1885.12.14
458 στίχοι · 3.440 λέξεις · 46 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1885.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 11 Π. Μ. (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Δʹ. Τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἄργους. Ἀναφέρω δὲ, ὅτι οὐδεμία ἔνστασις ὑπάρχει κατ’ αὐτῆς, ἑπομένως τὸ Τμῆμα παμψηφεὶ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογήν.
§2ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐκλογῆς Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων δὲν ἦλθεν ἀκόμη;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο καιρὸς, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, πρὸ ἕξ ἡμερῶν, νομίζω, ἐζητήθησαν τὰ πρακτικὰ καὶ ἀπεστάλησαν διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀνακήρυξις· θὰ παρέλθουν δέκα ἡμέραι τῶν ἐνστάσεων καὶ ἔπειτα θὰ ἀποσταλοῦν.
§4ΑΞΕΛΟΣ. Ἕνεκα τῶν τελευταίων ἐν Βώλῳ δυστυχημάτων εὑρισκόμενος ἐν ἀγανακτήσει καὶ ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἐξέφυγον φράσεις τινὲς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς εἴπω, καὶ δὲν ὀκνῶ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο.
§5ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδράσιν τῆς Βουλῆς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν παρατήρησιν, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐν τῇ Αἰθούσῃ εὑρισκόμενοι συνάδελφοι δὲν ἦσαν ἐν ἀπαρτίᾳ· ἔπραξα δὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἴσως διὰ πρώτην καὶ τελευταίαν φοράν, διότι ὁ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύων συνάδελφος ἐκ Τροιζηνίας βουλευτὴς ἐπέμενε νὰ ἀμφισβητῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Προεδρεῖον παρεδέχετο, ὅτι δηλαδὴ ἡ πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ὑπεστηρίζετο παρὰ τόσων βουλευτῶν ὅσους ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμὸς, ἐνῷ ἦτο τὸ ἐναντίον. Μετὰ τὴν ἔνστασιν, ἥν ἔκαμον περὶ ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, ἐγὼ δὲ ἤμην ἀπὼν, διότι ἐκωλύθην αἰφνιδίως ὑπὸ ἀσθενείας, ἥτις περιοδικῶς μὲ βασανίζει, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ ἔλθητε εἰς τὰ λουτρὰ τῶν Μεθάνων (ἱλαρότης).
§7ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω, κύριοι, νὰ ἀναπτύξω ἐπερώτησίν τινα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν εἶναι ἐπουσιώδης, εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ θὰ σᾶς παραθέσω ἐπίσημα ἔγγραφα, ἵνα πεισθῆτε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ γεγονότος λίαν σπουδαίου, ἐνδιαφέροντος ὅλην τὴν κοινωνίαν.
§8ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν πρόκηται περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς μοὶ ὡμιλήσατε προχθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἅμα λάβω καιρὸν θὰ μελετήσω καὶ θὰ κάμω ὅ,τι τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπιβάλλει.
§9ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν· ἐπαφίεμαι εἰς τὴν καλὴν θέλησίν σας, ἑπομένως δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε πλέον. Κύριοι, εἶναι δικαστικὸν σκάνδαλον, ἀλλὰ πρὸς τιμὴν τῆς Πατρίδος μας δὲν θέλω νὰ τὸ ἐκθέσω· παρακαλῶ ὅμως πολὺ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, ὡς τίμιος ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προσεβλήθη, νὰ τιμωρηθοῦν δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν σκανδαλωδῶς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς· ζητεῖ δραχμὰς 200 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὰ ἐγκρίνῃ. Συγχρόνως ὁ κλητήρ, ὁ ὁποῖος πρὸ ἡμερῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς Συνόδου κατεπλακώθη, ἐξελθὼν τῆς Βουλῆς δι’ ὑπηρεσίαν, ὑπὸ ἁμάξης, διατελεῖ εἰσέτι κλινήρης καὶ ἔχει πολυμελῆ οἰκογένειαν, ζητεῖ δὲ μικράν τινα βοήθειαν. Ἄν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ τῷ δοθῶσιν ἑκατὸν δραχμαί.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ ἀναστολῆς τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν νομοσχεδίου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§13ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ συνταχθῇ ὡς ἑξῆς· «Ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέπεται, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος καὶ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαταχθῇ ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ ἡ ἀναστολὴ κτλ.».
§14ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ κάτι τι περιπλέον. Βεβαίως τίποτε δὲν δημιουργεῖται δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, διότι ἐν τῷ ἀστικῷ ἡμῶν νόμῳ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνωτέρα βία· ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος τούτου εἶναι νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς διαδίκους ἢ τοὺς ἐνδιαφερομένους τῆς ἀποδείξεως τῆς ὑπάρξεως ἀνωτέρας βίας. Αὐτὸ ἠδύνατο νὰ γίνῃ, καὶ κατόπιν καθὼς ἔγινε καὶ εἰς τὰ Ἰουνιακὰ καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς πολίτας τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ ὑποβάλλει τοιοῦτον νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, διότι ἡ ἀνωτέρα βία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μόνον εἰς Ἐπαρχίας τινὰς τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§15ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφίεται ἡ ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ μέτρου, δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ δεχθῶ.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσα, ἴσα διὰ νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα αὐτὸ, πρέπει νὰ τὸ δεχθῆτε· διότι ὡς ἔχει τὸ κείμενον, δὲν θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα δι’ ὡρισμένας Ἐπαρχίας, ἐνῷ ἡ τροπολογία εἰς αὐτὸ τείνει.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἀφοῦ εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διεδόθη, καὶ ἴσως τινὲς ἐπίστευσαν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ αὐτὴ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τῆς ἐμπροθέσμου ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών του. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ διαψεύσω τὴν τοιαύτην διάδοσιν. Ἁπλῆ μελέτη τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου θέλει πείσει ἕκαστον, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη ἔννοια περιλαμβάνεται ἐν τῇ διατάξει αὐτοῦ. Ὤφειλον δὲ νὰ εἴπω ταῦτα διὰ νὰ ματαιώσω τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον παραπλησία ἑρμηνεία φαίνεται, ὅτι ἐπεδίωκε νὰ ἐπιτύχῃ.
§18ΚΟΡΥΖΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Μεθάνων, κύριε Πρόεδρε.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δηλοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν παραμείνει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ νομοσχέδιον τῶν Μεθάνων, διότι τὸ θεωροῦμεν ὡς καταστρεπτικὸν διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· εἰσάγει ἀρχὴν, ἡ ὁποία θέλει ἀποβῆ ὀλεθρία εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο· ἑπομένως, ἂν θέλητε νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ, ἡμεῖς παραμένομεν· ἂν δὲν θὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ, ἡμεῖς δὲν θὰ παραμείνωμεν διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις. Ἐκδίδεται ἄνευ ὡρισμένου χρόνου· ἐπὶ ὑποθέσει ὅμως, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, ἐξακολουθοῦν καὶ μετὰ τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη παρατάσεως, ἡ ἀνάγκη αὕτη δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ δι’ ἐκδόσεως ἑτέρου Διατάγματος· διὰ τοῦτο νὰ λέγῃ «προκαλεῖ καὶ ἀναστέλλει», ὄχι ἀναστείλῃ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀντὶ τῆς λέξεως «διατάξει» νὰ τεθῇ «διατάττει».
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δέον νὰ συμπεριληφθῇ διάταξις, ὁρίζουσα ἀπὸ ποίας ἡμέρας ἄρχεται νὰ θεωρῆται ἐκτελέσιμον τὸ Διάταγμα. Ὑπάρχει ἀοριστία περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἡ ὁποία δύναται σπουδαίως νὰ προσβάλῃ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ δικαιώματα, διότι ἐνδεχόμενον, εἴτε λαμβάνοντες γνῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, οἱ ἔχοντες δίκας, ὅτι θὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα, εἴτε ἄλλως πως δι’ ἐνεργειῶν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δημοσίευσις τοῦ Διατάγματος εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν προσβάλλονται τὰ δικαιώματα τοῦ ἑνὸς καὶ ὠφελεῖται ὁ ἕτερος... (Θόρυβος). Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω καλὸν τὸ Διάταγμα νὰ εἶνε ἀόριστον. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ περιέχῃ ῥητὴν διάταξιν λέγουσαν, ὅτι τὸ Διάταγμα θέλει θεωρηθῆ ἐκτελέσιμον μετὰ παρέλευσιν τῶν νομίμων προθεσμιῶν, τῶν ἀφορωσῶν τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, διότι τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἔχει θέσιν νόμου.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης νομίζει, ὅτι τὸ προκείμενον νομοθέτημα πρόκειται νὰ καταστρέψῃ, ἐνῷ πρόκειται νὰ διατηρήσῃ δικαιώματα· ἀκριβῶς δὲ διότι πρόκειται νὰ διατηρήσῃ δικαιώματα, πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ κατὰ ποίαν στιγμὴν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα θὰ ἐκδοθῇ εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ ἐνέργεια τῶν νομίμων Ἀρχῶν δὲν θὰ εἶνε ἱκανή, ὅπως σώσῃ τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο προβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὅμως ὁρίσωμεν, ὅτι ὑπάρχει μία προθεσμία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ ὅπως ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου αὐτοῦ δυνάμει τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, τότε θὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σκοποῦμεν διὰ τοῦ νομοθετήματος, καὶ ἀντὶ νὰ διατηρήσωμεν, θὰ καταστρέψωμεν τὰ δικαιώματα.
§25ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ προστασία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑνὸς εἶνε πολλάκις καταστροφὴ δικαιωμάτων τοῦ ἑτέρου, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν μόνον ὑπὸ μίαν ἔποψιν. Ὁ κ. Ῥάλλης νομίζει, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος ἄρχεται ἀπὸ τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ· τότε ἐπέρχεται προσβολὴ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων χάριν, τῶν ὁποίων κατασκευάζεται ὁ νόμος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶνε μία παράβασις ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οἱ νόμοι εἶνε ἐκτελέσιμοι μόνον ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῶν πρὸς δημοσίευσιν προθεσμιῶν, ἐκτὸς ἂν νόμος κανονίσῃ ἄλλως πῶς τὰ περὶ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Δυνάμεθα σήμερον νὰ παραβιάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Διὰ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου, ὁ Ὑπουργὸς θὰ νομοθετήσῃ· πρέπει λοιπὸν νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, ἐκτὸς ἂν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐνοεῖ, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θὰ κάμῃ χρῆσιν συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ εἶνε περιττὴ πᾶσα προσθήκη, ἐκτὸς τῶν εἰς τὸ κείμενον ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ βραχέων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐδήλωσεν, ὅτι οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ αὐτὸς, ὁ ἡγούμενος αὐτῶν, κρίνουσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις 8,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ Δήμου Μεθάνων πρὸς κατασκευὴν λιμενικοῦ ἔργου ἐν τῷ ὅρμῳ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, καταστρέφει τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο νομίζουσιν οἱ φίλοι αὐτοῦ καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πρέπει ν’ ἀμυνθῶσι μέχρις ἐσχάτων διὰ νὰ παρακωλύσωσι τὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ τὸ ἔσχατον ὅριον τῆς ἀμύνης εἶνε ἡ ἀποχώρησις αὐτῶν ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην. Καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, διότι νομίζομεν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ σήμερον ὑπὲρ τοῦ λιμένος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μεθάνων, ἐνομοθετήθη πολλάκις ὑπὲρ πολλῶν λιμένων καὶ ἐν πολλαῖς περιφερείαις. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, παρέχει ἀναγκαίας εὐκολίας καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες φοιτῶσιν εἰς τὰ λουτρὰ τῶν Μεθάνων, καὶ φοιτῶσιν ἐκ διαφόρων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, διότι καὶ ἡ ἐπιβίβασις καὶ ἡ ἀποβίβασις αὐτῶν εἰς τὸν ὅρμον ἐκεῖνον θέλει κατασταθῆ εὐχερεστέρα διὰ τῆς δαπάνης ταύτης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ φαίνεται ὡς νομοσχέδιον τοπικοῦ συμφέροντος, ἔχει χαρακτῆρα εὐρύτερον, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο εἶναι λυσιτελὲς νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἐπιθυμία τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐκ Τροιζηνίας, καὶ νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σκοπεῖ νὰ λάβῃ, ἤτοι τὸ νὰ ἀποχωρήσῃ μετὰ τῶν φίλων του ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐνδέχεται νὰ μὴ ματαιώσῃ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, διότι καὶ κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις ἔπραξαν ἐπανειλημμένως τὸ αὐτὸ, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἠδυνήθη νὰ ἐργασθῇ καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας αὐτῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συνεδριάζομεν σήμερον, δὲν εἶναι ἡ συνήθης ὥρα, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι παρόντα πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἐν Ἀθήναις διατρίβοντα, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ πρακτικὰ τὰ περὶ τῆς συζητήσεως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ μεταβιβάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ λιμένος Μεθάνων εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ μείνῃ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, χρεωστῶ νὰ ὠφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν ἐχορήγησεν εἰς αὐτὴν κατὰ τὰς δυσχερεῖς ταύτας περιστάσεις. Ὀφείλω δὲ νὰ τὸ πράξω τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον πιθανὸν εἶναι ἡ παροῦσα συνεδρίασις νὰ ἦναι ἡ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον τελευταία, ἀφοῦ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν σκοποῦσι ν’ ἀπέλθωσι ἕνεκα τῶν ἑορτῶν εἰς τὰς ἑστίας των. Τῷ ὄντι ἡ συνδρομὴ, ἧς ἐτύχομεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἦτο ἀσυνήθης, διότι δὲν ὑπῆρξε μέτρον, τὸ ὁποῖον προεβάλομεν εἰς αὐτὴν, συναφὲς μετὰ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, τὸν ὁποῖον δὲν ἐνεκρίθη παρ’ αὐτῆς, δὲν ὑπῆρξε πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐπροβάλομεν, σκοποῦσα νὰ εὐκολύνῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπέπρωτο ν’ ἀναδεχθῶμεν, ἥτις πρότασις δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀληθῶς ἐμπιστοσύνη ἄνευ ὁρίων, ἄνευ περιορισμοῦ τινος, ἀπόλυτος καὶ ἀσυνείθιστος. Δὲν μνημονεύω τούτου διὰ νὰ ἰδιοποιηθῶ ἢ νὰ διεκδικήσω τι ὑπὲρ τῶν προσώπων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα διαχειρίζονται νῦν τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ὁποίων τοιαύτη κατεδηλώθη ἐμπιστοσύνη. Ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη, ἡ ἀπόλυτος καὶ ἀπεριόριστος, ἦτο ἐμπιστοσύνη ἐκδηλωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ἐπιβεβαίωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ διατιμήσῃ τὰς πολιτικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετίμησε ταύτας καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ καθ’ ὃν τρόπον διετίμησε ταύτας καὶ ὁ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ὁ ἐκτὸς αὐτοῦ Ἑλληνισμός. Τῷ ὄντι, κύριοι, αἱ περιστάσεις εἶναι λίαν κρίσιμοι, διότι ἀπροσδοκήτως ἐπεφάνησαν κίνδυνοι, ἀπειλοῦντες οὐχὶ μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶνε βεβαίως εὐχερὲς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τις ἐκ τοῦ προχείρου καὶ διὰ τῶν συνήθων μέσων κινδύνους τοσοῦτον μεγάλους, ἐπεβάλλετο ὅμως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ εὑρεθῶσι διαχειριζόμενοι τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος, νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ παραλίπωσιν οὐδὲν μέσον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποσοβήσωσι τοὺς κινδύνους τούτους, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι συμφέροντα τοσοῦτον πολύτιμα καὶ τοσοῦτον ζωτικά, συμφέροντα, τὰ ὁποῖα συνδέονται οὐχὶ μόνον μὲ τὰς τύχας τῆς ἐνεστώσης γενεᾶς, ἀλλὰ μὲ τὰς τύχας γενεῶν μετεπερχομένων. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ περιέλθωμεν εἰς κατάστασιν, ἵνα ποιησώμεθα χρῆσιν πάντων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ ἀνάγκη ἤθελε μᾶς καταστήσει λυσιτελῆ καὶ χρήσιμα, εἴχομεν ἀνάγκην τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ εἴχομεν ἀνάγκην τῷ ὄντι τοιαύτης ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, οἵαν ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσεν εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐμνημόνευσα τούτου διὰ νὰ διεκδικήσω ὑπὲρ τῶν προσώπων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τὴν τιμὴν τῆς τοιαύτης ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἣν ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε, διότι ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη ἐξεδηλώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ, εἰ δυνατόν, τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἀπειλοῦσι τοσοῦτον μεγάλα καὶ πολύτιμα συμφέροντα. Ἐπειδὴ μάλιστα περὶ τούτου ὁ λόγος καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων θέλουσιν ἀπέλθει εἰς τὰς πατρίδας αὐτῶν, παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ διαφωτίσωσιν ἐπαρκῶς τοὺς ἐντολεῖς των περὶ πάντων τῶν γενομένων ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασισθέντων. Πρέπει νὰ λάβωσιν εὐκρινῆ ἔννοιαν τῶν πραγμάτων οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, ἂν καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχουσιν αὐτήν, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ κρίνωσι καὶ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον ἀληθῶς ἐκπλαγῆ, ὡς καὶ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπῆρξαν ἄνδρες ἐκδηλώσαντες τοιαύτην ἔκπληξιν, ἤθελον ἀληθῶς ἐκπλαγῆ βλέποντες τοὺς χθὲς διὰ πολιτικοῦ προγράμματος, ῥητοῦ καὶ ἐκπεφρασμένου, κληθέντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λησμονῶσι τὸ πρόγραμμά των ἐκεῖνο, καὶ ἀδιστάκτως νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητῶσι τὴν συναίνεσιν αὐτῆς, ἵνα ἐπιβάλωσι βάρη ἀληθῶς δυσβάστακτα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πρέπει λοιπὸν νὰ δηλωθῇ εἰς πάσας τὰς γωνίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο τοσοῦτον ἐπιτακτική, ὥστε εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ μὴ μεριμνήσῃ περὶ ἄλλου τινὸς ἢ περὶ τοῦ πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Τῷ ὄντι οὐδὲ ὅταν ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, κληθέντες τῇ ἐνδείξει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐνομίζομεν ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους δεκατεσσάρων καὶ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων, οὐδ’ ὅταν ἀνελάβομεν τὴν Ἀρχήν, ἐνομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ν’ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ ὅρον, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προβλέψῃ, ἀφοῦ ἡμεῖς εἴμεθα οἱ κραυγάζοντες καὶ οἱ ζητοῦντες τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν συναδέλφων βουλευτῶν ἐξεδήλωσαν ἐπὶ τούτοις ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐλάχιστοι καὶ διὰ τῶν δακτύλων μετρούμενοι συμπολῖται ἡμῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἠσθάνθησαν ἢ θέλουσιν αἰσθανθῆ. Ἀλλ’ οὐδ’ οὗτοι πρέπει νὰ μείνωσι κατειλημμένοι ὑπὸ τῆς ἐκπλήξεως ταύτης. Καὶ οὗτοι πρέπει νὰ διαφωτισθῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ περὶ τῶν ἐπιβληθεισῶν ἀπολύτων ἀναγκῶν. Καὶ πρέπει νὰ φωτισθῶσιν οὐχὶ διὰ νὰ ἀναζητήσωσι καὶ διὰ νὰ ἀνεύρωσιν ἐν ταῖς ἰδίαις αὑτῶν συνειδήσεσι δικαιολογίαν ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει τυγχανόντων, ἀλλὰ διὰ νὰ καταρτισθῇ ἐπὶ τούτου πλήρης ἡ ὁμοφωνία πάντων τῶν πολιτῶν. Τῷ ὄντι νομίζω, ὅτι πάντες οἱ πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην, οὐδεὶς δὲ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διαφωνῶν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ζητήματος τοσοῦτον ἐθνικοῦ καὶ τοσοῦτον δυσχεροῦς. Καὶ ὁμιλῶν ταῦτα, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδ’ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ διακρίνω διενέξεις κομματικὰς, οὐδὲ θέλω νὰ χωρίσω τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοὺς κ. βουλευτὰς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς διατελοῦντας, εἴτε ἐν κόμμασιν, εἴτε ἐν ἀποχρώσεσι. Πάντας ὀφείλω νὰ θεωρῶ πολίτας Ἕλληνας, ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐμπεφορημένους καὶ τὴν αὐτὴν προθυμίαν ἔχοντας, ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὸ κοινὸν ἔργον. Ἂς εὐχηθῶμεν, κύριοι, ὅταν ἐπέλθῃ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θέλομεν αὖθις συναντηθῆ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, χρόνος, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ προΐδωμεν, ἂς εὐχηθῶμεν νὰ συναντηθῶμεν ὑπὸ οἰωνοὺς αἰσίους, ἔχοντες ἥσυχον τὴν συνείδησίν μας, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ πάντες ἐξεπληρώσαμεν τὸ μέγιστον τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὡς πολῖται Βασιλείου καὶ ὡς μέλη φυλῆς ἔχομεν (εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς Αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καθ’ ὅλον μου τὸν πολιτικὸν βίον συνείθισα νὰ μὴ ὑποτάττωμαι οὔτε εἰς τὸν ἀριθμὸν, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ δύναμιν, ἢ εἰς τὴν κατὰ συνείδησιν πεποίθησίν μου. Ἡ πολιτεία μου κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα ὄχι ἐμπαθείας, ὄχι σκέψεως φιλαρχικῆς, ἢ ἄλλης οἱασδήποτε πλαγίας, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἡ ἔκφρασις τῆς φωνῆς τοῦ καθήκοντος. Κύριε Πρόεδρε, αἰώνων ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι Ἑλληνίζοντες σώζομεν τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀλλ’ Ἑλληνοκοποῦντες καταστρέφομεν τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀπὸ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁ Ἑλληνισμὸς ἑλληνοκοπεῖ, καὶ δὲν Ἑλληνίζει, καὶ διὰ τοῦτο ἐβάδισεν ἀπὸ δυστυχήματος εἰς δυστύχημα καὶ περιῆλθεν εἰς τὴν δουλείαν. Καὶ σήμερον, ὅπως τὰ πράγματα διεσκευάσθησαν, νομίζω, ὅτι Ἑλληνοκοποῦμεν δι’ ὅσων λέγομεν καὶ πράττομεν καὶ δὲν ἑλληνίζομεν. Διὰ τοῦτο ἀντετάχθην καὶ ἀντιτάσσομαι δι’ ὅλου τοῦ σθένους τῆς ψυχῆς μου κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ πρὸς ἅπαντας ὑμᾶς τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην μου ἐπὶ τῇ εὐμενεῖ συνδρομῇ, ἣν εὐαρεστήθητε νὰ μοὶ χορηγήσετε. Εὔχομαι δὲ ὅπως εὐτυχῆ ἐθνικὰ γεγονότα ἐπιβάλωσι τὴν ταχεῖαν ἡμῶν ἐπάνοδον.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε!
§31ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ κόποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετέθη ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ καθῆκον νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸ Προεδρεῖον τὰς εὐχαριστίας της.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, ἅπασα ἡ Βουλή.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς μέχρι τοῦδε συνεδριάσεως).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κυροῦνται.
§37ΚΟΡΥΖΗΣ. Τῶν Μεθάνων.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κατάλογος νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.)
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 138. Ἐξακολουθεῖ ἡ συνεδρίασις. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς τοῦ λιμένος Ἁγίου Γεωργίου Μεθάνων ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας.
§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀσπάζομαι καὶ υἱοθετῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀποχωρήσαντος βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καίτοι λυποῦμαι ἐπὶ τῇ ἀποχωρήσει αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ δὲν μὲ ἐξέπληξεν ἡ τακτικὴ αὕτη· χρονολογεῖται πρὸ χρόνων καὶ ἡ τακτικὴ αὕτη εἶνε ἐκείνη, ἥτις δικαιολογεῖ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως. Ἔρχομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον διὰ νόμου εἶνε ὡρισμένον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἥτις ἔχει μάλιστα ταμεῖον ἰδιαίτερον, εἰς ἄλλας ἐργασίας· διότι παραβιάζονται αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, καθ’ ἃς οἱ νόμοι δὲν ἔχουσιν ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν σήμερον παραδέχεσθε, εἶνε σφαλερά. Ὅ,τι σήμερον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εὔλογον, δύναται αὔριον, τῆς Κυβερνήσεως πιεζομένης ὑπὸ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος, νὰ παρουσιασθῇ ὑπὸ ἕτερον τύπον ὅλως παράλογον. Διὰ τοῦτο υἱοθετῶν τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἀντιτάσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἀναγομένης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω. Ὡς γνωστόν, τρία ταμεῖα ὁδοποιΐας ἔχομεν· τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας, τὸ τῆς Ἐπαρχιακῆς καὶ τὸ τῆς Δημοτικῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ληφθῶσι χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας κατὰ σύστασιν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας, εἰς ἣν ὑπάγεται ὁ Δῆμος Μεθάνων πρὸς ἔργον λιμενικὸν τοῦ Δήμου τούτου, οὗτινος ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶνε δίκαιον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐγκρίνῃ.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ταμείων τῶν λοιπῶν τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ὁδοποιΐας. Τὸ χρῆμα ταύτης δὲν δύναται νὰ διατεθῇ πρὸς ἄλλους σκοπούς. Αὔριον θὰ μᾶς ζητήσωσι νὰ κατασκευάσωσι διὰ τῶν χρημάτων τούτων καὶ νοσοκομεῖα (θόρυβος).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μοναδικὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ γίνεται δεκτὸν καθὼς καὶ τὸ σύνολον).
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ πρακτικά, τὰ πρακτικά· (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 καὶ 5/60 τῆς μεσημβρίας).