1885.11.07
2.191 στίχοι · 17.133 λέξεις · 125 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 7 Νοεμβρίου 1885.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βώλου ἐζήτησε χθὲς νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λευκολίθου, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος χθὲς ἐνταῦθα. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τούτου νὰ λάβω σήμερον πληροφορίας παρὰ τοῦ οἰκείου Τμήματος. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μοὶ προσήγαγεν ὁ ἁρμόδιος Εἰσηγητής, παρετήρησα, ὅτι οὗτος εἶχε συνεχίσει ἐνέργειαν, διακοπεῖσαν ἀπὸ τοῦ 1873 καὶ ἐπαναληφθεῖσαν κατὰ τὸ 1883, ἐξακολουθήσασαν δὲ μέχρι Μαρτίου 1885· ὑπέβαλε δὲ εἰς τὴν ὑπογραφήν μου καὶ ἓν ἔγγραφον τῆς 21 Αὐγούστου ε. ἔτους, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει), δι’ οὗ ἐζητήθη ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Μεταλλείων πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἐκτάσεως τῶν ὁρίων, τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὀρυχείων. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησε τῇ 23 Αὐγούστου 1885, ὅτι διέταξε τὸν Ὀρυκτολόγον Ἀθανάσιον Λίβαν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Συνεπείᾳ τῆς εἰδοποιήσεως ταύτης ἡ ὑπηρεσία ὑπέβαλεν εἰς τὴν ὑπογραφήν μου τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα πρὸς τὸν Νομάρχην Εὐβοίας, φέρον χρονολογίαν 3 Σεπτεμβρίου ε. ἔτους (ἀναγινώσκει), δι’ οὗ παρηγγέλθη ὁ Νομάρχης νὰ χορηγήσῃ συνδρομὴν εἰς τὸν Ὀρυκτολόγον καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ παρευρεθῶσιν. Οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἔλαβον ἀκριβῆ γνῶσιν μέχρι τοῦδε, προκειμένου περὶ προπαρασκευαστικῆς ἐνεργείας, καὶ διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν μοὶ εἰσήγαγε τὴν ὑπόθεσιν πρὸς μελέτην καὶ ὁριστικὴν ἀπόφασιν, εἴτε ὡς μὴ μορφώσασα πεποίθησιν περὶ αὐτῆς, εἴτε ὡς μὴ ἐργασθεῖσα ἐπ’ αὐτῆς. Σήμερον λαμβάνω πρώτην φορὰν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα καὶ θὰ μνημονεύσω. Εἰς τὸν φάκελλον αὐτὸν, ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὀρυκτολόγου, εἶναι καὶ διάφορα δικαστικὰ ἔγγραφα, κοινοποιηθέντα τὰ μὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὰ δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διαβιβασθέντα παρ’ αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχει καὶ τρίτον ἔγγραφον, φέρον τὴν ὑπογραφήν μου, διὰ τοῦ ὁποίου προσκαλεῖται ὁ Νομάρχης Εὐβοίας νὰ ἐπισυνάψῃ εἰς τὴν ἐπιστρεφομένην ἀναφοράν του τῆς 18 Ὀκτωβρίου ε. ἔτους τὰς μὴ ἐπισυναφθείσας ἐκ παραδρομῆς ἀναφορὰς καὶ ἐνστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, περὶ ὧν πραγματεύεται ἡ ἀναφορά του αὕτη, τῆς ὁποίας καὶ αὐτῆς λαμβάνω γνῶσιν σήμερον. Συγχρόνως ἐν τῷ φακέλλῳ αὐτῷ ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀναφερόμενον εἰς προγενέστερον ἔγγραφον αὐτοῦ τῆς 5 Φεβρουαρίου 1885, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς 1 Φεβρουαρίου 1885, διὰ τοῦ ὁποίου τελευταίου ἐγγράφου ὑπὸ χρονολογίαν 24 7βρίου ἐ. ἔτους κοινοποιεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου κ. Ἀντωνοπούλου, ἀφορῶσαν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Καὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν πρώτην φορὰν ἔλαβον γνῶσιν σήμερον, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μοὶ εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις, διὰ νὰ μελετήσω ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα προχείρως εἶχε καὶ μοὶ παρέδωκεν ὁ Εἰσηγητὴς, ἔχω καὶ ὀγκώδη τινὰ φάκελλον δεδεμένον εἰσέτι, ἀποσταλέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον οὔτε κἂν ἔλυσεν, ὅπως μοὶ εἶπεν ὁ Εἰσηγητὴς, διὰ νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν ἐσκόπει νὰ ἐνεργήσῃ τι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Τὸν φάκελλον αὐτὸν ἀναμένω νὰ μοὶ στείλῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μετὰ συνοπτικῆς ἐκθέσεώς του, ἐν ᾗ ἐκτίθεται τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο χθὲς λόγος ἐνταῦθα. Σήμερον μὲ ἐπληροφόρησε φίλος μού τις, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἀναθέσει τὴν ἰδιαιτέραν ἀλληλογραφίαν μου, ὅτι μεταξὺ τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπιστολῶν ὑπάρχει καὶ ἐπιστολὴ τις τοῦ κ. Βουδούρη βουλευτοῦ Χαλκίδος, ἀφορῶσα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν εἶχον ἀναγνώσει, εἶχεν ὅμως ἀναγνώσει αὐτὸς ἔκτοτε καὶ μοὶ εἶπε τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τότε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν οὔτε ἐμελέτησα, οὔτε συνεζήτησα, οὔτε εἶχον ἀντιληφθῆ, δὲν ἐτήρησα εἰς τὴν μνήμην μου τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Σήμερον ἐπανέφερεν εἰς τὴν μνήμην μου τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ὁ ἐπιτετραμμένος τὰ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἀλληλογραφίας, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιστολὴ ἀναφέρει γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλουν δυσαρεστήσει τὸν κ. Βουδούρην, ἂν γίνωσι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω πρέπον νὰ καταθέσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὄχι διὰ νὰ προσβάλω τὸν κ. Βουδούρην, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἐκτίθεται ἐν λεπτομερείᾳ ἡ ὑπόθεσις, ἐπικαλουμένου τοῦ κ. Βουδούρη τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου νὰ μὴ συμβῇ τι ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς προκύπτει ἡ περὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἄγνοια ἐμοῦ.
§2ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον· δὲν πρέπει νὰ καταθέσητε ξένην ἐπιστολὴν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ γράψαντος αὐτήν.
§3ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βαλτινοῦ, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ὀρθὴν, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀποσύρω ἀπὸ τὸν φάκελλον τὴν ἐπιστολὴν ταύτην. Μετ’ ὀλίγον θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελλος τῶν ἐγγράφων, τῶν δεδεμένων διὰ σπάγκου εἰσέτι, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀγκωδέστατος, ὡς μοὶ εἶπεν ὁ κατὰ πάντα λόγον ἀξιόπιστος Εἰσηγητὴς τοῦ οἰκείου Τμήματος κ. Βάρβογλης, καὶ ἡ συνοπτικὴ ἔκθεσις αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθησαν καὶ χθὲς περὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 800,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, δηλαδὴ εἰς τὴν πληρωμὴν παρὰ τῶν ἁρμοδίων τοῦ ποσοῦ τῶν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας κατατεθεισῶν 800,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατετέθη εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας περὶ τὰ τέλη τοῦ Σεπτεμβρίου τότε ὁ Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον (ἀναγινώσκει), δι’ οὗ παρεκαλεῖτο τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ν’ ἀναβάλῃ τὴν κατάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ πᾶσαν ἄλλην χρῆσιν αὐτοῦ μέχρι νεωτέρας συνεννοήσεως. Μετὰ τοῦτο ἀπηύθυνε καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁ αὐτὸς Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων τὸ ἑξῆς ἔγγραφον (ἀναγινώσκει), δι’ οὗ παρεκαλεῖτο νὰ μὴ διαθέσῃ τὰ χρήματα τῶν 800,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ καταθέσῃ εἰς αὐτὴν τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, μέχρις οὗ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως αὐτῶν κλπ. ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπήντησε τὴν ἐπιοῦσαν, ἤτοι τὴν 1 Ὀκτωβρίου διὰ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ αὐτῆς κ. Καλλιγᾶ, ὅτι ἐκ τῶν κατατεθεισῶν δραχμῶν 820,000 εἶχε πληρώσει εἰς διαφόρους δικαιούχους, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἐπιταγῶν τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης 660,000 δραχμῶν περίπου καὶ ὑπελείποντο εἰσέτι πρὸς διάθεσιν 160,000 δραχμῶν περίπου, τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς δικαιούχους, ἂν τοιοῦτοι προσέλθωσι καὶ ζητήσωσιν αὐτά (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον). Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα οὐδόλως ἀνεμίχθησαν, οὔτε ἠδύναντο νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ τῆς πληρωμῆς τῶν καταβληθέντων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν χρημάτων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 100,000 διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, ἐὰν παρασταθῇ ἀνάγκη ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου τοῦ 1881 περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος διὰ τὴν κατασκευὴν ἐν τῷ Δήμῳ Ἐράνης ὑδραγωγείου ἐπὶ τέσσαρα προσέτι ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς διὰ τοῦ Νόμου τούτου ὁρισθείσης προθεσμίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ χθὲς ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῆς Μονῆς Γαλατάκη.
§5ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ προαγορεύσας, δὲν ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836· ὅτι δὲ δὲν ἀντίκειται, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ὑπάρξεως πολλῶν προηγουμένων τοιούτων, ὡς π. χ. τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας, τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου κλπ.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ νόμου.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λαχεῖον ὑπὲρ τῆς ἀνεγέρσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου.
§9ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ νόμου.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ νόμου βεβαίως.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ταῦτα συνεστήθησαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ὅτι ὁ Δικαστικὸς σύμβουλος, ἐρωτηθεὶς, δὲν ἐγνωμάτευσεν ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ συστηθῇ τοιοῦτον λαχεῖον. Τώρα βεβαίως, ὅτε δίδεται αὐτὴ ἡ ἀφορμή, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτως, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ φέρω τὴν δέουσαν διόρθωσιν, ἀνομολογῶν τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν τυχὸν περιέπεσα, ἐὰν πραγματικῶς περιέπεσα εἰς τοιαύτην.
§12ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἄλλοτε ἐξέδωκα ἓν Διάταγμα, δι’ οὗ ἐσυστήθη λαχεῖον, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν ἐξεδόθη διὰ Διατάγματος ἕτερον λαχεῖον χρηματικὸν, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει λαχεῖον μόνον ἐπὶ πραγμάτων, καὶ ἀπαιτεῖ, ὅπως τὸ πρᾶγμα ἐκτιμᾶται καὶ μὴ ἐκτίθηται εἰς λαχεῖον διὰ ποσὸν ἀνώτερον. Ἐνταῦθα ἔχομεν λαχεῖον περὶ χρημάτων, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ἔχομεν καὶ τὸ λαχεῖον ἀντὶ ποσοῦ μεγαλειτέρου τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλουν διατίθεσθαι εἰς λαχνούς. Ἑπομένως κατὰ δύο τινὰ παραβιάζει τὸν νόμον. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα φέρω ὑπὸ συζήτησιν τὰ τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ἄλλως τε τὸ Διάταγμα οὐδὲ κἂν ἔφθασε νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ ὑποβληθῇ νόμος. Ἐὰν ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ λαχείου καὶ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, θέλω ἀντιστῆ εἰς αὐτὸ, διότι εἶμαι ἐν γένει ἐναντίος τῶν λαχείων τῶν χρηματικῶν.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ μόνη νομοθετικὴ πρᾶξις, ἥτις ὑπάρχει καὶ κανονίζει τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν λαχείων ἐν τῇ Ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ, εἶναι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836. Ὀνομάζω τοῦτο νομοθετικὴν πρᾶξιν, διότι κανονίζει ὕλην δεομένην τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἶχεν ἡ πρᾶξις αὕτη ἐκπορευθῆ ἐκ μόνου τοῦ Βασιλέως, διότι τότε ὁ Βασιλεὺς διεχειρίζετο καὶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν· καὶ μολονότι ὑπῆρχον διατάξεις, καθ’ ἃς ὁ Βασιλεὺς ἔπρεπεν, ὁσάκις διεχειρίζετο τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, νὰ τηρῇ ὡρισμένους τύπους, ἤτοι νὰ ἀκούῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μολαταῦτα ὑπάρχουσιν ἐκδεδομένα κατὰ τὴν πρώτην ἐκείνην περίοδον μέχρι τοῦ 1843 διάφορα Βασιλικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν εἰρημένων τύπων, τὰ ὁποῖα ὅμως κανονίζουσιν ὕλην, ἥτις δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ ἄνευ νόμου, καὶ τὰ ὁποῖα διὰ τοῦτο θεωροῦνται ἔχοντα ἰσχὺν νόμου. Ἡ μνημονευθεῖσα πρᾶξις τοῦ Νομοθέτου τοῦ 1836, ἤτοι τὸ Β. Διάταγμα περὶ λαχείων, εἶναι κηλὶς εἰς τὴν Νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἥτις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἰδίως περὶ τῆς πρὸ τοῦ 1843 ἐκδοθείσης, ὅτι ἀποτελεῖ μνημεῖον τῆς πολιτικῆς ἐκείνης περιόδου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κινῇ τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς ἐκείνους οἵτινες διεχειρίζοντο τότε τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Εἶπον ὅτι εἶναι κηλὶς, διότι νομίζω ὅτι τὰ λαχεῖα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ δι’ οὐδεμίαν ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται. Τὸ Διάταγμα ὅμως τοῦ 1836 ἐπιτρέπει τὰ λαχεῖα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Ἡμεῖς αὐτοὶ πρὸ ὀλίγου καιροῦ αἴτησιν εἰσαχθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν Μεσσηνίας περὶ ἐγκρίσεως λαχείου πρὸς ἀνοικοδόμησιν Μονῆς τινος ἐμπρησθείσης, δὲν ἀπεδέχθημεν· διότι ὁρμώμεθα ἐκ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα. Ἤθελέ τις ἀνεχθῆ τὰ λαχεῖα οὐχὶ ἁπλῶς διὰ κοινωφελῆ τινα λόγον, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ σύστασις τοῦ λαχείου ἢ ὁ συνδυασμὸς τοῦ λαχείου μετὰ τινος ἄλλης πράξεως ἤθελε χρησιμεύει πρὸς ἐξυπηρέτησιν μεγάλου σκοποῦ τοῦ Κράτους. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ἐπέτρεψε τὰ λαχεῖα εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Διατάγματος ἐπηρεάσθη πολὺ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Διάταγμα ἐπέτρεψεν εἰς εἰδικὰς περιστάσεις τὴν σύστασιν λαχείων. Τὸ Διάταγμα ἀπῄτησε σκοπὸν κοινωφελῆ, σκοπὸν ἀγαθοεργόν. Οἱ ἐκτελέσαντες ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ Διάταγμα μέχρι τοῦδε ἀνεζήτησαν νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς κοινωφελής, καὶ εὐθὺς ὡς ἐβεβαιοῦντο, ὅτι ὑπάρχει, δὲν προσεῖχον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους περιορισμοὺς τοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἐπέτρεπον τὰ λαχεῖα. Πολλάκις μάλιστα δὲν ὑπῆρχε σκοπὸς κοινωφελὴς καὶ ἐδημιούργησαν παρεμπίπτοντα καὶ πλάγιον σκοπὸν κοινωφελῆ διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν σύστασιν τοῦ λαχείου. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Διάταγμα περὶ λαχείων· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ διὰ τοῦ τελευταίου Διατάγματος γενομένη ἐφαρμογὴ τῆς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ὑπαρχούσης μοναδικῆς διατάξεως τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 δὲν εἶναι καινοφανής τις ἑρμηνεία τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, ἀλλ’ εἶναι ἐξακολούθησις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836, ἥτις οὕτως ἐγίνετο ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος μέχρι τοῦδε. Ἑπομένως δὲν εἶναι παράξενον, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξακολουθῶν τὴν αὐτὴν παράδοσιν τῆς ὑπηρεσίας, προεκάλεσε τὸ Διάταγμα τοῦτο· νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νομοθετικῶς νὰ μεταβληθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ ἰσχύουσαι, καὶ νὰ ἀπαγορευθῶσιν ἐν γένει τὰ λαχεῖα, πλὴν μόνης τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σύστασις τοῦ λαχείου, ἢ ὁ συνδυασμὸς τοῦ λαχείου μετ’ ἄλλης πράξεως, ἐξυπηρετεῖ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§15ΧΟΪΔΑΣ. Τί φρονεῖτε τώρα περὶ αὐτοῦ τοῦ Διτάγματος;
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον, ὅτι θὰ ἔλθῃ νόμος νὰ κανονίσῃ τὰ κατὰ τὰ λαχεῖα.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τῶν ῥηθέντων, ὅτι ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τὴν γνώμην μας, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ἀποτελοῦν διάταξιν νόμου, παραβιάζεται διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐν τῷ χθεσινῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντος, ἑπομένως τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι εἶναι ἄκυρον. Ἐὰν τυχὸν καὶ ἄλλα ὅμοια Διατάγματα ἐξεδόθησαν πρότερον, ὡς ἐῤῥέθη, ὅτι ἐξεδόθησαν, τὰ Διατάγματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ λαχεῖα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἄνευ νόμου, ὅπερ ἀγνοῶ, τοῦτο κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Ἡ ἔννοια τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836 εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολιῶν. Ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην περὶ λαχείου ἄδειαν, δέον νὰ ἀφορᾷ αὕτη εἰς πράγματα οὐχὶ εἰς χρήματα καὶ δέον τὸ πρᾶγμα νὰ ἐκτιμηθῇ ἀκριβῶς εἰς ἀξίαν ἴσην τῆς τοῦ συνόλου τῶν λαχνῶν τοῦ λαχείου. Ἀμφότερα ταῦτα δὲν παρουσιάζονται εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ χθὲς ἐκδοθὲν, ἑπομένως τοῦτο εἶναι ἄκυρον.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφερον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, γίνῃ ἀποδεκτή, θέλομεν ἔχει συνεπείας, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν. Ὑπάρχουσι λαχεῖα, συστηθέντα καὶ ἐκδοθέντα δυνάμει Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836. Τινὰ τῶν λαχείων τούτων συνεστήθησαν καὶ ἐλειτούργησαν, καὶ ἐπερατώθησαν, καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἴχνος οὐδέν· ὑπάρχουσιν ὅμως λαχεῖα, τὰ ὁποῖα περιοδικῶς λειτουργοῦσι, καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ λαχεῖον ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἐὰν τώρα ἡ Βουλὴ σταματήσῃ ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Διατάγματος καὶ ἀποφανθῇ ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἄκυρον, πρέπει συγχρόνως νὰ κηρύξῃ ἄκυρα καὶ πάντα τὰ ἄλλα Διατάγματα, καὶ ἐπειδή τινα τούτων λειτουργοῦσιν εἰσέτι, πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία αὐτῶν. Ἡμεῖς, ἐξετάζοντες τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μόνην περὶ λαχείων Νομοθεσίαν, ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ὅλα τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθέντα περὶ λαχείων Διατάγματα δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἑπομένως καὶ τὸ τελευταῖον Διάταγμα περὶ συστάσεως λαχείου ὑπὲρ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Τήνου εἶναι ὅμοιον μὲ πάντα τὰ ἄλλα προεκδοθέντα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε σταματήσει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι ἄκυρον, ἤθελε πράξει πρᾶξιν ἐντελῶς προσωπικὴν, διότι ἤθελε ἀνεχθῆ πάντα τ’ ἄλλα μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπισχνούμεθα, εἶναι, ὅτι θέλομεν φέρει νόμον περὶ λαχείων, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲ τὸ Διάταγμα τοῦτο θέλει ἐκτελεσθῆ, διότι θέλει ὑπαχθῆ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Πρέπει νὰ σᾶς ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχετε νὰ ἐκφράσητε εὐγνωμοσύνην, διότι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἐξεφράσαμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπὶ τοῦ Διατάγματος τούτου· δὲν ἐπράξαμεν δὲ ἄλλο ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο· διότι, ἐὰν ἡμεῖς εἴμεθα σήμερον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτε προεκλήθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ λαχείων, πρὸ ἡμῶν ἦσαν ἄλλοι, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ὅμοια Διατάγματα περὶ λαχείων, οὐδεὶς δέ ποτε ἐπρότεινε νὰ ἀκυρωθῶσι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα.
§21ΧΟΪΔΑΣ. Ἔσφαλαν ὅλοι.
§22Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἀληθῶς ὁ νόμος λέγει ἐν ἄρθρῳ 1 αὐτοῦ, ὅτι ἐκκυβεύονται «πράγματα», καὶ εἰς τὴν λέξιν «πράγματα» ἐδυσκολεύθησάν τινες νὰ περιλάβωσι καὶ τὰ χρήματα, διότι νομίζουσι περιέργως πως, ὅτι τὰ χρήματα δὲν εἶναι πράγματα. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι στοιχειωδέστατον δι’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεμυημένοι εἰς τὰ τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Ἐὰν ὁ νόμος ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἐκτιθεμένου εἰς λαχεῖον ἀντικειμένου, δὲν ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ τὰ χρήματα εἶναι δυνάμει τοῦ νόμου ἐκτετιμημένα καὶ δὲν δύνανται ἐκ νέου νὰ ἐκτιμηθοῦν, δὲν ἕπεται ὅτι ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τῆς ἐν λόγῳ νομοθεσίας τὰ χρήματα εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ λαχείου. Τὸ κύριον δὲν εἶναι ἡ ἐκτίμησις, ἀλλ’ ὁ κοινωφελὴς σκοπὸς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δίδει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκρίνῃ σύστασιν λαχείου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου κοινωφελέστατος εἶναι ὁ σκοπός. Ἐὰν δὲν ἦναι τοιοῦτος, ἡ κατασκευὴ λιμένος ἐν Τήνῳ, ἔνθα περιοδικῶς συῤῥέει ἐκ τῆς Ἀνατολῆς τοσοῦτος Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς, πρέπει νὰ κοπιάσῃ τις πολὺ, διὰ νὰ εὕρῃ εἰς τοὺς γενικοὺς σκοποὺς ἄλλα στοιχεῖα κοινῆς ὠφελείας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὀρθῶς ἐξεδόθη κατὰ τὸν νόμον τὸ Διάταγμα. Ἐὰν δὲ πρέπῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐμποδισθοῦν τὰ λαχεῖα, περὶ τούτου θὰ σκεφθῶμεν ἐν καιρῷ.
§23ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν τοῦ ἁρμοδίου τμήματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ μεταλλείων. Θέλει τυπωθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλλε τροπολογίαν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Παλάσκας δι’ ἐγγράφου του ἐπερωτήσεως συνιστᾷ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν, ἕνεκα τῆς πυρκαϊᾶς· ἑπομένως παρακαλῶ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περί τινος ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον 18 ἤδη ἔτη λειτουργεῖ ἐν τῷ Κράτει. Βεβαίως ἡ ὑπόθεσις δὲν προσήκει ν’ ἀπασχολήσῃ κατὰ τοὺς παρόντας καιροὺς τὴν Βουλὴν· ἐπειδὴ ὅμως οἱ διευθύνοντες τὸ ἵδρυμα τοῦτο—καὶ ὁμιλῶ περὶ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων—ἐνεφανίσθησαν εἰς ἐμὲ ἐπανειλημμένως καὶ μοὶ παρέστησαν, ὅτι τὰ κατὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο δὲν ἀκμάζουσι, καὶ ὅτι ἀπειλεῖται νὰ σταματήσῃ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἡ λειτουργία αὐτοῦ ἐπὶ ζημίᾳ προφανεῖ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦσι τὸ Κράτος, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἤθελον ἀναλάβει εὐθύνην, ἐὰν ἠρνούμην νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβάλλω (Ὅρα Παράρτημα).
§26Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Κατόπιν τῶν τελευταίων βροχῶν ἐγένοντο πλημμύραι πολλαὶ εἰς πολλὰ τῆς Ἑλλάδος μέρη, ἰδίᾳ δὲ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἕνεκα τῆς ὑπερχειλίσεως τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ. Καὶ ὑπέστησαν ἀναντιῤῥήτως καὶ ἄλλας πολλὰς ζημίας, ἀλλ’ ἡ ἐπενεχθεῖσα ζημία εἰς τὰ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις ἀγγειοπλαστικὰ καταστήματα ὑπῆρξε σημαντική· διότι καὶ πολλὰ τούτων κατέπεσαν, καὶ ἄλλα διεῤῥάγησαν καὶ ἅπαν σχεδὸν τὸ ὑλικόν, τὸ πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας ταύτης παρεσκευασμένον, παρεσύρθη ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Ἀναγνωρίζων τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, δὲν παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ζητήσω χρηματικὰς συνδρομὰς, ὡς ἔπραξαν ἄλλοι συνάδελφοι διὰ τοὺς ἐκ πυρκαϊᾶς παθόντας, ἀλλὰ θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν πρότασίν τινα, ἧς ἡ ἐπιψήφισις καὶ τοὺς παθόντας θέλει ἀνακουφίσει ἐν τῷ μέλλοντι καὶ εἰς τὸ Δημόσιον θὰ προσπορίσῃ ἱκανὸν ὄφελος, ὅπερ εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις θὰ ᾖ λίαν ἀναγκαῖον. Ἄλλοτε τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα τοῦβλα καὶ κέραμοι ἐπλήρωνον εἰσαγωγικὸν τέλος δραχ. 13 καὶ 50 0|0 κατὰ χιλιάδα, ἀλλὰ τὸ εἰσαγωγικὸν τοῦτο τέλος κατηργήθη, καὶ κατ’ ἐμὲ οὐχὶ ἀδίκως, διότι καὶ αἱ οἰκονομικαὶ τῆς Χώρας περιστάσεις ἦσαν εὐνοϊκώτεραι καὶ τὸ χρῆμα τῶν ἰδιωτῶν ἦτον ἀφθονώτερον, καὶ αἱ ἐργασίαι ἦσαν τοσαῦται ὥστε καὶ τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα τοιαῦτα εἴδη ἐπωλοῦντο καὶ τὰ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας εἶχον ζήτησιν· ἀλλ’ ἤδη οὔτε ἐργασίαι ἐκτελοῦνται, οὔτε χρῆμα ὑπάρχει, οὔτε παραγωγὴ τοῦ εἴδους τούτου ἐν τῷ τόπῳ δύναται νὰ γένηται ἀρκοῦσα μετὰ τὰς γενομένας, ὡς εἶπον, καταστροφὰς καταστημάτων τινῶν καὶ τοῦ παρεσκευασμένου ὑλικοῦ. Ὅθεν τούτου ἕνεκα φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ψηφίζουσα τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Τοῦβλα καὶ κέραμοι ἄνευ ἐπιχρίσματος ὑποβάλλονται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος δραχμῶν 15 κατὰ χιλιάδα».
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ τροπολογία. Μ’ ὅλον τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω εἰς τὸν ἐκ Κέας κύριον βουλευτήν, ὅτι νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χώραν ἐν τῷ εἰσαχθέντι νομοσχεδίῳ περὶ μεταβολῆς τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον Ταμεῖον περιῆλθεν, ἔχει δὲ σκοπὸν κυρίως ταμιευτικόν. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ἐκ Κέας βουλευτὴς προέβαλε, σκοπεῖ τὴν ἐνίσχυσιν ἑνὸς κλάδου τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Προτάσεις ὁμοίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις συγκεντρώσει εἰς τὰ Γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πολλάς· ἐργασία γίνεται πρὸ ἡμερῶν ἤδη, καὶ ἐλπίζω μετὰ 5 ἢ 8 ἡμέρας νὰ δυνηθῶ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ σύστημα τοῦτο καὶ νὰ μελετήσω αὐτό. Θέλω δ’ εἰσαγάγει πρότασιν περὶ μεταβολῶν τοῦ Δασμολογίου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε ἴσως θέλει ἔχει χώραν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κέας.
§28Κ. ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Μετὰ λύπης μου ποιοῦμαι γνωστὸν εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν σκανδαλώδη, ἀλλὰ καὶ κολάσιμον πρᾶξιν ἀξιωματικοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐργαζομένου ἐν τῷ Στρατολογικῷ Γραφείῳ Σπάρτης καὶ ἐκεῖθεν καταγομένου, ἀγρίαν δηλαδὴ ἐπίθεσιν κατὰ φιλησύχου καὶ ἐντίμου οἰκογενειάρχου. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος, ἔχων ἀφορμὴν κατὰ συγχωρίου του τινὸς, ὤθησε στρατιώτας 5 ἢ 6, ἀγνοῶ ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, οἵτινες, ἐνεδρεύσαντες προπαρελθοῦσάν τινα νύκτα, ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ πολίτου τούτου καὶ τὸν ἐξυλοκόπησαν οἰκτρῶς.
§29ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§30ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Βασίλειος Ἀληφεράκης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν περίστασιν ταύτην καὶ οὐ μόνον νὰ τιμωρήσῃ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη, τὸν οὕτω παρεκτραπέντα ἀξιωματικὸν, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν συνεπειῶν μᾶλλον δυσαρέστων, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἐκεῖθεν.
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ αὐτῇ, καὶ παρακαλῶ νὰ ἦναι πλέον παραβέβαιος, ὅτι τὰ διαπραχθέντα, ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας, θέλουσι παραδειγματικῶς τιμωρηθῆ. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ μετακινήσεις τῶν ἀξιωματικῶν δὲν πρέπει νὰ ἦναι συνέπεια τιμωρίας· πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ὁ στρατὸς καὶ τὰ ὑπηρετοῦντα εἰς αὐτὸν ἄτομα, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιδιώκωσι μεταθέσεις, προσφερόμενα ἀνοικείως. Ἐὰν τὰ ἀνακοινωθέντα ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον εἶναι πραγματικὰ — διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐπωφελούμενος τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, ὅτι πολλὰ ἄτομα ἐν τῷ στρατῷ, ἐπιδιώκοντα τὴν ἀλλαγὴν τῆς φρουρᾶς των, ἐξώκειλαν εἰς πράξεις ἀξιομέμπτους — παρατηρῶ ὅτι παρεδέχθην τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ παραβαίνοντες τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους πρέπει νὰ τιμωρῶνται, μένοντες εἰς τὰς αὐτὰς φρουρὰς, διὰ νὰ καταπέσῃ τὸ τοιοῦτον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουν ν’ ἀναγκάζουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοὺς μετακινῇ. Οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἶναι μάρτυρες αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ὅτι ἀξιωματικοὶ πολλοὶ, νομίζοντες, ὅτι θὰ βελτιώσουν τὴν θέσιν των διὰ τῆς μετακινήσεως, φέρονται ἀνοικείως. Εἰς αὐτοὺς δὲν θέλω ἐπιτρέψει μετάθεσιν, ἀλλὰ θέλω τιμωρήσει παραδειγματικῶς, θέτων αὐτοὺς εἰς ἀργίαν.
§32ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§33ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκεῖθεν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἐζήτησα ὡς πρόσθετον ποινὴν, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν ἐνδεχομένων δυστυχημάτων. Ὑπηρετεῖτε ἐν τῷ στρατῷ καὶ γνωρίζετε πρὸ παντὸς ἄλλου τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα ἐντεῦθεν· ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον αὐστηρῶς τιμωρήσῃ τὸν παρεκτραπέντα ἀξιωματικὸν, ἐρωτῶ ὑμᾶς δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἴκοθεν οἱ στρατιῶται, διεκδικοῦντες τὴν δῆθεν προσβληθεῖσαν φιλοτιμίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ αὑτῶν, δὲν θέλουσι προβῆ εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι δυσαρέστους συνεπείας; Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐζήτησα τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ὡς πρόσθετόν τινα ποινὴν, ἀλλὰ πρὸς πρόληψιν λίαν ἐνδεχομένων δυσαρέστων.
§34Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι βουλευταὶ, ὑπέβαλον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν μονογενῶν καὶ τῶν πρωτοτόκων (θόρυβος).
§35ΚΟΡΙΖΗΣ. Ὅλοι θὰ ὑπηρετήσουν, καὶ ἡμεῖς ἀκόμη.
§36ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὲρ διατηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν; αἱ ὁποῖαι ἤδη πάσχουν δεινῶς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνεβλήθη δὶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο παρών. Ἐπειδὴ δὲ ἤδη εἶναι παρὼν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν (θόρυβος).
§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι τὸ πνεῦμα, τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, εἶναι πνεῦμα λίαν εὐγενὲς καὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διανύομεν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν δύναμαι τίποτε ν’ ἀντιλέξω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ μὴ λάβῃ χώραν ἀμέσως, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοιούτου νόμου εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις θὰ ἦναι λίαν πλημμελής. Ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§39ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ ν’ ἀναβάλῃ, δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς αὐτὸς ὁ νόμος παρὰ κατὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§40ΤΟΜΑΝ. Δύο λέξεις, κύριοι, διότι ἐπιμένω μὲ τὸν προαγορεύσαντα ἔντιμον συνάδελφόν μου νὰ συζητηθῇ τώρα. Δὲν ἐξετάζομεν νῦν ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ τὸ παραδεχθῇ ἢ ἐὰν συμφέρῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ συμφέρει νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἡ ἐκκρεμότης βλάπτει καιρίως. Εἶπον καὶ χθές, ὅτι οἱ μὴ προσελθόντες ἐνθαῤῥύνονται ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος, οἱ δὲ προσελθόντες θεωροῦσι τὴν θέσιν αὑτῶν μετέωρον ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἐκ τούτου ψυχραίνονται. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ, βεβαίως τὸ Ἔθνος ὑποβάλλεται εἰς ματαίαν δαπάνην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης πρέπει νὰ λείψῃ καὶ ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἀσχέτως τοῦ ἀποτελέσματος.
§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσε τὴν γνώμην του, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐὰν ψηφισθῇ, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἐνέργειαν παρὰ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἑπομένως δὲν θὰ λειτουργήσῃ παρὰ μετὰ τὴν εἰρήνην· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ πόλεμος, κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ἄχρηστον, καὶ ἂν ἐπιψηφισθῇ τώρα. Ἐγὼ μάλιστα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ καὶ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἵνα ἀποῤῥιφθῇ ἀμέσως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τώρα. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του, τότε τὸ συζητεῖτε.
§43Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Δὲν ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι τόσον σκληρὰ, ὥστε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ, διότι αἱ οἰκογένειαι πάσχουσι.
§44Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πάσχουσι δεινῶς αἱ οἰκογένειαι, ἀλλὰ πάσχει τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Ἓν μόνον θεωρῶ ἀναγκαῖον, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου ἐκ Σύρου, ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως ἐὰν δέχεται ἢ ἀποῤῥίπτῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος συμβαίνει σήμερον μεγάλη βλάβη.
§45Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι ἔδει νὰ μὴ κληθῶσιν ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην κλῆσιν τῶν ἐφέδρων καὶ οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας ὡρισμένοι καὶ οἱ ἀπηλλαγμένοι, καὶ τὸ φρόνημά μου τοῦτο παρετήρησα, ὅτι ἐν μέρει ἀπεδέχθη καὶ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτεπαγγέλτως. Ὅτε δὲ προσεκάλεσε τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς ἐφέδρους τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἐξέδωκε μετὰ τὸ Διάταγμα, τὸ δεχόμενον τὰς ἀπαλλαγὰς, καὶ ὁδηγίας, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια παρηγγέλλοντο νὰ ἐξετάζωσι καὶ δικάζωσι τὰς περὶ αὐτῶν αἰτήσεις. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καλέσῃ εἰς τὰς τάξεις καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας, φρονῶ, ὅτι θέλει εἶναι λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνεδέχθη, ἄν, εἴτε διὰ γενικοῦ μέτρου, εἴτε διὰ μέτρου εἰδικωτέρου, κατὰ κατηγορίας, διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν ἤδη κεκλημένων καὶ ἰδίως ἡ μὴ καταδίωξις τῶν μὴ προσελθόντων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐπειδὴ δὲ ἔρχεται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μετὰ 4 ἢ 5 νομοσχέδια, δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν νὰ προτιμήσωμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ συζητήσωμεν, ἐνῷ μετὰ μικρὸν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποῤῥίψωμεν αὐτήν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητρακάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἐπετείου φορολογικοῦ Νόμου. (Ὅρα Παράρτημα).
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ Νόμου νὰ φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας τῶν διαφόρων Ἐφορειῶν περὶ τοῦ πόσον ἐπωλήθη ἡ ῥητίνη.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ζητοῦνται πληροφορίαι, αἵτινες εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, νὰ στέλλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σημείωσιν αὐτῶν· διότι χθὲς π. χ. ἐζητήθη ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ φέρω σημείωσιν τῶν κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἐκ τοῦ νέου Νόμου περὶ χαρτοσήμου· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν μοὶ ἐστάλη σημείωσις, ἕνεκα τῶν ἀσχολιῶν μου τὸ ἐλησμόνησα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στέλλεται πάντοτε ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ἐκυρώθησαν σήμερον.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιφυλλάσσομαι νὰ φέρω ἔγγραφον τὴν αἴτησιν, διὰ νὰ διευκολύνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τόσας ἐπερωτήσεις. Συντάσσομαι δὲ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος καὶ θέλω ὑποβάλει τὴν παράκλησιν νὰ φέρῃ τὴν σημείωσιν τῆς ῥητίνης κατὰ τὰ τελευταῖα 4 ἔτη οὐ μόνον κατὰ τὰ 3 τὰ μέχρι τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον σχεδὸν εἶχε προφορικῶς ἐκθέσει ἐνταῦθα ὁ πέρυσιν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νὰ φέρῃ σημείωσιν τῶν τιμῶν καὶ κατὰ τὸ 1883, ἵνα κρίνωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νέας φορολογίας τῆς ῥητίνης.
§51ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ τὴν ῥητίνην τῆς Λακεδαίμονος παρακαλῶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου περὶ τῆς ἐφετινῆς καὶ περυσινῆς τιμῆς, διότι δὲν ἔβαλε τὴν ἀληθῆ τιμὴν, ἀλλὰ τὴν τιμὴν τῆς ῥητίνης τῆς Σολυγείας, τῆς πωλουμένης εἰς τὴν Λακεδαίμονα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μεταφερθέντες εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ πρώην στρατῶνος ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται περὶ τῆς διαίτης καὶ τῶν στενοχωριῶν, τὰς ὁποίας ὑποφέρουν. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§53ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῶν καταδίκων. Δὲν εἰμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ δυστυχεῖς οὗτοι ἄνθρωποι, 600 ἢ 700 ἄνδρες, συλλεγχθέντες ἐκεῖ ἀπὸ τέσσαρας διαφόρους φυλακάς· ὑποφέρουσι μαρτύρια ἐκεῖνοι μάλιστα οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ καταστήματος αὐτοῦ.
§54ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὰ ἰσόγαια ἐκεῖνα ἦσαν ἄλλοτε τὰ κτήνη τοῦ ἱππικοῦ· ἤδη αἱ φάτναι ἐκεῖναι μετεβλήθησαν εἰς οἰκήματα καταδίκων. Ἀρκεῖ ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ διατί νὰ στερῶνται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν στεροῦνται οὔτε οἱ ἵπποι, οἵτινες μετεφέρθησαν εἰς καλλίτερον οἴκημα;
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὰ παράπονα καὶ θὰ σπεύσω νὰ φέρω τὴν δυνατὴν θεραπείαν· ἀλλὰ πληροφορῶ ἀπὸ τοῦδε τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸν στρατῶνα τοῦτον δὲν ὑπάρχουν ὑπόγεια δωμάτια, ἰσόγεια ὑπάρχουσιν, ὅπως εἶδον μίαν ἡμέραν ὅπου ἐπῆγα, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἐπισκευή. Ἡ ἐπισκευὴ ἐγένετο μετὰ ἐπανειλημμένα διαγράμματα τῶν μηχανικῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἶναι πλήρης. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψίς τις καὶ ἦναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ, θὰ σπεύσω νὰ φέρω τὴν διόρθωσιν.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ πάντων συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἀραίωσιν, διότι εἶναι πολλοί.
§57ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς ὑπέβαλον ἔγγραφον ἐπερώτησιν καὶ ἐζήτησα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐγένετο ὁ διορισμὸς τοῦ Ἀστυνόμου Λαρίσσης· παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀπαντήσῃ, διότι δὲν εἶνε καλὸν νὰ μένῃ ἄνευ ἀστυνόμου ἡ πόλις Λαρίσσης ἤδη, ὅτε ἐκεῖ ὑπάρχει τόσος πληθυσμός.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα ἀσθενείας δὲν ἤμην ἐδῶ κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τυρνάβου· ἀνέγνωσα ὅμως αὐτὴν εἰς ἐφημερίδας καὶ ἔσπευσα νὰ ἐρωτήσω τὴν ὑπηρεσίαν ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις περὶ διορισμοῦ ἀστυνόμου ἐν Λαρίσσῃ. Ὁ κ. Εὐκλείδης μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Θὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐξέτασιν καὶ, ἂν ὑπάρχῃ, θὰ σπεύσω εἰς τὸν διορισμόν.
§59ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις ἐγένετο πρὸ 4 ἢ 5 μηνῶν.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχω πληροφορίας θετικὰς καὶ αὐθεντικὰς ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐγένετο ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται καὶ ὅτι ἀναβάλλεται ἄνευ λόγου ὁ διορισμὸς τοῦ Ἀστυνόμου πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἐναντίον τοῦ κανόνος, τὸν ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ νῦν Κυβέρνησις καὶ πρώην Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὐθὺς ὡς λάβῃ πρότασιν, θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμόν.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις, οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ γίνῃ ὁ διορισμός.
§62Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Νομάρχην Μεσσηνίας ἂν ὦσιν ἀληθῆ ὅσα διὰ τοῦ χθεσινοῦ τηλεγραφήτος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, διαθρυλλοῦνται ἐκεῖθεν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἐπαρχίας Καλαμῶν. Ἐλέχθη, ὅτι κατεστράφη τὸ χωρίον Μικρομάνη ἐκ τῆς πλημμύρας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν—ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω πίστιν εἰς τὸ τηλεγράφημα—νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν ἦνε ἀληθῆ ὅσα τὸ τηλεγράφημα ἐκθέτει· διότι θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ τηλεγράφημα συνετάχθη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουν συμφέρον νὰ ὑβρίζουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συνέβη τι ἐκ θεομηνίας εἰς τὸ χωρίον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτής, τί πταίουν οἱ ἀντιπρόσωποι; Τί δύνανται νὰ πράξουν καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν; Μ’ ὅλα ταῦτα ἵνα ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ, θὰ τηλεγραφήσω τῷ κ. Νομάρχῃ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς κτηνῶν, σιτηρῶν, ἀλεύρων, ἄλλων τροφίμων καὶ εἰδῶν ὁπλισμοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἅλατος.
§66ΑΘ. ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἅλατος στενῶς συνδέεται πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν περὶ παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς ἑταιρίαν, πρὸς δὲ τούτοις καὶ περὶ παραχωρήσεως εἰς αὐτὴν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν. Διὰ τοῦτο θέλω συζητήσει περὶ τοῦ πρώτου ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἀφορῶσαν οὐ μόνον εἰς τὸ ἅλας ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πετρέλαιον αὐτό.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου νὰ συζητήσητε σήμερον περὶ τῆς συμβάσεως;
§68ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Δὲν θὰ κρίνω περὶ ὅλης τῆς συμβάσεως· ἀλλ’ ἐν τῷ 3 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ γνώμη μου θέλει στηριχθῆ, ὅταν ἐκθέσω τοὺς λόγους αὐτῆς, λόγους ἀνευρισκομένους ἐν τῇ ἀναλύσει τῶν βάσεων αὐτῶν τῆς συμβάσεως. Διὰ τοῦτο θέλω περιορισθῆ ἐν τῇ σχέσει τοῦ 3 μόνον ἄρθρου πρὸς τὴν σύμβασιν. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ περὶ ἅλατος καὶ πετρελαίου σύμβασις, κατέστη γνωστὴ ἐνταῦθα καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπ’ αὐτῆς, ὅτι διὰ τοῦ μονοπωλίου ἐν γένει ἐνθαῤῥύνεται τὸ λαθρεμπόριον, ἐπέρχεται ἡ ἐν τῷ ἐμπορίῳ ἀνισότης· χαίρω πολὺ διὰ τὴν γνώμην, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει περὶ μονοπωλίου· ἐγὼ προσθέτω, ὅτι συστήματα, εἰσάγοντα προσωπικὰ προνόμια διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ μονοπωλίου εἰς ἑταιρίας, ἀντίκεινται καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς γενικωτέρας νομοθεσίας ἡμῶν· συστήματα ἐπιβάλλοντα ποινὰς βαρείας δι’ ἐγκλήματα τεχνικὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, δι’ ἐγκλήματα, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ἡ συναίσθησις αὐτῶν, προσβάλλουσι καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν καὶ εἶναι ἄδικα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιούτων ἐμπνεομένη ἀρχῶν ὡς πρὸς τὴν φύσιν τοῦ μονοπωλίου, ἐνόμισε δεδικαιολογημένην τὴν ἐξαίρεσιν ἐκ τῶν ἀρχῶν αὐτῆς, ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ γενικοὶ λόγοι περὶ μονοπωλίου δὲν ἰσχύουσι καὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Δὲν φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις τὸ λαθρεμπόριον τῶν εἰδῶν αὐτῶν, ὅταν εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸ μονοπώλιον, μάλιστα φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτοῦ θέλει καταπαύσει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω διάφορον γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεθύμου τὸν κανόνα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Τὸ λαθρεμπόριον δὲν θὰ παύσῃ τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, καὶ ὅταν ταῦτα ὑφίστανται ὑπὸ μονοπώλιον καὶ μάλιστα βαρύ· χθὲς ἔτι ἀνέγνων ὅτι ἐν Σίφνῳ συνελήφθη ποσότης λαθρεμπορίου πετρελαίου. Φρονῶ μάλιστα, ὅτι μετὰ τὸ μονοπώλιον τὸ λαθρεμπόριον τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος θὰ ὑφίσταται εἰς ἀνώτερον μάλιστα βαθμὸν, διότι θὰ διαπράττηται εὐχερέστερον καὶ παρ’ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ. Ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν ἐπεβάλομεν φόρους βαρεῖς καὶ θὰ ἐπιβάλωμεν δασμοὺς καὶ ἐπὶ ἄλλων προϊόντων, ἀλλ’ ἰδίως ἐπὶ τῶν ἀποικιακῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς ἐπιβολῆς βαρυτάτων δασμῶν ἐξεγείρεται τὸ φάσμα τοῦ λαθρεμπορίου ἀπειλητικώτερον καὶ ἀντὶ πλειοτέρων ἐσόδων τοῦ Κράτους, διὰ τῶν βαρέων δασμῶν κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ἐλαττούμενα καὶ τὰ ὑπάρχοντα. Ἀντὶ νὰ θεωρῶμεν ὅτι τὸν κίνδυνον αὐτὸν παρακάμπτομεν διὰ τῶν μονοπωλίων ἐπὶ εἰδῶν τινων, τὰ ὁποῖα βαθμηδὸν δύνανται ν’ αὐξάνωσι καὶ μάλιστα μονοπωλίων, παρεχομένων εἰς ἑταιρίας διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν φυσικῶν ἐμπόρων καὶ τῆς δημιουργίας προνομιούχου τάξεως, ἀντὶ διὰ τῶν τοιούτου εἴδους μάλιστα μονοπωλίων νὰ ἐξασθενῶμεν τὴν κοινωνικὴν δύναμιν τοῦ ἀτόμου καὶ ἐπαυξάνωμεν δι’ αὐτῶν τὴν ἰσχὺν τῶν κεφαλαίων τεχνικῶς, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ σκεφθῶμεν ἰδίως πῶς δυνάμεθα νὰ καταπολεμήσωμεν τὸ λαθρεμπόριον αὐτὸ, πῶς δυνάμεθα διὰ τῶν συνήθων φορολογικῶν μέσων νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐξασφαλίζοντες τῷ Δημοσίῳ ταμείῳ καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ποσὸν τῶν πραγματικῶν ἐσόδων. Τελευταῖον εἰσήχθη τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου καὶ ἤδη προτείνεται ἡ ἐνίσχυσις αὐτοῦ καὶ ἡ παραχώρησίς του εἰς ἑταιρίαν. Πάντοτε ἤμην τῆς γνώμης, καὶ διὰ τοῦ χρόνου ἐνισχύεται αὕτη, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἐν Ἑλλάδι αἰτίαν ἔχει τὴν ἔνοχον ἀνοχὴν τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν αὐτοῦ. Ἐὰν κατορθωθῇ, ὥστε οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξίν του καὶ θέλοντες νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀνεχθῶσιν αὐτὸ, ἅτε μὴ δυνάμενοι ἐξ αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῶσί τι, ἐὰν κατορθωθῇ ὥστε οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξίν του μόνον ἐκ τῆς καταδιώξεώς του νὰ προσδοκῶσιν ὠφέλειαν, τὸ λαθρεμπόριον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ ὑποστῇ τὸν συναγωνισμὸν τῆς καταδιώξεως. Καὶ ἂν δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τῶν προσώπων, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν, νὰ διορθώσωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην, δυνάμεθα διὰ τῶν πραγμάτων, διὰ καταλλήλου νομοθεσίας ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῆς συνεννοήσεως τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς ἐμπόρους. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὁρμώμενος ὁ πολύκλαυστος φίλος μου, ὁ ἀείμνηστος Ἐπαμεινώνδας Δεληγεώργης, ἐπροκάλεσε τὸν κατὰ τὸ 1877 ΧΙΣΤʹ γνωστὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτίθετο φραγμὸς εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Ἤδη, ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἐν συνεννοήσει τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου πρὸς τοὺς ἐμπόρους συντάσσονται τό τε δηλωτικὸν καὶ ἡ διασάφησις. Ὅταν διὰ καταλλήλου νόμου δυνηθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔχωμεν τὸ δηλωτικὸν τῶν ἐμπορευμάτων ἐν τῷ πλοίῳ, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἐν γνώσει τοῦ δηλωτικοῦ καὶ τῆς φορτωτικῆς πρὸ τοῦ κατάπλου τοῦ πλοίου ἐν τῷ προωρισμένῳ λιμένι, ἐλλείπει τότε ὁ κίνδυνος τῆς συνεννοήσεως πρὸς μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ὁποίας συμβαίνουσι τὰ 9|10 τῶν λαθρεμπορίων παρ’ ἡμῖν. Καὶ ὅταν οὕτω ἐξασφαλίσωμεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῶν λαθρεμπορίων, τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ μονοπωλίου, οὐδὲ τὴν προτεινομένην ἐνίσχυσιν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου· διότι ὁ ἁπλοῦς δασμὸς ἐπ’ αὐτοῦ θ’ ἀποφέρῃ πλειότερον ποσὸν παρ’ ὅσον ἐλπίζομεν νὰ ἔχωμεν διὰ τοῦ μονοπωλίου καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ ζημιῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας· τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην βαρυτάτων δασμῶν, διότι θὰ αὐξήσωσι τεραστίως τὰ Δημόσια ἔσοδα διὰ τῶν ὑπαρχόντων, ἢ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀνάγκην βαρυτέρων, θὰ ὦμεν τοὐλάχιστον βέβαιοι, ὅτι θὰ εἰσπράττωμεν τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη. Ἔκτοτε ἐλυπήθην διὰ τὴν κατάργησιν ταύτην καὶ παρακολουθῶν τὰ πράγματα, κατεῖδον ἀμέσως τὴν μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ἐπαύξησιν τῶν λαθρεμπορίων. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τοὺς λόγους τῆς καταργήσεως. Ἐσυμβουλεύθην πρὸ μικροῦ ἐγὼ αὐτὸς τὸ Τελωνιακὸν Τμῆμα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἐπείσθην, ὅτι οὐδεὶς σπουδαῖος λόγος καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπῆρχεν. Ἡ ὑπηρεσία ἦτο τῆς γνώμης, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἔπρεπε νὰ ἰσχύωσι διὰ τὴν ἱστιοφόρον ναυτιλίαν, παρέστησε δὲ τὰς δυσχερείας ὡς πρὸς μόνην τὴν ἀτμοκίνητον. Ὁ σπουδαιότερος λόγος τῆς καταργήσεως φαίνεται ἡ τοῦ χρόνου ἀπώλεια διὰ τὸν πλοίαρχον πρὸς σύνταξιν τοῦ δηλωτικοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦτον τὸν λόγον θεωρεῖ ὁπωσδήποτε σπουδαῖον μόνον διὰ τὴν ἀτμοκίνητον, ὡς εἶπον, ναυτιλίαν· ἀλλ’ ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ χρόνου, κύριοι, πρὸς σύνταξιν ἑνὸς δηλωτικοῦ εἶναι ἐλαχίστη. Καὶ ἂν ὅμως παρεῖχε πράγματι ἐν τῷ συνόλῳ κοινωνικὴν ζημίαν μικρὰν ἕνεκα τῆς ἀπωλείας ταύτης τοῦ χρόνου, ἔπρεπε νὰ κρίνωμεν ταύτην ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὠφελείας, τὰς παρεχομένας ἕνεκεν αὐτῆς. Οὕτω δ’ ἐκτιμῶντες τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, θὰ ἐπειθόμεθα, ὅτι αὕτη εἰς οὐδὲν ἔπρεπε νὰ λογισθῇ, διότι τὸ ἀντίστοιχον αὐτῆς θὰ ἦτο ἡ κατάπαυσις τοῦ λαθρεμπορίου, τῆς σπουδαίας ταύτης πληγῆς τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Πράγματι διὰ τὴν ἀτμοκίνητον ναυτιλίαν θὰ ἦτο πως οὐσιωδέστερος ὁ λόγος τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ οὐδόλως, φρονῶ, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ὁ διάφορος τῶν ἐργασιῶν ὀργανισμὸς τῆς ἀτμοκινήτου ναυτιλίας. Θὰ ἦτο πράγματι οὐσιώδης ἡ ἀπώλεια χρόνου τοῦ πλοιάρχου ἀτμοκινήτου, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁρίζηται ἐπακριβῶς ὁ χρόνος τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεώς του εἰς ἕκαστον λιμένα· ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι τῆς φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως τῶν ἀτμοπλοίων δὲν διενεργοῦνται ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου αὐτοῦ ὡς ἐν τῇ ἱστιοφόρῳ ναυτιλίᾳ, ἀλλ’ ὑπὸ Πρακτορείων, ὠργανισμένην ἐχόντων τὴν ὑπηρεσίαν των διὰ πάντα τ’ ἀναγκαῖα πρὸς τακτικώτατον ἀπόπλουν τοῦ ἀτμοκινήτου ἄνευ τῆς ἐλαχίστης δυσχερείας διὰ μικρᾶς ἐργασίας τοῦ Πρακτορείου, τὸ ὁποῖον σὺν τοῖς ἄλλοις ἐγγράφοις θὰ κατέθετε καὶ εἰς τὸ Προξενεῖον τὸ δηλωτικὸν τῶν ἐμπορευμάτων, χωρὶς οὐδόλως ἐντεῦθεν νὰ ὑπόκηται εἰς διατάραξιν ἡ τάξις τοῦ δρομολογίου τοῦ ἀτμοκινήτου. Ἐλέχθη ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, τοῦ καταργήσαντος τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ΧΙΣΤʹ τοῦ 1877, τῇ γενομένῃ κατὰ τὸ 1880, ὅτι δὲν ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1877 εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος ὁ γενικὸς δὲν ἐμποδίζει τὴν σπουδαιότητα τῶν πραγματικῶν εἰδικῶν λόγων τῆς διατάξεως ἐκείνης, οἵτινες ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ τὸ λεχθὲν τότε δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι παρόμοιαι διατάξεις ὑπάρχουσιν ἐν Ἱσπανίᾳ καὶ Αὐστρίᾳ. Πάντα τὰ ἐξερχόμενα ἐκ Τεργέστης πλοῖα, ἱστιοφόρα καὶ ἀτμόπλοια, ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέτωσι τὸ δηλωτικόν των ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος περὶ καταργήσεως ὑπῆρχε, καὶ φρονῶ ὅτι σπουδαιότατος λόγος τῆς καταπαύσεως τῶν λαθρεμπορίων, τῆς παύσεως τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ πετρελαίου θὰ ἦτο ἡ ἀνάστασις τοῦ εὐεργετικοῦ ἐκείνου νόμου πρὸς ἐπαύξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ πρὸς παροχὴν τῶν παρεπομένων κοινωνικῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας θὰ καταστρέψωσι τὰ μονοπώλια, τὰ παρεχόμενα εἰς ἑταιρίας. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ ἐπανόδου τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐκείνου μετὰ βελτιώσεών τινων, ἃς ἡ πεῖρα κατέδειξεν ἀναγκαίας, καὶ ποιοῦμαι νῦν λόγον περὶ αὐτοῦ, φρονῶν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠδυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἀναμενόμενα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου διὰ τῶν συνήθων δασμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἐπαυξήσωμεν τὴν εὐρύτητα αὐτοῦ τοῦ μονοπωλίου· πρὸς δὲ τούτοις δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἠδυνάμεθα νὰ φανῶμεν ἐπιεικέστεροι εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἅλατος. Καὶ ἂν ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἔχῃ ἐλπίδα ἐπιτυχίας νῦν, δυνάμεθα ὅμως νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ ἅλατος συμφωνότερον πρὸς τ’ ἀληθῆ τοῦ Κράτους συμφέροντα καὶ τῆς κοινωνίας διὰ τῶν δύο τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἀντιτάσσομαι, κύριοι, ἑπομένως, ὅπως τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος παραχωρηθῇ εἰς ἑταιρίαν, πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν. Οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ τὴν μεταβολὴν τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Ἀπὸ τοῦ 1833 μεταξὺ τῶν Βασιλικῶν νομημάτων συγκαταλέγονται καὶ αἱ ἁλυκαὶ τοῦ Κράτους. Τὸ δὲ Κράτος ἔκτοτε μέχρι σήμερον ἀπροσκόπτως ἐξήσκησε τὸ προνόμιον τοῦτο. Ἐλέχθη περὶ τῆς δυσχερείας τῆς προμηθείας τοῦ ἅλατος εἰς τὰς ἀποκέντρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἡ δυσχέρεια αὕτη αἴρεται διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνιστῶνται εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ. Ἡ δὲ ἑτέρα δυσχέρεια, ἡ ὁποία προτάσσεται πάντοτε, ἡ περὶ τοῦ τιμήματος τοῦ ἅλατος εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη, δύναται καὶ αὕτη ν’ ἀρθῇ, ἐὰν παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παραδεχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα προϊόντα τῆς πρώτης ἀνάγκης, τοῦ νὰ ἐπιβληθῇ δηλαδὴ διατίμησις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ περιορισθῇ ἡ ἀπληστία τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητῶσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ ἅλατος φόρου. Νομοθετοῦντες περὶ βαρυτέρας φορολογίας τοῦ ἅλατος, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τοὺς δεινοὺς ἀνταγωνιστὰς τῶν νομοθετικῶν μέτρων, οἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τοῦ Κράτους. Καθ’ ὅλην π. χ. τὴν παραλίαν τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου καὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης ὑπάρχουσι τ’ αὐτόπηκτα ἅλατα, τὰ ὁποῖα παράγει ἡ ἰδία φύσις, τὰ ὁποῖα συλλέγονται μόνον ἀκόπως καὶ ἀνεξόδως ὑπὸ τῶν περιοίκων. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως συλλαμβάνεται ὡς λαθρεμπόριον, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἅλατος μεταχειρίζονται πολλάκις εἰς τὸ ἁλάτισμα τῶν ἰχθύων καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, ἰδίως τὰ ἐν τῇ λίμνῃ Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ. Ἀλλὰ πρὶν προβῶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, ἴδωμεν ὁποία εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ ἅλατος φορολογία ἀλλαχοῦ· διότι ὅ,τι ἰσχύει ἀλλαχοῦ, εἶναι καὶ δι’ ἡμᾶς ἄξιον μιμήσεως, διότι εἶναι προϊόν πείρας μακρᾶς. Εὐνόητον εἶναι, κύριοι, ὅτι τὸ ἐπὶ τοῦ ἅλατος μονοπώλιον καὶ ἐν γένει ὁ βαρὺς ἐπὶ τοῦ ἅλατος φόρος κατεπολεμήθη πανταχοῦ ὡς ἐπὶ ἀντικειμένου πρωτίστης τοῦ λαοῦ ἀνάγκης. Εἰς τὴν Πρωσσίαν, ὅπου ὑπῆρχεν ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν παλαιῶν ἰδεῶν περὶ μονοπωλίων, κατηργήθη ἐπὶ τέλους τὸ ἔτος 1867. Ἔκτοτε ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ πώλησις εἶναι ἐλεύθεραι. Εἰς Γαλλίαν οὐδέποτε ὑπῆρξε τὸ μονοπώλιον ἐπὶ τοῦ ἅλατος· ὑπόκειται εἰς ἐλαφρὸν μόνον φόρον τὸ ἅλας· ἀλλὰ πάλιν ἀπαλλάσσεται ἐκεῖ τῆς φορολογίας τὸ προωρισμένον διὰ τὴν ναυτιλίαν, τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, τὸν ἁλατισμὸν τῶν ἰχθύων καὶ τὴν κτηνοτροφίαν. Ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τοῦ 1827 δὲν ἔχει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἅλατος. Τὸ δὲ Βέλγιον καὶ ἡ Πορτογαλλία οὐδὲ γνωρίζουσι κἂν τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς φορολογίας. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅπου εἰς ἀθλίαν εὑρίσκοντο τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατάστασιν, καὶ ὅπου διὰ τῆς ἐπιμονῆς τῶν κυβερνησάντων καὶ τῆς ἀνοχῆς τοῦ λαοῦ τοσαῦτα συνετὰ ἐπεβλήθησαν βάρη καὶ ἀναδιωργανώθη εἰς πρότυπον ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους κατάστασις, κατέληξαν καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἐπὶ τοῦ ἅλατος μονοπωλίου. Ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν βαρυτάτων φόρων τῶν ἐπιβληθέντων, ὁ ἐπὶ τοῦ ἅλατος ἐλογίσθη ὁ βαρύτατος καὶ μᾶλλον ἀντιδημοτικός, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποσχεθῶσι τὴν κατάργησιν τοῦ βαρυτάτου φόρου ἐπὶ τοῦ ἅλατος μόλις ἤθελον διορθωθῇ τὰ τοῦ Κράτους οἰκονομικά· πρὸ τεσσάρων δὲ ἐτῶν ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἐπανελήφθη ἐπισημότερον καὶ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἀλλὰ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, κύριοι, εὑρέθη μέτρον νὰ περιορισθῇ τὸ ἐπιβληθὲν κακὸν διὰ τῆς ἐξαιρέσεως ἀπὸ τῆς μεγάλης φορολογίας τοῦ ἅλατος, τοῦ χρησίμου διὰ τὴν βιομηχανίαν, τὸν ἁλατισμὸν τῶν ἰχθύων καὶ ἐν γένει τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Ἐν Ἰταλίᾳ πρὸς τούτοις εὑρέθη καὶ ἕτερον μέσον, ὅπως ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν λαθρεμπόρων, ἕνεκα τῆς φυσικῆς αὐτῆς θέσεως παρὰ παραλίαν εὑρισκομένης, ἐξουδετερωθῇ καὶ ἀφεθῇ εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι πρὸς παραγωγὴν ἅλατος, ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρὰ τὰς Δημοσίας ἁλυκὰς ἐπέτρεψαν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν. Οὕτως ἐν Ἰταλίᾳ παρὰ τὰς τοῦ Κράτους εἰς Barletto Cervia, Lungro Portoferraio ἁλυκὰς, ὑπάρχουσι καὶ ἰδιωτικαὶ ἁλυκαὶ, ἡ ἑταιρία τῶν ἁλυκῶν τῆς νήσου Σαρδηνίας, τῶν ἁλυκῶν Bolterra, τοῦ βαρώνου Altalille, τοῦ βαρώνου Rolhschild, ἐκδοχέως τῆς ἁλυκῆς San-felice κτλ. Μάλιστα δὲ τὸ Δημόσιον παρὰ τῶν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν πολλάκις λαμβάνει περισσότερα ποσὰ ἢ παρὰ τῶν Δημοσίων ἁλυκῶν. Οὕτω τὸ ἔτος 1882 παρήχθη ἐκ τῶν Δημοσίων ἁλυκῶν ἅλας 933,148 quintaux, ἐνῷ ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν ἠγόρασε τὸ Δημόσιον 1,088,169 quintaux, ἕκαστον δὲ τούτων εἶναι ὀλίγον τι βαρύτερον τοῦ ἡμετέρου στατῆρος. Ἤδη, κύριοι, προτείνεται παρ’ ἡμῖν, βαρύτατος φόρος ἐπὶ τοῦ ἅλατος. Εἰς συνήθεις καὶ ὁμαλὰς περιστάσεις τοῦ Ἐθνικοῦ βίου, καίτοι ἠδυνάμεθα νὰ εὑρισκώμεθα εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ὁ φόρος οὗτος θὰ προσεβάλλετο δριμύτατα· ἀλλ’ αἱ παροῦσαι περιστάσεις, καθ’ ἃς πρόκειται νὰ ῥιφθῇ τὸ Ἔθνος εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ἐπιτρέπουσι τοῖς ἐναντιουμένοις ἁπλῆν καὶ μόνην διαμαρτυρίαν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν περιστάσεων, φρονῶ ὅμως ὅτι οὐδόλως ἀπομακρύνομαι αὐτῶν, ἐπιμένων ὅπως τοὐλάχιστον αἱ τραχύτητες τῆς βαρείας φορολογίας καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ ἀνταγωνισμοῦ διὰ τῶν λαθρεμπορίων ἐξουδετερωθῶσι διὰ τῶν δύο τροπολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, καὶ αἵτινες στηρίζονται καὶ ἐπὶ τοῦ παραδείγματος τῆς Ἰταλίας, τῆς βαρύτατον ἐπὶ τοῦ ἅλατος ἐπιβαλούσης φόρον. Ἐπρότεινον, ὅπως ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας τὸ ἅλας, τὸ προωρισμένον δι’ ἁλατισμὸν τῶν ἰχθύων τῶν ἰχθυοτροφείων. Ὁμιλῶ εἰδικῶς περὶ τῶν ἰχθυοτροφείων Μεσολογγίου, Αἰτωλικοῦ καὶ τῆς λίμνης Τριχωνίας, διότι ταῦτα εἶναι τὰ σπουδαιότερα καὶ ταῦτα εἰδικώτερον γνωρίζω. Τὰ ἰχθυοτροφεῖα Μεσολογγίου πληρώνουσι κατ’ ἔτος ἐνοίκιον 150,000 περίπου δραχμὰς εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἔχουσι ἐνοικιάσει ταῦτα μέχρι τοῦ 1893, ἐπὶ δεκαετίαν. Ἡ ἐπελθοῦσα σπάνις τῶν ἰχθύων ἐν ταῖς λίμναις κατηφάνισε τοὺς ἄλλοτε εὐπόρους ἁλιεῖς· ἔσωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς καταστροφῆς κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1873–1883 δεκαετίαν ἡ παρακολουθήσασα αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν ἰχθύων τὴν ἀκρίβειαν ὅλων τῶν τροφίμων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τῆς ἀξίας πλέον ἐπῆλθεν ἡ τελευταία ἐνοικίασις τοῦ 1883, καθ’ ἣν ἐδιπλασιάσθη σχεδὸν τὸ ποσὸν τοῦ ἐνοικίου, τὸ ἄλλοτε ἀποτινόμενον πρὸς τὸ Δημόσιον. Ζήτημα εἶναι ἂν ἡ τάξις αὕτη τῶν ἁλιέων θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς σταθερότητος τῆς ἀξίας τῶν ἰχθύων καὶ ἀπέναντι τῆς ὁσημέραι προβαινούσης σπάνεως τῶν ἰχθύων ἐν τοῖς ἰχθυοτροφείοις· ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται δὲν προεκλήθησαν καὶ οὐδένα δύνανται νὰ αἰτιῶνται· ἀλλ’ ὅταν εἰς τὰ βάρη ταῦτα ἐπιβάλλωμεν αὐτοῖς νὰ πληρώνωσι καὶ ἑτέρας 160,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος διὰ ποσὸν ἅλατος 800,000 ὀκάδων, αἵτινες εἶναι χρήσιμοι διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, τότε ἐπισπεύδομεν τὴν ἄφευκτον καταστροφὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ζητήματος ἐρωτᾶται ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νῦν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον συνηλλάχθη μετὰ τῶν νῦν ἐνοικιαστῶν, νὰ ἐπιβάλῃ αὐτοῖς, ὡς ἐκμισθωτής, βάρη, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρὰ αὔξησις τοῦ ἐνοικίου, ἔστω καὶ ἐμμέσως γινομένη, καὶ ἂν οἱ ἐνοικιασταὶ δύνανται νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο τὸ δικαίωμα εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἀντίκειται εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῆς συμβάσεως τῆς μισθώσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς, οἵτινες διὰ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ἅλατος βλέπουσι μέχρις ἀπελπισίας αὐξανούσας τὰς ὑποχρεώσεις των δι’ ἅλας οὐχὶ καταναλισκόμενον ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν, τῶν ἀγοραζόντων τοὺς παστοὺς ἰχθῦς καὶ ἐφ’ ὧν ἀδυνατοῦσιν ἕνεκα τοῦ ἐξωτερικοῦ συναγωνισμοῦ καὶ τοῦ πρὸς τὰ λοιπὰ τρόφιμα συναγωνισμοῦ νὰ προσθέσωσι τὴν ἀνάλογον ἀξίαν. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν μεγίστων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλομεν εἰς τοὺς νῦν ἐνοικιαστὰς τῶν ἰχθυοτροφείων· πρόκειται καὶ περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου ἐν γένει· πρόκειται περὶ τῶν ἀναγκῶν μεγάλης τάξεως, εἰς ἣν πωλοῦνται οἱ ἁλατισμένοι ἰχθῦς τῶν ἰχθυοτροφείων· πρόκειται περὶ καταστροφῆς μιᾶς παραγωγῆς ἐγχωρίας, τὴν ὁποίαν θὰ καταστρέψῃ ὁ ἐξωτερικὸς συναγωνισμός. Τὴν τιμὴν τῶν ἰχθύων κανονίζει ἡ τιμὴ τῶν ἄλλων τροφίμων. Τὰ λοιπὰ τρόφιμα καὶ ἰδίως τὸ κρέας πωλοῦνται ὁσημέραι εὐθηνότερον. Τὴν σειρὰν ταύτην ἀκολουθοῦσι καὶ οἱ ἰχθῦς· ἑπομένως τοῦ λοιποῦ τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων θὰ ἐκλείψῃ, διότι θὰ ἦναι ἀδύνατος ἡ καλλιέργεια τῶν ἰχθυοτροφείων διὰ τοσούτων δαπανῶν, διότι τὴν αὐξανομένην δαπάνην δὲν θὰ καλύπτῃ ἡ ὕψωσις τῆς ἀξίας τῶν ἰχθύων, τὴν ὁποίαν ἐμποδίζουσιν οἱ ἀνωτέρω λόγοι· καὶ ἀντὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον νὰ ὠφεληθῇ τὰς 150,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ πωλουμένου εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἅλατος, κινδυνεύει μετὰ βεβαιότητος νὰ στερηθῇ καὶ τοῦ παρόντος εἰσοδήματος ἐξ ἑτέρων 150,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος· ὁ διαγωνισμὸς τῶν ἔξωθι εἰσαγομένων παστῶν ἰχθύων θέλει ἀντικαταστήσει τοὺς ἐκ τῶν ἰχθυοτροφείων Μεσολογγίου, οἵτινες μόνον ἁλατισμένοι κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ἐξοδεύονται εἰς Ἑπτάνησον καὶ τὰς παραλίους πόλεις τοῦ Κορινθιακοῦ Κόλπου. Διὰ τῶν νωπῶν ἰχθύων καὶ μόνον οὐδόλως ἐπαρκοῦσι τὰ ἰχθυοτροφεῖα εἰς τὰς μεγίστας δαπάνας· ὅταν ἀφαιρεθῇ αὐτοῖς τὸ μέσον τοῦ ν’ ἁλατίζωσιν ὡς καὶ νῦν τοὺς ἰχθῦς πρὸς πώλησιν, τότε ἐπέρχεται ἀφ’ ἑαυτῶν ἡ καταστροφὴ τῶν ἰχθυοτροφείων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἵνα φεισθῶμεν τῶν ἐν Μεσολογγίῳ καλλιεργητῶν τόσον, ὅσον τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἐγχωρίου ἐν γένει παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὸν πρόδηλον τοῦτον κίνδυνον τῆς καταστροφῆς τῶν ἰχθυοτροφείων τοῦ Δημοσίου, τῆς μεγίστης ἀδικίας ἐναντίον τῶν κανόνων τῆς καλῆς πίστεως πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοὺς νῦν, καὶ τῆς καταστροφῆς μεγάλης τάξεως ἁλιέων ἐν γένει μετὰ ζημίας μεγίστης τοῦ Δημοσίου, θέλομεν ἀποφύγει, ἔστω καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην ἐν γένει ἐπὶ τοῦ ἅλατος φορολογίαν παραδεχόμενοι, μόνον ὅταν ἀπαλλάξωμεν τὸ διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἅλας τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας διὰ τῆς ὑποβληθείσης παρ’ ἐμοῦ τροπολογίας, ἀφορώσης κυρίως εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Πιστεύω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι κατανοοῦσα ἡ Βουλὴ τὰς συνεπείας τοιαύτης φορολογίας καὶ διὰ τὰ ἰχθυοτροφεῖα, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀντὶ 150,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος εἰσοδήματος, θέλομεν ἔχει στέρησιν ἑτέρων 150,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, θέλει παραδεχθῆ τὴν πασιδήλως δεδικαιολογημένην τροπολογίαν μου. Τοσούτῳ μᾶλλον πιστεύω εἰς τοῦτο, ὅσον παρετήρησα, ὅτι οἱ λόγοι τῆς φειδοῦς τῆς ἐγχωρίας παραγωγῆς διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς ἀπὸ τῆς φορολογίας τοῦ ἅλατος, ὁσάκις αὕτη ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ, δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν τῇ συμβάσει ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ, τῷ ἄρθρῳ 32, παραδέχεται: «Ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως τοῦ ἅλατος, ἤθελον συστηθῇ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανικὰ ἐργοστάσια... οἱ ἐργολάβοι ὀφείλουσι... νὰ παραδίδωσι τὸ ἀναγκαῖον αὐτοῖς ἅλας ἐκ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν ἐπὶ ἀποζημιώσει ¾ τοῦ λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν...». Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐφείσθη τῆς μελλούσης παραγωγῆς ἡ Κυβέρνησις, ἦρε πᾶν πρόσκομμα δυνάμενον νὰ παρεμβληθῇ εἰς πᾶσαν ἐνδεχομένην παραγωγὴν διὰ τῆς μεγίστης ἐπὶ τοῦ ἅλατος φορολογίας, οὐδένα λόγον ἐποιήσατο περὶ τῆς ὑπαρχούσης βιομηχανίας, περὶ τῆς ὑφισταμένης ἐγχωρίας παραγωγῆς, ἥτις κατὰ μείζονα λόγον ἔχει δικαίωμα ἂν ὄχι ἐπὶ τὴν προστασίαν, ἀλλὰ τουλάχιστον ἐπὶ τὴν μὴ ἐπιβάρυνσίν της, καθόσον ἐν αὐτῇ ἀπεδείχθησαν συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι διὰ τὴν μέλλουσαν παραγωγήν. Ἐνῷ ἐν τῇ συμβάσει ἐλήφθη ἡ πρόνοια περὶ ἐνδεχομένης ἐν τῷ μέλλοντι κοινωνικῆς βλάβης διὰ τῆς παρεμποδίσεως βιομηχανίας τινὸς ἐχούσης ἀνάγκην ἅλατος, οὐδόλως ἐλέχθη τι περὶ βεβαίας κοινωνικῆς βλάβης διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ὑπαρχούσης παραγωγῆς, εἰς ἣν προστίθεται ἐκτὸς τῆς βλάβης καὶ ἡ ἀδικία τῶν παραγωγῶν, τὴν ὁποίαν τοὐλάχιστον δὲν διαπράττομεν, ἂν τὴν μέλλουσαν παραγωγὴν δὲν ἀπηλλάσσομεν τῆς βαρείας ἐπὶ τοῦ ἅλατος φορολογίας. Ἡ δευτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κύριοι, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῶν ἀνταγωνιστῶν αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται ἐπ’ ἄπειρον τελεσφόρως νὰ καταδιώξῃ, ὑφισταμένων διὰ τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ ἅλατος καὶ μελλόντων ν’ αὐξήσωσι διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένης φορολογίας. Πάντοτε ὑπῆρχον ἁλυκαὶ κατὰ τὴν παραλίαν Μεσολογγίου καὶ Ἀκαρνανίας ἐν γένει. Αἱ ἁλυκαὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου ἀνῆκον εἰς τὴν κοινότητα. Ὁ Ἀλῆ πασᾶς κατὰ τὸ ἔτος 1808 ἀφῄρησε ταύτας ἀπὸ τῆς κοινότητος, τὴν ἐπανάστασιν ἐγένοντο κτῆμα Δημόσιον, καὶ τὸ 1833 ἡ Βασιλεία τὰς καθιέρωσεν ὡς νόμιμα Βασιλικόν· ἀλλ’ οὐδέποτε ἔπαυσαν οἱ περίοικοι νὰ καλλιεργῶσι τὸ ἅλας, καὶ οὐδέποτε ἐμποδίσθησαν νὰ συλλέγωσι τὰ αὐτόπηκτα. Κατὰ πολλὰς περιστάσεις μεγάλη ἐγένετο καταδίωξις, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν ὠφέλησε· διότι σχεδὸν ἀδύνατος καθίσταται ἡ παρεμπόδισις ἕνεκα τῆς μεγάλης εὐκολίας τῆς συλλογῆς τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, ὧν βρίθει ἡ ἐπιτηδεία πρὸς τοῦτο καὶ μεγίστη παραλία τῆς Ἐπαρχίας Μεσολογγίου. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ αὐστηρότεροι καταδιῶκται τὴν ἀδυναμίαν των πρὸς καταδίωξιν σχεδὸν πάντοτε μετέστρεψαν εἰς τὴν συμμετοχήν των εἰς τὰ ἐκ τοιούτων ἁλάτων κέρδη. Τελευταῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔτι ἀπέστειλε Σχινᾶν τινα πρὸς καταδίωξιν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, ὅστις ἐν τούτοις εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἠκολούθησε καὶ οὗτος τὴν τακτικὴν τῶν λοιπῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν προκλητικώτατον καὶ δημοσιώτατον, ὥστε ἠνάγκασε τὴν Εἰσαγγελίαν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ καταδίωξιν ἂν ὄχι διὰ τὴν συνήθη κατάχρησίν του, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀσυστόλως ἐνεργουμένην τοιαύτην. Βεβαίως τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως καταστήσῃ σεβαστὰ τὰ δικαιώματά του· ἀλλὰ πᾶς τρόπος περιέρχεται εἰς ἀδυναμίαν ἕνεκα τῆς φύσεως τῆς καταχρήσεως, ἀλλ’ ἰδίως καὶ ἕνεκα τῆς συνηθείας, ἡ ὁποία εἰς τὸν κοινὸν λαὸν φαίνεται ὡς δικαίωμα. Ὅταν λοιπὸν οὐδεὶς τρόπος, δυνατὸς, ἵνα καταστῇ ἀποτελεσματικὴ ἡ θέλησις τοῦ Κράτους, ὑπάρχῃ, ὅταν ἀφ’ ἑτέρου δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐνεργούντων τὴν συλλογὴν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων τὸ συναίσθημα ἀδικίας καὶ παρακοῆς—διότι τὸ πρὸ τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν των πηγνύμενον ἅλας θεωροῦσιν ὡς δῶρον τῆς φύσεως, τὸ ὁποῖον ἀνθρωπίνη θέλησις θέλει ν’ ἀποσπάσῃ ἐκ τῶν χειρῶν των—δὲν εἶναι προτιμότερον, δὲν εἶναι δικαιότερον νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμός τις, ὥστε, χωρὶς νὰ βλάπτωνται τὰ Δημόσια συμφέροντα ἢ μάλιστα μετ’ αὐξήσεως αὐτῶν, νὰ διατηρηθῇ εἰς τοὺς περιοίκους τὸ δικαίωμα τῆς συλλογῆς καὶ παραδόσεως τοῦ ἅλατος αὐτοῦ εἰς τὰς γενικὰς ἀποθήκας ἀντὶ ἑνὸς ἐλαχίστου ποσοστοῦ τῆς ὅλης ἀξίας τοῦ ἅλατος; οὐδένα λόγον βλέπω, ὅπως ἐπιμένῃ τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐλπίδα τινά. Οἱ συλλέγοντες τὸ ἅλας προσφέρονται, ὅπως πωλῶσι τὸ ἅλας ἀντὶ 2 ἢ 2½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου. Τὴν πρότασιν ταύτην ἀποδεχόμενον τὸ Κράτος, ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὴν κατάχρησιν καὶ ἀφίνει καὶ εἰς τοὺς κατοίκους πόρον ζωῆς. Ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνάγκη εἶναι, ὅπως αἴρωνται τὰ πρὸς τὴν παρακοὴν καὶ παράβασιν τῶν νόμων κωλύματα, ὅταν ἀντὶ τῶν συνήθων ἐργατῶν πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἅλατος, διὰ συμφωνίας στρατολογουμένων ἔχωμεν τάξιν ἐπιτηδείαν πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἅλατος, νόμῳ ὑπάρχουσαν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς οὐδεμίαν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον θυσίαν, πρὸς τοὺς κατοίκους Μεσολογγίου παρέχει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ δι’ ὡρισμένης ἐργασίας των πορισμοῦ τῶν τοῦ βίου των, ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζει αὐτοῖς τὴν ὡρισμένην τοιαύτην ἐργασίαν ὡς δικαίωμα, τὴν ὁποίαν οὔτε ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν δύναται, οὐδ’ ἔχει πρὸς τοῦτο συμφέρον. Οὗτοι εἶνε οἱ λόγοι, κύριοι, οἵτινες μὲ ἔπεισαν, ὅπως προτείνω, ἵνα τὸ Δημόσιον ἢ ἡ ἑταιρία ὑποχρεῶνται ἐκ τοῦ νόμου νὰ δέχωνται τὸ ὑπὸ τῶν περιοίκων τῆς Ἐπαρχίας Μεσολογγίου παραγόμενον καὶ συλλεγόμενον ἅλας ἀντὶ 2½ ἢ 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Καὶ μὴ νομίσῃ τις, κύριοι, ὅτι εἶναί τι ἀσύνηθες ἡ τοιαύτη πρότασις· διότι, καθ’ ἃ εἶπον ἀνωτέρω, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχουσιν ἰδιωτικαὶ ἁλυκαί. Καὶ πιστεύω, ὅτι παρόμοιοι λόγοι τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντων προεκάλεσαν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ τὴν ἀνοχὴν τῶν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον προσπορίζεται τὸ περιπλέον ἅλας, οὗτινος ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἐν τῇ Χώρᾳ κατανάλωσιν.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐπραγματεύθη συγχρόνως περὶ πολλῶν ὑποθέσεων, τινὲς δὲ τῶν ὑποθέσεων τούτων μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συνδέονται ἀδιαῤῥήκτως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή· ὡς π.χ. δὲν συνδέεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἐν τῷ Τελωνιακῷ νόμῳ ἡ διάταξις ἐκείνη, ἥτις εἶχε νομοθετηθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1877, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρεοῦντο οἱ εἰσάγοντες ἐμπορεύματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς νὰ δίδωσιν ἀντίγραφα τῶν δηλωτικῶν εἰς τὰς Προξενικὰς Ἀρχάς, αὗται δὲ νὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰς Οἰκονομικὰς Ἀρχὰς τὰς φορτωτικὰς καὶ τὰ ἀντίγραφα τῶν δηλωτικῶν, καὶ ἥτις διάταξις ἐλειτούργησε μέχρι τοῦ 1880, ὅτε κατηργήθη (θόρυβος). Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας εἶπον, ὅτι δὲν συνδέεται ἀδιαῤῥήκτως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι δὲ πρότασις αὐτοτελής, καὶ δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν Τελωνιακὴν Νομοθεσίαν. Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριχωνίας, εὔκολον εἶναι νὰ ζητήσῃ νὰ παρασχεθῶσιν εἰς αὐτὴν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας κατέχει ἡ Διοίκησις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα παρήχθησαν ἐκ τῆς διετοῦς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, περὶ ἧς ἐποιήσατο μνείαν. Αἱ πληροφορίαι αὗται ὅταν χορηγηθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, θέλει αὕτη κρίνει τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον τότε ἐλήφθη, ἂν κατεδείχθη ἐπαρκὲς, ἢ ἂν ἐν πολλοῖς κατεδείχθη ἀνωφελές. Ἀλλ’ ἤδη τοιαύτην ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην, καὶ εἶναι μάταιον νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ μάλιστα ὅταν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατεχωρίσθη εἰδικὴ τοιαύτη πρότασις. Ὅταν ἡ Βουλὴ φθάσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀφοῦ εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἶμαι βεβαίως πρόθυμος νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅσας ἤθελε μοὶ ζητήσει πληροφορίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν παραχθέντων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἴσχυεν ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς προτάσεως ταύτης ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τριχωνίας ἔκρινε καλὸν ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ διά τινος μελέτης περὶ μονοπωλίων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ μελέτη αὕτη ἀνεφέρετο εἰς ὅσα περὶ μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου πρό τινων ἡμερῶν ἐγὼ ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινωθέντα ἐνεποίησαν ἀνησυχίαν τινὰ εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, καὶ ὑπέθεσεν ὅτι μετέβαλον ἐγὼ κατά τι γνώμην περὶ λαθρεμπορίων, ὀφείλω νὰ ζητήσω νὰ ἄρω τὴν ἀνησυχίαν του ταύτην. Εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον τοιοῦτόν τι νὰ συνέβη, διότι ἀγορεύων πρὸ μικροῦ, ἔλεγεν, ὅτι τοιαύτην τινὰ ἔχει γνώμην οὐχὶ περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλων μονοπωλίων, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις συστήσει τοιαῦτα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλας γνώμας, εἰμὴ ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ πρώην ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ νῦν ὡς Κυβέρνησις, αἱ δὲ γνῶμαι αὐτῆς δὲν εἶναι γνῶμαι εὐνοοῦσαι τὰ μονοπώλια. Ἐὰν ἠναγκάσθημεν νὰ μὴ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων, δι’ ὅπερ εἴχομεν εἰδικὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἐπράξαμεν τοῦτο, οὐχὶ διακείμενοι εὐμενῶς πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦτο, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχε συμφωνία μετὰ τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσι τὰ πυρεῖα, συμφωνία, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμεθα μονομερῶς νὰ διαῤῥήξωμεν, καὶ τὴν ὁποίαν ἐὰν διεῤῥηγνύομεν, ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐκ τῆς συμφωνίας πηγάζουσα, ἤθελεν ἐπιφέρει ἀποζημίωσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Δὲν κατηργήσαμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, καίτοι λαβόντες τὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταργήσωμεν τοῦτο ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Δημοσίου ἦσαν πλήρεις σιγαροχάρτου· ἐὰν δὲ προεβαίνομεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου καὶ τὴν ἀναίρεσιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐκποιήσεως τοῦ σιγαροχάρτου, ἠθέλομεν μένει κάτοχοι μεγάλου ποσοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ἠθέλομεν ἀπολέσει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν εἰς ἀγορὰν αὐτοῦ. Ἡ ἀνοχὴ λοιπὸν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων καὶ τοῦ σιγαροχάρτου δὲν εἶναι ἀναίρεσις ἢ μεταβολὴ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν καὶ ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν τῆς καταργήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀναστολὴ, ἥτις ἐπῆλθε χάριν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Δὲν μᾶς μένουσι παρὰ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου. Τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος κατεστάθη συγχρόνως μετὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Βασιλείου, λειτουργεῖ ἤδη 52 ἔτη, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ κοινωνία ἐσυνείθισεν ἤδη αὐτὸ καὶ οὐδὲν κατ’ αὐτοῦ παράπονον ἠγέρθη. Ἐὰν ἤκουσα δυσφημίαν τινὰ κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, δὲν ἤκουσα ἄλλην παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ἡ κατάργησις τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν καὶ ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἅλατος εἰς μόνον τὰς γενικὰς ἀποθήκας. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τούτου θέλω εἴπει προσεχῶς, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα περὶ πετρελαίου καὶ μεταδώσω εἰς τὸν κ. Τρυγώνην τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδένα θέλουσι διατρέξει αἱ πεποιθήσεις του κίνδυνον, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν σκοπεῖ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα μονοπωλίων. Περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου εἶπον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου πρὸς τὴν Βουλὴν διατὶ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἐξασφαλίζει οὐχὶ μόνον τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τὸ ὁποῖον τὸ Ταμεῖον ἐπραγματοποίει ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωναν οἱ εἰσάγοντες πετρέλαιον ἐν τοῖς Τελωνείοις, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἐπραγματοποίει καὶ κέρδος τι πλέον τούτου. Τότε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι φρονῶ, ὅτι εἶναι συνετὸν νὰ μὴ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἐφαρμόζοντες τὴν ἀπόλυτον ἡμῶν περὶ μονοπωλίων γνώμην, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐκ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου μὴ τυχὸν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐξασφαλίσῃ πρόσοδόν τινα ἐκ τοῦ μονοπωλίου σπουδαίαν. Νομίζω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ φροντίσωμεν, ἵνα μὴ στερήσωμεν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον προσόδου, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἤθελεν εἰσπράξει. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου κατὰ μῆνα Ἰούλιον, ὅτε αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Ταμείου δὲν ἦσαν οἷαι τὸν μῆνα Νοέμβριον, βεβαίως τὸν μῆνα Νοέμβριον ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν νὰ καταργήσωμεν αὐτὸ, ἐὰν διὰ τῆς πράξεώς μας ταύτης ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Καθ’ ὃν χρόνον ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἐδείχθη μέχρι τοῦδε ὡς ἐρῶσα περιπαθῶς τῶν φόρων πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νόμους ἐπιβάλλοντας δεκατριῶν ἢ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων φόρους νέους, δὲν πρέπει νὰ γίνηται τοιαύτη συζήτησις, διότι αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ καταδηλώσῃ ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ποίαν ἔχει γνώμην περὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες περιβάλλουσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον· διότι βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ἣν ἔχει, διὰ νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ προτείνῃ τοσούτου ποσοῦ φόρους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ ἄλλην δικαιολογίαν τοῦ μέτρου τούτου τῆς Κυβερνήσεως. Φρονοῦμεν ἀληθῶς, ὅτι ἡ διὰ μονοπωλίου φορολογία ἢ τὸ διὰ μονοπωλίου προσποριζόμενον Δημόσιον ἔσοδον εἶνε οἰκονομικῶς πλημμελὲς, διότι τὸ Κράτος κερδοσκοποῦν περιστέλλει τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ μονοπωλίου νὰ ὑφαρπάσῃ πρὸς ἴδιον ὄφελος τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον προσκομίζουσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἀναγκῶν οἱ πολῖται· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐρευνήσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συντελεῖται ἡ ἐργασία ὑπὸ τῶν πολιτῶν διὰ τοῦ ἐμπορίου τοῦ μονοπωλίου. Καὶ εἶδεν ὅτι ὁ τρόπος οὗτος ἀνήρει ἐντελῶς τὸν μεταξὺ τῶν ἐμπορευομένων πολιτῶν συναγωνισμόν· ἐβραβεύοντο ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ὑπεκφύγωσι τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ ἐν γνώσει νὰ παραβῶσιν αὐτὸν, ἐτιμωροῦντο δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπετάσσοντο εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων. Αὐτὴ ἦτο ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου γνώμας της, τὰς ὁποίας πρό τινων ἡμερῶν ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐνόμισα δὲ ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναλάβω πάντα ταῦτα διὰ νὰ κρατύνω ἐν τῷ ἐμῷ φίλῳ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν φρονοῦντες ὅσα περὶ αὐτοῦ ἐφρονοῦμεν, καὶ ὅτι ἄν εὕρῃ ἐμὲ διστάζοντα πρὸς κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου ἢ ἄν μὲ εὕρῃ ἀνθιστάμενον εἰς τὴν περὶ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος γνώμην του, νὰ μὴ μὲ ὑπολάβῃ ὡς ἐγκαταλιπόντα τὰς γνώμας μου, καὶ πολλῷ μᾶλλον νὰ μὴ ἀνησυχήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει προβῇ εἰς σύστασιν καὶ ἄλλων μονοπωλίων. Τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος καὶ πᾶν μονοπώλιον ἐπιβάλλει εἰς τὸν συνιστῶντα αὐτὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ πρόχειρον εἰς τοὺς καταναλωτὰς τὸ ἀντικείμενον, τοῦ ὁποίου συνέστησε τὸ μονοπώλιον. Ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸ ἐμπόριον τὴν ἐλευθερίαν νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων, καὶ ἀναλαμβάνετε ὑμεῖς τὴν ἐμπορίαν τῶν ἀντικειμένων τούτων διὰ νὰ κερδοσκοπήσητε· πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχητε τὰ προϊόντα ταῦτα, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνιστᾶται μονοπώλιον, πρόχειρα εἰς τὴν ζήτησιν τῶν καταναλωτῶν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, ἰδίως μετὰ τὸ 1877, δὲν ἐξεπλήρου τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς Διοικήσεως. Ἀπὸ τοῦ 1856 ἢ 1857 εἷς πολιτικός, ὅστις κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην πολλάκις ἐκλήθη εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰργάσθη ἐπιμόνως διὰ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἀναφυλλίσῃ τις τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, θέλει ἰδεῖ ὅτι ὁσάκις ὁ Κουμουνδοῦρος ἀνελάμβανε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει εὑρεῖ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ὑπουργίας αὐτοῦ πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, συνιστώσας ἀλλεπαλλήλως εἰδικὰς ἁλαταποθήκας. Ἐνθυμοῦμαι δὲ—διότι δὲν εἶχον ἐνεργὸν μέρος ἐν τῇ πολιτικῇ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους—ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτοῦ ἀντίπαλοι ἐπέκρινον αὐτὸν καὶ ἐμέμφοντο αὐτοῦ ὡς συσταίνοντος εἰδικὰς ἁλαταποθήκας, αὐξάνοντος δὲ οὕτω τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ δημιουργοῦντος δαπάνας ἐπὶ σκοπῷ πολιτικῆς φιλοκερδίας. Κατ’ ἄλλον τινὰ χρόνον μελετῶν ἰδίως τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἁλάτων, εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ μελετήσω τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1865 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ εὕρω τὴν στατιστικὴν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ ἅλατος καὶ τῶν ἐξοδευθέντων πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ὀφείλω δὲ νὰ μνημονεύσω σήμερον, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κουμουνδοῦρος ἐπολλαπλασίασε τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου προέβαινεν αὐξάνουσα ἡ κατ’ ἔτος καταναλισκομένη ποσότης τοῦ ἅλατος, διότι προέβαινεν αὐξάνον τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος ἔσοδον τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1861 ἰδέα τις κατ’ ἐπιστήμην ἀληθής, κατὰ θεωρίαν ὀρθή, ἐγοήτευσε τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν Εὐστάθιον Σῖμον, ὅστις ἐπροκάλεσε Νόμον, καὶ διὰ τοῦ Νόμου τούτου κατήργησε τὰς εἰδικὰς ἁλαταποθήκας πάσας, καὶ δὲν ἐπέτρεψε τὴν πώλησιν ἅλατος εἰμὴ μόνον ἐκ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν. Ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἔπεισε τὸν Σῖμον διὰ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐκδώσῃ τὸν Νόμον τοῦτον, εἶπον, ὅτι εἶναι κατὰ θεωρίαν ὀρθή. Ἔλεγεν ὁ Σῖμος διατί ἔχομεν εἰδικὰς ἁλαταποθήκας κατ’ Ἐπαρχίας; διὰ νὰ παρέχωμεν προχείρως εἰς τοὺς καταναλωτὰς τὸ ἅλας, διότι ἂν δὲν φροντίσωμεν νὰ παρέχωμεν αὐτοῖς τὸ ἅλας προχείρως, αὐτοὶ θέλουσιν ἀναγκάζεσθαι νὰ προμηθεύωνται αὐτὸ ἐκ τῶν ἐμπόρων, οἵτινες ἤθελον ἐνεργεῖ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος ἐκ τῶν κεντρικῶν ἁλαταποθηκῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας τὸ ἐμπόριον ζητεῖ, κανονίζει πάντοτε ὁ Νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ ἐμπόριον θέλει ἀναλάβει τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Νόμος τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς θέλει κανονίσει τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως αὐτοῦ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ἡ δὲ τιμὴ αὕτη δὲν θέλει ποτὲ ὑπερβῆ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἅλατος ἐν ταῖς γενικαῖς ἀποθήκαις πλέον τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς καὶ πλέον μικροῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον τὸ ἐμπόριον ἤθελε ζητήσει. Κατὰ θεωρίαν ἡ γνώμη ἦτο ὀρθή· τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ καὶ αἱ τοπικαὶ περιστάσεις συνήθως δὲν ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν τῶν κατὰ θεωρίαν ἀληθῶν γνωμῶν. Μόλις ὁ Νόμος τοῦ 1861 ἐξεδόθη καὶ ἐξηγέρθη φωνὴ κατὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ, φωνὴ ἐν τοῖς δωματίοις, ἐν οἷς ἐσκέπτοντο καὶ ἐσυζήτουν ἰδίᾳ οἱ Βουλευταὶ τοῦ χρόνου ἐκείνου· ἐξηγέρθη φωνὴ ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Γερουσίας· ἐξηγέρθη φωνὴ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὁ δὲ ἐκδοὺς τὸν Νόμον Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ ὁ Νόμος νεκρὸς ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1877, διότι καθ’ ὅλον τὸ δεκαεξαετὲς τοῦτο διάστημα ὑπῆρχον εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλὰ τὸ 1877 ἦτο τὸ ἑπόμενον τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἀνελογίσθησαν, ὅτι ἀπὸ τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ εἰς τὸ μέλλον ἤθελον φέρει οὗτοι εὐθύνην, ἂν δὲν προέβαινον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν Νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν κατηργήθη ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος μόνον εἶχε περιπέσει, ὡς εἶπον, εἰς δεκαεξαετῆ ἀχρηστίαν. Τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου τῶν Ὑπουργῶν συνέπεσε νὰ μετέχω καὶ ἐγώ, καὶ εἶχον καὶ τότε τὴν γνώμην ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ Νόμος, προτιμότερον ἦτο νὰ καταργηθῇ. Ἀλλ’ ἡ γνώμη μου δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς πλεοψηφίας τοῦ Συμβουλίου, ἑπομένως προέβη ἀμέσως ἡ Δημοσία Διοίκησις, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἀνέλαβε τὸ ἐμπόριον τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος ἀπὸ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη τοῦ ἐμπορίου δὲν ἐκανονίσθη ἀπὸ τὸν Νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, διότι τὸ ἅλας ἐπωλεῖτο εἰς τὰς Ἐπαρχίας τὰς μεσογείους, τὰς ἀπεχούσας ἀπὸ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, εἰς τιμὰς ὑπερόγκους, συνέβη δὲ νὰ πωληθῇ καὶ 60 λεπτὰ τὴν ὀκὰν, συνέβη ἐνιαχοῦ νὰ πωληθῇ καὶ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν καὶ αὐτῶν τῶν 60 λεπτῶν. Τὸ ἄχθος δὲ τοῦτο εἶχε κατασταθῆ ἐπαισθητὸν ὄχι μόνον εἰς τοὺς μεσογείους ἐκείνους ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀνάγκας νὰ θεραπεύσῃ, καὶ εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν. Διὰ τοῦτο, ὅταν πρὸ 4 ἐτῶν ἐπροτάθη σύμβασίς τις περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διοικοῦνται τὰ τῶν ἁλάτων, μολονότι ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, ἐκηρύχθην ὅμως κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἐπιφυλασσόμενος, ἂν προέβαινεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς, νὰ εἰσφέρω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἰς βελτίωσιν τῆς συμβάσεως, ἂν οἱ συναλλαξάμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχοντο τοιαύτας μεταβολάς· καὶ ἐγὼ δὲ ὅταν διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1879, ἦλθον εἰς συνεννόησιν μετά τινων ἀσχολουμένων εἰς τὰ τῶν ἁλάτων, καὶ ἤμην σχεδὸν περὶ τὸ τέλος διαπραγματεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων προσεπάθουν νὰ κατορθώσω νὰ ἀπαλλάξω τὸ Δημόσιον τῆς φροντίδος τῆς καλλιεργείας καὶ τῆς φροντίδος τῆς διοικήσεως τῶν ἁλάτων, νὰ ὑποκαταστήσω δ’ εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, καὶ προσέτι νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ συστηθῇ καὶ μικρά τις βιομηχανία, δυναμένη διὰ τῶν περισσευόντων ἁλάτων νὰ τραφῇ. Ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι εἶχε τὴν αὐτὴν περὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἁλυκῶν καὶ ἁλάτων γνώμην, διότι ἔν τινι συμβάσει, ἥτις καὶ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη, εὗρον καταδηλωθεῖσαν τὴν πρόνοιαν τῆς Διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν πρὸς σύστασιν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν ἁλυκῶν καὶ τῶν ἁλάτων. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἦτο καιρὸς τέλος πάντων νὰ ἀσχοληθῇ μετὰ σπουδαιότητος ἡ Δημοσία Διοίκησις εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλάδου τούτου τῆς διαχειρίσεως. Δὲν σᾶς κρύπτω, ὅτι εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαχειρίζεται τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ σᾶς ἀφίνῃ οὐδεμίαν ἀνησυχίαν, ὅτι ἡ καλλιέργεια ἐκείνη δὲν εἶναι καλλιέργεια ἁλυκῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ καλλιέργεια διαφόρων ἀξιοποίνων πράξεων, αἱ ὁποῖαι ὅλαι σκοποῦσι τὴν ἐλάττωσιν τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Διοίκησιν νὰ μετέρχεται παραπλησίας ἐργασίας, διότι εἶναι ἀνίκανος νὰ διεξαγάγῃ αὐτὰς, καὶ ὅσην δήποτε καὶ ἂν ἐνασκήσῃ ἐπιτήρησιν, οἱανδήποτε καὶ ἂν μετέλθῃ φροντίδα πρὸς ἐκλογὴν τῶν προσώπων εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῶσι καταχρήσεις, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος συνετάραξεν ἐνίοτε τὴν δημοσίαν συνείδησην τῆς κοινωνίας. Ἐγὼ αὐτὸς διώρισα κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἢ Ἰούνιον ὑπηρέτην τινὰ καὶ ἀνέθηκα αὐτῷ τὴν καταστροφὴν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων τοῦ Μεσολογγίου, καὶ δὲν παρῆλθεν εἷς μὴν ὅτε ἐπληροφορήθην ὅτι περιέπεσεν εἰς καταχρήσεις καὶ αὐτός· ἐγὼ ἔγραψα πρὸ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ ἐζήτησα τὴν δραστηρίαν ἐνέργειαν αὐτοῦ, ἵνα συλληφθῇ ὁ εἰς κατάχρησιν περιπεσὼν, ὅστις καὶ ἐτέθη εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐγένοντο, ποῦ ὅμως ἠδυνάμην νὰ εὕρω τινά, ἵνα ἀναθέσω εἰς αὐτὸν τὴν ἐργασίαν ταύτην μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἤθελον ἐπαναληφθῆ τὰ αὐτὰ, εἴτε ἐν ταῖς αὐταῖς διαστάσεσιν εἴτε ἐν μικροτέραις; Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠναγκάσθην νὰ γράψω ἰδιαιτέραν ἐπιστολὴν εἰς ἄνθρωπον, περὶ τῆς τιμιότητος τοῦ ὁποίου εἶχον πλήρη πεποίθησιν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἵνα ἀναθέσω εἰς αὐτὸν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ἀπέστειλα αὐτὸν ἄκοντα ἐκεῖ.
§70Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λησμονεῖτε τὰ συνεχῆ παράπονα, τὰ ὁποῖα σᾶς πέμπονται ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Βόλου! Στενάζει ἡ Ἐπαρχία.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλῶ περὶ καλλιεργείας ἁλυκῶν, δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἁλάτων. Ἡ διοίκησις τῶν ἁλάτων καὶ αὕτη κατέστη ἀχώριστος ἀπὸ καταχρήσεων παραπλησίων. Ἡ παράδοσις τῶν ἁλάτων ἀπὸ τὰς ἁλυκὰς καὶ τὰς ἀποθήκας, ἡ κατ’ ἀνάγκην σύμπραξις, εἴτε πρὸς στάθμισιν τῶν ἁλάτων εἴτε πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν, ἀνθρώπων τῆς ἐσχάτης τάξεως, εὐκολύνει καὶ ἐξυπηρετεῖ τὴν κατάχρησιν, καὶ δὲν εἰξεύρω ἄν τις, εἰσαγόμενος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, καίτοι οὐδέποτε περιπεσὼν εἰς κατάχρησιν, ἂν δὲν ἤθελεν ἀποπλανηθῆ, δελεαζόμενος νὰ πράξῃ καὶ αὐτὸς ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι πράττουσι. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτείνω τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Διοίκησις εἶχε δηλώσει, ὅτι ἔλαβε διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε προβάλει, καὶ νὰ ἐκτείνω αὐτὴν ὄχι μόνον, ἵν’ ἀφήσω εἰς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον τὴν φροντίδα τῆς διοικήσεως τῶν ἁλάτων, ἀλλὰ νὰ ἀναθέσω εἰς αὐτὸ καὶ τὴν φροντίδα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὸ μονοπώλιον καὶ νὰ προλάβω καταχρήσεις πρὸς καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν συζητεῖται σήμερον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἀγορεύων ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅταν ἡ Βουλὴ κληθῇ νὰ συζητήσῃ αὐτήν, θέλω δώσει εἰς αὐτὴν πᾶσαν συζητήσιμον πληροφορίαν. Ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι νὰ ἀπαλλάξω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὰς φροντίδας ταύτας, εἶμαι ὅμως ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν βελτίωσιν, ἂν τοιαῦται ἤθελον γίνει δεκταὶ παρὰ τῶν συναλλαξαμένων μετ’ ἐμοῦ. Δὲν ἔχω γνώμην ἀναλλοίωτον, καὶ ἑτοίμως θέλω ἀκούσει τὰς γνώμας σας περὶ τούτου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἐπειδὴ ὅμως ὁ φίλος μου ἐκ Τριχωνίας βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι οἱ συγκομίζοντες τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα τοῦ Μεσολογγίου εἶναι διατεθειμένοι νά τὰ πωλῶσι πρὸς 2½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἤτοι εἰς τιμὴν δηλαδὴ μικροτέραν ἐκείνης, ἣν ὁρίζουσιν οἱ συναλλαξάμενοι, σᾶς λέγω, ὅτι οὗτοι, λαμβάνοντες 4 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δὲν τὰ λαμβάνουσι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, ἀλλὰ πρὸς ἀποζημίωσιν αὑτῶν καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τῶν ἁλάτων εἰς τὰς Ἐπαρχίας τὰς μεσογείους καὶ διὰ τὴν φύραν, καὶ διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἐπιστατῶν καὶ ἀποθηκαρίων καὶ δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἔξοδα. Ἡ ἐπιθυμία ὅμως αὕτη, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς παραλίους κατοίκους ἡ ἀπόκτησις καὶ κάρπωσις τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, ἡ ἐπιθυμία αὕτη μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνατρέπει ἐντελῶς τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Εἶπον διὰ τοὺς παραλίους κατοίκους, διότι βεβαίως δὲν ἐννοῶ μόνον ἀκτὰς τὰς τοῦ Μεσολογγίου· τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα παράγονται εἰς τὰς πλείστας τῶν ἁλυκῶν τῆς Ἑλλάδος. Λοιπόν, ὅτε ἤθελεν ἀφεθῆ εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Μεσολογγίου, ἵνα νέμωνται τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα, τότε ἔπρεπε αὐτὸ τοῦτο νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ εἰς διάφορα μέρη, ὅπου ὑπάρχουσιν αὐτόπηκτα ἅλατα· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἀναγνωρίσητε τὴν, οὕτως εἰπεῖν, κάρπωσιν τῶν αὐτοπήκτων ἁλάτων, ἀνῃρέσατε τὸ μονοπώλιον. Ἀφοῦ συνιστᾶτε μονοπώλιον, σεῖς δύνασθε νὰ ἀναγνωρίσητε δικαίωμα καρπώσεως εἰς οἱονδήποτε ἰδιώτην ἢ εἰς οἱασδήποτε περιφερείας κατοίκων ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσυστήσατε μονοπώλιον; Τότε πλέον δὲν ἔχετε μονοπώλιον· τότε ἀπονέμετε ἐξαιρετικὰ δικαιώματα εἰς κατοίκους ὡρισμένων περιφερειῶν ἐπὶ βλάβῃ, ἐπὶ ἐπαχθείᾳ τῶν κατοίκων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα εἶναι ἅλατα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη νὰ γένηται μόνον κυρία τῶν ἁλυκῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο πάντοτε ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς ἀγορὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἰδιωτικῶν ἁλυκῶν, καὶ μάλιστα ὑπέστη καὶ δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ ἐπλήρωσε πολλὰ χρήματα πρὸς ἰδιοκτήτας, οἵτινες ἠξίωσαν, ὅτι ἠδικήθησαν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διότι τὸ ἅλας τὸ παραγόμενον ὑπὸ τοῦ μονοπωλίου παράγεται διὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, δὲν ἕπεται ὅτι πᾶν ἅλας, τὸ ὁποῖον δὲν παράγεται διὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, ἀνήκει εἰς τὸν πρῶτον καταλαβόντα αὐτὸ, διότι τότε δὲν ὑπάρχει μονοπώλιον. Διὰ τοῦτο ἡ Δημοσία Διοίκησις ἐφρόντισεν εἴτε νὰ πωλῇ αὐτὰ, εἴτε νὰ τὰ καταστρέφῃ, οὐδέποτε ὅμως ἀφῆκεν αὐτὰ εἰς τὴν χρῆσιν ἢ τὴν νομὴν τῶν περιοίκων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἔλεγεν, ὅτι εἶναι εἰθισμένον εἰς τὰς ἀκτὰς τοῦ Μεσολογγίου νὰ νέμωνται τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του. Ἐὰν εἶναι εἰθισμένον, εἶναι κατ’ ἀθέτησιν τῶν νόμων, ἴσως κατ’ ἀνοχὴν ἀξιόμεμπτον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Διοικήσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ. Δὲν εἶναι εἰθισμένον, διότι ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπετράπη, ἢ διότι ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν ἀνοχὴν τῆς τοιαύτης ἀθετήσεως τοῦ μονοπωλίου. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τριχωνίας ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν αὑτοῦ νὰ ληφθῇ μέτρον τι γενικὸν διὰ τοὺς μετερχομένους τὴν βιομηχανίαν τῆς παστώσεως τῶν ἰχθύων. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Μεσολόγιον ὑπάρχουσι τὰ ἰχθυοτροφεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων παράγεται μεγάλη ποσότης ἰχθύων, οἵτινες δὲν καταναλίσκονται ὅλοι νωποί, ἀλλὰ μέρος αὐτῶν παστόνεται δι’ ἅλατος, ἐζήτησεν, ἵνα ὑπὲρ τῆς ἰχθυοτροφίας ταύτης μετριασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος.
§72ΧΟΪΔΑΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν λαμβάνω τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν (ἀναγινώσκει). «Ἀφοῦ ἀπὸ βεβαίαν παραγωγὴν, ὡς προσεδόκα ὅλος ὁ κόσμος ἐκ τῆς ἁλυκῆς τῆς Λαμίας πλέον τῶν 2 ἑκατομμυρίων ὀκάδων ἅλατος, ἐλάβομεν 600,000 μόνον! Καταλαμβάνεις ποῦ εὑρισκόμεθα;»
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ μάθῃ ὁ τὴν ἐπιστολὴν πέμψας, φυσικὸν ἦτο νὰ περιέλθῃ καὶ εἰς τὴν ἐμὴν ἀκοὴν, καὶ μόλις μαθὼν, ὅτι κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς ἁλυκῆς Λαμίας συνέβησαν καταχρήσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν παρήχθη τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο, ἑπομένως, ὅτι ἐκλάπη ποσὸν ἐκ τοῦ παραχθέντος ἅλατος, ἔσπευσα νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὰς ἐκεῖ Οἰκονομικὰς Ἀρχὰς καὶ νὰ ζητήσω νὰ μὲ πληροφορήσωσιν ἂν αἱ ἰδιωτικῶς περιελθοῦσαι εἰς γνῶσίν μου πληροφορίαι ἦσαν ἀκριβεῖς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συνέβαινε τοιοῦτόν τι, νὰ ζητήσω τὸν λόγον πῶς ἐγένετο τοῦτο ἀνεκτὸν, καὶ διατὶ δὲν μοὶ κατήγγειλαν τὰ γενόμενα, ἢ αὐτοὶ πρῶτον δὲν ἐνήργησαν ἀμέσως πρὸς καταστολὴν αὐτῶν. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν αἱ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ Οἰκονομικαὶ Ἀρχαί, δὲν μὲ ἐνεθάῤῥυναν διὰ νὰ πιστεύσω τὴν φήμην, δὲν μοὶ ἔδωκαν δὲ τὸ δικαίωμα νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς δικαστικὴν ἀνάκρισιν. Αἱ Οἰκονομικαὶ Ἀρχαὶ μοὶ παρέστησαν, ὅτι τὸ παραχθὲν ποσὸν ἐκ τῆς ἁλυκῆς Γαντζοῦς ἦτο μικρότερον τοῦ προσδοκωμένου, ἀλλ’ ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλεσαν περιστάσεις ἀτμοσφαιρικαί, συνετέλεσε καὶ ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τῆς ἁλυκῆς, καὶ ἄλλοι ἴσως λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μεσολάβησιν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἵνα προβῇ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Ἐὰν λοιπὸν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, περιορίζουσαν τὴν τιμὴν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἢ ἐλαττώνουσαν αὐτὴν τοσοῦτον, ὅσον ὁ φίλος μου προτείνει, ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων τὴν πάστωσιν τῶν ἰχθύων, ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι δικαία καὶ νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ ὑπὲρ τῶν ἁλατιζόντων τὰς ἐλαίας των, ὑπὲρ τῶν μετερχομένων βιομηχανίαν παραπλησίαν εἰς τὸ ἁλάτισμα τῶν δερμάτων, ὑπὲρ τῆς τυροποιΐας, ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ὡσαύτως ποιεῖται χρῆσιν τοῦ ἅλατος, καὶ ὑπὲρ διαφόρων ἄλλων βιομηχανιῶν· ἤθελε δὲ τότε ἀνοίξει θύραν εὐρυτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνοίγει τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλει ἐξέρχεσθαι ὅλον τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος ἐπὶ προφανεῖ καὶ ἀναποφεύκτῳ ζημίᾳ. Διὰ τοῦτο λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τοῦ φίλου μου κ. Τρυγώνη.
§74Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ φράσις, ἧς ἐχρήσατο σήμερον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προθύμως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας, αἵτινες ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ συζητοῦμεν, μὲ ἐνθαῤῥύνει νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἤθελον διστάσει νὰ ὑποβάλω, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέμενεν εἰς τὴν χθεσινὴν φράσιν του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅπως φωτισθῇ, τὰς γνώμας, ἃς ἤθελον ἐκφράσει βουλευταὶ, ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐδήλωσα, ὅτι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν τὰ θεωροῦμεν ἔργα ἀνεπίδεκτα μεταβολῆς καὶ βελτιώσεως, διότι δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀλάθητοι, ἢ ὅτι μόνον ἡμᾶς ἔπλασε τοιούτους ὁ Δημιουργός. Ἐξ ἐναντίας, ἐδήλωσα, ὅτι μόνον ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα θεωροῦμεν συνδεδεμένα μετὰ τῆς διαμονῆς ἡμῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὴν πολιτικὴν ἡμῶν.
§76Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καλῶς. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου περιλαμβάνει τὰς βάσεις τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν διὰ τὴν ἐργολαβίαν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη δύναται νὰ ἀποσυρθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, βασιζομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, νὰ συνάψῃ ἑτέραν σύμβασιν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἢ ἄλλοις ὅροις. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον δικαιοῦμαι νὰ ὑποθέτω τοῦτο, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως. Ἐπειδὴ τὴν σύμβασιν ταύτην θεωρῶ βαρεῖαν διὰ τὸ Δημόσιον καὶ ἐνδέχεται νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ αὐτῆς, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3 καὶ ν’ ἀφήσῃ νὰ συζητήσωμεν τὰς ἐν αὐτῇ διατάξεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ προτείνοντος τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τοῦ ἅλατος, πετρελαίου κλπ. ἢ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως σὺν τῷ συζητημένῳ νομοσχεδίῳ συζητήσωμεν ὡσαύτως καὶ τὴν σύμβασιν ταύτην.
§77Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ. Νομίζω, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ συστήσῃ εἰδικὰς ἁλαταποθήκας, νὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος καὶ ἄλλα τινὰ σχετικά. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἅλατος, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονισθῇ διὰ τῆς συμβάσεως, ἐὰν δηλαδὴ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἅλατος θὰ ἔχῃ ἀπ’ εὐθείας τὸ Δημόσιον, ἐὰν θὰ ἀφήσῃ μέρος τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διαχείρησιν τοῦ μονοπωλίου εἰς ἑταιρίαν, ἢ θὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν ὁλόκληρον τὸ μονοπώλιον. Ἑπομένως φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 δύναται νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸν νόμον τοῦτον, ὡς σχετιζόμενον μὲ τὴν σύμβασιν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας θέλουσι ἐξετασθῆ τὰ περὶ αὐτοῦ.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 δὲν συνετάχθη μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς παραχώρησιν τῆς ἐργολαβίας εἴτε τῆς καλλιεργείας τοῦ ἅλατος, εἴτε τῆς διαχειρίσεως, ἄνευ τῆς εἰδικῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ διάταξις αὕτη μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ὡς ἀναγραφὴ ἀρχῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν ἰδιαιτέρων ὅρων, οἵτινες θὰ ἀποτελέσωσι τὴν συμφωνίαν του μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἀναλάβει τὴν διοίκησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος. Ἄν ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, ἣν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὰς διὰ τῆς συμβάσεως συμφωνίας διὰ συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἄνευ τῆς κυρώσεως τῇ Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἠθέλομεν συνομολογήσει, ὁ σκοπὸς αὐτὸς βεβαίως δὲν ἦτο· καὶ λέγω τοῦτο, ἵνα ἡσυχάσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ὑπέλαβεν ὅτι τοιοῦτό τι σκοπεῖ ἡ διάταξις αὕτη. Ἐὰν δὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Τριφυλίας ἐπιμένωσι φρονοῦντες, ὅτι τοιαύτην δίδουσιν εἰς ἡμᾶς ἐξουσίαν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, οὐδαμῶς διστάζομεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν διαγραφὴν αὐτῆς· διότι ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑποκλέπτωμεν τὴν ἐξουσίαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν αὕτη μᾶς δίδει, νὰ μᾶς τὴν δίδῃ ἐν γνώσει καὶ τῆς εὐρύτητος καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς. Πληροφορῶ ὅμως τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει δὲν ἤθελε γίνει δυνατὸν νὰ συζητήσῃ καὶ βασανίσῃ τὴν ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ἐκκρεμῆ σύμβασιν, ὅτι θέλει ἀποβῆ ἀναπόφευκτον τότε νὰ ὀργανωθῶσι νομοθετικῶς τὰ τῆς συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν καὶ τὰ τῆς συζητήσεως αὐτῶν· διότι, ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ διαχειρίζωνται τὰ οἰκονομικὰ, θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς κύκλον ἐνεργείας αὐθαιρέτου, θέλει δὲ μείνει ἐκτεθειμένον τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος εἰς ὅλας τὰς πλημμελείας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο ἐκτεθειμένον καὶ κατὰ τὸ παρελθόν.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ καιρὸν ἀρκετὸν νὰ συζητήσῃ τὴν σύμβασιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Ὁμοίως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§81ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ 3 ἄρθρον δύναται νὰ προστεθῇ τελευταία παράγραφος ἡ ἑξῆς: «Ἡ περὶ τούτου σύμβασις θὰ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς».
§82Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ παραδεχόμεθα ἕνα τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ, τουτέστιν ὅτι θέλουσι καταβάλλεσθαι 4 λεπτὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν συνομολογηθεῖσαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατεβάλλετο ἓν μόνον λεπτόν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ συζητήσωμεν καὶ τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει κατὰ σχέσιν πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις.
§83Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀγορεύοντες ἀνεφέρατε τρεῖς συμβάσεις περὶ ἅλατος· τὴν γενομένην τὸ 1881, τὴν εἰσαχθεῖσαν κατὰ τὸ 1884 καὶ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ὑπεβάλατε. Ὅλαι αὐταὶ αἱ συμβάσεις θὰ ἐξετασθῶσιν ἐκ παραλλήλου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν, ὅπως καὶ ὑμεῖς ἀναγνωρίσητε νὰ ἀπαλειφθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἀντικείμενον πῶς πρέπει νὰ διαχειρίζωνται τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τότε δὲ θέλει κρίνει ἡ Βουλὴ ποῖος τρόπος εἶναι ὁ καταλληλότερος.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐπρόβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, δὲν μὲ πείθει, ὅτι δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ὅτι, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς τρεῖς συμβάσεις τοῦ 1881, τοῦ 1884 καὶ τοῦ 1885. Τότε ὁ κ. βουλευτὴς πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 3, οὐχὶ δὲ τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ· διότι, ὅταν δοθῶσιν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν αἱ συμβάσεις, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρῃ ταύτην ἐπὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἄρθρου 3. Καὶ τὴν μὲν σύμβασιν, ἡ ὁποία συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1881, θέλει εἶσθαι δύσκολον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου νὰ προμηθεύσῃ αὐτὴν, ἀλλ’ ἡ σύμβασις τοῦ 1884 ὑπάρχει εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ σύμβασις τοῦ 1885 διενεμήθη πρὸ μικροῦ. Λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς δύναται νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τὴν αὔριον τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει. Ὁ λόγος ὅμως, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς προέβαλεν, εἶναι λόγος ἀναιρετικὸς τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. βουλευτὴς εὑρίσκει ἐλάττωμα εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 3 διότι ἔχουσι δισταγμούς, καθόσον συζητοῦντες δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν ὅμως θέλωσι ν’ ἀναβάλλωσι τὴν συζήτησιν δι’ 24 ἢ 48 ὥρας, τὸ δέχομαι εὐχαρίστως.
§85Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἡ προκειμένη ἀρχὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλους τὴν κατασκευὴν καὶ πώλησιν τοῦ ἅλατος. Διαφέρει ἡ ἄποψις τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ παραχώρησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ εἰμὴ διὰ νόμου, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, τότε εἶναι καὶ ὁ καιρὸς νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁ Νομοθέτης δὲν ἀναγράφει θεωρίας, κανονίζει διατάξεις πρακτικάς.
§86ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς συζητήσωμεν μεμονωμένως, διότι πολλαὶ καὶ ποικίλαι ἄλλαι διατάξεις, περιλαμβανόμεναι ἐν τῇ συμβάσει, συνδέονται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3· ὥστε, ἐὰν θὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 3, θὰ συζητήσωμεν ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ συζητήσωμεν ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§87Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωσε περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κωλῦον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἄμεσον παραδοχὴν αὐτοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει μίαν ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν μιᾶς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν κατόπιν θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα δὲ τῆς τιμῆς δὲν λύεται διὰ τοῦ ἄρθρου 3, διότι δίδεται μόνον ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος· ἑπομένως οὐδὲν τὸ κωλῦον ὑπάρχει νὰ γίνῃ σύμβασις καὶ μὲ 1 λεπτὸν καὶ μὲ 1½ λεπτόν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 3 θ’ ἀναγνωσθῇ μὲ τὴν προσθήκην.
§89ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε ζητοῦμεν τὴν ἀναβολὴν (θόρυβος).
§90ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν μεθαύριον. (Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτόν). (Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον).
§91Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, κατ’ ἐμὲ, εἶναι δρακόντειος, διότι ἐπιβάλλονται βαρεῖαι ποιναὶ δι’ αὐτοῦ ἄνευ διακρίσεως ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, ἐπιβάλλεται πρόστιμον 100–1000 δραχμῶν, δὲν γίνεται κἂν διάκρισις, ἐὰν ὑπάρχῃ δολία προαίρεσις ἢ οὔ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ 2 ἐδάφιον θὰ γεννήσῃ μεγάλας περιπλοκὰς ὡς ἐκ τῆς ἀσαφείας του. Ἐρωτῶ δὲ ἐὰν τὸ ἅλας μεταφέρεται διὰ σιδηροδρόμου, θὰ κατάσχητε τὸν σιδηρόδρομον; Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω ὅτι, ἐὰν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε εὐκολώτερον τὸν νόμον, πρέπει νὰ μετριασθῶσιν αἱ ποιναὶ, τὸ βʹ δὲ ἐδάφιον τοῦ 4 ἄρθρου νὰ λείψῃ ὡς παρὰ πολὺ αὐστηρὸν καὶ δυνάμενον νὰ φέρῃ περιπλοκάς.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐκ Βόλου βουλευτὴς ἐλπίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν σήμερον διὰ πρώτην φορὰν ποινὰς κατὰ τῶν παραβάσεων τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ἀλλὰ διὰ τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει, ἐσκοποῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἡ νομοθεσία εἶχεν ἀναγράψει. Καὶ εἶναι ἀληθῶς δρακόντειοι αἱ ποιναὶ αὗται, διότι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν Νομοθεσίαν οὐχὶ κατάσχεται, ἀλλὰ δημεύεται τὸ μέσον τῆς μεταφορᾶς. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν πλοῖον εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἐπαρχίας Οἰτύλου ἐκόμιζε 50 ἢ 100 ὀκάδας ἅλατος κλοπιμαίου. Μοὶ συνέβη δὲ νὰ μάθω, ὅτι κατέσχον αἱ Ἀρχαὶ αὐτὸ, διότι ἐζήτουν ἀπὸ ἐμὲ νὰ τὸ ἐκποιήσω ἐπὶ δημοπρασίας, δηλαδὴ νὰ τὸ δημεύσω. Ἠναγκάσθην δὲ, ἐπειδὴ ἐθεώρησα δρακόντειον τὴν ποινὴν ταύτην, ν’ ἀναστείλω πᾶσαν ἐνέργειαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν ζητοῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ δρακόντειον τοῦ νόμου. Ἡ ποινὴ τῶν 100 μέχρι 1000 δραχμῶν δὲν μοὶ φαίνεται βαρεῖα, μάλιστα ὅταν πρόκειται νὰ ἐκριζωθῶσι κακαὶ ἕξεις, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον ἐκράτησαν ἐν τῇ Χώρᾳ, ὥστε πρὸ μακροῦ ἠκούετο ἐδῶ, ὅτι εἶναι εἰθισμένον τὸ κλέπτειν τὰ αὐτόπηκτα ἅλατα, καὶ ἑπομένως δικαίωμα ἀναγνωρισθὲν διὰ τῆς ἀνοχῆς τῆς Πολιτείας. Ὁ τρόπος τῆς ἐκδικάσεως τῶν ποινῶν εἶναι ὁ ἰσχύων ἐν τῇ νεωτέρᾳ Νομοθεσίᾳ τῶν χρόνων τούτων, ἰδίως μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην περὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὥρα αὕτη δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἀναβάλλω πᾶσαν σκέψιν περὶ μεταβολῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ συναρμολογῶ καὶ τὰ ἐμὰ νομοσχέδια μετὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν δικάζει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον μόνον, ἐὰν γείνῃ ἔφεσις· διότι ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, πᾶσαι αἱ ἀποφάσεις τῆς Πρωτοδίκως δικαζούσης Ἀρχῆς καὶ αὐταὶ αἱ ἀθωωτικαί.
§93ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ἐξετιμήθη δεόντως ἡ ὀρθὴ παρατήρησις τοῦ συναδέλφου κ. Φιλαρέτου. Τὸ ἄρθρον εἶναι οὕτω συντεταγμένον, ὥστε θὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰς καταπιέσεις. Ὑποθέσατε ὅτι πολίτης τις ἀγοράζει ποσόν τι ἅλατος, 20 ἢ 30 ὀκάδων, ἐξ ἑνὸς καταστήματος τῆς πρωτευούσης τοῦ Δήμου του καὶ τὸ μεταφέρει εἰς τὸ χωρίον του.
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν γνώσει.
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τότε τὸ «ἐν γνώσει» πρέπει νὰ τεθῇ οὕτω, ὥστε ν’ ἀναφέρεται καὶ εἰς τοὺς μεταφέροντας. Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει ὅτι ὁ καταγγέλλων θὰ λαμβάνῃ τὸ ἥμισυ τοῦ προστίμου· ἑπομένως εἶναι ἐκεῖνο τὸ κακόηθες σύστημα τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν εἶναι ὠφέλιμον ἀλλ’ ὑπὸ κοινωνικὴν ἀνυπόφορον. Μόνον πρὸς πρόληψιν μεγάλων κοινωνικῶν ἢ ἐθνικῶν ζημιῶν ἢ ἀπωλειῶν τοιαῦται νομοθετικαὶ διατάξεις ἐπιτρέπονται.
§96ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν πρώτοις τὸ κακόηθες αὐτὸ σύστημα δὲν προτείνεται πρώτην φορὰν σήμερον, διότι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Νομοθεσίᾳ πρὸ πολλῶν χρόνων, ἐὰν δὲ ἤθελε μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν πόσους χρόνους λειτουργεῖ αὐτὸ τὸ κακόηθες μέσον, ἴσως ἤθελεν εὑρεθῆ, ὅτι λειτουργεῖ πλέον τῶν 35 ἐνιαυτῶν. Ἡ ποινὴ κατὰ τῶν μεταφερόντων ἢ πωλούντων τὸ ἅλας δὲν εἶναι τοσοῦτον ἄδικος, διότι διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ πρᾶξις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως.
§97ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ «ἐν γνώσει» πρέπει νὰ μετατεθῇ, διότι ἔρχεται μετὰ τὴν λέξιν «μεταφέροντες».
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι καθαρὰ γραμματική. Δύο ἐπιῤῥήματα ἐτέθησαν ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ λαθραίως καὶ τὸ ἐν γνώσει· τὸ μὲν πρῶτον ἀναφέρεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσπορίζονται τὸ ἅλας, εἴτε καλλιεργοῦντες, εἴτε συλλέγοντες αὐτό· ὑπάρχει δὲ ἄλλη κατηγορία ἀνθρώπων, οἵτινες παραλαμβάνουσι τὸ ἅλας παρ’ ἄλλων διὰ νὰ πωλῶσιν. Αὗται αἱ τρεῖς κατηγορίαι πρέπει νὰ μὴ γνωρίζωσιν, ὅτι τὸ ἅλας ἔχει ἀξιόποινον καταγωγὴν, καὶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς κατηγορίας ἀναφέρεται τὸ «ἐν γνώσει».
§99ΓΟΥΔΗΣ. Ὅλα τὰ πλοῖα ἔχουν ἅλατα· ποῖος θὰ καταγγείλῃ (θόρυβος);
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι νὰ μὴ διστάσῃ ν’ ἀποδεχθῇ ποινὰς βαρείας. Δὲν ἐννοῶ τὴν βαρεῖαν βανδαλικὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Νομοθεσία τοῦ 1836, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν δήμευσιν τῶν μέσων τῆς μεταφορᾶς· ἔχω ὅμως πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ποινῶν βαρειῶν διὰ νὰ ἐκριζωθῇ ἓν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον εἰσέδυσεν εἰς τὴν κοινωνίαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐπείσθησαν πλέον οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δὲν παραβαίνουσι τοὺς νόμους, κλέπτοντες τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος.
§101Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ ποιναὶ δὲν εἶναι βαρεῖαι κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ βαρὺ εἶναι τὸ σύστημα τῆς κακοηθείας καὶ τῆς διαφθορᾶς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναθέτομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ὅπως συνέβη καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ καπνοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων γίνεται ἔφεσις ἐνώπιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Ἐν τούτοις ἠμπορῶ νὰ εἴπω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι οὔτε μίαν ἐπὶ τῶν 100 ἀποφάσεων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων μετεῤῥύθμισεν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον αὐτῶν τῶν ἑπτὰ σοφῶν τῆς Ἑλλάδος. Εἶπον ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δι’ ἑβδομήκοντα δράμια τετριμμένου καπνοῦ ἐῤῥιμμένου εἰς μίαν κόγχην ἐργαστηρίου κατεδικάσθη πτωχὸς χωρικὸς ἐργαστηριάρης εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν τῆς χρηματικῆς ποινῆς τῶν 500 δραχμῶν, καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν ρηθέντων ἑπτὰ σοφῶν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐπεκύρωσεν. Ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἐπὶ τῶν τοιούτων νόμων κατήντησαν νὰ μετέλθωσι κακοήθη μέσα. Ἀνώτερος ὑπάλληλος τούτων ἀπήντησε ρακενδύτην ἀγροφύλακα καὶ τῷ εἶπε, σοὶ δίδω καπνόν, μοὶ δίδεις σιγαρόχαρτον; ὁ πτωχὸς ἐπαρουσίασεν ὀλίγον ἀσφράγιστον καὶ ὁ ὑπάλληλος τὸν ἐτιμώρησε μὲ 100 δραχμῶν χρηματικὴν ποινήν. Διὰ τοιούτους ὑπαλλήλους πρέπει οἱ νόμοι νὰ συντάττωνται μὲ πληρεστάτην σαφήνειαν, καὶ τοιαύτην ἀπαιτῶ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ κατασταθῇ σαφέστερον τὸ ἄρθρον σύμφωνον πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἀπέδωκα πρὸς αὐτό, ἂν διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «Οἱ καλλιεργοῦντες καὶ συλλέγοντες λαθραίως ἅλας, ἢ ἐν γνώσει μεταφέροντες, πωλοῦντες ἢ κατέχοντες ἅλας, μὴ προερχόμενον ἐκ τῶν Δημοσίων ἀποθηκῶν κτλ.»
§103ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ παραδεχθῇ ὅτι ἡ διδομένη προθεσμία πρὸς ἔφεσιν τῶν 10 ἡμερῶν εἶναι βραχεῖα. Γνωρίζετε ὅτι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι πολλά· ἔχω δὲ ἀφορμὴν νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ 20 ἡμερῶν προθεσμία, ἡ δοθεῖσα διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου, δὲν ἦτο ἐπαρκής. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία 30 ἡμερῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§106ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 9 λέγει ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύναται νὰ ἐπιβληθῇ προσθήκη μέχρι 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος. Φρονῶ, ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ τῶν 5 λεπτῶν εἶναι βαρεῖα, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ τὴν μετριάσωμεν εἰς 3, διότι οὕτω διπλασιάζεται ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος ἀπὸ δέκα λεπτὰ εἰς εἴκοσι. Κύριοι, δὲν εἶμαι, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐνάντιος τῶν μονοπωλίων, καθόσον κατ’ ἐμὲ εἶναι τινὰ μονοπώλια ἀναγκαῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐννοῶ καὶ τὸ τοῦ ἅλατος· διότι, ἂν δὲν γίνῃ μονοπώλιον δι’ ἐργολαβίας, ὑφίσταται ὁ λαὸς διπλοῦν μονοπώλιον, τὸ μονοπώλιον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πωλεῖ τὸ ἅλας διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ μονοπώλιον τῆς κακοηθείας τῶν ἀποθηκαρίων μετὰ τῶν μεταπρατῶν· διότι, ἀφοῦ λάβῃ ὁ ἀποθηκάριος τὸ ἅλας, τὸ παραχωρεῖ ἀμέσως εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας παντοπώλας καὶ ἐκεῖ γίνεται ἡ μεγαλειτέρα αἰσχροκέρδεια καὶ τὸ μεγαλείτερον βασανιστήριον τῶν ἀγοραστῶν, διότι ἀντὶ 10 λεπτῶν τὸ ἀγοράζουν 16. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος ἀναγκαῖον, καὶ διατιθέμενον δι’ ἐργολαβίας. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ φέρῃ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τῆς δι’ ἐργολαβίας ἐξασκήσεως τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον λέγει ὡσαύτως ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ Β. Διατάγματος θὰ διατάξῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ χρόνου τῆς προσθήκης τῶν 5 λεπτῶν καὶ διὰ Β. Διατάγματος τὴν λῆξιν τῆς προσθήκης ταύτης. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν μέχρι τοῦδε ἐκτὸς τῶν ἐγγείων καὶ κτηματικῶν ἀμέσων φόρων καὶ τοῦ ποιμνιακοῦ, οἵτινες ἐπεβλήθησαν ἀπὸ τὸ 1828, πάντες οἱ ἄλλοι ἐπεβλήθησαν ἕνεκα ἐκτάκτων ἀναγκῶν ὡς διαλαμβάνει καὶ τὸ παρὸν Νομοσχέδιον διὰ τὴν προσθήκην τῶν 5 λεπτῶν· εἰς τὰ 1867 ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης ἐδιπλασιάσαμεν τοὺς φόρους, καὶ ἐν τούτοις ἔκτοτε πληρώνονται μὲ τὴν αὔξησιν, ἐνῷ μετὰ τὸ 1868 μέχρι τοῦ 1877 οὐδεμίαν εἴχομεν ἔκτακτον περίστασιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο περιορισμὸς, καὶ νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ αὔξησις τῶν πέντε λεπτῶν δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 6 μηνῶν, καὶ τοιαύτην προτείνω τροπολογίαν.
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὶν ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος, παρατηρῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὶν εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐξήγησεν, ὅτι εἶνε ἐντελῶς κεχωρισμένος ὁ τακτικὸς τοῦ ἐκτάκτου, ὅτι οἱ φόροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν ἔκτακτον, ὅστις ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ ποίαν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ αἰτιολογικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 «ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων». Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἀνάγεται εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν ἔχουσι σχέσιν κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἐὰν τοὐναντίον, τότε ἀφίνει κενὸν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐὰν ἀνάγεται εἰς τὸν ἔκτακτον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐγὼ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακάκη, τὴν ὀρθοτάτην· διότι, ἐὰν μὲ τὸ προνόμιον τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν 5 λεπτῶν, καλὸν εἶνε νὰ γνωρίζωμεν ὡς πότε θὰ τὸν πληρώνωμεν· ἐὰν δὲ δοθῇ ἡ ἄλλη ἑρμηνεία, τότε συμπληρῶν τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι καλὸν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ διαρκῇ ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιστράτευσις. Ἐὰν δὲ ἀνήκῃ εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις....
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτεινομένης τροπολογίας.
§109ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίαν πληροφορίαν νὰ σᾶς δώσω, ἀφοῦ εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀφοῦ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀνέγραψα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πρόσοδον ὑπερτέραν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 περιληφθείσης κατὰ 1,400,000 δραχμῶν; Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αὗται προέρχονται ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν 10 λεπτῶν τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος· διότι ἀφοῦ ὑπελόγισα, ὅτι 14 ἑκατομμύρια ὀκάδων ἅλατος καταναλίσκεται, ἕπεται ὅτι ἡ προσθήκη τῶν 10 λεπτῶν θέλει φέρει 1,400,000. Ἀφοῦ λοιπὸν περιέλαβον τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν τὸ περιέλαβον δι’ ἕξ μῆνας, ὡς προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ἀλλ’ ὅπως εἶνε διαρκὲς, καὶ ὄχι ὅσον ὑπάρχει ἡ ἐπιστράτευσις· διότι, ἂν ἡ ἐπιστράτευσις συνδέεται μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν προσωπικὴν τῶν ἀτόμων, συνδέεται καὶ μὲ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐπιζήσει πολὺ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν.
§110Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων «ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων». Τί ἐννοεῖτε; αὐξάνετε τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος κατὰ πέντε λεπτὰ ἕνεκεν τῶν ἐκτάκτων οἰκονομικῶν περιστάσεων ἢ ἕνεκεν τῶν ἐκτάκτων Ἐθνικῶν περιστάσεων; Ἐὰν ἐννοῇ τὸ πρῶτον, αἱ λέξεις εἶνε περιτταί, ἐν τῷ νόμῳ δὲ δὲν πρέπει νὰ τίθενται περιτταὶ λέξεις· ἐὰν τὸ δεύτερον, παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ἡμῖν κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ὁ τακτικὸς πρὸς τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, τὸ δὲ ἐκ τοῦ ἄρθρου 9 ἀναγραφὲν ἔσοδον ὑπολογίζεται εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔσπευσα νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου βουλευτοῦ, διότι πρὶν ἢ προβῇ εἰς αὐτὴν εἶχον προβάλει τὴν λύσιν της. Εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον παῤῥησίᾳ καὶ διεκήρυξα, ὅτι ἐὰν δὲν συνέβαινον τὰ κατὰ 7βριον συμβάντα, τὰ ὁποῖα ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐγεννήθησαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Δημοσίου Ταμείου· ἐὰν ἐβαίνομεν ὁμαλῶς τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν εἴχαμεν χαράξει, δὲν ἐσκόπουν νὰ προβῶ εἰς πρότασιν νέων φόρων. Εἶπον ῥητῶς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἡμῶν μᾶς ἐπέβαλε τὸ καθῆκον νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ μειώσωμεν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασταθῆ κατὰ τὸ 1885, νὰ τὸ μειώσωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 μέχρι 4,000,000, προσεδοκῶμεν δὲ ὅτι, ἐκτελοῦντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886, ἐὰν ἐμένομεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ὅτι ἠθέλαμεν δυνηθῆ τὰ 4,000,000 νὰ μειώσωμεν εἰς 2,000,000 μόνον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Οὕτω δὲ κατὰ 1887 νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἀληθὲς ἰσοζύγιον διὰ τῆς φυσικῆς προσόδου τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἤδη ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς Χώρας ἀναγκαζόμεθα νὰ προτείνωμεν νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ 5 λεπτὰ εἰς τὴν ὀκᾶν τοῦ ἅλατος.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 προτείνω ν’ ἀφαιρεθῇ εἰς τὰς λέξεις διὰ τοῦ Διατάγματος τὸ «τοῦ», καὶ νὰ μείνῃ «διὰ Διατάγματος».
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου προτείνει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9 τὸ ἄρθρον «τοῦ». Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον ἔχει καλῶς, διότι τὸ ἄρθρον «τοῦ» ἐννοεῖ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἓν Βασιλικὸν Διάταγμα πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ καὶ ὄχι πολλά· ἐὰν δὲ ἀφαιρεθῇ τὸ ἄρθρον, τότε θὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ πλείονα τοῦ ἑνὸς Διατάγματα καὶ νὰ μεταβάλῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἤθελε νὰ διατάξῃ.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ σπουδὴ μετὰ τῆς ὁποίας ὁ προλαλήσας σπεύδει ν’ ἀποκρούῃ ὅ,τι λέγω τὸν ἔφερε νὰ μὴ προσέξῃ εἰς ὅ,τι εἶπον. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἣν στιγμὴν κρίνῃ ἀναγκαῖον λόγῳ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων ὅπως αὐξήσῃ διὰ Διατάγματος τὸν φόρον τοῦ ἅλατος κατὰ πέντε λεπτὰ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ διαρκέσῃ ἡ ἔκτακτος αὕτη ἀνάγκη καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ πότε θὰ παύσῃ εἰσπράττουσα τὰ πέντε λεπτά. Τοῦτο εἶναι τοσοῦτον πρόδηλον καὶ καταφανὲς καὶ εἰς τὸν κοινώτατον νοῦν, ὥστε ἀπορῶ πῶς ἓν λάθος βεβαίως τῆς γραφίδος τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο λάθος λογικῆς διὰ τὸν προλαλήσαντα. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅταν παρὰ τῆς Βουλῆς ζητῇ δαπάνην ἔκτακτον, νὰ ὁρίζῃ καὶ τὸν πόρον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καλύψῃ αὐτήν. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἥτις νομίζει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην 62,000,000 ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλει νὰ ἐξεύρῃ καὶ ὁρίσῃ τοὺς πόρους, δι’ ὧν νομίζει, ὅτι δύνανται νὰ καλυφθῶσιν αἱ ἔκτακτοι αὐταὶ δαπάναι. Προκειμένου ὅμως νὰ καλυφθῶσι τὰ 62,000,000, μὴ πιστεύσωμεν, ὅτι τὰ πρὸς τοῦτο μέσα δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπευθείας εἰς τοὺς φόρους· θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσφύγωμεν καὶ εἰς τὰ δάνεια. Αὐτὰ τὰ δάνεια ὅμως ἀπαιτοῦν τόκους, καὶ χρεώλυτρον. Πόθεν οἱ τόκοι θὰ πληρωθῶσι; βεβαίως ἐκ τῶν εἰσφορῶν· ἀλλ’ ἐὰν ἐπιβάλλῃ πρὸς τοῦτο σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ πρόσθετον φόρον πέντε λεπτῶν ἐπὶ τοῦ ἅλατος, δύναται νὰ γνωρίζῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ φόρος οὗτος πρέπει νὰ παύσῃ; Ἂν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ ἄρθρον «τοῦ» καὶ ἰδοὺ διατὶ ἐζήτησα καὶ ζητῶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου τὸ «τοῦ».
§115Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη. Βεβαίως δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἄρθρου «τοῦ». Περισσότερον μὲ ἐλύπησε τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ ἐξετυλίχθη πρὸ ὀλίγου. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐξετιμήσατε δεόντως τὸ βάρος τῶν ἐκφράσεων, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν κατὰ τοῦ ἐκ Βόλου βουλευτοῦ. Ὑποθέτω ὅμως, ὅτι οἱ Καθηγηταὶ καὶ οἱ Διδάσκαλοι, οἵτινες ἔχουσιν τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται ἐντὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, αἰσθάνονται κατὰ βάθος τὴν τιμὴν αὐτήν. Ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ ὑψώσωμεν τὰ ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ οὔτε διὰ νὰ ταπεινώσωμεν, οὔτε διὰ νὰ ταπεινοθῶμεν. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀρκοῦν διὰ τὸ ἐπεισόδιον. Ἔρχομαι δὲ εἰς τὸ κύριον τῆς συζητήσεως θέμα. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Δημητρακάκης, εἶναι λογικωτάτη, διότι πρόκειται περὶ φόρου, ὅστις δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἀφοῦ δὲν προσδιορίζεται ἐν τῷ νόμῳ χρονικὸν ὅριον αὐτοῦ. Ὁ μετὰ παρέλευσιν π. χ. 5 ἐτῶν φορολογούμενος τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἐρωτᾷ: διατί νὰ πληρώνῃ τὰ 5 λεπτὰ λόγῳ ἐκτάκτων περιστάσεων, τὰς ὁποίας δὲν θὰ βλέπῃ; Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τοῦ νομοσχεδίου της ὡς δυναμένας νὰ παραταθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, ὅλοι γνωρίζομεν μίαν ἀλήθειαν Συνταγματικὴν, ὅτι ὁσάκις ὁ Νομοθέτης ἐμπιστεύεται εἰς τὴν Νομοεκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ συμπληρώσῃ αὐτὴ τὰ τοῦ νομοθετήματος κενὰ, δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ διὰ παντὸς τὴν θύραν ἀνοικτήν. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Νομοθέτου εἶναι ἐντολὴ περιωρισμένη, συμπληροῦται δὲ διὰ τῆς ἐφ’ ἅπαξ χρήσεως τοῦ ἀνατεθειμένου εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν δικαιώματος. Δὲν δύναται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ ὅσα θέλει Διατάγματα. Τὸ πρῶτον Διάταγμα, ὅπερ ἐκ τοιαύτης Νομοθετικῆς ἐντολῆς ἤθελεν ἐκδώσει, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ νόμου ἀναπόσπαστον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται πλέον ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ μεταβληθῇ. Τόσῳ δὲ μᾶλλον τοῦτο ὅσῳ πρόκειται περὶ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς φύσεώς του δὲν δύναται ὁ Νομοθέτης νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ὅταν λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἐκδοθῇ ἕτερον Διάταγμα παρὰ τὸ ἐν τῷ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου ἀναφερόμενον, εὐλόγως τὸ βʹ ἐδάφιον ἀναφέρεται εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο.
§116Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐλάλησεν εἰς τὸν ἀέρα καὶ οὐδὲν κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ· εἶπεν ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παραχωρῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ ἐλευθέραν ἐφ’ ὅσον αὕτη ἐγκρίνει νὰ εἰσπράττῃ αὐτούς. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη πολλάκις προεβλήθη καὶ συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ, κατέστη δὲ τετριμμένη πλέον καὶ πάντοτε ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὅπως ποιῆται αὐτὴ ἐν ἀνάγκῃ χρῆσιν τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος τοῦ αὐξάνειν ὡρισμένους φόρους ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη ἐκείνη διαρκεῖ. Τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον καὶ λογικὸν, διότι πολλάκις ἀδύνατον νὰ κρίνῃ καθ’ ἣν ὥραν νομοθετεῖ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία πότε θὰ ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη πρὸς αὔξησιν φόρου τινὸς, καὶ πότε θὰ παύσῃ ἡ ἀνάγκη αὕτη καὶ ὁ φόρος ὁ χάριν αὐτῆς ἐπιβληθείς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ψηφίζει τὸν φόρον καὶ οὐχὶ ἡ Νομοτελεστικὴ, ἀφίνει δ’ εἰς ταύτην μόνον τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀρχίσῃ πληρωνόμενος ὁ φόρος καὶ καθ’ ἣν πρέπει νὰ παύσῃ. Καὶ οὕτω ὅμως ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν ἀποβάλλει τὸ δικαίωμα βραδύτερον νὰ κανονίσῃ, ὅπως θέλει τὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ. Πρὶν ὅμως τούτου μόνη ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ φόρου. Τί λογικώτερον τούτου, κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲ σοφιστεία δύναται νὰ ἰσχύσῃ, οὐδὲ πνεῦμα ἐλαφρὸν, ὅπως μὴ δῆθεν ἀφήσωμεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ φόρου τῶν 5 λεπτῶν καὶ τῆς παύσεως αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι τὸ ἄρθρον «τοῦ» πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, καὶ Θεωρῶ ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἀπασχολῶμεν σήμερον μὲ τοιαῦτα ζητήματα.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σεῖς τὸ ἐγεννήσατε.
§118Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς τὸ ἐπροκαλέσατε μὲ τὴν σπουδὴν τοῦ ν’ ἀντιλέγετε εἰς ὅ,τι λέγω διὰ νὰ μὲ ἀνασκευάζητε.
§119ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§120ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§121ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν θέλει ἐπιμείνει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία του.
§122ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιμένω.
§123ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ προσθέσωμεν 5 λεπτὰ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐζητήσαμεν τοῦτο, ὄχι διότι θεωροῦμεν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι 5 λεπτὰ ἀπὸ τοῦδε, ἀλλ’ ἀφοῦ συστηθῶσιν αἱ εἰδικαὶ ἀλαταποθῆκαι, ὅτε τὸ ἅλας θέλει γίνει ἐφθηνότερον· τότε ἑπομένως διὰ τῆς προσθήκης τῶν 5 λεπτῶν δὲν θέλομεν καταστήσει ἀκριβὸν τὸ ἅλας. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη διὰ Βασιλ. Διατάγματος, διότι ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, καὶ τότε ἐὰν θεωρήσωμεν ὡς ἀναγκαῖον τοῦτο. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν τροπολογίαν.
§124ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιμένω.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, τὴν τροπολογοῦσαν τὸ ἄρθρον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 Μ. Μ.)