1886.03.27
2.269 στίχοι · 17.949 λέξεις · 83 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
Τῆς 27 Μαρτίου 1886.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τρίτον Τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ βουλευτὴς Βόλου κύριος Χατζηκυτιλῆς ὑποβάλλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις θέλει σταλῆ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ Κανέλλος Φάντος ὑποβάλλει ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας προκαλεῖ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως ἐφέσεως λαθρεμπορίου, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη εἰς Κεφαλληνίαν.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ὑπολοίπους πληροφορίας, ἃς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος εἶχε ζητήσει, συνίστανται δὲ εἰς τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1885 ἐπὶ ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Ἐκ τῶν πινάκων θέλετε ἰδεῖ τὰ ποσά· (ἀναγινώσκει). Καταθέτω προσέτι κατάστασιν τῶν πιστώσεων καὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ἐντολῶν πρὸς πληρωμὴν εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ τῶν δευτέρων διατακτῶν ἐκ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1886, ὡσαύτως καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ὡσαύτως καὶ πίνακα τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ στρατοῦ τοῦ ἔτους 1886 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Περιόδου καὶ πολλάκις ἐπανελήφθη ἡ παράκλησις εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα ὁ ἀγωνιστὴς Νικόλαος Παπαδόπουλος, ἐπειδὴ δὲ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, ὑποβάλλω περὶ τούτου νομοσχέδιον. (Ὅρα Παράρτημα). Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ περὶ τῶν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασθέντων ἀπὸ Ἀντισυνταγματάρχου εἰς Συνταγματάρχην, καὶ ἀπὸ Συνταγματάρχου εἰς Ὑποστράτηγον, καθὼς καὶ τὰς ἐκθέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§5ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καταθέτων χθὲς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, εἶπεν, ὅτι ἠσθένησαν 52,000 καὶ ἀπέθανον 1044· νομίζω, ὅτι ἡ πληροφορία αὕτη ἔχει ἀνάγκη συμπληρώσεως, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι ἔλαβον ἀδείας ἀναῤῥωτικὰς διὰ τὰς ἑστίας των καὶ πόσοι ἐπέστρεψαν εἰς τὰ σώματά των.
§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Δημητρακάκη προσθέτω τὸ ἑξῆς: νὰ ὑποβληθῶσι καὶ αἱ δύο ἐκθέσεις τοῦ Στρατηγοῦ Σούτσου τῶν δύο ἐπιστρατειῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Τροιζηνίας κύριοι Δουζίνας καὶ Κορυζῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτων ναυτικῶν μέτρων ἐν ἐπιστρατείᾳ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐμέμφθησαν, κύριοι, τὸν ἀξιότιμον ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῷ ὅτι ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἄλλοι ἐμέμφθησαν αὐτὸν ἐπὶ τῷ ὅτι ἔθηκε τὸ ζήτημα τοῦτο πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Εἶπον, ὅτι ἡ θέσις οὕτω τοῦ ζητήματος ἰσοδυναμεῖ πρὸς βλάβην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων· ἄλλοι δὲ ἐδογμάτισαν, ὅτι ἰσοδυναμεῖ πρὸς καταστροφὴν καὶ καταπρόδοσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνῶ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς γνώμας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἢ ἡ αἴτησις πληροφοριῶν περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως τοῦ Κράτους οὐ μόνον ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ἦνε καταπρόδοσις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τυγχάνει, νομίζω, ὑπέρτατον καθῆκον τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἤθελεν ἐντελῶς ἀποτύχει ἀπέναντι τῶν κοινοβουλευτικῶν νόμων καὶ ἀπέναντι τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε δογματίσει, ὅτι οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν πάσῃ στιγμῇ δὲν κέκτηνται τὸ ὑπέρτατον τῶν δικαιωμάτων, τὸ νὰ θέτωσι τοὐτέστι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ τίς τολμᾷ νὰ μεμφθῇ τὸ μέγα ὄνομα τοῦ Θιέρσου, διότι, ὡς εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅτε οἱ Παρίσιοι ἐφώναζον «εἰς τὸ Βερολῖνον, εἰς τὸ Βερολῖνον», ἐγερθεὶς ὁ Θιέρσος ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καυτηριάσας τὴν Κυβέρνησιν Ναπολέοντος τοῦ Γʹ. Οὐδὲ ἐμέμφθη αὐτὸν ὁ κόσμος· ἐχειροκρότησεν τοὐναντίον, καὶ ἡ Πατρὶς ἀνεβίβασεν αὐτὸν εἰς τὸ ὕπατον τῶν ἀξιωμάτων. Εἶνε ἴσως ἀνάξιος νὰ καλῆται ἡγέτης τοῦ Ἔθνους, ἢ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι εἶνε ἓν καὶ τὸ αὐτὸ, ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθανόμενος ἀνικανότητα, ἢ ἀδράνειαν καὶ ἀπειρίαν πρὸς μεγάλους σκοποὺς ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, ἐπιτρέπει αὐταῖς νὰ διευθύνωσι τοὺς λαούς. Εἶνε δὲ ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης καὶ θέλει χειροκροτηθῆ ὑπὸ τῆς ἱστορίας οὐ μόνον τῆς ἐθνικῆς, ἀλλὰ σύμπαντος τοῦ κόσμου, ἐκεῖνος ὅστις, διαβλέπων τὴν ἀνικανότητα τῶν κυβερνητῶν τῆς ἑαυτοῦ Πατρίδος πρὸς μεγάλους σκοποὺς, ἀμέσως ζητεῖ νὰ καταβιβάσῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Καὶ ὁμολογῶ ἐπίσης, ὅτι πολιτευτὴς οἷος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἰσθανόμενος τῷ ὄντι ἐν ἑαυτῷ καὶ δικαίως τὴν δύναμιν πρὸς μεγάλους σκοποὺς, καθῆκον εἶχε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἴτε εὐθὺς καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἀντιτιθέμενος κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε ζητῶν πληροφορίας, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν οἱ ἄθρωποι, οἵτινες ὤφειλον νὰ διοικήσωσι τὸ Ἔθνος πρὸς μεγάλους σκοπούς. Ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων τίθενται εἴτε διότι ὑπάρχει ἡ πεποίθησις τῆς νίκης, εἴτε χάριν διακρίσεως τῶν πολιτικῶν γνωμῶν. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀνάξιος πολιτευτὴς ἐκεῖνος ὅστις ἐν οὑτωσεὶ κρισίμῳ περιστάσει τοῦ Ἔθνους ἤθελεν εἴπει, ὅτι φοβοῦμαι νὰ θέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν ἔχω πεποίθησιν ἐπὶ τὰς ἐμὰς δυνάμεις· διότι ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ τῆς καταῤῥίψεως τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθῆκον ἔχουσιν ἐν τῇ προσηκούσῃ στιγμῇ νὰ διακρίνωσι τὰς ἑαυτῶν πεποιθήσεις ἀπὸ τὰς τῶν ἀντιπάλων. Μεταχειρίζομαι τὸ ὄνομα τοῦ περικλεοῦς πολιτευτοῦ τῆς Γαλλίας, Θιέρσου, διότι ἤκουσα μίαν φωνὴν ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), ἥτις ἠθέλησε χθὲς νὰ ῥίψῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρός. Ἀλλ’ ὁ Θιέρσος δὲν ἐγνώριζεν ἆρά γε κατὰ τὸ 1870 ἔτος, ὅτε ὡμίλει ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς ἐθνότητος, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἡ μειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας; Δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ φωνὴ αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἠχὼ εἰς τὰ διεφθαρμένα τότε ὦτα τῆς Γαλλίας; Δὲν εἶνε ἐκεῖνος, ὅστις τοσοῦτον ἐγένετο ἀντιδημοτικὸς πρὸς τὸν λαὸν τῶν Παρισίων, ὥστε ἡμέραν τινὰ ἔθραυσεν ὁ λαὸς τὰ παράθυρα τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἣν, εὐγνωμονοῦσα καὶ δικαίως ἡ Γαλλία, διὰ κοινῆς συνδρομῆς, καὶ τιμῶσα τὸν ἄνδρα, κατόπιν ἐπεσκεύασε, θέλουσα νὰ ἀποδείξῃ πρὸς αὐτὸν τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην; Ἀλλὰ μέμφομαι τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι λέγων καὶ τότε καὶ νῦν καὶ πάντοτε ἀνίκανον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καθῆκον εἶχεν, ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ, νὰ μὴ σιωπήσῃ. Τοιαῦτά τινα φρονῶν περὶ τοῦ ἀντιπάλου αὐτοῦ, δὲν ἔθηκεν ὅμως ἀμέσως τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐβλέπομεν ἐπὶ τρεῖς ὅλους μῆνας σιωπῶντας καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ περιστοιχίζωσιν αὐτόν. Διατί ἐσιώπων; διότι ἐκαιροφυλάκτουν. Ἔπρεπεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ θέσῃ ζήτημα ὑπουργικὸν, ὅτε εἴχομεν συνέλθει ἐν μηνὶ Ὀκτωβρίῳ ἢ νὰ ζητήσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ κατόπιν πάλιν, ἀποδοκιμάζων τὰ μέτρα, νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ «θέ«τομεν ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι τέλος πάντων δὲν ἔχο«μεν πεποίθησιν εἰς τὰ ὑμέτερα ἀναστήματα· διότι αἱ «πληροφορίαι, ἃς ἐκομίσατε, δὲν πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι ἐστὲ «ἱκανοὶ νὰ διευθύνητε τὸ Ἔθνος πρὸς μεγάλους σκοπούς· «θέτομεν ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι ἔχομεν καθαρῶς τὴν «ἀντίθετον πρὸς ὑμᾶς πολιτικήν». Δὲν ἤκουσαν οἱ βουλευταὶ μόνον, ἀλλ’ ὁ λαὸς ὅλος, ὅτι ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυσσεν ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔθετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν συνεζήτει περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Εἴδομεν μάλιστα τὸν ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴν σπεύσαντα νὰ ἐναγκαλισθῇ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Συμπολιτεύσεως. Καὶ παρέστημεν θεαταὶ θεάματος, ὅπερ τότε μὲν ἐξέπληξε καὶ ἐνεθουσίασε καὶ ἡμᾶς καὶ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ σήμερον ὁ ἀναμιμνησκόμενος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ τὸν γέλωτα (ἱλαρότης). Καὶ οὐ μόνον ταῦτα, κύριοι, οὐ μόνον δὲν ἔθετε ζήτημα ὑπουργικὸν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὀλίγοι τινὲς συνάδελφοι ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, συνεννοηθέντες μετ’ ἄλλων Ἀντιπροσώπων τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὧν μεταξὺ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγὼ, ὅταν, λέγω, ἡμεῖς εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ζητήσωμεν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἠγωνίσαντο περισσότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀποκρούσωσι τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι ἤθελον τὰ πάντα νὰ γίνωσι φανερὰ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσι φανερὰ, καὶ διότι ἐπίστευον, ὅτι μυστικὴ συνεδρίασις ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὅταν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀναπτύσσουσι πρόγραμμα ἀντίθετον τῷ τοῦ Ὑπουργείου, ὅταν αἱ Ἀντιπολιτεύσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ζητοῦσι πληροφορίας, ἀφ’ ἑτέρου ἀντιτίθενται πρὸς μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ ἀφίνουσιν ὀπίσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐκ δυσπιστίας, εἴτε ἐξ ὑπερβαλλούσης φιλοπατρίας, εἴτε καὶ ἐξ ἀπειρίας φρονοῦσιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, αἱ Ἀντιπολιτεύσεις τότε δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσιν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι δὲν ἐμπιστεύονται τὴν Κυβέρνησιν. Δύνανται νὰ λέγωσιν ἄλλοι ὅ,τι θέλουσιν· ἀλλ’ ἡ ἱστορία καὶ ἡ κοινωνία δύναται νὰ κρίνῃ καὶ θέλει κρίνει τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν ὡς ἐμπρέπει αὐτοῖς. Καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ τολμῶν νὰ κηρύξῃ ἀντίθετον πολιτικὴν τῆς ἰσχυούσης, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν δυνάμεως καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ λόγου ἀνέπτυξεν εἰς ἡμᾶς ἰδέας, ἃς κατόπιν καὶ αὐτὸς καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ ἕκαστος νὰ δύνηται νὰ ἐξηγήσῃ ὅπως ἂν ἑκάστῳ δόξῃ. Παρουσίασεν ἡμῖν καθρέπτην μετὰ δύο πλευρῶν· ἐπεδείκνυε τὴν μὲν τῶν πλευρῶν, καὶ ἐβλέπομεν ἐν τῷ καθρέπτῃ τὴν ἀγρίαν μορφὴν τοῦ πολέμου· ἀλλ’ ᾐσθάνετο, ὅτι αὕτη δυσηρέστει τὸ ἔθνος· ἔστρεφε τὴν ἑτέραν τῶν πλευρῶν, καὶ ἐδείκνυεν ἡμῖν τὸν πρώην Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ βουλευτὴν ἐκ Ζακύνθου· καὶ ἐδείκνυεν ὑμῖν τὰ νομοσχέδια περὶ καπνοφαντῶν, καὶ ἐδείκνυεν ὑμῖν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ καλλιεργητὴν αὐτῆς τὸν ἄλλοτέ ποτε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀξιότιμον συμπολίτην μου κ. Καλλιγᾶν. Ἐδείκνυεν ἐν τῷ καθρέπτῃ τῆς εἰρήνης τὰς ἐπερχομένας ἐκλογὰς, τὰς ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς, νομοσχέδια τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ προσεκάλει ἡμᾶς πάντας εἰς τὰ κοινὰ καὶ συνήθη πράγματα. Ἐὰν πάλιν ἀπεστρέφετε τὸ πρόσωπον ἀπ’ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, ἐδείκνυεν ὑμῖν τὸν καθρέπτην τοῦ πολέμου καὶ ἔλεγε: μόνον παρ’ αὐτοῦ ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν. Ἤθελον ἐννοήσει, κύριοι, ἂν ἐψήφιζέ τις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης μετὰ τοῦ μακαρίτου Ἰακωβάτου, ἂν οὗτος ἔζη, ὅστις ἀδιαλείπτως ἠγόρευε περὶ συμμαχίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἤθελέ τις ψηφίσει ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, ἐὰν παρίστατο ὁ κ. Τρικούπης ὡς ὁ ποιητὴς Λασκαράτος, διότι καὶ αὐτὸς φρονεῖ ὑπὲρ τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὡς Ἀντιπρόσωπος ἐλευθέρου λαοῦ νὰ ἀκούσω εὐθαρσῆ καὶ σαφῆ γνώμην. Εἶνε ἀνάγκη νὰ ἀναλύσω τὴν πολιτικὴν ὑμῶν. Τί θέλετε; Θέλετε τὸν πόλεμον; ὀφείλετε νὰ εἴπητε τοῦτο καθαρῶς, διότι τοῦτο εἶνε τὸ μόνον ζήτημα, ὅπερ συγκινεῖ σήμερον καὶ δοῦλον καὶ ἐλεύθερον Ἑλληνισμόν. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέλει τὸν εἰρηνοπόλεμον, ὡς εὐφυῶς ἐδογμάτισαν ἄλλοι. Χθὲς ἠκούσαμεν πάλιν τὸν ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴν ἀπροκαλύπτως θέλοντα τὴν εἰρήνην, καὶ αὔριον θέλομεν ἀκούσει τὸν ἐξ εὐωνύμου τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθήμενον καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Βουλπιώτην, ἴσως ὡς καταγόμενον ἐξ ἐπαρχίας πολεμικωτέρας, θέλοντα τὸν πόλεμον. Καὶ θέλομεν ἔχει τρεῖς γνώμας, ἡ μία γνώμη εἰρηνοπολεμικὴ ἢ μᾶλλον πολεμοειρηνικὴ, ἄλλη γνώμη ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, καὶ τρίτη ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Καὶ κατέλαβον πάσας τὰς γωνίας τοιουτοτρόπως, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἴσως εἰσεχώρησαν μέχρι τῶν θαλάμων τῆς Βασιλείας, καὶ ῥίπτουσι τὰς ἰδέας ταύτας ἐν τῷ μέσῳ, ζητοῦντες διὰ τοιούτων ἀσαφῶν καὶ ἀμφιβόλου ποιότητος γνωμῶν οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ φέρωσι τὴν σύγχυσιν, ἵνα ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Τριφυλλίας Βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος, ἀρκούσας πληγὰς ἀνεῴξατε τῷ ἔθνει· δὲν θέλομεν καὶ νεωτέρας. Ἐκυβέρνησαν ἐπὶ τριετίαν τὴν Χώραν. Τί ἔπραξαν; εἶνε ἀναμφισβήτητον πλέον, ὅτι οἰκονομικῶς ἐπήνεγκον τὸν ὄλεθρον τοῦ ἔθνους. Ὅταν τις ἐν τοιαύτῃ ὑπάτῃ στιγμῇ ὁμιλῇ περὶ τοσοῦτον πασιδήλων θεμάτων, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέρχηται καὶ εἰς λεπτομερείας, ἐπιφερούσας τὴν σύγχυσιν τῶν κυρίων θεμάτων. Τί ἔπραξαν εἰς τὸν στρατόν; ἔναυλοι εἶναι οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καταβάντος ἀρτίως τοῦ βήματος, περὶ τῆς τότε δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Τί ἔπραξαν ὡς πρὸς τὸ ναυτικόν; ῥίψατε ἓν βλέμμα καὶ ἴδετε τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν τῆς μερίδος ἐκείνης, ἵνα κρίνητε καὶ περὶ τῶν πράξεων. Θέλετε ἴδει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ὕδρας Βουλευτὴν κ. Βούλγαρην, Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἢ τὸν κ. Τομπάζην. Ἂν ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι ναυτικαὶ παρασκευαὶ τῆς Χώρας!! Τί ἔπραξαν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν; Ποίαν ὤθησιν ἔδωκαν εἰς αὐτήν; οὐδεμίαν. Μετεχειρίσθησαν τὰ πάντα πρὸς ἐκπλήρωσιν σκοπῶν ἰδιοτελῶν καὶ χάριν τῶν φίλων. Τί ἔπραξαν ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν; ψευδεῖς ὁδοὺς χάριν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Κατὰ τίνα τρόπον ὑπεστήριξαν τὴν δημοτικὴν διοίκησιν; διὰ τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου κατέστρεψαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν πρώτων δήμων τοῦ Κράτους. Κατὰ τίνα τρόπον παρεσκεύασαν λοιπὸν τὸν Τόπον; Καὶ ποίαν ἐθνικὴν ἐνέργειαν ἐποίησαν, ὅπως παρίστανται διὰ τῆς δημοσιογραφίας καυτηριάζοντες τὴν νῦν κατάστασιν τοῦ Κράτους; Ποτὲ ἄνδρες, ἀποτελοῦντες μέρος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀκουόμενοι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι ἡ ἄστοργος καὶ ἀνεπιτυχὴς διοίκησις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐγένετο ἀπὸ σκοποῦ καὶ ἐπίτηδες. Ποτὲ δὲν δέχομαι, ὅτι ἄνδρες, ὑψωθέντες εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὥστε ἐν γνώσει καὶ ἀπὸ σκοποῦ νὰ φέρωσι τὸν Τόπον εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην. Μάλιστα πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς τρέφω ἄκρον σεβασμὸν καὶ ὑπόληψιν· καὶ νομίζω, ὅτι ἄνδρες, ὡς ὁ κ. Τρικούπης, δὲν δύνανται εἰμὴ νὰ ὦσιν ὅπως εἶνε, πράγματι τὰ καυχήματα τῶν ἐθνῶν, εἰς ἃ ἀνήκουσιν. Ἀλλ’ εἰσῆλθον ἅπαξ εἰς τὴν σκολιὰν ὁδὸν, ἔπεσαν εἰς τὴν κατωφέρειαν, ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ σταθῶσι. Προέβλεπον τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις; Προέβλεπον τοὺς ἐθνικοὺς κινδύνους; Ἀλλὰ τότε εἶναι διπλασίως ἔνοχοι. Τοὐλάχιστον οἱ ἄλλοι ἔλεγον ἐνταῦθα, εἰλικρινεῖς φαινόμενοι, καὶ ἐβεβαίουν, ὅτι δὲν ἐδύναντο νὰ προΐδωσι τὰς περιστάσεις. Οὐδὲ δυνάμεθα ν’ ἀδικήσωμεν τὸν πολιτευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως μένων, στερούμενος ἴσως τῶν ἀναγκαίων πρὸς τοῦτο στοιχείων, δὲν μαντεύει τὰ μέλλοντα μετ’ ὀλίγον νὰ συμβῶσι, καὶ μάλιστα, ὅταν πρὸ ὀλίγων μόνον ἡμερῶν εἴδομεν μέγαν διπλωμάτην, τὸν Βίσμαρκ, ὁμιλοῦντα ἐνώπιον τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους καὶ διαῤῥήδην ὁμολογοῦντα, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς διπλωματικῆς αὑτοῦ ἱκανότητος, ὡς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον. Καὶ ἐὰν προέβλεπον τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων καὶ τοὺς ἐθνικοὺς κινδύνους, τί εἰς ἡμᾶς ἀφῆκαν; Ἐκ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐξετυπώθησαν, καὶ τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἔφερεν, ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἀνέφερον συνάδελφοι ἄλλοι, ἀπεδείχθη καὶ πληρέστατα ἀποδειχθήσεται μετ’ ὀλίγον, ὅτι, καίπερ προβλέποντες, ὡς ἰσχυρίζονται, τὰς περιστάσεις ταύτας, οὐδὲν ἄξιον λόγου οὔτε στρατιωτικὸν, οὔτε ναυτικὸν, οὔτε διπλωματικὸν, οὔτε οἰκονομικὸν ἔπραξαν. Ἀλλὰ ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ παρουσίασαν πρὸς ἡμᾶς γρίφους καὶ λογοπαίγνια. Λέγουσι πρὸς ὑμᾶς, τί ἠθέλετε τὴν καθολικὴν ἐπιστράτευσιν, ἀφοῦ τὰ πράγματα τοσοῦτον ἔμελλον νὰ βραδύνωσιν; Ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρώην πρωθυπουργὸς ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ λέγει, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐὰν τὰ πράγματα θέλουν φθάσει εἰς σημεῖον κρίσιμον ἐντὸς ἡμερῶν ἢ ἐντὸς μηνῶν. Ἄν παρήρχετο ἡ εὐκαιρία αἴφνης, ἤθελε λέγει σήμερον: διατί δὲν ἐνεργήσατε; καὶ διατί ἐφέρατε λοιπὸν τοιουτοτρόπως τὴν ἐπιστράτευσιν; ἐρωτῶσι· διότι ὑμεῖς ἐστὲ οἱ δημιουργοὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ἐν Ἑλλάδι τοιούτου καθεστῶτος· διότι ἐὰν βραδύτερον ἐκαλεῖτο ἡ ἐπιστρατεία, ἦτο ἀδύνατον νὰ γυμνασθῇ· διότι ὑμεῖς ἐστὲ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου τῆς μονοετοῦς θητείας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οὓς ὑπέρτατον καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως προνοήσῃ περὶ τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τοιουτρόπως τῆς ἐπιστρατείας. Εἴπατε καθαρῶς, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον τὸ ἐννοήσει. Δὲν γνωρίζω τὶ θέλουσι πράξει ἄλλοι, ἀλλὰ πολλοὶ τοὐλάχιστον ἐξ ἡμῶν ἐν τοιούτῳ ζητήματι, ἀκολουθοῦντες τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, θέλομεν εἴπει «ἀρκοῦντα εἶνε ἐκεῖνα, δι’ ὅσων ἄλλοτε ἠπατήσατε τὸ Ἔθνος· ἡμεῖς θέλομεν παραμείνει ἐνταῦθα.» Ἀλλὰ δὲν εἶνε ταῦτα μόνα. Χθὲς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς καὶ ἔλεγε «θέλομεν νὰ πέσητε ἐκ τῆς Ἐξουσίας· θέλομεν μεταχειρισθῆ τὰ πάντα, ὅπως καταῤῥίψωμεν ἡμᾶς ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Ἀλλὰ ποτὲ μὴ νομίσητε, ὅτι ἡμεῖς ἐσόμεθα οἱ ὑμέτεροι διάδοχοι». Πρώτην ταύτην φορὰν ἤκουσα μέλος διαπρεπὲς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ τολμᾷ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐργάζεται νὰ καταῤῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ μερίδος, ἀλλ’ ὑπὲρ τρίτων. Καὶ τίνες εἶνε οἱ τρίτοι οὗτοι; Ὀφείλει τὸ Ἔθνος νὰ γνωρίζῃ. Ἐργάζεσθε ἄρα πρὸς ἄλλον σκοπόν; Θέλετε τὴν δύναμιν τὴν κοινοβουλευτικὴν νὰ μεταθέσητε εἰς ἄλλην δύναμιν τοῦ Κράτους; Καὶ θέλετε νὰ ἔχητε αὐτὴν συνεργόν; Ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν εἶσθε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδογματίζετε, ὅτι δέον αἱ Κυβερνήσεις αἱ κοινοβουλευτικαὶ ν’ ἀποῤῥέωσιν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἴπατε τὸ τοιοῦτον; ἔναυλοι εἰσὶν οἱ λόγοι ὑμῶν.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις.
§10ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι, ἐὰν δὲν μείνῃ ταὐτὴ, ἂς ἔλθῃ τρίτη.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, θέλομεν νὰ μείνῃ αὐτή.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀνέφερε πράγματα τοιαῦτα καὶ ἐχαρακτήρισε τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ χρώματα τοιαῦτα ὁποῖα εἶνε καταστρεπτικὰ διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ, ὅπερ λέγω, αὐτὸ ἐνόει. Ἀγνοῶ, κύριοι, ἂν διὰ τῶν ἀσθενῶν μου γνώσεων ἐδυνήθην νὰ ὑποζωγραφίσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐνῷ δὲ ἡ Βουλὴ ἐν μηνὶ Ὀκτωβρίῳ συνῆλθεν ἐνταῦθα, καὶ ἐνῷ προεκαλοῦντο τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐκφέρωσιν εὐθαρσῶς τὴν ἑαυτῶν γνώμην καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ παρέμενον μέχρι τέλους ἐνταῦθα, οὐδέποτε ἐκθέσαντες ἀντίθετον πολιτικήν. Παρῆλθεν ὅμως χθὲς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ὡδήγει ἐντεῦθεν ἡμᾶς οὐχὶ μέχρι τῶν Ἰωαννίνων, ἀλλὰ μέχρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διατί δὲν κατελάβετε τὰ Ἰωάννινα; ἔλεγε. Καὶ διατί, κύριε βουλευτὰ ἐκ Ζακύνθου, δὲν ἠρνεῖσθε τότε τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἐν ηγκαλίζεσθε τὸν Πρωθυπουργόν; Διατί δὲν ἐλέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τότε, ὅτε τὸ Ἔθνος ἐκέκτητο τοσαύτην δύναμιν, παρ’ ὑμῶν κληροδοτηθεῖσαν, ὥστε οὐχὶ εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἄκραν τῆς Ἀλβανίας ἐδύνατο νὰ φθάσῃ; (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Δὲν γνωρίζω τὶ ἐποίει τότε ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὰ Ἰωάννινα ἀληθῶς, ἀλλ’ ἀκούων σήμερον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκθέσαντος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτας πληροφορίας, οἵας ἀρτίως ἠκούσατε, ὑποθέτω, ὅτι οὐδὲ κατὰ σπιθαμὴν τότε ἐδύνατο ὁ στρατὸς ἡμῶν νὰ ὑπερπηδήσῃ τὰ ὅρια. Δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ καὶ ἂν εἰσηρχόμεθα, τίνι τρόπῳ εἴχατε ἐξασφαλίσει τὰ Ἑλληνικὰ παράλια, καὶ τώρα κλαίετε καὶ ὀδύρεσθε ὡς γραῖαι; Ἄρα διὰ τῆς Κίχλης καὶ τῆς Κίσσης; Δύο ἄρα εἰσὶ τὰ ῥεύματα, ἐφ’ ὅσον γινώσκω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἅτινα ῥέουσι δι’ ὅλου τοῦ Ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ, καὶ τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου. Καὶ τὰ δύο ἄξια σεβασμοῦ. Ἓν εἶνε καὶ πρέπει νὰ ἦνε τὸ ῥεῦμα τῆς εἰρήνης, καὶ ἕτερον πολὺ μεγαλείτερον, ὑπὲρ οὗ καὶ ἐγὼ κηρύσσομαι, τὸ ῥεῦμα τοῦ πολέμου. Ἡ μέση γνώμη, ἥτις ἀνεπτύχθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶνε ταχυδακτυλουργία· δὲν εἶνε γνώμη Ἐθνική, ἀλλ’ ἐπιχείρημα πρὸς κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας. Δύο εἰσὶ τὰ ῥεύματα, ναὶ, τὸ ῥεῦμα τῆς εἰρήνης καὶ τὸ ῥεῦμα τοῦ πολέμου. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους. Δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τρίτην ἰδέαν, ἥτις ὅμως δὲν εἶνε τρίτη ἀκριβῶς· δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν καὶ ἄλλων παρασκευῶν ἀκόμη. Αὐτὴ ὅμως δύναται νὰ τυγχάνῃ γνώμη κυβερνώντων, οὐδέποτε Βουλῶν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν συναποτελεῖ μέρος ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀγνοεῖ φυσικῷ τῷ λόγῳ τὰς λεπτομερείας τῶν πραγμάτων. Οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Ἐθνικὴν θέλησιν· κρίνουσιν ἐξ ἀπόψεως γενικωτέρας τὰ πράγματα. Αἱ Βουλαὶ δὲν δύνανται νὰ ὦσι συζητηταὶ τῶν τοιούτων θεμάτων. Τὴν εὐθύνην ἄρα ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις, καὶ αὐταὶ μόναι. Ἐὰν ὑπάρχῃ γνώμη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὲρ ἄλλων μειζόνων παρασκευῶν, ἡμεῖς θέλομεν ὑποστηρίξει τὴν τοιαύτην γνώμην, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη θέλει εἶσθαι ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἓν μόνον ἠθέλομεν παρακαλέσει—καὶ μεθ’ ἡμῶν παρακαλεῖ σύμπαν τὸ Ἔθνος—ὁπωσδήποτε ταχίστην ἐνέργειαν εἴτε πρὸς πόλεμον, εἴτε πρὸς εἰρήνην, καίτοι ἀπεύχομαι τὸ δεύτερον. Οὐδὲ δύναμαι ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῷ ὅτι ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ συνεκάλεσεν εἰς ἐργασίαν αὖθις τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἴσως μὲν ἐδύνατο ἄλλοτε ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης Συνόδου ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τῶν νομοθετημάτων, ἅτινα σήμερον εἰσήγαγε, τὴν ἐπιψήφισιν. Ἀκολουθοῦμεν τὴν κρίσιν ἡμῶν, δὲν δυνάμεθα δὲ πάντοτε νὰ ὑποβάλλωμεν ταύτην εἰς τὴν γνώμην ἄλλων. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι κατ’ ἀρχὰς τῆς παρούσης Συνόδου ἔσχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσωμεν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησίς τις περὶ τῶν ληπτέων μέτρων. Ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν, εἴτε ἀτυχῶς, εἴτε εὐτυχῶς, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἠναγκάσθημεν ν’ ἀπέχωμεν τότε τῶν συνεδριάσεων· ἀλλ’ ἀποσχόντες ἐδηλώσαμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκείνους, οὓς πάντοτε κατεδικάσαμεν. Ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλον ὑψηλότερον λόγον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ ἐπαινέσω τὴν Κυβέρνησιν. Δύναται νὰ ἔχῃ τὸν λόγον, ὅτι πρέπει νὰ ἵσταταί τις πολὺ ὑψηλὰ, ἢ αὐτὸς, ἢ τὸ Ἔθνος, οὗτινος αὐτὸς κυβερνήτης τυγχάνει, ὥστε νὰ προβαίνῃ οἰκείᾳ μόνον γνώμῃ εἰς μεγάλα τολμήματα. Ὁ κυβερνῶν τὴν Ἑλλάδα ἐν ταῖς στιγμαῖς ταύταις ὀφείλει νὰ ἐμψυχώνῃ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν· καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ δὲν δύναται νὰ ἐμψυχωθῇ εἰμὴ ὅταν ὁμιλῇ ὁ λαὸς διὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἴσως καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Κοινοβουλίου θέλει ν’ ἀντλήσῃ θάῤῥος κατὰ τὴν ὑπάτην ταύτην στιγμήν. Ἴσως τοῦτο εἶνε καὶ συνετὸν συγχρόνως. Καὶ οὐδέποτε δύναται ν’ ἀποδοκιμασθῇ Κυβέρνησις, διότι ἐννοεῖ, χάριν τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ συνεργάζηται μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἓν ὅμως δύναται τὸ Ἔθνος, διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ νὰ ζητήσῃ, τὴν ἄμεσον καὶ ταχίστην προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐζήτησε τοῦτο ἐπανειλημμένως· ἓν μόνον νὰ εὐχηθῇ, τὴν ταχεῖαν ἔκβασιν τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ ἀσχολεῖται· διότι Ἔθνος μικρὸν, ὡς τὸ ἡμέτερον, δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ἀδιαλείπτως νὰ δαπανᾷ καὶ νὰ ἐξαντλῆται. Ἡ διπλωματία, κύριοι—καὶ εἶνε ἀνάγκη νὰ λεχθῇ τοῦτο —κατεσκεύασεν Ἔθνος μικρὸν ἢ μικροσκοπικὸν μᾶλλον· ἐπροικοδότησεν αὐτὸ μὲ Βασιλείαν καὶ μὲ ὀργανισμὸν μεγάλου Κράτους. Ὅλον τὸ Ἔθνος μὲ ὅλον αὐτοῦ τὸν πληθυσμὸν δὲν ἀποτελεῖ τὴν πόλιν τῶν Παρισίων· καὶ τὸ Ἔθνος αὐτὸ εἶνε ὑποχρεωμένον νὰ παρίσταται μὲ Βασιλεῖς καὶ διοικητικὴν πολυτέλειαν καὶ σπατάλην. Ἰδοὺ μία τῶν μεγάλων αἰτιῶν, δι’ ἃς δὲν δύναται τὸ Ἔθνος νὰ ὀρθοποδήσῃ. Ἄνωθεν αὐτοῦ ἔπλασαν μεγάλην Βουλγαρίαν, ἀντίθετον πρὸς τὴν μικρὰν Ἑλλάδα· ἰδοὺ μία τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃς ἀνησυχοῦμεν καὶ διατρέχομεν αὐτοὺς τοὺς κινδύνους. Ἴσως, κύριοι—διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πρέπει νὰ λεχθῶσι τὰ πάντα—ἐὰν πρὸ ἐτῶν ἠκολουθοῦμεν πολιτικὴν καθαρῶς εἰρηνικὴν, ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι σήμερον ἐν ἄλλῃ θέσει, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα, καὶ ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν· ἴσως τότε δὲν ἤθελε συζητεῖσθαι ἂν πρέπῃ νὰ δράσωμεν ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἡμεῖς—δὲν γνωρίζω ἂν δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δυστυχῶς—ἠκολουθήσαμεν πάντοτε πολεμικὴν πολιτικὴν καὶ κατὰ τὸ 1854 καὶ κατὰ τὸ 1866, καὶ ταύτην ἠκολουθήσαμεν πάντοτε καὶ ἀδιακόπως. Ἀλλ’ ἤδη, κύριοι, εἶνε ἀνάγκη τὰ πράγματα νὰ ἐκκαθαρισθῶσι· νῦν φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ θέλει φέρει τὴν αὐτοκτονίαν. Πέποιθα, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐὰν ἐπέλθῃ πάλιν ἀναβολὴ, θέλομεν πάλιν γείνει θύματα μικρᾶς πολιτικῆς, μικρῶν σκοπῶν καὶ μικρῶν πόθων. Θέλομεν παρίστασθαι ἐν μὲν τῇ Βουλῇ ἀκούοντες ἀντεγκλήσεις καὶ συζητήσεις οὐχὶ περὶ μεγάλων ἔργων, ἀλλὰ περὶ μικρῶν πραγμάτων καὶ ταπεινῶν, ἐκτὸς δὲ τῆς Βουλῆς θέλομεν πίπτει τὰ θύματα τῶν συγγενῶν ἡμῶν, τῶν φίλων ἡμῶν, τῶν ἐκλογέων, καὶ θέλομεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν πεπατημένην ὁδὸν, ἣν ἐπὶ ἑξήκοντα ἐνιαυτοὺς διανύομεν. Ἐκεῖνοι ὅσοι εἰσὶ κατὰ τοῦ πολέμου, πρέπει νὰ στρέψωσι τὸν διπλοῦν καθρέπτην τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἴδωσι τὶ ἔσεται μετὰ τὴν τοιαύτην εἰρήνην. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν τὸν ἀξιότιμον ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴν, δογματίζοντα, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες τολμῶσι νὰ κηρυχθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν, ἢ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ καταπατηθῶσι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Καὶ λέγει ταῦτα ἐκεῖνος, ὅστις πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἰσχυρίζετο, ὅτι ἐθνικὴ πολιτικὴ ἡμῶν ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ ἄμεσος εἰσβολὴ εἰς τὰ Ἰωάννινα. Καὶ θέλει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, κύριοι βουλευταί, ἀνατρέχων εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ ἄλλας ἰδέας καὶ ἄλλους ἄνδρας. Ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: «Τί τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοιαύτης ἐθνικῆς πολιτικῆς, ὅταν εὑρίσκεσθε ἀπέναντι τοῦ ὁμόρου Κράτους; Καὶ εὑρίσκεσθε, ἐν ᾗ θέσει ἐτύγχανεν ἡ Πρωσσία ἀπέναντι τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος!» Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὴν ἱστορίαν τῶν τότε, διότι οὐδέποτε ὑποθέτω, ὅτι ἀπὸ τοῦ ὑψίστου τούτου βήματος ἐδύνατο ἐν γνώσει νὰ λέγῃ τοιαύτας πλάνας. Ἔλαβε τὸν Μέγαν Ναπολέοντα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑπάτης αὐτοῦ δόξης, ὅτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἦτο διαδεδομένον ὡς πρώτης τάξεως κατακτητοῦ εἰς τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ὅτε ἔτρεμον καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν οἱ λαοὶ πάντες. Ἔλαβε τὴν Γαλλίαν, ὅταν ἦτο εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεως, τοῦ πολεμικοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν γνώσεων τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρός. Καὶ θέλων νὰ ἐκπτοήσῃ ἡμᾶς καὶ νὰ παρασύρῃ πρὸς ἄλλας γνώμας καὶ ἄλλην ψῆφον, παρέβαλε τὴν Τουρκίαν, ἥτις εὑρίσκεται σήμερον ἐν τῷ κατωτάτῳ σημείῳ τῆς δόξης αὐτῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως, πρὸς τὸν μέγιστον καὶ ἰσχυρότατον τῶν μοναρχῶν τοῦ κόσμου, τὸν παραβληθέντα πρὸς Ἀλέξανδρον καὶ Καίσαρα. Ἐννοῶ, κύριοι, τὰς Ἀντιπολιτεύσεις, ἐννοῶ ὅταν τις ἵσταται εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην, ἢ εἰς τὴν πλευρὰν ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) καὶ κατέχει τὴν Ἐξουσίαν ὁ ἀντίπαλος, ἐννοῶ τὸν διαχειρισμὸν πάντων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὴν ἐφεύρεσιν καὶ τῶν δυνατῶν καὶ τῶν ἀδυνάτων μέσων, ὅπως καταῤῥίψωμεν τοὺς ἀντιπάλους· διότι ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθάνεται, ὅτι κέκτηται τὴν δύναμιν πρὸς τὸ ἄρχειν, εἶνε ἀνάξιος τῆς Ἀρχῆς, ἂν δὲν θέλῃ νὰ καταῤῥίψῃ τοὺς ἑαυτοῦ ἀντιπάλους. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποτὲ, ὅτι πολιτικοὶ ὑπολογισμοὶ εἶνε ἱκανοὶ νὰ παραφέρωσιν ἄνδρα ἀριπρεπῆ καὶ σεβαστὸν, οἷος τυγχάνει ὁ ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, καὶ νὰ παραφέρωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐκθέσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰδέας, αἵτινες ἐὰν ἐλέγοντο ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἤθελον καταστήσει τὸν ῥήτορα αὐτὸν ἔνοχον τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας! (ὡραῖα, εὖγε). Ἄλλοτε, κύριοι, ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ εἷς μέγας βασιλεὺς, ὁ Κανοῦτος, κατεδίκασεν εἰς θάνατον ἄδικον στρατιώτην. Δὲν διηγοῦμαι μύθους καὶ μάλιστα Ὀθωμανικοὺς (ἱλαρότης) ὡς ὁ εὐφυὴς ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴς, ἀλλ’ ἀντλῶ ἐκ τῆς ἱστορίας. Κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν στρατιώτην· ἀλλ’ ὅταν ἐπληροφορήθη, ὅτι ἀδίκως ἀπεφάνθη, κατέβη ἐκ τοῦ θρόνου, παρέταξε τὸν στρατὸν, ἐζήτησε συγγνώμην ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐπλήρωσε δεκαπλασίως τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου, καὶ μετέβη εἰς τὴν Ῥώμην, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἄφεσιν παρὰ τοῦ Πάπα. Εἰς ἑκατὸν Ῥώμας καὶ ἂν μεταβῇς, ἐκ Ζακύνθου βουλευτὰ, δὲν θὰ ἦνε δυνατὸν νὰ εὕρῃς ἐπιείκειαν, διότι κατεδίκασες ἀδίκως εἰς θάνατον οὐχὶ ἕνα στρατιώτην, ἀλλ’ ὀγδοήκοντα χιλιάδας μαχητῶν Ἑλλήνων (ὡραῖα). Ἐδυνάμην νὰ βεβαιώσω τὸν ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴν, ὅτι σέβομαι τὴν τέχνην τοῦ πολέμου καὶ τὴν πρὸς πόλεμον παρασκευήν. Ἀλλ’ οἱ μεγάλοι στρατηγικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ μεγάλοι στρατοὶ δὲν γεννῶνται ἐν τῇ εἰρήνῃ, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀγῶνι, ἐν τῇ πυρίτιδι τοῦ πολέμου. Ἀνατρέξατε οὐχὶ εἰς ξένας καὶ μεμακρυσμένας ἱστορίας, ἀλλ’ εἰς τὴν πάτριον ἡμῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ μέγας ναύαρχος τῆς Ἑλλάδος Μιαούλης ἦτο φοβερὸς οἰνοπότης καὶ καπνιστὴς ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐγέρσεως τοῦ ἀγῶνος, οὐδ’ ἤθελε νὰ ἀκούσῃ περὶ ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ ὅταν μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ὁ μεγάθυμος Κουντουργιώτης καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς αὐτὸν τοὺς μυστικοὺς πόθους τοῦ ἔθνους, ὁ Μιαούλης ἐγένετο ὁ μεγαλείτερος ναύαρχος τῆς Μεσογείου, καὶ οὐδέποτε ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὡς ἀναφέρουσιν οἱ βιογράφοι, ἔπιεν οὔτε καπνὸν, οὔτε οἶνον. Ἠθέλησα νὰ μεταχειρισθῶ τὸ παράδειγμα αὐτὸ, ἵνα, ἂν πολλαπλασιάσητε, εὕρητε, ὅτι οὐδεὶς τῶν στρατηγῶν ἢ ναυάρχων τῆς Ἑλλάδος εἶχε δίπλωμα στρατηγοῦ ἢ ναυάρχου. Θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἠσκήθησαν ἐν τῇ τέχνῃ τοῦ πολέμου ἐν στρατιαῖς καὶ στρατοπέδοις, ὡς σήμερον γίγνεται. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἀρνοῦμαι τὴν δύναμιν καὶ τὴν τέχνην τῆς παρασκευῆς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ὅταν τὰ ἔθνη ἐξεγείρωνται, ἀναπτύσσονται πᾶσαι αὐτῶν αἱ ἀρεταὶ, ὅταν αὗται ἦνε πάτριοι καὶ παλαιαί. Ἀλλὰ, κύριοι, ἵνα συμπεράνω, ἐγὼ οὐδαμῶς ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐπὶ τῷ δράματι, ὅπερ σήμερον παίζει ἡ διπλωματία, αὐτὴ αὕτη μετ’ οὐ πολὺ θέλει μετανοήσει. Ἂν εἰς τὸ πλευρὸν τῆς μεγάλης Βουλγαρίας, ὡς ἤδη κατέστησεν αὐτὴν, διότι τοῦτο εἶνε πρᾶγμα τετελεσμένον, ἔθετε καὶ μεγάλην Ἑλλάδα, οὗτος ἦτο ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ ἐδύνατο νὰ κωλύσῃ τὸν ἐκ τοῦ Βοῤῥᾶ χείμαῤῥον. Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτική, ἣν ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσωσι, τοὐλάχιστον ταύτην ἐνδεικνύει ἡ ἱστορία τῆς Ἀνατολῆς. Ἀνάγνωτε τὴν Βυζαντινὴν ἱστορίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ῥώσων, καὶ θέλετε ἰδεῖ ποσάκις ἐκωλύθη ὁ Ῥωσικὸς χείμαῤῥος νὰ καταλάβῃ τὰ τοῦ Αἵμου ἐδάφη. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἔθηκαν μεγάλην Βουλγαρίαν, καὶ ἀπέναντι ταύτης ἔθηκαν μικρὰν Ἑλλάδα· καὶ ἐπιμένουσιν ἔτι εἰς τοῦτο καὶ ὑποδαυλίζουσι διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς πάθη καὶ μίση, ἅτινα εἶνε δυνατὸν νὰ στραφῶσι καὶ καθ’ ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ εἶνε δυνατὸν νὰ στραφῶσι καὶ κατ’ ἐκείνων. Τί περιμένουσιν ἆρά γε μόνον ἀπὸ τῆς μεγάλης Βουλγαρίας; Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀδικήσω οὐδένα τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, σέβομαι δὲ τὴν ἱστορίαν καὶ τῶν Βουλγάρων, ἣν ηὐτύχησα ν’ ἀναγνώσω. Ἀλλ’ ἓν γινώσκω ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῶν, διελθὼν ταύτην ἀπὸ τῶν παλαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν νεωτέρων, ὅτι δὲν διέπρεψαν εἰς ἄλλο τι εἰμὴ εἰς τὴν ὑλικὴν ῥώμην. Ποῦ εἶναι ἡ ποίησις καὶ ἡ φιλολογία αὐτῶν; Ποῦ αἱ εὐγενεῖς ὁρμαὶ, ποῦ ἡ τέχνη; Ἂν ἀνατρέξητε εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν αὐτῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι ἦσαν οἱ ἀγριώτατοι τῶν ἀνθρώπων· ἂν μελετήσητε τὴν νεωτέραν, δὲν θέλετε εὕρει σταθμὸν, οὗ τινος ἐνώπιον ν’ ἀποκαλυφθῆτε. Θέλετε εὕρει τὸν βασιλέα αὐτῶν Κροῦμμον συλλαμβάνοντα τὸν αὐτοκράτορα Νικηφόρον καὶ κόπτοντα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ μεταχειριζόμενον τὸ κρανίον ὡς ποτήριον πρὸς πόσιν οἴνου, ἢ τὸν βασιλέα αὐτῶν Καλοϊωάννην ἢ Σκυλοϊωάννην, κατὰ τοὺς βυζαντινοὺς, συλλαμβάνοντα ἄλλον αὐτοκράτορα, τὸν Βαλδουΐνον, ῥίπτοντα αὐτὸν εἰς λάκκον ζῶντα καὶ κατόπιν κόπτοντα ἀπ’ αὐτοῦ ἐναλλὰξ ἀμφοτέρας τὰς χεῖρας, ἔπειτα τὸν ἕνα καὶ ὕστερον τὸν ἕτερον τῶν ποδῶν! Τί ἔχουσι νὰ δείξωσιν ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ κόσμου; Ποῦ εἶναι τὰ ἀνδραγαθήματα αὐτῶν καὶ ὡς λαοῦ πολιτικοῦ καὶ ὡς λαοῦ ἐκπολιτιστικοῦ; Δὲν ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ἵν’ ἀπαγγείλω τὸν ἔπαινον τῆς πατρίου ἡμῶν ἱστορίας, οὐδ’ ἵνα ἐξάρω αὐτήν· διότι, ὅταν τις ὁμιλῇ ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων ἤθελεν ἀδικήσει ἑαυτὸν, ἐὰν ἀνεμίμνησκε πρὸς αὐτοὺς τὰς μεγάλας πράξεις τῶν προγόνων. Ἀλλὰ τίς ἐκ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς δύναται νὰ παραβληθῇ εἴτε λόγῳ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας, εἴτε λόγῳ τῆς μέσης, εἴτε λόγῳ τῆς νεωτέρας καὶ τῆς συγχρόνου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; Ἡμεῖς οὐ μόνον κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς νεωτάτους ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἔχομεν τὰ στοιχεῖα πάντα τῶν μεγάλων ἐθνῶν. Οἱ σοφοὶ ἡμῶν εἶναι σεβαστοὶ οὐ μόνον ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ τῇ ὑφηλίῳ· οἱ καλλιτέχναι καὶ οἱ συγγραφεῖς ἡμῶν δρέπουσι στεφάνους εἰς τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα κέντρα τοῦ κόσμου, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες—διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσω τοῦτο πρὸς τιμὴν αὐτῶν—ἐδύναντο νὰ παρακαθίσωσιν ἐπιτυχῶς εἰς τὰ μέγιστα τῶν κοινοβουλίων τῆς Εὐρώπης. Εἰς τί ἆρά γε ὑστερήσαμεν; Μήπως ὑστερήσαμεν εἰς τὸ νὰ χύσωμεν τὸ αἷμα ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ αὐτῶν τῶν μεγάλων λαῶν; Ἂς δείξωσιν ἡμῖν μίαν κἂν λεγεῶνα ἐκ τῆς Βουλγαρίας, ἥτις ἔχυσε τὸ αἷμα αὐτῆς, ἢ τὴν μελάνην ἔστω, ὑπὲρ τῶν ἀπαραγράπτων δικαίων τῆς ἀνθρωπότητος! Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διπλωματία δὲν εἶναι ποιητὴς καὶ δὲν ἐμπνέεται, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ὀφείλει νὰ μελετᾷ τὰ στοιχεῖα τῶν λαῶν καὶ νὰ διακρίνῃ τίνες εἰσὶν ἱκανοὶ πρὸς μεγαλουργίαν. Ἂν ἄρα ἡ Εὐρώπη δὲν πείθηται εἰς τόσῳ πασίδηλα πράγματα, μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι δὲν πείθεται, διότι ἔχει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμφέρον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνέκαθεν ἐπίστευον, ὅτι κατάχρησιν ἐποιεῖτο ἡ Ἑλλὰς τῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις εὐγνωμοσύνης. Δὲν δέχομαι, ὅτι ἐκ συμφέροντος ἡμῶν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ὑπερήσπισαν τὸν Ἑλληνισμόν· ὑπερήσπισαν αὐτὸν ἐκ συμφέροντος ἰδίου. Καὶ ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιοι ἐκεῖνοι οἱ ἡγέται τῶν λαῶν, οἵτινες ἤθελον λάβει ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, οὐχὶ δὲ τὰ τῶν ἰδίων. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐπίστευσα, ὅτι μία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ ἡ πολιτικὴ τῶν Δυνάμεων, ἣν προχθὲς ἠκούσαμεν παρενειρομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ποῦ εἶναι αἱ συμμαχίαι ὑμῶν, ἔλεγεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ πῶς τολμᾶτε ἄνευ συμμαχιῶν νὰ σκέπτησθε περὶ πολέμου; Καὶ ποίας συμμαχίας ἐνόει; Τὰς συμμαχίας μετὰ τῶν ἀνατολικῶν λαῶν, ὧν πάντων τὸ συμφέρον εἶναι ἡ σμικρότης καὶ μηδαμινότης τῆς Ἑλλάδος; Ἢ ἐνόει τὰς συμμαχίας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων; Ἀλλ’ αἱ μεγάλαι Δυνάμεις οὐδέποτε γεννῶσι ζητήματα, εἶναι πεπλασμέναι, καὶ ὁ προορισμὸς καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι νὰ λύωσι, καὶ οὐχὶ νὰ γεννῶσι ζητήματα. Τὰ ζητήματα τὰ γεννῶσι τὰ ἔθνη, καὶ αἱ Κυβερνήσεις αὐτῶν, αἱ δὲ Δυνάμεις, εὑρίσκουσαι τὰ ζητήματα, λύουσι ταῦτα. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ἐκ Ζακύνθου πολιτευτὴν, ποῦ εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα; Δὲν ὑπάρχει ζήτημα Ἑλληνικὸν, ἐφώνει, ὅτε ἀνεγίνωσκεν εἰς ἡμᾶς σωρείαν ἐφημερίδων. Ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς νομίζῃ, ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα Ἑλληνικὸν, θέλω δωρήσει πρὸς αὐτὸν τὸ ἀλφάβητον τῶν Βουλγάρων (ἐγχειρίζει εἰς παρακαθήμενον βουλευτὴν χαρτίον τι, περιέχον τὸ ῥηθὲν ἀλφαβητάριον, ὅπως τὸ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον), ὥστε ὅταν ὁμιλήσῃ δευτέραν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὁμιλήσῃ τὴν γλῶσσαν τοῦ Κρούμμου καὶ τοῦ Σκυλοϊωάννου (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυροκέφαλος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος.
§17ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ὁμιλήσω κατόπιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς συζητοῦντες τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τῇ Βουλῇ ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, καὶ προσπαθοῦντες διὰ τῆς μελέτης τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀρχὴν, ἥτις ὡδήγει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκεν, ἐξεθέσαμεν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὸ πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης, ὅτε μετὰ μεγάλης λύπης, ἀλλ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας ἐλέγομεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ τὰ μέτρα ὅλα τῆς Κυβερνήσεως προέδιδον παντελῆ ἐν αὐτῇ ἔλλειψιν ὡρισμένου σχεδίου καὶ ὡρισμένου σκοποῦ, ὅτε ἐλέγομεν, ὅτι ἐπιστράτευσις οἵα ἐγένετο εἰς οὐδὲν ἀτυχῶς ἤθελεν ἀπολήξει ἀποτέλεσμα ἢ εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ ἂν καὶ κατὰ πόσον οἱ Ἕλληνες δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς κακουχίας, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ περιφρονητικῆς φράσεως, ἥτις εἰς τὸ ὕψος τοῦ παρ’ αὐτοῦ κατεχομένου ἀξιώματος δὲν ἥρμοζε, προέτρεπε τοὺς θρηνῳδοὺς νὰ παύσωσι τὰς θρηνῳδίας καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς μικρᾶς πολιτικῆς νὰ μὴ ταράττωσι τοὺς κύκλους ἐκείνων, οἵτινες τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια αὐτῶν συνοψίζουσι διὰ τῶν ἑξῆς λέξεων: «Μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ ὅ,τι δὲν ἔχομεν θὰ πολεμήσωμεν». Ἀργότερα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποχαιρετίζων ἡμᾶς, ἔλεγεν ὅτι μετά τινα χρόνον ἠθέλομεν πάλιν συναντηθῆ ὑπὸ αἰσίους οἰωνούς. Πολλοὶ ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες ἀγωνίας, μῆνες μαρτυρίου, κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδειξε σπάνιον πατριωτισμὸν, ἔδειξεν ἐθελοθυσίαν, ἔδειξεν ἀρετὰς τοιαύτας, ὥστε ἀπέφυγε τὸ γελοῖον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις παρεσκεύαζεν αὐτῷ, καὶ κατέστη τοῖς πᾶσι σεβαστός. Παρῆλθον μῆνες καὶ ἐπανήλθομεν ἐντὸς τῆς Αἰθούσης ταύτης, ἀτυχῶς ὅμως ἡ ὑπόσχεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ συναντήσεως ἡμῶν ὑπὸ αἰσίους οἰωνοὺς δὲν ἐπραγματοποιήθη, διεψεύσθη καὶ αὕτη, ὡς καὶ πολλαὶ ἄλλαι τῆς Κυβερνήσεως ὑποσχέσεις διεψεύσθησαν. Προσήλθομεν ἐνταῦθα καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμῶν συνάντησιν ἠκούσαμεν εἰσήγησιν νομοσχεδίων, ἥτις διὰ φράσεως ξηρᾶς ἀπεικόνιζε τὴν οἰκτρὰν ἡμῶν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἀποσύνθεσιν. Εἰς ἡμᾶς, οἵτινες προεβλέψαμεν ταῦτα, εἰς τοὺς θρηνῳδοὺς, οἵτινες ἐθρήνησαν ἐπὶ τοῖς γενομένοις, πάντα ταῦτα ἦσαν γνωστά. Παρηκολουθήσαμεν μετὰ προσοχῆς τὴν ἐκτύλιξιν τῶν γεγονότων, καὶ καλῶς ἐγινώσκομεν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν διεσαλπίζετο εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι 40 ἑκατομμύρια ὑπῆρχον ἐν τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους, ἐν τοῖς ταμείοις ἐν τούτοις δὲν ὑπῆρχον ἢ κενὰ, ὅπως μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν δὶς καὶ τρὶς τοῦ μηνὸς τακτικῶς ἀνηγγέλλετο εἰς τὸν κόσμον παρὰ τῶν ἡμιεπισήμων ὀργάνων τῶν ὡρισμένων ὅπως καθιστῶσι γνωστὰς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγμήν, λέγω, ἠγγέλλετο, ὅτι μετὰ 15 ἡμέρας ὁ στρατὸς διέρχεται τὰ σύνορα, ὁ στρατὸς ἦτον ὅλως ἀσύντακτος· ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια αὕτη, ἡ εἰς τοὺς ἀποβλέποντας εἰς τὰ πράγματα γνωστή, ἐπεκρύπτετο καὶ ἐσκοτίζετο ὑπὸ τῶν ψευδῶν εἰδήσεων, τῶν ψευδῶν διαδόσεων, τῶν ὁποίων τοσαύτη ἐγένετο κατάχρησις καὶ πολλοὶ θεωροῦντες ἡμᾶς ἀπαισιοδόξους μετὰ πατριωτικῆς ἀνυπομονησίας περιέμενον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν κήρυξιν πολέμου καὶ ὠνειρεύοντο πατριωτικώτατα ὄνειρα πολεμικῆς δόξης καὶ ἐθνικοῦ μεγαλείου. Ἡ εἰσήγησις τῶν νομοσχεδίων ἀφύπνισε πάντας, καὶ ἡ πικρὰ ἀλήθεια ἐγένετο τοῖς πᾶσι γνωστή. Τοιαῦται καὶ τοσαῦται θυσίαι ἀπέληξαν εἰς οἰκονομικὸν ναυάγιον, εἰς στρατιωτικὴν ἀποσύνθεσιν. Ἐν τοιαύτῃ στάσει πραγμάτων, κύριοι, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τελεσθέντων καὶ νὰ ὑποδείξῃ ποία κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς ἦτο ἡ πολιτική, ἣν τὰ πράγματα, εἰς ὃ σημεῖον περιήγαγε ταῦτα ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτακτικῶς ἀπήτουν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπετέλεσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τῆς εὐκρινείας, ἥτις τὸν διακρίνει, μετὰ τοῦ θάῤῥους, ὅπερ αὐτὸν χαρακτηρίζει. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐπεζήτησεν ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ καθήκοντος τούτου ἐφήμερον δημοτικότητα, ἀλλ’ ἐξέθηκε μετὰ τόλμης, τιμώσης τὸ Ἐθνικὸν τοῦτο βῆμα, σαφὲς πρόγραμμα πολιτικῆς ἐνεργείας. Εἰς ἀπάντησιν τῆς λαμπρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις θέλει μείνει ὡς ὑπόδειγμα ἀνδρικῆς παῤῥησίας ἐν τῇ ἐκτελέσει ὑψίστου ἐθνικοῦ καθήκοντος, ὁ κ. Πρωπουργὸς οὐδὲν ἕτερον εὗρε νὰ εἴπῃ, ἢ νὰ ἐλέγξῃ τὴν τριετῆ διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὑπεστήριξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι διπλωματικῶς εὑρισκόμεθα εἰς χειρίστην θέσιν, ὅτι οἰκονομικῶς βαίνομεν πρὸς βεβαίαν καὶ ἀνεπανόρθωτον καταστροφὴν καὶ ὅτι στρατιωτικῶς εὑρισκόμεθα εἰς ἀποσύνθεσιν, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ θέσις, ἡ διπλωματικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἡμῶν κατάστασις ἀπαγορεύουσιν ἀπολύτως ἄμεσον ἐνέργειαν, καὶ εἰς ταῦτα πάντα οὐδὲ λέξιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ἀλλ’ εὐηρεστήθη ἐκτοπίζων τὸ ζήτημα νὰ ἐλέγξῃ τὴν τριετῆ διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ἠκολούθησαν ἅπαντες οἱ κατὰ τὴν συζήτησιν σχεδὸν ταύτην λαβόντες μέρος εἴτε ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν συντεταγμένην συμπολίτευσιν εἴτε ἐκεῖνοι, οἵτινες, καί τοι μὴ συναντώμενοι μετ’ αὐτῆς κατὰ τὰς ἰδέας καὶ ἀρχὰς, συναντῶνται ὅμως σχεδὸν πάντοτε μετ’ αὐτῆς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἠκούσαμεν ἐνταῦθα ἐνθουσιώδεις λόγους περὶ πολέμου, καὶ ἠκούσαμεν «ἴτε παῖδες Ἑλλήνων κτλ.» καὶ ἠκούσαμεν ἐδῶ ῥήτορα προσπαθοῦντα νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς Θεσσαλονίκης, μὴ ὑποδεικνύοντα ὅμως καὶ τὰ μέσα δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ τὴν καταλάβωμεν, καὶ ἠκούσαμεν ἕτερον, ὅστις εὐηρεστήθη νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἑρμαφρόδιτον. Μᾶς ὡμίλησε καὶ οὗτος περὶ πολέμου, ἀλλ’ ὅταν εὑρέθῃ ἀπέναντι τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, παρέκαμψεν αὐτὸ, εἰπὼν ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσι χρήματα, ὅτε δὲ εὑρέθη ἀπέναντι τῆς στρατιωτικῆς ἀποσυνθέσεως, παρέκαμψεν αὐτὴν ὑπομνήσας, ὅτι κατὰ τὸ 1821 ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε συντεταγμένον στρατόν. Ἐὰν ταῦτα εἶναι τὰ μόνα ἐφόδια, ἅπερ χαρακτηρίζουν ὡς ἀνδρικὴν τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἵνα προτιμήσω τὴν ἑρμαφρόδιτον πολιτικὴν μὲ ὅλον τὸ ἐπίθετον, ὅπερ μετεχειρίσθη πρὸς χαρακτηρισμὸν αὐτῆς. Ἠκούσαμεν τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος τὸ πλεῖστον τοῦ λόγου κατηνάλωσεν ἐλέγχων τὴν τριετῆ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διαχείρισιν· μέρος τοῦ λόγου κατηνάλωσεν εἰς ἀνάπτυξιν τῆς βουλγαρικῆς ἱστορίας, μέρος εἰς ἐπίκρισιν τῆς διπλωματίας, ἀλλ’ οὐδὲν εἶπεν, ὅπως ἀνασκευάσῃ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐξετοπίσθη λοιπὸν τὸ ζήτημα παρὰ πάντων, ἀλλ’ ἡ ἐκτόπισις τοῦ ζητήματος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐξαφάνισιν αὐτοῦ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτέθη σαφῶς ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὸ ζήτημα, ἐὰν, ἐν ᾗ καταστάσει περιήλθομεν διπλωματικῶς, οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς, ἐπιτρέπηται ἄμεσος ἐνέργεια καὶ ἂν ἡ ἄμεσος ἐνέργεια ὑπὸ τοιούτους ὅρους καθίσταται δυνατή. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἑαυτῆς ἰδέας, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔχονται ἀληθείας τὰ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς, τῆς διπλωματικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως λεχθέντα. Τὸ ζήτημα, ὅπερ χωρίζει ἡμᾶς, κύριοι, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ πρόγραμμα εἶναι κοινὸν εἰς ἡμᾶς ὅλους, εἶναι κοινὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀνεξαιρέτως. Τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς χωρίζει, δὲν εἶναι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ πολεμικὴν ἢ εἰρηνικὴν πολιτικήν· δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχωσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ εἶναι εἰρηνική, ἠξεύρω ὅμως ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι, ἐν αἷς διατελοῦμεν σήμερον περιστάσεσιν, ὁ πόλεμος εἶναι ἀδύνατος. Τὸ ζήτημα εἶναι, κύριοι, τὸ ἑξῆς: Ἡμεῖς διατεινόμεθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε διενοήθη σπουδαίως ἵνα προβῇ εἰς πόλεμον καὶ ὅτι, ἐὰν τοιοῦτό τι διενοήθη, ἡ ἐνέργεια αὐτῆς ἀντὶ νὰ καταστήσῃ τὸν πόλεμον δυνατὸν, κατέστησε τὸν πόλεμον ἀδύνατον· ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διενοεῖτο πράγματι νὰ πολεμήσῃ, ὤφειλε νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν, ὅπως τινὰς τοὐλάχιστον τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καταστήσῃ εὐμενεῖς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν ἀγῶνα, καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῆς ἡ διπλωματικὴ τὸ ἐναντίον ἐπήνεγκεν ἀποτέλεσμα· ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι οἰκονομικῶς ἡ Κυβέρνησις κατέστησε τὸν πόλεμον ἀδύνατον, καθότι ἐξήντλησε διὰ τῆς προώρου ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας (θόρυβος) ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ Κράτους καὶ κατέστησεν ἀνέφικτον τὴν εὕρεσιν δανείου, οὐδόλως περιποιηθεῖσα τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐκθέσασα αὐτὴν, ὡς μὴ ὤφειλεν· ὅσα δὲ χθὲς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο, ἵνα προσφύγῃ ἀμέσως εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶνε ἀκριβῆ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἀνέπτυξαν ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἶπον οἱ εἰδήμονες οὗτοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδίδετο εἰς τὴν Τράπεζιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἔπρεπε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ν’ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν νὰ καταβάλῃ μέγα μεταλλικὸν δάνειον εἰς ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος, ὅπερ αὐτῇ παρεχωρεῖτο. Συνεζητήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ὑπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις μέσον, ὅπως μὴ προστρέξωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀφήσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς τὸ τελευταῖον μέσον, εἰς ὃ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ προστρέξῃ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἡ διὰ μιᾶς πρόσκλησις τοσούτων ἡλικιῶν, ἡ κατάταξις τῶν ἀπαλλαγέντων, ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν πρόσκλησιν ἑτέρων ἡλικιῶν, ἡ μὴ ἔγκαιρος πρόνοια πρὸς σχηματισμὸν στελεχῶν, ἡ ἀκηδεία περὶ τὴν ἐνδυμασίαν καὶ τὴν στρατοπέδευσιν τῶν ἀνδρῶν, πάντα ταῦτα καὶ πλεῖστα ἄλλα παρ’ εἰδημόνων ἐκτεθέντα, ἔφερον τὴν ἐντελῆ τοῦ στρατοῦ ἀποσύνθεσιν, κατεπόνησαν αὐτὸν, κατέστρεψαν τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος σήμερον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συντεταγμένος. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἡ δηπλωματικὴ, ἡ οἰκονομικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ νὰ προσεγγίσῃ ἡμᾶς πρὸς τὴν σχετικῶς τελείαν ἐκείνην παρασκευὴν, ἄνευ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν θέλομεν νικήσει, ἀλλὰ θέλομεν ἡττηθῆ, θέλομεν καταστραφῆ, κατέστησε τὸν πόλεμον ἀδύνατον. Ἡμεῖς τέλος ὑποστηρίζομεν, ὅτι οὐδεμία τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δοθεισῶν ὑποσχέσεων ἐπραγματοποιήθη καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ἤγαγε καὶ ἄγει ἡμᾶς εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Ἐνόσῳ δὲν ἀποδείξητε, ὅτι ταῦτα πάντα δὲν εἶνε ἀληθῆ, ἐνόσω δὲν ἀποδείξητε, ὅτι ἀπατώμεθα ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ δυσμένεια τῶν Δυνάμεων εἶνε βεβαία, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν ἐξάντλησις εἶνε βεβαία, ὅτι ὁ στρατὸς, ὁ πρὸ δεκαπέντε μόλις ἡμερῶν ἐνδυθεὶς, οὔτε ἐγυμνάσθη, οὔτε εἶνε καταλλήλως συντεταγμένος, ἐνόσῳ δὲν ἀποδείξητε πάντα ταῦτα, νὰ ὁμιλῆτε περὶ προσεχοῦς πολέμου, πράττετέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σπουδαῖον.
§20ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τόρα τὸν λόγον.
§21ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἠδυνήθητε ν’ ἀποδείξητε· τὰ γεγονότα ὁμιλοῦσι καὶ τὰ γεγονότα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποστηριζόμενα εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν φθάνωσι τὰ γεγονότα, ἐπικαλοῦμαι τὰ νομοσχέδια ὑμῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ὑπεβάλετε. Δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ζητεῖτε τὴν ἄδειαν, ὅπως λάβητε παρὰ τῆς Τραπέζης δάνειον εἴκοσι πέντε ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· τί ἄλλο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶνε ἢ ὁμολογία τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου; Ὅταν τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα γραμμάτια ἐπήνεγκον ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ τριάκοντα καὶ πλέον τοῖς ἑκατὸν, τὰ εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον ζητεῖτε, θὰ φέρωσιν ὑπερτίμησιν ἀκόμη μεγαλειτέραν καὶ ἑπομένως εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν θὰ λάβητε εὐτελὲς ποσὸν, καθόσον πολὺ πιθανὸν θὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ μετατρέψητε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς χρυσὸν, ὅπως ἐπαρκέσητε εἰς ἐξωτερικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Τί θὰ δυνηθῆτε λοιπὸν νὰ πράξητε μὲ 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ σᾶς δώσῃ; Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ δάνειον αὐτὸ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας δὲν ἐπιτρέπει ἄμεσον ἐνέργειαν; Καὶ τί εἶνε τὰ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα; Τὰ στρατιωτικὰ ὑμῶν νομοσχέδια μήπως δὲν ἀποδεικνύουσι καὶ ταῦτα τὴν στρατιωτικὴν ἡμῶν ἀποσύνθεσιν; Ἔρχεσθε σήμερον καὶ ζητεῖτε διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ καταρτίσητε στελέχη, ἔρχεσθε σήμερον καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην 4,500 ὑπαξιωματικῶν καὶ 1000 ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς ὑμᾶς ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ ὁ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν περιλαμβανόμενος, διατί δὲν προείδετε κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου, ὅτε ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο περὶ ἐπαρχιακῶν συμφερόντων καὶ λιμενικῶν ταμείων; Καὶ ἐνῷ σήμερον ὑποβάλλετε νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖτε νὰ μορφώσητε στελέχη, δὲν διστάζετε, ὅπως προσκαλέσητε καὶ ἄλλας ἡλικίας. Πρὸς τί προσεκαλέσατε τοὺς ἄνδρας τούτους; Πρὸς τί στερεῖτε τὴν παραγωγὴν τοσούτων βραχιόνων, ἀφοῦ δὲν ἔχετε στελέχη πρὸς ἐνσωμάτωσιν αὐτῶν; Τὸ μάθημα τοῦ παρελθόντος δὲν ἀρκεῖ εἰς ὑμᾶς; Προσεκαλέσατε διὰ μιᾶς πέντε ἡλικίας καὶ ἕνεκεν ἐλλείψεως ἱματισμοῦ, ἕνεκεν ἐλλείψεως καταλλήλου στρατοπεδεύσεως, κατεπονήσατε τοὺς ἄνδρας, χωρὶς νὰ κατορθώσητε τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ἐκγύμνασιν. Διατί προσκαλεῖτε καὶ ἄλλους, ὅτε ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως στελεχῶν θὰ ὑποχρεωθῆτε ἵνα ὑποβάλητε αὐτοὺς εἰς ταλαιπωρίας καὶ ἀνησυχίας, χωρὶς ν’ αὐξήσητε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῆς Χώρας; Δὲν ἀρκοῦσι πάντα ταῦτα, θέλετε καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, ὅτι οὐδόλως σκέπτεσθε περὶ προσεχοῦς πολέμου. Ἐὰν πράγματι προσεχὴς πόλεμος ὤθησεν ὑμᾶς εἰς τὴν πρόσκλησιν δύο εἰσέτι ἡλικιῶν, διατί προσεκαλέσατε τοὺς ἀπαλλαγέντας; Οἱ ἄνδρες οὗτοι οὐδέποτε ὑπηρέτησαν, οὐδέποτε ἐγυμνάσθησαν. Ἐὰν σκοπῆτε προσεχῶς νὰ πολεμήσητε, διατί προσθέτετε στοιχεῖα ἀδυναμίας εἰς τὸν στρατόν;
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ διατάσσει ὁ νόμος.
§23ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δὲν τὸ διατάσσει ὁ νόμος· ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς καλέσῃ ἢ ὄχι· τοῦτο διὰ μακρῶν συνεζητήθη καὶ ἀπεδείξαμεν τὴν ἀληθῆ τοῦ νόμου ἔννοιαν. Ἐὰν ἀπεναντίας φρονῆτε, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶναι προσεχής, καὶ τοῦτο βεβαίως πρέπει νὰ ὑποθέσω, ὅταν βλέπω ὑμᾶς προσκαλοῦντας καὶ κατατάσσοντας ἀγυμνάστους, διατί καθ’ ἡμέραν διασαλπίζετε διὰ τῶν ἡμιεπισήμων ὑμῶν ὀργάνων, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι προσεχής, ὅτι ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἐντὸς μηνὸς τὸ πολὺ κηρύττεται οὗτος; Διατί ἐπιτρέπετε τὴν ἐξακολούθησιν παιζομένης κωμῳδίας, ἥτις πλέον ἐκούρασε τὸν κόσμον; Οὐδέποτε λοιπὸν διενοήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ πολεμήσῃ, ἢ ἐὰν τοιοῦτό τι διενοήθη, διὰ τῆς ἐνεργείας της κατέστησε τὸν πόλεμον ἀδύνατον. Ἐν τοιαύτῃ στάσει πραγμάτων ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν πολιτικὴν, ἥτις τοιαῦτα παρήγαγεν ἀποτελέσματα, εἶναι καταστρεπτική, ἡ πολιτικὴ αὕτη μοιραίως φέρει εἰς τὴν χρεωκοπίαν καὶ διὰ ταύτης οὐ μόνον εἰς τὸν ἀφοπλισμόν, ἀλλὰ εἰς τὴν καταστροφὴν πάσης ἐλπίδος μελλούσης ἐνεργείας. Τὰ πράγματα εἰλικρινῶς καὶ προσεκτικῶς ἐξεταζόμενα μᾶς λέγουσιν, ὅτι ὁ πόλεμος σήμερον εἶναι ἀδύνατος. Διατί νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐξαντλούμενοι, ὅτε τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν τρανῶς ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος δὲν θέλει ἐπὶ πολὺ βραδύνει; Διατί νὰ ἐξακολουθήσωμεν πολιτικὴν ἐξαντλήσεων, ἥτις θέλει καταστήσει ἡμᾶς ἀνικάνους, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος στιγμὴ τῆς ἐνεργείας, δράσωμεν πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ προορισμοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς; Καιρός, κύριοι, εἶναι νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὁδεύομεν καὶ ἥτις ἄγει ἡμᾶς εἰς ὄλεθρον, καιρὸς νὰ περισυναγάγωμεν τὰ ναυάγια, νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, ὅπως παρασκευασθῶμεν διὰ τὴν κατάλληλον στιγμήν. Τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὸ καθῆκον τοῦτο. Γινώσκω, κύριοι, ὅτι τοιαῦτα ὑποστηρίζων, ἐκτίθεμαι εἰς τῆς δημοκοπίας τὰ βέλη, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ· ὑπεράνω τῆς ἐφημέρου δημοτικότητος ὑπάρχει ἡ συνείδησις, τῆς ὁποίας ἕκαστος τίμιος ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ κελεύσματα, ἡ δὲ συνείδησίς μου μοὶ λέγει, ὅτι ταῦτα ὑποστηρίζων, πράττω τὸ καθῆκόν μου· τοῦτο ἀρκεῖ μοι, οὐδὲν ἕτερον ἐπιζητῶ. Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος, μὴ προσέξητε εἰς τὰς γελοίας τῶν ἀγυιῶν διαδηλώσεις· ἐξετάσατε τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἀκούσητε πανταχόθεν ἐξερχομένην φωνὴν ἀπελπισίας, ἡ ὁποία σᾶς λέγει «ἡ Ἑλλὰς θνήσκει» (ποδοκροτήματα καὶ συριγμοὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§24Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια· (ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐξακολουθοῦσι. Θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ διαμαρτυρίαι τῶν κκ. βουλευτῶν).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Φωναὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων: ἔξω οἱ προδόται, ζήτω ὁ πόλεμος).
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν ἀκροατηρίων ἐξέρχονται φωναὶ ὑβριστικαὶ κατὰ τῆς Βουλῆς... (Θόρυβος).
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐκκενωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια.
§28ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ ποδοκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων δὲν θὰ κατορθώσωσί ποτε νὰ μὲ ταράξωσι (θόρυβος).
§29ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ πρότασίς μου περὶ ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων· πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Κύριε Θεοτόκη, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν ὁμιλίαν σας, ἐνόσῳ δὲν λυθῇ τὸ παρεμπίπτον ζήτημα τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατάξατε, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§31ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρὰ νὰ ἐκκενώσητε τὰ ἀκροατήρια εἶνε προτιμότερον ν’ ἀπαγορεύσητε νὰ ἐκτοξεύωνται τοιαῦται προδοτικαὶ ἐκφράσεις (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων παρατεταμένα. Θόρυβος ἐν τῇ Αἰθούσῃ).
§32ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ἀργυροπούλου δὲν θὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἔχω, τοῦ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἔχω σκοπὸν νὰ εἴπω .... Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀκροατήρια, οὐδόλως μὲ ταράττουσι τὰ ποδοκροτήματα· ἤθελον μὲ ταράξει τὰ χειροκροτήματα αὐτῶν, καθότι ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι ὑπάρχει τι κοινὸν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων................... (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις (θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§34ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπω μόνον καὶ τελειώνω.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδοσα διαταγὴν νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια. Περιμείνατε λοιπὸν νὰ κενωθοῦν.
§36ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολλὰ ἐπράχθησαν μέχρι τοῦδε λάθη (θόρυβος). (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις· καθήσατε, κύριοι. Ὁρίσατε, κύριε Θεοτόκη.
§38ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις, εἶναι ἓν ἄλλο ζήτημα. Ὁ ἀξιωματικὸς τῆς φρουρᾶς, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα καὶ χωρὶς ἀφορμήν, διέταξε τοὺς στρατιώτας καὶ ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἐν τοῖς θεωρίοις πολιτῶν καὶ τοὺς ἐκτύπησαν δεινῶς· ὅταν δὲ ἐγὼ ἀνῆλθον καὶ παρετήρησα εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κτυπᾷ τοὺς πολίτας, μοὶ εἶπεν ὅτι τῶν βουλευτῶν ἡ δουλειὰ δὲν εἶναι ἐκεῖ.
§39ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Πολὺ καλὰ σᾶς εἶπεν.
§40ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διέταξε δὲ τοὺς στρατιώτας καὶ μοῦ ἐπετέθησαν, καὶ ἂν δὲν ἔφευγον, θὰ μὲ ἐφόνευον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν πρότασίν μου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τοῦ στείλω τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἐξετάσῃ.
§42Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἄδικον ν’ ἀντιστρέφωμεν τοὺς ὅρους καὶ νὰ κατηγορῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ἐδῶ διὰ νὰ ἀσφαλίσουν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν, νὰ δικαιόνωμεν δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀτακτοῦσι καὶ οἱ ὁποῖοι προσβάλλουσι τὸ Σῶμα ὁλόκληρον. Ὁ ἀξιωματικὸς τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραξε παρὰ ἐκτελῶν τὴν διαταγήν σας νὰ κενώσῃ τὰ ἀκροατήρια. Τί ζητοῦμεν λοιπὸν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἀξιωματικοῦ; Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι πρέπει νὰ σεβώμεθα ἑαυτοὺς καὶ τότε θὰ μᾶς σέβωνται καὶ οἱ ἄλλοι. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὀφείλει ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, καὶ ἂν ὁ ἴδιος ὑπέπεσεν εἰς ἄτοπόν τι κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ συγγνώμην.
§43ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιωματικὸς παρηγγέλθη νὰ κενώσῃ τὰ ἀκροατήρια καὶ ὄχι νὰ σκοτώσῃ τὸν κόσμον εἰς τὸ ξῦλον χωρὶς αἰτίαν, διότι οὐδεὶς ἀντεστάθη· ἐὰν δὲ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δὲν προστατεύσωμεν ἐδῶ τὸν ἀδίκως κτυπώμενον λαὸν, ποῖος θὰ τὸν προστατεύσῃ; Ἐν γνώσει τῆς ἰδιότητός μου ὁ ἀξιωματικὸς διέταξε τοὺς στρατιώτας νὰ μοὶ ἐπιτεθοῦν. Ζητῶ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν, ἀποφαινόμενος ἤδη.
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ πῶς συγχέομεν δύο ζητήματα διακεκριμένα. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὁ συνάδελφος ἡμῶν, δὲν ἦτο βεβαίως ὁ ἀτακτῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις (θόρυβος ἀριστερά).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν· μὴ γεννᾶτε νέα ζητήματα.
§46ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ φρουρὰ τῆς Βουλῆς διευθύνεται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ λαμβάνει ὁ ἀξιωματικὸς τὰς διαταγὰς παρὰ τοῦ Προέδρου. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του ὁ ἀξιωματικὸς παρεξετράπη, ὅπως διατείνεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ γείνῃ βεβαίως ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἐξέτασις, ἥτις θέλει μοὶ ἀνακοινωθῆ καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περιέμενον ὅσα σήμερον συνέβησαν. Μετὰ τὴν χθεσινὴν ἐκδήλωσιν τοῦ λαοῦ, ὅταν κατῆλθε τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λομβάρδος, ἐγνώριζον, ὅτι ἐγὼ ὤφειλον νὰ πληρώσω σήμερον καὶ ὅτι ἤθελον πρὸς τοῦτο προετοιμασθῆ τ’ ἀκροατήρια, ἀλλ’ ἀδιαφορῶ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἰτίασιν τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, ἀπαντῶ, ὅτι ἀπαξιῶ νὰ θέσω ἐμαυτὸν εἰς σύγκρισιν μὲ αὐτὸν, ὅτι ἀπαξιῶ νὰ καταστήσω τὸ ζήτημα προσωπικόν.
§48ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντῶ εἰς προδότας.
§49ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἓν μόνον λέγω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, συμβῇ νὰ τὸν κηρύξῃ, τότε θὰ ἴδωμεν ποῖος ἐκ τῶν δύο θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰς τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως προσπαθεῖ νὰ ἐξάπτῃ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἢ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἵνα ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του μετὰ θάῤῥους, ἀλλὰ μετ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας.
§50Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνετε τόσον πικρὰς παρατηρήσεις, σᾶς κάμνω γνωστὸν, ὅτι εἶνε εἷς ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων ἀνθρώπων, ὁ ὁποῖος εἰς κρισίμους περιστάσεις τῆς πατρίδος ἀντιμετωπίσθη μὲ τὸν θάνατον μειδιῶν. Εἶνε ἄξιος λοιπὸν τοῦ σεβασμοῦ ὄχι ἡμῶν, ἀλλὰ πάντων τῶν ἀνθρώπων.
§51ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν προσέβαλον κανένα, ἀλλ’ ἡ ὑμετέρα διακοπὴ οὐδὲν ἕτερον εἶνε ἢ ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ὅσα παρ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν εἶνε ἀληθῆ. Δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς, ὅτι ἐὰν ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ πόλεμος ἦτο προσεχὴς, ὡς διατείνεται ἡ Κυβέρνησις, ὑμεῖς, ὅστις ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ ὀνομάζεσθε Κουμουνδοῦρος, δὲν θὰ εἶσθε σήμερον ἐντὸς τῆς Αἰθούσης ταύτης, ἀλλ’ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ λόχου σας, ὅπως ἀντιμετωπίσητε τὸν ἐχθρόν.
§52ΛΑΠΠΑΣ ΚΑΙ ΑΞΕΛΟΣ. Μᾶς προσβάλλει (θόρυβος).
§53ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐπῆλθε παρανόησις, ἀφήσατε νὰ ἐξηγηθῶ.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν λάβω τὸν λόγον, θὰ ἐξηγήσω διατὶ εἶμαι εἰς τὴν Βουλήν.
§55ΛΑΠΠΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§56ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν, κύριε Θεοτόκη, νὰ ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἤλπιζον δὲ ποτὲ σεῖς, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τοὺς πλείστους ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ φέρητε τοιαύτην αἰτίασιν.
§57ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι αἰτίασις.
§58ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Αἱ ἐπαρχίαι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα μὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὅταν ἡ πατρίς μας λάβῃ ἀνάγκην...
§59ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αὐτὸ εἶπον ἀκριβῶς, κύριε Βοῦλτσε· ἔφερον ἀκριβῶς τὸν πατριωτισμὸν, τὸν γνωστὸν, τῶν κκ. ἀξιωματικῶν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶναι προσεχής. Καὶ τώρα περαίνων τὸν λόγον, σᾶς λέγω, τὰ πράγματα βοῶσιν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσωμεν τὸ κακόν. Τοῦτο ἐξήρτηται ἐκ τῆς ἡμετέρας ψήφου. Πολλὰ διεπράχθησαν λάθη· ἐὰν ἓν λάθος ἀκόμη ἐπιτρέψητε νὰ προστεθῇ εἰς ὅσα μέχρι τοῦδε διεπράχθησαν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἑτέρα ἀπαισία φωνὴ θέλει ἠχήσει, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἐν μέσῳ τῶν ἀρῶν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων θέλομεν ἀκούσει τὴν φοβερὰν φωνὴν: «ἡ Ἑλλὰς ἀπέθανεν». (Θόρυβος δεξιά.)
§60Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Πολὺ λυποῦμαι, κύριοι, διότι λυπηρὸν ἐπεισόδιον ἡμῶν, εἴτε ἐκ παρεξηγήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἐτάραξε τὴν ἡσυχίαν τῆς Βουλῆς. Ἂς ἐπανέλθῃ ἤδη εἰρήνη, καὶ ἡσύχως καὶ ἐμβριθῶς ἂς συζητήσωμεν τὸ σπουδαῖον, τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ παρουσιάσθη ζήτημα σπουδαιότερον τοῦ προκειμένου. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος οἱουδήποτε ἐσωτερικοῦ, δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος οἱουδήποτε νομοθετικοῦ, εὐχερῶς δυναμένων νὰ μεταβληθῶσιν, ἐὰν κακῶς ὡρίσθησαν· πρόκειται περὶ πολέμου ἢ περὶ εἰρήνης, πρόκειται περὶ τῶν ὅλων. Τοιούτου ὄντος τοῦ ζητήματος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀκαίρους καὶ ἀτόπους θεωρῶ ἁπάσας τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ διαφόρων ἀγορευσάντων· ἁπάντων αἱ ἀγορεύσεις, αἱ σκέψεις καὶ αἱ κρίσεις εἰς ἓν ἔπρεπε νὰ περιστρέφωνται: «Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλῃ ἢ οὔ νὰ πολεμήσῃ». Τούτου ἕνεκα οὔτε θέλω μακρηγορήσει, οὔτε θέλω ποιήσει λόγον περὶ τῶν διαφόρων ἀντεγκλήσεων, εἰ καὶ περὶ τούτων οὔτε πολλοὺς ἐπαίνους δύναμαι νὰ ἐκφράσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν ἤθελον ἐγκαταλείψει ἄθικτον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν. Τὰ προσωπικὰ δὲ ταῦτα παραλείπων, θέλω ἐκφράσει τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος. Πάντες, κύριοι, γινώσκετε, ὅτι πρὸ ἓξ μηνῶν οἱ ἡγέται τῆς τύχης τοῦ Κράτους ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν θυσίας, καὶ οὗτος προσήνεγκε καὶ χρηματικὰς καὶ σωματικάς. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζε κατάλληλα διὰ νὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, καὶ ἡ Βουλὴ προθύμως τὰ πάντα παρεχώρησεν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκπληρώσει τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Τοιούτου προηγουμένου ὑπάρχοντος, φρονῶ ὅτι τὸ Ἔθνος, τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ἐκπροσωποῦν τὸ Ἔθνος, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἂν ἐποίησε χρῆσιν ἀρκοῦσαν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν αὐτῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Προητοίμασεν ἐν ἄλλαις λέξεσι τὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους εἰς διεκδίκησιν τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων αὐτοῦ καὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τοῦτο ἐστὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον πρέπει νὰ ποιήσωμεν. Πρὸ τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν δύο ἀξιότιμοι βουλευταὶ νὰ ἀποδοκιμάσω δύο λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠξεύρω πῶς διέφυγον τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων των, καὶ αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ὑμᾶς, ὑποθέτω, ἐνεποίησαν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν. Δὲν δύναμαι νὰ διαμφισβητήσω τὰς ἐντυπώσεις οἱουδήποτε, ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Βλάχος ἐπείσθη, ὅτι ὁ στρατὸς, ὡς σήμερον ἔχει, εἶναι θέαμα οἰκτρόν. Καὶ αἱ ἰδικαί μου ἐντυπώσεις καὶ παντὸς ἄλλου βεβαίως εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, διότι καὶ τὸ παράστημα τῶν στρατιωτῶν καὶ ἡ τόλμη καὶ ἡ φιλοτιμία τούτων πόῤῥω ἀπέχουσι τοῦ παραστῆσαι οἰκτρὸν τὸν στρατόν. Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀποδοκιμάσω καὶ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἐπρόφερεν, ὅτι δῆθεν, κηρυττομένου πολέμου, θέλουσι σταλῆ οἱ στρατιῶται εἰς τὸ σφαγεῖον.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§62ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ ἐπιδοκιμάζετε.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε ἐπιδοκιμάζω, οὔτε ἀποδοκιμάζω.
§64ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνακαλεῖ τὴν λέξιν. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ στρατὸς, δὲν εἶναι εὐπρεπὲς ἀπὸ τοῦ δημοσίου βήματος νὰ τὸν χαρακτηρίζετε ὡς θέαμα οἰκτρὸν καὶ ἕτοιμον διὰ τὸ σφαγεῖον. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ἀνδρείαν καὶ τὰς παραδόσεις τῶν γονέων τῶν Ἑλληνοπαίδων; Οὐδέποτε, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς εἴτε εὐτυχῶς, εἴτε δυστυχῶς, ἀντέταξε στρατὸν ἰσάριθμον κατ’ ἐχθροῦ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον. Οἱ Ἕλληνες ἐπολέμησαν ὀλίγοι πρὸς πολλούς, καὶ νικηταὶ ἐξήρχοντο, καὶ σήμερον οἱ Ἑλληνόπαιδες, ἀναμιμνησκόμενοι τὴν ἱστορίαν καὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ 21 τῶν γονέων των, δὲν θέλουσι δειλιάσει ἀπέναντι τῶν πολλῶν, ἀλλὰ γενναίως θέλουσι μάχεσθαι καὶ ὡς ἀνδρεῖοι στρατιῶται θέλουσιν ἀποθνήσκει. Δύο γνῶμαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πόλεμον ἢ τὴν εἰρήνην. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσωμεν, διότι ὁ στρατὸς δὲν εἶναι ἕτοιμος, διότι συμμάχους δὲν ἔχομεν, διότι οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι προπαρεσκευασμένοι εὐμενεῖς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα ἐπηρεάζωσι τὰς Κυβερνήσεις· ἑπομένως ἐγνωμοδότησεν ὅτι πρέπει οὐχὶ ν’ ἀφοπλισθῶμεν ἐντελῶς, ἀλλὰ νὰ τηρήσωμεν ἔνοπλον εἰρήνην, διότι, ὡς εἶπε, προσεχέστατα ἐντὸς ἡμερῶν, μηνὸς ἢ μηνῶν δύναται νὰ παρουσιασθῇ εὐμενὴς περίστασις, ἵνα δράσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ ἕτοιμον στρατόν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην του· διότι, ἂν ἔχῃ πεποίθησιν ἐκ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του γνωρίζει, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ παρουσιασθῇ ἡ εὐμενὴς περίστασις νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλὰς, διατί νὰ ἀπολύσωμεν τοὺς ἐπιστράτους; διατί νὰ μὴ μένωσιν εἰς τὰς τάξεις των, ἀσκούμενοι ἀκόμη, καὶ ἀφοῦ ἐδαπανήσαμεν τόσα ἑκατομμύρια, διατί νὰ μὴ δαπανήσωμεν ἔτι 15, 20 μέχρι τῆς προσεχοῦς ἐνεργείας; Ἂν δὲ τοιαύτην βεβαιότητα δὲν ἔχῃ ἀλλ’ ἁπλῶς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην ταύτην διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἰδέαν τοῦ γενικοῦ ἀφοπλισμοῦ, τότε ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφοπλισθῶμεν ἐντελῶς, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον ἡμῶν, τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, διότι ἡ ἐπ’ ἀόριστον παράτασις καὶ τῆς μερικῆς ἐπιστρατεύσεως ἐντελῆ οἰκονομικὴν καταστροφὴν θέλει ἐπιφέρει. Καὶ ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλεγεν ὅτι πρέπει δραστηρίως νὰ ἑτοιμαζώμεθα καὶ διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης, διότι τὰ φαινόμενα παρουσιάζονται τοιαῦτα, ὥστε προσεχέστατα θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δράσωμεν καὶ πᾶσα παρερχομένη ἡμέρα εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ὅμως ἐπλανήθη, διότι τέσσαρα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε καὶ ἡ εὐνοϊκὴ περίστασις δὲν παρουσιάσθη, ἐὰν δὲ καὶ σήμερον εὑρίσκεται ἔτι ἐν τῇ αὐτῇ συγγνωστῇ πλάνῃ καὶ νομίζῃ ὅτι θὰ δράσωμεν ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ὅμως ἡ ἐποχὴ τῆς δράσεως θέλει παραταθῆ ἐπὶ πολὺ, δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ διατελῇ εἰς ἔνοπλον κατάστασιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ νὰ βαστάσῃ τὰς ἀπαιτουμένας μεγάλας δαπάνας. Τούτων ἕνεκα φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι συμφέρουσα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δεκτή. Ἑτέρωθεν ἵσταται ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη ζητεῖ διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων χρήματα, ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς, ἐμμένει εἰς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐβάδισε, καὶ δεικνύει οὕτως, ὅτι προετοιμάζεται εἰς ἐνέργειαν, ἐμμέσως δὲ τὰ μέσα πρὸς δρᾶσιν αἰτοῦσα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, αἰτεῖ τὴν πρὸς τοῦτο γνώμην αὐτῆς. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ μάθωμεν παρ’ αὐτῆς, προητοίμασε τὸν στρατὸν πρὸς ἐνέργειαν, τὰ ζητούμενα μέσα εἶναι ἀρκοῦντα, ἀπαιτεῖται χρόνος πολὺς πρὸς πλήρη παρασκευήν; Ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν, καὶ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δυνάμενα νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον τὰ ἀβλαβῆ, ὅσα εἶναι ἀρκοῦντα νὰ ἐνθαῤῥύνωσι τοὺς δυσπιστοῦντας πρὸς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, καὶ τόσῳ περισσότερον δικαιοῦταί τις νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, καθ’ ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδίστασε νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ τοιαύτας πληροφορίας πρὸς τὸν αἰτήσοντα· ἡ δήλωσις ὅμως αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα πάντες λάβωσι γνῶσιν ταύτης· διότι ὡς πρὸς ἕνα ἕκαστον ἐρωτήσοντα θέλει περιορισθῆ εἰς μόνον τοὺς ἰδίως σχέσεις ἔχοντας μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δυναμένους νὰ συναντῶσι τοῦτον. Λοιπὸν, κύριοι, φρονῶ, ὅτι καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι πρέπει καὶ νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν εἶναι ἕτοιμος πρὸς ἐνέργειαν, ἐὰν κριθῇ ἀναγκαῖον· τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἤδη, ἀρκοῦσι; καὶ ἐντὸς πόσου χρόνου νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ; Ἴσως ἀντιταχθῇ ὅτι τοιαύτη ἐρώτησις δὲν δύναται νὰ προταθῇ· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τῆς γνώσεως ταύτης καὶ ἐγὼ θέλω δυνηθῆ νὰ κρίνω ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσω ψῆφον ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Συμπολίτευσις τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θέλει ἐξετάσει ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν κομμάτων, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα τῆς ἐρεύνης. Περαίνων κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει, εἴτε φανερὰ, εἴτε ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, νὰ ἐκδηλώσῃ ταῦτα πάντα, ὅπως ἀποφανθῶμεν ἐν πεποιθήσει περὶ πολέμου ἢ περὶ εἰρήνης. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶναι συγκεχωρημένον ἕνεκα ἀδυναμίας ἢ ἄλλου λόγου νὰ ἐνεργήσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀφοπλισθῶμεν, οὐχὶ ὡς ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπε νὰ μείνωμεν εἰρηνοπόλεμοι, ἐν ἐνόπλῳ οὐδετερότητι, ἀλλ’ ὁλοσχερῶς ν’ ἀφοπλισθῶμεν, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν προτέραν εἰρηνικὴν κατάστασιν, καὶ φροντίσωμεν περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διότι ταῦτα εἰσὶ τὰ νεῦρα πάσης ἐνεργείας.
§65Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν συναισθάνομαι καὶ τὸ μέγεθος τῆς συζητήσεως καὶ τὴν σμικρότητα τῶν δυνάμεών μου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τοὺς κατηρτισμένους πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε προπαρεσκευασμένους κοινοβουλευτικῶς, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀπὸ τούτου ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, μ’ ὅσην πτωχείαν ῥητορείας καὶ μ’ ὅσην γυμνότητα κοινοβουλευτικῆς ἀξίας καὶ ἂν αὕτη περιβάλλεται. Μετὰ θάῤῥους λοιπὸν ἀνῆλθον ἐνταῦθα, ἵνα ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἀπέναντι τῶν ἐντολέων μου. Ὅταν, κύριοι, ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἡμῶν εὑρισκόμενοι ἐλάβομεν τὴν πρόσκλησιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅπως σπεύσωμεν εἰς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν μας, πάντες, πιστεύω, εἴπομεν, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα θὰ ἔφθασαν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις αὐτοπροαιρέτως θὰ ἔδιδεν ἡμῖν λόγον περὶ τῆς καταστάσεως ἐν γένει αὐτῶν, ὅτι ἤθελε μᾶς ὑποδείξει τὶ κατὰ τὸ ἑξάμηνον κατώρθωσε, τὶ ὑπολείπεται πρὸς συμπλήρωσιν νὰ ἐπισπευθῇ, καὶ ὁποίας ἔχομεν ἐλπίδας περὶ τῆς ἐκβάσεως τοῦ μεγάλου ἡμῶν Ἐθνικοῦ ζητήματος. Καὶ ἠπορήσαμεν τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐντελῆ ἀφασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἠρκέσθη νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι μᾶς ἐκάλεσε διὰ νὰ ψηφίσωμεν δάνειον 25 ἑκατομμυρίων καί τινα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τὸν σχηματισμὸν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἤτοι περὶ ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων καὶ γνῶσιν καὶ ἀνάγκην εἶχεν ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εὐθὺς νὰ ἐλέγξῃ τὴν τοιαύτην ἀφασίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὅλην πολιτείαν αὐτῆς καὶ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τὴν μελέτην καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ μέχρι σήμερον συζήτησις ἀτυχῶς δὲν περιεστράφη ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου· οἱ ἀγορεύσαντες ἐξέδραμον εἰς τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ ἀντλήσωσι μέσα ἀμύνης διὰ τὴν ζητουμένην ἤδη εὐθύνην· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ παρελθὸν ἐξηλέγχθη εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς εἰς τὸ παρελθὸν ἀνατρέξαντας. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ἐπαναλέγω, περὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ παρόντος ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τί ἐχρησιμοποίησεν ὅ,τι ἔλαβε παρὰ τῶν προκατόχων της, καὶ ὅ,τι ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ἔκτακτον ταύτην Σύνοδον; Ποῖοι οἱ καρποὶ τῶν τόσον θυσιῶν καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἑξαμήνου αὐτῆς ἐνεργείας; Καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἴς τινα οἰκονομικὰ ἀντικείμενα, ἀνομολογήσασα τὴν πλήρη ἀδυναμίαν τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἐσιώπησεν· ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ ἐλέγχουσι τὴν ἀπορίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, πεπεισμένη εἰς δεκαετῆ εἰρήνην τῆς Ἀνατολῆς, μετ’ ἐκπλήξεως εὑρέθη ἐνώπιον τοῦ γεγονότος τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ δὲν ἔδοσεν εὐθὺς τὴν δέουσαν σημασίαν καὶ σοβαρότητα, ἐλπίσασα, ὅτι τὸ πραξικόπημα ἐκεῖνο, ὡς ἀπεκλήθη, ἤθελεν εὐθὺς ἐν τῇ γεννήσει του ἀποπνιγῇ ὑπὸ τῆς κυριάρχου Δυνάμεως, ἢ ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἤθελον τὸ καταδικάσει καὶ ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὸ πρώην καθεστώς· ἐνῷ δὲ τότε ἠδυνάμεθα μὲ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν καὶ τὰ ἐπαρκῆ ἐφόδια ἀμέσως νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ εἴμεθα ἤδη ἐν τῇ κατοχῇ τῆς γραμμῆς τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου, ὡς τὰ πράγματα ἐμαρτύρησαν, ὅμως ἐκ τῶν ἐλπίδων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλλείψει πεποιθήσεως καὶ θάῤῥους ἀπωλέσθη ἴσως ἡ μόνη κατάλληλος στιγμή. Ἡ ἀποχὴ τῆς Τουρκίας εἰς τὸ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὸ Βουλγαρικὸν ζήτημα καὶ ἡ προσφυγὴ αὐτῆς εἰς τὰς Δυνάμεις, ἡ ὑποστήριξις τοῦ κινήματος παρά τινων ἰδίως τῶν Δυνάμεων ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἐλπίδας, μὲ τὰς ὁποίας ἐτρέφετο, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ σταθερᾶς ἀποφάσεως καὶ ἄνευ ὡρισμένης σκέψεως, ἥρπασε τὴν σημαίαν τοῦ πολεμικοῦ φρονήματος τοῦ Ἔθνους, οὐχὶ διὰ νὰ στήσῃ ταύτην ἐπὶ τῶν σημείων τοῦ κινδυνεύοντος Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ περιαγάγῃ αὐτὴν πομπωδῶς ἐντὸς τοῦ Κράτους, καταπονοῦσα τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐξαντλοῦσα τὸν τελευταῖον πόρον τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Καὶ τοῦτο μὴ δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια; Τὸ πῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σπουδαιότερον τῶν ζητημάτων τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως εἶναι πρᾶγμα γνωστότατον· πάντες εἴμεθα αὐτόπται μάρτυρες μὲ ποῖον ἱερὸν ἐνθουσιασμόν προσῆλθεν ἡ νεότης τῶν πέντε ἡλικιῶν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος, καὶ πάντες εἴδομεν πῶς τὰς ὑπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις· τὰς διεσκόρπισεν ἀνὰ τὸ Κράτος, ἄνευ ἱματισμοῦ, ἄνευ ἐπαρκοῦς στρατωνισμοῦ, ἄνευ τῶν ἀναγκαίων, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ ὑλικὸν ἱματισμοῦ καὶ ἱματισμὸς ὑπῆρχεν εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ ὅλα τὰ ἐφόδια ἐπαρκῆ διὰ 50 χιλιάδας ἀνδρῶν.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§67ΚΑΪΡΗΣ. Τὰ ἐβεβαίωσε τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι καταστάσεις.
§68ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπεδείχθη τὸ ἐναντίον.
§69ΚΑΪΡΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθῆ, ὡς ἀπέδειξε χθὲς καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ἡ νεότης ἐταλαιπωρήθη ἐπὶ τετράμηνον, γυμνητεύουσα καὶ ῥιγοῦσα, ἐνῷ ὑπῆρχον ὅλα τὰ ἐφόδια. Καὶ δὲν ἠπόρησα διὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐγνώρισεν ἡμῖν προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἐνοσηλεύθησαν περὶ τὰς 52,000 ἀνδρῶν, καὶ ἀπεβίωσε σπουδαῖος ἀριθμὸς αὐτῶν. Ἀλλὰ ποία ἡ στρατιωτικὴ μόρφωσις αὐτῶν; βεβαίως ἀτελὴς δι’ ἀνεπάρκειαν στελέχεων, καὶ τοῦτο ὁμολογοῦσι καὶ αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν τῶν στελέχων. Πρὸς τί δὲ ἐχρησίμευσεν ἐπὶ τέλους ὁ ψηφισθεὶς νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ποῦ αἱ Ταξιαρχίαι; Ποῦ ἡ συγκέντρωσις σωμάτων διαφόρων ὅπλων καὶ ἡ ἐν κοινῷ ἄσκησις αὐτῶν; Ποῦ τὰ στρατόπεδα; οὐδὲν τούτων ἐγένετο, πλὴν τῆς χειροτονίας τῶν στρατηγῶν. Ταῦτα πάντα, ἐρωτῶ, ἐλέγχουσι προπαρασκευὴν πρὸς ἐπικείμενον πόλεμον; Ἀλλὰ τί ἄλλο ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον πρὸς ἐπιστέγασιν τοῦ ὅλου στρατιωτικοῦ οἰκοδομήματος τῶν παρασκευῶν; νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια περὶ καταρτισμοῦ στελέχων ἐκ τῶν μὴ ἐκπαιδευθέντων ἔτι μαθητῶν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, ἐκ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, καὶ ἀξιωματικῶν ξένων στρατῶν. Ἀμφιβάλλω, κύριοι, ἂν οἱ μὴ ἐκπαιδευθέντες ἔτι θεωρητικοὶ μαθηταὶ τῶν σχολῶν καὶ ἐστερημένοι ἐντελοῦς πείρας, ἄν τινὲς ἢ πολλοὶ τῶν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν ἀρκοῦν νὰ συμπληρώσωσι τὰ τόσα κενά, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις· οὐδόλως δὲ πιστεύω, ὅτι ἀξιωματικοὶ Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν θὰ σπεύσωσιν ἀθρόοι νὰ καταταχθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ ἂν πρόκειται νὰ διαμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν ὁριστικῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, δεδόσθω ὅτι ταῦτα πάντα καλῶς ἔχουσι καὶ καλῶς ἐγένοντο· δεδόσθω ὅτι δὲν ὑπολείπονται ἄλλα συμπληρωτικὰ μέτρα ἢ τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· δεδόσθω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατακόρυφον τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ὀργανώσεως, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ποῦ εἶναι τὰ χρηματικὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐναποταμιευμένα αὕτη καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ συντηρήσῃ τὸν στρατὸν καὶ θὰ διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα; Αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ὡμολόγησεν, ὅτι τὰ μόνα ἐφόδιά της εἶναι τὰ 18 ἑκατομμύρια τῶν κερμάτων, τῶν ὁποίων χρῆσιν θὰ κάμῃ μετὰ δίμηνον ἢ τρίμηνον, καὶ τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ζητεῖ. Καὶ νομίζετε σπουδαίως, ὅτι μὲ τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ, μὲ τὴν ὑπάρχουσαν ὑπερτίμησιν τοῦ νομίσματος ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς τόσας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, νὰ διεξαγάγῃ πόλεμον, καὶ νὰ φέρῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὅ,τι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον; Εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη μεγίστη, νὰ νομίζετε κἂν, ὅτι ἄνευ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικὸν δύναται νὰ γίνῃ πόλεμος ἄνευ ἐθνικῆς ἀπωλείας. Ἀλλ’ εἶναι εὐχερὴς ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἡ ἰδία Κυβέρνησις μᾶς ὡμολόγησεν, ὅτι ἀδύνατος τῇ εἶναι ἡ πραγματοποίησις. Ἐγὼ ἐξηγῶ φυσικωτάτην τὴν ἀδυναμίαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Κυβέρνησις, ἥτις καὶ ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς Ἐξουσία διεσάλπισε τὴν ἐντελῆ ἀπορίαν τοῦ Ταμείου, ἵνα μὴ εἴπω χρεωκοπίαν, ἥτις ἀνέτρεψεν ὁλόκληρον οἰκονομικὸν σύστημα καλῶς λειτουργοῦν, ἥτις ἐμείωσε τὰ δημόσια ἔσοδα, πάντα ταῦτα, σὺν τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, σὺν τῇ ἐμπολέμῳ καταστάσει, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι λόγοι, καθιστῶντες ἀδύνατον αὐτῇ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ· καὶ αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ὅσα δὲν ἔχομεν, πρὸς τὰ ἄλλα ὅσα ἔχομεν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον! Συγκεφαλαιῶν, κύριοι, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐπολιτεύθη μέχρι σήμερον θέλει πολιτευθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι τὸ παρελθὸν εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις διὰ τὸ μέλλον· λέγω, ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως δὲν μᾶς ἄγει εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ εἰς τὴν καταπόνησιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῶν ὑλικῶν αὐτοῦ δυνάμεων· ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως παρασκευάζει τὴν ἐντελῆ ἡμῶν ἀδυναμίαν πρὸς ἐνέργειαν, ὅταν τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς ἀπαιτήσωσι τὴν τελεσφόρον δρᾶσιν ἡμῶν. Σκεφθῆτε, κύριοι βουλευταί, ὁποίαν εὐθύνην θέλει νὰ ἐπιβάλῃ ὑμῖν ὀχυρουμένη ὄπισθεν τῆς ἐμπιστοσύνης σας. Σταθμίσατε ἐπακριβῶς τὰ πράγματα, καὶ ἀποφανθῆτε ἂν ἡ Κυβέρνησις μὲ τοιαύτην πολιτείαν εἶναι ἱκανὴ νὰ ὁδηγήσῃ τὰ μεγάλα ἡμῶν ἐθνικὰ συμφέροντα εἰς τὸν ἀσφαλῆ λιμένα τῆς σωτηρίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τὴν πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὴν καταψηφίσω.
§70ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ μὴ ἀποδώσητε πολιτικὴν χροιὰν εἰς τοὺς λόγους μου, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐδῶ διὰ νὰ ἀνήκω εἰς κόμμα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκολουθῶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Πατρίδος μου. Τὸ βῆμα, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι κατέχεται ἀπὸ ἀρειμανίους ῥήτορας· ἂν τῷ ὄντι αὐτὸ τὸ ὕφος ἦτο εἰς τὰ στρατόπεδα, βεβαίως δὲν θὰ ἦσαν εἰς τὰ σύνορα, ἀλλὰ θὰ ἦσαν πέραν ἀκόμη καὶ τῆς Μακεδονίας, διότι ἤθελεν ἐνθουσιάζει αὐτά. Ἀλλὰ βλέπω ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἐναντίας θέλουν νὰ ἀποθαῤῥύνουν καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε πεποίθησιν ἐσχημάτισαν νὰ προβῶσι περαιτέρω εἰς πόλεμον. Ἡ πατρίς μου, κύριοι, ἔδειξεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτι ἔχει ἀκόμη αἷμα νὰ χύσῃ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς κινήσῃ τοὺς στρατούς της· ἰδοὺ μία μεγάλη συμμαχία, τὴν ὁποίαν προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα, δὲν ἔχει ἐπιφυλάξεις· Θὰ κάμῃ εὐζωνικὰ τάγματα νὰ παρακολουθήσουν τὸν στρατὸν εἰς τὴν Μακεδονίαν, καὶ ἂν δὲν γίνῃ αὐτὸ, δὲν εἶναι τότε Ἑλλάς. Ἡ πατρίς μου λέγει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία δοκιμασία, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἴδῃ, ἂν τῷ ὄντι ζῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν Κρήτην, διὰ τὴν Σάμον, διὰ τὴν Χῖον. Ἐδῶ, κύριοι, δὲν παίζομεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγετε αὐτὰς τὰς κωμῳδίας, τὰς ὁποίας καὶ ἂν πιστεύετε δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ἐλέγατε. Ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔθεσε, καὶ ἀπορῶ πῶς οἱ ὁμοφρονοῦντες μετ’ αὐτοῦ ἠθέλησαν νὰ προβῶσι περαιτέρω ἀφ’ ὅ,τι ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν. Σᾶς εἶπεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτε εἰσήχθησαν νομοσχέδια περὶ χρημάτων καὶ περὶ συμπληρώσεως στελέχεων ... Αἴφνης ἀναβαίνει τὸ βῆμα καὶ λέγει, δὲν σᾶς ἐμπιστευόμεθα, εἶσθε ἀδέξιοι· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρὸν νὰ ἀκουσθῇ διὰ μιᾶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς πέραν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος παντοῦ ὅπου ὁ Ἑλληνισμὸς συνεισφέρει καὶ τὸ χρῆμά του καὶ τὸ αἷμά του, διότι περισσότερον θὰ συνεισφέρουν οἱ ὑπὸ τὴν δουλείαν παρὰ οἱ ὑπὸ τὴν ἐλευθερίαν Ἕλληνες, καὶ ἐὰν ἐστείλατε σεῖς τὰ τέκνα σας, καὶ αὐτοὶ θὰ στείλουν αὐτά. Λοιπὸν δὲν ἔπρεπε διὰ μιᾶς μὲ ἀορίστους λέξεις καὶ νὰ εἰπῆτε «ἐξέλθετε σεῖς νὰ καταλάβωμεν ἡμεῖς τὰς ἕδρας, ἃς κατέχετε»· καὶ ὁ δεύτερος ἡγέτης εἶπεν, ἂν δὲν ἔλθωμεν ἡμεῖς, νὰ ἔλθουν ἄλλοι· καὶ διατί; Μὲ ἀορίστους λέξεις, χρήματα δὲν ἔχετε. Αὐτὰ, κύριοι, τὰ ἀνέχεται ἡ Βουλή, δὲν τὰ ἀνέχονται ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεισφέρουν καὶ τὸ αἷμά των καὶ τὸ χρῆμά των. Τί εἶπεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; εἶπεν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς θέλει ἐγγύησιν, καὶ τὴν ἐγγύησιν τὴν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τί ἄλλο πράττει παρὰ νὰ παρέχῃ ἐχέγγυον εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἡ ἐλευθέρα μετὰ τῆς δούλης θὰ χύσουν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τί ἄλλο πράττει παρὰ νὰ δώσῃ μίαν ἐγγύησιν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν; Πῶς θέλετε νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν, χωρὶς νὰ εἴπητε ὑμεῖς, καὶ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐγγυήσεως; Εἶπεν ὅτι τὸ πρόγραμμα εἶναι γενικὸν, καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Τὸ πρόγραμμα τῷ ὄντι τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων Ἑλλήνων εἶναι πρόγραμμα γενικὸν, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια δὲν εἶναι ὅλων, εἶναι μόνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Κυβέρνησιν πῶς νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν, θὰ τῆς δώσῃ τὰ μέσα· ἂν δὲν τῆς δώσῃ τὰ μέσα, τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα. Πρόκειται περὶ πολέμου, καὶ αὐτὴν τὴν λέξιν δὲν ἐβαρεθήκατε νὰ τὴν ἐπαναλάβετε. Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Πρωθυπουργός; Θὰ πολεμήσω; αὐτὸ ἂν τὸ ἔλεγε, δὲν θὰ ἦτο ἄξιος τῶν περιστάσεων. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, συμβουλευόμενος τοὺς Ὑπουργούς του καὶ τὰς περιστάσεις. Καὶ ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι εἰς τὸν Βουλευτὴν τῆς Ἄνδρου ἢ τῆς Κερκύρας, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν, τί εἶναι αὐτὰ ποῦ κάμνετε, τί κωμῳδίας; Ἡμεῖς τὰ ἀκούομεν, ἀλλ’ ἂς κλείσωμεν τὰ θεωρεῖα, ἢ ἂς μὴ τυπώνωνται αὐταὶ αἱ λέξεις διὰ νὰ μὴ τὰς ἀναγινώσκουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συναγωνισθοῦν μεθ’ ἡμῶν. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἔχουν πεποιθήσεις, ἀλλὰ πολλάκις ἀναμιγνύονται αἱ πεποιθήσεις καὶ ἐξέρχονται σκοτειναί. Ἐνῷ ἤμεθα ἥσυχοι ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὡς Βουλευτὴς κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι εἶπον: «Πῶς θέλομεν ἀποφασίζει περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ πρὸς τέλεσιν τῆς ἐθνεγερσίας ἡμῶν;» Ἂν δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν πατρίδα μου, λυποῦμαι· ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὰ πάντα παραδίδω καὶ ψυχὴν καὶ καρδίαν εἰς θυσίαν αὐτῆς τῆς ἰδέας. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἤμην εὐτυχὴς, διότι εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὡπλίζετο ἡ Ἑλλὰς μὲ σημαίας· εὑρέθην καὶ ἐγὼ ὑπὸ μίαν σημαίαν τῆς Μακεδονίας, ἀλλ’ ἔβλεπον κἄτι ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο πλησίον μου, ἀλλὰ δὲν ἠκούσθη φωνὴ ἐναντία, καὶ κανεὶς δὲν ἔγεινε θῦμα πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος· ἀλλὰ τώρα λέγουν: προσέξατε μὴ θάψετε τὸν Ἑλληνισμόν. Δὲν ἔχουν ἆρα δίκαιον νὰ ἀγανακτοῦν τινὲς χωρὶς ἀφορμὴν νὰ ἀφίνουν αὐτὰς τὰς λέξεις; Ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ παρουσιάσθη μία διαφωνία καὶ πολὺ ἀργὰ, καὶ εἰς τὴν διαφωνίαν αὐτὴν βλέπω ἀοριστίαν. Ἔλα, κύριε, Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃς τὶ ἔχεις, νὰ μᾶς εἴπῃς, κύριε Πρωθυπουργὲ, τοῦ λόγου σου τὶ προσθεύεις, βλέπεις ὅτι δὲν σοῦ ὁμιλεῖ ἕνας πρέσβυς, βλέπεις ὅτι ἡ ἐφημερὶς τοῦ Βίσμαρκ σὲ ἔχει εἰς δυσμένειαν, τί πράγματα εἶναι αὐτά; Δὲν σοῦ ὁμιλοῦν, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ φύγῃς· δὲν ἔχεις σχέσιν μὲ τὸν Βίσμαρκ, τί κάθεσαι; Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν· τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβον τινὲς, καὶ πιθανὸν νὰ ἔχουν δίκαιον: διατί, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἄφησες τὸν στρατὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἐλασσῶνα καὶ νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα; διατί δὲν ἔστελλες, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, νὰ ἐλευθερώσῃς τὴν Κρήτην; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη αἴφνης. Ἰδοὺ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς προσεκλήθη νὰ εἴπῃ διατί παρῃτήθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἶπε δύο λόγους· διότι, λέγει, δὲν ἐσυμφώνει μὲ τὴν διετῆ θητείαν, καὶ διότι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἦτο σύμφωνος νὰ μένουν τὰ στρατεύματα εἰς τὰ σύνορα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κινήσουν. Μετὰ τοῦ Ζυγομαλᾶ συνωμίλησα — πρέπει νὰ τὰ εἴπωμεν φανερά — Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς ἐγεννήθην εἰς μίαν Ἐπαρχίαν ὅπου εἶναι ὁλονὲν χιόνια, καὶ ἅμα ἀκουσθῇ τουφεκιὰ, ὁπλιζόμεθα ἀμέσως. Μὲ τὸν Ζυγομαλᾶν τὰ εἴπαμεν, ὅστις, ὁμολογῶ, εἶναι ἕνας ἐκ τῶν στενοτέρων φίλων μου καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ὁποίου ἔκαμε μεγάλας θυσίας. Συναινεῖτε νὰ κινήσωμεν νὰ πᾶμε εἰς τὴν Κρήτην· ἐπερίμενα λοιπὸν νὰ ἀναχωρήσω καὶ ἐγὼ ἀμέσως μὲ ἐντολήν. Ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἤρκει ἡ Κρήτη νὰ ἐπαναστατήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Ἐὰν ἄλλοτε ἐπὶ τριετίαν διετήρησε τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἀπησχόλει 90 χιλιάδας στρατοῦ τοῦ Ὀμὲρ πασᾶ, εἶχε τροφὰς καὶ πολεμεφόδια, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ἐξ Ἑλλάδος. Τί λοιπὸν ἤθελον πράξει οἱ Κρῆτες, ἐὰν ἤθελον ἐπαναστατήσει; Ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐξ ἐγγράφων, ὑπογεγραμμένων ἀπὸ ὁπλαρχηγοὺς σπουδαίους, ἀποδεικνύεται ὅτι ἂν ἐγένετο ἐπανάστασις, τότε θὰ ἀπετύγχανεν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ στόλος παρουσιάζετο. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ὁ σκοπὸς ἡ Κρήτη, ἦτο ἡ Μακεδονία καὶ οἱ φίλοι μου ὅλοι ἔλεγον ἔχομεν μεγάλα σχέδια. Λοιπὸν, κύριοι, οἱ Κρῆτες θὰ παρακολουθήσουν ἀμέσως ὅπου ἡ Ἑλλὰς κηρύξει τὸν πόλεμον, καὶ οὕτω πως πρέπει νὰ εἶναι πόλεμος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν εἶναι πόλεμος τῶν παίδων ὅπου πηγαίνουν εἰς τὰ σύνορα, ἀλλ’ εἶναι πόλεμος, ὅστις θὰ εἶναι καὶ εἰς τὴν Κρήτην καὶ εἰς τὴν Σάμον καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἀλλὰ αὐτὰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐνταφιάζεται ὁ Ἑλληνισμὸς, ἂν γίνῃ πόλεμος, εἶναι τῶν ἐντολέων σας αὐταί; Οἱ βουλευταὶ, κύριοι, ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐκφράζουν τὰς πεποιθήσεις, ἀλλὰ τίνας πεποιθήσεις; Δὲν πρέπει νὰ ἀποθαῤῥύνωμεν τὸν λαὸν, διότι ὅταν ὑμεῖς ἀποθαῤῥύνετε τὸν κόσμον ὅτι θὰ καταστραφῇ ὁ στρατὸς, τότε πρὸς ποῖον σκοπὸν νὰ σηκωθοῦν; Ὡς πρὸς τὸ χρηματικὸν, κύριοι. Καὶ πῶς μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην, ἠμπορεῖ νὰ ἐγκαρτερήσῃ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, πῶς δὲν ἔχει χρήματα; Θὰ τὴν κρεμάσωμεν, κύριοι! Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, τί φόβος εἶναι αὐτός; Θὰ χαθῶμεν καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐστέλλετο εἰς τὴν Ἰταλίαν διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ ἰδέας, ἀλλὰ τώρα ἐγήρασεν .... (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος μου, ἡ ὁποία προσέφερε τόσα θύματα εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν διὰ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι καὶ σήμερον αὐτὴν τὴν ὥραν ὅπου σᾶς ὁμιλῶ γίνονται προτάσεις νὰ λάβουν οἱ Κρῆτες ὅ,τι θέλουν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Ἀλῆ Πασᾶς ἄλλοτε, τὸ προτείνουν καὶ τώρα, ὅ,τι θέλετε ἐκτὸς τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τούτοις ἀπέκρουσαν μὲ ἀγανάκτησιν καὶ τὰς προτάσεις καὶ τοὺς ὑποστηρικτὰς ἐκείνης τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ἀγαπᾷ τὰ θολὰ νερά. Λοιπὸν ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν θυμάτων, τὰ ὁποῖα εἴδατε εἰς τὰ 1867 καὶ 1868, τὰ γυναικόπαιδα, τὰς γραίας, τὰς εἴδατε εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, δὲν συλλογίζεσθε ὅτι ἐγένοντο αὐτὰ, δὲν συλλογίζεσθε ὅτι εὑρέθησαν πτώματα γυναικῶν καὶ παιδίων εἰς τὰ παράλια τῶν παρακειμένων νήσων! αὐτὰ τὰ θύματα δὲν τὰ στοχάζεσθε, ἀλλὰ συλλογίζεσθε ὅτι δὲν ἔχει ἕνα βρακὶ ἕνας στρατιώτης; (Εὖγε, εὖγε). Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ μὴ ἀποθαῤῥύνετε τὸν κόσμον, διότι χάνεται ὁ Ἑλληνισμός. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον νὰ ὁμιλήσω εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἐκ μέρους τῆς Κρήτης ὅτι θὰ παρακολουθήσῃ τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἅμα κηρύξῃ τὸν πόλεμον.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§72Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρῃτούμην, κύριοι, τοῦ ζητηθέντος λόγου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου θέματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Τόπου ἐπιβάλλει εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ ἐκφράσῃ παῤῥησίᾳ καὶ εἰλικρινῶς τὴν γνώμην του· αὐτὸ καὶ μόνον μὲ παρακινεῖ νὰ ἐκθέσω ὀλίγα πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ τῶν ὁποίων, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀνακοινώσω τὰς γνώμας μου καὶ νὰ καταστήσω κοινὰς τὰς πεποιθήσεις μου. Μᾶς ἐκάλεσε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλε; Μᾶς ἐκάλεσε διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν διὰ νὰ πορισθῇ χρήματα, δὲν κατώρθωσε νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ; Μᾶς ἐκάλεσε διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι προεῖπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσυζητοῦντο τὰ μέτρα ταῦτα, ἐπηλήθευσε; Μᾶς ἐκάλεσε διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, δὲν δύναται νὰ δράσῃ, ἐὰν δὲν συμπληρώσῃ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸ ἓξ μηνῶν εἶχεν ὑποβάλει καὶ πρὸ πέντε μηνῶν ἐψηφίσαμεν; οὐχὶ βεβαίως, οὐχί. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐκάλεσε, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεχωρίσθημεν, ἐγεννήθησαν τοιαῦται περιστάσεις καὶ τοιαῦτα γεγονότα ἔλαβον χώραν, ὥστε τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ καλέσῃ τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ τὶ φρονεῖ· ἐκάλεσε τὸ Κοινοβούλιον διὰ νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐὰν καὶ μετὰ τὰ συμβάντα, ἐὰν καὶ μετὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἰσι γνωστὰ τοῖς πᾶσι καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον, καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ γινώσκῃ ἕκαστος βουλευτής, εἶνε δυνατὸν νὰ διατελῇ εἰς τὴν αὐτὴν γνώμην, εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν καὶ πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρὸ τῶν περιστάσεων ἐκείνων. Καὶ δὲν εἶνε ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, ὅτι μᾶς καλεῖ διὰ τοῦτο· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, ὡς παρετήρησαν καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἀγορεύσαντες πρὸ ἐμοῦ, διατὶ ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο. Ἐρωτᾷ διὰ τούτων τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν, ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν, ἂν ἐγκρίνῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε. Καὶ ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον ἡ μομφή, τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εὐθὺς μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων, ἦτο λογικὴ καὶ δικαία καὶ ἀναγκαία συνέπεια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθεσεν. Ἐὰν λοιπὸν ταῦτα ἐπιζητῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων καὶ μᾶς προσεκάλεσε δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, ποῖοί εἰσιν οἱ ἄξιοι μομφῆς; ἐκεῖνοι οἵτινες ἀναβαίνουσι τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκφράσωσιν εἰλικρινῶς καὶ μετὰ παῤῥησίας τὴν πεποίθησίν των, ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες, καλυπτόμενοι ὄπισθεν τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, λέγουσιν ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη εἶνε κατάλληλος νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν καὶ μόνην πρέπει ν’ ἀναθέσωμεν τὰ πάντα, καὶ πᾶσαν τὴν εὐθύνην; Δὲν εἶνε ἡ ταπεινὴ ἐπιθυμία τῆς καταλήψεως τῆς Ἐξουσίας, ἣν πολλοὶ ἀπέδωκαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν· ὄχι· τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν ἐτέθη ὑπ’ αὐτῆς νῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· αὐτὸ ἐτέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς Συνόδου ταύτης, τίθεται δὲ σήμερον ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπανειλημμένως ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μέλη αὐτῆς ἐπανέλαβον εἰς τὴν Βουλήν: δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα. Ὅταν δὲ ἀνεκοίνουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα, τί ἄλλο ἐστὶν ἢ ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἀλλ’ ὠφελούμενοι νῦν ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ὑποστηρίζουσα τότε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποφεύγουσα τὰ κυβερνητικὰ ζητήματα, δι’ οὓς λόγους τότε ἐξέθηκεν, ἐπωφελούμενοι, λέγω, τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὴν ὁποίαν δύναται εὐλόγως νὰ καυχηθῇ, ἠκούσθησαν πολλοὶ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ ἐπιφωνῶσι: καὶ φέρετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ; Διατί δὲν τὸ ἐφέρατε καὶ κατ’ ἀρχὰς τῆς Συνόδου ταύτης; Εὐτυχῶς ἔγκριτα μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως ὑπεστήριξαν αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην, ὅτε σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἐὰν ἐπικροτῶμεν εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέλωμεν τὸν πόλεμον ἢ τὴν εἰρήνην· ἀλλὰ ταῦτα ὑποστηρίζοντες, κατέγειναν νὰ σᾶς ἐκθέσωσι τὴν ὄψιν τῆς νίκης καὶ τὴν ὄψιν τῆς ἥττης, νὰ σᾶς παραστήσωσι τὴν δαφνοστεφῆ ἐπιστροφὴν τοῦ στρατοῦ μας καὶ τὴν ἀποτρόπαιον κατήφειαν τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ οὐδὲν εἶπον καὶ τί φρονοῦσιν αὐτοί, καὶ ἐσυμβούλευσαν τὰ πάντα ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, ν’ ἀκούσωμεν ποῖα θὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν ἐξέλθωμεν νικηταί, καὶ ποῖα ἐὰν ἡττηθῶμεν· ἤλθομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ πράγματα, ἐπιτρέπηται νὰ δράσωμεν, ἔχοντες καὶ πιθανότητα, ὅτι αἱ θυσίαι ἡμῶν δὲν θέλουσιν ἀποβῆ ἐπὶ ματαίῳ, ὅτι, ἐνεργοῦντες νῦν, ἐξασφαλίζομεν διὰ τῆς ἐνεργείας τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα. Ἐμέμφθησαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι παρέλειψε κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τὸ καθῆκόν της, κατηγοροῦσιν αὐτήν, ὅτι δὲν εἶνε συνεπής, διότι σήμερον δὲν πράττει ὅ,τι ἔπραξε τότε, διότι δὲν ἐξακολουθεῖ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ κοινὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν, κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ πράξωμεν ὅ,τι καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, πρέπει νὰ φρονῶμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, καὶ εἰς αὐτὰς ἀποβλέποντες, δύνασθε νὰ κρίνητε ἐὰν ἡ διαγωγὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσῃ, εἶνε σύμφωνος πρὸς ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἔπραξε. Ποῖαι δὲ αἱ τότε περιστάσεις καὶ ποῖαι αἱ σήμερον; Τότε ἐτίθετο ἐπὶ τοῦ τάπητος τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα· ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν ἐτηρεῖτο. Οἱ Σέρβοι ἔνοπλοι προσήρχοντο ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ παρετάσσοντο εἰς τὰ σύνορα· ἡ διπλωματία εὑρίσκετο εἰς ἀμηχανίαν, διότι ἐξ ἀρχῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ πόθεν προέρχεται τὸ κίνημα, καὶ ἠναγκάζετο ἡ Ῥωσσία νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰς δηλώσεις καὶ νὰ προβῇ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀποκηρύξεως, διὰ νὰ πείσῃ ὅτι δὲν εἶνε ἐκείνη, ἥτις ὑπεκίνησε τὰ πάντα, ἐχρειάσθη δὲ νὰ παρέλθωσι μῆνες, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ τὰ ὄπισθεν τῆς σκηνῆς προετοιμασθέντα. Ἡ Ἀλβανία ἐταράσσετο, ἠλεκτρικὸς σπινθὴρ ἠλέκτριζε πάντας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ πάντα ἐκινοῦντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις προσεκλήθημεν νὰ σκεφθῶμεν τὶ πρέπει νὰ πράξωμεν. Καὶ τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, κύριοι, ὅτι ὁποιαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν εὑρίσκετο εἰς τὰ πράγματα, ὤφειλε νὰ παρασκευασθῇ εἰς δρᾶσιν; Τίς ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ εἰς Κυβέρνησιν, ἔχουσαν τοιαύτην πλειονοψηφίαν, τὰ μέσα διὰ νὰ κατορθώσῃ, εἰ δυνατόν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ περιστάσεις ἀναφανῶσιν εὐμενεῖς πρὸς δρᾶσιν καὶ ὑπεράσπισιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ δράσῃ καὶ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα ταῦτα; Τίς ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις διεβεβαίου τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι διπλωματικῶς ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶνε εἰς τοιαύτην θέσιν, εἰς ἣν οὐδέποτε εὑρέθη, καὶ ὅτι ἐκτήσατο ὅ,τι πρὸ πεντηκονταετίας δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ὅ,τι ἐζήτει; Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα παρουσίαζεν ἡ πολιτικὴ θέσις τοῦ ζητήματος, ὑπεβλήθησαν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθησαν, μέτρα βεβαίως, τὰ ὁποῖα πραγματοποιούμενα παρεῖχον ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ δράσωμεν. Ποία δὲ ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ἄποψις; Στρατιωτικῶς εἴχομεν σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα τρέχουσαν ὑπὸ τὰ ὅπλα, σύμπασαν τὴν νεολαίαν ἐνθουσιῶσαν, ἑτοίμην νὰ ἐνεργήσῃ καὶ σφριγῶσαν καὶ ἀνυπομονοῦσαν, ὅτι δὲν ἀφίνετο ἐλευθέρα ἀμέσως νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν, τὴν δὲ Τουρκίαν μὴ τολμῶσαν νὰ ἀπομακρύνῃ ἕνα στρατιώτην ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὑπὸ τοιαύτας λοιπὸν περιστάσεις κρισίμους, κύριοι, ὠφείλαμεν νὰ διστάσωμεν, ἵνα παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν ὑποστήριξιν ἡμῶν καὶ νὰ μὴ παράσχωμεν αὐτῇ τὰ ζητούμενα μέτρα, ἐκφράζοντες μόνον τὴν γνώμην μας ὡς πρὸς τὸ μὴ συντελεστικὸν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ γεννήσωμεν συζητήσεις καὶ κυβερνητικὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ μὲν Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔχῃ δεμένην τὴν γλῶσσαν, ἡμεῖς δὲ τὴν ἀπαγόρευσιν νὰ ζητήσωμεν φῶς; καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις ἀπεχωρίσθημεν ὅλοι παρήγορον ἔχοντες ἐλπίδα. Ἀλλὰ δυστυχῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν; Τί ἔχομεν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος; ἀντὶ θριάμβων καὶ ἀποκτημάτων ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐστράφημεν πρὸς τὴν διπλωματίαν, ἐπεκαλέσθημεν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐλάβομεν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Εὐρώπης εἶνε νὰ ἡσυχάσωμεν. Καὶ εἰς τοῦτο περιωρίσθη μόνον ἡ διπλωματία; εἰς τοῦτο οἱ ἰσχυροὶ τῆς Εὐρώπης προέβησαν καὶ περαιτέρω. Ἤδη, κύριοι, ἐνεργοῦσιν ἐναντίον τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ στόλοι αὐτῶν καταπνίγουσιν τοὺς παλμοὺς τῶν Κρητῶν καὶ μᾶς φράττουσι βαρυσήμαντον ὁδόν. Ἐστράφημεν πρὸς τοὺς λαοὺς καὶ ἐλάβομεν εἰς ἀπάντησιν, ὅτι οἱ λαοὶ συγκινοῦνται ὑπὲρ τῶν λαῶν ἐκείνων, οἵτινες οἴκοθεν φροντίζουσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ οὐχὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ἀναμένουσι τοῦτο παρ’ ἄλλων, ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες μάχονται ὑπὸ τὴν σημαίαν τῶν ἐθνικοτήτων καὶ οὐχὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες μάχονται διὰ τὸ statuo quo. Ἐπεκαλέσθημεν τὴν ἀρωγὴν τῶν φίλων μας καὶ οὗτοι μᾶς ἀπήντησαν, παρῆλθεν ὁ καιρὸς τῆς ἐνεργείας. Ἐνῷ δὲ νῦν τοιαύτη εἶνε ἡ πολιτικὴ ἡμῶν θέσις, ποία εἶνε ἡ οἰκονομική; Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν, παρῆξαν τὰ μέσα; ὄχι. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πατριωτικοῦ δανείου; Ἠκούσατε, κύριοι, τὶ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν ἤθελον συνδράμει αἱ κοινότητες, οἱ ὑπάλληλοι, αἱ Λιμενικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ Μοναὶ κτλ, οὔτε τὸ ποσὸν αὐτὸ ἤθελεν ἐπιτευχθῆ. Ποῖον τὸ τῶν συνεισφορῶν καὶ εἰσφορῶν; μηδαμινόν· διότι τὶ ἄλλο μᾶς ἀπέμειμεν ἢ ὁ χάρτης. Ἀπορῶ δὲ πῶς σπουδαῖοι ἄνδρες πιστεύουσιν, ὅτι, ἐν περιπτώσει δράσεως, πάντες θ’ ἀνοίξωσι τὰ βαλάντιά των καὶ θὰ εἰσρεύσῃ ἄφθονον τὸ χρῆμα, καὶ ταῦτα ὑποστηρίζουσιν, ἐνῷ ἔχομεν πλεῖστα προηγούμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς διδάσκουσιν, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ θυσιῶν, ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν μόνον ἐπὶ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου, καὶ προτρέπουσι νὰ ἐνεργήσωμεν, στηριζόμενοι ἐπὶ τοιούτων ἐπαγγελιῶν! Δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ἀπὸ τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς, ἀλλ’ ἡ συνδρομὴ αὐτῶν εἶνε ἐλαχίστη ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας καταβάλλει τὸ Κράτος. Αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Κρήτης ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνέφερεν, αὐτὴ εἶνε ἀρκετὴ καὶ μόνη νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τοιαύτας ἐλπίδας. Δεκαοκτὼ περίπου ἑκατομμύρια ἐστοίχισεν ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, ἧς καὶ τὰ 17 ἑκατομμύρια τὰ κατέβαλε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἓν δὲ μόνον οἱ ἔξω ὁμογενεῖς. Τί δὲ κατέβαλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, τρέφων, ἐνδύων καὶ οἰκῶν 65 χιλιάδας περίπου γυναικόπαιδα, τὰ καταφυγόντα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἕκαστος τὸ γνωρίζει ποία εἶνε ἡ ἀλήθεια. Καὶ τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ λόγων, ἐπεκαλέσθημεν τὴν συνδρομὴν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κρήτη ἐμάχετο καὶ ἔβλεπον τὰς θυσίας καὶ ἐσκίρτα τὸ Πανελλήνιον εἰς τοὺς θριάμβους αὐτῆς· καὶ ἐν τούτοις ἓν ἑκατομμύριον κατωρθώθη νὰ περισυνάξωμεν πρὸς ἀρωγὴν καὶ ἀνακούφισιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀπήτει ἡ ἡρωϊκὴ νῆσος ἀντὶ τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον ἀφειδῶς ἔχυνεν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν πρέπει λοιπὸν, κύριοι, ὅταν ὁμιλῶμεν σπουδαίως, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἔθνους, νὰ στηριζώμεθα εἰς ἐλπίδας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν προτέρων εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα σοβαρῶς καὶ μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ὦσιν ἀρκετὰ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον προτιθέμεθα ν’ ἀναλάβωμεν. Καὶ ὅταν, κύριοι, στηριζώμεθα ἐπὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, τίς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ βασίμως καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν πόλεμον, καὶ πόλεμον τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον θέλομεν ἀναλάβει; Τίς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ μονομαχήσωμεν μετὰ τῆς Τουρκίας τὴν μονομαχίαν τοῦ τελευταίου αἵματος; Ἀλλὰ καὶ στρατιωτικῶς ἤμεθα ἴσως ἰσχυρότεροι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ νεολαία ἐτάσσετο ὑπὸ τὰ ὅπλα. Καὶ παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν σύγκειται ἀπὸ ἥρωας, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ἄνδρες ἐπίσης ἀνδρείως θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ ὅτι θὰ προτιμήσωσι ν’ ἀφήσωσι τὰ πτώματα αὑτῶν καὶ οὐχὶ νὰ καταισχύνωσι τὴν Πατρίδα των, τὸ ὄνομά των, τὰς σκιὰς τῶν προγόνων των. Ἀλλὰ δυστυχῶς δυνάμεθα μόνον διὰ τῶν θυσιῶν τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς ἀνδρείας τοῦ στρατοῦ μας νὰ διεξαγάγωμεν ἐπιτυχῶς τὸ ἔργον; ὄχι κύριοι· τοῦτο γνωρίζουσι πάντες καὶ ἰδίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· γνωρίζουσιν, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ πολέμου, ἄνευ τῶν ἐφοδίων, ἄνευ ἀνδρῶν καλῶς κατηρτισμένων, ἄνευ τῶν ἀναγκαιούντων πλοίων καὶ πληρωμάτων, ἄνευ τορπιλλοφόρων καὶ τορπιλλῶν, ἄνευ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, γινωσκόντων τὴν ἐπιστημονικὴν διαχείρισιν αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιτυχίαν, διότι δυστυχῶς σήμερον ὁ πόλεμος εἶνε τέχνη, εἶνε ἐπιστήμη μᾶλλον ἢ ἀνδρεία. Δὲν ἀρνοῦμαι, συνομολογῶ μάλιστα, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἄνδρες εὑρίσκονται ὑπὸ τὰ ὅπλα, σπουδαίως ὠφελήθησαν, καίτοι δὲν ὠφελήθησαν, ὅ,τι ὤφειλον νὰ ὠφεληθῶσιν, ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι προσεκάλεσεν αὐτοὺς χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἀναγκαῖα, χωρὶς νὰ προβλέψῃ περὶ τούτων. Δὲν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν διότι προσεκάλεσεν ἀθρόως, ἀφοῦ τοιαύτη πρόσκλησις ἐπεβάλλετο αὐτῇ, ὡς ἰσχυρίζεται, ἀλλὰ διότι δὲν ἐσκέφθη νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, διότι ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τοὺς ἄνδρας διὰ νὰ τοὺς γυμνάσῃ, ὡς ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ ν’ ἀποφύγῃ πάντα τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα τῶν παραλόγων ἀποφάσεών της. Ἠδύνατο νὰ ἐκγυμνάσῃ τοὺς ἄνδρας, ὄχι ὅμως καὶ νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑγείαν αὐτῶν καὶ νὰ σπείρῃ τὸ πένθος εἰς πολλὰς οἰκογενείας. Ἀφοῦ ἐκαλέσατε τοὺς ἄνδρας διὰ νὰ τοὺς γυμνάσητε, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τοὺς στείλητε εἰς τὰ ἕλη τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῆς Θεσσαλίας Διατί νὰ μὴ τοὺς ἀφήσητε εἰς τὰς κατοικίας των πλησίον τῶν ἔργων των; Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες, καὶ οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες πρώτην φορὰν ὑποβάλλονται εἰς στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν. Δὲν ἠδύναντο οὗτοι νὰ ἐκμάθωσι τὸ ἓν δύο καὶ τὰ λοιπὰ γυμνάσια τοῦ λόχου καὶ αὐτοῦ τοῦ τάγματος συγκεντρούμενοι εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν ἢ τῶν Νομῶν; Τοὺς ἐκαλέσατε εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπέκειτο ἡ μεταβολὴ τοῦ καιροῦ, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ θάλπος διεδέχετο ὁ χειμὼν, προσῆλθον μὲ τὰ θερινά των ἐνδύματα, τοὺς πυρετοὺς διεδέχθησαν αἱ πνευμονίαι καὶ μὲ τὰ ῥάκη τὰ θερινὰ ὑπέστησαν πολλοὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ψύχους, ἡ δὲ αὐστηρότης ἡ στρατιωτικὴ δὲν τοῖς ἐπέτρεψε νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των διὰ νὰ λάβωσι τουλάχιστον τὰ χειμερινά των ἐνδύματα. Ἐκ τῶν προσελθόντων 40–50 χιλιάδων, ἠσθένησαν αἱ 40 ἕνεκα τῶν λόγων τούτων. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον ἔχομεν δικαίωμα νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀπρονοησίᾳ, ὄχι διότι τοὺς ἐκάλεσεν, ἀλλὰ διότι ἐν γνώσει ὅτι δὲν εἶχεν ἐνδύματα, δὲν εἶχε κατοικίας καὶ πάντα τὰ λοιπὰ ἀναγκαῖα, τοὺς ἐκάλεσε νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας, τοὺς ἀπέστειλε δὲ ἐν γνώσει ὅτι θὰ δρέψωσι πυρετοὺς ἑλώδεις καὶ κατόπιν τὰς προσβολὰς τοῦ ψύχους καὶ τῆς ὑγρασίας, καὶ τοὺς ἐμπόδισε νὰ φροντίσωσι τοὐλάχιστον αὐτοὶ περὶ τῶν ἀναγκαίων. Καὶ ταῦτα, διὰ νὰ τοὺς γυμνάσῃ! Ἀλλὰ, κύριοι, μολονότι ὠφελήθησαν οἱ προσκληθέντες ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἄσκησιν, καὶ ἔχομεν στρατὸν καλλίτερον κατηρτισμένον καὶ ἀριθμὸν πολὺ ἀνώτερον, φρονῶ ὅτι δὲν ἔχομεν μεγαλειτέραν δύναμιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ πρὸ τῆς προσκλήσεως. Καὶ διατί, κύριοι; διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὅσας σειρὰς καὶ ἂν προσκαλέσωμεν, ὅσον καὶ ἂν ἀσκήσωμεν καὶ ἐκγυμνάσωμεν αὐτοὺς, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν τὴν ἀρκετὴν δύναμιν· διότι δυστυχῶς ἔχομεν ἀπέναντί μας ὄγκον τοιοῦτον, ὅστις ἀντὶ τῶν 5 ἀντιτάσσει 15, ἀντὶ 20 πυροβόλων προμηθεύεται 50 καὶ ἀντὶ 10 τορπιλλοφόρων ἀγοράζει τοὐλάχιστον ἄλλα τόσα, καὶ τοιουτοτρόπως διὰ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους διαθέτομεν, δὲν δυνάμεθα ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσόπαλον σημεῖον, ὅταν παρέχωμεν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν καιρὸν, τὸν ὁποῖον χρειαζόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς προετοιμασίαν. Μόναι δὲ αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ μᾶς καταστήσωσιν ἰσοπάλους ἢ καὶ ἰσχυροτέρους, τοιαύτη δὲ ἦτο καὶ ἡ περίστασις εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἀλλὰ ἕνεκα τούτου, κύριοι, ὀφείλομεν ν’ ἀπελπισθῶμεν; Διότι εἴμεθα μικρὸν Κράτος, ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ δικαιώματα καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὅστις θὰ μᾶς ἀποτρέψῃ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν; ὄχι βεβαίως· καὶ ἡ ἱστορία μας μᾶς διδάσκει, ὅτι τοιαῦτα παραδείγματα δὲν δίδει ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξε τοὺς λοιποὺς λαοὺς πῶς πρέπει νὰ μάχωνται ὑπὲρ Πατρίδος, ὅστις ἀνεδείχθη ἄξιος νὰ πράξῃ τὸ πᾶν χωρὶς νὰ δειλιάσῃ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ὡς ἄτομα, ἀλλὰ ὡς βουλευταὶ τοῦ Ἔθνους, ὡς Κυβέρνησις τοῦ Κράτους· αἱ περιστάσεις οὔτε ἔλειψαν, οὔτε θὰ λείψωσι καθ’ ἃς δυνάμεθα νὰ δράσωμεν μετὰ τῆς βεβαιότητος τῆς ἐπιτυχίας. Αἱ περιστάσεις αὗται θ’ ἀναφαίνωνται μέχρις οὗ ἡ Ἀνατολὴ εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τῶν κατακτητῶν αὐτῆς, καὶ πᾶς ὅστις ἔχει καθῆκον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰς περιστάσεις ταύτας ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ διὰ τὴν ἐνέργειαν. Ἰδού, κύριοι, διατὶ ἀδίκως ἐμέμφθησαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ἀδιαφορεῖ πῶς θὰ κριθῇ αὕτη ἢ ἂν θὰ γείνῃ ἀσπαστή, καθὼς ἔχει καθῆκον καὶ πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐκφράσῃ αὐτήν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὡς τίθεται, εἶναι ζήτημα μονομαχίας ἢ οὔ; Καὶ ἐπειδὴ εἴπομεν, ὅτι θὰ διεκδικήσωμεν καὶ διὰ τῶν ὅπλων τὰ δικαιώματά μας, ὀφείλομεν νὰ τὸ πράξωμεν νῦν, διότι τὸ εἴπομεν; Κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐκινήθη, ὅτι ὤφειλε νὰ κινηθῇ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὰς σκέψεις τῶν προλαλησάντων, διότι ἡ ἱστορία διδάσκει, ὅτι ἓν γεγονός, μία ἀπόφασις ἀναδεικνύει ἄνδρα μέγαν τὸν μὴ τοιοῦτον ὡς ἐκ τῆς ἐπιτυχίας, καθὼς καὶ ἡ ἀποτυχία ἀποκαθιστᾷ μικρὸν τὸν μέγαν. Δὲν δυνάμεθα, φρονῶ, νὰ ἀποφανθῶμεν ἀλανθάστως ἐὰν καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δράσῃ ἢ νὰ μὴ δράσῃ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ νὰ κατηγορήσωμεν αὐτὴν, διότι δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ διάβημα τοῦτο ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὴν ἐπιτυχίαν. Καὶ ἀφοῦ δὲν εἴμεθα βέβαιοι περὶ τῆς ἐπιτυχίας, πῶς δυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν αὐτήν; Ἕκαστος ἔχει τὰς πεποιθήσεις του καὶ ἕκαστος κρίνει τὰς περιστάσεις κατὰ τὴν κρίσιν του. Ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τὰ πράγματα εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξωσιν εἰς τίνα τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε ἐντύπωσιν βαθεῖαν, εἰσὶν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς μορφῆς ταύτης. Ἀφ’ ἑνὸς μᾶς εἶπε, Κράτος πεπολιτισμένον ὡς τὸ Ἑλληνικὸν, Κράτος εὑρισκόμενον εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας καὶ σεβόμενον τὰς συνθήκας, δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοιοῦτον τόλμημα χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς λῃστρικόν. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἡ θέσις μας ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ τοιαῦται αἱ σκέψεις μας, ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, πῶς δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν πεποίθησιν, ἣν πρὸ πολλοῦ ἀναγγέλλομεν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν πρὸ πολλοῦ ἑτοιμαζόμεθα; Δὲν θὰ εὑρεθῶμεν καὶ αὖθις εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς κοινῆς εὐρωπαϊκῆς γνώμης, ἡ ὁποία θὰ μᾶς κωλύσῃ νὰ δράσωμεν, ἀφοῦ καὶ προηγουμένως μᾶς ἐμπόδισεν, ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν μέχρις οὗ ἐπιτεθῇ ἡ Τουρκία καθ’ ἡμῶν; Νὰ ζητήσητε προφάσεις εἶν’ εὔκολον, ἀλλ’ ἡμεῖς λέγομεν δικαιολογίας, τοιαῦται δὲ ὡς ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐζήτησαν οἱ Σέρβοι, ὅταν ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Βουλγαρίας θὰ ἐκτιμηθῶσι παρὰ πάσης τῆς Εὐρώπης, ὡς ἐξετιμήθησαν καὶ ἐκεῖναι, ἐνῷ ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν ἐδικαίου τὴν εἴσοδον ἡμῶν εἰς τὰς χώρας τὰς παραχωρηθείσας ἡμῖν διὰ Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης μάλιστα μὲ τὴν δήλωσιν νὰ τὰς ἐγκαταλείψωμεν, ἐὰν ἐγκαταλείψωσι καὶ οἱ Βούλγαροι τὴν Ῥωμυλίαν. Θλιβερὰν ἐντύπωσιν ἠσθάνθην ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἐνῷ ἐβεβαιώθη, ὅτι εἴχομεν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν 23 χιλιάδας στρατοῦ ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἰσχυρίσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ πλέον τῶν τεσσάρων ἢ πέντε χιλιάδων. Δὲν ἔχω γνῶσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἐὰν διετρέφομεν 23 χιλιάδας στρατοῦ καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν παρὰ τέσσαρας ἢ πέντε ἐξ αὐτῶν, τότε ἀπορῶ διατὶ ἐπιβαρύνομεν τὸ Κράτος μὲ τοιαύτην δαπάνην καὶ ἐφέραμεν αὐτὸ εἰς ἣν θέσιν δεικνύει ὁ Προϋπολογισμός μας. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, διότι περὶ αὐτοῦ κυρίως ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ἔθνος τὴν γνώμην ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὡς ἔχουν τὰ πράγματα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἂν ὄχι βεβαιότητα, ἀλλὰ σχεδὸν τοιαύτην, ὅτι δυνάμεθα νὰ δράσωμεν ἐπιτυχῶς, τότε βεβαίως θὰ ἦτο ἔγκλημα, ἐὰν δὲν ἐδίδετε τὴν ψῆφόν σας καὶ νῦν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἀντίθετος πεποίθησις, ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ὡς ἔχουν τὰ πράγματα δὲν δυνάμεθα ἐπιτυχῶς νὰ δράσωμεν, τότε ὀφείλετε νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ, καὶ τοιαύτην ἔχουσα πεποίθησιν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ φρονοῦσα ὅ,τι φρονεῖ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν: σταμάτησον, διότι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐκ πατριωτικοῦ αἰσθήματος ἐνήργησες, δὲν δύναται πλέον νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἤλπιζες, διότι αἱ περιστάσεις ἀφαιροῦσι πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι δύνασαι νὰ ἐπιτύχῃς ὅ,τι διὰ τούτου ἐπιζήτησες, πᾶσα δὲ ἡμέρα παρερχομένη εἶναι οὐ μόνον καταστροφὴ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι ἡμέρα, ἡ ὁποία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν, διότι μᾶς στερεῖ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς κατάλληλον περίστασιν. Βουλευτής τις ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν κατηγόρησεν αὐτὴν, ὅτι ὡς πολιτεύεται ὑψόνει τὴν σημαία τοῦ Βήκονσφιλδ· ἀλλὰ φοβοῦμαι πολὺ, ὅτι ἡ ἀντίθετος σημαία, τὴν ὁποίαν ὑψόνουν τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ἡ σημαία τοῦ Ἰγνατιέφ· διότι, ἐὰν ἡ μονομαχία, ἥτις ἐπιζητεῖται, θὰ φέρῃ καταστροφὰς καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν ἄνευ τινὸς ἀποτελέσματος, τότε οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ὁδὸν τοῦ τρίτου, τὴν ὁδὸν τοῦ Σλαυισμοῦ.
§73ΑΞΕΛΟΣ. Διατί δὲν τὰ ἐλέγετε πρὶν αὐτά;
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κύριος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει.....
§75ΑΞΕΛΟΣ. Ἐδῶ εἶμαι βουλευτής.
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. ἀξιωματικός.......
§77ΑΞΕΛΟΣ. Εἶμαι βουλευτής.
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν σᾶς ἀρέσῃ ὁ τίτλος τοῦ ἀξιωματικοῦ—ὁ κ. βουλευτής, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει, ὤφειλε νὰ παρίσταται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προσέχῃ, διότι τότε βεβαίως ἤθελεν ἀκούσει τοὺς λόγους καὶ δὲν θὰ μὲ διέκοπτε νῦν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἀμοιβαία ἐξάντλησις οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ φέρῃ εἰμὴ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς Μακεδονίας. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ πολεμήσῃ, διότι εἶπε θὰ πολεμήσῃ· ὁ πόλεμος εἶναι μέσον καὶ οὐχὶ σκοπός. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ τὴν ὅλην ἀτομικήν μου γνώμην. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ κινηθῇ ἢ ὤφειλε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνεργοῦσα, ἀλλὰ μόνον μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤλπιζεν ὅτι αἱ περιστάσεις δύνανται νὰ τραπῶσιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μέχρις οὗ ἤλπιζεν ὅτι δύναται νὰ δράσῃ ἐπιτυχῶς διὰ τῆς κατατμήσεως τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων. Ἅμα ὅμως παρῆλθεν ἡ περίστασις καὶ δὲν ἐπωφελήθη, ἢ ἅμα ἀπεκαλύφθησαν τὰ πάντα, καὶ δὲν πρόκειται περὶ μυστηρίων, δι’ ὃ δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην μυστικῆς συνεδριάσεως, μέμφομαι τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλεν αὐτῇ, ἢ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰλικρινῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ μετὰ παῤῥησίας νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιφυλάξῃ ἡ Ἑλλὰς τὰς δυνάμεις της καὶ τὸ χρῆμά της διὰ τὰς καταλλήλους περιστάσεις, αἵτινες δὲν θὰ ἀργήσωσι ν’ ἀναφανῶσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Δυστυχῶς δὲν εἴμεθα νῦν οἱ μόνοι παράγοντες ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἴσως δὲ δὲν εἴμεθα οὔτε οἱ πρῶτοι παράγοντες, καὶ ὑποχρεούμεθα νὰ προσέχωμεν καὶ νὰ ταρασσώμεθα εἰς πᾶν κίνημα ἐν αὐτῇ γενόμενον καὶ νὰ κινώμεθα καὶ νὰ ἐνεργῶμεν εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν δὲν διενοήθημεν νὰ τὸ πράξωμεν, διότι μᾶς ἀναγκάζουσι τὰ πράγματα· καὶ ἰδοὺ διατὶ δὲν δύναταί τις νὰ λύσῃ ἀποτόμως τὸ ζήτημα τοῦ πλήρους ἀφοπλισμοῦ, ὡς δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὰ πάντα καὶ νὰ τραπῶμεν τὴν οἰκονομικὴν ἐργασίαν, διότι δὲν εἴμεθα πλέον κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας, διότι μᾶς παρασύρουσι τὰ πράγματα, διότι εἰσὶν ἄλλοι οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς παρακολουθῶμεν. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρωτίστως φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν, νὰ μὴ τὰς ἐξαντλήσωμεν καθολοκληρίαν, νὰ μὴ φθείρωμεν ἐπὶ πλέον τὰ μέσα τοῦ Κράτους, νὰ τὰ φυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, καὶ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας εἶναι ἕτοιμον νὰ προσφέρῃ εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος, νὰ περιμείνωμεν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αἱ θυσίαι αἱ προσφερόμεναι θὰ στεφθῶσιν ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. (Εὖγε).
§79ΤΡΑΚΑΣ. Ἐγὼ δυστυχῶς δὲν εἶμαι ῥήτωρ οὔτε πολιτευτὴς πολυχρόνιος, ὥστε νὰ ἔχω τὴν ἱκανότητα ἵνα ὁδηγήσω ὑμᾶς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος ἥτις ὑπῆρξε τὸ προπύργιον τῶν ἐπαναστάσεων τῆς Θεσσαλίας τῆς νῦν ἐλευθέρας, τῆς Φθιώτιδος, λέγω, ἡ ὁποία καὶ σήμερον ἐὰν κινηθῇ πόλεμος, θὰ πρωταγωνιστήσῃ, νὰ μὴ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὀλίγας τινὰς λέξεις στηριζομένας εἰς τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ τὴν πεῖράν μου, ἐὰν δὲ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἀκούσετε σολοικισμοὺς γραμματικοὺς ἢ πολιτικοὺς θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ λάβετε τούτους ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε εὐμενῶς. Ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κύριοι Βουλευταὶ, ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς ἐπαναλήψεως τῆς Συνόδου, δικαιολογηθεὶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε μέχρι τοῦδε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ καὶ ἰδίως ὅτι ἔπρεπε νὰ δράσῃ εὐθὺς μετὰ τὸ πραξικόπημα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἢ ὅταν ἐκάλεσε τὰς πέντε ἡλικίας εἰς ἐπιστράτευσιν, καὶ ὅτι ὁτιδήποτε καὶ ἂν πράξῃ τόρα εἶναι πλέον παράκαιρον, οἱ δὲ διάφοροι ὁμιλήσαντες κατόπιν αὐτοῦ ἐπίσης ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ἰδέας των διαφοροτρόπως καὶ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς ὅτι ὁ στρατὸς δὲν εἶναι παρεσκευασμένος, ὅτι οἰκονομικῶς ἀδυνατοῦμεν νὰ πολεμήσωμεν καὶ ὅτι διπλωματικῶς ὅλως ἀκαταλλήλως εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ συμμαχίαν τινὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ πολέμου οὔτε κἂν συμπάθειάν τινα διπλωματικήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀκούσας μετὰ προσοχῆς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν προέθεντο οὗτοι, ἢ μόνον πῶς νὰ καταλάβωσι τὴν Ἐξουσίαν. Καὶ κατέληξαν οἱ μετὰ τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀγορεύσαντες ὁμόφρονες αὐτῷ νὰ εἴπωσιν ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν παριστᾷ οἰκτρὸν θέαμα, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσωμεν κατὰ τῶν Τούρκων καὶ ὅτι ἄφευκτος εἶναι ἡ καταστροφὴ ἡμῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶναι τοσοῦτον λελανθασμένοι εἰς τὰς σκέψεις των ταύτας, ὥστε σᾶς λέγω ὅτι οὐδόλως ἐσκέφθησαν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, ἀλλ’ ἀπέβλεψαν μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ κόμματός των. Πρέπει νὰ μὴ προσποιῶνται ὅτι λησμονοῦσιν οἱ κύριοι οὗτοι, ὅτι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον δὲν εἴχομεν στρατὸν δυνάμενον νὰ ἐκστρατεύσῃ, οὐδὲ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν κατὰ τὸν Νοέμβριον ἠδυνάμεθα νὰ κινητοποιήσωμεν τὸν στρατόν μας, διότι ἦτο γυμνὸς, ἀγύμναστος, καὶ διότι ἠθέλαμεν στερηθῆ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ πολεμοφοδίων, καὶ τότε ἠθέλαμεν καταστραφῆ. Ἐνῷ ἤδη, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἔχουσα εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ της 77 χιλιάδας ἀνδρῶν, τὸ ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας, καλῶς γεγυμνασμένον μὲ συμπληρωμένας παρασκευὰς καὶ πολεμοφόδια κατὰ τε ξηρὰν καὶ θάλασσαν, δύναται νὰ πολεμήσῃ νικηφόρως κατὰ 300 χιλιάδων ἐχθρικῆς στρατιᾶς, πολλῷ δὲ μᾶλλον κατὰ 100 μόλις χιλιάδων Τουρκικοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἢ συρφετὸς ἀγύμναστος ἄνευ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, καὶ ὅλως ἐλεεινὸς καὶ ἄθλιος, ὥστε μὲ μίαν κλάραν δύναταί τις νὰ κυνηγήσῃ αὐτὸν, κατὰ τὴν κοινὴν λεγομένην παροιμίαν. Ταῦτα δὲ λέγω, διότι ἐπὶ πολὺ ἐξήτασα τὴν κατάστασιν τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ τοῦ εἰς Ἐλλασσῶνα καὶ Λιτοχῶρι ἐστρατοπεδευμένου, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἤμην εἰς Λάρισσαν. Κατέκριναν, κύριοι, τὴν ὑγιεινὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὰς πληροφορίας, καθ’ ἃς μᾶς ἔδωκαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ὅλων τῶν ἀσθενησάντων, ἐκ τόσων χιλιάδων στρατοῦ, ἀπεβίωσαν μόνον 1044. Ἐνῷ ἐν τοῖς Τουρκικοῖς στρατοπέδοις ἐκ τῶν ἀσθενησάντων τριπλασίων ἀπεβίωσαν εἰκοσαπλάσιοι, ὥστε κατὰ πολὺ ὑπερτερεῖ ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τοῦ στρατοῦ μας τῆς καταστάσεως τοῦ γειτονικοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν προεῖδε κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ὅτι θὰ εἶχεν ἔλλειψιν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προσποιῶνται οἱ κύριοι ὅτι ἐλησμόνησαν, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐπρόκειτο νὰ μονομαχήσωμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἑπομένως συμπραττόντων εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἄλλων κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, δὲν θὰ εἴχομεν ἀνάγκην μεγάλου ἀριθμοῦ στρατοῦ, ὥστε οἱ ὑπάρχοντες ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἐπήρκουν διὰ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν πράγματι ἡ Ἑλλὰς κατέλθῃ εἰς πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ζητοῦσα νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον ὅ,τι ὑπὸ τῆς Βερολινείου συνθήκης παρεχωρήθη εἰς αὐτήν, νομίζετε, ὅτι θὰ μείνῃ ἀμέτοχος τῆς πάλης ταύτης ἡ λοιπὴ Ἀνατολὴ, καὶ θὰ ἤμεθα μόνοι ἄνευ συμμάχων κατὰ τῆς Τουρκίας; Βεβαίως τὴν ἰδέαν ταύτην οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχῃ καὶ οὐδεὶς θ’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι, κινουμένης τῆς Ἑλλάδος πρὸς τακτικὸν πόλεμον μεθ’ 120 χιλιάδων τακτικοῦ στρατοῦ, ἀμέσως ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ τούτου θὰ ὑπερβῇ τὰς 200 χιλιάδας δι’ ἐθελοντῶν, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως θὰ προστρέξωσι καὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καὶ αὐτῆς τῆς Ἀλβανίας, διότι καὶ οἱ Ἀλβανοὶ εἶναι ἀδελφοὶ ἡμῶν, καὶ συνεπολέμησαν μεθ’ ἡμῶν ἄλλοτε. Ἡ θέσις λοιπὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κακή, ἐνῷ ἡ θέσις τῆς Τουρκίας εἶναι κακίστη. Ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε διπλωματικῶς νὰ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἢ τινῶν ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ συζητήματος τούτου δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμέν τι. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, εἶναι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν Πρακτόρων, τοὺς ὁποίους εἰς τὰ διάφορα τῆς Εὐρώπης μέρη ἔχει, καὶ διὰ τοῦ φιλικοῦ της Τύπου ἐν Ἀθήναις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε ἢ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ἔθνος αὐτό, καὶ ἀκόμη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ὅπως μᾶς πιέσωσιν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψωμεν πᾶσαν ἰδέαν ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν μας, καὶ τοῦτο, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἀκόμη μίαν φορὰν, ὅτι τὴν ἀνθελληνικὴν αὐτὴν πολιτικὴν, τὴν ἐγκαινισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Βικονσφὴλδ, πολλοὶ τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνησάντων τὸν ἀτυχῆ τοῦτον Τόπον ἐσκέφθησαν νὰ τὴν ἐκμεταλλεύωνται οὐχὶ πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίων αὐτῶν κομματικῶν συμφερόντων. Οἱ φίλοι τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὤθησαν κατὰ τὸ 1848 νὰ ἀλληλοσφαγῶμεν· μᾶς ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ καθαρίσωμεν τὸ παλάτι ἀπὸ τὰ καθάρματα, τὰ ὁποῖα εἶχε, τοὺς αὐλοκόλακας, ὁ δὲ σκοπὸς ἦτο νὰ κυνηγήσωσι τὸν Ὄθωνα. Καὶ μετ’ ὀλίγον ἔρχεται τὸ 1854, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξωθηθέντες, ἐκάμαμεν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλίας. Μετ’ ὀλίγον δὲ πάλιν ἡ Ἀγγλικὴ πολιτικὴ ἐπὶ Πάρκερ ἔφερε τὴν κατοχὴν καὶ μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἑστίας μας καὶ ὅμως καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίστασιν ἦλθε Ὑπουργεῖον τῆς Ἀγγλικῆς πολιτικῆς. Ἔρχεται τὸ 1862 καὶ εἴχομεν πάλιν τὴν Ἀγγλικὴν ἐπέμβασιν, ἥτις κατώρθωσε τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Ὄθωνος, διότι, ὡς ἀπεδείχθη, ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος εἰργάζετο τότε πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν. Ἤδη ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰργάσθη σπουδαίως· διότι, ἐνῷ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλεγε κατὰ τὸ 1882 ὅτι, καὶ μία ἡμέρα ἂν παρέλθῃ ἄνευ στρατιωτικῶν παρασκευῶν καὶ ἰδίως ναυτικῶν, εἶνε καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνῷ ἔλαβε 40 ἑκατομμύρια διὰ νὰ κάμῃ παρασκευάς, οὐδὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ μᾶς εἶπε κατὰ τὸ 1884, ὅτι τὰ 40 ἑκατομμύρια τὰ θέλει ὄχι εἰς χαρτὶ, ἀλλ’ εἰς χρυσὸν, καὶ ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, εἰς ὃ συμπεριελήφθησαν καὶ αἱ παρασκευαί, καὶ ὅμως οὐδεμίαν παρασκευὴν ἔκαμε, διότι καὶ τὰ προμηθευθέντα πλοιάρια Κίχλα, Κίσσα καὶ Ἀηδὼν εἰς τίποτε δὲν χρησιμεύουν. Κατακρίνουν λοιπὸν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μόλις ἦλθε καὶ εὗρε κατακερματισμένον καὶ σηπόμενον τὸ ναυτικόν μας, τὰ ταμεῖα κενὰ, τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἐξηντλημένας καὶ χρεωκοπημένον τὸ Ἔθνος, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δανεισθῇ οὔτε 5 λεπτὰ, καὶ ὅμως σήμερον διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπούμπουλη ἀπεκτήσαμεν πλοῖα καὶ κατηρτίσαμεν στόλον, ἐκτιμώμενον ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, καὶ ἰδοὺ εἰς τὰ παράλια τῆς δυστυχοῦς Κρήτης περιπλέουν τὰ πολεμικὰ πλοῖα τῶν μεγάλων Δυνάμεων, διὰ νὰ παρεμποδίσουν τὸν Ἑλληνικὸν στόλον ἀπὸ τῆς δράσεως. Ὁ στρατὸς ἐξεγυμνάσθη, καὶ ἂν μικρὰς ἐλλείψεις ἔχῃ, τοῦτο προῆλθεν ἕνεκα τοῦ χειμῶνος καὶ τῶν μεγάλων πλημμυρῶν. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις αὕτη, δαπανήσασα μόνον 47 ἑκατομμύρια διά τε τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν παρασκευὰς, διὰ τὴν ἐπὶ πεντάμηνον διατήρησιν τοσούτου στρατοῦ, καὶ ἔχουσα προμηθείας καὶ πολεμεφόδια διὰ διπλάσιον στρατὸν, εἶνε ἀξία ἀποδοκιμασίας, ἢ θαυμασμοῦ, ἐπαίνων καὶ πληρεστάτης ἐμπιστοσύνης; Πρέπει ἤδη νὰ προσκληθῶσι καὶ ἄλλαι ἡλικίαι ὅπως ἐκγυμνασθῶσι καὶ ὦμεν ἕτοιμοι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι κυβερνητικὰ μέτρα.
§81ΤΡΑΚΑΣ. Λέγω τὴν γνώμην μου. Ἤδη ὁ στρατὸς δύναται νὰ στρατωνισθῇ ὑπὸ τὰς σκηνὰς καὶ πρέπει νὰ προσκληθῶσι καὶ ἄλλαι ἡλικίαι ἐφέδρων, διότι εὐκολώτερον ἤδη δύνανται νὰ διατηρηθῶσι καὶ ἐκγυμνασθῶσι. Δὲν λέγω, κύριοι, ταῦτα διότι εἶμαι συμπολιτευόμενος· ἐγὼ προτιμῶ τὸν βίον τοῦ ἀντιπολιτευομένου καὶ πάντα τὰ ῥουσφέτια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ παραιτῶ (θόρυβος). Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ὅλους ὅσοι ἔλαβον ῥουσφέτια νὰ τὰ παραιτήσωσιν, ὅπως δοθῶσιν εἰς τινας φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ παύσωσι τῶν προδοτικῶν ἐνεργειῶν των κατά τε τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν ὅτι εἶναι καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, ἂν σήμερον διαλύσωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν· διότι πῶς θὰ δυνηθῶμεν ἄλλοτε νὰ συναθροίσωμεν ταῦτα καὶ ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰς παρασκευὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξαντληθῶσι πάλιν καὶ θὰ καταστραφῶσι μέχρι τοῦ ἐπιόντος ἔτους; Τὸ δὲ Βουλγαρικὸν ζήτημα πιθανὸν νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ Βουλγαρία νὰ γίνῃ ἐλεύθερον Βασίλειον μίαν ἡμέραν, καὶ θέλω νὰ γίνῃ, διότι θὰ συμπράξωμεν μετ’ αὐτῆς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ εἶνε λυπηρὸν ἤδη, διότι ἡ προεκτεθεῖσα Ἀγγλικὴ πολιτικὴ ἐδίδαξε καὶ ταύτην ν’ ἀγνωμονῇ πρὸς τὴν Ῥωσσίαν, τῆς ὁποίας τὸ ἀφθόνως ῥεῦσαν αἷμα ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν Βουλγάρων ἀχνίζει εἰσέτι. Λοιπὸν ἂν κινηθῶμεν, νομίζετε ὅτι θὰ μείνῃ ἀπαθὴς καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία; ὄχι, κύριοι, εἶνε ἀδύνατον. Λοιπὸν συμπεραίνων λέγω ὅτι θὰ πράξωμεν τὸ μεγαλείτερον ἀδίκημα, ἂν ἀφοπλισθῶμεν, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν ὅ,τι ἀκόμη ὑπολείπεται διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ὑποδούλων εἰσέτι ἀδελφῶν ἡμῶν.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)