1885.11.08
1.078 στίχοι · 8.092 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 8 Νοεμβρίου 1885.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι τοῦ Τυρνάβου ζητοῦσι νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ 1884 περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς εἰς τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἀμπέλους καὶ εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον. Σήμερον εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν τροπολογιῶν· λοιπὸν ἀναγγέλλω τὰς ἑξῆς: Τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος, ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Μαργέλλου. Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου ὑπὸ τῶν κ. κ. Κούστα καὶ Δημητριάδου. Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξίου καὶ ἄλλων. Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον ὑπὸ τοῦ κ. Τερτίπη. Τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδοπούλου. Τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων ὑπὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου. Τροπολογίαν ὑπὸ τῶν κυρίων Καμπάνη, Καΐρη καὶ Νοστράκη, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι καθ’ ὅλον τὸν Νομὸν τῶν Κυκλάδων νὰ μένῃ ἀφορολόγητος εἷς οἰκόσιτος καὶ ἓν χοιρίδιον. (Ὅρα Παράρτημα).
§2Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἅλατος εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, πρέπει αἱ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαι νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς τυπώσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ χθὲς συνεζητήθησαν μόνον δύο νομοσχέδια, τὸ περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν σιτηρῶν καὶ τὸ περὶ τοῦ ἅλατος, δὲν συνεζητήθησαν δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος δι’ αὔριον, νὰ προχωρήσωμεν δὲ εἰς ἄλλα νομοσχέδια, ὥστε ὅλα ἐκ παραλλήλου νὰ ὡριμάζωσι συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως κατορθοῦται καὶ ἡ ἐκτύπωσις καὶ ἡ διανομὴ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ ἐκ Δωρίδος βουλευτής, ἵνα καὶ αὕτη ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Μοὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι ἐγένοντο δύο ἀπόπειραι, ἵνα συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἀπόπειραι αὗται δὲν ἐπέτυχον. Νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ συστήσω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ταχεῖαν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, ὅπως οὕτω διευκολυνθῶσι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς.
§5Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ἦλθον τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν, ἤτοι 11, ἔλιπε δὲ μόνον εἷς διὰ νὰ γείνῃ νόμιμος ἀπαρτία. Πιστεύω ὅτι αὔριον εἰς τὴν πρόσκλησίν μου θὰ ἔλθωσιν ὅλα τὰ μέλη καὶ θὰ προβῶμεν.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἐξ Ὕδρας βουλευτὴς ἀπηύθυνε πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ ἂν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε νεώτερόν τι μέτρον ἀπαγορεῦον ἢ παρακωλῦον ὁπωσδήποτε τὴν σπογγαλιείαν. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἥτις ἠρεύνησε καὶ μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι οὐδὲν ἐλήφθη νεώτερον μέτρον περιοριστικὸν ἢ ἀπαγορευτικὸν τῆς σπογγαλιείας, καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχύων μηδόλως μεταβληθεὶς ὁ κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ θέρους.
§7Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶχον ἐρωτήσει διὰ πλοῖα νησιωτῶν σπογγαλιευτικά, τὰ ὁποῖα ἐδημεύθησαν ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ.
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸν κανονισμόν, τὸν ἐκδοθέντα κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ θέρους, δημεύονται αἱ σπογγαλιευτικαὶ μηχαναί, αἵτινες ἤθελον τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ ἄνευ προηγουμένης ἀδείας. Ὑπάρχουσι λοιπὸν ὀκτὼ σπογγαλιευτικαὶ μηχαναὶ κατεσχεμέναι, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Πρεσβεία καταβάλλει προσπαθείας διὰ νὰ πείσῃ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὸ μέτρον τῆς δημεύσεως. Ἐματαιώθη δυστυχῶς ἐργασία τις, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει πρό τινων ἡμερῶν· εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ χορηγεῖται πίστωσις 105 καὶ πλέον χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1884· ἐπειδὴ ὅμως δὲν συνέπεσε νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως τὸ νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη δὲ τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔληγεν ἡ χρῆσις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο προτείνω νέον νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι χθὲς ἕνεκεν ἀσθενείας μου δὲν παρευρέθην ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἀνεφύη ζήτημα, ἀφορῶν τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι, ὅτι παρετήρησα εἰς τὰ σύντομα πρακτικά, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν αἱ ἐφημερίδες, μίαν ἰδέαν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἑτέραν τοῦ κυρίου πρώην Πρωθυπουργοῦ, τὰς ὁποίας ἐξίσου ἀποκρούω. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ὁμιλεῖ περὶ λαχείου πραγμάτων, καὶ θέτει μίαν κλίμακα λέγον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Διοίκησιν τὴν κατωτάτην, τουτέστιν εἰς τοὺς Ἐπάρχους καὶ Νομάρχας, νὰ δίδωσι τὴν ἄδειαν λαχείων, ὅταν πρόκειται περὶ πραγμάτων 200 δραχμῶν· ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γραμματείαν, τουτέστιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ χορηγῇ ὁμοίαν ἄδειαν, ὅταν πρόκειται περὶ λαχείου μέχρι 1,000 δραχμῶν· ὅταν δὲ τὸ ποσὸν ὑπερβαίνῃ τὰς 1,000 δραχμὰς, τότε ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκρισις τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ τὸ 3ον ἄρθρον, μὴ ἐνδιατρίβον πλέον εἰς τὰ περὶ πραγμάτων, χορηγεῖ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο μείζονα ἐλευθερίαν, καὶ ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἔγκρισιν αὐτοῦ νὰ ἐπιτρέψῃ λαχεῖον οἱουδήποτε ποσοῦ καὶ ἂν ἦναι τοῦτο, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἀντικείμενον κοινωνικοῦ συμφέροντος, νὰ ἀφορᾷ κοινωφελῆ σκοπὸν, ἢ νὰ ἀφορᾷ τὴν πρόοδον βιομηχανικοῦ τινος κλάδου. Τώρα ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὁ μὲν πρώην Πρωθυπουργὸς ἀποφίνεται, ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐπιτρέψαντος τὴν ἄδειαν λαχείου ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς λιμένος ἐν Τήνῳ, διότι δῆθεν τὸ λαχεῖον αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον εἰς χρηματιστικὸν σκοπόν.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Πραγματικὸν λαχεῖον εἶπον κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ χρηματικὸν λαχεῖον. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 εἶπον, ὅτι ἐπιτρέπει τὰ λαχεῖα πραγμάτων, ὄχι τὰ λαχεῖα χρημάτων, τοῦτο δὲ εἶναι λαχεῖον χρημάτων· ἑπομένως ἄκυρον.
§11ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βεβαίως τὸ 1 ἄρθρον ἀφορᾷ εἰς λαχεῖον πραγμάτων. Ἀλλὰ πολλάκις τὰ λαχεῖα, τὰ διὰ κοινωφελεῖς σκοποὺς, φθάνουν εἰς ἑκατομμύρια, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν διὰ λαχείου πραγμάτων νὰ ἐπιτευχθῶσι λαχεῖα πολλῶν ἑκατομυρίων, ὅταν ἀποβλέπωσι ταῦτα κοινωφελεῖς σκοπούς· διότι πράγματα ἀξίας ἑνὸς ἢ πολλῶν ἑκατομμυρίων δυσκόλως ὑπάρχουσι, καὶ διότι ὁ θέλων νὰ θυσιάσῃ τὸ πρᾶγμά του ὑπὲρ κοινωφελοῦς σκοποῦ ἔχει προχειροτέραν τὴν δωρεὰν ἀπὸ τὸ λαχεῖον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ του τούτου. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι τὸ 3 ἄρθρον ἀποσοβεῖ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ λαχεῖα περιορίζονται μόνον καθ’ ὅσον ἀφορῶσι λαχεῖα πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, δίδει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ τὰ λαχεῖα, ἀρκεῖ νὰ περιέχωσι τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους διαγράφει αὐτὸ τὸ Διάταγμα, δηλαδὴ ὁ Βασιλεύς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἄνευ Νόμου νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην ἄδειαν· τοῦτο δὲ ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν διοικητικὴν ἱεραρχίαν διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ὅταν λέγει τὸ Διάταγμα, ὅτι εἰς μὲν τὴν κατωτέραν Διοίκησιν ἐπιτρέπει τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως μέχρι δραχμῶν 200, εἰς τὸν Ὑπουργὸν μέχρι 1000 καὶ πέραν τῶν χιλίων εἰς τὸν Βασιλέα, θὰ εἴπῃ, ὅτι περιορίζει μόνον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, τὴν περιορίζει καθ’ οὓς αὐτὸ τίθησιν ὅρους, τὰ δὲ κοινωφελῆ λαχεῖα ἀφίνει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ τὸ λαχεῖον πρὸς τὸν σκοπὸν κατασκευῆς λιμένος εἰς τὴν πατρίδα μου Τῆνον ἐπετράπη διὰ Β. Διατάγματος, δὲν ἔχει τι τὸ παράνομον, οὔτε ἀντιβαίνει εἰς τὸ Διάταγμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, οὔτε ἀπῃτεῖτο νόμος εἰδικὸς πρὸς τοῦτο. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, εἶναι τὸ παράπονον, ὅτι καίτοι, καθὼς παρατηρῶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα, δὲν εὑρίσκει τι τὸ παράνομον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ, κατ’ αὐτὸν τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ἐπιτρέψαν τὴν ἄδειαν λαχείου διὰ τὸν λιμένα τῆς Τήνου, ἐξεδόθη κατόπιν δύο ἄλλων Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψαν ἄλλα λαχεῖα, οὐχ ἧττον ὅμως ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν θέλει ἐπιτρέψει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος τούτου πρὶν ἢ ἔλθῃ νέος νόμος περὶ λαχείων.
§12ΔΡΟΣΟΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό.
§13ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸ εἶπε, καὶ σεῖς ἐμείνατε ἄφωνος.
§14ΔΡΟΣΟΣ. Ματαιοπονεῖτε. Εἴμεθα πάντες ἐδῶ καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο καμμία ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσωμεν ὕστερον ἀπὸ τὰς σαφεστάτας ἐκφράσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ θεωρεῖ νόμιμον καὶ ἐκτελεστόν.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ εἶπε, καὶ ὅλοι τὸ ἠκούσαμεν.
§16ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι παράνομον τὸ Διάταγμα· ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ἐδέχθη, ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ἀφοῦ τὸ Διάταγμα ἔχει σκοπὸν κοινωφελέστατον, δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεράνῃ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσίς του. Κύριοι, ἡμεῖς οἱ Νησιῶται εἴμεθα ἐπιθαλάσσιοι καὶ ζῶμεν ὄχι μόνον διὰ τῆς γεωργίας καὶ τῶν τεχνῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τῆς ναυτιλίας. Ἡ πατρίς μου ἔχει ἕνα μόνον λιμένα, τὸν τοῦ Πανόρμου, ἤτοι εἰς τὸν Δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀνήκω καὶ ὅστις ἔχει χωρητικότητα καὶ ἀσφάλειαν· ἀλλ’ ἡ πόλις τῆς Τήνου στερεῖται λιμένος, καὶ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία τῆς Τήνου πάσχει ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ὄχι δὲ μόνον οἱ κάτοικοι τῆς νήσου, ἀλλὰ καὶ οἱ ἁπανταχόθεν προσερχόμενοι εἰς τὴν νῆσον, οἵτινες εἶναι πλεῖστοι, πάσχουσιν, ὅταν θέλωσι νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν. Λοιπὸν τὸ Λαχεῖον δὲν ἀφορᾷ τὴν ὠφέλειαν ἀτόμων, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας αὐτῆς καὶ ἰδίως ἐκείνης, ἥτις συῤῥέει ἀεννάως εἰς τὴν πατρίδα μου. Εἶναι δὲ ὁ τόπος τοσοῦτον ἀνεμώδης ὥστε, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ τις τοῦ ἀτμοπλοίου ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως λιμένος ὁσάκις πνέει βοῤῥᾶς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐγκυρώτατον, διότι θέλει πράξει εὐεργέτημα ὑπὲρ τῆς Τήνου καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἥτις ἐπισκέπτεται τὴν πατρίδα μου, ἤτοι τὴν ὡραιοτέραν νῆσον τοῦ Αἰγαίου διά τε τὸ κλίμα καὶ τὰς ἄλλας αὐτῆς φυσικὰς καλλονάς.
§17ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ ἀκούσαντες, κύριοι συνάδελφοι, τὴν χθεσινὴν συζήτησιν περὶ τῆς παρ’ ἐμοῦ ἐκδόσεως Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ συστάσεως λαχείου ὑπὲρ τοῦ λιμένος Τήνου θὰ ὑπέθεσαν βεβαίως, ὅτι οὐδὲν προηγούμενον τοιοῦτον ὑπῆρξε κατὰ τὸ πεντηκονταετὲς τοῦτο διάστημα, οὔτε ἀπὸ τοῦ 1843 καὶ ἐντεῦθεν, οὔτε ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862 καὶ ἐντεῦθεν. Ὅταν δὲ ἐγὼ χθὲς ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐστηρίχθη καὶ εἰς δύο ἄλλα προηγούμενα Διατάγματα περὶ συστάσεως τοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ ὑπὲρ τῆς ἀνιδρύσεως τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ παρέστησεν ὅτι δὲν ἐστηρίζοντο εἰς Διατάγματα τὰ λαχεῖα ταῦτα, ἀλλ’ εἰς νόμους, καὶ πρὸς στιγμὴν ἐδίστασα, ἀλλὰ δὲν ὑπέκυψα εἰς τὸν δισταγμόν, διότι ἤμην βέβαιος ὅτι δὲν ἐστηρίζοντο εἰς νόμον, ἀλλ’ εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα, καὶ ταῦτα στηριζόμενα εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1836. Θὰ ὑπέθεσαν λοιπόν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος Ὑπουργός, ὁ παραβιάσας τὸν Νόμον, ἤτοι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ἰσχὺν νόμου ἐπέχον, ἂν εἶναι ἡ παραβίασις αὕτη παραβίασις. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν εἶναι παράβασις, ἐκτὸς τοῦ ὅτι συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι χρῆμα καὶ τὸ χρῆμα εἶναι πρᾶγμα, ἔχω καὶ ἄλλα προηγούμενα Διατάγματα, ἐκδοθέντα ἀπὸ πολιτικούς, τὴν στέρησιν τῶν ὁποίων πρὸ πολλοῦ θρηνεῖ ἡ Πατρίς. Ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ 1) τὸ Διάταγμα τῆς 3 Ἰουνίου 1867, προκληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, περὶ συστάσεως χρηματικοῦ λαχείου ἐκ δραχμῶν 12,000 ὑπὲρ τῆς ἐν Καλάμαις λέσχης «ὁ Δημακόπουλος». 2). Τὸ Διάταγμα τῆς 1 Δεκεμβρίου 1870, προκληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ε. Δεληγεώργη, περὶ συστάσεως λαχείου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν Παρνασσίδος καὶ Λεβαδείας ἐκ δραχμῶν 600,000. 3). Τὸ Διάταγμα τῆς 5 Νοεμβρίου 1871, προκληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Θ. Α. Ζαΐμη, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς τὸν Δῆμον Πατρέων νὰ συστήσῃ χρηματικὸν λαχεῖον πρός τε τὴν ἰσοπέδωσιν καὶ κατασκευὴν τῆς Πλατείας τοῦ Ἄρεως καὶ τὴν κατασκευὴν ὑπονόμου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων μέχρι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκ δραχμῶν 120,000. 4). Διάταγμα, προκληθὲν καὶ τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀοίδιμον Ε. Δεληγεώργην, τῆς 11 Αὐγούστου 1873, περὶ συστάσεως χρηματικοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς τελειοποιήσεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἐκ δραχμῶν 6,000. 5). Τὸ ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν Διάταγμα, προκληθὲν καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, περὶ συστάσεως χρηματικοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς τελειοποιήσεως τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἐν Ἀθήναις ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου χθὲς ἰσχυρίσθη ὅτι ὑπάρχει νόμος καὶ οὐχὶ Διάταγμα.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ παρεδέχθην μετὰ τὴν διαβεβαίωσίν σας.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἕτερον Διάταγμα τῆς 19 Νοεμβρίου 1874, προκληθὲν ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ νῦν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας κ. Βαλασσόπουλον, περὶ συστάσεως χρηματικοῦ λαχείου ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγκων ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐνταῦθα κρίνω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο υἱοθέτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπης, ὁ διαδεχθεὶς κατὰ τὸ 1875 τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, καὶ ἐξέδοτο τὴν ἀπὸ 5 Ἰουνίου 1875 ἐγκύκλιόν του πρὸς τοὺς Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐγκύκλιον).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ὑπέθεσα τὸ Διάταγμα νομίμως ἐκδεδομένον, δυνάμει Νόμου δηλαδή.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχατε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐγκύκλιον τοῦ προκατόχου σας; εἴχατε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ Διάταγμα. Εἶναι ἰσχυρισμὸς ἀνάξιος ὑμῶν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἰσχυρισμὸς ὀρθότατος, ἀφοῦ ὑπέθετον, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη συνεπείᾳ Νόμου.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχατε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὅτι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ τοῦ 1836 Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως λαχείων, ἀποφασίζομεν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Λοιπὸν δὲν ἠδύνασθε νὰ ὑποθέτητε ὅτι ἐστηρίζετο εἰς Νόμον. Ὑπάρχει ἕβδομον Διάταγμα, ἐκδοθὲν καὶ τοῦτο ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας καὶ Ὑπουργίας τοῦ ἀοιδίμου Βούλγαρη, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Φιλολογικὸν Σύλλογον Παρνασσὸν νὰ ἐκδώσῃ χρηματικὸν λαχεῖον ἐκ δραχμῶν 8,000. Καὶ ὄγδοον Διάταγμα ὑπάρχει ἐκδεδομένον ἀπὸ 10 Ἀπριλίου 1875, προκληθὲν καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Βούλγαρη, περὶ συστάσεως χρηματικοῦ λαχείου ἐκ δραχμῶν 40,000 πρὸς ἐντελῆ ἀποπεράτωσιν τοῦ ἐν Ἀμαρουσίῳ ἱεροῦ ναοῦ «Ἡ κοίμησις τῆς Θεοτόκου». Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐξεδόθη πληθὺς καὶ ἄλλων τοιούτων Διαταγμάτων περὶ συστάσεως λαχείων κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, ἀρκοῦμαι ὅμως ν’ ἀναφέρω ταῦτα, ὡς προκληθέντα ἀπὸ ἄνδρας ἐπιφανεῖς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπὶ πλέον, ἔχω γνωμοδότησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου κ. Σανοπούλου, προκληθεῖσαν ἀπὸ τὸν πρώην ἐνταῦθα Νομάρχην κ. Δημητριάδην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξακολούθησις τοῦ λαχείου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, καίτοι ἐτελείωσεν ἡ προθεσμία. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Νομικὸς Σύμβουλος. «Ἐπιστρέφεται τῷ ἰδίῳ κ. Νομάρχῃ, εἰς ὃν γνωρίζομεν, ὅτι καθ’ ἡμᾶς δὲν ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ Β. Διάταγμα καὶ τὰ δι’ αὐτοῦ διαταχθέντα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ περαιτέρω πραγματοποίησις τοῦ λαχείου τμηματικῶς, καὶ ὅτι διὰ τὴν τμηματικὴν ταύτην πραγματοποίησιν δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ προκληθῇ νέον Β. Διάταγμα, διότι ἐν τῷ ἐπιτρέψαντι τὸ λαχεῖον ἐμπεριλαμβάνεται ἀναντιῤῥήτως καὶ ἡ ἄδεια τῆς τμηματικῆς αὐτοῦ πραγματοποιήσεως. «Τὸ λαχεῖον θέλει νῦν διαχειρισθῆ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν «Συμβούλιον τοῦ ναοῦ, ὡς κατὰ νόμον ἀντιπρόσωπος τοῦ «νομικοῦ προσώπου, οὗ χάριν συνέστη τὸ λαχεῖον». «Ἐν Ἀθήναις 18 8βρίου 2884. «Ὁ Νομικὸς Σύμβουλος (Τ. Σ.) Ε. Δ. Σανόπουλος». Ὕστερον λοιπὸν, κύριοι ἀπὸ τοιαῦτα προηγούμενα δὲν ἐννοῶ τὴν κατάκρισιν τοῦ Διατάγματος τοῦ παρ’ ἐμοῦ προκληθέντος διὰ κοινωφελῆ ἐπίσης σκοπὸν παρὰ πάντων ἀναγνωριζόμενον καὶ ὁμολογούμενον, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου κ. βουλευτοῦ, τοῦ κατακρίνοντος τὸ Διάταγμα τοῦτο, μὴ ἀμφισβητηθέντος. Ἐὰν ὑπέπεσαν εἰς παράβασιν νόμου οἱ ἀείμνηστοι ἄνδρες, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεὶς ἀτυχῶς ἐπιζῇ σήμερον, οἱ προκαλέσαντες τὴν ἔκδοσιν τοσούτων Διαταγμάτων, εὐχαρίστως παραδέχομαι νὰ συγκαταλεχθῶ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πολυχρόνιος τακτικὴ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836, ἡ πολυχρόνιος ἐφαρμογὴ αὐτοῦ εἶναι αὕτη, δὲν ἐννοῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ἠγέρθη τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς μᾶς ἀπησχόλησεν ἐνταῦθα καὶ πῶς κατεκρίθη Διάταγμα, ὅμοια τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι πολλὰ πρὸ πολλοῦ ἐκδεδομένα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀναστείλω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος τούτου, ἀφοῦ ἕτερα λαχεῖα, ἐν ἐνεργείᾳ ὄντα ἤδη, στηρίζονται ἐπίσης εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐκδοθέντα. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ σύντομος σημείωσις, ἐν ᾗ ἀναφέρονται τὰ ἐκδοθέντα περὶ τοῦ τοιούτου σκοποῦ Διατάγματα.
§25ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ φέρητε εἰδικὸν νόμον περὶ λαχείων;
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἐὰν μείνῃ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐσκέφθη περὶ πολλῶν ἄλλων νομοθετημάτων, πιθανὸν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε δὲν δύναμαι νὰ τὸ ὑποσχεθῶ, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπείγουσιν. Ἐπειδὴ χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου κ. Παπαδόπουλος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ διορισμοῦ δημαστυνόμου ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐβεβαίωσεν, ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, στηριζομένου εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ οἰκείου τμηματάρχου, ὅτι ὑπάρχει πρότασις περὶ τοῦ διορισμοῦ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν ἰσχυρισμὸν δὲ τοῦτον ὑπεστήριξε καὶ ἕτερος συνάδελφος ἐκ Βόλου, ἠναγκάσθην νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ φέρω ἔγγραφον διαβεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου, ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§27Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐβεβαίωσα, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο πρὸ πολλοῦ χρόνου· ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἡ πρότασις αὕτη ἀποστέλλεται εἰς τὸν Νομάρχην καὶ ἤλπιζον ὅτι θὰ εἶχεν ἤδη ὁ Νομάρχης πρὸ πολλοῦ ἀποστείλει τὴν πρότασιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσίν σας, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς φέρετε πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πληροφορίας καὶ ἀπάντησιν τοῦ κ. Νομάρχου, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη αὐτῷ τοιαύτη πρότασις.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο λόγος κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶπον ὅτι ὑπεβλήθη ἡ πρότασις· διότι ὑπέθετον, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης δὲν εἶχε λόγον νὰ κρατῇ τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία πρὸ πολλοῦ χρόνου τῷ ὑπεβλήθη.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη, ὅτε λαμβάνω ἀφορμήν, θέλω φροντίσει νὰ λάβω πληροφορίας περὶ τούτου.
§31Ν. ΔΡΟΣΟΣ. Ἤμην παρὼν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐπιτρέψαντος σύστασιν λαχείου χάριν τῆς ταχυτέρας κατασκευῆς τοῦ λιμένος τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος τῆς Τήνου. Προκειμένου περὶ τοῦ κύρους τοῦ Δικτάγματος τούτου, εἶχον προσηλώσει πᾶσαν τὴν προσοχήν μου, ὡς τὰ μάλιστα ἐνδιαφέροντος ἐμέ. Πράγματι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καθὼς καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἰσχυρίσθησαν, ὅτι εἶναι ἄκυρον κατὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν διδομένην ἑρμηνείαν τοῦ περὶ λαχείων Β. Διατάγματος τοῦ 1836 ἰσχὺν ἔχοντος νόμου, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως —καὶ τοῦτο ἀντελήφθην κάλλιστα—δὲν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον, ἀνήγγειλε μόνον, ὅτι θέλει φέρει νόμον περὶ χρηματικῶν λαχείων, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς διατάξεις θὰ ὑπαχθῶσι καὶ τὰ ἤδη λειτουργοῦντα χρηματικὰ λαχεῖα.
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶπε ρητῶς, ὅτι θὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσίν του.
§33Ν. ΔΡΟΣΟΣ. Ὄχι· ἀνήγγειλε μόνον ὅτι θέλει ὑποβάλει νόμον.
§34Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα λέγουσι τὸ ἐναντίον.
§35Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§36ΔΡΟΣΟΣ. Ἐγὼ εἶχον τὸ μεγαλείτερον συμφέρον νὰ δώσω τὴν μεγαλειτέραν προσοχὴν, καὶ ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ κρίσις μου εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος μένει.
§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38Γ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις· δὲν τὸ ἐπιτρέπω.
§42ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶσαι σὺ ἡ Βουλή· εἶσαι primus inter pares.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι τίποτε, ἀλλὰ πρέπει νὰ τηρήσω τὸν Κανονισμόν. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§44ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀκόμη δὲν ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν αἱ καταστάσεις τῆς ἀγορᾶς τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῶν οἰκοδομῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρό τινων ἡμερῶν; Ἐπειδὴ εἶναι ἀναγκαῖαι αὐταὶ αἱ καταστάσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μας, παρακαλῶ νὰ φροντίσητε νὰ ἔλθωσι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐζήτησα καὶ προφορικῶς, καὶ νομίζω ὅτι ἐστάλησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς τύπωσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς κτηνῶν, σιτηρῶν κτλ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον εἶναι τὸ περὶ ἅλατος, ἀλλ’ ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§48Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸν διέποντα νόμον οἱ στρατιῶται κατηγορίας τινὸς δικαιοῦνται ἀμοιβῶν. Ἡ πίστωσις ἐξηντλήθη, κατ’ ἀκολουθίαν ἔχω ἀνάγκην συμπληρωτικῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνοδεύεται καὶ μετ’ ἐκθέσεως. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πίστωσιν ἐκ 5,600,000 δραχμῶν διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ, ὅπλων, φυσιγγίων στρατοπεδεύσεως καὶ διὰ στρατιωτικὰς ὁδούς. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ σταλῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Φιλάρετος τὴν ἑξῆς· (ἀναγινώσκεται).
§52Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπέφυγα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι πολλὰ καὶ περὶ αὐτῆς ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ μὴ σιωπήσω, διότι ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας μου, ἃς θεωρῶ λόγου ἀξίας. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται τὸ πρόστιμον, ἐὰν τὸ συμβόλαιον γραφῇ ἐπὶ ἀνεπαρκοῦς χαρτοσήμου οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς συμβολαιογράφους ὡς μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς συμβαλλομένους ἀλληλεγγύως. Τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον. Ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν καλῶς γνωρίζομεν, ὅτι οἱ πολλοὶ συμβαλλόμενοι οὐδέποτε θὰ μάθωσι τὴν κλίμακα τοῦ χαρτοσήμου, ὅτι μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων πλεῖστοι εἶναι ἀγράμματοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξελέγχωσι τὸν συμβολαιογράφον, καὶ εἶναι ἀδικώτατον νὰ ὑποβληθῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου, εἶναι δὲ καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ ποινικὴ αὕτη διάταξις, διότι μόνος ὁ συμβολαιογράφος ὀφείλει νὰ ὑπέχῃ τὴν περὶ τούτου εὐθύνην, ἡ δὲ Πολιτεία δύναται νὰ λάβῃ διὰ τῆς Εἰσαγγελικῆς ἐποπτείας ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς τήρησιν τοῦ νόμου καὶ τιμωρίαν τῶν παρανομούντων συμβολαιογράφων ἢ συμβολαιογραφούντων Εἰρηνοδικῶν. Πρὸς τοῦτο ὑπέβαλον τροπολογίαν, δι’ ἧς ζητῶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν συμβαλλομένων ἐκ τῆς πληρωμῆς προστίμου, ὅπερ μόνος ὁ συμβολαιογράφος ὀφείλει, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συμμορφωθῇ μὲ τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον.
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θέλω ἀποφανθῆ ἐπὶ τῆς τροπολογίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ζητεῖ ἡ προθεσμία τῶν δύω μηνῶν νὰ παραταθῇ μέχρι τριῶν μηνῶν.
§56Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου δίδεται μόνον προθεσμία δύω μηνῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ τε ἁπλοῦ τέλους καὶ τοῦ προστίμου νὰ χαρτοσημανθῶσι τὰ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου γεγραμμένα ἰδιωτικὰ ἔγγραφα. Μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τῆς προθεσμίας τὰ ἰδιωτικὰ ἔγγραφα κηρύσσονται ἄκυρα καὶ οὐδεμίαν πλέον ἔχουσιν ἀποδεικτικὴν ἰσχύν. Ἡ διάταξις αὕτη, ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ τοῦ ταμιευτικοῦ πνεύματος, εἶναι αὐστηρά· ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἀναγκάζομαι νὰ τὴν παραδεχθῶ. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ προθεσμία, καὶ ἡ διὰ τῆς τροπολογίας μου δὲ ζητουμένη προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν δὲν εἶναι ἱκανή· ἀλλ’ ἂς προστεθῇ τοὐλάχιστον εἷς μὴν περιπλέον, διότι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι πανταχοῦ δὲν ὑπάρχουσι ταμίαι, καὶ ὅτι ἡ ἔλλειψις συγκοινωνίας, μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος, δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ σπουδαῖα τῶν συμβαλλομένων συμφέροντα.
§57Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω, κύριοι, παρατηρήσεις τινὰς νὰ ὑποβάλω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ πρώτη παρατήρησίς μου εἶναι ὅλως γραμματική. Νομίζω, ὅτι ἡ φράσις, «ἔγγραφα ἰδιωτικὰ ἀστυκῆς ἢ ἐμπορικῆς φύσεως» δὲν εἶναι προσήκουσα, καὶ ὅτι καλλιτέρα ἔκφρασις ἤθελεν εἶσθαι «ἔγγραφα ἰδιωτικὰ ἀφορῶντα εἰς σχέσεις ἀστικοῦ ἢ ἐμπορικοῦ δικαίου.» Ἡ δευτέρα παρατήρησίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς. Παρελθούσης τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας δύνανται οἱ μὴ συμμορφωθέντες μὲ τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου νὰ διορθώσωσι τὴν ἔλλειψιν ταύτην, τὰ ἔγγραφα κηρύττονται ἀπολύτως ἄκυρα καὶ μὴ παρέχοντα ἀπόδειξιν. Εἶναι βεβαίως λίαν αὐστηρὰ ἡ διάταξις, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ ἓν τόσον μέγα ποσὸν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς, οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, καὶ τὰ ὁμόλογα τὰ χρεωστικὰ ὑποτάσσονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην· ἐὰν ὁ ὀφειλέτης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀκόμη προθεσμίαν πρὸς πληρωμὴν τοῦ χρέους, μεταβάλῃ τὸ ὁμόλογον...
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁμόλογον ὑπάρχει εἰς χεῖρας τοῦ δανειστοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ ὀφειλέτου. Ἐὰν παραλείψῃ νὰ τὸ προσαγάγῃ πρὸς χαρτοσήμανσιν ἐντὸς δύο μηνῶν, ἀποβάλλει τὸ κῦρός του. Μετὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἐπέρχεται ἡ φράσις, «διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ, ὡς πρὸς τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ ἐκ διαταγὴν γραμμάτια, καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου». Ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἰσχύοντα περὶ χαρτοσήμου νόμους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ εἰς διαταγὴν γραμμάτια, δύω κυρίως ἐπιβλαβεῖς συνέπειαι ἐπέρχονται· ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι ἀποβάλλουσι τὴν ἐμπορικὴν αὐτῶν ἰδιότητα καὶ ἠγέρθη μακρὰ εἰς τὰ Δικαστήρια ἀμφισβήτησις περὶ τῶν ἐκτάσεων καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀπωλείας ταύτης· ἡ δὲ δευτέρα εἶναι ὅτι οἱ ὑπογράψαντες αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς πρόστιμον 25, νομίζω, δραχμῶν. Τώρα πῶς συνδυάζονται πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἀπαγγελλομένην ἀκυρότητα τῶν ἐγγράφων αἱ διατάξεις αὗται, καθ’ ἃς αἱ συναλλαγματικαὶ καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγὴν δὲν κηρύττονται ἄκυρα, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐμπορικήν των ἰδιότητα ἀπόλλυσιν, αἵτινες διατάξεις διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ κατὰ προηγούμενον ἄρθρον λέγον ῥητῶς «διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου»; Περὶ τούτων δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὡς πρὸς τὰς συναλλαγματικὰς δὲν ἰσχύει διάταξις περὶ ἀκυρότητος. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὴν παρατήρησιν αὐτὴν καὶ νὰ μᾶς δώσῃ διασαφήσεις.
§60ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐξ ὅλων τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν σπουδαιοτέρα εἶνε ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 2 προνοεῖ περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 3 ἐπιβάλλει τὰς αὐτὰς ποινὰς καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς σπουδαιοτάτης ταύτης διατάξεως, καὶ ἂν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἱκανοποιῇ μὲν τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς ὅμως νὰ παραβλάψῃ ἢ μᾶλλον νὰ καταστρέψῃ σπουδαῖα συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Ἐγὼ, ἀποβλέπων εἰς τὴν ταμιευτικὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου, ἀπέφυγα νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπαγγελλομένην ἀκυρότητα· ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία εἶνε σπουδαιοτάτη, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐπικινδυνωδεστάτη, διότι σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ καὶ αὐτὸ τὸ παρελθὸν, δίδουσα ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς ποινικὰς διατάξεις. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 πρόκειται νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι ἐντὸς 4 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου ὀφείλει ὁ κάτοχος δικαιογράφου ἰδιωτικοῦ οἱασδήποτε προγενεστέρας ἐποχῆς νὰ τὸ χαρτοσημάνῃ μὲ τὸ ἁπλοῦν τέλος, ἐντὸς δ’ ἔτους θέλει πληρώσει ἐκτὸς τοῦ ἁπλοῦ τέλους καὶ τὸ πρόστιμον, καὶ παρελθόντος τοῦ ἔτους, καθίσταται ἄκυρον τὸ ἔγγραφον, στερούμενον πάσης ἀποδεικτικῆς ἰσχύος. Ἀλλὰ τότε τί θέλει γείνει διὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει τις εἰς τὸ ταμεῖον, ἢ τὰ δικαιόγραφα τῶν ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων; Καὶ τίς δὲν ἔχει τοιαῦτα; Εἶσθε λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ χαρτοσημάνητε χρήσιμα καὶ ἄχρηστα ἔγγραφα, διότι ἀγνοεῖτε τίνα ἐξ αὐτῶν θέλουσι σᾶς χρησιμεύσει ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἰδιωτικὰ χρεωστικὰ ὁμόλογα δὲν εἶνε πάντοτε χρήσιμα. Ἐάν τις τὰ διατηρῇ, τὸ πράττει πολλάκις, διότι ἔχει μεμακρυσμένην τινὰ ἐλπίδα, ὅτι μίαν ἡμέραν ἐνδέχεται νὰ εἰσπράξῃ ποσοστόν τι τοῦ ὅλου. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ μὴν εἰσπραχθῇ τι, ὀφείλει τις νὰ τὰ χαρτοσημάνῃ, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον χαρτόσημον, πληρόνων καὶ τὸ πρόστιμον μετὰ τὴν τετράμηνον προθεσμίαν. Ἄλλαις λέξεσιν ὀφείλετε νὰ θυσιάσητε σπαρακτὰ, ὡς λέγομεν, χρήματα διὰ νὰ ἔχητε εἰς τὸ γραφεῖόν σας αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐνδεχόμενον νὰ μὴ σᾶς χρησιμεύσωσί ποτε· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θέλετε δυσκολευθῆ νὰ μὴ τὰ χαρτοσημάνητε, διότι τότε προτιμότερον νὰ τὰ σχίσητε ὡς ἄχρηστα. Ἂν δὲν ὑποβληθῆτε εἰς τὸ χαρτόσημον ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν, θὰ τὸ πράξητε ἐντὸς τοῦ ἔτους· ἂν δὲ δὲν τὸ πράξητε ἐντὸς τοῦ ἔτους, τὸ ἔγγραφον εἶνε ἄκυρον καὶ χάρτης ἄγραφος. Ἀλλὰ τοῦτο εἶνε, κύριοι, πλέον ἢ δρακόντειον· δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ παντελῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ συντάξας δὲν ἀπέβλεψεν ἴσως εἰς τὰς μεγάλας συνεπείας, αἵτινες θέλουσιν ἐπέλθει ἐπὶ ζημίᾳ τῆς κοινωνίας. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν προτείνω διὰ τῆς ὑποβληθείσης, τυπωθείσης καὶ διανεμηθείσης τροπολογίας μου.
§63Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος περὶ τοῦ δρακοντείου τοῦ προκειμένου ἄρθρου. Οἱ ἔχοντες σήμερον δικαιόγραφα, ἢ ἕτερα ἔγγραφα, μὴ συνταχθέντα ἐπὶ τοῦ νομίμου χαρτοσήμου, ὤφειλον νὰ συμμορφῶνται πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ συντάσσωσιν αὐτὰ ἐπὶ τοῦ νομίμου χαρτοσήμου. Παραλείψαντες τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἂν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσαγάγωσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἰς τὸ δικαστήριον, οὐ μόνον ἤθελον πληρώσει τὸ ἁπλοῦν τέλος, ἀλλὰ καὶ δεκαπλοῦν πρόστιμον. Ἔρχεται ἤδη διάταξις, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἔχοντας τοιαῦτα ἔγγραφα νὰ χαρτοσημάνωσιν αὐτὰ ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἄνευ προστίμου. Τοιαύτη διάταξις εἶναι προδήλως οὐχὶ αὐστηρὰ, ἀλλ’ εὐεργετική. Ἂν ὅμως ἤθελον παραλείψει νὰ πράξωσι τοῦτο, ὑποβάλλονται καὶ αὐτοὶ εἰς ὅλας τὰς συνεπείας, εἰς ἃς ὑποβληθήσονται εἰς τὸ μέλλον καὶ πάντες οἱ λοιποὶ πολῖται, ὅσοι δὲν ἤθελον συμμορφωθῆ πρὸς τοὺς περὶ χαρτοσήμου νόμους. Παραδεχόμενοι, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς συνεπείας ταύτας ὡς πρὸς τὰς μελλούσας παραβάσεις, δὲν ἐννοῶ διατὶ ὀφείλομεν νὰ ἀποκρούσωμεν αὐτὰς ὡς πρὸς τὸ παρελθόν.
§64Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀκυρότης ὅλων τῶν συνταχθέντων ἰδιωτικῶν ἐγγράφων πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου, ἂν καὶ καθαρῶς ταμιευτικὴ, ἐν τούτοις εἶναι αὐστηροτάτη καὶ ἄδικος, καὶ θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸν κλονισμὸν ἀπείρων ἰδιωτικῶν συμφερόντων, καλῇ τῇ πίστει συνομολογηθέντων. Ἐννοῶ ὅσα ἰδιωτικὰ ἔγγραφα ἐγένοντο πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὑποκείμενα εἰς τέλος κατὰ παράβασιν τῶν ἰσχυόντων περὶ χαρτοσήμου Νόμων νὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς διὰ τῶν Νόμων προβλεπομένας ποινὰς τοῦ προστίμου καὶ ἔτι μείζονας, ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτῶν, δὲν ἐννοῶ ὅμως διατὶ νὰ νομοθετηθῇ ἡ ἀκυρότης τῶν τοιούτων ἐγγράφων, ἐὰν ἐντὸς τῶν ὁριζομένων προθεσμιῶν δὲν χαρτοσημανθῶσιν, ἀφοῦ τοιαύτην ποινὴν δὲν καθιέρουν οἱ κείμενοι Νόμοι, οὔτε εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ συμβαλλόμενοι. Τοιαύτη ἀκυρωτικὴ διάταξις εἰς οὐδεμίαν Νομοθεσίαν ὑπάρχει, θὰ ἦναι δὲ ὅλως δρακόντεια, νὰ καθιερώσωμεν ἡμεῖς τοιαύτην. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι παραπλησίαν διάταξιν ἔχει τὸ ἄρθρον 42 τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δικαιολογεῖται ὡς ὑπαγορευομένη ἐκ λόγου Δημοσίου συμφέροντος καὶ πρὸς παγίωσιν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας· ἀλλὰ διάταξις ἀκυρωτικὴ ἐκ μόνου ταμιευτικοῦ σκοποῦ, τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων ἀναγομένων εἰς καθαρὰς ἐνοχὰς, εἶναί τι καταπιεστικὸν καὶ παράλογον. Τούτων ἕνεκα προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἀκυρότητος· ἄλλως, τὸ πολὺ καὶ αὐστηρῶς δύναται νὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ μέλλον, ἢ καὶ ἀναδρομικῶς ἐπὶ τῶν γενομένων ἐγγράφων μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν Νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐν ᾧ ὑπῆρχεν ἡ τοιαύτη διάταξις καὶ ἀπεκρούσθη, ἀναγνωρισάσης τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὀρθότητα τῶν γενομένων τότε ὡς καὶ ἤδη παρατηρήσεων, καθόσον δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐνυπῆρχεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ Νομοθέτου μία τοιαύτη ἀκυρωτικὴ διάταξις πρὸς πρόληψιν τῆς καταδολιεύσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου Νόμου.
§65ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἐνόμιζον, ὅτι ἠθέλομεν ἀποφύγει συζήτησιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἤθελον ἀρκεσθῆ νὰ προβάλωσι μόνον τὰς παρατηρήσεις των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὠλισθήσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὅλων τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ ἐπὶ τῶν ψηφισθέντων ἔτι ἄρθρων. Πρώτη παρατήρησις ἦτο τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ συμβαλλόμενοι τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα ἀλληλεγγύως ὑποβάλλωνται μετὰ τῶν συμβολαιογράφων εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἁπλοῦ τέλους καὶ τοῦ προστίμου. Ἡ παρατήρησις μοὶ ἐφάνη ὀρθή. Οἱ εἰς τοὺς συμβολαιογράφους προσερχόμενοι πρὸς σύνταξιν συμβολαίου, συνήθως ὁδηγοῦνται παρ’ αὐτῶν περὶ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ ὁποίου θέλει γίνει χρῆσις κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου. Ἤθελε δὲ εἶσθαι ὁμολογουμένως ἄδικον, ἂν οἱ συμβαλλόμενοι ὑπεβάλλοντο εἰς τὸ πρόστιμον ἕνεκα τῆς κακῆς συμβουλῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει πρὸς αὐτοὺς ὁ συμβολαιογράφος; Διὰ τοῦτο δὲν ἀντιλέγω εἰς τὴν διαγραφὴν ἀπὸ τοῦ 1 ἄρθρου τῆς ὑποχρεώσεως τῶν συμβαλλομένων εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους καὶ τοῦ προστίμου.
§67Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον, διότι ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ καθεστώς.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἑτέρα παρατήρησις ἦτο τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου. Ἐπρότεινεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ ἡ φράσις «ἀστικῶν ἢ ἐμπορικῶν ἀπαιτήσεων» καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς «ἔγγραφα, ἀναγόμενα εἰς τὰς σχέσεις τοῦ ἀστικοῦ ἢ ἐμπορικοῦ δικαίου». Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν νὰ γίνῃ αὕτη ἀποδεκτή. Πλὴν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐζήτησεν, ἵνα τῶν δύω μηνῶν ἡ προθεσμία ἐπεκταθῇ ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου ἔχει δύω μῆνας ὡς ἀνέγνωτε, ἡ δὲ γνώμη τοῦ κυρίου βουλευτοῦ εἶναι ἐπιεικεστέρα τοῦ κειμένου. Ἀλλ’ ἂν ἀντὶ τῶν τριῶν μηνῶν τεθῶσι τέσσαρες ἢ ἕξ μῆνες, ἤθελεν εἶναι ἡ γνώμη ἀκόμη ἐπιεικεστέρα. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προσδιώρισε δύο μῆνας, διότι ἐνόμισεν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν, ἐν αἷς δὲν ὑπάρχουσι συμβολαιογραρεῖα, ἵνα συντάσσωσι τὰ συμβόλαιά των ἄνευ συμβολαιογράφου, ἔχουσιν ἱκανὸν καιρὸν κατὰ τὸ δίμηνον διάστημα νὰ μεταβῶσιν ἐκ τοῦ χωρίου των εἰς τὸν τόπον ἔνθα ὑπάρχει συμβολαιογράφος, διὰ νὰ χαρτοσημάνωσι τὰ συμβόλαιά των. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ ἀγρόται οὗτοι ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν ἤθελον λάβει εὐκολίαν νὰ μεταβῶσιν ἔνθα ὑπάρχει συμβολαιογράφος.
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑποβάλλω καὶ ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι τὰ πλειότερα τῶν γραμματίων εἶναι τρίμηνα, ἐὰν δίδεται λοιπὸν τρίμηνος προθεσμία, θὰ περιμένωσι τὴν λῆξιν διὰ νὰ ἐπιβάλωσι τὸ χαρτόσημον;
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας προέβαλε καὶ ἄλλην παρατήρησιν οὐσιαστικὴν, ἀναγομένην εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου 2. Ἐζήτησε νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου....
§71ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἑρμηνευθῇ.
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐθεωρήσατε μὴ προσήκουσαν τὴν τελευταίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διατηρουμένων ἐν ἰσχύϊ ὡς πρὸς τὰ συναλλάγματα καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγὴν καὶ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου»· ὑπέβαλε δὲ καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπειθον αὐτὸν, ὅτι ἡ διάταξις δὲν εἶναι προσήκουσα. Ἐπὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ φέρω γνώμην σήμερον, ἀλλὰ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον ἐπεκρίθη οὐσιαστικώτερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς. Δυστυχῶς δὲν ἐπείσθην ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος φίλος μου ἐπρότεινεν. Ἐὰν εἶναι ἀνεκτὰ τὰ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου συντασσόμενα ἔγγραφα τῶν συμβάσεων, ἐγένοντο ἀνεκτὰ, διότι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν ἠθέλησε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἔκτακτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποτελεῖ τὴν τελευταίαν κύρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψαν οἱ νόμοι περὶ χαρτοσήμου. Κατὰ τοὺς νόμους τούτους αἱ συμβάσεις πᾶσαι πρέπει νὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου· καὶ οἱ νόμοι ἐκήρυξαν, ὅτι, ἂν τυχὸν οἱ συναλλαξάμενοι ἤθελον προσφύγει εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, ἵνα κανονίσωσι τὰς σχέσεις των, τὰς ὁποίας συνῆψαν διὰ τῆς συμβάσεως, ὤφειλον καὶ πληρώσωσι πρόστιμον. Ἡ ἀναγραφομένη λοιπὸν διάταξις ἐπιβάλλει πρόστιμον εἰς τοὺς προσάγοντας τὰ ἰδιωτικῶς συνταχθέντα ἔγγραφα ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἐνδεικνύει τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Κράτους, ὅπως πᾶσαι αἱ συμβάσεις γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Κράτος δὲν εἶχε προσφύγει εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον, ἵνα νομοθετήσῃ κύρωσιν τῆς θελήσεώς του, τὸ μέτρον τῆς ἀκυρώσεως, ὅσοι ἦσαν βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ δικαστήριον, ἢ ὅσοι ἤθελον νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων, ὅτι δὲν ἤθελον προσφύγει εἰς τὰ δικαστήρια, συνέταξαν τὰς συμβάσεις των ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Τοῦτο ὅμως τὸ γενόμενον ἦτο κατὰ παράβασιν τῆς θελήσεως τοῦ Κράτους· ἐπειδὴ δὲ ἡ παράβασις αὕτη, προστατευομένη ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν διατάξεως ἀκυρωτικῆς τῶν συμβάσεων, ἐνισχύετο τὰ μάλιστα, ἔπρεπεν ἡμέραν τινὰ τὸ Κράτος νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον μέτρον τῆς κυρώσεως τῆς θελήσεώς του διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ἀκύρου τῶν συμβάσεων τούτων. Πέρυσι προέτεινον παραπλησίαν διάταξιν, καὶ περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν· ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε διάθεσιν ἐπιεικῆ, ἐνόμισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὤφειλε νὰ συναρμολογήσῃ τὴν γνώμην του μὲ τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, καὶ συνήνεσεν εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου. Ἡ χρῆσις τοῦ τελευταίου τούτου μέτρου, πρὸς κύρωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Νόμου, συνδέεται ἀδιαῤῥήκτως μὲ ταμιευτικοὺς σκοπούς. Αἱ ἀνάγκαι, εἰς ἃς περιῆλθε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, μὲ ἔπεισαν, ὅτι, ἂν ἐζήτουν ν’ ἀναγράψω τὴν τελευταίαν κύρωσιν κατὰ τῶν παραβάσεων τούτων, οὐ μόνον ἤθελον ἐπαναγάγει εἰς ἁρμονικὴν ἐκτέλεσιν τὸν Νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ἤθελον ἐξασφαλίσει καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἶχεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Ψηφίζοντες δὲ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τὴν κύρωσιν τῶν συμβάσεων, τῶν ἰδιωτικῶς συνομολογηθεισῶν, δὲν ἀδικοῦμεν κανένα, διότι δὲν ἔχομεν μόνον πρὸς δικαιολογίαν τὸν κανόνα, ὅτι ἡ ἄγνοια τῶν Νόμων δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ προσφεύγομεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρακτικὴν, παρέχοντες πᾶσαν εὐκολίαν εἰς πάντα πολίτην συναλλαξάμενον δι’ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν Νόμον. Ἂν ἀνεγράφομεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κηρύσσωνται ἀμέσως ἄκυροι αἱ γενόμεναι συμβάσεις ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἤθελον εἶσθαι ἰσχυροί· ἀλλ’ ὅταν δίδωμεν τετράμηνον προθεσμίαν εἰς τοὺς δι’ ἰδιωτικῶν συμβάσεων συναλλαξαμένους νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν Νόμον, δὲν ἀφαιροῦμεν παντάπασιν ἀπ’ αὐτοὺς τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν, ὅταν ἐκτελῶσι τοὺς Νόμους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῶσι. Τοῖς δίδομεν τετράμηνον προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἂν συμμορφωθῶσιν ἀπαλλάσσονται καὶ ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα οἱ προγενέστεροι Νόμοι ἐπέβαλον πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν ἤθελον αἱ τοιαῦται συμβάσεις αὐτῶν προσαχθῇ εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Ἡ διάταξις διὰ τοῦτο ἐπιτυχῶς ὑπό τινων ὠνομάσθη εὐεργετική· διότι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἔχει νὰ ὑποτάσσῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἐνεργείας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, κατέστησε καὶ ἐπικερδῆ, ἀφοῦ ἀφῄρεσε βάρος ἀπὸ αὐτοὺς, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον ὑποβληθῆ, ἂν ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἤθελε ψηφισθῆ. Ἀλλὰ προσέτι παρέσχεν εἰς αὐτοὺς καὶ μείζονα εὐκολίαν, διότι ἔδωκε καὶ δευτέραν προθεσμίαν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν μόνον, ὅτι τότε θέλουσιν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου, αἱ δὲ πράξεις τῶν θέλουσιν εἶσθαι ἔγκυροι· ἀλλὰ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας.
§73ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἔχω μισθώσει μίαν οἰκίαν· ὁ ἐνοικιαστὴς μοῦ λέγει, ὅτι δὲν συντάττω σύμβασιν ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος, διότι θὰ λήξω τὴν μίσθωσιν.....
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τίς σᾶς ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ Συμβολαιογραφεῖον;
§75ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ τῆς χαρτοσημάνσεως λοιπὸν κυροῦται ἡ σύμβασις;
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως.
§77ΧΟΪΔΑΣ. Ἐὰν οὕτω ἐννοεῖτε, τότε ἔχουσιν οἱ νόμοι ὀπισθοδρομικὴν ἐνέργειαν.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παντάπασιν.
§79ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχουν.
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύμβασις δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐπὶ χαρτοσήμου;
§81ΧΟΪΔΑΣ. Δυνάμει τῶν κειμένων νόμων εἶνε ἄκυρος; ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέ συγχωρεῖτε. Ἀποδεχθεὶς ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ δεχθῶ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐξαίρεσιν· διότι ἄλλως θέλει καταστῆ ἡ συζήτησις διαλογική.
§84ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τινὲς προέβαλον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 δίδει ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὰς μέχρι τοῦδε συμβάσεις, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶνε γνώμη δεδικαιολογημένη. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 πρὸς τοῖς ἄλλοις μέσοις, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχε προσφύγει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία μέχρι τοῦδε διὰ νὰ ἀναγκάσῃ τοὺς συμβαλλομένους νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν συμβολαιογράφων, προσέθηκε καὶ ἓν ἕτερον μέσον· αὐτὸ δὲ δὲν δίδει ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἐὰν προστεθῇ. Ἐὰν δυνάμει ἑνὸς νόμου οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐξ οἱωνδήποτε ἐσόδων πρέπει νὰ καταδιώκωνται δι’ οἱουδήποτε ἄλλου μέσου, πλὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν φρονῇ ὅτι τοῦτο εἶνε καταλληλότερον μέσον, νὰ ζητήσῃ νὰ νομοθετηθῇ καὶ ἡ προσωπικὴ κράτησις ὡς μέσον καταδιώξεως τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν: Καὶ ἤθελε προβάλει τις, ὅτι δίδεται ἀναδρομικὴ δύναμις εἰς τοὺς νόμους; Τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον καὶ τακτοποιήσητε τὴν σύμβασιν; Ἄλλως, ἡ θέσις σας δὲν εἶνε νόμιμος, παρὰ ἐὰν θελήσητε νὰ μείνητε ἐντὸς τοῦ νόμου· ἡ δὲ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον οἱ νόμοι νὰ ἐκτελῶνται ἀσφαλέστατα, πρὸς τοῦτο δ’ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§86ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπῆρξα εὐτυχέστερος, διότι μὲ ὀλίγας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα τότε, κατώρθωσα, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐννοῶ τὸν λόγον, ὅτι εἶνε χρηματιστικός, ὅστις ἠνάγκασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εἰσαγάγῃ τὴν δρακόντειον αὐτὴν διάταξιν· ἀλλὰ καὶ σήμερον ἐν μέρει δέχομαι νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐννοῶν νὰ περιλαμβάνῃ τὰς συμβάσεις μόνον, αἵτινες δύνανται νὰ γίνωνται εἰς τὸ μέλλον, ἤτοι ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς, ν’ ἀφήσῃ δὲ ἄθικτον τὸ κῦρος τῶν ἐγγράφων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται προηγούμεναι συμβάσεις· διότι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ ὡς δυναμένην νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἔπακρον. Δὲν εἶνε δὲ καὶ φυσικῶς δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἐννοῶ, ὅτι κατ’ αὐτὴν δὲν δύνασθε ἄλλως νὰ κάμητε χρῆσιν καὶ παλαιῶν ἐγγράφων, ἂν δὲν χαρτοσημάνητε αὐτὰ ἐμπροθέσμως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους, ἐὰν τὸ ἀποδεικτικὸν ἔγγραφον δὲν χαρτοσημανθῇ, εἶνε ἄκυρον. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἔχει τὰ κιβώτια αὐτῆς πλήρη ἰδιωτικῶν ἐγγράφων πάσης ἐποχῆς. Θέλετε λοιπὸν, διὰ νὰ ἐπιδιώξητε ταμιευτικὸν πνεῦμα, νὰ ἐπιβάλητε τέλη καὶ νὰ καταστήσητε ἄνευ αὐτῶν ἄκυρα τὰ ἰδιωτικὰ ταῦτα ἔγγραφα; Ἀλλὰ, ὅταν συνέστη τὸ ἔγγραφον, τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπῆρχε, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα τὰ προγενέστερα τοῦ νόμου τούτου ἔγγραφα, διότι τότε ὑπάρχει ἀναδρομικὴ ἰσχὺς τοῦ νόμου, καὶ τὸ ἄκυρον τοῦ ἐγγράφου βεβαίως καταστρέφει τὴν σύμβασιν· διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ κῦρος τὸ ἔγγραφον, ἐξαρτᾶται ἡ ὑπόθεσις ἐκ τοῦ ὅρκου τοῦ ἀντιδίκου, καὶ ἐνδεχόμενον ὁ δικαιούμενος νὰ χάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, τὸ δίκαιόν του αὐτό. Ὑποθέσατε, κύριοι, τὰ ἔγγραφα τὰ ἰδιωτικὰ, τὰ γενόμενα πρὸ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου· τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ μείνωσιν ἀνίσχυρα, ἐὰν δὲν χαρτοσημασθῶσιν. Ἀλλὰ εἶνε δυνατὸν εἰς ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν πρὸ 50 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς βασιλεύεται ἡ Ἑλλὰς, νὰ ἐκτελεσθῇ τοιαύτη διάταξις; Λοιπὸν εἶνε φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἐπεκτείνητε τὴν φορολογίαν αὐτῆς τῆς διατάξεως, διότι αἱ συνέπειαι αὐτῆς εἶναι δημευτικαὶ, καὶ διότι θὰ ἀδικήσητε ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, κηρύττοντες ὅλα τὰ προγενέστερα τοῦ νόμου ἰδιωτικὰ ἔγγραφα ἄκυρα, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους χαρτοσημανθῆ. Ἐκ τούτων παρατηρεῖτε, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις εἶνε διατετυπωμέναι ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ ἡ τελευταία διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, ἡ κηρύσσουσα ἄκυρα αὐτὰ τὰ προγενέστερα τοῦ νόμου ἔγγραφα, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Διὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, δύνασθε νὰ θέσητε τὸ εἰκοσαπλάσιον τοῦ φόρου ὡς ποινὴν, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις περὶ ἀκυρότητος τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§88ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 3). (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθηκῶν εἰς τοὺς νόμους ΑΡΞΣΤʹ. καὶ ΑΡΞΖʹ).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§90ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§91ΤΡΑΚΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν ἀφορολόγητα τὰ κτήνη, ἡ ἐντόπιος κτηνοτροφία καταστρέφεται καὶ θὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχωμεν κτηνοτροφίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει οἱ μὲν βούβαλοι καὶ οἱ βόες νὰ πληρώσωσι τὰς τριάκοντα δραχμὰς, αἱ δὲ ἀγελάδες καὶ οἱ μόσχοι νὰ πληρώνωσι τὸ ἥμισυ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κόρπας προτείνει μίαν τροπολογίαν.
§93ΚΟΡΠΑΣ. Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, ἐν ᾗ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία μου, ἀποσύρω αὐτὴν σήμερον. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου.
§95ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ γίνεται μία ἀδικία, τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι θέλει παύσει ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ τὴν θεραπεύσῃ, διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Γύθειον καὶ τὴν Ἑπτάνησον, αὗται θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δύο φορολογίας.
§96ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Γυθείου εἶναι ὀρθή. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως, ἀλλὰ φόρος ἔγγειος· ἐπειδὴ δὲ φόρον ἔγγειον ἐπὶ τοῦ Τελωνείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ τις, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰς ἣν πληρώνεται φόρος ἐξαγωγῆς, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τις τοιοῦτον φόρον, ἕπεται ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφορῶσι τὰς Ἐπαρχίας ταύτας.
§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη εἶναι ἀρκετή.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν πρώτην αὐτὴν συζήτησιν, τουτέστι νὰ προστεθῇ παράγραφος, ὅτι «εἰς ἕκαστον ἀμπελοκτήμονα νὰ χαρίζεται ὁ φόρος 500 ὀκάδων». (Γίνεται τὸ νομοσχέδιον δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 ἕως 9). (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα 9 ἕως 18 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου τοῦ 1886. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2· (ἀναγινώσκεται). Οἱ βουλευταὶ Λακεδαίμονος ἔχουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§102ΙΩ. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσιν ὡμιλήσαμεν περὶ τῆς ῥητίνης Λακεδαίμονος· εἶχε προσδιορισθῆ εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον 67 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἀλλὰ μόλις ἐπωλήθη 30· ἐφέτος δὲ ἕνεκα τῆς ἀφορίας τῶν ἀμπέλων 20 λεπτὰ καὶ 15 ἐπωλήθη, πολλὴ δὲ ῥητίνη ἔμεινεν ἀπώλητος. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν ἐπὶ φορολογικοῦ ὅρου 53 λεπτῶν; εἶναι μεγάλη ἀδικία, εἶναι δήμευσις. Ἡμεῖς προτιμῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς εἶδος τὸν φόρον αὐτὸν, διότι τότε δὲν ζημιοῦται κανεὶς, οὔτε ὁ ἐνοικιαστής, οὔτε τὸ Δημόσιον, οὔτε οἱ φορολογούμενοι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μετριασθῇ ὁ φορολογικὸς ὅρος τῆς ῥητίνης εἰς λεπ. 25, ὡς ἐπωλήθη· ἄλλως, νὰ δοθῇ εἰς εἶδος.
§103Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄν πρόκηται, κύριοι, νὰ ἀποφασισθῇ ὁ φόρος διὰ τὴν ῥητίνην τῆς Λακεδαίμονος πρὸς 40 λεπτὰ καὶ περισσότερον, λαμβάνομεν τὸ θάῤῥος νὰ προτείνωμεν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας φορολογουμένων νὰ δώσωμεν εἰς εἶδος καὶ εἰς διπλοῦν, διότι ἐπωλήθη 12 καὶ 15 λεπτὰ, καὶ πολλὴ ἔμεινεν ἀπώλητος. Πέρυσιν ἦτο 67 λεπτὰ, διότι εἷς Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐπληροφόρησεν ἐσφαλμένως, ὅτι ἡ τῆς Λακεδαίμονος ῥητίνη ἐπωλεῖτο μὲ μίαν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπωλεῖτο εἰς Σπάρτην ἡ ἐκ Σοφικοῦ ῥητίνη, πωλουμένη εἰς διπλασίαν τιμὴν ἀπὸ τὴν τῆς Λακεδαίμονος διὰ τὴν ποιότητά της καὶ τὰ ἀγώγια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλεται, μεταφερομένη εἰς Σπάρτην. Διὰ τοῦτο εἶπον προχθὲς, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων, διότι ὁ νῦν Οἰκονομικὸς Ἔφορος Λακεδαίμονος ἔγραψεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι τῶν προκατόχων του διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, καθόσον ἐσημείωσαν ὡς ἀξίαν τῆς ῥητίνης τῆς Σπάρτης τοῦ λήξαντος ἔτους τὴν ἀξίαν τῆς ῥητίνης τοῦ Σοφικοῦ, ἡ ὁποία ἔχει, ὡς εἶπον, διπλασίαν τιμὴν, καὶ διότι ἡ ποιότης αὐτῆς εἶναι καλλιτέρα, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς αὐτῆς εἰς Σπάρτην σπουδαῖα. Ἔπειτα τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν τιμὴν τῆς περυσινῆς ῥητίνης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἐκείνην τοῦ 1883, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο ἐκείνη ἡ ἔκτακτος εὐφορία τῶν οἴνων, ὥστε κατήντησαν οἱ οἰνοκτήμονες νὰ κόπτουν τὸν φλοιὸν τῶν ῥητινοφόρων δένδρων καὶ νὰ τὸν ῥίπτωσιν εἰς τὸν οἶνον ἀντὶ ῥητίνης, μὴ εὑρίσκοντες τοιαύτην. Ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ οἱ συνάδελφοί μου καὶ οἱ ἐξ εἴμεθα σύμφωνοι νὰ προτείνωμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς εἶδος διπλοῦν τὸν φόρον.
§104Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακάκη, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Χαλκίδος τινὲς μὲν Δῆμοι πληρώνουν ἐπὶ τῇ βάσει 32 λεπτῶν, ὅπερ ποσὸν βεβαίως εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῆς ῥητίνης, ἀλλ’ οἱ Δῆμοι Χαλκιδέων καὶ Ληλαντίων θεωροῦνται, ὅτι πωλοῦσι τὸ προϊὸν αὐτῶν πρὸς 37 λεπτά. Καὶ ὁ μὲν Δῆμος Χαλκιδέων εἶναι παράλιος καὶ εὐκολώτατα μεταφέρει τὴν ῥητίνην, ὁ Δῆμος ὅμως τῶν Ληλαντίων εἶναι Δῆμος ὀρεινότατος, ὁ ὁποῖος ἕνεκα ἐλλείψεως ὁδῶν ἔχει τὰς μεγαλειτέρας δυσχερείας καὶ δαπάνας διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ προϊόντος μέχρι τῆς Χαλκίδος, ὅπου τοῦτο θὰ πωληθῇ, εἶναι δὲ Δῆμος πένης καὶ τὸ προϊὸν αὐτοῦ τῆς ῥητίνης εἶναι τῆς τελευταίας ποιότητος. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξομοιωθῇ ὁ Δῆμος Ληλαντίων μὲ τοὺς ἄλλους Δήμους τῆς Ἐπαρχίας Χαλκίδος, Αἰγαίων, Κηρέως κτλ.
§105ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέσχετο ἡμῖν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ νόμου διὰ τὸ ἔτος 1885, ὅτι διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος θὰ ἐζήτει πληροφορίας περὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῆς ῥητίνης κατὰ τὰ ἔτη 1884 καὶ 1885, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῆς θὰ ἐκανόνιζε τὴν τιμήν, ἣν θὰ ἐτέλουν οἱ καλλιεργηταὶ τῆς ῥητίνης εἰς τὸ Δημόσιον. Ὡς φαίνεται ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο ἔπραξε· δι’ ὃ βλέπομεν νῦν τὴν αὐτὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης ἀναγραφομένην ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Καὶ ὅμως ἐὰν εἶχε λάβει τὰς μνημονευθείσας πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς, θὰ παρετήρει, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου τοὐλάχιστον ἡ ῥητίνη ἐπωλήθη πέρυσι μὲν πρὸς 25, ἐφέτος δὲ μόλις πρὸς 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἔμεινε δὲ μάλιστα καὶ μέγα μέρος αὐτῆς ἀπώλητον. Οὐδὲν ἧττον τὸ Δημόσιον ἀπαιτεῖ νῦν 36 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, δὲ εἷς καλλιεργητὴς ῥητίνης, παραγαγὼν ἐπὶ παραδείγματι 100 ὀκάδας τοῦ προϊόντος τούτου καὶ εἰσπράξας ἐξ αὐτοῦ δραχμὰς 15, ἔχει νὰ τελέσῃ εἰς τὸ Δημόσιον δι’ 25 ὀκάδας πρὸς 36 λεπτὰ τὸ ὅλον δραχμὰς 8, ἤτοι πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ. Πλὴν τούτου, κύριοι, δὲν εἶναι πλέον φορολογία, ἀλλὰ καθαρὰ δήμευσις ἰδιωτικῆς περιουσίας. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νῦν νὰ λάβῃ τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τοῦ πράγματος μέχρι τῆς δευτέρας ἢ τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ πεισθῆτε ἐξ αὐτῶν πόσον δίκαιον εἴχομεν ἐγώ τε καὶ οἱ ἐκ Λοκρίδος συνάδελφοί μου, ὑποβαλόντες εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἡ τιμὴ τῆς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ παραγομένης ῥητίνης ὁρίζεται εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, τουτέστιν εἰς 20 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν.
§106ΤΡΥΓΩΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§107Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ σύστημα καὐτὸ ἦτο ἐν ἰσχύϊ μέχρι τοῦ 1880, καὶ συνέβαινον δι’ αὐτοῦ ἀδικίαι, διότι οἱ προστοιχίζοντες τὴν ῥητίνην κερδοσκόποι, συνεννοούμενοι μὲ τὰς Ἀρχάς, προσδιώριζον τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἤθελον αὐτοί. Κατὰ δὲ τὸ 1880 ἀπεφασίσθη νὰ ὁρίζηται ἡ τιμὴ διὰ τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1883 εἶναι βεβαιότατον, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐξέπεσεν ἡ τιμὴ τῆς ῥητίνης ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Κορινθίας, ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἐπωλήθη ἡ ῥητίνη ὁλόκληρος, ἀλλὰ καὶ ἡ πωληθεῖσα ὑπετιμήθη μέχρις 25 λεπτῶν. Πέρυσι δὲ κατήντησε νὰ πωληθῇ 15 λεπτά· παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δεούσας πληροφορίας καὶ νὰ προσδιορίσῃ μίαν μετρίαν τιμήν, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς παραγωγούς.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι τῶν Ἐφόρων κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι ἄνευ αὐτῶν ὅ,τι καὶ ἂν λεχθῇ εἶναι μάταιον. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τοὺς πίνακας τῶν Ἐφόρων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψωσιν αἱ κατὰ Δήμους τιμαί, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ὁριστέου φόρου. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4 καὶ 5). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γινόμενος κανονισμὸς τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν κατηγοριῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 6, εἶναι κανονισμὸς μόνιμος, ὅπως ἦτο μόνιμος ὁ κανονισμός, τὸν ὁποῖον ἔχει νομοθετήσει τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τοῦ 1878, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ δυνάμει ἀδείας τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλά, πλὴν τοῦ μονίμου τούτου κανονισμοῦ, ἐψηφίσθη πρὸ μικροῦ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν, ὁ ὁποῖος ἐκτάκτως ἐκανόνισεν ἄλλως τὰ περὶ τῆς φορολογίας τῶν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγομένων ἐπιτηδευμάτων. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἄρθρον 8, εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτως: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 ἰσχύει ἀφοῦ παύσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ εἰσφορῶν νόμου». Δὲν περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅταν συνετάσσετο δὲν εἶχε ψηφισθῆ ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ τὸ ὡς 8 προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, προσόδων καὶ μισθῶν. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει τροποποιηθῆ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34, διότι θέλει καταργηθῆ καὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἐτησίου νόμου, τοῦ κανονίζοντος τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ.)