1885.10.14
149 στίχοι · 1.045 λέξεις · 27 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3
τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1885
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 10 π. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θέλει γίνει ἡ κλήρωσις τῆς παραπομπῆς τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Τμήματα πρὸς ἐξέλεγξιν. (Γίνεται ἡ κλήρωσις καὶ ἔλαχον ὡς ἑξῆς. Ἡ τῆς Τροιζηνίας εἰς τὸ 3 Τμῆμα, ἡ τῆς Λαρίσσης εἰς τὸ 8, ἡ τοῦ Ἀδάμαντος εἰς τὸ 5, ἡ τῆς Πυλίας εἰς τὸ 7, ἡ τῆς Μεγαρίδος εἰς τὸ 2 καὶ ἡ τῆς Πάλλης εἰς τὸ 1)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἐξελέχθησαν, ἵνα ποιήσωσιν ἀνακρίσεις διὰ τὰς δύο ἐκλογὰς, τοῦ Δομοκοῦ καὶ τῆς Ἄρτης, νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των. Ἐκ Πειραιῶς ἐστάλη πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα, δι’ οὗ συγχαίρουσι τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἑλληνοπρεπῆ διαγωγήν της. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἔχει ζητήσει τὸν λόγον.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ εἶμαι ἠναγκασμένος δι’ ὑπηρεσίαν νὰ μὴ μείνω καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὴν 11 θὰ ὑπάγω εἰς τὸν Βασιλέα, σπεύδω νὰ εἰσαγάγω προχείρως νομοσχέδιά τινα, τῶν ὁποίων τὴν εἰσαγωγὴν θεωρῶ κατεπείγουσαν· αʹ) περὶ ἐκτάκτου καὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1885 ἐκ δραχμῶν 21,779,674 καί τινων λεπτῶν. Ἐκ τούτων τὰ 16,752,674.88 δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ δὲ 5,027,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· βʹ) τρία νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων, αἵτινες ἐγένοντο μὲ τὰς τρεῖς Τραπέζας, τὴν Ἐθνικὴν, τὴν Ἰονικὴν καὶ τὴν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, περὶ τοῦ χορηγηθέντος δανείου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· γʹ) ἓν νομοσχέδιον ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ 500,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει ἀναγκαίως νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν· δʹ) ἓν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 600,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Ἑταιρίαν, τὴν κατασκευάζουσαν τὸν σιδηρόδρομον τῆς Πελοποννήσου· εʹ) ἓν νομοσχέδιον περὶ δανείου πατριωτικοῦ ἐκ δραχμῶν 30 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔχει διαφόρους λεπτομερείας, τὰς ὁποίας εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ θέλει τὰς ἴδει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι εἰς τὸ τυπογραφεῖον, τυποῦνται καὶ ἐντὸς τῆς ἡμέρας θέλουσι διανεμηθῆ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προπάντων νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως.
§6ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ὁρίσωμεν τὴν ὥραν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω καλόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ, νὰ ὁρίσωμεν τὴν δευτέραν ὥραν μ. μ.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· εἰς τὰς 2 ἀπὸ αὔριον.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὥρας παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύω λέξεις. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλέγξω τινά, οὐδὲ αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ καταγινώμεθα εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις· δὲν ἐννοῶ νὰ ὑπερθεματίσω εἰς τὸν πατριωτισμόν τινος ἐκ τῶν συναδέλφων, διότι ἐλπίζω, ὅτι πάντες ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ καὶ ἴσου ἐνθουσιασμοῦ· ἀλλὰ λέγω μόνον, ὅτι ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἠρξάμεθα τῶν συνεδριάσεων, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ αἴσθημα ἡμῶν. Πρὸ μικροῦ ἀπεφασίσθη νὰ συνερχώμεθα τὴν 2 ὥραν μ. μ. Δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀποφασίσωμεν τοῦτο μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνωμεν καὶ σύμφωνοι, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ εἰς τὴν ὁρισθεῖσαν ὥραν, νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων βουλευτῶν, ἅτινα νὰ παραδίδωνται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἀνιαρὸν θέαμα τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅτε ἐκλήθημεν τὴν 3 ὥραν, μόλις δὲ τὴν 4 καὶ ἡμίσειαν ἤρξατο ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Τοῦτο θεωρῶ συντελεστικὸν καὶ μάλιστα ἀναγκαῖον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, καθόσον δὲν ὑπάρχει λόγος ἰσχυρός· εἶμαι δὲ τοὐναντίον βέβαιος, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουσιν ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ θέλουσι συνέρχεσθαι ἀκριβῶς τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως.
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις εἶναι σπουδαῖαι, φρονῶ, ὅτι εἶναι συμφερώτερον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον νὰ γίνωνται δύω συνεδριάσεις τὴν ἡμέραν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρουσιάσθη ἀνάγκη· ἐὰν ἔχωμεν πολλὰς ἐργασίας, τότε τὸ ἀποφασίζομεν.
§13ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ ἔφεδροι, οἱ κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην ὥραν τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους κληθέντες, διὰ τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς προσῆλθον, καὶ διὰ τὸ φρόνημα, ὅπερ ἐξεδήλωσαν, προσελθόντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, κατέστησαν ἄξιοι τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς τε Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Εἰδικὸν δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν μητρῶον θέλει περιλάβει τιμῆς ἕνεκεν τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος». Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§16ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§17ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§18ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τί ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς προτάσεώς μου;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη εἶναι ἄκαιρος. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τούτου ἡ Βουλή.
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ ἐγκαταλείπων πατέρα πάσχοντα, καὶ τέκνα πεινῶντα καὶ προσερχόμενος εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος ἄνευ τῆς ἐλαχίστης διαμαρτυρίας καὶ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου γογγυσμοῦ νὰ τρέχῃ εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν γυμνητεύων καὶ πεινῶν, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιος εὐγνωμοσύνης. Ὅταν οἱ πολῖται προσέρχωνται μετὰ τοσαύτης προθυμίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὸν ἔπαινον καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν. Ἔχετε, κύριοι, νὰ μοὶ δείξετε πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα; Οὔτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐπιστρατείαν, οὔτε ὅταν ἐκλήθησαν αἱ δύω ἡλικίαι, δὲν εἴδομεν αὐτὸν τὸν ἐνθουσιασμόν. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἔγινεν ἡ μεγάλη διαδήλωσις καὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ Ἔθνος θέλει νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, τότε εἴδομεν ἅπαν τὸ Ἔθνος ἐξεγειρόμενον. Δὲν εἴδομεν ἄλλοτε ἀνθρώπους νὰ ἐγκαταλιμπάνουν εἰς τὴν μαύρην πενίαν τὴν οἰκογένειαν. Καὶ τὴν τοιαύτην προθυμίαν τὴν θεωρεῖτε ἀναξίαν τοῦ ἐπαίνου ὑμῶν; Ω! ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον καὶ ὑμᾶς εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν νὰ θυσιάσητε εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος. Θὰ ἔλθῃ, λέγουν, ὁ καιρὸς νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς· ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν, πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐκφράσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ καρδίᾳ του πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρίνει ὑψηλοφρόνως τὰς πράξεις τοῦ ἄλλου, ὀφείλει νὰ αἰσθάνηται καὶ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ. Ὀφείλομεν λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ ὕψιστον αὑτῶν καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς σας αὕτη δύναται κάλλιστα νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε τὸν ἔπαινον καὶ ὄχι τὴν εὐγνωμοσύνην;
§23ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πολὺ καλά. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Ἡγεμὼν ἐξέφρασε τὴν εὐαρέσκειάν του διὰ τὴν προθυμίαν μεθ’ ἧς προσῆλθον οἱ ἔφεδροι, δὲν ἐπιτρέπεται, λέγω, νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν αὐτὸν ἐνθαῤῥυντικὸν ἔπαινον.
§25ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 τῆς Μεσημβρίας).