1885.12.07
3,608 rows · 28,109 words · 87 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 7 Δεκεμβρίου 1885.
(Σάββατον)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τρεῖς ἐκθέσεις ἐπὶ τριῶν πιστώσεων, τῶν 60,000, τῶν 40,000 καὶ τῶν 220,000. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κύριος Κ. Ἀργυρόπουλος.
§2Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην χθὲς ἐνταῦθα, ὅταν ὁ συνάδελφός μου κ. Καμπάνης ἐτόλμησε νὰ κατακρίνῃ καὶ νὰ μεμφθῇ τὰς περὶ τοῦ λιμενικοῦ ἔργου τῆς Ἐπαρχίας μας γνώμας καὶ ἐνεργείας μου, ἀφοῦ ὅλη ἡ Ἐπαρχία μας γνωρίζει, ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπον καὶ ἐνήργησα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἀπεδείχθη ὀρθὸν καὶ συμφέρον, καὶ γνωρίζει ἡ Ἐπαρχία μας, ὅτι πολλάκις ἔσωσα τὸ ἔργον αὐτὸ ἀπὸ τῶν ὀδόντων τῶν κατ’ αὐτοῦ ἐπιπεσόντων λύκων. Θὰ ἐξηκολούθουν ἀκόμη καὶ σήμερον νὰ ῥίπτωσιν εἰς τὴν θάλασσαν λίθους σαθροὺς, ἐξορυττομένους ἐκ τόπου ἄλλου παρὰ τὰ ὁρισθέντα διὰ τῶν ἐγγράφων συμφωνιῶν, ἐκ τόπου ἐπὶ τοῦ ἔργου εὑρισκομένου, ἵνα μὴ γείνῃ δαπάνη ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ μέχρι τοῦ μέρους, ὅπερ ὥρισεν ὁ μηχανικὸς Πασχὰλ, τοῦ περιέχοντος λίθους σιδηρούς· θὰ ἐξηκολούθουν ἀκόμη νὰ ῥίπτωσι τοὺς σαθροὺς λίθους ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν καὶ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τοῦ Νομομηχανικοῦ, ὅπερ ἐπὶ δύο ἔτη ἔπραττον, καταστήσαντες ἀνεπανόρθωτον ἴσως τὸ ἐπισφαλὲς τοῦ ἔργου· θὰ ἐξηκολούθουν ἀκόμη, ἂν δὲν ἐδημοσίευον εἴκοσι περὶ τῆς ὑποθέσεως ἄρθρα, ἂν δὲν ὑπέβαλλον ἐπανειλημμένως περὶ τούτου ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν δὲν ἠπείλουν ὅτι ἤθελον καταγγείλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοὺς ὑπαιτίους καὶ ἄλλα πολλὰ, τὰ ὁποῖα παραλείπω. Καὶ ἐν τούτοις ἐτόλμησεν ὁ συνάδελφός μου νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ παραλογώτερον πρᾶγμα, ὅτι καὶ καλὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ Μηχανικὸς νὰ λαμβάνῃ τὸ ὑπέρογκον ἐκεῖνο ἐπιμίσθιον, ὅπερ ἐπὶ τριετίαν λαμβάνων, οὐδέποτε ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του, οὐδεμίαν χρησιμότητα παρέσχεν, ἀλλὰ τοὐναντίον βλάβης παραίτιος ἐγένετο. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω βεβαίως τὰ λεχθέντα περὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι ἐνθυμεῖσθε πόσον ἁπλῆ εἶναι αὕτη καὶ πόσον σαφῶς μαρτυροῦσι τὰ πράγματα· λυποῦμαι μόνον, διότι διὰ μικροὺς προσωπικοὺς λόγους οἱ κύριοι λαμβάνουσι τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐνταῦθα πράγματα τοσοῦτον παράλογα καὶ τοσοῦτον ἀσύμφορα εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μας, ἵνα πωλήσωσι δούλευσιν τῷ Ὑπουργῷ.
§3ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφορμὴν, κύριοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις μοὶ ἔδωκε ζωηρὸς πρὸ ὀλίγων στιγμῶν διάλογος μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν Ἠλείας. Παρακαλῶ, καὶ νομίζω ὅτι μετ’ ἐμοῦ πρέπει νὰ παρακαλέσωσι πάντες οἱ συμφρονοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ σπουδαίαν καὶ ἀποτελεσματικὴν μέριμναν πρὸς ἄρσιν τῶν οὐχὶ ἀδίκων καὶ ἀλόγων παραπόνων τῶν ἐφέδρων, οἵτινες ὑφίστανται ἀπιστεύτους κακουχίας καὶ στερήσεις. Δὲν παραγνωρίζω μὲν τὸ δύσκολον τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, πλὴν ὀφείλω νὰ συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐντείνῃ ὅσον οἷόν τε περισσότερον τὰς ἐνεργείας του, ὅπως ἐπιφέρῃ ἄμεσον θεραπείαν εἰς τὰ τοσαῦτα δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, οἵτινες μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ παντὸς ἐπαίνου ἀνωτέρας προθυμίας προσῆλθον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἵνα προσφέρωσι τὴν ὑπερτάτην ὑπὲρ Πατρίδος θυσίαν. Οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ χωρήσω εἰς λεπτομερείας. Ὅλοι γνωρίζετε τὰ συμβαίνοντα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅλοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι νὰ φροντίσῃ διὰ παντὸς μέσου, μὴ ἀποδίδουσα μεγάλην ἀξίαν εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὅπως θεραπεύσῃ τὰ παράπονα τῶν ταλαιπωρουμένων συμπολιτῶν μας, διότι καθίσταται ἀφόρητος ἡ κατάστασίς των.
§4ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θέλει κανεὶς νὰ εἶναι στρατιώτης.
§5ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι τὰ πράγματα ἀπέδειξαν καὶ ἀποδεικνύουσιν ὅλως τὸ ἐναντίον.
§6ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Διατί τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν φωνάζουν ὅπως σεῖς; (Θόρυβος).
§7ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὴν ἀντιπροσωπείαν ὅπως σεῖς (θόρυβος).
§8ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρώτην φορὰν ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ὁμιλεῖ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν διακόψητε.
§9ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὁμιλῶ ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων τῆς Πελοποννήσου, ἀλλ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος· ἂν δὲ σεῖς κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ Πελοποννησίων καὶ μή, θὰ εἰπῇ ὅτι λησμονεῖτε ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ ὄχι ταύτης μόνον ἢ ἐκείνης τῆς Ἐπαρχίας.
§10ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγητε αὐτά.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐκφράσω μομφὰς καὶ αἰτιάσεις, ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωμεν ἀπαρατήρητον τοιαύτην κατάστασιν (Θόρυβος). Μὴ ὑποκρίνεσθε σεῖς ποῦ θορυβεῖτε. Γνωριζόμεθα ὅλοι ... Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τὰς παρατηρήσεις μου, περιπλέον δὲ τῷ συνιστῶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γεγονὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις βεβαίως θὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ ἐν Πάτραις διοικητὴς τοῦ ἐκεῖ τάγματος, ὁ πρώην διοικητής, ἐτιμώρησε πλείστους ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ἐφέδρους μὲ αὐστηρὰν μηνιαίαν φυλάκισιν. Καὶ διατί νομίζετε, ὅτι τοὺς ἐτιμώρησε μετὰ τοσούτης αὐστηρότητος; διότι μετέβησαν εἰς τὴν πατρίδα των νὰ ἀλλάξωσι τὰ ἐνδύματά των καὶ ἀπουσίασαν 5–8 ἡμέρας (θόρυβος). Ἂς παύσουν οἱ ψιθυρισμοὶ, διότι καὶ ἐγὼ ἐννοῶ ὅπως σεῖς οἱ ψιθυρίζοντες τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Ἐννοῶ κάλλιστα, ὅτι ὁ διοικητής οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον εἶχε νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀπουσιάσαντας καὶ αὐθορμήτως ἐπανελθόντας ἐφέδρους, ἀλλ’ ἡ τιμωρία τῆς μηνιαίας αὐστηρᾶς φυλακίσεως εἶναι προφανῶς δυσανάλογος πρὸς τὸ διαπραχθὲν παράπτωμα, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον. Σημειωτέον δὲ ὅτι καθείρχθησαν ὡς οἱ κοινότεροι τῶν ἐγκληματιῶν εἰς ὑγρὰς, δυσώδεις καὶ στενοχώρους φυλακὰς, ἔνθα ὑπέστησαν μαρτύριον ἐπὶ ἕνα μῆνα. Ἂς ἐξετάσῃ, ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θὰ πεισθῇ ὅτι τοιαύτη ποινὴ πάντα ἄλλον λόγον δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ τὸν λόγον τῆς συγκρατήσεως τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§13ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἴπατε ἀρχόμενος τοῦ λόγου σας, ὅτι ἀφορμὴ πρὸς τὰς παρατηρήσεις σας ὑπῆρξε ζωηρὸς διάλογος μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καί τινος τῶν βουλευτῶν Ἠλείας. Παρακαλῶ νὰ τὸν ὀνομάσητε.
§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Πετραλιᾶς. Δὲν νομίζω ἐπὶ τέλους περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ παράτασις τῆς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν δυσαρέστου καταστάσεως τῶν ἐφέδρων δύναται, ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ καταλήξῃ εἰς δυσάρεστα ἀποτελέσματα, ἂν μὴ ληφθῶσι σύντονα πρὸς θεραπείαν μέτρα.
§16Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἔχει αὐτὸς τὴν εὐθύνην· ἀλλ’ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι εἴμεθα ὅλοι κοινωνοὶ τῆς εὐθύνης, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, ἓν παλαιὸν ζήτημα ἐδῶ· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὑπουργικῆς διαχειρίσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ἔρχεται εἷς νέος βουλευτὴς μὲ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας κομίζει ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῆς Ἐπαρχίας του, μιᾶς τῶν ἐνδοξοτέρων Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι περιπλέον κομιστὴς τῶν σκέψεων τῆς ὑπερηφάνου Ἀχαϊκῆς πρωτευούσης, ἐπιχειρεῖ νὰ τὰς μεταβιβάσῃ εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς, καὶ εὐθὺς βλέπομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μεθ’ ὁρμῆς ἐξεγειρόμενον ἵνα ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ τοιαῦται ἐκθέσεις καταστρέφουσι τὸ στρατιωτικὸν αἴσθημα τοῦ Τόπου. Τῷ λέγω, ὅτι τελείως ἀπατᾶται. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος στρατιώτης, ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ στρατὸς σύμπας, ὅτι ἐν τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ δὲν ὑπάρχει παρὰ μία καρδία ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ τῆς δόξης αὐτοῦ. Εἰς ὕπατον βαθμὸν μᾶς ἐνδιαφέρουσιν ὄχι μόνον αἱ γενικαὶ γραμμαὶ, ἀλλὰ καὶ αἱ λεπτομέρειαι παντὸς ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς Χώρας. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν ἀπόλυτον κύριον τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, μὲ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως, τὸν ὁποῖον αὐτὸς γνωρίζει καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἐὰν δὲν μεριμνήσωμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ τῆς ὑπερτάτης αὐτοῦ τύχης, φοβοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ λέγω νὰ τὸ ἀκούσῃ σύμπασα ἡ Βουλὴ, ὅτι θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ ἔχωμεν ἄθροισμα ἀνδρῶν ἐνόπλων, ἔχον μόνον τὸ ὄνομα κοινὸν μὲ τὸν στρατόν. Εἰς ἐπιτέλεσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ σήμερον ἡ Πατρὶς παρὰ τοῦ στρατοῦ, ἀπαιτεῖται ἐνέργεια ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων τοῦ διευθύνοντος αὐτὸν Ὑπουργείου. Ἄνδρες κακῶς συντεταγμένοι, κακῶς γεγυμνασμένοι, κακῶς συντετηρημένοι, τί θέλετε ὑπὸ τοὺς νεωτέρους ὅρους τῆς στρατιωτικῆς τέχνης νὰ παρουσιάσουν εἰς μίαν κρίσιμον Ἐθνικὴν στιγμὴν; θὰ παρουσιάσουν βεβαίως τὴν πατροπαράδοτον προσωπικὴν τοῦ Ἕλληνος ἀνδρείαν, ἀλλὰ θὰ λείψῃ δυστυχῶς ἀπ’ αὐτῶν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ εὕρουν ὑπὸ τὴν ἀθλίαν διαχείρισιν, ἥτις χαρακτηρίζει τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα. Εἶνε ζήτημα αὐτὸ, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πάντας ἡμᾶς. Πᾶσα φάσις αὐτοῦ συγκινεῖ ὁλόκληρον τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους. Ὁ στρατὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶνε ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεώς της. Θέλομεν λοιπὸν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀληθῆ καὶ ἄξιον τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ οὗτος ὅτι διατελεῖ ὑπὸ ἐπιτήρησιν.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κολοκοτρώνης ἔκαιε τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς κατοίκους νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν πόλεμον. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος δὲν ἔμειναν καὶ τὰ πλέον μυσαρὰ ζῷα καὶ αὐτοὶ οἱ μῦς καὶ τ’ ἄλλα τὰ παρόμοια, τὰ ὁποῖα νὰ μὴν ἐχρησίμευσαν εἰς ἱκανοποίησιν τῆς πείνης ὑπὸ τῶν προπατόρων ἡμῶν. Γνωρίζω δὲ καὶ τοῦτο, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι πάντοτε εἴμεθα ἀψίκουροι, πάντοτε εἴμεθα δυσήνιοι εἰς τὴν ἀρχήν. Καὶ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα μὴ δὲν ἦτο κοινὸν κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἀγῶνος τοῦ 21, ἀλλ’ ἦτον ἆρά γε, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἀπηλλαγμένοι τούτου οἱ ἡμέτεροι πρόγονοι, οἱ ἀρχαῖοι δηλαδὴ Ἕλληνες; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Καὶ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου τὰ αὐτὰ συνέβαινον. Ἐνθυμεῖσθε, ὡς εἶπον ἄλλοτε, ποῖα καὶ πηλίκα παρενεβλήθησαν κωλύματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Αὐτὰ ταῦτα συμβαίνουσι καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἶμαι ἐναντίος ὅλων τῶν στρατιωτικῶν νόμων καὶ ἔργων· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα γίνονται, εἶνε ἐναντία τῶν πεποιθήσεών μου. Ἐγὼ ἔχω ἄλλο σύστημα στρατιωτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δύναταί τις καὶ τὴν πεῖναν νὰ ὑποφέρῃ καὶ τὰς ἄλλας στερήσεις, καὶ ὑπέβαλλον τοῦτο εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ ὑμεῖς δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸ τὸ μέτρον. Ὤφειλον λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ὑποκύψω εἰς τὸν γενικὸν τοῦτον κανόνα· ἤδη ὅμως πρέπει νὰ δικάσωμεν ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τόσον ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὰς μεμψιμοιρίας καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὅτι ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν οἱ πατέρες ἡμῶν, οἵτινες μὲ ἓν τεμάχιον δέρματος ὑποδήματος παλαιοῦ, κατηνύαζον τὴν πεῖναν καὶ μὲ τεμάχιον ὀλίγον κρέατος ψοφιμιοῦ ἐτρέφοντο πολλοί. Ποῦ εὑρισκόμεθα ἀκόμη σήμερον; Συνέβησαν καταστροφαί; Συνέβησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὸ 21; Μήπως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ συμπολῖται ἐμοῦ κάθηνται ἐπὶ ρόδων; ὄχι. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ συγκρατήσωμεν τὰς καρδίας ἡμῶν καὶ νὰ μεταδώσωμεν εἰς αὐτοὺς θάῤῥος πρὸς ἐγκαρτέρησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐνθουσιάσωμεν, καὶ ἂν τοῦτο πράξωμεν, νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύνηται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅσα ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις.
§20Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Χθὲς ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου τινὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀτυχῶς δὲν ἤμην ἐδῶ διὰ νὰ ἐπιδώσω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδωκα σήμερον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ ἂν ἀποδέχηται αὐτήν.
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ νὰ τὴν ἴδω. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1885 ἐκ δραχμῶν 60,000,000. Ἀναγινώσκεται δὲ εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ χορηγείας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. τῆς χρήσεως 1885 ἐκ δραχμῶν 40,285).
§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις ἦτο καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὅτε ἐπροτάθησαν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἰκονομία, τὰς ὁποίας ἡ μειονοψηφία ἀπέκρουσεν ὡς ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀντέστη κατὰ τῶν παρατηρήσεων τῆς μειονοψηφίας, λέγων ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἰσὶν ἐπενεκτέαι, παρακαλῶ νῦν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν δὲν θεωρεῖ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τότε ἐγένετο, ἦτον ἐσφαλμένον καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἐπανέρχονται πιστώσεις δι’ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως 40,000 δραχμῶν.
§23ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Παρνασσίδος, ὅστις ἐπωφελήθη τῆς περιστάσεως ἵνα μὲ ἐλέγξῃ ἐπὶ ἀντιφάσει, νὰ ἐπιφυλαχθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ καὶ θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886· διότι ἐπὶ τοῦ προκειρημένου ζητῶ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ δι’ ἀνάγκας θεραπευθείσας ἤδη, καὶ διὰ πιστώσεις κεχορηγημένας. Ζητῶ π. χ. ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Γʹ ἄρθρου 12 δι’ ἔξοδα ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ ἐζητήθησαν πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου 30,000 δραχμαί· ἐν τούτοις τὸ Μουσεῖον ἀπεπερατώθη καὶ ἡ δαπάνη ἀνῆλθεν εἰς 44,000 δραχμάς. Τὸ ἔργον παρεδόθη· ἐγένοντο τ’ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς παράδοσιν. Δὲν μένει ἢ μόνον εἷς ἔλεγχος. Ἠθέλατε ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀνάγκην ταύτην; Ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀναλάβει τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοῦ «Χαβάς». Ἡ Ἑταιρία ζητεῖ τὴν συνδρομήν της. Θέλετε νὰ μὴ ζητήσωμεν πίστωσιν δι’ αὐτήν; Ἐπίσης ἐγένετο ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν Διδασκαλείων οἰκονομία ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἀλλ’ ἡ οἰκονομία κακῶς ὑπελογίσθη. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ ἐλλιπεῖς κατὰ 15,000 δραχμάς. Τούτου ἕνεκα ἐζήτησα καὶ τὴν πίστωσιν ταύτην. Ἐγὼ, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδεμίαν πίστωσιν καθ’ ὑπέρβασιν ἐχορήγησα· ἀλλ’ ἤδη ἐνόμισα, ὅτι ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω τὸ παρὸν Νομοσχέδιον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὅσα ἐπροτείνοντο πέρυσι πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦσαν ἐσφαλμένα.
§25ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ποσῶς δὲν ἀναγνωρίζω τοῦτο. Ἐγὼ σᾶς ἐξήγησα σαφῶς τὰ διατρέξαντα.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἀνέμενον ἀπὸ ἄνδρα κάπως ἔχοντα γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις. Ἐὰν ἤθελεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰ πέρυσι λεχθέντα, διότι ἦτο εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας, καλῶς· ἀλλὰ νὰ ἐπιμένῃ, ὅτι ὀρθῶς εἶχεν εἰπεῖ πέρυσι καὶ ὀρθῶς λέγει ἐφέτος, δὲν ἔχει δίκαιον. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐγένοντο οἰκονομίαι πραγματικαὶ, ἀληθῶς ἄνευ τῆς ἐλαχίστης βλάβης τῆς ὑπηρεσίας καὶ μάλιστα πρὸς ὠφέλειαν αὐτῆς 1,060,000 δραχμῶν, καὶ ἤλπιζα, ὅτι ὁ κύριος Εἰσηγητὴς ἤθελεν ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ αὑτοῦ ἀναγνωρίσει, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐπέφερε τὰς οἰκονομίας, ἦτο ἄξιος ἐπαίνων. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητεῖ πίστωσιν 16,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας δὲν προέβλεψεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς, ὁ προκάτοχός μου, εἶχεν ὁρίσει εἰς 30,000 δραχμὰς τὴν δαπάνην τοῦ κατασκευαζομένου Μουσείου διὰ τὰς Ἀρχαιότητας· ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἀπέδειξε μετὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ἔργου ὅτι ἡ συντέλεσις αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐγὼ διέταξα, ἦτο οὐχὶ 30,000, ἀλλὰ 44,000. Ζητεῖ προσέτι συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς πιστώσεως διὰ τὰ Διδασκαλεῖα. Ἡ τῶν Διδασκαλείων πίστωσις, ὡς ἐψηφίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀνέρχεται εἰς μικρότερον τοῦ δέοντος ποσόν· συνέβη δὲ ἐπὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν οἰκονομιῶν εἰς τὰ Διδασκαλεῖα λογιστικὸν λάθος κατὰ τὴν ἄθροισιν, ἦτο ἁπλοῦν σφάλμα ἀριθμητικόν. Ὁ ὑπάλληλος ἀντὶ νὰ θέσῃ μικρότερον ποσὸν οἰκονομίας ἔθεσε μεγαλείτερον, πολλαπλασιάσας κατὰ λάθος μείζονα ἀριθμὸν ἀντὶ μικροτέρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκκλησιαστικὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας, αἵτινες ἔθιξαν τὴν καρδίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς, ὅτι λύονται οἱ χρυσοῖ κρίκοι, οἱ συνδέοντες τὸν ἐξωτερικὸν Ἑλληνισμὸν μετὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ, βεβαιῶ ὅτι οὔτε τότε ἔπρεπε νὰ ταραχθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὔτε τώρα νὰ χαίρῃ διότι σήμερον προστίθεται ποσὸν 9,000 δραχμῶν. Τὸν σύνδεσμον καὶ τὸν κρίκον τὸν χρυσοῦν, τὸν συνδέοντα τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν μετὰ τοῦ ἔσω, εἶχε διαλύσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι τὰς δαπάνας τὰς ἐκκλησιαστικὰς εἶχε περικόψει ὁ προκάτοχός μου. Ἡ δαπάνη αὕτη, περὶ ἧς σήμερον πρόκειται, διετίθετο εἰς παροχὴν βοηθημάτων εἰς ἀπόρους μαθητὰς τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ὅταν ἤμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶδον ὅτι μέγας ἀριθμὸς μαθητῶν ἢ μὴ μαθητῶν ἐλάμβανε βοηθήματα, καὶ ἐζήτησα τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐπέμεινα ὅπως μὴ λάβῃ τις τὴν ἐλαχίστην ἀποζημίωσιν, ἂν δὲν προσαγάγῃ πιστοποιητικόν, ὅτι διατελεῖ μαθητὴς εἰς οἱονδήποτε σχολεῖον, Γυμνάσιον ἢ Πανεπιστήμιον, καὶ διὰ τοῦτο περιώρισα τὸν ἀριθμὸν τῆς παροχῆς μόνον εἰς ἀπόρους μαθητὰς ἀληθῶς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Φαίνεται, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις, τὴν ὁποίαν εἶχον διατάξει, ἀπέδειξεν ἐσχάτως, τοῦθ’ ὅπερ ἀγνοῶ ἐγώ, ὅτι ὅλοι οἱ λαμβάνοντες βοηθήματα πάντες ἐδικαιοῦντο εἰς ταῦτα, καὶ ἴσως προσετέθησαν καὶ νέοι καὶ τὸ ποσόν, ὅπερ ὥρισα ἐγώ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ διατηρήσω ὅλα τὰ βοηθήματα. Ἂν θέλετε, καλλίτερα ἦτο νὰ ἀποκοπῇ ἐντελῶς καὶ ἡ πίστωσις αὕτη, ἥτις δύναται νὰ ᾖναι χρήσιμος, ἀλλ’ ἧς δὲν γίνεται πάντοτε καλὴ χρῆσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰς τὸ Πρακτορεῖον τοῦ Χαβᾶς ἀποζημίωσιν, ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναγνωρίσω οὐχὶ δι’ ἕτερον λόγον, ἀλλὰ διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε κάμει τὴν Σύμβασιν ταύτην διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἑπομένως ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ὑπεχρεοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληρώσῃ, ἀλλὰ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐὰν φρονῇ ὁ διάδοχός μου, ὅτι πρέπει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀναλογίαν του, ἂς τὸ πράξῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. τ. λ. τῆς χρήσεως 1885 ἐκ δραχμῶν 40,285).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1886.
§28ΙΩ. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀναγράφει ὡς ἔξοδα 88,049,999: 58 καὶ ὡς ἔσοδα 82,674,068· ἐκ τῶν ἐξόδων ἀφαιροῦνται 750,000 δραχμαὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ Ἑταιρία· οὕτω τ’ ἀναγραφόμενα ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 87,299,998. 58, ὥστε μένει ἔλλειμμα 4,625,939:58. Ἐπὶ τούτων τῶν ἐξόδων ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφερεν οἰκονομίαν 1,095,456, ὥστε τὸ ἔλλειμμα μένει 3,530,475, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τὸ ἔλλειμμα, ὡς θέλομεν ἰδεῖ προχωροῦντες. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν ἔφερε παρατήρησιν ἐπὶ τῶν ἐσόδων, διότι ὅτε συνεζήτει τὸν Προϋπολογισμόν, πολλὰ νομοσχέδια φορολογικὰ ἦσαν ἀψήφιστα. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε καὶ ἔκτακτον, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 54,244,361 καὶ 8,467,333 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὅλον 62,712,195. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἔλλειμμα ἀναβαίνει εἰς 2,273,488· ἀλλ’ ὡς εἶπον ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος εἶναι ἐσφαλμένος, διότι ἐγένετο ὡς ἐμφαίνει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 74,000,000 τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1885. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀσφαλεστέραν βάσιν τὸν Ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἥτις ἔληξε τὴν 31 παρελθόντος Ὀκτωβρίου. Κατὰ τὸν προσωρινὸν τοῦτον Ἀπολογισμὸν προϋπελογίσθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἔσοδα 86,122,950, ἐβεβαιώθησαν 65,720,810, ὥστε ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων ἀνέρχεται εἰς 20,102,140· ἐκ δὲ τῶν 65,720,810 βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν 61,488,105, ἡ δὲ διαφορὰ τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἀνέρχεται εἰς 24,634,845 ἔμειναν δὲ καθυστεροῦντα 4,232,705. Κατὰ δὲ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τοῦ 1885 ἐψηφίσθησαν φόροι νέοι 4,000,000, κατὰ δὲ τὴν παροῦσαν 11,000,000, τὸ ὅλον 15,000,000, ταῦτα δὲ προστιθέμενα εἰς τὰ 60,488,105 εἰσπραχθέντα κατὰ τὴν χρῆσιν 1884 ἀποτελοῦσιν 76,008,000, τὰ ὁποῖα ὑποθέτομεν, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886. Μεταξὺ δὲ τῶν 76,000,000, τὰ ὁποῖα εἶναι πιθανὰ νὰ εἰσπραχθῶσιν, καὶ 87,297,999. 58, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, εἶναι ἔλλειμμα 11,299,999. 58. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι μεγαλείτερον, διότι οἱ πρόσθετοι φόροι καὶ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι δὲν βεβαιοῦνται ὅπως προϋπολογίζονται, πολὺ δὲ μᾶλλον ἐν ἐπιστρατείᾳ καὶ ἐν πολέμῳ, ὅτε οὐ μόνον ἡ βεβαίωσις θέλει προσκόψει, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἡ εἴσπραξις· ὥστε ἐὰν θέσωμεν 15,000,000 ὡς ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, δὲν εἴμεθα ὑπερβολικοί. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 εἶχον ἀποδείξει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα 19,000,000, ἂν δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπρότεινον· ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας καὶ ἄλλων περιστάσεων. Ἔχομεν λοιπὸν ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἐκ 19,000,000 καὶ 15,000,000 τοῦ 1886 γίνονται 34,000,000· ἔχομεν πρὸς τούτοις πιστώσεις ψηφισθείσας μέχρι τοῦδε 40,000,000, ὑπάρχουσι δὲ καὶ τρεῖς πιστώσεις ἀποτελοῦσαι ἐν ὅλῳ 320,000, αἵτινες δὲν ἐψηφίσθησαν εἰσέτι· ὥστε ὅλαι αἱ πιστώσεις ἀναβαίνουσιν εἰς 40,320,000. Ἔχομεν πρὸς τούτοις τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν ἐξ 62,712,195, τὸ ὅλον 137,432,195. Ἀπέναντι δὲ τούτων ἔχομεν τὸ πατριωτικὸν δάνειον τῶν 30,000,000 καὶ τὰ 42,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν κατὰ τὰς Συμβάσεις ἀπὸ τὰς Τραπέζας· ἤτοι ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν 36,000,000, τὰ μὲν 14 εἰς μεταλλικόν, τὰ δὲ 22 εἰς γραμμάτια, ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν 4,000,000, τὰ μὲν ἥμισυ εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἀπὸ τὴν Ἠπειροθεσσαλικὴν 1,800,000, τὰς μὲν 800,000 εἰς μεταλλικὸν, τὸ δὲ ἑκατομμύριον εἰς τραπεζικά· πρὸς τούτοις τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν δάνειον τῶν 100,000,000. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 30,000,000 ὡμίλησα ἄλλοτε καὶ δυστυχῶς δὲν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θὰ πραγματωθῇ μέγα μέρος αὐτοῦ· μόλις ἐλπίζω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῶσι 4,000,000. Αἱ εἰσφοραὶ κατά τινα ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην, δὲν θὰ φθάσωσι ποτὲ οὔτε τὰ 4,000,000· αἱ μισθοδοσίαι, αἱ συντάξεις καὶ τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνέρχονται εἰς 10,000,000· ἐκ τούτων ὅμως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ⅖, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι φορολογητέα, διότι εἶναι μισθοὶ ὑπηρετῶν καὶ κατωτέρων ὑπαλλήλων κατώτεροι τῶν 70 δραχμῶν, μένουν δὲ φορολογητέα 6,000,000· ἂν δὲ ὑποθέσωμεν ὡς μέσον ὅρον 12%, δὲν θέλομεν ἔχει περισσοτέρας τῶν 720,000 δραχμῶν. Ἔχομεν 1,700,000 ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ 2,000,000 ἀπὸ τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσιν ἐφ’ ἅπαξ, ὁμοῦ, 3,700,000 καὶ 720,000 ἐκ τῶν μισθῶν ἔχομεν 4,420,000. Τὰ ἐκ τούτων καθυστερήσοντα θέλει ἀναπληρώσει ὁ προσωρινὸς φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὰ διαμονητήρια. Ἂς ἀνακεφαλαιώσωμεν· ἔκτακτοι εἰσφοραὶ δραχμαὶ 4,000,000, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 30,000,000 δραχμαὶ 4,000,000, ἔτι 42,000,000 ἐκ τῶν Τραπεζῶν, ἐν ὅλῳ 50,220,000 ἀπέναντι τῶν 137,432,195· ὥστε μένουν ἀκάλυπτα 87,212,195, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη μεγάλου δανείου· οὐδόλως δὲ θέλει ἐπαρκέσει τὸ δάνειον τὸ ὀνομαστικὸν τῶν 100,000,000, διότι δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὰ πραγματικὰ κεφάλαια τῶν 87,212,195, ἑπομένως θέλει ἀπαιτηθῆ δάνειον 140,000,000 ἴσως καὶ 150,000,000. Τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου συνδυάζει ἢ ἐπιστηρίζει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος μετὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου. Εἰς 4,400,000 ὑπολογίζει τὴν πρόσοδον τοῦ πετρελαίου, τοῦ δὲ ἅλατος εἰς 2,800,000, τὸ ὅλον εἰς 7,200,000, καὶ διὰ τὸ ὀνομαστικὸν δάνειον τῶν 100,000,000 νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν. Ἔχω ὅμως ἐνδοιασμὸν, ὅτι ἴσως οἱ δανεισταὶ δὲν θελήσωσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν μεγάλην φροντίδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν. Ὅταν δὲ ἔχωμεν συγχρόνως μεγάλα καὶ ἀδιάλειπτα ἐλλείμματα, τὰ κεφάλαια εἶναι δειλὰ ἐν τοιαύταις περιστάσεσι· σήμερον δὲ δὲν περιορίζονται εἰς τὰς ἐγγυήσεις τῆς παραχωρήσεως προσόδων τινῶν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι καὶ ἐνέχυρον τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐδέχθησαν τὴν προσφορὰν τῆς ἐγγυήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλικῶν, δὲν θὰ αὐξήσῃ τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 15,000,000 εἰς 22,000,000; Καὶ πῶς θέλει καλυφθῆ τὸ μέγα τοῦτο ἔλλειμμα; Νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ εὕρωμεν νέους πόρους πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ φοβεροῦ ἐλλείμματος. Τοιοῦτον δὲ πόρον θεωρῶ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, καίτοι πολλοὶ ἔχουν τὴν ἐναντίαν γνώμην, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ 1881 ὑπέβαλον τὰς μελέτας μου περὶ τῶν ληπτέων οἰκονομικῶν μέτρων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐπρότεινα τότε τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καφὲ, τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ πετρελαίου, ἐπρότεινα τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τέλους τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ πᾶσι δὲ ἐπρότεινα τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων στενῆς διαμέτρου ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Καλαμῶν καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαμίας, διότι δὲν εἶχε παραδοθῆ τότε εἰς ἡμᾶς ἡ Θεσσαλία. Δὲν ὑπέβαλον δὲ νομοσχέδια, διότι ἐγνώριζον ἐκ μακρᾶς πείρας τὴν τύχην τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ὑπὸ τῶν βουλευτῶν. Ἔλαβον δὲ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω τὰς περισσοτέρας προτάσεις μου πραγματοποιουμένας διὰ νόμων· ἐγένετο ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως, δὲν ἐγένετο τοῦ πετρελαίου· διότι τοῦτο ἐκρίθη ἀντικείμενον μονοπωλίου καὶ πιθανὸν νὰ εἰσπράττηται ἐκ τούτου κάτι τι περισσότερον ἀπὸ τὴν προταθεῖσαν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμου στενῆς διαμέτρου ἐγένετο παραδεκτὴ καὶ σήμερον λειτουργεῖ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Κόρινθον καὶ μέχρι Κυάτου, ἐντὸς ὀλίγου δὲ θέλει παραδοθῆ εἰς κοινὴν χρῆσιν καὶ τὸ τμῆμα μέχρι Ναυπλίου· τοῦτο μόνον παρετήρησα, ὅτι τῆς Πελοποννήσου τὴν γραμμὴν ἐχώρισαν εἰς δύο ἄνισα μέρη· εἰς μὲν τὴν πρώτην παραχώρησιν ἐδόθη ἡ σὰρξ καὶ ἡ πιμελὴ, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἔμειναν οἱ σύνδεσμοι καὶ τὰ ὀστᾶ. Εἶχον πληροφορηθῆ πρό τινος, ὅτι ἑταιρία ἐξ Ἄγγλων καὶ Βέλγων εἶχε συμβληθῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μύλων μέχρι Καλαμῶν καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαρίσης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον δὲν ὑπέβαλε τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ δὲν εἰξεύρω ποῖα ἐμπόδια παρεκώλυσαν αὐτήν. Ἐλπίζω ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον μένει μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, κύριοι, δὲν εὗρε χάριν οὔτε παρὰ τῇ προκατόχῳ Κυβερνήσει οὔτε παρὰ τῇ παρούσῃ· ἑκατέρα ὑπέβαλεν ἴδιον σύστημα φορολογικόν, ἀλλὰ πολὺ ἀπέχουσιν ἀμφότερα τοῦ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν πρόσοδον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται τὸ μονοπώλιον· ἀλλὰ θέλουν χρησιμεύσει τὰ συστήματα ταῦτα ὡς ἀτραποὶ ἄγουσαι εἰς τὴν λεωφόρον ἤτοι τὸ μονοπώλιον. Ἔμεινε, κύριοι, ἐκ τῶν προτάσεών μου ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὴν πρότασίν μου ἐπανέλαβον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτε ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων. Τέλος ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐψηφίσθη δὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς· κατὰ δὲ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐνῷ περιέμενον νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρατηρήσεις τινὲς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἄρτης Καραπάνου καὶ Κραναίας Βαλσαμάκη, καὶ ἄλλων τινῶν ἐπηρέασαν τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ἐν μιᾷ τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν, ὅπως οἱ βουλευταὶ μελετήσωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν μελετῶν των. Ἔρχομαι δὲ νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὰς ἐμὰς κρίσεις, καίτοι γνωρίζω ὅτι εἰς πολλοὺς δὲν ἀρέσκουσι. Τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος θεωρῶ φυσικὸν καὶ δίκαιον καὶ ἄν ποτε κατωρθοῦτο τὸ ἑνιαῖον τοῦ φόρου, ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος μετὰ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἠδύνατο νὰ συμπεριλάβῃ πᾶσαν τὴν φορολογίαν. Ἀλλ’ αἱ ὁσημέραι αὔξουσαι ἀνάγκαι τῶν Κρατῶν ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας δὲν ἐπιτρέπει νὰ παραιτηθῶμεν τῶν φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι δίκαιος, διότι ἀναιρεῖ τὰς φορολογικὰς ἀνισότητας, εἶναι ἀναγκαῖος, διότι καταπαύει τοὺς γογγυσμοὺς τῆς γεωργικῆς καὶ ἐργατικῆς τάξεως· διότι θέλει καταπνίξει εἰς τὰ σπάργανα τὸν φθόνον καὶ τὸ μῖσος τῶν πτωχῶν τάξεων κατὰ τῶν πλουσίων. Εἶναι δίκαιος, διότι ἂν ἡ ἔγγειος πρόσοδος φορολογῆται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος κατὰ δέκα, δεκαπέντε καὶ εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν, τὰ κινητὰ ὅμως κεφάλαια μένουν ἀφορολόγητα· ἡ σταφὶς εἰς καλὴν ἐποχὴν πωλεῖται ἡ χιλιὰς τῶν ἑνετικῶν λιτρῶν 150–180 δραχμάς· πληρόνει δὲ 15 δραχμὰς ἐπὶ τούτου τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος· ἐπὶ δὲ τοῦ καθαροῦ 20–30, ἐνίοτε καὶ 40%, διότι ἀπαιτοῦνται 40 καὶ 50 δραχμαὶ ἵνα καλλιεργηθῇ ἓν στρέμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ μέσον ὅρον δίδει ἡμίσειαν χιλιάδα ἢ καὶ ⅔ τῆς χιλιάδος· εἰς τὰς δυστυχεῖς δὲ περιστάσεις ἡ τιμὴ κατέρχεται εἰς 100 καὶ πέρυσιν 80 δραχμὰς ἡ χιλιάς. Ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε τὰς 40, τότε φορολογεῖτε ἅπασαν τὴν πρόσοδον· ἡ δὲ πρόσοδος τῶν κινητῶν κεφαλαίων οὐδὲν πληρόνει. Ἐν μιᾷ τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἤκουσα, ὅτι πτωχὸς γεωργὸς ἐπλήρωσεν ὡς φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν 50 δραχμὰς, ἐνῷ παρήγαγε μόνον 50 κοιλὰ, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων δὲν ἀνέρχεται πλέον τῶν 300 δραχμῶν· ἐπλήρωσε λοιπὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου 30%, διότι διὰ νὰ παραχθῇ ἡ πρόσοδος αὕτη, ὁ γεωργὸς ἐργάζεται ὁλόκληρον ἔτος, ἐκτιμᾶται δὲ ἡ ἐργασία του εἰς 100–120 τοὐλάχιστον δραχμάς, ἐνῷ ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ ἔχων π. χ. 16,000, θὰ λάβῃ τόκον 1,600, ἐὰν δ’ ἐπ’ αὐτῶν πληρώσῃ 3%, θὰ πληρώσῃ φόρον μόνον 48 δραχμάς· βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἀνισότης καὶ μεγάλη ἡ ἀδικία νὰ μένωσιν ἀφορολόγητα τὰ κινητὰ κεφάλαια. Ἰσχυρίσθησάν τινες ὅτι θὰ φυγαδευθῶσι τὰ χρήματα ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον, ὅστις δὲν ἔχει πληθώραν χρημάτων, καὶ ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ εἶναι ἐπιβλαβής· λησμονοῦσιν ὅμως οἱ κύριοι οὗτοι, ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἔχουν πατρίδα, καὶ ὅτι τρέχουσιν ὅπου παρέχεται ἡ ἀσφάλεια καὶ τὸ κέρδος. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετρέψαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου νὰ δώσῃ εἰς ὑποθήκην τὸν σιδηρόδρομον καὶ λάβῃ δάνειον 6,000,000 πρὸς 6%. Ἐν ὅσῳ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ εἰς ὑποθήκην τὸν σιδηρόδρομον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ δάνειον, οὔτε τὰ χρήματα ἀνεχώρουν ἐκ Λονδίνου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς ὑποθήκην τήν τε κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν της εὗρε δάνειον. Καὶ τοῦτο διατί; διότι πρῶτον ἐδόθη ἀσφάλεια, δεύτερον τὸ κέρδος εἶναι περισσότερον, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι τοκίζουν 6%, ἐνῷ, ἂν ἐδάνειζον εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὰ χρήματά των, ἤθελον ἀπολαύσει 2 ἢ 2½%, διότι οὗτος εἶναι ἐκεῖ ὁ τόκος τῆς προεξοφλήσεως. Καὶ ἄλλως οἱ ἰσχυριζόμενοι δὲν ἔχουσι δίκαιον ὅτι εἰς τὰ 1805, ὅτε ἡ Ἀγγλία ἐπανέλαβε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εὑρίσκετο εἰς δεινὴν ἀχρηματίαν καὶ εἰς παραπλησίαν μὲ ἡμᾶς δυσχερῆ θέσιν, διότι ἦτο ἐξηντλημένη ἐκ τῶν δαπανηρῶν καὶ μακρῶν πολέμων πρὸς τὴν Γαλλίαν, διότι ὁ ἠπειρωτικὸς ἀποκλεισμός, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ μέγας Ναπολέων, εἶχε καταστρέψει τὸ ἐμπόριον τῆς Ἀγγλίας, ἑκατοντάδες δὲ ἑκατομμυρίων ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς βιομηχανίας ἐκάησαν ὑπὸ τῶν Γάλλων ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Οὗτοι ἐλησμόνησαν, ὅτι τὸ 1864 ἡ Ἰταλία ἦν ἐξηντλημένη ἕνεκα τῶν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως αὐτῆς μακρῶν πολέμων κατὰ τῆς Αὐστρίας, καὶ δὲν ὑπῆρχον μεγάλα κεφάλαια εἰς τὸν τόπον, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς, καὶ ὅμως ἡ Ἰταλία ἐπέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι θέλει αὐξήσει ὁ τόκος, καὶ ὅτι τὸν φόρον θέλει πληρώσει ὁ δανειζόμενος, διότι ὁ τοκιστὴς σὺν τῷ τόκῳ θέλει συμπεριλάβει καὶ τὸν φόρον, θέλει δηλαδὴ ὁ φόρος ἐπιπέσει εἰς τοὺς δανειζομένους καὶ τοὺς πτωχούς. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι σήμερον νὰ ἐξετάσω τὰ ἀποτελέσματα τοῦ φόρου τούτου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἐπιπτώσεως τῶν φόρων. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι πολλάκις τὸν φόρον δὲν δύναται νὰ ρίψῃ ὁ ἐπιβαρυνόμενος εἰς τρίτον· δὲν ἀρνοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐνίοτε ὁ φόρος ἐπιβαρύνει τὸν ὀφειλέτην· ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ὅτι ὁ τόκος ὑποκύπτει εἰς τὸν γενικὸν κανόνα τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς· διότι, ἐὰν ὁ Α, ἔχων νὰ διαθέσῃ χρήματα ὀλίγα, θέλῃ ζητήσει σὺν τῷ τόκῳ καὶ τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ Β, ὁ Γ, ὅμως, ἔχων νὰ διαθέσῃ πολλὰ χρήματα, οὐχὶ μόνον δὲν θὰ προσθέσῃ εἰς τὸν τόκον καὶ τὸν φόρον, ἀλλὰ καὶ τὸν τόκον θέλει ἐλαττώσει, διότι δὲν θέλει προτιμήσει ν’ ἀφήσῃ τὰ κεφάλαιά του ἀργὰ καὶ κεκλεισμένα εἰς τὸ κιβώτιόν του, ὅπως μὴ πληρώσῃ 3%, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, νὰ χάσῃ δὲ 97%, ὅταν μείνωσι τὰ χρήματά του ἀδιάθετα. Διϊσχυρίσθησαν ὅτι, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τῆς φορολογίας τὰ δάνεια τοῦ Δημοσίου, ὁ φόρος εἶναι μηδαμινὸς, καὶ ὅτι θέλομεν φορολογήσει μόνον τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῶν 6,000,000. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές· ἂν καὶ ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος, ἢ καὶ ὁλόκληρον τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἶπον, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον καὶ ἐπὶ τῶν δανείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνεβλήθησαν ἐπὶ τῷ ῥητῷ ὅρῳ τοῦ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς αὐτὰ, ἐγὼ ὅμως δὲν ἤθελον συμβουλεύσει τοῦτο, διότι ἐὰν καὶ νομικῶς ἐπιτρέπηται τοῦτο, ἠθικῶς δὲν ἐπιτρέπηται, διότι εἶναι ἀθέτησις συμφωνίας. Ἀλλὰ πρόκειται, κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀναγκαζόμεθα νὰ συνομολογήσωμεν νέα δάνεια καὶ δυνάμεθα τοῦ λοιποῦ νὰ θέσωμεν αὐτὸν τὸν ὅρον. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τὸν πτωχὸν λαὸν καὶ διὰ τὴν γεωργικὴν τάξιν δὲν διστάζομεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον 30%, διστάζομεν νὰ θέσωμεν φόρον ἐπὶ τῶν πλουσίων, ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν κινητῶν κεφαλαίων; Νομίζω, ὅτι αὕτη εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία δὲν θέλει ἐμποιήσει ἐντύπωσιν. Διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐμπνέει τὴν κακοήθειαν, καὶ ὅτι ὁ Γλάδστων κατέκρινεν αὐτόν· δὲν εἰξεύρω ποῖος φόρος δὲν ἐμπνέει τὴν κακοήθειαν τῆς ὑποκρύψεως· δὲν εἰξεύρω ποῖος ἐκ τῶν φορολογουμένων εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν προσπαθεῖ ν’ ἀποκρύψῃ τὰ εἰσοδήματά του, μάλιστα δὲ ὅταν ὁ φόρος εἶναι ἐκ τῶν ὑπαγομένων εἰς τὰς δηλώσεις.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε......
§30ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ μεγάλοι οἰκονομολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ φόρου τούτου, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ παραδεχθῶσιν αὐτόν. Ὁ Πὴλ, καί τοι σφοδρῶς τὸ 1835 ἀπέκρουσεν αὐτὸν, τὸ 1842 παρεδέχθη αὐτόν. Εἶναι μὲν διῃρημέναι αἱ γνῶμαι τῶν οἰκονομολόγων ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ εἰς τὴν πρακτικὴν ὅλοι συμφωνοῦν καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ὑπὸ διαφόρους τύπους καὶ μορφὰς ἐπέβαλον τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ἐπὶ ἄλλων διάφορος εἶναι ἡ γνώμη τῶν οἰκονομολόγων. Μεγάλη ὑπῆρξεν ἡ διαφωνία τῶν γνωμῶν· π. χ. ἐπὶ τῆς ἰδέας περὶ τῆς ἐμμέσου ἢ ἀμέσου φορολογίας πολλοὶ προτιμῶσι τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, ἄλλοι τὴν ἄμεσον, ἄλλοι δὲ ἀμφοτέρας. Ὁ δὲ Γλάδστων ὁ πολὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, δεινὸς δὲ τὸ λέγειν, εἰς ὁμιλίαν του τινὰ περὶ ἐμμέσου καὶ ἀμέσου φορολογίας εἶπε ταῦτα. «Ἀπορῶ πῶς διαφωνοῦσιν ἐπὶ τοῦ ἀφῃρημένου ζητήματος, ποία εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἄμεσος ἢ ἡ ἔμμεσος φορολογία· ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ φορολογίαι εἶναι γνήσιαι ἀδελφαί, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἔχει καὶ ἰδίαν καὶ μεγάλην περιουσίαν, ἔχουσι δὲ τοὺς αὐτοὺς γονεῖς, τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἐφευρετικότητα, διαφέρουσι δὲ κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ μὲν εἶναι μᾶλλον μελάγχρους, ἡ δὲ ἄλλη μᾶλλον ξανθή· διαφέρουσι δὲ κατὰ τὸν τρόπον τοῦ συμπεριφέρεσθαι, ὅτι ἡ μὲν εἶναι μᾶλλον εἰλικρινὴς καὶ εὐθύβουλος, ἡ ἄλλη πλέον ἐπιφυλακτική, ὀλιγώτερον εἰλικρινὴς καὶ συνεσταλμένη· ἔχει ἑκάστη τοὺς ἐραστάς της, τὸ κατ’ ἐμὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσφέρω τὰς προσρήσεις μου εἰς ἀμφοτέρας». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ περὶ τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας αἱ γνῶμαι εἶναι διῃρημέναι. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη ἔχουσι τὴν ἔμμεσον φορολογίαν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἀμέσου. Διατί; διότι, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, αἱ τῶν Κρατῶν ἀνάγκαι μᾶς ἐπιβάλλουσι τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως. Σέβομαι μὲν τὰς θεωρίας, ἀγαπῶ ὅμως περισσότερον τὴν πρακτικήν, διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπέρ τε τῆς ἐμμέσου φορολογίας καὶ τῆς ἀμέσου. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος οὗτος, κύριοι, δὲν εἶναι εὕρεσις τῶν νεωτέρων χρόνων· εἶναι γέννημα τῆς Ἑλλάδος, εἶναι αὐτόχθων γόνος τῆς Ἀττικῆς. Πρῶτος ὁ Σόλων ἐφήρμοσε τὸν φόρον τοῦτον εἰς τὴν Ἀττικήν. Διήρεσε δὲ εἰς τέσσαρας τάξεις, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, τοὺς κατοίκους τῆς Ἀττικῆς· εἰς τὴν πρώτην τάξιν ἔταξε τοὺς πεντακοσιομεδίμνους, εἰς τὴν δευτέραν τοὺς τριακοσιομεδίμνους ἢ τοὺς ἱππεῖς, εἰς τὴν τρίτην τοὺς διακοσιομεδίμνους ἢ τοὺς ζευγήτας· εἰς τὴν τετάρτην τάξιν τοὺς θῆτας, οὓς ἀφῆκεν ἀφορολογήτους, ἀλλ’ ἀφῄρεσεν αὐτῶν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι. Εἶχον μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκκλησιάζειν. Ὁ φόρος οὗτος ἐπεβάλλετο οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἐπὶ τοῦ φόρου δὲ τούτου ἐφήρμοσε τὴν κατὰ πρόοδον φορολογίαν, διότι ὁ φορολογικὸς ὅρος δὲν ἦτον ὁ αὐτὸς εἰς τὰς τρεῖς τάξεις. Πολλοὶ νεώτεροι ἠμφισβήτησαν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς κατὰ πρόοδον φορολογίας εἶναι ἐφεύρεσις τῶν νεωτέρων χρόνων, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δίκαιον, καὶ φαίνεται ἠγνόουν οἱ διϊσχυρισθέντες τὸν νόμον τοῦ Σόλωνος· διότι, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν φορολογίαν, ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς ἑκάστην τάξιν, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὑπῆρχεν ἐν τῇ Ἀττικῇ, διότι ὡς μονάδα λαβὼν ὁ Σόλων τὸν μέδιμνον (μέτρον καρπῶν ὑγρῶν καὶ στερεῶν) ἔθηκεν εἰς τὴν πρώτην τάξιν φόρον 12 δραχμῶν εἰς ἕκαστον μέδιμνον, εἰς τὴν δευτέραν 10 δραχμὰς καὶ εἰς τὴν τρίτην πέντε, διότι εἰς τοὺς πεντακοσιομεδίμνους ἐπέβαλε τάλαντον, ἤτοι 6,000 δραχμὰς, εἰς τοὺς ἱππεῖς ἡμιτάλαντον, ἤτοι 3,000 δραχμὰς, εἰς τοὺς ζευγίτας δέκα μνᾶς, ἤτοι δραχμὰς χιλίας. Πρῶτος ὁ Σόλων ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου ἐφήρμοσε τὰς δηλώσεις, διότι ὁ Σόλων ὑπεχρέωσε τοὺς Ἀθηναίους νὰ δηλώσωσι τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν των· καὶ οἱ Ἀθηναῖοι κατ’ ἀρχὰς κομπάζοντες ἐδήλωσαν πολλά, ἀλλὰ ὑποστάντες μεγάλα βάρη, ἐτράπησαν κατόπιν τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, δηλώσαντες πολλὰ ὀλίγα, καὶ τότε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὁ νόμος περὶ ἀντιδόσεως· ὁ δὲ νόμος οὗτος ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν ἀνωτέραν τάξιν νὰ καλέσωσι τὸν ταττόμενον εἰς κατωτέραν τάξιν ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀνωτέραν· ἐὰν δ’ οὗτος ἠρνεῖτο, ἐπετρέπετο εἰς τὸν καταγγέλλοντα ν’ ἀνταλλάξῃ τήν περιουσίαν καὶ τὰ βάρη μὲ τὸν κατώτερον. Ὑπάρχει δὲ λόγος δικανικὸς τοῦ Δημοσθένους πρὸς Φαίνιππον περὶ ἀντιδόσεως, ὅστις περιλαμβάνει τὴν διαδικασίαν ταύτην. Οὕτω δὲ ὑπῆρχεν ὁ ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους παρέλαβον τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος τὰ ἔθνη ὅλα, καὶ ὑπὸ διαφόρους μορφὰς καὶ τύπους καθιέρωσαν τὸν φόρον τοῦτον καθ’ ὅλους τοὺς παρῳχημένους αἰῶνας. Ἀλλ’ ἐναπόκειτο εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ τακτοποιήσῃ τὸν φόρον τοῦτον. Τὸ 1798 ὅταν ἐμάχετο αὕτη πρὸς τὴν Γαλλίαν, κατὰ πρῶτον εἰσήγαγεν ἡ Ἀγγλία τὸν φόρον τοῦτον. Τότε ἐφορολόγησαν ὅλην τὴν περιουσίαν, μὴ ἐξαιρουμένης οὐδὲ τῆς ἐγγείου φορολογίας, καὶ τὴν μὲν μικρὰν πρόσοδον, τὴν μὴ ἀνερχομένην ὑπὲρ τὰς 60–65 λίρας στερλίνας, ἐφορολόγησαν πρὸς 1)120, τὴν δὲ ἄλλην κατὰ πρόοδον, μέχρι 10%. Ὁ φόρος αὐτὸς διεκόπη τὸ 1802 καὶ ἐπανῆλθε τὸ 1805, διήρκεσε δὲ μέχρι τοῦ 1816, ὅτε ἔπαυσεν ὁ πόλεμος καὶ ἐπανῆλθεν ἡ εἰρήνη, ὁ δὲ Ναπολέων εἶχεν αἰχμαλωτισθῆ καὶ καθείρχθη ὁ γίγας τῆς Γαλλίας εἰς τὴν ἁγίαν Ἑλένην. Κατόπιν τὸ 1835 ἐγένετο ἀπόπειρα πρὸς ἐπάνοδον αὐτοῦ, ἀλλὰ σφοδρῶς ὁ Πὴλ ἀπέκρουσε τὸν φόρον αὐτόν. Τὸ 1842 αὐτὸς ὁ Πὴλ ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ἐξῄρεσεν ὅμως τῆς φορολογίας τὰ εἰσοδήματα 150 λιρῶν· τὸ 1853 ὁ Γλάδστων ἐτροποποίησε τὸν φόρον τοῦτον καὶ κατεβίβασε τὰ ἀφορολόγητα εἰσοδήματα εἰς 100 λίρας, καὶ τὸ 1861 μόνον τὸ εἰσόδημα τῶν 80 λιρῶν ἔμεινεν ἀφορολόγητον. Ἡ φορολογία περιλαμβάνει οὐ μόνον τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῆς ἐργασίας καὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔγγειον. Ἡ φορολογία αὕτη ἔχει σκοπὸν νὰ θεραπεύῃ τὰ ἔκτακτα συμβάντα τῶν Κρατῶν καὶ νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ ἐκτάκτους περιστάσεις, οἷον θεομηνίας, ἀφορίας καὶ πολέμους, συμβάντα, ἅτινα ἀναγκάζουσι τὰ Κράτη νὰ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα τῶν Προϋπολογισμῶν των ἢ νὰ ἐλαττώνωσι τὰ εἰσοδήματά των. Οἱ Προϋπολογισμοὶ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔχουσιν ἐλλείμματα, διότι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος αὐξομειοῦται κατὰ τὰς ἀνάγκας ἀπὸ 2½ πένας ἐπὶ ἑκάστην λίραν στερλίναν μέχρι δέκα ἕξ πενῶν, ἤτοι ἀπὸ 1 μέχρις 7%, ἀνέρχεται δὲ ὁ φόρος ἐνίοτε εἰς 10 καὶ 12 ἑκατομμύρια, ἤτοι τὸ ⅛ ἢ ⅒ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀπὸ τῆς Ἀγγλίας, κύριοι, μετεδόθη εἰς ὅλα τῆς Εὐρώπης τὰ Κράτη, καὶ ἤδη ἔχουσι τὸν φόρον αὐτὸν ὅλα τὰ Κράτη. Ἡ Πρωσσία ἐκτὸς τοῦ φόρου τῶν 12 κλάσεων ἔχει καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπιβάλλουσα αὐτὸν εἰς τὰ εἰσοδήματα ἄνω τῶν 3000 μαρκῶν· ἡ Αὐστρία ἐπίσης ἔχει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ἡ Βαβαρία, ἡ Σαξωνία κλπ. καὶ ἡ Ἰταλία τελευταῖον κατὰ τὸ 1864 ἐπέθηκε τὸν φόρον αὐτὸν, ὅπως αὐξήσῃ τὰς προσόδους αὐτῆς. Ὁ Νόμος ὁ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεὶς τὰς περισσοτέρας διατάξεις ἐδανείσθη ἀπὸ τὸν Νόμον τῆς Ἰταλίας, διαφέρει ὅμως ἐν πολλοῖς τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τινὰς τροπολογίας. Ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ φόρου τούτου, διότι ἐπιβάλλουν αὐτὸν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, ἡ ἐπιστράτευσις· μέχρις οὗ δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ὀφείλομεν δὲ νὰ εὕρωμεν δάνειον· διὰ νὰ κατορθώσωμεν δὲ τοῦτο, πρέπει νὰ εὕρωμεν νέους πόρους καὶ εἷς τῶν τοιούτων εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις, ὡς εἶπεν ὁ Γλάδστων, ἔχει γονεῖς τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἐφευρετικότητα. Ἔχομεν, κύριοι, καὶ ἄλλον πόρον, τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν ὡμίλησαν περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, καὶ οἱ μὲν ἔψεξαν τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, οἱ δὲ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, τινὲς δὲ ὡμίλησαν καὶ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν ὁμιλίᾳ του κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀνακεφαλαίωσε τὰ λεχθέντα καὶ ὡμίλησεν ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ μονοπωλίου· τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως ὑπὲρ τοῦ μοπωλίου δὲν ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυρὰ καὶ εὐκρινῆ, ὁ λόγος δυσκόλως ἐξεφέρετο καὶ ἐνταῦθα ἐφηρμόσθη τὸ λόγιον τοῦ Ταλιεράνδου, ὅτι ὁ λόγος ἐγεννήθη διὰ νὰ καλύπτῃ τὴν διάνοιαν, διότι γινώσκετε, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἀρχὴν εἶναι κατὰ τῶν μονοπωλίων· ὅταν ἔλαβε τὸ μέρος κατὰ τοῦ μονοπωλίου, ὁ λόγος ἔῤῥεεν ἀκωλύτως, δὲν προσέκοπτε ποσῶς, τὰ ἐπιχειρήματα ἦσαν πρόχειρα, πολλὰ καὶ εὔχροα. Ἐπὶ τέλους κατέληξεν, ὅτι τότε μόνον ἠδύνατο ν’ ἀπαρνηθῇ τὴν ἀρχήν του κατὰ τῶν μονοπωλίων, ὅταν ἠδύνατο τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ νὰ τῷ ὑποσχεθῇ πρόσοδον 10–15 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπιτυχίαν δανείου. Ἀλ’ ἐζήτει Ἀρκαδίαν. Ὅλος ὁ λόγος του ὅμως περιεστράφη εἰς τὴν ἰδέαν τῆς καταχρήσεως· ἐφοβεῖτο μήπως ἡ τῆς Ἑλλάδος διοίκησις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ μονοπώλιον. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν ψυχολογικὴν ἔρευναν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἀπολαύσῃ ὅσον πλειόνων ὑλικῶν ἢ ἠθικῶν ἀπολαύσεων δι’ ὅσων ὀλιγωτέρων κόπων. Καὶ τὰ ἔθνη κατὰ διαφόρους ἐποχὰς δὲν εἶναι τὰ αὐτά· οἱ Ἀθηναῖοι ἐπὶ Ἀριστείδου εἶχον ἄλλας ἀρετὰς καὶ οἱ αὐτοὶ Ἀθηναῖοι ἐπὶ Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος καὶ τῶν δέκα ῥητόρων εἶχον ἄλλας ἀρετάς. Ταῦτα διαγράφουσι δύω ῥητορικὰ ἀριστουργήματα τοῦ μεγάλου ῥήτορος Αἰσχύνου καὶ τοῦ μεγίστου Δημοσθένους, οἱ κατὰ καὶ ὑπὲρ Κτησιφῶντος λόγοι αὐτῶν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ Ἰακώβου τοῦ Βʹ, ὡς περιγράφει ὁ Μακωλέϋ, ὑπῆρχε τὸ Ὑπουργεῖον τὸ μετονομασθὲν τῆς Καβάλας, τὸ ὁποῖον ἐμισθοδοτεῖτο ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ σήμερον ἡ Ἀγγλία εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς ἀρετῆς. Δὲν γνωρίζω τὰ ὅρια τῆς χρήσεως καὶ καταχρήσεως. Ὁ Πασχάλης λέγει, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ψεῦδος ἐκεῖθεν τῶν Πυρηναίων, τὸ δὲ ψεῦδος ἐκεῖθεν τῶν Πυρηναίων εἶναι ἀλήθεια ἔνθεν τῶν Πυρηναίων. Ἡ χρῆσις φερ’ εἰπεῖν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰς τὰ βόρεια κλίματα εἶναι κατάχρησις εἰς τὰ θερμὰ, μεσημβρινά· ὁ κάτοικος τῆς Πετρουπόλεως δύναται ἀτιμωρητεὶ νὰ πίῃ μέγα ποσὸν πνευματωδῶν ποτῶν, τὸ ὁποῖον, ἐὰν πίῃ ὁ κάτοικος τῶν μεσημβρινῶν χωρῶν θὰ καταστραφῇ. Ἡ χρῆσις τοῦ θρεπτικοῦ καὶ ῥωστικοῦ ποτοῦ τοῦ οἴνου εἶναι λίαν ὠφέλιμος, ἡ δὲ κατάχρησις εἶναι ὀλεθρία, ἀποκτηνόνει τὸν ἄνθρωπον. Δὲν ἠξεύρω ποῖα αἴτια παρεκίνησαν τὸν ἄνθρωπον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τριῶν δηλητηρίων φοβερῶν, τοῦ ὀπίου, τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ χασίς. Ἡ συχνὴ χρῆσις ἀμβλύνει τὴν καταστρεπτικήν των ἐνέργειαν, ἀλλ’ ὑποδουλόνει τὸν ἄνθρωπον καὶ ὑποσκάπτει δηλητηριάζουσα χρονίως τὸν ὀργανισμόν του. Εἰς τοσοῦτον δὲ ὑποδουλώσεως φθάνει, ὥστε προτιμᾷ νὰ στερηθῇ πάσης τροφῆς παρὰ τοῦ καπνίζειν, ἐνῷ ἡ ἱστορία τοῦ καπνοῦ μᾶς ἀναφέρει τόσα θλιβερὰ παραδείγματα. Ἐσχάτως μάλιστα εἶχον ἀναγνώσει ἔν τινι περιοδικῷ συγγράμματι, ὅτι εἴς τινα ἔπαυλιν ἐνοικιαστὴς ἐδέχθη εἰς τὸ δωμάτιόν του ἀνεψιὸν, ἐλθόντα μακρόθεν πρὸς ἐπίσκεψιν· τὸ ἑσπέρας ἐκάπνιζε μετ’ ἄλλου ἐπισκέπτου ἐπὶ πολλὴν ὥραν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου· ἡ ἀτμοσφαῖρα τοῦ δωματίου ἐπληρώθη καπνοῦ· ὅταν δὲ ὑπῆγε νὰ κατακλιθῇ, εὗρε τὸν ἀνεψιόν του τεθνεῶτα. Καὶ μόλα ταῦτα οἱ καπνισταὶ οὐδέποτε ἠμποροῦν ν’ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ καπνοῦ· ἐπὶ αὐτῆς δὲ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου ἐστήριξαν τὰ Κράτη τὰ μονοπώλια τοῦ καπνοῦ, τὰ ὁποῖα δίδουν τοσοῦτον μεγάλα εἰσοδήματα. Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἀμηχάνοις, ὥστε ὀφείλομεν νὰ εὕρωμεν νέους πόρους καὶ τοιούτους προτείνω τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς μεγάλου δανείου, καὶ ὀφείλομεν ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ συνομολογήσωμεν αὐτὸ, διότι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ματαιωθῶσι καὶ σήμερον αἱ παρασκευαὶ αὐτῆς αἱ τοσοῦτον δαπανηραὶ, θέλει ἀπολέσει τὸ γόητρόν της οὐ μόνον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, θέλει μένει ἐπὶ πολὺν χρόνον ἀσθενὴς καὶ ἐξηντλημένη, θέλουσι δὲ παρέλθει πολλὰ ἔτη διὰ νὰ ἀντλήσῃ νέον αἷμα εἰς τὰς ἐξηντλημένας φλέβας της· ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἄλλα Ἔθνη ὀλιγαρκέστερα ἡμῶν θ’ ἁρπάζουν τὴν κληρονομίαν ἡμῶν. Τότε τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἔσεται ἄθλιον καὶ φοβοῦμαι, ἀπεύχομαι ὅμως μήπως φορέσωμεν τότε τὴν δικέφαλον τιάραν, ἢ τὸ καλπάκι τῶν Βουλγάρων.
§31Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις παρέχει εἰς τὰ Κοινοβούλια τὴν εὐκαιρίαν, ἐπιβάλλει δὲ συνάμα εἰς αὐτὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζωσι καὶ ἐλέγχωσι τὴν πολιτείαν τῶν Κυβερνώντων· τὸ μὲν, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἐν κατόπτρῳ, διαφαίνεται ἡ ἐν γένει διοίκησις καὶ ἡ ὅλη οἰκονομικὴ διαχείρισις· τὸ δὲ, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους διαβλέπουσι τὸν τρόπον καὶ τὸν σκοπὸν, καθ’ ὃν διαχειρίζονται οἱ φόροι, οἱ καταβαλλόμενοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐν γένει εἰς τὰ Κοινοβούλια ἐν ὁμαλῇ ἀνελίξει καὶ πορείᾳ τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, τὸ καθῆκον τοῦτο ἀποβαίνει ἐπιβλητικώτερον, ἀποβαίνει ἀναπόδραστον εἰς τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον, διότι τὰ παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ὡς ὑπέρποτε ἀνωμάλως. Εἶχον ἀνωμάλως τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν καὶ πρὶν ἢ καταληφθῶμεν ὑπὸ τῶν παρουσῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, αὐταὶ δὲ αἱ περιστάσεις, αἱ συνδεόμεναι πρὸς ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐδείνωσαν τὴν δυσχερῆ οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν καὶ κατέστησαν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα παρ’ ἡμῖν οὐχὶ πλέον δυσχερές, ἀλλὰ φλογερόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀφ’ ἧς ἐνταῦθα συνηντήθημεν, ἐδήλωσε καὶ διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὑτῆς καὶ δι’ ἄλλων ἐγκρίτων αὐτῆς μελῶν, ὅτι ὑπείκουσα εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, ἐννοεῖ νὰ μὴ παρεμβάλῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόθεσιν. Ἐπεφύλαξεν ὅμως εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα, πρὸ πάντων δὲ ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξ ὑπαρχῆς διαφωνεῖ πρὸς τὴν σημερινὴν Συμπολίτευσιν· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπέτρεπον αἱ ἐν αἷς διατελοῦμεν περιστάσεις νὰ λογομαχῶμεν ἐνταῦθα ἐπὶ τῶν καθέκαστα τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν φορολογικῶν καὶ οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, ἀπέσχε κατὰ τὸ πλεῖστον τῆς ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεως· ἐγὼ δὲ αὐτὸς ἀπέσχον καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι κωλυόμενος ἐξ ἀσθενείας δὲν παρέστην εἰς τὰς συνεδριάσεις, καθ’ ἃς τὰ σπουδαιότερα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων ἐσυζητοῦντο· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐκωλυόμην ἐκ τῆς ἀσθενείας, ἴσως καὶ τότε δὲν ἤθελον μετάσχει εἰς τὰς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν συζητήσεις, διότι αἱ παρατεταμέναι συζητήσεις ἤθελον καταναλώσει χρόνον, ὅστις ἀποβαίνει πολύτιμος εἰς τὸ πεδίον τῆς ἐνεργείας διὰ τοὺς ὑπέχοντας τὴν ἐπὶ τῇ διοικήσει τῶν κοινῶν εὐθύνην. Δὲν ἤθελον ἴσως μετάσχει καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι αἱ συζητήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν λήξασαν πρώτην Βουλευτικὴν Σύνοδον, εἰς οὐδὲν κατέληξαν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· αἱ παρατηρήσεις δὲ ἡμῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν ἐλήφθησαν τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἤθελον λοιπὸν ἐν γνώσει ἐπιτελέσει ἄχαρι καὶ ἄκαρπον ἔργον. Εὐτυχῶς ἐν τῇ παρούσῃ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέκτησεν ἐκ τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως τοποτηρητάς, κατὰ τὴν εὐφυᾶ ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι, ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἤθελον προκαλέσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας, τὸ μὲν διότι δὲν ἔπαυσαν κατατασσόμενα εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως, τὸ δὲ διότι συνεζήτουν οὗτοι οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ βελτιώσωσι τὰ οἰκονομικὰ καὶ φορολογικὰ Νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐλέχθη μὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐνδίδει πάντοτε εἰς τὰς γινομένας πρὸς αὐτὸν παρατηρήσεις, καὶ ὅτι εἰς πολλὰς ὑποβάλλει τροποποιήσεις τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας· ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦτο δὲν παρετηρήθη, εἰμὴ μόνον ὁσάκις ἐπείθετο, ὅτι οὐ μόνον τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν γένει τὸ δημόσιον φρόνημα ἦτο ἐξεγηγερμένον κατά τινος τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ὅτε καὶ μόνον τὸ ἐγκατέλιπε, καίτοι ἀφῆκεν αὐτὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ ὅτι ἐῤῥίφθη ἐν τοῖς ἀχρήστοις. Προκειμένης τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν νομίζει, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον νὰ συζητήσῃ διὰ μακρῶν τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· μάλιστα δὲ ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἔθετο ἐξ ὑπαρχῆς ἐκτὸς πάσης συζητήσεως, διότι νομίζει, ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ παρίσταται ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὡς ἔχουσα μίαν γνώμην, ὡς εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ διά τε τὴν Συμπολίτευσιν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν πολιτικὴ, δὲν εἶναι δὲ οὔτε ἐθνικὸν συμφέρον, οὔτε προσῆκον νὰ προσθέσωμεν διὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἑτέρας δυσχερείας εἰς τὰς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ὑφισταμένας πρὸς εὐόδωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος. Ἀλλὰ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, νομίζομεν, ὅτι ἀπέχοντες τῆς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῆς διὰ μακρῶν συζητήσεως, αἰσθανόμεθα οὐχ ἧττον ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἐντολῆς μας τὸ καθῆκον νὰ μεταδώσωμεν διὰ βραχέων τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἰδέας μας καὶ ἰδίως νὰ βεβαιώσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νὰ βεβαιώσωμεν τὰς ἐκ ταύτης προκυψάσας δυσυπερβλήτους δυσχερείας καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος καὶ διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῶν κοινωνικῶν συναλλαγῶν, ἵν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς εὐθύνης, ἥτις ἐπιβαρύνει ἡμᾶς ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ νὰ ἐπισκοπήσωμεν δὲ διὰ βραχέων τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν αὐτὴν ὑπὸ τέσσαρας χρονικὰς περιόδους. Ἡ πρώτη περίοδος εἶναι ἡ ἀρχομένη ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἤτοι ἀπὸ τῆς 19 Ἀπριλίου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηρτισμένης νομίμως, ἤτοι τῆς 25 Ἰουνίου. Τὴν δευτέραν περίοδον ἀποτελεῖ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ συνειργάσθη μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ ληξάση Βουλευτικῇ Συνόδῳ. Ἡ τρίτη περίοδος ἄρχεται ἀφ’ ἧς διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν συνήλθομεν ἐνταῦθα εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Καὶ ἡ τετάρτη ἀφ’ ἧς ἠρξάμεθα συνεργαζόμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκτάκτῳ ταύτῃ Συνόδῳ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομίζω, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἡμῶν περατοῦνται. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ ὅτι, ὅτε κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εὗρε ταῦτα εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν· ἡ μὴ εὐχάριστος κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν προῆλθεν ἐκ πολλῶν αἰτίων. Τὸ πρῶτον ἦτο ἡ ἐπανειλημμένη ἀποτυχία τῶν κυριωτέρων προϊόντων ἡμῶν κατὰ δύο συνεχῆ ἔτη· τὸ δεύτερον ἦτο ἡ χρηματικὴ κρίσις, ἥτις ἐπέσκηψε παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐξακολουθήσασα ἔκτοτε μετ’ ἐπιτάσεως, κρίσις, ἥτις, ἐπηρεάσασα ἅπαντα τὸν παρ’ ἡμῖν τραπεζικὸν καὶ ἐμπορικὸν κόσμον, ἐπήνεγκε γενικὴν τῶν συναλλαγῶν χαλάρωσιν καὶ, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἠλάττωσε τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν τελωνείων, τοῦ χαρτοσήμου κλπ. Συνετέλεσεν οὐχ ἧττον καὶ ἡ ἀποτυχία τῶν γενομένων ὑπολογισμῶν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰσαχθέντων νέων φόρων. Συνετέλεσαν, τέλος, εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου γενόμεναι ἔκτακτοι καταβολαὶ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀληθῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς μεγάλας θυσίας διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· εἶχεν ἀληθῶς καταφύγει καὶ εἰς τὸ μέσον τῶν προσωρινῶν δανείων, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸ μέγα ἐθνικὸν ἀγαθὸν, ἤτοι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν χρηματικῶν συναλλαγῶν τῆς κοινωνίας εἰς ὁμαλὴν καὶ κανονικὴν κατάστασιν· ἔπραξεν ὅμως ταῦτα ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πλὴν τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ἀγαθῶν, ἤθελε παρασκευάσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἡμῶν τὰ μέσα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν ἔκτακτον ἀνάγκην τοῦ Ἔθνους, ὁποία εἶναι ἡ τελευταῖον παρουσιασθεῖσα. Ἀλλ’ ὁμολογῶν, ὅτι δὲν εὗρεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει, δὲν δύναμαι νὰ ἀνομολογήσω συνάμα, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, εἴτε συνεχίζουσα τὰς πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς προσπαθείας τῆς προκατόχου, εἴτε παραδεχομένη ἕτερον σύστημα, τὸ σύστημα τῶν σπουδαίων οἰκονομιῶν, τὸ συνδεόμενον πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς, συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν ταύτην κατάστασιν. Ἐνῷ οἱ πάντες ἀνεμένομεν παρ’ αὐτῆς μέτρα σοβαρὰ καὶ ἐμβριθῆ, σκοποῦντα εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ὁδηγοῦντα εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, παρετηρήσαμεν μετὰ λύπης, ὅτι ὑπέλαβεν ὡς ἀποστολὴν αὑτῆς τὴν θεραπείαν τῶν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ὑποσχέσεων καὶ ἐπαγγελιῶν καὶ τὴν κατάκρισιν τῶν προκατόχων αὐτῆς. Ἅπασαι δὲ αἱ προσπάθειαι, αἱ πράξεις καὶ ἐνέργειαι αὐτῆς ἕνα καὶ μόνον εἶχον σκοπὸν, νὰ ἀποδείξωσι τὸ Κράτος ἡμῶν ὡς εὑρισκόμενον εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶναι ἡ μόνη ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ καταστάσει ταύτῃ, καὶ ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος αὐτῆς τῆς καταστάσεως οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην ἐπ’ αὐτῇ. Εὗρεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἀδιαθέτους 230,000 ὁμολογιῶν· ἐξ αὐτῶν 140,000 εἶχον ἐνεχυριασθῆ διὰ τὴν ὑπὸ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον τοῦτο γενομένην εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν προκαταβολὴν τῶν 35,000,000, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· 46,000 ὁμολογιῶν εἶχον ἐνεχυριασθῆ διὰ τὴν συνομολόγησιν προσωρινοῦ δανείου 11,500,000, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν· ὑπελείποντο δὲ ὅλως ἐλεύθεραι 44,000 ὁμολογίαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ τιμὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκυκλοφόρουν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ἦτο 330 φράγκα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Εἶχε τῷ ὄντι ἐκπέσει ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι καὶ τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα παρηκολούθησαν τὴν ἔκπτωσιν ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν χρεωγράφων ἕνεκα τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος τοῦ Ἀφγανιστὰν, τοῦ ἀπειλήσαντος πλήρη ῥῆξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ῥωσσίας· ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ἄλλα χρεώγραφα εἶχον ἀναλάβει εὐθὺς ὡς ἐξέλιπεν ὁ λόγος οὗτος, τὰ ἰδικά μας χρεώγραφα βεβαίως δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναλάβωσι τὰς προτέρας αὐτῶν τιμὰς, διότι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρέστησε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου ἀπεγνωσμένην.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ ἐρωτήσω, διότι δὲν ἤκουσα καλῶς, ποία ἦτο ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν;
§33ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 330 φράγκα. Δὲν πιστεύω νὰ ἀμφιβάλλητε, διότι εὐκόλως δύνασθε νὰ εὕρητε τὰ χρηματιστικὰ δελτία. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἀπέναντι τοιούτων οἰκονομικῶν δυσχερειῶν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων, ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ ἀκόλουθον ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ἐπωλοῦντο αἱ 230,000 ὁμολογίαι, ἔστω πρὸς 325 φράγκα, ἤθελον δώσει ἀντίτιμον φράγκων 74,750,000, ἐκπιπτομένης δὲ ἐκ τούτων τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνεχυριάσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὰς 186,000 ὁμολογίας, ἤτοι τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 46,500,000, ἤθελεν ἀπομείνει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ποσὸν φράγκων 28,250,000, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ θεραπεύσῃ τὰς τότε κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου Ταμείου, νὰ ἀποφύγῃ τὴν συνομολόγησιν ἑτέρων δανείων προσωρινῶν ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει τῶν ὑπολειπομένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἠδύνατο δὲ νὰ ἀποφύγῃ πρὸ πάντων τὰς περιπετείας, εἰς ἃς εὑρέθη κατόπιν, ζητοῦσα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἄδειαν, ἣν ἡ Βουλὴ παρέσχεν εἰς αὐτὴν περὶ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων ἐκ 10,000,000 δραχμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι, εὐθὺς ὡς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἢ μᾶλλον αἱ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως αἰτιάσεις αὐτῆς ἤθελον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δημοσιευθῇ καὶ καταστῇ, οὕτως εἰπεῖν, δημόσιον κτῆμα, εὐθὺς ὡς ἤθελε πιστοποιηθῆ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἡ χρεωκοπία τοῦ Δημοσίου Ταμείου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερτιμηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι τῶν ἐθνικῶν μας δανείων. Προβλέπουσα λοιπὸν ὡς ἀφεύκτως ἐπελευσομένην τὴν ὑποτίμησιν τῶν ὁμολογιῶν, ὤφειλεν ἔκτοτε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς πωλήσεως αὐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρχε κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν εἰς τιμὴν κατωτέραν ἐκείνης, καθ’ ἣν εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἡ δὲ τιμὴ τῶν 330 ἢ 325 φράγκων ἦν κατωτέρα τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἀλλὰ τὰς Κυβερνήσεις διακρίνει τὸ προνοεῖν καὶ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὰς πράξεις αὐτῶν· οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ μεμφθῇ τῆς Κυβερνήσεως, διότι προέβη εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν, καὶ ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ κατά τι τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως. Γινώσκουσα μάλιστα, ὅτι εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν καὶ νὰ ζητήσῃ κατόπιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν κύρωσιν τῆς πράξεως ταύτης. Ἀλλὰ περὶ ὅλων τούτων παρέλειψε τότε νὰ ἐνεργήσῃ, ὁ μὴ ἐνεργῶν δὲ ἐγκαίρως ἀπόλλυσιν ἀνεπιστρεπτεὶ τὴν εὐκαιρίαν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐπικαλῆται τὸ δικαιολόγημα, ὅτι ἀνέμενεν εὐκαιρίαν κρείσσονα τῆς παρουσιασθείσης. Τὴν ἐπὶ τούτῳ ἐνέργειαν ἔκρινε δευτερεύουσαν, ὑπελάμβανε δὲ, ὅτι ἡ ἀποστολή της συνίστατο εἰς τὴν ἀκριβῆ κατάρτισιν τῶν πρωτοκόλλων περὶ τῆς κατ’ ἀπογραφὴν ἀποδεκτῆς γενομένης ὑπ’ αὐτῆς κληρονομίας τῆς ἐγκαταλειφθήσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ ἐγκαλέσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἅπασαν τὴν εὐθύνην ἐπ’ αὐτήν, νὰ κατορθώσῃ δὲ οὕτω νὰ μείνῃ αὕτη ἀνεύθυνος ἐπὶ τῇ καταστάσει, ἣν, καίτοι ἠδύνατο νὰ βελτιώσῃ, κατέστησε δυσεπανόρθωτον. Ἀπὸ τῆς 19 Ἀπριλίου μέχρι τῆς 26 Ἰουνίου, ὅτε ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηρτισμένης, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐπαρκὲς χρονικὸν διάστημα, ἵνα μελετήσῃ ὅ,τι ἐσχετίζετο πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, ἵνα παρασκευάσῃ πᾶν νομοθέτημα φορολογικὸν ἢ οἰκονομικὸν, σκοποῦν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδ’ αὐτὸν τὸν χρόνον ἐχρησιμοποίησε προσηκόντως. Ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν 26 Ἰουνίου μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, προέτεινε δὲ εἰς αὐτὴν οὐχὶ μέτρα αὐξάνοντα τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, οὐχὶ νομοσχέδια βελτιοῦντα τὴν οἰκονομικὴν Νομοθεσίαν τοῦ Τόπου καὶ ἐγγυώμενα τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον μέτρα, ὧν τελικὸς σκοπὸς ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῶν δημοσίων προόδων, τινῶν δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων δαπανῶν. Δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἐπαναλάβω ὅσας παρατηρήσεις ἐν τῇ ληξάσῃ Συνόδῳ ὑπέβαλον καὶ κατὰ τῆς καταργήσεως τοῦ λειτουργοῦντος τότε συστήματος περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ κατὰ τῆς καταργήσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν πυρείων. Τότε συνεζητήθη διὰ μακρῶν τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ ἐκ πείσματος ἢ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπηρετεῖ τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ προηγουμένου συστήματος, εἰσάγουσα τὸ ἴδιον αὐτῆς σύστημα ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ· ἐὰν εἰς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ἀπέδιδε κομματικὴν ἔννοιαν, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ προσέξῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ, ὅστις βεβαίως δὲν ἦτο κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅστις, πρακτικώτερον σκεπτόμενος, συνεβούλευσε τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναρμολογήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ αὐτῆς εἰσαχθέντος νομοσχεδίου πρὸς τὰς τοῦ ἐν ἐφαρμογῇ τότε Νόμου, ἤθελεν αὐξήσει τὰς προσόδους ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἀπὸ 3 ἕως 6 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου νὰ συναρμολογήσῃ μετὰ τοῦ συστήματος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε προνοήσει περὶ τούτου· ἐν τῇ τελευταίᾳ Συνόδῳ τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου εἶχεν εἰσαγάγει νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐκανονίζετο κατὰ τρόπον μεθοδικὸν ἡ ἐποπτεία τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ καὶ ἐξησφαλίζετο τὸ Δημόσιον ἀπὸ καταχρήσεων, αἵτινες ἕνεκα τῆς ἀκωλύτου καὶ ἀνεπιτηρήτου ἐντὸς τοῦ Κράτους μεταφορᾶς τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, ὡς ἡ πεῖρα εἶχεν ἀποδείξει, ἐγίνοντο μέχρι τότε. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μεταβαλοῦσα τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἰσχυρίσθη, ἐπιμένει δὲ καὶ νῦν ἰσχυριζομένη, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς εἰσαχθέντος συστήματος τὸ Δημόσιον θέλει ἔχει ἀνωτέρας εἰσπράξεις, καὶ ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου δὲν ἤθελε ζημιώσει τὸ Δημόσιον, διότι ἀντικαθίστατο διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς διὰ τῶν τελωνείων εἰσαγομένου σιγαροχάρτου· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἦσαν κοινὰ δικαιολογήματα, δυνάμενα νὰ πλανήσωσι τοὺς ἁπλουστέρους, δὲν ἠδύναντο ὅμως νὰ πείσωσιν ἐκείνους, οἵτινες πρακτικῶς εἶχον σπουδάσει τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ οἵτινες ἐλυποῦντο, βλέποντες ἀνατρεπόμενον ἄνευ λόγου ἓν φορολογικὸν σύστημα, ὅπερ ὑπερνικῆσαν τὰς ἐν ἀρχῇ δυσχερείας ἐλειτούργει πλέον εὐδοκίμως. Ἀλλὰ καὶ ἡ μέχρι τοῦδε μικρὰ πεῖρα τοῦ νέου συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ τί ἀπέδειξεν; Ἡ μέχρι τοῦδε ἀποκτηθεῖσα πεῖρα τοῦτο μόνον διδάσκει, ὅτι, ἐνῷ ὑπὸ τὸ πρώην σύστημα ἑκάστην ἑβδομάδα εἰσήγοντο εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρήματα, οὕτως εἰπεῖν, ψηλαφητὰ, ὑπὸ τὸ σήμερον λειτουργοῦν σύστημα δὲν ἠνωχλήθησαν σπουδαίως εἰσέτι οἱ Ταμίαι τοῦ Κράτους ὑπὸ τῶν ὑποχρέων πρὸς πληρωμὴν τοῦ τοιούτου φόρου. Πιθανῶς βραδύτερον αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πραγματοποιηθῶσι, μέχρι τοῦ νῦν ὅμως τὰ πράγματα οὐδεμίαν ἀπόδειξιν μᾶς παρέσχον, ὅτι τὸ νέον σύστημα, τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθὲν, θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον περισσοτέραν πρόσοδον. Εὗρε δὲ τὴν ὥραν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν πρόσφορον πρὸς τὴν, ἄλλως τε εὔλογον καὶ δικαίαν, ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἐγγείου φόρου καὶ πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, δὲν ἐδίστασε δὲ καὶ νὰ δημιουργήσῃ θέσεις τινὰς μὴ ἀναγκαίας. Αἱ παρατηρήσεις, ἃς ἐν τῇ ληξάσῃ Συνόδῳ ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ὡς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως συνίστατο κυρίως εἰς τὸ νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας τοσούτῳ σπουδαίας καὶ γενναίας, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι αἱ ὑποδειχθεῖσαι ὑπ’ αὐτῆς οἰκονομίαι ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπ’ αὐτῆς Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 δὲν ἦσαν πραγματικαὶ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰκονικαὶ, οὐ μόνον δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὑπαγορευθεῖσαι καὶ ὡς ἀφορῶσαι εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ Κυβέρνησις παρουσιάσθη τότε εἰς τὴν Βουλήν, βεβαιοῦσα, ὅτι διὰ μόνον τὸ ὑπόλοιπον ἑξάμηνον τοῦ ἔτους κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας ἐκ 5,500,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἀπεδείξαμεν τότε δι’ ἀριθμῶν, ὅτι αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι δὲν ὑπερέβαινον τὸ 1,000,000, ὅλαι δὲ αἱ ἄλλαι ἦσαν εἰκονικαί, καὶ αὐταὶ δὲ αἱ οἰκονομίαι τοῦ 1,000,000 ἐγένοντο ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτας τὰς παρατηρήσεις οὐδεμία ἐδόθη προσοχή. Τί ὅμως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπέδειξε μέχρι τοῦδε; Τί δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη; ἀπεδείχθη, ὅτι εἴχομεν δίκαιον παρατηρήσαντες ὅσα τότε παρετηρήσαμεν. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσαχθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες ἐπεδείκνυον τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἐπενεχθείσας οἰκονομίας καὶ ἐζήτουν μάλιστα νὰ βραβευθῶσιν ἐπὶ τούτῳ, ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐκτάκτῳ ταύτῃ Συνόδῳ καὶ δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐζήτησαν νὰ αὐξήσωσι τὰς πιστώσεις ἐκείνας, ὧν αὐτοὶ οὗτοι προέτειναν προηγουμένως τὴν ἐλάττωσιν, διότι αἱ ἐλαττώσεις ἀπεδείχθησαν ἀνεφάρμοστοι. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰκονομιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδίᾳ δὲ περὶ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἀναγεγραμμένου ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ποσοῦ 800,000 δραχμῶν, προωρισμένου διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῆς ἐφεδρείας, διότι τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἦτο προκεχωρημένη, καὶ ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ γίνωσιν ἐντὸς τοῦ 1885 τὰ γυμνάσια τῆς ἐφεδρείας· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτὸς τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες βαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, εἰσήγαγεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 200,000 πρὸς συμπλήρωσιν τῶν χρηματικῶν ἀμοιβῶν, ἤτοι προέτεινε τὴν αὔξησιν πιστώσεως ὑπ’ αὐτοῦ τούτου προηγουμένως ἐλαττωθείσης.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Στηρίζονται εἰς τὸν νόμον.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τότε εἴχετε ἀντίῤῥησιν, τότε ἐφρονεῖτε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ οἰκονομήσητε τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλ’ ὅταν ἐπείσθητε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε τὴν δαπάνην ταύτην, τότε ἐζητήσατε τὴν πίστωσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν ἐκ δραχμῶν 105,000. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε πιστώσεις ἀναπληρωτικὰς δραχμῶν 1,100,000, ἔκτακτον δὲ δραχμῶν 600,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1,704,000. Εἰς τὰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις περιλαμβάνονται δαπάναι διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ ἀκριβῶς δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις εἶχον ἐλαττωθῆ πρὸς ἐπίδειξιν ἐπελθουσῶν οἰκονομιῶν.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 30,000 εἶναι μόνον διὰ τὴν χολέραν.
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἐν τῇ ἐκτάκτῳ ταύτῃ Συνόδῳ πιστώσεις ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικάς, ὑπερβαινούσας τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 2,000,000. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλεν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν 100,000 δραχμῶν πρὸς αὔξησιν πιστώσεως ὑπ’ αὐτοῦ τούτου λόγῳ οἰκονομίας πρότερον ἐλαττωθείσης. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 40,285 δραχμῶν πρὸς αὔξησιν πιστώσεων, ὧν τὴν ἐλάττωσιν ὁ νῦν κ. Ὑπουργὸς ὡς Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχεν ὑποστηρίξει. Κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον, ἤτοι πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἅπασαν τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, προέτεινεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους, πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἐκ δραχμῶν 5,000,000 περίπου. Παρετηρήσαμεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὴν κυριωτέραν βάσιν τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτῆς, ἤτοι τὴν ἀποκοπὴν δαπανῶν μέχρι ποσοῦ, δυναμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπραγματοποίησε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ ἄνευ μεταβολῆς τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Παρετηρήσαμεν τότε, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ ἀλλάξῃ ἐθνικὴν πολιτικὴν, ὤφειλε κυρίως καὶ πρωτίστως νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομίας εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα οὐδὲν μὲν ἀπήντα, ἀπεδείκνυε δὲ τὰς οἰκονομίας αὐτῆς τὰς εἰκονικὰς, διὰ νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως ἐπραγματοποιήθη ὑπ’ αὐτῆς πρὸς δικαίωσιν τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς. Ἐν τούτοις ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μὲ ἔλλειμμα ἕνδεκα ἑκατομμυρίων καὶ παρετηρήθη τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ ἀφοῦ ἡ ἰδία πιστοποιεῖ, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔλλειμμα 11,000,000, διατὶ δὲν προνοεῖ περὶ τῆς ἀναπληρώσεως αὐτοῦ, διατὶ δὲν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι δύναται νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο! Παρετηρήθη ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας διαδόσεις ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν ἐπίσημον αὐτῆς ὁμολογίαν περὶ τῆς κακίστης καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἦτο ἀνάγκη νὰ δηλώσῃ ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ ἅπαντα τὰ μέτρα αὐτῆς, ἅπαντα τὰ σχέδια αὐτῆς, τὰ σκοποῦντα εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Παρετηρήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο διὰ τῶν οἰκονομιῶν νὰ προσβλέψῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα σκοποῦντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων πόρων. Ἀλλ’ εἰς ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν τότε ἔδωκε προσοχήν. Ὅτε δὲ τελευταῖον, εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, ἠναγκάσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑπείκουσα εἰς τὸν ἀδυσώπητον Νόμον τῆς ἀληθοῦς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, αὐξάνοντα κατά τι τὰ δημόσια ἔσοδα, προσεπάθησε νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ ὅτι δὲν ἔχουσι σχέσιν αἱ αὐξήσεις, αἱ προταθεῖσαι πρὸς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Ἐκ τῆς ἁπλῆς ὅμως ἀναγνώσεως τοῦ διὰ τὸ 1886 Προϋπολογισμοῦ ἀποδεικνύεται ἐναργῶς, ὅτι αἱ προταθεῖσαι αὐξήσεις ἀναφέρονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν, οὐδεμίαν δ’ ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι δὲ αἱ προτάσεις τοιαῦται, ὥστε νὰ καλύπτωσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ καταλίπωσι περίσσευμά τι, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς δαπάνας, ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων. Ἠδύναντο αὗται αἱ προτάσεις νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν λήξασαν Σύνοδον. Ἠδύνατο δι’ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ τὰ χαίνοντα ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ βεβαίως ἤθελε διὰ τοῦ μέσου τούτου προλάβει τὸν ἐπελθόντα κλονισμὸν ἐπὶ τῆς δημοσίας πίστεως ἡμῶν, ἤθελε δὲ ἐνθαῤῥύνει πάντας ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἤδη ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Ἂν οὕτως εἰργάζετο ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν λήξασαν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ἤθελε πείσει καὶ τοὺς ἔχοντας ἐνεχυριασμένας τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ πάντας τοὺς κεφαλαιούχους, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡμῶν οὐδένα ἐμπνέει φόβον καὶ εἰς τοὺς νῦν πιστωτὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐν τῷ μέλλοντι τοποθετήσει τὸ χρῆμά των εἰς Ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Περὶ τὸ τέλος δὲ τῆς ληξάσης Συνόδου ἐλεγχομένη, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ Κυβέρνησις, διατὶ δὲν ὑποδεικνύει τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔφερε δύο νομοσχέδια, ὧν τὸ μὲν ἀφεώρα εἰς τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ πωλήσῃ τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς τιμὴν ἐλάσσονα ἐκείνης, καθ’ ἣν εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ δὲ ἀφεώρα εἰς τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ ἐκδώσῃ καθ’ ὃν ἤθελεν ἐγκρίνει τόκον καὶ τρόπον ἔντοκα γραμμάτια μέχρι δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἡ δὲ Βουλὴ προθύμως ἐψήφισε ταῦτα. Ἐνομίζαμεν δὲ ἡμεῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὑπολάβει καθῆκον, ἀναποδράστως ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, νὰ ἐργασθῇ συντόνως πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν δύο τούτων μέτρων. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις ἢ μᾶλλον μετὰ τὰς ἐπισήμους τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογίας περὶ τῆς κακίστης καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἡμῶν καὶ περὶ τῆς καθυστερήσεως αὐτῆς πρὸς δημιουργίαν νέων πόρων αἱ τιμαὶ τῶν χρεωγράφων τῶν Ἑλληνικῶν εἶχον ὑποστῆ νέαν ἐλάττωσιν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν εἶχε κατέλθει ἀκόμη εἰς ὃ σημεῖον κατῆλθε τελευταίως· αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἐτιμῶντο ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ μεταξὺ 315–320 φράγκων. Ἐν τούτοις, ὅπως παρετήρησεν εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐπραγματοποίησε τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων συμφώνως πρὸς τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε εἶχε λάβει παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι αἱ τιμαὶ αἱ προσφερθεῖσαι εἰς αὐτὸν ἐφαίνοντο ἀσύμφοροι, ἐνόμισε δὲ ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τιμὰς κρείσσονας. Δὲν δύναμαι νὰ κρίνω ἐπὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκρινεν ἀσυμφόρους τὰς τιμὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἢ ἐπὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος προσεδόκα βραδύτερον τὴν ἐπιτυχίαν συμφερωτέρων εἰς τὸ Δημόσιον τιμῶν. Κατ’ ἐμὲ τὴν προσδοκίαν αὐτὴν ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ἔχῃ, ἂν ἐν τῇ ληξάσῃ Βουλευτικῇ Συνόδῳ προέτεινεν αὐξήσεις φόρων ἐγγυωμένας τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἀπομακρυνθεὶς τοῦ πρὸς πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν σχεδίου, ἐπεζήτησεν ἄρα κατὰ τρόπον πρακτικὸν καὶ ἀποφασιστικὸν τὴν ἔκδοσιν καὶ τοποθέτησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων; Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τὰς ἐπὶ τούτῳ ἐνεργείας καὶ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ὅμως, ὅτι καὶ ταύτας, ὡς καὶ τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν, διέκρινε τὸ ἀναποφάσιστον, τὸ ἀναβλητικὸν καὶ ἡ διστακτικότης. Ὁτὲ μὲν ἐσκέπτετο νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια δι’ ἴδιον τῆς Κυβερνήσεως λογαριασμὸν, ἄλλοτε δὲ διὰ Τραπέζης τινός. Ἐν ᾧ δὲ διὰ τῶν ἡμιεπισήμων ἐφημερίδων ἐγίνετο γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπεφάσισε τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων διὰ Τραπέζης τινὸς, τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀνεβάλλετο τὸ μέτρον τοῦτο, διότι νεώτεραι σκέψεις ἐπεκράτησαν ἢ νεώτεραι συμβουλαὶ ἐδόθησαν, ὑποδεικνύουσαι ὡς προτιμοτέραν ἢ τὴν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν τῶν γραμματίων ἢ τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμήθειαν μεταλλικοῦ δανείου. Οὕτω δὲ ἐδαπανήθη καὶ διέῤῥευσεν ἅπας ὁ ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς χρόνος μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθοῦσα πάντοτε νὰ σκέπτηται εὑρέθη ἐνώπιον τῶν γεγονότων τοῦ Σεπτεμβρίου ἀπαρασκεύαστος ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Εἶχον ἐπέλθει ἤδη τὰ γεγονότα τῆς Φιλιππουπόλεως, εἶχεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καλέσει τὰς δύο ἡλικίας τῆς ἐφεδρείας, εἶχεν ἤδη διατάξει τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ περισσοτέρου στρατοῦ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐν τούτοις ἐξηκολούθει νὰ σκέπτηται καὶ νὰ συνενοοῆται μετὰ τῶν Τραπεζῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ἑτέρα Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ εὑρέθη εἰς ὁμοίαν περίστασιν κατὰ τὸ 1880. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀποφασισθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ εἰμὴ διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν πρωτίστως τὸ καθῆκον νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι ἀπῃτοῦντο χρήματα πρὸς τὴν ἐξ Εὐρώπης προμήθειαν τῶν εἰδῶν τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τῆς ἐνδυμασίας τοῦ στρατοῦ. Δάνειον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, τὸ μὲν διότι ἐχρειάζετο μεταλλικὸν νόμισμα διὰ τὰς ἐξ Εὐρώπης προμηθείας, τὸ δὲ διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῶσιν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ οἱ ἐσωτερικοὶ ἡμῶν πόροι. Πρὶν δὲ πραγματοποιήσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἰργάσθη καὶ κατώρθωσεν ἐν Παρισίοις νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 15 ἑκατομμυρίων φράγκων, ὅπερ ἀποκλειστικῶς ἐχρησίμευσεν εἰς τὰς ἀναγκαίας τοῦ στρατοῦ προμηθείας. Διεπραγματεύετο δὲ συνάμα καὶ δάνειον ἐκ δρ. 80,000,000 ἐπὶ συμφερωτάτοις διὰ τὸ Δημόσιον ὅροις, παρῄτησεν ὅμως τοῦτο, ὑπολαβοῦσα, ὅτι διὰ τοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθέντος τοιούτου ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑφισταμένας τότε ἀνάγκας. Δὲν εἶναι τοῦ σημερινοῦ θέματος ἡ ἀφήγησις τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τῆς διαδεχθείσης αὐτὴν καταβληθεισῶν προσπαθειῶν πρὸς προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὰς τότε ἀνάγκας χρήματος. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ προηγήθησαν αἱ περὶ τοῦ χρηματικοῦ ζητήματος σκέψεις καὶ ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια. Τί ὅμως πράττομεν ἡμεῖς σήμερον; Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν ἐπιστράτευσιν· προέβη εἰς τόσα μέτρα, ἔλαβε σπουδαιοτάτας ἀποφάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων διακυβεύεται ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὶν ἢ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ προέρχωνται εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις, συνεπαγομένας ἐκτάκτους καὶ μεγίστας δαπάνας καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ δυσχερειῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὀφείλει νὰ σταματᾷ αὐτοὺς, ὀφείλει νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν, ἐκτὸς ἂν πρόκηται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ μέτρον ἀμέσως καὶ ἡ ἐλαχίστη αὐτοῦ ἀναβολὴ θεωρῆται ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ὀφείλει νὰ παριστᾷ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην τοῦ νὰ προηγηθῇ ἡ λύσις τοῦ χρηματικοῦ ζητήματος, διότι εἶναι ἐπικίνδυνον ν’ ἀναλάβῃ ἓν Ἔθνος χρηματικὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν εὑρεθῇ ἀνεπαρκὲς ἐν ὥρᾳ ἐνεργείας. Ἐν τούτοις, ἐνῷ καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν δύο ἡλικιῶν ἀπεφάσισεν, ἐνῷ καὶ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ περισσοτέρου στρατοῦ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἐξετέλεσεν, ἐνῷ ὑπ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἐνεργήσῃ διὰ νὰ προασπίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐνῷ αἱ δυσκολίαι τοῦ Δημοσίου Ταμείου, αἱ ἀναγόμεναι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κανονικὰ ἔξοδα, ἦσαν ἀρκετὰ ἐπηυξημέναι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς οὐδὲν μέτρον πρὸς εὕρεσιν χρημάτων εἶχε προβῆ· ὅτε δὲ ἐπιέσθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου του Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀποστείλῃ μεταλλικὸν χρῆμα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διότι ἦν ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ προμήθεια ὑλικοῦ στρατιωτικοῦ, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ὅτε ἕνεκεν τῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα σχηματισθείσης γνώμης, ὅτι πρόκειται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ στρατιωτικῶς, οἱ πάντες ἔσπευδον νὰ κλείσωσιν εἰς τὰ κιβώτιά των τὸ μεταλλικὸν, ὅταν οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν, βλέποντες ὅτι μετ’ ὀλίγον ἤθελον εὑρεθῆ ἄνευ ματαλλικοῦ, παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέφυγεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅπαντες δὲ οἱ πολῖται ἐγερθέντες μίαν πρωΐαν ἐμάνθανον τὴν τόσῳ βεβιασμένην καὶ πρόωρον ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπαγομένην ἀνωμαλίας καὶ ζημίας δυσεπανορθώτους ἐν ταῖς συναλλαγαῖς καὶ σχέσεσι τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὁποίων κακῶν εἶναι πρόξενος· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὁποίαν βαρεῖαν φορολογίαν ἀποτελεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· οἱ πάντες τὸ αἰσθανόμεθα· ὡς δὲ εἶπεν ἄλλοτε ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἡ σαρκοφάγος τῆς κοινωνίας φορολογία! Τὸ δὲ μέσον τοῦ νὰ δανείζηται ἡ Κυβέρνησις χρήματα διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι τὸ τελευταῖον μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐν ὑστάτῃ στιγμῇ καταφεύγουσιν αἱ Κυβερνήσεις. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐξομοιοῦται εὐλόγως πρὸς τοκογλύφον Ἑβραῖον τραπεζίτην. Ὁ ἰδιώτης, ὅταν πρόκηται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, κρούει πρότερον τὰς θύρας ὅλων τῶν ἄλλων κεφαλαιούχων καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ὅταν ἀπελπισθῇ, καταφεύγει εἰς τὸν τοκογλύφον Ἑβραῖον, διότι γνωρίζει εἰς ὁποίας θέλει ὑποβάλει αὐτὸν ὑποχρεώσεις καὶ πιέσεις. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἤτοι κατόπιν ὡμολογημένης ἀπρονοησίας, καθιερώσαμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἤρξατο δὲ αὕτη ὑπὸ τοὺς μᾶλλον ἀπαισίους οἰωνοὺς, διότι ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ἤρχισεν ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ 10%, μετ’ ὀλίγον δὲ ἀνεβιβάσθη εἰς 20% καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς ὑποτίμησιν 25%. Ἐὰν δὲ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ καὶ ἕτερα χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τότε θέλομεν παραστήσει τὸ θέαμα ἀληθοῦς χαρτοβασιλείου, τότε θέλουσιν ἐννοήσει πάντες ὁποῖαι καταστροφαὶ προέρχονται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐγκαθιδρυομένης, πρὶν ἢ προηγουμένως ἐξαντληθῶσιν ἅπαντα τὰ ἄλλα μέσα, εἰς Ἐπικράτειαν μικρὰν, ἥτις, πλὴν τοῦ ὁποίου αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐξάγῃ μεταλλικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐθνικῶν δανείων, προμηθεύεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πάντα σχεδὸν τὰ πρὸς τροφὴν καὶ ἐνδυμασίαν εἴδη. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐγένοντο, πρὶν ἢ συνέλθωμεν ἐνταῦθα, ἐνῷ, ἡμῶν ἀπόντων, προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τόσον σοβαρὰς ἀποφάσεις, ἐξ ὧν ἤρτηται τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἐδικαιοῦτό τις νὰ ἀναμένῃ, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς μετὰ τῆς Βουλῆς συναντήσεώς της ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἤδη παρεσκευασμένα ἤθελεν ὑποβάλει εἰς αὐτὴν μέτρα ἀναλόγου σπουδαιότητος, ἐξασφαλίζοντα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰ χρήματα, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τὸ Κράτος ἡμῶν ἐκτεθὲν εἰς τοιούτους ἀγῶνας. Ἀνεμένομεν, λέγω, οἱ πάντες φορολογικὰ καὶ οἰκονομικὰ μέτρα τοιαῦτα καὶ τοσαύτης σπουδαιότητος, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν οὐ μόνον νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885, ἀλλὰ καὶ πλεόνασμα ἐπαρκὲς νὰ ἐξασφαλίζηται, παρέχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκολίαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἀπαραιτήτου πρὸς διεξαγωγὴν τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην ἡμῶν Σύνοδον τὸν διὰ τὸ 1886 τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, παριστῶντα δαπάνας μὲν ἐξ 88,048,000, ἔσοδα δὲ 82,674,000 καὶ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 5,364,000, προέτεινε δὲ συνάμα νέους τινὰς φόρους, τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐξ ἧς ὑπολογίζει αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ 800,000, τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἐξ ἧς ὑπολογίζει αὔξησιν δραχμῶν 80,000, νόμον περὶ χαρτοσήμου, δι’ οὗ ὑπολογίζει αὔξησιν 1,200,000, τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, ἐξ ἧς ὑπολογίζει αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 2,200,000, τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐξ ἧς ὑπολογίζει 1,000,000· ὑπέβαλε συνάμα νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τελωνιακῶν τελῶν καὶ ἐπιβολῆς τοιούτων ἐπί τινων ἀτελῶν μέχρι τοῦδε εἰδῶν, ἐξ ἧς ὑπολογίζει 1,800,000, καὶ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ὑπολογίζει αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ δραχμὰς 1,500,000. Δὲν εἰξεύρω δὲ πῶς εἰς πολλὰς ὁμιλίας του ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπέβαλε προτάσεις περὶ αὐξήσεως 14 ἢ 15,000,000. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἄλλην πρότασιν γινώσκω πλὴν τῶν ἀνωτέρω καὶ τοῦ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ὑποβληθέντος καὶ ψηφισθέντος Νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐξ οὗ ὑπολογίζει αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων κατὰ δραχμὰς 1,000,000. Μετ’ αὐτῆς δὲ ἅπασαι αἱ προταθεῖσαι αὐξήσεις ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν δραχμῶν 9,580,000. Ἐπειδὴ δὲ μία ἢ δύο ἐκ τῶν αὐξήσεων δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν, τὸ καταδειχθὲν ὡς ἀνωτέρω ἔλλειμμα περιορίζεται εἰς 4,000,000. Ὑπέβαλεν ὅμως, πλὴν τούτων, ἡ Κυβέρνησις καὶ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων καὶ μισθῶν, ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ ὁρίσῃ ποσὸν ἐσόδων ὑπολογιζόμενον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου τῆς φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν σήμερον, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, πεισθεῖσα ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνατρέψῃ ὅλας τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, χωρὶς νὰ πορίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἀξίαν λόγου πρόσοδον, ἐγκατέλειψεν αὐτὸ, καὶ τὸ ἐγκατέλειψεν, ἀφοῦ ἐκ τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεων δὲν ἐξῆλθεν ἄτρωτος ἡ δημοσία πίστις τῆς Ἑλλάδος· διότι, ὅτε παρετηρήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν προσεδόκα ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σπουδαιότητα, ἂν περιελαμβάνοντο εἰς τὰ κινητὰ κεφάλαια καὶ οἱ τόκοι τῶν Ἐθνικῶν δανείων, ἀνεκοίνωσεν οὗτος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ πρακτικοῦ σκοποῦ, ὅτι τῷ ὄντι ἐκ μέρους τῶν Νομομαθῶν ὑποστηρίζεται ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν κωλύεται νομικῶς τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων φόρον, τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου συμμερίζεται καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν συμφέρει νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα πρὸς τίνα σκοπὸν ἐλέχθησαν ταῦτα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος δὲν ἔκρινεν ὡς συμφέρουσαν εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων. Εἶπον, ὅτι δὲν ἔμεινεν ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων ἀπλήγωτος ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις, διότι οἱ κάτοχοι τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ οἱ ἐν γένει ὑλικῶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα ἐνδιαφερόμενοι παρακολουθοῦσι πάντοτε τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, πρὸ πάντων δὲ πάνθ’ ὅσα λέγονται παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ δειλίας, φοβούμενοι μὴ ὅ,τι σήμερον δὲν ἐπῆλθε, βραδύτερον δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Δὲν ἐνόησα δὲ συνάμα διατί τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐχαρακτηρίσθη ὑπ’ αὐτῆς ὡς δοκίμιον, εἰσαχθὲν ἁπλῶς ἵνα ἐνδείξῃ, ὅτι δύναται τὸ Κράτος νὰ πορισθῇ καὶ ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων φόρου πρόσοδόν τινα ἐν τῷ μέλλοντι. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, τὸ πρῶτον ἤδη μανθάνω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλωνται νομοσχέδια ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ δοκιμίου, καθόσον μέχρι τοῦδε ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ὑποβάλλονται κατόπιν ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ σοβαρᾶς σκέψεως, δυνάμενα μόνον νὰ ὑποστῶσιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν μεταβολήν τινα, κριθεῖσαν ἀναγκαίαν ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἓν Νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ εἰσαγαγόντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ ὡς δοκίμιον ἢ ὡς ἀπόπειρα πρὸς διάγνωσιν τοῦ φρονήματος τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου συζήτησις δὲν προσήκει εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, ὡς ἔπραξεν ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, διότι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων δεῖται συζητήσεως σοβαρᾶς καὶ εἰδικῆς, ἀπαιτεῖ δὲ τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διὸ καὶ κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, συζητῶν διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν συμμερίζομαι τῶν ἰδεῶν τοῦ προλαλήσαντος, οὐχὶ διότι φρονῶ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος δὲν εἶναι ὁ δικαιότερος· τοὐναντίον, οὐδεὶς ὑπάρχει ἐκ τῶν στοιχειωδῶς μελετησάντων τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην ὁ φρονῶν, ὅτι ὁ φόρος, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος, εἶναι ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἑκάστου τῶν πολιτῶν· ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως τοιούτου φόρου, κρινομένου θεωρητικῶς ἀρίστου, ἀποβαίνει τόσῳ δύσκολος ἐν τῇ πράξει, ὅσῳ δύσκολος ἢ μᾶλλον ἀδύνατος ἀπεδείχθη ὁ τετραγωνισμὸς τοῦ κύκλου. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν προαγορεύσαντα, συζητῶν μετ’ αὐτοῦ θεωρητικῶς καὶ ἐπικαλούμενος τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην οἰκονομολόγους· διότι, ὡς εἶπον, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος πρὸς εἰδικὴν τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν. Ὀλίγας μόνον λέξεις θέλω προσθέσει, ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶχε τοῦτον τὸν σκοπόν· ἐπέβαλλε μόνον φόρον ἐπὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων, ἢ μᾶλλον μόνον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, ἅτινα οἱ ἰδιῶται χορηγοῦσιν εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, διότι μόνον ταῦτα δύνανται νὰ ἐξακριβωθῶσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν, τὰ δὲ λοιπὰ εὐκόλως διαφεύγουσι τὴν ταμιευτικὴν χεῖρα. Πρώτιστον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου ἦν, ὅτι ἐπέβαλε φόρον ἄνισον, διότι εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν χορηγούμενα, ἐπιβάλλεται φόρος 3%, ἐνῷ ἐπὶ τῶν ὑπὸ ἰδιώτου χορηγουμένων ὁ φόρος ἀνήρχετο εἰς δέκα τοῖς ἑκατόν· ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ, ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἐπὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων ἐπιβαρύνουσι τοὺς κεφαλαιούχους· τοὐναντίον, ἔχω, ὡς καὶ πάντες οἱ ἔχοντες πεῖραν τῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις γινομένων, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἅπαντες οἱ φόροι οἱ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων ἐπιβαρύνουσι τὰς πενεστέρας τάξεις. Ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα δὲν ἔχομεν ἀφθονίαν κεφαλαίων, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσιν ἀναζητοῦσι τοὺς κεφαλαιούχους κρούοντες τὰς θύρας αὐτῶν, ὑποβάλλονται ἑπομένως εἰς πᾶσαν πίεσιν καὶ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἣν ὁ κεφαλαιοῦχος ἤθελε ζητήσει παρ’ αὐτῶν. Οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ δανεισθῶσι θὰ πληρώσωσι βεβαίως καὶ τὸν φόρον, ἂν τοιοῦτος ἐπιβληθῇ, καθόσον οὗτος θὰ προστεθῇ εἰς τὸν τόκον. Εἶναι ὑμῖν γνωστὸν, ὅτι ἄλλοτε ἐπεκράτει νομολογία, καθ’ ἣν δὲν ἠδύνατό τις νὰ ζητήσῃ τόκον ἄνω τῶν 12%, καὶ ἐν τούτοις εὑρέθη τρόπος νὰ ἀναβιβασθῇ ὁ τόκος εἰς 20 καὶ 25 τοῖς ἑκατόν. Δὲν εἶναι ἀκόμη καιρὸς, διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος φόρος, διότι ἐκ τούτου τὰ ὀλίγα ἐναπομείναντα κεφάλαια ἠθέλομεν τὰ φυγαδεύσει, ἤτοι ὅσα ἀπέμειναν μετὰ τὴν τελευταίαν χρηματιστικὴν κρίσιν. Κατὰ τὸ σύστημα, ὅπερ παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται εἰς μίαν μόνον τάξιν, ἤτοι εἰς τὴν τάξιν τῶν μεταχειριζομένων τὰ κεφάλαια αὐτῶν εἰς δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὡς παράδειγμα δύο ξένους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἑκάτερος μὲ ἴσα κεφάλαια ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν· ἐκ τούτων ὁ μὲν τὰς 100,000 μεταχειρίζεται εἰς ἀγορὰν κτήματος ἀγροτικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχει πρόσοδον 6 ἕως 7,000, ὁ ἕτερος δὲ προτιμᾷ νὰ διαθέτῃ εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια τὸ κεφάλαιον αὑτοῦ. Τί ἤθελε γίνει διὰ τοῦ φόρου τούτου; ἠθέλομεν ζητήσει 10% ἀπὸ τὸν δεύτερον, ἀπὸ δὲ τὸν ἔχοντα ἀγροτικὸν κτῆμα οὐδέν.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ κτήματα δὲν πληρόνουν φόρον;
§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος οὗτος, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, εἶναι τόσον μικρὸς, καταβάλλεται δὲ οὗτος ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν, ὑποβαλλομένων εἰς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καταπαύω ὅμως ἐνταῦθα τὸν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λόγον, διότι δὲν πρόκειται περὶ εἰδικῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως, καὶ μεταβαίνω εἰς ἕτερον οἰκονομικὸν μέτρον προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Μία ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων αὐξήσεων, ἥτις προὐτάθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἦν ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Ἀλλ’ αὕτη δυστυχῶς συνεδυάσθη μετὰ συμβάσεως, ἥτις προὐκάλεσε ζωηρὰς συζητήσεις μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ἐγείρῃ ἀπείρους ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἐπιτευχθησομένης αὐξήσεως. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἀπεδείχθη μὲν ἡ ἔνθερμος στοργὴ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἡ στοργὴ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν σύμβασιν. Ἡ σύμβασις μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις κατέστη ῥάκος· αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν ὁποίων προεκάλεσε παρὰ τῶν ἐργολάβων προτάσεων πρὸς μεταβολὴν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, διὰ τῶν ἐπανειλημμένων τροπολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐμμένει εἰς ἣν ἀρχικῶς εἶχε γνώμην, τουτέστιν εἰς τὸ ὅτι, ὡς διεσκευάσθη ἡ σύμβασις, δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ἀμέριστον κῆδος ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐπείσθη μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως ταύτης ἤθελε βλάψει τὰ Δημόσια συμφέροντα· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι, ἐὰν ψηφισφῇ ὡς ἔχει ἡ σύμβασις, ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μεριμνῶν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων δὲν θέλει προκαλέσει τὴν ἔκδοσιν Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἐκπλήσσομαι, διατί νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν παροχὴν τῆς ἀπαιτουμένης νομοθετικῆς ἀδείας πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως. Τοὺς κατὰ τὴν σύμβασιν συναλλαχθέντας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τιμῶ ὡς λίαν ἀξιοτίμους συμπολίτας ἡμῶν. Παραδέχομαι μάλιστα, ὅτι καὶ οὗτοι ὑπὸ ἀγαθῶν σκοπῶν ὡδηγοῦντο ὅτε συνωμολόγησαν τὴν σύμβασιν· ἀλλ’ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ἐξετάζωμεν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων. Ὅ,τι πρὸ πάντων μὲ ἐξέπληξεν, ἦτο τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατενόησεν ἀρκούντως πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπεζητήθη ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ ἡ παροχὴ πληρεστάτης πρὸς αὐτὸν ἀδείας, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Παρέστησεν ἀπὸ τοῦ Βήματος χθὲς, ὅτι ἐνέδωκεν εἰς τὰς γενομένας πρὸς αὐτὸν παραστάσεις, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τὰ μονοπώλια ταῦτα πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἀλλὰ μόνον δι’ ἕνα λόγον, διότι ἂν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης προκύπτωσί τινα κέρδη, ἡ παροχὴ τούτων πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ δανείσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἤθελεν εἶσθαι ἐπαρκὲς δέλεαρ πρὸς χορήγησιν τοῦ δανείου ἐπὶ ἐπωφελεστέροις ὅροις. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐπὶ τῆς συμβάσεως λαλήσαντες ἐζήτησαν ἵνα ἡ Βουλὴ ἀκυρώσῃ τὴν σύμβασιν. Παρεστάθη ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἡ πίστις ἐπὶ τοσοῦτον ἐτρώθη τελευταῖον, ὥστε δὲν δύναται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ τῇ πίστει αὐτῆς μόνη, οὐδὲ ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῇ ἐκχωρήσει δημοσίων προσόδων, εἰσπραττομένων ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ ὑπὸ ὑπαλλήλων Ἑταιριῶν. Δὲν ἐναπολείπεται λοιπὸν ἢ νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον παραχωροῦντες εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἐνέχυρον ψηλαφητὸν, ἐκχωροῦντες εἰς αὐτοὺς περιουσίαν τοῦ Δημοσίου ὑπ’ αὐτῶν τούτων διαχειριζομένην. Ὡς δ’ ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, μόνα ταῦτα τὰ μονοπώλια εἶνε τὰ ἀπολειφθέντα σήμερον πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Ἀλλ’ ἐὰν ψηφίσωμεν ὡς τελευταίως ἐτροποποιήθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, παραχωροῦμεν μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῶν προσόδων τῶν μονοπωλίων τοῦ ἅλατος καὶ τῶν πετρελαίων, παραχωροῦμεν ὅμως καὶ τὴν ἄλλην πρὸς αὐτὴν ἄδειαν, νὰ δύνηται νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος· πολὺ δὲ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι οὕτως ἀφίνομεν εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἕνα ἐχθρὸν ἐνδιαφερόμενον εἰς τὴν ματαίωσιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν λόγον, δι’ ὃν, ἀφοῦ ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἡμῶν ἀπέμεινεν ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἔχομεν ἢ μόνα αὐτὰ τὰ μονοπώλια πρὸς ἐπίτευξιν δανείου, δικαιολογούμεθα δίδοντες τὴν ἄδειαν πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως· οὐδὲν ἄλλο θέλομεν οὕτως ἐπιτύχει ἢ νὰ δημιουργήσωμεν ἐχθροὺς κατ’ αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Περιττὸν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ὁποίας δύνανται νὰ κατέλθωσιν ἐνεργείας οἱ ἐπιδιώκοντες συμφέροντα ἐκ τοιούτων συμβάσεων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν, θέλῃ ἐπιμείνει ἡ Κυβέρνησις. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι θέλει συγκατατεθῆ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 2 ἄρθρου, ἵνα μὴ προστεθῇ εἰς τὰς ἄλλας δυσχερείας, εἰς ἃς θέλουσι προσκόψει αἱ πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐνέργειαι αὐτῆς, καὶ μία ἔτι ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Δὲν θέλω συζητήσει ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, εὑρίσκω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα συνδυάσωμεν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν πρὸς τὸ μονοπώλιον τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος. Εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐποιήσατο ἄλλοτε μελέτας, ἀφορώσας εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἐκ συμπτώσεως, εὑρεθεὶς ἐν Εὐρώπῃ, συνηντήθην μετὰ τινος τραπεζίτου ἔχοντος ἀδελφὸν χημικὸν, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν τῆς Ἑλλάδος, νὰ παρέχῃ δὲ δωρεὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀναγκαῖον ἅλας διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ὡς μόνον δὲ πλεονέκτημα ἐζήτει τὴν χρησιμοποίησιν τῆς ὑπολειπομένης παραγωγῆς πρὸς κατασκευὴν χημικῶν προϊόντων. Εἶπον εἰς αὐτὸν ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις του. Δυστυχῶς μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς μηνὸς ἀπεβίωσεν ἐξ αἰφνηδίου θανάτου καὶ οὕτως αἱ προτάσεις του ἔμειναν. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ὑπὸ ὁμαλωτέρας περιστάσεις εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔχωμεν προτάσεις περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν ἡμῶν ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς κατασκευῆς χημικῶν προϊόντων, ὥστε νὰ δύνηται τὸ Κράτος νὰ λαμβάνῃ δωρεὰν τὸ ἅλας χωρὶς νὰ δαπανᾷ οὔτε λεπτόν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατὶ νὰ συναρμολογήσωμεν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν μετὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος. Καὶ ὅταν ἀκόμη πρόκηται νὰ ἐκχωρήσωμεν τὸ μονοπώλιον πρὸς συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν οὐδὲ συμφέρον νὰ συνδυάσωμεν τὰ δύο ταῦτα· ἴσως μάλιστα ὁ συνδυασμὸς οὗτος θέλει ἀπαρέσει εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον, διότι οὗτοι οὐ μόνον δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, ἀλλὰ οὐδὲ εἰσὶν οἱ κατάλληλοι, οὐδὲ δύνανται νὰ ἔχωσι τὰς πρὸς τοῦτο εἰδικὰς καὶ τεχνικὰς γνώσεις· αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται μόνον περὶ τῆς εἰς τὸ ταμεῖον τῶν εἰσόδου τοῦ χρήματος, τοῦ προερχομένου ἀπὸ τὴν πώλησιν τοῦ ἅλατος, ἵνα χρησιμεύῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν ὁ συνδυασμὸς δὲν συμφέρει, διότι ἐλλείπει ὁ ἔλεγχος· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καλλιεργῇ τὰς ἁλυκάς, εἴτε μόνη, εἴτε δι’ ἄλλης ἑταιρίας, θὰ ὑπάρχῃ κεχωρισμένη ἡ διαχείρισις, θὰ ἐξελέγχωνται δὲ ἀμοιβαίως αἱ δύο διαχειρίσεις. Ἡ αὐτὴ ἀρχὴ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ πετρελαίου. Ἂν πρόκηται νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ μονοπώλιον εἰς συνομολόγησιν δανείου, οἱ χορηγήσοντες αὐτὸ κεφαλαιοῦχοι ἴσως ἐνδοιάσωσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὰς φροντίδας τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου, διότι οὐδόλως ἐνδιαφέρει αὐτοὺς ἡ προμήθεια τοῦ πετρελαίου· ἐὰν ἡ προμήθεια ἐγίνετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὑπὸ ἑτέρας εἰδικωτέρας ἑταιρίας, εἴτε διὰ διαγωνισμοῦ, εἰς αὐτοὺς εἶναι ἀδιάφορον. Ἴσως ἤθελε προταθῇ, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὀφειλομένου ἀντιτίμου πρὸς ἀγορὰν πετρελαίου, καὶ ὅτι, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῶν δυσχερειῶν τούτων, εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχῃ ἀπέναντί της ἐργολάβους ὑποχρέους εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τοῦ πετρελαίου. Ἀλλὰ μήπως καὶ ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ εἴτε εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι θὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον, εἴτε εἰς ἄλλον ἐργολάβον, δηλαδὴ μόνον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρήματος οὐχὶ δὲ καὶ τὴν φροντίδα τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου· ἴσως μάλιστα καὶ αὐτοὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι ζητήσωσι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε φροντίσει διὰ τὴν ἔγκαιρον προμήθειαν τοῦ πετρελαίου, νὰ φροντίζωσιν οὗτοι προκαταβάλλοντες τὰ χρήματα. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ προμήθεια δι’ εἰδικῆς μετὰ συναγωνισμὸν ἐργολαβίας χωρὶς νὰ πληρόνηται οὐδεμία προμήθεια, ὡς ἐπληρόνετο μέχρι τοῦδε εἰς τὸν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐμπορικὸν οἶκον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρομηθεύετο τὸ πετρέλαιον. Ἐν τῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς συμβάσει ἀναγράφεται εἰδικὴ προμήθεια 20%, ὅπως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐργολάβου ῥυθμίζηται ἐπὶ τῇ βάσει δειγμάτων πετρελαίου, τηρουμένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν· αὐτὴ αὕτη ἡ κατὰ τὰ δείγματα δοκιμασία δύναται νὰ τεθῇ ὡς ὅρος εἰς τὸν ἐργολάβον. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσω εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος ὑπὸ προαγορευσάντων περὶ τῆς ὠφελείας, ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς τοὺς ἐργολάβους διὰ τῆς πληρωμῆς τόκου 8% ἐπὶ τρεῖς μῆνας διὰ τὰς πρὸς ἀγορὰν τοῦ πετρελαίου καὶ τὰ λοιπὰ ἔξοδα προκαταβολὰς αὐτοῦ, ἀντιπαρετήρησε δ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ πετρέλαιον πρέπει ν’ ἀγοράζηται τοῖς μετρητοῖς, δηλαδὴ τὰ πρὸς τοῦτο ἐμβάσματα πρέπει νὰ γίνωνται πάντοτε διὰ συναλλαγμάτων ὄψεως, παρατηρῶ, ὅτι ὅλα τὰ ἐμβάσματα γίνονται καὶ διὰ τριμήνων συναλλαγμάτων· ποῖον δὲ εἶναι τὸ κέρδος; ὅτι αὐτὰ προεξοφλοῦνται ἐν Εὐρώπῃ ἐπὶ τόκῳ 2 ἢ 3 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ εἰς τὸν ἐργολάβον δίδομεν 8%. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον κέρδος ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ὅτι ὁ ἐργολάβος, δίδων ἐγγύησιν εἰς χρεώγραφα Ἑλληνικὰ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν ἐκ δραχμῶν 300,000 κατὰ τὴν πρώτην σύμβασιν, κατὰ δὲ τὰς τροπολογίας 400,000, καὶ πλὴν τούτων καταθέτων ἐπίσης εἰς χρεώγραφα ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἑτέρας 800,000, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 1,200,000, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ εἰς πετρέλαιον καὶ ἅλας ἄνευ ἄλλης καταβολῆς ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν τὰ ⅘ τῆς ἀξίας τῶν κατατεθέντων χρεωγράφων. Ἐπὶ τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὁ ἐργολάβος, θὰ λαμβάνῃ τόκον 8% καὶ θὰ ἔχῃ διαρκῆ αὐτὴν τὴν πίστωσιν τῶν δραχμῶν 900,000 καὶ θὰ κερδίζῃ τὸν τόκον αὐτῆς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐργολαβίας. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως, κατ’ ἐμὲ, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ σύμβασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ, εἶναι, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον, ὅτι τὰ μονοπώλια ταῦτα δέον νὰ προορισθῶσιν ἀποκλειστικῶς πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Μέχρις οὗ δ’ εὑρεθῇ τὸ δάνειον, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέτῃ προσωρινῶς τὰ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ μέχρι τοῦδε ἐγίνετο διὰ τῆς αὐτῆς ἑταιρίας ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐργολαβίαν τὴν μεταφορὰν μόνην τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς τὰς μερικὰς ἀποθήκας καὶ νὰ ἀναθέσῃ τὴν διαχείρισιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου. Τὸ πολὺ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἅλας, δύναται νὰ διορίσῃ εἰδικοὺς ἀποθηκαρίους εἰς ἃ μέρη δὲν ὑπάρχουσι Τελωνιακαὶ Ἀρχαί. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν συμβουλεύω ὡς ὁριστικὸν, ἀλλ’ ὡς προσωρινὸν μέχρις οὗ χρησιμοποιηθῶσι τὰ μονοπώλια ταῦτα πρὸς εὕρεσιν τοῦ δανείου. Ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς αὐξήσεις, αἵτινες ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐσόδων, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀφίνει ἔλλειμμα 4,000,000· ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ αὐξήσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰμὴ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν καλύπτουσι μάλιστα τὸ παρουσιαζόμενον ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα ἔσοδα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων θέλουσι μειωθῆ, ἀλλὰ, καὶ ἂν παραδεχθῶ ἀκριβεῖς τοὺς ἀριθμοὺς, οἵτινες ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εὑρίσκω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, οὗ τινος τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 62,812,000. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ διὰ τίνων μέσων δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ εἰς τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 καὶ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν εἰμὴ τρεῖς προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· τὸ πατριωτικὸν δάνειον, ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν καὶ ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ἀνεξαρτήτως ἐκείνου τοῦ 1885, διότι οὗτοι εἰσὶν ἀλληλένδετοι, καθόσον, ἂν ἡ χρῆσις τοῦ 1885 καταλίπῃ ἔλλειμμα σπουδαῖον εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1886, βεβαίως τότε δὲν ἔχομεν μόνον τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν τῶν 62,000,000 καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 τῶν 4,000,000, ἀλλ’ ἔχομεν ποσὸν ἀνώτερον. Ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 παρέστησεν ὡς ἔξοδα 85,497,000, αἱ δὲ μέχρι τοῦδε ζητηθεῖσαι ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἀναβαίνουσιν εἰς 41,000,000· ὥστε αἱ δαπάναι τοῦ 1885 ἀναβιβάζονται εἰς 125,000,000, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ στρογγυλοὺς ἀριθμούς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ ἐξετάζων, ὡς ὤφειλε, τὰς προηγουμένας χρήσεις, παρέστησεν ἡμῖν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1884 ἀπέδειξεν εἰσπράξεις ἐκ μόνον 62,000,000. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 μείζονας εἰσπράξεις. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς, αἱ εἰσπράξεις αὗται θέλουσιν ἐλαττωθῆ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν· ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι θέλομεν ἔχει εἰσπράξεις 60,000,000, θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα 65,000,000. Πῶς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θέλομεν ἀναπληρώσει; Διὰ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπορίσθη ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μεταλλικὸν 14,000,000 καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια 22,000,000, ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἔλαβε μόνον 3 ἑκατομμύρια εἰς Τραπεζικὰ Γραμμάτια, διότι τὰ ἕτερα 3 ἑκατομμύρια τὰ εἰς μεταλλικὸν συνεψηφίσθησαν εἰς προηγούμενον τῆς Κυβερνήσεως χρέος, ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἔλαβε μόνον 1 ἑκατομμύριον εἰς Τραπεζικὰ Γραμμάτια, διότι τὸ ποσὸν τῶν 800 χιλιάδων εἰς μεταλλικὸν συνεψηφίσθη κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς προηγούμενον χρέος τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε ἔλαβεν ἐν ὅλῳ 40 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν Τραπεζῶν· ἑπομένως καὶ ἀφοῦ ἐξαντλήσωμεν τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἕξομεν ἀκόμη ἔλλειμμα 25 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, θέλομεν ἔχει 88,000,000· ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 ἐκ δραχμῶν 4,000,000, τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 92,000,000 περίπου. Αὐτὴ εἶνε ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομική. Θέλετε νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς σᾶς εἶπε περὶ τοῦ πατριωτικοῦ δανείου; Νομίζω τοῦτο περιττὸν, διότι ἐν τῇ συνειδήσει ὅλων ὑμῶν διαγινώσκω, ὅτι κανεὶς δὲν ἐλπίζει ἐξ αὐτοῦ σπουδαῖα ἀποτελέσματα. Ἐπιεικῶς μάλιστα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς ὡς πολιτικὸς φίλος τῆς Κυβερνήσεως παρεδέχθη, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσι 4,000,000. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ 10,000,000, ἀλλὰ τὸ ἀμφιβάλλω. Ἐκ τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς ὑπελόγισεν, ὅτι θέλομεν ἔχει εἴσπραξιν 4,000,000· ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ἐδῶ ἐχαρίσθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι νομίζω, ὅτι ἐὰν εἰσπράξωμεν 2,000,000, πρέπει νὰ ὦμεν λίαν εὐχαριστημένοι·
§40ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. 2,300,000 εἶναι αἱ οἰκοδομαὶ καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα.
§41ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων αὐτῶν, ὅταν ἔχω διὰ τῶν ἐπισήμων βιβλίων βεβαιωμένον, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884 δὲν ἀνῆλθεν ἀκόμη ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν εἰμὴ εἰς 600,000 δραχμάς, πῶς θέλετε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλει εἶσθαι πραγματικόν; Ὅταν ἔχω ἄλλην βεβαίωσιν ἐκ τῶν ἐπισήμων βιβλίων, ὅτι ἐκ τῶν βεβαιουμένων φόρων τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων μόλις εἰσπράττεται τὸ ἥμισυ· ὅταν ἔχω ἄλλο δεδομένον, ὅτι εἰς τὰς κυριωτέρας Ἐπαρχίας, οἷον εἰς τὴν Ἀττικὴν, εἰς τὰς Πάτρας, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884 δὲν ἐβεβαιώθη εἰσέτι καὶ σήμερον, πρόκειται δὲ, ὅταν θὰ βεβαιώσωμεν αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ 1884, νὰ ζητήσωμεν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν τὸ διπλάσιον, δηλαδὴ ὅπου δὲν εἰμποροῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὸ ἓν, θὰ ζητήσωμεν τὸ διπλάσιον, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν ν’ ἀποδεχθῶ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφου. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων εἰσφορῶν δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ, ὅστις ἐβασίσθη εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων ἑνὸς ἔτους. Αὐτὴ εἶναι μία παροδικὴ φορολογία, ἥτις παρακολουθεῖ τὴν ἐπιστράτευσιν· ἐὰν δὲ ἡ ἐπιστράτευσις λήξῃ τὸν Μάρτιον, δὲν θὰ ἔχωμεν παρὰ πέντε μηνῶν εἰσφοράν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω νῦν τόσῳ βραδέως τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν, οὔτε θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ὁποίας δυσχερείας ἐμβάλλει τοὺς ἐνδιαφερομένους ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ ὅτι τοσαύτη εἶναι ἡ δυσχέρεια περὶ τὴν ἐφαρμογὴν, ὥστε αὐτοὶ οἱ ἐπιτετραμμένοι, αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἀδυνατοῦσι νὰ τὸν ἐννοήσωσι καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσωσιν· οὐδὲ θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὁ νόμος τῶν εἰσφορῶν ἠδίκησεν ὁπωσδήποτε τὴν Ἑπτάνησον, διότι μόνον χάριν τῆς εἰσφορᾶς ὀλίγων μηνῶν εἰσήγαγεν ἕνα φόρον, τοῦ ὁποίου ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις θὰ φέρῃ ἀναστάτωσιν ἀληθῆ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τετελεσμένα καὶ πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν κρίσις δὲ ἔχει πρακτικὸν σκοπόν. Πόθεν λοιπὸν θὰ πληρωθῇ αὐτὸ τὸ μέγα κενόν; ἐκ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι πρὸς συνομολόγησιν αὐτοῦ τοῦ δανείου ἐν αἷς περιστάσεσιν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν. Λυποῦμαι ἐπαναλαμβάνων, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἐκλονίσθη ἐπὶ τοσοῦτον ἐν Εὐρώπῃ, ὥστε πρέπει μεγάλαι προσπάθειαι νὰ καταβληθῶσι πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς δανείου. Πρὸ παντὸς συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀποκλειστικὸν διὰ τὸ δάνειον προσδιορισμὸν τῶν δύο μονοπωλίων τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι σήμερον τὴν μόνην ἡμῶν ἄγκυραν, δέον δὲ νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐξήρτηται σήμερον καὶ ὁ ἐθνικὸς ἀγὼν καὶ ἡ ἀνακούφισις τοῦ Τόπου ἐκ τῆς πιεστικωτάτης φορολογίας, ἣν ἐπάγεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν θέλω ἐπανέλθει νῦν εἰς ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, διότι καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι συντάσσομαι μετὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι ὁ καπνὸς εἶναι φορολογήσιμος ὕλη, ἥτις ἠδύνατο εἴτε διὰ τοῦ μονοπωλίου, εἴτε δι’ ἑτέρου συστήματος εἰδικῆς διαχειρίσεως νὰ δημιουργήσῃ δημόσιον ἔσοδον, χρησιμοποιηθησόμενον πρὸς συνομολόγησιν ἑνὸς δανείου. Ἂν καὶ δὲν εὑρίσκω σήμερον πρακτικὴν τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ συζήτησιν, δὲν νομίζω ἄσκοπον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐξ ὅσων ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι, καίπερ ἔχων ἐναντίας ἰδέας, ἤθελεν ὑποταχθῆ ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἤθελε παραιτήσει καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ χορηγήσει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ἐὰν εὑρίσκετο ἀπέναντι αὐτοῦ εἷς τραπεζίτης, εἷς φερέγγυος πολίτης, ὅστις ἠδύνατο νὰ τὸ ἀναλάβῃ ἀντὶ ἐτησίου μισθώματος 15,000,000. Ἐπιμελῶς προσέσχον ἵνα μάθω ποῦ ἐστήριζε τοὺς ὑπολογισμοὺς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ζητήσῃ ὡρισμένως τὸ ποσὸν τῶν 15,000,000. Ἤκουσα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος, ὅτι ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐξάγεται καπνὸς 2,000,000 ὀκάδων, εἰσάγεται δὲ εἰς ξένην Ἐπικράτειαν, καὶ αὐτὸς ὁ καπνὸς εἰσάγει εἰς τὴν Ἑλλάδα 2,000,000 ταλλήρων, ἤτοι 10,000,000 δραχμῶν. Διὰ νὰ παραχωρήσῃ, εἶπε, τὸ μονοπώλιον, πρέπει αὐτὰ τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσάγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ξένης Ἐπικρατείας, ὡς καὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα νομίζει σήμερον εἰσπράξιμα ἐκ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὡς ἐκ τούτου ἐζήτησε τὰ 15 ἑκατομμύρια, ὅπως παραχωρήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐνόησα τίς ἡ σχέσις τοῦ καπνοῦ, τοῦ ἐξαγομένου τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν, πρὸς τὸ μονοπώλιον. Κατ’ ἐμὲ, τὸ μονοπώλιον οὐδέποτε δύναται ν’ ἀποκλείσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ καπνοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Οἱ ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ συνηγορήσαντες, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατατάσσομαι καὶ ἐγώ, οὐδέποτε ἐνόησαν ἄλλο τι εἰμὴ νὰ ὑποβληθῇ εἰς εἰδικὴν διαχείρισιν ἡ πώλησις μόνου τοῦ καπνοῦ τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι, οὐδέποτε ἐνόησαν, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην διαχείρισιν ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐγεννήθη τῷ ὄντι ἄλλοτε ἡ ἰδέα, ὅτι ἵνα ἐξασφαλισθῇ εἰς τοὺς παραγωγοὺς ἡ ἐπὶ συμφερούσαις τιμαῖς πώλησις τοῦ καπνοῦ, εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν ἑταιρίαν, εἰς ἣν ἤθελε παραχωρηθῆ τὸ μονοπώλιον, νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις ν’ ἀγοράζῃ ὅλην τὴν παραγωγήν, εἰς αὐτὴν δὲ νὰ παρέχηται τὸ δικαίωμα νὰ δύνηται νὰ ἐκποιήσῃ, ἐξάγουσα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅσον αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως δὲν ἤθελον ἐξαντλήσει· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰδέα ἐγκατελείφθη, διότι δυσκόλως εὑρίσκεται ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγοράζῃ ἅπαντα τὸν ἐν Ἑλλάδι παραγόμενον καπνὸν, εἰς οἰανδήποτε ποσότητα καὶ ἂν ἀνέλθῃ οὗτος. Ἂν εὑρίσκετο ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα ἅπασαν τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, κατ’ ἐμὲ, ἤθελεν εἶσθαι σκοπιμώτερον ἡ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκποίησις τοῦ περισσεύοντος καπνοῦ νὰ ἀνατεθῇ εἰς μίαν μεγάλην ἑταιρίαν, παρὰ νὰ γίνεται διὰ τῶν μικρεμπόρων· διότι ἑταιρία τοιαύτη δύναται νὰ εὕρῃ καὶ καταλλήλους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸς κατανάλωσιν ἀγορὰς καὶ νὰ ἐκποιῇ αὐτὸν εἰς τιμὴν μᾶλλον συμφέρουσαν ἢ εἰς ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐκποιήσει αὐτὸν οἱ μικρέμποροι, οἱ εἰσάγοντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸν καπνόν. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ πρόκειται νὰ στερηθῇ τὸ Ἔθνος τὰ δύο ἑκατομμύρια τάλληρα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται νῦν, δὲν ἐννοῶ· διότι ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι, ἐὰν εἰσάγωνται ταῦτα εἰς τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως δὲν εἰσάγονται εἰς τὰ βαλάντια τῶν παραγωγῶν· καθόσον οἱ παραγωγοὶ, τῶν ὁποίων ὁ καπνὸς ἐξάγεται, δὲν ἀπολαμβάνουσι τίποτε· αὐτοὶ λαμβάνουσι μόνον τὸ τίμημα τοῦ καπνοῦ πωλουμένου εἰς τιμὴν μιᾶς δραχμῆς περίπου κατ’ ὀκᾶν, ἡ δὲ ἄλλη ὠφέλεια εἶναι κέρδος τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἵτινες εἰσάγουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸν καπνόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀμέσως, βραδύτερον δὲ πολλῷ πλείονα· καὶ ὡς παράδειγμα φέρω ἕτερον μικρὸν Κράτος, τὴν Ρουμανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρό τινων ἐτῶν μόνον εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Ἡ Ρουμανία ἔχει ἀληθῶς διπλάσιον πληθυσμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς· ἀλλ’ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ρουμανίας καπνίζει ἀναλόγως ἡμῶν πολὺ ὀλιγώτερον καπνόν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Ρουμανίᾳ, ἐκτὸς τῶν κατοίκων τῶν μεγάλων πόλεων, οὐδεὶς τῶν χωρικῶν καπνίζει, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ τοῦ μικροτέρου χωρίου κάτοικοι καπνίζουσι· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ρουμανία κατώρθωσε νὰ ἔχῃ 22 ἑκατομμύρια φράγκα ἐκ τοῦ καπνοῦ. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ δέκα ἑκατομμύρια πρόσοδον ἐκ τοῦ καπνοῦ, νομίζετε ὅτι εἶναι ἀναξία λόγου αὕτη; Ἐὰν δὲν εὑρίσκωμεν σήμερον τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἀναλάβει τὸ μονοπώλιον τοῦτο, διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσιν, ἂς νομοθετήσωμεν τὸ μονοπώλιον καὶ ἂς δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὀψέποτε δυνηθῆ νὰ εὕρῃ Ἑταιρίαν παρέχουσαν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, νὰ προβῇ εἰς τοῦτο. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τὰ 10 ἑκατομμύρια, θέλει τὰ ἐπιτύχει κατὰ τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ μονοπώλια τοῦ πετρελαίου, τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ἤθελον χρησιμοποιηθῆ σήμερον πρὸς συνομολόγησιν δανείου, χρησιμεύοντος εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς Πατρίδος ἡμῶν, νομίζω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ τὰ μονοπώλια πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ἄθικτα διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἡμᾶς βραδύτερον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι ὅπως ἀπαλλάξωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν φοβερωτέραν καὶ βαρυτέραν τῶν φορολογιῶν. Ἐὰν σήμερον, ὅτε ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὑπάρχουσιν 80 ἑκατομμύρια μόνον τραπεζικὰ γραμμάτια, αἰσθανώμεθα πάντες ἀνυπερβλήτους δυσχερείας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε εἰς ποίας θέλομεν εὑρεθῆ περιστάσεις, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων αὐξήσῃ κατὰ σπουδαῖον ποσόν. Ἀπεύχομαι νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἣν κατάστασιν εὑρέθησαν ἄλλα πρὸ ἡμῶν Ἔθνη, ἅτινα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία περιήγαγεν εἰς πλήρη ἀμηχανίαν. Πρὸς ἐπίτευξιν ὅμως τοῦ τοσαύτας πολυτίμους ὑπηρεσίας ὑποσχομένου εἰς τὸ Ἔθνος ἡμῶν δανείου, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ πρακτικώτερον σύστημα ἐνεργείας, βαδίζουσα ἐπὶ ὡρισμένου καὶ μεμελετημένου σχεδίου, διότι αἱ μέχρι τοῦδε πράξεις καὶ ἐνέργειαι αὐτῆς μαρτυροῦσι τὴν ἔλλειψιν παντὸς σχεδίου.
§42Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω καθόλου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἐὰν ὁ προλαλήλας δὲν ἐπανελάμβανεν ὅ,τι καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Περιόδου εἶπον, ὅτι ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔφεραν τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸ πάντων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὥστε ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου εἶναι ἡ ἀποφρὰς ἡμέρα διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος καὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὴν κατηγορίαν ταύτην διετυμπάνισαν ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, καὶ ὅτι ἡ ἀπὸ τότε κακὴ διαχείρισις ἔφερεν ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα κατατρύχουσι τὴν Ἑλλάδα οἰκονομικῶς. Ἂς ἴδωμεν ποία ἦτο ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομική μας πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ποία εἶνε ἡ σημερινή, καὶ ποῖα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἡ τοῦ 1882 Κυβέρνησις, ἥτις δὲν κυβερνᾷ σήμερον τὸν τόπον, καὶ ἡ ὁποία ἔμεινε διαρκῶς τρία συναπτὰ ἔτη, διάστημα τοιοῦτον ὅσον οὐδεμία Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔμεινεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ μολονότι ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐφιλοτιμήθησαν νὰ βελτιώσωσιν ὅσον ἠδυνήθησαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ τὴν βελτιώσῃ, τὴν ἐχειροτέρευσε δεινῶς (θόρυβος). Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, διότι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἕνα τῶν ὀλίγων, οἵτινες δραστηριώτερον εἰργάσθησαν νὰ φέρωσι τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς· καὶ ἂν ταῦτα εἶναι ἐπιβλαβῆ διὰ τὸν Τόπον, καὶ ἡ ἀνατραπεῖσα Κυβέρνησις ὤδευεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους, τότε καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ ἐργασθέντες εἰς τὴν πτῶσιν τοιαύτης Ἐθνικῆς Κυβερνήσεως θὰ θεωρηθῶμεν δικαίως ὡς προδόται, διότι χάριν ἰδιοτελῶν συμφερόντων ἀπεδιώξαμεν Κυβέρνησιν προπαρασκευάζουσαν τοσαῦτα καλὰ διά τε τὴν Ἑλλάδα καὶ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν. Συνετέλεσα δὲ ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν κατάπτωσιν αὐτῆς, διότι δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ὀλίγων, οἵτινες γνωρίζουσιν ἀκριβέστερον τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου μας, καὶ ἰδίως τῶν Ἐπαρχιῶν, καὶ ἑπομένως γνωρίζω καλῶς τὶ δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὶ νὰ τὴν ὠφελήσῃ· καὶ διὰ τοῦτο ἀφ’ ὅτου οἱ συμπολῖταί μου ἔχουν τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐμπιστεύωνται τὴν ἀντιπροσωπείαν των, οὐδέποτε ἔπαυσα νὰ συζητῶ καὶ νὰ ἐπιμένω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων τοῦ τόπου. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ὤφειλεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ διὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, ὅπερ εἶνε μία ἄγγυρα διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τίς ἠμπόδισε τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ψηφίσῃ τὸ μονοπώλιον αὐτὸ, ἀφοῦ εἶχεν 140 τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὴν βουλευτάς; ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε, καθόσον δὲν ἔκαμε νόμους οἰκονομικοὺς διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διὰ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς δημοσίους θέσεις διὰ νὰ οἰκονομήσῃ πρόσωπα συστηνόμενα ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν βουλευτάς. Βεβαίως διὰ τοῦ νόμου περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξεν εἰς ψήφισιν ἡ παρελθοῦσα Κοβέρνησις, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπλήρωσε βεβαίως καὶ 5,000,000 καὶ 6,000,000 δραχ. φόρον· ἐν τούτοις εἰς τὸ Ταμεῖον δὲν εἰσήχθησαν καθαρὸν εἰσόδημα οὔτε δύο ἑκατομμύρια· καὶ διατί τοῦτο; διότι ἀπεῤῥοφήθη τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ὑπὸ τῶν διορισθέντων ὑπαλλήλων, καὶ διότι οἱ διορισθέντες ὑπάλληλοι δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς εἰργάζοντο διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν των καὶ ἐφιλοδώρουν καὶ τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες τοὺς ἐδιώριζαν, καὶ τὴν ἡμέραν εἰργάζοντο ἐπ’ ὀλίγας ὥρας ὑπὲρ τοῦ Ταμείου. Πρὸς τί λοιπὸν κατακρίνετε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔφερεν τὸ μονοπώλειον τοῦ καπνοῦ; Τουλάχιστον αὐτὴ ἐκηρύχθη ἐν μέρει κατὰ τῶν μονοπωλίων. Σεῖς (δεικνύων τὴν πλευρὰν τοῦ κ. Τρικούπη) οἵτινες εἶσθε ὑπὲρ τῶν μονοπωλίων, διατί δὲν εἰσηγάγετε τὸ μονοπώλιον τοῦτο; Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ καὶ διὰ τοῦτο εἰς μίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐπιτροπὴν, ἧς προήδρευσα, ἐπρότεινα τὸ μονοπώλιον τῆς διὰ ἐνοικιάσεως τῶν κοπτηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ καπνοπώλης νὰ μεταφέρῃ τὸν καπνόν του, καὶ ἀφοῦ τὸν κόψῃ καὶ πληρώσῃ κατ’ ὀκᾶν τὸν νενομισμένον φόρον, νὰ λαμβάνῃ τὸν καπνόν του ἐλεύθερον παντὸς περιορισμοῦ καὶ νὰ διατηρῇ καὶ ἐξοδεύῃ ὅπως θέλει· καὶ τοῦτο οὔτε ἐπίεζε τοὺς πωλητὰς εἰς τὴν διατήρησιν καὶ περιποίησιν τοῦ καπνοῦ των, οὔτε ἐπηρέαζε καθόλου τὴν ἐργασίαν τῶν παραγωγῶν, καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐφάνησαν ἐπιδοκιμάζοντα τὸ μέτρον τοῦτο· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀπέκρουσεν ὡς ἐναντίος τοῦ μέτρου τῶν μονοπωλίων. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι Σεῖς εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ προλάβητε πάντα τὰ ἐκ τοῦ ψηφισθέντος προπέρυσι νόμου παραχθέντα ἐπιζήμια διὰ τὸ Ἑλλ. ἐμπόριον ἀποτελέσματα, διότι τὸ ἐστερήσατε κέρδους πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ταλήρων, ὅπερ ἐκέρδιζε διὰ τοῦ λαθρεμπορίου, δι’ οὗ μετεφέρετο κεκομμένος καπνὸς εἰς τὰς Ὀθωμανικὰς πόλεις, πρὸς ζημίαν τῶν ἐν Τουρκίᾳ μονοπωλίων, ἀλλὰ Σεῖς εἴχατε σχέσιν μὲ ἐκείνους, οἵτινες εἶχον τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν Τουρκίᾳ καὶ οἵτινες βλαπτόμενοι ἐκ τῆς ἐλευθέρας πωλήσεως τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν στενοχωρίαν νὰ προσφέρωσι γενναῖον ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ μονοπωλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ, ἐὰν ἐξετίθετο ἐπὶ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ νὰ μὴ χορηγῇ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ μονοπωλίου ἐν Τουρκίᾳ τὴν εὐκολίαν νὰ γνωρίζωσι πότε εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δημόσια κοπτήρια ἑτοιμάζεται κεκομμένος καπνὸς ἵνα εἰσαχθῇ λαθρεμπορικῶς εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ νὰ γίνεται φροντὶς νὰ συλλαμβάνωνται τὰ μεταφέροντα τὸν καπνὸν τοῦτον πλοιάρια εἰς τὰ στενὰ τοῦ Ἑλλησπόντου, καὶ νὰ στερηθῶμεν, ὡς εἶπον, ἑνὸς καὶ πλέον μιλιουνίου ταλήρων. Καὶ ταῦτα πάντα γνωρίζει καλῶς ὁ προλαλήσας κ. Σιμόπουλος, διότι καὶ οἰκογενειακὰς καὶ Τραπεζικὰς σχέσεις ἔχει μὲ τοὺς ἐν Τουρκίᾳ ἐνοικιαστὰς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐπαρουσιάσθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, καὶ εἶπον, τὶ νομίζετε, ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν; τὸ πολὺ 2 ἢ 3,000,000 καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξοδευθῶσιν 650–700,000 διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 2–3,000,000. Καὶ διὰ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην ἐχλευάσθην ἀπὸ τοὺς τότε Ὑπουργοὺς καὶ ὀπαδοὺς αὐτῶν. Καὶ ἐν τούτοις, τὸ προϋπολογισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἔσοδον ἐπαρουσιάσθη κατώτερον ἢ ἴσον, ἐνῷ τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὡς δαπάνη εὑρέθη κατώτερον. Εἶναι ὀρθὸν δι’ ἔσοδον καθαρὸν, μὴ ὑπερβὰν τὰς 1,800,000, νὰ πληρώνῃ ὁ λαὸς δαπάνην διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν 1,000,000, καὶ διὰ καταχρήσεις καὶ κλοπὰς τῶν ὑπαλλήλων ἕτερα 3,000,000; Εἶνε καλὸν λέγουσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι δίδει 10,000,000 κατ’ ἔτος. Διατί δὲν τὸ εἰσηγάγετε σεῖς, ἀφοῦ εἴχετε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς; Διατί, ἀφοῦ ἐπεβάλατε τόσα ἄλλα βάρη εἰς τὸν λαὸν, δὲν ἐπεβάλατε καὶ τὸ μέτρον τοῦτο;
§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριε βουλευτὰ, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν ὡμίλησα ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπεστήριξα δὲ μόνον τὴν ἀτομικήν μου πεποίθησιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀπαντᾶτε εἰς ἐμὲ, μεμφόμενος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· καθόσον γνωρίζετε, ὅτι καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως ἐξεδήλωσαν τὸ φρόνημα αὑτῶν περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ καὶ πρότερον καὶ νῦν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡμῶν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων θέλει ὑποχρεώσει νὰ μεταβάλωσι πεποιθήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὅσα δὲ εἴπατε ὡς πρὸς τὸν συνδυασμὸν τοῦ μονοπωλίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς προσωπικῆς σχέσεώς μου μετὰ τῶν ἐχόντων τὸ μονοπώλιον ἐκεῖνο, παρατηρῶ, ὅτι οὐδένα σχετίζομαι ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὸ μονοπώλιον τῆς Τουρκίας· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχον αὐτοὺς γνωρίμους, δὲν ἤθελον ἐπηρεασθῆ εἰς τὰς ὁποίας εἶχον ἀνέκαθεν ἔχω δὲ καὶ νῦν πεποιθήσεις περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μονοπώλιον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθόσον ἐξ αὐτοῦ θέλομεν ἐξασφαλίσει εἰς τὸ Κράτος πρόσοδον ἀξίαν λόγου, συντελέσουσαν εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Εἰς τοὺς ἰσχυρισθέντας δὲ ὅτι ἀπέτυχε τὸ μονοπώλιον ἐν Κωνσταντινουπόλει, παρατηρῶ, ὅτι ἀπέτυχεν ἕνεκα πλημμελοῦς διαχειρίσεως, καθόσον, ὡς ἀξιότιμοι συμπολῖταί μας μὲ ἐβεβαίωσαν, ὁ τελευταίως διευθύνων τὰ τοῦ μονοπωλίου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐξῆλθε τῆς θέσεως αὐτῆς μετὰ περιουσίας ὑπερβαινούσης τὰ 5,000,000 φράγκα.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Βεβαιωθῆτε, κ. Συνάδελφε, ὅτι δὲν ὑπεγράφη εἰσέτι τὸ πληρεξούσιον ἀπὸ τὴν μερίδα ἐκείνην (δεικνύει τὴν τοῦ Δηλιγιάννη) δι’ οὗ μοὶ δίδει τὴν ἐντολὴν νὰ τὴν ὑπερασπισθῶ. Ἀλλ’ ὅπως σεῖς ἐλαλήσατε ὑπὲρ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς μερίδος τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπὲρ ἐκείνης τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως· ἄλλως, τί νὰ εἴπω ἐγὼ διὰ σὲ καὶ σὺ δι’ ἐμέ; Κατηγορήσατε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐμείωσε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι ἠλάττωσε κατὰ 3% τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου· ποία εἶνε ἡ ζημία ἐξ αὐτοῦ; εἶνε 200,000 δραχμῶν, καὶ καθὼς ὅλοι γνωρίζομεν τὸ εἰσόδημα αὐτὸ παράγεται κατὰ διετίαν· ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν 3% περιορίζεται εἰς 100,000 δραχμάς.
§45ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἶναι εὐφορία, εἶναι ἑξακόσιαι χιλιάδες δραχμαί.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁλόκληρος ὁ φόρος ἐν τῷ ἔτει τῆς εὐφορίας ἀναβαίνει πρὸς 10%· εἰς 1,400,000, ἡ ἐλάττωσις τῶν 3% φέρει τὸ ποσὸν τῶν 400,000 καὶ ἑπομένως τὸ ἥμισυ 200,000· καὶ τοῦτο εἶναι δικαιότατον, διότι μόνον αὐτὸ τὸ ἔσοδον ἔμενεν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς Δεκάτης. Καὶ τολμοῦν νὰ θεωρήσωσι τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ὡς ἄδικον, διότι ἐδόθη δίκαιον εἴς τινας ἐπαρχίας ἀδικουμένας, ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς Κυβέρνησις διὰ νὰ διατηρήσωσιν εἰς τὰς τάξεις των 25 βουλευτάς, ἐχάρισαν εἰς ὁλόκληρον εὔφορον καὶ μέγα τμῆμα τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν τὴν φορολογίαν τοῦ ἔτους 1882; Τί μᾶς εἶπον τότε δικαιολογοῦντες τὴν ἀληθῶς σπατάλην ταύτην; Εἶναι κατεστραμμένος ὁ τόπος αὐτὸς, διότι μόλις ἐξῆλθε τῆς δουλείας. Καὶ ποίαν καταστροφὴν ὑπέστησαν ἐξελθόντες τῆς δουλείας; Ἐνῷ, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, οἱ Πελοποννήσιοι καὶ Ῥουμελιῶται, ὅταν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1828 ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦσαν εἰς ἐντελῆ καταστροφὴν, διότι ὁ Ἰμβραΐμης καὶ ὁ Κιουταχῆς διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου εἶχον καταστρέψει πᾶν εἶδος περιουσίας· καὶ ἐν τούτοις τὸν Μάρτιον τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐνοικιάσθησαν τὰ νόμιστρα (ποιμνιακὸς φόρος) καὶ τὸν Μάϊον ὁ φόρος τῶν προϊόντων ἁπάντων πρὸς 10%· συγχρόνως διότι ὁ Δημόσιος στρατὸς ἐπολέμει εἰς Ῥούμελην ὑπὸ τὰς δύω Στραταρχίας, διαρκοῦντος εἰσέτι ἐκεῖ τοῦ πολέμου, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐχορηγοῦντο ἄμισθοι ἄνδρες διὰ νὰ σχηματίσωσι τὰς πολιτοφυλακὰς πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως. Τολμοῦν λοιπὸν οἱ ἀπαλλάξαντες τοσοῦτον πληθυσμὸν ἀπὸ τὸν φόρον τῶν τε προϊόντων καὶ στρατολογίας, ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους νὰ κατηγορήσωσι τοὺς ἀντιπάλους των διότι ἔφερον δεδικαιολογημένην ἐλάττωσιν εἰς ἓν προϊόν; καὶ ἡ ἐκ τούτου προσγενομένη 200,000 δραχ. ἐλάττωσις εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἔφερε τὴν χρεωκοπίαν, εἰς ἣν περιέστη τὸ ἔθνος! Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἕτερα ἐκ δανείου 20,000,000, καὶ τὰ ἐχορηγήσαμεν. Καὶ ἐν τούτοις πάντα αὐτὰ τὰ μιλιούνια ἐξωδεύθησαν κατὰ τὴν τριετῆ διάρκειαν τῆς Ἐξουσίας της εἰς ὁδοὺς καὶ παρόδους τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἠνόει, καὶ δὲν ἐξώδευσε καθόλου διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν μεγάλων κέντρων, καὶ ὅτε προσήγγισεν ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν του ὁ λαὸς περὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε αὕτη ἀπεφάσισε νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν μιλιουνίων δραχμῶν δαπάνης χωρὶς ὅμως ν’ ἀφήσῃ λεπτὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ τὸ ἀφῆκε καὶ βεβαρημένον μὲ πολλῶν μιλιονίων χρέη, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν εἰς μάταια ἔργα καὶ χονδροτάτους μισθοὺς τῶν πολυπληθεστάτων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους συνεκέντρωσεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὁδοποιΐας διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς τῶν φίλων της Βουλευτῶν, καὶ τὰς χρηματικὰς στενοχωρίας πολλῶν ἐκ τούτων. Τὸ παράδοξον δὲ ὅτι πολλοὶ τῶν τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποστηριξάντων πρώην βουλευτῶν φίλων τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἔχουν τὸ θράσος νὰ φωνάζωσι διατὶ δὲν προχωροῦν τὰ Δημόσια ἔργα, ὑποκρινόμενοι ὅτι δὲν γνωρίζουν ὅτι αἱ ἁρπαγαὶ αὐτῶν καὶ τῶν φίλων των ἐγύμνωσαν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι χωρὶς χρήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι τοιαῦτα ἔργα. Ἀπό τινων ἡμερῶν ἐγὼ καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοί μου Βαλασσόπουλος καὶ Ματάλας ἐνοχλοῦμεν καθ’ ἑκάστην τοὺς κυρίους Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσπαθήσωσι διὰ πάσης θυσίας νὰ οἰκονομήσωσι κατὰ μῆνα διά τινα καιρὸν 70,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὁδὸν μεταξὺ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, τὴν ἑνώνουσαν τοὺς δύο Νομοὺς, καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα δύο γεφύρας, ἀφοῦ οἱ ἐργολάβοι ἐν τῷ δικαίῳ των ἀπειλοῦν νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἐργολαβίας, ἐὰν δὲν τοῖς χορηγηθῆ ἡ εὐκολία αὕτη. Καὶ ἐν τούτοις εἰσέτι δὲν ἠδυνήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς ὑποσχεθῶσιν ὁριστικῶς.
§47Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠδυνήθημεν νὰ δώσωμεν 70,000 καὶ ἐδώσαμεν μόνον 60,000.
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις, τὴν ὁποίαν εὗρεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐν τῷ Ταμείῳ τῆς Ὁδοποιΐας, καὶ ἐν τούτοις οἱ τὴν κατάστασιν ταύτην γεννήσαντες κηρύττουν καταστροφεῖς τῆς Ἐθνικῆς ταύτης περιουσίας τοὺς κληρονομήσαντας τὴν καταστροφήν! Εἴπατε ὅτι ἡ πίστις ἦτο ἀνθηρὰ, ὅταν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις παρέδωκε τὴν Ἐξουσίαν. Φέρω ἀποδείξεις ἀριθμητικῆς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην, οὔτε εἶμαι δεινὸς εἰς τὰ οἰκονομικά. Ἐψηφίσαμεν τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ζητήσασα τοῦτο Κυβέρνησις μᾶς ὑπεσχέθη νὰ κάμῃ δύο μεγάλα ἔργα· τὸ πρῶτον, τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αὐτὸν τὸν σάρακα τοῦ οἰκονομικοῦ· τὸ δεύτερον δὲ, τὰς ναυτικὰς προπαρασκευάς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε, τὸ δεύτερον ὑπῆρξε διόλου; Ἡ μόνη παρασκευὴ ὑπῆρξεν ἡ καταστροφὴ τοῦ τῶν 400,000 δραχμῶν ἀξίας καλωδίου, τὸ ὁποῖον ἔμελε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας διὰ τὰς τορπίλας, καὶ τὸ ἔδωκεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἣν ἦτον ἀκατάλληλον, καὶ οὕτως ὀξυδωθὲν ἔμεινεν ἄχρηστον καὶ θὰ μένῃ εἰς μαρτύριον Κυβερνητικῆς ἀπροσεξίας. Αὐτὴ εἶνε ἡ ναυτικὴ παρασκευὴ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε 40,000,000 ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις. Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον: διατί θέλετε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, φορτώνοντες 170,000,000 εἰς τὴν ῥάχην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφοῦ θὰ ἀναγκασθῆτε μετὰ δέκα μῆνας ἢ ἓν ἔτος νὰ τὴν ἐπαναφέρητε; Διατί πράττετε τοῦτο, ἀφοῦ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα 25,000,000. Καὶ διὰ τὴν ἰδέαν μου ταύτην ἡ μὲν Κυβερνητικὴ μερὶς μὲ ἐμυκτήρισεν, ἡ δὲ ἀντιπολιτευομένη ὑπεγέλασε, θεωρήσασά με ὑπερβολικόν· καὶ ἐν τούτοις τὰ πράγματα, ἀπέδειξαν ὀρθὴν τὴν ἰδέαν μου. Λοιπὸν ὅταν εἷς Προϋπολογισμὸς ἀφίνει 25,000000 ἔλλειμμα, εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς συντρέξῃ εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶπεν 19,000,000.
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο, καὶ ἄς εἶναι διὰ λογαριασμόν του. Καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ πρό τινων ἡμερῶν ἐκάκισα τὸν κ. Δηλιγιάννην, διατὶ νὰ δεχθῇ τὴν Ἐξουσίαν· καθόσον, μὴ δεχομένου τούτου τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κύριος Τρικούπης ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ζητήσῃ ὁ ἴδιος τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι ὁ κύριος Τρικούπης δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποστῇ ὡς Ὑπουργὸς στενοχωρίας, ὥστε νὰ διατελέσῃ τοιοῦτος καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Ταμεῖον χρήματα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἐνδοιάζει νὰ δανεισθῇ καὶ μὲ ἐκπεσμὸν καὶ 50 καὶ 60 καὶ 70%. Αὐτὸς θέλει νὰ ὑπάρχωσι χρήματα ἐνόσῳ εἶναι εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ διὰ τὸ μέλλον ἄς γίνῃ ὅ,τι γίνει· καὶ διὰ τοῦτο τὸ μέτρον τοῦ δανείζεσθαι εἶναι δι’ αὐτὸν προσφιλέστατον, καὶ φέρω πρὸς τοῦτο ἱστορικὴν ἀλήθειαν. Τὸ 1879, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς μακαρίτης Κουμουνδοῦρος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δηλιγιάννη ἐζήτησαν διὰ Νόμου τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶσιν 60,000,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς θεραπείαν μερικῶν κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν. Οἱ ζῶντες τότε μακαρῖται Ζαΐμης καὶ Δεληγεώργης ἀντεῖπον, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὡς μὴ πιεζούσης τότε πολὺ τὴν ἀγορὰν, καὶ νὰ περιορισθῇ τὸ δάνειον εἰς 10,000,000, ὧν τὰ 4 νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ 6 εἰς τὰς ὑποδειχθείσας ὡς κατεπειγούσας ἀνάγκας. Οἱ Ὑπουργοὶ ἀμφότεροι συγκατετέθησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· μόνος δὲ ὁ κ. Τρικούπης, ὁ μᾶλλον ἀδιάλλακτος ἀντίπαλος κομματάρχης ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπετίμησε τοὺς Ὑπουργοὺς, διότι ὑπεχώρησαν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ δανείου, καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ ἐπιμείνωσι νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν καὶ διὰ τὰ 60,000,000, καὶ οὕτως ἀπεφάσισε καὶ ἡ Βουλή. Διατί ἔσχεν αὐτὴν τὴν ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων του εὔνοιαν ὁ κ. Τρικούπης; διότι ἐπίστευεν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἡττηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ Κυβέρνησις (ὅπως καὶ συνέβη κατὰ τὴν ἔκτακτον τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1879 Σύνοδον) καὶ θὰ τὴν διαδεχθῇ, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις δὲν τὸν συνέτρεξαν νὰ τὴν διαδεχθῇ, καὶ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 δὲν τῷ ἐχρησίμευσεν ὡς ἤλπιζε. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν ἀκούῃ πραγματοποίησιν δανείου, ἠλεκτρίζεται ὅλος. Οὕτω λοιπὸν ἂν δὲν ἐλάμβανε τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης, πολὺ πρὸ αὐτοῦ καὶ χωρὶς τὴν παρουσίαν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἤθελεν ἐπαναφέρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, φθάνει νὰ εὕρισκε διὰ τοῦ μέσου τούτου δάνειον. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης ἐκληρονόμησεν ἀρχὰς πολιτικὰς ἀνδρῶν σεβαστῶν πρὸ πάντων δι’ αὐτὸν, ὀφείλει ὅμως νὰ κληρονομήσῃ καὶ τὰς ἀρετάς των καὶ προσφέρηται πρὸς τοὺς ἀντιπάλους του δίκαιος ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου φέρω μίαν ἱστορικὴν πρᾶξιν τῶν διαληφθέντων ἀνδρῶν. Ἡ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουντουριώτην Κυβέρνησις τοῦ 1824–1825, τῶν πράξεων τῆς ὁποίας μοχλοὶ ἦσαν οἱ ἀοίδιμοι Μαυροκορδάτος καὶ Κωλέτης, διεχειρίσθησαν ἀπροσέκτως τὸ δάνειον, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1826 παρέδωκαν τὴν Ἐξουσίαν εἰς τὴν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ζαΐμην Κυβέρνησιν, παρέδωκαν καὶ τὸ Ταμεῖον κενόν· εἶχε δὲ καὶ τὸ βάσανον τῶν ἐν τοῖς φρουρίοις στρατιωτῶν Γρίβα καὶ Στράτου ἀναρχικῶν πράξεων, ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτον ἀσθενὴς καὶ κλονιζομένη. Ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ὠφελούμενοι οἱ ἐν Ναυπλίῳ ὀπαδοὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως παρεσκεύαζον τὴν πτῶσιν τῆς νέας, καὶ διὰ τοῦτο ἐκάλεσαν τὸν ἀείμνηστον Λάζαρον Κουντουριώτην νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ναύπλιον, καὶ τὸν διεβεβαίουν, ὅτι διὰ τῆς παρουσίας του θὰ ἀνέτρεπε τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἐσχημάτιζεν ἑτέραν ὑπὸ τὴν Προεδρείαν του ἢ ἐκείνην τοῦ ἀδελφοῦ του· ἀλλ’ ὁ Λάζαρος τοῖς ἀπήντησεν, ν’ ἀφήσωσι τὴν Κυβέρνησιν ἀνενόχλητον διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰ ἀνοικονόμητα. Βλέπετε, κ. Τρικούπη, ὁ Λάζαρος Κουντουριώτης ἐδικαιολόγει τὴν ἀσθένειαν τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, διότι ἐκήρυττεν, ὅτι ἡ προκάτοχος ἀφῆκε τὰ πράγματα, ἐννοῶν τὰ οἰκονομικὰ, εἰς ἀνοικονόμητον κατάστασιν. Τοῦτο ὠφείλατε καὶ Σεῖς νὰ λέγητε διὰ τὴν διαδεχθεῖσαν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ τοῖς ἀφήκατε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀνοικονόμητα, καὶ νὰ μὴν ἐπιῤῥίπτητε εἰς αὐτὴν τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς ἣν ἐπὶ ὑμῶν περιέστησαν. Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ φόρου τούτου ὑπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις, εἰσεπράχθη, ἀλλὰ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, ἧς ἡ πρωτεύουσα ἔχει 12,000 ψυχὰς, εἰσεπράχθησαν τὸ 1884 μόνον 15,000 δραχμαί, ἐκ δὲ τῆς Λακεδαίμονος, ἧς ἡ πρωτεύουσα ἔχει 2,500 ψυχὰς, καὶ τὸ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ παραγόμενον ποσὸν τοῦ οἴνου εἶναι τὸ ἥμισυ τὸ πολὺ ἐκείνου τῆς Μαντινείας, εἰσεπράχθησαν 27,000 δραχμαί. Ὥστε καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐπλήρωνον οἱ φορολογούμενοι, ἀλλὰ τὰ ὠφελοῦντο οἱ ἐντεταλμένοι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν. Ὅταν λοιπὸν ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐψήφιζε φορολογικοὺς νόμους, καὶ οἱ φόροι δὲν εἰσήρχοντο εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τὰ θηλάκια τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐπιβαλλομένων ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ἠναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκούῃ, διότι ἄλλως ἔχανε τὴν ὑποστήριξίν των, ὅταν λέγω συνέβαινε τοῦτο, εἰς τί τῇ ἔπταιον οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι; Εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ θὰ εἰσπράξῃ καθαρὰ 10,000,000. Ἀλλὰ μήπως εἰσέπραξε τοὐλάχιστον 5,000,000; εἰσέπραξε μόνον 1,800,000. Ὑπεσχέθη νὰ εἰσπράξῃ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου 2–3,000,000, ἀλλὰ εἰσέπραξε κἂν 1,000, 000; μόλις 450,000, καὶ ἐν αὐταῖς συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἀξία τῶν νομοθετημάτων της κατέπεσε αὐτὴ ἀφ’ ἑαυτῆς. Κατηγορεῖ ἡ πρώην Κυβέρνησις τὴν παροῦσαν, διότι δὲν ἐφήρμοσε τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰς κακοηθείας καὶ κλοπὰς τῶν καλλιεργούντων τὰς ἁλικὰς καὶ διαχειριζομένων τὰς ἁλαταποθήκας. Ἀλλὰ τὶς ἐμπόδισε τὴν πρώην Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦτο τοῦ ἅλατος; ὄχι μόνον δὲν ἀντέτεινεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπρότεινε διὰ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, τὸν ὁποῖον ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κύριος Καλλιγᾶς ἐξύβρισε, προεκάλεσεν ἔριν, ἥτις μᾶς ἀφῆκεν ἀλγεινὴν μνήμην. Δὲν ἠθέλησεν ἡ τότε Κυβέρνησις τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος διὰ νὰ μὴ ἐλαττωθῶσι μερικαὶ δημόσιαι θέσεις, χρησιμεύουσαι εἰς ἐξαγορὰν ὑπουργικῶν βουλευτῶν. Τὸ πετρέλαιον βεβαίως τὸ καθιερώσατε ὡς μονοπώλιον, ἀλλ’ ἐπέρχεται συμφερωτέρα ἡ διαχείρισις. Διατί σεῖς οἵτινες ἐφέρατε πρῶτοι τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου δὲν ἐφροντίσατε νὰ διαριθμήσητε καλλίτερον τὰ περὶ τούτου; Λοιπὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀποδίδετε σήμερον ἀπρονοησίαν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διατί δὲν τὰ ἐξετελέσατε σεῖς, οἵτινες ἐμείνατε ἐπὶ τριετίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἑπομένως ἡ ἰδική σας ἀπρονοησία εἶναι ἀσύγγνωστος. Συνετάξατε ἓν Δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐνόησατε οὔτε σεῖς οἱ συντάξαντες καὶ ψηφίσαντες αὐτὸ, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του σᾶς κατέστησε πολλάκις γελοίους διὰ τὸ νομοθέτημά σας αὐτὸ, καὶ φέρω μερικὰ παραδείγματα. Ἐπεβάλετε τέλος 10 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν εἰς ἡμικατεργασμένας πέτρας. Φέρει ἔμπορος Καλάμιος 10,000 Μαλτέζικας πλάκας, καὶ ὁ Τελώνης Καλαμῶν τοῦ καταδηλώνει τέλος 16,000 δραχμῶν, διότι κατὰ τὸ Δασμολόγιον θὰ πληρώσῃ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ὡς ἀκατεργάστους πέτρας, καὶ ἑκάστη τούτων ζυγίζει 16 ὀκάδας. Ἡ περίστασις αὕτη ἐτάραξε τὴν πόλιν Καλαμῶν, καὶ τοῦτο διεβίβασαν αἱ ἐκεῖθεν Ἀρχαί, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠναγκάσθη νὰ στραγγαλίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ Νόμου του, καὶ νὰ γράψῃ ὅτι αἱ Μαλτέζικαι πλάκες ὑπάγονται εἰς τὴν κλάσιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν πλίνθων. Ὅμοιόν τι συνέβη καὶ ἐν Πειραιεῖ μὲ τὰς σιδηρᾶς πλάκας (λαμαρίνας), τὰς ὁποίας ἔπρεπε κατὰ τὸ Δασμολόγιον νὰ τὰς τελωνίσῃ ὡς κατειργασμένον σίδηρον, ἤτοι 10 λεπ. κατ’ ὀκᾶν. Βλέπετε λοιπὸν δὲν ἐνοήσατε τὸ νομοθέτημά σας, καὶ ἐν τούτοις ἀνεμίξατε εἰς αὐτὸ καὶ τοὺς Δημοτικοὺς φόρους πρὸς βλάβην ἢ τῶν Δημοτικῶν Ταμείων, ἢ τῶν φορολογουμένων ἀπὸ ἐμμέσους φόρους Δημοτῶν. Διὰ τοῦτο προκαλῶ, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὴν μέριμναν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διὰ Νόμου ἀπαλλάξῃ τοὺς Δήμους ἀπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ δασμολογίου. Λέγουν, ὅτι προϊδόντες τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τεκταινόμενα διέταξαν τὴν προπαρασκευὴν τῆς ἐπιστρατείας....
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§52ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τὰ εἴπετε σεῖς, τά εἶπον ἄλλοι περιερχόμενοι πρὸ ὀλίγου τὴν Εὐρώπην εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες τοὺς ἐκεῖ μεταβαίνοντας θεωροῦν τοὺς μόνους ὑψίστης ἀξίας, καὶ τὸ παράδοξον μᾶς πωλοῦν πατριωτισμὸν καὶ γνώση, καὶ μᾶς θεωροῦν ὡς ἐστερημένους Ἐθνικῆς φιλοτιμίας καὶ πολιτικῆς προνοίας, χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν ὅτι ἡμεῖς, ἐργαζόμενοι ἐνταῦθα νυχθημερὸν ὡς οἱ μήρμυγγες, εἴμεθα μολαταῦτα ἀνυπόδυτοι καὶ ῥακενδύται δαπανῶντες ὅ,τι καὶ ἂν κερδίζωμεν εἰς φόρους, δοσίματα καὶ ἀγγαρίας διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑπὲρ τὴν δύναμίν μας δαπάνας πρὸς διατήρησιν αὐτῆς τῆς Ἐθνικῆς φιλοτιμίας, καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων, τοὺς ὁποίους μᾶς ἐκληροδότησαν οἱ πατέρες μας, ἐνῷ οἱ ἐπικρίνοντές μας πατριῶται ἐντρυφῶντες πλουτοῦσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ὁ κ. Τρικούπης διέταξε τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον τὴν προπαρασκευὴν διὰ τὴν ἐπιστρατείαν, διότι ὁ παρ’ αὐτοῦ κληθεὶς ἀνώτερος ξένος στρατιωτικὸς διὰ νὰ μορφώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κ. Βοσσὲρ τῷ παρετήρησεν ὅτι ἡ ἀποστολή του δὲν εἶναι νὰ ἐπιθεωρῇ τάγματα, ἀπαιτεῖ συγκέντρωσιν στρατοῦ διὰ νὰ διδάξῃ τὴν τέχνην του. Ἀλλὰ διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαί, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλαβεν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ὡς ἰσχυρὸν ὅπλον τὴν ἐπιστρατείαν· τοῦτο ἠνάγκασε τὸν κύριον Τρικούπην ν’ ἀνακαλέσῃ τοὺς εἰς τὰς Πρωτευούσας τῶν Νομῶν ἀποσταλέντας Ταγματάρχας διὰ νὰ συγκεντρώσωσι τὰ στελέχη τῶν ἐφέδρων, οὐχ ἧττον προὐτίθετο νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον του μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν (ἱλαρότης). Ἡ τοιαύτη προετοιμασία ἐπιστρατείας καὶ αἱ ναυτικαὶ προπαρασκευαί, τὰς ὁποίας διῆλθον πρὸ στιγμῆς εἶναι, καθὰ ἠγόρευεν ὁ κύριος Τρικούπης ἐν τοῖς συμποσίοις, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῷ προσήνεγκαν, ἀπόδειξις ὅτι προεῖδεν ἔκτοτε τὰ ἐν τῷ Αἵμῳ ἔκτακτα πρὸ δύω μηνῶν συμβάντα, καὶ ὁ λαὸς μωραίνων δὲν τὸν ἐπίστευσε τὴν 7 Ἀπριλίου· οἱ δὲ ἀκούοντες αὐτὸν χάσκοντες ἐθαύμαζον τὴν πολιτικὴν περίνοιαν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἐλεεινολόγουν τὴν κακομοιριὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι οἱ πατριῶται οὗτοι αἰσθάνονται τὰ βάσανα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὅπως αἰσθάνεταί τις τοὺς πόνους διὰ ῥαβδιᾶς, τὰς ὁποίας δίδουν εἰς ξένην ῥάχην. Καὶ ἐν τούτοις τὸ δάνειον τῶν 40 ἐκ τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν κ. Τρικούπην διὰ ναυτικὰς προπαρασκευὰς, κατηναλώθη εἰς πέντε λιβερνίδας διὰ τὰς τρεχούσας ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασε πολυτελεστάτην! Καὶ ὅμως ὁ κ. Σιμόπουλος μᾶς λέγει, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀφῆκε τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν! Κύριε Σιμόπουλε, ἡ Ἑλλην. πίστις τοῦ 1882, ὅτε παρέλαβε τὴν Ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης, ἦτον εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἢ τὸ 1885, ὅτε παρέδωκε τὴν Ἐξουσίαν;
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὅταν ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὗρεν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
§54ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ἡ Ἑλληνικὴ πίστις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰ 1882 καὶ εἰς ποίαν ἀφέθη εἰς τὰ 1885; Μήτι ἠλάττωσε τοὺς φόρους ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐμειώθησαν τὰ δημόσια εἰσοδήματα; τοὐναντίον, ἐδιπλασίασε τοὺς φόρους. Εἰς ποίας λοιπὸν ἀνάγκας ἐχρησίμευσαν οἱ πρόσθετοι οὗτοι φόροι, ἀφοῦ ἐξέπεσε μάλιστα ἡ Ἑλληνικὴ πίστις; ἀπόδειξις ὅτι ἐδαπανήθησαν κακοῖν κακῶς. Εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἡ δειλία καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνικανότης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν τὴν ἐβοήθησαν νὰ διαθέσῃ ἐπωφελῶς τὰ ὁποῖα εὗρε λείψανα τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς διαθέσεως τοῦ ἀναθεματισμένου αὐτοῦ δανείου. Διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 ἐξεδόθησαν 340,000 ὁμολογίαι, τῶν ὁποίων τὰς 110,000 ὤφειλε νὰ ἀγοράσῃ πρὸς δρ. 342½ ἡ τῶν διαπραγματευθέντων αὐτὸ τραπεζιτῶν ὁμάς—εἴθε νὰ μὴ εὑρίσκετο ἡ ὁμὰς αὕτη διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀφότου ἐγνώρισαν τὸν τόπον τοῦτον αἱ ὁμάδες τὸν κατεχρέωσαν καὶ τὸν ἐπτώχυναν— ἑτέρας 110,000 ἐκράτει ἡ ὁμὰς αὕτη ὡς ἐνέχυρον διὰ τὰ 35,000,000 τὴν προκαταβολήν· 25,000 ἔλαβεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ 9,000,000 δάνειον· ἔμειναν 95,000, διὰ νὰ τὰς ἐκδώσῃ εἰς ἐγγραφὴν ἡ Ἑλλάς. Διατί ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις καὶ τολμηρὸς καὶ πολιτικὸς εἶνε, καὶ σχέσεις στενὰς εἶχε μὲ τὴν ὁμάδα, ἀρετὰς ὧν στερεῖται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν εἰργάσθη, ὥστε νὰ συμψηφίσῃ ἡ ὁμὰς τὰς ἐνεχυριασμένας 110,000 εἰς τὰ 35,000,000 τὴν προκαταβολήν; διότι οἱ τὴν ὁμάδα ἀποτελοῦντες, εἰς τὸ συμφέρον των ἀποβλέποντες καὶ μὴ θέλοντες νὰ ψυχράνωσι τὴν ὁποίαν εἶχον τότε μὲ τὸν κ. Τρικούπην ἀγάπην, τῷ εἶπον ὅτι ἂν ἐκθέσῃ καὶ αὐτὰς εἰς ἐγγραφὴν θὰ τὰς πωλήσῃ βαρυτιμότερον, ἐνῷ αὐτοὶ προέβλεπον ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ὁ ἐκπεσμὸς των, καὶ τηροῦντες αὐτὰς ὡς ἐνέχυρον θὰ τὰς κρατήσωσι διὰ λογαριασμόν των, εἰς οἵαν τιμὴν θελήσωσιν, ὅπερ καὶ συμβαίνει σήμερον. Εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ὅταν ὁ κ. Τρικούπης παρέδωκε τὴν Ἀρχὴν, αἱ ἀνωτέρω ὁμολογίαι εἶχον 330 εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ δὲν ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τούτου νὰ πωλήσῃ τὰς διαθεσίμους τούτων καὶ νὰ εἰσπράξῃ 28,000,000 εἰς χρυσὸν, νὰ προφθάσῃ τὰς ἀνάγκας της καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ τόσας κατόπιν θυσίας διὰ νὰ εὕρῃ τοσούτου ποσοῦ δάνειον. Διατί ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις εἶχε καὶ ἰσχυρὰς σχέσεις μὲ τοὺς ἐκ τῆς ὁμάδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαμένοντας τραπεζίτας, δὲν ἐξετέλει, κ. Σιμόπουλε, ὅ,τι ἐξ ἀπρονοησίας, κατὰ σᾶς, δὲν ἔπραξεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὡς γνωρίζομεν πάντες ὁ κ. Τρικούπης διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπαιτούμενον ποσὸν ἠναγκάσθη νὰ ἐνεχυριάσῃ τὰς μνημονευθείσας ὁμολογίας εἰς τιμὴν μικροτέραν τοῦ ἡμίσεος, πρὸς 238, καὶ τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μᾶς τὰς ἐκθέσωσιν εἰς πλειστηριασμὸν οἱ δανεισταὶ καὶ νὰ τὰς ἀγοράσωσιν εἰς τὴν εὐτελῆ ταύτην τιμὴν ἴσως καὶ κατωτέραν; Ἐπείσθητε πιστεύω, κ. Σιμόπουλε, ὅτι ἡ κακὴ διαχείρισις ἢ μᾶλλον ἡ σπατάλη ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 βαρύνει ἄλλους καὶ ὄχι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οἵτινες καὶ κακῶς συνωμολόγησαν τὸ δάνειον αὐτὸ καὶ χειρότερον τὸ διεχειρίσθησαν, καὶ ἡ κατασπατάλευσις αὐτοῦ κατέστρεψεν ἐντελῶς ἔσω καὶ ἔξω τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἐμνημόνευσε καὶ τὸ 1880, καὶ ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν ἀρχῇ τῆς Ὑπουργείας τοῦ ἔτους ἐκείνου ὁ κ. Τρικούπης ἐφήρμωσεν πρόγραμμα ἄριστον, ἐπεδίωξεν οἰκονομίας ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ τῆς πίστεως τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ αἴφνης, ἐνῷ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εὑρίσκετο ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ ἀποδειλιῶν ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἐδείκνυεν ἡ Τουρκία πονηρίας τὰς ἀπὸ τὸ 1810 εἰς αὐτὴν συνήθεις, καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα ἔσπασαν πάντοτε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της, ἐνῷ ὁ κ. Τρικούπης ἐφαίνετο εἰρηνικότατος, αἴφνης μετεβλήθη εἰς ἀρειμάνειον. Καὶ ἐνῷ, ὅτε εἶχεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκτελέσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ κατὰ τῆς Τουρκίας ἁπλοῦν πρωτόκολλον καὶ ἦρχεν ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Βικονσφὶλδ, ὅστις ἔλεγεν: ἂς ἔχουν οἱ Ἕλληνες ὑπομονὴν, ὁ κ. Τρικούπης ἐθεώρει ματαίαν καὶ ἐπιβλαβεστάτην εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου τὴν διατήρησιν πολλοῦ στρατοῦ, καλεῖ ἐπιστρατείαν ἐννέα ἡλικιῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Γλάστων, ὅστις διὰ τῆς ἐπιταγῆς «κάτω τὰς χεῖρας» ἀνέλαβε τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τῶν περὶ τὸν Αἷμον Ἐθνῶν, καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας τὰς ἀξιώσεις περιέβαλε μὲ διεθνῆ συνθήκην, ἣν ἡ ὑπέγραψεν αὐτὴ ἡ Τουρκία. Καὶ ἡ ἐπιστρατεία ἐκείνη ἔβλαψε σπουδαίως τὴν Ἑλλ. ὑπόθεσιν· διότι καὶ ἡ Γαλλία, ἀπειληθεῖσα ἀπὸ τῆς Γερμανίας, ἀπεχώρησεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἀπομονωθεῖσαν εἰς τὸ Ἑλλ. ζήτημα, καὶ ἡ Γερμανία ἐξωργίσθη κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος εἶπεν εἰς τὸν Γεώργιον διαβάντα τότε ἐκ Βερολίνου «ἡμεῖς ἐπιδιώκοντες τὴν ἡσυχίαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀναγκάζομεν τὴν Τουρκίαν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀρκετὸν τμῆμα τοῦ Κράτους της, καὶ ἐν τούτοις σεῖς συγκεντρώνετε στρατὸν νὰ ταράξετε τὴν Ἀνατολὴ». Ὁ δὲ Βίσμαρκ, εὑρὼν ἀφορμὴν, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Τουρκίας, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν ἤθελε ν’ ἀποῤῥοφήσῃ, καὶ δι’ ἑτέρας ἐν Κ|πόλει συνθήκης ἐμείωσαν τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα παραχωρήσεις, καὶ οὕτως ὁ Τρικούπης κ. οὐδετέρωσε καὶ τὸ 1880 τὴν ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν ὑγιᾶ πολιτικήν του. Ὁ κ. Σιμόπουλος μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἀποφασίσας τὸ 1880 νὰ καλέσῃ τὴν Ἐπιστρατείαν, ἐφρόντισε προηγουμένως νὰ εὕρῃ καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς της, συνομολογήσας τὸ δάνειον τῶν 80,000,000. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως ὁ κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος ποία ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος τότε καὶ ποία τὸ 1885, καὶ ὁποίας Ἐθνικὰς θυσίας ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ ἀνάγκης διὰ νὰ συνομολογήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον. Ἐθυσίασε δύο μεγάλας οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, τὸ προνόμιον εἰς τὰς Τραπέζας, Ἐθνικὴν καὶ Ἠπειροθεσσαλικὴν, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποστῇ ἡ Ἑλλὰς αὐτὰς, ἀφοῦ τῆς μὲν Ἐθνικῆς ἔληγε τὸ προνόμιόν της τῷ 1892, καὶ ἐξετάθη ἕως τὸ 1917, τῆς δὲ Ἠπειροθεσσαλικῆς δὲν ἦτον ὑποχρεωμένον νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν κανὲν προνόμιον τὸ Ἔθνος. Ἐὰν εἴχομεν τώρα αὐτὰ τὰ δύω προνόμια διαθέσιμα, δὲν ἠθέλομεν εὕρει μετὰ μεγίστης εὐκολίας δάνειον, ὄχι μόνον 100,000,000, ἀλλὰ καὶ μεγαλείτερον καὶ μὲ ὅρους τὰ μάλιστα συμφέροντας; Καὶ ἐν τούτοις ὑπέγραψεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τούτου τῶν 80,000,000 τὴν 8 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ ἐγνώριζεν ὅτι τὴν 10 παρῄτει τὴν Ἀρχὴν, μὴ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· καὶ ὅτε ἦλθεν ὁ διάδοχός του μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἔλεγε ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο κακὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὴν ἀποφύγῃ, διότι εὗρε καὶ ἐκεῖνος τὸ ταμεῖον κενὸν, ὅπως τὸ εὗρε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· καὶ ὅταν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν δεκαημερίαν, παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν δείρῃ ὁ Κεχαγιᾶς. Καὶ ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις ἐκείνη εὑρίσκετο εἰς ἐπιμελεστέραν κατάστασιν τῆς παρούσης μαρτυροῦσιν αἱ σκηναὶ, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς τὴν ἔξωθεν τοῦ σιδηροδρόμου κατασκήνωσιν τῶν ἐπιστράτων, καὶ ἡ ὑγιεινὴ κατάστασις τῶν τότε στρατιωτῶν, ἀφοῦ μετεβλήθησαν τά τε ἐκπαιδευτικὰ καὶ δημοτικὰ καταστήματα τῶν Ἀθηνῶν εἰς νοσοκομεῖα. Ἐπείσθητε βέβαια, κ. Σιμόπουλε, ὅτι καὶ ἡ τοῦ κ. Τρικούπη τότε πρόβλεψις δὲν ἦτο παρὰ πολὺ σοφή. Βλέπετε ὅτι ὅταν ἀναβαίνωμεν ἐδῶ ἔχομεν ἓν σημειωματάριον, ἐν τῷ ὁποίῳ διαλαμβάνομεν, μετὰ τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, τίνες οἱ αἴτιοι τῆς σημερινῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, ἀθλίας λέγω διότι μόνον εἰς τὰ 1826 καὶ εἰς τὰ 1832 περιῆλθεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάπτωσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι αἱ τοῦ 1826 καὶ 1832 Κυβερνήσεις δὲν εἰσέπραττον φόρους, ἀφοῦ τὸ 1826 κατείχετο ὑπὸ τῶν ἐχθρικῶν στρατῶν, καὶ ἡ Ἑλλὰς περιωρίζετο εἰς τὰς ἀκρωρείας, σπήλαια, ἐρημονήσους, τὸ Ναύπλιον, τὴν Μάνην καὶ τὴν Μονεμβασίαν, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον καταφύγει πάντες οἱ Μωραῖται καὶ Ρουμελιῶται, καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, κατὰ δὲ τὸ 1832 ὑπῆρχε πλήρης ἀναρχία, ἣν ἐγέννησαν τὰ συμβάντα τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1831. Κύριε Τρικούπη, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐδόσατε προσοχὴν εἰς συμβουλὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἓν λεπτὸν δὲν δίδουσι εἰς καμμίαν πρᾶξιν, ἥτις δὲν περιλαμβάνει καὶ τὸ συμφέρον των. Δὲν δύνασθε δὲ νὰ δικαιολογηθῆτε ὅτι ἐπλανήθητε, καθόσον εἴχατε πρόσφατον τὸ παράδειγμα τοῦ παθήματος, ὅπερ ὑπέστη παρὰ τῶν ἰδίων ἀνθρώπων ἕτερον πολὺ μεγαλείτερον, πλουσιώτερον καὶ μᾶλλον προσοδοφόρον τῆς Ἑλλάδος Ἔθνος, καὶ ὅμως περιέστη εἰς ἔτι χείρονα ἡμῶν κατάστασιν. Σᾶς ἔλεγον: σηκώσατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ ἔλθῃ τὸ χρῆμα ὡς ῥεῦμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐκεῖνοι εἶχον ἄλλους σκοποὺς, ἐνόμιζον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὸ γραμμάτιόν της, ἤθελε κάμει στάσιν, καὶ ἐκ τούτου νὰ εὕρωσιν οὗτοι εὐκαιρίαν ἢ νὰ λάβωσι τὸ προνόμιόν της, ἢ νὰ τὴν ἀναγκάσωσι ν’ ἀγοράσῃ τὸ ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ ἰδικόν της προνόμιον διὰ 5,000,000, καθὰ ὁ κύριος Καλλιγᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀνεστάτωσαν γῆν καὶ οὐρανὸν, ὅταν εἶδον τὸν περὶ φορολογίας τῶν κεφαλαίων εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, καὶ πολὺ κακὰ ἔκαμεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀποσύρας αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, ἐνδοὺς εἴτε εἰς τὰς μεμψιμοιρίας, εἴτε εἰς τὰς ἀπειλὰς τῶν διαληφθέντων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους· διότι, ἂν ὑπάρχῃ φόρος δικαιότερος, εἶνε ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων καὶ τόκων, καθόσον οὐδὲν ἄλλο εἶδος ἰδιοκτησίας δύναται νὰ δώσῃ μεγαλείτερον καὶ ἐξασφαλέστερον εἰσόδημα παρὰ ὁ τῶν χρημάτων δανεισμός. Τὰ δὲ τοκομερίδια, δύναται τὸ Ἔθνος νὰ τὰ φορολογήσῃ χωρὶς νὰ παραβῇ τὰς συμβάσεις, τροποποιοῦν τὸν περὶ χαρτοσήμου ἀξίας νόμον. Εἶπεν ὁ κύριος Καραπάνος, διεχειρίσθητε ποτὲ ἐσεῖς χρήματα; Καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὰ φορολογήσῃ τὸ Ἔθνος;
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῦ θὰ τὰ ἀνακαλύψητε;
§56ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς συντάξω ἐγὼ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου καὶ βλέπομεν ἂν τὰ ἀνακαλύπτῃ τὸ Δημόσιον ἢ ὄχι. Εἶπεν ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὅτι καὶ ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἐπιβληθῇ ἀπὸ τοὺς δανειστὰς εἰς τοὺς δανειζομένους, οἵτινες ὅταν ἔχωσιν ἀνάγκην ἐνδίδουν εἰς πάσας τὰς ἀπαιτήσεις τῶν τοκογλύφων. Τοῦτο εἶναι βέβαιον, ἂν διὰ νόμου δὲν καταργήσῃ τὸ Δημόσιον τὴν νομολογίαν, ἣν εἰσήγαγεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅταν ηὐτύχησε νὰ ἑδρεύωσιν ἐκεῖ τινες μεγαλόσχημοι μὲν νομοκράτορες, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἀσυνείδητοι τοκογλύφοι, καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν τόκον εἰς 10% καὶ νὰ θέσῃ δρακοντείους ποινὰς διὰ πᾶσαν καταδολίευσιν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ μᾶς εἶπον, ποῖος θὰ δανείσῃ ὑπὸ τοιούτους περιορισμοὺς, ἀφοῦ δὲν ὑπερπλεονάζουν τά κεφάλαια, ἀλλ’ εἶναι τοὐναντίον, σπάνια ἐν Ἑλλάδι; Εἰς τοῦτο τοῖς ἀπαντῶ: τί θὰ τὰ κάμωσι καὶ τὰ ὀλίγα κεφάλαια; νὰ ἀγοράσωσι κτήματα; δὲν εἶναι τρελλοὶ οἱ μετερχόμενοι τὸν τοκιστήν· διότι δὲν ἐρωτᾶτε ἡμᾶς τοὺς ἐπαρχιώτας ὁποῖον εἰσόδημα ἀπολαμβάνομεν ἀπὸ τὰ κτήματα ἀπέναντι τῆς ἀξίας των; μόλις 3% καθαρὸν εἰσόδημα, καὶ εἴς τινας ὀρεινὰς Ἐπαρχίας καὶ νήσους, ὅπου τὰ κτήματα τὰ καλλιεργούμενα εἶναι σπάνια, ἑπομένως ὑπερτιμημένα, οὔτε 3%.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τὸ κέρδος τῶν κτηματιῶν. Καὶ τὶς μὲ μικρὰ ἢ μεγάλα κεφάλαια, ἔχων τὴν ἐπιτηδειότητα καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ συναλλάττεται μετὰ τῶν δανειζομένων, θὰ διαθέσῃ τὰ κεφάλαιά του εἰς κτήματα, καὶ δὲν θὰ τὰ δανείσῃ εἰς τὸν χωρικὸν, ὅστις ὑπολογίζει εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ κτήματος καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἐργασίας του; Κατερχόμενος τοῦ Βήματος κηρύττω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος χρεωστεῖται εἰς τὴν τριετῆ διοίκησιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ αἰτιῶνται ἄλλους, οὐδὲ νὰ καταρῶνται τὴν 7ην Ἀπριλίου.
§59ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐν ὁμοίαις βεβαίως στενοχωρίαις θὰ διετέλει καὶ ἡ Ἀθηναϊκὴ Πολιτεία, ὅτε ὁ μέγας αὐτῆς ῥήτωρ ἀνεφώνει: «δεῖ δὴ χρημάτων», αἱ δὲ στενοχωρίαι αὗται, ἐπιταθεῖσαι βραδύτερον, ἐπέδρασαν ὀλεθρίως ἐπὶ τῆς τύχης τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. Ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία συνεπιφέρει πολιτικὴν δυσφορίαν, δὰ τοῦτο δικαίως ἡ πιέζουσα ἡμᾶς χρηματικὴ δυσχέρεια προκαλεῖ τὴν μέριμναν τῆς Βουλῆς. Πάντες οἱ μέχρι τοῦδε λαβόντες ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλάτων καὶ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου Προϋπολογισμοῦ εἶπον, ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλου δανείου, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα οὐδὲν νὰ πράξωμεν. Πλὴν δὲν ἀρκεῖ, διαῤῥηγνύοντες τοὺς πνεύμονας, νὰ κραυγάζωμεν, ὅτι ἔχομεν χρείαν δανείου· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτό. Ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι φρονεῖτε, ὅτι εἶναι εὐχερὴς ἡ εὕρεσις; Ἐγὼ νομίζω ταύτην δυσχερεστάτην, ἐὰν μὴ ἀπολύτως ἀδύνατον. Μήπως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τῆς Βουλῆς Σύνοδον δὲν παρεχωρήσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ὑπὸ ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς τιμὴν μικροτέραν τῆς ἐκδόσεως; Καὶ ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πώλησιν, διότι δὲν εὕρισκεν εἰμὴ ὅρους ὀλίγον ἀπέχοντας τῆς χρεωκοπίας, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλλετο δώδεκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν οἰκονομίας ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰρηνικὴν πολιτικήν, δὲν ἐπέτυχε νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ἀνεγνωρισμένας, ὅπως δήποτε καὶ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις διαπραγματευομένας ὁμολογίας, φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἦνε εὔκολον εἰς αὐτὴν νὰ κατορθώσῃ δάνειον νῦν, ὅτε οἱ ὅροι ὁλοσχερῶς ἀνεστράφησαν; Αἱ οἰκονομίαι νέφος ἦσαν καὶ διεσκεδάσθη, ἡ δὲ εἰρηνικὴ πολιτικὴ μετετράπη εἰς πολεμικήν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, ἀντὶ νὰ ἑδράζηται ἐπὶ βάσεων οἰκονομικῶν συμφώνως πρὸς τὰς γνωστὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, τοὐναντίον ἐξογκόνει τὰς δαπάνας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 88 ἑκατομ. τοιουτοτρόπως δὲ ἐπιφέρει αὔξησιν ἐξόδων 3 ἑκατομ. ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Τὸ ἔλλειμμα, μ’ ὅλην τὴν σωρείαν τῶν ἐπιψηφισθέντων φορολογικῶν μέτρων, θ’ ἀναβιβασθῇ οὐχὶ μόνον εἰς 4 ἑκατομμύρια, ὡς ἐλέχθη, ἀλλ’ εἰς δεκατέσσαρα τοὐλάχιστον· ἀφ’ ἑνός, διότι οἱ φόροι δὲν δύνανται ν’ ἀποφέρωσι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζονται, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει αὐξήσει τὰς δαπάνας εἰς 7 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δὲ πραγματοποιηθῇ καὶ ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τῶν διατυμπανιζομένων ἐκτάκτων περιστάσεων, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τακτικὸς μὲ 6 ἑκατομμύρια προσέτι· οὕτω δὲ τὸ ὅλον ἔλλειμμα τοῦ 1886 θὰ στρογγυλωθῇ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 20 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ εἰς τὰς χρηματιστικὰς δυσχερείας προστίθενται καὶ αἱ πολιτικαί, καθιστῶσαι τὴν θέσιν δεινοτέραν. Μήπως ζητοῦμεν δάνειον πρὸς εἰρηνικὸν σκοπόν, πρὸς ἤρεμον ἀνάπτυξιν τῶν ἐθνικῶν πόρων, οἵτινες θὰ παρεῖχον μείζονα ἐγγύησιν ἀσφαλείας εἰς ὅσους ἤθελον στέρξει νὰ συναλλαχθῶσι μετὰ τοῦ Δημοσίου; Ἡμεῖς διασαλπίζομεν εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους, ὅτι ζητοῦμεν χρήματα, διὰ νὰ ἐντείνωμεν τὰς προπαρασκευὰς τῆς Χώρας, διὰ νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς στρατιωτικὰ ἐγχειρήματα. Πλὴν πάντα ταῦτα δυσχεραίνουσι τὴν εὕρεσιν. Τὰ στρατιωτικὰ ἐγχειρήματα δὲν συνεπάγονται πάντοτε ἐπιτυχίας· ἐὰν δ’ ἡμεῖς δὲν εὐδοκιμήσωμεν, ποίαν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν ἀσφάλειαν, ὅτι θέλομεν ἐκπληρώσει τὰς ὁποίας ζητοῦμεν ἵνα ἀναλάβωμεν ὑποχρεώσεις; Ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσιν ὄχι μόνον τὰ μικρὰ Κράτη, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα δὲν εὑρίσκουσιν εὐχερῶς χρήματα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐν ταῖς παρούσαις οἰκονομικαῖς καὶ πολιτικαῖς ἡμῶν στενοχωρίαις θὰ ἐπιτύχωμεν κεφάλαια διὰ τῶν τακτικῶν καὶ συνήθων φόρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πιθανὸν, ἐὰν προσφέρωμεν ἁπλῆν τινα ἐγγύησιν, νὰ εὕρωμεν δάνειον, ὡς ἁπλῆν δὲ ἐγγύησιν θεωρῶ ἐκείνην, ἣν καὶ ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνέφερε κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, τὴν σύμβασιν δηλαδὴ περὶ διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Συνεπῶς φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φυλάξῃ ταύτην ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ δι’ αὐτῆς μήπως κατορθώσῃ δάνειον, προβάλλουσα πρὸς δελεασμὸν καὶ τὸ κέρδος, ὅπερ ἐνδεχόμενον νὰ κρύπτηται ὑπὸ τὴν σύμβασιν. Πάντα τ’ ἄλλα μέτρα, ὅσα συζητῶν προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, θεωρῶ ἀλυσιτελῆ καὶ ἀσύμφορα· διότι ὅπως προτείνονται, θὰ καταπιέσωσι λίαν ἐπαχθῶς τὴν κοινωνίαν, ἰδίως μάλιστα ὁ περίπλοκος καὶ δυσεφάρμοστος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου φόρος, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσου ζήλου ἐσύστησεν. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐξηντλημένος καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ ἀβλαβῶς τόσα βάρη, ὅσα φαίνονται ὅτι ἀπαιτοῦσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς σπασμωδικῆς πολιτικῆς, ὑπὸ τῆς ὁποίας συνεχῶς καταλαμβανόμεθα. Λαμβάνων μάλιστα ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀνωμάλου θέσεως, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ πολιτικὴ αὕτη, καὶ συνάμα ἐκ τῆς οἰκτρᾶς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταστάσεως, ἣν καὶ ὁ ἴδιος κ. Εἰσηγητὴς ἐπὶ τὸ ἀληθοφανέστερον ἐξετύλιξεν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐρευνήσῃ σπουδαιότερον καὶ μετὰ μείζονος προσοχῆς τὸ ζήτημα. Ἡ ἐκκρεμὴς ἀνώμαλος κατάστασις ἀπαιτεῖ θυσίας μεγίστας. Ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα, εἰς ὃ σημεῖον περιήχθημεν, νὰ εὕρωμεν χρῆμα, ἐὰν δὲν παράσχωμεν ἐνέχυρον· δὲν εἰμποροῦμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἐὰν δὲν ἀπαλλοτριώσωμεν μέρος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως. Ἀπολέσαντες καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πίστιν, εἴμεθα οἰκονομικῶς κατεστραμμένοι καὶ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον βαράθρου. Πρὶν λοιπὸν προχωρήσωμεν περαιτέρω, πρέπει νὰ σκεφθῇ καλῶς ἡ Βουλὴ μήπως αἱ θυσίαι, εἰς ἃς καλεῖται τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἐξαντλήσωσι καὶ τοὺς τελευταίους αὐτοῦ πόρους, χωρὶς νὰ παράσχωσιν ἀνάλογα ὠφελήματα· διότι, ἐὰν καὶ τοῦτο συμβῇ, τότε πλέον τετέλεσται· δὲν μένει ἄλλο εἰμὴ νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τὸ βάραθρον καὶ περικυλινδούμενοι ἐν αὐτῷ νὰ κατασυντριβῶμεν ἐπὶ τῶν βράχων τῆς χρεωκοπίας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§61ΚΟΡΠΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐγώ.
§62ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω.
§63ΤΙΝΕΣ. Εἶναι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§64ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ εἶναι καλὸν νὰ μάθωμεν μέχρι ποίας ὥρας θὰ καθήσωμεν.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουρ.). Αὐτὸ, νομίζω, συνεζητήθη πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἐξεφράσθη ἐπανειλημμένως ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κοινοβουλίου νὰ προσδιορισθῇ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν νὰ λήγωσιν αἱ συνεδριάσεις. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον προσεγγίζομεν εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, καὶ προσεγγίζομεν εἰς τὸ τέλος οὐχὶ διότι θέλομεν νὰ προσεγγίσωμεν, ἀλλὰ διότι ἡ περίοδος αὕτη μᾶς ἐπιβάλλει τὴν προσέγγισιν. Ὑπολείπονται 4 ἢ 5 ἢ 6 συνεδριάσεις· νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ὑποβληθῶμεν εἴς τινα θυσίαν διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Τώρα ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἑσπέρας ταύτης, βεβαίως δὲν θὰ μείνωμεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, δὲν θὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς 11 ὥρας, ὅπως ἄλποτε συνέβαινε. Χθὲς π. χ. ἐτελειώσαμεν εἰς τὰς 8½. Λοιπὸν, ἐὰν τελειώσωμεν ἀπόψε εἰς τὰς 9½, δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος.
§66ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοῇ σήμερον ἐξάπαντος νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις αὕτη.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ῥητόρων.
§68ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δεκαπέντε θὰ ὁμιλήσουν.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἷς λόγος περισσότερος διὰ νὰ μείνωμεν ἀκόμη.
§70ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία κυβερνητικὴ, τότε ν’ ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ μείνετε ἕως τὸ πρωὶ, ἂν θέλετε.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβουλεύετε, δὲν θέλετε ἰδεῖ ἡμᾶς πράττοντας, δηλαδὴ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, νὰ μείνωμεν ἕως τὸ πρωί. Ἐὰν τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε, ἡμεῖς τὸ ἐπεκρίναμεν, οὐδὲ θέλομεν πράξει ὅ,τι ἐπεκρίναμεν. Σᾶς κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἐὰν πρόκηται ν’ ἀγορεύσωσι δεκαπέντε ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ δεκαπέντε ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως, εἶναι ἀριθμὸς 30. Καὶ ἂν ὑπολογίσητε ἡμίσειαν ὥραν δι’ ἕκαστον ῥήτορα, εἶναι 15 ὧραι, καὶ πρὸς 3 ὥρας ἐργασίας καθημερινῆς θέλομεν 5 συνεδριάσεις. Λοιπὸν ἔχομεν συμφέρον νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν καιρὸν διὰ νὰ μὴ τελειώσωμεν εἰς 5 ἡμέρας, ἀλλ’ εἰς 3 ἢ εἰς 2.
§72Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ ἕτεροι συνάδελφοι ἐπελήφθησαν τῆς ἐξετάσεως τοῦ καθαρῶς οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν πολιτικῶν λεγομένων Ὑπουργείων, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θέλω περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ταύτην ποιήσομαι ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ μέτρων, ἅτινα καὶ ἀποτελοῦσι τὸ παρ’ ἡμῖν κρατοῦν στρατιωτικὸν σύστημα. Ἐὰν ἐν ἄλλοις καιροῖς ἦτο ἀναγκαῖον, ἵνα ἡ Βουλὴ ποιῆται ἔρευναν κατὰ πόσον ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν χορηγουμένη κατ’ ἔτος πίστωσις ἐκ τοσούτων ἑκατομμυρίων πρὸς διατήρησιν στρατοῦ δαπανᾶται ἐπωφελῶς, σήμερον ἡ ἔρευνα αὕτη ἐπιβάλλεται ἡμῖν, οὐ μόνον διότι ἡ αἰτουμένη δι’ ἀμφοτέρων τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1886, τοῦ τε ἐκτάκτου καὶ τοῦ τακτικοῦ, πίστωσις ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς δραχμὰς 74 ἑκατομμύρια σχεδὸν, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ βλέμματα πάντων ἡμῶν καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, εἰσὶ νῦν ἐστραμμένα πρὸς τὸν στρατόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀναμένομεν, ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, ἢ τὴν διάσωσιν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν τιμῆς καὶ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ γοήτρου, ἢ τὴν πλήρη καὶ τελείαν καταστροφήν. Ἀναγνωρίζων, κύριοι βουλευταὶ, τὸ σύντομον τοῦ ἀπομένοντος χρόνου μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκτάκτου ταύτης Συνόδου καὶ τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας ταύτης, θέλω προσπαθήσει νὰ περιορίσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀποφύγω τὰς συναφεῖς πρὸς τὰ ἐξετασθησόμενα μέτρα λεπτομερείας, παραλείπων τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἐκείνας μόνον ἐκ τῶν λεπτομερειῶν, αἵτινες εἰς τὴν Βουλὴν δύνανται ἐπὶ ματαίῳ ν’ ἀπασχολήσωσι καὶ τοὺς μὴ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀσχολουμένους ἐκ τῶν νέων βουλευτῶν νὰ καταπονήσωσιν, ἢ καὶ ἕνεκα τῆς ὥρας ν’ ἀποκοιμήσωσιν. Τὰ τοῦ στρατοῦ, κύριοι, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν προσομοιάζουσι πρὸς τὰ παιζόμενα ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις χρεώγραφα, καὶ ὅπως ἐκεῖνα ὁτὲ μὲν ὑπερτιμῶνται, ἄλλοτε δὲ ὑποτιμῶνται, οὕτω καὶ ἐν τῷ στρατῷ εἴς τινα στρατιωτικὰ μέτρα δίδεται ἐνίοτε μεγίστη σπουδαιότης, ἄλλοτε δὲ παραμελοῦνται ταῦτα καὶ προτιμῶνται ἄλλα, πρὸς ἃ τρέφει μείζονα στοργὴν ὁ διευθύνων τὰ τοῦ στρατοῦ, τούτων δὲ πάντων αἰτία εἶναι ἡ ἔλλειψις παγίου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, συντεταγμένου, καθ’ ὅν τρόπον συντάσσονται οὗτοι ἐν τοῖς λοιποῖς Κράτεσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ σπουδαία πρόνοια, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τοὐλάχιστον ἅμα ὡς παρέλθωσιν αὗται, ἀφοῦ μάλιστα μετεκλήθη πρὸς τοῦτο ἀποφάσει σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Γάλλος στρατηγὸς κ. Βοσσέρ. Πρὸ τῆς ἀφίξεως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐν Ἑλλάδι πολλοὶ καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐξήνεγκον τὴν ἑαυτῶν γνώμην περὶ τῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀφορώντων καὶ μέτρα προέβαλον πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ· αὐτὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις πολλῶν καὶ χρησίμων νομοθετημάτων τὴν ἐπιψήφισιν προὐκάλεσεν. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκῆ, καὶ πάντων τὰ βλέμματα ἐστράφησαν πρὸς τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἰδέας τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ὡς τὴν μόνην παρέχουσαν ἀσφαλῆ ἐγγύησιν αὐθεντικωτέρας γνώμης καὶ τελειοτέρας τοῦ στρατοῦ ὀργανώσεως. Ἡ ἰδέα τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ἀξιωματικῶν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νῷ πάντων σχεδὸν τῶν ἡγετῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικῶν κομμάτων· ἐμελετήθη αὕτη ἐπισταμένως, ἐβασανίσθη ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον καὶ ὡριμάσασα περιεβλήθη διὰ τοῦ κύρους τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὸ 1880, ἀνεγράφη δὲ ἐκ νέου ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ τοῦ 1882, τῷ καὶ νῦν ἰσχύοντι, ἑπομένως οὐ μόνον εἶναι νόμος τοῦ Κράτους σήμερον, ἀλλὰ καὶ συνεπήγαγεν ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει ἡμῖν ἡ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν συνομολογηθεῖσα σύμβασις, καὶ ὁ πρὸς τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν αὐτῶν ὀφειλόμενος σεβασμὸς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχω λόγους νὰ πιστεύσω, ὅτι πρέπει νὰ μεταμελώμεθα διὰ τοῦτο. Ἐνῷ δὲ τοιαῦτα φρονῶ, δὲν νομίζω, ὅτι καὶ πρέπει ν’ ἀπόσχωμεν καὶ πάσης ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων παρατηρήσεως, διότι καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἔνθα καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοθετήματα παρασκευάζονται κατὰ τρόπον παρέχοντα ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις καὶ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἄνδρας εἰδικοὺς καὶ πεπειραμένους, ἱκανὴν ὑφίστανται ταῦτα βάσανον ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ἧς τέκνον τυγχάνει νὰ ἦναι ὁ Γάλλος στρατηγὸς κ. Βοσσὲρ, δὲν βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἐν ταῖς Βουλαῖς μακρὰς συζητήσεις περὶ τῶν ἑκάστοτε λαμβανομένων στρατιωτικῶν μέτρων, καίτοι τούτων παρασκευαζομένων ὑπὸ ἐπιτροπῶν, συγκεκροτημένων ἐξ ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν; Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι θὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν στρατιωτικὸν σύστημα, τὸ ὡς ἐν κατόπτρῳ φαινόμενον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ. Στρατιωτικὸν σύστημα Κράτους τινὸς εἶναι τὸ σύνολον τῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς πάντα πολίτην νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα αὑτοῦ ἐν ὡρισμένῃ ἡλικίᾳ καὶ καθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἐν ἑκάστῳ Κράτει μέχρι τοῦ Νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ στρατιωτικὸς ἐπανέρχεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, εἴτε ἀμέσως, ὡς κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα, εἴτε μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων ὁ ἀποστρατευόμενος στρατιωτικὸς ἀνήκει ἐν ἄλλοις Κράτεσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἢ ἐνιαχοῦ καὶ τὴν ἐθνοφρουράν. Βάσις παντὸς στρατιωτικοῦ συστήματος εἶναι ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὅστις παρέχει τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, οὓς ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ συντάσσει καὶ καταρτίζει κατὰ τὸν ἐν αὐτῷ ὁριζόμενον τρόπον. Ὁ ἡμέτερος στρατολογικὸς νόμος, δι’ οὗ καθιεροῦται καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ καθολικὴ στρατολογία, ἐξηκολούθει λειτουργῶν, ὡς εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1878, μέχρι τοῦ 1882, ὅτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προὐκάλεσε τὴν μεταῤῥύθμισιν αὐτοῦ, ἐπενεγκοῦσα μεταβολάς τινας, ὧν δύο κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξαν αἱ σπουδαιότεραι. Ἡ κατάργησις τῆς τριετοῦς θητείας καὶ τῆς ἑξαμήνου ὑπηρεσίας καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν διὰ τῆς διετοῦς ἐν τοῖς εἰδικοῖς σώμασι καὶ τῆς μονοετοῦς ἐν τῷ πεζικῷ, καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν περὶ ἀνυποτάκτων διατάξεων διὰ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρωτούς. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ζητήματος τῆς στρατιωτικῆς θητείας οὐδένα ποιοῦμαι σήμερον λόγον, διότι δὲν εἶναι ἡ πρὸς τοῦτο κατάλληλος στιγμή, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κατὰ πᾶσαν σχεδὸν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τριετῆ θητείαν διὰ τὸν ἡμέτερον στρατὸν, παριστῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἄνευ αὐτῆς ὁ στρατὸς εἶναι ἄθροισμα ἐνόπλων, δὲν ἐμνήσθη τῶν περὶ μακρᾶς θητείας ἰδεῶν αὑτοῦ, οὐχὶ ὅπως ζητήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ σήμερον τοιαύτην εἰς τὸν στρατὸν, διότι ἴσως δὲν εἶναι ὥριμος ἔτι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας ταύτης, ἀλλ’ ἵνα μὴ εὑρεθῇ τοὐλάχιστον εἰς ἣν εὑρέθη θέσιν κατὰ τὴν κινητοποίησιν τοῦ στρατοῦ νὰ πράξῃ τὰ ἐναντία ἐκείνων, ἅτινα ὑπεστήριζεν ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἣν συνεβούλευε τὸν κ. Τρικούπην νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, θὰ ἐνθυμεῖσθε ἴσως ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, κατὰ Δεκέμβριον, νομίζω, μῆνα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἁπλοῦς τότε ἀντιπρόσωπος ὢν καὶ θέλων νὰ δώσῃ μεγαλείτερον κῦρος εἰς τὰς κατὰ τῆς βραχυχρονίου θητείας γνώμας αὐτοῦ, ἐπεκαλέσθη τὴν αὐθεντίαν τῶν λόγων τοῦ Γάλλου βουλευτοῦ Λοκρόϋ καὶ ἀνέγνωσε μάλιστα καὶ περικοπήν τινα τῆς ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀναγνώσω, διότι εἶναι σύντομος. «Οὕτω διῃρέθη ὁ στρατὸς εἰς δύο μέρη· τὸ μὲν περιλαμβάνον τοὺς μαχίμους, ἤτοι τοὺς τυχόντας ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀληθῶς στρατιώτας, τὸ δὲ τοὺς προωρισμένους νὰ μείνωσιν ἀμαθεῖς καὶ καθισταμένους ἀνωφελεῖς πρὸς ἄμυναν τῆς Χώρας, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἐν περιπτώσει πολέμου καὶ ἐν ὥρᾳ κινδύνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ τολμήσῃ νὰ κινητοποιήσῃ τοὺς τοιούτους στρατιώτας. Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν τολμᾷ· ἐρωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου του τίς ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς, ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ὁ στρατηγὸς Tibaudin». Τί ἤθελεν εἰπεῖ ἆρά γε ὁ Γάλλος βουλευτὴς ἢ ὁ στρατηγὸς Tibaudin, οἵτινες τοὺς ἀνεπαρκῶς ἠσκημένους ἔλεγον ὅτι δὲν τολμῶσι νὰ κινητοποιήσωσιν, ἐὰν ἤκουον, ὅτι ἡμεῖς κινητοποιήσαντες τοὺς ἀπηλλαγμένους, τοὺς ἐντελῶς δηλονότι ἀγυμνάστους, ἐτάξαμεν αὐτοὺς εἰς τὰ σώματα τῶν πρώτων γραμμῶν; Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐπενεχθεῖσαν μεταῤῥύθμισιν τῶν περὶ ἀνυποτάκτων διατάξεων διὰ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτου ὑπηρεσίας, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπερβολὴ, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἔδει ν’ ἀναγραφῇ χρυσοῖς γράμμασιν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, διότι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ὑπῆρξαν ἀληθῶς θαυμάσια. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν δὲν παρέστη μάρτυς τῶν συμβαινόντων ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πρὸς κατάταξιν τῶν κληρωτῶν ὡρισμένης ὑπὸ τοῦ νόμου ἡμέρας; Καὶ ποσάκις δὲν ἐπεκαλέσθησαν οἱ ὑπόχρεοι καὶ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν τῶν πολιτευομένων, ὅπως καταταχθῶσι πρὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, τρέμοντες ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἐπικρεμαμένης σπάθης τοῦ Δαμοκλέους ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας; Κατόπιν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἔρχεται ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, δι’ οὗ ὁ στρατὸς καταρτίζεται, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως, κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, οὐδ’ εἶναι ἐνταῦθα ὁ κατάλληλος τόπος, ἵνα ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἀρχὰς, ἐφ’ ὧν τὰ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων πάσης Χώρας στηρίζονται· ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ πληθὺς τῶν διὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καλουμένων ἀνδρῶν ἤθελεν εἶσθαι τῷ ὄντι συρφετὸς ἐνόπλων, ἐὰν δὲν συντάσσετο καὶ κατηρτίζετο κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ διάνοια καὶ ἡ θέλησις ἑνὸς ἀνδρὸς καλουμένου ἀρχηγοῦ νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου. Τοῦτο δὲ κατορθοῦται μόνον διὰ τῆς κατὰ μονάδας διαρκοῦς καὶ κανονικῆς διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ, καὶ τῆς ἐν αὐτῷ κρατήσεως πνεύματος πειθαρχίας. Θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον τὰ τρία ταῦτα ἀπαραίτητα στοιχεῖα παντὸς καλῶς ὠργανωμένου στρατοῦ ἐνυπάρχουσιν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατόν. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν κατὰ μονάδας διαίρεσιν βαδίζει μέχρι τοῦ σημείου τοῦ σχηματισμοῦ συνταγμάτων ἐκ παραλλήλου μετὰ τῶν ὀργανισμῶν τῶν ἄλλων στρατῶν· ἀλλ’ ἐκεῖθεν, ἀντὶ τῶν παραδεδεγμένων ἐν ἅπασι τοῖς λοιποῖς Κράτεσι διαρκῶν καὶ κανονικῶν μονάδων, ἤτοι στρατιῶν (corps d’ armée) μεραρχιῶν, ταξιαρχιῶν, καθιεροῖ ἀρχηγεῖα στρατοῦ. Καὶ ἐνόουν, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ἢ ἐν ὥρᾳ πολέμου διὰ τὰ προωρισμένα πρὸς ἄμυναν τῆς Χώρας στρατεύματα, ὡς ἔχει ἡ Αὐστρία τοιαῦτα ἐπιτόπια καλούμενα ἀρχηγεῖα, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω τὸ σύστημα τοῦτο συντελοῦν ἐν πολέμῳ εἰς τὴν συμπαγῆ καὶ ἑνιαίαν τοῦ στρατοῦ ἐνέργειαν. Ἠδυνάμην πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου νὰ προσφύγω εἰς πολλὰ καὶ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι πολλοῖς ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ἐχρήσατο ἄλλοτε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ συστήματος τούτου, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ἀρκεσθῆ νὰ ὑποδείξω ὑμῖν πρόσφατον παράδειγμα, ἀποδεικνῦον ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα ἡ ἔλλειψις συμπαγοῦς καὶ κανονικῆς ἐνεργείας τοῦ στρατοῦ. Ὅταν κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον τοῦ 1870 διέβαινον τὰ Ῥωσσικὰ στρατεύματα τὸν Δούναβιν, εὗρον ἀντιμέτωπον Τουρκικὸν στρατὸν τάγματα αὐθύπαρκτα ὑπὸ ἀρχηγὸν (πασσᾶν), τοῦ ὁποίου αἱ διαταγαὶ βραδέως μετεδίδοντο· ἡ μεταξὺ τῶν διοικητῶν τοσούτων αὐθυπάρκτων ταγμάτων συνεννόησις ἀπέβαινε δυσχερής, καὶ σχεδὸν ἀκατόρθωτος, ἐντεῦθεν προέκυψε σύγχυσις καὶ ἀταξία, ἧς ἐπωφεληθεὶς ὁ Ῥωσσικὸς στρατὸς, διέβη τὸν Δούναβιν καὶ κατήγαγε τὰς πρώτας ἐκείνας νίκας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἄλλοτε πάντα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἐκτὸς τῆς Πρωσσίας, δὲν παρεδέχοντο διαρκεῖς μονάδας ἀνταποκρινομένας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μετὰ τὴν καθιέρωσιν τῆς καθολικῆς στρατολογίας, ἧς ἕνεκα ἐπῆλθεν ἐπαισθητὴ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀπαιτοῦσα μείζονα ἑνότητα πολεμικὴν, εὑρέθησαν ἠναγκασμένα νὰ παραδεχθῶσι μεγάλας μονάδας διαρκεῖς, ἤτοι στρατιὰς (corps d’ armée), μεραρχίας καὶ ταξιαρχίας, δι’ ὧν κατορθοῦται ὁ κανονικὸς συνδυασμὸς τῶν τριῶν ὅπλων καὶ ἡ ἀμοιβαία αὐτῶν ὑποστήριξις. Καὶ οὕτω βλέπομεν τὴν Γαλλίαν ἔχουσαν 19 μεγάλας στρατιὰς, 18 ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ καὶ μίαν ἐν Ἀλγερίᾳ, συγκροτουμένας ἐκ μεραρχιῶν, ταξιαρχιῶν, συνταγμάτων κτλ. Τὴν Γερμανίαν ἔχουσαν 17 τοιαύτας ἐν ἐκστρατείᾳ ἐκτὸς τῶν ὁρίων, πλὴν τῶν ἄλλων συμπληρωτικῶν τμημάτων. Τὴν Αὐστρίαν ἐπίσης ἔχουσαν τοιαύτας, συγκροτουμένης ἑκάστης τούτων ἐκ τριῶν μεραρχιῶν πεζικοῦ, μιᾶς ταξιαρχίας ἱππικοῦ, μιᾶς ταξιαρχίας πυροβολικοῦ κτλ. Τὴν Ἰταλίαν ἔχουσαν δέκα στρατιὰς, ἤτοι εἴκοσι μεραρχίας, περιεχούσας ἀνάλογον ἀριθμὸν ταξιαρχιῶν καὶ συνταγμάτων. Τὴν Ῥωσσίαν διῃρημένην εἰς 14 στρατιωτικὰς περιφερείας, περιεχούσας τοσαύτας μονάδας μεγάλας καὶ μικρὰς, ὥστε θὰ ἀπῃτεῖτο ὁλόκληρος ὥρα νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω ταύτας. Τὸ Βέλγιον, ὅπερ δὲν ἀπεδέξατο εἰσέτι ἐντελῶς τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἔχον τέσσαρας μεραρχίας ἐν εἰρήνῃ καὶ ἓξ ἐν πολέμῳ. Τὴν Τουρκίαν ὡσαύτως. Τὴν Βουλγαρίαν ἔχουσαν ἐν σμικρῷ τὸν νέον στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς Ῥωσσίας. Τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ῥωμουνίαν ἐπίσης. Ἡμεῖς νομίζω, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν συγκρότησιν τῶν μεραρχιῶν καὶ ταξιαρχιῶν ἀντὶ τῶν καθιερουμένων ἀρχηγείων στρατοῦ. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν κατὰ μονάδας διαίρεσιν τοῦ στρατοῦ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου στοιχείου τοῦ καλῶς ὠργανωμένου στρατοῦ, ἤτοι τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπερ ἂν καὶ τοιοῦτο θεωρούμενον, περιλαμβάνεται καὶ ἀναγράφεται ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς τῶν στρατῶν πάντων τῶν Κρατῶν. Τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ ἡμῶν μέχρι τῆς συστάσεως τῶν δύο σχολῶν, τῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν πρὸς μόρφωσιν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἱππικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, ἀτελῶς εἶχον παρ’ ἡμῖν, καὶ φόβος ἐπέκειτο ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ τῆς προόδου, καθ’ ἣν ἡ στρατιωτικὴ τέχνη κολοσσιαίας ἐποιήσατο προόδους, καὶ καθ’ ἣν πάντα τὰ Κράτη πολλαπλασιάζουσι τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ αὐτῶν, ἡμεῖς νὰ μείνωμεν μὲ μόνην τὴν ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν σωμάτων ὁριζομένην διδασκαλίαν, ἐὰν αἱ ὀπισθοδρομικαὶ ἰδέαι τῶν καταπολεμησάντων τὰς Σχολὰς ταύτας ὑπερίσχυον. Ἀλλ’ οὔτε τότε ὑπερίσχυσαν, οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι θὰ κατορθώσωσι τὴν κατάργησιν αὐτῶν, διότι θὰ ὀπισθοδρομήσωσιν ἐνώπιον τῶν πασιφανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ χρησιμωτάτου τούτου θεσμοῦ. Ἡ ἀναγραφομένη δαπάνη πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ γενομένη μεταῤῥύθμισις τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου προτάσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως σπουδαίως συνετέλεσεν εἰς τὴν τελειοτέραν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν τεχνικῶν σωμάτων ἐκπαίδευσιν. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην ταύτην θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον ἀναγεγραμμένην τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην πρὸς σύστασιν ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ ἐκπαιδευτηρίου ὁμοίου τοῖς ἐν ἄλλοις πολλοῖς Κράτεσι λειτουργοῦσιν. Ἡ Ἰταλία, λόγου χάριν, ἐνῷ ἔχει τοσαῦτα στρατιωτικὰ σχολεῖα, ἤτοι τρεῖς σχολὰς ὑπαξιωματικῶν, εἰς ἃς νῦν συνιστᾷ καὶ τετάρτην, τὰς ὁποίας ὀνομάζει τάγματα ἐκπαιδεύσεως, τέσσαρα στρατιωτικὰ λύκεια, ἐν οἷς παρασκευάζονται νέοι, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἀκαδημίαν, εἰδικὴν σχολὴν ἱππικοῦ, ἐν ᾗ ἐκπαιδεύονται οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ σώματος τούτου, εἰδικὴν σχολὴν τοῦ πεζικοῦ, σχολεῖα ἐφαρμογῆς διὰ τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς, στρατιωτικὴν σχολὴν, παρέχουσαν ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, στρατιωτικὴν ἀκαδημίαν, ἐν ᾗ ἐκπαιδεύονται οἱ προωρισμένοι νὰ ἐξέλθωσιν ὡς ἀνθυπολοχαγοὶ εἰς τὰ σώματα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, καὶ σχολεῖα ἐφαρμογῆς διὰ τοὺς ἐξερχομένους εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα ἀξιωματικούς· ἐνῷ, λέγω, ἔχει τοσαῦτα καί τινα ἄλλα εἰσέτι, ἔχει ὑπεράνω τούτων σχολεῖα λεγόμενα τοῦ πολέμου (scuola di guerra), ἐν οἷς μορφοῦνται ἀξιωματικοὶ τῶν ἐπιτελῶν καὶ οἱ διὰ τὴν ἀνωτέραν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ προωρισμένοι. Ὅτι πάντα τὰ Κράτη σήμερον ἕνεκα τῶν ἀπαιτήσεων τῆς νεωτέρας τακτικῆς τοῦ πολέμου ἔστρεψαν τὴν προσοχήν των εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ αὐτῶν, δύναταί τις νὰ βεβαιωθῇ ἅμα ὡς ῥίψῃ βλέμμα τι εἰς τὰ ἐν πάσαις ταῖς Χώραις καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἀπωτάταις τελούμενα. Κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, προκαλῶν τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῶν τελουμένων καὶ εἰς ἄλλα μεγάλα Κράτη ὡς εἰς Γερμανίαν καὶ Γαλλίαν, διότι καὶ χρόνον θὰ καταναλώσω πολὺν καὶ εἰς πολλοὺς παρ’ ὑμῖν εἰσὶ ταῦτα γνωστά, διὰ τοῦτο θέλω ὑποδείξει ὑμῖν τί τελεῖται ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ παρὰ τὸν Αἷμον μικρὰ ἐκεῖνα Κράτη, ἅτινα ἐπισπῶνται σήμερον τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ ὁλοκλήρου σχεδὸν τοῦ Κόσμου. Ἡ Βουλγαρία, ἡγεμονία ἀρτιγέννητος, μὴ ἔχουσα ἕνεκα τούτου στρατιωτικὰ σχολεῖα εἰσέτι, ἀπέστειλε πολλοὺς νέους εἰς τὰ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰ ἐν Ῥωσσίᾳ τοιαῦτα πρὸς ἐκμάθησιν τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, οὗτοι δὲ ἐπανελθόντες ἦσαν οἱ κατὰ τὸ πλεῖστον διοικήσαντες τμήματα στρατοῦ εἰς τὸν λήγοντα, πιστεύω, Σερβο–βουλγαρικὸν πόλεμον, ἕνεκα τῆς ἀποχωρήσεως τῶν Ῥώσσων ἀξιωματικῶν, κατόπιν τοῦ πραξικοπήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, τὰ δὲ ἀποτελέσματα μαρτυροῦσι κατὰ πόσον οὗτοι ὑπῆρξαν χρήσιμοι εἰς τὸν Βουλγαρικὸν στρατόν. Ἡ Σερβία, ἥτις φαίνεται ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων ἀτυχήσασα, δι’ οὓς λόγους θέλει ἐξακριβώσει μετ’ οὐ πολὺ ἡ ἱστορία τοῦ πολέμου τούτου, ἔχει λειτουργοῦν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀτελές τι σύστημα στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως· καὶ δὲν κρίνω τοῦτο ὡς τοιοῦτον ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων· διότι, ἐνῷ ἔχει κεντρικὴν στρατιωτικὴν σχολὴν ἐν Βελιγραδίῳ, ἔχει καὶ εἰδικὴν σχολὴν τοῦ πυροβολικοῦ, ἧς οἱ καρποί εἰσιν ἀνωφελεῖς, ἀφοῦ εἶχον ἔτι ἐν χρήσει τὸ σύστημα τῶν ἐμπροσθογεμῶν πυροβόλων, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἔχουσιν ἄφθονα καὶ κατασκευάζουσι τοιαῦτα ἐν τῷ τόπῳ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ φωνὴ τῶν τοιούτων πυροβόλων ἀπέναντι τῶν ὀπισθογεμῶν εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν ἐρήμῳ· διότι, ὡς γνωστόν, τὰ ὀπισθογεμῆ καὶ εἰς μείζονα ἀπόστασιν βάλλουσι, καὶ πλειοτέρας βολὰς καὶ εὐστάθειαν ἔχουσι μεγαλειτέραν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχει αὕτη ἐν τῇ πόλει Κραγγιβάτζ ὁπλοστάσια, χυτήρια, πυροτεχνουργεῖα, ὁπλουργεῖα, καψυλλοποιεῖα, πυριτοποιεῖα, καὶ τόσα ἄλλα, ἐν οἷς κατασκευάζει μὲν ὅπλα ὀπισθογεμῆ τῶν ἐν χρήσει δύο συστημάτων ἐν Σερβίᾳ, ἀλλὰ τὰ κατασκευαζόμενα πυροβόλα, ἐξ ὧν ἔχει ἀφθονίαν, ὡς εἶπον, εἰσὶν ἐμπροσθογεμῆ, καὶ ἀναντιῤῥήτως τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἡ ἱστορία θὰ συγκαταριθμήσῃ μεταξὺ τῶν αἰτίων, τῶν ἐπενεγκόντων τὴν ἧτταν τῶν Σερβικῶν ὅπλων. Ἡ Ῥωμουνία ἔχει πλῆρες σύστημα στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ ὀφείλει εἰς τὴν ἀναδιοργανώσασαν τὸν στρατὸν αὐτῆς Γαλλικὴν ἀποστολὴν ἀπὸ τοῦ 1861–1869 ὑπὸ τὸν τότε ταγματάρχην καὶ νῦν ἀντιστράτηγον κ. Lamy. Αὐτὴ ἡ ἀπωτάτη Ἱσπανία ἔχει, πλὴν τοῦ καλῶς ὠργανωμένου στρατοῦ, τῶν ὁπλουργείων, χυτηρίων καὶ λοιπῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων, πολλὰς στρατιωτικὰς σχολὰς πρὸς μόρφωσιν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἃς ὀφείλει εἰς Γαλλικὴν ἀποστολήν· μὴ ἀρκουμένη δὲ εἰς ταύτας ἀποστέλλει κατ’ ἔτος πολλοὺς ἐκ τῶν νέων ἀξιωματικῶν εἰς Γαλλίαν πρὸς τελειοποίησιν τῶν σπουδῶν των. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πειθαρχίαν, ἥτις, ὡς εἶπον, ἀποτελεῖ καὶ αὕτη ἓν τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων παντὸς καλῶς ὠργανωμένου στρατοῦ, δύναμαι ἀνεπιφυλάκτως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα τοιαύτη ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ πρὸ τῆς κατατάξεως τῶν ἐφέδρων ἦτον εὐάρεστος, καὶ εἰς ταύτην κυρίως ὀφείλομεν νὰ στηρίζωμεν τὰς ἐλπίδας ἡμῶν, διότι στρατὸς πειθαρχῶν καὶ καλῶς διοικούμενος ἔχει τὴν ἠθικὴν δύναμιν νὰ διαπράξῃ μεγάλα. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰς πάντας τοὺς στρατοὺς ὁ ἐλάχιστος τῆς πειθαρχίας κλονισμὸς προλαμβάνεται· ἂν δέ που ἀναφανῇ, καταστέλλεται ἀμέσως διὰ παντὸς τρόπου· ἰδίως δὲ αὐστηρότατα λαμβάνονται μέτρα πρὸς ἀποσόβησιν τῆς προερχομένης διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν τῷ στρατῷ ἐκ τῶν λιποταξιῶν, αἵτινες πηγάζουσι συνήθως εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαιούντων μέσων εἰς τὸν στρατιώτην, εἴτε ἕνεκα τραχείας συμπεριφορᾶς τῶν προϊσταμένων, εἴτε καὶ ἕνεκα ἀδίκου ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης· τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει γεγονότα τινὰ, λαβόντα χώραν ἐσχάτως ἐν Ἰταλίᾳ. Στρατιώτης τις ἐκ Καλαβρίας τιμωρηθεὶς ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του, ἐνώπιον τοῦ λόχου παρατεταγμένου, καὶ ὑβρισθεὶς λαμβάνει ἓν ὅπλον καὶ ἐκτὸς ἑαυτοῦ γενόμενος φονεύει δι’ αὐτοῦ καὶ τραυματίζει δεκατρεῖς ἐν ὅλῳ ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λοχίας τις τοῦ ἱππικοῦ ἐν τῇ φρουρᾷ Φλωρεντίας φονεύει τὸν ἐπιλοχίαν αὐτοῦ, διότι τὸν ἠδίκησε χαριζόμενος πρὸς ἕτερον λοχίαν συγγενῆ του. Μετὰ μικρὸν ἕτερος λοχίας ἐκ τῶν φρουρούντων τὰς Ἄλπεις σωμάτων ἐγκαταλείπει τὰς τάξεις αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν, διότι δὲν ἀπεστέλλοντο αὐτῷ ἐγκαίρως τὰ ἀναγκαῖα μέσα ἐν ὥρᾳ μάλιστα χειμῶνος. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐνεποίησαν, ὡς εἰκὸς, ἀλγεινὴν αἴσθησιν εἴς τε τὸν στρατὸν καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ εὐλόγως ἐπεσπάσαντο ταῦτα καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπερωτήσεις περὶ τούτων, αἱ καταδικαστικαὶ κατὰ τῶν ἐνόχων ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων ἐξετελοῦντο, οἱ δὲ προϊστάμενοι, οἵτινες διὰ τῆς διαγωγῆς των ἢ τῆς ἀδρανείας των ὑπῆρξαν οἱ αἴτιοι νὰ γεννηθῶσι τὰ τοσοῦτον διὰ τὸν στρατὸν ἐπιβλαβῆ ἐγκλήματα, ἀπεπέμποντο ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἔχητε στρατὸν πειθαρχοῦντα; φροντίσατε νὰ ἔχητε πρὸ πάντων αὐτὸν καλῶς ἐνδεδυμένον, καλῶς στρατωνισμένον καὶ νὰ τὸν τρέφητε ἐπαρκῶς, μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι πρὸς ἑδραίωσιν τῆς πειθαρχίας ἀπαιτεῖται δικαία ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ἡ ἀπογοήτευσις καὶ μετὰ μικρὸν ἡ ἀποσύνθεσις τοῦ στρατοῦ. Παράδειγμα διδακτικώτατον ἔχομεν τὰ ἐν Γαλλίᾳ μικρὸν πρὸ τοῦ Γαλλοπρωσσικοῦ πολέμου συμβαίνοντα. Ἡ ἐν τῷ στρατῷ ἐκπαίδευσις τότε εἶχε σπουδαίως ἀμεληθῆ, ἡ δὲ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης κακῶς ἐγένετο, τῶν βαθμῶν ἀπονεμομένων ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς εὐνοουμένους. Εὑρέθη ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν ἀνακτόρων τοῦ Κεραμεικοῦ (Tuileries) ἔγγραφος σύστασις τῆς Αὐτοκρατορίσσης περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικοῦ κατ’ ἐκλογὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἦτο καλὸς καὶ ἄφοβος χορευτὴς (bon danseur, danseur intrepide). Τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν κατεπατοῦντο ἀσυστόλως· οἱ ἀξιωματικοί, διότι ἐθεάθησαν ὁμιλοῦντες μετά τινων τῶν ἡγετῶν τῆς κατὰ τοῦ Αὐτοκράτορος ἀντιπολιτεύσεως, ἐτίθεντο ἀνεξετάστως εἰς ἀργίαν δυνάμει τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, τοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος μέχρι τοῦ 1882, ὅτε προτάσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετεῤῥυθμίσθη οὗτος κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα ἐπαρκῶς τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ σήμερον τὴν τύχην τοῦ μέλλοντος νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν ἀξιωματικοῦ δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως δὲν ἀποφασίζει πλέον ἡ αὐθαίρετος θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀνακριτικὸν συμβούλιον, συγκροτούμενον ἐξ ἀξιωματικῶν ἀρχαιοτέρων καὶ ἀνωτέρων αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἐν ἀργίᾳ δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ἢ διὰ προσκαίρου παύσεως ἀξιωματικοὺς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ὑπὸ τοιοῦτο λοιπὸν σύστημα οἱ ἀξιωματικοὶ τότε ἐν Γαλλίᾳ, οἵτινες δὲν εἶχον ἰσχυρὰς προστασίας, δὲν ἠδύναντο νὰ προαχθῶσιν, ἐντεῦθεν ἐπήρχετο ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ ὑπηρεσία ἐχαλαροῦτο, οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοὶ ἔμενον γράμμα νεκρόν, ἡ δὲ ὀκνηρία ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοῦ στρατοῦ. Ὡμίλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διακαῶς ἐν ταῖς Βουλαῖς περὶ προόδου τοῦ στρατοῦ, χωρὶς ποτε ν’ ἀσχοληθῇ εἰς σπουδαῖόν τι καὶ χρήσιμον· ὅταν δὲ μετεῤῥύθμιζε τὴν στολὴν τοῦ στρατοῦ κατά τι, ἐνόμιζεν ὅτι κατώρθου τι σοβαρὸν καὶ ὠφέλιμον. Ἡ εἰκὼν αὕτη εἶναι τῳόντι, κύριοι, θλιβερά, ἀλλὰ καὶ πραγματική, τὴν ἀλήθειαν δὲ ταύτης ἐπιμαρτυροῦσι τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου τοῦ 1870 διὰ τὴν Γαλλίαν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μετὰ χαρᾶς, ὅτι εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν ἡ Βασιλεία ἵσταται ἐν τῇ ἐμπρεπούσῃ Αὐτῇ ὑψηλῇ θέσει, ἐν ᾗ ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, μηδόλως ἀναμιγνυομένη εἰς ὅσα τότε ἀνεμιγνύετο ἡ Αὐλὴ τῆς Γαλλίας, καὶ ἑπομένως οὐδένα διατρέχουσιν ἐκεῖθεν κίνδυνον τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ ἴδιον ἐντελῶς καὶ διὰ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, διότι βλέπομεν σήμερον διοριζομένους διοικητὰς τῶν νεωστὶ σχηματισθέντων Συνταγμάτων τοῦ πεζικοῦ τινὰς ἐκ τῶν νεωτέρων ἀντισυνταγματαρχῶν, ἐνῷ ἀρχαιότεροι αὐτῶν, οὔτε ἀνίκανοι, οὔτε ἀμόρφωτοι, οὔτε ἄπειροι, τοποθετοῦνται ὡς ὑποδιοικηταὶ ἢ εἰς παθητικὰς θέσεις. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατήγγελλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε τὸν προκάτοχον αὐτοῦ Ὑπουργόν, ὡς δῆθεν παραλύοντα τὴν πειθαρχίαν διὰ τῆς ἀποσπάσεως ἑνὸς δεκανέως εἰς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, ἢ ἑνὸς ὑποδεκανέως εἰς τὸ τοῦ Ναυπλίου, τί δύναταί τις νὰ εἴπῃ νῦν διὰ τὰς συνεπείας ἐν τῷ στρατῷ τῆς τοιαύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνεργείας; Ἀπαραίτητον ἐπίσης στοιχεῖον ἐν παντὶ στρατῷ εἶναι καὶ τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, ὅπερ ἀναπτύσσεται καὶ ἑδραιοῦται, ὅταν οὗτος κέκτηται τὰς ἀρετὰς ἐκείνας, αἵτινες συγκρατοῦσι τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ πρὸς ἄλληλα. Καὶ δὲν ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι τοιοῦτο πνεῦμα δὲν ἐνυπῆρχεν εἰς τὸν ἡμέτερον στρατὸν πρὸ τῆς κατατάξεως τῶν ἐφέδρων· ἐὰν ἑπομένως ἐλαμβάνετο ἡ δέουσα πρόνοια, ὅπως ἡ διανομὴ τῶν ἐφέδρων εἰς τὰ σώματα γένηται καθ’ ὃν τρόπον λαμβάνει αὕτη χώραν ἐν πᾶσι τοῖς στρατοῖς καὶ ὑπῆρχον τὰ μέσα, οὐδεὶς ἤθελεν ἐπέλθει κλονισμὸς εἰς τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ σχηματίσω γνώμας καὶ νὰ ἐκφέρω συμπεράσματα, βασιζόμενος ἐπὶ πληροφοριῶν ἀνδρῶν, ἐνδιαφερομένων διὰ τὸν στρατὸν ὡς μελῶν αὐτοῦ καὶ ἀγαπώντων αὐτὸν ἐξίσου ὡς πέντες ἡμεῖς ἐνταῦθα, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἠθικῶς δὲν εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀνομολογήσω, ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοί, διοικοῦντες ἀριθμὸν ἀνδρῶν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ἐκείνου, ὃν δύνανται καὶ πρέπει κατὰ τοὺς κανονισμοὺς νὰ διοικῶσι, κατέβαλον καὶ καταβάλλουσι διηνεκῶς ἀτρύτους κόπους πρὸς ἐκπαίδευσιν, συγκράτησιν καὶ ἐνθάῤῥυνσιν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀνδρῶν, συναισθανόμενοι τὴν μεγίστην εὐθύνην, ἣν ἔχουσιν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους καὶ ἀναγνωρίζοντες φιλοτίμως τὰς θυσίας καὶ τὰ βάρη, ἅτινα χάριν αὐτῶν καὶ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑφίσταται. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν, ἐπιτραπήτω μοι μικρά τις παρέκβασις. Εὑρισκόμενος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν Ἰταλίᾳ καὶ εὐτυχήσας νὰ ἴδω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν Ἰταλικὸν στρατὸν καὶ νὰ μελετήσω τὰ κατ’ αὐτὸν, ἀπεκομισάμην ἐντυπώσεις διὰ τοὺς ἡμετέρους ἀξιωματικοὺς οὐχὶ δυσαρέστους ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνους, χωρὶς νὰ παρίδω κατὰ τὴν σύγκρισιν ταύτην, ὅτι ἐκεῖνοι γεννηθέντες ἐν μεγάλῳ Κράτει ὑπὸ περιστάσεις εὐνοϊκωτάτας καὶ ὅλως ἀλλοίας ἐκείνων, ὑφ’ ἃς οἱ ἡμέτεροι διατελοῦσιν, εἶχον καὶ ἔχουσιν ἄφθονα τὰ μέσα τῆς θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς αὐτῶν ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ηὐτύχησαν νὰ παρευρεθῶσιν εἰς ἐκστρατείας καὶ πολέμους καὶ ὅτι παρέστησαν καὶ παρίστανται ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἐνιαυτοῦ εἰς γενικὰς τοῦ στρατοῦ ἀσκήσεις, καθ’ ἃς, ὡς γνωστὸν, τελοῦνται εἰκονικῶς πάνθ’ ὅσα ἐν ἐκστρατείαις ἢ πολέμῳ πρέπει νὰ τελῶνται. Τοῦθ’ ὅπερ ηὐχόμην καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον καὶ παρ’ ἡμῖν τελούμενον, καὶ βεβαίως θὰ ἐβλέπομεν τοῦτο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ὀρθῶς σκεφθεῖσα, προὐκάλεσε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, τὸν ὁποῖον ἀπεδοκίμασαν καὶ κατεπολέμησαν ἐκεῖνοι, οἵτινες πρῶτοι ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ οἵτινες θὰ λυπῶνται, εἶμαι βέβαιος, διότι δὲν ἐφηρμόσθη πρότερον ὁ νόμος οὗτος, ἔστω καὶ ἅπαξ, ὅπως καὶ τὰ τῆς κινητοποιήσεως τοῦ στρατοῦ διευκολυνθῶσι καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ μέλλοντι καταστῇ εὐχερεστέρα. Ἐὰν κατωρθοῦτο, κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου πρὸ τῆς παρούσης κινητοποιήσεως τοῦ στρατοῦ, οὐ μόνον τὰ τοῦ στρατωνισμοῦ καὶ τὰ τοῦ ἱματισμοῦ καὶ πάντα τὰ διὰ τὴν συγκέντρωσιν στρατοῦ χρήσιμα θὰ ἦσαν παρεσκευασμένα καταλλήλως, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐφηρμόζοντο τότε πάντα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν ὁ στρατὸς καὶ ἰδίως οἱ βαθμολόγοι δύνανται νὰ προσκτήσωνται τὰς ἀναγκαίας διὰ τὸν προορισμόν των ἰδιότητας, ὧν ἄνευ ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ κληθῇ τακτικὸς, καὶ νὰ θεωρηθῇ ἱκανὸς οὐχὶ πρὸς ἐπίθεσιν μόνον, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς ἄμυναν τῆς Χώρας. Ὅτι ἡ ἐφεδρεία θὰ συνεκαλεῖτο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀναντιῤῥήτως ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀναγραφῆς ἀναλόγου πιστώσεως καὶ ἐκ τῶν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐκδοθεισῶν περὶ τούτου πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς διαταγῶν, αἵτινες καὶ ἐχρησίμευσαν, ὡς γνωστὸν, ἐν ταῖς πλείσταις Ἐπαρχίαις ὡς ὅπλον κατὰ τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, τῶν θεωρουμένων φίλων τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, ὁ λόγος περὶ ἐφεδρείας, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω καὶ αὖθις, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα στελέχη εἶναι ἀνεπαρκῆ διὰ τὸν κινητοποιηθέντα στρατὸν, καὶ ἀνεπαρκέστερα θὰ ὦσιν, ἐὰν κληθῶσι καὶ ἕτεραι σειραὶ ἡλικιῶν, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ ἰδίᾳ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐὰν δὲ κρίνωμεν ἔκ τινων περιστάσεων, καθ’ ἃς οἱ ἄνδρες τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ἐνήργησαν, ἔστω καὶ ἀτάκτως, δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ ἠναγκασμένη νὰ δράσῃ, τό γε νῦν ἔχον, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ καὶ προθυμίας προσελθόντες ἔφεδροι, λησμονοῦντες τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν καὶ ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν δοκιμασίαν, θὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν μετ’ αὐταπαρνήσεως, ἐμπρεπούσης εἰς ἄνδρας φιλοτίμους. Οἱαδήποτε δὲ καὶ ἂν ᾖ ἡ ἔκβασις τοιούτου ἀγῶνος θὰ ἐξέλθωσιν ἐξ αὐτοῦ, εἶμαι βέβαιος, μὲ πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἐξετέλεσαν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπέρτατον αὐτῶν καθῆκον.
§73Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ὁ κ. Καναβὸς καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§75ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀργὰ πλέον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ προχωρήσωμεν.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνθυμοῦμαι ὅ,τι μοὶ συνέβη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ βραχέος χρόνου, ὅτε ἠναγκάσθην νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ μεσονύκτιον παρ’ ἓν τέταρτον, ὅτε μοὶ ἔλεγον ὅτι, ἂν θέλητε, ὁμιλήσατε, ἄλλως παραιτηθῆτε, καὶ μοὶ συνέβη νὰ ἐξακολουθήσω ὁμιλῶν μέχρι τῆς 1 καὶ ¼ μ. μ. Τοιαύτας κατέλιπον εἰς ἡμᾶς συνηθείας κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· τοιοῦτό τι βεβαίως δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν συμβαίνῃ νὰ παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις καὶ μέχρι τῆς 9 ὥρας, τοῦτο εἶναί τι ἔκτακτον, ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τὸν στενὸν κύκλον τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν πρὸς ἐργασίαν. Ἑπομένως δὲν ζητοῦμεν νὰ πιέσωμέν τινα ἢ νὰ ἀναγκάσωμεν νὰ παραμείνῃ· ἐπιθυμοῦμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτάτην συζήτησιν, διότι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐὰν σήμερον εἴμεθα ἐν πλειοψηφίᾳ, δυνάμεθα μετά τινα καιρὸν νὰ εἴμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ, καὶ δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατεκρίναμεν πραχθὲν ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ἡ μειονοψηφία, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται λίαν ἀνυπόμονος νὰ διακόψῃ, νομίζει ὅτι εἶναι κεκμηκυῖα, δὲν ἀντιλέγομεν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὡς κανόνα, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐπισπεύδοντος τοῦ χρόνου, νὰ ἐργασθῶμεν καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Ἐὰν τυχὸν συμβῇ νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῶν ἑορτῶν, νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι μεγίστη, καὶ ταύτην δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀναλάβωμεν συντελοῦντες εἰς τὴν ταχεῖαν λύσιν τῶν συνεδριάσεων· ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ βαρύνῃ τοὺς αἰτίους τῆς προώρου λύσεως τῶν συνεδριάσεων.
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§80Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ κοσμιότης δὲν εἶναι μόνον ἀρετή, ἀλλὰ καὶ καθῆκον παντὸς πολιτευομένου. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον τοῦτο, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, οὐδὲ νὰ παρεμβάλωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν Συμπολίτευσιν πρὸς ἐξακολούθησιν αὐτῆς· ἐνοήσαμεν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι, ἀφοῦ ἤλθομεν ἀπὸ τῆς 3 ὥρας καὶ μένομεν μέχρι τῆς 9, δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν πλειότερον. Εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ μείνωμεν ἢ νὰ ἀναχωρήσωμεν, ἀλλὰ ἄλλοι θὰ ἔχωσι τὴν εὐθύνην· διότι δὲν ἠμποδίσαμεν τὴν Συμπολίτευσιν ἡμεῖς ἂν νομίζῃ, ὅτι εἶναι κόσμιον καὶ εὐπρεπὲς καὶ ἐξυπηρετοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ ἐξακολουθήσῃ ψηφοφοροῦσα ἄνευ συζητήσεως μέχρι πρωΐας, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναχωρήσω, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραμείνω πλειότερον.
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἀνεφέρθητε εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας περὶ εὐπρεπείας, ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνόματι αὐτῆς. Ποιοῦμαι εἰς ὑμᾶς γνωστὸν ὅτι ἕκαστος εἶναι κύριος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς εὐπρεπείας ὡς αὐτὸς ἐγκρίνει· ἑπομένως, ἐὰν ὑμεῖς ἐγκρίνητε νὰ ἀπέλθητε οἱανδήποτε ὥραν τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς θὰ σᾶς ἐπικρίνῃ ἐν τῇ Βουλῇ· θὰ σᾶς κρίνωσιν οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἄλλοτε ἡμεῖς ἀπελθόντες ἀπὸ τῆς αἰθούσης ὑβρίσθημεν, ἤδη δὲν ὑβρίσαμέν τινα ἀπελθόντα τῆς αἰθούσης. Ἐὰν δὲ ἡμεῖς νομίζωμεν ὅτι, ἀφοῦ ὑμεῖς ἀπέλθετε, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐργαζόμενοι καὶ κρίνωμεν τοῦτο εὐπρεπὲς, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θέλομεν τὸ πράξει.
§82Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁμιλοῦσι περὶ εὐπρεπείας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὕβρισαν ἄλλοτε ἀρχηγὸν κόμματος, διοικήσαντα τὸν Τόπον ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν. Ἐνθυμοῦμαι μετὰ πικρίας τοὺς λόγους των καὶ βαρὺ πένθος ἔχω εἰς τὴν καρδίαν μου, τὸ ὁποῖον οὗτοι δὲν ἠσθάνθησαν, οὔτε θὰ αἰσθανθῶσι, διότι τοιοῦτο δυστύχημα δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὸν οἶκόν των (θόρυβος).
§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ εὐγενὴς τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδίως ἀπετάθη πρὸς ἡμᾶς, μὲ ἀναγκάζει νὰ τῷ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, καὶ μόνον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λαμβάνω τὸν λόγον. Ἤθελα τὸν παρακαλέσει, ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ ἐνθυμηθῇ παρελθόντα, νὰ ἤθελεν ἐκτιμήσει τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν τότε καιρῶν καὶ τῶν σημερινῶν. Ἄλλοτε ἡ πλειοψηφία εἶπεν, ὅτι θὰ καθήσω νὰ ἐργασθῶ καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἔβλεπεν ἄλλην διαγωγὴν Ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιόν της, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν βλέπει σήμερον ἡ Κυβέρνησις. Ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος οὐ μόνον δὲν ἐφέραμεν κανὲν ἐμπόδιον, ἀλλ’ ἐπροσπαθήσαμεν νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας. Ἐὰν δὲ ἤδη θέλωμεν νὰ ἀναχωρήσωμεν, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πλειονότης, ὅτι πράγματι ἐκουράσθημεν. Μήπως δὲν προετείναμεν νὰ συνερχώμεθα καὶ τὴν πρωΐαν καὶ μετὰ μεσημβρίαν; ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὰς 2 καὶ μόλις γίνεται ἀπαρτία εἰς τὰς 4. Τὸν Προϋπολογισμὸν θὰ τὸν λάβητε, διότι δὲν θέλομεν νὰ εἴπητε, ὅτι φέρομεν κώλυμά τι, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 2 καὶ ὄχι εἰς τὰς 5.
§84ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ αἱ δύο μερίδες παραδέχονται τὸ κατεπεῖγον, προτείνομεν νὰ συνεδριάσῃ καὶ αὔριον ἡ Βουλή.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα, καὶ προθύμως θέλομεν συνέλθει αὔριον εἰς συνεδρίασιν. Παρακαλῶ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ ἔλθωσιν αὔριον εἰς τὰς 2.
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 παρὰ 20. μ. μ.