Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ι · Session ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Sitting 10

1885.10.22

2,406 rows · 18,083 words · 1 table · 57 turns

Date
1885.10.22
Presidency
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΡΙΚΑΚΗ
Period
Ι
Session
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1886)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10

Τῆς 22 Ὀκτωβρίου 1885.

(Τρίτη)

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

(Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, συγχωρήσατέ μοι νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν ἀκροατηρίων, διότι εἰσῆλθον πλείονες παρ’ ὅσαι εἶναι αἱ θέσεις. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ τὴν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων, δὲν ἀπαιτεῖ ὅμως νὰ ἔλθουν ὅλαι αἱ Ἀθῆναι ἐδῶ μέσα. Ἢ λοιπὸν θὰ ἦσθε ἥσυχοι, ἢ θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἡμίσεος τοὐλάχιστον τῶν ἀκροατηρίων. Διάφοροι κάτοικοι Ἀρεοπόλεως ὑποβάλλουν ἀναφορὰν περὶ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ἄγγελος Τυπάλδος Ἰακωβάτος ἐκ Ληξουρίου δικαιολογεῖ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς πρωτοτόκους καὶ τοὺς ὀρφανούς.

§2ΣΠΥΡ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἵνα κατὰ προτίμησιν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπολύτου ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν μονογενῶν καὶ πρωτοτόκων, καθόσον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν γίνεται ἐπαισθητοτέρα ἡ ἔλλειψις αὐτῶν ἐκ τῶν πασχουσῶν οἰκογενειῶν των.

§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται δύο νομοσχεδίων κατεπειγόντων εἰς πρώτην συζήτησιν ἡ ἐπιψήφισις.

§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν, 1) τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ 2) τὸ νομοσχέδιον περὶ καταναγκαστικῶν εἰσφορῶν).

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§7Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην δήλωσιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀπάντησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ μετὰ τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐνεποιήθησαν τότε παρὰ τοῖς πλείστοις, εἶχον ἀπόφασιν νὰ μὴ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἡ ὑψίστη τῶν συζητήσεων, εἰς ἣν ὀφείλει ν’ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς ἡ Βουλή, ἡ κληθεῖσα εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ἐν τῇ εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπαντήσει τῆς Βουλῆς θέλει συνοψισθῆ ἡ γνώμη τοῦ Ἔθνους. Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ἥτις εἶναι κατ’ ἀνάγκην πολιτική, πρέπει νὰ συμβαδίζῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ ἔχοντες ὁπωσδήποτε ἀντίθετον φρόνημα, ἔχουσι καὶ τὴν δύναμιν νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτό, ἀναλαμβάνουσι δὲ τὴν εὐθύνην τῆς ὑποστηρίξεως ταύτης καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς εἶπεν ὅ,τι εἶπε, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄλλους, πρὸ πάντων δὲ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ ἐγείρωμεν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρα σήμερον νὰ ἐγείρω πολιτικὴν συζήτησιν; οὐχί. Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ἐκάλεσεν ἐπανειλημμένως ὄχι μόνον τὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου. Ὀφείλω καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, οὕτω ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως προκαλούμενος, νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἆρά γε διὰ τοῦτο θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον; αὖθις οὐχί. Δὲν θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον, διότι νομίζω ὅτι, προκειμένων τοιούτων ζητημάτων, ὁ ἔλεγχος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πιθανότητα τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς τυχὸν γιγνομένων, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν καλῶς ἐννουμένην φιλοπατρίαν. Δὲν θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον καὶ διότι δὲν θεωρῶ αὐτὸν δυνατόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκαλῶν τὸν ἔλεγχον, ἔδειξε βεβαίως θάῤῥος καὶ γενναιότητα. Ἔχει ἐπίσης τὴν ἔννοιαν ἡ πρόκλησις αὕτη—ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πιστεύω—τὴν πεποίθησίν του ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε πεπραγμένα ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος εἶναι καλῶς πεπραγμένα. Ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός, διαγράψας τὰ ὅρια τοῦ ἐλέγχου τούτου, κατέστησεν αὐτὸν ἀδύνατον. Τὸ αἴσθημα παρέσυρεν αὐτὸν εἰς τὴν πρόκλησιν, ἀλλ’ ἡ ἀδυσώπητος λογικὴ τῷ ἐπέβαλε τὴν ἀλήθειαν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ τίποτε περὶ τοῦ μέλλοντος· εἶπε προσέτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐὰν ὁ ἔλεγχος ἐπεξετείνετο πέραν τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν πεπραγμένων χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις τὸν σκοπὸν, ἐφ’ ᾧ ἐπράχθησαν; Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ἃς ἀπαραίτητοι ἀνάγκαι ἐπέβαλον, πῶς θὰ πιστοποιηθῇ τὸ ἀναγκαῖον καὶ τὸ ἀναπόδραστον αὐτῶν ἄνευ ἐξετάσεως τοῦ παρελθόντος; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ὀρθῶς ἔταξε τὰ ὅρια ταῦτα, θελήσας νὰ δικαιολογήσῃ ἐμμέσως τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κινήματος τῆς Φιλιππουπόλεως, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐν σημείῳ ἴσως τῷ δυσχερεστέρῳ, ὅταν ἐκάλει ἡμᾶς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἦτον ἡ κατάστασις αὐτοῦ κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας. Ἐὰν ταύτην τὴν ἐξέτασιν ἐποιούμεθα, ποῦ ἠθέλομεν καταλήξει; ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, ἀφ’ ἧς ἐνεκαθιδρύθη, καὶ τοῦ παρελθόντος. Ἰδοὺ διατί δὲν προτίθεμαι, οὐδὲ δύναμαι, νὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον. Μὴ σκοπῶν δὲ νὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λόγος μου δὲν ἔχει ἄλλην πολιτικὴν ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τοῦ βουλευτοῦ, καταθέτοντος τὴν συμβολὴν τῶν πεποιθήσεων αὑτοῦ καὶ τῶν γνωμῶν εἰς τὰς σκέψεις, ἃς τὸ Συνέδριον τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην στιγμὴν ποιεῖται περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς Πατρίδος. Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ἔποψιν κυρίως, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἔποψις αὐτοῦ ἡ διπλωματική· διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης θέλει προκύψει τὶ, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν, ἔδει νὰ πραχθῇ, τὶ πρέπει νὰ πραχθῇ καὶ τί ἀναγκαίως, ἀφοῦ δὲν ἐπράχθη μέχρι τοῦδε, ἢ κἂν δὲν πραχθῇ μετ’ οὐ πολὺ, θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ πράξωμεν. Τί εἶναι τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Ἀνατολικῆς τουτέστι Ῥωμυλίας; Εἶναι κίνημα ἐσωτερικόν· τοιοῦτον ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ προχθὲς αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι δηλαδὴ ἐπανάστασις τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας. Τὸ κίνημα τοῦτο, ἐξεταζόμενον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς θέσεως τοῦ κινηθέντος λαοῦ, ἀποτελεῖ προσβολὴν τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου; Ἐξετάσωμεν. Τί εἶναι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου; Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ὑποχρεοῖ ἆρά γε τοὺς λαούς; Ἀλλ’ ὑπέγραψαν αὐτὴν οἱ λαοί; ὑποχρεοῖ ἆρά γε τὰς Κυβερνήσεις τῶν λαῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὰ δίκαια καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτῶν; Ἀλλ’ ὑπέγραψαν κἂν αὗται τὴν συνθήκην ἐκείνην; Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ σταθμὸς τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα Ἀνατολικὸν, διὰ νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει ζήτημα Ἀνατολικὸν, τί ἐκ τούτου καὶ μόνου προκύπτει; προκύπτει, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ὀψέποτε δυνηθῶσι καὶ ὁπωσδήποτε δυνηθῶσι, δικαιοῦνται, διακινδυνεύοντες τὰ ὑλικὰ συμφέροντα αὐτῶν, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, νὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των. Τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικὸν δὲν εἶναι λέξις κενὴ, εἶναι προϊὸν ἱστορικῶν γεγονότων μεγάλων, συνοψίζω δὲ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ εἰς τὰ τρία ταῦτα: τὸ ἄδικον τῆς κατακτήσεως, τὰ δίκαια τῶν λαῶν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων—διότι δυστυχῶς la force prime le droit —εἰς τὴν ἀνικανότητα, εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς Τουρκίας, ὅπως διατηρήσῃ ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν αὐτῆς τοὺς κατακεκτημένους λαούς. Ἐὰν ἡ ἀδυναμία αὕτη δὲν ὑπῆρχεν, οὐδέποτε ἤθελε γεννηθῆ ζήτημα Ἀνατολικὸν, οὐδέποτε ἤθελε γραφῆ περὶ τῶν κτήσεων τῆς Τουρκίας συνθήκη ἀλληλεθνής. Μήπως ἡ Γαλλία δὲν κατέκτησε τὴν Ἀλγερίαν; Ἀλλ’ ὑπάρχει περὶ Ἀλγερίας ἀλληλεθνὴς συνθήκη; Μήπως ἡ Ἀγγλία δὲν ἔχει τὰς Ἰνδίας; Ἀλλ’ ὑπάρχει περὶ Ἰνδιῶν συνθήκη ἀλληλεθνής; Εἰς τοῦτο λοιπὸν συνίσταται τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἐκ τούτου δὲ τί ἐξάγεται; ἐξάγεται ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δικαιοῦνται νὰ ἐπωφεληθῶσι παντὸς ἀπροόπτου γεγονότος, καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἀπροόπτου, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἴδω αὐτὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ἵνα ἀνακτήσωνται τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν· ἀπρόοπτον δὲ γεγονὸς ἦτο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Ἔχω τὴν ἰδέαν—καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔχουν αὐτὴν πάντες ὅσοι σκέπτονται οὐ μόνον μετὰ φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ συνέσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—ὅτι, ἐὰν μετὰ τὸ κίνημα τῆς Ῥωμυλίας ἡ Τουρκία ἀντεπήρχετο κατ’ αὐτῆς καὶ ἡ πάλη περιῆγε τὴν Τουρκίαν εἰς δυσχερείας, ὄχι μόνον ἐδικαιοῦντο, ἀλλὰ θὰ ἦσαν ἀνάξιοι τοῦ ὀνόματος εὐγενῶν λαῶν οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν δὲν ἔσπευδον νὰ ἐπωφεληθῶσι τῶν δυσχερειῶν τοῦ κατακτητοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται—τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ καθόσον εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν σκέψεών μου—εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, εἰμὴ εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς Τουρκίας, ἀφοῦ τὰ δύο ἕτερα, ἤτοι τὸ ἄδικον τῆς κατακτήσεως καὶ τὰ δίκαια τῶν λαῶν, εἶναι μόνον ἠθικά. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν καθ’ ἣν ἡ ἀδυναμία τῆς Τουρκίας προκύψῃ ὁπωσδήποτε, οἱ κατακεκτημένοι λαοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἔχουσι μάλιστα τὸ καθῆκον τὸ ἱερὸν νὰ ἐπωφεληθῶσι. Τὴν ἀδυναμίαν δὲ ταύτην ἡμεῖς πρὸ πάντων, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, πρέπει νὰ διεκδικήσωμεν, διότι πρῶτοι ἡμεῖς διὰ τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς ἡμῶν ἐπαναστάσεως κατεδείξαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀδυναμίαν τῆς Τουρκίας. Ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτω—καὶ ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας μου ἐγείρεται φωνὴ λέγουσα, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἔχωσιν ἄλλως—ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, ἡ ἐνέργεια τῶν λοιπῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, ἡ τείνουσα ἁπλῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πρώην καθεστῶτος, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡ προσήκουσα, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐνέργεια ἐθνικὴ, ἀλλ’ εἶναι ἐνέργεια, συντελοῦσα εἰς τὸ νὰ ἐξαλείψῃ διὰ παντὸς πᾶσαν ἐλπίδα ἀπὸ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, εἶναι ἐνέργεια, ἡ ὁποία θὰ ἐνσπείρῃ ἀνὰ μέσον τῶν λαῶν αὐτῶν, οἵτινες οἱασδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι δικαίας καὶ σπουδαιοτάτας ἀφορμὰς ἀμοιβαίων ἀντιζηλιῶν, ἰδίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κοινὸν ὅμως ἔχοντες ἐχθρὸν, εἰσὶ κατ’ αὐτοῦ τοὐλάχιστον ἀχώριστοι σύμμαχοι, εἶναι, λέγω, ἐνέργεια, ἥτις θὰ ἐνσπείρῃ μεταξὺ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς δυσπιστίας καὶ μίση ἱκανὰ νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον οὐχὶ πλέον τὴν σύμπραξιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν τὴν συνάντησιν αὐτῶν κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ἐπίτευξις τοιούτου σκοποῦ—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο καλῶς—διὰ μὲν τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται, εἶναι αὐτοκτονία, διὰ δὲ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει εἶναι ἀλληλοκτονία· Καὶ τί καλλίτερον δύναται νὰ ἐπιθυμήσῃ ἡ Τουρκία εἰμὴ, ἐὰν λαός τις, ἐπωφελούμενος ἐκτάκτου τινὸς περιστάσεως, τῆς ἀπροσεξίας ἔστω τοῦ κατακτητοῦ, ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, ὁ δὲ κατακτητὴς ἀποδειχθῇ ἀνίσχυρος νὰ ἐπαναγάγῃ αὐτὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν, τί ὡραιότερον διὰ τὴν Τουρκίαν εἰμὴ τὸ νὰ ἐγείρωνται ὑπὲρ αὐτῆς οἱ ἄλλοι λαοὶ, καὶ νὰ προσκαλῶσι τὴν Εὐρώπην, ἥτις θὰ ἦναι πάντοτε βεβαίως ἰσχυροτέρα τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν σύσσωμος ἀποφαίνεται καὶ ἐπιβάλλῃ, νὰ καλῶσι, λέγω, τὴν Εὐρώπην ὅπως αὕτη διὰ τοῦ ὄγκου τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπαναφέρῃ τὸν ἀπελευθερωθέντα λαὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν τῆς Τουρκίας; Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν, κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὄχι νὰ ἐξετασθῇ, διότι δὲν εἶναι ζήτημα, ἄπαγε! ἀλλ’ αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἀμοιβαίας θέσεως καὶ τῶν δικαίων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς πρέπει νὰ ἐγχαραχθῇ βαθύτατα ἐν ταῖς καρδίαις ὅλων ἡμῶν. Καὶ ἂν σήμερον δὲν εἴχομεν τὴν ἔννοιαν ταύτην—ἀγνοῶ ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἧς δὲν γνωρίζω τοὺς διαλογισμοὺς, ἀλλὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζω τὴν φιλοπατρίαν—ἐὰν δὲν εἴχομεν τυχὸν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ τὴν ἐγχαράξωμεν ἀνεξιτήλοις γράμμασιν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ νὰ ἐπωφεληθῶμεν τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι. Τί θὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς, ἐὰν ἀντὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἠγείρετο καὶ ἔπραττε τὸ αὐτὸ ἡ Ἤπειρος ἢ ἡ Μακεδονία καὶ ἐκάλει τὴν Ἑλλάδα, ἡ δὲ Τουρκία ἀπεδεικνύετο ἀδύνατος νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, τί θὰ ἐλέγομεν, ἐὰν ἡ Ῥωμυλία, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία ἠγείροντο καὶ ἐζήτουν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ καθεστῶτος; Ἀναγνωρίζων, ὡς εἶπον, πρότερον τὴν φιλοπατρίαν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὕτω κατενόησε τὸ ζήτημα ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ὅτι τοιαύτας ἔθηκε τὰς βάσεις τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀμφιβάλλω, διότι καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀνεγράφη—καὶ ἂς ἐλέχθη ὅτι ὁ Βασιλικὸς Λόγος δὲν εἶναι σαφὴς, διὰ τοὺς δυναμένους καὶ θέλοντας νὰ ἀναγνώσωσι διὰ μέσου τῶν γραμμῶν εἶναι σαφέστατος—καὶ ἐκ τῆς ἐπεξηγήσεως, ἣν ἐκ περισσοῦ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ ἐκ τῶν τελευταίων αὐτοῦ ἀγορεύσεων ἐξάγεται προφανῶς, ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ καθεστῶτος δὲν θεωρεῖται ἡ κυρία βάσις τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὐδὲ δύναμαι νὰ τὴν ἔχω, ἐὰν ἔχω φιλοπατρίαν, ν’ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξηγηθῇ περὶ τούτου, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε ἡ καθαρὰ, ἡ μόνη ἐπανόρθωσις τοῦ καθεστῶτος ἐτέθη ὡς ὅρος ἱκανοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος. Τοιαῦτα φρονῶν, ὀφείλω νὰ ἔχω τὴν γνώμην—καὶ τὴν εἶχον ἀπ’ ἀρχῆς, δὲν τὴν ἐσχημάτισα ἐκ τῶν ὑστέρων—ὅτι, εὐθὺς ὡς τὸ κίνημα ἐγένετο, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ δράσῃ· ἔπρεπε δὲ νὰ δράσῃ ἔτι μᾶλλον, ὅτε ἐπισήμως, διὰ πράξεως διπλωματικῆς ἡ Τουρκία ἐκάλεσε τὰς Δυνάμεις νὰ τὴν ἀντικαταστήσωσι. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ἦτο ἢ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς· δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν στοιχείων, ἐφ’ ὧν τοιαύτη ἐξέτασις δύναται νὰ στηριχθῇ· ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς καλλιτέραν εὐκαιρίαν ἐκείνης. Φρονῶ προσέτι, καὶ τοῦτο ἔτι μᾶλλον, ὅτι ὁ ἔκτοτε παρελθὼν καὶ παρερχόμενος χρόνος οὐδέποτε θὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος σχετικῶς μὲ τὴν συμπαρομαρτοῦσαν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ ἐχθροῦ ἀπὸ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἦσαν τὰ καθ’ ἡμᾶς κατὰ τὴν 10 ἢ τὴν 15 Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’ ἔχω συγχρόνως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν ἐκινεῖτο τότε ἡ Ἑλλάς, ἤθελε συμπαρασύρει καὶ τὸν ἄλλον ἐκεῖνον ἀδελφὸν λαὸν, τὸν Σερβικόν, ὅστις πρὸ ἡμῶν παρεσκευάσθη καὶ πλειότερον ἔδειξε σφρῖγος· ἂν ἐκινεῖτο ἡ Ἑλλὰς, ἡ Τουρκία ἤθελεν εὑρεθῇ ἀπέναντι τριῶν ἐχθρῶν, ἡ δὲ Εὐρώπη ἤθελεν ἔχει πλῆρες τὸ ἔδαφος τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἤθελεν ἔχει ἔδαφος ἱκανοποιοῦν τὰ ἀντίθετα συμφέροντα τῶν Δυνάμεων. Καὶ εἶναι μέγα τοῦτο, τὸ νὰ δυνηθῶσιν αἱ Δυνάμεις, αἱ ἔχουσαι ἀντίθετα συμφέροντα, νὰ εὕρωσι δρῶντας τοὺς ἐξυπηρετοῦντας τὰ συμφέροντα ταῦτα. Δὲν θέλω ἐπὶ τούτου νὰ ἐξηγηθῶ πλειότερον, πάντες μὲ ἐννοεῖτε. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο, τὸ ζήτημα ἤθελε λυθῆ ταχύτερον ἄνευ τοσούτων θυσιῶν καὶ κινδύνων, ἤθελε δὲ λυθῇ ἐπωφελῶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα· ἔχω δὲ καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο καὶ ἐλάμβανε τὴν ἡγεμονίαν τοῦ κινήματος ἡ Ἑλλὰς, ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς σκέψεις πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ταῦτα λέγων δὲν ἐλέγχω, ἐκφράζω τὴν ἰδέαν μου μετὰ τόσῳ μείζονος πόνου, καθ’ ὅσον εἶχον τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπισήμως, ὅσον μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, τὴν ἐξέφρασα πρὸς ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων μελῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὸν πολύκλαυστον Κουμουνδοῦρον. Ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ἐγὼ τὰ ἐννοῶ, τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῶν Δυνάμεων; Δυνάμεθα ἆρά γε νὰ ἐλπίσωμεν οὐ μόνον τὴν ἐπάνοδον τοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ προσθήκην ἐγγυήσεων; Δὲν γινώσκω τίνες εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωσιν ἁγνὸν, ἄμικτον πάσης ἰδέας ὑποχωρήσεως, Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα· διότι, ἐὰν εἶναι ἐγγυήσεις, ἀφορῶσαι μόνον εἰς τὴν πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας, εἰς τὴν πρόληψιν τῶν ἀπροόπτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις, τότε ἡ ἀλληλοκτονία τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς λαμβάνει ὄψιν ἀποτροπαιοτέραν. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι τοιαῦται αἱ ἐγγυήσεις, ἀλλὰ δὲν ἔχω ποσῶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ Δυνάμεις νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ καθεστὼς ἄνευ σπουδαίων παροχῶν πρὸς τὸν διακινδυνεύσαντα ἐκεῖνον λαὸν, διότι ἐξετέθη εἰς τὸν κίνδυνον τῆς καθ’ ἑαυτοῦ ἐπιθέσεως τῆς Τουρκίας καὶ εἰσέτι διατελεῖ ἐκτεθειμένος εἰς τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ἐὰν δὲ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ καθεστὼς δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ ἡ Εὐρώπη ἄνευ παροχῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω σπουδαίως τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἰσορροπίας ἐγγύησις ἐθνικὴ, ὅταν πάντες τὴν ἐννοοῦμεν; Βεβαίως τὸ εὐχόμεθα· δυνάμεθα ἅπαντες ν’ ἀνταλλάξωμεν μάλιστα τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν πρὸς τοιοῦτον μέγα διὰ τὸ Ἔθνος ἡμῶν γεγονὸς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι χίμαιρα σήμερον! Τούτου τεθέντος, τί ἕπεται; ἕπεται ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Ἑλλὰς δέον νὰ προπαρασκευάζηται εἰς πόλεμον· τὸν πόλεμον δὲν τὸν ζητοῦμεν ἡμεῖς, μᾶς τὸν ἐπιβάλλει αὐτὴ αὕτη ἡ Εὐρώπη, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ διεκφύγωμεν τοῦ σιδηροῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ γεγονότα μᾶς περιέσφιξαν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω ἀτομικὴν γνώμην ὑπὲρ τοῦ πολέμου, οὐδὲ νὰ κηρυχθῶ πολεμικὸς ἐξ αἰσθήματος φιλοπατρίας, διότι τὰ πράγματα καὶ ἡ προβαίνουσα ἀνέλιξις αὐτῶν μαρτυροῦσιν ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν, ὁ πόλεμος εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀναπόφευκτος ὁ πόλεμος, τίνων ἔχομεν ἀνάγκην; Τὸ πρώτιστον πάντων εἶναι πλήρης καὶ ἀναμφισβήτητος ὁμοφωνία ἐν ταῖς ἐνεργείαις, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνομεν, καὶ ἐν ταῖς θυσίαις, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῶμεν. Διὰ τοῦτο ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύῃ σύμπαν τὸ Ἔθνος, νὰ εἶναι πανσθενής. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Τρικούπης ν’ ἀπευθύνω αὐτῷ μετὰ τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ὀφείλω καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ ἀξίαν καὶ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, τὴν παρατήρησιν ὅτι οἱ ὡραῖοι ἐκεῖνοι λόγοι ἐξουδετερώθησαν διὰ τῶν ἑπομένων. Διὰ νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις πανσθενὴς, πρώτιστα πάντων ἀπαιτεῖται τὰ συνιστῶντα αὐτὴν πρόσωπα ν’ ἀπολαύωσιν ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Τόπου, τοῦτο δὲ κυρίως ἠρνήθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶναι ἁπλοῦς Βουλευτής· εἶναι ἀρχηγὸς σπουδαίας μερίδος καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Τόπου καὶ ὡς τοιοῦτος ἔχει πολὺ ἀνώτερα καθήκοντα· πᾶς λόγος αὐτοῦ ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διότι ἐκφράζει τὰς ἰδέας μεγάλου παράγοντος τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἡ τῷ ὄντι πάνδημος ὑποδοχὴ, ἧς ἔτυχε κατὰ τὴν ἐκ τῆς Ἑσπερίας ἐπάνοδόν του, ἀνεφέρετο μόνον εἰς τὴν προσωπικὴν πρὸς αὐτὸν ὑπόληψιν τοῦ Τόπου, ἣν ποσῶς δὲν ἀμφισβητῶ, ἀπατᾶται· ἡ ὑποδοχὴ ἐκείνη ἦτο κυρίως ὑπόμνησις τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ κ. Τρικούπης ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ἐπανερχόμενος μάλιστα ἐκ περιοδείας, καθ’ ἣν βεβαίως ἐξετέλεσε τὸ πατριωτικὸν αὐτοῦ καθῆκον. Ἐγὼ αὐτὸς ἐθεώρουν, καὶ τὸ διακηρύττω ἀνεπιφυλάκτως, ἑτερόπουν τὴν πολιτικὴν μηχανὴν ἐπὶ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Τρικούπη. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων ἀπήτει τὴν παρουσίαν αὐτοῦ, ἧς ἄνευ ἡ ἀποφασιστικὴ δρᾶσις ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἦτο ἀδύνατος. Τοιαύτην εἶχεν ἔννοιαν ἡ ὑποδοχὴ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν τῆς προσωπικῆς ἐκτιμήσεως, εἰ καὶ ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐκτίμησις, τόσον βαρυτέρα καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη εὐθύνη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, ὅταν εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ σήμερον κυβερνῶντα, καὶ μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, δὲν ᾐσθάνθη κλονισμὸν, δὲν ᾐσθάνθη ὅτι οἱ λόγοι του μεταδιδόμενοι εἰς τὸν Τόπον, θὰ ἐπιφέρωσιν ἀποθάῤῥυνσιν, ὅτι μεταδιδόμενοι εἰς τὸν στρατὸν θὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπιβλαβῶς, ὅτι ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀποβῶσιν ἔτι ἐπιβλαβέστεροι; Ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διαχειρίζεται τηλικοῦτον ἐθνικὸν ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη θὰ ἐμπνεύσῃ ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸν στρατὸν, ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Τόπον, φόβον εἰς τοὺς ἐχθροὺς; ἐγγυήσεις εἰς τὰς Δυνάμεις; Ἐννοῶ, ὅτι αἱ ἐπιφυλάξεις αὗται εἶναι συνήθεις ἐν τῇ κανονικῇ μεταξὺ τῶν κομμάτων πάλῃ, ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς περιστάσεις ὁμαλὰς διὰ νὰ μὴ ἀποχωρισθῶμεν τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς, τῆς πολιτικῆς τῆς προσωπικῆς προσδοκίας, ἥτις ὅσον καὶ ἄν ἦναι εὐγενὴς καθ’ ἑαυτήν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένη καὶ νόμιμος ἐν ταῖς ἐσωτερικαῖς ἁμίλλαις, τόσον δύναται νὰ βλάψῃ, δύναται, τολμῶ νὰ εἴπω, νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς κατὰ τὰς παρούσας κρισιμωτάτας στιγμάς. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλέγξω προσωπικῶς τὸν κ. Τρικούπην, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπομιμνήσκων αὐτῷ ἁπλῶς ταῦτα, ἐὰν κατορθώσω νὰ πείσω αὐτὸν, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πορεία του δύναται νὰ βλάψῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ τιμὴ τῆς Πατρίδος, ἔχω, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον διὰ πάσης θυσίας. Καὶ οὕτω πρέπει νὰ γίνῃ, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασταθῶμεν σοβαροὶ πρὸς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅστις ἀτενίζει πρὸς ἡμᾶς, καὶ πείσωμεν αὐτὸν, ὅτι παρασκευαζόμεθα ἀληθῶς εἰς πόλεμον πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρὸν μετὰ πιθανότητος ἐπιτυχίας. Εἶναι ἀνυπολόγιστοι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ ὁ Τόπος καὶ μέγιστοι οἱ κίνδυνοι, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐκτεθῇ. Ἂν δὲν ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων Κυβέρνησις ἀπολαύουσα ἀμέριστον τοῦ Τόπου τὴν ἐμπιστοσύνην, Πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θυσίας ταύτας; Πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον ἐνώπιον τῶν κινδύνων; Δὲν γνωρίζω ἂν ἕνεκα τούτου δὲν δεικνύωσι τὴν προσήκουσαν τόλμην εἰς τὰ μέτρα, ἅπερ ὑποβάλλουσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοὶ, διότι ἀγνοῶ τοὺς ὑπομυχίους τῶν Κυβερνώντων διαλογισμούς· ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ἀδιστάκτως, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε προταθέντα μέτρα, καὶ δὴ τὰ οἰκονομικὰ—διότι αὐτὰ εἶναι τοῦ πολέμου τὰ νεῦρα —πᾶν ἄλλο δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν, ἢ εἰς μὲν τὸν Τόπον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν, ἢ εἰς δὲ τὸν ἐχθρὸν τὸν φόβον, ὅτι θὰ πολεμηθῇ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἤδη ἡ στιγμὴ τῆς εὐρείας ἐξετάσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν μέτρων, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος καὶ περὶ αὐτῶν, διότι ἐκ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, θὰ ἐξαχθῇ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς αὐτῆς γνώμη. Φρονῶ, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ κληθὲν, ἀγνοῶ διατὶ, πατριωτικὸν, μεθ’ ὅλας τὰς τροπολογίας τὰς χθὲς ὑποβληθείσας παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θ’ ἀποφέρῃ τοὺς προσδοκωμένους καρποὺς, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς ἀποφέρῃ, τὸ θεωρῶ ὅλως ἀνεπαρκές. Θεωρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν καταναγκαστικῶν εἰσφορῶν οὐδὲν θὰ προσπορίσῃ τῷ Δημοσίῳ, διότι ἡ κράτησις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν συνταξιούχων θὰ γίνῃ κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τοῦ Ταμείου, τὰ δὲ λοιπὰ εἶναι ἐλάχιστα· ἔχει δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ταύτην τὴν οὐ μικρὰν ἀτέλειαν, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται οὐ μόνον περὶ γενικῶν τοῦ Ἔθνους καὶ ὑψίστων συμφερόντων, ἀλλὰ περὶ συμφερόντων ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ γενεᾶς γενεῶν, ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένον χρόνον, ὅστις δύναται νὰ ᾖ ἐλάχιστος, ἀπευθύνεται δὲ εἰς ὡρισμένην τάξιν πολιτῶν, παρ’ ὧν, ὅσον καὶ ἂν τοὺς πιέσῃ τις, δὲν δύναται νὰ λάβῃ εἰμὴ ἐλάχιστα. Αἱ μεγάλαι εἰσφοραὶ γίνονται ἀπὸ τὰ πλήθη· ὅταν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος συντρέχῃ, τότε πληροῦται τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι εἰδικώτερον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν, ἣν μοὶ προξενεῖ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιλαμβανομένη διάταξις, καθ’ ἣν καὶ αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρὸν, περικόπτεται ὁ γλίσχρος μισθὸς, ἐνῷ, ὅπως γνωρίζετε πάντες, εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη, προκειμένου πολέμου, αὐξάνεται μάλιστα ἡ χορηγία τῶν στρατιωτικῶν. Ἀνάγκη ἑπομένως οἰκονομικῶν μέτρων σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, ὧν ἄνευ ὁ πόλεμος εἶναι ἢ ἀδύνατος ἢ ἀφροσύνη· ἀλλὰ διὰ νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὁ Τόπος ἐπὶ τῆς ἰσχύος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφισβητοῦσιν οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν οὔτε τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω ταύτην ἀμφισβητουμένην ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἀμφισβητῶσι, διὰ τοῦτο ἐποίησα λόγον. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι μικταὶ ἢ, ὡς ἐκλήθησαν, Οἰκουμενικαὶ Κυβερνήσεις ὠφελοῦν· ἔχομεν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεψε πᾶσαν ἐκ τοιούτων Κυβερνήσεων προσδοκίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι δύνανται νὰ τελεσθῶσι τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε χωρὶς ν’ ἀπολέσῃ τις τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀξιοπρέπειαν, νὰ δυνηθῇ νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν τὸ ὑπὸ τῶν διεπόντων τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος ἐν ταῖς κρισίμοις ταύταις περιστάσεσι τελούμενον ἔχει τὴν ἐπιδοκιμασίαν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ προϊὸν τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν πρὸς τοῦτο δυναμένων. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τί φρονεῖ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· νομίζω ὅμως ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον νὰ εἴπῃ ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην του, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἀντιστοιχοῦν ἑαυτῇ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖται εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ καθεστῶτος, ἀλλ’ ἀπῄτησε προσέτι ἐγγυήσεις, ἐνῷ ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη λεχθέντων ἐξάγεται, ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φρονεῖ, ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνόρθωσις τοῦ καθεστῶτος εἶναι ἱκανὴ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Τοιαύτη ἔκφρασις ὑπάρχει ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ, τῷ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφωνηθέντι. Ἂν ἐν τῇ διαλεκτικῇ δεινότητι, ἥτις διακρίνει τὸν κ. Τρικούπην, ἠδυνήθη οὗτος νὰ εἴπῃ πράγματα, ἅπερ συνεκάλυπτον τὸ φρόνημά του, ἡ κεντρικὴ αὐτοῦ ἰδέα εἶναι ἀναντιῤῥήτως αὕτη. Ἀλλὰ ἂν τοιαύτην ἔχῃ γνώμην ὁ κ. Τρικούπης, ἔχει ἱερὸν καθῆκον νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς καὶ νὰ εἴπῃ σαφῶς εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι ταύτην τὴν πολιτικὴν ἐφαρμόζων ὁ Τόπος δύναται νὰ πάθῃ. Ἐὰν δὲ συμμερίζεται τὴν προέχουσαν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὀφείλει νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτῆς. Ἂν ὅμως ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν διεκήρυξεν, ὅτι ἔχει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος, ἔχει τὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατ’ αὐτῆς. Ταῦτα λέγω οὐχὶ διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ τούτου νὰ ἀρχίσωμεν, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κόσμον νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι θέλομεν τὸν πόλεμον πάντες. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐννοήσῃ ὁ Τόπος, ἐὰν περὶ τούτου δὲν πεισθῶσιν οἱ ἐκτὸς ἡμῶν, εἴμεθα χαμένοι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε καθαρῶς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Δὲν παραδέχομαι τὸ σύνολον τῆς πορείας της, ἀλλ’ ἀποδέχομαι τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων θέσιν ἕνεκα τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἔχω, ὅτι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητοῦσιν εἴτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἴτε ὁ κ. Τρικούπης, θέλει πραγματοποιηθῆ καὶ ἑπομένως ὅτι θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ἀλλὰ δὲν τολμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον, εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ σκιρτήσῃ ἡ καρδία μου, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἐσκίρτησεν ἡ καρδία καὶ ὑμῶν ἁπάντων: «Ἄν ἀνατρέξῃ τις, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν 50 ἐτῶν, δηλαδὴ εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς βασιλευομένης Ἑλλάδος, δὲν θέλει ἀπαντήσει ἐπιτευχθέντα ὑπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος ἀποτελέσματα τοιαῦτα, οἷα ἐλπίζει ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ἐπετεύχθησαν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν αὑτοῦ.» Λέγω δὲ, ὅτι ἐσκίρτησεν ἡ ψυχή μου, διότι ἀνευρίσκω ἐν τῇ ἱστορίᾳ ταύτῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος κατὰ μὲν τὸ 1864 ἔφερεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς τὴν προσφιλῆ θυγατέρα Ἑπτάνησον, κατὰ δὲ τὸ 1881 τὴν Θεσσαλίαν καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὄντως τοιαῦτα ἐπετεύχθησαν ἀποτελέσματα, ἁπλῶς μόνον ἂν προσδοκῶνται τοιαῦτα σπουδαίως, δὲν ἔχομεν εἰμὴ νὰ ἐλπίζωμεν καὶ νὰ εὐχώμεθα, ὅπως αἱ ἐλπίδες αὗται κατασταθῶσι πρᾶγμα. Ἀλλ’ ὅπως εἰσακουσθῶσιν αἱ εὐχαὶ ἡμῶν καὶ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐλπίδες μας, ἀπαιτεῖται ἐνέργεια ἀνένδοτος καὶ σοβαρὰ, θάῤῥος καὶ πίστις, ἀπαιτεῖται πρὸ πάντων ἀποφασιστικὴ, εἰλικρινής, ἀνεπιφύλακτος ἁπάντων ἡμῶν σύμπραξις, ἧς ἄνευ οὐδὲν κατορθοῦται. Τοιαύτην ὁμοφωνίαν συνιστῶν, ὀφείλω νὰ διακηρύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ὅτι θέλω ταχθῆ ἐν αὐτῇ ἁπλοῦς στρατιώτης, τελευταῖος μὲν ἐν ἀριθμῷ, ἀλλ’ οὐχὶ ἔσχατος ἐν τῇ τάξει τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος. (Χειροκροτήματα).

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§9ΚΟΥΣΤΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούστας ἔχει τὸν λόγον.

§11ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ἕνδεκα ἡμερῶν συνηντήθημεν ἐνταῦθα καὶ συνεκλήθημεν ἐκτάκτως, διὰ νὰ συσκεφθῶμεν περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ πρώτῃ ἡμῶν συναντήσει μᾶς ἐξέθεσε τὶ συμβαίνει. Μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπισήμου καὶ πολυτίμου ἀσθενοῦς, βαρέος πάσχοντος ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὀνομάζεται δὲ οὗτος «Ἑλληνισμός.» Μᾶς ἐξέθεσεν ἐν ἐκτάσει τὰ τῆς νόσου, καὶ τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἕως σήμερον, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν ὅλων ἡμῶν. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὄχι δι’ ἑνὸς ξηροῦ ναὶ ἢ δι’ ἑνὸς ξηροῦ ὄχι. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἀνέβην τὸ βῆμα, διὰ νὰ φέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὡς ὁ ἔσχατος τῶν κ. συναδέλφων μου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλὰ, διότι πολλοὶ τῶν καλλιτέρων ῥητόρων τῆς Βουλῆς ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀντάξια τῶν περιστάσεων καὶ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὑστέρησαν νὰ εἴπωσιν, ἢ ἐγὼ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀκούσω, εἶναι, ὅτι ὅλοι ἐζήτησαν πόλεμον, ἀλλὰ δὲν ἐπρότειναν διὰ τίνων μέσων νὰ γείνῃ οὗτος. Δὲν θέλω λοιπὸν ἀσχοληθῆ εἰς ἄλλο τι, παρὰ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἄχρι τοῦδε ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐπαρκῆ, ἀφοῦ τὸ Ἔθνος ἀπεφάσισε νὰ πολεμήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν δύο τινά, τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατόπιν δὲ μᾶς ὑπέβαλε καὶ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ἡ λεγομένη ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει διπλῆν δύναμιν ἐνεργείας· ἡ μὲν εἶναι καταπραϋντική, ἡ δὲ ἀναπτύσσει πόνους· τὰ ἀποτελέσματα ὅμως θὰ φανῶσι κατόπιν καὶ θὰ ἦναι ὀλέθρια διὰ τὸν Τόπον. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰ πρόσω καὶ τότε παύει ἡ δευτέρα ἐνέργεια τοῦ φαρμάκου τούτου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπιστρατείαν, σᾶς λέγω ὅτι τὸ φάρμακον αὐτὸ (θόρυβος) Διατί, κύριοι, θορυβεῖσθε, διότι ἠκούσατε τὴν λέξιν φάρμακον; Σήμερον συνήλθομεν ἐκτάκτως, διότι ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον καὶ ὀφείλομεν ἕκαστος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του· πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν καὶ νὰ ἀκουώμεθα, διότι εἴμεθα μᾶλλον ὡς ἐν Ἰατροσυμβουλίῳ ἐνταῦθα. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία εἶναι φάρμακον δραστήριον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὸ φάρμακον αὐτὸ διὰ μιᾶς. Εἶναι μὲν ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δοθῇ κατὰ δόσεις. Προτείνω λοιπὸν καὶ προσθέτω εἰς ὅσα ἄχρι τοῦδε ἐλέχθησαν, ὅτι διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα σωστικὸν διὰ τὸν Τόπον μας καὶ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα δραστηριώτερα. Καὶ πρῶτον διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐθνικὴ σύμπραξις καὶ ὁμοφωνία, ὄχι μόνον πρέπει νὰ λάβωσι μέρος καὶ συνεργασθῶσιν οἱ παρόντες βουλευταί, ἀλλ’ ἂν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρίσκωνται ἄνδρες εἰδικοὶ καὶ ἀπολαύοντες ὑπολήψεως ἐθνικῆς, νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη των καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἢ καὶ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς συσκέψεις τῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αὐτὸ εἶναι δύσκολον μάλιστα, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἔκτακτα μέτρα πρέπει νὰ λαμβάνωνται. Δεύτερον προτείνω ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον ἐπικρατεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ συνεδριάζῃ τακτικῶς, καὶ ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος εἶναι μεγάλαι, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν εἶναι χρήσιμοι εἰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, νὰ σχηματισθῇ πολυμελὴς Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐργάζηται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς συνεδριαζούσης ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς.

§12ΤΟΜΑΝ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;

§13ΚΟΥΣΤΑΣ. Μάλιστα.

§14ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ καταλληλοτέρα στιγμὴ νὰ ἀναπτύξητε αὐτὰ καὶ ἡμεῖς νὰ τὰ ἀκούσωμεν μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς, ὅταν εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τῇ ὑπηγόρευσαν αἱ περιστάσεις. Τώρα μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὴν ἡλικίαν σας, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.

§15ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως ὁμιλῶ καὶ ἐγώ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνω, ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην συζήτησιν.

§16ΤΟΜΑΝ. Μὲ συγχωρεῖτε.

§17ΚΟΥΣΤΑΣ. Προτείνω λοιπὸν ὡς τρίτον μέσον, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ λεγομένη ἐθνικὴ ὁμοφροσύνη, οἱ προϊστάμενοι τῶν κομμάτων πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ δώσωσι τὰς χεῖρας καὶ νὰ ὁμονοήσωσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν τοῦτο; ὄχι· καὶ ἔχετε πρόσφατον παράδειγμα τὴν Οἰκουμενικήν. Λοιπὸν πῶς πρέπει νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν; Καλὸν εἶναι λοιπὸν οἱ ἐξέχοντες ἄνδρες νὰ παρακληθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ δεχθῶσιν ἐξωτερικήν τινα ἀποστολὴν καὶ νὰ μιμηθῶσι τὸν Θιέρσον κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον· οὕτω δὲ καὶ ἐσωτερικῶς θὰ ἐπικρατήσῃ ὁμοφωνία, καὶ ἐξωτερικῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐπαξίως. Καὶ ταῦτα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καλέσασα εἰς ἐπιστράτευσιν τὰς ἡλικίας, ἃς ἐκάλεσεν· οὐχ ἧττον ὅμως ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ὡς προεῖπον. Ἐκτὸς τούτου, ἂν θὰ πολεμήσωμεν, προτείνω ὡς ἐνεργὸς στρατὸς νὰ θεωρηθῶσιν οἱ ἔχοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 30, καὶ ὡς πρώτη στρατιωτικὴ ἐφεδρεία οἱ ἀπὸ τοῦ 31 μέχρι τοῦ 40. Μετὰ τὴν σύνταξιν οὕτω τοῦ στρατοῦ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σπουδαιότερον· καὶ σήμερον νομίζω, εἶναι κατάλληλον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τοῦ Δημοσθένους· «Δεῖ δὴ χρημάτων». Πρέπει νὰ εὕρωμεν λοιπὸν τὰς πηγὰς τὰς χρηματικάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα ταῦτα. Καὶ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀναβαίνει εἰς 70 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν πολλὰ κονδύλια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ εὕρωμεν ἓν ποσὸν ἀρκετὸν διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Δεύτερον ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι εὔποροι, ἀλλὰ μᾶλλον κτηματίαι. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναφέρουσα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὤφειλε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ χορηγηθῶσι δάνεια ἐπὶ κτηματικῇ ἀσφαλείᾳ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τί περιμένομεν ἐκ τῶν ὀλίγων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἐπορίσθη ἡ Κυβέρνησις; Καλὸν εἶναι λοιπὸν ὄχι μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ ἂν ἦναι δυνατὸν καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐκκοπῆς τραπεζικῶν γραμματίων καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι αἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦν· διότι οὕτω πως θὰ δυνηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ συνεισφέρωσι τὸ χρῆμά των εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀνάγκην τῆς Πατρίδος. Ἄν, ἐπὶ παραδείγματι, δανείσῃ 500 δραχμὰς τὸν ἐλάχιστον πολίτην ἐπὶ κτηματικῇ ἀσφαλείᾳ καὶ τοῦ κρατήσῃ 50 δραχμὰς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην, εὐχαρίστως θὰ δεχθῇ οὗτος τὴν εἰσφορὰν ταύτην. Τρίτον οἱ δημοτικοὶ πόροι κατὰ τὸ πλεῖστον πρέπει νὰ διατεθῶσι διὰ τὸν γενικὸν τοῦτον σκοπόν. Τέταρτον γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι οἱ ἔξω ὁμογενεῖς πλούσιοι ἔδειξαν τὴν γενναιοδωρίαν των πάντοτε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῶσι πράκτορες εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ στείλῃ ἄνδρας ἱκανοὺς εἰς ὅλας τὰς Αὐλὰς, δυναμένους νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ ἔχουν εἰς ἐνεργὸν κίνησιν τοὺς ὁμογενεῖς μας. Δὲν πιστεύω ποτὲ οἱ πλούσιοι, καὶ εἶναι ἀρκετοὶ εἰς τὸ Κράτος μας, νὰ μὴ θελήσουν νὰ δώσῃ ἕκαστος τὸ δέκατον τῆς περιουσίας του διὰ τὸν ἐθνικὸν τοῦτον σκοπὸν καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ τ’ ἄλλα 9|10 τῆς περιουσίας του. Καὶ ταῦτα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθόσον ἀφορᾷ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα. Ἀποτείνομαι ἤδη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ πεισθῇ, ὅτι ἂν τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς Φιλιππούπολιν, τὸ παραβλέψωμεν, καὶ ἂν δὲν ληφθῶσιν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, γνωστῆς οὔσης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἄν, λέγω, τὸ παραβλέψωμεν καὶ δὲν ὑπάγῃ αὐτὸ ἐμπρός, καὶ δὲν δυνηθῶμεν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων νὰ τὸ φέρωμεν εἰς πέρας, λέγω, ὅτι τὰ δύο ταῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἤτοι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἡ ἐπιστρατεία, θέλουν εἶσθαι τὰ δύο μεγαλείτερα κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ διαταράξουν τὸ Κράτος ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ χάσῃ τὸ γόητρόν της. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβῃ θάῤῥος καὶ νὰ προβῇ ἐμπρὸς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ κίνημα αὐτὸ θὰ λάβῃ αἴσιον πέρας. Κύριοι Βουλευταὶ, ἤλθατε ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας σας καὶ ὅλοι εἴδατε τὸν ἐνθουσιασμὸν ὄχι μόνον τῶν ἐπιστράτων, ἀλλ’ ὅλων ἐν γένει τῶν κατοίκων. Ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς εἶναι ἅγιος, εἶναι ἱερὸς, εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν, διότι ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἐγκατέλιπε τὴν Ἑλλάδα. Σᾶς λέγω λοιπὸν, σεβασθῆτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἔθνους καὶ μὴ σβύσητε αὐτὸν, διότι δὲν θὰ τὸν εὕρητε ποτὲ ἄλλοτε. Εἶναι ἐνθουσιασμὸς πολύτιμος· διότι ὁ ἐπίστρατος, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸν οἶκόν του, ἔλαβε τὴν εὐχὴν τῆς γηραιᾶς μητρός του, τοῦ εἰς τὴν κλίνην ἕνεκα γήρατος κατακειμένου πατρός του, τῆς νεαρᾶς συζύγου του. Τῷ εἶπον: «ὕπαγε, ἡ φωνὴ τῆς Πατρίδος σὲ κράζει· ἢ νὰ ἐπιστρέψῃς νικητὴς, ἢ νὰ πέσῃς μαχόμενος ὑπὲρ τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ».

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἑπομένως ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τρία εἶναι τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσι τεθῇ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς· 1) τὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, 2) τὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου, καὶ 3) τὸ τοῦ κ. Δημητρακάκη. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου.

§19ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Τὸ Ἔθνος, αἰσθανθὲν τὸν παμμέγιστον κίνδυνον, ὃν διατρέχει ὁ Ἑλληνισμὸς, προθύμως ἔσπευσεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς αὐτὴν καθήκοντος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν αἵματος καὶ χρήματος, ἀνυπομόνως ἀναμένει τὸν ἀρχηγὸν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἵνα τὸν ὁδηγήσῃ ἐγκαίρως εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ νέας, ἀλλ’ ἀσφαλοῦς καὶ δικαίας ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου οἰκούντων λαῶν· ἀγογγύστως ἀποσπασθεὶς ἐκ τῶν εἰρηνικῶν αὑτοῦ ἔργων, πέποιθεν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, καὶ στερουμένη τῆς εὐμενείας τῶν ξένων Κυβερνήσεων, θέλει δυνηθῆ δι’ ἀνδρικῆς ἐνεργείας νὰ προσελκύσῃ τὴν ζωηρὰν τῶν λαῶν συμπάθειαν, διότι ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας σωτηρίας. Βασιλεῦ, ἀληθῶς αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος εἶναι κρίσιμοι καὶ ἐπέστη ἤδη ἡ ἀνάγκη μεγάλων θυσιῶν. Οὐδεὶς δὲ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ μὲν αἰσία λύσις τοῦ ἀναφυέντος ἐξωτερικοῦ ζητήματος θέλει ἑδραιώσει τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πᾶν δὲ σφάλμα τῶν ὁδηγῶν αὐτοῦ κριθήσεται αὐστηρῶς ἐν τῇ καταλλήλῳ τοῦ ἐλέγχου ἐποχῇ».

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.

§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς παρεκάλεσα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νομίζω καλὸν νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία, ἐὰν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι συμφωνῶσι, διότι προτείνομεν τροπολογίαν, σπουδαίως διαφέρουσαν τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς.

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ὑποστηρίζοντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;

§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου, διότι νομίζω, ὅτι αὕτη ἐκφράζει τὸ γενικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Τόπῳ. Ἡ Κυβέρνησις....

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη, δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν. Τρεῖς μόνον ζητοῦσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἑπομένως θὰ γείνῃ δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ σχέδιον τοῦτο. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Δημητρακάκη.

§25ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Μεγαλειότατε, Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους τὸν Βασιλέα ἐν μέσῳ ἡμῶν. Τὸ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου δημιουργηθὲν παρὰ τὸν Αἷμον καθεστὼς οὐδεμίαν παρεῖχεν ἐγγύησιν εἰς τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μόνη δὲ ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἦτο διηνεκὴς διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν κίνδυνος. Τὰ ἐν Φιλιππουπόλει κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος μηνὸς συμβεβηκότητα ἦσαν οὐχὶ ἀπειλαὶ, ἀλλ’ ἔργα, πρὸς τὰ ὁποῖα δι’ ἔργων ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλλάς. Εἰς τὴν φωνὴν αὐτῆς σύσσωμεν ἐγερθὲν τὸ Ἔθνος, ἔδειξε τὴν ὁδὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὑτοῦ καὶ ἀναμένει. Οἱ κληθέντες εἰς τὰ ὅπλα πολῖται θὰ ἐκπληρώσουν, Βασιλεῦ, τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν των. Οὐδόλως ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν βάσιν, ἥτις διετυπώθη πρὸς τὰς Δυνάμεις, τὴν ἐπάνοδον τῆς ἐντεῦθεν τοῦ Αἵμου καθεστηκυίας ἰσοῤῥοπίας. Μίαν ἰσοῤῥοπίαν γνωρίζει τὸ Ἔθνος· εἶναι νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι εἰς τὴν ἐλευθερίαν. Ἡ Βουλὴ μετὰ θερμοτάτου ἐνδιαφέροντος θέλει ἀσχοληθῆ εἰς ὅλα τὰ ἐκ τῆς ἐννοίας ταύτης ὑποβληθησόμενα αὐτῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς Σου μέτρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ, Βασιλεῦ, οὔτε ἓν ἰῶτα ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς Ἐκτελεστιστικῆς Ἐξουσίας διά τε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι ἀπωλέσθη κρισιμωτάτη στιγμὴ ἐνεργείας, καὶ ὅτι αἱ μεγάλαι τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος γραμμαὶ δὲν ἐχαράχθησαν ἔτι ἐπαρκῶς. Ὁ λόγος Σου, Βασιλεῦ, ἐνέχει δίλημμα: Θὰ κηρύξῃς τὸν πόλεμον ἢ θὰ κηρύξῃς τὴν εἰρήνην; Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν πέμψῃς εἰς τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς ὑψηλῆς σκοπιᾶς, ἐφ’ ἧς Σὲ ἔθεσε τὸ Σύνταγμα, ἐνθυμοῦ ὅτι ἡ ἐπαμφοτερίζουσα σημαία εἶναι παγκόσμιος διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐμπαιγμὸς καὶ συγχρόνως μεγίστη συμφορὰ ἐν τῇ τοῦ χρόνου ἐξελίξει. Ἡ Ἑλλὰς τότε θὰ πιστεύσῃ εἰς Σὲ, ὅταν τεθῇς εἰς τὴν πρωτοπορείαν. Ὅταν αἱ ἀναμνήσεις τῆς Ἑλλάδος Σὲ ἰδοῦν ἐπὶ τῶν ἔργων, καὶ οἱ λίθοι, Βασιλεῦ, τῆς γῆς αὐτῆς θὰ ἐγερθῶσι κατὰ τῆς κεφαλῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀδικοῦν. Κλίνομεν γόνυ πρὸ τῶν βουλευμάτων τοῦ Ὑψίστου, ἡ δεξιὰ τοῦ ὁποίου ἂς δοξασθῇ ἐν ἰσχύϊ.»

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε καὶ τοῦτο. Ἤδη ἔχομεν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.

§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη δύο ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ἤδη ὑπολείπεται νὰ τεθῇ τρίτον ζήτημα, ἤτοι τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἢ ἄλλη τις πρότασις περὶ αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω. Τὸ σχέδιον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου συνετάχθη ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τὰ δὲ μέλη, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀπέσχον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς ἰδίου σχεδίου· τοῦτο δὲ ἔπραξαν, ἑπόμενα εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι, τουτέστι τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς πλειοψηφίας. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν ἡ μειονοψηφία ὑπεσχέθη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ὑπῆρξεν ἀρκούντως ἀνεπιφύλακτος, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, δι’ ὧν συνωδεύθη ἡ ὑπόσχεσις περὶ ὑποστηρίξεως, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἀφήρεσαν πολὺ ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην· νομίζω τοὐναντίον, ὅτι θὰ ἀφῄρει πολὺ ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς ὑποσχέσεως πᾶσα ἐναντία δήλωσις ἢ παρασιώπησις τοιαύτης δηλώσεως, διότι πρὸ πάντων ἐν τοῖς πολιτικοῖς πράγμασιν ἀπαιτεῖται νὰ δεικνύωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ καλῇ πίστει· δὲν θὰ ὡμιλοῦμεν δὲ ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ καλῇ πίστει ἄν, ἐρχόμενοι ἵνα ὑποσχεθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποστήριξιν, ἐλέγομεν ὅτι ἀρνούμεθα τὸ παρελθὸν ἡμῶν, ἄν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐλέγομεν, ὅτι δὲν εἴχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤδη ἐλέγομεν ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετεβάλομεν γνώμην περὶ αὐτῆς. Ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν λαὸν, εἶναι, ὅτι ἐλάβομεν ἀπόφασιν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο οὐδόλως μετέβαλε τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, ὅτι οὐδόλως ἐρχόμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ τοιοῦτοι, ὁποῖοι ἐσμὲν, ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὰς μικτὰς, τὰς Οἰκουμενικὰς Κυβερνήσεις καὶ δικαίως εἶπε τοῦτο, καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσιν αἱ τοιαῦται Κυβερνήσεις. Δὲν ἐπέτυχεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις οὐχὶ, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, διότι δὲν ὑπῆρξεν εἰλικρίνεια μεταξὺ τῶν συμπραξάντων· τοὐναντίον, θεωρῶ ὅτι ἡ μεγαλειτέρα εἰλικρίνεια ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν συμπραξάντων, μεταξὺ τῶν κυριωτέρων τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν· τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει ὑπῆρξε πλήρης ὁμόνοια μεταξὺ αὐτῶν καὶ κατόπιν αὐτῆς οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἀφήσαμεν νὰ παρέλθῃ, χωρὶς νὰ διεκδικήσωμεν τὸ σκόπιμον τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη σκοπίμως. Ἀλλ’ ὅμως ἀπέτυχεν ἡ Οἰκουμενικὴ καὶ ἀπέτυχεν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐλαττωματικῆς συστάσεώς της, διότι μικταὶ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι· δύνανται ἴσως ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς νὰ συντελέσωσιν, ὅπως ἐξέλθῃ ἀπό τινος δυσχερείας τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις δὲν δύναται νὰ ἦναι ἰσχυρὰ ἡ Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ, ἔχουσα τὴν ἀμέριστον τῆς πλειονοψηφίας ἐμπιστοσύνην. Ἔχομεν ἀνάγκην Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ Κυβερνήσεως ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ Ἔθνος διὰ μέσων, μὴ καθωρισμένων ὑπὸ τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν· ταύτην τὴν Κυβέρνησιν ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θέλει καὶ τὸ Ἔθνος, καὶ ταύτην τὴν Κυβέρνησιν ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἀνήκοντες, νὰ ὑποστηρίξωμεν, οὐχὶ ὡς μέλη τῆς πλειονοψηφίας, εἰς ἣν δὲν ἀνήκομεν, ἀλλ’ ὡς μέλη τῆς μειονοψηφίας, εἰς ἣν ἀνήκομεν, μὴ ἀρνούμενοι τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦντες νὰ φρονῶμεν περὶ τῶν προσώπων ὅ,τι ἐφρονοῦμεν μέχρι τοῦδε, ὑποσχόμενοι ὅμως τὴν εἰλικρινῆ ἡμῶν σύμπραξιν. Τὸ νὰ ζητῆτε παρ’ ἡμῶν νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον καταβιβάζει ἡμᾶς ἐνώπιον ὑμῶν αὐτῶν, ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ νὰ ζητῆτε, ὅπως ἡ σύμπραξις ἡμῶν, μὴ ᾖ τελεσφόρος. Ἵνα ἔχῃ τὸ κῦρος ἡ σύμπραξις ἡμῶν πρέπει νὰ γένηται παρ’ ἀνθρώπων συνεπῶν πρὸς ἑαυτούς, ἀλλ’ ἑτοίμων ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης ταύτης νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Καὶ ἐπειδὴ ἤδη ἀνάγκη εἶναι, ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ὑπάρχῃ διαίρεσις, μὴ ὑπάρχῃ κομματισμὸς, ὅπως μὴ γίνωνται ἄσκοποι συζητήσεις, διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀπέσχομεν ἀπὸ τῶν συζητήσεων τούτων καὶ ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν πάντῃ ἄσκοπον. Ἐῤῥέθη ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τοῦ παρελθόντος, τὰ πρὸ τῆς κρίσεως, ἢ τοὐλάχιστον, παραμελοῦντες τὰ προγενέστερα, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ μετὰ τὴν κρίσιν, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξενέγκωμεν γνώμην περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἡ Ἀνατολὴ εἰς κατάστασιν κινδυνώδη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις μὴ καταλαβοῦσα ἐπαρχίας, ἀνηκούσας εἰς γειτνιακὸν Κράτος, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις οὕτω διαῤῥυθμίσασα τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὡς διεῤῥύθμισεν αὐτά. Ἀλλὰ, κύριοι, εἴδομεν ἐν τῇ ἱστορίᾳ Κράτη καταλαβόντα ἐπαρχίας, ἀνηκούσας εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ κατόπιν τῆς καταλήψεως συζητοῦντα περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἴδομέν ποτε Βουλὴν συζητοῦσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, μὴ καταλαβοῦσα ἐπαρχίας ἀνηκούσας εἰς Κράτος, πρὸς ὃ διατελεῖ τὸ ἡμέτερον εἰς εἰρηνικὰς, εἰς φιλικὰς σχέσεις. Ταῦτα καταβιβάζουσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ Σώματος ἐπισήμου, ἔχοντος τὸ ὕπατον νόμιμον κῦρος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἰς Σύλλογον συζητοῦντα περὶ θεμάτων φιλοσοφικῶν ἢ ἱστορικῶν. Οὕτω καὶ περὶ ἐπιστρατεύσεως, πῶς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διεῤῥυθμίσθησαν τὰ κατ’ αὐτὴν, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ δι’ αὐτῆς ἐνέργεια τῆς αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον; δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ζητῶμεν νὰ τὸ γνωρίζωμεν, ὅσον γνωρίζει αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεμεν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὀρθῶς ἐπολιτεύθη περὶ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, διαῤῥυθμίσασα ὡς διεῤῥύθμισε τὰ κατ’ αὐτὴν, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ὅταν ἴδωμεν, ποία ἡ χρησιμοποίησις τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἰδίως περὶ οἰκονομικῶν μέτρων δὲν εἴχομεν μέχρι τοῦδε ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμεν λόγον, ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ἔχωμεν, ἐλπίζω, πλείονα ἐλευθερίαν συζητήσεως ἄνευ παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς συμφώνου ἐνεργείας Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἔλθωμεν ἐπ’ αὐτὰ ταῦτα τὰ νομοσχέδια. Ἤδη ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, πρὸς τί ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων; Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἤδη ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκονομικὸν αὑτῆς σχέδιον. Βεβαίως, ἂν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σχέδιον περιέχεται ἐν τοῖς δυσὶ νομοσχεδίοις τοῖς ὑποβληθεῖσι, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸ ἐπαρκές, οὐδὲ κατάλληλον. Ἀλλ’ εἰσέτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν καὶ πιθανὸν εὐθὺς κατόπιν τῆς ψηφίσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ ἴδωμεν ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες οἰκονομικὸν σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐκτάκτου ἐνεργείας, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Ἔθνος, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὰ εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλόμενα δι’ οἰκονομικῶν μέτρων, ἀφορώντων εἰς μόνον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ διαρκέσῃ ἡ ἔκρυθμος κατάστασις. Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ἀσυγκρίτως πλουσιώτερα ἡμῶν, ἐκτὸς μόνης τῆς Ἀγγλίας, ἥτις δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τὸ ἐναντίον μέχρι τέλους, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, ἵνα διεξαγάγωσι πόλεμον, ᾐσθάνθησαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσι μεγάλα βάρη οὐχὶ εἰς μίαν τάξιν τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἰς ἁπάσας τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ τὰ ἐπιβάλλωσιν οὐχὶ ἐπὶ μόνην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἢ ἐπὶ τὴν διάρκειαν ἑνὸς μόνον ἔτους, ἀλλ’ εἴτε παγίως, εἴτε ἐπὶ τὴν διάρκειαν ἑνὸς χρεωλυτικοῦ δανείου 70, 50 καὶ 40 ἐτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα διὰ μόνου τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλομεν εἰς μίαν ἢ δύο τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ τοῦτο ἐνόσῳ διαρκεῖ ὁ πόλεμος; Ὁ πόλεμος θέλει διαρκέσει ἑβδομάδας ἢ μῆνας, ἀλλὰ τοῦ βραχέος τούτου χρονικοῦ διαστήματος ἡ ἐνέργεια θέλει ἀναγκάσει ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ 40, 50 καὶ 60 ἔτη εἰς λύσιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλομεν συνομολογήσει πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου. Βεβαίως τοιαύτη θὰ ἦναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ εἴχομεν ἀπὸ τοῦδε ὑποβεβλημένα τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα θέλουσιν εὐθὺς εἰσαχθῆ πρὸς ψήφισιν μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε ἐφάνη ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἔχομεν λόγον νὰ πιστεύωμεν, ὅτι δὲν θέλει ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζουσα αὐτήν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον πολλὰ μέτρα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ἀλλ’ αἱ περιστάσεις κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον εἶναι πολὺ διάφοροι ἐκείνων, αἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλει καὶ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ἀναγνωρίσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ οἰκονομικὴν πολιτικήν· διὰ τούτου δὲν θέλει ἀποδείξει ἑαυτὴν ἀνακόλουθον, θέλει μαρτυρήσει μόνον ὅτι δὲν προεῖδε τότε τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην τώρα· ἐν τῇ πολιτικῇ δὲ εἶναι τοῦτο κοινὸν καὶ σύνηθες εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι πάντα τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ καταργηθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δέον νὰ ψηφισθῶσι ἐκ νέου καὶ νὰ συμπληρωθῶσι δι’ ἄλλων, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δέον καὶ νέοι νὰ ψηφισθῶσι φόροι. Πάντα ταῦτα ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει πράξει ἡ Βουλή, οὐδένα δὲ ἔχω λόγον, ἵνα ὑποθέτω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔπαυσεν ἐμπιστευομένη τὴν Κυβέρνησιν, οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀσπαζομένη τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται ὅλον τὸ Ἔθνος, δὲν θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πάντα τὰ πρόσφορα μέτρα, ὅπως ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας. Τούτων οὕτως ἐχόντων τίνα ἔχομεν ἀνάγκην συζητήσεως; Συζήτησιν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν γενικωτέραν, διότι ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τις ἐξηγήσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶναι ὅλον σύμφωνον. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἤδη περὶ τῶν σχέσεων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς ἀλλήλους, περὶ τῆς στάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ὅμοιόν τι τῷ τελεσθέντι ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ ἐτελεῖτο ἐν Ἐπαρχίᾳ γειτνιαζούσῃ τῇ Ἑλλάδι, οὐδ’ ἀρνεῖταί τις τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας τρέφομεν πρὸς πάντας τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τρέφοντες τὰς συμπαθείας ταύτας, ὀφείλομεν νὰ φροντίζωμεν, ὅπως μὴ παρασύρωσιν ἡμᾶς αὗται εἰς παραγνώρισιν τῆς ὀφειλομένης προνοίας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων· ἐπειδὴ φρονοῦμεν, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δέον νὰ ἐλευθερωθῶσι, δὲν ἕπεται, ὅτι δέον νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐνεργείας παραγνωριζούσας τὰ δίκαια τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς δέον νὰ γένηται διὰ τρόπου μηδένα ἀδικοῦντος· ἐφ’ ὅσον δὲ γίνεται διὰ τοιούτου τρόπου, ὀφείλομεν σύμπραξιν πρὸς ἀλλήλους· ὅταν ἴδωμεν ὅμως τινὰ τῶν λαῶν τούτων θέλοντα νὰ ἀδικήσῃ τοὺς ὁμοφύλους, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ φρουρήσεως τῶν δικαίων τῆς ἡμετέρας φυλῆς. Περὶ τούτων, φρονῶ, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ δὲν ἐννοῶ εἰς τί ὠφελοῦσιν αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ τί θέλει συμβῇ ἐν τοιᾷδε ἢ τοιᾷδε περιπτώσει. Ποίαν ἔχομεν γνώμην, ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς πρεπούσης εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, ἀφοῦ περὶ τοῦ σκοποῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις. Περὶ τῆς ἐνεργείας, εἶπον, ὅτι μίαν ἔχομεν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐνέργειαν πᾶσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ γίνωμεν συμπράκτορες αὐτῆς, διότι εἴμεθα οἱ κάκιστοι τῶν συμπρακτόρων, διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἄδειαν ἐκ τοῦ Πολιτεύματος νὰ ὦμεν συμπράκτορες· ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὦμεν μόνον ἐλεγκταί, ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ, τουτέστι χωρὶς νὰ παραβλάπτωμεν τὴν ἐνέργειαν. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν ἡγουμένην τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ ῥυμουλκουμένην παρ’ αὐτοῦ, ἥτις, παρακολουθοῦσα πάντα τὰ γενόμενα, νὰ δύνηται νὰ ἐπωφελῆται ἐκ πασῶν τῶν περιστάσεων, ἵνα ὁδηγήσῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἐπιτυχίαν. Ὅταν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πράττῃ, λαμβάνουσα παρ’ ἡμῶν τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν μόνην δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, τουτέστι τὴν ἐξασφαλίζουσαν ὑπὲρ ἑαυτῆς πλήρη καὶ ἀκώλυτον ἐλευθερίαν ἐνεργείας, δὲν ἐκτιθέμεθα εἰς τὴν μομφὴν, ἣν ἐπιῤῥίπτει εἰς ἡμᾶς ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, εἰπὼν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ θάῤῥος νὰ πράξῃ ὅ,τι αἱ περιστάσεις ὑπαγορεύουσιν. Ἡ Κυβέρνησις τοὐναντίον, ἐν τούτῳ θέλει ἀντλήσει τὸ θάῤῥος, ἵνα πράξῃ ὅ,τι ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι οὐδὲν θέλει εὕρει κώλυμα παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς ἐπιψήφισιν πάντων τῶν μέτρων, ἅτινα θεωρεῖ ἀναγκαῖα πρὸς τὴν παρ’ αὐτῆς κανονισθησομένην ἐνέργειαν ἐν τῇ εἰλικρινεῖ προθέσει τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ, ὃν πάντες ἀπὸ κοινοῦ ἐπιδιώκομεν.

§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἐμὲ ὁ σπουδαιότερος κίνδυνος ἐξ ὅσων διατρέχομεν ἀπὸ τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως εἶναι ὁ κίνδυνος μὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις λάβῃ ἀπόφασιν περὶ τοῦ πρακτέου ὁδηγουμένη οὐχὶ ἐξ ἐκτιμήσεως ἐλευθέρας, ἀνεπηρεάστου καὶ εἰλικρινοῦς περὶ τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦν τὸ ἔθνος, καὶ περὶ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁδηγουμένη ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἀντιπάλων κομμάτων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην μὴ συναισθανόμενος, ὅτι πρέπει ν’ ἀγωνισθῶμεν σήμερον, ἂν πειθώμεθα εἰλικρινῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸν ἀγῶνα εἰς αἴσιον πέρας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης ὑπάρχει ὁ συμβουλεύων νὰ διακινδυνεύσωμεν τὸ μικρὸν τοῦτο ἐλεύθερον Κράτος ἐξ ἐλαφρῶν παραφορῶν καὶ ὑπολογισμῶν κομματικῶν. Παράδειγμα τοιούτου κινδύνου παρεῖχε πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν τὸ δημόσιον πνεῦμα τῆς Πρωτευούσης. Μεγάλη πολιτικὴ μερὶς, τῆς ὁποίας δυστυχῶς ὁ ἀρχηγὸς ἦτο ἀπὼν, κατώρθωσε διὰ παντὸς μέσου νὰ πιστευθῇ παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι ὄχι μόνον τὰ πρόσωπα καὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ὃν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐναντία πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους. Ἐπιστεύθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ μερὶς εἶχεν ὅλως ἀντίθετον γνώμην τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ διὰ παντὸς μέσου ν’ ἀναβιβασθῇ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιστεύετο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ὅτι οὐδὲν καλῶς πράττει· ἐπιστεύετο, ὅτι, ἂν αὕτη δὲν ἤθελε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς μερίδος, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ὅτι, ἂν δὲν κατέθετε τὴν Ἐξουσίαν, διὰ τῆς βίας ἐν ταῖς ὁδοῖς ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ αὐτήν. Οὕτως ἐμέλλομεν ἀντὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ ἔχωμεν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, καὶ βεβαίως ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ καταλίπωμεν ἐκεῖνον χάριν τούτου, ἢ, ὅπερ χείριστον, νὰ διεξάγωμεν ἀμφοτέρους συγχρόνως. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διεδίδετο παρὰ τῆς μερίδος αὐτῆς καὶ ἐπιστεύετο, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως μετεβάλλοντο συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς μερίδος ἐκείνης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐῤῥυμουλκεῖτο εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς παρὰ τῆς μερίδος ἐκείνης καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς πεποιθήσεων. Πάντες ἐννοοῦμεν πόσον τοιαῦται ἀποφάσεις, οὕτως ἐπιβαλλόμεναι, θὰ ἦσαν ὀλέθριαι σήμερον, ἂν οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Εὐτυχῶς ὅμως ἡ κατάστασις αὕτη ἔπαυσεν εὐθὺς ἅμα ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος αὐτῆς ἐπανῆλθεν ἐν Ἀθήναις. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐδήλωσε καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀποκρούει τὴν μέθοδον, ἣν ἄφησαν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἤθελε μεταχειρισθῆ πρὸς κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας. Κατὰ τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διὰ τῶν νομίμων μέσων μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ σύμπαν τὸ Ἔθνος ὀφείλει, χάριν τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει σήμερον τὸ Ἔθνος, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν. Χαίρω δὲ, ὅτι καὶ σήμερον λαβὼν ἀφορμὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπεβεβαίωσε καὶ πάλιν τὴν γνώμην αὑτοῦ, εἰς ἣν ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τὸ κόμμα αὐτοῦ σύμπαν ὑπήκουσε καὶ ὑπακούει. Τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι προέβη οὐ μόνον νὰ διαβεβαιώσῃ ἡμᾶς, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν σήμερον, ὡς τὴν μόνην Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν νομίμως δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Τόπος, ἀλλὰ καὶ νὰ συμβουλεύσῃ αὐτῇ καὶ μέτρα οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα, κατ’ αὐτόν, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Φρονῶ, ὅτι οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ θέτῃ ὑπὸ δισταγμὸν τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διαβεβαιώσεων αὐτῶν, νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ παύσουν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς οἱ ὑπαινιγμοὶ καὶ αἱ ἐπικρίσεις, αἵτινες δύνανται νὰ προσβάλουν φιλοτιμίας καὶ νὰ προκαλέσουν καὶ νὰ ἐπαναφέρουν διαιρέσεις....

§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγετε ὑμεῖς καὶ δὲν τὸ κάμνετε.

§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι τὸ λέγω, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω· δὲν βλέπω ποῦ εὑρίσκει αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας. Ἂν ἐννοῇ, ὡς διεδόθη, τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Φαρσάλων καὶ Δομοκοῦ, δὲν ἔχει δίκαιον, θεωρῶν τοῦτο ὡς ἀντίφασιν ἡμῶν, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, εἶπεν, ὅτι, συμπράττοντες εἰς τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα σήμερον, οὐδόλως ἐννοοῦμεν ν’ ἀπαρνηθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς ἀρχάς μας. Νομίζει ὁ προλαλήσας ὅτι, ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο σύμπραξις μεταξὺ ἡμῶν, πρέπει νὰ παύσῃ καὶ πᾶσα κρίσις διάφορος περὶ διαφόρων ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐξηλέγχθη πρό τινων ἡμερῶν ἡ ἐκλογὴ Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων· ἐνομίσαμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἐξουσίας ἐπεμβάσεις, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ ὅτι οὐδόλως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς τινων, ὅτι καὶ ἂν ἐπαναληφθῇ αὕτη τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι τὸ αὐτό. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀφοῦ ἀπηλλάξαμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κινδύνου τοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, φοβουμένη τὰς γνώμας τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὁδὸν αὐτήν. Ἡ δεινότης τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς δυσκολίας τοῦ ἔργου, ὅπερ τῇ ἐπιβάλλεται, καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τῆς Χώρας, εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, ὅπως μὴ ζητῶμεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν δεινοτέραν δι’ ἀπειλῶν ἢ νὰ τὴν ἐπωφεληθῶμεν κερδοσκοποῦντες πολιτικῶς. Μεγάλην βεβαίως προσφέρομεν ὑπηρεσίαν, ἐπικρίνοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ δίδοντες αὐτῇ συμβουλὰς, ὁσάκις πιστεύωμεν, ὅτι οὕτω βοηθοῦμεν εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνελάβομεν. Ἀλλὰ πέραν τούτου δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν, ἀνασκαλίζοντες σήμερον τὸ παρελθὸν ἢ ἀπειλοῦντες δι’ ὅσα ἐγένοντο ἢ δὲν ἐγένοντο, διότι οὕτω προκαλοῦμεν ἀντεγκλήσεις καὶ διαιρέσεις, ἐνῷ κυριωτάτη δύναμις εἶναι ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ σύμπραξις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀπαλλαγείσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ φόβου ἡμῶν, φρονῶ, ὅτι πᾶσα ἡ δυσκολία περιάγεται εἰς τοῦτο, εἰς τὴν ἐκτίμησιν τὴν ἀληθῆ καὶ δικαίαν τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦν τὸ Ἔθνος, καὶ τῶν δυνάμεων ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς κινδύνους αὐτούς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κινδύνους, ἀπ’ ἀρχῆς σύμπαν τὸ Ἔθνος εὑρέθη σύμφωνον. Ἀπὸ τῆς ἀναγγελίας τῆς καταλήψεως τῆς Φιλιππουπόλεως πᾶσα ἡ Ἑλλὰς τὸ αὐτὸ ἐξεδήλωσε φρόνημα, ὅτι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τὰ τιμαλφέστατα συμφέροντα κινδυνεύουν. Ἦτο δυνατὸν σύμπαν τὸ Ἔθνος νὰ μὴ αἰσθανθῇ τοιοῦτον αἴσθημα, ἀφοῦ ἀπὸ καιροῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι παρεσκευάζετο ἡ ἁρπαγὴ καὶ τῆς Ῥωμυλίας καὶ τῆς Μακεδονίας; Πρὶν ἀκόμη τοῦ πολέμου τοῦ 1878 ἐγινώσκομεν, ὅτι ὁ Βουλγαρισμὸς ἔχων ὄπισθεν αὐτοῦ ἰσχυρὸν προστάτην, ὠθεῖται οὐ μόνον ὅπως ἐκδιώξῃ τοὺς Ἕλληνας ἐκ χωρῶν ἀμφισβητουμένων Ἑλληνικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποσκελίσῃ αὐτοὺς καὶ εἰς χώρας ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικάς. Καὶ μετὰ τὸ 1878 ἡ Βουλγαρία, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Ἡγεμονία, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐγινώσκομεν ὅτι ἠσχολεῖτο, ἢ καθ’ ἡμῶν, ῥᾳδιουργοῦσα καὶ παρασκευαζομένη διὰ συμβουλῶν καὶ μέσων τῶν ὄπισθεν αὐτῆς ἐνεργούντων. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ πολιτεία ἀπέναντι τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Φιλιππουπόλει γενομένων δὲν παραδέχομαι, ὅτι προσβάλλουν τὰ αἰσθήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὀφείλομεν νὰ διατρέφωμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες πρὸς πάντα λαόν, ὅστις πάσχει καὶ καταδυναστεύεται. Δὲν πρόκειται περὶ λαοῦ, ὅστις ἠγωνίσθη καὶ ἀγωνίζεται μόνος ἐντὸς τῶν ἀναμφισβητήτως εἰς αὐτὸν ἀνηκουσῶν χωρῶν, ἀλλὰ περὶ λαοῦ, ὅστις οὐχὶ μόνος, ἀλλὰ προβαλλόμενος καὶ διευθυνόμενος ὄπισθεν παρ’ ἄλλων ἰσχυρῶν ἐχθρῶν ἀπειλεῖ διὰ ξένης ἰσχύος τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὰς σπουδαιοτέρας αὐτοῦ Ἐπαρχίας. Ἑπομένως δὲν πρέπει, διότι κατὰ Βουλγάρων σήμερον ἐκφράζομεν γνώμην, νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καθιεροῦμεν ἄλλο μέτρον περὶ ἐκείνων, ἐνῷ θέλομεν ἄλλο μέτρον περὶ ἡμῶν αὐτῶν. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσκτήσηται τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἀγωνιζομένη διὰ τῶν ὅπλων καὶ νικῶσα τοὺς ἐχθροὺς αὐτῆς διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων καὶ μόνων. Ἤθελε καθιερώσει κανόνα, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐννοοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Ἐπαρχίας. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς πραξικοπήματος, διὰ μιᾶς ἁπλῆς κωμῳδίας νὰ καταληφθῇ χώρα, ἥτις περιλαμβάνει καὶ τοσαῦτα Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἡ ὁποία προσεγγίζει καὶ διὰ τῆς Ῥωμυλίας τὴν Μακεδονίαν, ἣν ὑποβλέπει ὁ Βουλγαρισμός, ἡ ὁποία φέρει τὴν Βουλγαρίαν ὀλίγας ὥρας μακρὰν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πῶς, λέγω, τοιαῦτα κινήματα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἡμεῖς νὰ τὰ σεβασθῶμεν, ὡς ὁ κόσμος ἐσεβάσθη ἄλλοτε τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη, δι’ ὧν καὶ μόνον ἐγενόμεθα ἄξιοι τῆς ἀπελευθερώσεως ἡμῶν· διότι τοῦτο εἶναι ἄδικον, διὰ τοῦτο ἐργάζονται κατ’ αὐτοῦ σήμερον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις· ἐργάζονται δηλαδὴ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν αὔξησιν ἑνὸς Κράτους πρὸς βλάβην τῶν ἄλλων διὰ μέσων ἄλλων παρὰ τὰ γενικῶς παραδεδεγμένα. Ἡμεῖς πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποκρούωμεν τὴν μέθοδον τῆς διὰ προστασιῶν τῶν μεγάλων Κρατῶν μονομεροῦς αὐξήσεως τῶν περὶ τὸν Αἷμον Κρατῶν. Διὰ τοῦτο δὲν θεωρῶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ ὁμιλῶμεν κατὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, διότι αὗται εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις, ὅτι συμπράττουσαι δύνανται νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐπικράτησιν ἐν τῷ Αἵμῳ μιᾶς φυλῆς, ὄχι διὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως καὶ ζωτικότητος, ἀλλὰ τῇ συνδρομῇ ἄλλων. Ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει οὐδεμίαν Δύναμιν ἐκ τῶν μεγάλων, συνδεομένην μετ’ αὐτοῦ διὰ τῆς αὐτῆς γλώσσης καὶ καταγωγῆς, ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἰσχυροτέρων; Ἐφ’ ὅσον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις πρὸς τοιαύτην ἐπικράτησιν ἀνθίστανται, φρονῶ, ὅτι ἐργάζονται ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος σύμπαν εὑρέθη σύμφωνον οὐ μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κινδύνου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ σημείου, εἰς ὃ πρέπει νὰ στραφῇ πρὸ πάντων ἡ ἐνέργεια ἡμῶν, εὗρε δέ, ὅτι ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ πλανηθῇ τὸ Ἔθνος ὡς πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Ῥωμυλίας ἤρχετο ἡ Βουλγαρία ἀμέσως ἐπὶ τῶν μεθορίων τῆς Μακεδονίας. Ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς, ἡ Μακεδονία εἶναι ὁ διὰ ξηρᾶς δρόμος πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, λέγω δὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι οὐδεμίαν γνωρίζω Ἑλληνικωτέραν πόλιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀφαιρέσατε ἀπ’ αὐτῆς τοὺς Τούρκους, οἵτινες ἀναγκαίως εἶναι περισσότεροι, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ἀπὸ τῆς κατακτήσεως καὶ τὸ κέντρον τῆς διοικήσεως τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, ἀφοῦ περισσότεροι ἔπρεπε νὰ ἦναι οἱ Τοῦρκοι διὰ νὰ διατηρῶσι τοὺς Ἕλληνας εἰς ὑποταγὴν, καὶ θέλετε εὕρει 250 χιλιάδας καὶ πλέον Ἕλληνας, ζῶντας ἀπ’ αἰώνων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ποῦ ἀλλοῦ ἀπαντᾶτε συγκεντρωμένας 250,000 Ἑλλήνων; καὶ ἐν τούτοις διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς Ῥωμυλίας θέλομεν ἴδει τοὺς Βουλγάρους ἐν Θράκῃ καὶ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκτὸς τούτου, ἡ Μακεδονία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπαρχία, ἡ μᾶλλον προσεγγίζουσα τῇ Εὐρώπῃ, ἡ δὲ προσέγγισις ἡμῶν πρὸς τὴν πεπολιτισμένην Εὐρώπην δίδει περισσοτέραν δύναμιν ἢ πᾶσα ἄλλη αὔξησις ἐδαφική. Ἐὰν ἐπρόκειτό τις νὰ συνοψίσῃ εἰς μίαν γενικὴν αἰτίαν πολλοὺς τῶν λόγων, δι’ οὓς δὲν ἠδυνήθημεν οἱ Ἕλληνες νὰ προοδεύσωμεν περισσότερον μέχρι τοῦδε, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κεῖται πολὺ μακρὰν τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης. Ἀληθῶς εἴμεθα ἐγγύτερον εἰς τὴν Ἀφρικὴν καὶ τὴν Ἀσίαν, περικλειόμεθα δὲ πανταχόθεν ὑπὸ θαλάσσης καὶ λαῶν ἡμιπολιτίστων, θὰ ἐπροοδεύομεν δὲ ταχύτερον, ἂν εἴχομεν πεπολιτισμένους γείτονας. Διὰ τοῦτο πάντες τὰ βλέμματα εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔχομεν ἐστραμμένα. Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν διαγνώσῃ ἀκριβῶς τοὺς κινδύνους καὶ τὰ μέρη τῆς ἐνεργείας· ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι μὴ δὲν ἐκτιμήσωμεν ὀρθῶς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις. Ἐὰν ἔχωμεν τὰς ἰδίας δυνάμεις ἐπαρκεῖς πρὸς τὸ ἔργον, ἀλλὰ κατὰ κρίσιν ἀνεπηρέαστον καὶ σοβαράν, οὔτε μίαν στιγμὴν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ ἂν τὸ καθεστὼς ἤθελεν ἐπανέλθει ἐν Ῥωμυλίᾳ. Οὔτε πρέπει ν’ ἀκούσωμεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν γνώμην τῶν Δυνάμεων. Αἱ Δυνάμεις ἐπεμβαίνουσιν, ὁσάκις διὰ συμβιβασμοῦ πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τὸ καθεστὼς ἐν Τουρκίᾳ. Ὅταν ὅμως λαός τις, ὅταν φυλή τις παρὰ τὸν Αἷμον ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην καὶ τὴν δύναμιν διὰ τῆς βίας νὰ προσβάλῃ τὸν ἐχθρὸν καὶ νὰ κατισχύσῃ αὐτοῦ καὶ νὰ διατηρήσῃ Ἐπαρχίας Τουρκικὰς ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, Ἐπαρχίας, ἐφ’ ὧν εἶχε δικαιώματα, αἱ Δυνάμεις δὲν πρέπει ν’ ἀντιστῶσι. Δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὰ δύο ταῦτα, τὴν πολιτικὴν τῆς αὐξήσεως διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς αὐξήσεως διὰ τοῦ πολέμου· ὅταν πρόκηται περὶ τῆς δευτέρας, δὲν ἔχομεν νὰ ἐρωτήσωμεν παρὰ τὰς ἰδίας δυνάμεις· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ τῆς πρώτης, πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ μετὰ μεγίστου σεβασμοῦ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ αὐτῶν. Αὗται βεβαίως δὲν ἐπετέλεσαν ὑπὲρ ἡμῶν πάντα ὅσα ἠθέλομεν, ἀλλ’ ἔν τινι μέτρῳ εἰργάσθησαν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ κατὰ τὸν μέγαν ἡμῶν ἀγῶνα, καὶ κατὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Αὐταὶ ἀκόμη αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, τινὲς ἰδίως ἐξ αὐτῶν, ἀνεγνώρισαν ἄλλοτε ἐπισήμως τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς Μακεδονίας, ἐπὶ τῆς Θράκης, καὶ ἐπὶ τῆς Κρήτης. Μὴ λησμονῶμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τότε εἰς τῶν πληρεξουσίων αὐτῆς ἐποιήσατο ἐν τῷ συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, τὴν πρότασιν, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ Ἑλλὰς ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἐπαρχίας τὰς Ἑλληνικάς. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τότε ὑπὸ τῶν Γάλλων πληρεξουσίων ἡ πρότασις, ἡ περιορίζουσα τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς μόνον τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, συζήτησις ἐγένετο ποία ἐκ τῶν δύω προτάσεων πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ὅτι ἡ Ἀγγλία ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀντιπροσωπεύει μόνον τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπαρχίας Ἑλληνικὰς μὴ ὁμόρους αὐτῇ, καὶ ῥητῶς ὠνόμασε τὴν Μακεδονίαν, τὴν Θράκην καὶ τὴν Κρήτην. Ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἀπεδέχθησαν καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Αὐστρίας καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἰταλίας· ἂν δὲ δὲν ἐγένετο δεκτή, δὲν ἐγένετο διὰ λόγους τυπικούς, διότι ἡ κυρία πρότασις ἡ ψηφισθεῖσα ἦτο ἡ Γαλλική, ἡ δὲ τῆς Ἀγγλίας ἐθεωρήθη ὡς τροπολογία καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ ἐθεωρήθη ὡς ἀποῤῥιφθεῖσα. Ὅταν λοιπὸν μεγάλαι Δυνάμεις ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ Μακεδονία, ἡ Θράκη καὶ ἡ Κρήτη εἶναι οὕτως Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, ὥστε νὰ δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιπροσωπεύῃ καὶ αὐτὰς ἐν τῷ συνεδρίῳ, ὡς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, νομίζω, ὅτι πρέπει μετ’ ἀνευλαβείας περὶ αὐτῶν νὰ λαλῶμεν. Σέβομαι πᾶσαν γνώμην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅσοι νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ σύρωμεν τὸ ξίφος ὁπωσδήποτε, δὲν πρέπει νὰ μετατρέψουν τὸ ξίφος αὐτὸ εἰς ξίφος τοῦ Δαμοκλέους κατὰ Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ξίφος κατὰ τῆς Πατρίδος. Πρέπει ὅ,τι ἀποφασίσωμεν, νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, διότι τότε ἔχει ἀξίαν. Δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν, ὅ,τι ἡ φαντασία καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἁπλῶς ὑπαγορεύουν. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ ἔθνη δὲν ὁδηγοῦνται εἰς τὰς μεγάλας ἀποφάσεις των ἀπὸ ἀξιώματα, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ δίδωνται συμβουλαὶ περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν ὀνόματι τῆς λογικῆς τῆς ἀπελπισίας. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπελπισίας δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν. Τὰ ἔθνη δὲ αὐτοκτονοῦν, καὶ αὐτοὶ δ’ οἱ αὐτοκτονοῦντες, ἐὰν ἠδύναντο, θὰ μετενόουν οἱ πλεῖστοι. Τὰ ἔθνη δὲν ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα ν’ αὐτοκτονῶσιν. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοσοῦτον μεγάλας ἀποφάσεις, ὁδηγούμενοι ἐκ παραδειγμάτων ἄλλων ἐθνῶν, ὡς πολλοὶ ἠθέλησαν, ἀλλὰ προσέχοντες εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία δὲν εἶναι φυσικὴ ἱστορία· ὅ,τι δὲ συνέβη ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ, δὲν ἐπαναλαμβάνεται ὁμοιομόρφως πάντοτε. Ἐὰν ἡττήθη ἡ Ἰταλία ἐν Νοβάρᾳ δὲν ἀπωλέσθη ὅμως ἀλλ’ ἐκέρδησε, δὲν ἕπεται ὅτι πᾶς ὁ ἡττώμενος κερδίζει. Τοιαύτη γνώμη ἤθελε μᾶς φέρει ν’ ἀδιαφορῶμεν περὶ τῶν μέσων καὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Λέγω ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ τολμήσωμεν, ὅτι ἐξ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ πρέπει ν’ ἀναχαιτισθῶμεν, ἂν πεισθῶμεν ὅτι δυνάμεθα, ἐκτιμῶντες τὰς ἰδίας ἡμῶν καὶ τοῦ ἐχθροῦ τὰς δυνάμεις ἐλευθέρως καὶ σοβαρῶς, καὶ συζητοῦντες ὅ,τι συμφέρει δημοσίᾳ νὰ συζητήσωμεν, ἐμπιστευόμενοι δ’ εἰς τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μόνη κατέχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ μορφώσῃ τὴν ὀρθοτέραν γνώμην καὶ ἀπόφασιν. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν καὶ ἀνεπηρέαστον, νὰ τῇ ὑποσχεθῇ δὲ πᾶσαν ὑποστήριξιν ὑπὲρ τοῦ ἔργου. Τὸ κατ’ ἐμέ, χωρὶς βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς προσωπικὰ ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε, χωρὶς νὰ κρύψω, ὅτι εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἔχω διάφορον γνώμην, θεωρῶ ὅτι πάντα ταῦτα δὲν δικαιολογοῦν σήμερον ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο τὸ κατ’ ἐμὲ ἐφ’ ὅσον πιστεύω, ὅτι Κυβέρνησις ἄλλη καλλιτέρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον πείθομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐμπνέεται, ὡς πρὸς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν αὐτῶν πόθων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέεται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἐργάζεται ὑπὲρ αὐτοῦ, θέλω παράσχει εἰς αὐτὴν πᾶσαν ὑποστήριξιν.

§31Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρετηρήσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύσαντα κατά τινα φράσιν τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὗτος θελήσας νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν διακοπὴν, ἔδωκεν ἐξηγήσεις ἀσχέτους πρὸς τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγένετο ἡ διακοπή. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἡ ὁμιλία τοῦ προαγορεύσαντος...

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.

§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.

§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Φιλάρετον διὰ τὴν ὑποστήριξιν, ἣν μοὶ παρέσχε. Βεβαίως ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει πληρέστατα δίκαιον λέγων, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ χαίρω διότι καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σπεύσας ἀνεγνώρισε τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος ὑπεχώρησεν ἤδη, περιττὸν, νομίζω, νὰ ἐπιμείνωμεν περισσότερον εἰς τὸ παρεμπίπτον τοῦτο. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ παραλίπῃ τὴν μακρὰν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἀπήγγειλε, καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τὰς παρατηρήσεις, ἃς ὑπέβαλε πρὸς ἡμᾶς, διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἀνήκων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ὑποστηρίξας διαρκῶς τὴν Κυβέρνησιν εἰς πάντα αὐτῆς τὰ μέτρα, ἠδύνατο ἄνευ βλάβης νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διετύπωσε τὸ πρόγραμμα αὐτῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος σύλλογος, ὅπως ἐκθέσῃ πρὸς αὐτὴν τὰς φιλοσοφικὰς, τὰς ἱστορικὰς, τὰς γεωγραφικὰς αὐτοῦ ἢ ἄλλας παραπλησίας μελέτας, αἵτινες χρησιμεύουσι μόνον ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ, ὅπως στηρίξῃ τις ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην, ἣν ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὸν λόγον οὐχὶ τόσον διὰ νὰ εἴπῃ ταῦτα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ κατηγορίας προσώπων, στηριζομένας ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας, δὲν ἠξεύρω, ποῦ καταβαίνει καὶ ἀρύεται. Κατ’ αὐτὸν εἶναι ἄξιοι κατακρίσεως οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μερίδα ταύτην, διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τρόπον δυνάμενον νὰ παρασύρῃ αὐτὴν εἰς ἐνεργείας, ἐμβαλλούσας εἰς φόβον τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀρχηγοῦ, ἐπιβαλόντος τὴν γνώμην αὐτοῦ, προέλαβε τὸν κίνδυνον. Περιττὸν ὅλως ἦτο νὰ πιστοποιήσῃ τὴν μεταξὺ ἡμῶν ἐπικρατοῦσαν πειθαρχίαν, ἣν ἀείποτε ἡ μερὶς αὕτη ἔδειξε σεμνυνομένη ἐπ’ αὐτῇ ὑπὸ τοιοῦτον ἀρχηγόν. Βεβαίως καὶ ἡμεῖς, καθὼς καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος, ἐξηγέρθημεν καὶ εἰπόντες τὰς γνώμας ἡμῶν—διότι οὐδέποτε ἀπεξεδύθημεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν γνώμην καὶ ἀνακοινῶμεν αὐτὴν—ἀπῃτήσαμεν ἔργα εὐθὺς ὡς ἀνηγγέλθη τὸ Βουλγαρικὸν τόλμημα· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα νὰ μοὶ δείξῃ ποία ἡμῶν πρᾶξις ἔδωκεν αὐτῷ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅσα ἐνταῦθα ἐξέθεσεν. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη, ἀπόντος τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ εὐθὺς ὡς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πολλὰς ἡμέρας πρὶν ἢ ἔλθῃ ὁ ἀρχηγός, δι’ ἑνὸς τῶν σεβαστρτέρων αὐτῆς μελῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνώπιον τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων δὲν ἐπιτρέπονται πολιτικαὶ διαιρέσεις, καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συνδράμῃ τὸ καθ’ ἑαυτὴν τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος! Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παρεῖδε ταῦτα, διότι εἶχε πάντως ἀνάγκην νὰ ἐπιῤῥίψῃ καθ’ ἡμῶν μομφήν, καὶ ἐνῶ τοῦτο ἔπραττε, προέτρεπεν ἐνταὐτῷ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφεύγῃ τοὺς ὑπαινιγμούς. Κακὸς διδάσκαλος ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅστις τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἔθεσε, δὲν ἐτήρει ἀκριβῶς καθ’ ἣν ὥραν ἔθετεν αὐτούς.

§36Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν ἤθελον, κύριοι, λάβει τὸν λόγον, ἐὰν αἴσθημα δικαιοσύνης δὲν μὲ ἐκάλει ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἀνέβην ἐδῶ ἵνα κρατήσω εἰς σημείωσιν ἓν σόφισμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ζωντανὸν μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν. Ἐνόμισεν ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἐὰν λάβῃ τὸν λόγον μεταξὺ δύο ψηφοφοριῶν, ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ τὸ στάδιον τῆς ἀνασκευῆς, τὸ ὁποῖον ἄνδρες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι καὶ τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωσι καὶ εἰς τὸ κόμμα τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἤθελον ἀναλάβει. Κατὰ πόσον ὁ Κανονισμὸς ἀντιτάσσεται εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόπειραν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ, δὲν ἐρευνῶ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἄμυναν καὶ θέλομεν ποιήσει τελείαν χρῆσιν αὐτῆς. Ἔρχομαι, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ διατηρήσω τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐν τῇ κανονικῇ αὐτῆς τροχιᾷ. Καθ’ ὅσον ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου μεταβαίνει ἀπὸ τῆς Ἄρκτου εἰς τὴν Μεσημβρίαν. Βλέπομεν αὐτὸν ἐλαττούμενον κατὰ τὴν τοῦ πολεμικοῦ φρονήματος ὁρμήν. Τὸ φρόνημά του θερμὸν ἐν Λονδίνῳ, παγετῶδες ἐν Ἀθήναις, πλέει εἰς τὸ πέλαγος τῶν ὑπεκφυγῶν. Κακὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ συγχρόνως ὑποστηρικτέα ἡ Κυβέρνησις, εἶναι θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν. Θέλομεν λοιπὸν ἐδῶ πράγματι, καὶ δὲν τὸ κρύπτομεν, νὰ ἐκθέσωμεν τὸν κύριον βουλευτὴν Μεσολογγίου. Θέλομεν νὰ μὴ ἀφήσωμεν διέξοδον εἰς οὐδένα. Πᾶς ὅστις εἶναι τῆς μεγάλης, τῆς πατριωτικῆς ἐνεργείας, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του, ἂν τὸ παρὸν παρέχῃ σωστικὰς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐγγυήσεις. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ ἵνα ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν σοφισμάτων. Τοιαύτη τακτική, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψωσιν ὅλοι οἱ θερμουργοὶ ἄνδρες τῆς αἰθούσης ταύτης, εἶναι ἀναξία τῆς μεγάλης πολιτικῆς τοῦ Ἔθνους. Βαδίσατε, λέγει ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ ἂν παραπατήσητε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς λακτίσω καὶ ἐγώ! Ἀλλὰ τότε ποῦ εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Πατρίδος; Αὐτὸ ἆρά γε εἶναι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Τρικούπης διευθύνει; Ἐντὸς τῆς μερίδος ταύτης γνωρίζω ἄνδρας ἐντιμοτάτους, ρέκτας· εἰς τὰς φλέβας αὐτῶν κυκλοφορεῖ αἷμα, τὸ ὁποῖον βράζει. Ἐὰν ἐνδομύχως καταδικάζουν τὴν Κυβέρνησιν, δύνανται εἰς τὸ φανερὸν νὰ ψηφίζωσιν αὐτήν; Ἄνευ ἰσχυροτάτου ψυχικοῦ πόνου δὲν πιστεύω, ὅτι θέλουσιν ἐγκαταλείψει ἑαυτοὺς εἰς τοιαύτην ῥυμούλκησιν. Ὑπάρχουσιν ὅρια εἰς ὅλους τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ ὅλας τὰς κομματικὰς συντάξεις. Θὰ ἔλεγον πρὸς ἕκαστον ἰδίᾳ καὶ πρὸς ὅλους ὁμοῦ, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς δὲν εἶναι κύριος, ὅτι εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς δικτατορίας εἶναι οἰκτρὸς ἀναχρονισμός, καὶ ὅτι καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος ἀνήκει εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὅλον κόμμα ἐν συνεργασίᾳ πρέπει νὰ διαπλάττῃ. Περὶ δὲ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τοὺς ἐφεκτικούς, εἰς ὁποιονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκωσιν οὗτοι, περὶ αὐτῶν οὐδὲν λέγω. Ἂν εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου κατηγορηματικῶς θέλομεν ἐκφρασθῆ ὅλοι ἐδῶ. Δὲν πρόκειται κυρίως περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰδικῶς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὅστις ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται κατόπιν νὰ διαχωρισθῇ ἀπὸ τῶν τυχῶν αὐτῆς. Ἡ σημερινὴ ψηφοφορία ἔχει τὴν σημασίαν τῆς συνταυτίσεως. Καὶ ἂν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι ἐκεῖ ἐπάνω, ἠθέλομεν προκαλέσει ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐπὶ τῷ δεδηλωμένῳ σκοπῷ νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὅλαι τῆς ἑσπέρας ταύτης αἱ ψῆφοι, ὥστε, ὅταν μίαν ἡμέραν ἐπέλθῃ γενικὴ ἐξέλεγξις, νὰ εἴμεθα ὅλοι εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ καθωρισμένην θέσιν τῆς λογοδοσίας. Θέλομεν νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸ Ἔθνος ποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ ποῖοι κατ’ αὐτῆς. Ἐπικαλούμεθα δὲ καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοῦτο. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐν τελείᾳ συνειδήσει ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἐπροχώρησαν ἱκανῶς, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχῃ πλέον διὰ τὰς ὑπεκφυγὰς τόπος. Δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι διερμηνεύω τὴν πεποίθησιν ὅλων, διακηρύττων, ὅτι ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελεῖ ἡ Ἑλλάς, αἱ ὑπεκφυγαὶ εἶναι ἀνάξιαι ἀνδρῶν ἐπιδιωκόντων τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος.

§37ΙΩ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι ὁ λόγος ἔστω καὶ παρὰ τὸν Κανονισμὸν, κύριοι βουλευταί. Ἀφοῦ ἡ συζήτησις μετὰ μίαν πρώτην ψηφοφορίαν ἔλαβε γενικωτέραν οὕτως εἰπεῖν ἔκτασιν, καὶ πανταχόθεν ἡ πρόκλησις, ὅτι ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐν ταῖς σημεριναῖς κρισίμοις περιστάσεσι τῆς Ἀνατολῆς, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶνε πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ τηρήσω σιγήν. Διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἐν ὀλίγοις, κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος γνώμην μου. Διαφωνῶ ἐν πολλοῖς πρὸς ἁπάσας σχεδὸν τὰς γνώμας, αἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.

§38ΤΙΝΕΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;

§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπως θέλετε.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις πέντε λεπτά. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).

§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὰ τῆς Ἑλλάδος ἵσταντο, εἰς ὃ σημεῖον διετέλουν πρὸ τριετίας, συνεπὴς πρὸς ὅσα τότε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἰσχυρισθῶ σήμερον καὶ ἐκθύμως νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὰ παρὰ τὸν Αἷμον καὶ ἐν Φιλιππουπόλει τελούμενα ἀξιοθρήνητά εἰσιν, ἀδικοῦντα καὶ τοὺς τελοῦντας καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν ὅλην Ἀνατολήν, ἀγομένην οὕτω εἰς νέαν ὑποδούλωσιν, ὅτι ἁρμοδία ὅμως πρὸς ἐκτίμησιν καὶ διακανονισμὸν αὐτῶν κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὰς συνθήκας εἶναι μόνη ἡ Εὐρώπη, καὶ ὅτι τό γε νῦν πᾶσα ἀνάμιξις αὐτοβούλως τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ βλάψῃ μᾶλλον ἢ νὰ ὠφελήσῃ· διότι δὲν θὰ εἶχε σημάνει ἡ ὥρα ἡ πρὸς ἀποφασιστικὴν καὶ λυσιτελῆ ἐνέργεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς, ἡ πολιτικὴ ἐτράπη ὁδὸν ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην καὶ ἔπλασε κατάστασιν πραγμάτων καθιστῶσαν ἀπολύτως ἀδύνατον τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ ἐπιβάλλουσαν ἡμῖν νὰ στρέψωμεν ὅλην τὴν προσοχὴν ἡμῶν περὶ ἓν καὶ μόνον, περὶ τὸ τίνι τρόπῳ δυνάμεθα ν’ ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ἀπειλοῦντας ἡμᾶς πανταχόθεν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν κινδύνους καὶ νὰ σώσωμεν τὴν κινδυνεύουσαν παρακαταθήκην τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἐκτεθεῖσαν. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐνέσκηψεν ἡ ἐν Φιλιππουπόλει θύελλα, μένων πιστὸς εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐθεώρησε τὴν Ἑλλάδα εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας καὶ ταύτης ἕνεκεν διενήργει τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Τόπου, ἔλεγε πρὸς τὸν ἐξεγερθέντα λαὸν τῆς Πρωτευούσης ἐπὶ τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως: «Συμπολῖται, δικαία, εὔλογος ἡ καταλαβοῦσα ὑμᾶς ὀργὴ ἐπὶ τῷ τολμήματι τῶν Βουλγάρων, τολμησάντων τὴν κατάλυσιν Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης. Ἡ Εὐρώπη, ἀφοῦ οἱ Βασιλεῖς καὶ Αὐτοκράτορες ἐκήρυξαν, ὅτι θέλουν τὴν εἰρήνην, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ βεβαίως τὴν διὰ λαθροχειρίας κατάλυσιν τῆς τοιαύτης συνθήκης, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον τοῦτο δύναται νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν περὶ πολλοῦ ποιοῦνται. Τὸ τόλμημα προσέβαλε σπουδαῖα δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὸ μέλλον αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, δὲν ἔχομεν τὰ μέσα ὅπως ἐκβιάσωμεν λαὸν ἀντίθετον πρὸς τὸ φρόνημα τῆς Εὐρώπης. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ προσκαλῶ αὐτοὺς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἐν Ἀθήναις, ὅπως λύσωσι τὸ ζήτημα καὶ φωτίσωσιν ἐμὲ καὶ τὸν Τόπον περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται τις νὰ πολεμήσῃ ἄνευ χρημάτων, ἄνευ συντεταγμένων στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἄνευ ἐφοδίων. Ἐὰν τῇ εἰσηγήσει οἱουδήποτε ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἀντίθετος γνώμη, καταθέτω τὴν Ἐξουσίαν, ὅπως ἀναλάβῃ αὐτὴν ὁ νέος ἡγέτης τῆς Βουλῆς»· ἐὰν τοιαῦτα τινὰ ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ ὄψις τῶν ἡμετέρων πραγμάτων θὰ ἦτο ἀλλοία καὶ πρὸς μέγιστον ὄφελος τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ κατὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης διεξαγωγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντὶ τῆς τοιαύτης πολιτείας, ἐμμένων εἰς τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε κατὰ τοὺς τελευταίους καιρούς, τοῦ νὰ ἔρχηται εἰς ἀμμέσους σχέσεις μετὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ τῶν σχέσεων αὐτῶν νὰ ἀντλῇ πεποιθήσεις καὶ πολιτικὰς ἰδέας, ἀπεσκοράκισε τὴν πολιτείαν τῶν οἰκονομιῶν, τὴν πολιτείαν τῆς εἰρήνης καὶ ἐτράπη τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας. Καὶ δή, συγκαλῶν δύο ἡλικίας ἐφέδρων, ἀνακαλῶν εὐσπευσμένως τὸν Βασιλέα ἐξ Εὐρώπης, ἐπιτρέπει Αὐτῷ νὰ μετέλθῃ τὴν γλῶσσαν τῶν μεγάλων θυσιῶν, ὅπερ εἶναι πολυσήμαντον κήρυγμα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως, ἐκδίδει Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συγκαλοῦνται τρεῖς ἔτι ἡλικίαι ἐφέδρων, ἐκδίδει Διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, καλεῖ τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰς τάξεις ἐντὸς 48 ὡρῶν, προβαίνει εἰς τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα βίαια καὶ βεβιασμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὰ τῆς Πολιτείας εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον κρίσεως δεινῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς, εἰς τὸ ὁποῖον κεῖνται καὶ ὅπου ἵσταται ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατελῶν σύννους, σκεπτικὸς καὶ ἐν ἀπορίᾳ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, πλέον περὶ προσφωνήσεων καὶ ἀντιφωνήσεων πατριωτικῶν, πρόκειται περὶ τοῦ δεινοτέρου τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, περὶ τῆς τιμῆς ἔθνους ὁλοκλήρου, περὶ τῆς ζωῆς χιλιάδων ἀνδρῶν, περὶ θυσιῶν ἀκαταλογίστων. Ἰλιγγιᾷ ἤδη, διστάζει καὶ δειλιᾷ ἐπὶ τὸ ἔργον ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ δικαίως διστάζει καὶ δειλιᾷ πρὸς τηλικοῦτον ἔργον, καὶ ἀποτείνεται ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὰ κόμματα, πρὸς τὰ ἄτομα, καὶ πρωθύστερον ζητεῖ τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τοῦ πρακτέου, πειρώμενος ἴσως οὕτω νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἄλλοις τὴν βαρυτάτην εὐθύνην, ἣν φέρει ἐπὶ τοῖς αὐτοβούλως πεπραγμένοις καὶ ταῖς δειναῖς αὐτῶν συνεπείαις. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, ὑποβάλλω, ὄχι διότι θέλω νὰ στρέψω τὰ βέλη μου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι θέλω νὰ ἐλαττώσω τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τυχὸν ἔχει ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐβάδισε, παρὰ τὰ ὑπεσχημένα, ὁδὸν παράτολμον καὶ ἀλόγιστον, ὅτι ἤγαγε τὰ πράγματα εἰς ἓν σημεῖον πολὺ ἐπίκαιρον, πολὺ ἐπισφαλὲς, καὶ ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπονται πλέον οἱ δισταγμοί, διστάζει περὶ τοῦ πρακτέου. Δὲν παραδέχομαι ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής· θέλω τὴν Ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ σταθερὰν γνώμην, καθαρὰν γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου· δὲν εἶμαι καπετὰν Παλάβρας· δὲν ζητῶ τὸ Βουλευτήριον ἢ ὁ Τόπος νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἐὰν καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τὸν ἀποκρούωσιν, ἐὰν ἡ Εὐρώπη, ἐὰν ἡ κατάστασις ἡμῶν ἀπαγορεύωσιν ἡμῖν αὐτὸν ἀπολύτως. Ἀλλ’ ἐνόσῳ εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν προπαρασκευῶν, οὐδεὶς δισταγμὸς ἐπιτρέπεται. Τὸν δισταγμὸν τὸν ἐννοῶ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπωμεν τὸ «ἐμπρός». Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐὰν δὲν ἔχω τὴν τόλμην, ἐὰν δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, πηγαίνων ἐμπρὸς, δύναμαι νὰ σώσω τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, τότε καταθέτω τὴν Ἐξουσίαν καὶ λέγω: Ἐλθέτω ὁ τολμηρότερος, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ εἰπέτω τὸ «ἐμπρός». Ἀλλ’ ὅταν τὰ πράγματα ἤχθησαν εἰς ὃ σημεῖον κεῖνται, ὁ δισταγμὸς εἶναι ὀπισθοδρόμησις, συνεπαγομένη δεινότερα καὶ αὐτῆς τῆς κατὰ κράτος ἥττης δεινά. Ὅταν δὲ διστάζωμεν κατὰ τὴν δίοδον πρὸς τὴν ἐνέργειαν, τότε ἀποθαῤῥύνομεν τοὺς πάντας, τότε ἄγομεν ἀναγκαίως τὰ πράγματα εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ φοβούμενοι τὸν πόλεμον, ὑπάρχουσι καὶ οἱ φοβούμενοι πολὺ περισσότερον τὰς συνεπείας τῆς ὀπισθοδρομήσεως, χωρὶς νὰ γείνῃ πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ, πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ γείνῃ, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν, τῆς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνω, αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι πολὺ δεινότεραι τῆς κατὰ κράτος ἥττης, ὅταν δὲν δικαιολογηθῇ ἡ ὑποχώρησις. Ἐννοῶ νὰ φέρω τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε ν’ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ἐγένετο ὅ,τι ἀνθρωπίνως δι’ ἐργασίας ἀόκνου καὶ ἐπιμόνου καὶ ἀποφασιστικῶς ἦτο δυνατὸν, ὅπως τὸ ταχύτερον συντελεσθῇ ἡ πρὸς ἐνέργειαν ἀπολύτως ἀναγκαία παρασκευή. Ταύτης δὲ συντελεσθείσης καὶ τῆς ἐνεργείας δυνατῆς οὔσης χάρις εἰς αὐτὴν, ἐὰν δὲν παρουσιασθῶσι προσκόμματα ἢ δυσχέρειαι, καταδεικνύοντα τὴν ἐνέργειαν, πρᾶξιν ἄφρονα, ἀπονενοημένην ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐξεταζομένου τοῦ ἔργου, τότε βεβαίως ἐπιτρέπονται καὶ ἄλλαι σκέψεις. Τὴν τότε ὀπισθοχώρησιν καὶ τὸ Ἔθνος θὰ τὴν ἐγκρίνῃ. Ὅταν ὅμως τὰ πάντα διεξάγωνται κατὰ τρόπον προδίδοντα ὅτι θέλομεν καὶ δὲν θέλομεν, ὅτι δειλιῶμεν ἐν αὐτῇ τῇ παρασκευῇ, ἆ τότε, κύριοι, ἡ ὀπισθοδρόμησις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πολὺ ἀπελπιστικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν Τόπον αὐτόν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χυθῇ αἷμα ἄνευ ἀποτελέσματος εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης· δὲν ἐπιθυμῶ ἧτταν κατὰ κράτος, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ πάλιν νὰ ἴδω ἡμᾶς αὐτοὺς παραδιδομένους εἰς ἐμφύλιον πόλεμον. Τὸν εἶδον τὸν ἐμφύλιον πόλεμον καὶ γνωρίζω τὰ τρομερὰ καὶ ἀπαίσια αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἤκουσα τὸν λόγον τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, καὶ μοὶ ἔκαμε ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, διότι μοὶ ἐφάνη ὅτι ἦτο ἀπήχησις ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ στρατοπέδου. Ὑπὸ αἱρέσεις ἢ ὅρους δὲν ἐπιτρέπεται τὴν σήμερον νὰ βαδίζωμεν εἰς τὰ ἐμπρός· πρέπει νὰ βαδίσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀποφασιστικῷ τῷ τρόπῳ.

§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ ἐνεργειῶν ὅτι πρέπει νὰ ἐξαρτηθοῦν ἐκ τῆς ἀποφάσεως. Αἱ ἐνέργειαι πρέπει νὰ γίνωνται· αἱ ἐνέργειαι δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ συμπέσωσι μὲ τὴν ἀπόφασιν· δὲν πρέπει νὰ προδικάσῃ, οὔτε ἡ ἀπόφασις τῆς ἐνεργείας, οὔτε ἡ ἐνέργεια τῆς ἀποφάσεως.

§43ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ ἀπόφασις προηγεῖται πάντοτε.

§44Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ συγχωρεῖ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος. Προκειμένου περὶ προπαρασκευῆς εἰς πόλεμον, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει δὲν ἐξηγοῦνται, ὅπως ἐξηγήσθη ὁ συνάδελφος. Ὅταν ἐξηγῶνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις ἐν τῷ μέλλοντι περὶ ἐνεργείας, ἀποδεικνύουν, ὅτι οἱ δισταγμοὶ πλέον κατέλαβον καὶ τὴν ἀνωτέραν τάξιν τῆς κοινωνίας. Καὶ ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς ἐρωτῶ τί περιμένετε ἀπὸ τοὺς νέους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν εἰς τὸν στρατὸν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γυμνοὶ καὶ ἄστεγοι καὶ πεινῶσι σήμερον; δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν παρὰ γενικὴν ἀνυποταξίαν. Ἐξεγείρεται ἡ ψυχή μου κατὰ πάσης ἰδέας, ὅτι θὰ προβῶμεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου ὑπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς τῆς ἀποθαῤῥύνσεως καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἔργου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα ἔκειντο εἰς ὃ σημεῖον ἔκειντο πρὸ τριετίας, τὸ ζήτημα τῆς Φιλιππουπόλεως ἤθελον τὸ θεωρήσει καθαρῶς Εὐρωπαϊκὸν καὶ ἤθελον εἶπει, εἶναι ἔργον τῆς Εὐρώπης νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν δέχεται ἢ ὄχι νὰ ἐκσλαβισθῇ ἡ Χερσόνησος ἡ Ἑλληνικὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁ ἐκσλαβισμὸς τῆς Ρωμυλίας εἶναι ἐκσλαβισμὸς τῆς Τουρκίας, ὁ ἐκσλαβισμὸς τῆς Τουρκίας εἶναι ἐκσλαβισμὸς τῆς Μακεδονίας, καὶ τότε Ἑλληνισμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ζήτημα καθαρῶς Εὐρωπαϊκὸν καὶ τὸ ἐξετάζει ὡς τοιοῦτον ἡ Εὐρώπη καὶ θὰ τὸ λύσῃ ἡ Εὐρώπη, καὶ θὰ τὸ λύσῃ δι’ ἑνὸς πολέμου. Εἶπον τότε, κύριοι, ὅταν ἐξέθηκα τὰς ἰδέας μου, ὅτι ὁ πόλεμος ὁ Εὐρωπαϊκὸς διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἄφευκτος καὶ θὰ ἦναι φοβερός. Δὲν θὰ κληθῶμεν ἡμεῖς νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν, διότι δὲν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ἡμῶν. Ἐν τούτοις μέχρις οὗ φθάσῃ ἡ ἐποχὴ αὕτη, ἡμεῖς νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματά μας πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ, νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐργαζώμεθα, ὅπως τὸν Τόπον αὐτὸν καταστήσωμεν πρότυπον καλῆς διοικήσεως, ὅπως ἀναπτύξωμεν τοὺς πόρους αὐτοῦ, ἀνορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ συντάξωμεν τὸν στρατὸν οὕτω πως, ὥστε ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα, νὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συμπράξωμεν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ νικητοῦ ἐν τῷ πολέμῳ αὐτῷ, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς μερίδα καὶ μερίδα λέοντος. Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον τότε, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου διεξήχθη τὸ ζήτημα αὐτό, ἡ ἀπροκάλυπτος, οὕτως εἰπεῖν, κήρυξις πολέμου καὶ κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ κατὰ τοῦ Πανσλαβισμοῦ ἔπλασε θέσιν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπελπιστικήν. Ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ὑπεράνθρωπον, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τοὺς ἡρωικοὺς πάλιν χρόνους, εἰς τοὺς χρόνους τοῦ 21, τότε τετέλεσται. Ἐὰν τοὺς κύκλους τῆς Εὐρώπης τοὺς ἀνατρέψῃ, τότε δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἡγεμονίαν πάλιν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἀνατολῆς καὶ αὐτῆς τῆς Τουρκίας. Ὁ ἀπροκάλυπτος αὐτὸς πόλεμος, τὸν ὁποῖον ἐκηρύξαμεν διὰ τῶν διαδηλώσεων, διὰ τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς ἐμὲ ἔκαμον, ὁμολογῶ, κακὴν ἐντύπωσιν, διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ δυνάμενοι νὰ περιορίσωμεν τὸν Πανσλαβισμὸν· ἐν τούτοις παρουσιάσθημεν μὲ μίαν θρασύτητα ἀνήκουστον καὶ ἀνελάβομεν τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἀποκλειστικῶς Ἑλληνικὸν, ἀναφωνοῦντες: «Κάτω ἡ Βουλγαρία, κάτω ὁ Σλαβισμός,» ἡ τοιαύτη πολιτεία ἡμῶν ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἐὰν ἔχωμεν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, ἢ θὰ πολεμήσωμεν καὶ θὰ ἀποθάνωμεν ὡς ἄνδρες, ἢ ἐὰν ἔχωμεν τὴν τύχην καὶ ἀποκτήσωμεν τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν τῶν πεπολιτισμένων τῆς Εὐρώπης, τῶν λαῶν τοῦ τε παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου κόσμου, θὰ φθάσωμεν καὶ εἰς τὸ νὰ νικήσωμεν καὶ νὰ ἐκπλήξωμεν τὸν κόσμον πάλιν διὰ τῶν ἄθλων τῶν Ἑλληνικῶν. Ἡ ἀνάστασις, κύριοι, τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὀφείλεται εἰς τὰς συμπαθείας, εἰς τὴν γενναίαν συνδρομὴν τῶν πεπολιτισμένων λαῶν· καὶ ἂν κατορθώσωμεν καὶ τὴν σήμερον νὰ δείξωμεν θάῤῥος ἀνδρικόν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐπισύρωμεν τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων ἀκόμη καὶ τὴν συνδρομὴν αὐτῶν τὴν γενναίαν. Τοιουτοτρόπως πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν θ’ ἀποδειχθῇ καὶ πάλιν, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι πολλάκις ἰσχυρότερον ἑκατομμυρίων λογχῶν. Ἐκφράζω τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπείκων εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἀφοῦ καὶ λαὸς καὶ πάντες κηρύσσονται ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ὅτι δὲν θὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔργον καὶ ἀσπασθῶσι τὴν ἀτιμωτικὴν καὶ καταστρεπτικὴν πολιτικὴν τῆς ὀπισθοδρομήσεως· διότι ἄλλως θὰ θεωρήσωσιν οἱ ξένοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει σθένος, ὅτι ἀρκούμεθα εἰς τὸ νὰ καυχώμεθα καὶ νὰ ἐξυμνῶμεν ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος τοὺς ἡρωισμοὺς καὶ τὰ ἄθλα τῶν προπατόρων, καὶ ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι εἰς ἔργα. Ἀλλ’ οὕτω πως ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Μακρὰν ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὁ δισταγμός· ἀπολακτίσατε πάντα φόβον, τραπεῖτε τὴν ὁδὸν τῶν ἀποφασιστικῶν προπαρασκευῶν, πιστεύσατε εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸν Θεὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν θέλετε μεταμεληθῆ. Ἡ ἀποφασιστικὴ ἐνέργεια ἐπιβάλλεται ὑμῖν, ἀφοῦ παρασκευάσετε τὰ ἀναγκαῖα μέσα· διότι, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἀνθρώπους, βουλευομένους ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐξωθῶσιν ἄνδρας εἰς πόλεμον, χωρὶς νὰ προετοιμάσωσι τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν, τὴν τροφὴν, τὴν ἐνδυμασίαν, τὰ ἐφόδια τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν ἐξεύρεσιν μέσων χρηματικῶν ἀναγκαιοτάτην καὶ πρωτίστην. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶνε ἀνεπαρκῆ, καὶ λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, βλέπει αὐτὰ μὴ συνᾴδοντα πρὸς τὸν σκοπόν. Ἔσχε δὲ δίκαιον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἄλλα φρονεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἄλλα λέγει καὶ ἄλλα ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ τότε διατί δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: ἐγκαταλιμπάνω τὴν πολεμικὴν πολιτικήν; Τότε θὰ ἦτο ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, διότι ὅσῳ παρατείνεται αὕτη ἡ νόθος καὶ ψευδὴς καὶ ἀμφίβολος κατάστασις, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνουν τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθουν ἐν περιπτώσει πολέμου. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ δάνειον πατριωτικὸν, ὅπερ πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἐπαρκέσῃ. Μὴ παίζωμεν, κύριοι, ἂν θέλωμεν νὰ πείσωμεν καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, ὅτι σπουδάζομεν, ὅτι ἀσπαζόμεθα τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας· πρέπει νὰ ζητήσωμεν 150,000,000 δάνειον μετά τινος λαχείου, παρέχοντος τοῖς δανεισταῖς ὡς ἐγγύησιν τὴν πρόσοδον τῆς σμύριδος, δεύτερον τὸ προϊὸν τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἥτις πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ, καταργουμένου τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, περιοριζομένης δὲ τῆς ἐγγείου φορολογίας εἰς τὸ 5%. (Θόρυβος). Ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς διαδηλώσεις περὶ πολέμου, διότι ἐδίσταζον ὅτι θέλουν πάντες τὸν πόλεμον, μοὶ ἐφάνη δὲ ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἦτο διατεθειμένη ἡ κοινωνία καὶ ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Ἀνεχώρησαν οἱ ἐπίστρατοι, ἐγένοντο πατριωτικαὶ προσφωνήσεις, δὲν ἔλαβον μέρος, διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω εὐθύνην ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μου. Ἀλλ’ ἐῤῥίφθη ὁ κύβος καὶ βαδίζομεν πρὸς τὸν πόλεμον, καὶ ἄνευ χρηματικῶν μέσων πόλεμοι δὲν γίνονται. Διὰ τοῦτο ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, ὅπως ὑποδείξω τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ταῦτα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰς εἰσφορὰς, διότι δὲν πρέπει νὰ καταδικάσωμεν εἰς πεῖναν τοὺς ὑπαλλήλους. Πρέπει δὲ νὰ τεθῇ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους. Ὅλοι πρέπει νὰ ὑποκύψουν εἰς βαρύτατα βάρη, προκειμένου περὶ τοιούτων ἔργων. Οὕτω δὲ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δάνειον 150,000,000 καὶ δυνάμεθα νὰ βαδίζωμεν ἐπὶ τὴν προπαρασκευὴν συντόνως, ἀποφασιστικῶς χωρὶς νὰ χάνωμεν στιγμήν. Ἐπειδή, κύριοι, προεκλήθην, ἐξέφρασα ὡς ἄτομον τὴν γνώμην μου ἐνόμισα, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τηρήσω σιγήν, καὶ ἀφοῦ ἀνέβην τὸ βῆμα, ἤθελον νὰ εἴπω πᾶν ὅ,τι ἐνόμιζον ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος. Ἵνα δὲ, κύριοι, ἐξεύρωμεν τὸ δάνειον αὐτὸ, πρέπει ν’ ἀποταθῶμεν εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμὸν καὶ πρὸς τοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης θὰ προσέλθωσι πάλιν εἰς ἀρωγὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ταχέως θὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον· ὁ Ἑλληνισμὸς ἀγωνίζεται ἀγῶνα ἀμύνης καὶ ἱερὸν, ἐγείρονται δὲ καθ’ ἡμῶν λαοὶ, μετὰ τῶν ὁποίων μᾶς συνδέουσι δεσμοὶ παθημάτων καὶ αἵματος. Ἀγωνιζομένη, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς δὲν ζητεῖ ἄλλο παρὰ ὕπαρξιν ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὕπαρξιν ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐδόξασεν ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλὰ δέον νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ὑποδειχθέντα μέσα, διότι κατ’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ βαδίσωμεν ἐπὶ τὸ μέγα ἔργον καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ καταλάβωμεν τὴν ἐμπρέπουσαν ἡμῖν θέσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ.

§45Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ πολὺ καλῶς, ὅτι πάντες ἐσμὲν κεκμηκότες, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι πάντες αἰσθάνονται περὶ τίνος σήμερον πρόκειται! Διαδεχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν σεβαστόν μοι φίλον κ. Μεσσηνέζην λυποῦμαι, διότι διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν κατά τι μέρος τῆς ὁμιλίας του, ἐν ταῖς ἐπικρίσεσι πρὸ πάντων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῶν ἐμβριθῶν παρατηρήσεων καὶ λόγων τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ σπουδαιότης τῶν ἀποφάσεων ἐκδηλοῦται πάντοτε διὰ τῆς ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία παρίσταται ἐνίοτε ἔχουσά τι τὸ ἐπίπλαστον, καὶ ἡ ὁποία χορηγεῖ μᾶλλον τὰς παρεξηγήσεις ἐκείνας τῶν ξένων, ὥστε νὰ νομίζωσί τινες τούτων, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Ἡ σπουδαιότης τῶν ἀποφάσεων ἐκδηλοῦται μᾶλλον ὅταν σοβαραὶ προκαλῶνται αἱ συζητήσεις καὶ γίνωνται ὑπομνήσεις οὐχὶ περὶ εὐθύνης ἁπλῶς, ἣν ὑπέχουσιν οἱ Κυβερνῶντες πάντοτε, ἀλλὰ ὑπομνήσεις περὶ πραγμάτων. Καὶ μήπως ἆρά γε πρόκειται νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀρηΐφιλον αὑτῆς αἴσθημα, μήπως πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν ἀρέσκῃ ἡμῖν ὁ πόλεμος ἢ μή; Μήπως πρόκειται νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸν πόλεμον ὅπως ὠθοῦντο οἱ ἱππόται τοῦ Μεσαιῶνος πρὸς μονομαχίας ἄνευ λόγου καὶ σκοποῦ; Τί σημαίνει νὰ λέγωμεν κατὰ κόρον «θέλομεν τὸν πόλεμον»! Αἱ τοιαῦται δηλώσεις δὲν εἶναι σοβαραὶ, ἢ μᾶλλον προκαλοῦσι παρεξηγήσεις περὶ τῆς σοβαρότητος αὐτῶν καὶ ἀποβαίνουσι μᾶλλον ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας.

§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ ὑβρίζῃ.

§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε· δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνουν ἐκ τῶν τοιούτων δηλώσεων ἄλλων. Ἀπορῶ διὰ τὴν παρεξήγησιν. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἢ τὴν εἰρήνην; Μήπως εἰς τοῦτο τείνουσιν οἱ προκαλοῦντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς δηλώσεις τῶν σκοπῶν καὶ τῶν διανοημάτων αὐτῆς; Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο Συνταγματικὸς σολοικισμός. Ἡ ἐπίδρασις τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολέμου εἶναι ἔμμεσος, οὐδέποτε εἶναι ἄμεσος· οὐδὲ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, ὅπως προβῇ εἰς πόλεμον. Τοιοῦτον τερατώδη σολοικισμὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, ἄμοιρον σοβαρωτάτων πρακτικῶν συνεπειῶν, ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἤθελεν ὁπωσδήποτε συμβουλεύσει τὸν πόλεμον· διότι ἐγείρονται πολλάκις περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας σώζεται καὶ ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία, ἀποδιδομένου σφάλματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἐνῷ ἂν σύμπαν τὸ Ἔθνος παραστῇ ἀποφασίζον, ἡ διέξοδος κλείεται. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἰδέαν δὲν ἐκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως δὲν εἴμεθα καὶ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο Κυβερνήσεις ἄλλαι ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων, μεταχειρισθεῖσαι ὅλως ἀλλοίαν πρὸς τὴν ἰδέαν ζητουμένης ἐξουσιοδοτήσεως γλῶσσαν, τοῦτο δὲ οὐχὶ διότι ἐλλείπει ἡ προσωπικὴ ἱκανότης τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ διότι ἐλλείπουσιν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διετέλει λόγου χάριν ὁ μέγας πολιτικὸς τῆς Γερμανίας ὅταν ὡμίλει περὶ παρασκευαζομένου πολέμου ἐνώπιον τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκεῖνος ἀληθῶς ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ Γερμανικόν: «Ὅταν συλλάβωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, θὰ ἐνεργήσωμεν αὐτὸν καὶ μετὰ καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς Σας!» Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὁ Βίσμαρκ, ἐστηρίζετο ἐπὶ προπαρασκευῆς πολυετοῦς, ἐστηρίζετο ἐπὶ ἑνὸς Μονάρχου πράγματι ἀπολύτου, οἷος ὁ Γουλιέλμος. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν δὲν εὑρίσκοντο εἰς τοιαύτην θέσιν διὰ νὰ μετέλθωσι τοιαύτην γλῶσσαν, δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι παραλείπεται ἡ ἔμμεσος ἐπίδρασις, ἡ ὁποία παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐξασκεῖται καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτη ἐπίδρασις τοῦ Κοινοβουλίου δὲν πρέπει ἴσως νὰ δηλοῦται ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ κατὰ τρόπον ἄμεσον, ἀλλ’ ἐμμέσως μᾶλλον καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἰδίως μέτρα. Τότε κυρίως ἡ Βουλὴ δύναται, ἂν θέλῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πάσης πολεμικῆς ἐνεργείας, ν’ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τῶν ἀπαραιτήτων πρὸς ταύτην ὑλικῶν μέσων. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ εἴπῃ ἐν οἱῳδήποτε Κράτει ὅσον μυστηριώδεις καὶ ἂν εἶνε αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ἀπλύτως πρὸς Κυβέρνησιν: Σὲ ἀφίνω ἐντελῶς ἐλευθέραν νὰ ἐνεργήσῃς τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κατόπιν! Τὸ τοιοῦτον νομίζω ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶνε σφάλμα σοβαρόν, καὶ λυποῦμαι διότι κατ’ ἐπανάληψιν δυστυχῶς διέφυγε τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ξηρὰ αὕτη ὑπόμνησις, ἀντὶ πάσης οἱασδήποτε χρησίμου γνωμοδοτήσεως. Δὲν ἔχει, πιστεύω, σκοπὸν ἐγωϊστικόν· δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τοιαύταις τοῦ Ἔθνους στιγμαῖς, κατὰ τὰς ὁποίας διακυβεύεται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, σκέπτεται μόνον περὶ τῶν δικαιωμάτων ἑαυτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι! Οὐδεὶς δύναται σήμερον νὰ σκέπτηται περὶ τοιούτων δικαιωμάτων, καὶ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν λόγους πατριωτικοὺς καὶ σπουδαίους, οὓς ἄλλοτε ἐξέφερεν ἐντεῦθεν! Ὁμιλῶν ἄλλοτε περὶ τοῦ διαβήματος τῆς ἀποστολῆς πλοίων εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τοῦ ὁποίου ὑπεμνήσθησαν αὐτῷ αἱ συνέπειαι καὶ αἱ εὐθύναι, ὀργίλως τότε ὁ κ. Τρικούπης ὡς Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶπεν, ὅτι εἶνε ὅλως ἀντιπατριωτικόν, ὅταν μία Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων περιπτώσεων λαμβάνῃ μέτρον τι, δυνάμενον νὰ ὠφελήσῃ, νὰ ἐπισείεται κατ’ αὐτῆς τὸ φάσγανον τῆς εὐθύνης! Καὶ εἰς τὴν ἰδίαν νομίζω ἢ ἄλλην ἀνάλογον περίστασιν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν ἕτερον πατριωτικὸν λόγον, συμπληροῦντα τὴν ἰδέαν ταύτην. «Τί ὑπομιμνήσκετε, εἶπε, τὴν εὐθύνην; ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ζημιώσει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διόλου δὲν σκέπτομαι τὴν εὐθύνην τὴν ἐνώπιον ὑμῶν ἢ τοῦ νόμου· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ θάνατος εἶνε ἡ μόνη παρηγορία εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος καὶ ἐξ ἐλαχίστου σφάλματος ἤθελε βλάψει τὴν Πατρίδα αὑτοῦ!» Ταῦτα ἔλεγε τότε καὶ δὲν ἔπρεπε σήμερον νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὴν ψυχρὰν λέξιν τῆς ὑπομνήσεως τῆς εὐθύνης πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὑτοῦ! Καὶ ταῦτα παρατηρῶν εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτὸν, διότι ἄλλοτε, ἀντιπολιτευόμενος ὤν, ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα τόσον εὔκολοι εἰς τοὺς ἐλέγχους τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς τῆς Πατρίδος· ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ τις ἐπὶ τέλους ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα τοῦ κατόπιν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐλέγχου, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς τὴν ἑαυτοῦ γνώμην καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἀγνοεῖ καὶ μυστήριά τινα διπλωματικὰ, τὰ ὁποῖα παρίσταται κατέχουσα ἡ Κυβέρνησις καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ κάμῃ λόγον, διότι οὔτε τόσον μυστηριώδη εἶνε τὰ καθ’ ἡμᾶς, οὔτε ἀδύνατον παρίσταται νὰ δώσῃ τις τινὰς γνώμας, ἐπὶ διαφόρων ὑποθέσεων στηριζόμενος. Καὶ, ἐπαναλαμβάνω, λέγω ταῦτα οὐχὶ διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω αὐτῷ, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ δικαιολογιῶν, αἵτινες δεικνύονται οὐχὶ ἄξιαι αὐτοῦ καὶ τῶν περιστάσεων τῆς Πατρίδος. Ὅταν ἡ Γαλλία ἐπρόκειτο νὰ ῥίψῃ τὸν κύβον καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς πόλεμον μετὰ τῆς Γερμανίας, ὁ Θιέρσος, ὅστις εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, δὲν εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐκφράζει γνώμην, ὅτι καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς Κυβερνῶντας καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην του, ὑπέστη προπηλακισμούς, ἀπεδοκιμάζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῶν ἀκροατηρίων ἐλοιδορεῖτο! Ἀλλὰ ἔλεγεν αὐτός «ὑβρίσατε, προπηλακίσατε, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα νὰ δικαιωθῶ!» Οὕτως ὁμιλοῦσι, κύριοι, ἐκεῖνοι ὁ ὁποῖοι ἔχουσιν ἕνα πατριωτικὸν σκοπὸν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κατόπιν. Καὶ μήπως, κύριε ἡγέτα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, φοβεῖσθε μὴ δὲν ὑπάρξῃ τις ὁ ἐλέγξων; Τάχα δὲν θὰ δύναται νὰ ζητήσῃ ἄλλος τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐπιφυλάττεσθε ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ; Νομίζετε, ὅτι ἤθελε μένει τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου κενόν, ἢ ἠθελήσατε, ὅταν εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ ἔλθωμεν, νὰ κατέχητε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ὑμεῖς δυνάμει τῆς ἐπιφυλάξεως καὶ τῆς προτεραιότητος; Ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ἐν γένει ἐφάνη λαμβάνων στάσιν πατριωτικὴν, ὁποίαν ἐπέδειξεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει; δὲν γινώσκω ἂν ὑπῆρξεν ἄξιος ἑαυτοῦ, ἂν πράγματι περιορισθεὶς εἰς τὴν ὑπόμνησιν τῆς εὐθύνης καὶ εἴς τινα ἄλλην παρατήρησιν, ἐκφράσας δηλαδὴ μόνας τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐπιῤῥοὴν ἐπιβλαβῆ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἐθνικῆς, ἐθεώρησεν ἄξιον ἑαυτοῦ νὰ ὑπομνήσῃ καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν ὑπουργῶν. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν ἐνόμιζεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ τοιαύτη δήλωσις ἤθελεν ἔχει ὅλην τὴν σημασίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἔκφρασιν, ὅτι δηλαδὴ ἤθελεν ἐπιδράσει ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ κ. Τρικούπης οὐδέποτε ἤθελεν ἐκφράσει αὐτήν. Καὶ νομίζω, ὅτι σπάνιόν τι εἶνε εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ νὰ λέγωσιν ἐκεῖνοι οἵτινες παραδέχονται τὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λέγωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι πεποίθησιν περὶ τῶν προσώπων καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔστω. Ποῖον θὰ εἶνε τὸ συμπέρασμα τῆς τοιαύτης δηλώσεως; Τὸ συμπέρασμα θὰ ἦτο νὰ παρακληθῆτε νὰ προσφέρητε τὴν προσωπικήν σας ἱκανότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ φῶτά σας καὶ τὴν δραστηριότητά σας. Καὶ πιστεύω, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ ἐλαχίστης διαταράξεως, ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου Κοινοβουλευτικοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἀποφεύγετε (διάλογοι).

§48Α. ΒΛΑΧΟΣ. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἔχετε τὸν κ. Τρικούπην;

§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ὄχι; Δὲν θὰ τὸ λάβῃ χάριν αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν τῆς Πατρίδος. Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα. Γεγονὸς σημαντικὸν ἐτελέσθη, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς εἶνε ἐκτεθειμένη εἰς κινδύνους, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἔν τε τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ αἰσθανθῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ καὶ νὰ διΐδῃ τὰς ἐν τῷ μέλλοντι συνεπείας. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ αἰσθανθῇ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι παρεξήγησις ἐγένετο ἐκφράσεώς τινος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν, ἐὰν εἶχε τὴν ἀποδοθεῖσαν ἔννοιαν, δὲν ἤθελον ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιδοκιμάσει. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο παρεξήγησις τῆς ἰδέας περὶ «ῥυμουλκήσεως», διότι κατ’ ἐμὲ οὐδέποτε δύναται Κυβέρνησις οὐδὲ ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους νὰ ῥυμουλκηθῇ εἰς ἐνέργειαν πολεμικήν, ἣν αὐτὴ ἤθελεν ἀποκρούει. Καὶ πιθανὸν μὲν, ὅτι μέχρι τινὸς ἐνίοτε κατὰ τὰς περιστάσεις ὀφείλει νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸ φρόνημα τοῦ Τόπου, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τῇ ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτοῦ ἐνέργειά τις ἐναντίον τῶν ἀρχικῶν πεποιθήσεών της, εἰ καὶ τότε ὀφείλει κατὰ κανόνα μᾶλλον νὰ παραιτήσῃ εἰς ἄλλους τὴν ἐνέργειαν· ἀλλ’ ἐὰν τῇ ἐπιβάλλεται ἀπραξία, ἡ Κυβέρνησις τότε δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ οὐδεὶς ἑπομένως ἐπιχειρεῖ πόλεμον ἐναντίον τῆς θελήσεως Κράτους ἐλευθέρως κυβερνωμένου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐδήλωσε τὰς προθέσεις της, ἔβλεπε λ. χ. ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὀῤῥωδεῖ ἀπέναντι τοῦ πολέμου, βεβαίως δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ ῥυμουλκηθῇ· ἀλλ’ ὅταν παρίσταται σύμφωνον τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως, περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα ἐξέτασις περὶ ῥυμουλκήσεως. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι καὶ κατὰ τύπους καὶ ἐν μέρει καὶ κατ’ οὐσίαν πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς Κυβέρνησις ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὑτῆς, ὅσον ἱκανὰ καὶ ἂν ἦναι τὰ πρόσωπα, δὲν δύναται ἐν τοιαύταις περιστάσεσι ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας καὶ τοὺς κινδύνους. Ὅσον μικρὰ ἦναι ἡ δύναμις τῶν κομματικῶν Κυβερνήσεων παρ’ ἡμῖν, τόσον μεγάλη εἶναι ἡ σημασία αὐτῶν, ἐὰν παρίστανται συγκεντρόνουσαι πράγματι ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους. Ἐν τούτῳ καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν δύνανται αἱ κομματικαὶ Κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι πᾶσαν τὴν ἀπαιτουμένην ἰσχὺν, ἐὰν σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς ὑποστηρίζωνται ἔν τε τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Καὶ ὅταν, κύριοι, εὑρισκώμεθα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ἐταλαιπώρησαν πολυετὴς κακοδιοίκησις καὶ Κυβερνήσεις, μὴ συλλογιζόμεναι τὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ μὴ φροντίζουσαι διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὅταν ἡμεῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη οὐδὲν παρεσκευάσαμεν, καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς εἴδομεν, ὅτι τὴν τοιαύτην κατάστασιν τὴν θεωρεῖ παροδικὴν, καὶ ἓν μόνον σκεπτόμενος ὁ πολίτης, τὸ διηνεκὲς τῆς Πατρίδος, ἀφίνει τὰ τέκνα του εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑψίστου καὶ σπεύδει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦτο ὄντως ἀποτρόπαιον, ἐὰν καὶ ἡμεῖς, οἱ ἔνοχοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δὲν ἐγκατελίπομεν πράγματι ἐντελῶς τὰς προσωπικὰς ἢ κομματικὰς ἡμῶν ἰδιοτελείας. Ἐὰν ἀποδίδω ἀνεπαρκῆ δύναμιν εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, παρουσιαζομένην κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ὡς Κυβέρνησιν κόμματος, ἀποδίδω μεγάλην δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, ὅταν ἀπολαύῃ τῆς πραγματικῆς ὑποστηρίξεως παντὸς τοῦ Ἔθνους. Εἰς τοῦτο δύνανται νὰ συντελέσωσι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ διάφορα κόμματα καὶ αἱ διάφοροι ἀποχρώσεις. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους πάντες προθύμως θέλομεν συντελέσει δι’ ὅ,τι δήποτε ἕκαστος κριθῇ χρήσιμος. Πέποιθα ἀληθῶς, ὅτι μεγάλα δύναται νὰ διαπράξῃ ἡ Ἑλλὰς, ὡς Ἔθνος ὅμως, οὐχὶ ὡς Κράτος μικρὸν καὶ διαιρούμενον ὑπὸ κομμάτων ἐν πᾶσιν. Ὅταν δηλώσωμεν ἀνεπιφύλακτον καὶ ἄνευ ἐναντίων ὑπαινιγμῶν καὶ ὑποθέσεων τοιαύτην τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔν τε ταῖς προπαρασκευαῖς καὶ κατόπιν ἐν ταῖς ἄλλαις ἐνεργείαις, αἵτινες ἤθελον τυχὸν ὑπαγορευθῇ ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν ὁ πόλεμος ἐπὶ τέλους ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγκαῖος καὶ δὲν ἀποτραπῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐὰν δηλαδὴ δὲν δοθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη, τηροῦσα τὰς συνθήκας αὑτῆς ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν κατόπιν διεθνῶν συσκέψεων καὶ πάσης νομίμου ἐνεργείας δὲν ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀντιπροσώπου σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ εἰς ἓν ἀνεπιφυλάκτως. Τότε τὸ Ἔθνος, συντρεχόμενον ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ ἐξωδίκως καὶ ἐν τῇ ἐπισήμῳ βουλευτικῇ ἐργασίᾳ, δύναται νὰ προβῇ πρὸς τὰ πρόσω. Καὶ τότε ἂς βεβαιωθῶσιν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, ὅτι δύναται τὸ Ἔθνος, φθάνον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά του καὶ δὲν θέλει ἀφήσει αὐτὰ νὰ χαθῶσι. Δὲν θέλει ὁ Ἑλληνισμὸς ἀφήσει αὐτοὺς ἡσύχους εἰς τοὺς διπλωματικοὺς αὐτῶν ὑπολογισμοὺς, ἀλλὰ δύναται εἰς τέφραν νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἀνατολὴν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Καὶ ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι ἐπὶ τῆς τέφρας ταύτης δὲν θέλει ἐπιλάμψει τὸ καλπάκιον τοῦ Βουλγάρου, ἀλλὰ τὸ στέμμα τῆς Ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν).

§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὤφειλον νὰ διαλάβω διὰ βραχέων περὶ τῶν λεχθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, συζητουμένου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνω παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν, τὸν συμψηφοφοροῦντα μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, μολονότι ἡ παρατήρησίς μου αὕτη θέλει μειώσει τὸ εὐάρεστον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν λόγων τῶν συναδέλφων του εἶχε συγκομίσει. Ὁ διακεκριμένος φίλος μου κύριος Δεληγεώργης, ὅταν ἐπληροφορήθη περὶ τῆς πολιτικῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπανελθὼν ἐκ τοῦ ταξειδίου του, ἐνέδειξε καὶ ἐπέβαλεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ, ᾐσθάνθη εὐχαρίστησιν, διότι διετέλει ἀνήσυχος, ἔχων ὑποψίαν, ἥτις ἐτάραττε τὰς φρένας του. Ἦτον ἀνήσυχος ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, μήπως ἐνδεχομένῃ ἀτάσθαλος πολιτεία παρωθήσῃ εἰς συναγωνισμὸν τοὺς Κυβερνῶντας καὶ ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ὀλισθήσωσι πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀφοῦ δὲ ἐπληροφορήθη, ὅτι οὐδεὶς πλέον ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀπόπειραι, αἵτινες κατὰ τὰς παρελθούσας ἑβδομάδας ἔλαβον χώραν, ὁ διακεκριμένος φίλος μου ᾐσθάνετο εὐχαρίστησιν, βλέπων ἐξασφαλιζόμενον τὸν Τόπον ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκε. Εἶπον, ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, μολονότι ἤθελε μειώσει τὸ εὐχάριστον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν αἰσθανθῇ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος βουλευτής. Ὤφειλον ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ διατρέξωσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα παραπλήσιον κίνδυνον καὶ κατὰ τὸ μέχρι τούτου διάστημα, ἤτοι πρὶν ἢ ἡ πολιτεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαγραφῇ καὶ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς συναγωνισμὸν πρὸς γνώμας ἢ ἰδέας, διασπειρομένας εἰς τὸ κοινὸν πρὸς ἀποπλάνησιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐγένοντο ἀπόπειραι ἀποπλανήσεως τῶν πολιτῶν τῆς Μητροπόλεως ταύτης, ἡ Κυβέρνησις ἐπεσκόπει αὐτὰς μακρόθεν· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν διέτρεχον κίνδυνόν τινα ἐκ τοιούτων διαδόσεων τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως, ἡ ἐπισκόπησις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐνήσκει, ἐνεποίει εἰς αὐτὴν ἁπλοῦν αἴσθημα οἴκτου πρὸς τοὺς καταφεύγοντας εἰς ἀποπλανήσεις παραπλησίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι αἱ τοιαῦται πρὸς ἀποπλάνησιν σκευωρίαι καὶ παρερμηνεῖαι ἤθελον θέσει εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν δύναμιν νὰ διδάξῃ ἕκαστον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Πατρίδα. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὰ σπλάγχνα ἡμῶν τὸ ψυχρὸν αἴσθημα τῆς δειλίας ὅπως δὲν κατέχει ἡμᾶς τὸ φλογερὸν πάθος τῆς φιλαρχίας, διὰ νὰ σπεύσωμεν νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς ἄλλας γνώμας διὰ νὰ συγκρατηθῶμεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, οὐδ’ ἐλησμονοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων. Τᾠόντι, κύριοι, ἐλέχθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλά· δὲν μεταμέλομαι δὲ, ἐὰν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ δὶς, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας καὶ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἔρευναν τῶν ἡμετέρων γνωμῶν. Δὲν μεταμέλομαι, διότι τὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ κατέστησαν γνωστὰς τὰς γνώμας πάντων, εἴτε ἡγέται τυγχάνουσι πολιτικῶν μερίδων διερμηνεύοντες τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν φίλων των, εἴτε τὰ ἰδίας αὑτῶν γνώμας διαδηλοῦσιν. Ἦτο δ’ ἀληθῶς ἀναγκαῖον καὶ θέλει ἀποβῆ χρήσιμον καὶ διδακτικὸν νὰ ἀκουσθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ γνῶμαι πάντων, διὰ νὰ ἀκουσθῶσι τὴν ἐπιοῦσαν ἐν ὅλαις ταῖς γωνίαις τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ καθοδηγήσωσιν αὐτὸν πῶς πρέπει νῦν νὰ κρίνῃ ἢ πῶς θέλει κρίνει μίαν ἡμέραν ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τούτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει τόσῳ σημαντικὸν μέρος τῆς συγχρόνου ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου. Δὲν ἐζητοῦμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε διὰ νὰ ὑποκαύσωμεν τὴν θερμότητα, ἥτις κατέλαβεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὰ στέρνα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐζητοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ δημοσίᾳ τὴν γνώμην ἑκάστου, διὰ νὰ συμπληρῶμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει ποτὲ τὰ γεγονότα, τὰ ὑποβληθησόμενα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἴσως ὑπελήφθη, ὅτι οἱ νῦν διαχειριζόμενοι τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος ἠσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ κρατύνωσι τὸν βραχίονα αὑτῶν ὑπὸ τῆς ἐνισχύσεως καὶ παρωθήσεως καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωστὸν ἦτο, ὅτι δὲν συνέπραττον μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅτι ἀπέκρουον πάντοτε τὰς γνώμας αὐτῆς. Ἤκουσα προλαλήσαντα οὕτω πως ἐκφρασθέντα καὶ μὴ διστάσαντα νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διστάζουσαν, προβάντα μάλιστα νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποίους κινδύνους διατρέχουσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα ἕνεκα τῶν δισταγμῶν τούτων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἠρώτων ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὸν ἀγορεύοντα, διακόπτων αὐτόν, τίς σὲ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασεν ἢ θέλει διστάσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἤθελε μοὶ δώσει ἀπάντησιν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀδιάφορος εἰς ἡμᾶς ἡ γνώμη ἀνδρὸς, ἐγγηράσαντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῷ πολιτικῷ σταδίῳ του τοσοῦτον ἐκτιμηθέντος καὶ διακριθέντος. Ἡ γνώμη ἡ δυσμενὴς αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς, βεβαίως θλίβει τὴν καρδίαν μας, ἀλλ’ ἡ δυσμένεια τῆς γνώμης του δὲν ἀνήρει τὸ εὐσυνείδητον καθῆκον, ὅπερ εἶχε νὰ μὴ παρερμηνεύσῃ τοὺς λόγους ἡμῶν καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐξαγάγῃ πορίσματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνακοίνωσις βεβαίως ἠδύνατο νὰ ἀνησυχήσῃ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως δὲ ἤθελεν ἀντηχήσει κακῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Ἓν μέρος τῆς συζητήσεως κατέλαβεν ἡ ἔρευνα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἔλεγχος τῶν οἰκονομικῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ ἐφάνη πρόωρος ἡ ἐκφραζομένη ἀνησυχία περὶ τοῦ τὶ μελετᾷ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ οἰκονομικὸν εἰς τὴν Βουλὴν· δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ πρόωρος αὕτη ἀνησυχία καταδηλοῖ τὴν δίψαν τοῦ ἐλέγχου, ἀφοῦ ἡ ἄλλη ὕλη ἡ πολιτικὴ δὲν παρέχει πρὸς τοῦτο εὔκολον καὶ εὐρὺ τὸ στάδιον. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦτον ἀδύνατον νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην καὶ νὰ λάβῃ τότε ἀκριβεῖς καὶ πλήρεις πληροφορίας καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ περὶ τῶν περὶ ταύτης μελετῶν τοῦ Ὑπουργείου. Νομίζω, ὅτι ἤρκει ἡ πολιτικὴ ὑπόθεσις, ἤρκει ἡ οὐσία τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ζητήματος ν’ ἀπασχολήσῃ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας καὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄν τοσοῦτον μεγάλη ὑπόθεσις προὐτέθη ποτὲ, εἴτε ὑπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ὑπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ὑποθέσεως δὲν ἔχομεν νὰ ἐκφέρωμεν οὐδεμίαν γνώμην ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν λεχθέντα περὶ ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμεν καὶ ἐπικρίνωμεν, οὔτε τὴν ὑποκεκρυμμένην, οὔτε τὴν ἀπροκαλύπτως ἐκδηλουμένην δυσπιστίαν πρὸς ἡμᾶς. Οὐδ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε μετὰ παῤῥησίας μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ μὴ διαχειριζώμεθα τὰ κοινὰ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, εἴτε μετ’ ἀνυπομονησίας περιμένουσιν νὰ παρουσιασθῇ εὔσχημος εὐκαιρία, διὰ νὰ μᾶς τὸ ἐκδηλώσωσι διὰ τῆς ψήφου των. Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἀπειλητικὴ πρὸς ἡμᾶς, εἴτε ἡ προδήλως ἐκδηλωθεῖσα ἐπιθυμία τοῦ ἐλέγχου, εἴτε ἡ ἐνδειχθεῖσα προαίρεσις ἐπιφυλάξεως πρὸς ἐνάσκησιν αὐτοῦ, κατ’ οὐδὲν θέλει τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο οὔτε ἐντείνει οὔτε μειώσει τὸ θάῤῥος μας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πεποιθήσεων, ἃς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑποθέσεως θέλομεν σχηματίσει. Ἐν ᾗ μάλιστα περιπτώσει εἴτε προσκόμματα εἴτε ἀποτυχίαι ἤθελον χορηγήσει ἀφορμὴν διὰ νὰ σπεύσωσι νὰ μᾶς ἐλέγξωσιν, ἔστωσαν πάντες βέβαιοι, ὅτι θέλομεν θλιβῆ περισσότερον διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποτυχιῶν ἢ τῶν προσκομμάτων, παρὰ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προσωπικοῦ ἐλέγχου ἡμῶν. Τοιαύτην ἐδίδομεν γνώμην πρὸ τεσσάρων ἐτῶν εἰς σεβαστὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὅστις ἐκάθητο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, (δεικνύει τὴν θέσιν ἐφ’ ἧς ἐκάθητο ὁ Ἀλ. Κουμουνδοῦρος) ὁ ὁποῖος ἀταράχως ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς ἀπευθυνθέντας τότε κατ’ αὐτοῦ ἐλέγχους τῆς πολιτείας του. Ἐκεῖνοι οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν κοινῶν, ἐνδεικνύμενοι ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνθαῤῥυνόμενοι ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλουσι ν’ ἀνταποκρίνωνται, ἀνενδότως ἀγωνιζόμενοι νὰ ἐφαρμόζωσι τὰς γνώμας, ἃς ἐκ τῶν πεποιθήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἤντλησαν, καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἐξωτερικεύωσι διαρκῶς τὸ φρόνημα καὶ τοὺς πόθους αὐτοῦ. Τὸ ἔργον δὲν εἶναι βεβαίως πάντοτε εὐχερὲς, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν εἶναι μεστὸν δυσχερειῶν καὶ ὑπὸ πολλαπλῶν κινδύνων περιστοιχούμενον· θέλει ὅμως πάντοτε ἐνισχύει τοὺς κληθέντας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοσοῦτον δυσχεροῦς ἐντολῆς, θέλει ἐνισχύει ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτοὺς ἐξεδήλωσε τοσοῦτον πανηγυρικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἡ συνείδησις τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος, τὴν ὁποίαν ἡ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη καθιστᾷ ἀκοίμητον καὶ ἀδιάλειπτον· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς.

§52ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Βασιλεῦ, Ἀσμένως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ αὑτῶν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Λίαν εὐλόγως ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ἀποβλέπουσα πρὸς τὰ σοβαρὰ ἐπακόλουθα, τὰ προκληθέντα ἐκ τῶν ἐν Φιλιππουπόλει τολμηθέντων, ἔσπευσε νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς παρασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καθ’ ὅσον μάλιστα ἐκ τῶν πραγμάτων κατεδείχθη, ὅτι δὲν ἐξασφαλίζονται ἀρκούντως τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα διὰ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, ἃς μέχρι τοῦδε παρεῖχεν εἰς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν τὸ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου δημιουργηθὲν ἐπὶ τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου καθεστώς. Ἀπέναντι τοιούτων συμβεβηκότων, εὐφρόσυνον ἀληθῶς παρήγαγεν ἐντύπωσιν ἡ μοναδικὴ προθυμία, μεθ’ ἧς ἔσπευσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος οἱ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κληθέντες πολῖται, καταλιπόντες τὰ ἔργα αὑτῶν ἐν πατριωτικῇ καὶ ἀπαραμίλλῳ ὁμοθυμίᾳ· τοῦθ’ ὅπερ μαρτυρεῖ ὅτι εὐτόλμως θέλουσιν ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τὸ ἀπαιτήσωσιν. Τὸ Ἔθνος, Βασιλεῦ, θέλει ἐκτιμήσει δεόντως τὴν μέριμναν, ἣν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἤθελον λάβει, κατὰ τὰς ἐλπίδας τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, περὶ ἐγκαταστάσεως ἀσφαλοῦς ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου κατοικούντων λαῶν, ἵνα μὴ ἡ ἔλλειψις ἱκανῶν ἐγγυήσεων εὐκόλως διαταράττῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν μεταξὺ αὐτῶν ἰσοῤῥοπίαν, καὶ ὑποβάλλῃ τότε τοὺς τὰς συνθήκας εὐλαβουμένους εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἀποτρέπωνται τῶν εἰρηνικῶν αὐτῶν ἔργων, ἐξωθούμενοι πρὸς τοῦτο ὑπὸ ἀπροόπτων συμβεβηκότων. Τοσοῦτον δὲ τὸ Ἔθνος συναισθάνεται βαθύτατα τὴν ἀνάγκην τῶν τοιούτων ἀσφαλῶν ἐγγυήσεων, ὥστε προθύμως καὶ ἀγογγύστως θέλει ὑποβληθῆ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων. Μετὰ προθυμίας λοιπὸν ἡ Βουλὴ, Βασιλεῦ, ἐκτιμῶσα τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν, διερμηνεύουσα δὲ τὸ ἐκδεδηλωμένον ἤδη φρόνημα τοῦ ὅλου Ἔθνους, θέλει ψηφίσει τοὺς ὑποβληθησομένους προϋπολογισμοὺς, τὰς πιστώσεις καὶ τὰ ἄλλα νομοσχέδια, καὶ θέλει παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα τὰ μέσα, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην, ὅπως δυνηθῇ τελείως νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς δικαίους πόθους τοῦ Ἔθνους καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν μεγάλην καὶ δυσχερῆ ἐντολήν της. Δεόμεθα τοῦ Ὑψίστου, ἵνα σκέπῃ τὸν Βασιλέα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἔθνους». (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατὰ παράγραφον ψηφιζόμενον τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποβληθὲν σχέδιον ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσι.

§54ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (ἐγείρονται 15). (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εὐθύμιος Βαζᾶς ΝΓ. Λιδωρίκης Ν
Ἀπόστολος Φιλίππου ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης Π. Ῥίτσος Ν
Α. Παναγιωτόπουλος ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
Σπ. Μαρκέλλος ΝΙ. Καπιτσίνης Ν
Δημ. Οἰκονομίδης ΝἈνδρ. Βασιλείου Ν
Δημ. Παρνασσίδης ΝΛάζ. Βούλγαρης Ν
Κ. Ἀργυρόπουλος ΝΔημ. Χατζόπουλος Ν
Ὑπάτιος Καμπάνης ΝΓεώργ. Τσιτσάρας
Δ. Καΐρης ΝΓ. Ζηνόπουλος Ν
Μιχ. Παπαλεξόπουλος ΝΔ. Βουλπιώτης Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΑ. Φαρμάκης Ν
Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΚ. Λομβάρδος Ν
Ἀντ. Ζυγομαλᾶς ΟῬοβέρτος Ῥώμας Ν
Δ. Ῥάλλης ΝΦριδερῖκος Καῤῥέρ
Ἄρισ. Οἰκονόμου ΟἈναστ. Λούντζης Ν
Ρόκος Χοϊδᾶς ΟΚωνστ. Βοῦλτσος Ν
Ἄγγελος Βλάχος Γ. Κρεστενίτης
Ν. Λεβίδης ΝἈντ. Πετραλιᾶς
Π. Πετράκης ΝἈναγν. Δαλιάνης Ν
Βλάσιος Βαλτινός ΝΧ. Στεφανόπουλος Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
Ν. Ἀξελός ΝΓ. Ἠλιόπουλος
Ι. Καρτάλης ΟΣπ. Κουκούλεζας Ο
Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ο
Γ. Φιλάρετος ΟΓ. Πετούσης Ν
Ζήσης Χ. Κυτιλῆς ΟΙ. Ἀνεξάρτητος Ν
Εὐστάθ. Ἰωαννίδης Ν. Συνοδινός Ν
Δημ. Γρίβας Θ. Μαρκεζίνης Ν
Γ. Τσέλιος ΝΠ. Μαυροκέφαλος Ν
Τατσέλι. Μαυρομμάτης ΝΣ. Πεταλᾶς Ν
Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝἈλ. Ζαΐμης Ν
Β. Νικολόπουλος Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ν
Α. Ἀθανασιάδης ΝἈλ. Φωτήλας
Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἈθ. Π. Πετιμεζᾶς
Κ. Μαντζουράνης ΝΓ. Τάχης Ν
Ἠλ. Παλαμήδης ΟΓ. Σιβιτανίδης Ν
Κ. Κοσσονάκος Κ. Ἀλεξιάδης Ν
Χ. Τζανετάκης ΝΠ. Μαυρομιχάλης
Θ. Μαργέλος Δ. Τζάννες Ν
Περ. Πεῤῥωτῆς ΝΣτεφ. Δραγούμης Ν
Δ. Κάρτσωνας ΝΚ. Βασιλάκης
Δ. Τερτίπης ΝΣ. Ἀλαμάνος Ν
Ι. Παπαδαῖος ἢ Παλάσκας Σ. Παγκράτης Ν
Ζάχος Φαλιάγκας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Λ. Δεληγεώργης Ν
Γ. Φραγκίδης Κ. Βαλτινός Ν
Ἀθαν. Καζαμπάκας Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Νικολαΐδης ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
Γ. Παπαγεωργίου ΝΔ. Λυμπερόπουλος Ν
Π. Λεβέντης ΝΙ. Νικολαΐδης Ν
Γεώργ. Μέρμιγκας ΝΙ. Νοστράκης Ν
Νικ. Μπαλάρας Λ. Πρεζάνης Ν
Γ. Κόρπας ΝΝ. Κρίσπης Ν
Γ. Ἱερομνήμων ΝΜιχαὴλ Δαμηράλης Ν
Γεώργιος Θεοτόκης Ἐλευθ. Μυκόνιος
Νικόλ. Βασιλάκης Γ. Σισμάνης Ν
Ἰωάννης Τόμπρος ΝΝ. Φαρμάκης
Δ. Πετρίδης ΝΝ. Καναβός Ν
Γ. Κούστας ΟἈλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Α. Δημητριάδης Χρ. Φικιώτης Ν
Α. Μεντζελόπουλος ΝΚ. Συνέλης
Γ. Πετρούλιας Δ. Χαρίδημος Ν
Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἈντ. Μαυρομιχάλης
Ν. Βαλσαμάκης Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΝΚυρ. Μαυρομιχάλης Ν
Δ. Σπινέλλης ΝἨλίας Μαυρομιχάλης
Π. Κωρωναῖος Ζαρ. Ζαφειρόπουλος
Μ. Νικηφοράκης Ἀσημ. Χρηστόπουλος
Λ. Βαρβαρῆγος ΝἈθ. Πανταζόπουλος
Κ. Κατσικόπουλος Π. Κωσταντᾶς Ν
Δ. Σταματόπουλος Λ. Ἀγάθης Ν
Ι. Καλαμβοκίδης Σ. Λάσκαρης
Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΕ. Ἀρδαβάνης
Γ. Μαυρομιχάλης ΝΣπ. Τυπάλ. Φορέστης Ν
Ι. Βαλασσόπουλος ΝΓ. Ρουχωτᾶς
Κωνστ. Σκαλταφέρος ΝΝ. Κάγκας
Α. Μελετόπουλος Λουκᾶς Καραλίβανος Ν
Δ. Δημητρακάκης Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Δ. Ματάλας ΝἈνδ. Μαρλῆς Ν
Λ. Ἀστεριάδης Βασ. Παπανικολάου Ν
Ἰω. Τσιαπαλίδης ΝἈντ. Ρικάκης Ν
Ἀθ. Οἰκονόμου ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
Ι. Φίλιος ΝΝ. Κουμανιώτης Ν
Ν. Μπουρίδης Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν
Μιχαὴλ Λάππας ΝἈνδρ. Ρηγόπουλος Ν
Λ. Παπασταθόπουλος ΝΓ. Τσερτίδης Ν
Ε. Τσαρλαμπᾶς ΝΝ. Μισυρλῆς Ν
Γ. Ἀσπρογέρας ΝΛ. Μισυρλῆς
Γ. Σέρβος ΝΔ. Τριγγέτας
Α. Εὐταξίας Γ. Φλωριᾶς Ν
Δ. Γαβριὴλ ΝΕὐάγ. Ἀντύπας
Κ. Χαλκιόπουλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΓ. Ρεμπάκης Ν
Παναγ. Μανέτας ΝΙ. Γεωργιάδης Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΔ. Γουδῆς
Χρ. Χρηστόπουλος ΝΓ. Λεωνίδας
Φίλ. Βάρβογλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
Ι. Κολοκοτρώνης Ἀνδρέας Συγγρός
Ἠλίας Φλέσσας ΝἈντ. Μαυρογορδάτος
Ι. Βούτουνας ΝΕὐστ. Κεχαγιᾶς Ν
Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈλέξ. Μάσχας Ν
Ν. Φιλάρετος Ν
Κ. Κοτίκας ΝΙ. Παπαδόπουλος Ν
Ι. Καραπάνος ΝἘμμ. Μοῦζος Ν
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς ΝἘλευθ. Κωνσταντίδης
Ν. Δρόσος ΝΕ. Κριεζῆς Ν
Ι. Ζαλώνης ΝΘ. Γκίκας Ν
Σ. Χατζηγάκης Κομνᾶς Τράκας Ν
Γεωργούλης Κανούτης ΝΚ. Χατζίκος Ν
Στέρος Κωνσταντίνου Πρ. Τσάλλης Ν
Κωστῆς Γκίκας Ν. Κοντογιάννης
Σ. Σωτηρόπουλος Θεμ. Παπακώστας Ν
Δ. Ἀντωναρόπουλος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ν
Γρ. Μανοῦσος ΝΜ. Ἀβέρωφ Ν
Κ. Πονηρόπουλος Β. Βουδούρης
Ἀθ. Τριγώνης ΝΔ. Κριεζώτης Ν
Γεώρ. Στάϊκος Ν. Καλάρης Ν
Γ. Κοριζῆς ΝΚ. Παπανικολῆς Ν

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 166, ἐξ ὧν 156 ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ συνόλου, καὶ 10 κατ’ αὐτοῦ.

§56ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ ½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
2Τῆς 22 Ὀκτωβρίου 1885.
3(Τρίτη)
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5(Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ
6πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, συγχωρήσατέ
8μοι νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν ἀκροατηρίων, διότι εἰσῆλθον
9πλείονες παρ’ ὅσαι εἶναι αἱ θέσεις. Ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ τὴν
10δημοσιότητα τῶν συζητήσεων, δὲν ἀπαιτεῖ ὅμως νὰ ἔλθουν
11ὅλαι αἱ Ἀθῆναι ἐδῶ μέσα. Ἢ λοιπὸν θὰ ἦσθε ἥσυχοι, ἢ
12θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἡμίσεος τοὐλάχιστον τῶν
13ἀκροατηρίων.
14Διάφοροι κάτοικοι Ἀρεοπόλεως ὑποβάλλουν ἀναφορὰν
15περὶ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς
16τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
17Ὁ Ἄγγελος Τυπάλδος Ἰακωβάτος ἐκ Ληξουρίου δικαιο-
18λογεῖ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς
19πρωτοτόκους καὶ τοὺς ὀρφανούς.
20§2ΣΠΥΡ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παρακαλῶ τὴν
21Βουλὴν ἵνα κατὰ προτίμησιν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ
22ἀπαλλαγῆς ἀπολύτου ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν
23μονογενῶν καὶ πρωτοτόκων, καθόσον ἡμέραν παρ’ ἡμέραν
24γίνεται ἐπαισθητοτέρα ἡ ἔλλειψις αὐτῶν ἐκ τῶν πασχου-
25σῶν οἰκογενειῶν των.
26§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
27§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖται δύο νομοσχεδίων κατεπειγόντων
28εἰς πρώτην συζήτησιν ἡ ἐπιψήφισις.
29§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
30(Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν,
311) τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως 12
32ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑ-
33πουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ 2) τὸ νομοσχέδιον περὶ κατα-
34ναγκαστικῶν εἰσφορῶν).
35§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
36Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητή-
37σεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
38Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
39§7Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
40Πέμπτην δήλωσιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ
41τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἀπάντησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ μετὰ
42τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων ἐνε-
43ποιήθησαν τότε παρὰ τοῖς πλείστοις, εἶχον ἀπόφασιν νὰ
44μὴ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς
45τὸν Βασιλικὸν Λόγον· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη
46εἶναι ἡ ὑψίστη τῶν συζητήσεων, εἰς ἣν ὀφείλει ν’ ἀσχολη-
47θῇ σοβαρῶς ἡ Βουλή, ἡ κληθεῖσα εἰς ἔκτακτον Σύνοδον.
48Ἐν τῇ εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπαντήσει τῆς Βουλῆς
49θέλει συνοψισθῆ ἡ γνώμη τοῦ Ἔθνους. Ἐν τῇ συζητή-
50σει ταύτῃ, ἥτις εἶναι κατ’ ἀνάγκην πολιτική, πρέπει νὰ
51συμβαδίζῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ ἔχοντες ὁπωσδήποτε ἀν-
52τίθετον φρόνημα, ἔχουσι καὶ τὴν δύναμιν νὰ ὑποστηρί-
53ξωσιν αὐτό, ἀναλαμβάνουσι δὲ τὴν εὐθύνην τῆς ὑπο-
54στηρίξεως ταύτης καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πραγματο-
55ποιήσεως τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ
56Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς εἶπεν ὅ,τι εἶπε,
57δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄλλους, πρὸ πάντων
58δὲ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευ-
59σιν, νὰ ἐγείρωμεν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ πρόκειται
60ἆρα σήμερον νὰ ἐγείρω πολιτικὴν συζήτησιν; οὐχί.
61Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῆς τελευταίας ἀγο-
62ρεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν τῇ
63προχθεσινῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ ἐκάλεσεν ἐπανειλημμένως ὄχι
64μόνον τὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ,
65νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου
66θέματος, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος,
67καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουρ-
68γείου. Ὀφείλω καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ
69καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, οὕτω ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς
70Κυβερνήσεως προκαλούμενος, νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου
71ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος ἐνώπιον τοῦ Κοινο-
72βουλίου. Ἀλλ’ ἆρά γε διὰ τοῦτο θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον;
73αὖθις οὐχί. Δὲν θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον, διότι νομίζω ὅτι,
74προκειμένων τοιούτων ζητημάτων, ὁ ἔλεγχος, ἐὰν δὲν ἔχῃ
75τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πιθανότητα τῆς διορθώσεως τῶν κα-
76κῶς τυχὸν γιγνομένων, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν κα-
77λῶς ἐννουμένην φιλοπατρίαν. Δὲν θὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον
78καὶ διότι δὲν θεωρῶ αὐτὸν δυνατόν.
79Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκαλῶν τὸν ἔλεγχον, ἔδειξε βε-
80βαίως θάῤῥος καὶ γενναιότητα. Ἔχει ἐπίσης τὴν ἔννοιαν
81ἡ πρόκλησις αὕτη—ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πιστεύω—τὴν πεποί-
82θησίν του ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε πεπραγμένα ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ
83τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος εἶναι καλῶς πεπραγμένα. Ἀλλ’
84αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός, διαγράψας τὰ ὅρια τοῦ
85ἐλέγχου τούτου, κατέστησεν αὐτὸν ἀδύνατον. Τὸ αἴσθημα
86παρέσυρεν αὐτὸν εἰς τὴν πρόκλησιν, ἀλλ’ ἡ ἀδυσώπητος
87λογικὴ τῷ ἐπέβαλε τὴν ἀλήθειαν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
88πουργός, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀνα-
89κοινώσῃ τίποτε περὶ τοῦ μέλλοντος· εἶπε προσέτι ὁ κ.
90Πρωθυπουργὸς ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ ἐθνι-
91κὰ συμφέροντα, ἐὰν ὁ ἔλεγχος ἐπεξετείνετο πέραν τῶν
92συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύ-
93ριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἔλεγχος ἐπὶ
94τῶν πεπραγμένων χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις τὸν σκοπὸν, ἐφ’ ᾧ
95ἐπράχθησαν; Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ἃς ἀπα-
96ραίτητοι ἀνάγκαι ἐπέβαλον, πῶς θὰ πιστοποιηθῇ τὸ
97ἀναγκαῖον καὶ τὸ ἀναπόδραστον αὐτῶν ἄνευ ἐξετάσεως
98τοῦ παρελθόντος; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός,
99ὅστις ὀρθῶς ἔταξε τὰ ὅρια ταῦτα, θελήσας νὰ δικαιολο-
100γήσῃ ἐμμέσως τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς πρώ-
101τας ἡμέρας τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κινήματος τῆς Φι-
102λιππουπόλεως, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ παρελθὸν
103καὶ ἐν σημείῳ ἴσως τῷ δυσχερεστέρῳ, ὅταν ἐκάλει ἡμᾶς
104νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον διὰ νὰ ἴδωμεν
105ποία ἦτον ἡ κατάστασις αὐτοῦ κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας.
106Ἐὰν ταύτην τὴν ἐξέτασιν ἐποιούμεθα, ποῦ ἠθέλομεν κα-
107ταλήξει; ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκο-
108νομικῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, ἀφ’ ἧς
109ἐνεκαθιδρύθη, καὶ τοῦ παρελθόντος.
110Ἰδοὺ διατί δὲν προτίθεμαι, οὐδὲ δύναμαι, νὰ ἐνεργήσω
111ἔλεγχον. Μὴ σκοπῶν δὲ νὰ ἐνεργήσω ἔλεγχον, δὲν εἶ-
112ναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ὁ λόγος μου δὲν ἔχει ἄλλην πο-
113λιτικὴν ἔννοιαν, εἰμὴ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος
114τοῦ βουλευτοῦ, καταθέτοντος τὴν συμβολὴν τῶν πεποι-
115θήσεων αὑτοῦ καὶ τῶν γνωμῶν εἰς τὰς σκέψεις, ἃς τὸ
116Συνέδριον τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην στιγμὴν
117ποιεῖται περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς Πατρίδος.
118Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ
119ἔποψιν κυρίως, ἥτις εἶναι καὶ ἡ ἔποψις αὐτοῦ ἡ διπλω-
120ματική· διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης θέλει προκύψει
121τὶ, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμὴν, ἔδει νὰ πραχθῇ, τὶ πρέπει
122νὰ πραχθῇ καὶ τί ἀναγκαίως, ἀφοῦ δὲν ἐπράχθη μέχρι
123τοῦδε, ἢ κἂν δὲν πραχθῇ μετ’ οὐ πολὺ, θέλομεν ἀναγ-
124κασθῆ νὰ πράξωμεν.
125Τί εἶναι τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Ἀνατο-
126λικῆς τουτέστι Ῥωμυλίας; Εἶναι κίνημα ἐσωτερικόν· τοι-
127οῦτον ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ προχθὲς αὐτὸς οὗτος ὁ κ.
128Πρωθυπουργὸς, εἶναι δηλαδὴ ἐπανάστασις τοῦ λαοῦ κατὰ
129τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας. Τὸ κίνημα τοῦτο, ἐξεταζόμε-
130νον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς θέσεως τοῦ κινηθέντος λαοῦ, ἀπο-
131τελεῖ προσβολὴν τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου; Ἐξετά-
132σωμεν. Τί εἶναι ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου; Ἡ συνθήκη
133τοῦ Βερολίνου ὑποχρεοῖ ἆρά γε τοὺς λαούς; Ἀλλ’ ὑπέ-
134γραψαν αὐτὴν οἱ λαοί; ὑποχρεοῖ ἆρά γε τὰς Κυβερνή-
135σεις τῶν λαῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὰ δί-
136καια καὶ τὰ αἰσθήματα αὐτῶν; Ἀλλ’ ὑπέγραψαν κἂν
137αὗται τὴν συνθήκην ἐκείνην; Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου
138οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ σταθμὸς τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ
139ζητήματος. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα Ἀνατολικὸν,
140διὰ νὰ λέγωμεν ὅτι ὑπάρχει ζήτημα Ἀνατολικὸν, τί ἐκ
141τούτου καὶ μόνου προκύπτει; προκύπτει, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς
142Ἀνατολῆς ὀψέποτε δυνηθῶσι καὶ ὁπωσδήποτε δυνηθῶσι,
143δικαιοῦνται, διακινδυνεύοντες τὰ ὑλικὰ συμφέροντα αὐτῶν,
144τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, νὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των.
145Τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικὸν δὲν εἶναι λέξις κενὴ, εἶναι
146προϊὸν ἱστορικῶν γεγονότων μεγάλων, συνοψίζω δὲ τὴν
147ἔννοιαν αὐτοῦ εἰς τὰ τρία ταῦτα: τὸ ἄδικον τῆς κατα-
148κτήσεως, τὰ δίκαια τῶν λαῶν πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐ-
149λευθερίας αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων—διότι δυστυχῶς
150la force prime le droit —εἰς τὴν ἀνικανότητα, εἰς
151τὴν ἀδυναμίαν τῆς Τουρκίας, ὅπως διατηρήσῃ ὑπὸ τὴν
152κυριαρχίαν αὐτῆς τοὺς κατακεκτημένους λαούς. Ἐὰν ἡ
153ἀδυναμία αὕτη δὲν ὑπῆρχεν, οὐδέποτε ἤθελε γεννηθῆ ζή-
154τημα Ἀνατολικὸν, οὐδέποτε ἤθελε γραφῆ περὶ τῶν κτή-
155σεων τῆς Τουρκίας συνθήκη ἀλληλεθνής. Μήπως ἡ Γαλ-
156λία δὲν κατέκτησε τὴν Ἀλγερίαν; Ἀλλ’ ὑπάρχει περὶ
157Ἀλγερίας ἀλληλεθνὴς συνθήκη; Μήπως ἡ Ἀγγλία δὲν
158ἔχει τὰς Ἰνδίας; Ἀλλ’ ὑπάρχει περὶ Ἰνδιῶν συνθήκη
159ἀλληλεθνής; Εἰς τοῦτο λοιπὸν συνίσταται τὸ Ἀνατολι-
160κὸν ζήτημα. Ἐκ τούτου δὲ τί ἐξάγεται; ἐξάγεται ὅτι οἱ
161λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δικαιοῦνται νὰ ἐπωφεληθῶσι παντὸς
162ἀπροόπτου γεγονότος, καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἀπρο-
163όπτου, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἴδω αὐτὴν ἀναγεγραμ-
164μένην ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ἵνα ἀνακτήσωνται τὴν
165ἐλευθερίαν αὐτῶν· ἀπρόοπτον δὲ γεγονὸς ἦτο τὸ γεγο-
166νὸς τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Ἔχω τὴν ἰδέαν—καὶ εἶ-
167μαι βέβαιος, ὅτι ἔχουν αὐτὴν πάντες ὅσοι σκέπτονται οὐ
168μόνον μετὰ φιλοπατρίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ συνέσεως ἐπὶ
169τοῦ ζητήματος τούτου—ὅτι, ἐὰν μετὰ τὸ κίνημα τῆς Ῥω-
170μυλίας ἡ Τουρκία ἀντεπήρχετο κατ’ αὐτῆς καὶ ἡ πάλη
171περιῆγε τὴν Τουρκίαν εἰς δυσχερείας, ὄχι μόνον ἐδικαι-
172οῦντο, ἀλλὰ θὰ ἦσαν ἀνάξιοι τοῦ ὀνόματος εὐγενῶν λαῶν
173οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν δὲν ἔσπευδον νὰ ἐπωφεληθῶσι
174τῶν δυσχερειῶν τοῦ κατακτητοῦ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
175εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται—τὸ ἐπαναλαμβάνω δὲ καθόσον
176εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν σκέψεών μου—εἰς οὐδὲν ἄλλο συνί-
177σταται τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, εἰμὴ εἰς τὴν ἀδυναμίαν
178τῆς Τουρκίας, ἀφοῦ τὰ δύο ἕτερα, ἤτοι τὸ ἄδικον τῆς κατα-
179κτήσεως καὶ τὰ δίκαια τῶν λαῶν, εἶναι μόνον ἠθικά. Τὴν
180στιγμὴν λοιπὸν καθ’ ἣν ἡ ἀδυναμία τῆς Τουρκίας προ-
181κύψῃ ὁπωσδήποτε, οἱ κατακεκτημένοι λαοὶ ἔχουσι τὸ δι-
182καίωμα, ἔχουσι μάλιστα τὸ καθῆκον τὸ ἱερὸν νὰ ἐπωφε-
183ληθῶσι. Τὴν ἀδυναμίαν δὲ ταύτην ἡμεῖς πρὸ πάντων,
184ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, πρέπει νὰ διεκδικήσωμεν, διότι πρῶ-
185τοι ἡμεῖς διὰ τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς ἡμῶν ἐπαναστά-
186σεως κατεδείξαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν ἀδυναμίαν τῆς
187Τουρκίας.
188Ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτω—καὶ ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας
189μου ἐγείρεται φωνὴ λέγουσα, ὅτι ἀδύνατον νὰ ἔχωσιν ἄλ-
190λως—ἐὰν ταῦτα ἔχωσιν οὕτως, ἡ ἐνέργεια τῶν λοιπῶν λαῶν
191τῆς Ἀνατολῆς ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, ἡ τείνουσα ἁ-
192πλῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πρώην καθεστῶτος, ὄχι
193μόνον δὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡ προσήκουσα, ὄχι μόνον δὲν εἶναι
194ἐνέργεια ἐθνικὴ, ἀλλ’ εἶναι ἐνέργεια, συντελοῦσα εἰς τὸ νὰ
195ἐξαλείψῃ διὰ παντὸς πᾶσαν ἐλπίδα ἀπὸ τῶν λαῶν τῆς Ἀ-
196νατολῆς, εἶναι ἐνέργεια, ἡ ὁποία θὰ ἐνσπείρῃ ἀνὰ μέσον τῶν
197λαῶν αὐτῶν, οἵτινες οἱασδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι δικαίας καὶ
198σπουδαιοτάτας ἀφορμὰς ἀμοιβαίων ἀντιζηλιῶν, ἰδίως ἐπὶ
199τοῦ προκειμένου, κοινὸν ὅμως ἔχοντες ἐχθρὸν, εἰσὶ κατ’ αὐ-
200τοῦ τοὐλάχιστον ἀχώριστοι σύμμαχοι, εἶναι, λέγω, ἐνέρ-
201γεια, ἥτις θὰ ἐνσπείρῃ μεταξὺ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς
202δυσπιστίας καὶ μίση ἱκανὰ νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον
203οὐχὶ πλέον τὴν σύμπραξιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν τὴν συνάντησιν
204αὐτῶν κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ. Ἡ ἐπίτευξις τοιούτου σκο-
205ποῦ—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο καλῶς—διὰ μὲν τὸν Ἑλληνι-
206σμὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται, εἶναι αὐτοκτονία, διὰ
207δὲ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει εἶναι ἀλληλοκτονία·
208Καὶ τί καλλίτερον δύναται νὰ ἐπιθυμήσῃ ἡ Τουρκία εἰμὴ,
209ἐὰν λαός τις, ἐπωφελούμενος ἐκτάκτου τινὸς περιστάσεως,
210τῆς ἀπροσεξίας ἔστω τοῦ κατακτητοῦ, ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευ-
211θερίαν αὐτοῦ, ὁ δὲ κατακτητὴς ἀποδειχθῇ ἀνίσχυρος νὰ ἐ-
212παναγάγῃ αὐτὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν, τί ὡραιότερον διὰ τὴν
213Τουρκίαν εἰμὴ τὸ νὰ ἐγείρωνται ὑπὲρ αὐτῆς οἱ ἄλλοι λαοὶ,
214καὶ νὰ προσκαλῶσι τὴν Εὐρώπην, ἥτις θὰ ἦναι πάντοτε
215βεβαίως ἰσχυροτέρα τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν σύσσω-
216μος ἀποφαίνεται καὶ ἐπιβάλλῃ, νὰ καλῶσι, λέγω, τὴν Εὐ-
217ρώπην ὅπως αὕτη διὰ τοῦ ὄγκου τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἐπα-
218ναφέρῃ τὸν ἀπελευθερωθέντα λαὸν ὑπὸ τὴν δουλείαν τῆς
219Τουρκίας;
220Ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν, κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ ἐ-
221ξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὄχι νὰ ἐξετασθῇ, διότι δὲν εἶναι
222ζήτημα, ἄπαγε! ἀλλ’ αὕτη ἡ ἔννοια τῆς ἀμοιβαίας θέσεως
223καὶ τῶν δικαίων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς πρέπει νὰ ἐγχα-
224ραχθῇ βαθύτατα ἐν ταῖς καρδίαις ὅλων ἡμῶν. Καὶ ἂν σή-
225μερον δὲν εἴχομεν τὴν ἔννοιαν ταύτην—ἀγνοῶ ἐὰν ἔχῃ αὐ-
226τὴν ἡ Κυβέρνησις, ἧς δὲν γνωρίζω τοὺς διαλογισμοὺς, ἀλλὰ
227τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζω τὴν φιλοπατρίαν—ἐὰν δὲν εἴχομεν
228τυχὸν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, πρέπει νὰ τὴν ἐγχαράξωμεν ἀνεξι-
229τήλοις γράμμασιν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ νὰ ἐπωφελη-
230θῶμεν τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέλλοντι. Τί θὰ ἐλέγομεν ἡμεῖς,
231ἐὰν ἀντὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἠγείρετο καὶ ἔπραττε
232τὸ αὐτὸ ἡ Ἤπειρος ἢ ἡ Μακεδονία καὶ ἐκάλει τὴν Ἑλλά-
233δα, ἡ δὲ Τουρκία ἀπεδεικνύετο ἀδύνατος νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν
234τάξιν, τί θὰ ἐλέγομεν, ἐὰν ἡ Ῥωμυλία, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ
235Σερβία ἠγείροντο καὶ ἐζήτουν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ καθε-
236στῶτος; Ἀναγνωρίζων, ὡς εἶπον, πρότερον τὴν φιλοπατρίαν
237τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὕτω κατενόησε τὸ
238ζήτημα ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ὅτι τοιαύτας ἔθηκε τὰς βάσεις τῆς
239διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀμφιβάλ-
240λω, διότι καὶ εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀνεγράφη—καὶ ἂς ἐ-
241λέχθη ὅτι ὁ Βασιλικὸς Λόγος δὲν εἶναι σαφὴς, διὰ τοὺς δυ-
242ναμένους καὶ θέλοντας νὰ ἀναγνώσωσι διὰ μέσου τῶν γραμ-
243μῶν εἶναι σαφέστατος—καὶ ἐκ τῆς ἐπεξηγήσεως, ἣν ἐκ πε-
244ρισσοῦ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς καὶ ἐκ τῶν τελευ-
245ταίων αὐτοῦ ἀγορεύσεων ἐξάγεται προφανῶς, ὅτι ἡ ἐπάνο-
246δος τοῦ καθεστῶτος δὲν θεωρεῖται ἡ κυρία βάσις τῆς ἱκα-
247νοποιήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλ-
248ληνισμοῦ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὐδὲ δύναμαι νὰ τὴν ἔχω,
249ἐὰν ἔχω φιλοπατρίαν, ν’ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξη-
250γηθῇ περὶ τούτου, ἀλλὰ δύναμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἐλπίδα
251καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε ἡ καθαρὰ, ἡ μόνη ἐπα-
252νόρθωσις τοῦ καθεστῶτος ἐτέθη ὡς ὅρος ἱκανοποιήσεως τῆς
253Ἑλλάδος.
254Τοιαῦτα φρονῶν, ὀφείλω νὰ ἔχω τὴν γνώμην—καὶ τὴν
255εἶχον ἀπ’ ἀρχῆς, δὲν τὴν ἐσχημάτισα ἐκ τῶν ὑστέρων—ὅτι,
256εὐθὺς ὡς τὸ κίνημα ἐγένετο, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ δράσῃ·
257ἔπρεπε δὲ νὰ δράσῃ ἔτι μᾶλλον, ὅτε ἐπισήμως, διὰ πρά-
258ξεως διπλωματικῆς ἡ Τουρκία ἐκάλεσε τὰς Δυνάμεις νὰ τὴν
259ἀντικαταστήσωσι. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ἦτο ἢ δὲν ἦτο δυνατὸν
260νὰ δράσῃ ἡ Ἑλλάς· δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν στοιχείων, ἐφ’
261ὧν τοιαύτη ἐξέτασις δύναται νὰ στηριχθῇ· ἀλλὰ φρονῶ ἀ-
262διστάκτως, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς καλλιτέραν
263εὐκαιρίαν ἐκείνης. Φρονῶ προσέτι, καὶ τοῦτο ἔτι μᾶλλον,
264ὅτι ὁ ἔκτοτε παρελθὼν καὶ παρερχόμενος χρόνος οὐδέποτε
265θὰ βελτιώσῃ τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος σχετικῶς μὲ τὴν
266συμπαρομαρτοῦσαν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ ἐχθροῦ
267ἀπὸ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἦσαν τὰ καθ’ ἡμᾶς κατὰ τὴν
26810 ἢ τὴν 15 Σεπτεμβρίου.
269Ἀλλ’ ἔχω συγχρόνως τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἂν ἐκινεῖτο
270τότε ἡ Ἑλλάς, ἤθελε συμπαρασύρει καὶ τὸν ἄλλον ἐκεῖνον
271ἀδελφὸν λαὸν, τὸν Σερβικόν, ὅστις πρὸ ἡμῶν παρεσκευάσθη
272καὶ πλειότερον ἔδειξε σφρῖγος· ἂν ἐκινεῖτο ἡ Ἑλλὰς, ἡ
273Τουρκία ἤθελεν εὑρεθῇ ἀπέναντι τριῶν ἐχθρῶν, ἡ δὲ Εὐ-
274ρώπη ἤθελεν ἔχει πλῆρες τὸ ἔδαφος τοῦ Ἀνατολικοῦ ζη-
275τήματος, ἤθελεν ἔχει ἔδαφος ἱκανοποιοῦν τὰ ἀντίθετα συμ-
276φέροντα τῶν Δυνάμεων. Καὶ εἶναι μέγα τοῦτο, τὸ νὰ δυνη-
277θῶσιν αἱ Δυνάμεις, αἱ ἔχουσαι ἀντίθετα συμφέροντα, νὰ
278εὕρωσι δρῶντας τοὺς ἐξυπηρετοῦντας τὰ συμφέροντα ταῦτα.
279Δὲν θέλω ἐπὶ τούτου νὰ ἐξηγηθῶ πλειότερον, πάντες μὲ
280ἐννοεῖτε. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο, τὸ ζή-
281τημα ἤθελε λυθῆ ταχύτερον ἄνευ τοσούτων θυσιῶν καὶ
282κινδύνων, ἤθελε δὲ λυθῇ ἐπωφελῶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμ-
283φέροντα· ἔχω δὲ καὶ τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἂν τοῦτο ἐγίνετο καὶ
284ἐλάμβανε τὴν ἡγεμονίαν τοῦ κινήματος ἡ Ἑλλὰς, ἠδύνατο
285νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς σκέψεις πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Ἀνα-
286τολικοῦ ζητήματος. Ταῦτα λέγων δὲν ἐλέγχω, ἐκφράζω
287τὴν ἰδέαν μου μετὰ τόσῳ μείζονος πόνου, καθ’ ὅσον εἶχον τὴν
288ἰδέαν ταύτην καὶ ἄλλοτε, καὶ ἐπισήμως, ὅσον μοὶ ἦτο ἐπι-
289τετραμμένον, τὴν ἐξέφρασα πρὸς ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων
290μελῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὸν πολύκλαυστον
291Κουμουνδοῦρον.
292Ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὡς ἐγὼ τὰ ἐννοῶ, τί δυνάμεθα
293νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῶν Δυνάμεων; Δυνάμεθα ἆρά γε νὰ ἐλ-
294πίσωμεν οὐ μόνον τὴν ἐπάνοδον τοῦ καθεστῶτος, ἀλλὰ καὶ
295προσθήκην ἐγγυήσεων; Δὲν γινώσκω τίνες εἶναι αἱ ἐγγυή-
296σεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ὑποθέτω ὅτι
297θὰ ἔχωσιν ἁγνὸν, ἄμικτον πάσης ἰδέας ὑποχωρήσεως, Ἑλ-
298ληνικὸν χαρακτῆρα· διότι, ἐὰν εἶναι ἐγγυήσεις, ἀφορῶσαι
299μόνον εἰς τὴν πληρεστέραν ἐξασφάλισιν τῆς Τουρκικῆς κυ-
300ριαρχίας, εἰς τὴν πρόληψιν τῶν ἀπροόπτων γεγονότων, τὰ
301ὁποῖα τοσοῦτον φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις, τότε ἡ ἀλληλοκτο-
302νία τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς λαμβάνει ὄψιν ἀποτροπαιο-
303τέραν. Δὲν πιστεύω νὰ ἦναι τοιαῦται αἱ ἐγγυήσεις, ἀλλὰ
304δὲν ἔχω ποσῶς τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ Δυνάμεις
305νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ καθεστὼς ἄνευ σπουδαίων παροχῶν πρὸς
306τὸν διακινδυνεύσαντα ἐκεῖνον λαὸν, διότι ἐξετέθη εἰς τὸν
307κίνδυνον τῆς καθ’ ἑαυτοῦ ἐπιθέσεως τῆς Τουρκίας καὶ εἰσέτι
308διατελεῖ ἐκτεθειμένος εἰς τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ἐὰν δὲ ἔχω
309τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ καθεστὼς δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπανα-
310φέρῃ ἡ Εὐρώπη ἄνευ παροχῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω σπου-
311δαίως τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς πρὸς ἐξασφάλισιν
312τῆς ἰσορροπίας ἐγγύησις ἐθνικὴ, ὅταν πάντες τὴν ἐννοοῦμεν;
313Βεβαίως τὸ εὐχόμεθα· δυνάμεθα ἅπαντες ν’ ἀνταλλάξω-
314μεν μάλιστα τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν πρὸς τοιοῦτον μέγα διὰ τὸ
315Ἔθνος ἡμῶν γεγονὸς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι χίμαιρα σή-
316μερον! Τούτου τεθέντος, τί ἕπεται; ἕπεται ὅτι μετὰ τὴν
317δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Ἑλλὰς δέον νὰ προπα-
318ρασκευάζηται εἰς πόλεμον· τὸν πόλεμον δὲν τὸν ζητοῦμεν
319ἡμεῖς, μᾶς τὸν ἐπιβάλλει αὐτὴ αὕτη ἡ Εὐρώπη, καὶ εἶναι
320ἀδύνατον νὰ διεκφύγωμεν τοῦ σιδηροῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον
321τὰ γεγονότα μᾶς περιέσφιξαν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω
322ἀτομικὴν γνώμην ὑπὲρ τοῦ πολέμου, οὐδὲ νὰ κηρυχθῶ πο-
323λεμικὸς ἐξ αἰσθήματος φιλοπατρίας, διότι τὰ πράγματα
324καὶ ἡ προβαίνουσα ἀνέλιξις αὐτῶν μαρτυροῦσιν ὅτι, ὅ,τι
325καὶ ἂν πράξωμεν, ὁ πόλεμος εἶναι ἀναπόφευκτος.
326Ἀλλ’ ἂν εἶναι ἀναπόφευκτος ὁ πόλεμος, τίνων ἔχομεν
327ἀνάγκην; Τὸ πρώτιστον πάντων εἶναι πλήρης καὶ ἀναμφι-
328σβήτητος ὁμοφωνία ἐν ταῖς ἐνεργείαις, εἰς τὰς ὁποίας προ-
329βαίνομεν, καὶ ἐν ταῖς θυσίαις, εἰς ἃς θὰ ὑποβληθῶμεν. Διὰ
330τοῦτο ἤκουσα μετ’ εὐχαριστήσεως τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
331ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτε καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς
332οἰκίας του, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερε τὴν γνώ-
333μην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς περιστάσεσι ταύταις πρέπει
334ν’ ἀντιπροσωπεύῃ σύμπαν τὸ Ἔθνος, νὰ εἶναι πανσθενής.
335Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Τρικούπης ν’ ἀπευθύνω αὐτῷ
336μετὰ τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ὀφείλω καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν αὐτοῦ
337ἀξίαν καὶ εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, τὴν παρατήρησιν ὅτι οἱ ὡ-
338ραῖοι ἐκεῖνοι λόγοι ἐξουδετερώθησαν διὰ τῶν ἑπομένων. Διὰ
339νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις πανσθενὴς, πρώτιστα πάντων ἀπαι-
340τεῖται τὰ συνιστῶντα αὐτὴν πρόσωπα ν’ ἀπολαύωσιν ἀμέ-
341ριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Τόπου, τοῦτο δὲ κυρίως ἠρνή-
342θη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ
343κ. Τρικούπης δὲν εἶναι ἁπλοῦς Βουλευτής· εἶναι ἀρχηγὸς
344σπουδαίας μερίδος καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Τόπου καὶ ὡς
345τοιοῦτος ἔχει πολὺ ἀνώτερα καθήκοντα· πᾶς λόγος αὐτοῦ
346ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξω-
347τερικῷ, διότι ἐκφράζει τὰς ἰδέας μεγάλου παράγοντος τῶν
348ἐθνικῶν δυνάμεων. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἡ τῷ
349ὄντι πάνδημος ὑποδοχὴ, ἧς ἔτυχε κατὰ τὴν ἐκ τῆς Ἑσπερίας
350ἐπάνοδόν του, ἀνεφέρετο μόνον εἰς τὴν προσωπικὴν πρὸς αὐτὸν
351ὑπόληψιν τοῦ Τόπου, ἣν ποσῶς δὲν ἀμφισβητῶ, ἀπατᾶται·
352ἡ ὑποδοχὴ ἐκείνη ἦτο κυρίως ὑπόμνησις τῆς εὐθύνης, τὴν ὁ-
353ποίαν φέρει ὁ κ. Τρικούπης ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ ζητήμα-
354τος ἐπανερχόμενος μάλιστα ἐκ περιοδείας, καθ’ ἣν βεβαίως
355ἐξετέλεσε τὸ πατριωτικὸν αὐτοῦ καθῆκον.
356Ἐγὼ αὐτὸς ἐθεώρουν, καὶ τὸ διακηρύττω ἀνεπιφυλάκτως,
357ἑτερόπουν τὴν πολιτικὴν μηχανὴν ἐπὶ τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ κ.
358Τρικούπη. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων ἀπήτει τὴν πα-
359ρουσίαν αὐτοῦ, ἧς ἄνευ ἡ ἀποφασιστικὴ δρᾶσις ἀμφοτέρων
360τῶν μερίδων ἦτο ἀδύνατος. Τοιαύτην εἶχεν ἔννοιαν ἡ ὑποδο-
361χὴ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν τῆς προσωπικῆς
362ἐκτιμήσεως, εἰ καὶ ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐκτί-
363μησις, τόσον βαρυτέρα καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη εὐθύνη. Ἀλλ’
364ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, ὅταν εἶπεν ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἔχει
365ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ σήμερον κυβερνῶντα, καὶ
366μάλιστα ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, δὲν ᾐσθάνθη
367κλονισμὸν, δὲν ᾐσθάνθη ὅτι οἱ λόγοι του μεταδιδόμενοι εἰς
368τὸν Τόπον, θὰ ἐπιφέρωσιν ἀποθάῤῥυνσιν, ὅτι μεταδιδόμενοι εἰς
369τὸν στρατὸν θὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπιβλαβῶς, ὅτι ἐξερχόμενοι
370τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀποβῶσιν ἔτι ἐπιβλαβέστεροι;
371Ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις διαχειρίζεται τη-
372λικοῦτον ἐθνικὸν ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις,
373ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη θὰ ἐμπνεύσῃ ἐνθουσιασμὸν εἰς τὸν
374στρατὸν, ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Τόπον, φόβον εἰς τοὺς ἐχθροὺς;
375ἐγγυήσεις εἰς τὰς Δυνάμεις; Ἐννοῶ, ὅτι αἱ ἐπιφυλάξεις αὗται
376εἶναι συνήθεις ἐν τῇ κανονικῇ μεταξὺ τῶν κομμάτων πάλῃ,
377ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς περιστάσεις ὁμαλὰς διὰ νὰ μὴ
378ἀποχωρισθῶμεν τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς, τῆς πολιτικῆς
379τῆς προσωπικῆς προσδοκίας, ἥτις ὅσον καὶ ἄν ἦναι εὐγενὴς
380καθ’ ἑαυτήν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπιτετραμμένη καὶ νόμιμος
381ἐν ταῖς ἐσωτερικαῖς ἁμίλλαις, τόσον δύναται νὰ βλάψῃ, δύ-
382ναται, τολμῶ νὰ εἴπω, νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς κατὰ τὰς
383παρούσας κρισιμωτάτας στιγμάς. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ
384νὰ ἐλέγξω προσωπικῶς τὸν κ. Τρικούπην, διότι ἔχω τὴν πε-
385ποίθησιν, ὅτι ὑπομιμνήσκων αὐτῷ ἁπλῶς ταῦτα, ἐὰν κα-
386τορθώσω νὰ πείσω αὐτὸν, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πορεία του δύ-
387ναται νὰ βλάψῃ ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν
388ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ τιμὴ τῆς Πατρί-
389δος, ἔχω, λέγω, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ ἐκ-
390πληρώσῃ τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον διὰ πάσης θυσίας. Καὶ οὕτω
391πρέπει νὰ γίνῃ, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρασταθῶμεν σοβαροὶ πρὸς
392τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅστις ἀτενίζει πρὸς ἡμᾶς, καὶ
393πείσωμεν αὐτὸν, ὅτι παρασκευαζόμεθα ἀληθῶς εἰς πόλεμον
394πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Τοῦτο πρέπει νὰ
395γίνῃ, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρὸν μετὰ πι-
396θανότητος ἐπιτυχίας. Εἶναι ἀνυπολόγιστοι αἱ θυσίαι, εἰς τὰς
397ὁποίας θὰ ὑποβληθῇ ὁ Τόπος καὶ μέγιστοι οἱ κίνδυνοι, εἰς
398τοὺς ὁποίους θὰ ἐκτεθῇ. Ἂν δὲν ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν
399πραγμάτων Κυβέρνησις ἀπολαύουσα ἀμέριστον τοῦ Τόπου
400τὴν ἐμπιστοσύνην, Πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς θυσίας
401ταύτας; Πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον ἐνώπιον
402τῶν κινδύνων;
403Δὲν γνωρίζω ἂν ἕνεκα τούτου δὲν δεικνύωσι τὴν προ-
404σήκουσαν τόλμην εἰς τὰ μέτρα, ἅπερ ὑποβάλλουσιν ἐνώπιον
405τῆς Βουλῆς οἱ Ὑπουργοὶ, διότι ἀγνοῶ τοὺς ὑπομυχίους τῶν
406Κυβερνώντων διαλογισμούς· ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ἀδι-
407στάκτως, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε προταθέντα μέτρα, καὶ δὴ τὰ
408οἰκονομικὰ—διότι αὐτὰ εἶναι τοῦ πολέμου τὰ νεῦρα —πᾶν
409ἄλλο δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν, ἢ εἰς μὲν τὸν Τόπον τὴν
410πεποίθησιν, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν, ἢ εἰς δὲ τὸν ἐχθρὸν τὸν φό-
411βον, ὅτι θὰ πολεμηθῇ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἤδη ἡ στιγμὴ τῆς
412εὐρείας ἐξετάσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν μέτρων, ἀλλ’
413εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος καὶ περὶ αὐτῶν, διότι ἐκ τῶν
414οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, θὰ ἐξα-
415χθῇ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς αὐτῆς γνώμη. Φρονῶ, ὅτι τὸ δά-
416νειον, τὸ κληθὲν, ἀγνοῶ διατὶ, πατριωτικὸν, μεθ’ ὅλας τὰς
417τροπολογίας τὰς χθὲς ὑποβληθείσας παρὰ τοῦ κ. Πρωθυ-
418πουργοῦ, δὲν θ’ ἀποφέρῃ τοὺς προσδοκωμένους καρποὺς, ἀλ-
419λὰ καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς ἀποφέρῃ, τὸ θεωρῶ ὅλως
420ἀνεπαρκές. Θεωρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν καταναγκα-
421στικῶν εἰσφορῶν οὐδὲν θὰ προσπορίσῃ τῷ Δημοσίῳ, διότι ἡ
422κράτησις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν συνταξιού-
423χων θὰ γίνῃ κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα τῆς ἀνεχείας τοῦ Ταμείου,
424τὰ δὲ λοιπὰ εἶναι ἐλάχιστα· ἔχει δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
425καὶ ταύτην τὴν οὐ μικρὰν ἀτέλειαν, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται οὐ
426μόνον περὶ γενικῶν τοῦ Ἔθνους καὶ ὑψίστων συμφερόντων,
427ἀλλὰ περὶ συμφερόντων ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ γε-
428νεᾶς γενεῶν, ἀφορᾷ εἰς ὡρισμένον χρόνον, ὅστις δύναται νὰ
429ᾖ ἐλάχιστος, ἀπευθύνεται δὲ εἰς ὡρισμένην τάξιν πολιτῶν,
430παρ’ ὧν, ὅσον καὶ ἂν τοὺς πιέσῃ τις, δὲν δύναται νὰ λάβῃ
431εἰμὴ ἐλάχιστα.
432Αἱ μεγάλαι εἰσφοραὶ γίνονται ἀπὸ τὰ πλήθη· ὅταν ὁλό-
433κληρον τὸ Ἔθνος συντρέχῃ, τότε πληροῦται τὸ Δημόσιον
434ταμεῖον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι εἰδικώτερον, ἀλλὰ δὲν δύνα-
435μαι καὶ νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν, ἣν μοὶ προξενεῖ ἡ ἐν τῷ
436νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιλαμβανομένη διάταξις, καθ’ ἣν καὶ
437αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἀντιμετωπίσωσι
438τὸν ἐχθρὸν, περικόπτεται ὁ γλίσχρος μισθὸς, ἐνῷ, ὅπως γνω-
439ρίζετε πάντες, εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη, προκειμένου πολέμου, αὐ-
440ξάνεται μάλιστα ἡ χορηγία τῶν στρατιωτικῶν.
441Ἀνάγκη ἑπομένως οἰκονομικῶν μέτρων σπουδαίων καὶ σο-
442βαρῶν, ὧν ἄνευ ὁ πόλεμος εἶναι ἢ ἀδύνατος ἢ ἀφροσύνη·
443ἀλλὰ διὰ νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν
444πεποίθησιν ὁ Τόπος ἐπὶ τῆς ἰσχύος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν
445ἀμφισβητοῦσιν οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν οὔτε
446τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελούντων τὴν
447Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν φιλοπατρίαν αὐτῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ
448βλέπω ταύτην ἀμφισβητουμένην ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ἔχου-
449σι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἀμφισβητῶσι, διὰ
450τοῦτο ἐποίησα λόγον. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦ-
451σιν, ὅτι μικταὶ ἢ, ὡς ἐκλήθησαν, Οἰκουμενικαὶ Κυβερνήσεις
452ὠφελοῦν· ἔχομεν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεψε πᾶσαν
453ἐκ τοιούτων Κυβερνήσεων προσδοκίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι δύ-
454νανται νὰ τελεσθῶσι τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε χωρὶς ν’
455ἀπολέσῃ τις τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀξιοπρέπειαν, νὰ δυνηθῇ νὰ
456μεταδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τὴν
457πεποίθησιν, ὅτι πᾶν τὸ ὑπὸ τῶν διεπόντων τὰ πράγματα
458τῆς Πατρίδος ἐν ταῖς κρισίμοις ταύταις περιστάσεσι τε-
459λούμενον ἔχει τὴν ἐπιδοκιμασίαν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο,
460ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ προϊὸν τῆς συνεργασίας ὅλων τῶν πρὸς
461τοῦτο δυναμένων.
462Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τί φρονεῖ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητή-
463ματος ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· νομίζω ὅμως ὅτι
464ἔχει τὸ καθῆκον νὰ εἴπῃ ἀνεπιφυλάκτως τὴν γνώμην του,
465ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ
466τὸ ἀντιστοιχοῦν ἑαυτῇ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπαρ-
467κεῖται εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ καθεστῶτος, ἀλλ’ ἀπῄτησε
468προσέτι ἐγγυήσεις, ἐνῷ ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη λε-
469χθέντων ἐξάγεται, ὅτι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φρο-
470νεῖ, ὅτι καὶ μόνη ἡ ἀνόρθωσις τοῦ καθεστῶτος εἶναι ἱκανὴ
471νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Τοιαύτη ἔκφρασις ὑπάρχει
472ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ, τῷ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφωνη-
473θέντι. Ἂν ἐν τῇ διαλεκτικῇ δεινότητι, ἥτις διακρίνει τὸν
474κ. Τρικούπην, ἠδυνήθη οὗτος νὰ εἴπῃ πράγματα, ἅπερ
475συνεκάλυπτον τὸ φρόνημά του, ἡ κεντρικὴ αὐτοῦ ἰδέα εἶναι
476ἀναντιῤῥήτως αὕτη. Ἀλλὰ ἂν τοιαύτην ἔχῃ γνώμην ὁ κ.
477Τρικούπης, ἔχει ἱερὸν καθῆκον νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς
478ἀντιθέτου πολιτικῆς καὶ νὰ εἴπῃ σαφῶς εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι
479ταύτην τὴν πολιτικὴν ἐφαρμόζων ὁ Τόπος δύναται νὰ πά-
480θῃ. Ἐὰν δὲ συμμερίζεται τὴν προέχουσαν γνώμην τῆς Κυ-
481βερνήσεως, τότε ὀφείλει νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτῆς. Ἂν ὅ-
482μως ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν διεκήρυξεν, ὅτι ἔχει πρὸς τὴν
483Κυβέρνησιν, ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγά-
484λου ἐθνικοῦ ζητήματος, ἔχει τὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ
485ἀντεπεξέλθῃ κατ’ αὐτῆς. Ταῦτα λέγω οὐχὶ διὰ νὰ ἐλέγξω
486τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ἀπὸ τούτου νὰ
487ἀρχίσωμεν, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κόσμον νὰ ἐννοήσῃ,
488ὅτι θέλομεν τὸν πόλεμον πάντες. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐννοήσῃ ὁ
489Τόπος, ἐὰν περὶ τούτου δὲν πεισθῶσιν οἱ ἐκτὸς ἡμῶν, εἴ-
490μεθα χαμένοι. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις
491ταύτας. Ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωσε καθαρῶς τὸ πρόγραμμα
492αὐτῆς. Δὲν παραδέχομαι τὸ σύνολον τῆς πορείας της, ἀλλ’
493ἀποδέχομαι τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων θέσιν ἕνεκα τῆς
494πεποιθήσεως, ἣν ἔχω, ὅτι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ζητοῦ-
495σιν εἴτε ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἴτε ὁ κ. Τρικούπης, θέλει πραγ-
496ματοποιηθῆ καὶ ἑπομένως ὅτι θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσ-
497τρέξωμεν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ἀλλὰ
498δὲν τολμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ
499κ. Δηλιγιάννης ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ, ἀπευ-
500θυνόμενος πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον, εἶπέ τι, τὸ ὁποῖον ἔκαμε
501νὰ σκιρτήσῃ ἡ καρδία μου, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἐσκίρ-
502τησεν ἡ καρδία καὶ ὑμῶν ἁπάντων: «Ἄν ἀνατρέξῃ τις,
503εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν 50 ἐτῶν,
504δηλαδὴ εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς βασιλευομένης Ἑλλά-
505δος, δὲν θέλει ἀπαντήσει ἐπιτευχθέντα ὑπὸ τῆς πολιτικῆς
506τῆς Ἑλλάδος ἀποτελέσματα τοιαῦτα, οἷα ἐλπίζει ὁ κ. Δη-
507λιγιάννης, ὅτι ἐπετεύχθησαν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν
508αὑτοῦ.» Λέγω δὲ, ὅτι ἐσκίρτησεν ἡ ψυχή μου, διότι ἀνευ-
509ρίσκω ἐν τῇ ἱστορίᾳ ταύτῃ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος
510κατὰ μὲν τὸ 1864 ἔφερεν εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρὸς τὴν
511προσφιλῆ θυγατέρα Ἑπτάνησον, κατὰ δὲ τὸ 1881 τὴν
512Θεσσαλίαν καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ
513ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ὄντως τοιαῦτα ἐπετεύχθη-
514σαν ἀποτελέσματα, ἁπλῶς μόνον ἂν προσδοκῶνται τοιαῦ-
515τα σπουδαίως, δὲν ἔχομεν εἰμὴ νὰ ἐλπίζωμεν καὶ νὰ εὐ-
516χώμεθα, ὅπως αἱ ἐλπίδες αὗται κατασταθῶσι πρᾶγμα.
517Ἀλλ’ ὅπως εἰσακουσθῶσιν αἱ εὐχαὶ ἡμῶν καὶ πραγμα-
518τοποιηθῶσιν αἱ ἐλπίδες μας, ἀπαιτεῖται ἐνέργεια ἀνένδο-
519τος καὶ σοβαρὰ, θάῤῥος καὶ πίστις, ἀπαιτεῖται πρὸ πάντων
520ἀποφασιστικὴ, εἰλικρινής, ἀνεπιφύλακτος ἁπάντων ἡμῶν
521σύμπραξις, ἧς ἄνευ οὐδὲν κατορθοῦται. Τοιαύτην ὁμοφω-
522νίαν συνιστῶν, ὀφείλω νὰ διακηρύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
523καὶ τοῦ Ἔθνους, ὅτι θέλω ταχθῆ ἐν αὐτῇ ἁπλοῦς στρα-
524τιώτης, τελευταῖος μὲν ἐν ἀριθμῷ, ἀλλ’ οὐχὶ ἔσχατος ἐν τῇ
525τάξει τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος.
526(Χειροκροτήματα).
527§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
528§9ΚΟΥΣΤΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
529§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κούστας ἔχει τὸν λόγον.
530§11ΚΟΥΣΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ἕνδεκα ἡμερῶν συνην-
531τήθημεν ἐνταῦθα καὶ συνεκλήθημεν ἐκτάκτως, διὰ νὰ συσκε-
532φθῶμεν περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν
533τῇ πρώτῃ ἡμῶν συναντήσει μᾶς ἐξέθεσε τὶ συμβαίνει. Μᾶς εἶ-
534πεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπισήμου καὶ πολυτίμου ἀσθενοῦς, βα-
535ρέος πάσχοντος ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῆς λύσεως τοῦ
536Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὀνομάζεται δὲ οὗτος «Ἑλληνισμός.»
537Μᾶς ἐξέθεσεν ἐν ἐκτάσει τὰ τῆς νόσου, καὶ τὴν θεραπείαν, τὴν
538ὁποίαν ἔκαμεν ἕως σήμερον, καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν
539ὅλων ἡμῶν. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἕκαστος τῶν Βουλευ-
540τῶν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὄχι δι’ ἑνὸς ξηροῦ ναὶ ἢ
541δι’ ἑνὸς ξηροῦ ὄχι. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἀνέβην τὸ βῆμα, διὰ νὰ
542φέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὡς ὁ ἔσχατος τῶν κ. συνα-
543δέλφων μου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας.
544Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλὰ, διότι πολλοὶ τῶν καλλιτέ-
545ρων ῥητόρων τῆς Βουλῆς ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου
546τούτου, ἀντάξια τῶν περιστάσεων καὶ τῆς σημερινῆς ἐπο-
547χῆς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὑστέρησαν νὰ εἴπωσιν, ἢ ἐγὼ
548δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀκούσω, εἶναι, ὅτι ὅλοι ἐζήτησαν πόλεμον,
549ἀλλὰ δὲν ἐπρότειναν διὰ τίνων μέσων νὰ γείνῃ οὗτος. Δὲν
550θέλω λοιπὸν ἀσχοληθῆ εἰς ἄλλο τι, παρὰ ἂν τὰ μέτρα, τὰ
551ὁποῖα ἄχρι τοῦδε ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐπαρκῆ, ἀφοῦ
552τὸ Ἔθνος ἀπεφάσισε νὰ πολεμήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν εἰς
553ἐνέργειαν δύο τινά, τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς
554ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατόπιν δὲ μᾶς ὑπέβαλε καὶ τὸ
555πατριωτικὸν δάνειον. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ἡ λεγομένη ἀναγ-
556καστικὴ κυκλοφορία ἔχει διπλῆν δύναμιν ἐνεργείας· ἡ μὲν
557εἶναι καταπραϋντική, ἡ δὲ ἀναπτύσσει πόνους· τὰ ἀποτε-
558λέσματα ὅμως θὰ φανῶσι κατόπιν καὶ θὰ ἦναι ὀλέθρια διὰ
559τὸν Τόπον. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ βαδίσωμεν εἰς τὰ
560πρόσω καὶ τότε παύει ἡ δευτέρα ἐνέργεια τοῦ φαρμάκου
561τούτου. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπιστρατείαν, σᾶς λέγω ὅτι
562τὸ φάρμακον αὐτὸ (θόρυβος) Διατί, κύριοι, θορυβεῖσθε,
563διότι ἠκούσατε τὴν λέξιν φάρμακον; Σήμερον συνήλθο-
564μεν ἐκτάκτως, διότι ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχει τὸν ἔσχατον
565κίνδυνον καὶ ὀφείλομεν ἕκαστος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην
566του· πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν καὶ νὰ ἀκουώ-
567μεθα, διότι εἴμεθα μᾶλλον ὡς ἐν Ἰατροσυμβουλίῳ ἐνταῦθα.
568Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία εἶναι φάρμακον δραστή-
569ριον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὸ φάρμακον
570αὐτὸ διὰ μιᾶς. Εἶναι μὲν ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δοθῇ
571κατὰ δόσεις. Προτείνω λοιπὸν καὶ προσθέτω εἰς ὅσα ἄχρι τοῦδε
572ἐλέχθησαν, ὅτι διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀ-
573ποτέλεσμα σωστικὸν διὰ τὸν Τόπον μας καὶ διὰ τὸν Ἑλλη-
574νισμόν, πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα δραστηριώτερα. Καὶ πρῶ-
575τον διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐθνικὴ σύμπραξις καὶ ὁμοφωνία, ὄχι
576μόνον πρέπει νὰ λάβωσι μέρος καὶ συνεργασθῶσιν οἱ παρόν-
577τες βουλευταί, ἀλλ’ ἂν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρίσκωνται ἄνδρες
578εἰδικοὶ καὶ ἀπολαύοντες ὑπολήψεως ἐθνικῆς, νὰ ζητηθῇ ἡ
579γνώμη των καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἢ καὶ νὰ λάβωσι μέρος
580εἰς τὰς συσκέψεις τῆς Βουλῆς. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αὐτὸ εἶναι
581δύσκολον μάλιστα, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις
582ἔκτακτα μέτρα πρέπει νὰ λαμβάνωνται. Δεύτερον προτείνω
583ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον ἐπικρατεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ συνε-
584δριάζῃ τακτικῶς, καὶ ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος εἶ-
585ναι μεγάλαι, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν εἶναι
586χρήσιμοι εἰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, νὰ σχηματισθῇ
587πολυμελὴς Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐργάζηται ὑπὸ τὴν
588ἐποπτείαν τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς συνεδριαζούσης ἐπιτρο-
589πῆς τῆς Βουλῆς.
590§12ΤΟΜΑΝ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
591§13ΚΟΥΣΤΑΣ. Μάλιστα.
592§14ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔλθῃ καταλληλοτέρα στιγμὴ
593νὰ ἀναπτύξητε αὐτὰ καὶ ἡμεῖς νὰ τὰ ἀκούσωμεν μετὰ με-
594γαλειτέρας προσοχῆς, ὅταν εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ
595μέτρα, τὰ ὁποῖα τῇ ὑπηγόρευσαν αἱ περιστάσεις. Τώρα μὲ
596ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὴν ἡλικίαν σας, σᾶς
597παρατηρῶ, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βα-
598σιλικὸν Λόγον.
599§15ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως ὁμιλῶ καὶ ἐγώ.
600Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνω, ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην
601συζήτησιν.
602§16ΤΟΜΑΝ. Μὲ συγχωρεῖτε.
603§17ΚΟΥΣΤΑΣ. Προτείνω λοιπὸν ὡς τρίτον μέσον, διὰ νὰ
604ὑπάρξῃ ἡ λεγομένη ἐθνικὴ ὁμοφροσύνη, οἱ προϊστάμενοι τῶν
605κομμάτων πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ δώσωσι τὰς χεῖρας καὶ νὰ
606ὁμονοήσωσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν τοῦτο; ὄχι· καὶ
607ἔχετε πρόσφατον παράδειγμα τὴν Οἰκουμενικήν. Λοιπὸν πῶς
608πρέπει νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν; Καλὸν εἶναι λοιπὸν οἱ ἐξέ-
609χοντες ἄνδρες νὰ παρακληθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ
610τὸν Βασιλέα νὰ δεχθῶσιν ἐξωτερικήν τινα ἀποστολὴν καὶ
611νὰ μιμηθῶσι τὸν Θιέρσον κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλε-
612μον· οὕτω δὲ καὶ ἐσωτερικῶς θὰ ἐπικρατήσῃ ὁμοφωνία, καὶ
613ἐξωτερικῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐπαξίως.
614Καὶ ταῦτα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος. Καθ’ ὅ-
615σον δ’ ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, καλῶς ἔπραξεν ἡ
616Κυβέρνησις καλέσασα εἰς ἐπιστράτευσιν τὰς ἡλικίας, ἃς ἐκά-
617λεσεν· οὐχ ἧττον ὅμως ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν ὀλίγον κατ’ ὀλί-
618γον, ὡς προεῖπον. Ἐκτὸς τούτου, ἂν θὰ πολεμήσωμεν, προτεί-
619νω ὡς ἐνεργὸς στρατὸς νὰ θεωρηθῶσιν οἱ ἔχοντες ἡλικίαν
620ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 30, καὶ ὡς πρώτη στρατιωτικὴ
621ἐφεδρεία οἱ ἀπὸ τοῦ 31 μέχρι τοῦ 40.
622Μετὰ τὴν σύνταξιν οὕτω τοῦ στρατοῦ ὀφείλομεν νὰ ἐξε-
623τάσωμεν τὸ σπουδαιότερον· καὶ σήμερον νομίζω, εἶναι κα-
624τάλληλον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ τοῦ Δημοσθένους· «Δεῖ
625δὴ χρημάτων». Πρέπει νὰ εὕρωμεν λοιπὸν τὰς πηγὰς τὰς
626χρηματικάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα
627ταῦτα. Καὶ πρῶτον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀνα-
628βαίνει εἰς 70 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσω-
629μεν πολλὰ κονδύλια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τὰ
630προσθέσωμεν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
631τῶν Ναυτικῶν, βεβαίως ἐξ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ
632ἠμπορέσωμεν νὰ εὕρωμεν ἓν ποσὸν ἀρκετὸν διὰ νὰ οἰκονο-
633μήσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Δεύτερον ὅλοι οἱ Ἕλ-
634ληνες εἶναι εὔποροι, ἀλλὰ μᾶλλον κτηματίαι. Ἡ Κυβέρνησις,
635ἐπαναφέρουσα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὤφειλε νὰ
636συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ χορηγηθῶσι δάνεια
637ἐπὶ κτηματικῇ ἀσφαλείᾳ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τί περιμένο-
638μεν ἐκ τῶν ὀλίγων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἐπορίσθη
639ἡ Κυβέρνησις; Καλὸν εἶναι λοιπὸν ὄχι μόνον ἡ Ἐθνικὴ
640Τράπεζα, ἀλλ’ ἂν ἦναι δυνατὸν καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας νὰ
641δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐκκοπῆς τραπεζικῶν γραμματίων καὶ νὰ
642ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι αἱ
643περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦν· διότι οὕτω πως θὰ δυνηθῶσιν οἱ
644ἄνθρωποι νὰ συνεισφέρωσι τὸ χρῆμά των εἰς τὴν μεγάλην
645αὐτὴν ἀνάγκην τῆς Πατρίδος. Ἄν, ἐπὶ παραδείγματι, δα-
646νείσῃ 500 δραχμὰς τὸν ἐλάχιστον πολίτην ἐπὶ κτηματικῇ
647ἀσφαλείᾳ καὶ τοῦ κρατήσῃ 50 δραχμὰς διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀ-
648νάγκην, εὐχαρίστως θὰ δεχθῇ οὗτος τὴν εἰσφορὰν ταύτην.
649Τρίτον οἱ δημοτικοὶ πόροι κατὰ τὸ πλεῖστον πρέπει νὰ δια-
650τεθῶσι διὰ τὸν γενικὸν τοῦτον σκοπόν. Τέταρτον γνωρίζο-
651μεν καλῶς, ὅτι οἱ ἔξω ὁμογενεῖς πλούσιοι ἔδειξαν τὴν γεν-
652ναιοδωρίαν των πάντοτε· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῶσι
653πράκτορες εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ στείλῃ
654ἄνδρας ἱκανοὺς εἰς ὅλας τὰς Αὐλὰς, δυναμένους νὰ ἀντιπρο-
655σωπεύσωσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ ἔχουν εἰς ἐνεργὸν κίνησιν
656τοὺς ὁμογενεῖς μας. Δὲν πιστεύω ποτὲ οἱ πλούσιοι, καὶ εἶ-
657ναι ἀρκετοὶ εἰς τὸ Κράτος μας, νὰ μὴ θελήσουν νὰ δώσῃ
658ἕκαστος τὸ δέκατον τῆς περιουσίας του διὰ τὸν ἐθνικὸν τοῦ-
659τον σκοπὸν καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ τ’ ἄλλα 9|10 τῆς πε-
660ριουσίας του.
661Καὶ ταῦτα, κύριοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθόσον ἀφορᾷ τὰ
662οἰκονομικὰ μέτρα.
663Ἀποτείνομαι ἤδη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν πα-
664ρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ πεισθῇ, ὅτι ἂν τὸ κίνημα, τὸ ὁ-
665ποῖον ἐγένετο εἰς Φιλιππούπολιν, τὸ παραβλέψωμεν, καὶ
666ἂν δὲν ληφθῶσιν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα, γνωστῆς οὔσης καὶ
667τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἄν, λέγω, τὸ παραβλέψωμεν καὶ δὲν
668ὑπάγῃ αὐτὸ ἐμπρός, καὶ δὲν δυνηθῶμεν δι’ ὅλων τῶν δυ-
669νατῶν μέσων νὰ τὸ φέρωμεν εἰς πέρας, λέγω, ὅτι τὰ δύο
670ταῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἤτοι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
671φορία καὶ ἡ ἐπιστρατεία, θέλουν εἶσθαι τὰ δύο μεγαλείτερα
672κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ διαταράξουν τὸ Κράτος ἐσωτερικῶς καὶ
673ἐξωτερικῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ χάσῃ τὸ γόητρόν της. Τὸν παρα-
674καλῶ λοιπὸν νὰ λάβῃ θάῤῥος καὶ νὰ προβῇ ἐμπρὸς, καὶ δὲν
675ἀμφιβάλλω, ὅτι τὸ κίνημα αὐτὸ θὰ λάβῃ αἴσιον πέρας.
676Κύριοι Βουλευταὶ, ἤλθατε ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας σας καὶ
677ὅλοι εἴδατε τὸν ἐνθουσιασμὸν ὄχι μόνον τῶν ἐπιστράτων,
678ἀλλ’ ὅλων ἐν γένει τῶν κατοίκων. Ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς
679εἶναι ἅγιος, εἶναι ἱερὸς, εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν, διότι ὁ Θεὸς
680ποτὲ δὲν ἐγκατέλιπε τὴν Ἑλλάδα. Σᾶς λέγω λοιπὸν, σε-
681βασθῆτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἔθνους καὶ μὴ σβύσητε
682αὐτὸν, διότι δὲν θὰ τὸν εὕρητε ποτὲ ἄλλοτε. Εἶναι ἐνθου-
683σιασμὸς πολύτιμος· διότι ὁ ἐπίστρατος, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸν
684οἶκόν του, ἔλαβε τὴν εὐχὴν τῆς γηραιᾶς μητρός του, τοῦ
685εἰς τὴν κλίνην ἕνεκα γήρατος κατακειμένου πατρός του,
686τῆς νεαρᾶς συζύγου του. Τῷ εἶπον: «ὕπαγε, ἡ φωνὴ τῆς
687Πατρίδος σὲ κράζει· ἢ νὰ ἐπιστρέψῃς νικητὴς, ἢ νὰ πέσῃς μα-
688χόμενος ὑπὲρ τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλ-
689ληνισμοῦ».
690§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἑπο-
691μένως ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τρία εἶναι τὰ
692σχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσι τεθῇ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βου-
693λῆς· 1) τὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, 2) τὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου, καὶ 3)
694τὸ τοῦ κ. Δημητρακάκη. Νὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ τοῦ
695κ. Φιλαρέτου.
696§19ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
697«Τὸ Ἔθνος, αἰσθανθὲν τὸν παμμέγιστον κίνδυνον, ὃν δια-
698τρέχει ὁ Ἑλληνισμὸς, προθύμως ἔσπευσεν εἰς τὴν φωνὴν
699τῆς Πατρίδος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς αὐτὴν καθήκον-
700τος. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν αἵματος
701καὶ χρήματος, ἀνυπομόνως ἀναμένει τὸν ἀρχηγὸν τῶν κατὰ
702ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, ἵνα τὸν ὁδη-
703γήσῃ ἐγκαίρως εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ νέας, ἀλλ’ ἀσφαλοῦς
704καὶ δικαίας ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου
705οἰκούντων λαῶν· ἀγογγύστως ἀποσπασθεὶς ἐκ τῶν εἰρηνι-
706κῶν αὑτοῦ ἔργων, πέποιθεν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, καὶ στερουμένη
707τῆς εὐμενείας τῶν ξένων Κυβερνήσεων, θέλει δυνηθῆ δι’ ἀν-
708δρικῆς ἐνεργείας νὰ προσελκύσῃ τὴν ζωηρὰν τῶν λαῶν συμ-
709πάθειαν, διότι ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας σωτηρίας.
710Βασιλεῦ, ἀληθῶς αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος εἶναι κρί-
711σιμοι καὶ ἐπέστη ἤδη ἡ ἀνάγκη μεγάλων θυσιῶν. Οὐδεὶς
712δὲ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ μὲν αἰσία λύσις τοῦ ἀναφυέντος ἐξωτερικοῦ
713ζητήματος θέλει ἑδραιώσει τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πᾶν
714δὲ σφάλμα τῶν ὁδηγῶν αὐτοῦ κριθήσεται αὐστηρῶς ἐν τῇ
715καταλλήλῳ τοῦ ἐλέγχου ἐποχῇ».
716§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο παρα-
717καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
718§21Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς παρεκάλεσα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦ-
719σαν συνεδρίασιν, νομίζω καλὸν νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
720σεως ἡ ψηφοφορία, ἐὰν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι συμφωνῶσι,
721διότι προτείνομεν τροπολογίαν, σπουδαίως διαφέρουσαν τοῦ
722σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς.
723§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ὑποστηρίζοντες τὴν
724δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;
725§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ
726κ. Φιλαρέτου, διότι νομίζω, ὅτι αὕτη ἐκφράζει τὸ γενικὸν
727πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Τόπῳ. Ἡ Κυβέρνησις....
728§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη, δὲν
729πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν. Τρεῖς μόνον ζητοῦσι τὴν
730δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἑπομένως θὰ γείνῃ
731δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦ κ.
732Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι).
733Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ σχέδιον τοῦτο. Νὰ ἀναγνωσθῇ
734τὸ σχέδιον τοῦ κ. Δημητρακάκη.
735§25ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
736«Μεγαλειότατε,
737Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους
738τὸν Βασιλέα ἐν μέσῳ ἡμῶν.
739Τὸ διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου δημιουργηθὲν παρὰ
740τὸν Αἷμον καθεστὼς οὐδεμίαν παρεῖχεν ἐγγύησιν εἰς τὰ ζω-
741τικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ μόνη δὲ ἡ ἵδρυσις
742τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἦτο διηνεκὴς διὰ τὸν Ἑλλη-
743νισμὸν κίνδυνος.
744Τὰ ἐν Φιλιππουπόλει κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος
745μηνὸς συμβεβηκότητα ἦσαν οὐχὶ ἀπειλαὶ, ἀλλ’ ἔργα,
746πρὸς τὰ ὁποῖα δι’ ἔργων ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλλάς.
747Εἰς τὴν φωνὴν αὐτῆς σύσσωμεν ἐγερθὲν τὸ Ἔθνος, ἔδειξε τὴν
748ὁδὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὑτοῦ καὶ ἀναμένει. Οἱ κληθέντες
749εἰς τὰ ὅπλα πολῖται θὰ ἐκπληρώσουν, Βασιλεῦ, τὸ πρὸς τὴν
750Πατρίδα καθῆκόν των.
751Οὐδόλως ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν βάσιν, ἥτις διετυπώθη
752πρὸς τὰς Δυνάμεις, τὴν ἐπάνοδον τῆς ἐντεῦθεν τοῦ Αἵμου
753καθεστηκυίας ἰσοῤῥοπίας. Μίαν ἰσοῤῥοπίαν γνωρίζει τὸ Ἔ-
754θνος· εἶναι νὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Χερσο-
755νήσου τοῦ Αἵμου αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι εἰς τὴν ἐλευθερίαν.
756Ἡ Βουλὴ μετὰ θερμοτάτου ἐνδιαφέροντος θέλει ἀσχολη-
757θῆ εἰς ὅλα τὰ ἐκ τῆς ἐννοίας ταύτης ὑποβληθησόμενα αὐτῇ
758ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς Σου μέτρα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ, Βασι-
759λεῦ, οὔτε ἓν ἰῶτα ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῆς εὐθύνης τῆς Ἐκτελε-
760στιστικῆς Ἐξουσίας διά τε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἡ
761Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι ἀπωλέσθη κρισιμωτάτη στιγμὴ ἐνεργείας,
762καὶ ὅτι αἱ μεγάλαι τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος γραμμαὶ δὲν ἐχα-
763ράχθησαν ἔτι ἐπαρκῶς.
764Ὁ λόγος Σου, Βασιλεῦ, ἐνέχει δίλημμα: Θὰ κηρύξῃς τὸν
765πόλεμον ἢ θὰ κηρύξῃς τὴν εἰρήνην; Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν πέμ-
766ψῃς εἰς τὸ Ἔθνος ἐκ τῆς ὑψηλῆς σκοπιᾶς, ἐφ’ ἧς Σὲ ἔθεσε
767τὸ Σύνταγμα, ἐνθυμοῦ ὅτι ἡ ἐπαμφοτερίζουσα σημαία
768εἶναι παγκόσμιος διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐμπαιγμὸς καὶ συγχρό-
769νως μεγίστη συμφορὰ ἐν τῇ τοῦ χρόνου ἐξελίξει. Ἡ Ἑλλὰς
770τότε θὰ πιστεύσῃ εἰς Σὲ, ὅταν τεθῇς εἰς τὴν πρωτοπορείαν.
771Ὅταν αἱ ἀναμνήσεις τῆς Ἑλλάδος Σὲ ἰδοῦν ἐπὶ τῶν ἔργων,
772καὶ οἱ λίθοι, Βασιλεῦ, τῆς γῆς αὐτῆς θὰ ἐγερθῶσι κατὰ τῆς
773κεφαλῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀδικοῦν.
774Κλίνομεν γόνυ πρὸ τῶν βουλευμάτων τοῦ Ὑψίστου, ἡ
775δεξιὰ τοῦ ὁποίου ἂς δοξασθῇ ἐν ἰσχύϊ.»
776§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον τοῦτο παρα-
777καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀ-
778πέῤῥιψε καὶ τοῦτο. Ἤδη ἔχομεν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτρο-
779πῆς.
780§27Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη δύο ἐκ τῶν
781ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως
782εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ἤδη ὑπολείπεται νὰ τεθῇ τρί-
783τον ζήτημα, ἤτοι τὸ σχέδιον αὐτὸ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βα-
784σιλικοῦ Λόγου ἢ ἄλλη τις πρότασις περὶ αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς
785θέσεως τοῦ ζητήματος ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω.
786Τὸ σχέδιον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου συνετάχθη ὑπὸ τῶν
787μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλι-
788κὸν Λόγον, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τὰ δὲ
789μέλη, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀπέσχον ἀπὸ τῆς
790ὑποβολῆς ἰδίου σχεδίου· τοῦτο δὲ ἔπραξαν, ἑπόμενα εἰς
791τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι, τουτέστι τῆς ὑ-
792ποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς πλειοψηφίας. Εἶπέ τις
793τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἡ ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν ἡ μει-
794ονοψηφία ὑπεσχέθη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν ὑπῆρξεν ἀρ-
795κούντως ἀνεπιφύλακτος, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, δι’ ὧν συνωδεύθη
796ἡ ὑπόσχεσις περὶ ὑποστηρίξεως, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἀ-
797φήρεσαν πολὺ ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης. Δὲν
798συμμερίζομαι τὴν γνώμην ταύτην· νομίζω τοὐναντίον, ὅτι
799θὰ ἀφῄρει πολὺ ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς ὑποσχέσεως πᾶσα ἐ-
800ναντία δήλωσις ἢ παρασιώπησις τοιαύτης δηλώσεως, διότι
801πρὸ πάντων ἐν τοῖς πολιτικοῖς πράγμασιν ἀπαιτεῖται νὰ
802δεικνύωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ὁμιλοῦμεν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ
803καλῇ πίστει· δὲν θὰ ὡμιλοῦμεν δὲ ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ καλῇ
804πίστει ἄν, ἐρχόμενοι ἵνα ὑποσχεθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνη-
805σιν ὑποστήριξιν, ἐλέγομεν ὅτι ἀρνούμεθα τὸ παρελθὸν
806ἡμῶν, ἄν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἐλέγομεν, ὅτι δὲν εἴ-
807χομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤδη ἐλέγομεν
808ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετε-
809βάλομεν γνώμην περὶ αὐτῆς. Ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν
810πρὸς τὸν λαὸν, εἶναι, ὅτι ἐλάβομεν ἀπόφασιν νὰ ὑποστη-
811ρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο οὐδόλως μετέβαλε
812τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, ὅτι οὐδόλως ἐρχόμεθα ν’ ἀρνηθῶ-
813μεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἀλλὰ τοιοῦτοι, ὁποῖοι ἐσμὲν, ἐρχόμεθα
814νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
815Εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι δὲν ἀσπάζεται τὰς μικτὰς,
816τὰς Οἰκουμενικὰς Κυβερνήσεις καὶ δικαίως εἶπε τοῦτο, καὶ
817ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ παρελθόντος, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουσιν αἱ
818τοιαῦται Κυβερνήσεις. Δὲν ἐπέτυχεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρ-
819νησις οὐχὶ, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, διότι δὲν ὑ-
820πῆρξεν εἰλικρίνεια μεταξὺ τῶν συμπραξάντων· τοὐναντίον,
821θεωρῶ ὅτι ἡ μεγαλειτέρα εἰλικρίνεια ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν
822συμπραξάντων, μεταξὺ τῶν κυριωτέρων τοὐλάχιστον ἐξ
823αὐτῶν· τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐν τῇ Οἰκου-
824μενικῇ Κυβερνήσει ὑπῆρξε πλήρης ὁμόνοια μεταξὺ αὐτῶν
825καὶ κατόπιν αὐτῆς οὐδεμίαν εὐκαιρίαν ἀφήσαμεν νὰ πα-
826ρέλθῃ, χωρὶς νὰ διεκδικήσωμεν τὸ σκόπιμον τῶν ἐνεργειῶν
827αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἡ Κυβέρνησις
828ἐκείνη σκοπίμως. Ἀλλ’ ὅμως ἀπέτυχεν ἡ Οἰκουμενικὴ καὶ
829ἀπέτυχεν ἐξ αὐτῆς τῆς ἐλαττωματικῆς συστάσεώς της,
830διότι μικταὶ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι· δύ-
831νανται ἴσως ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς νὰ συντελέσωσιν, ὅ-
832πως ἐξέλθῃ ἀπό τινος δυσχερείας τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐν πε-
833ριστάσεσιν ἐκτάκτοις δὲν δύναται νὰ ἦναι ἰσχυρὰ ἡ Κυ-
834βέρνησις Κοινοβουλευτικὴ, ἔχουσα τὴν ἀμέριστον τῆς πλει-
835ονοψηφίας ἐμπιστοσύνην.
836Ἔχομεν ἀνάγκην Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ
837Κυβερνήσεως ἐπιβαλλομένης εἰς τὸ Ἔθνος διὰ μέσων, μὴ
838καθωρισμένων ὑπὸ τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν· ταύτην τὴν
839Κυβέρνησιν ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θέλει καὶ τὸ Ἔ-
840θνος, καὶ ταύτην τὴν Κυβέρνησιν ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ
841εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἀνήκοντες, νὰ ὑποστηρίξωμεν, οὐχὶ
842ὡς μέλη τῆς πλειονοψηφίας, εἰς ἣν δὲν ἀνήκομεν, ἀλλ’
843ὡς μέλη τῆς μειονοψηφίας, εἰς ἣν ἀνήκομεν, μὴ ἀρνού-
844μενοι τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦντες νὰ φρονῶμεν
845περὶ τῶν προσώπων ὅ,τι ἐφρονοῦμεν μέχρι τοῦδε, ὑπο-
846σχόμενοι ὅμως τὴν εἰλικρινῆ ἡμῶν σύμπραξιν. Τὸ νὰ ζη-
847τῆτε παρ’ ἡμῶν νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον καταβιβάζει
848ἡμᾶς ἐνώπιον ὑμῶν αὐτῶν, ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, οὐ-
849δὲν ἄλλο εἶναι ἢ νὰ ζητῆτε, ὅπως ἡ σύμπραξις ἡμῶν,
850μὴ ᾖ τελεσφόρος. Ἵνα ἔχῃ τὸ κῦρος ἡ σύμπραξις ἡμῶν
851πρέπει νὰ γένηται παρ’ ἀνθρώπων συνεπῶν πρὸς ἑαυτούς,
852ἀλλ’ ἑτοίμων ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης ταύτης νὰ ἐργα-
853σθῶσι κατὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Καὶ ἐπειδὴ ἤδη ἀνάγκη
854εἶναι, ὅπως ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ὑπάρχῃ διαίρεσις, μὴ ὑπάρχῃ
855κομματισμὸς, ὅπως μὴ γίνωνται ἄσκοποι συζητήσεις, διὰ
856τοῦτο ἡμεῖς ἀπέσχομεν ἀπὸ τῶν συζητήσεων τούτων καὶ
857ἀπὸ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
858Βασιλικὸν Λόγον, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν πάντῃ ἄσκοπον.
859Ἐῤῥέθη ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τοῦ πα-
860ρελθόντος, τὰ πρὸ τῆς κρίσεως, ἢ τοὐλάχιστον, παραμε-
861λοῦντες τὰ προγενέστερα, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ μετὰ τὴν
862κρίσιν, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξενέγκωμεν γνώμην περὶ τῆς πο-
863λιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁ-
864ποίαν εἰσῆλθεν ἡ Ἀνατολὴ εἰς κατάστασιν κινδυνώδη,
865ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, ἂν καλῶς ἢ κακῶς
866ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις μὴ καταλαβοῦσα ἐπαρχίας, ἀνηκού-
867σας εἰς γειτνιακὸν Κράτος, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ
868Κυβέρνησις οὕτω διαῤῥυθμίσασα τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως,
869ὡς διεῤῥύθμισεν αὐτά. Ἀλλὰ, κύριοι, εἴδομεν ἐν τῇ ἱστο-
870ρίᾳ Κράτη καταλαβόντα ἐπαρχίας, ἀνηκούσας εἰς ἄλλα
871Κράτη, καὶ κατόπιν τῆς καταλήψεως συζητοῦντα περὶ
872αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εἴδομέν ποτε Βουλὴν συζητοῦσαν πρὸς
873τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, μὴ καταλα-
874βοῦσα ἐπαρχίας ἀνηκούσας εἰς Κράτος, πρὸς ὃ διατελεῖ τὸ
875ἡμέτερον εἰς εἰρηνικὰς, εἰς φιλικὰς σχέσεις. Ταῦτα κα-
876ταβιβάζουσι τὴν Βουλὴν ἀπὸ Σώματος ἐπισήμου, ἔχοντος τὸ
877ὕπατον νόμιμον κῦρος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἰς Σύλλογον συ-
878ζητοῦντα περὶ θεμάτων φιλοσοφικῶν ἢ ἱστορικῶν. Οὕτω
879καὶ περὶ ἐπιστρατεύσεως, πῶς δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν,
880ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διεῤῥυθμίσθησαν τὰ κατ’ αὐτὴν, ἀ-
881φοῦ δὲν γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ δι’ αὐτῆς ἐνέργεια τῆς
882αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον; δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο,
883οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ζητῶμεν νὰ τὸ γνωρίζωμεν,
884ὅσον γνωρίζει αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθε-
885μεν τὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις,
886ἀποβλέπουσα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὀρ-
887θῶς ἐπολιτεύθη περὶ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, διαῤῥυθμίσασα
888ὡς διεῤῥύθμισε τὰ κατ’ αὐτὴν, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν, ὅταν
889ἴδωμεν, ποία ἡ χρησιμοποίησις τῆς ἐπιστρατεύσεως.
890Ἰδίως περὶ οἰκονομικῶν μέτρων δὲν εἴχομεν μέχρι τοῦδε
891ἀφορμὴν νὰ ποιήσωμεν λόγον, ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ἔχωμεν,
892ἐλπίζω, πλείονα ἐλευθερίαν συζητήσεως ἄνευ παραβιάσεως
893τῆς ἀρχῆς τῆς συμφώνου ἐνεργείας Συμπολιτεύσεως καὶ
894Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἔλθωμεν ἐπ’ αὐτὰ ταῦτα τὰ νομο-
895σχέδια. Ἤδη ἐπὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν
896Βασιλικὸν Λόγον, πρὸς τί ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
897νομοσχεδίων; Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἤδη ἐὰν ἡ
898Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκονομικὸν αὑ-
899τῆς σχέδιον. Βεβαίως, ἂν τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σχέδιον
900περιέχεται ἐν τοῖς δυσὶ νομοσχεδίοις τοῖς ὑποβληθεῖσι, δὲν
901δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸ ἐπαρκές, οὐδὲ κατάλληλον.
902Ἀλλ’ εἰσέτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν καὶ πιθανὸν
903εὐθὺς κατόπιν τῆς ψηφίσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασι-
904λικὸν Λόγον νὰ ἴδωμεν ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πλῆ-
905ρες οἰκονομικὸν σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δυνάμεθα νὰ
906ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐκτάκτου ἐνεργείας, ἥτις ἐπι-
907βάλλεται εἰς τὸ Ἔθνος, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δυνάμεθα
908νὰ διεξαγάγωμεν τὰ εἰς ἡμᾶς ἐπιβαλλόμενα δι’ οἰκονομι-
909κῶν μέτρων, ἀφορώντων εἰς μόνον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ
910διαρκέσῃ ἡ ἔκρυθμος κατάστασις.
911Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ἀσυγ-
912κρίτως πλουσιώτερα ἡμῶν, ἐκτὸς μόνης τῆς Ἀγγλίας, ἥτις
913δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τὸ ἐναντίον μέχρι τέλους, ὅταν βλέ-
914πωμεν, ὅτι πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, ἵνα διεξαγάγωσι πόλε-
915μον, ᾐσθάνθησαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσι μεγάλα βάρη
916οὐχὶ εἰς μίαν τάξιν τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἰς ἁπάσας τὰς τά-
917ξεις τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ τὰ ἐπιβάλλωσιν οὐχὶ ἐπὶ μόνην τὴν
918διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἢ ἐπὶ τὴν διάρκειαν ἑνὸς μόνον ἔ-
919τους, ἀλλ’ εἴτε παγίως, εἴτε ἐπὶ τὴν διάρκειαν ἑνὸς χρεωλυ-
920τικοῦ δανείου 70, 50 καὶ 40 ἐτῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς
921νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα
922διὰ μόνου τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλομεν εἰς μίαν ἢ δύο
923τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ τοῦτο ἐνόσῳ διαρκεῖ ὁ πόλεμος;
924Ὁ πόλεμος θέλει διαρκέσει ἑβδομάδας ἢ μῆνας, ἀλλὰ τοῦ
925βραχέος τούτου χρονικοῦ διαστήματος ἡ ἐνέργεια θέλει ἀ-
926ναγκάσει ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ 40, 50
927καὶ 60 ἔτη εἰς λύσιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλομεν συνο-
928μολογήσει πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου. Βεβαίως τοιαύτη
929θὰ ἦναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ἐπιθυμη-
930τὸν νὰ εἴχομεν ἀπὸ τοῦδε ὑποβεβλημένα τὰ νομοσχέδια,
931ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι τὰ νομο-
932σχέδια ταῦτα θέλουσιν εὐθὺς εἰσαχθῆ πρὸς ψήφισιν μετὰ
933τὴν περάτωσιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
934Βασιλικὸν Λόγον.
935Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε ἐφάνη ὑπο-
936στηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἔχομεν λόγον νὰ πιστεύω-
937μεν, ὅτι δὲν θέλει ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζουσα αὐτήν.
938Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
939Βουλὴν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον πολλὰ μέτρα ἀντίθετα
940ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον·
941ἀλλ’ αἱ περιστάσεις κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον εἶναι πολὺ
942διάφοροι ἐκείνων, αἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
943Σύνοδον, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλει καὶ
944αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ἀναγνωρίσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
945μεταβάλῃ οἰκονομικὴν πολιτικήν· διὰ τούτου δὲν θέλει
946ἀποδείξει ἑαυτὴν ἀνακόλουθον, θέλει μαρτυρήσει μόνον ὅτι
947δὲν προεῖδε τότε τὴν κατάστασιν τὴν ὑφισταμένην τώρα·
948ἐν τῇ πολιτικῇ δὲ εἶναι τοῦτο κοινὸν καὶ σύνηθες εἰς πάν-
949τας τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι πάντα τὰ
950φορολογικὰ μέτρα, τὰ καταργηθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος,
951δέον νὰ ψηφισθῶσι ἐκ νέου καὶ νὰ συμπληρωθῶσι δι’ ἄλλων,
952ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου
953δέον καὶ νέοι νὰ ψηφισθῶσι φόροι. Πάντα ταῦτα ἔχω τὴν
954πεποίθησιν, ὅτι θέλει πράξει ἡ Βουλή, οὐδένα δὲ ἔχω λόγον,
955ἵνα ὑποθέτω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἔπαυσεν ἐμπιστευομένη
956τὴν Κυβέρνησιν, οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα ὑποθέτω, ὅτι ἡ
957Κυβέρνησις, ἀσπαζομένη τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσπά-
958ζεται ὅλον τὸ Ἔθνος, δὲν θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν
959καὶ πάντα τὰ πρόσφορα μέτρα, ὅπως ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀχθῇ
960εἰς αἴσιον πέρας.
961Τούτων οὕτως ἐχόντων τίνα ἔχομεν ἀνάγκην συζητή-
962σεως; Συζήτησιν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν γε-
963νικωτέραν, διότι ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος δὲν παραδέ-
964χομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος βουλευ-
965τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τις ἐξηγήσεως. Νο-
966μίζω, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶναι ὅλον σύμφωνον. Δὲν πρόκειται νὰ
967συζητήσωμεν ἤδη περὶ τῶν σχέσεων τῶν λαῶν τῆς Ἀνατο-
968λῆς πρὸς ἀλλήλους, περὶ τῆς στάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν
969ὅμοιόν τι τῷ τελεσθέντι ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ ἐτελεῖ-
970το ἐν Ἐπαρχίᾳ γειτνιαζούσῃ τῇ Ἑλλάδι, οὐδ’ ἀρνεῖταί τις
971τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας τρέφομεν πρὸς πάντας τοὺς
972λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης δύναται ν’ ἀρνη-
973θῇ, ὅτι τρέφοντες τὰς συμπαθείας ταύτας, ὀφείλομεν νὰ
974φροντίζωμεν, ὅπως μὴ παρασύρωσιν ἡμᾶς αὗται εἰς παρα-
975γνώρισιν τῆς ὀφειλομένης προνοίας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν
976συμφερόντων· ἐπειδὴ φρονοῦμεν, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς
977δέον νὰ ἐλευθερωθῶσι, δὲν ἕπεται, ὅτι δέον νὰ ἐπιτρέψωμεν
978ἐνεργείας παραγνωριζούσας τὰ δίκαια τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν.
979Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς δέον νὰ γένη-
980ται διὰ τρόπου μηδένα ἀδικοῦντος· ἐφ’ ὅσον δὲ γίνεται διὰ
981τοιούτου τρόπου, ὀφείλομεν σύμπραξιν πρὸς ἀλλήλους· ὅ-
982ταν ἴδωμεν ὅμως τινὰ τῶν λαῶν τούτων θέλοντα νὰ ἀδι-
983κήσῃ τοὺς ὁμοφύλους, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν
984περὶ φρουρήσεως τῶν δικαίων τῆς ἡμετέρας φυλῆς. Περὶ
985τούτων, φρονῶ, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ δὲν ἐννοῶ εἰς
986τί ὠφελοῦσιν αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ τί θέλει συμβῇ ἐν
987τοιᾷδε ἢ τοιᾷδε περιπτώσει. Ποίαν ἔχομεν γνώμην, ἠρώτη-
988σεν ὁ κ. Βουλευτής, περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς πρεπούσης εἰς
989τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, ἀφοῦ
990περὶ τοῦ σκοποῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις.
991Περὶ τῆς ἐνεργείας, εἶπον, ὅτι μίαν ἔχομεν γνώμην, ὅτι
992πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐνέργειαν πᾶσαν εἰς τὴν Κυβέρνη-
993σιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ γίνωμεν συμπράκτο-
994ρες αὐτῆς, διότι εἴμεθα οἱ κάκιστοι τῶν συμπρακτόρων,
995διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἄδειαν ἐκ τοῦ Πολιτεύματος νὰ ὦμεν
996συμπράκτορες· ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὦμεν μόνον ἐλεγκταί,
997ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ, τουτέστι χωρὶς νὰ
998παραβλάπτωμεν τὴν ἐνέργειαν. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν Κυβέρ-
999νησιν ἡγουμένην τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ ῥυμουλκουμένην παρ’
1000αὐτοῦ, ἥτις, παρακολουθοῦσα πάντα τὰ γενόμενα, νὰ δύνη-
1001ται νὰ ἐπωφελῆται ἐκ πασῶν τῶν περιστάσεων, ἵνα ὁδη-
1002γήσῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἐπιτυχίαν. Ὅταν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις
1003πράττῃ, λαμβάνουσα παρ’ ἡμῶν τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν
1004μόνην δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, τουτέστι τὴν ἐξα-
1005σφαλίζουσαν ὑπὲρ ἑαυτῆς πλήρη καὶ ἀκώλυτον ἐλευθερίαν
1006ἐνεργείας, δὲν ἐκτιθέμεθα εἰς τὴν μομφὴν, ἣν ἐπιῤῥίπτει
1007εἰς ἡμᾶς ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, εἰπὼν, ὅτι τοιουτο-
1008τρόπως ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ θάῤῥος νὰ πρά-
1009ξῃ ὅ,τι αἱ περιστάσεις ὑπαγορεύουσιν. Ἡ Κυβέρνησις τοὐ-
1010ναντίον, ἐν τούτῳ θέλει ἀντλήσει τὸ θάῤῥος, ἵνα πράξῃ ὅ,τι
1011ὀφείλει νὰ πράξῃ, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι οὐδὲν θέλει εὕρει
1012κώλυμα παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς ἐπιψήφισιν πάντων τῶν μέ-
1013τρων, ἅτινα θεωρεῖ ἀναγκαῖα πρὸς τὴν παρ’ αὐτῆς κανονι-
1014σθησομένην ἐνέργειαν ἐν τῇ εἰλικρινεῖ προθέσει τῆς ἐπιτυ-
1015χίας τοῦ σκοποῦ, ὃν πάντες ἀπὸ κοινοῦ ἐπιδιώκομεν.
1016§28Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ ἐμὲ ὁ σπουδαιότερος κίνδυ-
1017νος ἐξ ὅσων διατρέχομεν ἀπὸ τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππου-
1018πόλεως εἶναι ὁ κίνδυνος μὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις λάβῃ
1019ἀπόφασιν περὶ τοῦ πρακτέου ὁδηγουμένη οὐχὶ ἐξ ἐκτιμήσεως
1020ἐλευθέρας, ἀνεπηρεάστου καὶ εἰλικρινοῦς περὶ τῶν κινδύνων,
1021οἵτινες ἀπειλοῦν τὸ ἔθνος, καὶ περὶ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ,
1022ἀλλ’ ὁδηγουμένη ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἀντιπάλων κομμάτων.
1023Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην μὴ συναι-
1024σθανόμενος, ὅτι πρέπει ν’ ἀγωνισθῶμεν σήμερον, ἂν πειθώμεθα
1025εἰλικρινῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸν ἀγῶνα εἰς αἴσιον
1026πέρας, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπίσης ὑπάρχει ὁ συμβουλεύων νὰ δια-
1027κινδυνεύσωμεν τὸ μικρὸν τοῦτο ἐλεύθερον Κράτος ἐξ ἐλαφρῶν
1028παραφορῶν καὶ ὑπολογισμῶν κομματικῶν. Παράδειγμα τοι-
1029ούτου κινδύνου παρεῖχε πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν τὸ δημό-
1030σιον πνεῦμα τῆς Πρωτευούσης. Μεγάλη πολιτικὴ μερὶς, τῆς
1031ὁποίας δυστυχῶς ὁ ἀρχηγὸς ἦτο ἀπὼν, κατώρθωσε διὰ παν-
1032τὸς μέσου νὰ πιστευθῇ παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι ὄχι μόνον τὰ πρό-
1033σωπα καὶ αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀνεπαρκεῖς
1034πρὸς τὸν μέγαν ἀγῶνα, ὃν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅτι
1035καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐναντία πρὸς τὴν γνώ-
1036μην τοῦ Ἔθνους. Ἐπιστεύθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἡ πο-
1037λιτικὴ αὐτὴ μερὶς εἶχεν ὅλως ἀντίθετον γνώμην τῆς γνώμης
1038τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν ἐννοεῖ νὰ ὑποστη-
1039ρίξῃ καὶ διὰ παντὸς μέσου ν’ ἀναβιβασθῇ ἐπὶ τῆς Κυβερνή-
1040σεως. Ἐπιστεύετο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1041εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ὅτι οὐδὲν καλῶς πράττει· ἐπιστεύετο,
1042ὅτι, ἂν αὕτη δὲν ἤθελε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς
1043πολιτικῆς αὐτῆς μερίδος, ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ
1044τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ὅτι, ἂν δὲν κατέθετε τὴν Ἐξουσίαν, διὰ τῆς
1045βίας ἐν ταῖς ὁδοῖς ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταθέσῃ αὐτήν.
1046Οὕτως ἐμέλλομεν ἀντὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ ἔχωμεν τὸν ἐμφύ-
1047λιον πόλεμον, καὶ βεβαίως ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ καταλί-
1048πωμεν ἐκεῖνον χάριν τούτου, ἢ, ὅπερ χείριστον, νὰ διεξά-
1049γωμεν ἀμφοτέρους συγχρόνως. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διεδίδετο
1050παρὰ τῆς μερίδος αὐτῆς καὶ ἐπιστεύετο, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς
1051Κυβερνήσεως μετεβάλλοντο συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας καὶ
1052τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς μερίδος ἐκείνης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐῤ-
1053ῥυμουλκεῖτο εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῆς παρὰ
1054τῆς μερίδος ἐκείνης καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς πεποιθή-
1055σεων. Πάντες ἐννοοῦμεν πόσον τοιαῦται ἀποφάσεις, οὕτως ἐπι-
1056βαλλόμεναι, θὰ ἦσαν ὀλέθριαι σήμερον, ἂν οὕτως εἶχε τὸ
1057πρᾶγμα.
1058Εὐτυχῶς ὅμως ἡ κατάστασις αὕτη ἔπαυσεν εὐθὺς ἅμα ὁ
1059ἀρχηγὸς τῆς μερίδος αὐτῆς ἐπανῆλθεν ἐν Ἀθήναις. Ἀπὸ τῆς
1060πρώτης ἡμέρας ἐδήλωσε καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι
1061ἀποκρούει τὴν μέθοδον, ἣν ἄφησαν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἤθελε
1062μεταχειρισθῆ πρὸς κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας.
1063Κατὰ τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν εἶναι
1064δυνατὴ ἡ διὰ τῶν νομίμων μέσων μεταβολὴ τῆς Κυβερ-
1065νήσεως, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ σύμπαν τὸ Ἔθνος ὀφείλει,
1066χάριν τοῦ μεγάλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει σήμερον τὸ
1067Ἔθνος, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν.
1068Χαίρω δὲ, ὅτι καὶ σήμερον λαβὼν ἀφορμὴν ὁ ἀρχηγὸς
1069τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπεβεβαίωσε καὶ πάλιν τὴν γνώμην
1070αὑτοῦ, εἰς ἣν ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τὸ κόμμα αὐτοῦ σύμπαν ὑπή-
1071κουσε καὶ ὑπακούει. Τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ὑποστηρίξεως
1072τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1073σεως, διότι προέβη οὐ μόνον νὰ διαβεβαιώσῃ ἡμᾶς, ὅτι θὰ
1074ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν σήμερον, ὡς τὴν μόνην Κυβέρ-
1075νησιν, τὴν ὁποίαν νομίμως δύναται νὰ ἔχῃ ὁ Τόπος, ἀλλὰ
1076καὶ νὰ συμβουλεύσῃ αὐτῇ καὶ μέτρα οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα,
1077κατ’ αὐτόν, ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Φρονῶ,
1078ὅτι οὐδενὶ ἐπιτρέπεται νὰ θέτῃ ὑπὸ δισταγμὸν τὴν εἰλι-
1079κρίνειαν τῶν διαβεβαιώσεων αὐτῶν, νομίζω δὲ ὅτι πρέπει
1080νὰ παύσουν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς οἱ ὑπαινιγμοὶ
1081καὶ αἱ ἐπικρίσεις, αἵτινες δύνανται νὰ προσβάλουν φιλοτι-
1082μίας καὶ νὰ προκαλέσουν καὶ νὰ ἐπαναφέρουν διαιρέσεις....
1083§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λέγετε ὑμεῖς καὶ δὲν τὸ κάμνετε.
1084§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι τὸ
1085λέγω, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω· δὲν βλέπω ποῦ εὑρίσκει αὐτὴν
1086τὴν ἀντίφασιν μεταξὺ τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας.
1087Ἂν ἐννοῇ, ὡς διεδόθη, τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Φαρσά-
1088λων καὶ Δομοκοῦ, δὲν ἔχει δίκαιον, θεωρῶν τοῦτο ὡς ἀντί-
1089φασιν ἡμῶν, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολι-
1090τεύσεως, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, εἶπεν, ὅτι, συμπράττοντες εἰς
1091τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα σήμερον, οὐδόλως ἐννοοῦμεν ν’ ἀπαρ-
1092νηθῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς ἀρχάς μας.
1093Νομίζει ὁ προλαλήσας ὅτι, ἐπειδὴ ἐπῆλθεν ὡς πρὸς τὸ ζή-
1094τημα ἐκεῖνο σύμπραξις μεταξὺ ἡμῶν, πρέπει νὰ παύσῃ καὶ
1095πᾶσα κρίσις διάφορος περὶ διαφόρων ἄλλων ζητημάτων, τὰ
1096ὁποῖα δύνανται νὰ γεννηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐξηλέγχθη
1097πρό τινων ἡμερῶν ἡ ἐκλογὴ Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων· ἐνο-
1098μίσαμεν ἡμεῖς, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπι-
1099τροπῆς, ὅτι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἐξουσίας ἐπεμβάσεις, ὅτι ἔπρε-
1100πε ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ ὅτι οὐδόλως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ
1101ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς τινων, ὅτι καὶ ἂν ἐπαναληφθῇ αὕτη
1102τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι τὸ αὐτό.
1103Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀφοῦ ἀπηλλάξαμεν τὴν Κυ-
1104βέρνησιν τοῦ κινδύνου τοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις
1105αὐτῆς περὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων, φοβουμένη τὰς γνώμας
1106τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὁδὸν
1107αὐτήν. Ἡ δεινότης τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς
1108δυσκολίας τοῦ ἔργου, ὅπερ τῇ ἐπιβάλλεται, καὶ ὡς ἐκ τῶν
1109περιστάσεων τῆς Χώρας, εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, ὅπως μὴ ζη-
1110τῶμεν νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν δεινοτέραν δι’ ἀπειλῶν ἢ
1111νὰ τὴν ἐπωφεληθῶμεν κερδοσκοποῦντες πολιτικῶς. Μεγά-
1112λην βεβαίως προσφέρομεν ὑπηρεσίαν, ἐπικρίνοντες τὰς πρά-
1113ξεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ δίδοντες αὐτῇ συμβουλὰς, ὁσάκις
1114πιστεύωμεν, ὅτι οὕτω βοηθοῦμεν εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνελά-
1115βομεν. Ἀλλὰ πέραν τούτου δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν,
1116ἀνασκαλίζοντες σήμερον τὸ παρελθὸν ἢ ἀπειλοῦντες δι’ ὅσα
1117ἐγένοντο ἢ δὲν ἐγένοντο, διότι οὕτω προκαλοῦμεν ἀντεγ-
1118κλήσεις καὶ διαιρέσεις, ἐνῷ κυριωτάτη δύναμις εἶναι ἡ ὁμό-
1119νοια καὶ ἡ σύμπραξις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
1120Ἀπαλλαγείσης τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ φόβου ἡμῶν, φρο-
1121νῶ, ὅτι πᾶσα ἡ δυσκολία περιάγεται εἰς τοῦτο, εἰς τὴν ἐκ-
1122τίμησιν τὴν ἀληθῆ καὶ δικαίαν τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπει-
1123λοῦν τὸ Ἔθνος, καὶ τῶν δυνάμεων ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν
1124τοὺς κινδύνους αὐτούς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κινδύνους,
1125ἀπ’ ἀρχῆς σύμπαν τὸ Ἔθνος εὑρέθη σύμφωνον. Ἀπὸ τῆς
1126ἀναγγελίας τῆς καταλήψεως τῆς Φιλιππουπόλεως πᾶσα ἡ
1127Ἑλλὰς τὸ αὐτὸ ἐξεδήλωσε φρόνημα, ὅτι τοῦ Ἑλληνικοῦ
1128Ἔθνους τὰ τιμαλφέστατα συμφέροντα κινδυνεύουν. Ἦτο
1129δυνατὸν σύμπαν τὸ Ἔθνος νὰ μὴ αἰσθανθῇ τοιοῦτον αἴσθημα,
1130ἀφοῦ ἀπὸ καιροῦ ἐγίνωσκεν, ὅτι παρεσκευάζετο ἡ ἁρπαγὴ
1131καὶ τῆς Ῥωμυλίας καὶ τῆς Μακεδονίας; Πρὶν ἀκόμη τοῦ
1132πολέμου τοῦ 1878 ἐγινώσκομεν, ὅτι ὁ Βουλγαρισμὸς ἔχων
1133ὄπισθεν αὐτοῦ ἰσχυρὸν προστάτην, ὠθεῖται οὐ μόνον ὅπως
1134ἐκδιώξῃ τοὺς Ἕλληνας ἐκ χωρῶν ἀμφισβητουμένων Ἑλ-
1135ληνικῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποσκελίσῃ αὐτοὺς καὶ εἰς χώρας
1136ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικάς. Καὶ μετὰ τὸ 1878 ἡ Βουλ-
1137γαρία, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Ἡγεμονία, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐγινώ-
1138σκομεν ὅτι ἠσχολεῖτο, ἢ καθ’ ἡμῶν, ῥᾳδιουργοῦσα καὶ πα-
1139ρασκευαζομένη διὰ συμβουλῶν καὶ μέσων τῶν ὄπισθεν αὐ-
1140τῆς ἐνεργούντων. Ἡ γνώμη ἡμῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ πολι-
1141τεία ἀπέναντι τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ καὶ Φιλιππουπόλει γε-
1142νομένων δὲν παραδέχομαι, ὅτι προσβάλλουν τὰ αἰσθήματα
1143ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὀφείλομεν νὰ διατρέφωμεν ἡμεῖς
1144οἱ Ἕλληνες πρὸς πάντα λαόν, ὅστις πάσχει καὶ καταδυ-
1145ναστεύεται. Δὲν πρόκειται περὶ λαοῦ, ὅστις ἠγωνίσθη καὶ
1146ἀγωνίζεται μόνος ἐντὸς τῶν ἀναμφισβητήτως εἰς αὐτὸν
1147ἀνηκουσῶν χωρῶν, ἀλλὰ περὶ λαοῦ, ὅστις οὐχὶ μόνος, ἀλλὰ
1148προβαλλόμενος καὶ διευθυνόμενος ὄπισθεν παρ’ ἄλλων ἰσχυ-
1149ρῶν ἐχθρῶν ἀπειλεῖ διὰ ξένης ἰσχύος τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς
1150τὰς σπουδαιοτέρας αὐτοῦ Ἐπαρχίας. Ἑπομένως δὲν πρέ-
1151πει, διότι κατὰ Βουλγάρων σήμερον ἐκφράζομεν γνώμην,
1152νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καθιεροῦμεν ἄλλο μέτρον περὶ ἐκείνων,
1153ἐνῷ θέλομεν ἄλλο μέτρον περὶ ἡμῶν αὐτῶν. Δὲν ἀμφισβη-
1154τῶ, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσκτήσηται
1155τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἀγωνιζομένη διὰ τῶν ὅπλων
1156καὶ νικῶσα τοὺς ἐχθροὺς αὐτῆς διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς
1157δυνάμεων καὶ μόνων. Ἤθελε καθιερώσει κανόνα, τὸν ὁ-
1158ποῖον καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐννοοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν
1159αὐτῶν διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Ἐπαρχίας. Ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν
1160πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς πραξικοπήματος, διὰ μιᾶς ἁπλῆς
1161κωμῳδίας νὰ καταληφθῇ χώρα, ἥτις περιλαμβάνει καὶ
1162τοσαῦτα Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἡ ὁποία προσεγγίζει καὶ διὰ
1163τῆς Ῥωμυλίας τὴν Μακεδονίαν, ἣν ὑποβλέπει ὁ Βουλγα-
1164ρισμός, ἡ ὁποία φέρει τὴν Βουλγαρίαν ὀλίγας ὥρας μακρὰν
1165τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πῶς, λέγω, τοιαῦτα κινήματα
1166εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῶσι καὶ ἡμεῖς νὰ τὰ σεβασθῶ-
1167μεν, ὡς ὁ κόσμος ἐσεβάσθη ἄλλοτε τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν ἐπὶ
1168ἑπτὰ ἔτη, δι’ ὧν καὶ μόνον ἐγενόμεθα ἄξιοι τῆς ἀπελευθε-
1169ρώσεως ἡμῶν· διότι τοῦτο εἶναι ἄδικον, διὰ τοῦτο ἐργά-
1170ζονται κατ’ αὐτοῦ σήμερον αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις· ἐργάζον-
1171ται δηλαδὴ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν αὔξησιν ἑνὸς Κράτους πρὸς
1172βλάβην τῶν ἄλλων διὰ μέσων ἄλλων παρὰ τὰ γενικῶς παρα-
1173δεδεγμένα. Ἡμεῖς πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποκρούωμεν τὴν
1174μέθοδον τῆς διὰ προστασιῶν τῶν μεγάλων Κρατῶν μονο-
1175μεροῦς αὐξήσεως τῶν περὶ τὸν Αἷμον Κρατῶν. Διὰ τοῦτο
1176δὲν θεωρῶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ
1177ὁμιλῶμεν κατὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, διότι αὗται εἶναι ἡ
1178μόνη ἐγγύησις, ὅτι συμπράττουσαι δύνανται νὰ ἐμποδίσωσι
1179τὴν ἐπικράτησιν ἐν τῷ Αἵμῳ μιᾶς φυλῆς, ὄχι διὰ τῆς
1180ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως καὶ ζωτικότητος, ἀλλὰ τῇ συνδρομῇ
1181ἄλλων. Ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει οὐδεμίαν Δύναμιν ἐκ
1182τῶν μεγάλων, συνδεομένην μετ’ αὐτοῦ διὰ τῆς αὐτῆς γλώσ-
1183σης καὶ καταγωγῆς, ἕπεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶμεν
1184εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἰσχυροτέρων; Ἐφ’ ὅσον αἱ Μεγάλαι
1185Δυνάμεις πρὸς τοιαύτην ἐπικράτησιν ἀνθίστανται, φρονῶ,
1186ὅτι ἐργάζονται ὑπὲρ ἡμῶν.
1187Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος σύμπαν εὑρέθη σύμφωνον
1188οὐ μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κινδύνου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν
1189προσδιορισμὸν τοῦ σημείου, εἰς ὃ πρέπει νὰ στραφῇ πρὸ πάν-
1190των ἡ ἐνέργεια ἡμῶν, εὗρε δέ, ὅτι ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι
1191ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ πλανηθῇ τὸ Ἔθνος
1192ὡς πρὸς τοῦτο, ἀφοῦ διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Ῥωμυλίας
1193ἤρχετο ἡ Βουλγαρία ἀμέσως ἐπὶ τῶν μεθορίων τῆς Μακε-
1194δονίας.
1195Ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς, ἡ Μα-
1196κεδονία εἶναι ὁ διὰ ξηρᾶς δρόμος πρὸς τὴν Κωνσταντινού-
1197πολιν, λέγω δὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι οὐδεμίαν
1198γνωρίζω Ἑλληνικωτέραν πόλιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
1199Ἀφαιρέσατε ἀπ’ αὐτῆς τοὺς Τούρκους, οἵτινες ἀναγκαίως
1200εἶναι περισσότεροι, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ Ἰσλα-
1201μισμοῦ ἀπὸ τῆς κατακτήσεως καὶ τὸ κέντρον τῆς διοική-
1202σεως τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, ἀφοῦ περισσότεροι ἔπρεπε νὰ
1203ἦναι οἱ Τοῦρκοι διὰ νὰ διατηρῶσι τοὺς Ἕλληνας εἰς ὑπο-
1204ταγὴν, καὶ θέλετε εὕρει 250 χιλιάδας καὶ πλέον Ἕλληνας,
1205ζῶντας ἀπ’ αἰώνων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ποῦ ἀλλοῦ ἀ-
1206παντᾶτε συγκεντρωμένας 250,000 Ἑλλήνων; καὶ ἐν τού-
1207τοις διὰ τῆς ἑνώσεως τῆς Ῥωμυλίας θέλομεν ἴδει τοὺς Βουλ-
1208γάρους ἐν Θράκῃ καὶ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινου-
1209πόλεως. Ἐκτὸς τούτου, ἡ Μακεδονία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐ-
1210παρχία, ἡ μᾶλλον προσεγγίζουσα τῇ Εὐρώπῃ, ἡ δὲ προσέγ-
1211γισις ἡμῶν πρὸς τὴν πεπολιτισμένην Εὐρώπην δίδει περισ-
1212σοτέραν δύναμιν ἢ πᾶσα ἄλλη αὔξησις ἐδαφική. Ἐὰν ἐ-
1213πρόκειτό τις νὰ συνοψίσῃ εἰς μίαν γενικὴν αἰτίαν πολλοὺς
1214τῶν λόγων, δι’ οὓς δὲν ἠδυνήθημεν οἱ Ἕλληνες νὰ προο-
1215δεύσωμεν περισσότερον μέχρι τοῦδε, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ,
1216ὅτι ἡ Ἑλλὰς κεῖται πολὺ μακρὰν τῆς πεπολιτισμένης Εὐ-
1217ρώπης. Ἀληθῶς εἴμεθα ἐγγύτερον εἰς τὴν Ἀφρικὴν καὶ
1218τὴν Ἀσίαν, περικλειόμεθα δὲ πανταχόθεν ὑπὸ θαλάσσης
1219καὶ λαῶν ἡμιπολιτίστων, θὰ ἐπροοδεύομεν δὲ ταχύτερον,
1220ἂν εἴχομεν πεπολιτισμένους γείτονας. Διὰ τοῦτο πάντες
1221τὰ βλέμματα εἰς τὴν Μακεδονίαν ἔχομεν ἐστραμμένα.
1222Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν διαγνώσῃ
1223ἀκριβῶς τοὺς κινδύνους καὶ τὰ μέρη τῆς ἐνεργείας· ὁ μέγας
1224κίνδυνος εἶναι μὴ δὲν ἐκτιμήσωμεν ὀρθῶς τὰς ἰδίας ἡμῶν
1225δυνάμεις. Ἐὰν ἔχωμεν τὰς ἰδίας δυνάμεις ἐπαρκεῖς πρὸς τὸ
1226ἔργον, ἀλλὰ κατὰ κρίσιν ἀνεπηρέαστον καὶ σοβαράν, οὔτε
1227μίαν στιγμὴν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ ἐνεργήσωμεν, καὶ
1228ἂν τὸ καθεστὼς ἤθελεν ἐπανέλθει ἐν Ῥωμυλίᾳ. Οὔτε πρέπει
1229ν’ ἀκούσωμεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν γνώμην τῶν Δυνάμεων.
1230Αἱ Δυνάμεις ἐπεμβαίνουσιν, ὁσάκις διὰ συμβιβασμοῦ πρό-
1231κειται νὰ μεταβληθῇ τὸ καθεστὼς ἐν Τουρκίᾳ. Ὅταν ὅμως
1232λαός τις, ὅταν φυλή τις παρὰ τὸν Αἷμον ἤθελεν ἔχει τὴν
1233τόλμην καὶ τὴν δύναμιν διὰ τῆς βίας νὰ προσβάλῃ τὸν
1234ἐχθρὸν καὶ νὰ κατισχύσῃ αὐτοῦ καὶ νὰ διατηρήσῃ Ἐπαρ-
1235χίας Τουρκικὰς ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, Ἐπαρχίας, ἐφ’
1236ὧν εἶχε δικαιώματα, αἱ Δυνάμεις δὲν πρέπει ν’ ἀντιστῶσι.
1237Δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὰ δύο ταῦτα, τὴν πολιτικὴν τῆς
1238αὐξήσεως διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς αὐ-
1239ξήσεως διὰ τοῦ πολέμου· ὅταν πρόκηται περὶ τῆς δευτέρας,
1240δὲν ἔχομεν νὰ ἐρωτήσωμεν παρὰ τὰς ἰδίας δυνάμεις· ὅταν
1241ὅμως πρόκηται περὶ τῆς πρώτης, πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν
1242πρὸς τὰς Δυνάμεις, καὶ μετὰ μεγίστου σεβασμοῦ νὰ ὁμιλῶ-
1243μεν περὶ αὐτῶν. Αὗται βεβαίως δὲν ἐπετέλεσαν ὑπὲρ ἡμῶν
1244πάντα ὅσα ἠθέλομεν, ἀλλ’ ἔν τινι μέτρῳ εἰργάσθησαν ὑπὲρ
1245ἡμῶν καὶ κατὰ τὸν μέγαν ἡμῶν ἀγῶνα, καὶ κατὰ τὴν
1246προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Αὐταὶ ἀκόμη αἱ Μεγά-
1247λαι Δυνάμεις, τινὲς ἰδίως ἐξ αὐτῶν, ἀνεγνώρισαν ἄλλοτε
1248ἐπισήμως τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ
1249τῆς Μακεδονίας, ἐπὶ τῆς Θράκης, καὶ ἐπὶ τῆς Κρήτης.
1250Μὴ λησμονῶμεν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ νῦν Πρω-
1251θυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τότε εἰς τῶν πληρεξουσίων
1252αὐτῆς ἐποιήσατο ἐν τῷ συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, τὴν πρό-
1253τασιν, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ Ἑλλὰς ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ
1254ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἐπαρχίας τὰς Ἑλληνικάς. Μὴ λη-
1255σμονῶμεν ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τότε ὑπὸ τῶν Γάλλων
1256πληρεξουσίων ἡ πρότασις, ἡ περιορίζουσα τὴν ἀντιπροσώ-
1257πευσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς μόνον τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας,
1258συζήτησις ἐγένετο ποία ἐκ τῶν δύω προτάσεων πρέπει νὰ
1259γίνῃ δεκτή, ὅτι ἡ Ἀγγλία ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν
1260ἀντιπροσωπεύει μόνον τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ
1261ἄλλας ἐπαρχίας Ἑλληνικὰς μὴ ὁμόρους αὐτῇ, καὶ ῥη-
1262τῶς ὠνόμασε τὴν Μακεδονίαν, τὴν Θράκην καὶ τὴν Κρή-
1263την. Ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἀπεδέ-
1264χθησαν καὶ οἱ πληρεξούσιοι τῆς Αὐστρίας καὶ οἱ πληρεξού-
1265σιοι τῆς Ἰταλίας· ἂν δὲ δὲν ἐγένετο δεκτή, δὲν ἐγένετο
1266διὰ λόγους τυπικούς, διότι ἡ κυρία πρότασις ἡ ψηφι-
1267σθεῖσα ἦτο ἡ Γαλλική, ἡ δὲ τῆς Ἀγγλίας ἐθεωρήθη ὡς
1268τροπολογία καὶ ἐν ἰσοψηφίᾳ ἐθεωρήθη ὡς ἀποῤῥιφθεῖσα.
1269Ὅταν λοιπὸν μεγάλαι Δυνάμεις ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ Μα-
1270κεδονία, ἡ Θράκη καὶ ἡ Κρήτη εἶναι οὕτως Ἑλληνικαὶ
1271ἐπαρχίαι, ὥστε νὰ δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιπροσω-
1272πεύῃ καὶ αὐτὰς ἐν τῷ συνεδρίῳ, ὡς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσ-
1273σαλίαν, νομίζω, ὅτι πρέπει μετ’ ἀνευλαβείας περὶ αὐτῶν
1274νὰ λαλῶμεν.
1275Σέβομαι πᾶσαν γνώμην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὅσοι νομί-
1276ζουν, ὅτι πρέπει νὰ σύρωμεν τὸ ξίφος ὁπωσδήποτε, δὲν
1277πρέπει νὰ μετατρέψουν τὸ ξίφος αὐτὸ εἰς ξίφος τοῦ Δα-
1278μοκλέους κατὰ Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ξίφος κατὰ τῆς
1279Πατρίδος. Πρέπει ὅ,τι ἀποφασίσωμεν, νὰ τὸ ἀποφασίσω-
1280μεν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, διότι τότε ἔχει ἀξίαν.
1281Δὲν πρέπει νὰ θέλωμεν, ὅ,τι ἡ φαντασία καὶ ὁ ἐνθουσια-
1282σμὸς ἁπλῶς ὑπαγορεύουν. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι
1283τὰ ἔθνη δὲν ὁδηγοῦνται εἰς τὰς μεγάλας ἀποφάσεις των
1284ἀπὸ ἀξιώματα, οὔτε ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ δίδων-
1285ται συμβουλαὶ περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν
1286ὀνόματι τῆς λογικῆς τῆς ἀπελπισίας. Ἡ πολιτικὴ τῆς
1287ἀπελπισίας δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν.
1288Τὰ ἔθνη δὲ αὐτοκτονοῦν, καὶ αὐτοὶ δ’ οἱ αὐτοκτονοῦν-
1289τες, ἐὰν ἠδύναντο, θὰ μετενόουν οἱ πλεῖστοι. Τὰ ἔθνη δὲν
1290ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα ν’ αὐτοκτονῶσιν. Ἐπίσης δὲν πρέπει
1291νὰ προβῶμεν εἰς τοσοῦτον μεγάλας ἀποφάσεις, ὁδηγού-
1292μενοι ἐκ παραδειγμάτων ἄλλων ἐθνῶν, ὡς πολλοὶ ἠθέ-
1293λησαν, ἀλλὰ προσέχοντες εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις
1294κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἡ πολιτικὴ ἱστορία δὲν
1295εἶναι φυσικὴ ἱστορία· ὅ,τι δὲ συνέβη ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστο-
1296ρίᾳ, δὲν ἐπαναλαμβάνεται ὁμοιομόρφως πάντοτε. Ἐὰν
1297ἡττήθη ἡ Ἰταλία ἐν Νοβάρᾳ δὲν ἀπωλέσθη ὅμως
1298ἀλλ’ ἐκέρδησε, δὲν ἕπεται ὅτι πᾶς ὁ ἡττώμενος κερδίζει.
1299Τοιαύτη γνώμη ἤθελε μᾶς φέρει ν’ ἀδιαφορῶμεν περὶ τῶν
1300μέσων καὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Λέγω ὅτι τὰ πάντα πρέ-
1301πει νὰ τολμήσωμεν, ὅτι ἐξ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ πρέπει
1302ν’ ἀναχαιτισθῶμεν, ἂν πεισθῶμεν ὅτι δυνάμεθα, ἐκτιμῶν-
1303τες τὰς ἰδίας ἡμῶν καὶ τοῦ ἐχθροῦ τὰς δυνάμεις ἐλευ-
1304θέρως καὶ σοβαρῶς, καὶ συζητοῦντες ὅ,τι συμφέρει δη-
1305μοσίᾳ νὰ συζητήσωμεν, ἐμπιστευόμενοι δ’ εἰς τὰς γνώ-
1306μας καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μόνη
1307κατέχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται
1308νὰ μορφώσῃ τὴν ὀρθοτέραν γνώμην καὶ ἀπόφασιν. Ἡ
1309Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν καὶ ἀνε-
1310πηρέαστον, νὰ τῇ ὑποσχεθῇ δὲ πᾶσαν ὑποστήριξιν ὑπὲρ
1311τοῦ ἔργου.
1312Τὸ κατ’ ἐμέ, χωρὶς βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς προσωπικὰ
1313ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν
1314ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε, χωρὶς νὰ κρύψω, ὅτι
1315εἰς πολλὰς λεπτομερείας ἔχω διάφορον γνώμην, θεωρῶ
1316ὅτι πάντα ταῦτα δὲν δικαιολογοῦν σήμερον ἔλλειψιν ἐμ-
1317πιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο τὸ κατ’
1318ἐμὲ ἐφ’ ὅσον πιστεύω, ὅτι Κυβέρνησις ἄλλη καλλιτέρα
1319δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον πείθομαι ὅτι ἡ
1320Κυβέρνησις αὕτη ἐμπνέεται, ὡς πρὸς τὸ ἐθνικὸν ζήτη-
1321μα, ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν αὐτῶν πό-
1322θων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέεται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ
1323ἐργάζεται ὑπὲρ αὐτοῦ, θέλω παράσχει εἰς αὐτὴν πᾶσαν
1324ὑποστήριξιν.
1325§31Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρετηρήσατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἠ-
1326ναγκάσθην νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύσαντα κατά τινα φράσιν
1327τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὗτος θελήσας νὰ ἀπαντήσῃ εἰς
1328τὴν διακοπὴν, ἔδωκεν ἐξηγήσεις ἀσχέτους πρὸς τὸν λόγον, δι’
1329ὃν ἐγένετο ἡ διακοπή. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀ-
1330φήσω νὰ παρέλθῃ ἡ ὁμιλία τοῦ προαγορεύσαντος...
1331§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος δύνασθε
1332νὰ ὁμιλήσητε.
1333§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ
1334τῆς οὐσίας.
1335§34Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
1336§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Φιλάρετον διὰ τὴν ὑ-
1337ποστήριξιν, ἣν μοὶ παρέσχε. Βεβαίως ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει
1338πληρέστατα δίκαιον λέγων, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχω
1339τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ χαίρω διότι καὶ ὁ κύριος
1340Πρωθυπουργὸς σπεύσας ἀνεγνώρισε τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ.
1341Πρόεδρος ὑπεχώρησεν ἤδη, περιττὸν, νομίζω, νὰ ἐπιμείνωμεν
1342περισσότερον εἰς τὸ παρεμπίπτον τοῦτο.
1343Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο ἴσως
1344νὰ παραλίπῃ τὴν μακρὰν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θέ-
1345σεως αὐτοῦ ἀπήγγειλε, καὶ νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τὰς παρατηρή-
1346σεις, ἃς ὑπέβαλε πρὸς ἡμᾶς, διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἀνήκων εἰς τὴν
1347πλειονοψηφίαν καὶ ὑποστηρίξας διαρκῶς τὴν Κυβέρνησιν εἰς
1348πάντα αὐτῆς τὰ μέτρα, ἠδύνατο ἄνευ βλάβης νὰ ἀρκεσθῇ
1349εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διετύπωσε τὸ πρό-
1350γραμμα αὐτῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας.
1351Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος σύλλογος, ὅπως
1352ἐκθέσῃ πρὸς αὐτὴν τὰς φιλοσοφικὰς, τὰς ἱστορικὰς, τὰς γεω-
1353γραφικὰς αὐτοῦ ἢ ἄλλας παραπλησίας μελέτας, αἵτινες
1354χρησιμεύουσι μόνον ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ, ὅπως στηρίξῃ τις
1355ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην, ἣν ὀφείλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν.
1356Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας εὑρέθη εἰς τὴν ἀ-
1357νάγκην νὰ λάβῃ τὸν λόγον οὐχὶ τόσον διὰ νὰ εἴπῃ ταῦτα,
1358ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ κατηγορίας προσώπων, στηριζομέ-
1359νας ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας, δὲν ἠξεύρω, ποῦ καταβαί-
1360νει καὶ ἀρύεται. Κατ’ αὐτὸν εἶναι ἄξιοι κατακρίσεως οἱ ἀ-
1361ποτελοῦντες τὴν μερίδα ταύτην, διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν
1362τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς ἐπολιτεύθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς
1363τρόπον δυνάμενον νὰ παρασύρῃ αὐτὴν εἰς ἐνεργείας, ἐμβαλ-
1364λούσας εἰς φόβον τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα· ἀλλ’ εὐτυχῶς
1365ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀρχηγοῦ, ἐπιβαλόντος τὴν γνώμην αὐτοῦ,
1366προέλαβε τὸν κίνδυνον. Περιττὸν ὅλως ἦτο νὰ πιστοποιήσῃ
1367τὴν μεταξὺ ἡμῶν ἐπικρατοῦσαν πειθαρχίαν, ἣν ἀείποτε ἡ
1368μερὶς αὕτη ἔδειξε σεμνυνομένη ἐπ’ αὐτῇ ὑπὸ τοιοῦτον ἀρχη-
1369γόν. Βεβαίως καὶ ἡμεῖς, καθὼς καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος, ἐξηγέρθη-
1370μεν καὶ εἰπόντες τὰς γνώμας ἡμῶν—διότι οὐδέποτε ἀπεξεδύ-
1371θημεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν γνώμην καὶ ἀνακοινῶμεν αὐ-
1372τὴν—ἀπῃτήσαμεν ἔργα εὐθὺς ὡς ἀνηγγέλθη τὸ Βουλγαρικὸν
1373τόλμημα· ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα νὰ
1374μοὶ δείξῃ ποία ἡμῶν πρᾶξις ἔδωκεν αὐτῷ δικαίωμα νὰ εἴπῃ
1375ὅσα ἐνταῦθα ἐξέθεσεν. Ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη, ἀπόν-
1376τος τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας, πρὶν ἢ συν-
1377έλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ εὐθὺς ὡς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἀπὸ τοῦ βή-
1378ματος τῆς Βουλῆς, πολλὰς ἡμέρας πρὶν ἢ ἔλθῃ ὁ ἀρχηγός,
1379δι’ ἑνὸς τῶν σεβαστρτέρων αὐτῆς μελῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἐνώ-
1380πιον τῶν ἐθνικῶν περιστάσεων δὲν ἐπιτρέπονται πολιτικαὶ
1381διαιρέσεις, καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ συνδράμῃ τὸ καθ’ ἑαυ-
1382τὴν τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνι-
1383κοῦ ζητήματος! Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παρεῖδε ταῦ-
1384τα, διότι εἶχε πάντως ἀνάγκην νὰ ἐπιῤῥίψῃ καθ’ ἡμῶν μομ-
1385φήν, καὶ ἐνῶ τοῦτο ἔπραττε, προέτρεπεν ἐνταὐτῷ τὴν Βου-
1386λὴν ν’ ἀποφεύγῃ τοὺς ὑπαινιγμούς. Κακὸς διδάσκαλος ὁ ἔν-
1387τιμος προαγορεύσας, ὅστις τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς
1388ἔθεσε, δὲν ἐτήρει ἀκριβῶς καθ’ ἣν ὥραν ἔθετεν αὐτούς.
1389§36Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν ἤθελον, κύριοι, λάβει τὸν λόγον,
1390ἐὰν αἴσθημα δικαιοσύνης δὲν μὲ ἐκάλει ἐπὶ τοῦ βήματος.
1391Ἀνέβην ἐδῶ ἵνα κρατήσω εἰς σημείωσιν ἓν σόφισμα, τὸ
1392ὁποῖον ἠθέλησε νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ζωντανὸν με-
1393ταξὺ δύο ψηφοφοριῶν. Ἐνόμισεν ὁ κύριος βουλευτὴς Με-
1394σολογγίου, ὅτι ἐὰν λάβῃ τὸν λόγον μεταξὺ δύο ψηφοφο-
1395ριῶν, ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ τὸ στάδιον τῆς ἀνασκευῆς, τὸ
1396ὁποῖον ἄνδρες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουσιν
1397εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι καὶ τὴν τιμὴν
1398νὰ ἀνήκωσι καὶ εἰς τὸ κόμμα τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Μεσο-
1399λογγίου, ἤθελον ἀναλάβει. Κατὰ πόσον ὁ Κανονισμὸς ἀν-
1400τιτάσσεται εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόπειραν τοῦ κυρίου βουλευ-
1401τοῦ, δὲν ἐρευνῶ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἄμυναν καὶ θέλομεν
1402ποιήσει τελείαν χρῆσιν αὐτῆς.
1403Ἔρχομαι, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ
1404διατηρήσω τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐν τῇ κανονικῇ
1405αὐτῆς τροχιᾷ. Καθ’ ὅσον ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου
1406μεταβαίνει ἀπὸ τῆς Ἄρκτου εἰς τὴν Μεσημβρίαν. Βλέπο-
1407μεν αὐτὸν ἐλαττούμενον κατὰ τὴν τοῦ πολεμικοῦ φρονή-
1408ματος ὁρμήν. Τὸ φρόνημά του θερμὸν ἐν Λονδίνῳ, παγε-
1409τῶδες ἐν Ἀθήναις, πλέει εἰς τὸ πέλαγος τῶν ὑπεκφυγῶν.
1410Κακὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ συγχρόνως ὑποστηρικτέα ἡ Κυ-
1411βέρνησις, εἶναι θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν. Θέ-
1412λομεν λοιπὸν ἐδῶ πράγματι, καὶ δὲν τὸ κρύπτομεν, νὰ
1413ἐκθέσωμεν τὸν κύριον βουλευτὴν Μεσολογγίου. Θέλομεν
1414νὰ μὴ ἀφήσωμεν διέξοδον εἰς οὐδένα. Πᾶς ὅστις εἶναι τῆς
1415μεγάλης, τῆς πατριωτικῆς ἐνεργείας, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ
1416τὴν ἰδέαν του, ἂν τὸ παρὸν παρέχῃ σωστικὰς διὰ τὴν
1417Ἑλλάδα ἐγγυήσεις. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ ἵνα ὀχυρωθῶμεν ὄπι-
1418σθεν σοφισμάτων. Τοιαύτη τακτική, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτρέψωσιν
1419ὅλοι οἱ θερμουργοὶ ἄνδρες τῆς αἰθούσης ταύτης, εἶναι ἀνα-
1420ξία τῆς μεγάλης πολιτικῆς τοῦ Ἔθνους. Βαδίσατε, λέγει
1421ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου πρὸς τοὺς Ὑπουργούς,
1422καὶ ἂν παραπατήσητε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς λακτίσω
1423καὶ ἐγώ! Ἀλλὰ τότε ποῦ εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Πατρίδος;
1424Αὐτὸ ἆρά γε εἶναι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς μερίδος,
1425τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Τρικούπης διευθύνει; Ἐντὸς τῆς μερί-
1426δος ταύτης γνωρίζω ἄνδρας ἐντιμοτάτους, ρέκτας· εἰς τὰς
1427φλέβας αὐτῶν κυκλοφορεῖ αἷμα, τὸ ὁποῖον βράζει. Ἐὰν ἐν-
1428δομύχως καταδικάζουν τὴν Κυβέρνησιν, δύνανται εἰς τὸ
1429φανερὸν νὰ ψηφίζωσιν αὐτήν; Ἄνευ ἰσχυροτάτου ψυχικοῦ
1430πόνου δὲν πιστεύω, ὅτι θέλουσιν ἐγκαταλείψει ἑαυτοὺς εἰς
1431τοιαύτην ῥυμούλκησιν. Ὑπάρχουσιν ὅρια εἰς ὅλους τοὺς
1432ὀργανισμοὺς καὶ ὅλας τὰς κομματικὰς συντάξεις. Θὰ ἔλε-
1433γον πρὸς ἕκαστον ἰδίᾳ καὶ πρὸς ὅλους ὁμοῦ, ὅτι ὁ ἀρχη-
1434γὸς δὲν εἶναι κύριος, ὅτι εἶναι πρῶτος μεταξὺ ἴσων, ὅτι
1435ἡ ἰδέα τῆς δικτατορίας εἶναι οἰκτρὸς ἀναχρονισμός, καὶ
1436ὅτι καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος ἀνήκει εἰς τὴν πολιτικὴν,
1437τὴν ὁποίαν τὸ ὅλον κόμμα ἐν συνεργασίᾳ πρέπει νὰ δια-
1438πλάττῃ. Περὶ δὲ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τοὺς ἐφε-
1439κτικούς, εἰς ὁποιονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκωσιν οὗτοι,
1440περὶ αὐτῶν οὐδὲν λέγω.
1441Ἂν εἶναι τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου κατηγορηματι-
1442κῶς θέλομεν ἐκφρασθῆ ὅλοι ἐδῶ. Δὲν πρόκειται κυρίως περὶ
1443τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Πρόκειται περὶ
1444τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰδικῶς ἐὰν ἡ Κυβέρ-
1445νησις εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶ-
1446νος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι καθαρῶς ζήτημα ἐμπιστοσύ-
1447νης. Ὅστις ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύνα-
1448ται κατόπιν νὰ διαχωρισθῇ ἀπὸ τῶν τυχῶν αὐτῆς. Ἡ ση-
1449μερινὴ ψηφοφορία ἔχει τὴν σημασίαν τῆς συνταυτίσεως.
1450Καὶ ἂν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι ἐκεῖ ἐπάνω, ἠθέλομεν
1451προκαλέσει ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐπὶ τῷ
1452δεδηλωμένῳ σκοπῷ νὰ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βου-
1453λῆς ὅλαι τῆς ἑσπέρας ταύτης αἱ ψῆφοι, ὥστε, ὅταν μίαν
1454ἡμέραν ἐπέλθῃ γενικὴ ἐξέλεγξις, νὰ εἴμεθα ὅλοι εἰς τὴν
1455ἀκριβῆ καὶ καθωρισμένην θέσιν τῆς λογοδοσίας. Θέλομεν
1456νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὸ Ἔθνος ποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς πο-
1457λιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ ποῖοι κατ’ αὐτῆς. Ἐπικαλού-
1458μεθα δὲ καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1459σεως πρὸς τοῦτο.
1460Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐν τελείᾳ συνειδήσει
1461ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἐπρο-
1462χώρησαν ἱκανῶς, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχῃ πλέον διὰ τὰς
1463ὑπεκφυγὰς τόπος. Δὲν ἔχω δὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι διερμη-
1464νεύω τὴν πεποίθησιν ὅλων, διακηρύττων, ὅτι ὑφ’ ἃς περι-
1465στάσεις διατελεῖ ἡ Ἑλλάς, αἱ ὑπεκφυγαὶ εἶναι ἀνάξιαι ἀν-
1466δρῶν ἐπιδιωκόντων τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος.
1467§37ΙΩ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι ὁ λόγος ἔστω καὶ
1468παρὰ τὸν Κανονισμὸν, κύριοι βουλευταί. Ἀφοῦ ἡ συζήτησις
1469μετὰ μίαν πρώτην ψηφοφορίαν ἔλαβε γενικωτέραν οὕτως εἰ-
1470πεῖν ἔκτασιν, καὶ πανταχόθεν ἡ πρόκλησις, ὅτι ἕκαστος ὀ-
1471φείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐν ταῖς σημεριναῖς
1472κρισίμοις περιστάσεσι τῆς Ἀνατολῆς, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶνε
1473πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ τηρήσω σιγήν. Διὰ τοῦτο ἔρχο-
1474μαι ἐν ὀλίγοις, κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὴν ἐπὶ τοῦ μεγάλου
1475τούτου ζητήματος γνώμην μου.
1476Διαφωνῶ ἐν πολλοῖς πρὸς ἁπάσας σχεδὸν τὰς γνώμας,
1477αἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
1478§38ΤΙΝΕΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν;
1479§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅπως θέλετε.
1480§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις πέντε λεπτά.
1481(Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
1482§41ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὰ τῆς Ἑλλάδος
1483ἵσταντο, εἰς ὃ σημεῖον διετέλουν πρὸ τριετίας, συνεπὴς πρὸς
1484ὅσα τότε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἤθελον διστά-
1485σει νὰ ἰσχυρισθῶ σήμερον καὶ ἐκθύμως νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὰ
1486παρὰ τὸν Αἷμον καὶ ἐν Φιλιππουπόλει τελούμενα ἀξιοθρήνη-
1487τά εἰσιν, ἀδικοῦντα καὶ τοὺς τελοῦντας καὶ τὸν Ἑλληνι-
1488σμὸν καὶ τὴν ὅλην Ἀνατολήν, ἀγομένην οὕτω εἰς νέαν ὑπο-
1489δούλωσιν, ὅτι ἁρμοδία ὅμως πρὸς ἐκτίμησιν καὶ διακανο-
1490νισμὸν αὐτῶν κατὰ τὸ δίκαιον καὶ τὰς συνθήκας εἶναι
1491μόνη ἡ Εὐρώπη, καὶ ὅτι τό γε νῦν πᾶσα ἀνάμιξις αὐτοβού-
1492λως τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ βλάψῃ μᾶλλον ἢ νὰ ὠφελήσῃ·
1493διότι δὲν θὰ εἶχε σημάνει ἡ ὥρα ἡ πρὸς ἀποφασιστικὴν καὶ
1494λυσιτελῆ ἐνέργεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα
1495τῆς τριετίας, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς, ἡ πολι-
1496τικὴ ἐτράπη ὁδὸν ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὴν πολιτικὴν ἐκεί-
1497νην καὶ ἔπλασε κατάστασιν πραγμάτων καθιστῶσαν ἀπο-
1498λύτως ἀδύνατον τὴν πολιτικὴν ταύτην καὶ ἐπιβάλλουσαν
1499ἡμῖν νὰ στρέψωμεν ὅλην τὴν προσοχὴν ἡμῶν περὶ ἓν καὶ μό-
1500νον, περὶ τὸ τίνι τρόπῳ δυνάμεθα ν’ ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐκ
1501τῆς καταστάσεως ταύτης ἀπειλοῦντας ἡμᾶς πανταχόθεν
1502ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν κινδύνους καὶ νὰ σώσωμεν τὴν κινδυ-
1503νεύουσαν παρακαταθήκην τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ τοῦ ὅλου
1504Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἐκτεθεῖσαν.
1505Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐνέσκηψεν ἡ ἐν Φιλιππου-
1506πόλει θύελλα, μένων πιστὸς εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονο-
1507μιῶν καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐθεώρησε τὴν Ἑλλάδα εἰς
1508κατάστασιν χρεωκοπίας καὶ ταύτης ἕνεκεν διενήργει τὸν ἀ-
1509φοπλισμὸν τοῦ Τόπου, ἔλεγε πρὸς τὸν ἐξεγερθέντα λαὸν τῆς
1510Πρωτευούσης ἐπὶ τῷ πραξικοπήματι τῆς Φιλιππουπόλεως:
1511«Συμπολῖται, δικαία, εὔλογος ἡ καταλαβοῦσα ὑμᾶς ὀργὴ ἐπὶ
1512τῷ τολμήματι τῶν Βουλγάρων, τολμησάντων τὴν κατάλυ-
1513σιν Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης. Ἡ Εὐρώπη, ἀφοῦ οἱ Βασιλεῖς καὶ
1514Αὐτοκράτορες ἐκήρυξαν, ὅτι θέλουν τὴν εἰρήνην, δὲν θὰ ἐπι-
1515τρέψῃ βεβαίως τὴν διὰ λαθροχειρίας κατάλυσιν τῆς τοιαύ-
1516της συνθήκης, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον τοῦτο δύναται νὰ
1517ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν
1518περὶ πολλοῦ ποιοῦνται. Τὸ τόλμημα προσέβαλε σπουδαῖα
1519δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὸ μέλ-
1520λον αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβωμεν εἰς
1521τὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, δὲν ἔχομεν τὰ μέσα ὅπως
1522ἐκβιάσωμεν λαὸν ἀντίθετον πρὸς τὸ φρόνημα τῆς Εὐρώπης.
1523Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ
1524προσκαλῶ αὐτοὺς ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἐν Ἀθήναις, ὅ-
1525πως λύσωσι τὸ ζήτημα καὶ φωτίσωσιν ἐμὲ καὶ τὸν Τόπον
1526περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸν τρόπον, κατὰ
1527τὸν ὁποῖον δύναται τις νὰ πολεμήσῃ ἄνευ χρημάτων, ἄνευ
1528συντεταγμένων στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἄνευ ἐφοδίων.
1529Ἐὰν τῇ εἰσηγήσει οἱουδήποτε ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ
1530ἀντίθετος γνώμη, καταθέτω τὴν Ἐξουσίαν, ὅπως ἀνα-
1531λάβῃ αὐτὴν ὁ νέος ἡγέτης τῆς Βουλῆς»· ἐὰν τοιαῦτα
1532τινὰ ἔλεγε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ ὄψις τῶν ἡμε-
1533τέρων πραγμάτων θὰ ἦτο ἀλλοία καὶ πρὸς μέγιστον
1534ὄφελος τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ κατὰ τῆς
1535πολιτικῆς ἐκείνης διεξαγωγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος.
1536Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντὶ τῆς τοιαύτης πολιτείας,
1537ἐμμένων εἰς τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε κατὰ
1538τοὺς τελευταίους καιρούς, τοῦ νὰ ἔρχηται εἰς ἀμμέσους
1539σχέσεις μετὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ τῶν σχέσεων αὐτῶν νὰ
1540ἀντλῇ πεποιθήσεις καὶ πολιτικὰς ἰδέας, ἀπεσκοράκισε τὴν
1541πολιτείαν τῶν οἰκονομιῶν, τὴν πολιτείαν τῆς εἰρήνης καὶ
1542ἐτράπη τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας. Καὶ δή, συγκαλῶν
1543δύο ἡλικίας ἐφέδρων, ἀνακαλῶν εὐσπευσμένως τὸν Βασι-
1544λέα ἐξ Εὐρώπης, ἐπιτρέπει Αὐτῷ νὰ μετέλθῃ τὴν γλῶσ-
1545σαν τῶν μεγάλων θυσιῶν, ὅπερ εἶναι πολυσήμαντον κήρυγμα
1546ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως, ἐκδίδει Β. Διάταγμα, διὰ
1547τοῦ ὁποίου συγκαλοῦνται τρεῖς ἔτι ἡλικίαι ἐφέδρων, ἐκ-
1548δίδει Διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, καλεῖ τοὺς ἐφέδρους
1549εἰς τὰς τάξεις ἐντὸς 48 ὡρῶν, προβαίνει εἰς τὰ γνωστὰ
1550ἐκεῖνα βίαια καὶ βεβιασμένα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὰ
1551τῆς Πολιτείας εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον κρίσεως δεινῆς
1552πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς, εἰς τὸ ὁποῖον κεῖνται καὶ
1553ὅπου ἵσταται ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατελῶν σύννους,
1554σκεπτικὸς καὶ ἐν ἀπορίᾳ.
1555Δὲν πρόκειται, κύριοι, πλέον περὶ προσφωνήσεων καὶ
1556ἀντιφωνήσεων πατριωτικῶν, πρόκειται περὶ τοῦ δεινοτέρου
1557τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, περὶ τῆς τιμῆς ἔθνους ὁλοκλήρου,
1558περὶ τῆς ζωῆς χιλιάδων ἀνδρῶν, περὶ θυσιῶν ἀκαταλογί-
1559στων. Ἰλιγγιᾷ ἤδη, διστάζει καὶ δειλιᾷ ἐπὶ τὸ ἔργον ὁ κ.
1560Πρωθυπουργός, καὶ δικαίως διστάζει καὶ δειλιᾷ πρὸς τηλι-
1561κοῦτον ἔργον, καὶ ἀποτείνεται ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὰ
1562κόμματα, πρὸς τὰ ἄτομα, καὶ πρωθύστερον ζητεῖ τὴν γνώ-
1563μην αὐτῶν περὶ τοῦ πρακτέου, πειρώμενος ἴσως οὕτω νὰ
1564ἐπιῤῥίψῃ ἄλλοις τὴν βαρυτάτην εὐθύνην, ἣν φέρει ἐπὶ τοῖς
1565αὐτοβούλως πεπραγμένοις καὶ ταῖς δειναῖς αὐτῶν συ-
1566νεπείαις.
1567Τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, ὑποβάλλω, ὄχι διότι
1568θέλω νὰ στρέψω τὰ βέλη μου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι
1569διότι θέλω νὰ ἐλαττώσω τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
1570τυχὸν ἔχει ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸς τὸ
1571Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1572ἐβάδισε, παρὰ τὰ ὑπεσχημένα, ὁδὸν παράτολμον καὶ ἀλόγι-
1573στον, ὅτι ἤγαγε τὰ πράγματα εἰς ἓν σημεῖον πολὺ ἐπίκαι-
1574ρον, πολὺ ἐπισφαλὲς, καὶ ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπονται πλέον οἱ
1575δισταγμοί, διστάζει περὶ τοῦ πρακτέου. Δὲν παραδέχομαι
1576ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής· θέλω τὴν Ἐξου-
1577σίαν νὰ ἔχῃ σταθερὰν γνώμην, καθαρὰν γνώμην περὶ τοῦ
1578πρακτέου· δὲν εἶμαι καπετὰν Παλάβρας· δὲν ζητῶ τὸ Βου-
1579λευτήριον ἢ ὁ Τόπος νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἐὰν καὶ τὰ
1580στοιχεῖα αὐτὰ τὸν ἀποκρούωσιν, ἐὰν ἡ Εὐρώπη, ἐὰν ἡ
1581κατάστασις ἡμῶν ἀπαγορεύωσιν ἡμῖν αὐτὸν ἀπολύτως.
1582Ἀλλ’ ἐνόσῳ εἴμεθα εἰς τὸ στάδιον τῶν προπαρασκευῶν,
1583οὐδεὶς δισταγμὸς ἐπιτρέπεται. Τὸν δισταγμὸν τὸν ἐννοῶ
1584τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπωμεν τὸ «ἐμπρός».
1585Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐὰν δὲν ἔχω τὴν τόλμην, ἐὰν δὲν
1586ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, πηγαίνων ἐμπρὸς, δύναμαι νὰ
1587σώσω τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, τότε κα-
1588ταθέτω τὴν Ἐξουσίαν καὶ λέγω: Ἐλθέτω ὁ τολμηρότερος,
1589αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ εἰπέτω τὸ
1590«ἐμπρός». Ἀλλ’ ὅταν τὰ πράγματα ἤχθησαν εἰς ὃ σημεῖον
1591κεῖνται, ὁ δισταγμὸς εἶναι ὀπισθοδρόμησις, συνεπαγομένη
1592δεινότερα καὶ αὐτῆς τῆς κατὰ κράτος ἥττης δεινά. Ὅταν
1593δὲ διστάζωμεν κατὰ τὴν δίοδον πρὸς τὴν ἐνέργειαν, τότε
1594ἀποθαῤῥύνομεν τοὺς πάντας, τότε ἄγομεν ἀναγκαίως τὰ
1595πράγματα εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ
1596φοβούμενοι τὸν πόλεμον, ὑπάρχουσι καὶ οἱ φοβούμενοι πολὺ
1597περισσότερον τὰς συνεπείας τῆς ὀπισθοδρομήσεως, χωρὶς νὰ
1598γείνῃ πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ γείνῃ, πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ γείνῃ, ὅπως
1599μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν, τῆς ὁποίας, ἐπαναλαμ-
1600βάνω, αἱ συνέπειαι θὰ ἦναι πολὺ δεινότεραι τῆς κατὰ κράτος
1601ἥττης, ὅταν δὲν δικαιολογηθῇ ἡ ὑποχώρησις. Ἐννοῶ νὰ φέρω
1602τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε ν’ ἀποδεικνύεται ἐξ
1603αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ἐγένετο ὅ,τι ἀνθρωπίνως δι’
1604ἐργασίας ἀόκνου καὶ ἐπιμόνου καὶ ἀποφασιστικῶς ἦτο δυ-
1605νατὸν, ὅπως τὸ ταχύτερον συντελεσθῇ ἡ πρὸς ἐνέργειαν ἀ-
1606πολύτως ἀναγκαία παρασκευή. Ταύτης δὲ συντελεσθείσης
1607καὶ τῆς ἐνεργείας δυνατῆς οὔσης χάρις εἰς αὐτὴν, ἐὰν δὲν πα-
1608ρουσιασθῶσι προσκόμματα ἢ δυσχέρειαι, καταδεικνύοντα τὴν
1609ἐνέργειαν, πρᾶξιν ἄφρονα, ἀπονενοημένην ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις
1610ἐξεταζομένου τοῦ ἔργου, τότε βεβαίως ἐπιτρέπονται καὶ ἄλλαι
1611σκέψεις. Τὴν τότε ὀπισθοχώρησιν καὶ τὸ Ἔθνος θὰ τὴν
1612ἐγκρίνῃ. Ὅταν ὅμως τὰ πάντα διεξάγωνται κατὰ τρόπον
1613προδίδοντα ὅτι θέλομεν καὶ δὲν θέλομεν, ὅτι δειλιῶμεν ἐν αὐτῇ
1614τῇ παρασκευῇ, ἆ τότε, κύριοι, ἡ ὀπισθοδρόμησις ἠμπορεῖ
1615νὰ ἔχῃ πολὺ ἀπελπιστικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν Τόπον
1616αὐτόν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χυθῇ αἷμα ἄνευ ἀποτελέσματος
1617εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης· δὲν ἐπιθυμῶ ἧτταν κατὰ κράτος,
1618ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ πάλιν νὰ ἴδω ἡμᾶς αὐτοὺς παραδιδομέ-
1619νους εἰς ἐμφύλιον πόλεμον. Τὸν εἶδον τὸν ἐμφύλιον πόλεμον
1620καὶ γνωρίζω τὰ τρομερὰ καὶ ἀπαίσια αὐτοῦ ἀποτελέσματα.
1621Ἤκουσα τὸν λόγον τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου βου-
1622λευτοῦ, καὶ μοὶ ἔκαμε ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν, διότι μοὶ ἐφάνη
1623ὅτι ἦτο ἀπήχησις ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ στρατοπέδου. Ὑπὸ
1624αἱρέσεις ἢ ὅρους δὲν ἐπιτρέπεται τὴν σήμερον νὰ βαδίζω-
1625μεν εἰς τὰ ἐμπρός· πρέπει νὰ βαδίσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀ-
1626ποφασιστικῷ τῷ τρόπῳ.
1627§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ ἐνεργειῶν ὅτι
1628πρέπει νὰ ἐξαρτηθοῦν ἐκ τῆς ἀποφάσεως. Αἱ ἐνέργειαι πρέ-
1629πει νὰ γίνωνται· αἱ ἐνέργειαι δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε
1630νὰ συμπέσωσι μὲ τὴν ἀπόφασιν· δὲν πρέπει νὰ προδικάσῃ,
1631οὔτε ἡ ἀπόφασις τῆς ἐνεργείας, οὔτε ἡ ἐνέργεια τῆς ἀπο-
1632φάσεως.
1633§43ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἡ ἀπόφασις προηγεῖται πάντοτε.
1634§44Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ συγχωρεῖ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀ-
1635ξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος. Προκειμένου περὶ προπα-
1636ρασκευῆς εἰς πόλεμον, ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει δὲν ἐξηγοῦνται,
1637ὅπως ἐξηγήσθη ὁ συνάδελφος. Ὅταν ἐξηγῶνται κατ’ αὐτὸν
1638τὸν τρόπον, ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις ἐν τῷ
1639μέλλοντι περὶ ἐνεργείας, ἀποδεικνύουν, ὅτι οἱ δισταγμοὶ
1640πλέον κατέλαβον καὶ τὴν ἀνωτέραν τάξιν τῆς κοινωνίας. Καὶ
1641ἐν τῇ τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς ἐρωτῶ τί περιμένετε ἀπὸ
1642τοὺς νέους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν εἰς τὸν στρα-
1643τὸν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι γυμνοὶ καὶ ἄστεγοι καὶ πεινῶσι
1644σήμερον; δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν παρὰ γενικὴν ἀ-
1645νυποταξίαν. Ἐξεγείρεται ἡ ψυχή μου κατὰ πάσης ἰδέας,
1646ὅτι θὰ προβῶμεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου ὑπὸ τὰς
1647ἰδέας αὐτὰς τῆς ἀποθαῤῥύνσεως καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως
1648τοῦ ἔργου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι, ἐὰν τὰ πράγματα
1649ἔκειντο εἰς ὃ σημεῖον ἔκειντο πρὸ τριετίας, τὸ ζήτημα τῆς
1650Φιλιππουπόλεως ἤθελον τὸ θεωρήσει καθαρῶς Εὐρωπαϊκὸν
1651καὶ ἤθελον εἶπει, εἶναι ἔργον τῆς Εὐρώπης νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν
1652δέχεται ἢ ὄχι νὰ ἐκσλαβισθῇ ἡ Χερσόνησος ἡ Ἑλληνικὴ
1653καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁ ἐκσλαβισμὸς τῆς Ρωμυλίας εἶναι
1654ἐκσλαβισμὸς τῆς Τουρκίας, ὁ ἐκσλαβισμὸς τῆς Τουρκίας
1655εἶναι ἐκσλαβισμὸς τῆς Μακεδονίας, καὶ τότε Ἑλληνισμὸς
1656δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ζήτημα
1657καθαρῶς Εὐρωπαϊκὸν καὶ τὸ ἐξετάζει ὡς τοιοῦτον ἡ Εὐ-
1658ρώπη καὶ θὰ τὸ λύσῃ ἡ Εὐρώπη, καὶ θὰ τὸ λύσῃ δι’ ἑνὸς
1659πολέμου.
1660Εἶπον τότε, κύριοι, ὅταν ἐξέθηκα τὰς ἰδέας μου, ὅτι ὁ πό-
1661λεμος ὁ Εὐρωπαϊκὸς διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς εἶναι
1662ἄφευκτος καὶ θὰ ἦναι φοβερός. Δὲν θὰ κληθῶμεν ἡμεῖς
1663νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν, διότι δὲν θὰ ἔ-
1664χωσιν ἀνάγκην ἡμῶν. Ἐν τούτοις μέχρις οὗ φθάσῃ ἡ ἐ-
1665ποχὴ αὕτη, ἡμεῖς νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματά μας πρὸς τὰ
1666ἐσωτερικὰ, νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐργαζώ-
1667μεθα, ὅπως τὸν Τόπον αὐτὸν καταστήσωμεν πρότυπον κα-
1668λῆς διοικήσεως, ὅπως ἀναπτύξωμεν τοὺς πόρους αὐτοῦ, ἀ-
1669νορθώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ συντάξωμεν
1670τὸν στρατὸν οὕτω πως, ὥστε ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα, νὰ ἤμεθα
1671εἰς κατάστασιν νὰ συμπράξωμεν μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ
1672ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ νικητοῦ ἐν τῷ πολέμῳ αὐτῷ, καὶ τότε
1673θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς μερίδα καὶ μερίδα λέοντος.
1674Αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον τότε, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῆς
1675Φιλιππουπόλεως, καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου διεξήχθη
1676τὸ ζήτημα αὐτό, ἡ ἀπροκάλυπτος, οὕτως εἰπεῖν, κήρυξις
1677πολέμου καὶ κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ κατὰ τοῦ Πανσλα-
1678βισμοῦ ἔπλασε θέσιν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπελπιστικήν.
1679Ἐὰν ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ὑπεράνθρωπον, ἐὰν
1680δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς
1681τοὺς ἡρωικοὺς πάλιν χρόνους, εἰς τοὺς χρόνους τοῦ 21, τότε
1682τετέλεσται. Ἐὰν τοὺς κύκλους τῆς Εὐρώπης τοὺς ἀνατρέ-
1683ψῃ, τότε δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἡγεμονίαν πά-
1684λιν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τοῦ Ἑλ-
1685ληνισμοῦ ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Ἀνατολῆς καὶ αὐτῆς τῆς
1686Τουρκίας. Ὁ ἀπροκάλυπτος αὐτὸς πόλεμος, τὸν ὁποῖον ἐ-
1687κηρύξαμεν διὰ τῶν διαδηλώσεων, διὰ τῶν τηλεγραφη-
1688μάτων, τὰ ὁποῖα εἰς ἐμὲ ἔκαμον, ὁμολογῶ, κακὴν ἐντύ-
1689πωσιν, διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ δυνάμενοι νὰ περιορίσω-
1690μεν τὸν Πανσλαβισμὸν· ἐν τούτοις παρουσιάσθημεν μὲ μίαν
1691θρασύτητα ἀνήκουστον καὶ ἀνελάβομεν τὸ ζήτημα ὡς ζή-
1692τημα ἀποκλειστικῶς Ἑλληνικὸν, ἀναφωνοῦντες: «Κάτω ἡ
1693Βουλγαρία, κάτω ὁ Σλαβισμός,» ἡ τοιαύτη πολιτεία ἡμῶν
1694ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἐὰν ἔχωμεν ἐθνικὴν φι-
1695λοτιμίαν, ἢ θὰ πολεμήσωμεν καὶ θὰ ἀποθάνωμεν ὡς ἄν-
1696δρες, ἢ ἐὰν ἔχωμεν τὴν τύχην καὶ ἀποκτήσωμεν τὰς συμ-
1697παθείας τῶν λαῶν τῶν πεπολιτισμένων τῆς Εὐρώπης, τῶν
1698λαῶν τοῦ τε παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου κόσμου, θὰ φθάσω-
1699μεν καὶ εἰς τὸ νὰ νικήσωμεν καὶ νὰ ἐκπλήξωμεν τὸν κό-
1700σμον πάλιν διὰ τῶν ἄθλων τῶν Ἑλληνικῶν. Ἡ ἀνάστασις,
1701κύριοι, τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὀφείλεται εἰς τὰς συμπα-
1702θείας, εἰς τὴν γενναίαν συνδρομὴν τῶν πεπολιτισμένων λαῶν·
1703καὶ ἂν κατορθώσωμεν καὶ τὴν σήμερον νὰ δείξωμεν θάῤ-
1704ῥος ἀνδρικόν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἐπισύρωμεν τὴν συν-
1705δρομὴν ὅλων τῶν λαῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων ἀκόμη καὶ
1706τὴν συνδρομὴν αὐτῶν τὴν γενναίαν. Τοιουτοτρόπως πρὸς
1707ἔκπληξιν τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν θ’ ἀποδειχθῇ καὶ πάλιν, ὅτι
1708τὸ δίκαιον εἶναι πολλάκις ἰσχυρότερον ἑκατομμυρίων λογ-
1709χῶν.
1710Ἐκφράζω τὴν γνώμην αὐτὴν ὑπείκων εἰς τὰ πράγματα,
1711εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤγαγον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐλπί-
1712ζω, ὅτι ἀφοῦ καὶ λαὸς καὶ πάντες κηρύσσονται ὑπὲρ τοῦ
1713πολέμου, ὅτι δὲν θὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἔργον καὶ ἀσπα-
1714σθῶσι τὴν ἀτιμωτικὴν καὶ καταστρεπτικὴν πολιτικὴν
1715τῆς ὀπισθοδρομήσεως· διότι ἄλλως θὰ θεωρήσωσιν οἱ ξέ-
1716νοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει σθένος, ὅτι ἀρκούμεθα εἰς τὸ νὰ
1717καυχώμεθα καὶ νὰ ἐξυμνῶμεν ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος
1718τοὺς ἡρωισμοὺς καὶ τὰ ἄθλα τῶν προπατόρων, καὶ ὅτι εἴ-
1719μεθα ἀνίκανοι εἰς ἔργα. Ἀλλ’ οὕτω πως ἡ Ἑλλὰς δὲν δύ-
1720ναται νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Μακρὰν ὑμῶν, κύ-
1721ριε Πρωθυπουργὲ, ὁ δισταγμός· ἀπολακτίσατε πάντα φόβον,
1722τραπεῖτε τὴν ὁδὸν τῶν ἀποφασιστικῶν προπαρασκευῶν,
1723πιστεύσατε εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸν Θεὸν τῆς Ἑλλάδος,
1724καὶ δὲν θέλετε μεταμεληθῆ. Ἡ ἀποφασιστικὴ ἐνέργεια ἐπι-
1725βάλλεται ὑμῖν, ἀφοῦ παρασκευάσετε τὰ ἀναγκαῖα μέσα·
1726διότι, καίτοι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐ-
1727πιτρέπεται εἰς ἀνθρώπους, βουλευομένους ὑπὲρ τῆς τι-
1728μῆς καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐξωθῶσιν ἄνδρας εἰς
1729πόλεμον, χωρὶς νὰ προετοιμάσωσι τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν, τὴν
1730τροφὴν, τὴν ἐνδυμασίαν, τὰ ἐφόδια τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο
1731θεωρῶ τὴν ἐξεύρεσιν μέσων χρηματικῶν ἀναγκαιοτάτην καὶ
1732πρωτίστην. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶνε ἀ-
1733νεπαρκῆ, καὶ λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνή-
1734σεως, βλέπει αὐτὰ μὴ συνᾴδοντα πρὸς τὸν σκοπόν. Ἔσχε δὲ
1735δίκαιον ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ σχηματίσῃ τὴν
1736πεποίθησιν, ὅτι ἄλλα φρονεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς,
1737ἄλλα λέγει καὶ ἄλλα ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ τότε διατί δὲν ἔ-
1738χει τὸ θάῤῥος ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: ἐγκαταλιμπάνω
1739τὴν πολεμικὴν πολιτικήν; Τότε θὰ ἦτο ὀλιγώτερον τὸ κα-
1740κὸν, διότι ὅσῳ παρατείνεται αὕτη ἡ νόθος καὶ ψευδὴς καὶ
1741ἀμφίβολος κατάστασις, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνουν τὰ δεινὰ,
1742τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθουν ἐν περιπτώσει πολέμου.
1743Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ δάνειον πατριωτικὸν, ὅπερ πολὺ
1744ἀπέχει τοῦ νὰ ἐπαρκέσῃ. Μὴ παίζωμεν, κύριοι, ἂν θέλω-
1745μεν νὰ πείσωμεν καὶ τὸν ἔσω καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, ὅτι
1746σπουδάζομεν, ὅτι ἀσπαζόμεθα τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας·
1747πρέπει νὰ ζητήσωμεν 150,000,000 δάνειον μετά τινος λα-
1748χείου, παρέχοντος τοῖς δανεισταῖς ὡς ἐγγύησιν τὴν πρόσο-
1749δον τῆς σμύριδος, δεύτερον τὸ προϊὸν τῆς ἐγγείου φορολο-
1750γίας, ἥτις πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ, καταργουμένου τοῦ νόμου
1751περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, περιοριζομένης δὲ
1752τῆς ἐγγείου φορολογίας εἰς τὸ 5%. (Θόρυβος).
1753Ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς διαδηλώσεις περὶ πολέ-
1754μου, διότι ἐδίσταζον ὅτι θέλουν πάντες τὸν πόλεμον, μοὶ ἐ-
1755φάνη δὲ ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν δὲν ἦτο διατεθειμένη ἡ κοινω-
1756νία καὶ ἐνταῦθα ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Ἀνεχώρησαν οἱ ἐπί-
1757στρατοι, ἐγένοντο πατριωτικαὶ προσφωνήσεις, δὲν ἔλαβον μέ-
1758ρος, διότι δὲν ἤθελον ν’ ἀναλάβω εὐθύνην ἀπέναντι τῆς
1759συνειδήσεώς μου. Ἀλλ’ ἐῤῥίφθη ὁ κύβος καὶ βαδίζομεν πρὸς
1760τὸν πόλεμον, καὶ ἄνευ χρηματικῶν μέσων πόλεμοι δὲν γί-
1761νονται. Διὰ τοῦτο ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, ὅπως ὑποδείξω
1762τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ταῦτα. Δὲν πρέ-
1763πει δὲ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰς εἰσφορὰς, διότι δὲν πρέ-
1764πει νὰ καταδικάσωμεν εἰς πεῖναν τοὺς ὑπαλλήλους. Πρέπει δὲ
1765νὰ τεθῇ φόρος καὶ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμά-
1766των εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους. Ὅλοι πρέπει νὰ ὑποκύ-
1767ψουν εἰς βαρύτατα βάρη, προκειμένου περὶ τοιούτων ἔργων.
1768Οὕτω δὲ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δάνειον 150,000,000 καὶ
1769δυνάμεθα νὰ βαδίζωμεν ἐπὶ τὴν προπαρασκευὴν συντόνως,
1770ἀποφασιστικῶς χωρὶς νὰ χάνωμεν στιγμήν.
1771Ἐπειδή, κύριοι, προεκλήθην, ἐξέφρασα ὡς ἄτομον τὴν
1772γνώμην μου ἐνόμισα, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τη-
1773ρήσω σιγήν, καὶ ἀφοῦ ἀνέβην τὸ βῆμα, ἤθελον νὰ εἴπω πᾶν
1774ὅ,τι ἐνόμιζον ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος.
1775Ἵνα δὲ, κύριοι, ἐξεύρωμεν τὸ δάνειον αὐτὸ, πρέπει ν’ ἀπο-
1776ταθῶμεν εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμὸν καὶ πρὸς τοὺς
1777λαοὺς τῆς Εὐρώπης καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ
1778λαοὶ τῆς Εὐρώπης θὰ προσέλθωσι πάλιν εἰς ἀρωγὴν
1779τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ταχέως θὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον· ὁ Ἑλ-
1780ληνισμὸς ἀγωνίζεται ἀγῶνα ἀμύνης καὶ ἱερὸν, ἐγείρονται
1781δὲ καθ’ ἡμῶν λαοὶ, μετὰ τῶν ὁποίων μᾶς συνδέουσι δεσμοὶ
1782παθημάτων καὶ αἵματος. Ἀγωνιζομένη, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς
1783δὲν ζητεῖ ἄλλο παρὰ ὕπαρξιν ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὕπαρξιν ἐπὶ
1784τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐδόξασεν ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλὰ δέον
1785νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ ὑποδειχθέντα μέσα, διότι κατ’ αὐ-
1786τὸν καὶ μόνον τὸν τρόπον θὰ δυνηθῶμεν νὰ βαδίσωμεν ἐπὶ
1787τὸ μέγα ἔργον καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ καταλάβωμεν τὴν ἐμπρέ-
1788πουσαν ἡμῖν θέσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ.
1789§45Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ πολὺ καλῶς, ὅτι πάντες
1790ἐσμὲν κεκμηκότες, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν δυνάμεθα νὰ λη-
1791σμονήσωμεν, ὅτι πάντες αἰσθάνονται περὶ τίνος σήμερον
1792πρόκειται! Διαδεχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν σεβαστόν μοι
1793φίλον κ. Μεσσηνέζην λυποῦμαι, διότι διαφωνῶ πρὸς αὐ-
1794τὸν κατά τι μέρος τῆς ὁμιλίας του, ἐν ταῖς ἐπικρίσεσι
1795πρὸ πάντων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἐπὶ τῶν ἐμβριθῶν πα-
1796ρατηρήσεων καὶ λόγων τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ.
1797Δεληγεώργη.
1798Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ σπουδαιότης τῶν ἀποφάσεων
1799ἐκδηλοῦται πάντοτε διὰ τῆς ὁμοφωνίας, ἡ ὁποία παρί-
1800σταται ἐνίοτε ἔχουσά τι τὸ ἐπίπλαστον, καὶ ἡ ὁποία χο-
1801ρηγεῖ μᾶλλον τὰς παρεξηγήσεις ἐκείνας τῶν ξένων, ὥστε
1802νὰ νομίζωσί τινες τούτων, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Ἡ
1803σπουδαιότης τῶν ἀποφάσεων ἐκδηλοῦται μᾶλλον ὅταν σο-
1804βαραὶ προκαλῶνται αἱ συζητήσεις καὶ γίνωνται ὑπομνή-
1805σεις οὐχὶ περὶ εὐθύνης ἁπλῶς, ἣν ὑπέχουσιν οἱ Κυβερνῶν-
1806τες πάντοτε, ἀλλὰ ὑπομνήσεις περὶ πραγμάτων. Καὶ μή-
1807πως ἆρά γε πρόκειται νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀρηΐφιλον αὑ-
1808τῆς αἴσθημα, μήπως πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν ἀρέσκῃ
1809ἡμῖν ὁ πόλεμος ἢ μή; Μήπως πρόκειται νὰ βαδίσωμεν
1810πρὸς τὸν πόλεμον ὅπως ὠθοῦντο οἱ ἱππόται τοῦ Μεσαιῶ-
1811νος πρὸς μονομαχίας ἄνευ λόγου καὶ σκοποῦ; Τί σημαίνει
1812νὰ λέγωμεν κατὰ κόρον «θέλομεν τὸν πόλεμον»! Αἱ τοιαῦ-
1813ται δηλώσεις δὲν εἶναι σοβαραὶ, ἢ μᾶλλον προκαλοῦσι
1814παρεξηγήσεις περὶ τῆς σοβαρότητος αὐτῶν καὶ ἀποβαί-
1815νουσι μᾶλλον ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας.
1816§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ ὑβρίζῃ.
1817§47ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε· δὲν πρόκειται
1818περὶ ὑμῶν· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι
1819δύνανται νὰ γίνουν ἐκ τῶν τοιούτων δηλώσεων ἄλλων.
1820Ἀπορῶ διὰ τὴν παρεξήγησιν.
1821Ἀλλὰ μήπως πρόκειται νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸ Νομοθετι-
1822κὸν Σῶμα τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἢ
1823τὴν εἰρήνην; Μήπως εἰς τοῦτο τείνουσιν οἱ προκαλοῦντες
1824τὴν Κυβέρνησιν εἰς δηλώσεις τῶν σκοπῶν καὶ τῶν διανοη-
1825μάτων αὐτῆς; Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο Συνταγματικὸς σολοι-
1826κισμός. Ἡ ἐπίδρασις τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἐπὶ τοῦ
1827ζητήματος τοῦ πολέμου εἶναι ἔμμεσος, οὐδέποτε εἶναι
1828ἄμεσος· οὐδὲ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξουσιοδότησιν
1829τῆς Βουλῆς, ὅπως προβῇ εἰς πόλεμον. Τοιοῦτον τερατώδη
1830σολοικισμὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ. Καὶ δὲν
1831εἶναι, κύριοι, ἄμοιρον σοβαρωτάτων πρακτικῶν συνεπειῶν,
1832ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἤθελεν ὁπωσδήποτε συμβουλεύσει
1833τὸν πόλεμον· διότι ἐγείρονται πολλάκις περιστάσεις, κατὰ
1834τὰς ὁποίας σώζεται καὶ ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία, ἀποδιδομένου
1835σφάλματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς
1836ἐθνικῆς θελήσεως ἐν δεδομένῃ περιστάσει, ἐνῷ ἂν σύμπαν
1837τὸ Ἔθνος παραστῇ ἀποφασίζον, ἡ διέξοδος κλείεται.
1838Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἰδέαν δὲν ἐκήρυξεν ἡ Κυ-
1839βέρνησις, βεβαίως δὲν εἴμεθα καὶ εἰς τὴν θέσιν ἐκεί-
1840νην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο Κυβερνήσεις ἄλλαι ἐνώ-
1841πιον τῶν Κοινοβουλίων, μεταχειρισθεῖσαι ὅλως ἀλλοίαν
1842πρὸς τὴν ἰδέαν ζητουμένης ἐξουσιοδοτήσεως γλῶσσαν,
1843τοῦτο δὲ οὐχὶ διότι ἐλλείπει ἡ προσωπικὴ ἱκανότης τῶν
1844Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ διότι ἐλλείπουσιν οἱ ὅροι,
1845ὑπὸ τοὺς ὁποίους διετέλει λόγου χάριν ὁ μέγας πολιτικὸς
1846τῆς Γερμανίας ὅταν ὡμίλει περὶ παρασκευαζομένου πολέ-
1847μου ἐνώπιον τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκεῖνος ἀλη-
1848θῶς ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ Γερμανικόν:
1849«Ὅταν συλλάβωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, θὰ ἐνεργήσω-
1850μεν αὐτὸν καὶ μετὰ καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς Σας!»
1851Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὁ Βίσμαρκ, ἐστηρίζετο ἐπὶ προ-
1852παρασκευῆς πολυετοῦς, ἐστηρίζετο ἐπὶ ἑνὸς Μονάρχου
1853πράγματι ἀπολύτου, οἷος ὁ Γουλιέλμος. Ἀλλ’ ἐὰν αἱ Κυ-
1854βερνήσεις ἡμῶν δὲν εὑρίσκοντο εἰς τοιαύτην θέσιν διὰ νὰ
1855μετέλθωσι τοιαύτην γλῶσσαν, δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι παρα-
1856λείπεται ἡ ἔμμεσος ἐπίδρασις, ἡ ὁποία παρὰ τοῦ Κοινο-
1857βουλίου ἐξασκεῖται καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως.
1858Τοιαύτη ἐπίδρασις τοῦ Κοινοβουλίου δὲν πρέπει ἴσως νὰ
1859δηλοῦται ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ
1860κατὰ τρόπον ἄμεσον, ἀλλ’ ἐμμέσως μᾶλλον καὶ εἰς τὰ οἰ-
1861κονομικὰ ἰδίως μέτρα. Τότε κυρίως ἡ Βουλὴ δύναται,
1862ἂν θέλῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πάσης πολε-
1863μικῆς ἐνεργείας, ν’ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τῶν ἀπαραιτή-
1864των πρὸς ταύτην ὑλικῶν μέσων.
1865Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ εἴπῃ ἐν οἱῳδήποτε Κράτει ὅσον
1866μυστηριώδεις καὶ ἂν εἶνε αἱ διπλωματικαὶ περιστάσεις,
1867οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ἀπλύτως πρὸς Κυβέρνησιν: Σὲ
1868ἀφίνω ἐντελῶς ἐλευθέραν νὰ ἐνεργήσῃς τὸν πόλεμον, ἀλλ’
1869ἐπιφυλάσσομαι ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κατό-
1870πιν! Τὸ τοιοῦτον νομίζω ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶνε σφάλμα
1871σοβαρόν, καὶ λυποῦμαι διότι κατ’ ἐπανάληψιν δυστυχῶς
1872διέφυγε τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ ἀξιοτίμου ἡγέτου τῆς
1873Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ξηρὰ αὕτη ὑπόμνησις, ἀντὶ πάσης οἱ-
1874ασδήποτε χρησίμου γνωμοδοτήσεως. Δὲν ἔχει, πιστεύω,
1875σκοπὸν ἐγωϊστικόν· δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ ἀξιότι-
1876μος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τοιαύταις τοῦ Ἔθνους
1877στιγμαῖς, κατὰ τὰς ὁποίας διακυβεύεται ἡ τύχη ὁλοκλή-
1878ρου τοῦ Ἔθνους, σκέπτεται μόνον περὶ τῶν δικαιωμάτων
1879ἑαυτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι! Οὐδεὶς δύναται σήμερον νὰ σκέ-
1880πτηται περὶ τοιούτων δικαιωμάτων, καὶ ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ
1881ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑπομνήσω
1882εἰς αὐτὸν λόγους πατριωτικοὺς καὶ σπουδαίους, οὓς ἄλ-
1883λοτε ἐξέφερεν ἐντεῦθεν!
1884Ὁμιλῶν ἄλλοτε περὶ τοῦ διαβήματος τῆς ἀποστολῆς
1885πλοίων εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τοῦ ὁποίου ὑπεμνήσθησαν
1886αὐτῷ αἱ συνέπειαι καὶ αἱ εὐθύναι, ὀργίλως τότε ὁ κ.
1887Τρικούπης ὡς Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης
1888εἶπεν, ὅτι εἶνε ὅλως ἀντιπατριωτικόν, ὅταν μία Κυβέρνη-
1889σις ἐπὶ τοιούτων περιπτώσεων λαμβάνῃ μέτρον τι, δυνά-
1890μενον νὰ ὠφελήσῃ, νὰ ἐπισείεται κατ’ αὐτῆς τὸ φάσγανον
1891τῆς εὐθύνης! Καὶ εἰς τὴν ἰδίαν νομίζω ἢ ἄλλην ἀνάλο-
1892γον περίστασιν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1893εἶπεν ἕτερον πατριωτικὸν λόγον, συμπληροῦντα τὴν ἰδέαν
1894ταύτην. «Τί ὑπομιμνήσκετε, εἶπε, τὴν εὐθύνην; ἐν περι-
1895πτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ζημιώσει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα,
1896διόλου δὲν σκέπτομαι τὴν εὐθύνην τὴν ἐνώπιον ὑμῶν ἢ
1897τοῦ νόμου· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ θάνατος εἶνε ἡ μόνη
1898παρηγορία εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος καὶ ἐξ ἐλαχίστου σφάλματος
1899ἤθελε βλάψει τὴν Πατρίδα αὑτοῦ!» Ταῦτα ἔλεγε τότε
1900καὶ δὲν ἔπρεπε σήμερον νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὴν ψυχρὰν λέ-
1901ξιν τῆς ὑπομνήσεως τῆς εὐθύνης πρὸς τοὺς ἀντιπάλους
1902αὑτοῦ!
1903Καὶ ταῦτα παρατηρῶν εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτὸν,
1904διότι ἄλλοτε, ἀντιπολιτευόμενος ὤν, ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βή-
1905ματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα τόσον εὔκολοι εἰς τοὺς
1906ἐλέγχους τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἐνεργείας
1907ἐν οὕτω κρισίμοις στιγμαῖς τῆς Πατρίδος· ἀλλὰ διὰ νὰ
1908ἔχῃ τις ἐπὶ τέλους ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα τοῦ κατόπιν
1909καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐλέγχου, πρέπει νὰ ἐκφράσῃ σαφῶς
1910τὴν ἑαυτοῦ γνώμην καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἀγνοεῖ καὶ
1911μυστήριά τινα διπλωματικὰ, τὰ ὁποῖα παρίσταται κατέ-
1912χουσα ἡ Κυβέρνησις καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται
1913νὰ κάμῃ λόγον, διότι οὔτε τόσον μυστηριώδη εἶνε τὰ
1914καθ’ ἡμᾶς, οὔτε ἀδύνατον παρίσταται νὰ δώσῃ τις τινὰς
1915γνώμας, ἐπὶ διαφόρων ὑποθέσεων στηριζόμενος. Καὶ, ἐπα-
1916ναλαμβάνω, λέγω ταῦτα οὐχὶ διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Τρι-
1917κούπην, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδείξω αὐτῷ, ὅτι στηρίζεται
1918ἐπὶ δικαιολογιῶν, αἵτινες δεικνύονται οὐχὶ ἄξιαι αὐτοῦ
1919καὶ τῶν περιστάσεων τῆς Πατρίδος.
1920Ὅταν ἡ Γαλλία ἐπρόκειτο νὰ ῥίψῃ τὸν κύβον καὶ
1921νὰ ἔλθῃ εἰς πόλεμον μετὰ τῆς Γερμανίας, ὁ Θιέρσος, ὅστις
1922εἶχεν ἀντίθετον γνώμην, δὲν εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι
1923δὲν ἐκφράζει γνώμην, ὅτι καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς Κυ-
1924βερνῶντας καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ἀπροκαλύ-
1925πτως τὴν γνώμην του, ὑπέστη προπηλακισμούς, ἀπεδο-
1926κιμάζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῶν ἀκροατηρίων
1927ἐλοιδορεῖτο! Ἀλλὰ ἔλεγεν αὐτός «ὑβρίσατε, προπηλα-
1928κίσατε, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα νὰ
1929δικαιωθῶ!» Οὕτως ὁμιλοῦσι, κύριοι, ἐκεῖνοι ὁ ὁποῖοι ἔχου-
1930σιν ἕνα πατριωτικὸν σκοπὸν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγ-
1931χου κατόπιν. Καὶ μήπως, κύριε ἡγέτα τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1932σεως, φοβεῖσθε μὴ δὲν ὑπάρξῃ τις ὁ ἐλέγξων; Τάχα δὲν
1933θὰ δύναται νὰ ζητήσῃ ἄλλος τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον
1934ἐπιφυλάττεσθε ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ; Νομίζετε, ὅτι ἤθελε μέ-
1935νει τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου κενόν, ἢ ἠθελήσατε, ὅταν εἰς
1936τὸ στάδιον αὐτὸ ἔλθωμεν, νὰ κατέχητε τὸ δικαίωμα τοῦ
1937ἐλέγχου ὑμεῖς δυνάμει τῆς ἐπιφυλάξεως καὶ τῆς προτε-
1938ραιότητος;
1939Ἀλλ’ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος
1940ἐν γένει ἐφάνη λαμβάνων στάσιν πατριωτικὴν, ὁποίαν
1941ἐπέδειξεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει; δὲν γινώσκω ἂν
1942ὑπῆρξεν ἄξιος ἑαυτοῦ, ἂν πράγματι περιορισθεὶς εἰς τὴν
1943ὑπόμνησιν τῆς εὐθύνης καὶ εἴς τινα ἄλλην παρατήρησιν,
1944ἐκφράσας δηλαδὴ μόνας τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐπιῤ-
1945ῥοὴν ἐπιβλαβῆ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1946τούτου καὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἐθνικῆς, ἐθεώρησεν ἄξιον
1947ἑαυτοῦ νὰ ὑπομνήσῃ καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς
1948τὴν ἱκανότητα τῶν ὑπουργῶν. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν ἐνόμι-
1949ζεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ τοιαύτη δή-
1950λωσις ἤθελεν ἔχει ὅλην τὴν σημασίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν
1951ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἔκφρασιν, ὅτι
1952δηλαδὴ ἤθελεν ἐπιδράσει ἐφ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ
1953Ἑλληνισμοῦ, ὁ κ. Τρικούπης οὐδέποτε ἤθελεν ἐκφράσει
1954αὐτήν. Καὶ νομίζω, ὅτι σπάνιόν τι εἶνε εἰς τὰ Κοινοβου-
1955λευτικὰ χρονικὰ νὰ λέγωσιν ἐκεῖνοι οἵτινες παραδέχονται
1956τὴν πολιτικὴν μιᾶς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὰ μέτρα τῆς
1957Κυβερνήσεως, νὰ λέγωσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι πεποίθησιν περὶ
1958τῶν προσώπων καὶ περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Ἀλλ’
1959ἔστω. Ποῖον θὰ εἶνε τὸ συμπέρασμα τῆς τοιαύτης δηλώ-
1960σεως; Τὸ συμπέρασμα θὰ ἦτο νὰ παρακληθῆτε νὰ προσ-
1961φέρητε τὴν προσωπικήν σας ἱκανότητα εἰς τὴν Κυβέρνη-
1962σιν, τὰ φῶτά σας καὶ τὴν δραστηριότητά σας. Καὶ πι-
1963στεύω, ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ ἐλα-
1964χίστης διαταράξεως, ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου Κοινοβουλευτι-
1965κοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἀποφεύγετε (διά-
1966λογοι).
1967§48Α. ΒΛΑΧΟΣ. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἔχετε
1968τὸν κ. Τρικούπην;
1969§49ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ὄχι; Δὲν θὰ τὸ λάβῃ χάριν
1970αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν τῆς Πατρίδος.
1971Ἀλλά, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα. Γεγονὸς σημαντι-
1972κὸν ἐτελέσθη, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλλὰς εἶνε ἐκτε-
1973θειμένη εἰς κινδύνους, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἔν τε
1974τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
1975Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ αἰσθανθῇ ὁ λαὸς τῆς
1976Ἑλλάδος τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ καὶ νὰ διΐδῃ τὰς ἐν τῷ
1977μέλλοντι συνεπείας. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς δὲν ἠδύνατο εἰμὴ
1978νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ αἰσθανθῇ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις τοῦ
1979Κράτους. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι παρεξήγησις ἐγένετο ἐκ-
1980φράσεώς τινος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
1981τὴν ὁποίαν, ἐὰν εἶχε τὴν ἀποδοθεῖσαν ἔννοιαν, δὲν ἤθελον
1982ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιδοκιμάσει. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο παρε-
1983ξήγησις τῆς ἰδέας περὶ «ῥυμουλκήσεως», διότι κατ’ ἐμὲ
1984οὐδέποτε δύναται Κυβέρνησις οὐδὲ ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ
1985Ἔθνους νὰ ῥυμουλκηθῇ εἰς ἐνέργειαν πολεμικήν, ἣν αὐτὴ
1986ἤθελεν ἀποκρούει. Καὶ πιθανὸν μὲν, ὅτι μέχρι τινὸς ἐνίοτε
1987κατὰ τὰς περιστάσεις ὀφείλει νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὸ φρό-
1988νημα τοῦ Τόπου, ὅταν βλέπῃ, ὅτι τῇ ἐπιβάλλεται ὑπ’
1989αὐτοῦ ἐνέργειά τις ἐναντίον τῶν ἀρχικῶν πεποιθήσεών της,
1990εἰ καὶ τότε ὀφείλει κατὰ κανόνα μᾶλλον νὰ παραιτήσῃ
1991εἰς ἄλλους τὴν ἐνέργειαν· ἀλλ’ ἐὰν τῇ ἐπιβάλλεται ἀπρα-
1992ξία, ἡ Κυβέρνησις τότε δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐνεργήσῃ,
1993καὶ οὐδεὶς ἑπομένως ἐπιχειρεῖ πόλεμον ἐναντίον τῆς θε-
1994λήσεως Κράτους ἐλευθέρως κυβερνωμένου. Ἐὰν λοιπὸν ἡ
1995Κυβέρνησις, ἥτις ἐδήλωσε τὰς προθέσεις της, ἔβλεπε λ. χ.
1996ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὀῤῥωδεῖ ἀπέναντι τοῦ πολέμου,
1997βεβαίως δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ ῥυμουλκηθῇ· ἀλλ’ ὅταν πα-
1998ρίσταται σύμφωνον τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ πρὸς τὰς πεποι-
1999θήσεις τῆς Κυβερνήσεως, περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα ἐξέτα-
2000σις περὶ ῥυμουλκήσεως.
2001Ἀλλά, κύριοι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι καὶ κατὰ τύπους καὶ ἐν
2002μέρει καὶ κατ’ οὐσίαν πάντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυ-
2003βέρνησιν, πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς Κυ-
2004βέρνησις ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὑτῆς, ὅσον ἱκανὰ καὶ ἂν ἦναι
2005τὰ πρόσωπα, δὲν δύναται ἐν τοιαύταις περιστάσεσι ν’ ἀντι-
2006μετωπίσῃ τὰς δυσχερείας καὶ τοὺς κινδύνους. Ὅσον μικρὰ
2007ἦναι ἡ δύναμις τῶν κομματικῶν Κυβερνήσεων παρ’ ἡμῖν,
2008τόσον μεγάλη εἶναι ἡ σημασία αὐτῶν, ἐὰν παρίστανται
2009συγκεντρόνουσαι πράγματι ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ Ἔθνους.
2010Ἐν τούτῳ καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν δύνανται αἱ κομ-
2011ματικαὶ Κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι πᾶσαν τὴν ἀπαιτουμένην
2012ἰσχὺν, ἐὰν σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς ὑποστηρίζωνται ἔν τε
2013τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ. Καὶ ὅταν, κύριοι, εὑρι-
2014σκώμεθα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὸν ὁποῖον ἐ-
2015ταλαιπώρησαν πολυετὴς κακοδιοίκησις καὶ Κυβερνήσεις,
2016μὴ συλλογιζόμεναι τὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ μὴ φρον-
2017τίζουσαι διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὅταν ἡμεῖς ἐπὶ πολλὰ ἔτη
2018οὐδὲν παρεσκευάσαμεν, καὶ ἐν τούτοις ὁ λαὸς εἴδομεν, ὅτι
2019τὴν τοιαύτην κατάστασιν τὴν θεωρεῖ παροδικὴν, καὶ ἓν
2020μόνον σκεπτόμενος ὁ πολίτης, τὸ διηνεκὲς τῆς Πατρίδος,
2021ἀφίνει τὰ τέκνα του εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑψίστου καὶ σπεύδει
2022εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦτο ὄντως ἀποτρόπαιον,
2023ἐὰν καὶ ἡμεῖς, οἱ ἔνοχοι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, δὲν
2024ἐγκατελίπομεν πράγματι ἐντελῶς τὰς προσωπικὰς ἢ κομ-
2025ματικὰς ἡμῶν ἰδιοτελείας.
2026Ἐὰν ἀποδίδω ἀνεπαρκῆ δύναμιν εἰς οἱανδήποτε Κυβέρ-
2027νησιν, παρουσιαζομένην κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ὡς Κυβέρνησιν
2028κόμματος, ἀποδίδω μεγάλην δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν
2029τὴν Ἑλληνικὴν, ὅταν ἀπολαύῃ τῆς πραγματικῆς ὑποστη-
2030ρίξεως παντὸς τοῦ Ἔθνους. Εἰς τοῦτο δύνανται νὰ συντε-
2031λέσωσι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ διάφορα κόμματα καὶ αἱ διά-
2032φοροι ἀποχρώσεις. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους πάντες προθύμως
2033θέλομεν συντελέσει δι’ ὅ,τι δήποτε ἕκαστος κριθῇ χρήσιμος.
2034Πέποιθα ἀληθῶς, ὅτι μεγάλα δύναται νὰ διαπράξῃ ἡ
2035Ἑλλὰς, ὡς Ἔθνος ὅμως, οὐχὶ ὡς Κράτος μικρὸν καὶ διαι-
2036ρούμενον ὑπὸ κομμάτων ἐν πᾶσιν. Ὅταν δηλώσωμεν ἀνεπι-
2037φύλακτον καὶ ἄνευ ἐναντίων ὑπαινιγμῶν καὶ ὑποθέσεων
2038τοιαύτην τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔν τε ταῖς προ-
2039παρασκευαῖς καὶ κατόπιν ἐν ταῖς ἄλλαις ἐνεργείαις, αἵτινες
2040ἤθελον τυχὸν ὑπαγορευθῇ ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλ-
2041ληνισμοῦ, ἐὰν ὁ πόλεμος ἐπὶ τέλους ἤθελε θεωρηθῇ ἀναγ-
2042καῖος καὶ δὲν ἀποτραπῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐὰν δηλαδὴ δὲν
2043δοθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη, τηροῦσα τὰς
2044συνθήκας αὑτῆς ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν
2045κατόπιν διεθνῶν συσκέψεων καὶ πάσης νομίμου ἐνεργείας
2046δὲν ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἐ-
2047νέργεια τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀντιπροσώπου σύμπαντος τοῦ
2048Ἑλληνισμοῦ, πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ εἰς ἓν ἀνεπιφυλάκτως.
2049Τότε τὸ Ἔθνος, συντρεχόμενον ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων
2050αὐτοῦ καὶ ἐξωδίκως καὶ ἐν τῇ ἐπισήμῳ βουλευτικῇ ἐργα-
2051σίᾳ, δύναται νὰ προβῇ πρὸς τὰ πρόσω. Καὶ τότε ἂς βε-
2052βαιωθῶσιν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, ὅτι δύναται τὸ Ἔθνος, φθά-
2053νον εἰς τοιοῦτον σημεῖον, νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά
2054του καὶ δὲν θέλει ἀφήσει αὐτὰ νὰ χαθῶσι. Δὲν θέλει ὁ Ἑλ-
2055ληνισμὸς ἀφήσει αὐτοὺς ἡσύχους εἰς τοὺς διπλωματικοὺς
2056αὐτῶν ὑπολογισμοὺς, ἀλλὰ δύναται εἰς τέφραν νὰ μεταβά-
2057λῃ τὴν Ἀνατολὴν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Καὶ
2058ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι ἐπὶ τῆς τέφρας ταύτης δὲν θέλει ἐπι-
2059λάμψει τὸ καλπάκιον τοῦ Βουλγάρου, ἀλλὰ τὸ στέμμα
2060τῆς Ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ μέρους
2061τῶν βουλευτῶν).
2062§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὤφειλον νὰ διαλά-
2063βω διὰ βραχέων περὶ τῶν λεχθέντων κατὰ τὰς ἡμέρας
2064ταύτας, συζητουμένου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
2065Βασιλικὸν Λόγον. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον ν’
2066ἀπευθύνω παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου
2067βουλευτὴν, τὸν συμψηφοφοροῦντα μετὰ τῆς πλειονοψηφίας,
2068μολονότι ἡ παρατήρησίς μου αὕτη θέλει μειώσει τὸ εὐάρεστον
2069αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν λόγων τῶν συναδέλφων του εἶχε
2070συγκομίσει. Ὁ διακεκριμένος φίλος μου κύριος Δεληγεώρ-
2071γης, ὅταν ἐπληροφορήθη περὶ τῆς πολιτικῆς πορείας, τὴν
2072ὁποίαν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπανελθὼν ἐκ τοῦ
2073ταξειδίου του, ἐνέδειξε καὶ ἐπέβαλεν εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ,
2074ᾐσθάνθη εὐχαρίστησιν, διότι διετέλει ἀνήσυχος, ἔχων ὑπο-
2075ψίαν, ἥτις ἐτάραττε τὰς φρένας του.
2076Ἦτον ἀνήσυχος ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, μήπως ἐνδεχο-
2077μένῃ ἀτάσθαλος πολιτεία παρωθήσῃ εἰς συναγωνισμὸν τοὺς
2078Κυβερνῶντας καὶ ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ὀλισθήσωσι πέραν
2079τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν
2080τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀφοῦ δὲ ἐπληροφορήθη, ὅτι οὐδεὶς
2081πλέον ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀπόπειραι, αἵτι-
2082νες κατὰ τὰς παρελθούσας ἑβδομάδας ἔλαβον χώραν, ὁ
2083διακεκριμένος φίλος μου ᾐσθάνετο εὐχαρίστησιν, βλέπων ἐ-
2084ξασφαλιζόμενον τὸν Τόπον ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον σᾶς
2085ἐξέθηκε.
2086Εἶπον, ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύ-
2087την, μολονότι ἤθελε μειώσει τὸ εὐχάριστον αἴσθημα, τὸ
2088ὁποῖον εἶχεν αἰσθανθῇ ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος βουλευ-
2089τής. Ὤφειλον ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδέποτε ἦτο δυ-
2090νατὸν νὰ διατρέξωσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα παραπλήσιον
2091κίνδυνον καὶ κατὰ τὸ μέχρι τούτου διάστημα, ἤτοι πρὶν
2092ἢ ἡ πολιτεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διαγραφῇ καὶ ἐπι-
2093βληθῇ εἰς τοὺς φίλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐν τῷ
2094μέλλοντι, διότι δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς
2095συναγωνισμὸν πρὸς γνώμας ἢ ἰδέας, διασπειρομένας εἰς τὸ
2096κοινὸν πρὸς ἀποπλάνησιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐγένοντο ἀπόπειραι
2097ἀποπλανήσεως τῶν πολιτῶν τῆς Μητροπόλεως ταύτης, ἡ
2098Κυβέρνησις ἐπεσκόπει αὐτὰς μακρόθεν· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν
2099διέτρεχον κίνδυνόν τινα ἐκ τοιούτων διαδόσεων τὰ Ἐθνικὰ
2100συμφέροντα διὰ τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως, ἡ ἐπισκό-
2101πησις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐνήσκει, ἐνεποίει εἰς αὐτὴν
2102ἁπλοῦν αἴσθημα οἴκτου πρὸς τοὺς καταφεύγοντας εἰς ἀπο-
2103πλανήσεις παραπλησίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι
2104αἱ τοιαῦται πρὸς ἀποπλάνησιν σκευωρίαι καὶ παρερμηνεῖαι
2105ἤθελον θέσει εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ Κυβέρ-
2106νησις εἶχε καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν δύναμιν νὰ διδάξῃ ἕκα-
2107στον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Πατρίδα.
2108Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὰ σπλάγχνα
2109ἡμῶν τὸ ψυχρὸν αἴσθημα τῆς δειλίας ὅπως δὲν κατέχει ἡ-
2110μᾶς τὸ φλογερὸν πάθος τῆς φιλαρχίας, διὰ νὰ σπεύσωμεν
2111νὰ συναγωνισθῶμεν πρὸς ἄλλας γνώμας διὰ νὰ συγκρατη-
2112θῶμεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, οὐδ’ ἐλησμονοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν
2113νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων.
2114Τᾠόντι, κύριοι, ἐλέχθησαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολ-
2115λά· δὲν μεταμέλομαι δὲ, ἐὰν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν οὐχὶ
2116ἅπαξ ἀλλὰ δὶς, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας καὶ
2117προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἔρευναν τῶν ἡμετέρων
2118γνωμῶν. Δὲν μεταμέλομαι, διότι τὰ κατὰ τὰς ἡμέρας
2119ταύτας λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ κατέστησαν γνωστὰς τὰς
2120γνώμας πάντων, εἴτε ἡγέται τυγχάνουσι πολιτικῶν μερί-
2121δων διερμηνεύοντες τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν φί-
2122λων των, εἴτε τὰ ἰδίας αὑτῶν γνώμας διαδηλοῦσιν. Ἦτο
2123δ’ ἀληθῶς ἀναγκαῖον καὶ θέλει ἀποβῆ χρήσιμον καὶ διδα-
2124κτικὸν νὰ ἀκουσθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ αἱ γνῶμαι
2125πάντων, διὰ νὰ ἀκουσθῶσι τὴν ἐπιοῦσαν ἐν ὅλαις ταῖς γω-
2126νίαις τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ καθοδηγήσωσιν αὐτὸν
2127πῶς πρέπει νῦν νὰ κρίνῃ ἢ πῶς θέλει κρίνει μίαν ἡμέραν
2128ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων τούτων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτε-
2129λέσει τόσῳ σημαντικὸν μέρος τῆς συγχρόνου ἱστορίας τοῦ
2130Ἑλληνικοῦ βίου. Δὲν ἐζητοῦμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν γνω-
2131μῶν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ συμπληρώσωμεν
2132τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε διὰ νὰ ὑπο-
2133καύσωμεν τὴν θερμότητα, ἥτις κατέλαβεν ἀπὸ τῆς πρώ-
2134της ἡμέρας τὰ στέρνα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐζητοῦμεν ν’ ἀκούσω-
2135μεν καὶ δημοσίᾳ τὴν γνώμην ἑκάστου, διὰ νὰ συμπληρῶ-
2136μεν ἀπὸ τοῦδε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποτελέσει
2137ποτὲ τὰ γεγονότα, τὰ ὑποβληθησόμενα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ
2138Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
2139Ἴσως ὑπελήφθη, ὅτι οἱ νῦν διαχειριζόμενοι τὰ πράγματα
2140τῆς Πατρίδος ἠσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ κρατύνωσι τὸν
2141βραχίονα αὑτῶν ὑπὸ τῆς ἐνισχύσεως καὶ παρωθήσεως καὶ
2142ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωστὸν ἦτο, ὅτι δὲν συνέπραττον μετὰ
2143τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅτι ἀπέκρουον πάντοτε τὰς γνώ-
2144μας αὐτῆς.
2145Ἤκουσα προλαλήσαντα οὕτω πως ἐκφρασθέντα καὶ μὴ
2146διστάσαντα νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διστάζουσαν,
2147προβάντα μάλιστα νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποίους
2148κινδύνους διατρέχουσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα ἕνεκα τῶν
2149δισταγμῶν τούτων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἠρώτων ἐκεί-
2150νην τὴν στιγμὴν τὸν ἀγορεύοντα, διακόπτων αὐτόν, τίς σὲ
2151εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασεν ἢ θέλει διστάσει νὰ ἐκ-
2152πληρώσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ποίαν ἤθελε μοὶ
2153δώσει ἀπάντησιν.
2154Βεβαίως δὲν εἶναι ἀδιάφορος εἰς ἡμᾶς ἡ γνώμη ἀνδρὸς,
2155ἐγγηράσαντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῷ
2156πολιτικῷ σταδίῳ του τοσοῦτον ἐκτιμηθέντος καὶ διακρι-
2157θέντος. Ἡ γνώμη ἡ δυσμενὴς αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς, βεβαίως
2158θλίβει τὴν καρδίαν μας, ἀλλ’ ἡ δυσμένεια τῆς γνώμης του
2159δὲν ἀνήρει τὸ εὐσυνείδητον καθῆκον, ὅπερ εἶχε νὰ μὴ πα-
2160ρερμηνεύσῃ τοὺς λόγους ἡμῶν καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐξα-
2161γάγῃ πορίσματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνακοίνωσις βεβαίως ἠ-
2162δύνατο νὰ ἀνησυχήσῃ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως
2163δὲ ἤθελεν ἀντηχήσει κακῶς ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς.
2164Ἓν μέρος τῆς συζητήσεως κατέλαβεν ἡ ἔρευνα τῶν οἰ-
2165κονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἔλεγ-
2166χος τῶν οἰκονομικῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως.
2167Μοὶ ἐφάνη πρόωρος ἡ ἐκφραζομένη ἀνησυχία περὶ τοῦ
2168τὶ μελετᾷ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ οἰκονομικὸν εἰς τὴν
2169Βουλὴν· δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ πρόωρος αὕτη ἀ-
2170νησυχία καταδηλοῖ τὴν δίψαν τοῦ ἐλέγχου, ἀφοῦ ἡ ἄλλη
2171ὕλη ἡ πολιτικὴ δὲν παρέχει πρὸς τοῦτο εὔκολον καὶ εὐρὺ
2172τὸ στάδιον. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦτον ἀδύνατον νὰ
2173μὴ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευ-
2174ναν ταύτην καὶ νὰ λάβῃ τότε ἀκριβεῖς καὶ πλήρεις πλη-
2175ροφορίας καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας
2176καὶ περὶ τῶν περὶ ταύτης μελετῶν τοῦ Ὑπουργείου.
2177Νομίζω, ὅτι ἤρκει ἡ πολιτικὴ ὑπόθεσις, ἤρκει ἡ οὐσία
2178τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ζητήματος ν’ ἀπασχολήσῃ τοὺς
2179πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας καὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβου-
2180λίου, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄν τοσοῦτον μεγάλη ὑπόθεσις
2181προὐτέθη ποτὲ, εἴτε ὑπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου,
2182εἴτε ὑπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τῆς πο-
2183λιτικῆς ὑποθέσεως δὲν ἔχομεν νὰ ἐκφέρωμεν οὐδεμίαν γνώ-
2184μην ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν λεχθέντα περὶ ἡμῶν
2185καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων ἡμῶν. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ
2186κρίνωμεν καὶ ἐπικρίνωμεν, οὔτε τὴν ὑποκεκρυμμένην, οὔτε
2187τὴν ἀπροκαλύπτως ἐκδηλουμένην δυσπιστίαν πρὸς ἡμᾶς.
2188Οὐδ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν πρὸς ἐκείνους,
2189οἵτινες, εἴτε μετὰ παῤῥησίας μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ
2190μὴ διαχειριζώμεθα τὰ κοινὰ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, εἴτε
2191μετ’ ἀνυπομονησίας περιμένουσιν νὰ παρουσιασθῇ εὔσχημος
2192εὐκαιρία, διὰ νὰ μᾶς τὸ ἐκδηλώσωσι διὰ τῆς ψήφου των.
2193Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁσονδήποτε
2194καὶ ἂν ἦναι ἀπειλητικὴ πρὸς ἡμᾶς, εἴτε ἡ προδήλως ἐκδη-
2195λωθεῖσα ἐπιθυμία τοῦ ἐλέγχου, εἴτε ἡ ἐνδειχθεῖσα προαίρε-
2196σις ἐπιφυλάξεως πρὸς ἐνάσκησιν αὐτοῦ, κατ’ οὐδὲν θέλει τὸ
2197συμβεβηκὸς τοῦτο οὔτε ἐντείνει οὔτε μειώσει τὸ θάῤῥος μας
2198εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πεποιθήσεων, ἃς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς
2199ταύτης ὑποθέσεως θέλομεν σχηματίσει. Ἐν ᾗ μάλιστα περι-
2200πτώσει εἴτε προσκόμματα εἴτε ἀποτυχίαι ἤθελον χορηγήσει
2201ἀφορμὴν διὰ νὰ σπεύσωσι νὰ μᾶς ἐλέγξωσιν, ἔστωσαν πάν-
2202τες βέβαιοι, ὅτι θέλομεν θλιβῆ περισσότερον διὰ τὰ ἀποτε-
2203λέσματα τῶν ἀποτυχιῶν ἢ τῶν προσκομμάτων, παρὰ διὰ
2204τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προσωπικοῦ ἐλέγχου ἡμῶν.
2205Τοιαύτην ἐδίδομεν γνώμην πρὸ τεσσάρων ἐτῶν εἰς σεβα-
2206στὸν πολιτικὸν ἄνδρα, ὅστις ἐκάθητο εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην,
2207(δεικνύει τὴν θέσιν ἐφ’ ἧς ἐκάθητο ὁ Ἀλ. Κουμουνδοῦρος)
2208ὁ ὁποῖος ἀταράχως ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς ἀπευθυνθέντας
2209τότε κατ’ αὐτοῦ ἐλέγχους τῆς πολιτείας του.
2210Ἐκεῖνοι οἵτινες ἔρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν κοινῶν,
2211ἐνδεικνύμενοι ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐν-
2212θαῤῥυνόμενοι ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνι-
2213κοῦ λαοῦ, ὀφείλουσι ν’ ἀνταποκρίνωνται, ἀνενδότως ἀγωνι-
2214ζόμενοι νὰ ἐφαρμόζωσι τὰς γνώμας, ἃς ἐκ τῶν πεποιθήσεων
2215τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἤντλησαν, καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ
2216ἐξωτερικεύωσι διαρκῶς τὸ φρόνημα καὶ τοὺς πόθους αὐτοῦ.
2217Τὸ ἔργον δὲν εἶναι βεβαίως πάντοτε εὐχερὲς, καὶ ἰδίως
2218κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν εἶναι μεστὸν δυσχερειῶν
2219καὶ ὑπὸ πολλαπλῶν κινδύνων περιστοιχούμενον· θέλει ὅμως
2220πάντοτε ἐνισχύει τοὺς κληθέντας εἰς τὴν διεξαγωγὴν το-
2221σοῦτον δυσχεροῦς ἐντολῆς, θέλει ἐνισχύει ἡ ἐμπιστοσύνη,
2222τὴν ὁποίαν πρὸς αὐτοὺς ἐξεδήλωσε τοσοῦτον πανηγυρικῶς
2223ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἡ συνείδησις τοῦ πρὸς τὴν Πα-
2224τρίδα καθήκοντος, τὴν ὁποίαν ἡ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη κα-
2225θιστᾷ ἀκοίμητον καὶ ἀδιάλειπτον· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν
2226ἀκροατηρίων).
2227§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου
2228τῆς Ἐπιτροπῆς.
2229§52ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
2230«Βασιλεῦ,
2231Ἀσμένως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ
2232αὑτῶν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους.
2233Λίαν εὐλόγως ἡ Κυβέρνησις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότη-
2234τος, ἀποβλέπουσα πρὸς τὰ σοβαρὰ ἐπακόλουθα, τὰ προ-
2235κληθέντα ἐκ τῶν ἐν Φιλιππουπόλει τολμηθέντων, ἔσπευσε
2236νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς παρασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν δυ-
2237νάμεων τῆς χώρας, καθ’ ὅσον μάλιστα ἐκ τῶν πραγμάτων
2238κατεδείχθη, ὅτι δὲν ἐξασφαλίζονται ἀρκούντως τὰ ἐθνικὰ
2239ἡμῶν συμφέροντα διὰ τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, ἃς μέχρι
2240τοῦδε παρεῖχεν εἰς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν τὸ διὰ τῆς συν-
2241θήκης τοῦ Βερολίνου δημιουργηθὲν ἐπὶ τῆς Χερσονήσου τοῦ
2242Αἵμου καθεστώς.
2243Ἀπέναντι τοιούτων συμβεβηκότων, εὐφρόσυνον ἀληθῶς
2244παρήγαγεν ἐντύπωσιν ἡ μοναδικὴ προθυμία, μεθ’ ἧς ἔσπευ-
2245σαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος οἱ εἰς τὰς τάξεις τοῦ
2246στρατοῦ κληθέντες πολῖται, καταλιπόντες τὰ ἔργα αὑτῶν
2247ἐν πατριωτικῇ καὶ ἀπαραμίλλῳ ὁμοθυμίᾳ· τοῦθ’ ὅπερ μαρ-
2248τυρεῖ ὅτι εὐτόλμως θέλουσιν ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὴν Πατρί-
2249δα καθῆκον, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τὸ
2250ἀπαιτήσωσιν.
2251Τὸ Ἔθνος, Βασιλεῦ, θέλει ἐκτιμήσει δεόντως τὴν μέρι-
2252μναν, ἣν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἤθελον λάβει, κατὰ τὰς
2253ἐλπίδας τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, περὶ ἐγκαταστάσεως
2254ἀσφαλοῦς ἰσοῤῥοπίας μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερ-
2255σονήσου κατοικούντων λαῶν, ἵνα μὴ ἡ ἔλλειψις ἱκανῶν ἐγ-
2256γυήσεων εὐκόλως διαταράττῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν με-
2257ταξὺ αὐτῶν ἰσοῤῥοπίαν, καὶ ὑποβάλλῃ τότε τοὺς τὰς συν-
2258θήκας εὐλαβουμένους εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἀποτρέπων-
2259ται τῶν εἰρηνικῶν αὐτῶν ἔργων, ἐξωθούμενοι πρὸς τοῦτο
2260ὑπὸ ἀπροόπτων συμβεβηκότων.
2261Τοσοῦτον δὲ τὸ Ἔθνος συναισθάνεται βαθύτατα τὴν ἀ-
2262νάγκην τῶν τοιούτων ἀσφαλῶν ἐγγυήσεων, ὥστε προθύμως
2263καὶ ἀγογγύστως θέλει ὑποβληθῆ εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως
2264ἐπιτύχῃ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ συμφερόντων
2265καὶ δικαιωμάτων.
2266Μετὰ προθυμίας λοιπὸν ἡ Βουλὴ, Βασιλεῦ, ἐκτιμῶσα τὸ
2267κρίσιμον τῶν καιρῶν, διερμηνεύουσα δὲ τὸ ἐκδεδηλωμένον
2268ἤδη φρόνημα τοῦ ὅλου Ἔθνους, θέλει ψηφίσει τοὺς ὑπο-
2269βληθησομένους προϋπολογισμοὺς, τὰς πιστώσεις καὶ τὰ
2270ἄλλα νομοσχέδια, καὶ θέλει παράσχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
2271πάντα τὰ μέσα, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην, ὅπως δυνηθῇ τε-
2272λείως νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς δικαίους πόθους τοῦ Ἔθνους
2273καὶ ἐκπληρώσῃ τὴν μεγάλην καὶ δυσχερῆ ἐντολήν της.
2274Δεόμεθα τοῦ Ὑψίστου, ἵνα σκέπῃ τὸν Βασιλέα ἐπ’ ἀγα-
2275θῷ τοῦ ἔθνους».
2276(Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατὰ παράγραφον ψηφι-
2277ζόμενον τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποβληθὲν σχέδιον ἀπαν-
2278τήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον).
2279§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερ-
2280θῶσι.
2281§54ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (ἐγείρονται 15).
2282(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κατὰ τὸ
2283ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2284Εὐθύμιος Βαζᾶς ΝΓ. Λιδωρίκης Ν
2285Ἀπόστολος Φιλίππου ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ν
2286Ἰω. Μεσσηνέζης Π. Ῥίτσος Ν
2287Α. Παναγιωτόπουλος ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος Ν
2288Σπ. Μαρκέλλος ΝΙ. Καπιτσίνης Ν
2289Δημ. Οἰκονομίδης ΝἈνδρ. Βασιλείου Ν
2290Δημ. Παρνασσίδης ΝΛάζ. Βούλγαρης Ν
2291Κ. Ἀργυρόπουλος ΝΔημ. Χατζόπουλος Ν
2292Ὑπάτιος Καμπάνης ΝΓεώργ. Τσιτσάρας
2293Δ. Καΐρης ΝΓ. Ζηνόπουλος Ν
2294Μιχ. Παπαλεξόπουλος ΝΔ. Βουλπιώτης Ν
2295Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΑ. Φαρμάκης Ν
2296Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΚ. Λομβάρδος Ν
2297Ἀντ. Ζυγομαλᾶς ΟῬοβέρτος Ῥώμας Ν
2298Δ. Ῥάλλης ΝΦριδερῖκος Καῤῥέρ
2299Ἄρισ. Οἰκονόμου ΟἈναστ. Λούντζης Ν
2300Ρόκος Χοϊδᾶς ΟΚωνστ. Βοῦλτσος Ν
2301Ἄγγελος Βλάχος Γ. Κρεστενίτης
2302Ν. Λεβίδης ΝἈντ. Πετραλιᾶς
2303Π. Πετράκης ΝἈναγν. Δαλιάνης Ν
2304Βλάσιος Βαλτινός ΝΧ. Στεφανόπουλος Ν
2305Ἀθ. Ἴσκος ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
2306Ν. Ἀξελός ΝΓ. Ἠλιόπουλος
2307Ι. Καρτάλης ΟΣπ. Κουκούλεζας Ο
2308Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ο
2309Γ. Φιλάρετος ΟΓ. Πετούσης Ν
2310Ζήσης Χ. Κυτιλῆς ΟΙ. Ἀνεξάρτητος Ν
2311Εὐστάθ. Ἰωαννίδης Ν. Συνοδινός Ν
2312Δημ. Γρίβας Θ. Μαρκεζίνης Ν
2313Γ. Τσέλιος ΝΠ. Μαυροκέφαλος Ν
2314Τατσέλι. Μαυρομμάτης ΝΣ. Πεταλᾶς Ν
2315Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝἈλ. Ζαΐμης Ν
2316Β. Νικολόπουλος Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ν
2317Α. Ἀθανασιάδης ΝἈλ. Φωτήλας
2318Ἰω. Ἀντωνόπουλος ΝἈθ. Π. Πετιμεζᾶς
2319Κ. Μαντζουράνης ΝΓ. Τάχης Ν
2320Ἠλ. Παλαμήδης ΟΓ. Σιβιτανίδης Ν
2321Κ. Κοσσονάκος Κ. Ἀλεξιάδης Ν
2322Χ. Τζανετάκης ΝΠ. Μαυρομιχάλης
2323Θ. Μαργέλος Δ. Τζάννες Ν
2324Περ. Πεῤῥωτῆς ΝΣτεφ. Δραγούμης Ν
2325Δ. Κάρτσωνας ΝΚ. Βασιλάκης
2326Δ. Τερτίπης ΝΣ. Ἀλαμάνος Ν
2327Ι. Παπαδαῖος ἢ Παλάσκας Σ. Παγκράτης Ν
2328Ζάχος Φαλιάγκας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ν
2329Τιμ. Ἀδαμόπουλος Λ. Δεληγεώργης Ν
2330Γ. Φραγκίδης Κ. Βαλτινός Ν
2331Ἀθαν. Καζαμπάκας Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
2332Δημ. Νικολαΐδης ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος
2333Γ. Παπαγεωργίου ΝΔ. Λυμπερόπουλος Ν
2334Π. Λεβέντης ΝΙ. Νικολαΐδης Ν
2335Γεώργ. Μέρμιγκας ΝΙ. Νοστράκης Ν
2336Νικ. Μπαλάρας Λ. Πρεζάνης Ν
2337Γ. Κόρπας ΝΝ. Κρίσπης Ν
2338Γ. Ἱερομνήμων ΝΜιχαὴλ Δαμηράλης Ν
2339Γεώργιος Θεοτόκης Ἐλευθ. Μυκόνιος
2340Νικόλ. Βασιλάκης Γ. Σισμάνης Ν
2341Ἰωάννης Τόμπρος ΝΝ. Φαρμάκης
2342Δ. Πετρίδης ΝΝ. Καναβός Ν
2343Γ. Κούστας ΟἈλ. Ἀντωνόπουλος Ν
2344Α. Δημητριάδης Χρ. Φικιώτης Ν
2345Α. Μεντζελόπουλος ΝΚ. Συνέλης
2346Γ. Πετρούλιας Δ. Χαρίδημος Ν
2347Θεόφραστος Μεταξᾶς ΝἈντ. Μαυρομιχάλης
2348Ν. Βαλσαμάκης Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
2349Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΝΚυρ. Μαυρομιχάλης Ν
2350Δ. Σπινέλλης ΝἨλίας Μαυρομιχάλης
2351Π. Κωρωναῖος Ζαρ. Ζαφειρόπουλος
2352Μ. Νικηφοράκης Ἀσημ. Χρηστόπουλος
2353Λ. Βαρβαρῆγος ΝἈθ. Πανταζόπουλος
2354Κ. Κατσικόπουλος Π. Κωσταντᾶς Ν
2355Δ. Σταματόπουλος Λ. Ἀγάθης Ν
2356Ι. Καλαμβοκίδης Σ. Λάσκαρης
2357Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΕ. Ἀρδαβάνης
2358Γ. Μαυρομιχάλης ΝΣπ. Τυπάλ. Φορέστης Ν
2359Ι. Βαλασσόπουλος ΝΓ. Ρουχωτᾶς
2360Κωνστ. Σκαλταφέρος ΝΝ. Κάγκας
2361Α. Μελετόπουλος Λουκᾶς Καραλίβανος Ν
2362Δ. Δημητρακάκης Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
2363Δ. Ματάλας ΝἈνδ. Μαρλῆς Ν
2364Λ. Ἀστεριάδης Βασ. Παπανικολάου Ν
2365Ἰω. Τσιαπαλίδης ΝἈντ. Ρικάκης Ν
2366Ἀθ. Οἰκονόμου ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ν
2367Ι. Φίλιος ΝΝ. Κουμανιώτης Ν
2368Ν. Μπουρίδης Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν
2369Μιχαὴλ Λάππας ΝἈνδρ. Ρηγόπουλος Ν
2370Λ. Παπασταθόπουλος ΝΓ. Τσερτίδης Ν
2371Ε. Τσαρλαμπᾶς ΝΝ. Μισυρλῆς Ν
2372Γ. Ἀσπρογέρας ΝΛ. Μισυρλῆς
2373Γ. Σέρβος ΝΔ. Τριγγέτας
2374Α. Εὐταξίας Γ. Φλωριᾶς Ν
2375Δ. Γαβριὴλ ΝΕὐάγ. Ἀντύπας
2376Κ. Χαλκιόπουλος Ἀναστ. Ζερβός Ν
2377Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΓ. Ρεμπάκης Ν
2378Παναγ. Μανέτας ΝΙ. Γεωργιάδης Ν
2379Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΝΔ. Γουδῆς
2380Χρ. Χρηστόπουλος ΝΓ. Λεωνίδας
2381Φίλ. Βάρβογλης ΝἈλοΐσιος Τόμαν
2382Ι. Κολοκοτρώνης Ἀνδρέας Συγγρός
2383Ἠλίας Φλέσσας ΝἈντ. Μαυρογορδάτος
2384Ι. Βούτουνας ΝΕὐστ. Κεχαγιᾶς Ν
2385Ἀθαν. Σακελλαριάδης ΝἈλέξ. Μάσχας Ν
2386Ν. Φιλάρετος Ν
2387Κ. Κοτίκας ΝΙ. Παπαδόπουλος Ν
2388Ι. Καραπάνος ΝἘμμ. Μοῦζος Ν
2389Γρηγ. Μαυρομαρᾶς ΝἘλευθ. Κωνσταντίδης
2390Ν. Δρόσος ΝΕ. Κριεζῆς Ν
2391Ι. Ζαλώνης ΝΘ. Γκίκας Ν
2392Σ. Χατζηγάκης Κομνᾶς Τράκας Ν
2393Γεωργούλης Κανούτης ΝΚ. Χατζίκος Ν
2394Στέρος Κωνσταντίνου Πρ. Τσάλλης Ν
2395Κωστῆς Γκίκας Ν. Κοντογιάννης
2396Σ. Σωτηρόπουλος Θεμ. Παπακώστας Ν
2397Δ. Ἀντωναρόπουλος ΝΝ. Καλογερόπουλος Ν
2398Γρ. Μανοῦσος ΝΜ. Ἀβέρωφ Ν
2399Κ. Πονηρόπουλος Β. Βουδούρης
2400Ἀθ. Τριγώνης ΝΔ. Κριεζώτης Ν
2401Γεώρ. Στάϊκος Ν. Καλάρης Ν
2402Γ. Κοριζῆς ΝΚ. Παπανικολῆς Ν
2403§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 166, ἐξ ὧν 156
2404ἐψήφισαν ὑπὲρ τοῦ συνόλου, καὶ 10 κατ’ αὐτοῦ.
2405§56ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
2406§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ ½ μ. μ.