1885.11.23
1.868 στίχοι · 14.522 λέξεις · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 23 Νοεμβρίου 1885.
(Σάββατον)
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναφέρει ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἑτοίμη, ἀλλ’ ὅτι τὰ μέλη δὲν προσῆλθον ἵνα λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως καὶ ὑπογράψωσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὰ μέλη νὰ ἀποχωρήσωσι κατὰ τὸ διάστημα τῆς συνεδριάσεως διὰ νὰ ὑπογράψωσιν.
§2ΒΛΑΧΟΣ. Τὰ μέλη δὲν προσῆλθον, διότι δὲν προσεκλήθησαν τακτικῶς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ καθηγητὴς κ. Χρηστομάνος ὑποβάλλει ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς συμβάσεως πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ἡ ἁλυκὴ Θερμησίας, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀναγκαίαν πρὸς παραγωγὴν χημικῶν προϊόντων καὶ λιπασμάτων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δημητριάδης ὑποβάλλει ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἂν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες ἀπαλλάσσονται τῆς κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον χρηματικῆς εἰσφορᾶς, ὑπάγωνται καὶ οἱ ὑπομηχανικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἱ ἔχοντες βαθμὸν ἀξιωματικοῦ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Λάπας ὑποβάλλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, σχετικὴν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§4Ι. ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ λύπης μου ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀστυνόμου Λαρίσσης, καὶ λέγω μετὰ λύπης, διότι δὲν ἐπεθύμουν κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι παρὼν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἕως πότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προτίθεται νὰ παρατείνῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ βλάβῃ τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας τῆς πόλεως Λαρίσσης. Τελευταῖον, ὅταν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, μᾶς εἶπεν ὅτι τὰ ἔγγραφα τῆς προτάσεως δὲν εἶχον φθάσει ἐνταῦθα· ἔκτοτε παρῆλθον 15 ἡμέραι καὶ οὐδὲν ἐγένετο. Τηλεγραφικῶς ἐζήτησα παρὰ τοῦ Δημάρχου Λαρίσσης ἀντίγραφον τῆς προτάσεώς του καὶ τὸ ἔλαβον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἰδοὺ αὐτὸ, τὸ φέρω μαζῆ μου, ἐξ οὗ βλέπω ὅτι ὑπεβλήθη αὕτη εἰς τὴν Νομαρχίαν τὴν 16 Ἰουλίου, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀρνῆται. Ἐὰν τὸ ἔγγραφον κατακρατεῖται εἰσέτι παρὰ τῷ Νομάρχῃ Λαρίσσης, αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ φατριάζουν ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Δι’ ἑτέρου ἐγγράφου του τῆς 27 Ἰουλίου ὑπομιμνήσκει τὴν πρότασίν του· τελευταῖον δὲ εἶχον τηλεγράφημα ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐστάλησαν ἐνταῦθα τὴν 11 παρόντος μηνός. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι πρέπον, διότι εἶναι ἄτοπον κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν νὰ μένῃ ἡ πόλις Λαρίσσης ἄνευ ἀστυνόμου, ὅτε κόσμος πολὺς συνεκεντρώθη ἐκεῖσε.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ κοινὸν πόθον διὰ τοῦ καταρτισμοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὑπῆρχεν ἓν μέγα ζήτημα ἄλλοτε, τὸ ζήτημα περὶ ἐξώσεως τῶν δυστρόπων ἐνοικιαστῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔγινε νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσυντομεύθη ἡ διαδικασία ἀνατεθεῖσα εἰς τοὺς προέδρους τῶν δικαστηρίων, δυστυχῶς ὅμως οἱ κύριοι οὗτοι ἔδοσαν μεγάλην ἐλαστικότητα εἰς τὴν ἐξουσίαν των καὶ κατήντησαν ὥστε καὶ ὁ νόμος αὐτὸς νὰ εἶνε ἀνεπαρκής· διότι καὶ μετὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἐνοικίου ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καὶ ἀφοῦ γείνῃ ἡ ἀγωγὴ καὶ αἱ δαπάναι καὶ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ διαταχθῇ ἡ ἔξωσις τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὁ πρόεδρος δίδει προθεσμίαν καὶ ἑνὸς μηνὸς ἀκόμη, ὥστε οὕτω καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη παραδέχεται τὴν κατανόσφισιν τῆς ξένης περιουσίας. Ἔπρεπεν ὁ πρόεδρος νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἐγνώριζες ὅτι μὴ πληρόνων τὸ ἐνοίκιον θὰ ἐξωσθῇς ὤφειλες νὰ προπαρασκευασθῇς πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου· δεύτερον, ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀγωγῆς ὤφειλες νὰ μεριμνήσῃς περὶ νέου οἰκήματος· ἀλλὰ τέλος πάντων ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἐὰν θὰ σοῦ δοθῇ προθεσμία, θὰ προκαταβάλῃς τὸ μίσθωμα τοῦ χρόνου, οὗ ζητεῖς παράτασιν. Δὲν πρέπει οἱ κύριοι πρόεδροι οὕτω νὰ μεταβάλλωσι τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ἀφοῦ σήμερον μάλιστα αἱ οἰκοδομαὶ ἐπεβαρύνθησαν μὲ διπλασίαν φορολογίαν. Καὶ ὅταν ἡ Πολιτεία ζητῇ ἀνυπερθέτως τὸν φόρον, ὀφείλει αὐστηρῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόσοδον, ἣν φορολογεῖ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, ἥτις δύναται νὰ μὴ ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τελείου νομοθετήματος, ἀλλ’ ἐπὶ ταύτης δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ νὰ προσθέσῃ τι ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει ἡ βάσις νὰ ἐκπληροῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, τὴν ταχύτητα τῆς ἐκτελέσεως.
§6ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσθέσητε ὅτι ὁ πρόεδρος ὀφείλει ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν του.
§7ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου· (τὴν ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα.)
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶνε δρακόντειος.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὰς ἐλευθέρας Πολιτείας πρέπει οἱ νόμοι νὰ ὦσι δρακόντειοι· τοῦτο ἀπαντῶμεν καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας, παρ’ οἷς ἡ παραμικρὰ παραβίασις νόμου ἐτιμωρεῖτο μὲ θάνατον.
§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Οὐ τῆς παρούσης ὥρας.
§11ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶνε τῆς παρούσης ὥρας, διότι καλοῦμαι ὡς φορολογούμενος νὰ πληρώσω φόρον, καὶ ὁ εἰσπράκτωρ δὲν ἀκούει τὴν περὶ ἀναργυρίας δικαιολογίαν μου· ἂν τοῦ εἴπω ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπῆγα σήμερον νὰ ζητήσω τὰ ἐνοίκια τῶν οἰκιῶν καὶ μοὶ εἶπον δὲν ἔχομεν...(γέλως). Ἔχω ἤδη μίαν σύστασιν νὰ κάμω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ νόμῳ, τῷ ψηφισθέντι περὶ τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, ἐγένετο πρόβλεψις ὅπως καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ ἀπολαμβάνωσι σύνταξιν. Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τῶν συντάξεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει καθεστώς, ἔρχομαι εἰς ὑποστήριξίν των. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἄρθρον 144· (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουν μικρὸν μισθόν· πῶς δύνανται λοιπὸν νὰ καταβάλλωσι κεφάλαιον τόσον ὑπέρογκον ἐντὸς ὀλίγου χρόνου; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζεται ὅπως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μετοχικοῦ ταμείου καταβάλλωσιν ἐντὸς τριετίας τὸ ἀναγκαῖον ποσόν.
§12ΑΘ. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κύριοι, ἀναγνωρίσασα τὴν ἔλλειψιν ἀρκούσης ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἐθεώρησεν ἔργον ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ προβῇ, ὡς προέβη, εἰς τὴν σύστασιν τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Ἡ ὠφέλεια τῆς Σχολῆς ταύτης εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως.
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ πατὴρ τῆς ἰδέας ταύτης καὶ οὐχὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
§14Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. — δὲν πρόκειται περὶ τούτου — διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι Ὑπαξιωματικοὶ, ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων τοῦ στρατοῦ, ἐκπαιδευόμενοι καὶ ἐπὶ 3 συνεχῆ ἔτη, δὲν θὰ ἦναι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ καλλίτεροι Ἀξιωματικοὶ ἐξερχόμενοι ἐκ τῆς Σχολῆς, ἢ ἐὰν ἐγίνοντο Ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἄνευ ἐκπαιδεύσεως. Δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦναι καλλίτεροι καὶ ἐκ πολλῶν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μόνον ἐφόδιον παιδείας ἔχουν τὴν ἀνάγνωσιν κανονισμῶν τινων. Τὸ ὠφέλιμον αὐτὸ Σχολεῖον, τὸ τόσον καλῶς βελτιωθὲν διὰ τοῦ τελευταίου ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, μανθάνω ὅτι διελύθη ἢ πρόκειται νὰ διαλυθῇ. Δὲν γνωρίζω ἐκ ποίων λόγων κινούμενος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, δὲν γνωρίζω δηλαδὴ ἂν διαλύων τὴν ὑπάρχουσαν Σχολὴν προτίθεται νὰ ἱδρύσῃ ἑτέραν ἐπὶ καλλιτέρων βάσεων ἢ ἂν τὴν διέλυσε, διότι εἶχεν ἀνάγκην Ὑπαξιωματικῶν. Ἀλλ’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν συμβαίνῃ, δὲν δύναταί τις ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του οὐ μόνον διὰ τὸ Σῶμα τοῦ Πεζικοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς μαθητὰς, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι σήμερον ἄλλην τύχην. Εἶναι ἀληθῶς σκληρὸν, κύριοι, οἱ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Σχολὴν μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐξέλθωσιν Ἀξιωματικοὶ πεπαιδευμένοι, νὰ ὑποχρεοῦνται σήμερον νὰ ἀπέλθωσιν ἄνευ λόγου εἰς τὰ σώματά των καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄδικον, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ὄνειρόν των, νὰ γίνωσιν Ἀξιωματικοὶ, ἀλλ’ ἔρχονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ τὸν βαθμόν των ὡς νὰ ἦσαν ἀπόβλητοι ἐκ τῆς Σχολῆς· ἐν τῷ στρατῷ δὲ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς ἥττονα θέσιν, διότι πρὶν καταταχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν, αὐτοὶ ἦσαν τεταγμένοι εἰς πίνακα ὑποψηφίων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπιλοχίου καὶ κατεῖχον τοὺς πρώτους καὶ δευτέρους βαθμούς· ἀλλὰ δυνάμει ἐγκυκλίου, ἐκδοθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰ Σώματά των διετάχθησαν νὰ μὴ προβιβάσουν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπιλοχίου αὐτοὺς, ἀλλὰ τοὺς ἀμέσως κατωτέρους αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ἔκτοτε παρῆλθεν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, οἱ Ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ σώματά των εὑρίσκουσιν οὐ μόνον τὰς θέσεις αὐτῶν πεπληρωμένας ἀπὸ Ὑπαξιωματικοὺς κατωτέρων εἰς τὰς ἐξετάσεις βαθμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Ὑπαξιωματικοὺς κατωτέρων βαθμῶν ὡς πρὸς τὸν πραγματικὸν αὐτῶν βαθμὸν, διότι εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἐπροβιβάσθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἐπιλοχίου καὶ Δεκανεῖς ἀκόμη, Δεκανεῖς, οὓς εἶχον ὑπὸ τὰς διαταγάς των, ὅπερ εἶναι σκληρόν. Ἐκτὸς τούτου, οἱ Ὑπαξιωματικοὶ αὐτοὶ, ἂν ἔμενον εἰς τὸν στρατὸν, μὴ ὑπαρχούσης τῆς Σχολῆς, βεβαίως θὰ ἦσαν Ἀνθυπασπισταὶ, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι πεπληρωμένην τὴν δεκαετῆ συνεχῆ ὑπηρεσίαν, καὶ σήμερον στεροῦνται τοῦ εὐεργετικοῦ δικαιώματος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀδικίας ταύτης, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ σώματά των θ’ ἀπολέσωσι βεβαίως καὶ τὸν πόθον καὶ τὸν ζῆλον τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὑποχρεωμένοι ὄντες νὰ λαμβάνωσι διαταγὰς παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶχον εἰς τὰς διαταγάς των. Εὐελπιστῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁποίου ἔχω ἄπειρον ἐμπιστοσύνην, δὲν θὰ θελήσῃ τὴν ἀδικία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ φέρῃ θεραπείαν καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ προαγάγῃ αὐτοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ.
§15Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§16Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, πάντα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ὀρθὰ, ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι θὰ λάβωσι τὰ Σώματα ἐκ τῶν πολυτίμων γνώσεων τῶν ὑπαξιωματικῶν, δὲν τὴν βλέπω· διότι μαθηταὶ, οἵτινες πρὸ διετίας κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν, εἶνε 40. Ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ διανεμηθῶσιν εἰς τὰ διάφορα τάγματα, εἷς ὑπαξιωματικὸς θὰ ἀντιστοιχῇ εἰς ἕκαστον τάγμα· ὥστε δὲν βλέπω κατὰ πόσον εἷς ὑπαξιωματικὸς εἶνε ἱκανὸς νὰ χορηγήσῃ εὐρεῖαν ὠφέλειαν εἰς ἓν τάγμα. Ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν αὐτὴν δὲν δύναται νὰ λάβῃ καλλίτερον ἀκόμη, προάγων τοὺς ὑπαξιωματικοὺς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ; Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως πράγματι παραχθῇ ἡ ὠφέλεια αὕτη. Ὡς πρὸς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι αἱ δύο ἀνώτεραι τάξεις στεροῦνται τῶν καθηγητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδίδασκον τὰ στρατιωτικὰ πρακτικὰ μαθήματα, καὶ ἀγνοῶ ποία ὠφέλεια παράγεται εἰς αὐτούς, τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἐντὸς ὀλίγου ἀνάγκην.
§17Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα νομίζω, ὅτι πρέπει μετὰ ἀταραξίας νὰ τὰ συζητήσωμεν, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς σφάλματα. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ διακόψῃ τὰ μαθήματα, ἵνα ὑπηρετήσουν οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὸν στρατὸν, εἶνε πολὺ καλόν. Ἀνάγκη ἀνωτέρα μᾶς ὑπαγορεύει τοῦτο, ἀλλὰ μὲ τὴν συνθήκην ὅπως τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἀπεκτήθησαν, εἴτε ἐκ τοῦ Νόμου, εἴτε ἐκ τῶν κανονισμῶν, εἴτε καὶ ἐκ τῶν ἠθῶν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ μείνωσιν ἄθικτα. Ὅταν γίνῃ μία σύμβασις, καὶ εἶνε ἓν εἶδος συμβάσεως ἡ παροῦσα ὑπόθεσις μεταξὺ δύο μερῶν, διότι λέγει σᾶς παραχωρῶ τοῦτο καὶ ὀφείλεις νὰ πράξῃς ἐκεῖνο, πρέπει νὰ τηρηθῇ. Ὅθεν οἱ ὑπαξιωματικοὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν σχολὴν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι μετὰ δύο ἔτη θέλουσι γίνει ἀξιωματικοί, ἐγκατέλειψαν τὸ στάδιόν των εἰς τὸν στρατὸν, ὅπου εἶχον τὴν προαγωγήν των κατὰ τοὺς Κανονισμούς. Σήμερον ὅμως μετατιθέμενοι ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους εἰς τὸν στρατὸν, πρέπει τάχα νὰ χάσουν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον; Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι μεταξὺ δύο λοχιῶν ὁ ἀρχαιότερος εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σχολὴν, ὁ ἕτερος δὲν εἰσῆλθεν· ἀλλὰ σήμερον ὁ νεώτερος οὗτος προβιβασθεὶς ἐγένετο ἀνώτερος τοῦ εἰσελθόντος· καὶ διότι τάχα οὗτος ἔμαθε περισσότερα πράγματα, πρέπει νὰ ἀδικηθῇ; ἢ διότι ἔδωκε πίστιν εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Κράτους; βεβαίως ὄχι. Τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ εἰς αὐτοὺς, εἶνε νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχον· ὥστε ἂν ἐκεῖνος ἔγεινεν ἐπιλοχίας, νὰ γίνῃ καὶ οὗτος, λαμβάνων καὶ τὴν ἀρχαιότητα, ἣν πρὸ τῆς εἰσόδου του εἰς τὴν Σχολὴν εἶχε. Τοῦτο εἶνε τὸ δίκαιον, ἀφοῦ μάλιστα αὐτοὶ εἶχον, ἐξετασθέντες, δώσει δείγματα τῆς ἱκανότητός των.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ὅλην τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπόληψιν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν αὐστηρὰν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, καὶ μὲ ὅλον τὸν ὁποῖον ἔχω θαυμασμὸν διὰ τὴν σοφίαν καὶ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν ὑπὲρ τῆς Στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ, δὲν πιστεύω νὰ ἦναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν συζητοῦμεν ἐὰν ὁ συνεχῶς ὑπηρετῶν ἦναι ἀρχαιότερος ἢ ὁ διακόπτων τὴν ὑπηρεσίαν του, ἀφοῦ ἔχομεν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀποβληθεὶς ἀπὸ τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν εἶναι ἤδη ὑπολοχαγὸς, καὶ ὁ ὡς ἱκανὸς εὑρεθεὶς καὶ διδασκόμενος εἰς τὴν Σχολὴν, μόλις ἐξέρχεται ἐφέτος ὡς ἀξιωματικὸς, διότι ὁ ἀποβληθεὶς μετὰ τὴν ἀποπομπήν του μετέβη καὶ διεσκέδασε δύο ἔτη εἰς τὰς Βρυξέλλας ἢ εἰς ἄλλην Εὐρωπαϊκὴν πόλιν. Αὐτὸ δύναται νὰ ἀποδείξῃ ποῖαι σκέψεις ὁδηγοῦν τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ. Ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούσωμεν τὰ καυχήματα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ περὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς μερίμνης εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι φροντίζει περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς Σχολῆς. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αὐτῆς τῆς Βʹ τάξεως τῆς Σχολῆς ὅσοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ εὑρεθῶσιν εἰς αὐτὴν ἠδικήθησαν μεγάλως, διότι τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἓν ἔτος περισσότερον, τώρα δὲ τοὺς διαλύει ὅλως διόλου, ἐνῷ εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς Αʹ. τάξεως εἶχεν ἰδιάζουσαν στοργὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀντιῤῥήσεις μας τοὺς ἐξήγαγεν ἀμέσως ἀνθυπολοχαγούς. Διὰ τοῦτο ὁ κύριος Ὑπουργὸς λέγει τώρα, ὅτι τὰ δικαιώματα καὶ τῶν τῆς Βʹ τάξεως μαθητῶν ἐπιφυλάσσονται πάντοτε ἀκέραια. Τοῦτο καὶ ἐγὼ λέγω, ἂν ἀποθάνῃ μάλιστά τις τούτων, θὰ ἐπιφυλαχθῶσι τὰ δικαιώματά του ἀκόμη καλλίτερον. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς Βʹ τάξεως καὶ κάμνουσι καλὰ νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐλπίδα νὰ ἐπιτύχουν τοῦ εὐεργετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον κατετάχθησαν εἰς τὴν Σχολήν. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ἔρχομαι εἰς ἄλλο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι δεκανεῖς ἔχομεν ὑπεραρίθμους, λοχιῶν ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλην. Εὑρέθησαν, κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ λοχίαι ἀνήκοντες εἰς ἡλικίας μὴ κληθείσας εἰσέτι εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ ἔλθωσιν ὡς ἐθελονταὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Βεβαίως ἐὰν θὰ ἔλθωσιν ὡς ἐθελονταὶ, δὲν θὰ ἔχωσιν ὑποχρεώσεις περισσοτέρας, ἀφ’ ὅσας ἔχουσιν οἱ ὑποχρεωθέντες νὰ ἔλθωσιν εἰς στράτευσιν, καὶ ὅμως ὅταν, ὡς εἶπον, ἐζήτησαν νὰ γίνωσι καὶ αὐτοὶ ἐν ἐνεργείᾳ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἐπιστράτευσις, καὶ τοῖς εἶπον νὰ καταταχθῶσι διὰ δύο ἔτη. Διατί νὰ ἦναι μεγαλητέρα ἡ ὑποχρέωσις δι’ αὐτούς; Διατί νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε νὰ ὑπηρετήσωσι δύο ἔτη, ἀφοῦ ἔχει ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀναγκάζεσθε νὰ ἀποσπάσητε ἀπὸ τὴν Σχολὴν τοὺς σπουδάζοντας ὑπαξιωματικούς, καὶ νὰ μὴ καλέσητε αὐτοὺς, οἵτινες καὶ γεγυμνασμένοι καὶ ἱκανοὶ εἶναι καὶ ἔχουσι καὶ ἄφεσιν ἐξαιρέτου διαγωγῆς; Βλέπετε λοιπὸν ποῖος νοῦς διευθύνει τὰ στρατιωτικά μας! Κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ ἔχομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου εἴπομεν ὅτι οἱ ἐπὶ δεκαετίαν ὑπηρετήσαντες διαρκῶς ὑπαξιωματικοὶ θὰ γίνωνται ἀνθυπασπισταὶ, ἐν τούτοις καὶ ἐνταῦθα γίνεται παραβίασις. Καὶ διὰ ποῖον λόγον; διότι ὑπῆρξε διακοπὴ ἐν τῷ μεταξὺ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὑπηρετήσαντες 14 ἢ 15 ἔτη ὡς ὑπαξιωματικοὶ, 8 ἔτη ὡς λοχίαι, δὲν προάγονται, διότι δὲν ἔχουσι τὴν συνεχῆ ὑπηρεσίαν. Βεβαίως ὁ νόμος διὰ τῆς φράσεως «συνεχοῦς ὑπηρεσίας» ὑπέθετε μὴ διακοπὴν ἐτῶν, καθ’ ἣν ἀπομανθάνουσι σχεδὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐνόει ὅμως διακοπὴν δύο καὶ τριῶν ἢ καὶ ἓξ τὸ πολὺ μηνῶν, καθ’ οὓς μετέβησαν ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν εἰς τὴν τακτικὴν ἐφεδρείαν. Καὶ ἐξηγεῖ οὕτω τὸν νόμον καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην ἀνδρῶν πεπειραμένων νὰ ἐκγυμνάσωσι καὶ ἐργασθῶσιν ὡς ἀξιωματικοὶ ἢ ὑπαξιωματικοί! Καὶ ἐν τούτοις ἀναβαίνουν μὲ στόμφον εἰς τὸ βῆμα καὶ ὁ νῦν καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ καυχῶνται, ὅτι διευθύνουσι τὸν στρατὸν μετὰ δικαιοσύνης, προσοχῆς καὶ ἐπιστημονικῆς σοφίας, ἐνῷ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι διευθύνουσι τὰ στρατιωτικὰ ὅπως τοῖς καταβῇ εἰς τὸ κεφάλι των.
§20ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς Σχολῆς, ἅμα εἰσῆλθον εἰς αὐτὴν, ὑπεχρεώθησαν καὶ ἔλαβον νέαν τριετῆ ὑποχρέωσιν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης, ἥτις λήγει ἄλλων μὲν τὸν Δεκέμβριον, ἄλλων τὸν Ἰανουάριον καὶ ἄλλων τὸν Φεβρουάριον. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις παραβαίνει τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ νὰ σπουδάσῃ αὐτοὺς, ἔχουσι καὶ οὗτοι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπηρετήσωσι τὴν νέαν θητείαν καὶ ζητήσωσι τὸ ἀπολυτήριόν των, ἀφοῦ μάλιστα ἡ ἡλικία των δὲν ἐκλήθη εἰς ἐπιστράτευσιν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἐπιβαρύνει αὐτοὺς μὲ τρίτον ἔτος πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν των, ἀλλ’ ἤδη ἀποστέλλει αὐτοὺς εἰς τὰ Τάγματά των, ἐπὶ τῷ λόγῳ δῆθεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν ἕνεκα τῶν περιστάσεων, καὶ ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Σχολὴν, ἅμα αὗται παρέλθωσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν οὗτοι ἐπανέλθωσι, θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ διανύσωσιν εἰς τὴν Σχολὴν καὶ τέταρτον ἔτος, διότι ἀπώλεσαν ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως τὰ μαθήματα τοῦ δευτέρου ἔτους. Ἀφοῦ λοιπὸν προηγήθη τὸ ἓν ἀδίκημα τῆς αὐξήσεως τῆς φοιτήσεως εἰς τὴν Σχολὴν ἐπὶ τρία ἔτη, ἀφοῦ ἤδη διὰ τῆς ἀποστολῆς των εἰς τὰ Σώματά των χάνουσι τὸ δεύτερον ἔτος, δὲν ἔχουσι λοιπὸν τὸ δικαίωμα οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι νὰ ζητήσωσι τὰ ἀπολυτήριά των ἅμα τῇ λήξει τῆς πρώτης θητείας των; Λοιπὸν πρέπει νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα· διότι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν τηρῇ τὴν ὑπόσχεσίν της, καὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετήσωσι.
§21ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ Νόμου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα.) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· αʹ) Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἐπιταγῶν δι’ ἔξοδα ὁδοποιΐας. βʹ.) Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως θαλασσοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου τῆς ἐν Κων|πόλει ἑδρευούσης Ὀθωμανικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἀτμοπλοΐα Αἰγαίου» μετὰ προσθήκης καὶ 2 ἄρθρου, προταθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ δηλώσεώς του).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον περὶ ἀτελείας τῶν ὑδραυλικῶν σωλήνων τῶν ὑδραγωγείων Ναυπλίου καὶ Ναυπάκτου.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως συμφέρον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητηθῶσιν ὅλα τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένα νομοσχέδια· ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι ἡ πρότασις εἶναι ὀρθὴ μὲν κατὰ τύπον, δὲν εἶναι ὅμως καὶ κατ’ οὐσίαν, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζεται κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀποφασίσῃ.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὢν ἐπέκρινα τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ ἡ νῦν Ἀντιπολίτευσις ἔχει λόγον νὰ προβάλῃ, ὅτι, λαβοῦσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐμελέτησε μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔκαμα καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἐνδέχεται ἐγὼ νὰ μὴν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀπέλθω τοῦ Βουλευτηρίου, δι’ ὑπόθεσίν μου τινά· ἔχω ὅμως ἀντίῤῥησιν κατ’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει θέσιν εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἡ Βουλὴ ἀναγνώσῃ αὐτὸ, ἐγὼ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ κάμω τὴν ἀντίῤῥησίν μου.
§30Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις, ἡ ὁποία συντάσσεται παρ’ ὑμῶν, συναινέσει τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἀποστέλληται εἰς τὰς οἰκίας μας, διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς ποῖα νομοσχέδια πρέπει νὰ φέρωμεν μαζῆ μας καὶ ἐπὶ ποίων θὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας. Σπανίως φέρεται ἡ ἡμερησία διάταξις εἰς τὰς οἰκίας μας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μᾶς τὴν δίδουν, ὅταν εἰσερχώμεθα ἐδῶ. Μετὰ τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλιτε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ ὀφείλετε, ὅπως εἶναι κατακεχωρισμένα ἐν αὐτῇ τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ προτάσεις, οὕτω κατὰ σειρὰν νὰ συζητῶνται· καὶ δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλὰ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει νὰ προτείνηται αὕτη ἀπό τινα βουλευτὴν, νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ δέκα καὶ νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλή. Οὐδέποτε δὲ ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ προτάσσῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτεταγμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέψατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ προσθέσω, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος παντελῶς δὲν μειοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἄν ἴδῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ προταχθῶσι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἄλλα νομοσχέδια, νὰ προτείνῃ τοῦτο· ὅταν δὲ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θέλει γείνει δεκτὴ ἡ πρότασις ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας. Τοῦτο καὶ ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ ψόγον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνομεν λέγοντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προτείνῃ νὰ προταχθῶσιν ὅσα νομοσχέδια θεωρεῖ κατὰ προτίμησιν συζητητέα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε τὸ ὑδραγωγεῖον τῆς Ἐράνης, τὸ ἴδιον ἐγίνετο· καὶ τότε ἐγένετο κατὰ προτίμησιν ὡς κατεπεῖγον. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καὶ τοῦτο ὡς κατεπεῖγον. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποιοῦμαι παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου. Διὰ δύο νομοσχεδίων κανονίζεται ἡ αὐτὴ ὑπόθεσις· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ Νόμου, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὑπόθεσις δὲ αὕτη εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλω προβάλει τροπολογίαν διὰ νὰ συναρμολογήσω τὰς διατάξεις τῶν δύο τούτων Νόμων, ἤτοι τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Νόμου τοῦ ἐπετείου, καὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ζητήσω ἐξήγησίν τινα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Χθὲς ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησα ὅτι ἀποδέχεται τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἁρμοδίων περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου, ἤτοι ὅτι καὶ τὰ χρεώγραφα ταῦτα, καίτοι αἱ συμβάσεις ὁρίζουσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν τινὰ, οὐχ ἧττον θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδέχεται ὅτι τοιαύτη εἶνε ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξηγήσῃ τοῦτο, ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει, ἔσται νόμος, διότι δίδεται ἐν τῇ καταλλήλῳ πρὸς τοῦτο στιγμῇ. Ἐπειδὴ δὲ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην θεωρῶ λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὸν Τόπον, θέλω ἀναγκασθῆ ν’ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως, ἐπιφυλαττόμενος νὰ πράξω τοῦτο ἐν τῇ τρίτῃ ἀναγνώσει, ἂν ὅμως πρότερον μάθω ὅτι θεωρεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς συμβάσεις εἶναι ἀπηλλαγμένα πάσης φορολογίας.
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ περιμείνω τὴν συζήτησιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν διὰ νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν γνώμας. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐγράφη διὰ φράσεως γενικῆς, ἑπομένως δὲν ἐνδεικνύει οὐδεμίαν διαστολὴν μεταξὺ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ τόκοι κατὰ τοὺς ἐκδεδομένους νόμους δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν, καὶ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ τόκοι κατὰ τοὺς περὶ αὐτῶν εἰδικοὺς νόμους δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοιαύτην. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη, εἶχον διπλῆν ἀμφιβολίαν. Εἶχον ἀμφιβολίαν ἐὰν εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ διατάξεις νόμων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ τρίτων, ἐγένοντο δὲ ἀναδοχαὶ ὑποχρεώσεων ὑπὸ τοῦ Κράτους. Εἶχον καὶ δευτέραν ἀμφιβολίαν, ἂν καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν νομοθετικῶς ἠδύναντο νὰ διαταχθῶσιν ἀλλοῖα τῶν διαταχθέντων διὰ τῶν εἰδικῶν περὶ δανείων νόμων, ἂν συμφέρῃ κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπενέγκῃ τοιαύτας μεταβολὰς, καὶ ἐὰν μεταβολαὶ τοιαῦται δὲν δύνανται νὰ μειώσωσιν ἔτι μᾶλλον τὴν πρὸς τὸ Κράτος οἰκονομικὴν ἐμπιστοσύνην τῶν συναλλαξαμένων μετ’ αὐτοῦ. Ἡ δευτέρα ἀμφιβολία μου δὲν ὑπήγετο εἰς ἔρευναν τοιαύτην, εἰς οἵαν ὑπήγετο ἡ πρώτη ἀμφιβολία, διότι ἐπὶ τῆς πρώτης ἀμφιβολίας ἠδύναντο νὰ δώσωσι γνώμην ἄνδρες ἐμπειρότεροί μου περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν τοιούτων σχέσεων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀπορίας αὐτοὶ δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα. Ἐγὼ συνήνεσα νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις γενικὴ, διότι ἐνόμιζον ὅτι συμφέρει νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τοιαύτης τινὸς ἰδέας. Ἡ προσοχὴ τοῦ Κοινοβουλίου χθὲς ἐκλήθη ἐπὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας, ἀλλ’ ἐκλήθη καὶ ἐξητάσθη ὑπὸ τὴν μίαν ἀπορίαν, ἐὰν εἶνε ἐπιτετραμμένον νομοθετικῶς νὰ μεταβληθῶσι τὰ διὰ τῶν εἰδικῶν νόμων περὶ δανείων διατεταγμένα, δὲν ἠρευνήθη παντάπασιν ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἀπορίας ἀπήντησα εἰς τὸν κ. βουλευτήν· ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀπορίας ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει, εἶνε, ὅτι εἶνε ἐνδεχόμενον τοιαύτη μεταβολὴ τῶν νομοθετημάτων νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο παρεσκευαζόμην νὰ προτείνω τροπολογίαν τῆς διατάξεως ταύτης, ὄχι διὰ ν’ ἀφαιρέσω τοὺς τόκους τῶν δανείων ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῆς φορολογητέας ὕλης, ἀλλὰ διὰ νὰ περιορίσω τὴν φορολογίαν ἐπὶ μόνων τῶν τόκων τῶν δανείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἐπεφυλλασσόμην νὰ προβάλω ἐρευνῶν ὑπὸ τὴν δευτέραν ἔποψιν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, αἵτινες δὲν ὑπεστηρίχθησαν.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρ. 2 ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, καὶ 6). Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ ἂν ἐν τῇ διατάξει περὶ λαχείων, ἥτις περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ συμπληροῦται ὑπὸ ἄλλων περαιτέρω ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, περιλαμβάνεται καὶ τὸ λαχεῖον τὸ ἐσχάτως ψηφισθὲν ὡς παρακολούθημα τοῦ πατριωτικοῦ δανείου. Ἂν δηλαδὴ οἱ λαχνοί, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ λαχείου ἐκείνου θέλουσι περιέλθει εἰς τοὺς κερδαίνοντας κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν κλήρους, θέλουσιν καὶ οὗτοι ὑποβληθῆ εἰς τὸ 10%, τὸ ὁποῖον ἐπὶ παντὸς λαχείου ὁρίζεται ἐν ἄρθρῳ 28.
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν μοὶ προέβαλεν ὁ κύριος βουλευτὴς Μεγαρίδος, δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ διασαφήσω ποία εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ποῖα ὡρισμένα γεγονότα, ποῖαι ὡρισμέναι σχέσεις ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως ἂν ὡρισμένη τις σχέσις, παραχθεῖσα ἐκ τοῦ Νόμου περὶ πατριωτικοῦ δανείου, ὑποβάλλεται ἢ δὲν ὑποβάλλεται. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου, δὲν ἀνάγεται σήμερον εἰς τὴν νομοθέτησιν τῆς διατάξεως· ἡ διάταξις εἶναι γενικὴ, δὲν ποιεῖται ἐξαίρεσιν. Ὁ ἐκτελεστὴς τοῦ Νόμου δὲν ἠξεύρω πῶς θέλει ἑρμηνεύσει τὸν Νόμον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω τώρα, εἶναι ὅτι ἡ διάταξις εἶναι εὐρεῖα καὶ δὲν περιλαμβάνει ἐξαίρεσιν ὑπὲρ οὐδενὸς λαχείου.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ ταῦτα ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ μέλλων ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ἄλλο ἢ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι γενική, ἄνευ ἐξαιρέσεως, καὶ ὅτι περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ καὶ οἱ κλῆροι τοῦ λαχείου, τοῦ συνημμένου εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Ἐνόμιζον δὲ ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἀπῄτει, ἐκτελουμένου ἤδη τοῦ νόμου περὶ πατριωτικοῦ δανείου, νὰ γινώσκωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὅτι οἱ κλῆροι φορολογοῦνται.
§42Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 7 λέγει ὅτι εἰς τὸν φόρον ὑποβάλλεται ὁ φορολογούμενος κατ’ εὐθεῖαν, ἐξαιρέσει τῶν μισθῶν καὶ τῶν λαχείων, τῶν ὁποίων τὸν φόρον ὀφείλει νὰ κρατήσῃ ὁ ἁρμόδιος χορηγητής. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι καθολοκληρίαν ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ καθέκαστον· ἐπειδὴ δὲ δὲν προεκλήθη ὀνομαστικὴ κλῆσις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀναγκάζομαι νὰ τὸ δηλώσω, καθόσον θεωρῶ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἤδη λίαν βεβαρημένος καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον. Διὰ τοῦτο ἤμην ἐναντίος καὶ εἰς τὸν Νόμον περὶ εἰσφορῶν, ὡς καὶ εἰς τὰς αὐξήσεις τοῦ χαρτοσήμου. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ὀφείλω οὐχ ἧττον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι διὰ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλονται εἰς τὴν προκειμένην φορολογίαν καὶ τὰ δάνεια τοῦ Κράτους ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἢ ἡ περὶ αὐτῶν σύμβασις δὲν φέρει τὴν ῥήτραν ὅτι ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου. Ἀφοῦ αὐτὰ θὰ φορολογηθῶσι, πρέπει ὁ φόρος νὰ εἰσπραχθῇ ὡς τῶν μισθῶν καὶ λαχείων παρὰ τοῦ ἁρμοδίου χορηγητοῦ, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἰσπραχθῇ τίποτε ἐξ αὐτῶν, ὅταν θὰ πληρωθῶσι τὰ τοκομερίδια, καὶ κατόπιν ὁ κάτοχος, ὅστις εἶναι ἄγνωστος ἐντελῶς, θὰ κάμῃ τὴν δήλωσίν του, ὅλοι θὰ δολιευθῶσι τὸν νόμον. Ἑπομένως πρέπει κατ’ ἀνάγκην ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων νὰ γίνεται κατὰ τὴν πληρωμήν των. Παρατηρῶ προσέτι ὅτι ἐπὶ τῶν τοκομεριδίων πρέπει νὰ γίνῃ προσδιορισμὸς τοῦ φόρου τόσον τοῖς ἑκατὸν, διότι ἂν ὑπαχθῶσι ταῦτα εἰς τὴν φορολογικὴν κλίμακα, οἱ κάτοχοι πολλῶν τίτλων θὰ τοὺς διανέμωσιν εἰς πολλοὺς καὶ θὰ γίνεται φοβερὰ καταδολίευσις τοῦ νόμου. Ἐλπίζω ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι οὔτε δυνατὸν, οὔτε ὀρθὸν, ὡς εἶπε, νὰ φορολογηθῶσιν ὅλα τὰ δάνεια, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ νὰ φορολογηθῶσι μόνον τινὰ ἐξ αὐτῶν, καθόσον τοιουτοτρόπως ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ διαπράξῃ ἀδικίαν, ἀλλὰ θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς μεγίστην ὑποτίμησιν αὐτῶν πρὸς βλάβην τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν πίστεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).
§43Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν θέλω ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μὲ τὴν λέξιν «ἐπραγματώθησαν» ἐν ἄρθρῳ 8 τί ἐννοεῖτε; Ἐννοεῖτε κέρδη ἢ τόκους, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀπαιτητοί; ἢ ὅτι πραγματικῶς εἰσεπράχθησαν; διότι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι τόκοι ἀπαιτητοὶ, καὶ ὁ δανειστὴς νὰ μὴ εἰσπράξῃ αὐτοὺς, νὰ ἔχῃ δὲ ἀπέναντί του ἀφερέγγυον ὀφειλέτην. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον διὰ τοῦ νόμου νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὸν δανειστὴν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπέναντί του τοιοῦτον ὀφειλέτην καὶ οὐδὲν εἰσέπραξε;
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀπορία εἶναι μᾶλλον γραμματική. Τὸ ῥῆμα ἐπραγματώθησαν γράφεται πολλάκις ἀντὶ τῆς λέξεως ἐπραγματοποιήθησαν. Πραγματοποιεῖται δὲ ἡ πρόσοδος ἐκείνη, ἥτις εἰσήχθη ἤδη εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ πιστωτοῦ. Ἑπομένως τὸ ἐπραγματώθησαν σημαίνει ὅτι εἰσεπράχθησαν παρὰ τοῦ ἔχοντος δικαίωμα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7). Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).
§45Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θέλω ὑποβάλει παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ἄρθρων· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ 10 ἄρθρου παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι διὰ τὰς βιομηχανικὰς, ἐμπορικὰς καὶ λοιπὰς ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τὰ κέρδη, μεταξὺ τῶν διαφόρων δαπανῶν, τὰς ὁποίας δικαιοῦται ὁ φορολογούμενος νὰ ἐκπέσῃ διὰ νὰ ὑπολογισθῇ τὸ καθαρὸν κέρδος, ἐφ’ οὗ θὰ τεθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, ἐλλείπει ἓν οὐσιῶδες πρᾶγμα, τὸ ἐνοίκιον. Γινώσκομεν, ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσι πλεῖστα ὅσα ἐμπορικὰ καταστήματα, ἰδίως ἐν ταῖς ὁδοῖς Ἑρμοῦ καὶ Αἰόλου, τὰ ὁποῖα πληρόνουσι βαρύτατα ἐνοίκια. Λοιπὸν πῶς τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἐμπόρου καὶ τοῦ βιομηχάνου ἢ τοῦ ἄλλου ἐπιτηδευματίου δὲν θὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς ἐκπεστέας δαπάνας, ἵνα ἐξευρεθῇ τὸ καθαρὸν κέρδος; Τοῦτο δὲν τὸ βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν πρέπει δὲ νὰ μένῃ ἀόριστον, ἀφοῦ τὰ ἄλλα ἐκπεστέα ἀναγράφονται εἰδικῶς· διότι οἱ Ἔφοροι δύνανται νὰ δώσωσιν ἑρμηνείαν ἀποκλειστικὴν εἰς τὸν νόμον καὶ νὰ φορολογῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀναβαίνουν εἰς 8 καὶ 10 χιλιάδας δραχμάς. Δεύτερον παρατηρῶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ μίαν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Βαλασσοπούλου. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἀποφυγὴν τῆς μομφῆς, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐπανέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτὸ μετὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων, δικαίως ἔπραξεν εἰπὼν, ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι διὰ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν των δικαιοῦνται νὰ ἐκπέσουν ἐκ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἓν ποσὸν, ὅπερ ὥρισεν εἰς τὸ δεκαπλάσιον τοῦ πληρονομένου φόρου ἐπιτηδεύματος, ὁ δὲ κ. Βαλασσόπουλος ἀγνοῶ ἐπὶ τίνι λόγῳ ζητεῖ τὸ δεκαπλάσιον αὐτὸ νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ τριπλάσιον· ἐὰν δὲ τοῦτο λάβωμεν ὡς βάσιν, θὰ ἔχωμεν καὶ ποσοστὸν φόρου 33% ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ κέρδους τοῦ ἐπιτηδευματίου, διότι κατ’ ἐμὲ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ φόρος ἐπὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον πραγματοποιεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας, ἀπολαμβάνων τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν νόμων. Λοιπὸν πληρόνει ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ἓν ποσὸν, ὁ δὲ κ. Βαλασσόπουλος διὰ τὴν ἔκπτωσιν θέλει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ τριπλάσιον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν λάβωμεν ἕνα Τραπεζίτην ὡς βάσιν καὶ ἴδωμεν, ὅτι αὐτὸς φορολογεῖται μὲ 1,100 δραχμὰς, ὡς φορολογοῦνται οἱ Τραπεζῖται ἐν Ἀθήναις, εὕρωμεν δὲ, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὰ καθαρὰ εἰσοδήματά του εἶναι 20 χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα ἀναζητήσωμεν ποῖον καθαρὸν κέρδος ἔχει, καὶ τὶ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ πρόοδον κλίμακος, κατὰ μὲν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὰ κατὰ 11,000, κατὰ δὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαλασσοπούλου πρέπει νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν μόνον κατὰ 3,300. Τί δὲ θέλει συμβῇ; ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλον τὸ ἔτος ἐπραγματοποίησεν 20 χιλιάδων δραχμῶν κέρδη, θὰ πληρώσῃ ἀσφαλῶς 1,100 δραχμὰς λόγῳ ἐπιτηδεύματος, θὰ πληρώσῃ δὲ πρὸς 5% διὰ τὰς ἐπιλοίπους 9, αἵτινες μένουν φορολογητέαι κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον· κατὰ τὰς ἰδέας ὅμως τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος θὰ ἀπαλλαχθῇ μόνον διὰ 3,300, ὥστε θὰ φορολογῆται μὲ 10%, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ποσοῦ 16,700 δραχμῶν θὰ πληρώσῃ ἐκτὸς τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ δραχμὰς 1670. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον ἐὰν ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συνεταιρίζεται μετὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ διανέμεται τὰ κέρδη μετ’ αὐτῶν· ἀλλὰ καὶ ὁσάκις οἱ ἐπιτηδευματίαι ζημιοῦνται, ἀναδέχεται νὰ πληρόνῃ καὶ ἐκείνη τὸ ἐπιβάλλον αὐτῇ, διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἰξεύρω ποῖος ἐπιτηδευματίας δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὸν Τόπον μας.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§47ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐξετάζω κυρίως τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Τὴν τροπολογίαν λοιπὸν τοῦ κ. βουλευτοῦ Λακεδαίμονος τὴν θεωρῶ ὡς προϊὸν πλήρους παρεννοήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ὡς δίκαιον νὰ ἐκπέσῃ ὁ φορολογούμενος ἐπιτηδευματίας λόγῳ ἀπαλλαγῆς, τὸ εὑρίσκω μικρὸν, διότι ὅταν δεκαπλασιάζεται μόνον τὸ ἐπιτήδευμα, τότε διὰ τὸ ποσὸν τοῦ δεκαπλασίου πληρώνει ὁ φορολογούμενος ἀσφαλῶς μὲ τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τῶν 10%, ἐνῷ διὰ τὸ ὑπόλοιπον ἢ καὶ διὰ τὸ ὅλον ἴσως δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεσθῇ βαθμίδα χαμηλοτέραν τῆς προοδευτικῆς κλίμακος. Φρονῶ δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἐπιτηδευματίας, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν πραγματοποιήσει μικρὰ κέρδη, καὶ οἵτινες κατὰ τὴν κλίμακα αὐτὴν νὰ ὀφείλουν 3%, καὶ ἐν τούτοις λόγῳ τοῦ ἐπιτηδεύματος νὰ ἔχουν πληρώσει 10% καὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ ὑπολογίσουν καὶ τὰ κέρδη τοῦ ὅλου ἔτους παρὰ τὸ δεκαπλάσιον ὡς ἀπαλλακτέον ποσὸν λόγῳ ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον ἐφορολογήθη πρὸς 10%. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἦναι δίκαιον νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, πρέπει τὸ ἐπιτήδευμα νὰ συνδυάσωμεν μὲ τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὸ 28 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὸ ὁλικὸν κέρδος τοῦ ἔτους· ἀφοῦ δὲ κατ’ αὐτὸ τὸ ὁλικὸν κέρδος καταλογίσωμεν τὴν κατὰ πρόοδον φορολογίαν τοῦ ἄρθρου 28, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ τὸ ἐλλαττώσωμεν κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ πληρωθὲν λόγῳ ἐπιτηδεύματος. Νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου αὕτη εἶναι παρατήρησις ἀποδίδουσα δικαιοσύνην εἰς τοὺς μικροὺς κυρίως ἐπιτηδευματίας, καὶ χάριν αὐτῶν ζητῶ τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην τὴν μείζονα, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ σύστημα τὸ μόνον δίκαιον.
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε ἓν παράδειγμα, παρακαλῶ.
§49ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω ὡς βάσιν ἕνα ἐπιτηδευματίαν, ὁ ὁποῖος πληρώνει λόγῳ φόρου ἐπιτηδεύματος 100 δραχμάς. Ἀφοῦ κάμει τὸν ἰσολογισμόν του εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, παρουσιάζει κέρδος 2,000, τὰς ὁποίας θὰ φορολογήσωμεν πρὸς 4%, δηλ. 80 μόνον δραχμάς. Ἀφαιρέσατε τὰς 100.......
§50ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τοῦ δώσωμεν 20 δραχμὰς ὑπόλοιπον.
§51ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι θὰ τοῦ ἀποδώσωμεν τίποτε. Ἐὰν ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος καλύπτῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὁ φορολογούμενος οὐδὲν πλέον θὰ πληρώσῃ. Ὁ πληρώσας ὅμως 100 δραχμὰς φόρον ἐπιτηδεύματος ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν 2,000 δραχμῶν καθαροῦ κέρδος νὰ ἐκπέσῃ 1,000 κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Μένουν 1000 δραχμαί, καὶ αὐτὰς θὰ φορολογήσωμεν πρὸς 4% μὲ ἑτέρας δραχμὰς 40.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Τότε σεῖς πολεμεῖτε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§53ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ τὸ ἐδήλωσα ἤδη ἐξ ἀρχῆς.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι πρέπει νὰ ἐννοηθῶμεν πρὸ παντός. Ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου· ἑπομένως, ἐὰν ὁ φόρος εἶνε προοδευτικός, κανονίζει τὴν πρόοδον τοῦ φόρου τὸ ποσὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Τὸ ἄρθρον ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἡ ὁποία περιλαμβάνει οὐχὶ μόνον τὸ κέρδος, ἀλλὰ τὰς δαπάνας, διὰ νὰ παραγάγῃ τὸ κέρδος τὸ καθαρόν, ἀφαιρεῖ πρῶτον τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ ἐπειδὴ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος δὲν παρουσιάζει τὴν καταλογισθεῖσαν πρόσοδον, δεκαπλασιάζει καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Ἀφαιροῦνται προσέτι οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτήδευσιν, ἀφαιρεῖται ἡ κατανάλωσις τῶν πρώτων εἰδῶν, ἡ φθορὰ τῶν ἐργαλείων, καὶ ὑμεῖς προτείνετε καὶ τὸ ἐνοίκιον καὶ εὑρίσκω τὴν πρότασίν σας λογικήν. Ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται, ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 28.
§55ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐνόησα· λέγω μόνον, ὅτι ὁριζομένη εἰς τὸ δεκαπλάσιον μόνον ἡ ἀξία τῆς προσωπικῆς ἐργασίας δὲν ὑπολογίζεται δικαίως. Ἐὰν ἐπιμένητε εἰς τὸν ἐκπεσμὸν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου πολλαπλασίου, τότε θὰ ἐπεθύμουν τὸ εἰκοσαπλάσιον διὰ νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τοῦ 5%. Καὶ ὅταν βλέπω ὅτι ἔχετε κλίμακα, εἰς τὴν ὁποίαν φθάνετε μέχρι τοῦ 3% διὰ τὴν κατωτέραν βαθμίδα καὶ μέχρι τῶν 10% διὰ τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα, εὑρίσκω ὅτι ἀδικεῖται τὸν μικρὸν φορολογούμενον, ἐφαρμόζοντες εἰς αὐτὸν διὰ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν πάντοτε τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τῶν δέκα τοῖς ἑκατόν.
§56ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο εἶνε τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§57ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐμελετᾶτε τὸ ζήτημα, θὰ ἐβλέπετε ὅτι ὅπου ὑπάρχει φορολογία ἐπὶ τῶν κινητῶν κεφαλαίων, δὲν ὑπάρχει φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων,
§58ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ ἐπιτηδευματίας θὰ κάμῃ δήλωσιν διὰ τὰ κέρδη του;
§59ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον καταδεδικασμένον ἀπὸ τοῦδε νὰ γεννήσῃ μόνον λαθροχειρίας καὶ τίποτε ἄλλο, διότι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου ἐλειτούργησεν ὁ νόμος οὗτος, αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι καὶ αἱ ἐπίσημοι εἰδήσεις οὐδὲν ἄλλο λέγουσι. Τί παρατηρεῖται ἐν Ἰταλίᾳ ὅπου πολλοὶ ἐξ ἡμῶν μετέβημεν καὶ εἴδομεν τὸν τόπον; ἐν ὅλῃ τῇ Ἰταλίᾳ, ὅπου καὶ ἡ διανοητικὴ ἐργασία φορολογεῖται, ἄνθρωποι ἐπαγγελλόμενοι τὸν δικηγόρον εὑρέθησαν ἔχοντες εἰσόδημα πλέον τῶν 5,000 μόνον 19, ἰατροὶ δὲ, ἐνῷ ὑπάρχουσι 300 τοὐλάχιστον καθηγηταὶ τῆς ἰατρικῆς, ἔχοντες πλέον τῶν 5,000 δραχ. ἐτησίως, εὑρέθησαν μόνον 11. Ὅταν λοιπὸν εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ πλέον ἡμῶν προκεχωρημένα, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολιτισμοῦ, ὅταν εἰς Κράτη, ὅπου ὁ νόμος ἔχει ῥιζωθῆ πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον παρ’ ἡμῖν, βλέπομεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν διὰ τοιούτων φόρων νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ; Δὲν θὰ διδάξωμεν τίποτε ἄλλο τὸν λαὸν παρὰ πῶς νὰ σοφιστεύηται τὸν νόμον καὶ πῶς νὰ ζητῇ ν’ ἀποφεύγῃ τοιαύτην καταπιεστικὴν φορολογίαν. Αὐτὸ εἶνε τὸ κακὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω τὸ φρόνημα τῆς πλειοψηφίας ποῖον ἔσεται καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ λογικόν. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, θεωρῶ, ὅτι ὁ μικρὸς ἐπιτηδευματίας δικαιοῦται νὰ φορολογηθῇ ἐπὶ βάσει δικαίᾳ καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν τὴν προσωπικήν του ἐργασίαν νὰ ἐκτιμήσωμεν μόνον εἰς τὸ δεκαπλάσιον τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ὁ μικρὸς ἐπιτηδευματίας, τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἄλλοτε ἡ προστασία, ὅταν ἐγὼ πάσῃ δυνάμει ἀπέκρουον τὴν κατὰ πρόοδον φορολογίαν, αὐτὸς θὰ πάθῃ· καὶ ἂν εἶχον θεωρήσει τοῦτο ὡς ἐπιδεικτικὸν ἀμφισβητήσεως, ἤθελον σᾶς τὸ ἀποδείξει δι’ ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι τοῦτο κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὸ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν, διότι τοῦτο εἶναι μαθηματικὴ ἀκρίβεια. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἐπειδὴ εἶμαι ἐπὶ τοῦ βήματος, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ. Διὰ τῶν κειμένων νόμων φορολογοῦμεν τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας ἐπὶ τῇ βάσει 5% ἐπὶ τῶν κερδῶν, καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι εἶναι βεβαίως ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰς πάντα τὰ Κράτη καὶ παρ’ ἡμῖν πραγματοποιοῦσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὰ μείζονα κέρδη. Φόρον ἀνώτερον τοῦ 5% δὲν ἔχομεν διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, ἐνῷ διὰ τοὺς μικροὺς τραπεζίτας, τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους, φθάνομεν εἰς τὰς 10%. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν προτίμησιν, καὶ ἐδῶ εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ παραδέχονται. Ὅταν φθάνωμεν μέχρι τοῦ 5% εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑτερίας, διὰ ποῖον λόγον νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἐμπόρου, τοῦ μυρία πάσχοντος καὶ συχνάκις θαλασσοπνιγομένου διὰ νὰ κερδήσῃ τὸν ἄρτον διὰ τὴν οἰκογένειάν του, 10%; Παρατηρῶ δὲ καὶ ἓν ἕτερον διὰ τοὺς μισθοὺς, καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήσαμεν τὸ ἀπὸ τοῦ 1877 Διάταγμα διὰ τὴν φορολογίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐφθάσαμεν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους κατὰ πρόοδον ἐπὶ ποσοῦ ἄνω τῶν 6,000 δραχμῶν εἰς ποσοστὸν 8%. Τώρα ὑποθέτω, ὅτι εἷς τραπεζιτικὸς ὑπάλληλος—καὶ λαμβάνω ὡς βάσιν τὸ πασύγνωστον πρόσωπον τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης—κερδίζει 30 ἢ 40,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, ὑπερβαίνει τουτέστι κατὰ τὸν μισθὸν τὸ ποσὸν τῶν 20,000. Θὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν κατὰ πρόοδον φορολογίαν λόγῳ φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ νὰ τῷ ζητήσωμεν ποσὸν 8%, κατόπιν λόγῳ φόρου εἰσοδήματος θὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῆς φορολογησίμου ποσότητος καὶ θὰ ἐπιβάλλωμεν ἄλλα 8%, δηλαδὴ 16%. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς φορολογητέας ἀξίας δὲν χορηγεῖ τοιαύτην τροφὴν εἰς τὰς φορολογικὰς ὀρέξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον 6% ἐπὶ τῆς κινητῆς προσόδου κανεὶς Νομοθέτης δὲν ἐζήτησεν. Ἐν Ἀγγλίᾳ φθάνει ὁ φόρος εἰς 2 4%, ἐν Πρωσσίᾳ εἰς 3%, ἐν Ζυρίχῃ 2½, ἐν Grisons 3%, ἐν Saint Gall 1½, ἐδῶ δὲ φθάνομεν εἰς 10%. Φαίνεται, ὅτι ὁ πλοῦτος ἐπλημμύρησεν εἰς τὰς ὁδοὺς παρ, ἡμῖν καὶ δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ κύψωμεν ὅπως τὸν συλλέξωμεν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς προφανεῖς ὑπερβολὰς καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι πρὶν χωρήσωμεν περαιτέρω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον.
§60Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Καλογεροπούλου ὑπεδείχθη, καθ’ ὅσον ἐνόησα, ὅτι οἱ ἐνασκοῦντες ἐπάγγελμά τι ὀφείλουν νὰ δηλώνωσι πρὸς τὸν Δήμαρχον τὰς προσόδους των. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος σφάλεται, διότι τὸ ἄρθρον 10 ἐννοεῖ οὐχὶ τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ ἁπλοῦς ἐπιτηδευματίας, ἀλλὰ τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐμπόρους, ἢ ἐκείνους τοὺς ἐπιτηδευματίας, οἵτινες μετέρχονται καὶ ἐμπορίαν ἢ ὁπωσδήποτε ἀπασχολοῦσι κεφάλαια, διότι ἡ προσωπικὴ ἐργασία τοῦ ἐπιτηδευματίου καὶ τοῦ ἐνασκοῦντος ἐπάγγελμά τι δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 5, ὅπερ λέγει: «Ἐξαιροῦνται τῆς προκειμένης φορολογίας..... ὡσαύτως ἡ ἔγγειος πρόσοδος, ἢ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἡ τῆς ἁπλῆς ἐργασίας εἴτε διανοητικῆς εἴτε χειρωνακτικῆς.» Συνεπῶς οὗτοι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς δήλωσιν. Κατ’ ἐμὲ τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές· κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ Ἰατρὸς, ὁ Δικηγόρος, ὁ Ἱερεὺς, δὲν δύναται οὔτε πρέπει νὰ κρατεῖ λογαριασμὸν τῶν εἰσπράξεών του. Ὁ ράπτης ὅμως, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐργασίᾳ του προσλαμβάνει κεφάλαια καὶ γίνεται ἐμποροῤῥάπτης, βεβαίως ὑπόκειται εἰς φορολογίαν, καὶ τοῦτον τὸν ἐπιτηδευματίαν ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 10, ὅτι δηλαδὴ ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὴν ὅλην ἀκαθάριστον πρόσοδόν του, ἐξ ἧς θ’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι, ἤτοι ἡ ἀξία τῆς προσωπικῆς ἐργασίας του ὡς ἐπιτηδευματίου, ὁριζομένη εἰς τὸ δεκαπλάσιον τοῦ πληρονομένου φόρου ἐπιτηδεύματος, οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, ἡ φθορὰ ἐργαλείων, μηχανῶν κτλ. Ἄλλως, ὁ φόρος δὲν ἀφορᾷ τὴν πρόσοδον τῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ἐπιτήδευμα, ἐνῷ περὶ φορολογίας ἐπιτηδευμάτων δὲν πρόκειται, περὶ αὐτῶν ἔχομεν ἄλλον νόμον, ὅστις μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Καλὸν ὅμως εἶναι νὰ γίνῃ ῥητὴ διάκρισις, διότι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀληθῆ λαβύρινθον.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλησμονήθη ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀγορεύων ἐποιησάμην, καὶ διὰ τοῦτο ἐγεννήθη ἡ ἀπορία εἰς τὸν ἐκ Χαλκίδος βουλευτὴν, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ συμπεράνῃ ὅτι ἐπὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον παράγει τις ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματός του, θέλει ὑποβληθῆ εἰς διπλῆν φορολογίαν· ἔφερε παραδείγματα τὸν Διευθυντὴν μεγάλου τινὸς πιστωτικοῦ καταστήματος. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ καταστήματος αὐτοῦ λαμβάνει μισθόν· ὁ μισθὸς αὐτὸς τῷ ἀποδίδεται κατὰ δύο τρόπους· τῷ ἀποδίδεται διὰ πληρωμῆς μηνιαίας ὡρισμένου ποσοῦ, τῷ ἀποδίδεται δὲ καὶ διὰ πληρωμῆς ποσοστοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζουσιν ἀναλόγως τῶν κερδῶν. Αὐτὴ ἡ δευτέρα πληρωμὴ, ἡ γινομένη εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ μεγάλου τούτου πιστωτικοῦ καταστήματος, εἶναι ὡσαύτως μισθὸς, δὲν εἶναι πρόσοδος ἐκ κινητοῦ κεφαλαίου. Ἐπειδὴ ἤθελον νὰ ἐμβάλωσιν εἰς αὐτὸν ζωηρότερόν τι καὶ ὑλικώτερον ἐνδιαφέρον, ἵνα πράττῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ παραλείψῃ τι ἀφ’ ὅ,τι δύναται νὰ πράττῃ πρὸς προκοπὴν τοῦ καταστήματος, προκοπὴν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῶν μεγαλειτέρων κερδῶν, προσδιώρισαν νὰ πληρώνωσιν εἰς αὐτὸν οὐχὶ μόνον κατὰ μῆνα ἓν ποσὸν ὡς μισθὸν, ἀλλὰ νὰ δίδωσι καὶ ποσοστὸν ἐκ τῶν κερδῶν. Λοιπὸν αἱ χορηγίαι αὗται εἴτε ὑπὸ τὸ ὄνομα μισθὸς, εἴτε ὑπὸ τὸ ὄνομα μερὶς ἐκ ποσοστοῦ, εἶναι ὡσαύτως μισθὸς, δὲν εἶναι πρόσοδος ἐκ κινητοῦ κεφαλαίου, εἶναι πρόσοδος ἐξ ἐργασίας. Λοιπὸν ὁ μισθὸς τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ ποσοστὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, δὲν ὑπόκεινται εἰμὴ εἰς μόνον τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἑπομένως δὲν θέλουν εἰσπραχθῆ ἐξ αὐτοῦ 18%, ὡς ὑμεῖς εἴπατε.
§62ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 28 φορολογεῖται καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔσπευσα ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν δύναται νὰ συνυπάρξῃ μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου. Σᾶς εἶπον τότε ὅτι, ἐπειδὴ τρία νομοσχέδια ἐκανόνισαν τὴν αὐτὴν ὕλην, τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορᾶς διέλαβε περὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι παροδικαὶ καὶ ἰσχύουσιν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστράτευσις. Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἐπιστράτευσις, οὐδεὶς ἄλλος νόμος παρὰ ὁ νόμος περὶ εἰσφορᾶς ἰσχύει ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ φόρου, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τοὺς μισθούς. Ἐκλείποντος τοῦ νόμου περὶ εἰσφορᾶς μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὑπάρχουν δύο διατάξεις νομοσχεδίων κανονίζουσαι τὴν αὐτὴν ὕλην, ἡ διάταξις τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ προκειμένου. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη, εἶχεν ἤδη συνταχθῆ ὁ νόμος περὶ εἰσφορᾶς, καὶ ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη καὶ ἐνεκρίθη, εἶχε συνταχθῆ τὸ ἐπέτειον φορολογικὸν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἤμην βέβαιος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελεν εὕρει παραδοχήν τινα...
§64ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατακραυγὴ εὗρεν αὐτό· σᾶς τὸ βεβαιῶ.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Φίλε κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ πρῶτον νὰ μὴ σπεύδητε, δεύτερον νὰ μὴ ἀντιποιεῖσθε ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε, τὸ δικαίωμα, ὅτι διερμηνεύετε τὸ φρόνημα τὸ κοινωνικόν. Ἐνδέχεται νὰ διερμηνεύητε τὸ φρόνημα τῶν ἀνθρώπων, μεθ’ ὧν εἶσθε ἐν συναναστροφῇ· ἐνδέχεται εἰς τοὺς κύκλους, εἰς τοὺς ὁποίους ζῆτε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ εὗρε κατακραυγήν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι ἔκφρασις τοῦ δημοσίου φρονήματος. Διὰ τοῦτο μὴ σπεύδετε. Ἐδήλωσα λοιπὸν σήμερον, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, τότε θέλω προτείνει ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, ἡ κανονίζουσα τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος· ἑπομένως θέλει μένει ἰσχύων ὁ κανονισμὸς τοῦ ἄρθρου 28 καὶ δὲν θέλει ὑποβάλλεσθαι ὁ μισθὸς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς διπλῆν φορολογίαν.
§66ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, τὴν σύγκρισιν τῶν ποσοστῶν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§67ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Καὶ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐγώ, ἐὰν θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ὁ ἁπλοῦς ἐπαγγελματίας, ὅταν δὲν μετέρχεται κερδοσκοπικὸν ἐπάγγελμα.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις σκοπεῖ νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ.
§69ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐξαιρεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τὴν διανοητικὴν εἴτε χειρωνακτικήν· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐπιτηδευματίαι, δικηγόροι, ἰατροί, ἱερεῖς δὲν ὑπάγονται.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐπιτηδευματίας, ἐὰν πρόκηται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ μισθοῦ, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐὰν πρόκηται νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπὶ εἰσοδήματος, δηλαδὴ ἐπὶ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται, βεβαίως θέλει ὑποβάλει δήλωσιν.
§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ δικηγόρος ἐξαιρεῖται, κύριε Σπινέλλη, διὰ νὰ σᾶς καθησυχάσω, διότι εἶνε διανοητικὴ ἐργασία τὸ αὐτὸ καὶ ὁ ἰατρός· ἀλλὰ μία μόνον δυστυχὴς τάξις ἀνθρώπων, ἐργαζομένων διανοητικῶς, ὑπόκειται εἰς τὴν ἁρπαγήν. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐξαιροῦνται καὶ ὁ γλίσχρος μισθὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν, θὰ ἐξαλειφθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐφάνη λίαν συγκεκινημένος ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος. Τὰ παθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ αὐτὴ ἡ δυστυχὴς τάξις τῶν ὑπαλλήλων, συνεκίνησαν τὴν καρδίαν αὐτοῦ, καὶ μετὰ ὀδύνης ψυχῆς ἐπληροφόρησε τὸν βουλευτὴν ἐκ Κραναίας, ὅτι οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροὶ ἀπαλλάσσονται, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπαλλάσσονται εἶνε αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι, ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ὁποίων πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν ἡμεῖς οἱ γῦπες τὸν ἄρτον. Τῷ ὄντι πρώτην φορὰν εἰσάγεται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῆς Χώρας διάταξις περὶ φορολογίας τῶν μισθῶν. Ὑπῆρχε διάταξις φορολογοῦσα τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ἑταιριῶν τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν ἄλλων βιομηχανικῶν καὶ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἡ φορολογία ὅμως, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς ἐκείνους, ἦτο τοσοῦτον εὐτελής, ὥστε ἦτο ἀναξία τοῦ κόπου τῆς διοικήσεως διὰ νὰ μεριμνᾷ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αὐξάνεται ὁ φορολογικὸς ὅρος. Ἀπὸ τοῦ ½ ἢ 1 ἢ 1½%, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, θέλουσι πληρώνει μεγαλείτερον ποσόν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἐθλίβη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν τοιούτων καταστημάτων, ἀλλ’ ἰδίως ἐθλίβη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐθλίβη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους γνωρίζουσιν εἰς ποίας ἐκτάκτους οἰκονομικὰς ἀνάγκας περιῆλθε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον συντηροῦνται πρὸ ἐτῶν ὑπηρετοῦντες. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους γνωρίζουσιν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπάρχει κανὲν δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀφαιρέσῃ τι ἀπὸ τοῦ μισθοῦ των, αὐτοὶ λιμώττουσι, διότι δὲν δύνανται νὰ λάβωσι τὸν μισθόν των, καὶ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἵτινες τὸν μισθὸν τοῦ Ἰουλίου δὲν ἔλαβον εἰσέτι, καὶ ἀναγκάζονται νὰ προσφύγωσιν εἰς τοὺς τοκιστὰς καὶ τοκογλύφους καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἑτέραν φορολογίαν. Διατί τοῦτο γίνεται; γίνεται ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἕνεκα τῆς ἀμηχανίας τῆς οἰκονομικῆς, εἰς ἣν περιῆλθεν ὁ Τόπος. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἥκιστα σοβαρὸς ὁ οἶκτος, ὅστις κατέλαβε τὴν ψυχὴν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεγαρίδος, ἵνα θρηνήσῃ σήμερον τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες καλοῦνται νὰ συνεισφέρωσιν ἐκ τοῦ μισθοῦ των πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Ἂς ἦνε δὲ βέβαιος, ὅτι ὅσους θρήνους καὶ ἂν ἐκφέρῃ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὑπάλληλοι εἶνε πρὸ πάντων πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἰδιοποιοῦνται ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τῆς Πατρίδος των, καὶ θέλουσιν ἀγογγύστως ὑποβληθῇ εἰς τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Πατρὶς ἀναγκάζεται νὰ ἐπιβάλῃ, ἵνα διαῤῥυθμίσῃ τὴν ἀδιαῤῥύθμιστον κατάστασιν τῆς Χώρας.
§73ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐξετάζω ὁποίαν προὐξένησεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν προαγορεύσαντα κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ συγκίνησις, μεθ’ ἧς λέγει ὅτι ὡμίλησα· ἀλλ’ εἰς ἐμὲ παρήγαγε βαθεῖαν ἐντύπωσιν ἡ σύγχυσις, μεθ’ ἧς αὐτὸς οὗτος ὡμίλησε καὶ ἡ σύγχυσις ἐν ᾗ περιεπλέχθη, ὑποβαλὼν ὡς ἔτυχε νομοσχέδια ἐπὶ νομοσχεδίων. Σήμερον ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ, ὅτι ἔχει μέγα τὸ ἐνδιαφέρον πρὸς τὴν τάξιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὅτι μόνον ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ ἡ κενότης τοῦ Ταμείου ἀναγκάζει αὐτὸν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν νέαν ταύτην φορολογίαν. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν ἐπικαλούμεναι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ὅτε πρόκειται περὶ νόμου διαρκοῦς, ὡρισμένου νὰ φορολογῇ ἐσαεὶ τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἐλαττοῦντος τὸν εὐτελῆ αὐτῶν μισθὸν ἢ τὴν σύνταξιν; ὅτι δὲ τοιαύτη ἔννοια ἔγκειται ἐν τῇ φορολογίᾳ, τῇ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένῃ, εἶναι προφανές. Ἐν τῷ Δʹ. κεφαλαίῳ τοῦ νομοσχεδίου λέγεται, ὅτι φορολογοῦνται οἱ μισθοί, αἱ συντάξεις μέχρις 8%. Καὶ τοῦτο ἀναγινώσκων ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ ὀλίγου χρόνου ἤλεγχεν ἡμᾶς, διότι δὲν ἐστέργομεν νὰ αὐξήσῃ τὰς συντάξεις κατὰ 12%. Ἀλλ’ ἤδη τοὺς συνταξιούχους τούτους φορολογεῖ διὰ τοιούτου τρόπου, ὥστε ἀπέβη ἐντελῶς κενὴ ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐπεδείκνυε πρὸς αὐτοὺς μετὰ τοσούτου στόμφου.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῷ ὄντι ἐπέκρινα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον προταθῆ κατὰ 1883, περὶ ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχμὰς, διότι εἶχον παραλείψει νὰ λάβωσι τὴν αὐτὴν πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν συντάξεων. Καὶ τὴν πρόνοιαν ταύτην ἐφρόντισα νὰ λάβω, ὅταν ἐκλήθην εἰς τὴν Ἀρχὴν, διὰ νὰ ἐξομοιώσω τοὺς συνταξιούχους μὲ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίφασις ἐν τῇ πολιτικῇ ἡμῶν. Καὶ ὅταν εἰσηγάγομεν τὸν νόμον περὶ πληρωμῆς τῶν συντάξεων εἰς νέας δραχμὰς, ἡμεῖς ἐνθυμούμεθα πόσα ἠκούσαμεν ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας κάθηται ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος· ἐνῷ σήμερον, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀπευθυνόμεθα καὶ πρὸς τοὺς συνταξιούχους, μηδεμίαν ὑπὲρ οὐδενὸς ποιούμενοι ἐξαίρεσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος εὗρεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶνε παροδικὸν, καὶ ἑπομένως δὲν ζητεῖται νὰ φορολογηθῇ ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, διότι ἐνομοθετήθη διαρκῶς καὶ μονίμως. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεγαρίδος νομίζει, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἤθελε διαῤῥυθμισθῆ διά τινος μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς προσπορίσει προσόδους ἑνὸς ἢ δύω ἐτῶν. Ἐλησμόνησεν ὅτι τὰ δάνεια διαρκοῦσι 50 καὶ 60 ἔτη καὶ πρέπει νὰ προπαρασκευάσωμεν πόρους ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Τὰ δάνεια, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ἐπιβαρύνουν ὁλόκληρον γενεάν. Ἐὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον, παριστῶσι σύγχυσιν, ἐλπίζω ὅτι ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν θέλει χορηγήσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. βουλευτὴς Μεγαρίδος, θέλει εὐκολύνει τὴν Βουλὴν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 10–25 τοῦ νομοσχεδίου).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 26. (Ἀναγινώσκεται).
§76ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἀνακοπὴν κατὰ τῶν ἀποφάσεων, τῶν ἐκτελουμένων, ἁρμόδιον εἶνε τὸ Πρωτοδικεῖον κατὰ τὸ ἄρθρον 26. Τὸ Πρωτοδικεῖον δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ ἐξετάζῃ κατὰ τύπους τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐν τούτοις ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ αὐτῷ ἐπιτρέπονται ὡς μόνα ἀποδεικτικὰ μέσα—τὸ ἄρθρον λέγει «ἔνδικα μέσα» ἀλλὰ ὑποθέτω ὅτι εἶνε λάθος, διότι πρόκειται περὶ ἀποδεικτικῶν μέσων— ὡς ἀποδεικτικὰ, λέγω, μέσα, ἐπιτρέπονται ὁ ὅρκος καὶ τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 τῇ αἰτήσει μου εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ λέξις «ἐπραγματώθησαν» σημαίνει ὅτι αἱ πρόσοδοι εἰσῆλθον εἰς τοῦ φορολογουμένου τὸ ταμεῖον. Ἀλλ’ ὅταν ὁ φορολογούμενος εἰσπράττῃ προσόδους, δὲν λαμβάνει ἀποδείξεις ὅτι ἔλαβε προσόδους. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὁ δανειστὴς, ὁ μὴ εἰσπράξας, καταλογίζεται νὰ πληρώσῃ, διότι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἀνεκάλυψε διάφορα συμβόλαια εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα ἢ ἀλλαχοῦ ἀνεξόφλητα· διαμαρτύρεται ὁ φορολογούμενος, ἐνεργεῖται ὅλη ἡ διαδικασία ἐνώπιον τῶν δύο διοικητικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἀποδέχεται τὰ παράπονα τοῦ φορολογουμένου. Διὰ τῆς ἀνακοπῆς ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου νὰ προτείνῃ ὁ φορολογούμενος, ὅτι οὐδὲν εἰσέπραξε. Ποίαν ἀπόδειξιν θέλετε νὰ φέρῃ οὗτος ὁ ἄνθρωπος, ὅτι δὲν εἰσέπραξε; Νὰ ἐπαγάγῃ ὅρκον εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου; (Θόρυβος). Οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποῤῥίψουν τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀνακόπτοντος, ὅστις δὲν ἔχει παρὰ τὸν ὅρκον, θὰ γράψουν εἰς τὸν Ταμίαν ἢ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι αὐτὸς δὲν ἠξεύρει τὶ λέγει. Ὁ Ὑπουργὸς, μὴ δυνάμενος νὰ ἐξετάζῃ μίαν ἑκάστην τῶν ὑποθέσεων, θὰ πείθεται εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τῶν γραφείων καὶ θὰ ὁρκίζεται. Διὰ τοῦτο ὁ περιορισμὸς, ὁ ὁποῖος τίθεται, εἶνε κατ’ ἐμὲ μάταιος, εἶνε ἄτοπος μάλιστα καὶ εἶνε καταστρεπτικὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Ὅταν ἔρχεται ὁ Ἔφορος καὶ μοῦ καταλογίζει τόκους, τοὺς ὁποίους δὲν εἰσέπραξα, τί θὰ κάμω; Θὰ φέρω τὸν ὀφειλέτην ὡς μάρτυρα, καὶ θὰ ἦναι ἀδύνατον τὸ δικαστήριον νὰ δεχθῇ ἐκ μαρτύρων, ἀπόδειξιν τοῦ ὀφειλέτου. Νομίζω, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν μέσων τῆς ἀποδείξεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως, τὸ ἀπονεμόμενον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, εἶναι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστος· ἢ πρέπει τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ περιορισθῇ εἰς ἐξέτασιν μόνον τῶν τύπων καὶ εἰς ἐξέτασιν ζητημάτων ἐκτελέσεως, καὶ τότε βεβαίως ὡς ἀποδεικτικὰ μέσα θὰ μένουν ὁ ὅρκος καὶ τὰ ἔγγραφα δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἢ πρέπει νὰ ἀπονείμωμεν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τὸ δικαίωμα τῆς οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν νὰ κανονίζῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προτείνετε τροπολογίαν· καταθέσατέ την, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὴν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν.
§78ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶνε ζήτημα τὶς ὁ ὑπόχρεως ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν, εἶναι τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν, ὅτι εἰσέπραξεν ὁ φορολογούμενος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὅτι εἰσέπραξεν· ἄλλως, παραβιάζετε τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Τὸ μόνον δὲ ἀποδεικτικὸν μέσον εἶνε ὁ ἐπαικτὸς ὅρκος, ἐὰν ὁ φορολογούμενος ἀρνεῖται τὴν εἴσπραξιν καὶ δὲν προσάγεται ἔγγραφος περὶ τοῦ ἐναντίου ἀπόδειξις. Δύσκολον δὲ τὸ Δημόσιον, τρέχον ἀπὸ ὀφειλέτου εἰς ὀφειλέτην, νὰ προμηθευθῇ ἐγγράφους περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν του ἀποδείξεις. Τὸ κύριον ἀποδεικτικὸν μέσον θὰ ἦναι ὁ ὅρκος.
§79Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, τότε θὰ ἦτο περιττὸν νὰ σχηματίσωμεν Ἐπιτροπὰς καὶ νὰ ἐπιτρέπωμεν ἔνδικα μέσα κατὰ τῶν ἀποφάσεων. Ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν φορολογουμένων, ἐπάγοντες αὐτοῖς ὅρκον. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἠθέλομεν πράξει, ἀμφιβάλλω ἂν ἠθέλομεν εἰσπράξει πολλὰ δυνάμει τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐπιτρέποντες δικαίωμα ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰς τὸν φορολογούμενον, δίδομεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠμφισβητήθησαν ἐνώπιον τῶν Ἐπιτροπῶν, τοιαῦτα δὲ γεγονότα δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τῶν τόκων. Ἐν τούτοις παρατηρῶ, ὅτι καὶ περὶ τῶν γεγονότων τούτων δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔγγραφον, ὡς π. χ. ὅταν διὰ δημοσίου ἐγγράφου ἐγένετο ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων. Ἐπίσης καὶ ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν τόκων δύναται νὰ προκύπτῃ ἐκ δημοσίου ἐγγράφου, ἀλλὰ περὶ τούτου δύναται νὰ προσαχθῇ καὶ ἀπόδειξις αὐτοῦ τοῦ ὀφειλέτου (Θόρυβος). Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ κατ’ ἀνακοπὴν δίκη, περὶ ἧς πρόκειται, διαφέρει κατὰ τοῦτο τῶν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δικῶν, καθ’ ὅσον ὁ νόμος ἀνατίθησιν ὅλως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστηρίου τὴν ὁριστικὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς ἐκ τῶν ἐνόντων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπει ἔφεσιν. Ἄν ἐπιτρέψωμεν καὶ τὴν διὰ μαρτύρων ἀπόδειξιν τῶν γεγονότων, περὶ ὧν ἡ ἀμφισβήτησις, ἤθελεν ἀναβάλλεσθαι ἐπ’ ἄπειρον ἡ λύσις καὶ ἀποβαίνει αὕτη κατὰ τοῦ Δημοσίου, οὕτω δὲ ὀλίγιστα θέλομεν εἰσπράξει. Νομίζω, ὅτι ἀρκοῦσα εἶναι ἡ εἰς τὸν φορολογούμενον διδομένη ἐγγύησις τῆς εἰς τὸ δικαστήριον προσφυγῆς, ἵνα αἱ τυχὸν γενόμεναι ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς ἀδικίαι διορθωθῶσι, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ ἀποδείξεις διὰ μαρτύρων.
§80ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§81ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ ἐκ Μαντινείας κ. βουλευτοῦ ἰσοδυναμεῖ μὲ δήμευσιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀτόμου, δυνατὴν μόνον ὑπὸ μίαν τυραννικὴν κατάστασιν. Συνέρχεται μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δὲν ἔχει διδόμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίξῃ μίαν ἀπόφασιν, καὶ ἔχει ἐντολὴν γνωμοδοτικὴν μόνον καὶ ὄχι καθαρῶς δικαστικήν. Αὐτὴ λοιπὸν πρόκειται νὰ λύσῃ ζήτημα, ἀφορῶν σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ πολίτου, καὶ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ πολίτης αὐτὸς εἰσέπραξε τόσας χιλιάδας δραχμὰς καὶ ὀφείλει ἐπ’ αὐτῶν φόρον. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι μία ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλεται ὁ φορολογούμενος εἰς ἀρνητικὴν ἀπόδειξιν, εἰς τὴν ἀπόδειξιν δηλαδή, ὅτι δὲν εἰσέπραξεν, ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὅτι εἰσέπραξε. Τὴν θετικὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἰσέπραξεν ὁ φορολογούμενος τὸ φορολογητέον ποσὸν ὀφείλει τὸ ἰσχυριζόμενον τοῦτο Δημόσιον, καὶ αὐτὸ δύναται καταφεῦγον εἰς ὀφειλέτας, ἐὰν πρόκηται περὶ εἰσπράξεως τόκων, νὰ προμηθευθῇ καὶ προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τὰς ἀποδείξεις, ὅτι ὁ δανειστὴς εἰσέπραξε τὸ ποσὸν τόκων, ὅπερ, ἀντιλέγων εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ δανειστοῦ, ἰσχυρίζεται ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὅτι εἰσέπραξεν οὗτος. Ἐὰν δὲ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ παρουσιάσῃ ἄλλην ἀπόδειξιν ἔγγραφον, τότε πλέον δὲν ἔχει ἄλλο μέσον ἢ τὸν ὅρκον. Πᾶσα ἄλλη ἀρχὴ ἀνατρέπει τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ θὰ φέρῃ εἰς ἀναστάτωσιν τὴν κοινωνίαν.
§82ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§83Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τῇ ἐρωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡρμήνευσε διάταξίν τινα, ἡ δὲ δοθεῖσα ἑρμηνεία δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἑρμηνεία τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «πραγμάτωσις» θεωρεῖ ἐκείνας τὰς προσόδους, αἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ ἰδιώτου· ἄρα δὲν φορολογεῖ ὁ νόμος ἢ τὸ ποσὸν τῶν τόκων καὶ πᾶσαν πρόσοδον, ἥτις ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου. Ἑπομένως ὁ φορολογούμενος, ὅτε θὰ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ, θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν, στηριζομένην εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὸν χρόνον τῆς δηλώσεώς του. Τὴν δήλωσιν ταύτην θὰ ἐξελέγξῃ ἥ τε Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος. Ἀλλὰ ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι δὲν πεισθῶσιν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς δηλώσεως ταύτης, ὀφείλουσιν, εἴ τε ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, εἴ τε τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ καταδείξωσι τὸ μὴ εἰλικρινὲς τῆς δηλώσεως τῶν ἀναφερομένων· διότι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιβάλουσι φόρον ἀνώτερον τοῦ ἐπὶ τῆς δηλώσεως στηριζομένου, ὀφείλουσι νὰ δικαιολογήσωσι διατὶ ἐπιβάλλουσι τὸν ἀνώτερον φόρον, ὀφείλουσι νὰ δικαιολογήσωσιν, ὅτι ἡ πρόσοδος εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ φορολογούμενος, καὶ ἐντεῦθεν ὀφείλουσι νὰ καταδείξωσι καὶ τὰ μέσα τὰ ἀποδεικτικὰ, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν. Ἀλλ’ ἐπέρχεται ἡ ἐρώτησις, καὶ ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἢ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος θελήσωσι νὰ ἀδικήσωσιν, ἐὰν εἴτε ἐκ φατριασμοῦ, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων αὐθαιρέτως κανονίσωσι τὴν πρόσοδον καὶ ἐπιβάλωσιν ἀνωτέραν; ἀλλὰ τότε μένει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὰ δὲ δικαστήρια, εὐσυνειδήτως κρίνοντα, τί πρέπει νὰ πράξωσιν; θὰ μεταῤῥυθμίσωσι τὴν αὐθαίρετον ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ποῦ δὲ θὰ καταφύγωσι διὰ νὰ ἀνεύρωσι τὴν ἀλήθειαν; εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν Ἔφορον καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων θὰ στηρίξωσι τὴν ἀπόφασίν των. Βεβαίως δὲ θὰ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον, ἐὰν εἰς τὴν δικογραφίαν δὲν εὕρωσιν ἀποδεικνυόμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ πείσωσι τὸ δικαστήριον, ὅτι καλῶς ἔκριναν ὁ Ἔφορος καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιβάλωσι φόρον ἀνώτερον ἐκείνου, ὅστις προκύπτει ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ φορολογουμένου, καὶ θὰ ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν, ἐξαφανίζουσαν τὴν ἀπόφασιν, τὴν μὴ στηριζομένην εἰς τὴν δήλωσιν. Ταῦτα ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ νόμος παραβιάζεται ἐκ τῶν ὀργάνων, τῶν τεταγμένων πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ φόρου. Ἰδοὺ δὲ διατὶ φρονῶ, ὅτι ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠγέρθησαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, λύονται, ὅταν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν λέξιν «πραγμάτωσις», τὴν ὁποίαν ἡρμήνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε κατὰ τὴν γνώμην σας δὲν πρέπει νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον.
§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Βεβαίως, διότι φορολογεῖτε ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν πρόσοδον.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πραγματοποιηθῇ;
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ὁ φορολογούμενος ἐναποθέσῃ τὴν πρόσοδον εἰς τὸ θυλάκιόν του.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Τίς θὰ ἀποδείξῃ τὸν φόρον;
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐξηγήθην εὐκρινῶς, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω. Ποῖος ὑποβάλλει τὴν δήλωσιν; ὁ φορολογούμενος. Ποῖος ἀμφισβητεῖ αὐτήν; ὁ Ἔφορος.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ.
§91ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διὰ νὰ προσδιορίσῃ τὴν πρόσοδον, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, θὰ στηριχθῇ εἰς γεγονότα, ἀποδεικνύοντα τὴν μὴ εἰλικρινῆ δήλωσιν τοῦ φορολογουμένου. Τὰ γεγονότα ταῦτα θὰ ἦναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀρύωνται οὐχὶ ἐκ τῆς φαντασίας τοῦ Ἐφόρου, ἀλλὰ θὰ ἦναι πληροφορίαι, στηριζόμεναι εἰς ἔγγραφα. Σεῖς εἴπατε, ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην σας, ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ἓν συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται ὅτι ἐδάνεισέ τις 1,000 δραχμὰς πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ καταλογίζει τὸν τόκον εἰς τὴν πρόσοδον. Ἀλλ’ ἆρα ἕπεται καὶ ἐκ τούτου ὅτι ἔλαβε καὶ τὸν τόκον; Τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος παρὰ τὴν δήλωσιν τοῦ φορολογουμένου, ὅταν πράγματι ὁ φορολογούμενος εἰς τὴν δήλωσίν του δὲν ἀναφέρῃ ὅτι δὲν ἔλαβε τοιαύτην πρόσοδον. Ἐὰν ὅμως ἰσχυρίζεται τοῦτο ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του· ἐὰν δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἴτε πρωτοβάθμιον ἢ καὶ δευτεροβάθμιον τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν τῆς ἀποδείξεως, καὶ παραδεχθῇ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὁ φορολογούμενος θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἅτινα θὰ δικαιώσωσιν αὐτὸν, στηριζόμενα εἰς τὰ ἔγγραφα· διότι, μὴ ὑπαρχούσης ἀποδείξεως ὅτι ἐπραγματοποιήθη ἡ πρόσοδος, ἤτοι μὴ ὑπαρχούσης ἀποδείξεως κατὰ τῆς εἰλικρινείας τῆς δηλώσεως, θὰ παραδεχθῇ ὡς δίκαιος καὶ νόμιμος φόρος ὁ ἐκ τῆς δηλώσεως ἐκπηγάζων· ἐὰν δὲ αἱ ἀποδείξεις δὲν ὦσι πλήρεις, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναπληρωματικοῦ ἢ ἀπαλλακτικοῦ ὅρκου.
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα περιστρέφεται ἐπὶ διατάξεως μὴ ὑπαρχούσης. Ὁ κύριος Βαλσαμάκης, νομίζω, ὤφειλε νὰ μὴ θεωρήσῃ ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 12 καὶ 13 ἀφίνουσιν ἐλευθέρας τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ ἀποφασίσωσιν ὅπως θέλωσιν. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ τοῦ 2 ἄρθρου ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δὲν δύνανται αὐθαιρέτως νὰ ἐνεργήσωσιν αἱ Ἐπιτροπαί.
§93ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἔχων ἀξίωσίν τινα ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ ποῦ στηρίζεται ἡ ἀξίωσίς του. Ὅταν πρόκειται νὰ φορολογηθῇ τις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσόδου του, τίς εἶναι ὁ αἰτῶν; τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ τὶ ὁ φορολογούμενος ἐκέρδησε. Πᾶσα ἄλλη γνώμη, κύριοι, δὲν στηρίζεται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου· εἶναι ἀνατροπὴ τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ κυρία βάσις τῆς συναλλαγῆς καὶ πάσης κοινωνικῆς τάξεως. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι, δὲν εἶναι ἀρχὴ σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ἐὰν ἐγὼ εἶμαι τοκιστὴς καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ἐδαπάνησα διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως ποσόν τι, δὲν ἕπεται καὶ ὅτι εἰσέπραξα τὸν τόκον· καὶ ἐὰν ἔκαμα περὶ τούτου δήλωσιν καὶ ἡ δήλωσις αὕτη ἀμφισβητεῖται ὡς μὴ συμφωνοῦσα πρὸς τὰ πράγματα, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπόχρεως εἰς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ τὶ εἰσέπραξα, Ἡ περὶ τούτου ἀμφισβήτησις, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλαι ἀποδείξεις, λύεται διὰ τοῦ ἐπακτοῦ ὅρκου. Τὸ Δημόσιον, τὸ ἀντιλέγον εἰς τὴν δήλωσιν, ὀφείλει κατὰ νόμον ν’ ἀποδείξῃ ὅ,τι ἰσχυρίζεται ἀντιλέγον εἰς τὴν δήλωσιν· διότι ὁ δανείζων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόδειξιν ἂν ἐπληρώθη ἢ ὄχι ὁ τόκος. Ἐὰν ὁ δανείζων εἶχε λάβει τὸν τόκον καὶ δώσει ὅρκον ὅτι δὲν τὸν ἔλαβε, τότε εἶναι ἐπίορκος, καὶ δύναται νὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν ποινὴν τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ νὰ ἀποζημιωθῇ καὶ τὸ Δημόσιον. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἐν αἷς εὑρίσκομεν καὶ τὸ ἀληθὲς τοῦ Κράτους συμφέρον.
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχὶ μόνον τυγχάνω πεπεισμένος, ὅτι μετὰ μεγάλης εὐρύτητος πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἰσάγεται φορολογία ἐντελῶς νέα, καὶ πρέπει νὰ ἐξονυχισθῇ πᾶσα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρέπει νὰ γίνῃ καταληπτὴ πᾶσα ἔννοια, ἥτις καλύπτεται ὑπὸ ταύτην τὴν φράσιν ἢ ὑπὸ τὴν λέξιν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς συνιστῶ καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὸ σύστημα τῆς εὐρείας καὶ μεγάλης συζητήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν πρώτην φορὰν εἰσάγεται ἓν εἶδος φορολογίας εἴς τινα τόπον, δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτήσῃ τις νὰ ἐννοήσωσι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας πάντες οἱ πολῖται· διότι, ἐὰν ἀπαιτήσῃ τοιοῦτόν τι, ἀπαιτεῖ τι μὴ πιθανόν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας, ἡ φορολογία τοῦ εἰσοδήματος τῶν κινητῶν κεφαλαίων παρέχει πολλὰς δυσχερείας κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἡ συζήτησις εἶνε χρησιμωτάτη. Ἀλλὰ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐντοπισθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ γραφῇ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος προέβαλε μίαν ἀπορίαν. Μοὶ εἶναι εὐκολώτατον νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν αὐτὴν ἀμέσως, καὶ νὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, ὅτι ἀπορεῖ, εἴτε διότι δὲν γνωρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξάγεται καὶ ἀπονέμεται ἡ διοικητικὴ λεγομένη δικαιοσύνη, εἴτε διότι ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπορῇ. Καὶ ἐὰν ἐπιθυμῇ ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου νὰ ἀπορήσῃ, δὲν ἐπικρίνω τὸν κύριον βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος, διότι καὶ τὸ σύστημα τοῦ οὕτω πως ἀποροῦντος εἶνε σύστημα τακτικῆς, εἶνε σύστημα πολεμικῆς. Ἐὰν ἐπολεμήσατε ἐν συντεταγμένῃ μάχῃ, δύνασθε κατόπιν νὰ πολεμήσητε καὶ διὰ ἀποσπασμάτων. Ἐὰν εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν κατωρθώθη νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἀποτρόπαιον, ὅτι ἐχαρακτηρίσθη μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. Γλάδστωνος ὡς κακόηθες, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα τὸ σύστημα τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Γλάδστωνος ἐκθειάζεται, ὀφείλω, ἐπειδὴ εἶνε πρόσφατος ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Βαλσαμάκη, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ χωρίον τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσοδήματος, τῆς φερούσης τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Γλάδστωνος· εἶνε τῆς 18 Ἀπριλίου 1853. «Ἡ ἐν γένει γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγα«λειότητος, ἀναφέρει ἡ μνημονευθεῖσα ἔκθεσις τοῦ κ. Γλάδ«στωνος, περὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος εἶναι, ὅτι οὗτος «ὁ φόρος εἶναι μηχανὴ γιγαντιαίας δυνάμεως (an engine «of gigantie Power) διὰ τοὺς μεγάλους ἐθνικοὺς σκοπούς.» Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγένετο ἡ συντεταγμένη μάχη, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάσθη, ὅτι ὁ Γλάδστων ἐχαρακτήρισε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ὡς κυβερνητικὸν μέτρον διδάσκον τὴν κακοήθειαν, ἀφοῦ ἐγένετο ἄλλη μάχη, διὰ τῆς ὁποίας παρεστάθη, ὅτι ὁ προοδευτικὸς φόρος οὐδὲν ἄλλο εἶνε εἰμὴ κοινωνισμὸς, καθ’ ὃν χρόνον ὁ προοδευτικὸς φόρος ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐνυπῆρχε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχαιότητη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλλάδι, ἐν ᾧ χρόνῳ τὸν προοδευτικὸν φόρον ἐκθειάζουσιν οἱ διασημότεροι συγγραφεῖς, οἱ ἀσχοληθέντες ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω διαφόρους τοιούτους συγγραφεῖς καὶ θὰ σᾶς φέρω π. χ. τὸν οἰκονομολόγον Σαίυ, τὸ σύγγραμμα τοῦ Ρυχάρδου, καὶ πραγματείας τοῦ Σμίθ, ἀφοῦ λοιπὸν ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ μάχη, ἦλθεν ἄλλη μάχη....
§95ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. — ἡ μάχη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει φορολογητέαν ὕλην. Ἀφοῦ ἐξηντλήθη καὶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἐπιθέσεως, ἦλθον καὶ εἰς ἄλλο· ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, ὅτι περιέχει διατάξεις, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Λοιπὸν πρέπει νὰ διέλθωμεν καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ σταδίου, καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ νὰ διαλυθῇ πᾶσα ἀπορία. Ἡ ἀπορία λοιπὸν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος εἶνε ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον εὑρίσκεται εἰς ἀπορίαν, καὶ δὲν ἔχει ποῦ νὰ στηριχθῇ, ἀφοῦ ὁ φορολογούμενος δὲν δύναται νὰ κατέχῃ ἔγγραφα δικαιολογοῦντα τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἠδύνατο νὰ μὴ ἀπορήσῃ, ἐὰν ἐγνώριζε κατὰ τίνα τρόπον λειτουργοῦσιν αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαί, ἐφαρμόζουσαι τοὺς νόμους, τοὺς ὑπάρχοντας πρὸς βεβαίωσιν τῶν φόρων. Ἐὰν ἀναγνώσητε ἰδίως τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν διατάσσουσαν τὰ ἐπὶ τῶν δηλώσεων, ὅτι συντάσσεται ὑπὸ τοῦ δημάρχου κατάλογος, ὅτι τὸν κατάλογον λαμβάνει ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὅτι αὐτὸς κατόπιν συζητήσεων μετὰ τῶν φορολογουμένων ἐκφέρει ἀπόφασιν καὶ δικαιολογεῖ αὐτὴν οὕτω (Ἀναγινώσκει). Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξελέγξῃ ὅλας αὐτὰς τὰς γενομένας δηλώσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 15 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων, αὗται ὑποβάλλονται εἰς νέαν διαδικασίαν. Πᾶσα πρᾶξις, γενομένη πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῶν δηλώσεων, δικαιολογεῖται δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, διὰ μιᾶς αἰτιολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ὀφείλει νὰ ἐπισυνάψῃ, π. χ. «Μετεῤῥύθμισα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, διότι μετέβην εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ ἔλαβον τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὅτι ὁ Α εἶχε δανείσει 10,000 δραχμὰς καὶ οὐχὶ 3,000 δραχμὰς, ὡς ἔχει ἐν τῇ δηλώσει του, καὶ ὅτι προσπορίζεται τόσα». Ἐπὶ δὲ τῶν καταστημάτων ἐπίσης θέλει δικαιολογήσει «ὅτι μετέβην εἰς τὸ δεῖνα κατάστημα μετὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου πρὸς τοῦτο, ἐξήτασα καὶ εὗρον ὅτι τὸ ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς τόσας δραχμὰς» καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα μετὰ τῶν καταλόγων ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἀποφασίζει ἐπ’ αὐτῶν, δὲν ἐκτιμᾷ μόνον τὰ στοιχεῖα τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν προσπαθεῖ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκδίδει ἀποφάσεις ἠτιολογημένας, περιεχούσας σκεπτικὸν καὶ δικαιολογητικόν. Μετὰ τοῦτο ὑποβάλλονται πάντα εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπίσης ἐξελέγχει ταύτας. Καὶ ἀφοῦ δικαιολογήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἀποφάσεις της, τότε σχηματίζεται ὁ φάκελλος καὶ μεταβιβάζεται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον ἔχει πληθὺν ἐγγράφων καὶ εὑρίσκει εἰς αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν δύναται νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἐγγράφων διὰ νὰ δείξω ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν, ἀποτελοῦσι τὰ φῶτα. Ἐὰν ταῦτα δὲν εἶνε ἐπαρκῆ, θέλει ἀποῤῥίψει τοὺς ἰσχυρισμούς, οἵτινες δὲν ἀποδεικνύονται διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἐὰν αὐτὰ εἶνε μὲν ἐπαρκῆ, ἀλλὰ δὲν κρίνονται ἐντελῶς ἐπαρκῆ, θέλει ζητήσει τὴν συμπλήρωσιν εἴτε διὰ τοῦ ἀπαλλακτικοῦ, εἴτε διὰ τοῦ συμπληρωτικοῦ ὅρκου. Τώρα ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος θέλει νὰ προτείνῃ τροπολογίαν, ἄς τὴν φέρῃ. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν φέρει τροπολογίαν, συζητοῦμεν οὐχὶ στηριζόμενοι ἐπὶ ἐδάφους. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσωμεν μεθ’ ὅλης τῆς εὐρύτητος, ἀλλ’ ἐπί τινος ἐδάφους, διότι ἄλλως συζητοῦμεν μὴ στηριζόμενοι οὔτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐπὶ τροπολογίας.
§97Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως παρεκάλεσε τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μετάσχωσι τῶν συζητήσεων, ἐκθέτοντες τὰς ἰδέας των ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἐνώπιόν μας, ἐπιζητῶν νὰ τὰ καταστήσῃ νόμους διὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐν ᾧ τοιαύτην παράκλησιν ἐπανειλημμένως ἐποιήσατο πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὁσάκις οἱ λαμβάνοντες τὸν λόγον ἵνα ἐκφέρωσι τὰς γνώμας των καὶ ὑποδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι φρονοῦσι, δὲν συμφωνοῦσι μὲ τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀποδεικνύουσιν ἐλαττώματα καὶ ἐλλείψεις τοιαύτας, ὥστε καὶ αὐτὸς πείθεται πολλάκις καὶ ἀναγκάζεται νὰ παραδεχθῇ καὶ ἀπαλείψῃ ὁλοκλήρους διατάξεις, ὅπως τοῦτο συνέβη εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐπιτίθεται ζωηρῶς κατ’ ἐκείνων οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Χαλκίδος ἐξέφρασε γνώμην τινὰ, ἥτις προεκάλεσεν ἀπορίαν, ἥτις ἀπησχόλησεν ὅλην τὴν Βουλὴν, καὶ ἥτις ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν γνωμῶν, αἵτινες ἐξετέθησαν ἐκ τοῦ ζητήματος, καταδεικνύει πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ κύριος βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τὴν τοιαύτην ἀπορίαν καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· καθότι, ἐὰν ἤθελε παρέλθει ἀσυζητητεὶ ἡ διάταξις, βεβαίως ἤθελε προκύψει τοῦτο, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, φέρων ἰδίαν γνώμην διάφορον τῶν ἄλλων· ἐν ᾧ διὰ τῆς συζητήσεως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν σημεῖον καὶ νὰ γίνῃ παραδεκτὴ μία γνώμη, ἔστω καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀπορίας εἶσθε σύμφωνος μὲ ἐμέ.
§99ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀφοῦ ἐδέχθητε καὶ εἴχατε τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἔλθω ἐπίκουρος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑποστηρίζων τὸ ἄρθρον, μολονότι ἐπολέμησα κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τοῦτο συμβιβάζεται μὲ τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀναφερθεὶς εἰς τὰς τροπολογίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ γνώμη μου σήμερον ὡς πρὸς τὴν γεννηθεῖσαν ἀπορίαν εἶνε ἀντίθετος ὅλων τῶν γνωμῶν. Οὐχ ἧττον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος κατόπιν ἀνέτρεξεν εἰς τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ἣν ἐχαρακτήρισεν ὡς μάχην, καὶ μάχην ἐκ τοῦ συστάδην, καὶ ὅτι ἐκείνη μὲν ἦτο ἡ κυρία μάχη, ἡ σήμερον δὲ διεξαγομένη ἡ δευτερεύουσα μάχη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν λοιπὸν, συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, συζητῶμεν ἐκ προθέσεως ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν ὅταν φέρωμεν παρατηρήσεις, θεωρούμεθα, ὅτι συνάπτομεν μάχην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι αἱ παρατηρήσεις μας ἀσπάζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τότε εἶνε περιττὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς λέγῃ ἐπανειλημμένως, ὅτι ἐπιθυμεῖ εὐρεῖαν συζήτησιν, καὶ νὰ μᾶς παρακαλῇ νὰ συμμετάσχωμεν αὐτῆς. Ἐμνήσθη μάλιστα τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἠθέλησε νὰ μὲ καταδείξῃ ὡς ἐπιχειρήσαντα ἐκ προθέσεως τὴν πλαστογράφησιν τῶν γνωμῶν τοῦ κυρίου Γλάδστωνος. Δὲν γνωρίζω ποῖος εἶνε ὁ συγγραφεὺς, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ταύτης.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν ἐγχειριδίῳ ἐπιγραφομένῳ οὕτως: «Δημοσιονομία, ἤτοι ἐπιστήμη τῆς τῶν δημοσίων χρημάτων διοικήσεως ὑπὸ Ἰωάννου Ζωγράφου, τόμος πρῶτος» εὑρίσκω τὴν ἑξῆς περίοδον. «Τοῦτον τὸν φόρον ἄριστα ἐχαρακτήρισεν ὁ Γλάδστων ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἰπὼν, ὅτι «ἡ ἐν γένει γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος εἶνε, ὅτι οὗτος ὁ φόρος εἶνε μηχανὴ γιγαντιαίας δυνάμεως διὰ τοὺς μεγάλους ἐθνικοὺς σκοπούς».
§101ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν εἴχατε τὴν συνέχειαν, κύριε Πρωθυπουργὲ, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι ὁ Γλάδστων προσέθεσεν, «ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶνε καταπιεστικὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος, δὲν ἐπέτρεψαν μήτε εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι γέρων, μήτε εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσιν ἐδῶ, νὰ ζητήσουν τὴν κατάργησιν, καὶ μόνον ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους προσφέρουν κομφέτα, (ἐννοεῖ τὰ μικρὰ παιδία) ἴσως θὰ ἴδωσι μίαν ἡμέραν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶνε καταπιεστικός».
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ἐναντίαν γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Γλάδστων περὶ τῆς Ἀγγλίας τότε;
§103ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στηριζόμενος εἰς τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ κυρίου Ζωγράφου ἰσχυρίσθη, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγὼ εἶπον ὡς πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Γλάδστων ἐπὶ τοῦ τοιούτου φόρου, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ὁ Γλάδστων ἔχει γνώμην ἀντίθετον τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀπέδοσα εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ εἶναι πρόσφατος ἔτι ἡ συζήτησις, ἡ γενομένη ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι πᾶν ὅ,τι τὸ ἐγχειρίδιον ἀναφέρει, τὸ εἶχον εἰπεῖ καὶ ἐγὼ, εἶπον μάλιστα, ὅτι ὁ φόρος οὗτος κατηργήθη κατὰ τὸ 1816, καὶ ὅτι ἂν καὶ ἀπεφασίσθη οὐδὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ πλέον νὰ ἀναφερθῇ, μολοντοῦτο κατὰ τὸ 1842 ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προσωρινῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐπανῆλθε πάλιν ὁ φόρος, ἐξηκολούθησε δὲ ὑπάρχων ἐν Ἀγγλίᾳ, ὁ δὲ Γλάδστων κατὰ τὸ 1853 ὑπεχρεώθη νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ. Ἀλλὰ ποῦ στηριζόμενος; εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐστηρίχθη εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις τὰ ἀναγκαῖα μέσα. Καὶ τῳόντι τοιοῦτος φόρος, ὡς ἐφηρμόσθη ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶναι μηχανὴ διπλασιάζουσα καὶ τριπλασιάζουσα τὰς προσόδους ἐν ἀνάγκῃ, διότι διπλασιάζουσα καὶ τριπλασιάζουσα τὸν φόρον δύναται διὰ μιᾶς νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ τί λέγει τὸ ἐγχειρίδιον ἐκεῖνο; τοῦτο ἴσα ἴσα λέγει, ὅτι ὁ Γλάδστων ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ὑπεστήριξε τὸν νόμον τοῦτον, πρέπει δὲ νὰ προστρέξητε εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Γλάδστωνος ἐπὶ τοῦ νόμου διὰ νὰ μάθετε τὶ ἄλλο εἶπε, καὶ ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὁ Γλάδστων ὡμολόγησεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κόσμου ὅλου, ὅτι καὶ αὐτὸς συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φύσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου, οὐχ ἧττον ὅμως καίτοι συμμεριζόμεθα ταύτην, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη, θὰ παρακαλέσῃ τὰς Βουλὰς νὰ παραδεχθῶσι τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ φόρου. Ἀλλὰ διὰ νὰ πείσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὅτι κακῶς ἤντλησεν εἰς τὰς πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας προσέτρεξε—καὶ εἰς τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν χρῆσιν τῆς φράσεως, ἣν καὶ αὐτὸς μετεχειρίσθη, διότι χθὲς μὲ παρέπεμψε νὰ μελετήσω τοὺς συγγραφεῖς διὰ νὰ πεισθῶ, ὅτι ἔχω ἐσφαλμένην γνώμην, καθόσον ἀφορᾷ τὸ προοδευτικὸν σύστημα καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος— διὰ νὰ πείσω, λέγω, τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅτι αἱ πηγαὶ, εἰς τὰς ὁποίας προσέτρεξα ἐγὼ, εἶναι καθαρώτεραι τῶν πηγῶν αὐτοῦ, ἀρκεῖ ἓν καὶ μόνον γεγονὸς νὰ σᾶς ὑποβάλω διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη τὸ ἐγχειρίδιον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπικαλεῖται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του τὸν Σέυ.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§105ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδοσεν εἰς τὰς γνώμας μου ἰδίαν πρωτοβουλίαν, ἐνῷ κυρίως ἠρύσθην αὐτὰς ἀπὸ τὰ φῶτα ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι ὡς ἐκ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησαν εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν κόσμον, πρὸ ὀλίγου ἐξ ἁπλῆς περιεργείας προσέτρεξα εἰς πρόχειρόν τι πόνημα, ὅπερ ἔλαβον μετ’ ἐμοῦ καὶ ἀκριβῶς εἰς τὰ χεῖράς μου εὑρίσκεται ἡ ἀπόδειξις ὅτι συμφωνῶ ἐντελῶς ὡς πρὸς τὰς γνώμας τοῦ Séy ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν Δημοσίων χρεῶν, μετὰ τοῦ συγγραφέως δὲ ὡς πρὸς τὸν προοδευτικὸν φόρον.
§106ΖΑΪΜΗΣ. Ποῖος Séy εἶναι; ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τοῦ Jean Baptiste Séy, ὑπάρχει καὶ Λέων Σέυ.
§107ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ Λέων Σέυ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν διέκρινεν. Ἀλλ’ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν πρέπει νὰ προστρέχῃ τις εἰς τοὺς οἰκονομολόγους, οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν πρὸ 50 ἐτῶν, ἀλλ’ εἰς τοὺς πραγματευομένους σήμερον τὸ ζήτημα, τοὺς ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία καὶ ἡ κοινωνία ἐν γένει.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§109ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Mais comment faire... Ἀλλὰ τὶ ποιητέον, ἐὰν τὸ Κράτος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τὸ ἐνεπιστεύθησαν καὶ τοῦ ἐδάνεισαν τὰ χρήματά των, εἴπῃ: «Σᾶς ὑπεσχέθην τόκον ἐτήσιον 3 καὶ 4 τοῖς ἑκατόν· σᾶς τὸν δίδω. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετε καλὸν ἐκ τοῦ τόκου τούτου, ἐκ τῆς τοιαύτης προσόδου νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸ εἰκοστὸν ἐπὶ τῷ λόγῳ φορολογίας;» — Ἐὰν τὸ Κράτος ὡμίλει τοιουτοτρόπως, ἐπιφέρει ὁ Λέων Σέυ, θὰ ὡμοίαζε καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ ἐκεῖνον ὅστις πληρώνει μέρος τοῦ ὅ,τι χρεωστεῖ, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον κηρύττεται εἰς πτώχευσιν. Ἀλλ’ εὑρέθη διέξοδός τις μία πρόφασις, ὅπως ἐξέλθωσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν φόρον τῆς τοιαύτης δυσκολίας, καὶ τὸ μέσον τοῦτο δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ τὸ ἐφεύρωσι, διότι ὁ Βαρνάβας τὸ διετύπωσεν ἀπὸ τὰ 1789 εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν εἰπών: «δὲν πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τοὺς ἀπολαμβάνοντας τὴν πρόσοδον, διότι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ βάρη τοῦ Κράτους». Ἀλλ’ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀπολαμβανόντων τὴν πρόσοδον χρεωγράφων εἶναι ὡσαύτως ἄδικος ὡς εἶναι καὶ ὁ ἐπὶ τῆς προσόδου, ἔτι δὲ καὶ ἀπραγματοποίητος. Ὁ Leroy-Beaulieu εἰς τὸ δημοσίευμά του τῆς τελευταίας ἑβδομάδος κατέτασσε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος μεταξὺ τῶν φόρων ἐκείνων, οἵτινες πρέπει νὰ ἐπισύρωσι τὴν προσοχὴν τῶν ἐκλογέων, ἀνέπτυσσε δὲ καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπαγορεύουσι τὴν μὴ ἐφαρμογήν του. Ὁ Thiers κατὰ τὰ 1871 ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, πολεμήσας τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ὡς κοινωνιστικόν, ἔπεισεν αὐτὴν νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ὁ συγγραφεὺς τῆς πραγματείας ταύτης συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ φόρου συμπεραίνει: «à condition bien entendu qu’ il n’ affecte pas la forme progressive.» Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ Séy ὁμιλῶν ὄχι πλέον περὶ τῶν δανείων τοῦ Κράτους, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ὑπεχρεώθη νὰ μὴ φορολογήσῃ, ἀλλὰ περὶ τῶν δανείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμποδίζονται μὲν ὑπὸ τῶν νόμων, δι’ ὧν συνωμολογήθησαν νὰ τὰ φορολογήσῃ, ἀλλὰ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ χωρὶς νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Καὶ ἤκουσα χθὲς τὴν διάκρισιν τὴν λεπτήν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε, λίαν βεβαίως εὐφυᾶ. Ἀλλ’ εἶχε τὴν βασιμότητά της ἡ τοιαύτη διάκρισις; Θὰ εἶχε τοιαύτην, θὰ εἶχε λογικὴν καὶ νομικὴν ὑπόστασιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλοῦ νόμου, διότι ἐννοῶ ὅτι οὐδεμία Βουλὴ δύναται νὰ ἀπεκδυθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν καὶ μετατρέπειν τοὺς νόμους. Καὶ ναὶ μὲν ἡ Βουλὴ δὲν ψηφίζει τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ τὸν νόμον δι’ οὗ κυροῦται ἡ σύμβασις, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ σύμβασις νὰ ἀνακληθῇ μονομερῶς, διότι ἄλλως....
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ῥήτρα εὑρίσκεται ἐν τῷ νόμῳ, ὄχι ἐν τῇ συμβάσει.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ συμβάσει; δὲν ἔχει χώραν ἐν τῇ συμβάσει ῥήτρα τοιαύτη.
§112ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἄν θέλῃ τὸ Κράτος νὰ λάβῃ τὸν τίτλον τοῦ ἀπαταιῶνος, τότε δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δανειστάς του ὅτι, ἐπειδὴ δικαιοῦμαι νὰ ἀνακαλέσω τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν σύμβασιν, δύναμαι νὰ ἀνακαλέσω καὶ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ ἀθετήσω τὰς ὑποχρεώσεις μου καὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους θὰ ἐδίδετο τὸ δάνειον, ἐὰν ἦτο γνωστὸν ὅτι θὰ φορολογηθῇ, καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἐὰν ἦτο γνωστὸν ὅτι δὲν θὰ φορολογηθῇ;
§114ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡμολόγησα, κύριοι, χθὲς ὅτι ἐμφορούμενος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἰδέαν τίνι τρόπῳ νὰ συλλάβω τὴν πρόσοδον ταύτην, κατέφυγον εἰς τὸ πλάγιον ἐκεῖνο μέσον, ἤτοι εἰς τὴν δήλωσιν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐπείσθην σκεφθεὶς ὡρίμως ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ σπουδαῖον ἀποτέλεσμα· διότι τὰ μὲν τῶν δανείων εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, τὰ δὲ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ θὰ στέλλωνται ἐπίσης πρὸς πληρωμὴν, καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ὅπερ δύσκολον νὰ ἀνεύρωμεν, θὰ προσφεύγουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ θὰ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ τὴν φορολογίαν, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Σᾶς ἀνέφερα, κύριοι, περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὅμοιαι μὲ τὰς περιστάσεις τὰς ἰδικάς μας, διότι ἀνέφερα περὶ προσόδου δανείων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις ἰσχυόντων ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν νόμων, καὶ περὶ φορολογίας κατ’ ἀναλογίαν καὶ οὐχὶ προοδευτικῆς, ἐπεκαλέσθην δὲ αὐθεντίας καὶ τὰς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πειθόμενος εἰς τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐλπίζω νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ πλέον ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἐπικαλουμένων ὑπὸ ἐμοῦ γνωμῶν. Τὴν διάκρισιν τοῦ νὰ μὴν ἐπιβάλλωμεν φόρον εἰς τὴν πρόσοδον, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐχόντων τὴν πρόσοδον, ἤτοι τοῦ νὰ μὴ κρατήσωμεν τὸν φόρον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ τοκομερίδιον, ἀλλὰ νὰ τὸν ὑποβάλλωμεν εἰς δηλώσεις, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καὶ οὗτοι δὲν πρέπει νὰ ἀπαλλάσσωνται τοῦ φόρου, εἶναι διάκρισις, ἥτις ἐπενοήθη καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἀπεκρούσθη ὡς ἄδικος καὶ παράνομος, δυνάμει αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ὑποσχέσεως, ἣν τὸ συμβαλλόμενον μέρος, ἤτοι τὸ Κράτος, ἔδοσε, καὶ οὐχὶ δυνάμει τοῦ ὅρου, ὅστις δεσμεύει αὐτό, ὡς παρ’ ἡμῖν συμβαίνει... Σημειώσατε δὲ ὅτι συζήτησις περὶ τῆς προοδευτικῆς κλίμακος δὲν γίνεται οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ὁ φόρος ἐν γένει ἐπὶ παντὸς εἰσοδήματος, οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου ηὐξήθη μὲν ὁ φόρος ἀπὸ 8 εἰς 14 σχεδὸν τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ προοδευτικοῦ φόρου. Μόνον ἐν Γαλλίᾳ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον χθὲς, οἱ ῥιζοσπάσται κοινωνισταὶ διετύπωσαν εἰς τὸ πρόγραμμά των κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου ἐκ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τὸν προοδευτικόν. Τὸ τοιοῦτον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις καὶ ἄλλοι μὲν εἰσὶν ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἄλλοι δὲ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅλοι ἐν γένει ἐκτὸς τῶν ῥιζοσπαστῶν κοινωνιστῶν εἶναι σύμφωνοι καὶ ἀποκρούουσι τὸν φόρον ὑπὸ τὸν τύπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται παρ’ ἡμῖν.
§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιμένουσί τινες ἰσχυριζόμενοι ὅτι ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγόμενος φόρος εἶναι ὁ γνωστὸς εἰς τὴν Εὐρώπην φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, κανονίζει φορολογίαν εἰσοδήματος ἐπὶ κινητοῦ κεφαλαίου· δὲν εἶναι ὁ γνωστὸς ἐν Ἀγγλίᾳ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ζητοῦσι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ σύστημα τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προβάλλομεν, δι’ ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησαν οἱ γράψαντες κατὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐν γένει. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος περιλαμβάνει καὶ περικλείει πάντας τοὺς ἄλλους φόρους. Ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη λειτουργοῦντας φόρους. Ἔχομεν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς γῆς, φόρον ἐπὶ τῶν κτηνῶν. Δὲν πρόκειται νὰ συγχωνεύσωμεν τοὺς φόρους τούτους καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν ἀντ’ αὐτῶν ἕνα φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ζητήσωμεν νὰ εἰσφέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ τὰ κέρδη τὰ ἐκ τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἑπομένως εἶναι μάταιον ν’ ἀναγινώσκωμεν τὶ ἔγραψαν κατὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Ἂν ὁ Leon Sey ἀποκρούῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, τὸν μοναδικὸν φόρον, ἔχει δίκαιον νὰ τὸν ἀποκρούῃ ὅπως ἤθελε τὸν ἀποκρούσει καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συγχωνευθῶσιν ὅλοι οἱ φόροι τῆς Ἑλλάδος εἰς ἕνα φόρον εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρχε πρόσοδός τις ἀφορολόγητος, ὁ Leon Sey δὲν ἤθελε προβάλει νὰ φορολογηθῇ τοιαύτη πρόσοδος; Δὲν εἶναι ἄνισος ἡ φορολογία, ὅταν τινὲς μὲ πρόσοδον ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν, τινὲς δὲ δὲν ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν; Ὁμιλοῦσι περὶ προοδευτικῆς φορολογικῆς φορολογίας καὶ ἐπιμένουσιν εἰσέτι παριστῶντες, ὅτι προοδευτικὸς φόρος εἶναι πυρκαϊὰ ἀπειλοῦσα τὴν κοινωνίαν, εἶναι θεσμὸς, ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀνατρέψῃ καὶ τὴν Πολιτείαν! Σᾶς λέγουσιν, ὅτι ὁ προοδευτικὸς φόρος δὲν ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ κ. Λέων Φουσιὲ κατὰ τὸ 1848 δὲν ἐπέβαλε τὸν προοδευτικὸν φόρον εἰς τὰ ἐνοίκια ἐν τῇ πόλει τῶν Παρισίων; Δὲν ἐδέχθησαν τὸν προοδευτικὸν φόρον εἰς τὰς κληρονομίας καὶ εἰς τὰ ἐνοίκια; Ὁ προοδευτικὸς φόρος δὲν εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Βαυαρίᾳ; Ἀναφέρομεν ἀρχὰς γενικὰς καὶ δὲν ἀποδεχόμεθα καμμίαν ἐξαίρεσιν, καὶ παρουσιάζομεν τὴν ἀναγραφὴν μιᾶς γνώμης ἐπὶ ἑνὸς συστήματος ὡς φόβητρον διὰ νὰ καταπτοήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν νὰ μὴ στέρξῃ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐκ τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Leon Sey ἔγραψε περὶ τῆς φορολογίας τῶν τόκων τῶν δανείων, εἶναι γνώμη, τῆς ὁποίας τὸ ὀρθὸν ὑποδεικνύει πᾶσα ἠθικοπολιτικὴ οἰκονομία. Ἐγὼ ἀφῆκα τὸν γενικὸν ὅρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μετὰ σκοποῦ δοκιμαστικοῦ. Πᾶσα μεταβολὴ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τετελεσμένη συμφωνία μεταξὺ Κράτους καὶ ἰδιωτῶν, εὐλόγως δύναται νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας καὶ περὶ τῶν συμφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι συνομολογοῦνται σήμερον καὶ περὶ τοῦ κύρους τῶν συμφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν μετὰ ἓν ἔτος, διότι εὐλόγως δύνανται οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ἐκεῖναι αἱ συμφωνίαι νὰ μεταβληθῶσι μετὰ πέντε ἢ δέκα ἔτη. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον προβάλλουσιν, ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταβάλλῃ τοιαύτας ἐν τοῖς νόμοις διατάξεις, ἐπιστημονικῶς νομίζω ὅτι οἱ τοῦτο ἰσχυριζόμενοι ἔχουσιν ἄδικον. Τὸ ἀφορολόγητον τοῦ τόκου τῶν δανείων διετάχθη διὰ νόμων ἐπί τινων δανείων, συνωμολογήθη καὶ διὰ συμβάσεων κατ’ ἐμὴν γνώμην κακῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς φόρον τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν δυνάμει νόμων ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς φόρον οἱ τόκοι αὐτῶν, νομίζω ὅτι εἶναι μάταιον νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας συζητοῦντες περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Γλάδστων ἀπεδέχετο τὴν ἐξαίρεσιν ν’ ἀνεχθῇ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, δηλαδὴ τὸν καθολικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, καὶ οὐχὶ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς προβάλλομεν, τὸν ἐδέχετο κατ’ ἐξαίρεσιν ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας διετέλει τότε ἡ Ἀγγλία. Ἔχετε ὑμεῖς ἀνησυχίαν εἰς τὰς συνειδήσεις σας, ὅτι πράττετέ τι ἔκρυθμον ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ Πατρὶς ἡμῶν διατελεῖ εἰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἴσως διαφερούσας ἀπὸ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἀγγλία; Ἔχετε δισταγμὸν, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ καταφύγετε οὐχὶ εἰς τὸν φόρον τὸν καθολικὸν τοῦ εἰσοδήματος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Γλάδστον ἀπέκρουσε καὶ ἀπεδέχετο ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἀλλὰ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κεφαλαίου; Μοὶ λέγετε, ὅτι ἀπεδέχθη ὁ κ. Γλάδστων, ἀλλ’ ἀπεδέχθη ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν τῆς Χώρας, ὡς ἂν ἡμεῖς ἔχομεν τόσον ἀνθοῦσαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν, ὥστε δὲν πρέπει τελείως νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν πῶς νὰ πορισθῶμεν ἔσοδον. Καὶ ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν πρόσοδον τοῦ κεφαλαίου ποσοστόν τι. Διὰ τοῦτο νομίζω κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον οἱ πολεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὓς ἠκούσαμεν ἀναπτυχθέντας λόγους. Ἐὰν ἡ διασκευὴ τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο ἀνοικείως, ἐὰν αἱ διατάξεις αὐτοῦ χρῄζωσι βελτιώσεως, ἐὰν πρέπῃ διαῤῥύθμισίς τις νὰ γείνῃ εἰς τὴν διαδικασίαν πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου, δὲν ἀντιλέγω παντάπασι νὰ ἐπέλθῃ πᾶσα βελτίωσις. Καὶ ἐγὼ ἀποδέχομαι εὐγνωμόνως μάλιστα πᾶσαν γνώμην, σκοποῦσαν τὴν βελτίωσιν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἐὰν ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ ἄρθρου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κραναίας δὲν ἀσπάζεται, διότι κρίνει ἀρκοῦσαν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι χρήζουσαν μεταβολῆς τινος, ἐὰν, λέγω, ἡ πρότασις γραφῇ, ἡ τροπολογία ἂς τεθῇ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ὡς τροπολογία, καὶ θὰ τυπωθῇ. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 26, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 26, 27 καὶ 28). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 29).
§117ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγεται γενικῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 29 «αἱ παραγόμεναι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρόσοδοι». Ποῖαι πρόσοδοι, τῶν κινητῶν κεφαλαίων, ἢ πρόκειται περὶ πάσης προσόδου, ἐξ οἰκίας τυχὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει π. χ. ἢ γαιῶν ἐν ἄλλῳ μέρει τῆς ἀλλοδαπῆς;
§118ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι περὶ φορολογίας τῶν ἐκ κινητῶν κεφαλαίων προσόδων, Μετὰ τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην ἔχει ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει τὴν φορολογητέαν ὕλην.
§119ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῶν προσόδων ἐκ κινητῶν κεφαλαίων, τῶν δυνάμει τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου φορολογουμένων;
§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§121ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὁ ἔχων οἰκίαν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰσάγει τὰ χρήματα διὰ συναλλαγματικῆς ὅπως καὶ ὁ ἔχων πρόσοδον ἐκ κεφαλαίων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Πῶς θέλετε πεισθῇ ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ, τὰ ἐρχόμενα ἐκ Κίνας ἢ ἐξ Ἰνδιῶν, παράγονται ἐκ κινητῶν κεφαλαίων καὶ οὐχὶ ἐξ ἀκινήτων; Ποῖος θὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν; Ὁ Ἔφορος Ἀττικῆς;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 31).
§123ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 31 νομίζω, ὅτι περιττεύει· διότι, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8, μόνον αἱ πραγματοποιούμεναι πρόσοδοι φορολογοῦνται. Λοιπὸν ὁ ἐγείρων ἀγωγὴν βεβαίως ἐγείρει ἀγωγὴν περὶ προσόδου μὴ πραγματοποιηθείσης, καὶ μὴ πραγματοποιηθεῖσα πρόσοδος δὲν δύναται καὶ νὰ δηλωθῇ.
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐγὼ κινῶ ἀγωγὴν, ζητῶν τὴν ἐξόφλησιν μιᾶς συναλλαγματικῆς ἑνὸς χρέους, τοῦ ὁποίου τὴν πρόσοδον δὲν ἐδήλωσα, ἡ ἀγωγή μου ἀναβάλλεται.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς θὰ δηλώσετε τὴν πρόσοδον ἑνὸς ὁμολόγου, ἡ ὁποία δὲν ἐπραγματοποιήθη;
§126ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ· καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου κινῶ ἀγωγήν, διότι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἀπεκρύπτετο μέχρι τοῦδε καὶ ἡ πρόσοδος διέφευγε τὴν προσοχήν.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ἀπαίτησις, ὅταν δὲν φέρῃ πρόσοδον, θὰ δηλωθῇ;
§128ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 31 καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 1,299,180).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ἐψηφίσθη τώρα, κύριε Πρόεδρε;
§131ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται πίστωσις 1,299,180 δραχμῶν διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἰξεύρω ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ποινικοῦ νόμου καὶ θὰ γείνῃ συζήτησις.
§134ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· αʹ) Τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 100,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1885. βʹ) Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1886. γʹ) Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως ἐγκεκριμένης καὶ χορηγήσεως νέας πιστώσεως δραχμῶν 114,029).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ πετρελαίου καὶ ἅλατος.
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν τρία νομοσχέδια εἰς τρίτην συζήτησιν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτῶν διὰ τὴν αὔριον. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἶναι περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ περὶ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§138ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)