1886.05.17
1,744 rows · 13,675 words · 92 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
Τῆς 17 Μαΐου 1886
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Μητροπόλεως τελεῖ αὔριον μνημόσυνον τῶν πεσόντων ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Τὸ μνημόσυνον θέλει τελεσθῆ τὴν 9 ὥραν π. μ.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔρχομαι νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ γέροντος ἀγωνιστοῦ Παπαδοπούλου, φέρω δὲ καὶ ἀποδεικτικὸν τὸ δίπλωμα τοῦ 1824 ἐν ᾧ φαίνεται ὅτι διωρίσθη ἑκατόνταρχος, καὶ ἕτερον εἰς ὃ φαίνεται, ὅτι διωρίσθη εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα.
§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ ἐπίκειται ἡ συζήτησις περὶ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν 1) τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων τῶν ἀδιαθέτων καὶ ἐλευθέρων πάσης ὑποχρεώσεως, 2) κατάστασιν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου, τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν πυρείων κατὰ μῆνα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου μέχρι τῆς 1 Μαΐου. Ἐπίσης τὸ ποσὸν τῶν δανείων τοῦ δημοσίου παρὰ τῶν Τραπεζῶν εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἔχω ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τούτων.
§4ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πληροφορίας θετικὰς ὅτι εἷς σωματάρχης ἀρνεῖται ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ἐφέδρους, οἵτινες κατετάχθησαν κατὰ τὴν 30 Μαρτίου· περὶ τούτου δέον νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι αὐτοὶ οἱ ἔμπεδοι πρέπει ν’ ἀναχωρήσουν τὴν Δευτέραν μὲ τὸ Αὐστριακόν· ἄλλως, θὰ ἀναγκασθοῦν ν’ ἀναμένουν 8 καὶ 10 ἡμέρας ἀκόμη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ηʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς ἀποφαίνεται ὅτι, ἐπειδὴ οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἡ ἐκλογὴ εἶνε ἔγκυρος καὶ νόμιμος βουλευτὴς ὁ πλειονοψηφήσας Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον Βουλευτὴν τὸν Ἀντ. Μαυρομιχάλην, ἔχοντα τὰ παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§7ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Τὸ ἄρθρον 70 τοῦ ΨΙΣΤʹ νόμου περιέχει διάταξιν, ἥτις λέγει ὅτι ὅσοι τῶν ἐφέδρων τυγχάνουσι πατέρες τεσσάρων τέκνων ζώντων ἐκ νομίμου γάμου αὐτοδικαίως μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Τὰ Διατάγματα δὲ τῆς ἐπιστρατείας δὲν ἐποιήσαντο μνείαν περὶ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἑπομένως οἱ ἄνδρες οὗτοι ἐκλήθησαν ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν γραφείων νὰ ὑπηρετήσωσι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπεκαλέσθησαν τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια πολλαχοῦ ἐξέδωκαν τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν λίαν βραδέως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διασαφήσῃ τὸ ζήτημα ἂν καὶ οὗτοι ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν ὑπάγονται, ἀλλὰ θέλουσιν ἀπολυθῆ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ ΨΙΣΤʹ νόμου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλαγῶσι καὶ ἤδη, ὡς εἶχον δικαίωμα νὰ ἀπαλλαγῶσι καὶ πρότερον.
§9ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐζήτησα χθὲς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστα ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον καὶ κατορθώσωμεν νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιον χρησιμώτερον καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται. Κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἠδυνάμην νὰ εἶμαι κατὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει διπλοῦν σκοπὸν, τὸν τῆς μετριάσεως τῆς ποινῆς τῶν ἀνυποτάκτων καὶ συγχρόνως τὸν τῆς ἐμπεδώσεως τοῦ κανόνος, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει πολὺ νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ βάρη δηλ. πρέπει νὰ ἦναι ἴσα πρὸς πάντας τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐπειδὴ οἱ πλεῖστοι τῶν ἑλληνοπαίδων προσῆλθον καὶ ὑπηρέτησαν, πρέπει καὶ οἱ ἀποφυγόντες τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νόμου νὰ προσέλθωσι καὶ οὗτοι καὶ νὰ ὑποστῶσι ποινὴν, οὐχὶ ἐκείνην ἣν ἐπιβάλλει ὁ μόνιμος νόμος, διότι ἀτυχῶς σήμερον ἕνεκα τῶν περιστάσεων ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ ἄλλην ἐλαφροτέραν. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει μίαν ἔλλειψιν, δὲν μεριμνᾷ περὶ ἐκείνων οἵτινες δὲν εἶναι μὲν ἀνυπότακτοι, εἶναι ὅμως ἐπίστρατοι ὑπόχρεοι καθυστεροῦντες. Ἐκλήθησαν εἰς ὑποχρέωσιν χιλιάδες ἀνδρῶν· οἱ πλεῖστοι προσῆλθον, ἄλλοι δὲν προσῆλθον· οἱ μὴ προσελθόντες διαιροῦνται εἰς καθυστεροῦντας καὶ ἀνυποτάκτους· ἀνυπότακτοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρὰ τὸν νόμον, καίτοι ἠδύναντο νὰ προσέλθωσι, δὲν προσῆλθον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη τάξις—περὶ ἧς ἐνταῦθα ἐν παρόδῳ μεριμνᾷ μόνον τὸ ἄρθρον 5ον εἰς τὰ περὶ ἐπιτροπῆς—οἱ καθυστεροῦντες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν. Αὐτοὶ δὲν ὑφίστανται ποινὰς ἀνυποταξίας, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἐξετέλεσαν οἱ συνάδελφοι αὐτῶν. Οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκόμενοι ἐπίστρατοι τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν, ἕνεκα τῆς μὴ παρελεύσεως ἔτι τῆς διμήνου προθεσμίας, ἀπηλλάγησαν πάσης ὑποχρεώσεως, καὶ ὀρθῶς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐγκυκλίου ἐξήγησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέλθωσιν· ἀλλ’ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ὑπάρχουσί τινες, ἁπασῶν ἐν γένει τῶν κληθεισῶν ἡλικιῶν, οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν οὐχὶ ἐκ κακοβουλίας, ἀλλ’ ἐκ παντελοῦς ἀδυναμίας· αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀνυπότακτοι, ὥστε νὰ ὑποστῶσι τὰς ποινὰς τῆς ἀνυποταξίας. Οὕτω πῶς ἐξηγήθη ὁ νόμος πάντοτε καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ ἐκείνου περὶ τῶν ἐπιστράτων τοῦ 1880, ὁ ὁποῖος συνετάχθη παρ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Οἱασδήποτε διατάξεις τῶν νόμων λάβετε, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐπιστράτου διαιρεῖται εἰς δύο· ἐὰν δὲν προσῆλθον ἐκ κακοβουλίας, εἶναι ἀνυπότακτοι· ἐὰν δὲν προσῆλθον ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο, τότε δὲν εἶναι ἀνυπότακτοι, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἁπλῶς τὴν τεταγμένην ὑπηρεσίαν, ἣν καὶ ὁμήλικοι αὐτοῖς ἐξετέλεσαν. Ὅταν χθὲς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, μοὶ εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, «ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἥτις θὰ δικάσῃ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς;» Κατὰ τὰ γινόμενα εἰς ὅλα τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα ὁ προσερχόμενος εἰς κατάταξιν κληρωτὸς ἢ ἐπίστρατος, ἐὰν ὁ διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ γραφείου θελήσῃ νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνυποτάκτων, προσάγει τὰ δικαιολογητικὰ, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ προσέλθῃ ἕνεκα ἀνωτέρας βίας, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ φυλάκισις αὐτοῦ· ἐὰν ἦτο ἐν τῇ φυλακῇ ὅτε ἐκαλεῖτο ὡς κληρωτὸς ἢ ἔφεδρος, τότε δὲν ἔχει ἄλλο ἢ νὰ προσαγάγῃ πιστοποίησιν τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν ὅτι διετέλει ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ οὕτω ἀπαλλάσσεται τῆς ποινῆς τῶν ἀνυποτάκτων. Μόνον δὲ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Στρατολογικὸν γραφεῖον ἔχει ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἐγκύρου τῶν πιστοποιητικῶν τῶν ὑποβαλλομένων, διαβιβάζει τὰ ἔγγραφα τὰ δικαιολογητικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένην τινὰ ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποφαίνεται ὁριστικῶς περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς. Νομίζω ἑπομένως ὅτι τὸ ἄρθρον βον εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐσφαλμένον ἢ περιττόν. Ὁ κύριος Βαλσαμάκης, ὁ ὁποῖος ἐσύστησεν αὐτὸ, φρονεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ὡρισμένη ἤδη διαδικασία, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους, ἐνῷ, ὡς ἀνέφερον προηγουμένως, ὑπάρχει τοιαύτη, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ περιληφθῇ ἐνταῦθα διάταξις, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ χώραν εἰς πλείστας καταχρήσεις.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ τοὺς ἤδη καταταχθέντας καὶ ὑπηρετοῦντας, οἵτινες δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως, φρονεῖτε, ὅτι ἐγένετο ἡ διαδικασία τὴν ὁποίαν νῦν ἰσχυρίζεσθε, φρονεῖτε, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα τῶν προσερχομένων, καὶ ὅτι καμμιὰ διάκρισις δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προσώπων, καὶ ὅτι ἄλλοι ἐθεωρήθησαν, ὅτι ἦσαν ἀνυπότακτοι, ἄλλων δὲ ἐσημειώθη ἡ ἡμέρα τῆς κατατάξεως. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἔπραξαν τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπεριληφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ δικαιολογητικὰ τῶν ὑποχρέων, κακῶς ἔπραξαν, δύναται ὅμως ὁ ἀδικηθεὶς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ, ἂν ὑπάρχῃ, κύριοι, πρᾶγμα δυσκολώτερον, εἶναι ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἀδυνάτου τῆς προσελεύσεως προσώπου τινός. Ἐὰν δώσητε τὸ μέσον εἰς τοὺς ὑποχρέους νὰ φέρωσι τοιαύτας ἀποδείξεις καὶ διορίσητε ἐπιτροπὴν ὡρισμένην νὰ ἀποφαίνηται ὑποχρεωτικῶς περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ τῆς προσελεύσεως, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀνοίγετε ὀπήν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ διέλθωσιν οἱ ἔχοντες τὰ μέσα, εἴτε διότι εἶναι ἰσχυροὶ πολιτευταὶ, εἴτε διότι εἶναι πλούσιοι· διὰ τοῦτο δὲ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχωσιν ὀπαὶ καὶ θύραι εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους συντάσσομεν, διότι πάντες εἴμεθα ἴσοι, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀγαπᾷ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴν ἰσότητα. Νὰ ἦσθε βέβαιος, κ. Βαλσαμάκη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ δώσῃ καὶ εἰς σᾶς ἀφορμὰς παραπόνων ὕστερον ἀπὸ χρόνον τινά. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὡς περιττοῦ· τὸ οἰκεῖον Στρατολογικὸν γραφεῖον θὰ καταλογίσῃ εἰς ἕκαστον τὴν ἀνυποταξίαν, εἰμὴ ἐὰν ἔχῃ πιστοποιητικὸν εἴτε τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν, εἴτε βεβαίωσιν τοῦ ἰατροῦ τοῦ Φρουραρχείου περὶ ἀσθενείας. Ἐὰν δὲ ἔχῃ πιστοποιητικὸν τοῦ ἰατροῦ τοῦ Δήμου ἢ τοῦ Δημάρχου, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἔχετέ τινα ὑπόχρεον ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν Τζουμέρκων καὶ εἶναι ἀνυπότακτος τῆς πρώτης σειρᾶς, καὶ πρόκειται νὰ τιμωρηθῇ μὲ ἑνὸς μηνὸς πρόσθετον ὑπηρεσίαν· ἕως ὅτου οὗτος φέρῃ τὰ πιστοποιητικὰ ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν καὶ ἔλθῃ ἡ ἀναφορά του εἰς Ἀθήνας καὶ εὕρῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ φροντίσῃ νὰ ἐνεργηθῇ ὅσον τάχιον ἡ ἀναφορά του θὰ παρέλθωσι τόσαι ἡμέραι, ὥστε ἡ ἀπάντησις τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ ἦναι περιττή, διότι θὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸν μῆνα καὶ θὰ ἔχῃ ἀπολυθῆ. Πάντες οἱ Ἕλληνες, οἱ εἰς τὰς πέντε πρώτας ἡλικίας ἀνήκοντες, προσεκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ. Οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ προσῆλθον ἐγκαίρως ἢ μὴ, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ προσῆλθον ἄλλοι μὲν ἐμπροθέσμως, ἄλλοι δὲ ἐκπροθέσμως· ἀλλὰ διατί νὰ διαιρέσωμεν τοὺς Ἕλληνας εἰς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀνυποτάκτους, τοὺς ὁποίους νὰ τιμωρήσωμεν, καὶ εἰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας, οὓς νὰ ἐξαιρέσωμεν τῆς ποινῆς, ἀφοῦ πολλοὶ ἐκ τούτων προσῆλθον ἤδη; Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνωνται τοιαῦται διακρίσεις ἐν Ἑλληνικοῖς νόμοις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἰσότητα. Οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν βιοῦντες συμπολῖται ἡμῶν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ ἐνταῦθα εὑρισκόμενοι. Εἶπον καὶ πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐκδοθὲν Βασιλικὸν Διάταγμα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ν’ ἀποφανθῇ ἤδη, διότι ἡ πολιτεία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὡς καὶ τῆς παρελθούσης εἶναι ἔτι ὑπὸ ἔλεγχον ἐκκρεμῆ, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν μὴ ἔχοντες τὰ μέσα καὶ τὰ στοιχεῖα. Ἀλλ’ ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι ὑπάρχει διάταξις, ἥτις κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ὁ νόμος ῥητῶς ὑποχρεοῖ πᾶσαν Κυβέρνησιν ἐν ᾗ περιπτώσει καλέσῃ εἰς ἐπιστράτευσιν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, νὰ καλῇ ἁπάσας τὰς κατηγορίας καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 4 § 2. «Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, καλοῦνται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου πρὸς ὑπηρεσίαν ταὐτοχρόνως μετὰ τῆς σειρᾶς τῶν ἐφέδρων, εἰς ἣν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των ἀνήκουσι.» Πρὸ καιροῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ νῦν Συμπολίτευσις, ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας· τότε ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δικαίωμα οὕτως εἰπεῖν ἐκλεκτικόν, καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδια, ἀλλ’ ἕνεκα δηλώσεως τῆς τότε Κυβερνήσεως ἡ πλειονοψηφία δὲν ἀπεδέχθη ταῦτα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπεῤῥίφθησαν· ἀπόδειξις, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο, ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες ἦσαν ὑπόχρεοι εἰς στράτευσιν, ἅμα τῇ κλήσει τῆς ἐπιστρατεύσεως. Πῶς εἶναι τώρα δυνατὸν μία Κυβέρνησις δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος ν’ ἀκυροῖ διατάξεις νόμου; Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι παράνομος. Πρέπει ἑπομένως νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων ἁπασῶν τῶν ἡλικιῶν. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸ δύο ἡμερῶν ἐφρόντισα καὶ ἐσύστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἤδη συνιστῶ θερμῶς νὰ παρεμβληθῇ ἄρθρον παρεμφερὲς ἢ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὡς ἄρθρον 6: «Ἀπαλλάσσονται τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν 1885–1886 πάντες οἱ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντες.» Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι μ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δείξωμεν κατὰ τῶν ἀνυποτάκτων, δὲν πρέπει νὰ δείξωμεν τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα κατὰ τῶν μόνων στηριγμάτων τῶν οἰκογενειῶν, οὔτε κατὰ προσώπων ὅλως ἀνικάνων. Ἐπίσης θερμῶς συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θέσῃ ἐν τῷ νόμῳ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν ἀνυποτάκτων τῶν πρώτων σειρῶν καὶ τῶν ἀνυποτάκτων τῶν τελευταίων· διότι οὗτοι ἀκούοντες διαδιδόμενον ὅτι ἡ κλῆσις τῶν δύο ἡλικιῶν ἀπέβλεπε μᾶλλον εἰς πολιτικὸν σχέδιον, ἐνόμισαν περιττὸν νὰ προσέλθωσιν. Ἐγὼ εἰς πάντας, οἵτινες μὲ ἠρώτησαν περὶ προσελεύσεως, ῥητῶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προσέλθωσι, καὶ ὅσοι μὲ ἤκουσαν ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου καὶ κατετάχθησαν, ἔρχονται ἤδη κατὰ ἑκατοντάδας ἀπολυόμενοι τῶν συνταγμάτων των καὶ μὲ εὐχαριστοῦσιν, ἀλλ’ οἱ ἁπλοῖ χωρικοί, ἄνθρωποι μὴ εἰδότες τοὺς νόμους καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἰδόντες τοὺς λόγους βουλευτῶν καὶ ἄρθρα ἐφημερίδων, ὅτι οὐδὲν σπουδαῖον πρόκειται νὰ γείνῃ, ἐνόμισαν ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτῶν· διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν τελευταίων δύο σειρῶν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἰσότητα τῆς ποινῆς· οὔτε εἶνε λόγος μεγαλειτέρας αὐστηρότητος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄλλοτε τυγχάνουσα Ἀντιπολίτευσις ἤκουσε παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως ἢ παρὰ ἐφημερίδων, ὅτι τὰ μέλη τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως εἶχον παροτρύνει τοὺς ἐπιστράτους νὰ μὴ προσέλθωσι, διὰ νὰ ἀποδείξῃ δὲ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν τοὺς παρώτρυνεν, ἐπιβάλλει τιμωρίαν διπλασίαν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δὲν δικαιολογεῖ βεβαίως τὸν διπλασιασμὸν τῆς ποινῆς, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ ποινὴ καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν ὅλαι αἱ ἡλικίαι μὲ τὴν αὐτὴν ποινήν. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 νομίζω, ὅτι καταλληλοτέρα εἶναι ἡ φράσις τοὺς προσελθόντας εἰς κατάταξιν μετὰ ἕνα μῆνα, οὐχὶ τοὺς καταταχθέντας· διότι αὐτοὶ ἐξετέλεσαν τὴν ὑποχρέωσίν των προσελθόντες.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀποδεδειγμένον αὐτό;
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, εἶναι βεβαιωμένον ἐγγράφως. Εἶδον συμπολίτην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις προσῆλθεν εἰς κατάταξιν καὶ ἐκρίθη ἀνίκανος ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ, ἀπεστάλη πρὸς θεώρησιν εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον καὶ περιεπλανήθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας εἰς τὰ Στρατολογικὰ γραφεῖα καὶ οὕτω κατετάχθη μετὰ 1½ μῆνα. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι καὶ δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν ἄλλως, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκφράσεως εἶναι ὀρθότερος νὰ λέγηται ὁ προσελθὼν εἰς κατάταξιν καὶ ὄχι ὁ καταταχθεὶς διότι ἡ κατάταξις ἐξήρτηται ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν ἢ ἀμέλειαν οἱουδήποτε ὑπαξιωματικοῦ ἢ στρατιώτου, ὁ ὁποῖος συντάσσει τὸ μητρῷον τῆς κατατάξεως. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας μου ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συζητεῖται τὸ 1 ἄρθρον. (Ἐνταῦθα ὁρκίζεται τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης).
§17Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ στρατάρχας εἰς μέλλουσαν ἐπιστρατείαν.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ.........
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ἐνθυμοῦμαι τὰς ἐκπλήξεις, αἵτινες κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐξεδηλοῦντο ἐκ τοῦ μέρους τούτου κατὰ τῶν τότε ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὡς ἥκιστα ἀνταποκρινομένης πρὸς τὰς περιστάσεις, ὡς ἁρμοζουσῶν εἰς μίαν κατάστασιν ἀγραυλικὴν, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἤθελε ψάλει ᾄσματα εἰδυλλιακὰ καὶ βουκολικὰ εἰς τὰς κοιλάδας καὶ τὰ ὄρη, ἐνῷ εὑρίσκετο τότε ἐπὶ ἀνθράκων καὶ ὤφειλε περὶ ἄλλων νὰ μεριμνήσῃ. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς χείρονα θέσιν καὶ εἴμεθα ἀποκεκλεισμένοι πανταχόθεν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· σήμερον, ὅτε ἐπίκειται οὐχὶ ἔνδοξος τοὐλάχιστον θάνατος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ θάνατος ἐξ ἀσιτίας· σήμερον ὅτε ἡ Ἐπικράτεια, πρὸς ἣν ἀπευθυνόμεθα ὅπως λάβωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, μᾶς κρατεῖ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ἴσως τοὺς περιάγει εἰς τὰς πόλεις τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας· σήμερον, ὅτε ἡμεῖς ὑπεχωρήσαμεν, ἡ δὲ Τουρκία ἀφ’ ὥρας εἰς ὥραν ἴσως ἐμπήγει τὸ ξίφος της πάλιν εἰς τὰ στέρνα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, σήμερον σκεπτόμεθα ὅπως νομοθετήσωμεν ἓν νομοθέτημα, ἀφορῶν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελέ τις εἴπει, ὅτι εἰμποροῦσε νὰ ὑποβληθῇ εἰς σκέψιν μετὰ μίαν πλήρη νίκην, μετὰ μίαν ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, καὶ τότε ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ Πασχαλικὸν τὸ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς: Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες.... Ἀλλ’ ἐνῷ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐπικρατειακὰς, ὁποίας οὐδέποτε ἄλλο ἔθνος διῆλθε, νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοιούτων μέτρων, μοὶ φαίνεται ἥκιστα πολιτικόν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐνασχόλημα, περὶ τὸ ὁποῖον τυρβάζει ἡ Βουλὴ, κυρίως δὲν ἔχει τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πᾶν νομοθέτημα· διότι ὁ θεμελιωδέστατος ὅρος τῆς νομικῆς ἐπιστήμης εἶναι τὸ μὴ νομοθετεῖν ἐπὶ εἰδικῆς περιπτώσεως καὶ κατόπιν τῆς περιπτώσεως. Τοῦτο εἶναι καὶ πρὸς τοῦ νομοθέτου καὶ πρὸς τῆς νομοθεσίας· πρὸς τοῦ νομοθέτου, διότι ὁ νομοθέτης εἶναι προκατειλειμμένος νὰ συνδυάσῃ τὰ συμφέροντα ἑαυτοῦ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ περιποιηθῇ· πρὸς τῆς νομοθεσίας, διότι ποτὲ ὁ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ψηφιζόμενος νόμος δὲν ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ νομοθετεῖν, διότι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἦναι προμηθεὺς καὶ οὐχὶ ἐπιμηθεύς. Ὅταν λοιπὸν καὶ αἱ κοινωνικαὶ περιστάσεις καὶ αἱ ἐπιστημονικαὶ καὶ πολιτειακαὶ ἀντιστρατεύωνται κατὰ τῆς τοιαύτης ἀπασχολήσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μάταιον καὶ ἐπιβλαβὲς νὰ ἀπασχολώμεθα πρὸς νομοθέτησιν τοιούτου νομοθετήματος. Ἀλλὰ καὶ τί λοιπὸν σκοπεῖ τὸ νομοθέτημα τοῦτο; Εἶναι πολιτευτικόν, ψηφοθηριακὸν, εἶναι πρὸς ἐξιλέωσιν πολιτευτῶν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν των, οὓς ἐνέβαλον εἰς πειρασμόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τὴν ψιλὴν καὶ μόνην τοῦ νομοθετεῖν, περὶ τίνος πράγματος ἔχομεν τὴν ἄδειαν τοῦ νομοθετεῖν; ὅταν δὲν ὑπάρχουν νόμοι, ἢ ὅταν οἱ ὑπάρχοντες ἀπεδείχθησαν κακοί. Ἀλλὰ μὴ δὲν ἔχωμεν νόμον περὶ τοῦ προκειμένου θέματος; Λέγετε ὅμως ἴσως ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι εἰσὶ δυσεφάρμοστοι. Τότε ὁ μὲν κ. Οἰκονόμος ἐπεκαλέσθη τὸν Πολύβιον, ἵνα σᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν ἀμηχανίαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τοὺς Σπαρτιάτας, οἵτινες μετὰ τὴν ἐν Λεύκτροις μάχην εἶπον: ἂς κοιμηθοῦν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος, ὅταν ὑπεχώρησαν οἱ Σπαρτιᾶται ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἔπρεπε νὰ θανατωθῶσιν οἱ ὑποχωρήσαντες. Αὐτὸ πράξατε σήμερον, τοῦτο εἶναι τὸ ἀνδρικώτερον, τὸ ἀξιοπρεπέστερον καὶ τὸ συμφερώτερον. Εἴπετε, ἂς κοιμηθοῦν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τοῦτο τὸ θάῤῥος καὶ ζητεῖτε ἤδη νὰ δημιουργήσητε μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἀξίους τῆς εὐνοίας τοῦ νομοθέτου παρὰ ἐκείνους, οἵτινες καὶ ἐν τῷ παρελθόντι μετεχειρίσθησαν τὴν ἐπιτηδειότητα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ αὐτὸ θὰ πράξωσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν νόμον. Φοβεῖσθε τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν ὑπευθύνων; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἀθρόοι θὰ ἐμπέσωσιν ἅπαντες εἰς τὰς παγίδας σας; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι θὰ τοὺς θηρεύητε καὶ πάλιν καὶ κατὰ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θέλουν προσέρχεσθαι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων; ὥστε μὴ φοβεῖσθε τὸ ἀθρόον, ἡ δὲ ἀναβολὴ τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης μὴ νομίσητε, ὅτι τοὺς θέτει εἰς εὐεργετικὴν κατάστασιν· διότι ἐν τοσούτῳ ἐξασκεῖται ἐπ’ αὐτῶν οὐ μικρὰ τιμωρία, καθόσον ὑπόκεινται καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ οὗτοι ἐπὶ δύο ἔτη καὶ πλέον θέλουν ἀκόμη φυγοδικεῖ καὶ θὰ ἦναι μακρὰν τῶν ἑστιῶν των, κινδυνεύοντες, καταδιωκόμενοι νὰ φονευθῶσι καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμήν. Μικρὸν τὸ θεωρεῖτε αὐτό; Πῶς λοιπὸν ἐκπλήττεσθε ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ; Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν χώραν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ νόμοι ναὶ μὲν σήμερον ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ δύνανται αὔριον νὰ μεταβληθῶσι, καὶ δυστυχῶς πολλάκις ἠκούσαμεν τοὺς πολλοὺς λέγοντας, ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ἰσχυρότεροι τῶν νόμων. Σήμερον λοιπὸν νομοθετοῦντες πρὸς ἀνατροπὴν νόμου καθεστῶτος, ἐνθαῤῥύνομεν τοὺς παραβάτας τῶν νόμων καὶ συνδέομεν τὴν ὑπακοὴν τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς νόμους μὲ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Ἄφετε λοιπὸν τοὺς νόμους ἰσχύοντας, ἐστὲ εἰς τὴν καταδίωξιν παραβλεπτικοὶ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἀθρόως, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος, καὶ πολλάκις ὁ φόβος, ἡ σκιὰ εἶναι κραταιοτέρα τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον τὴν παράγει. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον συμφέρει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν καθεστῶτα νόμον. Μὴ καθιεροῖτε τὴν ἀρχὴν νὰ νομοθετῆτε κατόπιν τῶν γεγονότων, δὲν εἶναι δὲ πραγματικοὶ οἱ φόβοι περὶ μὴ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ καταδίωξις τῶν ἀνυποτάκτων θὰ σᾶς δώσῃ ἐντὸς ἑβδομάδος 25,000 ἀνυποτάκτων, δὲν θέλετε ἔχει παρὰ ἔτι σπανιωτέρους τῶν μέχρι τοῦδε προσαχθέντων καὶ αὐτοὶ βαθμηδὸν θὰ τιμωρῶνται. Ἀλλὰ προβαίνω καὶ περαιτέρω. Ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ ἀθρόοι ἐὰν προσαχθῶσιν, ὅπως ὑποστῶσι τὰς ποινὰς τῆς φυλακίσεως, δὲν καταλαμβάνομαι ἀπὸ ἴλιγγον· πρᾶγμα ἁπλούστατον, ἔχομεν δημόσια ἢ καὶ ἐνοικιάζομεν οἰκήματα καὶ τοὺς τοποθετοῦμεν εἰς ἀπότισιν τῆς ποινῆς, οὐδόλως ἀπελπιζόμενοι ἐκ τῆς ἀδυναμίας εἰς αὐστηρὰν φύλαξιν τοσούτων καταδίκων. Ἡ φρούρησις αὐτῶν διὰ πολλῆς δυνάμεως εἶναι περιττή, διότι αὐτοὶ οἱ κατάδικοι θὰ τηρῶσιν ἑαυτοὺς ἐπιμελῶς ἐν τῇ φυλακῇ πρὸς ταχυτέραν ἐξόφλησιν ἑαυτῶν. Οὐδεὶς φόβος ἀποδράσεως, διότι οὐδὲν κερδαίνουσιν, ἐὰν δραπετεύσωσι, καθόσον χειροτερεύουσι τὴν θέσιν των, ἐπειδὴ θέλουσιν ὑποστῆ τὰς ποινὰς τῆς ἀποδράσεως, ὅ ἐστὶ θὰ παρατείνουν τὰ δεινὰ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῶν τῶν σκέψεων, μία ἰδέα δεσπόζει, ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων· ὅθεν ἀποσύρατε τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ μεταμεληθῶμεν.
§20Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχε τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἀλλ’ εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον σπουδαιότατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἀγνοῶ δὲ ἐὰν θὰ προκληθῇ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, θεωρῶ καθῆκον νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου, διότι εἶμαι ἐναντίος καὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ τοῦ συνόλου. Ἀρκετὰ εὐγλώττως οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λαλήσαντες ἀπέδειξαν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους μόνον τρωτὰ μέρη ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ οὐδὲν ὑγιές. Καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπαναλάβω τὰ λεχθέντα, τὰ τόσον ἄλλως τε εὐγλώττως λεχθέντα ἰδίως παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Ἀττικῆς βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον νομοθετικὸν καὶ στρατιωτικὸν ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἔδει ἴσως νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπό τινα ἄλλην ἔποψιν, ἔδει πρῶτον νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομοθετεῖν, καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Παπαγιαννακόπουλος ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ ἐπικινδύνου τούτου τρόπου τοῦ νομοθετεῖν, ἢ μᾶλλον τοῦ καταστρέφειν νόμους τόσον εὐκόλως, ἀλλὰ καὶ τοῦ καταστρέφειν νόμους διὰ τοιούτων τρόπων, οὐχὶ τοῦ καταργεῖν ποινάς, ἀλλὰ τοῦ ἀναστέλλειν ποινάς, οὐχὶ τοῦ νομοθετεῖν ποινὰς διὰ μελλούσας πράξεις, ἀλλὰ διὰ παρελθούσας πράξεις καὶ δι’ ὡρισμένα πρόσωπα· πολὺ δὲ ὀρθῶς εἷς τῶν προαγορευσάντων ὑπέδειξεν ἡμῖν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, εἶτα δὲ ὑπὸ τὴν πολιτικοοικονομικὴν ἔποψιν. Καὶ ἐν πρώτοις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταστρέφει ὑπὸ τὸν τύπον τῆς τροποποιήσεως νόμον ψηφισθέντα παρὰ τῆς παρελθούσης Περιόδου. Εἶναι εἷς ἐξ ἐκείνων τῶν νόμων, οὓς τῇ εἰσηγήσει τοῦ καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἐψήφισεν ἡ παρελθοῦσα Περίοδος κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ὅσοι συνάδελφοι εὑρίσκεσθε τότε ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα καταστήσω προσεκτικωτέρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν δύναμιν τοῦ νομοθετεῖν, ἵνα μὴ ἀφαρπάζωνται ἀπὸ τῆς Βουλῆς νομοθετήματα ἐπικίνδυνα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτουσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους. Ἄν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβασάνιζεν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὸν νόμον του, βεβαιότατα δὲν ἤθελεν ἤδη φέρει ἡμᾶς εἰς τὴν δυσχερεστάτην θέσιν, εἰς ἣν μᾶς ἔφερεν, ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιστρατείας δεκάδων χιλιάδων, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξωσι ἀνυπότακτοι χιλιάδων, καὶ ὅταν τοῦτο ἦτο ἐνδεχόμενον, καὶ ὅταν ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τοῦ ἀδυνάτου νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς, ὡς εἶπε δικαιολογῶν τὸ νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ὑποβολὴν καὶ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὰ παθήματα, ἂς γίνωσιν ἡμῖν μαθήματα. Ἄν διεπράχθη ἓν σφάλμα, καὶ ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προσέξωμεν, μὴ θέλοντες νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν, προσθέσωμεν ἄλλο κακὸν χειρότερον. Δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀρκετὰ καλὰ κατ’ ἐμὲ ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτής, τοῦ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπαλλάξωμεν τῶν ποινῶν τοὺς ἀνυποτάκτους. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος, ἐὰν εὕρῃ λόγους πρὸς ἀθώωσιν, ἢ τοῦ Βασιλέως ἐν περιπτώσει καταδίκης, ἐὰν θέλῃ νὰ περιορίσῃ ἢ καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς ποινῆς. Οὐδόλως δὲ πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἀμνηστίας. Δὲν εἶναι δὲ καὶ πολιτικόν, δὲν εἶναι καὶ συμφέρον, δὲν εἶναι καὶ ἐθνικόν, νὰ γεννηθῇ ἡ πεποίθησις εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται τόσον εὐκόλως νὰ ἀπαλλάσσῃ ποινῶν ἐνόχους. Ἀλλ’ ἀρκοῦμαι ἵνα ἐκτείνω ὀλίγον τι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς εἶπεν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος; Ποιναὶ δὲν ἐπιβάλλονται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτάς». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί ἄλλο γίνεται, παρὰ ἐπιβάλλεται ποινή; Ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία εἶναι ποινή, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ μετὰ τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατεύσεως ὑπηρεσία ἐπιβάλλεται ὡς ποινή· ἀλλ’ ἂν ἦναι ποινή, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς ἐναντίον ῥητοῦ γράμματος καὶ πνεύματος τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου νὰ ψηφίσωμεν ποινὴν διὰ πρᾶξιν παρελθοῦσαν; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ καταφύγω εἰς συγγραφεῖς καὶ εἰς μεγάλην πολυλογίαν, ἵνα ἀποδείξω ὅτι βεβαίως ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν ἀντίκειται μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 7, ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 8, διότι ἀφαιρεῖ ἄκοντας τοῦ παρὰ τοῦ νόμου δοθέντος αὐτοῖς δικαστοῦ, ὁ δὲ νόμος ὁ ἰσχύων ἔχει φυσικὸν δικαστὴν τὸ Στρατοδικεῖον, ἔχει φυσικὸν δικαστὴν διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς περιστάσεως, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, τὸ Στρατολογικὸν συμβούλιον. Δύνασθε νὰ μεταβάλετε τὸν νόμον ἐκεῖνον διὰ τὸ μέλλον, ὄχι ὅμως διὰ τὸ παρελθόν· θὰ ἦναι δὲ πρωτοφανὲς νὰ ἀνατρέπωμεν οὕτω εὐκόλως καὶ ἀντισυνταγματικῶς ὅλους τοὺς νόμους. Καὶ δὲν ἀντίκειται μόνον εἰς τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ 91, διότι τὸ 91 λέγει ῥητῶς, ὅτι δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐπιτροπή, ἡ συνιστωμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 6; Ποῖα εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς; ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐκτιμήσῃ πρᾶξιν ἀξιόποινον; Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν συνιστᾶται μετὰ τὴν πρᾶξιν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι τὸ οὐσιωδέστατον στοιχεῖον τῆς ἐπιτροπῆς; Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ δικάσῃ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά· διότι ἐκ τοῦ καταλόγου εἶναι γνωστοὶ τίνες θέλουσι δικασθῆ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἀντίκειται καὶ πρὸς τὸ 91. Ἀλλὰ ἠδυνάμην νὰ ἀδιαφορήσω περὶ τῶν τύπων, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἓν ἔργον ὄντως ἐθνωφελὲς καὶ χρήσιμον, ἤθελον εἶσθαι ἐπιεικέστερος εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἀφήσω κατὰ μέρος τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, πλὴν μὴ θέλων νὰ σαλεύσω τὴν πεποίθησιν, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν λαὸν περὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς πρῶτοι πρέπει νὰ δεικνύωμεν πρὸς τοὺς νόμους, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅ,τι ὁ μέγας τῶν Ἀθηναίων ῥήτωρ ἔλεγε, προκειμένου λόγου περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους καὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ἂν δὲ τὰ ἄλλα ἔθνη λαμβάνουσι τὰ διδάγματα παρὰ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων, ἡμεῖς πρωτίστως δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν αὐτούς. Ἰδοὺ τὶ ὁ Δημοσθένης μᾶς διδάσκει περὶ τῶν νόμων: «Χρὴ δέ, ὅταν μὲν τιθῆσθε τοὺς νόμους, ὁποῖοί τινές εἰσι σκοπεῖν, ἐπειδὰν δὲ θῆσθε, φυλάττειν καὶ χρῆσθαι. Καὶ γὰρ εὔορκα ταῦθ’ ὑμῖν ἐστὶ καὶ ἄλλως δί«καια». Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τοῦ τρόπου τοῦ νομοθετεῖν καὶ ὑπὸ τὴν Συνταγματικὴν ἔποψιν, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον προσκρούει δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἐὰν ἐπρόκειτο δι’ αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῇ τὸ Ἔθνος, ἠδύνατό τις ἴσως νὰ μὴ λεπτολογήσῃ ὡς πρὸς τὰς τυπικὰς λεπτομερείας, διότι γνωρίζω, ὅτι κατὰ κανόνα ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ ἐπίκλησις τοῦ Συντάγματος γίγνεται, ὅταν πρόκειται περὶ κομματικῆς τινος ὠφελείας· πλὴν τὸ Ἔθνος πρόκειται νὰ ζημιωθῇ καὶ κατ’ ἐμὲ μεγάλως. Ἐφιστῶ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι θεωρῶ, ὅτι ἂν ψηφισθῇ τοῦτο, ἔσεται ὁ πρῶτος θεμέλιος λίθος μέλλοντος εἰρηνοπολέμου. Ὅταν, κύριοι, ἄλλοι πρὶν ἐμοῦ σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κρύπτονται ἀριθμοὶ καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν προκύπτει ὅτι ἑτοιμάζομεν μετὰ τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ καὶ τῶν κληρωτῶν στρατὸν 68 χιλιάδων, ὅταν δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέα βάρη ἄνευ σχεδίου, ὅταν ταῦτα πρόκειται κατόπιν τῶν συμβάντων ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, κατόπιν τῶν συμβάντων ἐπὶ 24 ἔτη, ὅταν καλεῖται τὸ Ἔθνος εἰς μελλούσας θυσίας ἄνευ σκοποῦ καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι, πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ νὰ προσέξωμεν πολύ, μὴ τυχόν, ἐνῷ καταδικάζομεν καὶ δικαίως τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν ὡς θυσιάσασαν τὸν Τόπον ἐλλείψει σχεδίου, συμπράττομεν καὶ ἤδη εἰς δημιουργίαν νέας καταστάσεως εἰρηνοπολεμικῆς, ἥτις θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ ἀπέληγεν ὡς ἡ ἄλλη, ἀλλ’ ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ προείπω, δύναμαι νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦδε τὴν λυπηρὰν πεποίθησιν, ὅτι καὶ αὕτη ἕξει τὸ αὐτὸ τέλος! Ἀρκεῖ νὰ μελετήσῃ τις τὴν ἱστορίαν τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ Τόπου ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι κατεστράφη ἐκ τοῦ εἰρηνοπολέμου· δὲν ἔχει τις ἢ νὰ ῥίψῃ ταχὺ βλέμμα εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1875 ἢ τοῦ 1878 διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ αὐτὸ λυπηρὸν συμπέρασμα. Δὲν ἔχει τις ἢ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἱστορίαν τῶν τριῶν τελευταίων ἐπιστρατειῶν, αἵτινες ἐξήντλησαν ἀσκόπως καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι τὸν Τόπον, ἵνα πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει πολιτικήν, ἐξωτερικήν, διότι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐξωτερικὴ συγκρούεται μὲ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, διότι ἀλληλοσυγκρούονται ἀείποτε δύο ὡρισμέναι καὶ σαφεῖς πολιτικαί, ἡ πολιτικὴ τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἢ ἡ ξενικὴ πολιτικὴ μὲ τὴν ἐθνικήν. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἐσωτερικῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεως μὲ τὴν Μεγάλην Ἰδέαν, ἡ πολιτικὴ τῶν Ἄγγλων καὶ τῶν ὀργάνων των μὲ τὴν πολιτικὴν τῶν Μακεδόνων, τῶν Ἠπειρωτῶν καὶ ὅλων τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας δύσκολον νὰ συνυπάρξωσιν ἀμφότεραι. Οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Τόπου τούτου, ἀσπαζόμενοι κατὰ βάθος τὴν πολιτικὴν τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ψευδῶς ἐπιδεικνύουσιν, ὅτι ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς διὰ πάσης θυσίας ἑνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινῆς γνώμης, ὁσάκις ἀναφυῇ νέφος τι ἐν τῷ ὁρίζοντι τῆς Ἀνατολῆς, καλοῦσιν ἐπιστρατείας, ἐκ τῶν προτέρων ὄντες ἀποφασισμένοι νὰ μὴ πολεμήσωσι, καὶ οὕτω παράγεται τὸ τέρας τοῦ εἰρηνοπολέμου. Δὲν δύνανται, κύριοι, νὰ συνυπάρξωσιν αἱ δύο αὗται πολιτικαί, πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ὅλοι καὶ καλῶς· τὸ Ἔθνος ἢ θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ θ’ ἀσπασθῇ τὴν πολιτικὴν τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐγκαταλεῖπον πᾶσαν ἰδέαν ὄχι μεγάλην περὶ Βυζαντίου καὶ Θεσσαλονίκης, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ Ἐλασσῶνος, καὶ περὶ Ἰωαννίνων, καὶ θὰ ἐπιδοθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐσωτερητικὴν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν, ὡς αἱ ψευδοφιλελληνικαί, πράγματι δὲ φιλότουρκοι κυβερνήσεις τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τοῦ 1862 μᾶς ὑποδεικνύουσιν, ἢ θέλομεν ἐννοήσει, ὅτι ὄπισθεν τῶν συμβουλῶν τῶν φίλων ἡμῶν Ἄγγλων καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Πρακτόρων αὐτῶν οὐδὲν ἄλλο κρύπτεται εἰμὴ ἡ φιλότουρκος πολιτική, ἵνα ἡ Ἀγγλία ἐκμυζάνῃ τὸ αἷμα τῆς Τουρκίας, ἐνόσῳ τὴν θεωρεῖ βιώσιμον, ἢ θέλομεν ἀποκρούσει τὴν πολιτικὴν τοῦ προτύπου βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ τῆς Ἀγγλίας ἕνεκεν τῶν Ἀγγλικῶν συμφερόντων, ἐγκολπούμενοι τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ τὰ πάντα ὑπὲρ αὐτῆς θυσιάζοντες, ἵνα συνεχίσωμεν τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821 ἐν ἔργοις, οὐχὶ ἐν λόγοις. Ἂν δὲ τοιαύτην ἀπόφασιν ἐκάμνομεν, οὐδεὶς ἤθελεν ἐμποδίσει ἡμᾶς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ἀπόφασιν εἰλικρινῆ, ἀκεραίαν, ἀπὸ τοῦ βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου θαλαμηπόλου καὶ ἀπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου καὶ πολίτου. Δὲν ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι εἰς ἐθνικὸν πόλεμον δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν, ἐὰν πάντες δὲν ἤμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ εἶνε ὡρισμένον καὶ σαφὲς τὸ πρόγραμμά μας, ἀσπαστὸν δὲ ὑπὸ τοῦ βασιλέως. Θέτω, κύριοι, ἐνώπιον τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου τὸ ζήτημα, ὅτι ὀφείλει νὰ καθαρίσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν μας· ὑποβάλλω εἰς τὸν Τόπον καὶ τὸν τύπον τὸ ἀληθῶς σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα τίνα τῶν δύο πολιτικῶν θέλει ἀσπασθῆ; Ἐὰν τὴν εἰρηνικὴν, τότε καταργηθήτω ἢ περιορισθήτω μέχρι τοῦ ἐσχάτου ὁρίου καὶ ἄνευ ἀναβολῆς ὁ στρατὸς, ὅστις μέχρι τοῦδε δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ δικαιολογῶσιν οἱ αὐτοπροβιβαζόμενοι Ὑπουργοὶ τοὺς προβιβασμούς των, νὰ δικαιολογῶνται οἱ ἀπὸ ἀνθυπολοχαγοὺς εἰς στρατηγοὺς ἀναβιβαζόμενοι, εἴτε ἐκ τῆς Αἰθούσης τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκ τῶν Ἀνακτόρων, χωρίς ποτε νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρόν. Δὲν λέγω, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὑπάρχουσιν ἔντιμοι καὶ γενναιότατοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες βεβαίως, ἐὰν τὸ Ἔθνος ἀσπασθῇ τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν, θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον αὑτῶν, ἀλλὰ δὲν ὠφελοῦσιν εἰς τίποτε τὸ Ἔθνος, ἐν ὅσῳ ἔχομεν τὴν ἑρμαφρόδιτον ταύτην πολιτικήν. Εἰς τί ἔπταισε τὸ Ἔθνος, ὥστε ν’ ἀνέχηται Ὑπουργοὺς, καλοῦντας ἐπιστρατεύσεις μόνον καὶ μόνον, ἵνα αὐτοπροβιβασθῶσι; Τί ἄλλο μᾶς ἔμεινεν ἐκ τῆς τελευταίας ἐπιστρατεύσεως ἐκτὸς τῶν στρατηγῶν; Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι πλεῖστα ὅσα ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ἀλλ’ εἶπον τὸ θεμελιῶδες καὶ περιττὸν νὰ εἴπω πλείονα, τὸ θεμελιῶδες δ’ εἶνε ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν κηδείαν τοῦ εἰρηνοπολεμικοῦ τέρατος ἀντὶ ἁδρᾶς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς θυσίας τοῦ Ἔθνους, ὁ κ. Τρικούπης φαίνεται παρασκευαζόμενος ἐκ νέου εἰς ἀγῶνα εἰρηνοπολέμου· ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους· πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ καθαρίσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Τοῦτο εἶνε τὸ οὐσιῶδες, ἐπαναλαμβάνω, διότι ὁ Τόπος δὲν ἀντέχει πλέον εἰς τοιαύτην ἀμφίβολον κατάστασιν. Πρὸ μηνῶν ἐσχηματίσθη πεποίθησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Βασιλεία ἐφάνησαν ἀνάξιοι τῶν περιστάσεων καὶ τῆς πατρίδος, καὶ ἐν τούτοις εἰς τί καταγινόμεθα; τίς νὰ ῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ἄλλον· καὶ ἐν τούτοις ἡ θέσις ἡμῶν δεινοῦται, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ κακοῦ περιπίπτομεν εἰς χειρότερον κακὸν χάριν προσωπικῶν φιλοτιμιῶν, ἵνα ἀρχίσωμεν νέας ἐπιστρατείας καὶ νέα πειράματα καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν ὁποίων νὰ φέρωμεν νέους ὑποστρατήγους ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ νὰ θέσωμεν νέα θεμέλια εἰς νέα ἔργα, ἐξαντλοῦντα ἡμᾶς ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ σχεδίου. Δὲν ἀντέχει ὁ Τόπος, τὸ γνωρίζετε πολὺ καλά.
§21ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἀντέχει, ἂν πρόκηται νὰ δράσῃ.
§22ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ εἶπον· δὲν ἀντέχει εἰς τὴν ἀμφίβολον ταύτην κατάστασιν· ὁ Τόπος ἦτο καὶ εἶνε ἕτοιμος εἰς τὰς ὑψίστας θυσίας· ἂν δὲ σήμερον ζητοῦμεν νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς ἀνυποτάκτους, ζητοῦμεν νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν μόνον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους· ἄλλως, γνωρίζομεν ὅτι, ἂν τὸ Ἔθνος ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς ἔργα, οὐδεὶς ἤθελε μείνει ἀνυπότακτος. Δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς καλουμένους πολίτας νὰ ἐκτιμῶσι τὰς πολιτικὰς περιστάσεις, ἐὰν πρέπῃ νὰ προσέλθωσιν ἢ οὔ εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ ἀδικήσωμεν τοὺς ἀνυποτάκτους, διότι ἔχομεν περὶ πάντων παραδείγματα εὐγλωττότατα, ὅτι ὁσάκις ἡ σάλπιγξ ἐκάλεσε τοὺς στρατιώτας εἰς τὸ καθῆκον, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀσθενεῖς ἠγέρθησαν ἐκ τῶν κλινῶν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὸ καθῆκον. Δὲν θέλω νὰ κάμω τὸ ἐγκώμιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις καὶ οἱ κατὰ καιροὺς ἐξωτερικοὶ σπαραγμοὶ διετράνωσαν, ὅτι δὲν εἶνε λόγοι κενοὶ τὰ λεγόμενα, ὅτι ὁ Τόπος εἶνε ἕτοιμος εἰς θυσίας καὶ χρήματος καὶ αἵματος. Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶνε μέγα καὶ φοβερὸν στρατόπεδον, ἀλλὰ στερεῖται κεφαλῆς, διότι δὲν ἔχει οὔτε Πρωθυπουργὸν, οὔτε ἀρχηγὸν Ἀντιπολιτεύσεως ἀσπαζόμενον τὴν Ἐθνικὴν πολιτικὴν, διότι στερεῖται Βασιλέως. Κατ’ αὐτὴν, κύριοι, τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, κατόπιν τόσων ἀπογοητεύσεων, κατόπιν τόσων θυσιῶν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἂν ὑπῆρχεν ὁ ἄνθρωπος—καὶ ὅταν λέγω ὁ ἄνθρωπος, ἐννοῶ ἕνα ἐκ τῶν τριῶν, εἴτε Πρωθυπουργὸν, εἴτε ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε Βασιλέα—μὲ ὅλον τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἂν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος, συναισθανόμενος τὴν προσγιγνομένην ὕβριν εἰς τὸν Τόπον καὶ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τῶν πρὸ τῶν λιμένων μας πειρατῶν καὶ ἀπὸ τοὺς γείτονας δολοφόνους, οἵτινες κρατοῦσι παρασπόνδως τὰς θέσεις μας καὶ τοὺς αἰχμαλώτους, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἐὰν ἐκαλώμεθα εἰς τὸ καθῆκον, ἠθέλομεν διδάξει ἐκείνους, οἵτινες ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ἐὰν δὲν ἔπεσεν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὡς τέλειος, βεβαίως ὅμως εἶνε ἐκ τῶν στρατῶν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἤδη μετὰ τὰς πικρίας, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα, ὅταν μετὰ τὰ ἐθνικὰ δυστυχήματα, τὰ πρόσφατα ἢ μᾶλλον τὰ ἐκκρεμῆ, πιστοποιοῦμεν διὰ τῆς ἀποστρατεύσεως, χωρὶς νὰ εἴμεθα βέβαιοι περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ νὰ διδάξωμεν τοὺς κακοὺς ἡμῶν γείτονας, οἵτινες παρησπόνδησαν, ὅτι ὀφείλουν νὰ ἐπιστρέψουν τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τὰς θέσεις ἡμῶν, ὅταν καὶ ἤδη ὡς πάντοτε οἱ ὁδηγοῦντες τὴν Πατρίδα δὲν χρησιμοποιοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ἀφοῦ ὑπέρ ποτε ὑπάρχει ἀνάγκη πρὸς τοῦτο, πῶς θέλετε νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου εἰς νέαν ἀρχὴν εἰρηνοπολέμου, ὅταν ἡμιαφοπλιζώμεθα ἐν τῷ μέσῳ τόσων κινδύνων, καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται περὶ τῶν ὅλων, διότι πάντες τὸ ἐννοοῦμεν καλῶς, ὅτι περὶ αὐτῶν πρόκειται; Πότε λοιπὸν θέλει χρησιμεύσει ὁ Ἑλληνικὸς στρατός; Μὴ τυχὸν τὰ πράγματα περιμένωσιν ἡμᾶς; Ὅταν ἐφάνησαν ἀνάξιοι τῷ 1885 οἱ πηδαλιοῦχοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ ὁδηγήσωσι τὸν Τόπον εἰς τὸ καθῆκον, ἤδη ὅτε εἶνε ἡ ἀνάγκη, νομίζετε ὅτι δύναμαι νὰ ἔχω ἐγὼ πεποίθησιν εἰς τὸ μέλλον, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου Τρικούπη μελέτης στρατιωτικῶν συγγραμμάτων τὰ πράγματα θέλουσι βελτιωθῆ; Δὲν εἶναι οἱ νόμοι, οἵτινες μᾶς ἐλλείπουσι, μᾶς ἐλλείπει τὸ ὅτι δὲν γνωρίζομεν ποῦ βαδίζομεν, δὲν ἐξεκαθαρίσαμεν, ὡς προεῖπον, ποία ἔσεται ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, ἂν θὰ εἶνε ἡ πολιτικὴ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ ἡ πολιτικὴ τῶν Πρέσβεων, ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἢ περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀρέσκουσιν εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ προτύπου Βασιλείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι, κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πραγματεύομαι τὸ ζήτημα τοῦ ἀδυνάτου τῆς τιμωρίας τῶν ἀνυποτάκτων, διότι ἄλλοι ἀρκετὰ εὐφυῶς ὑπέδειξαν ὅπως δήποτε λύσεις τινὰς, καὶ ἐγὼ ἤθελον ἀρκεσθῆ ἔστω εἰς τὴν διὰ κλήρου ἢ καὶ τὴν βαθμιαίαν τιμωρίαν αὐτῶν, ἀρκεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἰσχύων νόμος, νὰ μὴ βραβευθῶσιν οἱ ἀπειθήσαντες, ἀρκεῖ νὰ μὴ καθιερωθῇ κακὸν προηγούμενον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὸν λόγον.
§24ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἦτο ὁμολογουμένως ἀνάγκη, κύριοι, νὰ λυθῇ ἓν σπουδαῖον ζήτημα διὰ τὸ Ἔθνος, τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τῆς ἐξαντλήσεως ἢ πρέπει νὰ ἐγκαινισθῇ μία περίοδος ἐντελῶς νέα διὰ τὸν Τόπον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐφρόνουν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἢ ὑποβάλῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν του ποίαν πορείαν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ὁ Τόπος ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε γνωρίζομεν πόσα ὑπέστη ἕνεκα τῆς πορείας τῆς ἀκανονίστου, ἡ ὁποία μεταβάλλεται κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, ἂν τὸ ἐξετάσητε ἀπὸ τὶ συνίσταται, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ μὴ εἶσθε ἐναντίοι εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐπείγει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἐξηγοῦμαι δὲ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ πρῶτον τοὺς διατελοῦντας ἐν τῷ στρατῷ ἀνυποτάκτους, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει ὡς τάχιστα νὰ μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ δεύτερον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον παντάπασιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ σκέψις τὶ μέτρον πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Ἔθνος, πρέπει νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἢ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἢ πρέπει νὰ λάβῃ μίαν μέσην ὁδόν; Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνυποτάκτους, τοὺς εὑρισκομένους ἐν τῷ στρατῷ, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀπέλθωσιν ὡς τάχιστα ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν μᾶς προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι οἱ κληθέντες κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἔφεδροι διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τοὺς ὑποχρέους ἀπὸ τοῦ ἔτους 1859 ἕως 1863, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, καὶ εἰς τοὺς ὑποχρέους τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ἐσχάτως κατὰ τὸν Ἀπρίλιον. Οἱ ὑπόχρεοι τῶν πέντε πρώτων ἡλικιῶν, ἂν παρατηρήσητε τὴν κατάστασιν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὅλοι σχεδὸν ἔσπευσαν νὰ καταταχθοῦν, διότι ἐκ τῶν πέντε ἡλικιῶν καθυστεροῦν 13 χιλιάδας. Ἂν τώρα ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσητε τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τοὺς ἀποθανόντας, τοὺς ἕνεκεν νόσων μὴ δυνηθέντας νὰ προσέλθωσι καὶ τοὺς ὅπως δήποτε κωλυθέντας ἐξ ἐμποδίων, θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι ἀνὰ πᾶσαν ἡλικίαν καθυστεροῦντες. Τί ἀποδεικνύει αὐτό; Ὅ,τι, ὅταν ἐκλήθησαν οἱ Ἕλληνες καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐνεργήσωσιν, ἔσπευσαν ἀμέσως εἰς τὰς τάξεις. Ἐνθυμεῖσθε πόσον βραχεῖαν προθεσμίαν ἐθέσατε εἰς τὴν πρόσκλησιν, καὶ ὅμως ἔσπευσαν πρὸ τῆς προθεσμίας αὐτῆς νὰ εὑρίσκωνται ὅλοι ὅπου κατὰ νόμον ἐκλήθησαν, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι ἐδῶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ προσέλθωσιν ἵνα κάμωσι τὴν ἐπίδειξιν, ἡ ὁποία ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ φέρῃ αἴσιον ἀποτέλεσμα εἰς τὸ Ἔθνος. Λοιπὸν διὰ πρόσωπα, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν τόσον ταχέως νὰ προσέλθουν, καὶ ἔσπευσαν ἂν θέλετε οἱ περισσότεροι χωρὶς νὰ φέρουν μαζῆ των κανὲν ἐφόδιον, νομίζω ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ἔγκλημα, εἶναι μία παράλειψις, εἶναι μία ἀσπλαγχνία νὰ θελήσωμεν νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἄλλας δύο ἡλικίας, τὰς τελευταῖον προσκληθείσας, φρονεῖτε ὅτι ἔχομεν δίκαιον νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν; ἐγὼ λέγω ὄχι. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, τοὺς νόμους, ἐξετάζω τί γίνεται ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι καὶ πῶς ἐννοοῦμεν νὰ ἐφαρμόζωμεν τοὺς νόμους. Λοιπὸν ἐκαλέσαμεν τὰς δύο τελευταίας ἡλικίας, ὅταν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἐλάχιστον ἐκεῖνο δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, ὅταν δηλαδὴ μᾶς ἐκτυποῦσαν εἰς τὸ κεφάλι νὰ ἐννοήσωμεν καὶ δὲν ἐνοούσαμεν ὅτι δὲν γίνεται πόλεμος, ἀλλ’ ἐζητεῖτο μία λύσις διεξόδου εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἑπομένως αἱ ἡλικίαι ἐκεῖναι ἐγνώριζον ὅτι δὲν ἐκαλοῦντο διὰ πόλεμον, οὔτε διὰ νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως. Ἀλλὰ τί ἄλλο προηγούμενον εἶχον αἱ δύω αὐταὶ ἡλικίαι; εἶχον τὸ προηγούμενον, πρῶτον ὅτι οἱ κληθέντες ἀκόμη δὲν εἶχον ἐνδυθῆ, οὔτε ὅλοι εἶχον στρατωνισθῆ, καὶ δεύτερον, ὃ καὶ χείριστον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ εἶχον καταργήσει πάγιον νόμον στρατολογικὸν πρὸ ἐτῶν λειτουργοῦντα, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ κατάταξις τῶν ὑποχρέων· ἑπομένως δὲν ἔμενεν εἰς αὐτοὺς ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ἐκλήθησαν πρὸς ἐπίδειξιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εἶχον καὶ προθεσμίαν μακροτέραν τῆς προθεσμίας ἐκείνης, ἥτις ὡρίσθη, ὅπως συνέλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμεῖσθε δέ, κύριοι, ποῖος ἀγὼν ἐγένετο ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος τότε, καὶ πῶς ἀπέδειξαν ἅπαντες οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἦτο ἀδύνατος ὁ πόλεμος, ὁ δὲ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μὲ τὴν δριμεῖαν αὑτοῦ γλῶσσαν πῶς ἐκτύπησε τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, κύριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι καλῶς ἔπραξαν νὰ μὴ προσέλθωσι, καὶ οὔτε πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι. Καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι ἐῤῥέθη, ὅτι εὑρέθησαν ἄνθρωποι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες παρώτρυναν τοὺς συμπολίτας των νὰ μὴ προσέλθωσι καὶ καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ μὴ προσελθόντες, διότι ἄλλως ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι πράγματι ὑπῆρξαν πρόσωπα ἐμποδίσαντα αὐτοὺς, δὲν τὰ θεωρῶ σπουδαῖα, οὔτε ἔχω ἀνάγκην νὰ εὐχαριστήσω τὸν φίλον μου κ. Ζυγομαλᾶν, ὅστις ἐπρότεινε νὰ μὴ τιμωρηθῶσιν αἱ δύω αὗται ἡλικίαι. Δὲν εἶχον ἀνάγκην, κύριοι, νὰ τοὺς συμβουλεύσωμεν ἡμεῖς νὰ μὴ καταταχθῶσι. Πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχει βουλευτὴς Ἕλλην, ὄχι βουλευτὴς, ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ Ἔθνος του μὲ πᾶσαν θυσίαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐλέγομεν, ὅτι δὲν γίνεται πόλεμος, καὶ ὅτι αἱ προσκλήσεις τῶν ἡλικιῶν ἦσαν ἀνθρωποθυσίαι καὶ φενάκη, τί κακὸν ἔπραξαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ Ἔθνος, αὐτὴν τὴν Ἐθνικὴν ὁμολογίαν, νὰ μὴ προσέλθωσιν; ἀπολύτως κανέν. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, οὔτε εἴμεθα δικαιολογημένοι νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐὰν πάλιν ἐκάματε σφάλμα, κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς, ἢ ἐὰν ἔκαμαν σφάλμα οἱ φίλοι σας, ἢ τινὲς αὐτῶν καὶ προέτρεψαν τοὺς ἐφέδρους τούτους νὰ μὴ προσέλθωσι, πρέπει νὰ εἰσέλθουν αὐτοὶ εἰς τὰς φυλακάς· τὰ σφάλματα τὰ ἐδικά σας δὲν πρέπει νὰ ἐπιπίπτουν εἰς τὴν ῥάχιν τῶν ἄλλων. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐκάμαμεν σφάλματα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω αὐτοὺς τοὺς λόγους σας, αὐτὰς τὰς γνώμας σας, αὐτὰς τὰς φράσεις σας. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, ὅταν ἦτον εἰς τὴν ἀκμήν της κατὰ τὸ ἔτος 1867. Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι Ὑπουργεῖον ὡς τὸ τοῦ 1867 δὲν ἐσχηματίσθη μέχρι τοῦδε. Ἦτο τότε Ὑπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ τότε ἦσαν πράγματι Πρωθυπουργοὶ, καὶ εἰργάζοντο ἀληθῶς διὰ τὴν μεγάλην ἰδέαν. Τότε εἶναι ἡ πρώτη ἐποχὴ, καθ’ ἣν παρηγγέλθησαν ἀτμόπλοια πολεμικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τότε ἔχομεν τὰ θωρηκτὰ ἀτμόπλοια. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν μεθ’ ὅλας τὰς ἀληθεῖς τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων προσπαθείας, μεθ’ ὅλας τὰς θυσίας τοῦ Ἔθνους ἐξεύρετε ποῦ κατηντήσαμεν; ὄχι μόνον δὲν ἐλάβομεν τίποτε, ἀλλὰ κατηντήσαμεν καὶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου· μετὰ δὲ τὴν ὑπογραφὴν ἔλαβον χώραν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουν καὶ σήμερον. Ἰδοὺ δὲ τί ἔλεγε τότε ὁ συμπολίτης μου κ. Δηλιγιάννης, Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βαλασσόπουλον, ἰσχυριζόμενον ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις τῆς Εὐρώπης (ἀναγινώσκει). «Ἔρχομαι ὅμως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς βάσεως τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οὐσιωδεστέρου τῶν ἐπιχειρημάτων του, ὅτι ἡ Εὐρώπη πολλάκις μετέβαλε τὰ πρωτόκολλά της. Μετέβαλε, σᾶς εἶπε, τὸ πρωτόκολλον κατὰ τὸ 1827 περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μετέβαλε τὴν συνθήκην τῆς 2)14 Νοεμβρίου περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου· δὲν εἶναι λοιπὸν πρᾶγμα φυσικῶς ἀδύνατον νὰ φανῇ καὶ πάλιν ἡ Εὐρώπη μεταβάλλουσα τὰς ἀποφάσεις της». Ἀφοῦ δὲ δὲν ἦτο κατὰ τὸν κ. Βαλασσόπουλον ἀδύνατον ἡ Εὐρώπη νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀποφάσεις της, ὁ κ. Βαλασσόπουλος δικαιολογῶν τὴν ἄρνησιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐπέφερε λέγων, ὅτι καὶ εἶχε πιθανότητας ὅτι ἤθελε κατορθωθῇ ἡ μεταβολὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Παρισινῆς Συνόδου. Ἐστήριζε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη τὰς πιθανότητάς του περὶ μεταβολῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Παρισινῆς Συνόδου εἰς τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ σχηματίσῃ, διότι εἶχε κατορθώσει νὰ διίδῃ τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Εὐρώπῃ πνεῦμα· εἶχε κατορθώσει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Βούλγαρη νὰ διίδῃ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης ὅλης ἦτο ὑπὲρ τῆς εἰρήνης· ἑπομένως ἡ Εὐρώπη ἦτο διατεθειμένη νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν διατάραξιν τῆς εἰρήνης, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Βούλγαρης ἰδών, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ ἐξέλθῃ τῆς περιπλοκῆς, ἐσκέφθη περὶ τοῦ πολέμου καὶ ἤρχισε νὰ ἀπειλῇ τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ ἀναγκάσῃ αὐτήν, φοβουμένην περὶ τῆς εἰρήνης, νὰ ἀλλάξῃ τὸ πρωτόκολλον. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βαλασσόπουλος δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν παράπονον κατ’ ἐμοῦ διὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ συλλογισμοῦ του τούτου· διότι μεταφράζω αὐτὸν πιστῶς. Μετέβαλεν ἡ Εὐρώπη τὰς προχείρους σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχε συῤῥάψει κατὰ τὸ 1827 ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· τὰς μετέβαλε, διότι ὁ ἀγὼν τῆς Ἑλλάδος ἐπεκράτει· τὰς μετέβαλε, διότι ἐπείσθη, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἐπικράτεια ἐκείνη, κατὰ τὰς προχείρους ἐκείνας ἰδέας της, δὲν ἐξησφάλιζε τὴν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐπεθύμει· τὰς μετέβαλε, διότι ἐφοβεῖτο καὶ τότε, καθὼς φοβεῖται πάντοτε, ὅτι ἦτο πολλὰ ἐνδεχόμενον νὰ ἀποτύχῃ ὁ σκοπὸς, ὄχι μόνον ὁ φιλάνθρωπος καὶ χριστιανικός, ἀλλὰ καὶ ὁ πολιτικός, τὸν ὁποῖον εἶχε διὰ τῆς ἀποσπάσεως τῆς χώρας ἐκείνης ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἀλλὰ πῶς ἤθελε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Σύνοδος ἀπήγγειλεν ἐπὶ τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς διαφορᾶς, ἀφοῦ ὁ Κρητικὸς ἀγὼν πλέον δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἀναζωπυρηθῇ, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἐλάχιστος φόβος ὅτι ἤθελε διαταραχθῆ ἡ εἰρήνη τῆς Ἀνατολῆς! Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἔπειθον αὐτήν, ὅτι αἱ ἀπειλαὶ τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶχον κανένα σπουδαῖον χαρακτῆρα! Γνωρίζετε ὅλοι τί εἷς μέγας ἡγεμὼν εἶπεν ὑπομειδιῶν εἰς τὰ ἀνάκτορά του ἐν ἑσπερινῇ συναναστροφῇ, ὅταν ἔμαθεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐζήτει δάνειον 100 ἑκατομμυρίων καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐψήφισε τοῦτο. Τῷ ὄντι ἠθέλομεν εἶσθαι πολλὰ ἁπλοῖ, κύριοι, ἐάν ποτε ὑπελαμβάνομεν ὅτι αἱ διαδόσεις, τὰς ὁποίας ἐκ τῶν οἰκιῶν μας διεδίδομεν εἰς τὸ κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς γραφείοις συνετάσσομεν ὡς δοκίμια καλλιεπείας ἢ γραφῆς, ὅτι αἱ προκλήσεις, αἱ ἄνευ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἄνευ μεμελετημένου σπουδαίου σκοποῦ, τὰς ὁποίας ἀπηυθύναμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι ὅλα ταῦτα ἠδύναντό ποτε νὰ ἀνησυχήσωσι τὴν Εὐρώπην. Γνωρίζει ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὡς Κράτος νὰ πολεμήσῃ μεμονωμένη πρὸς τὴν Αὐτοκρατορίαν τῆς Τουρκίας, οὐδ’ εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ τοῦτο ἐκ τοῦ ἰδικοῦ μας προγράμματος, ὥς τινες διϊσχυρίσθησαν, ἐπικρίναντες τότε τὸ πρόγραμμα ἡμῶν ἐκεῖνο· διότι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ καὶ τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους καὶ τὰς κατὰ ξηρὰν δυνάμεις αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ κανένα φόβον νὰ ἀνησυχήσῃ μὴ ὁ πόλεμος γίνῃ ἐθνικός. Τὸν ἐθνικὸν πόλεμον δὲν δύναταί τις νὰ προκαλῇ δι’ ἁπλῶν σχεδιασμάτων, οὔτε διὰ διαδόσεων μὴ στηριζομένων ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Διὰ νὰ ἐγερθῇ τὸ ἔθνος, διὰ νὰ ἐξεγερθῇ εἰς ἐθνικὸν πόλεμον, πρέπει νὰ ἐνθουσιασθῇ, καὶ διὰ νὰ ἐνθουσιασθῇ ἓν ἔθνος καὶ ἰδίως τὸ Ἑλληνικὸν, πρέπει νὰ ἐνθουσιασθῶσι πρῶτον ἐκεῖνοι, οἵτινες ζητοῦσι νὰ τὸ ἐνθουσιάσωσι. Δὲν ἐνθουσίαζεν ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης τοὺς συμπολίτας του κατὰ τὸ 1825 διὰ προκηρύξεων διὰ νὰ δώσουν τὴν περιουσίαν των· τοὺς ἐνθουσίαζε καταγράφων πρῶτος εἰς τὸν κατάλογον τῶν συνεισφορῶν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ὅτι ἤθελε καταγράψει ἕκαστος τῶν Ὑδραίων (εὖγε!). Λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1869 ἡμεῖς γνωρίζομεν τί συμβαίνει εἰς τὴν Εὐρώπην· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅλοι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος πρὸ πάντων δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐγνώριζεν, ὅτι οὔτε αἱ προπαρασκευαὶ, οὔτε αἱ ἐπιδείξεις, οὔτε αἱ ὑπαίθριοι ἀγορεύσεις, οὔτε αἱ διακοινώσεις, οὔτε ἄλλο τι ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ τὸν Τόπον, ἐὰν δὲν ἦσαν σύμφωνοι καὶ αἱ Δυνάμεις, καὶ ἐν τούτοις ἐν ἔτει 1885, ἤτοι μετὰ 17 ὅλα ἔτη ἀντὶ νὰ φωτισθῶμεν, νὰ διδαχθῶμεν ἀπὸ αὐτὰ τὰ παθήματα, ποῦ εὑρισκόμεθα; ἐδαπανήσαμεν ἄπειρα, ἐθυσιάσαμεν τόσους ἄνδρας καὶ κατηντήσαμεν νὰ μὴ εἴμεθα ἐλεύθεροι, νὰ εἴμεθα δεσμευμένοι, νὰ εἴμεθα ἀποκεκλεισμένοι· καὶ εἶναι λυπηρὸν καὶ δι’ αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι Κυβερνῆται, καὶ δι’ ἡμᾶς οἵτινες εἴμεθα βουλευταὶ, ὅταν πιεζώμεθα ἀπὸ τὸν συμμαχικὸν στόλον, καὶ ἐν τούτοις νομίζομεν ὅτι εἴμεθα Κράτος! Λοιπὸν, κύριοι, ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων ἤμην ἐναντίος πάντοτε ὁσάκις παρουσιάζοντο στρατολογικὰ ζητήματα. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἢ 1884 ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πίστωσιν τὸ πρῶτον ὑπὲρ τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις τότε καὶ αὐτὴ ἦτο σύμφωνος καὶ μόνον ἐζήτησε νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, ἤμην ἐναντίος καὶ ἠγόρευσα καὶ ἐψήφισα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι τὸ ἔθνος μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πολεμήσῃ, ὄχι διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, διότι τὸ ἀπέδειξε καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ἔθνος μας, ὅτι δύναται νὰ πολεμήσῃ, ἀλλ’ ἤμην ἐναντίος, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Εὐρώπης νὰ πράξῃ ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον. Ἐὰν δὲ μελετήσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους μας ἀπὸ τοῦ 1855 καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁσάκις ἡ Εὐρώπη ἠθέλησε νὰ μᾶς ἐνισχύσῃ, τὸ ἔκαμεν ἄνευ πολέμου, ὅπως μᾶς ἔδωσε τὴν Ἑπτάννησον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ὁσάκις δὲ ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμέν τι διὰ πολέμου, ὄχι μόνον δὲν ἐλάβομεν τίποτε, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν νὰ ὑπογράψωμεν καὶ πρωτόκολλον, καὶ εἰς τοῦτο πλησιάζομεν καὶ σήμερον, εἰς τὴν ὑπογραφὴν ἑτέρου πρωτοκόλλου. Ἔχομεν λοιπὸν τὰ γεγονότα ἐξ ἑνὸς τρανὸν παράδειγμα. Ἐξ ἄλλου, κύριοι, οἱ ἀξιότιμοι Κυβερνῆται πάντοτε ἐμπόδισαν τὴν πραγματικὴν προπαρασκευὴν, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Ἐν ἔτει 1879 ὁ Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε νὰ καλέσῃ τὸν Γρίβαν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔγραψε πρὸς αὐτὸν, εὑρισκόμενον ἐν Περατιᾷ, ἐὰν συναινῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προπαρασκευάσῃ τὸν στρατόν. Ἐπειδὴ προεμηνύοντο ἐξωτερικαὶ μεταβολαὶ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ᾖ προπερασκευασμένη, οὗτος ἀπήντησεν ὅτι δέχεται μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι πρέπει νὰ γίνωσι πράγματι προπαρασκευαὶ καὶ στρατόπεδον, ἀντηλλάγη μάλιστα μακρὰ συμβολικὴ ἀλληλογραφία, ἔμειναν σύμφωνοι, καὶ ἀληθῶς ἦλθεν, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρῶτον ἔργον του ἦτο νὰ συστήσῃ στρατόπεδον εἰς τὴν θέσιν Λεπενοῦ. Παρεκάλεσε δὲ τοὺς φίλους του νὰ μὴ ζητήσωσι τίποτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διαβεβαιώσας αὐτοὺς, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις σπουδαίου στρατοπέδου πλησίον τῶν συνόρων ἤθελεν ἔχει δύο μέγιστα καλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα· πρῶτον τὴν ἔξαψιν τοῦ φρονήματος τῶν ὑποδούλων τῇ Τουρκίᾳ καὶ τὸν τρόμον τῶν Τούρκων, καὶ δεύτερον εἰς πρώτην εὐκαιρίαν θὰ ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλὰς, οὖσα προπερασκευασμένη. Ἔγινε, κύριοι, τὸ στρατόπεδον, καὶ ἤθελε χρησιμεύσει ὡς σπουδαῖος πυρὴν διὰ τὸ μέλλον. Ἠξεύρετε διατί διελύθη; Ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Δηλιγιάννης ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε καὶ εὗρεν ἀφορμὴν, ὅτι δὲν ἔχομεν δῆθεν χρήματα καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλήν. Ὁ Γρίβας ἐνόησε περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ ἀμέσως παρῃτήθη, διότι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα καὶ τὸ ναυτικὸν πρέπει νὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, οὐδὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ· ἕνεκα τούτου παρῃτήθη ὁ Γρίβας καὶ οὔτε ἐπέστρεψεν, ὅταν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ στρατόπεδον διελύθη. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν γεγονὸς, ὅπερ τρανῶς ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ Κυβερνῆταί μας ἐμπόδιζαν τὴν πραγματικὴν προπαρασκευὴν τοῦ στρατοῦ. Κατόπιν ἑτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ἐμπόδιζον οἱ Κυβερνῆταί μας τὰς ἀληθεῖς προπαρασκευὰς εἶναι τὸ ἔτος 1881· τότε ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς Γρίβας συνέπραττε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἤδη Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κυρίου Τρικούπη· διορισθεὶς εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ· τὸ δὲ ἱστορικὸν τοῦ Καραλῆ Δερβὲν εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας καὶ περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν. Μετὰ τὸ ἱστορικὸν αὐτὸ, ἀφοῦ εἶδεν ὁ Γρίβας, ὅτι οἱ γείτονές μας εἶναι κακῆς πίστεως, διότι καὶ τότε ἤθελον νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις μας, ὅπως καὶ τώρα, ἐσχημάτισε στρατόπεδον ἐκ 16,000 ἀνδρῶν. Ἀπὸ τὰ 1881 ἐὰν αἱ 16,000 ἄνδρες ἔμενον ἐν στρατοπέδῳ ἕως τὰ 1885, ἠξεύρετε τὶ θὰ συνέβαινε; Τὸ πρῶτον κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως θὰ ἐπηκολούθει ἄλλο ἡμέτερον καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν θὰ εὑρίσκετο ἀπέναντι τοῦ Βουλγαρικοῦ, καὶ τότε θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἡμεῖς νὰ ληφθῶμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν Συνδιάσκεψιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αὐτὸ τὸ στρατόπεδον διελύθη διὰ τοὺς αὐτοὺς πολιτικοὺς λόγους. Λοιπὸν, κύριοι, ἐξ ἑνὸς ἔχομεν τὰ γεγονότα ἀλλεπάλληλα, ὅτι μόνον, ὅταν ἠθέλησεν ἡ Εὐρώπη, ἐλάβομεν χώρας ὅπως τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἑπτάνησον, ὅταν δὲ δὲν ἠθέλησε δὲν ἐλάβομεν τίποτε, ὅπως εἰς τὰ 1854, ὅτε κατεστράφησαν πολλαὶ οἰκογένειαι, ὅτε καὶ αὐτὸς ὁ ἀγαθὸς Βασιλεὺς Ὄθων ἔκαμε πᾶσαν θυσίαν, ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν κατώρθωσε τίποτε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἐχρονολογήθη ἡ δυσμένεια τῆς Εὐρώπης καὶ ἡ αἰτία τῆς ἐξώσεώς του. Κατὰ τὴν ἐποχὴν δὲ ἐκείνην, ἐνῷ ἄλλοι ἐνταῦθα ἐκαρποῦντο ὡς Ἐπιτροπαὶ τὰ ἱερὰ χρήματα καὶ ἀνήγειρον μέγαρα, ἄλλοι ἐθυσίαζον καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὰς περιουσίας των ἀγωνιζόμενοι ἐν Θεσσαλίᾳ μετὰ ἰσχυρῶν στρατιωτικῶν σωμάτων, καὶ οὐδὲ μνήμης ἐκρίθησαν ἄξιοι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τῶν Κυβερνητῶν αὐτοῦ! Εἰς τὰ 1867 ἐδαπανήσαμεν 100,000,000 διὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, ἐνῷ ἠγέρθησαν μόνοι τους καὶ οὐδεὶς τοὺς ὑπεκίνησε. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; νὰ ὑπογραφῇ ἀτιμωτικὸν πρωτόκολλον ἐν ἔτει 1869. Εἰς τὴν ἐκστρατείαν δὲ τοῦ Δομοκοῦ, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε τὴν οἰκτροτέραν κωμῳδίαν. Τώρα ἔχομεν καὶ τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἥτις δὲν δύναται ἢ νὰ μᾶς διδάξῃ φαεινότερον πάσης ἄλλης, ὅτι ἀποτυγχάνομεν ὅταν δὲν ἔχωμεν τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ ἡμῶν, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἔχωμεν καὶ τὴν Εὐρώπην καθ’ ἡμῶν, ὅπερ βλέπομεν, καὶ εἶπε καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν Εὐρώπην μεθ’ ἡμῶν, εἶπεν ὁ κύριος Τρικούπης, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουσιν, ὅτι ὁ Τόπος ἔχει ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ μίαν ὡρισμένην πορείαν, ἡ δὲ ὡρισμένη πορεία εἶναι, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βόλου, ἢ νὰ ἀρχίσωμεν ἐργαζόμενοι ὅπως πρέπει, καὶ διὰ πάσης θυσίας, ἢ νὰ παύσωμεν ἀπὸ τῶν ὀνειροπολημάτων καὶ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν. Ἐὰν δὲ θέλωμεν ὡς Ἔθνος νὰ ἐργασθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως ἐργαζόμεθα. Λοιπὸν πρῶτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ποίαν πορείαν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ Ἔθνος, καὶ ὄχι νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον περὶ τιμωρίας τῶν ἀνυποτάκτων. Πρέπει τὸ Ἔθνος νὰ ὁρίσῃ τὴν πορείαν του ἢ θὰ ἦναι εἰρηνικὸν, καὶ τότε δὲν πρέπει εἰμὴ τὸ χρῆμά του νὰ δαπανᾷ πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου, τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν τοιούτων, ἢ δ’ ἄλλως νὰ ἐργασθῇ ὅπως πρέπει. Τὰ χρήματα, κύριοι, τὰ συλλεγόμενα χάριν τῶν λεγομένων ἐθνικῶν καὶ μεγάλων ἰδεῶν, γνωρίζετε τίνες πρὸ πάντων τὰ τρώγουσι· τὰ τρώγουσιν ἤδη τινὲς δημοσιογράφοι, τὰ κακοηθέστερα ὄργανα, ὄχι διὰ νὰ σώσωσι τὸν Τόπον, ἀλλὰ νὰ τὸν διαφθείρωσιν. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ μισθοδοτῶνται αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ πρέπει τοὐναντίον νὰ ἀπομακρύνωνται· πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐνέργεια τῶν μεγάλων ἔργων ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ νὰ δύνανται καὶ νὰ αἰσθάνωνται ὅτι ἐνεργοῦσιν ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ ἐγένετο τοιοῦτόν τι, κύριοι; οὐχί· μόνον ἔχομεν μεγάλους μισθοὺς διὰ τοὺς Προέδρους τῶν Συλλόγων καὶ οὐδὲν πλέον. Δὲν ἔχομεν νὰ παραπονεθῶμεν κατὰ τῶν Βουλγάρων. Οἱ Βούλγαροι ἔῤῥιψαν τὸ Σύνταγμα ἐπὶ δεκαετίαν, καὶ τὸ ἔῤῥιψαν διὰ νὰ ἐργασθῶσι καὶ πράγματι εἰργάσθησαν. Ἔχομεν ἡμεῖς αὐτὸ τὸ σθένος νὰ ἐργασθῶμεν οὕτως; Ὅστις ἔχει τὸ σθένος, ἂς τὸ εἴπῃ καθαρὰ, ἂς εἴπῃ ὅτι διὰ νὰ ἐργασθῇ, πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ κοιμηθῇ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν· εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ πράξωμεν· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεὶς οὔτε ἐσκέφθη κἂν περὶ τούτου· δὲν λέγω διὰ τὸν βασιλέα μας, διότι ὁ κ. Χοϊδᾶς τὸν γνωρίζει καλλίτερα.
§25ΧΟΪΔΑΣ. Ἥκιστα.
§26ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ παραπονούμεθα, ἐὰν οἱ Βούλγαροι ἱκανοποιήθησαν. Ὅταν αὐτοὶ εἰργάζοντο, ἡμεῖς ἀλλοῦ προσείχομεν. Ἡμεῖς προσείχομεν πῶς νὰ θεραπεύσωμεν δημοσιογράφους διὰ νὰ ὑβρίζουν τὸν Τόπον καὶ νὰ στείλωμεν τὰ κακοηθέστερα τῶν προσώπων εἰς Μακεδονίαν καὶ ἀλλαχοῦ μὲ ἁδροὺς μισθοὺς, μόνον ὅπως ἐξοικονομῶνται καὶ διαφθείρωσι διὰ τῆς διαγωγῆς των καὶ τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν αἴσθημα. Ἠθελήσαμεν νὰ εἴπωμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἀπὸ τὸν Βασιλέα προεκλήθησαν αἱ θυσίαι. Βεβαίως καὶ ὁ Βασιλεὺς ὤθησε τὸν Τόπον· διότι, ὅταν ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται θυσίαι, ἑπόμενον ἦτον ἀπὸ αὐτὸ τὸ Στέμμα νὰ τὸ πιστεύσῃ καθεὶς, ἑπομένως τὸ ἥρπασεν ὁ Γεννάδιος, ὁ Δούνης καὶ οἱ ἄλλοι καὶ διεσάλπιζον ὅτι ἔχομεν πόλεμον, φέρετε χρήματα, φέρετε στρατὸν κ. τ. λ. ὅπως λάβωμεν τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου καὶ ἀκόμη περισσότερα. Ὁ δυστυχὴς ὁ Τόπος καὶ οἱ μᾶλλον συνετοὶ πατριῶται, νομίζοντες ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς τὸ εἶπεν, ἐρχόμενος ἐξ Εὐρώπης, θὰ εἶχε κἄποιαν συνεννόησιν, ἔσπευσαν ὅλοι καὶ προσέφερον καὶ χρῆμα καὶ αἷμα κατὰ στατῆρας, καὶ ἡ φωνὴ ἐξηκολούθει, καὶ ὅμως οὐδὲν ἔργον. Ἐνῷ ἂν εἴμεθα ἐγκαίρως παρεσκευασμένοι, ἅμα τῷ κινήματι τῆς Φιλιππουπόλεως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταλάβωμεν τὴν Μακεδονίαν. Ἐὰν τοῦτο ἐπράττομεν τότε, νομίζετε ὅτι αἱ Δυνάμεις θὰ μᾶς ἔλεγον: ἐξέλθετε; ὄχι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ καταναλισκώμεθα εἰς λόγους· εἶναι περιττὰ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια· εἶναι ἀνάγκη καὶ πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ὁ ἀφοπλισμὸς, κύριοι, καὶ πρέπει τὸ ἔθνος νὰ προβῇ εἰς βίον εἰρηνικὸν, τὰ δὲ τρία Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μένωσιν ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ν’ ἀποκτῶμεν, ἂν δυνάμεθα, ἀπὸ ἓν πλοῖον κατ’ ἔτος (Θόρυβος). Ἀλλ’ ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τοῦ Τόπου. Πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὸν Τόπον, πρέπει πρὸ πάντων νὰ μεριμνήσωμεν διὰ νομοθετικῆς συνδρομῆς νὰ σώσωμεν τὴν καταῤῥέουσαν κοινωνίαν. Ἐν ἔτει 1883, ὅταν ἤρχισεν ἡ Τράπεζα ν’ ἀποσύρῃ τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐφώναξα καὶ παρέστησα τὰς συνεπείας, καὶ ὅτι οἱ ἔμποροι θὰ ἐχρεωκόπουν, θὰ αὐτοχειριάζοντο, θὰ κατεστρέφετο τὸ ἐμπόριον· οὐδεὶς ἔδωκε τότε προσοχήν, διότι τὸ ζήτημα τοῦ λαοῦ εἶναι τίποτε· τὸ σπουδαιότερον ἐδῶ εἶναι πῶς νὰ διορίσωμεν ἕνα ἐπιστάτην ἢ ἀπαλλάξῃ τις ἐπίστρατον καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν καὶ νὰ μὴ καταναλισκώμεθα εἰς τὰ γελοῖα, ἤτοι πῶς νὰ τιμωρήσωμεν οἰκογενειάρχας λόγῳ ὅτι ἦσαν ἀνυπότακτοι, ἐνῷ ἄλλοι πράγματι πταίουν, καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, ὅπως ἀπολυθῶσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ μόνον οἱ ἐν αὐταῖς κρατούμενοι ἀνυπότακτοι.
§27Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πολλάκις εἶπον κατὰ καιροὺς, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην, καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπαναλαμβάνονται παρὰ πολλῶν, εὐφυῶς μὲν, ἀλλ’ ὀλίγον ἀργά. Ἤδη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἀντικείμενον, κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τῶν ἀνυποτάκτων ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀφοπλισμοῦ, καὶ τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ τότε νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ περὶ ἀνυποτάκτων νομοθέτημα. Εἶνε λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ἄκαιρον τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐν οἱᾳδήποτε ὅμως περιπτώσει, θεωρῶ δίκαιον κατ’ οὐσίαν, ἄν ὄχι κατὰ τύπους, ὅπως οἱ ἀνυπότακτοι τῶν δύο τελευταίων σειρῶν μὴ τιμωρηθῶσι διὰ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, διότι δὲν προσῆλθον ὄχι ἀπὸ ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ, ἀλλὰ διότι ἐνόησαν, ὡς ὅλοι σχεδὸν, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἀπέβλεπον τοῦ λοιποῦ ἐνέργειαν πρὸς πόλεμον. Μεταξὺ πολλῶν αἰτίων, κύριοι, τρία εἶνε τὰ κυριώτερα αἴτια τῆς σημερινῆς ἡμῶν καταστροφῆς. Ἓν τούτων εἶνε ἡ ἄκρα ἡμῶν αἰσιοδοξία. Ἡ ἀπαισιοδοξία εἶνε νύξις πρὸς πρόβλεψιν καὶ λῆψιν τῶν δεόντων μέτρων ὑπὲρ τῆς σωτηρίας. Ἔπρεπε νὰ εἴμεθα κατά τι καὶ Κασσάνδραι καὶ τότε δὲν θὰ καταντούσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν συμφοράν. Ἓν ἄλλο εἶνε ἡ ἀέναος προσήλωσις ἡμῶν εἰς τὸ παρελθόν. Δικαίως Γάλλος τις συγγραφεὺς, ὁ Σχιὰλ, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀποθανὼν, εἶπεν, ὅτι τὰ Ἔθνη καρφώνονται, ὁσάκις προσηλώνονται πολὺ εἰς τὸ παρελθόν. Ἡμεῖς ἀτενίζομεν πάντοτε πρὸς τὸν ἀρχαῖον πολιτισμὸν τῶν προγόνων μας, πρὸς τὰ ἆθλα τῶν Μαραθωνομάχων καὶ Σαλαμινομάχων, ἢ πρὸς τὰ ἔργα τῶν τελευταίων πατέρων μας, πρὸς τὰς πατραγαθίας, καὶ οὕτω δὲν ἐβλέπομεν πλέον τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἐβρυχῶντο πρὸ τῶν ποδῶν μας. Τὸ ἄλλο αἴτιον εἶνε ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως καὶ πίστεως εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἡ προσδοκία πάντοτε εἰς ἄλλους, ἐνῷ ὠφείλομεν νὰ ἐλπίσωμεν καὶ νὰ βασισθῶμεν εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, ὡς πολλάκις τὸ ἀνέφερον εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα ἐφθάσαμεν εἰς τρομερὰν καταστροφὴν τοῦ Ἔθνους μας· εἶνε καιρὸς πλέον νὰ συνετισθῶμεν. Ἂς παύσωμεν τὰς μακρηγορίας καὶ ἂς συγκεντρωθῶμεν ἐντὸς ἡμῶν αὐτῶν. Ὀφείλω δὲ νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς ὑμᾶς καὶ σήμερον, ὅτι εἰς τὴν Δίαιταν, ἤτοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Πολωνίας, ἐνῷ ἐπρόκειτο ὁ τελευταῖος διαμελισμὸς αὐτῆς, ἠκούοντο λαλήματα ἐλεεινὰ καὶ παρίστατο θέαμα ἀγενῶν παθῶν καὶ ἰδιοτελῶν συμφερόντων. Ἂς διδαχθῶμεν ἀπὸ τὰ δεινοπαθήματα καὶ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων. Ἂς σκεφθῶμεν ἀπὸ τοῦδε σπουδαίως, ἂς φέρωμεν νομοθετήματα συνετὰ καὶ ὠφέλιμα εἰς τὸ Ἔθνος, ὅπως ὀργανισθῶμεν δεόντως καὶ συντόνως, ἂν ὑπάρχῃ ἀκόμη ἐλπίς· διότι, κύριοι, φοβοῦμαι μὴ δὲν ἔχωμεν πλέον καιρὸν, διότι αἱ Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης ἐργάζονται ὅπως λυθῇ τάχιστα τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα πρὸς ὄφελος ἄλλων καὶ πρὸς βλάβην ἰδικήν μας.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου. Ὑπάρχουσι δύω τροπολογίαι ἐπ’ αὐτοῦ· πρώτη ἡ τοῦ κ. Παππαγιαννακοπούλου καὶ δευτέρα ἡ τοῦ κ. Φορέστη.
§29ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φορέστη.
§31ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§32ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὸ τροποποιηθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως 1 ἄρθρον περιελήφθη τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας μου ταύτης περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας εἰς ἕνα μῆνα, παραιτοῦμαι τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ καὶ ζητῶ μόνον τὴν ψήφισιν τῆς προσθήκης, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσονται πάσης ποινῆς οἱ μονογεννεῖς καὶ πρῶτοι ὀρφανοί.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ δεύτερον τοῦτο μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐκ Πάλλης βουλευτοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ τροπολογία ἀπεῤῥίφθη.
§34ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία μου, ἀλλ’ αὔριον θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ ἐξαιρέσεως ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν μονογενῶν καὶ πρωτοτόκων. (Ἐνταῦθα ἀναγνωσθὲν, ψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως, ὡς ἔχει, τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2.
§36ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βαλσαμάκη.
§38ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογία ἐπὶ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 σχετίζεται, ἤτοι εἶναι ἀναγκαία ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ τὸ προτεινόμενον ὑπ’ ἐμοῦ 4 ἄρθρον. Ἵνα μὴ συζητήσω ἀσκόπως, ἀρκοῦμαι εἰς ὀλίγα τινὰ, ὅπως καταστῇ καταληπτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἔπεισε νὰ ὑποβάλω τὰς δύω ταύτας τροπολογίας. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς ἐπιπροσθέτου ὑπηρεσίας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὰς δύω τελευταίας ἡλικίας, ἰδίως δὲ ἐθεωρήθη ὡς ἄδικος ἡ ὑπηρεσία αὕτη, καθόσον σὺν τοῖς ἄλλοις δὲν εἶναι ὁμοία μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὰς πρώτας ἡλικίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι μολονότι ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τι τὸ ἄδικον, καθόσον ἐπιβάλλει ποινὴν ἀνωτέραν εἰς τὰς δύω ταύτας ἡλικίας, οὐχ ἧττον ἀναγκάζεται νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ διότι, ἐὰν εἰς τὰς δύω ταύτας ἡλικίας ἐπιβληθῆ ἡ αὐτὴ ἐπιπρόσθετος ὑπηρεσία, τὸ ὅλον αὐτῆς καθίσταται τόσον μικρόν, ὥστε δὲν εἶναι ὠφέλιμον νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἐπίστρατοι οὗτοι νὰ καταταχθῶσι διὰ τόσῳ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην ἄσκοπον. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν πᾶν ὅ,τι ἐῤῥέθη κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν δεχθῶμεν μέτρον ἄλλο τιμωρίας, καὶ ὡς καταλληλότερον τοιοῦτον ἐγὼ νομίζω τὸ νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς ὑπηρεσίαν ἥσσονα τῶν τριῶν μηνῶν νὰ καταβάλωσι χρηματικὸν ποσὸν, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, 100 δραχμῶν δι’ ἕκαστον μῆνα, κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς Βουλῆς ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον, τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο νὰ διανεμηθῇ εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθανόντων κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῶν φονευθέντων εἰς τὰς τελευταίας μάχας. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην φρονῶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἄλλοτε ὁ περὶ γενικῆς ἀπογραφῆς νόμος· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὑπῆρχον ἐν αὐτῷ διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς ὑπηρεσίαν ἑξάμηνον ἠδύνατο, πληρόνων χρηματικόν τι ποσὸν, νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς περαιτέρω ὑπηρεσίας, ὡς ἐπίσης ἐδικαιοῦτο ὁ εἰς τριετῆ ὑπηρεσίαν ὑπόχρεως νὰ λάβῃ μετὰ τὸ τέλος αὐτῆς ἕτερόν τι ποσὸν ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα ἡ ἀποδοχὴ τῆς τροπολογίας μου ταύτης εἶναι σκόπιμος, καθ’ ὅσον ὄχι μόνον δι’ αὐτῆς θέλομεν ἀπαλλάξει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον θέλει προστεθῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀνυποτάκτων τῶν δύω τελευταίων ἡλικιῶν, καὶ θέλομεν ἀποφύγει καὶ τὰς παρεξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποστρατεύσεως, ἀλλὰ συνάμα θέλομεν παράσχει σπουδαίαν ἀνακούφισιν εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἀπόρους, αἱ ὁποῖα κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἐπιστρατείας ὑπέφερον. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς 4 ἄρθρον, τότε βεβαίως αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω εἰς τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, πρέπει νὰ γίνωσι δεκταί· ἄλλως, εἶναι περιτταί.
§40ΟΘΩΝ ΜΑΥΡΟΣ. Τί θὰ γίνωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι νὰ καταθέσωσι τὸ χρηματικὸν αὐτὸ ποσόν;
§41ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ν’ ἀφίεται προαιρετικὴ εἰς τοὺς μὴ δυναμένους ἡ ὑπηρεσία.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι μίαν ἐρώτησιν περὶ μιᾶς ἀπορίας. Οἱ τῆς πρώτης ἐπιστρατείας τοῦ 1880 ἀνυπότακτοι τί θὰ γίνωσι; Περὶ αὐτῶν, ὡς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, δὲν γίνεται μνεία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ περὶ τῶν ἀνυποτάκτων τῆς προηγουμένης ἐπιστρατείας.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι εὐεργετικώτερος τοῦ παρόντος νόμου;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ ὁμοίας βάσεως ἐστηρίχθη καὶ ἐκεῖνος.
§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Κραναίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξομοίωσιν τῶν ἀνυποτάκτων τοῦ ὅλου τῶν ἡλικιῶν ὡς πρὸς τὸν πρόσθετον χρόνον τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ εὑρίσκω ἄδικον οἱ πρεσβύτεροι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῆς ποινῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται οἱ νεώτεροι· ἀπ’ ἐναντίας, φρονῶ ὅτι οἱ πρῶτοι, ἐπειδὴ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν καὶ ὑποχρεοῦνται εἰς μεγαλείτερα οἰκογενειακὰ βάρη, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ποινὴν ἐλαφροτέραν τῆς τῶν νεωτέρων Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βαλσαμάκη, καὶ ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία νὰ ἦναι μία καὶ ἡ αὐτὴ δι’ ὅλους.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας παρατηρεῖ ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ τῶν τελευταίων ἡλικιῶν ἀνυπότακτοι ἔφεδροι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ποινὴν ἐλαφροτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται οἱ ἀνυπότακτοι ἔφεδροι τῶν προηγουμένων σειρῶν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ οὕτως ἔχει ἐν τῷ νόμῳ· διότι ὑποβάλλονται εἰς ὑπηρεσίαν 3½ μηνῶν, τουτέστι 2 μηνῶν πρόσθετον καὶ 1½ μηνὸς ὑπηρεσίαν εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν οἱ τῆς σειρᾶς αὐτῶν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ὑποβάλλονται εἰς ποινὴν 7 μηνῶν καὶ ἑνὸς ἔτι, 8. Ὥστε ἔχομεν 3½ μῆνας πρὸς 8 μῆνας· ἀλλ’ ἀναλύοντες αὐτοὺς εὑρίσκομεν 2 μηνῶν πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς τῶν δύο τελευταίων σειρῶν, καὶ ἑνὸς μηνὸς πρόσθετον ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς τῶν πρώτων σειρῶν. Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀναλελυμένως καὶ κεχωρισμένως τὰ τῶν ποινῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἐν τῷ συνόλῳ, ἐν τῷ συνόλῳ δὲ ἔχουσιν, ὡς εἶπον, τουτέστιν ἡ ὑπηρεσία, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὰς δύω τελευταίας σειρὰς, εἶναι κατωτέρα τοῦ ἡμίσεος τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὰς πρώτας. Νομίζω ἑπομένως ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος· ἀλλ’ ἐπειδὴ μεγάλης ἐπιεικείας εἶναι ἄξιοι οἱ τῶν δύω τελευταίων σειρῶν, δὲν θὰ ἀπητοῦμεν οὐδὲ ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν ἔφθανεν εἰς τὸ κατώτατον ὅριον. Πάντες ὁμολογοῦμεν ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὡς ποινὴ ὑπηρεσία κατωτέρα τῶν 3½ μηνῶν, θὰ ἦναι προτιμότερον νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται ποινή· ἀλλὰ τοῦτο ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος. Τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ ὅτι, ἐὰν οἱ μὴ προσελθόντες δὲν ὑπηρετήσωσι, θέλει προσγίνει ἀδίκημα πρὸς τοὺς προσελθόντας καὶ προσέτι θέλει δοθῆ παράδειγμα διὰ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον θέλει καταστήσει λίαν δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀπὸ τοιαύτης ἀφετηρίας ἀναχωροῦντες, φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τοὺς τῶν δύο τελευταίων σειρῶν ἀπηλλαγμένους πάσης ὑπηρεσίας, ἀφοῦ δὲ τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς ὑπηρεσίαν, αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἦναι κατωτέρα τῶν 3½ μηνῶν.
§48ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ ποίας ἐποχῆς θὰ λογισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς καταχωρίσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μετὰ τὴν 23 Ἀπριλίου, ὁπότε λήγει ἡ προθεσμία τοῦ μηνός. Ἐὰν προσῆλθον κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ συζητοῦμεν τὸν νόμον, ἀπὸ ποίας ἐποχῆς θὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, ἀπὸ τῆς 23 Ἀπριλίου;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ ὑπηρεσία, εἰς ἣν εἶνε ὑπόχρεοι, εἶνε ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὤφειλον νὰ παρουσιασθῶσιν ἵνα καταταχθῶσι προσκληθέντες οἱ τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν νὰ ὑπηρετήσωσι, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀπολύσεως καὶ προσέτι τὸν χρόνον τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενον, τουτέστι τῶν δύο μηνῶν.
§50ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσι τὴν 23 Ἀπριλίου ὅσοι ὤφειλον νὰ προσέλθωσι τὴν 23 Μαρτίου· ἂν οὗτοι προσῆλθον τὴν 22 Ἀπριλίου, δὲν εἶναι ἀνυπότακτοι;
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ αὐτῶν.
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐντέχνως ἀπέφυγε τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἐπιβάλλεται πρόσθετος ὑπηρεσία ἑνὸς μηνὸς εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους τῶν πέντε πρώτων ἡλικιῶν, δύο δὲ μηνῶν εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέμιξε τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ ὑποστῶσι πάντες ἀνεξαιρέτως, πρὸς τὴν ποινὴν τῶν ἀνυποτάκτων.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶναι ποινή, καὶ ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία εἶναι ποινή. Κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἡ ποινὴ συνίσταται ἐκ δύο στοιχείων, ἐκ τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ τῆς προσθέτου. Αἱ δύο ὁμοῦ εἶναι διὰ τοὺς τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν κατωτέρω τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβαλλομένης.......
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρῶτοι ἐστέρησαν τὸ Κράτος ἐπὶ 7 μῆνας, οὗτοι ἐπὶ ἕνα μῆνα· ἐπειδὴ τὸ ἔγκλημα δὲν εἶναι ἴσον, δὲν πρέπει νὰ καταμετρήσητε τὴν αὐτὴν ποινήν.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον καταργοῦμεν, δὲν ποιεῖται διακρίσεις μεταξὺ ὀφειλομένης μακρᾶς καὶ βραχείας ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐπιβάλλει ποινὴν ὁμοιόμορφον· ταύτην δὲ τὴν ποινὴν τὸ νομοσχέδιον μεταβάλλει εἰς διοικητικὴν ποινὴν ὑπηρεσίας κατωτέρας τοῦ ἔτους· καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς τῶν προηγουμένων ἡλικιῶν προσδιώρισεν 8 μῆνας, ὡς πρὸς δὲ τὰς νεωτέρας ἡλικίας 3½ μῆνας, ὥστε ποιεῖται διάκρισιν ὑπὲρ τῶν τελευταίων, ἣν δὲν ποιεῖται ὁ νόμος ὁ κείμενος, ὅστις θὰ ἐφηρμόζετο ἂν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίζετο.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πᾶς ἐπίστρατος μὴ ἀνυπότακτος δὲν ὑπάγεται εἰς ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας. Εἰς τὰς κληθείσας σειρὰς ὑπάγονται πολλοὶ ἀνυπότακτοι, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλοὶ μὴ ἀνυπότακτοι, ἀλλ’ ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσωσι· τότε λέγω, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἄνισος, διότι εἶναι ἑνὸς μηνὸς διὰ τὰς πέντε πρώτας ἡλικίας καὶ δύο μηνῶν διὰ τὰς δύο τελευταίας. Παρακαλῶ ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον δεύτερον νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἐν τῷ ἐσωτερικῷ». Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ ἀνυποτάκτων ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ, διότι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι· οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲ διατελοῦντες ἔχουσιν ὀλιγώτερα βάρη.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐν τῇ ἀγορεύσει του τῇ πρώτῃ καὶ ἤδη ἐξέφρασε γνώμην ὅτι ἐπίστρατος ὅστις ἐξ ἀνωτέρας βίας δὲν προσῆλθε νὰ ὑπηρετήσῃ, ὑποχρεοῦται εἰς ὑπηρεσίαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας. Ὁ νόμος ὁ ἡμέτερος εἶναι μετάφρασις ξένων νόμων· ἐν οὐδενὶ δὲ Κράτει ἐδόθη τοιαύτη ἑρμηνεία· οὐδαμοῦ παραδέχονται ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας ὑπηρετεῖ τις ἐξ ὑποχρεώσεως ἐπιστρατείας. Ἂν διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας ἢ τοῦ πολέμου, κωλύεταί τις νὰ καταταχθῇ ἐν τῷ στρατῷ καθ’ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν, ὅταν παύσῃ ὁ πόλεμος ἢ ἡ ἐπιστρατεία καὶ ἀποδείξῃ ὅτι ἐξ ἀνωτέρας βίας ἐκωλύετο, ἀπαλλάσσεται πάσης ὑποχρεώσεως. Ἡ ἰδέα τῆς ποινῆς, περὶ ἧς ἤδη πραγματευόμεθα, ὑπηγορεύθη ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ ἀνυποτάκτων. Ὑπάρχει διάταξις παραληφθεῖσα καὶ αὕτη ἐκ ξένων νομοθεσιῶν, ἥτις ἂν ἐφηρμόζετο εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους ἐν τῷ ἀριθμῷ, τὸν ὁποῖον κατέλιπεν ἡ τελευταία ἐπιστρατεία, ἤθελε προκαλέσει κοινωνικὴν ἀναστάτωσιν. Τούτου ἕνεκα ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὴν ποινὴν ἐκείνην μετέβαλεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὴν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὑπόκεινται εἰς ποινήν. Ὁ κ. βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς περιστάσεως ἵνα δημιουργήσωμεν ποινήν, ἥτις δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλα Κράτη ἐφαρμόζοντα τὸ σύστημα τοῦτο, εἰς τοὺς ἕνεκα ἀνωτέρων λόγων μὴ προσελθόντας, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας ἢ τοῦ πολέμου. Ἑπομένως ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει, εἶνε τιμωρία, δὲν ἐπιτρέπεται περὶ τὴν ἐκτίμησιν νὰ χωρίζωμεν τὰ δύο στοιχεῖα, τὸ τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει περὶ τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν οἱ τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ποινὴν ὀλίγον βαρυτέραν τῆς τῶν προηγουμένων ἡλικιῶν, νὰ παρορῶμεν ὅτι ἐν συνόλῳ ὑποβάλλονται οὗτοι εἰς ποινὴν βαρυτέραν. Ἡ ποινὴ ἀποτελεῖται ἐκ τῶν δύο στοιχείων· εἶνε ἐν συνόλῳ 3½ μηνῶν διὰ τὰς δύο τελευταίας ἡλικίας, καὶ 8 διὰ τὰς προηγουμένας· ἐκ τούτου καταφαίνεται ὅτι ἡ ποινὴ εἶνε ἐπιεικεστέρα διὰ τοὺς τῶν τελευταίων ἡλικιῶν, ἐνῷ ἂν δὲν μετεῤῥυθμίζετο ὁ νόμος ὁ κείμενος, ἡ ποινὴ θὰ ἦτο ἡ αὐτή.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐσύγχυσα τὰς διατάξεις, οὔτε τὰς μετέτρεψα. Ὑπάρχει νόμος ἀπὸ τοῦ 1882 συνταχθεὶς παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατείας οἱ ἐπίστρατοι, ὅσοι δὲν κατετάχθησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας αὐτῶν, θέλουσι καταζητηθῆ καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, προσερχόμενοι δὲ ἢ συλλαμβανόμενοι θέλουσι καταταχθῆ εἰς τὸ πεζικὸν πρὸς διάνυσιν ἑξαμήνου ὑπηρεσίας.» Ὥστε ἐγὼ δὲν ἐδημιούργησα κατάστασιν τοιαύτην, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἔπρεπε νὰ μοὶ ὀφείλῃ χάριτας διότι τοῦ ὑπέμνησα τὰ ἴδια ἔργα. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν ποινὴν ἄνισον καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ διατὶ ἔκαμε τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἐπιστράτων ἀνυποτάκτων τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐνῷ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει τοιαύτης διακρίσεως. Δέχομαι τὴν διάκρισιν εἰς τὸ ἄρθρον 3ον, ἀλλ’ εἰς τὸ δεύτερον εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος, δημιουργεῖται προνόμιον ὑπὲρ τῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιστράτων, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§60ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκει).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βαλσαμάκη.
§62ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν δύναται πλέον μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου νὰ ἀναγνωσθῇ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Βούλτσου· (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βούλτσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται)· Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται)
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἀπεδέχθη παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἡ παρατήρησις δὲ ἀνήγετο εἰς τοὺς μὴ κατασταθέντας ἀνυποτάκτους ἐπιστράτους, ἀλλ’ ἐκπροθέσμως προσελθόντας, περιελήφθη δ’ ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ ἡ παρατήρησις ἐκείνη εἰς ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν ἐγὼ ἐνόουν· διότι ἡ παρατήρησίς μου ἀφεώρα εἰς ἐκείνους μόνον τῶν ἐκπροθέσμως προσελθόντων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔφεδροι, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τοὺς ἐκπροθέσμως προσελθόντας κληρωτοὺς, διότι τούτους τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ δὲν τιμωρεῖ μὲ ποινὴν, ἀλλὰ μὲ πρόσθετον ὑπηρεσίαν, καὶ ὑποθέτω ὅτι αὐτὴ ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιβαλλομένη, διότι ἄδικον εἶνε τὰ ἐφαρμοζόμενα, μὴ ὑπαρχούσης ἐπιστρατείας, ἐπὶ τῶν κληρωτῶν νὰ καταργηθῶσιν, ὑπαρχούσης τοιαύτης. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον. «Οἱ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν ἀνυπότακτοι καὶ οἱ ἐκπροθέσμως καταταχθέντες ἔφεδροι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς κτλ.» ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκεται).
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα καταστήσωμεν τελεσφόρον καὶ ἀποτελεσματικὴν τὴν διάταξιν ταύτην, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προβλέψωμεν δύο τινά· πρῶτον νὰ προσδιορίσωμεν τὴν Ἀρχὴν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἔχοντες αἰτήσεις ἀπαλλαγῆς θέλουν ἐπιδίδει τὰς αἰτήσεις των, αὕτη δὲ ἡ Ἀρχὴ πρέπει νὰ ἦνε ὅσον ἔνεστι πλησιεστέρα εἰς τὴν κατοικίαν τῶν ἐπιστράτων· δεύτερον δὲ νὰ κανονίσωμεν, ὅτι μέχρις οὗ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς αἱ αἰτήσεις περὶ ἀπαλλαγῆς δὲν πρέπει νὰ καταζητῶνται καὶ καταδιώκωνται. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ παράγραφος ἔχουσα ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου προσθήκην).
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κύριοι, ἔληξεν ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συζήτησις καὶ ἐπεφυλάχθημεν σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ ὅμως συνάδελφοι δὲν ἀπηξίωσαν νὰ προβῶσιν εἰς πλήρη τοῦ νομοσχεδίου ἐξέτασιν καὶ ἐπιληφθῶσι μάλιστα καὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως συνδέονται μετ’ αὐτοῦ. Ἕνεκα τούτου λαμβάνω τὴν τόλμην ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, πραγματευόμενος οὐχὶ περὶ τῶν ἐκτὸς τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀντικειμένων, ἀλλὰ περὶ τῶν συνδεομένων μετ’ αὐτοῦ καὶ δυναμένων νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐν συνόλῳ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶνε, κύριοι, πανθομολογούμενον, ὅτι μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν παρέλιπε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ τὰς στρατιωτικὰς πρὸς τὸ Κράτος ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐπιστρατεία, τῇ εἰσέτι ὑφισταμένῃ, ἕνεκα δὲ τῆς διαγωγῆς των ταύτης τινὲς μὲν κατέστησαν ὑπαίτιοι πειθαρχικῆς κατατάξεως ὡς ἐκπροθέσμως προσελθόντες, ἕτεροι δὲ ὑπαίτιοι βαρυτέρας τιμωρίας, ὡς γενόμενοι ἀνυπότακτοι. Τὸ μέγα πλῆθος τῶν τοιούτων πολιτῶν καθιστᾷ, ὡς πάντες παρεδέχθημεν, ἐντελῶς ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Καὶ ἡ ἐκδίκασις τόσων ὑποδίκων καὶ ἡ τιμωρία τόσου μεγάλου ἀριθμοῦ ἐνόχων εἶνε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰ μέσα καὶ τὰς δυνάμεις τῆς Πολιτείας· κατὰ συνέπειαν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀγησίλαος ἐπρότεινεν εἰς τὴν Σπάρτην μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν Λεύκτρων, ἡ ἰδέα νὰ κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι καὶ ν’ ἀφεθῶσιν οἱ πολῖται ἐντελῶς ἀκαταδίωκτοι· καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης εἰσήχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο ἐχαρακτηρίσθη ὑπό τινων τῶν προσαγορευσάντων ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα· διότι κατ’ αὐτοὺς μόνα τὰ δικαστήρια δύνανται ν’ ἀπαλλάξωσι τοὺς πολίτας ἀπὸ τῶν ποινῶν, δὲν ἔχει δὲ τὸ Κοινοβούλιον ἐξουσίαν καὶ ἁρμοδιότητα νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν· τὰ δικαστήρια εἰσὶ κεκλημένα οὐχὶ νὰ ἀπαλλάττωσιν ἀπὸ τῶν ἐν τῷ νόμῳ ποινῶν, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζωσιν ἀκριβῶς τοὺς νόμους. Τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ἀφέσεως τῶν ποινῶν ἀνήκει εἰς μόνην τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, διότι μόνον διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἀφέθη τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν. Δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ ψηφίζουσα τοὺς νόμους, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἀπαλλάττουσα τοὺς πολίτας τῶν συνεπειῶν τῆς παραβάσεως αὐτῶν, ἤγουν νὰ χορηγήσῃ ἀμνηστίαν, ἀφορῶσα εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς τοιαύτην παράβασιν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀπαλλαγὴ δύναται νὰ ἔχῃ ἑτέραν ἐπιβλαβῆ συνέπειαν, δύναται νὰ ἐξωθήσῃ τοὺς πολίτας εἰς παράλειψιν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, ὅταν οὐδεμία ἐντεῦθεν ἐπέρχεται εὐθύνη. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν περὶ ἐκείνων, οὓς ἀφίνομεν ἀτιμωρήτους, ἕτερον μέτρον, προλαμβάνον τὰς συνεπείας ἐκείνας καὶ δυνάμενον τοὐναντίον νὰ καταστήσῃ ἅπαντας τοὺς πολίτας προθυμοτέρους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεών των εἰς ὁμοίας περιστάσεις. Περὶ τοιούτου μέτρου προβλέπει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐπιβάλλον στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέλειψαν νὰ παράσχωσι τοιαύτην εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ὑποχρέωσιν νὰ προσκαλῇ ὡρισμένας τάξεις πολιτῶν εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἐχορηγήθη μάλιστα τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἔτι Ἐξουσίαν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Καὶ ὅμως καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντισυνταγματικόν, διότι ἐπιβάλλει, λέγουσι, ποινὰς εἰς πράξεις προηγουμένας. Πάντοτε εἶπον ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶνε ποινή, ἡ ποινὴ περιέχει τι ἀτιμωτικόν, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶνε τιμή, εἶνε ὑποχρέωσις τιμητική.
§70ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου φέρει ποινήν.
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ λέξεις δὲν μεταβάλλουσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ποινῆς, ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν; Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔρχεται νὰ ἐλαττώσῃ ποινὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ αὐστηροτέρου νόμου, καὶ δύνασθε τοῦτο νὰ χαρακτηρίσητε ὡς παράβασιν τοῦ Συντάγματος; Νομίζω, ὅτι μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις αἰτιάσεις ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, ἵνα μὴ ἐγερθῇ δισταγμὸς περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, καὶ ὅταν τυχὸν ἦναι πράγματι βάσιμοι. Οὐδὲν λοιπὸν ἔχει τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἡ ἐπιβολὴ τοιαύτης ὑποχρεώσεως ὑπηρεσίας στρατιωτικῆς εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους. Εἶναι δὲ τὸ μέτρον τοῦτο οὐχὶ μόνον ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἐπωφελές, διότι θὰ πεισθῶσιν οὕτως οἱ πολῖται ὅτι οὐδόλως ὠφελοῦνται, παραλείποντες ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ χρήσιμον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσκήσεως, διότι θὰ ἐκγυμνασθῶσιν οὕτως ἐντελῶς ἅπαντες οἱ εἰς τὰς κληθείσας ἡλικίας ἀνήκοντες, καὶ θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν ὡς ἐφέδρων. Ἀλλ’ εἰς ποίους ἀκριβῶς ἐπιβάλλομεν τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν; εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους. Τίνες εἰσὶν ἀνυπότακτοι; Κατὰ μὲν τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον οἱ μὴ προσελθόντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ὤφειλον νὰ ἐμφανισθῶσι, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἡμέρας. Τώρα ἐρωτᾶται, τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς πάντας τοὺς μὴ προσελθόντας ἐντὸς τῆς τριακονθημέρου προθεσμίας ἢ μόνον εἰς τοὺς πράγματι ἐνόχους τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀνυποταξίας; διότι ἐνδέχεται πολλοὶ τούτων νὰ μὴ προσῆλθον ἕνεκα λόγων ἀναιρούντων τὴν ποινικὴν εὐθύνην. Τὸ νομοσχέδιον φαίνεται παραδεχόμενον τὴν δευτέραν ἰδέαν. Συνέπεια δὲ αὐτῆς εἶναι, ὅτι οἱ μὴ ἔνοχοι, οἱ μὴ προσελθόντες π. χ. ἐξ ἀνωτέρας βίας, εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως θὰ ὑποβληθῶσι στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη τῆς ἀνευρέσεως καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀνυποτάκτων τῶν ἀληθῶς ἐνόχων ἀπὸ τῶν μὴ τοιούτων. Φρονῶ, ὅτι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐπιβαλλομένης καὶ ἐκ πολιτικῶν λόγων καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀσκήσεως, ὀρθότερον εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὴν ἅπαντες ἀνεξαιρέτως οἱ μὴ προσελθόντες νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ οἱ ἔνοχοι τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀνυποταξίας καὶ οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλάσσοντας τῆς ποινικῆς εὐθύνης ὡς οἱ ἕνεκεν ἀδυναμίας μὴ προσελθόντες. Τὴν γνώμην ταύτην ἐνισχύει καὶ τὸ δυσχερὲς ἢ μᾶλλον τὸ ἀδύνατον τῆς διακρίσεως τῶν ἐνόχων ἀπὸ τῶν ἀθώων, τῶν ἐξ ἀπειθείας μὴ προσελθόντων, ἀπὸ τῶν κωλυθέντων ἐξ ἀνωτέρας βίας. Οἱανδήποτε καὶ ἂν συστήσητε περὶ τούτου ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοιαύτην ἀπόφασιν στοιχεῖα. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἔσονται ὅλως αὐθαίρετοι, καὶ πλεῖσται σκανδαλώδεις ἀδικίαι θὰ λάβωσι χώραν εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐκ πλάνης. Οὐχὶ τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ τύχη θὰ κανονίσῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι προτιμότερον νὰ ὑποβληθῶσιν ἅπαντες ἀδιακρίτως εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον μάλιστα καὶ οἱ ἔχοντες λόγους ἀδυναμίας ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς δίκην ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ, ἂν δὲν ἀπήλλασσεν αὐτοὺς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀντίθετος ἰδέα ἤθελον ἐπικρατήσει, ὅτι μόνον οἱ ἔνοχοι ἀνυποταξίας πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὀφείλομεν τότε νὰ ἐξετάσωμεν ἂν συνάδῃ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θέλει ἀποφασίσει περὶ τῶν ἐνόχων ἢ μὴ, διότι ἠκούσετε, ὅτι ἀξιότιμοι βουλευταὶ ὡς ἀντισυνταγματικὴν θεωροῦσι τὴν σύστασιν τοιαύτης ἐπιτροπῆς ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος. Φρονῶ, ὅτι καὶ ἐνταῦθα οἱ συνάδελφοι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ. Τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει πράγματι τὰς ἐκτάκτους ἐπιτροπὰς καὶ τὰ ἔκτακτα δικαστήρια, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται, ὅταν πρόκειται περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης δικαιοδοσίας, διότι διὰ τῆς ἀφέσεως πάσης ποινῆς ἡ δικαστικὴ δικαιοδοσία ἤρθη ἐκ μέσου· τὸ δὲ ζήτημα τίνες ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσι στρατιωτικῶς, εἶναι ζήτημα διοικητικῆς δικαιοδοσίας, τὰ δὲ τοιαῦτα ζητήματα ὑπὸ ἐπιτροπῆς συνήθως ἀποφασίζονται, καὶ τοιοῦτον, φέρ’ εἰπεῖν, εἶναι τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον. Ἕνεκα τῶν ἐκτεθέντων ζητῶ κυρίως τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 6· ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐξ ἀνωτέρας βίας μὴ προσελθόντων, ὑποβάλλω αὐτῇ τὴν ἐρώτησιν, ἂν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἕνεκα ἀνωτέρας βίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως, θὰ ἀπαλλαχθῶσιν πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐκείνης, ἣν ὑπηρέτησαν οἱ τῆς αὐτῆς ἡλικίας, ἢ μόνον τῆς κατ’ ἐπέκτασιν ταύτης ἐπιβαλλομένης;
§72ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ μεταξὺ, κύριε Πρόεδρε, κατεδικάσθησαν πολλοὶ ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ καὶ διατελοῦν ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία ἐγένετο καταδίωξις ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ.
§74ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἔχει δύο ἐλλείψεις κατὰ τὴν γνώμην μου· αἱ αἰτήσεις δὲν πρασδιορίζονται εἰς ποίαν Ἀρχὴν πρέπει νὰ δίδωνται...... Δεύτερον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ ἐπιτροπή.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ περιληφθῶσι ἐν τῷ νόμῳ οἱ τοιοῦτοι περιορισμοὶ, διότι ἀντὶ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, θὰ ἐπέλθῃ μᾶλλον τὸ ἀντίθετον. Ὅταν εἴπωμεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς δέον νὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἐκληφθῇ ὅτι ἐπιτρέπει ὁ νόμος βραδύτητα μέχρι μηνὸς, ἐνῷ εἶναι φυσικώτερον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἀπεριόριστος μένουσα. Θὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου ἐντὸς 24 ὡρῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἠρώτησεν ἐὰν ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς ποινῆς τῆς ἀνυποταξίας ἕνεκεν ἀνωτέρας βίας, ἥτις θὰ ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἢ καὶ εἰς τὴν ἀρχικὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη μεταξὺ ὑπηρεσίας καὶ προσθέτου ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τοῦ νόμου δὲν χωρεῖ, διότι ὁ ἀνυπότακτος ὑποβάλλεται σήμερον ἐκ τοῦ νόμου εἰς ποινὴν φυλακίσεως· τὴν ποινὴν ταύτην μετατρεπόμεν εἰς ὑπηρεσίαν, ἡ ὑπηρεσία δὲ διαιρεῖται εἰς δύο, εἰς ὑπηρεσίαν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν τῆς σειρᾶς των, καὶ εἰς πρόσθετον. Θὰ ὑπῆρχε λόγος διακρίσεως, ἐὰν τῳόντι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὑπεχρεοῦτο ὁ ἕνεκα ἀνωτέρας βίας μὴ προσελθὼν, ἀλλ’ οὗτος εἰς οὐδὲν ὑποχρεοῦται, διότι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατείας δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις ἐπιστρατεύσεως. Ἐνόσῳ ἡ ὑποχρέωσις ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ, οὗτος εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνωτέρας βίας, ὥστε ἐκ τοῦ λόγου ἐκείνου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις πρὸς ὑπηρεσίαν. Ἡ ὑποχρέωσις πρὸς ὑπηρεσίαν γεννᾶται ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως, τὸ δὲ ἀντικαθιστώμενον δὲν εἶναι μόνον ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία, εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ κανονικὴ ὑπηρεσία ἡ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπέτισαν οἱ τῆς αὐτῆς σειρᾶς ἔφεδροι.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροκάλεσα μόνον διὰ νὰ μὴ συμβῶσιν ἀδικίαι.......
§77ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν εἷς ἐπίστρατος, καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἦναι πολλοί, ἀποδείξῃ, ὅτι ἦτο εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πολιτικὰ χρέη, θὰ ἀπαλλάσσηται τῆς ὑπηρεσίας;
§78ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.
§79ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅλοι θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὰς φυλακάς.
§80ΦΙΛΙΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀποφαίνηται ἀνεκκλήτως. Τοῦτο, νομίζω, πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει εὐθύνην, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐὰν τὸ ἄρθρον 6 πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, νομίζω ὅτι δύο ἐγγυήσεις τοὐλάχιστον εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσιν ἐν αὐτῷ· πρῶτον ἡ ἐγγύησις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ ᾐτιολογημένας τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς· δεύτερον δὲ νομίζω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγκαιότατον εἶναι νὰ δημοσιεύωνται καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§85ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶνε προφανὲς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν. Κυκεὼν θὰ σχηματισθῇ, θὰ γεννηθῇ σκάνδαλον, θὰ εὑρισκώμεθα τῷ ὄντι ἀπέναντι ἑνὸς χάους. Τὰ σκάνδαλα θὰ εἶνε μέγιστα καὶ πρέπει καὶ χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων νὰ ἀποφύγωμεν τὸν τοιοῦτον κυκεῶνα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ περιορίσωμεν τοὺς λόγους τῆς ἀνωτέρας βίας ὁρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων τὰς περιστάσεις.
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά. Νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, ὡς γνωρίζετε, δὲν εἴχομεν περιλάβει ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν τὴν εἴχομεν περιλάβει ἀκριβῶς δι’ οὓς λόγους καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἐξέθηκε πρῶτος. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ὅτι αἱ δυσχέρειαι περὶ τὴν ἐφαρμογὴν θὰ εἶνε τοιαῦται, ὥστε θὰ εἶνε προτιμότερον νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ ἐναντιωθῶμεν.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§89ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχηται τὴν ἀπάλειψιν...... (θόρυβος)
§90ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλοι παραδεχόμεθα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ 7 ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 μ. μ.)