Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ι · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 54

1885.07.17

3.794 στίχοι · 27.506 λέξεις · 12 πίνακες · 154 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1885.07.17
Προεδρεία
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑ
Περίοδος
Ι
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1885)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54

Τῆς 17 Ἰουλίου 1885.

(Τετάρτη)

Ὥρα 9½ Π. Μ. (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ ἐξ Ἀργοστολίου Ἀναστασίου Σ. Μαζαράκη, αἰτοῦντος ἀσυδοσίαν τῶν πρώτων ὑλῶν τῆς κηρουργίας.

§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.

§3ΤΖΑΝΕΣ. Προχθὲς ἐνεχείρισα μίαν ἀναφορὰν τοῦ γέροντος Βεροίνου· τί γίνεται αὐτὴ ἡ ἀναφορά;

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ θὰ εἶνε εἰς τὰ ἔγγραφα.

§5ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ σεβαστὸν Προεδρεῖον αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν νὰ τὴν ἀνεύρῃ καὶ τὴν ἀποστείλῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἀναφέρεται γέρων ἀγωνιστὴς, λείψανον τοῦ ἀγῶνος καὶ ὑπάλληλος τόσων ἐτῶν, ζητῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν κάτι τι νὰ τῷ παράσχῃ εἰς τὸ γῆράς του.

§6Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, κύριοι, ἐζήτησα ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τί ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν ἀπὸ Λαμίας μέχρι Καρπενησίου καὶ ἀπὸ Ἀταλάντης μέχρι Λαμίας. Εἰς τὸ διάβημα τοῦτο προέβην, κύριοι, ὄχι ἀσκόπως καὶ τυχαίως, ἀλλ’ ἐπιδιώκων ἕνα τινὰ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἤδη θέλω δηλώσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι κατηρτίσθη Ἐπιτροπὴ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, ἐντολὴν ἔχουσα τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ. ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἐζήτησα χθὲς, κύριοι, ἔχει μεγίστην σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, προέβην δὲ εἰς τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅπως ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται· διότι ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῶν καταστάσεων τούτων θέλει εὑρεθῆ εἰς εὐάρεστον θέσιν ἡ Βουλὴ, ἵνα κρίνῃ ἀσφαλῶς καὶ ὀρθῶς περὶ τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἀπωτέρω παρελθὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ. Ἐὰν, κύριοι, δὲν πράξωμεν τοῦτο, ἤτοι δὲν συγκρίνωμεν τὸ ἀπωτέρω παρελθὸν πρὸς τὸ ἐγγὺς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην καὶ ἀπόφασιν ἀμερόληπτον καὶ ἀσφαλῆ καὶ δικαίαν. Τί ὠφελεῖ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ. ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν παρητήθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους αὕτη; Εἰς τοῦτο καὶ μόνον πρέπει νὰ περιορισθῶμεν; Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἐν ἀκριβεῖ γνώσει τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω· πρέπει νὰ τάξωμεν ἓν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ ἀσχοληθῇ ἡ καταρτισθεῖσα ἐπιτροπή, ὅπως προσαγάγῃ ἐν καιρῷ ἔργον τέλειον, πλῆρες, δυνάμενον νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἀπόφασιν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ αὕτη μέτρα νομοθετικὰ πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι ἀνακαλυφθῇ κακόν τι. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀνακινήσω τοὺς τάφους τεθνεώτων πολιτευτῶν, διότι σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ καὶ ὀφείλομεν πάντες εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἐκυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας· τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸν νοῦν οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν· δὲν θέλω ἐπίσης, κύριοι, νὰ θίξω καὶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐπιζώντων πολιτευτῶν. Κύριος σκοπός μου εἶνε, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν, ἧς ἕνεκα δὲν ἔχουσι καλῶς τὰ τῆς ὁδοποιίας· ἡ δὲ αἰτία τοῦ κακοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ κακόν, δὲν ἔχει τὴν ἀρχήν της, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἔχει ταύτην εἰς πολλῷ προγενεστέραν ἐποχήν· ὅθεν ὀφείλομεν νὰ ἀναδράμωμεν καὶ εἰς τὸ ἀπωτέρω παρελθόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νομίζω, ὅτι ὡς ἀπώτερον ὅριον δυνάμεθα νὰ τάξωμεν τὸ ἔτος 1875· ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις κατηρτίσθη προχθές, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1875. Δὲν ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ θίξω τὴν ὑπόληψιν οὐδενὸς, οὔτε τεθνεῶτος, οὔτε ζῶντος. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Προτείνω ὅπως ἡ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 τρέχοντος μηνὸς ἐκλεχθεῖσα Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐξετάσῃ καὶ ἐξελέγξῃ καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875 μέχρι τοῦ Μαρτίου 1882 γενομένων ἐργασιῶν ὁδοποιίας καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῆς ὡς καὶ τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα γενομένων διαχειρίσεων τῶν πιστώσεων, τῶν διὰ τῶν εἰδικῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1875–1882 τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου χορηγηθεισῶν, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην διαχείρισιν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη». Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἐγκαίρως.

§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἰξεύρω τί ἐννοεῖ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενῆσι καὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀταλάντης μέχρι Λαμίας. Ἐγὼ προθύμως θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν γενομένων δαπανῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων, ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται τῆς κατασκευῆς τῶν δύο ἐκείνων ὁδῶν, αἵτινες εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς στρατιωτικαὶ ὁδοὶ, ἐνηργήθησαν εἰς ἐκτάκτους καὶ εἰδικὰς περιστάσεις.

§8ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε παρεξηγήσει τὴν πρότασίν μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν μομφὴν ἐπιῤῥίπτω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.

§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην.

§10ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ πληροφορεῖτε περὶ τούτου, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐγνώριζον ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε. Δὲν θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν, οὔτε ἐπὶ τεθνεώτων, οὔτε ἐπὶ ζώντων, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένωσιν ἀνεξέλεγκτοι πράξεις, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπιζήμιοι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ παράνομοι. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω, κύριοι, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Αὕτη δὲ θὰ ἀνακαλυφθῇ διὰ τῆς, ὡς εἴρηται, συγκρίσεως. Δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν λοιπὸν τὴν ἐξέλεγξιν μέχρι τοῦ 1882, ὁπότε ἀνῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω, ὅπως, ἔχοντες ὅρον συγκρίσεως τοῦ ἀπωτέρω παρελθόντος πρὸς τὸ ἐγγὺς παρελθὸν, ἀποφασίσωμεν ἐν καιρῷ ἀσφαλῶς, ἀλανθάστως καὶ δικαίως. Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου.

§11Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἐξελέγξῃ ὅλα ἀπὸ τὰ 1875 καὶ ἐντεῦθεν;

§12ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἀναφέρω εἰς τὴν πρότασίν μου.

§13ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ.

§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέτασις αὐτῶν συνδέεται πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἐπίσης δὲ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, καὶ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων καὶ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα ἠτιολογημένον, ὅπερ δύναται νὰ ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν τυχὸν συναιτίων καὶ συνεργῶν, ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν, αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐκδίδουσι βουλεύματα. Εὐθὺς ὅμως ὡς δὲν πρόκειται περὶ ἐξετάσεως τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ ἔργον τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἐντελῶς ἀλλοῖον. Αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν ἐξελέχθη ἡ παροῦσα Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, καθὼς καὶ αἱ Ἀνακριτικαὶ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, δὲν εἶναι Σώματα ἀκαδημαϊκὰ, ἅτινα δύνανται νὰ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας αὑτῶν ἐπὶ τῶν αἰτίων τῶν κακῶς ἐχόντων πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὅταν ἐκλέγωνται, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐξελέχθη ἡ παροῦσα Ἐπιτροπή, καθὼς καὶ αἱ Ἀνακριτικαὶ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, καθῆκον ἔχουσι νὰ ἐξετάζωσι τὰ πάντα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δύνανται νὰ συνδέωνται νομικῶς πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Εὐθὺς λοιπὸν ὡς ἀνέλθωμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν εὐθύνη πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, νομίζω, ὅτι δίδομεν δικαίωμα εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, εἴτε εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν, ὅπερ δὲν δικαιούμεθα νὰ δώσωμεν, καὶ οὐδὲν ἄλλο πράττομεν δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου τοῦ ἀνέρχεσθαι καὶ ἀνατρέχειν εἰς προϊστορικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐποχὴν, εἰμὴ νὰ συσκοτίσωμεν τὰ πράγματα. Ἐὰν τῷ ὄντι τοιαύτη πρότασις προήρχετο ἐκ μέρους τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν), ἀνέμενον ἡ μερὶς ἐκείνη (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) νὰ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν μὲ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι συμφέρον ἔχει ἡ μέχρι τοῦδε διοικοῦσα τὰ πράγματα μερὶς, ὄχι νὰ ἐπέλθῃ τὸ σκότος, ἀλλὰ νὰ ἀνατείλῃ τὸ φῶς· καὶ ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἕως ἐκεῖ, ὅπου ἤρξατο νὰ διοικῇ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον τῆς προτάσεως.

§15Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας ἰσχυρίζεται ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου θέλει σκοτισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θέλει διαλάμψει τὸ φῶς, διότι ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, τῶν κατὰ τὸ ἀπώτερον παρελθὸν κατασκευασθεισῶν, θέλομεν καθοδηγηθῆ εἰς ἀσφαλῆ κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸ ἐγγὺς παρελθόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καταθέτων τὰς καταστάσεις, τὰς ἀφορώσας τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος προηγουμένως, εἶπεν ὅτι ἕκαστον χιλιόμετρον κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1878, δηλαδὴ εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν, ἐστοίχισε δώδεκα χιλιάδας δραχμὰς, βραδύτερον 15 καὶ ἔτι βραδύτερον 20 χιλιάδας δραχμὰς ἕκαστον χιλιόμετρον. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐποιησάμην τὴν πρότασιν, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Λαμίας μέχρι Καρπενησίου δὲν ἐστοίχισε 10 καὶ 15 χιλιάδας δραχμὰς ἕκαστον χιλιόμετρον, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυρίσθη ὅτε κατέθηκε τὰς καταστάσεις, ἀλλὰ θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι ἐστοίχισε περὶ τὰς 40 χιλ. δραχ. ἕκαστον χιλιόμετρον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐκ τῆς συγκρίσεως λοιπὸν ταύτης θέλομεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐὰν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔσφαλεν, ἐὰν ἐσπατάλησε τὸ χρῆμα, ἢ ἐὰν εἶνε δικαιολογημένη ἡ δαπάνη αὕτη ἐν σχέσει καὶ συγκρίσει πρὸς τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ ἀπώτερον παρελθόν. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τὸν ἔλεγχον ἀπὸ ἀπωτέρου σημείου τοῦ παρελθόντος, χωρὶς, ὡς εἶπον, νὰ θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω μομφήν τινα, οὔτε εἰς τεθνεῶτας, οὔτε εἰς ζῶντας, ἀλλὰ θέλω τοῦτο, διὰ νὰ ὦμεν εἰς τὴν θέσιν, ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἀληθῶς ἐγένετο σπατάλη καὶ κακὴ χρῆσις τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας. Ὅταν ὅμως δὲν ἔχωμεν, κύριοι, σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμενοι θέλομεν κρίνει καὶ ἐκτιμήσει τὰ πράγματα ἐν συγκρίσει τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος πρὸς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν, νομίζετε, ὅτι ἀσφαλῶς θέλομεν κρίνει περὶ τῆς καλῆς καὶ κακῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Ἔχει ἄδικον ἄρα ὁ κ. Λεβίδης ζητῶν ὅπως περιορισθῇ μέχρι τοῦ 1882 ἡ ἐξέλεγξις. Ἴσα, ἴσα, κύριοι, ὑπέθετον ὅτι αὐθόρμητος ὁ κ. Λεβίδης ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἤθελε ζητήσει, ἵνα προβῇ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τοῦ ἀπωτέρω παρελθόντος.

§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραμορφώνεται ὅ,τι λέγεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ τίποτε δὲν εἶπον ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῶν Δημοσίων ὁδῶν κατὰ χιλιόμετρον, διὰ νὰ κατακρίνω τοὺς μὲν καὶ ἐπαινέσω τοὺς δέ ἐκ τῶν μηχανικῶν, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὰς ἐργασίας ταύτας κατὰ διαφόρους ἐποχάς· ἐγὼ ἐμνημόνευσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι περιέχει ἡ ἔκθεσις τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων, καθ’ ἣν διαιρεῖται εἰς ἐποχὰς ἡ κατασκευὴ αὐτῶν καὶ προσδιορίζεται ἡ δαπάνη ἑκάστης ἐποχῆς κατὰ μέσον ὅρον ἐφ’ ἑκάστου χιλιομέτρου· ἡ ἔκθεσις περιλαμβάνει ὅτι κατὰ τὴν δεῖνα ἐποχὴν καὶ ἀπὸ τοῦ δεῖνος μέχρι τοῦ δεῖνος ἔτους ἐστοίχισεν ἕκαστον χιλιόμετρον τὸ ἓν τῇ ἐκθέσει σημειούμενον ποσὸν, καὶ ἑπομένως ὅτι καὶ τὰ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς τελεσθέντα ἔργα στοιχίζουσι κατὰ χιλιόμετρον τόσον ποσὸν, ὅσον ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ παρ’ Ἑλλήνων μηχανικῶν κατασκευασθέντα, χωρὶς οὐδὲν νὰ προσθέσω ἀφ’ ἑαυτοῦ. Λοιπὸν διατί μὲ κατέκρινεν ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι παρέστησα πράγματα ἀνακριβῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν παρέστησα πράγματα στηριζόμενα εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα; Ἐν τούτοις οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρω κατάστασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰς δύο ἐκείνας ὁδούς. Προσθέτω δὲ, ὅτι τὴν ἐργασίαν ἐκείνην κατὰ τὸ 1880 μέχρι τοῦ 1881 διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Σκαλιστήρης, Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων, προσωπικῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὁ νομομηχανικὸς Φθιώτιδος κ. Βλαχόπουλος, καὶ ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων κ. Τριανταφυλλίδης, ὁ ὁποῖος ἤδη διατελεῖ ἐν διαθεσιμότητι. Οἱαδήποτε λοιπὸν καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰς δύο ὁδοὺς, αἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς στρατιωτικαὶ ἕνεκα τῶν μεγάλων καὶ ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

§17Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ ὅτι ἤθελε παρεξηγηθῆ ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μετὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, διότι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ μόνον αὐτῆς ἐγένετο. Τί ζητεῖτε, κύριε βουλευτὰ, νὰ ἐπεκτείνῃ ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα τὴν ἐξουσίαν της καὶ νὰ ἀνακινήσῃ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ τῶν τάφων; Εἶσθε βουλευτὴς τῆς διαλυθείσης Βουλῆς· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν τοιαῦτα παραπτώματα ἐκ μέρους τῶν Διοικητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλαβον χώραν, διατί ἐπὶ τριετίαν ἡ Βουλὴ ἡ διαλυθεῖσα ἐσίγησε καὶ δὲν ἐπελαμβάνετο τοῦ νέου αὐτοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον σήμερον θέλετε νὰ ἐπιχειρήσητε, ἵνα ἐπισκοτισθῇ τὸ φῶς, καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς νὰ πεισθῇ καὶ αὐτὴ καὶ ἡ Ἑλλὰς σύμπασα, ἐὰν ἦναι ἀθῶοι, ὅτι εἶναι ἀθῶοι πράγματι, ἐὰν ἔνοχοι, τότε νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι κατ’ αὐτῶν; Τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη εἶσθε ἐδῶ Βουλευταὶ, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐζητήσατε λόγον ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν; Λυποῦμαι ἐκ καρδίας διότι παρεξηγοῦμαι, κύριοι. Ἐζητήσαμεν, κύριοι, ν’ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ φωτισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι ἔλαβον χώραν τοιαῦται καταχρήσεις, νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι, ἂν δὲ τοὐναντίον, ν’ ἀποδοθῇ ἡ πρέπουσα ἀξία εἰς τοὺς πολιτευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη διεχειρίσθησαν τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν καὶ ἀπὸ τοὺς τεθνεῶτας λόγον;

§18ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ τεθνεῶτες δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ δώσουν λόγον, διότι ὅλοι εἶναι ζῶντες.

§19ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ εὐθύναι ἐπιβαρύνουσι τοὺς Προέδρους τῶν Κυβερνήσεων. Κατὰ μέρος λοιπὸν ἂν συνέβησαν παραβάσεις, ἔπρεπεν ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ νὰ ζητήσῃ αὐτὴ τὸν λόγον. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν σκοπὸν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν μομφήν· ἀπεναντίας, ἠθέλομεν νὰ ἐπέλθῃ φῶς. Εἴχετε καιρὸν εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν, ὅταν εἶσθε ἐδῶ, καὶ εἴχετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖράς σας νὰ ἀποκαλύψητε πᾶσαν κατάχρησιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Χαλκιοπούλου δὲν εἶναι νόμιμος καὶ δικαία. Ἐῤῥίφθη δὲ εἰς τὸ μέσον, ὅπως ἐπισκοτίσῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς ἐξακριβώσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως.

§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ μελῶν, εἰς ἃ ἡ μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνατρέχουσα εἰς τὸ παρελθὸν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πλήρη. Ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις—καὶ ἀξιῶ τοῦτο ἐκ μέρους τοῦ ὁμιλήσαντος ἐν ὀνόματι αὐτῆς—ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην σήμερον συζήτησιν, ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὡς ἐνδεικτικὴν, θέλει βεβαίως ζητήσει παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίας, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς ὁδοποιΐας τῆς ἐθνικῆς. Ἀλλὰ τὰς πληροφορίας ταύτας θέλει φέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, συνοδεύουσα ταύτας διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς κρίσεων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπε προαγορεύσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις ὁδῶν, αἵτινες κατεσκευάσθησαν ἐκτάκτως καὶ διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας, πρὸς ὁδοὺς, αἵτινες κατεσκευάζοντο δυνάμει τοῦ τακτικοῦ νόμου περὶ ὁδοποιΐας παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Θέλομεν λοιπὸν γενικῶς καὶ ἐν συνόλῳ ποιήσει συγκρίσεις πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν, τὴν γενομένην παρ’ ἄλλων προηγουμένων Κυβερνήσεων, ἀλλὰ πρὸς τὴν τακτικὴν καὶ οὐχὶ τὴν ἔκτακτον ὁδοποιΐαν. Ἄς μὴ ἀμφιβάλλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἂν ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή προβῇ εἰς συμπέρασμα ὡρισμένον, δὲν θέλει πράξει τοῦτο εἰμὴ ἀνατρέχουσα καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς εὕρεσιν τῆς εὐθύνης, διότι εὐθύνη δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ζητηθῇ. Ἀνατρέχουσα εἰς τὸ παρελθὸν, θέλει πράξει τοῦτο πρὸς σύγκρισιν, ἣν καὶ ἐγὼ θεωρῶ δικαίαν καὶ λογικήν.

§21ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα πρὸς σύγκρισιν, ὄχι πρὸς εὕρεσιν εὐθύνης.

§22Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ὡμίλησε λαμπρὰ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐκφράζῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νομίζω ἀκόμη δὲν συνῆλθεν, οὐδὲ ἔκαμε τὰς ἀρχαιρεσίας αὑτῆς.

§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν ἀτομικήν μου γνώμην ἐξέφρασα.

§24ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πρὸ ἡμερῶν δὲν ἐδυσκολεύθην νὰ παραδεχθῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι πράγματι ὑπὸ τοῦ νόμου καλυπτόμεθα οἱ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ μετὰ τριῶν ἐτῶν πάροδον ἀπὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἐντολῆς τῆς ὑπουργικῆς. Ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη ὑφίσταται πάντοτε· δὲν ἦτο ἀνάγκη ὁ κ. Λυμπερόπουλος νὰ μᾶς ὑπερασπίσῃ, καλυπτομένους ἀπέναντι τῆς νομικῆς εὐθύνης. Ἄν ἐνόησα ἀφ’ ἑτέρου καλῶς τὸν κ. Χαλκιόπουλον, νομίζω, ὅτι δὲν ζητεῖ οὔτε νομικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται, οὔτε ἠθικὴν εὐθύνην.

§25ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βέβαια.

§26ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλει σύγκρισιν πραγμάτων. Νομίζω δὲ καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐφετινοῦ ἔγιναν συγκριτικαὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Τὸ αὐτὸ πολὺ πιθανὸν νὰ θέλῃ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κάμῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, ἂν νομίσῃ τοῦτο ἀπαραίτητον.

§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη ὡρισμένη πρότασις, ἡ ὁποία ἔχει σαφῆ καὶ ὡρισμένην διατύπωσιν, περιέχουσα ὅλα τὰ τῆς ἐντολῆς εἰς Ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἔργον ὡρισμένον καὶ σαφές. Λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ βουλευτὴς Λοκρίδος, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν, διότι πολλάκις εἶναι ἀναγκαία ἐργασία προερχομένη ἐξ αὐτῶν τῶν σκέψεων τοῦ μελετῶντος καὶ ἐξετάζοντος τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐρευνᾷ. Αἱ σκέψεις τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, ἢ πρὸς ἀπόδειξιν ἑνὸς γεγονότος, αἱ σκέψεις εἶναι ἐλεύθεραι. Διὰ νὰ εὕρῃ εἰς ὡρισμένην ὑπόθεσιν ἄν ἕν γεγονὸς περιέχῃ στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως, ἐννοεῖται ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ καὶ σύγκρισιν πρὸς προηγούμενα γεγονότα. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσι τὰ ὅρια τῆς λογικῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ἑνὸς ἑκάστου. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ματαιοπονία ὅσα λέγονται σήμερον, διότι ἡμεῖς ἔχομεν σαφῆ καὶ ὡρισμένην ἐντολὴν καὶ γινώσκομεν ἀπὸ ποῦ θὰ ἀρχίσωμεν καὶ ποῦ θὰ τελειώσωμεν.

§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστηθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ, ἀποδεχθεῖσα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν δύω ἀξιότιμοι συνάδελφοι προέβαλον εἰς αὐτήν. Οἱ προβαλόντες τὴν πρότασιν ταύτην προσδιώρισαν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ μέλλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῇ προτάσει ὅμως τοῦ κυρίου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη μόνον ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα οἱ προβαλόντες τὴν πρότασιν εἶχον προσδιορίσει ὡς ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ ἐπὶ πάσης τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς 3 Μαρτίου 1882. Ἑπομένως, ἐνῷ οἱ προβαλόντες τὴν πρότασιν εἶχον προτείνει ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, της ὁποίας τὴν σύστασιν ἐζήτουν, νὰ ἐρευνήσῃ μόνον τὰ τῆς διοικήσεως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1882, 1883, 1884 καὶ 1885 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἔρευναν αὐτῆς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ἁπάντων τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, τῆς γενομένης κατὰ τὰ ἔτη 1882 ἕως 1885. Λοιπὸν ἔχομεν γνωστὴν καὶ ὡρισμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεστήθη Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ προσδιωρίσθησαν τὰ ἔργα αὐτῆς. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συνεζητοῦντο ταῦτα, ἐπρότεινε διὰ τροπολογίας νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα ἔργα διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ μὴ προταθῇ ἀντίῤῥησίς τις, καὶ ἐν τῇ ἀπεφάσει, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέδωκε νὰ περιελαμβάνοντο καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ἐθεώρει ἀναγκαῖα νὰ γένωνται ἀντικείμενα ἐξετάσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτίσθη, καὶ ἡ ἐκλεχθεῖσα Ἐπιτροπὴ, ὡς ἔμαθον, συνῆλθε χθὲς, ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὑπέβαλε πρότασιν ἰδίαν. Διὰ τῆς προτάσεώς του δὲν προβάλλει μόνον νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ γενόμεναι πρὸς παρασκευὴν δαπάναι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875– 1882, ἀλλὰ προέβαλε νὰ ἐξετασθῇ καὶ πᾶσα ἡ διαχείρισις τῶν πιστώσεων, τῶν προκληθεισῶν διὰ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τά ἔτη 1875, 1876, 1877, 1878, 1879, 1880 καὶ 1881. Ἡ πρότασις βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶναι πρότασις αὐτοτελής. Ἐὰν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλε, διὰ νὰ συντελέσῃ δι’ αὐτῆς εἰς διαφώτισιν τῶν πραγμάτων, ἢ ἐὰν ὑπέβαλε δι’ οἱονδήποτε λόγον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς νομίζει ὀρθὸν ἢ εὔλογον, αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν πρὸ ἡμῶν πρότασιν· τὴν πρότασιν αὐτὴν ὁ κύριος βουλευτὴς βεβαίως δὲν ἐνόει νὰ προβάλῃ διὰ νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εἰδικῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς αὐτήν· διότι, ἐὰν τοιοῦτον εἶχε σκοπὸν, τὰ ἐν τῇ Ἐξεταστικῇ Ἐπιτροπῇ μέλη τῆς μειοψηφίας ἠδύναντο νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τοὺς συναδέλφους αὐτῶν νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἔρευναν καὶ εἰς παραλληλισμὸν τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὰ γενόμενα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως αὔριον, νὰ μὴ προβῶμεν δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας σήμερον.

§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§30ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν αὔριον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, οὐδεμία δὲ συζήτησις ἠδύνατο νὰ γείνῃ σήμερον. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι εἶναι πεπρωμένον νὰ χάνωμεν καθ’ ἑκάστην ὥρας ἐπὶ ματαίῳ. Τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐκ Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου; Προέβημεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν; Εἴπομεν μόνον, νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τοῦτο δὲ θέλει ὁ Κανονισμὸς, ὅστις διατάττει, ὅτι πᾶσα πρότασις τυποῦται, διανέμεται καὶ μετὰ ταῦτα γίνεται ἡ συζήτησις. Ἐξάγεται ἐκ τοῦ 65 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ περὶ τῶν προτάσεων. Ὁ κ. βουλευτὴς εἶχε δικαίωμα νὰ προτείνῃ πρότασιν καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἔπρεπε νὰ διέλθῃ τὸν τύπον τοῦτον, νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ νὰ συζητηθῇ τὴν ἐπαύριον. Ὅλα τὰ λεχθέντα σήμερον ἦσαν μάταια· αὔριον θέλει συζητηθῇ καὶ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἂν ἔχῃ σκοπόν τινα, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ σκοπός τις. Ἔχει σκοπὸν πολιτικῆς εὐθύνης; Θὰ ὑπάρξωσι βουλευταὶ, οἵτινες θὰ ἀντιλέξωσιν εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει σκοπὸς εὐθύνης ἠθικῆς; Θὰ ὑπάρξωσι καὶ εἰς τοῦτο ἀντιλέγοντες. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρότασις προβάλεται πρὸς ἄλλον σκοπὸν, διὰ νὰ παρεμβάλῃ δυσχερείας, καὶ τὰ περὶ τούτου τότε θέλουσι συζητηθῇ. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένει ὁ κύριος βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀμέσως, ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς χθὲς προβληθείσης προτάσεως. Δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, διότι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ νὰ σχηματίσῃ γνώμην.

§32ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§33Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀσχέτως πρὸς τὴν πρότασιν, ἥτις ὑπεβλήθη περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ, κύριοι, διῆλθον τὸ τεῦχος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρετήρησα, ὅτι ἡ εἰρημένη πρότασις, ἥτις δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν στηρίζεται στενῶς εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῶν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποδεικνύει ἐγκληματικὰς πράξεις μὴ στηριζομένας εἰς Ὑπουργικὴν ἐνέργειαν, καὶ αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς διαχείρισιν ἄλλων. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δύναται νὰ ἀνακαλύψῃ ἐγκλήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὡς ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις ὑποδεικνύει, καθῆκον ἔχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Δὲν λέγω, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ τῶν Δημοσίων ἔργων προέβησαν εἰς τοιαῦτα ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἐὰν ἐχαρίσθησαν εἰς τοὺς ἐργολάβους καὶ τοιουτοτρόπως ἐζημίωσαν τὸ Δημόσιον, ἢ ὁπωσδήποτε συνεννοήθησαν μετ’ αὐτῶν, διατί νὰ μὴ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνακρίσεις, ὥστε ἐκ τῶν ἀνακρίσεων αὐτῶν νὰ καταδειχθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν ὑπευθύνων ὑπαλλήλων; Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἀνακρίσεις, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐπιτελέσει τὸ ἰδικόν της ἔργον.

§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ρικάκη προκύπτει ἕτερον ζήτημα, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχον μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ κ. Ρικάκης, ἀναγνώσας τὸ τεῦχος, εἶπεν εἰς ἐμέ, ὅτι ὤφειλον νὰ διατάξω δικαστικὰς ἀνακρίσεις κατὰ ὑπαλλήλων, ἀναφερομένων ἐν τῷ τεύχει αὐτῷ, ὡς παραβάντων τὸ καθῆκόν των. Ἐγὼ ὅμως τοιαύτην πεποίθησιν δὲν ἐσχημάτισα, ἀλλ’ οὔτε ἤθελον περιμένει νὰ μοὶ ὑποδειχθῇ τὸ καθῆκόν μου ἄλλοθεν, ἐὰν ἤθελον σχηματίσει τοιαύτην γνώμην. Ἐγὼ ὑπέβαλον πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐζήτησε, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις τοιαύτη. Ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς, ὅταν πεισθῶ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐνεργείας τινὸς ἐκ μέρους μου, βεβαίως θὰ ἐπιτελέσω τὸ ἐμὸν καθῆκον.

§35ΧΟΪΔΑΣ. Προβάλλω πρότασιν ἀπαραδέκτου, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο ἔργον· ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἂς τὴν ἀποῤῥίψῃ.

§36ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὰ προσήκοντα καὶ τὰ σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Πρότασις ἀπαραδέκτου τυπώσεως δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶσα πρότασις, γινομένη ὑπὸ βουλευτοῦ, τυποῦται καὶ διανέμεται. Αὐτὴ ἡ ἐφεύρεσις τοῦ νὰ προταθῇ πρότασις ἀπαραδέκτου τυπώσεως, εἶνε ἄγνωστος εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς διατάττει, ὅτι πᾶσα πρότασις τυποῦται καὶ διανέμεται· ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, τότε γίνεται γνωστὸν τὸ περιεχόμενον. Ἡ πρότασις εἶνε ἄντικρυς ἐναντία εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Πρότασις, ἥτις δὲν εἶνε γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη, αὐτὴ νὰ ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν καὶ νὰ προβάλλεται τὸ ἀπαράδεκτον τῆς τυπώσεως τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἥτις εἶνε ἄγνωστος, τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν.

§38Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἔρχεται κατὰ πᾶσαν στάσιν πάσης συζητήσεως. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ποσῶς νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, καὶ προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς τυπώσεως. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου προτείνεται πάντοτε εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Μοὶ φαίνεται μάλιστα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν συμφέρει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, διότι εἰς μάτην ἐχάσαμεν 1½ ὥραν.

§39ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς προέβαλε πρότασιν, ἥτις καθιστᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς πράγματι ἀδυνάτους, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν ὁ κ. Χοϊδᾶς. Νομίζει, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Χαλκιόπουλος, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο θέλει ἀμέσως νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς.

§40ΧΟΪΔΑΣ. Ἀντιβαίνει εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, ὅστις θέτει ὅρια παραγραφῆς, καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν.

§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο περὶ τούτου συζήτησις, ὅπως ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐὰν ἀντιβαίνῃ ἢ ὄχι. Ὁ κ. Χοϊδᾶς φρονεῖ, ὅτι ἀντιβαίνει, ἄλλοι ὅτι δὲν ἀντιβαίνει· θὰ γίνῃ ἑπομένως συζήτησις, ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας. Βλέπετε λοιπὸν ποῦ καταντῶμεν; νὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν πρότασιν, καὶ τὴν πλέον παράλογον, νὰ σταματᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμένετε· ἐὰν ὅμως ἐπιμένετε, τότε φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ὑμετέρας προτάσεως διὰ σήμερον.

§42ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του.

§43ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω (διάλογοι).

§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κανονίζουσα τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὑπεβλήθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρότασίς τις. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως περὶ αὐτῆς, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχωσι λόγοι, ἀποκρούοντες τὴν παραδοχὴν αὐτῆς· τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός· καὶ πᾶν ὅ,τι ἀντιβαίνει εἰς τοῦτο, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἐὰν ἐπιμένει ὁ κ. βουλευτὴς, τότε ἐπιμένω καὶ ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεώς του διὰ σήμερον, ὡς εἶπον, τουτέστιν ἡ ἀναβολὴ αὐτῆς.

§45ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§46Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἤκουσα, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Χαλκιοπούλου καὶ τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ τυπωθῇ καὶ ἀμέσως νὰ συζητηθῇ. Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐγένετο ἀντίθετος πρότασις, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον. Ἔχομεν λοιπὸν δύο προτάσεις, τὴν τῆς ἀμέσου συζητήσεως καὶ τὴν τῆς ἀναβολῆς. Ποία εἶναι ἀπωτέρα; ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς. Αὕτη λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, καὶ πᾶσα ἡ μακρηγορία εἶναι περιττή.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, κατωρθώθη νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ σπουδαιοτάτου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν αὐτῆς ἀποστολήν. Κατωρθώθη νὰ εἰσέλθῃ αὕτη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προσελκύει τὴν προσοχὴν οὐ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐξεγείρει τοὺς παλμοὺς αὐτοῦ. Καὶ οἱ μὲν οἰκοῦντες τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὡς καὶ οἱ δι’ ὑλικῶν συμφερόντων μετ’ αὐτῆς συνδεόμενοι, ἀναμένουσιν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος νὰ μάθωσιν ἐὰν πρόκηται ἢ μὴ νὰ ἀνακοπῇ ἡ ἐπὶ τὰ πρόσω πορεία τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἐκτὸς δὲ τῆς Ἑλλάδος οἰκοῦντες ἀναμένουσιν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ αὐτοῦ ζητήματος νὰ ἴδωσιν ἂν δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν ἐπὶ τὴν προστασίαν καὶ ἐπὶ τὴν παροχὴν τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἀνυψωθῇ ὁ Ἑλληνισμός. Πάντοτε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν, ἀποτελεῖ τὸ κύριον μέλημα τῶν Κοινοβουλίων, διότι ἡ κυρία τῶν Κοινοβουλίων ἀποστολὴ εἶναι νὰ ψηφίζωσι τοὺς φόρους, τοὺς βαρύνοντας τὸν λαὸν, καὶ νὰ παρέχωσι τὰς πιστώσεις, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ καὶ προαχθῇ ὁ Τόπος. Ἀλλ’ εἴπερ ποτὲ, νῦν παρ’ ἡμῖν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα περιβάλλεται ἔξοχον καὶ ἔκτακτον σπουδαιότητα· διότι, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀκόμη ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τούτου, ἡ κοινωνία πᾶσα ἐξηγέρθη καὶ συνεκινήθη ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι καὶ διαδόσεσι τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, παραστάσεσιν, αἵτινες ἐξηκολούθησαν καὶ ἀφοῦ ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, παραστάσεσι, καθ’ ἃς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διατρέχουσι τὴν δεινοτάτην τῶν κρίσεων. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ φορολογικῶν νόμων, τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε δὲ νὰ προηγηθῇ, διότι διὰ τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπρόκειτο τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐξετάσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, ἐπρόκειτο οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ἀντιληφθῶσι τῆς θέσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς, καὶ νὰ μορφώσωσι τὴν γνώμην των περὶ τοῦ πρακτέου μᾶλλον καθολικὴν καὶ γενικὴν, ἐπηρεάζουσαν βεβαίως τὰς κατὰ μέρος γνώμας. Οὕτω δὲ, ὅταν βραδύτερον ἐπρόκειτο περὶ τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν εἴτε αἱ ὑπάρχουσαι πρόσοδοι ἠλαττοῦντο, εἴτε τὰ ὑφιστάμενα ἔξοδα ηὐξάνοντο, δὲν ἤθελον βεβαίως ἐπηρεασθῆ ἀπὸ γνώμας καὶ σκέψεις, αἵτινες ἀφώρουν μόνον εἰς ἓν ἕκαστον τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων· οὕτως ὤφειλον νὰ πράξωσιν οἱ ὑπέχοντες τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν καὶ ἡγούμενοι τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου· ὤφειλον τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος εὐθὺς ἐν ἀρχῇ νὰ θέσωσι πρὸ ἡμῶν, μετὰ δὲ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ καὶ φορολογικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα κατοπτρίζεται τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως σύστημα. Ἄλλως ὅμως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει. Ἀφοῦ ἐπεψηφίσθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς τὰ σπουδαιότερα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἀφοῦ ἐπὶ τρίμηνον διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις μίαν καὶ μόνην εἶχεν ἀποστολὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καλεῖται ἡ Βουλὴ τὸν ἕβδομον τοῦ ἔτους μῆνα νὰ συζητήσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Κατέστη δὲ οὕτως εἰς πάντα, συζητοῦντα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἄχαρι καὶ ἀτερπὲς τὸ ἔργον, ἴσως δὲ καὶ ὀχληρὸν εἰς ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἵτινες σπεύδετε εἰς τὴν ταχίστην ἀποπεράτωσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο στάδιον τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Συνόδου· ἀλλ’ ὅμως ἡμεῖς ἔχομεν ὑψηλότερον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐκ τοῦ πρὸς τὴν χώραν καθήκοντος καὶ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ἡμῖν μερίμνης πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέλλον αὐτῆς· ὀφείλομεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ τούτου, ὀφείλομεν νὰ μεταδώσωμεν καὶ εἰς τὴν χώραν τὰς πεποιθήσεις μας, ὀφείλομεν δὲ ἄλλως τε νὰ μεταδώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰς ἰδέας μας, ἵνα χρησιμεύσωσι καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, ἀφοῦ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κληθεῖσα ὡς ἡγέτρια τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἠξίου, ὅτι ἔχει ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένον καὶ σαφὲς οἰκονομικὸν πρόγραμμα, καὶ ἐπὶ τρίμηνον διαχειριζομένη τὰ κοινὰ, δὲν ἐδίστασε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον ὡς παροδικὸν, ἵνα, ὡς φαίνεται, δικαιολογήσῃ τὰ λάθη καὶ τὴν ὑστέρησιν αὐτῆς ἁπάντων τῶν προηγουμένων ἐπαγγελιῶν της. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, κύριοι, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τριπλῆν ἄποψιν· πρωτίστως ὑπὸ τὴν ἄποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνεται αὐτὸ ἡ κοινωνία, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ἀπομακρύνουσαν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων· δεύτερον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ τρίτον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη καὶ ἐφαρμόζει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἡ ἄποψις τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει οὐδὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐδὲ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς παρούσης, εἶναι ἡ μᾶλλον πρακτική. Ἡ ἄποψις αὕτη θέτει πρὸ ἡμῶν τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ἡ κοινωνία, ἥτις εἰς δεδομένας περιστάσεις, καὶ ἰδίᾳ ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους διατρέχωσι κίνδυνον, σκέπτεται ἀνεξαρτήτως τῶν διαμαχομένων πολιτικῶν μερίδων. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ πρὶν ἀκόμη καταγνωσθῶσι τὰ βαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐλλείμματα, εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ οἰκονομικῆς καὶ ἐμπορικῆς κρίσεως. Ἡ κρίσις αὕτη προῆλθεν ἐκ περιστάσεων πάντη ἀνεξαρτήτων τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ κρίσις αὕτη ὑφίστατο ἔτι ἢ μᾶλλον διετέλει ἐν τῇ ἀκμῇ αὐτῆς, ἐπῆλθε καὶ ἡ κακὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἥτις ἐδείνωσεν αὐτὴν περισσότερον. Ἡ κοινωνία πρωτίστως ἐνδιαφέρεται νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὁποῖα τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται αὕτη ν’ ἀνορθωθῇ· ἡ κοινωνία δὲν ἐνδιαφέρεται εἰς τὰς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συζητήσεις, τὰς ἐχούσας χαρακτῆρα ἀντεγκλήσεων τῶν πολιτικῶν κομμάτων· ἡ κοινωνία ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν ὅσον οἷόν τε τάχιον νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ, αἵτινες ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος ἀνεφάνησαν. Ἡ κοινωνία συνεταράχθη, ὅταν ἤκουσεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἀνέλαβε καὶ ἐννοεῖ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Μέχρι τοῦδε ἡ κοινωνία ἐγνώριζεν, ὅτι τοιοῦτο δικαίωμα παρείχετο ἐκ τοῦ νόμου εἰς τοὺς κληρονόμους σχολαζουσῶν περιουσιῶν, ὅταν αὗται διετέλουν βεβαρημέναι ὑπὸ χρεῶν, μηδεμίαν ἢ ἐλαχίστην παρεχόντων ἐλπίδα κέρδους ὑπὲρ τῶν κληρονόμων, οἵτινες ἤγοντο κυρίως εἰς τὴν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἀποδοχὴν τῆς κληρονομίας ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν σκιὰν τοῦ ἀποθανόντος. Οὐδέποτε ὅμως ἡ κοινωνία ἐφαντάσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, κληθεὶς κατόπιν μιᾶς πολιτικῆς μεταβολῆς, κατόπιν τῶν ὅσων πρὸ τῆς μεταβολῆς ἔδωκεν ὑποσχέσεων νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ κοινωνία γινώσκει, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν ἀφῆκεν ἔλλειμμα οὐχὶ βεβαίως 40 ἢ 46,000,000, ὡς ἰσχυρίζετο ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον 25 ἑκατομμυρίων, ὡς ἀπέδειξε διὰ τῆς ἐκθέσεώς της ἡ μειονοψηφία τῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Δημοσίων βιβλίων καὶ καταστάσεων. Ἡ κοινωνία γινώσκει, ὅτι ὁ διευθύνων σήμερον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἐξ 11 ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ γνωσθῶσιν αἱ Κυβερνητικαὶ σκέψεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κάλυψιν ἢ μείωσιν αὐτοῦ. Ἡ κοινωνία ἑπομένως ἐναγωνίως περιέμενεν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος νὰ πληροφορηθῇ, οὐχὶ ἂν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔπταισεν, ἢ ἐὰν ἡ διάδοχος αὐτῆς ἐργάζεται πυρετωδῶς πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ ἐξόγκωσιν τῶν εἰς τὴν προηγουμένην διαχείρισιν ἀναγομένων πλημμελειῶν. Ἡ κοινωνία ἀναμένει ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος νὰ πληροφορηθῇ, κατὰ τίνα τρόπον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς κανονικὴν τροχιὰν, ὑποσχομένην τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑποστήριξιν καὶ ἀναζωπύρωσιν τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δικαίως δὲ ἡ κοινωνία συγκινεῖται καὶ ἀσχάλλει ἐπὶ τῇ καταστάσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἧς τὴν εἰκόνα κατέστησαν ζοφερωτέραν καὶ ἀπειλητικωτέραν αἱ διακηρύξεις καὶ δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτᾷ λοιπὸν ἡ κοινωνία, διατί νὰ μὴ ἐξετάζηται ἐνταῦθα τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀσχέτως πρὸς τὰς διαμάχας τῶν πολιτικῶν κομμάτων; Διατί, ἐρωτῶσι συμπολῖται ἡμῶν εὖ φρονοῦντες, διατί νὰ μὴ ἀποχωρίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς πολιτικῆς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τοὐλάχιστον ἐν τῇ παρούσῃ κρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Διατί, φωνάζει ἡ κοινωνία, νὰ μὴ ἐννοῶμεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ἐπὶ βλάβῃ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δημοτικότης εἶναι ἐφήμερος; Ἡ ὀρθοφρονοῦσα κοινωνία, ἡ ἐμβριθῶς ἐξετάζουσα τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἓν ζητεῖ παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, νὰ λησμονήσωσιν, ἔστω καὶ προσκαίρως, τὰ πολιτικὰ μίση καὶ πάθη, νὰ μὴ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν πρόσκτησιν προσκαίρου δημοτικότητος, καὶ νὰ σκεφθῶσι μετ’ ἐπιμελείας περὶ τῆς εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας οἰκονομίας καὶ περὶ τῆς ἐξευρέσεως νέων πόρων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀποκλειομένου ἐκ τῶν σκέψεων αὐτῶν τοῦ μέσου τῶν δανείων. Ἡ κοινωνία, τέλος, ἓν ἐπιβάλλει ἡμῖν, ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ἐλάττωσιν τῶν ὑφισταμένων Δημοσίων προσόδων, βελτιοῦντες καὶ οὐχὶ καταργοῦντες τοὺς λειτουργοῦντας νῦν φορολογικοὺς νόμους, καὶ ν’ ἀποκρούσωμεν πᾶσαν αὔξησιν τῶν Δημοσίων δαπανῶν, ἀναβάλλοντες δι’ ἄλλην ἐποχὴν, μᾶλλον αἰσίαν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ τὰς τυχὸν δικαιοτάτας αὐξήσεις. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἡ κοινωνία τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πόθου της αὐτοῦ, ὅταν εἰς γενομένας παρατηρήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ νομοσχεδίων, ἐλαττούντων τὰς προσόδους ἢ αὐξανόντων τὰς δαπάνας, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε δι’ ἀντενεγκλήσεων κατὰ τῆς προκατόχου; Ὑπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἐξετάζων τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἠδυνάμην πολλὰ νὰ εἴπω, ἠδυνάμην νὰ ἐξαντλήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἀλλὰ μοὶ εἶναι λογικῶς ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσω ἐξετάζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ἀφοῦ ἤδη ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα φορολογικὰ καὶ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καὶ ἀφοῦ ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία τῶν διευθυνόντων τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους οὐδεμίαν παρέχει ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ τὸ διακρίνον αὐτοὺς πεῖσμα καὶ τὸ πάθος τὸ πολιτικὸν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος; Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἄποψιν, ἤτοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, παρηκολούθουν ὅμως τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις ἐφ’ ὅσον μοὶ ἐπέτρεπον τοῦτο αἱ ἰδιωτικαὶ ἀσχολίαι μου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὰς δύο τελευταίας Συνόδους τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, καὶ διὰ τῶν ὀργάνων, ἅτινα ἀντεπροσώπουν αὐτὴν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὑπεστήριξεν ἐκθύμως καὶ κατώρθωσε νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πολιτικὴν ἰδίαν καὶ πεποίθησιν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς δύο μέγιστα περιέπεσεν ἁμαρτήματα· ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν διὰ φόρων, οἵτινες ἀφήρεσαν καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα αὐτοῦ, ἐνῷ δὲ δι’ αὐτῶν ἠλάττωσε καὶ ἐπίεσε τὰς παραγωγικὰς Δυνάμεις, συνάμα ηὔξησε τερατωδῶς καὶ σπατάλως τὰ Δημόσια ἔξοδα. Ἡ γενομένη δὲ ἐργασία πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πεισθῇ ἡ κοινωνία, ὅτι αἱ δύο αὗται αἰτιάσεις κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦσαν βάσιμοι, ἦτο τῷ ὄντι τερατώδης, διότι οἱ πάντες ἐπλανήθησαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ μὴ ἐξετάζοντες τὰ κύρια καὶ ἀληθῆ αἴτια αὐτῆς, εἰς τὴν πλάνην δὲ ταύτην ὀφείλεται ἡ ἐπελθοῦσα πολιτικὴ μεταβολή. Κατὰ πρῶτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν, τίνες εἶναι οἱ φόροι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν, καὶ ἂν οὗτοι ἠδύναντο νὰ καταστρέψωσι τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, καὶ καταστήσωσι τὸν λαὸν ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον εἰσφορῶν αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐπιβολὴν νέου φόρου τὴν ἐκ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς τροπὴν τῶν ποσοτικῶς καὶ εἰς χρήματα πληρονομένων ἐγγείων φόρων· ἀλλ’ ἐπειδὴ τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐγένετο τοῦτο, ἐπῆλθε δ’ ἐντεῦθεν αὔξησις τῶν Δημοσίων ἐσόδων, καταλογίζω εἰς βάρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως τὴν αὔξησιν ταύτην, ἀνερχομένην εἰς 1,100,000 δραχμῶν. Οἱ νέοι φόροι, οἵτινες τῇ εἰσηγήσει τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐπεβλήθησαν, εἰσὶν οἱ ἑξῆς. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου· ἀλλὰ διὰ τοῦ φόρου τούτου κατηργήθη ἡ στρεμματικὴ ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φορολογία καὶ ἠλαττώθη ὁ εἰς χρήματα εἰσπραττόμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ὡς πρός τινας ἐπαρχίας ἔγγειος φόρος τοῦ οἴνου ἀπὸ λεπτῶν 2 εἰς 1. Πρότερον ἐβεβαιοῦντο διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας περίπου 900,000 δραχμῶν· ἦτο δὲ ὄντως δυσείσπρακτος ὁ φόρος οὗτος, ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι διὰ τοῦ νέου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων Νόμου ἤθελον βεβαίως αἱ καθυστερήσεις ἐλαττωθῆ, ἠθέλομεν ἔχει ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ οἴνου, ὡς εἶχε πρότερον ἡ φορολογία, δραχμὰς 700,000. Εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν λειτουργοῦντα νέον Νόμον ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους δραχμαὶ 1,100,000, ὥστε ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 400,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ 1884, κατὰ τὰ ἐπίσημα βιβλία, εἰσεπράχθησαν, ἐκτὸς τῶν διὰ τὴν κοπὴν ἐξόδων, 2, 200,000· ἔχομεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράξαμεν 700,000· ἔχομεν τέλος καὶ τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν περίπου 500,000. Τὸ ὅλον τῶν νέων φόρων, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐγγείων φόρων διὰ τῆς τροπῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ἀνέρχεται εἰς 5,000,000 δραχμῶν περίπου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἰσήγαγε. Βεβαίως λόγος δὲν δύναται νὰ γένηται περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τοῦ πετρελαίου, διότι ταῦτα διατηρεῖ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δι’ αὐτῶν δὲ δὲν ἐπεβλήθη νέος τις φόρος, ἀλλ’ ἐπεδιώχθη ἡ καταστολὴ τῆς λαθρεμπορίας καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὀφειλομένων ποσοτήτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεγράψαμεν κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπέβαλε, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ γινώσκωμεν καὶ ἐκ ποίων βαρῶν ἀπήλλαξε τὸν λαὸν, καὶ εἰς ὁποίας προῆλθεν ἐλαττώσεις τῶν πρότερον ὑπαρχόντων φόρων. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὸν ἡγέτην τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Πρόεδρον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ἀληθὲς ὅτι, καίτοι ἡ Ἑλληνικὴ γεωργία εὐηργετήθη διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐστερήθη δραχμὰς 2,000,000. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅπως ἐνισχύσῃ τὸν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις λαὸν, κατήργησε τὴν τελωνιακὴν ζώνην, τὴν ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐστερήθη τὸ Δημόσιον εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐκ δραχμῶν 300,000. Ἐν τῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον λειτουργεῖ, κατέστησεν ἀτελεῖς τὰς πρώτας ὕλας, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς τὴν μόλις ἀναγεννωμένην Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, κατέστησεν ἀτελῆ ἅπαντα σχεδὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τροφῆς εἰς τὸν λαὸν, κατέστησεν ἀτελῆ τὰ κρέατα, τὰ ζῷα κλπ. εἴδη τροφῆς. Ἐξ ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες ἐγένοντο, ὡς ἐκ τῶν ἀτελειῶν τούτων τὸ Δημόσιον ἐστερήθη 2,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναντίῤῥητον καὶ πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης εὐηργετήθη ἡ Ἑλληνικὴ γεωργία, διὰ τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν εὐηργετήθη ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, διὰ τῆς ἀτελείας τῶν ζώων, κρεάτων καὶ ἑτέρων εἰδῶν τροφῆς εὐηργετήθησαν αἱ κατώτεραι καὶ πολυπληθέστεραι κοινωνικαὶ τάξεις, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης εὐηργετήθησαν οἱ κάτοικοι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ οἱ οἰκοῦντες εἰς τὰς ὑπὸ τὸν ξένον ζυγὸν ἔτι διατελούσας Ἐπαρχίας συμπολῖται ἡμῶν, ἐξεταστέον ἀφ’ ἑτέρου, ὁποίους ἐπεβάρυναν οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δημιουργηθέντες νέοι φόροι. Ἐκτὸς τῆς ὡς πρός τινας ἐγγείους φόρους μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δὲν ἐπεβάρυναν τὸ παράπαν τὴν παραγωγὴν, ἥτις ἀφέθη ὅλως ἐλευθέρα· κατωρθώθη δὲ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν φόρων τούτων νὰ ἐλαττωθῇ ὅσον ἦτο δυνατὸν ἡ ἄνισος τῶν φόρων διανομή· κατωρθώθη, ὥστε αἱ παραγωγικαὶ τάξεις νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰς φόρων, καὶ νὰ γείνῃ μία μετάστασις φόρων ἐπὶ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἐφορολογοῦντο πρότερον. Ἀλλ’ ὁ ταῦτα πάντα διαπράξας εἶναι ἄξιος μομφῆς καὶ κατακρίσεως; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις οὐ μόνον φόρους πιέζοντας τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἡμῶν δὲν ἐδημιούργησεν, ἀλλὰ τοὐναντίον προέβη πέραν τοῦ δέοντος εἰς ἐλάττωσιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων. Ἴσως δὲ κατὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξ αἰσιοδόξου πεποιθήσεως, ὅτι δὲν ἤθελον περιέλθει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς δυσάρεστον θέσιν, προέβη εἰς ἐλάττωσιν φόρων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· ἡ κυριωτέρα κατ’ αὐτῆς αἰτίασις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ὅτι τὰ ηὔξησεν ἀδικαιολογήτως καὶ κατὰ τρόπον, ὅστις εἶναι ὁ κύριος παράγων τῆς σημερινῆς καχεκτικῆς καταστάσεως ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οἱ ῥήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεκαλοῦντο ἀκριβῶς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, αὐτὸν δὲ ἐπανειλημμένως συνέκρινον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὰς κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως αἰτιάσεις καὶ ἐπιθέσεις των, καὶ ἐγὼ, πρὸς χάριν αὐτῶν, θέλω κυρίως λάβει ὡς ὅρον συγκρίσεως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τὰ ἔξοδα εἶχον ἀνέλθει εἰς 47 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 42 ἑκατομμύρια· κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 85 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς ἕτερα 85 ἑκατομμύρια· ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1885 κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ἐκ 38 ἑκατομμυρίων, εἰς δὲ τὰ ἔσοδα 43 ἑκατομμύρια. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 παρίστα ἔλλειμμα ἀκριβῶς ἐκ 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐξεταστέον εἰς τίνας κατηγορίας δαπανῶν καὶ ἐκ τίνων αἰτίων κυρίως ἐπῆλθεν ἡ τεραστία αὕτη τῶν Δημοσίων δαπανῶν αὔξησις; Τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν καὶ συντάξεων. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν δαπανῶν ἀνήρχετο εἰς 16 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1885 ἀνῆλθεν εἰς 35 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἀμέσως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου διαφορὰν ἐκ 17 ἑκατομμυρίων. Εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν 12 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1885 ἔχομεν 22 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἑπομένως αὔξησιν 10 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν δεύτερον τοῦτον καὶ σπουδαιότερον κλάδον τῶν Δημοσίων ἐξόδων. Εἰς τὰ 1880 δὲν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν προσηρτημένας τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἑπομένως δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1880 αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Διὰ τὰς νέας ὅμως ἐπαρχίας ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἡμῶν ἐπεβαρύνθη μὲ τὸ ποσὸν δραχ. 2,700,000. Προσέτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, αὐξήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβη ἐξ ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ἀναγνωριζομένης καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐκ τῆς αὐξήσεως λοιπὸν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων εἰς μόνα τὰ πέντε Ὑπουργεῖα ἐπῆλθεν αὔξησις 2,100,000 δραχμῶν. Ὁ νέος Προξενικὸς νόμος, ὅστις ἀφ’ ἑτέρου ηὔξησε τὰ ἐκ Προξενικῶν τελῶν ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἐπήνεγκε συνάμα καὶ αὔξησιν τῶν δαπανῶν κατὰ 500,000 δραχμῶν. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων φορολογικῶν νόμων καὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ δρ. 2.700,000. Διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν σχετικῶν προσόδων, ἔχομεν αὔξησιν 500,000 δραχ. ἐπὶ πλέον. Ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ τὰ ὀλίγα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηρίθμησα, εἶναι 35,500,000 δραχμῶν. Τί ἀπομένει ὡς προσθήκη μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1880 καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1885; 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι καὶ τὰ Δημόσια ἔσοδα τερατωδῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ηὐξήθησαν καὶ ἐπέβαλλον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνωτέρας δαπάνας διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν, ἐν διαστήματι διετίας ἐγένοντο πολλαὶ βελτιώσεις εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Δημοσίας Διοικήσεως, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Ἐκπαίδευσιν, ἐγένοντο δὲ καὶ βελτιώσεις, αἵτινες συνωδεύθησαν ἢ ἐπήγαγον αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα. Ἡ σύγκρισις λοιπὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 δὲν παρουσιάζει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἢ κατὰ μόνον δύο ἑκατομμύρια πεντακοσίας χιλιάδας, εἶναι δὲ ἐλαχίστη ἡ αὔξησις αὕτη ἐν διαστήματι ἓξ ἐτῶν, σχετικῶς πρὸς τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν, διατελούντων ἐν προόδῳ, ὡς ἡ Ἑλλάς· ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς ἐν γένει Διοικήσεως εἰς ἕτερα Ἔθνη εἶναι μᾶλλον ἢ διπλασία. Παρ’ ἡμῖν ἡ αὔξησις αὕτη οὐδὲ εἰς 1% κατ’ ἔτος ἀνῆλθεν, ἐνῷ ἀλλαχοῦ ὑπερβαίνει καὶ τὰ 2%. Ἀλλ’ ὅτι εἰς οὐδεμίαν αὔξησιν δαπάνης ἀδικαιολογήτου προέβη ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πράξεων αὐτῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐλαχίστας ἠδυνήθη νὰ περικόψῃ δαπάνας· ἐν οἰκείῳ δὲ τόπῳ θέλω σᾶς ἀπαριθμήσει τὸ ποσὸν καὶ ποιὸν τῶν περικοπεισῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐνέδειξεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐξ αὐτῶν δὲ θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν δύνανται σπουδαίως νὰ ὀνομασθῶσιν οἰκονομίαι, οὐδὲ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ηὔξησε τὰς δαπάνας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παραστήσῃ αὐτὴν σπάταλον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὴν παραστήσῃ ὡς ἐπιδιώξασαν τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν, μὴ ἐπιβαλλομένων ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ προόδου τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν, διότι ἐκ μόνον 2½ ἑκατομμυρίων αὔξησιν δαπανῶν παριστᾷ ἡ σύγκρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Νομίζω δὲ ἀποδεδειγμένον ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε ἐκ τῶν οἰκονομιῶν τούτων νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνήργησε δαπάνας, αἵτινες ἦσαν ἀδικαιολόγητοι, ἢ ὅτι καθιέρωσέ που σπάταλον διαχείρισιν, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισαν οἱ ἀντίπαλοι αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν πολλοὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, πρὸ παντὸς ὅμως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οἵτινες ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν διὰ τῆς προώρου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπιφανὴς Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἰσχυρίσθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ ἐνεργήσῃ ταύτην, εἰμὴ μόνον ὅταν ἐξησφάλιζε τὸ ἰσοζύγιον, διότι τότε μόνον ἡ ἄρσις δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ παραίτιος κοινωνικῶν δυστυχημάτων. Ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὶν ἢ ἀκόμη πραγματοποιηθῇ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπῆρξεν ὁ πρώτιστος ὅρος τοῦ προγράμματος τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ ἐν τοῖς ὀργάνοις, ἅτινα ἀντιπροσώπευον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐδημοσιεύετο ἑκάστοτε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσεται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, δὲν ἀντετάχθη δὲ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τὴν πρότασιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ ἄρσεως, δὲν ἰσχυρίσθη δηλαδὴ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι πρόωρος καὶ ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι δυνατὸν νὰ προξενηθῶσι ζημίαι ἐθνικαί, ὥστε δὲν δύναται σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἥτις σήμερον ἀποτελεῖ τὸ πλεῖστον τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ προβάλῃ σπουδαίως τὴν αἰτίασιν αὐτήν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῇ δι’ ὀλίγων καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γινώσκῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τίνα ἐκ τῶν δεινῶν αὐτοῦ σχετίζονται πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ τίνα εἶναι ἀνεξάρτητα ταύτης. Δὲν ἐβιάσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· τὴν ἐβίασαν τὰ πράγματα, τὴν ἐβίασεν αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ διετέλει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Γινώσκω καλῶς, ὅτι ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέθετο νὰ σκεφθῇ καὶ ἐργασθῇ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἄρσιν, ὅταν ἐξησφαλίζετο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐβίασαν αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν πεπειραμένων καὶ ἀμερολήπτως κρινόντων συμπολιτῶν μας, ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀναντιῤῥήτως σήμερον ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἄρσεως τὸ πρώτιστον ἄρθρον τοῦ κατηγορητηρίου, ἢ μᾶλλον ἡ θεμελιώδης κατηγορία κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ προκάτοχος λοιπὸν Κυβέρνησις ἦρεν ἐγκαίρως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δὲν ἀφῆκε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν νὰ τρέξῃ εἰς τὸν ὄλεθρον. Ἐάν τινες μετὰ τὴν ἄρσιν ὑπέστησαν ἀτομικὰς ζημίας, εἰσὶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε ἐξήγειρον τὴν κοινωνίαν καὶ διὰ παραστάσεων καὶ δι’ ἀναφορῶν ἐπίεσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· σήμερον ὅμως, ἀφοῦ πλέον ἡ ἄρσις ἐπῆλθε καὶ ἐπήγαγεν ὡς πρός τινας ζημίας, ἐγείρουσι πάλιν φωνὴν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, παραπονούμενοι, ὅτι προώρως τὴν ἦρε, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως προὐκάλεσεν οἰκονομικὴν κρίσιν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ Ἐμπορικὰ Ἐπιμελητήρια Πατρῶν καὶ Σύρου, οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι τῶν ἄλλων ἐμπορικῶν ἡμῶν πόλεων, καὶ ἕτεροι σοβαροὶ ἄνδρες παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν λάβῃ μέτρα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ Ἑλλὰς διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ χρηματικὴν ἔποψιν. Αἱ Τράπεζαι, αἵτινες ἐπώλουν συνάλλαγμα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον, περιέστησαν εἰς ἀμηχανίαν περὶ τοῦ πρακτέου. Τὸ φράγκον τότε ἐτιμᾶτο πρὸς 119 καὶ 120 λεπτά, ἤτοι εἶχεν ὑποτιμηθῆ τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον κατὰ 20 τοῖς ἑκατόν. Οἱ ἁπλούστεροι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ πώλησις ἐσύμφερεν εἰς τοὺς Τραπεζίτας, ἀλλ’ οὗτοι ἐσκέπτοντο ἄλλως, καὶ διὰ τοῦτο πάντες συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἵνα σκεφθῶσιν ἂν ἐπὶ τῇ ἐνδεικνυομένῃ προφανεῖ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὑπερτιμήσει ἠδύναντο πλέον νὰ πωλῶσι τοιοῦτο εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ἐμβασμάτων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· εἶχον δὲ δίκαιον νὰ σκέπτωνται καὶ ν’ ἀμηχανῶσι περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἐνόουν, ἐὰν, ὅτε ἤθελον λήξει τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδόμενα συναλλάγματα— ταῦτα δὲ ἐκδίδονται, ὡς γνωστόν, ἐπὶ λήξει τριῶν μηνῶν— τὸ φράγκον ἤθελεν ἐνταῦθα διατιμᾶσθαι πρὸς 120 καὶ ὄχι πρὸς 140 λεπτά. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἠσχολήθητε εἰς τὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας γινώσκετε, ὅτι τὰ συναλλάγματα ἐπὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἀνοίγουσιν οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τραπεζῖται εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι τοιούτους. Ἀλλ’ ἄνοιξις πιστώσεως προδίδει μόνην τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν δυνάμενον νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀνοίγοντος πρὸς καταβολὴν χρήματος. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τραπεζῖται ἀνοίγουσι πιστώσεις εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ ἕνα ἀπαράβατον ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτῶν Ταμείου οὔτε λεπτὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἀποδεχθέντων συναλλαγμάτων· ἐννοοῦσι δηλαδὴ ν’ ἀποδεχθῶσι συναλλάγματα ἐντεῦθεν, συνήθως ἐπὶ τρίμηνον προθεσμίαν ἐκδιδόμενα ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ταύτης ὀφείλουσιν οἱ ἐκδόντες τὰ συναλλάγματα νὰ ἀποστείλωσι τὸ φέρον αὐτῶν, εἴτε δι’ ἑτέρων συναλλαγμάτων, ἢ ἄλλως νὰ ἀποστείλωσι τὸ χρῆμα. Πρὸ τῆς ἄρσεως λοιπὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἰδίως ὅταν ἡ τάσις πρὸς περαιτέρω ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος εἶχεν ἐνδειχθῆ ἐκ τῆς ἀνάγκης πολλῶν ἐμβασμάτων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, οἱ ἐν Ἑλλάδι τραπεζῖται, οἱ ἐκδίδοντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλάγματα, ἐσκέφθησαν ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκδίδοντες καὶ πωλοῦντες συνάλλαγμα ἐξωτερικὸν μετὰ προϊούσης ὑπερτιμήσεως αὐτοῦ, ἢ ὤφειλον νὰ παύσωσι πωλοῦντες τοιοῦτο ἕνεκα τοῦ ἀβεβαίου τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἤθελον ὑποχρεωθῆ ν’ ἀγοράσωσι τὰ νέα συναλλάγματα ἢ τὰ εἰκοσάφραγκα, καθ’ ὃν χρόνον ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμβάσωσιν εἰς τοὺς ἀνταποκριτάς των πρὸς κάλυψιν τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοὺς τραβηγμάτων. Ἀλλὰ μὴ πωλοῦντες συνάλλαγμα Ἐξωτερικὸν, προὐκάλουν εἰς ἐπανάστασιν τοὺς Ἕλληνας ἐμπόρους ἢ καὶ ἄλλους ἰδιώτας, ἔχοντας ἀνάγκην νὰ ἐμβάσωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Τότε μετέβη Ἐπιτροπὴ τραπεζιτῶν πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ σκεφθῇ δὲ ἀμέσως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς, διὰ δὲ τῆς προθέσεως καὶ ἀποφάσεώς της ταύτης νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας λίαν προσεχῶς, διότι μόνον οὕτω ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνοι οἱ τραπεζῖται, οἵτινες παρεπονοῦντο κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Ἑλλάδι τὴν αὐτὴν ὑπεστήριξαν γνώμην. Αὐτοὶ οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς οἵτινες τελευταίως ἤρξαντο παραπονούμενοι κατὰ τῆς γενομένης ἄρσεως, ἔλεγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπορευθῶμεν ὑπὸ τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα θέλομεν μεταφέρει ἐν Ἑλλάδι πρὸς μεταπώλησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τόσα χρήματα, ὅσα ἤθελον ἀπαιτηθῆ πρὸς ἀγορὰν ἰσοτίμου ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅταν πρόκηται νὰ κάμνωμεν τὰ ἐμβάσματά μας εἰς τὴν Εὐρώπην». Εἰσέρχεται τὸ ἐμπόριον εἰς τὴν πλέον κρίσιμον κατάστασιν, καὶ ἐνῷ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶχεν ἀνέλθει ποτὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν, ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ ἀνῆλθεν ἕως 105 ἢ 106 ἑκατομμυρίων· ὑπῆρξαν τότε μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἐν Ἀθήναις πολλοὶ μὴ ἀποδίδοντες οὐδεμίαν πλέον ἀξίαν εἰς τὸ τραπεζιτικὸν γραμμάτιον. Ἀκριβῶς δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἤρξαντο συνομολογούμεναι πολλαὶ συμβάσεις ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ εἰς χρυσόν. Δὲν εἶχον δὲ ἄδικον οἱ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τούτῳ δανείζοντες, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ γινώσκωσιν ἂν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διορίας ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δὲν ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὥστε οὐ μόνον τὸν τόκον, ἀλλὰ καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου ν’ ἀπολέσωσιν. Εὑρίσκετο λοιπὸν τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς ἐπανάστασιν χρηματιστικὴν, εὑρίσκετο εἰς ἐπανάστασιν ἐμπορικὴν ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔλαβε τὸ μέτρον ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλώσασα, ὅτι θέλει ἔλθει εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν δανείου, προωρισμένου διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἤθελον ἐπηρεασθῆ τοσοῦτον ὑπὸ τῶν καιρικῶν καὶ ἄλλων ἀνεξαρτήτων τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας περιστάσεων, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ τοσοῦτον ἔλλειμμα, ἐξεταστέον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβαινεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπισκήψασα παρ’ ἡμῖν χρηματικὴ κρίσις ἠδύνατο νὰ προληφθῇ, ἢ ἐπερχομένη ἠδύνατο νὰ ἦνε ἠπιωτέρα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπέσκηψε παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἡ χρηματικὴ κρίσις, ἥτις οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἡ χρηματικὴ κρίσις προῆλθε κυρίως ἐκ τῆς πληθύος τῶν κερδοσκοπικῶν πράξεων, αἵτινες εἶχον λάβει χώραν ἐν τῷ παρελθόντι. Οἱ κερδοσκόποι μέχρις ὡρισμένου ὁρίου συντελοῦσιν εἰς τὴν ὑλικὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνιῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τίθενται διὰ τῶν Νόμων ὅρια εἰς τὴν ἀνθρώπινον φιλοκέρδειαν, ἐπειδὴ πρὸ πάντων εἰς κοινωνίας νέας, ὁποία ἡ ἡμετέρα, δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ συνεταὶ προβλέψεις καὶ σκέψεις νὰ ἐπικρατῶσιν, ἡ κερδοσκοπία εἶχε προβῆ οὐχὶ πέραν τοῦ δέοντος, ἀλλ’ εἶχε προβῆ μέχρι τοσούτου, ὥστε αὐτὴ αὕτη νὰ προκαλέσῃ τὴν καταστροφήν της καὶ νὰ δημιουργήσῃ τὴν χρηματιστικὴν κρίσιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἔκρινα ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ὡς ὑπερβολικὴν τὴν εὐλάβειαν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς διευθύνοντας τὴν παρ’ ἡμῖν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, πρὸς τὰ Δικαστήρια ἡμῶν, καθόσον ἡ ὑπερβολικὴ αὕτη εὐλάβεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὑπῆρξε μία τῶν ἀφορμῶν, αἵτινες ἐπήγαγον καταστροφὰς εἰς τὸν τραπεζιτικὸν κόσμον τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιωπῇ πρὸ τοῦ γεγονότος, ὅτι τρεῖς τραπεζῖται, οἵτινες μετὰ τῶν ἐν Εὐρώπῃ πιστώσεων διέθετον 60 ἑκατομμύρια περίπου δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις κερδοσκοπίας, ἐχρεωκόπησαν ἕνεκα τῆς καταδιώξεως ἐκείνης τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἥτις ἐπὶ τέλους ὑπὸ ἀνωτέρου Δικαστηρίου ἀπεδείχθη ὡς μὴ ἔχουσα νομικὴν βάσιν. Τὸ κακὸν ἐν τούτοις ἐγένετο, ἡ δυσπιστία ἐγεννήθη, καὶ πάντες οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἔχοντες πιστώσεις ἀνεῳγμένας εἰς Τραπεζίτας ἢ ἐμπόρους ἐν Ἑλλάδι, πάντες τὰς ἀπέσυρον· εἶναι γεγονὸς βεβαιωμένον, ὅτι ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐστάλησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν 35 ἑκατομμύρια φράγκων, ἐκόπησαν δὲ πιστώσεις ἐξ ἄλλων 35 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ἐπὶ ζητημάτων τοσαύτης πρακτικῆς σπουδαιότητος δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων οὔτε θεωρητικῶς καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν ἐπιστημονικῶς συζητούντων· πρέπει ἀμερολήπτως κρίνοντες νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἀναλογισθῶμεν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτελέσθη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἶτα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς ὁποίας πρὸς σωτηρίαν τοῦ Τόπου ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀποφάσεως ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ὑπαρχούσης ἔτι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τί ἤθελε συμβῆ; Ἐκεῖνοι οἵτινες ὑπεχρεώθησαν ὡς ἐκ τῆς κρίσεως ν’ ἀποδώσωσι τὰ διαχειριζόμενα ὑπ’ αὐτῶν ξένα κεφάλαια, ὀφειλόμενα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ τὰ ἐμβάσωσι πρὸς λεπτὰ 130 ἢ 140 τὸ φράγκον, ἴσως δὲ δὲν ἤθελον πλέον εὑρίσκει συνάλλαγμα, καθόσον δυσκόλως ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πλέον Τράπεζα ἀναλαμβάνουσα εὐθύνην νὰ πωλῇ συνάλλαγμα. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶχε φυγαδεύσει ἐξ Ἑλλάδος τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὥστε ὁ ζητῶν ν’ ἀποστείλῃ νόμισμα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν Εὐρώπῃ ὑποχρεώσεών του δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τοιοῦτο εἰς μεγάλην ποσότητα, εἰς οἱανδήποτε τιμὴν καὶ ἂν ἐπλήρωνεν αὐτό. Φαντασθῆτε τὴν ἐπίσκηψιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν δὲν ἦτο ἠρμένη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἠθέλομεν παριστάνει ἀληθὲς χαρτοβασίλειον, ἤθελον πλέον παύσει ἔχοντα ἀξίαν τὰ τραπεζιτικὰ γραμμάτια, ἤθελον μηδενισθῆ ὅλαι ἡμῶν αἱ περιουσίαι, δὲν ἠδύνατό τις δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι πλέον ἀληθεῖς περιουσίαι ἢ ἀξίαι. Ἡ ἄρσις ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν κανόνας· διὰ τῆς ἄρσεως ἀπέμειναν ἕκαστος κύριος τῆς πραγματικῆς περιουσίας του, μόνον δὲ σήμερον δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἑαυτοῦ περιουσίαν, ἤτοι μετὰ τὴν πραγματοποιηθεῖσαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπέσκηψαν ἀτομικαὶ ζημίαι. Ἐκ τῆς ἄρσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπερισκέπτως προέβησαν εἰς πράξεις κερδοσκοπικὰς ὠφελούμενοι ἀπὸ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν παρεῖχον εἰς αὐτοὺς πιστωτικὰ καταστήματα, παρέχοντα ἀφθόνους τὰς χορηγήσεις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὧν ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία ἦτο κατωτέρα τῆς ὀνομαστικῆς προτοῦ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, μετὰ τὴν ἄρσιν εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι, διότι ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς πράξεις καθαρῶς ἐμπορικάς, τὸ μετεχειρίσθησαν εἰς πράξεις καθαρῶς κερδοσκοπικάς, εἰς ἀγορὰς οἰκοπέδων, εἰς ὑπερτιμήσεις τῶν ἐν γένει χρηματικῶν ἀξιῶν, αἵτινες δὲν εἶχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ὅσην ἡ κερδοσκοπία ἀπέδιδεν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ διότι ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνέπεσε νὰ ζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπερισκέπτως προέβησαν εἰς πράξεις κερδοσκοπικάς, ἕπεται ὅτι ἐζημιώθη τὸ Ἔθνος; τοὐναντίον, ἐὰν, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τῶν προϊόντων κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, ἐὰν, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς ὑπερτροφικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀναπτύξεως τῆς κερδοσκοπίας ἐπῆλθεν ἡ χρηματικὴ κρίσις, διετηρεῖτο συνάμα καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠθέλομεν σήμερον ἔχει λόγον, ὅπως συζητῶμεν οὔτε περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὔτε περὶ τῆς κοινωνικῆς κρίσεως, διότι ἡ ἀσθένεια ἡμῶν ἤθελεν ἀποβῆ ἀνεπίδεκτος θεραπείας. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐ μόνον δὲν ἐπροκάλεσε τὴν χρηματιστικὴν κρίσιν, ἀλλὰ κατέστησεν αὐτὴν ἠπιωτέραν, προέκυψε τελευταίως ἐν τῇ δημοσιογραφικῇ συζητήσει τὸ ζήτημα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, ζήτημα λησμονημένον καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν παλαιὰν σχολὴν, ἀλλ’ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις δὲν εἶναι ἐστερημένη πρακτικοῦ σκοποῦ, διότι προστίθεται νέα ἀφορμὴ πρὸς μείζονα τῆς κοινωνίας ἀποθάῤῥυνσιν. Εἷς ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων παρ’ ἡμῖν καθηγητῶν καὶ πολιτικῶν ἐξῆλθεν ἀπρόκλητος ἐν τῇ δημοσιότητι, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πτῶμα οἰκονομικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἐμπορικὴ εἰσαγωγὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, εὑρίσκεται ἐν καθαρᾷ ἐμπορικῇ χρεωκοπίᾳ. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἔφερε κυρίως τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν 500 ἑκατομμύρια διὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, αὐτὰ δὲ τὰ 500 ἑκατομμύρια εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσαν, εἰμὴ εἰς τὴν πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ εἰσαγωγικὸν πρὸς τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον. Δὲν ἠθέλησεν ὁ ἐπιφανὴς καθηγητὴς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς θεμελιώδεις Νόμους, τοὺς διέποντας τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν παρὰ πᾶσι τοῖς Ἔθνεσιν. Ἐπελάθετο τοῦ φυσικοῦ καὶ στοιχειώδους κανόνος, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγοράζῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ· δύναται μὲν μέχρι τινὸς νὰ ἀγοράζῃ ἐπὶ πιστώσει, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον αἱ πιστώσεις αὗται θέλουσιν ἐξαντληθῆ καὶ ἀποκοπῆ, ὥστε πᾶς τις ὀφείλει νὰ κανονίζῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων αὑτοῦ προσόδων. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἐπιφανὴς καθηγητής, δύναται τῷ ὄντι νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὃν σκοπὸν τὸ ἐπεκαλέσθη; Ἔχομεν ὁμολογουμένως δάνεια ἐκ 120 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ πόσον μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τῶν δανείων τούτων εἰσήχθη πράγματι εἰς τὴν Ἑλλάδα; Τὰ ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε συνωμολογημένα δάνεια ἡμῶν εἰσι τὰ ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κατὰ τὸ 1862 δάνειονδραχ. 5,400,000
» 1867 » » 25,000,000
» 1870 » » 4,000,000
» 1874 » » 26,000,000
» 1877 » » 10,000,000
» 1879 » » 60,000,000
» 1881 » » 120,000,000
» 1884 » » 170,000,000
Τὸ ὅλον τῶν δανείων 420,400,000

Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὀνομαστικὸν καὶ οὐχὶ πραγματικόν, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι σχεδὸν ἅπαντα τὰ δάνεια ἐξεδόθησαν εἰς τιμὴν κατωτέραν τοῦ ἀρτίου· ἐπὶ παραδείγματι, αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἔχουσαι ὀνομαστικὴν ἀξίαν φρ. 500, ἐξεδόθησαν πρὸς 400· αἱ τῶν 120 ἐξεδόθησαν πρὸς 350–360, καὶ αἱ τῶν 170 πρὸς 342.50. Πρέπει λοιπὸν ἐκ τοῦ ὀνομαστικοῦ ποσοῦ νὰ ἐκπέσωμεν τοὐλάχιστον 80 ἑκατομμύρια, ἅτινα δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ ἑπομένως εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μνημονεύσωμεν ἐνταῦθα τὴν ὀφειλὴν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις περὶ τὰ 60 ἑκατομμύρια, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐγένετο εἰς ἐποχὴν λίαν παρῳχημένην, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ ἰδίου δανείου, οὔτε περὶ τῆς ὀφειλῆς ἡμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν παλαιῶν χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825, διότι καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ δανείου οὐδεὶς Ἕλλην ὠφελήθη. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, τὰ πλεῖστα καὶ ἐν Ἑλλάδι συνωμολογήθησαν καὶ ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκονται αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τούτων· τὰ δάνεια τῶν 5,400,000, τῶν 25,000,000, τῶν 4,000,000, τῶν 26,000,000 καὶ τῶν 10,000,000 εἰσὶ δάνεια ἐσωτερικά, μὴ συντελέσαντα εἰς τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴν μεταλλικοῦ νομίσματος. Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶναι γεγονὸς δυνάμενον νὰ πιστοποιηθῇ ἐκ τῶν ταμείων τῶν διαφόρων Τραπεζῶν, αἵτινες πληρόνουν τὰ τοκομερίδια τῶν ὁμολογιῶν, ὅτι 40 ἑκατομμύρια ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι καὶ 20 ἑκατομμύρια μόνον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ δὲ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων 60 ἑκατομμύρια ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἕτερα 60 ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ δὲ τοῦ τελευταίου δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καίτοι ὁλοσχερῶς δὲν διετέθη τοῦτο, ἀλλ’ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς διατεθείσας, τὰς ἐνεχυριασμένας καὶ τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 30 ἑκατομμύρια ὀνομαστικῆς ἀξίας τὸ ἐν Ἑλλάδι ἀπομένον μέρος τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ὡς βλέπετε 200 ἑκατομμύρια ἀκριβῶς εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, δὲν ὑπολείπονται δὲ ἢ μόνον 140,000,000. Ἀλλὰ πόσα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 140 ἑκατομμ. ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διὰ τὴν προμήθειαν διαφόρων εἰδῶν πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Πόσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, κατὰ τὰς τελευταίας στρατιωτικὰς παρασκευάς; βεβαίως οὐχὶ κατωτέρω τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ὁποῖον λοιπὸν μεταλλικὸν εἰσήχθη ἐν Ἑλλάδι διὰ τῶν δανείων; 40 ἑκατομμύρια μόνον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰσήχθησαν ἐκ τῶν δανείων εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀγοράς. Πλὴν τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου δὲν παρουσιάζεται μόνον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· ἀφ’ ἧς ἤρξαντο συντασσόμενοι παρ’ ἡμῖν ἐμπορικοὶ πίνακες εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, κατεδείχθη ὑπ’ αὐτῶν καθυστεροῦσα ἡ ἐξαγωγή, τὸ δ’ ἔλλειμμα πιστοποιεῖται δι’ αὐτῶν ὡς αὐξάνον ἐφ’ ὅσον προβαίνουσιν αὐξανόμεναι ἥ τε εἰσαγωγὴ καὶ ἐξαγωγή. Ἀλλὰ πῶς ἐξηγεῖται ἡ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἐδείκνυον οἱ πρὸ τοῦ 1863 ἐμπορικοὶ πίνακες, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδὲν δάνειον συνωμολόγησεν ἡ Ἑλλάς; Ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐποχή, καθ’ ἣν οἱ οἰκονομολόγοι προσεῖχον εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες παρουσίαζον ἐλλείμματα τῆς ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς σχετικῶς πρὸς τὴν εἰσαγωγήν, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ πάντες ἐπείσθησαν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δὲν παρουσιάζουσιν οἰκονομικὸν φαινόμενον ἄξιον σπουδαίας προσοχῆς. Ἐν Ἑλλάδι δὲ κατὰ μείζονα λόγον δὲν δικαιούμεθα ἀποδίδοντες σπουδαιότητα εἰς τὰ τοιαῦτα ἐλλείμματα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, οὐ μόνον διότι οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες δὲν συντάσσονται μετ’ ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ εἰς τὰ ἡμέτερα προϊόντα ἀποδιδομένη ἀξία εἶναι ἐλάσσων ἐκείνης, εἰς ἣν πωλοῦνται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰσάγονται χρήματα διὰ πολλῶν καὶ διαφόρων ὀχετῶν, μὴ ὑποβαλλομένων εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Τελωνιακῶν Ἀρχῶν, οἷον διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διὰ τῆς σπογγαλιείας, τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐξασκήσεως κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων ὑπὸ ἡμεδαπῶν, τῆς παρ’ ἡμῖν σπουδαζούσης νεολαίας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κλπ. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἐπιφανεστάτου καθηγητοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ εἰσαγωγικόν, εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε καὶ ἔχει ἀκόμη τὰς ζωτικὰς αὐτῆς δυνάμεις ἀκμαίας. Ἡ δὲ πιέζουσα αὐτὴν σήμερον κοινωνικὴ ἢ οἰκονομικὴ κρίσις θὰ παρέλθῃ εὐθὺς ὡς τὰ προϊόντα τῆς χώρας ἡμῶν εὐνοηθῶσιν ὑπὸ τῶν καιρικῶν περιστάσεων, καὶ πρὸ πάντων, εὐθὺς ὡς οἱ πάντες κατανοήσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀναμένωμεν τὰ πρὸς συντήρησιν καὶ πλουτισμὸν ἡμῶν μέσα ἄλλως, ἢ διὰ μόνης τῆς ἐργασίας καὶ τῆς περὶ τὰς δαπάνας ἡμῶν φειδοῦς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεκρίθη πάντοτε ἐπὶ φιλοπονίᾳ ἐπὶ δραστηριότητι καὶ ἐπὶ οἰκονομίᾳ. Κατὰ τὰ τελευταῖα μόνον ἔτη εὐάριθμος μερὶς αὐτοῦ ἐπελάθετο τῶν ἀρετῶν αὐτῶν καὶ ἐπεδόθη εἰς τὰς παρομαρτούσας εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον νεαροῦ Ἔθνους πράξεις, δι’ ὧν εὐχερῶς μὲν κερδίζει τις καὶ πλουτίζει, ἀλλὰ καὶ εὐχερέστερον ἀπόλλυσιν ὅ,τι διὰ πολυετοῦς ἐργασίας καὶ μόχθων ἀπέκτησε. Τὰ παθήματα ἂς χρησιμεύσωσιν ὡς διδακτικὰ ἐν τῷ μέλλοντι μαθήματα. Ἂν δὲ ἡ ἐπισκήψασα παρ’ ἡμῖν, ἀνεξαρτήτως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οἰκονομικὴ κρίσις ἐξήντλησε τὰ διὰ πολυχρονίου ἐργασίας παραχθέντα ἀποταμιεύματα, ἡ παραγωγικότης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ δημιουργήσῃ νέα στοιχεῖα, ἅτινα ἐξασφαλίζουσι τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν.

§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας). (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, ὥρᾳ 5 μ. μ.).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πρὸ μεσημβρίας ἀγορεύσει μου ἐξετάζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἄποψιν, ἤτοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐπέβαλε φόρους, οὔτε κατὰ ποσὸν, οὔτε κατὰ ποιὸν τοιούτους, ὥστε νὰ πιέσῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, οὐδὲ τὰς δαπάνας ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀπέδειξα δὲ, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ παράπαν δὲν ἐπέδρασεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, διότι αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἄσχετος πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· ἀληθὲς δὲ εἶναι μόνον, ὅτι, ὅτε τελευταίως ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν παρεστάθη ἐνώπιον τῆς κοινωνίας χείρων ἢ ὅ,τι πράγματι εἶναι, ἐχρησίμευσαν αἱ περὶ τούτου ὑπερβολικαὶ διακηρύξεις, αἱ ἐπίσημον φέρουσαι χαρακτῆρα, εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν δεινοτέραν.

§53ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν ἐπέβαλε φόρους. Παραβάλλετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 μὲ τὸν τοῦ 1885 καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 εἶναι 45 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ τοῦ 1885 εἶναι 85 ἑκατομμύρια. Πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις;

§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει, διότι ὄντως παρέλειψα ἐν οἰκείῳ τόπῳ νὰ εἴπω ὅ,τι ἐσκόπουν νὰ εἴπω πρὸς ἐξήγησιν τῆς παρατηρουμένης αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Αὕτη ἡ αὔξησις εἶναι λίαν παρήγορος, ὡς ἀποδεικνύουσα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν πόρων τοῦ Ἔθνους. Ἡ αὔξησις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς παρακολουθούσης τὴν πρόοδον τῆς χώρας φυσικῆς ὑπερβασίας τῶν φόρων, ἣν οἱ Γάλλοι ὀνομάζουσι plus value. Ἄνευ προσθήκης νέων φόρων ηὐξήθησαν αἱ τελωνιακαὶ πρόσοδοι, αἱ πρόσοδοι τοῦ χαρτοσήμου κλπ. Ἀλλὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατηγοροῦσι πρὸς τούτοις, διότι καὶ εἰς ἄλλας προέβη δαπάνας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη οὐχὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τῳόντι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνέλαβε σχέδιον μεγαλεπήβολον, νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους, νὰ κατασκευάσῃ ἁπανταχοῦ τῆς Ἐπικρατείας ὁδοὺς, καὶ εἶτα νὰ κατορθώσῃ, ὥστε διὰ τοῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ὁδῶν ν’ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ προαγάγῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Ἐφρόνει (ἐκ πλάνης ἴσως κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους της), ὅτι προάγουσα οὕτω τὸν Ἐθνικὸν πλοῦτον, προάγει συνάμα καὶ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐὰν τῳόντι δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς ἁμάρτημα εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἁμάρτημα ἀποτελεῖ ὄχι ὅ,τι ἔπραξε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὅ,τι παρέλειψεν εἴτε ἐξ ἐλλείψεως χρόνου καὶ ἐκ σκέψεων, ἀναγομένων εἰς τὰ χρηματικὰ μέσα ἡμῶν, εἴτε ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου ὑπὲρ τῶν Δημοσίων συμφερόντων. Παρέλειψεν ἀληθῶς νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς καὶ τῶν ἑτέρων σιδηροδρόμων, ἤτοι τοῦ μεταξὺ Ἀθηνῶν, Λαμίας καὶ Λαρίσσης, καὶ τοῦ μεταξὺ Ναυπλίου, Τριπόλεως, Καλαμῶν. Ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ, ὥστε αἱ συμβληθεῖσαι πρὸς αὐτὴν ἑταιρίαι, πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τούτων ἤθελον δεχθῆ ὅρους συμφερωτέρους ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξε λίαν φειδωλὸς καὶ αὐστηρὰ πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς διαπραγματευθέντας κεφαλαιούχους, ἢ Ἑταιρίας, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, αἵτινες διατελοῦσιν ὑπὸ κατασκευήν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γινώσκω, ὅτι ἐπίεσεν ἐπὶ τοσούτῳ ὅλας τὰς Ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ὥστε τὰ κεφάλαια, τὰ καταβληθέντα πρὸς τοῦτο, νὰ μὴ ἀποφέρωσι σήμερον τὴν προσδοκωμένην ἐξ αὐτῶν λογικὴν πρόσοδον. Κατώρθωσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ παροχῆς 20 χιλιάδων φράγκων μόνον κατὰ χιλιόμετρον νὰ παραχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν σπουδαιοτέρων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν εἰς τὰς Ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον αὐτάς, κατώρθωσε δὲ συνάμα νὰ παραχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν 130 χιλιομέτρων ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχορηγήσεως τοῦ Δημοσίου, καὶ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν ἀκόμη τῶν Ἑταιριῶν νὰ καταβάλωσιν αὗται καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν γηπέδων καὶ γαιῶν, διὰ τῶν ὁποίων αἱ γραμμαὶ διῆλθον.

§55ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠρωτήθητε ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ γραμμαί.

§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ Βώλου καὶ Λαρίσσης, καὶ μεταξὺ Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν.

§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ σύμβασις περὶ σιδηροδρόμου μεταξὺ Βώλου καὶ Λαρίσσης συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου.

§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἡ γραμμὴ αὕτη παρεχωρήθη εἰς τὸν κύριον Μαυρογορδάτον, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους πλεονέκτημα. Τὴν παρεχώρησε μεμονωμένην. Οἱ τραπεζῖται δὲ τότε παρωμοίασαν τὴν παραχώρησιν αὐτὴν πρὸς τὸ κοινῶς λεγόμενον φιλέτον ἐκ τοῦ βοείου κρέατος, ἤτοι ἄνευ ὀστέων καὶ νεύρων, ὁ δὲ κ. Μαυρογορδάτος ἦτο ἐνθουσιασμένος, διότι ἐλάμβανε τοιαύτην παραχώρησιν. Ἀλλ’ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις εὗρεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τοὺς κατεσκευαστέους ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηροδρόμους εἰς μόνην τὴν μεταξὺ Λαρίσσης καὶ Βώλου γραμμήν, ἥτις διὰ μόνην τὴν Ἑταιρίαν ἦν συμφέρουσα, ὡς ἀπαιτοῦσα ἐλάχιστα κεφάλαια καὶ ὡς ἐγγυωμένη πολλὰ κέρδη. Ἂν δὲ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἀπεδέχετο τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν, βέβαιον εἶναι, ἢ ὅτι δὲν ἤθελον κατασκευασθῆ ἄλλαι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤ, ἂν κατεσκευάζοντο, ἤθελον ὑποβάλει τὸ Δημόσιον εἰς παροχὴν ἀσυγκρίτως μείζονα τῆς τῶν 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἀδιάφορον καὶ ἄγονον διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἀνάπτυξις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν τῷ μεταξὺ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ τὴν κατὰ δύω συνεχῆ ἔτη ἀποτυχίαν τῶν κυριωτέρων προϊόντων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν τὰ τελωνιακὰ πρὸ πάντων τέλη ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἐκ τούτου δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῇ προκατόχῳ Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν διεξεδίκησεν ὑπὲρ ἑαυτῆς προφητικὴν ἱκανότητα. Αὕτη ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον, ὅπερ τῇ ἐπεβάλλετο μετὰ τοσαύτης ἱκανότητος καὶ τοσούτου ζήλου, ὥστε ἐδικαιοῦτο καὶ δικαιοῦται ἐπαίνων καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἠμάρτησεν ἀκόμη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι συνωμολόγησε συμβάσεις καὶ πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ πρὸς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἰς τὰ Κράτη ταῦτα εἰσαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων ὑπὸ ὅρους κρείσσονας τῶν προϋπαρχόντων. Οὐδεὶς ἠδυνήθη ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ μέγιστα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν διὰ τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῆς Γερμανίας συμβάσεως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο πρότερον καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ ἐπὶ τῶν σύκων, ἐνῷ αἱ γενόμεναι πρὸς τὴν Γερμανίαν παραχωρήσεις εἰσὶν οὐχὶ ἐλάχισται, ἀλλ’ εἰσὶ παραχωρήσεις τοιαύτης φύσεως, ὥστε καὶ ἄνευ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ὠφείλομεν νὰ νομοθετήσωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ζωογόνησιν τῆς μικρᾶς παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας. Ἐὰν δὲ δὲν κατώρθωσε νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης εἰς τὴν Γαλλίαν ἡμετέρας σταφίδος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς διαφόρους περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει καὶ διατελεῖ ἔτι ἡ Γαλλία. Κατώρθωσεν ὅμως ν’ ἀναστείλῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν προέθετο νὰ νομοθετήσῃ αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν σταφίδα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας εἶχεν ἤδη ὑποβάλει εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν σταφίδα εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, κατωρθώθη δὲ διὰ τῶν προσπαθειῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ ἀνασταλῇ τοῦτο, κατωρθώθη δὲ συνάμα νὰ ἔλθῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, ἥτις ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ σταφὶς, ἡ εἰσαγομένη εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ μὴ ὑποβάλληται ἢ εἰς ἐλάχιστον τέλος. Ἀλλ’ ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη προσεκτήσατο σπουδαιότητα ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς παραιτήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διὰ δὲ τῆς μετὰ τῆς Αἰγύπτου συνομολογηθείσης συμβάσεως κατωρθώθη, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς νὰ εὑρίσκῃ εἰς Αἴγυπτον διέξοδον καὶ κατανάλωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων καὶ ὄχι, ὡς πρότερον, διὰ λαθρεμπορίας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκ καπνῶν παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας οὐ μόνον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλὰ καὶ προηγουμένων ἐτῶν, εἰσήχθη εἰς Αἴγυπτον εὐθὺς ὡς ὑπεγράφη ἡ περὶ τούτου σύμβασις· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ Θεσσαλίας κυρίων Ἀντιπροσώπων.

§59ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἀληθέστατον· ὁ καπνὸς ὁ ἀποτεταμιευμένος ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη εἰσήχθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς Αἴγυπτον.

§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἴκοθεν ἐννοεῖτε πάντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ λαθρεμπορίας νὰ εἰσαχθῇ εἰς ἓν Κράτος ἐμπόρευμα ποσότητος τοσαύτης, ὅση εἰσάγεται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων. Ὁ λαθρέμπορος διατρέχει ἀπείρους κινδύνους· ὁ λαθρέμπορος μόνον προσπαθεῖ νὰ ὠφεληθῇ εὐκαιρίας τινὸς, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἐμπόρευμα· ἀλλ’ ὅταν τὸ κανονικὸν ἐμπόριον ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἰσαγάγῃ τὰ προϊόντα εἰς ἓν Κράτος, τότε βεβαίως κανονίζει τὰς ὑποθέσεις αὑτοῦ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώσεως· εἶναι δὲ σήμερον ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἡ τελευταία μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, εἰσήχθη εἰς Αἴγυπτον τριπλάσιος Ἑλληνικὸς καπνὸς τοῦ πρότερον λαθρεμπορικῶς εἰσαγομένου. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῶν κυριωτέρων προϊόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς καὶ ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης παρ’ ἡμῖν οἰκονομικῆς κρίσεως, ἥτις ἐπέδρασεν ἐπὶ πολλὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιήχθησαν εἰς τοιαύτην δυσχέρειαν καὶ τοιαύτην κρίσιν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται τοῖς πᾶσιν ἡ μέριμνα καὶ τὸ καθῆκον, ὅπως ἐργασθῶσι πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Δύο εἰσὶν οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ἀποβαίνει δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις αὕτη, ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν καὶ ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων πόρων. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις καὶ εἰς τὰ δύο ταῦτα μέτρα προῆλθε. Τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς ἐπεβλήθησαν νέοι τινὲς φόροι, μὴ ἐπιβαρύνοντες ὅμως τὰς παραγωγικὰς τῆς κοινωνίας τάξεις· οἱ φόροι οὗτοι, ἂν καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς των ὡς εἵπετο δὲν ἀπήνεγκον μεγάλην εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰσφορὰν, οὐχ ἧττον παρεῖχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὸ ὁποῖον διανύομεν ἔτος καὶ τὰ ἑπόμενα ἤθελον παράσχει διπλασίαν καὶ τριπλασίαν πρόσοδον, καὶ μάλιστα ἂν οἱ σχετικοὶ φορολογικοὶ νόμοι συνεπληροῦντο καὶ ἐβελτιοῦντο κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς πείρας, ἣν ἡ ἐφαρμογὴ παρεῖχε. Καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν ᾐσθάνθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ὅστις ἐπιμελῶς ἀνέγνωσε καὶ ἐμελέτησε τὸν εἰσαχθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ παρέβαλεν αὐτὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, παρετήρησε βεβαίως, ὅτι πολλὰς ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς διαφόρους τῆς ὑπηρεσίας κλάδους. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπηρεάζοντο ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐπὶ τοσοῦτον ἐδείκνυτο εἰς τὰς οἰκονομίας προθυμοτέρα. Ἀπόδειξις εἶναι τὸ ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου ε. ε. Β. Διάταγμα, δι’ οὗ, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς Δημοσίας δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου ἠλάττωσε τὰς εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ εἰρημένου Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένας πιστώσεις κατὰ δραχ. 1,049,000. Οὐδεμίαν δὲ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν παρέμενεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν εἰσαγάγει οἰκονομίας ἀσυγκρίτως μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμοῦ. Κατηγορήθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι ἀφῆκε κατὰ τὴν λῆξιν ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους ἀδιαθέτους πιστώσεις, ὧν τὸ ποσὸν ὑπερέβη τὸ δεκατημόριον τῶν κεχορηγημένων ἐν ὅλῳ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ τοιαύτη αἰτίασις δὲν εἶναι ἀξία ἀναιρέσεως. Δὲν συζητεῖ δὲ σπουδαίως ὁ ἐπιχειρῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐμέμφθησαν τοῦτο. Κατ’ ἐμὲ, Κυβέρνησις, ἥτις διαχειριζομένη τὰ κοινὰ κατορθώνει νὰ ἀφίνῃ μέρος τῶν πιστώσεων ἀδιάθετον κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, εἶναι ἀξία ἐπαίνων. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμιμεῖτο τὸ παράδειγμα τῆς παρελθούσης, θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀπομείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἴσαι πρὸς τὸ δεκατημόριον τοῦ συνόλου τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν πιστώσεων, ἤτοι ν’ ἀναβιβάσῃ τὰς οἰκονομίας εἰς 8,000,000, τοῦθ’ ὅπερ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις βεβαίως ἤθελε κατορθώσει. Ἀλλὰ, τέλος πάντων, ἐπῆλθεν ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ μεταβολὴ τῆς 7 Ἀπριλίου. Οἱ πάντες ἐναγωνίως ἀνέμενον τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἡγεῖτο τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ αὐτὸς ὁμολογῶ, ὅτι τὴν πολιτικὴν ταύτην μεταβολὴν ἔκρινα ἐν ἀρχῇ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, ὡς δυναμένην σωτήρια νὰ ἐπαγάγῃ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν, ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐπηγγέλθη τὴν εἰσαγωγὴν οἰκονομιῶν τοσούτων, ὥστε δι’ αὐτῶν καὶ μόνων νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἤθελε βεβαίως ἐργασθῆ πρὸς τοῦτο καὶ μόνον. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀνεφέρθη εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν πρώην Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς τῆς 3 Δεκεμβρίου 1884, εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, καιρὸς εἶναι νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ ὡρίμως. Καιρὸς νὰ δείξῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἐξυπηρετοῦσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους κομματικὰ συμφέροντα, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ καταστήσωσιν αὐτὰ ἀντικείμενον ἁπλῆς κομματικῆς διαμάχης, ἀλλὰ νὰ ἐκδηλώσωσι μετὰ πατριωτικοῦ θάῤῥους τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις των. Καιρὸς νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ αὕτη τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ κανονίσῃ τὰς δαπάνας ἀναλόγως τῶν ἀληθῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, νὰ περικόψῃ δὲ ἐξ ἐκείνων οὐ μόνον τὰς περιττάς, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν χρησίμων, καὶ νὰ περιορίσῃ ταύτας ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς.» Τοιοῦτο ἦν τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τουτέστιν ἡ περικοπὴ τῶν Δημοσίων δαπανῶν μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται αὗται εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὰ Δημόσια ἔσοδα. Οὕτω δὲ ἀντελήφθη καὶ ἐνόησε τὸ πρόγραμμα καὶ τὰς ἐπαγγελίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτε ἐκλήθη πρὸ τῶν καλπῶν τὴν 7 Ἀπριλίου. Ἐγὼ αὐτὸς, καίτοι ἔχων πολιτικὸν φρόνημα διάφορον, ἐπίστευον, ὅτι ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις, ἀνερχομένη εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, θὰ μεταβάλῃ βεβαίως ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ θὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας σπουδαιοτάτου ποσοῦ, δυναμένου νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ὑπελάμβανεν ὡς σπουδαίαν ἢ μίαν καὶ μόνην ἐπαγγελίαν τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου δι’ οἰκονομιῶν. Ὅσα δὲ ἐλέγοντο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, περὶ καταργήσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ σιγαροχάρτου, πετρελαίου καὶ πυρείων, ἐλέγοντο δὲ κεχωρισμένως πρὸς ἑκάστην τῶν ἐνδιαφερομένων κοινωνικῶν τάξεων, ἐθεώρουν οἱ ὀρθοφρονοῦντες ὡς συνήθη ἐκλογικὰ δελεάσματα. Ἐάν τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφηρμόζετο, ἔστω καὶ ἐπὶ μεταβολῇ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἔστω καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐὰν ἐφηρμόζετο πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐγὼ αὐτὸς ἤθελον συγχαρῆ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καίτοι δὲ συνδεόμενος πρὸς τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ αἰσθήματος ἀκραιφνοῦς ὑπολήψεως καὶ φιλίας, οὐχ ἧττον ἤθελον προθύμως ὑποστηρίξει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἂν δι’ αὐτῆς ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου δι’ οἰκονομιῶν ἐπαγγελία τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐάν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου, οὐχ ἧττον ἐπεφύλαξα ἐμαυτῷ ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἐν τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ὡς γνωρίζετε ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε μέλη παλαιῶν Βουλῶν, κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν ἄγαν οἰκονόμων καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἐκ πεποιθήσεως. Κατὰ τὸ 1880 ὕψωσα ἐν τῇ Βουλῇ τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου. Πρακτικὸς δὲ καὶ παγερὸς ὤν, ὡς μ’ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, δὲν ἐνθουσιάζομαι εὐκόλως διὰ τῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς λόγων, καθόσον νομίζω, ὅτι πρωτίστη καὶ κρείσσων ἐθνικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Τοιούτων αἰσθημάτων καὶ πεποιθήσεων ἐνεφορούμην, ὅτε, ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Συνόδου, ἤκουσα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἔκρινεν ὡς προσφορώτερον διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ εἰσῆλθον ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν τρίτην αὐτοῦ ἄποψιν, ἤτοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εὐθὺς ὡς ἀντελήφθην καὶ ἐμελέτησα τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐξεπλάγην καὶ ἐλυπήθην· ἐξεπλάγην, διότι εἶχον ἀπέναντι ἐμοῦ Κυβέρνησιν, ἥτις, νομίζουσα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσάγει, ἀφίνει περίσσευμα σπουδαῖον, καὶ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἐφρόντισε πῶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τίνα τρόπον νὰ αὐξήσῃ τινὰς τῶν δαπανῶν ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Εἴχομεν λειτουργοῦντα τὸν Νόμον περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐξασφαλίζοντα μίαν ἀξιόλογον πρόσοδον· εἴχομεν ἤδη λειτουργοῦντα τὸν Νόμον καὶ προσδίδοντα, προϊόντος τοῦ χρόνου, μείζονα πρόσοδον· εἴχομεν τὸν Νόμον τοῦτον ἐξασφαλίζοντα πρόσοδον ἐκ 4,000,000· εἴχομεν πρὸ ἡμῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβελτιοῦτο ὁ εἰρημένος Νόμος, διὰ τῆς ἐποπτείας τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, μεταβαλλομένου εἰς Νόμον, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ ἡ πρόσοδος εἰς 6,000,000. Ἀντὶ νὰ σκεφθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τίνα τρόπον νὰ βελτιώσῃ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ εἰσπράξεων, τὸ ῥίπτει εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀντὶ τούτου, εἰσήγαγε νέον σύστημα, τοῦ ὁποίου τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα θέλουσι καταδειχθῆ εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ θέσῃ αὐτὸ εἰς ἐνέργειαν. Νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ἥμισυ ἔσοδον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ συστήματος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἴχομεν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου τόσον καλὴν, ἥτις δὲν ἐπεβάρυνεν οὐδεμίαν τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας, αἵτινες δικαιοῦνται ἰδιαζούσης Κυβερνητικῆς μερίμνης. Τὴν πρόσοδον δὲ ταύτην ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διέρχονται κρίσιν, κατέστρεψεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, εἴτε ἐκ τῆς ὁποίας ᾐσθάνετο στοργῆς, πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε νομοσχέδιον, εἴτε ἐκ τῆς πρὸς τὰ ἔργα τῆς προκατόχου ἀποστροφῆς. Πλὴν ὅμως τῆς προσόδου ταύτης εἴχομεν καὶ τὴν ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου πρόσοδον, ἥτις ἀνέρχεται μὲν νῦν εἰς 1,000,000, ἤθελε δὲ βεβαίως ἀνέλθει εἰς ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον, ἐὰν ἐπεδιώκετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου· ἐὰν ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ σιγαροχάρτου ἦτο ὑπερβολικὴ καὶ ἐξήγειρε τὴν φιλοκέρδειαν τῶν λαθρεμπόρων, ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ ταύτην εἰς τὸ ἥμισυ καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ πάλιν πρόσοδον ἐκ δραχμῶν 1,300,000. Καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην ἔχει τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ὑποβάλληται εἰς οὐδεμίαν δαπάνην καὶ χωρὶς οὐδεμίαν τῶν κοινωνικῶν τάξεων νὰ πιέζῃ. Καὶ ὅμως καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην ἔκριναν εὔλογον νὰ τὴν ῥίψωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἵνα δὲ παρηγορήσωσι τοὺς ἀσχάλλοντας ἐπὶ τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν καταστάσει, ὥρισαν βαρὺ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου σιγαροχάρτου. Ἀφοῦ, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν, λαθρεμπορία τελεῖται ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ λειτουργοῦντος μονοπωλίου, νομίζετε, ὅτι ἐν μόνῃ τῇ διὰ τῶν τελωνείων εἰσαγωγῇ δὲν θέλει λαθρεμπορεύεσθαι τὸ σιγαρόχαρτον; Εἴχομεν μετ’ αὐτοὺς λειτουργοῦντα τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήσωσι λειτουργοῦντα, ὅπως σήμερον, ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, διὰ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου ζητοῦσι τὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπιβαλλόμενον φόρον νὰ τὸν ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν παραγωγήν· ὡς ἐκ τούτου βλέπετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μεταστάντα τὸν φόρον τοῦτον ἐκ τῶν ἐμμέσων, εἰς οὓς εἶχεν αὐτὸν κατατεταγμένον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, εἰς τοὺς ἀμέσους. Τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμές. Μεταβληθήσεται ὅμως καὶ τοῦτο εἰς νόμον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐξ ὅσων ὑπέβαλε νομοσχεδίων ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμές, πρὸς μείζονα μελέτην καὶ σκέψιν. Καὶ αὐτήν τὴν μικρὰν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν χημικῶν πυρείων, ἐνόμισε χρήσιμον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ τὴν ῥίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Διατί; διότι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας ἡ πρόσοδος ἦτο μικρὰ, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς μῆνας ἦτο φυσικὸν νὰ ἦναι μικρὰ, διότι μεγίστη εἶχε γίνει προμήθεια πυρείων καὶ παρὰ τῶν ἐμπορευομένων καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν οἰκογενειαρχῶν. Τίς τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας μας πιέζεται ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων; Διὰ τίνα λόγον δὲν ἀφίνετε νὰ λειτουργήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἐπὶ ἓν τουλάχιστον ἔτος; Ὡσανεὶ δὲ ἐν τῇ παρούσῃ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καταστάσει ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς ἐλαιοκτήμονας, ἀδικουμένους ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἀρχῆθεν ἀποδίδουσιν ἐγγείῳ φόρῳ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐξελέξατο κατάλληλον ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον ἀπὸ 10 εἰς 7% καὶ οὕτω νὰ στερήσῃ τὸ Κράτος 200,000 δραχμῶν κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος, κατὰ δὲ τὰ ἐλαιοφόρα ἔτη κατὰ 600 ἢ 700 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλὰ ὡσανεὶ μὴ ἤρκουν αἱ ἐλαττώσεις τῶν Δημοσίων ἐσόδων, αἱ πραγματοποιούμεναι διὰ τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων νομοσχεδίων, ἔπρεπε καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων νὰ μεταβληθῇ ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ ἀνθηρὰ αὕτη οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῶσι τερατωδῶς αἱ καθυστερήσεις τῶν βεβαιουμένων φόρων, ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ κατωρθώθη νὰ μὴ ἐξαιρῶνται τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον εἰσφορῶν καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, καθ’ ἃς αἱ καθυστερήσεις ὑπερέβησαν τὰ 50%, ἐνῷ κατὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἠγέρθησαν παράπονα ἢ μόνον ἐκ τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν, οἵτινες συνείθισαν εἰς τὴν ἀσυδοσίαν, ἔπρεπε καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ μεταβληθῇ, διότι εἶναι ἔργον τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως! Ἔχομεν ὅμως καί τινας αὐξήσεις διὰ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἔχομεν τὴν αὔξησιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν φόρου ἀπὸ 3 εἰς 5%. Ἡ Κυβέρνησις ὑπελόγισε τὴν αὔξησιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων κατὰ 50,000, ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο οὔτε 20,000 δραχμῶν εἴσπραξιν θὰ ἔχωμεν. Ἐξελέχθη ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ ἵνα ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, διότι αἱ ἑταιρίαι εὑρίσκονται εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν! Ἐνῷ αἱ πλεῖσται αὐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ ἐλάχιστον μέρισμα νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς μετόχους των, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν μᾶλλον δύσκολον! Ἔπρεπεν ἐν ὥρᾳ οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν τὰ κεφάλαια ἐξήχθησαν ἐντεῦθεν, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσελκύσωμεν κεφάλαια πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, νὰ φέρωμεν τὸν τελευταῖον κτύπον κατὰ τῶν κεφαλαίων καὶ νὰ τὰ ἀποθαῤῥύνωμεν ἐπὶ τίνι ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου ταμείου; ἐπὶ τῇ κατὰ 20,000 δραχμῶν αὐξήσει τῶν Δημοσίων προσόδων ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἀναξία λόγου. Ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν φέρει καὶ ἄλλο τι κακόν. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι δυνατὸν τοῦ λοιποῦ νὰ συνιστῶνται παρ’ ἡμῖν εὐκόλως ἀνώνυμοι ἑταιρίαι. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἴτε διὰ ξένων κεφαλαίων, εἴτε διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν ἐγχωρίων νὰ ἔχωμεν ἑταιρίας τοῦ λοιποῦ, ἐκτὸς ἂν προηγουμένως συμφωνῶσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θέλουν ὑπόκεισθαι τοῦ λοιποῦ εἰς φόρους. Τοῦτο ἀκριβῶς προέβλεψαν αἱ τρεῖς παρ’ ἡμῖν προνομιοῦχοι Τράπεζαι, καὶ ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἐζήτησαν νὰ περιληφθῇ ὅρος, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς ἄλλον φόρον παρὰ τοὺς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑφισταμένους. Καὶ τοῦ λοιποῦ, ἂν πρόκηται νὰ συστηθῇ παρ’ ἡμῖν εἴτε Γεωργικὴ Τράπεζα, εἴτε Κτηματική, εἴτε ἄλλη, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι πρωτίστως θέλει ζητηθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἐξασφάλισις ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς ἑτέρων φόρων. Ἔχομεν δὲ καὶ ἑτέραν αὔξησιν, τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἰδέας μου. Ὡμολόγησα, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀντίῤῥησιν, διότι, ὡς γινώσκετε, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέκρουσε κατ’ ἀρχὴν μόνον τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐλαττοῦνται αἱ ὑπάρχουσαι πρόσοδοι. Εὗρον ὅμως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καθυστερεῖ τούτου εἰς πολλά· τὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκωδικοποίησεν ἁπάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, αἵτινες κατέστησαν κυκεὼν καὶ εἰς τὰς ὁποίας δυσκόλως δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἐνδιαφέρουσαν αὐτὸν διάταξιν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, οὔτε τὴν κωδικοποίησιν περιέχει, οὔτε τὴν κατανομὴν τῶν φόρων μεθοδικῶς ποιεῖται. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐμὰς παρατηρήσεις, εἶπεν, ὅτι τὴν κωδικοποίησιν δὲν ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχέδιον δὲν ἐκωδικοποίει μόνον, ἀλλὰ καὶ μετεῤῥύθμιζε πολλὰς τῶν κειμένων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων. Λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ ὡς ἀναγκαίαν οὐχὶ τὴν μεθοδικὴν κατάταξιν τῶν διαφόρων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων καὶ τὴν ἀναγκαίαν τροποποίησιν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνην καὶ ἁπλῆν κωδικοποίησιν, δηλαδὴ ἐννοεῖ ὡς ἔργον νομοθετικὸν τὸ ἔργον ἰδιώτου, ὅστις πρὸς εὐκολίαν τῶν πολιτῶν ἐκωδικοποίησε τοὺς διαφόρους νόμους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, κατὰ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαγομένης παρ’ ἡμῖν ἀρχῆς τῶν προοδευτικῶν φόρων, παρατηρήσεων, αἵτινες ἔπρεπε νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη μόνον νὰ ἀπαντήσῃ ἁπλῶς, ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώμην· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν περιωρίσθην εἰς τὴν δήλωσιν τῆς ὁποίας εἶχον ἐπὶ τούτῳ γνώμης, ἀλλ’ ὑπεστήριξα αὐτὴν διὰ πολλῶν δικαιολογητικῶν καὶ πρακτικῶν ἐπιχειρημάτων καὶ παρέστησα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, τῇ ἐχούσῃ ἀνάγκην ξένων κεφαλαίων πρὸς συμπλήρωσιν ἢ κατασκευὴν τῶν ἔργων, δι’ ὧν ἐξασφαλισθήσεται ἡ πρόοδος καὶ εὐημερία τῆς χώρας ἡμῶν, οὐδέποτε ὅμως ἐδόθη ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου ἐκείνων ἀπάντησις, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὡς εἰσήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔλθωμεν ἐπὶ τὸ σπουδαιότερον, ἐπὶ τὰς εἰσαχθείσας ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἰκονομίας ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἰς τοῦτο κυρίως συνίστατο ἡ ἐντολὴ καὶ ἀποστολὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν, ἀνήγγειλεν ὑμῖν, ὅτι ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 5,500,000. Παρετήρησε δὲ εἰς ὑμᾶς. «Μὴ κρίνετε ἐκ τούτου, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται, ἀφορῶσαι εἰς μίαν καὶ μόνην ἑξαμηνίαν, ὑποδηλοῦσι τὸ διπλάσιον αὐτῶν δι’ ἓν ὅλον ἔτος. Ἐὰν πρόκηται νὰ κρίνητε περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ἀφορωσῶν ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὄχι μόνον διπλασία θὰ ἦναι ἡ οἰκονομία, ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον». Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρώτη ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ ἐντύπωσις ὑπῆρξε ζωηρά. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἐτυπώθη ὁ Προϋπολογισμός, διέτρεξα τοῦτον ἵνα ἴδω ἐὰν τῳόντι εἰσήγαγεν οἰκονομίας ἐκ 5,500,000 δραχμῶν. Λυποῦμαι, ἠναγκασμένος νὰ μὴ πιστοποιήσω ὡς ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέν. Λυποῦμαι ὀφείλων νὰ εἴπω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐπαινεχθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐλαττώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, δὲν ἀνέρχονται εἰς 5,500,000, ἀλλὰ μόνον εἰς 870,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ παρέλειψα τὰς οἰκονομίας τὰς γενομένας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 1,300,000. Ἀλλὰ ἐκ τίνων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ προέρχονται αὗται; Ἐκ τῶν 1,300,000 δραχμῶν, αἱ 800,000 δρ. ἀναφέρονται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀναγραφεῖσαν δαπάνην πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς Ἐφεδρείας· εἶνε δὲ πρόσφατος ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν ἀπήλειψεν οὐχὶ διότι θεωρεῖ αὐτὴν περιττὴν, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀρκετὰ προκεχωρημένη ἡ ὥρα, οὗ ἕνεκεν δέον ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος ἡ τῆς Ἐφεδρείας ἐκγύμνασις.

§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ οἰκονομίαι καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα διέγραψα, εἶναι 2,500,000, ἐκ τῶν ὁποίων 1,200,000 εἶναι πραγματικαί.

§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε, δυνάμεθα νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσωμεν.

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραβάλλουσι τὸν Προϋπολογισμὸν των πρὸς τὸν εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῶν.

§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονοῦσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ὅτι διὰ Διατάγματος τῆς 28 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐπῆλθεν ἐλάττωσις κατὰ 949,000 δραχμὰς ἐπὶ τῶν πιστώσεων, αἵτινες εἶχον ζητηθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ.

§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἴδετε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1884 δὲν ἐπήρκεσε καὶ ἐζητήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις.

§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὀρθὸν νὰ ἐπικαλῆσθε τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1884, ὡς ἀφεύκτως γενησόμενα κατὰ τὸ 1885· δὲν πιστεύω νὰ δικαιοῦσθε νὰ προδικάζητε τὸν προκάτοχόν σας Ὑπουργὸν, ὑποθέτοντες ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν ἤθελε κατορθώσει νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ 1885 ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς οὗτος ὥρισε δι’ ὧν ᾐτήσατο πιστώσεων.

§67Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ τοὺς μῆνας Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τρέχοντος ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων ἐδαπάνησαν ὑπὲρ τὰς 300,000 δραχμάς.

§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις δὲν συμπεριλαμβάνονται.

§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν λογικὴν καὶ τὴν λογιστικὴν τάξιν δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε ἐκ τῶν γενομένων εἰς τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, διότι ἡ ὑπηρεσία πιθανὸν κατ’ αὐτοὺς νὰ εἶχεν ὑποχρεώσεις νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεως ὑπερβαινούσης τὸ δωδεκατημόριον, ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπολειπομένῳ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους διαστήματι βεβαίως ἤθελον ζητηθῆ πιστώσεις ἐλάσσονες. Ἄλλως, διατί τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου ε. ε. ἠλάττωσε τὰς πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Βεβαίως ἡ μελέτη τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας περιώρισε διὰ τοῦ εἰρημένου Διατάγματος, ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπεισε τὸν Ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὸ εἰρημένον Διάταγμα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι, αἱ γενόμεναι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 500,000, προέρχονται δὲ ἐκ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ ἐξομοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὁπλιτῶν τῶν εἰδικῶν Σωμάτων πρὸς τοὺς τοῦ πεζικοῦ, ἐκτὸς τῶν περὶ καταργήσεως ἐξόδων τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων καὶ τῶν μηνιαίων ἀμοιβῶν. Αὐταί εἰσιν αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 500,000 δραχμάς, αἱ πραγματοποιηθεῖσαι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· ἐὰν εἰς τὰς 800,000 προστεθῶσιν αἱ 500,000, τότε δὲν ἔχετε εἰμὴ οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 1,300,000. Εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγματικῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα. Διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς κατεδείχθησαν λεπτομερῶς αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι πραγματικὰς οἰκονομίας. Ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνω αὐτά, περιορίζομαι σήμερον εἰς τὴν κατάδειξιν τῶν ἐλαττώσεων, αἵτινες δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς οἰκονομίαι. Καὶ πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κεφ.6 ἄρθρ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 4,200
» » » 2Γενικοῦ Λογιστηρίου 4,800
» » » 5Ἔξοδα ὑπηρεσίας 240
» » » 7Προσωπικὸν Ἐλεγκτ. Συνεδρίου 2,760
» » » 8Ἔξοδα » 1,350
» 7 » 1Προσωπικὸν Ταμείων 20,840
» 8 » 1Οἰκονομικῶν Ἐφόρων 13,380
» » » 2Ἔξοδα ὑπηρεσίας 270
» 11» 1Τελωνεῖον 17,580
» 14» 1Προσωπ. Γεωμετρικοῦ κλάδου 11,760
Τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς77,180

Αὐταί εἰσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐπενεχθεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κεφ.Αʹ. Ἄρθ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 2,880
» Βʹ. » 1Πρεσβεία ἐν Τουρκίᾳ » 8,040
» Γʹ. » 1Προσωπικὸν Προξενείων » 53,040
» » » 2Γραφικὰ ἔξοδα » 3,348
» Δʹ. » 1Ἔξοδα μεταβλητέα » 130,000
» ΣΤʹ.» Ἀποστολαὶ εἰς τὸ Ἐξωτερ. » 105,000
Τὸ ὅλον δραχ. 302,308

Ὡς πρὸς τὴν ἀποκοπὴν τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 130,000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου «ἔξοδα μεταβλητέα» ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγένετο δὲ τοιαύτη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντες δὲ οἱ συνάδελφοι ἐκηρύχθησαν κατὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν 130,000, διότι γνωστὸν εἶναι, ὅτι αἱ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ δαπάναι ἀφορῶσιν εἰς τὴν σύστασιν σχολείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κεφ.1ἄρθ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 2,160
» 1» 1Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν
θέσεων τῶν ἀρχειοφυλάκων.» 17,748
» »» Ἐκ τῆς διαγραφῆς τῶν
πιστώσεων διὰ 2 ἀντει-
σαγγελεῖς παρ’ Ἐφέταις
καὶ 10 παρὰ Πρωτοδίκαις. » 22,800
» »» Ἐκ τῆς καταργήσεως 8
Πταισματοδικείων καὶ
13 Εἰρηνοδικείων. 30,960
» 2Ἄρθ.4Βοηθητικὸν προσω-
πικὸν Εἰσαγγελιῶν
Πρωτοδικῶν. » 2,400
» 2» 7Ἐπιχορήγησις Πταισματοδι-
κείων. » 4,220
» 3» 3Ἐκ τῆς καταρ-
γήσεως τοῦ νό-
μου περὶ προσω-
πικοῦ τῶν φυλακῶν. » 22995
» 4» 6Ἐκ τῆς καταρ-
γήσεως τῶν ἐμ-
μίσθων κλητή-
ρων τῶν καταρ-
γουμένων Εἰρηνοδικείων. » 2,340
Τὸ ὅλον δραχ.105,623

Αἱ οἰκονομίαι αἱ πραγματικαί, αἱ γενόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέρχονται εἰς 105,000 Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπηνέχθησαν αἱ ἑξῆς οἰκονομίαι.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κεφ.1ἄρθ. 1.Προσωπικὸν Ὑπουργ. δραχ. 5,040
» 1» 5.Ἐξωτερικαὶ τηλεγραφ.
καὶ δημοσιογραφικαὶ
ἀνταποκρίσεις » 5,000
» 2» 1.Προσωπικ. Νομαρχιῶν.» 6,600
» 3» 11.Προσωπ. φυλακῶν. » 19,090
» 5» 4.Δημόσια λουτρά » 1,200
» »» 8.Ὑγειονομεῖα » 14,420
» »» 10.Φύλακες λοιμοκαθαρτ.» 980
» 6» 7.Συνδρομὴ εἰς Συλλογ.» 1,020
» »» 8.Βασιλ. Ἐπίτροποι. » 2,800
» 7» 1.Προσ. διευθ. Ταχυδρ.» 10,530
» »» 2.Ἔξοδα » » » 1,200
» »» 4.Ταχυδ. συγκοινωνία. » 52,200
» »» 5.Διανομεῖς καὶ γραμ-
ματοκομισταί. » 10,440
» »» 6.Ἔξοδα ὑπηρ. ταχυδρ. » 3,980
» 8» 1.Ὁδοιπορικὰ τηλεγραφ.
ὑπαλλήλων. » 500
» »» 5.Προσ. τηλεγραφείων. » 13,100
Τὸ ὅλον δραχμαὶ148,100

Ὥστε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ὅλῳ ἔχομεν οἰκονομίας 148,100.

§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 440,000 μέχρι λεπτοῦ.

§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πραγματικαὶ, εἶναι ἰδανικαὶ κατ’ ἐμέ· εἶναι ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἵτινες εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἁπλῆ ἀναγραφὴ πιστώσεων, χωρὶς νὰ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν δαπάνην.

§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀκριβῶς σημειώσει κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν ἐφέραμεν οἰκονομίας.

§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς ἐσημείωσα τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν ἐγένοντο πραγματικαὶ οἰκονομίαι. Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κεφ.1.ἄρθρ. 1.Προσωπικὸν Ὑπουργείου δρ. 4,480
» 2.» 4.Μισθοὶ Ἱεροκηρύκων. » 9,600
» 3.» 13.Προσωπικὸν Γυμνασίων. » 81,860
» 3.» 16.» Ἑλλην. Σχολείων.» 54,000
» 3.» 17.Ἔξοδα » » » 7,500
» 4.» 1.Προσωπικὸν Δημοτ. Σχολ. » 77,000
» 5. Βοηθήματα. » 3,000
Τὸ ὅλον δραχμαὶ237,440

Ἐκ τῶν πιστώσεων, ἃς λόγῳ οἰκονομίας περιώρισεν ἢ ἀπέκοψεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θέλω σήμερον ἐπικρίνει ἢ μίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου χορηγουμένας συνδρομὰς πρὸς τοὺς ἀπόρους Δήμους πρὸς συντήρησιν Δημοτικῶν σχολείων, διότι περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων ἐγένετο ἐκτενὴς συζήτησις ἐν τῷ εἰδικῷ περὶ αὐτῶν νομοσχεδίῳ. Πάντες γινώσκετε, ὅτι ἡ πίστωσις διὰ τὰς πρὸς τοὺς ἀπόρους Δήμους συνδρομὰς ἐθεωρήθη πάντοτε ἀνεπαρκὴς καὶ πάντοτε ἐζητήθη ἡ αὔξησις αὐτῆς πρὸς μείζονα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διάδοσιν. Γνωρίζετε δὲ καὶ ἐξ ὅσων εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι σήμερον πολλοὶ τῶν ἀπόρων Δήμων καταζητοῦνται διὰ πληρωμὰς χρεῶν, προερχομένων ἐκ προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μισθῶν δημοδιδασκάλων.

§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἢ ὁ κ. Βουλπιώτης ἀφῆκαν ἀδιάθετον τὸ ποσὸν αὐτό. Δὲν ἔκαμνον χρῆσιν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ κάμουν, διότι εἰς πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετίθετο ὡρισμένη χορηγία, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσι χορήγημα, διότι δὲν ὑπῆρχον δημοδιδάσκαλοι.

§75ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀληθὴς, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων· ἀλλὰ πρίν ἐλάμβανε χώραν καὶ τὸ τοιοῦτον, ἡμεῖς δὲ καθιερώσαμεν τὸν ἀκριβῆ ἔλεγχον. Ἠλπίζομεν δὲ ὅτι τὸ κακὸν ἤθελε διορθωθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὰ βοηθήματα ἐδίδοντο εἰς τοὺς Δήμους, χωρὶς νὰ βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχουν δημοδιδάσκαλοι. Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ βεβαιώσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐδέποτε συνέβη τοιοῦτόν τι.

§77ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι πρὶν δὲν ὑπῆρχεν ἔλεγχος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἐγένετο αὐστηρότερος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὰς αὐστηροτάτας ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας ἔπεμψα πρὸς τοὺς Δημάρχους.

§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχομεν δημοτικὰ σχολεῖα πλεῖστα, τῶν ὁποίων χηρεύουν θέσεις· ἐγὼ εὗρον κενὰ περὶ τὰ 500. Ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξέρχονται μόλις 70 ἢ 80 μαθηταί· δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως ὅλαι αἱ θέσεις.

§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ὅταν ἔχετε βεβαιωμένον, ὅτι πολλοὶ τῶν Δήμων εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ μισθῶν δημοδιδασκάλων, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ εἰσοδήματά των, καὶ ὅτι πολλοὶ τῶν Δημάρχων ἐγκατέλιπον τὰ γραφεῖά των, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὰ ποσὰ, ἅτινα πρότερον ἐχορήγει τὸ Δημόσιον πρὸς συνδρομὴν τῶν ἀπόρων Δήμων. Συγκεφαλαιῶν ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἰκονομιῶν, παρατηρῶ, ὅτι δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα ὑμῖν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται μόλις ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν ἑκατομμύριον, αἱ πλεῖσται δὲ αὐτῶν ἐπάγονται μεγίστας ζημίας εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ σιωπήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀναχωροῦσα βεβαίως ἐκ τοῦ συλλογισμοῦ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 παρουσιάζει περίσσευμα, προέβη καὶ εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἐν ὥρᾳ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως νὰ περικόπτῃ μόνον δαπάνας καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ αὐξάνῃ ταύτας. Ἐπεβάρυνε λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ δαπάνης δραχμῶν 400,000 διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη· ἀναντίῤῥητον μόνον εἶναι, ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο ὥρα, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ συνταξιοῦχοι, οἵτινες ὡς πολῖται Ἕλληνες συμμερίζονται τὸ γενικὸν αἴσθημα ἐπὶ τῇ οἰκονομικῇ καταστάσει τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ὑπομονὴν ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον. Προέβη ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς δημιουργίαν θέσεων περιττῶν, διότι, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἡ θέσις τοῦ Συμβούλου παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἦτο κατεπειγόντως ἀναγκαία, οὐδ’ ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποδεικνύει ὡς πραγματοποιήσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὑτοῦ; Παρέστησεν ὅτι ἐπήνεγκεν οἰκονομίας 190,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν πιστώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀγορὰν ἀνθράκων, εἰς ἡμερομίσθια τεχνητῶν, εἰς ναύτας κτλ.

§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 396,000.

§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισε τὰς πιστώσεις ἐκείνας, αἵτινες ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνεπίδεκτοι περιορισμοῦ· εἰσήγαγε δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ οὗ ἐδημιούργησε νέας βαθμοφόρων θέσεις, δι’ ὧν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνην 15,000 δραχμῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διατελῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὕτω ἐπραγματοποίησε τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου, νομίζω, ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἔχοντες κυρίαν καὶ μόνην ἀποστολὴν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ νὰ ἐξετάσωσι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὀφείλουσι νὰ μὴ περιβάλωσιν αὐτὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῶν. Ἐπιτραπήτω μοι ἐνταῦθα νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιωπῇ πρό τινος σχετικοῦ ἐπεισοδίου, ὅπερ μοὶ συνέβη. Κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας συνέπεσε νὰ συναντήσω γέροντα Χῖον, ὅστις μὲ ἠρώτησε, κατὰ τίνα τρόπον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅτε δὲ ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ τὰ γενόμενα, μοὶ εἶπεν εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν Χιακὴν, ὅτι «ἐγὼ παρομοιάζω τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πρὸς ἀσθενῆ, ἰατροὺς δὲ κληθέντας πρὸς θεραπείαν τὸν παραιτηθέντα Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Ὁ μὲν πρώην Πρωθυπουργὸς ἐσκέπτετο νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀσθενῆ καθαρτικόν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὶν ἢ δοθῇ αὐτὸ, οἱ ἔχοντες δικαίωμα συγγενεῖς τοῦ ἀσθενοῦς ἀπέβαλον τὸν πρῶτον ἰατρὸν καὶ ἐκάλεσαν τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ὅστις καὶ αὐτὸς ἔκρινεν ὡς ἀπαραίτητον τὸ καθαρτικόν, ἀλλ’ ἵνα δείξῃ ἀποδοκιμασίαν πρὸς τὸν προκάτοχον, συνεβούλευσε καὶ ἔδωκαν εἰς τὸν ἀσθενῆ πρὸ τοῦ καθαρτικοῦ χοιρινὰς μπριζόλας καὶ σκορδαλιάν. Οἴκοθεν δ’ ἐννοούμενον εἶναι, ὅτι μετὰ τοιαῦτα δύσπεπτα πράγματα καθίσταται δυσκολωτέρα ἡ τοῦ καθαρτικοῦ ἐνέργεια». Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι κυρία ἀποστολὴ αὐτῆς ἦν οὐχὶ νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν ἠδύνατο ν’ ἀνορθωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ν’ ἀνεύρῃ ἐν τῇ προηγουμένῃ διαχειρίσει ἐνδείξεις, δι’ ὧν ἠδύνατο ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου δὲ εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ αἱ ἐφημερίδες τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ Ὑπουργοὶ οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον, εἰμὴ νὰ διαδίδωσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιῆλθον εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε ἡ θεραπεία ἀποβαίνει ἀδύνατος. Ταῦτα δὲ διέδιδεν ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα διέδιδε καθ’ ὃν χρόνον ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐκ τῶν διαδόσεων δ’ ἐκείνων δὲν παρήχθη μόνη ἡ κακὴ ἐντύπωσις καὶ ἠθικὴ βλάβη, ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ πραγματικὴ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ζημία, ἥτις δὲν ἐπραγματοποιήθη μὲν εἰσέτι, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν ἴδει δυστυχῶς ἐν τῷ μέλλοντι πραγματοποιηθησομένην. Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων πρὸ ὀλίγων μηνῶν διεπραγματεύοντο εἰς τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης πρὸς 345 δραχμάς. Ἡ χρηματικὴ κρίσις, ἡ ἐπελθοῦσα τότε ἐκ τοῦ φόβου τῆς συγκρούσεως μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας, ὑπετίμησε πάντα τὰ χρεώγραφα, ἑπομένως καὶ τὰ Ἑλληνικά· ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς οἱ φόβοι οὗτοι ἐξέλιπον, τὰ χρεώγραφα ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐπανέλαβον τὴν προτέραν αὐτῶν ἀξίαν, ἐνῷ τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ τουναντίον ὑπέστησαν καὶ νέαν ὑποτίμησιν, καὶ ἀντὶ τῶν φράγκων 345 σήμερον τιμῶνται 315. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁμολογίαι ἀδιάθετοι, ἐνεχυριασμέναι καὶ μὴ, ἀνέρχονται εἰς 230,000 καὶ ἂν ὑπολογίσητε ἐξ 25 μόνον φράγκων τὴν ζημίαν, ἔχετε ζημίαν προφανῆ ἐκ 5,000,000 φράγκων. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διενοεῖτό ποτε νὰ γίνηται παραίτιος τοιαύτης τοῦ Δημοσίου ζημίας. Τὸ πολιτικὸν ὅμως πάθος του κατὰ τῶν προκατόχων του παρέσυρεν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραστήσῃ τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ζοφερωτέραν τῆς πραγματικῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ τὸν εἰσήγαγε μὲ ἔλλειμμα 11,000,000, εἶπε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰ σχέδια αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον καλυφθήσεται τὸ ἔλλειμμα. Δύω δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπεδείχθησαν τρόποι, ἡ ἐκποίησις τῶν ἀνεκποιήτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡ ἔκδοσις ἐντόκων γραμματίων ἐκ 10 ἑκατομμυρίων. Τὴν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων εἰς ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ δεκατημόριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων εἶχε ζητήσει καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν εἶχε ζητήσει τὴν ἄδειαν ταύτην πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καλύψῃ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ πληρώνῃ δι’ αὐτοῦ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐποχῇ τῶν ἀγόνων μηνῶν. Σήμερον ὅμως ἡ ἔκδοσις ἐντόκων γραμματίων προτίθεται ἀκριβῶς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον κατεδείχθη διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ποῦ λοιπὸν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν διὰ δανείου ζητῇ νὰ καλύπτῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὤφειλεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ περιορισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ 230,000 ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ προσῆκον θάῤῥος εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν συμφερωτέραν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Ὤφειλεν, ἀφοῦ ἐχαρακτήρισε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ὡς παροδικὸν, ἀφοῦ ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 θέλει ἀποκτήσει ἡ Ἑλλὰς τὸ ἰσοζύγιον, ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ σχέδια καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Δὲν ἦτο ἀρκετὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων, διότι δι’ αὐτῆς προδίδει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν πεποίθησίν της, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, ἢ διὰ δανείων. Πῶς εἶναι δυνατὸν οὕτω νὰ ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς τραπεζίτας ἢ κεφαλαιούχους, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ πωλήσητε τὰς ἀδιαθέτους 230,000 ὁμολογίας; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἔχετε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑμῖν νὰ ἐξηγήσητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἰδέας ἢ τὰ σχέδιά σας, δι’ ὧν νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου; Ἐγὼ ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νομίζω δὲ ὅτι πρὶν ἢ λήξῃ, τὸ ὁποῖον διανύομεν στάδιον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξηγήσῃ ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τὸ σχέδιον αὐτῆς, συγκεκριμένον, σαφὲς καὶ ὡρισμένον, τὸ σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἰσοζύγιον. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ ἐμπνεύσητε ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεθαῤῥύνθησαν ἐκ τῶν διακηρύξεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μεθ’ ὅσην καὶ ἂν ἐπάγηται ἡ πολιτικὴ ὑμῶν ἀποθάῤῥυνσιν καὶ ἀπελπισμὸν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἡ κοινωνία δὲν συμμερίζεται τὰς ὑμετέρας πεποιθήσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἥτις διατηρεῖ εἰσέτι ἀκμαίας τὰς ζωτικὰς καὶ παραγωγικὰς δυνάμεις της. Ἡ κρίσις, ἣν διέρχονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, θὰ παρέλθῃ εὐθὺς ὡς οἱ ὑπέχοντες τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν ἐννοήσωσιν, ὅτι καθῆκον αὐτῶν εἶναι οὐχὶ νὰ καλύπτωσιν τὰς ἁμαρτίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διὰ μέτρων καὶ πράξεων συνετῶν, μὴ ἐπηρεαζομένων οὔτε ἐκ τῆς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους ἐκδικήσεως, οὔτε ἐκ τῆς πρὸς ἀπόκτησιν δημοτικότητος τάσεως, ἐκπληρώσωσιν εὐόρκως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον αὐτῶν. Ἂς μὴ λησμονῶσιν, ὅτι δημοτικότης ἐπὶ βλάβῃ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἐφήμερος, οἱ δὲ τοιαύτην ἐπιδιώκοντες δημοτικότητα βαδίζουσιν ἐπὶ ὀλισθηροτάτου ἐδάφους.

§82ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Τόπου, διὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος εἰς οἵαν περιήχθησαν τὰ πράγματα τοῦ Κράτους κατάστασιν. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστα, ὅπως εἰσῆλθεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας κ. Σιμόπουλος. Θέλω ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξετάσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀποδώσει δὲ τὸ δίκαιον ὅπου πρέπει, καὶ τὸ ἄδικον ὅπου πρέπει. Κατὰ τὰς κρίσεις μου—πέπεισμαι δὲ ὅτι ἀναντιῤῥήτως θέλω φέρει τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ἀντιστραφῇ ἡ σοφιστεία—τὰ οἰκονομικὰ βεβαίως τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς χειρίστην κατάστασιν, ἡ δὲ χρηματικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας εἶναι ἀπελπιστική. Καὶ τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιέστησαν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἕνεκα τῆς κακίστης, τῆς ἀμελετήτου, τῆς ἀσυνέτου καὶ ἀπρονοήτου—δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν—διοικήσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· ἡ δὲ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου εἶναι συνέπεια τῆς ἰδίας καταστάσεως. Ἠκούσατε πολλὰ καὶ παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ παρὰ τοῦ σήμερον ἀγορεύσαντος βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἐὰν ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἐπρολάμβανε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου ἤθελεν εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ τίνες εἶναι αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐξώθησαν τοὺς πολίτας εἰς ἐπιχειρήσεις πέραν τῶν δυνάμεών των, αἵτινες κατέστρεψαν τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ ἀφήρεσαν τὴν πίστιν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κύριοι, δὲν εἶναι ἀσθένεια, ὡς ἠθέλησαν νὰ εἴπουν πολλοί, λαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι φάρμακον, διδόμενον εἰς τὴν ἀσθένειαν τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ Τόπος. Ὅταν ἔθνη εὑρεθῶσι, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ἐπενοήθη τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἐδόθη νομικὴ τιμή, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸν χάρτην, ὅστις κυκλοφορεῖ εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν πολιτῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, δὲν εἶναι τὸ κακόν· τὸ κακὸν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται εἰς ὁ Τόπος, τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ προλάβῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐξετάσωμεν ἤδη κατὰ τίνα τρόπον ἐπεβλήθη καὶ εἰς ποίαν ἐποχὴν ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Αὕτη ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1880, διότι τότε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς πολιτικῶν περιπετειῶν, αἵτινες ἠδύναντο νὰ περιπλέξωσι τὸν Τόπον εἰς πόλεμον. Ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ἔθνος, πάνυ φρονίμως ποιοῦν, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ εἰς ποίαν ἐποχὴν ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου ἦτο ἀνθηρὰ ἢ ἦτο τοὐλάχιστον ὑποφερτὴ, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλορορίας; Ὄχι, ἀπ’ ἐναντίας· ἔπαυσε τὸ φάρμακον, καθ’ ἣν ὥραν ἡ ἀσθένεια εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγαλειτέραν αὐτῆς ἐπίτασιν! Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτο συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, καὶ πρὸς τὰς ὑποσχέσεις της; Οὔτε τοῦτο. Κατὰ τὸ 1882, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ῥητῶς εἶπεν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ἀοίδιμον Κουμουνδοῦρον, ὑποστηρίζοντα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας: «Κατὰ τίνα τρόπον θέλετε ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μετὰ καὶ ἄνευ χρημάτων; ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἠθέλετε καὶ νὰ πολεμήσητε μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης;» Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶπε τότε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ, πρὶν ἢ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, πρὶν ἢ τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ ὑπερτιμηθῶσι καὶ φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου τῶν 92%, ὅπως καὶ τὰ γρεώγραφα τῆς Ἰταλίας· διότι, εἶπε, καὶ πάνυ φρονίμως, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ὅλη ἦτο ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, καὶ ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὑπεστήριζον δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις· διότι, γενομένη σήμερον, εἶπον τότε, θέλει φέρει μεγάλην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν καὶ μεγάλην οἰκονομικὴν κρίσιν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πότε ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Καλλιγᾶς; καθ’ ὃν χρόνον, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, μᾶς ἐβεβαίου, ὅτι «τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀκτὴν, καὶ οὐ μόνον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀκτὴν, ἀλλὰ καὶ ὑπερέβημεν αὐτὴν, τουτέστιν ὄχι μόνον ἔχομεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ περίσσευμα.» Μετὰ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ 1883, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί ἔλεγεν; Ἔλεγεν ὅτι «πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰ ξένα κεφάλαια πίστιν· πίστιν δὲ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν τὰ ἐξωτερικὰ κεφάλαια, ὅταν, εἰσερχόμενα ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, δὲν γνωρίζουν, ὁποία θὰ ἦναι ἡ ἀξία τῶν χρημάτων, μεταβαλλομένου τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν· ἑπομένως πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.» Ἔλεγεν, ὁ κ. Καλλιγᾶς πρὸ ἔτους: «δὲν πρέπει νὰ ἄρωμεν ἀκόμη τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρὶν κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἀσφαλίσωμεν αὐτό· διότι τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐπὶ τοῦ ἰσοζυγίου ἀμέσως θέλομεν διαταράξει, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας» καθόσον, κατὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔφερε μὲν τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἡ ἰσοῤῥοπία αὐτὴ ἀμέσως κατεστρέφετο, ἐὰν συνωμολόγει νέον δάνειον, ὅπως πραγματικῶς τὸ δάνειον τῶν 182 (καὶ ὄχι 170 ἑκατομμυρίων), ὅπερ συνωμολόγησεν ὁ κ. Τρικούπης, διετάραξε τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπέβαλεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 11 ἑκατομμύρια τόκους καὶ χρεωλύσια. Τώρα, σήμερον τί ὑποστηρίζουν καὶ τί ἰσχυρίζονται ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος; καὶ εἷς ἄλλος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις σήμερον εἶναι ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὁ ὁποῖος τὴν κατάστασιν τὴν σημερινὴν, τὴν οἰκονομικὴν ἢ τὴν χρηματικὴν, χαρακτηρίζει ὁτὲ μὲν ὡς ἀναιμίαν, ὁτὲ δὲ ὡς πυαιμίαν, μετὰ τῆς εὐφυΐας ἐκείνης τῆς εὐτραπέλου, ἥτις πρὸ πάντων τὸν χαρακτηρίζει, τί σᾶς λέγουσιν; ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ μεγάλαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεδόθησαν, διότι τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον δὲν εἶχε πραγματικὴν ἀξίαν καὶ τὸ ἀπέκτων εὐκόλως, ἔφερον τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου!! Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο ἔφερε τὸ δυστύχημα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Τίνες εἶναι οἱ παραίτιοι αὐτῆς εἰμὴ σεῖς, οἵτινες ἐλέγετε εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι δὲν αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὸ ἐσπρώξατε εἰς τὰς παρεκεκινδυνευμένας ἐπιχειρήσεις καὶ αἰφνιδίως ἐξαπατήσαντες αὐτὸ, ἤρατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν;

§83ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.

§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ, λέγουν, τὸ συνάλλαγμα ἔφθασεν εἰς 1 καὶ 20 καὶ ἤθελε φθάσει κατόπιν εἰς 1,30 εἰς 1,40. Διατί; εἰς τί ὀφείλεται τοῦτο; εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν σας! τὸ χαρτὶ, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀντιπροσωπεύει πρὸ πάντων τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ πίστις τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐξέπιπτεν ἕνεκα τῶν ἀτασθάλων μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε, κατὰ τοσοῦτον τὸ συνάλλαγμα ηὔξανε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ κυκλοφοροῦντος χάρτου ἐξέπιπτεν. Ἐκεῖ ἀναζητήσατε τὸν λόγον, διὰ ποῖον λόγον τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι εἰς φοβερὰν ἔκπτωσιν, καὶ μὴ λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι «κατὰ τὴν ἔριν, ἥτις ἠγέρθη μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας διὰ τὸ Ἀφγανικὸν ζήτημα, ἐξέπεσαν τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθεν αὐτὴ ἡ ἔρις μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων Δυνάμεων, τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀγγλίας ὑψώθησαν, διατί δὲ δὲν ὑψώθησαν καὶ τὰ Ἑλληνικά;» Αὐτὸ εἶναι μέγιστον θάῤῥος, διὰ νὰ λέγῃ ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρέπει νὰ ἐξισώσῃ τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀγγλίας μὲ τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος, εἰς οἵαν τὰ ἔφερε ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν! Τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔπεσαν ἐκ τῆς ἔριδος, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας· ἔπεσαν, διότι ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω, ἐγνώρισεν, ὅτι ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτυχον· καὶ ἀπέτυχον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπέβαλον φόρους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐδιπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο ὅπως ἦτο κατὰ τὸ 1880, βεβαίως ἠθέλομεν ἔχει σήμερον εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἤθελον σήμερον κυκλοφορεῖ εἰς τὸ ἄρτιον. Ὅταν δὲ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα κυκλοφορήσουν εἰς τιμὴν ὑψηλὴν, μὴ φοβεῖσθε πλέον κρίσιν οἰκονομικὴν, τότε τὸ χρῆμα εἰσέρχεται καὶ ἐξέρχονται τὰ χρεώγραφα· ἐνῷ, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς οἵαν εὑρίσκονται σήμερον θέσιν, ἐξέρχεται τὸ χρῆμα καὶ εἰσέρχονται τὰ χρεώγραφα! Λέγει ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὑποστηρίζει ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατέῤῥιψε τὰ χρεώγραφα καὶ σήμερον μόνον ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα· ὁ κ. Τρικούπης ὅμως εἰς τὴν πρώτην του ὁμιλίαν ἀφῆκεν αὐτὸ πολὺ σκοτεινόν. Ἔλεγα λοιπὸν κατ’ ἐμαυτὸν, κατὰ τίνα τρόπον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατέῤῥιψε τὴν ἀξίαν τῶν χρεωγράφων; Διὰ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη, τῶν οἰκονομιῶν; αὕτη βεβαίως ἤθελε δώσει εἰς τὰ χρεώγραφα ἀξίαν, οὐδέποτε δὲ θὰ ὑπετίμα ταῦτα. Ἀλλὰ σήμερον ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα ὁ κ. Σιμόπουλος. Σᾶς εἶπε δηλαδὴ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦλθε καὶ ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι κακή. Ἀπορῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τολμήσῃ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παραλαμβάνων τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι καλή. Καὶ τὶ σᾶς ὠφέλησαν, κύριοι, σᾶς αἱ διαδόσεις, ὅτι ἐφέρετε ἰσοζύγιον, καὶ αἱ διαδόσεις, ὅτι ἐφέρετε τὸν χρυσοῦν αἰῶνα; Ἔχω, ἐνώπιόν μου, κύριοι, μίαν δήλωσιν Γαλλιστὶ, κυκλοφορήσασαν ἐν Παρισίοις πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν· αὕτη δὲν φέρει χρονολογίαν, ἀλλὰ κατὰ παράδοξον τρόπον ἐγνώριζον οἱ γράψαντες εἰς Παρισίους, ὄχι μόνον ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, μέχρι τοῦ λεπτοῦ! Καὶ τοῦτο ἠξεύρετε διὰ τί ἐγένετο; διὰ νὰ ἐξαπατηθῇ ὁ κόσμος· διότι μετ’ ὀλίγον εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκδώσουν τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων· νὰ ἐξαπατηθῇ ὁ κόσμος καὶ νὰ ἀγοράσῃ ὁμολογίας! Ἀλλ’ εἰς τί ὠφέλησαν τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν ὅλα αὐτὰ τὰ μὴ ἀληθῆ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευεν; Ἐξεδόθη τὸ δάνειον καὶ ἐναυάγησεν οἰκτρῶς! Μόλις ἐνεγράφησαν 50 χιλ. ὁμολογιῶν, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι διὰ τὰς 110 χιλ. ὁμολογίας ἦσαν ὑπόχρεοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλαβον τὸ δάνειον, καὶ τοῖς ἦτο ἀδιάφορον ἐὰν οἱ ἴδιοι ἐνέγραφον καὶ τὰς 110 χιλ. ὁμολογίας! Ἀλλὰ παρατηρήσατε ποία ὑπῆρξεν ἡ πίστις σας ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Συγκρίνατε τὴν πίστιν σας μὲ τὴν πίστιν τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε σπάταλον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐν ἐποχῇ ἀληθῶς πλέον δυσκόλῳ, ἐκαλύφθη 1½ φοράν· 42 χιλ. ὁμολογιῶν ἐνεγράφησαν δι’ αὐτὸ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, 500 δὲ μόνον ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ἰδικοῦ σας, καὶ εἰς κατωτέραν τιμήν. Καὶ τίς ἔῤῥιψε, κύριοι, τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικά, ἂν ὄχι ἡ οἰκονομικὴ πολιτική σας; Ὅτε ἐξεδώκατε τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐφροντίσατε, πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ κοινοῦ, νὰ τὸ ἐξομοιώσητε μὲ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων· ἐξωμοιώσατε τὰς λήξεις τῶν προθεσμιῶν, ἠριθμήσατε τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ, εἰς ὃν ἐτελείωνε τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ ταῦτα διὰ νὰ ἀπατηθῇ ὁ ἔξω κόσμος, ὅτι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δάνειον. Καὶ ἐνῷ τότε τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἶχεν ἀξίαν, διὰ τῆς πολιτικῆς σας τὸ κατεῤῥίψατε, ὅπως κατεῤῥίψατε καὶ τὸ τῶν 170. Μὴ πλανᾶσθε· τὸ χρῆμα εἶναι εὐαίσθητον· ἠξεύρει πότε πρέπει νὰ παρουσιάζηται καὶ πότε νὰ φεύγῃ, τὴν πίστιν δὲ τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν ἀτόμων τὴν διαγιγνώσκει κάλλιον παντὸς ἄλλου πραγματογνώμονος. Καὶ ποία ὑπῆρξε, κύριοι, ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὸ παρελθόν; ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν· τοῦτο τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς τοῦτο καὶ ἐγὼ στηρίζομαι. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὸ παρελθὸν παρουσίασε λογαριασμοὺς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου διαφόρους κατὰ διαφόρους περιστάσεις· μολονότι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη ηὔξησεν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ 52 χιλ. δραχμὰς ὅπως καταστήσῃ αὐτὸ ἐνήμερον Καὶ ἐν τούτοις, σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνακαλύψωμεν ἐπακριβῶς ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1882, ποῖα τοῦ 1883 καὶ ποῖα τοῦ 1884· καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ μεταχειρισθῶ στρογγύλους ἀριθμούς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρουσίασεν ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Λογιστηρίου ἐλλείμματα 5 ἑκατομ. διὰ τὸ 1882, 9 ἑκατομ. διὰ τὸ 1883, καὶ 24 ἑκατομ. διὰ τὸ 1884. Ἀλλὰ διστάζω νὰ παραδεχθῶ αὐτοὺς τοὺς λογαριασμούς· εὔχομαι δὲ νὰ μὲ διαψεύσωσι τὰ πράγματα· μεχρισοῦ ὅμως μὲ διαψεύσωσιν ἐπίσημοι καὶ ἀλάνθαστοι λογαριασμοὶ, ἐγὼ θὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου. Καὶ ἰδοὺ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἐνθαῤῥύνουσιν εἰς τὴν ἐπιμονὴν αὐτήν. Μακρὰ συζήτησις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1881 ἄφησεν ἐνεργητικὸν ὑπὲρ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀκολούθων ἐτῶν 28,000,000, ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι 24,000,000. Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Τρικούπης, ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι διὰ τὰς κοινὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξώδευσεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, 19,000,000. Σήμερον εἶναι ὡμολογημένον, ὅτι ἔθεσε χεῖρα καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔλαβεν 9,600,000, νομίζω, δραχμῶν. Ἐκτὸς τούτων ἔλαβε καὶ ἔντοκα γραμμάτια 3,000,000. Λοιπὸν, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν ἐτῶν εἶναι ὁπόσον τὸ παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τουτέστι 38 ἑκατομμύρια, τότε τὰ ἄλλα χρήματα τί ἐγένοντο; Δὲν ἀναφέρει ἐν τούτοις τὰ ποσὰ, ὅσα ἔλαβεν εἰς ὑλικὸν ἐκ τῶν Δημοσίων ἀποθηκῶν ὁ κ. Τρικούπης. Εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν 1882, 1883 καὶ 1884 εἶναι σημειωμέναι δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀνὰ 200 χιλιάδες, εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 1 ἑκατομ. καὶ 250 χιλιάδες· ἄρα κατὰ τὰ τρία ἔτη ἔλαβεν ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὰς Δημοσίας ἀποθήκας 3 ἑκατομ. εἰς ὑλικὸν διὰ τὴν ἐνδυμασίαν τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπίσης πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1882 καὶ 1883 καὶ 1884· ἄρα τὸ ἔλλειμμα τῶν 3 ἐτῶν ἀνέρχεται εἰς 55 ἑκατομμύρια, κατὰ τοὺς μετριωτάτους ὑπολογισμούς. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀναζητήσατε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ χρεώγραφα ἔπεσαν. Μὴ ἀναζητῆτε αὐτὸν ἀφελῶς εἰς Ἀγγλορωσσικὰς ἔριδας. Μὴ θέλετε ἀμέσως νὰ ἐξισώσητε τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα πρὸς τὰ τῆς Ἀγγλίας, ὅμοια τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσιν εἰς ἄλλο ἔθνος· ἐνῷ ἐκεῖ ταῦτα δίδουσι 2½ καὶ 2¾% τόκους, εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀρτίου· τὰ δὲ ἰδικά μας, ἐὰν εἴχομεν τὴν αὐτὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ ἐξισώσῃ ἡμᾶς, τῆς Ἀγγίας, ἠξεύρετε πόσον ἤθελον ἔχει; τὸ διπλάσιον τοῦ ἀρτίου, διότι ὁ τόκος των εἶναι διπλάσιος. Ἀλλὰ τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα δὲν ἔχουν καμμίαν σχεδὸν ἀξίαν σήμερον, διότι αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ παρελθόν! Καὶ διατί ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ κατάστασις; διότι οὐδεὶς νόμος εἶναι σεβαστὸς ἐν Ἑλλάδι. Σπεύδομεν ν’ ἀναζητήσωμεν, ὅπως τιμωρήσωμεν πτωχόν τινα, τοῦ ὁποίου ἡ αἲξ εἰσῆλθεν εἰς ἀγρὸν καὶ ἔφαγεν ὀλίγην κριθήν. Ἀλλὰ τοὺς ἰσχυροὺς, τοὺς δυνατοὺς οἱ νόμοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνίκανοι νὰ τιμωρήσωσι· θαυμάζω μάλιστα καὶ ἀπορῶ μὲ ὑμᾶς. Κατὰ τί μᾶς ὠφελοῦν αἱ ἐπιψηφίσεις τῶν πιστώσεων καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποδεικνύηται ἀνίκανος νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν Κυβερνήσεων; Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομ. συνωμολογήθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρασκευάσῃ τὸν Τόπον ναυτικῶς καὶ στρατιωτικῶς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πληρώσῃ τοὺς σιδηροδρόμους. Καὶ πῶς ἐδαπανήθη; εἰς ἀνάγκας κοινάς! Καὶ πῶς ἐνεχυριάσθησαν αἱ ὁμολογίαι ἀντὶ 250 δραχμῶν καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, παρούσης; Ἀφοῦ περιετρέξαμεν Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν μὲ τὸν δίσκον τοῦ ἐπαίτου, τὰς ἐνεχυριάσαμεν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς των ἀξίας! Καὶ ἐρωτᾶτε σήμερον τοὺς ὑπάρχοντας Ὑπουργοὺς νὰ εὕρητε ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα; ἀλλ’ αὐτοὶ, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐνθουσιῶ, καὶ ἐὰν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ὅπου ἦλθον, ἐπέτων μὲ τὸ φτυάρι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, χρήματα, δὲν ἠδύναντο νὰ καταλογισθῶσι διὰ τὴν ὑπάρχουσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς σήμερον! Πρέπει λοιπὸν πρῶτον νὰ καταστήσωμεν ἐμαυτοὺς ἱκανοὺς, ὅπως ἀναγνωρίζωμεν τοὺς νόμους, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶμεν Προϋπολογισμοὺς καὶ νόμους. Οἱ Προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ νόμοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀράχνη, τὴν ὁποίαν ξεσχίζει τὸ πρῶτον φύσημα ἑκάστου αὐθαιρέτου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο πολιτικὴ ἐθνική; ἦτο πολιτικὴ, ἡ ὁποία εἶχεν ἀφιερώσει ὅλην αὑτῆς τὴν προσοχὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ θεωρεῖ ὁ κ. Τρικούπης πάντας τοὺς ἄλλους ὡς ἀνικάνους ν’ ἀκολουθήσωσι τοιαύτην πολιτικὴν ἐθνικὴν, τοιαύτην πολιτικὴν, ἡ ὁποία θὰ λαμπρύνῃ καὶ θὰ ἐνισχύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον, καὶ θὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ μέχρι τῶν Ἡρακλείων στηλῶν; Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἐὰν τῷ ὄντι ἡ πολιτική σας ἦτο ἐθνικὴ, ἢ κατέστρεψεν αὕτη ἐντελῶς πᾶσαν ἐθνικὴν ἰδέαν. Τότε μόνον ἓν Ἔθνος δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἐθνικὴν πολιτικὴν, ὅταν εὐημερῇ ἐσωτερικῶς, ὅταν ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κατάστασις ᾖναι ἀνθηρὰ, ὅταν οἱ νόμοι αὐτοῦ λειτουργῶσιν ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη δύναμις καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα νεῦρα πάσης πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει ἐθνικοὺς σκοπούς. Πρέπει ἡ πολιτικὴ μιᾶς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὴν διοίκησιν καὶ τοὺς νόμους εἰς καλὴν ἐντελῶς κατάστασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμπνεύσῃ φρόνημα εἰς τὸν Τόπον. Εἴπατέ μοι, ποία εἶναι ἡ οἰκονομική σας κατάστασις; ποία ὑπῆρξεν ἡ διοίκησίς σας; ποῖος ὑπῆρξεν ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ἀφοῦ τοὺς παραβιάζετε λαμβάνοντες τὰ χρήματα καὶ ἐξοδεύοντες αὐτὰ ὅπου καὶ ὅπως σεῖς θέλετε; Ποῦ εἶναι ἡ ἐθνικὴ πολιτική σας, ὅταν εἰς τὸν Τόπον ὄχι μόνον δὲν ἐνεπνεύσατε κανὲν φρόνημα, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε φρόνημά τι, τοῦτο ἐπνίξατε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν ἐκδικήσεων; (Εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν μᾶς ἔδειξε, λέγετε, ἡ νέα Κυβέρνησις, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον. Οὔτε μᾶς ἔδειξεν, οὔτε δύναται νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς οἵαν περιηγάγετε τὸν Τόπον κατάστασιν, καὶ δὲν συμφωνῶ ποσῶς οὔτε μετὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Παραδέχομαι, ὅτι ἐν καλῇ πίστει εἶπεν ὅσα εἶπε· παραδέχομαι, ὅτι, ἂν τὰ ἔξοδα ἦναι ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τουτέστιν 85,000,000, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι 11,000,000, ἀλλ’ εἶναι 20,000,000 καὶ πλέον διὰ τὸ ἔτος 1885! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφήκατε τὸν Τόπον, καὶ ὅμως ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Τόπου αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸν ἐξηντλήσατε, ἀφοῦ τῳόντι τὸν ἐφέρατε εἰς φθισικὴν κατάστασιν, ἐπὶ τέλους τοῦ ἐδώκατε, κατὰ τὸν κ. Σιμόπουλον, καὶ καθάρσιον διὰ νὰ τὸν ἀποτελειώσητε! (ἱλαρότης). Δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὁ Τόπος νὰ καταβάλῃ πλέον τῶν 60, ἔστω 62, ἔστω 64,000,000· ἐξηντλήθησαν αἱ δυνάμεις αὐτοῦ· καὶ ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, βραχῇ ἡ σταφὶς ἐφέτος, τότε θέλετε ἰδεῖ ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ καταβάλῃ καὶ 50,000,000 μόνον! Προκειμένου δὲ περὶ σταφίδος, οἱ κ. Τρικούπης καὶ Σιμόπουλος ἀπέδωκαν ὅλα τὰ κακὰ εἰς τὴν ἐπὶ δύο ἔτη καταστροφὴν τῆς σταφίδος. Ἐπῆλθε, λέγουν, ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ ἄλλα προϊόντα ἔπαθον ζημίας. Ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐγένετο ἀπὸ τὸ 1883· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι τὰ χρεώγραφά μας εἶχον τόσον προγνωστικὸν, ὥστε προεγνώρισαν, ὅτι θὰ βραχῇ ἡ σταφὶς τοῦ 1884! Τὸ 1883 ἐβράχη μὲν ἡ σταφὶς, ἀλλ’ αἱ ζημίαι ὑπῆρξαν μικραὶ, χρῆμα δὲ εἰσῆλθεν ἀρκετὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ καταστροφὴ ἡ σημερινὴ ἦτο φοβερὰ, ὡς ἡ τοῦ 1877. Μάτην ἄρα προσπαθεῖτε νὰ πλάσητε λόγον τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς· καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναζητεῖτε, ὁτὲ μὲν ἐκ τῶν οἰκοπέδων, ὁτὲ δὲ ἐκ τῶν τριωρόφων οἰκιῶν, ὁτὲ δὲ ἐκ τοῦ συνδικάτου, ἅτινα δυνατὸν νὰ ἔβλαψαν ἐν τῷ συνόλῳ, δὲν σᾶς χορηγοῦν τὸν κύριον λόγον τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Αὕτη βεβαίως ἐπήγασεν ἐκ τῆς μὴ ἐμπνεύσεως πίστεως καὶ πεποιθήσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατὰ τὴν μεγαλειτέραν ἐπίτασιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς χώρας. Πρέπει νὰ σταματήσῃ λοιπὸν ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι τῶν χρηματιστῶν, διὰ νὰ μὴ πάθωσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅταν οὗτοι παρεβίασαν τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας! Εἶπον, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ καθέκαστα δὲν θὰ εἰσέλθω· ἀλλ’ ὅμως θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλου ζητήματος ἐπίσης σπουδαίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀπὸ καιροῦ ἀγωνίζομαι καὶ θὰ ἀγωνισθῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ Πολιτείας, ὀφείλω νὰ ἀπόσχω τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν εἶναι ἀρχηγοὶ σχολῶν! Καὶ τὸ διέψευσεν ἀληθῶς, ὅταν τὸ ἀνέφερεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος κ. Εὐταξίας, ἀλλὰ τὸ εἶδον δημοσιευθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Εἶναι γνωστὸν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι, ὅτι ἀπὸ καιροῦ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ὑπάρχον σύστημα ἀδύνατον εἶναι νὰ λειτουργήσῃ καλῶς, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψωσι τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐσυμβούλευσε νὰ ἀπόσχω τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἐξέλθω ἔξω, ὅπως ἐπιβάλω τὰς ἰδέας μου, βεβαίως δι’ ἐπαναστάσεως. Ἀνήκω ὅμως εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἔλαβον μέρος καὶ εἰς ἐπαναστάσεις καὶ μεταμελοῦμαι, κύριοι, διὰ τοῦτο σήμερον, ὅτε κρίνω τὰ πράγματα καλλίτερα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι αἱ δύο μεταβολαὶ, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1843 καὶ κατὰ τὸ 1862, ἦσαν λίαν πρόωροι, καὶ μεγάλως ἐζημίωσαν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσι τὸν Τόπον. Κρίνω σήμερον ψυχρότερον καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῆς ἡλικίας τὰ πράγματα, καὶ θεωρῶ, ὅτι τὰ Ἔθνη μετὰ μίαν ἐπανάστασιν εὑρίσκονται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς εὐθυμίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἄτομον, ὅταν ἐγείρηται ἀπὸ τράπεζαν κραιπάλης καὶ δὲν εἶναι κύριον τῆς πλήρους κρίσεως αὑτοῦ. Αἱ δὲ μεταβολαὶ, αἵτινες γίνονται διὰ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς μακρᾶς ἐπιμονῆς καὶ πειθοῦς, αὗται καρποφοροῦν καὶ ὑψοῦσι τὰ Ἔθνη. Τοιαύτας μεταβολὰς εὑρίσκετε ἐν Ἀγγλίᾳ, μεταβολὰς δὲ δι’ ἐπαναστάσεων ἐν Γαλλίᾳ. Παρατηρήσετε δὲ ὁποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο Ἐθνῶν. Διὰ νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1832 τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐδέησε νὰ γείνῃ πρὸ χρόνων μεγάλη καὶ ἐπίπονος ἐργασία, δραστηρία ἐνέργεια, συζήτησις μακρὰ καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιβληθῇ τὸ σωστικὸν αὐτὸ σύστημα τῆς ἐκλογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τὸ ὁποῖον μεγάλως ἀνύψωσε τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, καὶ τὸ ὁποῖον προχθὲς ἀκόμη μετεβλήθη διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ὑπῆρξε φρόνιμον εἰς ὅλας του τὰς πράξεις, εἰς ὅλους τοὺς θεσμούς. Τὸ δὲ parlamento, τουτέστιν ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων, ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ ἡ Βασιλεία ἀποτελοῦσι πάντοτε Ἐθνοσυνέλευσιν· τὸ μεγαλεῖον δὲ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς ἡ Ἀγγλία ὀφείλει πρὸ πάντων εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν μεταβολῶν, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς μεταδόσεως τῶν πεποιθήσεων τῶν ἑδραίων, τὰς ὁποίας πρεσβεύουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ν’ ἀπόσχω, θὰ μείνω δὲ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου! Ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἀπέκρυψαν τὰς ἰδέας αὐτῶν, ὅταν κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς· ῥητῶς δὲ ἐν τῷ προγράμματί μου εἶπον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι μου, καὶ ἐὰν θέλητε, ἐκλέξατέ με. Ἀκολουθῶν δὲ τοῦτο τὸ σύστημα, εὑρίσκομαι εἰς ἀσυνέπειαν; Καὶ κατὰ τὸ 1862 ὡς πληρεξούσιος ὑπεστήριξα τὴν Γερουσίαν, καίτοι νεώτατος τότε τὴν ἡλικίαν, τὴν ὑπεστήριξα δὲ μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ ἰδέα μας ἔπεσεν· ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἀπόσχωμεν τῆς πολιτικῆς; Οὔτε ἐγὼ ἀπέσχον, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης· ἔκτοτε πολιτευόμεθα διαρκῶς, ἐκτὸς διαλειμμάτων τινῶν· ὅταν γείνωσιν οἱ νόμοι, εἶναι σεβαστοὶ καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες τοὺς κατεψήφισαν· προσπαθοῦσι μόνον διὰ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς ἐπιμονῆς νὰ πείσουν εἴτε τὴν πλειοψηφίαν εἴτε τὸ Ἔθνος, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀκολουθῶ! Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ τελευταῖον πείραμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμα μὲ τὸ καθεστὼς πολιτικὸν σύστημα χάριν τοῦ κ. Τρικούπη, ἐντελῶς μὲ ἀπήλπισεν. Μετὰ 11 ἐτῶν ἀγῶνας καὶ μετὰ 15 ἐτῶν δοκιμασίας ποῦ κατηντήσαμεν! Δεχόμενοι τὸ σύστημα τοῦτο, ὁποῖον εἶναι σήμερον, πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν μὲ ὅλας τὰς συνεπείας του· αἱ δὲ συνέπειαι αὐταὶ ποῖαι εἶναι; ἡ ἐλεεινὴ καὶ ἀθλία κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Πολιτεία! Ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ὅστις ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ εἶχεν ἐκφέρει λίαν φιλελευθέρους ἰδέας· ὅταν ὅμως ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐφήρμοσεν ἀκριβῶς τὰς ἐναντίας! Κατεκρίθη τότε ἀπὸ Βουλευτὰς ἀντιθέτους· τῷ εἶπον «διατί σὺ ἐφέρθης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ εἶχες τὰς ἀντιθέτους ἰδέας»; Ἰδοὺ, κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τί ἀπήντησε: «Δὲν θὰ ἤμην πολιτικὸς ἀνὴρ, ἐὰν δὲν ἐπολιτευόμην ὅπως ἐπολιτεύθην· διότι ἐν τῇ πολιτικῇ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης». Κατὰ τίνα τρόπον θὰ πολεμηθῇ ἓν καθεστὼς συναλλαγῆς, εἰς οἷον εὑρισκόμεθα σήμερον σημεῖον; δι’ ἄλλου συστήματος συναλλαγῆς. Τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται ὁ ὑπερθεματισμὸς ἐπὶ τῆς συναλλαγῆς καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν Δημοσίων πραγμάτων. Τὴν ἀπόδειξιν δὲ τὴν ἔχετε ἐνώπιόν σας σήμερον. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· εὔχομαι μάλιστα νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον καὶ νὰ μὲ ἐξαγάγῃ τῆς πλάνης, ἀντὶ νὰ μὲ ἐνισχύσῃ περισσότερον εἰς τὰς ἰδέας μου, ὡς μὲ ἐνίσχυσεν ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Εὔχομαι ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὴν διοίκησιν, νὰ ἐμπνεύσῃ φρόνημα εἰς τὸν Τόπον, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ φρόνημα ἀποκαθιστᾷ τὰ Ἔθνη ἄξια νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των. Τί στρατὸν ζητεῖτε, ὅταν σήμερον οἱ κληροῦχοί μας ῥίπτωσιν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των ἀλογόπετραν διὰ νὰ ἐξαιρεθοῦν, καὶ δὲν ἔχουν κανὲν φρόνημα, ὅτι ἡ ὑπηρεσία των εἶναι ἡ εὐγενεστέρα καὶ πολυτιμοτέρα ὑπηρεσία ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Τελειώνω, κύριοι, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν—εὔχομαι νὰ μὲ διαψεύσῃ ἡ διοίκησις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως— ὅτι ὑπὸ τὸ ὑπάρχον σύστημα, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, οὔτε ἡ διοίκησις αὐτῆς, οὔτε οἱ νόμοι αὐτῆς δύνανταί ποτε νὰ εὐοδωθῶσιν· οἱ δὲ Ἕλληνες, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα αὐτὸ, θέλουσιν ἀποθάνει ἀπὸ φθίσιν καὶ ἀπὸ μαρασμόν! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§85Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 31 Ἰανουαρίου ε.ε ἤτοι ἀκριβῶς πρὸ 5½ μηνῶν, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐξετάζων τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, δι’ οὗ ἐξωγκοῦντο τὰ ἔσοδα, ὅπως δικαιολογηθῶσι τὰ ἔξοδα, καὶ φυσικὴ συνέπεια τοῦ ὁποίου ἤθελον εἶσθαι τὰ ἐλλείμματα, τὰ δάνεια καὶ νέοι φόροι. Ἦτο καιρὸς, ἔλεγον, νὰ παύσωσιν αἱ καυχήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἴχομεν περιέλθει εἰς τὸ σκληρὸν ἐκεῖνο σημεῖον, καθ’ ὃ ἐπεβάλλετο ἡμῖν ἓν καὶ μόνον καθῆκον, νὰ σκεφθῶμεν ταχέως κατὰ πόσον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προλάβωμεν τὸν στιγματισμὸν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς χώρας. Εὐτυχῶς ἡ ψηφοφορία τῆς 7 ἀπριλίου ἔθηκε τέρμα εἰς πολιτικὴν κατάστασιν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ παραταθῇ ἄνευ προφανοῦς κινδύνου καταστροφῆς τῆς πίστεως ἡμῶν. Ἐπὶ τριετίαν Ἀγωνισαμένη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἰδίᾳ τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος, ἵνα πείσῃ τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἀκολουθοῦσαν αὐτὴν, ὅτι κακῶς ὑπελόγιζον τὸ σθένος τοῦ τόπου, καὶ ἀπόνως ἐδαπάνων τὸ μετὰ τοσούτων μόχθων περισυναζόμενον Δημόσιον χρῆμα, ηὐτύχησε τέλος νὰ ἐφελκύσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις, πρακτικὸς καὶ νοήμων, δὲν ἐπλανήθη, ὡς εὐαρεστοῦνται νὰ ἐπαναλαμβάνωσιν, ἀλλ’ ἐν γνώσει τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, εἰς ὃ μᾶς ὡδήγουν, κληθεὶς νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων, πανηγυρικῶς ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμπολίτευσις γενομένη, ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐκπλήρωσιν καθιστῶσι δυσχερεστάτην αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς ἀνέλαβε τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅσον δυσχερεῖς καὶ ἂν ὦσιν αἱ περιστάσεις, ἡ νέα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐξαγάγῃ τὸν τόπον τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν οὗτος περιέστη, μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐν τῷ ἔργῳ αὐτῆς τούτῳ θέλει τύχει τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κατέδειξε τῳόντι, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης ἀμηχανίας. Ἔλλειμμα φοβερὸν βαρύνει τὸν τόπον, τὸ ὁποῖον οὔτε ν’ ἀποκρύψῃ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, οὔτε νὰ καλύψῃ ἐν τῷ βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι, καθ’ ὃ κυβερνᾷ τὴν χώραν. Καὶ ἐνῷ ὑφίσταται τοιοῦτον ἔλλειμμα, δὲν ἔχομεν πλέον καὶ νέους ἐκτάκτους πόρους, ἵνα καλύψωμεν αὐτό. Σπουδαῖα ἑπομένως καὶ σοβαρὰ καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας, οὔτε εἰς τὰς λεπτομερείας, οὔτε εἰς τὰς θεωρίας, ἃς ἀνέπτυξε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς πολλάκις ἐλάβομεν ἀφορμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ν’ ἀποδείξωμεν καὶ νὰ πείσωμεν τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν ἐκεῖνο οἰκοδόμημα ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς πλάνης. Ἀλλ’ ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν, τὸν εἰσελθόντα ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξάρῃ τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἰδίου αὑτοῦ συστήματος, καὶ νὰ ἐξυμνήσῃ οὐ μόνον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἥτις ᾤχετο ἀπιοῦσα, ἀλλὰ καὶ τὸν Κυβερνήτην τοῦ πολιτειακοῦ σκάφους ἐκεῖνον, ὅστις κατώρθωσεν ἐντὸς τοῦ λιμένος καὶ ἐν πλήρει νηνεμίᾳ νὰ μὴ τὸ διασώσῃ ἐκ τοῦ ναυαγίου! Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, μᾶς ἔλεγε τὴν πρωΐαν ὁ κ. εἰσηγητὴς, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ἡ κοινωνία, καὶ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ ποῖα μέσα προτείνονται πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, διότι μετ’ ἀγωνίας ἀναμένει νὰ μάθῃ ποῦ εὑρισκόμεθα. Καὶ δὲν ἔμαθε λοιπὸν ἀκόμη ὁ ἔντιμος συνάδελφος τίς ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ ἂν δὲν ἠθέλησεν αὐτὸς νὰ τὸ μάθῃ, νομίζει, ὅτι ἡ κοινωνία τὸ ἀγνοεῖ; Μετὰ διαχείρισιν τριετῆ, καθ’ ἣν ἐπεβλήθησαν φόροι περὶ τὰ 15 ἑκατομμύρια, ἐδιπλασιάσθησαν αἱ δαπάναι, ἐξηντλήθη ἓν δάνειον 170 ἑκατομμυρίων καὶ ἥτις ἀφίνει ἐλλείμματα ὑπὲρ τὰ 35 ἑκατομμύρια, ἔχει τὴν ἁπλότητα νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ κοινωνία ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τίς ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ τίνες οἱ δημιουργήσαντες τὴν κακοδαιμονίαν αὐτοῦ! Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνωμολόγησεν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἦτον ὀρθότερον νὰ ἐξετασθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, προσέθηκεν, ὅτι τὸ πεῖσμα καὶ τὸ πολιτικὸν πάθος δὲν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ἑπομένως ἠναγκάζετο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Σᾶς προανήγγειλε λοιπὸν, ὅτι πάνθ’ ὅσα εἶπεν δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἀπαθοῦς καὶ ἀμερολήπτου ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐτήρησε τὸν λόγον του. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν ἐξητάσθησαν οὕτω τὰ ζητήματα. Ἐκεῖ προσεπαθήσαμεν ν’ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοσοῦτον σοβαραὶ, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο νὰ κρύπτωμεν αὐτήν. Θέλω σᾶς ἐκθέσει ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ καὶ κεφαλαιωδῶς πῶς ἔχουσι τὰ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα πεισθῆτε καὶ λάβητε γενικήν τινα ἰδέαν περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Λυποῦμαι δὲ ὅτι, ἕνεκα τοῦ ὀλίγου χρόνου, ὅστις μᾶς ὑπολείπεται, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μείνωσιν καὶ ὀλίγαι στιγμαὶ, καθ’ ἃς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν νὰ δυνηθῶμεν οἱ βουλόμενοι νὰ προβάλωμεν τὰς δεούσας παρατηρήσεις. Τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1884 ἦσαν 86,122,000. Τὰ βεβαιωθέντα μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1885 ἀνῆλθον εἰς 63,112,000, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα 57,791,883. Ὥστε ἡ καθυστέρησις μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ὑπῆρξε κατὰ 10%, μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων κατὰ 25%, μεταξὺ δὲ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ 30%. Ἀλλὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1884, ἥτις λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1885, βεβαιωθήσονται πιθανῶς περὶ τὰ 4½ ἑκατομ. καὶ εἰσπραχθήσονται περὶ τὰ 4.000,000. Ὥστε, κατὰ ταῦτα, καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1884 θὰ ἔχωμεν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Προϋπολογισθέντα86,112,000
2)Βεβαιωθέντα 67,500,000
3)Εἰσπραχθέντα 62,000,000

Ὅθεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 24,000,000. Τὰ δ’ ἔξοδα τῆς αὐτῆς χρήσεως, μετὰ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, εἴτε δυνάμει Β. Διαταγμάτων εἴτε δυνάμει εἰδικῶν νόμων χορηγηθεισῶν, ἀνέρχονται εἰς 103,048,000.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐνετάλησαν πληρωμαὶ 83,965,918
Μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 2,500,000
86,465,918
Ἔμειναν ἀδιάθετοι 16,582,138
103,048,056

Ἐπὶ ὅλης δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1884

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Πληρωμαὶ ἐνταλθεῖσαι 86,465,918
Ἔσοδα εἰσπραχθέντα 62,091,162
Ἔλλειμμα κατὰ τ’ ἀποτελέσματα 24,374,356
Ἔχομεν λοιπὸν ἐλλείμματα ἀνεγνω-
ρισμένα 1882 5,245,000
1883 13,171,234
1884 24,374,356
42,790,590
Ἔλλειμμα ἐνδεικνύμενον τοῦ 1885 11,344,184
Τὸ ὅλον 54,134,774

Ἀπέναντι αὐτῶν ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐκ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. καὶ ἐξ ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων, δραχ. 37,458,280. Μένει ὑπόλοιπον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ταμείου δραχ. 16,676,494.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Ὀφείλομεν λοιπὸν ὡς ἀνωτέρω 16,676,494
2)Εἰς τὴν ὁδοποιΐαν 8,700,000
3)Εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, κτλ. 4,100,000
4)Εἰς κυκλοφοροῦντα ἕντοκα γραμμάτ. 3,200,000
32,676,494

Αὐτὰ τὰ 32½ ἑκατομμύρια χρειάζονται διὰ νὰ πληρωθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τόκοι καὶ χρεώλυτρα τῶν δανείων, ὑποχρεώσεις ἐπείγουσαι τῆς ὁδοποιΐας, ὑποχρεώσεις πρὸς τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρίας, καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Πόθεν θὰ πληρωθῶσι; Τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκποιήσῃ τὰς μὴ ἐκποιηθείσας ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Αὗται ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 230,000. Ἄν ἐκποιηθῶσιν ὅλαι, καὶ εἰς τιμὴν ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς ἐκδόσεως, ἤτοι πρὸς 330 δραχμὰς, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν ὅλῳ 75,900,000. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν θὰ πληρωθῶσιν αἱ προκαταβολαὶ, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ὁποίων εἰσὶν ἐνεχυριασμέναι. Θὰ πληρωθῶσι λοιπόν·

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Προκαταβολή 35,000,000
2)» 11,500,000
3)Ἐθνικῆς Τραπέζης 9,000,000
4)Προκαταβολαὶ παρούσης Κυβερνήσ. 7,500,000
Ἐν ὅλω 63,000,000

Ἄν ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων 75,900,000 ἀφαιρέσωμεν τὰ ἄνω 63,000,000, μᾶς μένει ὑπόλοιπον 12,900,000 ἵνα διαθέσωμεν αὐτὸ πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς μας ἐκ 32½ ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἅμα καταβάλωμεν τὰ 12,900,000 ἀπέναντι τοῦ χρέους μας, πάλιν θὰ μείνωμεν ἐντὸς τοῦ ἔτους ὀφειλέται 19,776,494, ἤτοι πάλιν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 20 ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὰς ἄλλας ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, τὰς παρακαταθήκας κτλ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἔχομεν, ἔχομεν συνάμα ἐξηντλημένον καὶ πάντα ἔκτακτον πόρον. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1885 ὑπελογίσθησαν εἰς 74 ἑκατομμύρια, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλα. Δὲν βλέπω δὲ πόθεν ἄλλοθεν δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν ἐπικουρίαν καὶ χεῖρα βοηθείας. Μόνον αἱ γενναῖαι καὶ ἐπείγουσαι οἰκονομίαι θὰ μᾶς σώσωσιν, ἀλλὰ περὶ τούτων κατόπιν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου ταμείου, καὶ ἐνῷ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ὡνωμολόγησεν ὅτι ἔχομεν κοινωνικὴν κατάστασιν ἔκρυθμον οἰκονομικῶς, φρονεῖ, οὗτος ὅτι δέον νὰ ἴδωμεν ἂν ὀφείλωμεν ταύτην νὰ συνδέσωμεν πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Προσέθηκε δὲ ὅτι μόνη Κυβερνητικὴ ἐνέργεια δυναμένη νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔσωσε τὸν τόπον ἐκ μειζόνων συμφορῶν. Τὴν ἰδέαν ταύτην συμπληρῶν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀνεθεώρησεν ἅπαντα τὰ μέτρα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ νικηταὶ τῆς 7 Ἀπριλίου ἀπεπλάνησαν τὸν λαὸν, διότι ἡ πρώην Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ τὸν βαρύνῃ προέβη τοὐναντίον εἰς ἐλαττώσεις ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ καὶ πέραν ἴσως τοῦ δέοντος. Ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τῶν ἐπιβληθέντων φόρων, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ αὐτοὺς, ἐπαναλαβὼν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐπὶ τριετίαν ἠκούομεν ἐνταῦθα, λησμονήσας ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 τὰ ἐκ φόρων νέα ἔσοδα ηὐξήθησαν κατὰ 15 περίπου ἑκατομμύρια, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ φορολογούμενος λαὸς διετέλει ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων του δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβάλῃ ὅλα τὰ ποσὰ, ὅσα παρ’ αὐτοῦ ἐζήτησαν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠρνήθη ὅτι ἡ ἄρσις αὐτῆς ὑπῆρξε πρόωρος καὶ ἀπότομος καὶ προεκάλεσε τὴν κρίσιν· ἠθέλησε δὲ νὰ σχολιάσῃ ὅσα περὶ τούτου ἐπ’ ἐσχάτων ἔγραψεν ὁ σοφὸς καθηγητὴς κ. Σοῦτσος. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι πρὸ τούτου οὐ μόνον ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις ἐπέκρινε τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀποτόμου ἄρσεως, καὶ προανήγγειλε τὰς σοβαρὰς συνεπείας, αἵτινες ἤθελον ἐπακολουθήσει, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Καλλιγᾶς τῆς αὐτῆς ἦτο γνώμης, καὶ μὴ δυνηθεὶς νὰ μεταπείσῃ τὸν τέως κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς ὤν, παρῃτήθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διότι ἐνόμιζεν ὅτι τῆς ἄρσεως ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων φόρων. Καὶ πάλιν δ’ ἐπανερχόμενος πρό τινων ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δι’ ἄρθρων αὐτοῦ ἐν τῷ τύπῳ, ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας κ. Μαγλιάνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ὅροι ἀπαιτοῦνται ὅπως ἡ ἄρσις μὴ ἀποβῇ ἐπιβλαβής· αʹ) ἀπαιτεῖται βεβαιωθεὶς Προϋπολογισμὸς ἀπολήγων εἰς πλεόνασμα, διότι καὶ τὸ ἁπλοῦν ἰσοζύγιον δὲν ἐξασφαλίζει ἀρκούντως· βʹ) ἀπαιτεῖται ἡ βεβαιότης ὅτι τὸ ἔθνος δύναται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ νὰ διατηρήσῃ τὸ πρὸς ἄρσιν ἀπαιτούμενον μεταλλικὸν κατὰ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Καὶ τῷ ὄντι τίποτε λογικώτερον, διότι ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔν τινι τόπῳ ὑποθέτει ἔκρυθμον οἰκονομικὴν κατάστασιν, κατὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖται ὡς ἀναγκαῖον τι φάρμακον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκλείψῃ πρῶτον τὸ αἴτιον, νὰ ἐπανέλθῃ ὁ τόπος εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, καὶ τότε νὰ γένηται σκέψις καὶ περὶ ἄρσεως, ἤτοι περὶ καταπαύσεως τοῦ φαρμάκου, ἀφοῦ παρῆλθεν ἤδη ἡ ἔκρυθμος κατάστασις. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐπανέλαβεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα πολλάκις ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν, πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ χρηματικὴ κρίσις προϋπῆρχεν. Ἀλλ’ ἂν ἡ κρίσις προϋπῆρχε, τότε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (συνεδρ. 12 Νοεμβρίου 1884) ἔβλαψεν ἡ ἄρσις, διότι καὶ καλὴ ἂν ἦναι ἡ ἄρσις, εἶναι μεταβολή, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἐν στιγμαῖς κρισίμοις ἐπαυξάνει τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ κολάσῃ τότε τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως δυσχέρειαν, προσέθηκεν ἀμέσως ὅτι τότε αὕτη δύναται νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξίν τινα εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὅτε γίνεται μόνη, ἀλλ’ ὅταν αὕτη συνδέεται μετὰ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ τόπῳ δεκάδων πολλῶν ἑκατομμυρίων, ὅταν κομίζωνται πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, 81,000,000 μεταλλικοῦ, ποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ στενοχωρία, ἀναπληρουμένου οὕτω τοῦ ἀποσυρομένου τῆς κυκλοφορίας κεφαλαίου διὰ ποσοῦ διπλασίου; Ἀλλὰ μὲ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, κύριοι βουλευταί, δὲν ἠδύναντο νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐσπουδαιολόγουν, καὶ ἂς μὴ λέγωσιν ὅτι οὗτος ἐπλανήθη κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου· διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶδε μόνον ὅτι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκλείσθησαν ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης, δὲν εἶδε δὲ καὶ νὰ εἰσρεύσωσιν εἰς τὸν τόπον τὰ τόσα ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπέσχετο ὁ τότε Πρωθυπουργός. Γνωρίζει δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἅμα συνέλαβε τὴν ἀπόφασιν περὶ ἄρσεως, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τραπέζης ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγορὰν κατὰ τῶν κακῶν τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατάστασιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἕνεκα πολλῶν περιστάσεων ὑπῆρχεν ἀνάγκη μείζονος κυκλοφορίας, ἡ ἀγορὰ ἐστενοχωρήθη, ὁ φόβος κατέλαβε τὰ κεφάλαια, καὶ ἡ κρίσις ἐνέσκηψε. Καὶ ποία καταστροφὴ μεγαλειτέρα θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζογραμματίων, ἐκείνης ἥτις ἐπῆλθεν ἀμέσως μετὰ τὴν ἄρσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας αἱ συναλλαγαὶ καὶ ἡ εἰσαγωγὴ περιωρίσθησαν κατὰ πολύ, τὸ ἐμπόριον ἐνεκρώθη, οἱ δὲ φορολογούμενοι περιῆλθον εἰς ἀπέλπιδα κατάστασιν, μὴ δυνάμενοι νὰ πορισθῶσι τὰ μέσα πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὑτῶν διὰ νὰ ζήσωσι καὶ αὐτοί, πληρώσωσι δὲ καὶ τοὺς φόρους των, τοὺς ὁποίους εἴχετε τὴν σκληρότητα νὰ εἰσπράττητε διὰ τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων; Καὶ ἐντούτοις, εἴδομεν τὰς εἰσπράξεις σας, διότι ἀπὸ 86 ἑκατομμύρια, εἰσεπράξατε μόλις 57, καὶ βεβαίως, διότι οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συνδεθῇ ἡ κακὴ αὕτη κατάστασις, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως, πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειάν σας; Ἀλλὰ καὶ προσέτι ἐπεβαρύνθη ὁ τόπος δι’ ἑνὸς μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐχρησίμευσε παρὰ μόνον διὰ τὴν ἄρσιν καὶ διὰ νὰ καλυφθῶσιν ἐλλείμματα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεώς σας. Ἰσχυρίζεται ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ὅτι ἅπας ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, τὰ ἐπιμελητήρια, οἱ σύλλογοι ἀπῄτουν ἐπιβλητικῶς ὡς μόνον μέσον σωτηρίας τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς καθολοκληρίαν ἀκριβές, διότι γνωρίζω ὅτι ὑπῆρχον καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ ἡ ἄρσις ὡς συνετελέσθη. Ἀλλὰ σήμερον ἂν καλέσητε τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον ἐμπορικὸν κόσμον, θὰ σᾶς εἴπῃ ὅλως τὰ ἐναντία. Θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς κυκλοφορίας ἐπαρκοῦς χρηματικοῦ ἀνταλλάγματος ἡ ἄνετος καὶ κανονικὴ κίνησις καὶ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ ἀνοίγονται αἱ νῦν στειρεύσασαι παραγωγικαὶ τοῦ Κράτους πηγαί. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ἐφέρατε σήμερον τὸν τόπον νὰ σκέπτηται περὶ ἐπανόδου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ταύτην, μέχρις οὗ πεισθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου, διότι φρονῶ ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἡ χειρίστη περὶ ἡμῶν ἰδέα ἐν Εὐρώπῃ, ἂν, μετὰ τόσας θυσίας, ἅς ὑπέστημεν χάριν τῆς ἄρσεως, σκεφθῶμεν, μετά τινας μόλις μῆνας, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, φρονῶ δὲ προσέτι, ὅτι καὶ τὸ ἐμπόριον θὰ διαταράξῃ, καὶ μεγάλαι δύνανται νὰ προκύψωσι ζημίαι. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἔσχε τὴν ἀγαθότητα ὁ κ. εἰσηγητής νὰ ψέξῃ τὸν κ. Σοῦτσον ἰσχυρισθέντα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βαίνει εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν ἡ Ἑλλὰς εἶχε καὶ ἔχει ἀκμαίας τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι πρωτότυπον, εἶναι ἀντίγραφον τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυρισθεὶς ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔζησε καὶ θὰ ζήσῃ, καὶ ὅστις χαίρων διὰ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος, ἔλεγε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους καὶ τὰ ἑξῆς: «ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς, ὅταν παρασταθῶμεν ἐνώπιον αὐτοῦ, νὰ γινώσκῃ ποῦ ἐστηρίχθημεν ἵνα πράξωμεν, ὅ,τι ἐπράξαμεν· θέλομεν ὅπως ὁ λαὸς μὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἡμῶν ὡς προσώπων, ἀλλ’ ὡς πολιτικῆς· ὅταν δ’ ὁ λαὸς ἐν ἐπιγνώσει ἀποφανθῇ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ποία θὰ ἦναι ἡ ἐτυμηγορία αὐτοῦ.» Καὶ ἡ ἐτυμηγορία αὐτοῦ ὑπῆρξεν, ὁποία ὑπῆρξε, διότι ἀπήντησεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἂν θέλῃ νὰ κυβερνήσῃ καὶ πάλιν τὴν χώραν. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, τίς ἐδημιούργησε τὰ ἐλλείμματα; Ὡμίλησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς περὶ κληροδοτηθέντος ἐλλείμματος. Ἀλλὰ σεῖς ἐξωφλήσατε τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος δι’ ὅσων εἰσεπράξατε, καὶ εἴπατε ὅτι τὸ ἔλλειμμά σας τοῦ 1882 ἦτο μόνον 3½ ἑκατομμύρια· ἦτο ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέκρινε μακρόθεν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὸ ἰσοζύγιον, τί λέγω; καὶ ἐπάτησε μάλιστα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς. Τότε οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἴχατε, πλὴν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ὅμως πῶς ἀφήσατε τὸν τόπον ἐξελθόντες τῆς Ἐξουσίας μετὰ τριετίαν; Λέγετε σήμερον ὅτι τὰ μέτρα σας ἀπέτυχον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν των, ὅτι ἐπέδρασαν ἐξωτερικαὶ καὶ ἐσωτερικαὶ περιστάσεις, ἡ κρίσις ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ψυχρότης τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας ἐπὶ τοῦ Ἀφγανικοῦ ζητήματος· καὶ φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κυρίως προέρχεται ἐκ τῶν φόρων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπιδρᾷ ἡ κατάστασις αὕτη, ἤτοι τῶν τελωνιακῶν, καὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως. Καὶ ὀρθῶς λέγετε. Τῷ ὄντι ἐπαισθητῶς περιωρίσθη ἡ εἰσαγωγή, διότι ἔπαυσαν αἱ συναλλαγαὶ ἕνεκα τῆς ἀχρηματίας, ἐπαισθητῶς ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις, δηλαδὴ, ἔπαυσεν ἡ κίνησις καὶ ἡ ζωὴ ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ τότε τί μένει εἰς ἡμᾶς; δὲν μένει ἢ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους καὶ νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν, ἀποζῶντες ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς καὶ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. εἰσηγητὴς μετὰ συγκινήσεως μᾶς συνεβούλευσε νὰ φροντίσωμεν ὅπως διὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς ἐργασίας δυνηθῶμεν νὰ σωθῶμεν. Ἀλλ’ ἡ συμβουλὴ αὕτη ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑψίστου, νὰ μὴ ἔχωμεν δὲ δι’ ἐλπίδος ὅτι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας. Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα· συνεβούλευσε δραστηριότητα περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ θρησκευτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων· συνεκινήθη μάλιστα ἐκ τῆς ἐπελθούσης τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ μνησθέντος νόμου, καὶ παρέστησε τὸ ἄτοπον καὶ ἀσύμφορον τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι βουλευταὶ, νὰ σᾶς ὑπομνήσω, τὶς ἦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ πρῶτος, ὅστις τὸν κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, μόλις ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἀνέπτυξα τὰς διαφόρους αὐτοῦ διατάξεις καὶ τὸν παρέστησα τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ὡς δημευτικόν. Εὐχαρίστως δὲ εἶδον ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκριθεῖσα εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, εἰσήγαγε τὰς γνωστὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε μετὰ τῆς προσθέτου τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ εὔγλωττος φίλος μου καὶ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος, ἐφ’ ᾧ καὶ τὸν συγχαίρω. Ὁ κ. εἰσηγητὴς προέβη κατόπιν εἰς τὸν ἔπαινον τῆς πρώην Κυβερνήσεως διὰ τὸ παρ’ αὐτῆς εἰσαχθὲν Δασμολόγιον, καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς τελωνιακῆς ζώνης, καὶ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν κτηνῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εὑρίσκω λόγους ἵνα συγχαρῶ τὴν πρώην Κυβέρνησιν οὔτε διὰ τὸ ἕν, οὔτε διὰ τὸ ἄλλο· διότι δὲν λησμονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Δασμολογίου περιωρίσθη κατὰ πολὺ ἡ εἰσαγωγή, καὶ ὅτι σύμπαν τὸ ἐμπόριον διεμαρτυρήθη· ἠδύνατό τις μάλιστα παράπονα ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐσκέφθη καὶ περὶ τούτου, ἂν καὶ ἡ περὶ τούτου μελέτη δεῖται χρόνου μακροῦ, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, μόλις πρὸ δύο μηνῶν ἀναλαβοῦσα τὴν Ἐξουσίαν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας θέλει εἰσαγάγει τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις· καθὼς ἐπίσης δὲν λησμονῶ καὶ τὴν καταστροφήν, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς τὴν ἐγχώριον κτηνοτροφίαν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν· Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παραλείψω πολλὰ διὰ νὰ σπεύσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ προϋποβληθεὶς ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀνέγραφεν ἔσοδα ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ 15,395,560, διότι ἐθεωρήθησαν ὡς ἐξωγκωμένα τὰ ἐν τοῖς διαφόροις κεφαλαίοις ἀναγραφέντα, καὶ διότι, ὅταν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παρατηρῆται μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων, καὶ συνεπῶς σταθερὰ καθυστέρησις, δὲν συμβάλλει εἰς τὴν πραγματικὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐγγραφῆς ἐσόδων βεβαιωθέντων μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν, οὐδέποτε δὲ εἰσπραττομένων. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως Προϋπολογισμοῦ τὰ ἔσοδα ηὐξήθησαν ἕνεκα μὲν κακοῦ ὑπολογισμοῦ κατὰ 1,910,430, ἕνεκα δὲ νομοσχεδίων εἰσαχθέντων κατὰ 1,850,169, ἤτοι κατὰ 3,760,599, ὥστε ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ ἀνέρχεται εἰς 11,634,961· ἑπομένως, ἀντὶ τῶν Προϋπολογισθέντων διὰ τοῦ προϋποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ 85,641,547, τὰ ἔσοδα, τὰ ζητούμενα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς 74,006,586. Ἀλλ’ ὁποῖος ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; ἀνήρχετο μόνον εἰς 86,352,933, ὄχι· διότι ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος δὲν περιελάμβανεν ὅλας τὰς δαπάνας.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἔχομεν λοιπόν 86,352,933
Παρέλειψε τόκους καὶ χρεωλύσια 2,178,796
» ἀπὸ διαφόρους ὑπηρεσίας 3,105,786
» κεκλεισμένων χρήσεων ἀπαιτη-
τῶν καὶ ἀνεγνωρισμένων 1,161,860
Προστίθεται πίστωσις διὰ σιδηροδρόμους. 4,100,000
96,899,001
Ἐκ τούτων ἀφαιρῶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑται-
ρίας, διότι ζητηθήσεται εἰδικὴ πίστωσις 800,000
Ὁ προϋποβληθεὶς λοιπὸν Προϋπολογισμὸς
ἐξόδων ἀνήρχετο εἰς δραχ 96,099,001
Ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἐξόδων τῆς παρού-
σης Κυβερνήσεως ἀνέρχεται εἰς 85,350,770
Προστίθενται διὰ τὴν αἰτηθεῖσαν πίστω-
σιν σιδηροδρόμων 4,100,000
89,450,770
Κατὰ ταῦτα, ἐὰν ἐκ τῶν 96,099,001
Ἀφαιρέσωμεν τὰ 89,450,770
Ἔχομεν προϋπολογισμὸν ἐπὶ ἔλαττον
διὰ τὴν βʹ. ἑξαμηνίαν 7,648,231

Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γενομένας οἰκονομίας. Ἐπὶ τροχάδην θὰ διέλθω, κ. βουλευταί, τὰ τῶν ἐξόδων ἐν τοῖς διαφόροις ὑπουργείοις, διότι βλέπω καὶ αἰσθάνομαι, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει, δύνασθε δὲ νὰ εὕρητε εἰδικώτερον τὰ περὶ τούτων ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἡμῶν. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν διαφόρων δανείων ἐτακτοποιήθησαν, συνεπληρώθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μέχρι τοῦδε πραγματοποιηθέντων δανείων, ἐλλειπῶς ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν προϋποβληθέντα, καὶ προσετέθησαν νέαι πιστώσεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων τόκων κτλ. Εἰς τὸ Κεφάλαιον τὸ προσωπικὸν, ἐγένετο ἐλάττωσις ἀπὸ καθαρὰν οἰκονομίαν ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς βʹ. ἑξαμηνίας, καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν κατάργησιν οὐχὶ ἀπαραιτήτων θέσεων ὑπαλλήλων καὶ μαθητευομένων ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐπιμισθίων ἄνευ νόμου χορηγουμένων, ἀπὸ τὸν περιορισμὸν τῶν γραφικῶν ἐξόδων εἰς τὰ ἀπολύτως ἀπαιτούμενα καὶ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν κατωτέρου καὶ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ παρὰ ταῖς Οἰκονομικαῖς Ἐφορείας καὶ τοῖς Ταμείοις τῶν κατωτέρων τάξεων, ὧν ἡ ἔλλειψις δὲν βλάπτει τὴν ὑπηρεσίαν. Εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ φόρων, προσετέθησαν ὀφειλόμεναι ὑποχρεώσεις, αἱ δὲ ἐλαττώσεις, ἀνερχόμεναι εἰς 1,179,621, εἰσὶ καθαραὶ καὶ διαρκεῖς οἰκονομίαι γενόμεναι ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς βʹ. ἑξαμηνίας ἐκ διαφόρων προσωπικῶν ἀποδοχῶν, κακῶς ἐκτιμηθεισῶν ἐν τῷ προϋποβληθέντι Προϋπολογισμῷ, ἢ ἄνευ ἀνάγκης, ἢ διατηρήσεως θέσεων ἧττον ἀναγκαίων. Ἤδη κατηργήθησαν θέσεις τελωνιακαὶ δυσανάλογοι πρὸς τὰς προσόδους, ἃς βεβαιώουσιν. Ὀργανίζεται ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον τὸ Ἐθνικὸν Σφραγιστήριον τοῦ ὁποίου ἡ σπουδαία ὑπηρεσία δὲν ἐκανονίσθη μέχρι τοῦδε διὰ Νόμου. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐργοστασίων τοῦ καπνοῦ διεῤῥυθμίσθη ἀναλόγως τῶν πραγματικῶν αὐτῆς ἀναγκῶν καὶ τῆς παραγομένης προσόδου ἐπαρκῶς καὶ μετ’ οἰκονομίας, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῇ ὁ ψηφισθεὶς περὶ τοῦ ἐσόδου τούτου νέος Νόμος· αἱ δαπάναι τῶν μονοπωλείων ὡρίσθησαν ἐντὸς τῶν πραγματικῶν ἀναγκαίων ὅρων, τὰ δὲ ἔξοδα τῆς Δασονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν Δημοσίων κτημάτων λελογισμένως περιωρίσθησαν εἰς ὅ,τι λογικῶς ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐν συνόλῳ δὲ αἱ ἐλαττώσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς 1,312,444. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς 415,000. Τ’ ἀφαιρεθέντα ποσά, ἀφορῶντα κυρίως εἰς προσωπικὰς ἀποδοχάς, εἰσὶ πραγματικαὶ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ βʹ. ἑξαμήνου, αἵτινες δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος δύνανται νὰ λογισθῶσιν εἰς τὸ διπλάσιον διαρκῶς, διότι αἱ ὑπηρεσίαι, εἰς ἃς ἀνῆκον, ἐκανονίσθησαν διὰ Νόμου οἰκονομικωτέρου. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ αἱ ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς δραχ. 192,000 καὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν μισθοδοσιῶν, προσωπικῶν ἀποδοχῶν, καὶ διότι μένουσι πολλαὶ θέσεις κεναί. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς δρ. 437,750. Εἶναι δὲ καθαραὶ οἰκονομίαι, διότι προέρχονται ἀπὸ κατάργησιν περιττῶν θέσεων καὶ περιορισμὸν ὑπερόγκων ἐξόδων. Τὰ περὶ τούτου εἰδικώτερον εὑρίσκετε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τῇ συνοδευούσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Ὑπουργεῖον Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Αἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ γενόμεναι ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς δρ. 666,000, γενόμεναι ἐπὶ μισθοδοσιῶν καὶ ἄλλων προσωπικῶν ἀποδοχῶν, μετὰ συγχρόνου καταργήσεως τῶν διαφόρων θέσεων, καθὰ εἰδικώτερον ἐκθέτει ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς· ὀφείλω μόνον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ἐπεκτεινομένην καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς θέλετε εὕρει γνώμας καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐπί τινων ἐκ τῶν γενομένων οἰκονομιῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν της κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦ προϋποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ ἐζητήθησαν πιστώσεις κατὰ πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν ἀπαραιτήτως ἀπαιτουμένων διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δι’ αὐτοῦ προσδιορισθείσης δυνάμεως ἀνδρῶν 30,652 καὶ κτηνῶν 3,527, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κατονομασθεισῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν· διότι, ἐνῷ ἡ ἀνωτέρω δύναμις δὲν περιωρίσθη, ἐνῷ πᾶσαι αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐπιτραπεῖσαι ὑπηρεσίαι, ἐλειτούργησαν, ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰ διάφορα Κεφάλαια, ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἐξηγητικῶν φύλλων, ποσὸν δρ. 2,849,604, διὰ κενὰς δῆθεν θέσεις· βραδύτερον δὲ διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 28 Φεβρουαρίου ε. ε. ἕτερον ποσὸν ἐκ δραχμῶν 949,000 καὶ οὕτω προϋπελογίζετο δαπάνη δρ. 17,745,724, ἐν ᾧ ὑπῆρχε βεβαιωμένον ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 μετὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἔφθασε καὶ 21,806,840, διὰ νὰ διατηρήσῃ δύναμιν ἴσην πρὸς τὴν ἀναγραφεῖσαν καὶ διατηρηθεῖσαν διὰ τὸ 1885. Τὸ σύστημα τῶν αὐθαιρέτων ἐλαττώσεων τῶν εἰς χρήματα πιστώσεων ἄνευ ἀναλόγου περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως, ἐφαρμοσθὲν τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀπέδειξε τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν προσωρινὴν ἀφετηρίαν, ἐκ τῶν προτέρων προωρισμένην νὰ συμπληροῦται διὰ νέων πιστώσεων, καὶ οὐδετέρωσε πᾶσαν σπουδαίαν μελέτην ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀποβλέπουσαν πρὸς τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα. Διὰ τοῦ νῦν εἰσαγομένου Προϋπολογισμοῦ ζητοῦνται δαπάναι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 2,469,693 ὡς εὑρίσκετε τὰς περὶ τούτου λεπτομερείας ἔν τε τῇ ἐκθέσει ἡμῶν καὶ ἐν τῇ ἀπὸ 25 Ἰουνίου ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τούτου ἡ Ἐπιτροπή, ἔχουσα γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἔχουσα γνῶσιν τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύψωμεν ἄνευ γενναίας τινὸς ἀποφάσεως, ἀναγνωρίζουσα, ὅτι ἡ διὰ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἐγγραφομένη πίστωσις εἶναι προφανῶς δυσανάλογος πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους — διότι, ἐὰν εἰς τὰ 23,000,000 ἅτινα δαπανῶνται εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, προσθέσητε τὰ 34,000,000 τοῦ Δημοσίου χρέους, ἔχομεν ἐν ὅλῳ τὸ στρογγύλον ποσὸν 57,000,000 δαπανωμένων εἰς τὰς δύο ταύτας ἀνάγκας ἀπέναντι εἰσπράξεων μόλις ἀνερχομένων εἰς τὰ 60–62 τὸ πολὺ ἑκατομμύρια, ὥστε διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πέντε ὑπουργείων δὲν ὑπολείπονται ἢ 3–5 ἑκατομμύρια—καὶ αἰσθανομένη ὅτι τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ, ἡ Ἐπιτροπὴ, λέγω, ποιουμένη ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ προτείνῃ ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ προσεχοῦς ἔτους αἱ πιστώσεις καὶ τῶν δύο Ὑπουργείων ὁμοῦ, μὴ ὑπερβῶσι τὰ 15,000,000. Ἀλλὰ συνάμα παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐπιζητήσῃ διὰ διοικητικῶν μέτρων, ἰδίως δι’ ἀδειῶν, τὴν ἐλάττωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πιστώσεως. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. Αἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ γενόμεναι ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς 992,000. Ἐκ τῶν πολεμικῶν πλοίων δέκα διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ, δέκα ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ τὰ λοιπὰ παροπλίζονται, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ναυτῶν περιορίζεται εἰς 1413. Ἐκ τούτων καὶ ἐξ ἄλλων οἰκονομιῶν, ὁ εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς φέρει δαπάνας κατὰ 200,000 δραχ. ὀλιγωτέρας ἐκείνων τοῦ προϋποβληθέντος. Εἰς ταύτας ὅμως δέον νὰ προστεθῶσι καὶ 768,000, αἱ εἰς τὸν προϋποβληθέντα ἀφαιρεθεῖσαι ἀδικαιολογήτως, ὡς ἀναφέρω ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἃς ἐνέκρινεν, ὑπερβαίνει πραγματικῶς τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφεισῶν κατὰ δραχμὰς 768,000. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἐπασχολήσω πλειότερον, διότι ἀνώτερον καθῆκον καὶ συμφέρον εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, γνωστὸν δὲ ὅτι ἴσως αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον συνεδρίασιν. Διὰ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεών μου ἠθέλησα μόνον νὰ σᾶς παραστήσω τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι εὐχάριστος, καὶ δέον νὰ ἐφελκύσῃ σύντονον τὴν μελέτην καὶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι κακὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ νὰ προσπαθῶμεν καὶ σήμερον ἔτι νὰ δικαιολογῶμεν τὰ ἀδικαιολόγητα. Καὶ ἠπόρησα, ὅταν εἶδον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ἐπεζητήθη ἡ ἀπολογία τοῦ πρώην συστήματος. Φαίνεται, ὅτι ἀπέβαλον τὴν ἰδέαν νὰ κυβερνήσωσι καὶ πάλιν τὸν τόπον· διότι, ἐὰν εἰς τοῦτο ἀπέβλεπον, ὤφειλον τέλος πάντων νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐξέλθωσι τῆς πλάνης, εἰς ἣν ἐπὶ τριετίαν διετέλουν. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ παρασκευῶν, περὶ σιδηροδρομικῶν συμπλεγμάτων καὶ περὶ μέσων συγκοινωνίας, οἱ ἐξαντλήσαντες ὅλους τοὺς πόρους τοῦ τόπου καὶ ἐγκαταλιπόντες αὐτὸν εἰς ὅ σημεῖον τὸν ἐγκατέλιπον· καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς, ὡσεὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ συνίστατο εἰς τὸ περιαγαγεῖν τὸν τόπον εἰς ὅ σημεῖον τὸν περιήγαγον. Καὶ λησμονοῦσιν, ὅτι βάσις τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, βάσις πάσης σπουδαίας παρασκευῆς εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων, διότι μόνον διὰ ταύτης θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. Τὴν Ἑλλάδα πάντες ἀγαπῶμεν, ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου δ’ αὐτῆς ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα. Δὲν εἶναι καιρὸς ἤδη νὰ ἐρίζωμεν περὶ τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ παρελθόντος. Ἔχομεν πάντες τὸ καθῆκον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ τὴν παγίωσιν τῆς διασαλευθείσης πίστεως ἡμῶν, ἐὰν πράγματι ποθῶμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς της. (Εὖγε ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπιδοκιμασίαι.)

§86Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω διὰ τὴν αὔριον...

§87ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἀρκεῖ πλέον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ τελειώνωμεν σήμερον ὁ Προϋπολογισμὸς κατέστη Ἀπολογισμὸς (διάλογοι).

§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ καθ’ ἃ γνωρίζω, πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀνυπομονοῦσι νὰ καταλίπωσι τάς Ἀθήνας, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν πατρίδας ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης συγκομιδῆς τῶν προϊόντων των, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ μὴ κατορθωθῇ μετὰ τὴν αὔριον συνεδρίασις ἄλλη.

§89ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπερβέβαιον.

§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡμεῖς μὲν κατεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν παρακαλοῦντες τοὺς κκ. βουλευτὰς νὰ παρατείνωσιν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν διαμονήν των ἐν Ἀθήναις...

§91ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπολείπεται πλέον εἰμὴ μία μόνον ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, διὰ τοῦτο εὐχόμεθα καὶ ἐὰν ἦνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην, διὰ νὰ περάνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀγορεύσῃ, νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἀπόψε καὶ ἐπιμένῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον αὔριον, βεβαίως θέλομεν ἐνδώσει.

§93ΤΙΝΕΣ. Ἀπόψε, ἀπόψε.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὸν λόγον.

§95Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε;

§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα θὰ τελειώσωμεν.

§97ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται τοῦ λόγου ὁ κ. Οἰκονόμου.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1885.

§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κεφ. Αʹ. τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων κακῶς ἐσημειώθη εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους· τὸ ποσὸν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ 2 Κεφαλ. τῶν ἐμμέσων φόρων. (Ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον ὁλόκληρος ὁ πίναξ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων).

§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτως ἐτελείωσεν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκκρεμῆ, καὶ αὔριον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διὰ τεχνητῶν ἔργων ἀποκαταστάσεως εἰς ἰχθυοτροφεῖον τοῦ πρὸς τὸν μυχὸν τοῦ κόλπου Ἀργοστολίου μέρους αὐτοῦ τοῦ ἐπιλεγομένου «Κούταβος».

§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήθη γνωμοδότησις περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς δημοσίου ὑγείας τῆς πόλεως Ἀργοστολίου καὶ τῶν πέριξ μερῶν αὐτῆς ἡ μετατροπὴ τοῦ μυχοῦ τοῦ λιμένος Ἀργοστολίου εἰς ἰχθυοτροφεῖον. Ἁρμόδιοι νὰ γνωμοδοτήσωσιν ἦσαν οἱ ἰατροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸν τόπον· διότι, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ τις τὸν τόπον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ μεταβολὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιφέρῃ. Ἠρώτησα λοιπὸν ἰατροὺς γνωρίζοντας τὴν πόλιν Ἀργοστολίου καὶ τὰ περίχωρα Ἀργοστολίου, καὶ αὐτοὶ μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὡς ἔχει νῦν ὁ μυχὸς ἐκεῖνος, ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καὶ παρασκευάζονται μιάσματα, τὰ ὁποῖα μεταδίδονται εἰς τὰ περίχωρα, διότι ὁσημέραι συμβαίνουσι προσχώσεις, τὰ δὲ χώματα, καταπίπτοντα καὶ ἀναμιγνυόμενα μετὰ θαλασσίου ὕδατος καὶ μετ’ ἄλλων φυτικῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖ ὑπάρχουσι, καὶ σηπόμεναι παρασκευάζουσι τὰ μιάσματα, ὅτι ὅμως ἡ μετατροπὴ τοῦ μυχοῦ εἰς ἰχθυοτροφεῖον θέλει συντελέσει οὐσιωδῶς εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλίματος, διότι θέλει γείνει ἀνασκαφὴ τοῦ μέρους ἐκείνου διὰ νὰ τεθῶσι τὰ ἀγγεῖα, τὰ ὁποῖα θέλουσι περιλάβει τοὺς γόνους τῶν ἰχθύων, καὶ θέλει βαθυνθῆ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λιμένος. Καὶ ὅμως, μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις ταύτας, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ λάβω καὶ ἕτερα μέτρα, καὶ ἐκάλεσα τὸν συναλλαξάμενον μετ’ ἐμοῦ, ὅστις συνωμολόγησε πρόσθετον ὅρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει νὰ συστήσῃ φυτώρειον ἐξ εὐκαλύπτων πέριξ τοῦ μέρους ἐκείνου καὶ καταστήσῃ δενδροστοιχίαν ἐκεῖ οὐχὶ μόνον ἵνα μειώσῃ ἀλλὰ καὶ ἵνα ἄρῃ πᾶσαν νοσηρὰν αἰτίαν ἐκεῖ ὑπάρχουσαν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τὸ πρόσθετον αὐτὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράψαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω. (Ἀναγινώσκει).

§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά. (Εἶτα ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μετὰ τοῦ προσθέτου ἄρθρου κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.) (Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια ά) περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων περὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ· βʹ) περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ᾼΝΔʹ νόμου περὶ καταχωρίσεως Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· γʹ) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1884 ἐκ δραχμῶν 75,000).

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυλακῶν ἐν γένει καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.

§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὡς κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας συνταχθεῖσα καὶ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ τροπολογία αὕτη περιλαμβάνει ὅλας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιελάμβανε τὸ Ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).

§107ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ δύο ἔτη, παρακαλῶ, νὰ γίνουν τρία.

§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 παραδέχεται ὡς ἐλάσσονα ὅρον ἓν ἔτος· ἐγὼ ἔθεσα εἰς τὴν τροπολογίαν μου δύο ἔτη.

§109ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1836 παρῆλθον 50 ἔτη, κύριε Κωνσταντόπουλε.

§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τρία ἔτη εἶναι προτιμότερον, κύριε Κωνσταντόπουλε. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ 1 ἄρθρον μετὰ τῆς τροπολογίας τῶν τριῶν ἐτῶν· ὁμοίως ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 2).

§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ μετὰ τὸ «εἰς δὲ τὰς ἐξεταστικὰς τὰς ἐπανορθωτικὰς» νὰ τεθῇ «καὶ τὰς ποινικὰς φυλακάς»· καὶ προσέτι «ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου προεδρεύοντος, τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ Δημάρχου», καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «ἐν οἷς δὲ μέρεσι δὲν ὑπάρχουν κτλ.» διότι τοιαύτας φυλακὰς δὲν ἔχομεν.

§112ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν εἰς τὴν Αἴγιναν.

§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Αἴγινα ὑπάγεται εἰς τὰς Ἀθήνας.

§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Αἰγίνης εἶναι ποινικαὶ φυλακαὶ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836.

§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Διάταγμα προϋποθέτει ἀναγκαίας συνεργασίας καὶ τὴν ἐν νυκτὶ ἀπομόνωσιν.

§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου θὰ χαρακτηρισθῇ ἡ φυλακὴ Αἰγίνης διὰ Β. Διατάγματος ὡς σωφρονιστήριον, καὶ θὰ ὑπάγεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν.

§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ εἰπῆτε· ὑπάγεται.

§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν «ἐν οἷς δὲ μέρεσι δὲν ὑπάρχει κτλ.» πρέπει νὰ διαγραφῇ.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον).

§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὀνομάσητε τὰς φυλακὰς Αἰγίνης σωφρονιστήριον πρὶν τὰς μεταβάλλετε διὰ Β. Διατάγματος.

§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπον. Τώρα θὰ σημειωθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον «ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς Αἰγίνης».

§122Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶνε ἀνάγκη φυλάκων εἰς τὰς ἐξεταστικὰς φυλακὰς, τί θὰ κάμετε; Πρέπει νὰ προστεθοῦν φύλακες, ἵνα δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ.

§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἷς φύλαξ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 50.

§124ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἐπιστάτης δὲν εἶνε ἀνάγκη ν’ ἀπουσιάζῃ ὁλόκληρον ἡμέραν καὶ νὰ κάθηται εἰς τὸ καφενεῖον· πρέπει νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Ὅταν δὲ ἀπουσιάζῃ ἐπ’ ὀλίγην ὥραν, ν’ ἀφίνῃ ἕνα τῶν ἐλαφροποίνων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς φρουρᾶς.

§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρότασίν σας, κύριε Κωνσταντόπουλε, λέγετε ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ τέσσαρες τελευταῖαι παράγραφοι τοῦ νομοσχεδίου μας· μία ὅμως παράγραφος, ἡ περιλαμβάνουσα τὴν διάταξιν, ὅτι δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν αἱ φυλακαὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς χάριν οἰκονομίας, πρέπει νὰ προστεθῇ.

§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω μετὰ τὴν γενομένην ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀδύνατον πλέον εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ὑπάλληλος νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβλέπῃ δύω καταστήματα φυλακῶν· ἄλλως τε πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐπιστάται τῶν ποινικῶν φυλακῶν εἶνε ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Νομάρχου, οἱ δὲ ἐπιστάται τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν Εἰσαγγελέων.

§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ὡς δυνητικὴ χάριν οἰκονομίας, οὕτω «ἐν οἷς μέρεσιν ὑπάρχουν πλείονα τοῦ ἑνὸς καταστήματος φυλακῶν, δύναται νὰ διευθύνῃ πάντα ταῦτα ὁ διευθυντὴς κτλ. ἢ ἐπιστάτης ποινικῶν φυλακῶν». Ἐδῶ τελειώνει τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη). (Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου).

§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βʹ. παράγραφος πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ· διότι, ἀφοῦ θ’ ἀναπληρῶσι προσωρινῶς τοὺς ἐπιστάτας ἢ διευθυντὰς δημόσιοι ὑπάλληλοι Ἕλληνες, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροποποιήθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον).

§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει τροπολογία ἐκ μέρους διαφόρων βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἀναγινώσκω «διορίζεται εἰς μὲν τὰ σωφρονιστήρια διευθυντὴς καὶ ὁ διατελέσας βουλευτὴς ἐν δὲ ταῖς ποινικαῖς καὶ ἐξεταστικαῖς φυλακαῖς καὶ ὁ διατελέσας Δήμαρχος ἢ Ἀστυνόμος».

§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶνε ἀναξιοπρεπὲς διὰ τοὺς βουλευτάς.

§131ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶνε ἐξευτελιστικόν.

§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ὑποστηρίζω· τὴν τροπολογίαν ἁπλῶς ἀνέγνωσα.

§133ΧΟΪΔΑΣ. Οἱ βουλευταὶ νὰ διορίζωνται ἐπιστάται φυλακῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐγκλείωνται οἱ Ὑπουργοί.

§134ΤΡΑΚΑΣ. Ἐπειδὴ εἶνε ἀναξιοπρεπὲς διὰ τοὺς βουλευτὰς, ἔχω μίαν ἄλλην πρότασιν «διορίζονται προσέτι εἰς τὰς ἀνωτέρω θέσεις καὶ οἱ χρηματίσαντες ὡς δημαστυνόμοι».

§135ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§136ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσι φύλακες καὶ οἱ διατελέσαντες ἐπιστάται.

§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ μείζονα λόγον δύνανται νὰ διορισθῶσι φύλακες οἱ διατελέσαντες ἐπιστάται. Ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).

§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου; Εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεγάλας μεταβολάς· ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι αἱ μεταβολαὶ, αἵτινες ἔπρεπε νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἦνε καὶ ἐπὶ τῶν βάσεων τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ κατορθώσω καὶ συντάξω τοιοῦτον νομοσχέδιον διὰ νὰ εἰσαγάγω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ προτείνω νομοσχέδιον προσωρινὸν διὰ τὸ ἔτος 1885, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν μετεβάλλετο μὲν ἡ βάσις τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐμειοῦτο ὅμως τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, καὶ μετεβάλλοντο καὶ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἡ μείωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, ἐπροτείνετο διὰ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ καταθληπτικὸν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλὰ καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν διατάξεων περὶ βεβαιώσεως μοὶ ἐφαίνετο ἀναγκαία διὰ νὰ ἐλαττωθῇ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ καταθλιπτικὸν τοῦ νόμου. Εἶναι δὲ ἐπὶ τοσοῦτον καταθλιπτικὸς ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ συντάξασα καὶ ἐκτελέσασα αὐτὸν, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἐν πολλαῖς πόλεσι καὶ κώμαις. Καὶ περιωρίσθη ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἄλλαις μεγάλαις πόλεσι. Παρετήρησα ὅμως ὅτι αἱ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου, τὰς ὁποίας περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐγένοντο ἀντικείμενον πολλῶν συζητήσεων ἐκ μέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ ὅτι πολλοὶ νομίζουσιν, ὅτι εἶνε προτιμότερον νὰ διατηρηθῶσιν αἱ νῦν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχουσαι διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων. Ἐπροτάθη δὲ καὶ τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Μαντινείας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη περὶ μεταβολῆς τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, πρέπει μόνον νὰ περιορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τοιαύτην γνώμην, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Κάμνω μίαν παρατήρησιν ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὴν τροπολογίαν, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶνε πλήρης· δὲν ζητεῖ μόνον τὴν μείωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐπιφέρει μεταβολὴν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, διότι παραλείπει νὰ κάμῃ τὰς ἐξαιρέσεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1.

§139Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξαιρέσεις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ.

§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἐὰν δὲν ἔχετε νὰ κάμετε μεταβολὴν καὶ δέχεσθε τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου......

§141Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει).

§142ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰς ἐξαιρέσεις, λέγει (ἀναγινώσκει.)

§143Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἔχει εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁ νόμος.

§144ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἡ τροπολογία τροπολογεῖ τὸ 1 ἄρθρον.......

§145Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὰς ἔχει τὸ 2 ἄρθρον.

§146ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει).

§147ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους οἴνους;

§148ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶνε ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, μόνον τὸν φόρον νὰ ἐλαττώσῃ καὶ οὐδὲν πλέον.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2.

§151ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε πλέον ἄρθρον 2· διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύει ὁ ὑπάρχων νόμος.

§152ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).

§153ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 παρὰ 20|60 Μ. Μ).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
2Τῆς 17 Ἰουλίου 1885.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 9½ Π. Μ.
5(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ
6πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώ-
7θησαν).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ ἐξ Ἀργοστολίου Ἀνα-
9στασίου Σ. Μαζαράκη, αἰτοῦντος ἀσυδοσίαν τῶν πρώτων
10ὑλῶν τῆς κηρουργίας.
11§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
12§3ΤΖΑΝΕΣ. Προχθὲς ἐνεχείρισα μίαν ἀναφορὰν τοῦ γέ-
13ροντος Βεροίνου· τί γίνεται αὐτὴ ἡ ἀναφορά;
14§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ θὰ εἶνε εἰς τὰ ἔγγραφα.
15§5ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ σεβαστὸν Προεδρεῖον
16αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν νὰ τὴν ἀνεύρῃ καὶ τὴν ἀποστείλῃ
17εἰς τὸ ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἀνα-
18φέρεται γέρων ἀγωνιστὴς, λείψανον τοῦ ἀγῶνος καὶ ὑπάλ-
19ληλος τόσων ἐτῶν, ζητῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν κάτι τι νὰ τῷ
20παράσχῃ εἰς τὸ γῆράς του.
21§6Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν,
22κύριοι, ἐζήτησα ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
23καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν, ἐμφαίνουσαν τί
24ἐδαπανήθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν ἀπὸ Λαμίας
25μέχρι Καρπενησίου καὶ ἀπὸ Ἀταλάντης μέχρι Λαμίας.
26Εἰς τὸ διάβημα τοῦτο προέβην, κύριοι, ὄχι ἀσκόπως καὶ
27τυχαίως, ἀλλ’ ἐπιδιώκων ἕνα τινὰ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἤδη
28θέλω δηλώσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἐλησμονή-
29σατε βεβαίως, ὅτι κατηρτίσθη Ἐπιτροπὴ Ἐξεταστικὴ τῶν
30πραγμάτων, ἐντολὴν ἔχουσα τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον
31τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδο-
32ποιΐας κλπ. ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὅ,τι ἐζή-
33τησα χθὲς, κύριοι, ἔχει μεγίστην σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα
34τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, προέ-
35βην δὲ εἰς τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ, ὅσον
36τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅπως ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ τῆς
37ὁποίας πρόκειται· διότι ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς
38μελέτης τῶν καταστάσεων τούτων θέλει εὑρεθῆ εἰς εὐά-
39ρεστον θέσιν ἡ Βουλὴ, ἵνα κρίνῃ ἀσφαλῶς καὶ ὀρθῶς περὶ
40τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἀπωτέρω
41παρελθὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ.
42Ἐὰν, κύριοι, δὲν πράξωμεν τοῦτο, ἤτοι δὲν συγκρίνωμεν τὸ
43ἀπωτέρω παρελθὸν πρὸς τὸ ἐγγὺς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμεθα
44εἰς κατάστασιν νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην καὶ ἀπόφασιν ἀμε-
45ρόληπτον καὶ ἀσφαλῆ καὶ δικαίαν. Τί ὠφελεῖ νὰ περιο-
46ρισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ τα-
47μείου τῆς ὁδοποιΐας κλπ. ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν πα-
48ρητήθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’
49ἣν ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους αὕτη; Εἰς τοῦτο
50καὶ μόνον πρέπει νὰ περιορισθῶμεν; Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι,
51ὅτι διὰ νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἐν ἀκριβεῖ γνώσει
52τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω· πρέ-
53πει νὰ τάξωμεν ἓν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δέον νὰ ἀσχο-
54ληθῇ ἡ καταρτισθεῖσα ἐπιτροπή, ὅπως προσαγάγῃ ἐν και-
55ρῷ ἔργον τέλειον, πλῆρες, δυνάμενον νὰ καθοδηγήσῃ τὴν
56Βουλὴν εἰς ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἀπόφασιν· καὶ οὐ μόνον
57τοῦτο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγήσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ
58αὕτη μέτρα νομοθετικὰ πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ, ἐὰν τῷ
59ὄντι ἀνακαλυφθῇ κακόν τι. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀνακι-
60νήσω τοὺς τάφους τεθνεώτων πολιτευτῶν, διότι σέβομαι
61καὶ ἐκτιμῶ καὶ ὀφείλομεν πάντες εὐγνωμοσύνην εἰς τοὺς
62ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἐκυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας·
63τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸν νοῦν οὐδε-
64νὸς ἐξ ὑμῶν· δὲν θέλω ἐπίσης, κύριοι, νὰ θίξω καὶ τὴν
65ὑπόληψιν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐπιζώντων πολιτευτῶν. Κύ-
66ριος σκοπός μου εἶνε, ὅπως ἀνεύρωμεν τὴν αἰτίαν, ἧς ἕνεκα
67δὲν ἔχουσι καλῶς τὰ τῆς ὁδοποιίας· ἡ δὲ αἰτία τοῦ κα-
68κοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ κακόν, δὲν ἔχει τὴν ἀρχήν της,
69ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἡ προκάτο-
70χος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἔχει ταύτην εἰς πολλῷ προγενε-
71στέραν ἐποχήν· ὅθεν ὀφείλομεν νὰ ἀναδράμωμεν καὶ εἰς
72τὸ ἀπωτέρω παρελθόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νομίζω, ὅτι ὡς ἀπώ-
73τερον ὅριον δυνάμεθα νὰ τάξωμεν τὸ ἔτος 1875· ἑπομέ-
74νως πρέπει νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτρο-
75πὴν, ἥτις κατηρτίσθη προχθές, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξέ-
76λεγξιν τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1875. Δὲν
77ἐννοῶ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ θίξω τὴν ὑπόληψιν οὐδενὸς,
78οὔτε τεθνεῶτος, οὔτε ζῶντος. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ὑποβάλ-
79λω τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει): «Προτείνω ὅπως ἡ
80κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 τρέχοντος μηνὸς ἐκλεχθεῖσα
81Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐξετάσῃ καὶ ἐξε-
82λέγξῃ καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875 μέχρι
83τοῦ Μαρτίου 1882 γενομένων ἐργασιῶν ὁδοποιίας καὶ τὴν
84διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῆς ὡς καὶ τῶν κατὰ τὸ
85αὐτὸ χρονικὸν διάστημα γενομένων διαχειρίσεων τῶν πι-
86στώσεων, τῶν διὰ τῶν εἰδικῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν
871875–1882 τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου χο-
88ρηγηθεισῶν, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην διαχείρισιν κατὰ τὰ
89αὐτὰ ἔτη».
90Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς
91τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ
92Βουλὴ ἐγκαίρως.
93§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
94κῶν). Δὲν εἰξεύρω τί ἐννοεῖ ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος βουλευτὴς
95διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Λαμίας εἰς Καρπενῆσι
96καὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀταλάντης μέχρι Λαμίας. Ἐγὼ προ-
97θύμως θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν
98τῶν γενομένων δαπανῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν
99τούτων, ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν,
100ὅτι αἱ ἐργασίαι αὗται τῆς κατασκευῆς τῶν δύο ἐκείνων
101ὁδῶν, αἵτινες εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς στρατιωτικαὶ ὁδοὶ,
102ἐνηργήθησαν εἰς ἐκτάκτους καὶ εἰδικὰς περιστάσεις.
103§8ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς
104τῶν Ἐσωτερικῶν ἤθελε παρεξηγήσει τὴν πρότασίν μου.
105Ἐγὼ εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν μομφὴν ἐπιῤῥίπτω εἰς τὸν κ.
106Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος
107ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
108§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμην.
109§10ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μὲ πληρο-
110φορεῖτε περὶ τούτου, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐγνώρι-
111ζον ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε. Δὲν
112θέλω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν, οὔτε ἐπὶ τε-
113θνεώτων, οὔτε ἐπὶ ζώντων, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένωσιν
114ἀνεξέλεγκτοι πράξεις, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐπιζή-
115μιοι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ παράνομοι. Δὲν θέλω νὰ προδι-
116κάσω, κύριοι, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ν’ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια.
117Αὕτη δὲ θὰ ἀνακαλυφθῇ διὰ τῆς, ὡς εἴρηται, συγκρίσεως.
118Δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν λοιπὸν τὴν ἐξέλεγξιν μέχρι
119τοῦ 1882, ὁπότε ἀνῆλθεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς
120τὰ πράγματα, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβῶμεν καὶ περαιτέρω,
121ὅπως, ἔχοντες ὅρον συγκρίσεως τοῦ ἀπωτέρω παρελθόντος
122πρὸς τὸ ἐγγὺς παρελθὸν, ἀποφασίσωμεν ἐν καιρῷ ἀσφαλῶς,
123ἀλανθάστως καὶ δικαίως. Αὕτη εἶναι ἡ πρότασίς μου.
124§11Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ
125ἐξελέγξῃ ὅλα ἀπὸ τὰ 1875 καὶ ἐντεῦθεν;
126§12ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα ἀναφέρω εἰς τὴν πρότασίν μου.
127§13ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ.
128§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα
129ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων,
130ἐφ’ ὅσον ἡ ἐξέτασις αὐτῶν συνδέεται πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν
131Ὑπουργῶν. Ἐπίσης δὲ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως
132τῶν πραγμάτων, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν
133νόμον, καὶ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ ἡ διάκρισις με-
134ταξὺ τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν πραγμάτων καὶ τῆς
135Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν
136Ὑπουργῶν εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ Ἀνακρι-
137τικὴ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα ἠτιολογημέ-
138νον, ὅπερ δύναται νὰ ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὰ πρόσωπα
139τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν τυχὸν
140συναιτίων καὶ συνεργῶν, ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν, αἱ Ἐξε-
141ταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐκδίδουσι βουλεύματα. Εὐθὺς
142ὅμως ὡς δὲν πρόκειται περὶ ἐξετάσεως τῆς εὐθύνης τῶν
143Ὑπουργῶν, τὸ ἔργον τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι
144ἐντελῶς ἀλλοῖον. Αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ, ὑπὸ τὴν ἔν-
145νοιαν, ὑφ’ ἣν ἐξελέχθη ἡ παροῦσα Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ,
146καθὼς καὶ αἱ Ἀνακριτικαὶ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουρ-
147γῶν νόμου, δὲν εἶναι Σώματα ἀκαδημαϊκὰ, ἅτινα δύναν-
148ται νὰ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας αὑτῶν ἐπὶ τῶν αἰτίων τῶν
149κακῶς ἐχόντων πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Αἱ Ἐξεταστι-
150καὶ Ἐπιτροπαὶ ὅταν ἐκλέγωνται, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐξελέχθη
151ἡ παροῦσα Ἐπιτροπή, καθὼς καὶ αἱ Ἀνακριτικαὶ τοῦ
152περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, καθῆκον ἔχουσι νὰ
153ἐξετάζωσι τὰ πάντα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δύνανται νὰ συν-
154δέωνται νομικῶς πρὸς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Εὐθὺς
155λοιπὸν ὡς ἀνέλθωμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν εὐθύνη πλέον
156δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, νομίζω, ὅτι δίδομεν δι-
157καίωμα εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, εἴτε εἰς τὴν Ἀνα-
158κριτικὴν, ὅπερ δὲν δικαιούμεθα νὰ δώσωμεν, καὶ οὐδὲν
159ἄλλο πράττομεν δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου τοῦ ἀνέρχεσθαι καὶ
160ἀνατρέχειν εἰς προϊστορικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐποχὴν, εἰμὴ
161νὰ συσκοτίσωμεν τὰ πράγματα. Ἐὰν τῷ ὄντι τοιαύτη πρό-
162τασις προήρχετο ἐκ μέρους τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν
163Συμπολίτευσιν), ἀνέμενον ἡ μερὶς ἐκείνη (δεικνύει τὴν
164Ἀντιπολίτευσιν) νὰ ἀποκρούσῃ τὴν πρότασιν μὲ τοῦτο
165τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι συμφέρον ἔχει ἡ μέχρι τοῦδε διοικοῦσα
166τὰ πράγματα μερὶς, ὄχι νὰ ἐπέλθῃ τὸ σκότος, ἀλλὰ νὰ
167ἀνατείλῃ τὸ φῶς· καὶ ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ
168περιορισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἕως ἐκεῖ, ὅπου ἤρξατο νὰ διοικῇ
169ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον
170τῆς προτάσεως.
171§15Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας ἰσχυρίζεται ὅτι
172διὰ τῆς προτάσεώς μου θέλει σκοτισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ
173φρονῶ, ὅτι θέλει διαλάμψει τὸ φῶς, διότι ἐκ τῆς συγκρί-
174σεως τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν κατασκευὴν
175τῶν ὁδῶν, τῶν κατὰ τὸ ἀπώτερον παρελθὸν κατασκευ-
176ασθεισῶν, θέλομεν καθοδηγηθῆ εἰς ἀσφαλῆ κρίσιν καὶ
177ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸ ἐγγὺς
178παρελθόν.
179Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καταθέτων τὰς κα-
180ταστάσεις, τὰς ἀφορώσας τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων
181τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο
182λόγος προηγουμένως, εἶπεν ὅτι ἕκαστον χιλιόμετρον κατὰ
183μὲν τὸ ἔτος 1878, δηλαδὴ εἰς παρελθοῦσαν ἐποχὴν, ἐστοί-
184χισε δώδεκα χιλιάδας δραχμὰς, βραδύτερον 15 καὶ ἔτι
185βραδύτερον 20 χιλιάδας δραχμὰς ἕκαστον χιλιόμε-
186τρον. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἐξε-
187τασθῇ ἡ ὑπόθεσις, περὶ ἧς ἐποιησάμην τὴν πρότασιν, θέλει
188ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Λαμίας μέχρι Καρπενησίου δὲν
189ἐστοίχισε 10 καὶ 15 χιλιάδας δραχμὰς ἕκαστον χιλιόμετρον,
190ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἰσχυρίσθη ὅτε
191κατέθηκε τὰς καταστάσεις, ἀλλὰ θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι
192ἐστοίχισε περὶ τὰς 40 χιλ. δραχ. ἕκαστον χιλιόμετρον, ἂν
193δὲν ἀπατῶμαι. Ἐκ τῆς συγκρίσεως λοιπὸν ταύτης θέλο-
194μεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐὰν ἡ προκάτοχος
195Κυβέρνησις ἔσφαλεν, ἐὰν ἐσπατάλησε τὸ χρῆμα, ἢ ἐὰν
196εἶνε δικαιολογημένη ἡ δαπάνη αὕτη ἐν σχέσει καὶ συγ-
197κρίσει πρὸς τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ ἀπώ-
198τερον παρελθόν. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ Ἐξεταστικὴ
199τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ
200τὸν ἔλεγχον ἀπὸ ἀπωτέρου σημείου τοῦ παρελθόντος,
201χωρὶς, ὡς εἶπον, νὰ θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω μομφήν τινα, οὔτε
202εἰς τεθνεῶτας, οὔτε εἰς ζῶντας, ἀλλὰ θέλω τοῦτο, διὰ νὰ
203ὦμεν εἰς τὴν θέσιν, ὅπως κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῆς κα-
204ταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἀληθῶς ἐγένετο σπατάλη
205καὶ κακὴ χρῆσις τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας. Ὅταν
206ὅμως δὲν ἔχωμεν, κύριοι, σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμενοι
207θέλομεν κρίνει καὶ ἐκτιμήσει τὰ πράγματα ἐν συγκρίσει
208τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος πρὸς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν, νο-
209μίζετε, ὅτι ἀσφαλῶς θέλομεν κρίνει περὶ τῆς καλῆς καὶ
210κακῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποι-
211ΐας; Ἔχει ἄδικον ἄρα ὁ κ. Λεβίδης ζητῶν ὅπως περιορι-
212σθῇ μέχρι τοῦ 1882 ἡ ἐξέλεγξις. Ἴσα, ἴσα, κύριοι, ὑπέθε-
213τον ὅτι αὐθόρμητος ὁ κ. Λεβίδης ἢ ἄλλος τις ἐκ τῶν τῆς
214Συμπολιτεύσεως ἤθελε ζητήσει, ἵνα προβῇ ἡ Ἐξεταστικὴ
215τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τοῦ ἀπω-
216τέρω παρελθόντος.
217§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
218κῶν). Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραμορφώνεται ὅ,τι λέγεται
219ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ τίποτε δὲν εἶπον ὡς πρὸς τὴν
220δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῶν Δημοσίων ὁδῶν κατὰ χιλιό-
221μετρον, διὰ νὰ κατακρίνω τοὺς μὲν καὶ ἐπαινέσω τοὺς δέ
222ἐκ τῶν μηχανικῶν, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὰς ἐργασίας ταύ-
223τας κατὰ διαφόρους ἐποχάς· ἐγὼ ἐμνημόνευσα εἰς τὴν
224Βουλὴν ὅ,τι περιέχει ἡ ἔκθεσις τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημο-
225σίων ἔργων, καθ’ ἣν διαιρεῖται εἰς ἐποχὰς ἡ κατασκευὴ
226αὐτῶν καὶ προσδιορίζεται ἡ δαπάνη ἑκάστης ἐποχῆς
227κατὰ μέσον ὅρον ἐφ’ ἑκάστου χιλιομέτρου· ἡ ἔκθεσις περιλαμ-
228βάνει ὅτι κατὰ τὴν δεῖνα ἐποχὴν καὶ ἀπὸ τοῦ δεῖνος μέχρι
229τοῦ δεῖνος ἔτους ἐστοίχισεν ἕκαστον χιλιόμετρον τὸ ἓν
230τῇ ἐκθέσει σημειούμενον ποσὸν, καὶ ἑπομένως ὅτι καὶ
231τὰ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς τελεσθέντα ἔργα στοι-
232χίζουσι κατὰ χιλιόμετρον τόσον ποσὸν, ὅσον ἀναφέρεται
233ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ παρ’ Ἑλλήνων μηχανι-
234κῶν κατασκευασθέντα, χωρὶς οὐδὲν νὰ προσθέσω ἀφ’ ἑαυ-
235τοῦ. Λοιπὸν διατί μὲ κατέκρινεν ὁ κ. βουλευτὴς, ὅτι πα-
236ρέστησα πράγματα ἀνακριβῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν
237παρέστησα πράγματα στηριζόμενα εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα;
238Ἐν τούτοις οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
239λῆς, ἐγὼ ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρω κατάστα-
240σιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰς δύο
241ἐκείνας ὁδούς. Προσθέτω δὲ, ὅτι τὴν ἐργασίαν ἐκείνην κατὰ
242τὸ 1880 μέχρι τοῦ 1881 διηύθυνεν ὁ μακαρίτης Σκαλι-
243στήρης, Διευθυντὴς τῶν Δημοσίων ἔργων, προσωπικῶς ὡς ἐπὶ
244τὸ πλεῖστον, ὁ νομομηχανικὸς Φθιώτιδος κ. Βλαχόπουλος,
245καὶ ὁ νομομηχανικὸς Κυκλάδων κ. Τριανταφυλλίδης, ὁ
246ὁποῖος ἤδη διατελεῖ ἐν διαθεσιμότητι. Οἱαδήποτε λοιπὸν
247καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως
248τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βου-
249λὴν τὴν κατάστασιν τῶν δαπανηθέντων διὰ τὰς δύο
250ὁδοὺς, αἵτινες ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς στρατιωτικαὶ ἕνεκα
251τῶν μεγάλων καὶ ἐκτάκτων ἐθνικῶν περιστάσεων τῆς
252ἐποχῆς ἐκείνης.
253§17Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ ὅτι ἤθελε
254παρεξηγηθῆ ἐκ τῆς μερίδος ἐκείνης (δεικνύει τὴν δεξιὰν)
255ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μετὰ τοῦ κ. Μαυρομι-
256χάλη, διότι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ μόνον αὐτῆς
257ἐγένετο. Τί ζητεῖτε, κύριε βουλευτὰ, νὰ ἐπεκτείνῃ ἡ Βου-
258λὴ ἡ παροῦσα τὴν ἐξουσίαν της καὶ νὰ ἀνακινήσῃ τοὺς
259τεθνεῶτας ἐκ τῶν τάφων; Εἶσθε βουλευτὴς τῆς διαλυ-
260θείσης Βουλῆς· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν τοιαῦτα παρα-
261πτώματα ἐκ μέρους τῶν Διοικητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
262ἔλαβον χώραν, διατί ἐπὶ τριετίαν ἡ Βουλὴ ἡ διαλυθεῖσα
263ἐσίγησε καὶ δὲν ἐπελαμβάνετο τοῦ νέου αὐτοῦ ἔργου, τὸ
264ὁποῖον σήμερον θέλετε νὰ ἐπιχειρήσητε, ἵνα ἐπισκοτισθῇ
265τὸ φῶς, καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ φθάσῃ εἰς μίαν
266ὁριστικὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς νὰ πεισθῇ καὶ αὐτὴ καὶ ἡ Ἑλ-
267λὰς σύμπασα, ἐὰν ἦναι ἀθῶοι, ὅτι εἶναι ἀθῶοι πράγματι,
268ἐὰν ἔνοχοι, τότε νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι κατ’ αὐτῶν;
269Τρία κατὰ συνέχειαν ἔτη εἶσθε ἐδῶ Βουλευταὶ, διὰ τίνα
270λόγον δὲν ἐζητήσατε λόγον ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν; Λυ-
271ποῦμαι ἐκ καρδίας διότι παρεξηγοῦμαι, κύριοι. Ἐζητήσαμεν,
272κύριοι, ν’ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον κυ-
273κλοφορεῖ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ φωτι-
274σθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι ἔλαβον χώραν
275τοιαῦται καταχρήσεις, νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι, ἂν δὲ
276τοὐναντίον, ν’ ἀποδοθῇ ἡ πρέπουσα ἀξία εἰς τοὺς πολιτευ-
277τὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη διεχειρίσθησαν τὰ
278πράγματα τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν
279καὶ ἀπὸ τοὺς τεθνεῶτας λόγον;
280§18ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ τεθνεῶτες δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ δώσουν
281λόγον, διότι ὅλοι εἶναι ζῶντες.
282§19ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ αἱ εὐθύναι ἐπι-
283βαρύνουσι τοὺς Προέδρους τῶν Κυβερνήσεων. Κατὰ μέρος
284λοιπὸν ἂν συνέβησαν παραβάσεις, ἔπρεπεν ἡ διαλυθεῖσα
285Βουλὴ νὰ ζητήσῃ αὐτὴ τὸν λόγον. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν
286σκοπὸν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν μομφήν· ἀπεναντίας, ἠθέλομεν νὰ
287ἐπέλθῃ φῶς. Εἴχετε καιρὸν εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν,
288ὅταν εἶσθε ἐδῶ, καὶ εἴχετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς χεῖράς
289σας νὰ ἀποκαλύψητε πᾶσαν κατάχρησιν. Φρονῶ λοιπὸν,
290ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Χαλκιοπούλου δὲν εἶναι νόμιμος
291καὶ δικαία. Ἐῤῥίφθη δὲ εἰς τὸ μέσον, ὅπως ἐπισκοτίσῃ τὸν
292ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς ἐξακριβώσεως τῆς διαχειρίσεως
293τῶν κοινῶν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως.
294§20Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὐτυχῶς ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων
295ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐκ μελῶν, εἰς ἃ ἡ μερὶς τῆς Ἀντι-
296πολιτεύσεως, ἀνατρέχουσα εἰς τὸ παρελθὸν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ
297ἐμπιστοσύνην πλήρη. Ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ ἡ Ἀντιπολί-
298τευσις—καὶ ἀξιῶ τοῦτο ἐκ μέρους τοῦ ὁμιλήσαντος ἐν ὀνό-
299ματι αὐτῆς—ὅτι ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ,
300λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν γενομένην σήμερον συζήτησιν,
301ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ὡς ἐνδεικτικὴν, θέλει βεβαίως
302ζητήσει παρὰ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίας, ἵνα κρίνῃ
303περὶ τῆς ὁδοποιΐας τῆς ἐθνικῆς. Ἀλλὰ τὰς πληροφορίας
304ταύτας θέλει φέρει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν
305πραγμάτων Ἐπιτροπή, συνοδεύουσα ταύτας διὰ τῶν ἰδίων
306αὑτῆς κρίσεων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, ὅπερ
307εἶπε προαγορεύσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδὲ
308εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις ὁδῶν, αἵτινες κατεσκευά-
309σθησαν ἐκτάκτως καὶ διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας, πρὸς
310ὁδοὺς, αἵτινες κατεσκευάζοντο δυνάμει τοῦ τακτικοῦ νόμου
311περὶ ὁδοποιΐας παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Θέλο-
312μεν λοιπὸν γενικῶς καὶ ἐν συνόλῳ ποιήσει συγκρίσεις πρὸς
313τὴν ὁδοποιΐαν, τὴν γενομένην παρ’ ἄλλων προηγουμένων Κυ-
314βερνήσεων, ἀλλὰ πρὸς τὴν τακτικὴν καὶ οὐχὶ τὴν ἔκτα-
315κτον ὁδοποιΐαν. Ἄς μὴ ἀμφιβάλλῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
316φος, ὅτι ἂν ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή
317προβῇ εἰς συμπέρασμα ὡρισμένον, δὲν θέλει πράξει τοῦτο
318εἰμὴ ἀνατρέχουσα καὶ εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ οὐχὶ πρὸς
319εὕρεσιν τῆς εὐθύνης, διότι εὐθύνη δὲν εἶναι δυνατὸν σήμε-
320ρον νὰ ζητηθῇ. Ἀνατρέχουσα εἰς τὸ παρελθὸν, θέλει πρά-
321ξει τοῦτο πρὸς σύγκρισιν, ἣν καὶ ἐγὼ θεωρῶ δικαίαν καὶ
322λογικήν.
323§21ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα πρὸς σύγκρισιν, ὄχι πρὸς
324εὕρεσιν εὐθύνης.
325§22Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ὡμίλησε λαμπρὰ, ἀλ-
326λὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐκφράζῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐξεταστι-
327κῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νομίζω ἀκόμη δὲν συνῆλθεν, οὐ-
328δὲ ἔκαμε τὰς ἀρχαιρεσίας αὑτῆς.
329§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὴν ἀτομικήν μου γνώμην ἐξέφρασα.
330§24ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πρὸ ἡμερῶν δὲν ἐδυσκο-
331λεύθην νὰ παραδεχθῶ τὸ ἑξῆς: ὅτι πράγματι ὑπὸ τοῦ νό-
332μου καλυπτόμεθα οἱ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ μετὰ τριῶν
333ἐτῶν πάροδον ἀπὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἐντολῆς τῆς ὑπουρ-
334γικῆς. Ἀλλ’ ἡ ἠθικὴ εὐθύνη ὑφίσταται πάντοτε· δὲν ἦτο
335ἀνάγκη ὁ κ. Λυμπερόπουλος νὰ μᾶς ὑπερασπίσῃ, καλυ-
336πτομένους ἀπέναντι τῆς νομικῆς εὐθύνης. Ἄν ἐνόησα ἀφ’
337ἑτέρου καλῶς τὸν κ. Χαλκιόπουλον, νομίζω, ὅτι δὲν ζητεῖ
338οὔτε νομικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται, οὔτε ἠθι-
339κὴν εὐθύνην.
340§25ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βέβαια.
341§26ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Θέλει σύγκρισιν πραγμάτων. Νομίζω δὲ
342καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐφε-
343τινοῦ ἔγιναν συγκριτικαὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν Προϋπο-
344λογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Τὸ αὐτὸ πολὺ πιθανὸν
345νὰ θέλῃ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ κάμῃ. Νομίζω λοι-
346πὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Ἐξεταστικὴν
347Ἐπιτροπὴν, ἂν νομίσῃ τοῦτο ἀπαραίτητον.
348§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη ὡρισμένη
349πρότασις, ἡ ὁποία ἔχει σαφῆ καὶ ὡρισμένην διατύπωσιν,
350περιέχουσα ὅλα τὰ τῆς ἐντολῆς εἰς Ἐπιτροπὴν, εἰς ἣν ἀ-
351νατίθεται ἔργον ὡρισμένον καὶ σαφές. Λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ
352θὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς,
353ἡ δὲ σύγκρισις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ βουλευτὴς Λο-
354κρίδος, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν, διότι πολλάκις εἶναι ἀ-
355ναγκαία ἐργασία προερχομένη ἐξ αὐτῶν τῶν σκέψεων τοῦ
356μελετῶντος καὶ ἐξετάζοντος τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐ-
357ρευνᾷ. Αἱ σκέψεις τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀλη-
358θείας, ἢ πρὸς ἀπόδειξιν ἑνὸς γεγονότος, αἱ σκέψεις εἶναι
359ἐλεύθεραι. Διὰ νὰ εὕρῃ εἰς ὡρισμένην ὑπόθεσιν ἄν ἕν γε-
360γονὸς περιέχῃ στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως, ἐννοεῖται ὅτι
361ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ καὶ σύγκρισιν πρὸς προηγούμενα
362γεγονότα. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσι τὰ ὅρια
363τῆς λογικῆς ἑρμηνείας καὶ νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τοῦ
364σκέπτεσθαι ἑνὸς ἑκάστου. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντε-
365λῶς ματαιοπονία ὅσα λέγονται σήμερον, διότι ἡμεῖς ἔχο-
366μεν σαφῆ καὶ ὡρισμένην ἐντολὴν καὶ γινώσκομεν ἀπὸ ποῦ
367θὰ ἀρχίσωμεν καὶ ποῦ θὰ τελειώσωμεν.
368§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀπεφά-
369σισε νὰ συστηθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ,
370ἀποδεχθεῖσα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν δύω ἀξιότιμοι
371συνάδελφοι προέβαλον εἰς αὐτήν. Οἱ προβαλόντες τὴν
372πρότασιν ταύτην προσδιώρισαν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα
373ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ μέλλει νὰ ἐξε-
374τάσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν
375εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῇ προτάσει ὅμως τοῦ κυρίου ἐκ
376Μεσολογγίου βουλευτοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεδέχθη μόνον ἐ-
377κεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα οἱ προβαλόντες τὴν πρό-
378τασιν εἶχον προσδιορίσει ὡς ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης τῆς
379Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὸν ἀριθμὸν αὐ-
380τῶν καὶ ἐπὶ πάσης τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς
3813 Μαρτίου 1882. Ἑπομένως, ἐνῷ οἱ προβαλόντες τὴν
382πρότασιν εἶχον προτείνει ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, της ὁ-
383ποίας τὴν σύστασιν ἐζήτουν, νὰ ἐρευνήσῃ μόνον τὰ τῆς
384διοικήσεως τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ τῆς διαχει-
385ρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καὶ τὰ
386τῆς διαχειρίσεως τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1882,
3871883, 1884 καὶ 1885 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
388ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἡ
389Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεκτείνῃ
390τὴν ἔρευναν αὐτῆς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ἁ-
391πάντων τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, τῆς γενομένης κατὰ τὰ
392ἔτη 1882 ἕως 1885. Λοιπὸν ἔχομεν γνωστὴν καὶ ὡρισμέ-
393νην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεστήθη
394Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ προσδιωρίσθησαν τὰ ἔργα αὐ-
395τῆς. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος κατὰ τὴν ἡμέραν,
396καθ’ ἣν συνεζητοῦντο ταῦτα, ἐπρότεινε διὰ τροπολογίας
397νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα ἔργα διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐνδε-
398χόμενον ἦτο νὰ μὴ προταθῇ ἀντίῤῥησίς τις, καὶ ἐν τῇ
399ἀπεφάσει, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέδωκε νὰ περιελαμβά-
400νοντο καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος
401ἐθεώρει ἀναγκαῖα νὰ γένωνται ἀντικείμενα ἐξετάσεως.
402Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς κατηρτίσθη, καὶ ἡ ἐκ-
403λεχθεῖσα Ἐπιτροπὴ, ὡς ἔμαθον, συνῆλθε χθὲς, ὁ κύριος
404βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὑπέβαλε πρότασιν ἰδίαν. Διὰ τῆς
405προτάσεώς του δὲν προβάλλει μόνον νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ
406γενόμεναι πρὸς παρασκευὴν δαπάναι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875–
4071882, ἀλλὰ προέβαλε νὰ ἐξετασθῇ καὶ πᾶσα ἡ διαχεί-
408ρισις τῶν πιστώσεων, τῶν προκληθεισῶν διὰ τοῦ εἰδικοῦ
409Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ
410τά ἔτη 1875, 1876, 1877, 1878, 1879, 1880 καὶ 1881.
411Ἡ πρότασις βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶναι πρότασις αὐτοτε-
412λής. Ἐὰν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος τὴν πρότασιν
413ταύτην ὑπέβαλε, διὰ νὰ συντελέσῃ δι’ αὐτῆς εἰς δια-
414φώτισιν τῶν πραγμάτων, ἢ ἐὰν ὑπέβαλε δι’ οἱονδήποτε
415λόγον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς νομίζει ὀρθὸν ἢ εὔλογον, αὐτὸ δὲν
416εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν πρὸ
417ἡμῶν πρότασιν· τὴν πρότασιν αὐτὴν ὁ κύριος βουλευτὴς
418βεβαίως δὲν ἐνόει νὰ προβάλῃ διὰ νὰ καθοδηγήσῃ
419τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εἰδι-
420κῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς αὐτήν· διότι, ἐὰν τοιοῦ-
421τον εἶχε σκοπὸν, τὰ ἐν τῇ Ἐξεταστικῇ Ἐπιτροπῇ μέλη
422τῆς μειοψηφίας ἠδύναντο νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τοὺς συνα-
423δέλφους αὐτῶν νὰ προβῶσι καὶ εἰς ἔρευναν καὶ εἰς παραλ-
424ληλισμὸν τῶν γενομένων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα δαπανῶν
425τῆς ὁδοποιΐας πρὸς τὰ γενόμενα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυ-
426βερνήσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει
427νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως αὔριον,
428νὰ μὴ προβῶμεν δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας σή-
429μερον.
430§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
431§30ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
432§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ
433τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἔπρεπε νὰ λεχθῶ-
434σιν αὔριον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ
435κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, οὐδεμία δὲ συζήτησις ἠ-
436δύνατο νὰ γείνῃ σήμερον. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι εἶναι πε-
437πρωμένον νὰ χάνωμεν καθ’ ἑκάστην ὥρας ἐπὶ ματαίῳ.
438Τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν
439ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐκ Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου; Προέ-
440βημεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν; Εἴπομεν μόνον,
441νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ γίνῃ ἡ συ-
442ζήτησις. Τοῦτο δὲ θέλει ὁ Κανονισμὸς, ὅστις διατάττει,
443ὅτι πᾶσα πρότασις τυποῦται, διανέμεται καὶ μετὰ ταῦτα
444γίνεται ἡ συζήτησις. Ἐξάγεται ἐκ τοῦ 65 ἄρθρου, τὸ ὁ-
445ποῖον διέπει τὰ περὶ τῶν προτάσεων. Ὁ κ. βουλευτὴς
446εἶχε δικαίωμα νὰ προτείνῃ πρότασιν καὶ ἡ πρότασις αὕτη
447ἔπρεπε νὰ διέλθῃ τὸν τύπον τοῦτον, νὰ τυπωθῇ, διανε-
448μηθῇ καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ νὰ συζητηθῇ
449τὴν ἐπαύριον. Ὅλα τὰ λεχθέντα σήμερον ἦσαν μάταια·
450αὔριον θέλει συζητηθῇ καὶ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἂν ἔχῃ
451σκοπόν τινα, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ σκοπός τις.
452Ἔχει σκοπὸν πολιτικῆς εὐθύνης; Θὰ ὑπάρξωσι βουλευ-
453ταὶ, οἵτινες θὰ ἀντιλέξωσιν εἰς τοῦτο. Ὑπάρχει σκοπὸς
454εὐθύνης ἠθικῆς; Θὰ ὑπάρξωσι καὶ εἰς τοῦτο ἀντιλέγοντες.
455Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρότασις προβάλεται πρὸς ἄλλον σκοπὸν,
456διὰ νὰ παρεμβάλῃ δυσχερείας, καὶ τὰ περὶ τούτου τότε
457θέλουσι συζητηθῇ. Σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται νὰ συζη-
458τήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένει ὁ κύριος
459βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀμέσως, ἀφοῦ τοῦτο
460δὲν ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῆς χθὲς προβληθείσης προτάσεως.
461Δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς
462προτάσεως, διότι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει δι-
463καίωμα νὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ νὰ σχημα-
464τίσῃ γνώμην.
465§32ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
466§33Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀσχέτως πρὸς τὴν
467πρότασιν, ἥτις ὑπεβλήθη περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμά-
468των Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ, κύριοι, διῆλθον τὸ τεῦχος ἐκεῖνο,
469τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ παρετήρησα, ὅτι
470ἡ εἰρημένη πρότασις, ἥτις δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς
471Ὑπουργοὺς, δὲν στηρίζεται στενῶς εἰς τὰς ἐνεργείας αὐ-
472τῶν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἀποδεικνύει ἐγκληματικὰς πράξεις
473μὴ στηριζομένας εἰς Ὑπουργικὴν ἐνέργειαν, καὶ αἵτινες
474ἀνήκουσιν εἰς διαχείρισιν ἄλλων. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ,
475ὅτι ἡ ἀνάκρισις δύναται νὰ ἀνακαλύψῃ ἐγκλήματα τοῦ
476κοινοῦ δικαίου, ὡς ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις ὑποδεικνύει,
477καθῆκον ἔχει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ
478διατάξῃ ἀνακρίσεις. Δὲν λέγω, ὅτι οἱ διευθύνοντες τὰ τῶν
479Δημοσίων ἔργων προέβησαν εἰς τοιαῦτα ἐγκλήματα, ἀλλ’
480ἐὰν ἐχαρίσθησαν εἰς τοὺς ἐργολάβους καὶ τοιουτοτρόπως
481ἐζημίωσαν τὸ Δημόσιον, ἢ ὁπωσδήποτε συνεννοήθησαν
482μετ’ αὐτῶν, διατί νὰ μὴ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνακρί-
483σεις, ὥστε ἐκ τῶν ἀνακρίσεων αὐτῶν νὰ καταδειχθῇ ἡ
484ἐνέργεια τῶν ὑπευθύνων ὑπαλλήλων; Παρακαλῶ ἑπομένως
485τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προβῇ εἰς τοιαύ-
486τας ἀνακρίσεις, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐπιτελέσει τὸ ἰδι-
487κόν της ἔργον.
488§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
489κῶν). Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βου-
490λευτοῦ κ. Ρικάκη προκύπτει ἕτερον ζήτημα, οὐδεμίαν
491σχέσιν ἔχον μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ κ.
492Ρικάκης, ἀναγνώσας τὸ τεῦχος, εἶπεν εἰς ἐμέ, ὅτι ὤφειλον
493νὰ διατάξω δικαστικὰς ἀνακρίσεις κατὰ ὑπαλλήλων, ἀ-
494ναφερομένων ἐν τῷ τεύχει αὐτῷ, ὡς παραβάντων τὸ καθῆ-
495κόν των. Ἐγὼ ὅμως τοιαύτην πεποίθησιν δὲν ἐσχημά-
496τισα, ἀλλ’ οὔτε ἤθελον περιμένει νὰ μοὶ ὑποδειχθῇ τὸ κα-
497θῆκόν μου ἄλλοθεν, ἐὰν ἤθελον σχηματίσει τοιαύτην γνώ-
498μην. Ἐγὼ ὑπέβαλον πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ
499ἐζήτησε, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον,
500ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις τοιαύτη. Ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς,
501ὅταν πεισθῶ, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἐνεργείας τινὸς ἐκ
502μέρους μου, βεβαίως θὰ ἐπιτελέσω τὸ ἐμὸν καθῆκον.
503§35ΧΟΪΔΑΣ. Προβάλλω πρότασιν ἀπαραδέκτου, καὶ ὡς ἐκ
504τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλο ἔργον· ἂς ἀ-
505ποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἂς τὴν ἀποῤῥίψῃ.
506§36ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
507§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἰσ-
508ηγοῦμαι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὰ προσήκοντα καὶ τὰ
509σύμφωνα μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Πρότασις ἀπαραδέκτου
510τυπώσεως δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι
511κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶσα πρότασις, γινομένη ὑπὸ βου-
512λευτοῦ, τυποῦται καὶ διανέμεται. Αὐτὴ ἡ ἐφεύρεσις τοῦ
513νὰ προταθῇ πρότασις ἀπαραδέκτου τυπώσεως, εἶνε ἄγνω-
514στος εἰς τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς διατάττει, ὅτι πᾶσα
515πρότασις τυποῦται καὶ διανέμεται· ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ
516διανεμηθῇ, τότε γίνεται γνωστὸν τὸ περιεχόμενον. Ἡ πρό-
517τασις εἶνε ἄντικρυς ἐναντία εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα,
518καὶ εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, καὶ δὲν πρέ-
519πει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Πρότασις, ἥτις δὲν εἶνε γνωστὴ
520εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη,
521αὐτὴ νὰ ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν καὶ νὰ προβάλλεται τὸ
522ἀπαράδεκτον τῆς τυπώσεως τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἥτις
523εἶνε ἄγνωστος, τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν.
524§38Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω, κύριε Πρόεδρε,
525εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέ-
526κτου ἔρχεται κατὰ πᾶσαν στάσιν πάσης συζητήσεως. Ὁ
527κ. Χοϊδᾶς ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη ποσῶς νὰ τυ-
528πωθῇ ἡ πρότασις, καὶ προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς τυ-
529πώσεως. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί παρεβιάσθη ὁ Κανο-
530νισμός. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου προτείνεται πάντοτε
531εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Μοὶ φαίνεται μάλιστα καὶ ὑπὸ
532τὴν ἔποψιν τοῦ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν συμφέρει νὰ
533ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, διότι εἰς μάτην ἐχάσαμεν 1½ ὥραν.
534§39ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς προέβαλε πρότασιν, ἥ-
535τις καθιστᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς πράγματι ἀδυνά-
536τους, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν ὁ κ. Χοϊ-
537δᾶς. Νομίζει, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ.
538Χαλκιόπουλος, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν, καὶ διὰ
539τοῦτο θέλει ἀμέσως νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς.
540§40ΧΟΪΔΑΣ. Ἀντιβαίνει εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑ-
541πουργῶν νόμον, ὅστις θέτει ὅρια παραγραφῆς, καὶ εἰς τὸν
542Κανονισμόν.
543§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἀντιβαίνει καὶ
544εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο
545περὶ τούτου συζήτησις, ὅπως ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βου-
546λῆς ἐὰν ἀντιβαίνῃ ἢ ὄχι. Ὁ κ. Χοϊδᾶς φρονεῖ, ὅτι ἀντι-
547βαίνει, ἄλλοι ὅτι δὲν ἀντιβαίνει· θὰ γίνῃ ἑπομένως συζή-
548τησις, ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέ-
549ρας. Βλέπετε λοιπὸν ποῦ καταντῶμεν; νὰ δίδωμεν τὸ δι-
550καίωμα εἰς πᾶσαν πρότασιν, καὶ τὴν πλέον παράλογον,
551νὰ σταματᾷ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς
552παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμένετε· ἐὰν ὅμως ἐπιμένετε, τότε
553φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς
554ὑμετέρας προτάσεως διὰ σήμερον.
555§42ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρει τὴν πρότασίν του.
556§43ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω (διάλογοι).
557§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κανονίζουσα τὰς ἐργασίας
558αὑτῆς, ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν συζή-
559τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ὑπεβλήθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως
560τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρότασίς τις. Κατὰ τὸν Κανο-
561νισμὸν ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ δια-
562νεμηθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως περὶ αὐτῆς, οἱοιδήποτε
563καὶ ἂν ὑπάρχωσι λόγοι, ἀποκρούοντες τὴν παραδοχὴν αὐ-
564τῆς· τοῦτο λέγει ὁ Κανονισμός· καὶ πᾶν ὅ,τι ἀντιβαίνει
565εἰς τοῦτο, ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἶναι ἀπα-
566ράδεκτον. Ἐὰν ἐπιμένει ὁ κ. βουλευτὴς, τότε ἐπιμένω καὶ
567ἐγὼ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεώς του διὰ
568σήμερον, ὡς εἶπον, τουτέστιν ἡ ἀναβολὴ αὐτῆς.
569§45ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
570§46Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἤκουσα, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ
571ἀξιοτίμου κ. Χαλκιοπούλου καὶ τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κυ-
572ρίου Χοϊδᾶ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ τυπωθῇ καὶ ἀμέσως νὰ συ-
573ζητηθῇ. Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ ἐγένετο ἀν-
574τίθετος πρότασις, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἀναβληθῇ
575ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον. Ἔχομεν λοιπὸν δύο προτά-
576σεις, τὴν τῆς ἀμέσου συζητήσεως καὶ τὴν τῆς ἀναβολῆς.
577Ποία εἶναι ἀπωτέρα; ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς. Αὕτη λοι-
578πὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, καὶ πᾶσα ἡ μακρη-
579γορία εἶναι περιττή.
580§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν
581διὰ τὴν αὔριον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται
582οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν.
583Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
584§48Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, κατωρθώθη
585νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ σπουδαιοτάτου θέματος, τὸ
586ὁποῖον ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν αὐτῆς ἀποστο-
587λήν. Κατωρθώθη νὰ εἰσέλθῃ αὕτη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ
588οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προσελκύει τὴν προσο-
589χὴν οὐ μόνον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σύμ-
590παντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐξεγείρει τοὺς παλμοὺς αὐ-
591τοῦ. Καὶ οἱ μὲν οἰκοῦντες τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὡς καὶ
592οἱ δι’ ὑλικῶν συμφερόντων μετ’ αὐτῆς συνδεόμενοι, ἀναμέ-
593νουσιν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος νὰ
594μάθωσιν ἐὰν πρόκηται ἢ μὴ νὰ ἀνακοπῇ ἡ ἐπὶ τὰ πρό-
595σω πορεία τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἐκτὸς δὲ τῆς Ἑλλάδος οἰ-
596κοῦντες ἀναμένουσιν ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ αὐτοῦ ζητή-
597ματος νὰ ἴδωσιν ἂν δύνανται νὰ ἐλπίζωσιν ἐπὶ τὴν προ-
598στασίαν καὶ ἐπὶ τὴν παροχὴν τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν
599ὁποίων δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἀνυψωθῇ ὁ Ἑλληνι-
600σμός.
601Πάντοτε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ
602παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν, ἀποτελεῖ τὸ κύριον μέλημα τῶν Κοι-
603νοβουλίων, διότι ἡ κυρία τῶν Κοινοβουλίων ἀποστολὴ
604εἶναι νὰ ψηφίζωσι τοὺς φόρους, τοὺς βαρύνοντας τὸν λαὸν,
605καὶ νὰ παρέχωσι τὰς πιστώσεις, δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ
606διοικηθῇ καὶ προαχθῇ ὁ Τόπος. Ἀλλ’ εἴπερ ποτὲ, νῦν παρ’
607ἡμῖν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα περιβάλλεται ἔξοχον καὶ ἔκ-
608τακτον σπουδαιότητα· διότι, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀκόμη ἐπι-
609ληφθῇ τοῦ θέματος τούτου, ἡ κοινωνία πᾶσα ἐξηγέρθη καὶ
610συνεκινήθη ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι καὶ διαδόσεσι τῆς πρώην
611Ἀντιπολιτεύσεως, παραστάσεσιν, αἵτινες ἐξηκολούθησαν
612καὶ ἀφοῦ ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις ἀνέλαβε τὴν διοίκη-
613σιν τῶν κοινῶν, παραστάσεσι, καθ’ ἃς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
614Κράτους διατρέχουσι τὴν δεινοτάτην τῶν κρίσεων. Ἡ γε-
615νικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ
616τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ φο-
617ρολογικῶν νόμων, τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
618σεως, ἔπρεπε δὲ νὰ προηγηθῇ, διότι διὰ τῆς γενικῆς συ-
619ζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπρόκειτο τὸ Κοινο-
620βούλιον νὰ ἐξετάσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀπὸ γενικω-
621τέρας ἀπόψεως, ἐπρόκειτο οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ
622ἀντιληφθῶσι τῆς θέσεως τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν κατα-
623στάσεως ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς, καὶ νὰ μορφώσωσι
624τὴν γνώμην των περὶ τοῦ πρακτέου μᾶλλον καθολικὴν
625καὶ γενικὴν, ἐπηρεάζουσαν βεβαίως τὰς κατὰ μέρος γνώ-
626μας. Οὕτω δὲ, ὅταν βραδύτερον ἐπρόκειτο περὶ τῶν νομο-
627σχεδίων, δι’ ὧν εἴτε αἱ ὑπάρχουσαι πρόσοδοι ἠλαττοῦν-
628το, εἴτε τὰ ὑφιστάμενα ἔξοδα ηὐξάνοντο, δὲν ἤθελον βε-
629βαίως ἐπηρεασθῆ ἀπὸ γνώμας καὶ σκέψεις, αἵτινες ἀφώ-
630ρουν μόνον εἰς ἓν ἕκαστον τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων·
631οὕτως ὤφειλον νὰ πράξωσιν οἱ ὑπέχοντες τὴν εὐθύνην
632τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν καὶ ἡγούμενοι τῶν ἐργασιῶν
633τοῦ Κοινοβουλίου· ὤφειλον τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ
634ζητήματος εὐθὺς ἐν ἀρχῇ νὰ θέσωσι πρὸ ἡμῶν, μετὰ δὲ
635τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς συζήτησιν τὰ νο-
636μοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ καὶ φορολογικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα
637κατοπτρίζεται τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως σύστημα.
638Ἄλλως ὅμως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει. Ἀφοῦ ἐπεψηφίσθησαν
639παρὰ τῆς Βουλῆς τὰ σπουδαιότερα τῶν φορολογικῶν νο-
640μοσχεδίων, ἀφοῦ ἐπὶ τρίμηνον διαχειρίζεται τὰ οἰκονομι-
641κὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις μίαν καὶ μόνην εἶχεν
642ἀποστολὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
643τους, καλεῖται ἡ Βουλὴ τὸν ἕβδομον τοῦ ἔτους μῆνα νὰ
644συζητήσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν
645Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885.
646Κατέστη δὲ οὕτως εἰς πάντα, συζητοῦντα ἐπὶ τοῦ Προϋ-
647πολογισμοῦ τοῦ 1885, ἄχαρι καὶ ἀτερπὲς τὸ ἔργον, ἴσως
648δὲ καὶ ὀχληρὸν εἰς ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἵτινες σπεύδετε εἰς
649τὴν ταχίστην ἀποπεράτωσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐργα-
650σιῶν, κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο στάδιον τῆς παρούσης Βου-
651λευτικῆς Συνόδου· ἀλλ’ ὅμως ἡμεῖς ἔχομεν ὑψηλότερον κα-
652θῆκον νὰ ἐκπληρώσωμεν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ οἰ-
653κονομικὸν ζήτημα ἐκ τοῦ πρὸς τὴν χώραν καθήκοντος
654καὶ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης ἡμῖν μερίμνης πρὸς τὸ οἰκονο-
655μικὸν μέλλον αὐτῆς· ὀφείλομεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν
656Βουλὴν τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐπὶ τούτου, ὀφείλομεν νὰ μετα-
657δώσωμεν καὶ εἰς τὴν χώραν τὰς πεποιθήσεις μας, ὀφείλο-
658μεν δὲ ἄλλως τε νὰ μεταδώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰς ἰδέας
659μας, ἵνα χρησιμεύσωσι καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋ-
660πολογισμοῦ τοῦ 1886, ἀφοῦ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κλη-
661θεῖσα ὡς ἡγέτρια τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἠξίου,
662ὅτι ἔχει ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένον καὶ σαφὲς οἰκονομι-
663κὸν πρόγραμμα, καὶ ἐπὶ τρίμηνον διαχειριζομένη τὰ κοι-
664νὰ, δὲν ἐδίστασε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ-
665τον ὡς παροδικὸν, ἵνα, ὡς φαίνεται, δικαιολογήσῃ τὰ λάθη
666καὶ τὴν ὑστέρησιν αὐτῆς ἁπάντων τῶν προηγουμένων
667ἐπαγγελιῶν της.
668Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, κύριοι, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ἐξε-
669τασθῇ ὑπὸ τριπλῆν ἄποψιν· πρωτίστως ὑπὸ τὴν ἄποψιν,
670ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνεται αὐτὸ ἡ κοινωνία, δηλαδὴ
671ὑπὸ τὴν ἄποψιν τὴν ἀπομακρύνουσαν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ἀντα-
672γωνισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων· δεύτερον πρέπει νὰ
673ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου
674Κυβερνήσεως, καὶ τρίτον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ οἰκονομι-
675κὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη καὶ ἐφαρμόζει ἡ σημε-
676ρινὴ Κυβέρνησις.
677Ἡ ἄποψις τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος,
678χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει οὐδὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δια-
679χειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οὐδὲ τὸ οἰκονο-
680μικὸν σύστημα τῆς παρούσης, εἶναι ἡ μᾶλλον πρακτική.
681Ἡ ἄποψις αὕτη θέτει πρὸ ἡμῶν τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ ἐν-
682νοεῖ ἡ κοινωνία, ἥτις εἰς δεδομένας περιστάσεις, καὶ ἰδίᾳ
683ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς Κράτους διατρέχωσι κίνδυνον,
684σκέπτεται ἀνεξαρτήτως τῶν διαμαχομένων πολιτικῶν
685μερίδων. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ πρὶν ἀκόμη κατα-
686γνωσθῶσι τὰ βαρύνοντα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους
687ἐλλείμματα, εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ οἰκονομικῆς καὶ ἐμπο-
688ρικῆς κρίσεως. Ἡ κρίσις αὕτη προῆλθεν ἐκ περιστάσεων
689πάντη ἀνεξαρτήτων τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
690Κράτους. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ κρίσις αὕτη ὑφίστατο ἔτι ἢ μᾶλ-
691λον διετέλει ἐν τῇ ἀκμῇ αὐτῆς, ἐπῆλθε καὶ ἡ κακὴ κα-
692τάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἥτις ἐδείνωσεν
693αὐτὴν περισσότερον. Ἡ κοινωνία πρωτίστως ἐνδιαφέρεται
694νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν οἰκονο-
695μικῶν τοῦ Κράτους, ὁποῖα τὰ μέσα, δι’ ὧν δύναται αὕτη
696ν’ ἀνορθωθῇ· ἡ κοινωνία δὲν ἐνδιαφέρεται εἰς τὰς ἐν τῷ
697περιβόλῳ τούτῳ συζητήσεις, τὰς ἐχούσας χαρακτῆρα
698ἀντεγκλήσεων τῶν πολιτικῶν κομμάτων· ἡ κοινωνία ἐπι-
699θυμεῖ νὰ γνωρίζῃ τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν ὅσον οἷόν τε
700τάχιον νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ, αἵτινες ἐπὶ τοῦ κοι-
701νωνικοῦ σώματος ἀνεφάνησαν. Ἡ κοινωνία συνεταράχθη,
702ὅταν ἤκουσεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν
703Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνήγγειλεν εἰς τὴν
704Ἑλλάδα, ὅτι ἀνέλαβε καὶ ἐννοεῖ τὴν διαχείρισιν τῶν κοι-
705νῶν μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Μέχρι τοῦδε ἡ κοι-
706νωνία ἐγνώριζεν, ὅτι τοιοῦτο δικαίωμα παρείχετο ἐκ τοῦ
707νόμου εἰς τοὺς κληρονόμους σχολαζουσῶν περιουσιῶν, ὅταν
708αὗται διετέλουν βεβαρημέναι ὑπὸ χρεῶν, μηδεμίαν ἢ ἐλα-
709χίστην παρεχόντων ἐλπίδα κέρδους ὑπὲρ τῶν κληρονόμων,
710οἵτινες ἤγοντο κυρίως εἰς τὴν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἀπο-
711δοχὴν τῆς κληρονομίας ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν σκιὰν τοῦ
712ἀποθανόντος. Οὐδέποτε ὅμως ἡ κοινωνία ἐφαντάσθη, ὅτι
713ἦτο δυνατὸν ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, κληθεὶς κατό-
714πιν μιᾶς πολιτικῆς μεταβολῆς, κατόπιν τῶν ὅσων πρὸ
715τῆς μεταβολῆς ἔδωκεν ὑποσχέσεων νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομι-
716κὸν ζήτημα, νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν διοίκη-
717σιν τῶν κοινῶν μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Ἡ κοινω-
718νία γινώσκει, ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν
719ἀφῆκεν ἔλλειμμα οὐχὶ βεβαίως 40 ἢ 46,000,000, ὡς ἰσχυ-
720ρίζετο ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κύριος
721Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν
722Βουλήν, ἀλλὰ μόνον 25 ἑκατομμυρίων, ὡς ἀπέδειξε διὰ
723τῆς ἐκθέσεώς της ἡ μειονοψηφία τῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ
724Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Δημοσίων βιβλίων καὶ κα-
725ταστάσεων. Ἡ κοινωνία γινώσκει, ὅτι ὁ διευθύνων σήμε-
726ρον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπάρχει
727ἔλλειμμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἐξ 11 ἑκα-
728τομμυρίων, χωρὶς νὰ γνωσθῶσιν αἱ Κυβερνητικαὶ σκέψεις,
729αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κάλυψιν ἢ μείωσιν αὐτοῦ. Ἡ κοι-
730νωνία ἑπομένως ἐναγωνίως περιέμενεν ἐκ τῆς ἐξετάσεως
731τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος νὰ πληροφορηθῇ, οὐχὶ ἂν ἡ
732προκάτοχος Κυβέρνησις ἔπταισεν, ἢ ἐὰν ἡ διάδοχος αὐ-
733τῆς ἐργάζεται πυρετωδῶς πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ ἐξόγκωσιν
734τῶν εἰς τὴν προηγουμένην διαχείρισιν ἀναγομένων πλημ-
735μελειῶν. Ἡ κοινωνία ἀναμένει ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ οἰ-
736κονομικοῦ ζητήματος νὰ πληροφορηθῇ, κατὰ τίνα τρόπον
737τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν
738εἰς κανονικὴν τροχιὰν, ὑποσχομένην τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ
739οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑποστήριξιν
740καὶ ἀναζωπύρωσιν τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δικαίως
741δὲ ἡ κοινωνία συγκινεῖται καὶ ἀσχάλλει ἐπὶ τῇ κατα-
742στάσει τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἧς τὴν εἰκόνα κα-
743τέστησαν ζοφερωτέραν καὶ ἀπειλητικωτέραν αἱ διακηρύ-
744ξεις καὶ δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτᾷ
745λοιπὸν ἡ κοινωνία, διατί νὰ μὴ ἐξετάζηται ἐνταῦθα τὸ
746οἰκονομικὸν ζήτημα ἀσχέτως πρὸς τὰς διαμάχας τῶν
747πολιτικῶν κομμάτων; Διατί, ἐρωτῶσι συμπολῖται ἡμῶν
748εὖ φρονοῦντες, διατί νὰ μὴ ἀποχωρίσῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς
749πολιτικῆς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τοὐλάχιστον ἐν τῇ
750παρούσῃ κρίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν; Διατί, φωνάζει ἡ
751κοινωνία, νὰ μὴ ἐννοῶμεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ἐπὶ βλάβῃ τῶν
752οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους δημοτικότης εἶναι ἐφήμερος;
753Ἡ ὀρθοφρονοῦσα κοινωνία, ἡ ἐμβριθῶς ἐξετάζουσα τὸ οἰ-
754κονομικὸν ζήτημα, ἓν ζητεῖ παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων
755τοῦ Ἔθνους, νὰ λησμονήσωσιν, ἔστω καὶ προσκαίρως, τὰ
756πολιτικὰ μίση καὶ πάθη, νὰ μὴ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν
757πρόσκτησιν προσκαίρου δημοτικότητος, καὶ νὰ σκεφθῶσι
758μετ’ ἐπιμελείας περὶ τῆς εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας οἰκο-
759νομίας καὶ περὶ τῆς ἐξευρέσεως νέων πόρων τοῦ Δη-
760μοσίου Ταμείου, ἀποκλειομένου ἐκ τῶν σκέψεων αὐ-
761τῶν τοῦ μέσου τῶν δανείων. Ἡ κοινωνία, τέλος, ἓν
762ἐπιβάλλει ἡμῖν, ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ἐλάττωσιν τῶν
763ὑφισταμένων Δημοσίων προσόδων, βελτιοῦντες καὶ οὐχὶ
764καταργοῦντες τοὺς λειτουργοῦντας νῦν φορολογικοὺς
765νόμους, καὶ ν’ ἀποκρούσωμεν πᾶσαν αὔξησιν τῶν Δη-
766μοσίων δαπανῶν, ἀναβάλλοντες δι’ ἄλλην ἐποχὴν, μᾶλ-
767λον αἰσίαν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ τὰς τυχὸν δι-
768καιοτάτας αὐξήσεις. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἡ
769κοινωνία τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πόθου της αὐτοῦ, ὅταν εἰς
770γενομένας παρατηρήσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ
771νομοσχεδίων, ἐλαττούντων τὰς προσόδους ἢ αὐξανόντων
772τὰς δαπάνας, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε δι’ ἀντενεγκλήσεων
773κατὰ τῆς προκατόχου; Ὑπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἐξετά-
774ζων τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἠδυνάμην πολλὰ νὰ εἴπω,
775ἠδυνάμην νὰ ἐξαντλήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν. Ἀλλὰ
776μοὶ εἶναι λογικῶς ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσω ἐξε-
777τάζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ἀφοῦ ἤδη ἡ
778Βουλὴ ἐψήφισε πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβλη-
779θέντα φορολογικὰ καὶ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, καὶ ἀφοῦ
780ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία τῶν διευθυνόντων τὰς ἡνίας τοῦ
781Κράτους οὐδεμίαν παρέχει ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
782ὑποταχθῇ τὸ διακρίνον αὐτοὺς πεῖσμα καὶ τὸ πάθος τὸ
783πολιτικὸν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα κα-
784θήκοντος;
785Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος
786ὑπὸ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἄποψιν, ἤτοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ
787πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Δὲν
788εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος τῆς διαλυθείσης Βου-
789λῆς, παρηκολούθουν ὅμως τὰς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζη-
790τήσεις ἐφ’ ὅσον μοὶ ἐπέτρεπον τοῦτο αἱ ἰδιωτικαὶ ἀσχο-
791λίαι μου, καὶ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω, ὅτι ἡ πρώην
792Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὰς δύο
793τελευταίας Συνόδους τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, καὶ διὰ τῶν
794ὀργάνων, ἅτινα ἀντεπροσώπουν αὐτὴν ἐν τῇ δημοσιογρα-
795φίᾳ, ὑπεστήριξεν ἐκθύμως καὶ κατώρθωσε νὰ μεταδώσῃ
796εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν πολιτικὴν ἰδίαν καὶ πεποί-
797θησιν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς δύο μέγιστα πε-
798ριέπεσεν ἁμαρτήματα· ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν διὰ φόρων, οἵ-
799τινες ἀφήρεσαν καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα αὐτοῦ, ἐνῷ
800δὲ δι’ αὐτῶν ἠλάττωσε καὶ ἐπίεσε τὰς παραγωγικὰς
801Δυνάμεις, συνάμα ηὔξησε τερατωδῶς καὶ σπατάλως τὰ
802Δημόσια ἔξοδα. Ἡ γενομένη δὲ ἐργασία πρὸς τὸν σκοπὸν
803τοῦ νὰ πεισθῇ ἡ κοινωνία, ὅτι αἱ δύο αὗται αἰτιάσεις κατὰ
804τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦσαν βάσιμοι, ἦτο τῷ ὄντι
805τερατώδης, διότι οἱ πάντες ἐπλανήθησαν, ἔχοντες ὑπ’
806ὄψει τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ μὴ ἐξετά-
807ζοντες τὰ κύρια καὶ ἀληθῆ αἴτια αὐτῆς, εἰς τὴν πλάνην
808δὲ ταύτην ὀφείλεται ἡ ἐπελθοῦσα πολιτικὴ μεταβολή.
809Κατὰ πρῶτον δέον νὰ ἐξετάσωμεν, τίνες εἶναι οἱ φό-
810ροι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπεβάρυνε
811τὸν λαὸν, καὶ ἂν οὗτοι ἠδύναντο νὰ καταστρέψωσι τὰς
812παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου, καὶ καταστήσωσι τὸν
813λαὸν ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον
814εἰσφορῶν αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐπι-
815βολὴν νέου φόρου τὴν ἐκ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς τρο-
816πὴν τῶν ποσοτικῶς καὶ εἰς χρήματα πληρονομένων ἐγ-
817γείων φόρων· ἀλλ’ ἐπειδὴ τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου
818Κυβερνήσεως ἐγένετο τοῦτο, ἐπῆλθε δ’ ἐντεῦθεν αὔξησις
819τῶν Δημοσίων ἐσόδων, καταλογίζω εἰς βάρος τῆς πα-
820ρελθούσης Κυβερνήσεως τὴν αὔξησιν ταύτην, ἀνερχομέ-
821νην εἰς 1,100,000 δραχμῶν. Οἱ νέοι φόροι, οἵτινες τῇ
822εἰσηγήσει τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐπεβλήθησαν,
823εἰσὶν οἱ ἑξῆς. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου·
824ἀλλὰ διὰ τοῦ φόρου τούτου κατηργήθη ἡ στρεμματικὴ
825ἐπὶ τῶν ἀμπέλων φορολογία καὶ ἠλαττώθη ὁ εἰς χρήμα-
826τα εἰσπραττόμενος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ὡς πρός τινας
827ἐπαρχίας ἔγγειος φόρος τοῦ οἴνου ἀπὸ λεπτῶν 2 εἰς 1.
828Πρότερον ἐβεβαιοῦντο διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας
829περίπου 900,000 δραχμῶν· ἦτο δὲ ὄντως δυσείσπρακτος
830ὁ φόρος οὗτος, ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι διὰ τοῦ
831νέου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων Νόμου ἤθε-
832λον βεβαίως αἱ καθυστερήσεις ἐλαττωθῆ, ἠθέλομεν ἔχει
833ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ οἴνου,
834ὡς εἶχε πρότερον ἡ φορολογία, δραχμὰς 700,000. Εἰσεπρά-
835χθησαν κατὰ τὸν λειτουργοῦντα νέον Νόμον ἐν διαστή-
836ματι ἑνὸς ἔτους δραχμαὶ 1,100,000, ὥστε ἡ ἐπελθοῦσα
837αὔξησις ἀνέρχεται εἰς 400,000 δραχμῶν. Ἔχομεν ὅμως
838καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ
839ὁποίου κατὰ τὸ 1884, κατὰ τὰ ἐπίσημα βιβλία, εἰσεπρά-
840χθησαν, ἐκτὸς τῶν διὰ τὴν κοπὴν ἐξόδων, 2, 200,000· ἔ-
841χομεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ
842τὸ 1884 εἰσεπράξαμεν 700,000· ἔχομεν τέλος καὶ τὸν
843φόρον τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν
844περίπου 500,000. Τὸ ὅλον τῶν νέων φόρων, συμπεριλαμ-
845βανομένης καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐγγείων φόρων διὰ τῆς
846τροπῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ἀνέρχεται εἰς
8475,000,000 δραχμῶν περίπου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, τοὺς
848ὁποίους ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἰσήγαγε. Βεβαίως λό-
849γος δὲν δύναται νὰ γένηται περὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν
850πυρείων, τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τοῦ πετρελαίου, διότι
851ταῦτα διατηρεῖ καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δι’ αὐτῶν δὲ
852δὲν ἐπεβλήθη νέος τις φόρος, ἀλλ’ ἐπεδιώχθη ἡ καταστο-
853λὴ τῆς λαθρεμπορίας καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν εἰς τὸ Δη-
854μόσιον διὰ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ὀφειλομένων ποσο-
855τήτων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεγράψαμεν κατὰ ποσὸν καὶ ποιὸν
856τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐπέ-
857βαλε, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ γινώσκωμεν καὶ ἐκ ποίων βα-
858ρῶν ἀπήλλαξε τὸν λαὸν, καὶ εἰς ὁποίας προῆλθεν ἐλατ-
859τώσεις τῶν πρότερον ὑπαρχόντων φόρων. Δὲν θέλω νὰ
860μνημονεύσω τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἥτις ὀφείλεται
861εἰς τὸν ἡγέτην τῆς νῦν Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Πρόεδρον
862τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ἀ-
863ληθὲς ὅτι, καίτοι ἡ Ἑλληνικὴ γεωργία εὐηργετήθη διὰ
864τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐ-
865στερήθη δραχμὰς 2,000,000. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις,
866ὅπως ἐνισχύσῃ τὸν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις λαὸν, κατήρ-
867γησε τὴν τελωνιακὴν ζώνην, τὴν ἐν τῇ μεθορίῳ γραμμῇ,
868ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐστερήθη τὸ Δημόσιον εἰσαγωγικῶν τε-
869λῶν ἐκ δραχμῶν 300,000.
870Ἐν τῷ δασμολογίῳ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ προκάτοχος
871Κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον λειτουργεῖ, κατέστησεν
872ἀτελεῖς τὰς πρώτας ὕλας, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς τὴν
873μόλις ἀναγεννωμένην Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, κατέστησεν
874ἀτελῆ ἅπαντα σχεδὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν
875ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τροφῆς εἰς τὸν λαὸν, κατέστησεν
876ἀτελῆ τὰ κρέατα, τὰ ζῷα κλπ. εἴδη τροφῆς. Ἐξ ἀκρι-
877βῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες ἐγένοντο, ὡς ἐκ τῶν ἀτελειῶν
878τούτων τὸ Δημόσιον ἐστερήθη 2,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’
879ἐνῷ ἀναντίῤῥητον καὶ πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι διὰ
880τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης εὐηργετήθη ἡ Ἑλληνικὴ
881γεωργία, διὰ τῆς ἀτελείας τῶν πρώτων ὑλῶν εὐηργετήθη
882ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, διὰ τῆς ἀτελείας τῶν ζώων, κρε-
883άτων καὶ ἑτέρων εἰδῶν τροφῆς εὐηργετήθησαν αἱ κατώ-
884τεραι καὶ πολυπληθέστεραι κοινωνικαὶ τάξεις, διὰ τῆς κα-
885ταργήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης εὐηργετήθησαν οἱ κά-
886τοικοι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ οἱ οἰκοῦντες εἰς τὰς ὑπὸ
887τὸν ξένον ζυγὸν ἔτι διατελούσας Ἐπαρχίας συμπολῖται
888ἡμῶν, ἐξεταστέον ἀφ’ ἑτέρου, ὁποίους ἐπεβάρυναν οἱ ὑπὸ
889τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δημιουργηθέντες νέοι φόροι.
890Ἐκτὸς τῆς ὡς πρός τινας ἐγγείους φόρους μετατροπῆς τῶν
891παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ
892τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δὲν
893ἐπεβάρυναν τὸ παράπαν τὴν παραγωγὴν, ἥτις ἀφέθη ὅ-
894λως ἐλευθέρα· κατωρθώθη δὲ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν φό-
895ρων τούτων νὰ ἐλαττωθῇ ὅσον ἦτο δυνατὸν ἡ ἄνισος τῶν
896φόρων διανομή· κατωρθώθη, ὥστε αἱ παραγωγικαὶ τά-
897ξεις νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰς φόρων, καὶ
898νὰ γείνῃ μία μετάστασις φόρων ἐπὶ τὰς τάξεις ἐκείνας,
899αἵτινες δὲν ἐφορολογοῦντο πρότερον. Ἀλλ’ ὁ ταῦτα πάντα
900διαπράξας εἶναι ἄξιος μομφῆς καὶ κατακρίσεως; Τὸ ἐπ’
901ἐμοὶ, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις οὐ μόνον φό-
902ρους πιέζοντας τὰς παραγωγικὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἡ-
903μῶν δὲν ἐδημιούργησεν, ἀλλὰ τοὐναντίον προέβη πέραν
904τοῦ δέοντος εἰς ἐλάττωσιν τῶν ὑπαρχόντων φόρων. Ἴσως
905δὲ κατὰ τοῦτο δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ τὴν παρελθοῦσαν
906Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξ αἰσιοδόξου πεποιθήσεως, ὅτι δὲν ἤθε-
907λον περιέλθει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς δυσάρεστον
908θέσιν, προέβη εἰς ἐλάττωσιν φόρων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Ἑλ-
909ληνικοῦ λαοῦ.
910Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἐ-
911ξετόξευσεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις κατὰ τῆς παρελθούσης
912Κυβερνήσεως· ἡ κυριωτέρα κατ’ αὐτῆς αἰτίασις συνίσταται
913εἰς τὸ ὅτι ηὔξησε τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ὅτι τὰ ηὔ-
914ξησεν ἀδικαιολογήτως καὶ κατὰ τρόπον, ὅστις εἶναι ὁ κύ-
915ριος παράγων τῆς σημερινῆς καχεκτικῆς καταστάσεως ἡ-
916μῶν. Ἐπειδὴ δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οἱ ῥήτορες τῆς
917Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεκαλοῦντο ἀκρι-
918βῶς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, αὐτὸν δὲ ἐπανειλημ-
919μένως συνέκρινον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὅ-
920πως ὑποστηρίξωσι τὰς κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
921αἰτιάσεις καὶ ἐπιθέσεις των, καὶ ἐγὼ, πρὸς χάριν αὐτῶν,
922θέλω κυρίως λάβει ὡς ὅρον συγκρίσεως τὸν Προϋπολογι-
923σμὸν τοῦ 1880.
924Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τὰ ἔξοδα εἶχον
925ἀνέλθει εἰς 47 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς 42 ἑκατομ-
926μύρια· κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 τὰ ἔξοδα ἀν-
927έρχονται εἰς 85 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ἔσοδα εἰς ἕτερα 85
928ἑκατομμύρια· ἄρα ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ ἔξο-
929δα τοῦ 1885 κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
9301880 ἐκ 38 ἑκατομμυρίων, εἰς δὲ τὰ ἔσοδα 43 ἑκατομ-
931μύρια. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 πα-
932ρίστα ἔλλειμμα ἀκριβῶς ἐκ 5 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
933Ἐξεταστέον εἰς τίνας κατηγορίας δαπανῶν καὶ ἐκ τίνων
934αἰτίων κυρίως ἐπῆλθεν ἡ τεραστία αὕτη τῶν Δημοσίων δα-
935πανῶν αὔξησις; Τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν ἐξόδων τοῦ
936Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀφο-
937ρῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεῶν καὶ συντάξεων. Κατὰ τὸν
938Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν δα-
939πανῶν ἀνήρχετο εἰς 16 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ ἔτος ὅμως
9401885 ἀνῆλθεν εἰς 35 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἀμέσως ἐπὶ τοῦ
941κεφαλαίου τούτου διαφορὰν ἐκ 17 ἑκατομμυρίων. Εἰς τὰ
942Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ
9431880 εἴχομεν 12 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1885
944ἔχομεν 22 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἑπομένως αὔξησιν 10 ἑ-
945κατομμυρίων εἰς τὸν δεύτερον τοῦτον καὶ σπουδαιότερον
946κλάδον τῶν Δημοσίων ἐξόδων. Εἰς τὰ 1880 δὲν εἴχομεν
947τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν προσηρτημένας τὴν Ἤπειρον καὶ
948Θεσσαλίαν, ἑπομένως δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὸν Προϋ-
949πολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1880 αἱ δαπάναι, αἱ ἀφο-
950ρῶσαι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Διὰ τὰς νέας ὅμως ἐπαρ-
951χίας ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἡμῶν ἐπεβαρύνθη μὲ
952τὸ ποσὸν δραχ. 2,700,000. Προσέτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν
953μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, αὐ-
954ξήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβη ἐξ
955ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ἀναγνω-
956ριζομένης καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς ἐποχῆς
957ἐκείνης, ἐκ τῆς αὐξήσεως λοιπὸν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλ-
958λήλων εἰς μόνα τὰ πέντε Ὑπουργεῖα ἐπῆλθεν αὔξησις
9592,100,000 δραχμῶν. Ὁ νέος Προξενικὸς νόμος, ὅστις ἀφ’
960ἑτέρου ηὔξησε τὰ ἐκ Προξενικῶν τελῶν ἔσοδα τοῦ Δημο-
961σίου, ἐπήνεγκε συνάμα καὶ αὔξησιν τῶν δαπανῶν κατὰ
962500,000 δραχμῶν. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων φορολο-
963γικῶν νόμων καὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ηὔξησαν τὰ ἔξο-
964δα κατὰ δρ. 2.700,000. Διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ποσοστῶν τοῦ
965χαρτοσήμου καὶ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ κεφαλαίου τῆς ὁδοποιΐας,
966ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν σχετικῶν προσόδων, ἔχομεν αὔξη-
967σιν 500,000 δραχ. ἐπὶ πλέον. Ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ
968τὰ ὀλίγα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηρίθμησα, εἶναι 35,
969500,000 δραχμῶν. Τί ἀπομένει ὡς προσθήκη μεταξὺ
970τῶν δαπανῶν τοῦ 1880 καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1885;
9712½ ἑκατομμύρια δραχμῶν· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι καὶ τὰ
972Δημόσια ἔσοδα τερατωδῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ηὐξή-
973θησαν καὶ ἐπέβαλλον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους
974ἀνωτέρας δαπάνας διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν
975αὐτῶν, ἐν διαστήματι διετίας ἐγένοντο πολλαὶ βελτιώ-
976σεις εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Δημοσίας Διοικήσεως,
977καὶ ἰδίως εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν Ἐκπαίδευσιν, ἐγέ-
978νοντο δὲ καὶ βελτιώσεις, αἵτινες συνωδεύθησαν ἢ ἐπήγα-
979γον αὔξησιν εἰς τὰ ἔσοδα. Ἡ σύγκρισις λοιπὸν τοῦ Προϋ-
980πολογισμοῦ τοῦ 1880 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885
981δὲν παρουσιάζει ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἢ κατὰ μόνον δύο ἑ-
982κατομμύρια πεντακοσίας χιλιάδας, εἶναι δὲ ἐλαχίστη ἡ
983αὔξησις αὕτη ἐν διαστήματι ἓξ ἐτῶν, σχετικῶς πρὸς τὰς
984αὐξήσεις, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ
985τῶν ἄλλων Κρατῶν, διατελούντων ἐν προόδῳ, ὡς ἡ Ἑλ-
986λάς· ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς ἐν γέ-
987νει Διοικήσεως εἰς ἕτερα Ἔθνη εἶναι μᾶλλον ἢ διπλασία.
988Παρ’ ἡμῖν ἡ αὔξησις αὕτη οὐδὲ εἰς 1% κατ’ ἔτος
989ἀνῆλθεν, ἐνῷ ἀλλαχοῦ ὑπερβαίνει καὶ τὰ 2%.
990Ἀλλ’ ὅτι εἰς οὐδεμίαν αὔξησιν δαπάνης ἀδικαιολογήτου
991προέβη ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν
992πράξεων αὐτῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προϋ-
993πολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰσή-
994γαγεν εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου
995ἐλαχίστας ἠδυνήθη νὰ περικόψῃ δαπάνας· ἐν οἰκείῳ δὲ
996τόπῳ θέλω σᾶς ἀπαριθμήσει τὸ ποσὸν καὶ ποιὸν τῶν
997περικοπεισῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐνέδειξεν εἰς τὸν
998Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐξ αὐ-
999τῶν δὲ θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν δύνανται σπουδαίως νὰ ὀ-
1000νομασθῶσιν οἰκονομίαι, οὐδὲ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τοῦ οἰ-
1001κονομικοῦ ζητήματος. Ὥστε, ὡς βλέπετε, ἡ προκάτοχος
1002Κυβέρνησις δὲν ηὔξησε τὰς δαπάνας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος
1003δύναται νὰ παραστήσῃ αὐτὴν σπάταλον, ὁ ὁποῖος δύνα-
1004ται νὰ τὴν παραστήσῃ ὡς ἐπιδιώξασαν τὴν θεραπείαν
1005ἀναγκῶν, μὴ ἐπιβαλλομένων ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ
1006προόδου τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν, διότι ἐκ μόνον 2½ ἑ-
1007κατομμυρίων αὔξησιν δαπανῶν παριστᾷ ἡ σύγκρισις τοῦ
1008Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
10091885. Νομίζω δὲ ἀποδεδειγμένον ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν,
1010ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ σημερινὴ Κυ-
1011βέρνησις, δὲν εἶναι τοιαῦται καὶ τοσαῦται, ὥστε ἐκ τῶν
1012οἰκονομιῶν τούτων νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέ-
1013ρασμα, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνήργησε δαπάνας,
1014αἵτινες ἦσαν ἀδικαιολόγητοι, ἢ ὅτι καθιέρωσέ που σπάτα-
1015λον διαχείρισιν, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισαν οἱ ἀντίπαλοι
1016αὐτῆς.
1017Ἀλλ’ ὑπῆρξαν πολλοὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, πρὸ παντὸς
1018ὅμως ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οἵτινες
1019ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προεκάλεσε
1020τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν διὰ τῆς προώρου ἄρσεως τῆς ἀναγ-
1021καστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπιφανὴς Καθηγητὴς τοῦ Πανε-
1022πιστημίου ἰσχυρίσθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐν τῇ δημο-
1023σιογραφίᾳ, ὅτι ἦτο πρόωρος ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1024κλοφορίας, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ
1025ἐνεργήσῃ ταύτην, εἰμὴ μόνον ὅταν ἐξησφάλιζε τὸ ἰσο-
1026ζύγιον, διότι τότε μόνον ἡ ἄρσις δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ
1027παραίτιος κοινωνικῶν δυστυχημάτων. Ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς
1028ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὶν ἢ ἀκόμη πραγματοποιη-
1029θῇ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπῆρξεν ὁ πρώτι-
1030στος ὅρος τοῦ προγράμματος τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως.
1031Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι καὶ ἐν τοῖς ὀργάνοις, ἅτινα ἀντιπρο-
1032σώπευον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν Ἀντιπολίτευσιν
1033ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἐδημοσιεύετο ἑκάστοτε, ὅτι τὸ
1034πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔσεται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγ-
1035καστικῆς κυκλοφορίας. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν
1036περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, δὲν ἀντετάχθη δὲ ἀκριβῶς
1037διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τὴν
1038πρότασιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ ἄρσεως, δὲν
1039ἰσχυρίσθη δηλαδὴ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1040ρίας εἶναι πρόωρος καὶ ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
1041στικῆς κυκλοφορίας εἶναι δυνατὸν νὰ προξενηθῶσι ζημίαι
1042ἐθνικαί, ὥστε δὲν δύναται σήμερον ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς
1043ἐποχῆς ἐκείνης, ἥτις σήμερον ἀποτελεῖ τὸ πλεῖστον τῆς
1044Συμπολιτεύσεως, νὰ προβάλῃ σπουδαίως τὴν αἰτίασιν αὐ-
1045τήν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξετασθῇ δι’ ὀ-
1046λίγων καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ
1047γινώσκῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τίνα ἐκ τῶν δεινῶν αὐτοῦ
1048σχετίζονται πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1049Κράτους, καὶ τίνα εἶναι ἀνεξάρτητα ταύτης.
1050Δὲν ἐβιάσθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν ἀ-
1051ναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· τὴν ἐβίασαν τὰ πράγματα, τὴν
1052ἐβίασεν αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ διετέλει ἡ
1053Ἑλληνικὴ κοινωνία. Γινώσκω καλῶς, ὅτι ὁ πρώην Πρόε-
1054δρος τῆς Κυβερνήσεως προέθετο νὰ σκεφθῇ καὶ ἐργασθῇ
1055εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἄρσιν, ὅταν ἐξησφαλίζετο τὸ ἰσοζύ-
1056γιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐβίασαν αὐ-
1057τὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ
1058καὶ πολλῶν πεπειραμένων καὶ ἀμερολήπτως κρινόντων συμ-
1059πολιτῶν μας, ἡ πεποίθησις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἤρετο ἡ ἀναγκα-
1060στικὴ κυκλοφορία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀναντιῤῥή-
1061τως σήμερον ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἄρσεως τὸ πρώ-
1062τιστον ἄρθρον τοῦ κατηγορητηρίου, ἢ μᾶλλον ἡ θεμελιώ-
1063δης κατηγορία κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ
1064προκάτοχος λοιπὸν Κυβέρνησις ἦρεν ἐγκαίρως τὴν ἀναγ-
1065καστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δὲν ἀφῆκε τὴν Ἑλληνικὴν κοι-
1066νωνίαν νὰ τρέξῃ εἰς τὸν ὄλεθρον. Ἐάν τινες μετὰ τὴν
1067ἄρσιν ὑπέστησαν ἀτομικὰς ζημίας, εἰσὶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
1068αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε ἐξήγειρον τὴν κοινωνίαν καὶ
1069διὰ παραστάσεων καὶ δι’ ἀναφορῶν ἐπίεσαν τὴν Κυβέρ-
1070νησιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· σήμερον
1071ὅμως, ἀφοῦ πλέον ἡ ἄρσις ἐπῆλθε καὶ ἐπήγαγεν ὡς
1072πρός τινας ζημίας, ἐγείρουσι πάλιν φωνὴν κατὰ τῆς προ-
1073κατόχου Κυβερνήσεως, παραπονούμενοι, ὅτι προώρως τὴν
1074ἦρε, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως προὐκάλεσεν οἰκονομικὴν κρί-
1075σιν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ Ἐμπορικὰ Ἐπιμε-
1076λητήρια Πατρῶν καὶ Σύρου, οἱ Ἐμπορικοὶ Σύλλογοι τῶν
1077ἄλλων ἐμπορικῶν ἡμῶν πόλεων, καὶ ἕτεροι σοβαροὶ ἄν-
1078δρες παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν δὲν
1079λάβῃ μέτρα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1080ρίας, ἡ Ἑλλὰς διατρέχει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων ὑπὸ
1081ἐμπορικὴν καὶ χρηματικὴν ἔποψιν. Αἱ Τράπεζαι, αἵτινες
1082ἐπώλουν συνάλλαγμα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
1083ἐμπόριον, περιέστησαν εἰς ἀμηχανίαν περὶ τοῦ πρακτέου.
1084Τὸ φράγκον τότε ἐτιμᾶτο πρὸς 119 καὶ 120 λεπτά, ἤτοι
1085εἶχεν ὑποτιμηθῆ τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον κατὰ 20 τοῖς
1086ἑκατόν. Οἱ ἁπλούστεροι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ
1087πώλησις ἐσύμφερεν εἰς τοὺς Τραπεζίτας, ἀλλ’ οὗτοι ἐσκέ-
1088πτοντο ἄλλως, καὶ διὰ τοῦτο πάντες συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐ-
1089τὸ ἵνα σκεφθῶσιν ἂν ἐπὶ τῇ ἐνδεικνυομένῃ προφανεῖ τοῦ
1090ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὑπερτιμήσει ἠδύναντο πλέον
1091νὰ πωλῶσι τοιοῦτο εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ἐμβασμάτων
1092εἰς τὴν ἀλλοδαπήν· εἶχον δὲ δίκαιον νὰ σκέπτωνται καὶ
1093ν’ ἀμηχανῶσι περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἐνόουν, ἐὰν, ὅτε
1094ἤθελον λήξει τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐκδιδόμενα συναλλάγματα—
1095ταῦτα δὲ ἐκδίδονται, ὡς γνωστόν, ἐπὶ λήξει τριῶν μηνῶν—
1096τὸ φράγκον ἤθελεν ἐνταῦθα διατιμᾶσθαι πρὸς 120 καὶ ὄχι
1097πρὸς 140 λεπτά. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἠσχολήθητε εἰς τὰς τρα-
1098πεζιτικὰς ἐργασίας γινώσκετε, ὅτι τὰ συναλλάγματα ἐπὶ
1099τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων,
1100τὰς ὁποίας ἀνοίγουσιν οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τραπεζῖται εἰς
1101τοὺς ἐν Ἑλλάδι τοιούτους. Ἀλλ’ ἄνοιξις πιστώσεως προ-
1102δίδει μόνην τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν δυνάμενον νὰ τὴν
1103χρησιμοποιήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπάγεται τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ
1104ἀνοίγοντος πρὸς καταβολὴν χρήματος. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
1105τραπεζῖται ἀνοίγουσι πιστώσεις εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ
1106ἕνα ἀπαράβατον ὅρον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ
1107ἰδίου αὐτῶν Ταμείου οὔτε λεπτὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὑπ’
1108αὐτῶν ἀποδεχθέντων συναλλαγμάτων· ἐννοοῦσι δηλαδὴ
1109ν’ ἀποδεχθῶσι συναλλάγματα ἐντεῦθεν, συνήθως ἐπὶ τρίμη-
1110νον προθεσμίαν ἐκδιδόμενα ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸ τῆς λήξεως
1111τῆς προθεσμίας ταύτης ὀφείλουσιν οἱ ἐκδόντες τὰ συναλ-
1112λάγματα νὰ ἀποστείλωσι τὸ φέρον αὐτῶν, εἴτε δι’ ἑτέρων
1113συναλλαγμάτων, ἢ ἄλλως νὰ ἀποστείλωσι τὸ χρῆμα. Πρὸ
1114τῆς ἄρσεως λοιπὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ
1115ἰδίως ὅταν ἡ τάσις πρὸς περαιτέρω ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξω-
1116τερικοῦ συναλλάγματος εἶχεν ἐνδειχθῆ ἐκ τῆς ἀνάγκης
1117πολλῶν ἐμβασμάτων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, οἱ ἐν Ἑλλάδι
1118τραπεζῖται, οἱ ἐκδίδοντες εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν συναλλάγμα-
1119τα, ἐσκέφθησαν ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς νὰ ἐξα-
1120κολουθῶσιν ἐκδίδοντες καὶ πωλοῦντες συνάλλαγμα ἐξω-
1121τερικὸν μετὰ προϊούσης ὑπερτιμήσεως αὐτοῦ, ἢ ὤφειλον νὰ
1122παύσωσι πωλοῦντες τοιοῦτο ἕνεκα τοῦ ἀβεβαίου τῆς τι-
1123μῆς, εἰς ἣν ἤθελον ὑποχρεωθῆ ν’ ἀγοράσωσι τὰ νέα συναλ-
1124λάγματα ἢ τὰ εἰκοσάφραγκα, καθ’ ὃν χρόνον ἦσαν ὑπο-
1125χρεωμένοι νὰ ἐμβάσωσιν εἰς τοὺς ἀνταποκριτάς των πρὸς
1126κάλυψιν τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοὺς τραβηγμάτων. Ἀλλὰ
1127μὴ πωλοῦντες συνάλλαγμα Ἐξωτερικὸν, προὐκάλουν εἰς
1128ἐπανάστασιν τοὺς Ἕλληνας ἐμπόρους ἢ καὶ ἄλλους ἰδιώ-
1129τας, ἔχοντας ἀνάγκην νὰ ἐμβάσωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
1130Τότε μετέβη Ἐπιτροπὴ τραπεζιτῶν πρὸς τὴν προκάτοχον
1131Κυβέρνησιν καὶ παρεκάλεσεν αὐτὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἄρ-
1132σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ σκεφθῇ δὲ ἀμέ-
1133σως καὶ ἄνευ ἀναβολῆς, διὰ δὲ τῆς προθέσεως καὶ ἀπο-
1134φάσεώς της ταύτης νὰ μεταδώσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκει-
1135ται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1136ρίας λίαν προσεχῶς, διότι μόνον οὕτω ἦτο δυνατὸν νὰ στα-
1137ματήσῃ τὸ κακόν. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνοι οἱ τραπεζῖται, οἵ-
1138τινες παρεπονοῦντο κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
1139Πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν Ἑλλάδι τὴν αὐτὴν ὑπεστήρι-
1140ξαν γνώμην. Αὐτοὶ οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς οἵτινες τελευ-
1141ταίως ἤρξαντο παραπονούμενοι κατὰ τῆς γενομένης ἄρσεως,
1142ἔλεγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπορευ-
1143»θῶμεν ὑπὸ τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἀναγκαστικῆς
1144»κυκλοφορίας; Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν τὰ ἐμ-
1145»πορεύματα, τὰ ὁποῖα θέλομεν μεταφέρει ἐν Ἑλλάδι πρὸς
1146»μεταπώλησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τόσα
1147»χρήματα, ὅσα ἤθελον ἀπαιτηθῆ πρὸς ἀγορὰν ἰσοτί-
1148»μου ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅταν πρόκηται νὰ κά-
1149»μνωμεν τὰ ἐμβάσματά μας εἰς τὴν Εὐρώπην». Εἰσέρχεται
1150τὸ ἐμπόριον εἰς τὴν πλέον κρίσιμον κατάστασιν, καὶ ἐνῷ
1151πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶχεν ἀνέλθει
1152ποτὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμμα-
1153τίων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχ-
1154μῶν, ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ ἀνῆλθεν ἕως 105 ἢ 106 ἑκατομ-
1155μυρίων· ὑπῆρξαν τότε μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἐν Ἀθήναις πολ-
1156λοὶ μὴ ἀποδίδοντες οὐδεμίαν πλέον ἀξίαν εἰς τὸ τραπε-
1157ζιτικὸν γραμμάτιον. Ἀκριβῶς δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
1158νην ἤρξαντο συνομολογούμεναι πολλαὶ συμβάσεις ἐπὶ τῷ
1159ὅρῳ τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανεισθέντος ποσοῦ εἰς χρυσόν.
1160Δὲν εἶχον δὲ ἄδικον οἱ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τούτῳ δανείζοντες,
1161διότι δὲν ἠδύναντο νὰ γινώσκωσιν ἂν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς
1162διορίας ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου δὲν
1163ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὥστε οὐ μόνον τὸν τόκον, ἀλλὰ
1164καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου ν’ ἀπολέσωσιν. Εὑρίσκετο λοι-
1165πὸν τὸ Ἔθνος ἡμῶν εἰς ἐπανάστασιν χρηματιστικὴν, εὑρί-
1166σκετο εἰς ἐπανάστασιν ἐμπορικὴν ἀκριβῶς, καθ’ ἣν ἐπο-
1167χὴν ἔλαβε τὸ μέτρον ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄρσιν
1168τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλώσασα, ὅτι θέλει ἔλθει
1169εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν δανείου, προω-
1170ρισμένου διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας·
1171ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε πεποίθησιν ἡ
1172Κυβέρνησις, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἤθελον
1173ἐπηρεασθῆ τοσοῦτον ὑπὸ τῶν καιρικῶν καὶ ἄλλων ἀνεξαρ-
1174τήτων τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας περιστάσεων, ὥστε
1175νὰ παρουσιασθῇ τοσοῦτον ἔλλειμμα, ἐξεταστέον, ἐὰν ἡ
1176Κυβέρνησις δὲν προέβαινεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστι-
1177κῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπισκήψασα παρ’ ἡμῖν χρηματικὴ
1178κρίσις ἠδύνατο νὰ προληφθῇ, ἢ ἐπερχομένη ἠδύνατο νὰ
1179ἦνε ἠπιωτέρα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
1180φορίας; Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκα-
1181στικὴ κυκλοφορία ἐπέσκηψε παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον ἡ χρη-
1182ματικὴ κρίσις, ἥτις οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὰ οἰκονο-
1183μικὰ τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὴν ἀναγ-
1184καστικὴν κυκλοφορίαν· ἡ χρηματικὴ κρίσις προῆλθε κυ-
1185ρίως ἐκ τῆς πληθύος τῶν κερδοσκοπικῶν πράξεων, αἵτι-
1186νες εἶχον λάβει χώραν ἐν τῷ παρελθόντι. Οἱ κερδοσκόποι
1187μέχρις ὡρισμένου ὁρίου συντελοῦσιν εἰς τὴν ὑλικὴν προ-
1188αγωγὴν τῶν κοινωνιῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν
1189νὰ τίθενται διὰ τῶν Νόμων ὅρια εἰς τὴν ἀνθρώπινον
1190φιλοκέρδειαν, ἐπειδὴ πρὸ πάντων εἰς κοινωνίας νέας, ὁ-
1191ποία ἡ ἡμετέρα, δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ συνεταὶ προβλέ-
1192ψεις καὶ σκέψεις νὰ ἐπικρατῶσιν, ἡ κερδοσκοπία εἶχε
1193προβῆ οὐχὶ πέραν τοῦ δέοντος, ἀλλ’ εἶχε προβῆ μέχρι
1194τοσούτου, ὥστε αὐτὴ αὕτη νὰ προκαλέσῃ τὴν καταστροφήν
1195της καὶ νὰ δημιουργήσῃ τὴν χρηματιστικὴν κρίσιν. Τὸ
1196ἐπ’ ἐμοί, ἔκρινα ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ὡς ὑπερβολικὴν τὴν
1197εὐλάβειαν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς διευ-
1198θύνοντας τὴν παρ’ ἡμῖν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, πρὸς τὰ
1199Δικαστήρια ἡμῶν, καθόσον ἡ ὑπερβολικὴ αὕτη εὐλάβεια
1200τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὑπῆρξε μία τῶν ἀφορμῶν, αἵτι-
1201νες ἐπήγαγον καταστροφὰς εἰς τὸν τραπεζιτικὸν κόσμον
1202τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιωπῇ
1203πρὸ τοῦ γεγονότος, ὅτι τρεῖς τραπεζῖται, οἵτινες μετὰ
1204τῶν ἐν Εὐρώπῃ πιστώσεων διέθετον 60 ἑκατομμύρια περί-
1205που δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἐν Ἀ-
1206θήναις κερδοσκοπίας, ἐχρεωκόπησαν ἕνεκα τῆς καταδιώξεως
1207ἐκείνης τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἥτις ἐπὶ τέλους ὑπὸ ἀ-
1208νωτέρου Δικαστηρίου ἀπεδείχθη ὡς μὴ ἔχουσα νομικὴν βά-
1209σιν. Τὸ κακὸν ἐν τούτοις ἐγένετο, ἡ δυσπιστία ἐγεννήθη,
1210καὶ πάντες οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἔχοντες πιστώσεις ἀνεῳγ-
1211μένας εἰς Τραπεζίτας ἢ ἐμπόρους ἐν Ἑλλάδι, πάντες τὰς
1212ἀπέσυρον· εἶναι γεγονὸς βεβαιωμένον, ὅτι ἐν διαστήματι
1213ὀλίγων μηνῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐστάλησαν εἰς τὴν ἀλλο-
1214δαπὴν 35 ἑκατομμύρια φράγκων, ἐκόπησαν δὲ πιστώσεις ἐξ
1215ἄλλων 35 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ ἐπὶ ζητημάτων τοσαύτης
1216πρακτικῆς σπουδαιότητος δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν
1217ὑστέρων οὔτε θεωρητικῶς καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν ἐπιστη-
1218μονικῶς συζητούντων· πρέπει ἀμερολήπτως κρίνοντες νὰ
1219ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ ἀναλογισθῶμεν
1220τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτελέσθη ἡ ἄρσις τῆς
1221ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἶτα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ
1222τῆς ὁποίας πρὸς σωτηρίαν τοῦ Τόπου ἔλαβεν ἡ προκάτο-
1223χος Κυβέρνησις ἀποφάσεως ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
1224κλοφορίαν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ οἰκονομικὴ
1225κρίσις, ὑπαρχούσης ἔτι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1226τί ἤθελε συμβῆ; Ἐκεῖνοι οἵτινες ὑπεχρεώθησαν ὡς ἐκ
1227τῆς κρίσεως ν’ ἀποδώσωσι τὰ διαχειριζόμενα ὑπ’ αὐτῶν
1228ξένα κεφάλαια, ὀφειλόμενα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἤθελον ὑπο-
1229χρεωθῆ νὰ τὰ ἐμβάσωσι πρὸς λεπτὰ 130 ἢ 140 τὸ
1230φράγκον, ἴσως δὲ δὲν ἤθελον πλέον εὑρίσκει συνάλλαγμα,
1231καθόσον δυσκόλως ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πλέον Τρά-
1232πεζα ἀναλαμβάνουσα εὐθύνην νὰ πωλῇ συνάλλαγμα. Ἡ
1233ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶχε φυγαδεύσει ἐξ Ἑλλάδος
1234τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, ὥστε ὁ ζητῶν ν’ ἀποστείλῃ νό-
1235μισμα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν Εὐρώπῃ ὑποχρεώσεών του
1236δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τοιοῦτο εἰς μεγάλην ποσότητα, εἰς
1237οἱανδήποτε τιμὴν καὶ ἂν ἐπλήρωνεν αὐτό. Φαντασθῆτε
1238τὴν ἐπίσκηψιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν
1239δὲν ἦτο ἠρμένη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἠθέλομεν
1240παριστάνει ἀληθὲς χαρτοβασίλειον, ἤθελον πλέον παύσει
1241ἔχοντα ἀξίαν τὰ τραπεζιτικὰ γραμμάτια, ἤθελον μη-
1242δενισθῆ ὅλαι ἡμῶν αἱ περιουσίαι, δὲν ἠδύνατό τις δὲ νὰ
1243εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι πλέον ἀληθεῖς περιουσίαι
1244ἢ ἀξίαι. Ἡ ἄρσις ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τοὺς φυ-
1245σικοὺς αὐτῶν κανόνας· διὰ τῆς ἄρσεως ἀπέμειναν ἕκα-
1246στος κύριος τῆς πραγματικῆς περιουσίας του, μόνον δὲ
1247σήμερον δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἑαυτοῦ περιουσίαν,
1248ἤτοι μετὰ τὴν πραγματοποιηθεῖσαν ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
1249στικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
1250στικῆς κυκλοφορίας ἐπέσκηψαν ἀτομικαὶ ζημίαι. Ἐκ τῆς
1251ἄρσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπερισκέπτως προέβησαν εἰς
1252πράξεις κερδοσκοπικὰς ὠφελούμενοι ἀπὸ τῆς εὐκολίας,
1253τὴν ὁποίαν παρεῖχον εἰς αὐτοὺς πιστωτικὰ καταστήματα,
1254παρέχοντα ἀφθόνους τὰς χορηγήσεις εἰς τραπεζικὰ
1255γραμμάτια, ὧν ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία ἦτο κατωτέρα τῆς ὀνο-
1256μαστικῆς προτοῦ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, μετὰ
1257τὴν ἄρσιν εὑρέθησαν ἐκτεθειμένοι, διότι ἀντὶ νὰ μετα-
1258χειρισθῶσι τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον παρὰ τῆς
1259Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς πράξεις καθαρῶς ἐμπορικάς, τὸ
1260μετεχειρίσθησαν εἰς πράξεις καθαρῶς κερδοσκοπικάς, εἰς
1261ἀγορὰς οἰκοπέδων, εἰς ὑπερτιμήσεις τῶν ἐν γένει χρημα-
1262τικῶν ἀξιῶν, αἵτινες δὲν εἶχον ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ὅσην
1263ἡ κερδοσκοπία ἀπέδιδεν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ διότι ἐκ τῆς
1264ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνέπεσε νὰ ζη-
1265μιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπερισκέπτως προέβησαν εἰς
1266πράξεις κερδοσκοπικάς, ἕπεται ὅτι ἐζημιώθη τὸ Ἔθνος;
1267τοὐναντίον, ἐὰν, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀποτυχία τῶν προϊόν-
1268των κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, ἐὰν, ἀφοῦ ἕνεκα τῆς
1269ὑπερτροφικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀναπτύξεως τῆς κερδοσκο-
1270πίας ἐπῆλθεν ἡ χρηματικὴ κρίσις, διετηρεῖτο συνάμα καὶ
1271ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠθέλομεν
1272σήμερον ἔχει λόγον, ὅπως συζητῶμεν οὔτε περὶ τῶν οἰκονο-
1273μικῶν τοῦ Κράτους, οὔτε περὶ τῆς κοινωνικῆς κρίσεως, διότι
1274ἡ ἀσθένεια ἡμῶν ἤθελεν ἀποβῆ ἀνεπίδεκτος θεραπείας.
1275Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ
1276ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐ μόνον δὲν ἐπρο-
1277κάλεσε τὴν χρηματιστικὴν κρίσιν, ἀλλὰ κατέστησεν αὐ-
1278τὴν ἠπιωτέραν, προέκυψε τελευταίως ἐν τῇ δημοσιογρα-
1279φικῇ συζητήσει τὸ ζήτημα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου, ζή-
1280τημα λησμονημένον καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν παλαιὰν σχολὴν,
1281ἀλλ’ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις δὲν εἶναι ἐστερημένη πρα-
1282κτικοῦ σκοποῦ, διότι προστίθεται νέα ἀφορμὴ πρὸς μείζο-
1283να τῆς κοινωνίας ἀποθάῤῥυνσιν. Εἷς ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων
1284παρ’ ἡμῖν καθηγητῶν καὶ πολιτικῶν ἐξῆλθεν ἀπρόκλη-
1285τος ἐν τῇ δημοσιότητι, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι
1286πτῶμα οἰκονομικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τοῦ ἐλλείμματος,
1287τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἐμπορικὴ εἰσαγωγὴ ἐν συγκρίσει
1288πρὸς τὴν ἐξαγωγήν, εὑρίσκεται ἐν καθαρᾷ ἐμπορικῇ χρεω-
1289κοπίᾳ. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἔφερε
1290κυρίως τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει εἰς τὴν ἀλ-
1291λοδαπὴν 500 ἑκατομμύρια διὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα
1292συνωμολόγησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, αὐτὰ δὲ τὰ 500
1293ἑκατομμύρια εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐχρησίμευσαν, εἰμὴ εἰς τὴν
1294πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ
1295εἰσαγωγικὸν πρὸς τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον. Δὲν ἠθέ-
1296λησεν ὁ ἐπιφανὴς καθηγητὴς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς θε-
1297μελιώδεις Νόμους, τοὺς διέποντας τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξα-
1298γωγὴν παρὰ πᾶσι τοῖς Ἔθνεσιν. Ἐπελάθετο τοῦ φυσικοῦ
1299καὶ στοιχειώδους κανόνος, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγοράζῃ,
1300ἐὰν δὲν ἔχῃ· δύναται μὲν μέχρι τινὸς νὰ ἀγοράζῃ ἐπὶ πι-
1301στώσει, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον αἱ πιστώσεις αὗται θέ-
1302λουσιν ἐξαντληθῆ καὶ ἀποκοπῆ, ὥστε πᾶς τις ὀφείλει νὰ
1303κανονίζῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ ἔξοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων αὑ-
1304τοῦ προσόδων. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέ-
1305σθη ὁ ἐπιφανὴς καθηγητής, δύναται τῷ ὄντι νὰ χρησι-
1306μεύσῃ πρὸς ὃν σκοπὸν τὸ ἐπεκαλέσθη;
1307Ἔχομεν ὁμολογουμένως δάνεια ἐκ 120 ἑκατομμυρίων,
1308ἀλλὰ πόσον μεταλλικὸν νόμισμα ἐκ τῶν δανείων τούτων
1309εἰσήχθη πράγματι εἰς τὴν Ἑλλάδα; Τὰ ἀπὸ τοῦ 1862
1310μέχρι τοῦδε συνωμολογημένα δάνεια ἡμῶν εἰσι τὰ ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1311Κατὰ τὸ 1862 δάνειονδραχ. 5,400,000
1312» 1867 » » 25,000,000
1313» 1870 » » 4,000,000
1314» 1874 » » 26,000,000
1315» 1877 » » 10,000,000
1316» 1879 » » 60,000,000
1317» 1881 » » 120,000,000
1318» 1884 » » 170,000,000
1319Τὸ ὅλον τῶν δανείων 420,400,000
1320Ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὀνομαστικὸν καὶ οὐχὶ πραγμα-
1321τικόν, γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι σχεδὸν ἅπαντα τὰ δάνεια
1322ἐξεδόθησαν εἰς τιμὴν κατωτέραν τοῦ ἀρτίου· ἐπὶ παρα-
1323δείγματι, αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων,
1324ἔχουσαι ὀνομαστικὴν ἀξίαν φρ. 500, ἐξεδόθησαν πρὸς
1325400· αἱ τῶν 120 ἐξεδόθησαν πρὸς 350–360, καὶ αἱ τῶν
1326170 πρὸς 342.50. Πρέπει λοιπὸν ἐκ τοῦ ὀνομαστικοῦ
1327ποσοῦ νὰ ἐκπέσωμεν τοὐλάχιστον 80 ἑκατομμύρια, ἅτινα
1328δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ ἑπομένως εἰς
1329τὰς ἀγορὰς τῆς Ἑλλάδος.
1330Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μνημονεύσωμεν ἐνταῦθα τὴν
1331ὀφειλὴν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις περὶ
1332τὰ 60 ἑκατομμύρια, διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐγένετο εἰς
1333ἐποχὴν λίαν παρῳχημένην, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐχρη-
1334σίμευσεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ ἰδίου δα-
1335νείου, οὔτε περὶ τῆς ὀφειλῆς ἡμῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν
1336παλαιῶν χρεῶν τοῦ 1824 καὶ 1825, διότι καὶ ἐξ ἐκεί-
1337νου τοῦ δανείου οὐδεὶς Ἕλλην ὠφελήθη. Ἀλλὰ καὶ ἐκ
1338τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, τὰ πλεῖστα καὶ ἐν
1339Ἑλλάδι συνωμολογήθησαν καὶ ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκονται αἱ
1340ὁμολογίαι τῶν δανείων τούτων· τὰ δάνεια τῶν 5,400,000,
1341τῶν 25,000,000, τῶν 4,000,000, τῶν 26,000,000 καὶ
1342τῶν 10,000,000 εἰσὶ δάνεια ἐσωτερικά, μὴ συντελέσαντα
1343εἰς τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴν μεταλλικοῦ νομί-
1344σματος.
1345Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶναι γεγονὸς
1346δυνάμενον νὰ πιστοποιηθῇ ἐκ τῶν ταμείων τῶν διαφόρων
1347Τραπεζῶν, αἵτινες πληρόνουν τὰ τοκομερίδια τῶν ὁμολο-
1348γιῶν, ὅτι 40 ἑκατομμύρια ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι καὶ 20
1349ἑκατομμύρια μόνον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ δὲ τοῦ δανείου τῶν
1350120 ἑκατομμυρίων 60 ἑκατομμύρια ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλ-
1351λάδι καὶ ἕτερα 60 ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐκ δὲ τοῦ τελευταίου
1352δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καίτοι ὁλοσχερῶς δὲν
1353διετέθη τοῦτο, ἀλλ’ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς διατεθεί-
1354σας, τὰς ἐνεχυριασμένας καὶ τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας,
1355δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν εἰς 30 ἑκατομμύρια
1356ὀνομαστικῆς ἀξίας τὸ ἐν Ἑλλάδι ἀπομένον μέρος τοῦ δα-
1357νείου αὐτοῦ. Ὡς βλέπετε 200 ἑκατομμύρια ἀκριβῶς εὑρί-
1358σκονται ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, δὲν ὑπολείπονται δὲ ἢ
1359μόνον 140,000,000.
1360Ἀλλὰ πόσα ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 140 ἑκατομμ. ἐδαπανή-
1361θησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διὰ τὴν προμήθειαν διαφόρων
1362εἰδῶν πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ; Πόσα
1363ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν, κατὰ
1364τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, κατὰ τὰς τελευταίας στρα-
1365τιωτικὰς παρασκευάς; βεβαίως οὐχὶ κατωτέρω τῶν 100
1366ἑκατομμυρίων.
1367Ὁποῖον λοιπὸν μεταλλικὸν εἰσήχθη ἐν Ἑλλάδι διὰ
1368τῶν δανείων; 40 ἑκατομμύρια μόνον κατ’ ἀνώτατον ὅρον
1369εἰσήχθησαν ἐκ τῶν δανείων εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀγοράς.
1370Πλὴν τὸ ἔλλειμμα μεταξὺ τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγω-
1371γικοῦ ἐμπορίου δὲν παρουσιάζεται μόνον κατὰ τὰ τε-
1372λευταῖα ἔτη· ἀφ’ ἧς ἤρξαντο συντασσόμενοι παρ’ ἡμῖν
1373ἐμπορικοὶ πίνακες εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, κατεδείχθη
1374ὑπ’ αὐτῶν καθυστεροῦσα ἡ ἐξαγωγή, τὸ δ’ ἔλλειμμα πι-
1375στοποιεῖται δι’ αὐτῶν ὡς αὐξάνον ἐφ’ ὅσον προβαίνουσιν
1376αὐξανόμεναι ἥ τε εἰσαγωγὴ καὶ ἐξαγωγή. Ἀλλὰ πῶς ἐξη-
1377γεῖται ἡ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ἐδείκνυον οἱ πρὸ
1378τοῦ 1863 ἐμπορικοὶ πίνακες, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν
1379ἐκείνην οὐδὲν δάνειον συνωμολόγησεν ἡ Ἑλλάς; Ὑπῆρ-
1380ξεν ἀληθῶς ἐποχή, καθ’ ἣν οἱ οἰκονομολόγοι προσεῖχον
1381εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες παρουσίαζον ἐλλείμ-
1382ματα τῆς ἐμπορικῆς ἐξαγωγῆς σχετικῶς πρὸς τὴν εἰσα-
1383γωγήν, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ πάντες ἐπείσθησαν, ὅτι τὰ
1384ἐλλείμματα ταῦτα δὲν παρουσιάζουσιν οἰκονομικὸν φαι-
1385νόμενον ἄξιον σπουδαίας προσοχῆς. Ἐν Ἑλλάδι δὲ
1386κατὰ μείζονα λόγον δὲν δικαιούμεθα ἀποδίδοντες σπου-
1387δαιότητα εἰς τὰ τοιαῦτα ἐλλείμματα τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσο-
1388ζυγίου, οὐ μόνον διότι οἱ ἐμπορικοὶ πίνακες δὲν συντάσ-
1389σονται μετ’ ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ εἰς τὰ ἡμέτερα
1390προϊόντα ἀποδιδομένη ἀξία εἶναι ἐλάσσων ἐκείνης, εἰς ἣν
1391πωλοῦνται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα
1392εἰσάγονται χρήματα διὰ πολλῶν καὶ διαφόρων ὀχετῶν,
1393μὴ ὑποβαλλομένων εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Τελωνιακῶν Ἀρ-
1394χῶν, οἷον διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διὰ τῆς σπογ-
1395γαλιείας, τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐξασκήσεως κερδοσκοπικῶν
1396ἐπιχειρήσεων ὑπὸ ἡμεδαπῶν, τῆς παρ’ ἡμῖν σπουδαζού-
1397σης νεολαίας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς κλπ. Δὲν δύναται λοιπὸν
1398νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἀσφαλοῦς ἐδάφους ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἐπι-
1399φανεστάτου καθηγητοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τοῦ ἐλλείμ-
1400ματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον ἐν
1401συγκρίσει πρὸς τὸ εἰσαγωγικόν, εὑρίσκεται εἰς κατάστα-
1402σιν χρεωκοπίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε καὶ ἔχει ἀκόμη τὰς ζω-
1403τικὰς αὐτῆς δυνάμεις ἀκμαίας. Ἡ δὲ πιέζουσα αὐτὴν σή-
1404μερον κοινωνικὴ ἢ οἰκονομικὴ κρίσις θὰ παρέλθῃ εὐθὺς
1405ὡς τὰ προϊόντα τῆς χώρας ἡμῶν εὐνοηθῶσιν ὑπὸ τῶν και-
1406ρικῶν περιστάσεων, καὶ πρὸ πάντων, εὐθὺς ὡς οἱ πάν-
1407τες κατανοήσωμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀναμένωμεν τὰ
1408πρὸς συντήρησιν καὶ πλουτισμὸν ἡμῶν μέσα ἄλλως, ἢ
1409διὰ μόνης τῆς ἐργασίας καὶ τῆς περὶ τὰς δαπάνας ἡμῶν
1410φειδοῦς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεκρίθη πάντοτε ἐπὶ φιλο-
1411πονίᾳ ἐπὶ δραστηριότητι καὶ ἐπὶ οἰκονομίᾳ. Κατὰ τὰ τε-
1412λευταῖα μόνον ἔτη εὐάριθμος μερὶς αὐτοῦ ἐπελάθετο τῶν
1413ἀρετῶν αὐτῶν καὶ ἐπεδόθη εἰς τὰς παρομαρτούσας εἰς
1414τὴν ὑλικὴν πρόοδον νεαροῦ Ἔθνους πράξεις, δι’ ὧν εὐχε-
1415ρῶς μὲν κερδίζει τις καὶ πλουτίζει, ἀλλὰ καὶ εὐχερέστε-
1416ρον ἀπόλλυσιν ὅ,τι διὰ πολυετοῦς ἐργασίας καὶ μόχθων
1417ἀπέκτησε. Τὰ παθήματα ἂς χρησιμεύσωσιν ὡς διδακτι-
1418κὰ ἐν τῷ μέλλοντι μαθήματα. Ἂν δὲ ἡ ἐπισκήψασα
1419παρ’ ἡμῖν, ἀνεξαρτήτως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οἰ-
1420κονομικὴ κρίσις ἐξήντλησε τὰ διὰ πολυχρονίου ἐργασίας
1421παραχθέντα ἀποταμιεύματα, ἡ παραγωγικότης τοῦ Ἑλ-
1422ληνικοῦ λαοῦ θὰ δημιουργήσῃ νέα στοιχεῖα, ἅτινα ἐξα-
1423σφαλίζουσι τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν.
1424§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
1425§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12
1426τῆς μεσημβρίας).
1427(Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις, ὥρᾳ 5
1428μ. μ.).
1429§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος θὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγό-
1430ρευσίν του.
1431§52Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ πρὸ μεσημβρίας ἀγορεύσει
1432μου ἐξετάζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἄποψιν,
1433ἤτοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς προκα-
1434τόχου Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ προκά-
1435τοχος Κυβέρνησις δὲν ἐπέβαλε φόρους, οὔτε κατὰ ποσὸν,
1436οὔτε κατὰ ποιὸν τοιούτους, ὥστε νὰ πιέσῃ τὰς παραγωγι-
1437κὰς δυνάμεις τῆς χώρας, οὐδὲ τὰς δαπάνας ηὔξησεν ἐπὶ
1438τοσοῦτον, ὥστε διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν νὰ ἐπι-
1439βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ
1440νὰ προκαλέσῃ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν
1441τοῦ Κράτους. Ἀπέδειξα δὲ, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἄρσις τῆς
1442ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ παράπαν δὲν ἐπέδρασεν
1443εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, διότι
1444αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἄσχετος πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν
1445οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους· ἀληθὲς δὲ εἶναι μόνον, ὅτι, ὅτε
1446τελευταίως ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν παρεστάθη
1447ἐνώπιον τῆς κοινωνίας χείρων ἢ ὅ,τι πράγματι εἶναι, ἐ-
1448χρησίμευσαν αἱ περὶ τούτου ὑπερβολικαὶ διακηρύξεις, αἱ
1449ἐπίσημον φέρουσαι χαρακτῆρα, εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι
1450τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν δεινοτέραν.
1451§53ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1452δὲν ἐπέβαλε φόρους. Παραβάλλετε τὸν Προϋπολογισμὸν
1453τοῦ 1880 μὲ τὸν τοῦ 1885 καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ ἔσοδα
1454τοῦ 1880 εἶναι 45 ἑκατομμύρια, ἐνῷ τὰ τοῦ 1885 εἶναι
145585 ἑκατομμύρια. Πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ αὔξησις;
1456§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει, διότι
1457ὄντως παρέλειψα ἐν οἰκείῳ τόπῳ νὰ εἴπω ὅ,τι ἐσκόπουν
1458νὰ εἴπω πρὸς ἐξήγησιν τῆς παρατηρουμένης αὐξήσεως τῶν
1459ἐσόδων. Αὕτη ἡ αὔξησις εἶναι λίαν παρήγορος, ὡς ἀπο-
1460δεικνύουσα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν πόρων τοῦ Ἔθνους.
1461Ἡ αὔξησις αὕτη προῆλθεν ἐκ τῆς παρακολουθούσης τὴν
1462πρόοδον τῆς χώρας φυσικῆς ὑπερβασίας τῶν φόρων, ἣν οἱ
1463Γάλλοι ὀνομάζουσι plus value. Ἄνευ προσθήκης νέων
1464φόρων ηὐξήθησαν αἱ τελωνιακαὶ πρόσοδοι, αἱ πρόσοδοι τοῦ
1465χαρτοσήμου κλπ.
1466Ἀλλὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατηγοροῦσι πρὸς
1467τούτοις, διότι καὶ εἰς ἄλλας προέβη δαπάνας, διὰ τῶν
1468ὁποίων ἐπεβαρύνθη οὐχὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ τὸ
1469Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τῳόντι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1470συνέλαβε σχέδιον μεγαλεπήβολον, νὰ κατασκευάσῃ σιδη-
1471ροδρόμους, νὰ κατασκευάσῃ ἁπανταχοῦ τῆς Ἐπικρατείας
1472ὁδοὺς, καὶ εἶτα νὰ κατορθώσῃ, ὥστε διὰ τοῦ συμπλέγμα-
1473τος τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ὁδῶν ν’ αὐξήσῃ τοὺς πό-
1474ρους τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ προαγάγῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ
1475λαοῦ. Ἐφρόνει (ἐκ πλάνης ἴσως κατὰ τοὺς πολιτικοὺς
1476ἀντιπάλους της), ὅτι προάγουσα οὕτω τὸν Ἐθνικὸν πλοῦτον,
1477προάγει συνάμα καὶ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
1478Ἐὰν τῳόντι δύναται νὰ καταλογισθῇ ὡς ἁμάρτημα εἰς
1479τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἁμάρτημα ἀποτελεῖ ὄχι ὅ,τι
1480ἔπραξε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας,
1481ἀλλ’ ὅ,τι παρέλειψεν εἴτε ἐξ ἐλλείψεως χρόνου καὶ ἐκ
1482σκέψεων, ἀναγομένων εἰς τὰ χρηματικὰ μέσα ἡμῶν, εἴτε
1483ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου ὑπὲρ τῶν Δημοσίων συμφερόν-
1484των. Παρέλειψεν ἀληθῶς νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν
1485περὶ κατασκευῆς καὶ τῶν ἑτέρων σιδηροδρόμων, ἤτοι τοῦ
1486μεταξὺ Ἀθηνῶν, Λαμίας καὶ Λαρίσσης, καὶ τοῦ μεταξὺ
1487Ναυπλίου, Τριπόλεως, Καλαμῶν. Ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο
1488νὰ κατορθώσῃ, ὥστε αἱ συμβληθεῖσαι πρὸς αὐτὴν ἑ-
1489ταιρίαι, πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων τούτων ἤθε-
1490λον δεχθῆ ὅρους συμφερωτέρους ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον Τα-
1491μεῖον. Κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξε λίαν φειδωλὸς καὶ αὐστηρὰ πρὸς
1492τοὺς μετ’ αὐτῆς διαπραγματευθέντας κεφαλαιούχους, ἢ Ἑ-
1493ταιρίας, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν σιδηροδρομι-
1494κῶν γραμμῶν, αἵτινες διατελοῦσιν ὑπὸ κατασκευήν. Εἶμαι
1495εἰς θέσιν νὰ γινώσκω, ὅτι ἐπίεσεν ἐπὶ τοσούτῳ ὅλας τὰς
1496Ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηρο-
1497δρόμων, ὥστε τὰ κεφάλαια, τὰ καταβληθέντα πρὸς τοῦτο,
1498νὰ μὴ ἀποφέρωσι σήμερον τὴν προσδοκωμένην ἐξ αὐτῶν
1499λογικὴν πρόσοδον. Κατώρθωσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις
1500διὰ παροχῆς 20 χιλιάδων φράγκων μόνον κατὰ χιλιόμε-
1501τρον νὰ παραχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν σπουδαιοτέρων
1502σιδηροδρομικῶν γραμμῶν εἰς τὰς Ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλα-
1503βον αὐτάς, κατώρθωσε δὲ συνάμα νὰ παραχωρήσῃ τὴν
1504κατασκευὴν 130 χιλιομέτρων ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιχορηγή-
1505σεως τοῦ Δημοσίου, καὶ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν ἀκόμη τῶν
1506Ἑταιριῶν νὰ καταβάλωσιν αὗται καὶ τὴν ἀποζημίωσιν
1507τῶν γηπέδων καὶ γαιῶν, διὰ τῶν ὁποίων αἱ γραμμαὶ διῆλ-
1508θον.
1509§55ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠρωτήθητε ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ
1510γραμμαί.
1511§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ Βώλου καὶ Λαρίσσης, καὶ
1512μεταξὺ Λαυρίου καὶ Ἀθηνῶν.
1513§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
1514κῶν). Ἡ σύμβασις περὶ σιδηροδρόμου μεταξὺ Βώλου καὶ Λα-
1515ρίσσης συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου.
1516§58ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἡ γραμμὴ αὕτη παρε-
1517χωρήθη εἰς τὸν κύριον Μαυρογορδάτον, χωρὶς ἡ Κυβέρνη-
1518σις οὐδὲν ν’ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους πλεονέκτημα.
1519Τὴν παρεχώρησε μεμονωμένην. Οἱ τραπεζῖται δὲ τότε πα-
1520ρωμοίασαν τὴν παραχώρησιν αὐτὴν πρὸς τὸ κοινῶς λε-
1521γόμενον φιλέτον ἐκ τοῦ βοείου κρέατος, ἤτοι ἄνευ ὀστέων
1522καὶ νεύρων, ὁ δὲ κ. Μαυρογορδάτος ἦτο ἐνθουσιασμένος, διό-
1523τι ἐλάμβανε τοιαύτην παραχώρησιν. Ἀλλ’ ἡ διάδοχος Κυ-
1524βέρνησις εὗρεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τοὺς κατε-
1525σκευαστέους ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηροδρόμους εἰς μόνην τὴν με-
1526ταξὺ Λαρίσσης καὶ Βώλου γραμμήν, ἥτις διὰ μόνην τὴν Ἑ-
1527ταιρίαν ἦν συμφέρουσα, ὡς ἀπαιτοῦσα ἐλάχιστα κεφάλαια
1528καὶ ὡς ἐγγυωμένη πολλὰ κέρδη. Ἂν δὲ ἡ διάδοχος Κυβέρ-
1529νησις ἀπεδέχετο τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου
1530συνομολογηθεῖσαν σύμβασιν, βέβαιον εἶναι, ἢ ὅτι δὲν ἤθε-
1531λον κατασκευασθῆ ἄλλαι σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ ἐν Θεσ-
1532σαλίᾳ, ἤ, ἂν κατεσκευάζοντο, ἤθελον ὑποβάλει τὸ Δημό-
1533σιον εἰς παροχὴν ἀσυγκρίτως μείζονα τῆς τῶν 20,000
1534δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον.
1535Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἀδιάφορον καὶ ἄγονον διὰ
1536τὴν Ἑλλάδα τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ προκά-
1537τοχος Κυβέρνησις, ἤτοι ἡ ἀνάπτυξις τῶν μέσων τῆς συγ-
1538κοινωνίας. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομικὴ κρί-
1539σις, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν τῷ μεταξὺ ἐπη-
1540ρεάσθησαν ἀπὸ τὴν κατὰ δύω συνεχῆ ἔτη ἀποτυχίαν
1541τῶν κυριωτέρων προϊόντων τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν τὰ τελω-
1542νιακὰ πρὸ πάντων τέλη ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ τὴν οἰκονο-
1543μικὴν κρίσιν, ἐκ τούτου δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῇ
1544προκατόχῳ Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν διεξεδίκησεν ὑπὲρ ἑαυ-
1545τῆς προφητικὴν ἱκανότητα. Αὕτη ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον,
1546ὅπερ τῇ ἐπεβάλλετο μετὰ τοσαύτης ἱκανότητος καὶ το-
1547σούτου ζήλου, ὥστε ἐδικαιοῦτο καὶ δικαιοῦται ἐπαίνων
1548καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ
1549λαοῦ.
1550Ἠμάρτησεν ἀκόμη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι
1551συνωμολόγησε συμβάσεις καὶ πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ πρὸς
1552τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἰς τὰ Κράτη ταῦτα
1553εἰσαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων ὑπὸ ὅρους κρείσσο-
1554νας τῶν προϋπαρχόντων. Οὐδεὶς ἠδυνήθη ν’ ἀμφισβητήσῃ
1555τὰ μέγιστα πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν διὰ
1556τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῆς Γερμανίας συμβάσεως
1557διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος
1558ἐπεβάλλετο πρότερον καὶ ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ ἐπὶ τῶν
1559σύκων, ἐνῷ αἱ γενόμεναι πρὸς τὴν Γερμανίαν παραχωρή-
1560σεις εἰσὶν οὐχὶ ἐλάχισται, ἀλλ’ εἰσὶ παραχωρήσεις τοιαύ-
1561της φύσεως, ὥστε καὶ ἄνευ τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ
1562ὁποῖα ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ὠφείλομεν νὰ
1563νομοθετήσωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ζωογόνησιν τῆς μικρᾶς
1564παρ’ ἡμῖν βιομηχανίας. Ἐὰν δὲ δὲν κατώρθωσε νὰ συνο-
1565μολογήσῃ σύμβασιν καὶ πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἵνα ἐπιτύχῃ
1566τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης εἰς τὴν
1567Γαλλίαν ἡμετέρας σταφίδος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς διαφό-
1568ρους περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει καὶ διατελεῖ
1569ἔτι ἡ Γαλλία. Κατώρθωσεν ὅμως ν’ ἀναστείλῃ ἡ Γαλ-
1570λικὴ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν προέθετο νὰ νομοθετήσῃ αὔ-
1571ξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν
1572σταφίδα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1573τῆς Γαλλίας εἶχεν ἤδη ὑποβάλει εἰς τὴν Γαλλικὴν Βου-
1574λὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν
1575σταφίδα εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, κατωρθώθη δὲ διὰ τῶν
1576προσπαθειῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως νὰ ἀνασταλῇ
1577τοῦτο, κατωρθώθη δὲ συνάμα νὰ ἔλθῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρ-
1578νησις εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς πρὸς συνο-
1579μολόγησιν συμβάσεως, ἥτις ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐλάτ-
1580τωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ
1581σταφὶς, ἡ εἰσαγομένη εἰς τὴν Γαλλίαν, νὰ μὴ ὑποβάλλη-
1582ται ἢ εἰς ἐλάχιστον τέλος. Ἀλλ’ ἡ διαπραγμάτευσις
1583αὕτη προσεκτήσατο σπουδαιότητα ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς
1584παραιτήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διὰ δὲ τῆς
1585μετὰ τῆς Αἰγύπτου συνομολογηθείσης συμβάσεως κα-
1586τωρθώθη, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς νὰ εὑρίσκῃ εἰς Αἴ-
1587γυπτον διέξοδον καὶ κατανάλωσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νό-
1588μων καὶ ὄχι, ὡς πρότερον, διὰ λαθρεμπορίας. Εἶναι βέβαιον,
1589ὅτι ἡ ἐκ καπνῶν παραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας οὐ μόνον τοῦ
1590παρελθόντος ἔτους, ἀλλὰ καὶ προηγουμένων ἐτῶν, εἰσή-
1591χθη εἰς Αἴγυπτον εὐθὺς ὡς ὑπεγράφη ἡ περὶ τούτου σύμ-
1592βασις· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκ Θεσσαλίας κυ-
1593ρίων Ἀντιπροσώπων.
1594§59ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἀληθέστατον· ὁ καπνὸς ὁ ἀποτεταμιευ-
1595μένος ἐπὶ δύο καὶ τρία ἔτη εἰσήχθη κατὰ τὸ παρελθὸν
1596ἔτος εἰς Αἴγυπτον.
1597§60ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἴκοθεν ἐννοεῖτε πάντες, ὅτι δὲν εἶναι
1598δυνατὸν διὰ λαθρεμπορίας νὰ εἰσαχθῇ εἰς ἓν Κράτος ἐμ-
1599πόρευμα ποσότητος τοσαύτης, ὅση εἰσάγεται ὑπὸ τὸ κρά-
1600τος τῶν νόμων. Ὁ λαθρέμπορος διατρέχει ἀπείρους κιν-
1601δύνους· ὁ λαθρέμπορος μόνον προσπαθεῖ νὰ ὠφεληθῇ εὐ-
1602καιρίας τινὸς, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἐμπόρευμα· ἀλλ’ ὅταν
1603τὸ κανονικὸν ἐμπόριον ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ εἰσαγάγῃ
1604τὰ προϊόντα εἰς ἓν Κράτος, τότε βεβαίως κανονίζει τὰς
1605ὑποθέσεις αὑτοῦ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς καταναλώ-
1606σεως· εἶναι δὲ σήμερον ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι εὐθὺς
1607ὡς ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἡ τελευταία μετὰ τῆς Αἰγυπτια-
1608κῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, εἰσήχθη εἰς Αἴγυπτον τριπλά-
1609σιος Ἑλληνικὸς καπνὸς τοῦ πρότερον λαθρεμπορικῶς εἰ-
1610σαγομένου.
1611Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας τῶν κυ-
1612ριωτέρων προϊόντων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παραγωγῆς καὶ
1613ἕνεκα τῆς ἐνσκηψάσης παρ’ ἡμῖν οἰκονομικῆς κρίσεως, ἥ-
1614τις ἐπέδρασεν ἐπὶ πολλὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου Ταμείου,
1615τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιήχθησαν εἰς τοιαύτην δυ-
1616σχέρειαν καὶ τοιαύτην κρίσιν, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται τοῖς
1617πᾶσιν ἡ μέριμνα καὶ τὸ καθῆκον, ὅπως ἐργασθῶσι πρὸς
1618ἐξεύρεσιν τῶν τρόπων, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ν’
1619ἀνορθωθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους.
1620Δύο εἰσὶν οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ἀποβαίνει δυνατὴ
1621ἡ ἀνόρθωσις αὕτη, ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν καὶ ἡ αὔ-
1622ξησις τῶν δημοσίων πόρων. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις
1623καὶ εἰς τὰ δύο ταῦτα μέτρα προῆλθε. Τῇ εἰσηγήσει αὐ-
1624τῆς ἐπεβλήθησαν νέοι τινὲς φόροι, μὴ ἐπιβαρύνοντες ὅμως
1625τὰς παραγωγικὰς τῆς κοινωνίας τάξεις· οἱ φόροι οὗτοι, ἂν
1626καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἐφαρμογῆς των ὡς εἵπετο δὲν ἀπήνεγκον
1627μεγάλην εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰσφορὰν, οὐχ ἧτ-
1628τον παρεῖχον τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὸ ὁποῖον δια-
1629νύομεν ἔτος καὶ τὰ ἑπόμενα ἤθελον παράσχει διπλασίαν
1630καὶ τριπλασίαν πρόσοδον, καὶ μάλιστα ἂν οἱ σχετικοὶ φο-
1631ρολογικοὶ νόμοι συνεπληροῦντο καὶ ἐβελτιοῦντο κατὰ τὰς
1632ὑπαγορεύσεις τῆς πείρας, ἣν ἡ ἐφαρμογὴ παρεῖχε. Καὶ τὴν
1633ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν ᾐσθάνθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις.
1634Ὅστις ἐπιμελῶς ἀνέγνωσε καὶ ἐμελέτησε τὸν εἰσαχθέντα
1635Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ παρέβαλεν αὐτὸν πρὸς
1636τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, παρετήρησε βεβαίως, ὅτι
1637πολλὰς ἐπήνεγκεν οἰκονομίας εἰς διαφόρους τῆς ὑπηρεσίας
1638κλάδους. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπη-
1639ρεάζοντο ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐπὶ τοσοῦτον ἐδεί-
1640κνυτο εἰς τὰς οἰκονομίας προθυμοτέρα. Ἀπόδειξις εἶναι
1641τὸ ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου ε. ε. Β. Διάταγμα, δι’ οὗ, ὡς
1642ἐκ τῆς ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐπετράπη εἰς
1643αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς Δημοσίας δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει
1644τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦ
1645Διατάγματος τούτου ἠλάττωσε τὰς εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ εἰ-
1646ρημένου Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένας πιστώσεις κατὰ
1647δραχ. 1,049,000. Οὐδεμίαν δὲ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐὰν
1648παρέμενεν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ
1649τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν εἰσαγάγει οἰκονομίας ἀσυγ-
1650κρίτως μείζονας ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ἡ σημερινὴ
1651Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς Προϋ-
1652πολογισμοῦ.
1653Κατηγορήθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι ἀφῆκε κατὰ
1654τὴν λῆξιν ἑκάστου οἰκονομικοῦ ἔτους ἀδιαθέτους πιστώ-
1655σεις, ὧν τὸ ποσὸν ὑπερέβη τὸ δεκατημόριον τῶν κεχορη-
1656γημένων ἐν ὅλῳ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ τοιαύτη αἰ-
1657τίασις δὲν εἶναι ἀξία ἀναιρέσεως. Δὲν συζητεῖ δὲ σπου-
1658δαίως ὁ ἐπιχειρῶν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐμέμ-
1659φθησαν τοῦτο. Κατ’ ἐμὲ, Κυβέρνησις, ἥτις διαχειριζομένη
1660τὰ κοινὰ κατορθώνει νὰ ἀφίνῃ μέρος τῶν πιστώσεων ἀ-
1661διάθετον κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, εἶναι ἀξία
1662ἐπαίνων. Ἐὰν δὲ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμιμεῖτο τὸ
1663παράδειγμα τῆς παρελθούσης, θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ
1664νὰ ἀπομείνωσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἴσαι πρὸς τὸ δεκα-
1665τημόριον τοῦ συνόλου τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορη-
1666γηθεισῶν πιστώσεων, ἤτοι ν’ ἀναβιβάσῃ τὰς οἰκονομίας
1667εἰς 8,000,000, τοῦθ’ ὅπερ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις βε-
1668βαίως ἤθελε κατορθώσει.
1669Ἀλλὰ, τέλος πάντων, ἐπῆλθεν ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ
1670διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ μεταβολὴ τῆς 7
1671Ἀπριλίου. Οἱ πάντες ἐναγωνίως ἀνέμενον τὴν πραγματο-
1672ποίησιν τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
1673ἡγεῖτο τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ αὐτὸς ὁμολογῶ,
1674ὅτι τὴν πολιτικὴν ταύτην μεταβολὴν ἔκρινα ἐν ἀρχῇ, ὑπὸ
1675τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, ὡς δυναμένην σωτήρια νὰ
1676ἐπαγάγῃ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους·
1677ἐσκέφθην πρὸς στιγμὴν, ὅτι Κυβέρνησις, ἥτις ὡς Ἀντιπολί-
1678τευσις ἐπηγγέλθη τὴν εἰσαγωγὴν οἰκονομιῶν τοσούτων,
1679ὥστε δι’ αὐτῶν καὶ μόνων νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἤ-
1680θελε βεβαίως ἐργασθῆ πρὸς τοῦτο καὶ μόνον.
1681Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1682μικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀνεφέρθη
1683εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον μειο-
1684νοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς
1685Βουλῆς, ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν πρώην Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ
1686μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως
1687εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς
1688τῆς 3 Δεκεμβρίου 1884, εἶπε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς:
1689«Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, καιρὸς εἶναι νὰ σκε-
1690»φθῇ ἡ Βουλὴ ὡρίμως. Καιρὸς νὰ δείξῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ
1691»ζητήματος τούτου δὲν ἐξυπηρετοῦσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι
1692»τοῦ Ἔθνους κομματικὰ συμφέροντα, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ
1693»καταστήσωσιν αὐτὰ ἀντικείμενον ἁπλῆς κομματικῆς δια-
1694»μάχης, ἀλλὰ νὰ ἐκδηλώσωσι μετὰ πατριωτικοῦ θάῤῥους
1695»τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις των. Καιρὸς νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ
1696»αὕτη τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ κανονίσῃ τὰς δα-
1697»πάνας ἀναλόγως τῶν ἀληθῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, νὰ πε-
1698»ρικόψῃ δὲ ἐξ ἐκείνων οὐ μόνον τὰς περιττάς, ἀλλὰ καὶ
1699»ἐξ αὐτῶν τῶν χρησίμων, καὶ νὰ περιορίσῃ ταύτας ἐπὶ
1700»τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον ἀναγκαιοῦσιν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λει-
1701»τουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς.»
1702Τοιοῦτο ἦν τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως,
1703τουτέστιν ἡ περικοπὴ τῶν Δημοσίων δαπανῶν μέχρι το-
1704σούτου, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται αὗται εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὰ
1705Δημόσια ἔσοδα. Οὕτω δὲ ἀντελήφθη καὶ ἐνόησε τὸ πρό-
1706γραμμα καὶ τὰς ἐπαγγελίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως
1707ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτε ἐκλήθη πρὸ τῶν καλπῶν τὴν 7 Ἀ-
1708πριλίου. Ἐγὼ αὐτὸς, καίτοι ἔχων πολιτικὸν φρόνημα διά-
1709φορον, ἐπίστευον, ὅτι ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις, ἀνερχομένη
1710εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, θὰ μεταβάλῃ βεβαίως ἐθνι-
1711κὴν πολιτικὴν καὶ θὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας σπου-
1712δαιοτάτου ποσοῦ, δυναμένου νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνόρ-
1713θωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν
1714ὑπελάμβανεν ὡς σπουδαίαν ἢ μίαν καὶ μόνην ἐπαγγελίαν
1715τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου
1716δι’ οἰκονομιῶν. Ὅσα δὲ ἐλέγοντο κατὰ τὰς παραμονὰς
1717τῶν ἐκλογῶν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ κατα-
1718ναλισκομένου καπνοῦ, περὶ καταργήσεως τῶν μονοπωλίων
1719τοῦ σιγαροχάρτου, πετρελαίου καὶ πυρείων, ἐλέγοντο δὲ
1720κεχωρισμένως πρὸς ἑκάστην τῶν ἐνδιαφερομένων κοινωνι-
1721κῶν τάξεων, ἐθεώρουν οἱ ὀρθοφρονοῦντες ὡς συνήθη ἐκλο-
1722γικὰ δελεάσματα.
1723Ἐάν τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ
1724πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφηρμόζετο, ἔστω καὶ ἐπὶ
1725μεταβολῇ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἔστω καὶ ἐπὶ βλάβῃ
1726τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐὰν ἐφηρμόζετο
1727πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐγὼ αὐτὸς ἤθελον συγχαρῆ
1728τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καίτοι δὲ συνδεόμενος πρὸς
1729τὸν ἡγέτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ αἰσθήματος ἀκραι-
1730φνοῦς ὑπολήψεως καὶ φιλίας, οὐχ ἧττον ἤθελον προθύμως
1731ὑποστηρίξει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυ-
1732βερνήσεως, ἂν δι’ αὐτῆς ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἀφορῶσα εἰς
1733τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου δι’ οἰκονομιῶν ἐπαγγελία τῆς
1734πρώην Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐάν ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελέγ-
1735ξεως τῶν ἐκλογῶν συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ τοῦ
1736δικαίου, οὐχ ἧττον ἐπεφύλαξα ἐμαυτῷ ἐλευθερίαν ἐνερ-
1737γείας ἐν τοῖς ἀφορῶσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ὡς
1738γνωρίζετε ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε μέλη παλαιῶν Βουλῶν,
1739κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν ἄγαν οἰκονόμων καὶ ἐξ ἰδιο-
1740συγκρασίας καὶ ἐκ πεποιθήσεως. Κατὰ τὸ 1880 ὕψωσα ἐν
1741τῇ Βουλῇ τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν πρὸς ἀπόκτησιν
1742τοῦ ἰσοζυγίου. Πρακτικὸς δὲ καὶ παγερὸς ὤν, ὡς μ’ ἐχα-
1743ρακτήρισεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, δὲν ἐνθουσιάζομαι
1744εὐκόλως διὰ τῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς λόγων, κα-
1745θόσον νομίζω, ὅτι πρωτίστη καὶ κρείσσων ἐθνικὴ πολιτι-
1746κὴ εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν τῆς ἐλευ-
1747θέρας Ἑλλάδος. Τοιούτων αἰσθημάτων καὶ πεποιθήσεων
1748ἐνεφορούμην, ὅτε, ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης
1749Βουλευτικῆς Συνόδου, ἤκουσα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ
1750εἰσηγουμένου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ
1751τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἔκρινεν ὡς προσφορώτερον
1752διὰ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
1753τους.
1754Οὕτω δὲ εἰσῆλθον ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ οἰ-
1755κονομικοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν τρίτην αὐτοῦ ἄποψιν, ἤ-
1756τοι ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς
1757παρούσης Κυβερνήσεως.
1758Εὐθὺς ὡς ἀντελήφθην καὶ ἐμελέτησα τὸ οἰκονομικὸν
1759σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐξεπλάγην καὶ ἐλυ-
1760πήθην· ἐξεπλάγην, διότι εἶχον ἀπέναντι ἐμοῦ Κυβέρνη-
1761σιν, ἥτις, νομίζουσα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον
1762εἰσάγει, ἀφίνει περίσσευμα σπουδαῖον, καὶ ὅτι τὰ οἰκονο-
1763μικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν,
1764ἐφρόντισε πῶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς προσόδους τοῦ Κράτους
1765καὶ κατὰ τίνα τρόπον νὰ αὐξήσῃ τινὰς τῶν δαπανῶν
1766ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Εἴχομεν λειτουρ-
1767γοῦντα τὸν Νόμον περὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου ἐπὶ
1768τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐξασφαλίζοντα μίαν ἀξιό-
1769λογον πρόσοδον· εἴχομεν ἤδη λειτουργοῦντα τὸν Νόμον
1770καὶ προσδίδοντα, προϊόντος τοῦ χρόνου, μείζονα πρόσοδον·
1771εἴχομεν τὸν Νόμον τοῦτον ἐξασφαλίζοντα πρόσοδον ἐκ
17724,000,000· εἴχομεν πρὸ ἡμῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου
1773ἐβελτιοῦτο ὁ εἰρημένος Νόμος, διὰ τῆς ἐποπτείας τοῦ εἰς
1774φύλλα καπνοῦ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, μεταβαλλομένου εἰς
1775Νόμον, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνέλθῃ ἡ πρόσοδος εἰς 6,000,000.
1776Ἀντὶ νὰ σκεφθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τίνα τρόπον
1777νὰ βελτιώσῃ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, νὰ αὐξήσῃ τὸ
1778ποσὸν τῶν ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ εἰσπράξεων, τὸ ῥίπτει εἰς
1779τὴν θάλασσαν. Ἀντὶ τούτου, εἰσήγαγε νέον σύστημα, τοῦ
1780ὁποίου τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα θέλουσι καταδειχθῆ
1781εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ θέσῃ αὐτὸ εἰς ἐ-
1782νέργειαν. Νομίζω, ὅτι οὔτε τὸ ἥμισυ ἔσοδον ἐκείνου, τὸ
1783ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ τὸ κρατοῦν σύστημα, θὰ ἔχωμεν ὑπὸ
1784τὸ κράτος τοῦ συστήματος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1785Εἴχομεν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου τόσον καλὴν, ἥτις δὲν
1786ἐπεβάρυνεν οὐδεμίαν τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς κοι-
1787νωνίας, αἵτινες δικαιοῦνται ἰδιαζούσης Κυβερνητικῆς μερί-
1788μνης. Τὴν πρόσοδον δὲ ταύτην ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν τὰ οἰ-
1789κονομικὰ τοῦ Κράτους διέρχονται κρίσιν, κατέστρεψεν ἡ
1790παροῦσα Κυβέρνησις, εἴτε ἐκ τῆς ὁποίας ᾐσθάνετο στορ-
1791γῆς, πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑποβάλει
1792ἄλλοτε νομοσχέδιον, εἴτε ἐκ τῆς πρὸς τὰ ἔργα τῆς προ-
1793κατόχου ἀποστροφῆς.
1794Πλὴν ὅμως τῆς προσόδου ταύτης εἴχομεν καὶ τὴν ἐκ
1795τοῦ σιγαροχάρτου πρόσοδον, ἥτις ἀνέρχεται μὲν νῦν εἰς
17961,000,000, ἤθελε δὲ βεβαίως ἀνέλθει εἰς ποσὸν πολὺ με-
1797γαλείτερον, ἐὰν ἐπεδιώκετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου· ἐὰν
1798ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ σιγαροχάρτου ἦτο ὑπερβο-
1799λικὴ καὶ ἐξήγειρε τὴν φιλοκέρδειαν τῶν λαθρεμπόρων,
1800ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ ταύτην εἰς τὸ ἥμισυ καὶ νὰ ἐξασφα-
1801λίσῃ πάλιν πρόσοδον ἐκ δραχμῶν 1,300,000. Καὶ τὴν
1802πρόσοδον ταύτην ἔχει τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ὑποβάλληται
1803εἰς οὐδεμίαν δαπάνην καὶ χωρὶς οὐδεμίαν τῶν κοινωνικῶν
1804τάξεων νὰ πιέζῃ. Καὶ ὅμως καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην
1805ἔκριναν εὔλογον νὰ τὴν ῥίψωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἵνα
1806δὲ παρηγορήσωσι τοὺς ἀσχάλλοντας ἐπὶ τῇ οἰκονομικῇ
1807ἡμῶν καταστάσει, ὥρισαν βαρὺ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ
1808τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου σιγαροχάρτου. Ἀφοῦ,
1809κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Κυβέρνησιν, λαθρεμπορία τελεῖται
1810ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ λειτουργοῦντος μονοπωλίου, νομίζε-
1811τε, ὅτι ἐν μόνῃ τῇ διὰ τῶν τελωνείων εἰσαγωγῇ δὲν θέλει
1812λαθρεμπορεύεσθαι τὸ σιγαρόχαρτον;
1813Εἴχομεν μετ’ αὐτοὺς λειτουργοῦντα τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
1814καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήσωσι λειτουρ-
1815γοῦντα, ὅπως σήμερον, ἐπιβάλλοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῆς
1816καταναλώσεως, διὰ τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
1817σχεδίου ζητοῦσι τὸν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπιβαλλό-
1818μενον φόρον νὰ τὸν ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν παραγωγήν· ὡς ἐκ
1819τούτου βλέπετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μεταστάντα τὸν
1820φόρον τοῦτον ἐκ τῶν ἐμμέσων, εἰς οὓς εἶχεν αὐτὸν κατατε-
1821ταγμένον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, εἰς τοὺς ἀμέσους. Τὸ
1822περὶ τούτου νομοσχέδιον εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμές. Μεταβλη-
1823θήσεται ὅμως καὶ τοῦτο εἰς νόμον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις
1824οὐδὲν ἐξ ὅσων ὑπέβαλε νομοσχεδίων ἐννοεῖ ν’ ἀφήσῃ ἐκ-
1825κρεμές, πρὸς μείζονα μελέτην καὶ σκέψιν.
1826Καὶ αὐτήν τὴν μικρὰν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἀπολαμ-
1827βάνει τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν χημικῶν πυρείων, ἐνόμισε χρή-
1828σιμον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ τὴν ῥίψῃ εἰς τὴν θάλασ-
1829σαν. Διατί; διότι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας ἡ πρόσοδος
1830ἦτο μικρὰ, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τοὺς πρώ-
1831τους τρεῖς μῆνας ἦτο φυσικὸν νὰ ἦναι μικρὰ, διότι μεγί-
1832στη εἶχε γίνει προμήθεια πυρείων καὶ παρὰ τῶν ἐμπο-
1833ρευομένων καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν οἰκογενειαρχῶν. Τίς τῶν
1834παραγωγικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας μας πιέζεται ἐκ τοῦ
1835μονοπωλίου τῶν πυρείων; Διὰ τίνα λόγον δὲν ἀφίνετε νὰ
1836λειτουργήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἐπὶ ἓν τουλάχιστον
1837ἔτος; Ὡσανεὶ δὲ ἐν τῇ παρούσῃ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1838Κράτους καταστάσει ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς
1839τοὺς ἐλαιοκτήμονας, ἀδικουμένους ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἀρχῆθεν
1840ἀποδίδουσιν ἐγγείῳ φόρῳ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐξελέξατο κα-
1841τάλληλον ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλατ-
1842τώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον ἀπὸ 10 εἰς 7% καὶ οὕτω νὰ
1843στερήσῃ τὸ Κράτος 200,000 δραχμῶν κατὰ τοῦτο τὸ
1844ἔτος, κατὰ δὲ τὰ ἐλαιοφόρα ἔτη κατὰ 600 ἢ 700 χιλιά-
1845δας δραχμῶν.
1846Ἀλλὰ ὡσανεὶ μὴ ἤρκουν αἱ ἐλαττώσεις τῶν Δημοσίων
1847ἐσόδων, αἱ πραγματοποιούμεναι διὰ τῶν ἀνωτέρω μνημο-
1848νευθέντων νομοσχεδίων, ἔπρεπε καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσπρά-
1849ξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων νὰ μεταβληθῇ ἐν ὥρᾳ, κατὰ
1850τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ ἀνθηρὰ αὕτη οἰκονομικὴ κατά-
1851στασις. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου κατωρθώθη νὰ ἐλαττωθῶσι
1852τερατωδῶς αἱ καθυστερήσεις τῶν βεβαιουμένων φόρων, ἐνῷ
1853διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ κατωρθώθη νὰ μὴ ἐξαιρῶνται τῶν
1854πρὸς τὸ Δημόσιον εἰσφορῶν καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, καθ’
1855ἃς αἱ καθυστερήσεις ὑπερέβησαν τὰ 50%, ἐνῷ κατὰ
1856τοῦ νόμου τούτου δὲν ἠγέρθησαν παράπονα ἢ μόνον ἐκ
1857τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν, οἵτινες συνείθισαν εἰς τὴν
1858ἀσυδοσίαν, ἔπρεπε καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ μεταβληθῇ, διότι
1859εἶναι ἔργον τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως!
1860Ἔχομεν ὅμως καί τινας αὐξήσεις διὰ τῶν οἰκονομικῶν
1861νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἔχο-
1862μεν τὴν αὔξησιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν
1863ἀνωνύμων ἑταιριῶν φόρου ἀπὸ 3 εἰς 5%. Ἡ Κυ-
1864βέρνησις ὑπελόγισε τὴν αὔξησιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων κα-
1865τὰ 50,000, ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο οὔτε
186620,000 δραχμῶν εἴσπραξιν θὰ ἔχωμεν. Ἐξελέχθη ἡ κα-
1867ταλληλοτέρα στιγμὴ ἵνα ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ ἀνώνυμοι ἑ-
1868ταιρίαι, διότι αἱ ἑταιρίαι εὑρίσκονται εἰς ἀνθηροτάτην κα-
1869τάστασιν! Ἐνῷ αἱ πλεῖσται αὐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ
1870ἐλάχιστον μέρισμα νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς μετόχους των, ἔ-
1871πρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐ-
1872τῶν μᾶλλον δύσκολον! Ἔπρεπεν ἐν ὥρᾳ οἰκονομικῆς κρί-
1873σεως, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν τὰ κεφάλαια ἐξήχθησαν ἐντεῦθεν,
1874ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσελκύσωμεν κεφά-
1875λαια πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, νὰ φέ-
1876ρωμεν τὸν τελευταῖον κτύπον κατὰ τῶν κεφαλαίων καὶ νὰ
1877τὰ ἀποθαῤῥύνωμεν ἐπὶ τίνι ὠφελείᾳ τοῦ δημοσίου τα-
1878μείου; ἐπὶ τῇ κατὰ 20,000 δραχμῶν αὐξήσει τῶν Δημο-
1879σίων προσόδων ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἀναξία λόγου. Ἀλ-
1880λὰ ἡ ἀρχὴ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων
1881ἑταιριῶν φέρει καὶ ἄλλο τι κακόν. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι
1882δυνατὸν τοῦ λοιποῦ νὰ συνιστῶνται παρ’ ἡμῖν εὐκόλως ἀ-
1883νώνυμοι ἑταιρίαι. Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἴτε διὰ
1884ξένων κεφαλαίων, εἴτε διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ τῶν ἐγχω-
1885ρίων νὰ ἔχωμεν ἑταιρίας τοῦ λοιποῦ, ἐκτὸς ἂν προηγου-
1886μένως συμφωνῶσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θέ-
1887λουν ὑπόκεισθαι τοῦ λοιποῦ εἰς φόρους. Τοῦτο ἀκριβῶς
1888προέβλεψαν αἱ τρεῖς παρ’ ἡμῖν προνομιοῦχοι Τράπεζαι,
1889καὶ ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἐζήτησαν νὰ περιληφθῇ ὅρος, ὅτι
1890δὲν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς ἄλλον φόρον παρὰ τοὺς μέχρι
1891τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὑφισταμένους. Καὶ τοῦ λοιποῦ, ἂν
1892πρόκηται νὰ συστηθῇ παρ’ ἡμῖν εἴτε Γεωργικὴ Τράπεζα,
1893εἴτε Κτηματική, εἴτε ἄλλη, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι πρωτί-
1894στως θέλει ζητηθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βου-
1895λῆς ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἐξασφάλισις ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς ἑ-
1896τέρων φόρων.
1897Ἔχομεν δὲ καὶ ἑτέραν αὔξησιν, τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου
1898τοῦ χαρτοσήμου. Ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ τούτου νομο-
1899σχέδιον, μετέδωκα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἰδέας
1900μου. Ὡμολόγησα, ὅτι οὐδεμίαν εἶχον κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ
1901νομοσχεδίου ἀντίῤῥησιν, διότι, ὡς γινώσκετε, ἡ Ἀντιπολί-
1902τευσις ἀπέκρουσε κατ’ ἀρχὴν μόνον τὰ νομοσχέδια, δι’
1903ὧν ἐλαττοῦνται αἱ ὑπάρχουσαι πρόσοδοι. Εὗρον ὅμως, ὅτι
1904τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον,
1905τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κα-
1906θυστερεῖ τούτου εἰς πολλά· τὸ τῆς προκατόχου Κυβερ-
1907νήσεως ἐκωδικοποίησεν ἁπάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου
1908περὶ χαρτοσήμου, αἵτινες κατέστησαν κυκεὼν καὶ εἰς τὰς
1909ὁποίας δυσκόλως δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἐνδιαφέρουσαν
1910αὐτὸν διάταξιν, ἐνῷ τὸ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως
1911εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, οὔτε τὴν κωδικοποίησιν περιέχει,
1912οὔτε τὴν κατανομὴν τῶν φόρων μεθοδικῶς ποιεῖται.
1913Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζή-
1914τησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐμὰς πα-
1915ρατηρήσεις, εἶπεν, ὅτι τὴν κωδικοποίησιν δὲν ἠθέλησε νὰ
1916εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῆς
1917προκατόχου Κυβερνήσεως νομοσχέδιον δὲν ἐκωδικοποίει
1918μόνον, ἀλλὰ καὶ μετεῤῥύθμιζε πολλὰς τῶν κειμένων περὶ
1919χαρτοσήμου διατάξεων. Λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ
1920ὡς ἀναγκαίαν οὐχὶ τὴν μεθοδικὴν κατάταξιν τῶν διαφό-
1921ρων περὶ χαρτοσήμου διατάξεων καὶ τὴν ἀναγκαίαν τρο-
1922ποποίησιν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνην καὶ ἁπλῆν κωδικοποίησιν,
1923δηλαδὴ ἐννοεῖ ὡς ἔργον νομοθετικὸν τὸ ἔργον ἰδιώτου,
1924ὅστις πρὸς εὐκολίαν τῶν πολιτῶν ἐκωδικοποίησε τοὺς
1925διαφόρους νόμους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν παρα-
1926τηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τοῦ
1927νομοσχεδίου ἐκείνου, κατὰ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαγομένης
1928παρ’ ἡμῖν ἀρχῆς τῶν προοδευτικῶν φόρων, παρατηρήσεων,
1929αἵτινες ἔπρεπε νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τῆς
1930Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρε-
1931στήθη μόνον νὰ ἀπαντήσῃ ἁπλῶς, ὅτι ἔχει ἀντίθετον
1932γνώμην· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν περιωρίσθην εἰς τὴν δήλωσιν τῆς
1933ὁποίας εἶχον ἐπὶ τούτῳ γνώμης, ἀλλ’ ὑπεστήριξα αὐτὴν
1934διὰ πολλῶν δικαιολογητικῶν καὶ πρακτικῶν ἐπιχειρημά-
1935των καὶ παρέστησα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου
1936ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, τῇ ἐχούσῃ ἀνάγκην ξένων κεφαλαίων
1937πρὸς συμπλήρωσιν ἢ κατασκευὴν τῶν ἔργων, δι’ ὧν ἐξα-
1938σφαλισθήσεται ἡ πρόοδος καὶ εὐημερία τῆς χώρας ἡμῶν,
1939οὐδέποτε ὅμως ἐδόθη ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών μου ἐκεί-
1940νων ἀπάντησις, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὡς εἰσήχθη
1941ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
1942Ἀλλ’ ἔλθωμεν ἐπὶ τὸ σπουδαιότερον, ἐπὶ τὰς εἰσαχθείσας
1943ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἰκονομίας ἐπὶ τῶν ἐξόδων
1944τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἰς τοῦτο κυρίως συνίστατο ἡ
1945ἐντολὴ καὶ ἀποστολὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
1946Ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν,
1947ἀνήγγειλεν ὑμῖν, ὅτι ἐπήνεγκεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1948τῶν ἐξόδων οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 5,500,000. Παρετή-
1949ρησε δὲ εἰς ὑμᾶς. «Μὴ κρίνετε ἐκ τούτου, ὅτι αἱ οἰκονο-
1950»μίαι αὗται, ἀφορῶσαι εἰς μίαν καὶ μόνην ἑξαμηνίαν, ὑπο-
1951»δηλοῦσι τὸ διπλάσιον αὐτῶν δι’ ἓν ὅλον ἔτος. Ἐὰν πρό-
1952»κηται νὰ κρίνητε περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ἀφορωσῶν
1953»ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὄχι μόνον δι-
1954»πλασία θὰ ἦναι ἡ οἰκονομία, ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον».
1955Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ πρώτη ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ ἐν-
1956τύπωσις ὑπῆρξε ζωηρά. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἐτυπώθη ὁ Προϋ-
1957πολογισμός, διέτρεξα τοῦτον ἵνα ἴδω ἐὰν τῳόντι εἰσήγαγεν
1958οἰκονομίας ἐκ 5,500,000 δραχμῶν. Λυποῦμαι, ἠναγκα-
1959σμένος νὰ μὴ πιστοποιήσω ὡς ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Πρω-
1960θυπουργοῦ λεχθέν. Λυποῦμαι ὀφείλων νὰ εἴπω σήμερον
1961εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐπαινεχθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
1962σεως ἐλαττώσεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς πραγματικὰς οἰκονο-
1963μίας, δὲν ἀνέρχονται εἰς 5,500,000, ἀλλὰ μόνον εἰς 870,
1964000 δραχμῶν. Ἀλλὰ παρέλειψα τὰς οἰκονομίας τὰς γενο-
1965μένας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, αἵτινες ἀνέρ-
1966χονται εἰς 1,300,000. Ἀλλὰ ἐκ τίνων κεφαλαίων τοῦ Προϋ-
1967πολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ προέρχονται αὗται;
1968Ἐκ τῶν 1,300,000 δραχμῶν, αἱ 800,000 δρ. ἀναφέρον-
1969ται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀναγρα-
1970φεῖσαν δαπάνην πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς Ἐφεδρείας· εἶνε δὲ
1971πρόσφατος ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
1972τικῶν, ὅτι τὴν δαπάνην αὐτὴν ἀπήλειψεν οὐχὶ διότι θεω-
1973ρεῖ αὐτὴν περιττὴν, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀρκετὰ προκεχω-
1974ρημένη ἡ ὥρα, οὗ ἕνεκεν δέον ν’ ἀναβληθῇ εἰς τὸ ἑπόμε-
1975νον ἔτος ἡ τῆς Ἐφεδρείας ἐκγύμνασις.
1976§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ οἰκονομίαι καὶ τὰ ποσὰ, τὰ
1977ὁποῖα διέγραψα, εἶναι 2,500,000, ἐκ τῶν ὁποίων 1,200,
1978000 εἶναι πραγματικαί.
1979§62ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν θέλετε, δυνάμεθα νὰ σᾶς τὰ ἀ-
1980ναγνώσωμεν.
1981§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραβάλλουσι τὸν Προϋπολογισμὸν των
1982πρὸς τὸν εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῶν.
1983§64ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λησμονοῦσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ὅτι διὰ
1984Διατάγματος τῆς 28 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐπῆλθεν ἐλάττω-
1985σις κατὰ 949,000 δραχμὰς ἐπὶ τῶν πιστώσεων, αἵτινες
1986εἶχον ζητηθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τοῦ
1987ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ.
1988§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουρ-
1989γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἴδετε ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1884 δὲν
1990ἐπήρκεσε καὶ ἐζητήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις.
1991§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὀρθὸν νὰ ἐπικαλῆσθε τὰ
1992γενόμενα κατὰ τὸ 1884, ὡς ἀφεύκτως γενησόμενα κατὰ
1993τὸ 1885· δὲν πιστεύω νὰ δικαιοῦσθε νὰ προδικάζητε τὸν
1994προκάτοχόν σας Ὑπουργὸν, ὑποθέτοντες ἐκ τῶν προτέ-
1995ρων, ὅτι δὲν ἤθελε κατορθώσει νὰ περιορίσῃ τὰς δαπάνας
1996τοῦ 1885 ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς οὗτος ὥρισε
1997δι’ ὧν ᾐτήσατο πιστώσεων.
1998§67Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ τοὺς μῆνας Φεβρουά-
1999ριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον τρέχοντος ἔτους ἐπὶ τῇ βά-
2000σει τῶν πιστώσεων ἐδαπάνησαν ὑπὲρ τὰς 300,000 δραχ-
2001μάς.
2002§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αἱ ἐλαττώσεις δὲν συμπεριλαμ-
2003βάνονται.
2004§69ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν λογικὴν καὶ τὴν λογιστι-
2005κὴν τάξιν δὲν δύνασθε νὰ κρίνητε ἐκ τῶν γενομένων εἰς
2006τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ ἔτους, διότι ἡ ὑπηρεσία πιθανὸν
2007κατ’ αὐτοὺς νὰ εἶχεν ὑποχρεώσεις νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ τῇ
2008βάσει πιστώσεως ὑπερβαινούσης τὸ δωδεκατημόριον, ἀλλ’
2009ἐν τῷ ὑπολειπομένῳ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ
2010ἔτους διαστήματι βεβαίως ἤθελον ζητηθῆ πιστώσεις ἐ-
2011λάσσονες. Ἄλλως, διατί τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν
2012κατὰ τὴν 28 Φεβρουαρίου ε. ε. ἠλάττωσε τὰς πιστώσεις
2013τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Βεβαίως ἡ μελέτη
2014τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ εἰσαχθέν-
2015τος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῶν πι-
2016στώσεων, τὰς ὁποίας περιώρισε διὰ τοῦ εἰρημένου Δια-
2017τάγματος, ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑ-
2018πουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔπεισε τὸν Ὑπουργὸν νὰ
2019προκαλέσῃ τὸ εἰρημένον Διάταγμα.
2020Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι, αἱ γενόμεναι
2021εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτι-
2022κῶν, ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 500,000, προέρχονται δὲ ἐκ
2023τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ ἐξο-
2024μοιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὁπλιτῶν τῶν εἰδικῶν Σωμά-
2025των πρὸς τοὺς τοῦ πεζικοῦ, ἐκτὸς τῶν περὶ καταργήσεως
2026ἐξόδων τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευο-
2027μένων καὶ τῶν μηνιαίων ἀμοιβῶν. Αὐταί εἰσιν αἱ πραγ-
2028ματικαὶ οἰκονομίαι, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 500,000 δραχ-
2029μάς, αἱ πραγματοποιηθεῖσαι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνή-
2030σεως· ἐὰν εἰς τὰς 800,000 προστεθῶσιν αἱ 500,000, τότε
2031δὲν ἔχετε εἰμὴ οἰκονομίας ἐκ δραχμῶν 1,300,000.
2032Εἰσέρχομαι νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγματικῶν οἰ-
2033κονομιῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα. Διὰ
2034τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
2035γισμοῦ Ἐπιτροπῆς κατεδείχθησαν λεπτομερῶς αἱ ἐλαττώ-
2036σεις, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι πραγματικὰς οἰκονομίας.
2037Ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνω αὐτά, περιορίζομαι σήμερον εἰς
2038τὴν κατάδειξιν τῶν ἐλαττώσεων, αἵτινες δύνανται νὰ χα-
2039ρακτηρισθῶσιν ὡς οἰκονομίαι.
2040Καὶ πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2041Κεφ.6 ἄρθρ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 4,200
2042» » » 2Γενικοῦ Λογιστηρίου 4,800
2043» » » 5Ἔξοδα ὑπηρεσίας 240
2044» » » 7Προσωπικὸν Ἐλεγκτ. Συνεδρίου 2,760
2045» » » 8Ἔξοδα » 1,350
2046» 7 » 1Προσωπικὸν Ταμείων 20,840
2047» 8 » 1Οἰκονομικῶν Ἐφόρων 13,380
2048» » » 2Ἔξοδα ὑπηρεσίας 270
2049» 11» 1Τελωνεῖον 17,580
2050» 14» 1Προσωπ. Γεωμετρικοῦ κλάδου 11,760
2051 Τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς77,180
2052Αὐταί εἰσιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐπενεχθεῖσαι εἰς τὸ Ὑ-
2053πουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
2054Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2055Κεφ.Αʹ. Ἄρθ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 2,880
2056» Βʹ. » 1Πρεσβεία ἐν Τουρκίᾳ » 8,040
2057» Γʹ. » 1Προσωπικὸν Προξενείων » 53,040
2058» » » 2Γραφικὰ ἔξοδα » 3,348
2059» Δʹ. » 1Ἔξοδα μεταβλητέα » 130,000
2060» ΣΤʹ.» Ἀποστολαὶ εἰς τὸ Ἐξωτερ. » 105,000
2061 Τὸ ὅλον δραχ. 302,308
2062Ὡς πρὸς τὴν ἀποκοπὴν τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 130,000
2063ἐκ τοῦ κεφαλαίου «ἔξοδα μεταβλητέα» ἐγένετο συζή-
2064τησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγένετο δὲ τοιαύτη καὶ ἐν τῇ Ἐπιτρο-
2065πῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάντες δὲ οἱ συνάδελφοι ἐκη-
2066ρύχθησαν κατὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν 130,000, διότι γνω-
2067στὸν εἶναι, ὅτι αἱ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ δαπάναι
2068ἀφορῶσιν εἰς τὴν σύστασιν σχολείων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ
2069καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης.
2070Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2071Κεφ.1ἄρθ.1Προσωπικὸν Ὑπουργείου δραχ. 2,160
2072» 1» 1Ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν
2073 θέσεων τῶν ἀρχειοφυλάκων.» 17,748
2074» »» Ἐκ τῆς διαγραφῆς τῶν
2075 πιστώσεων διὰ 2 ἀντει-
2076 σαγγελεῖς παρ’ Ἐφέταις
2077 καὶ 10 παρὰ Πρωτοδίκαις. » 22,800
2078» »» Ἐκ τῆς καταργήσεως 8
2079 Πταισματοδικείων καὶ
2080 13 Εἰρηνοδικείων. 30,960
2081» 2Ἄρθ.4Βοηθητικὸν προσω-
2082 πικὸν Εἰσαγγελιῶν
2083 Πρωτοδικῶν. » 2,400
2084» 2» 7Ἐπιχορήγησις Πταισματοδι-
2085 κείων. » 4,220
2086» 3» 3Ἐκ τῆς καταρ-
2087 γήσεως τοῦ νό-
2088 μου περὶ προσω-
2089 πικοῦ τῶν φυλακῶν. » 22995
2090» 4» 6Ἐκ τῆς καταρ-
2091 γήσεως τῶν ἐμ-
2092 μίσθων κλητή-
2093 ρων τῶν καταρ-
2094 γουμένων Εἰρηνοδικείων. » 2,340
2095 Τὸ ὅλον δραχ.105,623
2096Αἱ οἰκονομίαι αἱ πραγματικαί, αἱ γενόμεναι εἰς τὸ
2097Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέρχονται εἰς 105,000
2098Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπηνέχθησαν αἱ ἑ-
2099ξῆς οἰκονομίαι.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2100Κεφ.1ἄρθ. 1.Προσωπικὸν Ὑπουργ. δραχ. 5,040
2101» 1» 5.Ἐξωτερικαὶ τηλεγραφ.
2102 καὶ δημοσιογραφικαὶ
2103 ἀνταποκρίσεις » 5,000
2104» 2» 1.Προσωπικ. Νομαρχιῶν.» 6,600
2105» 3» 11.Προσωπ. φυλακῶν. » 19,090
2106» 5» 4.Δημόσια λουτρά » 1,200
2107» »» 8.Ὑγειονομεῖα » 14,420
2108» »» 10.Φύλακες λοιμοκαθαρτ.» 980
2109» 6» 7.Συνδρομὴ εἰς Συλλογ.» 1,020
2110» »» 8.Βασιλ. Ἐπίτροποι. » 2,800
2111» 7» 1.Προσ. διευθ. Ταχυδρ.» 10,530
2112» »» 2.Ἔξοδα » » » 1,200
2113» »» 4.Ταχυδ. συγκοινωνία. » 52,200
2114» »» 5.Διανομεῖς καὶ γραμ-
2115 ματοκομισταί. » 10,440
2116» »» 6.Ἔξοδα ὑπηρ. ταχυδρ. » 3,980
2117» 8» 1.Ὁδοιπορικὰ τηλεγραφ.
2118 ὑπαλλήλων. » 500
2119» »» 5.Προσ. τηλεγραφείων. » 13,100
2120 Τὸ ὅλον δραχμαὶ148,100
2121Ὥστε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ὅλῳ ἔχομεν
2122οἰκονομίας 148,100.
2123§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 440,000 μέχρι λεπτοῦ.
2124§71ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πραγματικαὶ, εἶναι ἰδανι-
2125καὶ κατ’ ἐμέ· εἶναι ἐκ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, αἵτινες εἰς
2126πᾶσαν Κυβέρνησιν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἁπλῆ
2127ἀναγραφὴ πιστώσεων, χωρὶς νὰ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν δα-
2128πάνην.
2129§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχομεν ἀκριβῶς
2130σημειώσει κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν ἐφέ-
2131ραμεν οἰκονομίας.
2132§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς ἐσημείωσα τὰ ποσὰ,
2133ἐφ’ ὧν ἐγένοντο πραγματικαὶ οἰκονομίαι.
2134Ἔρχομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2135Κεφ.1.ἄρθρ. 1.Προσωπικὸν Ὑπουργείου δρ. 4,480
2136» 2.» 4.Μισθοὶ Ἱεροκηρύκων. » 9,600
2137» 3.» 13.Προσωπικὸν Γυμνασίων. » 81,860
2138» 3.» 16.» Ἑλλην. Σχολείων.» 54,000
2139» 3.» 17.Ἔξοδα » » » 7,500
2140» 4.» 1.Προσωπικὸν Δημοτ. Σχολ. » 77,000
2141» 5. Βοηθήματα. » 3,000
2142 Τὸ ὅλον δραχμαὶ237,440
2143Ἐκ τῶν πιστώσεων, ἃς λόγῳ οἰκονομίας περιώρισεν ἢ
2144ἀπέκοψεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θέλω
2145σήμερον ἐπικρίνει ἢ μίαν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ
2146Δημοσίου χορηγουμένας συνδρομὰς πρὸς τοὺς ἀπόρους Δή-
2147μους πρὸς συντήρησιν Δημοτικῶν σχολείων, διότι περὶ
2148τοῦ περιορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τῶν Γυμνασίων ἐγένετο
2149ἐκτενὴς συζήτησις ἐν τῷ εἰδικῷ περὶ αὐτῶν νομοσχεδίῳ.
2150Πάντες γινώσκετε, ὅτι ἡ πίστωσις διὰ τὰς πρὸς τοὺς
2151ἀπόρους Δήμους συνδρομὰς ἐθεωρήθη πάντοτε ἀνεπαρκὴς
2152καὶ πάντοτε ἐζητήθη ἡ αὔξησις αὐτῆς πρὸς μείζονα τῆς
2153δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διάδοσιν.
2154Γνωρίζετε δὲ καὶ ἐξ ὅσων εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κύριος
2155Πρωθυπουργὸς, ὅτι σήμερον πολλοὶ τῶν ἀπόρων Δήμων
2156καταζητοῦνται διὰ πληρωμὰς χρεῶν, προερχομένων ἐκ
2157προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου μισθῶν δημοδιδα-
2158σκάλων.
2159§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἢ ὁ κ. Βουλπιώτης
2160ἀφῆκαν ἀδιάθετον τὸ ποσὸν αὐτό. Δὲν ἔκαμνον χρῆσιν,
2161οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ κάμουν, διότι εἰς πολλὰ δημοτικὰ
2162σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετίθετο ὡρισμένη χορηγία, δὲν
2163ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσι χορήγημα, διότι δὲν ὑπῆρχον
2164δημοδιδάσκαλοι.
2165§75ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ λόγος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν
2166ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἀληθὴς, ἕνεκα
2167τῆς ἐλλείψεως δημοδιδασκάλων· ἀλλὰ πρίν ἐλάμβανε χώ-
2168ραν καὶ τὸ τοιοῦτον, ἡμεῖς δὲ καθιερώσαμεν τὸν ἀκριβῆ
2169ἔλεγχον. Ἠλπίζομεν δὲ ὅτι τὸ κακὸν ἤθελε διορθωθῆ διὰ
2170τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2171§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς
2172τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου
2173τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὰ βοηθήματα ἐδίδοντο εἰς τοὺς Δή-
2174μους, χωρὶς νὰ βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχουν δημοδιδάσκα-
2175λοι. Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ βεβαιώσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστη-
2176μα, τὸ ὁποῖον διηύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως,
2177οὐδέποτε συνέβη τοιοῦτόν τι.
2178§77ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι πρὶν δὲν ὑπῆρχεν ἔ-
2179λεγχος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἐγένετο αὐστη-
2180ρότερος, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὰς αὐστηροτάτας
2181ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας ἔπεμψα πρὸς τοὺς Δημάρχους.
2182§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχομεν δημοτικὰ σχολεῖα πλεῖστα,
2183τῶν ὁποίων χηρεύουν θέσεις· ἐγὼ εὗρον κενὰ περὶ τὰ 500.
2184Ἐκ τῶν Διδασκαλείων ἐξέρχονται μόλις 70 ἢ 80 μαθη-
2185ταί· δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως ὅλαι
2186αἱ θέσεις.
2187§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ
2188τὴν ἔποψιν ταύτην. Ὅταν ἔχετε βεβαιωμένον, ὅτι πολλοὶ
2189τῶν Δήμων εἶναι ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ μισθῶν
2190δημοδιδασκάλων, ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ εἰσοδήματά των,
2191καὶ ὅτι πολλοὶ τῶν Δημάρχων ἐγκατέλιπον τὰ γραφεῖά
2192των, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὰ ποσὰ,
2193ἅτινα πρότερον ἐχορήγει τὸ Δημόσιον πρὸς συνδρομὴν
2194τῶν ἀπόρων Δήμων.
2195Συγκεφαλαιῶν ὅσα ἐξέθηκα ὑμῖν περὶ τῶν ἐπενεχθει-
2196σῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οἰκονομιῶν, παρα-
2197τηρῶ, ὅτι δι’ ἀριθμῶν ἀπέδειξα ὑμῖν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι
2198αὗται μόλις ὑπερβαίνουσι τὸ ἓν ἑκατομμύριον, αἱ πλεῖσται
2199δὲ αὐτῶν ἐπάγονται μεγίστας ζημίας εἰς τὴν Δημοσίαν
2200ὑπηρεσίαν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν.
2201Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ σιωπήσω, ὅτι ἡ Κυ-
2202βέρνησις, ἀναχωροῦσα βεβαίως ἐκ τοῦ συλλογισμοῦ, ὅτι ὁ
2203Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 παρουσιάζει περίσσευμα, προέ-
2204βη καὶ εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, ἐν ὥρᾳ κατὰ τὴν ὁ-
2205ποίαν ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν
2206οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς
2207πρώην Ἀντιπολιτεύσεως νὰ περικόπτῃ μόνον δαπάνας
2208καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ αὐξάνῃ ταύτας.
2209Ἐπεβάρυνε λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ
2210Κράτους διὰ δαπάνης δραχμῶν 400,000 διὰ τῆς αὐξή-
2211σεως τῶν συντάξεων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῇ,
2212ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη· ἀναντίῤ-
2213ῥητον μόνον εἶναι, ὅτι δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο
2214ὥρα, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ συνταξιοῦχοι, οἵτινες ὡς
2215πολῖται Ἕλληνες συμμερίζονται τὸ γενικὸν αἴσθημα ἐπὶ
2216τῇ οἰκονομικῇ καταστάσει τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ ἔ-
2217χωσιν ὑπομονὴν ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον.
2218Προέβη ὡσαύτως ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς δημιουργίαν θέ-
2219σεων περιττῶν, διότι, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ
2220συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἡ θέσις τοῦ Συμ-
2221βούλου παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν
2222ἦτο κατεπειγόντως ἀναγκαία, οὐδ’ ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῶν
2223ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας.
2224Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ὑ-
2225πουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποδεικνύει ὡς πραγματοποιήσας
2226ἐν τῷ Ὑπουργείῳ αὑτοῦ; Παρέστησεν ὅτι ἐπήνεγκεν οἰ-
2227κονομίας 190,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν πι-
2228στώσεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς ἀγορὰν ἀνθράκων, εἰς ἡμερο-
2229μίσθια τεχνητῶν, εἰς ναύτας κτλ.
2230§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 396,000.
2231§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισε τὰς πιστώσεις ἐκείνας, αἵ-
2232τινες ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνεπίδεκτοι
2233περιορισμοῦ· εἰσήγαγε δὲ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψη-
2234φίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ οὗ ἐδημιούργησε νέας
2235βαθμοφόρων θέσεις, δι’ ὧν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνε-
2236ται μὲ δαπάνην 15,000 δραχμῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2237τῶν Ναυτικῶν διατελῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ
2238τὸ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν.
2239Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὕτω ἐπραγματο-
2240ποίησε τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν
2241τοῦ ἰσοζυγίου, νομίζω, ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους,
2242ἔχοντες κυρίαν καὶ μόνην ἀποστολὴν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ
2243νὰ ἐξετάσωσι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὀφείλουσι νὰ μὴ πε-
2244ριβάλωσιν αὐτὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῶν. Ἐπιτρα-
2245πήτω μοι ἐνταῦθα νὰ μὴ παρέλθω ἐν σιωπῇ πρό τινος
2246σχετικοῦ ἐπεισοδίου, ὅπερ μοὶ συνέβη.
2247Κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας συνέπεσε νὰ συ-
2248ναντήσω γέροντα Χῖον, ὅστις μὲ ἠρώτησε, κατὰ τίνα τρό-
2249πον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ
2250Προϋπολογισμοῦ. Ὅτε δὲ ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ τὰ γενόμενα,
2251μοὶ εἶπεν εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν Χιακὴν, ὅτι «ἐγὼ παρο-
2252»μοιάζω τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πρὸς ἀσθενῆ, ἰατροὺς
2253»δὲ κληθέντας πρὸς θεραπείαν τὸν παραιτηθέντα Πρω-
2254»θυπουργὸν καὶ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Ὁ μὲν πρώην
2255»Πρωθυπουργὸς ἐσκέπτετο νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀσθενῆ καθαρ-
2256»τικόν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν θεραπείαν αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὶν ἢ
2257»δοθῇ αὐτὸ, οἱ ἔχοντες δικαίωμα συγγενεῖς τοῦ ἀσθενοῦς
2258»ἀπέβαλον τὸν πρῶτον ἰατρὸν καὶ ἐκάλεσαν τὸν νῦν Πρω-
2259»θυπουργὸν, ὅστις καὶ αὐτὸς ἔκρινεν ὡς ἀπαραίτητον τὸ
2260»καθαρτικόν, ἀλλ’ ἵνα δείξῃ ἀποδοκιμασίαν πρὸς τὸν
2261»προκάτοχον, συνεβούλευσε καὶ ἔδωκαν εἰς τὸν ἀσθενῆ
2262»πρὸ τοῦ καθαρτικοῦ χοιρινὰς μπριζόλας καὶ σκορδαλιάν.
2263»Οἴκοθεν δ’ ἐννοούμενον εἶναι, ὅτι μετὰ τοιαῦτα δύσπε-
2264»πτα πράγματα καθίσταται δυσκολωτέρα ἡ τοῦ καθαρτι-
2265»κοῦ ἐνέργεια».
2266Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι κυρία ἀπο-
2267στολὴ αὐτῆς ἦν οὐχὶ νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέ-
2268σων, δι’ ὧν ἠδύνατο ν’ ἀνορθωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστα-
2269σις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ν’ ἀνεύρῃ ἐν τῇ προηγουμένῃ δια-
2270χειρίσει ἐνδείξεις, δι’ ὧν ἠδύνατο ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ
2271τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡς ἐκ τούτου δὲ εὐθὺς ὡς
2272ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ αἱ ἐφημερίδες τῆς πρώην
2273Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ Ὑπουργοὶ οὐδὲν ἄλλο
2274ἔπραττον, εἰμὴ νὰ διαδίδωσιν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα,
2275ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας, ὅτι
2276τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιῆλθον εἰς σημεῖον τοιοῦ-
2277τον, ὥστε ἡ θεραπεία ἀποβαίνει ἀδύνατος. Ταῦτα δὲ διέ-
2278διδεν ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ἀνάγκην νὰ
2279διαθέσῃ τὰς ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170
2280ἑκατομμυρίων. Ταῦτα διέδιδε καθ’ ὃν χρόνον ᾐσθάνετο
2281τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας
2282τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐκ τῶν διαδόσεων δ’ ἐκείνων δὲν
2283παρήχθη μόνη ἡ κακὴ ἐντύπωσις καὶ ἠθικὴ βλάβη, ἀλλ’
2284ἐπῆλθε καὶ πραγματικὴ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον,
2285ζημία, ἥτις δὲν ἐπραγματοποιήθη μὲν εἰσέτι, ἀλλὰ τὴν
2286ὁποίαν θέλομεν ἴδει δυστυχῶς ἐν τῷ μέλλοντι πραγμα-
2287τοποιηθησομένην. Αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170
2288ἑκατομμυρίων πρὸ ὀλίγων μηνῶν διεπραγματεύοντο εἰς
2289τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης πρὸς 345 δραχμάς. Ἡ
2290χρηματικὴ κρίσις, ἡ ἐπελθοῦσα τότε ἐκ τοῦ φόβου τῆς
2291συγκρούσεως μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας, ὑπετίμησε
2292πάντα τὰ χρεώγραφα, ἑπομένως καὶ τὰ Ἑλληνικά· ἀλλ’
2293εὐθὺς, ὡς οἱ φόβοι οὗτοι ἐξέλιπον, τὰ χρεώγραφα ὅλων
2294τῶν ἄλλων Κρατῶν ἐπανέλαβον τὴν προτέραν αὐτῶν ἀ-
2295ξίαν, ἐνῷ τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ τουναντίον ὑπέ-
2296στησαν καὶ νέαν ὑποτίμησιν, καὶ ἀντὶ τῶν φράγκων 345
2297σήμερον τιμῶνται 315. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁμολο-
2298γίαι ἀδιάθετοι, ἐνεχυριασμέναι καὶ μὴ, ἀνέρχονται εἰς
2299230,000 καὶ ἂν ὑπολογίσητε ἐξ 25 μόνον φράγκων τὴν
2300ζημίαν, ἔχετε ζημίαν προφανῆ ἐκ 5,000,000 φράγκων.
2301Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν
2302Οἰκονομικῶν διενοεῖτό ποτε νὰ γίνηται παραίτιος τοιαύ-
2303της τοῦ Δημοσίου ζημίας. Τὸ πολιτικὸν ὅμως πάθος του
2304κατὰ τῶν προκατόχων του παρέσυρεν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον,
2305ὥστε νὰ παραστήσῃ τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
2306Κράτους ζοφερωτέραν τῆς πραγματικῆς. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους
2307εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ τὸν εἰσήγαγε
2308μὲ ἔλλειμμα 11,000,000, εἶπε δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
2309ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας καὶ τὰ σχέδια αὐτοῦ
2310περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον καλυφθήσεται τὸ ἔλ-
2311λειμμα.
2312Δύω δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ὑπεδείχθησαν τρόποι, ἡ ἐκποίησις
2313τῶν ἀνεκποιήτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκα-
2314τομμυρίων, καὶ ἡ ἔκδοσις ἐντόκων γραμματίων ἐκ 10 ἑ-
2315κατομμυρίων. Τὴν ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων εἰς ποσὸν
2316ἴσον πρὸς τὸ δεκατημόριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐ-
2317σόδων εἶχε ζητήσει καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ
2318δὲν εἶχε ζητήσει τὴν ἄδειαν ταύτην πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ
2319νὰ καλύψῃ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὸν
2320σκοπὸν νὰ πληρώνῃ δι’ αὐτοῦ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐν
2321τῇ ἐποχῇ τῶν ἀγόνων μηνῶν. Σήμερον ὅμως ἡ ἔκδοσις
2322ἐντόκων γραμματίων προτίθεται ἀκριβῶς τὴν πληρωμὴν
2323τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον κατεδείχθη διὰ τοῦ Προϋπο-
2324λογισμοῦ. Ποῦ λοιπὸν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς πρώην Ἀντιπο-
2325λιτεύσεως, ὅταν διὰ δανείου ζητῇ νὰ καλύπτῃ τὰ ἐλ-
2326λείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν
2327ὤφειλεν εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ περιορισθῇ ἡ παροῦσα
2328Κυβέρνησις. Εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ
2329230,000 ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἔ-
2330πρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ προσῆκον θάῤῥος εἰς τοὺς κεφα-
2331λαιούχους, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν συμφερωτέραν εἰς τὸ Δημό-
2332σιον ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Ὤφειλεν, ἀφοῦ
2333ἐχαρακτήρισε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ὡς παροδι-
2334κὸν, ἀφοῦ ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
23351886 θέλει ἀποκτήσει ἡ Ἑλλὰς τὸ ἰσοζύγιον, ὤφειλε νὰ
2336ἐξηγήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ σχέδια καὶ τοὺς σκοποὺς
2337τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρό-
2338κειται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2339τοῦ 1886. Δὲν ἦτο ἀρκετὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς
2340τὴν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων, διότι δι’
2341αὐτῆς προδίδει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν πεποίθησίν
2342της, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμ-
2343μα, ἢ διὰ δανείων. Πῶς εἶναι δυνατὸν οὕτω νὰ ἐμπνεύ-
2344σητε τὴν πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τοὺς τραπε-
2345ζίτας ἢ κεφαλαιούχους, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ πω-
2346λήσητε τὰς ἀδιαθέτους 230,000 ὁμολογίας; Δὲν νομίζετε,
2347ὅτι ἔχετε καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ὑμῖν νὰ ἐξηγήσητε
2348ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἰδέας ἢ τὰ σχέδιά σας, δι’ ὧν
2349νομίζετε, ὅτι θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου;
2350Ἐγὼ ὑπολαμβάνω καθῆκόν μου νὰ ἐφελκύσω τὴν προσο-
2351χὴν τῆς Βουλῆς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νομίζω
2352δὲ ὅτι πρὶν ἢ λήξῃ, τὸ ὁποῖον διανύομεν στάδιον τῶν ἐρ-
2353γασιῶν τῆς Βουλῆς, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξηγήσῃ ἐ-
2354νώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τὸ σχέδιον αὐτῆς, συγκε-
2355κριμένον, σαφὲς καὶ ὡρισμένον, τὸ σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον
2356νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ
2357ἰσοζύγιον. Οὗτος εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου
2358δύνασθε νὰ ἐμπνεύσητε ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
2359ἀπεθαῤῥύνθησαν ἐκ τῶν διακηρύξεων τῆς Ἑλληνικῆς
2360Κυβερνήσεως.
2361Ἀλλὰ μεθ’ ὅσην καὶ ἂν ἐπάγηται ἡ πολιτικὴ ὑμῶν
2362ἀποθάῤῥυνσιν καὶ ἀπελπισμὸν ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τῆς
2363χώρας, ἡ κοινωνία δὲν συμμερίζεται τὰς ὑμετέρας πε-
2364ποιθήσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἔχει πεποίθησιν ἐπὶ τὸ
2365οἰκονομικὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ἥτις διατηρεῖ εἰσέτι
2366ἀκμαίας τὰς ζωτικὰς καὶ παραγωγικὰς δυνάμεις της. Ἡ
2367κρίσις, ἣν διέρχονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, θὰ
2368παρέλθῃ εὐθὺς ὡς οἱ ὑπέχοντες τὴν εὐθύνην τῆς διαχει-
2369ρίσεως αὐτῶν ἐννοήσωσιν, ὅτι καθῆκον αὐτῶν εἶναι οὐχὶ
2370νὰ καλύπτωσιν τὰς ἁμαρτίας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως
2371ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διὰ μέτρων
2372καὶ πράξεων συνετῶν, μὴ ἐπηρεαζομένων οὔτε ἐκ τῆς πρὸς
2373τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους ἐκδικήσεως, οὔτε ἐκ τῆς
2374πρὸς ἀπόκτησιν δημοτικότητος τάσεως, ἐκπληρώσωσιν
2375εὐόρκως τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον αὐτῶν. Ἂς μὴ
2376λησμονῶσιν, ὅτι δημοτικότης ἐπὶ βλάβῃ τῶν οἰκονομικῶν
2377τοῦ Κράτους εἶναι ἐφήμερος, οἱ δὲ τοιαύτην ἐπιδιώκοντες
2378δημοτικότητα βαδίζουσιν ἐπὶ ὀλισθηροτάτου ἐδάφους.
2379§82ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ συζήτησις
2380ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ σπουδαίως
2381τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Τόπου, διὰ νὰ μάθῃ
2382ὁ κόσμος εἰς οἵαν περιήχθησαν τὰ πράγματα τοῦ Κράτους
2383κατάστασιν. Δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’
2384ἕκαστα, ὅπως εἰσῆλθεν ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, εἰσηγητὴς τῆς
2385μειονοψηφίας κ. Σιμόπουλος. Θέλω ἀπὸ γενικωτέρας ἀπό-
2386ψεως ἐξετάσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, ἀποδώσει δὲ
2387τὸ δίκαιον ὅπου πρέπει, καὶ τὸ ἄδικον ὅπου πρέπει.
2388Κατὰ τὰς κρίσεις μου—πέπεισμαι δὲ ὅτι ἀναντιῤῥήτως
2389θέλω φέρει τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν
2390δύναται νὰ ἀντιστραφῇ ἡ σοφιστεία—τὰ οἰκονομικὰ βεβαίως
2391τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς χειρίστην κατάστασιν, ἡ δὲ
2392χρηματικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας εἶναι ἀπελπιστική.
2393Καὶ τὰ μὲν οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους περιέστησαν εἰς
2394αὐτὸ τὸ σημεῖον ἕνεκα τῆς κακίστης, τῆς ἀμελετήτου, τῆς
2395ἀσυνέτου καὶ ἀπρονοήτου—δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ βα-
2396ρυτέραν λέξιν—διοικήσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως·
2397ἡ δὲ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου εἶναι συνέπεια
2398τῆς ἰδίας καταστάσεως.
2399Ἠκούσατε πολλὰ καὶ παρὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ
2400καὶ παρὰ τοῦ σήμερον ἀγορεύσαντος βουλευτοῦ ἐκ Παρ-
2401νασσίδος περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2402φορίας. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἐὰν ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως
2403ἐκείνης δὲν ἐπρολάμβανε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
2404κλοφορίαν, ἡ χρηματικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου ἤθελεν εἶ-
2405ναι πολὺ χειροτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Ὀφείλομεν λοι-
2406πὸν νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κα-
2407τάστασιν καὶ τίνες εἶναι αἱ αἰτίαι, αἵτινες ἐξώθησαν τοὺς
2408πολίτας εἰς ἐπιχειρήσεις πέραν τῶν δυνάμεών των, αἵτινες
2409κατέστρεψαν τὴν χρηματικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ
2410ἀφήρεσαν τὴν πίστιν ἀπ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2411φορία, κύριοι, δὲν εἶναι ἀσθένεια, ὡς ἠθέλησαν νὰ εἴπουν
2412πολλοί, λαλήσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἡ ἀναγκα-
2413στικὴ κυκλοφορία εἶναι φάρμακον, διδόμενον εἰς τὴν ἀ-
2414σθένειαν τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑ-
2415ρίσκεται ὁ Τόπος. Ὅταν ἔθνη εὑρεθῶσι, δι’ οἱονδήποτε
2416λόγον, εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, ἐπενοήθη τότε ἡ ἀ-
2417ναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἐδόθη νομικὴ τιμή, οὕτως εἰ-
2418πεῖν, εἰς τὸν χάρτην, ὅστις κυκλοφορεῖ εἰς τὰς συναλλα-
2419γὰς τῶν πολιτῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ
2420κυκλοφορία, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, δὲν εἶναι τὸ κακόν· τὸ
2421κακὸν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκε-
2422ται εἰς ὁ Τόπος, τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ προλάβῃ καὶ νὰ
2423θεραπεύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
2424Ἐξετάσωμεν ἤδη κατὰ τίνα τρόπον ἐπεβλήθη καὶ εἰς
2425ποίαν ἐποχὴν ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Αὕτη ἐπε-
2426βλήθη κατὰ τὸ 1880, διότι τότε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς πα-
2427ραμονὰς πολιτικῶν περιπετειῶν, αἵτινες ἠδύναντο νὰ πε-
2428ριπλέξωσι τὸν Τόπον εἰς πόλεμον. Ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ἔ-
2429θνος, πάνυ φρονίμως ποιοῦν, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγκαστι-
2430κὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ εἰς ποίαν ἐποχὴν ἤρθη ἡ ἀναγ-
2431καστικὴ κυκλοφορία; εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
2432οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου ἦτο ἀνθηρὰ ἢ ἦτο τοὐ-
2433λάχιστον ὑποφερτὴ, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν
2434ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλορορίας; Ὄχι, ἀπ’ ἐναν-
2435τίας· ἔπαυσε τὸ φάρμακον, καθ’ ἣν ὥραν ἡ ἀσθένεια εὑ-
2436ρίσκετο εἰς τὴν μεγαλειτέραν αὐτῆς ἐπίτασιν! Ἀλλὰ τοὐ-
2437λάχιστον ἡ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀνα-
2438γκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτο συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, καὶ
2439πρὸς τὰς ὑποσχέσεις της; Οὔτε τοῦτο. Κατὰ τὸ 1882,
2440ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τὸν
2441Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ῥητῶς εἶπεν, ἀπευθυνό-
2442μενος πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἰδίως πρὸς τὸν ἀοίδι-
2443μον Κουμουνδοῦρον, ὑποστηρίζοντα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
2444καστικῆς κυκλοφορίας: «Κατὰ τίνα τρόπον θέλετε ἄρει
2445τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν μετὰ καὶ ἄνευ χρημάτων;
2446ὅπως ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἠθέλετε καὶ νὰ πολεμήσητε μετὰ
2447καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης;» Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶπε
2448τότε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ,
2449πρὶν ἢ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον, πρὶν ἢ τὰ χρεώγραφα τὰ
2450Ἑλληνικὰ ὑπερτιμηθῶσι καὶ φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου
2451τῶν 92%, ὅπως καὶ τὰ γρεώγραφα τῆς Ἰταλίας·
2452διότι, εἶπε, καὶ πάνυ φρονίμως, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ
2453γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι
2454δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σιμόπουλος,
2455ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ὅλη ἦτο ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς
2456ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθόσον ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ
2457Προϋπολογισμοῦ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Κου-
2458μουνδούρου, καὶ ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν προτάσεων τοῦ κ.
2459Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀν-
2460τιπολίτευσιν. Ὑπεστήριζον δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ
2461ἄρσις· διότι, γενομένη σήμερον, εἶπον τότε, θέλει φέρει
2462μεγάλην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν καὶ μεγάλην οἰκονο-
2463μικὴν κρίσιν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ πότε ἔλεγε
2464ταῦτα ὁ κ. Καλλιγᾶς; καθ’ ὃν χρόνον, εἰσάγων τὸν Προϋ-
2465πολογισμὸν, μᾶς ἐβεβαίου, ὅτι «τέλος πάντων ἐφθάσαμεν
2466εἰς τὴν ἀκτὴν, καὶ οὐ μόνον ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀκτὴν,
2467ἀλλὰ καὶ ὑπερέβημεν αὐτὴν, τουτέστιν ὄχι μόνον ἔχομεν
2468ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ περίσ-
2469σευμα.» Μετὰ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ 1883, εἰσάγων τὸν Προϋ-
2470πολογισμὸν ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2471μικῶν τί ἔλεγεν; Ἔλεγεν ὅτι «πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν ἀ-
2472ναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὰ
2473ξένα κεφάλαια πίστιν· πίστιν δὲ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν
2474τὰ ἐξωτερικὰ κεφάλαια, ὅταν, εἰσερχόμενα ἐντὸς τῆς Ἑλ-
2475λάδος, δὲν γνωρίζουν, ὁποία θὰ ἦναι ἡ ἀξία τῶν χρημά-
2476των, μεταβαλλομένου τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ ἡμέρας
2477εἰς ἡμέραν· ἑπομένως πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν
2478ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.» Ἔλεγεν, ὁ κ. Καλλιγᾶς πρὸ
2479ἔτους: «δὲν πρέπει νὰ ἄρωμεν ἀκόμη τὴν ἀναγκαστικὴν
2480κυκλοφορίαν, πρὶν κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἀσφα-
2481λίσωμεν αὐτό· διότι τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐπὶ τοῦ ἰσοζυγίου ἀ-
2482μέσως θέλομεν διαταράξει, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συνομολο-
2483γήσωμεν δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
2484ρίας» καθόσον, κατὰ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
2485μικῶν, ἔφερε μὲν τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἡ ἰσοῤῥοπία αὐτὴ ἀ-
2486μέσως κατεστρέφετο, ἐὰν συνωμολόγει νέον δάνειον, ὅπως
2487πραγματικῶς τὸ δάνειον τῶν 182 (καὶ ὄχι 170 ἑκατομ-
2488μυρίων), ὅπερ συνωμολόγησεν ὁ κ. Τρικούπης, διετάραξε
2489τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπέβαλεν εἰς
2490τὸν Προϋπολογισμὸν 11 ἑκατομμύρια τόκους καὶ χρεω-
2491λύσια.
2492Τώρα, σήμερον τί ὑποστηρίζουν καὶ τί ἰσχυρίζονται ὁ
2493κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος; καὶ εἷς ἄλλος, ὁ τότε
2494Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις σήμερον εἶναι ὑποδιοι-
2495κητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὁ ὁποῖος τὴν κατά-
2496στασιν τὴν σημερινὴν, τὴν οἰκονομικὴν ἢ τὴν χρηματι-
2497κὴν, χαρακτηρίζει ὁτὲ μὲν ὡς ἀναιμίαν, ὁτὲ δὲ ὡς πυαι-
2498μίαν, μετὰ τῆς εὐφυΐας ἐκείνης τῆς εὐτραπέλου, ἥτις πρὸ
2499πάντων τὸν χαρακτηρίζει, τί σᾶς λέγουσιν; ὅτι αἱ ἐπι-
2500χειρήσεις αἱ μεγάλαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεδόθησαν, διότι
2501τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον δὲν εἶχε πραγματικὴν
2502ἀξίαν καὶ τὸ ἀπέκτων εὐκόλως, ἔφερον τὴν χρηματικὴν
2503κατάστασιν τοῦ Τόπου!! Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τοῦτο
2504ἔφερε τὸ δυστύχημα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Τίνες εἶναι
2505οἱ παραίτιοι αὐτῆς εἰμὴ σεῖς, οἵτινες ἐλέγετε εἰς τὸ κοι-
2506νὸν, ὅτι δὲν αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τὸ
2507ἐσπρώξατε εἰς τὰς παρεκεκινδυνευμένας ἐπιχειρήσεις καὶ
2508αἰφνιδίως ἐξαπατήσαντες αὐτὸ, ἤρατε τὴν ἀναγκαστικὴν
2509κυκλοφορίαν;
2510§83ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
2511§84ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ, λέγουν, τὸ συνάλλαγμα ἔφθα-
2512σεν εἰς 1 καὶ 20 καὶ ἤθελε φθάσει κατόπιν εἰς 1,30 εἰς
25131,40. Διατί; εἰς τί ὀφείλεται τοῦτο; εἰς τὴν οἰκονομικὴν
2514πολιτικήν σας! τὸ χαρτὶ, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ διὰ τὴν
2515ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀντιπροσωπεύει πρὸ πάντων
2516τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ πίστις τῆς πα-
2517ρελθούσης Κυβερνήσεως ἐξέπιπτεν ἕνεκα τῶν ἀτασθάλων
2518μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε, κατὰ το-
2519σοῦτον τὸ συνάλλαγμα ηὔξανε καὶ ἡ τιμὴ τοῦ κυκλοφο-
2520ροῦντος χάρτου ἐξέπιπτεν. Ἐκεῖ ἀναζητήσατε τὸν λόγον,
2521διὰ ποῖον λόγον τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι εἰς
2522φοβερὰν ἔκπτωσιν, καὶ μὴ λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι
2523«κατὰ τὴν ἔριν, ἥτις ἠγέρθη μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσ-
2524σίας διὰ τὸ Ἀφγανικὸν ζήτημα, ἐξέπεσαν τὰ χρεώγραφα
2525τῆς Ἀγγλίας· ἀλλ’ ἀφοῦ παρῆλθεν αὐτὴ ἡ ἔρις μεταξὺ
2526τῶν δύο μεγάλων Δυνάμεων, τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀγγλίας
2527ὑψώθησαν, διατί δὲ δὲν ὑψώθησαν καὶ τὰ Ἑλληνικά;»
2528Αὐτὸ εἶναι μέγιστον θάῤῥος, διὰ νὰ λέγῃ ὁ κ. Τρικούπης
2529ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πρέπει νὰ ἐξισώσῃ τὰ χρε-
2530ώγραφα τῆς Ἀγγλίας μὲ τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλά-
2531δος, εἰς οἵαν τὰ ἔφερε ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν!
2532Τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔπεσαν ἐκ τῆς ἔριδος,
2533ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας· ἔπεσαν, διότι
2534ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω, ἐγνώρισεν, ὅτι ὅλα
2535τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἀπέτυχον· καὶ ἀ-
2536πέτυχον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπέβαλον φόρους, ἀφ’ ἑτέρου
2537δὲ ἐδιπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ
2538τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο ὅπως ἦτο κατὰ τὸ 1880, βεβαίως
2539ἠθέλομεν ἔχει σήμερον εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν τὰ
2540οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία,
2541ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἤθελον σήμερον κυκλοφορεῖ
2542εἰς τὸ ἄρτιον. Ὅταν δὲ τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα κυκλο-
2543φορήσουν εἰς τιμὴν ὑψηλὴν, μὴ φοβεῖσθε πλέον κρίσιν οἰ-
2544κονομικὴν, τότε τὸ χρῆμα εἰσέρχεται καὶ ἐξέρχονται τὰ
2545χρεώγραφα· ἐνῷ, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς οἵαν εὑρίσκονται
2546σήμερον θέσιν, ἐξέρχεται τὸ χρῆμα καὶ εἰσέρχονται τὰ
2547χρεώγραφα!
2548Λέγει ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὑποστηρίζει ὁ κ. Σιμόπουλος,
2549ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατέῤῥιψε τὰ
2550χρεώγραφα καὶ σήμερον μόνον ὁ κ. Σιμόπουλος ἀνέπτυξε τὸ
2551ζήτημα· ὁ κ. Τρικούπης ὅμως εἰς τὴν πρώτην του ὁμιλίαν
2552ἀφῆκεν αὐτὸ πολὺ σκοτεινόν. Ἔλεγα λοιπὸν κατ’ ἐμαυτὸν,
2553κατὰ τίνα τρόπον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατέῤῥιψε τὴν
2554ἀξίαν τῶν χρεωγράφων; Διὰ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν ἐ-
2555πηγγέλθη, τῶν οἰκονομιῶν; αὕτη βεβαίως ἤθελε δώσει εἰς
2556τὰ χρεώγραφα ἀξίαν, οὐδέποτε δὲ θὰ ὑπετίμα ταῦτα. Ἀλλὰ
2557σήμερον ἐξήγησε τὸ πρᾶγμα ὁ κ. Σιμόπουλος. Σᾶς εἶπε δη-
2558λαδὴ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦλθε καὶ ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος
2559τούτου καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας
2560εἶναι κακή. Ἀπορῶ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τολμήσῃ Ὑπουρ-
2561γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παραλαμβάνων τοιαύτην οἰκονομικὴν
2562κατάστασιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς
2563χώρας εἶναι καλή. Καὶ τὶ σᾶς ὠφέλησαν, κύριοι, σᾶς αἱ
2564διαδόσεις, ὅτι ἐφέρετε ἰσοζύγιον, καὶ αἱ διαδόσεις, ὅτι ἐφέ-
2565ρετε τὸν χρυσοῦν αἰῶνα;
2566Ἔχω, ἐνώπιόν μου, κύριοι, μίαν δήλωσιν Γαλλι-
2567στὶ, κυκλοφορήσασαν ἐν Παρισίοις πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ
2568δανείου καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς
2569τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν· αὕτη δὲν φέρει χρονολογίαν, ἀλ-
2570λὰ κατὰ παράδοξον τρόπον ἐγνώριζον οἱ γράψαντες εἰς
2571Παρισίους, ὄχι μόνον ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις
2572τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ποῖος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς,
2573ὅστις ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, μέχρι τοῦ λε-
2574πτοῦ! Καὶ τοῦτο ἠξεύρετε διὰ τί ἐγένετο; διὰ νὰ ἐξα-
2575πατηθῇ ὁ κόσμος· διότι μετ’ ὀλίγον εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκ-
2576δώσουν τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων· νὰ ἐξαπατηθῇ
2577ὁ κόσμος καὶ νὰ ἀγοράσῃ ὁμολογίας! Ἀλλ’ εἰς τί ὠφέλη-
2578σαν τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν ὅλα αὐτὰ τὰ μὴ ἀλη-
2579θῆ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευεν; Ἐξεδόθη τὸ δάνειον καὶ ἐναυά-
2580γησεν οἰκτρῶς! Μόλις ἐνεγράφησαν 50 χιλ. ὁμολογιῶν,
2581καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, διότι διὰ τὰς
2582110 χιλ. ὁμολογίας ἦσαν ὑπόχρεοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλα-
2583βον τὸ δάνειον, καὶ τοῖς ἦτο ἀδιάφορον ἐὰν οἱ ἴδιοι ἐνέ-
2584γραφον καὶ τὰς 110 χιλ. ὁμολογίας!
2585Ἀλλὰ παρατηρήσατε ποία ὑπῆρξεν ἡ πίστις σας ἐντὸς
2586τῆς Ἑλλάδος. Συγκρίνατε τὴν πίστιν σας μὲ τὴν πίστιν
2587τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, τὸ ὁποῖον
2588ἐλέγετε σπάταλον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δα-
2589νείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐν ἐποχῇ ἀληθῶς πλέον δυ-
2590σκόλῳ, ἐκαλύφθη 1½ φοράν· 42 χιλ. ὁμολογιῶν ἐνεγρά-
2591φησαν δι’ αὐτὸ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, 500 δὲ μόνον ἐκ τοῦ
2592δανείου τοῦ ἰδικοῦ σας, καὶ εἰς κατωτέραν τιμήν. Καὶ τίς
2593ἔῤῥιψε, κύριοι, τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικά, ἂν ὄχι ἡ οἰ-
2594κονομικὴ πολιτική σας; Ὅτε ἐξεδώκατε τὸ δάνειον τῶν
2595170 ἑκατομμυρίων ἐφροντίσατε, πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ κοι-
2596νοῦ, νὰ τὸ ἐξομοιώσητε μὲ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυ-
2597ρίων· ἐξωμοιώσατε τὰς λήξεις τῶν προθεσμιῶν, ἠριθμήσατε
2598τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ, εἰς ὃν ἐτελείωνε τὸ
2599δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ ταῦτα διὰ νὰ ἀπατη-
2600θῇ ὁ ἔξω κόσμος, ὅτι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δάνειον. Καὶ
2601ἐνῷ τότε τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ ἐξω-
2602τερικὸν εἶχεν ἀξίαν, διὰ τῆς πολιτικῆς σας τὸ κατεῤῥί-
2603ψατε, ὅπως κατεῤῥίψατε καὶ τὸ τῶν 170.
2604Μὴ πλανᾶσθε· τὸ χρῆμα εἶναι εὐαίσθητον· ἠξεύρει πότε
2605πρέπει νὰ παρουσιάζηται καὶ πότε νὰ φεύγῃ, τὴν πίστιν
2606δὲ τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν ἀτόμων τὴν διαγιγνώσκει κάλλιον
2607παντὸς ἄλλου πραγματογνώμονος.
2608Καὶ ποία ὑπῆρξε, κύριοι, ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν
2609κατὰ τὸ παρελθόν; ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν δυνά-
2610μεθα νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν· τοῦτο τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
2611πουργὸς, ὁ καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰς τοῦτο καὶ ἐγὼ
2612στηρίζομαι. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὸ παρελθὸν
2613παρουσίασε λογαριασμοὺς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δια-
2614φόρους κατὰ διαφόρους περιστάσεις· μολονότι τὸ Ὑπουργεῖον
2615τοῦ κ. Τρικούπη ηὔξησεν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν Προϋπολογισμὸν
2616κατὰ 52 χιλ. δραχμὰς ὅπως καταστήσῃ αὐτὸ ἐνήμερον
2617Καὶ ἐν τούτοις, σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνακαλύψωμεν
2618ἐπακριβῶς ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1882, ποῖα τοῦ
26191883 καὶ ποῖα τοῦ 1884· καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ
2620μεταχειρισθῶ στρογγύλους ἀριθμούς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2621παρουσίασεν ἐκ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Λογιστηρίου ἐλ-
2622λείμματα 5 ἑκατομ. διὰ τὸ 1882, 9 ἑκατομ. διὰ τὸ
26231883, καὶ 24 ἑκατομ. διὰ τὸ 1884. Ἀλλὰ διστάζω νὰ
2624παραδεχθῶ αὐτοὺς τοὺς λογαριασμούς· εὔχομαι δὲ νὰ μὲ
2625διαψεύσωσι τὰ πράγματα· μεχρισοῦ ὅμως μὲ διαψεύσωσιν
2626ἐπίσημοι καὶ ἀλάνθαστοι λογαριασμοὶ, ἐγὼ θὰ ἐπιμένω εἰς
2627τὴν ἰδέαν μου. Καὶ ἰδοὺ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ
2628ἐνθαῤῥύνουσιν εἰς τὴν ἐπιμονὴν αὐτήν. Μακρὰ συζήτησις
2629ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ ὁ
2630κ. Σωτηρόπουλος ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1881
2631ἄφησεν ἐνεργητικὸν ὑπὲρ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀκολούθων
2632ἐτῶν 28,000,000, ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι 24,000,000. Ὁ τότε
2633Πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Τρικούπης, ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βή-
2634ματος, ὅτι διὰ τὰς κοινὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξώδευ-
2635σεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, 19,000,000. Σήμε-
2636ρον εἶναι ὡμολογημένον, ὅτι ἔθεσε χεῖρα καὶ εἰς τὸ ταμεῖον
2637τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔλαβεν 9,600,000, νομίζω,
2638δραχμῶν. Ἐκτὸς τούτων ἔλαβε καὶ ἔντοκα γραμμάτια
26393,000,000. Λοιπὸν, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν
2640τριῶν ἐτῶν εἶναι ὁπόσον τὸ παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2641τουτέστι 38 ἑκατομμύρια, τότε τὰ ἄλλα χρήματα τί ἐγέ-
2642νοντο; Δὲν ἀναφέρει ἐν τούτοις τὰ ποσὰ, ὅσα ἔλαβεν εἰς
2643ὑλικὸν ἐκ τῶν Δημοσίων ἀποθηκῶν ὁ κ. Τρικούπης. Εἰς
2644τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν 1882, 1883 καὶ 1884 εἶναι
2645σημειωμέναι δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀνὰ 200 χιλιάδες,
2646εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 1 ἑκατομ. καὶ 250
2647χιλιάδες· ἄρα κατὰ τὰ τρία ἔτη ἔλαβεν ὁπωσδήποτε ἀπὸ
2648τὰς Δημοσίας ἀποθήκας 3 ἑκατομ. εἰς ὑλικὸν διὰ τὴν
2649ἐνδυμασίαν τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπίσης πρέπει νὰ προσ-
2650τεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐτῶν 1882 καὶ 1883 καὶ
26511884· ἄρα τὸ ἔλλειμμα τῶν 3 ἐτῶν ἀνέρχεται εἰς 55 ἑ-
2652κατομμύρια, κατὰ τοὺς μετριωτάτους ὑπολογισμούς. Ἐκεῖ
2653λοιπὸν ἀναζητήσατε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ χρεώ-
2654γραφα ἔπεσαν. Μὴ ἀναζητῆτε αὐτὸν ἀφελῶς εἰς Ἀγγλο-
2655ρωσσικὰς ἔριδας. Μὴ θέλετε ἀμέσως νὰ ἐξισώσητε τὰ Ἑλ-
2656ληνικὰ χρεώγραφα πρὸς τὰ τῆς Ἀγγλίας, ὅμοια τῶν ὁ-
2657ποίων δὲν ὑπάρχουσιν εἰς ἄλλο ἔθνος· ἐνῷ ἐκεῖ ταῦτα δί-
2658δουσι 2½ καὶ 2¾% τόκους, εὑρίσκονται σήμερον
2659εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἀρτίου· τὰ δὲ ἰδικά μας, ἐὰν εἴχομεν
2660τὴν αὐτὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ κ. Τρικού-
2661πης νὰ ἐξισώσῃ ἡμᾶς, τῆς Ἀγγίας, ἠξεύρετε πόσον ἤθε-
2662λον ἔχει; τὸ διπλάσιον τοῦ ἀρτίου, διότι ὁ τόκος των
2663εἶναι διπλάσιος. Ἀλλὰ τὰ ἡμέτερα χρεώγραφα δὲν ἔχουν
2664καμμίαν σχεδὸν ἀξίαν σήμερον, διότι αὕτη εἶναι ἡ οἰκο-
2665νομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ παρελθόν!
2666Καὶ διατί ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ κατάστασις; διότι οὐ-
2667δεὶς νόμος εἶναι σεβαστὸς ἐν Ἑλλάδι. Σπεύδομεν ν’ ἀνα-
2668ζητήσωμεν, ὅπως τιμωρήσωμεν πτωχόν τινα, τοῦ ὁποίου
2669ἡ αἲξ εἰσῆλθεν εἰς ἀγρὸν καὶ ἔφαγεν ὀλίγην κριθήν.
2670Ἀλλὰ τοὺς ἰσχυροὺς, τοὺς δυνατοὺς οἱ νόμοι τῆς Ἑλλά-
2671δος εἶναι ἀνίκανοι νὰ τιμωρήσωσι· θαυμάζω μάλιστα καὶ
2672ἀπορῶ μὲ ὑμᾶς. Κατὰ τί μᾶς ὠφελοῦν αἱ ἐπιψηφίσεις
2673τῶν πιστώσεων καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, ὅταν ἡ Βουλὴ
2674ἀποδεικνύηται ἀνίκανος νὰ ἐνεργήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς δια-
2675γωγῆς τῶν Κυβερνήσεων;
2676Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομ. συνωμολογήθη πρὸς τὸν
2677σκοπὸν τοῦ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρὸς
2678τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ παρασκευάσῃ τὸν Τόπον ναυτικῶς καὶ
2679στρατιωτικῶς, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πληρώσῃ τοὺς σι-
2680δηροδρόμους. Καὶ πῶς ἐδαπανήθη; εἰς ἀνάγκας κοινάς!
2681Καὶ πῶς ἐνεχυριάσθησαν αἱ ὁμολογίαι ἀντὶ 250 δραχ-
2682μῶν καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, παρούσης; Ἀφοῦ περιε-
2683τρέξαμεν Ἀνατολὴν καὶ Δύσιν μὲ τὸν δίσκον τοῦ ἐπαί-
2684του, τὰς ἐνεχυριάσαμεν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς
2685των ἀξίας!
2686Καὶ ἐρωτᾶτε σήμερον τοὺς ὑπάρχοντας Ὑπουργοὺς νὰ
2687εὕρητε ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς κατα-
2688στάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα; ἀλλ’ αὐτοὶ, διὰ τοὺς
2689ὁποίους ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐνθουσιῶ, καὶ ἐὰν ἀπὸ τῆς ἡμέ-
2690ρας ὅπου ἦλθον, ἐπέτων μὲ τὸ φτυάρι, κατὰ τὸ δὴ λεγό-
2691μενον, χρήματα, δὲν ἠδύναντο νὰ καταλογισθῶσι διὰ τὴν
2692ὑπάρχουσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς σήμερον! Πρέπει
2693λοιπὸν πρῶτον νὰ καταστήσωμεν ἐμαυτοὺς ἱκανοὺς, ὅπως
2694ἀναγνωρίζωμεν τοὺς νόμους, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ δι-
2695καίωμα νὰ συζητῶμεν Προϋπολογισμοὺς καὶ νόμους. Οἱ
2696Προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ νόμοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀράχνη,
2697τὴν ὁποίαν ξεσχίζει τὸ πρῶτον φύσημα ἑκάστου αὐθαι-
2698ρέτου Ὑπουργοῦ.
2699Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο πολιτικὴ ἐθνι-
2700κή; ἦτο πολιτικὴ, ἡ ὁποία εἶχεν ἀφιερώσει ὅλην αὑτῆς
2701τὴν προσοχὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ θεωρεῖ ὁ κ. Τρι-
2702κούπης πάντας τοὺς ἄλλους ὡς ἀνικάνους ν’ ἀκολουθήσωσι
2703τοιαύτην πολιτικὴν ἐθνικὴν, τοιαύτην πολιτικὴν, ἡ ὁποία
2704θὰ λαμπρύνῃ καὶ θὰ ἐνισχύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν ὁλόκλη-
2705ρον, καὶ θὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦ
2706Γάγγου καὶ μέχρι τῶν Ἡρακλείων στηλῶν; Ἂς ἐξετά-
2707σωμεν λοιπὸν ἐὰν τῷ ὄντι ἡ πολιτική σας ἦτο ἐθνικὴ, ἢ
2708κατέστρεψεν αὕτη ἐντελῶς πᾶσαν ἐθνικὴν ἰδέαν. Τότε μό-
2709νον ἓν Ἔθνος δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἐθνικὴν πολιτικὴν,
2710ὅταν εὐημερῇ ἐσωτερικῶς, ὅταν ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ κα-
2711τάστασις ᾖναι ἀνθηρὰ, ὅταν οἱ νόμοι αὐτοῦ λειτουργῶσιν
2712ἐξ ἴσου πρὸς ὅλους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη δύναμις καὶ αὐτὰ
2713εἶναι τὰ πρῶτα νεῦρα πάσης πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπιδιώ-
2714κει ἐθνικοὺς σκοπούς. Πρέπει ἡ πολιτικὴ μιᾶς Κυβερνή-
2715σεως ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὴν
2716διοίκησιν καὶ τοὺς νόμους εἰς καλὴν ἐντελῶς κατάστασιν,
2717ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐμπνεύσῃ φρόνημα εἰς τὸν Τόπον. Εἴπατέ
2718μοι, ποία εἶναι ἡ οἰκονομική σας κατάστασις; ποία ὑπῆρ-
2719ξεν ἡ διοίκησίς σας; ποῖος ὑπῆρξεν ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς
2720νόμους τῆς πατρίδος, ἀφοῦ τοὺς παραβιάζετε λαμβάνοντες
2721τὰ χρήματα καὶ ἐξοδεύοντες αὐτὰ ὅπου καὶ ὅπως σεῖς
2722θέλετε; Ποῦ εἶναι ἡ ἐθνικὴ πολιτική σας, ὅταν εἰς τὸν
2723Τόπον ὄχι μόνον δὲν ἐνεπνεύσατε κανὲν φρόνημα, ἀλλὰ
2724καὶ ἂν εἶχε φρόνημά τι, τοῦτο ἐπνίξατε εἰς τὴν κολυμβή-
2725θραν τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν ἐκδικήσεων; (Εὖγε ἐξ ἀρι-
2726στερῶν). Δὲν μᾶς ἔδειξε, λέγετε, ἡ νέα Κυβέρνησις, ποῖα εἶ-
2727ναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον.
2728Οὔτε μᾶς ἔδειξεν, οὔτε δύναται νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς
2729οἵαν περιηγάγετε τὸν Τόπον κατάστασιν, καὶ δὲν συμφωνῶ
2730ποσῶς οὔτε μετὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ.
2731Παραδέχομαι, ὅτι ἐν καλῇ πίστει εἶπεν ὅσα εἶπε· πα-
2732ραδέχομαι, ὅτι, ἂν τὰ ἔξοδα ἦναι ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ.
2733Δηλιγιάννης, τουτέστιν 85,000,000, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶ-
2734ναι 11,000,000, ἀλλ’ εἶναι 20,000,000 καὶ πλέον διὰ
2735τὸ ἔτος 1885! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις, εἰς τὴν
2736ὁποίαν ἀφήκατε τὸν Τόπον, καὶ ὅμως ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ
2737Τόπου αὐτοῦ, ἀφοῦ τὸν ἐξηντλήσατε, ἀφοῦ τῳόντι τὸν
2738ἐφέρατε εἰς φθισικὴν κατάστασιν, ἐπὶ τέλους τοῦ ἐδώκατε,
2739κατὰ τὸν κ. Σιμόπουλον, καὶ καθάρσιον διὰ νὰ τὸν ἀπο-
2740τελειώσητε! (ἱλαρότης).
2741Δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὁ Τόπος νὰ καταβάλῃ πλέον
2742τῶν 60, ἔστω 62, ἔστω 64,000,000· ἐξηντλήθησαν αἱ δυ-
2743νάμεις αὐτοῦ· καὶ ἂν, ὃ μὴ γένοιτο, βραχῇ ἡ σταφὶς ἐφέ-
2744τος, τότε θέλετε ἰδεῖ ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ καταβάλῃ καὶ
274550,000,000 μόνον!
2746Προκειμένου δὲ περὶ σταφίδος, οἱ κ. Τρικούπης καὶ Σι-
2747μόπουλος ἀπέδωκαν ὅλα τὰ κακὰ εἰς τὴν ἐπὶ δύο ἔτη κα-
2748ταστροφὴν τῆς σταφίδος. Ἐπῆλθε, λέγουν, ἡ ἄρσις τῆς
2749ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ ἄλλα προϊ-
2750όντα ἔπαθον ζημίας. Ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
2751κλοφορίας ἐγένετο ἀπὸ τὸ 1883· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι τὰ
2752χρεώγραφά μας εἶχον τόσον προγνωστικὸν, ὥστε προεγνώ-
2753ρισαν, ὅτι θὰ βραχῇ ἡ σταφὶς τοῦ 1884! Τὸ 1883 ἐβρά-
2754χη μὲν ἡ σταφὶς, ἀλλ’ αἱ ζημίαι ὑπῆρξαν μικραὶ, χρῆμα
2755δὲ εἰσῆλθεν ἀρκετὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ καταστροφὴ ἡ
2756σημερινὴ ἦτο φοβερὰ, ὡς ἡ τοῦ 1877. Μάτην ἄρα προσ-
2757παθεῖτε νὰ πλάσητε λόγον τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς·
2758καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναζητεῖτε, ὁτὲ μὲν ἐκ
2759τῶν οἰκοπέδων, ὁτὲ δὲ ἐκ τῶν τριωρόφων οἰκιῶν, ὁτὲ δὲ
2760ἐκ τοῦ συνδικάτου, ἅτινα δυνατὸν νὰ ἔβλαψαν ἐν τῷ συ-
2761νόλῳ, δὲν σᾶς χορηγοῦν τὸν κύριον λόγον τῆς οἰκονομι-
2762κῆς κρίσεως. Αὕτη βεβαίως ἐπήγασεν ἐκ τῆς μὴ ἐμπνεύ-
2763σεως πίστεως καὶ πεποιθήσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου,
2764εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατὰ τὴν μεγαλειτέραν ἐπί-
2765τασιν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
2766κλοφορίαν.
2767Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ κανονικὴ λειτουρ-
2768γία τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν οἰκονο-
2769μικὴν εὐεξίαν τῆς χώρας. Πρέπει νὰ σταματήσῃ λοιπὸν
2770ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι τῶν χρηματιστῶν, διὰ νὰ μὴ πά-
2771θωσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅταν οὗτοι παρε-
2772βίασαν τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας!
2773Εἶπον, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ καθέκαστα δὲν θὰ εἰσέλθω·
2774ἀλλ’ ὅμως θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλου ζητήματος ἐπίσης
2775σπουδαίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀπὸ καιροῦ ἀγωνίζομαι καὶ
2776θὰ ἀγωνισθῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ
2777ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ Πολιτείας, ὀφείλω νὰ ἀπόσχω τῆς
2778Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν
2779εἶναι ἀρχηγοὶ σχολῶν!
2780Καὶ τὸ διέψευσεν ἀληθῶς, ὅταν τὸ ἀνέφερεν ὁ Βουλευ-
2781τὴς ἐκ Λοκρίδος κ. Εὐταξίας, ἀλλὰ τὸ εἶδον δημοσιευθὲν
2782εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
2783Εἶναι γνωστὸν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι, ὅτι ἀπὸ
2784καιροῦ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ὑπάρχον σύστημα ἀ-
2785δύνατον εἶναι νὰ λειτουργήσῃ καλῶς, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ
2786συστήματος εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψωσι τὰ Ἑλληνικὰ
2787πράγματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐσυμβούλευσε νὰ ἀπό-
2788σχω τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ ἐξέλθω ἔξω, ὅπως ἐπιβάλω
2789τὰς ἰδέας μου, βεβαίως δι’ ἐπαναστάσεως. Ἀνήκω ὅμως
2790εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἔλαβον μέρος καὶ εἰς
2791ἐπαναστάσεις καὶ μεταμελοῦμαι, κύριοι, διὰ τοῦτο σήμε-
2792ρον, ὅτε κρίνω τὰ πράγματα καλλίτερα. Νομίζω μάλιστα,
2793ὅτι αἱ δύο μεταβολαὶ, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1843
2794καὶ κατὰ τὸ 1862, ἦσαν λίαν πρόωροι, καὶ μεγάλως ἐ-
2795ζημίωσαν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωσι τὸν Τόπον. Κρίνω σήμερον
2796ψυχρότερον καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῆς ἡλικίας τὰ πράγ-
2797ματα, καὶ θεωρῶ, ὅτι τὰ Ἔθνη μετὰ μίαν ἐπανάστασιν
2798εὑρίσκονται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς εὐθυμίας, εἰς τὴν ὁ-
2799ποίαν εὑρίσκεται τὸ ἄτομον, ὅταν ἐγείρηται ἀπὸ τράπε-
2800ζαν κραιπάλης καὶ δὲν εἶναι κύριον τῆς πλήρους κρίσεως
2801αὑτοῦ. Αἱ δὲ μεταβολαὶ, αἵτινες γίνονται διὰ τῆς συζη-
2802τήσεως, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς μακρᾶς ἐπιμονῆς καὶ
2803πειθοῦς, αὗται καρποφοροῦν καὶ ὑψοῦσι τὰ Ἔθνη. Τοιαύ-
2804τας μεταβολὰς εὑρίσκετε ἐν Ἀγγλίᾳ, μεταβολὰς δὲ δι’
2805ἐπαναστάσεων ἐν Γαλλίᾳ.
2806Παρατηρήσετε δὲ ὁποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο
2807Ἐθνῶν. Διὰ νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1832 τὸ ἐκλο-
2808γικὸν σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐδέησε νὰ γείνῃ πρὸ χρόνων
2809μεγάλη καὶ ἐπίπονος ἐργασία, δραστηρία ἐνέργεια, συζή-
2810τησις μακρὰ καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιβληθῇ τὸ σωστικὸν αὐτὸ
2811σύστημα τῆς ἐκλογικῆς μεταῤῥυθμίσεως, τὸ ὁποῖον μεγά-
2812λως ἀνύψωσε τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, καὶ τὸ ὁποῖον
2813προχθὲς ἀκόμη μετεβλήθη διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἐκλο-
2814γικοῦ δικαιώματος. Τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος ὑπῆρξε φρόνι-
2815μον εἰς ὅλας του τὰς πράξεις, εἰς ὅλους τοὺς θεσμούς. Τὸ
2816δὲ parlamento, τουτέστιν ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων, ἡ
2817Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ ἡ Βασιλεία ἀποτελοῦσι πάντοτε
2818Ἐθνοσυνέλευσιν· τὸ μεγαλεῖον δὲ καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς
2819ἡ Ἀγγλία ὀφείλει πρὸ πάντων εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν με-
2820ταβολῶν, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς
2821μεταδόσεως τῶν πεποιθήσεων τῶν ἑδραίων, τὰς ὁποίας
2822πρεσβεύουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος.
2823Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρω-
2824θυπουργοῦ καὶ ν’ ἀπόσχω, θὰ μείνω δὲ ἐντὸς τοῦ Βου-
2825λευτηρίου! Ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες
2826δὲν ἀπέκρυψαν τὰς ἰδέας αὐτῶν, ὅταν κατῆλθον εἰς τὰς
2827ἐκλογάς· ῥητῶς δὲ ἐν τῷ προγράμματί μου εἶπον εἰς τοὺς
2828ἐκλογεῖς μου, αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι μου, καὶ ἐὰν θέλητε,
2829ἐκλέξατέ με. Ἀκολουθῶν δὲ τοῦτο τὸ σύστημα, εὑρίσκο-
2830μαι εἰς ἀσυνέπειαν; Καὶ κατὰ τὸ 1862 ὡς πληρεξούσιος
2831ὑπεστήριξα τὴν Γερουσίαν, καίτοι νεώτατος τότε τὴν ἡλι-
2832κίαν, τὴν ὑπεστήριξα δὲ μετὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ
2833ἰδέα μας ἔπεσεν· ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἀπόσχωμεν τῆς πολιτι-
2834κῆς; Οὔτε ἐγὼ ἀπέσχον, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης· ἔκτοτε
2835πολιτευόμεθα διαρκῶς, ἐκτὸς διαλειμμάτων τινῶν· ὅταν
2836γείνωσιν οἱ νόμοι, εἶναι σεβαστοὶ καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες
2837τοὺς κατεψήφισαν· προσπαθοῦσι μόνον διὰ τῆς συζητή-
2838σεως, διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς ἐπιμονῆς νὰ πείσουν εἴτε
2839τὴν πλειοψηφίαν εἴτε τὸ Ἔθνος, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι
2840ἐπιβλαβεῖς. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀκολουθῶ! Ὀφείλω νὰ
2841ὁμολογήσω, ὅτι τὸ τελευταῖον πείραμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμα
2842μὲ τὸ καθεστὼς πολιτικὸν σύστημα χάριν τοῦ κ. Τρικού-
2843πη, ἐντελῶς μὲ ἀπήλπισεν.
2844Μετὰ 11 ἐτῶν ἀγῶνας καὶ μετὰ 15 ἐτῶν δοκιμασίας
2845ποῦ κατηντήσαμεν! Δεχόμενοι τὸ σύστημα τοῦτο, ὁποῖον
2846εἶναι σήμερον, πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν μὲ ὅλας τὰς συνε-
2847πείας του· αἱ δὲ συνέπειαι αὐταὶ ποῖαι εἶναι; ἡ ἐλεεινὴ
2848καὶ ἀθλία κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον
2849ἡ Πολιτεία! Ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην,
2850ὅστις ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν
2851Συνέλευσιν καὶ εἶχεν ἐκφέρει λίαν φιλελευθέρους ἰδέας· ὅταν
2852ὅμως ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐφήρμοσεν ἀκριβῶς τὰς ἐναν-
2853τίας! Κατεκρίθη τότε ἀπὸ Βουλευτὰς ἀντιθέτους· τῷ εἶ-
2854πον «διατί σὺ ἐφέρθης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατὰ τὴν
2855ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ εἶχες τὰς ἀντιθέτους ἰδέας»;
2856Ἰδοὺ, κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τί ἀπήντησε:
2857«Δὲν θὰ ἤμην πολιτικὸς ἀνὴρ, ἐὰν δὲν ἐπολιτευόμην ὅπως
2858ἐπολιτεύθην· διότι ἐν τῇ πολιτικῇ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσό-
2859της». Κατὰ τίνα τρόπον θὰ πολεμηθῇ ἓν καθεστὼς συ-
2860ναλλαγῆς, εἰς οἷον εὑρισκόμεθα σήμερον σημεῖον; δι’ ἄλ-
2861λου συστήματος συναλλαγῆς. Τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται
2862ὁ ὑπερθεματισμὸς ἐπὶ τῆς συναλλαγῆς καὶ ἡ καταστροφὴ
2863τῶν Δημοσίων πραγμάτων. Τὴν ἀπόδειξιν δὲ τὴν ἔχετε
2864ἐνώπιόν σας σήμερον. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· εὔχομαι μά-
2865λιστα νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον καὶ νὰ μὲ
2866ἐξαγάγῃ τῆς πλάνης, ἀντὶ νὰ μὲ ἐνισχύσῃ περισσότερον
2867εἰς τὰς ἰδέας μου, ὡς μὲ ἐνίσχυσεν ὁ κ. Τρικούπης διὰ
2868τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Εὔχομαι ν’ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομι-
2869κὰ καὶ τὴν διοίκησιν, νὰ ἐμπνεύσῃ φρόνημα εἰς τὸν Τόπον,
2870διότι πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ φρόνημα ἀποκαθιστᾷ τὰ
2871Ἔθνη ἄξια νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των. Τί στρα-
2872τὸν ζητεῖτε, ὅταν σήμερον οἱ κληροῦχοί μας ῥίπτωσιν εἰς
2873τοὺς ὀφθαλμούς των ἀλογόπετραν διὰ νὰ ἐξαιρεθοῦν, καὶ
2874δὲν ἔχουν κανὲν φρόνημα, ὅτι ἡ ὑπηρεσία των εἶναι ἡ εὐ-
2875γενεστέρα καὶ πολυτιμοτέρα ὑπηρεσία ἐν τῇ Πολιτείᾳ.
2876Τελειώνω, κύριοι, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν—εὔχομαι
2877νὰ μὲ διαψεύσῃ ἡ διοίκησις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως—
2878ὅτι ὑπὸ τὸ ὑπάρχον σύστημα, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς
2879χώρας, οὔτε ἡ διοίκησις αὐτῆς, οὔτε οἱ νόμοι αὐτῆς δύ-
2880νανταί ποτε νὰ εὐοδωθῶσιν· οἱ δὲ Ἕλληνες, ἀκολουθοῦν-
2881τες τὸ σύστημα αὐτὸ, θέλουσιν ἀποθάνει ἀπὸ φθίσιν καὶ
2882ἀπὸ μαρασμόν! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
2883§85Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 31 Ἰανουα-
2884ρίου ε.ε ἤτοι ἀκριβῶς πρὸ 5½ μηνῶν, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ὡς
2885εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἐξετάζων τὰ τοῦ Προϋπολο-
2886γισμοῦ, τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἔλε-
2887γον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐπιψηφίσῃ
2888τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, δι’ οὗ ἐξωγκοῦντο τὰ ἔσοδα,
2889ὅπως δικαιολογηθῶσι τὰ ἔξοδα, καὶ φυσικὴ συνέπεια τοῦ
2890ὁποίου ἤθελον εἶσθαι τὰ ἐλλείμματα, τὰ δάνεια καὶ
2891νέοι φόροι. Ἦτο καιρὸς, ἔλεγον, νὰ παύσωσιν αἱ καυχή-
2892σεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἴχομεν περιέλθει
2893εἰς τὸ σκληρὸν ἐκεῖνο σημεῖον, καθ’ ὃ ἐπεβάλλετο ἡμῖν ἓν
2894καὶ μόνον καθῆκον, νὰ σκεφθῶμεν ταχέως κατὰ πόσον
2895ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προλάβωμεν τὸν στιγματισμὸν τῆς
2896οἰκονομικῆς πίστεως τῆς χώρας. Εὐτυχῶς ἡ ψηφοφορία
2897τῆς 7 ἀπριλίου ἔθηκε τέρμα εἰς πολιτικὴν κατάστασιν,
2898ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ παραταθῇ ἄνευ προφανοῦς κινδύνου
2899καταστροφῆς τῆς πίστεως ἡμῶν.
2900Ἐπὶ τριετίαν Ἀγωνισαμένη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ τῆς
2901ἐφαρμογῆς ἰδίᾳ τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος, ἵνα πεί-
2902σῃ τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ἀκο-
2903λουθοῦσαν αὐτὴν, ὅτι κακῶς ὑπελόγιζον τὸ σθένος τοῦ τό-
2904που, καὶ ἀπόνως ἐδαπάνων τὸ μετὰ τοσούτων μόχθων περι-
2905συναζόμενον Δημόσιον χρῆμα, ηὐτύχησε τέλος νὰ ἐφελκύσῃ
2906εἰς ἑαυτὴν τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς μεγάλης πλειονοψη-
2907φίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις, πρακτικὸς καὶ νοήμων,
2908δὲν ἐπλανήθη, ὡς εὐαρεστοῦνται νὰ ἐπαναλαμβάνωσιν,
2909ἀλλ’ ἐν γνώσει τοῦ οἰκονομικοῦ ναυαγίου, εἰς ὃ μᾶς ὡδή-
2910γουν, κληθεὶς νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ φρόνημά του περὶ τῶν
2911ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων, πανηγυρικῶς ἀπεφάνθη ὑπὲρ
2912τῶν ἰδεῶν τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως.
2913Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμπολίτευσις γενομένη, ἀνέλα-
2914βεν ὑποχρεώσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἐκπλήρωσιν καθιστῶσι
2915δυσχερεστάτην αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς ἀνέλαβε τὴν πραγ-
2916μάτωσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅσον δυσχερεῖς καὶ ἂν ὦσιν αἱ περι-
2917στάσεις, ἡ νέα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ πᾶσαν
2918προσπάθειαν, ὅπως ἐξαγάγῃ τὸν τόπον τῆς οἰκονομικῆς
2919ἀμηχανίας, εἰς ἣν οὗτος περιέστη, μετὰ τῆς πεποιθήσεως,
2920ὅτι ἐν τῷ ἔργῳ αὐτῆς τούτῳ θέλει τύχει τῆς ἐπιδοκι-
2921μασίας τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους.
2922Ἡ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κα-
2923τέδειξε τῳόντι, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης ἀμηχανίας.
2924Ἔλλειμμα φοβερὸν βαρύνει τὸν τόπον, τὸ ὁποῖον οὔτε
2925ν’ ἀποκρύψῃ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, οὔτε νὰ καλύψῃ ἐν
2926τῷ βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι, καθ’ ὃ κυβερνᾷ τὴν
2927χώραν. Καὶ ἐνῷ ὑφίσταται τοιοῦτον ἔλλειμμα, δὲν ἔχομεν
2928πλέον καὶ νέους ἐκτάκτους πόρους, ἵνα καλύψωμεν αὐτό.
2929Σπουδαῖα ἑπομένως καὶ σοβαρὰ καθήκοντα ἐπιβάλλον-
2930ται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος
2931τούτου.
2932Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα,
2933εἰσηγητὴν τῆς μειονοψηφίας, οὔτε εἰς τὰς λεπτομερείας,
2934οὔτε εἰς τὰς θεωρίας, ἃς ἀνέπτυξε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ
2935οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς
2936πολλάκις ἐλάβομεν ἀφορμὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίο-
2937δον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς ν’ ἀποδείξωμεν καὶ νὰ πεί-
2938σωμεν τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν
2939ἐκεῖνο οἰκοδόμημα ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς πλάνης. Ἀλλ’ ἐπε-
2940τρέπετο εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν, τὸν εἰσελθόντα ἐν τῇ Βουλῇ
2941ταύτῃ, νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξάρῃ τὰ πλεο-
2942νεκτήματα τοῦ ἰδίου αὑτοῦ συστήματος, καὶ νὰ ἐξυμνήσῃ
2943οὐ μόνον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἥτις ᾤχετο ἀπιοῦσα,
2944ἀλλὰ καὶ τὸν Κυβερνήτην τοῦ πολιτειακοῦ σκάφους ἐκεῖ-
2945νον, ὅστις κατώρθωσεν ἐντὸς τοῦ λιμένος καὶ ἐν πλήρει
2946νηνεμίᾳ νὰ μὴ τὸ διασώσῃ ἐκ τοῦ ναυαγίου!
2947Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, μᾶς ἔλεγε τὴν
2948πρωΐαν ὁ κ. εἰσηγητὴς, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ἡ κοινωνία, καὶ
2949νὰ ἴδωμεν ποία ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ ποῖα μέσα
2950προτείνονται πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, διότι μετ’ ἀγωνίας
2951ἀναμένει νὰ μάθῃ ποῦ εὑρισκόμεθα. Καὶ δὲν ἔμαθε λοιπὸν
2952ἀκόμη ὁ ἔντιμος συνάδελφος τίς ἡ κατάστασις τοῦ τόπου,
2953καὶ ἂν δὲν ἠθέλησεν αὐτὸς νὰ τὸ μάθῃ, νομίζει, ὅτι ἡ κοι-
2954νωνία τὸ ἀγνοεῖ; Μετὰ διαχείρισιν τριετῆ, καθ’ ἣν ἐπε-
2955βλήθησαν φόροι περὶ τὰ 15 ἑκατομμύρια, ἐδιπλασιάσθη-
2956σαν αἱ δαπάναι, ἐξηντλήθη ἓν δάνειον 170 ἑκατομμυρίων
2957καὶ ἥτις ἀφίνει ἐλλείμματα ὑπὲρ τὰ 35 ἑκατομμύρια, ἔχει
2958τὴν ἁπλότητα νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ κοινωνία ἐπιθυμεῖ νὰ
2959μάθῃ τίς ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, καὶ τίνες οἱ δημιουρ-
2960γήσαντες τὴν κακοδαιμονίαν αὐτοῦ!
2961Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνωμολόγησεν, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην
2962ἦτον ὀρθότερον νὰ ἐξετασθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, προσέθη-
2963κεν, ὅτι τὸ πεῖσμα καὶ τὸ πολιτικὸν πάθος δὲν δύναται
2964νὰ ὑποχωρήσῃ, καὶ ἑπομένως ἠναγκάζετο νὰ προβῇ εἰς
2965τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πολιτικῆς τῆς
2966πρώην Κυβερνήσεως. Σᾶς προανήγγειλε λοιπὸν, ὅτι πάνθ’
2967ὅσα εἶπεν δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς ἀπαθοῦς καὶ ἀμερολή-
2968πτου ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐτή-
2969ρησε τὸν λόγον του. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ δὲν ἐξητάσθη-
2970σαν οὕτω τὰ ζητήματα. Ἐκεῖ προσεπαθήσαμεν ν’ ἀνεύρω-
2971μεν τὴν ἀλήθειαν, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοσοῦτον σο-
2972βαραὶ, ὥστε δὲν ἐπετρέπετο νὰ κρύπτωμεν αὐτήν.
2973Θέλω σᾶς ἐκθέσει ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ καὶ κεφαλαιωδῶς
2974πῶς ἔχουσι τὰ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τὰ τοῦ Προϋπολο-
2975γισμοῦ, ἵνα πεισθῆτε καὶ λάβητε γενικήν τινα ἰδέαν περὶ
2976τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
2977Λυποῦμαι δὲ ὅτι, ἕνεκα τοῦ ὀλίγου χρόνου, ὅστις μᾶς
2978ὑπολείπεται, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐ-
2979ξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ
2980διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μείνωσιν καὶ ὀλίγαι στιγμαὶ, καθ’
2981ἃς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν νὰ δυνηθῶμεν
2982οἱ βουλόμενοι νὰ προβάλωμεν τὰς δεούσας παρατηρήσεις.
2983Τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1884
2984ἦσαν 86,122,000. Τὰ βεβαιωθέντα μέχρι τέλους Ἀπριλίου
29851885 ἀνῆλθον εἰς 63,112,000, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα
298657,791,883. Ὥστε ἡ καθυστέρησις μεταξὺ βεβαιωθέντων
2987καὶ εἰσπραχθέντων ὑπῆρξε κατὰ 10%, μεταξὺ προϋπο-
2988λογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων κατὰ 25%, μεταξὺ δὲ
2989προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων κατὰ 30%.
2990Ἀλλὰ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1884, ἥτις λήγει τὴν
299131 Ὀκτωβρίου 1885, βεβαιωθήσονται πιθανῶς περὶ τὰ
29924½ ἑκατομ. καὶ εἰσπραχθήσονται περὶ τὰ 4.000,000.
2993Ὥστε, κατὰ ταῦτα, καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1884 θὰ
2994ἔχωμεν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
29951)Προϋπολογισθέντα86,112,000
29962)Βεβαιωθέντα 67,500,000
29973)Εἰσπραχθέντα 62,000,000
2998Ὅθεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσ-
2999πραχθέντων, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 24,000,000.
3000Τὰ δ’ ἔξοδα τῆς αὐτῆς χρήσεως, μετὰ τῶν ἐκτάκτων
3001πιστώσεων, εἴτε δυνάμει Β. Διαταγμάτων εἴτε δυνάμει
3002εἰδικῶν νόμων χορηγηθεισῶν, ἀνέρχονται εἰς 103,048,000.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3003Ἐνετάλησαν πληρωμαὶ 83,965,918
3004Μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 2,500,000
3005 86,465,918
3006Ἔμειναν ἀδιάθετοι 16,582,138
3007 103,048,056
3008Ἐπὶ ὅλης δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1884
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3009Πληρωμαὶ ἐνταλθεῖσαι 86,465,918
3010Ἔσοδα εἰσπραχθέντα 62,091,162
3011Ἔλλειμμα κατὰ τ’ ἀποτελέσματα 24,374,356
3012Ἔχομεν λοιπὸν ἐλλείμματα ἀνεγνω-
3013ρισμένα 1882 5,245,000
3014 1883 13,171,234
3015 1884 24,374,356
3016 42,790,590
3017Ἔλλειμμα ἐνδεικνύμενον τοῦ 1885 11,344,184
3018Τὸ ὅλον 54,134,774
3019Ἀπέναντι αὐτῶν ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ
3020δανείου τῶν 120,000,000, καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
3021φορίας, ἐκ τῆς ὁδοποιΐας, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ.
3022καὶ ἐξ ἄλλων ἐκτάκτων ἐσόδων, δραχ. 37,458,280.
3023Μένει ὑπόλοιπον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ταμείου δραχ.
302416,676,494.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
30251)Ὀφείλομεν λοιπὸν ὡς ἀνωτέρω 16,676,494
30262)Εἰς τὴν ὁδοποιΐαν 8,700,000
30273)Εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, κτλ. 4,100,000
30284)Εἰς κυκλοφοροῦντα ἕντοκα γραμμάτ. 3,200,000
3029 32,676,494
3030Αὐτὰ τὰ 32½ ἑκατομμύρια χρειάζονται διὰ νὰ πλη-
3031ρωθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τόκοι καὶ χρεώλυτρα τῶν δα-
3032νείων, ὑποχρεώσεις ἐπείγουσαι τῆς ὁδοποιΐας, ὑποχρεώσεις
3033πρὸς τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρίας, καὶ τὰ ἔντοκα γραμ-
3034μάτια. Πόθεν θὰ πληρωθῶσι;
3035Τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκ-
3036ποιήσῃ τὰς μὴ ἐκποιηθείσας ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν
3037170,000,000. Αὗται ἀνέρχονται ἐν ὅλῳ εἰς 230,000. Ἄν
3038ἐκποιηθῶσιν ὅλαι, καὶ εἰς τιμὴν ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς
3039ἐκδόσεως, ἤτοι πρὸς 330 δραχμὰς, θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν ὅλῳ
304075,900,000. Ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν θὰ πληρωθῶσιν αἱ προκα-
3041ταβολαὶ, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ὁποίων εἰσὶν ἐνεχυριασμέναι.
3042Θὰ πληρωθῶσι λοιπόν·
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
30431)Προκαταβολή 35,000,000
30442)» 11,500,000
30453)Ἐθνικῆς Τραπέζης 9,000,000
30464)Προκαταβολαὶ παρούσης Κυβερνήσ. 7,500,000
3047 Ἐν ὅλω 63,000,000
3048Ἄν ἐκ τῶν εἰσπραχθησομένων 75,900,000 ἀφαιρέσω-
3049μεν τὰ ἄνω 63,000,000, μᾶς μένει ὑπόλοιπον 12,900,000
3050ἵνα διαθέσωμεν αὐτὸ πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς μας ἐκ
305132½ ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἅμα καταβάλωμεν τὰ 12,900,000
3052ἀπέναντι τοῦ χρέους μας, πάλιν θὰ μείνωμεν ἐντὸς
3053τοῦ ἔτους ὀφειλέται 19,776,494, ἤτοι πάλιν θὰ ἔχωμεν ἀ-
3054νάγκην 20 ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὰς ἄλ-
3055λας ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑται-
3056ρίαν, τὰς παρακαταθήκας κτλ. Καὶ ἐνῷ τοιαύτην ἐπεί-
3057γουσαν ἀνάγκην ἔχομεν, ἔχομεν συνάμα ἐξηντλημένον καὶ
3058πάντα ἔκτακτον πόρον.
3059Τὰ ἔσοδα τοῦ 1885 ὑπελογίσθησαν εἰς 74 ἑκατομμύ-
3060ρια, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅλα. Δὲν βλέπω
3061δὲ πόθεν ἄλλοθεν δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν ἐπικουρίαν καὶ
3062χεῖρα βοηθείας. Μόνον αἱ γενναῖαι καὶ ἐπείγουσαι οἰκονο-
3063μίαι θὰ μᾶς σώσωσιν, ἀλλὰ περὶ τούτων κατόπιν.
3064Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἡ κατάστασις τοῦ Δημοσίου ταμείου,
3065καὶ ἐνῷ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατά
3066τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ὡνωμολόγησεν ὅτι ἔ-
3067χομεν κοινωνικὴν κατάστασιν ἔκρυθμον οἰκονομικῶς, φρονεῖ,
3068οὗτος ὅτι δέον νὰ ἴδωμεν ἂν ὀφείλωμεν ταύτην νὰ συνδέσω-
3069μεν πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Προσέθηκε δὲ ὅτι
3070μόνη Κυβερνητικὴ ἐνέργεια δυναμένη νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ταύ-
3071την τὴν ἔποψιν εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
3072ρίας, ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔσωσε τὸν
3073τόπον ἐκ μειζόνων συμφορῶν. Τὴν ἰδέαν ταύτην συμπλη-
3074ρῶν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, ἀνεθεώρησεν ἅπαν-
3075τα τὰ μέτρα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι
3076οἱ νικηταὶ τῆς 7 Ἀπριλίου ἀπεπλάνησαν τὸν λαὸν, διότι
3077ἡ πρώην Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ τὸν βαρύνῃ προέβη τοὐναν-
3078τίον εἰς ἐλαττώσεις ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ καὶ πέραν ἴσως
3079τοῦ δέοντος. Ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τῶν ἐπιβληθέντων
3080φόρων, ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ αὐτοὺς, ἐπαναλαβὼν πάν-
3081τα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐπὶ τριετίαν ἠκούομεν
3082ἐνταῦθα, λησμονήσας ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν
3083τοῦ 1883 τὰ ἐκ φόρων νέα ἔσοδα ηὐξήθησαν κατὰ 15 πε-
3084ρίπου ἑκατομμύρια, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ φορολογούμενος λαὸς
3085διετέλει ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνε-
3086παρκείας τῶν μέσων του δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβάλῃ ὅλα
3087τὰ ποσὰ, ὅσα παρ’ αὐτοῦ ἐζήτησαν. Προκειμένου δὲ περὶ
3088τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠρνήθη ὅτι ἡ ἄρσις αὐτῆς
3089ὑπῆρξε πρόωρος καὶ ἀπότομος καὶ προεκάλεσε τὴν κρίσιν·
3090ἠθέλησε δὲ νὰ σχολιάσῃ ὅσα περὶ τούτου ἐπ’ ἐσχάτων ἔ-
3091γραψεν ὁ σοφὸς καθηγητὴς κ. Σοῦτσος. Ἀλλὰ παρατηρῶ,
3092ὅτι πρὸ τούτου οὐ μόνον ἡ τέως Ἀντιπολίτευσις ἐπέκρινε
3093τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀποτόμου ἄρσεως, καὶ προανήγγειλε
3094τὰς σοβαρὰς συνεπείας, αἵτινες ἤθελον ἐπακολουθήσει, ἀλλὰ
3095καὶ αὐτὸς ὁ κ. Καλλιγᾶς τῆς αὐτῆς ἦτο γνώμης, καὶ μὴ
3096δυνηθεὶς νὰ μεταπείσῃ τὸν τέως κ. Πρωθυπουργὸν, ὑπουρ-
3097γὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς ὤν, παρῃτήθη, ὡς ἐνθυμεῖ-
3098σθε, διότι ἐνόμιζεν ὅτι τῆς ἄρσεως ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσι
3099τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων φόρων. Καὶ πά-
3100λιν δ’ ἐπανερχόμενος πρό τινων ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ θέματος
3101τούτου δι’ ἄρθρων αὐτοῦ ἐν τῷ τύπῳ, ἀναφέρεται καὶ εἰς
3102τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας
3103κ. Μαγλιάνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ὅροι ἀπαιτοῦνται ὅ-
3104πως ἡ ἄρσις μὴ ἀποβῇ ἐπιβλαβής· αʹ) ἀπαιτεῖται βεβαιω-
3105θεὶς Προϋπολογισμὸς ἀπολήγων εἰς πλεόνασμα, διότι καὶ
3106τὸ ἁπλοῦν ἰσοζύγιον δὲν ἐξασφαλίζει ἀρκούντως· βʹ) ἀπαι-
3107τεῖται ἡ βεβαιότης ὅτι τὸ ἔθνος δύναται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ
3108νὰ διατηρήσῃ τὸ πρὸς ἄρσιν ἀπαιτούμενον μεταλλικὸν
3109κατὰ τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Καὶ τῷ ὄντι τίποτε λογι-
3110κώτερον, διότι ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
3111ἔν τινι τόπῳ ὑποθέτει ἔκρυθμον οἰκονομικὴν κατάστασιν,
3112κατὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖται ὡς ἀναγκαῖον τι φάρμακον.
3113Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐκλείψῃ πρῶτον τὸ αἴτιον, νὰ ἐπανέλθῃ
3114ὁ τόπος εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν, καὶ τότε νὰ γένηται
3115σκέψις καὶ περὶ ἄρσεως, ἤτοι περὶ καταπαύσεως τοῦ φαρ-
3116μάκου, ἀφοῦ παρῆλθεν ἤδη ἡ ἔκρυθμος κατάστασις. Ὁ
3117κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ἐπανέλαβεν ὅλα ἐκεῖνα
3118τὰ ἐπιχειρήματα, ἅτινα πολλάκις ἠκούσαμεν ἐντεῦθεν,
3119πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἡ χρηματικὴ κρίσις προϋπῆρχεν.
3120Ἀλλ’ ἂν ἡ κρίσις προϋπῆρχε, τότε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ
3121ἐντίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (συνεδρ. 12 Νοεμ-
3122βρίου 1884) ἔβλαψεν ἡ ἄρσις, διότι καὶ καλὴ ἂν ἦναι ἡ
3123ἄρσις, εἶναι μεταβολή, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἐν στιγμαῖς
3124κρισίμοις ἐπαυξάνει τὴν δυσχέρειαν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἀρ-
3125χηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ κολάσῃ τότε τὴν ἐκ
3126τῆς ἄρσεως δυσχέρειαν, προσέθηκεν ἀμέσως ὅτι τότε αὕτη
3127δύναται νὰ ἐπενέγκῃ διατάραξίν τινα εἰς τὰ οἰκονομικὰ
3128τῆς χώρας, ὅτε γίνεται μόνη, ἀλλ’ ὅταν αὕτη συνδέεται
3129μετὰ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ τόπῳ δεκάδων πολλῶν ἑκατομ-
3130μυρίων, ὅταν κομίζωνται πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, 81,
3131000,000 μεταλλικοῦ, ποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ στενοχω-
3132ρία, ἀναπληρουμένου οὕτω τοῦ ἀποσυρομένου τῆς κυκλοφο-
3133ρίας κεφαλαίου διὰ ποσοῦ διπλασίου; Ἀλλὰ μὲ τοιαῦτα
3134ἐπιχειρήματα, κύριοι βουλευταί, δὲν ἠδύναντο νὰ πείσωσι
3135τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐσπουδαιολόγουν, καὶ ἂς μὴ
3136λέγωσιν ὅτι οὗτος ἐπλανήθη κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπρι-
3137λίου· διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶδε μόνον ὅτι τὰ τραπε-
3138ζικὰ γραμμάτια ἐκλείσθησαν ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τρα-
3139πέζης, δὲν εἶδε δὲ καὶ νὰ εἰσρεύσωσιν εἰς τὸν τόπον τὰ
3140τόσα ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπέσχετο ὁ τότε
3141Πρωθυπουργός. Γνωρίζει δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι πρώ-
3142τιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἅμα
3143συνέλαβε τὴν ἀπόφασιν περὶ ἄρσεως, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ
3144τῆς Τραπέζης ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγορὰν κατὰ τῶν
3145κακῶν τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
3146κλοφορίας κατάστασιν.
3147Ἀλλ’ ἐνῷ ἕνεκα πολλῶν περιστάσεων ὑπῆρχεν ἀνάγκη
3148μείζονος κυκλοφορίας, ἡ ἀγορὰ ἐστενοχωρήθη, ὁ φόβος
3149κατέλαβε τὰ κεφάλαια, καὶ ἡ κρίσις ἐνέσκηψε. Καὶ ποία
3150καταστροφὴ μεγαλειτέρα θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς ὑποτιμή-
3151σεως τῶν τραπεζογραμματίων, ἐκείνης ἥτις ἐπῆλθεν ἀμέ-
3152σως μετὰ τὴν ἄρσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας αἱ συναλλαγαὶ
3153καὶ ἡ εἰσαγωγὴ περιωρίσθησαν κατὰ πολύ, τὸ ἐμπόριον
3154ἐνεκρώθη, οἱ δὲ φορολογούμενοι περιῆλθον εἰς ἀπέλπιδα
3155κατάστασιν, μὴ δυνάμενοι νὰ πορισθῶσι τὰ μέσα πρὸς
3156καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὑτῶν διὰ νὰ ζήσωσι καὶ αὐ-
3157τοί, πληρώσωσι δὲ καὶ τοὺς φόρους των, τοὺς ὁποίους εἴχετε
3158τὴν σκληρότητα νὰ εἰσπράττητε διὰ τοῦ φοβεροῦ ἐκεί-
3159νου νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων; Καὶ ἐντούτοις,
3160εἴδομεν τὰς εἰσπράξεις σας, διότι ἀπὸ 86 ἑκατομμύρια,
3161εἰσεπράξατε μόλις 57, καὶ βεβαίως, διότι οὐκ ἂν λάβῃς
3162παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος.
3163Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συνδεθῇ ἡ κακὴ αὕτη κατάστα-
3164σις, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως, πρὸς τὴν Κυ-
3165βερνητικὴν ἐνέργειάν σας; Ἀλλὰ καὶ προσέτι ἐπεβαρύνθη
3166ὁ τόπος δι’ ἑνὸς μεγάλου δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐχρησί-
3167μευσε παρὰ μόνον διὰ τὴν ἄρσιν καὶ διὰ νὰ καλυφθῶσιν
3168ἐλλείμματα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεώς σας. Ἰσχυρίζεται
3169ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ὅτι ἅπας ὁ ἐμπο-
3170ρικὸς κόσμος, τὰ ἐπιμελητήρια, οἱ σύλλογοι ἀπῄτουν ἐπι-
3171βλητικῶς ὡς μόνον μέσον σωτηρίας τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
3172καστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἠξεύρω ἂν τοῦτο δύναται νὰ
3173θεωρηθῇ ὡς καθολοκληρίαν ἀκριβές, διότι γνωρίζω ὅτι ὑ-
3174πῆρχον καὶ οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συντελεσθῇ
3175ἡ ἄρσις ὡς συνετελέσθη. Ἀλλὰ σήμερον ἂν καλέσητε τὸν
3176αὐτὸν ἐκεῖνον ἐμπορικὸν κόσμον, θὰ σᾶς εἴπῃ ὅλως τὰ
3177ἐναντία. Θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
3178φορίας ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς κυκλοφορίας ἐπαρκοῦς χρη-
3179ματικοῦ ἀνταλλάγματος ἡ ἄνετος καὶ κανονικὴ κίνησις
3180καὶ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ ἀ-
3181νοίγονται αἱ νῦν στειρεύσασαι παραγωγικαὶ τοῦ Κράτους πη-
3182γαί. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ἐφέρατε σήμερον τὸν τόπον νὰ
3183σκέπτηται περὶ ἐπανόδου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
3184Τὸ κατ’ ἐμὲ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ταύτην, μέχρις οὗ πει-
3185σθῶ περὶ τοῦ ἐναντίου, διότι φρονῶ ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἡ
3186χειρίστη περὶ ἡμῶν ἰδέα ἐν Εὐρώπῃ, ἂν, μετὰ τόσας θυ-
3187σίας, ἅς ὑπέστημεν χάριν τῆς ἄρσεως, σκεφθῶμεν, μετά
3188τινας μόλις μῆνας, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν
3189κυκλοφορίαν, φρονῶ δὲ προσέτι, ὅτι καὶ τὸ ἐμπόριον θὰ
3190διαταράξῃ, καὶ μεγάλαι δύνανται νὰ προκύψωσι ζημίαι.
3191Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἔσχε τὴν ἀγαθότητα ὁ κ. εἰσηγητής
3192νὰ ψέξῃ τὸν κ. Σοῦτσον ἰσχυρισθέντα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βαίνει
3193εἰς τὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν ἡ Ἑλ-
3194λὰς εἶχε καὶ ἔχει ἀκμαίας τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Τοῦτο βε-
3195βαίως δὲν εἶναι πρωτότυπον, εἶναι ἀντίγραφον τῶν ὅσων
3196εἶπεν ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυρισθεὶς
3197ὅτι διὰ τῶν μέτρων αὐτοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔζησε καὶ θὰ ζήσῃ,
3198καὶ ὅστις χαίρων διὰ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ οἰκονομικοῦ
3199αὐτοῦ συστήματος, ἔλεγε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Νο-
3200εμβρίου παρελθόντος ἔτους καὶ τὰ ἑξῆς: «ἡμεῖς ἐννοοῦμεν
3201ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς, ὅταν παρασταθῶμεν ἐνώπιον αὐ-
3202τοῦ, νὰ γινώσκῃ ποῦ ἐστηρίχθημεν ἵνα πράξωμεν, ὅ,τι ἐ-
3203πράξαμεν· θέλομεν ὅπως ὁ λαὸς μὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἡμῶν
3204ὡς προσώπων, ἀλλ’ ὡς πολιτικῆς· ὅταν δ’ ὁ λαὸς ἐν ἐπι-
3205γνώσει ἀποφανθῇ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ποία
3206θὰ ἦναι ἡ ἐτυμηγορία αὐτοῦ.» Καὶ ἡ ἐτυμηγορία αὐτοῦ
3207ὑπῆρξεν, ὁποία ὑπῆρξε, διότι ἀπήντησεν, ὅτι πρέπει νὰ
3208μεταβάλῃ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἂν θέλῃ νὰ κυβερνήσῃ
3209καὶ πάλιν τὴν χώραν.
3210Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, τίς ἐδημιούργησε τὰ ἐλλείμματα;
3211Ὡμίλησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς περὶ κληροδοτηθέντος ἐλλείμ-
3212ματος. Ἀλλὰ σεῖς ἐξωφλήσατε τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελ-
3213θόντος δι’ ὅσων εἰσεπράξατε, καὶ εἴπατε ὅτι τὸ ἔλλειμμά
3214σας τοῦ 1882 ἦτο μόνον 3½ ἑκατομμύρια· ἦτο ἡ ἐπο-
3215χή, καθ’ ἣν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέκρινε
3216μακρόθεν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὸ ἰσοζύγιον, τί λέγω;
3217καὶ ἐπάτησε μάλιστα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς. Τότε οὐδε-
3218μίαν ὑποχρέωσιν εἴχατε, πλὴν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῆς ἄρ-
3219σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ὅμως πῶς ἀφή-
3220σατε τὸν τόπον ἐξελθόντες τῆς Ἐξουσίας μετὰ τριετίαν;
3221Λέγετε σήμερον ὅτι τὰ μέτρα σας ἀπέτυχον κατὰ τὴν ἐ-
3222φαρμογήν των, ὅτι ἐπέδρασαν ἐξωτερικαὶ καὶ ἐσωτερικαὶ
3223περιστάσεις, ἡ κρίσις ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ψυχρότης τῆς Ἀγ-
3224γλίας καὶ τῆς Ῥωσσίας ἐπὶ τοῦ Ἀφγανικοῦ ζητήματος·
3225καὶ φρονεῖτε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κυρίως προέρχεται ἐκ τῶν
3226φόρων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπιδρᾷ ἡ κατάστασις αὕτη, ἤτοι τῶν
3227τελωνιακῶν, καὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως. Καὶ ὀρ-
3228θῶς λέγετε. Τῷ ὄντι ἐπαισθητῶς περιωρίσθη ἡ εἰσαγωγή,
3229διότι ἔπαυσαν αἱ συναλλαγαὶ ἕνεκα τῆς ἀχρηματίας, ἐπαι-
3230σθητῶς ἠλαττώθη ἡ κατανάλωσις, δηλαδὴ, ἔπαυσεν ἡ
3231κίνησις καὶ ἡ ζωὴ ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ τότε τί μένει εἰς
3232ἡμᾶς; δὲν μένει ἢ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοὺς προϊστορι-
3233κοὺς χρόνους καὶ νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν
3234ἀγρῶν, ἀποζῶντες ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς καὶ τοῦ
3235ἱδρῶτος τοῦ προσώπου ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. εἰσηγη-
3236τὴς μετὰ συγκινήσεως μᾶς συνεβούλευσε νὰ φροντίσωμεν
3237ὅπως διὰ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς ἐργασίας δυνηθῶμεν νὰ σω-
3238θῶμεν. Ἀλλ’ ἡ συμβουλὴ αὕτη ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ ν’ ἀ-
3239φεθῶμεν εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Ὑψίστου, νὰ μὴ ἔχωμεν δὲ δι’
3240ἐλπίδος ὅτι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ
3241τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας. Ἀλλ’ ὁ κ. εἰσηγητὴς δὲν
3242ἠρκέσθη εἰς ταῦτα· συνεβούλευσε δραστηριότητα περὶ
3243τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ θρησκευτικὴν ἐφαρμογὴν
3244τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων· συνεκινήθη μά-
3245λιστα ἐκ τῆς ἐπελθούσης τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ
3246μνησθέντος νόμου, καὶ παρέστησε τὸ ἄτοπον καὶ ἀσύμφο-
3247ρον τῆς τοιαύτης τροποποιήσεως.
3248Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι βουλευταὶ, νὰ σᾶς ὑπομνήσω,
3249τὶς ἦτο ὁ νόμος ἐκεῖνος. Ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ πρῶτος, ὅστις τὸν
3250κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν, μόλις ὑπεβλήθη τὸ νομο-
3251σχέδιον, ἀνέπτυξα τὰς διαφόρους αὐτοῦ διατάξεις καὶ τὸν
3252παρέστησα τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ὡς δημευτικόν. Εὐχα-
3253ρίστως δὲ εἶδον ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκριθεῖσα εἰς τὰς
3254πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, εἰσήγαγε τὰς γνωστὰς
3255τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε μετὰ τῆς προσθέτου
3256τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ εὔγλωττος φίλος μου
3257καὶ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος, ἐφ’ ᾧ καὶ
3258τὸν συγχαίρω. Ὁ κ. εἰσηγητὴς προέβη κατόπιν εἰς τὸν ἔ-
3259παινον τῆς πρώην Κυβερνήσεως διὰ τὸ παρ’ αὐτῆς εἰσα-
3260χθὲν Δασμολόγιον, καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τῆς τελωνιακῆς
3261ζώνης, καὶ τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν κτηνῶν ἐκ τοῦ ἐξω-
3262τερικοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εὑρίσκω λόγους ἵνα συγχαρῶ τὴν
3263πρώην Κυβέρνησιν οὔτε διὰ τὸ ἕν, οὔτε διὰ τὸ ἄλλο· διότι
3264δὲν λησμονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου Δασμολο-
3265γίου περιωρίσθη κατὰ πολὺ ἡ εἰσαγωγή, καὶ ὅτι σύμπαν
3266τὸ ἐμπόριον διεμαρτυρήθη· ἠδύνατό τις μάλιστα παρά-
3267πονα ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν
3268ἐσκέφθη καὶ περὶ τούτου, ἂν καὶ ἡ περὶ τούτου μελέτη
3269δεῖται χρόνου μακροῦ, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις,
3270μόλις πρὸ δύο μηνῶν ἀναλαβοῦσα τὴν Ἐξουσίαν. Ἐλπίζω
3271ὅμως ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν μας
3272θέλει εἰσαγάγει τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις· καθὼς
3273ἐπίσης δὲν λησμονῶ καὶ τὴν καταστροφήν, ἥτις ἐπῆλ-
3274θεν εἰς τὴν ἐγχώριον κτηνοτροφίαν διὰ τῆς καταρ-
3275γήσεως τῆς τελωνιακῆς ζώνης, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν·
3276Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παραλείψω πολλὰ διὰ νὰ σπεύσω νὰ
3277εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἔ-
3278χουσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885.
3279Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ προϋποβληθεὶς ὑπὸ
3280τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀνέγραφεν ἔσοδα ἀνώτερα τῶν
3281πραγματικῶν κατὰ 15,395,560, διότι ἐθεωρήθησαν ὡς
3282ἐξωγκωμένα τὰ ἐν τοῖς διαφόροις κεφαλαίοις ἀναγραφέντα,
3283καὶ διότι, ὅταν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν παρατηρῆται μεγάλη δια-
3284φορὰ μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων, καὶ συνε-
3285πῶς σταθερὰ καθυστέρησις, δὲν συμβάλλει εἰς τὴν πραγ-
3286ματικὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐσόδων ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐγ-
3287γραφῆς ἐσόδων βεβαιωθέντων μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν, οὐ-
3288δέποτε δὲ εἰσπραττομένων.
3289Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως Προϋπολογισμοῦ τὰ ἔσοδα
3290ηὐξήθησαν ἕνεκα μὲν κακοῦ ὑπολογισμοῦ κατὰ 1,910,430,
3291ἕνεκα δὲ νομοσχεδίων εἰσαχθέντων κατὰ 1,850,169,
3292ἤτοι κατὰ 3,760,599, ὥστε ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ ἀνέρ-
3293χεται εἰς 11,634,961· ἑπομένως, ἀντὶ τῶν Προϋπολογι-
3294σθέντων διὰ τοῦ προϋποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ 85,
3295641,547, τὰ ἔσοδα, τὰ ζητούμενα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν
3296Προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχονται εἰς 74,006,586.
3297Ἀλλ’ ὁποῖος ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς προ-
3298κατόχου Κυβερνήσεως; ἀνήρχετο μόνον εἰς 86,352,933,
3299ὄχι· διότι ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος δὲν
3300περιελάμβανεν ὅλας τὰς δαπάνας.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3301Ἔχομεν λοιπόν 86,352,933
3302Παρέλειψε τόκους καὶ χρεωλύσια 2,178,796
3303» ἀπὸ διαφόρους ὑπηρεσίας 3,105,786
3304» κεκλεισμένων χρήσεων ἀπαιτη-
3305τῶν καὶ ἀνεγνωρισμένων 1,161,860
3306Προστίθεται πίστωσις διὰ σιδηροδρόμους. 4,100,000
3307 96,899,001
3308Ἐκ τούτων ἀφαιρῶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑται-
3309ρίας, διότι ζητηθήσεται εἰδικὴ πίστωσις 800,000
3310Ὁ προϋποβληθεὶς λοιπὸν Προϋπολογισμὸς
3311ἐξόδων ἀνήρχετο εἰς δραχ 96,099,001
3312Ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἐξόδων τῆς παρού-
3313σης Κυβερνήσεως ἀνέρχεται εἰς 85,350,770
3314Προστίθενται διὰ τὴν αἰτηθεῖσαν πίστω-
3315σιν σιδηροδρόμων 4,100,000
3316 89,450,770
3317Κατὰ ταῦτα, ἐὰν ἐκ τῶν 96,099,001
3318Ἀφαιρέσωμεν τὰ 89,450,770
3319Ἔχομεν προϋπολογισμὸν ἐπὶ ἔλαττον
3320διὰ τὴν βʹ. ἑξαμηνίαν 7,648,231
3321Καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
3322γενομένας οἰκονομίας.
3323Ἐπὶ τροχάδην θὰ διέλθω, κ. βουλευταί, τὰ τῶν ἐξόδων
3324ἐν τοῖς διαφόροις ὑπουργείοις, διότι βλέπω καὶ αἰσθάνο-
3325μαι, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει, δύνασθε δὲ νὰ εὕρητε εἰδικώ-
3326τερον τὰ περὶ τούτων ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἡμῶν.
3327Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
3328Οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν διαφόρων δανείων
3329ἐτακτοποιήθησαν, συνεπληρώθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι πι-
3330στώσεις δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν μέχρι τοῦδε πραγ-
3331ματοποιηθέντων δανείων, ἐλλειπῶς ἀναγραφεῖσαι εἰς τὸν
3332προϋποβληθέντα, καὶ προσετέθησαν νέαι πιστώσεις πρὸς
3333συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων τόκων κτλ.
3334Εἰς τὸ Κεφάλαιον τὸ προσωπικὸν, ἐγένετο ἐλάττωσις
3335ἀπὸ καθαρὰν οἰκονομίαν ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς βʹ. ἑξα-
3336μηνίας, καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν κατάργησιν οὐχὶ ἀπα-
3337ραιτήτων θέσεων ὑπαλλήλων καὶ μαθητευομένων ἐν τοῖς
3338γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
3339καὶ ἐπιμισθίων ἄνευ νόμου χορηγουμένων, ἀπὸ τὸν περιο-
3340ρισμὸν τῶν γραφικῶν ἐξόδων εἰς τὰ ἀπολύτως ἀπαιτού-
3341μενα καὶ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν κατωτέρου καὶ ὑπηρετικοῦ
3342προσωπικοῦ παρὰ ταῖς Οἰκονομικαῖς Ἐφορείας καὶ τοῖς
3343Ταμείοις τῶν κατωτέρων τάξεων, ὧν ἡ ἔλλειψις δὲν βλά-
3344πτει τὴν ὑπηρεσίαν.
3345Εἰς τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ φόρων, προσετέθησαν ὀ-
3346φειλόμεναι ὑποχρεώσεις, αἱ δὲ ἐλαττώσεις, ἀνερχόμεναι εἰς
33471,179,621, εἰσὶ καθαραὶ καὶ διαρκεῖς οἰκονομίαι γενόμεναι
3348ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς βʹ. ἑξαμηνίας ἐκ διαφόρων προσωπι-
3349κῶν ἀποδοχῶν, κακῶς ἐκτιμηθεισῶν ἐν τῷ προϋποβληθέντι
3350Προϋπολογισμῷ, ἢ ἄνευ ἀνάγκης, ἢ διατηρήσεως θέσεων
3351ἧττον ἀναγκαίων. Ἤδη κατηργήθησαν θέσεις τελωνιακαὶ
3352δυσανάλογοι πρὸς τὰς προσόδους, ἃς βεβαιώουσιν. Ὀργα-
3353νίζεται ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον τὸ Ἐθνικὸν Σφραγιστήριον
3354τοῦ ὁποίου ἡ σπουδαία ὑπηρεσία δὲν ἐκανονίσθη μέχρι
3355τοῦδε διὰ Νόμου. Ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐργοστασίων τοῦ καπνοῦ
3356διεῤῥυθμίσθη ἀναλόγως τῶν πραγματικῶν αὐτῆς ἀναγκῶν
3357καὶ τῆς παραγομένης προσόδου ἐπαρκῶς καὶ μετ’ οἰκονο-
3358μίας, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῇ ὁ ψηφισθεὶς περὶ τοῦ ἐσόδου
3359τούτου νέος Νόμος· αἱ δαπάναι τῶν μονοπωλείων ὡρίσθη-
3360σαν ἐντὸς τῶν πραγματικῶν ἀναγκαίων ὅρων, τὰ δὲ ἔξοδα
3361τῆς Δασονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν Δημοσίων κτημάτων
3362λελογισμένως περιωρίσθησαν εἰς ὅ,τι λογικῶς ἀπαιτεῖται
3363ἀπὸ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἐν συνόλῳ δὲ αἱ ἐλαττώσεις ἐν
3364τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς 1,312,444.
3365Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
3366Αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς
3367415,000. Τ’ ἀφαιρεθέντα ποσά, ἀφορῶντα κυρίως εἰς προ-
3368σωπικὰς ἀποδοχάς, εἰσὶ πραγματικαὶ οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν
3369δαπανῶν τοῦ βʹ. ἑξαμήνου, αἵτινες δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος
3370δύνανται νὰ λογισθῶσιν εἰς τὸ διπλάσιον διαρκῶς, διότι
3371αἱ ὑπηρεσίαι, εἰς ἃς ἀνῆκον, ἐκανονίσθησαν διὰ Νόμου οἰκο-
3372νομικωτέρου.
3373Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
3374Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ αἱ ἐλαττώσεις ἀνέρχονται εἰς
3375δραχ. 192,000 καὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν μισθο-
3376δοσιῶν, προσωπικῶν ἀποδοχῶν, καὶ διότι μένουσι πολλαὶ
3377θέσεις κεναί.
3378Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
3379Αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς
3380δρ. 437,750. Εἶναι δὲ καθαραὶ οἰκονομίαι, διότι προέρ-
3381χονται ἀπὸ κατάργησιν περιττῶν θέσεων καὶ περιορισμὸν
3382ὑπερόγκων ἐξόδων. Τὰ περὶ τούτου εἰδικώτερον εὑρίσκετε
3383ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τῇ συνοδευούσῃ τὸν προϋ-
3384πολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τούτου.
3385Ὑπουργεῖον Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
3386Αἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ γενόμεναι ἐλαττώσεις ἀν-
3387έρχονται εἰς δρ. 666,000, γενόμεναι ἐπὶ μισθοδοσιῶν καὶ
3388ἄλλων προσωπικῶν ἀποδοχῶν, μετὰ συγχρόνου καταργή-
3389σεως τῶν διαφόρων θέσεων, καθὰ εἰδικώτερον ἐκθέτει ὁ
3390ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς· ὀφείλω μόνον νὰ κάμω τὴν παρα-
3391τήρησιν, ἐπεκτεινομένην καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
3392καιοσύνης, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς θέλετε εὕρει
3393γνώμας καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐπί τινων ἐκ τῶν γενομένων οἰ-
3394κονομιῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ταύτας
3395ὑπ’ ὄψιν της κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν.
3396Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
3397Διὰ τοῦ προϋποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ ἐζητήθη-
3398σαν πιστώσεις κατὰ πολὺ ὀλιγώτεραι τῶν ἀπαραιτήτως
3399ἀπαιτουμένων διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δι’ αὐτοῦ προσδιο-
3400ρισθείσης δυνάμεως ἀνδρῶν 30,652 καὶ κτηνῶν 3,527, καὶ
3401τὴν ἐκτέλεσιν τῶν κατονομασθεισῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν·
3402διότι, ἐνῷ ἡ ἀνωτέρω δύναμις δὲν περιωρίσθη, ἐνῷ πᾶσαι
3403αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἐπιτραπεῖσαι ὑπηρεσίαι,
3404ἐλειτούργησαν, ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰ διάφορα Κεφάλαια, ἀπ’
3405αὐτῶν τῶν ἐξηγητικῶν φύλλων, ποσὸν δρ. 2,849,604,
3406διὰ κενὰς δῆθεν θέσεις· βραδύτερον δὲ διὰ τοῦ Διατάγμα-
3407τος τῆς 28 Φεβρουαρίου ε. ε. ἕτερον ποσὸν ἐκ δραχμῶν
3408949,000 καὶ οὕτω προϋπελογίζετο δαπάνη δρ. 17,745,724,
3409ἐν ᾧ ὑπῆρχε βεβαιωμένον ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884
3410μετὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἔφθασε καὶ 21,806,
3411840, διὰ νὰ διατηρήσῃ δύναμιν ἴσην πρὸς τὴν ἀναγρα-
3412φεῖσαν καὶ διατηρηθεῖσαν διὰ τὸ 1885. Τὸ σύστημα τῶν
3413αὐθαιρέτων ἐλαττώσεων τῶν εἰς χρήματα πιστώσεων ἄνευ
3414ἀναλόγου περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως, ἐφαρμοσθὲν τὰ προη-
3415γούμενα ἔτη, ἀπέδειξε τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν
3416προσωρινὴν ἀφετηρίαν, ἐκ τῶν προτέρων προωρισμένην νὰ
3417συμπληροῦται διὰ νέων πιστώσεων, καὶ οὐδετέρωσε πᾶσαν
3418σπουδαίαν μελέτην ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀ-
3419ποβλέπουσαν πρὸς τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔ-
3420σοδα.
3421Διὰ τοῦ νῦν εἰσαγομένου Προϋπολογισμοῦ ζητοῦνται δα-
3422πάναι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 2,469,693 ὡς εὑρίσκετε τὰς
3423περὶ τούτου λεπτομερείας ἔν τε τῇ ἐκθέσει ἡμῶν καὶ ἐν
3424τῇ ἀπὸ 25 Ἰουνίου ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ
3425τοῦ ὑπουργείου τούτου ἡ Ἐπιτροπή, ἔχουσα γνῶσιν τῆς
3426οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἔχουσα γνῶσιν τοῦ
3427μεγάλου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύ-
3428ψωμεν ἄνευ γενναίας τινὸς ἀποφάσεως, ἀναγνωρίζουσα,
3429ὅτι ἡ διὰ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἐγγραφομένη πίστω-
3430σις εἶναι προφανῶς δυσανάλογος πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ Κρά-
3431τους — διότι, ἐὰν εἰς τὰ 23,000,000 ἅτινα δαπανῶνται εἰς
3432τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν, προσθέσητε τὰ 34,000,000
3433τοῦ Δημοσίου χρέους, ἔχομεν ἐν ὅλῳ τὸ στρογγύλον ποσὸν
343457,000,000 δαπανωμένων εἰς τὰς δύο ταύτας ἀνάγκας
3435ἀπέναντι εἰσπράξεων μόλις ἀνερχομένων εἰς τὰ 60–62
3436τὸ πολὺ ἑκατομμύρια, ὥστε διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ
3437Κράτους καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πέντε ὑπουργείων δὲν ὑπο-
3438λείπονται ἢ 3–5 ἑκατομμύρια—καὶ αἰσθανομένη ὅτι τοι-
3439αύτη κατάστασις πραγμάτων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ
3440ἐπὶ πολὺ, ἡ Ἐπιτροπὴ, λέγω, ποιουμένη ἔκκλησιν εἰς τὴν
3441φιλοπατρίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔσχε
3442τὸ θάῤῥος νὰ προτείνῃ ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
3443προσεχοῦς ἔτους αἱ πιστώσεις καὶ τῶν δύο Ὑπουργείων
3444ὁμοῦ, μὴ ὑπερβῶσι τὰ 15,000,000. Ἀλλὰ συνάμα πα-
3445ρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος
3446ἐπιζητήσῃ διὰ διοικητικῶν μέτρων, ἰδίως δι’ ἀδειῶν, τὴν
3447ἐλάττωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν
3448τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένης πιστώσεως.
3449Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
3450Αἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τούτῳ γενόμεναι ἐλαττώσεις
3451ἀνέρχονται εἰς 992,000. Ἐκ τῶν πολεμικῶν πλοίων
3452δέκα διατηροῦνται ἐν ἐνεργείᾳ, δέκα ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ τὰ
3453λοιπὰ παροπλίζονται, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν
3454καὶ ναυτῶν περιορίζεται εἰς 1413. Ἐκ τούτων καὶ ἐξ
3455ἄλλων οἰκονομιῶν, ὁ εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς φέρει δα-
3456πάνας κατὰ 200,000 δραχ. ὀλιγωτέρας ἐκείνων τοῦ προ-
3457ϋποβληθέντος. Εἰς ταύτας ὅμως δέον νὰ προστεθῶσι καὶ
3458768,000, αἱ εἰς τὸν προϋποβληθέντα ἀφαιρεθεῖσαι ἀδικαι-
3459ολογήτως, ὡς ἀναφέρω ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς,
3460διότι ἡ πραγματικὴ δαπάνη, ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὰς ὑ-
3461πηρεσίας ἃς ἐνέκρινεν, ὑπερβαίνει πραγματικῶς τὸ ποσὸν
3462τῶν ἀναγραφεισῶν κατὰ δραχμὰς 768,000.
3463Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐν μεγίστῃ
3464συντομίᾳ εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν.
3465Δὲν ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἐπασχολήσω πλειότερον, διότι ἀνώ-
3466τερον καθῆκον καὶ συμφέρον εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπο-
3467λογισμοῦ, γνωστὸν δὲ ὅτι ἴσως αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν
3468πλέον συνεδρίασιν. Διὰ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεών μου
3469ἠθέλησα μόνον νὰ σᾶς παραστήσω τὴν πραγματικὴν κα-
3470τάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἡ κατάστασις
3471αὕτη δὲν εἶναι εὐχάριστος, καὶ δέον νὰ ἐφελκύσῃ σύντο-
3472νον τὴν μελέτην καὶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ
3473τῆς Κυβερνήσεως.
3474Εἶναι κακὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ νὰ προσπαθῶμεν καὶ σή-
3475μερον ἔτι νὰ δικαιολογῶμεν τὰ ἀδικαιολόγητα. Καὶ ἠπό-
3476ρησα, ὅταν εἶδον ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας μετὰ πό-
3477σης ἐπιμονῆς ἐπεζητήθη ἡ ἀπολογία τοῦ πρώην συστήμα-
3478τος. Φαίνεται, ὅτι ἀπέβαλον τὴν ἰδέαν νὰ κυβερνήσωσι
3479καὶ πάλιν τὸν τόπον· διότι, ἐὰν εἰς τοῦτο ἀπέβλεπον, ὤ-
3480φειλον τέλος πάντων νὰ προσπαθήσωσι νὰ ἐξέλθωσι τῆς
3481πλάνης, εἰς ἣν ἐπὶ τριετίαν διετέλουν.
3482Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ παρασκευῶν, περὶ σιδηροδρομικῶν
3483συμπλεγμάτων καὶ περὶ μέσων συγκοινωνίας, οἱ ἐξαντλή-
3484σαντες ὅλους τοὺς πόρους τοῦ τόπου καὶ ἐγκαταλιπόντες
3485αὐτὸν εἰς ὅ σημεῖον τὸν ἐγκατέλιπον· καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐθνι-
3486κῆς πολιτικῆς, ὡσεὶ ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ συνίστατο εἰς τὸ
3487περιαγαγεῖν τὸν τόπον εἰς ὅ σημεῖον τὸν περιήγαγον. Καὶ
3488λησμονοῦσιν, ὅτι βάσις τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, βάσις πάσης
3489σπουδαίας παρασκευῆς εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ἐσωτερικῶν
3490ἡμῶν πραγμάτων, διότι μόνον διὰ ταύτης θὰ δυνηθῶμεν
3491ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν πό-
3492θων. Τὴν Ἑλλάδα πάντες ἀγαπῶμεν, ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου
3493δ’ αὐτῆς ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα. Δὲν εἶναι καιρὸς ἤδη
3494νὰ ἐρίζωμεν περὶ τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ παρελθόντος. Ἔ-
3495χομεν πάντες τὸ καθῆκον νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀνόρ-
3496θωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ τὴν παγίω-
3497σιν τῆς διασαλευθείσης πίστεως ἡμῶν, ἐὰν πράγματι πο-
3498θῶμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀξίαν τῆς ἀποστο-
3499λῆς της. (Εὖγε ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπιδοκιμασίαι.)
3500§86Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον,
3501ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω διὰ τὴν αὔριον...
3502§87ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἀρκεῖ πλέον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋ-
3503πολογισμοῦ, νὰ τελειώνωμεν σήμερον ὁ Προϋπολογισμὸς
3504κατέστη Ἀπολογισμὸς (διάλογοι).
3505§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ καθ’ ἃ γνω-
3506ρίζω, πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀνυπομονοῦσι νὰ
3507καταλίπωσι τάς Ἀθήνας, διὰ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς
3508ἰδίας αὐτῶν πατρίδας ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης συγκομιδῆς
3509τῶν προϊόντων των, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ μὴ κατορθωθῇ
3510μετὰ τὴν αὔριον συνεδρίασις ἄλλη.
3511§89ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπερβέβαιον.
3512§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡμεῖς μὲν κα-
3513τεβάλομεν πᾶσαν προσπάθειαν παρακαλοῦντες τοὺς κκ.
3514βουλευτὰς νὰ παρατείνωσιν ἐπί τινας ἡμέρας τὴν διαμο-
3515νήν των ἐν Ἀθήναις...
3516§91ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
3517§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπολείπεται πλέον εἰμὴ
3518μία μόνον ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, διὰ τοῦτο εὐχόμεθα καὶ
3519ἐὰν ἦνε δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέ-
3520ραν ταύτην, διὰ νὰ περάνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋ-
3521πολογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττι-
3522κῆς, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀγο-
3523ρεύσῃ, νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν
3524συζήτησιν ἀπόψε καὶ ἐπιμένῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον αὔριον,
3525βεβαίως θέλομεν ἐνδώσει.
3526§93ΤΙΝΕΣ. Ἀπόψε, ἀπόψε.
3527§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τὸν
3528λόγον.
3529§95Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπόψε, κύριε
3530Πρόεδρε;
3531§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα θὰ τελειώσωμεν.
3532§97ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται τοῦ λόγου ὁ κ.
3533Οἰκονόμου.
3534§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ γενικὴ συζή-
3535τησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
3536Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
3537τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1885.
3538§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κεφ. Αʹ. τοῦ
3539Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων κακῶς ἐσημειώθη εἰς τοὺς
3540ἀμέσους φόρους· τὸ ποσὸν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ φόρου
3541ἐπὶ τῶν οἴνων πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ 2
3542Κεφαλ. τῶν ἐμμέσων φόρων.
3543(Ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸς κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον
3544ὁλόκληρος ὁ πίναξ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων).
3545§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτως ἐτελείωσεν ὁ
3546Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ δυνά-
3547μεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν τῶν νο-
3548μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκκρεμῆ, καὶ αὔριον νὰ προ-
3549χωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐ-
3550ξόδων.
3551§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3552τῆς διὰ τεχνητῶν ἔργων ἀποκαταστάσεως εἰς ἰχθυοτροφεῖον
3553τοῦ πρὸς τὸν μυχὸν τοῦ κόλπου Ἀργοστολίου μέρους αὐ-
3554τοῦ τοῦ ἐπιλεγομένου «Κούταβος».
3555§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήθη γνωμοδότησις περὶ τῆς
3556ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς δημοσίου ὑγείας
3557τῆς πόλεως Ἀργοστολίου καὶ τῶν πέριξ μερῶν αὐτῆς ἡ
3558μετατροπὴ τοῦ μυχοῦ τοῦ λιμένος Ἀργοστολίου εἰς ἰχθυο-
3559τροφεῖον. Ἁρμόδιοι νὰ γνωμοδοτήσωσιν ἦσαν οἱ ἰατροὶ
3560ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸν τόπον· διότι, ἐὰν δὲν
3561γνωρίζῃ τις τὸν τόπον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ
3562τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ μεταβολὴ αὕτη δύναται
3563νὰ ἐπιφέρῃ.
3564Ἠρώτησα λοιπὸν ἰατροὺς γνωρίζοντας τὴν πόλιν Ἀρ-
3565γοστολίου καὶ τὰ περίχωρα Ἀργοστολίου, καὶ αὐτοὶ μὲ
3566ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὡς ἔχει νῦν ὁ μυχὸς ἐκεῖνος, ὑπάρχου-
3567σιν ἐκεῖ καὶ παρασκευάζονται μιάσματα, τὰ ὁποῖα μετα-
3568δίδονται εἰς τὰ περίχωρα, διότι ὁσημέραι συμβαίνουσι
3569προσχώσεις, τὰ δὲ χώματα, καταπίπτοντα καὶ ἀναμιγνυό-
3570μενα μετὰ θαλασσίου ὕδατος καὶ μετ’ ἄλλων φυτικῶν οὐ-
3571σιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖ ὑπάρχουσι, καὶ σηπόμεναι παρασκευά-
3572ζουσι τὰ μιάσματα, ὅτι ὅμως ἡ μετατροπὴ τοῦ μυχοῦ εἰς
3573ἰχθυοτροφεῖον θέλει συντελέσει οὐσιωδῶς εἰς τὴν βελτίω-
3574σιν τοῦ κλίματος, διότι θέλει γείνει ἀνασκαφὴ τοῦ μέρους
3575ἐκείνου διὰ νὰ τεθῶσι τὰ ἀγγεῖα, τὰ ὁποῖα θέλουσι πε-
3576ριλάβει τοὺς γόνους τῶν ἰχθύων, καὶ θέλει βαθυνθῆ τὸ μέ-
3577ρος ἐκεῖνο τοῦ λιμένος. Καὶ ὅμως, μεθ’ ὅλας τὰς διαβεβαιώ-
3578σεις ταύτας, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ λάβω καὶ ἕτερα μέτρα,
3579καὶ ἐκάλεσα τὸν συναλλαξάμενον μετ’ ἐμοῦ, ὅστις συνωμο-
3580λόγησε πρόσθετον ὅρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναλαμβάνει νὰ
3581συστήσῃ φυτώρειον ἐξ εὐκαλύπτων πέριξ τοῦ μέρους ἐκεί-
3582νου καὶ καταστήσῃ δενδροστοιχίαν ἐκεῖ οὐχὶ μόνον ἵνα
3583μειώσῃ ἀλλὰ καὶ ἵνα ἄρῃ πᾶσαν νοσηρὰν αἰτίαν ἐκεῖ ὑ-
3584πάρχουσαν. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ
3585ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ τὸ πρόσθετον αὐτὸ
3586ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑπεγράψαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω.
3587(Ἀναγινώσκει).
3588§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
3589(Εἶτα ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μετὰ
3590τοῦ προσθέτου ἄρθρου κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
3591(Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχήν,
3592ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια ά) περὶ τροποποιήσεως
3593ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων περὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ
3594κατὰ γῆν στρατοῦ· βʹ) περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ᾼΝΔʹ νό-
3595μου περὶ καταχωρίσεως Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι
3596τῆς Κυβερνήσεως· γʹ) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ
3597τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσω-
3598τερικῶν τῆς χρήσεως 1884 ἐκ δραχμῶν 75,000).
3599§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3600φυλακῶν ἐν γένει καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν.
3601§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
3602κῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὡς κείμενον τοῦ νομοσχεδίου τούτου
3603παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βου-
3604λευτοῦ ἐκ Μαντινείας συνταχθεῖσα καὶ ὑποβληθεῖσα τρο-
3605πολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ
3606τροπολογία αὕτη περιλαμβάνει ὅλας τὰς διατάξεις, τὰς
3607ὁποίας περιελάμβανε τὸ Ὑπουργικὸν νομοσχέδιον.
3608(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).
3609§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
3610§107ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ δύο ἔτη, παρακαλῶ, νὰ γίνουν
3611τρία.
3612§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836
3613παραδέχεται ὡς ἐλάσσονα ὅρον ἓν ἔτος· ἐγὼ ἔθεσα εἰς τὴν
3614τροπολογίαν μου δύο ἔτη.
3615§109ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1836 παρῆλθον 50
3616ἔτη, κύριε Κωνσταντόπουλε.
3617§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
3618κῶν). Τρία ἔτη εἶναι προτιμότερον, κύριε Κωνσταντόπουλε.
3619(Ψηφίζεται εἶτα τὸ 1 ἄρθρον μετὰ τῆς τροπολο-
3620γίας τῶν τριῶν ἐτῶν· ὁμοίως ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 2).
3621§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ μετὰ
3622τὸ «εἰς δὲ τὰς ἐξεταστικὰς τὰς ἐπανορθωτικὰς» νὰ τεθῇ
3623«καὶ τὰς ποινικὰς φυλακάς»· καὶ προσέτι «ὑπὸ τοῦ Ἐ-
3624πάρχου προεδρεύοντος, τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ Δημάρ-
3625χου», καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «ἐν οἷς δὲ μέρεσι δὲν ὑπάρ-
3626χουν κτλ.» διότι τοιαύτας φυλακὰς δὲν ἔχομεν.
3627§112ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν εἰς τὴν Αἴγιναν.
3628§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Αἴγινα ὑπάγεται εἰς τὰς
3629Ἀθήνας.
3630§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Αἰγίνης εἶναι ποινικαὶ
3631φυλακαὶ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Διάταγμα τοῦ
36321836.
3633§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Διάταγμα προϋποθέτει ἀναγ-
3634καίας συνεργασίας καὶ τὴν ἐν νυκτὶ ἀπομόνωσιν.
3635§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ
3636νόμου θὰ χαρακτηρισθῇ ἡ φυλακὴ Αἰγίνης διὰ Β. Δια-
3637τάγματος ὡς σωφρονιστήριον, καὶ θὰ ὑπάγεται εἰς τὴν
3638Ἐπιτροπὴν, τὴν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν.
3639§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ
3640εἰπῆτε· ὑπάγεται.
3641§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν «ἐν οἷς δὲ μέρεσι
3642δὲν ὑπάρχει κτλ.» πρέπει νὰ διαγραφῇ.
3643§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπο-
3644ποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πε-
3645ρισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3646(Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νο-
3647μοσχέδιον).
3648§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὀνομάσητε
3649τὰς φυλακὰς Αἰγίνης σωφρονιστήριον πρὶν τὰς μεταβάλ-
3650λετε διὰ Β. Διατάγματος.
3651§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶπον. Τώ-
3652ρα θὰ σημειωθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον «ἐν ταῖς ποινικαῖς
3653φυλακαῖς Αἰγίνης».
3654§122Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶνε ἀνάγκη φυλάκων εἰς
3655τὰς ἐξεταστικὰς φυλακὰς, τί θὰ κάμετε; Πρέπει νὰ προ-
3656στεθοῦν φύλακες, ἵνα δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ.
3657§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἷς φύλαξ ἐν τῷ νομο-
3658σχεδίῳ μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 50.
3659§124ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ ἐπιστάτης δὲν εἶνε ἀνάγκη ν’ ἀπουσιάζῃ
3660ὁλόκληρον ἡμέραν καὶ νὰ κάθηται εἰς τὸ καφενεῖον·
3661πρέπει νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Ὅταν δὲ ἀπουσιάζῃ
3662ἐπ’ ὀλίγην ὥραν, ν’ ἀφίνῃ ἕνα τῶν ἐλαφροποίνων ὑπὸ τὴν
3663ἐπιτήρησιν τῆς φρουρᾶς.
3664§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρότασίν σας, κύριε
3665Κωνσταντόπουλε, λέγετε ν’ ἀπαλειφθῶσιν αἱ τέσσαρες
3666τελευταῖαι παράγραφοι τοῦ νομοσχεδίου μας· μία ὅμως
3667παράγραφος, ἡ περιλαμβάνουσα τὴν διάταξιν, ὅτι δύναν-
3668ται νὰ συγχωνευθῶσιν αἱ φυλακαὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν
3669ἑνὸς χάριν οἰκονομίας, πρέπει νὰ προστεθῇ.
3670§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω μετὰ τὴν γε-
3671νομένην ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀδύνατον πλέον εἶναι
3672εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ὑπάλληλος νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβλέπῃ δύω
3673καταστήματα φυλακῶν· ἄλλως τε πρέπει νὰ λάβητε
3674ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐπιστάται τῶν ποινικῶν φυλακῶν εἶνε
3675ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δια-
3676τελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Νομάρχου, οἱ δὲ ἐπι-
3677στάται τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν ὑπάγονται ὑπὸ τὴν
3678ἐπίβλεψιν τῶν Εἰσαγγελέων.
3679§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ διάταξις
3680πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ὡς δυνητικὴ χάριν οἰκονομίας,
3681οὕτω «ἐν οἷς μέρεσιν ὑπάρχουν πλείονα τοῦ ἑνὸς κατα-
3682στήματος φυλακῶν, δύναται νὰ διευθύνῃ πάντα ταῦτα ὁ
3683διευθυντὴς κτλ. ἢ ἐπιστάτης ποινικῶν φυλακῶν». Ἐδῶ
3684τελειώνει τὸ ἄρθρον.
3685(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη).
3686(Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ
3687κ. Κωνσταντοπούλου).
3688§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βʹ. παράγραφος πρέπει
3689νὰ ἀπαλειφθῇ· διότι, ἀφοῦ θ’ ἀναπληρῶσι προσωρινῶς
3690τοὺς ἐπιστάτας ἢ διευθυντὰς δημόσιοι ὑπάλληλοι Ἕλ-
3691ληνες, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ.
3692(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροποποιήθη. Ἀναγι-
3693νώσκεται τὸ 6 ἄρθρον).
3694§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει τροπολογία
3695ἐκ μέρους διαφόρων βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν καὶ ἀναγινώ-
3696σκω «διορίζεται εἰς μὲν τὰ σωφρονιστήρια διευθυντὴς καὶ
3697ὁ διατελέσας βουλευτὴς ἐν δὲ ταῖς ποινικαῖς καὶ ἐξετα-
3698στικαῖς φυλακαῖς καὶ ὁ διατελέσας Δήμαρχος ἢ Ἀστυ-
3699νόμος».
3700§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶνε ἀναξιοπρεπὲς διὰ
3701τοὺς βουλευτάς.
3702§131ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶνε ἐξευτελιστικόν.
3703§132ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ὑποστηρίζω·
3704τὴν τροπολογίαν ἁπλῶς ἀνέγνωσα.
3705§133ΧΟΪΔΑΣ. Οἱ βουλευταὶ νὰ διορίζωνται ἐπιστάται φυ-
3706λακῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐγκλείωνται οἱ Ὑπουργοί.
3707§134ΤΡΑΚΑΣ. Ἐπειδὴ εἶνε ἀναξιοπρεπὲς διὰ τοὺς βου-
3708λευτὰς, ἔχω μίαν ἄλλην πρότασιν «διορίζονται προσέτι
3709εἰς τὰς ἀνωτέρω θέσεις καὶ οἱ χρηματίσαντες ὡς δημα-
3710στυνόμοι».
3711§135ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
3712§136ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι δύ-
3713νανται νὰ διορισθῶσι φύλακες καὶ οἱ διατελέσαντες ἐπι-
3714στάται.
3715§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ μεί-
3716ζονα λόγον δύνανται νὰ διορισθῶσι φύλακες οἱ διατελέ-
3717σαντες ἐπιστάται. Ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
3718(Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ τὰ
3719ἐπίλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ
3720ἀνάγνωσιν).
3721§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ δίδετε τὴν ἄ-
3722δειαν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐ-
3723πιλάβηται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετα-
3724βολῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς κα-
3725ταναλώσεως τοῦ οἴνου; Εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βου-
3726λὴν ὅτε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῆς κατα-
3727ναλώσεως τοῦ οἴνου ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ εἰς μεγάλας με-
3728ταβολάς· ἐνόμισα μάλιστα, ὅτι αἱ μεταβολαὶ, αἵτινες ἔ-
3729πρεπε νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἦνε καὶ ἐπὶ
3730τῶν βάσεων τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ
3731δυστυχῶς τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου δὲν μοὶ ἐπέτρεψε νὰ κατορθώσω
3732καὶ συντάξω τοιοῦτον νομοσχέδιον διὰ νὰ εἰσαγάγω αὐτὸ
3733εἰς τὴν Βουλήν. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ προτείνω νομο-
3734σχέδιον προσωρινὸν διὰ τὸ ἔτος 1885, διὰ τοῦ ὁποίου
3735δὲν μετεβάλλετο μὲν ἡ βάσις τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ
3736τοῦ οἴνου, ἐμειοῦτο ὅμως τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, καὶ μετε-
3737βάλλοντο καὶ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἡ
3738μείωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ
3739ἐν ἰσχύϊ νόμος, ἐπροτείνετο διὰ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ κατα-
3740θληπτικὸν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἀλλὰ καὶ ἡ μεταβολὴ
3741τῶν διατάξεων περὶ βεβαιώσεως μοὶ ἐφαίνετο ἀναγκαία
3742διὰ νὰ ἐλαττωθῇ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ καταθλιπτικὸν τοῦ
3743νόμου. Εἶναι δὲ ἐπὶ τοσοῦτον καταθλιπτικὸς ὁ νόμος ὁ
3744ἰσχύων, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ συντάξασα καὶ
3745ἐκτελέσασα αὐτὸν, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐκτελέ-
3746σεως αὐτοῦ ἐν πολλαῖς πόλεσι καὶ κώμαις. Καὶ περιωρίσθη
3747ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἄλλαις μεγάλαις πόλεσι. Παρετή-
3748ρησα ὅμως ὅτι αἱ διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου
3749τούτου, τὰς ὁποίας περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ,
3750ἐγένοντο ἀντικείμενον πολλῶν συζητήσεων ἐκ μέρους τῶν
3751κυρίων βουλευτῶν, καὶ ὅτι πολλοὶ νομίζουσιν, ὅτι εἶνε
3752προτιμότερον νὰ διατηρηθῶσιν αἱ νῦν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρ-
3753χουσαι διατάξεις περὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων. Ἐπροτάθη
3754δὲ καὶ τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ Μαντινείας, κατὰ
3755τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη περὶ με-
3756ταβολῆς τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, πρέπει μόνον νὰ περιορίσῃ
3757τὸ ποσὸν τοῦ φόρου καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐ-
3758δεμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τοιαύτην γνώμην, ἐὰν
3759ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ αὐτήν. Κάμνω μίαν παρατήρησιν ἀ-
3760πευθυνόμενος πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὴν τροπολογίαν, ὅτι
3761αὐτὴ δὲν εἶνε πλήρης· δὲν ζητεῖ μόνον τὴν μείωσιν τοῦ
3762ποσοῦ τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἐπιφέρει μεταβολὴν καὶ ἐπὶ τοῦ
3763ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, διότι παραλείπει νὰ κάμῃ τὰς
3764ἐξαιρέσεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1.
3765§139Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐξαιρέσεις ὑπάρχουσιν ἐν τῷ
3766νόμῳ.
3767§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἐὰν δὲν
3768ἔχετε νὰ κάμετε μεταβολὴν καὶ δέχεσθε τὸ ἄρθρον 1 τοῦ
3769νομοσχεδίου......
3770§141Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ὑπάρ-
3771χουσιν εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρ-
3772θρον 2 (ἀναγινώσκει).
3773§142ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰς ἐ-
3774ξαιρέσεις, λέγει (ἀναγινώσκει.)
3775§143Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἔχει εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁ νόμος.
3776§144ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἡ τροπολογία τροπολογεῖ τὸ
37771 ἄρθρον.......
3778§145Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὰς ἔχει τὸ 2 ἄρθρον.
3779§146ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει οὕτως (ἀναγι-
3780νώσκει).
3781§147ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν καὶ
3782διὰ τοὺς ἄλλους οἴνους;
3783§148ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶνε ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, μό-
3784νον τὸν φόρον νὰ ἐλαττώσῃ καὶ οὐδὲν πλέον.
3785§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτρο-
3786πολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖ-
3787στοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3788§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2.
3789§151ΧΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε πλέον ἄρθρον 2·
3790διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ἰσχύει ὁ ὑπάρχων νόμος.
3791§152ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
3792§153ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
3793§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3794(Ὥρᾳ 12 παρὰ 20|60 Μ. Μ).