1887.03.03
2.233 στίχοι · 17.577 λέξεις · 145 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 3 Μαρτίου 1887.
(Τρίτη)
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διακριθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀφομειώσεως εἶμαι κατὰ, διότι τὸ θεωρῶ ἐπιζήμιον καὶ καταθλιπτικὸν καὶ ἤθελον νὰ γίνῃ γνωστὴ ἡ γνώμη μου.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ γράφονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. (Ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ Βασιλάκης καὶ Καποδίστριας).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανάσιος Γελίνατος καταγόμενος ἐξ Ἰωαννίνων καὶ γράφων ἐξ Ὀδυσσοῦ ἀναγγέλει εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἐφευρέσεις του αʹ. ὅτι ἐφεῦρε τὸ πηδάλιον τοῦ ἀεροστάτου πρὸς διεύθυνσιν τοῦ ἀνέμου (ἱλαρότης) καὶ βʹ. τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία θέλει ἀντικαταστήσει τοὺς γαιάνθρακας. Ἡ διαλυθεῖσα ἐν Γαργαλιάνοις ἐμπορικὴ ἑταιρία, ἡ καταδιωκομένη ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, καταφεύγει δι’ ἀναφορᾶς της εἰς τὴν Βουλὴν.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας χθὲς ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τοῦ ἐν Τριπόλει διαχειριστοῦ τῶν μονοπωλείων, τοῦ ὁποίου ἀπῄτησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀντικατάστασιν δι’ ἄλλου παρὰ τῆς διαχειριστικῆς ἑταιρίας. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντῶ ἐγὼ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπῄτησε παρὰ τῆς διαχειριστικῆς ἑταιρίας τῶν μονοπωλείων τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διαχειριστοῦ ἐν Τριπόλει κ. Ἀθανασιάδου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρέστησε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Ὑπουργείου ὡς γενομένην αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ λόγου, στηριζομένου εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ διαχειριστοῦ, καὶ ὡς τείνουσαν νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὰς διαχειριστικὰς ἑταιρίας τὸ σύστημα τῶν προσωπικῶν παροχῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην του διανέμονται αἱ Κυβερνητικαὶ θέσεις ὑπὸ τῶν ὑπουργείων. Νομίζω, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, θὰ πείσωσιν αὐτὴν ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἶπε μὴ δυνάμενος νὰ μετάσχῃ τῶν Κυβερνητικῶν παροχῶν, θέλει νὰ μετάσχῃ τῶν παροχῶν τῆς διαχειριστικῆς ἑταιρίας· συνιστᾷ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἑταιρίαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τοιαύτην διαχείρισιν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν. Ἤδη ὅτε τῷ παρέχεται ἡ εὐκαιρία, ἄν δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ τὸ σκοπούμενον παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ, παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτῆς ζητεῖ νὰ κατορθώσῃ τὴν ἀπόκτησιν τῆς προσωπικῆς χάριτος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλείων Τραπεζῶν, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐφορᾷ εἰς τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τῶν διαχειριστῶν, καὶ εὐθὺς ὡς οἱ διαχειρισταὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον των, εὐθὺς ὡς ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ διαχειρισταὶ δὲν ἔχουσι παρ’ ἑαυτοῖς τὸ ποσὸν τῶν εἰς τὸ μονοπώλειον ὑπαγομένων εἰδῶν, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχωσι, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀπαιτῇ ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλων, καὶ ἐὰν ἀρνῆται ἡ ἑταιρία νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτοὺς, νὰ ἀντικαθιστᾷ αὐτοὺς αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις· ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀπόδειξις τῆς ὀλιγωρίας ἢ τῆς κακῆς προαιρέσεως τοῦ διαχειριστοῦ δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπῃτήθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ σύνταξις πρωτοκόλλων. Ἐλάβομεν ἐπανειλημμένως ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τηλεγραφικῶς καὶ ταχυδρομικῶς καὶ ἔχω ἐδῶ πολλάς. Ἰδοὺ παραδείγματος χάριν τηλεγραφικῶς ἐλθοῦσα ἀναφορά, φέρουσα σελίδας ὁλοκλήρους ὑπογραφῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ἔχει ὄνομα Κωνσταντόπουλος· ὅταν δὲ ἦλθε τὸ τηλεγράφημα δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω ἂν ἦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἢ ἄλλος τις παραπονούμενος, ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ ἡ κατόπιν ἐλθοῦσα μὲ ἔπεισεν ὅτι δὲν εἶναι ὁ κ. βουλευτής.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμουν βεβαίως.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῇ κατόπιν ταχυδρομικῶς ἐλθούσῃ εἴδομεν τὸ αὐτὸ ἐπώνυμον, ἀλλ’ ἄλλο ὄνομα. Ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπογραφαὶ παραπονουμένων διὰ τὴν κακὴν, μεροληπτικὴν καὶ τὴν μὴ εἰλικρινῆ διαχείρισιν. Ἐπὶ ταῖς ἀναφοραῖς ταύταις ταῖς σταλείσαις καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν ἐν Τριπόλει, προεκλήθη ἐξέτασις ὑπὸ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ταμίου. Ἀφοῦ οὗτοι ἐπεσκέφθησαν τὸ κατάστημα καὶ προέβησαν εἰς ἀνακρίσεις, οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένοι, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἀπεφήναντο ὅτι «ὁ διαχειριστὴς τοῦ ἅλατος Ἰωάννης Ἀθανασιάδης, ἐκτὸς τοῦ ὅτι προσφέρεται τοῖς προσερχομένοις ἀγορασταῖς ἀπρεπῶς, ἀλλὰ καὶ μεροληπτικῶς διατίθησι τὸ ἅλας πρός τινας, παραλείπων τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν, πρὸς μεγίστην κατάθλιψιν αὐτῶν, ἀναγκαζομένων ν’ ἀγοράζωσιν ἐξωδίκως μὲ ἁδρὰν ὑπερτίμησιν, ἤτοι ἀνὰ 20–30 λεπτὰ τὴν ὀκάν. 2) Ὅτι ἐξ ἀμελείας ἢ καὶ ὀκνηρίας δὲν φροντίζει ὥστε ἡ εἰδικὴ ἀποθήκη νὰ ἔχῃ πάντοτε ἀπόθεμα, καὶ οὕτω ὑπάρχει ἔλλειψις πάντοτε ἐν ταῖς ἀποθήκαις. 3) Ὅτι πλὴν τῶν καθ’ ἑκάστην παρ’ ἐντίμων πολιτῶν γενομένων παραπόνων ἐγνώσθη ἡμῖν ὅτι ὁ διαχειριστὴς οὗτος πωλεῖ ἐλλιπῶς τὸ ἅλας πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν καὶ ζημίαν τῶν πολιτῶν, καὶ 4) ὅτι διαχειριστὴς ὢν τῶν πυρείων καὶ πετρελαίου παρεμβάλλει οὐκ ὀλίγα προσκόμματα καὶ διαθέτει κατὰ βούλησιν ταῦτα, ἀρνούμενος νὰ χορηγῇ εἴς τινας καταναλωτὰς καὶ προτιμῶν ἄλλους ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ. Τούτων ἕνεκα γνωμοδοτοῦμεν, ὅτι ὁ διαχειριστὴς οὗτος εἶναι ἀκατάλληλος καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τῇ ἑταιρίᾳ ἡ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 τῆς συμβάσεως τῆς 14 Ἰουλίου 1886 συνεπείᾳ τῶν νόμων ΑΤΠΣΤʹ. καὶ ΑΤΜΕʹ προβλεπομένη ποινὴ καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ οὗτος ἐπὶ ἕνδεκα ἡμέρας ἢ νὰ ἀνατεθῇ ἡ πώλησις εἰς οἰκονομικόν τινα ὑπάλληλον, ἄν δὲν ἀντικατασταθῇ ἐγκαίρως, πρὸς ἀποφυγὴν εὐλόγων παραπόνων, παρουσιαζομένων ἑκάστοτε ἕνεκα τῆς δυστροπίας καὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ὑπάρχοντος. Ἐφ’ ᾧ συνετάχθη τὸ παρὸν πρωτόκολλον, ὅπερ ἀναγνωσθὲν καὶ βεβαιωθὲν ὑπογράφεται νομίμως.
Ὁ Νομάρχης
Χ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ
Ὁ Πρόεδρος Α. Γριμάνης Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Νικόλαος Ἐξαρχάκος». Τοῦτο εἶναι ἓν τῶν δύο πρωτοκόλλων. Κατόπιν τοῦ πρώτου πρωτοκόλλου ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν ἑταιρίαν παρατηρήσεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα ἐλήφθη δὲ καὶ τὸ δεύτερον πρωτόκολλον, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν ἑταιρίαν εἰπόντες ὅτι ἄν δὲν ἀντικαταστήσῃ τὸ πρόσωπον τοῦτο, θέλομεν διορίσει κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τῆς συμβάσεως οἰκονομικόν τινα ὑπάλληλον, ὅστις ν’ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν· ἀλλ’ ἐργαζόμενοι μετ’ ἐπιεικείας πρὸς τὴν ἑταιρίαν, διότι εἶναι ἐν τῷ σταδίῳ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τῆς διαχειρίσεώς της καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ εὐκολύνηται νὰ εὕρῃ τὸν ἀντικαταστάτην, διωρίσαμεν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, ὅστις συμπαρίσταται εἰς τὴν πώλησιν καὶ ἐπιβλέπει τὸν διαχειριστὴν ἕως οὗ ἀντικατασταθῇ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὀλιγώτερα πρὸς προστασίαν τῶν πολιτῶν Τριπόλεως κατὰ τοῦ διαχειριστοῦ. Ἤδη ὁ κ. ἀντιπρόσωπος τῶν πολιτῶν Τριπόλεως παραπονεῖται καθ’ ἡμῶν, διότι δὲν ἐπροστατεύσαμεν τὸν διαχειριστὴν κατὰ τῶν πολιτῶν ἐκλογέων του.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων παρευρίσκοντο ἐν τῇ Βουλῇ χθὲς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πιστεύω νὰ ἔχωσιν ἀρκούσας ἐκφράσεις ἵνα χαρακτηρίσωσι τὴν ἄτοπον καὶ ὑβριστικὴν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τηρήσῃ περὶ ἐμοῦ. Εὐτυχῶς ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τὴν ἐπερώτησίν μου παρὰ τοῦ στενογραφικοῦ γραφείου, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει) «Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης μετὰ παραδειγματικῆς εὐλαβείας ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του ὡς διαχειριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας ἐπληροφορήθην ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐγγράφου του ᾐτήσατο παρὰ τῆς Ἑταιρίας τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ κ. Ἀθανασιάδου ἐπὶ τῇ βάσει, ὡς ἤκουσα, πληροφοριῶν τῶν ἐντοπίων Ἀρχῶν. Ἐπιθυμῶν νὰ ἐξετάσω τὸ νόμιμον, ὡς καὶ τὸ δικαιολογημένον, τῶν τοιούτων ἀναμίξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς διορισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ μονοπωλείου, παρα«καλῶ αὐτὸν νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας». Βλέπετε ὅτι περιωρίσθην ἁπλῶς νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν σχηματίσω καὶ ἐγὼ αὐτὸς γνώμην περὶ τοῦ νομίμου καὶ βασίμου τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μονοπωλείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐκτέλετιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἐνόμισεν εὐπρεπὲς νὰ ἐπιτεθῇ κατ’ ἐμοῦ προσωπικῶς καὶ νὰ μοὶ ἀποδώσῃ σκοποὺς καὶ ἐνεργείας θιγούσας τὴν ὑπόληψίν μου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πόθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐγὼ προσεπάθησα νὰ ἐπιτύχω διορισμοὺς, οὓς ἡ Κυβέρνησις μοὶ ἀρνεῖται, καὶ πρὸς τοῦτο κατέφυγον εἰς τὴν Ἑταιρίαν καὶ ὅτι ἕνεκα ἀποτυχίας παρ’ αὐτῇ ὑπέβαλον τοιαύτην ἐπερώτησιν; Καὶ πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, ἂν πάντα, ὅσα μοὶ ἀπέδωκεν, εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα; Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἐνταῦθα δύο ἀξιότιμα μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας, ὁ κ. Γκίκας καὶ ὁ κ. Μπασιᾶς. Παρακαλῶ ἀμφοτέρους νὰ δηλώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς των, ἂν μετέβην ποτὲ νὰ ζητήσω τὸν διορισμὸν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προσώπου, τοῦ κ. Ἀθανασιάδου, ἢ ἂν εἶπον πρὸς αὐτοὺς ἔστω καὶ μίαν λέξιν περὶ διορισμοῦ ἢ διατηρήσεώς του. Ὁ κ. Ἀθανασιάδης εἶναι ἐκ τῶν εὐπόρων ἀνθρώπων, ὅστις οὐ μόνον δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς θέσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν πρώτην πίεσιν, εἰς ἣν ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν ὑπεβλήθη, ἔδωκε τὴν παραίτησίν του. Οὐδὲν λοιπὸν προσωπικὸν συμφέρον προεκάλεσε τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν αὐτὴν εἶναι ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις νὰ μὴ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ὑπαλληλίας τῶν μονοπωλείων τὸ ὀλέθριον σύστημα, ὅπερ τηρεῖται εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ὑπαλληλίας τοῦ Κράτους. Καὶ πρὸς τοῦτο ἠτησάμην τὴν ἀναγκαίαν πληροφορίαν. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἵνα μὲ δυσφημήσῃ ὡς ἐπιζητοῦντα ἐπιζημίους διορισμοὺς παρ’ Ἑταιρίας, μὴ ἔχων τὴν δύναμιν νὰ ζητήσω αὐτοὺς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως! Ἀλλ’ ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἀπορῶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ πρὸς ἐμὲ διαγωγῇ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἠκολούθησε καθ’ ἅπαντα τὸν βίον αὐτοῦ· πάντοτε ἐπεζήτησε νὰ διασύρῃ διὰ ψευδῶν αἰτιάσεων τοὺς πολιτικοὺς αὐτοῦ ἀντιπάλους. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου λοιπὸν δὲν ἐζήτησα ἢ τὰ μέσα ἵνα ἐκτιμήσω τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα, θὰ ἐκτιμήσω κατὰ πόσον εἶναι βάσιμα τὰ κατὰ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου παράπονα· ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι νὰ στιγματίσω καὶ αὖθις τὴν ἀπρεπῆ διαγωγὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τολμήσαντος νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ψευδεῖς ἐνεργείας καὶ διαθέσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε εἶχον.
§9ΓΚΙΚΑΣ. Καταγινόμεθα εἰς τοῦτο τώρα, νὰ λείψουν τὰ παράπονα, διότι ἐγενήθησαν τοιαῦτα κατὰ τοῦ διαχειριστοῦ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος οὐδέποτε μᾶς ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ διορισμοῦ του.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐγὼ ἤμην ἀπὼν ἐκ τῆς διαχειρίσεως καὶ ἀγνοῶ τὰ συμβάντα· πρὸ δέκα ἡμερῶν εἰς τὸ γραφεῖον ὁ διευθυντὴς ἠγανάκτησεν, ὅταν ἔλαβε ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτοῦν τὴν παῦσιν τοῦ διαχειριστοῦ. Ὁ διευθυντὴς μοὶ εἶπεν ὅτι ἦτο τίμιος ἄνθρωπος ὁ διαχειριστὴς καὶ ἀκέραιος εἰς τὰς δοσοληψίας του, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ὑπακούσωσιν ἀμέσως εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον δὲν ἔχουσι τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον, καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν προθεσμίαν, μέχρις ὅτου εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Μπασιᾶς, ἂν ἐγὼ ἔκαμα ποτὲ λόγον περὶ διορισμοῦ.
§13ΜΠΑΣΙΑΣ. Οὐδέποτε.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ αὖθις λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐπερώτησίν μου, τὴν ὁποίαν κατέθεσα στερεότυπον, διότι φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὰς ἀναμορφωτικὰς ἐνεργείας τῶν ἐπαγγελλομένων τοιαύτας, ἀπροκαλύπτως πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν δύο κυριωτέρων βάσεων, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζει ἡ πολιτικὴ οἰκονομία, τῆς ἐργασίας δηλονότι καὶ τῆς συγκοινωνίας. Πρόκειται περὶ τῆς ἐθνικῆς συγκοινωνίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1) Ἂν ἐγένοντο μελέται περὶ κατασκευαστέων σιδηροδρόμων ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ μηχανικῶν, διατελούντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. 2) Ἂν περὶ τῶν μελετῶν τούτων ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις καὶ σχεδιαγραφήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. 3) Ἂν ἀπεστάλησαν παρὰ ξένων ἑταιριῶν ἢ κεφαλαιούχων εἰς Ἑλλάδα μηχανικοὶ εἰς διεξαγωγὴν μελετῶν περὶ κατασκευαστέων σιδηροδρόμων, ἢ εἰς ἔλεγχον τῶν μελετῶν τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μηχανικῶν. 4) Ἂν διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀναδοχῆς τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρόμων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν προτάσεις, καὶ 5) Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρίαν τινὰ ἢ εἰς ἑταιρίας τοὺς σιδηροδρόμους ἰδίως Ἀθηνῶν–Λαρίσσης–Μύλων–Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν. «Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως περὶ τούτων ἁπάντων ἀπαντήσῃ, καταθέσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐκθέσεις, τὰ σχεδιαγραφήματα καὶ τὴν ἀλληλογραφίαν. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει μοὶ ἀπαντήσει μὲ ὅλα τὰ ἀρτίκολα.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ ὅλα τὰ ἀρτίκολα περὶ τούτων καὶ ἄλλοτε σᾶς ὡμιλήσαμεν. Τὰ ὑποβάλλομεν ἐκ νέου, διότι τότε τὰ ἐπήρατε διὰ παραμύθια.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Τὰ ἔργα εἶναι ἡ ἀψευδὴς μελέτη. Ἡ Μεσσηνία, ἡ ὁποία πάντοτε συνεισέφερεν ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους ἁδρῶς, καὶ ἥτις θὰ δώσῃ γραμμὴν σιδηροδρόμων ἄνευ κόπου καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, παραμελεῖται. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔχωμεν ἐκλογικὸν σύστημα μεγάλης περιφερείας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἀξιώσεις πρέπει νὰ συναποτελέσωμεν τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους, διότι ἄνευ συγκοινωνίας εἶναι μῦθοι ὅσα ἐνταῦθα λέγομεν. Ἀναμένω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου λίαν προσεχῶς.
§18ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1) Πίνακα ἐμφαίνοντα τὰ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῆς ὁδοποιΐας εἰσπραχθέντα χρηματικὰ ποσὰ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας· τὰ δαπανηθέντα ἐξ αὐτῶν εἰς κατασκευὴν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ ποίων ὀνομαστὶ, καὶ τὰ μένοντα διαθέσιμα κεφάλαια ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας διὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, ὡς καὶ ἐκείνην τῆς Πυλίας. 2) Ὁμοίως πίνακας δι’ ἕκαστον τῶν δήμων τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, ὡς καὶ τῆς Πυλίας. Παρακαλεῖται προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ ἐθνικῆς ὁδοῦ· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν παρουσιάζονται ἀνυπέρβλητα προσκόμματα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, διατὶ δὲν λαμβάνει πρόνοιαν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κυπαρισσίας γεφύρας, ἧς ἡ κατασκευὴ ἤρξατο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1881, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὁποίας πνίγονται κατ’ ἔτος οὐχὶ ὀλίγοι. Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διατὶ δὲν ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὸ μικρὸν τεμάχιον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ ἀπὸ Γαργαλιάνων εἰς Λιγούδιστα, ἤτοι τὸ ἀπὸ Ἀγορέλιτσα εἰς Λιγούδιστα, ἀποστάσεως ἡμισείας ὥρας σχεδόν· ἡ κατασκευὴ τοῦ τεμαχίου αὐτοῦ θὰ συνδέσῃ ὅλας τὰς πόλεις τῆς Τριφυλίας ὡς καὶ τὴν Πυλίαν. Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λιγουδίστης εἰς Γιάλοβα, καὶ διατὶ δὲν ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὸ τεμάχιον τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἀπὸ Γιάλοβας εἰς Πύλον, ὅπως συνδεθῶσιν αἱ δύο ἐπαρχίαι Τριφυλίας καὶ Πυλίας. Ἐπίσης παρακαλεῖται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς ἀπὸ Λιγουδίστης μέχρι τοῦ χωρίου Μίσχα τοῦ δήμου Βουφράδος τῆς Πυλίας ἐμελετήθη, ἐὰν ἐγένετο ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτῆς καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνῆλθεν ἢ θ’ ἀνέλθῃ. Ἡ ὁδὸς αὕτη θὰ συγκοινωνήσῃ τὸν δῆμον Βουφράδος μὲ τὰς ἐπαρχίας Μεσσήνης, Πυλίας καὶ Τριφυλίας.
§19ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Περὶ ὅλων αὐτῶν ἠρώτησα ἐγὼ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ οὐδὲν θέλει ν’ ἀπαντήσῃ· ὥστε ματαιοπονεῖτε καὶ σεῖς.
§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μελιγαλᾶ εἶχεν ἐκτεθῆ τῇ 18 Ἀπριλίου 1885 εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω πῶς τότε ὡς ἐκ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐγκατελείφθη. Ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δημοπρασία. Τὸν χειμῶνα δὲ δὲν δύνανται οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Κυνουρίας, Μεσσήνης, Μεγαλοπόλεως, Γορτυνίας καὶ Τριφυλίας καὶ ἄλλων νὰ συγκοινωνήσωσι μὲ τὸν πλησιέστερον λιμένα πρὸς τὴν δυτικὴν θάλασσαν, ἤτοι τὴν Κυπαρισσίαν, διὰ τὴν ἔλλειψιν γεφύρας. Ἤρξατο ἡ κατασκευὴ γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κυπαρισσίας ἀπὸ τὰ 1881 καὶ ἐσταμάτησεν ἔκτοτε· αἱ βάσεις δὲ αὐτῆς κινδυνεύουν νὰ παρασυρθῶσιν ὑπὸ τῆς βίας τοῦ ῥεύματος καὶ θὰ ζημιωθῇ τὸ Ἔθνος, ἐὰν δὲν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευή. Μὲ 50 χιλιάδας δραχμῶν δύνανται τὰ ἔργα ταῦτα νὰ προχωρήσουν ἐφέτος σπουδαίως.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἐρευνήσω καὶ σᾶς ἀπαντῶ.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ 1858 καταστραφείσης τῆς Κορίνθου ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἀπεφασίσθη διὰ Νόμου συνοικισμὸς εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον, ἐκεῖ ὅπου νῦν εἶναι ἡ πόλις Κορίνθου. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐγένοντο πολλαὶ καὶ διάφοραι παραχωρήσεις εἰς τοὺς κατοίκους τοὺς παθόντας, καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συνοικισθῶσιν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. Ἐδόθη προθεσμία τις καὶ ἐκανονίσθη καὶ ἡ ἀξία τῆς οἰκοδομῆς, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ὤφειλε νὰ ἐγείρῃ, ἀλλ’ ἐπὶ πενταετίαν δὲν ἐπετεύχθη ὁ ἀγαθὸς σκοπὸς τοῦ συνοικισμοῦ, καὶ ἐδόθη διὰ νέου νόμου νέα προθεσμία, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ παρῆλθε χωρὶς νὰ συντελεσθῇ ὁ ἀποφασισθεὶς συνοικισμὸς κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τε πολιτείας καὶ τῶν κατοίκων. Κατὰ τὰ 1885 ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔφερε νόμον περὶ διαθέσεως τῶν διαθεσίμων οἰκοπέδων, καὶ ἐν ἄρθρῳ 4 ἐπέτρεψεν εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κατόχων, οἵτινες ἀνήγειρον οἰκοδομὰς πλέον τῶν χιλίων δραχμῶν, νὰ γίνωσι κύριοι, ὅταν δηλώσωσι τὴν ἔκτασιν καὶ τὰ ὅρια τοῦ γηπέδου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1886. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ἐπέτυχεν ἐντελῶς, διότι πολλὰ οἰκόπεδα κατεχόμενα δὲν εἶχον οἰκοδομὰς ἀξίας χιλίων δραχμῶν καὶ ἄλλα οἰκοδομήσιμα δὲν εἶχον διόλου οἰκοδομὰς, δι’ ἔλλειψιν ἀδείας τῆς Ἀρχῆς. Νομίζω, ὅτι καὶ λόγῳ φιλανθρωπίας καὶ διότι συντελεῖ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συνοικισμοῦ εἶναι δίκαιον ἵνα ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη οἱ ὁποῖοι κατέχουσι μὲν διαθέσιμα οἰκόπεδα, δὲν ἐπέτρεψαν ὅμως εἰς αὐτοὺς αἱ περιστάσεις, νὰ ἐγείρωσιν οἰκοδομήν τινα ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ Δημοσίου, ὁριζομένῃ κατ’ ἐκτίμησιν καὶ πληρωτέᾳ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ φθαρτῶν κτημάτων νόμου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ ἐγγραφὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΣΑΚΚΗΣ. Εἶχον ὑποσχεθῆ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἤθελον ὑποδείξει ἐγκλήματα διαπραχθέντα κατὰ τὴν διανομὴν τῆς ξυλείας εἰς τοὺς ἐκ σεισμοῦ παθόντας. Τὴν ὑπόσχεσίν μου ταύτην, ἣν εἶχον δώσει καὶ εἰς τοὺς τῆς Κορώνης ἐκλογεῖς μου, ἐκπληρῶ ἤδη. Τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δὲν εἶναι κοινὰ, καθόσον πρόκειται περὶ νοσφίσεως χρημάτων δοθέντων λόγῳ φιλανθρωπίας, οἱ δὲ τοιοῦτοι ἐγκληματίαι δὲν εἶναι καταχρασταὶ, εἶναι ἱερόσυλοι. Ἐγκλήματα τοιαῦτα, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ἐσημείωσα καὶ θέλω δώσει τὴν σημείωσιν ταύτην ἁρμοδίως. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως ὅτι ἅμα τῷ ἀκούσματι τῶν δυστυχημάτων ἐκείνων ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς ἔσπευσεν ἵνα ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας καὶ ἔπραξε κατὰ τὸ δυνατὸν, καὶ πρὸς τοῦτο μετέβησαν τῇ ἐντολῇ αὐτῆς δύο ὑπουργοὶ εἰς τὰ παθόντα μέρη, καὶ ἐξήτασαν τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς καὶ προσεπάθησαν ἵνα ἐνθαῤῥύνωσι καὶ βοηθήσωσι κατὰ τὸ δυνατὸν τοὺς δυστυχήσαντας. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ ἐκ τῶν μᾶλλον εὐϋπολήπτων πολιτῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται παντοῦ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ πρὸ πάντων ἐν Κορώνῃ. Ἐκεῖ παρόντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας συνεστήθη ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐξ εὐϋπολήπτων πολιτῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς τινῶν ἐξ αὐτῶν μὴ ἐκπληρωσάντων ὡς ἔδει τὸ καθῆκόν των, μάλιστα δὲ ἓν τῶν μελῶν της ἐτόλμησε νὰ ἁρπάσῃ ἱκανὸν ποσὸν ξυλείας καὶ ἀφαιρέσῃ αὐτὴν ἀπὸ τοὺς δυστυχοῦντας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὗρε τὰ παράπονα τὰ ὡς ἐκ τούτου προκληθέντα πολὺ δίκαια καὶ ἐφρόντισε νὰ ἐξομαλύνῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς μόλις ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐπανελήφθησαν τὰ ἴδια. Ὁ κ. Περικλῆς Σάκκης, ὁ καὶ πατήρ μου, ἐξέθεσε τηλεγραφικῶς τὰς καταχρήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ λαβὸν τὴν ἔκθεσίν του ὑπ’ ὄψιν, ἀπέστειλε τὸν κ. νομάρχην Γονατᾶν εἰς Κορώνην, ὅστις ἀντιληφθεὶς ἰδίοις αἰσθήσεσι τὰ γενόμενα ἔπεμψεν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἀπελύθη ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀντικατασταθεῖσα δι’ ὑπαλλήλων διαμενόντων ἐν τῷ τόπῳ. Παράπονα ἠγέρθησαν καὶ κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι καὶ οὗτοι ὡς ἄνθρωποι πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ τόπου ἠναγκάζοντο νὰ παρεκτρέπωνται ἐνίοτε, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς καταχρήσεις, ἐκτὸς τοῦ ἐργοδηγοῦ Μουντζουρίδου ὅστις, ὡς λέγουν, κατεχράσθη καὶ καθ’ οὗ ἐδόθησαν καὶ καταγγελίαι, δυστυχῶς μὴ ἐνεργηθεῖσαι ἔτι. Ἐζητήθη νὰ κατασχεθῶσιν αἱ ἀποδείξεις, αἱ διδόμεναι ὑπὸ τῶν πολιτῶν τῶν λαμβανόντων ξυλίαν, διότι διὰ τῆς κατασχέσεως τῶν ἀποδείξεων θὰ ἀποδεικνύετο, ὅτι ἐγένετο 20 χιλιάδων δραχμῶν κατάχρησις· ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο. Ἴσως τὰ παράπονα ταῦτα θὰ ἦσαν ὀλίγα, ἂν δὲν προέβαινον εἰς τὴν ἀντικατάστασιν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν διώριζον ἀντ’ αὐτῶν πρόσωπα στενοτάτην συγγένειαν ἔχοντα μὲ πολιτευόμενον ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἅτινα ὑπέσχοντο ξυλείαν μόνον εἰς τοὺς ὑπερψηφίσοντας τὸν συγγενῆ των ὑποψήφιον. Κατ’ αἴτησιν δὲ τῆς τελευταίας ταύτης Ἐπιτροπῆς ἐστάλη ὑπὸ τῆς κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς ξυλεία, ἡ ὁποία διενεμήθη κατὰ τὸ ἥμισυ, τῆς ὑποληφθείσης χρησιμευσάσης διὰ τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην· καὶ ἂν γείνῃ ἔρευνα, καὶ σήμερον ἔτι θὰ εὑρεθῶσιν, ὡς εἶμαι πεπεισμένος, αἱ ἀποθῆκαι τῶν κυρίων αὐτῶν πεπληρωμέναι ξυλείας προωρισμένης διὰ τοὺς δυστυχεῖς. Ἐξ ἰδίας δὲ ἀντιλήψεως γνωρίζω τὴν ἑξῆς κατάχρησιν. Κύριός τις, ὅστις ἀποτελεῖ μέλος τῆς τελευταίας ταύτης Ἐπιτροπῆς, μεταβὰς εἰς Πύλον παρέλαβε 33 κιβώτια καρφικῆς, ζυγίζοντα 160 ὀκ. ἕκαστον, ἀλλ’ ἐν τῇ διασαφήσει εἶχε σημειωθῆ, ὅτι ἐζύγιζε 70· τοῦτο παρετήρησεν ὁ μηχανικὸς κ. Τζουρᾶς, καὶ δι’ ἐγγράφου του σταλέντος πρὸς τὸν Δήμαρχον ἐδήλωσε τοῦτο καὶ τῷ παρήγγειλε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα προλαμβάνων οὕτω ζημίαν χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐνεχειρίσθη ἁρμοδίως, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη. Μετὰ δὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς προηγουμένης Ἐπιτροπῆς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν τελευταίαν Ἐπιτροπὴν ὡς μέλος ὁ παραλαβὼν τὴν καρφικὴν ταύτην, καὶ ὅστις εὐηρεστήθη νὰ διανείμῃ 8 κιβώτια μόνον, τὰ δὲ λοιπὰ κατεχράσθη. Γνωρίζω δὲ, ὅτι εἷς πλοίαρχος, πρὸς ὃν ἀπετάθησαν, δὲν ἤθελε νὰ παραλάβῃ τὰ κιβώτια ταῦτα εἰς τὸ πλοῖόν του, ὅπως τὰ μεταφέρῃ δι’ αὐτοῦ ἀλλαχοῦ, προφασισθεὶς, ὅτι τὸ κύτος τοῦ πλοίου του ἦτο πλῆρες. Περαίνων τὸν λόγον παρακαλῶ, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διατὶ δὲν ἀπεστάλησαν βοηθήματα εἰς πολλὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὡς εἰς τὸ Ζευγολατιὸ, εἰς χωρία τινὰ τοῦ δήμου Ἀριστομένους κτλ., διατὶ δὲν ἀπεστάλησαν βοηθήματα εἰς Ὀλυμπίαν, ὡς εἰς Κακόβατο, τὸ ὁποῖον ἐντελῶς κατεστράφη! Παρακαλῶ ὡσαύτως νὰ σταλοῦν βοηθήματα εἰς ὅσους δὲν ἔλαβον ἐκ τῶν παθόντων ἀπόρων διότι ἦσαν τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς μερίδος· τέλος δὲ θὰ παρακαλέσω νὰ χορηγηθῇ βοήθειά τις καὶ εἰς τοὺς καταστραφέντας κατοίκους τοῦ χωρίου Καστελίων, τοὺς μὴ λαβόντας τοιαύτην, ἵνα ἀνακουφίσωσι τὰς δαπάνας, ἃς θὰ ποιήσωσι διὰ τὴν ἀνέγερσιν οἰκιῶν εἰς τὸν νέον αὐτῶν συνοικισμόν. Αἱ παρακλήσεις αὗται ἐλπίζω ὅτι θέλουσιν εἰσακουσθῆ, καθόσον ὑπάρχουσι δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν βοήθειαν καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τοιαύτης.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρώτη καὶ οὐσιώδης πλάνη τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶναι ὅτι ὁ κ. Καράπαυλος δὲν ἦτο βουλευτὴς κατὰ τοὺς σεισμούς. Ὁ κ. Καράπαυλος ἐξελέγη βουλευτὴς τὴν 20 Ἰουλίου, οἱ δὲ σεισμοὶ ἐνέσκηψαν τῇ 15 Αὐγούστου· ὥστε ὁ κύριος Καράπαυλος ἦτο βουλευτὴς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τούτου δεδομένου, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ λοιπά. Ὅτι δὲ ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο δύναται ὁ ἴδιος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ μαρτυρήσῃ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς Καλαμῶν καὶ Κυπαρισσίας ἵνα ἐνεργήσωσι τὰς ἀπαιτουμένας ἀνακρίσεις δραστηρίως, σχετικῶς ταῖς καταγγελίαις ἐπὶ τῇ διαχειρίσει τῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τῶν ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ παθόντων. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποῖον ποσὸν εἰσεπράχθη ἐκ τῶν εἰσφορῶν τούτων, εἰς ποῖον μέρος ἐστάλησαν τοιαῦται καὶ εἰς ποίου εἴδους ὑλικὸν, καὶ τὸ οὐσιωδέστερον ἂν ἐστάλησαν χρήματα ἐκ τῶν εἰσφορῶν τούτων πρὸς διανομὴν τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὁποίου ποσοῦ, πότε καὶ πρὸς ποίους, διότι ἔχομεν πληροφορίας ὅτι ἐστάλησαν ἐπιταγαὶ καὶ εἰς πρόσωπα στενῶς συγγενικὰ πολιτευομένων ἐν Πυλίᾳ κατὰ τὴν ἄνω ῥηθεῖσαν ἐποχήν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπω περὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Πύλῳ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὁ κύριος Κουλάκος εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ὁ τιμιώτερος καὶ ἀκεραιότερος ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης· ἴσως μάλιστα καὶ αὐστηρότερος τοῦ δέοντος περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς ἀνατεθειμένης αὐτῷ ὑπηρεσίας· λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔφερεν ὑπαινιγμοὺς περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἀνεξετάστως.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ τὸ τηλεγράφημα καὶ τὴν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Κουλάκου.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδὲν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, οὔτε δύναμαι νὰ βεβαιώσω περὶ τῶν γενομένων καταχρήσεων κατὰ τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ λέγονται πολλὰ, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τοῦτο καὶ ζητήσῃ αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν καὶ ἐξέτασιν. Πρὸς τοῦτο καταθέτω καὶ ἐπιστολὴν, ἥτις δίδει νίξεις τινὰς καὶ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Ἐπειδὴ δὲ καθ’ ἣν ἐποχὴν συνέβησαν οἱ σεισμοὶ ἀντεπροσώπευον τὴν μᾶλλον παθοῦσαν ἐπαρχίαν τοῦ νομοῦ, καὶ κατῴκουν ἐν τῇ πόλει, ἔνθα συνέβησαν αἱ μεγαλείτεραι καταστροφαὶ, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Τριφυλλίας καὶ ὅλου τοῦ Νομοῦ διὰ τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐπὶ τῷ δυστυχήματι ἡμῶν, καὶ πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ φιλανθρώπους διὰ τὴν προθυμίαν μετὰ τῆς ὁποίας συνεισέφερον διάφορα χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀπορωτέρων· ὀφείλω δὲ νὰ εὐχαριστήσω καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν μεθ’ ἧς εἰργάσθησαν πρὸς συνδρομὴν τῶν παθόντων· θέλω δὲ εὐχαριστηθῆ μεγάλως, ἐὰν τὰ μέλη ταῦτα συνδράμωσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀνακαλυφθῶσιν αἱ τυχὸν γενόμεναι καταχρήσεις, χωρὶς νὰ ἀναχαιτισθῶσιν ἀπὸ τὴν πεπλανημένην ἰδέαν ὅτι ἡ ἀνακάλυψις ἐνδέχεται νὰ βλάψῃ διὰ τὸ μέλλον. Αἱ καταχρήσεις δὲν ἔλλειψαν ἀπὸ καμμίαν ἐποχὴν καὶ ἀπὸ καμμίαν κοινωνίαν, ἀλλὰ τὸ κακὸν ηὔξησεν εἰς ὅσα μέρη δὲν τὰς κατεδίωξαν οἱ ἄνθρωποι· ἀπεναντίας, μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία ὅτι τὸ κακὸν ἔλειψεν ὅπου ἀνηλεῶς κατεδιώχθησαν οἱ καταχρασταί. Ἡ συμφορὰ, ἡ ἐνσκήψασα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς καὶ ὅστις δὲν ἐπεσκέφθη μετὰ τὸν σεισμὸν τὴν ἐπαρχίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ ἰδέαν περὶ τοῦ μεγέθους τῆς καταστροφῆς. Τοῦτο τὸ ἐβεβαίωσεν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐπισκεφθεὶς εἴκοσι ἡμέρας μετὰ τὴν καταστροφὴν τὰ Φιλιατρὰ μοὶ εἶπεν ὅτι οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι τὸ δυστύχημα εἶναι τόσον μέγα ὅσον ἤδη βλέπω. Ἐγὼ αὐτὸς, ὅστις εὑρεθεὶς ἐκεῖ καὶ διαμένων ἐν τῇ ἐξοχῇ, ὑπέστην ὅλον τὸν τρόμον καὶ τὴν ἀγωνίαν, καθ’ ὃ εὑρισκόμενος εἰς οἰκίαν ἀνώγαιον, ἀφ’ ἧς δὲν ἠδυνήθην νὰ κατέλθω, εἰμὴ ἀφοῦ ἔπαυσεν ὁ σεισμὸς, ἔμενον ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸ ὕπεθρον, καὶ μέχρι τῆς πρωΐας ἤρχοντο εἰς τὸ κτῆμά μου διάφοροι ἄνθρωποι ἀπὸ ἄλλα μέρη τῆς ἐξοχῆς καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸ μὲν διὰ νὰ πληροφορηθῶσι περὶ ἡμῶν, τὸ δὲ νὰ μᾶς πληροφορήσωσι τί συνέβη εἰς τὰ πέριξ. Λίαν πρωῒ ἱππεύσας μετέβαινον εἰς τὴν πόλιν. Καθ’ ὁδὸν δὲ ἀπήντησα διάφορα πρόσωπα παρ’ ὧν ἐμάνθανον τὰ συμβάντα, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶδον, ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν πόλιν. Ὅλαι αἱ ἀνώγαιαι οἰκίαι εἶχον καταστραφῆ, καὶ ἄλλαι μὲν εἶχον καταπέσει, ἄλλαι δὲ ἦσαν ἑτοιμόῤῥοποι. Εἰς αὐτὴν δὲ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ πλεῖστα τῶν χαμωγαίων· ὅλαι αἱ ὁδοὶ εἶχον ἀποφραχθῆ ἀπὸ λίθους, κεράμους, τοῦβλα, καὶ ξύλα, εἰς τρόπον ὥστε ἐδέησε νὰ κάμω διαφόρους περιδρόμους καὶ νὰ πεζεύσω διὰ νὰ φθάσω μέχρι τῆς πλατείας, διασκελίζων τὰ ἐρείπια. Ἐκεῖ ἦσαν συνηγμένοι πολλοὶ καὶ διηγεῖτο ἕκαστος τὰς παραδοξοτέρας συμπτώσεις τῆς δυστυχίας εἰς τὰς ὁποίας ἀπέδιδε τὴν σωτηρίαν του. Ἐκεῖ ἀνέφερον ὀνομαστὶ τοὺς φονευθέντας καὶ πληγωθέντας, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐξακριβωθῆ· ἔσπευσα νὰ ἐπισκεφθῶ φιλικὴν οἰκογένειαν, περὶ ἧς μοὶ εἶπον, ὅτι κατεπλακώθη, εὗρον δὲ νεκροὺς τὴν σύζυγον καὶ 5 τέκνα, βαρέως δὲ πληγωμένους τὸν σύζυγον, τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ μίαν ἀδελφὴν, ἥτις κατόπιν ἀπέθανε. Μετ’ ὀλίγον μετεκομίσθησαν ἐπὶ κάῤῥου ἐκ τῆς ἐξοχῆς 10 πτώματα μιᾶς οἰκογενείας, ἥτις κατεπλακώθη ὁλόκληρος, ἔπειτα δὲ ἄλλο κάῤῥον μετέφερεν 8 πτώματα· εἰς 86 ἀνῆλθον οἱ φονευθέντες, εἰς 200 δὲ καὶ ἐπέκεινα οἱ πληγωθέντες, ἐξ ὧν ὀλίγοι ἀπέθανον χάρις εἰς τὴν φροντίδα τῶν ἐγχωρίων ἰατρῶν καὶ τὴν προθυμίαν τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις. Αἱ ὑλικαὶ ζημίαι εἶναι ἀνυπολόγιστοι, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκ 1500 οἰκιῶν, αἵτινες ὑπῆρχον ἐν τῇ πόλει καὶ τῇ ἐξοχῇ, 100–150 μόνον ἀπέμειναν ἀβλαβεῖς· ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἢ κατέπεσαν ἢ κατέστησαν ἑτοιμόῤῥοποι, καὶ ἐδαπάνησαν οἱ ἰδιοκτῆται διὰ νὰ τὰς κρημνίσωσιν. Ἄπειρα ἔπιπλα καὶ σκεύη κατεστράφησαν, δοχεῖα πλήρη οἴνου καὶ ἐλαίου συνετρίβησαν καὶ μεγάλη ποσότης σταφιδοκάρπου κατεπλακώθη. Ἀπέναντι τοιούτων ἀνυπολογίστων ζημιῶν ἐννοεῖται, ὅτι αἱ συνδρομαὶ, αἵτινες καὶ ἐχορηγήθησαν εἴς τινας ἀπόρους, δὲν ἦτον ἢ σταγὼν ὕδατος ἐν τῷ ὠκεανῷ, διότι δὲν ἐδόθη εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν εἰμὴ μόνον ξυλεία ἀξίας 100 μέχρι 300 δραχμῶν· εἰρήσθω δὲ ἐν παρόδῳ, ὅτι καὶ ἡ χορήγησις αὕτη, ἥτις ἀνεκούφισεν ὁπωσδήποτε τοὺς λαβόντας, ἐζημίωσε τοὺς μὴ λαβόντας, διότι τὸ ἐμπόριον ἔπαυσε τὰς προμηθείας του καὶ δὲν ἔφερε ξυλείαν, ἑπομένως οἱ ἄλλοι ἠναγκάζοντο νὰ τὴν ἀγοράζωσιν εἰς ἀνωτέραν τιμήν. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε διὰ τῆς συνδρομῆς ταύτης ἀνεκουφίσθησαν πολλοὶ παθόντες, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς ἐκείνους, οἵτινες συνεισέφεραν. Καθῆκον ἔχει ἤδη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τιμωρήσῃ τὰς καταχρήσεις, διότι ἀφοῦ οἱ φιλάνθρωποι ἐκ τοῦ ὑστερήματός των ἴσως ἔδωκαν χρήματα, εἶναι πολὺ ἄδικον νὰ τὰ σφετερισθῶσιν οἱ καταχρασταί.
§30ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πάνυ δικαίως ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσηνίας βουλευτὴς ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτοῦ εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου διὰ τὰς συνδρομὰς, ἃς ἐχορήγησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· ἀλλ’ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὑμεῖς ὡς καταγόμενοι ἐξ ἐπαρχίας ἐπίσης παθούσης ὡς ἡ Τριφυλία κατὰ τοὺς σεισμοὺς τῆς 15 Αὐγούστου π. ἔ. δὲν εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς εἰς τὴν αὐτὴν μετ’ αὐτοῦ εὐχάριστον θέσιν, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ τόπου, καθόσον οὐδεμία ἐλήφθη περὶ τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν πρόνοια, οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦλθεν εἰς Πύργον μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ σεισμοῦ. Ὧν τότε Δήμαρχος, ἔσπευσα κατὰ καθῆκον νὰ ποιήσω εἰς αὐτὸν τὴν τυπικὴν ἐπίσκεψιν καὶ διὰ νὰ ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον τυπικὸν, καὶ διὰ νὰ παραστήσω πρὸς αὐτὸν τίνας ἔχουσιν οἱ παθόντες ἀνάγκας· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποδεχόμενός με συνεχάρη μοι, διότι δὲν κατεστράφημεν ἐξ ὁλοκλήρου ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ. Εἶπα εἰς αὐτὸν ὅτι αἱ καταστροφαὶ εἶναι μεγάλαι καὶ ἰδίως ὑπάρχουν ἄποροί τινες ἄνθρωποι, οἵτινες καταστραφέντες ἐκ τῶν σεισμῶν πεινοῦν ἤδη καὶ γυμνητεύουν, καὶ εἶναι δίκαιον καὶ σκηναί τινες νὰ σταλῶσι καὶ ἄλλα βοηθήματα, διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς πρώτας αὐτῶν ἀνάγκας· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἔπραξε καὶ οὐδὲν ἐσύστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως πράξῃ· λαβὼν ὅμως ἀπολαυστικὸν πρόγευμα ἀνεχώρησε μεθ’ ὅλου τοῦ ἐπιτελείου του εἰς Ἀθήνας. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς ὑμᾶς ὡς Ἠλεῖον, οὔτε εἰς ἐμὲ, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν αὐτὴν μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος εὐγνωμοσύνην μας, ἐκ τοὐναντίου μάλιστα ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀνάρμοστον τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις διὰ ψευδοῦς παραστάσεως τῶν πραγματικῶν καταστροφῶν τοῦ τόπου μας ἐμπόδισε τὴν Κεντρικὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας συμπολίτας μας.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτε μετέβην ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπισκεφθῶ τὰ παθόντα ἐκ τοῦ σεισμοῦ μέρη, ἐζήτησα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ἀπεστάλησαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν παθόντων μερῶν, καὶ μοὶ ἔστειλε ταῦτα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυπαρισσίας, ἀφ’ ἧς ἤρχισα τὴν ἐπίσκεψιν, εὗρον ἀληθῶς τὴν καταστροφὴν πολὺ ἀνωτέραν τῶν ἐν τοῖς ἐγγράφοις. Εὑρέθην ἐν πολλῇ δυσκολίᾳ κατ’ ἀρχὰς τοῦ νὰ παράσχω πλήρη τὴν ὀφειλομένην ἐπικουρίαν εἰς τοὺς ἐκεῖ παθόντας, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἐβεβαιοῦντο ὅμοιαι καταστροφαὶ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἰδίᾳ δ’ εἰς τὴν Ἠλείαν, περὶ ἧς ἐπίσης ὤφειλον νὰ προνοήσω, ἀναλόγως τῶν ἐν τοῖς ἐκεῖθεν ἐγγράφοις παριστωμένων. Ἐπιθυμῶν δὲ νὰ μὴ λείψῃ ἡ πρόχειρος συνδρομὴ καὶ ἀνακούφισις πρὸς πάσας τὰς παθούσας ἐπαρχίας, ἀπεφάσισα καὶ διέθεσα πάσας σχεδὸν τὰς σκηνὰς ὑπὲρ τῶν πρὸ πολλοῦ ἀστέγων τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, ἐτηλεγράφησα δὲ ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐκ Λευκάδος μεταφορὰ καὶ ἄλλων σκηνῶν διὰ τὴν Ἠλείαν, ἃς νὰ εὕρω εἰς Κατάκωλον, ὅταν ἐκεῖ φθάσω. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε καὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσίν μου τὰ ζητηθέντα μέσα. Ὅτε ὅμως μετέβην εἰς Κατάκωλον, τὸ ὁποῖον τὰ ὑπ’ ὄψιν μου ἔγγραφα παρίστων ὡς ἐντελῶς κατερειπωθὲν, εἶδον μὲν ὅτι πολλαὶ οἰκίαι ἐῤῥάγησαν, καὶ πολλαὶ ζημίαι ἐπῆλθον, ἀλλ’ οὐδένα εὗρον ἄστεγον καὶ οὐδεμίαν ἐχρειάσθη νὰ διαθέσω σκηνήν. Καὶ ὅταν δὲ ἀνέβην εἰς Πύργον εὗρον μὲν ἀληθῶς, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. πρῴην δήμαρχος Λετρίνων, ζημίας καὶ καταστροφὰς, ἀλλὰ πολὺ ὑποδεεστέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας παρίστων τὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθέντα ἔγγραφα, ἠρεύνησα δὲ καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν παθόντων ἔμεινεν ἄνευ στέγης. Πρώτιστον καὶ κύριον καθῆκον ἔχων νὰ παράσχω στέγην εἰς τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ βιοῦντας, οὐδεμίαν εἶχον εὐτυχῶς ἀφορμὴν νὰ ἐκτελέσω ἐν Πύργῳ τοιοῦτον καθῆκον· οὐδεὶς, ὡς προεῖπον, εἶχεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διανυκτερεύσῃ ἐν ὑπαίθρῳ, καθόσον ἡ φιλανθρωπία, ἥτις χαρακτηρίζει τὸν τόπον, εἶχεν ὠθήσει τοὺς γείτονας τῶν παθόντων, οἵτινες γείτονες δὲν εἶχον πάθει τι, νὰ προσφέρωσι τὴν στέγην εἰς τοὺς παθόντας. Ἔλειπε λοιπὸν ἡ ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ δοθῶσι σκηναὶ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ κ. δήμαρχος Λετρίνων καὶ πολλοὶ ἄλλοι μοὶ παρέστησαν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκαταστήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀκέραιον τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὁμολογουμένως πολλοὶ εἶχον ὑποστῆ, καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποκαταστήσῃ καὶ τὰς ζημίας τούτων χωρὶς νὰ χάσωσί τι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ σκοπὸς ὅμως τῆς μεταβάσεώς μου ἦτο νὰ παράσχω τὴν πρώτην ἀνακούφισιν, τὴν πρώτην παραμυθίαν, καὶ νὰ φροντίσω ἵνα αὕτη παρασχεθῇ ἐν ἀμεροληψίᾳ καὶ εὐθύτητι, προλαμβανομένης πάσης καταχρήσεως, ὅπερ καὶ ἔπραξα καὶ ἐφρόντισα νὰ ἐξασφαλίσω. Δὲν ἦτο δυστυχῶς δυνατὸν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἀποκαταστήσωσι τὰς διαφόρους ἄλλας ζημίας, καὶ ἐὰν εἶχέ τις περιουσίαν 15 χιλιάδων δραχμῶν καὶ αὕτη ἐμειώθη ἐκ τοῦ σεισμοῦ εἰς 3 χιλιάδας, νὰ δώσωμεν αὐτῷ τὰς 12,000. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες καὶ χριστιανοὶ, ὡρίσθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παράσχωμεν στέγην καὶ καὶ ἄρτον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τοῦ σεισμοῦ ἀμφοτέρων ἐστερήθησαν.
§32ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεκόμισε καλὰς ἰδέας περὶ τῆς φιλοξενίας τῆς Ἠλείας κατὰ τὴν ἐκεῖ διαμονήν του. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ Ἠλεῖοι εἶναι φιλόξενοι καὶ φιλάνθρωποι, διότι τοῦτο πολλάκις ἀπέδειξαν καὶ πολλάκις γεναίως συνεισέφερον διὰ καταστροφὰς γενομένας ἐκ θεομηνιῶν εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ὅταν μετέβη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς Πύργον, εἶχεν ἄλλην ἐντολήν. Δὲν εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ φιλόξενα τῆς Ἠλείας αἰσθήματα, ἀλλὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὰς γενομένας καταστροφὰς καὶ νὰ βοηθήσῃ τοὺς παθόντας. Ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξε καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ὅπως ψέξω τὴν ἀμέλειαν καὶ τὴν ἀκηδείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μὴ νομίζῃ δὲ οὗτος ὅτι διὰ τῶν ὡραίων λέξεων, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶπε πρὸ ἐμοῦ, θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ τὴν κακὴν ἐντύπωσιν, ἣν ἐπροξένησεν εἰς Ἠλείαν ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἠλεία δὲν εἶναι Εὐρυτανία, δὲν θέλω δὲ διὰ τῆς συγκρίσεως ταύτης νὰ κατηγορήσω τὴν ἐπαρχίαν ἐξ ἧς κατάγεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἠλεία ἀληθῶς περιέχει πλουσίους καὶ φιλανθρώπους κατοίκους δυναμένους νὰ ἀνακουφίσωσι προσωρινῶς παθόντας ἐκ θεομηνίας, ἐνῷ ἡ ἐπαρχία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πτωχὴ οὖσα δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξακολουθεῖ εἰρωνευόμενος τοὺς παθόντας ἐν Ἠλείᾳ σήμερον ἔτι, ἀλλ’ ἡ εἰρωνεία εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι ἔγκλημα. Δύνασθε, κύριοι Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, νὰ ὑβρίζητε τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς βουλευτὰς, διὰ διαφόρων τρόπων καὶ διὰ τοιχοκολλήσεως ἔτι τῶν διαλύσεων αὐτῆς εἰς τὴν ἐξώθυραν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ὑβρίζητε εἰρωνευόμενοι τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τοὺς καταστραφέντας ἐκ τῶν σεισμῶν καὶ ἐξ ἄλλων θεομηνιῶν, πρὸς οὓς δὲν ἤλθετε, ὡς ὠφείλατε, ἀρωγοὶ καὶ ἀντιλήπτορες.
§33ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι, κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες προσέφερον τὸν ὀβολόν των εἰς τοὺς ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντας, τῶν ὁποίων τὰ παθήματα λίαν σαφῶς ἐξετραγῴδησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ φίλος μου κύριος Σωτηρόπουλος. Καὶ ἐνῷ, κύριε Πρόεδρε, τόσα ἔχει νὰ εἴπῃ τις περὶ τῆς γενναιοφροσύνης καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν αἰσθημάτων τῶν συνενεγκόντων ὑπὲρ τῶν ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ παθόντων, δὲν εὑρίσκομαι ἐγὼ τουλάχιστον εἰς εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀπονείμω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν κεντρικὴν ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπὴν, πρὸς τὴν ὁποίαν μολονότι κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἐσύστησα μεγάλως, παραστήσας τὰς ἀνάγκας τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ παθόντων, μολαταῦτα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐδόθη ὄχι ξυλεία, ὄχι χρῆμα, ἀλλ’ οὔτε κἄν ὀβολός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ γνωρίζουν βεβαίως ὅτι καὶ ἡ Ὀλυμπία ἔπαθε σπουδαίως ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Ὁλόκληρον τὸ χωρίον Κακόβατος, ἡ κωμόπολις Ζαχάρω καὶ πολλὰ χωρία τῶν δήμων Σκυλοῦντος τῆς Ἀνδριτσαίνης ὑπέστησαν πολλὰς ζημίας, καὶ νομίζω δίκαιον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγός. Ὡς ἀντιπρόσωπος λοιπὸν τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας ἔχω τὸ καθῆκον νὰ κάμω τὰ παράπονα ταῦτα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ λάβῃ ἓν μέτρον ὑπὲρ τῶν παθόντων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.
§34ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Νομάρχου Μεσσήνης τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§35ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι ἡ ξυλεία δὲν συνετέλεσεν ἐν Μεσσήνῃ διὰ τὰς ἐκλογάς· δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐστάλη ξυλεία πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην ἔμπορον καὶ ἀνταποκριτὴν ἐκ μέρους τοῦ Παντιᾶ Ῥάλλη ἐκ 1500 τόνων ἀξίας 5,000 δραχμῶν. Φαντασθῆτε πῶς διενεμήθη.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διανομὴ ἐγένετο μετὰ τὴν ἐκλογήν.
§37ΣΑΚΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐδόθησαν προηγουμένως μπουλέτα εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, διὰ τοῦτο καὶ σήμερον ἔλαβον τὰς ψήφους.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κάμνομεν ὅλοι τὰ παράπονά μας, διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσιν οἱ συνεπαρχιῶταί μας· ἐὰν οὕτως ἔχῃ, τότε καὶ ἐγὼ ἔχω δίκαιον νὰ κάμω τὰ παράπονά μου περὶ τῆς Ζακύνθου, ἥτις ἐπίσης ἔπαθε καταστροφὴν, ἥτις ἀνέρχεται ἄνω τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ μηχανικοῦ, περὶ τῆς ὁποίας οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν, οὔτε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποστείλῃ βοήθειαν. Καὶ διατί συνέβη τοῦτο; διότι ἀπέναντι τῶν καταστροφῶν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἡ Ζάκυνθος ἡ Ἠλεία, αἱ Πάτραι, διότι καὶ εἰς αὐτὰς συνέβησαν καταστροφαί, ὀφείλουσι νὰ σιωπήσωσι καὶ νὰ συγχαρῶσιν ἑαυτὰς, διότι ὑπέστησαν τὴν ὀλιγωτέραν ζημίαν. Ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Ζάκυνθος, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, ἀλλ’ ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ ὁρισθεῖσαν. Ἐγὼ δὲ εἰς τοὺς παραπονεθέντας, καθόσον ἠδύνατο νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου, εἶπον νὰ σιωπήσωσι, διότι ἄλλοι ἔπαθον μεγαλειτέρας συμφοράς. Ἀλλ’ ἤκουσα νὰ ἐκφέρωνται παράπονα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι κατὰ τῶν ἀτόμων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἄφησαν τὰς ἐργασίας των, ὅτι ἐνήργησαν χάριν ἐκλογικῶν σκοπῶν. Διατί λοιπὸν δὲν ἐκάματε λόγον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐπεκυρώσατε αὐτάς; Ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ τὰ φέρητε, καὶ ὄχι, διότι ἠθέλησαν νὰ βοηθήσωσι τὴν δυστυχίαν, νὰ λέγωνται παράπονα κατ’ αὐτῶν, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἐκλογάς. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ πειραχθῶσι διὰ τοῦτο, ὥστε ἐὰν συμβῇ τοιοῦτο δυστύχημα νὰ μὴ ἔλθωσιν εἰς ἀρωγὴν, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ ἄλλοι φιλάνθρωποι θὰ συντρέξωσι καὶ θὰ βοηθήσωσι τὴν δυστυχίαν.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν ὑπαινιγμῶν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς ἐφέραμεν τὴν αἰτίασιν· ἡμεῖς ἐφέραμεν τὴν αἰτίασιν κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν τοπικῶν· ἡμεῖς τοὐναντίον, ἐκφράζομεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας, ὅτι τὸ κέντρον ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κέντρου.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμενος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς Φιλιατρὰ εἶδον ὅτι ὁ ἐρυθροῦς σταυρὸς ἔστειλε ξυλείαν καὶ φάρμακα διὰ τοὺς παθόντας· κατόπιν ἔμαθον, ὅτι καὶ ὁ πρίγκηψ Ἀλφρέδος ἔστειλε ξυλείαν καὶ σκεπάσματα· αὐτὰ δὲ ἔμενον ἐῤῥιμμένα εἰς τὴν πλατείαν τῶν Φιλιατρῶν. Ἠρώτησα πολλάκις διατί δὲν μεταχειρίζεται ταῦτα ἡ ἐπιτροπή, ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες εἶχον χάσει τὰ ἐνδύματά των καὶ ἤρχιζε νὰ τοὺς καταλαμβάνῃ τὸ ψύχος! Μοὶ ἀπήντησαν, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον ἀποστολὴν νὰ διανείμωσι μόνον τὰ παρὰ τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς ἀποστελλόμενα· ἐκ τῆς ἐπιστολῆς δὲ, τὴν ὁποίαν κατέθεσα πρὸ ὀλίγου, προκύπτει ὅτι, ἂν ὄχι ἡ ξυλεία, τὰ σκεπάσματα ὅμως μένουσιν ἀκόμη ἀδιανέμητα, μολονότι παρῆλθεν ὁλόκληρος ὁ χειμών, καὶ ἕκαστος, ὅσον πτωχὸς καὶ ἂν ἦτον ἐφρόντισε νὰ οἰκονομήσῃ ἓν σκέπασμα.
§41ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλομεν ν’ ἀναιρέσωμεν τὴν μομφήν, ὅτι δῆθεν ἐμέμφθημεν τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Σάκης εἶπεν ὅτι ἀπεστάλη πρὸς τὸν ἐν Κορώνῃ κύριον Ῥάλλην παρὰ τοῦ κυρίου Παντιᾶ Ῥάλλη ξυλεία καὶ αὐτὴ διενεμήθη κακῶς, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι πταίει ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπή, ἀλλ’ αἱ μικραὶ ἐπιτροπαί, αἵτινες ἔκαμον τὴν διανομήν· καὶ εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι ἡ ξυλεία διενεμήθη εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν διὰ μπουλέτων, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐπηρέασε διόλου τὰς ἐκλογὰς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ χωρὶς νὰ ψευσθῇ.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτε χθὲς ἐζήτουν πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤλπιζον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἤθελε λάβει ἑτέρας τοιαύτας, ἃς εἶχον ζητήσει δι’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἀκολούθως παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπληροφορήθην, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ τὸ ὅλον τῶν παρ’ ἐμοῦ ζητηθεισῶν πληροφοριῶν, καὶ πρέπει νὰ περιορίσω αὐτάς. Τοῦτο πράττων, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· ά. Κατάστασιν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1884. βʹ. Κατάστασιν τῶν καθυστερούντων τῶν χρήσεων τοῦ 1884 καὶ 1885 κατ’ ἐπαρχίαν καὶ κατ’ ἄρθρον τῶν ἐσόδων. γʹ. Κατάστασιν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 μέχρι Φεβρουαρίου 1887. δʹ. Κατάστασιν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1887 ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ 1886, τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1884 ἐκ τελωνιακῶν τελῶν, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, ἐκ τῶν διαφόρων μονοπωλίων καὶ ἐκ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων.
§43ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Καραπάνον, ὅταν ζητῇ πληροφορίας περὶ καθυστερούντων, νὰ ζητῇ νὰ προστίθηται εἰς αὐτὰς καὶ τὸ ποσὸν τῶν πληρωνομένων παρ’ ἑκάστης ἐπαρχίας.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχω ἀνάγκην πρὸς μελέτην τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Σᾶς ἐννοῶ, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ συμπληρώσητε τὴν αἴτησίν σας, διότι καθυστερούμενα θὰ ὑπάρχωσι περισσότερα ἀπ’ ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι νὰ καταβάλλωσι δημοσίας προσόδους.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δύνασθε καὶ σεῖς νὰ ζητήσητε τὰς πληροφορίας ταύτας. Συνάμα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν. ά. Κατάστασιν τῶν δαπανῶν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τῶν ἔργων δι’ ἃ ἐγένοντο αὗται κατὰ τὸ 1884, 1885 καὶ 1886. βʹ. Κατάστασιν τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἑκάστου τῶν δήμων τοῦ Βασιλείου διὰ τὸ 1886. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. αʹ. Κατάστασιν τῆς περιουσίας ἑκάστης τῶν ἐν τῷ Κράτει Μονῶν καὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν. βʹ. Πίνακα τῆς διανομῆς τοῦ ψηφισθέντος ποσοῦ κατὰ τὸ 1886 διὰ συνδρομὴν τῶν δήμων πρὸς συντήρησιν δημοτικῶν σχολείων.
§47Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπόμενος, κύριοι, τῇ ζωηρᾷ ἐπιθυμίᾳ τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλλου, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Βουδούρη περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας ταύτης δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Βώλου καὶ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Ἡ πρότασις αὕτη δικαιολογεῖται τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ μὲν πόλις τοῦ Βώλου ἀπέχει ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου πέντε ὥρας, ἐνῷ διὰ νὰ μεταβῶσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος συμπολῖταί μου εἰς Χαλκίδα καὶ Ἀθήνας ἔχουσιν ἀνάγκην, λόγῳ ἐλλείψεως πυκνῆς συγκοινωνίας, νὰ δαπανήσωσι 10 καὶ πλέον ἡμέρας, ἐν καιρῷ δὲ χειμῶνος καθίσταται ἐνίοτε ὅλως ἀδύνατος ἡ προσέλευσις αὐτῶν, καὶ ἐντεῦθεν πολλὰ συμφέροντα πάσχουσι. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ ὑπαχθῇ καὶ διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης.
§49Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διοικητικῶς, μόνον περὶ δικαστικῆς ὑπαγωγῆς ἀναφέρει ἡ πρότασις ἡμῶν.
§50ΑΧ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ Πατρῶν πολλοὶ ἐμπορευόμενοι καὶ ἄλλοι μοὶ διαβιβάζουσι παράπονα, ὅτι τὸ Τελωνεῖον καὶ ἄλλα δημόσια γραφεῖα ἀρνοῦνται παρανόμως νὰ δέχωνται γραμμάτια τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης, ἐνῷ ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων τούτων.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν) Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη κατόπιν τῆς γενομένης κλοπῆς, διότι εἶχε γείνει εἰδοποίησις ὅτι τὰ γραμμάτια τοῦ εἴδους τῶν κλαπέντων δὲν ἤθελον εἶσθαι δεκτὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν ὡρισμένης διορίας. Παρῆλθεν ἡ διορία καὶ ἐγένοντο παράπονα ὅτι ὑπῆρχον ἔτι ἐν κυκλοφορίᾳ τινὰ γραμμάτια ἐξ ἐκείνων, ἐπὶ δὲ τοῖς παραπόνοις τούτοις ἐδόθη παράτασις διορίας.
§52ΛΕΒΙΔΗΣ. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἔγκριτον δημοσιογραφικὸν φύλλον ἐγκρίτου δημοσιογράφου ἐδημοσίευσεν ἔγγραφον ἐπίσημον ἐκ τῆς Κυανῆς Βίβλου τῆς Ἀγγλίας, οὗτινος τὸ περιεχόμενον βεβαίως πολλὴν αἴσθησιν ἐνεποίησεν ἡμῖν, ἀλλ’ ἐπίσης πολλὴν αἴσθησιν ἐνεποίησεν καὶ εἰς πᾶσαν τὴν κοινωνίαν. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ καταγγέλλονται οὕτως εἰπεῖν πράξεις καὶ συνεντεύξεις τοῦ πρώην ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες, ἐὰν ἀληθεύσωσι, βεβαίως θέλουσι προκαλέσει μακρὰς, σοβαρὰς καὶ πεφωτισμένας συζητήσεις. Ἐγὼ δὲν ἔχω καθῆκον νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας, διότι ὅταν συνεζητεῖτο ἐν τῇ τελευταίᾳ Συνόδῳ τῆς παρελθούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῶν ἐκλογικῶν νόμων τοῦ Κράτους ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συμπράκτορας καὶ συνοπαδοὺς ἔχων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, προσεπάθει νὰ καταδείξῃ καὶ πείσῃ καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι μία ἐκ τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς ἀπέτυχε τὸ τότε Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὑπῆρξε καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ κατήγγελλε μάλιστα τότε ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν οὐχὶ πλέον μόνον ἐκείνην τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πάσας συλλήβδην τὰς Βουλὰς τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀποτέλεσμα δῆθεν ζωοκλόπων καὶ λαθρεμπόρων. Κατήγγελλε πάσας τὰς Βουλὰς τῆς Ἑλλάδος ὡς παρεμβαλλούσας δῆθεν προσκόμματα εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Τόπου. Ἐγὼ δὲ τότε, ὁμιλῶν ἐναντίον τῶν νομοσχεδίων περὶ τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγον πρὸς αὐτὸν: «μὴ ζητῆτε τοὺς ὑπευθύνους. Ἐὰν ζητήσητε τοὺς ὑπευθύνους, θέλετε ἀνατρέξει πολὺ ὑψηλὰ, «ἀλλὰ καὶ πολὺ χαμηλὰ συγχρόνως». Ἔλεγον δὲ πρὸς τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς, ὅτι ἄλλα εἰσὶ τὰ αἴτια τῆς ἀποτυχίας τοῦ τότε ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἐντεταλμένοι καὶ μισθοφόροι τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶσάν μου λέξιν ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἐξήμουν κραυγὰς καὶ ποδοκροτήματα καὶ φράσεις ἀπρεπεῖς, αἵτινες, ὁμολογῶ εὐχαρίστως, ὅτι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὲν λαμβάνουσι χώραν, ἐπειδὴ, λέγω, ταῦτα συνέβαινον κατ’ ἐντολὴν ὑψηλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὲ κωλύσωσι νὰ ἐκθέσω, ἔστω καὶ γενικῶς τὰς τότε σκευωρίας αὐτῆς καὶ τὴν ἐθνικὴν προδοσίαν, ἠναγκάσθην τότε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἂν οὐχὶ ἄλλο, ἀμυνόμενοι «ὅμως, ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ καταδείξωσι λοιπὸν τίνες εἰσὶν «οἱ ἀληθεῖς αἴτιοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Θέλουσιν «ἀναλάβει καὶ ἐξετάσει κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τίνες ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 123, παραγράφου 5 τοῦ ποινικοῦ «νόμου, τοῦ πραγματευομένου τὰ τῆς ἐσχάτης προδοσίας, «συνεννοοῦντο πρὸς πράκτορας τῶν ξένων Δυνάμεων. (Θόρυβος, «ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. «Εὖγε ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως). «Θὰ φέρω μάρτυρας, ἂν ὑπάρξῃ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ... «ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι συνεπράττετε κρύφα καὶ ἐν νυκτὶ μετὰ τοῦ «Στήλμαν! (θόρυβος)... Θέλω φέρει μάρτυρας, ἵνα κατα«δείξω πρὸς ποῖον ἀντιπρόσωπον ξένης Δυνάμεως, πρὸς ποῖον «πράκτορα ξένου τόπου συνεργεῖτο ὁ διευθύνων τὰ πράγματα «τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐνεργηθῶσι παρὰ τῶν ξένων πράξεις πο«λέμιαι κατὰ τῆς Πατρίδος! (Ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ θεω«ρείου τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Εὖγε, ἐξ ἄλλων θεωρείων καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτεύσεως). Ταῦτα ἔλεγον ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεώς μου, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, κατὰ τὴν νύκτα τῆς 27 Μαΐου 1886 (Στενογρ. Πρακτικὰ σ. 99). Ἐν τούτοις χθὲς τὸ ἑσπέρας γενικὴ ἀγανάκτησις, γενικὴ κατήφεια κατέλαβε τοὺς συμπολίτας μου, καὶ πάντες ἔσπευδον καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους διαπυνθανόμενοι, ἂν ἦσαν ἆρά γε ἀληθῆ τὰ δημοσιευόμενα ἐν τῷ Αἰῶνι, ὡς μετάφρασις ἐγγράφου τοῦ ἐνταῦθα ἐντίμου πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας κόμητα Ῥόζβερυ. Βεβαίως λοιπὸν ἐν ὥρᾳ τῇ δεούσῃ καθῆκον ἔχομεν νὰ φέρωμεν εὐρεῖαν, εὐρυτάτην συζήτησιν ἐπὶ τῶν τότε συμβάντων, καὶ βεβαίως θέλομεν φέρει αὐτὴν, καί τοι γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἡμετέραν γνώμην. Λέγουσιν, ὅτι καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἐκθέτοντα τὴν εὐθύνην τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, θέλουσι δημοσιευθῆ. Καὶ περὶ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης καὶ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην. Ἐν τούτοις ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὰ κείμενα ταῦτα τὰ ἐπίσημα, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει συζήτησίς τις, προκειμένου περὶ ἐξετάσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀναφανῇ ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι θέλομεν ἀκούσει ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι κακαὶ εἰσὶν αἱ μεταφράσεις, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἔχομεν εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἐν μεταφράσει τοῦ Αἰῶνος, ἢ ἄλλου τινὸς φύλλου τυχὸν δημοσιευθέντα, εἶναι μεταφράσεις ἐξ ἐκείνων, ἃς ὁ μεταφραστὴς κατὰ τὴν ἰδίαν θέλησιν κατασκευάζει. Βλέπω, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει κονδύλιον 10,000 δραχμῶν δι’ ἀγορὰν βιβλίων. Ἐρωτῶ τοὺς ἁρμοδίους, τοὺς διευθύνοντας τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, νὰ μὲ πληροφορήσωσιν ἐὰν ἡ Κυανῆ Βίβλος τῆς Ἀγγλίας, ἐὰν ἡ Κιτρίνη βίβλος τῆς Γαλλίας, ἐὰν ἡ Πρασίνη Βίβλος τῆς Ἰταλίας ὑπάρχωσιν ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, καὶ μανθάνω, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπισήμων τούτων καὶ λίαν σοβαρῶν δι’ ἕκαστον βουλευτήριον κειμένων λαμβάνεται παρὰ τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ἐφόρου τῆς βιβλιοθήκης, προμηθευθῶσι δὲ τὰς ἐπισήμους ταύτας βίβλους, ὧν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἔχομεν, ὅταν ἔλθῃ λόγος καὶ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ προορισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπώλετο.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ φύλλον τι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν ἐκδοθὲν, καὶ ἕτερον φύλλον τὴν πρωΐαν ταύτην ἐκδοθὲν, ἀμφότερα ἐπίσης διακεκριμένα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι ὡς φαίνεται τὸ διακεκριμένον ἀποτελεῖ ἡ παραχάραξις, ἡ διαστροφὴ, ἡ ὕβρις καὶ ἡ συκοφαντία, ἀμφότερα τὰ φύλλα ταῦτα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἔγγραφόν τι τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, περιεχόμενον ἔν τινι Κυανῇ Βίβλῳ, ἀπεκρύβη ἐπιμελῶς καὶ ὅτι ταῦτα ἀπεκάλυψαν τὸ ἔγγραφον τοῦτο· ῥητῶς μάλιστα εἶπον ὅτι ἡ μετάφρασις τῶν ἐγγράφων τῆς Κυανῆς ἐκείνης Βίβλου ἦλθεν εἰς Ἀθήνας διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ἡμέρας» τῆς Τεργέστης, ἥτις ὅμως ὡς φίλα φρονοῦσα τῇ Κυβερνήσει ἀπέκρυψεν ἐπιμελῶς τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Ἐζήτησα τὸ φύλλον τῆς Ἡμέρας καὶ εὗρον ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον ἐν αὐτῷ. Τοῦτο εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε τὰ φύλλα ταῦτα ὁ διακεκριμένος κύριος Βουλευτὴς ὡς διακεκριμένα. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, εἰς τὰ φύλλα ἐκεῖνα καλῶς ἢ κακῶς μεταφρασθέντι, ἀδιαφορῶ, δύνασθε νὰ τὰ ἴδητε καλῶς μεταφρασμένα ἐν τῷ φύλλῳ τῆς «Ἡμέρας» τί περιέχεται; Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας λέγει ὅτι ἦλθεν εἰς ἐπίσκεψίν μου — ἀντιθέτως πρὸς ὅσα λέγει τὸ διακεκριμένον φύλλον, ὅτι ἐγὼ ἐπισκεφθεὶς αὐτὸν συνωμίλησα ἐν τῇ οἰκίᾳ του — ἀποδίδων ἐπίσκεψιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα εἰς τὴν οἰκίαν του, καθ’ ἣν δὲν τὸν εὗρον, ἦλθεν εἰς ἐπίσκεψίν μου καθ’ ἣν ἡμέραν ἐπρόκειτο νὰ γένηται ἔναρξις συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω καὶ καθ’ ἣν ὡμίλησα, καὶ ἑπομένως ὁ λόγος περιῆλθεν εἰς τὰ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐπικειμένης συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐν τῇ Βουλῇ. Περὶ ἀποῤῥήτου οὐδενὸς ἐπρόκειτο, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἤθελον εἴπει δημοσίᾳ, καὶ τὰ ὁποῖα εἶπον δύο ἢ τρεῖς ὥρας μετὰ τὴν πρὸς τὸν Πρεσβευτὴν συνδιάλεξίν μου, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει ἀκριβῶς ὅσα κατόπιν ἐν τῇ Βουλῇ περιέλαβον ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, οὐχὶ ὅμως ὅλα, διότι δὲν εἶπον εἰς αὐτὸν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα περιέλαβεν ἡ ἀγόρευσίς μου, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν τὸν εὐχαρίστησαν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπεσιώπησα. Περὶ ἀποῤῥήτου οὐδενὸς πρόκειται. Ῥητῶς ὁ πρεσβευτὴς λέγει ὅτι τὰ ἐν τῇ μετ’ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ μου εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤκουσε κατόπιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀκούσας ὅμως κατόπιν καί τινα ἄλλα. Αἱ ἐφημερίδες, αἱ δημοσιεύσασαι τὰ περὶ τούτου, ἠθέλησαν νὰ ἐπικρίνωσι τὰ λεχθέντα, αἱ αὐταὶ ἐφημερίδες καὶ ἄλλαι ἐπέκριναν αὐτὰ καὶ ὅταν δημοσίᾳ τὰ εἶπον. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶσι περὶ τούτου ὅ,τι ἂν θέλωσι, δὲν ἔχουσιν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι εἶπον ἀπόῤῥητα. Ἐννοεῖται ὅτι ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ὡμίλουν πρὸς τοὺς βουλευτὰς μόνον, ὡμίλουν πρὸς τὴν δημοσιότητα, ἑπομένως πᾶν ὅ,τι ἔλεγον τὸ ἔλεγον ἐν γνώσει, ὅτι θέλει περιέλθει εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ ἐγχωρίων καὶ ξένων, ἐνόμισα δὲ ὅτι ἔπρεπεν ὅσα εἶπον νὰ περιέλθωσιν εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ ἐγχωρίων καὶ ξένων. Οὐδὲν ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν Πρεσβευτὴν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ καὶ εἰς πάντα ἄλλον. Ἡ διακεκριμένη ἐφημερὶς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, διὰ μεγάλων στοιχείων ἐσημείωσε τί εὗρεν ἐπιλήψιμον καὶ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου; ἕνα κοινὸν τόπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε θὰ κατορθώσῃ τι, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν μεγάλης τινὸς Δυνάμεως. Οὐχὶ μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ οὐδεμία Δύναμις, ὁσονδήποτε μεγάλη, θέλει κατορθώσει τι μέγα, οὖσα μόνη. Τὸ μέγα ζήτημα τὸ πολιτικὸν διὰ τὰ ἔθνη εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συμπράξεως. Ἡ Δύναμις, ἡ ὁποία ἀπομονοῦται, δὲν κατορθοῖ τι μέγα. Περὶ τούτου πρόκειται, περὶ τούτου ἀνήνεγκεν ὁ Πρεσβευτὴς, οὐχὶ διὰ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν γενικὴν ταύτην ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι γνωστοτάτη, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἰδέαν μου περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς τότε, καὶ ἡ ἰδέα ἡ ἐμὴ ἦτο ὅτι οἱ κίνδυνοι τῆς Ἑλλάδος δὲν προήρχοντο ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο τότε εἰς θέσιν, ἥτις ὑπηγόρευεν εἰς αὐτὴν, ὅπως περιστείλῃ τὰς δαπάνας αὐτῆς καὶ ἐλαττώσῃ τὰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, διότι τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐλύετο προσεχῶς καὶ ἔπρεπε νὰ διαφυλάξωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν διὰ νὰ ὦμεν ἕτοιμοι, ὅταν αἱ περιστάσεις παρουσιασθῶσιν ἐπωφελέστεραι πρὸς ἡμᾶς πρὸ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸς τὸν κύριον Πρεσβευτὴν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζω καὶ ἤδη ἁπάσας τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐνεργείας μου. Ἐφρόνουν, ὅτι τότε ἔχοντες ἐναντίον ἡμῶν συνησπισμένας πάσας τὰς Κυβερνήσεις, συνησπισμένους πάντας τοὺς λαοὺς, ὅπως λέγει τὸ ἔγγραφον, καὶ ὅπως εἶπον καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει μου, ἦτο πρέπον νὰ μὴ ἐντείνωμεν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν ἐνεργείας καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, ὅτι ἦτο πρέπον νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ μεταβάλωμεν πολιτικὴν, ὡς λέγει ῥητῶς τὸ ἔγγραφον, νὰ διαφυλάξωμεν δὲ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν διὰ τὸν καιρὸν τὸν εὔθετον, δηλαδὴ ὅταν ἤθελον μεταβληθῆ οἱ Εὐρωπαϊκοὶ συνδυασμοὶ ἐπωφελέστερον πρὸς ἡμᾶς καὶ δυνηθῶμεν τότε νὰ παρουσιασθῶμεν μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, τὰς ὁποίας τότε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπαναληφθῶσι τὰ χειροκροτήματα, θὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἷς ὑπῆρξε μόνον ὁ χειροκροτήσας, παρετηρήσατε ὅτι οὐδεὶς τὸν παρηκολούθησεν, ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ ἐξευρεθῇ ὁ χειροκροτήσας καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτοῦ τὰ αὐστηρὰ μέτρα τοῦ Κανονισμοῦ.
§56Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ δὲν συμφωνῶ, διότι ἐὰν λάβητε τὸ ἐπιεικὲς μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν, αὔριον εἰς ἀντάλλαγμα θὰ ἔχητε ποδοκροτήματα. Πρέπει, κύριοι, ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ φέρωμεν τὴν εὐπρέπειαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον ὁ κύριος βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἐπιεικὲς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐστηρότερον ὅλων.—Ἐπιεικὲς μέτρον εἶναι νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὴν ἐνοχὴν εἰς ὅλους, διότι τότε δὲν θὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν τιμωρίαν εἰς οὐδένα, ἐνῷ ὅταν εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος, τότε οὔτε ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δύνασθε ἀμέσως ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ συλλάβητε αὐτὸν καὶ τὸν παραπέμψητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.—Νομίζω δὲ ὅτι ὅταν κατορθώσωμεν τοῦτο, τότε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τόσον εἶχε προσβάλει ἠθικῶς κατὰ τὰς προηγουμένας περιόδους τὸ Βουλευτήριον, δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ πλέον.
§58Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὅτι οὐδεμία πλαγία σκέψις μὲ ἔφερεν εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ὁ αὐτὸς λόγος, ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία, ὅπως διατηρήσωμεν τὴν εὐπρέπειαν, ἡ ὁποία κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου ταύτης εὐτυχῶς παρατηρεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μὲ ὤθησαν εἰς τὴν παρατήρησίν μου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ πάλιν ἀρχὴ τῶν ἀσχημιῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς τελευταίας Συνόδους τῆς παρελθούσης Περιόδου τοσοῦτον κατετάραξαν τὰς συνεδριάσεις μας.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, ἃς ἐποιησάμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἁπλούσταται, τολμῶ δὲ εἰπεῖν καὶ ἀφελεῖς, διότι ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησα, εἰμὴ τὴν συνεννόησιν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν ἀξιότιμον νέον ἔφορον τῆς βιβλιοθήκης, ὅπως κατορθωθῇ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔχει μὲν ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ αὐτῆς τὸν Ὅμηρον καὶ τὸν Θουκυδίδην, βεβαίως λίαν χρησίμους καὶ τοῖς κυρίοις βουλευταῖς, ἀποκτήσῃ καὶ τὰς ἐπισήμους βίβλους τῶν μεγάλων ἐθνῶν, αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὰ ζητήματα, τὰ συζητούμενα ἐν τῇ Βουλῇ. Αὗται τυγχάνουσι χρησιμώτεραι πολλῶν ἄλλων βιβλίων, πολὺ ἀξιεπαίνως συλλεχθέντων εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἀφετηρίας τῆς προτάσεώς μου ταύτης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε τὸν λόγον, οὐχὶ ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν τοιαύτην παρατήρησιν, ἀλλ’ ἵνα εἰσέλθῃ ὁπωσδήποτε βαθύτερον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ συζητηθησομένου ζητήματος· καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατηγορῶ αὐτὸν, διότι βεβαίως ἡ εὐθύνη αὐτοῦ ὡς πολιτικοῦ ἀνδρὸς δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἔκθετος ἀπέναντι τοιούτων κατηγοριῶν. Καὶ καλῶς ἔπραξε καὶ συγχαίρω αὐτὸν, διότι ἠθέλησεν ἀμέσως, ἐπιλαμβανόμενος τοῦ ζητήματος, ν’ ἀπολογηθῇ. Ἀλλ’ ὅταν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ προκαλῶσι ζητήματα, ἔχοντα τὸν τύπον καὶ τὴν περιβολὴν πρωθυστέρου, ἂς μὴ νομίζωσιν, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτούς. Εἴμεθα καὶ ὑπόχρεοι νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διεξερχόμενος ἐπιτροχάδην τὸ δημοσιευθὲν ἔγγραφον τοῦ ἀξιοτίμου πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐχὶ παράσημον, διότι τὰ παράσημα γνωρίζετε, ὅτι ἐξηυτελίσθησαν, ἀλλὰ στέφανος δάφνης πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς κορυφῆς αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπίσκεψιν, ἣν ἐποιήσατο πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπεσκέφθην τὸν Πρέσβυν.
§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ἐπεσκέφθη· μὲ συγχωρεῖτε. Ἀφοῦ τὴν προτεραίαν προεκαλέσατε τὴν ἐπίσκεψιν, ἐπισκεφθέντες ὑμεῖς πρῶτος αὐτόν. Εἰς ὃν λοιπὸν πρεσβευτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκεν ἐν πλάτει καὶ λεπτομερείᾳ τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ πρόγραμμα, καὶ τὴν ἀγόρευσιν, ἣν οὐχὶ μετὰ πολὺν χρόνον, ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ὥρας ἔμελλε νὰ ποιήσηται ἐν τῇ Βουλῇ. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐρχόμενος ἀκαίρως κατὰ τύπους ἐπὶ τοῦ βήματος, προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδὲν τὸ κακὸν ἔπραξεν, ἢ τὸ ἀντεθνικόν, τοιαύτην γλῶσσαν μεταχειριζόμενος πρὸς πρεσβευτὴν ξένης ἐπικρατείας καὶ οὐχὶ φιλικῶς τότε διακειμένης πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ δι’ ὅλου τοῦ λόγου αὑτοῦ προσπαθεῖ νὰ καταδείξῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὑρίσκεται λίαν συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν. Διότι, παρατηρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τί μέγα κακὸν ἔπραξα, εἰπὼν πρὸς τὸν πρεσβευτὴν μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀδύνατος τυγχάνει ν’ ἀναλάβῃ ἀγῶνα μέγαν, ἄνευ συμμάχων; Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ πορεία τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἣν ἐξεπροσώπει ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, τότε δὲ ἀρχηγὸς αὐτῆς, τί ἄλλο ἦτο, εἰμὴ ἐν μὲν τῷ φανερῷ νὰ φαίνηται, ὅτι συμπράττει τῇ Κυβερνήσει καὶ νὰ ἐξωθῇ τὸ Ἔθνος εἰς μέγαν ἀγῶνα καὶ μεγάλους σκοποὺς, ὄπισθεν δὲ ἀλλοῖα νὰ πράττῃ καὶ βουλεύηται; Ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τότε ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις τῇ 17 Ὀκτωβρίου ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν, εἶναι ὑπέρτερος τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὸν ἀνελάβομεν, διότι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς». «Δὲν πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ ἀπὸ ἐπιτυχίας εἰς ἐπιτυχίαν· ἐὰν φέρωμεν εἰς αἴσιον πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, θὰ τὸ φέρωμεν, ἀφοῦ διέλθωμεν διὰ πολλῶν ἀποτυχιῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας θὰ ἀντιμετωπίσωμεν, εἶναι ὑπέρτεραι τῶν συνήθων ἡμῶν δυνάμεων, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται ὅλως ἔκτακτοι ἐνέργειαι, καὶ ὅλως ἔκτακτος ὑπομονὴ, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τὰς νικήσωμεν, ἐπιτρέπεται νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τουτέστι τὴν πορείαν τοῦ Ἔθνους; «Ἂν δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τὸ Ἔθνος ὁ ἀγὼν, τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν, οὐδέποτε ἠθέλομεν συμβουλεύσει εἰς αὐτὸ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν οὐσιωδῶς ἀσπάζεται. Οὔτε ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, οὔτε αἱ ἄλλαι περιστάσεις φαίνονται εὐνοϊκαί. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ἀγῶνα τοῦτον, διότι, ἂν δὲν τὸν ἀναλάβωμεν, συνέπεια ἔσται ἡ πλήρης καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ». Ταῦτα λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ αὐτοῦ ἐκ τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ μὴ ἐμφανοῦς τί ἔχομεν; Κατεσυκοφάντει καὶ ἐξύβριζε τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀνίκανον δῆθεν νὰ διαπράξῃ τι μέγα. Ἐν τῇ αἰθούσῃ δὲ αὑτοῦ κατὰ μόνας μετὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ἐν κρυφῷ καὶ παραβύστῳ ἔλεγεν, ὅτι: «ὁ πόλεμος ὑπὸ τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις εἶναι ἀδύνατος, διότι αἱ ἐπὶ τούτῳ γενόμεναι παρασκευαὶ εἰσὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεπαρκεῖς, καὶ διότι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι λίαν ἀτελὴς πρὸς ἐπιχείρησιν σοβαρῶν στρατιωτικῶν ἔργων». Ὡσανεὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἶχε μεταβληθῆ, ὡσανεὶ ὑπεχρεοῦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸν πρεσβευτὴν ξένης Δυνάμεως, ἐχθρικῶς τότε πρὸς ἡμᾶς διακειμένης, τὰς ἐλλείψεις ἡμῶν, ἢ τὴν τυχὸν ἀδυναμίαν! Ὡσανεὶ ἦτο ἔντιμον καὶ φιλόπατρι ἔργον ἐν παραμοναῖς ἐθνικοῦ κινδύνου νὰ θέλῃ νὰ ἀντλήσῃ δύναμιν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ληστεύσῃ τὴν Ἐξουσίαν, ἐκ καταγγελιῶν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων καὶ ἐκ συνεννοήσεων πρὸς πρεσβευτὴν ξένης Δυνάμεως, ἐχθρικῶς τότε πρὸς ἡμᾶς διακειμένης. «Ἡ Ἑλλὰς, ἐξηκολούθει ἐκμυστηρευόμενος πρὸς τὸν κ. «Ῥουμπὼλδ ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἄνευ δι«πλωματικῆς ὑποστηρίξεως τινὸς ἐκ τῶν μεγάλων Δυνά«μεων, οὐδέποτε θὰ συντελέσηται τὸ παραμικρόν». Καὶ κατωτέρω ἐν παραμοναῖς ἐθνικῆς ἐνεργείας, ὁ κ. Τρικούπης ἐκτίθησι πρὸς τὸν αὐτὸν πρεσβευτὴν τὰ σχέδια αὑτοῦ περὶ ἀφοπλισμοῦ τῆς χώρας, εὐθὺς, ὡς ἔλθῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, οἱονεὶ ζητῶν τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀξιοτίμου πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου· περὶ τούτου βεβαίως πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις· καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν προκαλέσωμεν ταύτην, νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοῦτο.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμέσως, κύριε βουλευτὰ, μὴ προσπαθῆτε νὰ παραστήσητε, ὅτι σᾶς ἐμποδίζομεν. Εὐθὺς νὰ ὁμιλήσητε.
§64ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς εὐτυχῶς ἔχομεν ἀρκοῦντα χρόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· καὶ ἂν δὲν κατωρθώσαμεν ἄλλο τι, κατωρθώσαμεν νὰ μάθωμεν τίνι τρόπῳ δέον νὰ γίνωνται αἱ συζητήσεις τῶν Κοινοβουλίων. Βεβαίως εὐθὺς θέλετε, ὡς καὶ προχθὲς συζητουμένου τοῦ ζητήματος τῶν χαρίτων, καὶ ἐν τούτοις μεθ’ ὅλου τοῦ στόμφου, ὃν παρουσιάζετε ἐπὶ τοῦ βήματος, ἠρνεῖσθε τὴν συζήτησιν, διότι δὲν ἠθέλετε νὰ φέρητε τὰς ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τὰς δικογραφίας καὶ τὰς ἀποφάσεις ὥστε νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν χαρίτων· καὶ σήμερον εἶσθε ἄξιοι νὰ προκαλέσητε ἡμᾶς εἰς συζήτησιν ἀμέσως, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα τόσον ἁπλοῖ ὥστε νὰ δεχθῶμεν τὴν συζήτησιν· διότι ἡ πρότασίς μου ποῖον εἶχε σκοπόν; Ἴσα ἴσα τοῦτο, ν’ ἀποκλείσῃ τὴν ἄμεσον συζήτησιν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶμεν οὐχὶ ἐκ τῶν μεταφράσεων τῶν ἐφημερίδων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων, ἅτινα παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ.
§65ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν γενομένην ἤδη συζήτησιν ὑπῆρξε τοὐλάχιστον ὑπὸ τὰς πλείστας ἐπόψεις ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Παρετήρησα ὅτι ᾐσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσῃ ἄνευ ἀμέσου ἀπαντήσεως ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὸ ζήτημα τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐγγράφων· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὴν οὐσίαν, διότι καὶ ὁ αἰτήσας καὶ ὑποβαλὼν τὴν αἴτησιν προέβη προκαταρκτικῶς εἰς τὴν οὐσίαν. Κατόπιν ἡ συζήτησις προεχώρησε κατά τι καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀμέσως ἐδήλωσε τὴν ἑαυτοῦ προθυμίαν, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς συζήτησιν ὅλων τῶν σχετικῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἀνέλιξιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐν τούτοις παρατηρῶ συγχρόνως ὅτι τὰ ὅρια τῆς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἐπιτρέπουσιν ὅπως ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς τῆς αἰτήσεως ἀνοίξῃ ἡ ὅλη συζήτησις ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις καὶ ἐκτελεσθῇ. Χρεωστῶ δὲ νὰ ὑπομνήσω ὅτι θὰ ἦτο ἄπορον νὰ διεξαχθῇ τοιοῦτον ζήτημα ἐθνικὸν καὶ νὰ καταλήξῃ ἐπὶ τὰς συνεπείας εἰς ἃς κατέληξε καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν συζήτησιν ἐκτενῆ ἐπὶ τούτου. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν πολιτικὴν ἢ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἢ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐπιμένω φρονῶν καὶ ἔχω σύμμαχον τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ νὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις, καὶ ζητῶ ὅπως αὐτὴ πλέον ἡ Κυβέρνησις φέρῃ ἐν τάχει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διεδέχθη τὴν προλαβοῦσαν καὶ εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο κατὰ τὸ τελευταῖον αὐτοῦ στάδιον καὶ ὑπέχει εὐθύνην ὑπό τινας ὑπόψεις καὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν προκατόχων της, αὐτὴ δ’ ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἡ ὁποία μάλιστα καὶ συνεπείᾳ τῶν γεγονότων ἐκείνων ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν, ὅπως τὸ ταχύτερον μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὅλην συζήτησιν.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ καλῶς τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νομίζει ὅτι διαφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι καθ’ ὅλα συμφωνοῦμεν· διαφωνῶ ἴσως πρὸς τοὺς ἑτέρους κ. βουλευτάς, οἵτινες ὡμίλησαν πρότερον ὡς πρὸς τὰ τῆς συζητήσεως, διότι ἐνόμισα τὸ πρῶτον ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἤθελε τὴν συζήτησιν εὐθὺς καὶ εἶπον, ὅτι εὐθὺς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔσπευσαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσιν εὐθὺς νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ εἰς τοῦτο εἶπον ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς συζητήσεως δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν κώλυμα, αὐτοὶ ἂς κανονίσωσι τὰ τῆς συζητήσεως εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἦναι παρεσκευασμένοι· ἂν ἦναι παρεσκευασμένοι εὐθὺς, συζητοῦμεν εὐθὺς· ἂν δὲν ἦναι, τοὺς παρέχομεν πάντα τὰ μέσα, ἵνα παρασκευασθῶσι καὶ συζητήσωσιν, ὅταν δηλώσωσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι· τὸ καθ’ ἡμᾶς δηλοῦμεν ὅτι εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ συζητήσωμεν. Τίς δὲ ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς; Τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτοὺς. Δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐπειδὴ δὲν βλέπω λόγον ἀποχρῶντα, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παραστήσω ὅτι δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος δι’ ἀναβολὴν, ὁ λόγος, ὃν προέτειναν, ὅτι ἐζήτησαν τὴν προσαγωγὴν τευχῶν τινων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶπεν ὅτι ταῦτα ἐλλείπουσιν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἐπιῤῥίψῃ καὶ τὴν εὐθύνην τούτου εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Ἔφορον.
§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Γνωρίζει ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι ἐὰν εὐθύνεταί τις, ὁ εὐθυνόμενος σχετίζεται μὲ τὴν διακεκριμένην ἐφημερίδα. Ὁ ὄντως εὐθυνόμενος εἶναι παραίτιος τῆς μὴ ὑπάρξεως ἐγγράφων, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ μεγάλην σπουδαιότητα ἡ ἔλλειψις τῶν τευχῶν. Τὰ τεύχη δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει ἡ συλλογὴ τῆς Ἐφημερίδος, ἡ ὁποία μεταφράζει πάντα τὰ ἔγγραφα. Δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον ἐκ τῆς κυανῆς, κιτρίνης, πρασίνης καὶ ἐρυθρᾶς βίβλου ἀφορῶν εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι μεταπεφρασμένον, καὶ ἐπειδὴ μάλιστα ὑποθέτω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν, οὐχὶ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, θέλουσι προσφύγει εἰς τὰ μεταπεφρασμένα, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὰς ἐφημερίδας ἐνταῦθα. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες θέλουσι μετάσχει τῆς συζητήσεως, ἐγκαίρως ἐφρόντισαν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι δημοσιευθέντα ἔγγραφα. Τυπικὴ ἄρα εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀναβολῆς ἡ προβαλλομένη, δύναμαι δὲ ἴσως νὰ μὴ τὴν ὀνομάσω καὶ αἰτίαν ἀλλὰ πρόφασιν, ἀλλ’ εἴτε αἰτία εἶναι, εἴτε πρόφασις, ἡμεῖς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν πρωτοβουλίαν, ἡμεῖς θέλομεν τὸ ταχύτερον νὰ γίνῃ συζήτησις· ἀλλ’ ἵνα μὴ γίνῃ, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς θέλοντες νὰ συζητήσωσι, δηλοῦσιν ὅτι εἶναι ἀνέτοιμοι.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶχον ἀπαντήσει πρὸς τοὺς κ. βουλευτὰς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας· ὡς πρὸς τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, νῦν ὅπως καὶ πρότερον, εἶχον ἀπαντήσει ἄλλοτε· εἶχον εἰπεῖ ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας εἶπε καὶ τότε, λέγει καὶ τώρα, ἂν δὲν τὰ καταθέσω, δίδω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὰ ἔγγραφα περιέχουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι ἐπιβλαβῆ προσωπικῶς πρὸς ἐμέ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅπως καὶ ἄλλος βουλευτής, ὅστις ἄλλοτε εἶπε τὸ αὐτὸ, δύνανται νὰ φρονῶσι περὶ τούτου, ὅ,τι ἂν θέλωσι, ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἀποδείξω τὴν ἀθωότητά μου διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συζητήσω ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τῶν ὑπαρχόντων. Ἄν τις φρονῇ ὅτι οὐχὶ ἕνεκα λόγων ἐθνικῶν, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων προσωπικῶν δὲν προσάγω τὰ ἔγγραφα, τοῦτο δὲν θὰ μὲ κάμῃ ποτὲ νὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ προσαγάγω τὰ ἔγγραφα, οὐχὶ πρὸς ἐμὲ προσωπικὸν, Εἰς ἐμὲ βεβαίως θὰ ἦτο ὠφελιμωτάτη ἡ προσαγωγὴ, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ἄλλο, ἐθνικὸν συμφέρον μὲ κάμνει νὰ μὴ καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ νὰ κεντίσῃ τὸ προσωπικόν μου συμφέρον ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὲ κάμῃ νὰ ἐπιλησθῶ τοῦ καθήκοντός μου τούτου πρὸς τὸ ἔθνος, καὶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τῶν ὁποίων θεωρῶ ὅτι ἡ δημοσίευσις εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
§71Δ. Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος, κύριοι, περὶ σπουδαίου ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψιν, διότι ὀλίγον ἔλειψε μὲ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παραγνωρισθῇ ὅλος ὁ ἀγὼν καὶ τὰ τελευταῖα γεγονότα, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία, κύριοι, ἣν ἀνεγνώριζε καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις τότε οὖσα Ἀντιπολίτευσις, μετὰ τὸ ἐν Φιλιππουπόλει πραξικόπημα, ἔφερε τὴν ἀνάγκην εἰς τὸ Ἔθνος νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν κοιμᾶται, ὅτι δὲν ἀπώλεσε μήτε τὰς ἐπιθυμίας του, μήτε τὰ δικαιώματά του, ὅτι εἶναι πάντοτε ἄγρυπνον καὶ ἕτοιμον. Ἡσυχάζει διότι ἡσυχία ὑπάρχει, ἀλλ’ ὅταν ἡ τάξις διαταράττεται, ὅταν ἓν γεγονὸς σπουδαῖον παρουσιάζεται, τὴν ἀντίκρουσιν τοῦ ὁποίου ἠσπάσθη καὶ ἡ Βουλὴ μὲ πᾶσαν θυσίαν, τότε δύναται καὶ ὀφείλει νὰ δείξῃ, ὅτι δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις. Γνωρίζετε, ὅτι μετὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὸν Αἷμον, μετὰ τὸν Ῥωσσικὸν πόλεμον ἐπῆλθε τοῦ Βερολίνου τὸ Συμβούλιον τὸ μέγα, γνωρίζετε, ὅτι πρὸ τῆς συνελεύσεως τοῦ Βερολίνου ἡμεῖς ἐκάμαμεν ἐπιχειρήσεις διὰ τοὺς τόπους τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ ὅτι αἱ ξέναι Κυβερνήσεις ἐπισήμως εἶπον, ἀνακαλέσατε, ἀποσύρατε τοὺς ἐθελοντὰς, καὶ τὰ δικαιώματά σας θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Βερολίνου. Τῷ ὄντι δὲ ἀνεκλήθησαν οἱ ἐθελονταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐν ἰδίῳ κινδύνῳ ἐξῆλθον καὶ ἠγωνίζοντο ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, καὶ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ περὶ Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶχον πλήρη τὴν διάθεσιν, διότι βραδύτερον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης παρεμβάλλοντο διάφορα προσκόμματα. Ταῦτα μᾶς ἠνάγκασαν καὶ τότε ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων μας ἀπευθείας διὰ τῶν ἰδίων μας δυνάμεων. Ἐκαλέσαμεν διὰ τοῦτο τὴν πρώτην ἐφεδρείαν. Τότε καὶ μόνον ἐνόησαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἔξοδος, νὰ μὴ διαταραχθῶσι τὰ πράγματα, τότε παρημπόδισαν τὴν ἐνέργειάν μας λέγοντες, ὅτι, ἰδοὺ παραχωρεῖται ὑμῖν ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ ἡ Θεσσαλία παρεχωρήθη δυστυχῶς κολωβομένη. Ἐπὶ τέλους συντελοῦντες καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα οἱ ταραξίαι τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν καὶ τὰς Δυνάμεις, ὑπεχωρήσαμεν, καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη τετελεσμένον. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Βερολίνειος συνθήκη ὥρισε τὰ κατὰ τὸν Αἷμον, πῶς πρέπει νὰ ἦναι τοῦ λοιποῦ, αἴφνης, κύριοι, ἐφάνη μία ἐπανάστασις κατὰ τὴν Φιλιππούπολιν ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας, ἥτις καταπατοῦσα τὴν Βερολίνειον συνθήκην κατέλαβε τὴν Ῥωμυλίαν, ἐνῷ ἡ Ῥωμυλία διετάχθη νὰ ἦναι ἰδία διοίκησις. Ἡ Ῥωμυλία ἔχει 200 χιλ. Ἕλληνας, ἔπρεπε λοιπὸν αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες νὰ ἐκβουλγαρισθῶσιν, ἡμῶν ἀπαθῶς θεωμένων; Καὶ ἂν εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἡ ὁποία προχθὲς ἀκόμη ἐγένετο, τῆς ἐπετράπη τὸ δικαίωμα νὰ καταπατήσῃ Ἑλληνικὰ δικαιώματα, ἡ Ἑλλὰς ἠθέλατε νὰ μὴ εἴπῃ, πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ παράβασις; Καὶ τότε διατί νὰ μὴ δοθῇ τοὐλάχιστον καὶ εἰς ἡμᾶς ὅ,τι ἀφῃρέθη παρ’ ἡμῶν ὅ,τι δ’ εἰσέτι καθυστερεῖ; Αὐτὴ ἡ περίστασις ἠνάγκασε τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐκφέρῃ φωνὴν καὶ γνώμην καὶ παρατηρήσεις, καὶ νὰ ἀποστείλῃ μίαν δύναμιν εἰς τὰ ὅρια, διότι ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ της, διότι ἦτο ὑπὸ ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ὅλη ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἐκφέρει, καὶ ἥτις δὲν ἐξετελέσθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀτυχῶς ὅμως καὶ ὡς μὴ ὤφειλεν ἐφάνη, ὅτι εὑρέθησαν καὶ ἄνδρες συνεδριάζοντες ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀγνοίας, οὐχὶ ἐκ προθέσεως βέβαια, ἔλαβον τὴν αὐθάδη τόλμην νὰ ἀναβῶσιν εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπωσι ποῦ μᾶς ἄγετε; εἰς ποῖον κίνδυνον; ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνέτοιμος, δὲν ἔχει στρατὸν, ἔχει ἄθροισμα ἀγύμναστον, ἔχει ἀγέλην· πῶς θὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ἐμπειροπολέμου γείτονος Δυνάμεως, ἥτις ἔχει στρατὸν παλαιὸν, ἐξησκημένον καὶ διοικούμενον παρ’ Εὐρωπαίων ἀξιωματικῶν; Τοιαῦτα ἀποτρόπαια ἔλεγον, τοιαῦτα ψεύδη. Τοιαῦτα δύνανται νὰ εἴπουν οἱ μὴ γνωρίζοντες τὸν τόπον τους οἱ ὁποῖοι ξενίζουν εἰς τὰς ἰδέας των, δυστυχῶς καὶ οἱ ξενίζοντες εἰς τὰς ἰδέας ξενίζουν καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ πολὺ πολλάκις ἔβλαψαν. Τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν, κύριοι, ποία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ ἀνδρία καὶ τὸ Ἑλληνικὸν θάῤῥος. Ἀπαράσκευοι λοιπὸν εὑρέθησαν ὅπου ἐπολέμησαν; δειλοὶ δὲ καὶ ἀδύνατοι ἐδείχθησαν κατὰ τὰς συμπλοκάς; Πῶς τολμᾶτε λοιπὸν τοιουτοτρόπως νὰ διευθύνητε καὶ νὰ διοικῆτε τὸ Κράτος, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, τὴν θέσιν καὶ τὰς δυνάμεις; Δὲν γνωρίζετε τὸ παρελθόν του, πῶς θὰ γνωρίσετε τὸ μέλλον του; Τὸ παρελθόν του εἶναι μία γνῶσις πολὺ σπουδαία, διότι εἶναι γεγονός. Ἡ Ἑλλὰς προῆλθεν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τὸν οἰκεῖον, ἀπὸ τὸ θάῤῥος της καὶ τὴν γενναιότητά της, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν κατέβαλον ὅλαι αἱ περιπέτειαι αἱ προελθοῦσαι εἰς τὸν κόσμον· εἶχέ ποτε εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἀναδειχθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ ἐν ἑαυτῇ ἀνέπτυξεν ὑπερτάτην σοφίαν καὶ δύναμιν. Ἐπῆλθον κατόπιν περιπέτειαι μεγάλαι, ἐγένετο ἡ Ῥώμη κοσμοκράτωρ, μετ’ αὐτὴν κατέστη ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ἡ Ἑλλὰς συνεχωνεύθη, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνθυμῆται ἑαυτὴν οὐδὲ ποία ἦτο τὸ πάλαι. Ἦλθε καὶ Ἀσιατικὴ τυραννία, ἡ Τουρκία, ἀλλὰ αἱ αὐτοδιοικούμεναι ἐπαρχίαι δὲν ἀφῆκαν τὴν αὐτοδιοίκησίν των καὶ διετήρησαν τὴν παλαιάν των αὐτονομίαν, εἶχον ἄρχοντας καὶ προεστῶτας ἐκ τοῦ ἰδίου ἔθνους, οὓς ἡ ἐξουσία ἀνεγνώριζεν, ἕως ὅτου ἦλθεν ἡ ὥρα καὶ ἐπαναστάτησε. Ποία ἦτο ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία τὴν ἐβοήθει, ὅταν κατὰ τὸ 1821 ἀπεφάσισεν ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ ἀναλάβῃ τὸν γιγάντειον ἐκεῖνον ἀγῶνα; Οὐδεμία· ὅλαι ἦσαν ἐναντίαι. Ἐξαιρῶ τοὺς ἰδιώτας σπουδαίους φιλέλληνας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις ἦσαν ἐναντίον, ἦσαν φίλοι τῆς ἐχθρικῆς μας δυναστείας καὶ θερμοὶ μάλιστα φίλοι. Ποῦ ἵστανται λοιπὸν τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα φέρετε ὅτι τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν συμμαχίαν μιᾶς Δυνάμεως; Ἡμεῖς τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον, τὸ τρίτον ἔτος τῆς ἐπαναστάσεως δὲν εἴχομεν καμμίαν εὐρωπαϊκὴν Δύναμιν βοηθοῦσαν· εἰς τὸ τρίτον ἔτος ἐφιλοτιμήθησαν ἀφ’ ἑαυτῶν ποία περισσότερον νὰ φανῇ πρὸς τὸν ἀγῶνά μας οἰκειοτέρα. Τὰ πρῶτα ἔτη οὔτε τὴν σημαίαν μας ἀνεγνώριζον· καὶ ἂν ἐπερίμενεν ὁ ἀγὼν συμμαχίας διὰ νὰ ἀρχίσῃ, οὐδέποτε θὰ ἤρχιζε. Λοιπὸν τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο τῆς Φιλιππουπόλεως προσέβαλε τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Βουλγαρία, γέννημα καὶ δῶρον τοῦ ῥωσσο–τουρκικοῦ πολέμου καὶ οὐχὶ ἑαυτῆς, ἀφῄρεσεν ἀριθμὸν κατοίκων Ἑλλήνων. Τότε ἡ Ἑλλὰς ἔδειξεν ὅτι δὲν εἶναι ἐξηντλημένη καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινε. Τὰ δὲ γεγονότα ἔδειξαν ὁποία εἶναι καὶ ποίαν δύναμιν ἔχει. Σεῖς δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα μήτε ἔπρεπε, μὴ γνωρίζοντες τὰ πράγματα, μὴ ὄντες ἱκανοὶ νὰ τὰ ἐννοῆτε καλὰ, νὰ ἔλθητε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ κάμητε κατηγορίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ γενόμενα δὲν μεταβάλλονται, προσάπτεται δὲ καὶ μῶμος, δίκαιον εἶναι, κύριοι, νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα· ἄλλως τε δὲ καὶ ἐπιτροπαὶ ἀλλεπάλληλοι ἀπεστάλησαν νὰ ἐξετάσουν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα καὶ βεβαίως αὗται ἐξήγαγον τὸ πόρισμά των, ἀνάγκη δὲ μείζων διὰ τοῦτο τῆς καταθέσεώς των, ἵνα γείνῃ πλήρης ἡ ἐξέτασις καὶ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος τῶν γενομένων. Ἡ παρουσίασις αὐτῶν δὲν βλάπτει. Τὰ ἔγγραφα δύνανται νὰ μένωσιν ἀπόκρυφα εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαπραγματεύονται μετὰ ξένων Δυνάμεων· μέχρις οὗ ἐπέλθουν τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαπραγματεύσεων ἢ κοινοποίησις τῶν ἐγγράφων ἐμποδίζεται, ἀλλὰ διαπραγμάτευσις οὐδεμία πλέον ἐνεργεῖται. Τὰ πράγματα ἔγειναν ὡς ἔγειναν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὰ γνωρίσῃ· δὲν ὑπάρχει τὶ ἐκκρεμὲς διὰ νὰ μείνουν ἀπόκρυφα. Ἑπομένως ἡ πρόφασις τοῦ ὅτι ἡ παρουσίασις αὐτῶν δύναται νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν εἶναι ἀληθής, καὶ πρέπει νὰ κατατεθοῦν.
§72ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τὸν θόρυβον καὶ τὴν ἀνησυχίαν, ἣν προὐκάλεσεν ἡ συζήτησις ἥτις ἠγέρθη τὴν στιγμὴν ταύτην, ὡς ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ, διότι φαντάζομαι τὸν ἐσωτερικὸν τρόμον, ὃν αἰσθάνονται οἱ ὑπέχοντες τὴν φοβερὰν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἀτυχεῖ λύσει τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος· καταλαμβάνω δ’ ἐπίσης καὶ τὴν τακτικήν των, ἥτις τοῖς δίδει τὴν τόλμην μετ’ ἐπιπλάστου θάῤῥους νὰ ἐγείρωσι τὸ μέτωπον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ καὶ μετ’ ἀφοβίας, οὐ μόνον νὰ προσδέχωνται, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλῶσι τὸν ἔλεγχον. Τὸ θάῤῥος των εἶναι εὐεξήγητον, προερχόμενον ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως, ἣν αἰσθάνονται ὄπισθέν των ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι τόσον ἁπλῆ ὥστε νὰ ἐμπέσῃ εἰς τὴν παγίδα καὶ νὰ ἐπιληφθῇ σήμερον φοβερᾶς συζητήσεως ἐξ ἀπίνης, στερουμένη πάντων τῶν στοιχείων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται ὅπως ἐπιχυθῇ φῶς εἰς ἀπαισίας σελίδας τῆς συγχρόνου πολιτικῆς ἱστορίας μας· ἀλλ’ ἂς ἔχωσιν ὑπομονὴν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ κληθῶσιν ν’ ἀπολογηθῶσι ἐπὶ τῇ βαρυτάτῃ κατηγορίᾳ, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἂς μὴ καταφεύγωσιν εἰς ἐπιχειρήματα ἀνάξια αὐτῶν, ἀνάξια δὲ τῆς σπουδαιότητος τῆς συζητήσεως, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐνόμισαν ἄξιον αὑτῶν νὰ μεταχειρισθῶσιν εἰρωνικῶς τὴν λέξιν διακεκριμένος, προκειμένου περὶ τῆς σπουδαιοτάτης ἑλληνικῆς ἐφημερίδος, τοῦ «Αἰῶνος», ἣν ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν ὅτι ἐν τῇ μεταφράσει παρεχάραξε καὶ ἠλλοίωσε τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν στηρίζομαι εἰς τοῦτο.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πάλιν ἀποφεύγετε τὸ ζήτημα, δὲν σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν στηρίζεσθε ἢ οὐ, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν ἡ μετάφρασις τοῦ «Αἰῶνος» εἶναι ἐσφαλμένη ἀλλοιοῦσα τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ μετάφρασις εἶναι κακόζηλος, ἀλλὰ δὲν στηρίζομαι εἰς τοῦτο· ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου δὲν ἐστηρίχθην εἰς τὸ ἀτελὲς τῆς μεταφράσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ἄλλην παραχάραξιν, ὅτι ἡμεῖς ἀπεκρύψαμεν τὸ ἔγγραφον.
§76ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ὁ «Αἰὼν» παρεχάραξε, καὶ ἂς μὴ συκοφαντῶμεν οὕτω πως ἐκφραζόμενοι περὶ τοῦ ἐγκριτοτέρου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τῆς πατρίδος μας. (Θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Ἄς θορυβῶσιν ὅσον θέλουσιν, ἀλλ’ ἂς ἐνθυμηθῶσιν ὅτι ἐξηυτέλισαν πᾶν ἐθνικὸν, καὶ ὅπως ἄλλοτε ἐξεφράζοντο διὰ νὰ ἐξευτελίσωσι τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὸ αὐτὸ σήμερον πράττουσιν ἵνα ἐξευτελίσωσι τὴν ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν (θόρυβος)· Ἐννοῶ τὴν ταραχὴν ἐκείνων, κύριε Πρόεδρε, ἀλλ’ ὑμεῖς φρονῶ ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ ἐπιφέρετε τὴν τάξιν χάριν τῆς εὐπρεπείας τοὐλάχιστον τοῦ Σώματος.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς θέλετε ὑμεῖς νὰ σᾶς σεβασθῶμεν, ὅταν μᾶς ὑβρίζετε;
§78ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ὑβρίζω, ἐὰν διερμηνεύω τὴν βαθεῖαν συγκίνησιν, ἣν πάντες ᾐσθάνθησαν ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ «Αἰῶνος» ἀποκαλυψάντων καθαρώτερον τὴν πολιτικήν μας κατάστασιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πατρὶς ἡμῶν διέτρεχε τὴν κρισιμωτέραν ἐποχὴν, οὐδένα θὰ πείσητε ὅτι δι’ ὅσων τότε ἐλέγετε καὶ ἐπράττετε ὅτι σκοπὸν εἴχετε νὰ ἐξυπηρετήσητε τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ὅταν ἀπεκαλύπτετε εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος ὅτι, «αἱ γενόμεναι παρασκευαὶ εἰσὶ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνεπαρκεῖς, ὁ δὲ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ εἶναι λίαν ἀτελὴς πρὸς ἐπιχείρησιν σοβαρῶν στρατιωτικῶν ἔργων». Δὲν ἀξιῶ ὅτι δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ μυστήρια τῆς διπλωματικῆς τέχνης, ἀλλ’ ἐξηγήσατέ μοι, σεῖς οἱ τὴν κλεῖδα τούτων κρατοῦντες, ποίαν ὠφέλειαν προσεπορίζετε τῷ ἐθνικῷ ζητήματι ὅταν ἐλέγετε τῷ ἄγγλῳ πρεσβευτῇ, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς ἀπώλεσε σήμερον οὐ μόνον τὰς συμπαθείας τῶν κυβερνωσῶν δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐθνῶν αὐτῶν τὰς συμπαθείας»; Πῶς δὲ νὰ πιστεύσωμεν ὅτι δὲν ἐβλάψετε καιρίως τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ὅταν διεβεβαιοῦτε τὸ αὐτὸ πρόσωπον περὶ τῶν προθέσεών σας τοῦ ἀφοπλισμοῦ ἐὰν κατελαμβάνετε τὴν Ἀρχὴν, ἐνῶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς τότε Κυβερνήσεως παρίστα ὅτι ἡ Ἑλλὰς μίαν ἔχει γνώμην καὶ μίαν ἀπόφασιν; Εἶναι δὲ, σᾶς ἐρωτῶμεν, πολιτικὴ πατριωτικὴ, ἀξία Ἑλλήνων ὅτε διέτρεχεν ἡ Ἑλλὰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον, σεῖς νὰ καταγίνεσθε διὰ παντὸς μέτρου ν’ ἀνατρέψητε τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ καταλάβετε τὴν Ἐξουσίαν; Ὅταν τὰ ἔθνη κινδυνεύωσι, μία καὶ ἡ αὐτὴ ἰδέα ἐμπνέει ὅλας τὰς πολιτικὰς μερίδας, πῶς νὰ διασώσωσι τὴν κινδυνεύουσαν πατρίδα, πῶς νὰ διατηρήσωσι τὴν τιμὴν αὐτῆς ἀκεραίαν, ἐνῷ σεῖς κατεγίνεσθε πῶς νὰ καταλάβητε τὴν Ἀρχὴν καὶ τοσαύτην οἰκειότητα ἐπεδεικνύετε πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ ἔθνους μας, ὥστε μετεδίδετε καὶ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐλαμβάνετε περὶ τῆς κομματικῆς καταστάσεως, καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως ἀνεκοινώσατε τὴν περὶ τῆς στάσεως τοῦ κ. Γρίβα εἴδησίν σας.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγει τίποτε τοιοῦτον τὸ ἔγγραφον· δὲν εἰμπορῶ νὰ ἐπιτρέψω παράστασιν τῶν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὅπως δὲν ἔχουσι τὰ ἐν αὐτῷ. Τὸ ἔγγραφον ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ὅτι ἐνῷ συνωμιλοῦμεν εἰσῆλθέ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ φέρων εἰδήσεις ἐκ τῶν ἀγυιῶν· περὶ τοιούτων εἰδήσεων γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐκείνου ὅστις ἔδωσε τὰς πληροφορίας.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἄνθρωπός σας τῶν ἀγυιῶν βεβαίως δὲν σᾶς εἶπε τὴν εἴδησιν ἀγγλιστί.
§81ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω σχετικὸν χωρίον ἐκ τῆς κακοζήλου μὲν, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ πιστῆς μεταφράσεως. Ἰδοὺ τὶ κατὰ λέξιν ὁ ἄγγλος πρεσβευτὴς γράφει. «Ἐνῷ δὲ συνδιελεγόμην τῷ κ. Τρικούπῃ, εἰδοποιήθη οὗτος ὅτι ὁ στρατηγὸς Γρίβας καὶ ὁμὰς φίλων συμψηφιζόντων αὐτῷ, ἐπίσης καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι ὑπουργικοὶ βουλευταὶ ἀπεφάσισαν ν’ ἀποστῶσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοῦ νὰ μετάσχωσι τῆς ψηφοφορίας. Εἰ καὶ μὴ πεπεισμένος περὶ τῆς ἐπιτυχίας, ὁ κ. Τρικούπης προδήλως κρίνει τὴν Κυβέρνησιν ὡς εἰς ἄκρον διασαλευθεῖσαν». Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραθέσω πλειότερα ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ἐπεισοδίου· ἡ σοβαρὰ αὕτη ὑπόθεσις εἶναι ἀξία ν’ ἀπασχολήσῃ καὶ θ’ ἀπασχολήσῃ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τὸ ἑλληνικὸν κοινοβούλιον· ἀπὸ τοῦδε ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἂν ἡ νομικὴ καὶ πολιτικὴ εὐθύνη δύναται νὰ βραδύνῃ ἢ ἐξ ἀνάγκης ν’ ἀναβληθῇ, ἡ ἠθικὴ ὅμως εὐθύνη εὐθέως ἐπέρχεται. Τὰς πρώτας ἐνίοτε τὰς ἀποφεύγουσιν οἱ πολιτευόμενοι, τὴν ἠθικὴν ὅμως εὐθύνην οὐδέποτε δύνανται νὰ ἀποφύγωσι, διότι περὶ ταύτης κρίνει ἡ συνείδησις τῶν λαῶν καὶ ἀποφαίνεται ἡ ἱστορία τῶν ἐθνῶν.
§82ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησε, ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν. Βεβαίως, ἀφοῦ ἔθεσα τὴν βάσιν νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι λόγος νὰ διαφωνήσωμεν. Ἦτο πρέπον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν αἴτησιν περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ διαφωτίσωσιν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰσελθὼν εἰς τὴν συζήτησιν ὑπῆρξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὀλιγαρκὴς ἐν τῇ ἀπαντήσει, διότι ἠρκέσθη ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ πρεσβευτοῦ δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ἐνοχὴ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτόν. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις θέλει γείνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν θ’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ θελήσῃ νὰ ἐξηγήσῃ καὶ καταστήσῃ γνωστὸν, ὅτι ὅλοι οἱ ἀγῶνες αὐτοῦ, ὅταν ἦτο ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πᾶσαι αἱ ἐπισκέψεις, πᾶσαι αἱ προαναγγελίαι αἱ τυχὸν γινόμεναι πρὸς ξένους, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἀπέβλεπον, τὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο.
§84ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε διατί νὰ εἴπῃ καὶ ὅσα εἶπεν;
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἐνασκηθὲν δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ οὐδόλως διότι ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην ἵνα ἀπαντήσω· ἀπήντησα διότι ἐνόμισα ὅτι τὸ καθῆκον ὅπως δίδω ἀπάντησιν εἰς ἕκαστον βουλευτὴν, ὅταν κάμνῃ ἐπερώτησιν, μὲ ὑπεχρέου εἰς τοῦτο.
§86ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, βλέπετε, ὅτι προκαταβολικῶς δὲν ἐκφράζω αἰτίασιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος ἐλπίζω νὰ μὴ ἀφήσῃ οὔτε σκιὰν ὑποψίας. Τὸ εὔχομαι.
§87ΤΙΝΕΣ. Ποίαν σκιάν; (Θόρυβος).
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας ἐπιτρέπεται.
§89ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ ἔχοντες ἔστω καὶ ἀμφιβολίας. Σήμερον ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ δὲν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑμεῖς πρὸς βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐνεργεῖτε.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον εἰς τὸν πρέσβυν, ὅ,τι εἶπον δημοσίᾳ, καὶ μόνον περὶ ὅσων δημόσια ὡμίλησα εἶπον τινὰ εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας.
§91ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ παρατηρήσω τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι, ἐὰν ἄλλο δὲν ἐπράχθη, ἀλλὰ βεβαίως ὁ Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ τότε Πρόεδρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πᾶν ἄλλο ἔπραττε τελευταῖον τότε ἢ ὅ,τι κατ’ ἀρχὰς ἐκήρυττεν. Ἀλλὰ τῆς ἐκπλήξεως, ἣν ἔφερεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ αἰφνιδία μεταβολὴ, ὁμολογουμένως ἀπήλλαξε τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ κρισιμωτάτων στιγμῶν ἐθνικοῦ ζητήματος, δὲν ἠδύνατο ἆρά γε νὰ προειδοποιήσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος του, ὡς προειδοποίει τὸν πρεσβευτὴν περὶ τῆς στάσεως, ἣν προὐτίθετο αἴφνης νὰ λάβῃ; Δὲν ἔμελλεν αὕτη νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν, ἢ μήπως δὲν συνέπραττε καὶ δὲν συνεβάδιζε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἠθελήσαμέν τινες νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας καὶ ἑκατέρωθεν ὑπεστηρίχθη, ὅτι πᾶσα ἐξήγησις δύναται νὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς καὶ ὅτι μόνη ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ δίδῃ πληροφορίας, ἂν θέλῃ, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ διαχειρίζηται τὸ ζήτημα καὶ ὅτι εἶναι λίαν ἀξιοκατάκριτος πᾶς, ὅστις ζητεῖ καὶ ἁπλῆν πληροφορίαν. Εἴδομεν τὸν τότε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ παριστᾷ, ὅτι εἶναι προδοσία νὰ ζητῶμεν καὶ ἁπλᾶς πληροφορίας, ἢ νὰ προκαλέσωμεν οἱανδήποτε συζήτησιν καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει! Λέγω ταῦτα, κύριοι, ὄχι διὰ νὰ προδικάσω τὴν διαγωγήν τινος. Ἴσως ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ στραφῶσι καὶ ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν γείνῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν γείνῃ πλήρης ἡ ἐξέτασις αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, δὲν εἶναι πιθανὸν ἆρά γε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀφίνει ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ; Καὶ εἶναι δυνατὸν δι’ ἓν τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπέβη ὅπως ἀπέβη, νὰ μὴ γείνῃ πλήρης ἔλεγχος; Καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τούτου πρέπει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὅλου ζητήματος.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ διατηρήσητε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ὑμᾶς αὐτούς. Ἐὰν ὑποβάλητε ἐπερωτήσεις, θὰ μᾶς εὕρητε προθύμους ἵνα ἀπαντήσωμεν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶμεν.
§93ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρετήρησα προηγουμένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, καὶ διὰ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπαρκῶς εἰς ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὅλην πορείαν τοῦ ζητήματος. Τί θέλετε νὰ πράξῃ πλειότερον ὁ βουλευτής; Ἡμεῖς διεδέχθητε τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ διεχειρίσθητε τὴν ἐξουσίαν ἕνα σχεδὸν μῆνα ὑφισταμένου τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ποίας ἄλλας ἀφορμὰς θέλετε, ὅπως μᾶς διαφωτίσητε ἀνακοινοῦντες καὶ ἐξηγοῦντες ὅλα τὰ τότε γενόμενα;
§94ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡμεῖς εἰξεύρομεν, ὅτι τὰ εἰξεύρετε ὅλα· τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν;
§95ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν ἀρκεῖ οὐδὲ δύναται νὰ τέμνεται τοιοῦτον ζήτημα εἰς τεμάχια οὕτως εἰπεῖν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, σᾶς ἀπήντησα δι’ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τί ἄλλο θέλετε; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὴ, ὅπως τὸ ὅλον ἐξετάσητε, ἡ ἐρώτησις, ἣν ἐρωτᾷ ὁ βουλευτὴς, περὶ τοῦ τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες εἶχον πείσει τὴν τότε Ἀντιπολίτευσιν νὰ συμπράξῃ μὲν κατ’ ἀρχὰς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ καὶ αἰφνηδίως καὶ ἀποτόμως τελευταῖον ν’ ἀλλάξῃ πορείαν; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὴ ἡ ἀπορία καὶ ἡ ἐρώτησις νὰ φέρῃ ὁλόκληρον τὸ ζήτημα; Καὶ πῶς θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὅλον ζήτημα; Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ μόνοι; Δὲν σᾶς δίδετε ἀρκετὴ ἀφορμή; Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ πᾶν ἤδη συζητήσῃ; Δὲν εἰξεύρω, κύριοι, ἐὰν ἐξήγησα ἐντελῶς τὴν ἰδέαν μου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐδόθησαν ἀφορμαὶ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις πρωτοστατήσῃ πλέον εἰς τὴν πλήρη ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Βλέπει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀρκετὰ προεκλήθησαν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον καὶ ὡς διάδοχος τῆς διαχειρισαμένης τὸ ζήτημα Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις νὰ εἰσαγάγῃ εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ φωτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον.
§96ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχον εἰπῇ ἀπαντῶν εἰς τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι προφάσεις ζητοῦνται διὰ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ φανῇ προκαλοῦσα. Ἐπικύρωσις δὲ τούτων τρανὴ εἶναι τὰ ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς πρὸ μικροῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία γινώσκει ὅτι θὰ τὸν κατασυντρίψῃ, ἐξήνεγκεν ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρωτάκουστοι ἐν βουλευτηρίῳ, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι δι’ ὅλον αὐτῶν τὸν βίον, τὸν παρόντα καὶ τὸν παρελθόντα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἰδιωτικὸν βίον αὐτῶν. Ἐὰν τοιαῦται ἀρχαὶ ἐπεκράτουν, ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν ὑπέχει ἡ μόνην τὴν ποινικὴν εὐθύνην ἐνασκουμένην ἀργὰ καὶ ποῦ, καὶ ἡ ὁποία οὐδένα φοβίζει. Ἡ μόνη εὐθύνη ἡ πραγματικὴ καὶ διηνεκὴς εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, ἡ δὲ εὐθύνη ἐκείνη, προκειμένου περὶ Ὑπουργοῦ, οὐδαμοῦ σταματᾷ. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ γνωρίζῃ ποῖος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ὁ καθήμενος ἐκεῖ; Ἔχετε Κυβέρνησιν καὶ ἀνέχεσθε νὰ λέγεται ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐξετάσητε διὰ τίνων μέσων ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔφθασεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν; Ναὶ, δύνασθε νὰ τὸ ἐξετάσητε, καὶ τὸ γνωρίζετε ὅτι δύνασθε, ἀλλὰ δὲν σᾶς συμφέρει νὰ τὸ ἐξετάσητε, διότι γνωρίζετε, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται, τὸ ἔπραξε μὴ θέλουσα νὰ ἀναλάβῃ τοιοῦτο βάρος, ἀλλὰ ὑποχρεωθεῖσα νὰ τὸ πράξῃ. Τινὲς ὅμως μὴ γνωρίζοντες δῆθεν τοῦτο, ἔπλασαν καὶ ἄλλα, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο διέστρεψαν διὰ νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ὁμολογῶ ὅτι ἐζήτησα νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὸ ἐζήτησα οὐχὶ ἐλπίζων ὅτι θὰ ἔλθω, ἀλλὰ διὰ νὰ δείξω ὅτι εἶχον τὸ θάῤῥος καὶ τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, ἵνα τὸ ἐπιζητῶ. Οὐδὲν ἠδύνατο μᾶλλον ἀνιαρὸν νὰ ἦναι πρὸς ἡμᾶς ἢ νὰ μᾶς ἐπεβάλλετο τότε τὸ καθῆκον νὰ ἀναλάβωμεν τὴν Ἐξουσίαν. Ἠδυνάμεθα ἴσως διὰ συνδυασμῶν ἐκ τῶν συνήθων νὰ ἐπιτύχωμεν ὅπως μειονοψηφήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἔν τινι ζητήματι καὶ ἔλθωμεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐγινώσκομεν, ὅτι δὲν εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ μὴ ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἠσθανόμεθα ὅτι δὲν ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις. Αὐτοὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι μᾶς κατηγόρουν τότε, ὅτι ἐφυγομαχοῦμεν, καὶ ἔπρεπε νὰ τοῖς ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἐνεργήσωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐζητήσαμεν ἄρα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς γινώσκοντες ὅτι αὕτη θὰ ἦτο καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀποδειχθῇ τοῦτο. Ταῦτα γνωρίζουσι πάντες οἱ παρακολουθήσαντες τότε τὰ πράγματα, γνωρίζουσιν ἐὰν ἡμεῖς ἐποθοῦμεν τὴν Ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἄνδρες οἱ διαχειριζόμενοι αὐτὴν τότε εἶχον καταστήσει τοιαύτην, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ κατάρα μεγαλειτέρα δι’ ἡμᾶς ἢ νὰ μᾶς ἐπιβληθῇ νὰ ἀναλάβωμεν αὐτήν. Λέγω λοιπὸν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θελήσῃ νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐννοοῦσα ὅτι αὕτη θέλει στραφῆ ἐναντίον αὐτῆς, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐργάζεται εἰλικρινῶς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπηγγέλθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ, καὶ τεταραγμένη ἐνώπιον τῆς παρ’ ἡμῶν προκαλουμένης συζητήσεως δειλιᾷ καὶ φεύγει.
§98ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§99ΛΕΒΙΔΗΣ. Σύνηθες εἶναι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅταν εὑρίσκηται ἡττημένος, τότε κυρίως νὰ ἀνέρχηται τὸ βῆμα καὶ νὰ τονίζῃ τὴν φωνὴν, νομίζων, ὅτι οὕτω θέλει φανῆ νικητής. Τί προκαλεῖτε ἡμᾶς; Ὅταν ἐφέρομεν πρότασιν περὶ καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τῶν βίβλων, ἡμεῖς προεκαλέσαμεν ὑμᾶς εἰς δημοσίαν συζήτησιν περὶ τῆς πολιτικῆς ὑμῶν τότε ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἐλέγομεν ὑμῖν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν: «φέρετε τὰ ἔγγραφα τῆς Κυανῆς Βίβλου, τῆς Κιτρίνης Βίβλου;» Δὲν ἔλεγεν ὑμῖν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας: «φέρετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, καὶ τότε προκαλοῦμεν ὑμᾶς εἰς συζήτησιν;» Τί νὰ συζητήσωμεν, ὅταν δὲν φέρητε τὰ πειστήρια τῆς ἐνοχῆς ὑμῶν; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τοῦ κατηγορουμένου τότε μόνον δύναται ἡ δικαιοσύνη νὰ ὑψώσῃ τὸν πέλεκυν αὐτῆς, ὅταν ἔχῃ πρὸ αὐτῆς τὰ πειστήρια. Ἀλλ’ ὑμεῖς τὰ μὲν πειστήρια ἀποκρύπτετε, ἀνέρχεσθε δὲ καὶ φαίνεσθε, ὅτι ἀπειλεῖτε, διότι εἶσθε πράγματι ἀπειλούμενοι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Θέλετε τὸ φῶς, ἐνῷ διελύσατε τὴν Βουλὴν, οὐχὶ διότι διεφώνησεν αὕτη πρὸς τὰ φορολογικὰ ὑμῶν νομοσχέδια, ἀλλὰ διότι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Βόλου ἐντίμου κ. Φιλαρέτου ἐβλέπετε, ὅτι διετρέχετε τὸν κίνδυνον ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἠθέλετε λοιπὸν τότε νὰ ρίψητε τὸ σκότος, καὶ κατωρθώσατε τοῦτο, διότι διελύσατε τὴν Βουλήν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι διαφωνία τῆς Βουλῆς πρὸς ὑμᾶς περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, διότι περὶ τούτων οὔτε κἄν αἱ ἐπιτροπαὶ εἶχον ἀκόμη ἀποφανθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο ψευδὲς εἶνε τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ὅτι ὁ λαὸς ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, στέλλων τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ἵνα ψηφίσωσιν αὐτὰ δι’ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ λαὸς ἠρωτήθη περὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου, καὶ τότε ἠρνήθη τὴν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν ὑμῶν νόμων, οὓς τώρα φέρετε ἐπηυξημένους. Δὲν ἠθέλετε τὴν Ἐξουσίαν; Ἀλλὰ διεψεύδει ὑμᾶς ὁ φίλος ὑμῶν πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ὅστις εἰς τὰ ἐν τῇ μεθ’ ὑμῶν συνεντεύξει λέγει τὰ ἑξῆς: «Εἰ καὶ ἐσκόπει (ὁ κ. Τρικούπης) δι’ αὐτῶν μόνον νὰ ὑποσκάψῃ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἵσταται ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ.»
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ.
§101ΛΕΒΙΔΗΣ. Περὶ τούτου ἐσκέπτεσθε τότε μετὰ τοῦ φίλου ὑμῶν πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, νὰ ὑποσκάψητε τὸ ἔδαφος, καὶ ὑπεσκάψατε αὐτὸ καὶ ἐφέρετε τὴν καταστροφήν.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βλέπετε, κύριοι, ὁποία παραχάραξις γίνετε. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἀναγινώσκει ἔγγραφον βεβαιοῦν ὅτι ἐγὼ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ὁμιλίᾳ, εἶπον πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπήγαγον αὐτῷ τὴν ἰδέαν ὅτι ἐπεζήτουν τὴν Ἐξουσίαν, ἐνῷ ῥητῶς ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ λέγει ὁ κ. πρεσβευτὴς, ὅτι ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μετ’ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ οὐδὲν περὶ αὐτοῦ εἶπον πρὸς αὐτὸν, ἀναφέρεται δὲ ὁ πρεσβευτὴς ἐν ταῖς σκέψεσιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ὁμιλίαν μου. Καὶ ταῦτα παριστᾷ ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ αὐτοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ὡς λεχθέντα ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου ὁμιλίᾳ πρὸς τὸν κ. πρεσβευτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς εἶπε καὶ ἄλλα· εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Περιόδου διελύθη, διότι ἦτο ἕτοιμος νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα καὶ τότε ἐζητοῦντο καὶ τώρα ζητοῦνται. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ τότε ἀκριβῶς ἀπεφάσισε τὸ ἐναντίον, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμενεν, ἵνα βεβαιωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ τοῦτο, διότι ἐφοβεῖτο μήπως ἡμεῖς δὲν ἐκθέσωμεν ἀκριβῶς τὰ πράγματα καὶ ὑποτεθῇ ὅτι αὕτη ἠθέλησε τόσον ἀντεθνικὰ πράγματα διὰ τῆς ψήφου της νὰ ζητήσῃ. Ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Περιόδου διελύθη, διότι ἐν ἐκείνῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεχώρει, ἡ δὲ Συμπολίτευσις δὲν ἦτο εἰς θέσιν ἵνα ἀπέναντι ἀποχωρούσης ἀντιπολιτεύσεως διεξαγάγῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Σήμερον ἐλπίζει ὅτι εἶναι εἰς θέσιν, καὶ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωρῇ, νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ τοῦτο ἐπετύχομεν διὰ τῆς διαλύσεως. Ὁ ἕτερος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡμίλησε περὶ τῶν ἐγγράφων, ὡσανεὶ εἰς αὐτὰ ἤθελεν ἀνεύρει τίνες οἱ λόγοι τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἢ τίνες οἱ λόγοι τῆς ἄρσεως τοῦ ἀποκλεισμαῦ ἢ τι ἄλλο πρὸς ταῦτα σχετιζόμενον. Περὶ διπλωματικῶν ἐγγράφων δὲν πρόκειται· τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ἅπαντα ἐδημοσιεύθησαν· ὅ,τι δήποτε ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εἶπε πρὸς ἄλλας Κυβερνήσεις, ἐδημοσιεύθη παρ’ ἐκείνων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι, ὡς βλέπετε, καὶ τὰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας δημοσιεύουσι. Τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται εἶναι τὰ ἔγγραφα τὰ ζητούμενα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, εἶναι τὰ ἔγγραφα τὰ στρατιωτικά. Ποίαν σχέσιν ἔχουσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως;
§103ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅλα εἶναι σχετικά.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα εἶναι σχετικά, καὶ ἐν τοιαύτῃ γενικῇ ἐννοίᾳ δύνανται νὰ ὑποτεθῶσι συνδυαζόμενα τὰ ἔγγραφα πρὸς οἱανδήποτε σύγχρονον ἐνέργειαν καὶ εὐθύνην· ἀλλὰ σχέσιν εἰδικὴν πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουσι. Τὰ κατὰ τὰ σύνορα ἐγένοντο ἐνώπιον ὅλων τὰ ἱστορικὰ γεγονότα δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν ἐκθέσεων· ταῦτα δύναται ἕκαστος νὰ πληροφορηθῇ παρ’ αὐτοπτῶν μαρτύρων, ὁποῖοι ὑπάρχουσι χιλιάδες. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν περιέχουσιν οὐδὲν σχετικὸν πρὸς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν· περιέχουσι κρίσεις περὶ τῶν γενομένων, καὶ τὰς κρίσεις ταύτας δὲν θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ θὰ τὰς ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐνόσῳ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἂς ἐπωφελῶνται δὲ ἐκ τούτου ὅσοι θέλουσι νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα, καὶ ὅσοι ἐκ τῆς διαστροφῆς αὐτῶν καὶ τῆς ψευδοῦς παραστάσεως τοῦ περιεχομένου τῶν μὴ προσαγομένων ἐγγράφων ζητοῦσι νὰ προσπορισθῶσι κομματικὴν ὠφέλειαν, ἐνῷ γινώσκουσιν ὅτι δὲν ἀποκρύπτομεν ἔγγραφα σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν προσωπικὴν ἡμῶν ἐνέργειαν.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτει τότε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅτι ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐζήτει τότε τὸ ἐναντίον καὶ ἀπῄτει μάλιστα νὰ σημειωθῇ ἡ ἀπαίτησίς της καὶ εἰς τὰ πρακτικά. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ ὑπομνήσω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔλαβε χώραν ὅπως τὸ παριστάνει. Εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εἷς τῶν βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα διπλωματικὰ, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ τὰ προσαγάγῃ, διότι ἡ δημοσίευσίς των ἤθελε παραβλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅσοι τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐλάβομεν τότε τὸν λόγον εἴπομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν οὐδὲ νὰ ἐπιμείνωμεν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐκ τῆς καταθέσεως θὰ βλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· προσεθέσαμεν μάλιστα, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν πλειοψηφίαν, νὰ καταψηφίσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τὴν Κυβέρνησιν, διότι οἱ τοῦτο πράττοντες, ἐὰν ἀνήρχοντο εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θὰ ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ παρουσιάσωσι τὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ ποῖος λογικὸς ἄνθρωπος ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην μὴ γινώσκων τὸ περιεχόμενον τῶν ἐγγράφων· διὰ τοῦτο ἀπεσύραμεν τότε τὴν ἀπαίτησιν περὶ προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων. Ἡ συζήτησις ἐκείνη ἔδωκε τότε χώραν καὶ εἰς τὴν καλουμένην ἀποχώρησιν, διότι ἀφοῦ ἐλέγαμεν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἀφοῦ δι’ ἀναστάσεως παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐθεωρήσαμεν γελοῖον νὰ μείνωμεν μίαν ὥραν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λέγωμεν ὅλοι ναὶ εἰς τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, ἀφοῦ σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἦτο σύμφωνος εἰς τὴν μὴ προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα, ἀνεχωρήσαμεν εἰς τὰς οἰκίας μας· οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις καὶ ὄχι ὡς παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§107ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια καὶ γίνονται δεκτὰ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς βʹ συζήτησιν. Νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου 1887. Νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886 ἐκ δραχμῶν 6,308,800.68. Νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1886 ἐκ δρ. 4,426,932).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως χορηγηθείσης ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἐκ δραχμῶν 334,000.
§110ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴχομεν ζητήσει ἐνταῦθα νὰ κατατεθῇ σημείωσις τῶν δαπανηθεισῶν δρ. 50,000 δι’ ἔξοδα ὑποδοχῶν ἐπισήμων ξένων· καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατετέθη εἷς πίναξ, ἀλλ’ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ φαίνεται, ὅτι ἐδόθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν 25,000 δραχμαὶ παρὰ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ. Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν ἄν ἀπεδόθη λογαριασμὸς, καὶ ἄν ἀπεδόθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄν δὲν ἀπεδόθη, θέλει ἀποδοθῇ.
§112ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§113ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν προέκειτο περὶ ἄλλης τινὸς δαπάνης, ἴσως δὲν ἤθελον ἐπὶ πολὺ ἐπιμείνει, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δαπάνης ὑπόπτου· διότι, ἐὰν δὲν ἦτο ὕποπτος ὁ λογαριασμὸς τῆς Ἀστυνομίας περὶ δαπάνης 25,000 δραχμῶν καὶ περὶ ἄλλης τινὸς δαπάνης 8,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα τελετῶν, ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον νὰ ἔχῃ ἀποδοθῇ, διότι ἡ δαπάνη ἐγένετο πρὸ τοσούτων μηνῶν. Τίς λόγος κωλύει τὴν ἀπόδοσιν τοῦ λογαριασμοῦ; αὐτὴ ἡ δαπάνη θὰ ἦναι πρὸς ἀγορὰν ῥητίνης, πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀγυιοπαίδων διὰ νὰ ζητοκραυγάζωσιν ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· θὰ ἦνε ἀμοιβὴ μισθοφόρων, οἵτινες ἐμισθώθησαν, ἵνα μεταβάλωσι τὸ φρόνημα τῶν πολιτῶν τῆς πρωτευούσης. Ἄν αἱ δαπάναι αὗται ἦσαν νόμιμοι, ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐζητήθησαν πρὸ ἡμερῶν τοσούτων καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ δικαιολογητικὰ, νὰ τὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: θέλομεν τὰ φέρει. Ἀλλὰ πότε; ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ὅτε δὲν θὰ ἔχωμεν καιρὸν οὐδὲ βλέμμα νὰ ῥίψωμεν; Ἔχομεν τὸ δικαίωμα δραχμὴν πρὸς δραχμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς δαπάνας τῶν 50,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα τελετῶν, διότι ἐδαπανήθησαν χωρὶς νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἐνῷ εἰς τοιοῦτον γεγονὸς ἐθνικὸν, τῆς συμπληρώσεως τῆς δεκαοκταετοῦς ἡλικίας τοῦ Διαδόχου, ἔπρεπε νὰ ἦτο παροῦσα ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, οὐχὶ δὲ μόνον λαὸς, Βασιλεὺς καὶ Κυβέρνησις κατὰ τὸ νέον τυραννικὸν δόγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ δήμαρχοι τοῦ Κράτους, συλλεχθέντες ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς τρίτης τάξεως. Διὰ τοῦτο δικαίωμα ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τῆς εἰρημένης πιστώσεως.
§114ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑπόμενα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως 1) περὶ προκαταβολῆς δραχμῶν 1,000,000 δι’ ἀποζημίωσιν χιλιομετρικὴν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, καὶ 2) περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 90,000 τῆς χρήσεως 1886).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 272,838.
§116ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανειλημένως ἐζητήσαμεν νὰ φέρῃ πίνακα τῶν διανεμηθέντων παρασήμων. Βλέπω, εἶναι ἀληθὲς, ἑκάστοτε τὸν κλητῆρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν συνοδεύοντα ἐδῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ φέροντα ὑπὸ μάλης μερικοὺς χονδροὺς φακέλλους. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι τὰ παράσημα τὰ περισσεύσαντα· θὰ ἦναι ἴσως αἱ πληροφορίαι αἱ περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ περιορίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ αὐτὰς ἐδῶ ἁπλῶς καὶ κατόπιν νὰ τὰς πηγαίνῃ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, διὰ νὰ κοιμηθῶσι. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν παρασήμων. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ καὶ πίνακα τῆς δαπάνης διὰ τὰ παράσημα ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, καὶ τῆς δαπάνης διὰ τὰ παράσημα ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐντεῦθεν, διότι οὐδεμίαν τοιαύτην πληροφορίαν ἐλάβομεν, καί τοι ἐζητήσαμεν αὐτάς. Πότε θέλουσιν ἔλθει αἱ πληροφορίαι; Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν; Καὶ εἰς τὴν τρίτην ἂν ἔλθωσιν, ἡμεῖς εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς ἀριστείας καὶ τῆς τιμῆς. Ἐπίσης νὰ φέρῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον πρωτοτύπου ἄλλης πράξεως, τῆς ἀνακλήσεως παρασήμου, διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι νομίμως ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργός.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω τὸ πρωτότυπον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐντὸς αὐτοῦ καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ ἐξετασθῶσι, νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι θέλουσιν ἐπιστραφῆ εἰς τὸ γενικὸν Προξενεῖον Ἀλεξανδρείας. Πρὸ τῆς τρίτης δὲ συζητήσεως θέλω καταθέσει πάντα τὰ αἰτηθέντα.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ συντηρήσεως αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ ἀγορασθῇ χρηματοκιβώτιον διὰ νὰ φυλαχθῶσιν ἀσφαλῶς. Εἶναι τόσα ἐθνικὰ συμφέροντα ἀποδεικνύοντα τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, ὥστε πρέπει νὰ μείνουν εἰς αἰωνίαν ἀνάμνησιν.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἔχει τοσοῦτον ἐξαντλήσει τὴν ἀξιοπρέπειαν, ὥστε βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς ἄλλον.
§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Χ. Δημητρίου, ἰατροῦ, καὶ δὲν εἰξεύρω τίνος ἄλλου, αἱ φράσεις τοῦ Β. Διατάγματος, ἃς ἐν αὐτῷ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέγραψεν, εἶναι: «ἕνεκα τοῦ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ζήλου αὐτοῦ». Ὅταν λοιπὸν εἷς ἄνθρωπος, καὶ ὁ μᾶλλον εὔπιστος καὶ καλῆς θελήσεως, βλέπῃ Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπονέμεται τῷ Χ. Δημητρίῳ παράσημον, «ἕνεκα τοῦ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ζήλου αὐτοῦ», βεβαίως δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσῃ, αὐτὸς ὁ ζῆλος τίνι τρόπῳ ἐξετιμήθη. Καὶ οὐχὶ μόνον, ὁ ζῆλος τοῦ κ. Χατζηδημητρίου, ἀλλὰ καὶ οἱ ζῆλοι καῤῥαγωγέων, ὑπηρετῶν, κομματαρχῶν, ἀκόμη καὶ ἀντιθέτων, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τίνι τρόπῳ ἐξετιμήθησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν οἱ ζῆλοι αὐτοί. Βεβαίως λοιπὸν, ὅταν βλέπῃ τις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας Διάταγμα, δι’ οὗ ὁ ζῆλος οὗτος ἐξατμίζεται καὶ δὲν μένει τίποτε, ἀλλὰ μόνον μικρά τις νεφέλη ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις στρέφεται νὰ ἴδῃ αὐτὴν, ἀφιπταμένην, βεβαίως δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, ὅτι εἶναι πρωτότυπος αὐτὴ ἡ ἀνάκλησις, διότι βεβαίως κατὰ τὴν ἀπονομὴν δὲν ἐγένετο ἡ δέουσα ἐξέτασις, καὶ ἀποροῦμεν ὅταν βλέπωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ζῆλος ἐκτιμᾶται σήμερον ἄλλως. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 272,838. Ὁμοίως εἰς βʹ. τὸ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,000 τῆς χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ὁμοίως εἰς βʹ. τὸ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 52,500 τῆς χρήσεως 1886 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν).
§121ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ὥρα εἶναι περασμένη πλέον.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ψηφιζόμενα νομοσχέδια ἔρχονται χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, διατί ἔγειναν αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαί; αὐταὶ δὲν συνέρχονται καὶ δὲν ἐργάζονται. Διατί; ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τῶν ἐπιτροπῶν· ἡ πλειοψηφία νομίζω ἔχει καθῆκον νὰ συνέλθῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων. Πρόκειται δὲ περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή, ὡς πρὸς ἓν δὲ καὶ μόνον ὡς πρὸς τὴν τροπὴν τῶν δανείων τῶν 25 καὶ 9 ἑκατομμυρίων ὑπάρχει ἔκθεσις.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ λοιπὸν προχωροῦμεν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἐκ παλαιῶν δραχμῶν 6,000,000 δανείου.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τίνος ἐποχῆς τὰ τοκομερίδια τῶν δανείων αὐτῶν ἐπληρόνοντο εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσὸν καὶ πόσων μετοχῶν ἢ ὁμολογιῶν τοκομερίδια πληρώνονται εἰς χρυσὸν, διότι βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἐγγραφεισῶν δῆθεν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν δύο τούτων δανείων, καὶ εἰς ἃς καὶ μόνας ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγνωρίζουν τὸ δικαίωμα τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοοῦν ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ ἦσαν δουλοπάροικοι, ἔπρεπε καὶ καλὰ νὰ μένουν ἀφ’ ὅτου ἐνεγράφησαν ἐν Ἀθήναις, ἂν καὶ ἐνεγράφησαν κατὰ παραγγελίαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔπρεπε νὰ μένουν ἐν Ἀθήναις καρφωμέναι νὰ μὴ μεταβιβασθῶσιν ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἐκ τῆς ἐπανειλημμένης καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων αὐτῶν εἰς χρυσὸν ἐγεννήθη μία ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου, δὲν γνωρίζω πῶς θὰ συμβιβάσωμεν τὴν ἠθικὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὴν ἐπαγγελίαν περὶ ἀκεραίου πληρωμῆς τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν δανείων τῶν 6 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων δὲν πρόκειται, διότι ἐξ ἐκείνων οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δάνειον τῶν 4 ἑκατομμυρίων ἐγένετο ἀκριβῶς ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις ἐφ’ οἷς καὶ τὸ τῶν 25 ἑκατομμυρίων.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη, διότι οὐδεμία πληρωμὴ γίνεται τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικόν. Καὶ τοῦτο πρόσθετος ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸν ὁποῖον παραπέμπει, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ δάνειον τῶν 4 ἑκατομμυρίων, οὐδὲν παρέχει νομικὸν δικαίωμα πληρωμῆς εἰς μεταλλικὸν, διότι ἐὰν παρεῖχε νομικὸν δικαίωμα θὰ τὸ ἐπεκαλοῦντο καὶ οἱ κατέχοντες τοκομερίδια τῶν 4 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ οὐδεὶς τὸ ἐπεκαλέσθη. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης γινώσκει ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβῶσιν οὗτοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν, διότι ὑπάρχουν ἐδῶ μεσῖται, οἱ ὁποῖοι παρίστανται εἰς τὸ ταμεῖον, καθ’ ἣν ὥραν γίνεται ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων καὶ προσφέρουσιν εἰς τοὺς προσερχομένους περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ λάβωσιν οὗτοι ἀπὸ τοῦ ταμείου, παραλαμβάνουν τὰ τοκομερίδια καὶ τὰ ἀποστέλλουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἰς τὸ δάνειον τῶν 4 ἑκατομμυρίων ἄρα δὲν ἐξεδηλώθη ἡ ἀνάγκη προνοίας, ἥτις ἐξεδηλώθη μόνον ἐν τῷ δανείῳ τῶν 25,000,000. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον, ἦτο, ὅπως ἐν ἐλευθέρᾳ κυκλοφορίᾳ—οὐχὶ ἐν ἀναγκαστικῇ—πληρόνει ἔν τινι περιπτώσει τὰ πρὸς μεταφορὰν τοῦ νομίσματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τούτοις, ἐπελθούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν συμφέρον τῇ πολιτείᾳ καὶ χάριν τῆς ἠθικῆς ἐντυπώσεως, καὶ χάριν τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν τῶν Ἑλληνικῶν δανείων, ἥτις θὰ ἐπήνεγκεν ἄλλας ὑλικὰς ὠφελείας, νὰ πληρώνῃ τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ὁμολογίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐν ἄλλῳ νομίσματι παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καθιστᾷ ὑποχρεωτικὸν δι’ ὅλους. Ἤδη προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ συλλήβδην τὸ κεφάλαιον, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν αὐτὸ ὁλόκληρον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἠθικόν τι δικαίωμα περὶ πληρωμῆς εἰς μεταλλικὸν τῶν τοκομεριδίων τῶν ἀρχικῶς ἐγγραφέντων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἰς τούτους πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τὸ κεφάλαιον εἰς μέταλλον. Εἰς ἐκείνους ὅμως, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦσιν ἀποστέλλοντες ἐντεῦθεν τὰ τοκομερίδια αὑτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐκεῖ εἰς μεταλλικὸν καὶ τοιουτοτρόπως ζημιοῦντες τὸ Δημόσιον ἵνα ὠφεληθῶσιν αὐτοὶ τὴν διαφοράν, εἰς ἐκείνους οὐδὲν ὀφείλομεν, τουναντίον ἡ ἄμεσος ἀπόδοσις τοῦ κεφαλαίου ἐμποδίζει τὴν τοιαύτην κατάχρησιν, δὲν ὀφείλει δέ τις ἀποζημίωσιν, διότι ζημιοῖ τινα μὴ ἐπιτρέπων αὐτῷ νὰ καταχρᾶται. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρχικῶς ἐνεγράφησαν, ὡς πρὸς ἐκείνους ἐπειδὴ ἀνέκαθεν ἐπληρώθη εἰς αὐτοὺς εἰς μεταλλικὸν τὸ τοκομερίδιον, νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν κατ’ ἐπέκτασιν καὶ τὸ κεφάλαιον εἰς μεταλλικὸν, καί τοι δὲν ὑποχρεούμεθα. Ὡς πρὸς ἄλλους ὅμως μὴ ἀρχικῶς ἐγγραφέντας ὄχι διότι οὗτοι κερδοσκοποῦσιν, ἀλλὰ διότι τὸ Δημόσιον δὲν ἀπετάθη πρὸς αὐτοὺς ὑποσχεθὲν ὅτι θὰ τοὺς πληρώνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Καὶ αὐτοὶ οἱ εἰς οὓς οὕτω ἀπετάθη ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐξέλαβον, ὅτι καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ πληρώνωνται εἰς μεταλλικὸν, ἠπατῶντο τοῦτο νομίζοντες, ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρίσκονται ἐν καλῇ πίστει νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα εἰς τούτους μόνους νὰ ἀποδώσωμεν εἰς μεταλλικὸν τὸ κεφάλαιον.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοὺς δικαιοδόχους αὐτῶν;
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§131ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τοὺς ἀγοράσαντας ἐξ αὐτῶν;
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· ἔστω καὶ ἐὰν κατοικοῦν ἐνταῦθα, διότι οὗτοι θὰ ἀποστείλωσι τὰς ὁμολογίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἐκεῖ. Ἑπομένως ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι ὅτι εἶναι καλὸν, δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ εἶναι καλὸν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς μεταλλικὸν τὸ κεφάλαιον τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἐνεγράφησαν ἀρχικῶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὡς πρὸς δὲ τὰς ὁμολογίας, αἵτινες ἐκ κερδοσκοπίας μετηνέχθησαν ἐντεῦθεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀφοῦ πρῶτον ἐνταῦθα ἀπεκτήθησαν ὡς ὑποκείμεναι εἰς πάντας τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ εἰς τὸν ἐνδεχόμενον νὰ ἐκδοθῇ νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς πρὸς ταύτας νομίζομεν, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ εὔλογος ἀξίωσις.
§133ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἐὰν ἐμελέτα ἀκριβῶς τὴν θέσιν τοῦ κατόχου ἑλληνικῶν χρεογράφων, ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ τροπή. Ἡ τροπὴ βεβαίως εἶναί τι δυσάρεστον εἰς τὸν κάτοχον, εἶναι ὅμως δικαίωμα τῆς τρεπούσης Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη αἱ Κυβερνήσεις ἀπαντῶσι περὶ τὴν τροπὴν τῶν δανείων μεγάλην δυσχέρειαν, διότι ἔχουσαι ἐνώπιόν των πολλοὺς κατόχους, οἵτινες θέλουσι ζημιωθῆ ἐκ τῆς τροπῆς, ἀναγκάζονται νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν ἀντίδρασιν τοῦ συμφέροντος τούτων κατὰ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὴν ταχυτέραν τροπήν. Παρατηροῦμεν ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα, ὅτι οἱ περὶ ταῦτα ἀσχολούμενοι ἀνέγραψαν ὡς δόγμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπείκουσαν εἰς τὰς τοιαύτας ἀντιδράσεις τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν, νὰ μὴ πραγματοποιῇ τὴν τροπὴν, εὐθὺς ὡς ἡ τροπὴ αὕτη καθίσταται ἐφικτὴ ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ὁμολογιῶν.
§135ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀμφισβητεῖται αὐτό.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀμφισβητοῦνται ὅλα, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ γενικὴ γνώμη τῆς ἐπιστήμης εἶναι αὕτη.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται νὰ γίνῃ τροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει χαρτονομίσματος.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπὴ πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ὁ δὲ νόμος ποίαν ὑποχρέωσιν ἐπέβαλεν εἰς τὸ Δημόσιον; Καὶ ἂν θελήσωμεν εὐρύτατα νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὸν ὑπὲρ τῶν κατόχων, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιβάλλει ἄλλην ὑποχρέωσιν εἰμὴ νὰ ἀποδώσῃ εἰς μέταλλον τὰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐνεγράφησαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὡς πρὸς δὲ τὰς ὁμολογίας, τὰς ἐγγραφείσας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἡ ἀπότισις τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν νὰ γίνῃ διὰ τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχει νόμιμον κυκλοφορίαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἤτοι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἂν αἱ ὁμολογίαι αὗται ἐστάλησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τοῦτο ἐγένετο ἐκ κερδοσκοπίας, ἡ δὲ κερδοσκοπία τῶν ἀγοραζόντων ἐνταῦθα τὰ τοκομερίδια, ὅπως τὰ ἀποστείλωσιν, ἵνα ἐξαργυρωθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, εἶναι ἐπιλήψιμος κατ’ ἀντίθεσιν τῶν ἐγγραφῶν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι ὁ ἐγγραφεὶς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιθανὸν νὰ ἐκερδοσκόπησεν, ἀλλ’ αὕτη εἶναι νόμιμος κερδοσκοπία. Προκειμένου περὶ Ἑλληνικοῦ δανείου, δὲν ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ ἀποδώσῃ τὰ κεφάλαιον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καταργουμένου τοῦ δανείου διὰ προτεινομένης τροπῆς, διότι καὶ ἂν ἀνέλαβε νὰ πληρώνῃ τοὺς τόκους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν ἀνέλαβε τοιαύτην ὑποχρέωσιν περὶ τοῦ κεφαλαίου, τοῦ δανείου καταργουμένου. Θὰ ἠδύνατο ἄρα τὸ Δημόσιον, προκειμένου περὶ καταργήσεως τοῦ δανείου διὰ προτεινομένης τῤῥπῆς, ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ἐφαρμοζόμενοι εἰς τὸ τοκομερίδιον, δὲν ἐφαρμόζονται εἰς αὐτὴν, διότι ἡ τροπὴ ἐπάγεται τοὺς ἰδίους αὐτῆς νόμους. Ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι τῆς τροπῆς; Ὅτι ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς μὴ δεχομένους αὐτὴν νὰ πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, τουτέστιν ἐν τῷ νομίσματι τοῦ ταμείου. Ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσαμεν καὶ λέγομεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι, αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφεῖσαι, δύνανται νὰ ἐξοφληθῶσι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ παραδεχόμεθα καὶ τὴν συνέπειαν τούτου, ὅτι θέλουσιν ἐξοφληθῆ εἰς μεταλλικόν. Ἄλλο ζήτημα πέραν τούτου δὲν ὑφίσταται. Ἡ ἐπέκτασις τοῦ ζητήματος πέραν τούτου, αὐτὴ ἀποτελεῖ διαστροφὴν τοῦ νόμου καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τῆς τροπῆς, διότι ἀποδεχθέντες τὴν πληρωμὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν μετοχῶν, τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφεισῶν, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς δυναμένης νὰ προταχθῇ ἀπαιτήσεως.
§139ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). «Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄνω νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν. Ὁμοίως εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐκ δραχμῶν νέων 25,000,000 καὶ 4,000,000.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς.
§141ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ αὔριον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕξ βουλευταὶ ἐκ τῶν κληρωθέντων διὰ τὴν Μεγάλην Πρεσβείαν κωλύονται νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, πρέπει νὰ ἐκλεχθοῦν ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν.
§143ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι δουλειὰ τοῦ Προεδρείου.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκλέξατε ἐξ καταλλήλους.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ λύσις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις). Ὥρᾳ 8½ μ. μ.