1886.05.15
1.017 στίχοι · 7.788 λέξεις · 86 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 15 Μαΐου 1886.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καρδίτσης. Ὁ κ. Κωσταντᾶς ὑπέβαλε σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὴν νῆσον Κέρκυραν. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ δανείου ἐκ φράγκων 25,000,000 καὶ περὶ ἀνανεώσεως τῶν προκαταβολῶν ἀπέναντι ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡμίλησα προχθές. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς προσεχοῦς συνεδριάσεως. (Ὅρα Παράρτημα). Ὑποβάλλω καὶ τὴν χθὲς ζητηθεῖσαν κατάστασιν τῶν ἐμπροθέσμως καὶ ἐκπροθέσμως καταταχθέντων καὶ τῶν μήπω καταταχθέντων. Αὕτη ὑποβάλλεται τυπωμένη καὶ νομίζω, ὅτι ἤδη διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς.
§3ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ, δύναταί τις νὰ στηριχθῇ; διότι μοὶ φαίνεται ὑπερβολικός.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτοὺς μοὶ ὑπέβαλεν ἡ ὑπηρεσία. Προσέτι ὑποβάλλω τὰ τηλεγραφήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ τελευταῖα συμβάντα περὶ τῶν φονευθέντων καὶ πληγωθέντων. Καὶ ταῦτα ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν καὶ ἐλήφθη τὸ μέτρον, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκδίδῃ δελτία, ἅτινα νὰ διανέμωνται καὶ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνακοίνωσις εἶνε ἀρκοῦσα.
§5ΤΙΝΕΣ. Περὶ τῶν φονευθέντων;
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δελτίον διαλαμβάνει πᾶν ὅ,τι ἔλαβεν ἡ ὑπηρεσία, θέλει δὲ ἐξακολουθεῖ νὰ δημοσιεύῃ ἡ ὑπηρεσία πᾶν ὅ,τι λαμβάνει. Ἐννοεῖται ὅτι περὶ τῶν φονευθέντων εἶνε πολὺ δυσχερεστέρα ἡ συλλογὴ τῶν πληροφοριῶν· διότι τινὲς δὲν παρουσιάζονται, ἀλλ’ ἀγνοεῖται ἂν ἐφονεύθησαν, ἄλλοι δὲν ἀναγνωρίζονται καὶ ἄλλων δὲν εὑρέθησαν τὰ πτώματα. Ἐφ’ ὅσον ἄρα λαμβάνομεν θετικὰς πληροφορίας, θέλομεν τὰς δημοσιεύει, ἀλλὰ πληροφορίας θετικάς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μάθωμεν τέλος πάντων εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων, ὡς καὶ ὁ κ. Φορέστης.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ νὰ γνωρίζωμεν εἰς τὶ ἀφορᾷ.
§12ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἐπιστράτων, κύριοι, δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως, ἢ διότι ἦσαν ἀσθενεῖς, ἢ διότι εἶχον ἄλλους λόγους νὰ μὴ προσέλθωσιν ἐγκαίρως· ἡ τροπολογία μου εἰς τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἡ κρίσις, ἐὰν οἱ ἐπίστρατοι δὲν προσῆλθον ἐξ ἀπειθείας, ἀλλ’ ἐμποδίσθησαν ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτῶν λόγων, ἡ κρίσις περὶ τούτου ὀφείλει νὰ ἀνατεθῇ εἰς Ἐπιτροπήν τινα. Φρονῶ, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος μετὰ δύο ἀξιωματικῶν θὰ ἦναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν αἰτιολογιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ ὁ ἐπίστρατος, καὶ ἂν αὗται κριθῶσιν ἐπαρκεῖς καὶ θεωρηθῶσιν αἱ ἀποδείξεις ἀρκοῦσαι, νὰ ἀπαλλάσσῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας. Φρονῶ δὲ, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὀφείλει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προθυμία τῆς προσελεύσεως τῶν ἐπιστράτων καὶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡσαύτως σπουδαία καὶ νὰ κριθῶσιν ἐπιεικέστερον, ἐὰν π.χ. προσῆλθον τρεῖς ἡμέρας βραδύτερον ἐκείνων, οἵτινες προσῆλθον μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἢ μετὰ ἕνα μῆνα.
§13ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ Ἐπιτροπή πρὸς τοῦτο.
§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ἔτι τὸ νομοσχέδιον, ὑπάρχει Ἐπιτροπή; Ἰδοὺ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον (ἀναγινώσκει). Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν βάσιν, ἥτις κατὰ πρῶτον παρεδέχθη ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐνόμισα δὲ ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, καὶ διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἀριθμοῦ μεγάλου στρατοῦ, καὶ διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς δαπάνας ἐκτάκτους, θὰ ἦνε προτιμότερον νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ δέον νὰ τὴν παραδεχθῇ, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ τὴν ὑποβάλω ὅπως δώσω ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν, περιορισθεὶς νῦν εἰς τὴν ἁπλῆν ἀνάγνωσιν αὐτῆς.
§15ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνυποτάκτων, ὅπως ἡ προθεσμία παραταθῇ ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρὸς ἐμφάνισιν προθεσμίας. Πρὸς δὲ προσθήκην, ὅτι διὰ τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς μονογενεῖς καὶ προστάτας οἰκογενειῶν καὶ τοὺς εἰς τὸ ἄρθρον 33 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου ἀναφερομένους νὰ μὴ καταγνωσθῇ οὐδεμία ποινή· ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς ἐπιστράτους τοῦ ἔτους 1880 καθυστερουμένους καὶ καταδιωκομένους ἐπὶ φυγοδικίᾳ.
§16ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν, καὶ τοῦτο, διότι δυστυχῶς τὸ Διάταγμα, τὸ κανονίζον τὰς ἀπολύσεις, δὲν συμπεριέλαβε τὴν περίστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν θέλω ὁμιλήσει. Κύριοι, γνωστὸν τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, δὲν ἐλειτούργουν τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ, ὅπως ὁ νόμος κελεύει, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τοῦ Νομοῦ Ζακυνθίων δὲν συνεδρίαζεν, ἑπομένως οἱ κρινόμενοι ἀνίκανοι ἔφεδροι παρεπέμποντο ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων εἰς τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον Μεσολογγίου, καὶ οἱ κρινόμενοι ὡς μὴ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς κατετάσσοντο. Ἀλλ’ ἡ ἡμέρα τῆς κατατάξεως δὲν ἐλογίζετο ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς παρουσιάσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας. Τὸ τοιοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἄδικον, διότι θεωροῦνται ἀνυπότακτοι οἱ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι τοιοῦτοι. Ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν τοιούτων.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴκοσιν ἡμέραι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκεταί.
§18ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἱ εἴκοσιν ἡμέραι εἶναι ἀρκεταὶ, ἀλλὰ μέχρις ὅτου, κύριε Πρόεδρε, δημοσιευθῇ ὁ νόμος, ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ ἄτομα χωρὶς νὰ ἔχωσιν ὑποχρέωσιν. Καίτοι ἐνάντιος, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ ὑποβάλω προσθήκην τινὰ ἐπὶ τοῦ 3 ἄρθρου, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι. Εἶναι δὲ ἡ ἀκόλουθος: «Οἱ ἀνυπότακτοι ἔφεδροι, οἱ μὴ προσελθόντες ἐκ τῶν σταφιδοφόρων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐξ Ἑπταννήσου, θέλουσι καταζητηθῆ πρὸς κατάταξιν μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1886, ἐκτὸς ἂν ἑκουσίως προσέλθωσιν» (ἱλαρότης). Ἐπιμένω, κύριοι, εἰς τὴν γνώμην ταύτην καὶ δὲν πτοοῦμαι, ἐὰν μερικοὶ ἀπὸ ὑμᾶς γελᾶτε, διότι ἀποδεικνύετε ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν περὶ σταφίδος. Ἀλλὰ δυστυχῶς μεταξὺ ὑμῶν ἐγέλασε καὶ εἷς συμπατριώτης μου μεγαλοκτηματίας, καὶ διὰ τοῦτο λυποῦμαι, καὶ λυποῦμαι, διότι ἤλπιζον ὅτι μετὰ προσοχῆς θὰ ἠκροᾶτο τῆς προτάσεώς μου καὶ οὐχὶ μετὰ τῆς συνήθους του ἀφελείας. Ἐπιμένω λοιπὸν, κύριοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν σύγχρονον κατάταξιν καὶ ἐκγύμνασιν ἄνευ βλάβης ἢ μᾶλλον καταστροφῆς τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας.
§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι, ὁμολογουμένως εἶναι ἀναγκαῖον καὶ μάλιστα διὰ τοὺς μὴ προσελθόντας ὅλως διόλου· πρέπει νὰ φανῶμεν αὐστηρότεροι. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν ἐτήσιον ὑπηρεσίαν, διότι οἱ προσελθόντες ὑπηρέτησαν 7 καὶ 8 μῆνας, ἀλλ’ ἠμποροῦσαν νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ 2 ἔτη, ὅπως εἰς τὸ 1880. Καὶ αὐτὰ τὰ λέγω, ἐὰν θέλῃ νὰ τὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ φέρῃ τροπολογίαν αὔριον, διότι ἡ ἰδική μου τροπολογία βεβαίως δὲν θὰ γείνῃ δεκτή. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ τιμωρία πρέπει νὰ εἶνε αὐστηροτέρα διὰ τοὺς μὴ προσελθόντας, διότι ἐννοεῖται εἰς ἄλλην περίστασιν οἱ τοιοῦτοι θὰ εἶνε τριπλάσιοι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι τώρα. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐλθόντας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον, διότι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκόμενοι δὲν ἦτο καὶ εὔκολον νὰ προσέλθωσιν ἐγκαίρως, εἴτε διότι δὲν εἶχον τὰ ἔξοδα, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἰς ἄλλα μακρυνὰ μέρη. Ἐὰν δὲν εἶχον τὰ ἔξοδα, πῶς ἠδύναντο νὰ προσέλθωσι; Διὰ τοῦτο πρέπει δι’ αὐτοὺς νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς. Ἔχω δὲ καὶ μίαν ἀναφορὰν, ἥτις μοὶ ἐδόθη περὶ τούτου καὶ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἥτις καταδεικνύει τὰ δίκαια παράπονα αὐτῶν, παρακαλῶ δὲ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σπουδὴ, μετὰ τῆς ὁποίας αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις παρασκευάζουν, καὶ ἡ μεγάλη εὐκολία, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ψηφίζει τοὺς νόμους, δι’ ὧν οὐχὶ σπανίως καταργοῦνται προϋπάρχοντες τοιοῦτοι, ἤγαγεν εἰς τὴν ἀπαραίτητον, τὴν λυπηρὰν συνέπειαν, ἣν πάντες γινώσκετε, τοῦ νὰ μὴ χωνεύωνται, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ χωνευτηρίῳ τῆς κοινῆς συνειδήσεως οἱ νόμοι οὗτοι, καὶ ἑπομένως νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐνασκήσουν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν πολιτῶν τὸ σωτήριον ἐκεῖνο ψυχολογικὸν αἴσθημα τῆς εὐλαβείας καὶ τοῦ φόβου ἀπέναντι τῶν συνεπειῶν τῆς πρὸς αὐτοὺς ἀπειθείας καὶ περιφρονήσεως. Καὶ ἂν δὲν ἀρκοῦν πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα νὰ σᾶς πείσουν περὶ τῆς ἀληθείας ταύτης, κύριοι βουλευταί, ἔστω ἐναργὴς ἀπόδειξις ἡ ἀφορῶσα τοὺς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἀνυποτάκτους ἐφέδρους ποινικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ πρὸ δύο μόλις ἐτῶν ψηφισθέντος ᾼΡΝΓʹ. νόμου. Ὡς κάλλιστα γινώσκετε, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς περὶ ὧν εἴρηται ἀνυποτάκτους ποινὴ φυλακίσεως ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, ἔρχεται δὲ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μᾶς λέγει ἀπροκαλύπτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ διάταξις ὄχι πλέον δυσεφάρμοστος, ἀλλὰ ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος ἀποβαίνει. Καὶ ἔχει βεβαίως δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοιαύτην ἀποφαινόμενος γνώμην, διότι, τῇ ἀληθείᾳ, οὔτε δικαστήρια ἔχομεν νὰ δικάσουν, οὔτε φυλακὰς, ὅπως καθείρξωμεν ἐντὸς αὐτῶν εἰκοσιπέντε χιλιάδας πολιτῶν, οὔτε τὰ μέσα νὰ τοὺς συντηρήσωμεν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι τεσσαράκοντα χιλιάδες, διότι πρέπει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ ἐκπροθέσμως προσελθόντες, ἀλλὰ διατελοῦντες ἤδη ὑπὸ τὰς σημαίας.
§22ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω ν’ ἀνέλθῃ ἕως ἐκεῖ ὁ ἀριθμὸς μετὰ τὴν ἐξ ἐπιεικείας ὑπαγορευθεῖσαν διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ἀνυπότακτοι θεωροῦνται οἱ μὴ προσελθόντες ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ὤφειλον νὰ προσέλθουν. Ἀλλ’ ἔστω· ἂν ὁ ἀριθμὸς φθάσῃ μέχρι τεσσαράκοντα χιλιάδων, τοῦτο συντελεῖ περισσότερον ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ἡ ποινικὴ διάταξις, ἧς ἐμνήσθην, καταντᾷ ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς λέγει σήμερον ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἠδύνατο ἆρά γε νὰ τὸ προΐδῃ ὅτε εἰσήγετο καὶ ἐψηφίζετο ὁ νόμος ᾼΡΝΓʹ, τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦτο συντάκτης καὶ εἰσηγητής; Πῶς; Δὲν ἠμποροῦσε νὰ προεικάσῃ τότε ὅτι ἐν ἐνδεχομένῃ ἐπιστρατεύσει, καθ’ ἣν θὰ ἦτον ἑπόμενον νὰ κληθοῦν, ὅπως ἐκλήθησαν, ἑκατὸν χιλιάδες ἀνδρῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα, θ’ ἀπελίποντο καὶ θὰ καθίσταντο ἀνυπότακτοι ἂν ὄχι τεσσαράκοντα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἴκοσιν ἢ καὶ δεκαπέντε χιλιάδες ἐφέδρων, τοῦθ’ ὅπερ θὰ καθίστα κατ’ ἀνάγκην ἄσκοπον καὶ ματαίαν τὴν περὶ φυλακίσεως ποινικὴν διάταξιν; Βεβαίως θὰ ἦτο πολὺ εὔκολον καὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ εἰς τὴν τότε πλειονοψηφίαν νὰ προλάβουν τὸ ἄτοπον, ἂν ἐκεῖνος μὲν δὲν ἐδείκνυεν ἀδικαιολόγητον σπουδὴν, αὕτη δὲ δὲν ἐφαίνετο μέχρις ὑποδουλώσεως τῆς γνώμης της εὐπειθὴς, ὥστε νὰ ψηφίζῃ πᾶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ ἐξελέγξεώς τινος. Καὶ ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλέγξω μόνον τὸν κ. Τρικούπην καὶ τὴν τότε πλειονοψηφίαν, διότι δυστυχῶς ὅλοι εἴμεθα ὑπαίτιοι τῆς τοιαύτης ἀξιοδακρύτου καταστάσεως. Ἀλάνθαστον γνώρισμα τῆς ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν ἐν τινι κοινωνίᾳ εἶναι ἡ πληθὺς τῶν νόμων, καὶ μάλιστα ὅταν οἱ νόμοι οὗτοι γίνωνται σήμερον διὰ νὰ καταργηθοῦν αὔριον. Ἂν δὲ τοῦτο ἦναι, καὶ εἶναι βεβαίως ἀναμφισβήτητον, τότε ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς συγκροτοῦντες τὸ Κοινοβούλιον ὑπέχουν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῷ κυκεῶνι, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ῥίψει τὴν Πολιτείαν ἡ νομομανία ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ἐγὼ, ὅτι δὲν εὑρέθησαν μεταξὺ τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν πρὸ δύο ἐτῶν πλειονοψηφίαν τοῦ κ. Τρικούπη πέντε ἄνδρες, οἵτινες νὰ μὴ προεῖδον ὅτι ἡ ποινικὴ διάταξις τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου θ’ ἀπέβαινεν ἀλυσιτελὴς, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπουν τὴν γνώμην των καὶ νὰ πολεμήσουν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι ἐφοβοῦντο μήπως πέσουν εἰς τὴν δυσμένειαν τοῦ ἀρχηγοῦ των κ. Τρικούπη, ὅπως ἐφοβοῦντο οἱ ἄλλοι πρὸ μικροῦ μήπως πέσουν εἰς τὴν δυσμένειαν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί ἀναφέρεις μόνον αὐτοὺς τοὺς δύο; Εἰς ὅλους αὐτὸ ἐγίνετο κατὰ δυστυχίαν.
§24ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέφερα μόνον τοὺς δύο διὰ τὸ προχειρότερον· δὲν ἀρνοῦμαι ὅμως, ὅτι τὸ ἴδιον συνέβαινε πάντοτε καὶ θὰ συμβαίνῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλομεν νὰ παύσωμεν ὄντες ἀνελεύθεροι. Προέταξα λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, τὰ ὀλίγα ὅσα εἶπον, διὰ νὰ ὑποστηρίξω μὲν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ὅλοι ὑπέχομεν εὐθύνην διὰ κατάστασιν, ἥτις παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται οἰκτρὰ, νὰ ἐνισχύσω δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὰς παρατηρήσεις, ἃς θὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπως, εἰ δυνατὸν, μὴ παρασυρθοῦν καὶ αὐταὶ ὑπὸ τοῦ ῥεύματος τοῦ κρατοῦντος συστήματος τοῦ ἐκ προκαταλήψεως παραδέχεσθαι μὲν ὡς ὀρθὴν πᾶσαν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκρούειν δὲ ὡς μὴ ὀρθὴν πᾶσαν ἐναντίαν οἱουδήποτε ἄλλου. Τίνες οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ τῶν πρώτων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει. Ἐπεθύμουν ἕκαστον νομοσχέδιον, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ἦναι, νὰ συνοδεύηται πάντοτε μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα, ὅπερ μᾶς διέπει, ἐθεωρήθη καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὡς τύπος τις ἐπουσιώδης, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ κανόνα παραλείπεται. Ἐν τούτοις τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔλλειψιν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἀνεπλήρωσεν ὁ εἰσηγητήριος λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν ὅτι ἀνάγκη ἀναπόδραστος ὑπαγορεύει νὰ μὴ μείνουν ἀτιμώρητοι οἱ μὴ σπεύσαντες νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των ἔφεδροι, ἀφοῦ ἡ σχετικὴ ποινικὴ διάταξις τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ τῳόντι, ἀνάγκη ἀναπόφευκτος, ἀνάγκη κοινωνικὴ, ἐπιβάλλει ὅπως ληφθῇ μέτρον νὰ μὴ διαφύγουν πᾶσαν τιμωρίαν ἐκεῖνοι, οἵτινες κληθέντες ὑπὸ τῆς Πατρίδος, ὅπως τῇ προσφέρουν τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς δεινὰς περιστάσεις, τῇ ἔστρεψαν τὰ νῶτα. Ἄν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει ἐναντίαν ὁδὸν, θὰ ἐδίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν, καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς εὐπειθεῖς ἐκείνους ἐφέδρους, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μαρτύρια ἐπὶ τόσους μῆνας, νὰ εἴπουν μετὰ πικρίας ὅτι ἐν Ἑλλάδι βραβεύονται οἱ ἀπειθεῖς εἰς τοὺς νόμους, τιμωροῦνται δὲ οἱ εὐπειθεῖς. Πρέπει ἄρα νὰ μὴ ὑπάρξῃ, καὶ εὐχαρίστως βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει, καμμία ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὸ καταρτίσωμεν οὕτω πως, ὥστε, ὅταν γίνῃ νόμος, ὁ νόμος οὗτος νὰ ἦναι ἄξιος τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ σκοποῦ του· δυστυχῶς δὲ ἂν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον μείνῃ ὅπως ἔχει, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ φέρῃ ἐν ἑαυτῷ τ’ ἀπαραίτητα διὰ νόμον τῆς Πολιτείας στοιχεῖα. Ὁ νομοθέτης, προκειμένου νὰ νομοθετῇ, δέον νὰ ὁρμᾶται ἐξ ἀρχῶν θεμελιωδῶν τοῦ δικαίου, αἵτινες οὐδέποτε πρέπει νὰ παρορῶνται, ὀφείλομεν δ’ ἑπομένως νὰ ἐρευνήσωμεν ἀπαθῶς καὶ ἀπροκαταλήπτως, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν ἀρχὴν, ἐξ ἧς πρέπει νὰ ὁρμηθῶμεν, καὶ ἥτις πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς θεμέλιον τοῦ ψηφισθησομένου νόμου. Πρόκειται περὶ τιμωρίας τῶν ἀνυποτάκτων ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἐφέδρων, ἀλλὰ ἔχομεν τὸν ᾼΡΝΓʹ νόμον, ὅστις τοὺς τιμωρεῖ μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν. Ἡ ἀρχὴ ἑπομένως, ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ ποινικὴ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι λίαν αὐστηρά, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐφαρμογή της καθίσταται ἀνέφικτος, δέον νὰ θέσωμεν ἄλλην διάταξιν ἐπιεικεστέραν, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαραίτητος συνέπεια τοῦ μέτρου τούτου πρέπει νὰ ἦναι ἡ κατάργησις τῆς προϋπαρχούσης αὐστηρᾶς ποινικῆς διατάξεως, ὁπότε ἐφαρμόζεται ἄλλη ἀρχή, πηγάζουσα ἐκ τῆς πρώτης, καθ’ ἣν, ὅταν πρᾶξίς τις, χαρακτηριζομένη ὡς ἀδίκημα καὶ τιμωρουμένη διὰ ποινῆς τινος οἱασδήποτε, διαπραχθῇ ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς νόμου, κατόπιν δ’ ἐπακολουθήσῃ ἄλλος τιμωρῶν τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἐπιεικέστερον, τότε ἡ πρᾶξις αὕτη κρίνεται κατὰ τὸν νεώτερον καὶ ἐπιεικέστερον νόμον, οὕτω δὲ οὐδεμία νομοθετικὴ ἀνωμαλία προκύπτει. Ἀντὶ τούτου ὅμως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τίθησιν ἄλλην, ἢ μᾶλλον δὲν θέτει καμμίαν ἀρχήν. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁ σκοπός του εἶναι νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἀνυπότακτοι ἔφεδροι μὲ ἄλλην ποινὴν παρὰ τὴν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου, ἀφ’ ἑτέρου ἀφίνει ἐν ἰσχύϊ καὶ τὴν σχετικὴν ποινικὴν τοῦ νόμου ἐκείνου διάταξιν, μεθ’ ὃ ἐξ ἀνάγκης ἐπακολουθοῦν πολλὰ ἄλλα ἄτοπα, τῶν ὁποίων δέον νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι οἱ νόμοι διὰ νὰ μὴ ἀποβαίνουν θνησιγενῆ κατασκευάσματα. Καὶ πρώτη ἄτοπος συνέπεια τοῦ ἀστόχου μέτρου τοῦ νὰ μείνῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ ποινικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου εἶναι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐγένετο διὰ μόνους τοὺς κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν ἀνυποτάκτους ἐφέδρους καὶ κληρωτοὺς, ἤτοι ἐγένετο δι’ ὡρισμένον χρόνον καὶ δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν πολιτῶν, ἐνῷ οἱ νόμοι πρέπει νὰ γίνωνται οὐ μόνον διὰ τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἐκτὸς ἂν ἐν τῇ φύσει αὐτῶν ἔγκειται ἡ προσωρινότης. Οὔτε πρέπει ν’ ἀναφέρωνται εἰς αὐτοὺς ἢ ἐκείνους τοὺς πολίτας μόνον καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἄλλους. Νομοθετικαὶ διατάξεις, ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα καὶ ὑπὸ τοιαύτας αἱρέσεις γιγνόμεναι, ἀποτελοῦν οὐχὶ νόμον, ἀλλὰ διατύπωσιν στιγμιαίων τῆς ἀνάγκης ὑπαγορεύσεων, διατύπωσιν, ἥτις δύναται μὲν νὰ ὀνομασθῇ νόμος, ἀλλὰ πόῤῥω ἀπέχει τοῦ νὰ ἦναι καὶ πράγματι τοιοῦτος, ὅπως ἡ ἐπιστήμη παραγγέλλει. Ἄλλη ἄτοπος συνέπεια τῆς ἐσφαλμένης βάσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν «οἱ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν ἀνυπότακτοι ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς τῆς τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου». Βεβαίως ἀφοῦ, ἐναντίον τῶν θεμελιωδεστέρων ἀρχῶν τοῦ Δικαίου, πρόκειται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν μείνῃ ὅπως ἔχει, νὰ ἔχωμεν δύο νόμους ποινικοὺς, οἵτινες τιμωροῦν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἤτοι τὴν ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἀνυποταξίαν, κατὰ διάφορον ἑκάτερος τρόπον, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ μία διέξοδος, ὡς τοιαύτη δὲ ἐθεωρήθη ἡ τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν οἱ ἀνυπότακτοι τῆς παρούσης ἐπιστρατείας, ἐπειδὴ θὰ ὑποστοῦν τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁριζομένην ποινὴν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, ἀπαλλάσσονται τῆς ποινῆς τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου, ἤτοι τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως. Πλὴν ἡ βεβιασμένη αὕτη διέξοδος φέρει εἰς νομικὸν σφάλμα, ὅπερ δὲν ἠξεύρω πῶς διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ πῶς; Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαλλάσσῃ ποινῶν, ἃς ἐπιβάλλουν ἰσχύοντες ποινικοὶ νόμοι κατὰ τῶν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν ἀδικούντων πολιτῶν; Καὶ τίς κατέστησεν ἡμᾶς δικαστὰς, ἵνα εἴπωμεν, ὅτι ἀπαλλάσσομεν τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως τοὺς ἀνυποτάκτους, ἐνόσῳ ἡ σχετικὴ ποινικὴ διάταξις τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 4 πραγματεύεται περὶ τῶν κληρωτῶν, οἵτινες ὡς ἀνυπότακτοι ὑπόκεινται εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἐν εἰρήνῃ ἀνυποταξίας, ἣν κανονίζει τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου. Ἀλλ’ οὗτοι εὐθὺς ὡς ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστρατεία, ἐγένοντο κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἀνυπότακτοι ἐπίστρατοι. Ἐπέρχεται ἤδη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κανονίζον τὰ τῆς ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποταξίας, κανονίζον δὲ ταῦτα ὡς πρὸς τοὺς ἐφέδρους· ἔπρεπε νὰ τὰ κανονίσῃ καὶ ὡς πρὸς τοὺς κληρωτοὺς, οἵτινες, καθ’ ὃ γενόμενοι ἐπίστρατοι διὰ τῆς κηρύξεως τῆς ἐπιστρατείας, ὑπόκεινται εἰς τὴν τιμωρίαν τῆς ἀνυποταξίας ἐν ἐπιστρατείᾳ. Τὸ ἄρθρον κανονίζει, ὅτι οὗτοι ὡς πρὸς τὴν ποινὴν τῆς ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποταξίας, θέλουσιν ἀφομοιωθῆ σχεδὸν κατὰ τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἐπιστράτους, ἀλλὰ θέλει τοῖς ἐπιβληθῆ ἀκεραία καὶ ἡ τιμωρία τῆς ἐν εἰρήνῃ ἀνυποταξίας.
§26ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νομίζετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἂν ἤθελον καταγγελθῆ οἱοιδήποτε ἀνυπότακτοι, ἔστω καὶ ἀφοῦ ὑπηρετήσουν ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, νομίζετε, λέγω, ὅτι οἱ τοιοῦτοι ἤθελον ἀποφύγει τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως τοῦ ἄρθρ. 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου; Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνανται νὰ τὴν ἀποφύγουν, οὐδὲ θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν διὰ τὸ δικαστήριον ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἂν γίνῃ νόμος, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαλλάσσετε αὐτοὺς τῆς ποινῆς. Τὰ δικαστήρια, ἔχοντα ἐνώπιόν των ἀποδεδειγμένην τὴν ἀνυποταξίαν καὶ τὸν τιμωροῦντα αὐτὴν διὰ φυλακίσεως νόμον ἐν ἰσχύϊ, θὰ κηρύξουν ἐνόχους καὶ θὰ καταδικάσουν τοὺς κατηγορουμένους ἀνυποτάκτους χωρὶς νὰ ἐμποδισθοῦν ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 5 τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς τοὺς ἀπαλλάσσει τῆς ποινῆς ἡ Βουλή, διότι ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ προδήλως ὑπέρβασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ἣν ὑπέρβασιν δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα τὰ δικαστήρια νὰ σεβασθῶσι.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπατε ὅτι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσει τῆς ποινῆς τοῦ ἄρθρου 9 ἐδαφίου γʹ τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἀπαλλάσσει τῆς ποινῆς, ἀλλὰ ἐπικυροῖ αὐτὴν καὶ ἐπιβάλλει πρὸς ταύτῃ καὶ ποινὴν μηνιαίας ὑπηρεσίας.
§28ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἀφίνει ἐν ἰσχύϊ τὴν περὶ φυλακίσεως ποινικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 9 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου διὰ τοὺς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἀνυποτάκτους, ἀφ’ ἑτέρου θεσπίζει ὑπὲρ αὐτῶν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ποινῆς ταύτης, ἀφοῦ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τοιαύτην δικαιοδοσίαν δὲν ἔχει.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ποινὴ τοῦ ἄρθρου 9 δὲν εἶναι ποινὴ φυλακίσεως· εἶναι ποινὴ προσθέτου ὑπηρεσίας.
§30ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ πρὸς τί ἡ διαλογικὴ συζήτησις ἀπέναντι τῶν πασιδήλων; Σᾶς ἐρωτῶ: Οἱ τῆς παρούσης ἐπιστρατείας ἀνυπότακτοι ἔφεδροι ἐπισύρουν καθ’ ἑαυτῶν τὴν ποινὴν τῆς ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν φυλακίσεως;
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου;
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω. Ἐνῷ ἀφίνετε ἐν ἰσχύϊ τὴν περὶ φυλακίσεως ποινικὴν ἐκείνην διάταξιν, θέτετε τώρα καὶ ἄλλην ὁρίζουσαν ἄλλο εἶδος ποινῆς, τὸ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, ἐνῷ ἐκείνη ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ ταύτης.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία δὲν εἶναι ποινή, εἶναι μέτρον διοικητικόν.
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ποινὴ φέρεται. Ἀντὶ δηλαδὴ τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, τίθεται ἐπιεικῶς πρόσθετος χρόνος ὑπηρεσίας.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἐναντίαν γνώμην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Καὶ δὲν εἶναι μόνοι οἱ ἐκτεθέντες λόγοι, οἵτινες μὲ πείθουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει· εἶναι καὶ ἄλλοι, ὧν ὁ σπουδαιότερος εἶναι ὅτι, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς περιορισθῇ εἰς μόνους τοὺς κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν ἀνυποτάκτους, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν νόμον ἄλλον τιμωροῦντα τὴν ἀνυποταξίαν διὰ μελλούσας ἐπιστρατεύσεις, οὕτω δὲ οἱ τῶν μελλουσῶν ἐπιστρατεύσεων ἔφεδροι θὰ ἦναι ἐλεύθεροι νὰ προσέλθουν ἢ νὰ μὴ προσέλθουν εἰς τὰς τάξεις των χωρὶς νὰ ἔχουν φόβον ὅτι θὰ ὑποστοῦν τιμωρίαν τινὰ, καὶ ἑπομένως, ἂν τώρα ἀπελείφθησαν 30 ἢ 40 χιλιάδες, εἰς μέλλοντα χρόνον, ἂν ἤθελε κηρυχθῆ ἐπιστράτευσις, θ’ ἀπολειφθοῦν πολὺ περισσότεροι. Οὐδὲ δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε εὐλόγως ὅτι ὑπάρχει ἡ ποινικὴ διάταξις τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου περὶ φυλακίσεως, διότι τὴν διάταξιν ταύτην καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις τὴν ἔχομεν ἤδη καταδεδικασμένην εἰς θάνατον, ἀδιάφορον δὲ ἂν ἡ Κυβέρνησις τὴν διατηρῇ ἐν ἰσχύϊ διὰ τοῦ νομοσχεδίου της. Εἶναι ἀληθῶς περίεργον πῶς θέλομεν νὰ πλανῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, πιστεύοντες ἢ ὑποκρινόμενοι ὅτι πιστεύομεν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἐφέδρων ποινικὴ διάταξις, ἣν ἐπισήμως ἐχαρακτηρίσαμεν ὡς ἀνεφάρμοστον. Ἀλλὰ καὶ αἱ διακρίσεις, ἃς καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν μοὶ φαίνονται ἐπιτυχεῖς. Γίνεται π. χ. διάκρισις μεταξὺ τῶν διατελούντων ἤδη ὑπὸ τὰς σημαίας ἀνυποτάκτων καὶ τῶν μὴ διατελούντων. Μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες θὰ προσέλθωσιν ἢ θὰ προσαχθῶσιν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, καὶ ἐκείνων, οἵτινες θὰ προσέλθουν ἢ θὰ προσαχθοῦν μετὰ τὸν μῆνα. Καὶ διὰ μὲν τοὺς διατελοῦντας ἤδη ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ἐκείνους, οἵτινες θὰ προσέλθουν ἐντὸς μηνὸς, κάμνει τὸ νομοσχέδιον παραχωρήσεις ἢ χάριτας, διὰ τοὺς ἄλλους δὲ δείκνυται αὐστηρότερον καὶ αὐξάνει τὴν ποινήν. Παρόμοιαι διακρίσεις καὶ ὑποδιακρίσεις δὲν ἁρμόζουν εἰς νομοθετήματα. Ἡ Πολιτεία δέον νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἑαυτὴν καὶ νὰ μὴ θέτῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν περὶ ἐπιβολῆς τῆς γενικῆς θελήσεως, ἤτοι τοῦ νόμου, ἰσχύν της. Ἀποδεικνύει δὲ ὅλως τὸ ἐναντίον, ὅταν ἐν τοῖς νόμοις τάσσῃ βραβεῖα δι’ ἐκείνους, οἵτινες προθύμως ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς αὐτοὺς, ὡσανεὶ ἀφίετο εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ πολίτου νὰ ὑποτάξῃ ἑαυτὸν εἰς τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος του. Ἑτέρα διάκρισις γίνεται ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ προσθέτου χρόνου ὑπηρεσίας μεταξὺ τῶν ἐφέδρων τῶν πρώτων σειρῶν καὶ τῶν ἐσχάτως κληθέντων. Οὐδ’ αὐτὴν τὴν διάκρισιν εὑρίσκω ὀρθήν. Διατί εἰς μὲν τοὺς τῶν πρώτων σειρῶν νὰ τεθῇ ὀλιγώτερος πρόσθετος χρόνος ἐκείνου, ὅς ὁρίζεται διὰ τοὺς τῶν τελευταίων; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑποχρεωτικὴ ὑπηρεσία διὰ τοὺς τῶν πρώτων σειρῶν θὰ ἦναι ἑπτάμηνος περίπου, διότι καὶ οἱ εἰς τὰς αὐτὰς σειρὰς ἀνήκοντες καὶ ἐμπροθέσμως προσελθόντες τόσον ὑπηρέτησαν, ἐνῷ οἱ τῶν τελευταίων σειρῶν μόλις ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν θὰ διανύσουν, καθόσον οἱ εἰς τὰς αὐτὰς σειρὰς ἀνήκοντες καὶ ἐμπροθέσμως προσελθόντες τόσον μόνον ὑπηρέτησαν, διὰ τοῦτο κατ’ ἀναλογίαν καὶ ὁ πρόσθετος χρόνος ἔδει νὰ ἦναι ὀλιγώτερος μὲν διὰ τοὺς πρώτους, περισσότερος δὲ διὰ τοὺς δευτέρους. Λησμονεῖ ὅμως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ πρόσθετος χρόνος ὑπηρεσίας χαρακτηρίζεται ὡς ποινή, ἡ ποινὴ δὲ δὲν πρέπει νὰ ἦναι, προκειμένου περὶ τῆς αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις ἀξιοποίνου πράξεως, δι’ ἄλλους μὲν μικροτέρα δι’ ἄλλους δὲ μεγαλειτέρα. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον. Ἐὰν ὡς ἐκ τῶν ἡλικιῶν των οἱ ἀνυπότακτοι ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσουν ἄλλοι μὲν ὀλιγώτερον, ἄλλοι δὲ περισσότερον χρόνον ἀναλόγως τοῦ χρόνου, καθ’ ὅν ὑπηρέτησαν οἱ εἰς τὰς αὐτὰς σειρὰς ἀνήκοντες, οἵτινες ἐδείχθησαν εὐπειθεῖς πρὸς τοὺς νόμους, τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ παντάπασι τὴν ἀνισότητα τῆς ποινῆς, ἤτοι τοῦ προσθέτου χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ αὐτὸς λοιπὸν πρόσθετος χρόνος δέον νὰ ὁρισθῇ δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς ἀνυποτάκτους ἐφέδρους, νομίζω δὲ ὅτι οὗτος πρέπει νὰ ἦναι τριῶν μηνῶν, διὰ δὲ τοὺς ἀνυποτάκτους ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας κληρωτοὺς καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ εἰς δύο μῆνας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτεθεισῶν σκέψεων καὶ παρατηρήσεων νομίζω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δύναται νὰ τροπολογηθῇ ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἁπλούστερον καὶ εὐκρινέστερον ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Καταθέτω τὴν τροπολογίαν ταύτην ἵνα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, δὲν πιστεύω δὲ νὰ μὴ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ τὰς σκέψεις, αἵτινες τὴν ὑπηγόρευσαν. (Ὅρα Παράρτημα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος βουλευτὴς Μαντινείας κατέθηκεν ὡσαύτως τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§40ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Κατὰ τὸ Διάταγμα τὸ καλέσαν τὰς δύο τελευταίας ἡλικίας, οἱ ἄνδρες ὤφειλον νὰ προσέλθωσι τὴν 23 Μαρτίου, κατὰ δὲ τὸ 8 ἄρθρον τοῦ νόμου ᾼΡΝΙ’ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατελοῦντες, αὐτοὶ ἔχουν προθεσμίαν δύο μηνῶν· ἐρωτῶ ἡ προθεσμία αὕτη ἰσχύει ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἤδη ἀνυπότακτοι;
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· δὲν θεωροῦνται ἀνυπότακτοι.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις, καὶ ἐγράφη ἐγκύκλιος εἰς τοὺς προξένους προνοοῦσα ὅτι οἱ μὴ προσελθόντες ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ δὲν θεωροῦνται ἀνυπότακτοι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ κληθέντες εὑρίσκοντο ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ.
§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, βεβαίως δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ ὅτι πρέπει οἱ μὴ προσελθόντες ἐπίστρατοι νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρῶς, ὄχι ὅμως καὶ νὰ καταστραφῶσι διὰ φυλακίσεως ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν ὑπὲρ τὰς 25,000 πολιτῶν, ὡς ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας κελεύει, πρὸς μεγάλην οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ Δημοσίου. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀποδειχθῶσι σωστικαί. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ μονίμου νόμου περὶ ἐφεδρείας δὲν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη ἀκριβὴς ἔννοια τῆς ἐπιστρατείας. Ἐπιστρατεία εἶναι ἡ τελευταία στιγμὴ πρὸ τοῦ πολέμου· τοῦτο ἐξηγήθη ὑφ’ ὅλων τῶν συγγραφέων ἐν στρατιωτικοῖς συγγράμασιν· ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον νὰ καλῇ ὅσους θέλει ἄνδρας οἱασδήποτε κατηγορίας εἰς τὰ ὅπλα πρὸς ἐκγύμνασιν ἢ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ μόνον τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁριστικῶς ἀποφασίσει τὸν πόλεμον, 10 ἢ 15 ἡμέρας πρότερον, καλεῖ τὰς ἐφεδρείας καὶ τὴν ἐθνοφρουρὰν ἔτι εἰς ἐπιστράτευσιν. Καὶ διὰ τοῦτο αἱ ποιναὶ διὰ τοὺς μὴ προσερχομένους πρέπει νὰ ἦναι βαρεῖαι. Καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ νόμος ὁ γενικὸς καὶ διαρκής. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἶναι προσωρινὸν καὶ πρὸ πάντων εὐεργετικόν. Ἐπειδὴ ἀτυχῶς περιστάσεις καὶ λόγοι ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς τοὺς πολλοὺς ἔτι ἤγαγον τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀποστράτευσιν, περὶ ὧν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλει γείνει καὶ ζητηθῆ λόγος, εἶναι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως μὴ πληρωθῶσιν αἱ φυλακαὶ ἀνυποτάκτων στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν καὶ δημιουργηθῇ κατάστασις ἀδιέξοδος. Νομίζω ὅμως ὅτι αἱ καθ’ ἕκαστα διατάξεις αὐτοῦ χρήζουσι τροποποιήσεως. Ὡς ἀνυποτάκτους ὁ νόμος ὁρίζει τοὺς μετὰ 3 ἢ μετὰ 8 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐν τῇ προσκλήσει τασσομένης ἡμέρας προσερχομένους. Ἀτυχῶς ἐμεσολάβησαν γεγονότα, δικαιολογοῦντα τὴν μὴ ἔγκαιρον προσέλευσιν τῶν ἐπιστράτων. Μέλη τῆς πρώην Κυβερνήσεως ῥητῶς ὑπεσχέθησαν εἰς τοὺς προσερχομένους ἐπιστράτους, ὅτι αἱ προθεσμίαι τοῦ νόμου δὲν θέλουσι τηρηθῆ· ὥστε πολλοὶ ἐκ τῶν ἐπιστράτων δὲν προσῆλθον ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ πολλὰς ἡμέρας. Ἐν τῇ Βουλῇ ἐπροτάθησαν νομοσχέδια περὶ ἀπαλλαγῆς, καί, ὡς ἐνθυμεῖσθε, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι μέγας ἀριθμὸς, πρὸ πάντων ἐκ τῶν ἀπαλλασσομένων, ἀνέμενε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ προθεσμία ἡ διδομένη εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους τῶν 5 πρώτων ἡλικιῶν πρέπει νὰ ἦναι μικροτέρα· τοὐλάχιστον πρέπει νὰ τεθῇ τελευταῖον ὅριον ἡ 15 Δεκεμβρίου. Δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ ἐπιεικὴς εἰς τὰς πρώτας 5 ἡλικίας, πρὸς ἐκείνους δηλαδὴ, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον ποσῶς· διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι αὗται ὑπέστησαν τὰς μεγαλειτέρας κακουχίας καὶ ὅλην τὴν γυμνότητα καὶ ἀθλιότητα ἐπὶ μῆνας, ἐν καιρῷ χειμῶνος, ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ἐσχάτως δὲ καὶ μὲ τὸ αἷμά των ἐπότισαν οὗτοι τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ δειχθῶμεν εἰς ἄκρον ἐπιεικεῖς εἰς τὰς 2 τελευταίας ἡλικίας. Ἤδη πάντες γνωρίζετε τὰ ἐσχάτως λαβόντα χώραν. Ἡ πρόσκλησις τῶν 2 τελευταίων ἡλικιῶν ἐχαρακτηρίσθη μᾶλλον ὡς πολιτικὸν σχέδιον παρὰ ὡς πραγματικὴ πρόσκλησις, καὶ πολλοὶ ἔλεγον ὅτι ἡ κλῆσις δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ πολλοὶ τῶν κκ. βουλευτῶν ἔλεγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία ἡ κλῆσις, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συνέλθῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ θὰ ἀποφασίσῃ τὰ ἀντίθετα τῶν ἀποφάσεων τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι ἐκηρύξατε ἐν τῇ Βουλῇ τὸ περιττὸν καὶ ἐπιβλαβὲς μάλιστα τῆς κλήσεως τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν, καὶ ἐζητήσατε μάλιστα τὴν ἀπόλυσιν τινῶν ἐκ τῶν πρώτων ἡλικιῶν. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἐγένετο συζήτησις μακρὰ, συντελέσασα εἰς τὴν χαλάρωσιν τοῦ ζήλου τῶν κληθέντων, καὶ μόλις μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἐπιστώθη ἀτυχῶς ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαία πράγματι ἡ ὑπηρεσία τῶν κληθέντων. Ἔχω, κύριοι, κατ’ οἶκον πλείστας ἐπιστολὰς πολλῶν ἐκ τῶν ὑποχρέων τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν, οἵτινες διαμαρτύρονται ὅτι ἦσαν σχεδὸν οὕτως εἰπεῖν ἐν πλήρει γνώσει ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ποσῶς δὲν ἦτο ἀναγκαία. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς πάντα πολίτην νὰ σκέπτηται αὐτὸς καὶ ἀποφαίνηται αὐτὸς περὶ τοῦ χρησίμου ἢ μὴ μέτρου τινὸς Κυβερνητικοῦ· ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς ὁ ἑλληνικὸς καὶ ὁ λαὸς σκέπτεται ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐνεργεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ εἰς πολλὰς περιστάσεις. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δύναμαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ἂν ἡ πειθαρχία ἐτηρήθη ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, ἐτηρήθη ἐκ πεποιθήσεως ἑκάστου στρατιώτου, ἐξ ἀποφάσεως, ἐκ σκέψεως, ἐκ πατριωτισμοῦ καὶ φιλοτιμίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἰς τὰς δύω τελευταίας ἡλικίας πρέπει νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς. Οὔτε πρέπει νὰ δικαιολογήσητε τιμωρίαν βαρυτέραν κατὰ τῶν δύω τελευταίων ἡλικιῶν, διότι εὑρέθησάν τινες εἰπόντες ὅτι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις παρώτρυνε κακοβούλως τοὺς ἐπιστράτους νὰ μὴ προσέρχωνται, ὡσὰν ἦτο δυνατὸν, ἐν Ἑλλάδι πρὸ πάντων, εἴτε Ἀντιπολίτευσις εἴτε Συμπολίτευσις καλεῖται μερίς τις πολιτικὴ, νὰ στερῆται ἐκείνου τοῦ προσόντος, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων διακρίνει τὸν Ἕλληνα, ἤτοι τοῦ πατριωτισμοῦ. Δὲν εἶναι αὐτὸ δικαιολογία, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς θέλει συναινέσῃ, ὅπως μὴ τιμωρηθῶσιν αὐστηρότερον οἱ τῶν δύο τελευταίων ἡλικιῶν ἐπίστρατοι ἀνυπότακτοι. Ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ 3 παρέχει μίαν ἀμφιβολίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 οἱ διατελοῦντες ὑπὸ τὰς σημαίας ἀνυπότακτοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 3, οἱ ἀνυπότακτοι ἔφεδροι οἱ μὴ προσελθόντες κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τιμωροῦνται ἕνα μῆνα ἐπὶ πλέον οἱ τῶν πέντε ἡλικιῶν καὶ δύο οἱ τῶν δύο τελευταίων, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 δύο μῆνας οἱ πρῶτοι καὶ τρεῖς οἱ τελευταῖοι· ἀλλ’ οἱ κατὰ τὸ μεσόχρονον διάστημα, ἐκεῖνοι οἵτινες σήμερον κατατάσσονται εἴτε αὔριον, εἴτε μεθαύριον πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, εἰς τίνα τιμωρίαν θὰ ὑπαχθῶσι;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει μεσόχρονον· χρόνος εἶναι ὁ τῆς καταχωρήσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§45ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοῦ νόμου ἢ τοῦ Β. Διατάγματος; Ἐὰν ὑπονοεῖται ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως τοῦ Β. Διατάγματος. Μετὰ τὴν καταχώρησιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τοῦ Β. Διατάγματος, θὰ ἔχωμεν κατατεταγμένους πρὸ τῆς καταχωρήσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ Β. Διατάγματος καὶ κατατασσομένους μετὰ τὴν καταχώρησιν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως»· δὲν ὑπάρχει μεσόχρονον.
§47ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐξηγήσητε διατὶ λέγετε «μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατείας...»
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγει «καὶ μετὰ τὴν παῦσιν...»
§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λέγετε: «ἐὰν προσέλθωσιν ἢ καταταχθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς καταχωρήσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχετισθῶσιν ὅρια χρονικὰ ἀόριστα μεθ’ ὡρισμένων; Ἡ παῦσις τῆς ἐπιστρατείας εἶναι χρονικὸν ὅριον ἄγνωστον εἰς τὸ μέλλον, ἀλλ’ ὁ εἷς μὴν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου εἶναι χρονικὸν ὅριον ὡρισμένον· ἂν αὐτὸς τύχῃ νὰ λήξῃ πρὸ τῆς παύσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, τιμωρεῖται ἐξίσου ὁ ἕνα μῆνα καθυστερήσας πρὸ τῆς λήξεως τῆς ἐπιστρατείας καὶ ὁ πολλοὺς μετὰ τὴν λῆξιν;
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ τιμωρία ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν παῦσιν, δηλ. θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ παύσῃ ἡ ἐπιστράτευσις.
§51ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὥστε ἂν προσέλθωσι καὶ εἰς ἀπροσδιόριστον χρόνον μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μία ἐκ τῶν τάξεων περὶ ὧν ὡμίλησα καὶ προηγουμένως, ἡ τάξις τῶν ἀπαλλασσομένων, τῶν ὀρφανῶν ἢ τῶν τυχόντων ἀναβολῆς κατατάξεως, βεβαίως οὗτοι εἶναι οἱ δυστυχέστεροι πάντων, διότι οὗτοι ὑπέστησαν τὰς φοβερωτέρας κακουχίας, ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνυπότακτοι, ἂν καὶ τότε ἡ γνώμη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Κυβερνήσεως ἦτο ὅτι ὁ νόμος δὲν ὑπεχρέου τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Κατὰ τὸ Β. Διάταγμα ἀπολύονται οἱ πρὸς ὑπηρεσίαν κληθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἔφεδροι «οἱ μηδόλως προϋπηρετήσαντες ἢ διανύσαντες ἐν τῷ στρατῷ ἐλάσσονα χρόνον τῶν ἕξ μηνῶν, καθὸ τυχόντες ἀπαλλαγῆς κλπ.» Ἐκ τῶν πέντε ἡλικιῶν σχεδὸν οὐδεὶς εἶναι ὁ διανύσας ἐν τῷ στρατῷ χρόνον ἐλάσσονα τῶν ἕξ μηνῶν· διότι, ἐὰν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἤδη ἔχουν διανύσει ἐν τῷ στρατῷ, ἔχουν συμπληρώσει τὸν ἕβδομον μῆνα.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖ τοὺς πρώην.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι κακὴ ἡ ἔκφρασις. Ὅπως δήποτε, κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα δὲν δυνάμεθα ἁπλῶς δι’ ἑνὸς Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ ἀφήσωμεν σειρὰς ἀπαλλαγέντων, διὰ Διατάγματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλάσσηται ὑποχρεώσεως πολίτης, ὅστις ὑποχρεοῦται δυνάμει νόμου νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἡ γνώμη τότε τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὅτι ὁ νόμος δὲν ὑπεχρέου ποσῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας· ἡ γνώμη ὅμως τότε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς ἦτο ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου καὶ τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ νόμου ἦτο ῥητὸν, ἡ ὑποχρέωσις εἶναι πλήρης, καὶ ὅτι ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς ὑποχρεώσεως οἱ ἀπαλλαγέντες ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Τότε ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια δύο ἢ τρία ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα πρῶτον συνεζητήθησαν κατ’ ἀρχὴν ἂν πρέπῃ νὰ συζητηθῶσιν, ἂν δηλ. εἶναι ἀναγκαῖα, ἢ ἂν ὁ νόμος ὁ μόνιμος μεριμνᾷ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἡ δὲ Βουλὴ ἀποδεχθεῖσα νὰ συζητήσῃ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια ἀπεδέχθη ὅτι ῥητῶς ὁ νόμος ὑποχρεοῖ ἅπαντας τοὺς ἀπαλλαγέντας νὰ ὑπηρετήσωσι μετὰ τῆς κατηγορίας εἰς ἣν ἀνῆκον. Συνεζητήθησαν τότε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ ἕνεκα λόγων σπουδαίων, τοὺς ὁποίους τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνον πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα. Σήμερον λοιπὸν φρονῶ, ὅτι δὲν δύνασθε δι’ ἁπλοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ καταργήσητε νόμον τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀπαλλάξητε τοὺς ἀπαλλαγέντας. Διὰ τοῦτο προτείνω ὡς τροπολογίαν ἄρθρον 6ον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ὁπωσδήποτε ἀπαλλαγέντες, οἱ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καὶ οἱ τυχόντες ἀναβολῆς κατατάξεως εἰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας ὑπάγωνται κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστρατείαν. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ὄχι μόνον νομίμως ἀπολύονται ἅπαντες οἱ ἀπαλλαγέντες ἀνεξαιρέτως, καὶ δὲν θὰ ἔχετε τὴν ἀνωμαλίαν, καθ’ ἣν ἡ διοίκησις τῶν σωμάτων θὰ ἀναγκασθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ δώσῃ ἀδείας διὰ τοὺς πλέον τῶν ἕξ μηνῶν ὑπηρετήσαντας, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς προσελεύσεως τοὺς ἀπαλλαγέντας, τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν καὶ τοὺς ἔχοντας ἀδελφοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ μακρὸν ἐν τῷ στρατῷ. Φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι εὐλογωτάτη καὶ φιλάνθρωπος· εἶσθε πάντες ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ γνωρίζετε εἰς ποίας στερήσεις, ἴσως δὲ καὶ μέχρι τῆς ἀτιμίας ἐξετέθησαν οἰκογένειαι ἕνεκα τῆς στερήσεως τῶν στηριγμάτων αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν οἰκογένειαι, ἐν αἷς 4 ἄῤῥενες εἶναι ὑπόχρεοι, καὶ οἱ μὲν διατηροῦντες τὴν οἰκογένειαν τρεῖς προσῆλθον ἐν τῷ στρατῷ, ἔμεινε δὲ εἷς καὶ μόνος· σήμερον διατηροῦνται ἴσως καὶ οἱ τρεῖς ἐν τῷ στρατῷ, μένει ὁ εἷς διατηρῶν τὴν οἰκογένειαν· ἂν προσέλθῃ καὶ οὗτος, ἡ οἰκογένεια καταστρέφεται. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι εὔλογος καὶ θὰ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Πρὶν ἢ περατώσω τὸν λόγον, κρίνω καθῆκόν μου νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον νὰ ὑπομνήσω διάταξίν τινα νόμου ἐσχάτως ψηφισθέντος, ἥτις ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ χρησιμωτάτη εἰς τὸν στρατόν. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τελευταίως ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τροπολογηθέντα κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ καὶ ἐμοῦ, οἱ ἔφεδροι ὑπαξιωματικοὶ, λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον εἰς τὸν στρατὸν καὶ κεκτημένοι προσόντα τινὰ δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ· κυρίως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν περιπτώσει ἐπιστρατείας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἰδίως ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν. Νομίζω, ὅτι πρὶν ἀπέλθωσιν οἱ ἐπίστρατοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀπέλθωσι, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ καλέσῃ πάντας τοὺς βουλευομένους ἢ ἔστω καὶ ὑποχρεωτικῶς πάντας τοὺς κεκτημένους τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κελεύει, ὅπως παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ ὀλίγας ἡμέρας, ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις καὶ λάβωσι τὸ δίπλωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἔχετε ἀριθμὸν ἀρκοῦντα τοιούτων, ὅπως ἀποκτήσητε ἀξιωματικοὺς 100, 200 καὶ πλείονας ἴσως, χρησιμωτάτους, οἵτινες θὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των μὴ βαρύνοντες τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσῶς, καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν εὐτυχεστέραν, ἣν ἐναγωνίως θ’ ἀναμένῃ τὸ Ἔθνος, θὰ ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ ἔφεδροι ἕτοιμοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀκόπως συμπληρώσει τὰ κενὰ τῶν στελεχῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ 1 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§56ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 πραγματεύεται περὶ τῶν διατελούντων ὑπὸ τὰς σημαίας ἀνυποτάκτων ἐφέδρων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐὰν ἀνυπότακτος ἔφεδρος τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν διατελῇ ὑπὸ τὰς σημαίας, ἀλλὰ μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου καταταχθῇ καὶ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου διατελεῖ ὑπὸ τὰς σημαίας θέλει ὑπαχθῆ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου, ἢ εἰς τὰς τοῦ ἄρθρου 3. Καὶ ποιοῦμαι τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ χρονολογία τοῦ Διατάγματος τῆς ἀπολύσεως τῶν ἐφέδρων, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ μόνον ἡ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι αὐτὸς κατατασσόμενος σήμερον θὰ εὑρεθῇ αὔριον, ὅταν λάβῃ κῦρος ὁ νόμος, εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 2 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον).
§58ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν δὲν ἦτο καλὸν νὰ γίνῃ μία διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατελούντων ἀνυποτάκτων ἐφέδρων, καὶ νὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς δευτέρους μακροτέρα προθεσμία.
§59ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ποιεῖται τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἐπιστρατεύσεως καὶ ὑποχρεώσεως πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν ἐφέδρων. Ἐκ τοῦ ὅτι ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν ἕπεται ὅτι πᾶσαι αἱ σειραὶ τῶν ἐφέδρων εἶναι ὑπόχρεοι πρὸς στράτευσιν. Ὑπόχρεοι πρὸς στράτευσιν εἶναι μόνον ἐκεῖναι αἱ σειραὶ, αἵτινες εἰδικῶς προσεκλήθησαν, παύουσι δὲ αἱ σειραὶ αὗται ἔχουσαι ὑποχρέωσιν ὅτε ἀπολυθῶσιν, ἀπελύθησαν δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος. Τὸ Διάταγμα ἀπολύσαν τὰς σειράς, περὶ ὧν ἐν αὐτῷ πρόκειται, ἀπήλλαξε τοὺς ἐφέδρους, τοὺς εἰς αὐτὰς ὑπαγομένους, ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως. Ἐὰν ἄρα εἶχον οὗτοι ἔτι διορίαν προσελεύσεως, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀνυπότακτοι, ἀφοῦ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διορίας ἀπηλλάχθησαν τῆς ὑποχρεώσεως. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ μέτρου ἐπιεικείας· δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἄλλην ἀπόφασιν ἐκείνης ἣν ἔλαβεν. Ὡς πρὸς ἑτέραν δὲ παρατήρησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας νομίζω καλὸν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ τὴν ἐξήγησιν· διότι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐὰν ἐν ἄρθρῳ 2 περὶ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεως τοῦ Διατάγματος ἢ τῆς ἡμέρας τῆς καταχωρίσεως, τοῦ νόμου ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» πρόκειται, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἐνόσῳ δὲν σαφηνισθῇ τοῦτο ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ. Κατὰ τὴν τρίτην ἄρα ἀνάγνωσιν θέλω περιλάβει ῥητὸν καθορισμὸν, ὅπως λείψῃ πᾶσα ἀσάφεια. Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας περὶ προσθέτου διορίας, δοθησομένης εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐφέδρους, νομίζω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δέον νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ἵνα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἀποφασίσωμεν· διότι οὗτοι εἶχον ἤδη διορίαν πολὺ μακροτέραν τῆς τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐπισταμένως ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ τοῖς δοθῇ καὶ ἤδη δευτέρα προθεσμία, ἀφοῦ τῆς πρώτης δὲν ἐποιήσαντο τὴν πρέπουσαν χρῆσιν. Ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου παρατηρῶ, ὅτι κακῶς περιελήφθη ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ «οἱ ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ τοῦ 1885». Τὸ «τοῦ 1885» παρέλκει καὶ προτείνω, ὅπως διαγραφῇ, ἵνα ἡ διάταξις ἀφορᾷ εἰς πάντας τοὺς κληρωτοὺς, τούς τε τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1885 καὶ τοὺς προγενεστέρων ἀπογραφῶν, ὅσοι τυχόν εἰσι κατατεταγμένοι κατὰ τό 1885.
§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀμφισβητηθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἀπόντων, ποία ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ;
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Προξενική.
§63ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ποῦ θὰ προσφύγῃ διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν παρῆλθεν ἡ προθεσμία ἢ ὅτι ὑπάγεται εἰς ἄλλην ἡλικίαν;
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πᾶς ὁ εὑρισκόμενος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὑπέχων δὲ ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας καὶ μὴ ἀποτίσας τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καταταχθεὶς ἐντὸς τῆς διορίας τῆς προσελεύσεως τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἐφέδρων θεωρεῖται ἀνυπότακτος. Εἰς αὐτὸν δὲ ἀπόκειται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνυπότακτος, διότι διετέλει ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς εὑρισκομένους ἤδη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι δέον νὰ φροντίσωσι νὰ ἐφοδιασθῶσι διὰ πιστοποιήσεων τῆς Προξενικῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν δὲν φροντίσωσι περὶ τούτου καὶ εὑρεθῶσιν ἄνευ πιστοποιήσεως ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἡ θέσις αὐτῶν θὰ εἶνε δυσχερές· διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ μέσον νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι διαρκούσης τῆς διορίας εὑρίσκοντο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὅ,τι δὲ πρέπει νὰ ἀποδείξωσιν, εἶναι οὐ μόνον, ὅτι ἦσαν ἀπόντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κηρύξεως τῆς ἐπιστρατείας, ἀλλ’ ὅτι διετέλεσαν ἀπόντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν διὰ τοῦ Διατάγματος ἀπελύθη ἡ σειρὰ αὐτῶν τῆς ὑποχρεώσεως.
§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο ἐννοῶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὰς καταταχθείσας ἡλικίας καὶ προσῆλθον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ὑπηρέτησαν καὶ πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ ἐὰν ἐμπροθέσμως κατετάχθησαν, αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀπέλθωσι νὰ ζητήσωσιν ἀποδείξεις;
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὗτοι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἔχωσι διαβατήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δεικνύῃ τοῦτο· ἐὰν δὲν ἔχωσι, τὸ σφάλμα εἶναι ἴδιον ἑαυτῶν. Ἄλλως, ἡ τιμωρία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκεινται, εἶναι ἁπλῶς πρόσθετος ὑπηρεσία μηνός.
§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχωσι διαβατήριον, εἰς ποῖον θὰ ἐπιδείξωσιν αὐτό;
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἁρμοδίαν στρατιωτικὴν Ἀρχήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 3 ἄρθρον).
§69ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μία ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα, παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον;
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, νὰ τυπωθῇ, (Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον).
§72Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διακοπὴν, ἣν ἐποιήσατο πρὸς τὸν ἀγορεύσαντα ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴν κ. Παπαγιαννακόπουλον, εἶπε, μοὶ δίδωσιν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω παρατήρησιν, ἀναγομένην εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι οἱ κληρωτοὶ ὡς προσκληθέντες ὑπαρχούσης ἤδη τῆς ἐπιστρατείας, ἂν κατέστησαν ἀνυπότακτοι, εἰς δύο συνεπείας ὑποβάλλονται· εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, περὶ τῆς ὁποίας προνοεῖ τὸ ἄρθρον 9 ἐδαφ. γʹ τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου, καὶ εἰς τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 9 ἐδάφ. βʹ τοῦ ἰδίου νόμου. Ὑπὸ τὴν ἰδέαν ταύτην συνετάχθη, φαίνεται, καὶ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἱστορικῶς ὁμιλεῖ περὶ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας τοῦ ἄρθρου 9 ἐδαφ. γʹ τοῦ ἰδίου νόμου, ὡς ἂν ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη εἶνε ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Οἱ κληρωτοὶ οἱ καταστάντες ἀνυπότακτοι, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας, εἰς μίαν μόνον ὑποβάλλονται ποινὴν, τὴν ποινὴν τοῦ ἄρθρου 9 ἐδαφ. βʹ τῆς ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν φυλακίσεως. Οἱ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης βεβαίως ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐδαφ. γʹ, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυποτάκτους ἐφαρμόζεται μόνον τὸ ἐδαφ. βʹ. Ἤδη ἡμεῖς θέλομεν νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν ὡς πρὸς αὐτοὺς τὰς ποινικὰς διατάξεις, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς προσθέτους ὑπηρεσίας, αἵτινες ἤθελον ἐπιβληθῆ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκφράζεται τὸ ἄρθρον 4, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἐν ἐπιστρατείᾳ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ ὑποβάλλονται εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν τοῦ ἄρθρου 9 ἐδαφ. γʹ καὶ προσέτι εἰς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἀναχωρῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἐπὶ δύο ποινῶν, εἰς τὸ αὐτὸ ἔγκλημα ἐπιβαλλομένων, ἐπικρατεῖ ἡ βαρυτέρα, λέγει ὅτι ὁ κληρωτὸς, ὅστις ὑπέχει κατὰ τὸν νόμον ποινὴν, καθ’ ὃ ὑπόχρεως εἰς στράτευσιν, ὑπέχει δὲ καὶ ποινὴν ὡς ἐν ἐπιστρατείᾳ ὑπόχρεως, δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς τὰς δύο ποινὰς, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν βαρυτέραν ποινὴν, τὴν τῆς ἐπιστρατείας. Καὶ τοῦτο εἶνε ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει πάντοτε ὅ,τι ὑπέθεσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας. Δύναται ὁ κληρωτὸς νὰ μὴ ὑπεβλήθη συγχρόνως εἰς τὰς δύο ὑποχρεώσεις, τὴν τῆς στρατεύσεως καὶ τὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, δύναται νὰ ὑπέχῃ ὑποχρέωσιν στρατεύσεως ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου, τοῦ Αὐγούστου, τοῦ Σεπτεμβρίου, τουτέστι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως· μὴ προσελθὼν ἐμπροθέσμως ἐγένετο ἀνυπότακτος, ἀνυπότακτος ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, καὶ εἶνε τιμωρητέος ὡς τοιοῦτος· ἡ τιμωρία ἐκείνη εἶνε κεκτημένον δικαίωμα τῆς Πολιτείας, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκλείψῃ εἰμὴ καθ’ οὓς τρόπους ὁ νόμος ὁρίζει πρὸς κατάργησιν ποινῆς. Κατόπιν τούτου ἐπέρχεται ἡ ὑποχρέωσις ἐξ ἐπιστρατεύσεως, καὶ οὗτος καθυστερῶν καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ὑπέβαλεν ἑαυτὸν καὶ εἰς ἑτέραν τιμωρίαν, εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἀνυποτάκτου ἐν ἐπιστρατεύσει. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα, τὸ ὁποῖον ἤδη πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ταύτην ποινὴν, ἀφομοιοῖ αὐτὸν πρὸς τοὺς ἐφέδρους, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος ἵνα ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς ποινῆς ἐπὶ τῇ ἐν εἰρήνῃ ἀνυποταξίᾳ, ποινῆς, ἣν ἡ Πολιτεία ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτόν.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐστηρίχθη εἰς τὴν βάσιν ...
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν σας, διότι εἶναι καθαρωτέρα ἡ ἔκφρασις.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐστηρίχθη εἰς τὴν βάσιν ὅτι δύο ποιναὶ ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους ἐν ἐπιστρατείᾳ κληρωτοὺς, ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μέχρι δύο ἐτῶν καὶ ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία τοῦ ἄρθ. 9 ἐδ. γʹ τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου. Ἡ βάσις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Πρῶτον ὑπάρχουσι κληρωτοὶ κληθέντες μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, οἱ κληθέντες κατὰ τὸν Δεκέμβριον π. ε. καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἐπεβλήθη ἡ ποινὴ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, καὶ διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν σας· διότι περιλαμβάνει καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην.
§78ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο ἐφαρμόζεται πληρέστατα καὶ ἐπὶ τῶν κληρωτῶν τῶν κληθέντων κατὰ τὸν Ἰούλιον· διότι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ᾼΡΝΓʹ νόμου διατάσσει ῥητῶς ὅτι οἱ διατελοῦντες ἀνυπότακτοι ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἅμα τῆς ἐπιστρατεύσεως κηρυσσομένης, γίνονται ἀνυπότακτοι ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας· παύει λοιπὸν ἡ ἰδιότης τοῦ ἀνυποτάκτου ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ εἰσέρχεται ἡ ἰδιότης τοῦ ἀνυποτάκτου μόνον ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τούτους μία καὶ μόνη ποινὴ ἐπιβληθήσεται, ἡ τῆς φυλακίσεως 1–2 ἐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ πρόσθετος ὑπηρεσία.
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας.
§80ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ᾼΡΝΓʹ ὁρίσαν ὅτι ὁ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἀνυπότακτος γίνεται ἀνυπότακτος ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐν ἀνυποταξίᾳ διατελῶν μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἠθέλησε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν ἐν ἐπιστρατεύσει ἀνυπότακτον στρατεύσιμον, ἐὰν δὲ ἤδη ἡμεῖς ἀφομοιώσωμεν ἐν ἐπιστρατεύσει τὸν στρατεύσιμον πρὸς τὸν ἔφεδρον, ὄχι μόνον δὲν ἐπιβαρύνομεν αὐτὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον καθιστῶμεν τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ πολλῷ ἐλαφροτέραν τῆς τοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης στρατευσίμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὅπως τὸν στρατεύσιμον, τὸν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἀνυπότακτον, θέσῃ εἰς κρείττονα μοῖραν τοῦ στρατευσίμου τοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἀνυποτάκτου. Βεβαίως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία θέλει νὰ θέσῃ αὐτὸν ἐν μοίρᾳ χείρονι, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 4 ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ὁ ἀνυπότακτος, ὅστις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐφέδρων, ἀλλ’ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν στρατευσίμων, ἀντὶ τῆς ποινῆς τοῦ ἑνὸς ἔτους φυλακίσεως ἢ τῶν δύο ἐτῶν, θὰ ὑποστῇ τὴν συνήθη ποινὴν τοῦ ἐν εἰρήνῃ ἀνυποτάκτου στρατευσίμου, ἀλλ’ εἰς τὴν ποινὴν ταύτην θὰ προστεθῇ καὶ ὑπηρεσία ἑνὸς μηνός. Ἡ προσθήκη αὕτη βεβαίως βαρεῖα δὲν εἶναι, οὐδὲν δὲ περιέχει τὸ ἀντιφατικὸν, εἶναι ὁμοίας φύσεως μετὰ τῆς τιμωρίας τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ ἄρθρ. 9· εἶναι ἁπλῶς ἐπιβάρυνσις τῆς τιμωρίας ἐκείνης, διότι πρόκειται περὶ στρατευσίμου, ὅστις ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατείας ἀπέκτησε μείζονας ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐκπλήρωσιν παρημέλησεν, ἐφ’ ᾧ πρέπει νὰ τιμωρηθῇ πλειότερον τοῦ παραμελήσαντος ὑποχρεώσεις ἁπλῶς τὰς συνήθεις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 4 ἄρθρον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον).
§82ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ μνεία τῶν ἀνυποτάκτων καὶ ἡ μνεία τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ᾼΡΝΓ’ εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίφασιν· διότι τὸ ἄρθρον 10 δὲν προβλέπει περὶ ἀνυποτάκτων καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ ἀνυπότακτοι τῶν ποινῶν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ᾼΡΝΓ’ νόμου. Αἱ πράξεις, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀφορῶσιν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέστησαν εἰσέτι ἀνυπότακτοι, δηλαδὴ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἐκπροθέσμως μὲν, πρὶν ὅμως κηρυχθῶσιν ἀνυπότακτοι. Ἐν τούτοις εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτων· διότι εἰ μὲν εἶναι κληρωτοί, ἐπιβάλλεται αὐτοῖς πρόσθετος ὑπηρεσία ἑνὸς μηνὸς, ἐὰν ὅμως εἶναι ἔφεδροι, τιμωροῦνται πειθαρχικῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἡ πειθαρχικὴ αὕτη ποινὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ πλέον μετὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως οἱ ἐκπροθέσμως προσελθόντες ἔφεδροι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 5 ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, παρουσιασθὲν εἰς τὸν Βασιλέα, προσεφώνησε τάδε· «Μεγαλειότατε. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ προσφέρῃ τὰ βαθέα σεβάσματά του καὶ ἀγγέλλει τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Εὔχεται δὲ εἰς τὸν Ὕψιστον νὰ διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ σύμπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος». Ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς· «Εὐχαρίστως δέχομαι τὴν ἀγγελίαν σας περὶ συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς τῆς νέας ταύτης Συνόδου. Εὔχομαι δὲ εἰς τὸν Ὕψιστον ὅπως διαφυλάττῃ τὴν φίλην ἡμῶν Πατρίδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Σᾶς εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδίας διὰ τὰς εὐχάς σας ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας μου».
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐτυπώθη καὶ πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ· θὰ τυπωθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρα 6½ μ. μ.)