1885.11.09
2.467 στίχοι · 19.318 λέξεις · 100 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
Τῆς 9 Νοεμβρίου 1885.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Θεοδωρομπεάκος παρακαλεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, προσφερόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Διάφοροι καφεπῶλαι τῶν Πατρῶν ζητοῦσι νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων.
§2Η. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὁ κ. Γ. Φιλάρετος καὶ ἐγὼ ἐλάβομεν τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν ἐν Ζαγαζακίῳ Ἑλληνικὴν παροικίαν, ἡ ὁποία αἰσθάνεται βαθεῖαν λύπην διὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Ἕλληνος Πράκτορος, ἀνδρὸς ἐνεργητικοῦ εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχει ἡ Πατρὶς, καὶ ἀνδρὸς ὑποληπτομένου παρὰ πάντων. Κατὰ χρέος μου ἐνόμισα ν’ ἀναγγείλω τὸ τοιοῦτον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἔλαβον ὅμοιον τηλεγράφημα τῶν ἐν Ζαγαζακίῳ Ἑλλήνων, τὸ ὁποῖον συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Βουλήν.
§4Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, συμβαίνει ἓν ἄτοπον, ἐὰν μὴ καὶ ἄδικον, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐνόμιζα, ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας τῆς Βουλῆς τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὠφείλομεν νὰ τὰ συζητήσωμεν πρῶτον. Ἐν τούτοις βλέπω δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν οὐσιώδεις ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἐτέθησαν εἰς τὰ ἄκρα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι συμφέρον καὶ δίκαιον νὰ παραγκωνίζωνται. Ἓν τῶν νομοσχεδίων ἀποβλέπει τὴν πρόβλεψιν καὶ ὕπαρξιν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ· διότι πῶς δύνασθε ἄνευ ἀξιωματικῶν νὰ ἔχετε πολεμικὸν Ναυτικόν; οὗτοι εἶναι οἱ ποδηγέται τῆς κυρίας δυνάμεως τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸ πάντων ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ναυτικοῦ.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ πρότασίς σας εἶναι περὶ μεταλλαγῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα; τότε μόνον δύνασθε ν’ ἀναπτύξετε τὰ κατ’ αὐτήν.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τώρα καταλαμβάνω ποῦ εὑρισκόμεθα ὡς πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Φαίνεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Οἰκονόμος λίαν φιλοσοφικῶς ἀνέπτυξε, διατρέχει ἤδη τὸ δεύτερον στάδιον· ἔρχεται εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἀλκιβιάδου (θόρυβος). Φαίνεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ χλιδὴ, ἡ πολιτικὴ σπατάλη ἐχρειάζετο νὰ καλυφθῇ, νὰ μὴν ὑποστῇ ἔλεγχον, καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὴν εὗρον διδασκάλους πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλέγχου τὸν Λομβάρδον, ὅστις ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἀλκιβιάδου. Ἐπειδὴ εἶδεν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἀπέστειλεν ἀντιπροσώπους, ὅπως δικάσωσι τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, αὕτη διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον, ἐξεμεταλλεύθη τὸν πόλεμον. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ Ἀλκιβιάδης ἐζήτησε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Περικλέα....
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν μου. Ὁ Ἀλκιβιάδης ἐπεσκέφθη τὸν Περικλῆ ἅπαξ, δίς, ἀλλ’ ὁ Περικλῆς ἦτον ἀόρατος, διότι παρεσκεύαζε τὴν λογοδοσίαν του περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμε. Τοῦτο μαθὼν ὁ Ἀλκιβιάδης εἶπεν: «εἶναι λοιπὸν ὁ θεός μου μωρὸς, καὶ δὲν σκέπτεται πῶς νὰ μὴ δώσῃ λόγον»: καὶ παραβιάσας τὴν θύραν εἰσῆλθε καὶ τοῦ εἶπε: «τὶ τσακίζεις τὸν νοῦν σου καὶ ζητεῖς ἰσοζύγιον, καὶ λογαριασμοὺς, καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα; διὰ νὰ ἀποφύγῃς τὴν λογοδοσίαν, νὰ κηρύξῃς πόλεμον»· καὶ ἐκίνησε τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον. Καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, φοβουμένη τὴν λογοδοσίαν, ἔῤῥιψεν εἰς τὰς ὁδοὺς τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου διὰ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην της. Ἀλλὰ τί πράττει ἤδη; Ἤδη, ὠθουμένη ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀκαθέκτου πρὸς ἀναῤῥίχησιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ζητεῖ νὰ ἀνατρέψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἤτοι νὰ καταργήσῃ τὸν πόθον, τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν, καὶ νὰ ματαιώσῃ τὸν πόλεμον· καὶ ἰδοὺ ὅτι δὲν συμφωνεῖ νὰ ψηφισθῶσι τὰ πολεμικὰ νομοσχέδια. Τοῦτο δὲ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις μέχρι τινὸς ἦτο ἐμμανὴς ὑπὲρ τοῦ πολέμου καὶ τρόπον τινὰ προσεποιεῖτο τὸν φιλόπατριν· ἀφοῦ εἶδεν ὅμως, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκαλύπτετο, διότι ὁ κ. Μαυρομαρᾶς δὲν ἐργάζεται πλέον, ἤδη ζητεῖ νὰ λάβῃ τὴν Ἐξουσίαν καὶ καθίσῃ ἄλλους εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου. Διὰ τοῦτο ἡ δημοσιογραφία καταγγέλλει καθ’ ἑκάστην τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀνίκανον, ὡς μὴ ἔχουσαν τὸ ἀνάστημα τῶν περιστάσεων. Κατὰ πᾶσαν πρωΐαν καὶ ἑσπέραν καταγγέλλει τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀνεπαρκῆ, ὡς ἀνίκανον διὰ τὸ μέγα ἔργον. Ἡμεῖς εἴμεθα μόνοι οἱ ἱκανοὶ, οἵτινες ἀφοῦ ἐξησφαλίσαμεν τὴν προσωπικὴν εὐθύνην, ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν πολιτικὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν εἰλικρινῶς, ἐὰν σπουδαίως ἔχετε κατὰ διάνοιαν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον προσεκλήθητε, πρέπει νὰ προτιμήσητε τὰ δύω νομοσχέδια, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον περὶ προβιβασμοῦ τῶν δοκίμων (Θόρυβος). Δὲν ἔχω, κύριοι, ἐγὼ συγγενεῖς, ἀλλὰ λυποῦμαι διὰ τὴν ἀνισότητα τῶν αἰσθημάτων, ἥτις ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν χερσαῖον στρατόν. Πάντοτε βλέπω προτίμησιν εἰς τὸν χερσαῖον στρατὸν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ αὕτη διὰ τὸ Ναυτικόν· διότι ὡς εἰς τὰ 1868 καὶ 1878, οὕτω καὶ σήμερον ὀπισθοδρομοῦμεν ἕνεκα τῆς ἀσθενείας κατὰ θάλασσαν. Καὶ πῶς δὲν προβαίνομεν, γράφει ὁ τύπος; ἡ Σερβία ἐκινήθη. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ Σερβία εἰσέρχεται διὰ μιᾶς πύλης, καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀναπεπταμένη πανταχόθεν εἰς τὴν ἐπιδρομὴν τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ Σερβία ἔχει ὅλον τὸ Σῶμα ὠχυρωμένον ἀπὸ συμμάχους ἢ συμμαχούσας ἐγγὺς ἐθνικότητας, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα εὐπρόσβλητοι εἰς πᾶσαν κίνησιν ἐχθρικήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξομοιωθῶμεν μὲ τὴν Σερβίαν· ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἐπὶ δύω μῆνας προητοιμάζετο, ἂν καὶ ἔχῃ ἐχθρὸν ἰσόπαλον, ἐνῷ ἡμεῖς—μὴ κρυπτόμεθα— δὲν θὰ ἐπιδράμωμεν κατὰ Βουλγάρων, ἀλλ’ εἰς ἔδαφος Αὐτοκρατορίας, ἐπὶ τριῶν Ἠπείρων ἱσταμένης. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ κινηθῶμεν οὕτω προχείρως ὡς ἡ Σερβία; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὶ ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν θάλασσαν εὑρισκόμεθα ὅπως εἰς τὰ 1868 καὶ 1878. Ἤδη πυρετωδῶς ἐνεργεῖ ἡ Κυβέρνησις κατὰ θάλασσαν· καὶ αὐτοί, οἵτινες ἐλέγχουν αὐτὴν ἐπὶ ἀνανδρείᾳ, εἶναι ἡ αἰτία τῆς δεσμεύσεως τῶν χειρῶν της· διότι, ἂν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις εἶχε τὴν κατὰ θάλασσαν παρασκευήν, ἠδύνατο νὰ κλείσῃ τὰ Δαρδανέλια καὶ νὰ κηρύξῃ τὴν μετὰ τῆς Κρήτης, τῆς Σάμου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἕνωσιν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ μεταβῇ εἰς Μακεδονίαν καὶ νὰ εἴπῃ: «ζήτω ἡ ἕνωσις»· πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Πῶς ἀφίνετε λοιπὸν τὴν θάλασσαν καὶ ἐφιστᾶτε τὴν προσοχήν σας μόνον εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς; Στρατὸν τῆς ξηρᾶς δύνασθε νὰ σχηματίσητε ὁπωσδήποτε, ναυτικὴν δύναμιν ὅμως ὄχι· εἶναι ἔργον μακροῦ χρόνου. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θεωρῶ ἄξιον προσοχῆς καὶ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ προνομίου, ὅπερ λαμβάνει ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς. Ἐκ τῶν προνομιῶν τούτων νὰ λαμβάνῃ καὶ τὸ Ναυτικόν· αὐτὸ τὸ δίκαιον ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐπαναφέρῃ. Αὐτὰ τὰ δύο νομοσχέδια φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τύχωσι προτιμήσεως· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μερικαὶ ἀντιολογίαι, ἀλλὰ θὰ διευκρινηθῶσιν. Ἐγὼ π. χ. ἐζήτησα νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν ἀποστράτων καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ ἐμποροναῦται· ἐζήτησα εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ δοκίμων νὰ προβιβασθῶσι καὶ οἱ ἀγράμματοι ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐπὶ τούτων θὰ γίνῃ συζήτησις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς;
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶνε ἐδῶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἂς ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις του.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ ἔγραψε νὰ τὰ ἀναβάλω, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν, διότι Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν ἀναβολήν, δὲν τὰ θεωρεῖ ἀναγκαῖα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προτιμηθῶσι τὰ Ναυτικὰ Νομοσχέδια εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν μεταξὺ τῶν πρώτων τὴν Δευτέραν καὶ νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 24,800 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βαλασσόπουλος κατέθηκεν ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. (Ὅρα Παράρτημα).
§18Κ. ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου, κύριοι Βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι νὰ παρέλθω τὸ δεύτερον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ καταγγείλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πράξεις ἄλλου ἀξιωματικοῦ, αἵτινες, ἂν ἀληθεύωσιν, ἤθελον ἀναμφισβητήτως ὑποχρεώσει τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ταχείας ἀποστολῆς αὐτοῦ εἰς ἓν τῶν φρενοκομείων τοῦ Κράτους. Εἶπον μετὰ λύπης, διότι, ἐὰν ἤρτητο ἐξ ἐμοῦ νὰ ἀποφύγω τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, ἤθελον τὸ πράξει, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐμῆς θελήσεως τὸ τοιοῦτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσε ρητῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν καταγγελίαν θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει, μὴ προερχομένην ἢ παρὰ τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἢ μὴ ἀπευθυνομένην ἀπὸ τοῦ δήματος τούτου. Μὴ ὢν προϊστάμενος Ἀρχῆς, ἀναγκάζομαι νὰ τραπῶ τὴν ὁδὸν τοῦ βήματος.
§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶνε γενικὸν τὸ μέτρον;
§20ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Δὲν θὰ ἀποτελῶ ἐγὼ τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐλπίζω ἡ Βουλὴ νὰ μοι ἐπιτρέψῃ, ἀντὶ ἄλλης ἀφηγήσεως, νὰ ἀναγνώσω ὅ,τι μοι γράφουν, ἵνα πεισθῇ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ εἰρημένου ἀξιωματικοῦ, ταὐτοχρόνως δὲ λάβῃ γνῶσιν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκτελέσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἐγκληματικῆς πράξεως, ἁρμοδία Ἀρχὴ θὰ ἦνε ἡ προϊσταμένη, διότι θεωρῶ ἀτοπώτατον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὅτε μόλις οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπαρκοῦν εἰς τὰ γυμνάσια, νὰ τοὺς σύρωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ τοὺς δικάζωμεν ἀνεπιφυλάκτως· ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον, δικαίως ἢ ἀδίκως θὰ κατηγοροῦντο οὗτοι· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ γραφόμενά τους. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν καταγγελλομένων ἐν τῇ ἐπιστολῇ σας; διότι δύναται αὔριον νὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον.
§22ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου ἀναγραφόμενα ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου Λακωνίας. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει ἐντεῦθεν νὰ ἀναφέρωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει εἰς ἐμὲ ἑτέρα ὁδὸς, ἵνα καταστήσω γνωστὰ τὰ γεγονότα ταῦτα. Τί θέλετε νὰ πράξω διὰ τοῦ τύπου; καὶ ἂν ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ σιγᾷ καὶ ἂν ὁ παρεκτρεπόμενος εἶνε προϊστάμενος Ἀρχῆς;
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ γράφων εἶνε στρατιωτικός;
§24ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Ὄχι· εἶνε πολιτικὸς, τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Ἰδοὺ τὶ μοί γράφει· (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Λοιπὸν βλέπετε ὅτι αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ δὲν παρέλειψαν τὸ καθ’ ἑαυτάς. Ἐὰν περιῆλθον εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐξεύρω· ἐὰν τὰ ἀναγραφόμενα εἰσὶν ἀληθῆ, ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου εἶνε ἀξιοθρήνητος.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἔγεινεν ἡ καταγγελία, θὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα.
§26ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὸ ἐλπίζω· ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον τὸ λυπηρὸν αὐτὸ καθῆκον νὰ μὴ τὸ παραλείψω.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐδήλωσέ τις τῶν συναδέλφων ὅτι ἐπιθυμεῖ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη πίναξ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τελῶν χαρτοσήμου κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον. Κατὰ παραγγελίαν μου παρεσκευάσθη πίναξ, ὅστις καταδεικνύει τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ ἔτους τούτου ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πίνακος τούτου δίδουσι τὰς ἑξῆς πληροφορίας· ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 1885 εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν εἰσπραχθέντων τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1884 δραχμαὶ 20,280 καὶ 40 ο/ο· ὅτι τὸν μῆνα Φεβρουάριον εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1885 περισσότεραι τῶν κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα τοῦ 1884 εἰσπραχθέντων δραχμαὶ 66,724 καί τινα λεπτά· ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Μάρτιον ἤρχισεν ἡ μείωσις τῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ 1885· διότι τὸν Μάρτιον εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτεραι 60,390 δραχμαί, τὸν Ἀπρίλιον ὀλιγώτεραι 32,614 δραχμαί, τὸν Μάϊον 76,734 δραχμαί, τὸν Ἰούνιον ὀλιγώτεραι 81,528 δραχμαί, τὸν Ἰούλιον ὀλιγώτεραι 21,926 δραχμαί. Τὸν Αὔγουστον ἐν τούτοις εἰσεπράχθησαν περισσότεραι 10,438 δραχμαί, τὸν δὲ Σεπτέμβριον εἰσεπράχθησαν ἐπίσης περισσότεραι 23,000. Τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι συγκεντρωμένα, διότι αἱ καταστάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Ταμείων δὲν συνεγκεντρώθησαν εἰσέτι ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου. Ἔχομεν ὅμως τ’ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν κατὰ Ὀκτώβριον τὸ 1885 δραχμαὶ 199,755, ἐνῷ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχον εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 155,563, ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα ἐφέτος ἦσαν περισσότερα κατὰ 44,172 δραχμάς. Σημειωτέον δὲ ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου περιλαμβάνουσι καὶ τὰς ἐκ προσθέτων τελῶν διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου εἰδικὰς προσόδους· ἀνέρχονται δὲ τὰ ἐκ προσθέτων τελῶν εἰσπραχθέντα εἰς δραχμὰς 57,781· ὥστε, ἐὰν τὰ ἐκ προσθέτων τελῶν τέλη δὲν ἤθελον εἰσπραχθῆ, καὶ τὰ κατὰ Ὀκτώβριον εἰσπραχθέντα ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτερα τῶν κατὰ τὸν ἀντιστοιχοῦντα μῆνα τοῦ 1884 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχμὰς 13,705. Τὸν πίνακα τοῦτον καταθέτω ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἐκείνους οἵτινες τὸν ἐζήτησαν.
§33ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ, διότι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ μέλλον.
§34Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν παρῆλθεν ἡ ὥρα ἐπὶ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι εἶμαι εἰς καιρὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§36ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς τὰ ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐντελῶς ἀχώνευτον. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑποστῇ τοὐλάχιστον ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ μίαν τινὰ ἐσπευσμένην ἔστω χώνευσιν, ἵνα μὴ εἴπωσιν οἱ μεταγενέστεροι ἡμῶν καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐξόχως ἐνδιαφέρει τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, ὅτι τοσοῦτον ῥιζικὰ μέτρα παρέρχονται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ διὰ τῆς εὐκολίας τῶν συνήθων ψηφοφοριῶν. Πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων τῆς Κοινωνίας, τὴν ἀναστάτωσιν τῶν ὁποίων ἀπειλεῖ ἡ λειτουργία τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν, ὅπως εἰσάγηται, τὸ ψηφίσητε. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ ἐχθρὸς ἦναι ἐπὶ θύραις· ἀλλὰ γνωρίζω τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν ὁ ἐχθρὸς εἶχεν εἰσέλθει ἐντὸς τοῦ οἴκου αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1871 ἐνομοθετήθησαν ἐκεῖ διάφοροι ταμιευτικοὶ νόμοι, διότι ἐπρόκειτο νὰ πληρωθῇ ἐθνικὸν χρέος, εἰς πολλὰ δισεκατομμύρια ἐκ τῶν συμφορῶν τοῦ πολέμου ἀναβιβασθέν. Οὐδαμοῦ τῆς Γαλλικῆς ταύτης περιόδου εὗρον τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν. Τὰς ὠνόμασαν δρακοντείους. Εἶναι κάτι περισσότερον. Εἶναι καταστρεπτικαί. Κατὰ τὸ 1850 ἐψηφίσθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ νόμος τῆς 14 Ἰουνίου, ἐν ἄρθρῳ 5 τοῦ ὁποίου ὑπάρχει σχετικὴ διάταξις, τῆς ὁποίας ἡ γνῶσις ἠδύνατο πολὺ νὰ ὠφελήσῃ, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος εἶχε πρόχειρον τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ τὸν μετέφραζε πρὸς ὑμᾶς. Ἠθέλετε ἰδεῖ ποίαν ὁδὸν βαδίζουν οἱ πεπολιτισμένοι νομοθέται, ὅταν πρόκηται νὰ κανονίσουν τοιαῦτα θέματα. Θέλετε νὰ κηρύξητε ἄκυρα τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, τὰ μὴ γεγραμμένα ἐπὶ χαρτοσήμου. Μάθετε ὅμως πῶς ἐν Γαλλίᾳ ἐπολιτεύθησαν πρὸς αὐτά. Ἀπανταχοῦ παρίσταται ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, καὶ ἡ μὴ χρῆσις τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου εἰς τὰς καθημερινὰς τοῦ βίου σχέσεις, δὲν εἶναι ἀποκλειστικὸν τῆς Ἑλλάδος προϊόν. Ἐτιμώρησαν ἐν Γαλλίᾳ διὰ προστίμων, ἀλλὰ δὲν ἐτιμώρησαν δι’ ἀκυρώσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα καταρτίζουν τὰ μεταξὺ τῶν πολιτῶν συνομολογούμενα δικαιώματα. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς σχέσεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, οὐδεμία ἀπηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Γάλλου νομοθέτου ἀκυρωτικὴ ποινὴ ἕνεκα μὴ χρήσεως χαρτοσήμου, ἐπὶ δὲ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς σχέσεις τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, διετήρησεν ὁ Γάλλος νομοθέτης τὸ κῦρος ὅσον ἀφορᾷ ὅλους τοὺς ὑπογράφοντας τοιαῦτα ἐπὶ μὴ χαρτοσήμου ἔγγραφα, ἐκτὸς μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὀπισθογράφους τῶν συναλλαγματικῶν, τὴν ἐγγύησιν τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἀποβάλλει ἡ ἐπὶ ἀσφραγίστου χάρτου γεγραμμένη συναλλαγματική. Καὶ ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κηρύττῃ ἄκυρα ὅλα τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα τῶν πολιτῶν, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν εἶναι γεγραμμένα ἐπὶ χαρτοσήμου! Ὁ Γάλλος νομοθέτης ἐπέβαλεν ἁρμονικὰς ποινάς, ἔχετε καὶ σεῖς τοιαύτας· ἐὰν δὲν σᾶς ἀρκοῦν, θέσατε καὶ ἄλλας, ἀλλὰ μὴ ἀκυρώνητε τὰς πράξεις τῶν πολιτῶν, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ποινή, εἶναι καταστροφή. Οἱ πολῖται δὲν εἶναι ὅλοι νομικοί, οὐδὲ νομοδιδάσκαλοι. Προσέξατε, μήπως ἀνοίξητε καμμίαν ἐνέδραν εἰς καταστροφὴν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν εἶναι τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Μοὶ ὑπενθυμίζει τοὺς χρόνους τοῦ Τιβερίου τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων. Δὲν ἠρκέσθη οὗτος εἰς τὴν δημιουργίαν νόμων τιμωρούντων τὰς πράξεις τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ἐπενόησε καὶ νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐτιμώρουν τὸ παρελθόν. Ἤθελε νὰ στιγματίσῃ, ἤθελε νὰ καταστρέψῃ, ἤθελε νὰ δείξῃ τὴν δύναμίν του καὶ τὴν τυραννίαν του. Ἐσχημάτισε λοιπὸν κατηγορίαν πράξεων προηγουμένων χρόνων καὶ ἦλθε νὰ τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς εἶχον ἐνεργήσει ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὅστις εἰς τὸ παρελθὸν ἴσχυεν. Ἡ τυραννία τοῦ Τιβερίου ἦτο ἀναδρομική. Σᾶς καθιστῶ λοιπὸν προσεκτικούς, κύριοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, καὶ προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀκυρώνει τὰ ἔγγραφα τὰ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου συνταχθέντα κατὰ τὸ παρελὸν καὶ ἀνατρέχει μέχρι τοῦ 1836. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, ὅτι τοιαύτη διάταξις στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Συντάγματος; Τὸ Σύνταγμα λέγει κατηγορηματικῶς «Οὐδεμία ποινὴ ἀπαγγέλλεται ἄνευ προηγουμένου νόμου». Ἂν λοιπὸν θελήσητε νὰ ἀπαγγείλητε τοιαύτην ποινὴν ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τοῦ παρῳχημένου χρόνου, σᾶς τὸ λέγω καθαρῶς, ἔντιμοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, παραβαίνετε τὸ Σύνταγμα. Ἐννοῶ τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, ὅπερ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ ἐννοῶ τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία ἔγεινε, διότι πλεῖστοι ἔγραψαν τὰ ἰδιωτικὰ συμβόλαιά των ἐπὶ χάρτου ἁπλοῦ· ἀλλ’ εἰπέτε ῥητῶς, ὅτι ἐννοεῖτε νὰ εἰσπράξητε παλαιὰ καθυστεροῦντα, καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς, σεῖς οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου ἐχαρίσατε τὰ λοιπὰ καθυστεροῦντα μέχρι τοῦ 1876. Ἀλλ’ ἐὰν θέλητε καθυστεροῦντα, περιορισθῆτε εἰς τὰς μεθόδους τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Πρὸς τί ἡ καταστροφὴ τοσούτων δικαιωμάτων; Σᾶς προτείνουν νὰ τιμωρήσητε ἀγρίως, καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ νομοθετήσητε φιλανθρωπικῶς. Πρὸ πάντων δὲ ἐστὲ Συνταγματικοί. Ἐδῶ κεῖται ἡ δύναμίς σας. Κατὰ δὲ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὑποχρεοῦνται οἱ πολῖται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα, ἵνα ἐπισυνάπτωσιν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμβόλαια αὐτῶν τὸν ἀνήκοντα σφραγιστὸν χάρτην ἐπὶ τῇ φοβερᾷ πάντοτε ἀπειλῇ τῆς ἀκυρώσεως καὶ τῆς καταστροφῆς αὐτῶν! Ἡ ἀπειλὴ αὕτη εἶναι τὸ κέντρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εἶσθε ἀπὸ ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν περιφέρειαν 20 καὶ 30 ὡρῶν. Φαντασθῆτε ὁποίαν προσθήκην ποινῆς θέλετε ἐπιβάλει εἰς τοὺς συμπολίτας σας. Θὰ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὰ ἄκρα τῆς ἐπαρχίας, θὰ πηγαίνουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς καὶ θὰ περιμένουν ἔξωθεν τοῦ Ταμείου, ἵνα χαρτοσημάνουν τὸ ἔγγραφόν των! Ἡ ἀπειλὴ τῆς καταστροφῆς τῶν νομικῶν συμφερόντων αὐτῶν θὰ ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς ἀργίαν μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν, θὰ τοὺς ἐκθέτῃ εἰς δαπάνας. Ἀφίνω τὰς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ περιπλοκάς. Καὶ τότε ἐρωτᾷ τις, πρὸς τί ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωσις τῶν συμβαλλομένων; Μήπως διὰ νὰ καινοτομήσητε ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ἐθνῶν; Παρατηρήσατε τὴν Γαλλίαν· εὑρέθη εἰς τὸ χεῖλος ἀβύσου, ἀλλὰ δὲν διῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν της ἡ τυραννικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία σᾶς προτείνεται. Μεταξὺ τῶν ποινῶν καὶ τῶν πράξεων πρέπει νὰ ὑφίσταται πάντοτε μία ἁρμονικὴ ἀναλογία. Ὑπάρχουν παραβάσεις διὰ πρόστιμα, ὑπάρχουν παραβάσεις δι’ ἄλλας ποινάς. Ὁποίου εἴδους εἶναι αἱ παραβάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς προτείνουν νὰ ἀναδράμητε εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα τιμωρήσητε διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δικαιωμάτων; Ἀρά γε δὲν σᾶς ἀρκεῖ τὸ μέλλον; Ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι εἰς τὸ μέλλον, καὶ μόνον εἰς τὸ μέλλον, ἔπρεπε νὰ ἀποβλέπουν οἱ νομοθέται τῶν Ἐθνῶν. Αὐτὰ, ἔντιμοι κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας, ζητῶν τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§37Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἂν καὶ δὲν ἔχω καὶ πολλὴν τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ὑποβαλλόμεναι τὴν ὥραν ταύτην, δύνανται νὰ καρποφορήσωσι.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, θὰ δείξω τί φρονῶ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου καὶ ἔν τισι θέλω συμφωνήσει πρὸς τὸν προαγορεύσαντα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὡς ἠκούσατε καὶ προχθές, εἰπόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ περὶ χαρτοσήμου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐψηφίσθη καὶ ἀποτελεῖ σήμερον Νόμον τοῦ Κράτους, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιελαμβάνετο ἡ ἀκυρωτικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ 2 ἄρθρον τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, οὐχὶ μὲν ὅπως σήμερον συμπεπληρωμένη, ἀλλὰ κατὰ τὸ κύριον ἡ αὐτή. Ἀλλ’ ὡς ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προχθὲς εἰπόντος, ἀπεσύρθη ἡ διάταξις αὕτη ὡς μὴ ἀρεστὴ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Βουλὴν ἐν γένει. Σήμερον δὲ ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν διάταξιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον ἕνεκα τῶν περιστάσεων, αἵτινες βεβαίως πιέζουσι περισσότερον, ὅπως ἐξεύρῃ πόρους. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπαναφορὰν ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις εἶναι παρακολούθημα τοῦ νόμου ἐκείνου, προσέλαβε καὶ παραρτήματα, τῶν ὁποίων τινὰ κατέστησαν αὐτὴν ἔτι δεινοτέραν. Πρῶτον, ἐν τῷ ἄρθρῳ, τῷ ἐπαναλαμβάνοντι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὸ ἀπαλειφθὲν τοῦ προτέρου νομοσχεδίου, προσετέθη διάταξις σχετιζομένη πρὸς τὰς συναλλαγματικάς· ἔπειτα, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἡ ἀκυρωτικὴ διάταξις ἀπετείνετο μόνον εἰς τὸ μέλλον, σήμερον ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ ἀναδράμῃ καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ἐπὶ τέλους δὲ ὡρίσθησαν καί τινες λεπτομέρειαι. Νομίζω, κύριοι, ὅτι κύριον προσὸν φόρου καλῶς ἐξητασμένου περὶ χαρτοσήμου, εἶναι τὸ νὰ μὴ ἦναι τὰ τέλη ὑπερβολικά· ὅσῳ δὲ ἐλαφρότερα εἶναι τὰ τέλη, τόσῳ καὶ ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις αὐτῶν, διότι τὸ συμφέρον, τὸ ὠθοῦν εἰς παράβασιν τοῦ νόμου, εἶναι μικρότερον, καὶ ὅσῳ εἶναι εὐτελέστερον, τόσῳ τις ἀποφεύγει εὐαρεστότερον τὸ νὰ ἐκτραπῇ εἰς παράβασιν τοῦ νόμου. Φρονῶ δέ, ὅτι ἰδίως σήμερον παρεστάθη μᾶλλον ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν προεξέθεσα, δὲν ἐτήρησεν ὅσον ἔδει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἀντὶ νὰ γίνῃ ἐλαφρὰ αὔξησις τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἀντὶ ν’ ἀρκεσθῇ δηλαδὴ ὁ νομοθετήσας αὐτὸ νὰ ψηφίσῃ μόνον τὰ ἐν ταῖς δυσὶ κλίμαξι τέλη, προσέθηκε καὶ τὰ πρόσθετα τέλη, περὶ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταθέσας τὸν πίνακα τῶν εἰσπράξεων, καὶ τὰ ὁποῖα οὐχὶ μόνον διπλασιάζουσι τὸ ἀρχικὸν τέλος, ἀλλὰ καὶ τριπλασιάζουσι σχεδὸν αὐτὸ ἔν τισι περιπτώσεσι· διότι ἀπὸ 10,000 δραχμῶν καὶ ἄνω πρὸς τῷ τέλει τῷ ἁπλῷ προστίθεται τέλος πρόσθετον ἀρχόμενον ἀπὸ ¼ καὶ ἀπολῆγον εἰς 1 καὶ ¾%. Θὰ ἦτο λοιπὸν συμφερώτερον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, νὰ ἔλιπον τὰ πρόσθετα τέλη, ὅτε ἠδύνατο ἴσως νὰ παραλειφθῇ καὶ αὐτὴ ἡ προτεινομένη σήμερον δρακοντεία διάταξις. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποκρούσῃ τις αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν, ἄνευ οὐδενὸς συμβιβασμοῦ, διότι ἡ διάταξις δὲν εἶναι πρωτοφανής· ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Ἀγγλίᾳ πᾶσα συναλλαγματική, μὴ γεγραμμένη ἐπὶ τοῦ νομίμου σφραγιστοῦ χάρτου, κηρύσσεται ἀπολύτως ἄκυρος· οὐδεμίαν ἔχει ἀποδεικτικὴν δύναμιν ἡ συναλλαγματική, ἡ συντεταγμένη ἐπὶ χάρτου οὐχὶ σφραγιστοῦ, ἢ κατωτέρας τῆς νομίμου τιμῆς, ἐπιβάλλεται δὲ καὶ πρόστιμον. Ἡ ἀρχὴ αὕτη τῆς ἀκυρώσεως τοῦ ἐγγράφου διὰ τὴν μὴ καταβολὴν τοῦ τέλους μόνον ἐκεῖ, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, ἐπεκράτησεν. Ἐν δὲ τῇ Γαλλίᾳ, ἂν καὶ πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς, οἱ ὕπατοι τῶν ἐπιστημόνων, τυχόντες ἀντιπρόσωποι ἐν ταῖς Συνελεύσεσιν, ἢ ἐν ταῖς Βουλαῖς, ἀπέκρουσαν αὐτήν. Ἡ δὲ ἡμετέρα νομοθεσία ἔχει ἤδη ἀποδεδεγμένην τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι ἔχομεν δύο διατάξεις προγενεστέρας νόμων, κατὰ τὰς ὁποίας ἀκυροῦνται πράξεις μὴ γεγραμμέναι ἐπὶ τοῦ νομίμου χαρτοσήμου. Ἔχομεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν τὰ κατάστιχα τῶν ἐμπόρων, δικηγόρων καὶ συμβολαιογράφων, τὰ μὴ περιβεβλημένα τὸ νόμιμον χαρτόσημον, θεωροῦνται οὐδεμίαν παρέχοντα ἀποδεικτικὴν δύναμιν· ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν τοῦ νόμου, νομίζω, τοῦ 1873, καθ’ ἣν αἱ πράξεις τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου ἢ περὶ ἐκδόσεως νέων ὁμολογιῶν, ἂν μὴ συνταχθῶσιν ἐπὶ τοῦ νομίμου χαρτοσήμου, θεωροῦνται ἀπολύτως ἄκυροι. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐν Ἑλλάδι πρωτοφανής. Ἔχομεν δὲ καὶ τὴν διάταξιν τὴν περὶ τῶν συναλλαγματικῶν, ἥτις δὲν ἐπιφέρει μὲν ἀκύρωσιν, εἶναι ὅμως ἀνάλογος, καί τοι πως ἐλαφροτέρα, καὶ παραπλησία πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Ἀφοῦ, κύριοι, ἔχομεν Νομοθεσίαν περὶ τελῶν χαρτοσήμου, οὕτως ἐπιβαρυνθεῖσαν διὰ προσθέτων τελῶν, ἂν πρόκηται τὰ τέλη ταῦτα νὰ διατηρηθῶσι, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον ἀντὶ αὐξήσεως νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν εἰσπράξεων, ἂν τυχὸν δὲν εὑρεθῇ ποινὴ ἐπιβάλλουσα τὴν τήρησιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅπου ὁ ἤδη ὑπάρχων νόμος παρέχει ἐπαρκῆ ἀσφάλειαν πρὸς εἴσπραξιν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, νὰ ἐπιτείνωμεν τὴν ποινήν· δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν διάταξιν περὶ ἀκυρώσεως τῶν συναλλαγματικῶν, περὶ τῶν ὁποίων προενόησεν ὁ ὑπάρχων νόμος, ὁρίσας δι’ αὐτάς, ὅτι ἀποβάλλουσι τὴν ἐμπορικὴν αὐτῶν ἰδιότητα. Δὲν νομίζω ἐπίσης, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ λόγος ἐνταῦθα περὶ καταστίχων καὶ περὶ πράξεων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀφοῦ ἔχομεν περὶ αὐτῶν κειμένας ἀκυρωτικὰς διατάξεις. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, δὲν περιλαμβάνει παρὰ μίαν μόνον κατηγορίαν ἐγγράφων ἰδιωτικῶν, τὴν κατηγορίαν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τέλος κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἀξίας· θεωρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀκυρώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὑποβεβλημένα εἰς τέλος ἀξίας, ἀλλ’ εἰς τέλος τάξεως, εἰς πάγιον τέλος· τοῦτο δὲ ὑποθέτω, διότι ἀναγινώσκω: «Ἔγγραφα ἰδιωτικὰ ἀστικῆς ἢ ἐμπορικῆς φύσεως ὑποκείμενα εἰς τέλος χαρτοσήμου καὶ συνταχθέντα ἐπὶ ἀσήμου χάρτου κατωτέρας ἀξίας». Ἡ φράσις αὕτη μὲ ἄγει νὰ πιστεύσω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου· καὶ ἐὰν μὲν εἶναι τῷ ὄντι τοιαύτη ἡ ἔννοια, νομίζω ὅτι ὀρθῶς ὁ συντάξας τὸ ἄρθρον ἔπραξεν οὕτως, διότι θὰ ἦτο ἐντελῶς δυσανάλογος πρὸς τὸ παράπτωμα ἡ ἐπιβαλλομένη ποινή, ἐὰν, προκειμένου περὶ ἐγγράφου ἰδιωτικοῦ ὑποβεβλημένου εἰς τέλος πάγιον, ἐπεβάλλετο ἡ ἀκύρωσις τοῦ ἐγγράφου. Θὰ δείξω ὑμῖν τινὰ παραδείγματα ἐγγράφων ἰδιωτικῶν, ὑποβαλλομένων εἰς τοιοῦτο τέλος, περὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἄρθρον ἀπειλεῖ κατ’ αὐτῶν ποινὴν τὴν ἀκυρότητα, ἠθέλετε ρήξει κραυγὴν ὀδύνης. Τὰ φορτωτικὰ ἔγγραφα, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, συντάσσονται ἐπὶ χαρτοσήμου πεντηκονταλέπτου τάξεως· δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει φορτωτικὴ δὲν συνετάχθη ἐπὶ χαρτοσήμου, θὰ ἦναι ἄκυρον τὸ ἔγγραφον, τὸ ἀποδεικνύον τὴν σύμβασιν τῆς φορτώσεως! Θεωρῶ, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ὑπερμέτρως αὐστηρὰ καὶ ἄδικος. Ἄλλως τε καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἐπιβληθῇ τοιαύτη αὐστηρὰ ποινή, ὅταν πρόκηται περὶ τέλους, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν ἀνώτατον αὐτοῦ ὅρον δὲν ὑπερβαίνει τὰς δέκα δραχμάς, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ πάγιον τέλος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θέλει ζητήσει νὰ διαφύγῃ. Προκειμένου περὶ τοιούτων τελῶν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει παντελῶς νὰ εἰσαχθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλ’ ὅτι ἀρκεῖ ἡ ποινή, ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ νόμῳ, καὶ λέγω, ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου τούτου περιλαμβάνηται ἡ ἔννοια νὰ τιμωρῶνται οἱ παραβάται τῶν περὶ τέλους τάξεως διατάξεων δι’ ἀκυρώσεως τοῦ ἐγγράφου, πρέπει πάντως ἡ ἔννοια αὕτη ν’ ἀρθῇ. Θὰ δώσω καὶ δεύτερον παράδειγμα· ἐπὶ συντάξεως πράξεων, ὑποβαλλομένων εἰς τέλος ἀξίας, ὁσάκις τὸ φύλλον τοῦ χαρτοσήμου δὲν ἀρκέσῃ, προστίθεται δεύτερον φύλλον, τρίτον, τέταρτον καὶ οὕτω καθεξῆς. Κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὁ νόμος προβλέπει, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπαναλαμβάνηται τὸ αὐτὸ τέλος καὶ διὰ τὰ ἑπόμενα φύλλα, διότι ὁ κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἀξίας φόρος πληρόνεται ἐπὶ τοῦ πρώτου, καὶ ὁρίζει ὅτι ἡ συνέχεια τῆς πράξεως συντάσσεται ἐπὶ πεντηκονταλέπτου χαρτοσήμου, ὑποθέσατε ἤδη, ὅτι ἐπὶ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου, συνταχθέντος ἐπὶ τοῦ ἀναλόγου πρὸς τὴν ἀξίαν τῆς συμβάσεως σφραγιστοῦ χάρτου, ἀντὶ νὰ προστεθῇ ὡς δεύτερον, ὡς τρίτον φύλλον σφραγιστὸς χάρτης πεντηκοντάλεπτος, προστίθεται χάρτης λευκός· θέλετε ἀκυρώσει τὴν πρᾶξιν, διότι ἐγένετο ἡ τοιαύτη παράβασις; Ἡ πρᾶξις ὑμῶν βεβαίως θὰ ἦναι καταστρεπτικὴ καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου περιλαμβάνει τοιαύτην ποινήν. Δέχομαι λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὡς ὁρίζον τὴν ποινὴν μόνον ἐπὶ πράξεων τῶν τελουσῶν τὸ λεγόμενον τέλος τῆς ἀξίας. Ἐὰν δὲ οὕτω περιορισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, νομίζω, ὅτι θέλω ἀναγκασθῆ καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσω τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, διότι ἄνευ αὐτοῦ φοβοῦμαι, ὅτι ἀντὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων θὰ ἴδωμεν ἐλάττωσιν. Οὐδένα ἐξ ὑμῶν διαφεύγει, ὅτι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ τελευταῖος νόμος περὶ χαρτοσήμου, ὁ ἐπιβάλλων τὰ πρόσθετα τέλη, ἡ εἰκονικότης πράξεων, συντασσομένων ἐν τοῖς συμβολαιογραφείοις, ἢ ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐπισήμου συντάξεως τῶν πράξεων τούτων ἐπολλαπλασιάσθη· ἐγὼ δὲ ἔχω πλεῖστα παραδείγματα ἐνώπιόν μου περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἢ εἰκονικότης ἐτελέσθη ἢ οὐδεμία πρᾶξις ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ τέλους ἐγένετο, διότι ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 10,000 καὶ ἐπέκεινα τὸ τέλος εἶναι τοσοῦτον βαρύ, ὥστε ἐπὶ τέλους φθάνει μέχρι τοῦ ἑπταπλασίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ παλαιὸς νόμος. Ἐὰν λοιπόν, κύριοι, τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτως, ὡς ἐγὼ λέγω, καὶ τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις θεωρηθῇ, ὅτι περιορίζεται εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποκείμενα εἰς τέλος ἀξίας, τότε ἐξαιροῦνται βεβαίως τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον, αἱ ἑπόμεναι πράξεις· πρῶτον, ὡς εἶπον ἤδη, πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τέλος τάξεως· ἔπειτα πᾶσα πρᾶξις ὑποβαλλομένη κατὰ νόμον εἰδικῶς εἰς δεκάλεπτον χαρτόσημον· τοιαύτη εἶνε ἡ ἐξόφλησις λογαριασμοῦ μὴ ἐμπορικῆς ὀφειλῆς· καὶ οὐδένα γινώσκω ἔμπορον, ὅστις σήμερον διστάζει νὰ ἐπικολλήσῃ εἰς τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους φέρει εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐξόφλησιν, τὸ δεκάλεπτον χαρτόσημον· ἀπεναντίας δὲ παρετήρησα, ὅτι καὶ οἱ μὴ ἔμποροι, οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων, παραδείγματος χάριν, ἐπιθέτουσι χαρτόσημον δεκάλεπτον ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδομένων ἀποδείξεων, καίτοι μὴ ὑπέχοντες τοιαύτην ὑποχρέωσιν, διὰ μόνον τὸν φόβον μήπως ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τεθειμένην ποινήν. Ἐπίσης δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, προκειμένου περὶ τοῦ δεκαλέπτου χαρτοσήμου, τοῦ ἐπιτιθεμένου ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει, καὶ ἐπὶ τῶν περὶ ἀτόκων καταθέσεων ἀποδείξεων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἐξαιρουμένων δὲ τῶν περιπτώσεων τούτων, μένει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ἄρθρον ἐπὶ μόνων τῶν ἐγγράφων, τῶν ὑποκειμένων εἰς τέλος ἀξίας· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον οὕτως, ὥστε νὰ περιλάβῃ οὐχὶ μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ συντεταγμένα ἐπὶ κατωτέρας ἀξίας χαρτοσήμου ἢ ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐντελῶς ἐλλείπει τὸ χαρτόσημον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνετάγησαν ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου καὶ 2 τοῦ ὁμοχρόνου Βασιλικοῦ Διατάγματος, δηλαδὴ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνετάγησαν ἐπὶ χάρτου, ἔχοντος παραμεμορφωμένας τὰς σφραγῖδας καὶ θεωρουμένου διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὡς χάρτου λευκοῦ, ἢ ἐπὶ χάρτου τῆς πρότερον ἐρυθρᾶς σφραγῖδος, νῦν δὲ πρασίνης ἢ κυανῆς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ 3 ἄρθρον, ὅπερ νομίζω πάντως εἶναι ἀπαλειπτέον. Ὅσα καὶ ἂν εἶπε κατ’ αὐτοῦ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἴσως δὲν εἶνε ἀρκετά· βεβαίως δὲν ἔχει τις ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸν Τιβέριον, ἵνα κατακρίνῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθόσον, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω, ὁ προαγορεύσας, ἡ παραβολὴ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀτυχής. Ὁ Τιβέριος ἔπλαττεν ἀξιοποίνους πράξεις, ἵνα καταδιώξῃ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐνταῦθα οὐδὲν πλάττεται, διότι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς αἱ πράξεις, ἃς πρόκειται νὰ τιμωρήσωμεν, πράξεις, αἵτινες πράγματι ἀποτελοῦσι παράβασιν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ τιμωρήσωμεν αὐτὰς διὰ τοιαύτης ποινῆς; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν εἶνε ἀναδρομικὴ ἡ δύναμις τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἀληθῶς κατ’ ἀκρίβειαν δὲν εἶναι, εἶναι δίκαιον, εἶναι συμφέρον, εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν; Καὶ πρῶτον φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις γεννᾷ περιπλοκὴν μεγίστην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· θὰ ἔχῃ νὰ ἀνατρέχῃ πρὸς εὕρεσιν τοῦ νομίμου τέλους εἰς τὸν νόμον τοῦ 1836 περὶ χαρτοσήμου, εἰς τοὺς μετ’ αὐτὸν, εἰς τὸν Ἰόνιον, εἰς τὸν Τουρκικὸν ἔτι, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶνε καὶ οὗτος νόμος τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς πράξεις, τὰς πρὸ τοῦ 1881 ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις συνταχθείσας· διότι πρέπει ἐξ αὐτῶν νὰ εὑρεθῇ τὸ τέλος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ προσεπιβληθῇ καὶ τὸ πρόστιμον. Ἔπειτα, ὑπάρχουσι περιπτώσεις, καὶ αὗται ἔσονται αἱ συνηθέστεραι, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἐντελῶς ἀθῷοι τῆς παραβάσεως θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐστηρότητα τοῦ ἄρθρου τούτου· πάντες οἱ κληρονόμοι ἐκείνων, οἵτινες ὑπέπεσαν εἰς τὴν παράβασιν αὐτὴν, πάντες ὅσοι ἐνδιαφέρονται εἰς ὑπόθεσιν, σχετιζομένην πρὸς τοιαύτην παράβασιν, θέλουσιν ὑποστῆ τὴν ἐκ τῆς ἀκυρώσεως μεγάλην ζημίαν. Ὑποθέσατε, παρακαλῶ, κληρονομίαν· ἐκληρονόμησέ τις τὸν πατέρα αὐτοῦ πρὸ 5, 6, 10 ἐτῶν, καὶ ὁ κληρονομηθεὶς ὑπῆρξε μεγαλέμπορος ἢ κτηματίας ἔχων πλῆθος ὑποθέσεων· ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῦ βεβαίως ὑπάρχουσι πλεῖστα φέροντα τὴν κηλίδα τῆς παραβάσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου· ὁ κληρονόμος θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἀναδιφήσῃ τὸ γραφεῖον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ νὰ διακρίνῃ καὶ ἀποχωρίσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ ἀνακαλύψῃ τὰς παραβάσεις καὶ νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος. Ἡ προθεσμία ἡ διδομένη δὲν ἐξαρκεῖ· ἀλλὰ βεβαίως πολλάκις καὶ ἡ κληρονομία ἅπασα δὲν θέλει ἐπαρκέσει εἰς πληρωμὴν τῶν τελῶν. Ὑποθέσατε ἐκκρεμῆ κατάστασιν πτωχεύσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιπλέκονται πλῆθος ἐγγράφων, παντοίων δανειστῶν, παντοίων ὀφειλετῶν· πῶς θέλετε δυνηθῆ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία τάσσεται, καὶ μεγαλειτέραν ἔτι ἐὰν τάξητε, νὰ συναχθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ ἐρευνηθῶσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν σήμανσιν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου; Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνῃ, καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀπαλείψῃ αὐτὸ, ἀρκουμένη εἰς τὸ κέρδος, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἄλλης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ πολλῷ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττε μέχρι τοῦδε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἑτέρα τις ἀτέλεια ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ, τῆς ὁποίας ἡ σημασία θὰ ἦναι ἔτι μείζων, ἐὰν μείνῃ καὶ τὸ ἄρθρον 3. Ἡ ἀτέλεια εἶναι, ὅτι δὲν ἐξετιμήθη ἐπαρκῶς ὁ χαρακτὴρ πάντων τῶν ἐγγράφων τῶν ἰδιωτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ψηφιζόμενος νόμος. Συχνότατα τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου συντάσσονται εἰς διπλοῦν ἢ πολλαπλοῦν· πῶς θέλομεν ἔχει ἐφ’ ἁπάντων τῶν πρωτοτύπων αὐτῶν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπληρώθη τὸ τέλος; Κατὰ τίνα τρόπον γενήσεται χρῆσις τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἢ πῶς θέλει ἐπιτεθῆ τὸ κινητὸν ἔνσημον; Μέχρι τοῦδε ἡ πρόνοια αὕτη ἔλιπε παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀζημίως, διότι οὐδεὶς, συντάσσων ἰδιωτικὸν ἔγγραφον εἰς διπλοῦν, ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος. Ὑποθέσατε περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προσέλθῃ τις εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπισυνάψῃ τὸ χαρτόσημον ἐπὶ τοῦ ἑτέρου τῶν πρωτοτύπων καὶ πιστοποιηθῇ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ὑπὸ τοῦ Ταμίου, ὅτι κατεβλήθη τὸ τέλος. Ὑποθέσατε περίπτωσιν μυστικότητος ἢ ἄλλης ἀδυναμίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θέλει ἔχει ἕκαστος τῶν συμβαλλομένων τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι κατεβλήθη τὸ νόμιμον τέλος; Καὶ ἂν δὲν ἔχῃ αὐτὴν, κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Περὶ τούτου οὐδὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν δὲν περιληφθῇ ἐν αὐτῷ διάταξις ἐξασφαλίζουσα τὴν τύχην τῶν εἰς διπλοῦν ἢ πολλαπλοῦν συντασσομένων ἐγγράφων, βεβαίως θὰ διατρέχωσι μέγαν κίνδυνον αἱ δι’ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων καταρτιζόμεναι συμβάσεις, ὁσάκις, ἕνεκα τῶν ἄνω δειχθέντων λόγων, δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένην προσαγωγὴν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς τί φρονεῖτε;
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ὅπως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονίσῃ εἰδικῶς τὰ τῆς σημάνσεως ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τῶν εἰς διπλοῦν συντασσομένων ἐγγράφων. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ σκέψις εἶναι πρόχειρος, διότι σήμερον μόνον ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν μου ἡ ἀπορία, καὶ δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλη τις κρείττων λύσις. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη ἔλλειψις. Τὸ νομοσχέδιον, διατάσσον περὶ ἐγγράφων ἰδιωτικῶν, ἀφορώντων εἰς πράξεις ὑποβεβλημένας εἰς τέλος, εἶχεν ὑπ’ ὄψει μόνον τὰ ἐν Ἑλλάδι συντασσόμενα. Τί θέλει ὅμως συμβῆ ἐπὶ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων συντασσομένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Τί θέλει συμβῆ, ἐὰν οἱ Ἕλληνες ἢ ξένοι, ἔχοντες συμφέροντα ἐν Ἑλλάδι, συντάξωσι περὶ αὐτῶν ἔγγραφα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ; Τὰ ἔγγραφα ταῦτα δυνατὸν νὰ συνταχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἕλληνος Προξένου, ὅτε καὶ καταβάλλεται παρ’ αὐτῷ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως δὲν ὑπάρξῃ δυνατὸν νὰ συνταχθῶσιν οὕτως, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχει Πρόξενος, εἴτε διότι οἱ συμβαλλόμενοι εἶναι ξένοι, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον καὶ καταρτισθῶσιν ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, ἄνευ καταβολῆς τοῦ νομίμου τέλους, πῶς θέλει γίνει χρῆσις αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅταν εὑρεθῇ ὁ παράγων ἐξ αὐτῶν δικαιώματα ἀπέναντι τῆς τοῦ ἄρθρου τούτου διατάξεως ὅτι, παρελθούσης τῆς διμήνου ἀπὸ τῆς συντάξεως τοῦ ἐγγράφου προθεσμίας, θεωροῦνται ἄκυρα; Νομίζω ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν εἰδικὴν διάταξιν περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θέλει προνοήσει νὰ θέση αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ταῦτα εἶχον ἐν συντόμῳ νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δύναμαι δὲ, καταλήγων, νὰ προσθέσω, ὅτι θὰ ἦναι συμφωνότερον καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν πρὸ μικροῦ δηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν πρὸς τοῖς Ταμείοις, περὶ ὧν ὁρίζει τὸ 4 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι θέλουσι τηρεῖ βιβλία καὶ καταγράφει ἐν αὐτοῖς τὰ πρὸς ἐπισήμανσιν προσαγόμενα ἔγγραφα, προσετίθεντο καὶ οἱ Συμβολαιογράφοι, οἵτινες κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον ἔχουσι δικαίωμα νὰ καταχωρίζωσιν ἰδιωτικὰ ἔγγραφα καὶ δίδωσιν οὕτως αὐτοῖς βεβαίαν χρονολογίαν. Ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ προσέρχωνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὸν Συμβολαιογράφον καὶ παρ’ αὐτῷ πληρώνωσι τὸ τέλος ἢ καὶ τὸ πρόστιμον· καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου οὕτως ἐξασφαλίζεται καὶ εὐκολία παρέχεται εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, διότι πολλάκις εἶναι δυσχερεστάτη εἰς αὐτοὺς ἡ μετάβασις εἰς τὸ Ταμεῖον πρὸς σύναψιν τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου ἢ τοῦ ἐνσήμου. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα λέγω, σκέπτομαι, ὅτι ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν καὶ ἄλλο τι. Ἀφοῦ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν παραβαίνοντα τὸν νόμον ποινὴ ἡ ἀκυρότης τοῦ ἐγγράφου, εἰς τί χρησιμεύει τὸ πρόστιμον; Τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, τὰ κατὰ παράβασιν τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων συντεταγμένα, οὐδεμίαν ἐφεξῆς παρέχουσιν ὠφέλειαν εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν, μὴ δυναμένους νὰ μεταχειρισθῶσιν αὐτὰ εἰς ἀπόδειξιν δικαιωμάτων καὶ οὐδὲν ἄλλο καταφύγιον ἔχοντας — ἐκτὸς ἂν ἡ διαφορὰ εἶναι ἐμπορικὴ καὶ ἐπιτραπῶσι μάρτυρες,—εἰμὴ μόνον τὴν ἐπαγωγὴν ὅρκου. Πρὸς τὶ λοιπὸν ἡ ποινὴ νὰ ἦναι διπλῆ; Καὶ δὲν νομίζετε ὀρθότερον, καθιερωθείσης τῆς ἀρχῆς τῆς ἀκυρότητος, νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ποινὴ τοῦ προστίμου; Ἔχω καὶ ἄλλην ἀπορίαν. Λέγει τὸ ἄρθρον—καὶ τοῦτο θ’ ἀπαλειφθῇ, ἐὰν ἐξαλειφθῇ ἡ περὶ τοῦ προστίμου διάταξις λέγει —ὅτι τὰ ἔγγραφα ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν τοῦ μὴ πληρωθέντος τέλους καὶ τοῦ προστίμου, ἐὰν παρουσιασθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτῶν. Καὶ ποῖος θέλει προσδιορίσει θετικῶς τὴν ἡμέραν τῆς συντάξεως τοῦ ἐγγράφου; Τὸ ἔγγραφον εἶναι ἰδιωτικὸν, ἡ χρονολογία δὲν εἶναι βεβαία· τίς θέλει βεβαιώσει ἡμᾶς, ὅτι ἡ ἐπ’ αὐτοῦ χρονολογία δὲν ἐσημειώθη τὴν τελευταίαν ὥραν; Ἐὰν ἐξαλειφθῇ ἡ περὶ προστίμου διάταξις, συνεξαλείφεται καὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο, καθισταμένης περιττῆς καὶ τῆς προθεσμίας καὶ τῆς ἐξετάσεως πότε ἐγένετο ἡ σύνταξις τοῦ ἐγγράφου, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς θεωρεῖται ἄκυρον.
§42Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Συναισθάνομαι καὶ ἐγὼ, ὡς πάντες ὑμεῖς κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ παροῦσα ἐποχὴ δὲν εἶναι κατάλληλος εἰς μακρὰς συζητήσεις. Τὸ νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου, ἐὰν συνεζητεῖτο εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας θ’ ἀπησχόλει τὴν Βουλήν· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν ταῖς παρούσαις ἀκόμη περιστάσεσι νὰ προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται, διότι μάλιστα δὲν εἴμεθα ὅλοι νομικοὶ καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ κατενοήθη, ὅσον ἔδει, ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν. Συνειργάσθην, κύριοι, καὶ μετὰ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, νῦν δὲ Κυβερνήσεως, ὅπως προφυλάξω τὴν κοινωνίαν ἀπὸ πολλὰ κακὰ, ἐξ ὧν ἠπειλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη ὑποβληθέντων νομοθετημάτων, διότι καὶ αὐτῆς τὰ νομοσχέδια δὲν ἦσαν πλέον χωνευμένα καὶ ὥριμα ἢ τὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀπέναντι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ ψηφίσωμεν, αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν τίποτε. Αἱ περιπλοκαὶ, αἵτινες ἀναντιῤῥήτως θέλουσι γεννηθῆ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, εἰσὶ τοσαῦται καὶ τηλικαῦται, τ’ ἀποτελέσματα τόσῳ δυσάρεστα, ὥστε βεβαίως θέλουσι δώσει ἀφορμὴν εἰς ἀπείρους δίκας καὶ εἰς μεγάλα κοινωνικὰ δυστυχήματα. Βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἐὰν χαρακτηρίσῃ τις ὡς καθαρῶς δημευτικὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο τοὐλάχιστον ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων νὰ δημεύσωμεν τὰς περιουσίας τῶν πολιτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως καὶ τοῦτο νὰ δεχθῶμεν, ἀποβλέποντες εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας· δὲν εἶναι ὅμως μόνον ἡ ἀπειλουμένη δήμευσις, διότι ταύτην θ’ ἀκολουθήσῃ ἀτελεύτητος σειρὰ δικῶν, ἥτις βεβαίως θέλει ἐπέλθει ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου τούτου· εἶναι πρὸ πάντων φρικώδης ἡ πηγὴ, ἥτις ἀνοιχθήσεται πρὸς ἀνεξάντλητον στρεψοδικίαν, καὶ τὸ φοβερώτερον, ἡ νομιμοποίησις τῆς ψευδορκίας ἐνώπιον τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ φέρω παραδείγματά τινα, ἵνα ἐννοηθῶ ὑπὸ πάντων κάλλιον: Πρὶν ἢ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀποδείξω πάντα ταῦτα, ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὑποβαλόντα πρὸ μικροῦ τὴν ζητηθεῖσαν σημείωσιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου καὶ μετὰ λύπης ἀνακοινώσαντα ἡμῖν τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραξενευθῇ οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ κ. Τρικούπης, οὔτε ἄλλος τις, διὰ τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ἐπελθοῦσαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ χαρτοσήμου· οὐδὲν τούτου ἁπλούστερον καὶ φυσικώτερον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προείπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη θέλει προχωρήσει κατ’ εὐθὺν λόγον τῆς χειροτερεύσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, πρὸς ἣν βαίνομεν καθ’ ἑκάστην, καὶ κατ’ εὐθὺν ἐπίσης λόγον τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, πρὸς ἣν προθυμοποιοῦνται αἱ μυωπάζουσαι Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις. Ἀπορεῖτε πῶς μειοῦνται αἱ εἰσπράξεις τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου; Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ ἀνόητος ἐκεῖνος, ὅστις θέλει πλέον προσέλθει εἰς τὴν θύραν τοιαύτης δικαιοσύνης; Βεβαίως θέλει εἶναι ἀνόητος, ὅσον προφανὲς καὶ ἂν εἶναι τὸ δίκαιόν του, ἵνα ἀρχίζων μίαν δίκην, τὴν ἀφήσῃ κληρονομίαν εἰς τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἐγγόνους του, ἀφοῦ καταστρέψῃ ἐπὶ ματαίῳ τὴν περιουσίαν του, πληρώνων ἔξοδα καὶ κατατρίβων τὸν χρόνον του εἰς τὰ λεγόμενα δικαστήρια. Ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβατε, ὅπως ὁ ἔχων τὸ δίκαιον προσέλθῃ μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν δικαιοσύνην; Λησμονεῖτε, ὅτι ἐπὶ πέντε μῆνας αὐτὸ τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν, τὸ πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς Κεντρικῆς Ἐξουσίας εὑρισκόμενον, εἶναι ἄστεγον καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται εἰς πλῆρες δικαιοστάσιον; Ἐὰν δὲ τοσαύτη ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία βασιλεύῃ ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τῶν κυβερνώντων πρὸς τὴν δικαιοσύνην, πᾶς δύναται νὰ φαντασθῇ τὴν μέριμνάν των ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων. Ὑπελόγιζεν ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς καὶ ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κατὰ τὴν Δʹ Σύνοδον τῆς ληξάσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος τότε νομοσχεδίου των αἱ εἰσπράξεις ἤθελον αὐξήσει κατὰ δύο ἑκατομμύρια· ἐπολεμήθη κρατερῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς διατάξεις, καὶ ἐπολεμήθη ὑπὸ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς χρόνος καὶ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις ἐγένετο Κυβέρνησις· τότε δὲ καὶ αὕτη διὰ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὴν πλειονοψηφίας ἐνομοθέτησε πολλὰ ἐξ ἐκείνων τῶν βαρῶν, ἅτινα πρὶν ἐπολέμει, διότι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις θεωροῦσι τὴν δικαιοσύνην ὡς πηγὴν πλούτου καὶ παντοῖα σχεδιάζουσιν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ εἰσπράξεων, ἃς διαθέτουσιν ὑπὲρ ἄλλων πάντοτε ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι, εἶναι εὐρύτατον. Ἀναβάλλων λοιπὸν διὰ καταλληλοτέραν ἐποχὴν τὴν ἐν ἐκτάσει ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, περιορίζομαι εἰς ἀπόκρουσιν τῆς ἐπικινδυνωδεστάτης διατάξεως, ἥτις ἀπειλεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Τί ἐννοοῦμεν, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἄκυρον, δὲν ἔχει ἀποδεικτικὴν ἰσχύν; ἐννοοῦμεν, ὅτι καὶ ἂν ἔχωμεν χρεωστικὸν ὁμόλογον ἢ ἄλλο δικαιόγραφον ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἢ ἐπὶ ἀνεπαρκοῦς χαρτοσήμου, παρελθούσης τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ προστίμου, στερούμεθα ἐντελῶς παντὸς ἀποδεικτικοῦ μέσου, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀπομένει ἢ τὸ ἀποδεικτικὸν μέσον τοῦ ὅρκου, ἢ κάλλιον οὐδὲν, διότι ἐν τῇ ἀφοβίᾳ του πᾶς διάδικος δύναται νὰ ψευδορκήσῃ ἀτιμωρητεὶ, ἀφοῦ διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως στερεῖται πάσης ἀποδεικτικῆς ἰσχύος ἐνώπιον καὶ αὐτῶν τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ἐὰν τοὐλάχιστον εἶχεν ὁ δικαιοῦχος τὸ μέσον τῆς καταδιώξεως ἐπὶ ψευδορκίᾳ, ὡς τελευταῖον καταφύγιον, ὑπομονή· ἀλλ’ ὅταν τὸν στερῆτε καὶ αὐτῆς τῆς ἐλπίδος, εἶναι ὡσὰν νὰ τῷ ἀφαιρῆτε τὴν περιουσίαν του. Ἐὰν τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἶναι βαρύτατα, κανονιζόμενα διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ, — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, — τερατώδη, ἐπιβαλλόμενα καὶ δι’ αὐτὸ τὸ παρελθόν. Πολλοὶ, ἴσως οἱ πλεῖστοι, δικαιοῦχοι ἔχουσιν ἀχαρτοσήμαντα τὰ ἔγγραφά των, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τοὺς νόμους τῆς ἐποχῆς τῆς συντάξεως· ἀλλ’ οὐκ ὀλίγοι καὶ διότι ἐν τῷ κυκεῶνι τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας περὶ χαρτοσήμου ἠγνόουν ὁποῖον ἦτο τὸ ἀναλογοῦν νόμιμον τέλος. Ἤδη ἐξαίφνης ὑποχρεοῖτε πάντας, ἐπὶ ἀπειλῇ στερήσεως πάσης ἰσχύος, νὰ χαρτοσημάνωσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, οὐ μόνον τὰ χρήσιμα καὶ αὐτὰ τῶν ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀχρήστων πάντα ἐκεῖνα, ἅτινα εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι νὰ χρειασθῶσι. Πρὶν ἢ ὅμως προβῆτε εἰς τοιαύτην φοβερὰν πρόσκλησιν, δὲν σκέπτεσθε ἐὰν εἶνε δυνατὸν νὰ εὕρωσιν οἱ κάτοχοι τῶν ἐγγράφων τόσα χρήματα διὰ τὸ χαρτόσημον, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ καὶ κατόπιν τόσων ἄλλων φόρων καὶ πάλιν φόρων; Καλῶς ἐὰν εὕρωσι τὰ ἔγγραφά των ἐμπροθέσμως· ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὰ εὕρωσιν, ἕνεκεν οἱουδήποτε λόγου, ἐὰν δὲν τὰ χαρτοσημάνωσιν ἐμπροθέσμως ἕνεκεν εἴτε ἐλλείψεως χρημάτων; Ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐξελθόντα τοῦ Κράτους, εὑρίσκωνται εἰς Αὐστραλίαν καὶ δὲν προλάβωσι νὰ ἔλθωσι, πρέπει νὰ ζημιωθῇ ὁ δικαιοῦχος, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐγνώσθη; Βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου, καὶ εὐχαριστοῦμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς διδάξῃ ὅ,τι καλῶς γνωρίζουσι καὶ οἱ πρωτοετεῖς τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Ἀλλ’ οἱ νομοθέται πρέπει ν’ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰς συγκεκριμένας περιστάσεις. Βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ δημιουργηθῇ νόμος, τοιοῦτος μάλιστα, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα νὰ συμβῶσι. Δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδαίως, ὅτι ὅλοι οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν θὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ νόμου τούτου καὶ μάλιστα ἐν ταῖς λεπτομερείαις; ὅτι ὅλοι οἱ χωρικοί, ὅλοι οἱ ἀγράμματοι θὰ μάθωσιν ἐντὸς τῆς συντόμου προθεσμίας τὰ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως;» Τί θὰ συμβῇ, κύριοι; ὁ ὀφειλέτης ἐκεῖνος, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ καταχρασθῇ ἀναιδῶς, θὰ ἔχῃ εἰς τὴν στρεψοδικίαν βοηθὸν αὐτὸν τὸν νόμον· θὰ ἀποφύγῃ νὰ πληρώσῃ, καὶ πλέον τούτου θὰ ψευδορκήσῃ θριαμβευτικῶς τῇ βοηθείᾳ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων καὶ πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικαστῶν, οἵτινες δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐνοχλήσωσι κἂν τὸν ἐγκληματίαν. Συλλογισθῆτε, κύριοι, τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι προκληθῆ· διότι τί θέλετε νὰ πράξῃ πλέον ὁ ἀδικούμενος, ὅταν βλέπῃ τόσον ἀναιδῶς καταπατούμενα τὰ δικαιώματά του καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, ὃν τόσῳ ἐλαφρῶς μᾶς καλοῦσι νὰ ψηφίσωμεν; Θὰ προβῇ εἰς χειροδικίαν. Ὅταν τελῶνται τοιαῦτα ἐγκλήματα σκανδαλώδη, ἀνατρέπετε τὰς βάσεις τῆς κοινωνίας. Ἐῤῥέθη, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι εὐεργετική, διότι ἐντὸς τοῦ πνεύματος τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ προστίμου διὰ τὰς ἐντὸς τῆς πρώτης προθεσμίας χαρτοσημάνσεις. Εὐτυχῶς τοιαύτην εἰρωνείαν διὰ τοὺς ἀδικουμένους, προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μόνος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ὑπεστήριξε καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Σέβομαι πᾶσαν ἰδέαν τῶν ἀντιῤῥονούντων καὶ αὐτὸν τὸν κ. Κωνσταντόπουλον πλειότερον, ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματά του δὲν μ’ ἔπεισαν παντελῶς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τοὐναντίον, ὅ,τι ἐῤῥέθη, μ’ ἐνίσχυσεν εἰς τὴν ἰδέαν μου. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν οὕτω εὐεργετούμενον λαόν! Θέλετε νὰ εἰσπράξητε διὰ τῆς δρακοντείου διατάξεώς σας χρήματα καὶ πάλιν χρήματα ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον πάντοτε εἶναι πηγὴ πλούτου, χωρὶς νὰ γίγνηται, ὡς προεῖπον, σκέψις, ἵνα χρησιμεύσωσιν αἱ ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξεις καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὁ πολίτης τὸ ἀντάλλαγμα τῶν φόρων; ἔστω διπλασιάσατε, τριπλασιάσατε τὸν φόρον, τὸ πρόστιμον, ἀλλ’ οὐχί, πρὸς Θεοῦ, μὴ ἐπεκτείνητε καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τὴν περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἐγγράφου διάταξιν, διότι εἷς φιλότιμος ἄνθρωπος δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ τὸν μεγαλείτερον φόρον τοῦ χαρτοσήμου, διὰ νὰ ἴδῃ τὴν δικαιοσύνην θριαμβεύουσαν· εἰς δικαιοῦχος μεγάλων κληρονομικῶν ἀπαιτήσεων δύναται νὰ σᾶς πληρώσῃ βαρύτατον πρόστιμον, ἀρκεῖ νὰ μὴ τῷ ἀφαιρέσητε τὸ κῦρος τοῦ ἐγγράφου του, ὅπερ ἐνδέχεται νὰ εἶναι καὶ διαθήκη ἰδιόχειρος πρὸ δεκαετηρίδων συνταχθεῖσα ἐν στιγμῇ ἴσως κινδύνου, ὅπου δὲν ὑπῆρχε πρόχειρον τὸ χαρτόσημον. Φαντασθῆτε ὅμως τὸ κοινωνικὸν σκάνδαλον, ὅταν δὲν τῷ ἐπιτρέπητε νὰ ἔχῃ πλέον ἢ χάρτην ἄγραφον, διότι συνέπεσεν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον νὰ ἐκδοθῇ πρὸ 25 ἐτῶν, ἢ διότι ἐταξείδευεν εἰς τὴν Νέαν Ὁλλανδίαν, καὶ βεβαίως ἐντὸς τῆς προθεσμίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσαχθῇ εἰς τὸ χρηματοφάγον Δημόσιον Ταμεῖον. Φαντασθῆτε τὸν πολίτην ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς πληρώσῃ τὸ πενταπλοῦν, ἀλλὰ τῷ κλείετε διὰ παντὸς τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πολὺ μετρίως ὡμίλησαν ὅσοι ἐκ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων κατέκριναν τὴν διάταξιν ταύτην ἀκόμη δὲν ἐξετιμήθη ἐπαρκῶς ὁ βαθμὸς τῶν ἐπιζημιωτάτων συνεπειῶν. Ἐσκέφθημεν ἆρά γε καλῶς περὶ τίνος πρόκειται; Ἐσκέφθημεν, ὅτι μετὰ τὴν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου πρέπει ἀμέσως ὅλοι οἱ πολῖται ν’ ἀναδιφήσωμεν τὰ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς δικαιόγραφά μας, ἵνα τὰ χαρτοσημάνωμεν ἐμπροθέσμως; Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐπίστρατοι, τοὺς ὁποίους ἐπέμψατε εἰς τὰ σύνορα, κύριοι Ὑπουργοί, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ὑψίστου πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος, ἀποσπάσαντες αὐτοὺς ἐκ τῶν οἴκων των μὲ τὴν συντομωτάτην προθεσμίαν τῶν 48 ὡρῶν, ἐνῷ ἠδύνασθε νὰ τοῖς δώσητε μακροτέραν, ἐγκαίρως καλοῦντες τὴν ἐφεδρείαν, αὐτοὶ λέγω οἱ ἐπίστρατοι, οἱ ὁποῖοι ἀναχωροῦντες δὲν ἐφαντάζοντο, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἔργων τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀκύρωσις τῶν πρὸ δεκαετηρίδων συναχθέντων δικαιογράφων, εὐθὺς ὡς μάθωσιν ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δήμευσις τῆς περιουσίας των, ὀφείλουσι δυοῖν θάτερον, ἢ νὰ λειποτακτήσωσι διὰ νὰ οἰκονομήσωσι — καὶ ἂν οἰκονομήσωσι — χρήματα πρὸς χαρτοσήμανσιν ἢ νὰ κηρύξωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ καταχθονιώτερον ἔργον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τῆς δημεύσεως τῆς περιουσίας των ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις. Καὶ ὕστερον σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Καὶ πῶς! διὰ τί νὰ μὴ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν νόμον. Λοιπὸν δικαιοῦται ἡ Πολιτεία ν’ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἰσχὺν εἰς τὰ ἔγγραφα, ὅπερ μεθερμηνευόμενον, νὰ δημεύσῃ τὴν περιουσίαν των». Φαντασθῆτε, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» τοῦ νόμου εἴμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ νομοθέται ὑποχρεωμένοι ν’ ἀφήσωμεν τὰς συζητήσεις τὰς βουλευτικάς, καὶ τί νὰ πράξωμεν; νὰ ἀναδιφήσωμεν ὅλα μας τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἀνεύρωμεν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἰδιωτικά μας ἔγγραφα, ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς χρησιμεύουν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δι’ οἷον δήποτε λόγον ἐνδεχόμενον εἶνε νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν, ἴσως πολλάκις διὰ νὰ προλάβωμεν ποινικήν τινα καταδίωξιν. Οἱ ἔμποροι ἰδίως ὀφείλουσι νὰ χαρτοσημάνωσιν ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς ἐπιστολάς των καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ ἐμπόριον πάσχει! Τί πρῶτον καὶ τί ὕστερον νὰ συλλογισθῇ τις; Ἐὰν ἐπὶ 25 ἔτη ἐπληρώνατε ἐνοίκια, πρέπει νὰ χαρτοσημάνητε τὰς ἀποδείξεις σας, διότι θὰ εὑρεθῇ βεβαίως ἄδικος ἰδιοκτήτης, καὶ θὰ εἶνε ἀνόητος, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην Βουλὴν καὶ τοιοῦτον νόμον, νὰ μὴ σᾶς τὰ ζητήσῃ ἐκ νέου· ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἐλάβατε παρ’ αὐτοῦ περὶ πληρωμῆς ἐνοικίου, εἶνε ἄκυροι, ἐὰν δὲν χαρτοσημανθῶσιν. Ἐὰν τῷ ἐπάξητε ὅρκον, εὐχαρίστως τὸν λαμβάνει, ἀφ’ οὗ δὲν τιμωρεῖται. Παίζομεν ἢ νομοθετοῦμεν; Ἐσκέφθημεν ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται; Ὅσοι ἔχουσι διαθήκας ἰδιοχείρους πρέπει νὰ τὰς ἀποσφραγίσωσι καὶ νὰ τὰς χαρτοσημάνωσι· καὶ θὰ ὑπάρξωσι βεβαίως πολλοί, ἴσως οἱ πλεῖστοι, οἵτινες δὲν θὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ νόμου, διότι ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» μὲ ὅλην τὴν κυκλοφορίαν της σταματᾷ εἰς τὰ Δημόσια γραφεῖα. Καὶ τὶ θὰ συμβῇ; Θὰ νομίζωσιν οἱ διαθέται ὅτι ἔχουσι διαθήκας, ἐνῷ δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἐγκύρους. Ἄλλο ζήτημα, κύριοι, σπουδαῖον: Ἔχετε ἐνοικιαστήριον προθεσμίας 10 ἐτῶν καὶ παρῆλθον τὰ ἐννέα ἔτη· σᾶς μένει μόνον ἕν· τί θὰ χαρτοσημάνητε; πρέπει νὰ χαρτοσημάνητε καὶ τῶν δέκα ἐτῶν· ἄλλως, δὲν ὑπάρχει ἐνοικιαστήριον, διότι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀναφέρει ποσὸν δέκα ἐτῶν, οἱ δὲ ταμιακοὶ ὑπάλληλοι, συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιόν σας, θὰ χαρτοσημάνωσι διὰ τὴν δεκαετίαν. Ἄλλο ἀκόμη. Σᾶς καλοῦσι νὰ χαρτοσημάνητε ὅλα τὰ παληόχαρτά σας, καὶ τὰ χρήσιμα καὶ τὰ ἄχρηστα. Ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς καλοῦσιν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐξεδόθησαν τὰ ἔγγραφα ἴσχυον διάφοροι κλίμακες, τώρα δὲ σᾶς καλοῦσι νὰ πληρώσητε τὴν ἰσχύουσαν κλίμακα; διότι δὲν γίνεται οὐδεμία ἐξήγησις, καὶ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶνε, ὅτι οἱ ταμιακοὶ ὑπάλληλοι, ἑρμηνεύουσι τὰ πάντα ταμιευτικῶς, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ θὰ στηριχθῶσιν εἰς τὸν νόμον, ἐφαρμόζοντες τὴν ἰσχύουσαν, ἥτις εἶνε καὶ ἡ συμφερωτέρα. Ἀπεύχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3· ἀλλ’ ἐὰν ψηφισθῇ, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δοθῶσιν ἑρμηνεῖαί τινες, ὅπως μετριασθῶσι τὰ δυσάρεστα, ἅτινα ὅμως εἶνε τόσα πολλά, ὥστε μικρὸν ἔσται τὸ ὄφελος καὶ ἐκ τῶν εὐρυτέρων ἑρμηνειῶν. Κύριοι, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι βεβαίως πάντες, ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι, θὰ ἐπείσθησαν ὅτι καλὸν εἶνε νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ μέχρι σημείου, οὐχὶ μόνον δημεύσεως, ἀλλὰ καὶ γεννήσεως περιπλοκῶν ἀτελευτήτων. Εἶπον καὶ χθές, ὅτι μολονότι εὑρίσκω λίαν αὐστηρὰν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, δύναμαι νὰ κύψω ἐπὶ τέλους, προκειμένου νὰ σώσω τὸν Τόπον ἀπὸ τὸ παρελθόν, καὶ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν· ἀλλ’ οὐδέποτε δύναμαι νὰ συναινέσω νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 3, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ψήφου ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν χειροτέραν πρᾶξιν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ συντελέσῃ εἷς νομοθέτης.
§43Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀποφύγω, κύριοι, ἐπιμελῶς νὰ εἰσέλθω εἰς καθέκαστα, εὐλαβούμενος τὴν ἰδέαν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν λέγωμεν ἀρχὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, βεβαίως ἐννοῦμεν τὴν θεμελιωδεστέραν ἰδέαν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν αὐτῷ, καὶ ὅταν συζητῶμεν περὶ τῆς ἀρχῆς, βεβαίως εἶναι πρόωρον νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τῶν λεπτομερειῶν καὶ νὰ εἰσφέρωμεν ἰδέας, αἱ ὁποῖαι τὸ πολὺ δύνανται νὰ καταλήξωσιν εἰς τροποποιήσεις λεπτομερειῶν καὶ οὐδὲν πλέον. Προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν ἁπλῶς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εὑρίσκομεν δύο ἰδέας ἐν αὐτῷ ἐπικρατούσας· τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας κεφαλαίων, εὑρισκομένων ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἀκυρώσεως. Τὰ δύω ταῦτα βεβαίως δὲν εἶναι πρωτοφανῆ, οὐδὲ ξένα εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ἡ φορολογία κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν συμβάσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν συντεταγμένα ἔγγραφα, εἶναι παραδεδεγμένη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν. Καὶ εἶναι παραδεδεγμένη μέχρις ἑνὸς βαθμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν φθάνει τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, διότι ὄχι μόνον τὸ ἀποδεικτικὸν ἁπλῶς μέσον ἀκυροῦται, ἀλλὰ προβαίνει ἡ νομοθεσία ἡμῶν μέχρις ἀκυρώσεως καὶ αὐτῶν τῶν συμβάσεων· ἔχομεν τὴν διάταξιν περὶ χαρτοσήμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ συμβάσεως προικός, δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ ἔγγραφον τῆς προικίσεως ἄκυρον, εἶναι ἡ σύμβασις αὐτὴ ἄκυρος, δὲν ὑφίσταται προίκισις, δὲν ὑφίσταται σύμβασις παντάπασιν. Καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιαύτας διατάξεις τῶν νόμων ἡμῶν ἀκυρούσας αὐτὰς τὰς συμβάσεις, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐκπληττώμεθα, διότι βλέπομεν ἤδη ἀκυρότητας ἐγγράφων ἀπειλουμένας, διότι δὲν ἐπληρώθη τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς συνεπείας τῆς ἄλλης, τῆς ἀναδρομικῆς ἀκυρώσεως, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο βεβαίως εὐλόγως παρετηρήθη ἡ ἰδέα τῆς ἀναδρομικότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 3. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ποινῆς, τότε ἀκριβῶς ἡ ἰδέα τῆς ἀναδρομικότητος δὲν θὰ ὑφίστατο· διατί; διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ποινῆς, ἡ ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται, διότι ἡ πρᾶξις ἐγένετο τὸ παρελθὸν ἐπὶ μὴ ἐνσήμου χάρτου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται διὰ τὴν παράλειψιν τὴν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ οἱ ἔχοντες τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα νὰ προσέλθουν καὶ νὰ χαρτοσημάνουν αὐτά· ἀπαγγέλλει τὴν ποινὴν κατὰ τῆς παραλείψεως τῆς ἐγκαίρου ταύτης πληρωμῆς. Πίπτουν λοιπὸν εἰς ἀντίφασιν καὶ νομίζω, ὅτι μᾶλλον παρέχουν ὅπλα εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ὅσοι λέγουν, ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ποινῆς, ἡ ὁποία διατάσσεται διὰ παρελθοῦσαν πρᾶξιν, ὅτι ἔχει τὸ ποινικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ διάταξις αὕτη· τὸ ποινικὸν τοῦτο δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἔχει ἕνα ἄλλον χαρακτῆρα καὶ ἐνταῦθα μᾶλλον ὑπάρχει ἡ ἀναδρομικότης· ἐνταῦθα ὑπάρχει μᾶλλον καὶ τὸ κατ’ οὐσίαν μὴ δικαιολογούμενον, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ἄρθρου. Πρόκειται ἐκτὸς τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου νὰ κανονίσῃ ὁ νόμος οὗτος διὰ διατάξεως παρισταμένης ὡς ἁπλῆς κυρώσεως, καὶ μέσα ἀποδείξεως ἀναδρομικῶς. Λοιπὸν τοιουτοτρόπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνει διπλοῦν χαρακτῆρα, λαμβάνει χαρακτῆρα φορολογικοῦ νομοσχεδίου καὶ συγχρόνως χαρακτῆρα νόμου δικονομικοῦ, ἀφορῶντος εἰς μέσον ἀποδείξεως. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι, προκειμένου περὶ μέσων ἀποδείξεως, οἱ νόμοι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσί ποτε ἀναδρομικὴν δύναμιν· ὁ συμβαλλόμενος, ἀποβλέπων εἰς τὰ ἰσχύοντα κατὰ τὸν χρόνον τῆς συμβάσεως μέσα ἀποδείξεως, πρέπει νὰ εἶναι ἀσφαλής. Τί ἔχομεν σήμερον ἰσχῦον κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν; Τί γίνεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων συνηθέστατα; Ἐπιθυμῶ νὰ καταδείξω ὑμῖν πρακτικώτερον τὴν ἰδέαν· πρόκειται λ. χ. περὶ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι πρὸ μακροῦ χρόνου εἶχον συναφθῆ, καὶ τὰ δικαστήρια πολλάκις—διότι δὲν ὁρίζεται ἀκριβῶς ἡ ἐποχὴ— διατάσσουν νὰ ἀποδειχθῇ μία σύμβασις διὰ μαρτύρων μὲν ἐὰν ἐγένετο πρὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, δι’ ἐγγράφων δὲ ἐὰν ἐγένετο μετὰ, καὶ διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου ἐὰν ἐγένετο μετὰ τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου. Λοιπὸν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ μέσων ἀποδείξεως, καὶ ἡ κύρωσις, ἡ ἀπειλουμένη ἤδη, ἐξέρχεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἁπλῆς κυρώσεως· ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν, ὑπὸ ἔννοιαν φορολογικὴν τὸ ἄρθρον 3 θεωρῶ μᾶλλον δίκαιον τοῦ ἄρθρου 2, διότι τοὐλάχιστον ἐν αὐτῷ πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι κατά τι οἱ ἔχοντες σήμερον τὰ κεφάλαια, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ γίνεται πράγματι κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐκπτώσεως τῶν φόρων, διότι ὁ δανειστὴς θ’ ἀπαιτήσῃ πλείονα παρὰ τοῦ δανειζομένου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐκ τοῦ ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ἔχοντας τὰ κεφάλαια, ὅτι πρέπει νὰ παραβιάσωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἀρχήν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐπὶ τῶν περὶ ἀποδείξεων νόμων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι λίαν ἐπιτυχῶς, ὡς ἦτον ἑπόμενον, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πλάσσωμέν τι νέον, καὶ ὅτι ἓν εἶδος ἀναδρομικότητος ὑπάρχει καὶ σήμερον, διότι τὸ Δικαστήριον δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἓν ἔγγραφον συντεταγμένον λ. χ. ἐπὶ ἀσήμου χάρτου, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἀπητεῖτο τὸ χαρτόσημον, ἐὰν δὲν χαρτοσημάνητε αὐτό. Βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα εἶναι λίαν ἰσχυρὸν, καὶ δὲν βλέπω παρὰ μικρὰν ἀπόστασιν μεταξὺ τῆς διατάξεως τῆς ἰσχυούσης ἤδη καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἀναδρομικότητα μέχρις ἐντελοῦς ἀκυρώσεως τοῦ ἐγγράφου. Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν θεωρῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀναδρομικότης· ταῦτα πάντα ὅμως, κύριοι, εἶναι λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον.
§44Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἠπόρησα, κύριοι Βουλευταί, ἀκούσας τοῦ κυρίου Χατζοπούλου ὑποστηρίζοντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀρχὴν ὑποστηρίζω.
§46ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅπως ὡμιλήσατε, τὸ ὑποστηρίζετε καὶ τὸ ἐχαϊδεύσατε μάλιστα πολύ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐνόησα τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο, προκειμένου περὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅ,τι ἐνόησα εἶναι, ὅτι εὑρίσκει κατ’ ἀρχὴν ὀρθὰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι εὑρίσκει μὲν ἐλλειπῆ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλὰ τὴν παραδέχεται ἐπὶ τέλους, διότι νομίζει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς διὰ σπουδαίων ἐπιχειρημάτων ὑπεστήριξεν αὐτὴν καὶ φρονεῖ, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀντείπῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ.
§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶσθε ὅταν ὡμιλοῦσα;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἐξεφράσθη καθαρώτατα.
§49ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἴσως δὲν ἤκουσα καλῶς. Οὔτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται περὶ τῆς ἀποδεικτικῆς ἰσχύος τῶν ἐγγράφων καὶ περιέχει δικονομικήν τινα διάταξιν ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, εἶναι μᾶλλον κατακριτέον, παρὰ ἐὰν περιεῖχεν οὐσιαστικὴν διάταξιν ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως. Δὲν εὑρίσκει δὲ τὸ νομοσχέδιον κατακριτέον καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀπαντᾷ τις τοιαύτην διάταξιν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Νομοθεσίᾳ. Οὐδὲν ὅμως τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ προλαλήσαντος εἶναι σπουδαῖον. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῇ διατύπωσις ὡρισμένης συμβάσεως, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 42, ἧς ἐμνήσθη ὁ συνάδελφος, ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Νομοθέτην ν’ ἀπαγγείλῃ ἀκυρότητα τῆς συμβάσεως διὰ τὴν μὴ τήρησιν ὡρισμένων διατυπώσεων· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ κανονίσῃ διατύπωσιν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς ταύτην συλλήβδην ἁπάσας τὰς συμβάσεις οἱασδήποτε φύσεως, τοιαύτη ἀπαγγελία ἀκυρότητος θὰ ἦναι καταστρεπτικὸν νὰ γείνῃ ἀποδεκτή. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ 2 ἄρθρου ἀναγνωρίζει, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον γραφῆ ἐπὶ τοῦ ἐνσήμου χάρτου, ἢ δὲν ἤθελον προσαχθῆ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ὅπως χαρτοσημανθῶσι, θεωροῦνται ἄκυρα, καὶ δὲν ἀποτελοῦσι οὐδεμίαν ἀπόδειξιν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι εὐνόητον· δὲν δύνανται νὰ προσαχθῶσιν ὡς ἀποδεικτικὰ μέσα, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναταί τις νὰ στηρίξῃ τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως ἀπαίτησίν του εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἀλλὰ τί θὰ εἰπῇ θεωροῦνται ἄκυρα τὰ ἔγγραφα; Θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ σύμβασις, ἡ καταρτιζομένη διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἄν δὲν πρόκηται περὶ τούτου, ὡς ὑποθέτω ὅτι δὲν πρόκειται, τότε ἀρκεῖ ἡ ῥῆσις: «Δὲν ἀποτελοῦσι οὐδεμίαν ἀπόδειξιν», ἑπομένως τὸ «θεωροῦνται ἄκυρα», περιττεύει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ δέον ν’ ἀπαλειφθῇ. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, νομοθετῶν τὴν διάταξιν ταύτην, ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς προφανῆ ἀντινομίαν πρὸς διατάξεις ἄλλων νομοθετημάτων, καὶ πρὸ πάντων πρὸς διατάξεις ῥητὰς τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἀντινομίαν ὤφειλε ν’ ἀποφύγῃ ἐκ παντὸς τρόπου. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων δὲν ἐπιτρέπεται μαρτυρικὴ ἀπόδειξις, ὅπως δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη καὶ ἐνώπιον τῶν Πολιτικῶν Δικαστηρίων, τουτέστιν εἶναι ἀνάγκη, εἰς ὡρισμένα τινὰ ἀδικήματα ἐγγράφου ἀποδείξεως. Ὑποθέσατε, ὅτι συνήψατε ἓν δάνειον ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Φιλάρετος· ἐγείρετε ἀγωγὴν κατὰ τοῦ ὀφειλέτου σας ὅστις ἀρνεῖται. Τοῦ ἐπάγετε ὅρκον· καὶ ἐνῷ ἔχει τὴν ὑπογραφήν του ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου ὅτι ὀφείλει, ὁρκίζεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι δὲν ἔλαβε τὸ ποσόν. Καταγγέλλετε τοῦτον ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· ἀλλ’ αὕτη δυνάμει τῆς διατάξεως, ἣν σᾶς προτείνουν νὰ νομοθετήσητε, δὲν δύναται νὰ τὸν τιμωρήσῃ, διότι ἡ ἀπόδειξις τῆς ὀφειλῆς δὲν εἶναι ἐπὶ ἐνσήμου χάρτου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, δύνασθε νομοθετοῦντες νὰ ἐπιτρέψητε, ὅπως τελῆται πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς Δικαιοσύνης φοβερώτατον ἀδίκημα ἀτιμωρητί; Καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἐὰν δὲν περιληφθῇ τοὐλάχιστον διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, ὁσάκις πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ ἀδίκημά τι, νὰ εἶναι δεκτὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα πρὸς ἀπόδειξιν καὶ ἂν δὲν χαρτοσημανθῶσι. Τοιουτοτρόπως οἱ κατέχοντες τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἐὰν ἐκ λόγου μυστικότητος ἢ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶσιν εἰς σύμβασιν ἔγγραφον ἐπὶ τοῦ ἁρμοδίου σφραγιστικοῦ χάρτου, θὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ μετ’ αὐτῶν συναλλαχθεὶς δὲν θὰ τολμήσῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης νὰ δώσῃ ὅρκον, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως ὑποχρέωσίν του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ λέγων ὅτι δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἐκ Νομοθετικοῦ Σώματος τοιαύτη διάταξις, ἡ ὁποία ἐκτὸς τῶν ἀπείρων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες, θέλει βεβαίως γεννήσει ἀδικήματα φοβερά· διότι, ἐνῷ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν εἰς πάντας νὰ χαρτοσημάνωσι τὰ ἔγγραφά των, θὰ εὑρεθῶσι βραδύτερον ἐκτεθειμένοι εἰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσιν. Οἱ ἔχοντες διεσπαρμένα τὰ ἔγγραφα αὐτῶν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα τὰ δικηγορικά, οἱ κληρονόμοι ἀποβιωσάντων, πολλοὶ ἄλλοι ἔχοντες μυρίους λόγους ὥστε νὰ μὴ γνωρίζωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οἱ πρόγονοι αὐτῶν εἶχον συντάξει, πρόκειται νὰ καταστραφῶσι! Νομίζετε, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 δὲν θὰ γεννήσῃ εἰς δεδομένας περιστάσεις τοιαύτην ἀγανάκτησιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξ αὐτοῦ ἤθελον ζημιωθῇ σπουδαίως, ὥστε καὶ εἰς ἐγκλήματα νὰ ἐξωθήσῃ αὐτούς; Ὅταν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη ἀδυνατῇ νὰ λειτουργήσῃ, βεβαιωθῆτε ὅτι μόνον ἡ αὐτοδικία θὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τῶν ζημιουμένων. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως δὲν πρέπει διὰ μακρῶν νὰ συζητῶμεν, ἀλλὰ ὅταν πρόκειται περὶ τοιαύτης καταστρεπτικῆς διατάξεως, πρέπει πολὺ νὰ σκεφθῶμεν πρὶν νομοθετήσωμεν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσετε παρὰ τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους διεσπείρατε εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, τοὺς ὁποίους ἐσηκώσατε ἐξαίφνης ἀπὸ τὰ συμφέροντά των, νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοιαύτας διατάξεις, ἄνθρωποι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὴ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσωσι τὰς συνεπείας; Ψηφίσατε τὸν νόμον, ἀλλὰ ψηφίζοντες τοῦτον, ὑποχρεώσατε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ ἀποστόλους εἰς τὴν ἐσχάτην καλύβην τοῦ τελευταίου ἀγρότου διὰ νὰ ἑρμηνεύσωσι τὴν διάταξιν ταύτην καὶ νὰ παραστήσωσιν αὐτῷ τὰς φοβερὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἔχῃ ἡ παραμέλησις τῶν διατεταγμένων ὑπὸ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν πολίτην νὰ ἐπικαλῆται ἄγνοιαν τοῦ νόμου. Ἡ γνῶσις τοῦ νόμου ὑποτίθεται κατὰ τεκμήριον, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολὺ βραδέως λαμβάνομεν τούτου γνῶσιν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις, ἣν ζητοῦν νὰ νομοθετήσητε, θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν εἰς χιλιάδας πολιτῶν πολὺ πρὶν ἢ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς. Ἐν γένει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποῤῥίψῃ· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ δεκτὸν, πρέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 νὰ τροποποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερον, πάντως δὲ πρέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ν’ ἀπαλειφθῇ.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὕρισκον βάσιμον παρατήρησιν γενομένην ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι συνήνουν νὰ μὴ ἀνακηρυχθῶσιν ἀλληλεγγύως ὑπόχρεοι οὔτε συμβολαιογράφοι καὶ οἱ συμβαλλόμενοι διὰ τὴν παράβασιν τῶν διατάξεων περὶ χαρτοσήμου κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων, ἡ δήλωσίς μου αὕτη καταστήσασα περιττὸν τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ηὐκόλυνε τὴν συζήτησιν· διότι, ἐὰν ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου προεκάλεσαν τοσοῦτον σφοδρὰν ἐπίκρισιν, ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ὑπὸ ρητόρων ἀλληλοδιαδόχως ἀναβάντων τὸ βῆμα, ἐὰν ἔμελλε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν καὶ τὸ 1ον ἄρθρον, ἡ ἐπίθεσις ἐνδεχόμενον νὰ ἦτο σφοδροτέρα, καὶ δὲν ἤθελε μοὶ ἀφήσει εὐκαιρίαν, ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ὑπολοίπων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀληθῶς οὐδὲ τὸ 2ον, οὐδὲ τὸ 3ον, οὐδὲ τὸ 4 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἔμειναν ἀπηλλαγμένα ἐπιθέσεως, διότι εὑρέθη τις καὶ τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου κρίνας ἐπικριτέαν καὶ διὰ τοῦτο προτείνας ἵνα παρίστανται ἐν τῷ κεντρικῷ ταμείῳ καὶ συμβολαιογράφοι διὰ τὴν σήμανσιν τοῦ χάρτου. Εὐτυχῶς ἀπηλλάγη μόνον τὸ τελευταῖον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἐκρίθη ἐλλιπὴς, διότι παρετηρήθη, ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τῶν διακεκριμένων νομομαθῶν, οἵτινες ἀπησχολήθησαν ἀπὸ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐν πρώτοις ὀφείλω ν’ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλον, ἣν καὶ χθὲς ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὸν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ 2ου ἄρθρου, διότι ἤθελε χειροτερεύσει ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν ἐγγράφων, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται ἡ διάταξις.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζήτησα ἐγὼ τὴν διαγραφὴν, ἐζήτησα ἑρμηνείαν, διότι τὸ ἄρθρον κηρύττει ἄκυρα ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἔννοια ἦτο νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ τῶν συναλλαγμάτων καὶ γραμματίων αἱ διατάξεις αἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαι.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ ἐξαιροῦνται τὰ γραμμάτια καὶ αἱ συναλλαγματικαὶ, μένοντα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν προηγουμένων νόμων...
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ γραμμάτια μένουσιν ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τοῦδε κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.
§55ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Τότε εἶναι περιττὸν τὸ καί.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ αὐτοῦ γίνεται λόγος.—Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑφίσταται πλέον, μένουσι τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3. Ἑκάτερον τούτων ἐφείλκυσε δριμείας παρατηρήσεις τῶν μέχρι τοῦδε προαγορευσάντων· τοσοῦτον δὲ ἠρέθισε τὴν φαντασίαν τινῶν ἐξ αὐτῶν, ὥστε δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀναγάγωσιν ἑαυτοὺς εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Καλιγούλα καὶ τοῦ Τιβερίου, νὰ εὕρωσι τὸν νόμον αὐτὸν μηδὲν διαφέροντα ἀπὸ τὰς πράξεις τῶν τυράννων ἐκείνων, καὶ νὰ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς δημιουργίας ἀξιοποίνων πράξεων ὅπως κορέσῃ τὴν μοχθηρίαν τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνώντων τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῆς παρασκευῆς θυμάτων πρὸς θεραπείαν τῶν παθῶν αὐτῶν. Ἄλλος εὗρε τὴν διάταξιν δημευτικήν, ἐπεκαλέσθη εἰς σωτηρίαν του τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ὀλίγον ἔλιπε νὰ καλέσῃ εἰς ἐπικουρίαν τοὺς πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διὰ νὰ ἀγωνισθῶσι νὰ διασώσωσι τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, κινδυνεύοντα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν θέλω νὰ χρωματίσω τοὺς λόγους τοῦ τελευταῖον ἀγορεύσαντος, διότι εἶχον ἀληθῶς τοσοῦτον χρῶμα, ὥστε δὲν ἔπρεπε ἐγὼ νὰ προσθέσω οὐδ’ ἐλαχίστην χροιάν. Καὶ οὗτος μοὶ ἐφάνη τοσοῦτον ἀγανακτήσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὥστε ἀμφέβαλα ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἐν ἄλλῃ χώρᾳ νὰ προταθῇ ποτὲ τοιοῦτος νόμος. Εὐτυχῶς ἐν τούτοις ἢ δυστυχῶς δὲν εὑρίσκω ἀφορμὴν διὰ νὰ συγκινηθῶ τόσον, ὅσον συνεκινήθησαν ἕκαστος τῶν προαγορευσάντων. Δὲν δύναμαι μάλιστα νὰ συγκινηθῶ οὐδὲ ὅσον ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων, ὅστις μοὶ ἐφάνη ἐφ’ ἱκανὸν ψυχρός, διότι μόνος οὗτος ἔμεινε μὴ συγκεκινημένος ἀπὸ τὸ ὀλέθριον αὐτὸ κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον ἐτολμήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸς ἀπαθέστερον ἠρεύνησεν ἐπανειλημμένως τὴν οὐσίαν καὶ τοῦ ἄρθρου 2ου καὶ τοῦ ἄρθρου 3ου. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἐξακολουθῶ ἔχων ἀκόμη ἀκεραίαν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Κράτος διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἐνασκεῖ δὲ ἐξουσίαν ἐναποτεθειμένην εἰς αὐτό, ὡς ἐνασκεῖ αὐτὴν κατὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους οἱ θεμελιώδεις θεσμοὶ διέγραψαν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Καὶ ἐν πρώτοις οὐδεὶς εἶπε καὶ οὐδεὶς διενοήθη νὰ ἀξιώσῃ νὰ ἀναγραφῇ τὸ ἄκυρον συμβάσεως οἱασδήποτε, διότι σύμβασις εἶναι ἡ ἐπὶ τούτῳ σύμπτωσις τῆς βουλήσεως δύο ἢ πλειοτέρων ἀνθρώπων. Τίς λοιπὸν δύναται νὰ διατάξῃ τὸ ἄκυρον τῆς συμπτώσεως τῆς συναινέσεως τῶν ἀνθρώπων τούτων; Τίς δύναται νὰ διατάξῃ τὸ ἄκυρον τῆς ἐκδηλώσεως τῆς συναινέσεως ἑκάστου τῶν συναλλαξαμένων ἢ καὶ τῶν ἐκδηλώσεων ὁμοῦ τῆς συναινέσεως αὐτῶν; Ἀλλ’ ἐὰν οἱ διὰ τῆς συμπτώσεως τῆς ἑαυτῶν συναινέσεως συνομολογοῦντες σύμβασιν δὲν θέλωσι νὰ μείνῃ αὕτη εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ἠθικότητος ἑκάστου τῶν συναλλαχθέντων, ἀλλὰ θέλωσι νὰ διατυπώσωσιν αὐτὴν κατὰ τύπον, ὁ ὁποῖος νὰ παρέχῃ εἰς αὐτοὺς δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς σύμβασιν, ἡ ὁποία δὲν διετυπώθη κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τύπον; Ὑποθέσατε ὅτι τις ἐξ ἡμῶν μοὶ ἐνοικιάζει τὴν οἰκίαν του, καί, κρίνων ἐμὲ ἄξιον πάσης πίστεως, δὲν ζητεῖ νὰ συντάξωμεν ἔγγραφα, εἶναι δὲ πεπεισμένος ὅτι ἐγώ, ἐνοικιάζων τὴν οἰκίαν του ἀντὶ τόσου μισθώματος, θέλω ἐκτελέσει ἀδιστάκτως τὴν συμφωνίαν ταύτην· ἑπομένως οὐδὲν ἔγγραφον συνετάχθη· ἡ συναίνεσις ἐξεδηλώθη διὰ ζώσης φωνῆς, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ἠρκέσθη εἰς ὅσα εἶπον αὐτῷ, καὶ ἐγὼ εἰς ὅσα μοὶ εἶπεν ἐκεῖνος. Τί δηλοῖ τοῦτο; ὅτι ἀμφότεροι ἐνεδείξαμεν ὅτι δὲν θέλομεν προσφύγει ποτὲ εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅτι ἀρκούμεθα εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἡμῶν συναίνεσιν, ἥτις ἦτο ἐπωφελεστάτη ἐγγύησις εἰς τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων ἡμῶν. Τίς σᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ σύμβασις αὕτη; Καὶ ὅταν ἐγὼ καταβάλλω εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς οἰκίας τὸ μίσθωμα, δὲν ἐκτελῶ ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, καὶ τὴν ὁποίαν μοὶ παριστᾷ πάντοτε ζῶσαν ἡ ἰδία μου τιμή; Ἡ σύμβασις λοιπὸν εἶνε ἔγκυρος. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως ταύτης ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ ἡ συνδρομὴ τῆς Πολιτείας, καὶ γένηται προσφυγὴ εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, διὰ τοῦ νόμου ἀναγγέλλεται, ὅτι τοιαύτη σύμβασις εἶναι ἀτελής, καὶ ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία οὐδεμίαν θέλει δώσει προσοχὴν εἰς τοιαύτην σύμβασιν, οὕτως ἐκδηλωθεῖσαν. Δὲν ἀρκεῖ εἰς αὐτὴν ἡ διὰ προφορικοῦ λόγου ἐκδηλωθεῖσα συναίνεσις τῶν συναλλαξαμένων, οὔτε διὰ γραπτοῦ λόγου, ἀλλὰ διαδηλοῖ διὰ τοῦ νόμου, ὅτι ἡ Πολιτεία ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν, ἵνα ἐρευνήσῃ τὴν σύμβασιν, ἵνα παράσχῃ τὴν συνδρομήν της, ἀπαιτεῖ νὰ μεταβῶσιν οἱ τὴν σύμβασιν συνομολογήσαντες εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον καὶ νὰ συντάξωσι τὴν σύμβασιν ἐκεῖ, πληρόνοντες τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸν νόμον. Καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι διάταξις νόμου τοῦ Τιβερίου, εἶναι διάταξις δημευτική; Δὲν ἀπορῶ, διότι ἐν πᾶσι καὶ ἐπὶ πάντων εἷς τῶν συναδέλφων ἐπανέρχεται εἰς χρησιμωτάτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς παρελθούσης Περιόδου προβάλλει καὶ ἔκτοτε κατὰ πᾶσαν Σύνοδον ἐπαναλαμβάνει. Δὲν ἀπορῶ βλέπων αὐτὸν ἀναμιμνησκόμενον τῆς προτάσεως ταύτης καὶ παραπονούμενον κατὰ τῆς ὀλίγης προσοχῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἀδίκως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κοινῶν συμφερόντων ἠξίωσεν αὐτὴν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ δὲν βλέπω ποίαν κοινότητα ἔχει ἡ παράλειψις τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν δικαστηρίων, μὲ τὴν διάταξιν ταύτην. Κατὰ τί προσβάλλεται ἡ καθεστηκυῖα νομοθεσία, κατὰ τί ἐξασθενεῖ τὸ κῦρος αὐτῆς, κατὰ τί παρακωλύονται οἱ πολῖται ἀπὸ τοῦ νὰ προσφεύγωσιν εἰς αὐτὴν, κατὰ τί καθίσταται τὸ Κράτος ἀσθενέστερον, ἵνα ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις του; Δύνανται τέλος πάντων νὰ λέγωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ αἱ προτάσεις αὐτῶν δὲν ἐβασανίσθησαν ἐν δέοντι, ἐπειδὴ δὲν ἐπηνέχθησαν αἱ προσήκουσαι βελτιώσεις εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, ὅτι διὰ τοῦτο ἠλαττώθησαν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλὰ νὰ συνδέηται ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος ἐκ Βόλου βουλευτὴς κατέδειξεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, τῆς κηρυσσούσης ἄκυρον τὸ ἔγγραφον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον δὲν συνετάχθη ἐπὶ συμβολαιογράφου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπορῶ ποῦ νὰ ἀνεύρω τὴν συνάφειαν, καὶ πῶς νὰ ἀνακαλύψω τὴν συναρμολογίαν τῶν ἰδεῶν τούτων. Εἶναι δὲ—ἐπειδὴ καὶ περὶ τούτου ὁ λόγος—οὐχὶ ὀρθῶς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις κατὰ τὸ 1885 τῶν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἐσόδων ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884 προῆλθεν ἐκ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπισπευδομένης βελτιώσεως τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς Δικαιοσύνης· οὐδὲ δύναται νὰ ἀποδειχθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βόλου δεκάκις εἶπεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει ὡς ἔπρεπεν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν εἶναι τωρινὸν, δὲν συνέβη τοῦτο κατὰ τὸ 1885 ἢ κατὰ τὸ 1884, δὲν συνέβη οὔτε κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883· ἀλλὰ παρεστάθη ὡς ἀποτέλεσμα παραλείψεων τῶν ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, νωχελείας ἢ ἀμβλύτητος τῆς ἐπιτηρήσεως, ἢ τέλος πάντων ἄλλων αἰτίων ἐγκειμένων ἴσως εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἔβαινον ἀκμάζοντα καὶ αὐξάνοντα μέχρι τῆς προχθές· καὶ τόσον ἔβαινον αὐξάνοντα, ὥστε ἀπὸ τοῦ 1882–1883 θέλει τις εὑρεῖ μεγάλην διαφορὰν εἰς τὰ εἰσπραχθέντα ποσά. Ἐὰν τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἐφάνησαν ἐλαττούμενα κατὰ τὸ 1884 σχετικῶς πρὸς τὸ 1883, ἐὰν φαίνωνται ἐλαττούμενα κατὰ τὸ 1885 ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1884, δὲν στρέφετε νὰ ἴδητε τὴν ἀγορὰν, ποία ἡ κατάστασις τῶν συναλλαγῶν, ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας, ἵνα εὕρητε τὸν πρόχειρον λόγον τῆς ἐλαττώσεως τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου; Καὶ ποῖον ἕτερον προχειρότερον λόγον θέλετε παρὰ τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς πίστεως; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπηύθυνε καί τι παράπονον καθ’ ἡμῶν. Παρέσχεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπικουρίαν του, καὶ ἦτο τῷ ὄντι πολύτιμος, καθ’ ὃν χρόνον ἠγωνιζόμεθα ἀντιπολιτευόμενοι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Παρέσχεν τὴν ἐπικουρίαν του διὰ νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τελῶν χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Καὶ ἀφοῦ ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἐλησμονήσαμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον νὰ μὴ φανῶμεν ἀσυνεπεῖς εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας μαζῆ ὑπεστηρίξαμεν. Συνάγει δὲ ταῦτα διότι ἐπροκαλέσαμεν τὸν νόμον περὶ Χαρτοσήμου, τὸν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1885 ἐκδοθέντα, ὁ ὁποῖος φαίνεται εἰς αὐτὸν ὅτι κατ’ οὐδὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον.
§57ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶπον κατ’ οὐδέν· εἶπον ὅτι πολλὰ βάρη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν.
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ κύριος Φιλάρετος: «ἡ τέως ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησε τὸν νόμον περὶ Χαρτοσήμου καὶ ὕστερον ἐψήφισε νόμον μικρὸν διαφέροντα ἐκείνου». Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Φιλάρετος. Καὶ μικρὸν εὑρίσκει διαφέροντα τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1885 ἀπὸ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ 1884; Καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τῷ τελευταίῳ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία διάταξις αὐξάνουσα τὰ τέλη χαρτοσήμου, τὰ λεγόμενα δικαστικὰ τέλη; Νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ὁ συνάδελφος πρὶν παραπονεθῇ καθ’ ἡμῶν, ὡς ἀθετησάντων ἂν οὐχὶ τὴν πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὴν πρὸς τὸν αὐτὸν ὑποχρέωσιν ἡμῶν, ἀφοῦ τοιαύτην ἐπολιτεύθημεν μετ’ αὐτοῦ πολιτείαν, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1884 τοῦτο ἰδίως τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐπέκρινε, καὶ αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν τελῶν ἐζήτησε νὰ ἐμποδίσῃ. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ λόγος, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω συνηγορίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας. Ἡ συνηγορία ὄντως ἀποδεικνύει τὴν μετριοπάθειαν τοῦ συνηγορήσαντος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργίου, καί τοι ὄντος μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Μοὶ φαίνεται ὅμως τοσοῦτον παράξενος ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ γενομένη συνηγορία τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2, ὥστε καὶ ἐγὼ ἐλυπήθην διατὶ νὰ ἀξιωθῇ τὸ πτωχὸν τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασε τὸ Ὑπουργεδὸν, τοιαύτης τινὸς συνηγορίας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία, σᾶς εἶπεν ὁ συνηγορήσας ὑπὲρ αὐτῆς Βουλευτὴς ἐκ Μεγάρων, ἄν ἐπρόκειτο νὰ προταθῇ ἡ συζήτησις ἐν ἄλλῳ χρόνῳ, καθ’ ὅν δὲν εἶχε ψηφισθῆ τὸ περὶ προσθέτων τελῶν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1885 ψηφισθὲν νομοσχέδιον. Ἀληθῶς σᾶς εἶπε τότε ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τότε ἐψηφίσθη ἡ ἀπαισία διάταξις τῶν προσθέτων τελῶν, ἀφοῦ τοσαῦτα ἐπαχθέστατα βάρη ἐπεβλήθησαν διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, βεβαίως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νομοσχεδίου, διότι οὐδεμία ἄγκυρα ἐλπίδος ὑπάρχει ὅτι δύναται τὰ τότε νομοθετηθέντα πρόσθετα τέλη νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἄν δὲν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 2, ὡς μόνη κύρωσις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου τοῦ 1885, ἤκουσα ῥήτορος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶνε παρὼν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ἐπικρίνοντος τὴν περὶ προσθέτων τελῶν διάταξιν· καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔφερεν ἕν παράδειγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθωσε νά πείσῃ καὶ πολλοὺς τῶν βουλευτῶν, οἵτινες δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ψηφοφορήσωσι ὑπὲρ τῶν προσθέτων τελῶν. Ἠρώτησε τότε ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, πῶς θέλετε νὰ φορολογῆται διὰ 10 δραχμῶν χαρτοσήμου ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος συνομολογεῖ σύμβασιν, ἢ πράττει πρᾶξιν ἀξίας 10,000 δραχμῶν, καὶ νὰ φορολογῆται δι’ 100 δραχμῶν χαρτοσήμου ὁ συνομολογῶν σύμβασιν ἢ πράττων πρᾶξιν ἀξίας 100,000 δραχμῶν; Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀνισότης, ἡ ὁποία εἶχε κινήσει τότε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου, ἅμα καταδηλωθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς δῆθεν ἀνισότης, διέθεσεν ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ πολιτικῶν λόγων δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς τοὺς εἰσαγαγόντας τότε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Καὶ εἶχε δίκαιον ἡ πλειονοψηφία νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν ἐκείνην περὶ προσθέτων τελῶν, ὡς εἶχον δίκαιον καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καίτοι μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκλονίσθησαν ἕνεκα τῶν λόγων τοῦ τότε ἀντιλέξαντος βουλευτοῦ καὶ ἐπεψήφισαν τὴν εἰρημένην διάταξιν, διότι δὲν ὑπάρχει διάταξις δικαιοτέρα ἀπὸ τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλονται πρόσθετα τέλη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν τἀναντία φρονοῦντα νὰ μὴν ἐπιμένῃ καταδικάζων τὰ πρόσθετα τέλη, μὴ λησμονῶν ὅτι δίκαιαι εἰσὶν ἐκεῖναι αἱ φορολογικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἰσότητος, τῆς μεγίστης ταύτης τῶν ἀρετῶν πάσης φορολογίας, τῆς ἴσης κατανομῆς τοῦ βάρους· κατανέμεται δι’ ἐξ ἴσου τὸ φορολογικὸν βάρος, οὐχὶ ὅταν πληρόνωσι πάντες ἴσον ποσὸν, ἀλλ’ ὅταν πληρόνωσιν ἄνισα ποσὰ ἀναλόγως τῆς ἀνισότητος, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ μεταξὺ αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἴση ἀλλ’ ἄνισος ἡ φορολογητέα ὕλη, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ὁ αὐτὸς φορολογικὸς ὅρος· πρέπει ὁ φορολογικὸς ὅρος νὰ ἦνε ἐπίσης ἄνισος καὶ νὰ ἀκολουθῇ τὴν ἀνισότητα τῆς φορολογητέας ὕλης, ἵνα ἦνε ἴσος. Καὶ ὡς ἠκούσατε, τὰ ἐκ προσθέτων τελῶν εἰσπραχθέντα κατὰ μῆνα 8βριον ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου ἀνῆλθον εἰς 55,000 δραχμῶν· τὴν περιφέρειαν δὲ τῶν Κεντρικῶν ταμείων δὲν δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ οὐδενὸς ἄλλου ταμείου περιφέρεια, διότι οὐδὲ τὴν σημαντικότητα, οὐδὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν συναλλαγῶν τῶν ἐν Ἀθήναις ἔχει ἄλλη πόλις τοῦ Βασιλείου. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ βαρύτατον ποσὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ πεισθῇ ἡ κοινωνία νὰ καταβάλῃ, ἐὰν δὲν ἐπενοοῦμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2ου ὡς κύρωσιν τοῦ ψηφισθέντος περὶ προσθέτων τελῶν νόμου, τὴν ὁποίαν προσωμοίωσεν ἄλλος ῥήτωρ πρὸς διάταξιν νόμου τοῦ Τιβερίου, καὶ ἄλλος παρέστησεν ὅτι ἀπειλεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον· οἱ κ. κ. Οἰκονόμου καὶ Φιλάρετος ἀπεκάλυψαν τοὺς κινδύνους τούτους καὶ ἐχαρακτήρισαν οὕτω τὴν διάταξιν ταύτην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§59ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα ἐγὼ ὡμίλησα συντόμως.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργον ἡ σύμπτωσις ὅμως εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ χαρακτῆρα τῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν μετέρχεται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βόλου Βουλευτὴς κατὰ πάσας σχεδὸν τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου ταύτης. Σύμπτωσις μὲν, ἀλλὰ δύναται ἡ σύμπτωσις αὕτη νὰ παρασταθῇ εἰς τὸν ἐξετάζοντα αὐτὴν ὡς χαρακτὴρ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Εἶναι ἄδικον, λέγει, νὰ ζητῆτε εἰσφορὰς ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑποχρεώσητε αὐτοὺς νὰ συνεισφέρωσι πέντε, δέκα ἢ εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν. Εἶναι ἄδικον νὰ ζητῆτε καταβολὴν ἐφ’ ἅπαξ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἢ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§61ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πλανᾶσθε, κύριε Πρωθυπουργέ.
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§63ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ πιστώτεροι φύλακες τῆς τάξεως πρέπει νὰ εἶνε οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὸ δημοκρατικὸν φρόνημα. Εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιβάλλετε πέντε λεπτὰ τὴν ὀκᾶν εἰς τὸ ἅλας, καὶ νὰ φορολογῆτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος, ὁ δυστυχὴς, ἀγωνίζεται καὶ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου του κερδαίνει τὸν ἄρτον του. Τέλος πάντων ἕκαστον φορολογικὸν μέτρον, ἕκαστον ἐκ πνεύματος ταμιευτικοῦ συγγραφὲν καὶ προταθὲν εἰς τὴν Βουλὴν διάσκευασμα εἶναι ἄδικον κατὰ τὸν κ. Φιλάρετον, διότι ἐπιβαρύνει τὸν λαόν. Καὶ μήπως τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ζητοῦμεν διὰ νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ; Καὶ ὑπολαμβάνει τις ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσιν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κόψωσι τὰ χρήματα ἀπὸ τὸν τοῖχον; Ποῦ νὰ εὕρωμεν ἡμεῖς τὰ χρήματα, ἢ προσφεύγοντες εἰς τὸν λαὸν καὶ παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ συνεισφέρῃ εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν τοσούτων μεγάλων καὶ τοσούτων πολυπλόκων, ὅσον εἶναι τὸ μέγεθος τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα παράγουσι τὰς ἀνάγκας αὐτάς; Καὶ τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Καὶ τίς εἶπεν ὅτι τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ, τὰ ὁποῖα προτείνομεν ἡμεῖς, ἐσταθμίσαμεν αὐτὰ μὲ τὴν στάθμην τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης, ὅτι ταῦτα προσήκουσιν εἰς πάσας τὰς εὐνομουμένας πολιτείας, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ εὐγνωμονῇ εἰς ἡμᾶς διότι δὲν ἐπεβάλαμεν εἰς αὐτὸν βάρη, ἀλλὰ τὸν ἀνεκουφίσαμεν; Καὶ ποῖος ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαύτας ἀξιώσεις, ὅταν ἔβλεπεν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνέβαινεν ἐπὶ τῆς Ἀρχῆς μὲ τὴν βεβαίαν ὑπόσχεσιν ὅτι δὲν θέλει αὐξήσει τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, ὅτι μάλιστα θέλει μειώσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς μειώσεως τῶν δαπανῶν θέλει ζητήσει νὰ ἐξισώσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ μόνον ὅταν δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν ἐξίσωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε θέλει προσφύγει νὰ ζητήσῃ νέα ἔσοδα διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς φορολογίας τοῦ Κράτους· ὅταν βλέπῃ λέγω τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τὸ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ὑπὸ τοιαύτας διαβεβαιώσεις ἐνδειχθὲν ὑπὸ παντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἵνα ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὅταν βλέπῃ, λέγω, αὐτὸ νὰ προσέρχηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προβάλλῃ 15,000,000 φόρων; Νομίζει τις ὅτι ταῦτα πράττομεν ἵνα παίξωμεν; Νομίζει, ὅτι τοιαῦτα τινὰ ζητοῦμεν καὶ ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη, ἵνα σφετερισθῶμεν τὸν ἱδρῶτα αὐτοῦ καὶ τὸ χρῆμα αὐτοῦ, ἢ διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀγνοῦμεν ποῦ μᾶς ἄγουσι καὶ μᾶς ὁδηγοῦσι; Καὶ ποῦ ἀλλαχοῦ νὰ εὕρωμεν χρήματα; Πόσα μᾶς ἀφῆκαν ἐν τοῖς ταμείοις οἱ προκάτοχοι ἡμῶν; Ἂν λοιπὸν γνωρίζομεν ποῦ τὰ καθήκοντα ἡμῶν μᾶς ὁδηγοῦσι, δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν πρὸ τῆς ἀνισότητος εἰς τὴν διανομὴν τοῦ φόρου ἢ τῆς ὑπονοίας ὅτι βάρος τι, τὸ ὁποῖον προτείνεται νὰ ἐπιβληθῇ, δύναται νὰ μὴ εἶναι ἀπολύτως ἴσον καὶ δίκαιον, δύναται μάλιστα νὰ ἀποβῇ καὶ ἐπαχθές; Δὲν ἐδόθη ἀκόμη εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία, θέλει ὅμως μᾶς δοθῇ προσεχῶς διὰ νὰ ποιήσωμεν καὶ ἄλλας πρὸς τὴν Βουλὴν προτάσεις, αἵτινες θέλουσι πληροφορήσει τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε προεβάλομεν δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς περικυκλοῦσι. Δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἵνα ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν εὐρυτέραν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν συνήθως χορηγοῦσιν αἱ Βουλαὶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας, ἐμπιστοσύνην ὅμως πάντοτε ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν συνταγματικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἑκάτεροι ἡμῶν ἔχομεν. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης πέντε λεπτῶν εἰς τὴν ὀκᾶν τοῦ ἅλατος, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσεται, ὅτι σύμβασις μὴ συνομολογηθεῖσα ἐνώπιον συμβολαιογράφου καὶ ἐπὶ χαρτοσήμου δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ἀποδεικνυομένη διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ μὴ οὕτω πως συντεταγμένου, ἐὰν τοιαῦτα μέτρα δὲν καταδεικνύουσιν εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὸ αἴσθημα ἢ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μέτρα ἄλλα, τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ προτείνωμεν εἰς αὐτοὺς, θέλουσι φωτίσει αὐτοὺς πληρέστερον καὶ περὶ τῶν σημερινῶν, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι μᾶς περικυκλοῦσιν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ἐσκανδάλισε πολλοὺς ἐκ τῶν συναδέλφων. Δὲν εἶναι τῶν ἐμῶν ἕξεων, οὐδὲ ἁρμόζει εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐσυνήθισα νὰ σκέπτωμαι, ὅταν ἀσχολῶμαι περὶ τῶν κοινῶν, ν’ ἀντιτάσσωμαι κατὰ πάσης γνώμης καὶ κατὰ πάσης κρίσεως τῶν ἄλλων. Νομίζω δὲ πρὸ παντὸς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑπουργῶν, ἐμμένοντες πιστοὶ εἰς τὰς περὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾶν καὶ τοῦ διοικεῖν γνώμας αὐτῶν, μηδόλως παρεκκλίνοντες ἀπὸ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῆς Πατρίδος διέγραψαν εἰς αὐτοὺς, ὀφείλουσιν ὅμως νὰ συμμορφώνωσιν ἑαυτοὺς πρὸς τὰς γνώμας τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅταν δὲ δηλοῦνται δυσμενῆ αἰσθήματα κατά τινος τῶν προτάσεων αὐτῶν, αὕτη δὲ δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τὸ ὅλον τῆς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀποστολῆς αὐτῶν, ὅτι οὐ μόνον δύνανται, ἀλλ’ ὀφείλουσιν, ἐὰν προκαλῶνται, νὰ τρέπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν οὕτως, ὥστε νὰ αἴρωσι τὰ δυσάρεστα ταῦτα αἰσθήματα ἀπὸ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἐποιησάμην τὴν ἐξήγησιν ταύτην διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου δὲν νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν ἐῤῥωμένως διὰ νὰ σώσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3· ὅτι ἑπομένως δὲν δυσκολευόμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ κατευνασθῇ αὐτὸ τὸ δυσάρεστον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἤδη διὰ τοσούτων ζωηρῶν λόγων ἐξεδηλώθη ὑπὸ πολλῶν τῶν ἀγορευσάντων, καὶ νὰ μὴ ἀντείπωμεν εἰς τὴν διαγραφὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 3. Ἀλλὰ μολονότι τοιαύτην ἔχομεν γνώμην, δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύψωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅτι παντάπασι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τῶν ἀγορευσάντων ὡς πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας περὶ τῆς διατάξεως ταύτης ἐξεδήλωσαν. Δὲν εἶναι ὁ λόγος, ὅτι αἱ συνομολογηθεῖσαι συμβάσεις πρέπει νὰ ἀναχθῶσι μέχρι τῶν χρόνων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ ἴχνη ἀνεκάλυψεν ὁ κύριος Σχλίμαν εἰς τὰς ἀνασκαφὰς τῶν Μυκηνῶν, ὅτι πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν μέχρι τῶν προϊστορικῶν χρόνων διὰ νὰ ἀνεύρωμεν ὅλας τὰς ἔκτοτε συνομολογηθείσας συμβάσεις, καὶ ζητοῦντες νὰ χαρτοσημάνωμεν ταύτας νὰ περιπλεχθῶμεν εἰς κυκεῶνα, εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον, καὶ καταστρέψωμεν συμφέροντα προαιώνια, καὶ ἀκυρώσωμεν διαδοχικὰς περιουσίας καὶ κληροδοσίας καὶ νὰ ἐκθέσωμεν εἰς ἔκτακτον κίνδυνον τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Ὅταν ἐγράφετο ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἐκεῖνος ὅστις ἔγραφεν αὐτὴν, καὶ ἐγὼ ὅστις ἐπεθεώρησα ταύτην, παντάπασιν δὲν ἀνετρέξαμεν οὔτε εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1821 συμβάσεις, οὐδὲ εἰς τὰς συμφωνίας, ἢ τὰς κληρονομίας, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον ἀπὸ πατρὸς εἰς τέκνον μετὰ τὴν παρέλευσιν ἑκατονταετηρίδων. Εἴπομεν ὅτι ἑκάστη σύμβασις ἔχει ἀρχὴν καὶ τέλος. Ὅσαι συμβάσεις ἤρξαντο καὶ ἐλειτούργησαν καὶ ἡ λειτουργία των ἔπαυσε, διότι ἔληξεν ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ὑπαγάγῃ τις εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3· ἀλλ’ ὅσαι συμβάσεις ἰσχύουσιν εἰσέτι, διότι ἡ προθεσμία αὐτῶν δὲν ἔληξεν, ποῖος κίνδυνος ὑπάρχει, ἐὰν νομοθετηθῇ, ὅτι οἱ παράγοντες ἐκ τῶν συμβάσεων τούτων συμφέρον, οἱ ὀφείλοντες νὰ ζητήσωσι νὰ προστατεύσωσι τὸ συμφέρον των τοῦτο διὰ τῆς Πολιτείας, ὅτι χρεωστοῦσι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ συνάψωσιν εἰς αὐτὰς τὸν νόμιμον χάρτην; Δὲν περιήλθομεν μάλιστα καὶ εἰς πολλὴν διὰ τοῦτο ἀνησυχίαν, διότι ἐπὶ τῶν τοιούτων συμβάσεων, τῶν πρὸ τοῦ νόμου τούτου συνομολογημένων, ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 ἤθελεν ἐπιβαρύνει κατὰ πρώτιστον καὶ μέγιστον λόγον τὰ κεφάλαια, καὶ οὐχὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν κεφαλαιούχων. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης οἰκίας, ἥτις διατελεῖ ὑπὸ μίσθωσιν— παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Χοϊδᾶς,—ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας, ἡ ὁποία διατελεῖ ὑπὸ μίσθωσιν ἐξαναγκασθῇ διὰ νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ πληρώσῃ αὐτὸς τὸ χαρτόσημον, διὰ νὰ καταστήσῃ ἰσχυρὰν τὴν σύμβασιν καὶ προστατεύσῃ αὐτὴν διὰ τῆς προστασίας τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θορυβηθῇ, διότι εὑρίσκω ὅτι ὀλιγώτερον κακὸν εἶνε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοιούτου βάρους ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ἢ ὁ μισθώνων αὐτήν. Ἐὰν ὁ δανειστὴς χρημάτων, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν σύμβασίν του, ὑποχρεοῦται διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ πληρώσῃ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταστήσῃ τὴν σύμβασίν του ἰσχυρὰν, ὅπως δυνηθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ διστάσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ἄρθρον 3, ἀφοῦ βλέπομεν ὅτι δι’ αὐτοῦ ἤθελεν ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ βάρους, οὐχὶ ὁ πτωχὸς ὀφειλέτης, ἀλλ’ ὁ εὔπορος δανειστής. Οὐδὲ ἐνόμισα, ὅτι τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται ν’ ἀπογυμνωθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὡς Κράτος ἔχει, ἵνα καταστήσῃ ἀσφαλεστέρας τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας νόμοι προγενέστεροι ἀνέγραψαν ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτῶν. Ἐὰν νόμος, προγενέστερος ἀνέγραψε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γράφωνται τὰ ἔγγραφα τῶν συμβάσεων ἐπὶ χαρτοσήμου καὶ ἐνώπιον συμβολαιογράφου, ἐὰν τὸ ἁπλοῦν πρόστιμον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπενόησε διὰ ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς πολίτας νὰ μὴ τελῶσι τὰς συμβάσεις δι’ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων, ἀπεδείχθη ἀνεπαρκής, δὲν ἐνόμισα, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς ἄλλο μέσον, ἀλλὰ νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἀφ’ οὗ ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέγραψαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος διατάξεως, δὲν κατορθώνει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν αὕτη, δὲν ἔχω ἄλλο μέσον διὰ νὰ καταστήσω ὑποχρεωτικὴν τὴν διάταξιν ταύτην. Καὶ τοιούτου δικαιώματος ἐνάσκησις παρεστάθη ὡς ἀνατρέπουσα τὴν περὶ ἀποδείξεως νομοθεσίαν, ὡς ἀναιροῦσα τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦσι κατὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ποινικῶν δικῶν. Καὶ ὡς συνέπεια τοῦ ἄρθρου 3 παρεστάθη φρικτόν τι τῷ ὄντι συμβεβηκός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἤθελε κατηγορηθῆ ἐπὶ ψευδορκίᾳ, διότι εἶχε βεβαιώσει ἐνόρκως ὅτι δὲν ὤφειλεν, ἐνῷ ὤφειλεν, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἤθελε διαφύγει τοὺς ὄνυχας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ ψευδορκία δὲν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ἀφοῦ τὸ ἔγγραφον ἤθελεν ἀκυρωθῆ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3. Μοὶ φαίνεται, ὅτι παραπλήσια παραδείγματα ἐκδηλοῦσιν ἴσως τὸ εὐφάνταστον τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες διασκευάζουσιν ὑποθέσεις παραπλησίας· καταδηλοῦσιν ἴσως τὴν εὐφυΐαν τῶν θελόντων νὰ ἀντείπωσιν, εὐφυΐαν, ἡ ὁποία ἐξυφαίνει ὑποθέσεις διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν πρόθεσιν αὐτῆς, δὲν εἶνε ὅμως παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν οὐδὲ τὴν ἀντινομίαν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 καὶ τῆς διατάξεως τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, οὔτε τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομοθεσίας περὶ ἀποδείξεως, ἡ ὁποία ἐνεποίησε τοσαύτην ἀνησυχίαν εἰς πολλούς. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τοσοῦτον μοὶ ἐφάνησαν ὑπερβολικοὶ οἱ φόβοι, τοσοῦτον μοὶ ἐφάνη ὅτι ἀνύψωσαν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρέστησαν ὅτι θέλουσι συμβῆ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ὥστε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὑπέλαβον ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ὅσοι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐνσκύψωσιν εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἄρθρου 3, ἢ ὅσοι δὲν λάβουσι καιρὸν νὰ ἐμβαθύνωσιν εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, ἐνδεχόμενον εἶνε νὰ πιστεύσωσιν ὅτι ἐγενόμην Τιβέριος ἢ Καλιγούλας, ἐνδεχόμενον εἶνε νὰ παρασυρθῶσιν ὑπὸ τοσούτων ζωηρῶν αἰσθημάτων καὶ λόγων, καὶ νὰ ὑπολάβωσιν ὅτι νόμος κεφαλαιώδης ἀνατρέπεται, ἢ ὅτι μεγάλα συμφέροντα κινδυνεύουσι. Καὶ ἐὰν τῷ ὄντι τοιαύτη μοὶ ἐπῆλθεν ὑπόνοια, καὶ πεπλανημένη ἐὰν εἶνε ἡ γνώμη, ἥτις περὶ ἡμῶν ἤθελε σχηματισθῆ, οἱ διαχειριζόμενοι τὴν Κυβέρνησιν πρέπει νὰ ἐπιθυμῶσι καὶ νὰ προσπαθῶσι νὰ μὴ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τοιοῦτόν τι. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προσκρούσω εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐργασθῶ διὰ νὰ μεταβάλω ταῦτα, καί, ὅτι, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ἤθελον τυχὸν ἐνισχύσει τὴν ἐπιθυμίαν τῆς διαγραφῆς τοῦ 3 ἄρθρου, προτιμότερον εἶναι νὰ συναινέσω νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη παρὰ νὰ ἀφήσω τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, οὐχὶ βεβαίως εἰς τοὺς ἐν τῇ Αἰθούσει ταύτῃ, ἀλλὰ ἴσως καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἁρμόζει εἰς Τιβερίους καὶ Καλιγούλας, ἢ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις ἐναντίας τοῦ Συντάγματος, ὡς δημεῦον τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶνε ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον· εἶναι ἐγγεγραμμένοι πέντε· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§66Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Βαρὺ εἶναι βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραταθῇ ἡ συνεδρίασις αὕτη, ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι ἤρξατο τὴν 4 καὶ ½ ὥραν μ. μ. Εἴμεθα τῷ ὄντι καταδεδικασμένοι νὰ παραμένωμεν ἀπὸ τὴν 2 ὥραν ἐδῶ. Ἀλλ’ ὅταν αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος εἶναι τοιαῦται, ὁποίας γνωρίζει ὅλων ἡ συνείδησις, πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν καὶ μέχρι βαθείας νυκτός. Θέλω ὁμιλήσει ὀλίγα, ὅπως πάντοτε ἐσυνείθισα. Θέλω νὰ κρατήσω ὑπὸ σημείωσιν θεμελιώδεις τινὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ διέλθωσιν ἀπὸ ἓν παράθυρον τῆς Αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ ἄλλο, χωρὶς νὰ ὑποστοῦν τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Θὰ μείνωσιν ἐδῶ, ἵνα τὰς ἀναλύσωμεν, διότι εἶναι διϋλιστήριον τοῦ Ἔθνους ἡ ἱερὰ αὕτη Αἴθουσα. Ὡς τοιαύτην τὴν ἐθεώρησα πάντοτε. Ὅταν εἰσέρχωμαι ἐντὸς αὐτῆς, ἀποκαλύπτομαι, διότι νομίζω, ὅτι εἰσέρχομαι ἐντὸς τοῦ Ἐθνικοῦ ἱεροῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐγκαταλείπει τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ παραπονούμενος, ὅτι ὠνόμασα αὐτὸ ἄξιον τῶν χρόνων τοῦ Τιβερίου. Νόμος, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει ποινὰς διὰ νὰ τιμωρήσῃ πράξεις τοῦ παρελθόντος χρόνου, νόμος, ὅστις τιμωρεῖ τὰ πρότερον τελεσθέντα ἐλαφρὰ πταίσματα διὰ βαρυτάτων, ὡς τὴν προκειμένην, ποινῶν, εἶναι νόμος ἀνάξιος ἐλευθέρου λαοῦ. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄνευ περιστροφῶν νὰ ποιήσῃ ἐδῶ τὴν ἑξῆς ἐπίσημον διομολογίαν, ὅτι ἔστω καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐνόησε καθαρῶς καὶ ἀνενδοιάστως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ὅστις νὰ ὑπογράψῃ εὐχερῶς τοιοῦτον ἄρθρον, ὁποῖον τὸ 3 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Γνωρίζει δὲ κάλλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ πλοίαρχος ῥίπτει μέρος τοῦ φορτίου εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ σώσῃ τὸ λοιπόν. Δὲν δύνασθε νὰ ἀκυρώσητε ἔγγραφα συμβάσεων τεσσαράκοντα καὶ πεντήκοντα ἐτῶν. Ἤκουσα πολλάκις τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁμιλοῦντα περὶ τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου ὡς ἐργαστηρίων, ἐν οἷς τὰ νομοσχέδιά του κατασκευάζονται. Τῷ λέγω: μὴ ἐμπιστεύεται εἰς αὐτά. Εἶμαι καὶ ἐγὼ νομικὸς βεβαίως οὐχὶ χθεσινός, εἶδον εἰς τοὺς τίτλους ἐφημερίδων σημείωσιν περὶ τῶν «γραφείων» αὐτῶν. Ἀλλὰ γραφεῖα Ὑπουργείων, κατασκευαστήρια νομοσχεδίων οὐδαμοῦ τῆς Νομοθεσίας ἀπήντησα. Οἱ συντάξαντες τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν δὲν ἀνέθεσαν εἰς τοὺς ὑπουργικοὺς γραφεῖς τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων. Αἱ πλειοψηφίαι τῶν Κοινοβουλίων δὲν δύνανται νὰ προσδεθῶσιν ὄπισθεν τῆς ἀμφιβόλου αὐτῆς ἀρχῆς. Πάντες, πρῶτος δὲν ἀμφιβάλλω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔχομεν ὑπόληψιν εἰς τὰ κατασκευάσματά της. Βλέπω δὲ λίαν εὐχαρίστως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπωφελούμενον τῶν ὀρθῶν ἰδεῶν, αἵτινες ῥίπτονται ἐδῶ καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις, καὶ ἑπομένως τὸν συγχαίρω διὰ τὴν ἔγκαιρον ὑποχώρησιν αὐτοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ προκειμένη Νομοθεσία εἶναι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν. Διαιρεῖ δηλαδὴ τὸ Ἔθνος εἰς δύο τάξεις, ἀποτόμως κεχωρισμένας ἀπ’ ἀλλήλων, μεταξὺ ὀφειλετῶν καὶ δανειστῶν, πτωχῶν καὶ πλουσίων. Ἐὰν ἐλέγομεν ἡμεῖς τοιαῦτα, ἔπρεπε νὰ διαῤῥήξητε τὰ ἱμάτιά σας, κ. Πρωθυπουργέ. Ὁμιλοῦντες περὶ Νομοθεσίας, ὁμολογοῦμεν πανδήμως, ὅτι οὔτε περὶ ὀφειλετῶν καὶ δανειστῶν, οὔτε περὶ πλουσίων καὶ πτωχῶν ποιοῦμεν τὸν ἐνδιάθετον ἡμῶν λόγον. Σκεπτόμεθα καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ δικαίου καὶ μόνου τοῦ δικαίου. Νομίζετε, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ μεγάλα τῶν χρεωστικῶν ὁμολογιῶν ποσὰ εἶναι πλούσιοι καὶ τί νὰ εἴπωμεν περὶ τῶν πολλῶν ἐκείνων πτωχῶν, τῶν ὁποίων αἱ μικραὶ περιουσίαι στηρίζονται εἰς τὰ πτωχικὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφά των; Αὐτοὶ εἶναι ἀπείρως περισσότεροι ἐν τῇ νομοθετικῇ πλεκτάνῃ, τὴν ὁποίαν τοῖς ἑτοιμάζετε. Ἐὰν εἷς πτωχὸς, κάτοικος τοῦ δεῖνα χωρίου ἢ τῆς δεῖνα συνοικίας, ἔχῃ ὁμολογίαν ὀλίγων δραχμῶν, διατί νὰ τὴν ἀπολέσῃ; Ἡμεῖς δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ πλουσίων καὶ πτωχῶν, περὶ ὀφειλετῶν καὶ δανειστῶν· ὁμιλοῦμεν περὶ μόνων τῶν δικαιούχων. Ἐννοοῦμεν τὴν θέσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχει μέγα ταμιευτικὸν συμφέρον, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιόν του. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι συνήλθομεν ἐδῶ, οὐχὶ ὅπως ὑπογράφωμεν τυφλῶς Προϋπολογισμοὺς καὶ δαπάνας, οὐδὲ ὅπως ὑποβάλλωμεν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν εἰς τὰ ὅρια τῆς τελευταίας ἐξαντλήσεως. Τοιαῦτα μέτρα ἡ ψυχὴ τῶν βουλευτῶν δὲν δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ. Συνήλθομεν ἐδῶ ἵνα μεριμνήσωμεν διὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὅστις ἴσως μᾶς ἀκούει καὶ εὔχομαι κατὰ βάθος νὰ μᾶς ἐννοῇ. Ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν ἓν ὑπέρτατον καθῆκον. Θὰ τὸ ἐκπληρώσωμεν λοιπὸν πλῆρες καὶ ἐν τελείᾳ ἐπιγνώσει. Εἴπετε ὅτι ἔχετε μέτρα, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μᾶς ἀφήσατε νὰ ἐννοήσωμεν ὑπὸ τὴν φράσιν σας αὐτὴν κἄτι ἀληθῶς ὡραῖον. Τὰ ἐπιθυμοῦμεν τὰ μέτρα σας ἐκεῖνα, καὶ σᾶς ἀφίνομεν νὰ ὑποστηρίζητε αὐτά, ὁπόταν θεωρήσητε εὔθετον τὸν καιρόν. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε, ὅτι διὰ τοιούτων μέτρων, ὡς τὸ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, λύονται τὰ μεγάλα ζητήματα τῶν Ἐθνῶν, αἴ! κ. Πρωθυπουργέ, πηγαίνετε νὰ σπουδάσητε εἰς τὸ σχολεῖον τῶν μεγάλων ἔργων. Συναθροίζετε τοὺς πολίτας κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, τοὺς παρατάσσετε κατ’ αὐτοῦ, τοὺς καλεῖτε νὰ πολεμήσουν, καὶ συγχρόνως τοῖς λέγετε διὰ τῶν νομοθετημάτων σας: «ἰδοὺ ἀκυρώνομεν τὰ δικαιόγραφά σας!» Ἐὰν μὲ τοιαῦτα μέτρα ἐννοῆτε νὰ παρατάξητε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, θέτετε αὐτὸ πραγματικῶς εἰς φοβερὸν δίλημμα: Νὰ προχωρήσῃ; καταστρέφει τὸ μέλλον τῆς οἰκογενείας του· νὰ μὴ προχωρήσῃ; αὐτὸ εἶναι πλέον ἀδύνατον. Ὁποῖον ἐνδοιασμόν, κ. Πρωθυπουργέ, εἰσάγετε εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις! Ἀφήσατε λοιπὸν τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην νὰ ὁμιλήσῃ, ὅπως ὁμιλεῖ μεταξὺ ὅλων τῶν Ἐθνῶν. Ἐνικήθησαν οἱ Γάλλοι τῷ 1870, αἱ συμφοραὶ τοὺς συνέτριψαν, ἀλλὰ δὲν ἐπενόησαν τοιοῦτον τραγέλαφον, ὡς τὸν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐπέβαλον βαρυτάτους φόρους, ἀλλὰ δὲν εἶπον: «ἀκυροῦμεν τὰ ἔγγραφα τῆς παρελθούσης ἐποχῆς.» Εἴπετε, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι κατέλαβε τὰ πνεύματα ἀνησυχία, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπανελάβετε πολλάκις ἐδῶ καθ’ ὅλων τῶν εἰδῶν τῶν ἀνησυχιῶν. Δὲν εἶναι ἀνησυχία, εἶναι βαθυτάτη συγκίνησις, εἰς τὴν ὁποίαν κρατοῦν τὰ μέτρα σας ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Τοιαῦτα μέτρα δύνανται νὰ συμβιβάζωνται πρὸς τὴν προσωπικὴν φιλοδοξίαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν Πρωθυπουργῶν, ἄλλο ὅμως εἶναι τὸ κριτήριον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ὀφείλουν νὰ τὰ ὑποβάλουν. Οἱ Κυβερνῆται τῶν Ἐπικρατειῶν δύνανται νὰ τρέχουν κατόπιν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς δάφνης, χωρὶς διὰ τοῦτο οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ λησμονήσωσι τὴν ἀποστολήν των. Εἴμεθα ἐδῶ, διότι μᾶς κρατεῖ τὸ θέλημα τοῦ λαοῦ, καὶ θὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν ἑστίαν ἡμῶν, εἰς τὴν καλύβην ἡμῶν μὲ μόνην τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Ὡμιλήσατε, κ. Πρωθυπουργέ, περὶ συγκινήσεως. Καὶ πῶς ἠθέλατε νὰ μὴ συγκινηθῶμεν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅταν διὰ τοιούτων μέτρων ἐξογκώνητε τὸν χείμαῤῥον, τὸν ὁποῖον βλέπομεν ἐρχόμενον καὶ ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ νὰ κατακλύσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα;
§67Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ὁμιλήσω, ὅσον ἔπρεπεν εἰς ἀπάντησιν τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μ’ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου τούτου, διότι κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3. Εἶνε ὁμολογουμένως ἀξιέπαινος, διότι ἀπόψε τοὐλάχιστον ἐνόησε τοῦτο· ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι πολὺ περισσότερον ἀξιέπαινος, ἂν τὸ ἐνόει ἀπὸ χθές, ὅτε ἐγὼ ὄχι διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὰ μεγάλα σχέδιά του, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ἀκαίρως ὡμίλησεν, ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω ἔργον συνειδήσεως καὶ καθήκοντος ὕψιστον πρὸς τὸν Τόπον. Ἀφοῦ δὲν ἐξετιμήθη ὅσον ἔδει ἡ γνώμη μου πρότασις, ὤφειλον νὰ λαλήσω σήμερον σαφέστερον, ἵνα γίνω καταληπτὸς ὑπὸ πάντων, καὶ τοῦτο ἔπραξα. Δὲν πρέπει λοιπὸν πλέον νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, εἰ καὶ πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ προσθέσῃ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων. Ἀλλὰ καθῆκον ἔχω νὰ ἀπαντήσω, ἔστω καὶ διὰ βραχέων, εἰς ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ μεγίστῃ στενοχωρίᾳ του ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, κατ’ ἐμοῦ προσωπικῶς στρεφόμενος, καὶ πρᾶγμα σπάνιον δι’ αὐτὸν, εἰς ὅσα ἐν στιγμαῖς δυσχερείας διέστρεψε· διότι λυποῦμαι νὰ τὸ εἴπω, ἀλλ’ εἶνε ἀληθέστατον, ὅτι διέστρεψε καὶ αὐτὴν τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων, τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι διέστρεψε τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων, διότι ἔναυλα εἶνε εἰς τὰς ἀκοάς σας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον, καὶ ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἡρμηνεύθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις τοιούτῳ τρόπῳ ἤλπιζε νὰ σωθῇ ἐκ τῶν ἐντυπώσεων τῶν ἐπιχειρημάτων μου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι δὲν διαφέρει τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐψηφίσθη κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Περιόδου ταύτης, ἀλλ’ ὅτι πολλὰ βάρη τοῦ πρώτου, μολονότι κατακριθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐψηφίσθησαν παρ’ αὐτοῦ ὡς Πρωθυπουργοῦ. Τοῦτο καὶ μόνον εἶπον, καὶ διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω ἠθέλησα νὰ διακόψω τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἐὰν μοὶ ἔδιδε τὴν ἄδειαν, κακῶς δ’ ἐπετέθη καὶ αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του ἐπὶ τῇ διακοπῇ πρὸς διάψευσιν τοιούτων ἀνακριβειῶν. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω, ὅτι τοιαῦτα δὲν εἶπον, καὶ ὅσα ὑπεστήριξα εἶνε γεγραμμένα ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκτὸς τούτου μετετόπισεν ἐντελῶς καὶ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ εὕρῃ ὀλίγην ἄνεσιν εἰς τὴν στενοχωρίαν του, ὡς συνήθως ἀτυχῶς συμβαίνει εἰς τοὺς κυβερνήτας. Μᾶς μετέφερε δι’ ἀκαίρου ἐκδρομῆς εἰς τὴν μεγάλην ἰδέαν καὶ εἰς τὰ μεγάλα σχέδια, ἅτινα ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἅτινα ἀκόμη ἡμεῖς οἱ θνητοὶ δὲν ἐνόησαμεν, σχεδὸν δὲ μὲ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς μὴ γνωρίζοντα περὶ τίνος πρόκειται εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, διότι δὲν ἐννοῶ ἐγὼ ὁ δύσνους, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ τὸ ἔθνος, θὰ γίνῃ διὰ τῶν βαρῶν, καὶ ἐγώ, σᾶς εἶπε, πολεμῶν τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι ἀμείλικτος ἐχθρὸς τῶν βαρῶν, διότι ἐπολέμησα καὶ ὅλους τοὺς προτεινομένους φόρους. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, εἶνε ἀνακριβῆ καὶ τὰ διαψεύδω ἐπισήμως ἐνώπιον τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, διότι ἄδικον εἶνε νὰ μὲ βαρύνωσι. Τοὐναντίον εἶπον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ εἰσφορῶν νομοσχεδίου, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν φόρων, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Πολιτεία ἄνευ φόρων· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι πρέπει νὰ σιωπήσωμεν, καὶ ὅταν τὰ μέτρα σας δὲν εἶνε τ’ ἀνάλογα, δὲν εἶνε τὰ κατάλληλα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀντεστρατεύθην εἰς τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων κατ’ ἀρχήν. Καὶ δὲν εἶνε πλέον τοῦ παρόντος, ἀφοῦ εἶνε νόμος τοῦ Κράτους, νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ἀνακριβῶς παρεστήσατε, ὅτι ἐκηρύχθην ἀμείλικτος ἐχθρὸς παντὸς βάρους, διότι ἐπὶ τέλους σᾶς εἶπον: φυλάξατε τὰς εἰσφορὰς τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων διὰ κρισιμωτέραν στιγμήν, διὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν. Ἔσπευσα ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον εὕρισκον πρὸς ζημίαν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς Δημοσίου ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἀναμενομένου ἀγῶνος, ὅλα τὰ ἄλλα, ἀσυζητητεὶ εἶπον, ὅτι ἐγκρίνω. Διατί λησμονεῖτε, ὅτι ἐνέκρινα τὸν φόρον περὶ τῶν οἰκοδομῶν, τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ τῶν διαμονητηρίων, τὴν ἐπέκτασιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ μεγίστῃ στενοχωρίᾳ του διέστρεψεν ὅσα ἐγὼ εἶπον καὶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἅλατος. Ἐγὼ τότε παρέστησα, ὅτι ἀντὶ νὰ ἔρχηται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διὰ περιστροφῶν καὶ περιφράσεων ἐν τοῖς νόμοις καὶ νὰ σᾶς λέγῃ ὅτι «ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων» κάμνω ὅ,τι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἐπιβάλλει δηλαδὴ φόρους, θὰ ἦτο σαφέστερος, ἂν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι «ἀντὶ τῶν 15 λεπτῶν ὁρίζω εἰς 20 λεπτὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος», καὶ εἶπον ὅτι οὐδεμίαν ἔννοιαν εἶχεν ἡ φράσις «ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων.» Ἂν δὲ, εἶπον, ἐννοεῖτε ῥητῶς διὰ τῆς φράσεως ταύτης τὰς ἐκτάκτους ἐθνικὰς καὶ οὐχὶ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, τότε ἐστὲ συνεπεῖς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ σταματήσατε τὰ βάρη ταῦτα μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας λέγετε, ἀφοῦ μᾶς εἴπατε, ὅτι ἐντελῶς ἄσχετος εἶνε ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς πρὸς τὸν ἔκτακτον. Τοῦτο καὶ μόνον ὑπέβαλον. Ὥστε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδίκησε καὶ ἑαυτὸν κατ’ ἐμέ, παραστήσας με ὡς πρόσκομμα τῶν μὴ φαινομένων ἔτι μεγάλων σχεδίων του· καὶ λέγω μὴ φαινομένων, διότι, ἐὰν πράγματι ὑπῆρχον τοιαῦτα, δὲν ἠθέλομεν παρίσταθαι ἐνταῦθα καθ’ ἑκάστην ἀκροαταὶ τῆς ἀπεραντολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις φειδόμενος τοῦ πολυτίμου χρόνου, ὅσον ἡμεῖς ὅταν ἀγορεύωμεν περιοριζόμενοι ἐντὸς τοῦ θέματος, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγορεύσῃ ἐπὶ μίαν περίπου ὥραν καὶ σήμερον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ δεχθῇ τὴν ὀρθὴν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου παρατήρησίν μου, δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ προκαλέσῃ τοιαύτην μακρὰν συζήτησιν ἀσκόπως.— Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ καλέσητε τοὺς ἄλλους ὡς αἰτίους τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς λέγετε, ὅτι σχεδιάζετε, διότι σεῖς πρῶτος τὸ παρεμποδίζετε. Ἐξ ὅλων τούτων, κύριοι, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ὑπεστηρίξαμεν, δὲν ἦτο τοσοῦτον ἄτοπος, ἀφοῦ ἐγένετο δεκτή, καὶ ὅτι μὲ ἠδίκησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραστήσας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἐμοῦ πολλὰς ἀνακριβείας περὶ γεγονότων νεωτάτων καὶ πασιγνώστων.
§68Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποδέχομαι, κύριοι, ἐντελῶς ὅλας τὰς γνώμας καὶ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον πρὸς τὴν Βουλὴν οἱ προαγορεύσαντες. Ἐπεθύμουν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκτενῶς εἰς τὶ συνεφώνουν καὶ κατὰ τὶ διεφώνουν πρὸς ἕκαστον τῶν προαγορευσάντων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ προκειμένη συζήτησις, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις, τὰς οὐσιωδεστέρας. Ἡ ἀρχὴ, κύριοι, τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι προφανῶς ἡ ἀκύρωσις τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα συντάσσονται κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ πιεστική, αὐστηρά, δρακοντεία, καὶ τοῦτο, διότι ὑπάρχει κίνδυνος μήπως τινὲς ἐκ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐξ ἀγνοίας ἢ ἄλλων περιστάσεων δὲν συμμορφωθῶσιν πρὸς τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου καὶ εὑρεθῶσι βραδύτερον εἰς δύσκολον θέσιν πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν βεβαιοῦται. Ὁ κίνδυνος οὗτος, κύριοι, ὑπάρχει πλήρης, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον· διότι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου πολὺ πιθανὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, παραλείποντες νὰ συμμορφωθῶσι μὲ αὐτὸν καὶ περιερχόμενοι εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν τῆς ἀπωλείας τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ νόμος εἶναι αὐστηρός· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐπίσης ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου θέλει συντελέσει οὐσιωδέστατα εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ἀκριβῆ εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Διατί, κύριοι, δὲν τηροῦνται οἱ νόμοι περὶ χαρτοσήμου; διότι ἕκαστος ἐλπίζει, ὅτι δὲν θὰ περιέλθῃ εἰς θέσιν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀναγκασθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, πληρόνων πρόστιμόν τι, ἀποφεύγει πᾶσαν ἄλλην ζημίαν. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, ἀντὶ τοῦ μικροῦ τούτου κινδύνου τῆς πληρωμῆς τοῦ προστίμου ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦδε τρέχει τὸν κίνδυνον καὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, νὰ στερηθῇ, βεβαίως τότε θέλει συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον. Καὶ ἔχομεν, κύριοι, πρόχειρον ἀπόδειξιν τούτου εἰς τὸ παρελθόν. Ἐκηρύχθη ἄκυρος ἡ ἄνευ ἐπισήμου ἐγγράφου ἀγορὰ ἀκινήτων. Τίς ἀγοράζει ἤδη δι’ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου τοιαῦτα; Ἀπηγορεύθη ἡ δι’ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου προικοδοσία. Τίς λαμβάνει ἢ δίδει προῖκα, χωρὶς νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν συμβολαιογράφον; Εὑρισκόμενοι λοιπὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἵνα ἀνακουφίσωμεν μεγάλως τὸν Δημόσιον θησαυρόν. Οἱ προαγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς, περὶ ἧς πρόκειται, ἀλλὰ φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ παρελθόν· ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τὸν περιορισμὸν τοῦτον. Ἐπικαλοῦνται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης των τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφαρμόζεται πρὸς ἑρμηνείαν τῶν ἐψηφισμένων ἤδη νόμων, οὐδόλως ὅμως ἐμποδίζει τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ δώσῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον, ὅταν τὸ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται κἂν ἐνταῦθα περὶ τοιαύτης ὀπισθενεργείας. Πρόκειται νὰ εἴπωμεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν κακῇ πίστει παρεβίασαν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ Πατρὶς ἐν μεγίστῃ διατελοῦσα ἀπορίᾳ χρημάτων προσκαλεῖ αὐτοὺς νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς πρὸς αὐτὴν ὑποχρεώσεις των, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἀπέφυγον, ὅτι χορηγοῦμεν αὐτοῖς προθεσμίαν πρὸς τοῦτο καὶ ἀπαλλάττομεν μάλιστα αὐτοὺς τοῦ διὰ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένου προστίμου, καὶ ὅτι ἂν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θέλουσιν ἀκυρωθῇ τὰ κατὰ παράβασιν τῶν νόμων συνταχθέντα ἔγγραφά των. Ἰσχυρίσθησαν ἄλλοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ παρελθὸν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ καθ’ ὃ ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου. Ἀλλὰ μήπως ἐπεβλήθη ποινή τις ἄνευ νόμου; Ἐὰν ἡ ἀκύρωσις τῶν ἐγγράφων θεωρηθῇ ὡς ποινή, αὕτη θὰ ἐπιβληθῇ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου καὶ κατὰ τῶν παραβατῶν αὐτοῦ, κατ’ ἐκείνων δηλαδὴ ὅσοι ἀμελήσωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς αὐτόν. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου, ὑπεστήριζον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ στερηθῶσι τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων, ἤγουν νὰ κηρυχθῶσιν ἄτιμοι, ἐὰν δὲν πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα, πολλοὶ δὲ τῶν συναδέλφων ἔδωκαν ψῆφον εἰς τὴν πρότασιν ταύτην! Ἐπετρέπετο λοιπὸν νὰ κηρύξωμεν ἀτίμους τοὺς μὴ πληρώνοντας τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέη ἑαυτῶν ἢ τῶν γονέων των πολίτας, ὧν πολλοὶ εὑρίσκονται ἴσως εἰς ἀδυναμίαν νὰ πράξωσιν αὐτό, καὶ θεωρεῖται ἀντισυνταγματικὸν νὰ κηρύξωμεν ἄκυρα τὰ ἔγγραφα ἐκείνων ὅσοι ἐπιμένουσιν ἀρνούμενοι νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ δι’ αὐτὰ ὀφειλόμενα τέλη! Ἕτεροι ἰσχυρίσθημεν, ὅτι ἐπέρχεται ἐκ τούτου παραβίασις διατάξεως τῆς Πολιτικῆς ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω εἰς τὶ συνίσταται ἡ παραβίασις αὕτη καὶ πῶς ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς αὐτήν. Βεβαίως διὰ τοῦ ἀκύρου ἐγγράφου δὲν εἶνε πλέον δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ δικαίωμα ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, οὐδὲ ἡ κατηγορία ἐνώπιον τῶν ποινικῶν· ἀλλὰ ἐπὶ πάντων τῶν ἐγγράφων συμβαίνει ὅσα οἱ νόμοι κηρύττουσιν ἄκυρα, ὁσάκις δὲ εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ἀπαιτοῦνται ἐξαιρετικῶς ἔγγραφα καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἔγκυρα τοιαῦτα, ἐπέρχεται ἡ ἀθώωσις τῶν κατηγορουμένων. Εἰς τί ἀντιβαίνει ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρων· ἀκύρων ἐγγράφων εἰς τὰ θεωρούμενα ἤδη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὡς τοιαῦτα; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ παρελθὸν οὐδὲν ἔχει τὸ ἄτοπον, καὶ ἤθελον ὑπερψηφίσει αὐτῆς, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραιτηθῇ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπανερχόμενος ἤδη εἰς τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς σημερινὰς διασαφήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγουσιν αἱ ἐν τέλει φράσεις αὐτοῦ, δηλαδὴ ἡ ἐξαίρεσις τῶν συναλλαγματικῶν καὶ τῶν εἰς διαταγὴν γραμματίων, δὲν εἶνε δεδικαιολογημένη. Περὶ τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων καὶ τῶν συναλαγματικῶν εἶχε ληφθῇ ἐξαιρετικῶς τὸ αὐστηρὸν μέτρον τῆς ἀπωλείας τῆς ἐμπορικῆς των ἰδιότητος, ἕνεκα παραβιάσεως τῶν νόμων τοῦ χαρτοσήμου, ὅταν τὰ λοιπὰ ἔγγραφα εἰς μόνον τὸ πρόστιμον ὑπεβάλλοντο καὶ οὐδεμίαν ὑφίσταντο ἀκύρωσιν· ἤδη ὅτε ἀκυροῦνται ταῦτα, τίθενται εἰς κρείσσονα θέσιν τὰ ἐμπορικά. Τοῦτο δὲν θεωρῶ δίκαιον.
§69Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους εἰδικοὺς Νόμους περὶ χαρτοσήμου, εἰς οὓς τὸ Νομοσχέδιον ἀναφέρεται, ὁσάκις αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγὴν ἔχουσι μικροτέρας ἀξίας χαρτόσημον ἢ δὲν ἔχει διαγραφῇ τὸ χαρτόσημον καταλλήλως, αἱ συναλλαγματικαὶ αὗται καὶ τὰ γραμμάτια ἀποβάλλουσι τὴν ἐμπορικὴν αὑτῶν ἰδιότητα, καὶ ἑπομένως θεωροῦνται ὡς ἁπλαῖ ἀποδείξεις ἀστικῆς φύσεως. Αἱ συναλλαγματικαὶ αὗται, ἐὰν εἶναι ἀτελῶς χαρτοσημασμέναι ὡς συναλλαγματικαὶ, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἀτελῶς χαρτοσημασμέναι ὡς ὁμόλογα ἀστικῆς φύσεως, διότι τὸ τέλος τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἐλαφρότερον. Ὅταν λοιπὸν προσαχθῶσιν εἰς τὸ πολιτικὸν Δικαστήριον αἱ τοιαῦται συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, δὲν θὰ προστατευθῶσι παντάπασιν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ πέσωσιν ὑπὸ τὸν πέλεκυν τοῦ πολιτικοῦ Δικαστηρίου καὶ θὰ κηρυχθῶσιν ἄκυρα. Ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον οὐδὲν ἐπιτυγχάνει διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει, ζητοῦν νὰ εὐνοήσῃ τὰ γραμμάτια τῶν ἐμπόρων καὶ τὰς συναλλαγματικάς.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε μετ’ ἐμοῦ.
§71ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τουναντίον· διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προστατευθῶσιν ἐξαιρετικῶς αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, εὐκρινιζομένης τῆς ἐννοίας τοῦ Νομοσχεδίου.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ περὶ τῶν συναλλαγματικῶν καὶ γραμματίων, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καὶ ἡ διάταξις νὰ ᾖναι γενική.
§73ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§74Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὀφείλωμεν χάριν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Χαλκίδος βουλευτὴν διὰ τὴν λεπτοτάτην διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε· διότι, ἂν δὲν ὑπεβάλλετο ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν ἠθέλομεν ἔχει ἀφορμήν, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ὀρθὸν συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς τὸ ζήτημα ὁ κύριος Καλογερόπουλος, καὶ οὕτως ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ καὶ καταλήξωμεν εἰς ὀρθὴν λύσιν. Ἀληθῶς ἡ ἐξαίρεσις τῶν συναλλαγματικῶν, ὡς ὡρίσθη ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, καταλείπει αὐτὰς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ κειμένου Νόμου, καθ’ ὃν ἀποβάλλουσαι μόνον τὸν ἐμπορικὸν χαρακτῆρα, μένουσιν ἔγγραφα χρήσιμα εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀπαιτήσεως ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ Δικαστηρίου. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ὅμως ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ἀντιπαρῆλθεν ὁ κύριος Ράλλης, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι διεγράφη τὸ 3 ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ἐπικαίρως δύναται νὰ γίνῃ ἐκ νέου λόγος περὶ αὐτοῦ· διότι ἡ ἐκ τῶν διπλῶν ἐγγράφων δυσχέρεια δὲν παρουσιάζεται μόνον ὁσάκις πρόκειται περὶ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν συνταχθέντων ἐγγράφων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν εἰς τὸ μέλλον συνταχθησομένων. Καὶ βεβαίως, ὑφ’ ἣν ἔποψιν ἐξετάζει τὸ ζήτημα ὁ κ. Ράλλης οὐδεὶς παρουσιάζεται κίνδυνος· ἀλλὰ τί θέλει συμβῆ, ὅταν τὸ σεσημασμένον πρωτότυπον τῶν εἰς διπλοῦν συντεταγμένων ἔχῃ εἰς χεῖρας ὁ δυστροπῶν; Πῶς ὁ ἔχων τὸ ἕτερον πρωτότυπον, τὸ ἄσημον, θέλει δυνηθῆ νὰ ἀποδείξῃ δι’ αὐτοῦ; Ἡ καταβολὴ τοῦ νομίμου τέλους δύναται νὰ ἀποδειχθῇ διὰ προσαγωγῆς τοῦ σεσημασμένου· ἀλλ’ ὅταν ζητήσῃ αὐτὸ παρὰ τοῦ ἀντιδίκου, οὗτος θὰ εἴπῃ «δὲν ἔχω τοιοῦτον ἔγγραφον».
§75ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Δραγούμη......
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρελείψατε νὰ παρατηρήσητε, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἔχει τις συμφέρον νὰ μὴ προσαγάγῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα ἐκ λόγου μυστικότητος. Τὸ ἐμπόριον λ. χ. διεξάγεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δι’ ἐγγράφων ἐξ ἀνάγκης μυστικῶν. Τί θέλει συμβῆ, ὅταν ὁ Α καὶ ὁ Β συμβαλλόμενοι, ἔχοντες ἀνάγκην τῆς μυστικότητος, συμβληθῶσι δι’ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου διπλοῦ καὶ τεθῇ τὸ χαρτόσημον ἐπὶ τοῦ ἑτέρου μόνον τῶν διπλῶν, ἢ ἐξ ἡμισείας ἐπ’ ἀμφοτέρων;
§77ΡΑΛΛΗΣ. Παράβασις.
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι παράβασις τοῦ Νόμου, διότι ἐπληρώθη ὁ φόρος καὶ δὲν ὀφείλω αὐτὸν δίς· ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος συνηλλάχθην νομίμως κατὰ πάντα, δὲν ἔχω τὸν τρόπον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐπλήρωσα τὸ τέλος, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὴν δυσχέρειαν.
§79ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§80Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶς ὁ κατέχων ἔγγραφον ὀφείλει νὰ παρουσιάζῃ αὐτὸ σεσημασμένον. Αὐτὸς λοιπὸν ὀφείλει, ἂν θέλῃ νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων του, ὅτι ἐτηρήθησαν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων. Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω καὶ πάλιν, ὅτι ὁ κ. Ράλλης οὐδὲν εἶπεν, ἵνα μᾶς πείσῃ ὅτι πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς προνομιοῦχον θέσιν τὰ γραμμάτια καὶ αἱ συναλλαγματικαὶ ἀπέναντι τῶν λοιπῶν ἐγγράφων. Ἡ ἐν ἰσχύϊ νομοθεσία τὸ ἀντίθετον πράττει, ἤγουν φαίνεται μᾶλλον ἐπιεικὴς πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα. Ἤδη θέλομεν νὰ ἀνατρέψωμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ποινὴν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα καὶ νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτῆς τὰ ἐμπορικὰ ἔγγραφα.
§81ΤΟΜΑΝ. (Ὅρα Παράρτημα).
§82Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ μακρᾷ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ παρέλιπε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἐζήτησα προηγουμένως, νὰ δηλώσῃ ἂν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τιμωροῦνται, ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην, μόνον αἱ παραβάσεις, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τέλος ἀξίας, ἢ καὶ αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τέλος τάξεως;
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 2 δὲν χρήζει ἐξηγήσεως, εἴτε ἂν μείνῃ ὅπως εἶναι γεγραμμένον ἐν τῷ κειμένῳ, εἴτε ἂν τροποποιηθῇ ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας προτείνει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν γίνεται οὐδεμία ἐξαίρεσις, καὶ ὅτι πάντα ὑποβάλλονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ποῦ εὑρέθη ἡ ἀφορμὴ ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπελήφθη, ὅτι τὸ ἄρθρον περιλαμβάνει ἐξαίρεσιν, δὲν ἐξεύρω. Ἐκείνη, ἡ ὁποία προὐτάθη, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ φράσει «μικροτέρας ἀξίας», μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην ἑρμηνείαν.
§84Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγένετο παρατήρησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, τὰ συντασσόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, μία δὲ εἶναι ἡ ἐν τῷ νόμῳ τασσομένη προθεσμία, ἡ δίμηνος. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχουσι καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται ἀμέσως γνωστὰ ὡς συντάσσονται. Τοιαῦται εἶναι αἱ μυστικαὶ διαθῆκαι, ἢ αἱ δημόσιαι καὶ ἰδιωτικαὶ διαθῆκαι. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ δίμηνος προθεσμία θὰ ἄρχεται, ἀφ’ ἧς ἡμέρας γίνωσι γνωστὰ τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα διὰ τῆς ἐπὶ δικαστηρίῳ δημοσιεύσεώς των· οὐχ ἧττον ὅμως φρονῶ, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ γίνῃ μία διασάφησις ἐν τῷ νόμῳ, διὰ νὰ προσληφθῶσι τὰ ζητήματα καὶ νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ἕναρξις τῆς προθεσμίας ὡς πρὸς τὰ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν συντασσόμενα ἰδιωτικὰ ἔγγραφα.
§85ΤΟΜΑΝ. Ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὑπάγονται εἰς τέλος παρὰ μετὰ τὴν δημοσίευσιν.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐζητήθη τὶ θὰ γίνωνται τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συντασσόμενα ἔγγραφα, καὶ δὲν ἀρκεῖ ἡ δίμηνος προθεσμία.
§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔγγραφα, τὰ συντασσόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ζητεῖται ἂν θέλωσιν ὑπαχθῆ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ λύσις τῆς ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε παρ’ ἐμοῦ· διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἑρμηνεύσω τὸν νόμον, οὐδ’ ἡ γνώμη μου δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου νόμου, ἂν ἡ ἔννοια αὕτη δὲν ἐξάγεται ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ κειμένου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐρωτᾶτε ἐμὲ, ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ συντασσόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, πρέπει νὰ συνταχθῶσι κατὰ τοὺς κανονισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ συντάσσονται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσητε νὰ ὑπάγωνται ταῦτα εἰς τοὺς κανονισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν ἐν Ἑλλάδι, διότι εἶναι ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ γεννήσωσι σχέσεις, αἵτινες μέλλουσί ποτε νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα κομισθῶσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἤθελον ζητήσει τὴν πρὸς αὐτὰ προστασίαν τοῦ Κράτους, τότε βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου· ἀλλὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πῶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου; ὁ φόρος δικαιολογεῖται, διότι εἶναι ἀντάλλαγμα τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κράτος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγγράφου. Ἐν τούτοις ἡ ἀληθὴς ἔννοια θέλει ἐξαχθῆ ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.
§88ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφορᾷ τὴν ἰσχὺν τῶν ἐγγράφων, καὶ βεβαίως ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τῶν ἐγγράφων ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ συνετάχθη τὸ ἔγγραφον· ἀλλ’ ἐγὼ ἠρώτησα περὶ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦνται μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες μένουσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ ὁποῖα ἀποβλέπουσι δάνεια μεταξὺ αὐτῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ τὰ ὁποῖα κατόπιν πρὸς εἴσπραξιν φέρονται ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἐν περιπτώσει, ἠρώτησα, καθ’ ἣν ἐμφανισθῶσι τοιαῦτα ἔγγραφα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἀπαιτουμένην χαρτοσήμανσιν ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, τί θὰ γείνῃ; Θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἄκυρα;
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, τότε θὰ χαρτοσημανθῶσιν.
§90ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πότε θὰ θεωρηθῇ ὡς στιγμὴ ἐνάρξεως τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἔταξεν ὁ νόμος; Ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν ῥητὴν διάκρισιν ἐν τῷ νόμῳ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, τὰ συντασσόμενα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐν περιπτώσει λ. χ. καθ’ ἣν θέλετε νὰ διαθέσητε τὴν περουσίαν σας, ὑπάρχουσιν οἱ ὡρισμένοι τύποι· ὅταν ὅμως εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δύνασθε νὰ προτιμήσητε τὸν τύπον τοῦ νόμου τῆς ἀλλοδαπῆς ἢ τῶν ἡμετέρων νόμων, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἐγὼ ἐρωτῶ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως, ἤτοι ἐὰν ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνετάχθη τὸ ἔγγραφον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἢ ἀπὸ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ συντάξας τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ προσάγει ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου· διότι ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ἐφέρθη ἐντὸς τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ· ἐὰν δὲ δὲν γίνῃ ῥητὴ μνεία ἐν τῷ νόμῳ, δὲν δύνανται νὰ προληφθῶσι τὰ ζητήματα καὶ ἴσως καταστροφὴ πολλῶν συμφερόντων. Τὸ αὐτὸ δὲ ῥητέον καὶ διὰ τὰς διαθήκας.
§91Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔσπευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ, ὅτι τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ συντασσόμενα ἔγγραφα δὲν ὑποβάλλονται ἐν Ἑλλάδι εἰς τέλος χαρτοσήμου, διότι ὑπάγονται εἰς τὸν κανόνα locus regit actum. Ἀκριβῶς ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἀνάγονται εἰς τὸ λεγόμενον statut réel, ἐπιβάλλονται κατὰ τοὺς νόμους τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ κεῖται ἡ περιουσία, περὶ ἧς πρόκειται ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἢ ἐν τῷ ὁποίῳ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ συνομολογούμεναι ἐν τῷ ἐγγράφῳ. Ὁστιςδήποτε ἀναδράμῃ εἰς τοὺς γράψαντας περὶ τῶν τοιούτων τελῶν, θέλει εὕρει μίαν μόνην περὶ τούτου γνώμην· τόσον δὲ εἶναι ἡ γνώμη αὕτη ἀναμφισβήτητος, ὥστε ὁ Γερμανικὸς νόμος περιλαμβάνει καὶ ῥητὴν διάταξιν, ὁρίζουσαν προθεσμίαν εἰς τοὺς ἐπανερχομένους ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἔχοντας πρὸς χρῆσιν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ τοιαῦτα ἔγγραφα, ἵνα ὑποβάλλωσιν αὐτὰ εἰς τὴν σήμανσιν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὁ Γερμανικὸς νόμος ἀκριβῶς εἶναι πατὴρ τοῦ ἡμετέρου. Ἀλλὰ τίνα ἀνάγκην ἔχομεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης; Ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν εἰδικὴν διάταξιν, τὴν ἀναφερομένην εἰς τὰς συναλλαγματικάς. Αἱ ἔξωθεν ἐρχόμεναι συναλλαγματικαὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον χαρτοσήμου, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς κυκλοφορίαν, ὑπάγονται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου εἰς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου. Ἔχομεν δὲ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, καθ’ ὃ τὸ ζήτημα λύεται σαφέστατα. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει· «Εἰς ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν παρόντα νόμον δὲν πρέπει νὰ γράφωνται ἐπὶ σφραγιστοῦ χάρτου, ὅταν παρουσιάζωνται ἐνώπιον Δικαστηρίων καὶ ἄλλων Δημοσίων Ἀρχῶν, θέλει προστίθεσθαι ὁ ἁρμόδιος λευκὸς σφραγιστὸς χάρτης μετὰ ταῦτα. Τὸ αὐτὸ θέλει γίνεσθαι καὶ δι’ ὅλα τὰ ἔγγραφα κλπ. Προσέτι δὲ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται μὲν κατὰ τὸν νόμον εἰς τὸ χαρτόσημον, ἔγειναν δὲ ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἐφέρθησαν ἐντὸς αὐτῆς.» Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ἵνα πείσῃ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους. Ὁ Προξενικὸς νόμος ἐφρόντισε νὰ ἀναγράψῃ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἐν ῥητῷ ἄρθρῳ, τῷ ἄρθρῳ 221, τὸ ὁποῖον ὁρίζει πῶς πληρώνεται τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. «Δι’ ὅλας τὰς πράξεις, ἃς αἱ Προξενικαὶ Ἀρχαὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν.... ἐπιχειροῦσιν ἢ ἐκτελοῦσιν, εἴτε ὡς Ληξίαρχοι, εἴτε ὡς Συμβολαιογράφοι, εἴτε κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν αὑτῶν καθηκόντων, πληρώνεται Προξενικὸν τέλος κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων». Ὑποθέσατε νῦν, ὅτι πρόκειται ἐν Γαλλίᾳ νὰ συνταχθῇ πρᾶξις, ἀφορῶσα ἀποκλειστικῶς εἰς κινητὴν περιουσίαν κειμένην ἐν Ἑλλάδι. Συντάσσεται ἡ τοιαύτη πρᾶξις ἐκεῖ ἰδιωτική, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ πόλει Πρόξενος, εἴτε διότι δὲν ἠθέλησαν οἱ συμβαλλόμενοι νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, εἴτε διότι εἶναι ξένοι· συμβάλλονται περὶ πραγμάτων κειμένων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐκτελεσθῇ τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο. Καθ’ ἅπαντας τοὺς νόμους ὀφείλουσι τὸ τέλος ἅμα εἰσαγαγόντες εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ θελήσαντες ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο. Λοιπὸν ὀφείλετε εἰς αὐτοὺς νὰ δώσητε ἰδίαν προθεσμίαν, ὅπως χαρτοσημάνωσι τὸ συμβόλαιον, διότι ἄλλως, κηρύττοντες ἐκπτώτους δικαιώματος, διότι ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως δὲν ἐχαρτοσήμανον τὸ συμβόλαιον, πράττετε βεβαίως ἀδικίαν.
§92Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα νὰ ματαιωθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις;
§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Περιμένω νὰ καταβῇ ὁ κ. βουλευτὴς τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἀναιρέσω τὰ ἐπιχειρήματά του.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς ὑποδεικνύω τὴν δυσχέρειαν. Κατὰ τίνα δὲ τρόπον θέλει ἀσφαλισθῇ τὸ ταμεῖον, τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξεύρῃ. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι δὲν συγκινεῖται ἐκ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων, καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἕτοιμον ὅλην φαρέτραν ἐναντίων ἐπιχειρημάτων. Περιμένω νὰ ἀκούσω, καὶ ἴσως ἐγὼ πεισθῶ.
§95Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Μεγαρίδος. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τοῦ νομικοῦ ἀξιώματος locus regit actum, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει καὶ συμφωνεῖ πρὸς ὅλους ἡμᾶς, ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ φορολογήσωμεν διὰ τοῦ χαρτοσήμου ἡμῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ, Γερμανίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ. Ἑπομένως πῶς δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ συντάξεως ἐπὶ χαρτοσήμου τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μεταξὺ Ἑλλήνων συντασσομένων ἐγγράφων; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὁμιλοῦν οἱ προγενέστεροι νόμοι. Μόνον δὲ ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, τότε ἡ χαρτοσήμανσις αὐτῶν δύναται νὰ ἀπαιτηθῇ.
§96ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§97Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι κύριος οἱοσδήποτε, νὰ ἐνδοιάζῃ πρὸς τὴν συζήτησιν· τοῦτο προσιδιάζει εἰς τὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐνδοιάζω· ἐγὼ συζητῶ· ἀπαντῶ δέ, ὅτι κάκιστα ἔπραξαν νὰ εἴπωσιν ὅτι, διότι ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον περὶ Προξενικοῦ νόμου, ἔδειξα δι’ αὐτοῦ, ὅτι ὑπεστήριζον ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησα νὰ εἴπω. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀποδεικνύει ἁπλῶς, ὅτι τὰ τέλη τὰ Ἑλληνικὰ πληρώνονται καὶ ἐπὶ πράξεων, συντασσομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὡς πρὸς τοῦτο εἰς ἀντίκρουσιν τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος. Περὶ δὲ τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι τὸ 10 ἄρθρον μένει ἐν ἰσχύϊ καὶ ἑπομένως εἴμεθα ἀσφαλεῖς καὶ ἥσυχοι, ἀπαντῶ, ὅτι τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν ἐνταῦθα πρόκειται, εἶναι ἰδιωτικά, καὶ ἑπομένως ἀρκεῖ οἱ συμβαλλόμενοι ἰδιῶται νὰ γράψωσιν ὅ,τι θέλωσι ἐν αὐτοῖς, ὅπως παραστήσωσιν, ὅτι συνετάχθησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐν Σμύρνῃ, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἢ ἀλλαχοῦ. Εὐθὺς ὡς θελήσῃ τις νὰ ἀποφύγῃ τὸ τέλος, δύναται καὶ νὰ καταφύγῃ πρὸς σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου εἰς τὴν πλησιεστέραν ξένην χώραν· ἐὰν εὑρίσκεται π. χ. ἐν Λάρισσαν, ὀλίγον θέλει κοπιάσει, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν πλησιεστέραν ἐπὶ τῶν συνόρων κώμην καὶ ἐκεῖ θέλει συντάξει τὸ ἔγγραφον, διαφεύγων οὕτω τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀπειλουμένην ποινήν.
§98ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνίοτε εἰς χαρτόσημον παρ’ ἡμῖν καὶ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντασσόμενα ἔγγραφα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ὅπερ πρόκειται νὰ λύσωμεν, εἶναι ἂν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν. Βεβαίως ὄχι, διότι εἰς τὸν νόμον τοῦτον ὑπάγονται μόνον τὰ ἔγγραφα, ὅσα κατὰ τὴν σύνταξίν των ἔπρεπε νὰ συνταχθῶσιν εἰς χαρτόσημον, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνα, περὶ ὧν βραδύτερον ἀναφύεται τοιαύτη ἀνάγκη. Δὲν θεωρῶ δὲ πιθανὴν καὶ τὴν κατάχρησιν, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δηλαδὴ τῆς εἰκονικῆς μνείας ὡς τόπου ἐκδόσεως τῆς ἀλλοδαπῆς, διότι ὁ ὀφειλέτης δύναται νὰ προσβάλῃ τὸ ἔγγραφον ὡς ἄκυρον, ὡς μὴ συνταχθὲν ἐπὶ χαρτοσήμου, ὅτε ὁ δανειστὴς θὰ διακινδυνεύσῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως τοῦ δικαιώματός του.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά! (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8, 15′ μ. μ.)