγγύησιν ταύτην, διότι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταθέτῃ τὰς δόσεις ἀπ’ εὐθείας εἰς Τράπεζάν τινα, οὕτω δὲ ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἐξαρτᾶται νὰ τὰς καταθέτῃ ὄχι εἰς τὴν Τράπεζαν· περιπλέον, διὰ νὰ ἐξοφληθῇ τὸ δάνειον, μὲ 5% διὰ τόκον καὶ ἓν διὰ χρεωλύσιον, ἀπαιτοῦνται 40 ἔτη, ἐνῷ αἱ δόσεις θὰ διαρκέσουν μόνον 8 ἔτη· συνεπῶς θέλει ἐκλείψει ταχέως ὁ πρῶτος πόρος. Δεύτερος πόρος, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει, εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῶν κτηνῶν καὶ παντὸς εἴδους ὑλικοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ πόρου τούτου οὐδὲν θετικὸν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ, διότι εἶναι ἐντελῶς τυχαῖος καὶ ἐνδεχόμενος, ὥστε ἐκ τῶν προτέρων δὲν ὁρίζεται εἰς πόσον ποσὸν θὰ ἀναβῇ· ἐὰν δὲ ἐξετάσητε τοὺς διαφόρους Προϋπολογισμοὺς, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς πολλοὺς οὐδὲν ποσὸν φαίνεται προϋπολογισθὲν καὶ εἰσπραχθὲν ἐκ τοιούτου πόρου· ἂν ἀνοίξητε ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα διὰ τὸ ἔτος 1887, θέλετε εὕρει, ὅτι εἰς αὐτὸν σημειοῦται τὸ ποσὸν 360,000, καὶ αὐτὸ, καθὼς εἶπον, οὐχὶ βέβαιον, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον, διότι δὲν ἠμπορεῖ τις μετὰ θετικότητος νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλουν πωληθῆ κτήνη, ἢ ἄλλο τι ἄχρηστον ὑλικόν· περὶ δὲ τοῦ ἄλλου ἀχρήστου ὑλικοῦ τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας οὐδὲ λόγος κἄν πρέπει νὰ γίνηται, διότι δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐπωλήθη ποτὲ ὑλικὸν τοιοῦτον καὶ ἂν ἡ ποσότης, ἥτις ἐξ αὐτοῦ εἰσεπράχθη ἄλλοτε, ἦναι ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Τρίτος πόρος εἶναι ὁ ἐκ τῆς ἐπιστροφῆς χρημάτων· ἠξεύρετε δὲ τί εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ χρημάτων· ὅταν δηλαδὴ δοθῶσιν εἴς τινα ὑπόλογον χρήματα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἦσαν ἀνάγκη νὰ δαπανηθοῦν, ἐπιστρέφεται τὸ πλεόνασμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ χάριν λογιστικῆς τάξεως εἰσάγεται ὡς ἔσοδον· ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀβέβαιον καὶ ἀόριστον. Ἂν ἀνοίξητε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον συνέταξεν ὁ καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς, δὲν θέλετε ἰδεῖ οὐδὲν κονδύλιον ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων· ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, θέλετε εὕρει σημειουμένας μόνον 500,000 δραχμάς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ ἀντικείμενα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θέλει ἐξασφαλίσει τὸ δάνειον, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπον, θέλουν χρειασθῆ 3,300,000 δρ. κατ’ ἔτος, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν θετικὴν βάσιν. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑποθέτῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι, εἰς τοὺς ὁποίους θέλει ἀποταθῆ διὰ νὰ λάβῃ χρήματα καὶ κατασκευάσῃ τὸν περίφημον αὐτὸν στόλον, θὰ ἦναι τόσον ἁπλοῖ, ὥστε νὰ ἀρκεσθοῦν εἰς τοιαύτας ἐγγυήσεις, καὶ μάλιστα ὅταν καὶ αὐτὰ τὰ εὐτελῆ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθησόμενα, δὲν προέρχονται ἀπὸ ἰδιώτας, ὥστε νὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι οὗτοι νὰ τὰ καταθέσωσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλ’ εἶναι ἔσοδα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσαγόμενα. Ὥστε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ματαιοπονεῖτε, ἀναγράφοντες εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, ὅτι θέλετε δυνηθῆ νὰ συνομολογήσητε δάνειον 30,000,000 πραγματικῶν δραχμῶν μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις· προσθέτοντες δὲ τοιαύτας διατάξεις ἐν αὐτῷ, τὸ καθιστᾶτε μὴ σπουδαῖον. Ἄν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στόλου, καὶ φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ τοιοῦτον δάνειον, πρέπει νὰ φέρῃ ἴδιον νόμον περὶ συνομολογήσεως αὐτοῦ καὶ νὰ δώσῃ ἐγγυήσεις πραγματικάς, διότι μόνον διὰ τοιούτων ἐγγυήσεων δύνασθε νὰ εὕρητε δάνειον· ἄλλως, λέγοντες εἰς τοὺς κεφαλαιούχους: δότε μας τὰ χρήματά σας καὶ θὰ ἦσθε ἐξησφαλισμένοι διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τῶν χρεωλυσίων διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, παρ’ οὐδενὸς θὰ ἀκουσθῆτε· νομίζω δὲ, ὅτι οὐδόλως σπουδαιολογοῦμεν προτείνοντες τὰ τοιαῦτα, καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἀποσύρῃ ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ φέρῃ ἄλλο, μὴ περιέχον τὰ δύο τελευταῖα ἄρθρα.
§18ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι βουλευταί, νὰ μὴ ἀποκρύψω τὴν ἔκπληξίν μου ἐπὶ τῇ τόλμῃ, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἔν τινι συνεδριάσει τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς τυγχάνω μέλος, εἶχον ῥίψει καὶ ἐγὼ ἁπλοῦν βλέμμα, ὡς περὶ τὰ ναυτικὰ ἥκιστα ἁρμόδιος, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ ἀνάγνωσις δὲ τῶν τελευταίων διατάξεων αὐτοῦ, δι’ ὧν καθορίζονται οἱ ἀναγκαῖοι πόροι πρὸς ὑπηρεσίαν καὶ εὕρεσιν δανείου, τὸ λέγω μετ’ εἰλικρινοῦς παῤῥησίας, μοὶ ἐκίνησε τὸ μειδίαμα, χωρὶς νὰ τὸ θέλω. Καὶ πῶς νὰ μὴ μειδιάσῃ τις πρὸ τόσῳ μεγαλεπιδόλου προνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ κατασκευῆς στόλου δι’ ἐκποιήσεως τῶν ἀχρήστων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου νὰ καταδείξω λεπτομερέστερον τὸ γελοῖον τοῦ διὰ τῶν ἄρθρων τούτων σχεδιαζομένου ἐν σοβαρότητι στόλου. Ὅταν ἀνέγνωσα, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξευρεθῶσι πόροι πρὸς εὕρεσιν δανείου τριάκοντα ἑκατομμυρίων μεταλλικοῦ, ἐξ ὧν νὰ ναυπηγηθῇ ἐθνικὸς στόλος, καὶ ὅτι τοῦτο μέλλει νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀχρήστου κινητοῦ ὑλικοῦ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἤτοι τῶν παλαιῶν σφραγίδων τῶν γραφείων καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων τὴν ἀξίαν ὑλικῶν· ὅταν ἐνεθυμήθην, ὅτι τοῦτο προτείνεται παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πρὸ πέντε ἢ ὀκτὼ ἤδη ἐνιαυτῶν, ἀναπετάσαντες τὴν σημαίαν τῆς ἀναμορφώσεως, ἐκραύγαζον ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος μὲ στόμα πλατὺ καὶ ὕφος ἔνδακρυ, ὅτι καὶ μία ἡμέρα ἂν παρήρχετο ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν, ἡ Ἑλλὰς ἀπόλλυται· ὅταν πάντα ταῦτα ἀνεμνήσθην, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἐδικαιούμην νὰ μειδιάσω, βλέπων, μετὰ πάροδον τοσούτων ἐνιαυτῶν ἀναμορφωτικῶν σχεδίων, τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἐξευρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸς σχηματισμὸν κεφαλαίου, ἐκ τῶν τόκων τοῦ ὁποίου μέλλει νὰ πληρόνῃ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου τεσσαράκοντα ἑκατομμυρίων ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἀπαιτούμενα ποσά! Ἀλλ’ ἀντὶ μειδιάματος ἄλλο αἴσθημα μὲ κατέλαβε σήμερον, αἴσθημα πόνου, αἴσθημα δικαίας ἀγανακτήσεως, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἄνευ τύψεως συνειδήσεως ἔψεξε, καὶ τὸν ἠκούσατε μὲ ποῖον ὕφος, ὡς ἀπατεῶνας τοὺς προκατόχους του, τοὺς ἐπιμεληθέντας νὰ ἀγοράσωσι τὰ παρ’ αὐτοῦ πωλούμενα σήμερον καταδρομικὰ πλοῖα, τὰ τόσῳ χρήσιμα εἰς τὸ πολεμικὸν ἡμῶν ναυτικόν. Ἐγώ, κύριοι, ἕνα μόνον λόγον εὑρίσκω, ὃν δύναταί τις ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ προτείνῃ σοβαρῶς. Καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῆς Σφακτηρίας καὶ τῆς Μυκάλης, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς παρὰ τοῦ Κράτους ἐν ἀνάγκῃ ἀναλήψεως αὐτῶν, κατὰ τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, ἐπεζήτησαν νὰ ἀποφύγωσιν ἐνιαύσιον δαπάνην ἑκατὸν τριάκοντα πέντε χιλιάδων δραχμῶν, ὅσαι ἀπαιτοῦνται πρὸς συντήρησιν αὐτῶν. Πᾶσαι αἱ λοιπαὶ τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις εἰσὶν ἀνάξιαι ἐρεύνης καί τινες ἀνάξιαι καὶ σοβαρᾶς προσοχῆς, ὡς καθ’ αὑτὸ γελοῖαι. Ἀλλ’ ὅ,τι μὲ ἐκπλήττει, εἶναι, πόθεν ἀντλεῖ τόσον θάῤῥος ὁ κ. Ὑπουργός· δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀπέκτησε τὰς ναυτικὰς γνώσεις, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπὶ τίνων ἔργων αὐτοῦ στηρίζει τόσην τόλμην εἰλικρινῆ, ὥστε νὰ ἔρχηται μετὰ στόμφου νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, τοῦ ἐγγηράσαντος ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος, ὀφειλούσης πρὸς αὐτὸν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν ὑπάρχουσαν ναυτικὴν τῆς χώρας παρασκευὴν καὶ τὴν περὶ αὐτῆς πεφωτισμένην πρόνοιαν, καὶ νὰ διαβεβαιοῖ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐφήρμοζε πολιτικὴν ἀπάτης. Καὶ τί ἄλλο λέγετε σεῖς, κ. Ὑπουργὲ, μεταβιβάζοντες τὰ πλοῖα ταῦτα πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν; Δὲν πιστοποιεῖτε ἐπισημότατα τὴν τῶν πλοίων χρησιμότητα; Δὲν ἀναγνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι εἶναι τὰ πλοῖα ταῦτα καὶ χρήσιμα καὶ ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἀναγκαιότατα; Ἀλλὰ βεβαιοῦτε, ὅταν ἀναγράφητε ἐν τῇ συμβάσει τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται τὴν ἑπομένην τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ συγκαλεῖται ἐπιστράτευσις, νὰ παραδώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πλοῖα ταῦτα. Ἀλλ’ ὅταν ἠγοράσθησαν, δὲν ἠγοράσθησαν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, ἐν ὥρᾳ κινδύνου τῆς πατρίδος; Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ, εἶναι πτωχὴ καὶ δὲν δύναται οὔτε νὰ ναυπηγῇ, οὔτε νὰ συντηρῇ διὰ δυσαναλόγων δαπανῶν, οὐδὲ νὰ παρατάξῃ στόλους μυριοναύτας, ἢ ἀποτελουμένους ἀπὸ βαρέα θωρηκτά; Ἀναγνώσατε τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, κ. Ὑπουργὲ, καὶ θέλετε μάθει ἐξ αὐτῆς, ὅτι τὰ ἐλαφρὰ σκάφη τῶν Ὑδραίων καὶ τῶν Ψαῤῥιανῶν ἐνέσπειραν τὸν τρόμον εἰς τοὺς τουρκικοὺς κολοσσοὺς καὶ πάντοτε, ὅπου συνήντησαν, ἔτρεψαν τοὺς τουρκικοὺς στόλους εἰς φυγήν. Καὶ προχθὲς ἀκόμη αὐταὶ αἱ μικραὶ παρασκευαὶ, ἃς οἱ προκάτοχοι ὑμῶν ἐκ τῆς ἐρημώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς ἀνοικονομήτου ἐνδείας, εἰς ἣν εἴχατε καταλείψει αὐτὸ, ἀφίνοντες τὴν ἀρχὴν, ἠδυνήθησαν νὰ συντάξωσι ραγδαίως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου, δὲν ὑπελογίσθησαν μετ’ εὐλαβείας καὶ ὑπὸ τοῦ ὁμόρου Κράτους; Αὐταὶ αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ τοῦ προκατόχου ὑμῶν, περὶ οὗ τόσον ἀφελῶς ἐκφράζεσθε, δὲν ἠνάγκασαν τὰς Μεγάλας Δυνάμεις νὰ ἀποστείλωσιν εἰς τὰ παράλια ἡμῶν τοὺς στόλους αὐτῶν, ἀποτελουμένους ἀπὸ τόσα θωρηκτὰ, ἀπαγορεύουσαι τὴν ἔξοδον τοῦ στόλου ἡμῶν τούτου; Τί ἄλλο μαρτυρεῖ ἡ ὑπερφίαλος αὕτη ἀξίωσις, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ ἐπιτεθῶμεν κατὰ τῆς Τουρκίας κατὰ θάλασσαν, ἐνῷ κατὰ ξηρὰν ἀφῆκαν ἡμᾶς ἐλευθέρους νὰ κινηθῶμεν, παρ’ ὅτι καὶ αὐτοὶ ὑπελόγισαν τὸ ναυτικὸν καὶ ἐξετίμησαν τὴν ναυτικὴν ἡμῶν παρασκευὴν ὡς ἀξιόμαχον πρὸς τὸν ἐχθρὸν ἢ καὶ ἐπικίνδυνον καὶ ἐπίφοβον; Δι’ αὐτῶν τῶν μεταγωγικῶν πλοίων, δι’ αὐτῶν τῶν καταδρομικῶν, καὶ δι’ ἐκείνων τῶν ὀλίγων τορπιλλοφόρων κατωρθώθη νὰ παρασταθῶμεν ὡς ἀξιόμαχοι, καὶ ἰσόπαλοι κἄπως πρὸς τὴν Τουρκίαν τὸ μικρὸν τοῦτο Κράτος, τὸ ὁποῖον κυβερνᾶτε, καὶ νὰ σώσωμεν οὕτω τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὸς τὸν ξένον κόσμον.
§20ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ῥητῶς ἐν τῷ συμβολαίῳ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἑταιρίας ἐπεφυλάχθη ὅρος νὰ πληρῶνται διὰ πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§21ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἰσχυρίσθην προηγουμένως, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ περὶ ταύτης Διατάγματος, ἡ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ θέτῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἀτμόπλοια. Βλέπετε λοιπὸν, κ. βουλευταὶ, ὅτι ἡ μόνη ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι πρὸς ὥραν, λόγῳ οἰκονομίας τῆς πρὸς συντήρησιν αὐτῶν δαπάνης, παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τὰ χρησιμώτατα ταῦτα πλοῖα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἀνομολογεῖ ὡς ἀναγκαιότατα, ὡς πληροῦντα τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἠγοράσθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες μετῆλθον κατ’ αὐτὸν πολιτικὴν ἀπάτης. Καὶ τάχα εἶναι ὥρα νὰ ἀναπτύξωμεν διατὶ ἠγοράσθησαν τότε τὰ πλοῖα ταῦτα; καὶ εἶναι δύσκολον νὰ μαντεύσητε, ὅτι πλοῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τρέξωσι δέκα ἑπτὰ κόμβους, ἦσαν καὶ θὰ ἦναι χρησιμώτατα ἐν ὥρᾳ πολέμου, οἷον ἦτο καὶ θὰ ἦναι πάντοτε ἐκ τῶν περιστάσεών της ἠναγκασμένη νὰ διεξαγάγῃ ἡ Ἑλλάς;
§22ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δέκα τεσσάρων μόνον.
§23ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔστω καὶ δέκα τεσσάρων μόνον. Σᾶς συμβουλεύω, κ. Ὑπουργὲ, νὰ μελετήσητε ὀλίγον καὶ τὴν Φυσικὴν ἱστορίαν· ἐξ αὐτῆς θέλετε μάθει, ὅτι τὰ μικρὰ καὶ ἀσθενῆ ὄντα μόνον διὰ τῆς ταχύτητος ἐπροίκισεν ἡ σοφὴ δημιουργία, ὥστε νὰ σώζωνται. Ἡ ταχύτης αὐτῶν εἶναι τὸ σωστικὸν ὅπλον πρὸς τὴν σωματικὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ῥώμην τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν, πρὸς ἃ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσιν. Ἡ ταχύτης εἶναι τὸ μόνον ἐφόδιον τῆς ἀμύνης κατὰ τῶν βραδυκινήτων ἀλλ’ ἰσχυρῶν ἀντιπάλων των. Τὴν σοφὴν ταύτην τῆς φύσεως διδασκαλίαν ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόσῃ εὐλόγως ἡ πτωχὴ καὶ μικρὰ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὰ ναυτικὰ αὐτῆς ἰδίως. Ἡ δὲ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης ἔσωσεν αὐτὴν καὶ κατὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα τῶν πατέρων ἡμῶν. Ὅπως ἐκεῖνοι, οὕτω καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς εὐτολμίας καὶ τῆς εὐστροφίας τῶν ναυτῶν μας καὶ τῆς ταχύτητος τῶν σκαφῶν μας θὰ σωθῶμεν ποτὲ, ἀγωνιζόμενοι κατὰ τῶν μεγάλων θωρηκτῶν τῶν ἰσχυρῶν κατὰ τοῦτο ἀντιπάλων. Διὰ τὴν ἡμετέραν χώραν ἡ ταχύτης τῶν σκαφῶν καὶ ὁ χειρισμὸς τῆς τορπίλλης ἀπομένει ἡμῖν ἡ μόνη ἐλπὶς, ἡ μόνη δύναμις, ἐκτὸς ἐὰν σοβαρῶς σκέπτεσθε διὰ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν ἀχρήστων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ νὰ εὕρητε δάνειον καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ παρασκευάσητε στόλον ἐκ «Δουϊλίων». — Ἀλλ’ ἀφίνω πλέον τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὴν ἔρευναν περὶ τῶν πόρων τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἱκανῶς διὰ τῆς σαρκαστικῆς αὐτοῦ γλώσσης ἐστηλίτευσεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, ἡ δὲ Βουλὴ ἠδυνήθη νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὸ προσηκόντως.
§24ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν ἀφορμὴν ἔδωκεν ὁ χαρακτηρισμὸς, ὃν ἔδωκεν εἰς τὰ πλοῖα αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνεγνώρισε τὴν ἀληθῆ ἰδιότητα τῶν πλοίων, ὅτι τὰ πλοῖα εἶναι μεταγωγικά· ὡς τοιαῦτα ἠγοράσθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν· ἂν σήμερον δὲν ἐδίδετο ἄλλος χαρακτηρισμὸς, ὡς μὴ ὤφειλε, δὲν θὰ ἐπροκαλεῖτο ἡ παροῦσα συζήτησις. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων. Τὰ πλοῖα ἠγοράσθησαν ὡς μεταγωγικὰ, εἶναι καλῆς ποιότητος καὶ χρήσιμα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ὁ μόνος λόγος, ὁ δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐκποίησιν, εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι ἔχομεν μεταγωγικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ ἀνάγκης δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, ἑπομένως πρὸς οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων τῆς συντηρήσεως ἀπεφάσισε νὰ τὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, δυναμένη νὰ τὰ ἀναλαμβάνῃ ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας. Ἐγὼ πληρέστατα εἶμαι σύμφωνος εἰς τοῦτο, καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἐψήφισα τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συμβάσεως. Ὁμοίως εἰς βʹ. τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προσωρινῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως. Εἰς βʹ. ὁμοίως τὸ περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς. Εἰς πρώτην δὲ συζήτησιν τὸ περὶ τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν δραχμῶν δύο καὶ μιᾶς).
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβληθῇ κατάστασις τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἤτοι κατὰ τὸ 1884, 1885 καὶ 1886. Ὑποβάλλω τὰς καταστάσεις ταύτας.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Κάρτσωνας ἐζήτησε πληροφορίας καὶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους κατ’ αὐτὸν ἄνευ δημοπρασίας παρεχωρήθη ἡ χορηγία τοῦ ἄρτου τῶν φυλακισμένων εἰς Καλάμας καὶ Πύλον. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἴδῃ ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι οὐχὶ ἄνευ δημοπρασίας, ἀλλὰ κατόπιν δημοπρασίας παρεχωρήθη εἰς ἕνα κύριον..... ἴσως οὐχὶ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπεθύμει ὁ κ. Κάρτσωνας.
§27ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν κανένα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀπαρίθμησιν τῶν ἀδηλώτων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ καταμέτρησιν τῶν ἀδηλώτων οἴνων.
§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως δὲν πρόκειται ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἀφοῦ ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἡ καταμέτρησις τῶν ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντων οἴνων δὲν ἐγένετο, δίκαιον εἶναι καὶ συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία, ὅπως ταῦτα ἐνεργηθῶσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ᾼΡΚΖ’ ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν ἐνεργεῖται μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους, ἡ δὲ καταμέτρησις τῶν ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντων οἴνων μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου. Ὁ λόγος, ὅτι δριμύτατος ἦτο ὁ χειμὼν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ ἀπαριθμήσωσι τὰ τοιαῦτα ἀροτριῶντα κτήνη καὶ νὰ καταμετρήσωσι τοὺς τοιούτους οἴνους, βεβαίως δὲν εἶνε σοβαρὸς καὶ ἀποχρῶν· πρῶτον, διότι καλῶς γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ἐφετεινὸς χειμὼν δὲν ἦτο τοιοῦτος, καὶ δεύτερον, διότι ἐπίσης καλῶς γνωρίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀρχῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ αἱ ἑξῆς λέξεις: καὶ ἕνεκα τῶν λοιπῶν ἀπροόπτων καὶ ἀνυπερβλήτων κωλυμάτων. Μήπως τὰ κωλύματα ταῦτα ἦσαν ἡ μέλλουσα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διεξαγωγὴ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν; Μήπως ἠθέλομεν νὰ φαινώμεθα εὐχάριστοι πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀροτριῶντα κτήνη καὶ οἴνους ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντας; Διότι ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα γεγονότα ὡρισμένα, ἅτινα νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυριζώμεθα, καὶ ἰσχυριζόμεθα λοιπὸν καὶ ἐπιμένομεν, ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη τῶν Ἀρχῶν δὲν ἐγένετο, εἰμὴ μόνον διότι ἠθέλησαν νὰ φανῶσιν ἐπιεικεῖς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παρέβησαν τοὺς νόμους τούτους, καὶ ταῦτα χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, εἴτε σήμερον, εἴτε ἐν ἑπομένῃ συνεδριάσει, νὰ μάθω τὰ ἀνυπέρβλητα ταῦτα κωλύματα καὶ τὰ ἀπρόοπτα.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ καλῶς γινώσκει, ὅτι δὲν παρουσιάζεται πρῶτον ἤδη νομοσχέδιον περὶ τῆς παρατάσεως προθεσμίας τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἐν τῷ νόμῳ προθεσμίας οὐδέποτε ἤρκεσε, καὶ καθ’ ἕκαστον ἔτος ζητεῖται παράτασις αὐτῆς, διότι διὰ διαφόρους λόγους εἶναι δυσχερὴς ἡ ἔγκαιρος βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἐξαίρεσις εἶναι ἡ ἔγκαιρος βεβαίωσις αὐτοῦ, κανὼν δὲ ἡ μὴ ἔγκαιρος βεβαίωσις. Ἐφέτος τοῦτο μόνον ἔχει τὸ ἐξαιρετικὸν ἡ αἴτησις περὶ τῆς παρατάσεως ταύτης, ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκδώσωμεν Διάταγμα περὶ τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας καὶ ἤδη ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τοῦ Διατάγματος. (Ἐνταῦθα ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ σιγαροχάρτου.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προσάγων εἰς τὸ κοπτήριον καπνὸν εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀγοράζῃ καὶ ἀνάλογον ποσότητα σιγαροχάρτου, δὲν θὰ ἦναι καλλίτερον νὰ καταργηθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, νὰ προστεθῇ δὲ τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον εἰς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ; Διότι, ἀφοῦ ὁ κόπτων μίαν ὀκᾶν καπνοῦ θὰ πληρόνῃ δραχμὰς 4.90 κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἦναι δὲ ὑποχρεωμένος ν’ ἀγοράζῃ καὶ σιγαρόχαρτον ἀξίας δραχμῶν 2,40, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ μονοπώλιον σιγαροχάρτου, ν’ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; ν’ ἀφήσωμεν δὲ ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀπαλλαττόμενοι καὶ ἀπὸ τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. Ἐπὶ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ, ὅπως ἡ ἀπάντησίς του μὴ ἦναι ὁμοία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Λεβίδην.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας θεωρεῖ, ὅτι θ’ ἀποφύγωμεν τὰ λαθρεμπόρια τοῦ σιγαροχάρτου, ἐὰν καταργήσωμεν τὸν φόρον αὐτοῦ. Βεβαίως θ’ ἀποφύγωμεν, ἐὰν καταργήσωμεν τὸν φόρον τοῦτον, τὰ ἐπ’ αὐτοῦ λαθρεμπόρια, ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι κατορθοῦται διὰ διατάξεων νομοθετικῶν, τὰς ὁποίας εἰσάγομεν, ὅπως καταργηθῇ τὸ λαθρεμπόριον διατηρουμένου τοῦ φόρου, τοῦτο δὲ διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ κόπτοντος καπνὸν ν’ ἀγοράσῃ ἐκεῖ, ὅπου θὰ κόψῃ τὸν καπνὸν, καὶ τὸ ἀνάλογον σιγαρόχαρτον. Τούτου γενομένου τὸ ἐκ λαθρεμπορίου σιγαρόχαρτον δὲν θὰ ἔχῃ πλέον ἀγοράν. Ἐπιτυγχάνομεν ἄρα τὴν κατάργησιν τοῦ λαθρεμπορίου, ἔχομεν δὲ καὶ πλήρη τὴν εἴσπραξιν. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. βουλευτής, διατὶ τότε νὰ ἔχηται δύο φορολογίας; Δὲν εἶναι ὀρθώτερον νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ καταργηθῇ ὁ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου; Βεβαίως οἱ ἐναντίοι τοῦ συστήματος τούτου τοῦτο ἐπιθυμοῦσιν, ἵνα αἱ κραυγαὶ αὐτῶν κατὰ τοῦ συστήματος εὑρίσκωσιν ἠχώ· ἡμεῖς ὅμως θέλομεν τἀναντία, μόνην δὲ μεταβολὴν προτείνομεν περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, μεταβολὴν, ἥτις ὑπόσχεται τὴν κατάργησιν τοῦ λαθρεμπορίου. (Ψηφίζεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον. Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–4).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§35ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5, ὅτι: «αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται καὶ κατὰ τῶν κατεχόντων τοιοῦτο σιγαρόχαρτον, πλὴν ἐὰν τὸ κατεχόμενον ποσὸν δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ πέντε φυλλάδια, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ κατοχὴ λόγον μόνον ἔχει τὴν ἀτομικὴν τοῦ κατόχου χρῆσιν», παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τοῦτο, θέλουσιν ἐπέλθει αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ὁμολογουμένως ἐκίνησαν τὴν ἀγανάκτησιν πάντων κατὰ παρελθούσας ἐποχάς. Διότι ἐπὶ τῇ προφάσει μόνον, ὅτι τὶς ἔχει περισσότερα τῶν πέντε φυλλαδίων, θέλομεν βλέπει τὰς κατωτέρας ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ ἐνεργῶσι κατ’ οἶκον ἐρεύνας, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, πρὸς καταπίεσιν ἐκλογικὴν τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀσύμφορος καὶ ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ διάταξις αὕτη.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἤδη περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον· ἑπομένως, ἐὰν συνέβαινον ὅσα λέγει ὁ κ. βουλευτὴς, αἰτία δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω γνῶσιν, ὅτι συνέβαινον ταῦτα· γινώσκω μόνον, ὅτι κατεδιώκοντο ἀπηνῶς οἱ λαθρέμποροι, ὅπως καὶ ἤδη καταδιώκονται ἀπηνῶς, γινώσκω ὅτι ἡ πολιτικὴ παρενέβαινε πολλάκις ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ δὲν εἰσηκούετο. Ταῦτα εἶναι τὰ γνωστά. Τὸ ἄρθρον τοῦτο προσετέθη ἤδη ἐν τῷ νόμῳ πρὸς πρόληψιν τῶν καταχρήσεων. Ὑποτίθεται, καὶ νομίζω ὀρθῶς, ὅτι ὁ ἔχων σιγαρόχαρτον ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν 5 φυλλαδίων, ἔχει αὐτὸ πρὸς πώλησιν, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἦναι ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου τοῦ μονοπωλίου, ἕπεται, ὅτι ὁ κατέχων παραβιάζει τὸν νόμον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου. Ὁ νόμος θὰ ἠδύνατο λίαν δικαίως νὰ καταδικάζῃ καὶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀγοράζει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν σιγαρόχαρτον μὴ προερχόμενον ἐκ τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ τοῦτο ἐκρίθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ χώραν εἰς καταχρήσεις, ἑπομένως τοιαύτη διάταξις δὲν περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ κάτοχος ὅμως μεγαλειτέρου ποσοῦ τοῦ συνήθως πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἀγοραζομένου ὑποτίθεται, ὅτι κατέχει αὐτὸ πρὸς πώλησιν, καὶ δικαίως πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τοῦ λαθρεμπόρου.
§37ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνίοτε ἡ πολιτικὴ παρεμβαίνει, ἀλλὰ δὲν παρεμβαίνει μόνον προκειμένου περὶ σιγαροχάρτου, ὅπερ ἔχει εὐτελῆ ἀξίαν, παρεμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἅλατα, ὡς γνωρίζει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑπάρχουσι πολιτικοὶ, οἵτινες ἰδιαιτέρως παρεμβαίνουσιν εἰς τὰ ἅλατα. Πληροφορῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἐννοῇ ἐμὲ προσωπικῶς, ὅτι οὐδέποτε παρενέβην, οὔτε παρεκάλεσα αὐτὸν, οὔτε τοὺς περὶ αὐτὸν, ὑπέρ τινος τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐὰν παρεμβαίνω ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου, πράττω τοῦτο ὡς δικηγόρος, καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα καὶ καθῆκον, ὁσάκις καταπιέζωνται, ὅπως ἀγρεύωνται αἱ ψῆφοι αὐτῶν. Οὕτως εἴδομεν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ καταστήματα ἐμπόρων καὶ διὰ μέσων καταπιεστικῶν νὰ ζητῶσι νὰ προσελκύσωσιν αὐτούς· οὕτως εἴδομεν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως εἰσελθόντα εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐνταῦθα καπνεμπόρου καὶ πολιτικοῦ μου φίλου κ. Ἀριστοφάνους Μουρίκη καὶ ἐνεργήσαντα πράξεις, ἀξίας πάσης μομφῆς καὶ καταδίκης. Δυνάμεθα προσέτι νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι οἱ φίλοι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συνέταξαν πλαστὰ πρωτόκολλα καὶ ψευδεῖς ἐκθέσεις περὶ διαφόρων πραγμάτων, οὐχὶ διότι ἐπλανῶντο, ἀλλὰ διότι ἠθέλησαν διὰ πλαστῶν πρωτοκόλλων καὶ τοιούτων καταπιεστικῶν πράξεων νὰ ἀγρεύσωσι τὰς ψήφους τῶν πολιτῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον νὰ τιμήσωσι τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἑαυτῶν ἐμπιστοσύνης. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἑπόμενα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, καὶ τὰ ἄρθρα 1–3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§39ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς διασάφησιν καὶ πληροφορίαν, σχετικὴν μὲ τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκεται, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἦναι συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος καὶ οἰκονομικώτερον νὰ γίνηται ἡ ἐκκοπὴ καὶ προπαρασκευὴ τοῦ καπνοῦ παρὰ τῶν ἁρμοδίων, τῶν κατεχόντων τὴν τέχνην τοῦ παρασκευάζειν καὶ κόπτειν αὐτὸν, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τὴν αὐστηρὰν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐντὸς τῶν κοπτηρίων τῶν ὡρισμένων διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Τοῦτο θ’ ἀπαλλάξῃ τὴν μὲν Κυβέρνησιν τῆς φροντίδος πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν καταλλήλων ὀργάνων, θέλει δὲ παράσχει τὴν εὐκολίαν τοῖς ἐμπορευομένοις ἐντὸς τῶν κανόνων τῆς τέχνης, τὴν ὁποίαν οὗτοι γνωρίζουσι κάλλιον παντὸς ἄλλου, νὰ παρασκευάζωσι τὸν καπνὸν αὑτῶν οὕτως, ὥστε νὰ ὦσι καὶ αὐτοῖς καὶ τοῖς ἀγοράζουσιν ἀρεστοὶ, δὲν θὰ γίνεται δὲ καὶ κατάχρησις οὐδεμία, καθ’ ὅσον ἡ ἐργασία θὰ γίνεται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Οὕτω καὶ τὰς δυσχερείας, ἃς τινὲς ἀπαντῶσιν ἕνεκα τῆς νέας φορολογίας τοῦ καπνοῦ, θὰ μετριάσωμεν, ἐὰν δοθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τουλάχιστον νὰ παρασκευάζωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν καπνὸν, καθ’ ὅσον ἓν τῶν κυριωτέρων παραπόνων τῶν ἐμπορευομένων κατὰ τοῦ συστήματος τούτου εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ ἡ ποιότης τούτου βλάπτεται.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς, δὲν ἀποκλείεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑποβάλλει τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ· διότι ναὶ μὲν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ λέγεται, ὅτι ἡ κοπὴ ἐνεργεῖται ὑπὸ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται τὰ ὄργανα αὑτῆς νὰ ἐκλέγῃ καθ’ ὡρισμένον σύστημα, τὸ δὲ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ ἐκλέξῃ, δυνατὸν νὰ ἦναι αὐτὸ, τὸ ὑπὲρ οὗ συνηγορεῖ ὁ κ. βουλευτὴς, σύστημα δηλαδὴ, καθ’ ὃ ὄργανα αὑτῆς πρὸς κοπὴν τοῦ καπνοῦ νὰ ἦναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν ἐνδεικνύμενοι, ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους ἐργαζόμενοι· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τρόπος ἐκτελέσεως, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἀντιστρατεύεται. Γινώσκει ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι ἐν τῇ προγενεστέρᾳ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις διάφορα συστήματα ἐκτελέσεως, καὶ σύστημα ἐργολαβίας καὶ σύστημα κοπῆς δι’ ὀργάνων ἀμέσως παρ’ αὐτῆς προσλαμβανομένων. Τὸ σύστημα τὸ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἤδη προτεινόμενον δὲν ἐφηρμόσθη τότε, ἡ Κυβέρνησις ὅμως τὸ ἔλαβεν ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν.
§41ΤΟΜΑΝ. Ἀφίεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ· τὸ συνιστῶ ἁπλῶς, καὶ εὔχομαι νὰ τὸ δεχθῇ. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 4–42 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 43).
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 43 παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). «Ὁ πωλῶν κεκομμένον καπνὸν κλπ. μὴ προερχόμενα ἐκ τῶν ἐργοστασίων τοῦ Δημοσίου κλπ. τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον δραχμῶν 100–1000, ἀνακαλουμένης καὶ τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδεύματος διὰ χρονικὸν διάστημα ἓξ μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν κλπ.» Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδεύματος δὲν εἶναι εὔλογος, διότι, προκειμένου περὶ τῶν τοιούτων λαθρεμπόρων, ἔχομεν τὴν δρακόντειον διάταξιν τοῦ προστίμου δραχμῶν 100–1000, ἔχομεν δὲ καὶ τὴν δήμευσιν τοῦ πράγματος. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνακαλῆται ἡ ἄδεια τοῦ ἐπαγγέλματος ἐπὶ ἓξ μῆνας μέχρι δύο ἐτῶν. Τοῦτο νομίζω τὸ τελευταῖον εἶναι προδήλως πλέον ἢ δρακόντειον, καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγένετο. Ἐὰν ἦναι ὁ λόγος τὸ νὰ μὴ ὑποπέσῃ ὁ ἐνεργῶν λαθρεμπορίαν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐκ δευτέρου εἰς τὸ αὐτὸ ἀδίκημα, ἔχομεν καὶ ἐκ δευτέρου τὴν αὐτὴν ποινὴν τῶν 100–1000 δραχμῶν. Διατί λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἥτις ἀφαίρεσις δύναται νὰ καταστρέψῃ τὸν ἐμπορευόμενον; Διὰ τοῦτο πιστεύω θέλει συναινέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε αἱ σειραὶ αὗται περὶ ἀφαιρέσεως τῆς ἀδείας τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος νὰ ἀφαιρεθῶσι.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔγκλημα λαθρεμπορίας καπνοῦ γίνεται ἐξ ἀμελείας καὶ οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως. Ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐγένετο τὸ ἔγκλημα ἐξ ἀμελείας, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν μετά τινος ἐπιεικείας· ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἦναι ἀδύνατον, ὅταν ὁ λαθρεμπορεύων περὶ τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ δὲν δύναται νὰ μὴ ἐργάζηται ἐκ δολίας προαιρέσεως, πωλῶν καπνὸν μὴ προερχόμενον ἐκ τοῦ μονοπωλίου, δὲν δύναται ν’ ἀγνοῇ, ὅτι παραβιάζει τὸν νόμον, ἡ κατὰ νόμον ποινὴ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐστηρά, ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν μηδὲν ἔχοντα δικαίωμα ἐπὶ τὴν ἐπιείκειαν τῆς πολιτείας. Ἡ πολιτεία ὀφείλει πᾶσαν προστασίαν πρὸς τὸν ἐντίμως ἐμπορευόμενον· ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ προσώπου ἐμπορευομένου οὐχὶ ἐντίμως, ὅπως ἀπολαύῃ τὸ κέρδος, οὐχὶ τὸ προερχόμενον ἐκ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ τὸ ἀφαιρούμενον ἐκ τοῦ Δημοσίου, τὸν οὕτως ἐργαζόμενον δυνάμεθα ἀνενδοιάστως νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐμπορεύεσθαι ἐπὶ χρόνον τινά.
§44ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦσαν ὀρθά, τότε ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ τεθῇ εἰς πᾶσαν διάταξιν λαθρεμπορίας· ἡ αὐτὴ ποινὴ ἔπρεπε νὰ τίθηται καὶ εἰς τοὺς ἔξωθεν εἰσάγοντας λαθρεμπορικῶς, ὅπως τοῦτο γίνεται εἰς τὸν καπνὸν, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς πλοιάρχους, τουτέστι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐμπορεύεσθαι εἰς ὅσους ἔξωθεν εἰσάγουσι λαθρεμπορικῶς, νὰ ἀπαγορεύσωμεν δὲ καὶ εἰς τοὺς πλοιάρχους τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ γίνεται.
§46ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχὴν, ἐννοεῖτε, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐκτὸς τούτου, εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἕκαστος πολίτης Ἕλλην δύναται ἐλευθέρως νὰ μετέρχηται τὸ ἐπάγγελμά του.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ λαθρέμπορος;
§48ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι ἀρκετὴ ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπιβάλλετε, διότι τῷ ἐπιβάλλετε φυλάκισιν καὶ δήμευσιν ἐκτὸς τοῦ ὀκταπλοῦ τέλους.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἡ δήμευσις δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα;
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐταὶ εἶναι ποιναὶ, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ ποινικὸς νόμος καὶ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι νόμος;
§52ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ μετέρχηται τὸ ἐπάγγελμά του. Δὲν θὰ φέρῃ δὲ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ νόμος διὰ τῆς στερήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος· διότι ὁ τιμωρηθεὶς δι’ αὐτῆς τῆς ποινῆς θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐμπορεύηται, οὐχὶ μὲν αὐτὸς, ἀλλὰ δι’ ἀντικαταστάτου. Διατὶ λοιπὸν, ἀφοῦ ἡ διάταξις δὲν ἐπιτυγχάνει καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τηρήσῃ αὐτήν; Ἢ πρέπει νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ, ἢ νὰ τὴν καθιερώσῃ εἰς ὅλους τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ Κράτους.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας παρατηρεῖ, ὅτι, ἂν ἡ διάταξις ἦτον ὀρθὴ περὶ τοῦ λαθραίως πωλοῦντος καπνὸν, πολὺ μᾶλλον θὰ ἦτον ὀρθὸν νὰ ἰσχύῃ προκειμένου περὶ τοῦ λαθραίως εἰσάγοντος ἐμπορεύματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς, ἐκτὸς τῶν λαθραίως εἰσαγόντων ἐμπορεύματα, εἶπεν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς πλοιάρχους· τοῦτο γίνεται ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ νόμου· δὲν γίνεται δὲ διὰ τοὺς εἰσάγοντας λαθραίως ἐμπορεύματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ συμπληρωθῇ. Εἶπε δὲ, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐμπορεύεσθαι ἐξασφαλίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ μήπως ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι δὲν ἐξασφαλίζονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος; Καὶ ὅμως τίθενται ποιναὶ περιορίζουσαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου καὶ ἐλαττοῦσαι τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ, τότε πρέπει νὰ καταργήσωμεν ὅλον τὸν ποινικὸν νόμον, διότι οὐδὲν ἄλλο κάμνει ὁ ποινικὸς νόμος ἢ νὰ στερῇ τὸν πολίτην τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Φυλακίζεται τις; ἀποστερεῖται τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει τὸ Σύνταγμα· τῷ ἐπιβάλλεται πρόστιμον; τοῦ ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία· τοῦτο συμβαίνει ἀπὸ τοῦ ἐλαφροτάτου πταίσματος μέχρι τοῦ βαρυτάτου ἐγκλήματος. Ἡ πρότασις δὲ τοῦ κ. βουλευτοῦ εἰς πᾶν ἄλλο συντελεῖ ἢ εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐμπορίας. Ἐὰν ἔχῃ οὕτως, ὡς φρονεῖ ὁ κ. βουλευτὴς, καὶ τὸν φονέα ἡ πολιτεία δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ, οὐδὲ διὰ τῆς εἱρκτῆς. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐδείκνυε τοσαύτην τρυφερότητα πρὸς τὸν λαθρέμπορον, προστατεύουσα αὐτὸν πρὸς ἐξάσκησιν τοιούτου ἐπαγγέλματος.
§54ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησεν, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναταί τις διοικητικῶς νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του. Ἂν ᾖναι τοῦτο ἀντισυνταγματικὸν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. βουλευτής, οὐδὲ πρόστιμον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ διοικητικῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος φρονεῖ, ὅ,τι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς φρονεῖ περὶ τῶν διοικητικῶν ποινῶν, περιττὸν νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, ἀφοῦ ἄλλως δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τοὺς περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας νόμους. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτής, δεικνύων ἄκραν στοργὴν πρὸς τοὺς λαθραίως ἐμπορευομένους τὸν καπνὸν, ἐζήτησεν ὅπως τυγχάνωσι τῆς αὐτῆς προστασίας, τῆς ὁποίας τυγχάνωσιν οἱ λαθρεμπορευόμενοι τὸ ἅλας. Δὲν ἐξετάζω, διατὶ ζητεῖ τοῦτο, ἀλλ’ ἐκ τῆς τοιαύτης ἀφομοιώσεως θὰ ἐζημιοῦντο οἱ παρ’ αὐτοῦ προστατευόμενοι. Ἠξεύρει ὁ κ. βουλευτής, ὅτι τοσοῦτον ἀπηνῶς κατεδίωξα τοὺς λαθραίως ἐμπορευομένους τὸ ἅλας, ὥστε ὁ κ. βουλευτὴς εἶχεν ἐλπίσει πρὸς στιγμὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἦτο ἀποχρῶν, ὅπως ἐπιδράσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας τοῦ νομοῦ, εἰς ὃν ἀνήκω. Δύναται ὁ νομός νὰ ἔχῃ ὀλίγους τοιούτους, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀπεδείχθη ἐλάχιστος, ἂν καὶ μοὶ ἔδωσαν πάντες ψῆφον μέλαιναν, ὡς καταδιωχθέντες παρ’ ἐμοῦ ἀπηνῶς. Τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρεδέχθη, ὅταν ἦτο Ὑπουργός. Τότε δὲν εἶχε τὰς ἰδέας τὰς νῦν· ἔκτοτε προώδευσαν αἱ ἰδέαι του πρὸς τὰς ἐλευθερίας, μέχρι τῆς λαθρεμπορίας, διεφώνησα δὲ καὶ ἐγὼ ἔκτοτε πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν, ὥστε κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν δὲν διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἐκληφθῶ παρὰ τῶν ἀκουόντων, ὡς συμμεριζόμενος τοιαύτας ἰδέας.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἠμφισβητήθη τὸ νόμιμον τοῦ νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ ἀπὸ Ἀρχὰς ἄλλας ἢ τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἐν τούτοις πολλοὶ τῶν φορολογικῶν νόμων ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχὰς νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὴν εἰς τοὺς παραβιάζοντας τὰς διατάξεις αὐτῶν· ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ποιναὶ εἶναι πάντοτε χρηματικαὶ καὶ ἀνάλογοι συνήθως πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ὁ παραβιάζων τὸν νόμον ἀπεπειράθη νὰ ὑπεκφύγῃ. Ἐνταῦθα βλέπω δύο τινά: α.) ὑπάρχει ἡ χρηματικὴ ποινὴ, ἥτις δὲν εἶναι ὡρισμένη, ἀλλὰ δύναται νὰ ᾖναι ἀπὸ 100–1000 δραχμάς· τοῦτο εἶναι πολὺ ἐλαστικὸν καὶ δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς καταχρήσεις καὶ παράπονα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ποινῆς ταύτης καὶ τῆς δημεύσεως τοῦ πράγματος, ἀφαιρεῖται καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ἐπιτηδεύματος. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς προστίμου διοικητικῶς, διατὶ δὲν ἀναγνωρίζετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβληθῇ ὡς ποινὴ διοικητικῶς καὶ ἡ ἀποστέρησις τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἄλλη ποινή; Ἀλλὰ δὲν φοβεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχὰς, νὰ ἐπιβάλλωσιν ἴσως καὶ εἱρκτὴν καὶ θάνατον; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῶν διοικητικῶν ποινῶν, καὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν χρηματικὴν ποινήν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλληται καὶ ἄλλη ποινὴ, πρέπει αὕτη νὰ ἐπιβάλληται μόνον ἀπὸ τὰ δικαστήρια.
§57ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτι, κύριοι, ὁ νομοθέτης δὲν ἔδειξε πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Διοίκησιν ὡς Δικαστικὴν Ἀρχὴν, προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει). «Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι· αἱ ἄρσεις συγκρούσεως δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδὲν δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου κλπ.» Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι βεβαίως περὶ τούτου τὸ κύριον ζήτημα. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· ὁ φόβος τόσον διὰ τοὺς ἰδιώτας, ὅσον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, (ζημιούμενον ἐκ τῆς ἀεργίας τῶν ἰδιωτῶν) ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἀποφάσει ἑνὸς οἱουδήποτε οἰκονομικοῦ ἐφόρου νὰ ἀφαιρῆται τὸ ἐπιτήδευμα!....
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ἔφεσις.
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ ἀφαιρῆται τὸ ἐπιτήδευμα παρ’ ἐπιτηδευματίου ἐκ μέρους ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τοὐλάχιστον τὴν ἑξῆς βάσιν, ὅτι ἐν ὑποτροπῇ δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ ἐπιτήδευμα, ἠδύνατό τις ἴσως νὰ μὴ ἐπέμενε πολύ. Ἀλλ’ οὔτε τοῦτο τοὐλάχιστον τὸ ἐπιεικὲς ὁπωσδήποτε ἔχομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ἅπαξ τις συλλαμβάνεται ὡς λαθρέμπορος καπνοῦ, δύναται εἷς ἔφορος τελευταίας τάξεως, διορισθεὶς τίς οἶδε τίσι μέσοις καὶ διὰ τίνος τρόπου καὶ τίσι συστάσεσι, δύναται λέγω νὰ ἀναγορεύσῃ ἑαυτὸν εἰς δικαστὴν, καὶ μὴ ἔχων νὰ δώσῃ λόγον, εἰμὴ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν συνείδησίν του, νὰ ἀφαιρῇ τὸ ἐπιτήδευμα παρ’ ἑκάστου, ὃν ἴσως καὶ φαντάζεται ὡς λαθρέμπορον, ἢ ὃν ἴσως καὶ συμφέρον ἔχει νὰ πλάσῃ λαθρέμπορον. Διότι ποτὲ ὁ νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ ἀμελῇ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ποιότητος ἐκείνου, ὅστις πρόκειται νὰ ἀναγορευθῇ δικαστής. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν, κύριοι, ὑπάρχει καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 ἀφαιρεῖται τὸ ἐπιτήδευμα, καὶ κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου εἴπομεν, ὅτι τὸ ἐπιτήδευμα δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ κατὰ τῆς πράξεως ταύτης τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἔφεσις. Ἀλλὰ πρὸς τίνας πάλιν γίνεται ἡ ἔφεσις, καὶ τίνος εἴδους ἔφεσις ἐπιτρέπεται; Πρὸς ἓν Συμβούλιον, ἔχον τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἓν Συμβούλιον, δικάζον ὡς ἱερὰ ἐξέτασις. Διατί; Διότι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι ἐν συμβουλίῳ ἐξετάζουσιν ἐρήμην, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ κατηγορουμένου. Ἐξετάζουσιν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, μὴ ἔχοντες νὰ ἀκούσωσι τὴν φωνὴν ἐκείνου, ὅστις θέλει νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἴδιον δίκαιον, διότι δυνατὸν καὶ νὰ ἀδικῆται, ἀλλ’ ἔχοντες νὰ δικάσωσιν ἐν κεκλεισμένῳ δωματίῳ, ἐπὶ τίνι βάσει; Ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶς ἐγγράφων. Ἰδοὺ ἡ προστασία, ἧς νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ ἀπολαμβάνῃ ὁ φορολογούμενος πολίτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ, κύριοι, τὸ σφαλερὸν καὶ ἐπαναλέγω, τὸ τερατῶδες καὶ τὸ ἐπικίνδυνον τοῦ νομοσχεδίου· εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ νόμου, εἰς ὃ θέλομεν φθάσει, τὴν ἀπόφασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τὰς ἐφέσεις δικάζει καὶ ἀναθεωρεῖ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ δύναται ἐνίοτε νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν καὶ ἐκεῖνος, καθ’ οὗ διαφόρως πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἐδίκασε τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων. Διατί; Διότι λέγει τὸ ἄρθρον 54 (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τοῦτο (τῶν νομικῶν συμβούλων) δύναται καὶ ἄνευ ἐφέσεως νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων καὶ αὐτεπαγγέλτως νὰ μεταβάλλῃ αὐτάς». Δυνάμεθα λοιπὸν, κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ σοφὸν, νὰ ἔχωμεν ἕνα οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅστις νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἐπὶ τοιαύτης τινὸς καταγγελίας δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ πρόστιμον, οὔτε νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐπιτήδευμα ἀπὸ τοῦ ἐπιτηδευματίου, διότι δὲν ὑφίσταται λαθραία πρᾶξις. Τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ ταύτην καὶ τὰ ἔγγραφα ὁ ἔφορος ἀποστέλλει εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων δύναται τότε νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐφόρου, νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμον δραχμῶν χιλίων καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἐπιτηδευματίου, τούτων δ’ ἁπάντων ὁ ἐπιτηδευματίας, οὐδεμίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον βλέπω ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν. Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν, κύριοι, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα προσθέτουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἰσχυρὰ, καὶ μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι, ὅπως σήμερον μετὰ ἐκλογὰς παρέστημεν ἀποδοκιμάζοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ πλέον διὰ τὰ παράσημα, διότι περὶ αὐτῶν ἴσως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ σπουδαῖος λόγος, ἀφοῦ τοσοῦτον ἐξηυτελίσθησαν, ἀλλ’ ἐὰν σήμερον λέγω μετ’ ἐκλογὰς παριστάμεθα καὶ καυτηριάζωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰς ἀπονεμηθείσας χάριτας εἰς διαφόρου μεγέθους καὶ διαφόρου ποιότητος κακούργους, μὴ ἀμφιβάλλητε, κύριοι, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἐποχὴ, καθ’ ἣν θέλομεν παρασταθῆ ἐνταῦθα, ἀποδοκιμάζοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ πράξεις τοιούτου Συμβουλίου εἶναι κατ’ ἐμὲ καθαραὶ πράξεις κυβερνητικαί, ἀποδοκιμάζοντες, λέγω, τὰς ἀφαιρέσεις τῶν ἐπιτηδευμάτων, αἵτινες κατὰ τὰ 9/10 θέλουσι γίνει πρὸς ἄγραν ψήφων, ἐὰν βεβαίως ἔχωμεν τὸ ἀτύχημα νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι διὰ παντὸς μέσου πρέπει νὰ προσπαθήσωσι νὰ μεταβάλωσι τὸ δημόσιον φρόνημα.
§60ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἐπιτηδεύματος ἀντίκειται εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντέταξεν, ὅτι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κεφαλληνίας εἶναι ἀκριβὴς, εἶναι ὀρθὸς, τότε ἐννοεῖται ὅτι κατὰ συμπερασμὸν πρέπει νὰ ἰσχυρισθῶμεν, καὶ ὁπωσδήποτε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ πᾶν ὅ,τι διατάσσει ὁ ποινικὸς νόμος ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ θεμελιώδους νόμου καὶ ἑπομένως, ὅτι ὁ πολίτης, ὅστις παραβαίνει τὰς διατάξεις τοῦ ποιν. νόμου, καὶ τοῦ ὁποίου δημεύεται ἡ περιουσία, ἢ ὁπωσδήποτε παθαίνει, εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν καὶ ὁ λαθρέμπορος, ὅστις κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου στερεῖται τοῦ δικαιώματος τοῦ μετέρχεσθαι τὸ ἐπάγγελμά του. Ἀλλὰ, κύριοι, κατὰ πρώτην ἔποψιν ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς, ὅστις φαίνεται, ὅτι ἔχει βασιμότητά τινα, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος, καθότι ναὶ μὲν καὶ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον ὁ πολίτης ὁ παραβαίνων αὐτὸν ὑπόκειται εἰς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος αὐτὸς, ἀλλ’ ὁ ποιν. νόμος ἐφαρμόζεται ὑπὸ Ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὥρισε τὸ Σύνταγμα, ἤτοι τῆς δικαστικῆς, ἥτις εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς διοικητικῆς καὶ ἥτις οὐδὲν ἄλλο συμφέρον ἔχει ἐν τῇ πολιτείᾳ, εἰμὴ ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐφαρμόσῃ ἀμερολήπτως τὸν νόμον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, βεβαίως ἡ Βουλὴ, ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν καὶ πᾶσαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε συμπεριλάβει εἰς τὸ νομοθέτημά της, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν ἤθελεν ἀναθέσει εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, καὶ ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ, εἰς ἣν δὲν ἀναθέτει τὸ Σύνταγμα δικαστικὰ καθήκοντα καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἄμεσον συμφέρον ταμιευτικὸν, καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος καὶ διάδικος, ὅστις πρόκειται καὶ νὰ τιμωρήσῃ. Ἐὰν λοιπὸν εἰς αὐτὸν τὸν ἐνδιαφερόμενον ἀναθέτωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, τὴν τιμήν του, ποῦ πλέον αἱ ἀσφάλειαι, ποῦ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν διὰ τῶν νομοθετημάτων ἡμῶν καὶ ἐπεδιώξαμεν διὰ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει; ποῦ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν; ποῦ αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ποιν. νομοθεσία, ἡ ὁποία δικάζει τὰς παραβάσεις τοῦ ποιν. νόμου; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέθεσε λεπτομερῶς τὴν διαφορὰν μεταξὺ Ποινικῆς διαδικασίας καὶ Διοικητικῆς, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἐξαρτᾶτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου· διότι, ὅταν τῷ ἀφαιρῆτε τὸ ἐπιτήδευμα, τῷ ἀφαιρῆτε τὴν ἐργασίαν, τὰ μέσα τοῦ νὰ πορισθῇ τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας του, καὶ τὸν ἀναγκάζητε νὰ καταφύγῃ εἰς πᾶν ἔκνομον μέσον πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν, βεβαίως τοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας. Ἡ ἐλευθερία του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ ἀπὸ συμβούλους, οἵτινες δικάζουσι καὶ καταδικάζουσιν ἄνευ τῆς παραστάσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου, ἄνευ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς τέλος πάντων εὐθύνης, ἀπέναντι τῆς κοινωνία, ἢ οἱασδήποτε Ἀρχῆς. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀρθή, καὶ ἐπιμένω νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν τοιαύτην διάταξιν, διότι εἶναι διάταξις ὄχι μόνον ἄδικος, ἀλλὰ δὲν φέρει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον σκοπεῖ· θὰ κεῖται δὲ ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ἀσχημία ἀπέναντι τῶν ἰσχυόντων παρ’ ἡμῖν νόμων, καὶ τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξαν αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ὑπὲρ τοῦ πολίτου.
§62ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε καὶ ἐγὼ θὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου τὴν διάταξιν αὐτὴν, καθόσον πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου τούτου, ὅπως ἤδη εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν τὴν εὐχάριστον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ κ. Πρόεδρος τοσούτῳ πλούσιος εἰς τὴν παροχὴν δικαιωμάτων, εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους ἰδίως· δὲν λέγω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι ἐν γένει εἶναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ μὴ δεχθῶμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐφόρων ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, καὶ ἐὰν ἔχῃ οὕτω, θὰ προκύψῃ ἓν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ βλάψῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀδικηθέντα. Ἔχομεν, κύριε Πρόεδρε, δύο παραδείγματα ἐν Καλάμαις τοιαύτης ἀδικίας, καὶ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀνορθώσεως τοιούτων ἀδικημάτων· τὰ ἀδικήματα προῆλθον ἐκ τῆς κακοβουλίας ἑνὸς ἐφόρου. Ὁ νόμος περὶ τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων εἶναι νόμος, ὅστις παρέχει εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους δίστομον μάχαιραν, καὶ μάθετε παρ’ ἐμοῦ, διότι εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ γνωρίζω ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου ἀνεχώρησαν ἔφοροι πλούσιοι, ἐνῷ ἦλθον πάμπτωχοι. Ὅταν ἀναγράφητε εἰς τὸν νόμον περὶ τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σφραγίζῃ τοὺς λέβητας τῶν ἐργοστασίων καὶ νὰ ἀποσφραγίζῃ ὁπόταν θέλῃ, αἴ, μὰ τὸν Θεόν! τότε δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ κλέπτης ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος. Λυπηρὸν εἶναι νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅστις μᾶς ἀκούει, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται· κατέστησαν κακοήθεις οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους διά τινων νόμων, οἵτινες λειτουργοῦσιν οὕτω δι’ αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν, ἐπιμένει νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους, εἴτε εἰς οἱονδήποτε ὑπάλληλον, εἴτε οἰκονομικόν, εἴτε διοικητικόν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως, τίνος, κύριε Πρόεδρε; τοῦ ἄρτου, τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ πολίτευμα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουσι πάντες οἱ νόμοι τῆς πατρίδος. Ἐὰν, λέγω, δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀφαιρέσεως τοιούτου δικαιώματος εἰς ἕνα οἰκονομικὸν ἔφορον, ἐστὲ βέβαιοι, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐκεῖνος θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀνταλλάξῃ μὲ χιλίας ἢ δύο χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως ἀντήλλαξε τὴν ἐργασίαν τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ μὲ 500 δραχ. ἢ καὶ 1000.
§63ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν λέγετε πρόσωπα;
§64ΤΖΑΝΕΣ. Ὅταν λέγωμεν τὰ πράγματα, εἶναι περιττὰ τὰ πρόσωπα· ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι εἰς γνῶσιν πολλῶν πραγμάτων. Τὰ πρόσωπα λέγονται ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν συμφέρει νὰ λέγωνται δημοσίᾳ· διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπονοῶ, εἶναι πρόσωπα ἐξασκήσαντα τὰ καθήκοντα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐντίμως, ἤδη ὅμως δυστυχῶς ἐξηχρειώθησαν, διότι τοῖς ἐδόθη ἡ δίστομος μάχαιρα, ἡ ὁποία κόπτει καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου· διότι ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν ἰσχὺν νὰ κυβερνήσῃ ἀγαθῶς τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ, ἔστω καὶ λεληθότως, νὰ διαφεύγωσι τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεώς του νόμοι, οἵτινες ἐξαχρειοῦσι τὴν ὑπαλληλίαν.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παροῦσα συζήτησις, ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιτηδεύματος ἀπὸ τῶν λαθραίως ἐμπορευομένων τὸν καπνὸν, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς καταργήσεως τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Ἔφθασαν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία εἶναι ἀντισυνταγματική, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ, ὅτι πρέπει τὰ λαθρεμπόρια μόνον ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων νὰ δικάζωνται, καὶ ὅτι πᾶσα ἐνέργεια διοικητική, προκειμένου περὶ λαθρεμπορίου, εἴτε τοῦ καπνοῦ, εἴτε ἐν τοῖς τελωνείοις, εἶναι ἀντισυνταγματική. Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὅλοι γινώσκομεν τὰ κακὰ τὰ ἐκ τῆς λαθρεμπορίας, ἀλλ’ ὅσον μεγάλα καὶ ἂν ἦναι, δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι διάταξιν ἀντισυνταγματικήν, καὶ ἂν ἠδύναντο οἱ κ.κ. βουλευταὶ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχει τι τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἡ σύστασις διοικητικῶν δικαστηρίων, ἢ ἐνάσκησις διοικητικῆς διαδικασίας, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἴδωμεν τὸ λαθρεμπόριον ἀκμάζον ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀναγράφει τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν, ῥητῶς ἀναγράφει τὴν ὕπαρξιν διοικητικῶν δικαστηρίων, ἀπαιτεῖ μόνον πρὸς τοῦτο τὸν κανονισμὸν αὐτοῦ διὰ νόμου, καὶ περὶ ψηφίσεως νόμου ἤδη συζητοῦμεν. Τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος προβαίνει καὶ περαιτέρω καὶ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποφάσεως εἰς διοικητικὰ δικαστήρια καὶ ἄνευ τοῦ διὰ νόμου κανονισμοῦ αὐτῶν, προκειμένου περὶ δικαιοδοσίας προϋπαρχούσης. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ψηφίσεως νόμου, τουτέστι περὶ ἐκτελέσεως τοῦ 101 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Δὲν πρόκειται νὰ νεωτερίσωμεν κατ’ οὐδὲν, οὔτε περὶ τὴν σύστασιν τῶν δικαστηρίων τούτων, οὔτε περὶ τὴν φύσιν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας πρὸ ὀλίγου ὡμίλει περὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν τέως δὲν εἶχεν. Ἀλλ’ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐνήσκει μέχρι τοῦδε τὴν αὐτὴν δικαιοδοσίαν, ἡ δὲ δικαιοδοσία αὕτη εἶναι μηδαμινή, διότι εἶναι δικαιοδοσία καθ’ ὅλα ὑποτεταγμένη εἰς τὴν ἔφεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσαγάγῃ, ἐνώπιον ἀνωτέρας Ἀρχῆς, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν νομικῶν συμβούλων, ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀπόφασις. Περὶ Νομικοῦ ἄρα Συμβουλίου πρόκειται, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ ζητήσητε τὰς ἐγγυήσεις, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐφόρου δὲν εἶναι ὁριστική. Τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων ἀπετέλεσε μεγάλην πρόοδον ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, ὁ θεσμὸς δὲ τούτων ἐπολεμήθη παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐξανίστανται κατὰ τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Ἡ ἐγγύησις τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου εἶναι ἐπαρκὴς προστασία τοῦ καθ’ οὗ ἡ ἀπόφασις τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου. Δὲν θὰ ὑπῆρχε δὲ σήμερον ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐὰν εἰσηκούοντο οἱ νῦν ἀπαιτοῦντες, ὅπως καταργηθῇ πᾶσα διοικητικὴ δικαιοδοσία, ὡς μὴ παρέχουσα ἐγγυήσεις εἰς τὸν πολίτην. Ἡμεῖς ἐπετύχομεν διὰ τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμοσθῇ διὰ κανονισμοῦ ἀρίστου τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Τίνα ἄρα λόγον ἔχομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῆς τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ καπνοῦ; Μήπως οἱ λαθρέμποροι τοῦ καπνοῦ βλάπτουσιν ὀλιγώτερον τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν ἄλλων λαθρεμπόρων; Ἢ μήπως πρέπει περὶ λαθρεμπόρων τοῦ καπνοῦ ἰδίως νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ νὰ θεωρήσωμεν αὐτοὺς ὡς προνομιούχους ἀπέναντι τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας; Ἐὰν οἱ κ. βουλευταὶ, οἱ τοιαῦτα προτείνοντες, ὑποστηρίξωσιν, ὅπως ἐντελῶς καταργηθῇ ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία, δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἁρμόζουσα περίστασις, ἵνα συζητῶμεν περὶ τούτου. Ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία ὑφίσταται, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἤδη ἁπλῶς προτείνομεν, εἰς ταύτην τὴν δικαιοδοσίαν νὰ ὑπαχθῶσι περιπτώσεις ὁμοίας φύσεως τῶν εἰς αὐτὴν ὑπαγομένων μέχρι τοῦδε. Κατ’ οὐδὲν ζητοῦμεν νὰ νεωτερίσωμεν, οὐδὲ τὴν ἐξουσίαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ν’ αὐξήσωμεν, οὐδὲ τὸν κύκλον τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας νὰ εὐρύνωμεν. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν ἀμφισβήτησιν φύσεως μὴ διοικητικῆς. Οὐδεὶς ἄρα λόγος ὑπάρχει, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει καὶ εἶχεν ἐν τῷ προγενεστέρῳ νόμῳ, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς ἀναζῇ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο σύγχυσις καὶ σύγχυσις σπουδαιοτάτη, δυναμένη νὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτας συνεπείας, ἐὰν σήμερον καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργός. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δικαστηρίου, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ ὑπαγάγωμεν, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Συντάγματος, διαφορές τινας εἰς τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ θὰ προσκολληθῶ εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ποινὰς προστίμου κατὰ πρῶτον λόγον κατὰ τοῦ λαθρεμπόρου, ἐνῷ ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ λαθρεμπορίας δὲν ἐπιβάλλει ποινὴν προστίμων· λέγει, ὅτι ὁ λαθρέμπορος ὑποβάλλεται εἰς τέλος ὀκταπλοῦν· ἤδη δὲ πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ ἀξιόποινος πρᾶξις καὶ ἑπομένως τὸ ἐπιβαλλόμενον πρόστιμον εἶναι ἐκ τῶν ποινῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων προέβλεψεν ὁ ποινικὸς νόμος, καὶ μόνον τὸ δικαστήριον τὸ τακτικὸν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὰς, καθότι κατὰ τὸ Σύνταγμα «οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ τοῦ νομίμου αὐτοῦ δικαστοῦ». Δὲν δυνάμεθα τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς ταύτης νὰ ἀναθέσωμεν ἐν οὐδεμιᾷ περιστάσει εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐξουσίαν· ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τὴν ὀνομάσωμεν, ὄχι πρόστιμον χιλίων δραχμῶν, ἀλλ’ οὐδὲ πέντε δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ παρομίᾳ περιπτώσει ἄλλος ἀπὸ τὸν δικαστήν· παρατηρήσατε εἰς τὰς παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, ὅτι δὲν δύναται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ποινὴν, οὔτε δύνασθε διὰ νόμου νὰ ἀναθέσητε εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν τοῦτο, διότι εἶναι ἐκ τῶν ποινῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων προέβλεψεν ὁ ποινικὸς νόμος. Ὅταν λοιπὸν ἀναθέσητε εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἐπιβάλλῃ πρόστιμον, κάμνετε σύγχυσιν ἐξουσιῶν, ἀντιποιεῖσθε δικαιώματα ἀλλότρια, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος. Οὐδεμία ἄλλη ἐξουσία λοιπὸν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν προκειμένην ποινὴν, πλὴν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων· οὐχὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, οὐχὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Διατί, κύριοι; Διότι διὰ νὰ ἐπιβάλητε τὴν ποινὴν πρέπει νὰ ἀκούσητε προηγουμένως ἀπολογούμενον τὸν κατηγορούμενον, πρέπει νὰ διεξαχθῇ μία διαδικασία ὁλόκληρος, ἡ ὁποία νὰ δώσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Δέν μοι ἐξηγεῖτε, πῶς θὰ ἐφαρμόσητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν διαδικασίαν ταύτην; Ἐὰν, κύριοι, σήμερον ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος τὸ πρόστιμον, διατὶ αὔριον νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν κράτησιν; Ὁ ποινικὸς νόμος ἔχει κατὰ σειρὰν τὰς ποινάς· μετὰ τὴν κράτησιν ἔχει τὴν φυλάκισιν· τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ προχωρήσητε καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ποινάς; Ἐννοεῖτε ποῦ θέλετε νὰ ὠθήσωμεν τὰ πράγματα; Ποίαν σύγχυσιν θέλετε νὰ κάμωμεν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν; Δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε χιλίων δραχμῶν πρόστιμον ἢ δύο χιλιάδων, παραπέμψατε ὅμως εἰς τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, δώσατε τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ἐξασφαλίσατε τὴν δημοσίαν συζήτησιν. Πῶς θὰ ἀπολογηθῇ ὁ κατηγορούμενος καὶ πῶς θὰ ὑπερασπισθῇ καὶ θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ καπνὸς, τὸν ὁποῖον ἐπώλει, δὲν ἦτο ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου; ποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του, καὶ πῶς θὰ τὴν διεξαγάγῃ, διὰ νὰ ἔχῃ ἐγγυήσεις ἀπέναντι τοῦ δικαστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ἀπόλυτον ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ποινήν; Ἐπιβάλλετε ποινὰς, ἀλλὰ ἀναθέσατε τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἐπιψηφίσω αὐτάς. Ἔχομεν, κύριοι, τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ποινὰς προστίμου κατὰ τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων· διενοήθη κανεὶς νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὰς τὰς ποινὰς διοικητικῶς; Ὅλα αὐτὰ παραπέμπονται εἰς τὰ δικαστήρια, διότι οὐδεμία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοιαύταις περιστάσεσι ποινὴ ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀδιαφορῶ διὰ τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν. Ἐγὼ περιορίζομαι ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ τοιαῦται παρὰ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, καὶ τὸ ἄρθρον 54 πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις ὑποβάλλονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι μόνη ἁρμοδία νὰ τὰς δικάσῃ.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ ἀπέναντι τῆς ὀψίας ἐξεγέρσεως τοῦ ζήλου τοῦ συνταγματικοῦ τοῦ προαγορεύσαντος. Ὁ κ. Ῥικάκης ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς καὶ πολλάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς, ἐξασκῶν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἤδη νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Πολλάκις ἀσκοῦντες διοικητικὴν ἐξουσίαν ἐπεβάλετε πρόστιμον καὶ πειθαρχικὰς ποινὰς, καὶ σήμερον θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐλησμόνησεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ χαρτοσήμου ὁρίζεται ποινὴ τοῦ πενταπλοῦ καὶ δεκαπλοῦ, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ ἁπλοῦ οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, οὐχὶ κἄν ὑπὸ συμβουλίου διοικητικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ποινὴ τοῦ ὀκταπλοῦ ἐπὶ λαθρεμπορίου εἶναι πρόστιμον ὡρισμένον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς.
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν. Τὰ πρόστιμα ὅμως τὰ τῶν 100–1000 δραχμῶν ἐπιβάλλονται ὑπὸ μόνου τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸν νόμον περὶ οἴνων ὑπάρχουσι τοιαῦται ποιναί.
§70ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 43 καθὼς τὰ ἄρθρα 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 54).
§71ΛΕΒΙΔΗΣ. Καίτοι, κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν εὑρεθῇ τις ἐξ ἡμῶν νὰ προτείνῃ, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐργασίας καὶ χρονοτριβῆς, νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς ζήτημα: «οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μὲ τὰ 45 νομοσχέδια νὰ ἐγερθῶσι», δὲν θέλει ὑπάρξει ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀμυνώμεθα κατὰ πρωτοτύπων ἀληθῶς διατάξεων. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἤθελε τοὐλάχιστον συναινέσει εἰς τὸ νὰ δεχθῇ, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 43, ν’ ἀφαιρῆται ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλὰ μόνον ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς. Ἀλλ’ εἴδομεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπιμένοντα στερεῶς εἰς τὸ ἄρθρον διότι νομίζει κατὰ παλαιὸν σύστημα, ὅπερ ἀκολουθεῖ, ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτοῦ εἶναι τόσον σοφὰ, ὥστε κινδυνεύει τις νὰ περιπέσῃ καὶ εἰς ἀδίκημα, ἂν θέλῃ ἔστω καὶ μόνον ἕνα λίθον ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ ν’ ἀφαιρέσῃ. Καὶ βεβαίως τὰ οἰκοδομήματα αὐτοῦ θὰ καταπέσωσιν, ἂν ἀφαιρεθῇ καὶ εἷς μόνον λίθος· διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν δὲν στηρίζονται ἐπὶ οὐδεμιᾶς ὡρισμένης καὶ γενικῆς βάσεως, ἀλλ’ εἶναι συῤῥάμματα ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, δυνάμενα δὲ πάντα νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐν μιᾷ λέξει, ὡς νόμοι δρακόντιοι. Ἔχουσι τὴν ἰδιότητα τῆς αὐστηρότητος, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν ἰδιότητα τῆς σοφίας, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ὑπόχρεοι, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κοινοβουλίου, νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐπὶ τέλους πάντα τὰ ἄρθρα καὶ πάντα τὰ νομοθετήματα νὰ παρέρχωνται ἄνευ συζητήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ συζητήσω τὸ ἄρθρον 54, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὲ διαφωτίσῃ περὶ τούτου. Τὸ ἄρθρον 54 τί λέγει; Ὅτι κατ’ ἀποφάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐπιτρέπεται δι’ ἐφέσεως προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων. Καὶ εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐπιτρέψαντα τοῖς πολίταις νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἐφέσεως, ἔστω καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων. Καὶ λέγω τοῦτο τὸ ἔστω, διότι, καίτοι ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ πρόσωπα, δὲν ἔχω τὴν παραμικροτέραν ὑπόληψιν εἰς τὸ σῶμα τῶν νομικῶν συμβούλων, ὡς ἔχει, ἤτοι εἰς τὸν θεσμόν. Διατί; Διότι οἱουσδήποτε δικαστὰς κλείσητε ἐντὸς δωματίου, εἶναι ἀδύνατον οὗτοι ν’ ἀπονέμωσιν ὀρθῶς τὴν δικαιοσύνην (καὶ πρόκειται περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ) ὅταν δὲν ἀκούωσι τὴν φωνὴν εἴτε τοῦ κατηγορουμένου, εἴτε τοῦ ὑπερασπιστοῦ, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δικάζωσι δι’ ἐγγράφων. Ἀναφέρω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐγὼ, ἐνασκῶν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, πολλὰς ἐφέσεις ὑπέβαλον εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχω τὴν μωρίαν νὰ θέτω καὶ τὴν ὑπογραφήν μου, (ὑπέγραφεν ἄλλος) διότι γνωρίζω ὑπὸ ποίαν κεντρικὴν πίεσιν διατελεῖ καὶ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῶν νομικῶν συμβούλων. Ἐν τούτοις τί νομίζετε, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐφέσεων συνέβη; Εἶχον ἔλθει πολλοὶ πρὸς ἐμὲ, οἵτινες ἀδίκως τῳόντι ἐζήτησαν νὰ ἐκκαλέσωσι τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις. Προσεπάθησα νὰ πείσω τούτους, ὅτι ἀδίκως ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ἔκκλησιν τῶν ἀποφάσεων, ἀλλ’ οὗτοι ἐπέμενον παρακαλοῦντές με, εἰ δυνατόν, νὰ συντάξω τυπικὴν ἔφεσιν: «Ἐκκαλῶ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν τάδε ἀπόφασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, διότι κακῶς μοι ἐπέβαλε τὸ πρόστιμον τῶν 500 δραχμῶν.» Ἄνευ οὐδενὸς αἰτιολογικοῦ λόγου, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσαγωγῆς μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, ἢ ἐγγράφων. Βεβαιῶ, καὶ ἔχω πλείστας ἀποφάσεις εἰς χεῖράς μου, ὅτι ἐγένοντο δεκταὶ αἱ τοιαῦται ἐφέσεις, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ τὸν ἥμισυν ὅμως ἀριθμὸν αὐτῶν, ἢ καὶ κατὰ τὰ ⅔. Τίνι τρόπῳ τώρα ἐδίκασαν αὐτοὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι; Διότι, ὅταν ἤρχησθε καὶ πανηγυρίζητε καὶ ἐξυμνῆτε τοὺς θεσμοὺς, ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ κατερχώμεθα εἰς τὰ πράγματα, ἵνα ἐξετάζωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐξυμνῶνται οἱ θεσμοί. Τίνι τρόπῳ ἐδίκασαν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι; Τὸν τρόπον ἐγὼ ἔχω τὴν τόλμην νὰ τὸν εἴπω. Ὁ τρόπος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅτι οἱ ἐκκαλοῦντες κατέφυγον εἰς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οὗτοι δὲ εἰς φίλους τῶν νομικῶν συμβούλων, καὶ ἰδοὺ ὅλη αὕτη ἡ ἀπαισία φυσιογνωμία τῆς συναλλαγῆς, ἣν ἦλθεν ὁ νέος Μεσσίας νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοὺ διατὶ τολμῶ νὰ μὴ θαυμάζω τὸν θεσμὸν, ὅταν ἐξετάζω τὰ πράγματα. Διὰ τοῦτο θέλω καταψηφίσει τὸ ἄρθρον 54, διότι ἡ παράγραφος μάλιστα δευτέρα τοῦ ἄρθρου τούτου εἰσάγει πάλιν νέαν καινοτομίαν, ἥτις καταπλήσσει, οὐχὶ πλέον νομικοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ οἱονδήποτε ἰδιώτην περὶ τὰ νομικά. Τί λέγει ἡ παράγραφος αὕτη; Ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο δύναται καὶ ἄνευ ἐφέσεως νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ αὐτεπαγγέλτως νὰ μεταβάλῃ αὐτήν. Ἔχομεν λοιπὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὅστις ἐπὶ τῇ καταγγελία ἐκείνων τῶν γνωστῶν καπνοφαντῶν καὶ τῶν ἄλλων δορυφόρων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐχόντων συμφέρον ἐκ τοῦ νόμου, διότι λαμβάνουσιν ὡρισμένην ἀμοιβὴν ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου, δικάζει καὶ ἀποῤῥίπτει ἐν τούτοις τὰς καταγγελίας ταύτας καὶ κηρύσσει ἀθῶον τὸν ἔμπορον τοῦ καπνοῦ. Ὁ ἔφορος εἶναι ὑπόχρεως κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους, οὗτοι δὲ ἄνευ ἐφέσεως, χωρὶς οὐδεὶς νὰ προκαλέσῃ, δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν ἀπόφασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, νὰ ἐπιβάλωσι δὲ πρόστιμον εἰς τὸν καπνοπώλην, κατὰ τὴν σοφὴν διάταξιν, καὶ στέρησιν τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτοῦ, χωρὶς αὐτὸς οὐδὲν νὰ γνωρίζῃ, ὅστις μένει ἥσυχος, διότι γνωρίζει τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ ἔφορος ἀπέῤῥιψε τὴν κατ’ αὐτοῦ καταγγελίαν τῶν καπνοφαντῶν. Εἶναι τοῦτο λογικὸν, εἶναι πρακτικὸν καὶ νόμιμον; Δὲν γνωρίζω τί θέλει εἴπει ἡ Βουλὴ, ἐγὼ ὅμως, ἀμυνόμενος ἐναντίον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θὰ τὸ καταψηφίσω. Καὶ ὑπάρχει ἔνδικόν τι μέσον τοὐλάχιστον κατὰ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου; Οὐδέν. Διότι, ἂν ὑπῆρχεν, ἠδύνατό τις τοὐλάχιστον νὰ μὴ ὁμιλήσῃ. Ἀλλ’ ἀφίνομεν τὸν πολίτην ἐκτεθειμένον, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἐκήρυξεν αὐτὸν ἀθῶον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει συναινέσει νὰ εὑρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ νὰ προληφθῇ ἡ δυναμένη ν’ ἀναφανῇ ἀδικία.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 54 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 55 καὶ 56. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 57).
§73ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ φέρωμεν ἀντιῤῥήσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου ἀποδίδοται εἰς τὸν μηνυτὴν, εἴτε δημόσιον ὑπάλληλον, εἴτε δημόσιον ὑπηρέτην, εἴτε καὶ ἰδιώτην. Πρῶτον γνωρίζομεν, ὅτι οὐδεὶς ἰδιώτης καταγγέλλει ποτὲ λαθρεμπόριον καπνοῦ, τοὐλάχιστον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Γνωρίζω τοῦτο, διότι εἶμαι κάτοικος Ἀθηνῶν καὶ ἐπαγγέλλομαι τὸν δικηγόρον. Πᾶσαι αἱ καταγγελίαι ἐγένοντο παρὰ δημοσίων ὑπηρετῶν. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἦσαν ἀληθεῖς, πολλαὶ ὅμως ψευδεῖς, συκοφαντικαὶ καὶ πλασταί. Πολλαὶ καταγγελίαι ἐγένοντο, ἵνα καταπιεσθῶσιν οἱ ἀθῶοι, οἱ δὲ ἀθῶοι, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τοιούτου δρακοντίου νόμου, κατεπιέζοντο καὶ ἐφορολογοῦντο παρὰ τῶν μηνυτῶν, ἵνα μὴ καταγγελθῶσιν, ἔστω καὶ ψευδῶς. Νομίζω, δὲ, ὅτι, κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, τὸ νὰ λαμβάνῃ δημόσιος ὑπάλληλος μηνυτὴς μερίδα τινὰ κέρδους, εἶναι οὐχὶ ἠθικὸν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57 καθὼς καὶ τὰ 58, 59, 60, 61. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 62).
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐνοικιασθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ καπνοῦ, οἱ προσάγοντες εἰς τὰ κοπτήρια θὰ ἦναι ὑπόχρεοι ν’ ἀγοράζωσι τὸ σιγαρόχαρτον διὰ πᾶσαν ὀκᾶν;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τῆς ἐνοικιάσεως ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ, διότι εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὸ θέσωμεν ἐκ τῆς συμβάσεως τῶν 120,000,000. Ἐζητήθη παρά τινων βουλευτῶν, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ ἀρχικὸς νόμος, νὰ τεθῇ ὁ ὅρος· ἐτέθη, ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, ἀφοῦ θὰ ἐγκριθῇ ἡ δημοπρασία ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διατὶ νὰ τεθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος; Πρέπει νὰ δοκιμασθῇ μία δημοπρασία ἄνευ ἐλαχίστου ὅρου, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα νὰ καθυποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀπαγορεύσωμεν εἰς αὐτὴν νὰ κάμῃ δημοπρασίαν πρὸς ἐνοικίασιν τοῦ καπνοῦ· διότι, ἂν ἀφήσωμεν ἀπεριόριστον τὸ ποσὸν τοῦ ἐλαχίστου ὅρου καὶ ἡ Κυβέρνησις διεξαγάγῃ μίαν δημοπρασίαν, κατὰ τὴν προσφορὰν, οὐχὶ 11, ἀλλὰ 9 ἢ 10, ἔχομεν καὶ τὴν προσθήκην τοῦ διπλοῦ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου, διότι πιστεύω νὰ εὑρεθῇ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ τοιαύτην δημοπρασίαν. Διὰ τοῦτο, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν μίαν πρόσοδον ἀνωτέραν διὰ τῆς ἐνοικιάσεως, πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἐλαχίστου φόρου.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἂν ἡ Βουλὴ ἦναι σύμφωνος· ἡμεῖς ἐδέχθημεν τὸν ὅρον, διότι τὸ ἀπήτησαν βουλευταί τινες ὡς πρόσθετον ἐγγύησιν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἐν τῷ παρόντι νὰ γίνῃ δημοπρασία· ἀλλὰ τὸ ἐδέχθημεν, ἵνα μὴ παρατείνωνται αἱ συζητήσεις. Ἂν σήμερον δὲν ὑπάρχῃ ἀπαίτησις, δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸν ὅρον, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὑπάρχει ἡ πρόσθετος ἐγγύησις τῆς ἐγκρίσεως τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 62 καὶ 63. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 64).
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ κάτοχοι καπνοῦ ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσιν· ἀλλὰ τὸν ἐκχωρηθέντα καπνὸν ἔχουσι πληρωμένον εἰς τὸ Τελωνεῖον δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἂν δὲ ἤδη ὑποχρεωθῶσι νὰ καταβάλλωσιν ὁλόκληρον τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται, τότε θὰ πληρώσωσι δίς.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δὲν διασαφίζει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῶσιν οἱ πληρώσαντες τὸ τέλος ἀπὸ τῶν μὴ πληρωσάντων αὐτό. Ἤδη εἶναι εἰδοποιημένοι πάντες περὶ τῆς προσεχοῦς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου, ὅστις θέλει ἐφαρμοσθῆ μετά τινα χρόνον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως. Ἵνα ἀποφύγῃ τις τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τῶν δύω νόμων, πρέπει νὰ παύσῃ ἐγκαίρως δηλῶν καπνὸν πρὸς κατανάλωσιν κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ καπνὸν δηλωθέντα, ὅταν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος. Σήμερον οὐδὲν ἀπολύτως γινώσκομεν περὶ τοῦ ἔτι ἀδιαθέτου δεδηλωμένου καπνοῦ, θὰ ἦτο δὲ ἀδύνατον, καὶ ἂν ἐλειτούργει ὁ ἰσχύων νόμος, νὰ βεβαιώσωμεν πόσος καπνὸς ὑπάρχει ἀδιάθετος εἰς χεῖρας τῶν δηλωσάντων πρὸς κατανάλωσιν· ὥστε στερούμεθα τῶν στοιχείων, ἵνα θέσωμεν χρονικὸν ὅριον, καθ’ ὃ νὰ κόπτηται ἀφορολόγητος ὁ οὕτω δηλωθεὶς καπνός. Ἂν ζητήσωμεν νὰ διακρίνωμεν τὸν καπνὸν τὸν ὑποβληθέντα εἰς τέλος ἀπὸ τοῦ μὴ ὑποβληθέντος εἰς τέλος, ἵνα ἀπαλλάξωμεν ἐκεῖνον ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κοπῆς, θὰ ἐκινδυνεύομεν νὰ ἀπολέσωμεν ὅλην τὴν εἴσπραξιν τὴν ἐκ τοῦ νέου νόμου. Ἐθεωρήθη ἄρα, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν πολὺ πρὸ τῆς ψηφίσεώς του, μετὰ δὲ τὴν ψήφισίν του θὰ παρέλθῃ ἱκανὸς χρόνος μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, θὰ ὑπολειφθῇ καιρὸς εἰς τοὺς κατέχοντας καπνὸν δηλωθέντα πρὸς κατανάλωσιν κατὰ τὸν προηγούμενον, τὸν νῦν ἔτι ἰσχύοντα νόμον, ἵνα ἐκποιήσωσιν αὐτόν, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶσιν ἐν κατοχῇ οὕτω δηλωθέντος καπνοῦ, καθ’ ἣν ἐποχὴν γένηται ἐφαρμογὴ τοῦ παρόντος νόμου.
§80ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πόσον χρόνον ὑπολογίζετε;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰμπορῶ νὰ εἴπω τι ἀκριβῶς, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἑρμηνεία, ἀλλ’ ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος οὗτος νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς αὔριον. Ἀπαιτεῖται καιρὸς, ὅπως ψηφισθῇ, ὅπως κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ, κατόπιν δὲ, ὅπως ἑτοιμασθῶσι τὰ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 64. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἄρθρα 65 ἕως 72. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 73).
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1885 δὲν ἀπήτησεν οὐδὲν προσὸν διὰ τὸν διορισμὸν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, διότι ὑπέθεσεν, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι πολὺ ἁπλῆ, καὶ δὲν χρειάζεται παρὰ νὰ ᾖναι ἄνθρωπος ἔντιμος, ἀδιάφορον ἂν γνωρίζῃ ἢ ὄχι πολλὰ γράμματα, ἢ ἂν ἔχῃ πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας διαφόρων κλάδων. Σήμερον διὰ τῆς μεταβολῆς, ἥτις γίνεται, οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἐκεῖνοι ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, καὶ οἱ ἀναλαμβάνοντες αὐτὴν ὀφείλουν νὰ ᾖναι κάτοχοι πολλῶν γνώσεων, καὶ νὰ ἔχουν μεγάλην πεῖραν εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται νὰ διατηρήσῃ τοὺς διορισθέντας ὡς ἐπιθεωρητὰς τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ;
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος παρετήρησε βεβαίως, ὅτι τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 73 λέγει, ὅτι ἐξομοιοῦνται οἱ ἐπιθεωρηταὶ οὗτοι καθ’ ὅλα πρὸς τοὺς κατὰ τὸν ΦΛʹ τῆς 22 Μαΐου 1859 νόμον οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς, καὶ ἑπομένως ὑπάγονται εἰς τὸν περὶ προσόντων νόμον ΑΡΚΓʹ τοῦ 1884· ἀπαιτοῦνται ἄρα παρ’ αὐτῶν τὰ αὐτὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ἐπιθεωρητῶν. Τώρα ἴσως ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀφορᾷ εἰς ἄλλο τι, οὐχὶ ἂν τὰ αὐτὰ προσόντα δὲν ἀπαιτῶνται καὶ παρὰ τούτων τῶν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ συνεσταμένων ἐπιθεωρητῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ ἂν ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν λογίζεται ὡς ὑπαγομένη εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, πάντες οἱ διατελέσαντες πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐν δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν, ἢ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐν ᾧ βαθμῷ εἶχον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Οὗτοι δὲ οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί, εἰς οὓς ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησις, εἶχον θέσιν ὁμοιόβαθμον πρὸς ἐκείνην, περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλὰ τὴν ἔλαβον κατόπιν τοῦ περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νόμου. Ἐρωτᾷ λοιπὸν ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς, ἂν, τοιαύτης οὔσης τῆς περιπτώσεως, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ εἰρημένου νόμου Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀπαιτεῖ, ὅπως πάντα τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τοὺς λοιποὺς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς ὑφίστανται καὶ δι’ αὐτοὺς, ἵνα δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς ἄλλους οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ νὰ ἀποδειχθῇ προϋπάρξασα, καὶ ὡς πρὸς τούτους θὰ ἀπαιτηθῇ, ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἀποδειχθῇ προϋπάρξασα τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἡ δὲ ὑπηρεσία ἡ κατόπιν δοθεῖσα εἰς αὐτοὺς, αὕτη ἡ ὑπηρεσία δὲν θὰ λογισθῇ εἰς τὰ προσόντα. (Ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 73, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ά. συζήτησιν).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 μέχρι 10).
§85ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ).
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§87ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασίς μου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 7½ μ. μ.