1887.03.07
1.922 στίχοι · 15.067 λέξεις · 145 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
Τῆς 7 Μαρτίου 1887.
(Σάββατον)
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐγκρίνονται.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ὑπάρχει εἰσέτι περιουσία, ἥτις ἀνήκει εἰς ὅλην τὴν νῆσον καὶ ἥτις ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας διῳκεῖτο ὑπὸ τῆς τότε ἐγχωρίου Κυβερνήσεως. Μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐθεωρήθη δημοτικὴ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολος ἡ διανομή της, ἐκρίθη καλὸν νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ἀποτελουμένη ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν δήμων τῆς νήσου, ἥτις διῴκει τὴν περιουσίαν ἐκείνην ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον. Βραδύτερον κατεδείχθη, ὅτι ἡ διοίκησίς της δὲν ἐγένετο καλῶς, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς δὲν ἐπήρκουν οὐδὲ πρὸς συντήρησιν τοῦ διὰ τῆς περιουσίας ταύτης συντηρουμένου Νοσοκομείου. Ἐκρίθη λοιπὸν ὠφελιμώτερον νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ κτήματα, τὸ δὲ τίμημα αὐτῶν νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο μερίδας, καὶ ἡ μὲν μία μερὶς νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς δήμους, ἡ δὲ ἑτέρα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συντήρησιν Νοσοκομείου, Βρεφοκομείου καὶ Πτωχοκομείου. Ἔγινεν ἑπομένως ὁ ὑπὸ στοιχεῖον ΨΙʹ νόμος, δι’ οὗ ἀπεφασίσθη νὰ ἐκποιηθῶσι τὰ κτήματα, τὸ δὲ τίμημα αὐτῶν νὰ κατατεθῇ εἰς μίαν τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἀφοῦ πληρωθῶσι τὰ χρέη καὶ γίνῃ ἡ περὶ ἧς εἴπομεν διανομή, τότε νὰ σχηματισθῇ ἀδελφάτον, τὸ ὁποῖον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συστάσεως καὶ συντηρήσεως τῶν ὡς εἴρηται φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ἀλλὰ καίτοι ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1878 καὶ κατηρτίσθη ἔκτοτε ἡ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς περιουσίας μέλλουσα νὰ ἐνεργήσῃ ἐπιτροπή, πολλὰ τῶν κτημάτων μένουσι καὶ θὰ μένωσιν ἀνεκποίητα, διότι ὑπὸ τῶν ἐκτιμησάντων αὐτὰ πραγματογνωμόνων τόσον ὑπέρογκος ἀπεδόθη αὐτοῖς ἀξία, ὥστε οὐδεὶς παρουσιάζεται ἀγοραστὴς καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τὰ δὲ εἰσοδήματα δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδὲ πρὸς συντήρησιν τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος Νοσοκομείου. Μένει λοιπὸν ἡ ἐγχώριος περιουσία Κεφαλληνίας ἐκτεθειμένη καὶ ἀκαθάριστος, ἀποβάλλουσα καθ’ ἑκάστην τὴν ἀξίαν αὑτῆς καὶ μὴ δυναμένη νὰ χρησιμεύσῃ, δι’ ὃν προωρίσθη ἀγαθοεργὸν σκοπὸν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ ἤδη ὑφιστάμενον Νοσοκομεῖον δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ δι’ αὐτῆς. Τοῦτο δὲ φέρει καὶ ἄλλο, ὄχι μικρὸν κακὸν, διότι πολλαὶ δωρεαὶ καὶ κληροδοτήματα γενόμενα ὑπὲρ τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ Νοσοκομείου δὲν δίδονται ὑπὸ τῶν ὀφειλόντων αὐτὰ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη νομίμως ἱδρυμένον καὶ διοικούμενον Νοσοκομεῖον, τὸ δὲ ὑπάρχον εἶναι παράρτημα τῆς ἐγχωρίου περιουσίας. Πρὸς διόρθωσιν ὅλων τούτων ἐνόμισα καλὸν καὶ κατήρτισα μετὰ τοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Καβαλιεράτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. (Ὅρα Παράρτημα). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προορίζεται ὁλόκληρον τὸ ἐκ τῶν κτημάτων τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τίμημα εἰς σύστασιν καὶ συντήρησιν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καθίσταται ἀμέσως τὸ πρὸς διοίκησιν αὐτοῦ ἀδελφάτον, ὅπερ ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐγχωρίου περιουσίας, καὶ διατάσσεται ἡ ἐκποίησις καὶ τῶν μὴ ἐκποιηθέντων ἔτι κτημάτων αὐτῆς, ἐπιτρεπομένου εἰς τὸ ἀδελφάτον—ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκποίησις αὕτη—νὰ δεχθῇ ὡς πρώτην προσφορὰν τὸ ἥμισυ τῆς ὑπὸ τῶν ἐκτιμητῶν προσδιορισθείσης ἀξίας αὐτῶν. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἐπιψήφισιν κρίνω ἀναγκαιοτάτην καὶ δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους καὶ καθόσον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας, ὅστις, ἀληθὴς κατὰ Χριστὸν ἱεράρχης, δὲν παύει μεριμνῶν ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου του, κηρύττων, συγγράφων, ἀγωνιζόμενος παντὶ σθένει ὅπως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, συνέλεξε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Δημάρχου Κρανίων κ. Δρακοπούλου, ἱκανὸν χρηματικὸν ποσὸν, δι’ οὗ ἠγόρασαν ὡραίαν καὶ εὐρύχωρον οἰκίαν, δυναμένην νὰ περιλάβῃ τό τε Νοσοκομεῖον καὶ Πτωχοκομεῖον. Ἀλλὰ τὸ οἴκημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὃν προωρίσθη σκοπὸν, ἐν ὅσῳ δὲν συνιστᾶται τὸ ἀδελφάτον καὶ δὲν ἀποφασίζεται διὰ νόμου ἡ σύστασις τῶν ἀγαθοεργῶν τούτων καταστημάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἀναγραφῇ ἀμέσως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, καθόσον ἄνευ τῆς ταχείας αὐτοῦ ἐπιψηφίσεως βλάπτεται μὲν καὶ ζημιοῦται ἡ ἐγχώριος περιουσία Κεφαλληνίας, καθίσταται δὲ ἀδύνατος ἡ ἵδρυσις καὶ συντήρησις ἀγαθοεργῶν καταστημάτων ἐν αὐτῇ.
§3ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἀφορᾷ εἰς τοπικὰ συμφέροντα καὶ δὲν ἀπαιτεῖ τὴν βάσανον τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ὑποστηριχθῇ καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ αὕτη ὠφείλει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Ὅσα ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἰσὶν ἀκριβῆ, ἐκφράζουσι δὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου, ἐξασφαλίζουσι δὲ μεγάλην ἀνάγκην αὐτοῦ, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, σώζεται δὲ καὶ ἡ περιουσία καὶ ἀποδίδεται εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδόθη, ἤτοι δι’ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς.
§4ΚΟΖΑΚΗΣ. Χθὲς ἀργὰ, κύριοι, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Κεφαλληνίας, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ἡ Ὀλυμπία Μουσούρη, ὅτι ὁ λοχίας Γράβαρης προσηνέχθη κατ’ αὐτῆς κακῶς. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος.
§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, διότι εἰς τὴν Κεφαλληνίαν οἱ πλεῖστοι εἶναι ἔμποροι καὶ ναυτικοὶ καὶ τὰ τέκνα των ἀποδημοῦσιν εἰς διάφορα μέρη. Πρὸς καταδίωξιν δῆθεν, μεταβαίνουσιν ἀπὸ κώμης εἰς κώμην τὰ ἀποσπάσματα καὶ καταλύουσιν εἰς τὰς οἰκίας, ἕως ὅτου τοῖς προσαχθῇ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου, ὅτι εἶναι ἀπὼν ὁ καταδιωκόμενος· τοῦτο δὲ προξενεῖ ἔτι μᾶλλον σκάνδαλον, ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἄνδρες, καὶ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τὸ πρὸ δεκαπέντε ἢ δέκα ἡμερῶν προσαχθὲν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσιν ἑκάστοτε νέον πιστοποιητικόν. Εἶναι κατάχρησις, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ, διότι, μόλον ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν καταλυμάτων, ἡ παράβασις τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπερεπολλαπλασιάσθη. Ἐννοῶ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, ὅταν πρόκειται περὶ καταδιώξεως κακούργων ἢ φυγοδίκων, δὲν ἐννοῶ ὅμως αὐτὴν προκειμένου περὶ ἀνυποτάκτων. Δυστυχῶς, ἐὰν καταγγείλῃ τὶς τὴν πρᾶξιν, ἡ καταγγελία θὰ μένῃ ἐσαεὶ ἐῤῥιμμένη μεταξὺ τῶν ἀχρήστων χαρτίων. Λοιπὸν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὑποβληθὲν παράπονον καὶ νὰ μεριμνήσῃ αὕτη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δίδουσα τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς εἰς τοὺς κατὰ τόπους προϊσταμένους τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως.
§6ΦΛΕΣΣΑΣ. Πολλοὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν παρεπονέθησαν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν βοηθημάτων ὑπὲρ τῶν παθόντων ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ, ὅτι ταῦτα δὲν διένειμον καλῶς εἰς τοὺς παθόντας. Καὶ ἐγὼ παραπονοῦμαι πολὺ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν βοηθημάτων, διότι μέχρι σήμερον, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των καὶ τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως δυστυχεῖς παθόντας ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ, ἐνοικοῦντας ἔκτοτε εἰς καλύβας καὶ ἀχυρῶνας, ὡς ἄλλα κτήνη. Πρὸς δὲ τούτοις πληροφοροῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ νῦν ἔπαρχος Μεγαλοπόλεως Θεοδωρομπεάκος, ὢν ἄλλοτε οἰκονομικὸς ὑπάλληλος (ταμίας Σπετσῶν), κατηγγέλθη ἐπὶ καταχρήσει τῶν δημοσίων χρημάτων, παρεπέμφθη εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἠξεύρω τί ἀπέγινε. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας πληροφορίας ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ τὸ δεύτερον, δηλαδὴ διατὶ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ οἱ δυστυχεῖς παθόντες ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως καὶ διατὶ διώρισε τὸν Θεοδωρομπεάκον, τὸν γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ἔπαρχον, διοικητὴν μάλιστα ἐπαρχείου, ἄνθρωπον κακῆς πίστεως.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον κατεπεῖγον, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ὧν ἕνεκα προτείνεται. Ἡ οἰκοδομὴ τῆς Ἀκαδημίας Σίνα ἐτελείωσε καὶ πρόκειται νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τίτλος τοῦ Δημοσίου καὶ πρέπει νὰ κατασκευσθῇ, τουτέστι νὰ γενῇ συμβόλαιον μεταξὺ τῶν κληρονόμων Σίνα καὶ τοῦ Δημοσίου. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὰ ἔξοδα τοῦ συμβολαίου τούτου, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 50 ἢ 60 χιλιάδας δραχμῶν περίπου, ἐπιβαρύνουσι τοὺς συμβαλλομένους μετὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ οἱ κληρονόμοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ θελήσωσι νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἢ ἂν θελήσωσι, δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ δεχθῶμεν, ὅπως πληρώσωσιν αὐτό. Ἐθεωρήσαμεν ἄρα ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλωμεν κατὰ τοῦτο τὰ νομοθετικὰ κείμενα καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἐν περιπτώσει δωρεᾶς πρὸς τὸ Δημόσιον τὰ τέλη τοῦ ἐγγράφου περιορίζονται εἰς δραχμὰς τρεῖς. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1). Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συντάξεως νόμου περὶ τοιούτου θέματος ἐλήφθη πρόνοια καὶ περὶ ἑτέρου τινός. Κατὰ τὰ κείμενα ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος λαμβάνει 3% ἐπὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν πάντοτε· τοῦτο θεωρεῖται ἄτοπον, διότι ἐνίοτε κατ’ οὐδὲν συντελεῖ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ τέλους ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος. Ὅταν ὁ κληρονόμος δηλοῖ αὐτοπροαιρέτως τὰ τῆς κληρονομίας, οὐδεὶς ὁ λόγος, ἵνα λαμβάνῃ ποσοστὰ ὁ ἔφορος. Τὸ ποσοστὸν τῶν 3% ἐδόθη πρὸς διέγερσιν τοῦ ζήλου εἰς ἐξεύρεσιν τῆς κληρονομικῆς περιουσίας καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ τέλους ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Οἱ ὅροι οὗτοι συντρέχουσι καὶ ἀποδεικνύονται συντρέχοντες εἰς δύο περιστάσεις· συντρέχουσιν ὅταν ἐκδοθῇ ἀπόφασις παρὰ τοῦ ἐφόρου, ἢ ὅταν ὁ ἔφορος ἀνακαλύψῃ τὴν κληρονομικὴν περιουσίαν καὶ τὸ δικαστήριον ἀποφασίσῃ. Μόνον κατὰ τὰς δύο ταύτας περιστάσεις εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ τὸ 3% ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐφόρου, ὅπως ἀπολαμβάνῃ τὸ 3% εἰς τὰς δύο ταύτας περιστάσεις μόνον.
§8ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔκαμε δήλωσιν ὁ κληρονόμος, ὅτι εἶναι τόση ἡ περιουσία, καὶ ὁ ἔφορος ἔχει ἀντίῤῥησιν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἐφόρου ἀφορῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τὸ μὴ δηλωθέν· ἐὰν δὲν ἐγένετο δήλωσις, ὁ ἔφορος προβαίνει εἰς ἀπόφασιν· ὥστε ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κληρονόμος δὲν ἐδήλωσε, λαμβάνει ὁ ἔφορος τὸ 3%, διότι αὐτὸς ἀνεκάλυψε τὴν περιουσίαν· ἐπίσης λαμβάνει αὐτὸ καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ταῖς ἀντιῤῥήσεσιν αὐτοῦ προστίθεται δι’ ἀποφάσεως τῶν δικαστηρίων. Θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητηθῇ ἐκ τῶν πρώτων, διότι ἐπείγει ἡ μεταβίβασις τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ἀκαδημίας διὰ πολλοὺς λόγους. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης).
§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐμπορικῆς συμβάσεως.
§12ΣΑΚΚΗΣ. Ἀληθῶς ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις, ἡ συναφθεῖσα μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, πολλὰς ὠφελείας δύναται νὰ παρέξῃ πρὸς τὸ ἡμέτερον ἔθνος. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐμερίμνησεν, ὅπως τύχῃ πλειόνων παραχωρήσεων, ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Τόραδ καὶ ἡ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου συνετέλεσαν, ὅπως μὴ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχωσι τὰ σχέδια αὐτῆς. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ Κράτος ἡμῶν θέλει ἐξασφαλίσει τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς τὸ Κράτος τὸ Γαλλικὸν, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ἧς ἐποχῆς ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ προεβλέπετο ἡ ἐξασφάλισις τῆς μὴ αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος. Φρονῶ ὅμως, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἔδει νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φόρον εἰσαγωγῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου τοῦ εἰσαγομένου ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ κατασκευαζομένου ἐκ ξηρῶν καρπῶν, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ σταφὶς, διότι οὕτω τὸ προϊὸν τῆς σταφίδος δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀσφαλείᾳ εἰς τὸ μέλλον.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς γινώσκετε καλῶς, διότι διετρίψατε ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰργάσθητε, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ, ὅτι ταῦτα ἐπεδιώκοντο διὰ παντὸς τρόπου καὶ ὅτι ἐπετεύχθη ἡ ἀναβολὴ τοῦ μέτρου, καὶ μάλιστα ἐπετεύχθη, ὅπως ἀποσυρθῇ καὶ πρότασις ὑποβληθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει διάταξις περὶ τούτου. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταδεικνύουσαν, ὅτι δὲν ζημιοῦται ἡ ἑλληνικὴ σταφὶς ἐκ τῆς φορολογίας τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰς πόλεις, διότι πᾶσα ἡ ἑλληνικὴ σταφὶς, ἢ τὸ πλεῖστον αὐτῆς, καταναλίσκεται πρὸς τὸν σκοπὸν οἰνοποιΐας ἢ οἰνοπνευματοποιΐας ὑπὸ καταστημάτων ἐκτὸς τῶν πόλεων καθιδρυμένων. Μάλιστα ἡ Πρεσβεία προβαίνει καὶ περαιτέρω, ἰσχυριζομένη, ὅτι ἡ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὰς πόλεις φορολογία ὠφελεῖ τὴν ἑλληνικὴν σταφίδα, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν τουρκικὴν, διότι αὕτη εἰσάγεται εἰς τὰς πόλεις, ὅπως ἐντὸς τῶν πόλεων χρησιμεύσῃ πρὸς οἰνοποιΐαν, ὡς δυναμένη δι’ οἰκογενειακῆς κατεργασίας νὰ μεταποιηθῇ, ἐνῷ ἡ ἑλληνικὴ σταφὶς δὲν δύναται νὰ κατεργασθῇ πρὸς οἰνοποιΐαν, εἰμὴ μόνον ἐν καταστήμασιν, ἅτινα πάντα εἶναι ἐκτὸς τῶν πόλεων. Ὁ ἐν τοῖς καταστήμασι τούτοις κατασκευαζόμενος οἶνος ἐκ σταφίδος, εἰσαγόμενος εἰς τὰς πόλεις, πληρόνει τὸν φόρον· ἡ σταφὶς ἄρα ἡ ἑλληνικὴ ὑφίσταται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὰς πόλεις τὸ βάρος τῆς φορολογίας τοῦ ἐξ αὐτῆς παραχθέντος οἴνου, ἐνῷ ὁ ἐκ τῆς τουρκικῆς σταφίδος παραγόμενος οἶνος εἶναι ἐλεύθερος τέλους. Ἐὰν ἤδη ἐπέλθῃ ἡ προτεινομένη μεταβολὴ καὶ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν σταφίδα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὰς πόλεις φόρος ἀνάλογος πρὸς τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς παραγόμενον οἶνον, συνέπεια θὰ ᾖναι, ὅτι καὶ ἡ τουρκικὴ σταφίς, ἥτις διηγωνίζετο πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἐπὶ ὅροις ἀνίσοις, θὰ διαγωνίζηται ἐπὶ ὅροις ἰσότητος, τῆς μὲν ἑλληνικῆς σταφίδος μεταποιουμένης εἰς οἶνον ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ βαρυνομένης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ οἴνου, τῆς δὲ τουρκικῆς σταφίδος πληρονούσης φόρον ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος, ὃν σήμερον δὲν πληρόνει.
§14ΣΑΚΚΗΣ. Φρονῶ βεβαίως, ὅτι καὶ οὕτω ἡ σύμβασις αὕτη ἐξασφαλίζει μεγάλην ὠφέλειαν ὑπὲρ τῶν σταφιδοκτημόνων, οἵτινες πολλὰ θέλουσιν ἐλπίζει διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς τὸ Γαλλικὸν Κράτος. Ἐκφράζων λοιπὸν τὴν γνώμην μου ταύτην, δηλῶ, ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τῆς συμβάσεως, διότι πεποίθησιν ἔχω, ὅτι ἐκπληροῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ἰδίᾳ τῶν σταφιδοκτημόνων, καθ’ ὅσον ἕνεκα τοῦ μικροτέρου δασμοῦ εἰς οὐδὲν Κράτος θὰ εἰσαχθῇ τόσον ποσὸν, ὅσον εἰς Γαλλίαν, ἐπειδὴ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σταφίδος εἰς ἄλλα Κράτη εἶναι πολὺ μεγαλείτερος. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον).
§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ ἀρχαιολογικῆς ἀνασκαφῆς ἐν Δελφοῖς.
§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ περὶ ἀνασκαφῆς ἀρχαιολογικῆς ἐν Δελφοῖς συνομολογηθεῖσα σύμβασις μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς ὑπόσχεται τὴν προσφορὰν πολυτίμου ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος, διότι τὰ πολύτιμα κειμήλια τῆς ἀρχαιότητος, τὰ ὁποῖα ἐγκλείονται ἐν τῷ ἐδάφει, τῷ καλυπτομένῳ νῦν ὑπὸ οἰκοδομῶν μεγάλου χωρίου, ἀποκαλυπτόμενα, θὰ προσφέρωσι μεγάλην ὑπηρεσίαν εἴς τε τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν καλλιτεχνίαν. Ἀλλ’ αἱ ἐνεργηθησόμεναι ἀνασκαφαὶ συνδέονται μὲ τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν περιουσίαν τριακοσίων οἰκογενειῶν, αἵτινες κατοικοῦσι τὸ χωρίον Καστρὶ ἐν Δελφοῖς. Αἱ οἰκογένειαι αὗται ἐγκατεστάθησαν ἐπὶ τοῦ χώρου αὐτοῦ πρὸ αἰώνων, οὐδεμία δὲ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν. Ἑπομένως δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ἀνασκαφῇ τὸ χωρίον των. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο διαπραγμάτευσις περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν, ὅπως μετοικήσωσιν ἀλλαχοῦ καὶ οὕτω διευκολυνθῇ ἡ τῶν ἀνασκαφῶν ἐνέργεια· ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη ὁριστικόν τι ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία προσήνεγκε γλίσχρον καὶ ἀνεπαρκῆ πρὸς τοῦτο ἀποζημίωσιν. Σήμερον παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῶν ἀνασκαφῶν εἰς τὴν Γαλλίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως ὁ χῶρος τῶν ἀνασκαφῶν ὁρισθήσεται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Σχολῆς, ἀλλὰ δὲν ὁρίζεται σαφῶς, ἂν πρόκειται νὰ γίνωσι γενικαὶ ἢ μερικαὶ ἀνασκαφαί· ἐὰν πρόκειται νὰ γίνωσι μερικαὶ ἀνασκαφαὶ, τότε ἡ μετοίκησις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν ἀποβαίνει ἀνέφικτος, ἡ δὲ ὕπαρξις καὶ ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις αὐτῶν καθίσταται προβληματική. Φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ διευκολύνῃ τὴν μετοίκισιν τοῦ χωρίου πρὸς ἐνέργειαν γενικῶν ἀνασκαφῶν, δι’ ὧν καὶ μόνον ἐπιτευχθήσεται ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ σύμβασις, τουτέστιν ἡ ἀποκάλυψις τοῦ ἀρχαιολογικοῦ θησαυροῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, πρὸς ἡσυχίαν τῶν ἐνδιαφερομένων κατοίκων τοῦ χωρίου Δελφῶν, ὧν αἱ δίκαιαι καὶ εὔλογοι αἰτήσεις μοὶ ὑπηγόρευσαν τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πρόθεσις τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ προβῇ εἰς γενικὴν ἀνασκαφὴν, παραπλησίαν ἐκείνης, ἣν ἐξετέλεσεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐν Ὀλυμπίᾳ. Τὸ ἄρθρον δὲ 1, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνηνέχθη ὁ προλαλήσας, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρόθεσις αὕτη τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διετυπώθη ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνασκαφῆς, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται τῶν κτημάτων τῶν κειμένων ἐν τῷ χώρῳ αὐτῆς ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, τὸ βʹ. ἐδάφ. τοῦ ἄρθρου 1 λέγει: «Ἡ θέσις τῶν ἀρχαίων περιβόλων, ὡς καθορισθήσεται ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῆς διευθύνσεως τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Σχολῆς, ἀποτελέσει τὸ σύνολον τοῦ χώρου τῆς ἀνασκαφῆς». Ἀκριβῶς διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐγένετο χρῆσις τῆς λέξεως «περίβολοι» εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. Διότι ὁ ὅλος χῶρος τῆς ἀνασκαφῆς ἀποτελεῖται ἐκ πλείστων περιβόλων. Ὁ κυρίως περίβολος εἶναι ὁ τοῦ ναοῦ, ἐφ’ οὗ καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον κεῖται τὸ Καστρίον· ἕτερος περίβολος εἶναι ὁ τοῦ Γυμνασίου οὕτως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι. Οἱ τέσσαρες δὲ ἢ πέντε οὗτοι περίβολοι θέλουσι συμπεριληφθῆ εἰς τὸν χῶρον τῶν ἀνασκαφῶν. Ἐκ τούτου προκύπτει σαφῶς ὁ γενικὸς χαρακτὴρ τῆς ἀνασκαφῆς, καὶ ὅτι ἀναγκαίως θέλουσιν ἐξαγορασθῆ αἱ οἰκίαι τῶν κατοίκων, οἵτινες βεβαίως θέλουσιν ἀποζημιωθῆ δι’ αὐτάς. Ἡ ὅλη περιοχὴ θέλει πρὸ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνασκαφῆς προσδιορισθῆ ἐν διαγράμματι, συνταχθησομένῳ ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς, ἥτις θέλει διεξαγάγει αὐτήν. Ἐκ τούτων προφανὲς, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ ἔσται εὐρεῖα, καὶ ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς θὰ ἐξαγορασθῶσι μὲν αἱ οἰκίαι, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ χωρίου θὰ μετοικίσωσιν ἐκεῖ πλησίον, ἢ ἀλλαχοῦ που περαιτέρω. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον.—Κατόπιν γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν δραχμῶν 2 καὶ 1.— Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰανουαρίου ε. ε. Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀπαρίθμησιν τῶν ἀδηλώτων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ καταμέτρησιν τῶν ἀδηλώτων οἴνων.—Ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§19ΤΟΜΑΝ. Χθὲς ἐζήτησα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ διασαφήσεις τινὰς, σχετικὰς μὲ τὸ ἄρθρον 4· συνέστησα δὲ, ἂν ἦναι δυνατὸν, πρὸς περιστολὴν τῶν παραπόνων τῶν καπνοπωλῶν, οἵτινες, ὡς προεῖπον, δὲν παραπονοῦνται τόσον κατὰ τοῦ φόρου, ὅσον κατὰ τοῦ τρόπου τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπιτραπῇ αὐτοῖς ἡ ἐκκοπὴ δι’ ἰδίων ἐργατῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην ἀπήντησεν, ὅτι τοῦτο νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ. Ἀλλ’ ἐάν τις παρατηρήσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 4, θέλει ἀνομολογήσει, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, διότι ῥητῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς. Ὅτι ἀποκλειστικῶς ἡ κοπὴ τοῦ καπνοῦ ἐκτελεῖται ὑπὸ δημοσίων ὀργάνων ἐν τοῖς δημοσίοις ἐργαστηρίοις. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἕνεκα περιστάσεων ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἄλλοις νὰ παρασκευάζωσι τὸν καπνὸν καὶ νὰ κόπτωσιν τοῦτον, θὰ ἦτο καλὸν νὰ προσετίθετο ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦτο ἡ ἑξῆς φράσις· «δύναται ὅμως νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἰδιώτας τοῦτο ἐντὸς τοῦ δημοσίου ἐργοστασίου». Τὸ τοιοῦτο δὲν θὰ παραβλάψῃ τὸ σύστημα τοῦ νομοθετήματος, διότι παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἐν ἄρθρῳ 24 ὑπάρχει διάταξις, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ἡ δι’ ἰδίων ἐργατῶν τῶν ἐμπόρων προπαρασκευὴ τῶν σιγάρων ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ κοπτηρίου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ τοῦτο ἐπιτετραμμένον, δύναται νὰ οἰκονομηθῇ καὶ ἡ ἀξίωσις αὕτη τῶν ἐμπορευομένων, περὶ ὧν ὁμιλῶ, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν παραπόνων τούτων, προστιθεμένης τῆς φράσεως εἰς τὸ ἄρθρον τέταρτον, ἀφιεμένης δὲ τῆς ἐφαρμογῆς εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§20ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχομεν ἀποδεδειγμένον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν, ὅτε ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ καπνοῦ, ὅτι κατεδιώχθη μία τάξις ἀνθρώπων, ἐργαζομένη τὴν ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ, καὶ προσποριζομένη διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἡ τάξις αὕτη δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἐργασίας της, διότι ἄλλως θὰ στερηθῇ τοῦ ἄρτου, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ ταύτης, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους ἔχει τὸ συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ νόμος· ἀλλὰ τοιαύτη κρίσις καὶ ἀπόφασις ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες ἐργάζονται πρὸς διατροφὴν τῶν οἰκογενειῶν των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς εἰσάγει, διὰ νὰ μὴ στερηθῇ ἡ ἐργατικὴ τάξις ἐκ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ τοῦ ἄρτου αὐτῆς.
§21ΤΟΜΑΝ. Ἡ ἀπαίτησις ἱκανοποιεῖται, ἐὰν ἀναγραφῇ ἡ προσθήκη.
§22ΤΖΑΝΕΣ. Τὴν περὶ τούτων πρόνοιαν ἀναμένω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ εὑρεθῇ αὕτη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ πάλιν, ὅπως ἄλλοτε, τῆς καταδιώξεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὁποίαν καταδίωξιν ὑφίσταντο οἱ ἐργάται τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συλλέγῃ νέου εἴδους κοπτικὰς μηχανάς, ὡς ὑννία, διὰ τῶν ὁποίων ἀροτριῶσι τὴν γῆν, καὶ ὡς ἐκ κορμῶν κατεσκαμμένων δένδρων κατασκευασμένα, χαβάνια κοινῶς λεγόμεια. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις, φρονίμως ποιοῦσα, προβλέψῃ περὶ τούτου, σὺν τοῖς ἄλλοις θ’ ἀποφύγῃ καὶ τὴν καταδίωξιν διὰ τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες, ἀντὶ νὰ ἐκπληρῶσι τότε τὸ καθῆκόν των, τοὐναντίον ἐτράπησαν τὴν ὁδὸν τῆς ὠφελείας, καὶ συνετέλεσαν ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ νόμου διὰ τῶν καταχρήσεων περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ἐργατῶν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων χθὲς ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τετάρτου, ἀφορῶσαν εἰς τοῦτο, ἂν κατὰ τὸ ἄρθρον τέταρτον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς καπνοπώλας ὅπως εἰσάγωσιν ἐντὸς τῶν καταστημάτων τῆς κοπῆς τοὺς ἰδίους αὑτῶν ἐργάτας, ἵνα οὗτοι προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἰδίας ἑκάστου καπνοπώλου ἐργασίας. Σήμερον προέβη περαιτέρω, καὶ δὲν ζητεῖ μόνον τοιαύτην παραχώρησιν, ἀλλὰ ζητεῖ ὡς δικαίωμα τῶν καπνοπωλῶν τὴν δι’ ἰδίων ἐργατῶν κοπὴν τοῦ καπνοῦ ἐν τοῖς καταστήμασι. Κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἄρθρου 24, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι δύναται ὁ καπνοπώλης νὰ κατασκευάζῃ σιγάρα δι’ ἰδίου τεχνίτου τῆς ἐκλογῆς του, δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ ὅ,τι ζητεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Κυκλάδων. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ζητῇ τοῦτο ὡς δικαίωμα, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, δὲν παραχωρεῖ εἰς τὸν καπνοπώλην τοιοῦτο δικαίωμα· ἀλλ’ ἐὰν περιορίζῃ τὴν ἀπαίτησίν του, τουτέστιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον χορηγῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιτρέπῃ τοῦτο εἰς τοὺς καπνοπώλας κατὰ τὰς περιστάσεις, ἤτοι ὁσάκις ὑπάρχῃ χῶρος, συντρέχωσι δὲ καὶ ἄλλοι ὅροι, ἀπαντῶ, ὅτι τοῦτο ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει. Κατὰ τὸ ἄρθρον τέταρτον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ὁ κανονισμὸς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει γίνει ἡ κοπὴ ἐν τοῖς καταστήμασιν· ἀλλ’ ἐνῷ οἱ ἐργάται θὰ ἦναι ὑπηρέται τοῦ Δημοσίου, οὐδεμία διάταξις τοῦ νόμου ἀπαγορεύει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐγκαθιστᾷ ὡς ὑπηρέτας τοῦ Δημοσίου τοὺς ἐργάτας τῶν καπνοπωλῶν. Δύναται ὁ κανονισμός, ὁ ἐκδοθησόμενος μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ περιλάβῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγκρίνει τοῦτο, θὰ ἐδίδετο ἄδεια εἰς καπνοπώλας νὰ στέλλωσι τοὺς ἰδίους ἐργάτας, οἵτινες, θεωρούμενοι ὡς ὑπηρέται τοῦ Δημοσίου, θὰ εἰργάζοντο ἐν τοῖς καταστήμασι τῆς κοπῆς. Τὸ ἄρθρον εἰκοστόν, τὸ κανονίζον τὰ περὶ ἐργατῶν, λέγει, ὅτι τὸ ἀπαιτούμενον δι’ ἕκαστον ἐργοστάσιον προσωπικὸν διορίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτάσει τοῦ διευθυντοῦ· ἑπομένως, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ, ὅτι συμφέρει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς καπνοπώλην νὰ διορίσῃ τοὺς ἰδίους αὐτοῦ ἐργάτας ἐντὸς τοῦ καταστήματος τῆς κοπῆς, θέλει τὸ πράξει ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ κανονισμὸς θέλει περιλάβει· διότι περὶ μισθοῦ καὶ περὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐργάτας μένει ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, ἐντὸς τοῦ ὅρου τῆς μισθοδοσίας 130 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τοῦτο δὲν ἐπράξαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ αἴτιον τούτου ὑπῆρξεν ἴσως, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ δὲν ἔλαβε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὴν ἀνάπτυξιν, ἣν προώριστο νὰ λάβῃ. Ἴσως συνετέλεσεν εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχε ληφθῆ πρόνοια περὶ ἐπαρκοῦς χώρου, διότι ἐννοεῖται, ὅτι ὁ χῶρος πρέπει νὰ ᾖναι μεγαλείτερος τοῦ συνήθους, ἵνα δοθῇ ἡ ἄδεια, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων. Δὲν θὰ ᾖναι λοιπὸν πρέπον νὰ περιληφθῇ διάταξις ὑποχρεωτικὴ, ἀλλὰ προτιμότερον νὰ ἀφήσωμεν τὸν κανονισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συμβουλευομένην τὰς περιστάσεις καὶ προσπαθοῦσαν νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον. Δὲν θεωρῶ δὲ, ὅτι πρὸς τὸν τοιοῦτον κανονισμὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιήσωμεν κατ’ ἐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον· μετὰ τὰς δοθείσας μάλιστα ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν τοῖς πρακτικοῖς, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου.
§24ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἐξήγησις εἶναι, ὅτι πρέπει οἱ ὑπηρέται τῶν καπνοπωλῶν νὰ διορίζωνται ὑπάλληλοι.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπολύτως, διότι ἐνδέχεται καπνοπῶλαι νὰ θελήσωσι νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰ κοπτεῖα λαθρεμπόρους τοῦ καπνοῦ ὑπὸ μορφὴν ἐργατῶν, βεβαίως δ’ ὁ κ. βουλευτὴς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπεκτείνηται καὶ ἐπὶ τοὺς τοιαύτην τυχὸν ἔχοντας πρόθεσιν καπνοπώλας τὸ παρ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενον ὑπὲρ τῶν ἐντίμων καπνοπωλῶν πλεονέκτημα· πρέπει ἄρα ὁ καπνοπώλης νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐργοστασίου τὴν ἔγκρισιν τὸ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸ κοπτήριον, πρὸς ἐκτέλεσιν τοιαύτης λειτουργίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς κατάστημα κοπῆς, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα πᾶς καπνοπώλης νὰ εἰσάγῃ εἰς αὐτὸ ἐπὶ προφάσει κοπῆς τοῦ ἰδίου καπνοῦ οἱαδήποτε πρόσωπα. Τοιοῦτον δικαίωμα θὰ ἤνοιγεν εὐρεῖαν τὴν θύραν εἰς τὸ λαθρεμπόριον.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Δηλαδὴ ἀποκρούετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυκλάδων.
§27ΤΟΜΑΝ. Μόλον ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι ὡς εἰλικρινεῖς τὰς προθέσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς δικαίωμα εἰς τοὺς καπνοπώλας τὸ κόπτειν καὶ παρασκευάζειν ἐν τοῖς δημοσίοις ἐργοστασίοις τὸν καπνὸν, ὑπὸ τὴν αὐστηροτάτην ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν διευθυνόντων τὰ καταστήματα ταῦτα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑποδεικνυομένη εὐκολία, τοῦ ὅτι εἶναι δυνατὸν τῇ ὑποδείξει των νὰ διορίζωνται τὰ κατάλληλα πρόσωπα πρὸς κοπὴν τοῦ καπνοῦ, δὲν θέλει παράσχει τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐπιδιωκόμενα διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι διὰ τοὺς μετερχομένους τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καπνοπώλου βαρυτέρα καὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου, ὡς παρακωλύουσα τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν λαθρεμπόριον ἐν τοῖς δημοσίοις καταστήμασιν, ἀφοῦ ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ βαρεῖαι ποιναὶ κατὰ τῶν ἐν τοῖς καταστήμασι τούτοις ἐνεργούντων τοιοῦτον, καὶ ὁ ἐπιτηδειότερος ἐὰν ᾖναι, δὲν δύναται νὰ ὑποκλέψῃ τι ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀναγραφῇ ἡ εὐκολία αὕτη ὡς δικαίωμα τῶν καπνοπωλῶν, ὡς εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 24 διάταξις, διότι συμβαίνει, κύριοι, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι, φέροντες τὸν καπνὸν εἰς τὸ δημόσιον κοπτήριον, νὰ ἀφίνωσιν αὐτὸν ἐπὶ πολὺ ἐκεῖ, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ τὸν παραλάβωσιν αὐθημερὸν, ἢ ὅταν πρέπῃ, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μεγαλείτερον παράπονόν των. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ἐπιθυμῶν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ γίνῃ σκέψις τις, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται αὐτοῖς νὰ κόπτωσι τοῦτον δι’ ἰδίων ἐργατῶν, ὑπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐποπτείαν τοῦ διευθυντοῦ, καὶ οὕτω νὰ μετριασθῶσι τὰ παράπονά των κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§28ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν πιστεύω, κύριοι, σπουδαίως νὰ φρονῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ εἰσέρχηται ἀτιμωρητεὶ τὸ λαθρεμπόριον ἐν τοῖς κοπτηρίοις, καὶ ἂν τὸ πιστεύῃ, πολὺ ἀδικεῖ ἑαυτόν. Ἡ Κυβέρνησις παντοῦ καὶ πάντοτε ἔχει τὰ ὄργανά της καὶ δύναται δι’ αὐτῶν, οὐχὶ ἐν τοῖς δημοσίοις κοπτηρίοις, ἀλλὰ καὶ πέραν τούτων, νὰ καταδιώκῃ τοὺς λαθρεμπόρους. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἄλλο, παρὰ νὰ προστατεύσῃ μίαν τάξιν συμπολιτῶν ἐργατῶν, διότι ἀληθῶς, ἐὰν ὁ νόμος ψηφισθῇ ὡς τὸν εἰσάγει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, πάλιν ἐπαναλέγω, ἡ τάξις αὕτη ἀποκλείεται πάσης προστασίας καὶ πάλιν θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς καταδιώξεις κατὰ τῆς τάξεως αὐτῆς. Λέγουν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι πρακτικὸς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι θεωρητικός· ἐγὼ δὲν τὸ ἐπίστευον καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀγόρευσίν του, εἶδον ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ τοιαύτη γνώμη περὶ αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν γνωρίζῃ περιπτώσεις τινὰς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὀφείλει νὰ τὰς μανθάνῃ, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς ἀκούσῃ, διότι ἡμεῖς, καίτοι ἀντίθετοι εἰς τὴν πολιτικήν του, ἔχομεν τὸ συμφέρον νὰ μὴ προσκόπτῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος εἰς τὰ καλὰ ἔργα αὐτῆς, διότι προσκόπτουσα ζημιοῖ τὸ Κράτος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ τὴν τάξιν τῶν ἐργατῶν τοῦ τόπου, διότι ἡ ἔλλειψις προστασίας ὑπὲρ τούτων εἶναι βλάβη ἐπίσης τοῦ Κράτους. Μὲ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐκάμομεν, εἴχομεν τὸν νόμον τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ μὲ τόσην πολυτέλειαν· τί ἐκάμομεν; Ἦλθεν ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εὗρεν, ὅτι δὲν ἦτο ὠφέλιμος ἢ πρακτικὸς, καὶ τὸν κατέῤῥιψε. Καὶ τί ἀπεδείχθη τότε; Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ γνωρίζει· διότι, ἂν τὸ ἐγνώριζε, θὰ τὸ ἀπέκρουεν. Ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων, ὅλα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα καὶ ὅλα τὰ ὄργανα εἶναι τῆς ἐκλογῆς τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν οἱ φίλοι πάσης Κυβερνήσεως ἐρχόμενοι θὰ διορίζωσι τὰ ὄργανα τῶν κοπτηρίων πάντα ἐκ τῶν ἰδικῶν των. Εἶναι δὲ καλὸν, οἱ νόμοι νὰ δύνανται νὰ λειτουργοῦν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν νὰ πορισθοῦν τὸν ἄρτον αὐτῶν ἐκ τῆς ἐργασίας των. Ἐν τούτοις ἐνταῦθα ἐκπληρῶ καθῆκον, διότι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἔχω τὸν προορισμὸν νὰ συντελῶ εἰς πᾶν ὅ,τι συμβάλλει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀφίνω ἀκόμη—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὑψηλότερον τῶν καθηκόντων μου—νὰ μὴ ἀφίνω νὰ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἰδίως τῶν ἐργατῶν. Ἡ καταδίωξις, κύριοι, τῆς τάξεως τῶν ἐργατῶν, ὡς λαθρεμπόρων καὶ κλεπτῶν, θὰ πληρώσῃ κακούργων τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις μας· διότι ἡ μεγαλειτέρα ἀσθένεια εἶναι ἡ πεῖνα καὶ τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἶναι ἡ στέρησις. Νομίζω, ὅτι ἐννοοῦμαι. Εἶπον ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, ἂς φροντίσῃ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἴδιον, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προστασίας καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς τάξεως τῶν ἐργατῶν.
§29ΡΟΥΦΟΣ. Διαφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πρὸς τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἀπέχῃ τῆς ἰδέας, ὅτι δύνανται ἰδιῶται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ καπνοκοπτήριον, διότι τότε ἀναπτύσσεται ἡ λαθρεμπορία φανερά. Ἔχω δὲ ἀντίληψιν τοῦ πράγματος αὐτοῦ ἐκ τοῦ καπνοκοπτηρίου τῶν Πατρῶν. Τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων τῶν Πατρῶν ἐπρομηθεύετο καπνὸν ἀρίστης ποιότητος ἐκ τοῦ καπνοκοπτηρίου πρὸς ἓξ δραχμὰς, ἐνῷ διὰ νὰ τὸν ἀγοράσουν ἀπὸ κατάστημα καπνοπωλείου θὰ ἐπλήρονον 10 δραχμὰς, κατωτέρας δὲ ποιότητος πρὸς 2 καὶ 50 καὶ 3 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Δι’ αὐτὸ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ δύνανται νὰ εἰσέρχωνται ἰδιῶται, ἢ ὑπάλληλοι τῶν καπνεμπόρων, εἰς τὰ κοπτήρια, εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τῆς εἰσαγωγῆς τῆς λαθρεμπορίας τοῦ καπνοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις.
§30ΤΟΜΑΝ. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς λαθρεμπορίας; Ἡ στέρησις τοῦ ἐπαγγέλματος ἀπὸ 300 ἢ 400 ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι, εἰθισμένοι ὄντες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν νὰ μετέρχωνται αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα, καὶ εὑρισκόμενοι ἀπέναντι τοῦ φάσματος τῆς πείνης, θέλουσι διὰ παντὸς τρόπου προμηθευθῆ κοπτήρια καὶ θὰ μετέρχωνται ἐν κρυπτῷ τὸ ἐπάγγελμά των. Ὑπάρχουν δὲ μυριάδες δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἵτινες οὐδένα ἄλλον κατεδίκασαν ὡς λαθρέμπορον καπνοῦ, ἐκτὸς τῶν ἐργατῶν αὐτῶν.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ῥοῦφον ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἂν δὲ τῷ ὄντι ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ Δημοσίου ἐγίνετο ἄλλοτε λαθρεμπορία καὶ ἐξήγετο ὁ καπνὸς, διὰ τὴν κατάχρησιν αὐτὴν πᾶς ἄλλος δύναται νὰ εὐθύνηται, οὐχὶ δὲ οἱ πτωχοὶ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι εἰσήγοντο ἐκεῖ διὰ νὰ κόπτουν τὸν καπνόν. Ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι ἄνευ τῆς συνεννοήσεως τοῦ διευθυντοῦ καὶ τοῦ ἐλεγκτοῦ κατάχρησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη, καὶ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτοῦ θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἐπιφυλάσσεται τῷ Δημοσίῳ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ κόπτειν τὸν καπνὸν, εἶναι βεβαίως ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ ἐργοστάσια δημόσια, ἐπιτηρούμενα ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους. Εἰς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα δύω ἐργασίαι ἐκτελοῦνται, ἡ ἐργασία τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ καὶ ἡ ἐργασία τῆς κατασκευῆς τῶν σιγάρων, δι’ ἀμφοτέρας δὲ τὰς ἐργασίας ταύτας ἀπαιτοῦνται κατάλληλοι τεχνῖται. Καὶ διὰ μὲν τὴν κατασκευὴν τῶν σιγάρων τὸ νομοσχέδιον δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὰ ἐργοστάσια ἀνθρώπους τῆς ἐκλογῆς των, διὰ νὰ τὰ κατασκευάζωσιν· ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς δὲ ταύτης οὐδὲν λαθρεμπόριον ὑποπτεύεται. Καὶ τῷ ὄντι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἂν εἰσέλθουν ἐργάται οἱοιδήποτε εἰς τὸ κοπτήριον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν καὶ ἐπιτήρησιν τοῦ διευθυντοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κοπτηρίου, οὐδεμία κατάχρησις δύναται νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ διατὶ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ; Καὶ κατὰ τί διαφέρει ἡ μία ἐργασία ἀπὸ τὴν ἄλλην; Ὅπως δύναται ὁ καπνοπώλης νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ κοπτήριον ἀνθρώπους τῆς ἐκλογῆς του διὰ νὰ κατασκευάσουν σιγάρα, διατὶ νὰ μὴ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἀνθρώπους πρὸς κοπὴν τοῦ καπνοῦ μὲ τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου; Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων ἀπῄτει, ἕκαστος καπνέμπορος νὰ εἰσάγῃ ἀνθρώπους καὶ ὄργανα τῆς ἐκλογῆς του, τὸ ἠνόουν· ἀλλὰ διεσάφησεν, ὅτι ἡ ἐργασία θὰ γίνηται μὲ τὰ κοπτήρια ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἔχει παρεσκευασμένα τὸ Κράτος. Ὥστε δὲν ἐννοῶ, διατὶ νὰ μὴ γίνηται τοῦτο δι’ ἀνθρώπων τῆς ἐκλογῆς τοῦ καπνεμπόρου· ἐγὼ μάλιστα ὑποστηρίζω νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου πρὸς διατήρησιν ἐργατῶν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν, ὥστε ἕκαστος τῶν κομιζόντων καπνὸν νὰ φέρῃ καὶ τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον διὰ νὰ τὸν κόπτῃ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ οἰκονομικωτέρα θέλει γίνεσθαι ἡ ἐργασία καὶ δὲν θὰ λείψῃ ὁ ἄρτος ἀπὸ πολλοὺς πτωχοὺς, οἱ ὁποῖοι συνείθισαν εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ, θὰ λείψουν δὲ καὶ τὰ σκανδαλώδη ῥουσφέτια, τὰ ὁποῖα δὲν κάμνει πλέον κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλ’ οἱ κατὰ τόπους ὑπάλληλοι, προτιμῶντες τοὺς φίλους των καὶ οὐχὶ τοὺς καλοὺς τεχνίτας.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὡμίλησε μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων θὰ ἐπροτίμα νὰ μὴ ὑπεστηρίζετο οὕτω, διότι, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι κατέστη ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ὑποστηρίξεως ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἀπέδειξε πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀποδειχθῆ μέχρι τοῦδε, κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Τὸ σύστημα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν καπνοπώλην, ὅπως εἰσάγῃ ἰδίους ἐργάτας, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν καπνοπωλῶν νὰ ἐργάζωνται διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶπεν, ὅτι μόνον διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως γιγνομένης τῆς ἐργασίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ φόβος περὶ καταχρήσεων· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς μόνον διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως γίνεται ἡ ἐργασία, πῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων; Ὅταν ὑπάρχῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς κοπτήρων καὶ ὡρισμένος χῶρος, πῶς θὰ κανονισθῇ ἡ σειρὰ τῆς προτιμήσεως τῶν καπνοπωλῶν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὀργάνων τοῦ καπνοκοπτηρίου; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις πλήρης. Θὰ ἐνόουν τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ κατάστημα ὁ καπνοπώλης μετὰ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ὀργάνων του. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ἐπαγγελλόμενος, ὅτι ὁμιλεῖ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, ἀναπτύσσει τὸ θέμα διὰ τῆς συνήθους αὐτῷ εἰρωνείας, σκοπῶν νὰ καταδείξῃ τὸ ἄτοπον τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἐργατῶν ἄνευ τῶν ὀργάνων, πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἐργατῶν μετὰ τῶν ὀργάνων, πρόκειται περὶ ἐνασκήσεως δικαιώματος, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, δικαιώματος ἀπολύτου, ὁποῖον ἀσκοῦσιν αὐτὸ καὶ οἱ κατασκευάζοντες σιγάρα· οἱ κατασκευάζοντες σιγάρα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ὀργάνων, ἔχουσιν ἀνάγκην μόνον τραπέζης, καθίσματος καὶ τοῦ χώρου, ὃν ταῦτα καταλαμβάνουσι. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀρκοῦν εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 24 λειτουργεῖ ἀπροσκόπτως· ἀλλὰ προκειμένου περὶ κοπτῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα, ἐὰν δὲν ἔχωμεν χῶρον ἐπαρκῆ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ὑπηρεσίαν πολυτελεστέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Καὶ μετὰ τὴν πλήρη τοῦ νόμου ἐφαρμογὴν θὰ ὑπάρχωσι κοπτήρια μικρὰ, ἐν οἷς δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ λειτουργία τοῦ πολυτελοῦς συστήματος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Ἀλλὰ τὸ πολυτελὲς τοῦτο σύστημα οὐδ’ ἐν Ἀθήναις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἀρχὰς, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κατάστημα ἀνάλογον. Ὁ ἕτερος δὲ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς· ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ὡς ζήτημα προστασίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως, καὶ ἑπομένως ὡς ζήτημα κοινωνικόν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω τὰ στοιχεῖα πρὸς τὴν τοιαύτην τοῦ ζητήματος παράστασιν. Ὁ κ. βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι πρόκειται διὰ τοῦ νέου συστήματος νὰ ἐξωσθῶσιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις ἀπὸ τῆς βιομηχανίας τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ ἡ κοπὴ τοῦ καπνοῦ ἄνευ ἐργατῶν; Ἡ διαφορὰ τῶν δύο συστημάτων εἶναι, ὅτι κατὰ τοῦτο θὰ πληρόνεται ὁ ἐργάτης ὑπὸ τοῦ καπνεμπόρου, κατ’ ἐκεῖνο δὲ θὰ πληρώνηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ὥστε περὶ ἄρτου ἐργατῶν δὲν πρόκειται, καὶ περὶ γεννήσεως κοινωνικοῦ ζητήματος δὲν ὑπάρχει φόβος.
§33ΦΩΤΗΛΑΣ. Τότε θὰ ἦναι ὀλιγωτέρα ἐργασία.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν δὲν δημιουργοῦσιν οἱ καπνοπῶλαι καὶ ἡ Κυβέρνησις· ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις κανονίζεται ὑπὸ τῆς καταναλώσεως, δὲν εἶναι ζήτημα ὀργανισμοῦ κοπτηρίων, ὡς ἐνόμισεν ὁ ἐκ Μεσσηνίας κ. βουλευτὴς, εἶναι θέμα ὅλως διάφορον ἐκείνου, περὶ οὗ πραγματευόμεθα. Ἤδη πραγματευόμεθα περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κοπτηρίων. Εἴπομεν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εὑρίσκῃ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν κοπτηρίων ἦναι ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ εἰσάγωσι τοὺς ἰδίους αὑτῶν ἐργάτας, εἰς τοὺς ὁποίους τότε θὰ δίδεται ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ δημοσίου ὑπηρέτου, ὅπως δι’ αὐτῶν οἱ καπνοπῶλαι κόπτωσι τὸν ἴδιον αὑτῶν καπνόν. Ἀλλ’ ὑποχρέωσιν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρὸς τοῦτο, διότι δὲν γινώσκομεν ἐκ τῶν προτέρων, ἂν καὶ πότε τὰ καταστήματα θὰ ὦσιν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν τοιαύτην λειτουργίαν.
§35ΤΟΜΑΝ. Αὐτὸ τὸ «δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ», νὰ γραφῇ.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσι τὰ στενογραφημένα πρακτικά.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν, ὅτι, ἂν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κομίζοντας τὸν καπνὸν νὰ εἰσάγωσιν ἰδίους τεχνίτας, ἐνδέχεται νὰ συμβαίνουν περιπλοκαὶ, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι πολλοὶ διὰ μιᾶς καὶ δὲν θὰ ἦναι εὔκολον τὸ ζήτημα τῆς προτιμήσεως· ἀλλ’ ἡ δυσκολία αὕτη ὑφίσταται πάντοτε, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ κοπτήριον πολλοὶ καὶ νὰ μὴ ἦναι εἰς κατάστασιν τὰ κοπτήρια τοῦ Δημοσίου νὰ κόψωσιν ὅλον τὸν καπνόν· διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρ. 21 ἐκανόνισε ῥητῶς τὴν περίστασιν ταύτην, διαλαμβάνον: «ἂν τὸ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἰσκομισθὲν ποσὸν καπνοῦ ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ ἐργοστασίου, κόπτεται ἀνάλογον ποσὸν ἑκάστου τῶν εἰσκομισάντων.» Ὅ,τι λοιπὸν γίνεται σήμερον, τὸ αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ τότε· καὶ ἂν παρουσιασθοῦν πολλοὶ καὶ δὲν ὑπάρχουν ἐργαλεῖα διὰ νὰ κόψουν ὅλοι τὸν καπνόν των, ὁ διευθυντὴς θέλει προσδιορίσει τί ποσὸν θέλει κόψει ἕκαστος ἐξ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πᾶν ἄλλο ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ, παρὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἀφοῦ συμβιβάζονται μὲ τὸν κ. βουλευτὴν Κυκλάδων, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει. Ὁμοίως τὸ 5 καὶ 6. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§38ΤΟΜΑΝ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι μεγίστη ἐξαγωγὴ καπνοῦ καὶ ἰδίως διὰ τὴν Μικρασίαν γίνεται ἐκ τῆς Σύρου. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ καπνὰ τὰ Ἑλληνικὰ ταῦτα εἶναι κατωτέρας ποιότητος καὶ εὐτελεστάτης ἀξίας, ἂν δὲ ἐπιβαρυνθοῦν μὲ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ κοπὴν καὶ συσκευὴν, βεβαίως δὲν δύνανται πλέον νὰ συναγωνισθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τοιουτοτρόπως στερεῖται ἡ ἐμπορία ἑνὸς μεγάλου πόρου. Φρονῶ, ὅτι εἶναι νόμιμον καὶ δίκαιον νὰ γίνῃ ἐξαίρεσίς τις διὰ ταῦτα, καὶ ἢ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἐντελῶς ὁ καπνὸς ὁ δι’ ἐξαγωγὴν δικαιώματος κοπῆς, ἢ νὰ μετριασθῇ τὸ ποσὸν τοῦ δικαιώματος.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ 50 λεπτὰ τὰ διὰ κοπὴν, συσκευὴν καὶ λοιπὰ ἔξοδα τοῦ ἐνοικίου κτλ. εἶναι πραγματικαὶ δαπάναι ἀποδιδόμεναι, δὲν εἶναι φόρος.
§40ΤΟΜΑΝ. Τότε δὲν δύναται ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὰ τουρκικὰ καπνά. Πρόκειται περὶ καπνοῦ κοπτομένου ὑπὸ διαμετακόμισιν, τοῦτο δὲ συμβαίνει μόνον ἐν Σύρῳ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλω ἐξετάσει, ἂν ἐν Σύρῳ δύναται νὰ ἦναι ἡ δαπάνη κατωτέρα τῶν 50 λεπτῶν, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω νὰ ἦναι κατὰ πολὺ κατωτέρα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς καὶ τὰ 8, 9, 10, 11, 12 καὶ 13).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται).
§43ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 14 καὶ τὸ τελωνεῖον Στυλίδος, διότι ἐν Φθιώτιδι παράγεται καπνὸς περὶ τὸ ἑκατομμύριον, καὶ νομίζω ὀρθὸν νὰ συστηθῇ ἐργοστάσιον τοιοῦτο καὶ ἐν Στυλίδι.
§44ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι ὅλοι οἱ καπνοὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος μεταφέρονται εἰς Πάτρας, καὶ ἐκεῖ γίνεται ἡ διαμετακόμισις καὶ ἐκεῖθεν πέμπονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δὲν ἔχει ἐργοστάσιον ἐν Πάτραις, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, διότι ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐργασία· ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐργασία καὶ συνιστᾶται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15–24)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25. (Ἀναγινώσκεται).
§47ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς ποῖον κίνδυνον δὲν εὐθύνεται τὸ Δημόσιον; (Διάλογοι).
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ προλάβῃ ἡ ὑπηρεσία διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι, μήπως ὁ καπνοπώλης ἀξιώσῃ τὴν ἐπαύριον, ὅτι δὲν περιεποιήθησαν τὸν καπνόν του, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ποιότης του ἐβλάβη, καὶ ζητῇ ἀποζημίωσιν· διὰ τοῦτο ἐῤῥέθη, ὅτι οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει εὐθύνην τὸ Δημόσιον διὰ τὸν τοιοῦτον καπνόν. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν πᾶσι τοῖς κανονισμοῖς τῶν δεχομένων εἰς παρακαταθήκην πράγματα παρ’ ἄλλων· οἱ σιδηρόδρομοι ὅλοι ἔχουσι τοιαύτας διατάξεις περὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μεταφέρωσιν· εἶναι συνήθεις διατάξεις.
§49ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιττὴ, διότι κανονίζεται ὑπὸ τοῦ κοινοῦ δικαίου. (Διάλογοι).
§50ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μόνον διὰ τὰ τυχηρὰ πρόκειται.
§51ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν τὰ ὄργανα τοῦ καπνοκοπτηρίου ἦναι τόσον φαῦλα, ὥστε νὰ βλάψουν τὸν καπνὸν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι τὸ Δημόσιον ὑπεύθυνον, διότι εἶναι ὁ Ποινικὸς Νόμος, ὅστις τιμωρεῖ. Δικαίως, πολὺ δικαίως ἀνεγράφη ἡ διάταξις αὕτη, διότι εἶναι ἄλλαι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προλάβῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· π. χ. εἰσάγει καπνὸν βεβρεγμένον, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν λέγει ὅτι ἠλλάγη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 25 ὡς ἔχει. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26, 27, 28 καὶ 29).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30. (Ἀναγινώσκεται).
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 30 ἐννοεῖ νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ εἰς τὸν παραγωγὸν τὴν πώλησιν καπνοῦ ποσότητος κατωτέρας τῶν 5 ὀκάδων, ἢ μόνον εἰς τοὺς καπνεμπόρους;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ παραγωγὸς θὰ πωλήσῃ, ὅσον καπνὸν παρήγαγεν, ἂν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον παρήγαγεν, εἶναι κατώτερον τῶν πέντε ὀκάδων.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι παραγωγοὶ, οἱ ὁποῖοι παράγουν καὶ 2 καὶ 3 ὀκάδας.
§56ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «δὲν ἐπιτρέπεται πώλησις καπνοῦ εἰς φύλλα ἔλαττον τῶν πέντε ὀκάδων.» Γεννᾶται ἡ ἀπορία, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς δωρεᾶς;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀναγραφῇ ὡς κανονικὴ ἡ πώλησις, μηδεὶς νὰ ἔρχηται εἰς τὴν ἀγορὰν μὲ ποσὸν κατώτερον τῶν πέντε ὀκάδων· κυρίως περὶ ἀγορᾶς πρόκειται. Ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς πανηγύρεις νὰ πωλῆται ποσὸν ἀνώτερον τῶν πέντε ὀκάδων. Ὅταν τὸ ποσὸν ᾖναι κατώτερον τῶν πέντε ὀκάδων, θεωροῦμεν πλέον ὅτι εἶναι λιανικὴ πώλησις, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τοὺς γενικοὺς κανόνας τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅταν ὅμως ᾖναι ἀνώτερον τῶν πέντε ὀκάδων, τότε θεωρεῖται ὡς καπνὸς πωλούμενος χονδρικῶς, μὴ ἀφορῶν εἰς λιανικὴν πώλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ μόνον φορολογοῦμεν.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ πωλήσεως ἐκ μέρους τῶν παραγωγῶν δὲν κάμνει οὐδένα λόγον ὁ νόμος, οὐδὲ ἐπιβάλλει ποινήν τινα εἰς τοὺς παραγωγούς, ἐὰν πωλήσουν τὸν καπνόν, οὐδὲ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ παραγωγοί, ἀλλὰ μόνον οἱ ἀγορασταί.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἶναι ὀρθή, ὅτι ὁ παραγωγὸς δὲν ὑποβάλλεται εἰς ὑποχρέωσιν. Ἡ ὑποχρέωσις ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἀγοράζοντος παρὰ τοῦ παραγωγοῦ, ὅπως βλέπετε ἐν ἄρθρῳ 26.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μεταβάλλει ὅμως τὴν ἰδιότητα τοῦ παραγωγοῦ ὡς πωλητοῦ· βεβαίως δὲν ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ δήλωσιν, ἀλλ’ ὁ παραγωγὸς δὲν στερεῖται τῆς ἰδιότητός του ὡς πωλητοῦ, ὅταν πωλῇ καπνόν· ἑπομένως, ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30, ἀπολύτως ἀπαγορεύουσα τὴν πώλησιν ποσοῦ κατωτέρου τῶν πέντε ὀκάδων, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ παραγωγοῦ.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δοθεῖσα ἐδῶ ἐξήγησις εἶναι αὕτη: ὅτι εἰς ἐκεῖνον τὸν παραγωγὸν ἐπιτρέπεται νὰ πωλῇ ποσὸν κατώτερον τῶν πέντε ὀκάδων, ὁ ὁποῖος δὲν παράγει ποσὸν ἀνώτερον τῶν πέντε ὀκάδων.
§62ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη σχετίζεται μὲ τὰς λοιπὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁμιλοῦσι περὶ δεδηλωμένου καπνοῦ, δὲν ἀφορᾷ δὲ τὸν παραγωγόν· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως ἀπαγορεύεται καὶ ἡ δωρεὰ, διότι νομίζω διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐπιδιώκεται ὁ ἔλεγχος τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ δεδηλωμένου καπνοῦ, πρὸς πρόληψιν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συνδυάζον τὴν δήλωσιν μὲ τὸ σύστημα τῶν καπνοκοπτηρίων. Ἐὰν δὲν ἀπαγορεύσωμεν καὶ τὴν δωρεάν, τότε θὰ ᾖναι εὔκολος ἡ διὰ δωρεᾶς μεταβίβασις, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένη ἐξέλεγξις τοῦ μεταβιβασθέντος καπνοῦ. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἀφορᾷ εἰς δεδηλωμένον καπνόν. Πᾶς ὁ πωλῶν ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ὡρισμένας διατυπώσεις, διὰ νὰ καθίσταται ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος ἐν θέσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐξελέγχῃ. Ἐὰν δὲ εἴπητε, ὅτι διὰ δωρεᾶς ἐπιτρέπεται νὰ μὴ γίνῃ τοῦτο, τότε βεβαίως θέλομεν περιπέσει εἰς τὸ ἄτοπον, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχωμεν διὰ τῶν δηλώσεων· ὥστε νομίζω, ὅτι πᾶσα μεταβίβασις, εἴτε διὰ πωλήσεως, εἴτε διὰ δωρεᾶς, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, πρέπει νὰ γίνεται διὰ τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 31, 32, 33, 34).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 35. (Ἀναγινώσκεται).
§64ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 35 εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τοὺς παραγωγούς, καὶ συνεπῶς θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς, διότι ὁσάκις ὁ παραγωγὸς προτίθεται νὰ μεταφέρῃ καπνὸν εἰς τὰς πανηγύρεις, ἢ εἰς τὰς ἀγορὰς, πρὸς πώλησιν λιανικὴν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἔφορον ἢ τὸν εἰρηνοδίκην, ἵνα δηλώσῃ τὸν καπνὸν, καὶ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς μεταφορᾶς, καὶ ὑποκύψῃ εἰς τόσας καὶ τόσας διατυπώσεις καὶ δυσκολίας, τρέχων εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῇ ἄνευ ζημίας μεγάλης ὁ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐστερημένος τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων, ὅπως συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον, καὶ προσέτι ἐστερημένος ὅλων τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ παραγωγοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς τοιαύτην ὑποχρέωσιν, δὲν εὑρίσκω δὲ καὶ ἀναγκαίαν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τοιαύτην καταστρεπτικὴν διὰ τὸν παραγωγὸν διάταξιν.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρηται καπνὸς ἄνευ ἀδείας, εἴτε ἀνήκει εἰς παραγωγὸν, εἴτε εἰς πωλητήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 38).
§66ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ, ἡ φράσις ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ «ἐὰν θελήσῃ τις νὰ μεταποιήσῃ εἰς ταμβάκον», ἀνάγεται εἰς πάντα κάτοχον καπνοῦ, εἴτε παραγωγὸς εἶναι, εἴτε καπνέμπορος, εἴτε καπνοπώλης, ἢ περιορίζεται μόνον εἰς τοὺς καπνεμπόρους καὶ παραγωγούς; Ἐρωτῶ δὲ τοῦτο, καθόσον τὸ ἄρθρον ἐλήφθη ἀπαράλλακτα, ὡς εἶναι ἐν τῷ νῦν ἰσχύοντι νόμῳ, καὶ ἐγεννήθη τοιοῦτον ζήτημα: ἐὰν δηλαδὴ ὁ καπνοπώλης, ὅστις εἶχε δηλώσει, ὅτι καπνὸν προτίθεται νὰ μεταποιήσῃ εἰς ταμβάκον, ἀπαλλάσσηται τοῦ φόρου· καὶ ὁ μὲν οἰκονομικὸς ἔφορος εἶχε παραδεχθῇ, ὅτι ἀπαλλάσσεται, οὐχ ἧττον ὅμως κατόπιν ἡ ὑπόθεσις ἠρευνήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοῦτο ἀπεφάνθη, ὅτι κακῶς ἡρμηνεύθη ὁ νόμος ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καπνοπώλας νὰ μεταποιῶσι τὸν καπνὸν εἰς ταμβάκον, καὶ τοὺς ὑπεχρέωσεν ἑπομένως νὰ πληρώσωσι τὸν καπνὸν τὸν μεταποιηθέντα εἰς ταμβάκον, ὡς ἂν ἤθελον καταναλώσει αὐτὸν εἰς καπνόν. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ ἐμποδίζει σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν βιομηχανίαν, διότι ὑπάρχουσι πόλεις, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι καπνέμποροι, εἰμὴ μόνον καπνοπῶλαι, ὡς εἰς τὰς νήσους, ὅπου μεταφέρεται ὁ καπνὸς διὰ πλοίων, καὶ ἀγοράζεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς καπνοπώλας, αὐτοὶ δὲ τὸν μεταχειρίζονται εἴτε διὰ καπνὸν εἴτε διὰ ταμβάκον· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ μεταποιεῖται εἰς ταμβάκον ὁ ἄχρηστος καπνὸς, καὶ ἡ ἐκ τούτου ζημία εἰς τοὺς καπνοπώλας εἶναι σπουδαία, ἐὰν ὑποχρεῶνται εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ ὅταν πρόκειται ὁ καπνὸς νὰ μετατραπῇ εἰς ταμβάκον. Ἐρωτῶ ὅθεν, ἐὰν ἡ φράσις «ἐὰν θελήσῃ τις νὰ μεταποιήσῃ εἰς ταμβάκον», ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δηλ. ἐὰν περιορίζηται μόνον εἰς τοὺς καπνεμπόρους καὶ εἰς τοὺς παραγωγούς, ἢ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς καπνοπώλας.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἔχει σημασίαν κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως δὲν ἔχει σημασίαν. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ καπνοπώλου καὶ καπνεμπόρου, καὶ ἄλλαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ καπνοπώλου, καὶ ἄλλαι αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ καπνεμπόρου. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοιαῦται διακρίσεις οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, διότι ὁ καπνὸς δὲν φορολογεῖται κατὰ τὴν ἀποθήκευσιν ὑπὸ τοῦ καπνοπώλου, ἀλλὰ κατὰ τὴν κοπὴν, μένει δὲ ἀφορολόγητος μέχρι τῆς κοπῆς. Αἱ διατάξεις δὲ, περὶ ὧν πρόκειται, ἀφορῶσι μόνον εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματευόμεθα, πρόκειται περὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ δηλωθέντος, οὐχὶ περὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ εἰς χεῖρας τοῦ παραγωγοῦ ὑπάρχοντος, διότι ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ μεταποιήσῃ εἰς ταμβάκον ἐκ τοῦ δηλωθέντος καὶ ὑπὸ ἐπιτήρησιν διατελοῦντος καπνοῦ εἰς φύλλα, ὀφείλει κτλ.». Ἑπομένως ὁ καπνὸς ὁ εἰς χεῖρας τοῦ παραγωγοῦ δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, διότι, μὴ ὢν ἐγγεγραμμένος ὁ καπνὸς ἐκεῖνος, δὲν πρέπει καὶ νὰ διαγραφῇ κατόπιν τῆς πληρώσεως τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου τούτου· ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ὅμως τὸν δηλωθέντα ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς διαγραφῆς· διαγράφεται δὲ ὁ καπνὸς οὗτος ἐκ τῶν βιβλίων εὐθὺς ὡς ἀποδειχθῇ, ὅτι μετεποιήθη εἰς ταμβάκον. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου τούτου, σκοπὸς, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἔχει τὸ ὅμοιον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς αὐτῆς διατάξεως ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ. Ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ ὁ πωλητὴς καπνοῦ εἶναι ὑπόχρεως διὰ τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον ἀπεθήκευσεν, εἰς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἐνῷ ὁ ἔμπορος καπνοῦ, καίπερ δηλῶν αὐτὸν, οὐδεμίαν ὑπέχει φορολογικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι αὐστηρότερος ὁ νόμος προκειμένου περὶ πωλητοῦ τοῦ καπνοῦ, παρ’ ὅσον εἶναι αὐστηρὸς προκειμένου περὶ καπνεμπόρου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως οὐδεμία διάκρισις μεταξὺ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν ὑπάρχει. Πρόκειται μόνον νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ καπνὸς ὁ δηλωθεὶς εἰς ἐγγραφὴν μετεποιήθη εἰς ταμβάκον, καὶ ἑπομένως νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τῶν βιβλίων.
§68Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Θόρυβος).
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§70ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῇ· ἀνακαλεῖ τὴν ἔνστασιν ὁ κ. συνάδελφος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἀνακαλεῖ, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἔνστασις, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Γ. Μαυρομιχάλη καὶ Καλογεροπούλου).
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐκφωνήσατε, κ. Πρόεδρε, τὸ ἀποτέλεσμα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνῃ πρῶτον ἡ ἀρίθμησις.
§74Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι μόνον 74 παρόντες.
§75ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι προσέρχονται μετὰ τὴν διαλογὴν δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν πρόκειται περὶ ψηφοφορίας ἢ διαλογῆς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σημειωθῇ ἐν τῷ καταλόγῳ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο παρών.
§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦλθε τώρα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Σωτηρόπουλε, ἤλθετε τώρα, ἢ ἦσθε παρὼν κατὰ τὴν διαλογήν;
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην παρὼν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ καταλόγου φαίνεται, ὅτι ἦσαν παρόντες 75, μετὰ δὲ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι σημειωμένος ὡς παρὼν, εἶναι παρόντες 76· ὥστε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλοῦμεν, κ. Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ ψηφολέκτης βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐπισημότητι, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκεῖ ἐπάνω, ὅτι, ὅταν ἐτελείωσεν ἡ διαλογὴ, παρόντες ἦσαν 74.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι 75 ἦσαν, οὐδεὶς ἐνεγράφη προσελθὼν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου· ὁ κ. Μανέτας, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε κατόπιν, δὲν ἐνεγράφη, μόνον δὲ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐσημειώθη, ὁ ὁποῖος, ὡς ἠκούσατε, ἦτο καθ’ ὅλην τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ἐνταῦθα καὶ κατὰ λάθος δὲν εἶχε σημειωθῆ. Ἐξακολουθεῖ λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 39 καὶ 40. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 41).
§84ΤΟΜΑΝ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Τὴν ἑξῆς παρατήρησιν φέρω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 41, ὅπερ ὑποχρεοῖ τὸν εἰσκομίζοντα, κατὰ τὸ ἄρθρον 5, καπνὸν ἐν τοῖς ἐργοστασίοις νὰ παραλαμβάνῃ σὺν τῷ καπνῷ καὶ σιγαρόχαρτον ἐν τῇ ἀναλογίᾳ 1200 φύλλων ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν ἐγένετο μετὰ ἔρευναν ἀκριβῆ, διότι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀπαιτοῦνται ὀλιγώτερα φυλλάδια τῶν 12, ἅπερ περιλαμβάνουσι τὰ 1200 ταῦτα φύλλα, ἐνῷ ἑκάστη ὀκᾶ ἀναλογεῖ πρὸς 40 σακκίδια, περιλαμβάνοντα ἕκαστον ἀνὰ 10 δράμια, τὰ δὲ 10 δράμια ἀναλογοῦσιν εἰς 25 σιγάρα· ὥστε διὰ μίαν ὀκᾶν καπνοῦ ἔχουσιν ἀνάγκην 10 τὸ πολὺ φυλλαδίων μόνον, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν καπνὸν, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμοποιῆται οὐχὶ εἰς σιγάρα, ἀλλὰ διὰ καπνοσύριγγας. Δύο λοιπὸν φυλλάδια θὰ μένωσιν εἰς βάρος τῶν καπνοπωλῶν, οἵτινες δὲν θὰ δύνανται νὰ διαθέτωσιν αὐτά. Δὲν ἔχουσι δὲ ἐκ τοῦ νόμου ἐπὶ τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου ἄλλην ὠφέλειαν ἢ μόνον τὴν προμήθειαν, τὸ 2%. Δέον λοιπὸν νὰ γίνῃ ἀναλογία ἀκριβὴς, οὕτως, ὥστε, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ὠφέλειάν τινα, νὰ μὴ ἔχωσι τοὐλάχιστον ζημίαν.
§85ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην τῆς τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγραψεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τοῦ σιγαροχάρτου· καὶ ἰδοὺ διατί. Καὶ ἂν περισσεύσωσι 4 φυλλάδια, ἢ 3, ἢ 2, καὶ ταῦτα θὰ εὕρωσιν ἀγοραστὴν, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι καὶ πάλιν θὰ καταφύγωμεν ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἄλλοτε κατεφύγομεν, καὶ θὰ ἔχωμεν καπνὸν πλεονάζοντα τῶν σακκιδίων. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο· διότι, ὅταν ἔχωμεν περίσσευμα σιγαροχάρτου, δὲν θὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸ λαθρεμπόριον αὐτοῦ.
§86ΤΟΜΑΝ. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν τὸ ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ προτεινόμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ζημιωθῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα· δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πρόθεσιν νὰ καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ σιγαροχάρτου, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ ζημιώσῃ τοὺς ἐμπόρους.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀναλογία τοῦ σιγαροχάρτου πρὸς τὸν καπνὸν εἶναι ἀναγεγραμμένη καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ Τουρκικὸν μονοπώλιον ἔχει ἀναγεγραμμένα οὐχὶ 1200 φύλλα κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ 1600· ὅταν δὲ τὸ Τουρκικὸν μονοπώλιον κανονίζῃ τὴν ἀναλογίαν εἰς 1600 φύλλα κατ’ ὀκᾶν, ἡμεῖς κανονίζοντες αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει 1200, εὐνοοῦμεν τοὺς καπνοπώλας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου θέματος ν’ ἀποφανθῶμεν ἀπολύτως, ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων, εἰπὼν, ὅτι 25 σιγάρα ἀναλογοῦσιν εἰς τὸ σακκίδιον τῶν 10 δραμίων. Εἶναι γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι οἱ μὲν χωρικοὶ κατασκευάζουσι σιγάρα μεγάλα, οἱ δὲ ἐν ταῖς πόλεσι κατασκευάζουσιν αὐτὰ συνήθως μικρότερα, καὶ ὅσῳ μᾶλλον ἁβροδίαιτοι εἶναι οὗτοι, τόσον λεπτότερα κατασκευάζουσιν αὐτά. Ἑπομένως ἔχομεν σιγάρα 800 κατ’ ὀκᾶν, καὶ σιγάρα 1600 κατ’ ὀκᾶν κατὰ τὴν τουρκικὴν ἀναλογίαν· ὥστε μεταξὺ τῶν ὅρων τούτων ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὁ μέσος ὅρος, νομίζω δὲ, ὅτι προσδιορίσαντες αὐτὸν εἰς 1200, ἐπλησιάσαμεν εἰς τὸ ἀκριβές. Περὶ τῆς ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ οἱ μὴ ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ σιγαροχάρτου, διότι δὲν καπνίζουσιν ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ σιγάρου, λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ, ἀλλὰ συγχρόνως νομίζω, ὅτι δὲν θὰ μένῃ εἰς τὸν καπνοπώλην τὸ σιγαρόχαρτον, διότι δὲν θὰ χρησιμοποιῆται τοῦτο εἰς μόνον τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον οὗτος ἔκοψε· θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε καπνὸς καταναλισκόμενος ἐν τῇ χώρᾳ καὶ μὴ διερχόμενος διὰ τῶν δημοσίων κοπτείων’ διότι, ἐνῷ στηριζόμεθα νῦν ἐπὶ καταναλώσεως 1,000,000 καπνοῦ, πιθανὸν εἶναι, ὅτι ἓν ἔτι ἑκατομμύριον καταναλίσκεται διαφεῦγον τὴν φορολογίαν· ἐλπίζομεν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου καὶ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν παραβάσεων αὐτοῦ θέλομεν κατορθώσει, ὅπως τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν δύο τούτων ἑκατομμυρίων ὀκάδων, τῶν ἀναλισκομένων ἐν τῷ τόπῳ, φορολογῆται· ἀλλὰ καὶ ὅταν κατορθωθῇ τοῦτο, πάλιν θ’ ἀπομένῃ καπνὸς ἱκανὸς, ὅπως ἐξοδεύηται καὶ τὸ περισσεῦον τυχὸν παρὰ τοῖς καπνοπώλαις σιγαρόχαρτον.
§88ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ παρατήρησιν ἁπλῶς ἔκαμα, οὐδόλως δὲ ἐμμένω εἰς πρότασιν. Τοῦτο μόνον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ μήπως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζημιωθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 41 ὡς ἔχει. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 42).
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, χθὲς κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐν τῷ κεφαλαίῳ 5ῳ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀναγραφόμεναι ποινικαὶ διατάξεις εἶναι ἀντισυνταγματικαὶ καὶ ἑπομένως ἀποκρουστέαι. Τὴν γνώμην ταύτην τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀποδέχομαι πληρέστατα· κατὰ συνέπειαν ἐπιχειρῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὑποστηρίζουσιν αὐτήν. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν σύντονον ὑμῶν προσοχὴν, διότι, οὐ μόνον πρόκειται περὶ διατάξεων παραβιαζουσῶν τὸν θεμελιώδη ἡμῶν νόμον, ἀλλὰ καὶ περὶ διατάξεων, αἵτινες μέγαν ἀριθμὸν κατοίκων τοῦ Βασιλείου θέλουσιν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν φατριαστικὴν πίεσιν καὶ ἐξάρτησιν τῶν οἰκονομικῶν Ἀρχῶν τοῦ τόπου. Ἕνεκα, κύριοι, τῆς σπουδαιότητος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, αἱ συντακτικαὶ ἡμῶν Συνελεύσεις δὲν ἐθεώρησαν ἐπαρκὲς νὰ ἀναθέσωσι τὸν ὀργανισμὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβωσιν ἐν τῷ Συντάγματι γενικοὺς τινας κανόνας, νὰ διαγράψωσιν ἐν αὐτῷ γενικάς τινας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἀποβαίνουσιν οὕτως ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀπὸ τῶν ὁποίων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παρεκκλίνῃ. Τοιαῦται ἀρχαὶ εἶναι αἱ ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει τὴν ἰσοβιότητα τῶν συγκροτούντων τὰ πολυμελῆ δικαστήρια δικαστῶν. Τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει τὴν σπουδαίαν ἀρχὴν τῆς δημοσιότητος τῶν δικαστικῶν συνεδριάσεων. Τὸ ἄρθρον 93 ἀναγράφει ἑτέραν ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων πρέπει νὰ ἦναι ᾐτιολογημέναι, καὶ νὰ ἀπαγγέλλωνται πάντοτε ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἀλλὰ καὶ ἕτερόν τινα κίνδυνον ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ προλάβωσιν αἱ συντακτικαὶ Συνελεύσεις. Ὑπώπτευσαν, μὴ τυχὸν ἡ μέλλουσα νομοθετικὴ ἐξουσία ἀφαιρέσῃ διὰ νόμου ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τινὰ τῶν ἀνατεθειμένων αὐτῇ ἀντικειμένων, καὶ ἀναθέσῃ ταῦτα εἰς ἄλλας Ἀρχάς. Πρὸς πρόληψιν τοιούτου κινδύνου, τὸ ἄρθρ. 91 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν δικαστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων δικαστηρίων ὑπὸ οἱονδήποτε ὄνομα. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν ἢ αὐτὴν, ὅτι οὔτε διὰ νόμου ἐπιτρέπεται νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ εἰς τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν ὑπαγόμενα ἀντικείμενα καὶ νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς ἄλλην τινὰ Ἀρχὴν, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἐπιτροπὴν, εἴτε διοικητικὴν, εἴτε δικαστικὴν, οἷον δήποτε ὄνομα καὶ ἄν ἤθελε δοθῇ εἰς αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐκλήθη νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν τῇ πολιτείᾳ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, εἶναι ἡ διάλυσις τῶν μεταξὺ ἰδιωτῶν διαφορῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, καὶ ἡ τιμωρία τῶν πολιτῶν, ὅσοι ἤθελον παραβιάσει τοὺς ποινικοὺς νόμους, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὔτε διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἡ τιμωρία τῶν πολιτῶν, οἵτινες παραβιάζουσι τοὺς ποινικοὺς νόμους. Καὶ ἡ ἀρχὴ, κύριοι, αὕτη ἐτηρήθη ἀκριβέστατα, προκειμένου περὶ τῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας ἐπιβαλλομένων ποινῶν. Οὐδεὶς ἐξεδόθη νόμος, ἐπιτρέπων εἰς ἄλλην Ἀρχὴν τοῦ Βασιλείου νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἢ τὴν δικαστικήν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὰς χρηματικὰς ποινὰς, ἡ ἀρχὴ αὕτη παρεβιάσθη, καὶ ἀνετέθη ἡ ἐπιβολὴ τῶν ποινῶν τούτων οὐχὶ εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους, ἀλλὰ εἰς ἑτέρας Ἀρχάς. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω, ὅτι πάσας τὰς παραβιάσεις ταύτας τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ὅτι μόνη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς, ἀποκρούω διαῤῥήδην. Οὐδὲ ὑπάρχει μάλιστα λόγος διακρίσεως μεταξὺ τῶν κατὰ τῆς περιουσίας ποινῶν καὶ τῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Ὥστε, ἄν παραδεχθῇ τις, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναθέσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν ἐπιβολὴν χρηματικῶν ποινῶν εἰς ἄλλην παρὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ παραδεχθῇ συγχρόνως, ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἄλλην ἐξουσίαν καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιβολὴ τῶν κατὰ τῆς ἐλευθερίας ποινῶν, ἤγουν τῆς κρατήσεως, τῆς φυλακίσεως, τῶν δεσμῶν.
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Γίνεται τοῦτο ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, διότι ἡ Ἀρχὴ ἡ στρατιωτικὴ τιμωρεῖ διὰ φυλακίσεως τοὺς ὑποδεεστέρους· δὲν εἶναι πολῖται ἐκεῖνοι;
§91ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω βραδύτερον εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἵνα μὴ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρατηρῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 97 ἐπέτρεψε ῥητῶς, ἵνα τὰ Στρατοδικεῖα καὶ Ναυτοδικεῖα κανονισθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Στρατοδικεῖον εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ ἀπαντήσω μετ’ ὀλίγον. Τώρα, κύριοι, ἐὰν αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς, εἶναι σκέψεις ἀποῤῥέουσαι ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ συνάδουσι πρὸς τὰς ἑρμηνείας, αἵτινες πάντοτε ἐδόθησαν εἰς τὰ Συντάγματα, πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρότασις, τοῦ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐπιβολὴ ποινῶν κατὰ τῆς περιουσίας οὐχὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην Ἀρχὴν, εἶναι πρότασις, ἣν οὐχὶ μόνον ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἀνακαλέσωσι, τροποποιοῦντες τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐξεταστέον προσέτι, τί προτείνεται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου; Τίνα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἐπεχείρησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ συνταγματικὸν τῶν περὶ ὧν πρόκειται διατάξεων αὐτοῦ; Θέλω ἐξετάσει ἓν πρὸς ἓν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, διότι ἐκ τοῦ ἀβασίμου αὐτῶν ἔτι μᾶλλον θέλει καταδειχθῆ τὸ βάσιμον τῆς γνώμης, ἣν ὑποστηρίζω. Ἴσως, κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀντέταξε χθὲς εἴς τινα τῶν ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ἀγορευσάντων. Ἐπεκαλέσθη τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἐπιβάλλειν πρόστιμον εἰς τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἀνατεθειμένον καὶ εἰς ἄλλην Ἀρχὴν πλὴν τῆς δικαστικῆς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιβάλλειν ποινάς.
§94ΤΙΝΕΣ. Ὅλαι αἱ ἀρχαὶ ἐπιβάλλουσι πρόστιμον.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι, πλάνη νὰ συγχέωμεν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐπὶ τῶν ὑποδεεστέρων, μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ἥτις εἰς μόνα τὰ δικαστήρια ἀνετέθη. Οὐδέποτε δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ποινὴν τὰ πειθαρχικὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε ὑπὸ ἄλλης Ἀρχῆς. Ταῦτα μάλιστα ὁ πρώην καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς δικονομίας πειθαρχικὰ ἐπιτίμια ὀνομάζει. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοιούτων πειθαρχικῶν ἐπιτιμίων ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ;
§96ΤΟΜΑΝ. Πῶς θεωρεῖτε ὅλας τὰς ὑπὸ τῶν τελωνείων ἐπιβαλλομένας ποινάς; ἢ πῶς θεωρεῖτε τὰς ποινάς, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ;
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα λοιπὸν ἐλέχθησαν περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, τοῦ νὰ ἐπιβάλλωσι πειθαρχικὰς ποινὰς, ἢ πειθαρχικὰ ἐπιτίμια, εἰς τοὺς ὑφισταμένους, δὲν ἔχουσι σχέσιν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ.
§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἀφαιρεῖται περιουσία ἀπὸ τοὺς τιμωρουμένους.
§99ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει ποινικὸν χαρακτῆρα πᾶσα ἀφαίρεσις περιουσίας. Ἕτερα, κύριοι, ἐπιχειρήματα ἀντέταξε πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν ὁμοφρόνων μοι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν διοικητικὴν, ὅτι τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν διοικητικῆς δικαιοδοσίας, καὶ ὅτι τοιαύτη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον συνιστᾷ. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο οὐδόλως συντελεῖ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύει δὲ ἴσως τὸ ἀσαφὲς τῶν περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας ἰδεῶν τῶν ὑποβαλλόντων αὐτό. Περὶ τίνος ἀντικειμένου πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται; Πραγματεύεται περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας καὶ διατάσσει ἀληθῶς, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου· ἐκ τούτου δὲ ἐξάγεται, ὅτι δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ τοιαύτη δικαιοδοσία. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὰς περὶ τούτου ἰδέας μου ἐν συντόμῳ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐφαρμόζουσα καὶ ἐκτελοῦσα τοὺς διαφόρους νόμους τοῦ Κράτους, νόμους στρατιωτικούς, νόμους οἰκονομικούς, νόμους ἐν γένει διοικητικοὺς δύναται νὰ προσβάλῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῶν συμφέροντα τῶν πολιτῶν· δύναται ἀκόμη νὰ προσβάλῃ καὶ δικαιώματα αὐτῶν· ἐντεῦθεν ἀναφύονται διαφοραί τινες μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν πολιτῶν, καὶ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διαλύσεως τῶν διαφορῶν τούτων, τοιαύτην δὲ πρόνοιαν λαμβάνουσι πολλάκις αὐτοὶ οἱ ἐκτελούμενοι διοικητικοὶ νόμοι. Καὶ ὅταν μὲν πρόκειται περὶ προσβολῆς συμφερόντων, ὡς π. χ. ὅταν μεταβάλληται ἡ διεύθυνσις ὁδοῦ τινος, ἡ λύσις τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἀνατίθεται κατὰ κανόνα εἰς αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Προκειμένου ὅμως περὶ προσβολῆς δικαιώματος, ἀναφύεται διαφορὰ ἔχουσα πλήρη δικαστικὸν χαρακτῆρα, διαφορὰ μεταξὺ τῆς πολιτείας καὶ τοῦ πολίτου, ἀξιοῦντος, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προσέβαλε δικαίωμά του καὶ ζητοῦντος ἀποζημίωσιν. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ καλούμεναι ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἀμφισβητούμενον διοικητικὸν σημαίνει ἔρις μεταξὺ τῆς πολιτείας καὶ τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων προσεβλήθη δικαίωμα καὶ οἵτινες ζητοῦσιν ἀποζημίωσιν, διότι ἡ ἐξουσία ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων προσέβαλε κεκτημένα αὐτῶν δικαιώματα. Τώρα ἡ λύσις τῶν διαφορῶν τούτων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ εἰς μόνην τὴν κρίσιν τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ διαγραφῇ πρὸς τοῦτο σπουδαιοτέρα τις δικαιοδοσία. Καὶ περὶ τούτου ἐμερίμνησαν τὰ Συντάγματα ἡμῶν, καὶ τὸ μὲν Σύνταγμα τοῦ 1844 διέταξε νὰ ἀνατεθῶσιν ὅλαι αἱ ὑποθέσεις αὗται τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου ἐπέτρεψε τὴν ἐκδίκασιν τινῶν ἐξ αὐτῶν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὡς καὶ πρότερον. Τὸ δὲ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἐπίσης εἰς τὰ δικαστήρια ἀνέθηκε τὴν ἐκδίκασιν τινῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀλλ’ ἐπέτρεψε νὰ συστηθῇ πρὸς τοῦτο διὰ νόμου καὶ ἰδιαιτέρα διοικητικὴ δικαιοδοσία. Ὅταν, κύριοι, τοιαύτη ᾖναι ἡ ἔννοια τῶν Συνταγμάτων καὶ ἡ φύσις τῶν ὑποθέσεων, τὴν λύσιν τῶν ὁποίων δύναται νὰ κανονίσῃ ἰδιαίτερος νόμος, σᾶς ἐρωτῶ, ἔχει τι κοινὸν τὸ ἄρθρον 101 μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις οὐδέποτε δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια; Ἐπειδὴ ἐπετράπη νὰ ἀνατεθῇ διὰ νόμου εἰς διοικητικὴν δικαιοδοσίαν ἡ ἐκδίκασις διαφορῶν καθαρῶς πολιτικῆς φύσεως, ἕπεται, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἐκείνην δύναται νὰ ἀνατεθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφαρμογῆς ποινικῶν νόμων. Οὐδεὶς ὑποστηρίζει τοιοῦτόν τι, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδεμίαν ἔχει βάσιν. Ἕτερον ἐπιχείρημα εἶναι τὸ ἤδη ὑποβληθὲν, καθ’ ὅ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς. Φρονῶ, ὅτι αἱ τιμωρίαι αὗται ἔχουσι πειθαρχικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ᾖναι ποινικῆς φύσεως, ὁ περὶ Στρατοδικείων νόμος, οὗ τὴν ἔκδοσιν ἐπέτρεψε τὸ Σύνταγμα, ἠδύνατο νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ποινικὴν δικαιοδοσίαν, π. χ. τὴν ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιβάλλει φυλάκισιν.
§101ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πειθαρχικαὶ τιμωρίαι δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ ὄνομα τῶν ποινῶν, οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι πειθαρχικαὶ κατ’ οὐσίαν.
§102ΤΟΜΑΝ. Ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς τελωνιακοῖς νόμοις διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ πρόστιμα, οὐχὶ ἐπιβαλλόμενα ἐπὶ λαθρεμπορίας, διότι ἐκεῖνα δὲν λέγονται ποιναί. (Διάλογοι).
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ἐκφράζεται ῥητῶς περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων ποινῶν παρὰ τῶν ἁρμοδίων τελωνιακῶν Ἀρχῶν, ἤ, ἂν παραλείψωσιν αὗται τὸ καθῆκον τοῦτο, παρὰ τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρ. 94 τοῦ τελωνιακοῦ νόμου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§104ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιτάσσονται λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, οἱ τελωνιακαὶ διατάξεις περὶ ποινῶν λαθρεμπορίων, ἢ προστίμων, ἀντέταξαν δὲ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν τὰς διατάξεις τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων, καθ’ ἃς ἐπιβάλλονται πρόστιμα ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν. Πρῶτον, κύριοι, πάντες αὐτοὶ οἱ νόμοι ἐξεδόθησαν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν ὑπῆρχεν, ἡ δὲ ἐξουσία εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ὅπως ἐβούλετο τὰ ἀντικείμενα ταῦτα· ἑπομένως οὐδόλως δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παραδείγματα τὰ προηγούμενα ταῦτα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπορῆτε, ὅτι ἰσχύουσιν ἔτι αἱ διατάξεις αὗται, διότι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ῥητῶς ἔδωκαν εἰς αὐτὰς κῦρος. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἐνομοθετήθησαν διατάξεις, ἀντιβαίνουσαι εἰς τὴν ἀληθῆ διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε διάκρισις ἐξουσιῶν, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νέας τοιαύτας διατάξεις, ἀποκρουομένας διαῤῥήδην ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι μεταχειρίζονται πολλάκις, ὅπως χαρακτηρίσωσι τὰς κατὰ τῆς περιουσίας τοιαύτας ἐπιβολὰς, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, διότι πολλάκις οἱ νόμοι μεταχειρίζονται τὰς λέξεις χρηματικὴ ποινὴ καὶ πρόστιμον, οὐχὶ εἰς τὴν ποινικὴν αὐτῶν σημασίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιβάλωσι διὰ τῶν φράσεων τούτων μίαν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ εὐνομούμενα Κράτη, εἰς τὴν Γαλλίαν ἰδίως, γίνεται διάκρισις μεταξὺ χρηματικῶν ποινῶν ἀληθοῦς ποινικῆς σημασίας, καὶ χρηματικῶν ποινῶν πολιτικῆς φύσεως, καὶ ὀνομάζονται αὗται μὲν amendes civiles, ἐκεῖναι δὲ amendes criminelles. Ἰδίως μάλιστα ἡ χρῆσις τῶν ἐκφράσεων τούτων ὑπὸ πολιτικὴν ἔννοιαν ἀπαντᾶται ἐν τοῖς νόμοις περὶ ἐμμέσων φόρων. Ὁ προσδιορισμὸς τοῦ τέλους εἶναι ἐργασία διοικητικὴ καὶ ἀνατίθεται εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς. Εἶναι δὲ διοικητικὴ ἐργασία, οὐ μόνον ὅταν προσδιορίζηται τὸ ἁπλοῦν τέλος, ἀλλὰ καὶ ὅταν προσδιορίζηται τὸ πολλαπλοῦν. Καίτοι δὲ ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ πολίτου εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον ἀποτελεῖ διαφορὰν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀνήκουσαν εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν, ἐν Γαλλίᾳ αἱ τοιαῦται διαφοραὶ ἀνετέθησαν, οὐχὶ, ὡς παρ’ ἡμῖν, εἰς τὰς τελωνιακὰς Ἀρχὰς, ἀλλ’ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἐν τούτοις ῥητῶς παραδέχονται ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι τὰ δικαστήρια, εἶναι πολιτικὴ καὶ οὐχὶ ποινική. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν μίαν ἑκάστην περίπτωσιν, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν πρόκειται περὶ ποινῆς, ἢ περὶ ἁπλῆς ἀποζημιώσεως. Καὶ ὑπάρχει σπουδαία διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο περιπτώσεων. Προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ τέλος, ἓν καὶ μόνον ἐξετάζεται, ἂν τὸ τέλος ὀφείλεται, δὲν ἐξετάζεται δὲ ἡ πρόθεσις τοῦ ὑποπεσόντος εἰς ἁμάρτημα, ἄν ἦτο δολία ἢ ὄχι. Ἀνεξαρτήτως τούτου, τὸ τέλος θὰ ἐπιβληθῇ, ἄν ὀφείλεται κατὰ νόμον. Καὶ τὸ ποσὸν τοῦ τέλους δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἐπιβάλλοντος, ἀλλὰ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν νόμον. Τοὐναντίον ἡ ἐπιβολὴ ποινῆς ἀπαιτεῖ ἐξέτασιν τῆς προαιρέσεως ἐκείνου, ὅστις παρίσταται ὡς κατηγορούμενος. Καὶ ἡ ποινὴ δὲν εἶναι συνήθως ἀμετάβλητος, ἀλλ’ ἔχει ἔκτασιν, ὁ δὲ προσδιορισμὸς αὐτῆς ἀνατίθεται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐπιβάλλοντος. Βλέπετε, ὅτι εἰς τὴν μίαν περίστασιν ἔχομεν μίαν μηχανικὴν ἐργασίαν, εἰς τὴν δευτέραν δὲ, ἐκτίμησιν καὶ ἀπόφασιν δικαστικήν. Δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται αἱ περιπτώσεις αὐταὶ, διότι καὶ ἑτέρα διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν. Ὅταν πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως, εὐθύνεται οὐ μόνον ὁ ὑποπεσὼν εἰς τὴν παράβασιν, ἀλλὰ καὶ οἱ κληρονόμοι αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ποινῆς, ἂν ἀποθάνῃ ὁ ὑπεύθυνος πρὸ τῆς ἐπιβολῆς, οὐδεμία ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς κληρονόμους. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν τούτων, ἃς ἐξετάσωμεν, τί τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰσάγει. Ἀναθέτει ἆρά γε εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν τὸν προσδιορισμὸν ἁπλοῦ τινος ἢ πολλαπλοῦ τέλους; Ἢ ἀναγράφει σαφῶς ποινικὰς διατάξεις, καὶ προσδίδει ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὰς οἰκονομικὰς Ἀρχάς; Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου πείθει ἕκαστον, ὅτι, ὅπως καὶ ἐν τῇ ἐπιγραφῇ, οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις διατυποῦνται ἀξιόποινοι πράξεις καὶ δίδεται εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν τὸ δικαίωμα νὰ δικάσῃ αὐτὰς καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς εἰς αὐτὰς ὑποπεσόντας. Τὸ τοιοῦτον ὅμως κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ νομικὸς καὶ συνταγματικὸς σολοικισμός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ ἐκδίκασις ἀδικήματος ἀνατίθεται εἰς διοικητικὰς Ἀρχὰς, διότι κατανοεῖτε τὴν ἄπειρον διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀκριβῶς διαγεγραμμένης διαδικασίας τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν, τῆς προφορικότητος τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ τῆς ἐγγράφου καὶ μυστικῆς ἐν σκότει καὶ παραβύστῳ διαδικασίας, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω ἑπομένως, ὅτι, ἂν φρονῇ καὶ πιστεύῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς χθὲς ἀπαντῶν εἴς τινα τῶν ἀγορευσάντων εἶπεν, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφίζωνται νόμοι ἀντικείμενοι εἰς τὸ Σύνταγμα, καίπερ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι χρησιμότητά τινα, ὀφείλει νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἀνακαλῶν τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ μακρῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξέθηκε τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρεῖ πλημμελεῖς τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἵνα δὲ δυνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο, προέβη εἰς διακρίσεις περὶ τῆς κειμένης ἡμῶν νομοθεσίας, αἱ ὁποῖαι, καὶ ἀληθεῖς ἂν ἦσαν, δὲν θὰ ἀπεδείκνυον ὅ,τι ἐσκόπει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθεῖς, διότι πάντα τὰ ἄλλα, ὅσα εἶπε, δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ προκείμενον· τὸ μόνον δὲ σχετιζόμενον ἐξ ὅσων εἶπεν εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν ποινῶν τῶν κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐπιβαλλομένων διοικητικῶς, εἰς ποινὰς πολλαπλοῦ τέλους, καὶ εἰς ποινὰς, ἃς ἀπεκάλεσε νομίζω ποινικάς. Εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ποινῆς, ἐπιβαλλομένης διοικητικῶς, ἥτις νὰ ἔχῃ ἄλλον χαρακτῆρα, εἰμὴ τὸν τοῦ πολλαπλοῦ τέλους, ὅπερ κατ’ αὐτὸν δὲν ἀποτελεῖ ποινήν. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ ποινὴ τοῦ πολλαπλοῦ τέλους δὲν ᾖναι ποινὴ, διότι εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐξετάσω, ἀφοῦ ἡ διάκρισις δὲν ὑφίσταται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Οἱονδήποτε νόμον φορολογικὸν ἀνοίξωμεν, εὑρίσκομεν αὐτὸν περιλαμβάνοντα ποινικὰς διατάξεις, εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν ἀναγομένας, εὑρίσκομεν δὲ, ὅτι αἱ ποινικαὶ αὗται διατάξεις δὲν ἀφορῶσι πάντοτε εἰς πολλαπλοῦν τέλος· καὶ ἰδοὺ εὐθύς· ὁ νόμος περὶ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ νῦν ἰσχύων, τί κανονίζει; Ἀναγινώσκω διάφορα ἄρθρα. Λαμβάνω ἐν παραδείγματι τὰς ποινὰς, αἵτινες εἶναι συνέπεια τῆς εἰσαγωγῆς ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου εἰδῶν, μὴ ὑποβαλλομένων εἰς τέλος, πολλαπλοῦν δὲ τέλος εἰδῶν μὴ ὑποβαλλομένων εἰς τέλος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· ἑπομένως ἐν τούτῳ δὲν δύναται νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι πρόκειται περὶ πολλαπλοῦ τέλους· καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος, ἄρθρ. 88. «Ἐὰν ᾖναι ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἐλευθέρων τέλους ἐμπορευμάτων, ἐπιβάλλεται πρόστιμον 5–100 δραχμῶν.» Ποῦ ἡ διάκρισις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ; Τοῦτο εἶναι πρόστιμον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασε ποινικὰ, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασεν ἐπιτίμια.
§106ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μ’ ἐνοήσατε.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν σᾶς ἐνόησα. Θὰ ἐλυπούμην ἐμαυτὸν, ἂν σᾶς ἐνόουν. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 89 (ἀναγινώσκει). «Ὅστις ἐκ τῶν πλοιάρχων, κυβερνητῶν, ἐμπόρων ἢ ἀγωγιατῶν παραβαίνει τὰ ἐν τοῖς ἀνωτέρω ἄρθροις ὁρισθέντα περὶ ἀκριβοῦς δηλώσεως τῶν εἰσαγομένων ἢ ἐξαγομένων ἐμπορευμάτων, τιμωρεῖται μὲ πρόστιμον 5–100 δραχμῶν, ἂν τὰ ἐμπορεύματα ᾖναι ἐκ τῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς ἐλευθέρων τελωνείου». Πρόκειται περὶ τῶν ἀτελῶν ἐμπορευμάτων.
§108ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποίου ἔτους εἶναι ὁ νόμος αὐτός;
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι νόμος σήμερον ἰσχύων. Ἂν ἦτο ἐναντίος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ διὰ ψηφίσματος τοῦ 1844 κύρωσις αὐτοῦ δὲν θὰ ἤρκει, ἵνα ἔχῃ ἰσχύν.
§110ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ δύο Συντάγματα δίδουν ῥητῶς κῦρος εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ 101 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ εἰς εἰδικὴν περίπτωσιν. Ὑμεῖς εἴπετε πρότερον, ὅτι τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀφορᾷ εἰς ποινικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ ἐπὶ ἡμισείαν ὥραν μᾶς ἐκουράσατε ἐπαναλαμβάνοντες, ὅτι τὸ ἄρθρον 101 ἀφορᾷ εἰς ζητήματα, ἐγειρόμενα μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ ἰδιώτου, οὐδόλως δὲ εἰς ζητήματα ποινικῆς δικαιοδοσίας, καὶ ἤδη ἐπικαλεῖσθε τὸ ἄρθρον 101. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Συντάγματος. Ὅ,τι λέγομεν εἶναι τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην σήμερον νομοθεσίαν, κατὰ τὸν τελωνιακὸν ὀργανισμόν, εἴτε κυρωθέντα, εἴτε μή, ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ Συντάγματος, ἐπιβάλλονται ὑπὸ διοικητικῶν Ἀρχῶν πρόστιμα. Καὶ ἂν μὲν τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ἔχῃ ἔννοιαν κυροῦσαν τὸν τελωνιακὸν ὀργανισμόν, ἐπιτρέπει διὰ τῆς τοιαύτης κυρώσεως τὴν ἐπιβολὴν προστίμων ὑπὸ τῶν τελωνιακῶν Ἀρχῶν, ἂν δὲ δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ ἄρθρον 101, ἀλλ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν τελωνιακὸν ὀργανισμόν, οὗτος δὲ ἐφαρμόζεται, διότι δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἑπομένως δὲν ἀντιστρατεύονται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλα ἄρθρα ὁμοίας φύσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 ἐπιβάλλεται πρόστιμον 100 ἕως 600 δραχμῶν ἐν ταῖς παρ’ αὐτοῦ προβλεπομέναις περιπτώσεσι, καὶ πάλιν πρόστιμον 25 ἕως ἑκατὸν δραχμῶν ἐν ἄλλαις περιπτώσεσιν. Ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ ἔχομεν πρόστιμον 50 ἕως 200 δραχμῶν, καὶ ἄλλα ἐν ἄλλοις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος ὁ τελωνιακὸς νόμος, πάντες οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ περιέχουσι τοιαύτας διατάξεις, οὐ μόνον οἱ τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ψηφισθέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τῇ εἰσηγήσει ἑτέρων Κυβερνήσεων. Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, φέρει διατάξεις ἐν ἄρθρῳ 9, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ παραλείψας τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου ὑποβάλλεται εἰς ποινὰς χρηματικάς, τὴν δὲ χρηματικὴν ποινὴν ἐπιβάλλει ἡ οἰκονομικὴ Ἀρχή, ἄνευ ἐφέσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς τῶν ἄλλων ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας περιελάβομεν ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Ἀφοῦ ἁπανταχοῦ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας ὑπάρχουσι τοιαῦται διατάξεις, ἔπρεπε καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ νὰ ἦναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἄλλην ἡμῶν φορολογικὴν νομοθεσίαν, διὸ καὶ ἐκανονίσαμεν ταῦτα ὡς τὰ ἐκανονίσαμεν. Ἐννοῶ τὸν κ. βουλευτήν, αἰτοῦντα ὅπως μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸν κανόνα τοῦτον, ἀλλ’ ὅπως καινοτομήσωμεν, παραδεχόμενοι ἄλλας ἀρχάς, ἃς θεωρεῖ αὐτὸς ὀρθοτέρας. Ἂν κατ’ οὐσίαν ἐξήταζε τὸ ζήτημα, ἀναγνωρίζων, ὅτι προτείνει καινοτομίαν, θὰ ἦτο εὔλογον, σκεπτόμενος ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀπόψεως, τὰ ἴδια αὐτοῦ συμπεράσματα νὰ συνιστᾷ· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιοῖ, ὅτι ἡμεῖς καινοτομοῦμεν καὶ προτείνομεν τὰ μὴ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ὅλως συνταγματικήν, ἀντεγράψαμεν σχεδόν, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐκ τῆς ἄλλης φορολογικῆς νομοθεσίας.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιχειρήσας, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν ἐσκόπουν, οὔτε νὰ ἐπικρίνω προηγούμενα νομοθετήματα, οὔτε νὰ ψέξω, οὔτε νὰ ἐπαινέσω αὐτά. Ἐκεῖνο, εἰς ὃ κατέβαλον μεγάλην προσπάθειαν, εἶναι, ν’ ἀνεύρω τίς ἡ ἐπιστημονικῶς ὀρθὴ λύσις τοῦ ζητήματος· καὶ ἑπομένως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ ἄλλοι ἀκόμη προηγούμενοι νόμοι παρεβίασαν τὴν ὀρθήν λύσιν τοῦ ζητήματος, οὐδόλως ἀποδεικνύεται ἐντεῦθεν ἐσφαλμένη ἡ γνώμη, ἣν ὑποστηρίζω. Νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα; Ἀποδείξατε ἀμέσως τὸν ἰσχυρισμόν σας καὶ μὴ ἐπικαλῆσθε πρὸς τοῦτο προγενεστέρους νόμους. Εἰς τί κατέγινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Νὰ ἀναγνώσῃ ὑμῖν διαφόρους διατάξεις τοῦ τελωνιακοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὸς ὡμολόγησα, ὅτι περιέχονται τοιαῦται διατάξεις, ἰσχυρίσθην ὅμως, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐψηφίσθη, ὅτε δὲν ὑπῆρχε Σύνταγμα καὶ διάκρισις ἐξουσιῶν. Ἰσχύει λέγει, ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ τελωνιακὸς νόμος, καίπερ μὴ ἐγκεκριμένος ὑπὸ τοῦ νεωτέρου Συντάγματος. Τὸν προεκάλεσα ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, διότι μόνη ἡ ἀνάγνωσίς του ἤθελε τὸν ἀναγκάσει ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ ἐπιχείρημα. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 101; «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας». Ῥητῶς λοιπὸν διατάσσει, ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐκδοθῇ νόμος, κανονίζων τὰ τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας, ἰσχύει ἡ ὑφισταμένη δικαιοδοσία. Τοῦτο λέγει καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τοῦτο καὶ τὸ ἕκτον ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843. Καὶ οὐ μόνον ἐγὼ δὲν ἐπεκαλέσθην προηγουμένους νόμους, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι παρεβιάσθη ἐνίοτε ἡ ἀρχὴ, ὅτι μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ὑπὸ μεταγενεστέρων νόμων. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, ὁποία ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, τί διατάσσει ὁ εἷς καὶ τί ὁ ἕτερος νόμος. Ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ πάλιν: ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος, πῶς ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, καὶ ἀναθέτετε αὐτὴν εἰς διοικητικὴν Ἀρχήν; πῶς στερεῖτε τὸν πολίτην ὅλων τῶν ἐγγυήσεων, ἃς παρέχει ἡ δικαστικὴ δικαιοδοσία, καί τινας τῶν ὁποίων αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐξησφάλισε, τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν, τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων, τὸ προφορικὸν τῶν συζητήσεων, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ὑπερασπίσεως, καὶ τὸν παραδίδετε εἰς τὰς ἀτελεῖς καὶ ἀποκρύφους διατυπώσεις τῶν οἰκονομικῶν γραφείων; Οὐδένα εἴπετε λόγον, ὑποστηρίζοντα τὴν γνώμην σας. Ἐν Γαλλίᾳ πάντες οἱ συγγραφεῖς παραδέχονται, ὅτι μόνον ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ ποινήν. Ἐκθέσατε τοὺς ὑπὲρ τῆς γνώμης ὑμῶν λόγους, καὶ μὴ μὲ ἐλέγχητε, ὅτι δὲν ἀνέφερον νόμους, ἀναθέτοντας τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τὸ δικαστήριον. Οὐδένα νόμον ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω, καθόσον ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν καθαρῶς συνταγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, καὶ σεῖς οὐδένα λόγον ἀντετάξετε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ἀκαταμάχητος, καὶ δὲν πιστεύω μάλιστα νὰ εὑρεθῇ τις ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, μὴ ἐνδιαφερόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 42, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα, 43– 47. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 48).
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο τὸ ἄρθρον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ προσέξῃ πολὺ, ἂν πρέπῃ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ περιλαμβάνηται καὶ ὁ πολίτης, ὅταν οὗτος ἦναι παραγωγὸς, ἀφοῦ κατὰ μίαν ἑρμηνείαν, ἣν δίδετε, καὶ ἡ δωρεὰ ἀκόμη θεωρεῖται ὡς πώλησις.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς δύναται ἡ δωρεὰ νὰ θεωρηθῇ πώλησις;
§115ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβίβασις.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ πωλήσεως· ὁ νόμος δὲ ζητεῖ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν λιανικὴν πώλησιν.
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ δεδηλωμένου καπνοῦ. Ἀλλ’ εἷς χωρικὸς φέρει εἰς τὴν ἀγορὰν μίαν ὀκᾶν καπνοῦ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἄρτον· αὐτὸς πρέπει νὰ κάμῃ δήλωσιν· καὶ ἂν δὲν κάμῃ, εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῇ πρόστιμον 50 δραχμῶν εἷς πτωχὸς χωρικὸς ζητῶν νὰ πορισθῇ ἄρτον; Τοῦτο εἶναι πολὺ αὐστηρὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἄδεια πρὸς τὸν παραγωγὸν, ἵνα πωλῇ μίαν ὀκᾶν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, βεβαίως ὡς πρὸς τὸν παραγωγὸν φαίνεται δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη ὡς πρὸς τὸν ἀγοραστὴν, διότι ἀγορὰ εἰς φύλλα τόσῳ μικροῦ ποσοῦ τί ἄλλο ἐμφαίνει, παρὰ τὸν σκοπὸν τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου; Ὁ ἀγοράζων πρὸς κατανάλωσιν τόσῳ μικρὸν ποσὸν θὰ ἀγοράσῃ τὸν καπνὸν κεκομμένον καὶ οὐχὶ εἰς φύλλα, ἵνα τὸν μεταφέρῃ εἰς τὸ κατάστημα καὶ τὸν κόψῃ ἐκεῖ. Προκειμένου περὶ μικροῦ ποσοῦ, ἡ ἀγορὰ ἀφορᾷ εἰς μόνην τὴν κατανάλωσιν, πρὸς κατανάλωσιν δὲ ἀγορὰ καπνοῦ ἐπιτρέπεται μόνον κεκομμένου.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύναται καὶ ἀπὸ τὸν παραγωγὸν νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Ἐγὼ ἀγοράζω ἀπὸ τὸν παραγωγὸν 2 ἕως 3 ὀκάδας καὶ τὸν δίδω καὶ μοῦ τὸν κόπτουν.
§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ προσέξητε νὰ μὴ ἐκτεθοῦν εἰς καταπίεσις οἱ μικροὶ παραγωγοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 48, ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα 49– 53. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 54).
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 54 περιλαμβάνεται ἡ διάταξις, καθ’ ἣν τὸ Συμβούλιον δύναται καὶ ἄνευ ἐφέσεως νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων, καὶ αὐτεπαγγέλτως νὰ μεταβάλλῃ αὐτάς. Νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ διορία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καί τις ἐγγύησις εἰς τὸν καθ’ οὗ ἐνδέχεται νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς εἰδοποιήσεως πρὸς αὐτὸν, ὅπως ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα. Πλὴν τούτων, θὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν. Ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ γίνεται λόγος περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, ὡς ἐπιβάλλοντος κατὰ πρῶτον βαθμὸν τὰ πρόστιμα, καὶ εἶναι πρέπον, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος νὰ ἐπιβάλλῃ τὰ πρόστιμα ταῦτα· ἀλλ’ ὑπάρχει περίπτωσις, καθ’ ἣν τὰ πρόστιμα πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ὑπὸ τοῦ τελώνου, τοῦτο δὲ, ὅταν ὁ τελώνης ἦναι ἡ Ἀρχὴ, δι’ ἧς βεβαιοῦται ὁ φόρος, τουτέστι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καπνοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ, ἀφοῦ ὁ τελώνης ἐπιβάλλει τὰς τελωνιακὰς ποινὰς, εἶναι πρέπον, χάριν τοῦ ὁμοιομόρφου, αὐτὸς νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ τὴν ποινὴν διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἑπομένως καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν. Αἱ τροπολογίαι δὲ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν παραβάσεων τῶν ἄρθρων 42–51 ἀποφαίνεται κατὰ πρῶτον βαθμὸν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, ἢ ὁ τελώνης, καθ’ ἃς περιπτώσεις εἶναι ἁρμόδιος καὶ ὡς πρὸς τὰς τελωνιακὰς παραβάσεις, κατὰ τῶν ἀποφάσεων δὲ τούτων ἐπιτρέπεται κτλ.» Προσθήκη. «Ἀποφαινόμενον ἐντὸς προθεσμίας δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς, κατὰ τὰ κατωτέρω ὁριζόμενα, λήψεως τῆς ἀποφάσεως παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου. Παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ἀπράκτου, ἡ ἀπόφασις τῆς πρωτοδίκου Ἀρχῆς θεωρεῖται ὡς ἐγκεκριμένη. Ἐὰν ὅμως τὸ Συμβούλιον ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω διμήνου προθεσμίας κρίνῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς κατωτέρας Ἀρχῆς εἶναι μεταῤῥυθμιστέα, ὀφείλει πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του νὰ καλῇ διὰ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς τὸν ἐνδιαφερόμενον, ἵνα ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς προσκλήσεως ὑποβάλῃ τὰ δικαιολογήματα αὐτοῦ δι’ ὑπομνήματος, ἐπιδιδομένου κατὰ τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 54 ὡς ἐτροπολογήθη. Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουσι τὰ ἄρθρα 55, 56 καὶ 57. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 58).
§122ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἕνδεκα ἑκατομμύρια θὰ μείνουν ὡς πρώτη προσφορά;
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι θέλετε ἀποφασίσατε.
§124ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ.
§125Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§126ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν σοβαρῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀνεγράφη ὁ σκοπὸς τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ δὲν ἀνεγράφη ὡς ὁ βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας ὑπεστήριξε, πρὸς παρεμπόδισιν δηλ. τῆς ἐνοικιάσεως, τότε νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἡ χθὲς ἐκφρασθεῖσα εἶναι ὀρθοτάτη. Διατὶ ἀληθῶς νὰ τίθηται φραγμὸς τῆς ἐνοικιάσεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀπονέμηται δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς ἐξελέγξεως τῆς συμβάσεως; Εἶναι ἀντίφασις καθαρά. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἂν ἦναι ἡ τιμὴ συμφέρουσα, ἢ οὔ. Πρὸς τί λοιπὸν ὁ φραγμὸς, νὰ ἦναι τουτέστιν ὁ ἐνοικιαστὴς ἠναγκασμένος νὰ προσφέρῃ τοὐλάχιστον ἕνδεκα ἑκατομμύρια; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ αὐτὸς ὁ περιορισμός.
§127Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι τότε θὰ ἴδωμεν τὰ ἄτοπα τὰ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως.
§128ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν εὑρίσκῃ κέρδος τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως, δὲν εἰξεύρω διατὶ νὰ μὴ τὸ κάμῃ. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Δημόσιον, τὰ αὐτὰ θὰ ἐνασκήσουν καὶ οἱ μισθωταί.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, δίδεται εἰς τοὺς συμβληθέντας εἰς τὸ δάνειον αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ μὲ τιμὴν ἴσην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πᾶς ἄλλος ἤθελε προσφέρει, δὲν δίδεται μόνον τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαιτήσεως νὰ ἐνοικιάσουν. Μεταξὺ μονοπωλίου καὶ μονοκοπτείου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σύμβασις ἀναφέρει τὴν λέξιν régie. Ἡ λέξις régie δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου καὶ ἐπὶ τοῦ μονοκοπτείου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἄλλοτε συνεζητήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, πρῶτος λόγος τῶν ὑποστηριξάντων τὴν ἰδέαν προσδιορισμοῦ κατωτάτου μισθώματος ἦτο ὁ φόβος, μήπως οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσιν, ὅπως μισθώσωσι τὴν régie τῶν καπνῶν εἰς τιμὴν ἴσην πρὸς πᾶσαν ἄλλην προσφορὰν, προσφέρωσιν αὐτοὶ μόνοι τιμὴν καὶ ἐγείρωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅπως, ὅσον καὶ ἂν ᾖ αὕτη εὐτελής, τοῖς δοθῇ ἐπὶ ταύτῃ ἡ μίσθωσις τῆς régie. Οὗτος ἦτο ὁ πρῶτος λόγος. Δεύτερος λόγος ἦτο, ὅτι ἡ μίσθωσις τῆς régie τοῦ καπνοῦ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ᾖ ἀσύμφορος εἰς τὸ Κράτος, γινομένη πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ῥυθμίσεως τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ τιμήματος τῆς μισθώσεως θὰ ἦτο ἀσύμφορος τοιαύτη μίσθωσις. Ὁ ἐνοικιαστής, ἐπιδιώκων τὸ ἀτομικὸν αὐτοῦ συμφέρον, βεβαίως θὰ ἦτο πολὺ αὐστηρότερος τοῦ Κράτους, παρουσιαζομένης ἀντιθέσεως μεταξὺ συμφέροντος τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ μονοκοπτείου. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ προσφερόμενος ἵνα μισθώσῃ τὸ μονοκοπτεῖον, ἐὰν μὴ γνωρίζῃ ἀκριβῶς ἐκ προηγουμένης ἐφαρμογῆς τὴν ἐξ αὐτοῦ πρόσοδον, θὰ προσφέρῃ μίσθωμα κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ προσέφερεν, ἄν διετέλει ἐν γνώσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θεωρῶ καλὸν, ὅπως σήμερον, ὅτε δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ὑπὸ συμφέροντός τινος τοῦ Δημοσίου νὰ ταχύνωμεν τὴν μίσθωσιν τοῦ μονοκοπτείου, ἀποφύγωμεν αὐτήν· ἂν δὲ βραδύτερον παρουσιασθῇ ἐνοικιαστὴς σοβαρὸς, προσφέρων τιμὴν, ἱκανοποιοῦσαν τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν, δὲν θὰ ἦναι δύσκολον ἡ Βουλὴ τότε νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον, ὅπως καταστῇ ἐφικτὴ τοιαύτη μίσθωσις.
§131ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖαι σκέψεις ἐπεκράτουν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ πρῶτος νόμος περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλ’ ἂν σήμερον θέλωμεν νὰ εἴμεθα πρακτικοὶ, πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τούτου, διότι κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι πολλάκις συνελέγησαν, ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ εἰς τὸ Κράτος ἀνέρχεται εἰς τρία σχεδὸν ἑκατομμύρια ὀκάδων. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν ἑκατομμυρίων, μὲ ὅλα τὰ συστήματα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ φορολογήσωμεν πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ἑπομένως διαφεύγουσι τῆς φορολογίας τὰ ⅔ τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου. Φόρος δὲ, ὁ ὁποῖος ἀφίνει εἰς τοὺς καταχραστὰς καὶ τοὺς λαθρεμπόρους νὰ ἀποῤῥοφῶσι τὰ ⅔ αὐτοῦ, φόρος τοιοῦτος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑφίσταται καὶ διατηρῆται εἰς ἐπικράτειαν, ἡ ὁποία καυχᾶται, ὅτι εἶναι Κράτος εὐνομούμενον. Εἷς ἐκ τῶν πρώτων κανόνων τῆς καλῆς φορολογίας εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται φόροι, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ ὅλην τὴν πρόσοδον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐνοικιάσεως, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ Κράτος, εἴτε ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ νόμου, εἴτε ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς διοικήσεως, δὲν ἐμπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του. Καὶ δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι, ὅταν φορολογῆται μόνον ἓν ἑκατομμύριον καὶ ὄχι τρία, ὠφελεῖται ὁ λαός· ὁ λαὸς δὲν ὠφελεῖται, διότι οἱ τίμιοι πολῖται πληρόνουν, ὠφελοῦνται δὲ οἱ καταχρασταὶ καὶ οἱ λαθρέμποροι, καὶ περὶ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἡ περιλαμβάνουσα τὸν ἐλάχιστον ὅρον, διότι μὲ ὅρον τοσούτῳ μέγαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ εὕρωμεν ἐνοικιαστήν. Πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ δοκιμάσωμεν μίαν δημοπρασίαν, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς δημοπρασίας καὶ τῆς ἐνοικιάσεως εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ προφυλάξῃ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ καταθλίψεις, καὶ ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας ταύτης παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ἂν πρέπῃ, ἢ ὄχι, νὰ τὸ ἐγκρίνῃ. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς κεφαλαιούχους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ σύμβασις περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἄρτης, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην δὲν ὑπεσχέθη τὸ Κράτος νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς μονοπώλιον καπνοῦ· τὸ Κράτος ὑπεσχέθη ἁπλῶς νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· ἀνέλαβε προσέτι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς régie, régie δὲ εἶναι τὸ σύνολον οἱασδήποτε διαχειρίσεως, εἴτε ἐκ μονοπωλίου πηγάζει αὕτη; εἴτε ἐκ φορολογίας οἱασδήποτε, καὶ δὲν πρέπει νὰ σκανδαλίζωνται οἱ κύριοι, ὅτι εἰς τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ἐκείνης περιελήφθη καὶ ἡ λέξις régie. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ὑποχρέωσιν ἢ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὴν φορολογίαν ταύτην νὰ βεβαιώνῃ καὶ εἰσπράττῃ δι’ ἐνοικιάσεως, προτιμωμένων τῶν κεφαλαιούχων. Τί δὲ ὁρίζει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τῆς συμβάσεως περὶ τῆς προτιμήσεως, καὶ πῶς ἡρμηνεύθη μετὰ πολλὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μεταξὺ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν συμβαλλομένων, εἶναι περιττὸν νὰ ἐκθέσω τώρα. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη οὐδένα κίνδυνον περιέχει διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν νὰ προνοήσῃ σοβαρῶς περὶ διαθέσεως τοῦ φόρου.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ λέξις régie βεβαίως ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως ἀπολύτως, ἀλλὰ περὶ τοῦ σκοποῦ, εἰς ὃν ἀφεώρων οἱ ποιησάμενοι χρῆσιν τῆς λέξεως. Κατὰ δὲ τὴν σύμβασιν ἡ régie ἀφεώρα εἰς τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ, ἡ δὲ πώλησις, διδομένη en régie, εἶναι μονοπώλιον.
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι οὕτω. Φέρετε τὴν σύμβασιν νὰ ἰδῆτε. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν σύμβασιν καὶ εἶχον ἀφορμὴν χιλιάκις νὰ τὴν μελετήσω, διότι εἶχον νὰ διεξαγάγω τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑμεῖς, κατόπιν ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν, διεξηγάγετε τὰ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου εἰς τρόπον, ὥστε ἐδόθη εἰς αὐτὸ ἑρμηνεία ὠφελιμωτέρα εἰς τὸ Δημόσιον. Τὴν ἑρμηνείαν ὅμως ἐδώκατε κατόπιν τῆς συμβάσεως. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως, ὑπεχρεοῦτο τὸ Δημόσιον νὰ παράσχῃ εἰς τὴν συμβληθεῖσαν ὁμάδα κατὰ προτίμησιν τὴν διαχείρισιν τῆς régie, ἡ δὲ ἔννοια τοῦ ἄρθρου ἦτο, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ δημοπρασία καὶ κατόπιν τῆς δημοπρασίας θὰ εἶχον οἱ τῆς ὁμάδος τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως τῆς προτιμήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδημοσιεύθη ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ἐποιήσατο περὶ τούτου ἡ τότε ἀντιπολίτευσις λόγον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἦτο ὁ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπογράψει καὶ τὴν σύμβασιν, ἤνοιξε συζήτησιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, καὶ ἡ ἑταιρία παρεδέχθη νὰ μὴ θεωρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ὡς ἑπόμενον τῇ δημοπρασίᾳ, ἀλλὰ νὰ θεωρηθῇ ἐνασκητέον ἐν τῇ δημοπρασίᾳ. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως ἀναντιῤῥήτως ἦτο ἄλλη· κατόπιν ὅμως μακρῶν διαπραγματεύσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, τότε Ὑπουργοῦ, πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὸ δάνειον, ἐπετεύχθη νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη. Ἔχουσα ὅμως ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ὅτε ἐψήφιζε τὰ περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐφοβήθη, ὅτι θὰ ἠδύναντο οἱ συμβληθέντες περὶ τοῦ δανείου ν’ ἀπαιτήσωσιν ὅπως δοθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν διαχείρισιν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἵνα μὴ ἐγείρωσι τοιαύτας ἀξιώσεις οἱ συμβληθέντες, ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς κυρώσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ θέση τοιοῦτον κατώτατον ὅρον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ πρακτικὸν σκοπὸν ἡ ἀπαίτησις τῶν συμβληθέντων. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατόπιν συζητήσεων, γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ, προσετέθη διάταξις περὶ κατωτάτου ὅρου προσφορᾶς. Ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ, ὅτι τάττουσα τοιοῦτον κατώτατον ὅρον, ἀπεσόβει τὸν κίνδυνον ν’ ἀπαιτήσῃ ἡ ἑταιρία, ὅπως ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν τὸ μονοπώλιον. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲ τῶν 11,000,000, παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι, ἀφοῦ ἀποδέχεται, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ ἐν τῷ Κράτει εἶναι 3,000,000 ὀκάδων, ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος κατὰ τὸν φορολογικὸν ὅρον τοῦ νομοσχεδίου ἔδει ν’ ἀνέρχηται εἰς 14,400,000, διότι εἰς 4 δρ. καὶ 80 λεπτὰ ἀνέρχεται ὁ φόρος μετὰ τῶν δικαιωμάτων κοπῆς καὶ ταινιῶν. Ἀπέναντι ἄρα εἰσπράξεως 14,400,000 ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν 11,000,000 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαγορευτικόν. Τότε ἐθεωρήθη ὡς ἀπαγορευτικὸν, διότι ὁ φόρος, ὁ κανονιζόμενος διὰ τοῦ τότε νομοσχεδίου, ἀνήρχετο εἰς 3 δρ. καὶ οὐχὶ εἰς 4, δὲν ἐθεωρεῖτο δὲ πιθανὴ κατανάλωσις ἀνωτέρα δύο ἑκατομμυρίων. Τοιαύτην δὲ περὶ τῆς πιθανῆς καταναλώσεως ἔχω καὶ σήμερον γνώμην. Κατὰ ταῦτα, ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι θὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς νὰ γίνῃ δημοπρασία πρὸς μίσθωσιν τῶν δικαιωμάτων, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ σχετικὸν ἄρθρον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβῃ κατώτατον ὅρον μισθώσεως, διότι ἄλλως ἴσως Κυβέρνησίς τις θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν, πιεζομένη ἐκ τῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐκ τῆς συμβάσεως· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θεωρῇ, ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ δημοπρασία καὶ ἡ δι’ ἐργολαβίας πραγματοποίησις τῆς φορολογίας ταύτης, τότε βεβαίως ὁ κατώτατος ὅρος πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐκχωρήσεως εἰς ἐργολαβίαν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἀφορῶσιν εἰς μόνον τὸ δικαίωμα τῆς κοπῆς, διότι τὴν κοπὴν δύναται τὸ Δημόσιον καὶ ἄνευ διατάξεως περὶ τούτου ἐν τῷ νόμῳ νὰ δώσῃ εἰς ἐργολαβίαν ἀπέναντι τοῦ δικαιώματος τῶν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, περὶ τούτου δ’ ἐγένοντο ἤδη καὶ προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἐργολαβίας τοῦ ὅλου, τῆς τε κοπῆς, τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως, καὶ τῶν ταινιῶν. Ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην ἐργολαβίαν βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν πολιτείαν τὰ δικαιώματα ταῦτα νὰ ἐνασκηθῶσιν ὑπὸ τὸ ἐλατήριον τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου πρέπον εἶναι νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ προσωπικὸν συμφέρον προστεθειμένον εἰς τὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας ἡ μετάβασις εἰς νέον σύστημα φορολογίας δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν παραγωγὴν βεβαίως ὄχι, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ παραγωγὴ μένει ἐλευθέρα.
§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Τίς εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τοῦ κατωτάτου ὅρου προσφορᾶς;
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐκφράζει γνώμην ἡ Κυβέρνησις.
§137ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρέπει νὰ γνωρίσωμεν τὴν γνώμην της.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ὁμοφώνως ζητήσῃ τὴν ἀπάλειψιν, εἶπον καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτι θὰ τὴν ἐδεχόμην· ἀφοῦ ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὴν δέχεται ὁμοφώνως, τὴν ἀποκρούω καὶ ἐγώ. (Ψηφίζονται ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὰ ἄρθρα 58–63. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 64).
§139ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι δυσκόλως θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 64 κατὰ παντὸς κατέχοντος καπνόν· ὄχι δὲ μόνον δύσκολον θεωρῶ τοῦτο, ἀλλ’ ἐν μέρει καὶ ἄδικον. Ὑπάρχουσιν ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσι καπνὸν, τὸν ἀναγκαῖον εἰς τὴν ἀτομικὴν αὑτῶν κατανάλωσιν, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ἐπλήρωσαν τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως κατὰ τὸν νόμον, τὸν σήμερον ἰσχύοντα· ἐν τούτοις θ’ ἀναγκάσητε τοὺς ἰδιώτας τούτους νὰ προσαγάγωσι τὸν καπνὸν αὐτὸν καὶ νὰ πληρώσωσι καὶ ἕτερον φόρον.
§140ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ καπνὸν ἔχουσι πολλοί, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθη ἤδη τὸ τέλος, καὶ χθὲς μὲ ἠρώτησε περὶ αὐτοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, καὶ ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι πρέπει οἱ ἔχοντες καπνὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ τέλος ἐπληρώθη, νὰ φροντίσωσι νὰ καταναλώσωσι τὸν καπνὸν τοῦτον μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος νόμος, διότι ἄλλως θὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τὸ ἕτερον τέλος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει τώρα, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη προμήθεια σιγαροχάρτου, ἡ ὁποία θ’ αὐξήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τιμίων καπνεμπόρων, δὲν θὰ ἠδύνατο ν’ αὐξήσῃ ἡ προμήθεια, ἀλλὰ βεβαίως ἤθελεν ἐλαττωθῆ, διότι οἱ κάτοχοι εἰδοποιήθησαν ἤδη ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι θὰ ὑποχρεῶνται ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀγοράζωσι τὸ σιγαρόχαρτον μετὰ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἔχουσι καιρὸν νὰ καταναλώσωσι τὸ ἀποταμίευμά των. Ἐὰν ὅμως, ἀντὶ νὰ καταναλώσωσι τὸ ἀποταμίευμά των, θελήσωσι νὰ ὠφεληθῶσι τῆς κατωτέρας τιμῆς τοῦ καταργουμένου νόμου, εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς ἀθεμίτου κερδοσκοπίας, τὴν ὁποίαν διενοήθησαν νὰ διαπράξωσι.
§142ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἅπαντες οἱ κατέχοντες σιγαρόχαρτον εἰδοποιήθησαν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ θέλουσιν ὑποχρεοῦσθαι ν’ ἀγοράζωσι κατὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ σιγαρόχαρτον ἀνάλογον πρὸς τὴν κοπτομένην ποσότητα τοῦ καπνοῦ· ἐὰν μετὰ τὴν προειδοποίησιν ταύτην νομίζωσιν, ὅτι τοὺς ὠφελεῖ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἀναφέρει, καὶ θεωρῶσιν αὐτὴν θεμιτὴν, δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς ταύτην, ἀλλ’ εὐτυχῶς ταχέως τὸ νομοσχέδιον θέλει καταστῇ νόμος καὶ θέλει ἀποδείξει εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ κερδοσκοπῇ ἀθεμίτως, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου.
§144ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 64–73, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.