1886.06.07
1.858 στίχοι · 14.456 λέξεις · 114 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 7 Ἰουνίου 1886.
Σάββατον
Ὥρα 5′ μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν Διάταγμα, σήμερον ἐκδοθὲν, περὶ παύσεως τῆς ἐπιστρατείας τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλη τηλεγράφημα ἐκ Τρικκάλων συγχαῖρον τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐκλογικῶν νομοσχεδίων. Ὅλοι οἱ κάτοικοι Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, διότι οἰκόπεδα τοῦ Δημοσίου ἀγορασθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1884 δὲν ἐῤῥυμοτομήθησαν.
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ διακόψωμεν τὰς συνεδριάσεις, νὰ λάβωμεν μίαν ἀπόφασιν πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀκουστικῆς τῆς Αἰθούσης, περὶ τῆς ὁποίας καθ’ ἑκάστην παραπονούμεθα. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐντελὴς βελτίωσις δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολος ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀρχιτεκτονικὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κατεσκευάσθη, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διαῤῥυθμίσωμεν οὕτω πως, ὥστε νὰ βελτιώσωμεν κατά τι, καὶ τοῦτο φρονῶ, ὅτι κατορθοῦται, ἐὰν ὑψώσωμεν τὰ ἐδώλια τοῦ Προεδρείου, τὸ βῆμα καὶ τὸ γραφεῖον τῶν στενογράφων κατὰ δύο μέτρα, ὥστε νὰ ἀκουώμεθα τοὐλάχιστον καλῶς ἀπὸ τοὺς στενογράφους, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν προσαρτήσει ὄπισθεν τοῦ βήματος ἕνα μικρὸν ἐξώστην, ὥστε νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸν ὁμιλοῦντα πλησίον καὶ ἀντικρύ των. Εἶναι ἀνάγκη προσέτι νὰ μεταφερθῇ καὶ τὸ Προεδρεῖον ὀλίγον ὄπισθεν, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δύναται προσωπικῶς νὰ ἐπιβλέπῃ ὅλους τοὺς ὄπισθεν ἱσταμένους, εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀπαγορεύῃ εὐχερέστερον νὰ θορυβῶσι. Δι’ ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν γνώμην ἑνὸς ἀρχιτέκτονος, διὰ τοῦτο ἐγὼ μόνον νύξιν ἠθέλησα νὰ δώσω διὰ τῆς προτάσεώς μου.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν χρησιμότητα τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, βεβαίως ὅμως πρέπει νὰ γίνῃ μελέτη ὑπὸ εἰδημόνων, καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀπαιτεῖται καὶ πίστωσις δαπάνης.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς δώσωμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον πίστωσιν δραχμῶν 5,000.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις.
§7Ι. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοιούτων δαπανῶν.
§8Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἑτέρα, δὲν θὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῆς.
§9ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις τῶν 5,000 δραχμῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακάκη περὶ διορθώσεως τῆς Αἰθούσης καὶ τῆς πρὸς τοῦτο πιστώσεως τῶν 5,000 δραχμῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§11ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Καταθέτω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· (ἀναγινώσκει). «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δικαστικῆς Ἀρχῆς ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς Ἐπαρχίας Βάλτου. Ἰδίως νὰ καταθέσῃ τὸ ἐπὶ τούτῳ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ἐκθέσεις τῶν διοικητικῶν, στρατιωτικῶν καὶ δικαστικῶν Ἀρχῶν, καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ προκαλέσαντα τὴν ἐπὶ τόπῳ μετάβασιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. «Νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα φυλακίσεως κατά τινων δημάρχων τῆς Ἐπαρχίας Βάλτου, ἂν ταῦτα ἐξετελέσθησαν καὶ ἐν γένει καταστήσῃ γνωστὰ ἡμῖν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Βάλτου. «Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖται νὰ καταστήσῃ γνωστὸν τῇ Βουλῇ, εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ διαταχθεῖσα πρὸ τριῶν σχεδὸν ἐτῶν ποινικὴ καταδίωξις ἐπὶ τῇ φθορᾷ τοῦ παρὰ τὴν λίμνην Ἀγγελοκάστρου, ἐν Πλατάνῳ, ἐθνικοῦ δάσους καὶ ποῖοι οἱ λόγοι τῆς βραδείας περαιώσεως τῆς ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης ἀνακρίσεως».
§12Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδεὶς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τῶν ὑποστηριξάντων τὰ ἐκλογικὰ νομοσχέδια, οὐδεὶς τῶν ῥητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως ἢ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντέκρουσε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι ἐπείγουσα ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι ῥιζικὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Τὴν σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἀποδίδω οὐχὶ εἰς διαφωνίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν σύμφωνον πάντων πεποίθησιν, ὅτι πρέπει πράγματι νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα. Θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ὅστις ὁμολογουμένως ἔχει πολλὴν φιλοτιμίαν, ὅπως ἀπέδειξε καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ὅπου ἠθέλησε νὰ φέρῃ μεταῤῥυθμίσεις τινάς, μελετᾷ τοιαύτας καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο ἀπέφυγεν ἤδη τὴν συζήτησιν ὥστε δὲν κάμνω μακρὸν λόγον περὶ αὐτοῦ, καθόσον μάλιστα ἡ ἰδική μου γνώμη εὑρίσκεται ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, περιεχομένη ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ὑπέβαλα, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὕρῃ καλόν τι, ἂς τὸ σταχυολογήσῃ ἐκεῖθεν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα σήμερον, εἶνε ἡ ἀδιαφορία, ἡ ὁποία δεικνύεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Ὁ ἀστικὸς νόμος εἶνε τὸ δεῖγμα ἐκεῖνο, ἐκ τοῦ ὁποίου κρίνεται ἡ πρόοδος τῆς νομοθεσίας ἑνὸς Κράτους· παρ’ ἡμῖν διὰ χρημάτων καὶ κόπων οὐ σμικρῶν ἐσχεδιάσθη τοιοῦτος, ἐπιδιωρθώθη ἐπανειλημμένως καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ 1874 πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν γνωστῶν συμβάντων δὲν ἐπεψηφίσθη. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἐκτὸς ἄλλων καὶ ὁ τέως βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Στεφανίδης ἐπέμεινεν ἰδίως εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ πῶς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν ῥητόρων ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, δὲν ἦτο σπουδαία· εἶπεν, ὅτι ἐπρόκειτο μετὰ ἑπτὰ ἔτη νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν Γερμανίαν, νομίζω, νέος ἀστικὸς νόμος καὶ ἐνόμιζε καλὸν νὰ περιμείνωμεν μήπως ἐπέλθωσι βελτιώσεις ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτω σκεφθῶμεν, οὐδέποτε πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, διότι ἡ ἐπιστήμη δὲν μένει στάσιμος. Αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, εἶνε κατ’ ἐμὲ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἄρθρων, διότι βεβαίως εἶνε δύσκολον νὰ ψηφισθῶσι 2,025 ἄρθρα εἰς πᾶσαν ἐποχὴν· ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει φόβος μήπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναπτυχθῶσι τόσῳ μακραὶ συζητήσεις ὥστε νὰ ματαιωθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τούτου, ὅπως ἀποφύγωμεν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο πρόσκομμα· πρὸς τοῦτο δὲ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀποστείλῃ τὸ σχέδιον εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ νομομαθῶν, ἡ ὁποία νὰ συναρμολογήσῃ τοὺς μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου ψηφισθέντας νόμους καὶ ἐπιφέρῃ βελτιώσεις τινὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων ψηφισθέντων ἀστικῶν νόμων εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀκολούθως δὲ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποσταλῇ καὶ εἰς ἑτέραν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ βουλευτῶν συγκειμένην ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ πάλιν ὑπάρχῃ φόβος ματαιώσεως, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ κατὰ τμήματα καὶ οὕτω, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον, νὰ ἀποκτήσωμεν τοὐλάχιστον μέρος, βαθμηδὸν δὲ τὸ ὅλον. Ἡ δὲ κατὰ τμήματα ψήφισις οὐδένα ἔχει κίνδυνον, διότι ὑπάρχουσι τμήματα, ὡς π. χ. τὸ τῆς πατρικῆς ἐξουσίας, ἅτινα δὲν ἀπαιτοῦσι νὰ συμφηφισθῇ τὸ ὅλον· ἄλλως, αὐτὸ εἶνε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε καθόλου κομματικόν, καὶ δὲν ἔχω τὴν παραμικρὰν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης κομματικῆς διαπάλης, εἶνε τοῦτο.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὅμως ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῆς Βουλῆς οἱ δικηγόροι (ἱλαρότης).
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολὺ ὀρθῶς φοβεῖται τὸ φιλόνεικον καὶ τὴν πολυλογίαν τῶν δικηγόρων· ἀλλ’ ὁ κ. Ξενουδάκης εἶναι λίαν ἀκατάλληλος νὰ ἐκφράσῃ ὁμοίαν γνώμην, ὡς πρὸ μικροῦ ἔπραξε, διότι δὲν διακρίνεται ὡς μιμητὴς τοῦ Θουκιδίδου ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐλπίζω ἐν τούτοις, ὅτι αἱ περὶ ψηφίσεως τοῦ ἀστικοῦ νόμου παρατηρήσεις μου ληφθήσονται ὑπ’ ὄψει, διότι σκοποῦσι τὴν πλήρωσιν σπουδαίας ἀνάγκης.
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου βουλευτοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τέλος πάντων τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, ὑπάρχει ὅμως ἡ δυσκολία, ἡ ὁποία ὑφίσταται ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ κατ’ ἄρθρον. Ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ περὶ τούτου καὶ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών της.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν περὶ ἀνακρίσεως ἐπὶ ἐγκλήματος σπουδαίου, ἀλλ’ ἀπάντησιν εἰσέτι δὲν ἔλαβον.
§17ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ σιωπὴ ὠφελεῖ, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἐμὲ ἔβλαψε. Δὲν ἠθέλησα ποτὲ, κύριοι, ν’ ἀναφέρω οὔτε νὰ ὁμιλήσω διὰ τετριμμένων ἰδεῶν περὶ ἀντιπροσωπείας εἴτε συνοικισμοῦ, εἴτε τῆς Κρήτης, διότι ἀπὸ τριῶν χρόνων ἡ πάλη αὕτη κατήντησε περιττή· ἤδη ὅμως ἐνῷ ἤμην ἥσυχος, καὶ ἀπὸ τὴν Σῦρον καὶ ἀπὸ τὴν Κρήτην καὶ ἀπὸ τοὺς ἐδῶ Κρῆτας, μοὶ ἐζητήθη λόγος διατὶ ἐπιώπησα καὶ δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τοῦ Ἀδάμαντος, ἦλθον δὲ καὶ δύο–τρεῖς ὡς ἐπιτροπὴ διὰ νὰ μοὶ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἔπρεπεν, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ σιωπήσω. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν ὄχι νὰ φέρω συζήτησιν, ἀλλ’ ἁπλῶς μίαν ἐρώτησιν νὰ κάμω, μίαν διασάφησιν νὰ ζητήσω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ μὲ δύο λέξεις διὰ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέσιν, διότι δὲν εἶδόν που τὸν δῆμον αὐτὸν τοῦ Ἀδάμαντος ὡς λαμβάνοντα δικαίωμά τι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον οὐδὲν μεταβάλλει ἐκ τῶν τοῦ κειμένου νόμου ὡς πρὸς τά τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ τὰ τῶν συνοικισμῶν ἐν γένει. Ἐὰν ὁ Δῆμος Ἀδάμαντος πληροῖ τοὺς ὅρους τοὺς ἀπαιτουμένους κατὰ τὸν γενικὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον, ὅπως ἀποστέλλῃ βουλευτήν, θ’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰσὶ τεταγμένοι, ἵνα περὶ τούτου ἀποφανθῶσι, δὲν ἀπόκειται δὲ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου. Τὸ νομοσχέδιον κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον θὰ γείνῃ ὁ ἀναλογισμὸς καὶ ποῖος ἐπὶ τῶν ἀμφισβητουμένων ἀποφασίζει προκαταρκτικῶς ἡ Βουλὴ πάλιν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ἐξελεγκτικόν, ὥστε οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ εἴπω, εἰμὴ ὅτι τὸ κείμενον τοῦ γενικοῦ νόμου ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον ὡς πρὸς τὰ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος. Ἐὰν ὁ δῆμος Ἀδάμαντος ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν τὸν ἀπαιτούμενον, ἵνα ἀντιπροσωπεύεται ἐν τῇ Βουλῇ, θέλει βεβαίως ἀναγνωρισθῆ τὸ δικαίωμά του τοῦτο· ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸν πληθυσμὸν τὸν ἀπαιτούμενον, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ μείνῃ ὅπως ἦτο πρότερον.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μετεβλήθη ὁ νόμος ὡς πρὸς τοῦτο.
§21ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἀπροσδοκήτως παρουσιασθῇ τι εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθημεν, ἡ πατρίς μου Κρήτη καί τοι ῥίπτεται πάντοτε εἰς κινδύνους, ἐν τούτοις εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν· διὰ τοῦτο ἐξηγήθην τὶ δεῖ ποιεῖν, καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις γνωρίζει, τουτέστιν ἂν εἶχον ἢ δὲν εἶχον ἀλληλογραφίαν ἀπὸ σπουδαίους ὁπλαρχηγοὺς, οἱ ὁποῖοι εἰμποροῦν νὰ ἐπαναστατήσουν ὅλην τὴν Κρήτην ἐν καιρῷ ἀνάγκης ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλως ἄλλοθεν ὠθήσεως. Τούτου ἕνεκεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη, νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ πλάσῃ κόμμα Ἑλληνικὸν εἰς τὴν Κρήτην διὰ τῶν Προξένων ἢ δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου. Ἡ Κρήτη εἶναι Ἑλληνικὴ, ἔχει Ἑλληνικὸν φρόνημα, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην κομμάτων πρὸς ὤθησιν, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ τοῦ χρόνου. Μετεχειρίσθησαν καὶ ἄλλοτε αἱ Κυβερνήσεις πλάγια μέσα, ἀλλὰ τὰ μέσα αὐτὰ διῄρεσαν τὴν Κρήτην. Ἐπειδὴ δὲ οἱ λόγοι μου αὐτοὶ δημοσιεύονται καὶ οἱ Κρῆτες εἶνε πολὺ περίεργοι, ὅταν ἀκούεται τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος των, σᾶς λέγω ὅτι ἔβλαψαν τὴν θέσιν τῆς Κρήτης οἱ πρόξενοι. Ἐκτὸς ἐὰν ἦνε δι’ ὀλίγους Ἕλληνας ἐγγεγραμμένους εἰς δήμους· δὲν ἔχουν ἀνάγκην οἱ Ἕλληνες τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς προξένους, διότι ἠξεύρουν νὰ ὑπερασπίσουν καὶ τοὺς ὑπηκόους καὶ τὸν πρόξενον, ἂν ἤθελε προσβληθῇ.
§22ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ λέγονται ἰδιαιτέρως.
§23ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἀπεδείχθη εἰς τὸν πρόξενον Ζυγομαλᾶν. Ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ ἐξωσθῇ, εἶπον εἰς τὸν Μεσσηνέζην καὶ εἰς τὸν Σωτηρόπουλον, ὅτι δὲν ἀποπέμπεται ὁ Ἕλλην πρόξενος ἀπὸ τὴν Κρήτην. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν εἴτε γίνῃ τι, εἴτε δὲν γίνῃ, νὰ μὴ κάμῃ τίποτε, καὶ ἂς μάθῃ ὅτι ὅλοι θὰ εἴμεθα στρατιῶται καὶ πρῶτος ἐγὼ, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ κίνημά τι.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὅτι μακρὸς ἐγένετο λόγος καὶ ἀγὼν μέγας ἐπὶ πολλὰ ἔτη διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Κρητῶν, τῶν συνοικισμένων ἐν Ἑλλάδι. Ὁ νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργὸς ἔδειξε πεισμονὴν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει αὐτὸν, ἐναντίον τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Κρητῶν. Τέλος πάντων, μετ’ ἀγῶνα πολυχρόνιον, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀνεγνώρισε δικαίωμα, ὅπερ ὑπῆρχε δυνάμει ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, ἰσοδυνάμου πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ εἶναι πλέον τὸ δικαίωμα τοῦτο κεκτημένον καὶ ἀνεγνωρισμένον. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ συνοικισμοῦ, οὐχ ἧττον ὑπὸ τὸν ὅρον ἂν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀφίνωμεν εἰς τρίτους, ξένους πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀποφασίσωσί τι ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Τὸ Ἔθνος ἤδη ἀπεφάνθη καὶ εἶπεν ὅτι ὁ συνοικισμὸς ἐν Ἀδάμαντι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πέμπῃ ἀντιπρόσωπον, διότι ἀπέκτησε πληθυσμὸν ἴσον πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς μικροτέρας Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἤδη νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦ ΑΡΚΑʹ νόμου θὰ δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐναντίον ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός· εἰμπορεῖ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἰδέας του, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι κατακριτέος, ὅταν αἱ ἰδέαι του εἶναι ὀρθαί· ἀτυχῶς ἡ γνώμη του αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία, καὶ λυποῦμαι διότι ἀντιστρατεύεται καὶ πρὸς αἰσθήματα γενικὰ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῶσι καὶ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ περικόψῃ τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν Κρητῶν καὶ τὸν ἀποπέμψῃ τῆς Βουλῆς. Βεβαιωθῆτε δὲ, κύριοι, ὅτι δὲν ὁμιλῶ προσωπικῶς χάριν τοῦ νῦν βουλευτοῦ, ἐγὼ μάλιστα ἄλλοτε ὡμίλησα, ἀποκρούσας τὴν ἐκλογὴν καὶ ὅσον ἀφώρα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ξενουδάκη· ἀλλὰ λέγω, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἅπαξ τὸ δικαίωμα τῶν Κρητῶν πρὸς ἐκλογὴν βουλευτῶν, συνιστῶ θερμῶς νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχον, καὶ νὰ μὴ περικόψωμεν δικαίωμα κεκτημένον καὶ σεβαστὸν καὶ ἀποπέμψωμεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν Κρητῶν.
§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι παρερμηνεύθη ἢ κακῶς ἐνοήθη ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἐγὼ ἀντελήφθην τὴν ἀπάντησιν ὅλως διόλου ἀντίθετα παρ’ ὡς τὴν ἐνόησεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε ῥητῶς ὅτι ὁ νέος νόμος, οὐδόλως μεταβάλλει τὸν προηγούμενον περὶ ἐκλογῆς νόμον, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ Ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, καὶ ἀφοῦ μάλιστα ὁ νέος νόμος οὐδόλως μνημονεύει περὶ συνοικισμοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἐξακολουθῇ ἰσχῦον τὸ ἄρθρον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐφαρμόζεται τὸ δικαίωμα τῶν μεταναστῶν ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων. Τὸ νέον σύστημα τοῦ ἀναλογισμοῦ τῶν Βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, αὐτὸ ἀποβλέπει τὰς περιφερείας τῶν νομῶν, διὰ δὲ τὰς προνομιούχους νήσους ῥητῶς προσδιώρισε τὸν ἀριθμόν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν περὶ ἐκλογῶν ὡς πρὸς δὲ τοὺς συνοικισμοὺς ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι θεωρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ εἶναι ὡς εἶχον, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐνεργηθῇ ἐκλογὴ ἐν τῷ δήμῳ Ἀδάμαντος.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τοῦτο σφάλλουσιν, ὅτι θεωροῦσι τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ὡς πρᾶξιν νομοθετικήν. Ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, ἡ ἀναγνωρίσασα ὡς Βουλευτὴν τὸν ἀξιότιμον κ. Ξενουδάκην, ἔχει πλῆρες τὸ κῦρος ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν, εἰς ἣν ἀφεώρα ἡ ἐξέλεγξις ἐκείνη, οὐδεμίαν δ’ ἔχει ἰσχὺν ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν ἐφαρμογήν, τοῦ ἄρθρου. Τὸ ἄρθρον, τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκλογήν, μένει τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ἄλλη ἐκλογὴ ἐν ἄλλῃ Βουλῇ θέλει ἐξελεγχθῆ ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, οὐδόλως ἐπηρεαζομένης τῆς νέας Βουλῆς ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς πρώην. Οὐχὶ δὲ μόνον ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἐλευθέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θὰ εἶναι ἐλευθέρα περὶ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, προκειμένου περὶ νέας ἐκλογῆς, διότι ἡ ἐξέλεγξις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς νομοθετικὴν τοῦ ἄρθρου ἑρμηνείαν. Ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Ἀττικῆς φρονῶσιν, ὅτι τὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν, ὅτι πρέπει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπολύτως ὑπὲρ τοῦ Δήμου Ἀδάμαντος καὶ οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν πληθυσμόν, πρέπει νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν, τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου· ὡς ἔχει ὅμως τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου νόμου, ἐξαρτᾶται τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα τοῦ Ἀδάμαντος ἐξ αἱρέσεών τινων. Πρέπει εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος νὰ πληρῶνται οἱ ὅροι τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, περὶ δὲ τῆς πληρώσεως τῶν ὅρων ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐκλογὴν θέλουσιν ἀποφαίνεσθαι οἱ ἐκ τοῦ νόμου τεταγμένοι ἵνα κανονίζωσι τὰ κατ’ αὐτὴν, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς θέλει ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι καὶ αὕτη θ’ ἀποφαίνωνται ἑκάστοτε περὶ εἰδικῆς ἐκλογῆς, οὐχὶ δὲ γενικῶς, διότι οὔτε τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διαταττόμενα ἐν ὡρισμένῃ ἐκλογῇ, οὔτε τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασιζόμενα ἐπὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῆς ἔχουσι νομοθετικὸν κῦρος, οὐδὲ μεταβάλλουσι τὸ παράπαν τὰ τοῦ νόμου. Ἂν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀδάμαντος, θεωρήσασα ὅτι ὁ πληθυσμὸς ἦτο τοσοῦτος ὅσος ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν νόμον ἵνα ὁ Δῆμος ἀποτελῇ συνοικισμὸν ἐκλογικὸν, τὰ πράγματα δὲ ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔκρινεν ὀρθῶς, τὸ ὅτι δὲν ἔκρινεν ὀρθῶς ἡ Βουλὴ οὐδόλως μειοῖ τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ὡς πρὸς τὸν ὑπάρχοντα Βουλευτὴν, ἀλλ’ οὐδόλως ἀπαλλάττει καὶ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τῆς ὑποχρεώσεως ἵνα ἐν ἄλλῃ ἐκλογῇ κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῆς συνείδησιν καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν καὶ σχέσιν πρὸς τὰ πράγματα καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐκ πλάνης τυχὸν ἔδωκεν εἰς τὰ πράγματα ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον ἡ Βουλή.
§27ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ποία θὰ εἶναι ἡ μικροτέρα ἐκλογικὴ περιφέρεια σήμερον;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐχόντων τὴν ἐντολὴν ἐκ τοῦ νόμου ὅπως ἀποφασίζωσι τὰ τῆς ἐκλογῆς.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, νομίζω, εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἄξιον πολλῆς προσοχῆς συνεπείᾳ τῆς ἑρμηνείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς δὲν εἶναι νομοθετικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ μέλλον· ἡ νέα Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἐξελέγξῃ κατὰ πόσον ὁ ἐξελεγχθησόμενος Βουλευτὴς ἔχει τὰ προσόντα, ἢ κατὰ πόσον ὁ συνοικισμὸς ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ Βουλευτὴν ἢ ὄχι, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὁ συνοικισμὸς ἀποτελεῖ ὅλους τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ Ψήφισμα διαγράφει, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅπερ καὶ ἐπραγματοποιήθη γενομένου δεκτοῦ τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ συνοικισμοῦ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, λέγω, νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν, διότι εἶνε μία ἀρχὴ λίαν ἐπικίνδυνος, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν. Ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἀναγκαῖα, ὅπως νομιμοποιηθῇ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς ἢ ὅπως ἀποπεμφθῇ ὁ Βουλευτὴς ὡς μὴ ἔχων τὸ δικαίωμα· ἄλλως τε θὰ ἦτο λίαν αὐθαίρετος ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, οὔτε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε εἰς ὡρισμένην Ἐπαρχίαν ὅτι δύναται νὰ ἐκλέγῃ ἕνα Βουλευτὴν περισσότερον, ὅπως, π. χ. ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀπεφάσισεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας, ὅπου ἀνεγνώρισε καὶ πέμπτον Βουλευτήν. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ἡ Βουλὴ τὸ ἀνεγνώρισεν, ἠδύνατο ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ διατάξῃ ἐκλογὴν διὰ τέσσαρας; ἔπρεπε νὰ διατάξῃ διὰ πέντε καὶ διέταξε. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀνάλογος πληθυσμὸς, ἠδύνατο νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν εἰς τέσσαρας, ἀλλ’ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην ἀπόφασιν· τοῦτο δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἡ δὲ συζήτησις αὕτη δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, οὐδὲ κάμνει καὶ καλὴν ἐντύπωσιν· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν θέλει προβῆ εἰς ἀναίρεσιν μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι ἀντικείμενον μόνης τῆς ἐξελέγξεως.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶνε ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Τοὺς νόμους ὠφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελῇ ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ, καὶ νὰ τοὺς ἐκτελῇ ἀκεραίους. Ἀπόφασις δὲ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δὲν δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὑποχρεώσεως ὅπως ἐκτελέσῃ τὸν νόμον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε λόγον οἱονδήποτε ἵνα μὴ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἀλλὰ ἵνα παραδεχθῇ τινα ὡς Βουλευτήν, θεωρήσασα τὴν τοιαύτην παραδοχὴν ἐθνικῶς ὠφέλιμον εἰς τὴν Πολιτείαν, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν τῇ ἀπολύτῳ ἐξουσίᾳ τῇ χορηγουμένῃ εἰς αὐτὴν περὶ τὰ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν εἶνε νομοθετικὴ πρᾶξις, δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν κείμενον νόμον· ὁ νόμος δὲ ἐκεῖνος θέλει ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις μορφώσει ἐκ τῶν πραγμάτων πεποίθησιν περὶ τῆς πρὸς ταῦτα σχέσεως αὐτοῦ.
§31ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπειδὴ θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαίου ζητήματος, ἀφορῶντος τὰ οἰκονομικὰ τῶν Δήμων καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ τῶν πλείστων δήμων τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς οὐχὶ εὐάρεστον κατάστασιν. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, ψηφιζόμενοι ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ὁρίζουσι τὸν βαθμὸν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἑκάστου δήμου καὶ τὸν μισθὸν τῶν εἰς αὐτὰ διοριζομένων δημοδιδασκάλων. Ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἀρχὴ ἀνέκαθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, λίαν ὀρθῶς, ὅπως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ δι’ ἕκαστον δημοτικὸν σχολεῖον πίστωσις τοῦ οἰκείου δήμου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως ταύτης διωρίζοντο οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ὅμως τοῦ νόμου, τοῦ κανονίζοντος τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων τῶν ἐξερχομένων ἐκ τῶν Διδασκαλείων, καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1884, τοῦ ἀφομοιοῦντος τὸν μισθὸν τῶν παλαιῶν δημοδιδασκάλων πρὸς τοὺς ἐξερχομένους ἐκ τῶν δημοδιδασκαλείων, οἱ δημοδιδάσκαλοι διορίζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον χωρὶς νὰ λαμβάνωνται παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, καὶ ἐκ τούτου συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ, στηριζόμεναι εἰς τοὺς ψηφισθέντας καὶ ἐγκριθέντας προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, δὲν πληρώνουσιν ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ πληρόνουσι μόνον τὸ ψηφισθὲν καὶ ἐγκριθὲν ποσὸν δι’ ἕκαστον σχολεῖον. Περὶ τούτου ἀνεφέρθησαν οἱ δήμαρχοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσι πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπίσης δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπερβῶσι. Τὰς ἀναφορὰς των δὲ ταύτας διεβίβασεν ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Οἱ δημοδιδάσκαλοι ὅμως, οἱ διορισθέντες καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν, ζητοῦσι λίαν δικαίως τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὁρίζει διὰ τὸν βαθμόν των καὶ τὸν ὁποῖον διαλαμβάνει τὸ ἔγγραφον τοῦ διορισμοῦ των, ἀλλ’ οἱ δήμαρχοι δὲν ἐπιθεωροῦσι τὰς καταστάσεις δι’ ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν, διότι δὲν τὸ ἐπιτρέπουσι τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων. Οἱ δὲ δημοδιδάσκαλοι, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὰς προϊσταμένας Ἀρχάς των καὶ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθησαν νὰ κάμωσιν αἴτησιν θεραπείας, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχωμεν ἴσως πολλὰς ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοδιδασκάλων. Ἐὰν σήμερον εἴχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσαι αἰτήσεις θεραπείας ἐδόθησαν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχομεν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, οὔτε τὰς πληροφορίας ταύτας νὰ λάβωμεν, οὔτε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ εὕρωμεν τίνι τρόπῳ δύνανται νὰ κανονισθῶσι τὰ τῶν δήμων ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ ἁπλῶς τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ ἀπό τινος χρόνου κατὰ τὸν διορισμὸν τῶν δημοδιδασκάλων δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων, κατὰ συνέπειαν δὲ οἱ δῆμοι πληρόνουσιν εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους μόνον τὸ ψηφισθὲν ποσὸν ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ ἐγκριθὲν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ οὐχὶ ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν, τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται λαμβάνειν οἱ δημοδιδάσκαλοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου γεννῶνται πολλαὶ περιπλοκαὶ καὶ δικαστικαὶ διενέξεις, αἵτινες ζημιοῦσι καὶ τοὺς δήμους καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἐκείνους οἵτινες ζητοῦσι τὴν ἀντιμισθίαν τῆς ἐργασίας των, συγχρόνως δὲ χαλαρόνεται καὶ ἡ λειτουργία τῶν δημοτικῶν σχολείων, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰς διοικητικὰς Ἀρχὰς ὅπως πέμπωσιν ἐγκαίρως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀποσπάσματα τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας παρακαλῶ νὰ διατάξῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοτικῶν σχολείων, ἵνα κατὰ τὸν διορισμὸν καὶ τὰς μεταθέσεις τῶν δημοδιδασκάλων λαμβάνωνται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων καὶ αἱ πιστώσεις αὐτῶν δι’ ἕκαστον δημοτικὸν σχολεῖον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων τούτων καὶ τοῦ βοηθήματος τοῦ Δημοσίου νὰ διορίζωνται οἱ δημοδιδάσκαλοι εἰς τὰ διάφορα δημοτικὰ σχολεῖα. Ἄλλως, θὰ συμβαίνωσι πολλὰ ἄτοπα καὶ δικαστικαὶ διενέξεις, καὶ θὰ μείνωσι πολλὰ σχολεῖα κλειστά. Νὰ ἐπιτραπῇ δὲ ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος τούτου μόνον ὅταν οἱ δημοδιδάσκαλοι ζητήσωσι νὰ ὑπάγωσιν εἰς κατωτέραν θέσιν μὲ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον τὸ οἰκεῖον Δημοτικὸν Συμβούλιον ἔχει προσδιορίσει. Πρὸς τούτοις δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἵνα ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἡ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν χορηγουμένη συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου διανέμηται ἐν μέτρῳ δικαίῳ εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους τοῦ Κράτους, ἵνα δύνανται πάντες οἱ ἄποροι δῆμοι νὰ συντηρῶσι τὰ σχολεῖά των, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ ἄποροι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κλείσωσι τὰ σχολεῖα, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ διατηρήσωσιν αὐτά. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν εἶχον νὰ κάμω εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταὶ, εἶχον ὑποβάλει πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔγγραφον ἐπερώτησιν, ἀναφερομένην εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικαιοσύνης παρὰ τῷ ἐνταῦθα Πρωτοδικείῳ, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τοῦ γραφείου.
§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔφερον σήμερον τὰ ἔγγραφα.
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διακόπτονται σήμερον αἱ ἐργασίαι καὶ δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἐκφέρωμεν γνώμην ἐφ’ ὅλων τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει ὑποδεικνυομένων ἐλλείψεων, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς ἐξωδίκους μὲν, ἀλλ’ ἀκριβεῖς, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῆς γενομένης ἐξετάσεως. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἰδίως ἐν ταῖς πτωχεύσεσιν, ὅπως ἐσημείουν καὶ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, συμβαίνουσιν ἀνήκουστοι καταχρήσεις. Εἰς μίαν π. χ. τοιαύτην πτώχευσιν διωρίσθησαν τρεῖς σύνδικοι, ὧν ἕκαστος, προσέλαβεν ἴδιον δικηγόρον, εἷς δὲ μάλιστα αὐτῶν τῶν συνδίκων προσέλαβε δύο, οὕτω δὲ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πτωχεύσει ἔχομεν τέσσαρας ἐν ὅλῳ δικηγόρους, οἵτινες ἔλαβον διὰ δικηγορικὰ δικαιώματα δυνάμει καταλόγων, κηρυχθέντων ἐκτελεστῶν ὑπὸ τοῦ προέδρου ἢ προεδρεύοντος, πόσα νομίζετε; δεκαεπτὰ χιλιάδας δραχμάς! Αἱ δικηγορικαὶ δ’ ἐργασίαι, δι’ ἃς ἐλήφθη τὸ εὐτελὲς αὐτὸ ποσόν, ἀνάγονται εἰς τὸ ἀπὸ τῆς κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπαληθεύσεως τῶν δανείων χρονικὸν διάστημα· ὥστε, ἂν τηρηθῇ ἡ αὐτὴ ἀναλογία μέχρι τῆς περατώσεως τῆς πτωχεύσεως, ἥτις μένει ἀκόμη ἐκκρεμὴς, φαντασθῆτε ποῦ θὰ φθάσωμεν.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐταὶ εἶναι ληστεῖαι.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ δικηγόροι, καὶ ποῖοι οἱ σύνδικοι;
§37ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ σᾶς πληροφορήσω, διότι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα· γνωρίζω μόνον ὅτι εἷς τῶν δικηγόρων εἶναι ὁ κ. Κωστῆς, ὁ καὶ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ, εἷς δὲ τῶν συνδίκων, ὅστις προσέλαβε δύο δικηγόρους, εἶναι ὁ κ. Δούμας, διευθυντὴς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§38ΧΟΪΔΑΣ. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ πτώχευσις;
§39ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἶναι ἡ τοῦ κ. Νεγρεπόντε. Καὶ τί ἄλλο νομίζετε; Διὰ νὰ εἰσπραχθοῦν αὐταὶ μόναι αἱ δοθεῖσαι τοῖς κ. δικηγόροις δεκαεπτὰ χιλιάδες δραχμαί, ἐγένετο ἀνάγκη νὰ ἐκποιηθῇ καὶ ἐξεποιήθη μετὰ σπουδῆς κινητὴ τῆς πτωχεύσεως περιουσία πενταπλασίας ἀξίας, ἐνῷ δηλαδὴ ἡ ἐκποιηθεῖσα περιουσία ἤξιζεν ὀγδοήκοντα καὶ ἐπέκεινα ἴσως χιλιάδας δραχμῶν, ἐξεποιήθη, ἕνεκα τῆς σπουδῆς, ἀντὶ μόνον τῶν πρὸς τοὺς κ. δικηγόρους δοθεισῶν. Καὶ ὅμως δὲν εἶναι παράδοξον ἡ περιουσία αὕτη ν’ ἀνῆκεν εἰς ὑπηρέτας, ὑπηρετρίας, καὶ Κύριος οἶδεν, εἰς ποίους ἄλλους πτωχοὺς ἐμπόρους, βιομηχάνους κλπ. Παρεκτὸς τούτου, ἀνεκαλύφθη, ὅτι δικασταί, λαμβάνοντες μέρος εἰς συγκρότησιν τοῦ δικαστηρίου ἐπὶ κηρύξεως πτωχεύσεων, καὶ ὀνομαζόμενοι εἰσηγηταὶ πρὸς εἰσήγησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ σύνταξιν τῆς ἀποφάσεως, διώριζον αὐτοὶ ἑαυτοὺς ἐν τῇ ἀποφάσει καὶ εἰσηγητὰς τῆς πτωχεύσεως! Παρακαλῶ λοιτὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἤδη ταῦτα ἐπιστώθησαν ἐπισήμως, νὰ φανῇ ἀδυσώπητος ἀπέναντι τῶν ἐνόχων, διότι εἶναι πλέον ἢ ἀπελπιστικὸν τοιαῦτα νὰ τελῶνται ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης ὄργια. Μετὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἐγγράφου τινὸς τοῦ δημάρχου Κέας, δι’ οὗ οὗτος, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του, ἐκφράζει πρὸς τὸν Ἄγγλον ναύαρχον, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται, τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῷ ἀποκλεισμῷ, ὅστις, ὡς λέγει, ἐγένετο ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Τόπου.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς εἶναι παράφρων. Πρέπει νὰ παυθῇ.
§41ΧΟΪΔΑΣ. Πῶς ὀνομάζεται αὐτὸς ὁ δήμαρχος;
§42ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημειοῦται τὸ ὄνομά του ἐν τῇ «Νέα Ἐφημερίδι», ἥτις ἐδημοσίευσε τὸ ἔγγραφον.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσετέ το.
§44ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει).
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου τίποτε.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω λοιπὸν αὐτὸ τὸ φύλλον (δεικνύει τὴν ἐφημερίδα), ἐν τῷ ὁποίῳ βλέπετε τὸ ἀστεῖον αὐτὸ ἔγγραφον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι πρέπει, ἐννοεῖται δὲ ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ μόνη προσήκουσα ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ παῦσις· (κατερχόμενος τοῦ βήματος ἐγχειρίζει τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος).
§47ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ θέματα, εἰς ἃ ἀναφέρεται ἡ γνωστὴ μακρὰ ἐκείνη ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, οὔτε ἁπλᾶ ἦσαν οὔτε εὐάριθμα, οὐδ’ ἐκ τῶν θεμάτων περὶ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρυσθῇ τις πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔπρεπε ταύτας νὰ ζητήσῃ παρ’ ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Εὐθὺς δὲ ὡς ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, διέταξα νὰ καταβληθῇ φροντὶς ὅπως συλλεχθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπήντησα ἀμέσως ἐπ’ αὐτῆς. Σήμερον καταθέτω ὅσας ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ συλλέξω ἐγγράφους πληροφορίας. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς μὲ ἠρώτησε «πόσοι δικασταὶ συνήθως τυγχάνουσι διωρισμένοι εἰς τὸ ἐνταῦθα Πρωτοδικεῖον καὶ πόσοι ἐξ αὐτῶν ἀποκλειστικῶς ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀνάκρισιν». Πληροφορῶ αὐτὸν ὅτι μέχρι τοῦ 1884 οἱ ἐνταῦθα δικασταὶ ἦσαν 23, μετὰ τοῦ προώρου, ἤδη δὲ εἰσὶν 24, ἐξ ὧν 8 ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, οἱ δὲ λοιποὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης. Δεύτερον μὲ ἐρωτᾷ «πόσαι πολιτικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδονται κατ’ ἔτος πλὴν τῶν ἐρήμην, καὶ ἐκ τούτων πόσαι εἶνε ὁριστικαὶ καὶ πόσαι προδικαστικαί». Ὑποβάλλω εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν κατάστασιν, ἀναφέρουσαν τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ἐμπορικῶν καὶ πολιτικῶν ἀποφάσεων κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884, 1885 καὶ μέχρι τῆς 28 Μαΐου 1886. Ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς δείκνυται, ὅτι κατὰ τὸ 1883 ἐδημοσιεύθησαν ἐν ὅλῳ ἀποφάσεις 6,508, κατὰ τὸ 1884 11,056, κατὰ τὸ 1885 8,785 καὶ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 28 Μαΐου 1886 ἀποφάσεις 3,576. Ἐν στήλαις ἰδιαιτέραις δείκνυνται πόσαι ἐκ τούτων εἶνε ἐμπορικαὶ καὶ πόσαι πολιτικαί, ἐν ἄλλαις δὲ στήλαις ἀναγράφονται αἱ ὑποθέσεις, αἱ κατ’ ἀντιμωλίαν συζητηθεῖσαι, καὶ ἐν ἰδίαις στήλαις πόσαι ἐπὶ τούτων ἐξεδόθησαν ὁριστικαὶ ἀποφάσεις καὶ πόσαι προδικαστικαί· ὥστε ἔχετε οὕτω πλήρεις πληροφορίας ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως. Μὲ ἐρωτᾷ ἐπίσης τρίτον «πόσας ποινικὰς ἀποφάσεις ἐκδίδει ἐτησίως τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ ἐκ τούτων πόσαι εἶνε ἀναβλητικαί, πόσαι καταδικαστικαὶ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, πόσαι εἰς βαθμὸν πταίσματος καὶ πόσαι ἀθωωτικαὶ ἢ ἀπαλλακτικαί». Ὑποβάλλω κατάστασιν ἀναφέρουσαν τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις, αἵτινες κατ’ ἔτος ἐξεδόθησαν παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1886· ἐν ἰδιαιτέραις δὲ στήλαις δείκνυται πόσαι τούτων εἶναι ἀναβλητικαί, καὶ ἐκ τούτων πόσαι ἀνεβλήθησαν αἰτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως, πόσαι αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου καὶ πόσαι αὐτεπαγγέλτως, διαταχθεισῶν κρειττόνων ἀποδείξεων. Ἐν ἄλλῃ στήλῃ ἀναγράφονται αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἀποῤῥίψασαι ἀνακοπὰς ὡς ἀνυποστηρίκτους, καὶ ἐν ἄλλῃ πόσαι ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, πόσαι εἰς βαθμὸν πταίσματος, καὶ ἐν ἄλλῃ πόσαι ἐξεδόθησαν ἀθωωτικαὶ ἢ ἀπαλλακτικαὶ ἀποφάσεις, ἐν τελευταίᾳ δὲ στήλῃ πόσαι ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, κηρύττουσαι ἀναρμόδιον τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ παραπέμπουσαι τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον. Ἠρώτησεν ἐπίσης ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων «πόσα ὁριστικὰ βουλεύματα ἐκδίδονται κατ’ ἔτος, καὶ ἐκ τούτων πόσα παραπεμπτικὰ καὶ πόσα ἀθωωτικά». Ὑποβάλλω πίνακα δηλοῦντα πάντα ταῦτα κατ’ ἔτος ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι τῆς 27 Μαΐου 1886, ἤτοι τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν κατ’ ἔτος ἐκδοθέντων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν βουλευμάτων, καὶ ἰδιαίτερον πόσα ἐκ τούτων παραπέμπουσιν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, πόσα εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, πόσα εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, διὰ πόσων ἔπαυσε πρὸς καιρὸν ἡ περαιτέρω καταδίωξις, πόσα ἀποφαίνονται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία καὶ πόσα ἐξεδόθησαν ἐπὶ διαφωνιῶν, αἰτήσεων, ἀνακοπῶν κατ’ ἐνταλμάτων φυλακίσεως κτλ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πίνακες, οὓς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε. Καὶ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ὅμως καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε καὶ πληροφορίας ἐπὶ τῶν ἑξῆς θεμάτων. Ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἐὰν εἶναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔλαβεν ἐξωδίκως, ὅτι ἡ διεξαγομένη κατ’ ἔτος ποινικὴ καὶ πολιτικὴ ἐργασία εἶναι σχεδὸν ἀσήμαντος κατ’ ἀναφορὰν πρὸς τὸν τηρούμενον πάντοτε ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν καὶ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἄλλων τοῦ Κράτους Πρωτοδικείων. Ἡ ἐξώδικος αὕτη πληροφορία του δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἀληθής. Ἐκ τῶν πινάκων, οὓς κατέθεσα, καὶ ἐκ τῆς συνοδευούσης αὐτοὺς μακρᾶς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, ἣν ἐπίσης κατέθεσα, ἀποδείκνυται, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον οἱ μὲν δικασταί, οἱ ἀποτελέσαντες τὰ τμήματα τὰ πολιτικὰ, ἐδημοσίευσαν ἕκαστος ἀνὰ 533 ἀποφάσεις κατ’ ἔτος, οἱ δὲ τοῦ ποινικοῦ τμήματος ἀνὰ 453 ἕκαστος κατ’ ἔτος, πλὴν τῶν ἐν τῇ ἀνακρίσει ἐργασιῶν. Πρὸς σύγκρισιν δὲ καταθέτω καὶ ἔκθεσιν, ἣν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1885 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, συνοδευομένην μὲ καταστάσεις τῶν ἐργασιῶν τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς ὁποίας συγκριτικῶς καταδεικνύεται, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας τὸ προσωπικὸν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν δύναται νὰ ταχθῇ μεταξὺ τῶν πλειότερον ἐργασθέντων καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἐπληροφορήθη ἐπίσης ἐξωδίκως ὁ κύριος βουλευτὴς ὅτι «τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἥκιστα ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν αὑτοῦ, ἀναβάλλον ἐπ’ ἄπειρον τὰς εἰσαγομένας πρὸς ἐκδίκασιν δίκας ἢ ἀθωοῦν μετὰ πολλῆς εὐκολίας τοὺς κατηγορουμένους». Περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναβαλλομένων δικῶν θέλει εὕρει ὁ κύριος βουλευτὴς πληροφορίας ἐν τοῖς πίναξιν, οὓς κατέθηκα, ἡ δὲ ἐκτίμησις τοῦ εὐλόγου ἢ μὴ τῶν ἑκάστοτε παρεχομένων ἀναβολῶν εἶναι δυσχερεστάτη ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατος, διότι εἶναι ζήτημα ἐξαρτώμενον ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν. Ἐξ ἰδιαιτέρων ὅμως πληροφοριῶν βεβαιοῦμαι ὅτι ἀπό τινος καιροῦ δυσκολώτερον αἱ ἀναβολαὶ χορηγοῦνται, καὶ ὅτι ἐν γένει οὐσιωδῶς ὁσημέραι ἐλαττοῦται ἡ πρὸς τὰς ἀναβολὰς τάσις. Ἰδιαιτέρας ἴσως προσοχῆς ἄξιον εἶναι τὸ καὶ ἐκ τῶν πινάκων προκύπτον καὶ ἄλλως πασίγνωστον ὅτι μεγίστη ὑφίσταται δυσαναλογία μεταξὺ τῶν κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ τῶν ἐρήμην ποινικῶν ἀποφάσεων, ὧν ὁ ἀριθμὸς εἶνε μέγας. Ἀλλὰ τοῦ κακοῦ τούτου ἡ διόρθωσις δὲν φρονῶ, ὅτι ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ἴσως εἶναι διὰ τοῦτο ἀνάγκη νομοθετικῆς μερίμνης. Ὁ κατὰ τὸ 1884 διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ὑποβάλει νομοθέτημα, δι’ οὗ ἤλπιζεν ὅτι ἤθελε περιορίσει τὴν πρὸς τὰς ἐρημοδικίας τάσιν αὐτήν. Δι’ αὐτοῦ ὡρίζετο τὸ ἀπαράδεκτον τῶν ἀνακοπῶν κατὰ ποινικῶν ἀποφάσεων, ἐὰν ἐν ταῖς περὶ τούτων ἐκθέσεσι δὲν συνήπτετο γραμμάτιον ταμιακὸν ἀποδεικνύον τὴν καταβολὴν τῶν τελῶν σημάνσεως τῆς ἐρήμην δίκης. Τὸ μέτρον ἦτο βεβαίως λυσιτελὲς, ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ ἦτο καὶ ἐπαρκές· ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, θέλω δὲ μελετήσει τὰ περὶ τούτου καὶ φροντίσει νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατάλληλον νομοθέτημα. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐπίσης ἐξ ἐξωδίκων πληροφοριῶν ὁρμώμενος λέγει ὅτι «εἰς τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν σφαγιάζονται μετὰ πρωτοφανοῦς τόλμης τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν· οὕτω π.χ. οὐχὶ σπανίως παρετηρήθη ὅτι πρόεδροι ἢ προεδρεύοντες δικασταὶ ἐχορήγησαν προφανῶς σκανδαλώδεις ἀναστολὰς ἐκτελέσεως ἀποφάσεων καὶ ἄλλων ἐκτελεστῶν τίτλων, ἐκήρυξαν ἐκτελεστοὺς πίνακας δικαιωμάτων δικηγόρων καὶ κλητήρων διὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἐνῷ τὰ νόμιμα τοιαῦτα δικαιώματα ἦσαν ἀσήμαντα, καὶ πολλὰς ἄλλας διέπραξαν ἀσχημίας». Λυποῦμαι ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἐξωδίκων ἁπλῶς πληροφοριῶν διετυπώθη τοσοῦτον δριμέως καὶ ὑπὸ τύπον τοσοῦτον θετικὸν ἡ ἐπερώτησις αὕτη, λυποῦμαι δ’ ἐπίσης καὶ διότι ἡ γενικότης καὶ ἀοριστία τῶν παραπόνων οὔτε ἔλεγχον καὶ ἐξέτασιν ἐπ’ αὐτῶν καθιστᾷ εὔκολον καὶ δυνατὴν, οὔτε πληροφορίας ἐπιτρέπει νὰ φέρῃ τις πρὸς ἀνασκευὴν, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐργασίας, ἧς ἡ ἐπιτυχὴς ἢ ἀτυχὴς ἐκτέλεσις ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τῆς εὐσυνειδησίας ἐκείνων, εἰς οὓς ὁ νόμος ἀναθέτει τὸ τοιοῦτον ἔργον. Χωρὶς νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἔλαβον τὴν περιέργειαν νὰ συλλέξω πληροφορίας τινὰς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀναστολῶν ἐκτελέσεως τῶν δοθεισῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, καὶ δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὸ 1883 ἐδόθησαν 27 ἀναστολαὶ ἐκτελέσεως, ἐν αἷς δὲν περιλαμβάνονται αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰς προσωπικὰς κρατήσεις, διότι αἱ περὶ τούτων ἀποφάσεις σημειοῦνται παρὰ τοῦ προέδρου ἐν αὐτῇ τῇ αἰτήσει. Κατὰ τὸ 1883 λοιπὸν ἐδόθησαν 27 ἀναστολαὶ ἐκτελέσεως, ἐξ ὧν αἱ 20 ὑπὸ τοῦ προέδρου, καὶ αἱ 7 ὑπὸ προεδρευόντων δικαστῶν· κατὰ τὸ 1884 ἐδόθησαν 100 τοιαῦται ἀναστολαὶ, ἐξ ὧν 58 μὲν ὑπὸ τοῦ προέδρου αἱ δὲ λοιπαὶ ὑπὸ τῶν προεδρευόντων. Κατὰ τὸ 1885 ἐδόθησαν ἀναστολαὶ 103, ἐξ αὐτῶν δὲ 54 ὑπὸ τοῦ προέδρου, αἱ δὲ λοιπαὶ ὑπὸ τῶν προεδρευόντων. Ἀπὸ δὲ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Μαΐου 1886 ἐδόθησαν 97, ἐξ ὧν 45 μὲν ἔδοσεν ὁ πρόεδρος, τὰς δὲ λοιπὰς οἱ προεδρεύοντες. Ἐὰν ἡ ἐκτίμησις τῶν τῆς ἀναστολῆς λόγων εἶναι δικαία ἢ ἄδικος, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωσθῇ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ἔχομεν ὡρισμένα περὶ ὡρισμένων ἀναστολῶν παράπονα. Τὸ τελευταῖον παράπονον ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ διατυπουμένων ἀναφέρεται εἰς τὰ λαμβάνοντα χώραν ἐν ταῖς πτωχεύσεσιν. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ ἐλπίδες, ἃς συνελάβομεν ὅτε ἐψηφίζετο ὁ τελευταῖος νόμος περὶ πτωχεύσεων, δὲν δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν ὅτι διὰ τῶν πραγμάτων ἐπηλήθευσαν, ἐξ ὅσων δ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκτίθησι, δύναμαι ἀμέσως ν’ ἀναιρέσω τὴν πληροφορίαν, ἥτις καὶ εἰς αὐτὸν ἐδόθη, ὅτι ὡς εἰσηγηταὶ ἐνίοτε διορίζονται δικηγόροι, διότι θετικῶς βεβαιῶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς σήμερον οὐδέποτε διωρίσθη εἰσηγητὴς πτωχεύσεως δικηγόρος.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς νὰ διορισθῇ, ἀφοῦ τοῦτο ἀπαγορεύει ῥητῶς ὁ νόμος.
§49ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐπληροφορήθη ἐξωδίκως, ὅτι κατὰ παραβίασιν τοῦ νόμου διορίζονται εἰσηγηταὶ δικηγόροι, καὶ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν διαψεύδων καταθέτω κατάστασιν τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι σήμερον δημοσιευθεισῶν πτωχεύσεων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐν ἰδιαιτέραις στήλαις ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα τῶν εἰσηγητῶν τῶν ἀποφάσεων, καὶ τῶν διοριζομένων εἰσηγητῶν τῶν πτωχεύσεων, ὡς καὶ τῶν προσωρινῶν συνδίκων καὶ τῶν ὁριστικῶν συνδίκων, καὶ παρατηρήσεις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ πτωχεύσεις αὗται εὑρίσκονται. Ἐκ τῶν πινάκων αὐτῶν ἐξάγεται ὅτι κατὰ μὲν τὸ 1882 ἐκηρύχθησαν 38 πτωχεύσεις ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἐξ ὧν δύο ἐπερατώθησαν, ἐπὶ 5 ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει ἐνεργητικῆς περιουσίας, 8 ἀνεκλήθησαν καὶ 23 μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Κατὰ τὸ 1883 ἐκηρύχθησαν πτωχεύσεις 34, ἐξ ὧν ἐπερατώθησαν 3, ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει ἐνεργητικῆς περιουσίας ἐπὶ 3, ἀνεκλήθησαν 4, καὶ μένουσιν ἐκκρεμεῖς 24. Κατὰ τὸ 1884 ἐδημοσιεύθησαν πτωχεύσεις 89, ἐξ ὧν 5 μὲν ἐπερατώθησαν, ὡς πρὸς 2 ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει ἐνεργητικῆς περιουσίας, 15 ἀνεκλήθησαν, καὶ 67 μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Κατὰ τὸ 1885 ἐκηρύχθησαν πτωχεύσεις 171, ἐξ ὧν 16 ἐπερατώθησαν, ἐπὶ 5 ἔπαυσαν αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει ἐνεργητικῆς περιουσίας, 14 ἀνεκλήθησαν, καὶ 136 ὑφίστανται ἀκόμη ἐκρεμεῖς. Ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 29 Μαΐου 1886 ἐκηρύχθησαν πτωχεύσεις 55, ἐξ ὧν 2 μὲν ἀνεκλήθησαν, 53 δὲ μένουσιν ἐκκρεμεῖς. Κατὰ τὴν τριετίαν λοιπὸν αὐτὴν ἐκηρύχθησαν ἐν συνόλῳ 387 πτωχεύσεις, μένουσι δὲ ἐκκρεμεῖς 303, καὶ 84 ἐξ αὐτῶν ἢ ἐπερατώθησαν ἢ ἔπαυσαν ἐπ’ αὐτῶν αἱ ἐργασίαι ἐλλείψει ἐνεργητικῆς περιουσίας· 303 λοιπὸν εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμεῖς. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ἀληθῶς μέγας ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ὅλῳ κηρυχθεισῶν πτωχεύσεων. Καθ’ ἃς ὅμως ἔλαβον πληροφορίας, ὁ ἀριθμὸς παρίσταται τοσοῦτον ἐξωγκωμένος, διότι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνονται πλεῖσται πτωχεύσεις; ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι παύσει αἱ ἐργασίαι λόγῳ ἐλλείψεως ἐνεργητικῆς περιουσίας. Δὲν ἀπηγγέλθη δὲ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ἡ τοιαύτη παῦσις τῶν ἐργασιῶν κατὰ τὸν νόμον, διότι μὴ ὑπαρχούσης ἐνεργητικῆς περιουσίας, δὲν εὑρίσκετο ὁ καταθέσων τὰ τέλη τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἔμελλε νὰ κηρύξῃ τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν. Ὁ νόμος ἐπιτρέπει εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ κηρύττῃ τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν, ὅταν εἶναι βεβαιωμένη ἡ ἔλλειψις ἐνεργητικῆς περιουσίας, τοῦτο δὲ ἔχων ὑπ’ ὄψει παρήγγειλα νὰ ἐξηγηθῇ εἰς τὸν πρόεδρον ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, προκειμένου περὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπιβαλλομένης ἐνεργείας, δύναται καὶ ἄνευ τελῶν χαρτοσήμου νὰ προκαλεῖται ἀπόφασις περὶ τοιαύτης παύσεως τῶν ἐργασιῶν τῶν πτωχεύσεων, ἐξ ὧν εἶναι βεβαιωμένη ἡ ἔλλειψις ἐνεργητικῆς περιουσίας. Ἐλπίζω ὅτι οὕτω θέλει σπουδαίως ἐλαττωθῆ ὁ τοσοῦτον μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν πτωχεύσεων. Τὰ λεχθέντα περὶ πλημμελοῦς διεξαγωγῆς τῶν κατὰ τὰς πτωχεύσεις καὶ ἰδίως περὶ λίαν εὐκόλου ἐγκρίσεως πινάκων δικηγόρων καὶ κλητήρων διὰ ποσὰ λίαν ὑπέρογκα φαίνεται δυστυχῶς, ὅτι δὲν εἶνε πάντη ἀνακριβῆ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐν τῇ κατατιθεμένῃ ἐκθέσει αὑτοῦ μοὶ σημειοῖ πτωχεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας αἱ μέχρι τοῦδε δαπάναι εἶνε ἀκριβῶς τοιαῦται, οἵας ὁ κ. βουλευτὴς παρέστησεν αὐτάς. Καθ’ ἃς οἱ ἁρμόδιοι μοὶ ἔδοσαν περὶ τούτου πληροφορίας, τὸ κακὸν προέρχεται κυρίως ἐξ ὑπερβαλλούσης ἐπιεικείας περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐν τοῖς δικηγορικοῖς καταλόγοις ἀναγραφομένων ἐξόδων, καὶ ἐξ ἀσυγγνώστου ἐνίοτε ἐλλείψεως τῆς ἀπαιτουμένης περὶ τὸν ἔλεγχον τῶν τοιούτων καταλόγων προσοχῆς. Πρὸς ἄρσιν τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ, θέλω συστήσει μετὰ πολλῆς αὐστηρότητος τὰ δέοντα πρὸς τοὺς ἁρμοδίους. Ἀλλὰ εἶνε καὶ ἄλλαι αἰτίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς δύο· πρῶτον, ὅτι σχεδὸν κατὰ κανόνα οἱ σύνδικοι προσλαμβάνουσιν ἐν ταῖς πτωχεύσεσι δικηγόρους πολλῷ πλείονας τῶν ἀναγκαίων πρὸς διεξαγωγὴν τῆς πτωχεύσεως. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πτώχευσιν οὐχὶ πολλοῦ λόγου ἀξίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰργάζοντο δικηγόροι τέσσαρες, ἐξ ὧν εἷς ὑπέβαλεν εἴκοσιν ἑπτὰ πίνακας, κηρυχθέντας ἐκτελεστοὺς διὰ δραχμὰς 777, ἕτερος ὑπέβαλε τεσσαράκοντα ἕνα πίνακας διὰ δραχμὰς 1,264, ἄλλος τριάκοντα πίνακας διὰ δραχμὰς 866, ἄλλος τεσσαράκοντα πέντε πίνακας διὰ δραχμὰς 1,365.
§50Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε ἂν σᾶς διακόπτω. Ἐπειδὴ ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια περὶ ἀποπομπῆς δικηγόρων βουλευτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ὑπάρχῃ τις μεταξὺ τῶν συνδίκων, ὅστις ἐξευτέλισεν αὐτὸς ἑαυτὸν μέχρι αὐτῆς τῆς κακοηθείας.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, οὐχί.
§52ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶνε ἑταιρικὴ ἡ........
§53ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Οὐ μόνον ἄνευ λόγου ἐπαρκοῦς καὶ ἀποχρῶντος προσλαμβάνονται συνήθως πολλοὶ δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου οἱ δικηγόροι, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πινάκων τῶν παρ’ αὐτῶν ὑποβαλλομένων, ἀσχολοῦνται εἰς ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ σύμπραξις αὐτῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, οἷον εἰς τοὺς πλειστηριασμούς. Ὑπάρχουσι πίνακες διὰ ποσὰ ἀληθῶς ὑπέρογκα, διότι παρίσταντο δικηγόροι ἡμέρας ὁλοκλήρους εἰς ἐκποίησιν ἐμπορευμάτων. Περὶ πάντων τούτων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι διοικητικῶς μὲν ὅ,τι εἶνε δυνατὸν ἐκ τῶν νόμων θέλω πράξει μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ μετὰ πάσης αὐστηρότητος, ὅπου δὲ οἱ νόμοι δὲν ἐξαρκοῦσι θέλω μετὰ δραστηριότητος ἐργασθῆ, ὅπως παρασκευάσω τὰ ἀπαιτούμενα νομοθετήματα καὶ ὑποβάλω αὐτὰ προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς.
§54ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐπληροφορήσατε πόσαι ἐκκρεμεῖς δικογραφίαι μένουσιν ἐν τοῖς δικαστικοῖς γραφείοις.
§55ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν μοὶ ὑπεβλήθη περὶ τούτου ἐρώτημα, ἄλλως τε τὰ πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ σχετιζόμενα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς πλήρους ἀσκήσεως αὐστηροῦ ἐλέγχου, καὶ ἀπὸ τακτικῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν δικαστικῶν γραφείων. Δὲν θὰ εἶνε δυστυχῶς δυνατὸν νὰ γείνῃ γενικὴ ἐπιθεώρησις τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐφέτος, διότι ἕνεκα τῆς γνωστῆς πολιτικῆς τῶν οἰκονομιῶν ἢ διεγράφη ἢ ἠλαττώθη εἰς μικρὸν ποσοστὸν ἡ πίστωσις, ἡ ὡρισμένη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θέλω ἐξαντλήσει ὁλόκληρον τὴν πίστωσιν πρὸς ἐνέργειαν τοιούτων ἐπιθεωρήσεων, κατὰ δὲ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 θέλω φροντίσει νὰ περιληφθῇ πλῆρες τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἴχομεν πρὸς τοῦτο ἐγγεγραμμένον. Οὐ μόνον τὴν συμπλήρωσιν ἐκείνης τῆς πιστώσεως θέλω ζητήσει, ἀλλὰ καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς πιστώσεως διὰ τὰς καταργηθείσας θέσεις τῶν Ἀντεισαγγελέων, οὓς ἐπίσης θεωρῶ χρησιμωτάτους πρὸς ἐπαρκῆ ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐποπτείας δι’ ἐπιθεωρήσεων τακτικῶν τῶν διαφόρων δικαστικῶν γραφείων. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐξαφανίσεως φύλλων ἔκ τινος πινακίου τῶν ἐνταῦθα δικαστηρίων. Τὸ γεγονὸς εἶνε πράγματι ἀληθές· δύο ἢ τρία φύλλα ἐκ τοῦ πινακίου τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου ἐξῃφανίσθησαν. Εὐτυχῶς τὸ ἔγκλημα δὲν ἐπέφερε ζημίας, διότι τὰ ἐξαφανισθέντα φύλλα περιεῖχον ἐγγραφὰς ὑποθέσεων, αἵτινες εἶνε ἤδη ἐκτεθειμέναι εἰς τὸ διὰ τὰς συζητήσεις κατηρτιζόμενον ἔκθεμα, ἐξ οὗ ὁ ἁρμόδιος γραμματεὺς ἐμερίμνησε καὶ ἀνεπλήρωσεν ἀμέσως τὰ ἐξαφανισθέντα φύλλα, συντάξας ἐπίσημον ἔκθεσιν, ἐν τέλει τῆς ὁποίας ἐνέγραψε τὰς ἐν τοῖς ἐξαφανισθεῖσι φύλλοις ὑποθέσεις. Ζημία τις ἑπομένως δὲν ἐπῆλθεν, ἀνάκρισις δὲ αὐστηρῶς ἐνεργεῖται κατὰ τοῦ δράστου τῆς τολμηρᾶς ταύτης ἐξαφανίσεως.
§56ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσω εἰς τὸ λάθος, ὅπερ ἠθέλησε νὰ μοῦ καταλογίσῃ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ματαίως ἐζήτησε πληροφορίας διὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου δηλαδὴ δὲν εἶπον, ὅτι διορίζονται δικηγόροι εἰσηγηταὶ, τοῦθ’ ὅπερ δὲν δύναται κατὰ νόμον νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὅτι εἰσηγηταὶ διορίζονται ὡρισμένοι δικασταὶ σταθερῶς καὶ κατὰ προτίμησιν, ὅτι δὲ συνήθως σύνδικοι διορίζονται δικηγόροι. Ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἀνέγνων τὴν ἐπερώτησίν μου, εἶδον ὅτι τοῦτο ἔλεγον καὶ ὄχι ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ τὶ συμβαίνει. Δὲν ἀνέμεινα τὴν τύπωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας, ἀλλὰ διέταξα αὐθημερὸν καὶ μοὶ ἐδόθη ἀντίγραφον ἐκ τοῦ χειρογράφου, ὅπερ ἀντίγραφον δυνατὸν νὰ ἦνε ἐσφαλμένον.
§58ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μάλιστα, αὐτὸ συμβαίνει, διότι παρελείφθη ἡ προσήκουσα στίξις. Εἶμαι ἐν τούτοις τῆς γνώμης, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν πειθαρχικὴν μόνον καταδίωξιν, ὡς ἐδήλωσεν, ἀλλ’ ὅτι λυσιτελέστερον θὰ ἦτο, ἂν προεκάλει ἀνακρίσεις αὐστηρὰς πρὸς ἐξακρίβωσιν πράξεών τινων φερουσῶν προφανῶς ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα.
§59ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιληφθῶ τοιαύτης ποινικῆς καταδιώξεως, ἐφ’ ὅσον δὲν διατυποῦνται ὡρισμέναι ἀξιόποινοι πράξεις καθ’ ὡρισμένων προσώπων. Ἡ μόνη ὡρισμένη ἀξιόποινος πρᾶξις, ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς ἐκθέσεως, εἶναι ἡ ἐξαφάνισις τῶν φύλλων τοῦ πινακίου, διὰ ταύτην δὲ διετάχθησαν καὶ ἐνεργοῦνται αὐστηραὶ ἀνακρίσεις.
§60ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐπελαμβάνετο διοικητικῶν ἐξετάσεων, θὰ προσέκρουε καθ’ ὡρισμένων προσώπων καὶ πράξεων, καὶ τότε ἡ ἀνάκρισις θὰ ἐλάμβανε τὸν δρόμον της, τοιαύτην δὲ γνώμην νομίζω, ὅτι διατυποῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου.
§61ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι τινὰ τῶν πολλῶν παραπόνων, ἅτινα ἀκούονται, δὲν ἔχουν ὑπόστασιν. Ἔπειτα σᾶς ἐρωτῶ: εἶνε δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀνακρίσεις; Φέρετε ὡρισμένα θέματα, καὶ τότε θὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας.
§62ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιμένω, ἔχω ὅμως πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι πρέπει.
§63ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ ἑνὸς δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ Πλημμελειοδικεῖον διακρίνεται διὰ τὴν αὐστηρότητά του.
§64ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἀκόμη τὸ ἐναντίον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ μάλιστα τῆς διακοπῆς σας παρατηρῶ, κύριε Ῥάλλη, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην περὶ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἀπεφάσισε τὸ Πλημμελειοδικεῖον εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τῶν δικῶν. Τὰ ποινικὰ Δικαστήρια ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν γεγονότων εἶνε ἀνεξέλεγκτα. Ἡμεῖς θὰ λάβωμεν ἁπλῶς ὑπ’ ὄψει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναβλητικῶν καὶ ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς καταδικαστικάς, ἵνα σχηματίσωμεν μίαν ἰδέαν περὶ τοῦ πῶς ἐκπληροῖ τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὴν ἀποστολήν του χωρὶς βεβαίως νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν μομφὰς καθ’ ὡρισμένων δικαστῶν δι’ οἱασδήποτε δίκας.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ διατί φροντίζετε περὶ διορθώσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, καὶ ὄχι περὶ τοῦ τῆς δικαιοδοσίας σας;
§66ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπίκαιρος ἡ ἐρώτησίς σας αὕτη. Διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐδόθησαν ἀφορμαὶ καὶ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἀπεκλείσθημεν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰς ἐξετάσεις μας καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου Πρωτοδικείου καὶ οἱουδήποτε ἄλλου Δικαστηρίου, ἅμα δοθῇ ἀφορμή. Συμπεραίνων συνιστῶ καὶ πάλιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης αὐστηρότητα καὶ σύντονον μέριμναν πρὸς πρόληψιν παρομοίων ἐν τῷ μέλλοντι ἀτόπων. Ὅταν δ’ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, τότε θὰ γίνῃ ἴσως εὐρυτέρα ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων.
§67ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, καθόσον ἡ ἀπαίτησις περὶ μεταῤῥυθμίσεως αὐτοῦ εἶνε πόρισμα τῆς ἀριδήλου θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω πλειότερα περὶ αὐτοῦ, διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἐπειγούσης μερίμνης.
§68Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦτο ἡ τελευταία συνεδρίασις, πολλὰ βεβαίως ἠδύναντο νὰ λεχθῶσι περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἤρξατο, ἀλλὰ δὲν εἶνε σήμερον ἡ κατάλληλος περίστασις πρὸς τοιαύτην συζήτησιν· ἡ σιωπὴ τῶν δικηγόρων βουλευτῶν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ὡς δύναται ἴσως νὰ παρεξηγηθῇ καὶ ἡ ὁμιλία των· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον πρέπει νὰ ἦνε ἀνώτερον πάσης ὑπονοίας, καὶ διὰ τοῦτο θέλω εἰπεῖ ὀλίγα σχετικῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν χωλαίνει, ἀλλ’ εἷς ἴσως καὶ ὁ σπουδαιότερος λόγος τούτου εἶνε ἡ ἔλλειψις ἐλέγχου, ἀλλ’ αἱ περὶ τούτου διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων εἶχον μείνει εἰς πλήρη σχεδὸν ἀχρηστίαν, ὅτε συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου ἐτέθησαν πάλιν ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας τοῦ κ. Ῥάλλη εἰς ἐνέργειαν· ἀλλὰ τοῦτο διήρκεσε μόνον μέχρι τοῦ 1884, ὅτε ἔπαυσε πάλιν διὰ τῆς περικοπῆς τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν στατιστικῶν καὶ τὰς ἐπιθεωρήσεις τῶν γραφείων. Ἐὰν εἴχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὰς πιστώσεις ἐκείνας, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ μίαν ἐπιθεώρησιν ὅλων τῶν γραφείων.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιθεώρησιν κατὰ τριμηνίαν.
§70ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναται ὅμως νὰ γίνῃ ἐπιθεώρησις, διότι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Ἀλλ’ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος τούτου ζητήματος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Ἐν τούτοις δὲν τὸ ἔπραξεν, ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶνε, φρονῶ, ἡ δημοσίευσις ἐν τεύχει τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐπιθεωρήσεων κατὰ τὸ ἔτος 1884. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις, ἐνδέχεται μὲν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐγένετο καὶ εἰσηγητὴς ἀνακριβῶν πληροφοριῶν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπαίνου ἀξία εἶναι ἡ πρόθεσίς του. Θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τέως Πρόεδρον τοῦ ἐνταῦθα Πρωτοδικείου, ὅσον καὶ διὰ τὸν νῦν, αἱ τυχὸν κατ’ αὐτῶν πληροφορίαι εἶνε ἐντελῶς ἀνακριβεῖς, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπόνου. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ προεδρευόντων, δὲν γνωρίζω τὰ ὀνόματα καὶ δὲν δύναμαι νὰ κάμω λόγον. Περὶ τῶν πτωχεύσεων θεωρῶ περιττὸν μετὰ τὰ λεχθέντα νὰ προσθέσω τι· ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μὲ προεκάλεσε, καὶ ἐπειδὴ δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου μου παρὰ δικηγόρων βουλευτῶν εἶναι προϊὸν τοιαύτης ἰδέας, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διῆλθε τοῦ νοός μου τοιαύτη ὑπόνοια.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἐνταῦθα γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν ψηφισθέντα κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· αʹ.) Περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν διάρκειαν ἐνδεχομένης ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐ. ἔτος ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως, καὶ βʹ.) περὶ ὑπηρεσίας διδακτόρων τῆς ἰατρικῆς καὶ πτυχιούχων φαρμακοποιῶν).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου μέχρι καὶ τῆς 22 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔτους.
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ τετράμηνον διάστημα τῶν διακοπῶν θέλει χρησιμοποιήσει πρὸς καταρτισμὸν τῶν συνδυασμῶν διὰ τὰς μελλούσας ἐκλογὰς, καὶ ὅτι θέλει ἐννοήσει τέλος πάντων, ὅτι, ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θέλει ζήσει ἡ παροῦσα Βουλὴ, θέλει καταστήσει αὐτὴν ἐντελῶς ἄχρηστον, διότι ἤδη ἡ Βουλὴ κατεδίκασεν ἑαυτὴν, καὶ δὲν εἶναι πλέον ἢ σκιὰ, οὐδόλως δυναμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ὅρους τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐδεμία Βουλὴ ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ζήσῃ πλειότερον ταύτης τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδέποτε ἀπὸ ἄλλης Βουλῆς ἀπεξεδέχθημεν καὶ ἀπεκδεχόμεθα ὑπὲρ τῆς Πολιτείας πλειότερα ἢ παρὰ ταύτης τῆς Βουλῆς.
§76ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ καθῆκον διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν φράσεων τοῦ συμπολίτου μου κ. βουλευτοῦ. Δὲν εἶχε δικαίωμα αὐτὸς νὰ εἴπῃ περὶ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ· τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει ἀλλοῦ· οὔτε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ τώρα πλέον, οὔτε ἀπέδειξεν ἑαυτὴν ἀναξίαν τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία τῇ ἀνετέθη. Ἐὰν ἔπραξε πρᾶξίν τινα ἀναξιοπρεπῆ, εἰς ταύτην ὡδηγήθη ἀτυχῶς ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου μου ἢ ἄλλων τινῶν. Ἐὰν τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν μετέστησαν ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης εἰς ἐκείνην, δὲν εἶναι λόγος διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ διαλυθῇ. Ἂν δὲ μετέστησαν ἀπὸ τῆς μιᾶς πτέρυγος εἰς τὴν ἄλλην, μετέστησαν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν μεγαλοσχήμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ 24 ὥρας μετέστησαν πάλιν εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἀλλὰ δὲν ἠκολουθήθησαν ὑπὸ τῶν ἄλλων, τῶν πολλῶν.
§77ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§78ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀποδέχωμαι τὰς αἰτιάσεις κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τὰς κρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν κατ’ αὐτῆς, ὡς ὑποστάσης μείωσίν τινα τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἐπίσης δὲν θεωρῶ, ὅτι ἦτό τι ἀπαραίτητον νὰ ἐπιδαψιλευθῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἔπαινοι ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἰδιότης τῆς βιωσιμότητος ἕνεκα τῆς καλῆς αὐτῆς ποιότητος. Αἱ Βουλαὶ δὲν διαλύονται, οὔτε διατηροῦνται λόγῳ τῆς ποιότητος αὐτῶν τῆς καλῆς ἢ κακῆς· αἱ Βουλαὶ διαλύονται, ὅταν προκύπτωσι λόγοι κοινοβουλευτικοί, δικαιολογοῦντες ἢ ἐπιβάλλοντες τὴν διάλυσιν. Διαλύονται αἱ Βουλαὶ, ὅταν ὑπάρχῃ διαφωνία μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς ὅλης Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ἢ ὁ λαὸς νὰ λύσῃ. Οἱ ἔπαινοι, οἱ ἀποδιδόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀληθῶς τι ἐξευτελιστικώτερον τῶν κατακρίσεων, τῶν ἐκφερομένων κατ’ αὐτῆς, ὡς ὑποστάσης μείωσιν καταστάσεως διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν ἐκλογικῶν νόμων. Ἡ Βουλὴ θὰ δύναται καὶ θὰ πρέπῃ νὰ διαλυθῇ, ὅταν παρουσιασθῇ λόγος, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἐγγυᾶται ἐκ τῶν προτέρων, ἢ νὰ ὑποδεικνύῃ διαβεβαιώσεις περὶ διατηρήσεως αὐτῆς, πολλῷ ὀλιγώτερον ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ Πρωθυπουργὸς μάλιστα διορισθεὶς ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις, ὅταν ἐπέρχεται, οὔτε ἐξευτελίζει τὴν Βουλὴν, οὔτε ἐλαττόνει τὴν ἀξίαν αὐτῆς καὶ τὴν θέσιν διότι διεφώνησε πρὸς τὸ Στέμμα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἦτο ὑποκειμένη οὔτε εἰς αἰτιάσεις, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς ἐπαίνους παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Καθ’ ὅσον ἤδη ἀφορᾷ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ περὶ τῆς τελευταίας μεταβολῆς καὶ τῆς Βουλῆς ἐν γένει, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου ν’ ἀπαντήσω. Ἐὰν ἐθίγετο τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ἔπρεπε νὰ θιχθῇ, ἂν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἔσπευδε νὰ δώσῃ λόγον τῆς παραιτήσεως αὑτοῦ, καὶ δὲν ἐπεκαλεῖτο, ὅτι δὲν προεκλήθη—διότι οὕτως ἤκουσα, ὅτι ἔλεγε μίαν ἡμέραν, ἔλεγε δηλαδὴ: ζητήσατέ μας τὸν λόγον τῶν πράξεών μας, ἐνῷ ἡ λογοδοσία ἡ τοιαύτη βεβαίως ἐζητήθη πολλάκις, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγὼ αὐτὸς εἶπον, ὅτι ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ δηλώσῃ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως—ἂν, λέγω, ἐγίνετο ἡ δέουσα λογοδοσία, τότε ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῶν μεταστάντων. Ἀλλ’ ἀντέταξαν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὑπῆρχον λόγοι ἐθνικοὶ, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὸν ζήτημα, κατὰ τὸ στάδιον τῆς Συνόδου ταύτης. Ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχον λόγοι, ὅπως μὴ εἰσέλθωμεν εἰς μίαν ἀληθῆ πολιτικὴν συζήτησιν, εἰς μίαν ἐξέλεγξιν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος μὲ ὅλην τὴν ἀφορμὴν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν οἱ βουλευταὶ, οἵτινες ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐξελέγξωμεν τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας, δὲν ἕπεται ὅτι ἀπόκειται εἰς τὸ θάῤῥος ἐκείνων, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, νὰ ἐκφέρωσι γνώμας καὶ κρίσεις περὶ τῆς διαγωγῆς ἄλλων βουλευτῶν. Βεβαίως τὸ θάῤῥος τοῦτο εἶναι ἀξιοπαρατήρητον.
§79ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι θράσος.
§80ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν ὡς ἐθνικὸν συμφέρον νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τελευταίαν μεταβολὴν, δὲν εὑρέθησαν εἰς τόσον ὑψηλὰς διαφωνίας, ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον διαφωνήσει μὲ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν περὶ τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Οἱ καταψηφίσαντες αὐτοῦ τελευταῖον δὲν εὑρέθησαν εἰς τοιαύτην θέσιν, ἀλλ’ εἶχον ἄλλα συμφέροντα, περὶ τῶν ὁποίων ἐχρειάζετο νὰ γίνῃ σκέψις, ἄλλα συμφέροντα ἐθνικὰ καὶ ὄχι πλέον ἀμφισβήτησις περὶ τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Κατόπιν τῆς διαφωνίας περὶ τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἄλλοτε εἴδομεν βεβαίως Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι αὐτοπροαιρέτως ἕνεκα τοιούτων ζητημάτων παραιτηθέντες, ἔσπευσαν συγχρόνως νὰ δείξωσι πρὸς ἐκείνους, ἀφ’ ὧν ἀπεχωρίσθησαν, πόσον δυσμενὴς διάθεσις τοὺς κατεῖχεν ἐπὶ τῷ ἀποχωρισμῷ ἀπ’ ἐκείνων μεθ’ ὧν συνέπραττον. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι παρ’ ἄλλων ἐξεφράσθησαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πρέπει νὰ σκέπτωνται καὶ οἱ ἐπικρίνοντες ἤδη ἄλλους ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἁρμόδιοι, ἵνα ἐκφράσωσι παρατηρήσεις περὶ τῆς πορείας βουλευτῶν τινων, τῆς πορείας τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια, φαίνεται, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς διανοίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς ἐκεῖνο ἀφ’ οὗ ἠρξάμην, φρονῶ ἐν γένει ὅτι τὰ λεχθέντα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσέκρουον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς. Ἡ παρατήρησις, ἥτις ἐγένετο κατ’ ἀρχὰς, βεβαίως εἶχεν ἀφορμὴν νομοθετήματα ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἦτο δικαιολογημένη κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ ποιήσαντος τὴν παρατήρησιν ἐκείνην, ἀλλὰ τὰ κατόπιν λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἦσαν προσβολὴ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν συμπολίτην μου ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα, ἀφοῦ ἀνεγνώρισεν ὁ ἴδιος ὅτι κακῶς ἐνταῦθα εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν ἕτερον συνάδελφον, ὅστις ἠγανάκτησεν, ἀγνοῶ καὶ ἐγὼ διατί, δὲν γνωρίζω ἂν εὑρίσκηται μεταξὺ τῶν μεταστάντων ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνη. Ἂν πράγματι συνέπραξε μετ’ αὐτῶν καὶ νομίζει ὅτι δύναται νὰ δικαιολογήσῃ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία θέλει χαρακτηρίσει μὲ μελανὰ χρώματα, εἶναι ἠπατημένος. Ἐνταῦθα εἴμεθα διῃρημένοι εἰς κόμματα· ἀλλ’ εἰς κόμματα ἔχοντα εὐγενεῖς σκοποὺς, ὄχι σκοποῦντα ἁπλῶς τὴν κατοχὴν καὶ ἁρπαγὴν τῆς Ἐξουσίας. Ἡ ἱστορία θέλει καταλλήλως χαρακτηρίσει ἐκείνους, οἵτινες εὑρόντες τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, εἰς ὃν πρὸ μιᾶς ἡμέρας ἔτι ἀνῆκον, ἐν δυσχερεῖ θέσει, ἤθελον ἢ νὰ δεχθῇ οὗτος νὰ γείνῃ αὐτόχειρ ἢ διὰ πλαγίου διαξιφισμοῦ νὰ τὸν ἀποβάλωσιν ἐκ τοῦ πολιτικοῦ σταδίου καὶ τὸ χείριστον νὰ τὸν ἀντικαταστήσωσι δι’ ἑαυτῶν. Αὐτὸ θέλει εἴπει ἡ ἱστορία. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαφωνίαν μου μὲ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, ἔσχον τότε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου, εἶπον δὲ εἰλικρινῶς πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ ὅ,τι ἐφρόνουν, καὶ ἂν αἱ γνῶμαί μου ἐκεῖναι εἰσηκούοντο ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἤμεθα σήμερον εἰς κρείσσονα θέσιν. Ἂν ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ πρώην ἀρχηγοῦ του κυρίου Δηλιγιάννη, μὲ τὸν ὁποῖον εἰς στενὰς σχέσεις εὑρίσκετο μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ μακρὰς ὥρας διελέγετο μετ’ αὐτοῦ, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι ἴσως εἶμαι ὁ μόνος ἢ ἴσως μεταξὺ τῶν ὀλίγων, οἵτινες οὐδέποτε ἐζήτησαν νὰ λάβωσιν ὑπουργεῖον, οὐδέποτε ἐξηυτελίσθησαν, ὅπως ἀπαιτήσωσι τὸ χαρτοφυλάκιον. Τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ ὑπουργοῦ, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω δημοσίᾳ, εἶναι παρὼν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, μοὶ ἐπεβλήθη, καὶ ἐπανειλημμένως εἶπον εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην: δὲν θέλω νὰ γείνω ὑπουργὸς, φρόντισε μόνον νὰ καταρτίσῃς Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα πάντες ὑπεύθυνοι. Ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν διεφωνήσαμεν, καὶ ὁ συνάδελφος ἂν ἐξήταζε θὰ ἐμάνθανε ὅτι δὶς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας μου εἶχον ὑποβάλει παραίτησιν. Τὸ χαρτοφυλάκιον δὲ, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλους τινὰς ἔχει τόσα καὶ τόσα θέλγητρα (ἱλαρότης), εἰς ἐμὲ δὲν παρέχει οὐδέν.
§82ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι λίαν εὐερέθιστος· ἀτυχῶς ἔχει καὶ ἑτέραν ἰδιότητα, δὲν ἔχει τὴν μνήμην ἰσχυράν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐζηλοτύπησα, διότι, μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου οὗτος προσεπέλασε τῷ κ. Δηληγιάννῃ. Οὐδαμῶς ἐζηλοτύπησα· ἐγὼ εἶδον ὅτι ἅμα ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀναχώρησίς μου ἄφινε κενὸν, τὸ ὁποῖον ἔχρηζε συμπληρώσεως, καὶ εἶδον τὴν προσπέλασιν τοῦ κ. συναδέλφου ἀπὸ τῶν μεσαίων θρανίων τῆς αἰθούσης ταύτης, ἔνθα ἕως τότε ἐκάθητο, εἰς τὰ ἀμέσως ὀπίσθια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, πολὺ καλὰ, οἱ πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα συναδέλφων εἶχον ἀποδώσει καὶ ὡρισμένον χαρακτηρισμὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου καὶ εἰς ἕτερον συνάδελφον. Ἐκάθητο εἰς τὴν ἄκραν ἐκείνην γωνίαν, ὅταν ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δὲ ἀπῆλθον, τὸν εἴδατε νὰ πλησιάζῃ ὁλονὲν καὶ νὰ κάθηται πλησίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ (θόρυβος). Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔπραξε τοῦτο, ἵνα συνεννοῆται περὶ τῶν ἐπιστράτων, καὶ ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, οὔτε ἐσκόπει ἄλλο τι, οὔτε εἶχε νὰ πληρώσῃ πόθον πασίγνωστον εἰς ἡμᾶς πάντας, πόθον ὅστις ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τὸν πρώην ἀρχηγόν του, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τόσα ἔπραξε, πόθον τὸν ὁποῖον προσεπάθησε ἐπὶ ματαίῳ νὰ ἱκανοποιήσῃ παρὰ τῷ νῦν ἀρχηγῷ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πόθον ὅμως ὁ ὁποῖος μέχρι τέλους ἔμεινε, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ μένῃ, καὶ εἰς τὸ μέλλον ἁπλοῦς πόθος. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα λαμβάνει τὸν λόγον μετὰ ζωηρότητος νεανικῆς, ἐνόμισεν ὅτι εἰς τὰ προσωπικὰ ἀσχολοῦμαι καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἐὰν οὗτος εὐχαριστῆται εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἐγὼ πάντοτε περιεφρόνησα ταῦτα, ἀποβλέπων εἰς ἰδέας καὶ καθήκοντα, καὶ μόνον περὶ ἐκτελέσεως καὶ πραγματοποιήσεως αὐτῶν μεριμνῶν.
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατὶ ἐξελέχθη ἡ στιγμὴ αὕτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρισθῶσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, καὶ νὰ κλεισθῇ ἡ Αἴθουσα αὕτη ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, ὅπως λεχθῶσιν ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ τεθῶσι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἐπρόβαλον εἰσὶν ἀνίκανοι νὰ συζητήσωσι. Βεβαίως δὲν εἶναι σύνηθες συμβεβηκὸς, εἶνε σπανιώτατον εἰς τὴν ζωὴν τῶν Κοινοβουλίων ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, ἢ ἐν μιᾷ νυκτὶ, ἑξήκοντα βουλευταὶ νὰ μεθίστανται ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα. Ἀλλὰ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν ἔψαυσε. Μοὶ ἐφαίνετο δὲ, ὅτι δὲν ἦτο ἡ ὥρα νὰ τὸ ψαύσῃ, καὶ ἄν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι δὲν ἦτο τοσοῦτον ἐπιζήμιον νὰ τὸ ψαύσῃ σήμερον. Μᾶς ἀπέτρεψαν δὲ νὰ τὸ ψαύσωμεν καὶ οἱ κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἀπησχόλησαν τὴν Βουλὴν διὰ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήγειρον τὸ κοινὸν ἐνδιαφέρον καὶ ἀπεῤῥόφησαν πᾶσαν τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, παρακωλύσαντα δ’ οὕτως αὐτὸ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐρευνήσῃ τὸ εἰρημένον συμβεβηκὸς κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Μετέστησαν τάχα οἱ μεταστάντες βουλευταὶ διὰ νὰ σώσωσι τὴν κινδυνεύουσαν ἀνεξαρτησίαν τῆς Πατρίδος; Οὕτως ἔλεγεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κατὰ τὴν 7 Μαΐου. Ὅσοι ἐκάθηντο εἰς τὴν ἄκραν ἐκείνην, μετέστησαν διὰ νὰ σώσωσιν ἀλώβητον τὴν κυριαρχίαν τοῦ κράτους; Μεταστάντες δὲ, ἐξεπλήρωσαν τὸ ὕπατον τῶν καθηκόντων, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς; Μετέστησαν διὰ νὰ θραύσωσι τὴν κεφαλὴν τῆς Βουλῆς, καθὼς ἔθραυσα ἐγὼ τὴν ἐμήν; Οὕτως ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐζωγράφισε τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐπέδειξε. Ταῦτα πάντα εἰσὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἰσὶ βεβαίως ἄξια ἐρεύνης καὶ προσοχῆς, διότι συνδέονται μὲ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς, συνδέονται μὲ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόζωμεν τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι πολῖται. Συνδέονται μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, νὰ ἐπιτηρῇ τοὺς πάντας καὶ ὑπευθύνους καὶ ἀνευθύνους. Συνδέονται τέλος πάντων καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς ἐντειλαμένους ἡμᾶς ὅπως ἀντιπροσωπεύσωμεν ἐνταῦθα τὸ ἔθνος. Ἐὰν ἤθελον προβῆ σήμερον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων τούτων, πολλοὶ ἴσως ἤθελον καλύψει τὸ πρόσωπόν των διὰ τῶν δύο χειρῶν, διὰ νὰ ἀποκρύψωσιν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν τὸ ἐρύθημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰς παρειάς των. Πολλοὶ ἤθελον δυσφορήσει, φοβούμενοι μήπως γένωνται γνωστὰ ὅσα οὐδεὶς κατεδέχθη νὰ ποιήσηται γνωστὰ εἰς τὸν κόσμον. Δὲν ἐννοῶ δὲ πῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέλαβεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ νὰ ψαύσῃ γεγονότα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἀφαιρέσῃ τις τὸ ὑπάρχον ἐπ’ αὐτῶν ἐπικάλυμμα, θέλει ἰδεῖ ὑπ’ αὐτὸ κεκρυμμένους ἄνθρακας ἐρυθροὺς, οἵτινες δύνανται νὰ ἀνάψωσι πυρκαϊὰν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Καιρὸς ὑπολείπεται, καὶ ἴσως ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ θίξωμεν καὶ ἐρευνήσωμεν αὐτὰ μετὰ τρεῖς μῆνας. Ἴσως τότε ἡ ζωηρότης τοῦ ἀνταγωνισμοῦ θέλει μειωθῆ, ἴσως ὁ ὀργασμὸς τῶν κομμάτων θέλει ἀνασταλῆ, ἴσως τὰ πάθη τῆς φιλαρχίας καὶ τῆς φιλοδοξίας θέλουσι ψυχρανθῆ, ἴσως ἡ διάνοια καὶ ἡμῶν τῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ συνερχομένων καὶ τῶν ἐκτὸς συμπολιτῶν ἡμῶν θέλει εἶσθαι μᾶλλον ἐπιτηδεία ἵνα διίδῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ φροντίσῃ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὴν ἐνέργειαν οὕτως, ὥστε νὰ προληφθῇ ἡ ἐπανάληψις τοιούτων ἀπαισίων συμβεβηκότων. Τὸ ἄλλο μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἐμὴν προσοχὴν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὴν εὐθύνην μου. Δύναται νὰ ἐκδηλοῖ τὸν ὕψιστον βαθμὸν τοῦ πάθους, δύναται νὰ διασκευάζῃ φράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰθισμέναι εἰς τὰ Κοινοβούλια· ἴσως τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον εἰς αὐτὸν ἵνα ἀνεύρῃ ἀνακούφισίν τινα. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἑλκύουσι τὴν προσοχήν μου. Τὴν προσοχήν μου ἑλκύει μόνη ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔθιξε τὰ τῆς πολιτείας ἐμοῦ ὡς Πρωθυπουργοῦ, καὶ μὲ ἀπεκάλεσε λιποτάκτην· ἂν καὶ οὐδὲν γνωρίζῃ ἐκ τῶν διατρεξάντων. Ἡ τοιαύτη, ἀμάθεια αὐτοῦ περὶ τὰ γενόμενα καὶ τὰ τότε συμβάντα μόνη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις τῆς ἀγαθοπιστίας του. Εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἔθραυσα τὴν κεφαλήν μου, εἶπεν ὅτι ἐξέθηκα εἰς κίνδυνον τὴν κυριαρχίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἄγνοια τῶν πραγμάτων δύναται νὰ προταθῇ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀγαθοπιστίας του, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ὁρμάς του. Καὶ ἀληθῶς τί μέχρι τοῦδε ἤκουσε καὶ τί ἔμαθεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει ἐπισήμως νὰ βεβαιωθῶσιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ σχηματίσῃ ἣν ἐξήνεγκε περὶ τῆς πολιτείας μου γνώμην, καὶ τὴν γνώμην του ταύτην νὰ ἐκφέρῃ εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ὅπως φωτίσῃ τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ; Ἐπεθύμει νὰ φωτίσῃ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους; Ἐπεθύμει νὰ φωτίσῃ τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ κατοίκους τῆς πρωτευούσης; Ἢ ἐπεθύμει νὰ ἀνακουφισθῇ, καὶ ὁ πόθος αὐτοῦ οὗτος ὤθησεν αὐτὸν ἵνα εἴπῃ πρὸ μικροῦ ἐνώπιόν μας τὰς ἀπρεπεστέρας τῶν λέξεων καὶ τὰς βαρυτέρας τῶν ὕβρεων; Ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1885 μέχρι τοῦδε θέλει διαιρεθῆ εἰς τρία στάδια: Τὸ στάδιον τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προϊστάμην, καὶ διὰ τὰς κατ’ αὐτὸ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εὐθύνας. Αἱ εὐθύναι δ’ ἡμῶν αὗται συνίστανται εἰς τὰ ἑξῆς σπουδαῖα ζητήματα· ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιστρατευθῶμεν κατὰ Σεπτέμβριον, ὅτε συνέβησαν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα; Ἐπιστρατευσάμενοι, ἐπράξαμεν ὅπερ εἴχομεν καθῆκον ἵνα συντάξωμεν καὶ ἐπαρκῶς συντηρήσωμεν τὸν ἐπιστρατευθέντα στρατὸν, τὸν ὁποῖον ὠφείλομεν νὰ συντάξωμεν; Παρελίπομέν τι ἀπὸ ὅσα ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν, εἴτε διὰ τὴν σύνταξιν, εἴτε διὰ τὴν αὔξησιν, εἴτε διὰ τὴν δίαιταν καὶ συντήρησιν αὐτοῦ; Ὅσα εἶπεν ὅτι ἔγραψεν αὐτῷ εἷς καὶ ἐζωγράφισεν ἐν τῇ ἐπιστολῇ του μούντσες καὶ ὅτι τὴν ἐπιστολὴν ταύτην μοῦ ἔστειλεν, ἴσως εἰσὶν ἄξια τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐγὼ ὅμως οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἀλλ’ ἐὰν ἔστειλέ τις αὐτῷ μούντζας, αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὰς σχέσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ μετὰ τῶν ἀνταποκριτῶν του. Διεχειρίσθημεν καλῶς ἢ κακῶς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε τὸ Κράτος διὰ τὴν σύνταξιν καὶ συντήρησιν τοῦ στρατοῦ; Ἐπράξαμεν ὅ,τι ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας; Ὠφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὅταν αἱ Δυνάμεις μᾶς ἀπηύθυναν τὴν πρώτην συμβουλὴν ἢ ἀπειλήν; Ὠφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὅταν μᾶς ἀνεκοίνωσαν τὴν δευτέραν; Ὠφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὅταν μᾶς ἀνεκοίνωσαν τὴν ἀπειλὴν τῆς ἀπαγορεύσεως πάσης ναυτικῆς ἐπιθέσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Τουρκίας; Ὠφείλομεν νὰ ὑποχωρήσωμεν, ὅταν μᾶς ἀπηύθυναν τὸ τελεσίγραφον; Ἦτο δυνατὸν νὰ πολεμήσωμεν καθ’ ἕκαστον τῶν σταδίων τούτων, προβαίνοντες εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου καὶ δὲν τὸ ἐπράξαμεν; Ἐλιποτακτήσαμεν, ὡς αὐθαδῶς εἶπέ τις, ἢ καταθέντες τὴν Ἀρχὴν, ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον πᾶς πολίτης ἔχει πρὸς τὴν πατρίδα του; Ἐξεθήκαμεν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ ἐδημιουργήσαμεν ἢ παρεσκευάσαμεν κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ ζημίας ἢ καταστροφὰς, ὅταν προεβάλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὑποψήφιον διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Ταῦτα τὰ ζητήματα εἰσὶν ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχομεν νὰ δώσωμεν ἐπὶ τούτου εὐθύνας, ἡμέραν δέ τινα προεκάλεσα πάντα νὰ διατυπώσῃ τίνας θέλει παρ’ ἐμοῦ πληροφορίας, προβαλὼν ἐμαυτὸν πρόθυμον νὰ δώσω πᾶσαν τοιαύτην ζητηθησομένην. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν ἢ δικαίωμα νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς ἕκαστον τῶν ζητημάτων τούτων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, ἐὰν δὲ ζητηθῶσι, νομίζω, ὅτι οἵαν καὶ ἂν ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων γνώμην, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ τὰ καταθέσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν καταθέσῃ αὐτὰ, εἰμὶ παρεσκευασμένος διὰ νὰ ἀποδείξω ἐγὼ δι’ ἐγγράφων, ὅτι ἐπολιτεύθην καθ’ ὃν τρόπον πᾶς γνήσιος Ἕλλην ὤφειλε νὰ πολιτευθῇ. Δὲν ἀποδεικνύονται κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος των ἐκεῖνοι οἵτινες, ψέγοντες καὶ παρατάσσοντες σωρείαν λόγων πομπωδῶν, νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσιν ἑαυτούς. Ἀλλὰ εἶνε καὶ δεύτερον στάδιον κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἀντιστοιχοῦσιν αἱ εὐθύναι τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου. Καὶ αὐτὸ ἔχει εὐθύνας νὰ δώσῃ, καὶ ταύτας πιθανὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλή. Ὑπολείπονται αἱ εὐθύναι τοῦ παρόντος Ὑπουργείου. Μήπως καὶ τοῦτο δὲν ὑπέχει εὐθύνας διὰ τὰς κυβερνητικὰς καὶ διοικητικὰς ἐνεργείας του κατὰ τὸ στάδιον τῶν συμπλοκῶν, αἵτινες συνέβησαν κατὰ τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν; Ἐνήργησαν κατ’ αὐτὰς, ὡς ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσι, καὶ ἐνήργησαν, ὡς ὤφειλον νὰ ἐνεργήσωσι, πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ; Καὶ διὰ τὰς πράξεις των ταύτας ὑπέχουσιν εὐθύνας. Ἐγὼ προαναγγέλλω ὅτι εἰμὶ ἕτοιμος νὰ δώσω εὐθύνας εἰς πᾶσαν στιγμήν, διότι ὅταν διαχειρίζωμαι τὰ δημόσια πράγματα, παρασκευάζομαι οὕτως, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ δώσω εὐθύνας κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τοῦ δημοσίου βίου μου. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο ἀνάρμοστον νὰ προκληθῶ εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἀφοῦ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν θέλουσι διακοπῆ αἱ ἐργασίαι ἡμῶν. Ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες εἰς τοιαύτην στιγμὴν προκαλοῦσι συζητήσεις καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νομίζοντες, ὅτι οὕτω δύνανται νὰ θραύσωσι κεφαλὰς, εἴτε νὰ ἐπηρεάσωσι τὸν δημόσιον βίον τῶν πολιτευτῶν, μειοῦντες τὴν πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοῦ, ἐκεῖνοι ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα ἢ νὰ πλαστογραφῶσι τὰ συμβεβηκότα πρὸς τοῦτο, ἐκεῖνοι ἐπιχειροῦσιν ἐπιχειρήματα, ἅτινα ζωγραφίζουσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἠθικότητα. Ἐὰν θέλωσι νὰ προβάλωσι τὸ ὑψηλὸν ἀνάστημά των, ἀγνοοῦσιν ὅτι τὸ ἀνάστημα ἑκάστου δὲν ὑψώνει οὔτε τὸ ὑβριστικὸν, οὐδὲ τὸ σαρκαστικὸν ὕφος, οὔτε ὁ τόνος τῆς φωνῆς, οὔτε αἱ λέξεις, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν. Τὸ ἀνάστημα ἑκάστου ὑψώνει ὁ δημόσιος βίος αὐτοῦ, ὅστις γίγνεται γνωστὸς εἰς τὸ κοινὸν, διότι εὐτυχῶς ζῶμεν ὑπὸ ἐλεύθερον Πολίτευμα. Ἀναγκαίως δ’ ἔχομεν τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς προσδιορίζει ἡ περὶ ἑκάστου ἡμῶν γνώμη τοῦ λαοῦ. Λυποῦμαι μόνον, διότι ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ εἰς τὰ ὑψηλότερα θρονία καθήμενος, ὡμίλησε περὶ πολιτικῆς δολοφονίας. Ἡ δολοφονία εἶνε τῷ ὄντι στυγερὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ ἀνδρικὰ αἰσθήματα, εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διασκευάζει ὁ δόλος καὶ ἐκτελεῖ ἡ ἀπάτη. Ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐάν τις ἤθελε τολμήσει νὰ πειραθῇ πρᾶξιν πολιτικῆς δολοφονίας κατ’ ἐμοῦ, θέλω εὑρεθῇ ἕτοιμος ν’ ἀποκόψω τὴν δολοφόνον χεῖρα αὐτοῦ πρὶν ἢ τείνῃ αὐτὴν κατ’ ἐμοῦ.
§85Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, οὔτε εἶνε καιρὸς σήμερον νὰ κρίνω ἢ νὰ ἐπικρίνω τὴν πολιτείαν τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Αὕτη θέλει ἐξετασθῆ καὶ κριθῆ, ὅταν δοθῇ εὐκαιρία νὰ δώσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ τὰς διασαφήσεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ τὰς ὁποίας ἀκόμη δὲν προεκλήθη, οὔτε ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογηθῶ, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ χωρὶς νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτὴν, ἔδωκαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς μερίδος ταύτης κ. Στεφανοπούλου. Τῷ ὄντι τὸ γεγονὸς τῆς ἡμέρας ἐκείνης κατέπληξε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀνεβίβασεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὸν κύριον Τρικούπην, ὃν ὁ λαὸς εἶχε πανδήμως καταδικάσει κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, γνωσταὶ δὲ ἦσαν αἱ διαθέσεις, τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία αὑτῆς εἶχε περὶ τοῦ κυρίου Τρικούπη μέχρι τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦ γεγονότος τούτου τὴν ἐξήγησιν εὑρίσκει τις εὐκόλως, ἐὰν θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσῃ ἐν ἀμεροληψίᾳ τὰ γεγονότα, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἀπὸ τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη καὶ ἐντεῦθεν. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης διὰ λόγους, οὓς αὐτὸς γιγνώσκει, καίτοι ὑποστηριζόμενος ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ παραιτηθῇ. Καλέσας δὲ τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὴν οἰκίαν του τοὺς φίλους του — ἐγὼ μὴ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ τῶν φίλων καὶ ὀπαδῶν τοῦ κ. Δηλιγιάννη δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνάθροισιν ἐκείνην — καλέσας τοὺς φίλους του, ἐξήγησεν εἰς αὐτοὺς, κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ἐν τῇ «Πρωΐᾳ», ἥτις διερμηνεύει τὰς ἰδέας του, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα δὲν ἔμενεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ νὰ πράξῃ δυοῖν θἄτερον, δηλαδὴ εἴτε νὰ πολεμήσῃ διεξάγουσα πόλεμον φονικὸν καὶ καταστρεπτικὸν, ἀλλὰ πιθανῶς ἔνδοξον, εἴτε νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἀπῄτουν τὸν ἀφοπλισμόν. Ἔλεγε δὲ τότε ὁ κύριος Δηλιγιάννης: ὅτι πόλεμον δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ, διότι πρὸς διεξαγωγὴν αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσι πᾶσαι αἱ πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ διαιρέσεις, νὰ ἀδελφοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ἐγειρόμενοι ὡς εἷς ἄνθρωπος νὰ βαδίσωσιν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Βασιλέως κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ καίτοι πολλάκις ζητήσας, οὐδέποτε εὗρε τοὺς ὅρους τούτους· ἑπομένως κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν. Ἀλλὰ τὴν ὑποχώρησιν, ἔλεγε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ὁποίου αὐτὸς προΐστατο, διότι ἡ δυσμένεια τῶν μεγάλων Δυνάμεων κατὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως εἶχε λάβει τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔμενεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὑποχωροῦν, ἡ δυσμένεια ἤθελεν ἐκδηλοῦσθαι ἐν πάσῃ κυβερνητικῇ πράξει κατὰ τρόπον ἐξευτελίζοντα οὐ μόνον τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν Βασιλέα· διὰ τοῦτο ἐπροτίμησε νὰ παραιτηθῇ. Ὅτε, κύριοι, ἀνέγνωσα τὴν ὁμιλίαν ταύτην εἰς τὴν «Πρωΐαν», σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἐπῄνεσα τὸν κύριον Δηλιγιάννην διὰ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν, ἣν ἔδειξε, προτιμήσας νὰ παραιτηθῇ τῆς Ἐξουσίας, καίτοι ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας, παρὰ ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Βασιλείαν ἔκθετα εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν ξένων. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Δεληγιάννη ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε σχηματισθῆ Κυβέρνησις ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ὑπὸ εὐθύνην της ὅ,τι αἱ περιστάσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπηγόρευον. Παρ’ ἐλπίδα τὸ Στέμμα, στηριζόμενον εἰς Συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας οὐδόλως συμμερίζομαι, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ σχηματισθῇ Ὑπουργεῖον ἔχον τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὸ εὐθύνην του τὰ δέοντα· ἐσχηματίσθη δε Ὑπουργεῖον διαβατικὸν, ὅπερ ἔλαβε τὴν ἁπλῆν, τὴν ἁπλουστάτην ἐντολὴν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως ὑποδείξῃ τὴν ὁριστικὴν Κυβέρνησιν. Συνῆλθον λοιπὸν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἡ πλειοψηφία, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἵστατο πάντοτε εἰς τὴν θέσιν της, δυσμενῶς δηλαδὴ διακειμένη πρὸς τὸν κύριον Τρικούπην καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ἣν ἐπὶ τριετίαν ἐδοκίμασεν, ἐπιστεύετο δὲ ὅτι, ἀφοῦ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς παρῃτήθη τῆς Ἐξουσίας, κηρύξας ὅτι ἡ διαμονή του ἐν αὐτῇ ἤθελεν ἔχει ὡς ἄφευκτον συνέπειαν τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας, ἐπιστεύετο, λέγω, ὅτι ἤθελεν ὑποδειχθῆ ἄλλο τι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον, ἐρχόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελεν ἐκπληρώσει ὅ,τι αἱ περιστάσεις τοῦ Τόπου ὑπηγόρευον. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα ἐπληροφορήθην, ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἀνοίξῃ τὸ Βουλευτήριον, ὁ κύριος Δηλιγιάννης, καλέσας εἰς τὴν οἰκίαν του τοὺς φίλους του, τοῖς εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐπεθύμησε νὰ μὴν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν πολλαὶ ἀξιώσεις ἀπὸ μέλη καὶ μὴ μέλη τοῦ κόμματος — δὲν ἐννοῶ διατί ἐμερίμνα διὰ τὰ μὴ μέλη —, φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἤθελε παραβλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματος καὶ διὰ τοῦτο καθῆκον εἶχε χάριν τοῦ κόμματος νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποδειχθῇ ὁ ἴδιος ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξεπλάγην, κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἅτε ἀνέγνωμεν τὴν ἀγόρευσιν ταύτην τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη καὶ εἴδομεν ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπηγόρευσε τὴν ὑπόδειξιν αὐτοῦ ὡς μέλλοντος κυβερνήτου τῆς Χώρας, εἰμὴ ἡ διατήρησις τοῦ κόμματος. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ παράλια ἡμῶν ἦσαν ἀποκεκλεισμένα καὶ εἴς τινα μέρη ἤρχισαν οἱ ἄνθρωποι νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἄρτου, εἰς ἄλλα δὲ ἐστεροῦντο θείου καὶ ἐκινδύνευον νὰ καταστραφῶσιν αἱ ἄμπελοι, ὁ δὲ στρατὸς ἡμῶν ἵστατο ἀντιμέτωπος εἰς τὰ σύνορα πρὸς τὸν Τουρκικὸν, καὶ ἐπέκειντο ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν συμπλοκαὶ, αἱ ὁποῖαι καὶ δὲν ἔλειψαν μέχρι τέλους, μία καθ’ ἡμᾶς ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ σκέψις, ἡ σκέψις τοῦ νὰ σχηματισθῇ ἀμέσως Κυβέρνησις, κατὰ δὲ τὴν κρίσιν μας, ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἀμέσως τότε, διότι αἱ περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῄτησε τὴν Ἐξουσίαν οἰκειοθελῶς, ὑφίσταντο εἰσέτι καὶ μάλιστα μετ’ ἐπιτάσεως. Ἠδυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ, κυρίου Ζυγομαλᾶ, ὅστις ἐγκαταλείψας τὸν ἀρχηγόν του, κατακρίνει σήμερον ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ὑπήρξαμεν ὀπαδοὶ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη. Ἠδυνάμεθα δηλαδὴ ἢ νὰ ὑποδείξωμεν ἄλλον ὑποψήφιον ἢ νὰ δώσωμεν λευκὸν ψηφοδέλτιον, ὡς ἔπραξε τοῦτο ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ ἐσυλλογίσθημεν ὅτι, ἐὰν ἐπράττομεν τοῦτο, ἡ Βουλὴ ἤθελε διαιρεθῆ εἰς τρία τμήματα, καὶ ἐνδεχόμενον ἦτο οὐδεὶς τῶν ὑποψηφίων νὰ λάβῃ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει κατ’ ἀνάγκην ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ὡς μὴ δυναμένης νὰ ὑποδείξῃ Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ τὸ Στέμμα, κατὰ τὴν ἀρχὴν, ἣν ἔλαβε, δὲν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον μὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἀπῃτεῖτο, ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ μείνῃ ὁ Τόπος ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ ἀχρόου Ὑπουργείου, ἀπρακτοῦντος ἐπὶ τρεῖς καὶ ἐπέκεινα μῆνας. Αἱ σκέψεις αὗται μᾶς ἠνάγκασαν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας εἰς τὴν μερίδα, ἡ ὁποία μόνη ἠδύνατο τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν· οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐψηφίσαμεν τὸν ὑποψήφιον τῆς μερίδος τοῦ κυρίου Τρικούπη. Δὲν ἐλησμονήσαμεν τὴν ἐντολὴν, ἣν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν λαὸν κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, οὐδὲ εἴμεθα μετανοημένοι δι’ ὅσα πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ κατ’ αὐτὴν ἐλέγομεν καὶ ἐπράττομεν κατὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, διότι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα τῆς ἐξουσίας του, ὑπῆρξε κατὰ τὴν κρίσιν μας ὀλεθρία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Δὲν ἠθελήσαμεν διὰ τῆς πράξεως ταύτης νὰ ὑβρίσωμεν τὴν 7 Ἀπριλίου, ὡς ἔγραφε μίαν ἡμέραν ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὅστις ἀρέσκεται νὰ ἐμφανίζεται ὡς μόνος δημιουργὸς καὶ μόνος ἀντιπρόσωπος τῆς ἡμέρας ταύτης, οὐδὲ εἴμεθα ἐνθουσιασμένοι διὰ τὴν πολιτικὴν πορείαν, ἣν ἠκολούθησεν ὁ κύριος Τρικούπης, ἀφ’ ἧς ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τῆς Ῥωμυλίας· διότι ἐν ἀρχῇ μὲν συνετέλει εἰς τὸ νὰ ρυμουλκῆται ὑπὸ τοῦ πλήθους ὁ κύριος Δηλιγιάννης, οὔτε αὐτὸς προτείνων γνώμην τινὰ ἢ συμβουλὴν, οὔτε εἰς ἄλλους ἐπιτρέπων νὰ ἀνταλλάξωσι καὶ ἀνακοινώσωσιν οἰκογενειακῶς καὶ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει τὰς ἰδέας των, διὰ νὰ βοηθήσωσιν ὁπωσδήποτε τὴν Κυβέρνησιν, ἀκολούθως δὲ, ὅτε ὅλοι ἐπιστεύομεν ὅτι ἐτελείωσαν αἱ παρασκευαὶ καὶ ὅτι ἔφθασεν ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας, ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς ὀπισθοδρομήσεως καὶ παρέστησε τὸ Ἔθνος διῃρημένον καὶ ἐν διαφωνίᾳ εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ὁμοφωνία, εἴτε διὰ νὰ ἐνεργήσῃ, εἴτε διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ. Οὐδένα λοιπὸν εἴχομεν λόγον, ὅπως ἐπιθυμήσωμεν τὴν ἐπάνοδον τοῦ κυρίου Τρικούπη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, διότι τὴν μὲν ὑποψηφιότητα τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη δὲν ἐθεωρήσαμεν σπουδαίαν, τούτου δὲ ἐναντιουμένου δὲν εἴχομεν τὴν δύναμιν νὰ ὑποδείξωμεν ἄλλον τινὰ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας.
§86Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν εἰσελθὼν εἰς τὴν Αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ἔμαθον ὅτι ὁ κ. Ῥάλλης ὁμιλῶν, εἶπεν, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ μεταστάντες ἐσχάτως ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος εἰς τὴν ἄλλην, εἶνε ἀνάξιοι νὰ κάθηνται ἐδῶ.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ὄχι. Εἶπον ὅτι δὲν μετέβαλον ποσῶς θέσιν, ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κίνδυνος, εἰς ὃν εὑρίσκετο ὁ Τόπος μου, μοὶ ἐπέβαλλε νὰ διαῤῥήξω πᾶν συμφέρον ἀτομικὸν καὶ κομματικὸν χάριν καὶ μόνον τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Τόπου μου, ἥτις συνετρίβετο. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπεμένομεν εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἐπὶ τοῦ χείλους τοῦ βαράθρου τὸν Τόπον, διὰ τῆς ἀσυνεποῦς πολιτείας του ἐπὶ 8½ μῆνας......(θόρυβος).
§88ΠΕΤΡΙΔΗΣ. ... (θόρυβος) ἐπικαλοῦμαι ὅλον τὸν περίβολον αὐτὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος ἄνθρωπος ὡς αὐτόν. Ἀρκετὰς ὕβρεις μετεχειρίσθητε ἐναντίον ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σέβεσθε. Καὶ ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀρχηγοῦ ἑνὸς κόμματος, πρέπει νὰ ἦσθε εὐλαβέστερος.
§89ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω βραδύτερον, ὅταν ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
§90ΠΕΤΡΙΔΗΣ. ..... (θόρυβος) ὅταν θὰ καταδειχθῇ ποῖος ἐζήτησε τὴν καταστροφὴν τῆς Πατρίδος του, καὶ πόσον εἶνε δυστυχὴς ὁ Τόπος οὗτος, διότι ἐγκλείει ἐν τοῖς κόλποις του τόσας ἀκατονομάστους φιλοδοξίας. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω πρόσωπα· δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα. Ἐὰν λυποῦμαι τὸ ἔθνος, λυποῦμαι διότι περικλέει τόσας φιλοδοξίας, ὅσας δὲν χωρεῖ οὔτε ἡ Γαλλία οὔτε ἡ Ἀγγλία. Ἔχομεν 50 Πρωθυπουργούς. Ἔχετε ἕνα στόμα τόσον, σεῖς, χθεσινὸς ἄνθρωπος. Ἐγὼ εἴκοσι καὶ δύο ἔτη ὑπηρετῶ τὴν Πατρίδα μου καὶ ποτὲ δὲν ἐφιλοδόξησα, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπέμεινα εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτάχθην. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν, κύριε Φιλάρετε, διότι σᾶς ἐκτιμῶ....(θόρυβος).
§91ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§92Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τέλος πάντων προβάλλει ἐρωτήματα ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀπήγγειλε ῥητὰ ἐρωτήματα, καὶ εἰς τὰ ῥητὰ ἐρωτήματα ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν, δύναμαι δὲ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμήν. Τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἤμην Πρόεδρος, εἶχεν ἀπόφασιν ἀμετάτρεπτον νὰ πολεμήσῃ. Τὰς ἐνεργείας του ὑπηγόρευεν ὁ σκοπὸς αὐτὸς, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔπραττε, τὸ ἔπραττεν ἵνα καταστήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο εὐχερές. Συνεκαλέσαμεν δὲ τὰς δύο ἡλικίας, διὰ τὰς ὁποίας μὲ ἠρώτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι οἱ διοικοῦντες τὰ στρατιωτικὰ σώματα κατὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον διὰ πρωτοκόλλου, τοῦ ὁποίου κατέχω ἀντίγραφον, ἐζήτησαν μεγαλείτερον καὶ ὡρισμένον ἀριθμὸν δυνάμεως πεζικοῦ καὶ διὰ τὴν ἐπίθεσιν καὶ διὰ τὴν ἄμυναν. Συνεκαλέσαμεν δὲ τὴν Βουλήν, διότι πρὸς καταρτισμὸν τῶν στελεχέων ἀπῃτοῦντο μέτρα νομοθετικὰ, δὲν ἦτο δὲ εὐχερὲς τὰ μέτρα ταῦτα τὰ νομοθετικὰ νὰ παρασχεθῶσιν ἡμῖν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ἐπὶ τέλους ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῶσιν αἱ πράξεις, αἵτινες ἔμελλον νὰ περιέχωσι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὸ Ὑπουργεῖον διετέλει ὑπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τοῦτο συνεκαλέσαμεν αὐτήν. Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς οὐδόλως ἐπράξαμεν ὅσα λέγει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἐπράξαμεν, ὅστις δὲν γνωρίζει τὶ λέγει, ἤθελον δ’ ἀδικήσει αὐτὸν, ἐὰν ὑπέθετον ὅτι ὅσα εἶπε, τὰ εἶπεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων· τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπεμένομεν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, δὲν ἀπέσχομεν δὲ τοῦ σκοποῦ τούτου εἰ μὴ ὅταν ἐπῆλθεν ἡ βία. Μέχρι δὲ τῆς παραμονῆς τῆς ἐνασκήσεως τῆς βίας, ἀκόμη ἐδυσπιστοῦμεν ἀκόμη ἐδιστάζομεν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι αἱ πέντε μεγάλαι Δυνάμεις ἤθελον προβῆ εἰς βίαν. Τοσοῦτον ἐθεωροῦμεν τὴν πρᾶξιν ἄδικον καὶ ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰ διεθνῆ νόμιμα. Τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν τροφὴν τοῦ στρατοῦ, εἶνε ἀνάξιον ἀπαντήσεως, διότι ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, πρὸ πάντων δ’ ὁμολογοῦσιν οἱ ἐπίστρατοι, οἱ ὁποῖοι ἀπολυθέντες σήμερον εὑρίσκονται ἐν τοῖς κόλποις τῶν οἰκογενειῶν των, ὅτι ὁ στρατὸς οὐδέποτε ἐτράφη τοσοῦτον καλῶς καὶ ἐπαρκῶς, ὅσον κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον παρέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡς πεινῶντα, διότι τοιαύτας πληροφορίας τῷ ἔδιδεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τῷ ἔπεμπε τὴν ζωγραφίαν τῆς μούντζας....
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπέδωκα.
§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ μοὶ ἀποδίδετε πολλὰ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ μέτρον τοῦ θράσους καὶ τῆς αὐθαδείας σας.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ἀπέδωκα, διότι σᾶς ἀνῆκε (θόρυβος).
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε αὐτά.
§97ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνάγκη νὰ περισταλῇ ἡ αὐθάδεια τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ, ὅστις κατέστη ἀφόρητος πλέον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐργαζόμενος, φαίνεται, καὶ οὗτος πρὸς ἀνύψωσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ῥάλλης ἀνάγκη νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὑπεδέχετο διὰ διακοσίων ἁμαξῶν τὸν κ. Τρικούπην, ὡς μέγαν Ἀλέξανδρον, καὶ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ, διότι προὐτιμήθη ἕτερος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγένετο ὁ ἐξ ἐπαγγέλματος ὑβριστὴς αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του, ἀποπεμφθεὶς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὡς τοιοῦτος δὲν διέπρεψεν ἀτυχῶς ὁ κ. Ῥάλλης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὡς πάντες τὸ γινώσκετε. Νομίζει, ὅτι διὰ τῶν ἀπρεπῶν φράσεων καὶ τῶν ὕβρεων θὰ σταδιοδρομήσῃ! Λυποῦμαι τὸν ἄνθρωπον, κύριε Πρόεδρε, διότι περιέστη εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ἐνῷ τὸν ἐτίμων ἄλλως.
§98Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὐθάδης· καλὰ τὸν ἐχαρακτήρισεν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης.
§99ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Ῥάλλη, οἱ χυδαῖοι λόγοι σου εἶνε ἀνάξιοι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἕδρας, ἣν κατέχεις. Σὲ γνωρίζομεν πάντες. Τίς εἶσαι σὺ, ὅστις τολμᾷς νὰ φέρεσαι ἀνευλαβῶς πρὸς ἄνδρα, ὃν τιμᾷ σύμπας ὁ Ἑλληνισμός; Πόθεν ἀντλεῖς τὴν θρασύτητα ταύτην; Τίς εἶσαι σὺ καὶ πρὸς τίνα ἀποτείνεσαι; Θὰ σὲ καταστείλω ἀσχημονοῦντα τόσῳ ἀπρεπῶς ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ· ἔχω καθῆκον, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος λησμονεῖ τὸ ἰδικόν του... Τίνα ἀφῆκεν ἀνύβριστον ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη μέχρι σήμερον;
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι· σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα.
§101Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἠνέχθημεν μίαν φορὰν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται διὰ τῆς αὐθαδείας του νὰ....
§102Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μὲ ἠρώτησεν ἀκόμη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς: διατί παρῃτήθητε; Καὶ ἀφοῦ παρῃτήθητε, διατί ἐπεμένετε εἰς τὴν παραίτησιν ὑμῶν; Ἔμαθεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς—δὲν γνωρίζω δὲ πόθεν τὸ ἔμαθε, διότι ὑπ’ ἐμοῦ οὐδὲν ἀνεκοινώθη—ἔμαθεν οὐχὶ ἐξ ἐπισήμου ἀνακοινώσεως, ἀλλ’ ἴσως ἐξ ἀνακοινώσεως, μεταβιβασθείσης δι’ ὑπογείου τινὸς ὀχετοῦ, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἐδέχετο τὴν παραίτησίν μου, καὶ ἕνεκα τούτου διετύπωσε τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Μὲ ἠρώτησε λοιπὸν «διατί ἐπεμένετε εἰς τὴν παραίτησίν σας;» Πρό τινος καὶ ἄλλος συνάδελφος μοὶ ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν διατί παρῃτήθην. Ἐκεῖνον παρεκάλεσα νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐρώτησίν του, ἕως ἂν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἡ ὑπόθεσις προκαλέσῃ τὴν ἀπαιτουμένην μακρὰν συζήτησιν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν λοιπὸν διατί παρῃτήθην, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω τὴν ἀπάντησιν ἕως ἂν κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν διατί ἐπέμεινα εἰς τὴν παραίτησιν, διατί δὲν ὑπεχώρησα, ἂν ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς παραιτήσεώς μου, προθύμως ἀπαντῶ. Ἄν τὸ Στέμμα ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς παραιτήσεώς μου, εἶχον καθῆκον ὡς συνταγματικὸς Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπαιτήσω ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις. Ἐγὼ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος, ὅταν διαχειρίζωμαι τὰ δημόσια, ὀφείλω εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν ἐκλογέων μου· ἡ Βασιλικὴ Ἐξουσία δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐὰν ἐκπληρῶ ἢ παραβαίνω τὸ καθῆκόν μου, παραιτούμενος τοῦ Ὑπουργείου· ἐὰν ἡ Βασιλικὴ Ἐξουσία ἤθελε μοὶ ἀπευθύνει ἀντιῤῥήσεις, ἤθελον εἰπεῖ εἰς αὐτὴν, ὅτι ὑπερβαίνει τὰ συνταγματικὰ δικαιώματά της, ἐπιχειροῦσα νὰ ἐλέγξῃ διατί παραιτοῦμαι. Τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐνασκήσῃ, ζητοῦσα παρ’ ἐμοῦ λόγον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει κρίνει ἂν παρέβαινον ἢ ἐξεπλήρουν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα παραιτούμενος. Οἱ ἐκλογεῖς μου τέλος ἤθελον μὲ δικάσει. Καὶ ἄλλο ἐρώτημα μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διατί, ἀφοῦ παρῃτήθην, προέβαλον πάλιν ἐμαυτὸν ὑποψήφιον διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξετάζεται μόνον ἐν τῷ κόμματι, τὸ δὲ κόμμα δὲν εἶναι τὸ Κοινοβούλιον. Ἐὰν ἐγὼ καλῶς ἢ κακῶς ἔπραττον ζητῶν παρὰ τῶν φίλων μου νὰ ψηφοφορήσωσιν ἐμὲ διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπεῖχον εὐθύνην πρὸς τὸ κόμμα καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον· τοῦ κόμματος δὲ τὰ μέλη, ὅσα ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἔπραττον καλῶς, προτείνων ἐμαυτὸν ὡς ὑποψήφιον, εἶχον δικαίωμα νὰ μεταστῶσιν εἰς ἄλλο κόμμα. Μοὶ ἐφάνη δὲ ὅλως παράξενον ἀκούσας νὰ μὲ προκαλῇ μάλιστα νὰ δώσω λόγον περὶ τούτου ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον ἔτι ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶχε συνταχθῆ μετὰ τῶν φίλων μου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ζητῇ λόγον παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ δώσω λόγον καὶ διὰ τοῦτο; Συνειθίζω νὰ πράττω ἐν τῷ οἴκῳ ὅ,τι δύναμαι νὰ εἴπω δημοσίως ἐν τῇ πλατείᾳ. Ὅταν σκέπτωμαι ἐν τῷ κόμματι, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω τὰς σκέψεις μου καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διότι, καὶ κακαὶ ἐὰν εἶναι αἱ σκέψεις μου, δὲν ὑπαγορεύει αὐτὰς ἡ κακὴ πίστις, ἀλλ’ ἡ ἀνθρώπινος πλάνη. Δὲν δυσκολεύομαι λοιπὸν νὰ δώσω λόγον διατί ἔταξα ἐμαυτὸν ὑποψήφιον διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπηγόρευσε τὴν πρᾶξίν μου ταύτην μόνον τὸ συμφέρον νὰ συντηρήσω ἐν τῷ ἐμῷ προσώπῳ τὴν πλειονοψηφίαν, διότι τοῦτο ἦτο ταπεινὸν συμφέρον, ἀλλ’ ὑπηγόρευσεν αὐτὴν ἄλλο εὐγενὲς συμφέρον, τὸ συμφέρον νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἄλλως τὰ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας ἐμὰ κυβερνητικὰ σχέδια ἤθελον μείνει ἄνευ ὠθήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐσχηματίζετο ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας· ἵνα δὲ συντελέσω πρὸς τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ παρασταθῶ ἐνώπιον τοῦ Στέμματος ὡς διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας. Εἶπον ὅτι ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας δὲν εἶχε σήμερον δικαίωμα νὰ μοῦ ζητήσῃ λόγον διατί ἔταξα ἐμαυτὸν ὑποψήφιον εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Βουλῆς· ὁμολογῶ ὅμως ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, καὶ τὸ παράπονόν του ἤκουσα μετὰ συγκινήσεως. Σᾶς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμαθεν ὅτι παρῃτήθην, ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐλπὶς ὅτι τέλος πάντων ἄλλοι ἤθελον κληθῆ ἀντ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ ἐπάνοδός μου ὡς ὑποψηφίου εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Βουλῆς ἀνῄρει τὴν ἐλπίδα του ταύτην. Καὶ μᾶς ἀπέδειξεν ὅτι εἶχε δίκαιον διὰ τοῦτο νὰ δυσφορήσῃ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὀλίγον ἐμερίμνησα διὰ τὴν δυσφορίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, διότι οὔτε ἡ δυσφορία του, οὔτε ἡ εὐφροσύνη του μεταβάλλουσι τὴν ἀπάθειάν μου. Ἂν ἔχω πόθον νὰ ὑπηρετῶ τὴν ἐμὴν πατρίδα, οὐδένα πόθον ἔχω νὰ συγκρατῶμαι εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἐὰν εἶχον πόθον τοιοῦτον, δὲν εἶχον παρὰ νὰ θέσω μίαν ὑπογραφὴν, ἵνα διατάξω τὸν ἀφοπλισμὸν, καὶ ἤθελον οὐ μόνον σήμερον ἔτι νὰ κυβερνῶ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τίς οἶδε πόσον ἀκόμη χρόνον. Ὅσοι δὲ ψελλίζουσι τὸ χέρι, δὲν σκέπτονται, ὅτι ἂν ἠδυνάμην αὐτὸ νὰ τὸ εἴπω, ἠδυνάμην καὶ νὰ μὴ τὸ εἴπω. Ἂν τὸ εἶπον, σκοπὸν εἶχον νὰ δηλώσω ὅτι εἶχον ἀπόφασιν νὰ μὴ ὑπογράψω τὸν ἀφοπλισμόν. Ἀλλ’ ἠδυνάμην καὶ νὰ μὴ τὸ εἴπω, ἂν εἶχον σκοπὸν μόνον πῶς νὰ συγκρατήσω τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ εἶπον ἢ δὲν τὸ εἶπον· γνωρίζω ὅμως ὅτι δὲν ὑπέγραψα τὸν ἀφοπλισμόν. Προσεχώρησα ἀληθῶς εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Γαλλίας, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ διατάξω τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ διὰ νὰ διατάξω τὴν βαθμιαίαν ἐλάττωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀφοπλισμὸς τῆς Χώρας ἦτο ἐπαναφορὰ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν ἐπὶ ποδὸς εἰρήνης κατάστασιν, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο εἶναι ῥιψοκίνδυνον, διότι δὲν εἶχον ἔτι ἐκλείψει ἀπὸ τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος πᾶσαι αἱ ἀφορμαὶ, αἵτινες ἐπέβαλον εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ μὴ μείνω ἀμέριμνος, ἀλλὰ νὰ γρηγορῶ. Αὐτὰς τὰς ἀπαντήσεις εἶχον νὰ δώσω εἰς τὸν κύριον Ῥάλλην. Λυποῦμαι ὅτι τοσοῦτον ὀψὲ ἐνεθυμήθησαν νὰ μοὶ ἀπευθύνωσιν ἐρωτήσεις διὰ ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ φύγωμεν ἐκ τῆς Αἰθούσης, μᾶς σταματῶσι καὶ μᾶς ζητοῦσι λόγον. Δὲν σᾶς προεκάλεσα τοσάκις νὰ διατυπώσητε καὶ προβάλητε ὅσας ἂν ἔχητε κατ’ ἐμοῦ καταγγελίας; Διατί ἐσιωπήσατε, καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔρχεσθε λέγοντες κενοὺς λόγους καὶ θρασείας φράσεις; Εἰπέτε, εἰπέτε καὶ τώρα τί ἔχετε νὰ μοῦ ψέξητε; Ταπεινὸν φρόνημα ἐμπνέει ἡ ἀλόγιστος φιλαρχία. Ἂν δὲν δύνασθε νὰ ὑψωθῆτε μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ ἀνύψωσεν ἡ συνείδησις τῶν καθηκόντων μου πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, κύψατε, κύψατε ὑπὸ τὸ πάθος τῆς φιλαρχίας, ἵνα κινήσητε τὸν οἶκτόν μου. Ἂς μὴ νομίσωσιν οἱ οὕτω φερόμενοι, ὅτι θέλουσι θεωρηθῆ ὑπό τινος ὡς σπουδαιολογοῦντες. Τοὺς συμβουλεύω ὡς πρεσβύτερος νὰ σπουδαιολογῶσιν, ὅταν τὰ ζητήματα ἐφάπτωνται τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος μας, διότι ταῦτα οὐδέποτε πρέπει νὰ καταβιβάζωνται ἀπὸ τοῦ ὕψους των, οὐδέποτε δὲ πρέπει νὰ συνδυάζωνται μὲ πολιτικοὺς ὑπολογισμούς. Βλέπω θερμότητα πολλαχοῦ καὶ εἴς τινας νευρικὴν ἀνησυχίαν. Δὲν συνιστῶσιν ἑαυτοὺς οἱ ἀφιέμενοι τοσοῦτον ἀπροκαλύπτως εἰς τοὺς τοιούτους ἐρεθισμοὺς τῶν νεύρων, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἰσὶν ἀδικαιολόγητοι, ὁμιλοῦντες περὶ κινδύνων τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Χώρας, περὶ καταστροφῆς τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ψαύοντες δὲ καὶ διαπραγματευόμενοι τοιαῦτα ζητήματα μετὰ νευρικῶν σπασμῶν.
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, καταντᾷ ἀκατανόητον ὅσον καὶ ὀχληρὸν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, καθὰ τοὐλάχιστον εἶνε πασίγνωστον, εὑρέθησαν εἰς τὴν θέσιν νὰ πράξωσι κάτι τι, ὄχι βεβαίως ὑπὸ τὰς ταπεινοτέρας ἐπόψεις, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκούουν καὶ ἐπιτιμήσεις καὶ τὰς ἤκουσαν ὄχι σήμερον, ἀλλὰ πρὸ ἡμερῶν παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ παρεμβάλῃ καὶ μίαν περικοπήν.
§104ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ· δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
§105ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦ συνειθισμένου αὐτῷ τρόπου, καὶ λυποῦμαι, διότι παρέστησαν φαινόμενα εἰς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεύχομαι νὰ ἐπαναφανοῦν εἰς τὴν Πολιτείαν ἡμῶν, δηλαδὴ ὅτι εὑρέθησαν βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπεστήριζον μέχρις ἐσχάτων.....
§106ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Ἄ! κύριε Πρόεδρε. Θὰ γίνῃ συζήτησις (θόρυβος).
§108ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§109ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ ζητήσωμεν λόγον δι’ ὅσα ἐπράξατε; (θόρυβος).
§110ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβωμεν πολλοὶ τὸν λόγον νὰ γίνῃ καὶ αὔριον συνεδρίασις· ἄλλως, νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις μένει ἀκεραία· σήμερον εἶναι μία προεισαγωγὴ, μετ’ ὀλίγον θέλομεν ἰδεῖ τί θὰ γίνῃ (θόρυβος).
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, (Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, μεθ’ ὃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ἀναγινώσκει τὸ ἑξῆς Β. Διάταγμα).
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, χορηγηθεῖσαν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει αὐτῆς, διακόπτομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐνεστώσης Βουλευτικῆς Συνόδου μέχρι καὶ τῆς εἰκοστῆς δευτέρας Ὀκτωβρίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κοινοποιήσει τὸ παρὸν Διάταγμα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 7 Ἰουνίου 1886.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 8½ μ. μ.)