1886.03.29
3.530 στίχοι · 27.913 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
Τῆς 29 Μαρτίου 1886.
(Σάββατον)
Ὥρα 4. Μ. Μ. (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδόπουλος κατέθηκε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. (Ἀναγινώσκει).
§2ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σημείωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, διότι ἡ πρᾶξις κατηγγέλθη εἰς τὴν αὐτόθι Εἰσαγγελίαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Σταμάτη Μπαρμπαρῆ παραπονεῖται ὅτι, ἐνῷ ὁ υἱός της ἀπηλλάγη κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου Ἀργολίδος, δὲν ἀπολύεται ὅμως.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἠξεύρω καὶ ἐγὼ τὰς περιστάσεις αὐτάς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ζητεῖ πληροφορίας ἀπὸ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα καὶ ταῦτα δὲν ἀπαντοῦν. Ἔχομεν ἡμεῖς ἐκκρεμεῖς πέντε τοιαύτας αἰτήσεις· ὑπάρχουσι μονογενεῖς ἐξηρημένοι καὶ ζητεῖ τὸ τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα πληροφορίας, καὶ ταῦτα δὲν ἀπαντοῦν.
§5ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ μοὶ σταλῇ, παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 15,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 καὶ τοῦ Κεφαλαίου Ζʹ τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι ἁλιεῖς, ἰχθυοπῶλαι καὶ πολῖται Πατρῶν παραπονοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των κατὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας τοὺς μῆνας Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον.
§8Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, ὅπως ἐπανορθώσω ἀνακρίβειάν τινα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσα χθὲς ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ζητήσω δὲ πληρεστέρας τινὰς ἐπ’ αὐτῆς ἐξηγήσεις. Πιστεύω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν προσκρούω εἰς τὰς φιλοπολέμους ὁρμὰς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἐφέδρων, τοὺς ὁποίους χθὲς ὠνόμασα, ὁ κύριος Ῥαφαὴλ προσῆλθεν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Στρατιωτικὴν Ἀρχὴν καὶ ἑπομένως δὲν διατελεῖ ἀνυπότακτος, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅπως ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ νέος οὗτος ἔφεδρος τοῦ στρατοῦ διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ, ἐκπληροῖ δὲ τὰ χρέη του ὡς ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ὅτι τοιοῦτοι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι καὶ ὅτι καὶ ἄλλοι τινὲς ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τούτου διατελοῦσιν ἐργαζόμενοι ἐν τοῖς Γραφείοις αὐτοῦ καὶ ὅτι τοῦτο δικαιολογεῖ ἡ ὑπηρεσία ἡ δημοσία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαίως καλύπτει τὴν εὐθύνην του, ἀφοῦ οἱ ὑπάλληλοί του οὗτοι διατελοῦσιν ἐν ἀδείᾳ, διότι βεβαίως δὲν συνεργάζεται καὶ δὲν συμπράττει μετ’ ἀνυποτάκτων, ἀλλὰ μετ’ ἐφέδρων μὲν, ἀλλὰ διατελούντων ἐν ἀδείᾳ. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν διαγωγὴν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ υἱὸς τῆς χήρας καὶ ὁ ὀρφανὸς, ὁ προστάτης πολυμελοῦς καὶ ἀδυνάτου οἰκογενείας ὑπηρετεῖ ὑπὸ τὰς σημαίας ἐκγυμναζόμενος μακρὰν τῶν κατερειπωθεισῶν ἑστιῶν του, μακρὰν τῶν ἐρημωθέντων ἀγρῶν του, ἄλλοι δὲ νὰ ἐργάζωνται ἀνέτως ἐπὶ τῶν πρασίνων τραπεζίων τοῦ Ὑπουργείου, ἀπολαμβάνοντες τὰς ἁδρὰς ἀποδοχὰς των τῆς πολιτικῆς θέσεως, καὶ πῶς τοῦτο ἐνθαῤῥύνει τοὺς νεωστὶ προσκαλουμένους εἰς στράτευσιν! τὸ ἐννοεῖτε κάλλιστα, εἶναι περιττὴ πᾶσα ἀνάπτυξις. Διὰ τοῦτο ἔλεγον χθὲς, ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν σπουδάζει ἐν ταῖς πολεμικαῖς αὐτῆς παρασκευαῖς. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι ἄπορον καὶ ἀνεξήγητον, εἶναι, πῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ τίνα τρόπον συμβιβάζει τὰς ἐπισήμους αὐτῆς σχέσεις πρὸς τοὺς ἀνυποτάκτους, πῶς ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συμπράττῃ καὶ νὰ καλῇ εἰς συνεργασίαν, εἰς κυβερνητικὴν καὶ ἐπίσημον ἐργασίαν, ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ ἰδία θεωρεῖ τιμωρητέους, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθές! πῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παντάπασι δὲν προσῆλθον εἰς τὴν ἁρμοδίαν στρατιωτικὴν Ἀρχὴν διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, πῶς ἐκεῖνοι διατελοῦσιν εἰς σχέσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σχέσεις ὑπηρεσιακὰς, εἴτε ἐν τοῖς Γραφείοις τοῖς Δημοσίοις ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἐργαζόμενοι, εἴτε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ! Σᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, ὅτι ἡ ἐν Παρισίοις ἡμετέρα Πρεσβεία ἔχει πολλὴν καὶ μεγάλην ἐργασίαν πρὸς ἐξομάλυνσιν, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ σταλῇ ἐπίτηδες ὑπάλληλος ἐντεῦθεν, καὶ ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος καὶ ἄλλα πρόσωπα νὰ μεταχειρισθῇ, καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀνυποτάκτους, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠξεύρει καλῶς, ὅτι ἀπέστειλεν εἰς Παρισίους καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς ἀλλοδαπῆς ἀλλεπαλλήλως πρόσωπα διάφορα αὐτοπροσώπως μεταβάντα μάλιστα ἐκεῖ, οὐχὶ διὰ πλαστοπροσωπείας, καί τινὰ μάλιστα τούτων ἐκαυχήθησαν, ὅτι κατώρθωσαν νὰ τρέψωσι τὰς σοβαρὰς γνώμας τῶν ἰθυνόντων τὰ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Δημοκρατίας ὑπὲρ ἡμῶν, ἂν καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις διατελεῖ ἀρχῆθεν συμπαθῶς ὑπὲρ ἡμῶν. Εἶχε, λέγω, πρόσωπα τοιαῦτα νὰ στείλῃ εἰς Παρισίους, ὅπως ἀποπερατώσῃ καλλίτερον καὶ πληρέστερον πᾶσαν ἐργασίαν. Ἦτο ἀνάγκη τάχα νὰ προσκληθῶσιν οἱ ἀνυπότακτοι, οἱ ἀπειθοῦντες εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πατρίδος των νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἦτο ἀνάγκη αὐτοὶ νὰ διορισθῶσιν εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Πρεσβείας διὰ ν’ ἀποπερατώσωσι τὴν ἐκκρεμῆ ἐν αὐτῇ ὑπηρεσίαν; Ὁ νόμος, κύριοι, βουλευταὶ, εἶναι ῥητὸς καὶ σαφέστατος καὶ δὲν ἀφίνει τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν εἰς οὐδένα. Ὁ νόμος ὁ τελευταῖος, ὁ μεταῤῥυθμίζων καὶ συμπληρῶν τὸν στρατολογικὸν νόμον ἐν ἄρθρῳ 11 διατάσσει. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Ἠξεύρετε δὲ ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ἐκείνου; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ αὐτό τὸ ἄρθρον 42 λέγει. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Τὸ ἄρθρον 30 ἐν ἐδαφίῳ γʹ λέγει. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Παύεται αὐτοδικαίως λέγει ὁ νόμος. Εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ τοὺς ἀνυποτάκτους τούτους, τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τοῦ νόμου; Μήπως ἆρά γε αὐτοὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ, τοὺς ὁποίους ἴσως μοὶ ἐπιλείψει ὁ χρόνος νὰ ἀπαριθμήσω ἐνταῦθα, ἄπειροι τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἀνυπότακτοι καὶ ἰδίως ἐν ἀδείᾳ διατελοῦντες καὶ ὑπηρετοῦντες εἰς διάφορα ἄλλα ὑπουργήματα καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας θέσεις ἀπολαμβάνοντες πλήρεις τὰς ἀποδοχὰς, ἆρά γε λέγω, μήπως οἱ ἀνυπότακτοι οὗτοι, οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀκόμη διαμένοντες καὶ μὴ ἐπανελθόντες εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος, μήπως ἔλαβον ἄδειαν ἐρήμην; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς ἐπιτάσσει περὶ τοῦ πρακτέου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει ἡ Χώρα εἰς ὅσα χθὲς ἐπηρώτησα τὴν Κυβέρνησιν σχετικῶς πρὸς ὅσα σήμερον εἶπον, προσθέτω, ὅτι βεβαίως ἡ ἀπάντησις τῆς Χώρας εἶναι προσεχὴς, μικρὸν καὶ ὀψόμεθα, θέλει φανῆ καὶ ἀκουσθῇ τάχιστα. Ὑποπτεύομαι ὅμως ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ἐῤῥυμουλκήθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ σήμερον, αὔριον θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐῤῥυμουλκήθη ἀπὸ ἡμᾶς.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἐξήγησιν ὀφείλω νὰ δώσω, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Γυθείου τυγχάνει καὶ χαρακτῆρος εὐερεθίστου καὶ ὀργίζεται ἐν οὐ δέοντι· ἡ δὲ παρατήρησις αὕτη θέλει συντελέσει νὰ κατευνάσῃ τὸν ἐρεθισμόν του. Οὐδένα ἀνυπότακτον διώρισα, δὲν γνωρίζω δὲ τίνες εἶναι οἱ ἀνυπότακτοι. Ἐνδέχεται νὰ εἶνε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου ἀνυπότακτοι, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω ἔργον ν’ ἀνιχνεύω τοὺς ἀνυποτάκτους παραβάλλων τοὺς καταλόγους, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς μοὶ γίνῃ γνωστὸν ὅτι ὑπάλληλός τις δὲν ἐκπληροῖ τὴν πρὸς τὴν πατρίδα ὑποχρέωσίν του κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ παυθῇ ἀμέσως. Ἂς μοὶ καταγγείλῃ ὁ βουλευτὴς Γυθείου τοιούτους.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὸν λόγον.
§11Η. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὑποβάλλων πρότασιν νόμου μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Κούστα, περὶ ἀναστολῆς τῶν τε ἀναγκαστικῶν ἐκτελέσεων καὶ τῶν ἄλλων καταδιώξεων, εἶμαι ἠναγκασμένος διερμηνεύων τὸ φρόνημα τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τῆς κοινωνίας καὶ ἰδίως τοῦ δρῶντος, καὶ συμμορφούμενος πρὸς τὸ ἀπολύτως δίκαιον νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως ὄχι μόνον τὴν τύπωσιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου προτιμήσῃ, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἰδοὺ ποῖον εἶνε τὸ νομοσχέδιον· (ἀναγινώσκει αὐτό). (Ὅρα Παράρτημα). Ἐὰν, κύριοι, σπουδάζωμεν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ μὴ σπουδάζωμεν, δὲν εἶνε δίκαιον ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι εἶνε κατατεταγμένοι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἔμποροι, κτηματίαι, βιομήχανοι, αὐτοὺς μὲν ν’ ἀφίνωμεν νὰ βασανίζωνται, ὄπισθεν δὲ αὐτῶν οἱ τοκογλύφοι καὶ ἄλλοι οἱ δανεισταὶ νὰ ἐκποιοῦν τὰς περιουσίας των εἰς εὐτελεστάτας τιμάς. Πηγαίνετε εἰς τὴν ἀγορὰν τὴν Κυριακὴν ὅτε γίνονται αἱ δημοπρασίαι καὶ θέλετε παρατηρήσει ὅτι ἐκποιοῦνται κτήματα καὶ οἰκίαι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀξίας μεγάλης ἀντὶ εὐτελεστάτου ποσοῦ, καὶ ποίων ὀφειλετῶν; τῶν ὀφειλετῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὰ σύνορα καὶ πρόκειται διὰ τὴν πατρίδα αὐτῶν μετ’ ὀλίγον νὰ χύσουν τὸ αἷμά των. Διὰ τοῦτο λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τύπωσιν καὶ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τῷ ἔδωκεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις περὶ ἀναστολῆς τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν· διότι ἐδῶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ δικαστήρια ὅτι δικάζονται ἐρήμην, καὶ ποῖοι δικάζονται ἐρήμην; οἱ ἐπίστρατοι. Ἐκτὸς τούτου δὲν σᾶς φαίνεται ἄπορον νὰ μὴ ἔχωμεν ἀκόμη τυπωμένα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς παρούσης Συνόδου, ἐνῷ ὑπῆρχε πρὸς τοῦτο καιρὸς τριῶν μηνῶν;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπεστράφησαν ἀκόμη ἀγορεύσεις, τινὲς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀποσταλῆ πρὸς ἐπιθεώρησιν.
§13ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἀκούετε; διότι δὲν διώρθωσαν τὰς ἀγορεύσεις των· τοῦτο εἶνε μοναδικὸν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά· ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τί ἐλέχθη, αἱ δὲ ἀγορεύσεις αἱ μὴ διορθωθεῖσαι εἰσέτι ἃς προστεθοῦν ἐν Παραρτήματι ὡς μέχρι τοῦδε συνειθίζεται.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ δραχ. 500 πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν διευθυνόντων τὰς ἐκλογὰς τῶν Δημοτικοσυμβουλίων καὶ τῶν Βασιλικῶν Ἐπιτρόπων παρὰ τοῖς Ἐπαρχιακοῖς συμβουλίοις. (Ὄρα Παράρτημα).
§15ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ καθήκοντος πρὸς τοὺς συμπατριώτας μου. Ὁ ἐξ Αἰγίου βουλευτὴς κ. Μεσσηνέζης ἀγορεύων χθὲς καὶ σεβόμενος τὴν πατρίδα μου Κρήτην, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε ἐγκωμιάζει, ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ περὶ αὐτῆς ὅτι ὁ δεξιὸς βραχίων τῆς Ἑλλάδος ἐδεσμεύθη ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῶν στόλων, καὶ ὅτι οἱ μαχηταὶ αὐτῆς καθίστανται ἄχρηστοι εἰς ἕνα πόλεμον. Κύριοι, ἅμα παρουσιάσθησαν οἱ στόλοι εἰς τὴν Σούδαν, ἔχομεν τὰς θετικωτέρας πληροφορίας ὅτι ἡ παρουσία αὐτῶν οὐδόλως ἐπτόησε τοὺς Κρῆτας. Δὲν τὸ λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνω ὑμᾶς διὰ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω ὅτι οἱ Κρῆτες καὶ ἂν διπλάσιοι στόλοι παρουσιασθοῦν, ἅμα ἡ Ἑλλὰς κηρύξῃ τὸν πόλεμον, οἱ Κρῆτες θὰ ἀγωνισθῶσιν ὡς λέοντες.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§17ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἀπηρτίζετο ἀπὸ 500 πλέον ἢ ἔλαττον ἀνθρώπους· μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἔχομεν τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος σημειοῖ 7,000 καὶ πλέον ἄνδρας. Ὁ πολλαπλασιασμὸς οὗτος τῶν διοικουμένων βεβαίως συνεπάγεται τὴν ἀνάγκην τοῦ πολλαπλασίου καὶ τῶν διοικούντων· ἐν τούτοις, πρᾶγμα ἀπίστευτον, ὁ ἀριθμὸς τῶν διοικούντων ἔμεινεν ἀναλλοίωτος, καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ τερατῶδες τοῦ ἀδικήματος ὡς πρός τε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς βαθμοφόρους, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι διῴκουν τοὺς 500, εἶναι σήμερον ὑποχρεωμένοι νὰ διοικοῦν τὰς ἑπτὰ χιλιάδας τόσας, καὶ ταῦτα ἐν θαλάσσῃ. Ἀληθῶς ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἔκτακτος τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ προέβλεψε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ὤφειλον φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἦν ἀνάγκη νὰ συμπληρωθοῦν διὰ τὴν ἐναρμόνιον τοῦ στόλου λειτουργίαν· πλειότερον ὅμως παρὰ τὴν ἀναγραφὴν ἁπλῶς δὲν ἔγεινε, διότι φαίνεται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διστάζει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, φοβούμενος ἴσως ἕνα νόμον κατὰ παλαιὰν παράδοσιν ὑφιστάμενον ἐπὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὸν περὶ τῶν ἀριθμῶν λεγόμενον, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπαλάσσει τῆς ἀπέναντι ἐκείνου εὐθύνης, διότι δίδει καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸ χρῆμα, ἄρα εἶναι ὑπόχρεως ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν. Οὕτω λ. χ. εἶναι δύω ὑποναύαρχοι εἰς τὴν πολεμικὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένοι, ἐν τούτοις εἶναι εἷς μόνον, ὁ ἄλλος δὲν ἐγένετο. Εἶναι δεκατέσσαρες θέσεις πλοιάρχων, καὶ δὲν ἔχει ἡ ὑπηρεσία παρὰ ἐννέα μόνον. Τώρα τί συμβαίνει; εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἀξιωματικὸς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ἐκπληροῖ καὶ ἀνώτερα καὶ κατώτερα καθήκοντα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ περαιτέρω, δὲν πρέπει νὰ καταθλίψωμεν αὐτοὺς ἐπὶ πλέον. Πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἔχει καὶ τὰς θέσεις κεκανονισμένας καὶ τὰς μισθοδοσίας παραπλεύρως· νομίζω δὲ ὅτι ἤθελεν ἐξέλθει τῆς ἀμηχανίας αὐτῆς, ἐὰν τοὐλάχιστον συμβουλευθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν νομικὸν σύμβουλον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Βουλευταί τινες ὑπέβαλον πρότασιν ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία εἶνε ἡ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§19ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἠκούσθη ὅτι συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της, τὰς ὁποίας εἶχε διακόψει ἀπὸ τριῶν μηνῶν, αἴσθημα συγκινήσεως μετεδόθη ὡς δι’ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Οἱ πάντες τότε εἰς μίαν καὶ μόνην προῆλθον κρίσιν, ἓν καὶ μόνον συνήγαγον συμπέρασμα, τὸ συμπέρασμα ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα, ἦλθε τοῦ χρόνου τὸ πλήρωμα, ἐπέστη πλέον ἡ στιγμή, ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ ἐθνικὴ καὶ πανελλήνιος ἀπόφασις τῆς ἐνεργείας. Πάντες τῳόντι ἐπίστευσαν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συνήρχετο ὅπως, προκειμένου περὶ τῆς ἱερωτέρας καὶ ἁγιωτέρας τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, δώσῃ ἐν πατριωτικῇ ἐμπνεύσει καὶ ὁμοφωνίᾳ ἀξίᾳ τῶν περιστάσεων εἰς τέσσαρας ἢ πέντε συνεδριάσεις τ’ ἀναγκαῖα νομοθετήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπέλθῃ ἵν’ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς ἐντολεῖς της ὅτι ἡ ἔναρξις τοῦ ἀγῶνος εἶναι ζήτημα ἡμερῶν. Τοιαῦται ἦσαν αἱ ἐκ τῆς ἀπροσδοκήτου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πρῶται ἐντυπώσεις τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἀπεδείχθη δυστυχῶς διὰ χιλιοστὴν φορὰν ὅτι ὁ δυστυχὴς αὐτὸς καὶ πάντοτε εὔπιστος λαὸς ἐπλανᾶτο. Ἀπεδείχθη ὅτι ἐπλανώμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοί, οἵτινες ὑπὸ τὸ κράτος τῶν αὐτῶν ἐντυπώσεων ἤλθομεν ἐνταῦθα. Καὶ ἑπόμενον ἦτο τοῦτο, ἀφοῦ, κοινοὶ ὄντες θνητοὶ, ὡς προσφυῶς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ αἰωρηθῶμεν εἰς τὰ ὕψη τῆς ὑψηλῆς τῶν παλατίων πολιτικῆς, ἧς τὸ μονοπώλιον ἠξίωσεν ἀνέκαθεν, ἀξιοῖ καὶ θ’ ἀξιοῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, Κύριος οἶδεν ἕως πότε, ἐκεῖνος, ὅστις προὐκάλεσε τὴν προκειμένην ἄκαιρον καὶ ἐπιβλαβεστάτην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα συζήτησιν. Δὲν τὸν φθονοῦμεν διὰ τοῦτο τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ζητήσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ἀνῆλθε τὸ βῆμα, καὶ μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ ἰταμότητος ἔῤῥιψεν εἰς τὸ μέσον τὸ τῆς ἐμπιστοσύνης ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ ὀκτὼ ἤδη ἡμέρας καὶ ἀπειλεῖ νὰ μεταβάλῃ τῆς Βουλῆς τὸν περίβολον ἀπὸ ἱεροῦ θυσιαστηρίου, οἷον ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰς τὰς τόσον ἐπισήμους τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου στιγμὰς, ἃς διανύομεν, εἰς ἄσεμνον οἶκον ἐμπορείας, ἔνθα κάπηλοι πολιτευταὶ ἐμπορεύονται χάριν τῆς Ἐξουσίας ὅ,τι ὅσιον καὶ ὅ,τι ἱερὸν ἔχει ἡ Πατρίς. Καὶ θὰ καταδικάσῃ, εἶμαι βέβαιος ἡ ἱστορία, καὶ θὰ κρίνῃ μετ’ ἀμειλίκτου αὐστηρότητος ὁ Ἑλληνισμὸς τὴν σημερινὴν τακτικὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, εἶναι ἥκιστα πατριωτική. Οὐδὲ δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Λεβίδην, ὅστις εἶπεν ὅτι καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον εἶχεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀφοῦ αἱ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἰδέαι καὶ γνῶμαί του ἀντίκεινται εἰς τὰς ἰδέας καὶ γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ταύτης ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς τὸ περιφανὲς παράδειγμα τοῦ μεγάλου τῆς Γαλλίας πολίτου, τοῦ Θιέρσου. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ὅροι τῆς συγκρίσεως δὲν ἐξελέχθησαν ἐπιτυχῶς. Εἶνε τῳόντι βέβαιον ὅτι ὁ πολὺς Θιέρσος, ὅτε ἐζητοῦντο ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως αἱ πιστώσεις διὰ τὰς δαπάνας τοῦ κατὰ τῆς Πρωσσίας πολέμου, ἀντέταξεν ἐπίμονον καὶ ἐῤῥωμένην ἀντίστασιν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, ὃν ἐπρόκειτο τότε νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ ἐπεχείρησεν ἡ Γαλλία, ἦτο πόλεμος ἄδικος, πόλεμος ἀσύνετος, πόλεμος ἐγωϊστικός, πόλεμος μὴ ἔχων ἄλλον σκοπόν, ἢ τὴν ἑδραίωσιν τῆς δυναστείας τοῦ Ναπολέοντος τρίτου. Ἐπετέλει λοιπὸν καθῆκον πατριωτικώτατον ὁ μετὰ θάῤῥους ἀντιταχθεὶς κατὰ τοιούτου πολέμου Θιέρσος. Ἀλλ’ ἡμεῖς πρόκειται ἆρά γε νὰ ἐπιχειρήσωμεν τοιοῦτόν τινα ἄδικον καὶ τυχοδιωκτικὸν πόλεμον, καὶ δι’ αὐτὸ ἔρχονται οἱ πατριῶται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ζητοῦν μετὰ πατριωτικοῦ πόνου νὰ μᾶς ἀναχαιτίσουν; Καὶ δύναται νὰ ὑπάρξῃ δικαιότερος καὶ ἀναγκαιότερος πόλεμος ἐκείνου, ὃν ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσωμεν; Ἡμεῖς δὲν ἐξεσχίσαμεν διεθνεῖς συνθήκας, οὔτε ζητοῦμεν κατακτήσεις. Ἀλλ’ οὔτε ἐπεδιώξαμεν ἡμεῖς τὸν πόλεμον. Μᾶς τὸν ἐπέβαλον ἄλλοι ὡς ἀναπόφευκτον καὶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ περιφρούρησιν ἱερῶν καὶ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων ἐθνικῶν, ἅτινα διατρέχουν τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. Δὲν ἔπρεπε λοιπόν, ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διαίρεσις. Οὔτε εἶνε ἄξιον σπουδαίων καὶ σοβαρῶν ἀνδρῶν τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ φέρουν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι δῆθεν δὲν διαφωνοῦν εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, ἀλλ’ εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας. Τοῦτο εἶνε καὶ λέγεται σοφιστεία, οὐχὶ δὲ δικαιολόγημα. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀφῆκε τὰς περιστροφὰς καὶ ἐκηρύχθη ἀπροκαλύπτως καὶ ἀναφανδὸν ὑπὲρ τοῦ ἀφοπλισμοῦ, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἔχασε πλέον πᾶσαν ἔννοιαν, καὶ δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ πασιφανὲς πλέον καὶ ψηλαφητόν, ὅτι ὡς καπνὸς ἀπέπτη ὄχι ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν Ἑλλήνων, ὅπως εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Βλάχος, ἀλλ’ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἐκείνων, οἵτινες εἰς οὐδένα ἄλλον ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν τιμὴν νὰ κυβερνῶσι τὸν Τόπον παρὰ εἰς ἑαυτοὺς καὶ μόνους. Ἰδοὺ διατὶ ἀποδοκιμάζω μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου τὴν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἔγερσιν Κυβερνητικοῦ ζητήματος. Πλὴν, ὅσον καὶ ἂν λυπηθῇ τις διὰ τοῦτο, ὅσον καὶ ἂν ἀγανακτήσῃ, ὅσον καὶ ἂν διαμαρτυρηθῇ, εἰς μάτην κοπιάζει. Τὸ κακὸν ἐγένετο. Ἡ θρυαλλὶς τῆς ἐθνικῆς διχοστασίας ἀνήφθη ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, καὶ ἀπειλεῖ νὰ μεταδώσῃ τὸ ὀλέθριον πῦρ τοῦ πνιγμοῦ καὶ τῆς ἀσφυξίας εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν. Ὁ κακὸς δαίμων τῶν ἐθνοκτόνων κομματικῶν παθῶν χοροπηδᾷ ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐδῶ μέσα, καὶ μετὰ σατανικῆς χαιρεκακίας γελᾷ διὰ τὴν ἀθλιότητά μας καὶ διὰ τὸν ἐξευτελισμόν, ὃν ὑφιστάμεθα εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ καταπνίξωμεν πᾶν αἴσθημα λύπης καὶ ἀγανακτήσεως, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λόγων, οὓς ἡ Ἀντιπολίτευσις προβάλλει ὅπως μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέψωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κατὰ τοῦ πολέμου ἐπιχειρήματα τῶν πατριωτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως περιβάλωμεν τὴν πεποίθησίν μας μετὰ τοῦ ἀναμφισβητήτου ἐκείνου κύρους, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις. «Ποῦ βασιζόμενοι, μᾶς λέγει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ποῦ βασιζόμενοι θέλετε νὰ κάμετε πόλεμον; Ἔθνος τι διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, πρέπει νὰ εὑρίσκεται εἰς καλὴν θέσιν ὑπὸ στρατιωτικήν, ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν διπλωματικὴν ἔποψιν, τὸ ἡμέτερον δ’ Ἔθνος ὑπὸ τὴν τριπλῆν ταύτην ἔποψιν διατελεῖ εἰς ἀθλίαν καὶ ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν»· Πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς κατ’ οὐσίαν βασιμότητος τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ἐκθέσω τὰς κρίσεις μου περὶ τοῦ ἂν μᾶς ἦναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ ἀπόλυτον ἔννοιαν νὰ σκεπτώμεθα σήμερον περὶ ὑποχωρήσεως, ἔστω καὶ ἂν αἱ ἐλλείψεις μας εἶνε κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπαισθηταί. Εἶνε ἡ τρίτη φορά, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καθ’ ἣν τὸ μικρὸν καὶ πτωχὸν Ἔθνος μας τίθεται ἐπὶ ποδὸς πολέμου. Σεῖς δὲ γνωρίζετε, ὅτι τὴν μὲν πρώτην φοράν, ἀφοῦ ὡπλίσθημεν καὶ ἐπαίξαμεν πρόσωπον κωμικόν, ἐῤῥίψαμεν τὸ ξίφος καὶ ἀπήλθομεν εἰς τὰ ἴδια, συγκομίσαντες τὸ ὄνειδος καὶ τὴν χλεύην τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων. Τὴν δευτέραν φοράν, ἀφοῦ καὶ πάλιν ἐξιφουλκήσαμεν καὶ ὑπέστημεν τόσας καὶ τόσας ἀπωλείας ἐν τῇ ἐπιστρατεύσει, ἐστείλαμεν τοὺς ἐπιστράτους γυμνοὺς εἰς τὰς ἑστίας των μετὰ πάροδον πολλῶν μηνῶν. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθές, ὅτι τότε ἐνικήσαμεν μικρὰν διπλωματικὴν νίκην, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν ἐξηυτελίσθημεν, προεπηλακίσθημεν καὶ περιεφρονήθημεν ὑπὸ τοῦ κόσμου ὅλου. Εἴμεθα ἤδη εἰς τὴν τρίτην φοράν. Μόλις ἀνετράπη τὸ ἐν τῷ Αἵμῳ καθεστώς, δὲν ἐδιστάσαμεν ὅλοι, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν φίλων του, νὰ διακηρύξωμεν ὅτι, ἂν δὲν ἤθελεν ἐπανέλθει ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ρωμυλίᾳ τὸ πρώην καθεστώς, καὶ δὲν ἤθελε δοθῆ τῇ Ἑλλάδι ἀντιστάθμισις ἀνάλογος πρὸς τὴν ὠφέλειαν τῶν Βουλγάρων, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν διὰ τῶν ὅπλων ὅ,τι ἐπεδίκασεν ἡμῖν ἡ Βερολίνειος συνθήκη. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν παίζομεν καὶ δὲν ἀστειευόμεθα, ἐκηρύξαμεν ἀμέσως τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐξωπλίσθημεν ἀμέσως κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐτάξαμεν ὑπὸ τὰς σημαίας ὀγδοήκοντα χιλιάδας ἀνδρῶν κατὰ ξηρὰν, καὶ πολλὰς χιλιάδας κατὰ θάλασσαν, ἐξεκωφάναμεν Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν μὲ τὰς ἀπειλάς μας, τὰ ἐβάλαμεν μὲ τὴν διπλωματίαν, εἴπομεν ὅτι θὰ προτιμήσωμεν μᾶλλον νὰ καταστραφῶμεν, παρὰ νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τὰς διαταγάς της, προεκαλέσαμεν ναυτικὰς ἐπιδείξεις, καὶ τέλος ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε πᾶν ὅ,τι εἶνε ἱκανὸν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀπεφασίσαμεν ἢ νὰ ἱκανοποιηθῶμεν ἢ νὰ πολεμήσωμεν. Ὕστερα ἀπὸ ὅλα ταῦτα ἐρωτῶ: εἶνε, πρὸς Θεοῦ, συγκεχωρημένον εἰς ἡμᾶς νὰ κάμνωμεν πλέον λόγον περὶ ὑποχωρήσεως; Μὲ ποῖον πλέον πρόσωπον θὰ ἐξερχώμεθα εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ποίαν εὔλογον δικαιολογίαν θὰ δυνάμεθα νὰ προβάλλωμεν διὰ τὴν τρίτην ταύτην καὶ σπουδαιοτέραν τῶν δύο ἄλλων ὑποχώρησιν; Πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ πενιχρὰν, ἢ μᾶλλον νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἰδέαν περὶ ἐθνικῆς φιλοτιμίας, ἵνα συμβουλεύῃ σήμερον τὸν ἀφοπλισμόν. Τὸ νὰ ξιφουλκῇ ἓν Ἔθνος τρεῖς φορὰς ἐν διαστήματι ὀκταετίας καὶ νὰ ἐναποθέτῃ πάλιν ἄνευ ἀποτελέσματος τὸ ξίφος εἰς τὴν θήκην, προφασιζόμενον ὅτι ζητεῖ καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν, τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ οἴκτου καὶ τῆς ἐντροπῆς. Καὶ ὅμως μᾶς λέγουν, ὅτι τοιαύτη καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ὑποχώρησις εἶναι ἔντιμος καὶ μᾶς συμβουλεύουν νὰ τοὺς ἀκούσωμεν! Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη ὑποχώρησις εἶναι ἔντιμος, κύριε βουλευτὰ ἐξ Αἰγιαλείας, τότε δὲν μοὶ λέγετε ποία εἶναι ἄτιμος καὶ αἰσχρά, ποία εἶναι ἐπονείδιστος καὶ ἐξευτελιστικὴ, ποία προεξοφλοῖ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος καὶ θάπτει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν; Ἡ Ἑλλὰς, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα, πρέπει νὰ πολεμήσῃ, καὶ εἰ μὲν νικήσῃ, καλῶς, εἰ δὲ μή, σώζει τὴν τιμήν της (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἔπειτα, κύριοι, δὲν σκέπτεσθε καὶ τὸ ἄλλο; Ἀσχέτως πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ ἀπόλυτον ἀρχήν, ἣν ἀνέπτυξα, δὲν νομίζετε, ὅτι καὶ ἐξ ἀπόψεως ὑλικῆς ὁ πόλεμος σήμερον κατέστη ἀναπόφευκτος; Δὲν συλλογίζεσθε ὅτι οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος κινδυνεύουν νὰ καταστοῦν σκηνῖται; Ἠξεύρετε τί κοστίζουν τρεῖς ἐπιστρατεύσεις ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν; Ποίαν ἐγγύησιν δύναται νὰ ἔχῃ πλέον ὁ γεωργὸς, ὁ ποιμὴν, ὁ κτηματίας, ὁ βιομήχανος, ὁ ἔμπορος, ὁ ἐπιστήμων; Ὅταν μετὰ τόσης εὐκολίας, ὅσης καὶ ἐλαφρότητος, θέτωμεν τὸν τόπον εἰς ἐπιστράτευσιν, ποίαν ὄρεξιν δύνανται νὰ ἔχουν πρὸς ἐργασίαν αἱ κοινωνικαὶ αὗται τάξεις; Μόλις ὁ ἔμπορος π. χ. βάλῃ τὴν σειράν του, τὸν ἁρπάζετε καὶ τοῦ λέγετε «κλεῖσε τὸ ἐμπορικόν σου κατάστημα καὶ γίνου ἐπίστρατος», ἀφοῦ δὲ τὸν κρατήσετε πέντε ἢ ἕξ μῆνας, τὸν ἀπολύετε διὰ νὰ εὕρητε καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν νὰ τὸν καλέσετε πάλιν. Καὶ ὅμως ὁ ἔμπορος αὐτὸς κατεστράφη πλέον οἰκονομικῶς, ἂν δὲ ἀρχίσῃ καὶ πάλιν τὸ ἔργον του, διατρέχει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τὸν κίνδυνον νὰ κληθῇ πάλιν ἐπίστρατος. Καὶ τί νὰ γίνουν, καὶ τί γίνονται τὰ τέκνα του, ἡ σύζυγός του, οἱ γονεῖς του, αἱ ἀπροστάτευτοι ἀδελφαί του; Μὰ δὲν βλέπετε τάχα τὸ θλιβερὸν θέαμα τῶν παντοίων, τῶν ποικίλων, τῶν ἀξιοθρηνήτων συνεπειῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως; Δὲν βλέπετε τὴν φθίσιν καὶ τὸν μαρασμὸν εἰς τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν κτηνοτροφίαν μας; Καὶ ἔρχεσθε σήμερον μετὰ συνειδήσεως ἐλαφρᾶς, καὶ μᾶς λέγετε ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ ἄπρακτος ἡ ἐπιστράτευσις, ὅπως τὴν κηρύξετε καὶ πάλιν μετά τινας μῆνας, ἢ καὶ μετά τινας ἡμέρας, ὡς εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Αὐτὸ εἶναι παιγνίδι, τὸ ὁποῖον δυνατὸν ν’ ἀρέσῃ εἰς σᾶς καθ’ ὑπερβολὴν διὰ χιλίους δύο λόγους, ὁ λαὸς ὅμως τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐννοεῖ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ ἀβίωτος κοινωνικὸς βίος. Ὑπερτάτη κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει νὰ γίνῃ ἓν γενναῖον καὶ ἀποφασιστικὸν διάβημα, ὅπως προστατευθοῦν μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὰ κινδυνεύοντα ἐθνικὰ συμφέροντα, παύσῃ δὲ ἐπὶ μίαν τουλάχιστον δεκαετίαν αὕτη ἡ ἀβεβαιότης, ἥτις ἀποῤῥοφᾷ πᾶσαν ζωτικὴν τοῦ τόπου ἰκμάδα. Προσέξατε σεῖς οἱ προτείνοντες σήμερον τὸν ἀφοπλισμόν. Οἱ γογγυσμοὶ τοῦ τοσάκις ἐξαπατηθέντος λαοῦ δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ὁρμητικὸν χείμαῤῥον, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες παρασύρουσι πᾶν τὸ προστυχόν. Ἔχει καὶ ἡ ἀνοχὴ τὰ ὅριά της. Καὶ ἂν δὲν πολεμήσωμεν σήμερον, πρὸς τί τότε ἡ δαπάνη τῶν ἑβδομήκοντα μέχρι τοῦδε ἑκατομμυρίων; Πρὸς τί ἡ τόση ζημία τοῦ Τόπου ἐκ τῆς στερήσεως ὀγδοηκοντακισχιλίων ἀνδρῶν; Πρὸς τί τὰ τόσα μαρτύρια τῶν ἀνδρῶν τούτων ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἱματισμοῦ, στρατώνων καὶ νοσοκομείων; Ἐγένοντο λοιπὸν πάντα ταῦτα χάριν ἁπλῆς ἐπιδείξεως καὶ ματαιότητος; Πρέπει νὰ μὴ ἐγνωρίσατε καλῶς τὸν τόπον σας ἵνα κόπτεσθε σήμερον ὑπὲρ τοῦ ἀφοπλισμοῦ καὶ τῆς ἀνησύχου εἰρήνης. Τὸ ἐμπρὸς δύναται νὰ ἐνέχῃ ἀβεβαιότητας περὶ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ἀγῶνος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὑλικῶν ζημιῶν ἢ ὠφελειῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅμως τὴν ἠθικὴν ἀδύνατον εἶναι νὰ ζημιωθῶμεν. Τὸ ὀπίσω ὅμως σημαίνει βαθεῖαν καὶ βεβαίαν ἄβυσσον ἠθικῆς καταπτώσεως, ἴσως δὲ καὶ ἐμφυλίων σπαραγμῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐκ πεποιθήσεως ὅτι τυγχάνει ἥκιστα πατριωτικὴ ἡ διαγωγὴ ἐκείνων, οἵτινες μᾶς ὑποδεικνύουν διὰ χειρὸς ὑποτρεμούσης τὴν ὑποχώρησιν. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐντυπώσεων, ἃς ἀποκομίζομεν ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν, διαβεβαιῶ τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς κύριον Βλάχον, ὅστις περὶ τούτου ἔκαμε λόγον, ὅτι αὐταὶ εἶναι αἱ ἐντυπώσεις τῶν Ἐπαρχιῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, πᾶν δ’ ὅ,τι περὶ τοῦ ἐναντίου λέγεται, ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἢ εἶναι ὑπαγόρευμα ταπεινοῦ καὶ βλακώδους φατριασμοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἀσχέτως πρὸς τὰς γενικωτέρας ταύτας σκέψεις, διατελοῦμεν ἆρά γε καὶ εἰς τὸ ἀπελπιστικὸν ἐκεῖνο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τραγικοῦ ὕφους ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι εὑρισκόμεθα; Μᾶς εἶπον ὅτι ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν εἴμεθα εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ἀποτεθαῤῥημένος καὶ ἀπογοητευμένος, ὅτι στερεῖται τῆς προσηκούσης συντάξεως καὶ ὀργανώσεως ἕνεκα ἐλλείψεως διοικητικῆς ἱκανότητος καὶ στελεχῶν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ εἶναι δυσαναλόγως μικρότερος τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι στερεῖται τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ τῶν μεταγωγικῶν κτηνῶν, ὅτι στερεῖται ἐπιμελητείας, καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα καὶ βαρύνεται καὶ ἀηδιάζει τις ν’ ἀπαριθμῇ. Δὲν εἶμαι βεβαίως ὁ ἁρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τούτων, παραδέχομαι δὲ μάλιστα ὅτι πολλαὶ ἀτέλειαι ὑπάρχουν, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν στελεχῶν, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἡ Κυβέρνησις συνομολογεῖ, πλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετ’ ἀδιασείστου πεποιθήσεως δύναμαι νὰ βεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν οὔτε παρεσκευάσθη ποτὲ καλλίτερον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ, ἑπομένως δὲ, ἂν δὲν πολεμήσωμεν σήμερον, τότε ποτὲ δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πολεμήσωμεν, καὶ ἂν κατισχύσῃ ἡ γνώμη τοῦ ἀφοπλισμοῦ καὶ καταθέσωμεν τὰ ὅπλα, μὴ περιμένετε πλέον ἄλλην στρατιωτικὴν ἑτοιμασίαν. Ἡ Ἑλλὰς ἀποθνήσκει πλέον στρατιωτικῶς. Ἡ πρώτη ἄμεσος καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τοῦ ἀφοπλισμοῦ θὰ ἦναι ἡ διάλυσις τοῦ στρατοῦ. Ἀδύνατον πλέον ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ εἰς τὴν ῥάχιν της ἐνιαυσίαν δαπάνην τριάκοντα περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ στρατὸν, ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν χρησιμεύσῃ σήμερον, θὰ εἰπῇ ὅτι οὐδέποτε πλέον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Εἶναι καὶ ἐντροπὴ πλέον, εἶναι ἐθνικὴ καταισχύνη νὰ τηρῶμεν στρατὸν, ὅπως χρησιμεύῃ μόνον διὰ τελετὰς καὶ δι’ ὑπηρεσίας, δι’ ἃς δύναται κάλλιστα νὰ χρησιμεύσῃ μικρὸς ἀριθμὸς χωροφυλακῆς. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φαίνεται ὑποστηρίζων, ὅτι καὶ μετὰ τὸν ἀφοπλισμὸν, ἂν οὗτος γίνῃ, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρασκευαζόμενοι στρατιωτικῶς. Κακοὺς λογαριασμοὺς κάμνει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἡ ἀριθμητικὴ δύναμις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ εἶνε πολὺ μικροτέρα τῆς τοῦ ἐχθροῦ· οἱ ταῦτα λέγοντες ὅμως ὑπολογίζουν μόνον ἐπὶ τῆς ὑλικῆς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ὑπολογίζουν μόνον ἐπὶ τῶν σωμάτων, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν καρδιῶν· διότι φαίνεται, ὅτι στεροῦνται καρδίας αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἵτινες δὲν ἔχουν τὴν γενναιότητα εἰς τὰς στιγμὰς τοῦ ἐθνικοῦ κινδύνου νὰ δώσουν τὴν χεῖρα πρὸς τοὺς ἄνδρας, οἵτινες ἔτυχε νὰ κυβερνῶσι τὴν Χώραν καὶ νὰ εἴπωσι: «Κατὰ μέρος τὰ πάθη τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ ἀτομικά· εἰς σήμερον ἔστω ὁ σκοπὸς ἡμῶν μία ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ ἐργασία μας, πῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ νὰ διαφυλάξωμεν διὰ πάσης θυσίας τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα». Ὅτε παρεχωρήθησαν ἡμῖν αἱ νέαι Ἐπαρχίαι, ὁ κύριος Τρικούπης ἦτον ἀντιπολιτευόμενος. Τότε ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη, οὐδ’ αὐτῆς τῆς Γαλλίας ἐξαιρουμένης, μᾶς ἔλεγον ἀπειλητικῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἀρκούμενοι εἰς ὅσα μᾶς ἔδιδον. Ἡ Τουρκία ἀφ’ ἑτέρου ἦτο τότε πολὺ ἰσχυροτέρα ἢ σήμερον, ἡμεῖς δὲ δὲν εἴχομεν οὔτε κατὰ θάλασσαν, οὔτε κατὰ ξηρὰν τόσην δύναμιν, ὅσην ἔχομεν ἤδη. Ἐν ἄλλοις λόγοις ἡ θέσις μας τότε ἦτο πολὺ χειροτέρα τῆς σημερινῆς καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ διπλωματικὴν ἔποψιν. Καὶ ἐν τούτοις ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχεν ἀποκαλέσει ἀπαίσιον τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ μεγαλόκαρδος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις ἦτο τότε Πρωθυπουργὸς, ἐδήλου ὅτι ἐδέχετο τὰς νέας Ἐπαρχίας ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ διατί τότε ἐχαρακτήρισε τὴν ὑποχώρησιν ἀπαισίαν καὶ προδοτικὴν ὁ κ. Τρικούπης; διότι εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε διὰ πάσης θυσίας νὰ ἐπιδιώξῃ πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Βερολινείου συνθήκης χωρὶς ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὰς συνεπείας τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας ἀνίσου πάλης. Ἐνόμιζεν, ὅτι ἐτραυματίζετο διὰ τῆς ὑποχωρήσεως ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία καὶ ὑπεστήριζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσωμεν. Καὶ ὅμως σήμερον, ὅτε εἶναι πολὺ περισσότερον ἐκτεθειμένη ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν φιλοτιμία, κινδυνεύουν δὲ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς Χώρας, μᾶς λέγει ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν ὅπως εὕρωμεν κατόπιν καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν! Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ τις, ἀφοῦ εἶναι πλέον ἢ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ σταδιοδρομίᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἀσυνέπεια καὶ ἡ ἀνακολουθία ἀποτελοῦσι τὸν κανόνα, τὸ ἐναντίον δὲ εἶναι ἡ ἐξαίρεσις; Ἔρχεται τώρα τὸ ζήτημα τῆς ἀδυναμίας μας ὑπὸ διπλωματικὴν ἔποψιν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω τί ἐνήργησε, τί ἐνεργεῖ καὶ τί κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς διπλωματικαῖς αὐτῆς διαπραγματεύσεσιν. Ἐκεῖνο ποῦ γνωρίζω εἶναι, ὅτι διὰ τὰ μικρὰ καὶ ἀσθενῆ Κράτη πᾶσα διπλωματικὴ ἐνέργεια ἀποβαίνει ἀνωφελὴς καὶ ματαία. Μόναι αἱ θυσίαι καὶ οἱ ἀγῶνες διαθέτουν τοὺς λαοὺς καὶ τὰς Κυβερνήσεις ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων. Τίς ἆρά γε ἔξοχος διπλωμάτης ἐπάταξε καὶ διέσπασε τὴν ἱερὰν συμμαχίαν κατὰ τὰ 1821; Ποία διπλωματικὴ ἐξοχότης κατώρθωσε νὰ διαθέσῃ εὐμενῶς ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος οὐ μόνον τοὺς λαούς, ἀλλὰ καὶ τὰς Κυβερνήσεις; Μὴ ὁμιλῆτε λοιπὸν περὶ παρασκευῆς τοῦ διπλωματικοῦ ἐδάφους ἐφ’ ὅσον ἀποδειλιᾶτε πρὸ τῶν θυσιῶν, πρὸ τῶν ἀγώνων, πρὸ τῶν μαρτυρίων. Ταῦτα εἶναι τὰ μόνα ἐφόδια πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν συμπαθειῶν καὶ τῆς ἀρωγῆς τῶν λαῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ἐξώνησις δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τῆς Εὐρώπης, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δαπανᾶτε ἀσεβῶς τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ σᾶς καταστρώνωσι πανηγυρικούς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας ζήτημα, φαίνεται τῳόντι ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι ἔχουσι δίκαιον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι παριστῶντες τὴν δυσχέρειαν ταύτην διὰ τῶν ζοφερωτέρων χρωμάτων. «Καὶ πῶς, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνεμάσσησαν δὲ ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες φίλοι του, καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ λέγετε, ὅτι θὰ κάμετε πόλεμον, ἀφοῦ τὸ δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων δὲν τὸ ἐπραγματοποιήσατε, ἀφοῦ τὸ πατριωτικὸν δάνειον οἰκτρῶς ἀπέτυχε, καὶ ἀφοῦ καὶ αὐτὰ τὰ εἰκοσιπέντε χάρτινα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ λάβετε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀντιστοιχοῦν μόλις εἰς δώδεκα πραγματικά;» Καὶ μᾶς ἐπανέλαβον μέχρι κόρου καὶ ἀηδίας τὸ τετριμμένον ἐκεῖνο, ὅτι τὰ νεῦρα τοῦ πολέμου εἶναι τὰ χρήματα, καὶ ὅτι ὁ πόλεμος θέλει χρήματα, χρήματα καὶ πάλιν χρήματα. Αὐτὰ ὅλα τὰ γνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐξέλιπε τέλεον, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐξωτερικὰ δάνεια. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κύριος Οἰκονόμου, οὗτινος ἡ γνώμη ἔχει ἀναμφισβήτητον κῦρος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὔτε ἔχασεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ χάσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν πίστιν της, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ εὕρῃ ὑπὸ ὅρους ἀξιοπρεπεῖς τ’ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ δάνεια. Ἂν δὲ δυσκολίαι παρουσιάζωνται σήμερον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ δόλια καὶ κακοήθη τεχνάσματα τῶν τραπεζιτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ἐνταῦθα σπεῖραν, ἥτις δὲν γνωρίζει ὅρια εἰς τὴν πρὸς τὸ αἰσχροκερδαίνειν τάσιν της. Ἀλλὰ μήπως αὐτοὶ οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι δὲν συνετέλεσαν καὶ δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν; Πῶς π. χ. ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ πατριωτικὸν δάνειον, ἀφοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκήρυξαν κατ’ αὐτοῦ ἐπίμονον καὶ συστηματικὸν πόλεμον ἀποτυχίας; Καὶ πῶς ν’ ἀγοράσουν μετοχὰς οἱ ἔχοντες χρήματα, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνέσπειρεν εἰς τὰς συνειδήσεις τοῦ Κόσμου δισταγμοὺς καὶ ἀμφιβολίας περὶ τοῦ ἂν θὰ γίνῃ πόλεμος, οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀνεπιφυλάκτως ἔλεγε καὶ λέγει, καὶ δημοσιεύει ὅτι πόλεμος εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ; Πῶς ν’ ἀγοράσουν ἐν Πάτραις μετοχὰς, ἀφοῦ προχθὲς ὁ κύριος Τρικούπης, διερχόμενος ἐκεῖθεν, ὑπεστήριξε δημοσίᾳ, ὅτι τὰ περὶ μελετωμένου πολέμου εἶναι γελοῖα καὶ χρησιμεύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς φενακισμὸν καὶ ἐξαπάτησιν τοῦ λαοῦ; Καὶ ἔπειτα ἔρχονται καὶ χύνουν κροκοδείλια δάκρυα κλαίοντες ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου, ἀφοῦ ἐργάται τῆς ἀποτυχίας εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι! Θέλω νὰ εἴπω μεθ’ ὅλα ταῦτα ὅτι, ὅταν διασκεδασθῇ πᾶσα ἀμφιβολία καὶ πᾶς ἐνδοιασμὸς περὶ τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, καὶ τὸ δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ τὸ πατριωτικὸν δάνειον θὰ καλυφθῇ, καὶ εἰσφοραὶ πατριωτικαὶ ἐκ τῶν ἔσω καὶ ἔξω Ἑλλήνων θὰ γίνουν. Εἴχομεν ἡμεῖς καὶ ἔχομεν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ κρίσεις καὶ σκέψεις μου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρειδόμενος, φρονῶ ὅτι οἱ λόγοι, οὓς φέρει ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς περὶ ἀφοπλισμοῦ καὶ ὑποχωρήσεως γνώμης της, δὲν εἶναι ἄξιοι προσοχῆς καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν ποσῶς εἰς τὴν πρὸς ἐνέργειαν ἀπόφασίν μας. Μᾶς εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δι’ ὧν ἔπραξε καὶ δι’ ὧν πράττει, ἀποδεικνύει ὅτι οὔτε ἐσκέφθη ποτὲ, οὔτε σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς πόλεμον. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ προέλθωμεν εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις. Καὶ ὑπερβαίνει τῇ ἀληθείᾳ τὰ ὅρια τῆς τόλμης τὸ νὰ διανοηθῶμεν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ὅτι οἱ ἄνδρες οἱ κυβερνῶντες τὸν Τόπον μας κατέστησαν ἄξιοι τοῦ διὰ τουφεκισμοῦ θανάτου ὡς οἱ ἔσχατοι τῶν ἐγκληματιῶν. Καὶ θὰ ἦσαν βεβαίως ἔνοχοι ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἄνδρες, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ποτε βάσιμος ὁ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρισμὸς, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὑπέβαλον τὸ Ἔθνος εἰς τηλικαύτας ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς θυσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἐσκέφθησαν κἂν νὰ κάμουν πόλεμον. Τοιαῦται ὑποθέσεις, ἐνέχουσαι τὸν ἰὸν τῆς συκοφαντίας, συλλαμβάνονται, κυοφοροῦνται, τίκτονται καὶ ἀναπτύσσονται ἐν τῇ πολιτικῇ μερίδι τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις μόνη κατέχει τὸ μυστήριον τῆς διὰ τοιούτων μέσων ὑποσκεκλίσεως τῶν ἀντιπάλων της. Ἡμεῖς, ἀποκρούοντες τοιαύτην ὑπόθεσιν, πιστεύομεν τοὐναντίον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον ἐσκέφθη καὶ σκέπτεται, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀπεφάσισε πρὸ πολλοῦ νὰ προβῇ μετὰ θάῤῥους καὶ ταχέως εἰς ἐκτέλεσιν τῆς Ἐθνικῆς ἀποφάσεως, ὑπὸ τοιαύτην δ’ ἔννοιαν θὰ δώσωμεν πρὸς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Καὶ μήπως τοὐλάχιστον περιορίζονται οἱ Ἀντιπολιτευόμενοι εἰς τὸ νὰ μᾶς ὑποδείξουν ἁπλῶς τὴν πρὸς πόλεμον ἀνεπάρκειαν; Νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἐκπληροῦν καθῆκον, ἂν διακηρύξουν εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι, ἂν τολμήσωμεν νὰ κινηθῶμεν, μαύρη μοῖρα μᾶς περιμένει. Ἔρχονται ὡς νυκτοκόρακες καὶ διὰ θρηνῳδῶν κρωγμῶν μᾶς προαγγέλλουν συμφορὰς καὶ δυστυχίας «Ἡ καταστροφὴ εἶναι βεβαία, ὁ στρατὸς θὰ ὁδηγηθῇ ’στὴν σφαγὴν», μᾶς εἶπεν ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κύριος Λομβάρδος. Ἕτερος δὲ μᾶλλον ἀπαισιόδοξος, ὁ ἐκ Κερκύρας κύριος Θεοτόκης, μετὰ πενθίμου τόνου ἀνεφώνησεν: «Ἂν τολμήσωμεν νὰ κινηθῶμεν, θ’ ἀκούσωμεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέθανε». Εἰς τοιαύτας παρακρούσεις δὲν ἔχει τις νὰ εἴπῃ τι, Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι, ἂν ἀπηλλάσσοντο πρὸς στιγμὴν τοῦ κομματικοῦ πάθους οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξεστόμισαν τ’ ἀνωτέρω, καὶ κατενόουν τὸ μέγεθος τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ διέπραξαν εἰς τὸν Τόπον κατὰ τὰς παρούσας τῆς ἐθνικῆς κρίσεως στιγμὰς, θὰ ἐνεδύετο τρίχινον σάκκον, καὶ, μεταμελόμενοι, θὰ ἔκλινον γόνυ νὰ ζητήσουν συγγνώμην ἀπὸ τὴν πατρίδα τους καὶ ἡ Πατρίς τους θὰ τοῖς ἔλεγεν: «εἶσθε ἀσυγχώρητοι». Ἐπισείει ἐπὶ τέλους ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐναντίον ἡμῶν τὸ φάσμα τῆς εὐθύνης. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ βουλευτὴς κύριος Λομβάρδος ἐπεκαλέσθη Ἀνατολικόν τινα μῦθον ἵνα μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τὴν εὐθύνην τῶν συμφορῶν καὶ καταστροφῶν θὰ φέρωμεν ἡμεῖς καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Ὡς ὁ Βεζύρης ἦτον ὑπαίτιος διὰ τὰ σφάλματα τοῦ κουρέως του, ὃν κατέστησε δικαστὴν, οὕτω καὶ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τὰ σφάλματα τῶν Ὑπουργῶν, διότι τοὺς ὑποστηρίζομεν. Κατὰ πόσον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι προσφυεῖς οἱ ὅροι τῆς συγκρίσεως, ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς. Ἡ μεταξύ των διαφορὰ εἶναι τόση, ὅση εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ εὐγενείας καὶ ἀγενείας. Πλὴν δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα εἶναι διὰ τὴν εὐθύνην, καὶ ἐδῶ ἀπαντῶ. Ἡμεῖς ἀτενίζομεν τὴν εὐθύνην μετὰ θάῤῥους καὶ ψυχικῆς γαλήνης, διότι θεωροῦμεν τὸν πόλεμον ὡς ἐπιβαλλόμενον ὑπό τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῆς περιφρουρήσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι τὰ ὅπλα τὰ Ἑλληνικὰ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν θὰ τιμηθῶσι καὶ πάλιν ὅπως πάντοτε ἐτιμήθησαν. Ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ ἐπιτελέσῃ ἄριστα τὸ καθῆκόν του, καὶ θ’ ἀναπληρώσῃ διὰ τῆς ἀνδρείας καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ πᾶσαν τυχὸν ἔλλειψιν. Ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀγὼν ἡμῶν, ἀγὼν τοῦ δικαίου κατὰ τῆς ἀδικίας, ἀγὼν ὑπὲρ ἐλευθερίας κατὰ τῆς τυραννίας, ἀγὼν ὑπὲρ πίστεως καὶ Πατρίδος, θὰ στεφθῇ δι’ ἐπιτυχίας. Ἀλλ’ ἐὰν, ὅπερ ἀπεύχεται πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία, ἐπακολουθήσουν τὰ ἀτυχήματα, ὅσα οἱ κακοὶ μάντεις τῆς Ζακύνθου καὶ Κερκύρας προήγγειλαν, ὤ! τότε ἂς μὴ φοβερίζῃ ἡμᾶς μὲ τὴν εὐθύνην ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἂς τρέμουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπὶ τρία ἔτη ἀνενοχλήτως καὶ αὐταρχικῶς κυβερνήσαντες τὸν Τόπον καὶ κατασωτεύσαντες ἑκατοστύας ὅλας ἑκατομμυρίων, τὸν ἀφῆκαν γυμνὸν καὶ τετραχηλισμένον! ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ σήμερον ἀκόμη φέρουν τὸν δαυλὸν τῆς διαιρέσεως, ἥτις εἶναι ὁ φρικαλεώτερος παράγων τῶν ἀποτυχιῶν εἰς τὰ ἐθνικὰ κινήματα. Αὐτοὶ, ναὶ, αὐτοὶ ἂς τρέμουν πρὸ τῆς εὐθύνης (εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§20Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ἐγὼ ὡς ἄλλοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιοκατάκριτος, διότι δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τὸν Σεπτέμβριον· ἐὰν ἔπραττε τοῦτο, θὰ ἔπραττε, νομίζω, ἔργον ἀφροσύνης, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκε χθὲς ὁ ἔνθους πατριώτης καὶ φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος. Δὲν νομίζω, δίκαιον νὰ κατηγορηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατόπιν ἢ διότι δὲν κηρύττει αὐτὸν τώρα ἀμέσως. Ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ οἰκονομῇ τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὀφείλω νὰ τὴν θαυμάσω καὶ νὰ τὴν ἐπαινέσω, ὅτι κατώρθωσε νὰ τὰ οἰκονομῇ μὲ ὅλην τὴν ἀνέλπιστον ἀδιαφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν οἱ ἐκ τοῦ Ἔθνους μάλιστα πλουτήσαντες πλούσιοι Ἕλληνες καὶ οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οἵτινες ἔμαθον μόνον νὰ μᾶς διδάσκωσι πατριωτισμὸν καὶ σωφροσύνην. Ἐν ὅσῳ ἔχομεν ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς τοῦ χρόνου καιρὸν καὶ δὲν φοβούμεθα νὰ μᾶς καταλάβωσιν οἱ καύσωνες τοῦ θέρους ἢ τὰ ψύχη τοῦ χειμῶνος, ἐνόσῳ φόβος δὲν ὑπάρχει ν’ ἀπολέσωμεν ἄλλας εὐνοϊκὰς περιστάσεις, περὶ ὧν μόνη ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ, ἡ βραδύτης πρὸς ἕναρξιν τοῦ πολέμου οὐ μόνον δὲν βλάπτει, φρονῶ, ἀλλὰ τοὐναντίον ὠφελεῖ, συντελοῦσα εἰς τὴν συμπλήρωσιν καὶ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔχει μεγίστην τούτων ἀνάγκην. Δὲν παραδέχομαι ὅμως καὶ ὅτι τὰ πάντα ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καλῶς ἐνηργήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· μὲ ὅλα δὲ ὅσα εἶπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιατικῶν Ὑπουργὸς, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐγένοντο καὶ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μὴ γείνωσιν, ὅτι ὑπάρχουν ἐλλείψεις, αἵτινες δυνατὸν ἦτο νὰ μὴ ὑπάρχωσι, καὶ ὅτι ἐν τῷ στρατῷ ἔλαβον χώραν ἄτοπα καὶ ἀδικίαι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ προληφθῶσιν, ἐὰν μάλιστα δὲν ἀπεῤῥίπτετο ἡ περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως πρότασις, ἣν μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέγραψα, καὶ ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Χατζόπουλος, ἐν τῇ ὁποίᾳ μυστικῇ συνεδριάσει ἤθελε γείνει λόγος περὶ τῶν ἐλλείψεων καὶ τῶν σφαλμάτων τούτων. Ἀλλά, καί τοι τοιαῦτα φρονῶν, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη εἰργάσθη ὁπωσδήποτε καὶ παρεσκεύασε τὸ Ἔθνος πρὸς πόλεμον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ γενομένη αὕτη προπαρασκευὴ εἶναι ἀρκετὴ, ἵνα μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ νὰ ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον, διότι, φρονῶν ὅτι καὶ ἄνευ πολέμου ἢ ἄλλης ἀμέσου καὶ ἀρκούσης ἱκανοποιήσεως τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, ἀτιμάζεται τὸ Ἔθνος καὶ χάνεται, βλέπω τὴν Κυβέρνησιν καθαρῶς πλέον πρὸς πόλεμον τείνουσαν καὶ ῥητῶς ἤδη τοῦτο δηλοῦσαν, καὶ περὶ τούτου καλούμεθα σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν διὰ τῆς ψήφου μας. Δὲν δύναμαι νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ψῆφός μου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σημαίνῃ, ὅτι ἀποδέχομαι τὴν φρικτὴν ἰδέαν τοῦ ἀφοπλισμοῦ τοῦ Ἔθνους, ἣν ὑπεστήριξαν οἱ ἀντίθετοι τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σημαίνῃ, ὅτι ἐπικροτῶ εἰς τὴν βδελυρὰν προδοσίαν, ἥτις ἐπὶ ἓξ ἤδη ἡμέρας τελεῖται μετὰ πρωτοφανοῦς θράσους ἐντὸς τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἠδυνάμην ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἤθελον ἀκούσει ἐντὸς τοῦ Περιβόλου τούτου, ὅσα οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Εὑρισκόμενος δὲ πρὸ ἡμερῶν μεταξὺ συναδέλφων καὶ ἄλλων πολιτῶν, ἔλεγον, θὰ εὑρεθῇ ἆρά γέ τις ἐν τῇ Βουλῇ νὰ τολμήσῃ νὰ προτείνῃ τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Ἔθνους; Εἶπε δέ τις, δὲν εἶναι παράδοξον νὰ εὑρεθῇ τις ἀνόητος, ἀλλ’ ὅσον ἀνόητος καὶ ἂν εἶναι οὗτος, εἶπον, δὲν πρέπει νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν, ἀλλὰ πρέπει διὰ τῆς βίας νὰ τὸν καταβιβάσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ μὴ γείνῃ εἰς τὴν Εὐρώπην γνωστόν, ὅτι εὑρίσκονται Ἕλληνες βουλευταὶ ἀποδοκιμάζοντες τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν καὶ συμβουλεύοντες τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐπέλθῃ ἐκ τούτου βλάβη εἰς τὸ μέγα ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐν τούτοις ὁλόκληρος μερὶς ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἀποτρόπαιον ἰδέαν τοῦ ἀφοπλισμοῦ, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Ἔθνος οὔτε εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ εἶναι, οὔτε λόγον πρὸς τοῦτο ἔχει. Ἐὰν ἔξω τῆς Βουλῆς ἠκούσαμέν τινα τοιαῦτα λέγοντα, ἠθέλομεν ἀγανακτήσει καὶ ἠθέλομεν λυπηθῆ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καταπτώσει τοῦ Ἐθνικοῦ φρονήματος. Ἐὰν ξένος τις ἐδημοσίευε τοιαῦτα περὶ ἡμῶν, ἠθέλομεν διαμαρτυρηθῆ ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, ἐπὶ τῇ ψευδολογίᾳ, ἐπὶ τῷ μισελληνισμῷ αὐτοῦ. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ ἓξ ἤδη ἡμέρας ἀκούομεν μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀταραξίας τὰς μᾶλλον παραλόγους καὶ ἀντιφατικὰς δικαιολογίας ἀντεθνικῶν προτάσεων. Διὰ τῆς βίας ἔπρεπε ν’ ἀπαγορεύσωμεν ἐνταῦθα τοὺς τοιούτους λόγους. Ἐννοῶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ γνωρίζω τὰ κεκανονισμένα, ἀλλ’ εἰς τοιαύτας ὑψίστους Ἐθνικὰς περιστάσεις παρορῶνται τὰ κεκανονισμένα, ἵνα προληφθῶσιν αἱ βλάβαι. Ὅπως αἱ ἅγιαι τῶν λαῶν ἐπαναστάσεις ὑπὲρ ἐλευθερίας, κατὰ παράβασιν τῶν κεκανονισμένων γίνονται, ὅπως οἱ πόλεμοι τῶν Ἐθνῶν διὰ τῆς διαταράξεως τῶν συνθηκῶν, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ παραβιάσεως τῶν κεκανονισμένων ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν σιγὴν, ἵνα προλάβωμεν τὴν βλάβην, ἥτις ἐκ τῶν λόγων τῶν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πατριωτῶν ἐγένετο εἰς τὸ μέγα ζήτημα. Δὲν ἔχω λόγους νὰ συμπαθῶ προσωπικῶς πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς καὶ νὰ ἐπιθυμῶ τὴν διατήρησίν των ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, διότι κατά τινων ἐξ αὐτῶν ἔχω λόγους ν’ ἀγανακτῶ σφοδρῶς διὰ τὴν ἀκατονόμαστον ἀληθῆ ὡς πρὸς ἐμὲ συμπεριφοράν των καὶ παραγνώρισιν, ὧν ἕνεκεν ἐν ἄλλαις περιστάσεσι θὰ μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ κάθωμαι πλησίον αὐτῶν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται καθόλου περὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ περὶ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Πρόκειται περὶ τῆς κινδυνευούσης Πατρίδος, ἥτις ἐλπίζω, ὅτι δύναται νὰ σωθῇ διὰ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ὄχι διότι νομίζω αὐτοὺς ὅλους καὶ καθ’ ὅλα καλλιτέρους τῶν ἄλλων, ἀλλὰ διότι ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος ἐχάραξαν οὗτοι πορείαν καλὴν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι διετύπωσαν ἐσχάτως κακίστην πορείαν. Ψηφίζων δὲ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἀποδέχομαι καὶ ἄνευ σφαλμάτων ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα· δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐκφράζω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον (ἱλαρότης), ὅστις εἰς τὰς κρισίμους ταύτας τῆς Πατρίδος περιστάσεις ἀσχολεῖται νὰ ἐκδικῆται ταπεινῶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν εὐαρεστοῦσιν. Ἐννοῶ ν’ ἀποκρούσω τὰς ἀποτροπαίους καὶ ἀτιμωτικὰς διὰ τὸ Ἔθνος προτάσεις τῶν ἐκεῖθεν συναδέλφων, ἐννοῶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπέλθῃ ταχεῖα ἀρκοῦσα ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, περὶ ὧν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ κρίνῃ, ὀφείλει μετὰ γενναιότητος καὶ ἀποφάσεως νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν πόλεμον, διεξάγουσα αὐτὸν καλῶς (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§21Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν μας ἐπὶ πολλὰς ἤδη ἡμέρας μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἀπόφασις, ἥτις διὰ τῆς ψηφοφορίας θὰ ἐκδηλωθῇ, προώρισται νὰ ἐξασκήσῃ σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπὶ τῆς τύχης, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὁλοκλήρου τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, οὐ μόνον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μου, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου, ἥτις θὰ περικλείεται ἐν τῇ ψήφῳ, ἣν θὰ κληθῶμεν μετ’ ὀλίγον νὰ δώσωμεν ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον μεγίστου καὶ βαρυσημάντου, ὥστε ἀμφιβάλλω ἂν ἐκλήθη πολλάκις ἄλλοτε τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ θέματος τοσαύτης σημασίας ν’ ἀποφανθῇ. Βεβαίως δὲν φρονῶ, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει ἀνάγκην πάντοτε νὰ δικαιολογῇ τὴν γνώμην του καὶ ἐξηγῇ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου του· ὡς ἐκ τῶν ἐν γένει πολιτικῶν φρονημάτων του, ἂν ἔχῃ ταῦτα ἐκδηλωμένα, ὡς ἐκ τῶν τάξεων, ἐν αἷς παρακάθηται, τεκμαίρεται ἡ ἔννοια τῆς ψήφου τοῦ βουλευτοῦ ὡς ἐμφαίνουσα τὴν ὁμοφροσύνην αὐτοῦ μετὰ τῆς πολιτικῆς μερίδος, μεθ’ ἧς ἔχει τὴν τιμὴν νὰ συμπράττῃ· ἀλλ’ ὑπάρχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, ζητήματα, περὶ ὧν ἡ τεκμαιρομένη αὕτη ἔννοια δὲν ἀρκεῖ, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καθῆκον ἔχει νὰ διεξηγήσῃ εὐρύτερον τὰς ἑαυτοῦ γνώμας, δικαιολογῶν σαφέστερον τὴν ἑαυτοῦ ψῆφον. Τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα δὲν εἶναι κομματικόν· εἶναι ζήτημα ἐξόχως πολιτικόν, Ἐθνικὸν μάλιστα, καὶ ἐν τῇ περὶ αὐτοῦ ἀποφάσει ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμβουλευθῇ ἄλλο τι, εἰμὴ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς του, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἄλλο τι, εἰμὴ τὸ ὕψιστον πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον, καὶ νὰ διερμηνεύσῃ πιστῶς τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ Ἔθνους, ὅπερ ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ, κληθεὶς ὡς πιστὸς στρατιώτης νὰ φρουρῇ τὰ μεγάλα αὐτοῦ συμφέροντα. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἀντλήσωμεν τὴν γνώμην μας ἐκ πολιτικῶν συμπαθειῶν ἢ ἐκ δευτερευουσῶν ἄλλων σκέψεων· τὴν ψῆφον, ἣν θὰ δώσωμεν, δυστυχία εἰς τὸ Ἔθνος, ἐὰν τὴν λάβωμεν ἐκ τοῦ κεχρωματισμένου σακκιδίου τοῦ κόμματος· ταύτην πρέπει νὰ ζητήσωμεν εἰς τὰ μυχαίτατα τῆς συνειδήσεώς μας, ἀποβλέποντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Πατρίδος, εἰς ὃ καὶ μόνον πρέπει νὰ ἀτενίζωμεν ὅταν δίδωμεν ψῆφον δυναμένην νὰ ἐπηρεάσῃ σπουδαιότατα τὴν τύχην αὐτῆς. Τοιαῦτα πρεσβεύων θὰ ὑποβάλω διὰ βραχέων τὰς σκέψεις μου, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τύχω παρ’ ὑμῶν εὐμενοῦς καὶ ἐπιεικοῦς ἀκροάσεως, διότι τὸ ζήτημα εἶναι μέγα καὶ δυσανάλογον πρὸς τὴν ἐμὴν πεῖραν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταὶ, τὴν ἐντύπωσιν, ἣν παρήγαγον τὰ κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου τελεσθέντα. Τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, ὅπερ αἰφνιδίως ὡς βόμβα ἐῤῥίφθη ἐν μέσῳ τῆς ἡσυχαζούσης Εὐρώπης, συνετάραξε καὶ συνεκίνησε τὸ Ἔθνος ἡμῶν, διότι διὰ τοῦ γεγονότος τούτου ἐτέθησαν ἐν κινδύνῳ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀρθείσης πάσης ὑπὲρ τούτων ἐγγυήσεως διὰ τῆς παραβιάσεως τῆς Βερολινείου συνθήκης. Τὸ συναίσθημα τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ζωηρότατα καθ’ ἅπασαν τὴν Χώραν ἐκδηλωθὲν, ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ συναισθανθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, ἥτις δὲν ἐβράδυνε νὰ προβῇ εἰς τὴν κήρυξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐμπνεομένη αὕτη ὑπὸ τῶν αὐτῶν πόθων, ὑφ’ ὧν καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ αἰσθανθῇ τοὺς αὐτοὺς παλμοὺς, οὓς καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία ᾐσθάνθη. Ἂν ἄλλοι ἐμέμψαντο τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἐῤῥυμουλκήθη ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, ἐγὼ οὐ μόνον οὐδὲν εὑρίσκω ἐν τούτῳ τὸ μεμπτέον, ἀλλὰ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Κράτους Συνταγματικοῦ καὶ φιλελευθέρου πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους καὶ ἐργάζεται πρὸς πραγματοποίησιν τῶν πόθων αὐτοῦ, ὑφ’ ὧν δέον νὰ ἐμπνέεται καὶ ῥυμουλκεῖται· ἀξία μομφῆς καὶ κατακρίσεως ἤθελεν εἶσθαι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἀπομακρυνομένη τῆς ἐθνικῆς θελήσεως καὶ παρορῶσα τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἤθελε τείνει τὸ οὖς εἰς ξενικὰς εἰσηγήσεις ἢ ἄλλας ἐμπνεύσεις, μὴ πηγαζούσας ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ἐτάχθη νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ἡ πορεία λοιπὸν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μεγάλῳ τούτῳ ζητήματι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐτήρησεν, καθόλου ἐξεταζομένη, ὑπῆρξεν ἐκείνη ἣν καὶ τὸ Ἔθνος ἐδείκνυε καὶ τὰ πράγματα ἐπέβαλον· οὐδὲ ἠμφισβήτησέ τις ἔκτοτε τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἰς ὃ προέβη ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παρασκευάσῃ τὸ Ἔθνος δι’ ἀγῶνα, ὃν ἡ μὴ εἰρηνικὴ ἱκανοποίησις τῶν δικαίων ἡμῶν ἀξιώσεων θὰ καθίστα ἀναπόφευκτον. Ἡ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκφρασθεῖσα γνώμη περὶ ἀμέσου τότε στρατιωτικῆς ἐνεργείας, ἥτις διετυπώθη ὡς μία τῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αἰτιάσεων, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία, οὐδὲ κἂν πιστεύεται ὡς τοιαύτη, νομίζω, καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν διατυπωσάντων αὐτήν. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δικαίως ἀξιοῖ, ὡς πάνυ εὐλόγως ἐῤῥέθη, ὅτι κατέχει θέσιν ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐθνῶν Κράτους πεπολιτισμένου· δὲν ἠδύνατο λοιπὸν ὡς τοιοῦτο νὰ εἰσέλθῃ καὶ καταλάβῃ χώρας ἀνηκούσας εἰς ξένην κυριαρχίαν χωρὶς νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἅτινα κανονίζουσι τὰς ἐνεργείας τῶν Κρατῶν. Ἔπρεπεν ἡ ἐνέργεια αὐτῆς νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς ἄτακτον κίνημα λαοῦ ταραχοποιοῦ, ἐκθέσμως διεκδικοῦντος τὰς δικαίας ἄλλως τε ἀξιώσεις αὐτοῦ· εἴχομεν τόσῳ μᾶλλον ἀνάγκην ὅπως μὴ χαρακτηρισθῇ τὸ κίνημα ἡμῶν ὡς τοιοῦτον, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἐξηγέρθη διαμαρτυρομένη κατὰ τῆς παραβιάσεως τῆς συνθήκης καὶ ἐζήτει τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πρώην ἐν Ῥωμυλίᾳ καθεστῶτος. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι οἱ νόμιμοι οὗτοι φραγμοὶ ὑπερπηδῶνται πολλάκις ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι βέβαιον ὅτι Κράτη, ὡς τὸ ἡμέτερον, εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς κρίσεις τῶν ξένων, δέον νὰ παρίστανται ὡς ἐνεργοῦντα ἐντὸς τῶν διεθνῶν νόμων. Ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἔπαυσε παριστῶσα εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ἀνακτοβούλια τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπανορθώσεως τῶν προσβληθέντων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἄρσεως τῶν κατ’ αὐτοῦ περαιτέρω κυνδύνων, εἶχε συντελέσει εἰς τὴν παρ’ αὐτῶν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ πρώην καθεστῶτος, ὥστε καὶ συνδιάσκεψις πρὸς τοῦτο ἐκαλεῖτο ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἂν ἡ Ἑλλὰς κατώρθου διὰ τῶν ἐνεργειῶν της νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, νομίζετε, κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶναι πλήρης ἐπιτυχία τῶν διπλωματικῶν ἡμῶν ἐνεργειῶν; Καὶ ἂν τὴν ἔννοιαν ταύτην εἶχον οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἐξέφραζε τὴν ἐλπίδα περὶ ἀποκτήματος, ὅπερ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ἀπὸ πεντήκοντα ἐτῶν, εὑρίσκετε ἐν τούτοις τι τὸ ὑπερβολικὸν καὶ ἀκατάληπτον; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, κύριοι, τῶν σκέψεων τούτων, ἠδυνάμεθα ἐντελῶς ἀπαρασκεύαστοι νὰ προβῶμεν εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν; Καὶ τολμᾷ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προβάλῃ τοιαύτην αἰτίασιν, αὐτή, ἥτις ὡς Κυβέρνησις ἐπὶ τριετίαν διαχειρισθεῖσα τὰ κοινὰ τὰς μὲν Ἑλληνικὰς θαλάσσας εἶχεν ἀφήσει γυμνὰς καὶ παντερήμους ἐντελῶς, ἀφρούρητα τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, τὸν δὲ κατὰ ξηρὰν στρατὸν εἰς ἐντελῆ καὶ οἰκτρὰν ἀποσύνθεσιν; Μὲ ὅσην ἀδυναμίαν καὶ ἂν εὑρίσκετο ἡ γείτων ἡμῶν Χώρα, δὲν θὰ ἦτο βαρὺ καὶ παρακεκινδυνευμένον τόλμημα νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀγῶνα μὲ 6,000 στρατιώτας, τῶν πάντων στερούμενοι; Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει σπουδαίως νὰ λέγωνται ταῦτα, οὐδὲ γνωρίζω σανίδα σαθροτέραν, ἐφ’ ἧς στηριζομένη ἡ Ἀντιπολίτευσις, νὰ πολεμῇ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν σήμερον πρόκειται, κύριοι βουλευταὶ, νὰ κριθῇ ἡ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦ νῦν πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, εἰ καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ καιρὸς πρὸς ἔλεγχον, ἡ Ἀντιπολίτευσις ματαίως κοπιάζει νὰ μᾶς πείσῃ ἵνα ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ποίαν πορείαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις; καταγινομένη ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἀξιώσεων καὶ ἐξαντλοῦσα πᾶσαν προσπάθειαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔπαυσεν ἐργαζομένη, ὅπως παρασκευάσῃ τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς καὶ καταστήσῃ τοῦτο ἱκανὸν νὰ διεκδικήσῃ διὰ τῶν ὅπλων τὰ δίκαια αὐτοῦ. Τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς ναυάγιον, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, κατώρθωσε δὲ αὕτη, περισυνάξασα τὰ λείψανα καὶ συντρίμματα τοῦ ναυαγίου τούτου, νὰ ἀνορθώσῃ στρατιωτικῶς τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, οἵας βλέπομεν σήμερον. Χάρις εἰς τὰς τεραστίας καὶ κολοσσιαίας ἀληθῶς ἐνεργείας τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἰδοὺ ὅτι ἔχομεν στόλον ἐπισύραντα τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης καὶ ἀνησυχοῦντα σπουδαίως τοὺς ἀντιπάλους μας· κατὰ ξηρὰν δὲ τῇ ἀτρύτῳ προσπαθείᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ εὑρίσκεται ὑπὸ τὰ ὅπλα τοσοῦτος στρατὸς, ὅσον οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ ἀπὸ τὸ 1821. Δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο, καὶ ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα ἐν τελειοτάτῃ παρασκευῇ, ἀλλὰ βεβαίως φρονῶ, ὅτι ὡς ἐκ τῶν ἐλλείψεων, αἵτινες περιεστοίχιζον ἡμᾶς, καὶ τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας ὑφ’ ἧς ἐπιεζόμεθα, ἦτο δύσκολον νὰ γίνῃ τελειότερόν τι καὶ ἐπαρκέστερον. Ἐν τοιαύτῃ, κύριοι, θέσει τῶν πραγμάτων ἡμῶν διατελούντων, προσεκλήθημεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας μας. Δὲν φρονῶ, ὅτι σκοπὸς τῆς συγκλήσεως ἦτο ἡ ὑποβολὴ μόνον τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ μᾶλλον πείθομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει, συναισθανομένη τὸ βάρος τῆς φοβερᾶς εὐθύνης, ἣν ἀναλαμβάνει κατὰ τὴν ὑπερτάτην ταύτην στιγμήν, ἐκ νέου νὰ συναντηθῇ μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους καὶ ἀντλήσῃ θάῤῥος καὶ δύναμιν ἐκ τῆς παρουσίας καὶ τῆς ὁμοφωνίας αὐτοῦ. Ἐπεθύμει νὰ δείξῃ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὑτῆς εἶναι πρόγραμμα καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Τοιαύτην πεποίθησιν εἴχομεν ἐρχόμενοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἐφανταζόμεθα, ὅτι ἐπιστάσης τῆς σοβαρᾶς στιγμῆς, ἠθέλομεν παραστῆ εἰς ὀλιγίστας, ἀλλὰ σοβαρωτάτας συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θὰ ἀπεφασίζετο ἡ τύχη τῆς Πατρίδος· ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνεῴχθησαν αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου, παρεστάθη ἡμῖν θέαμα ὄντως θλιβερὸν καὶ ἀπαίσιον. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι μαντεύω τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἂν αὕτη προεγνώριζεν, ὅτι τοιαῦτα ἔμελλον νὰ συμβῶσιν, οὐδέποτε ἤθελε συγκαλέσει τὴν Βουλήν. Εἴθε νὰ ἔμενον κλεισταὶ αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου παρὰ νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ ἀπαίσιοι ἐκεῖνοι λόγοι, οἵτινες ἀντήχησαν ὑπὸ τοὺς θόλους αὐτοῦ! Τὴν πρώτην ἀμέσως ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μας ἐτέθη ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀμείλικτος δ’ ὅσον καὶ ταπεινὸς ἠγέρθη ἀγὼν προσωπικός, ὁ ἀγὼν τῆς καταλήψεως τῆς Ἐξουσίας μὲ σημαίαν εἰρήνης καὶ ὑποχωρήσεως. Τὴν σημαίαν ταύτην ὁ ἀρχηγὸς μᾶς παρουσίασε διπλωμένην ἀληθῶς καὶ περιεστραμμένην, ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ διακρίνῃ τὰ εἰρηνικὰ αὐτῆς χρώματα. Δὲν ἐτόλμησεν οὗτος τὴν σημαίαν ταύτην νὰ ἐκτυλίξῃ, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐπιχειρήσας τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, ἠδυνήθη νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας, διότι ἔπεσε θῦμα ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐκραγείσης ἀγανακτήσεως. Εἰς τὸν γηραιὸν καὶ πολύπειρον τοῦ Κοινοβουλίου ἀγωνιστήν, τὸν κ. Λομβάρδον, ἐπεφυλάσσετο ἡ τιμὴ αὕτη· ἀφοῦ μᾶς ἀπεκοίμισε μὲ τὴν διήγησιν τοῦ Ἀνατολικοῦ μύθου, ὃν πάντες ἐνθυμεῖσθε, κατώρθωσε νὰ ἀναστηλώσῃ ἐν τῷ βήματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου τὴν Τουρκικὴν σημαίαν. Θλίβομαι διότι ἠνδραγάθησεν ἐν τοιούτῳ ἀπαισίῳ ἀγῶνι. Μετὰ τὸ κατόρθωμα τοῦτο καθεσθέντες ἐπὶ τοῦ τρίποδος, ὃν ἔστησεν ἐν τῷ βήματι τούτῳ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ τρίποδος τῆς διπλωματικῆς, στρατιωτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀποτυχίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπάλαισαν οἱ γενναῖοι παλαισταὶ τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) πρὸς ὑποστήριξιν τῆς σημαίας των καὶ ἐκπόρθησιν τῆς Ἐξουσίας. Ἀπετύχατε διπλωματικῶς, ἐφώναζον, χωρὶς νὰ περιμείνουν νὰ ἀκούσουν προηγουμένως τὴν διπλωματικὴν στάσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ περιέργειάν των προσεφέρετο νὰ διαφωτίσῃ πάντα βουλευτὴν ἐπιθυμοῦντα νὰ μάθῃ τὴν ἐξωτερικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, τότε μετέβαλον τόνον καὶ διετύπωνον ἀντίθετον αἰτίασιν. «Μὴ εἴπητε εἰς οὐδένα, ἔλεγεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ μᾶς δείξῃ τὰ ἐμπιστευτικὰ καὶ μυστικὰ ἔγγραφα, διότι ἐφεξῆς οὐδεὶς ξένος θέλει ἐμπιστευθῆ τὴν Ἑλλάδα ἅμα ἀκούσῃ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτῆς ἀποκαλύπτει ὅ,τι διαμείβεται μεταξὺ τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ αὐτῆς». Περίεργος τῷ ὄντι τακτική! Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκθέτῃ τὴν διπλωματικὴν κατάστασιν, παραλείπει τὸ καθῆκόν της νὰ διαφωτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν προσφέρεται νὰ πράξῃ τοῦτο, πάλιν παραβιάζει τὸ καθῆκόν της, διακοινοῦσα τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Καὶ γνωρίζετε καλῶς, μᾶς προσέθετεν ὁ κ. Λομβάρδος, «ὅτι ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἔχει λάβει διαταγὰς νὰ μὴ βλέπῃ τὸν Πρωθυπουργὸν εἰμὴ εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὁ δὲ Πρίγκιψ Βίσμαρκ κατῆλθε καὶ μέχρι τῆς δημοσιογραφίας γράφων προσωπικῶς εἰς τὴν ἐπίσημον Ἐφημερίδα του κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μας.» Τί ἔπταισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν δυσμένειαν τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας; Αὐτὸν γνωρίζομεν τόσον ἁβρὸν εἰς τοὺς τρόπους καὶ εὐγενῆ περὶ τὰς ἐκφράσεις, ὥστε καὶ ἐκ τούτου οἱ ἀντίπαλοι ἀρύονται κατ’ αὐτοῦ ὕλην κατηγορίας καὶ ἓν ἔτι ἐλάττωμα διακρίνουσιν (ἱλαρότης). Ἐὰν ὁ κ. Πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἔλαβε διαταγὰς νὰ βλέπῃ ἄλλον ἢ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τοῦτο μᾶς εἶναι ἀδιάφορον· ἐὰν δυσηρεστήθη, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνέδωκεν εἰς προτάσεις ὀλεθρίας καὶ ταπεινωτικὰς διὰ τὴν Ἑλλάδα, συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργόν (εὖγε εὖγε)· ἐὰν κατώρθωσε νὰ καταβιβάσῃ τὸν Βίσμαρκ εἰς δημοσιογράφον ὑβριστήν του καὶ πάλιν ἐπὶ τούτῳ τὸν συγχαίρω. Ταῦτα δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει σπουδαίως νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ διπλωματία, κύριοι, εἶναι βεβαίως τέχνη καὶ τέχνη δυσχερεστάτη, ἀλλὰ μὴ πλανώμεθα· ἡ ἐπιτυχία τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν δὲν ἐξαρτᾶται σήμερον ἐκ τῆς εὐφυΐας μόνον καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν διπλωματικῶν ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν συμφερόντων. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ζῶμεν εἰς αἰῶνα κατ’ ἐξοχὴν θετικὸν, εἰς αἰῶνα ὑπολογισμῶν καὶ συμφερόντων. Ἡ αἰσθηματικὴ πολιτικὴ δυστυχῶς πρὸ πολλοῦ ἐγκατελείφθη· καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερον τὸν Καβοὺρ, ἵνα διὰ τῶν ὅρων τῆς συγκρίσεως καταδείξωσι τὴν ἀδεξιότητα τῆς ἡμετέρας διπλωματικῆς ἐνεργείας, ἂς ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι ὁ τῷ ὄντι μεγαλοφυὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ τὴν συμμαχίαν, ἣν παρὰ τοῦ Ναπολέοντος ἀπέκτησε καὶ ἥτις τοσοῦτον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους, δὲν ἀπέκτησε μόνον διὰ τῆς περινοίας καὶ μεγαλοφυΐας του, ἀλλὰ διὰ παραχωρήσεως πολυτίμου Ἰταλικοῦ ἐδάφους. Ἡ πατρὶς τοῦ Γαριβάλδη χάριν τῆς συμμαχίας ταύτης παρεχωρήθη τῇ Γαλλίᾳ, τοῦθ’ ὅπερ κατέστησε τὸν γενναῖον καὶ πατριώτην ἐκεῖνον στρατηγὸν ἀδιάλλακτον ἐχθρὸν τοῦ Καβούρ. Πρὸς τοὺς παροτρύνοντας αὐτὸν εἰς συμφιλίωσιν καὶ διαλλαγὴν πλήρης ἀγανακτήσεως ἀνθίστατο, ἀναφωνῶν ἐν τῇ Ἰταλικῇ Ἐθνοσυνελεύσει «Mai, mai non daro la mano a quello qni m’ ha fatto straniero in Italia». Ἡ ἐπιτυχία συμμαχιῶν ἰδίως διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι δυσχερεστάτη μὲ ὅλην τὴν δεξιότητα καὶ τὴν περίνοιαν, ἣν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ τὰ ἐξωτερικὰ τοῦ Κράτους διευθύνων. Τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ἐπιδιώκουσιν ἴδια συμφέροντα καὶ ἔχουσιν ἰδιαιτέρας βλέψεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, συγκρουομένας μάλιστα πρὸς ἀλλήλας. Ἐκ τούτου προέρχεται ἡ μεγαλειτέρα δυσχέρεια πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ ὁ κυριώτερος σκόπελος, πρὸς ὃν προσκρούει ἡ ἡμετέρα πατρίς. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἥτις ἤθελεν ἐπιδιώξει συμμαχίας δι’ ἀνταλλαγμάτων, εἶναι ἀξία τῆς αὐστηροτέρας καταδίκης, διότι οὐδεὶς Ἕλλην ἤθελεν ἀνεχθῆ νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ἀνεχθῶμεν ὥστε ἐν Ἑλληνικῇ χώρᾳ νὰ κυματίσῃ ξένη σημαία, ἐπ’ ἐλπίδι ἀποκτήσεως συμμαχιῶν. Ὁ ἀγὼν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀδεξίως διεξαγαγοῦσαν τὰς διπλωματικὰς ἐνεργείας. Σφοδρότεραι κατ’ αὐτῆς ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ Τόπου, αἱ δὲ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ μομφαὶ ὑπῆρξαν τόσον ποικίλαι ὅσον καὶ ἀντιφατικαί. Φρονῶ, ὅτι ἐν αἷς στιγμαῖς εὑρισκόμεθα, δημοσία συζήτησις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων δὲν εἶναι καθόλου ἐπιτετραμμένη· ἐν παραμοναῖς μεγάλων ἀποφάσεων διατελοῦντες δὲν εἶναι διόλου πολιτικὸν οὐ μόνον νὰ ὑποτιμῶμεν τὰς ἡμετέρας δυνάμεις, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τὴν ἀληθῆ αὐτῶν κατάστασιν ἐν τοσαύταις λεπτομερείαις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκθέτωμεν. Ἡ ἐντεῦθεν ὠφέλεια τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν δὲν εἶναι μικρὰ, οὐδὲ ἔπρεπεν ἐὰν τυχὸν ἔχωμεν ἀδυναμίας καὶ ἐλλείψεις, νὰ γνωστοποιῶμεν ταύτας καὶ οὕτω νὰ ἐμπνέωμεν θάῤῥος εἰς ἐκείνους, καθ’ ὧν μέλλομεν νὰ ἀγωνισθῶμεν. Λυπηρὰ τῷ ὄντι ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἄν ὁ Θεάνθρωπος ἀπὸ τοῦ Γολγοθᾶ ἄλλοτε ἐφώνησεν: «Ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι», σήμερον ἡ πατρὶς δύναται νὰ εἴπῃ περὶ αὐτῶν: «ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ λέγουσι». Δι’ ὅσων εἶπον καὶ ἐξέθηκαν ἐζημίωσαν, ἀκουσίως ἴσως, τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν φρονοῦν, ὅτι ἐξυπηρετοῦσι. Δὲν πταίουσιν ὁμολογουμένως οὗτοι δι’ ὅσα ἐξεσφενδόνισαν, μόνος ὁ ἀρχηγὸς πταίει. Εἰς τὰς ἐκσφενδονίσεις ἡ χεὶρ, ἡ ῥίψασα τὴν σφενδόνην, ὑπέχει τὴν εὐθύνην· ἡ σφενδόνη πταίει ὀλίγον, οἱ δὲ λίθοι διόλου. Δὲν ἔπρεπε νὰ κηρύξητε τόσον ταχέως τὴν ἐπιστρατείαν, μᾶς λέγουσιν οἱ μὲν, οἱ δὲ διαμαρτύρονται ὅτι βραδέως αὕτη ἐκηρύχθη, καὶ ἕτεροι κραυγάζουσιν, ἐκαλέσατε πολλὰς ἡλικίας· ἀλλ’ ἐὰν ἐκαλοῦντο ὀλιγώτεραι, θὰ ἦσαν ἕτοιμοι ἄλλοι νὰ μᾶς εἴπωσι: «σπουδαιολογεῖτε καὶ θέλετε νὰ μᾶς πείσητε, ὅτι θὰ κάμετε πόλεμον, καλοῦντες τόσας μόνον ἡλικίας;» Ἐμέμψαντο τῆς Κυβερνήσεως ὅτι προέβη εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀπαλλαγέντων· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ τολμῶσι νὰ διατυπώνωσι τοιαύτην κατηγορίαν; Δὲν ἐλησμονήσατε, κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον· εἶπον καὶ ὑπεστήριξα τότε, ὅτι οἱ μονογενεῖς καὶ οἱ πρῶτοι ὀρφανοὶ, τὰ στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν εἰμὴ ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ· παρέστησα τότε δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου, ὅτι διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν τοιούτων παρέλυσαν αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Τόπου, ἔμειναν ἄστεγοι καὶ παντέρημοι χιλιάδες οἰκογενειῶν, δεινὸν δὲ τραῦμα ὑπέστη ἡ γεωργία, ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον. Τότε οὐ μόνον δὲν εἰσηκούσθην, ἀλλὰ καὶ οὐδεμιᾶς ὑποστηρίξεως ἔτυχε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις τοὐναντίον προσεπάθει νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ διακριτικὸν δικαίωμα τῆς προσκλήσεως τῶν κατηγοριῶν τούτων, ἐπιμένουσα εἰς βαρυτάτην πλάνην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὃν τὸ σαφὲς γράμμα καθιστᾷ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως. Πάντα δὲ ταῦτα ἔλεγε καὶ ἔπραττεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, θέλουσα νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ μέτρου τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδόλως ὑπιστήριξε τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιστράτων, ὑπὲρ ὧν τότε ἐγὼ συνηγόρουν· καὶ ἐν τούτοις ἤδη ἔρχεται καὶ ἐπιτιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν μονονουχὶ δάκρυα χύνουσα διὰ τὰ δεινοπαθήματα τῶν οἰκογενειῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς αἰτιάσεως ταύτης μεταβαίνοντες εἰς ἄλλην, ἀφήκατε γυμνὰ τὰ τέκνα τῆς πατρίδος, φωνάζουσιν. Καὶ ποῖος ἀρνεῖται ὅτι, ὡς ἐκ τῆς κατεσπευσμένης ἐνεργείας καὶ τῆς ἀθρόας προσκλήσεως, ἣν ἐπέβαλλον αἱ περιστάσεις, δυνατὸν νὰ ὑπῆρξαν ἀτέλειαί τινες καὶ ἐλλείψεις; ἀλλ’ ἐὰν ἔμειναν οἱ στρατιῶται γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι, σεῖς εἶσθε οἱ τούτου αἴτιοι, οἵτινες, διαχειρισθέντες ἐπὶ τριετίαν τὰ κοινὰ καὶ σπαταλήσαντες τοσοῦτο χρῆμα, ἀφήκατε τὸν Τόπον ἀπαράσκευον, περὶ οὐδενὸς προνοήσαντες. Ἄν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ, στηριζόμενος εἰς πληροφορίας τῆς «Ὥρας» καὶ δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλης ἐφημερίδος, ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀφῆκε τὰς ἀποθήκας πλήρεις ἐνδυμάτων, ὑλικοῦ καὶ πάντων τῶν ἀναγκαίων, διατί τότε νὰ μείνωσι γυμνοὶ οἱ στρατιῶται; Ἢ μήπως θὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ἐπίτηδες τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα παρασκευάσῃ καθ’ ὑμῶν ὕλην κατηγορίας; Τί δὲ νὰ ἀπαντήσῃ τις εἰς τὰς ἄλλας αἰτιάσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, αἵτινες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξετοξεύθησαν; Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ὃν ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ, στρατιωτικὸν μάλιστα τυγχάνοντα, νὰ προέλθῃ εἰς κατηγορίας κατὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ δι’ ἐλλείψεις, ἃς ἡ ἐσπευσμένη ἐνέργεια δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ παρουσιάσῃ καὶ αἵτινες πλέον δὲν ὑφίστανται. Ἂν τὰ στελέχη τῶν συνταγμάτων περιέλαβον πλειοτέρους ἢ ὅσους κατὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην πρέπει ταῦτα νὰ περιλαμβάνωσιν, ἂν σημειῶνται στρατιῶταί τινες ἀνυπότακτοι, ἐνῷ προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις των, καὶ ἂν περὶ τῶν λιποτακτῶν αἱ στατιστικαὶ ὑπῆρξαν κατά τι ἀνακριβεῖς, δὲν φρονῶ ὅτι ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι κεφάλαια σπουδαίας κατηγορίας κατὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τοῖς πᾶσι γνωστὴ εἶναι ἡ πυρετώδης δραστηριότης, ἣν κατέβαλε, τρέχων νύκτα καὶ ἡμέραν ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν ἵνα δυνηθῇ καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προχωρήσω πλειότερον, κύριοι, κουράζων τὴν εὐμενῆ προσοχὴν, μεθ’ ἧς μὲ ἀκούετε, ἵνα σᾶς καταδείξω τὸ σαθρὸν τῶν αἰτιάσεων, αἵτινες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπεσωρεύθησαν, οὐδὲ φρονῶ μάλιστα ὅτι σήμερον εἶναι ὁ ἁρμόδιος καιρὸς πρὸς ἔλεγχον καὶ πρὸς ἀποκάλυψιν τῶν ἀτελειῶν καὶ ἐλλείψεων, ἃς τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της παρουσιάζει. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον ὅτι ἦτο ἀνάξιον τῶν στιγμῶν, ἃς διερχόμεθα, νὰ συζητῶμεν ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπέτυχεν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ποῖον εἶναι τὸ ἰδικόν σας πρόγραμμα, δι’ οὗ νὰ μᾶς δίδετε τὴν ἐλπίδα δεξιωτέρας διαχειρίσεως πρὸς ἐπιτυχῆ λύσιν; Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν κυβερνώντων προσώπων. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγετε τί θὰ πράξετε σεῖς, οἱ ὑψώσαντες τὴν σημαίαν τοῦ μερικοῦ ἀφοπλισμοῦ, δηλαδὴ τῆς παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος τῆς παρούσης καταστάσεως; Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν, ἐνθυμοῦμαι, μὲ ἠρώτα ὁ ἁπλοῦς, ἀλλ’ ἁγνὸς τὴν καρδίαν καὶ τὰ αἰσθήματα βουλευτὴς Τριχωνίας κύριος Στάϊκος, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ διατί θεωροῦν ἀνίκανον τὴν Κυβέρνησιν; ἂν ἐνόησα καλῶς, μοὶ προσέθετεν, αὐτῶν ἰδέα εἶναι ν’ ἀφοπλισθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δύσκολον τὸ πρόγραμμά των, καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐφαρμόσω, ἐὰν δὲν τὸ ἐθεώρουν ὀλέθριον. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ὁ κατήφορος εἶναι εὔκολος, ὁ ἀφοπλισμὸς εἶναι εὐχερὴς καὶ οὐδεμίαν ἱκανότητα ἀπαιτεῖ. Ἐὰν διὰ τοιοῦτον ἔργον θεωρεῖτε ἀνίκανον τὴν Κυβέρνησιν, συγχαίρω αὐτὴν ἐπὶ τῇ ἀνικανότητι ταύτῃ, διότι πεποιθότως φρονῶ, ὅτι στερεῖται τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀφοπλίσαι τὴν Ἑλλάδα, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὸν ὄλεθρον αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε).
§22ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§23ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τὸ κάμετε σᾶς παρακαλῶ, ἂν δύνασθε νὰ τὸ κατορθώσητε. Ἐσυλλογίσθητε, κύριοι, τὰς βαρυτάτας συνεπείας τοῦ ἀφοπλισμοῦ καὶ τῆς ὑποχωρήσεως, ἣν μᾶς συμβουλεύετε; Δὲν ᾐσθάνθητε ὅτι ὁ Τόπος ἐξηντλήθη καὶ δὲν ἀντέχει πλέον ὑποφέρων τὰ δεινὰ τοῦ εἰρηνοπολέμου; Ἐὰν σήμερον ἡ Πατρὶς ἡμῶν ἀποδείξῃ ὅτι δὲν σπουδαιολογεῖ, πᾶν πλέον γόητρον αὐτῆς ἐξηφανίσθη· θὰ γίνωμεν ὁ περίγελως τῶν ἐθνῶν, ὁ δισταγμὸς τῆς ἀνθρωπότητος, θὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν θλῖψιν καὶ τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς τοὺς ὁμογενεῖς καὶ φίλους ἡμῶν, θὰ ἐπισύρωμεν τὸν γέλωτα τῶν ἀντιπάλων μας, χαρὰν δὲ θὰ παράσχωμεν εἰς ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος· ἐντὸς τῆς Χώρας θὰ γεννήσωμεν τὴν ἀπελπισίαν, οὐδὲ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν ἄλλοτε τὰ τέκνα τῆς Πατρίδος νὰ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ. Ἓν βῆμα ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ὑποχωρήσῃ, θὰ εὕρῃ τὴν ἀτίμωσιν καὶ τὸ βάραθρον. Μὴ πρὸς Θεοῦ τοιαύτην ποτὲ ἀπόφασιν λάβωμεν, ἐκμηδενίζουσαν τὴν Ἑλλάδα, ἀτιμάζουσαν καὶ καθιστῶσαν αὐτὴν γεωγραφικὴν ἔκφρασιν ὡς τὴν κατηράσθη ἐχθρὸς διπλωμάτης. Ἀναγγείλατε εἰς τοὺς συμβουλεύοντας τοιαύτην ὑποχώρησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἕτοιμος μᾶλλον νὰ ταφῇ ὑπὸ τὰ ἐρείπιά της ἢ νὰ ἐνδώσῃ εἰς ταπείνωσιν ἀναξίαν τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μεγαλαυχοῦμεν ἐν λόγοις.
§25ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐν ἔργοις ἐντὸς ὀλίγου. Μὴ σᾶς πτοοῦν, κύριοι, αἱ ζοφεραὶ εἰκόνες περὶ τοῦ μέλλοντος, ἃς παρουσίασεν ἡμῖν ὁ πνευματώδης ἐκ Ζακύνθου βουλευτής. Δὲν ἀγνοοῦμεν ὅτι ὁ πόλεμος περικλείει θυσίας καὶ θυσίας βαρυτάτας, καὶ ἡ ταπεινωτικὴ ὅμως εἰρήνη, ἣν οὗτοι μᾶς συμβουλεύουσιν, εἶναι πλέον οἰκτροτέρα, δυναμένη νὰ περιαγάγῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὸ σφαγεῖον, περὶ οὗ τόσον τραγικῶς μᾶς ὡμίλησαν· Ἀπεύχομαι νὰ περιέλθωμεν εἰς τοιοῦτο σημεῖον· ἀλλ’ ἂν περιηρχόμεθα, δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ εὑρεθῇ γωνία ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν νὰ κρυβῇ ὁ εἰρηνόφιλος ἀντιπρόσωπος τῶν Ζακυνθίων. Τὰ ἱστορικὰ παραδείγματα, ἅτινα οὗτος ἀνέφερεν, ὅπως καταδείξῃ ἀδικαιολόγητον τὴν ἔνοπλον ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος, οὐδένα ὅρον συγκρίσεως δύνανται νὰ ἔχωσι πρὸς τὸν ἡμέτερον ἀγῶνα, τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας· ἂν ὁ Θιέρσος προσεπάθει διὰ τῶν πατριωτικῶν αὐτοῦ συμβουλῶν νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς συμπολίτας του ἀπὸ κινήματος ἀδικαιολογήτου καὶ ὀλεθρίου, ἐξεπλήρου ὑπέρτατον πρὸς τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα καθῆκον, διότι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος τῆς Γαλλίας ἦτο ἀγὼν ἐγωϊστικὸς καὶ δυναστικός. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Λομβάρδος ἐνεθυμήθη τὴν Γαλλίαν καὶ τὸν Θιέρσον, ἔδει νὰ προχωρήσῃ μίαν ἔτι σελίδα ἵνα ἀναγνώσῃ τὶ συνεβούλευε τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ ἕτερος οὐχὶ ὀλιγώτερον τοῦ Θιέρσου θερμὸς πατριώτης. Ὅταν μετὰ τὰ ἐπακολουθήσαντα τὸν Γαλλικὸν πόλεμον δεινὰ, προὐκαλεῖτο ὁ ἀείμνηστος Γαμβέτας νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς εἰρήνης ἢ τοῦ πολέμου, ἰδοὺ τὶ ἀπήντα πρὸς τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ. «Τρομερὸν δίλημμα παρουσιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν· πόλεμος ἀπελπιστικὸς ἢ εἰρήνη ἀπελπιστικωτέρα ἀκόμη. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς φοβερᾶς ἐκλογῆς τῆς ἀπελπισίας μετὰ δόξης καὶ τῆς ἀπελπισίας μετ’ ἀτιμώσεως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία δι’ ἓν ἔθνος κηδόμενον τῆς τιμῆς του». Ἐν τῷ διλήμματι τούτῳ τῆς φοβερᾶς ἐκλογῆς εὑρισκομένη σήμερον ἡ Ἑλλὰς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἂν οἱ πατέρες ἡμῶν οὐδὲν ἔχοντες ἐπεχείρησαν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἥτις ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς καὶ κατέπληξε τὸν κόσμον, ἡμεῖς μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ ὅ,τι δὲν ἔχομεν, κατὰ τὴν ἑλληνοπρεπῆ φράσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἔργον τῶν πατέρων μας. Εἶναι μικροὶ τὴν καρδίαν οἱ ὁμιλήσαντες τόσον δειλῶς περὶ τοῦ μέλλοντος ἀγῶνος· ὁ κύριος Λομβάρδος, ὁμιλῶν οὕτω περὶ αὐτοῦ, μοὶ ἐφάνη ὡς μύρμηξ ἐμπαίζων βεζούβιον ἕτοιμον νὰ ἐκραγῇ εἰς λάβας καὶ φλόγας.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Μύρμηξ;
§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ἠδύνατο νὰ ἦναι λέων, ἀλλ’ ἔκοψε τὴν χαίτην του καὶ τὴν ἔκαμε φενάκην. Ὄχι, μὴ πιστεύσητε ποτέ, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μαχομένη ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας, θὰ χαθῇ. Τὸ ἔθνος ἡμῶν παριστᾷ μίαν ἰδέαν καὶ αἱ ἰδέαι δὲν χάνονται, παριστᾷ τὴν ἀλήθειαν, ἥτις εἶναι αὐτὸς ὁ Θεὸς, ὅστις οὐδέποτε δύναται νὰ ἐξαφανισθῇ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, πρὶν καταλίπω τὸ βῆμα τοῦτο νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιγῇ μίαν τελευταίαν, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως τὴν περιεργωτέραν ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπεθύμει αὕτη νὰ γνωρίζῃ τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας. Τὴν ἐπίσημον ταύτην στιγμὴν μόνος ὁ Θεὸς, ὁ προστατεύων τὴν Ἑλλάδα, γνωρίζει, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ἐμπνεομένην, εἰς αὐτὴν εἶναι δεδομένον νὰ ὁρίσῃ ταύτην. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐ μόνον οὐδεμίαν τοιαύτην περιέργειαν ἔχομεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν τοιαύτας σοβαρὰς λεπτομερείας, αἵτινες ἐν μέσῳ τῶν περιστοιχιζόντων ἡμᾶς πολλαπλῶν ἐχθρῶν, ἐν ἐπιμελεῖ μυστικότητι πρέπει νὰ φυλάσσωνται· ἄλλως, ἠδύνατο ὁ Ἑλληνικὸς στόλος νύκτα τινὰ εἰς τὴν παραμικροτέραν αὐτοῦ κίνησιν νὰ συναντήσῃ τὸν Ἀγγλικόν. Ἡμεῖς τὸ μόνον, ὅπερ ἐπιθυμοῦμεν εἶναι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀφόρητον ταύτην κατάστασιν, ἥτις παρέλυσε τὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, νὰ ἐπιληφθῇ ταχίστης καὶ ἀμέσου ἐνεργείας, διεκδικοῦσα δι’ ἀνδρικῆς πολιτικῆς τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν ἔχοντες καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν τοῦ ζητήματος ἀντιλαμβανόμενοι θέλομεν καταψηφίσει τοῦ προβληθέντος ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἀποβλέποντες εἰς τὸ δίκαιον τοῦ ἀγῶνος δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι· τοὐναντίον, μετὰ θάῤῥους πιστεύομεν ὅτι θὰ νικήσωμεν ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ, ὁ πέλεκυς θὰ πέσῃ βαρὺς ἐπὶ τῶν ὑπαιτίων, ἡ πατρὶς ὅμως ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἔχῃ τὸ μέτωπον ὑπερήφανον δυναμένη νὰ εἴπῃ «Τὸ πᾶν ἀπωλέσθη πλὴν τῆς τιμῆς». (Εὖγε, εὖγε καὶ ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς. Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§28Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας, εἶχεν ἀληθῶς δίκαιον, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξήγει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἣν ᾐσθάνθη ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν, ὅτε ἤκουσεν ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της, διότι μεθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος φθινοπώρου ἐπεδείξατο σπουδὴν καὶ ἀπόφασιν, δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνεδριάζωμεν κατὰ μῆνα Ἀπρίλιον, ἵνα συζητήσωμεν νομοσχέδια ἀναφερόμενα εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου συντάξεως. Τὴν τοιαύτην ἀπορίαν καὶ ἔκπληξιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ᾐσθάνθησαν εὐλόγως καὶ πάντες ὅσοι δὲν ἐλησμόνησαν ὑπὸ τίνας ἐντυπώσεις, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τίνας ῥητὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἔπαυσαν κατὰ μεσοῦντα Δεκέμβριον αἱ ἐργασίαι τῆς ἐκτάκτου ἡμῶν Συνόδου. Ἡ Βουλὴ ἐργασθεῖσα τότε, ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ εἰργάσθη, ψηφίσασα σχεδὸν ἀσυζητητεὶ πανθ’ ὅσα ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν εἰς αὐτὴν μέτρα, οὐ μόνον οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς ὑπηρεσιακὰ, καὶ Ἐπαρχιακῶν ἀκόμη ἀναγκῶν, περιβαλοῦσα δὲ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἐμπιστοσύνης πρωτοφανοῦς καὶ ἀληθῶς ἄνευ ὁρίων, ἐμπιστοσύνης ἐκτάκτου, τῆς ὁποίας καὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἔννοιαν οὐδεὶς παρεγνώρισε, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν τότε συνεδρίασιν ἀνωμολόγησεν, ἀπεχώρει ἐντεῦθεν μὲ τὴν εὐλόγως στεῤῥὰν πεποίθησιν, ὅτι ἐπέκειτο πλέον ἡ στρατιωτικὴ τοῦ Κράτους ἐνέργεια πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀληθῶς εἰς μέγαν περιελθόντων κίνδυνον ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐνέπνεεν εἴς τε τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος ὄχι μόνον ἡ ἐκτίμησις τῶν μέτρων τῶν ψηφισθέντων, ἀλλὰ καὶ αἱ κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δοθεῖσαι ῥηταὶ καὶ σαφεῖς καὶ ἀνεπίδεκτοι διφορουμένης ἐννοίας διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἠθέλομεν τάχιστα «μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ μὲ ὅ,τι δὲν ἔχομεν» προβῆ εἰς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν πρὸς προστασίαν τῶν κινδυνευόντων δικαίων ἡμῶν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἠθέλομεν προβῆ, εἴτε ἀνεγνωρίζετο καὶ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ ἐν Φιλιππουπόλει συντελεσθὲν πολιτικὸν γεγονός, εἴτε ἐπανήρχετο τὸ πρὸ τοῦ γεγονότος ἐκείνου καθεστώς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὅτι, εἴτε ἐπανέλθει τὸ πρώην καθεστώς, εἴτε δὲν ἐπανέλθει, τὸ συμβεβηκὸς, ὡς ἔλεγε τῇ 6 Σεπτεμβρίου εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καθιστᾷ ἀνεπαρκεῖς πλέον τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἰσοῤῥοπίας, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου εἶχεν ἱδρύσει ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Καὶ πῶς ἐπετρέπετο, κύριοι, δισταγμὸς καὶ ἀμφιβολία εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος περὶ τῆς ἐπὶ θύρας ἐνεργείας μετὰ τοιαῦτα μέτρα καὶ τοιαύτας δηλώσεις; Πῶς ἐπετρέπετο καὶ εἰς τὸν μᾶλλον δύσπιστον καὶ ἀπαισιόδοξον νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι ἠθέλομεν κληθῆ τὸν Ἀπρίλιον ἐνταῦθα, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ εὑρέσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ χρημάτων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ περὶ χορηγίας παντοειδῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δι’ ἔξοδα μεταθέσεων διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, καὶ δι’ ἐκτάκτους δαπάνας τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας, τίς, λέγω, ἐτόλμα νὰ ὑποπτεύσῃ, ὅτι πρὸς τοιούτους σκοποὺς ἠθέλομεν κληθῆ ἐνταῦθα κατ’ Ἀπρίλιον, ὅτε κατὰ τὸν Δεκέμβριον πλήρεις ἁγίου ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπείρου πλάνης ἐψηφίζομεν νόμον περὶ ἀναστολῆς τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν διὰ τὰς ἀνατελλούσας ἡμέρας τοῦ πολέμου; (διαπληκτισμοὶ καὶ θόρυβος εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ὅπερ κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Προέδρου κενοῦται). Τίς, κύριοι, ἀκούων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος ἡμῖν κατὰ τὴν τελευταίαν τοῦ Δεκεμβρίου συνεδρίασιν, ὅτι αἱ περιστάσεις καὶ ἡ ἔκτακτος ἐντολὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν τοιαῦται, ὥστε δὲν ἦτο εἰς αὐτὸν δυνατὸν νὰ προΐδῃ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἠθέλομεν αὖθις συναντηθῆ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, τίς λέγω, ἤθελε πιστεύσει, ὅτι θὰ ἤκουεν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ προχθὲς τὴν 22 Μαρτίου διαψεύδοντος ἑαυτὸν καὶ λέγοντος ἡμῖν ὅτι, ὅταν κατὰ Δεκέμβριον ἀπεχαιρετῶμεν ἀλλήλους, αὐτὸς ἐγίνωσκεν ὅτι μετὰ τρεῖς ἥμισυ μῆνας ἄπρακτοι πάλιν θὰ συναντηθῶμεν ἐνταῦθα, διότι αὐτὸς ἐγίνωσκεν ἔκτοτε, ὅτι εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ χρημάτων εἰς ποσὸν τουλάχιστον ἐπαρκὲς, πρὸς ὃν ἀξιοῖ ὅτι ἐπεδίωκε σκοπόν; Ἐπὶ τῆς ὁμολογίας του ἐκείνης θεωρῶ καθῆκον νὰ ἐπιστήσω ἐντονωτάτην τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς, διότι μοὶ ἐνεποίησε βαθυτάτην καὶ ἀλγεινοτάτην ἐντύπωσιν. Καὶ πῶς, κύριοι, νὰ μὴν αἰσθανθῶ τοιαύτην ἀπέλπιδα ἐντύπωσιν, ἀκούων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὁμολογοῦντος, ὅτι ἐτύγχανε μὲν πλήρους καὶ ἀμερίστου τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶχεν ἑπομένως πλήρη τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλῃ εἰς νόμους πάσας ἀναξαιρέτως τὰς προτάσεις, ἐγίνωσκε δὲ, ὅτι δὲν εἶχεν ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ χρήματα, ὅταν ἀνεπιφυλάκτως ἐβεβαίου ἡμᾶς, ὅτι ταχέως θὰ πολεμήσωμεν μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ ὅ,τι δὲν ἔχομεν, καὶ ἐν τούτοις, καίτοι εἶχε καὶ τὴν γνῶσιν τῆς ἀνάγκης καὶ τὴν δύναμιν τῆς πληρώσεως αὐτῆς, δὲν ἐμερίμνησεν ὅμως περὶ τούτου ἐγκαίρως; Τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν του ἐχαρακτήρισα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὡς αὐτοκαταδίκην καὶ αὐτοκατάκρισιν καὶ ἠπόρησα, κύριοι, πῶς μία τοιαύτη αὐτοκαταδίκη ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ ἄκρᾳ τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ πάσης ἐπισημότητος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀπαγγελθεῖσα, μία τοιαύτη καὶ τόσον σαφὴς ὁμολογία ἐνοχῆς βαρυτάτης, ἐπὶ βλάβῃ δυσεπανορθώτῳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐπενεχθείσῃ διὰ παραλείψεως τῆς ἐκπληρώσεως στοιχειωδῶν καθηκόντων, ὄχι μόνον δὲν προεκάλεσεν ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς τὴν ἀποδοκιμασίαν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον συνεκίνησεν, οὐδὲ αὐτῶν τῶν ἄγαν πολεμικῶν τὴν εὔθικτον φιλοπατρίαν, διῆλθε δὲ ἐντελῶς ἀπαρατήρητος καὶ πρὸ ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν πατριωτικὴν νευροπάθειαν ἐξεγείρει μέχρις ἀκαταλογίστου ἐνίοτε παραφορᾶς καὶ ἐν μέσῳ τοιούτων σοβαρῶν συζητήσεων ἡ ἁπλῆ ἀνάμνησις τῶν ταινιῶν τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου.! Καὶ διῆλθεν ἐντελῶς ἀπαρατήρητος πρὸ ἐκείνων, οἵτινες, καίτοι ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις ἀναστροφαῖς καὶ ὁμιλίαις καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς καὶ κατ’ οἴκους καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις δημοσίᾳ ἀναμολογοῦσιν ἣν ἔχουσιν ἐνδόμυχον πεποίθησιν περὶ τῆς πλήρους ἀποτυχίας τῆς Κυβερνήσεως εἰς πάσας αὐτῆς τὰς ἐνεργείας, εἰσίν ἐν τούτοις ἕτοιμοι νὰ παράσχωσιν αὐτῇ διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν τὴν αὐτὴν ἀμείωτον καὶ πλήρη ἐνίσχυσιν καὶ ἐμπιστοσύνην! Καὶ ὅταν τοιαύτη ἐδίδετο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὁμολογία ἐνόχου ἀπρονοησίας παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεσθε πάντες νὰ χαρακτηρήσητε ὡς ἀποτελοῦσαν τὴν ἐνσάρκωσιν τῆς ἰδέας ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας, δὲν ἤκουσα κἂν διαμαρτυρομένην οὐδὲ τὴν φωνὴν ἐκείνην τὴν συνετὴν, ἥτις ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ὑποψίᾳ ἀκαίρου καὶ ἀλογίστου συναρπαγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶχε ζητήσει συντηρητικὰ οὕτως εἰπεῖν μέτρα πρὸ ἕξ ἤδη μηνῶν, ὅτε ἐπετρέπετο ἴσως νὰ ἐλπίζῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐμφρόνως καὶ ἐγκαίρως προνοήσει περὶ τῆς ἀναλόγου παρασκευῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ καθ’ ἣν συνεζητοῦμεν τὴν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν, ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐνθουσιασμὸς ἦτο ἄπειρος καὶ εἶχε καταντήσει εἰς ἀληθῆ παροξυσμόν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ἐν ταῖς πλήρεσι τοιούτου ἐνθουσιασμοῦ στιγμαῖς ἐκείναις, ὅτι φωνὴ συνετὴ ἐπεζήτησε νὰ προλάβῃ πᾶσαν ἄκαιρον καὶ ἀπαράσκευον καὶ μὴ παρέχουσαν εὐλόγους πιθανότητας ἐπιτυχίας ἐνέργειαν, καὶ ἀνέπτυξεν ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα περὶ τῆς αὐτοκτονίας τῶν Ἐθνῶν. Ἠπόρησα δὲ ὅτι τὴν φωνὴν ἐκείνην δὲν ἤκουσα καὶ προχθὲς ὅτε ἐπισήμως διὰ τοῦ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐβεβαιοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, γινώσκουσα ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτι ἐστερεῖτο ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ χρημάτων, καὶ ἔχουσα τὴν δύναμιν νὰ πληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς ἔκτοτε, δὲν τὸ ἔπραξεν ὅμως, ἀλλ’ ἀνέβαλε τοῦτο διὰ τὸν Ἀπρίλιον, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐξακολουθεῖ ἔκτοτε ἐπαγγελλομένη, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἐνσάρκωσιν τῆς ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην ἀμέσου πολεμικῆς ἐνεργείας! Παρακαλῶ τὸν κύριον βουλευτὴν ἐκεῖνον νὰ μὴ στερήσῃ καὶ σήμερον τὴν Βουλὴν τῆς γνώμης αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτοῦ δὲν θέλει εἶναι ἐντελῶς τοὐλάχιστον ξένη τῆς λίαν γνωρίμου εἰς αὐτὸν γνώμης τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτευτοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ βαρύτιμον ὄνομα αὐτὸς φέρει. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ κύριος Λεωνίδας Δεληγεώργης κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. «Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην μὴ συναισθανόμενος ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνισθῶμεν σήμερον, ἂν πειθώμεθα εἰλικρινῶς ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸν ἀγῶνα εἰς αἴσιον πέρας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης ὑπάρχει ὁ συμβουλεύων νὰ διακινδυνεύσωμεν τὸ μικρὸν τοῦτο ἐλεύθερον Κράτος ἐξ ἐλαφρῶν παραφορῶν καὶ ὑπολογισμῶν κομματικῶν... Ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν διαγνώσῃ ἀκριβῶς τοὺς κινδύνους καὶ τὰ μέρη τῆς ἐνεργείας· ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι μὴ δὲν ἐκτιμήσωμεν ὀρθῶς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις. Σέβομαι πᾶσαν γνώμην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅσοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ σύρωμεν τὸ ξίφος ὁπωσδήποτε, δὲν πρέπει νὰ μετατρέψουν τὸ ξίφος αὐτὸ εἰς ξίφος Δαμοκλέους κατὰ Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ξίφος κατὰ τῆς Πατρίδος. Πρέπει ὅ,τι ἀποφασίσωμεν, νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, διότι τότε ἔχει ἀξίαν. Δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν ὅ,τι ἡ φαντασία καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἁπλῶς ὑπαγορεύουν. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ Ἔθνη δὲν ὁδηγοῦνται εἰς τὰς μεγάλας ἀποφάσεις των ἀπὸ ἀξιώματα, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ δίδωνται συμβουλαὶ περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν ὀνόματι τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἀπελπισίας. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπελπισίας δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν. Τὰ Ἔθνη δὲν αὐτοκτονοῦν, καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ αὐτοκτονοῦντες, ἐὰν ἠδύναντο, θὰ μετενόουν οἱ πλεῖστοι. Τὰ Ἔθνη δὲν ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ αὐτοκτονῶσιν. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοσοῦτον μεγάλας ἀποφάσεις ὁδηγούμενοι ἐκ παραδειγμάτων ἄλλων Ἐθνῶν, ὡς πολλοὶ ἠθέλησαν, ἀλλὰ προσέχοντες εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία δὲν εἶναι φυσικὴ ἱστορία, ὅ,τι δὲ συνέβη ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ, δὲν ἐπαναλαμβάνεται ὁμοιομόρφως πάντοτε. Ἐὰν ἡττήθη ἡ Ἰταλία ἐν Νοβάρᾳ, δὲν ἀπωλέσθη ὅμως, ἀλλ’ ἐκέρδησε, δὲν ἕπεται ὅτι πᾶς ὁ ἡττώμενος κερδίζει». Ὀρθῶς εἴπατε, κύριε βουλευτά, οὐδὲ δύναμαι νὰ διακρίνω κατὰ τί διΐστασθε πλέον ἀπὸ τῶν περὶ τοῦ ζητήματος ἰδεῶν ἡμῶν. Ἡ μόνη ἴσως διαφορὰ εἶναι ὅτι σεῖς ἐκηρύσσετε ταῦτα ἐκ προκαταλήψεως, καὶ ἐπὶ ἁπλοῖς τότε καὶ ἴσως ἀδικαιολογήτοις ὑπονοίαις, ἐνῷ ἡμεῖς στηριζόμεθα ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν ἐπισήμων τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογιῶν, ἐξ ὧν ἀποδείκνυται τρανῶς καὶ ψηλαφητῶς ὅτι ἐξ ἐνόχου ἀπρονοησίας κατέστησε δυστυχῶς ἀδύνατον πᾶσαν σκέψιν περὶ ἀμέσου στρατιωτικῆς ἐνεργείας, καταδείξασα πασιφανῆ τὴν ἑαυτῆς ἄκραν ἀνικανότητα καὶ ἀνεπάρκειαν πρὸς τοιαῦτα ἔργα. Καίτοι δὲ τὰς αὐτὰς μεθ’ ἡμῶν ἐξεφράσατε προώρως ἰδέας, δὲν ἐχαρακτηρίσθητε ὅμως παρ’ οὐδενὸς ὡς προδότης, διότι τὸ ἐπίθετον, τοῦ ὁποίου τόσον ἀφειδὴς παρά τινων ἐγένετο τελευταῖον χρῆσις, δὲν ἀποδίδεται παρ’ αὐτῶν εἰς ἰδέας, ἀλλ’ εἰς πρόσωπα, οὐχὶ διὰ τὰς ἰδέας αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ λόγους ταπεινοὺς καὶ ἐντελῶς ἀναξίους νὰ παρεδρεύωσιν ἐν τῷ νῷ καὶ τῇ συνειδήσει ἀνθρώπων σκεπτομένων περὶ σωτηρίας τοῦ Τόπου! (Εὖγε, εὖγε, μάλιστα). Ἄν ἀπεδίδετο εἰς ἰδέας καὶ γνώμας, δὲν εἶναι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ δι’ αὐτοῦ. Ἄν ὅμως ἡ ὁμολογία ἐκείνη τοῦ Πρωθυπουργοῦ διῆλθε πρὸ τῶν ἄλλων ἀπαρατήρητος καὶ χωρὶς οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην νὰ προκαλέσῃ συγκίνησιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ὡσαύτως ἀπαρατήρητος καὶ δι’ ἡμᾶς, οἵτινες ἀπ’ ἀρχῆς οὐδέποτε ἐπαύσαμεν δηλοῦντες, ὅτι οὐδεμίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, δι’ ἡμᾶς, οἵτινες διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ ἡμῶν πλειστάκις ἀπὸ τοῦ πρώτου σταδίου τῶν βουλευτικῶν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐργασιῶν ἐδηλώσαμεν ὅτι οὐ μόνον ἐμπιστοσύνην δὲν ἔχομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν λόγῳ τῶν προσώπων, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην οὔτε λόγῳ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐννοοῦν νὰ διεξαγάγωσι τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, οὔτε λόγῳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προέβαλον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχαρακτηρίσαμεν πάντοτε ὡς ἀνεπαρκῆ καὶ ἄστοχα καὶ ἀπρόσφορα. Εὑρέθημεν καὶ τότε, ὡς καὶ τώρα, σύμφωνοι ὡς πρὸς μόνον τὸ πρόγραμμα, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει καθῆκον πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ διὰ παντὸς τρόπου ἐπιδίωξις τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων διὰ τῆς προσκτήσεως ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἀφῄρεσαν αἱ ἐπελθοῦσαι ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου μεταβολαί. Ἐγκαίρως δὲ πρὸ μηνῶν, ὅτε καὶ τῆς διπλωματικῆς ἐνεργείας τὸ πεδίον ἦτο ἀναπεπταμένον πρὸς Κυβέρνησιν δυναμένην δεξιῶς καὶ εὐστόχως νὰ ἐργασθῇ, καὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἡμῶν παρασκευῆς αἱ ἐλλείψεις ἦτο δυνατὸν ἐπαρκῶς νὰ συμπληρωθῶσι παρὰ Κυβερνήσεως προνοούσης καὶ συνετῶς καὶ δραστηρίως ἐργαζομένης, ὑπεδείξαμεν τὰ πρέποντα, ἐφιστῶντες τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην τοῦ ν’ ἀφιερώσῃ πᾶσαν τὴν προσοχὴν αὑτῆς καὶ τὴν μελέτην καὶ ἐνέργειαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν καὶ οἰκονομικῆς συντάξεως, ἐπιδιώκουσα τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἄλλων ἐκείνων ἐξωτερικῶν συνδυασμῶν, οἵτινες πάντοτε καὶ πανταχοῦ ἐθεωρήθησαν ἀναπόφευκτοι πρὸς ἐξασφάλισιν τελεσφόρου στρατιωτικῆς ἐνεργείας. Εἰς ἡμᾶς λοιπὸν τοὺς οὕτω πολιτευθέντας ἡ ὁμολογία ἐκείνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητος, καὶ διὰ τοῦτο ἀμέσως μετὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην καὶ μετὰ τὴν παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβολὴν τῶν στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν μέτρων, διὰ τὰ ὁποῖα δῆθεν συνεκάλεσε κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τῶν ὁποίων μέτρων ἡ ἀστοχία καὶ πενιχρότης ἔπεισε πάντας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ταῦτα ἐπιζητοῦσα οὐδόλως ἀπέβλεπε πρὸς τὸν πόλεμον, οὐδὲ ὡς πρὸς σκοπὸν, οὐδὲ ὡς πρὸς μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν νὰ καταφύγῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐζήτει ταῦτα πρὸς παράτασιν καταστάσεως καταστρεφούσης μὲν σήμερον τὸν Τόπον, πρόῤῥιζα δ’ ἀπειλούσης τὸ μέλλον αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου μέλλοντος οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἀπελπισία, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τῆς παῤῥησίας καὶ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ συναίσθησις τῆς ἐκπληρώσεως ὑπερτάτου καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο, προσκαλέσας τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος νὰ σπεύσωσιν ὅπως προλάβωσι τὴν περαιτέρω τοῦ Ἔθνους καταστροφὴν καὶ θέσωσι τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν οἰκτρὰν κατάστασιν. Καὶ ἦτο καιρὸς ν’ ἀκουσθῇ κραυγὴ, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν λίαν ἐπικίνδυνον καὶ ὀλεθρίαν ταύτην κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδημιούργησαν τοῦ ἐχθροῦ αἱ νίκαι, ἀλλ’ ἡ ἀνικανότης, ἡ ἀπρονοησία καὶ ἡ ἀβελτηρία τῶν λίαν ὀψὲ εἰς πολεμικοὺς χάριν παρατάσεως τῆς Ἀρχῆς μεταμφισθέντων, κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε πολιτικὴ ἀσταθὴς καὶ ἀλλοπρόσαλλος, καὶ ἄμοιρος μεμελετημένου σχεδίου, ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ καθ’ ὅλον τὸν πολιτικὸν αὐτοῦ βίον μίαν, καὶ ταύτην ἐπιβλαβῆ πάντοτε, ἐπιδειξαμένου τόλμην, τὴν τόλμην τοῦ νὰ προβαίνῃ μετ’ ἐκπληττούσης ἀληθῶς εὐκολίας καὶ εἰς τὰς παραβολωτέρας καὶ ἥκιστα πραγματοποιήσιμους τῶν ἐπαγγελιῶν, καὶ εἰς τὰς μᾶλλον παρακεκινδυνευμένας καὶ ἐπιβλαβεῖς τῶν ὑποσχέων, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι δύναται δι’ αὐτῶν νὰ συναρπάζῃ ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν καὶ νὰ γένηται ἀγαπητὸς καὶ ἀρεστὸς εἰς τὰ πλήθη. Μόνον τοιούτῳ τρόπῳ, κύριοι, δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ τοσοῦτον τὸν Τόπον ἐξαντλήσασα καὶ καταπονήσασα ματαίως, καὶ εἰς προφανῆ περιαγαγοῦσα κίνδυνον Κυβερνητικὴ ἐνέργεια, περὶ τῆς πλήρους ἀνεπαρκείας καὶ ἀποτυχίας τῆς ὁποίας οὐδεὶς πλέον ἀμφιβάλλει, καὶ ἣν εἰμὶ βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνδομύχως αἰσθάνεται. Ὅσον δὲ καὶ ἂν προσεπάθησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πασιγνώστου μεγάλης εὐστροφίας καὶ πλουσίας παραγωγῆς τῆς γλώσσης αὑτοῦ νὰ συγκαλύψῃ ὑπὸ ὀφιοειδεῖς ἑλιγμοὺς καὶ πολυδαιδάλους περιστροφὰς καὶ καταστήσῃ δυσδιάγνωστα τὰ διανοήματα αὑτοῦ, ἅπερ συνησθάνετο ὅτι δὲν θὰ ὦσιν ἀρεστὰ εἰς τὰ πλήθη, δὲν κατώρθωσεν ὅμως ἐν ταῖς τελευταίαις ἀγορεύσεσιν αὑτοῦ ν’ ἀποκρύψῃ ὅ,τι περί τε τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ ἐνεργείας καὶ περὶ τῆς πλήρους αὐτῆς ἐπιτυχίας ἔχει, ἣν ἀκριβῶς καὶ ἡμεῖς ἔχομεν γνώμην. Τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς οἰκονομικῆς καὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς μαρτυροῦσι στεντορείᾳ φωνῇ αὐτὰ τὰ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ὑποβληθέντα ἡμῖν προχθὲς στρατιωτικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα καὶ αἱ ἐξηγήσεις, δι’ ὧν τὰ ὑποβληθέντα μέτρα συνώδευσαν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἰδίως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐλλειπόντων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀριθμὸν ἀληθῶς τεράστιον ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύνολον τοῦ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίου ἀριθμοῦ, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης συνώδευσε μὲ ἀρκετὰ βαρεῖαν δήλωσιν, ὅτι οὔτε οἱ ἀξιωματικοί, οὔτε τὰ στελέχη δημιουργοῦνται ἁπλῶς διὰ νόμων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρ’ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐκτίμησιν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἔφερον τὰ πράγματα, καὶ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις αὕτη ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν, ἀκούσατε τὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε προχθὲς εἰς ἡμᾶς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο ὡς καθρέπτης, ἀντικατοπτρίζων τὴν ἐνδόμυχον αὑτοῦ συνείδησιν περί τε τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξεπλήρωσε τὰ ὕψιστα αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις καθήκοντα, περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ ἀνεπαρκείας πρὸς δρᾶσιν, καὶ περὶ τῶν ἐλπίδων, ἃς ἡ παροῦσα κατάστασις ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν. «Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλλωνται τὰ πάντα εἰς λεπτομερῆ καὶ αὐστηρότατον ἔλεγχον, καὶ θέλω λογίσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, οὐχὶ ἂν ἀποφανθῆτε ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἀποφανθῆτε ὅτι δὲν παρελείψαμεν αὐτὸ ἐκ κακῆς πίστεως. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπράξαμεν ἴσως ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἀπῃτοῦντο, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας. Εἶμαι βέβαιος, ἂν αὔριον ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς τῶν πραγμάτων καὶ μᾶς διαδεχθῶσιν οἱοιδήποτε ἄλλοι, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἤθελε πράξει ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν ἤθελον βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μᾶς δώσωσι τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ἐλπίδα ταύτην, καὶ ἡμεῖς προθύμως ἀποχωροῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μάλιστα αὐτούς. Ἂς εἴπωσιν εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ διασώσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα κινδυνεύοντα, καὶ ἡμεῖς παραδίδομεν τὴν Ἀρχὴν εἰς χεῖράς των, καὶ ὑπισχνούμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν αὐτοὺς κατὰ διαφορετικὸν τρόπον ἐκείνου, καθ’ ὃν καὶ τώρα ἐκεῖνοι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ὑπηρέτησαν τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, καὶ κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν.» Καὶ τίνα ἄλλην θέλετε σαφεστέραν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι αὕτη δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν τῆς ἐπὶ τοῦ ὑψίστου τῶν ζητημάτων, τοῦ ἀφορῶντος εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους; Τίνα ἄλλην θέλετε ἐπισημοτέραν πιστοποίησιν περὶ τοῦ ἀνετοίμου καὶ ἀπαρασκεύου ἡμῶν, τῶν ἐπὶ τόσους μῆνας μετὰ θαυμασίας ἁπλότητος πιστευσάντων εἰς τὰς ἥκιστα εἰλικρινεῖς τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχέσεις, ὅτι ἐπέκειτο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ἔναρξις τοῦ πολέμου; Καὶ τίνων ἄλλων, κύριοι, ἔχετε ἀνάγκην ἐξηγήσεων, ἵνα ἐπιληφθῆτε τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν τὰ πράγματα τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκονται; Καὶ τίνων ἄλλων ἐξηγήσεων ἔχετε ἀνάγκην διὰ νὰ πεισθῆτε ἂν ὑφίστανται πλέον παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐλπίδες περὶ σωτηρίας τῶν κινδυνευόντων ἐθνικῶν συμφερόντων; Διὰ τοῦτο ὁμιλῶν τότε περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλεσε καὶ παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ χωρίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ Ἔθνος, καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς· «Ἀλ’ ἂν συνδέηται τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ μείνωμεν ἢ μὴ εἰς τὴν ἐφαρμοζομένην πολιτικήν, μὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, αὐτὸ εἶναι ἀνάμιξις, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιζημία. Καὶ πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰ πράγματα κεχωρισμένως καὶ μὲ ἀγαθοπιστίαν, ἵνα ἀνεύρωμεν τὰ συμφέροντα εἰς τὴν Πατρίδα· διότι μόνον ὅ,τι συμφέρει εἰς τὴν Πατρίδα, αὐτὸ πρέπει καὶ νὰ γίνῃ.» Ἡ θεωρία εἶναι ἴσως ὀρθή, ἀλλὰ πολὺ ἀργὰ ἐδανείσθη αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἐπὶ τόσους μῆνας πόλεμον καὶ μόνον πόλεμον ἀκαταπαύστως ἐπαγγελλόμενος, τώρα ἀπαρνούμενος ἑαυτὸν, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπὸ τῶν ἀλληλοδιαδόχως ἀνελθόντων τὸ βῆμα φίλων αὐτοῦ ἐξενεχθείσης δηλώσεως, ὅτι ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ψηφίζουσιν ὑπὲρ αὐτῆς ὡς ἐνσαρκούσης τὴν ἰδέαν τοῦ ἀμέσου μάλιστα πολέμου...
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναμφιλέκτως.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός σας ὅμως διαμαρτύρεται· χωρίσατε, σᾶς λέγει, τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Χωρίσατέ με ἀπὸ τῆς ἰδέας τοῦ πολέμου. Μὴ συνδέετε τὰ φύσει καὶ θέσει ἀποτόμως ἀπ’ ἀλλήλων διεστῶτα. Τί κοινὸν ἐμοὶ καὶ τῷ πολέμῳ; Μὴ παρεξηγῆτε λοιπὸν καὶ μὴ ἀδικῆτε ἐπὶ πλέον τὸν ἄνδρα. Καὶ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνον ἡ περίστασις, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἐνόησε νὰ χαράξῃ πολιτικὴν ὡρισμένην ἢ τοὐλάχιστον σχετικὴν πρὸς τὰς ἑκάστοτε δηλώσεις καὶ ἐπαγγελίας του. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ κατὰ τὸ πρῶτον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν στάδιον πολλὰς ἔδωσεν ἀφορμὰς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι καὶ ἂν εἶχε ποτὲ πολιτικήν, αὕτη δὲν εἶναι βεβαίως πολιτικὴ σχετικὴ πρὸς τὸν πόλεμον, οὔτε ὡς σκοπόν, οὔτε ὡς μέσον. Τοῦτο δὲ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον καὶ αἱ σκέψεις αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν αὐτὰς ἐκ τῶν μέτρων αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀνομολογεῖ, ὅτι τὸ Κράτος διατελεῖ ἀκόμη καὶ σήμερον ἐν ἀτελεστάτῃ στρατιωτικῇ καὶ οἰκονομικῇ παρασκευῇ, καὶ διὰ τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθέντων ἡμῖν μέτρων· διότι, ἐνῷ ὁ τακτικὸς αὐτῆς Προϋπολογισμὸς ἀνέγραφεν ἀξιωματικοὺς 1,711, ὁ δ’ ἔκτακτος 2,592, καὶ ἑπομένως ἡ μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 881, ὡς πρὸς δὲ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ὁ μὲν τακτικὸς ἀνέγραφε 4,437 τοιούτους, ὁ δὲ ἔκτακος 8,528, ὥστε ἡ μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 4,189, τώρα μόλις ἐπενόησε καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ ψηφίσωμεν μέτρα πρὸς πλήρωσιν τῶν φοβερῶν τούτων χασμάτων, τῶν δυσπληρώτων τούτων κενῶν τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν συντάξεως! Δὲν ἐπιχειρῶ ἤδη νὰ ἐξετάσω ἐὰν καὶ διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων ἦναι δυνατὴ ἢ εὔκολος καὶ ἀποτελεσματικὴ ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν τούτων, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι ἐφιστῶν τὴν προσοχήν σας εἰς μόνον τὸ μέγεθος τῶν ὑπαρχουσῶν ἐλλείψεων. Ἀξιωματικοὶ ἐλλείπουσιν 881, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν 240, οὓς ἠδυνήθη ἴσως ν’ ἀναπληρώσῃ δι’ ἐπικούρων, ὥστε ἐλλείπουσι σχεδὸν 650, ἤτοι τὸ ¼ σχεδὸν τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ. Εἰξεύρετε δὲ, κύριοι, τί σημαίνει στρατιωτικὴ παρασκευή, στερουμένη τοῦ ¼ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀναποφεύκτων διὰ τὴν εὔθετον καὶ κανονικὴν σύνταξιν καὶ λειτουργίαν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον προσδιωρίσαμεν ἵνα τεθῇ ὑπὸ τὰς σημαίας; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν καταρτισμὸν τῶν συνταγμάτων, θέλετε εὕρει, ὅτι ἢ μόνον ὀλίγα συντάγματα δύνανται νὰ καταρτισθῶσι μὲ πλήρη τὰ κανονικὰ αὐτῶν στελέχη, λαμβάνοντα πρὸς τελείαν σύνταξιν αὐτῶν πάντας τοὺς ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς, τὰ δὲ λοιπὰ θὰ μένωσιν ἄνευ ἀξιωματικῶν, ἢ ὅτι θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ διανείμωμεν τοὺς ὑπάρχοντας ἀξιωματικοὺς κατ’ ἀναλογίαν εἰς πάντα τὰ συντάγματα, καὶ τότε οὐδὲν θέλομεν ἔχει σύνταγμα μὲ πλήρη κανονικὰ στελέχη, ἀλλὰ πάντα θὰ στεροῦνται ἀριθμοῦ ἱκανοῦ ἀξιωματικῶν. Τὸ ἴδιον θέλει συμβῆ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Κυβέρνησις λοιπόν, ἥτις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως καὶ ἐνεργείας, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκάλεσε τὴν ἐπιστρατείαν, ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, ἔρχεται σήμερον καὶ σᾶς λέγει, ὅτι, καίτοι ἔχουσα τὴν δύναμιν ἐκ τῆς συνδρομῆς ἁπάσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἐφρόντισα ὅμως νὰ συμπληρώσω τὸ μέγα καὶ φοβερὸν αὐτὸ κενόν, δικαιολογεῖταί τις πλέον νὰ πιστεύῃ, ὅτι αὕτη ἐσκέφθη ποτὲ μέχρι σήμερον νὰ ἐνεργήσῃ στρατιωτικῶς; Πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε εἰς αὐτὴν πατριωτισμόν, διὰ νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἔχουσα τὸν στρατόν, ἐσκέπτετο ἀληθῶς νὰ ἐνεργήσῃ. Καὶ οἱ κύριοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, οὐ μόνον πατριωτισμοῦ δὲν ἀπεδείχθησαν ἀκόμη ἐστερημένοι, ἀλλ’ ἐκ φύσεως δὲν δύνανται νὰ ὦσιν οὔτε κἂν ἀδιάφοροι πρὸς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους μία ἀσύντακτος στρατιωτικὴ δρᾶσις ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τώρα τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς πράξασα ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμὲ δὲ κακῶς, δὲν ἀπεφάσισεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν γνωστὸν ἐκεῖνον τίτλον, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅσα προχθὲς ἐπεκαλέσθη εἰς ἀπολογίαν του κατὰ τοιαύτης μομφῆς, ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ ἑξῆς, εἰπών: «Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ τοῦ πόθου, τί ἤθελε γείνει, ἐὰν μετὰ δέκα ἡμέρας, αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἐστέλλετε ἐντὸς τοῦ ὁμόρου Κράτους, δυνάμεις ἀνώτεραι ἠνάγκαζον ν’ ἀποχωρήσωσι; Ποῦ ἤθελε μείνει ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, διωκομένου;» Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται σαφέστατα, ὅτι οὐ μόνον κινδύνους καταστροφῶν ἐξ ἀσυντάκτου καὶ ἀτελοῦς στρατιωτικῆς ἐνεργείας δὲν ἐπλάσθη ἐκ φύσεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεχθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἁπλοῦν κίνδυνον τῆς ἔστω καὶ ἀναιμάκτου ἐπιστροφῆς, ὡς ἐκθετούσης τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τοιαύτας ἰδέας περὶ τῶν ἀναποφεύκτων ὅρων, οἵτινες πρέπει νὰ προηγηθῶσι πάσης αὐτῆς ἀποφάσεως πρὸς ἐνέργειαν στρατιωτικὴν, ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι σπουδαίως ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς πόλεμον, ἔχουσα αὐτὰ τὰ κενὰ τῶν στελεχῶν; Πᾶς ὅστις τὸ ἐναντίον παραδέχεται, ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ αὐτῇ, ὡς εἶπον, τὸν στοιχειώδη πατριωτισμόν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἐκ τῶν μέτρων αὐτῶν ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται καὶ σήμερον περὶ ἐνεργείας ἀμέσου; Τῶν μέτρων αὐτῶν ἡ ἀνεπάρκεια εἶναι ψηλαφητὴ καὶ σχεδὸν ὡμολογημένη, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ζητεῖ μὲν ἤδη νὰ κατασκευάσῃ διὰ τῶν μέτρων του ἀξιωματικούς, ἀλλὰ ἔσπευσε συγχρόνως νὰ σᾶς προειδοποιήσῃ, καὶ λίαν δικαίως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν κατασκευάζονται μόνον διὰ τῶν νόμων, ὡς πρὸς δὲ τοὺς ἄνδρας ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ τῆς μονοετοῦς θητείας ἔφεδροι οὔτε μετὰ τέσσαρας ἀπὸ τῆς προσελεύσεώς των μῆνας δύνανται νὰ θεωρηθῶσι στρατιῶται.
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ ἕξ μηνῶν ὑπηρετοῦν.
§32ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πολλοὶ πρὸ ἕξ ἤδη μηνῶν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῶν ἑστιῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν γνωρίζω ἄν πρὸ ἕξ μηνῶν ὑπηρετῶσιν ὡς στρατιῶται.
§33Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχουν τώρα ἕξ μηνῶν ἄσκησιν.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν συμφωνῶ, διότι καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἔτους καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων καὶ ἡ ἀτυχὴς ἐκλογὴ τῶν τόπων τῆς συγκεντρώσεως, γινώσκομεν πάντες, ὅτι κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ἐν γυμνασίοις ἄσκησιν τῶν προσελθόντων ἀνδρῶν οὐχὶ ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μῆνας. Ἐκ τῶν εἰρημένων καὶ ἐξ ὅσων πάντες ἠκούσαμεν περί τε τοῦ διπλωματικοῦ ναυαγίου καὶ τῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀποτυχίας, ἅπερ ζητήματα οὔτε ἀναγκαῖον θεωρῶ, οὔτε διάθεσιν ἔχω νὰ θίξω, ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἐσκέφθη ποτὲ, οὔτε σκέπτεται πλέον περὶ πολέμου, τὸν ὁποῖον μάλιστα κατέστησε καὶ ἀδύνατον ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τῆς ἄκρας αὐτῆς ἀπρονοησίας καὶ ἀνικανότητος. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ νὰ χωρίσῃ τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ γλῶσσα καὶ αὐτὴ ἡ στάσις αὐτοῦ καὶ τὰ πάντα. Τὴν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πλήρη ἀντίθεσιν γνωμῶν, τὴν ἀλλοπρόσαλλον καὶ πλήρη ἀντιφάσεων ψηλαφητῶν, τὴν ἐστερημένην παντελῶς σχεδίου, φερομένην δὲ κατὰ τὴν πνοὴν τῶν ἀνέμων, εἶναι δύσκολον νὰ ὁρίσῃ τις καὶ χαρακτηρίσῃ. Ἐὰν δὲ ὀφείλῃ τις πάντως νὰ τὸ πράξῃ καὶ νὰ ἀναγάγῃ αὐτὴν εἰς περιωπὴν πολιτικῆς τινος ἐννοίας, τὸ μόνον, ὅπερ δύναται ἐπιεικῶς νὰ δεχθῇ, εἶναι, ὅτι οἱ Κυβερνῶντες οὐδέποτε μὲν ἐσκέφθησαν περὶ πολέμου, εὑρεθέντες δὲ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ὅτε πάντῃ δι’ αὐτοὺς ἀπροσδοκήτως κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν συμβάντων περὶ τὸν Αἷμον, καὶ ἀναγκασθέντες ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως νὰ ἐγκαταλίπωσι τὴν εἰρηνικὴν αὐτῶν ἀνάπαυσιν καὶ νὰ λάβωσι στάσιν διεκδικήσεως τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐσκέφθησαν, ὅτι ἤρκει ἡ διπλωματικὴ αὐτῶν δεξιότης, ὑποστηριζομένη ἀπὸ τὸν γενικὸν τοῦ Ἔθνους ἐνθουσιασμὸν καὶ ἀπὸ τὰς κατ’ ἐπίφασιν στρατιωτικὰς παρασκευὰς, νὰ σώσῃ οὐχὶ τὰ κινδυνεύοντα Ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς μομφῆς ἐπὶ ἐγκαταλείψει καὶ παραγνωρίσει τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Φρονῶ τουτέστιν, ὅτι καὶ τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν γυμνάσματα ἐξετελοῦντο οὐχὶ πρὸς σκοπὸν στρατιωτικῆς δράσεως, ἀλλὰ πρὸς ἐπικουρίαν ἁπλῆν τῆς διπλωματικῆς αὐτῶν ἐνεργείας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πολλοὶ θὰ εὑρεθῶσι βουλευταὶ, οἵτινες, ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, θὰ θεωρήσωσι συγγνωστὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἐνεργήσασαν ὅπως ἐνήργησεν, ἀποβλέποντες ἴσως εἰς τὴν γνωστὴν αὐτῆς ἰδιοφυΐαν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ νὰ ἀρνηθῶσιν, ὅτι οἱ Κυβερνῶντες εἶναι πάντῃ ἀσύγγνωστοι, ἐπιμένοντες καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα εἰς τὴν παράτασιν καταστάσεως τοσοῦτον ἐπικινδύνου καὶ τοσοῦτον καταπονούσης τὸν Τόπον, καὶ ζητοῦντες ἀκόμη νὰ περικαλύψωσι τὴν πανταχόθεν καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καταφανῆ ἀποτυχίαν των, ὑπὸ τὰς πτυχὰς ἰδεῶν, τὰς ὁποίας οὐδέποτε αὐτοὶ συνέλαβον, καὶ σκοπῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἐτόλμησαν νὰ ἀτενίσωσι, καὶ τοὺς ὁποίους καταφωρῶνται διὰ τῶν πραγμάτων ἐντελῶς ἀνίκανοι νὰ ἐπιδιώξωσι καὶ ἐπιτύχωσι. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα μετὰ συριγμῶν ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, κύριε Πρόεδρε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῶσιν ὅλα τὰ ἀκροατήρια. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπὴ μέχρις ὅτου κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια;
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν καὶ γίνεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Χαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§39Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκροάσθην, κύριοι, πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον καὶ πρώην καὶ νῦν συνάδελφόν μου. Εἴμεθα καὶ πρώην συνάδελφοι κατὰ τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμοῦ ἐνησκοῦμεν τὸ ἐλευθέριον ἔργον τοῦ δικηγόρου ἐν Μεσολογγίῳ, καὶ ἐπειδὴ συνέπεσεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ νὰ ἀκούσω καί τινας δικανικὰς λέξεις, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ ἀκούσω νὰ ὁμιλήσῃ περὶ συντηρητικῶν μέτρων, περὶ ἀποδείξεων, περὶ ἐνοχῆς καὶ ἀμφιβολιῶν, ἀνῆλθον διὰ τῆς μνήμης εἰς ἡμέρας εὐτυχεστέρας τῆς ζωῆς μου, εἰς τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ὁμοῦ συνηγωνιζόμεθα καλούμενοι πολλάκις νὰ συνυπερασπισθῶμεν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων κατηγορούμενόν τινα, περὶ τῆς ἀθωότητος τοῦ ὁποίου εἴχομεν πλήρη τὴν πεποίθησιν, κατηγορούμενον, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδὲν προηγούμενον μᾶς συνέδεεν. Ἀλλ’ ἤδη διαδέχομαι αὐτὸν οὐχὶ πρὸς ὑπεράσπισιν κατηγορουμένου τοιούτου, ἀλλὰ νὰ ὑπερασπισθῶ ὡς κατηγορούμενον ἀγῶνα ἐθνικὸν, προπηλακιζόμενον ἤδη ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ συναγωνιζόμενοι παρεσκευάσαμεν αὐτόν. Καὶ παρατηρῶ κύριοι, ἐν γένει καὶ ἐκ προοιμίων, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ἀρκετὰ διαρκέσασα, εἶναι βεβαίως συζήτησις οὐχὶ ἁπλῶς περιττὴ, ἀλλὰ συζήτησις ἐπιβλαβὴς, καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται, συζήτησις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ. Ἐκλήθημεν ὅλως δι’ ἄλλον σκοπὸν, καὶ ἄλλα βλέπομεν ἐνώπιόν μας ἐκτυλισσόμενα ἀπὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκλήθημεν ὅπως ἀκούσωμεν ἐμβατήρια καὶ θούρια σαλπίσματα, καὶ ἀκούομεν ἐπικηδείους λόγους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἐκλήθημεν ὅπως, ἐὰν ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις, ὀσφρανθῶμεν τὴν ὀσμὴν τῆς παρασκευασθείσης ὑφ’ ἡμῶν πυρίτιδος, καὶ μᾶς προσφέρεται ἡ ὀσμὴ τοῦ λιβανωτοῦ! Καὶ ἐνῷ πρὸς τόσα διάφορα ἀντικείμενα ἐκαλούμεθα, ἐπέπρωτο νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς πλέον ἀπαισίας λέξεις, λέξεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἠκούσαμεν· ἐπέπρωτο, κύριοι, νὰ ἀκούσωμεν ἐπὶ τέλους καὶ ὅτι «τέθνηκεν ἡ Ἑλλάς.» Καὶ ἀμέσως, κύριοι, βεβαίως ἐγείρεται ἔκπληξις εἰς τὸν ἀκούοντα τὰ τοιαῦτα καὶ εἰς τὸν διατηροῦντα τὴν μνήμην ζωηρὰν τῶν ἄλλοτε λεγομένων καὶ πρὸ ὀλίγου χρόνου ἀποφασισθέντων, πῶς ἆρά γε τέθνηκεν ἢ κινδυνεύει ἡ Πατρὶς ἡμῶν; Τίνες εἰσὶν οἱ λόγοι, οἵτινες ἐμεσολάβησαν, ὥστε ἀντὶ τῶν προσδοκιῶν ἐκείνων, πρὸ τῶν ὁποίων ἀπεχωριζόμεθα πρὸ ὀλίγου, νὰ εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀκούωμεν τὰ τοιαῦτα; Τέθνηκεν ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἐπιχειρηθῇ πόλεμος, λέγουσιν οἱ τὰ τοιαῦτα τολμήσαντες ἤδη νὰ ἀναφέρωσι. Καὶ πῶς καὶ ὑπὸ τίνων πρόκειται νὰ ἐπιχειρηθῇ ὁ ἀσύνετος καὶ ὀλέθριος διὰ τὴν Πατρίδα ἡμῶν πόλεμος; Μήπως Δυναστεία τις, περιστοιχιζομένη ὑπὸ ἀφρόνων Ὑπουργῶν, ὅπως φέρῃ ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, ἢ δι’ ἄλλους λόγους δυναστικοὺς, εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ῥήξωμεν καὶ τὴν τελευταίαν κραυγὴν, ὅπως ἀναχαιτίσωμεν τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν Πατρίδα ἡμῶν; Καὶ ἐὰν εἴμεθα ἀπέναντι Δυναστείας, ἡ ὁποία διὰ δυναστικοὺς λόγους πειρᾶται νὰ ἐπιχειρήσῃ ἀσύνετον πόλεμον, ἐὰν εἴμεθα ἀπέναντι Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὰς ἰδέας μιᾶς τοιαύτης φιλοδόξου Δυναστείας, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα εὐέλπιδες, ὅτι θὰ ὑπάρξουν οἱ σώσοντες τὴν Πατρίδα, ὅταν ἀπὸ ἡμερῶν βλέπωμεν παρευλαύνοντας ἀπὸ τοῦ βήματος τόσους Θιέρσους, καὶ τόσους Φωκίωνας; Ἀλλ’ ἐὰν ἐντεῦθεν δὲν ἐπέκειτο ὁ κίνδυνος, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς τὰ τοιαῦτα ἐκφράζοντας, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν τὸν τοιοῦτον κίνδυνον, καὶ πῶς ὑμεῖς οἱ πρὸ ὀλίγου κυβερνήσαντες ἐπὶ τριετίαν δὲν ἐφροντίσατε νὰ καταστήσητε τὴν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα ὑγιᾶ καὶ ἀκμαίαν καὶ δυναμένην νὰ διέλθῃ μίαν κρίσιν, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν ἔσχατον κίνδυνον; Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐν γένει τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη, τὴν θεωρῶ διεξαχθεῖσαν κατὰ τρόπον ἐπιβλαβῆ· καὶ ὅταν συλλογίζωμαι, ὅτι τὴν συζήτησιν ταύτην προεκάλεσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου ἔναυλοι ἀκόμη εἶναι εἰς τὰς ἀκοάς μου αἱ ὅλως ἀντίθετοι ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἐπηγγείλατο πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι ἐπὶ τῇ ἀπερισκεψίᾳ, διότι δὲν δύναμαι ἄλλως νὰ ὀνομάσω τὴν τελευταίαν διαγωγὴν, μεθ’ ἧς παραφορὰ ἄκαιρος ἔφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ φέρῃ τοιαύτην συζήτησιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὴν ἔφερεν. Ἐξετάζοντες δὲ ὑπὸ τὰς τρεῖς ἐπόψεις τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον παρεσκευάσαμεν, ὑπὸ τὴν διπλωματικὴν, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν, δὲν ἀφῆκαν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καμμίαν τῶν ἐπόψεων τούτων χωρὶς νὰ πληγόνουν καιρίως καὶ ἀνεπανορθώτως συμφέροντα ἐθνικά. Καὶ πῶς ἐθεωρήσατε, ὅτι δὲν προσβάλλεται ἡ διπλωματικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἀπὸ τοῦδε διὰ τῶν λόγων ὑμῶν λέγετε αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ θέλοντες νὰ ὠθήσωσι τὴν διπλωματίαν εἰς ἐνέργειαν ἐναντίον ἡμῶν; ὅταν λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τὴν θέσιν ἑνὸς φαύλου ἀπαταιῶνος, ὅστις προσποιεῖται ἀπέναντι αὐτῶν, ὅτι σκοπεύει νὰ πολεμήσῃ, ἵνα ἐξαπατήσῃ αὐτάς; Εἰς ποίαν θέσιν οἰκονομικὴν περιάγετε τὸ Κράτος ἡμῶν, ὅταν τολμᾶτε νὰ λέγητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς σύμπας ἐξήντλησε πλέον τὰ ὑλικὰ αὐτοῦ μέσα, διότι δὲν ἀπεδείχθη ἀκόμη, ὅτι τὰ ἔχει πρόχειρα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπέβαλε τὴν πίστιν της ἡ Ἑλλάς; Δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι προδικάζετε λίαν ὀλεθρίως καὶ καταστρέφετε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ὅταν παριστάνετε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι στρατιῶται μέλλουν νὰ θριαμβεύσωσι, καὶ ὅτι ἵστανται ἐνώπιον βεβαίας νίκης μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται τὰς χώρας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἰδέαν σας θὰ καταλάβουν, νὰ τὰς καθέξωσιν ὁριστικῶς, διότι εἰς τοῦτο θὰ συντρέξῃ καὶ ἡ διπλωματία τῆς Εὐρώπης, δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι οὐδὲν ἐνθαῤῥυντικώτερον ἀνάγνωσμα ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ὁ Ἐγιοὺπ πρὸς τοὺς στρατιώτας του παρὰ τοὺς λόγους ὑμῶν; Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ γείνῃ ὁ ὑποτιθέμενος, ὁ ἑτοιμαζόμενος οὗτος πόλεμος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ᾖναι ὀλέθριος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ διότι ἔχετε σεῖς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, πῶς προδικάζετε, ὅτι τοῦτο καὶ θὰ ἀποφασισθῇ; Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀποφασισθῇ τοῦτο, ἀλλ’ ὁ πόλεμος, δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ἀφῃρέσατε μέγα μέρος τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους διὰ τῶν δημοσίων συζητήσεών σας; Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνταφιάσητε ἐκ προοιμίων ἕνα ἐθνικὸν ἀγῶνα παρασκευασθέντα; Καὶ ἐνοήσατε, νομίζω, τὸ φρικτὸν λάθος ὑμῶν τοῦτο, καὶ ἐσπεύσατε κατόπιν νὰ δώσητε δικαιολογίας καὶ ἑρμηνείας τῷ ὄντι ἀλλοκότους εἰς τὸ πρῶτον ὑμῶν ἀπερίσκεπτον διάβημα. Ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴν λέγοντα, ὅτι ὅλη ἐκείνη ἡ κεραυνοβόλος ἀγόρευσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἦτο παρὰ μία σειρὰ ἐρωτήσεων, ἵνα λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔβλεπον ἀκόμη σήμερον εἰς τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει τὰς ἰδέας ὑμῶν, τὴν ἀλλόκοτον ἑρμηνείαν ἐν ἀρχῇ τοῦ κυρίου ἄρθρου αὐτοῦ, καθ’ ἣν ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλέχθησαν θεωρητικῶς, ὅτι ζήτημα πολέμου καὶ εἰρήνης οὔτε ἐτέθη, καὶ ἄλλας τοιαύτας δικαιολογίας, διὰ τῶν ὁποίων προσπαθεῖτε νὰ διορθώσητε τὸ σφάλμα ὑμῶν! Ἀλλ’ εἶνε ἠναγκασμένος τις, κύριοι, μὲ ὅλην τὴν κατάπληξιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ εἰλικρινῶς προσβλέπων πρὸς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀπροσδοκήτως ἐλάβετε, νὰ καταστείλῃ πρὸς στιγμὴν τὴν ἀγανάκτησίν του, καὶ νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τινῶν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἀποτόμως ἐφέρατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἦλθεν ἀποτόμως διττὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα ὡς πρὸς τὰ πεπραγμένα, ἐὰν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἦτο ἀνατεθειμένον εἰς αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ζήτημα πραγματικὸν, τὸ ζήτημα περὶ τῶν πρακτέων. Καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ ὑμῶν ὄχι μόνον δὲν ἐσκέφθητε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πραγμάτων τετελεσμένων, ἵνα τοσοῦτον ἀπεριορίστως τὰ πάντα ἐξελέγξητε, ἀλλ’ ἡνώσατε καὶ τὰ δύο ζητήματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἀμήχανον τὴν θέσιν ἐκείνων, οἵτινες ἐπιθυμοῦν ἀνεξαρτήτως κομμάτων καὶ προσώπων νὰ δώσουν μίαν εἰλικρινῆ λύσιν, δυναμένην νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν μεταχειριζόμενοι—ἵνα ἐνθυμηθῶ καὶ ἐγὼ φράσιν δικανικὴν—ἀντιφατικὰς ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν δικονομίαν, ἀφ’ ἑνὸς ὡς μὴ σπουδαίως μελετῶσαν νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μελετῶσαν νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον· καὶ ἔρχεσθε καὶ διαῤῥηγνύετε τὰ ἱμάτιά σας κατὰ τοιαύτης παραβόλου ἀποφάσεως, ἔχοντες οὕτω δύω ζητήματα ἀσυμβίβαστα, ὡς νὰ θέλετε νὰ λάβητε καὶ τῶν εἰρηνοφίλων τὰς ψήφους καὶ τῶν φιλοπολέμων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου λέγει λόγου χάριν, ὅτι θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶνε ἀρκετὰ φιλοπόλεμος. Ἀλλὰ ζητεῖτε συγχρόνως καὶ τῶν εἰρηνοφίλων τὴν εὐμένειαν, διότι παριστᾶτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃ παράβολον πόλεμον. Καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ἱστάμενοι ἀπέναντι Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικῆς, δὲν ἤρκει ἆρά γε νὰ κάμετε προτροπάς τινας εἰλικρινεῖς διὰ νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ τὸν παράβολον πόλεμον; Καὶ ἀφοῦ αὕτη δὲν ἐσκέπτετο κἄν περὶ πολέμου, ὡς λέγετε, ἡ τοιαύτη στάσις ὑμῶν δὲν ἤθελε κλονίσει ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καθ’ ὑμᾶς οὐδέποτε σπουδαίως συνέλαβε; Καὶ ἆρά γε δέν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀφῃρέθη εἷς τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς γνώμης τῶν αἰσιοδοξούντων πρότερον, ἡ κοινὴ ὁμοφωνία; Ἐὰν κατ’ ἄλλους ὁ παράγων οὗτος δὲν ἦτο σπουδαῖος, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἦτο σπουδαιότατος, καὶ λέγω ἤδη ὅ,τι καὶ πρότερον εἶπον καὶ ἀνέπτυξα, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὡς Κυβέρνησις κομματικὴ δὲν εἶναι βεβαίως ἱκανὸν νὰ διαπράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαπράξῃ ὡς Ἔθνος, καὶ ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ὑμᾶς· ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ παραστήσῃ τὴν ἐθνικὴν δύναμιν παριστῶσα ἡνωμένην ἐν τῇ ἀποφάσει καὶ τῇ ἐνεργείᾳ καὶ τὴν δύναμιν τῶν κομμάτων. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν ᾖναι μεγάλη αἰσιοδοξία, ἀλλ’ ἔχω τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς αὐτοὶ ἠθέλετε προσθέσει, ἐὰν ἐν εἰλικρινεῖ ὁμοφωνίᾳ ἀπεφασίζατε νὰ συντρέξητε τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε θὰ ἦσαν ἑκατονταπλάσιαι αἱ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἤθελε συνταραχθῆ ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ ὁ γείτων κολοσσὸς ἤθελεν ἐκ τῶν προτέρων συλλογισθῆ, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταπέσῃ καὶ ὑπὸ τὰ πρῶτα κτυπήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ (εὖγε!). Καὶ ὅταν ἀφαιρεῖται αἰφνιδίως καὶ ἀπροσδοκήτως αὐτὸς ὁ παράγων, δύναμαι, συνεπὴς πάντοτε πρὸς ἐμαυτὸν, νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον καταστήσει λίαν προσεκτικὴν πλέον τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, μὴ φοβεῖσθε, κύριοι, νὰ ἐπιχειρήσῃ παραβόλους πολέμους· καὶ διὰ τοῦτο τὰ Συντάγματα, καὶ τὰ πλέον φιλελεύθερα, λίαν σοφῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, μοναρχικώτατα. Ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν τῶν πεπραγμένων, ἠσθάνθητε ἀμέσως, ὅτι εἶσθε οἱ συμπράκτορες τῆς Κυβερνήσεως ἐν τοῖς προπαρασκευασθεῖσι· τὸ αἰσθάνεσθε ἀκόμη καὶ καταφεύγετε ἤδη εἰς δικανικὰς δικαιολογίας διὰ νὰ ὑπερασπισθῆτε ὅτι δὲν εἶσθε συμπράκτορες συνυπεύθυνοι. Φαίνεται, ὅτι ἐνομίσατε, ὅτι λαλεῖτε πρὸς ἀνθρώπους μὴ κατανοοῦντας τὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ ἐθίμων, καὶ μᾶς εἴπετε, ὅτι αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον συνεφωνήσαμεν ἦτο ἁπλῶς τὸ πρόγραμμα, δὲν ἦτο ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως. Καὶ ποῖον ἦτο αὐτὸ τὸ πρόγραμμα; Τὸ πρόγραμμα, ὅπως τὸ λέγετε, ἦτο ὁ πατριωτισμός· διότι τί μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; τὸ πρόγραμμα, εἶπεν, εἶνε νὰ ἐπιδιωχθῇ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος· ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ πολέμου, δι’ εἰρήνης διπλωματικῶς, ἢ ὁπωσδήποτε, τε, τοῦτο εἶνε ἁπλῶς λεπτομέρεια τῆς ἐκτελέσεως, περὶ ἧς δὲν συνεφωνήσαμεν! Ἀλλὰ τώρα ἴσως ὁ σκοπὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος βεβαίως ὑπῆρχε καὶ ἄνευ τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, κατέστη μᾶλλον ἐπείγων. Ἀλλὰ τί ἀπομένει κατ’ οὐσίαν; Ἀπομένει ὡς πρόγραμμα ἡμῶν ὅλων, τὸ πρόγραμμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα παρέσχεν ἡ ἱστορία· καὶ περὶ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ οὐδέποτε ἐδέησε νὰ συμφωνήσωμεν, διότι θὰ ἦτο ὕβρις πρὸς τὴν Πατρίδα ἡμῶν, ἐὰν ἐχρειάζετο ἡμεῖς, οἱ συνελθόντες ἐνταῦθα, νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ αὐτοῦ. Τὸ πρόγραμμα λοιπὸν εἶνε ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέως καὶ οὐχὶ ἡ φιλοπατρία, οὐχὶ ὁ προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τῷ τρόπῳ τούτῳ τῆς ἐκτελέσεως συνεπράξαμεν, καὶ περὶ τῶν προσώπων ἀκόμη ἐμείναμεν σύμφωνοι· κατὰ τοῦτο μόνον τινὲς ἐξ ἡμῶν διεφώνησαν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐθεωρεῖτε, ὅτι μέχρι τέλους τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος τοιαύτη τις ἐμπιστοσύνη εἶνε ἀναπόφευκτος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε οὔτε ἐξήγησις πρέπει νὰ ζητῆται παρ’ αὐτῆς, οὔτε τὸ ἐλάχιστον πρέπει νὰ λέγηται ἢ νὰ πράττηται, τὸ ὁποῖον νὰ φαίνεται ὡς κλονίζον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐλέγετε μὲν ὑμεῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶνε ἀνίκανος, ἀλλ’ ὅτι μολαταῦτα πρέπει νὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα. Ἐλέγετε ἁπλῶς ὅτι «Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὸν ἑαυτόν μας ἱκανώτερον καὶ ἔχομεν καὶ τρόπον ἄλλον ἐνεργείας», τὸν ὁποῖον ὅμως ποτὲ δὲν μᾶς ἀπεκαλύψατε, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπεβάλλετε εἰς ἡμᾶς ἀκαταπαύστως νὰ μὴ φέρωμεν τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐδὲ ἁπλῆν χρῆσιν τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων νὰ κάμωμεν, ἵνα οὔτε νὰ πληροφορήσωμεν, οὔτε νὰ γνωμοδοτήσωμέν τι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν ἀνίκανον δυνηθῶμεν. Καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι οἱ χαρακτῆρες τῆς πορείας ὑμῶν δύνανται νὰ διαφεύγουν τὴν παρατήρησιν καὶ τοῦ ἁπλουστέρου τῶν Ἑλλήνων. Δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἐκφράσω καθ’ ὑμῶν κατηγορίαν, ὅτι προδίδετε· ἄπαγε! μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ τοιαύτη ἰδέα. Σᾶς παρέσυραν πολιτικὰ πάθη, καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι εὑρέθητε εἰς σημεῖον δυσχερὲς δι’ ἡμᾶς καὶ ἐνώπιον τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς φίλων ἡμῶν, καὶ ἐνῷ πολλοὶ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ στρέψωσι πρὸς ὑμᾶς τὴν προσοχήν των, μετέρχεσθε ἀποτόμως μίαν τοιαύτην στάσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε ν’ ἀναγκάζωνται νὰ ἐξακολουθῶσιν ἔχοντες τὰς αὐτὰς περὶ τῆς πορείας ὑμῶν ἰδέας, ἐν ὅσῳ δὲν βλέπουσιν ὑμᾶς μεταμελημένους διὰ τὴν τοιαύτην σκολιὰν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν βαδίζετε πρὸ καιροῦ. Οὐδένα λανθάνει, κύριοι, ὅτι ἅμα τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως πολλοὶ εἶδον τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἠπείλει διὰ τῆς ἐπιτυχίας του τὸν Ἑλληνισμόν. Μεταξὺ τούτων δὲν καθυστέρησαν οἱ φίλοι ὑμῶν, καὶ προσεδόκων νὰ ἔλθητε ὑμεῖς, ὡς μᾶλλον κατ’ αὐτοὺς ῥέκται, ὅπως ἀναλάβητε τὸν ἀγῶνα καὶ ἐνεργήσετε τὸ ταχύτερον. Ἀλλ’ ἐλθόντες ἐνταῦθα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐδηλώσατε, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐθεωρήσατε συντελεστικώτερον εἰς τὴν εὐδοκίμησιν τοῦ ἀγῶνος, παρὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς Κυβερνήσεως· καὶ οἱ λόγοι ὑμῶν ἐξέφραζον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῇ διεξαγωγῇ ἑνὸς τοιούτου ζητήματος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σταματήσῃ τις τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ πολὺ ἠδύνασθε νὰ ὑποδείξητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία ἤθελε νὰ τραπῇ πρὸς ὑμᾶς, νὰ ἐτρέπετο ἄνευ κοινοβουλευτικοῦ ἀγῶνος. Ἐν τούτοις σήμερον φέρετε τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν ὡς τι τετελεσμένον καὶ παρελθόν, ὡς τι χανδακωμένον πλέον. Ἀπὸ πέρυσι, κύριοι, ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μὴ θεωροῦντες ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἦτο περιττή, ἐπρότειναν μυστικὴν συνεδρίασιν· καὶ ἐδείξατε τότε, ἀξιότιμε ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παράδοξον ταραχὴν ἀνήλθετε εἰς τὸ Βῆμα καὶ παρεκαλέσατε τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν ν’ ἀποσύρουν αὐτήν, ὡς ὀλεθρίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὑπάρχοντος ἐκκρεμοῦς ζητήματος. Ἐν τούτοις θεωρεῖτε ὠφέλιμον σήμερον νὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξετυλίξατε! Ἐπροτείνατε τότε λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τῆς σπουδαιότητος ὑμῶν πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ μέτρου ἐκείνου τοῦ συνταγματικοῦ, τοῦ ἱεροῦ, τολμῶ εἰπεῖν, ἐκείνου τοῦ δικαιώματος δέκα βουλευτῶν. Εἴπατε ὅτι, ἂν γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, τότε ἡ διπλωματία θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὀφειλομένην μυστικότητα ἐπὶ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν, ὡσανεὶ ἡ ἀποτροπὴ μυστικῶν συνεδριάσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶνε τὸ ἀσφαλίζον τὴν ἐχεμύθειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐλέγετε ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ συντάκται τῶν Πολιτευμάτων ἔχουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μένῃ τι μυστικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνακοινοῦται εἰς 250 ἀνθρώπους, ἐνῷ βεβαίως πάντες ἀναγνωρίζουσιν ὅτι μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐπισήμου διαδόσεως καὶ τῆς καταχρήσεως ἑνὸς μυστικοῦ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ, ἐνῷ καὶ ὑμεῖς παρετηρεῖτε ἄλλοτε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ τὸ Κοινοβούλιον ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἀκροατηρίων εἰς συζητήσεις ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, συνιστᾶτε ἤδη νὰ εἶνε διηνεκῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀκροατηρίων. Ποία πολλάκις εἶνε ἡ ἐπίδρασις αὕτη, ἀνέγνωτε ἴσως καὶ ἐκ περισσοῦ καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐφημερίδα «Φιγαρὼ», ὅπου ἀναφέρεται, ὅτι πολλάκις παρεξετράπη τὸ Κοινοβούλιον εἰς θορυβώδεις καὶ ἐπιβλαβεῖς συζητήσεις ἕνεκα προσώπων, ὑπαρχόντων ἔν τινι ἰδίως τῶν θεωρείων. Κατόπιν—καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι ἐνταῦθα ὑπῆρχεν ἐξ ἀρχῆς τὸ γνώρισμα τῆς σκολιᾶς ὑμῶν πορείας—κατόπιν τῶν ἰδεῶν τούτων, τὰς ὁποίας καὶ ἰδιαιτέρως ἐξέθηκα εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, εἶχον ὑποστηρίξει τὴν ἰδέαν ταύτην ὡς σωτηρίαν εἰς τὸ ζήτημα ἡμῶν, τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ γίνῃ τότε μία μυστικὴ συνεδρίασις, καὶ ἐπέμενον εἰς ταύτην, καὶ ἔσχον συναδέλφους, εἰς οὓς εἶχον ἀνακοινώσει αὐτὴν καὶ οὓς εὗρον προθύμους. Ἐγένετο ἡ προκαταρκτικὴ μυστικὴ συνεδρίασις καὶ σᾶς ἔλεγον ἐντεῦθεν, ὅτι βλέπω ὅτι βαδίζομεν κἄπως ψευδῶς, ὅτι πρέπει εἰλικρινῶς ἀπὸ τοῦδε νὰ συνεννοηθῶμεν, ὅτι πρέπει ἕκαστος νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας του, νὰ ἐκφέρῃ τὰς γνώμας του τὶ πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ Τόπου, καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἐνδεχομένων νὰ ἐκφρασθῶμεν, ἀλλὰ συγχρόνως ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐπέμενον ὅπως ἀνακοινώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα! Καὶ ὅμως τότε παραδόξως—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις— ἐπεσκόπτεσθε ἵνα μὴ γίνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, ὅπως μὴ ἐπιφέρητε καμμίαν γνώμην. Καὶ τώρα παρίστασθε, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ λέγετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσε νὰ κάμῃ ἀνακοινώσεις εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκονται αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις καὶ τὰ στρατιωτικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα, ἀλλὰ σεῖς αἰσθάνεσθε τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσητε γνώμην· καὶ δὲν αἰσθάνεσθε ἤδη ὅτι μία τοιαύτη ἀνακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ γενικὰ συμφέροντα, ὅπως καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει! Κατηγορεῖτε ἤδη τὴν Κυβέρνησιν, πάντοτε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας, ὅτι πρόκειται περὶ τετελεσμένων γεγονότων, κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν παρεσκεύασε τὸν Τόπον διπλωματικῶς, οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς. Δὲν παρεσκεύασε τὸν Τόπον διπλωματικῶς, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν συμμαχίαν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἵνα προβῶμεν εἰς ἀγῶνα κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ εἴπω, ὅτι καμμίαν ἡ πρόνοια ἡμῶν ἡ πατριωτικὴ δὲν ἐξέφρασεν ἰδέαν πρὸ ὀλίγων μηνῶν· δὲν εἴπατε ποτὲ, ὅτι διὰ νὰ ἐπιχειρήσωμεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιχειροῦμεν καὶ τῶν ὁποίων τὴν πορείαν ἐβλέπομεν ἔκτοτε, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν συμμαχίαν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας· εἰς ὅλους τοὺς λόγους ὑμῶν ἀπεναντίας ἐφαίνετο, ὅτι εἴχετε ὑπ’ ὄψει κατάστασιν τοιαύτην, εἰς ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον, καὶ ἴσως μάλιστα κατάστασιν ἔτι χειροτέραν, διότι ἐλέγετε, ὅτι ὁ ἀγὼν εἶνε πολὺ ὑπέρτερος τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, καὶ ὅταν αἱ δυνάμεις αἱ ἐθνικαὶ ἀκόμη οὐδαμῶς συνεκεντρώθησαν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἔχομεν νὰ δρέψωμεν δάφνας, ἀλλὰ θὰ βαδίσωμεν καὶ ἀπὸ ἀποτυχίας εἰς ἀποτυχίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβαίνωμεν, διότι ὁ ἀγὼν εἶνε τοιοῦτος, ὥστε ἐπιβάλλεται ἡμῖν. Καὶ ποίαν κατάστασιν ὑπεδείκνυον οἱ τοιοῦτοι λόγοι, ἀξιότιμε ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Τοιαῦτα λέγοντες εἴχετε ὑπ’ ὄψιν συμμαχίας μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γερμανίας, καὶ ἤδη λέγετε, ὅτι δὲν κατώρθωσεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος! Ἐνομίσατε, φαίνεται, ὅτι ἠδύνατο οἷος δήποτε Ἕλλην Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς διπλωματικῆς αὐτοῦ δεξιότητος νὰ κατορθώσῃ νὰ κανονίσῃ τοῦ μεγάλου Κράτους τῆς Ἀγγλίας τὰ συμφέροντα, νὰ παρίδῃ τοῦτο τὰ ἴδια ἑαυτοῦ συμφέροντα, ἵνα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος στρέψῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν πολιτικήν του, πολιτικὴν, ἡ ὁποία μὲ τὴν διπλωματικὴν ὑμῶν δεξιότητα ἐθυσίασε πρὶν τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς ἀξιοπρέπειαν, ἵνα μᾶς ἐξευτελίσῃ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος καὶ ἄνευ συμφέροντος! Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ περὶ τούτου ἠδύναντο νὰ μὴ μεριμνήσωσιν οἱ διαδεχόμενοι ἡμᾶς, διότι εἶχον ἴσως τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴχετε κατορθώσει νὰ ἐξασφαλίσητε ἐκ τῶν προτέρων τὴν εὐμένειαν τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς παραλληλίζοντες τὰς δύο ἐποχὰς, δυνάμεθα νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι, ἂν κατ’ ἀναλογίαν δὲν εἴδομεν τὰ αὐτὰ ἐπεισόδια καὶ σήμερον, τὰ ὁποῖα εἴδομεν ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς διπλωματικῆς ὑμῶν δεξιότητος· ἡ διαφορὰ θὰ ἦτο, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἀναγκασθεὶς ἴσως νὰ σκεφθῇ περὶ προφυλάξεως τοῦ ἀσύλου τῆς οἰκίας του, ὡς ἐσκέφθη ὁ χωροφύλαξ περὶ προφυλάξεως ἑνὸς δάσους, ἔπρεπε νὰ συρθῇ αὐτὸς ἤδη δίκην Καλπούζου εἰς τὴν πλατείαν τοῦ Συντάγματος. Λέγετε περὶ τῆς οἰκονομικῆς παρασκευῆς καὶ σπουδαιολογεῖτε δῆθεν παριστῶντες, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἠθέλατε ἐπινοήσει καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπενόησεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τίς ἐντελῶς ἄγευστος τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τὰ πράγματα οἰκονομικῶς ἔβαινον ἀκατασχέτως εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν; Δὲν θέλω, κύριοι, ὑπερμέτρως νὰ αἰσιοδοξῶ, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐν ὥρᾳ ἀγῶνος τὰ βαλάντια τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων ἤθελον μείνει ἀδιάφορα. Καὶ ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν ἔρχεσθε καὶ λεπτολογεῖτε, προσπαθοῦντες ν’ ἀνεύρητε μικρὰς παραλείψεις, ὡσὰν νὰ σᾶς εἶπον οἱ κυβερνῶντες, ὅτι αὐτοὶ εἶνε ὑπεράνθρωποι. Δὲν εἶμαι παντάπασι προκατειλημμένος ὑπὲρ αὐτῶν, οὐδὲ καλῶς διατεθειμένος, καὶ δὲν μοὶ χρεωστοῦν καμμίαν χάριν ταύτην τὴν στιγμὴν, ἂν ἀγορεύω ὑπὲρ αὐτῶν. Τὴν χάριν ταύτην χρεωστοῦσιν εἰς ὑμᾶς, οἵτινες ἐλέγετε πρὶν, ὅτι ἡμεῖς ἐπιχειροῦμεν νὰ κλονίσωμεν αὐτοὺς, καὶ σεῖς τοὺς περιεβάλετε ἐν ταῖς ἀγκάλαις σας καὶ τοὺς προεφυλάξετε ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἐχθρούς των, καὶ αἰφνιδίως σήμερον λαμβάνετε ἄλλην στάσιν. Αὐτοὶ τότε ἐπίστευον μᾶλλον ὑμᾶς παρὰ ἐκείνους, οἵτινες εἰργάσθησαν ἄλλοτε μετ’ αὐτῶν. Ἐγὼ ἔλεγον τότε, ὅτι εἷς τῶν ὑψίστων σκοπῶν τῆς προτάσεως τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως ἦτο νὰ προκαλέσωμεν ὑμᾶς, κύριε ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ προσφέρητε τὰς γνώμας σας, διότι ἔχομεν βέβαια ὑπόληψιν εἰς τὴν εὐφυΐαν ὑμῶν. Καὶ εἶναι περιττὸν νὰ παραλληλίσωμεν ὅ,τι εἴπατε τότε πρὸς ὅ,τι ἀκούομεν σήμερον, διότι εἶναι καταπληκτικὴ ἡ ἀντίφασις. Ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν ἴσως καμμίαν διάθεσιν ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς σημερινοὺς Κυβερνήτας, ἂν ἐθέτετε τὸ ζήτημα, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἔχετε λόγους, νὰ πιστεύσητε ὅτι οἱ κυβερνῶντες δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀναλαμβάνετε ὑμεῖς τὸ βάρος. Ἠθέλομεν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν κἂν, ἂν τῷ ὄντι ὑπέπεσαν εἰς παραλείψεις, καὶ θεωροῦντες αὐτοὺς ὡς ἀποκαμόντας ἐκ τῆς ἐργασίας, οὐχὶ καταψηφίσει κυρίως αὐτῶν, ἀλλὰ ἀπαλλάξει αὐτοὺς τοῦ βάρους καὶ δώσει τὴν Ἐξουσίαν εἰς ἄλλους μὴ ἀποκαμωμένους. Καὶ πῶς σήμερον προκαλεῖτε ν’ ἀποφανθῶμεν κατ’ αὐτῶν; Διὰ νὰ πράξωμεν τί; νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ διεξαγάγωσι τὸ ἔργον, ἵνα τὸ ἀναθέσωμεν εἰς ὑμᾶς; Ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξακολουθῆτε τὸ αὐτὸ ἔργον· καὶ τίνι τρόπῳ δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἀφίνω τὴν ἔποψιν ταύτην, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ τόσον ἄχαρι ζήτημα, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ τοῦ πρακτέου. Προκαλεῖτε τὴν Βουλὴν ὑμεῖς, οἱ τὰς γνωστὰς ἰδέας ἐκφράσαντες ἄλλοτε, ν’ ἀποφανθῇ περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης. Ἔχετε τῳόντι παραδόξους πάντοτε ἰδέας περὶ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ἀλλ’ οὐχὶ τὰς αὐτάς· μεταπίπτετε ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο· ἄλλοτε ἐθεωρεῖτε ὅτι οὐδὲ νὰ ἐρωτᾷ δύναταί τις τὴν Κυβέρνησιν, καὶ σήμερον λέγετε: ἔλθετε νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης. Ἐὰν, κύριοι, ὑπάρχῃ ἀντικείμενον ἐνεργείας τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ μᾶλλον φιλελεύθερα Συντάγματα εἶναι ἐξόχως μοναρχικὰ, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ἐμπιστεύονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶναι τερατώδης συνταγματικὸς σολοικισμὸς, ὡς ἀνέπτυξα καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, τὸ νὰ ἐξουσιοδοτῇ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν περὶ πολέμου! Εἶναι δὲ καὶ πρακτικῶς ὀλέθριον. Εἶπον καὶ ἄλλοτε τὶ φρονῶ περὶ τῆς ἐπιδράσεως τῶν Κοινοβουλίων ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου· ἡ ἐπίδρασις εἶναι ἔμμεσος· ἀλλὰ καὶ περιοριζομένη εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δύναται, ὅταν βλέπῃ ὅτι προφανῶς καὶ λαμβανομένων, ὑπ’ ὄψιν οἱωνδήποτε περιστάσεων, πόλεμός τις εἶναι ἀσύνετος καὶ ἄδικος, δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Σὲ ἀφοπλίζω, σοῦ ἀρνοῦμαι τὰ μέσα. Ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει τὸ Κοινοβούλιον οὐδέποτε δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τοιοῦτον ζήτημα καὶ νὰ προδικάσῃ. Ἂν δ’ ἄλλοτε — καὶ ἐξήγησα τοῦτο ἔκτοτε σαφῶς — ἐλέγομεν ὅτι πρέπει, οὐχὶ ὡς Βουλὴ, ἀλλ’ ὡς πολῖται, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἐξηγήσωμεν τὰς ἰδέας μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Καὶ τοῦτο ἀκόμη διότι εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἡ Ἑλλὰς καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπράξεως τῶν κομμάτων, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰς δυνάμεις της. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ δεσμευθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, σεῖς τὸ ἐπράξατε διὰ τῶν λόγων σας λέγοντες, ὅτι πρέπει κατὰ τὸ ἥμισυ νὰ ἀφοπλισθῇ τὸ Κράτος, ὅτι δύνασθε νὰ κυβερνήσητε μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ἐπιστρατείας, ἢ νὰ ἐξακολουθήσετε ἐπ’ ἀόριστον. Ὑμεῖς πολεμεῖτε τὴν ἰδέαν τῆς δεσμεύσεως καὶ λέγετε, ὅτι μόνον ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ θέλῃ Κυβέρνησιν ὁπωσδήποτε δεσμευμένην, καὶ κάμνετε ἐν τούτοις τὴν γελοιωτέραν τῶν δεσμεύσεων, δηλώσαντες τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, τοὺς ὁποίους θὰ τηρήσητε, καὶ ὅτι ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν θ’ ἀφαιρέσητε λ. χ. 30,000 στρατιωτῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου λέγετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς 20 ἡμερῶν νὰ τοὺς χρειασθῆτε· καὶ μᾶς παρουσιάσατε αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ἐλεεινὸν ἢ ἀκατανόητον, τῆς διηνεκοῦς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ταύτης οὐχὶ ἀκεραίας. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι οὐχὶ ἐκ προθέσεως ὑμῶν, ἄπαγε! ἀλλ’ ἐκ σφάλματος εἰς ὃ συνήθως ὑποπίπτουν οἱ πολιτευόμενοι, ἀλλὰ σφάλματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀλεθρίου, ἀφῃρέθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἷς τῶν παραγόντων τῆς δυνάμεως τῆς Πατρίδος, ὁ παράγων τῆς ὁμοφωνίας τῆς ὑπαρχούσης πρότερον μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν· καὶ ἂν ἀφῃρέθη ὁ παράγων οὗτος, καὶ ἂν ἐπροξενήθησαν ὅλα τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα ἐπροξένησεν ἡ συζήτησις αὕτη, ἆρά γε φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει ἕνεκα τῶν τοιούτων περιστάσεων καὶ ἕνεκα ἄλλων λόγων ἐξάπαντος νὰ ἀφοπλισθῶμεν καὶ νὰ εἰρηνεύσωμεν; Δὲν δύναμαι — τὸ ὁμολογῶ — νὰ ἀποφανθῶ μετὰ πεποιθήσεως περὶ τούτου, μὴ δυνάμενος νὰ ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα ὁριστικῆς μορφώσεως γνώμης. Σᾶς λέγω μόνον, συνεπὴς πρὸς ὅσα ἄλλοτε ἐξέθηκα, ὅτι θεωρῶ τὸ παραλογώτερον τῶν πραγμάτων νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τοιαύτην γνώμην περιέχουσαν τὴν ἰδέαν ἐντολῆς τινος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλο τι νὰ ἐκφράσῃ παρ’ ὅτι δὲν ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα· ἀλλ’ αὐτοὶ, σταθμίζοντες καλῶς τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι σήμερον, δύνανται νὰ ἴδωσιν ἐὰν δύναται νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν οὐχὶ ἔστω μετ’ ἐλπίδων βεβαίων νικῶν, ἀλλὰ νὰ διεξαχθῇ ἐντίμως, ἂν δύνανται ὡς κυβερνῆται τοῦ Κράτους ἁπλῶς νὰ ἀνθέξουν εἰς ἕνα τοιοῦτον ἀγῶνα· ἂν ὅμως βλέπουν ὅτι ὅλοι οἱ ὅροι οἱ γνωστοὶ καὶ οἱ ἄγνωστοι εἰς ἡμᾶς εἶνε καθ’ ἡμῶν, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶνε ἀρχὴ, δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ παραβῶσι· δύνανται νὰ εἴπωσιν ἡμῖν: καὶ οἱ ἄγνωστοι ἡμῖν ὅροι δὲν συντρέχουσιν ὅπως ἐπιχειρήσωμεν τὸ μέγα αὐτὸ ἔργον. Λέγω ἄγνωστοι ἡμῖν ὅροι, διότι βεβαίως, κύριοι, πῶς δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐγὼ τί ἔχει παρεσκευασμένον ἡ Κυβέρνησις ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, εἰς τὴν Μακεδονίαν ἢ εἰς τὴν Ἀλβανίαν; Λοιπὸν καὶ πρακτικῶς, ὄχι μόνον κοινοβουλευτικῶς, εἶνε ὅ,τι παράλογον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκφράζει ἐξουσιοδότησιν. Καὶ ἂν τυχὸν εὑρεθοῦν εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν ὥστε νὰ ἀφοπλισθῶμεν—καὶ ὀδυνηρὰν τὸ λέγω ὄχι τοσοῦτον δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ καὶ διότι πρὸ πάντων μετά τινος ἀπερισκεψίας ἀνεβιβάσαμεν τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ ἀγῶνος εἰς ζήτημα φιλοτιμίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, καὶ συνετελέσαμεν ὅλοι εἰς τοῦτο—πάλιν δύνανται νὰ τὸ πράξωσι. Τὰ Κράτη δὲν πολεμοῦσι ποτὲ πρὸς ἐπίδειξιν τοῦ ἡρωϊσμοῦ· βεβαίως πολεμοῦσι διὰ τὴν τιμήν των, διότι ἔχουσι καὶ τὰ Κράτη, ὅπως τὰ ἄτομα, τὸ λεγόμενον δικαίωμα τιμῆς· ἀλλὰ πότε; ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὁ ἡγεμὼν περιοδεύων προσεβλήθη, ἂν ἡ σημαία περιυβρίσθη. Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ πολέμου τιμῆς, ἀλλὰ διὰ δίκαια συμφέροντα· ἐπρόκειτο περὶ πολέμου καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους. Καὶ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις παρέστησε πρὸς τὴν Εὐρώπην· διότι αὕτη πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι, ἂν πολεμήσωμεν, δὲν θὰ πολεμήσωμεν οὔτε ἐκ φιλοκτημοσύνης, οὔτε ἐξ ἀσεβείας πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, οὔτε ἐξ ἀνυπομονησίας· πρέπει νὰ παρασταθῇ πρὸς αὐτὰς καθαρῶς καὶ εἰλικρινῶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐτέθη εἰς δίλημμα, πρὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὀπισθοχωρήσῃ, καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς λέγωσιν, οὐδὲ νὰ δίδωνται πρὸς αὐτοὺς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς, ὅτι πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν εἴτε ἐξ ἀνυπομονησίας, εἴτε ἐκ φιλοτιμίας, ἢ φιλοκτημοσύνης, ἀλλ’ ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων αὐτῶν περιῆλθε τὸ Κράτος ἡμῶν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ τί νὰ πράξῃ. Πρέπει νὰ προκαλέσητε τὰς Δυνάμεις νὰ σκεφθῶσι καὶ αἰσθανθῶσιν ὅτι, ἂν θέλωσι νὰ ὑπάρχῃ Κράτος Ἑλληνικὸν, ἀνάγκη νὰ δώσωσι πράγματι καὶ λύσιν εἰς τὸ ζήτημα ἡμῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ὑμεῖς δὲν ἐφέρατε, ὅπως ἐφέρατε, τὸ ζήτημα πατριωτικῶς καὶ σπουδαίως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀντίφασιν πρὸς τὰς πρώην ὑμῶν ἰδέας, ὅπως λύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τῆς εἰρήνης ἢ τοῦ πολέμου. Τὸ ἐφέρατε ἀποτόμως καὶ οὐχὶ προσηκόντως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι παρὰ τὰ πρώην ὑπεσχημένα μεταξὺ ἡμῶν τῶν συντρόφων ἐν τῷ παρασκευασθέντι τούτῳ ἀγῶνι, μακρὰν τῶν ἰδεῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν πρὶν ἀνεθέτετε τὰ πάντα, ἐμορφώσατε ἴσως μίαν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ κατορθώσητε ὁπωσδήποτε τὸν ἀφοπλισμόν. Δὲν ἐξεύρω μετὰ τίνων συνενοήθητε περὶ τούτου, ἀλλὰ βεβαίως μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνενοήθητε, καὶ τοσοῦτον ἐσπεύδετε, ὥστε κατεφωράθητε ὅτι εἶσθε πολὺ ἀνυπόμονοι, καὶ ἡ στάσις ὑμῶν καὶ οἱ λόγοι ὑμῶν δὲν ἐδείκνυον ἄλλο τι παρὰ ὅτι τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸν κοινὸν τὸν ἐθεωρήσατε ὥς τι ἐχθρικὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ἀνεξετάστως νὰ συντρίψητε. Ἀλλὰ δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ἀγὼν αὐτὸς ἔπρεπε νὰ κατασυντριβῇ ἀμέσως· ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε τοὺς συντρόφους σας. Ἀλλ’ ἐνῷ συνελάβατε τὴν ἰδέαν ταύτην, δὲν εἴχετε οὔτε ὑμεῖς, οὔτε οἱοσδήποτε ἄλλος τὸ θάῤῥος, ὅπως ὑμεῖς αὐτοὶ γίνητε οἱ δήμιοι τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, τοῦ τοσοῦτον ὀλεθρίου καθ’ ἡμᾶς, τὸν ὁποῖον ὅμως κοινῶς παρεσκευάσαμεν. Δὲν τὸ ἀνελάβατε τὸ ἔργον τοῦ δημίου· ἠθελήσατε νὰ τὸ μεταβιβάσητε εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ προκαλεῖτε τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς βουλευτὰς νὰ εἴπουν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὰ πράγματα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ καταῤῥέον Τουρκικὸν Κράτος. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν ὡπλίσθη, κύριοι, διὰ νὰ ἀφοπλισθῇ. Οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ παραστήσουν, ὅτι ὡς Ἔθνος ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρόν. Μὴ θέλετε λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τοιοῦτον ζήτημα. Ἂς ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην, εἴτε τοῦ πολέμου, εἴτε τῆς εἰρήνης, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ἔχουν, ἢ ἐκ τῆς διαγωγῆς των τὴν ἀνέλαβον. Ἀλλὰ μὴ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ποτὲ, εἰς Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐτήρησε τὴν πλέον πατριωτικὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο Κοινοβούλιον νὰ τηρήσῃ, εἰς Βουλὴν, ἡ ὁποία, ἅμα εἶπεν ὁ ἡγεμὼν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην θυσιῶν, ἀνταπεκρίθη πληρέστατα, καταπνίγουσα πᾶν αἴσθημα ἕτερον πρὸς τὸν Τόπον, καὶ ὅ,τι τῇ ἐζητήθη τὸ παρέσχεν, εἰς Βουλὴν, ἥτις ἠθέλησε καὶ κἄτι τι νὰ ἐρωτήσῃ, ἀλλ’ οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τῇ τὸ ἀπηγόρευσαν καὶ εἶπον ὄχι, νὰ δώσητε μέσα, μὴ θέλετε αἰφνιδίως νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ὅτι ἐν τῇ ἀντιπροσωπεύσει τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν φέρει, πρέπει σήμερον ν’ ἀφοπλισθῇ. Ἂς πράξωσιν οἱ ὁπωσδήποτε ὑπεύθυνοι ὅ,τι ἐγκριθῇ. Δήμιοι δὲν θὰ γίνουν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οὐδὲ ἡ Αἴθουσα αὕτη θὰ μεταβληθῇ εἰς τάφον τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας καὶ ἀξιοπρεπείας. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν).
§40Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι βουλευταὶ, νὰ μὴν ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, διότι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σχεδὸν ἤδη ἐξηντλημένον, καὶ τοσαῦτα ἐῤῥέθησαν ἑκατέρωθεν, ὥστε δυσκόλως δύναταί τις νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς ἀγόνους ἐπαναλήψεις τῶν αὐτῶν πραγμάτων· προκειμένου ὅμως νὰ ψηφίσω ἐπὶ ζητήματος ὑψίστης σημασίας, ἔχω καθῆκον, καὶ καθῆκον ἀπαραίτητον, νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐμὴν γνώμην, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἔχων γνώμην τινὰ ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτῃ αὐτὴν, οὐ μόνον διότι ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ταύτης δύναται νὰ διαφωτίσῃ ἐκείνους, πρὸς οὓς εἶναι ἐμπεπιστευμένη ὑπὸ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους ἡ διεύθυνσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, ἀλλὰ καὶ ἄλλους ἴσως, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ διαφωτισθῶσιν. Ἂς μὴ ἀποστρέφωμεν, κύριοι, τὸ πρόσωπον ἡμῶν ἀπὸ τῆς πραγματικότητος, μόνον ἐνώπιον αὐτῆς δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἀσφαλῶς καὶ κατὰ συνείδησιν. Τί βλέπομεν ἀπό τινων ἡμερῶν ἐνταῦθα; Βουλὴν κατατετμημένην εἰς ὁμάδας, διάφορον ἐχούσας πρὸς ἀλλήλας γνώμην. Ὑπεστήριξαν πολλοὶ καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἐν τοιαύταις κρισίμοις στιγμαῖς ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἦναι μία, μία νὰ ἦναι καὶ ἡ θέλησις αὐτῆς. Ἀλλὰ μία εἶναι καὶ ἡ γνώμη καὶ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ἡ περιφρούρησις τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, διαφέρουσι μόνον αἱ γνῶμαι αὐτῆς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας· πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ βουλευταὶ, οἱ ἀποτελοῦντες τὰς ὁμάδας ταύτας, ἐμφοροῦνται ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων πατριωτισμοῦ, ἀγαπῶσιν ἐξ ἴσου τὴν Πατρίδα καὶ ἐπιθυμοῦσι τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς. Ὑπάρχουσι βουλευταὶ, οἵτινες διακαῶς ἐπιθυμοῦσι τὴν ἄμεσον δρᾶσιν, καὶ ἔχοντες πλήρη πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὰ μέτρα καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ψηφίσωσιν εὐλόγως ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὑπὲρ αὐτῆς· ὑπάρχουσιν ἐπίσης ἄλλοι, οἵτινες δὲν νομίζουσιν εὔθετον τὸν καιρὸν νὰ ἐνεργήσωμεν σήμερον, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ψηφίσωσι καὶ οὗτοι ὑπὲρ αὐτῆς· ὑπάρχουσι τέλος καὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὗτοι θὰ καταψηφίσωσιν αὐτῆς. Μεταξὺ τούτων οἱ πλεῖστοι ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸν χρόνον ἐπιθυμοῦσι πρὸ πάντων ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐνεργήσῃ οὐχὶ ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι πρέπει καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἐν τῇ στρατιωτικῇ τῆς Χώρας παρασκευῇ. Οὔτε, κύριοι βουλευταὶ, ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐφέδρων, κληθέντων ἢ κληθησομένων, οὔτε ἡ περίσσεια τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, οὔτε ἡ σήμερον αἰτουμένη διὰ τῶν νομοσχεδίων προσθήκη μέρους στελεχῶν εἰσὶ στοιχεῖα ἱκανὰ, ὅπως καταστήσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν ἐντελῶς ἀξιόμαχον. Πάντα τὰ Κράτη, ἅτινα ἐπεχείρησαν πολέμους, εἴτε ἐπιτυχεῖς, εἴτε ἀνεπιτυχεῖς, παρεδέχθησαν ἐκ πείρας, ὅτι ὑπάρχουσι συνθῆκαι, ὧν ἄνευ ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀξιόμαχος· αὗται δ’ εἰσὶν ἡ ἄσκησις τῶν ἀνδρῶν, καὶ σὺν ταύτῃ ἡ μόρφωσις τῶν στελεχῶν, ὁ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς καταρτισμὸς τῶν σωμάτων, καὶ ἡ καλὴ αὐτῶν διοίκησις· ἔτι δὲ αἱ βοηθητικαὶ ὑπηρεσίαι, ἤτοι ἡ οἰκονομική, ὑγειονομικὴ κτλ. Χωρὶς νὰ ᾖναί τις, κύριοι, στρατιωτικὸς ἐξ ἐπαγγέλματος, δύναται εὐχερῶς νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τῶν συνθηκῶν τούτων. Ἡ ἱστορία τῶν ἄχρι τοῦδε πολέμων τοῦτο διδάσκει ἡμᾶς· ἐὰν δ’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ῥεῦμα τῶν αἰώνων καὶ τὴν πρόοδον τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, θέλομεν ἴδει, ὅτι οἱ χρόνοι παραλλάσσουσι, τὰ πολεμικὰ μέσα τελειοποιοῦνται, ἡ στρατιωτικὴ τέχνη ἀνυψώθη εἰς ἐπιστήμην, ἀλλ’ οἱ ὅροι οὗτοι ἔμειναν ἀναλλοίωτοι· καὶ δύναμαι, κύριοι, νὰ φέρω εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν λόγων μου πλεῖστα ὅσα παραδείγματα καὶ τὴν μαρτυρίαν μεγάλων ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐπιθυμῶν νὰ συντάμω τὸν λόγον ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τὶ ἐφώνησεν ἐν Βατερλὼ ὁ μέγας Ναπολέων: «Παλαιέ μου στρατὲ, ποῦ εἶσαι;» Ὁ μόνος Γαλλικὸς στρατὸς, ὅστις κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον παρουσίασεν ἐῤῥωμένην ἀντίστασιν εἰς τὸν ἐχθρὸν καὶ συνῆψε τὰς ἀξιομνημονεύτους ἐκείνας παρὰ τὴν Γραβελότ μάχας, καθ’ ἃς ἡρωϊκῶς ἔπεσαν τριάκοντα χιλιάδες Γάλλοι μαχηταί, τί νομίζετε, ὅτι ἦτο; ἡ παλαιὰ αὐτοκρατορικὴ φρουρά. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω, κύριοι, ὅσα οἱ πλεῖστοι τῶν προαγορευσάντων ἐξέθηκαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπεστρατεύθη ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐν ἀρχῇ, οὔτε θὰ εἰσέλθω εἰς ἀνωφελεῖς λεπτομερείας, οὔτε θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς περιττῆς προσκλήσεως τῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένων, ἢ τῶν ἀπηλλαγμένων ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων, διότι ταῦτα πάντα καὶ γνωστὰ τοῖς πᾶσι τυγχάνουσι, καὶ κατὰ κόρον ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ πολλάκις ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐξετέθησαν· θέλω μόνον παρατηρήσει, ὅτι ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξαρτᾶται πολλάκις ἡ καλὴ ἢ κακὴ ἔκβασις πολέμου τινός. Ἐν Γερμανίᾳ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμέραι ἀπαιτοῦνται ὅπως τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ τεθῶσιν ἐπὶ ποδὸς πολέμου, καὶ εἰς τοῦτο ὤφειλον τὴν ὑπεροχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῆς Γαλλίας, εἰς ἣν συνέβαινε τὸ ἐναντίον, ὅ,τι ἀτυχῶς καὶ παρ’ ἡμῖν, ἐκεῖ μὲν ἐλλείψει προνοίας, ἐδῶ δὲ ἐλλείψει μέσων καὶ προνοίας. Σῶμα, κύριοι, στρατοῦ ἑδρεῦον ἐν Ἀλσατίᾳ εἶχε τὰ depots αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀλγερίαν καὶ τὰ Πυῤῥηναῖα. Ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν ἡ κατάταξις τῶν ἐφέδρων ἐγένετο ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν, καὶ τὰ ἄτοπα, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, δὲν θὰ ἐγένοντο, καὶ ἡ γενομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκτραγώδησις δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν. Καὶ δὲν ὑπῆρχον ἀληθῶς τότε τὰ ἐνδύματα καὶ αἱ ἀναγκαῖαι ἀποσκευαὶ, τοῦτο δὲ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν ὁμιλῇ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλει νὰ λέγῃ ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὴν ἀλήθειαν· ὀφείλω λοιπὸν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολλοὶ τῶν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην ἀνηκόντων (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ σήμερον κυβερνητικῶν ἔχουσι τὸ μέρος των εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιῤῥίπτετε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Ὅσοι ὑπήρξατε μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, βεβαίως θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1883 ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἠσθένει βαρέως· οἱ τότε ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν μεγάθυμον ἐκεῖνον ἄνδρα εὑρισκόμεθα ὡς οἱ ἰχθῦς, οἱ ἀπολέσαντες τὰ ὕδατα αὑτῶν· προκειμένου τότε περὶ συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, συνήλθομεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μακαρίτου Πετιμεζᾶ, παρόντος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἐκεῖ συνεσκέφθημεν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή τις, τὴν ὁποίαν τότε ἐνθυμοῦμαι ὁ κ. Τρικούπης ἀπεκάλεσεν ἐπιτροπὴν τῶν ὁμοτίμων, πρὸς ἣν ἀνετέθη ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου. Ὁ κ. Κοντογούρης τότε, νομίζω, ἀνέλαβε νὰ κάμῃ εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ ἄλλων Ὑπουργείων, ἄλλος ἄλλου κτλ. Εἰς ἐμὲ ἀνετέθη ἡ εἰσήγησις τῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρατηρήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε τὴν ἀπάλειψιν τῶν πλείστων σχεδὸν πιστώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς προμηθείας ἱματισμοῦ, ἀποσκευῶν κτλ.
§41ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§42ΚΟΡΠΑΣ. Ἔχουν μεγίστην σχέσιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἐπιζητοῦσα οἰκονομίας, ἐζήτησε τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως διὰ προμήθειαν ἱματισμοῦ ἐκ δραχμῶν διακοσίων χιλιάδων, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτος τότε ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπίσης καὶ ἄλλων πιστώσεων, ἐν ὅλῳ ἐκ δραχμῶν 1,800,000, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀπάλειψιν ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἀπεδέξατο εἰπὼν, ὅτι τοῦ ἀποκόπτονται αἱ χεῖρες τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως. Ἴσως θὰ μοὶ παρετήρει ὁ κύριος Γεωργαντᾶς ὅτι, ἀφοῦ ὁ κ. Τρικούπης εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, διατί δὲν ἀνέγραφε μείζονα ποσὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ἡδὺ τοῦτο ὄνειρον, πρὸς ὃ πάντες προσεβλέπομεν, τίνι τρόπῳ θὰ ἐπετυγχάνετο!
§43ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς ἀντικειμένου.
§44ΚΟΡΠΑΣ. Περὶ τίνος;
§45ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἴπατε, ὅτι τὰ depots τὰ εἶχεν ἡ Γερμανία εἰς Ἀλγερίαν· ἡ Γερμανία δὲν ἔχει κατακτήσεις εἰς Ἀλγερίαν (γέλως εἰς τὴν ἀριστεράν).
§46ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι, εἶπον ὅτι σῶμα Γαλλικοῦ στρατοῦ εἶχε τὰ depots αὐτοῦ εἰς Ἀλγερίαν, προσέθηκα δὲ ὅτι ἐν Γερμανίᾳ τὰ σώματα τίθενται εἰς ἐπιστράτευσιν ἐντὸς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἡμερῶν· δὲν ἠκούσατε καλά.
§47ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τῷ Γερμανικῷ τοιαύτη.
§48ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τὸν χρόνον, ἀλλὰ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι παρεσκευασμένα ἐν ὥρᾳ εἰρήνης οὕτως, ὥστε νὰ μὴν ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος· ἄλλως τε τοῦτο τὸ βεβαιοῖ Γάλλος διαπρεπὴς συγγραφεὺς καὶ οὐχὶ Γερμανὸς, τὸ ἐπιμαρτυροῦσι δὲ καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα. Εἴτε ὑπῆρχον λοιπὸν ἐνδύματα, εἴτε δὲν ὑπῆρχον, βεβαίως εὐχερεστέρα θὰ ἦτον ἡ ἄσκησις τοῦ συγκεντρωθέντος στρατοῦ, ἐὰν ἔμενεν ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν Νομῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ ὥρα τοῦ ἔτους καὶ τὸ κλῖμα τῆς Θεσσαλίας ἥκιστα συνέβαλλε πρὸς ταύτην. Ἀλλὰ σήμερον βεβαίως ταῦτα παρῆλθον, καὶ δὲν πρόκειται οὔτε νὰ κατηγορήσωμεν καὶ καταδικάσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὑποδείξωμεν αὐτῷ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐν στρατοπέδοις ἀσκήσεως τοῦ στρατοῦ οὐ μόνον χάριν τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ χάριν κυρίως τῶν στελεχῶν. Ὅταν λοιπὸν ἐγίνετο ἡ κατάταξις ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν Νομῶν, θὰ συνετάσσετο εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον εἰς συντάγματα, καὶ κατόπιν θὰ ἐγίνετο ὁ σχηματισμὸς τῶν ταξιαρχιῶν, καὶ τότε θὰ ἐλάμβανε χώραν γενικωτέρα ἄσκησις. Ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν, κύριοι, νόμον περὶ σχηματισμοῦ μικτῶν ταξιαρχιῶν, τριπλοῦν ἐπιδιώκοντα σκοπὸν, τὴν ἑδραίωσιν τῆς πειθαρχίας, τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ τὴν ἑνιαίαν ἐνέργειαν ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς προβιβασμοὺς, ἀλλ’ αἱ ταξιαρχίαι δὲν ἐσχηματίσθησαν, βαθμοὶ δὲ ἄνευ θέσεων εἶναι φαλαγγιτικὰ γραμμάτια ἀπραγματοποίητα. Ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἂν τῳόντι σκέπτηται σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ, ὑπάρχουσιν ἀνώτατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἵτινες καὶ διοίκησιν στρατοῦ πολλάκις ἀνέλαβον, καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς πυρίτιδος ἐν καταλλήλῳ τόπῳ ὠσφράνθησαν, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ, διότι χρησιμοποιούμενοι οὗτοι, θ’ ἀποβῶσιν ὠφέλιμοι ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας. Ἀλλὰ προκειμένου, κύριοι, περὶ ἀρχηγῶν στρατοῦ, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀνετέθη ἡ διοίκησις στρατοῦ ἐσχάτως εἰς ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ ἀξιωματικὸν, ὅστις καίτοι διακριθεὶς πάντοτε ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ διηνεκῶς ὑπηρετεῖ, καὶ δείγματα προσωπικῆς ἀνδρείας καὶ ἐγκαρτερήσεως δείξας ἐν τοῖς πεδίοις τῆς Κρήτης, παρηγκωνίσθη κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς, καὶ ἔχει μὲν ἀρκοῦσαν φιλοπατρίαν, ἵνα ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαλύσῃ τὴν ἀπογοήτευσίν του ταύτην. Ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ στρατοῦ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σιδηροδρομικὰς συγκοινωνίας, ὡς ἔχουσιν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὁποίας λ. χ. ἐν Γερμανίᾳ καὶ Αὐστρίᾳ, ἔνθα τὸ σύμπλεγμα τῆς διὰ σιδηροδρόμου συγκοινωνίας ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν εἶναι πλῆρες ἀπὸ τοῦ 1866. Ἡ ἔλλειψις τοιαύτης συγκοινωνίας ἐν Γαλλίᾳ ἐπήνεγκε δυσάρεστα ἀποτελέσματα, ἰδίως τὴν μὴ ἔγκαιρον ἀποστολὴν τῶν ἐπικουρικῶν καὶ λοιπῶν χρειωδῶν, ἐνῷ κατὰ τὰ 1861 ὑπῆρχε συντεταγμένον σχέδιον τοιοῦτο ὑπὸ τοῦ στρατάρχου Niel, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον τούτου ὁ διάδοχος αὐτοῦ στρατάρχης Le Goeuf ἔθεσεν αὐτὸ εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, διότι ἕτερος συνάδελφος ὡμίλησε χθὲς περὶ αὐτῆς· ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, θὰ διαιρέσω αὐτὴν εἰς δύο κατηγορίας. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ὑγιεινὴν τοῦ στρατοῦ κατάστασιν καὶ τὴν θνησιμότητα τῶν ἀνδρῶν ὑπῆρξέ τις ἀληθῶς ἀνωμαλία, ἀλλ’ αὕτη ἀποδοτέα εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν ἐνδυμάτων καὶ καταλλήλων καὶ ἐπαρκῶν νοσοκομείων καὶ θεραπευτηρίων. Ὡς πρὸς τὸν καταρτισμὸν δὲ τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς ἐκστρατείαν, οὗτος, δύναμαι εἰπεῖν, εἶναι ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληρέστερον ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἡ μᾶλλον καλῶς ὠργανωμένη· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δημοσίᾳ, ὅτι ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὸν διευθύνοντα τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης γενικὸν ἀρχίατρον κ. Σοῦτσον, ὅστις κατώρθωσε δι’ ὀλίγων μέσων καὶ ἐν βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι νὰ καταρτίσῃ αὐτὴν ὅσον ἦτο δυνατὸν καλλίτερον, ἡ δὲ συμπλήρωσις τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τῶν ἡμιόνων θὰ συμπληρώσῃ ἐντελῶς τὸ ἔργον τοῦτο. Θεωρῶ ἐπίσης ἀναγκαῖον, ἵνα ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν περί τινος ἐλλείψεως ἀξίας λόγου, ἤτοι περὶ ἐφοδιάσεως τῶν ἀξιωματικῶν διὰ μικρῶν χαρτῶν μεθ’ ὑπομνημάτων τῶν μερῶν, εἰς ἃ ὁ στρατὸς μέλλει νὰ ἐνεργήσῃ. Τὴν χρησιμότητα ταύτην δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑποδείξω. Ἐπειδὴ εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη, συμπεραίνων λέγω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐνεργήσωμεν, εἴτε σήμερον εἴτε αὔριον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν οὐχὶ μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι πρέπει καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἐὰν ὅμως ἕνεκα ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς μας περιστάσεων εὑρεθῶμεν ἠναγκασμένοι νὰ ἐνεργήσωμεν ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ πράγματα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν θὰ ἐπιτελέσῃ καλῶς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν θ’ ἀποθάνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐάν ἀποθάνῃ, θὰ ἐπιζήσῃ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐθνῶν.
§49ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θὰ παραδεχθῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος βαλέτω τὸν λίθον. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔπταισαν διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς Χώρας. Διατί λοιπὸν ἔρχεσθε σήμερον καὶ ζητεῖτε τὸ τέλειον καὶ δὲν ἀναγνωρίζετε τὰ αἴτια τῆς καταστάσεως ταύτης τοῦ στρατοῦ, ἅτινα εἰσὶ προοιώνια; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως, κύριοι, νὰ μὴν εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τῶν αἰτίων, διότι φρονῶ, ὅτι πλειστάκις ἐζημιώθησαν τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Πολιτείας ἐκ τῶν τοιούτων συζητήσεων, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῷ Τόπῳ. Ἐὰν, κύριοι, πιστεύητε, ὅτι κινδυνεύουσι τὰ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ἀλλ’ ἂς ἔχωμεν τὰς ἐλπίδας μας εἰς τὸν Θεόν, ὅστις οὐδέποτε ἐγκατέλειψε τὴν Ἑλλάδα καὶ οὔτε σήμερον, ἐλπίζω, θέλει ἐγκαταλείψει ταύτην. Θὰ ψηφίσω λοιπὸν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι σὺ, σεβαστέ μοι συμπολίτα κύριε Λομβάρδε, μὲ ἀνέστησας ἐπὶ 35 ἔτη καὶ μοῦ ὑπέβαλες νὰ τρέφω ὡς ὄνειρον τὴν μεγάλην ἰδέαν, λυποῦμαι δὲ σήμερον, διότι πλανώμενος δὲν εἶσαι ὁ αὐτός. Οὐαὶ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν μὲ ἐξαπατήσῃ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον.
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Τριγώνην ὡς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, διότι καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ ὁμιλήσω καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀντικειμένων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα εἶναι ἐννάτη, ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀντικειμένων, ὅταν παρέλθῃ ἡ ὥρα, δὲν δίδεται προσοχή, πολὺ ὀλιγωτέρα δίδεται, ὅταν πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν καὶ ξηρῶν ἀριθμῶν. Ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλητε, ἐγὼ παραιτοῦμαι, καὶ ἂς τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
§52Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἤκουσα μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς τὰς ἐμβριθεῖς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων συναδέλφων καὶ συνήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἱστάμεθα εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Τοῦτο ἀποδεικνύει καὶ ἡ ἔποψις, ὑφ’ ἣν ἐξετάζεται τὸ ζήτημα, ἥτις δὲν εἶναι ἡ πρακτική, ἡ δυναμένη νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ποθητὴν λύσιν. Συνείθισα πάντοτε νὰ ἐξετάζω τὰ πράγματα ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, ν’ ἀποβλέπω πάντοτε εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα μετετοπίσθη ἢ μᾶλλον περιεπλάκη, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη πρωτίστως ν’ ἁπλοποιηθῇ. Ὀφείλοντες, κύριοι, νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ παρόντος, ὅπως μορφώσωμεν πεποίθησιν καὶ ἐπιδράσωμεν εἰς τὴν μέλλουσαν πορείαν τῆς Πολιτείας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδὲ περὶ μελλούσης. Τὰ στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν γνώμης πρέπει νὰ τὰ ἀνεύρωμεν μόνον εἰς τὴν πορείαν τῆς πολιτικῆς, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα· αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἢ ἐνέργειαι ἀποτελοῦσι τὰ στοιχεῖα ταῦτα, καὶ εἰς αὐτὰ περιοριζόμενοι, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ σχηματίσωμεν εὐκρινῆ ἰδέαν καὶ νὰ μορφώσωμεν πεποίθησιν καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος καὶ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν μέτρων πρὸς τὸν ἐθνικὸν σκοπόν. Ὅπως καταλήξω εἰς ἔκφρασιν γνώμης, ἀναγκάζομαι νὰ διαιρέσω τὰ τῆς ἐπιστρατείας, εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν καθ’ ἑαυτὴν, καὶ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἔποψιν, θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν πάσης μομφῆς. Ὅ,τι ἠδύνατο Κυβέρνησις φιλόπατρις νὰ πράξῃ, τὸ ἔπραξεν ὁμολογουμένως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἔχω ταύτην τὴν πεποίθησιν, μορφωθεῖσαν καὶ ἐξ ἰδίων πληροφοριῶν καὶ ἐξ ἰδίας μου ἀντιλήψεως, ὅτι δηλαδὴ αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ ἡμῶν δυνάμεις, αἱ καταρτισθεῖσαι καὶ τακτοποιηθεῖσαι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, συγκρινόμεναι πρὸς τὰς τῆς Τουρκίας, παρέχουσιν ἡμῖν τὴν ἐλπίδα περὶ τῆς ἐπιτυχοῦς ἐκβάσεως τοῦ ἀγῶνος. Δὲν πρόκειται νὰ πλέξω ἐγὼ τὰ ἐγκώμια τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, οὔτε νὰ ἐξάρω τὰ πλεονεκτήματά του καὶ τὸ φρόνημα. Πιστοποιῶ μόνον ὅ,τι ὁ ἴδιος μεταβὰς εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς συγκεντρώσεως τοῦ στρατοῦ ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθην, ἤτοι τὴν πρόοδον αὐτοῦ καὶ τὴν καλήν του διοίκησιν. Διὰ τοῦτο πείθομαι ὅτι ὁ πανηγυρικός, τὸν ὁποῖον ἔπλεξεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, οὐδεμίαν ἔχει ὑπερβολὴν, ἴσως δὲ καὶ μετριοφρόνως παρέλειψεν οὗτός τινα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ν’ ἀνυψώσωσι τὴν πρὸς τὸν στρατὸν πεποίθησιν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ καὶ τίς, κύριοι, δὲν ἀνομολογεῖ τὴν ἱκανότητα τοῦ ναυτικοῦ μας καὶ τῶν πλοίων τὴν κατάρτισιν, ὅπως ἐπαρκέσῃ μετὰ πλήρους ἐπιτυχίας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος; Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, ὁμολογῶ, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι ἄνευ ὡρισμένου σκοποῦ ἐγένοντο πάντα ταῦτα, ὁμολογῶ τὴν ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησε τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. «Δὲν γνωρίζω, εἶπε, τὶ θὰ πράξῃ ἡ πολιτικὴ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐγγυῶμαι περὶ τοῦ στρατοῦ». Διὰ τῶν λόγων αὐτῶν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔδειξεν, ὅτι δικαίως ἐγένετο στρατηγὸς, προαγαγὼν αὐτὸς ἑαυτὸν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ παρεδρεύῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν ὑποδεικνύεται τίς ἡ θέσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ θέσις του δὲν εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀλλ’ εἶναι ἔξω ἐν τῇ ἀνωτάτῃ αὐτῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, ἔνθα ἠδύνατο τὴν τεχνικὴν κατάρτισιν νὰ ἐποπτεύῃ καὶ νὰ τελειοποιῇ· ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν καταδεικνύηται ἱκανὸς ἐν τῇ διοικήσει τοῦ στρατοῦ, φαίνεται ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ Κυβερνήτου, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν θέσιν αὐτήν. Καὶ πῶς, κύριε Μαυρομιχάλη, ἔχετε ἐνδοιασμοὺς εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς; δὲν εἶσθε μέλος αὐτῆς; δὲν εἶσθε ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ ὅταν δὲν συναισθάνεσθε τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς σας, τότε πρὸς τίνα σκοπὸν ἐγένοντο αἱ τοιαῦται θυσίαι καὶ πρὸς τί αἱ μεγαλαυχίαι περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων; Ἄν λοιπὸν, κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιστρατεύσεως καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἐλευθέρα μομφῆς ἡ Κυβέρνησις, πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφάνη ὅσον ἔπρεπεν ἀξία τῶν προσδοκιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ὡς πρὸς τὸ κυρίως κυβερνητικὸν ἔργον, ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἐνόσῳ προέκειτο περὶ τῆς ἀσκήσεως καὶ προπαρασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου της, καὶ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της ἀνελάμβανεν, οὐδένα κίνδυνον διέβλεπε, καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἔβλεπε πανταχόθεν ἀσφαλῶς περιφρουρούμενα· τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εὐθαρσῶς ἀπέκρουε, καὶ ἐθεώρει προδοσίαν τὴν ἀνακοίνωσιν πάσης πληροφορίας, ἀναφερομένης πρὸς τὴν πολιτικήν της ἐνέργειαν, καὶ οὐδόλως ἐδίσταζε νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας· καὶ ἡ γλῶσσα, ἣν τότε ἐτήρει, ἦτο ἀξία τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν φίλων της καὶ ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις τότε περιεστοίχιζε τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἡ μεγαλειτέρα ἀπόδειξις τῆς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐνστερνίσεως τῶν ἰδεῶν τοῦ Ἔθνους. Ἤδη, προκειμένου νὰ ἐνεργήσῃ τὸ Ἔθνος, ἡ Κυβέρνησις ἀπώλεσε τὸ θάῤῥος της· ἤδη δὲν βλέπει τινὰ δυνάμενον νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· ἂς μᾶς δώσωσιν, ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, καὶ ἡμεῖς προθύμως ἀποχωροῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μάλιστα αὐτούς· ἤδη βλέπει κινδυνεύοντα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ οὐδένα βλέπει περὶ ἑαυτὴν τὸν σώσοντα τὸ Ἔθνος· ἤδη προσφέρεται προθύμως νὰ δώσῃ πᾶσαν πληροφορίαν καὶ δὲν θεωρεῖ προδοσίαν τὴν ἀνακοίνωσιν καὶ αὐτῶν τῶν μυστικῶν καὶ κρυπτῶν πληροφοριῶν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, ὅπως λυθῶμεν τῶν κομματικῶν δεσμῶν ἐπὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, ὅπως λάβωμεν τὴν ἄδειαν πρὸς τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους γενναιοφρόνως καὶ ὑψηλοφρόνως ἐδόθη αὕτη εἰς τοὺς Βουλευτὰς πάντας. Ἐλεύθεροι γενόμενοι τῶν κομματικῶν δεσμῶν ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ, κατίδωμεν τὴν οὐσίαν, τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῷ ἔχω τὴν ἐλευθερίαν ταύτην, ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ λέγω: Ἔ, λοιπὸν, Κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος, διατί τρέμετε τώρα ἀπέναντι τῆς ἐνεργείας; Ποῦ τὸ θάῤῥος ὑμῶν καὶ ἡ πρωτοβουλία; Ποῦ ἡ ἀνάληψις πάσης εὐθύνης; πάντα ταῦτα ᾤχοντο ἀπιόντα». Καὶ λοιπὸν πρὸς ἐμπαιγμὸν ἁπλοῦν τοῦ Ἔθνους ὁ Βασιλεὺς ἐκ τοῦ ἐξώστου τῶν ἀνακτόρων προσεκάλει τὸν λαὸν εἰς θυσίας πρὸς διάσωσιν τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ! Καὶ λοιπὸν, ὅπως δειχθῇ ἁπλῶς ἡ εὐπείθεια τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς ἐπιτάξεις τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου ἐκλήθησαν εἰς τὰ ὅπλα 100,000 ἀνδρῶν! καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους διὰ τῆς δαπάνης 70 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τὰ τῆς ἀνατροπῆς πάσης συναλλαγῆς ἐγένοντο χάριν ἁπλῆς ἐπιδείξεως! Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι εἰς οὐδένα, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, ἐπιτετραμμένον νὰ ἐμπαίζῃ τὸ Ἔθνος! Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ὁδηγήσῃ αὕτη τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ δεσμεύσῃ αὐτὴν ἐπὶ τοιούτῳ ἢ τοιούτῳ τρόπῳ ἐνεργείας· ἡ θεωρία αὕτη ἔχει τὴν ὑπόστασίν της, ἐφ’ ὅσον πρόκειται πάντοτε περὶ ἐνεργείας οἱασδήποτε πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως, ἀναλαμβανούσης τὴν εὐθύνην τῆς διασώσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ πιστευούσης εἰς τὴν διάσωσιν ταύτην. Τὸ δικαίωμα βεβαίως τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, καὶ οὐδεὶς προτίθεται νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν χρησιμότητα τοῦ δικαιώματος τούτου, οὐδεὶς λησμονεῖ, ὅτι ἡ ἀγορὰ ἀπώλεσε τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Ῥώμην, καὶ ὅτι ὁ Φίλιππος ἐκέρδαινε μάχας, ἐνῷ ὁ Δημοσθένης ἐμεθύσκετο ἀπὸ ἐπευφημήσεις. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις προσκαλῇ τὸν λαὸν εἰς θυσίας καὶ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς τὰς μεγαλειτέρας τῶν κακουχιῶν, ὀφείλει νὰ ὑποφέρῃ ὁ λαὸς, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις; Τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ὅταν βλέπῃ, ὅτι ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὴ ἡ ἐλπὶς τῆς διασώσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων; Ἡ ἀπελπισία ἐκηρύχθη ἐπισήμως, κύριοι, διὰ στόματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰπόντος, ὅτι «εἶμαι βέβαιος ἂν αὔριον ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς τῶν πραγμάτων καὶ μᾶς διαδεχθῶσιν οἱοιδήποτε ἄλλοι, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἤθελε πράξει ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν ἤθελον βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μᾶς δώσωσι τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ἐλπίδα ταύτην, ἡμεῖς προθύμως ἀποχωροῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μάλιστα αὐτούς. Ἂς εἴπωσιν εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ διασώσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα κινδυνεύοντα, καὶ ἡμεῖς παραδίδομεν τὴν Ἀρχὴν εἰς χεῖράς των καὶ ὑπισχνούμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν αὐτούς. Εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶνε δευτερεῦον, ἐνόσῳ δὲν δύναταί τις νὰ δώσῃ τοιαύτην πρὸς τὸ Ἔθνος βεβαίωσιν, ὅτι μόνος οὗτος δύναται νὰ σώσῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Εἶνε μάταιον νὰ προσέρχωνται παρὰ τὴν κλίνην τοῦ νοσοῦντος ὡς ἰατροί». Καὶ κατόπιν τοσούτων θυσιῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθη τὸ Ἔθνος πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τολμᾶτε ὑμεῖς οὕτω νὰ κηρύσσητε τὴν ἀπελπισίαν περὶ τῆς διασώσεως αὐτῶν, δυναμένης μόνον διὰ τοῦ πολέμου νὰ ἐπέλθῃ, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ὡρισμένην πρὸς τοῦτο ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ τοὺς λόγους τῆς ὁποίας πᾶν τοὐναντίον καταφαίνεται ἀφ’ ὅ,τι ἐξωτερικῶς παρίσταται; Δὲν εἶχον τὴν ἀπαίτησιν νὰ εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ἐν κεκηρυγμένῳ πολέμῳ, ὅπως παράσχω τὴν περαιτέρω ἐμπιστοσύνην μου εἰς αὐτὴν πρὸς διαχείρισιν τοῦ χρήματος τοῦ πενιχροῦ καὶ τῆς ὑγείας ἢ τῆς ζωῆς, ἀπειλουμένης μόνον διὰ φυσικοῦ πεζοῦ θανάτου τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἔβλεπον αὐτὴν ἐμπνέουσάν με διὰ τῶν τετελεσμένων πραγμάτων, ὡς μὲ ἐνέπνεε κατὰ τὸν Σεπτέμβριον διὰ τῶν λόγων. Ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον ἀντιμετώπους παρὰ τὰ σύνορα τοὺς στρατιώτας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον θάῤῥος καὶ ἀπόφασιν, τὰ ὁποῖα, ἂν ἦσαν, θὰ ἐπεβάλλοντο ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἰς τὸν μᾶλλον εἰρηνικώτατον· διότι φρονῶ, ὅτι οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην τις καὶ εἰρηνικὸς ἂν εἶνε, αὐτὸς πρῶτος θὰ παρακολουθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ αὕτη ἐπὶ τέλους ἀποφασίζει τὸν πόλεμον. Ἐπεθύμουν νὰ κατέβλεπον ταῦτα ἐν τῇ ἀνδρικῇ στάσει καὶ τῇ ἀκλονήτῳ πεποιθήσει, ὅτι καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ Ἕλληνος, καὶ τὴν τελευταίαν τοῦ αἵματος αὐτοῦ ῥανίδα θὰ διέθετεν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρῶτος ὁ Τρικούπης εἶμαι ὑπερβέβαιος, ἐπὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, πρῶτος οὗτος θὰ παρηκολούθει τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· διότι τὸν Τρικούπην οὐδέποτε κατέλαβεν ἀπελπισία ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀκούσατε αὐτὰ παρ’ ἐμοῦ, κύριοι, ὅστις ἐπὶ εἰκοσιτρία ἔτη ἤμην ἀντίθετος μετὰ φανατισμοῦ τοῦ Τρικούπη ἐν Μεσολογγίῳ καὶ ᾐσθάνθην τὸν σιδηροῦν χαρακτῆρά του καὶ τὴν ἀκαταδάμαστον αὐτοῦ ἐπιμονὴν εἰς τὰς ἰδέας του. Μάθετε, ὅτι ὁ Τρικούπης μόνον τὸ κενὸν ἀποτροπιάζεται. Παρακολουθεῖ δὲ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὰ σχέδια τὰ τολμηρὰ ἀκριβῶς, διότι ἐκεῖ ῥέπει ὁ χαρακτήρ του ἀλλ’ ὅταν πεισθῇ περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ ἀνδρικότητος τῶν διαβημάτων. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὁποίαν τὴν ἀνεμένομεν πάντες μετὰ τὴν παρασχεθεῖσαν ἐν τῷ παρελθόντι πλήρη ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἴχομεν σήμερον συζητήσεις, οὐδὲ θὰ ἐτίθετο τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ καὶ τούτων γενομένων, μήπως ἐπτοήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ διχασμοῦ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐπικρατοῦσι δῆθεν ἐν τῇ Βουλῇ; Κακῶς ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι διῃρέθημεν ἐν τῇ Βουλῇ τὰς γνώμας, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶνε ἀρκούντως διορατική, ὅπως μὴ λειποψυχίσῃ ἐξ ἀνυπάρκτων κωλυμάτων, παρεμβαλλομένων δῆθεν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διχασμὸς ἰδεῶν δὲν ὑπάρχει, κύριοι, οὐδὲ πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται οὗτος ἐντεῦθεν κακῶς, ὅπως πιστεύεται τοῦτο παρὰ τοῖς ἁπλουστέροις ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀντίθεσις ἰδεῶν δὲν ὑπάρχει, διότι ἡ ἀντίθεσις θέλει θέσιν, καὶ ἡ θέσις ἐλλείπει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διαφυγόντες τὸ πεδίον, ἐφ’ οὗ ἔδει κυρίως νὰ γίνεται ἡ συζήτησις, τελείως ἐσυγχύσθημεν. Παρετήρησα τὴν ἄτοπον τάσιν νὰ ἐγκαταλείπηται καὶ παρὰ τῶν πολεμικωτέρων βουλευτῶν ἔτι ἡ μέχρι τοῦδε πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐν ταῖς μέχρι τοῦδε ἐνεργείαις τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοῖς λόγοις αὐτῆς καὶ ἐν τοῖς πράγμασι διὰ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν πρέπει νὰ ἐμβατεύσωμεν, ὅπως ἀνεύρωμεν ἂν πράγματι σκέπτεται περὶ πολέμου· ἀλλ’ ἀμελοῦντες τὸ ἔργον αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς θετικὸν ἀποτέλεσμα, καταγινόμεθα ὀγδόην ἤδη ἡμέραν πρὸς ἀνεύρεσιν ἐν τῷ ὑποβληθέντι προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μήπως ὑπάρχει ἡ εἰρήνη· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη συζήτησις ἀνατρέπει τοὺς ὅρους τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Δὲν διαβλέπω τιμητικὴν τὴν τοιαύτην συζήτησιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Προσπαθοῦντες νὰ ἀνεύρωμεν μήπως τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιέχῃ τὴν εἰρήνην, συγκεντροῦντες πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς γνώμης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς τὰς μέχρι τοῦδε πρὸς τὴν ἀληθῆ γνώμην αὐτῆς, θέτομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ κυβερνητικῇ θέσει, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἐπ’ ἀδρανεῖ Ἀντιπολιτεύσει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κυβερνᾷ, κύριοι, καὶ τὸ θετικώτερον πεδίον πρὸς συζήτησιν εἶνε αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς αἱ μέχρι τοῦδε, εἶνε αἱ γνῶμαι αὐτῆς, αἱ ἐξενεχθεῖσαι αἱ δειλαὶ καὶ ἀπελπιστικαὶ διὰ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα· ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλὰ ταύτην πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσι. Τὸ δὲ θετικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι πράγματι περὶ πολέμου σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ζητεῖ τὰ μέσα εἰς χρήματα καὶ ἄνδρας, τοῦτο θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀπόφασιν ὡρισμένην καὶ οὐχὶ ἡ ἄμετρος συζήτησις περὶ τοῦ ἂν ὁ Τρικούπης ἐπιζητεῖ τὴν εἰρήνην. Ἐγὼ παρασχὼν ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, δὲν ἀνευρίσκω σήμερον ἐν τοῖς πράγμασι τὸ θάῤῥος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον οἱ λόγοι της τότε μοὶ ἐνέπνευσαν. Ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ὅμως τὰς αὐτὰς γνώμας περὶ πολεμικῆς ἐνεργείας ἐκφράζω τελευτῶν καὶ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἂν ὁ στρατὸς καὶ ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τολμηρῶν ἀρχηγῶν, ἐνθαῤῥυνόμενοι δι’ ἀποφάσεως ἀνδρικῆς καὶ εἰλικρινοῦς κυβερνητικῆς, ἀντιμετώπιζον τὸν ὑπερτιμηθέντα ἐχθρὸν, ἤθελον δρέψει καὶ πάλιν τὰς δάφνας, αἱ ὁποῖαι ἔστεψαν τοὺς ἀηττήτους ἄνδρας τοῦ 1821.
§53ΑΘ. Π. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων ὑπέμνησαν ἡμᾶς τὴν πομπικὴν ἐκείνην καὶ κομποῤῥήμονα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπαγγελίαν, ἣν ἀρχομένης τῆς ἐνεστώσης ἐκτάκτου βουλευτικῆς Συνόδου ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς γνωστὸν, διεκήρυξε τότε μετὰ τοῦ στόμφου τοῦ συνήθους εἰς αὐτὸν, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξάρῃ τι, ὅτι ὑπὸ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον ἐπετεύχθησαν οὕτω ταχέως τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἷα ἀπὸ πεντηκονταετίας οὐδέποτε ἐπεῖδεν ἡ Ἑλλὰς. Ἡ ἐπαγγελία ἐκείνη δικαίως ἐνέβαλεν ἡμᾶς τότε εἰς ἀπορίαν, ἀγνοοῦντας ὁποῖα ἦσαν τὰ οὑτωσὶ ὑπαινιττόμενα ἀποτελέσματα. Τὴν ἀπορίαν δὲ ταύτην ἐξεδήλωσαν βεβαίως καὶ νῦν οἱ ὑπενθυμίσαντες τοὺς λόγους ἐκείνους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱονεὶ προκαλοῦντες αὐτὸν οὕτως, ἵνα καταδείξῃ ἡμῖν νῦν τοὐλάχιστον μετὰ παρέλευσιν ἓξ ὅλων μηνῶν ἀπὸ τῆς διαβεβαιώσεως αὐτοῦ ἐκείνης ὁποῖα τὰ τότε διατυμπανισθέντα ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προεδρευομένου Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέφυγεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀντεπεξέλθῃ πρὸς τὰς τοιαύτας προκλήσεις, παρέχων οἱανδήποτε ἐξήγησιν τῶν λόγων αὐτοῦ ἐκείνων, καὶ δικαίως πως, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω. Ὅταν, κύριοι, τὰ πράγματα πρόκεινται τοῖς πᾶσι καταφανῆ, τότε περιττὸς καθίσταται πᾶς λόγος περὶ αὐτῶν. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν συντετελεσμένην ἤδη καὶ ἀνεγνωρισμένην ὑπὸ τῆς Εὐρώπης τῆς ἕνωσιν τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, τὴν ὑποτάττουσαν τοσαύτας μυριάδας Ἑλλήνων εἰς τοὺς Βουλγάρους, δυναμένην δὲ καὶ ἄλλως νὰ ἔχῃ θλιβερὰ ἐπακόλουθα δι’ ἡμᾶς. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὰς συναφθείσας φιλικὰς σχέσεις τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Βουλγαρίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπενεργήσωσιν ὀλεθρίως ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ Γένους ἡμῶν καὶ ὧν τὴν εὐλαβῆ τήρησιν ὑπὸ τῆς Πύλης τοὐλάχιστον μαρτυρεῖ σὺν ἄλλοις καὶ ἡ προθυμία, μεθ’ ἧς νῦν τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Γραφεῖον τοῦ Τύπου φροντίζει νὰ διαγράφῃ ἀπὸ τῶν Βυζαντιακῶν ἐφημερίδων πᾶν ὅ,τι καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον καθάπτεται τοῦ ἡγεμόνος τῶν Βουλγάρων. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸν ἀμείλικτον διωγμὸν, εἰς ὃν εἶναι νῦν ἐκτεθειμένον πᾶν ὅ,τι Ἑλληνικὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔχομεν τὰ σκώμματα καὶ τοὺς χλευασμοὺς τοῦ ξένου κόσμου. Ἔχομεν τὴν δυσμένειαν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, τὴν κορυφωθεῖσαν ἐπ’ ἐσχάτων εἰς τὴν καθ’ ἡμῶν ναυτικὴν ἐπίδειξιν, πρᾶγμα μόνον κατὰ λαῶν βαρβάρων καὶ ἀγρίων γενόμενον μέχρι τοῦδε. Ἔχομεν τὴν Τουρκίαν διαθέτουσαν καθ’ ἡμῶν ἀπερισπάστους ἁπάσας τὰς δυνάμεις αὑτῆς καὶ ἐπαπειλοῦσαν νὰ κατακλύσῃ τὸ ἡμέτερον ἔδαφος διὰ στρατιᾶς ἐξ εἴκοσι καὶ πλέον μυριάδων ἀνδρῶν. Ἔχομεν τέλος τὴν Ἑλλάδα ἐν μὲν τοῖς ἔσω ἐξηντλημένην οἰκονομικῶς καὶ ἀσύντακτον ἔτι στρατιωτικῶς, ἐν δὲ τοῖς ἔξω ἀπεστερημένην παντὸς φίλου καὶ ἀπηλλοτριωμένην πάσης συμπαθείας, οὕτω δὲ ἐκτεθειμένην πρὸ τοῦ φοβεροῦ διλήμματος, ἢ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὑποχώρησιν ἐξευτελιστικὴν, ἢ ν’ ἀποδυθῇ εἰς ἀγῶνα ἄνισον καὶ ἀπελπιστικόν. Ἰδοὺ, κύριοι, πρόδηλα τοῖς πᾶσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτείας τοῦ νῦν Ὑπουργείου, ἀποτελέσματα τῇ ἀληθείᾳ οὕτω ταχέως ἐπελθόντα καὶ τοιαῦτα οἷα οὐχὶ ἀπὸ πεντηκονταετίας, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐπεῖδέ ποτε ἡ ἀτυχὴς ἡμῶν Χώρα! Καὶ δύνασθε μεθ’ ὅλα ταῦτα ν’ ἀπορῆτε ἔτι περὶ τῆς βαρυσημάντου ἐννοίας τῆς μεγαλαύχου ἐκείνης ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀρκεῖ, κύριοι, ἡ ἄκρα σιωπὴ, εἰς ἣν ὁ ἀνὴρ κατεδίκασεν ἑαυτὸν, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, μεθ’ ὅλας τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν προκλήσεις. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ μάλιστα θὰ ἦτο περιττὴ ἴσως καὶ ἡ ὁμολογία ἐκείνη, εἰς ἣν ἐνόμισεν ἐπάναγκες ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, εἰπὼν ἐπὶ λέξει τάδε: «Εἶμαι βέβαιος, ἂν αὔριον ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς τῶν πραγμάτων καὶ μᾶς διαδεχθῶσιν οἱοιδήποτε ἄλλοι, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἤθελε πράξει ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν ἤθελον βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μᾶς δώσωσι τὴν ἐλπίδα ταύτην, ἡμεῖς προθύμως ἀποχωροῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μάλιστα αὐτούς. Ἂς εἴπωσι εἰς τὸ Ἔθνος ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ διασώσωσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα κινδυνεύοντα, καὶ ἡμεῖς παραδίδομεν τὴν Ἀρχὴν εἰς τὰς χεῖράς των». Ναὶ ἦτο περιττόν, κύριε, Πρωθυπουργὲ, νὰ προβῆτε νῦν εἰς τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἐὰν μὴ ὡμολογεῖτε ὑμεῖς τὴν θλιβερὰν ταύτην ἀλήθειαν, ἦσαν ἱκανὰ πλέον αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ μαρτυρήσωσιν ὅτι ἔχομεν περιστῆ ἤδη, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς θέσιν οὕτως ἀπαισίαν, ὥστε ὑμεῖς τοὐλάχιστον ν’ ἀμφιβάλλητε νῦν οὐ μόνον περὶ ὑμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ οἱωνδήποτε ἄλλων, ἐὰν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παράσχωσιν ἡμῖν οὐχὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλ’ ἐλπίδα κἄν περὶ διασώσεως τῶν κινδυνευόντων ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἡ ὁμολογία αὕτη, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἦτο ἄλλως περιττὴ, ὑπὸ μίαν ὅμως ἔποψιν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὐχὶ ἄσκοπος, καθ’ ὅσον ἐν αὐτῇ, νομίζω, ἔχει τις τὸ κυριώτατον γνώρισμα, τὸ διακρῖνον νῦν ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, ἵνα προσφύγω εἰς τὸ πρόχειρόν μοι ταύτῃ τῇ στιγμῇ παράδειγμα τοῦ κυβευτοῦ ἐκείνου, ὅστις ἀπολέσας πολλὰ, περιΐσταται εἰς ἀπελπισμὸν, ἐν δὲ τῷ ἀπελπισμῷ αὐτοῦ νομίζει, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ θέσῃ ἐφ’ ἑνὸς παιγνιοχάρτου πᾶν ὅ,τι ὑπολείπεται αὐτῷ, ἐν ἐπιγνώσει τοῦ κινδύνου, εἰς ὃν οὕτως ἐκτίθεται. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, κύριοι, ἀπώλεσε πολλὰ μέχρι τοῦδε, καθορῶν δὲ νῦν τὴν πλήρη διπλωματικὴν αὑτοῦ ἀποτυχίαν ἐν τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν ζητήματι καὶ συνειδὸς ἐν ταὐτῷ τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἡ πολιτεία αὑτοῦ ἐπήγαγεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν ὑπὸ ἐσωτερικὴν ἔποψιν, ὑπολαμβάνει οὕτως ἀπελπιστικὴν τὴν θέσιν ἡμῶν, ὥστε νομίζει, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται νῦν αὐτῷ ἢ ν’ ἀποτολμήσῃ τὸ πᾶν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ προφανοῦς κινδύνου, εἰς ὃν οὕτως ἐξωθεῖ τὸ Ἔθνος. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὁμολογοῦσαν μὲν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἶναι δυσάρεστος, τόσον δυσάρεστος μάλιστα, ὅσον οὐδέποτε ἴσως μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας, οὐδὲν ἧττον ὅμως μὴ ἀπελπίζουσαν, μὴ νομίζουσαν, ὅτι τὰ ἡμέτερα ἔχουσι τῷ ὄντι περιστῆ εἰς τοιαύτην ἀπόγνωσιν, ὥστε νὰ ἐξωθήσωμεν τὴν Χώραν ἡμῶν εἰς καταστροφήν τινα. Τουναντίον, ἔχει τὴν πεποίθησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι εἶναι δυνατὸν ἔτι νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς δεινῆς ἡμῶν θέσεως καὶ ν’ ἀποβλέψωμεν μετὰ θάῤῥους καὶ νέων ἐλπίδων εἰς τὸ μέλλον, ἀρκεῖ μόνον νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ λάβωμεν γενναίαν τινὰ ἀπόφασιν, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἔτι καιρὸς εἰς τοῦτο. Κατὰ ταῦτα, κύριοι, νομίζω ὅτι πρόκειται ἡμῖν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ ἐλπίδος καὶ ἀπελπισμοῦ, μεταξὺ σωτηρίας καὶ καταστροφῆς (θόρυβος). Δὲν ἠδύναντο δὲ, κύριοι, τὰ πράγματα νὰ μὴ περιστῶσιν εἰς ὃ σημεῖον ἔχουσι περιστῆ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη ἐν τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν ζητήματι, ὅπως ἐπολιτεύθη μέχρι τοῦδε, καὶ ὑπὸ διπλωματικὴν καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω κἀγὼ διὰ βραχέων τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα ὑπὸ μίαν ἑκάστην τῶν μνημονευθεισῶν ἐπόψεων.
§54ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἀργὰ πλέον (θόρυβος).
§55Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε ἂς ἀναβάλωμεν τὴν ἐξακολούθησιν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίαν.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε (θόρυβος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Εὐταξία.
§58ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐπιλάβωμαι τοῦ κυρίου θέματος τοῦ λόγου μου, ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω κἀγὼ μίαν τῶν αἰτιάσεων, τῶν ἐγερθεισῶν κατὰ τῆς προκειμένης συζητήσεως, τὴν αἰτίασιν ἐκείνην, ἣν καὶ πρὸ μικροῦ ἠκούσαμεν διὰ μακρῶν ὑποστηριχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφοῦ πάσας τὰς ἄλλας ἱκανῶς ἤδη ἀνεσκεύασαν ἕτεροι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χατζόπουλος κατέκρινε τὴν συζήτησιν ταύτην ὡς ἐπιβλαβῆ, ἐπιῤῥίψας τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς προκαλέσαντας αὐτήν. Ἐγώ, κύριοι, οὐ μόνον ἐπιβλαβῆ δὲν θεωρῶ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ὠφέλιμον ὑπολαμβάνω αὐτὴν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Ἐνόσῳ ἐξηκολούθουν αἱ διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις, ἐνόσῳ ὑπελείπετο ἐλπίς τις, ἵνα τύχωμεν ἱκανοποιήσεως διὰ τῆς εἰρηνικῆς ὁδοῦ, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἔβλαπτεν ἡ τοιαύτη συζήτησις. Ἀλλὰ νῦν αἱ διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις ἔχουσιν ἀχθῆ εἰς τὸ γνωστὸν τοῖς πᾶσι πέρας, οὐδεμία δ’ ἐλπὶς εἰρηνικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἡμῶν ὑπολείπεται. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν νῦν πρὸ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, ἢ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἡμῶν διὰ τῆς σπάθης, ἢ νὰ ὑποχωρήσωμεν. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ εἶναι κατά τι ἐπιβλαβὴς ὁ ἔλεγχος, εἰς ὃν ὑποβάλλομεν τὴν παροῦσαν ἡμῶν κατάστασιν; Ἂν τὰ πράγματα ἔχωσι τῷ ὄντι, ὅπως οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν θέλουσι νὰ πιστεύωσι, τότε οὐ μόνον δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμέν τι ἐκ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγαθόν τι πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ἐξ αὐτῆς. Ἂν δηλαδὴ ἡ κατάστασις ἡμῶν ἀποδειχθῇ τῷ ὄντι εὐχάριστος, τότε διὰ τῆς προκειμένης συζητήσεως θὰ κατορθώσωμεν καὶ εἰς τοὺς ἡμετέρους νὰ ἐμπνεύσωμεν θάῤῥος, καὶ εἰς τὸν ἐχθρὸν φόβον, καὶ εἰς τοὺς ξένους δὲ νὰ ἐπιβληθῶμεν ἔτι μᾶλλον. Ἂν ὅμως τοὐναντίον οἱ φόβοι ἡμῶν ἐλεγχθῶσιν ἀληθεῖς, ἂν τὰ πράγματα ἔχωσι τῷ ὄντι περιστῆ εἰς οὕτω δυσάρεστον θέσιν, ὡς ἡμεῖς πιστεύομεν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπροκαλύπτως ἤδη ὡμολόγησε, καὶ τότε μόνον ὄφελος πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν· διότι δυνατὸν οὕτω νὰ συνετισθῶμεν καὶ ν’ ἀποφύγωμεν τὸν ἐπαπειλοῦντα ἡμᾶς κίνδυνον, ἐνόσῳ εἶναι ἔτι καιρὸς πρὸς τοῦτο. Ἴσως ἄλλοι νομίζουσιν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν πρότερον ἐπικειμένην τινὰ καταστροφὴν, ὅπως εἶτα καθήμενοι ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος ἀπαγγέλλωμεν ἱερεμιάδας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, καθῆκον ἡμῶν ὑπολαμβάνομεν καὶ καθῆκον ὑπέρτατον, ἵνα ἀναχαιτίσωμεν τὸ κακὸν ἐνόσῳ εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Νῦν εἶναι ἡ μόνη κατάλληλος περίστασις, ἵν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἀποκρύπτοντες τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἀφίνετε ἐν πλάνῃ περὶ αὐτῆς τοὺς ξένους. Οἱ ξένοι γινώσκουσιν ἤδη, ὡς μὴ ὤφειλε, τὰ καθ’ ἡμᾶς κάλλιον ἡμῶν αὐτῶν. Ἡ περαιτέρω ἀπόκρυψις τῆς ἀληθοῦς ἡμῶν καταστάσεως δύναται ἡμᾶς μόνον νὰ καταλίπῃ ἐν πλάνῃ, νὰ περιαγάγῃ δὲ ἴσως καὶ εἰς ἀποφάσεις ὀλεθρίας, ἂν διαβουκολουμένους ὑπ’ ἐλπίδων ἀπατηλῶν. Ἐν ᾗ θέσει, κύριοι, εὑρισκόμεθα νῦν, ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς. Ἀλλὰ κατεκρίθη προσέτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι προὐκάλεσε τὴν προκειμένην συζήτησιν, πρὶν ἢ αἰτήσηται καὶ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς νῦν καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅτι ἐθεωρήσαμεν περιττὰς πλέον τὰς τοιαύτας πληροφορίας. Ἐὰν διετελοῦμεν ἔτι ἐν ἀμφιβολίᾳ τινὶ καὶ ἐχρῄζομεν τῶν πληροφοριῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐζητούμεθα αὐτὰς βεβαίως· ἀλλὰ νῦν οὐδεμία ἀμφιβολία δυστυχῶς ὑπολείπεται ἡμῖν περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἔχει περιαχθῆ τὸ ζήτημα ἡμῶν. Πρόκεινται ἡμῖν καταφανῆ τ’ ἀποτελέσματα τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ τὰ πράγματα μονονουχὶ λέγουσι φωνὴν ἀφιέντα. Τίς ἡ χρεία ἐπὶ παραδείγματι πληροφοριῶν ἢ καὶ ἀνακοινώσεως ἐγγράφων, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν τῆς μέχρι τοῦδε διπλωματικῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως; ἀφοῦ ἤδη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐγένετο πρόδηλος ἡ πλήρης αὐτῆς ἀποτυχία; Ἐγὼ μάλιστα προβαίνω ἔτι περαιτέρω, δοξάζων ὅτι διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἐξωτερικὴν ἔποψιν οὐ μόνον οὐδόλως περιεφρουρήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐβλάβησαν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα καιρίως, φόβος δὲ ὑπάρχει μὴ βλαβῶσιν αὐτὰ ἔτι μᾶλλον, ἂν ἐξακολουθήσωμεν ἔτι βαίνοντες ἣν μέχρι τοῦδε ὁδόν. Ὅπως ἐν τοῖς ἔσω, κύριοι, οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἔξω τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζει ἔλλειψις πάσης πεποιθήσεως, πάσης αὐτοβουλίας, ἔλλειψις τοῦ ἠθικοῦ ἐκείνου σθένους, ὅπερ εἶναι τὸ κυριώτατον προσὸν πάσης Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐπίστευεν εἰς δεκαετῆ εἰρήνην. Καὶ εἰς τὰ πράγματα δ’ ἐλθὼν δὲν μετέβαλεν ἣν εἶχε πρότερον περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς γνώμην, ἐφαίνετο μάλιστα ἐμφορούμενος ἔτι τῆς μακαρίας ἐκείνης πίστεως εἰς τὴν δεκαετῆ εἰρήνην καὶ κατὰ τὰς πρώτας ἔτι ἡμέρας μετὰ τὸ Βουλγαρικὸν πραξικόπημα ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, ὅτε οὐδεμίαν ἐφαίνετο ἀποδίδων σπουδαιότητα εἰς αὐτὸ, τοὐναντίον μάλιστα καὶ ἐξεμυκτήριζεν αὐτὸ χαρακτηρίζων ὡς «ἀδεξίαν πολιτικὴν παρῳδίαν», καθ’ ἃ ἀνεγινώσκομεν τότε ἐν τῷ δημοσιογραφικῷ ὀργάνῳ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔπρεπεν ἐπὶ τῷ συμβάντι ἐκείνῳ νὰ συνταραχθῇ σύμπαν τὸ ἔθνος, ἔπρεπε νὰ ἐξεγερθῇ ὁμόθυμος ἡ κοινὴ γνώμη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀνανήψῃ ἐκ τοῦ ληθάργου, ἐν ᾧ τέως διετέλει. Πλὴν καὶ τότε τί ἔπραξεν αὕτη πρὸς διάσωσιν τῶν διακινδυνευόντων ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων; Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἀλλοπρόσαλλον ἐκείνην στάσιν, ἣν ἔλαβε τὸ πρῶτον ἀπέναντι τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὁτὲ μὲν ἀξιοῦσα τὴν ἁπλῆν ἐπάνοδον τοῦ πρώην καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, ὁτὲ δ’ ἀξιοῦσα ἐγγύην πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου δι’ ἐδαφικῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων αὐτῆς. Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μόνην τὴν ἀπειλητικὴν αὐτῆς στάσιν, δι’ ἧς ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις. Διὰ τῆς στάσεως αὐτῆς ταύτης οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἡ Τουρκία δηλαδὴ συνορῶσα, ὅτι ἐὰν ἔμενεν ἐκκρεμὲς τὸ Βουλγαρικὸν ζήτημα, ἢ ἐὰν ἀπεπειρᾶτο νὰ λύσῃ αὐτὸ διὰ τῶν ὅπλων, ἦτο πολὺ πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ αἴφνης ἐκτεθειμένη μεταξὺ δύο ἐχθρῶν, τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, προὐτίμησε νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὸν ἕτερον τούτων, ἐθεώρησε δὲ συμφορώτερον ν’ ἀναγνωρίσῃ ἓν τετελεσμένον γεγονὸς, ὁποῖον ἦτο ἡ ἕνωσις τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἢ νὰ προβῇ εἰς νέας ἐδαφικὰς παραχωρήσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ αἱ Δυνάμεις δὲ δὲν ὤκνησαν ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸν ἐπελθόντα συμβιβασμόν, νομίζουσαι ὅτι οὕτω συνετέλουν μᾶλλον εἰς τὴν διάσωσιν τῆς ποθητῆς αὐταῖς εἰρήνης, ἢ ἐὰν ἄφινον αὐτὴν ἐπαπειλουμένην ἐκ δύο μερῶν. Καὶ ἡ Τουρκία καὶ αἱ Δυνάμεις ἐπέμενον τὸ κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πρώην καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ, εἰς δὲ τὴν μετὰ ταῦτα μεταβολὴν τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ εἰς τὸν ἐπελθόντα συμβιβασμὸν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον καὶ ἡ ἁπλῆ ἀπειλητικὴ τῆς Ἑλλάδος στάσις. Ἡ τοιαύτη ἡμῶν στάσις, κύριοι, ὡς φαίνεται, ἀπειλεῖ καὶ νῦν καιριώτερα ἡμῶν συμφέροντα. Εἶναι γνωσταὶ αἱ διαδόσεις περὶ ὑπάρξεως μυστικῆς συνθήκης μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἀγγλίας, καθ’ ἣν αὕτη μὲν ἀναλαμβάνει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν κατὰ πάσης ναυτικῆς ἡμῶν ἐπιθέσεως, ἡ δὲ Τουρκία ἀντὶ τούτου ν’ ἀμείψῃ τὴν Ἀγγλίαν διὰ παραχωρήσεως, ὡς λέγεται, ἐπικαιροτάτων κατὰ θάλασσαν Ἑλληνικῶν χωρῶν πρὸς αὐτήν. Αἱ διαδόσεις αὗται, μεθ’ ὅλας τὰς γενομένας διαψεύσεις αὐτῶν, ἐπανελήφθησαν ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ τύπῳ ἐντονώτερον μάλιστα ἢ πρότερον. Παρέσχε δὲ εἰς αὐτὰς ὑπόστασίν τινα καὶ ἡ γνωστὴ διακήρυξις τοῦ Γλάδστωνος ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ἣν τὸ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ ἐπιμείνῃ ἐν τῇ στάσει, ἣν τὸ προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀναλάβει, καθ’ ἃς ἐκ τούτου διεδέξατο ὑποχρεώσεις. Ὁποῖαι δὲ ἄλλαι δύνανται νὰ ὦσιν αἱ τοιαῦται ὑποχρεώσεις ἢ αἱ ἤδη διὰ τοῦ Τύπου διαδοθεῖσαι; Καὶ κινδυνεύει οὕτως ἡ Ἑλλάς, ἐπιμένουσα ἐν τῇ νῦν ἁπλῇ ἀπειλητικῇ αὐτῆς στάσει ἢ καὶ προβαίνουσα εἰς ἐνέργειάν τινα, νὰ ἴδῃ ἴσως καὶ ἀμιγεῖς Ἑλληνικὰς χώρας ἀπολλυμένας ἀνεπιστρεπτεὶ δι’ ἡμᾶς, ὅπως ἤδη διὰ τῆς μέχρι τοῦδε στάσεως αὐτῆς συνετέλεσαν εἰς ἐπίσπευσιν μᾶλλον τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἑνώσεως τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἢ εἰς ἐπάνοδον τοῦ πρώην καθεστῶτος παρὰ τὸν Αἷμον. Ἀλλ’ ἴσως, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀμφισβητήσωσί τινες ὡς ἁπλᾶς ὑποθέσεις καὶ εἰκασίας. Τίς δύναται ὅμως ν’ ἀρνηθῇ τὸ γεγονὸς τῆς ναυτικῆς καθ’ ἡμῶν ἐπιδείξεως τῶν Δυνάμεων; Καὶ δὲν ἔχετε ἐν μόνῳ τῷ γεγονότι τούτῳ τὴν πλήρη ἀπόδειξιν τῆς ὁλοσχεροῦς ἀποτυχίας τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως ὑπὸ διπλωματικὴν ἔποψιν; Παρὰ τῶν Δυνάμεων δικαίως προσεδοκῶμεν συνδρομὴν καὶ ἀντίληψιν ἐν τῷ ἐθνικῷ ἡμῶν ζητήματι ἢ τοὐλάχιστον τὴν εὐμένειαν καὶ τὰς συμπαθείας αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου ἀγῶνος. Ἀντὶ τούτων ὅμως ἔχομεν νῦν τὴν δυσμένειαν καὶ τὰς ἀντιπαθείας αὐτῶν, ἔχομεν τὴν ναυτικὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίδειξιν. Τί δύναται λοιπὸν νὰ μαρτυρήσῃ τρανώτερον τὴν ὁλοσχερῆ ἀποτυχίαν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ διπλωματικὴν ἔποψιν ἢ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ Δυνάμεις κηρύττονται καθ’ ἡμῶν;
§59ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ Γαλλία δὲν εἶναι καθ’ ἡμῶν.
§60ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ οὐδ’ ὑπὲρ ἡμῶν εἶναι αὕτη.—Οὐχ ἧττον ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἐσωτερικὴν ἔποψιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποκρούων τὰς αἰτιάσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνωμολόγησε μὲν τὸ νῦν ἀναξιόχρεων τοῦ Κράτους ἡμῶν, παραστήσας αὐτὸ ὡς τὸ μόνον αἴτιον τῆς παρούσης οἰκονομικῆς ἡμῶν ἀπορίας, ἰσχυρίσατο ὅμως, ὅτι τὴν πηγὴν τοῦ κακοῦ πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, κύριοι, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον παρέλαβε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει. Μετὰ τὰς ἐπελθούσας ῥιζικὰς ἐν πολλοῖς μεταβολὰς τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος ὑπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον καὶ τὴν μὴ ἐντελῆ ἐφαρμογὴν τῶν νέων φορολογικῶν μέτρων· μετὰ τὰ νέα βάρη, εἰς ἃ ἐδέησε νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἐπίεζεν ὡς ἐφιάλτης τὴν Χώραν· μετὰ τὰς ἐπισυμβάσας θεομηνίας ἐν Ἑλλάδι, αἵτινες ἔμελλον νὰ ἐπιδράσωσιν ὀλεθρίως καὶ ἐπὶ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, δὲν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ εἶναι κρείττων ἡ κατάστασις τούτων, καθ’ ὃν χρόνον ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸ νῦν Ὑπουργεῖον. Τὸ καίριον ὅμως τραῦμα κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως κατήνεγκεν ἡ νέα Κυβέρνησις. Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἔκπτωσιν, ἣν ὑπέστησαν τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἅμα τῇ πτώσει τοῦ πρώην Ὑπουργείου; Καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ τοιαύτη ἔκπτωσις, ἀφοῦ ἀνελάμβανον τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰ καὶ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ὄντες ἀνωμολόγουν καὶ παρίστων μάλιστα ζοφερωτέραν τοῦ δέοντος τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, οὐδὲν ἧττον ἀνερχόμενοι εἶτα εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἐπηγγέλλοντο τὴν κατάργησιν τῶν νέων φόρων. Πῶς ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ μὴ ὑποστῶσι νέαν ἔκπτωσιν τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἐπὶ ζημίᾳ, ἐννοεῖται πάντοτε, τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, ἀφοῦ ὁ νέος Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἦτο ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οἱονεὶ προαναγγέλλων οὕτως ἐπικειμένην τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους; Ποία δέ τις ἦτο καὶ ἐν τοῖς πράγμασιν αὐτοῖς ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ νέου Ὑπουργείου; Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κατήργει ἢ περιέκοπτε φόρους, ἀφ’ ἑτέρου ηὔξανε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ ὑπέβαλεν οὕτως εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν ἑτεροσκελῆ, Προϋπολογισμὸν οὗ τὸ ἔλλειμμα ὑπ’ αὐτοῦ μὲν ὑπελογίζετο εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ἔργῳ ὅμως ἔμελλε ν’ ἀνέλθῃ εἰς εἴκοσι καὶ πέντε μέχρι τριάκοντα ἑκατομμυρίων. Καὶ περιεμένετε, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ βελτιωθῶσιν οὕτω τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ, ν’ ἀνορθωθῇ δὲ καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὁποίαν οἰκτρὰν ἐντύπωσιν ἐνεποίησε δι’ ἡμᾶς ἡ περὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν Ἔκθεσις τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐν ᾗ ὑπεβάλλετο ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ νῦν Ὑπουργείου εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον, ἅμα δημοσιευθεῖσα ἐν Λονδίνῳ. Ἀγνοῶ ἐὰν ἡ ἔκθεσις ἐκείνη συνετέλεσε κατά τι εἰς τὸ μετὰ ταῦτα διπλωματικὸν ἐπεισόδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μετὰ τοῦ κ. Rumbold. Βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσις παρέστησε τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν τοιαύτην, οἵα ἔπρεπε νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀπελπισμὸν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν μέλλοντος καὶ αὐτοὺς τοὺς εἰλικρινεστάτους τῆς Ἑλλάδος φίλους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς ἑτέραν αἰτίασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν, ἅμα τῷ ἀκούσματι τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ πραξικοπήματος, ἅμα γνοῦσα νὰ προβῇ εἰς πολεμικὰς παρασκευὰς, νὰ σπεύσῃ εἰς συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου εἰς μεταλλικὸν, καταλείπουσα τελευταῖον τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον ὡς τὴν ἐσχάτην οἰκονομικὴν ἡμῶν ἐφεδρείαν· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγω, ἀπαντῶν εἰς τὴν τοιαύτην αἰτίασιν ἰσχυρίσατο, ὅτι τότε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἐξωτερικὸν δάνειον εἰς μεταλλικόν. Καὶ πῶς ἐθεωρήσατε δυνατὴν τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ τοιούτου δανείου τρεῖς μῆνας βραδύτερον, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτε ὑπεβάλετε τὸν σχετικὸν νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὃν χρόνον εἴχετε ἐξαντλήσει ἤδη πάντα τὰ ἄλλα οἰκονομικὰ μέτρα, δυνατά τε καὶ ἀδύνατα; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν καιρῷ ὑπέδειξεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ προσφύγῃ πρώτιστα πάντων εἰς τὴν συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἀντὶ τούτου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ πατριωτικοῦ δανείου καὶ περὶ εἰσφορῶν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατεκρίναμεν τότε πάσῃ δυνάμει, ὡς μέλλοντα νὰ ἐκθέσωσι μὲν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ν’ ἀπολειφθῶσι δὲ πολὺ τῶν προσδοκιῶν τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθημεν τότε. Νῦν δ’ ἔρχεται αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁμολογεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀντὶ τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἤλπιζε νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν, μόνον ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν εἰσέπραξε μέχρι τοῦδε, ὅτι δὲ ἀντὶ τριάκοντα μόνον δύο ἑκατομμυρίων μετοχαὶ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου ἐνεγράφησαν! Ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ καὶ νῦν δὲν ὁμολογεῖ, εἶναι ἡ καιρία ζημία, ἣν τὰ τοιαῦτα αὐτοῦ μέτρα ἐπήνεγκον εἰς τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης ὁμολογίας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ τρανῶς μαρτυρεῖ τὸ πρᾶγμα σὺν ἄλλοις καὶ ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων. Καὶ ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέβαλε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου νομοσχεδίου τὰς δεούσας παρατηρήσεις, συστήσασα τὸν προσφορώτατον τρόπον τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ, ὑποδείξασα δὲ τοὺς κινδύνους τῆς ἀποτυχίας, οὓς θὰ διέτρεχεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις αὐτάς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὅμως δὲν εἰσηκούσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ἔχετε νῦν, κύριοι, πλήρη τὴν ἀποτυχίαν καὶ τοῦ μέτρου τούτου τοῦ Ὑπουργείου.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλὰ περὶ δανείου ἐγένοντο ἤδη προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγένοντο προτάσεις τοιαῦται, διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ὁποίων ὀφείλω νὰ συγχαρῶ ἐκ καρδίας τῷ Ὑπουργείῳ· διότι, ἐὰν αἱ προτάσεις ἐκεῖναι ἐγίνοντό ποτε ἀποδεκταί, θὰ ἐξέλιπεν οὕτω πᾶσα ἐλπὶς σωτηρίας διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Μετὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας ἀποτυχίας σχεδὸν πάντων τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς μέτρων ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε νὰ προσφύγῃ εἰς ἄλλο τι νῦν ἢ εἰς τὴν συνομολόγησιν νέου δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐξ εἴκοσι καὶ πέντε ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἄλλοι κατέδειξαν ἤδη ὁποῖα ἐπακόλουθα θὰ ἔχῃ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ διὰ τὰ δημόσια καὶ διὰ τὰ ἰδιωτικὰ ἡμῶν οἰκονομικά. Ἐγὼ θὰ ἀρκεσθῶ νῦν εἰς μόνην τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ δι’ ὃν σκοπὸν ἐπιζητεῖται. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἔτι ἀδιάθετα τὰ 18,000,000 τῶν κερμάτων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καί τινα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ ἡγουμένου δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἂν ἀφαιρέσωμεν ὅμως πολλὰς καθυστερούσας πληρωμὰς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁμοῦ μετὰ τοῦ νέου δανείου τῶν 25,000,000 ἀδύνατον νὰ μείνῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ποσὸν ἄνω τῶν 50,000,000. Ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὅμως μέτρων, τῶν ἤδη ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειάν τινα, εἰ μὴ μόνον μετὰ δύο περίπου μῆνας. Ἀλλ’ ἐντὸς τοσούτου χρόνου, κύριοι, θὰ ἔχωσιν ἐξαντληθῆ ἐκ τοῦ μνημονευθέντος ποσοῦ περὶ τὰ 20,000,000, νομίζετε δὲ, ὅτι θὰ ἦτο τότε δυνατὸν διὰ τῶν ὑπολειπομένων 30,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια νὰ κατέλθωμεν εἰς ἀγῶνα περὶ τῶν ὅλων, εἰς ἀγῶνα, περὶ οὗ οὐδεὶς δύναται ἐκ τοῦ προτέρου νὰ προΐδῃ ὁποίας διαστάσεις μέλλει νὰ λάβῃ; Τὰ χρήματα, ὡς γνωστόν, εἶναι τὰ νεῦρα τοῦ πολέμου, ὅταν δὲ ταῦτα ἐλλείπωσιν ὑμῖν, ἐπιτρέψατε εἰς τοὺς ἄλλους ν’ ἀμφιβάλλωσιν, ἐὰν σκέπτησθε σπουδαίως νὰ κατέλθητε τῷ ὄντι εἰς πόλεμον, ἢ μέλλετε νὰ ἐξαντλήσητε μόνον τὴν Χώραν οἰκονομικῶς οὕτως, ὥστε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ καταστήσητε αὐτὴν ἀνίκανον πρὸς πόλεμον.
§63ΡΩΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶνε προκεχωρημένη, εἶνε δὲ καὶ ἄλλοι νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἐγὼ προτίθεμαι νὰ λάβω τὸν λόγον (θόρυβος).
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§65ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε νὰ τελειώσωμεν.
§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνομεν τὴν ἀναβολὴν εἰς αὔριον (θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§68ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ βλέπετε ἀξιότιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου σπανιώτατα ἀπασχολήσαντα τὴν Βουλὴν ζητοῦντα τὸν λόγον, θέλετε νὰ πιέσητε αὐτοὺς νὰ μὴ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των, κατόπιν μάλιστα τῆς χθεσινῆς δηλώσεως (θόρυβος).
§70ΤΙΝΕΣ. Κανεὶς δὲν σᾶς ἐμποδίζει (θόρυβος).
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη ἔχει ἀφορμὴν τὴν περὶ ἄρσεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν γενομένην πρότασιν, σκοπὸν δὲ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ἐξακολουθῇ διατηροῦσα τὴν ἑαυτῆς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἐὰν ἄρῃ αὐτήν. Πάντα τὰ ἄλλα, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐλέχθησαν, ἦσαν ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Τὸ μόνον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ τοὺς ἀγορεύσαντας, ἦτο ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της καθ’ ἣν εἶχε λάβει ἐντολὴν καὶ ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, ὅτι δὲν παρεσκεύασεν ὅσον ὤφειλε στρατιωτικῶς τὴν Χώραν, ὅτι παρέλιπε νὰ παρασκευάσῃ αὐτὴν ναυτικῶς, ὅτι διεξήγαγεν ἀδεξίως καὶ ἐπιζημίως τὰς μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν σχέσεις της, ὅτι δὲν ἐξετέλεσεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ, ἵνα παρασκευάσῃ τὰ ἀπαιτούμενα χρηματικὰ μέσα. Τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ἐξετέθησαν ὑπὸ πολλῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ μακρῶν, ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ πέντε ἤδη ἡμέρας.
§72ΤΙΝΕΣ. Ὀκτώ.
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ συνεδριάσεις διαρκούσας καθ’ ὅλην τὴν μετὰ μεσημβρίαν ὥραν μέχρι τῆς ἑσπέρας, ἀσχολούμεθα συζητοῦντες τὰ περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως πλὴν τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν καὶ τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν προκαλοῦσιν ἰδίως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ κατὰ τὰς συνεδριάσεις ταύτας τὰς μέχρι τοῦδε γενομένη συζήτησις ἤρκει νὰ πείσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἵνα ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ ἤκουσα φωνὰς, δὲν γνωρίζω τίς ἔδωκε τὸ σύνθημα εἰς τὰς φωνὰς ταύτας, ὅτι ἡ πλειοψηφία πιέζει τὴν μειοψηφίαν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις στερεῖται τῆς εὐκαιρίας ἢ τοῦ χρόνου ν’ ἀναπτύξῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ προβάλῃ, ὅπως πείσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Συμβαίνει δὲ νὰ ἦναι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄνθρωποι, κατὰ τῶν ὁποίων καὶ ἄλλαι ἐξετοξεύθησαν αἰτιάσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ αἰτίασις, ὅτι ὑπὲρ τὸ δέον κατεδήλωσαν πάντες εὐλάβειαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἀληθῶς τοιαύτην καταδηλοῦμεν πάντοτε καὶ θέλομεν καταδηλώσει κατὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δημοσίου βίου ἡμῶν εὐλάβειαν, οὐδέποτε δὲ θέλομεν συναινέσει νὰ δώσωμεν τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν, ἵνα αἰτιαθῶσιν ἡμῶν ὅτι περισσότεροι τὸν ἀριθμὸν πιέζομεν τοὺς ὀλιγωτέρους τὸν ἀριθμόν.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἀκόμη ἐνδίδετε!
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιμένετε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν αὔριον καὶ νὰ ἔλθητε εἰς τὰς 2 ὥρας μ. μ.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§79ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§80ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡρισμένως αὔριον εἰς τὰς δύο ὥρας μ.μ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 Μ. Μ.)