1886.10.27
1,885 rows · 14,799 words · 17 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 27 Ὀκτωβρίου 1886
Δευτέρα
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας θὰ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν τῶν Τμημάτων, εἰς ἃ θὰ παραπεμφθῶσιν αἱ συμπληρωτικαὶ ἐκλογαὶ τῶν ἐπαρχιῶν Πυλίας καὶ Εὐρυτανίας. (Γίνεται ἡ κλήρωσις, ἔλαχε δὲ τῆς Πυλίας εἰς τὸ 8 Τμῆμα, ἡ δὲ τῆς Εὐρυτανίας εἰς τὸ 1).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ τμήματα 1 καὶ 8, παρακκαλοῦνται νὰ συνέλθωσι, λάβωσι δὲ ὑπ’ ὄψει τὰ πρακτικὰ καὶ φέρωσιν αὔριον τὴν ἔκθεσιν. Ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως δὲν ὑπάρχει. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§3ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν.
§4ΤΙΝΕΣ. Κατόπιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Προηγοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις (θόρυβος.)
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀσπρογέρακας κατέθηκεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆ: «Παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς ἐν τῇ ἀγροληπτικῇ ἀμπέλῳ τοῦ Ἠλία Ζαβιτζάνου τῆς Μονῆς ἅγιος Ἰωάννης τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Καρυᾶς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος εὑρισκομένης στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἥτις ἐμποδίζει αὐτὸν νὰ τρυγήσῃ τὴν ἄμπελόν του· ἄλλως, νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ποῦ στηριζομένη ἐπιμένει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐξ οὗ λίαν ἐνδεχόμενον νὰ προκύψῃ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον συνεπεία τῆς ἀπὸ 27 παρελθόντος μηνὸς ἀπευθυνθείσης πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον διαμαρτυρήσεώς του περὶ ἀποζημιώσεως».
§7ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΣ. Διατί συνέβησαν ἐν Λευκάδι τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου διαδραματισθέντα, τὰ ὁποῖα συνοψίζονται εἰς τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος καὶ εἰς τὴν ἐγκάθειρξιν δέκα ἐντίμων οἰκογενειαρχῶν εἰς τὰς φυλακάς; Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διατί ἐπιμένει διὰ τῆς λόγχης νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους ἀσκοῦσα τὴν δύναμιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν μόνον ἀποφάσεις δικαστικαὶ δύνανται νὰ ἀσκήσωσι; Ἅμα ὁ κ. πρόεδρος ἀπαντήσῃ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ προβῶ καὶ νὰ ἐκθέσω τὰ καθέκαστα· διότι ὁ καλλιεργητὴς ἐμποδίζεται, καὶ κατὰ τὸν νόμον θὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν 10,000 δραχμῶν πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐγὼ δὲ φειδόμενος τῶν δημοσίων συμφερόντων δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ προστατεύσω ταῦτα.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτε συνῆλθεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου ταύτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς ὁριστικῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διότι καὶ αἱ περιστάσεις τότε ἦσαν ἔκρυθμοι καὶ πρόνοια ἔπρεπε νὰ ληφθῇ, πρὸ τῆς ὁριστικῆς περὶ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπῆρχον ἀπαιτηταὶ ὀφειλαὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου, μὴ ἱκανοποιούμεναι, καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν γένει, περὶ τῆς ὁποίας προσῆκε νὰ ληφθῇ πρόνοια προσωρινή· μόνον δὲ μετὰ τὴν τοιαύτην προσωρινὴν διαῤῥύθμισιν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ ὠφελίμως ἡ Βουλὴ τῶν τῆς κανονικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Περὶ τῆς καταστάσεως τῆς προσωρινῆς ἐλήφθησαν μέτρα τῇ συμπράξει καὶ τῆς Βουλῆς· παρεστάθη εἰς τὴν Βουλὴν τότε, ὁποῖον ἦτο τὸ ποσὸν τῶν ἀπαιτήσεων, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε διὰ νόμου, ὅπως πραγματοποιηθῇ δάνειον, σκοποῦν τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν ἐκείνων. Τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη καὶ αἱ ὀφειλαὶ ἐπληρώθησαν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὀφειλῶν, εἰς ἃς ἀμέσως ἀφεώρα ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι, περὶ ὧν ἐπίσης προενόησεν ὁ νόμος· ὑπῆρχον ὀφειλαὶ ἐκ προκαταβολῶν, τουτέστιν ἐξ ἐκκρεμῶν δανείων, περὶ ὧν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς, τί ἤθελον πράξει οἱ δανεισταί, ἐπερχομένων τῶν διοριῶν τῆς πληρωμῆς, ἂν θὰ ἦσαν πρόθυμοι εἰς ἀνανέωσιν ἢ ἂν θὰ ἀπῄτουν τὴν ἄμεσον ἐξόφλησιν. Πράγματι αἱ ὀφειλαὶ αὗται πολλὰ παρέσχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν πράγματα, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν προκαταβαλόντων, ἐπιστασῶν τῶν διοριῶν, ἐζήτησαν τὴν ἀπότισιν τῶν πρὸς αὐτοὺς ὀφειλομένων καὶ δὲν ἐδέχθησαν, ὅπως κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ ὡρισμένα ἀνανεώσωσι τὰ δάνεια· ἐδέησε πρός τινας ἐξ αὐτῶν ν’ ἀποδοθῇ καὶ τὸ κεφάλαιον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ μείνωμεν ἀπέναντι ἄλλων πλέον εὐσυμβιβάστων, εὐτυχῶς δὲ μετὰ μακρὸν ἀγῶνα ἠδυνήθημεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ν’ ἀπολήξωμεν εἰς συμφωνίας, καθ’ ἃς παρατείνονται αἱ διορίαι ἁπασῶν τῶν ἐκκρεμῶν ἐκείνων ὀφειλῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἑπομένως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν χρονικὸν διάστημα 14 μηνῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου χρέους. Οὕτω διαῤῥυθμίσαντες τὰ τῶν ὀφειλῶν, τῶν πιεζουσῶν τὸ Δημόσιον, δυνάμεθα ἤδη νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς μελέτης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας σήμερον εἶνε ἄμεσον προϊὸν τῶν συμβάντων κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνεστῶτος. Εἶνε ὅμως καὶ προϊὸν τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς διοικήσεως τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, διότι αἱ δυσχέρειαι, περὶ ὧν ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν ἤδη, ηὔξησαν μὲν λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως, θὰ ὑφίσταντο ὅμως καὶ ἄλλως, ἤτοι λόγῳ ὑστερήσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, μὴ σχετιζομένης πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀλλ’ ἀποῤῥεούσης ἐκ τῆς πληρώσεως τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους ἀναγκῶν, τῶν καὶ ἄνευ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑφισταμένων. Ἵνα ἐννοήσωμεν ἄρα ἀκριβῶς, ὁποῖον εἶνε τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον περιήλθομεν, πρέπει, παραλαμβάνοντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, οἵα ἦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885, νὰ ἐξετάσωμεν ὁποίας διαφορὰς εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην ἐπήνεγκον τὰ ἐλλείμματα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, ὁποίας διαφορὰς προσέτι ἐπήνεγκον αἱ δαπάναι, αἱ ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως προκληθεῖσαι. Περὶ τοῦ 1885 δὲν δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν Ἀπολογισμὸν ὁριστικόν, διότι διατελοῦμεν ἔτι ἐν τῷ τελευταίῳ μηνὶ τῆς χρήσεως, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο δεικνύει, ὅτι καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπισήμως ἀναγεγραμμένα ἀποτελέσματα, διατελοῦμεν ὅμως ἐν ἱκανῇ γνώσει τῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ὥστε νὰ δυνάμεθα ν’ ἀνακοινώσωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀποτελέσματα, μὴ ἐπίσημα μὲν, ἀλλὰ θετικά· τὰ ἀποτελέσματα δὲ ταῦτα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 παριστῶσι τὸ καταλειφθὲν ἔλλειμμα ὑπὸ τῆς χρήσεως ἐκείνης ὡς ἀνώτερον τῶν 26 ἑκατομμυρίων. Περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1886 δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν μετὰ τῆς αὐτῆς ἀκριβείας, ὅπως καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1885. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ 1886, τὸ ἔτος εἶνε ἱκανῶς προκεχωρημένον, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἀσφαλῶς νὰ προεικάσωμεν τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἀνέλθει ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐν τοῖς πίναξι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοὺς ὁποίους θέλω ὑποβάλει μετ’ ὀλίγον, καὶ τοὺς ὁποίους θέλω ἀναπτύξει, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐξετάζοντες τὰ τῆς βάσεως τῆς οἰκονομικῆς τῶν ὑπολογισμῶν διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἐδέησε νὰ καθορίσωμεν, ὁποῖα εἶνε ἀκριβῶς, σχετικῶς πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα τοῦ 1886, τὰ εἰσπραχθησόμενα καὶ τὰ δαπανηθησόμενα, καὶ ὅτι κατόπιν τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν ἀποτελεσμάτων πρὸς τὰς προνοίας, ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, ἐὰν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς κατὰ τὸ 1886 ἐφαρμοσθείσης νομοθεσίας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα κατώτερον τῶν 22 ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1886 τὸ ἔλλειμμα ἔσεται, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἔτι ὑπέρτερον. Ὡς ἐκ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων, καὶ ἰδίως τῆς ἐπιστρατεύσεως, αἱ πρόσοδοι τοῦ 1886 οὐ μόνον κατὰ πολὺ ὑπῆρξαν κατώτεραι τοῦ μέσου ὅρου, ἀλλὰ πλησιέστατα καὶ σχεδὸν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐντελῶς ἔφθασαν εἰς τὸν κατώτατον δυνατὸν ὅρον· τοῦτο ὡς πρὸς τὸ 1887 δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς βάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ὑπολογίζοντες τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν αὐτὰ σχετικῶς πρὸς τὰ πράγματα, σχετικῶς πρὸς τὴν γνωστὴν κατάστασιν, σχετικῶς πρὸς τὰ βεβαιωθέντα ὑστερήματα ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογιμοῦ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1886· ὅταν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, τὸ ἀφορῶν εἰς μόνον τὸ ἔτος 1886, ἕνεκα τοῦ ἐκῤῥύθμου τῶν περιστάσεων, ὑπολογίζοντες αὐτὸ εἰς 3 ἑκατομμύρια, ἔχομεν πιθανὸν ἔλλειμμα τοῦ 1886 25 ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων. Τὰ δύω ἄρα ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 μεταβάλλουσι τὴν πρώην ὑφισταμένην κατάστασιν κατὰ ποσὸν 50 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου· ἐν τῷ ποσῷ δὲ τούτῳ οὐδὲν περιλαμβάνεται ἐκ τῶν δαπανηθέντων λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀμέσως· περιελήφθησαν μόνον 3,000,000, διαφορὰ ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, προελθοῦσα ἐμμέσως ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Αἱ ἄμεσοι δαπάναι ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ποῖαι τινὲς ὑπῆρξαν; Αἱ δαπάναι αὗται ἤρξαντο κατὰ τὸ 1885. Κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐδαπανήθησαν ἐπισήμως ἀναγεγραμμένα 22 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1886 αἱ δαπάναι ἐξηκολούθησαν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη ἡ ἀποστράτευσις, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἔπαυσαν διὰ μιᾶς. Ἀπῃτεῖτο χρόνος, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ πλήρης διάλυσις τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν μένουσι βάρη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἰδίως τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς κατατάξεως τῶν ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποτάκτων. Ὑπολογίζοντες πάντα ταῦτα ἀθροίζομεν τὰς πιθανὰς μέχρι τέλους τοῦ 1886 ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 δαπάνας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου εἰς 33,900,000, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ 22 ἑκατομμύρια τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1885, φέρουσι τὴν ἔκτακτον δαπάνην τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς 55,000,000 περίπου. Εἰς ταῦτα δὲ προσθέτοντες τὰς δαπάνας τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, ἀνερχομένας εἰς 15 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἔχομεν 70–72 ἑκατομμύρια ἀποτελοῦντα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, τὰ ἐν τοῖς ἐκτάκτοις προϋπολογισμοῖς ἀναγεγραμμένα καὶ πραγματοποιούμενα. Ταῦτα τὰ 72 ἑκατομμύρια, προστιθέμενα εἰς τὰ 50 τῶν ἐλλειμμάτων τῶν καταλειπομένων ὑπὸ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886, φέρουσι τὸ βάρος, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνει ἡ ὀφειλὴ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους 1885 μέχρι τέλους τοῦ 1886, εἰς 120 ἑκατομμύρια. Τὰ 120 ἑκατομμύρια φέρουσι κανονικὸν τόκον μετὰ τῶν παρεπομένων εἰς τοὺς τόκους προμηθειῶν καὶ χρεωλυσίων τοὐλάχιστον 10 ἑκατομμύρια. Τὰ 10 ταῦτα ἑκατομμύρια εἰς τὸν ἐπιπολαίως ἐξετάζοντα τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν φαίνονται ἐν αὐτῷ ὁλόκληρα, οὐδὲ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ εἰς τὸν μελετῶντα τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἐπιγνώσει ἀναγνωρίζονται ἐν αὐτῷ πάντα· διότι ναὶ μὲν τὸ πλεῖστον τῶν 120 ἑκατομμυρίων λαμβάνεται ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μέρος δὲ μόνον αὐτῶν, ἤτοι τὰ 19 ἑκατομμύρια, τὰ συνομολογηθέντα μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην σύνοδον, ἀποτίνουσι τόκον κανονικόν· ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται μόνον ἀναγεγραμμένα τὰ τοῦ κανονικοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 19 ἑκατομμυρίων καὶ τὰ τοῦ τόκου πρὸς ἓν τοῖς ἑκατὸν τῶν δανείων ἐξ 86 ἑκατομμυρίων ἀκεραίων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐκ 18 ἑκατομμυρίων κερματικῶν εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ 1885 καὶ 1886, ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων χρεῶν, εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένον ποσὸν 6,400,000 δραχμῶν δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος. Τί δὲ εἶναι ἡ πληρωμὴ αὕτη, εἰμὴ συνέπεια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Πληρώνομεν μὲν τὸ χρῆμα τὸ δανεισθὲν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ πρὸς 1%, ἀλλ’ ἀναγκάζεται τὸ Δημόσιον νὰ πληρώνῃ 6,400,000 δραχμῶν ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος διὰ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Ἀλλὰ πόσα ἄλλα δὲν ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος δι’ ἄλλας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνάγκας; Πᾶν τὸ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθευόμενον εἶναι βεβαρημένον μὲ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος. Ὅταν δὲ ταῦτα πάντα προστεθῶσιν, εὑρίσκομεν, ὅτι ὀλιγώτερον βάρος θὰ ἠσθάνετο ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ἅτινα θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἢ ἐκ τῶν συνεπειῶν τῆς διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἱκανοποιήσεως τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ὁμιλῶν δὲ ἤδη περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ τὴν κοινωνίαν καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ κοινωνία πληρώνει ὡς συμπλήρωμα τοῦ τόκου, τοῦ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀποτινομένου χάριν τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Ὅταν οὕτως ὑπολογίσωμεν τὰ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος τῶν 120 ἑκατομμυρίων, εὑρίσκομεν ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ βάρος ἐτήσιον 10 ἑκατομμυρίων, μεγαλείτερον εὐτύχημα καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ· ἀλλὰ τοῦτο σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον. Καὶ ἄλλοτε εὑρέθημεν ὑπὸ τὰς στενοχωρίας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλοτε ἐξήλθομεν ἐκ τῶν δυσχερειῶν αὐτῆς, μετατρέψαντες τὸ δάνειον, τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς δάνειον μεταλλικὸν, καὶ ἐπειδὴ συνέπεσεν ἡ μετατροπὴ ἐκείνη μετὰ κρίσεως οἰκονομικῆς ἐν τῇ Χώρᾳ, ἔσπευσαν οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὸ σωτήριον ἐκεῖνο μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο τὸ παραίτιον τῆς στενοχωρίας τῆς χρηματικῆς, καὶ ὅτι μόνον ἡ ἐκ νέου ἐπιβολὴ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν εὐημερίαν· ἐπεβλήθη ἐκ νέου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἀνθεῖ σήμερον ἐν πλήρει βλαστήσει, τὰ δ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν· ἐλπίζω δὲ, ὅτι σήμερον δὲν θὰ τολμήσῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι μετὰ ἐλαφρότητος ἐργάζεται ὁ σκεπτόμενος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤδη ἔφθασεν εἰς ἀνάπτυξιν ὑπερτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν εἶχε φθάσει πρότερον. Ὅτε ἀπεφασίσθη, ὅπως τὸ Κράτος προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶχε φθάσει ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς ποσὸν οὐδέποτε ὑπερβὰν τὰ 109,500,000 δραχμῶν· σήμερον κυκλοφοροῦσι τραπεζικὰ γραμμάτια 128,000,000 δραχμῶν, ὅταν δὲ διατεθῶσι πάντα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, περὶ ὧν ὑπάρχει νομοθετικὴ ἄδεια, ὅπως διατεθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Κράτους, θέλει φθάσει ἡ κυκλοφορία εἰς 144,000,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶνε βεβαίως ὑπέρτερον τῶν 109 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ ὅμως τοσοῦτον, ὅσον φαίνεται, διότι περιλαμβάνει καὶ τὴν κυκλοφορίαν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἥτις δὲν περιελαμβάνετο πρότερον· περιλαμβάνει ἐπίσης καὶ τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, τῶν ἐκδοθέντων ὑπὸ κερματικὸν τύπον εἰς ποσὸν 18,000,000 δραχμῶν. Ὅταν τὰ δύο ταῦτα ἀφαιρεθῶσι, πλησιάζομεν εἰς τὸ ποσὸν τῆς προτέρας ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀφαιρῶ τὰ 18,000,000, οὐχὶ διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν πιέζουσι καὶ ταῦτα τὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ σχετίζων τὰς δύο καταστάσεις, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τὴν διαφοράν, διότι τὰ κερματικὰ γραμμάτια πιέζουσι πάντως ὀλιγώτερον τῶν ἀκεραίων, ἰδίως δὲ εἶναι ἐπαισθητὰ, ὅταν ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῆς ἀνάγκης τῆς κερματικῆς ἐν τῇ Χώρᾳ κυκλοφορίας. Ὅπως δήποτε ἐφθάσαμεν ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς σημεῖον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ προβῶμεν, πρὸ τοῦ ὁποίου μάλιστα εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε πρόνοιαν σωστικήν. Τὰ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων δάνεια εἶνε ἓν τῶν μέσων, δι’ ὧν ἐκαλύφθησαν τὰ ἐλλείμματα τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Ἀλλὰ πλὴν τῶν δανείων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἐγένοντο κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη καὶ ἄλλα δάνεια. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ περὶ τούτων, ἵνα ἔχητε περίληψιν τῆς καταστάσεως τοῦ κυμαίνοντος καὶ τοῦ ἐκρύθμου χρέους, ἤτοι τοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διακρινομένου ἀπὸ τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, εἰς ἃ ἐπῆλθον προσθῆκαι μόνον ἐκ τροπῆς εἰς αὐτὰ μέρους τῶν προσωρινῶν ἢ τῶν ἐκρύθμων. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1885 τὸ ποσὸν τῶν κυμαινόντων χρεῶν ἀνήρχετο εἰς 66,400,000 δραχμῶν. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστίθενται ἔκτοτε 86,800,000 δραχμῶν, εἰς ὃ ἀνῆλθεν ἢ θέλει ἀνέλθει τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἔχομεν προσέτι 18,000,000 κερματικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ἢ θέλουσι διατεθῆ· ἔχομεν προσέτι 19,000,000 εἰς δάνειον μεταλλικὸν, τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ τὸ ὁποῖον ἐν νομίσματι ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παριστᾷ ποσὸν ἀνώτερον, τὸ σημειῶ ὅμως μόνον εἰς 19,000,000, ὅσον ἦτο εἰς μεταλλικόν. Ἔχομεν προσέτι καὶ τὰ ἑξῆς προσωρινὰ δάνεια συνομολογηθέντα κατ’ τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886. Παρὰ Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως 6,000,000, Ἐθνικῆς 1,500,000, Ἠπειροθεσσαλίας 1,500,000, Κωνσταντινουπόλεως 875,000· τὸ ὅλον 9,875,000, δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ ὁμολογιῶν τῶν 170,000,000. Ἐκ τούτων ὅμως ἀπεδόθησαν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ χρόνου 1,500,000 εἰς Τράπεζάν τινα Γαλλικὴν, καὶ 752,000 εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας. Ἑπομένως μένουσιν 7,622,000 δραχμαί, προστεθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886. Τοιουτοτρόπως τὸ προσωρινὸν ἢ τὸ ἔκρυθμον χρέος, τὸ μὴ κεκανονισμένον παγίως ἢ χρεωλυτικῶς, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885 ἀνήρχετο εἰς 66,400,000 ηὔξησεν εἰς 200,022,500. Εἰς τὸ χρέος τοῦτο τῶν 200 ἑκατομμυρίων ἐπέρχεται μεταβολὴ κατόπιν συμφωνιῶν, εἰς τὰς ὁποίας προῆλθεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ποιησαμένους πρὸς τὸ Δημόσιον τὰς προκαταβολάς. Ὡς εἶπον, αἱ προκαταβολαὶ ἐπίεζον τὸ Δημόσιον ὄχι διὰ τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἀναγκαιοῦντα, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνάγκην καθ’ ὡρισμένας διορίας νὰ λαμβάνηται πρόνοια περὶ ἀνανεώσεως ἢ ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου. Περὶ τούτου ἰδίως ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν φροντίδα, διότι τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἦσαν ἐξησφαλισμένα. Ἠναγκάσθημεν ἄρα νὰ ἀποδώσωμεν εἴς τινας τὸ κεφάλαιον αὐτῶν, ἀγοράσαντες πρὸς τοῦτο συνάλλαγμα, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκποιήσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἵνα διὰ τοῦ προϊόντος αὐτῶν ἀποδώσωμεν μέρος ἐκ τῶν ἐκκρεμῶν ὀφειλῶν καὶ καταστήσωμεν εὐπροσπελάστους πρὸς νέας συμφωνίας τοὺς δανείσαντας τὰ μεγαλείτερα ποσά. Αἱ συμφωνίαι αὗται συνίστανται πρῶτον, εἰς πώλησιν 23,500 ὁμολογιῶν πρὸς 300 δραχμὰς μετὰ τοῦ τοκομεριδίου τοῦ Ἰουλίου, παραδοτέας τῇ 10 Ἰανουαρίου προσεχοῦς· δεύτερον, εἰς πώλησιν ὑπὸ αἵρεσιν 25,000 πρὸς 310 δραχμὰς ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους περὶ τοῦ τοκομεριδίου· τρίτον, εἰς παραχώρησιν δύο ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος καὶ ἀπότισιν δι’ αὐτοῦ δανείων ἐκ προκαταβολῶν, καὶ τέλος εἰς τροπὴν ἐκ τῶν ὀφειλομένων προκαταβολῶν, ποσοῦ 2,500,000 εἰς τὸ ἐπιτραπὲν δάνειον διὰ τοῦ νόμου τῆς 31 Μαΐου 1886. Οὕτω χρέος ἐκ προκαταβολῶν 47,343,000 περιορίζεται εἰς ποσὸν 28,043,000, οὗτινος παρατείνεται ἡ διορία τῆς ἀποτίσεως ἕως τέλους τοῦ ἔτους 1887. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ δὲ τούτου ἀπαλλάσσονται τῆς ἐνεχυριάσεως 33,700 ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες μετὰ τῶν διαθεσίμων παρὰ τῇ Κυβερνήσει 7,611 δύνανται νὰ ἐκποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόκτησιν μεταλλικοῦ εἰς πληρωμὴν τῶν πληρωτέων προσεχῶς τοκομεριδίων, καταργουμένου ποσοῦ ἀντιστοίχου τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὰ οὕτως ἀφαιρεθέντα ἐκ τοῦ προσωρινοῦ χρέους ποσὰ, ἐπιπροστιθέμενα εἰς ἕτερον δάνειον 18,000,000, ὅπερ μνημονεύω μόνον λόγῳ τάξεως, τρεπόμενον εἰς χρεωλυτικὸν, τὸ τῆς ὁδοποιίας δάνειον, ἀποτελεῖ ποσὸν 34,800,000, ἅτινα ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῆς κατηγορίας τῶν κυμαινόντων χρεῶν καὶ μεταφέρονται εἰς τὴν τῶν χρεωλυτικῶν δανείων. Τοιουτοτρόπως τὸ κυμαῖνον χρέος, περιλαμβανομένου ἐν αὐτῷ καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν 165,000,000. Περὶ τοῦ κυμαίνοντος τούτου χρέους, ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων προκαταβολὰς, ἔχομεν ἤδη, ὡς εἶπον πρότερον, χρόνον, ἵνα φροντίσωμεν· ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν πιεζόμεθα πρὸς ἀπόδοσιν, ἀλλὰ πιεζόμεθα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ βάρους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα λάβωμεν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν πρόνοιαν. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ὀφειλῶν τοῦ Δημοσίου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιλαμβανόμεθα τῆς ἐξετάσεως τῶν ληπτέων μέτρων εἰς πρόνοιαν οἰκονομικὴν περὶ τοῦ μέλλοντος. Αἱ ὀφειλαὶ αὗται εἶναι εἰς μεταλλικὸν καὶ ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς μεταλλικὸν, ἐπιβάλλεται προσέτι νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἀφορῶντος εἰς τὸ κεφάλαιον, πρὸς οὗ τὴν ἀπόδοσιν δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰς ἐνεργείας ἡμῶν καθ’ ὅλον τὸ ἐπιὸν ἔτος. Ἀλληλένδετος πρὸς τὸν οἰκονομικὸν τοῦτον συνδυασμὸν εἶναι καὶ ἡ πρόνοια περὶ ἀποτίσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι, ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκεται σήμερον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι λίαν δυσχερὴς ἡ ἀνόρθωσις τῶν κοινωνικῶν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, τῆς τοσοῦτον δεινωθείσης ὡς ἐκ τοῦ ὑπερμέτρου τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Πολλὰ μέτρα προὐτάθησαν, πολλοὶ ἀνεζήτησαν τοὺς λόγους τοῦ κακοῦ, ἐπενόησαν μέτρα θεραπείας εἰδικὰ, ἐθεώρησαν, ὅτι αἱ στενοχωρίαι καὶ αἱ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ παροῦσα κατάστασις, εἶναί τι προερχόμενον ἐκ συστάσεως προσώπων καὶ κερδοσκοπικῶν ἐνεργειῶν αὐτοτελῶν καὶ οὐχὶ ἐγκειμένων τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολλαχόθεν ἐγένοντο συστάσεις, ὅπως τὴν κοινωνίαν σώσῃ, λαμβάνουσα αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τῆς κυβείας, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι μέτρα κατὰ τῆς κυβείας, τὰ ὁποῖα πάντοτε πρέπει νὰ λαμβάνωνται διὰ λόγους ἠθικοὺς, ἠδύναντο ν’ ἀσκήσωσιν ἐπαισθητὴν βελτίωσιν ἐπὶ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὸ ὑπέρμετρον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν δανεισθέντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκδεδομένων ἤδη· ἐνόσῳ δὲ δὲν λαμβάνομεν μέτρον τι περὶ αὐτῶν, εἶναι μάταιον νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι διὰ τιμωριῶν κατὰ τῶν κερδοσκοπούντων θέλομεν ἐπιτύχει μεταβολὴν καταστάσεως. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ σήμερον, ὅτε δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν οὐδ’ 100,000 δραχμῶν δάνειον μεταλλικὸν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ, ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ θέλομεν δυνηθῆ νὰ περιορίσωμεν τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον; Ὁ μόνος τρόπος εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ ζήσωμεν ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, ἐκπληροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ὅτι, ἂν δανειζώμεθα, δανειζόμεθα ὑπολογίζοντες τὰς δυνάμεις ἡμῶν πρὸς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα τυχὸν θέλομεν πραγματοποιήσει πρὸς μετατροπὴν εἰς μεταλλικὸν τῶν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείων, θέλουσι καλύπτεσθαι ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἐκ τῶν πόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅταν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἴδωσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ περιλαμβάνει καὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ τροπὴ δανείων ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς μεταλλικὰ δάνεια, οὐδεμία θέλει ὑπάρξει δυσχέρεια, ὅπως πραγματοποιηθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα. Ἰδοὺ ἐπὶ τῶν προσωρινῶν τούτων δανείων τί συνέβη. Ἐκ προηγουμένων ἐν τῇ Βουλῇ εἶχε διαδοθῆ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἡμῶν ἄνευ μερικῆς πτωχεύσεως, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἂν δὲν περιεκόπτοντο τὰ πρὸς τοὺς δανειστὰς ὀφειλόμενα. Συζητήσεις ἀκαίρως γενόμεναι ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Πολιτείας, ὅπως ἐπιβάλῃ φόρους εἰς τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν τῶν ὑφισταμένων δανείων, συζητήσεις ἀκαίρως γενόμεναι ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ περὶ τῆς χρεωκοπίας, ὡς τοῦ μόνου μέσου, ὅπως ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν δυσχερειῶν τούτων, τοσοῦτον εἶχον κλονίσει τὰς πεποιθήσεις τῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ κεφαλαίων, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πλησιάσῃ τις πρὸς αὐτὰ εἴτε πρὸς διαρκεῖς συμφωνίας, εἴτε πρὸς συμφωνίας προσωρινάς. Μόνον ὅτε ἤρχισαν νὰ πείθωνται οἱ ξένοι κεφαλαιοῦχοι, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς, ἀνταποκρινόμενος πρὸς πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, καὶ οὐδὲν ἐλαττῶν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσῃ ἐν ταῖς ὀφειλαῖς τῆς Πολιτείας, μόνον τότε ἤρχισαν κλίνοντες τὸ οὖς οἱ κάτοχοι τῶν προσωρινῶν δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δεχόμενοι νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν περὶ παρατάσεως τῶν διοριῶν, καὶ μόνον τότε ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικόν τι ἀποτέλεσμα· τούτου δ’ ἕνεκα τὸ ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τουτέστιν, ὅτε ἐπείσθησαν οἱ κεφαλαιοῦχοι, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ θὰ ᾖναι ἀληθὴς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Χώρας, καὶ ὅτι ὑπῆρχε πᾶσα πιθανότης, ὅτι ὑπῆρχε πλήρης βεβαιότης, ὅτι τοιοῦτος ἐν ἰσοζυγίῳ Προϋπολογισμὸς, θὰ ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους. Τοιουτοτρόπως συμφωνήσαντες πρὸς τοὺς προκαταβαλόντας τὰ προσωρινὰ δάνεια περὶ παρατάσεως τῆς διορίας, ἀφοῦ μέρος αὐτῶν οὐχὶ μικρὸν ἀπετίθη καὶ μετεγράφη ἐν τῷ δανείῳ τῷ χρεωλυτικῷ, ἔχομεν ἤδη κατάστασιν κυμαίνοντος χρέους, οὐδόλως πλέον πιέζουσαν ἡμᾶς καὶ ἧς τὴν ἀπόκτησιν ὀφείλομεν εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν κεφαλαιούχων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ καὶ ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν ἐπαρκῆ πρὸς πλήρωσιν πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, καὶ ἁπασῶν τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἐκ τῶν δανείων. Οὕτω σκεπτομένη ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ βάσεων ὅλως διαφόρων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησαν, εἶναι παρεσκευασμένη, ἵνα προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλομεν εἰς αὐτήν. Δὲν δύναται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἄλλως, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ εἰδικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐπραγματεύθην, τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ζήτημα κοινωνικὸν ἅμα καὶ κυβερνητικόν· δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ ψηφίσῃ Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ μὴ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔθνος εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ ψήφισις Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, ἂν ἀποκρούῃ τοὺς φόρους, οἱ φόροι θὰ ἐπιβληθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ πᾶσα εἶναι ὅτι, ψηφιζομένου Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, τοὺς φόρους ψηφίζει ἡ Βουλὴ, μὴ ψηφιζομένου τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, τοὺς φόρους ἐπιβάλλουσιν αὐτὰ τὰ πράγματα. Σήμερον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐξηντλήθη μέχρι τοῦ τελευταίου γραμματίου, σήμερον ἡ πίστις ἡμῶν ἐξηντλήθη καὶ αὐτὴ ὅσον καὶ ὁ ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πόρος· σήμερον δὲν δυνάμεθα οὐδὲ 100,000 δραχμῶν νὰ πορισθῶμεν, οὐδὲ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς. Ἄλλοτε αἱ Βουλαὶ, ἄλλοτε τὸ Ἔθνος διεσκέπτοντο περὶ φόρων, διεσκέπτοντο περὶ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἀνάγκην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον διατελοῦσιν ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὸς ὁ λαός· ἠδύναντο ἄλλοτε νὰ ἀπατηθῶσιν, ὅπως δυστυχῶς καὶ ἠπατήθησαν, ἄνευ τῶν συνεπειῶν, ἃς σήμερον θὰ ἐπήγετο ἡ πλάνη. Ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο ἄνευ προσθέτων φόρων, καὶ μάλιστα διὰ καταργήσεως φόρων ν’ ἀποκαταστήσωσι τὸ ἰσοζύγιον, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 10 καὶ 15 ἑκατομμυρίων οἰκονομίας, ἀντὶ τούτων δὲ τὰ πράγματα ἀπεδείκνυον, ὅτι αἱ μεταῤῥυθμίσεις ἀπέληγον εἰς πολλαπλασιασμὸν τοῦ ἐλλείμματος καὶ εἰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἂν ἐκ τοιαύτης πλάνης προέκυπτεν ἔν τινι ἔτει, ἐν τῷ ἔτει 1885, ἔλλειμμα 26,000,000, δὲν ἐπήρχετο ὅμως ἐκ τούτου ἄμεσος ἡ καταστροφὴ, διότι ἠδύνατο ἴσως ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα δι’ ἐξωτερικῶν δανείων παγίων, χρεωλυτικῶν ἢ προσωρινῶν, ἀλλὰ πάντως ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἐφόδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει τὸ παρελθὸν, ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἄρει ἄλλοι καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ὁποίας εἶχον παρασκευάσει ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἔδαφος 85,000,000, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο αὐτὸ μὲν νὰ δράσῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις αὐτοῦ νὰ σφάλῃ ἀτιμωρήτως. Σήμερον τὸ ἔδαφος τοῦτο ἐξέλιπε, σήμερον ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐδὲν, ἐκ τῆς πίστεως οὐδέν. Πόθεν ἄρα θέλετε ἀρυσθῇ τοὺς πόρους, ἵνα ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας ὑμῶν, ἂν ἀπατηθῆτε, ἂν νομίσητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα ἄνευ πραγματικῶν περικοπῶν τῶν δαπανῶν, ὅτι δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα ἄνευ προσθήκης φόρων; Εἶπον ὅτι, ἂν σήμερον θελήσητε νὰ προβῆτε εἰς ὅμοια τῶν πρόσθεν πειράματα, μὴ ἔχοντες ὄπισθεν ὑμῶν ὡς ἄλλοτε τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀνέπαφον, ἂν θελήσητε νὰ προβῆτε εἰς τοιαῦτα πειράματα καὶ νὰ μὴ ἐπιβάλητε φόρους, ὅτε οἱ φόροι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλονται, πρόδηλον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ πορισθῆτε χρήματα διὰ δανείων ὁπωσδήποτε εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, δὲν θέλουσι πληρωθῇ οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δημοσίου, θέλει ἐπιβληθῇ ὑπὸ τῶν πραγμάτων φορολογία εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς συνταξιούχους, εἰς τοὺς πιστωτὰς τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι τοῦτο φορολογία, ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν ὑπαλλήλων, ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν συνταξιούχων, ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων τοῦ Δημοσίου; Δὲν εἶναι φορολογία, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε ὑποβάλει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι κάτοχος χρεωγράφων, ἐφ’ ὅσον ἀντιπροσωπεύεται διὰ τῶν ὑπαλλήλων; Καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἐξέλθητε τοῦ κύκλου τούτου, καὶ ὅτι, ἀναγράφοντες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα ἀντὶ φόρων, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν θέλει εἶσθαι φορολογία, ὅτι δὲν θέλει ἀναπληρωθῆ; Θέλει ἀναπληρωθῆ, ἀλλ’ οὐχὶ παρ’ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ διανέμει τὴν φορολογίαν ἐν ἀναλογικῇ ἰσότητι, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνων οἵτινες τυγχάνει νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ ταμεῖον εἶναι κενόν. Ἡ φορολογία εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, εἰς ἣν ἤγαγεν ἡμᾶς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· εἶναί τι ἀπαραίτητον ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ, διότι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ ἰσοζύγιον, θέλει ἐπιβληθῆ. Ἡ ἐπιβολὴ διὰ τῶν πραγμάτων τοῦ ἰσοζυγίου, διὰ τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἄλλων ὀφειλῶν, εἶναι βεβαίως ἐξ ὅλων τῶν λύσεων τοῦ προβλήματος ἡ χειρίστη· ἀλλ’ ἰδίως εἶναι ἡ λύσις αὕτη ἀποκρουστέα, ὅταν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, νὰ φύγωμεν τὰ ἐλλείμματα τῶν 26,000,000 κατὰ τὸ 1885, τῶν 25,000,000 κατὰ τὸ 1886, ἢ τῶν 22,000,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων κατὰ τὸ 1887 ἄνευ σπουδαίας πιέσεως τοῦ λαοῦ. Βεβαίως ὁ φόρος εἶναί τι κακὸν ἀπολύτως, βεβαίως ἡ φορολογία, ἡ νῦν κειμένη, δὲν εἶναι ἀναξία λόγου· ἀλλ’ εἰς διέξοδον ἀπὸ δυσχερειῶν ἐκτάκτων ἀπαιτοῦνται θυσίαι, καὶ πρὸς τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις ἡ φορολογία, ἡ προτεινομένη σήμερον, δὲν εἶναι δυσανάλογος. Ὁ ἐξετάζων τὰ πράγματα ἐκ πρώτης ὄψεως δύναται νὰ παρασυρθῇ εἰς μόρφωσιν γνώμης, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῶσι νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου περιστολὴ τῆς παραγωγῆς, ἐξ ἧς περιστολῆς θέλει ἐπέλθει ἑτέρωθεν μείωσις τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Καὶ βεβαίως ὅταν εἰς τοιοῦτο σημεῖον περιέλθωσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, εἴτε ἐπιβληθῶσιν, εἴτε μὴ ἐπιβληθῶσι φόροι, οὐδὲν ἐπιτυγχάνεται. Ἐπιστεύθη δὲ, ὅτι εἰς τοιοῦτο σημεῖον εἶχε περιέλθει ἡ Ἑλλὰς, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἤθελε νὰ πλησιάσῃ εἰς αὐτὴν, ἵνα τῇ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν τῆς δημοσίας πίστεως. Ἐπιστεύθη, ἐξ ἡμῶν διαδοθὲν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται πλέον νὰ βαστάσῃ ἄλλα βάρη, ὅτι πᾶς ἐπιπρόσθετος φόρος εἶνε πίεσις τῆς παραγωγῆς καὶ ἐλάττωσις τῶν ἐξ αὐτῆς πόρων, πολλαπλασία τῆς ἐκ τοῦ νέου φόρου προσδοκωμένης προσόδου τοῦ Δημοσίου. Ὅτε τοιαῦτα ἐπιστεύθησαν, ἀδύνατον ἦτο νὰ διατελῶμεν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ξένον κεφάλαιον, ἡ δὲ λέξις χρεωκοπία ἐπεφαίνετο αὐτομάτως. Ἀλλ’ εἰς ταύτην τὴν μελέτην προκαλῶ ἤδη ὑμᾶς, νὰ ἐξετάσητε ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, νὰ ἐρευνήσητε ἐν τῇ γνώσει, ἣν ἔχετε τοῦ παρελθόντος, ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἔχετε τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἂν δὲν ἦνε δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διαῤῥύθμισις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀρυσθῇ τὸ Δημόσιον νέους πόρους καὶ νὰ ἀρυσθῇ αὐτοὺς διὰ τρόπου, ὅστις μηδόλως νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς. Ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην ταύτην, πρέπει νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖος θὰ ἦτο ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐὰν προετιθέμεθα ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ἀναγραφὴν ἐν οἰκονομικῷ νόμῳ διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἄδειαν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης φορολογίας. Πρὸς τοῦτο ἀφετηρίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην ἢ τὴν τοῦ ἔτους 1886. Ἐν πᾶσι τοῖς Προϋπολογισμοῖς βλέπομεν ἀναγραφομένην πρὸς ἔλεγχον ἐξ ἀντιπαραβολῆς παρὰ τὴν στήλην τῶν πιστώσεων διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος τὴν στήλην τῶν πιστώσεων διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος. Παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον, ὅπου δυστυχῶς αἱ πιστώσεις, αἱ πρόνοιαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀπέχουσι πολλάκις πολὺ τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἑτέραν στήλην, παριστῶσαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐν τῷ παρελθόντι προϋπολογισθέντων. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886, διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς, θέλομεν φθάσει εἰς ἀριθμοὺς, οἵτινες νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν εἰς ἡμᾶς πρὸς παράστασιν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως, ἐν ᾗ σήμερον εὑρισκόμεθα, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁποῖος θὰ ἦτο διὰ τὸ 1887, ἐὰν μηδεμία ἄλλη ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ πλησιάσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἐψηφίσθη οὐχὶ ἐν πλήρει ἰσοζυγίῳ, ὑπῆρχέ τις διαφορά, ἀλλ’ οὐχὶ πολὺ σπουδαία· ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἦτο καθ’ ὅλα ἰδανικός· τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀπενέγκωσιν ἐν τοῖς ἐσόδοις τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, τοῦ ὁποίου βάσις εἶναι ὁ τοῦ 1886 ἐπηνωρθωμένος, ὅτι ἡ στήλη τῶν ἐπανορθώσεων, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, περιέχει σχεδὸν ἐπὶ παντὸς ἄρθρου ἐλαττώσεις ἐσόδων. Οὕτως ἐπὶ τῶν ἐγγείων φόρων ἔχομεν ἐλάττωσιν 1,140,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἔχομεν ἐλάττωσιν 700,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν 200,000 δραχμῶν, ἐπὶ τοῦ οἴνου 1,240,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν 2,000,000 δραχμῶν, ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου 1,425,000, ἐπὶ διαφόρων δικαιωμάτων 510,000 δραχμῶν, παιγνιοχάρτων 150,000 δραχμῶν, πνευματωδῶν ποτῶν 250,000 δραχμῶν, καπνοῦ 3,900,000 δραχμῶν, σιγαροχάρτου 500,000 δραχμῶν, ἀντιτίμου πωλουμένου πετρελαίου 400,000 δραχμῶν, νομισματοποιΐας 300,000 δραχμῶν, μετάλλων καὶ ὀρυκτῶν 110,000 δραχμῶν, ἁλικῶν 700,000 δραχμῶν, καὶ ἄλλας μικροτέρου λόγου ὡς ἐπὶ τυχηρῶν εἰσοδημάτων 214,000 δραχμῶν, κρατήσεων λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 50,000 δραχμῶν καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ σύνολον τῶν ποσῶν τούτων εἶναι ἐπὶ ἔλαττον 13,920,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐπὶ πλέον. Ἔχομεν ἐπὶ πλέον 2,176,000 δραχμῶν· ἐπὶ ἔλαττον ἄρα ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τῶν πραγμάτων ἐλεγχόμενος, παρουσιάζει διαφορὰν 11,743,000 δραχμῶν ἐν τοῖς ἐσόδοις. Ἀλλὰ πλὴν τῆς διαφορᾶς ταύτης ἐν τοῖς ἐσόδοις, ἔχομεν διαφορὰς ἐν τοῖς ἐξόδοις, ἔχομεν διαφορὰς ἀναγραφομένας καὶ ταύτας ἐν τῇ στήλῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἥτις χρησιμεύει ὡς βάσις διὰ τὰς προνοίας τοῦ 1887. Οὕτως εὑρίσκομεν, ὅτι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους ὑπελογίσθησαν κατὰ 3,166,000 κάτω τοῦ πραγματικοῦ, διότι δὲν ἐλήφθη ἱκανὴ πρόνοια διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος. Οὕτως εὑρίσκομεν, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν κάτω τοῦ πραγματικοῦ κατὰ 2,638,000 δραχμῶν, αἵτινες ὅμως ἀνεπληρώθησαν ἐκ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ὅστις, ὡς παράπλευρος τοῦ τακτικοῦ, ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ. Ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ οὕτως ἐπιδιωρθωμένου, ὠφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἔτους 1887 λαμβάνοντες ὡς βάσιν τὸ 1886. Τοῦτο δὲ ἐπράξαμεν. Ἐθέσαμεν ὡς ἔδαφος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐπιδιωρθώμενον καὶ κατὰ τὰ ἔσοδα καὶ κατὰ τὰ ἔξοδα. Οὕτω δὲ ἐπιδιωρθωμένος ὁ Προϋπολογισμὸς φέρει ἔλλειμμα 22,270,000. Εἶπον ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 θ’ ἀπέληγεν εἰς ἔλλειμμα 25,000,000 δραχμῶν, διότι τινὲς πόροι κατὰ τὸ 1887 θέλουσι πιθανῶς ἀποφέρει πλείονα ἢ κατὰ τὸ 1886, νομίζω δὲ ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς 3,000,000 μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ὑπήρξαμεν ὑπερβολικοὶ περὶ τὰς ἐκτιμήσεις ἡμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς εἶπον, ἔχει ὡς βάσιν τὰ ἐπιδιωρθωμένα ἀποτελέσματα τοῦ 1886, μὲ διαφορὰν μόνον 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἐν ταῖς ἐκτιμήσεσι διὰ τὸ 1887, ἰδίως τῶν τελωνιακῶν, ἐθεωρήθη, ὅτι θέλουσιν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ πράγματα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἀποβλέψωμεν, ὅπως πολλάκις καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπράξαμεν, εἰς τὰς πιθανότητας, τὰς στηριζομένας ἐπὶ καλῆς ἐσοδείας, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος διαφέρει κατὰ τοῦτο τῶν προϋπολογισμῶν ἁπάντων σχεδὸν τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὅτι ἐπηρεάζεται πολλῷ ἐκείνων περισσότερον ὑπὸ τῶν καιρικῶν περιστάσεων καὶ ὑπὸ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων. Τὸ εἶδος τῆς φορολογίας ἡμῶν, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία παρ’ ἡμῖν, πάντα ταῦτα συντελοῦσιν, ὅπως αἱ περιστάσεις ἔχωσι πολλὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιῤῥοήν· ὑπολογίζοντες ἄρα καθ’ ὃν τρόπον ὑπολογίζουσιν οἱ συντάσσοντες προϋπολογισμοὺς ξένων Κρατῶν, κινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα οὐχὶ ἀκριβῆ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰσάγοντες νέους νόμους, ὅσα ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἀναγράφονται, διότι παρ’ ἡμῖν ἕως ὅτου ὁ νέος φόρος ἐγκλιματισθῇ καὶ ἀπενέγκῃ πλῆρες τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἀπαιτοῦνται πολλῷ πλείονα ἔτη ἢ ὅσα ἀπαιτοῦνται ἀλλαχοῦ. Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ νέος νόμος δὲν φέρει ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τὰ ἀποτελέσματα πλήρη, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν πολλῷ περισσότερον. Αἱ καιρικαὶ ὅμως περιστάσεις παρ’ ἡμῖν ἔχουσι σπουδαιοτάτην σημασίαν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀμέσους φόρους, ἀφοῦ περιορίζουσι τὸ προϊόν, ἀλλ’ ἔχουσι σημασίαν ἰδίως ἐπὶ τοὺς ἐμμέσους φόρους, διότι μειοῦσι τὸν πλοῦτον τῆς Χώρας καὶ τὴν δύναμιν τῆς καταναλώσεως. Ἐλάβομεν πικρὰν πεῖραν τῶν τοιούτων καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίζωμεν τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εὐνοϊκῶν ὑποθέσεων, δὲν ἐπιτρέπεται ἴσως νὰ συντάσσωμεν αὐτοὺς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὑποθέσεων ἁπλῶν μέσων ὅρων, πρέπει νὰ συντάσσωμεν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ ὑποθέσει τῶν κατωτέρων μέσων ὅρων. Οὕτω συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887· συνετάχθη, ὡς εἴπομεν, ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψει τῶν προνοιῶν τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους, ἀλλὰ ἐπιδιορθωθεισῶν τῶν προνοιῶν τούτων ἐπὶ τῷ κατωτέρῳ μέσῳ ὅρῳ. Ἦτο εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ ὁ ὅρος οὗτος κατὰ τὸ 1886, διότι τὸ ἔτος τοῦτο ἐλειτούργησεν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπὶ τοῖς κατωτάτοις ὅροις, ἑπομένως εἴχομεν ὅρον συγκρίσεως ἀσφαλῆ. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας προέκυψεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, ὁ ἀφίνων κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔλλειμμα 25,000,000, λαμβανόμενος ὡς βάσις διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, θὰ καταρτίσῃ τοῦτον ἐν ἐλλείμματι 22 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων. Ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου, ὠφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ πρακτέου. Ὡς εἶπον, ἐὰν οὕτως ἀνεγράφομεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ αὐτὸν ἐφέρομεν εἰς τὴν Βουλὴν, λέγοντες, ὅτι τὰ τοῦ ἐλλείμματος πρέπει βαθμηδὸν νὰ καλυφθῶσι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους τοσοῦτον ἔλλειμμα νὰ καταργηθῇ, ἐὰν τοιαῦτα ἠρχόμεθα λέγοντες πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἂν ἐπείθετο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ Προϋπολογισμὸν ἐν τοιαύτῃ ἀνισοῤῥοπίᾳ ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, θὰ εὑρισκώμεθα εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐν ἀδιεξόδῳ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, θὰ εἰσηρχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν καθυστερήσεων, τὰ ταμεῖα θὰ ἐπολιορκοῦντο, θὰ ἐσχηματίζοντο ἐκ νέου—πρᾶγμα τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἐλάβομεν γνῶσιν ἄλλοτε — θὰ ἐσχηματίζοντο ἑταιρίαι προεξοφλοῦσαι τὰ ἐντάλματα ἀντὶ 10, 20 καὶ 50% καὶ ἐπὶ τέλους ἀρνούμεναι νὰ προεξοφλήσωσι. Τοῦτο θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφίσεως τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πρώτη ἡμῶν ἰδέα ἦτο, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν θυσίαν τινὰ εἰς αὐτοὺς τούτους, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἰσοῤῥοπίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἡ τακτικὴ πληρωμὴ παρὰ τῶν ταμείων εἶναι δι’ αὐτοὺς, συνειθισμένους δυστυχῶς ἄλλης νὰ τυγχάνωσιν ὑποδοχῆς ἐν τοῖς καταστήμασιν ἐκείνοις, ἡ ἕτοιμος πληρωμὴ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ ἠδυνάμεθα νὰ προεξοφλήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἰσοῤῥοπίας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ προϊοῦσα μελέτη τοῦ Προϋπολογισμοῦ μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ μὴ προβῶμεν καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προτιμήσωμεν ἄλλα μέσα, δι’ ὧν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔξοδα, καθῆκον εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἦτο δυνατὸν δι’ ἄλλου μέσου παρὰ τὴν περικοπὴν τῶν τοσούτῳ γλίσχρων μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων νὰ φέρωμεν ἐλάττωσιν, εἴχομεν δ’ ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν Προϋπολογισμούς, τὸν τοῦ 1886 καὶ τὸν τοῦ 1885, συνταχθέντας ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ ἄκρων οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἐθεωροῦμεν, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι αὗται ἐξεπληρώθησαν, ὑπῆρχε λόγος τις ἵνα πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμέν τι περαιτέρω, ἀφοῦ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1885 ἐπραγματοποίησαν πάντα, ὅσα ἐπηγγέλθησαν οἱ συντάξαντες αὐτοὺς πρὶν ἢ τοὺς συντάξωσιν. Ἀλλ’ ἐν τῇ Βουλῇ ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα ἐν ἀληθείᾳ καὶ ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν συμφέρον νὰ ἀποκρύψωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 καὶ ὁ τοῦ 1885 δὲν ἐπήνεγκον οἰκονομίας ἐπὶ τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα ἦτο, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῇ οἰκονομία τις; διότι ἡ ἐπανάληψις ψευδῶν οἰκονομιῶν δὲν ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀποκατάστασιν ἰσοζυγίου. Προέβημεν ἄρα εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἐπιζητοῦντες ἁπανταχοῦ στάδιον πρὸς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, καὶ συνετάχθησαν οἱ πλεῖστοι τῶν προϋπολογισμῶν μὲ ἀποτελέσματα ὅμοια ἢ ὀλίγον διαφέροντα τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1885· ἀλλ’ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις νὰ ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις δαπανῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων, νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν δι’ ἀναδιοργανισμῶν τινων δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ τις οἰκονομία. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἄρα τῶν Ἐσωτερικῶν προέβημεν εἰς τινὰς ἀναδιοργανώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων πραγματοποιεῖται οἰκονομία τις. Προέβημεν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων, ἐπαγομένην ἱκανὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ αὔξησίν τινὰ δαπανῶν ἐν ταῖς Νομαρχίαις· ἐλάττωσιν μὲν 423,720 δραχμῶν, αὔξησιν δὲ 100,000· οἰκονομία ἄρα 323 000 δραχμῶν. Προέβημεν εἰς τὴν συγχώνευσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ τῶν Τηλεγραφείων, ἐξ ὧν ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία 250,000 δραχμῶν· προέβημεν καὶ εἰς ἄλλα τινὰ μέτρα δευτέρου λόγου. Τὰς ἀτμοτελωνίδας μετεβιβάσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δυνάμενον νὰ χρησιμοποιῇ αὐτὰς πρὸς τὸν ἀρχικὸν προορισμόν των ἄνευ προσθήκης δαπάνης ἴσης πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἀνεγράφετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως μάλιστα ἐν τῷ ἔτει 1887, ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς στρατεύσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσθήκης. Ἐπίσης καὶ τὴν τηλεγραφοφυλακὴν ἀνεθέσαμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἄνευ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, ἀφαιροῦντες οὕτω τοὺς τηλεγραφοφύλακας ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ διὰ συστάσεων, ὅστις σπουδαίως παραβλάπτει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ταῦτα πάντα ἀπετέλεσαν ποσόν τι οὐχὶ βεβαίως ἱκανὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὡς δυνάμενον αὐτὸ μόνον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλ’ ὡς στοιχεῖον ἐν τῇ γενικῇ πρὸς τοῦτο ἐργασίᾳ, ἔχον σημασίαν τινά. Τοιουτοτρόπως διαῤῥυθμίσαντες τὰ τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 μὲ ἐλαττώσεις προερχομένας ἐκ τῶν ἀναδιοργανισμῶν, ὧν ἐμνήσθην, ἔμενε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῶν ἐξόδων τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργείων. Περὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργείων καὶ ἄλλοτε ἐπραγματεύθην ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶπον τότε εἰς αὐτὴν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι οἱ ζητοῦντες οἰκονομίας, ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύναντο ν’ ἀνεύρωσιν αὐτὰς οὐχὶ δὲ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι γλίσχρως προικοδοτημένον ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ στάδιον οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μεταβάλῃ πολιτικήν. Ἴσως τότε θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι πάντα τὰ διατρέξαντα καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐκτὸς ἡμῶν ἐπ’ ἐσχάτων καθιστῶσιν ὅλως ἄσκοπον τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔχει σκοπὸν νὰ μεταβάλῃ πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ, ἧς πόρισμα ὑπῆρξεν ὁ βαρὺς προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ ἑπομένως ὠφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐν τοιαύτῃ πολιτικῇ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Δὲν εἴχομεν δὲ μόνον τοῦτο νὰ ἐξετάσωμεν, ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείῳ, εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν προσέτι ἐὰν μετὰ ἐφαρμογὴν ὀλίγων ἐτῶν μετὰ διοργανώσεις ἐπιστρατεύσεων, μετὰ καρποὺς ἐφαρμογῆς ἀποκτηθέντας, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιθεωρηθῇ ὁλόκληρον τὸ στρατιωτικὸν ἡμῶν σύστημα, οὐχὶ ἵνα καταστῇ χάριν οἰκονομίας ἀσθενέστερον, ἀλλ’ ἵνα καταστῇ ἰσχυρότερον, ἐπιτυγχανομένης συνάμα καὶ οἰκονομίας. Μέγα ζήτημα ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ τῆς θητείας. Ἡ θητεία εἶναι ὁ βαρύτερος τῶν φόρων, οὓς πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ φόρος οὗτος συνδέεται μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, περὶ τοῦ βάρους αὐτοῦ γίνεται ὀλιγώτερος λόγος ἢ περὶ τοῦ βάρους ἄλλων φόρων ἧττον σημαντικῶν, καὶ οὐδὲν περιποιεῖ μεγαλειτέραν τιμὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τῆς ἀξίας, ἣν αὐτὸς ἀποδίδει εἰς τὸν φόρον τοῦτον τῆς θητείας. Ὑπολογίσατε τὸν φόρον τῆς θητείας εἰς χρήματα, μὴ λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ὑπολογίσατε αὐτὸν ἁπλῶς εἰς χρήματα καὶ θέλετε ἰδεῖ πρὸς ποῖον μέγα βάρος ἀντιστοιχεῖ. Ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος εἶναι τὸ πρῶτον στοιχεῖον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐνεργείας, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλλωμεν αὐτὸν οὐδὲ κατὰ κεραίαν ὑπέρτερον τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβάλλωμεν αὐτὸν οὐδὲ κατὰ κεραίαν κατώτερον. Ἵνα διαῤῥυθμισθῇ ὁ φόρος οὗτος, ἵνα διαῤῥυθμισθῇ ὁ χρόνος τῆς θητείας ἀναλόγως πρὸς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, διῃρέθη εἰς δύω κατηγορίας, καὶ ἔχομεν ἐν τῷ στρατῷ θητείαν μακροτέραν καὶ θητείαν βραχυτέραν. Αὕτη ἡ διαίρεσις ὑπῆρξε πρόξενος κακοῦ. Ἡ θητεία ἡ μονοετὴς χάριν τοῦ Πεζικοῦ ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα αἴσια ὑπὲρ τῆς Χώρας, διότι εἰς τὴν θητείαν ταύτην τὴν μονοετῆ ὀφείλομεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἐφηρμόζετο, ὅπως ἀρχικῶς εἶχεν εἰσαχθῆ μετὰ θητείας τριῶν ἐτῶν, περιοριζομένης εἰς δύο ἔτη ὡς πρὸς τὸ Πεζικὸν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, ἐπιβάλλων συνάμα εἰς τὸ Κράτος τὸν νεωτερισμὸν τῆς γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως μετὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἀντικαταστάσεως. Μόνον διὰ τῆς μονοετοῦς θητείας κατέστη ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ ἐφικτὴ ἡ λειτουργία τοιαύτης καινοτομίας. Ἐλειτούργησε δὲ ὁ νόμος οὗτος τοσοῦτο καλῶς, ὥστε σήμερον ἐφθάσαμεν εἰς στάδιον, καθ’ ὃ εἰσέρχονται γεγυμνασμένοι ἄνδρες ἀπὸ τῆς ἐφεδρείας εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Ἡ ἐφεδρεία κατέστη σήμερον πλήρης· πᾶσα ἡ ἐφεδρεία σήμερον συνίσταται ἐξ ἀνδρῶν διελθόντων διὰ τῶν τάξεων. Ἡ ἐφεδρεία, οὕτω καταρτισθεῖσα, ἐπλήρωσε τὴν πρώτην ἀνάγκην τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἰς τοιοῦτον δὲ βαθμὸν ἐπλήρωσε τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὥστε ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται ἤδη νὰ παρακολουθήσῃ τὸ πλῆθος τῶν ἀνδρῶν· ἔχομεν ἄνδρας τῆς ἐφεδρείας ἠσκημένους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν στελέχη. Τὰ στελέχη ἡμῶν, ὅσῳ καὶ ἂν αὐξηθῶσι διὰ τῶν νόμων περὶ στελεχῶν ἐφεδρείας, τοὺς ὁποίους θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, δὲν δύνανται νὰ περιλάβωσι πάντας τοὺς ἐφέδρους, τοὺς ὁποίους σήμερον ἔχομεν ἐκγεγυμνασμένους. Ἀφοῦ ἤδη ἔφθασεν ὁ νόμος οὗτος ὁ στρατολογικὸς εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἐφαρμογῆς, ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις ἀπέναντι τῶν ἐπικειμένων ἀναγκῶν, ἄν, ἀποκτήσαντες τοὺς ἀριθμούς, δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἰσχὺν τοῦ στρατοῦ. Ἡ διάκρισις ἐν τῷ στρατῷ τῶν μακροχρονιώτερον ἢ βραχυχρονιώτερον ὑπηρετούντων, δεῖται ἀναθεωρήσεως, ἐπίσης δεῖται ἀναθεωρήσεως καὶ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ στρατὸς, ὁ ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ, καλεῖται εἰς ὑπηρεσίαν κατὰ δύο διακεκριμένας ἐποχὰς τοῦ ἔτους, εἰς δύο τμήματα πρὸς τοῦτο διαιρουμένης τῆς κλάσεως. Ἡ τοιαύτη διάκρισις εἶναι συνέπεια ἀναπόφευκτος τῆς βραχείας θητείας, ἥτις ὅμως ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι τὰ στελέχη εἶναι διαρκῶς ἀπησχολημένα εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ἀνδρῶν ἐν τοῖς πρώτοις σταδίοις τῆς ἐκγυμνάσεως καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπαρκῶς ἐν τοῖς ἀνωτέροις σταδίοις. Ἡ σύγχρονος κατάταξις τῆς κλήσεως παρέχει εἰς τὰ στελέχη τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως μὴ καταναλίσκωσι τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου αὑτῶν εἰς τοιαύτην ἄσκησιν, ἀλλ’ ὅπως δύνωνται καὶ εἰς γενικωτέρας ἐφαρμογὰς νὰ ἐπιδίδωνται. Διὸ δὲν ἐδιστάσαμεν ἡμεῖς οἱ προτείναντες καὶ οἱ ἐπιτυχόντες ἄλλοτε τὴν ψήφισιν τῆς μονοετοῦς θητείας, βλέποντες, ὅτι διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ἐνισχύεται ὁ στρατὸς καὶ πεισθέντες ὅτι διὰ καταλλήλου νομοθετικοῦ συνδυασμοῦ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς μεταβολὴν ἄνευ μεγάλης τοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνσεως, ἀποδίδοντες εἰς αὐτὸν ἀντισηκώματα ἀνάλογα πρὸς τὴν παράτασιν τοῦ χρόνου τῆς θητείας, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ προτείνωμεν τὴν ἀφομοίωσιν τῆς θητείας τοῦ Πεζικοῦ πρὸς τὴν τῶν εἰδικῶν ὅπλων, περιοριζομένης ὅμως καὶ ἐκείνης κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενα. Ὁ περιορισμὸς τῆς διετοῦς θητείας, ἥτις τίθεται ὡς βάσις τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου, στηρίζεται ἐπὶ ταύτης τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν βλέπομεν κρατοῦσαν ἐν ἄλλοις Ἔθνεσιν, ὅπου ἡ οἰκονομία θεωρεῖται σκέψις ὑπερτάτη ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ στρατοῦ, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ στρατιῶται δὲν πρέπει νὰ τηρῶνται πολυάριθμοι ἐν ταῖς τάξεσι κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν δὲν δύνανται ν’ ἀσκῶνται ὠφελίμως. Καὶ ἤδη τηρούμενοι οἱ στρατιῶται ἐν ταῖς τάξεσι κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας δὲν δύνανται ν’ ἀσκῶνται ἕνεκα τοῦ κλίματος, ἑπομένως κατὰ τὸ προτεινόμενον σχέδιον, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐαρινῶν γυμνασίων ἀπολύονται πάντες οἱ τὸ δεύτερον τῆς θητείας ἔτος διανύοντες, καίτοι κατετάχθησαν τὸν Ὀκτώβριον, καὶ οὕτω γίνεται ἀφαίρεσις τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς διετοῦς ὑποχρεώσεως, προσέτι δὲ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος λαμβάνουσι πάντες ἐκ περιτροπῆς ἄδειαν ἑνὸς μηνός. Ὡς πρὸς τὰ εἰδικὰ σώματα, τῶν ὁποίων ἡ θητεία ἐλαττοῦται, οὐδόλως ἐπέρχεται βλάβη ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης συνδυαζομένης καὶ πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν δύο θητειῶν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὡς εἶπον, ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις τῆς θητείας ἐπέρχεται κατ’ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀσκήσεις ἢ παύουσιν ἢ χαλαροῦνται, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον ἀντισήκωμα ἐν τῇ ἀφομοιώσει· ἡ ἀφομοίωσις τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπιτρέπει τὴν κατ’ ἐπιλογὴν κατάταξιν εἰς τὰ εἰδικὰ ὅπλα, ἐπιτρέπει τὴν κατάταξιν εἰς τὸ Ἱππικὸν οὐχὶ τῶν κληρουμένων, ἀλλὰ τῶν ἱππέων, ἐπίσης εἰς τὸ Μηχανικὸν οὐχὶ τῶν κληρουμένων ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ, ἀλλὰ τῶν ἐν πάσῃ τῇ ἡλικίᾳ τεχνιτῶν. Τὸ ἐφόδιον, ὅπερ φέρει ὁ ἱππεὺς εἰς τὸ Ἱππικὸν εἶνε ὑπέρτερον τοῦ χρόνου τοῦ ἀφαιρουμένου ἐκ τῆς διετοῦς ἀσκήσεως διὰ τοῦ νέου συστήματος, ἂν ἐφηρμόζετο τοῦτο καὶ εἰς τὸ Ἱππικόν. Ὁ ἔχων τὴν ἄσκησιν τοῦ ἵππου καὶ ἓν ἔτος καὶ δύω δύναται νὰ θεωρηθῇ προϋπηρετήσας, ταὐτὸ καὶ ἐν τῷ Μηχανικῷ περὶ τοῦ σιδηρουργοῦ, τοῦ λεπτουργοῦ καὶ τῶν ἄλλα μετερχομένων ἐπαγγέλματα σύμφωνα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ ὅπλου, εἰς τὸ ὁποῖον κατατάσσονται. Οὕτως ἐπετεύχθη ἡ ἀφομοίωσις πρὸς ὄφελος τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς ὄφελος τῶν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ κατατασσομένων. Ἐπιβαρύνομεν κατά τι τοὺς ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ μέχρι τοῦδε κατατασσομένους, ἀλλὰ λαμβάνουσιν οὗτοι ἀντισήκωμα ἐν τῇ ἐλαττώσει τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, καὶ προσέτι ἕτερόν τι. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέδρων εἶνε σήμερον τοσοῦτος, ὥστε εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ ἐφέδρων, καθ’ ὃν πᾶς ἔφεδρος καλεῖται εἰς ἀσκήσεις ἅπαξ κατὰ διετίαν. Εἶνε ἀδύνατον ν’ ἀσκῶνται ἅπαξ κατὰ διετίαν 120 χιλιάδες ἀνδρῶν, τουτέστι κατ’ ἔτος 60 χιλιάδες ἀνδρῶν, ἐπιπροστιθέμενοι εἰς τὸν μόνιμον στρατόν· διὰ τοῦτο παρεδέχθημεν σύστημα ὑπάρχον παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, καθ’ ὃ οἱ ἔφεδροι καλοῦνται μόνον δὶς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφεδρικῆς αὑτῶν ὑποχρεώσεως, οὕτω δὲ ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως ἐπὶ ἑτέρας δύω περιόδους. Ταῦτα εἶνε τὰ ἀντισηκώματα τῆς παρατάσεως τῆς τέως μονοετοῦς θητείας, δι’ ὧν συνδυαζομένων πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐν τοῖς εἰδικοῖς σώμασι πλὴν τοῦ Ἱππικοῦ κατατασσομένων ἐπέρχεται ἐν συνόλῳ ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ ἴση, πρὸς ἣν ὑφίσταται ἤδη ἐκ τῆς θητείας τῶν δύο κατηγοριῶν. Ἐν τῷ νέῳ τοῦ στρατοῦ καταρτισμῷ λαμβάνομεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, τουτέστι τοῦ χρηματικοῦ. Ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶνε ὁ πολυτελέστερος τῆς Εὐρώπης. Ὅταν ἔθνος καλῇ εἰς τὰς τάξεις πᾶσαν τὴν ἡλικίαν τὴν στρατεύσιμον καὶ κρατῇ αὐτὴν πάντα τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον, ὅπως οἱ ἄνδρες ἀσκηθῶσι καὶ συντελέσωσι καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν στελεχῶν, ἡ κατάταξις ἐθελοντῶν ἤθελεν ἀποτελεῖ πολυτέλειαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται Κράτος ὡς ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ. Εἰς τοῦτο κυρίως ἀπεβλέψαμεν ἐν τῇ ἀναδιοργανώσει τῶν τῆς στρατολογίας, ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐθελοντῶν εἰς τοὺς ἀπολύτως ἀναγκαίους· οὕτως ἔχομεν οἰκονομίαν καὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ καὶ σπουδαιοτέραν ἔτι ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἐθελοντῶν δι’ ὑποχρέων, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν αὐξάνει διὰ τοῦτο. Ἡ οἰκονομία ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ, ἐπιπροστιθεμένη εἰς τὴν οἰκονομίαν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατατεταγμένων ἀνδρῶν, ἀποτελεῖ ποσὸν ἄξιον λόγου. Ἵνα δυνηθῶμεν ὅμως νὰ διαγράψωμεν τοὺς ἐθελοντὰς ἐν τῷ στρατῷ, ἔπρεπε ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἰδίως τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων. Σήμερον τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καταρτίζεται ἐξ ὑποχρέων προλαμβανόντων τὴν ἐν τῷ Πεζικῷ κατάταξιν δι’ ἐθελουσίας ἐπὶ διετία κατατάξεως ὡς εὐζώνων. Οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶναι τὴν στρατιωτικὴν ἀξίαν ἴσοι πρὸς τοὺς ἐθελοντάς· τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ γνώμη τῶν ἁρμοδίων. Καὶ πρότερον εἶχε παρατηρηθῆ τὸ μέγα βάρος ὅπερ ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς προσθήκης τοσούτων ἐθελοντῶν εἰς τὴν ἐτησίαν ἀπογραφήν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχεν ἐπιτραπῆ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅπως κατατάσσωνται εἰς τὰ εὐζωνικὰ πρὸ τῆς κληρώσεως αὐτῶν οἱ παρουσιαζόμενοι ἐξ αὐτῶν πρὸς ἐθελουσίαν κατάταξιν ἐπὶ διετεῖ ὑποχρεώσει. Αἱ τοιαῦται ἐθελούσιαι κατατάξεις ἐμείουν ἐπὶ τοσοῦτο τὸν ἀριθμὸν τὸν ἐκ τῆς κλάσεως κατατασσομένων ὡς κληρωτῶν, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον ἐπραγματοποίει οἰκονομίαν τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς τροφῆς τοσούτων ἀνδρῶν. Διὰ τῶν τοιούτων ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασι κατατάξεων, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν αὐτοῖς μὴ ἀνηκόντων εἰς τὰς ὑποχρέους πρὸς στράτευσιν κλάσεις περιωρίζετο εἰς τὸ ἥμισυ περίπου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ἡ πολυτέλεια καὶ πάλιν εἶνε ὑπερβολική· ἀφοῦ δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ οὕτω κατατασσόμενοι πρὸ τῆς ἡλικίας τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένου ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, πολλῷ μᾶλλον θὰ ἀνταποκρίνωνται οἱ ἄγοντες τὸ 22 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Οὗτοι θὰ ἀνταποκρίνωνται τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἡ ἀφομοίωσις τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέπει τὴν ἐπιλογὴν, ὥστε θὰ κατατάσσωνται ἐξ ἐπιλογῆς εἰς τὰ εὐζωνικὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ τοῦ προηγουμένου αὐτῶν βίου εἶνε οἱ καταλληλότεροι· οὕτω τὴν ἐπιλογὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ κείμενον σύστημα δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ἢ μόνον διὰ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως, θ’ ἀποκτῶμεν κατὰ τὸν νέον νόμον, διὰ τῆς εὐκαιρίας, ἣν παρέχει πρὸς τοῦτο ἡ ἀφομοίωσις τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας πάντων τῶν ἀνδρῶν τῆς κλάσεως. Οὕτω στρατολογούμενα τὰ εὐζωνικὰ τάγματα θέλουσιν ἀφομοιωθῆ καὶ ὡς πρὸς τὰ τοῦ μισθοῦ πρὸς τὸ Πεζικὸν, ὅπερ ἀποτελεῖ ἀξίαν λόγου οἰκονομίαν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν Χωροφυλακὴν, ἐπίσης ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ὁ καταρτισμὸς τοῦ σώματος ἐξ ἐθελοντῶν ἦτο βάρος διὰ τὸ Δημόσιον δυσανάλογον πρὸς τὰ μέσα τῆς Χώρας. Ἄν ἡ Χωροφυλακὴ κατηρτίζετο παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἐν ἄλλοις Κράτεσι, ὅπου ἀποτελεῖ ἀναλογίαν μικροτέραν πρὸς τὸν ἄλλον στρατὸν, ἐξ ἀνδρῶν ὑπηρετησάντων πολυετῶς ἐν τῷ στρατῷ καὶ διακριθέντων ἐπὶ ἀρίστῃ διαγωγῇ καὶ ἐπιδόσει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἐθελοντῶν δι’ ὑποχρέων τῆς στρατευσίμου κλάσεως θὰ παρέβλαπτε τὸν καταρτισμὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ καταρτισμὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐξ ἐθελουσίας κατατάξεως ἀνδρῶν, ὀλίγον ἢ μηδόλως ὑπηρετησάντων ἐξ ἀπογραφῆς, οὐδεμίαν παρέχει ὠφέλειαν, ἡ δ’ ἐθελουσία κατάταξις τοιούτων ἀνδρῶν, ἐπὶ μακρὸν χρόνον παραμενόντων ἐν τῇ Χωροφυλακῇ, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἠθικὴν βλάβην τοῦ σώματος, περὶ ἧς ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους ἀποφαίνεται. Παρετηρήθη, ὅτι συνήθως, παρουσιαζομένης ἀνάγκης στρατιωτικῆς ἐνεργείας χάριν τῆς τάξεως, ζητεῖται δύναμις Πεζικοῦ ἢ ἐκ τῶν εὐζώνων κατὰ προτίμησιν τῆς Χωροφυλακῆς. Αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις σήμερον ζητεῖ, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ἀναγκάζεται νὰ δέχηται, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπασχολήσεως εἰς ὑπηρεσίαν μεταβατικὴν δυνάμεως Πεζικοῦ καὶ εὐζώνων, ὅσον εἶναι ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων τούτων, τοσοῦτον εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, αὐτὸ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ ὀργανωθῇ σκοπίμως καὶ ἀντὶ ν’ ἀποστέλληται εἰς ὑπηρεσίαν μεταβατικὴν δύναμις Πεζικοῦ, νὰ καταρτισθῇ δύναμις ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν καταρτίζεται τὸ Πεζικὸν, καὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἀφομοιουμένη πρὸς ταῦτα, ἀλλ’ ἀνήκουσα εἰς τὴν Χωροφυλακήν. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον θέλομεν ὑποβάλει εἰς ὑμᾶς, ἐκ τῶν 19 μηνῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ὑπηρετῇ πᾶς ὑπόχρεως ἐν τῷ στρατῷ, τοὺς 8 πρώτους μῆνας θέλει ὑπηρετήσει ὁ εἰς τὴν Χωροφυλακὴν προωρισμένος ἐν τῷ πεζικῷ ἐκγυμναζόμενος μετὰ τῶν ἄλλων ὡς στρατιώτης, καὶ ἀφοῦ ἀποκτήσῃ πλήρη τὴν ἄσκησιν, θέλει μετατεθῆ εἰς τὴν Χωροφυλακὴν, ἵνα ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ἔτος. Τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει λόγον οἰκονομίας, ἀλλὰ ὑπαγορεύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, διότι ἡ ἀναδιοργάνωσις τῆς Χωροφυλακῆς κατέστη ἀπαίτησις τῆς Χώρας, βάσις δὲ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Χωροφυλακῆς, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τῆς ἀναλογίας τῆς Χωροφυλακῆς πρὸς τὸν ἄλλον στρατὸν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη παρὰ ταύτην. Πλὴν τῶν οἰκονομιῶν τούτων, ἡ ἀφομοίωσις τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας φέρει οἰκονομίαν σπουδαίαν καὶ εἰς τὸν ἱματισμὸν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Πεζικοῦ, διότι ὁ ἱματισμὸς ἤδη λαμβάνεται πλήρης παρ’ ἑκάστου ἀνδρὸς διὰ τὸ ἔτος, ἐνῷ ἐν τῇ κατατάξει ἐπὶ μακροτέρᾳ θητείᾳ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας δὲν θὰ ἀπαιτῇ ἣν καὶ τὸ πρῶτον ἔτος δαπάνην. Ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ δευτέρου ἔτους ἔσται τὸ ¼ περίπου τῆς τοῦ πρώτου ἔτους. Αἱ οἰκονομίαι αὗται, αἱ ἐπενεχθεῖσαι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, ὑπηρετούντων, ἀντὶ τῶν ἐθελοντῶν, τῶν ὑποχρέων, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς δαπάνης τοῦ ἱματισμοῦ, θέλουσι φέρει μείωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Θέλουσι δὲ φέρει μείωσιν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, διότι καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ναυτικοῦ ἡ αὐτὴ ἀνάγκη παρουσιάζεται ὡς καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, παρουσιάζεται μάλιστα μεγαλειτέρα, διότι, ὅτε εἰσήχθη ἡ μονοετὴς θητεία εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, θεωρηθέντος τότε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ ναυτικὸν ὁ κατατασσόμενος ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ, ἀλλὰ βραδύτερον ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτησαν καὶ νόμος ἐψηφίσθη περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, περιορίζων τὴν θητείαν τοῦ ναυτικοῦ εἰς ἓν ἔτος. Ἤδη, ἀναδιοργανωμένου τοῦ ναυτικοῦ, παρέστη ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀνδρῶν, θὰ ἦτο δὲ λίαν δυσχερὲς νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀνδρῶν τοῦ ναυτικοῦ σήμερον, ὅτε ἅπαξ ἐψηφίσθη ἡ ἐλάττωσις, ἂν ταὐτοχρόνως δὲν ἐλαμβάνετο τὸ αὐτὸ μέτρον περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἡ ληφθεῖσα ἄρα ἀπόφασις περὶ αὐξήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς διευκολύνει καὶ τὴν λύσιν τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἐν τῷ ναυτικῷ, καὶ ἤδη ἐν συνδυασμῷ θὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς στρατολογίας ἀμφοτέρων τῶν στρατῶν. Ἡ στρατολογία τοῦ ναυτικοῦ θὰ περιλαμβάνῃ κυρίως τοὺς ἐργάτας θαλάσσης, ἀλλὰ, τούτων μὴ ἐπαρκούντων, θὰ λαμβάνωνται κατ’ ἐπιλογὴν ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐτησίας κλάσεως οἱ ἔχοντες ναυτικὰς συνηθείας ὡς κατοικοῦντες εἰς παράλια, ἐπιτυγχάνεται δ’ οὕτω ἡ κατάταξις ἐν τῷ ναυτικῷ παντὸς τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις εἶναι ἀναγκαῖος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν θαλάσσης· ἀλλ’ ἐνῷ κατορθοῦται οὕτως ἡ συμπλήρωσις τῶν τάξεων, κατορθοῦται καὶ οἰκονομία μεγαλειτέρα, διότι ἐν τῷ ναυτικῷ ἡ διαφορὰ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐθελουσίως κατατασσομένων πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τῶν ὑποχρέων εἶναι μεγαλειτέρα τῆς ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς. Ἔχομεν οὕτω καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ οἰκονομίαν ἀξίαν λόγου, ἀλλὰ ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν. Ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς, ἥτις εἶναι Κράτος ναυτικὸν καὶ ἄν θὰ ἐνεργήσῃ θέλει στηριχθῆ εἰς τὸ ναυτικὸν, τοὐλάχιστον, ὅσον στηρίζεται καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, δύσκολον εἶνε νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν τῷ ναυτικῷ οἰκονομίαι ὁριστικαὶ, διότι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν ἀποῤῥοφᾷ τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ ὠφέλειαν. Ἐπίσης ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν γίνεται καὶ ἄλλη τις ἀφαίρεσις πιστώσεως, τῆς τῶν φάρων, διότι ἄλλως διωργανώθησαν τὰ τῶν φάρων ὑπὸ τὴν διοίκησιν μὲν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρου ταμείου ἔχοντος ἰδίους πόρους, ἐπιβαλλομένους ἤδη διὰ νόμου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, καί τοι ἐν τοῖς πίναξι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δύνανται νὰ φανῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα οἰκονομίαν, δὲν εἶνε οἰκονομία ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ, διότι οἱ φάροι θέλουσιν ὑπάρξει καὶ θέλει συμπληρωθῆ τὸ σύστημα αὐτῶν, θέλουσι δὲ συντηρεῖσθαι πληρέστερον ἢ μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἡ δαπάνη ἀναγράφεται ἀλλαχοῦ. Οὕτω κατηρτίσθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐπὶ νέων βάσεων στρατολογικῶν, διότι ὁ στρατολογικὸς νόμος εἶναι ἡ βάσις παντὸς ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Πραγματοποιοῦνται δὲ καὶ ἄλλαι οἰκονομίαι ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἀσχέτως μὲν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας, ἀλλ’ ἐμμέσως σχετιζόμεναι πρὸς αὐτὴν, ὡς θέλομεν δείξει. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ διετηρήθησαν τὰ συντάγματα καὶ τὰ τάγματα ὡς ἔχουσιν, ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς αὐτῶν εἶνε ὑπέρτερος ἀναντιῤῥήτως πάσης ἀναλογίας διὰ στρατὸν εἰρήνης Κράτους, ἔχοντος πληθυσμὸν 2,000,000. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐλάττωσις τῶν στελεχῶν τούτων, διότι εἶνε ἀδύνατον διὰ στελεχῶν ἐφεδρείας νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ἐπιστρατεύσεως· ἔδει ἄρα ἐν αὐτῷ τῷ ὀργανισμῷ νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ὅπως διατηρηθῶσιν ἐν εἰρήνῃ τὰ συντάγματα καὶ τὰ τάγματα, μὴ ἐπιβαρυνθῇ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τοῦ βάρους ἀνδρῶν πληρούντων τὰς τάξεις ὅλων τῶν ταγμάτων, μὴ ἐπιβαρυνθῇ δὲ καὶ τὸ ἔθνος διὰ τῆς προσθήκης ὑπηρεσίας τοσούτων ἀνδρῶν. Τοῦτο δὲ ἐπετεύχθη διὰ τῆς συγχωνεύσεως πρὸς ἄσκησιν 2 ταγμάτων ἐν ἑκάστῳ συντάγματι. Ταῦτα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἷος θὰ ἦτο, ἂν ὁ ὀργανισμὸς ὁ νῦν κείμενος ἐφηρμόζετο, θὰ ἔφερον οἰκονομίαν 2½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχομεν καὶ ἑτέρας οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, αἵτινες δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοὺς μετ’ αὐτόν. Ἔχομεν πρώτην οἰκονομίαν, ὅτι δὲν ἀναγράφεται ποσὸν πρὸς γενικὰς ἀσκήσεις τῶν ἐφέδρων, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νῦν κειμένου νόμου ἡ ἀναγραφὴ τοιαύτης πιστώσεως, οὐδὲ θὰ ἐπιτρέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀντικαταστήσοντος τὸν νῦν κείμενον. Ὁ νῦν κείμενος νόμος ἐπιτρέπει πρόσκλησιν παντὸς ἐφέδρου ἅπαξ κατὰ διετίαν, οἱ δὲ ἔφεδροι ἀπελύθησαν μόλις τὸν παρελθόντα Ἰούλιον· εἶχον δὲ κληθῆ πάντες ὅσοι ἄλλως θὰ ἐκαλοῦντο ἤδη πρὸς ἄσκησιν. Τούτους θὰ δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν μόνον κατὰ τὸ 1888· ἑπομένως κατὰ τὸ 1887 πρόσκλησις ἐφεδρείας πρὸς ἄσκησιν δὲν θέλει γείνει· θέλουσι γείνει μόνον γενικὰ γυμνάσια τοῦ μονίμου στρατοῦ καὶ ἑπομένως δὲν θέλει ἀπαιτηθῆ δαπάνη ἔκτακτος. Ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι 800,000 δραχμῶν. Ἐπίσης, καίτοι τίθεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι οὐδὲν ἐν εἰρήνῃ πρέπει νὰ καταναλίσηται ἐκ τῶν ἐφοδίων τοῦ στρατοῦ, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἀντικαθιστᾶται, ὑπάρχουσί τινα, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο· δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὡς πρὸς τὰ εἴδη ἐκεῖνα τοῦ ἱματισμοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πλεονάζοντα, διότι ὁ ἱματισμὸς παρ’ ἡμῖν δυσκόλως συντηρεῖται, καὶ ἡ διατήρησις πλεονάζοντος ἱματισμοῦ κλινοσκεπασμάτων καὶ ἄλλων τοιούτων εἰδῶν, θὰ ἦτο βεβαία ἀπώλεια. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἱππωνία τοῦ ⅐ ἢ τοῦ ⅛ τῆς κανονικῆς δυνάμεως πρέπει νὰ γίνηται ἐτησίως, δὲν δυνάμεθα ὅμως κατὰ τὸ παρὸν ἔτος νὰ ἐγγράψωμεν πίστωσιν, ἀφοῦ ἔχομεν πλεονάζοντα ἀριθμὸν κτηνῶν. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι πρόσθετον οἰκονομίαν διὰ τὸ 1887 1,500,000, ὥστε ἔχομεν ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν οἰκονομίαν ἐν συνόλῳ 4,000,000. Οἰκονομία ἄρα ἐξ ἀναδιοργανώσεως ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν 600,000 δραχμῶν, οἰκονομία 4.000,000 ἐξ ἀναδιοργανώσεως τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν ἤδη καὶ ἄλλο κεφάλαιον ἐλαττώσεως δαπάνης. Ἄλλοτε εἰσηγούμενος Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ἔχοντα χρέη, νὰ πραγματοποιήσωμεν οἰκονομίας ἐκ τῆς τροπῆς τῶν δανείων τῶν ἐχόντων ἀγοραίαν τιμὴν ἀνωτέραν τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας, διότι ἠδυνάμεθα νὰ προσενέγκωμεν, καθὸ κέκτηται δικαίωμα τὸ Δημόσιον, εἰς τοὺς κατόχους ὁμολογιῶν τοιούτων δανείων τὸ κεφάλαιον ὁλόκληρον, προτείνοντες εἰς αὐτοὺς, ἂν δὲν θέλωσι νὰ δεχθῶσιν αὐτὸ εἰς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν θεωρήσει ὡς δικαίους περὶ τὴν τροπὴν τοῦ δανείου. Ὅτε ταῦτα ἔλεγον, ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν δανείων, εἰς ἃ ἀφώρων αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἦτο ἱκανῶς ἀνωτέρα τῆς ὀνομαστικῆς, ὥστε σὺν τῇ προτάσει περὶ ἐξοφλήσεως νὰ δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ὡς ἐνάλλαγμα εἰς τοὺς μὴ θέλοντας νὰ ἐξοφλήσωσι τὴν πίστωσιν αὐτῶν, μείωσιν τοῦ τόκου. Σήμερον τοιαύτη ὑπερτίμησις δὲν ὑφίσταται· ἑπομένως, ἂν ἠθέλομεν προτείνει εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τῶν 25,000,000, τῶν 6,000,000 καὶ τῶν 4,000,000 μείωσιν τόκου, πάντες ἤθελον προτιμήσει ν’ ἀποδεχθῶσι τὸ κεφάλαιον ἀποδιδόμενον εἰς αὐτούς. Τοιαύτην πρότασιν δὲν ὑποβάλλομεν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλαι ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκομεν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων τούτων περιέχει καὶ χρεωλύσιον. Ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου ἐν πᾶσι τοῖς δανείοις ἡμῶν θὰ ἦτο λίαν ἐπωφελὴς εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν ἐκ μονομερείας, πρέπει νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τοῦτο καὶ οἱ πιστωταί, σήμερον δὲ πᾶσα πρότασις πρὸς τοὺς πιστωτὰς δὲν ἤθελε γίνει δεκτή, διότι, ὡς εἶπον, ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ προσελκύωνται εἰς διαπραγματεύσεις οἱασδήποτε εἴτε οἱ κάτοχοι τῶν ὁμολογιῶν, εἴτε ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι. Ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους τῶν πιστωτῶν, πρὸς οὓς ἔχομεν δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα ἀποταθῶμεν προσφέροντες τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς, πρὸς ἐκείνους δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν τοῦτο, ὡς ἐνάλλαγμα τῆς ἐξοφλήσεως τῆς ὀφειλῆς, ὅπερ ὑποθέτομεν, ὅτι θέλουσι δεχθῆ, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ εἰς δάνεια, ἔχοντα τιμὴν ἀνωτέραν τοῦ ἀρτίου ἐν τῇ ἀγορᾷ, εἶναι ἐπιζήμιος πρὸς τοὺς κατόχους ἡ διάταξις περὶ τοῦ χρεωλυσίου· οἱ πλεῖστοι αὐτῶν θέλουσι θεωρήσει τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου ὡς πλεονέκτημα, διότι καὶ πάλιν τὰ δάνεια ταῦτα μετ’ ὀλίγον θέλουσιν ἔχει, ὡς καὶ ἄλλοτε, σπουδαίαν ὑπερτίμησιν ἐν τῇ ἀγορᾷ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶσα ἐξοφλουμένη ὁμολογία ἀποτελεῖ πρὸς αὐτοὺς ζημίαν· προτείνομέν τι ἄρα πρὸς αὐτοὺς ὠφέλιμον. Οὐ μόνον δὲ τοῦ χρεωλυσίου ἀπαιτοῦμεν τὴν διαγραφήν, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ τὴν κατάργησιν ἑτέρας δαπάνης καταχρηστικῶς γινομένης. Κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογεῖτο καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· τότε δὲ, μὴ ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρεχωρήθη εἰς τοὺς ἐγγραφέντας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὸ δικαίωμα, ὅπως λαμβάνωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἤδη, ὅτε ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπῆλθε διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος, οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κάτοχοι στέλλουσι τὰς ὁμολογίας αὑτῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα ἀποτίνωνται ἐκεῖ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον καὶ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον μετὰ τὰς κληρώσεις. Οὕτω γίνεται ἐνταῦθα συναλλαγὴ εὐρεῖα, τῶν μεσιτῶν ἀγοραζόντων παρὰ τῶν κατόχων τὰς κληρωθείσας ὁμολογίας καὶ τὰ τοκομερίδια, καὶ ἀποστελλόντων αὐτὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα πληρωθῶσιν ἐκεῖ ἐπὶ ὑπερτιμήσει 25 ἢ 30%. Εἰς ταύτην τὴν κατάχρησιν θέτει τέλος ἡ τροπὴ, ἣν προτείνομεν, τουτέστιν ὅπως ἀντὶ τῆς ἐξοφλήσεως, ἀνανεῶται ἡ ὁμολογία ὑπὲρ τῶν στεργόντων τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου συνάμα μετὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἐπικρατησάσης πληρωμῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὁ μὴ στέργων τοὺς δύο τούτους ὅρους θέλει λάβει εἰς ἐξόφλησιν τῆς ὁμολογίας τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον. Ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ συνήθης τῆς τροπῆς δανείου, πρᾶξις, ἥτις θεωρεῖται ἁπανταχοῦ οὐ μόνον ὡς δικαία, ἀλλ’ ὡς ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Πολιτείαν χάριν τῶν φορολογουμένων. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅταν δύνηται διὰ τροπῆς νὰ ἐλαττώσῃ τὸ βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο, καὶ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν οὕτω κερδίσει, διὰ φορολογίας. Τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν προτείνομεν διὰ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, προτείνομεν καὶ διὰ τὸ δάνειον τῶν 4,000,000, καὶ διὰ τὸ τῶν 6,000,000 ὡς πρὸς τὸ χρεωλύσιον, διότι ὡς πρὸς ταῦτα δὲν συμβαίνει ἡ κατάχρησις τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμῆς. Προτείνομεν ὡσαύτως καὶ τὴν ἄδειαν καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον προσετέθη εἰς τὸ δάνειον τῶν διδράχμων καὶ μονοδράχμων, συνομολογηθὲν ὡς μὴ ὤφειλε ὑπὸ ὅρους μὴ δεκτικοὺς δικαιολογίας. Ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον, ὅτι δὲν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ μέτρον τῆς κυκλοφορίας κερματικῶν γραμματίων διὰ δανείου, ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προτιμήσῃ τὸν τύπον τοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶχε καί τινα πλεονεκτήματα, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος ἵνα ἀναγράψῃ ἐν τοῖς ὅροις τοῦ δανείου τὴν πληρωμὴν ἐτησίου χρεωλυσίου. Κατὰ τὸν νόμον, τὸ ἔτος τοῦτο ὀφείλεται χρεωλύσιον 300,000 δραχμῶν, τὸ προσεχὲς ἔτος 1887, περὶ οὗ προνοοῦμεν ἤδη καταρτίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, ὀφείλεται χρεωλύσιον 400,000, τὸ ἑπόμενον 500,000, καὶ οὕτω καθεξῆς μέχρις 900,000, κατ’ ἔτος. Ἢ ἔχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν πλήρει ἀναπτύξει, ὡς νῦν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν κερματικῶν γραμματίων, θεωρηθὲν ἅπαξ ἀναγκαῖον, ἐξακολουθεῖ ὂν ἀναγκαῖον, ἢ καταργοῦμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἢ περιορίζομεν αὐτὴν καὶ τότε φροντίζομεν ἡμεῖς αὐτοὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τῷ παρόντι οὔτε καταργεῖται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οὔτε ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τοῦ ἐπὶ ταύτῃ δανείου, εἶναι ἠναγκασμένον τὸ Δημόσιον νὰ ἀποτίνῃ ἐτησίως 400, ἢ 500 ἢ 900 χιλιάδας δραχμῶν ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο, νομίζω, οὐδεμίαν ἐπιδέχεται δικαιολογίαν. Τοιουτοτρόπως ἄρα ἐπιτυγχάνεται ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων δανείων οἰκονομία 2,461,000. Ταῦτα εἶναι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα δι’ ἐλαττώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ν’ ἀρυσθῶμεν. Ἤδη δὲν ὑπολείπεται ἢ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων νὰ εἰσαγάγωμεν αὐξήσεις, δι’ ὧν νὰ ἐπιτευχθῇ οὐ μόνον ἡ προσέγγισις, ἀλλὰ καὶ ἡ συνάντησις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων, οἱ πρῶτοι φόροι, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποχρεούμεθα ν’ ἀποβλέψωμεν, εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ προσφάτως καταργηθέντες. Εἴχομεν λειτουργοῦντας τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἄρτιον. Ἐκ τῶν φόρων τούτων, σχετικῶς ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου φόρου ἐπιβαρυνόντων τὸν λαόν, εἴχομεν ἀπολαυὴν θετικήν. Οἱ φόροι οὗτοι διετέλουν ἐν πλήρει προόδῳ. Ὅτε ἐπῆλθεν ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἑξάμηνον ὁ φόρος οὗτος ἀπέδιδε καθ’ ἕκαστον μῆνα ποσὸν ἀνώτερον τῶν 80,000 δραχμῶν, εἶχε φθάσει εἰς 85,000 δραχμὰς, ἡ δὲ πρόοδος τῆς προσόδου ἦτο βεβαία, ἀφοῦ ἐψηφίζετο παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, δι’ οὗ προελαμβάνοντο αἱ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀποδειχθεῖσαι καταχρήσεις, νομοσχέδιον ἀφορῶν ἰδίως εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιούμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα ἐκ τῆς προόδου τῆς προσόδου, οὐδὲ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκ τῆς ψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου· ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον ἦτο βεβαιωμένον ἐπὶ 6 μῆνας. Κατ’ αὐτὸ εἴχομεν κατανάλωσιν καπνοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων κατ’ ἔτος. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐὰν θέσωμεν φόρον τεσσάρων δραχμῶν ἀναλόγως πρὸς τὰς ηὐξημένας ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, θὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς καταναλώσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ταῦτα βέβαια καὶ καθαρὰ, διότι τὰ ἔξοδα τῆς κοπῆς καὶ συσκευῆς καλύπτονται ὑπὸ τῶν 50 λεπτῶν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν κοπὴν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς συσκευῆς τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῆς ταινίας. Ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῆς κοπῆς καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῆς συσκευῆς, τῶν ἐπὶ τῶν ταινιῶν, ἀνερχομένων περίπου εἰς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν, ἔχομεν 80 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν, ὅθεν ἐπὶ 1,000,000 ὀκάδων 800,000 δραχμάς. Τὰ ἔξοδα τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν βιομηχανίαν ταύτην τῆς κοπῆς καὶ τῆς συσκευῆς καὶ οὐχὶ ἔξοδα εἰσπράξεως, ἡ δὲ δαπάνη διὰ τὴν βιομηχανικὴν ταύτην ἐργασίαν εἶναι ἡ μόνη τοῦ συστήματος τούτου, τὰ ἔξοδα, λέγω τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν κοπὴν καὶ συσκευὴν τοῦ καπνοῦ ἀνέρχονται εἰς 700,000 δραχμῶν, ὥστε καλύπτεται ἐντελῶς ὑπὸ τῶν τελῶν, τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῆς κοπῆς καὶ ἐπὶ τῶν ταινιῶν, καὶ ὑπολείπεται περίσσευμα. Μένει ἄρα καθαρὸν ἔσοδον 4,000,000 δραχμῶν. Ἀντὶ τούτου ἔχομεν τὸν σήμερον λειτουργοῦντα φόρον, ὅστις κατὰ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλω μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀποφέρει κατ’ ἀνώτατον ὅρον μετὰ τῶν ἐξόδων 1,100,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων ἐξ 100,000 δραχμῶν μένει καθαρὸν ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ἑπομένως ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ ἀρχικὸν σύστημα φέρει αὔξησιν προσόδου 3,000,000 δραχμῶν. Μετὰ τῆς προτάσεως περὶ τῆς ἐπανόδου ταύτης προσάγω καὶ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κόπτοντα καπνὸν ν’ ἀγοράσῃ ἐν τῷ κοπτηρίῳ ποσὸν σιγαροχάρτου, ὅσον ἀπαιτεῖται δι’ ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ, ἤτοι 12 φυλλάδια, 1200 φυλλάρια, δι’ ἑκάστην ὀκᾶν. Ταῦτα λαμβανόμενα ὑποχρεωτικῶς ἐν τῷ κοπτηρίῳ ἐπὶ βεβαιωθείσης κοπῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὀκάδων καπνοῦ θέλουσιν ἀποδώσει εἰς τὸ Δημόσιον 2,400,000 δραχμῶν. Ἴσως, μετὰ τὴν διάθεσιν τοσούτου ποσοῦ ἐν τοῖς κοπτηρίοις, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πώλησις ἐκτὸς τῶν κοπτηρίων, οὐδὲ ὑπολογίζω τοιαύτην, ἀλλ’ αὐτὴν μόνον θεωροῦντες ὡς τὴν πρόσοδον τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἀφαιροῦντες ἐξ αὐτῆς τὴν νῦν πραγματοποιουμένην ἐκ 500,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἐπιβαλλομένου ἐκ νέου ἐπὶ ταῖς προτέραις διαστάσεσι τῶν 20 λεπτῶν τὸ φυλλάδιον τῶν 100 φυλλαρίων καὶ 10 λεπτὰ τὸ φυλλάδιον τῶν 50, ἔσοδον πρόσθετον 1,900,000. Σχετικὴν ἔτι πρὸς τὴν πρόσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔχομεν καὶ ἑτέραν τινὰ φορολογίαν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι οἱ πωλοῦντες καπνὸν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ἀνώτερον ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλονται, ὄχι ὅμως καὶ ἐξαιρετικὸν, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν κλάσεων καὶ τῶν τάξεων τοῦ σημερινοῦ νόμου. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ πωλῶν καπνὸν ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ λιανικῶς πωλῶν οἶνον καὶ πνευματώδη ποτὰ, πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς εἰδικὴν φορολογίαν ἐπιτηδεύματος, ἀναπληροῦσαν ἢ συμπληροῦσαν τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Οὕτω κατετάξαμεν πάντας τοὺς πωλοῦντας καπνὸν ἢ πνευματώδη ποτὰ ἢ οἶνον εἰς τὴν ἀνωτάτην κλάσιν τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἐπίσης τροπολογεῖται ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, προστιθεμένης καὶ ἑτέρας διακρίσεως κατὰ πληθυσμὸν ἄνω τῶν εἴκοσι χιλιάδων. Μέχρι τοῦδε διακρίσεις κατὰ πληθυσμὸν ἐγίνοντο μόνον μέχρι τῶν 20,000 ψυχῶν· ἄνω τῶν 20,000 ψυχῶν ἡ φορολογία ἦτο ἡ αὐτή. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ διάκρισις τῶν πόλεων, τῶν ἐχουσῶν πληθυσμὸν ἄνω τῶν 40,000 ψυχῶν. Κατὰ ταῦτα ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων προσδοκῶμεν ηὐξημένην πρόσοδον 500,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν οἴνων παραδεχόμεθα ὡς πρὸς τοῦτο ὅπως καὶ ὡς πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους νόμους, τοὺς κατὰ τὰς τελευταίας Συνόδους ψηφισθέντας, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι νὰ θίγωμεν εἰς τὰ κείμενα, ἔστω καὶ ἂν κακῶς λειτουργῶσιν, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωμεν βεβαιότητα περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἀντικαταστάσεως. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἔχομεν τοιαύτην βεβαιότητα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τῶν φόρων μάλιστα ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπεβλήθη κακοζήλως τὸ προοδευτικὸν σύστημα, δὲν προσήκει σήμερον νὰ νεωτερίσωμεν, διότι ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἐπιβάλλομεν νέα καὶ μεγάλα βάρη φορολογικὰ, δὲν πρέπει νὰ ταράξωμεν τὰ κείμενα, πρέπει νὰ περιμείνωμεν πρὶν ἢ ἐπιχειρήσωμεν πειράματα, ὅπως αὐτὰ τὰ κείμενα λειτουργήσωσιν, ἐπιφορτιζόμενα διὰ τῶν νέων βαρῶν αὐτῶν. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου δὲν προτείνομεν ἀντικατάστασιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ προτείνομεν τὴν ἀφομοίωσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, διότι, ὡς ἔχει, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, δὲν στηρίζεται δὲ ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος. Ὁ οἶνος, ὁ ἀποταμιευόμενος ἐν Ἀθήναις, πληρώνει 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὁ δὲ ἐν Ἡρακλείῳ χάριν τῆς καταναλώσεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἐν Ἀμαρουσίῳ καὶ Χαλανδρίῳ πληρώνει ½ λεπτόν. Τοιαύτη διανομὴ φορολογίας βεβαίως δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ. Μὴ προτείνοντες ἄρα τροποποίησιν τοῦ νόμου, προτείνομεν μόνον ἀφομοίωσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου, ἐντεῦθεν δὲ ἐλπίζομεν αὔξησιν προσόδου 880,000 δραχμῶν κατὰ τὰ λεπτομερῶς ἀναπτυσσόμενα ἐν τοῖς πίναξι τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἐπαρκῆ. Εἴπομεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καλυφθῇ, εἶναι 22,000,000, ἀπέχομεν δ’ ἔτι τοῦ ποσοῦ τούτου πολύ. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐκτάκτῳ ταύτῃ ἀνάγκῃ προκειμένου περὶ φορολογίας, ἥτις ἀφορᾷ οὐχὶ εἰς διηνεκῆ ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἰς διευκόλυνσιν αὐτοῦ, ὅπως διεξέλθῃ τῶν νῦν δυσχερειῶν, ἐπετρέπετο ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὰ τοῦ Δασμολογίου, τῆς εἰσαγωγῆς διατηροῦντες τὰ τέλη, ὅσα ἄλλοτε ηὐξήθησαν, ἀλλ’ ἐπαναφέροντες τὰ τέλη, ὅσα ἠλαττώθησαν ἢ κατηργήθησαν καὶ μεταῤῥυθμίζοντες ἄλλους τινὰς δασμούς. Ἐπειδὴ δὲ, προκειμένου περὶ Δασμολογίου, εἶναι πρέπον εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἰσότητος τῆς συναλλαγῆς, νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ μεταῤῥυθμίσεις, διότι ἄλλως οἱ ἔμποροι οἱ ἔχοντες προμηθείας ἐν τῇ διαμετακομίσει εἰσάγουσιν αὐτὰς πρὸ τῆς ψηφίσεως καὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συναγωνιζομένων πρὸς αὐτοὺς, ὑποβάλλω εὐθὺς ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ τελωνιακοῦ Δασμολογίου καὶ τὸ εἰς αὐτὸ προσηρτημένον Δασμολόγιον. Εἰσάγω συνάμα κατ’ ἐντολὴν τοῦ συναδέλφου μου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν παρ’ αὐτοῦ ὑπογεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ἐπικυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Γαλλίας περὶ ἀφομοιώσεως δασμολογικῆς ἑκατέρας Ἐπικρατείας πρὸς τὰς μᾶλλον εὐνοουμένας καὶ περί τινων ἄλλων μικροτέρου λόγου ἀξίων δασμολογικῶν διατάξεων. Τό τε Δασμολόγιον τὸ οὕτως ὑποβληθὲν καὶ αἱ δασμολογικαὶ διατάξεις τῆς πρὸς τὴν Γαλλίαν συμβάσεως κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογίου ἐφαρμοσθήσονται ἀπὸ τῆς αὐρινῆς πρωΐας, διότι ἤδη πλέον παρῆλθεν ἡ ἡμέρα· φέρει δὲ τὸ Δασμολόγιον τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Ὡς εἶπον, αὐξάνει ἢ ἐπαναφέρει δασμοὺς πρότερον ἐλαττωθέντας, ἢ καταργηθέντας, μεταῤῥυθμίζει δὲ καὶ ὡς πρὸς ἄλλα τὸ κείμενον δασμολόγιον· μίαν δὲ σπουδαίαν φέρει μεταῤῥύθμισιν, τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως. Ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ὅστις ἦτο 37 λεπτῶν, ηὐξήθη παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς παρούσης Περιόδου εἰς 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤδη προτείνομεν τὴν αὔξησιν εἰς 75 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Οὕτω δὲ ηὐξημένος ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως εἰς 75 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἶναι κατώτερος κατὰ πολὺ τοῦ φόρου τοῦ πληρωνομένου ἐν Ἰταλίᾳ, τοῦ φόρου τοῦ πληρωνομένου ἐν Ῥωσσίᾳ, τοῦ φόρου τοῦ πληρωνομένου ἐν Ὀλλανδίᾳ, τοῦ φόρου τοῦ πληρωνομένου ἐν Γαλλίᾳ· ἡ Ἑλλὰς ἔρχεται μετὰ τὴν τοιαύτην αὔξησιν δεκάτη ἐν τῷ πίνακι τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν περὶ τὴν φορολογίαν τῆς ζακχάρεως. Ὅταν Ἔθνος ἔχῃ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ διστάσῃ νὰ δεχθῇ φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐννέα ἄλλα ἔθνη ἐδέχθησαν βαρυτέραν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι πολλὰ οὐδεμίαν ἔχοντα ἐθνικὴν ὑποχρέωσιν, οὐδεμίαν ἔχοντα ἐθνικὴν ἰδέαν, χάριν τῆς ὁποίας εἶναι ἕτοιμα νὰ θυσιάσωσιν οὐ μόνον χρῆμα ἀλλὰ καὶ αἷμα, ὅπως ἡμεῖς πολλάκις ἀπεδείξαμεν. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ζακχάρεως τὰ βεβαιωμένα ἀποτελέσματα δεικνύουσιν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα αὔξησιν προσόδου 1,255,000 δραχμῶν. Αἱ ἄλλαι αὐξήσεις ὑπόσχονται προσθήκην προσόδων 2,169,000 δραχμῶν κατὰ πίνακας λεπτομερεῖς, παρουσιασθησομένους εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ ἀτελῶν εἰδῶν προσδοκᾶται πρόσοδος 556,000 δραχμῶν, ἐν συνόλῳ 3,980,000 δραχμῶν. Περιέχει τὸ Δασμολόγιον καὶ ἄλλας μεταῤῥυθμίσεις κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἀπεδέχθημεν, τῆς αὐξήσεως τῶν προηγουμένως ἐλαττωθέντων δασμῶν καὶ τῆς ἐκ νέου ψηφίσεως τῶν καταργηθέντων· ἀλλ’ οἱ ηὐξημένοι ἢ νέοι οὗτοι δασμοί, ἐνῷ ἀναγράφονται ἐν τῷ Δασμολογίῳ χάριν τοῦ ὁμοιομόρφου τῆς ἀρχῆς καὶ διότι πρῶτον θὰ ἔχωμεν διάκρισιν δασμολογίου γενικοῦ καὶ δασμολογίου συμβατικοῦ, δὲν θέλουσιν ἀπενέγκει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρόσοδον ἀξίαν λόγου, διότι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν σχεδὸν ὡς περιλαμβανομένου τοῦ ἐνεστῶτος δασμοῦ ἐν συμβάσει. Ἐγγράφονται ἄρα τὰ νέα ταῦτα τέλη ἢ τὰ ηὐξημένα τέλη ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται μόνον ἐπὶ τῶν προελεύσεων τῶν Κρατῶν, τῶν μὴ ἀπολαυόντων τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ κατὰ σύμβασιν δασμολογίου. Εἰς τὸ ποσὸν ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀρυόμεθα ἐκ τῶν δασμολογικῶν μεταῤῥυθμίσεων, περὶ ὧν δὲν προνοοῦσι συμβάσεις, τὸ ἀνερχόμενον εἰς τέσσαρα περίπου ἑκατομμύρια, προσθέτομεν πρόσοδον ἄλλην διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς πάντων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς χρυσόν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ πληρωθῶσι τὰ τέλη ταῦτα τὰ εἰσαγωγικὰ εἰς χρυσὸν, διότι οἱ δασμοὶ ἐπιβάλλονται κατ’ ἀναλογίαν τινὰ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους. Οἱ δασμοὶ οὗτοι ἐπληρώνοντο ἐν ἐλευθέρᾳ κυκλοφορίᾳ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν ἀγοραζομένων ἀντὶ μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ μεταλλικοῦ νομίσματος. Σήμερον ἀγοραζόμενα ἀντὶ μεταλλικοῦ νομίσματος πληρώνουσι τὸν δασμὸν τὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ διὰ χαρτίνου νομίσματος, διαταραττομένης οὕτω τῆς ἀναλογίας, ἥτις παύει οὖσα ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβληθεῖσα ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τοῦ δασμοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ χρυσὸς εὐκόλως πάντοτε δὲν ἀποκτᾶται, θὰ προεκαλεῖτο δὲ συναγωνισμὸς διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ χρυσοῦ, ὅστις θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο συγχρόνως πρόνοιά τις, ἐπιτρέπεται, ὅπως ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ πληρώνηται τὸ χρέος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ὑπερτιμήσει τοῦ χρυσοῦ κατὰ 15%. Αὕτη ἡ εἰς χρυσὸν πληρωμὴ ἐπιβάλλεται εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἐγγείων φόρων τῶν εἰσπραττομένων ἐν τοῖς τελωνείοις, ἐπιβάλλεται ὅμως εἰς τὰ ἐξαγωγικὰ τέλη, ἤτοι ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν Ἰονίων νήσων, διότι ἐθεωρήθη ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα τῆς προσθέτου φορολογίας, θέλουσι φορολογηθῆ πάντα τὰ εἰς φόρον ὑποβαλλόμενα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ ἐπιπροσθέτως, δὲν εἶναι δίκαιον αἱ Ἰόνιοι νῆσοι νὰ μὴ ὑποβληθῶσι καὶ αὗται εἰς ἀνάλογον ἐπιπρόσθετον φορολογίαν· ἔπρεπε καὶ αὗται νὰ ὑποστῶσι φορολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν ἄλλως, εἰμὴ ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν προσθέτων φόρων, τοὺς ὁποίους δὲν πληρόνουσιν, ἐπειδὴ δὲν ὑφίστανται παρ’ αὐτοῖς οἱ κύριοι φόροι, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλονται τὰ πρόσθετα ποσοστά.
§9ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Τότε νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις· ἔχω δὲ μάλιστα καὶ ἐντολὴν νὰ φέρω τοιαύτην πρότασιν.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ Ἑπτανήσου λέγει, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀφομοίωσιν. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐὰν ἴδωμεν ἐν τῇ Βουλῇ διάθεσιν τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τοιαύτην μεταβολὴν, θέλομεν ἡμεῖς αὐτοὶ εἰσηγηθῆ τὴν μεταβολὴν ταύτην. Δὲν νομίζομεν, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς Ἰονίου φορολογίας ἐπιτρέπεται αὐτοβούλως νὰ ἐνεργήσωμεν. Ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο ἐπὶ ὅροις ἰσότητος, καὶ ἑπομένως τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς μεταῤῥυθμίσεις τῶν νομοθετημάτων τῶν ἰδίως εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Κράτους ἀφορώντων, ὅταν ἡ μεταῤῥύθμισις αὕτη συνάδῃ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ. Μόνον ἄρα ὅταν μάθωμεν, ὅτι ἔχει τὴν θέλησιν ἡ παλαιὰ Ἑπτάνησος νὰ φορολογηθῇ, καθ’ ὃν τρόπον φορολογεῖται καὶ τὸ λοιπὸν Βασίλειον, μόνον τότε θέλομεν πραγματοποιήσει διὰ προτάσεων πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχομεν, ὅπως ἴδωμεν τὴν ἀφομοίωσιν πραγματοποιουμένην· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ἡ ἀφομοίωσις δὲν πραγματοποιεῖται, ἀφοῦ ἐπιβάλλονται ἐνταῦθα πρόσθετοι φόροι ἐπὶ κειμένων φόρων, οἵτινες δὲν ὑφίστανται ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶναι δίκαιον τὸ ἀνάλογον νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ φόρων, οἵτινες ἐκεῖ ὑφίστανται. Οἱ φόροι, ἐφ’ ὧν ἐνταῦθα πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν τέλος μὴ ἐπεκταθησόμενον ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶναι οἱ ἐκ προσθέτου ποσοστοῦ δύο δεκατημορίων ἐπὶ πάντων τῶν ἀμέσων φόρων, ἐξαιρουμένου μόνον ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, διότι ὡς πρὸς αὐτὸν φρονοῦμεν, ὅτι ἐν ταῖς ἐκτάκτοις ταύταις περιστάσεσι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν φόρον τὸν καταργηθέντα ἀρτίως. Ἐπιβαλλομένης ἄρα φορολογίας προσθέτου δύο δεκατημορίων ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τουτέστιν ἐπὶ φόρων, οἵτινες δὲν ὑφίστανται ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἀντίστοιχος καὶ εἰς αὐτάς.
§11ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἡ Ἑπτάνησος εὐχαρίστως δέχεται τὴν ἀφομοίωσιν καὶ ἐγὼ ἔχω, ὡς σᾶς εἶπον, ἐντολὴν νὰ φέρω τοιαύτην πρότασιν, ἥτις παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς ψηφίσεως τῶν προταθέντων τούτων φόρων.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι, ἀφοῦ ἐν τοῖς τελωνείοις θέλει εἰσπράττεται ὁ φόρος τῶν Ἰονίων νήσων, ἐν τοῖς τελωνείοις δὲ ἐπεβλήθη ἡ εἰς χρυσὸν πληρωμὴ καὶ ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ ἡ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ προσθέτῳ καταβολῇ 15%, ὅτι ἡ τοιαύτη πληρωμὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τῶν φόρων ἐξαγωγῆς τῆς Ἑπτανήσου ἀποκαθισταμένης οὕτω τῆς ἰσότητος. Πρὶν ἢ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν συνόλῳ ἀποτελέσματα τῶν προσθηκῶν τούτων καὶ ἄλλων τινῶν μικροτέρου λόγου, θέλω ὑποβάλει τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς αὐτὴν καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ συναφῆ, τ’ ἀναγράφοντα τὰς προτάσεις ἡμῶν ταύτας. Μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλεται ἡ προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1885, ὑποβάλλεται συνάμα ὁ ὁριστικὸς Ἀπολογισμὸς τοῦ 1884, ὁ ὁριστικὸς Ἀπολογισμὸς τοῦ 1883, ὑποβάλλονται καὶ πληροφορίαι σχετικαὶ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὧν ἄλλαι μὲν ἀπαιτοῦνται ὑπὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἄλλαι δὲ εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν ὀρθὴν κατάληψιν τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβαλλομένων καὶ ἐν γένει πρὸς τὴν συζήτησιν τῶν τοῦ στρατοῦ. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἶναι τὰ ἑξῆς.......
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς εἴπετε ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἔσοδα καὶ ποῖα τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην, ὑποβάλλω τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ἔκαμα λόγον. Ὑποβάλλω ἤδη τὸν νόμον περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ τὸ συνημμένον εἰς αὐτὸν Δασμολόγιον. Πάντα ταῦτα εἶναι τετυπωμένα ὡς καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ θέλουσι διανεμηθῇ ἀπόψε. Ὑποβάλλω τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας προσωρινὴν Ἐμπορικὴν Σύμβασιν, τοὺς νόμους τοὺς ἀφορῶντας εἰς τὰ δάνεια τῶν 6,000,000, τῶν 25,000,000 καὶ τῶν 4,000,000 δραχμῶν, τὸ νομοσχέδιον τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν δραχ. 2 καὶ 1. Συνάμα μετὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑποβάλλω καὶ ἄλλο νομοσχέδιον μετὰ τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, κυροῦν τὴν σύμβασιν περὶ πωλήσεως τῶν πλοίων «Μυκάλης» καὶ «Σφακτηρίας» εἰς τὴν Ἑλλην. ἀτμοπλοΐαν καὶ ὁρίζον τὰ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ τιμήματος· ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνάμα μετὰ τῶν περὶ δανείου, διότι προώρισται τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως ταύτης, ὅπως καὶ ἄλλαι πρόσοδοι ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς καταρτισμὸν Ταμείου πρὸς ἀπόκτησιν στόλου. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1887, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ σιγαροχάρτου, νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου ᾼΤΝʹ περὶ ἐπιβολῆς ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΣΤʹ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἶπον, ὅτι δὲν θέλομεν ζητήσει τροποποίησιν, καί τοι ὁ νόμος ἐκεῖνος περιέχει διάταξιν περὶ προοδευτικῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἀποκρούομεν. Ἐπιφυλαττόμεθα τὴν τροποποίησιν ταύτην νὰ προτείνωμεν ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ἤδη ὅμως φέρομεν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς ἄλλο τι. Ὅπως ἔχωσι τὰ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἄρχεται κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπολείπεται πρὸς εἴσπραξιν, καὶ ἐὰν ἐγκαίρως γένηται ἡ βεβαίωσις, εἰμὴ διάστημα χρόνου ὀλίγων μηνῶν. Ἵνα δύνηται νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι φόροι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πρὸς τὴν εἴσπραξιν μετὰ τὴν βεβαίωσιν τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τοὺς ἄλλους φόρους. Εἰς τὴν τοιαύτην μεταῤῥύθμισιν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, ὅπως τεθῶσι πάλιν ἐν ἰσχύει αἱ καταργηθεῖσαι διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, καὶ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐπαρχιακῶν ὑποταμείων καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ ταμιῶν νόμων. Εἰσάγεται νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Αἱ ἀτμοτελωνίδες θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· περὶ τούτου ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου φάρων, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ χρέους τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων ἐκ κρατήσεων λόγῳ συντάξεων. Ἤδη θὰ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀθροίσματα τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων τῶν ἐξόδων καὶ αὐξήσεων τῶν προσόδων. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐπανορθούμεναι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αἱ πρόσοδοι αἱ βεβαιούμεναι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 76,580,000 δραχμῶν, αἱ δὲ δαπάναι ἐπίσης ἐπανορθούμεναι θέλουσι φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 98,851,000 δραχμῶν· ἔλλειμμα ἄρα 22,270,000 δραχμῶν. Αἱ ἐλαττώσεις δαπανῶν, τὰς ὁποίας προτείνομεν, ἀνέρχονται εἰς 2,461,000 δραχμῶν, λόγῳ τῆς τροπῆς τῶν δανείων, εἰς 4,633,000 δραχμῶν, λόγῳ ἐλαττώσεων ἐν τῇ στρατιωτικῇ καὶ τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ λόγῳ ἄλλων ἐλαττώσεων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων 1,178,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ πρὸς τὰς ἐλαττώσεις ταύτας ἀνταποκρίνονται καὶ αὐξήσεις τινές. Αἱ ἐλλαττώσεις αὗται, ὡς εἶπον, περιέχουσι τὴν κατάργησιν τοῦ ταμείου τῶν φάρων ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀναγράφεται ὅμως ἀλλαχοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 300,000 δραχμῶν εἰς ἀπόδοσιν πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων. Ἐπίσης ἀναγράφονται, ἐν ταῖς δαπάναις διὰ τὸ ταχυδρομεῖον καὶ τὸ τηλεγραφεῖον, ἐλαττώσεις ἐκ τῆς συγχωνεύσεως· ἀναγράφονται προσέτι ἐλαττώσεις λόγῳ καταργήσεως τῶν ἐπαρχείων, ἀλλὰ καὶ αὐξήσεις περιέχονται ἀντίστοιχοι ἄλλαι· αἱ αὐξήσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν 1,586,000 δραχμῶν, ὅπερ, ἀφαιρούμενον ἐκ τῶν 8,273,000, ἀφίνει 6,686,000 ὡς ὁριστικὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, ἀνερχομένων, ὡς προεῖπον, εἰς 98,891,000 δραχμῶν. Προϋπελογίσαμεν ἄρα, ἀντὶ 98,891,000, ἔξοδα 92,164,000 δραχμῶν. Εἰς τὰ ἔσοδα αἱ προσθῆκαι, περὶ ὧν διεπραγματεύθημεν, ἀνέρχονται τὰ 20% ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων εἰς 3,688,000 δραχμῶν, εἰς 12,555,000 δραχμῶν τὰ ἐξ ἀναθεωρήσεως φορολογικῶν νόμων, ἐκ δὲ τῆς εἰς μεταλλικὸν πληρωμῆς τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰς 4,170,000· τὸ ὅλον 20,395,000 δραχμῶν. Προστιθέμενα ταῦτα εἰς τὰς ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων φέρουσι 27,081,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένου δ’ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 27,081,000 δραχμῶν, τοῦ ἐλλείμματος τῶν 22,270,000, μένει περίσσευμα 4,008,000 δραχμῶν. Πρὶν ἢ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ περισσεύματος τούτου πρέπει νὰ λεπτολογήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν τὸ περίσσευμα εἶνε ἀσφαλές. Δεύτερον ζήτημα εἶνε, ἂν ὑπάρχῃ θέλησις τῆς ψηφίσεως τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται. Τὸ κύριον κατ’ ἐμὲ εἶνε ἡ ἐξέτασις, ἂν τῷ ὄντι φθάνωμεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα· τούτου ὄντος, δυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν διαμαρτυρίας, ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἰδεῖ ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐναντίαν, διότι αἱ διαμαρτυρίαι οὐδόλως ταράττουσι τὸ ἔθνος, ἡ δὲ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἡ ἐναντία θὰ ἦτο ὁ ὄλεθρος τοῦ ἔθνους. Πάντα ταῦτα θὰ ἔχωσιν οὕτως, ἐὰν ἦνε ἀσφαλῆ τὰ ἀποτελέσματα. Πῶς δὲ προήλθομεν εἰς αὐτά; Τὰ ἀποτελέσματα προέκυψαν ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1886 πασῶν τῶν ἐκτιμήσεων, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ὑπερβολικαί, ἐκ τῆς συμπληρώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1886 τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Εἴδετε, ὅτι αἱ ἐκτιμήσεις τῶν ἐσόδων ἀπεδείχθησαν ὑπερβολικαὶ κατὰ 13,920,000 δραχμῶν, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἐκτιμήσεις κατώτεραι τοῦ πρέποντος κατὰ 2,176,000 καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ διαφορὰ τῶν ἐκτιμήσεων ἦτο ἐπὶ πλέον 11,748,000. Ταῦτα ἀφηρέθησαν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887· ἐν τῷ ἔτει ἄρα τούτῳ, καθ’ ὃ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς θέλουσι πραγματοποιηθῆ τὰ τῶν εἰσπράξεων προαγγέλλονται εὐνούστεροι τῶν τοῦ ἔτους 1886, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν θέλει πραγματοποιηθῆ. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶνε πραγματοποιημένον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν ταῖς ἀναλογίαις ταῖς σχετικαῖς τοῦ τρέχοντος ἔτους· ἄρα διατί δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ 1887; Βεβαίως θέλει πραγματοποιηθῆ καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ μάλιστα ὁ ὑπολογισμὸς ὡς κάτω τοῦ πιθανοῦ. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀνεγράψαμεν, δὲν εἶνε ἐπιδεκτικαὶ ἀμφισβητήσεως, οὐδὲ ἀφορῶσιν εἰς δαπάνες, αἵτινες δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι πέραν τῶν πιστώσεων. Μένει τὸ ζήτημα τῶν προσθέτων φόρων. Νέοι φόροι δὲν προτείνονται. Οἱ φόροι τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι νέοι, εἶνε ἐπάνοδος εἰς τὸ κατηργηθὲν σύστημα συμπληρούμενον. Ἐν οὐδεμιᾷ τῶν προτάσεων πρόκειται περὶ ἀγνώστου. Πρόκειται περὶ νόμων, οἵτινες ἐλειτούργησαν καὶ λειτουργοῦσι. Ἂν οἱ ἄμεσοι φόροι ἀπήνεγκον ποσὸν ὡρισμένον μέχρι τοῦδε, δὲν θέλουσιν ἀποφέρει ὀλιγώτερον, διότι ἐπιβάλλονται δύο δεκατημόρια ἐπὶ πλέον· ἂν οἱ ἄλλοι φόροι, περὶ ὧν ἐπραγματεύθην, ἀπήνεγκον μέχρι τοῦδε τὰ ποσὰ τὰ ἀναγεγραμμένα, αἱ προσθῆκαι αἱ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀναλογίᾳ ἐκτιμήσεως προσόδου ἐκ τῶν προσθηκῶν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἀσφαλεῖς, διότι δὲν εἶνε τοιαῦται αἱ προσθῆκαι, ὥστε νὰ μεταβάλωσι τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς ἢ τῆς καταναλώσεως. Τὰ ποσὰ ἄρα τὰ ἀναγεγραμμένα εἶνε θετικά. Ἀλλ’ ἐγένετο πολλάκις ἡ παρατήρησις, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ οἱ ἑλληνικοὶ εἶνε προϋπολογισμοί, βεβαιουμένων καὶ οὐχὶ εἰσπραττομένων, ἡ δὲ ἀπόστασις ἐν Ἑλλάδι μεταξὺ εἰσπραττομένων καὶ βεβαιουμένων εἶναι μεγάλη, ἐνῷ τὸ ζητούμενον σήμερον εἶνε οὐχὶ νὰ βεβαιώσωμεν πολλά, ἀλλὰ νὰ εἰσπράξωμεν τὰ ἀπαιτούμενα, διότι ὅσα καὶ ἂν βεβαιώσωμεν, ἂν αἱ εἰσπράξεις ὑπολείπονται τῶν ἀπαιτουμένων, οὐδὲν κατωρθώσαμεν. Προέβην εἰς μελέτην ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος ἵνα ἴδω ἀκριβῶς ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου φόρου ποία ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος εἶναι ἡ πιθανὴ διαφορὰ μεταξὺ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως ἐπὶ τῶν τοῦ προτεινομένου προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου καταφαίνεται ὅτι οἱ φόροι δὲν ἀφίνουσιν ἐλλείμματα εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις ὁμοιόμορφα, ἄλλοι ἀφίνουσι πολλά, ἄλλοι ὀλίγα· οὕτως οἱ ἔγγειοι φόροι ἀφίνουσιν ἔλλειμμα ἐν συνόλῳ 2.67%, οἱ φόροι τῶν βοσκῶν 31.2%, αἱ πρόσοδοι ἐξ ἀποληψίμων δικαστικῶν ἐξόδων 51.41%. Μίαν ἑκάστην τῶν ἀναλογιῶν τούτων ἐφήρμοσα ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ· ἐφήρμοσα τὸ 2.67% ἐπὶ τῶν 8,634,000 καὶ εὗρον πιθανὸν καθυστέρημα 230,541, ἐφήρμοσα τὴν ἀναλογίαν τῆς καθυστερήσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν, ἤτοι τὸ 31.2%, ἐπὶ τῶν 3,600,000 καὶ εὗρον πιθανὸν καθυστέρημα 263,880 καὶ οὕτω καθεξῆς ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου φόρου. Τὸ δὲ γενικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ ἐν τῷ συνόλῳ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ τῶν προϋπολογιζομένων τῷ 1887 εἶναι 7.95%, τῷ 1884 ἦτο 8.25%, τῷ 1883 9.49%. Ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι οἱ αὐξανόμενοι φόροι κατὰ τὸ 1887 εἶναι κατὰ πολὺ ἐξ ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἡ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως εἶναι μικροτέρα. Αὕτη ἡ ἀναλογία τῶν 7,95% ἐφαρμοζομένη ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων τοῦ 1887, ἀνερχομένων εἰς 96,975,390, περιορίζει τὰ εἰσπραχθησόμενα εἰς 89,915.990.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἢ τῶν βεβαιωθέντων εἶναι ἡ ἀναλογία;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων τοῦ 1884 ἐστηρίχθη ἡ ἀναλογία τῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο εἰσπραχθέντων, ἑπομένως ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίζωμεν, ἄν ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτὰ φαινόμενα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, εἶναι ὅτι ἔσοδα θέλουσιν εἰσπραχθῆ μέχρις 89,915,000. Τὴν αὐτὴν ἐργασίαν ἐξετέλεσα καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων· ἐζήτησα κατὰ πόσαν αἱ διατιθέμεναι πιστώσεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν ὑπολείπονται τῶν ἀναγραφομένων καὶ εὗρον, ὅτι τῷ 1884 ὑπολείπονται κατὰ 6.68%, τῷ 1883 κατὰ 7.75, τῷ 1882 κατά 9.14, τῷ 1878 κατὰ 8.37, τῷ 1877 κατὰ 8.37, τῷ 1870 κατὰ 5.74, τῷ 1869 κατὰ 7.15, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 7.60% εἶναι καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ, ἤτοι σχεδὸν ἡ αὐτὴ ἀναλογία. Ἔχομεν ἄρα εἰσπραχθησόμενα 89,915,000 καὶ δαπανηθησόμενα 85,160,000, ἑπομένως περίσσευμα 4,755,000. Ὡς εἶπον, τὸ περίσσευμα τοῦτο θέλει εἰσπραχθῆ, ἐὰν αἱ βεβαιώσεις πραγματοποιηθῶσιν οὐχὶ κατωτέρω τοῦ μέσου ὅρου, ἀλλὰ καὶ τούτου μετρίως ἐκτιμωμένου. Δὲν εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ ἔχωμεν βεβαιώσεις καὶ κατωτέρω τοῦ μέσου ὅρου, ἀλλ’ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα εἶναι ἱκανή, ἵνα καλύψῃ πᾶσαν τοιαύτην καθυστέρησιν. Εἶναι ἀνάγκη, ἵνα ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν ἐν ἀσφαλεῖ ἰσοζυγίῳ, ν’ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις κατωτέρας τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων καὶ διότι ὑπάρχει καί τις πίστωσις ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀορίστως ἀναγραφομένη καὶ μὴ ἐπαναλαμβανομένη ἐν τοῖς πίναξι, ἡ πίστωσις τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ὁ νόμος τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτρέπει τὴν δαπάνην ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χάριν ἀναπληρώσεως πιστώσεων εἰδικῶς κατονομαζομένων. Περὶ πάντων τούτων ἔπρεπε νὰ προνοῇ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν τοῖς πίναξι. Τοιαύτη πίστωσις δὲν συμπεριλαμβάνεται ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐξόδων, ὅπερ σᾶς ἀνεκοίνωσα. Ἄλλα Κράτη ἀναγράφουσιν ἐν κεφαλαίῳ ἰδίῳ πίστωσιν ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀναλογίᾳ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, εἰς ἣν καταλογίζονται τὰ δυνάμει Β. Διαταγμάτων ἢ νόμων διατιθέμενα λόγῳ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Παρ’ ἡμῖν τοῦτο δὲν γίνεται, ἀλλ’ εἶνε τὸ αὐτὸ, ὅταν ὑπάρχῃ ἐπαρκὲς περίσσευμα, διότι τὸ περίσσευμα τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐνδεχομένην δαπάνην. Ἡ διαφορὰ ὅμως τῶν ἐσόδων ὑπὲρ τὰ ἔξοδα εἶναι ἀναγκαία παρ’ ἡμῖν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα θεωρῆται ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς ἀσφαλὴς, διότι ἐν οὐδενὶ Κράτει τὸ ἀπρόοπτον ἐμφιλοχωρεῖ ὅσον παρ’ ἡμῖν, προκαλούμενον καὶ ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ τῆς μικρότητος τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα ἄρα νὰ θεωρήσωμεν ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον, ἂν δὲν ὑπάρχῃ περίσσευμα πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἀπροόπτως δύνανται ν’ ἀναφανῶσιν, εἴτε ἐκ κακοῦ ὑπολογισμοῦ, εἴτε ἐκ τῶν ἐλλείψεως τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶνε δὲ δυνατὸν οἱ Προϋπολογισμοὶ οἱ ἡμέτεροι νὰ ἔχωσι τὴν ἀκρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀλλαχοῦ, διότι δὲν ἔχομεν τὴν μηχανὴν, διὰ τῆς ὁποίας κατασκευάζονται ἀλλαχοῦ τέλειοι Προϋπολογισμοί. Περίσσευμα, ὁποῖον εἶνε τὸ τοῦ προτεινομένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἀσφαλίζει κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου, καλύπτει τὰ ποσὰ τῶν ἐνδεχομένων ἢ μᾶλλον τῶν ἀναποφεύκτων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, καὶ ἀπαντᾷ εἰς πᾶσαν ἀνάγκην τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ μὴ προβλεφθεῖσαν. Μόνον ἔχοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, οὕτω κατηρτισμένον, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἵνα ἀποκτήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐδέησε νὰ προβῶμεν εἰς ἀναδιοργάνωσιν πολλῶν τμημάτων τῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ καλὸν αὐτῆς. Καὶ ἡ ἀναδιοργάνωσις ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ἐν τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις ἐπάγονται οἰκονομίας· ἀλλ’ αἱ φορολογικαὶ προσθῆκαι, εἰς τὰς ὁποίας ἠναγκάσθημεν νὰ προσφύγωμεν, εἶνε κακὸν, δι’ οὗ ἀποκρούομεν ἕτερον κακὸν, τὸ τῆς χρεωκοπίας καὶ τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ Κράτους. Φορολογία οὐδέποτε δύναται νὰ θεωρηθῇ λυσιτελής· ἐξ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένη δύναται ἐνίοτε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τινὰ συμφέροντα, καὶ ν’ ἀναπτύξῃ τινὰ βιομηχανίαν, ἢ νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ κλάδου τινὸς τῆς γεωργίας, ἢ τῆς κτηνοτροφίας, ἀλλὰ τὸ κακὸν τὸ ἐκ τοιαύτης φορολογίας εἶναι πάντοτε ὑπέρτερον τοῦ καλοῦ. Οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ θεωρηθῇ καλὸς, πάντες εἶναι κακοὶ, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον κακοὶ, ἐφ’ ὅσον ἡ φορολογία, εἰς ἣν ἐπιπροστίθενται, ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὴς πρὸς τὰς συνήθης ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ἐθνῶν, ἀλλὰ τοῦτο οὐχὶ τόσον, διότι ἡμεῖς φορολογούμεθα ἐλαφρῶς, ὅσῳ διότι ἄλλα ἔθνη φορολογοῦνται βαρέως. Φορολογεῖται ἐλαφρῶς ἴσως ἡ παραγωγὴ παρ’ ἡμῖν καὶ πρέπει νὰ φορολογῆται ἡ παραγωγὴ ἐλαφρῶς· διότι, ἐὰν ἡ παραγωγὴ, ἡ εἰσέτι ἐν τοῖς σπαργάνοις, ἐφορολογεῖτο βαρέως, πόθεν ἠθέλομεν ἐλπίσει τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζωτικῶν στοιχείων τῆς Χώρας; Ἀλλ’ ἵνα φορολογῆται ἐλαφρῶς ἡ παραγωγὴ, ἀναγκαζόμεθα νὰ φορολογῶμεν βαρέως τὴν κατανάλωσιν. Ἐν συνόλῳ ὅμως ἡ φορολογία παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι πολὺ κατωτέρα τοῦ μέσου ὅρου τῶν φορολογιῶν ἄλλων Κρατῶν, καὶ ἂν ὅμως ἦτο πολὺ κατωτέρα, ὅπως νῦν ἔχει μετὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας φέρομεν, ψηφιζομένας, θὰ καθίστατο βαρεῖα, ἐν σχέσει πρὸς τὴν περιουσίαν τῶν ἀτόμων καὶ μάλιστα διὰ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀναγεννᾶται καὶ χρῄζει πολλῶν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν στοιχείων τῆς προόδου. Οἱ φόροι ὅμως οὗτοι δὲν προτείνονται ὡς φόροι διηνεκεῖς· οἱ φόροι οὗτοι ἐὰν ἔχωμεν εἰρήνην ἐπί τινα χρόνον, βεβαίως θέλουσιν ἐντὸς ὀλίγου ἐλαττωθῆ, βεβαίως θέλουσιν ἐκλείψει, θέλουσι δὲ ἀφεύκτως προλειάνει καὶ τὴν ὁδὸν εἰς φορολογικὰς μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ τὴν τέως φορολογίαν θὰ καταστήσωσιν ἐλαφροτέραν εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ πρὸς ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰρήνην καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν εἰρήνην, ἡ φορολογία αὕτη θέλει διαρκέσει. Θέλει διαρκέσει, διότι μόνον δι’ αὐτῆς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς νέας καταστάσεως· ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐνδεχομένας ταύτας ἀνάγκας, πεποίθαμεν ἀκραδάντως ὅτι οἱ φόροι οὗτοι θέλουσι ψηφισθῆ. Ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει κατάστασιν εἰρήνης διαρκῆ, πάλιν ἠθέλομεν προτείνει τὴν φορολογίαν ταύτην, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, ἄνευ τοιαύτης φορολογικῆς διαῤῥυθμίσεως· θὰ ἠδυνάμεθα ὅμως ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου δράσεως τῆς Χώρας, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἐννοήσωμεν τοὺς φέροντας ἀντιῤῥήσεις καὶ ἀξιοῦντας ὅπως οὐχὶ ἐν ταῖς δαπάναις τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων, αἵτινες δὲν εἶναι δεκτικαὶ ἐλαττώσεως, ἀλλ’ ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γένωνταί τινες περικοπαὶ ἐπιτρέπουσαι ἐλάσσονας τὰς φορολογικὰς προσθήκας. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι ἀσφαλὴς, καὶ τίς δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι, τῆς εἰρήνης σαλευομένης, ἡ Ἑλλὰς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, ἐὰν δὲν ἔχῃ Προϋπολογισμὸν, οἷος ὁ προτεινόμενος, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τὸ σθένος νὰ παραστήσῃ τὴν Χώραν διὰ τῆς περὶ τῶν οἰκονομικῶν ψήφου αὐτῆς ἐπαρκῆ πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ πρὸς τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἔθνους; Ὅτε ὁ λαὸς ἔσπευδεν ἀθρόος ὑπὸ τὰς σημαίας, ἵνα ἐπιτελέσῃ διὰ βαρυτάτων θυσιῶν ἐθνικὸν καθῆκον, οἱ σήμερον μυκτηρίζοντες τὴν ἐπίκλησιν τοῦ αἰσθήματος τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων ἐχειροκρότουν. Ἐλπίζω, ὅτι ὑπὸ ἁγνοῦ αἰσθήματος ἐλαυνόμενοι ἐζήτουν τότε τὸν πόλεμον, ἀλλὰ τὴν ἐπικράτησιν ἐν τῷ πολέμῳ παρασκευάζει ἡ εἰρήνη. Οὐχὶ ἐν μόνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς δράσεως, ἀλλὰ παρασκευάζοντες τὴν δρᾶσιν πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα ἐπιμόνως καὶ ἀνδρικῶς. Πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἕλληνος ἐν τῇ ψυχραιμίᾳ τῆς εἰρήνης. Ἐὰν ἀναμένωμεν τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἵνα ἐπιληφθῶμεν τότε τοῦ ἔργου, θὰ παραστήσωμεν τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐσχάτως παρεστήσαμεν, θὰ δείξωμεν ὅτι ἔχομεν τὴν φιλοπατρίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάλογον πρὸς τὴν φιλοπατρίαν τὸ φρόνημα καὶ τὴν κρίσιν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἴσοι πρὸς τὰς περιστάσεις, ὅτι δὲν βαδίζομεν ἐπὶ τῆς παραλλήλου τῶν σημερινῶν καιρῶν. Ἐν εἰρήνῃ πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν. Μόνα τὰ ἔθνη τὰ ἐν εἰρήνῃ ποιούμενα τὰς θυσίας εἶναι ἄξια νὰ παραστῶσιν ἐν τελεσφόρῳ ἐπιστρατεύσει καὶ ἐν πολέμῳ. Παρέστητε κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἰς τὰ γενόμενα ἐν Γαλλίᾳ, εἰς τὰ γενόμενα ἐν Ἰταλίᾳ. Μελετήσατε τὴν φορολογίαν τῆς Γαλλίας μετὰ τὰ παθήματά της, μελετήσατε τὴν φορολογίαν τῆς Ἰταλίας μετὰ τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς. Ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς Γαλλίας, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῆς Ἰταλίας διδασκόμεθα πῶς ἐργάζονται τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα ἀποστολήν. Ἐκεῖνα μετὰ τοὺς ἀγῶνάς των δὲν ἐχαλάρωσαν τὰς ἐνεργείας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ, ἀλλ’ ἐν τῇ εἰρήνῃ ἐπεδόθησαν εἰς ἐπίμονον παρασκευὴν πρὸς νέους ἀγῶνας. Θὰ διστάσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ παρασκευασθῇ ἐν εἰρήνῃ πρὸς νέους ἀγῶνας, θὰ θελήσητε διὰ τῆς ψήφου σας νὰ εἴπητε ὅτι κατώτερος τῶν Ἰταλῶν, κατώτερος τῶν Γάλλων εἶναι ὁ Ἕλλην!
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 6½ μ. μ.