1887.03.04
2.034 στίχοι · 16.114 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 4 Μαρτίου 1887.
(Τετάρτη).
Ὥρᾳ 3 π. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω παρ’ ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν τὰ ἀναγνωσθέντα παρὰ τοῦ γραμματέως τῆς Βουλῆς καὶ βουλευτοῦ τῶν Κυκλάδων ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι τὸ ἀπάνθισμα τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ καταχώρησις τῶν ἐγγράφων ἐπερωτήσεων τῶν κατατεθεισῶν χθὲς καὶ πολλὰ ὀλίγαι λέξεις περί τινων τῶν λαβόντων χώραν χθές, πολλῶν δὲ αἱ περιλήψεις τῶν ὁμιλιῶν οὔτε γράφονται ἐν αὐτοῖς, οὔτε ἡ ἰδική μου οὔτε ἄλλο τι περὶ τούτου ἐμπεριέχεται εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ τὰς ἀγορεύσεις, αἵτινες ἐγένοντο περὶ τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι, ἂν τὰ πρακτικὰ πρόκειται νὰ γράφωνται οὕτως, εἶναι περιττὴ καὶ ἡ θέσις τοῦ συντάκτου τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ ἡ δαπάνη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν ἐμπεριέχεται ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταρτίσητε τὸ γραφεῖον οὕτως, ὥστε ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῖς τε ἐπισήμοις καὶ τοῖς ἐστενογραφημένοις νὰ καταχωρῆται ὅ,τι λέγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναγράφωνται μόνον αἱ προτάσεις τῶν βουλευτῶν, δηλαδὴ αἱ ἐπερωτήσεις καθ’ ὃν τρόπον τὰς χαρακτηρίζουσιν οἱ ἴδιοι, καὶ εἶτα νὰ κατατίθενται ἐγγράφως· καὶ οἱ πλεῖστοι κατέθεσαν αὐτὰς ἐγγράφως. Τὸ μέτρον τοῦτο παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, καὶ τοῦτο ἀπεδέχθη καὶ χθές. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, σᾶς παρατηρῶ ὅτι ἤδη πρώτην φορὰν γίνεται παρ’ ὑμῶν ἡ παρατήρησις· εἰς ἐμὲ δὲν ἀπευθύνθη οὐδὲν παράπονον.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον· διότι μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε νὰ γίνωνται ἐγγράφως αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ αὐτὸ ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς ἄλλους, δὲν ἐζήτησαν τοῦτο.
§5ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι τὸ ἐζήτησαν.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ πρέπει νὰ περιλαμβάνουν ὅλα τὰ λεγόμενα ἐν περιλήψει.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πουθενὰ δὲν γίνεται αὐτό.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν καὶ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἴπομεν ὅτι αὐτὰ μόνον θὰ περιέχωσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, διότι εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν ὅλα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μεταβάλητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; μεταβάλετέ την.
§11ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς οὐδὲν πρακτικὸν τῆς Βουλῆς ἀνέγνωσα ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ καταρτήσεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ὅπως εἶναι συντεταγμένα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ εἶναι παρόντες καὶ δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσωσιν.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὕτω πῶς συντασσόμενα δὲν εἶναι πρακτικά, ἀλλ’ ἀντίγραφα τῶν ἐπερωτήσεων.
§14ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἁπλῆν γραμματικὴν διόρθωσιν θέλω προτείνει, διότι βλέπω ὅτι γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως «ἐπερώτησις» καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως πληροφοριῶν νομίζω ὅτι ἔχει διάφορον χρῆσιν ἡ λέξις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.—Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.—Νὰ προσέλθῃ ὁ κύριος Κουμανιώτης νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Βασιλέα ὑπὸ τῆς μεγάλης πρεσβεύσεως ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀντεφώνησε τάδε.
§19ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐκφράσατε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἐγκαρδίους εὐχαριστίας μου ἐπὶ τῇ δι’ ὑμῶν ἀνακοινωθείσῃ μοι διατρανώσει τῶν πρὸς τὸν θρόνον αἰσθημάτων καὶ τῶν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας πεποιθήσεων αὐτῆς. «Τὰς προθέσεις τῆς Βουλῆς ἀπεξεδεχόμην οἵας αὕτη βεβαιοῖ ἤδη αὐτάς. Ἡ δὲ μετ’ ἐμοῦ ἐν τοιαύτῃ γνώμῃ σύμπραξις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους μὲ πληροῖ ἐλπίδων περὶ τοῦ μέλλοντος.»
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Παρασκευᾶ Λ. Ζήκου παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πενίαν της καὶ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τῇ δίδεται τὸ χορήγημα, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν σύζυγόν της τὸν ἀποθανόντα.
§21ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησις.
§22ΣΤ. ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὑποβάλλω αἴτησιν τῆς χήρας Νικολ. Μιαούλη, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως τῇ δοθῇ σύνταξις. Ὁ ἀποβιώσας εἶναι ἔγγονος τοῦ ναυάρχου Μιαούλη, ἀφῆκε 4 τέκνα ἀνήλικα, λαμβάνει δὲ σύνταξιν ἡ οἰκογένειά του 76 δραχμάς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν ταύτην αἴτησιν καὶ χορηγήσῃ ἀνάλογον σύνταξιν ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας ταύτης, τῆς ὁποίας τὰ δικαιώματα καὶ οἱ ἐκδουλεύσεις εἶναι τοῖς πᾶσι γνωσταί.
§23ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ μοὶ ἐδόθη κατάλογος τακτικὸς περὶ τῶν παθόντων ἐν τῷ δήμῳ Ἀρήνης· ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ λάβῃ τὸν κατάλογον αὐτὸν, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον δὲν ἐδόθη οὐδὲν βοήθημα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν παθόντων.
§24ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διόλου. Θὰ παρακαλέσω, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ τινὰς πληροφορίας, ἀναγομένας εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίων ἔργων τοῦ τμήματος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ταύτας ἀνέγραψα ἐνταῦθα· εἶναι δὲ ἀναγκαιόταται, διότι αὗται θὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἔχει οὕτως· (ἀναγινώσκει) «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ· 1) Ἔγγραφον τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων μαρτυροῦν πόσας βλάβας ὑπέστη καὶ πόσας δύναται νὰ ὑποστῇ ἡ ὁδὸς Καλαβρύτων ἐκ τοῦ χειμάῤῥου «Γλαύκου ἢ «Λεύκας». 2) Κατάστασιν λεπτομερῆ κατὰ χρονολογίαν καὶ κατ’ εἶδος τῶν δαπανηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν συντήρησιν τοῦ πρώτου ἐκ Πατρῶν ἀρχομένου τεμαχίου τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων, ἀπὸ τοῦ χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς εἰς ἐπαρχιακὴν καὶ κατόπιν εἰς ἐθνικὴν ὁδὸν μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1886. 3) Σημείωσιν ἐπίσημον τοῦ μήκους τοῦ πρώτου τεμαχίου καὶ τοῦ πλάτους τῆς ἰδίας ὁδοῦ, καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς ἀρχῆς τῆς κατασκευῆς της. 4) Ποία περίπου δαπάνη ἀπαιτεῖται πρὸς διευθέτησιν τοῦ χειμάῤῥου «Γλαύκου» καὶ πόσης περίπου ἐκτάσεως γαῖαι μένουσιν ἀκαλλιέργητοι διὰ τὴν ἔλλειψιν κοίτης. 5) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰ δαπανηθέντα εἰς ἔργα ὁδοποιΐας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατ’ εἶδος καὶ τοποθεσίαν. 6) Κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883, 1884, 1885 καὶ 1886 ἐξ ὁδικῶν φόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν.» Ἤθελον παρακαλέσει ἐπίσης τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη, ἤτοι 1884, 1885 καὶ 1886.
§25Κ. ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἀκρόασιν εἰς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθησόμενα. Ἄλλοτε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου 1886, λαβὼν τὸν λόγον, ἐξέθηκα τὰ δεινοπαθήματα συνδημοτῶν μου τινῶν προφυλακισθέντων ἀδίκως καὶ κρατηθέντων εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ δέκα μῆνας ὡς ὑπαιτίων φόνου ἀνθρώπου ζῶντος καὶ ὑγειῶς ἔχοντος, ἐμπορευομένου δὲ εἰς ὡρισμένον μέρος. Μετὰ δὲ τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων τούτων, ἅτινα συνεκίνησαν ἀρκετὰ τὴν Βουλήν, ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς λαβὼν τὸν λόγον εἶπε τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει)........ Ἐκ τούτων δὲ προκύπτει, ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ᾐσθάνετο ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ, καὶ εἶχε δίκαιον, κατ’ ἐμέ, νὰ αἰσθάνεται τὰς ἀμφιβολίας ταύτας, διότι ἐπρόκειτο περὶ γεγονότος πρωτοφανοῦς καὶ σπουδαίου, διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ αὐστηρῶς τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ πληροφορήσῃ ἐν καιρῷ τὴν Βουλήν, προσέθηκε δὲ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἀπεδεικνύοντο ἀληθῆ τὰ λεχθέντα, ἔδει νὰ ζητηθῇ εὐθύνη ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους. Ταῦτα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Κατὰ δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4 Ἰουνίου 1886 ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς, καταλαβὼν τὸ βῆμα, ἐξέθηκε τὰ ἑπόμενα. (ἀναγινώσκει)........ Προκύπτει ἑπομένως ἐκ τούτων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, δοὺς πίστιν εἰς τὰ τηλεγραφηθέντα αὐτῷ ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως, ἐδήλου εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς γνῶσιν αὐτῆς, ἰδίᾳ δὲ ἐμοῦ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶχον ὡς ἐγὼ τὰ ἐξέθηκα καὶ ἑπομένως ἦσαν ἀνακριβῆ. Φρονῶ ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται τοῦ εἰσαγγελέως δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ νὰ πιστευθῶσι, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς μετὰ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἔλαβε θέσιν κατηγορουμένου, ἡ δὲ τοῦ κατηγορουμένου ἀπολογία δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν, ἂν μὴ αὕτη ἀποδειχθῇ ἄλλοθεν ἀληθὴς καὶ βάσιμος. Δὲν ἦτο λοιπὸν ὀρθὸν νὰ στηριχθῇ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς εἰς μόνην τὴν τηλεγραφικὴν ἀπολογίαν τοῦ εἰσαγγελέως, διὰ νὰ προβῇ εἰς ἄμμεσον διάψευσιν τῶν ἐκτεθέντων. Ὅπως δὲ πείσω καὶ τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν αὐτὴν περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος, μετὰ τὴν ὑπουργικὴν ταύτην ἀπάντησιν, προέβην εἰς ἰδιωτικὰς ἐρεύνας ἐξ ὧν ἔλαβον τὰς ἑξῆς θετικὰς πληροφορίας. Ὁ Σταμάτιος Πετροῦτσος, διὰ τὸν φόνον τοῦ ὁποίου κατηγορηθέντες συνελήφθησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν οἱ περὶ ὧν ἐπρόκειτο συνδημόται μου, ἦτο κρεοπώλης καὶ κατήγετο ἐκ τοῦ χωρίου Κυπαρίσσι τοῦ δήμου Ζάρακος’ περιελθὼν δὲ κατὰ μῆνα Ἰούλιον 1885 τοὺς δήμους Σελινοῦντος καὶ Γλυπίας τῆς Κυνουρίας ἠγόρασεν αἰγοπρόβατα, ἅτινα μετέφερεν εἰς τὸν δῆμον Πάρνωνος τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καὶ τὰ μετεπώλησεν. Ἐπιστρέφων δὲ εἰς τὴν πατρίδα του συνηντήθη καθ’ ὁδὸν μὲ ἓν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, διοικούμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ Χαντζάρα, μεθ’ οὗ ἀποσπάσματος ἐπέστρεψεν εἰς Κοσμᾶν, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Σελινοῦντος, μ. μ. τῆς 18 ἢ 19 Ἰουλίου 1885, κατέλυσε δὲ ὁ Πετροῦτσος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φίλου του Λάμπρου Βουρβουριώτου, εἰς ἣν κατέλυσαν καὶ στρατιῶταί τινες τοῦ εἰρημένου ἀποσπάσματος, τῶν λοιπῶν στρατιωτῶν καταλυσάντων εἰς ἄλλας οἰκίας. Τὴν πρωίαν τῆς ἐπιούσης, οἱ στρατιῶται οὗτοι, συλλαβόντες τοὺς οἰκοδεσπότας, εἰς ὧν τὰς οἰκίας εἶχον καταλύσει, ὡς καὶ τὸν οἰκοδεσπότην τοῦ Πετρούτσου, μετήγαγον αὐτοὺς εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα, εἰς ὃ ἐκράτησαν αὐτοὺς μέχρι μεσονυκτίου. Μείνας δὲ μόνος ὁ Πετροῦτσος μετέβη εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ παρέμεινε μέχρι τῆς μεσημβρίας, ὁπότε ἀνεχώρησεν ἀποχαιρετῶν τοὺς φίλους του, ἐνῷ οἱ διὰ τὸν φόνον αὐτοῦ κατηγορηθέντες ἐκρατοῦντο ἀπὸ πρωίας εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα καὶ ἀπελύθησαν τὸ μεσονύκτιον τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἀνεχώρησεν ὁ Πετροῦτσος. Ταῦτα ἀκριβῶς ἦσαν γνωστὰ τοῖς πᾶσιν εἰς Κοσμᾶν καὶ ταῦτα ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως· καὶ ὅμως τούτων βεβαιωθέντων οἱ κατηγορούμενοι, συλληφθέντες προεφυλακίσθησαν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε λόγος οὔτε νὰ προφυλακισθῶσιν οὔτε νὰ συλληφθῶσι, μάλιστα ἀφοῦ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔνδειξις, ὅτι ὁ Πετροῦτσος μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀναχώρησίν του ἐφονεύθη. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἐνῷ ταῦτα ἐβεβαιώθησαν καὶ ἐνῷ οἱ φυλακισθέντες διετείνοντο, ὅτι ὁ Πετροῦτσος ζῇ καὶ εὑρίσκεται εἰς Ἠλείαν, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς, μηδὲν πράττων, ἠξίου, ἵνα αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι ἀποδείξωσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ Πετρούτσου ἀφοῦ δὲ καὶ τοῦτο ἔπραξαν, ὁ εἰσαγγελεὺς ἐξηκολούθει διατεινόμενος, ὅτι ὁ ὑποδειχθεὶς εἶναι ἄλλος καὶ οὐχὶ ὁ Πετροῦτσος. Ἕνεκα λοιπὸν τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης ταύτης τοῦ εἰσαγγελέως εἷς ἀδελφὸς τοῦ ἑνὸς τῶν φυλακισμένων, μεταβὰς εἰς Μανωλάδα, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Βουπρασίων, φέρων καὶ ἔγγραφον τοῦ ἐπάρχου Κυνουρίας πρὸς τὸν ἐκεῖ δήμαρχον, εὗρε τὸν Πετροῦτσον καὶ τὸν ὑπέδειξε πρὸς τὸν δήμαρχον Βουπρασίων, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου γενομένης ἐξετάσεως ἐβεβαιώθη ἡ ταυτότης αὐτοῦ, ἰσχυρισθέντος, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ Κοσμᾶ λάθρα καὶ μετέβη ἐκεῖ ἀγνώριστος, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς κατ’ αὐτοῦ καταδιώξεως τῶν δανειστῶν του. Τὰ δὲ γεγονότα ταῦτα κατετέθησαν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ Πύργου καὶ ἀνεκοινώθησαν εἰς τὸν καταδιώκοντα εἰσαγγελέα, ὅστις καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν ταύτην εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ βεβαιώσῃ τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματί του ἀναφερόμενα ψεύδη. Τί δὲ ἀπέγεινε μετὰ τοῦτο ὁ Πετροῦτσος; Ἀναχωρήσας ἐκ Μανωλάδας μετὰ τὴν ἐκεῖ ἀνακάλυψίν του μετέβη εἰς Βόλον, ἔνθα συνηντήθη μετὰ τῶν συνδημοτῶν του Δημητρίου καὶ Ἀναγνώστου Παπαμιχαλοπούλου κατὰ τὸ παρελθὸν Πάσχα, μεθ’ ὧν καὶ συνέφαγε· ἀλλὰ κατόπιν ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν μετέβη εἰς χωρίον Ριόλο τοῦ δήμου Δύμης τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, ἔνθα συνεταιρισθεὶς μετὰ τοῦ ἐκεῖ κατοικοῦντος Νικολάου Πρεβεζάνου ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον ἐμπορευόμενος. Μένων δὲ εἰς Μανωλάδα ἐπὶ 7 μῆνας ἔμενεν εἰς τὴν οἰκίαν, μέχρι τῆς ἐκεῖθεν ἀναχωρήσεώς του, τοῦ συγχωρίου του Δημητρίου Ντρίβα, πρὸ ἐτῶν εἰς Μανωλάδα ἀποκατασταθέντος. Ὅσα ἑπομένως ἐτηλεγράφησε περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ τότε ἐν Σπάρτῃ εἰσαγγελεὺς καὶ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς, εἰς τὸ ψευδὲς ἐκεῖνο τηλεγράφημα στηριζόμενος, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Ἐάν δὲ καὶ πάλιν ἀμφιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν καὶ ἤδη λεχθέντων, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν σχετικὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως, ἵνα φωτισθῇ, δύναται δὲ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἄνω ἀναφερομένους Παπαμιχαλοπούλους καὶ Δρίβαν, δύναται μάλιστα νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Πετρούτσου καὶ τοῦ συνεταίρου αὐτοῦ Πρεβεζάνου, ὅπως βεβαιωθῇ ἡ ὕπαρξις τοῦ μακαρίτου Πετρούτσου. Ὅπως δὲ κρίνῃ ὅτε ἔντιμος Ὑπουργὸς καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ δραστηριότητος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται εἰσαγγελέως, ἀρκεῖ νὰ μάθωσιν, ὅτι αὐτοῦ εἰσαγγελεύοντος ἐν Σπάρτῃ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα ἐξεπλήρου εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπὶ 7 συνεχεῖς μῆνας ὁ αὐτόσε δικηγόρος κ. Καλομοίρης, ὅστις δι’ ἀναφορᾶς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθείσης ἐξαιτεῖται ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν ταύτην τοῦ εἰσαγγελέως.
§26ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂν εἰς ἄλλο μέρος ἐλέγοντο ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κατ’ ἀνωτέρας δικαστικῆς Ἀρχῆς, βεβαίως ἡ ὑβριζομένη Ἀρχὴ θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαλέσῃ τὸν κατήγορον, ἀλλ’ ἐντεῦθεν, ὅ,τι λέγεται δὲν καταλογίζεται. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ συνηγορήσω ὑπερ τοῦ κ. Νάνου, διότι εἶναι γνωστὸς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς ἐκπληρῶν τὰ καθήκοντά του μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Δὲν θὰ ἐγείρω, ναί, ὑπὲρ τοῦ ὑβριζομένου Εἰσαγγελέως ὑπεράσπισιν, διότι ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐντεῦθεν σχηματίζουσιν αὐτόχρημα τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ. Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ὁ προλαλήσας ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς νὰ κατηγορῇ, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὡς δικηγόρος μάλιστα, ὅτι ἐπὶ τῇ ἁπλῇ μηνύσει ἐπὶ δολοφονίᾳ, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας καταγγέλλεται, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ καθῆκον νὰ φυλακίσῃ τοὺς ὑπόπτους· δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ Εἰσαγγελεύς, οὔτε μηνύσεως, οὔτε κατηγορίας τινὸς, ἀλλ’ ὡς φρουρὸς τοῦ νόμου, ὡς ἐπόπτης καὶ τῆς κοινωνίας ἀντιπρόσωπος, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἔγκλημα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ συλλάβῃ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Κατσικόπουλον, ὕποπτον ὄντα, καὶ νὰ πέμψῃ αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον θὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὑπάρχει τάσις κακόβουλος, τάσις νὰ συκοφαντῆται ἀδίκως καὶ νὰ ὑβρίζεται ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος· ἀλλὰ διὰ νὰ κατηγορῇ τις τὴν δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος του καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον τ’ ἁπλούστερα, ὅτι δηλονότι ἡ ἐκ τούτου παραγομένη βλάβη δὲν ἰσομετρᾶται πρὸς τὸ τυχὸν ἐκ τούτου ἐπιδιωκόμενον ὄφελος. Ἂς παύσῃ πλέον ἡ κακὴ τάσις τῆς ὕβρεως κατὰ τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν καὶ τῶν λειτουργῶν αὐτῆς, διότι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι μέ τινας ἐλαχίστας ἐξαιρέσεις ἐκπληροῦσι πάντοτε τὸ καθῆκον των, ἱστάμενοι μάλιστα ἐνώπιον ἑνὸς γλίσχρου μισθαρίου καὶ τοσούτων πειρασμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἂν εὑρίσκετο ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνάδελφος, δυσκόλως ἤθελεν ἀντιστῆ κατ’ αὐτῶν.
§27ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ διάταξις, καθ’ ἣν ἁπλῆ μήνυσις ἀρκεῖ διὰ νὰ προφυλακισθῶσιν ἄνθρωποι.
§28ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ τὸ μάθετε, ἔλα νὰ σοῦ κάμω μάθημα.
§29ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διαχειρίζωνται πάντες οἱ παρ’ ἡμῖν δικαστικοὶ λειτουργοὶ τὰ καθήκοντά των, συγχαίρω μὲν τὸν ἔντιμον συνάδελφον διὰ τὰς φιλελευθέρους ταύτας ἰδέας του, συλλυποῦμαι ὅμως τὴν Πατρίδα μου, ἔχουσαν δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἐμπνεομένους ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων τοῦ κ. Τζάνε.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον ἕνεκα τῶν δριμειῶν ἐκφράσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ προλαλήσας, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἂν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ φροντίσῃ νὰ κομίσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀνεύρῃ ἐν τῇ οἰκείᾳ σελίδι τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ ὅτε τότε ἀπήντησα εἰς τὴν ἐπερώτησίν του ἐκείνην, θὰ μοὶ ἦτο δύσκολον ν’ ἀναμνησθῶ τῆς ἱστορίας ὑποθέσεως, πρὸ 6 ἢ 7 μηνῶν λαβούσης χώραν. Τὸν εὐχαριστῶ διότι μοὶ ὑπέμνησε ταῦτα. Ὅπως ἠκούσατε, ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ εἰσαγγελέως, τὸ ὁποῖον κατέθεσα τότε εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἀνέγνωσεν, ἀληθῶς τὸν Αὔγουστον τοῦ 1885 συνελήφθησαν δύο ἢ τρεῖς κατηγορούμενοι ἐπὶ φόνῳ καὶ ληστείᾳ κατά τινος, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ εἶχε κατασταθῆ ἀφανὴς καὶ περὶ τοῦ ὁποίου εἶχε σχηματισθῆ πεποίθησις, ὅτι ὑπῆρξε θῦμα ἐγκλήματος ἕνεκα τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἀφοῦ ἦτο τοιαύτη ἡ γενικὴ πεποίθησις, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο θῦμα ἐγκλήματος, καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο μηνύσεις, ἡ Ἀρχὴ ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκόν της, ἂν δὲν ἐπελαμβάνετο δικαστικῆς ἐρεύνης. Ἐπελήφθη λοιπὸν τοιαύτης ἐρεύνης κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1885, προεφυλάκισε δὲ τρεῖς, τοὺς ὁποίους διὰ βουλεύματος ἡ αὐτὴ Ἀρχὴ ἀπέλυσε τὴν 9 Μαΐου 1886. Τὸν Ἰούνιον 1886 ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν ὁ κ. συνάδελφος, ἐζήτησα δὲ πληροφορίας, ἃς καὶ ἀνεκοίνωσα τότε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προαγορεύσας ἀνέγνω μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ εἰσαγγελέως, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ, τὸ ὁποῖον κυρίως περιέχει τὴν ἐξήγησιν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ Ἀρχὴ δικαιολογεῖ τὴν ἐπὶ ἓξ μῆνας παράτασιν τῆς ἀνακρίσεως, οὐ μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ἑκάστοτε προὐτείνοντο πολλοὶ μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακρίσεως ἐκείνης οἱ κατηγορούμενοι οὐχὶ ἅπαξ ἐπεκαλέσθησαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κατσικόπουλος, ἀναφέρεται, ὅτι δηλαδὴ ὁ δῆθεν ἀφανὴς παθὼν καὶ ὡς θῦμα ἐγκλήματος θεωρούμενος ζῇ. Ἡ ἀρχὴ ἡ δικαστικὴ ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἰσχυρισμοῖς ἐπελαμβάνετο ἑκάστοτε νέων ἐρευνῶν καὶ ἀνακρίσεων. Πρῶτον ἰσχυρίσθησαν, ὅτι εὑρίσκετο ὁ δῆθεν φονευθεὶς εἰς τὸν δῆμον Δύμης, ἀλλὰ μετὰ ἐξετάσεις γενομένας ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦτο τὸ αὐτὸ πρόσωπον· μετὰ τοῦτο πάλιν οἱ κατηγορούμενοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἀλλοῦ εἶχεν ἀνακαλυφθῆ ὁ φονευθείς· ἡ Ἀρχὴ ἔδραμε καὶ πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἀλλὰ ματαίως. Ταῦτα βεβαιοῦνται ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ὁ κ. Κατσικόπουλος ἰσχυρίσθη, καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ἀμφισβητήσω διαῤῥήδην τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων του, ὅτι ἀνεκαλύφθη ἤδη, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε καὶ στρατιώτης καὶ ὅτι ζῇ σήμερον. Τοῦτο εἶναι ἴσως πιθανὸν, δὲν εὑρίσκω ὅμως ὑπαιτιότητα τῆς ἐνεργείας τῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία νὰ τὴν καθιστᾷ ἀξίαν τοιαύτης μομφῆς, οἵα σήμερον ἐνταῦθα ἐξηνέχθη. Γνωρίζει ὁ κ. Κατσικόπουλος, γνωρίζει δὲ καὶ ἡ Βουλὴ, ὅτι οὕτως ἐχούσης τῆς ὑποθέσεως, ἡ Ἀρχὴ ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκόν της, ἂν εὑρίσκουσα ἰσχυρὰς ἐνδείξεις ἐνοχοποιούσας αὐτοὺς δὲν τοὺς συνελάμβανεν, ὅπως ἤθελε παραβῆ τὸ καθῆκόν της, ἐὰν ἐξαντλουμένων τῶν ἀποδείξεων καὶ μὴ κρινομένων ἐπαρκῶν, ἐκράτει αὐτοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς. Διὰ τοῦτο ἡ αὐτὴ δικαστικὴ Ἀρχὴ τῇ προτάσει τοῦ εἰσαγγελέως ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν. Εἶναι ἴσως πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ ζῇ, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ἀναγκαίως ὅτι ἡ Ἀρχὴ παρεῖδε τὰ καθήκοντά της φυλακίσασα τοὺς καταγγελθέντας ἐφ’ ὅσον εἶχεν εὐλόγους πρὸς τοῦτο ἐνδείξεις. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν δικογραφίαν, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ἐνδείξεις ἢ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι ἔπεισαν τὴν Ἀρχὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν προφυλάκισιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἰσὶν ἢ μὴ ἐπαρκεῖς. Θεωρῶ δὲ ὡς λίαν δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Ἀρχῆς καὶ τὸ ἐπακολουθῆσαν γεγονὸς, ὅτι, καίτοι τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα παύει ἁπλῶς πρὸς καιρὸν τὴν περαιτέρω καταδίωξιν, δὲν ἔχομεν πληροφορίαν, ὅτι οἱ ὑπόδικοι ἐθεώρησαν αὐστηρὰν τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν· διότι, ἐὰν ἐθεώρουν ἑαυτοὺς ἠδικημένους ἐκ τούτου, ὅτι δηλ. τοιοῦτον βούλευμα τηρεῖ ἠρτημένην πάντοτε τὴν κατηγορίαν, εἶχον πᾶσαν τὴν ἐλευθερίαν δι’ ἀνακοπῆς νὰ ζητήσωσι τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ βουλεύματος, καὶ νὰ ζητήσωσιν ὅπως ἀποφανθῇ ἀνώτερον συμβούλιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Ἀλλ’ εἰς τοιοῦτον ἔνδικον μέτρον δὲν προέβησαν. Τοῦτο μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου εἶναι εὔλογον ἐπιχείρημα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ καλῶς ἐξετίμησε τὰς ἀποδείξεις. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς λογικὰς ἐκτιμήσεις τῶν συμβάντων, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἦναι ἀληθὲς ὅ,τι λέγει ὁ κ. Κατσικόπουλος, καὶ οὔτε εἶναι παράδοξον καὶ πρωτοφανὲς νὰ ἐπέλθῃ προφυλάκισις καὶ ὕστερον νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐγένετο τὸ ἔγκλημα. Ὁ κ. Κατσικόπουλος, δικηγόρος ὤν, γινώσκει ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν παραδέχεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσι πλάναι περὶ τὰ πράγματα τοιαῦται, ὥστε καὶ ἐπὶ ἀνυπάρκτου ἐγκλήματος νὰ ὑπάρξῃ δεδικαιολογημένη ἐνέργεια Ἀρχῆς. Εἶναι δυνατὸν καὶ ἐκ πλάνης ἓν συμβούλιον, στηριζόμενον ἐπὶ ἐσφαλμένων ἐνδείξεων, νὰ προβῇ καὶ εἰς προφυλάκισιν καὶ εἰς παραπομπὴν, καὶ περαιτέρω ἔτι, ἐκ πλάνης δικαστήριον νὰ καταδικάσῃ ἄνθρωπον. Καὶ γνωρίζει ὁ κ. Κατσικόπουλος καὶ πάντες οἱ νομομαθεῖς ὅτι ἔχει διαδικασίαν ἡ νομοθεσία ἡμῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν συνεπειῶν τοιαύτης πλάνης. Ἡ νομοθεσία ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν οὐχὶ νὰ προφυλακισθῇ, οὐχὶ νὰ παραπεμφθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ καταδικασθῇ τις εἰς θάνατον καὶ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καὶ ὕστερον νὰ ἀνακαλυφθῇ ὅτι ζῇ ὁ δῆθεν φονευθείς· διὰ τοῦτο ἔχει τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 503 τῆς Ποιν. Δικονομίας ῥητῶς ἐπιτρέπεται, «ὅταν τις κατεδικάσθη ἕνεκα φόνου, καὶ ὁ δῆθεν φονευθεὶς ζῇ ἔτι». Ταῦτα εἶναι συνέπεια τῆς ἀτελείας καὶ τοῦ πεπερασμένου τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων, καὶ τοῦ ἐπισφαλοῦς τῆς ἀνθρωπίνης ἀντιλήψεως καὶ ὀξυδερκείας. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι δικαιολογεῖται ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δικαστῶν ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν κατ’ ἄνθρωπον τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μῆνας ἐκρατήθησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσιν ἀνακοπὴν κατὰ τοῦ βουλεύματος, ἔχουσι καὶ τὸ δικαίωμα δι’ ἀγωγῆς κακοδικίου νὰ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ Ἀρχαὶ παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Τοῦτο δὲ ὀφείλουσι νὰ πράξωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσι παράνομον τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιζητῶσι τὴν θεραπείαν διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
§31ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο νομίζω ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ σήμερον τί δύναται νὰ συμβῇ, ἀλλὰ τί ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς τὴν συγκεκριμένην ταύτην περίστασιν, καὶ ἂν ἦτο ἀνάγκη προφυλακίσεως πρὸ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐγκλήματος· ἂν ἡ δικαιοσύνη εἶχε τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν φρόνησιν νὰ μεριμνήσῃ προηγουμένως πρὸς βεβαίωσιν τῆς πράξεως, δὲν θὰ προέβαινεν εἰς τὸ πραξικόπημα τῆς προφυλακίσεως ἀθώων ἀνθρώπων ἐπὶ ἀνυπάρκτῳ ἐγκλήματι. Ὁ ἀπολογούμενος Εἰσαγγελεὺς καὶ μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς πλάνης του ἐπιμένει ὅτι ὁ Πετροῦτσος ἐφονεύθη, ἐνῷ ἔχει ἐπίσημον βεβαίωσιν ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ὅτι ὁ Πετροῦτσος ἀνεκαλύφθη καὶ συνελήφθη ἐμπορευόμενος εἰς Μανωλάδα· οὐδεμίαν λοιπὸν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν λεχθέντων, ἅτινα θέλουσι χρησιμεύσει ὡς πληροφορία τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅστις δύναται ἁρμοδίως νὰ διατάξῃ ὅ,τι νομίζει ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, εἶναι παράπτωμα, τοῦ ὁποίου ἔλαβον γνῶσιν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει δώσει τὴν ἀναγκαίαν προσοχὴν, καὶ θέλει λάβει ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως μὴ ἐπαναλαμβάνηται μία ἐνέργεια ἔκνομος, ἡ ὁποία ἂν καὶ φαίνεται ἁπλῆ δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαιοτάτας συνεπείας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, προέκυψεν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς κωλυόμενος νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὥρισε τὸν ἀντικαταστάτην δι’ ἐγγράφου καὶ ἀνέθεσεν εἰς ἕνα τῶν δικηγόρων νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον ἐπὶ ἓξ μῆνας διαρκῶς, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ δικαστηρίου εἶναι ἁρμόδιος ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου, καὶ εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν φροντίζει περὶ τούτου· ὁ Εἰσαγγελεὺς οὐδὲν τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει. Τὸ τοιοῦτον εἶναι παράνομον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος.
§33ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀντικαταστάτης μάλιστα ἔχει αἰτήσεις περὶ ἀποζημιώσεως.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅτε συνέβησαν τὰ ἀτοπήματα ταῦτα, ἐγὼ δὲν ἤμην Ὑπουργός.
§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνηλικιώσεως τοῦ διαδόχου ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ ἀπονεμηθῶσι παράσημα καὶ προέβη εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐγένετο λόγος. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν κείμενον νόμον δὲν ὑπῆρχεν εἰς αὐτὴν ἐξουσία νὰ προβῇ εἰς ἀπονομὴν παρασήμων, καθ’ ὅσον μιᾶς ἰδίως τάξεως τὰ παράσημα ἦσαν ἐντελῶς ἐξηντλημένα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσδιορισθέντος ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1848, μετὰ σκέψιν καὶ ἐξέτασιν τῶν περιστάσεων ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν παρασήμων, ἀλλ’ ἀπεφάσισεν ὡσαύτως νὰ παρασκευάσῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲ ὑποβάλλω σήμερον ὅπως ψηφισθῇ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν τοῦ νόμου τοῦ 1848 κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀναλογισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπονεμηθέντων παρασήμων πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, τὸν ἀπὸ τοῦ 1848 διπλασιασθέντα, καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τριπλασιασθέντος στρατοῦ, ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τῆς Ἑπτανήσου, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πάντα ἡ ἀνάγκη!
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον, ὁ δ’ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, δύναται νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ, εἰς ἃς θέλω προσπαθήσει τότε ν’ ἀπαντήσω. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης καταθέτω καὶ τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ ἔγγραφα, καταθέτω δηλαδὴ κατάλογον πλήρη τῶν φερόντων τὸ παράσημον τοῦ Σωτῆρος καὶ ἀνηκόντων εἰς τὰς τέσσαρας ἀνωτέρας τάξεις, καὶ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους τελευταῖον ἀπενεμήθη ἡ τιμὴ, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρότερον εἶχον τὸ παράσημον. Ἐν τῷ καταλόγῳ περιέχονται πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κατάλογος ἐτησίως τυποῦται καὶ θὰ τυπωθῇ κατὰ τὸ σύνηθες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν νομίζωσιν οἱ κκ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ μελετήσωσιν ἐνταῦθα τὰ κατατιθέμενα χειρόγραφα, δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν τύπωσίν του.
§40ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσίν του τὸ Προεδρεῖον.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡσαύτως ὑποβάλλω, μετὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Διαταγμάτων καὶ τῶν χρονολογιῶν, σημείωσιν τῶν ἀπονεμηθέντων ἀργυρῶν παρασήμων κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπεριορίστου ἀριθμοῦ, καθ’ ὃν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονέμῃ τὰ παράσημα ταῦτα. Ὡσαύτως ὑποβάλλω πάντα τὰ φύλλα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ περιέχοντα τὰ Διατάγματα ταῦτα.
§42ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ κατάλογος νὰ τυπωθῇ.
§43ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ σημειωθῶσι καὶ οἱ λόγοι.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ λόγοι εἶναι εἰς τὰ Διατάγματα· ὁσάκις ἐλλείπουσιν ἀπὸ ἐκεῖ, εἶναι εἰς τὰς προτάσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα προέτεινον τὴν ἀπονομὴν, διότι πᾶσαι αἱ ἀπονομαὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τοῦ οἰκείου Ὑπουργείου. Τὸ δ’ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν περιωρίσθη ν’ ἀπονείμῃ παράσημα ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας μόνον εἰς τοὺς ἰδίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ προτάσεις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ φακέλλῳ καὶ τὰς καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ ἐπερωτήσας περὶ τῶν παρασήμων, ἠρώτησε καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τούτων, διὰ τοῦτο προσάγω πίνακα, ἐν τῷ ὁποίῳ παριστῶνται αἱ πιστώσεις αἱ δοθεῖσαι ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐντεῦθεν εἰς παράσημα καὶ αἱ πραγματοποιηθεῖσαι δαπάναι. Κατὰ μὲν τὸ 1880 ἐψηφίσθησαν 15,000 δραχμαὶ, καὶ ἠναγκάσθη ὁ κατὰ τὸ 1881 Ὑπουργὸς, ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, νὰ ζητήσῃ πίστωσιν ἑτέρων 13,000 καὶ ἀνεβιβάσθη ἡ δαπάνη εἰς 28,000. Κατὰ τὸ 1882, ἐψηφίσθησαν 30,000. Κατὰ τὸ 1883, 27,000. Κατὰ τὸ 1884 30,000. Κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὸ 1886 10,000.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειοῦται ἡ δαπάνη δι’ ἓν ἕκαστον εἶδος παρασήμου;
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας, διότι ἔχω πρόχειρον σημείωσιν. Τὸ ἀργυροῦν παράσημον ἔχει ἀξίαν 22,50, τὸ χρυσοῦν 62 δραχμῶν, ὁ ταξιάρχης 115, ὁ ἀνώτερος ταξιάρχης 225 καὶ ὁ μεγαλόσταυρος 307.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ γείνῃ ἡσυχία, διὰ νὰ ἀκουώμεθα.
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ ἡσυχία, κ. Πρόεδρε.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔσπευσα νὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ συνάδελφος κ. Κρεστενίτης, καθότι ἐζήτησε πληροφορίας περὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν γνωρίζει καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. Ὡς πρὸς τὸν λιμένα Κατακώλου γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὅτι τὸ μαρτυρολόγιον τοῦ λιμένος χρονολογεῖται πρὸ πολλοῦ. Ἐσχάτως ὁ ἀρχιμηχανικὸς κ. Κελενὲκ ἀποσταλεὶς ἐξεπόνησε δύο σχέδια διὰ τὴν διόρθωσιν τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπῆλθεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν, καὶ διὰ τὴν τελείωσιν τοῦ ἔργου. Τὸ μὲν τῶν σχεδίων ἀνέρχεται εἰς 1,350,000, τὸ δεύτερον δὲ εἰς 1,600,000 δραχμῶν. Ποῖον ἀπὸ τὰ δύο θὰ προτιμηθῇ, περιμένομεν νὰ μάθωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν τὰ σχέδια ταῦτα ἀπεστάλησαν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις καὶ ἀφοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου, καίτοι ἔχει πολλὰ εἰσοδήματα, σήμερον δὲν ἔχει περισσεύματα. Ποῖα τὰ αἴτια τὰ γνωρίζει ὁ ἐπερωτῶν, καὶ ἂν θέλῃ νὰ ὑποκινήσῃ εἰς τοῦτο συζήτησιν, εἴμεθα ἐδῶ. Σήμερον λοιπὸν δὲν ἔχει περισσότερα τῶν 50 ἕως 60 χιλιάδων δραχμῶν καθαρῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου δίδει κατ’ ἔτος ὡς βοήθημα εἰς τὸν δῆμον Λετρίνων τὸ ἓν τέταρτον τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ περίπου, 55,000 χιλιάδας δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ νὰ μείνῃ πρὸς χρῆσιν τοῦ λιμένος. Προχθὲς ὅταν ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν ὁ κ. Κρεστενίτης, καθὼς τὸ ὑπέμνησα ἐκείνην τὴν ἡμέραν συνδιαλεγόμην μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἠρώτων αὐτὸν περὶ τῆς γνώμης, ἣν ἔχει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν συμφωνῇ νὰ παρουσιάσωμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν συνδρομὴν τὴν πρὸς τὸν δῆμον Λετρίνων, διὰ νὰ μένῃ τοῦ λοιποῦ ὑπὲρ τοῦ λιμένος Κατακώλου, διότι τότε μὲ αὐτὴν τὴν προσθήκην δύναται νὰ συνάψῃ ἓν δάνειον, δι’ οὗ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συγκατένευσεν εἰς τοῦτο, ἐκείνην δὲ τὴν στιγμὴν διήρχετο πλησίον μου ὁ κ. Κρεστενίτης, τὸν ὁποῖον προσεκάλεσα καὶ συνεφώνησε καὶ ἐκεῖνος, ἐντὸς δὲ ὀλίγων ἡμερῶν θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον σχετικόν.
§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐσυμφώνησα μαζῆ σας προχθὲς, διότι κατόπιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ ἐπιβάλωμεν νέους.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω μίαν συμβουλὴν, ἥτις δὲν εἶναι ἰδική μου, εἶναι ἄλλου γηραιοῦ πολιτευτοῦ, τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅστις εἶπεν ἄλλοτε εἰς ἕνα συνάδελφον, πολὺ δικαίως, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν τελειόνουν διὰ συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως· μείνετε δὲ βέβαιος, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν θέλετε εὕρει ἀντίστασιν κομματικήν. Μὲ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν τελειόνετε ποτέ.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν θελήσητε νὰ μᾶς καλέσητε, θὰ ἔλθωμεν.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ λιμένος Καλαμῶν τί ἐκάματε;
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τίποτε ἀκόμη.
§55ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἄλλοτε ἔγεινε λόγος περὶ διαφορᾶς τινος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ κατηγορήθη τότε ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἄφινε τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν αὐτὴν δικαστικῶς.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνθυμοῦνται ὅλοι, ὅσοι ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτι ἔγεινε θόρυβος μέγας, διότι ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ Κατακώλου εἶχε δώσει ἓν ἔργον εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων, ἀφοῦ δ’ ἐπροχώρησεν ἡ ἐργασία, ἡ ἑταιρία ἔκαμεν ἐνστάσεις, ὅτι ἔκαμεν ἔργα δαπανηρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε συμφωνήσει, καὶ ἐζήτησε νὰ πληρωθῇ διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐργασίαν, δὲν ἐσταμάτησεν ὅμως τὴν ἐργασίαν καὶ ἀφοῦ τὴν ἐτελείωσεν ἐζήτησε 30 ἢ 25,000 δραχμάς.
§57ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. 40,000.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς ἐξηκολούθησεν ἐπὶ δύο ἔτη. Εἶχε συστηθῇ διαιτητικὸν δικαστήριον, τοῦτο δὲ κατεδίκασε τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ πληρώσῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ παρασταθῇ εἰς τὰ δικαστήρια· ἐγὼ ἔλαβον δὶς τὴν γνώμην τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος μὲ δύο ἔγγραφα τὸ ἓν ἰσχυρότερον τοῦ ἄλλου μοῦ ἔλεγεν ῥητῶς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ νὰ εἰσαχθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ δικαστήριον· ἦλθεν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐν τῇ συζητήσει τότε ἔγεινε θόρυβος ἀρκετὸς, ἐζητήθησαν ἔγγραφα, ἔγειναν ἐνστάσεις, ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ὅλη ἔλαβε μέρος, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ της. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ, πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, ἡμεῖς παρητήθημεν, ἀλλ’ ἐνῷ ἦτο ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λιμένος ἐπρότεινε νέον διαιτητικὸν δικαστήριον νὰ δικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἂν ἡ ἑταιρία ἤθελε παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τὴν διαιτητικὴν τὴν πρώτην, καὶ ἐπρότεινε νὰ διορισθῶσι διαιτηταὶ ἀνώτεροι δικαστικοί. Ἡ ἑταιρία δὲν ἐδέχετο νὰ ἦναι ὅλοι οἱ διαιτηταὶ δικαστικοὶ ἀνώτεροι, ἀλλὰ νὰ ἦναι καὶ μηχανικοί. Ἐκεῖ ἐγκατέλειψα ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ προκάτοχός μου νῦν καὶ διάδοχός μου τότε ἐπέτρεψε νὰ πληρωθῇ ἡ ἑταιρία χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ δικαστήρια· πῶς συνέβη τοῦτο, δὲν γνωρίζω. Δευτέραν πληροφορίαν ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς περὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γαστούνης εἰς Μπάστα. Αὐτὴ ἡ ὁδὸς ἐδόθη συνεπείᾳ δημοπρασίας διὰ 200,000 δραχμὰς, κατεσκευάσθησαν ἕως τώρα ἔργα ἀξίας περίπου 110,000 δραχμῶν. Ὁ ἐργολάβος, ὡς φαίνεται, ἔμενεν ἀργὸς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία δι’ ἡμερομισθίων. Κατόπιν ὁ αὐτὸς ἐργολάβος παρουσιάσθη καὶ ἔδωσεν ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ τακτικῶς τὸ ἔργον, καὶ κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν ἐπιείκειαν τοῦ ἐδόθη τὸ ἔργον, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐργάζεται καλῶς. Διὰ τὸ δεύτερον τμῆμα ἀπὸ τὴν γέφυραν Μπάστα εἰς Ἀχαγιᾶν, αὐτὸ εἶχεν ἐγκριθῆ ἀπὸ τοῦ 1885 διὰ 800,000 δραχμὰς, ἀλλ’ ἐλλείψει χρημάτων δὲν ἐπροχώρησε. Τρίτη πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κρεστενίτης ἐζήτησεν, εἶναι περὶ τοῦ λιμένος Κυλλήνης. Διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος αὐτοῦ ὁ μηχανικὸς Σάουρωτ ὑπέβαλε σχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται 1,039,000 δραχμαί. Τὸ σχέδιον αὐτὸ τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων ἔργων ἐθεώρησε πολὺ δαπανηρὸν, ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις του καὶ ἐστάλη ὀπίσω τὸ σχέδιον εἰς τὸν μηχανικὸν, ὅπως ἐπιφέρῃ τὰς ὑποδειχθείσας ὑπὸ τοῦ συμβουλίου διορθώσεις.
§59ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εὐχαριστῶ κ. τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ὑποβάλλῃ σήμερον, ὀφείλω δὲ νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφον κ. Κουκούλεζαν ὑπομνήσαντα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐπιχωματώσεως τοῦ λιμένος Κατακώλου καὶ δόντα πληροφορίας περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἥν, ἐὰν μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ νέα κοινοβουλευτικὴ λέξις, κ. Ράλλη, θέλω τὴν ὀνομάσει ρυπαράν.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι λέξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§61ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Βεβαίως ἡ κοινοβουλευτικὴ αὕτη λέξις ὀφείλεται πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, διότι, ὡς βλέπετε, ὅλα τὰ καλὰ ἄνωθεν κατέρχονται. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀληθῶς ρυπαρὰ, κύριοι, καὶ πολὺ δικαίως ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἄλλοτε εἰς πολλὰς καὶ ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις. Καὶ ἦτο δίκαιον καὶ ὤφειλε νομίζω καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πᾶς ἄλλος βουλευτὴς νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπέβαλεν εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν Κατακώλου νὰ θυσιάσῃ αὕτη 50–60 χιλ. δρ. χωρὶς καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ κἄν ταύτῃ νὰ προστατεύσῃ τὰ δίκαιά της ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σφάλλετε εἰς τὸν ἀριθμόν.
§63ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πιθανόν.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως.
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν ἐρωτήσητε τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὴν ἑταιρίαν, θέλετε μάθει ὅτι ἐζήτει ἡ ἑταιρία 41 χιλ. δραχμῶν ὡς κεφάλαιον καὶ τοὺς ἀναλογοῦντας τόκους. Ἡ ἐφορευτικὴ τοῦ λιμένος Κατακώλου ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν ἄλλοτε νὰ ἐπιχωματώσῃ μέρος τι εἰς Κατάκωλον. Τὸ ἔργον ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν, καὶ ἐδόθη οὐχὶ κατὰ μέτρον, ἀλλὰ κατ’ ἀποκοπήν. Ἤρχισε καὶ ἐξηκολούθησεν ἡ ἐργασία καὶ ἐπροχώρησε μέχρι τινὸς, ὅτε σταματᾷ ἡ ἀναλαβοῦσα τὸ ἔργον αὐτὸ ἑταιρία τῶν Δημοσίων καὶ Δημοτικῶν ἔργων· ἐζήτησεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ μάθῃ τί συμβαίνει, ἡ δὲ ἑταιρία εἶπεν ὅτι εὑρίσκει τὰ μέτρα κατὰ πολὺ πλείονα τῶν προϋπολογισθέντων. Ἐγένετο ἡ ἀντίῤῥησις ὅτι τῇ ἐδόθη ἡ ἐργασία οὐχὶ κατὰ μέτρον, ἀλλὰ κατ’ ἀποκοπὴν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη, οἱοιδήποτε εἶναι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ μηχανικοῦ της, νὰ ἀποπερατώσῃ αὕτη τὸ ἔργον. Ἡ ἑταιρία τῶν Δημοσίων καὶ Δημοτ. ἔργων παρέσχε βεβαίως μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν εἶναι νομίζω ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος, ἢ τὰ ἠθικὰ καὶ νομικὰ πρόσωπα, τὰ συναλλασσόμενα μετ’ αὐτῆς, νὰ συντρέχουν τὴν ἑταιρίαν πλειότερον ἀφ’ ὅτι πρέπει· ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἑταιρία αὕτη ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἰσχυρὰ, ὅ,τι ἐπειδὴ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ μεγάλην ἔχον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀπεφάσισε, λέγω, νὰ παύσῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ. Κατόπιν ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ ὁ σιδηρόδρομος Κατακώλου, διὰ νὰ διέλθῃ δὲ ἡ γραμμὴ ἔπρεπε νὰ ἐπιχωματισθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Τὸ ἔργον τοῦ σιδηροδρόμου εἶχεν ἀναλάβει ἡ ἑταιρία ἡ αὐτὴ καὶ οὕτω προέβη εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιχωματώσεως καὶ διὰ νὰ διευκολυνθῇ αὕτη καὶ διὰ νὰ διευκολύνῃ καὶ τὴν ἄλλην ἐργασίαν τοῦ σιδηροδρόμου καὶ νὰ ἐπισκοτίσῃ πλειότερον τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας· διότι καὶ ἐὰν ἀπεφασίζετο νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰ πλειότερα μέτρα, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασεν, ἡ μετὰ τὴν ἐπιχωμάτωσιν ἐξακρίβωσις θὰ ἦτο σχεδὸν ἀδύνατος. Ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐξηκολούθει νὰ ἀρνῆται. Ἐγείρει ἀγωγὴν ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων. Ἀποφασίζει ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντά της, πλὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀρνεῖται αὐτῇ τὴν ἄδειαν καὶ οὕτω δικάζεται ἐρήμην ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἀνακόπτει τὴν αὐτοστιγμεὶ κοινοποιηθεῖσαν ἐρήμην ἀπόφασιν καὶ ὑποβάλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅλα τὰ σχετικά, προλέγουσα ὅτι, ἐὰν καὶ πάλιν ἀρνηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἄδειαν νὰ παρασταθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, θὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀνακοπή της καὶ θὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον τελεσιδίκου καὶ ὁριστικῆς ἀποφάσεως, καὶ ὑπέδειξεν ὅτι μεγάλην ἀναλαμβάνει εὐθύνην τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξηκολούθει νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἄρνησιν. Στηριζομένη ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν θέλει ἐπιτρέψει εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἄδειαν ὅπως παραστῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀνακοπήν της, ζητεῖ διὰ τοῦ πληρεξουσίου τῆς τὴν κατὰ προτίμησιν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρὰ τοῦ τότε Προέδρου τῶν πρωτοδικῶν Ἠλείας, καὶ ἐὰν μὴ ἦτο τότε Πρόεδρος εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων ἀδαμάντων τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν κατὰ προτίμησιν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, αὕτη ἤθελεν ἀπολέσει τὴν ὑπόθεσιν καὶ τότε βεβαίως ἤθελε περιπλακῆ καὶ τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημειώσεις. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ συμβιβασθῇ μετ’ ἄλλου τινὸς ἰδιώτου ἐν Πύργῳ, ὁ ὁποῖος ἔχει διαφοράν τινα μὲ τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν πρὸ δέκα ἢ δέκα πέντε ἐτῶν. Ὑπεβλήθη ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἔγκρισιν, διότι ἀπήτει ταύτην εἷς τῶν σπουδαιοτέρων φίλων της· ἐγκρίνει λοιπὸν τὴν πρᾶξιν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἰδίᾳ διαταγῇ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θέλω σοὶ ἐπιτρέψει τοιοῦτον συμβιβασμὸν, ἐὰν μὴ πρότερον δὲν προβῇς εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Δημοσίων καὶ Δημοτικῶν ἔργων. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐκοινοποιήθη καὶ ἐγενικεύθη εἰς τὸν τόπον, καὶ ἔφριξεν ὁ τόπος διὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, διότι οὐδεὶς ἐφαντάζετο ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τοιούτου ὕφους ἔγγραφον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διεύθυνε ἀγαθὸς γείτων, ὅστις ἔχει ἐνδιαφέρον καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ λιμένος Κατακώλου, διότι ἐν Κατακώλῳ πορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν οἱ περισσότεροι τῶν συμπολιτῶν του, καὶ ἴσως ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ Κατάκωλον, οἱ πεδινοὶ δῆμοι τῆς Ἠλείας καὶ ὁ Πύργος, πολλοὶ τῶν φίλων τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐκ τῶν τρυφερωτέρων μάλιστα φίλων του, δὲν θὰ ἦσαν πλησίον τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀλλὰ πολὺ μακρὰν, καὶ ἴσως δὲν θὰ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ τὸν κ. Λομβάρδον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην βεβαίως ἐγένετο θόρυβος καὶ ἐνταῦθα καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐστιγμάτισαν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Λομβάρδος ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀνεμίχθησαν οἱ κ. κ. βουλευταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τοσούτῳ ρυπαρὰν ὑπόθεσιν, ἡ καταπολέμησις τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου. Τότε ἐπῆλθεν ἡ Κυβερνητικὴ μεταβολή. Ἐγένετο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἤμην ἐδῶ τότε, ὅτε πολλὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἑταιρίας τῶν Δημοσίων καὶ Δημοτικῶν ἔργων μὲ παρεκάλεσαν νὰ μεσολαβήσω καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως λυθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις συμβιβαστικῶς. Καὶ ἀληθῶς ἐλύθη συμβιβαστικῶς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπείσθη ἡ ἑταιρία νὰ λάβῃ τό ἓν τρίτον τῶν ὅσων ἐζήτει, ἤτοι 18 νομίζω χιλ. δραχμῶν· καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ ἀντίστασις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἡ 7 Ἀπριλίου περιέσωσαν εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον περὶ τὰς 40 χιλ. δραχμῶν. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν εὐχαριστῶ τὸν κ. Κουκούλεζαν, διότι ἠθέλησε νὰ ἀναμνήσῃ τῷ κ. Ὑπουργῷ τὴν θλιβερὰν ἐκείνην ὑπόθεσιν, ὅπως τῷ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν καὶ δι’ ἀναμνηστικῆς ἀγορεύσεως καθαρίσῃ τὸν ὁρίζοντα, ὁ ὁποῖος ἐπεσκότισε τότε τὸ οὐχὶ λαμπρὸν παρελθόν του, ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν τὸ κατώρθωσεν ὁ κ. Λομβάρδος. Ἡμεῖς δὲν ἐκατηγορήσαμεν τότε τὸν κ. Λομβάρδον διότι συνεβούλευσε τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν τῆς σπουδαίας αὐτῆς ὑποθέσεως· ἐκατηγορήσαμεν αὐτὸν ὅτι σκανδαλωδῶς καὶ πρὸς ζημίαν μεγάλην τοῦ λιμεν. ταμείου ἠρνεῖτο τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐφορευτικὴν τοῦ λιμένος ἐπιτροπὴν νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, προκαλουμένην μάλιστα παρὰ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἑταιρίας καὶ ἀπειλουμένην διὰ τελεσιδικίας νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν μεγάλα ποσά. Ταῦτα, κύριοι, ὤφειλα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ παραμπεσὸν ζήτημα τῆς ἐπιχωματώσεως, διότι ὁ κ. Λομβάρδος ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι ὁ τότε γενόμενος θόρυβος δὲν εἶχε σοβαρὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἐγένετο μόνον καὶ μόνον ὅπως προσβάλῃ αὐτὸν προσωπικῶς. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι καὶ πάλιν θὰ ἐπείσθητε ὅπως καὶ τότε ὅτι ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς λιμ. ἐπιτροπῆς ἦτο ἀληθῶς ρυπαρά.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ νεαρὸς συνάδελφος νὰ τῷ δώσω τὴν συμβουλὴν νὰ μὴ πιστεύῃ ὅ,τι ἀκούει καὶ ὅ,τι βλέπει γραμμένον εἰς τὰς ἐφημερίδας· ὅταν θὰ ὁμιλήσῃ δὲ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἔγγραφα καὶ εἰ δυνατὸν ἔγγραφα ἐπίσημα. Ἂν ἤθελεν ἐξετάσει τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων, δὲν τὸ ἐσταμάτησε λέγουσα: θὰ μὲ πληρώσῃς, ἄλλως δὲν προχωρῶ, ὄχι. Ἐτελείωσε τὸ ἔργον πρῶτον. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ ὅλην τὴν ἀλληλογραφίαν· εἶχε δὲ εἰπεῖ πρότερον: «ἐδῶ ὅπου μὲ διευθύνετε θὰ κάμω περισσοτέραν ἐργασίαν, ἐννοῶ νὰ πληρωθῶ·» ἀλλὰ ἐτελείωσε τὸ ἔργον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐτελείωσεν ἔφερε τὸ ζήτημα αὐτό. Καθ’ ὅλον ὅμως τὸ διετὲς καὶ πλέον διάστημα, καθ’ ὃ ὑπῆρξεν ἡ διένεξις μεταξὺ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου καὶ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, οὐδέποτε ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη παρεχωρήθη κατ’ ἀποκοπήν· ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ ἐπιτροπή, καὶ ὅλα τὰ ἀντίθετα τῆς ἑταιρίας ἔλεγον ὅτι τὸ ἔργον ἐλήφθη κατὰ μονάδα, καὶ ἑπομένως ἡ ἑταιρία ἔλεγε νὰ μετρηθῶσι πόσα κυβικὰ μέτρα ἔκαμε περισσότερα καὶ νὰ πληρωθῇ. Ὅταν ἔγεινε τὸ διαιτητικὸν δικαστήριον, ἔδωσεν ἄδικον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἶπε: νὰ πληρώσῃς. Ὅταν ἐπροχώρησαν εἰς ἄλλας συζητήσεις, τότε, καὶ ἀφοῦ ἐξήλθομεν ἡμεῖς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τότε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τὸ κατ’ ἀποκοπήν. Εἶχον δὲ λάβει δύω γνωμοδοτήσεις, τοῦ νομικοῦ συμβούλου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔλεγεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ ἑταιρία ἀνέλαβε τὸ ἔργον κατὰ μονάδα, ἀφοῦ αἱ καταμετρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπεδείκνυον περισσότερα κυβικὰ μέτρα, ἡ ἑταιρία εἶχε δίκαιον νὰ πληρωθῇ. Κατόπιν λοιπὸν ἦλθε τὸ κατ’ ἀποκοπὴν ζήτημα, ὅτε ἡμεῖς εἴχομεν ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Τότε ὅμως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ κατέβαλεν εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὴν εὐχαρίστησεν, οὐδόλως δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἔγγραφον, καθ’ ὃ δῆθεν ἔλεγον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ συναλλαχθῇς παρὰ μὲ τὴν ἑταιρίαν τῶν δημοσίων ἔργων.
§67ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ μὲ συμβουλεύσῃ, διότι εἶναι καὶ ἰατρός μου καὶ μεγαλύτερός μου. Τὸν βεβαιῶ ὅμως, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἀνέβαινον τὸ βῆμα νὰ τῷ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ χωρὶς νὰ γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὡς τὴν ἐξέθεσα, ὅτι τὸ ἔργον ἐδόθη κατ’ ἀποκοπὴν, ὅτι ἐπειδὴ ἦτο κατ’ ἀποκοπὴν, δὲν ἠδύνατο ἡ ἑταιρία νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀξίωσιν ἐκείνην.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ κατ’ ἀποκοπὴν παρουσιάσθη εἰς τὸ τέλος.
§69ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσέθηκεν, ὅτι δὲν ἐξέδωκεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ συναλλαχθῇ δι’ ἄλλας ὑποθέσεις της μὲ ἄλλα ἄτομα πρὸ τοῦ τελειώσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων. Τοιοῦτον ἔγγραφον ὑπάρχει, τὸ ἔλαβον ἐγὼ ὡς Δήμαρχος καὶ τὸ ἔδειξα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἔφριξε δι’ αὐτὸ, κατετέθη καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ὄχι ὀλιγώτερον ἀπετροπιάσθη καὶ ἐδημοσιεύθη, νομίζω, εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§70ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου χάριν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παρεπονεῖτο καὶ μᾶς παρέστησεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως παραστῇ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν. Αὐτὸ ἦτο τὸ παράπονον ἡμῶν καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἴχομεν δίκαιον. Σήμερον ὅμως μανθάνομεν, ὅτι καὶ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ ἐνῷ εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν, ἦλθεν εἰς συμβιβασμὸν καὶ ἐπλήρωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ λιμενικὴ 20,000 δραχμὰς εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐνῷ εἰς ἡμᾶς εἶχον παραστήσει, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τι ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων, σήμερον ἀποῤῥῶ πῶς ἦλθεν εἰς συμφωνίαν, καὶ πῶς ἀπεδέχθη ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ πληρώσῃ 20,000 δραχμάς. Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι παρεπονεῖτο ἡ ἐπιτροπὴ ἡ λιμενικὴ, ὅτι δὲν εἶχε νὰ λαμβάνῃ τίποτε ἡ ἑταιρία.
§71ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ μερικὰ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ λάβῃ ἀμέσως γνῶσιν. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς λιμενικῆς εἶναι (ἀναφέρει τὰ ὀνόματα). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβεβαιώσετε, ἐὰν τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι ἄξια σεβασμοῦ.
§72ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Κρεστενίτην. Ἐγὼ εἰσηγησάμην τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἐκ παραπόνων, ἅτινα ἐγένοντο ὑπὸ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν χορηγεῖ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν, ὡς μὴ ἐχούσης τῆς ἑταιρίας δικαίωμα ν’ ἀποζημιωθῇ· ἤδη μανθάνομεν, ὅτι οἱ παραπονούμενοι, τουτέστιν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ, ἦλθον εἰς συμβιβασμὸν καὶ ἐπλήρωσαν 20,000 δραχμὰς, τῇ συνεργείᾳ μάλιστα τοῦ κ. Κρεστενίτου.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο κυρίως ἔγγραφον τοῦ τότε καὶ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ οὗ ἀπαντῶν πρὸς τὴν λιμενικὴν ἀρχὴν Κατακώλου, ζητήσασαν νὰ ἐπικυρωθῇ συμβιβασμὸς, ὅν εἶχε συνομολογήσει μετά τινος διαδίκου, νομίζω τοῦ κ. Βωβοῦ, ἐπεκύρωσε μὲν τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ἂν ἀποδεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἕτερον συμβιβασμὸν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων διὰ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 40,000 δραχμῶν. Εὐτυχῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν παρεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἠγανάκτησε μάλιστα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐπέτρεπεν οὐδὲ τὴν δικαστικὴν παράστασιν τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων της. Ἐν τούτοις τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; Ὅτι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε παραδεχθῆ τὴν συμβουλὴν ἢ διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤθελε πληρώσει διπλάσιον ποσὸν, ἴσως καὶ πλέον, διότι κατόπιν ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων περιώρισε τὰς ἀπαιτήσεις αὑτῆς εἰς 20 χιλιάδας δραχμ. καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγένετο συμβιβασμὸς μεταξὺ λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποδεχθέντα τὸν τοιοῦτον συμβιβασμὸν, καὶ μὴ ἐπιμείναντα νὰ προβῶσιν εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα, δὲν εἶναι ἄξια μομφῆς, διότι τὸ ποσὸν τῶν 20,000 δραχμῶν δὲν εἶναι μέγα ἀπέναντι τῶν ἀξιώσεων τῆς ἑταιρίας. Ἡ διαγωγὴ ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦτο πράγματι δυσεξήγητος· ἐὰν δὲ δὲν ἐγένετο τότε περὶ αὐτῆς λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦτο προῆλθε, διότι ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς· ἄλλως τὸ ἐξαγόμενον τῆς περὶ τούτου συζητήσεως δὲν ἤθελεν ἀποβῆ εὐάρεστον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§74ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ὅστις εἶμαι ὁ εἰσαγαγὼν τὸ ζήτημα, ἔκαμα λόγον καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ Βωβοῦ. Ἦλθον δὲ μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς εἰς συνεννόησιν περὶ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ μοὶ ἐζήτησε νὰ κάμω λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ ἂν ἐδικαιοῦτο ἡ ἑταιρία, νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ ποσόν, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τίποτε.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὰ προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐνήργησα καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διαδεχθεὶς τὸν καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργόν. Μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ Βουλευτοῦ κυρίου Φωτήλα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ συντελεσθέντος συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν δημοτικῶν καὶ δημοσίων ἔργων, διότι ὁ συμβιβασμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν καλῶς ἔπραξεν ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἐὰν καλῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν αὐτῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ὅπως ὑποβάλῃ πρὸς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ κατατεθῶσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
§76ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὸν ὑπουργὸν, ὅστις ἐνέκρινε τὸν συμβιβασμὸν, ἀλλὰ τὴν ἐπιτροπήν· διότι, ἐνῷ ἔκαμε παραστάσεις, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τίποτε ἡ ἑταιρία τῶν δημοσίων ἔργων, κατόπιν ἦλθεν εἰς συμβιβασμόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Αʹ. κεφάλαιον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ Βʹ. Ἐπὶ τοῦ προτελευταίου δὲ ἐδαφίου «Μισθοὶ ἐκτάκτων κλητήρων 5,460», γίνεται ἡ ἑπομένη συζήτησις).
§78ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τοὺς ἐκτάκτους κλητῆρας τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ζήσῃ πολύ, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὸ κονδύλιον εἶναι ἐξωγκωμένον καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ἐὰν περιορισθῇ εἰς 3,000 δραχμάς, θὰ ἐπαρκέσῃ.
§79ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ ἦτο πάντοτε τὸ κονδύλιον.
§80ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅ,τι ἐγίνετο εἰς ἄλλην Σύνοδον, δὲν πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ εἰς αὐτήν.
§81ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων κλητήρων καὶ τῶν 5,460 δραχμῶν θὰ ἦτο ἴσως ἐπιθυμητὸν νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων κλητήρων, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀντιμισθία ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν· διότι, ὅταν βλέπωμεν δι’ ἐκτάκτους κλητήρας 5,460 δρ., δυνάμεθα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ εἷς θὰ λαμβάνῃ 150, ἕτερος 100 καὶ ἄλλος μόνον 30, ἀναλόγως τῆς συναλλαγῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει πρῶτον μὲν νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς καὶ δεύτερον τὸ ποσὸν τῆς ἀντιμισθίας· καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ 6 μῆνας, νὰ θέσωμεν τὸ ἀνάλογον ποσόν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι σᾶς παρατηρῶ εἶναι, ὅτι δὲν ἐνέκυψα ἀκόμη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἑπομένως τὸ ἐξαγόμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τῆς ἐπιτροπῆς ἔργον. Σᾶς παρατηρῶ ὅμως, ὅτι εὗρον ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς διωρισμένους προσωρινῶς ἀπείρους κλητήρας καὶ γραφεῖς, καὶ ἀφοῦ εἰς ὥρας καθ’ ἃς δὲν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ πληθὺς αὕτη, πῶς θέλετε αὔριον, ὅταν θ’ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι, νὰ ἔχητε κλητῆρας νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς οἰκίας σας, νὰ σᾶς φέρωσι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰ νομοσχέδια; Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· μὲ ἀπαλλάττετε καὶ τοῦ κόπου αὐτοῦ.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Πέρυσι πόσον ποσὸν εἶχεν ἐγγραφῆ;
§84ΤΙΝΕΣ. Τὸ αὐτὸ ποσόν.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς ὑπάρχει πρόχειρος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους· «16 ἔκτακτοι κλητῆρες, 5,460» ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν κλητήρων πρέπει νὰ μειωθῇ ἀναλόγως τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων καὶ νὰ περιορίσωμεν αὐτοὺς εἰς 10 καὶ τὸ ποσὸν εἰς 3,000.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης καὶ ἄλλοι προτείνουσι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ 5,460 εἰς 3,000. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμός. (Διάλογοι).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καραπάνου, νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον. Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα κεφάλαια· ἔχει δὲ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς ἑξῆς. (Ὅρα Παράρτημα).
§89ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἀνεγνωρισμένων δαπανῶν ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη λίαν ἀναγκαία. Μεταξὺ τοῦ προεδρείου καὶ τῆς ἐφορείας ἐγένετο σκέψις περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ βουλευτηρίου καὶ τῆς βιβλιοθήκης. Κατὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου, ὅστις λεπτομερῶς ἠδύνατο νὰ γινώσκῃ τὴν ἀξίαν τῆς βιβλιοθήκης, ἡ βιβλιοθήκη ἀξίζει πλέον τοῦ 1,000,000 δραχμῶν σήμερον, τοιαύτη δὲ περιουσία μένει ἐντελῶς ἀνασφάλιστος. Νομίζω, ὅτι οὐσιωδέστατον καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν αὐτὴν περιουσίαν. Ἐντολῇ τοῦ προεδρείου ἐζήτησα πληροφορίας, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ δαπάνη ἡ ἐτησία ἐπὶ περιουσίας 1,000,000 διὰ τὴν βιβλιοθήκην καὶ 600,000 δραχμῶν διὰ τὸ βουλευτήριον. Καὶ ἡ μὲν ἑταιρία τῶν γενικῶν ἀσφαλειῶν τῆς Τεργέστης προσεφέρθη νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀσφάλειαν ἀντὶ 1700 δραχμῶν, ἡ δὲ τῆς Ἀδριατικῆς ἑνώσεως ἀντὶ 1750· ἑκατέρα δὲ τῶν ἑταιριῶν τούτων μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐὰν ἡ ἑτέρα χορηγῇ τὴν ἀσφάλειαν ἀντὶ ὀλιγωτέρου ποσοῦ, νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν γνωστὴ πᾶσα προσφορά. (Θόρυβος καὶ διάλογοι). Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ συνομολογηθῇ ἀσφάλεια, ἐν καταφατικῇ δὲ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι τὸ μικρότερον ποσὸν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῆς πιστώσεως· ἔχοντες δὲ τοιαύτην βάσιν, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς συναγωνισμὸν μειοδοσίας. Δὲν ὑπεβάλομεν πρότασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴν, διότι ἐθεωρήσαμεν καλλίτερον νὰ ὑποβάλωμεν ταύτην ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅπως προηγουμένως λυθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει πολλῶν ἑκατομμυρίων περιουσίαν καὶ οὐδόλως ἠσφάλισεν αὐτήν. Ἐκεῖ εὑρίσκονται τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἡ Ἐθνικὴ βιβλιοθήκη, πολλῶν ἑκατομμυρίων περιουσία, καὶ δὲν εἶναι ἠσφαλισμένη.
§91ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἠσφαλισμένα.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ δημοσίων καταστημάτων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν οὔτε εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Ἀδριατικῆς ἑνώσεως, οὔτε εἰς τὴν τῶν γενικῶν ἀσφαλειῶν τῆς Τεργέστης, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἀσφαλίζεται ἡ δημόσιος περιουσία. Διὰ τοῦτο οὔτε τὸ βουλευτήριον, οὔτε ἡ βιβλιοθήκη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσφαλισθῶσι. Τὸ βουλευτήριον μάλιστα καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ καῇ, διότι κατέστη ἑτοιμόῤῥοπον, καὶ πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διὰ νὰ μὴ μᾶς πλακώσῃ. (Ἱλαρότης).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, τὸ βουλευτήριον καὶ ἡ βιβλιοθήκη νὰ ἀσφαλισθῇ.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγκρίνεται. γʹ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου 1887.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς βλέπω ἓν ποσὸν 2,400 δραχμῶν διὰ καλλιγράφον· τί καλλιγράφος εἶναι αὐτός; Ἐπρόκειτο ἄλλοτε περὶ τῶν δελτίων τῶν ἀποτελούντων τὸν κατάλογον· αὐτὸς κατηρτίσθη καὶ κατὰ λόγον τῆς ἀγορᾶς νέων βιβλίων συμπληροῦται, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐργασία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀπασχολῇ καλλιγράφον καὶ εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις νὰ πληρόνωμεν τόσον ποσόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ δίδεται εἰς ἐργολαβίαν ἡ ἐργασία.
§97ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῆς ὡρισμένης ὑπηρεσίας, ἣν ἔχει ὁ ὑπάλληλος οὗτος, τῆς τῶν δελτίων, διεξάγει καὶ ὅλην τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου τῆς Ἐφορείας, καὶ ἡ προτεινομένη οἰκονομία, ἀντὶ νὰ ἦναι πραγματικὴ, θὰ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ βιβλιοθήκη ἔχει καὶ ἀνταποκρίσεις μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς δωρητὰς καὶ ἄλλα σωματεῖα.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. — Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καθ’ ἕκαστα καὶ τοῦ συνόλου τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια πιστώσεων εἰς γʹ. συζήτησιν. αʹ) Περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου 1887. βʹ) Περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886 ἐκ δραχμῶν 6,308,800.68.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886 ἐκ δραχμῶν 4,426,932.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄρτης κ. Καραπάνος ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν, ἡ χορηγουμένη πίστωσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἀνέγερσιν κτιρίων νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔκτακτος. Ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Καραπάνου εἶναι ὀρθὴ δύναται νὰ πεισθῇ εὐκόλως πᾶς τις, ἐὰν ἀναγνώσῃ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα δίδεται ὁ ὁρισμὸς ἑκάστου εἴδους πιστώσεως. Κατὰ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ἔκτακτοι θεωροῦνται αἱ πιστώσεις αἱ χορηγούμεναι δι’ ἀνάγκας ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῶσι καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμός. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνεγέρσεως στρατιωτικῶν κτιρίων ἦτο τῳόντι ἀπρόβλεπτος, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ συμπεριληφθῇ ἐν αὐτῷ ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη. Νομίζω ὅτι καὶ γνωστὴ ἦτο καὶ ἐν τοῖς τακτικοῖς Προϋπολογισμοῖς ἠδύνατο νὰ σημειωθῇ πᾶσα δαπάνη ἀναγκαία πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, νὰ μὴ εὑρίσκεται δὲ κατόπιν εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ ἔκτακτον πίστωσιν διὰ Β. Διατάγματος. Ὁ λόγος, ὃν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντικρούων τὴν παρατήρησιν ταύτην, δὲν μοὶ φαίνεται ἐπαρκὴς ἵνα δικαιολογήσῃ τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι χαρακτηρίζει τὴν πίστωσιν ὡς ἔκτακτον, καθόσον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882 ἐψηφίσθη ἔκτακτος πίστωσις περιλαμβάνουσα μέγα ποσὸν πρὸς ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων· πρὸς εὕρεσιν δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐψηφίσθη καὶ ἔκτακτος πόρος, ἤτοι τὸ δάνειον τῶν 40,000,000, τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα συνεχωνεύθη εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ὁ λόγος οὗτος, δὲν ἀρκεῖ ἵνα χαρακτηρίσῃ τὴν πίστωσιν, διότι ἡ τότε χορηγηθεῖσα ἔκτακτος πίστωσις, καθόσον δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τῆς χρήσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχορηγήθη, ἠκυρώθη, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ληφθῇ πλέον ὑπ’ ὄψιν· ἀπεναντίας μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ ἔκτοτε ἐγένετο γνωστὴ ἡ ἀνάγκη τῆς κατασκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ ἡ τότε χορηγηθεῖσα πίστωσις δι’ ὁποιονδήποτε λόγον δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἡ ἀνάγκη ἦτο γνωστὴ καὶ οὐχὶ ἔκτακτος καὶ ἀπρόβλεπτος καὶ ὤφειλε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Ὅτι δὲ διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐχορηγήθη ἰδιαίτερον δάνειον, ἐδημιουργήθη δηλαδὴ ἰδιαίτερος πόρος, καὶ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον ηὐπόρει καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς ἔκτακτον πόρον, ἤθελε ληφθῆ ἡ δαπάνη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐκτάκτου ἐκείνης πιστώσεως ἀπὸ τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑπάρχει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ γνωστὸν ἦτο ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἦτο ἄρτιος, δὲν ἄφινε περισσεύματα, ὅπως ἴσως θέλει ἀφήσει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦτο οἱ ζητήσαντες τότε τὴν ἔκτακτον πίστωσιν ὤφειλον, συμμορφούμενοι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν πόρον ἐκ τοῦ ὁποίου ἤθελον λάβει τὴν νέαν ταύτην δαπάνην. Διὰ τοῦτο ἐψηφίσθη τότε τὸ δάνειον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη καὶ ἡ πίστωσις αὕτη. Ἴσως μ’ ἐρωτήσῃ τις: πρὸς τί αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἀφοῦ, ὅπως καὶ ἂν χαρακτηρισθῇ ἡ πίστωσις, τὰ χρήματα θέλουσι πληρωθῇ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν τὰ πράγματα νὰ γίνωνται ὅπως πρέπει νὰ γίνωνται· διότι, ἂν ἡ πίστωσις, περὶ ἧς πρόκειται, ἐχαρακτηρίζετο ὡς τακτική, ἤθελε συμπεριληφθῇ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ἤθελον ἰδεῖ, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ζητοῦνται οὐχὶ 23 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς διαλαμβάνει, ἀλλὰ 26 καὶ 27,000,000. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιον νὰ φέρωμεν Προϋπολογισμὸν μὲ μικρὰ ποσά, καὶ ἔπειτα δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων νὰ τὰ ἀναβιβάζωμεν. Ἡ ἀταξία αὕτη εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀξιοπαρατήρητος, καθόσον ἡ πίστωσις, περὶ ἧς πρόκειται, ἐλήφθη οὐχὶ μόνον διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 καὶ ἠδύνατο νὰ συμπεριληφθῇ εἰς αὐτόν. Τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις, φέρει χρονολογίαν 6 Ὀκτωβρίου, γνωστὸν δὲ ὅτι εἰς τὰς 22 Ὀκτωβρίου ἔμελλε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, καὶ τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν, θὰ ἦτο ὁ Προϋπολογισμὸς, ὥστε ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸν καιρὸν τὴν πίστωσιν ταύτην νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὴν ἀταξίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, λαμβάνουσα αὐτὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐνῷ οὔτε κατεπείγουσα, οὔτε ἔκτακτος, οὔτε ἀπρόβλεπτος ἦτο.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἐρχόμενος ἵνα ἐπικρίνῃ δῆθεν γενομένην παρατυπίαν, προτείνει τὰ προδήλως παράτυπα, διότι ζητεῖ, ὅπως ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 δαπάνην ἀναγομένην, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1886. Ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐγένετο, ὡς ἐὰν ἀπηυθύνετο καθ’ ἡμῶν τῶν νῦν κυβερνώντων. Ἡ ἐπίκρισις, ἂν ἔχῃ ὑπόστασίν τινα, ἀπευθύνεται κατὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν, οἵτινες συνέταξαν τὸν Προϋπολογισμόν, ἢ μᾶλλον τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1886, διότι κατὰ τὸ 1886 εἴχομεν καὶ τακτικὸν καὶ ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ἐνῷ δὲ ὑπῆρχε καὶ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς ἐξαιρετικῶς διὰ τὸ 1886, τ’ ἀναγραφέντα ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκῆ διὰ τὰς δαπάνας ἀνθ’ ὧν ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις κατὰ τὸ 1886. Ἀφοῦ εὕρομεν ἡμεῖς ὑποχρεώσεις, αἵτινες, ὡς ἀναληφθεῖσαι ἐν ἔτει 1886, οὗ τινος διαρκεῖ ἡ χρῆσις, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, ἀνάγονται εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ 1886, δὲν ἠδυνάμεθα ἄλλως νὰ τὰς τακτοποιήσωμεν, εἰμὴ ἀναγράφοντες αὐτὰς εἰς βάρος τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1886 Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν αὐτὰς ὡς ἀναπληρωματικὰς, ἢ ὡς ἐκτάκτους πιστώσεις; Εἰς τοῦτο μόνον δύναται ν’ ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν μὴ καταλογισμὸν τῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Ἐνῷ ἡμεῖς προετείναμεν νὰ ἀναγραφῇ ἡ πίστωσις ὑπὸ τὸ ὄνομα ἐκτάκτου, ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀναπληρωματικῆς. Ἡμεῖς συνεδυάσαμεν τὴν πίστωσιν ταύτην πρὸς τας πιστώσεις τὰς ἐκτάκτους τοῦ 1882, τὰς ἀναγομένας εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δαπάνας. Παρελθούσης τῆς χρήσεως τοῦ 1882 μετηνέχθησαν εἰς μεταγενεστέραν χρῆσιν ποσὰ μείναντα ἀδιάθετα ἐκ τῆς πιστώσεως ἐκείνης, ἀκυρωθείσης τῆς περὶ αὐτῶν πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882. Αἱ οὕτω μετενεχθεῖσαι πιστώσεις κατελογίσθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, οὐδεμία δὲ τότε ἐγένετο ἀντίῤῥησις. Ἐπρόκειτο, ὡς προεῖπον, περὶ τῶν ποσῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἔκτακτον πίστωσιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν τοῦ 1882, ἥτις ἀνταπεκρίνετο πρὸς εἰδικὸν ἔσοδον ἐκ δανείου. Συμφώνως ἄρα πρὸς τὰ προδιαγεγραμμένα ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως τοῦ 1882 τοῦ μετενεχθέντος εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1884, τὸ μέρος τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ διατεθῇ, ὡς παρελθούσης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους τούτου, ἔπρεπε νὰ μετενεχθῇ εἰς τὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, αἵτινες συνέβαινε νὰ ὦσιν ἀνεπαρκεῖς κατὰ τὸ αὐτὸ περίπου ποσόν. Ἀνεγράψαμεν ἄρα τὸ ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886, εἰς ὃ ἀνῆκεν ἀποκλειστικῶς, ὑπὸ τὸν τίτλον ἐκτάκτου πιστώσεως.
§103ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ λέγων, ὅτι τὰ δαπανηθέντα ἐντὸς τοῦ 1886 δὲν δύνανται ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887. Ἡ συζήτησις δὲ μεταξὺ τῶν λέξεων ἔκτακτοι ἢ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις δὲν εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἀνέφερον προχθὲς καὶ ἣν ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς, εἶναι, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνωσι κατὰ τὸ 1887 διὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐξωδευμένα τὰ ἑκατομμύρια;
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας ὑποχρεώσεις ἀνέλαβε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ὡς πρὸς τὴν ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν καταστημάτων;
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ κτίρια τῆς Λαρίσσης δὲν ἔγειναν ἐξ ἰδικῆς μας ἀποφάσεως.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δαπάνη εἶχε ληφθῆ εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο ἀνεπαρκὴς, ὡς θὰ ἴδητε εἰς τὰ πρακτικά· εἶχε ληφθῆ πρόνοια ἀνεπαρκής.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνεχίσωμεν τὴν πίστωσιν τοῦ 1882, ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 86, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ συνεχίσωμεν τὴν πίστωσιν ταύτην, διότι ὁ λογιστικὸς νόμος ἀκυροῖ τὰς πιστώσεις εἰς τὴν λῆξιν ἑκάστης χρήσεως, ὀφείλομεν δὲ νὰ ψηφίζωμεν ἐκ νέου τὰς τοιαύτας πιστώσεις, ἂν ἡ δαπάνη πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἡ σήμερον δὲ ζητουμένη ἔκτακτος πίστωσις χάριν τῆς εἰλικρινείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης τὸ μέρος, ὅπερ πρόκειται νὰ δαπανηθῇ ἐντὸς τοῦ 1887, πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους τούτου, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886.
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις θέλει χρησιμεύσει πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη τότε δι’ ἀνέγερσιν δημοσίων κτιρίων ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπελήφθη τῆς ἐκτελέσεως τῶν διαφόρων ἔργων· ἀλλ’ εἰς τοὺς πίνακας οἱ ὁποῖοι εἶναι προσηρτημένοι εἰς τὸ Διάταγμα ἐν σελίδι 26 καὶ 27, παρατηρῶ, ὅτι διὰ τὰ κτίρια, περὶ ὧν εἶχε κλείσει συμφωνίας ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἀπῃτεῖτο δαπάνη 2,411,000, ἤτοι ἡ ποσότης ἡ σημειουμένη εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 1,820,000, καὶ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν ἀπαιτούμενον ποσὸν τῶν 591,000. Περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι ἀδιάφορον ἂν δύναται νὰ ληφθῇ δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως ἢ δι’ ἀναπληρωτικῆς. Τὸ τακτικὸν ἦτο νὰ ζητηθῇ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις καὶ οὐχὶ ἔκτακτος, ἡ δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο εἶναι, ὅτι τὴν μὲν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ διὰ νόμου, ἐνῷ ἡ ἔκτακτος δίδεται καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἀλλ’ ἀφίνω τὸ ποσὸν τῶν 500,000 καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ μέγα ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ποσοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον σύγκειται ἐκ 3,236,000· αὐτὸ ἀποβλέπει κτίρια, τῶν ὁποίων τὴν κατασκευὴν δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις· δὲν βλέπω καὶ πόθεν παρῆγε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δαπανήσῃ 3,000,000 ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἂν ἔχῃ ἀνάγκην κτιρίων, ταῦτα ὀφείλει νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τότε νὰ δαπανήσῃ. Δὲν πρόκειται λοιπῶν περὶ ἡμιτελῶν κτιρίων, διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁποίων δὲν ἔφθασεν ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις, ἀλλὰ περὶ νέων, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀνεγείρῃ. Περὶ τούτου πρόκειται.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν ψηφίζει τὴν πίστωσιν, ἀλλ’ ὅτι ψηφίζει διάταγμα χορηγῆσαν τὴν πίστωσιν καὶ ἐκδοθὲν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1886, καὶ ὅτι πρόκειται περὶ δαπάνης, ἥτις εἶχε διαταχθῆ κατὰ τὸ 1886 ἐν μέρει μὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν μέρει δὲ ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ μὲν ἀφορῶν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν εἶναι τὰ ἐν τῷ πίνακι αʹ, τὸ δὲ εἰς τὴν νῦν εἶναι τὰ ἐν τῷ πίνακι βʹ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐν τῷ αὐτῷ πίνακι παραλειφθέντων ἐκ τοῦ πίνακος αʹ, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἀνέγνωσε τὰ ἐν τῷ πίνακι βʹ, ὅστις περιλαμβάνει καὶ τὰ ἐν τῷ πίνακι αʹ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀφαίρεσις, ἵνα παρασταθῶσι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν κεχωρισμένα. Τὸ ζήτημα, ὅπως ἤδη τίθεται, ἔπαυσεν ὂν λογιστικὸν, εἶναι ζήτημα οὐσίας, εἶναι ζήτημα εὐθύνης, εἶναι ζήτημα ὀρθῆς ἐκτιμήσεως. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1886 καὶ πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, — διότι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἐτακτοποιήθησαν τὰ πράγματα διὰ τοῦ διατάγματος, — ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην δαπανῶν τινων ἐκτάκτων, ὡς μὴ ἐπαρκεσασῶν τῶν πιστώσεων τῶν ἐν τῷ Πορϋπολογισμῷ τοῦ 1886. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀφοῦ εὕρομεν ὑλικὸν πολὺ, τὸ ὁποῖον εἶχε προμηθευθῆ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως μὴ μείνῃ ἐκτεθειμένον εἰς τὸ ὕπαιθρον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε τὴν πρώτην πίστωσιν διὰ 13 ἀποθήκας ἱματισμοῦ, ὅπλων καὶ ἀποσκευῶν ἐκ δραχμῶν 1,300,000. Τώρα ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας δύναται ἄριστα νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κακῶς ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις τὴν κατασκευὴν ἀποθηκῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένῃ νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογὰς, νὰ ψηφίσῃ ἕτερα νομοσχέδια καὶ ἐπὶ τέλους περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ ἀποθηκῶν καὶ τότε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην. Εἶναι τοῦτο ζήτημα οὐσίας καὶ οὐχὶ τύπων. Αἱ ὑποχρεώσεις πᾶσαι ἀνελήφθησαν κατὰ τὸ 1886 δυνάμει διαταγμάτων νομοθετικῶν κατὰ τὸ 1886 ἐκδοθέντων. Ἐὰν κατ’ οὐσίαν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ὅτι κακῶς ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων διαταγμάτων καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐν αὐτοῖς, τοῦτο εἶναι ζήτημα εὐθύνης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ταύτην τὴν εὐθύνην ἀποδεχόμεθα πλήρη· ἀλλὰ ζήτημα τύπων δὲν ὑφίσταται, διότι κατὰ τύπους τὰ πάντα ἐγένοντο κανονικῶς.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον δίκαιον ἐν μέρει νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 3,236,000 δὲν ἀφορᾷ εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς προκατόχου, διότι μόνον τὸ ποσὸν δραχ. 591,000 ἀφορᾷ εἰς ἔργα ἐκτελεσθέντα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ 2,430,000, περὶ τῆς δαπάνης τῶν ὁποίων προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, δηλ. περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ὀκτωβρίου 1886, πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887· οὐδ’ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἐργασία αὕτη διὰ Β. Διατάγματος, διότι τὸ ὑλικὸν, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχε προμηθευθῆ ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1886, καὶ ὅμως μέχρι τῶν ἀρχῶν Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα περὶ κατασκευῆς στρατιωτικῶν κτιρίων, ἠδύνατο νὰ μένῃ καὶ ἔμενε τοποθετημένον καὶ προφυλαγμένον εἰς ἄλλα ὑπάρχοντα ἤδη κτίρια, ἔνθα εἶχε προφυλαχθῆ ἐπὶ 10 σχεδὸν μῆνας πρότερον καὶ ἐν καιρῷ χειμῶνος· ἠδύνατο λοιπὸν ν’ ἀναμείνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 2 μῆνας ἔτι, μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ χορηγηθῇ παρ’ αὐτῆς ἡ πίστωσις διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν κτιρίων τούτων, ἂν ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητος ἡ ἐργασία αὕτη. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν 13 ἀποθηκῶν, αἱ ὁποῖαι μέλλουν νὰ χρησιμεύσουν, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς τὴν προφύλαξιν τοῦ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προμηθευθέντος ὑλικοῦ, ζητεῖ καὶ πίστωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὴν ἀνέγερσιν στρατώνων. Ἠδυνήθημεν νὰ οἰκονομήσωμεν στρατὸν 60 χιλιάδων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατείας ἄνευ τῶν στρατώνων, τοὺς ὁποίους τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ ἀνεγείρῃ, δαπανῶν ἓν ἑκατομμύριον. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν καὶ μάλιστα διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἔτι καιρὸς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἂν ἦναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος νὰ ἀνεγερθῶσι τοιοῦτοι στρατῶνες εἰς τὰ σύνορα; Ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν εἴμεθα, ὡς γνωστὸν, εἰς οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν, περὶ ἧς εἶναι περιττὸν νὰ γίνεται λόγος ἐντεῦθεν ἑκάστοτε, τοιαῦται δαπάναι εἶναι ἀσυγχώρητοι καὶ ἀδικαιολόγητοι.
§115ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τάξεως καὶ περὶ τύπων, διότι, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βλέπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μένων εἰς τὸ ὀχύρωμα τοῦτο, μᾶς λέγει, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν εὐθύνην· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ καὶ νὰ τηρῇ τοὺς τύπους, διότι οἱ τύποι ἀσφαλίζουν τὴν οὐσίαν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αἱ παρατυπίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερον πρὸ μικροῦ, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι μεγαλείτεραι. Ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις οὐδενὸς δημοσίου ἔργου, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰς 3 χιλ. δραχ. ἂν δὲν παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ὁλικὸς προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὸ ἔργον αὐτό. Ὅστις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν ἐκείνην θέλει ἐννοήσει, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λέγῃ, ζητῶ ἓν ἑκατομμύριον διὰ νὰ κατασκευάσω στρατῶνας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν ἀκριβῆ εἰς ποῖα μέρη θέλει κατασκευάσει τοὺς στρατῶνας, καὶ εἰς ποῖον ποσὸν θέλει ἀναβῆ ἡ ὁλικὴ δαπάνη ἑκάστου στρατῶνος· διότι ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι μὲ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον θέλομεν χορηγήσει, δὲν θέλει ἀρχίσει τὴν οἰκοδομὴν 10, 20 ἢ καὶ 50 στρατώνων, διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ὁποίων θέλει χρειασθῇ κατόπιν ἄλλα 30 ἑκατομμύρια; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν εἶναι τακτικὸν αὐτὸ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ὀφείλει τὴν πίστωσιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τούτου δὲν ἐπέρχεται οὐδεὶς κίνδυνος, διότι νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις οὔτε τὰ σχέδια τῶν στρατώνων ἔχει, οὔτε ἔναρξιν πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν ἔκαμε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ. συζήτησιν. Ὁμοίως εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, χορηγηθείσης ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1885 ἐκ δραχμῶν 334,000. Ὁμοίως εἰς γʹ. τὸ περὶ προκαταβολῆς δραχμῶν 1,000,000 δι’ ἀποζημίωσιν χιλιομέτρων τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Ὁμοίως εἰς γʹ. τὸ περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 90,000 τῆς χρήσεως 1886. Ὁμοίως εἰς γʹ. τὸ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς Χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 272,838. Ὁμοίως εἰς γʹ. τὸ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 τῆς χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμοίως εἰς γʹ. τὸ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 52,500 τῆς χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁμολογιῶν τοῦ ἐκ παλαιῶν δραχμῶν 6,000,000 δανείου.
§117Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μολονότι, κύριοι, τὸ ζήτημα συνεζητήθη κἄπως καὶ ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, οὐχ ἧττον νομίζω ἀναγκαίαν πληρεστέραν συζήτησιν αὐτοῦ. Νομίζω δὲ ταύτην ἀναγκαίαν, διότι μήτε ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μήτε ὅσα ἔγραψεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ ἔπεισαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἤτοι τοιοῦτον, ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅπως ὑποστηρίζει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τροποποιούμενον διὰ τῆς περιωρισμένης τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μὲ ἔπεισαν, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν περιέχει ἐν ἑαυτῷ πλήρη τὴν ἰδέαν τῆς παραβιάσεως τῶν μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συμπεφωνημένων. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχων, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν στηρίζω αὐτήν. Δὲν εἶναι παραδεδεγμένον παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀσχολουμένων εἴτε ὑπὸ θεωρητικὴν εἴτε ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν οἰκονομολόγων ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὰ Κράτη ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων αὐτῶν, ὅταν ταῦτα ὑπερβαίνωσι τὸ ἄρτιον. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἀμφισβητοῦσι πολλοί, τὴν ἀμφισβητοῦσι μάλιστα πλεῖστοι καθόσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια τὰ μὴ ἔχοντα χρεώλυτρον, τὰς rente δηλ., τὴν ἀμφισβητοῦσι δὲ πολλοὶ καὶ διὰ τὰ δάνεια τὰ ἔχοντα χρεώλυτρον. Οἱ ἀμφισβητοῦντες αὐτὴν διὰ τὰ πρῶτα διατείνονται, ὅτι τὸ Κράτος παραδεχθὲν νὰ δίδῃ ὡρισμένην ἐτησίαν πρόσοδον εἰς τὸν μέτοχον ἑνὸς δανείου ἐπὶ πληρωμῇ ὡρισμένου ποσοῦ, δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν πρόσοδον ταύτην, διότι ἡ διὰ τὴν πρόσοδον ταύτην ὁρισθεῖσα ὀνομαστικὴ ἀξία ἔτυχε νὰ ὑπερβῇ τὸ ἄρτιον. Οἱ ἀμφισβητοῦντες δ’ αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων διατείνονται, ὅτι ὁ δανείσας ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ πληρωθῇ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ ἀποκτήσας τοιουτοτρόπως πρόσοδον, ἧς δὲν ἤθελε στερηθῆ ἐπαναλαμβάνων τὸ κεφάλαιον αὐτοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἡ κλήρωσις ὑποδείξῃ τὴν παρ’ αὐτοῦ κατεχομένην ὁμολογίαν, δικαιοῦται νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὴν πρόσοδον ταύτην, διότι ἡ ἀξία τῆς εἰς χεῖράς του ὁμολογίας συνέβη νὰ ὑψωθῇ ἄνω τοῦ ἐν αὐτῇ ἀναφερομένου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, διότι δηλ. συνέβη τὰ χρήματα νὰ φέρωσιν ἐν γένει ὀλιγώτερον τόκον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔφερον κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν αὐτὸς ἐδάνεισε τὸ Κράτος, ἀγοράσας τὴν εἰς χεῖράς του ὁμολογίαν. Ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων ἐστηρίχθησαν πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Γαμβέτας, ὅπως πολεμήσωσι τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ μετατρέπῃ τὰ δάνεια αὐτοῦ ὁσάκις ἐκ τῶν προτέρων δὲν ὡρίσθη τὸ τοιοῦτον αὐτοῦ δικαίωμα. Ἀνέφερα τοῦτο οὐχὶ ὅπως ὑποστηρίξω ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν του καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας αὐτῶν, ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω ὅτι καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ δικαίωμα ἀμφισβητεῖται. Παραδέχομαι ὅμως καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ἣν οἱ πλεῖστοι ὑποστηρίζουσι σήμερον καὶ ἥτις ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῶν δανειστῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ καθ’ ἣν ἡ μετατροπὴ τῶν δημοσίων δανείων δὲν βλάπτει τὴν πίστιν αὐτῶν. Ἀλλὰ πότε; Μόνον ὅταν τὸ Κράτος ἀποδίδῃ εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ τὸ ποσὸν ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ λάβωσι σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους τῆς ὁμολογίας, ἣν ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας, καὶ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Διὰ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων, ἐπιδιώκοντες τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, παραδεχόμεθα τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ μόνης τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν μετατροπὴν, ἀποδίδομεν δηλ. εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὅ,τι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι; Νομίζω ὄχι. Οἱ κάτοχοι τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τόκον πρὸς 6%, τὸ χρεώλυτρον καὶ περιπλέον δικαίωμα ἀμοιβῆς, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ κλῆρος. Οὗτοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των, οὐχὶ ἁπλῆν ὁμολογίαν φέρουσαν εἰς αὐτοὺς 6% καὶ ἐξοφλουμένην εἰς τὸ ἄρτιον διὰ κληρώσεως, ἀλλὰ συνάμα καὶ γραμμάτιον λαχείου, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτοὺς τὸ μέσον, ἂν ἡ τύχη τοὺς εὐνοήσῃ, νὰ κερδίσωσι ποσὰ πολὺ ἀνώτερα τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῆς ὁμολογίας των. Στεροῦντες αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος τούτου, χωρὶς ἡ κλήρωσις νὰ τοὺς καταδικάσῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν αὐτοῦ, τοῖς ἀφαιροῦμεν τὸ δικαίωμα νὰ κερδήσουν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁρίζει ὡς ἀμοιβήν. Ὅταν λέγωμεν εἰς αὐτούς: λάβετε τὰς 100 δραχμὰς τὰς ὁποίας σᾶς ὀφείλομεν, διότι ἂν δὲν τὰς λάβητε δὲν θὰ συμμεθέξητε εἰς τοὺς κλήρους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀρχικῶς ἐδικαιοῦσθε, ἀλλ’ εἰς κλήρους ἠλαττωμένους κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἐξοφληθησομένων ὁμολογιῶν σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτοὺς ἀπώλειαν κεκτημένου δικαιώματος. Ὅσον μικρὰ δὲ καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀπώλεια αὕτη, εἶναι πάντοτε ἀπώλεια. Ὁ σήμερον κατέχων ὁμολογίαν τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων δύναται νὰ κερδίσῃ 5 χιλιάδας δραχμάς. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως νομοσχέδιον δὲν θὰ δύναται νὰ κερδίσῃ ἂν ὁ κλῆρος τὸν εὐνοήσῃ, εἰμὴ μόνον 2,000 ἢ 3,000 δραχμάς. Ἑπομένως ἡ βάσις, ἡ δικαιολογοῦσα τὴν μετατροπὴν τῶν δημοσίων δανείων, παραβιάζεται ἐν τῇ προτεινομένῃ μετατροπῇ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000. Διὰ τὰ δάνεια τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, — συνδέω δὲ τὰ δύο ταῦτα δάνεια, διότι, μολονότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, δὲν μεταβάλλονται ὅμως τὰ δικαιώματα τῶν κατόχων τοῦ δανείου τούτου, διότι δὲν ἔτυχε νὰ ἀγορασθῶσι καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογίαι αὐτοῦ, — ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀποφαίνεται, ὅτι καὶ ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἡ μετατροπὴ δὲν ἐμπεριέχει τὴν ἰδέαν τῆς παραβιάσεως τῶν συμπεφωνημένων, διότι δικαιούμεθα νὰ πληρώσωμεν τοὺς κατόχους τῶν δανείων αὐτῶν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων. Βασίζει δὲ τὰς σκέψεις αὐτῆς εἰς τρία ἐπιχειρήματα. Πρῶτον, διότι, ὅτε ἐγένετο τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παρ’ ἡμῖν, δεύτερον, διότι δὲν ὑπάρχουσι συμβάσεις μετὰ Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, καὶ τρίτον, διότι δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ὑποχρέωσις πληρωμῆς μεταλλικοῦ ἐν τῷ νόμῳ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν τὰ δάνεια ταῦτα. Καὶ τὰ τρία ταῦτα ἐπιχειρήματα δὲν εὑρίσκω, ὅτι εἶναι σύμφωνα μὲ τὰ πράγματα καὶ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Καὶ ἄλλα δάνεια συνήψαμεν ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τὰ δάνεια δὲ τῶν 60 καὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων τὰ συνήψαμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν τῷ Κράτει κατὰ τὸ 1867 καὶ 1871, ὅτε συνήψαμεν τὰ δάνεια τῶν 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων, ὑπῆρχεν ὅμως κυκλοφορία νομισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἤρεσκον εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανειστὰς ἡμῶν, ἐν τῇ πληρωμῇ τῶν ὁποίων δὲν εὕρισκον οὗτοι ἱκανοποιούμενα τὰ συμφέροντα αὑτῶν, ὑπῆρχον σφάντσικες καὶ παλαιαὶ δραχμαί. Οὗτος ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προὐκάλεσε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου τῆς 12 Ἀπριλίου 1867, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ὑπεσχέθη νὰ πληρόνῃ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος, τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα ἤθελε καταβάλλει, ὅπως πληρώσῃ εἰς φράγκα τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογιούχων. Σήμερον δὲν ἔχομεν πλέον σφάντσικας καὶ παλαιὰς δραχμὰς, ἀλλ’ ἔχομεν ὡσαύτως νόμισμα διάφορον τοῦ φράγκου· ἔχομεν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὅπως δὲ τότε ἐπληρόνομεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ σφάντζικας καὶ παλαιᾶς δραχμῆς καὶ φράγκου, οὕτω ἐξηκολουθήσαμεν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ πληρόνωμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ὑφισταμένου ἐν τῷ τόπῳ νομίσματος, τῶν γραμματίων δηλ. τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ νομίσματος, δι’ οὗ ὠφείλαμεν νὰ πληρόνωμεν εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανειστὰς ἡμῶν τὰ χρεώλυτρα καὶ τοὺς τόκους. Δὲν νομίζω ἑπομένως σύμφωνον μὲ τὰ πράγματα τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐπειδὴ τότε δὲν εἴχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν εἰς μεταλλικὸν σήμερον, ὅτε ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τοῦ δευτέρου ἐπιχειρήματος ἀπορῶ πῶς γίνεται κἄν χρῆσις.
§118ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα, ἀνεφέρθη ἱστορικῶς.
§119ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἱστορικῶς ἂν τὸ ἀνεφέρατε, τὸ ἀνεφέρατε βεβαίως πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ τραπεζίτης ἢ ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία συμβάλλεται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν δανείου τινὸς, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ τὸ ἔργον μεσάζοντος μεταξὺ τοῦ κοινοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Κράτη μάλιστα μὲ ἀκμαίαν οἰκονομικὴν πίστιν δὲν καταφεύγουσιν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ δὲν ζητοῦσι τὴν μεσολάβησιν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀποτείνονται ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ κοινόν. Οἱ ὅροι δὲ, ὑφ’ οὓς τὸ Δημόσιον συμβάλλεται, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ μεσαζόντων, μετὰ τοῦ κοινοῦ καὶ τῶν κεφαλαιούχων, ἀποτελοῦσι τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Οἱ ὅροι δὲ οὗτοι περιλαμβάνονται ἐν τοῖς νόμοις τοῖς ἐπιτρέπουσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Οἱ νόμοι οἱ ἐπιτρέποντες τὴν ἔκδοσιν τῶν δανείων τῶν 6 τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων εἶναι ἡ σύμβασις τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, ἥτις κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐνισχυθῇ ἢ ἐξασθενίσῃ ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ συμβάσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης τινὸς ἢ τραπεζιτῶν. Τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ὑποχρέωσις ἡμῶν πρὸς πληρωμὴν εἰς μεταλλικὸν, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα ἀνυπόστατον, ἀπαντῶν εἰς τὸν πρῶτον ἰσχυρισμόν· ὀλίγα δὲ θὰ προσθέσω πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου λέγει ῥητῶς: «ἡ εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δικαιούχους πληρωμὴ γίνεται διὰ τῶν ἀνταποκριτῶν τῆς Τραπέζης· ἔσεται δὲ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου πᾶσα ἐκ τοῦ νομίσματος καὶ συναλλάγματος διαφορά.» Ὅταν μεταξὺ τοῦ νομίσματος τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν, εἴτε σφάντζικες εἶναι τοῦτο, εἴτε δραχμαὶ παλαιαί, εἴτε γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τοῦ νομίσματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀναδεχόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν, τοῦ φράγκου δηλαδή, πληρόνομεν τὴν ὑφισταμένην διαφοράν, δὲν φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ὡς εἰ ἐπληρόναμεν τὰ φράγκα εἰς μεταλλικόν; Εἴτε πληρώσωμεν εἴς τινα 100 δραχμὰς καὶ δώσωμεν αὐτῷ συνάμα καὶ τὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ φράγκου ὑφισταμένην διαφοράν, ἤτοι ἑτέρας 30 δρ., εἴτε πληρώσωμεν αὐτῷ 100 φράγκα εἰς μεταλλικὸν, δὲν πράττομεν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, δὲν δίδομεν εἰς αὐτὸν τὴν ἰδίαν ἀξίαν; Τοιαύτην δὲ ὑποχρέωσιν ἀνεδέχθη τὸ Δημόσιον, ὑποχρεωθὲν νὰ πληρόνῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ τοῦ νομίσματος, εἰς ὃ αὕτη ἀνεδέχθη νὰ πληρόνῃ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὁμολογιούχους. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν περιωρισμένην τροποποίησιν, ἣν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βλέπω ἀκόμη ὑφισταμένην ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὴν ἰδέαν τῆς παραβάσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας πρὸς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεῖδεν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφύγῃ τὴν εἰς μεταλλικὸν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανειστὰς ἡμῶν. Ἐδήλωσε δὲ, ὅτι προτίθεται νὰ πληρώσῃ διὰ μεταλλικοῦ τοὺς ἀρχῆθεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφέντας. Δὲν εἰξεύρω ποῦ εὗρεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν τοιαύτην διάκρισιν δανειστῶν ἀρχῆθεν ἐγγραφέντων. Ὁ νόμος τοῦ 1867 οὐδεμίαν τοιαύτην διάκρισιν ποιεῖται· ὁ νόμος ἀναγνωρίζει οὐχὶ ἀρχικῶς ἐγγραφέντας, ἀλλὰ δικαιούχους, δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς δικαιοῦχος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δύναται νὰ θεωρηθῇ μόνος ὁ ἀρχικῶς ἐγγραφεὶς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀκολούθως ἠγόρασεν ὁμολογίας. Ἄν ὑπῆρχε τοιαύτη ἰδέα εἰς τοὺς συντάξαντας τὸν νόμον τοῦ 1867, ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ διάκρισίς τις μεταξὺ τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐγγραφεισῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐκείνων, αἵτινες ἐνεγράφησαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, συνέπεια δὲ τούτου ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι ἡ ὁμολογία, ἡ ὁποία ἐνεγράφη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελεν ἔλθῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, ἤθελε πληρόνεσθαι εἰς μεταλλικόν· ἐνῷ τοιοῦτον οὐδέποτε ἐγένετο. Ὁ νόμος ἔκαμε διάκρισιν οὐχὶ μεταξὺ ὁμολογιῶν, ἀλλὰ μεταξὺ δικαιούχων, δηλ. κατόχων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ κατόχων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἄν ἤθελε νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ ὁμολογιῶν, ἔπρεπε νὰ καθιερώσῃ τοῦτο δι’ ἑνὸς διακριτικοῦ σημείου, ὁρίζοντος δύο κατηγορίας ὁμολογιῶν, οὕτως, ὥστε οἱ ἀγοράζοντες ὁμολογίας νὰ μὴ ἐξαπατῶνται ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι, δικαιοῦχοι ὄντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θέλουσι πληρόνεσθαι διὰ τοῦ ἐκεῖ ἰσχύοντος νομίσματος καὶ δὲν κινδυνεύουσι νὰ πάθωσι ζημίαν τινὰ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος ἢ τοῦ συναλλάγματος. Ἀλλὰ τοιοῦτο διακριτικὸν σημεῖον δὲν ὑπάρχει. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρατηρεῖ, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐγγραφεισῶν ὁμολογιῶν, οἵτινες μᾶς παρέχουσι τὸ μέσον τῆς διακρίσεως ταύτης· ἀλλ’ ὁ ἀγοράσας ὁμολογίας ἐν Λονδίνῳ ἢ ἐν Κων)πόλει ἢ ἐν Τεργέστῃ ἔλαβέ ποτε γνῶσιν ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται τὸ προνόμιον νὰ πληρόνωνται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ προνόμιον τοῦτο; Ὄχι βεβαίως. Ὅπως μὴ θίξωμεν τὰ συμπεφωνημένα πρὸς τοὺς μετόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν 25,000,000 καὶ τῶν 4,000,000 καὶ ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκριβοῦς πληρωμῆς τῶν ὅσων δικαιοῦνται οὗτοι νὰ λάβωσι, πρέπει νὰ εἰσάξωμεν ριζικωτέραν τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἐγὼ καὶ ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην ριζικωτέραν αὐτοῦ τροποποίησιν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ, διότι παραβιάζον τὰς πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου δὲν φέρει ἄξια λόγου οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ποῖα δὲ ἔσονται τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς μετατροπῆς τῶν τριῶν τούτων δανείων; Οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 βεβαίως θὰ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου αὐτῶν· διότι, ἐὰν δὲν πράξωσι τοῦτο, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν θὰ λαμβάνωσιν εἰμὴ μόνον 6% τόκον καὶ ἀσήμαντόν τινα ἀμοιβὴν διὰ κληρώσεως. Διὰ τῆς ἀγορᾶς ὁμολογιῶν τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν δανείων θὰ ἔχωσι πλειοτέρας ὠφελείας καὶ ἑπομένως τὸ συμφέρον αὐτῶν θὰ τοὺς παρακινήσῃ νὰ παρουσιάσωσι τὰς ὁμολογίας των ὅπως πληρωθῶσι τὸ ὀνοματικὸν αὐτῶν κεφάλαιον ἐξ 100 δρ. παλαιῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλαὶ τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἀνήκουσιν εἰς ταμεῖα κηδεμονευόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως δὲ τὰ ταμεῖα ταῦτα δὲν θὰ τὰς παρουσιάσωσιν ἵνα πληρωθῶσιν. Ἀλλὰ θὰ ἀδικηθῶσι τὰ ταμεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκας ὡρισμένας νὰ θεραπεύσωσιν, ἐὰν ἐμποδισθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον των. Καὶ οἱ κάτοχοι τῶν δανείων τῶν 25,000,000 καὶ τῶν 4,000,000 θὰ ἔχωσι συμφέρον ὡσαύτως νὰ παρουσιάσωσι τὰς ὁμολογίας των καὶ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ ὀνομαστικοῦ αὐτῶν κεφαλαίου. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῶν κατόχων τῶν δικαιουμένων νὰ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν εἰς μεταλλικόν, ὅτι οὗτοι θὰ προτιμήσωσιν αὐτήν· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ εὕρωσι συμφέρον ἀνώτερον νὰ ζητήσωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν· διότι ἀγοράζοντες ὁμολογίας ἑτέρων ἑλληνικῶν δανείων θὰ εὕρωσιν ἐν αὐταῖς ἀνώτερον συμφέρον. Θ’ ἀποφύγωσιν οὕτω τὸν κίνδυνον ἐλαττώσεως τοῦ τόκου διὰ μιᾶς νέας μετατροπῆς τῶν δανείων αὐτῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ νομίμως πλέον· ἐὰν ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν τῶν μετατρεπομένων σήμερον δανείων ὑπερβῇ τὸ ἄρτιον, θὰ ἀπολαμβάνωσι τόκον κατά τι ἀνώτερον, καὶ ἄν ποτε θελήσωσι νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας των, θὰ ἔχωσιν ἀγορὰν πολὺ εὐρυτέραν. Πᾶσαι ἑπομένως αἱ ὁμολογίαι τῶν μετατρεπομένων δανείων, αἱ σήμερον τοποθετημέναι, ἐὰν, ὅπως εἶναι φυσικὸν, οἱ κάτοχοι αὐτῶν παρακινηθῶσιν ὑπὸ τοῦ συμφέροντός των, θὰ παρουσιασθῶσιν ὅπως πληρωθῶσι. Ποῖα δὲ ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα τῆς πληρωμῆς αὐτῶν διὰ τὸ Δημόσιον; Θὰ πληρώσωμεν 30,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 6,000,000, αἱ ὁποῖαι πρὸς 100 δραχμὰς ἑκάστη θ’ ἀπαιτήσωσι 3,000,000 δραχμῶν.
§120ΔΡΟΣΟΣ. Πρὸς 89 δραχμὰς ἑκάστη.
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα 89 νέας· θὰ πληρώσωμεν 3,000,000 παλαιὰς δραχμὰς, ἤτοι 2,670,000 Ν. δραχμάς. Θὰ πληρώσωμεν 43,150 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, εὑρισκομένας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι ἐπὶ τόσων περίπου πληρόνεται τὸ τοκομερίδιον καὶ τὸ χρεώλυτρον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§122ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ θεωρία ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγορεῖτε, ὅλαι θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι ὅλαι, διότι πιστεύω ὅτι ἐκεῖναι τῶν ὁποίων τὰ τοκομερίδια πληρόνονται ἐνταῦθα, ἀνήκουσιν εἰς γνωστὰς Τραπέζας, τραπεζίτας ἢ καταστήματα τὰ ὁποῖα ἠθικῶς τοὐλάχιστον δεσμεύονται καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποστείλωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μήτε τὰ τοκομερίδια μήτε τὰς ὁμολογίας των χωρὶς νὰ φανερωθῇ τοῦτο καὶ ἐπιφέρῃ δι’ αὐτὰ τὴν μομφὴν, ὅτι παρανόμως κερδοσκοποῦσι.
§124ΔΡΟΣΟΣ. Θ’ ἀποστείλωσι καὶ τὰ τοκομερίδια καὶ τὰς ὁμολογίας αὐτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἀποφασισθῇ ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων τούτων, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτας, δὲν θὰ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§126ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἐὰν παρουσιασθῶσιν ἄνθρωποι εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ προσφέρωσι ποσὸν μεῖζον πρὸς ἐξαργύρωσιν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Διοίκησις νὰ ἀρνηθῇ νὰ δεχθῇ αὐτό;
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς μετατροπῆς.
§128ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξαργυρώσῃ δι’ αὐτῶν τὰς ὁμολογίας.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι διάφορος τῆς ἰδικῆς σας. Ἡ πληρωμὴ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ 43150 ὁμολογιῶν πρὸς φράγκα 250 ἑκάστη θ’ ἀπαιτήσῃ φράγκα 10,787,500, ἤτοι δραχμὰς 14,023,750 κατὰ τὴν σημερινὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· ἡ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ 12,000 ὁμολογιῶν πρὸς δραχμὰς 250 θὰ ἀπαιτήσῃ δραχμὰς 3,000,000 καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν 11,515 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 ἑτέρας 2,878,750· ἤτοι ἐν ὅλῳ διὰ τὰ τρία δάνεια δραχμὰς 22,572,500. Τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον, εἴτε λαμβάνον αὐτὸ δι’ αὐξήσεως τῶν εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν γραμματίων, εἴτε συνομολογοῦν νέον δάνειον. Χαίρω, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν προτέρων ἀποκρούει τὸ πρῶτον μέσον, καὶ ἑπομένως περιορίζομαι εἰς τὸ δεύτερον. Ὅπως εὕρωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν δραχμῶν 22,572,500 σὺν ταῖς προμηθείαις καὶ ταῖς ἄλλαις ἀναγκαίαις δαπάναις, πρέπει νὰ ἐκδώσωμεν δάνειον περίπου 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια μὲ τόκον 5% καὶ 1% χρεώλυτρον ἀπαιτεῖ ἐτησίως πληρωμὴν δραχμὰς 2,400,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα πληρώνομεν σήμερον διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα τῶν τριῶν δανείων καὶ ἀμοιβὰς τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχονται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 εἰς δραχμὰς 3,095,687. Ὥστε ἡ παγία ὠφέλεια, μὴ συμπεριλαμβανομένης τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν θὰ προσπορισθῶμεν ἐκ τῆς μετατροπῆς, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 695,487. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν πληρωμὴν εἰς μεταλλικὸν εἰς μόνας τὰς ὁμολογίας τὰς ἐγγραφείσας ἀρχικῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 21,871, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ νέου δανείου τούτου εἰς 37,000,000 περίπου καὶ οἰκονομήσωμεν ἑτέρας 180,000 δραχμῶν. Οὕτω δὲ τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς πάγιον κέρδος θὰ ἀνέρχηται εἰς 875.687 δραχμάς.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπολογίζετε τὰς κληρωθείσας;
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁμολογιῶν, τὸν ὁποῖον ἐδώσατε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὸν ἐλάβετε ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν.
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔδωσα τὸν ἀρχικὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ εἰς ὁμολογίας κληρωθείσας.
§133ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι καὶ εἰς 1,000,000, ἴσως δὲ καὶ πλέον αὐτοῦ, δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὠφέλεια αὕτη κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς ὑμῶν. Ἡ ἔκδοσις ὅμως τοῦ νέου δανείου θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἕτερα βάρη. Τὰ τρία μετατρεπόμενα δάνεια ἐξοφλοῦνται ἐντὸς προθεσμίας κατὰ μέσον ὅρον 9 ἐτῶν, διότι τὸ δάνειον τῶν 6,000,000 ἐξοφλεῖται ἐντὸς τοῦ 1896, τὸ τῶν 25,000,000 ἐντὸς τοῦ 1895 καὶ τὸ τῶν 4,000,000 ἐντὸς τοῦ 1899. Θὰ ἔχωμεν παγίαν οἰκονομίαν δρ. 695,000, ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἢ καὶ κατά τι ἀνωτέραν, διὰ ὀκτὼ ἔτη, θὰ ἀναδεχθῶμεν δὲ τὴν πληρωμὴν δρ. 2,400,000 ἐπὶ 36 ἔτη, ὅσα δηλ. θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ διὰ χρεωλυσίου ἐξόφλησις τοῦ νέου δανείου· ὥστε ἐπὶ 27 ἔτη περιπλέον θὰ πληρόνωμεν 2,400,000, ὅπως οἰκονομήσωμεν περίπου 1,000,000 δραχμῶν ἐπὶ 9 ἔτη. Τοιοῦτον ἔσεται τὸ οἰκονομικὸν ἀποτέλεσμα τῆς μετατροπῆς τῶν τριῶν δανείων αὐτῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ εὑρίσκω πολὺ ἰσχνόν. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει οἰκονομία ἀνωτέρα τοῦ 1,000,000 δραχ., σήμερον πρὸ πάντων, ὅτε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, καὶ ἤθελον θεωρήσει αὐτὴν σπουδαιοτάτην, ἂν δὲν συνεπέφερε καὶ ἀνάλογον διὰ τὸ Δημόσιον βάρος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ οἰκονομία αὕτη, ἣν ἐπιτυγχάνομεν θίγοντες τὰ δάνεια ἡμῶν, παρουσιάζει ἄλλο σπουδαιότερον κακὸν, ὅτι θίγομεν αὐτὰ χωρὶς νὰ ἐπιτύχωμεν ὁριστικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια, καὶ ὅπως ἔχουσι, καὶ ἂν τροποποιηθῶσι συμφώνως μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ τὰ καταψηφίσωμεν, διότι ἐμπεριέχουσι παραβίασιν τῶν συμπεφωνημένων καὶ παραβίασιν μεροληπτικὴν καὶ μὴ σώζουσαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἐὰν ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ πικρὸν καθῆκον νὰ θίξωμεν τὰ δάνεια ἡμῶν καὶ ζητήσωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς πόρους, τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ὅταν δι’ αὐτῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἰσοζύγιον πλῆρες καὶ ἀναμφισβήτητον. Ὀφείλομεν δὲ νὰ πράξωμεν τοῦτο κατὰ τρόπον, ὅστις σὺν τῷ θετικῷ ἰσοζυγίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁμολογιῶν τοῦ ἐκ παλαιῶν δραχμῶν 6,000,000, δανείου).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐκ δραχμῶν νέων 25,000,000 καὶ 4,000,000 δανείων.— Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§137ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκει).
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι, συνοψίζων, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πληρόνῃ τὰς ὁμολογίας ταύτας, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται, διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεοῖ τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν νὰ προσαγάγωσι ταύτας καὶ νὰ τὰς ἐξοφλήσωσιν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως ἀνέπτυξεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης· πολλὰ δὲ ἔγραψε καὶ ἡ ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐπιτροπή. Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, καὶ ὅσα ἔγραψεν αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, ἀναιροῦνται ἀπὸ μίαν παράγραφον τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅστις ἀνέγνωσε τὴν παράγραφον ἐκείνην δὲν ἔχει ἀνάγκην ἄλλων ἐπιχειρημάτων διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ ἀξίωσις ἡμῶν καὶ εὔλογος καὶ δικαία καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης συζητήσεώς ἐστιν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων. «Ἡ ἐν τῷ νόμῳ μάλιστα φράσις, «πᾶσα ἐκ τοῦ νομίσματος καὶ συναλλάγματος διαφορὰ, ἐξηγεῖ σαφέστερον τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, ἔχοντος ἰδίᾳ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ τότε παρ’ ἡμῖν νόμιμον ἔχοντα κυκλοφορίαν ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα, ἀποστελλόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, δὲν ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ὡς παρ’ ἡμῖν τιμῇ. Ἐὰν ὁ νομοθέτης ἐσκόπει νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Κράτος νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δικαιούχους εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἤθελε βεβαίως ἀναγράψει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τοῦ Δημοσίου σαφῶς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 παρενειρομένων ὡς ἀνωτέρω λέξεων, ὧν ἡ ἀναμφισβήτητος ἔννοια ἦν νὰ ἀποζημιώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὴν μεταξὺ ἐγχωρίου καὶ ξένου μεταλλικοῦ νομίσματος διαφοράν». Ὁ κύριος λοιπὸν λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ πληρόνῃ πᾶσαν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος ποσότητα, εἶναι, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον εἶχον ἐνταῦθα νόμιμον κυκλοφορίαν διάφορα ξένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐκυκλοφόρουν εἰς τὰ μέρη, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου καὶ τοῦ κεφαλαίου· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀναδεχομένη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρόνῃ τοὺς τόκους καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν τούτων εἰς διάφορα μέρη τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὤφειλε νὰ κάμῃ τὰς πληρωμὰς εἰς νόμισμα νόμιμον, ἔχον κυκλοφορίαν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα ἐγίνετο ἡ πληρωμή. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ μεταλλικὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα εἶχον νόμιμον κυκλοφορίαν ἐνταῦθα, δὲν εἶχον τοιαύτην καὶ ἀλλαχοῦ, διὰ τοῦτο ἐγράφη εἰς τὸν νόμον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει εἰς βάρος της καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Ὥστε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατέθετεν εἰς τὴν Τράπεζαν τοιαῦτα νομίσματα, ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα δὲν ἠδύνατο νὰ στέλλῃ τὰ νομίσματα ταῦτα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ συνάλλαγμα, πληρωτέον εἰς νομίσματα ἔχοντα, νόμιμον κυκλοφορίαν ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος ἐπρονόησεν, ὥστε νὰ πληρόνωνται αἱ ὁμολογίαι ἢ οἱ τόκοι αὐτῶν μὲ τὸ νόμισμα τὸ κυκλοφοροῦν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα γίνεται ἡ πληρωμὴ, πῶς εἶναι λογικὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σήμερον τὰς πληρωμὰς θέλομεν κάμει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τουτέστι διὰ νομίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν κυκλοφορεῖ εἰς τὰ μέρη ὅπου γίνονται αἱ πληρωμαί; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται ἡ Τράπεζα νὰ κάμῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰς πληρωμὰς λαμβάνουσα γραμμάτια; Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀξίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ, εἰς ἣν εἶναι ὑπόχρεως. Ἐὰν ὁ νόμος ἀφῆκεν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου τὴν μικρὰν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μεταξὺ μεταλλικοῦ, πῶς δυνάμεθα σήμερον νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωμεν τὴν διαφορὰν νομίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀξίαν; Ἀφοῦ ὁ νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δικαιούχους νὰ πληρόνωνται εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς ἀλλοδαπῆς δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ φέρωσι τὰς ὁμολογίας των ἐδῶ καὶ νὰ πληρωθῶσιν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ λέγουν, ἡ ὑποχρέωσις δύναται νὰ ἰσχύσῃ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐν ἀρχῇ ἐνεγράφησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, οὐχὶ δὲ καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἠγόρασαν ὁμολογίας κατόπιν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι, οὔτε αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατεθεῖσαι ἀρχικῶς ὁμολογίαι ἔφερον διακριτικόν τι σημεῖον, οὔτε ὁ νόμος ἀπηγόρευσε τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταφορὰν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἐξεδόθησαν καὶ διετέθησαν ἐνταῦθα.
§139ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπέβαλε σπουδαίως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προτίθεται νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ πρὸς ἐκτέλεσιν ἀνάγκη πᾶσα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητήσῃ δάνειον, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ὁμολογίας· πρὸς συνομολόγησιν δὲ δανείου ἀνάγκη πᾶσα τῆς πίστεως. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου; Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ πίστις ἡμῶν, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω. Τὰ δάνειά μας ἔφθασαν εἰς τὴν ἀξίαν τῶν 60%· διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν δὲ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ὁ νόμος ψηφιζόμενος ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσωμεν, ὡς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἑτέραν παράγραφον τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ σκέψις αὐτοῦ θὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἀρκεῖ καὶ μόνη ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, ἂν οὐχὶ ν’ ἀπολέσωμεν τὴν πίστιν, ἣν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ νὰ κατασταθῇ ἀκατόρθωτος ἡ συνομολόγησις δανείου, διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ νόμου. Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει του: «Καὶ ἠθέλησε μὲν Ὑπουργός τις τῶν Οἰκονομικῶν νὰ περιστείλῃ τὴν κερδοσκοπίαν ταύτην ἀπαιτήσας ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παρουσιάζοντας τοκομερίδια τὴν προσαγωγὴν τῶν τίτλων πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμονῆς τοῦ ὁμολογιούχου· πλὴν ἕτερος Ὑπουργὸς ἀνεκάλεσε καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἐπροκαλοῦντο οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κεφαλαιοῦχοι πρὸς ἐγγραφὴν εἰς νέα ἡμῶν δάνεια, ἐκρίθη ἡ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου πηγάζουσα ὠφέλεια τοῦ δημοσίου ταμείου οὐχὶ ἀνταξία τῆς προκυψομένης ἀλλαχόθεν βλάβης.» Πράγματι, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς γενομένης κερδοσκοπίας ἐγένετο σκέψις νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον, ὅπερ ἐφήρμοσεν ἡ Ἰταλία, ἀπαιτήσασα ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν τοκομεριδίων τὴν προσαγωγὴν τῶν τίτλων· ἀλλ’ ἄν, ὡς σκέπτεται πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. εἰσηγητής, ἐσκέφθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέθετο νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ μέτρον τοῦτο, ὅτι, ἐὰν τὸ πράξῃ, ἤθελεν ἐμποδίσει τὰ κεφάλαια ἀπὸ τοῦ νὰ προσέλθωσιν ἀρωγὰ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε τότε, ὅτι λαμβάνουσα μέτρον τοιοῦτον, ὅπερ ἔλαβε καὶ ἕτερον Κράτος καὶ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους δὲν προσέκρουεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰς συμφωνίας, ἃς εἶχεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν ξένων κεφαλαιούχων, ἔβλαπτε σπουδαίως τὴν δημοσίαν πίστιν, πολὺ περισσότερον σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως πρὸς προσαγωγὴν τῶν τίτλων, ἀλλ’ ἀρνούμεθα τὴν πληρωμὴν εἰς τοὺς δικαιούχους καὶ περιοριζόμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς τοιούτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὄντες κάτοχοι τῶν τίτλων.
§140ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο σκέψις νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ δὲν ἐφηρμόσθη.
§141ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο ἐνισχύει ἔτι μᾶλλον τὸν ἰσχυρισμόν των, ὅτι εὑρέθη Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος τὸ ἀνεκάλεσεν, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ὡς πρὸς τὸ νόμιμον, φρονῶ, ὅτι μόνον ἡ διαστροφὴ τοῦ νόμου δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα καὶ νὰ μᾶς πείσῃ νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ πᾶσα ἑρμηνεία, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν παραβαίνομεν τὰ συμπεφωνημένα, κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ ἀνωνύμων τίτλων ἐλευθέρως καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς μεταβιβάσεως ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα κυκλοφορούντων, εἶναι καθαρὸν σόφισμα. Ὁ ἰσχυρισμὸς δὲ, ὅτι δικαιούμεθα δυνάμει τοῦ νόμου νὰ καταβάλωμεν εἰς μεταλλικὸν μόνον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐνεγράφησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ὦσι κάτοχοι, ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου· διότι περὶ τῆς λέξεως «δικαιοῦχος» δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις· δικαιοῦχος εἶναι ὁ κάτοχος τοῦ τίτλου, ἀλλ’ οὗτος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ εἰς μεταλλικόν. Ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον βεβαίως οἱ τίτλοι τοῦ δανείου θὰ εὑρεθῶσιν εἰς χεῖρας ἀλλοδαπῶν· ἐὰν δὲ ἐπιμένητε νὰ ἐξηγῆτε σοφιστικῶς τὴν λέξιν «δικαιοῦχοι» διὰ τῆς λέξεως ἐγγραφέντες, οἱ τίτλοι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ ὠφέλειαν μόνον τούτων. Προτιμότερον, ἂν ἐλέγομεν, εἰς τὸ τοιοῦτον μᾶς φέρει, ἡ ἀνάγκη ἢ νὰ ἐπικαλούμεθα σοφιστικὰς ἑρμηνείας, ἵνα ἀποφύγωμεν ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνελάβομεν ἀπέναντι τῶν ξένων· ἄλλως τε τὸ μέτρον πρέπει νὰ ἦναι γενικὸν καὶ ὄχι νὰ τὸ περιορίζωμεν εἰς ὡρισμένα ἄτομα· πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν εἰς πάντας τοὺς δανειστάς μας. Ἡμεῖς δὲ οὐ μόνον κάμνομεν διάκρισιν μεταξὺ δανείων καὶ δανείων, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ κατόχων τοῦ αὐτοῦ δανείου, καὶ πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔδοσαν χρήματα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, λέγομεν, ὅτι θὰ σᾶς πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν, εἰς ἐκείνους δὲ οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, λέγομεν, θὰ σᾶς πληρώσωμεν κατὰ 30% ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ δάνειον εἰς ποῖον νόμισμα συνωμολογήθη; Τεχνιέντως ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν τῇ ἐκθέσει του παριστάνει, ὅτι συνωμολογήθη εἰς παλαιὰς δραχμὰς καὶ διὰ τοὺς ἐγγραφέντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μετετράπη ἡ δραχμὴ εἰς φράγκον, ὡς νόμισμα γνωστόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Τὸ δάνειον συνωμολογήθη εἰς φράγκα, εἰς ξένον νόμισμα, καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ἀναφέρουσιν ὡς νόμισμα τὸ φράγκον. Συνομολογεῖται δάνειον 25 ἑκατομμυρίων φράγκων, τιθεμένου ἐν παρενθέσει τῶν 28 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· τὰ δὲ τοκομερίδια οὐ μόνον ἀναφέρουσι φράγκα, ἀλλ’ οὔτε κἄν σημειοῦται ἐν αὐτοῖς τὸ ἀντίστοιχον νόμισμα τῆς δραχμῆς· ἐγένετο δὲ ἡ παράθεσις τοῦ ἀντιστοίχου νομίσματος τῆς δραχμῆς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἐγγραφῶσιν ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ κατέβαλον εἰς δραχμὰς τὴν ἀξίαν. Εἶναι ἀρχὴ γενικῶς παραδεδεγμένη, ὅτι ὁ ὀφειλέτης ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ τὸ χρέος του εἰς τὸ νόμισμα, εἰς ὃ τὸ ἔλαβεν, ἢ ἂν δὲν ἔχῃ πρόχειρον τοιοῦτον, νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν διαφοράν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ περὶ τοῦ ὅρου τοῦ ὑπάρχοντος ἐν τῷ Βασιλικῷ διατάγματι, καθ’ ὃν ἀκυροῦνται ὅλαι αἱ προηγούμεναι συμφωνίαι, λόγου γενομένου τί ἐννοεῖ ἀκύρωσιν τῶν προηγουμένων συμφωνιῶν, ἀφ’ οὗ διάφοροι γνῶμαι ἐξεφράσθησαν, ὀρθῶς ὑπεστήριξεν, ὅτι, ὅταν συνομολογῆται δάνειον εἰς ξένον νόμισμα, τὸ ξένον νόμισμα θεωρεῖται ὡς ἐμπόρευμα, καὶ ὑποχρεοῦται ὁ ὀφειλέτης νὰ τὸ καταβάλῃ αὐτούσιον, ἢ τὴν ἀξίαν του. Λοιπὸν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Δημόσιον, συνομολογῆσαν δάνειον εἰς φράγκα, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ καταβάλῃ φράγκα. Διὰ τῆς κατόπιν εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ τῆς παραδοχῆς τῆς γενικῆς μονάδος δὲν ἕπεται ὅτι ἀπηλλάγημεν τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως· θὰ ἀπηλλαττόμεθα ταύτης, ἂν πράγματι ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν νόμισμα ἰσότιμον, ἀλλὰ σήμερον τὴν σφάντζικα ἀντικατέστησε τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι νόμισμα ἑλληνικὸν καὶ οὐχὶ γαλλικὸν, διότι, ἂν ἦτο γαλλικὸν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς Γαλλίαν καὶ νὰ πληρώσωμεν δι’ αὐτοῦ ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἐνταῦθα. Δὲν εἶναι ὅθεν ζήτημα, ὅτι ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον ψηφίζομεν καθαρὰν παράβασιν τῶν συμπεφωνημένων. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην; Ἂν εὑρισκόμεθα, ἂς τὸ πράξωμεν. Ἀλλὰ ἔθνη εὑρισκόμενα εἰς κρείττονα θέσιν ἡμῶν κατέφυγον εἰς τοιαῦτα μέτρα· ἂς καταφύγωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἡ Ἰταλία, καίτοι ὑποχρεώθη νὰ μὴ φορολογήσῃ τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων της, τὰ ἐφορολόγησε. Δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὴν ἰδέαν, πολὺ περισσότερον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, χύνοντος τόσον πικρὰ δάκρυα διὰ τοὺς φορολογουμένους. Τὰ βάρη δὲν πρέπει νὰ ὑποστῶσι μόνον οἱ φορολογούμενοι· ἀλλ’ ἐν τοιαύτη περιπτώσει θέλω ὥστε τὸ μέτρον νὰ ἦναι γενικὸν, διότι οὕτω μόνον δὲν θὰ ἔχωμεν δίκαια παράπονα. Τελειόνων λέγω, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἐξέθεσα· εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ ψηφίσω καὶ τοῦτο καὶ πᾶν ἄλλο, ἂν πρόκηται νὰ ληφθῇ μέτρον γενικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρίσκεται ὁ τόπος.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἐκ δραχμῶν 6,000,000 δανείου εἰς βʹ συζήτησιν. Ἔπειτα καὶ τὸ περὶ τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐκ δραχμῶν 25,000,000 καὶ 4,000,000 δανείων, εἰς βʹ συζήτησιν).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων.
§144ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δι’ ἀπόψε;
§145ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν.
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐργάζονται.
§147ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. — Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ μὴ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.