1885.07.15
2,927 rows · 21,716 words · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Τῆς 15 Ἰουλίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 9 Π. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐκωλυόμην νὰ παρευρεθῶ· ἔμαθον δὲ, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις περὶ διορισμοῦ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἀφορώσης εἰς κλάδους τινὰς τῆς διαχειρίσεως κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης. Εὐθὺς ὡς τοιαύτη πρότασις ὑπεβλήθη, εὐθὺς ὡς ἐζητήθη νὰ ῥιφθῇ φῶς ἐπὶ κλάδων τινῶν διαχειρίσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν, πρὶν ἢ ἐπιτελέσῃ ταύτην, τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἤδη διατρέχομεν τὸν κίνδυνον καθ’ ἑκάστην νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὴν ἐπαύριον. Ὡς ἐξεύρετε πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἀνεχώρησαν καὶ ἀναχωροῦσιν ἤδη· ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνεχώρησαν καὶ ἀναχωροῦσι τὰ ¾· οὐχ ἧττον ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ἐνόσῳ ὑπάρχει, πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ νὰ συστήσωμεν Ἐπιτροπὴν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι ἀποῦσα, δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ καὶ φέρῃ πλῆρες τὸ ἔργον αὐτῆς, ὅταν πάλιν ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀντιλέξει εἰς ταῦτα, νομίζω περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τὰ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ὀρθὴ καὶ εὔλογος, ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ νὰ γίνῃ δεκτή. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ.
§3ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Τρικούπης πάνυ δικαίως ζητεῖ τὴν σύστασιν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ἐφέρθη ἡ πρότασις αὕτη χθὲς, ὅτε καὶ ἐγὼ ἐκ λόγων ὑγείας δὲν ἤμην παρὼν, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων. Ἡ πρότασις αὕτη ἐγένετο δεκτή, ὡς εἴδατε καὶ ἐκ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἑπομένως οὐδεὶς ἀντιλέγει· δὲν ὑπολείπεται, παρὰ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων.
§4ΧΟΪΔΑΣ. Τώρα ἀμέσως.
§5ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ πρῶτον συνεννόησίς τις περὶ τῶν προσώπων.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ εὑρεθῇ μετ’ ὀλίγον ἐν ἀπαρτίᾳ, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται ἐκλέγονται κατὰ τὰ ⅔ ἐκ τῆς πλειοψηφίας καὶ κατὰ τὸ ⅓ ἐκ τῆς μειοψηφίας.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ πόσων μελῶν;
§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι 9 μέλη εἶναι ἀρκετά· 6 τῆς πλειοψηφίας καὶ 3 τῆς μειοψηφίας.
§9ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ διατυπωθῶσι τὰ ἀντικείμενα.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι εἰς τὴν πρότασιν.
§11ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν εἶδον.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι τυπωμένη.
§13ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συγχαίρω τὸν ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν ἐπὶ τῇ προθυμίᾳ, μετὰ τῆς ὁποίας ἀπεδέξατο τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν· ἔπραξεν ὅ,τι ἥρμοζεν αὐτῷ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος εἰσέτι ἡ ὑπόθεσις, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲν παίζωμεν, ἐὰν δὲν πρόκηται οἱ μὲν σήμερον νὰ προερχώμεθα εἰς τοιαύτας προτάσεις ἄνευ προηγουμένης σκέψεως καὶ μελέτης τῶν πραγμάτων, ὅπως οἱ δὲ αὔριον ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ μετέλθωσι τὴν αὐτὴν πολιτικήν· ἐὰν πρόκηται πράγματι νὰ ζητηθῇ λόγος, διότι ὑπάρχει ὕλη πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὸν πλήρη ἔλεγχον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Μέχρι τοῦδε περιωρίσθη εἰς τὴν διαχείρισιν ἑνὸς καὶ μόνου Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἀπετελεῖτο ἐξ ἑνὸς, ἀλλ’ ἐξ ἑπτὰ Ὑπουργείων καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ διαχείρισις ὅλων. Δὲν πρέπει δὲ, νομίζω, νὰ γίνῃ ἐκλογὴ Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ γίνῃ συζήτησις καὶ πεισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει λόγος, διότι τοιαύτη ἀπόφασις εἶναι προβούλευμα τῆς Βουλῆς.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§15ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι τοιαύτη ὕλη ὑπάρχει καὶ νὰ ὑποδειχθῇ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωσι τὰ ζητήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει εὔλογος ἀφορμή, ὅπως ἐκλεχθῇ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Διὰ ταῦτα προτείνω, διότι καὶ ὁ καιρὸς ἐπείγει, νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς προτάσεως μέχρι Σεπτεμβρίου, ὅτε θὰ συνέλθωμεν καὶ πάλιν καὶ θὰ ἦναι πλήρης ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν μετὰ μίαν προκαταρκτικὴν συζήτησιν σπουδαίαν καὶ σοβαρὰν νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν ἀφορῶσαν τὸν πραγματικὸν ἔλεγχον, καὶ οὐχὶ κατ’ ἐπίφασιν, ἢ καθ’ ὑπόδειξιν λόγῳ ἐγκλήσεων ἢ ἀντεγκλήσεων.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς θέλω νὰ συστηθῇ ἡ προταθεῖσα, ἵνα ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ πρὸς τοιαύτην πρότασιν. Δικαιοῦμαι δὲ νὰ ἀπαιτήσω τοῦτο, ἀφοῦ εὐθὺς ὡς παρ’ ἑνὸς βουλευτοῦ ἢ παρ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου ἐῤῥίφθη ἔστω καὶ ὁ ἐλάχιστος περὶ διαχειρίσεως δισταγμός, δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν περὶ διορισμοῦ Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι φῶς, καὶ ἐνόσῳ ζητεῖτε φῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτό. Ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς νομίζοντας, ὅτι τὸ φῶς τοῦτο θέλει ἀποδείξει ὅτι ὑπάρχουσι τὰ ψεκτά, ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς θεωροῦντας, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτο ὑπάρχει καὶ ὅτι τὸ φῶς τοῦτο θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει. Ἀμφοτέρων ἡ ἀπαίτησις εἶναι ἀξία σεβασμοῦ, καὶ ἔχομεν κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀπαιτῶμεν, ὅπως ἄνευ ἀναβολῆς προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως. Ἄν ὁ κ. βουλευτὴς θεωρῇ, ὅτι ἡ πρότασις, ὅπως διετυπώθη, εἶναι λίαν περιοριστική, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, προσθέτοντες τελευταῖον ἐδάφιον, καθ’ ὅ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνατίθεται καὶ ἡ ἐξέλεγξις πάσης ἄλλης διαχειρίσεως κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν.
§17ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἀόριστος· δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἡ πρότασις δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς 10 βουλευτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἀξιότιμος βουλευτὴς προσεφέρθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔλεγχον, καὶ τοῦτο ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι συμφωνεῖ καὶ αὐτός· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πρότασις δὲν διετυπώθη καλῶς, ἀφοῦ δὲν φαίνεται νὰ ἦναι ἔργον μελέτης, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ.
§18Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἀπαιτοῦνται αἱ ὑπογραφαὶ 10 βουλευτῶν· ἀρκεῖ μία μόνον.
§19Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐνταῦθα δὲν ἐκλήθημεν νὰ παίξωμεν. Ἐνταῦθα εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα θέσις ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ἐκλήθημεν διὰ νὰ παίξωμεν, τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἰδικήν μου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, εἶναι, νὰ καθαρισθῇ ἡ θέσις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ διατελῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μομφῆς ἄνδρες διαπρεπεῖς, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ τῆς πατρίδος μας ἐπὶ τριετίαν. Ἡ δημοσιογραφία ἐδημοσίευσε κατ’ αὐτῶν πολλά, ἐν γένει δὲ λέγεται, ὅτι παρεβίασαν τοὺς κειμένους νόμους ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν Δημοσίων, ὡρισμένως δὲ εἰς τὰ θέματα, τὰ ἐν τῇ προτάσει περιεχόμενα· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχηται ἀληθείας ἢ ὄχι. Καὶ ἐὰν ἔχηται ἀληθείας, νὰ τιμωρηθῶσιν· ἄλλως, νὰ παύσῃ, αὐτὴ ἡ πληγὴ τῆς κακοηθείας, τῆς δυσφημίας τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ κοινά. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης δὲν ἔχει δίκαιον, νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν πρὸς τιμὴν τῶν ἰδίων πρώην Ὑπουργῶν καὶ τῆς πατρίδος. Ἡ πρότασις εἶναι σαφὴς καὶ ὡρισμένη, καὶ ποσῶς δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος.
§20Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριοι, πρὶν ζητήσω τὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ὁδοποιΐας, εἶχον μάθει παρὰ διαφόρων, δυναμένων νὰ γνωρίσωσι, τὰς γενομένας καταχρήσεις ἐπὶ τοῦ ταμείου αὐτῆς. Εἶχον μάθει πολλά, τὰ ὁποῖα παρὰ πολλῶν ἐλέγοντο ἀορίστως, δὲν εἶχον δὲ τὸν κατάλληλον χρόνον νὰ ζητήσω λεπτομερεῖς πληροφορίας. Ἕνεκα τῶν διαδόσεων τούτων ἐζήτησα τοὺς πίνακας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐχὶ διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη κακῶς τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας διέπραξαν καταχρήσεις, καὶ καταχρήσεις τοιαύτας, αἵτινες συνέτειναν εἰς τὴν ἐξάντλησιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ ταμείου. Τὰς καταχρήσεις ταύτας ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει βεβαίως ἀνακαλύψει· ὁ τρόπος τῆς ἀνακαλύψεως δὲν πρόκειται νὰ διαγραφῇ παρὰ τῆς Βουλῆς· ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν, θὰ μεταβῇ ὅπου ἐγένοντο αἱ δαπάναι, θὰ ἐξελέγξῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν αἱ δαπάναι, καὶ ἐκ τούτων θὰ πεισθῇ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἐγένοντο καταχρήσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνέχεται εἰς ταῦτα, τότε βεβαίως θὰ δώσῃ καὶ αὕτη λόγον τῶν πράξεών της. Ὁ σκοπὸς λοιπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔκαμα τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας, δὲν ἦτο ἄλλος, παρὰ νὰ βεβαιωθῶσιν αἱ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὁδοποιΐας ἐγένοντο.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, πολὺ δὲ περισσότερον, ἀφοῦ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς, φιλοτίμως φερόμενος, ἐζήτησε τοῦτο, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ θεωρῆται προσβεβλημένος.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν προσβεβλημένον.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐννοῶ δὲν ἀνέχεσθε νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς μία τοιαύτη ὑπόθεσις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλετε, ὥστε ἡ πρότασις νὰ παραμεληθῇ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διορίζῃ Ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς τῶν πραγμάτων· τοιαύτην πρότασιν ἔκαμεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Νομίζω, ὅτι δὲν χωρεῖ περαιτέρω συζήτησις. Ἠμποροῦμεν μόνον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκλογὴν διὰ τὴν συνεδρίασιν μετὰ μεσημβρίαν. Πάντες ἑκατέρωθεν εἶναι σύμφωνοι· ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ἑαυτοῦ δικαιώματι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπῄτησε τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν. Πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τούτου; Οὐδὲν προδικάζομεν καὶ οὐδὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγηται σχετικῶς πρὸς τὴν οὐσίαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνω, ὅπως προστεθῇ μεταξὺ τοῦ πρώτου ἐδαφίου καὶ τοῦ δευτέρου τὸ ἑξῆς· «Εἰς τὴν αὐτὴν Ἐπιτροπὴν θέλει ἀνατεθῆ καὶ πᾶσα ἐξέλεγξις, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἄλλην διαχείρισιν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα».
§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς τοῦτο.
§26ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ προτείνῃ· δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε.
§27ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρερμηνεύομεν τοὺς θεσμούς. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἁπλῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξεταστικῆς, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὴν ὑπηρεσίαν, τότε βεβαίως ἐπὶ τῇ προτάσει ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν βουλευτῶν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς προκειμένου ὅμως, κύριοι, περὶ τοῦ ἐλέγχου πράξεων κυβερνητικῶν, περὶ πολιτικοῦ ζητήματος διότι πολιτικὸν ζήτημα εἶναι, ὅταν καταγγέλλωνται παραβάσεις τῆς διαχειρίσεως ἐκ μέρους μιᾶς Κυβερνήσεως, προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς ἐξετάσεως τοιούτων ἀντικειμένων, τὸ ζήτημα εἶναι πολιτικόν. Καὶ ἂν μὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ζήτημα δυσπιστίας καὶ συζητεῖται, καὶ ἂν κατισχύσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐκλέγεται Ἐπιτροπὴ καὶ τότε λύεται τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἡ νικήσασα μερὶς καὶ προβαίνει εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων καὶ προχωρεῖ περαιτέρω, μέχρις οὗ βεβαιώσῃ τὰς παρανομίας, τὰς παρατυπίας καὶ μετὰ τοῦτο φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ Βουλὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου, ἀποφαίνεται ἂν πρέπει ἢ ὄχι νὰ προβῇ περαιτέρω. Τὴν σήμερον, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεχειρίσθη τὴν Ἐξουσίαν, ἔπεσε, πρόκειται δὲ περὶ ἐλέγχου τῶν πράξεων αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλα τὰ μέσα τοῦ ἐλέγχου, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ παρ’ ἑαυτῇ ἐπιτροπὴν ἐκ βουλευτῶν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν ἡμεῖς ἀνάγκην, διότι δὲν ἔχομεν τὰ ἀρχεῖα εἰς χεῖράς μας, πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν.
§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποφασίζει σπουδαίως τὸ Σῶμα περὶ ἐξελέγξεως ἐκ μέρους αὐτοῦ τῆς διαχειρίσεως μιᾶς Κυβερνήσεως. Ὅταν ὅμως γίνεται πρότασις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ὅταν γίνεται, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν δύνανται νὰ παραμείνωσιν ἐδῶ Βουλευταί, διὰ νὰ κάμουν τὸν ἔλεγχον, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κάμωσι τὸν ἔλεγχον, νομίζω ὅτι εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόληψις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι μέγα κεφάλαιον εἰς ἕνα τόπον, καὶ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐρείπια, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ αὐτῶν. Οὐχί, τοὺς πολιτικοὺς τοὺς θεωρῶ κεφάλαιον, καὶ οὐδέποτε ἐπεθύμησα νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἔλεγχον, χωρὶς νὰ τηρῆται ἡ πολιτεία ἐκείνη, ἡ πορεία ἐκείνη, ἥτις ἐξασφαλίζει τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐλέγχου καὶ δύναται νὰ φέρῃ σπουδαῖα ἀποτελέσματα.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἐσύγχυσε τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ τὴν Ἀνακριτικήν. Δὲν ἔχει δίκαιον, ἔχομεν προηγούμενον τοιοῦτον. Εὐθὺς ἅμα κατηρτίσθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1882, ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἐζήτησεν ὁ ἴδιος νὰ διορισθῇ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ οὐδεμία δὲ ἀντίῤῥησις τῷ ἐγένετο, ἂν καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης ἦτο ἐδῶ τότε.
§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι, λανθάνεσθε· ἀντέτεινα.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀντέτεινες, ἀλλὰ δὲν σὲ ἤκουσαν, ὅπως δὲν σὲ ἀκούουν καὶ τώρα. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου περαιτέρω συζήτησις, καὶ ὅτι μετὰ μεσημβρίαν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§34ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι· τώρα νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄς εἶναι καὶ τώρα.
§36ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸν διορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§39ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Πῶς συνεπληρώθη ἡ πρότασις, κύριε Πρόεδρε;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει οὕτως ὡς συνεπληρώθη. «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος προτείνομεν ὅπως ἡ Βουλὴ διορίσῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν διοίκησιν τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν γενομένων ἐργασιῶν ὁδοποιΐας καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῆς, ὡς καὶ τῶν κατὰ τὰ 1882, 1883, 1884 καὶ 1885 γενομένων διαχειρίσεων τῶν πιστώσεων, τῶν διὰ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν εἰρημένων ἐτῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου χορηγηθεισῶν. Εἰς τὴν αὐτὴν Ἐπιτροπὴν θέλει ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐξέλεγξις πάσης ἄλλης διαχειρίσεως κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη καὶ ἰδίᾳ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰσπραχθέντων χρημάτων καὶ ὑποβάλει ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν». Πότε θέλετε, κύριοι βουλευταί, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα, τώρα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ πόσων μελῶν;
§43ΤΙΝΕΣ. Ἐξ ἐννέα.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ γείνῃ πέντε λεπτῶν διακοπή, διὰ νὰ γράψωμεν τὰ ψηφοδέλτια. (Γίνεται διακοπὴ ἡμισείας ὥρας). (Ἐπαναληφθείσης τῆς διακοπείσης συνεδριάσεως, ἄρχεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ πρώτου ἀντιπροέδρου κ. Κομνᾶ Τράκα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρισιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Χαλκιοπούλου καὶ Τζανετάκη).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρισαν ἐν ὅλῳ 166· ἔλαβον δὲ ψήφους ὁ Ν. Λεβίδης 121, ὁ Γρ. Μαυρομαρᾶς 121, ὁ Κ. Μαυρομιχάλης 121, ὁ Ν. Συνοδινὸς 120, ὁ Μ. Λάππας 119, ὁ Γ. Πετούσης 118, ὁ Α. Μεταξᾶς 45, ὁ Λ. Σιμόπουλος 40, ὁ Θεοτόκης 30 καὶ ἄλλοι ὀλιγωτέρας· ὥστε ἀποτελοῦσι τὴν Ἐπιτροπὴν οἱ ἐννέα οὗτοι. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδὲν ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς εἶπέ τι τοιοῦτον ἐν ἀπουσίᾳ μου, ἐνῷ ἐγὼ ἤμην ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῆς προτάσεως· ἐγὼ δὲν ἐξεπλήρωσα εἰμὴ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς ἐμέ.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἄλλο ἢ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τοῦ τηλεγραφείου, ἐνεργηθέντος ὑπὸ τοῦ πρότερον Τμηματάρχου Γιαννούλην ὡς καὶ τὰς καταστάσεις τὰς ζητηθείσας.
§49ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τοῦ δευτέρου Τμήματος τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν τοῦ αʹ ἐκλογικοῦ Τμήματος τοῦ Δήμου Ἀχαρνῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδή, κύριοι, εἴμεθα εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυλακῶν, καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον, συνέταξα ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν (διάλογοι). (Ὅρα Παράρτημα).
§51Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ παρόντος πρόκειται νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ποῦ τὰ χρήματα θὰ δαπανηθῶσιν, ἀνετέθη τοῦτο εἰς Ἐπιτροπὴν (διάλογοι).
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τοῦτο, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀναθέσῃ εἰς Ἐπιτροπὴν (Θόρυβος).
§53Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ γνώμη τῶν Δικαστικῶν Συμβούλων· ὥστε οὐδεμία βλάβη δύναται ἐκ τούτου νὰ ἐπέλθῃ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον).
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 5, 6 καὶ 7 νομοσχέδια εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων, τῶν πληρωτέων τῷ κομιστῇ.
§56ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ παρελείφθη τὸ 2.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῇ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας σωλήνων καὶ λοιπῶν μηχανημάτων τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Ἄρθρον μοναδικόν. (Ἀναγινώσκεται).
§59Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Θήρᾳ ἐν τῇ Μονῇ τῶν Καθολικῶν ὑπάρχει νοσοκομεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ νοσηλεύονται ὄχι μόνον ἐκ τοῦ Νομοῦ τῶν Κυκλάδων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, ὑπάρχει δὲ καὶ Σχολεῖον διατηρούμενον ὑπὸ τῆς Μονῆς, καὶ εἰς τὴν Μονὴν αὐτὴν οὐδέποτε ἦλθεν ἀρωγὸς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ τέλους τὰ χρήσιμα πρὸς διδασκαλίαν βιβλία καὶ τὰ πρὸς νοσηλείαν ἀπαιτούμενα φάρμακα.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐχορήγησε ποτὲ συνδρομὴν εἰς τὸ Κατάστημα τοῦτο· διότι ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ 1878 καὶ 1879 ἐχορήγησα πᾶσαν συνδρομήν. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ γίνῃ προσθήκη ἐπὶ τοῦ παρόντος, καὶ ὅταν ἐπανέλθωμεν, δυνάμεθα νὰ φροντίσωμεν περὶ τούτου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ.
§62ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τοῦ Πολέμου νὰ ὑποβάλῃ γνωμοδότησιν τοῦ σχετικοῦ Συμβουλίου μετὰ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως.
§63ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τοῦτο, διότι εἰς τ’ ἄλλα Κράτη τὰ τοιαῦτα κανονίζει ἡ Ἐπιτροπὴ· αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος καὶ σπουδαῖος λόγος τοῦ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν στρατώνων. Γνωρίζω, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατώνων εἶναι ἐλεεινὴ, διότι ὅ,τι ἔχομεν, εἶναι πᾶν ἄλλο παρὰ στρατῶνες, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν ὄχι μόνον ἄνθρωποι, ἀλλ’ οὔτε κτήνη.
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ θεραπεύσω τὴν ἀπόλυτον αὐτὴν ἀνάγκην, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν δύναται νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τ’ ἀναγκαῖα ποσά. Ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον ἔχει λόγον σπουδαῖον, ἵνα μεταβάλῃ εἰς κτήματα τὴν περιουσίαν του, τὰ ὁποῖα παρέχουν μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις παρὰ τὰ χρεώγραφα ἐπιθύμει δὲ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὥστε ἓν μέρος τῆς περιουσίας του νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς κτίρια, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνοικιάζῃ εἰς τὸ Δημόσιον διὰ ν’ ἀπολαμβάνῃ τόκον καὶ χρεωλύσιον μέχρις ἐξοφλήσεως. Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία πληρώνει κατ’ ἔτος 170,000, ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ἀθλίαν ἐνοίκησιν τῶν ἀνδρῶν, δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ θὰ κατασκευασθῶσι στρατῶνες, δι’ οὓς δὲν θὰ πληρώνωμεν πλειότερα κατ’ ἔτος τῶν 170,000 μετὰ τόκου καὶ χρεωλυσίου. Βεβαίως τὰ καταστήματα δὲν θὰ γίνωσιν ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, ὥστε νὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν· ἂν ἀρχίσωμεν τὸ ἐπιὸν ἔτος, θὰ δυνηθῶμεν ἐν διαστήματι 5 ἢ 6 ἐτῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν στρατῶνας, οἵτινες θὰ περιέλθωσι μετ’ ὀλίγον χρόνον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου.
§65Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρατηρεῖ, ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελε δυνάμει τοῦ Νόμου τούτου διαθέσει εἰς στρατιωτικὰ κτίρια· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη σκέψεως ὡς πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὑποβάλλω δὲ παρατηρήσεις τινὰς οὐχὶ ὅπως παρεμποδίσω τὴν ψήφισιν κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, ἀλλὰ ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πρὸ τῆς βʹ ἀναγνώσεως. Κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὡς καὶ τὰ λοιπὰ δὲν δύνανται νὰ προβῶσιν εἰς οἰκοδομὰς, ἂν δὲν ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν κτιρίων, καὶ ἂν δὲν δοθῇ ἡ συναίνεσις τῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ δὲ ὅτι διὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου φθάνει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς πλήρη ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου· διότι, ἐνῷ ἵνα λάβῃ τὰ χρήματα πρὸς οἰκοδομὴν στρατώνων ἀπαιτοῦνται δύο τινά· ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς ἵνα δανεισθῇ τὸ χρῆμα καὶ βʹ ἄδεια τῆς Βουλῆς ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ἀνακοινωθησομένους εἰς τὴν Βουλὴν, ἤδη διὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατορθώσῃ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ κτιρίου. Ὑποχρέωσιν μόνον ἔχει ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν τι ἀνταποκρινόμενον πρὸς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν εἰς τὴν οἰκοδομὴν δαπανηθησομένων. Καὶ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ περιέχῃ τὴν ἀναγραφὴν ταύτην, ἀλλὰ τίς ἐγγυᾶται, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλει ἐγκρίνει τὴν τοιαύτην δαπάνην; Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ προσεχοῦς ἔτους δύναται νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι τὰ χρήματα εἰς οἰκοδομὴν στρατώνων κατὰ τὰ μεθόρια, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐγγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ποσόν. Τί δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἵνα δεσμεύσῃ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ Ὑπουργοὺς ἐπὶ 25 ἢ 30 ἔτη; διότι ὑποθέτω, ὅτι αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις τοσοῦτον χρόνον θὰ διαρκέσωσι. Τοιοῦτόν τι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτόν· δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς ἐπιτρέπεται νὰ στηριχθῇ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἵνα παράσχῃ χρήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς οἰκοδομάς. Πρέπει νὰ τεθῇ περιορισμὸς, ὅτι τὸ χρῆμα θέλει δοθῆ κατόπιν νομοθετικῆς ἀποφάσεως, κανονιζούσης τοὺς ὅρους τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ χρήματος παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ἑτέρα διάταξις, δεσμεύουσα τὸν Ὑπουργὸν ὡς πρὸς τὰ κτίρια, τουτέστι, ἐπεκτείνουσα καὶ εἰς ταῦτα τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, καὶ ὑποχρεοῦσα τοὺς Ὑπουργοὺς ν’ ἀνακοινώνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν κτιρίων.
§66ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὸ τοιοῦτον.
§67ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν ἀφορᾷ κατασκευὴν στρατώνων καὶ δανείων, ἀλλὰ λέγει, ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὰ χρήματά του εἰς κτίρια ἐντὸς τῆς πρωτευούσης· δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ στρατώνων, οὔτε ἄλλων πραγμάτων. Τί θὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν, θὰ φέρῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον καὶ τὰ λοιπά, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ Μετοχικὸν, κύριοι, Ταμεῖον ἠγόρασεν ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐνοικίασεν εἰς τὸ Δημόσιον, κατεσκεύασεν ὡσαύτως ἓν κατάστημα μετοχικοῦ ταμείου ἐντὸς τοῦ Φρουραρχείου, ἔγκρισις ἐπίσης τῆς Βουλῆς δὲν ἐδόθη· τὸ ταμεῖον ζητεῖ ἐπίσης καὶ δύναται νὰ κατασκευάζῃ κτίρια, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνοικιάζῃ εἰς τὸ Δημόσιον· δὲν πρόκειται οὔτε περὶ δανείων, οὔτε περὶ χρεωλυσίων. Ὥστε, νομίζω, πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσα παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Νάξου εἶναι ὀρθὰ, ἀλλ’ ἀποδεικνύουσιν ἔτι ὅτι κακῶς ἔχουσι τὰ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, ὅτι ἐνῷ κακῶς εἶναι κανονισμένα, πρόκειται ἤδη νὰ γείνῃ ἐπέκτασις αὐτῶν. Προκειμένου δὲ νὰ ἐπεκταθῶσι, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τεθῶσι περιορισμοί. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἴδω, ὅτι διὰ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι δήποτε ἀφορῶν εἰς οἰκοδομὴν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Νάξου ὀρθότατα, ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἀπέκτησε τὸ Φρουραρχεῖον, ἀπέκτησεν ἕτερον κτίριον, στηριζόμενον εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἤθελε πληρώνει πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τὸ ἐνοίκιον· ἀλλ’ ἐὰν ὑπουργός τις δὲν θελήσῃ νὰ ἐξακολουθῇ κατέχων τὸ κτίριον ὡς Φρουραρχεῖον, ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου; Ἡ καλὴ πίστις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θέλει βεβαίως ἐξασφαλίσει τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ἀλλὰ φθάνομεν εἰς τὸ ἕτερον ἄτοπον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δεσμεύει τὴν καλὴν αὐτοῦ πίστιν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς σήμερον δεσμεύει τὸν Ὑπουργὸν τῆς αὔριον καὶ δεσμεύει τὸ Κράτος ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Εἰς τοῦτο ἀφώρων αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Νάξου, δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ ἐπεκτείνονται αἱ κείμεναι διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, αἵτινες εἶναι ἐλαττωματικαί. Ἑπομένως, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τοὺς περιορισμοὺς, οὓς θεωροῦμεν ἀναγκαίους ἐπὶ τῇ καθιερουμένῃ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπεκτάσει, καὶ εἰς τὰς ἀρχικὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, θέλομεν θεωρήσει πρέπον νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὴν πρότασιν αὐτοῦ ταύτην.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ καταστατικὸν τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου ἔχῃ ἀνάγκην τροποποιήσεως, εἴτε διὰ νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, εἴτε διὰ νὰ μὴ συνομολογῶνται συμβάσεις, αἵτινες περιορίζουσι τὴν ἐπὶ τὸ μέλλον ἐλευθερίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεμίχθη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ ἄλλη τις ὕλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας καλοῦμαι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχω γνώμην, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι χρεωστῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ οἰκοδομικαὶ ἐργασίαι, αἵτινες ἐγένοντο ἄλλοτε τῇ δαπάνῃ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐγένοντο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἀκολουθήσει τὴν τακτικὴν ταύτην· ἑπομένως, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, θέλει συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θέλει φέρει σύμβασιν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα συνομολογηθῇ δάνειον ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου· ἐὰν δὲ τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ διὰ δανείου εἴτ’ ἄλλως πως προμηθευθησόμενα, ἤθελε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταχειρισθῇ εἰς οἰκοδομικὰς ἐργασίας εἴτε εἰς ἄλλα ἔργα, οὐδὲ τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, διότι τοιαῦται εἰσὶν αἱ ἀξιώσεις τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ἡσυχίαν αὐτῆς.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθαρῶς ἐξήγησεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνωσι τὰ πράγματα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι πρόκειται τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀρύεται ἐκ τοῦ καταστατικοῦ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν οἰκοδομῶν τινων. Τὸ καταστατικὸν αὐτὸ τῷ παρέχει τὴν ἄδειαν, καὶ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ν’ ἀποταθῇ πρός τινα, ὅπως ζητήσῃ ἐξηγήσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσέθηκεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τούτων θέλει ἀρκέσει ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου, ἤτοι τοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δαπανηθησομένου χρήματος ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις ἡ ὑπάρχουσα. Ἐγὼ δὲν συνέπεσε νὰ ἔλθω εἰς κἀμμίαν συνεννόησιν πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, τοὐλάχιστον δὲν συνέπεσε νὰ κλείσω τοιαύτην συμφωνίαν. Ἐγένετο λόγος περὶ οἰκοδομῆς ἢ περὶ ἀγορᾶς κτιρίου πρὸς τοποθέτησιν κεφαλαίων τοῦ ταμείου, ὑποχρεουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῆς ἐπαγγελίας του ν’ ἀναγράψῃ ποσὸν ἀνάλογον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ λόγῳ μισθώματος, ἀλλὰ δὲν προέβημεν εἰς ἀπόφασιν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἶχον ἐνδοιασμοὺς, ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεταχικοῦ Ταμείου συνεβιβάζετο πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ λογιστικοῦ νόμου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὑποχρεώσεων, τῶν ἀναλαμβανομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Διὰ τοῦτο δὲ προέβαλα τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἂν δὲν ἤθελε προβῆ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον εἰς τὴν δαπάνην εἰ μὴ μετὰ συνωμολογημένην σύμβασιν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ δανείου, κανονίζουσαν τὰ τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου καὶ περὶ ἧς θ’ ἀπῃτεῖτο ψῆφος τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ἀνάγκη θὰ ὑπῆρχε τῶν παρατηρήσεών μου. Οὐδεμία ἀνάγκη αὐτῶν θὰ ὑπῆρχεν, ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκοδομὴν, ἂν δὲν ἐζήτει τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν. Τοιαύτην οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἐθεώρησα ἄρα, ὅτι θὰ ἦναι πρέπον ν’ ἀναγράψωμεν αὐτὴν ἐν τῷ νόμῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρατηρεῖ, ὅτι δὲ θέλει προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιοῦτον ἔργον, δὲν θέλει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ, ἐὰν μὴ πρότερον συνομολογηθῇ σύμβασις καὶ ληφθῇ ἄδεια τῆς Βουλῆς περὶ οἰκοδομῆς· ἀλλὰ τίς ἐγγυᾶται ὅτι τοὺς περιορισμοὺς τούτους, τοὺς ὁποίους ἐπαγγέλλεται, ὅτι θέλει ἐπιβάλει εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν, θέλει ἐπιβάλει καὶ ἡ μέλλουσα, ἀφοῦ μάλιστα γινώσκομεν, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐθεώρησαν ἑαυτὰς ὑποχρέους νὰ ἐμποδίσωσι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, ὅπως ἀναλάβῃ τοιαύτας δαπάνας, καὶ ἀφοῦ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδείκνυον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα τοιαῦτα ἄνευ αἰτήσεως νομοθετικῆς ἀδείας περὶ δανείου ἢ περὶ οἰκοδομῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑποχρεώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον εἰμὴ τῆς ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὑποχρεώσεως, ἥτις ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ νόμιμον κῦρος ἢ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, θὰ εἶχε δὲ ἠθικὸν μόνον κῦρος διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη;
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΑΝΔʹ Νόμου περὶ καταχωρίσεως Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μεταβολὴ αὕτη γίνεται, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸ πολύτομον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εὐκολύνωμεν τὴν χρῆσιν αὐτῆς, ὑπάρχει δὲ καὶ λόγος οἰκονομίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1884 ἐκ δραχμῶν 75,000. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ἐπιβεβλημένων διὰ τοῦ Νόμου ΡΟΕʹ τῆς 8 Αὐγούστου 1850 φόρων πρὸς κατασκευὴν προκυμαίας ἐν Κατακώλῳ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῶσι, παρακαλῶ, νομοσχέδια ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἀπριλίου 4 Μαΐου ΑΡΠΑʹ Νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐν σταφιδαμπέλοις κλ. καὶ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Πατρῶν. Ἄρθρον πρῶτον. (Ἀναγινώσκεται).
§79ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ Τύρναβον καὶ ἡ Καλαμπάκα.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τεθῇ καὶ ὅπου τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἤθελον τὸ ζητήσει, διὰ νὰ τελειώσωμεν μιὰ γιὰ πάντα.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§82ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντίκειμαι νὰ περιληφθῇ ἡ Ἐπαρχία τῆς Καλαμπάκας καὶ τοῦ Τυρνάβου. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν ἂν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐκεῖ εἶναι πλῆρες καὶ ἀπόλυτον, ἢ ὑπόκειται εἰς περιορισμοὺς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ ζημίας.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαγράφονται αἱ Ἐπαρχίαι Τυρνάβου καὶ Καλαμπάκας. (Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως Νόμου περὶ πενταετοῦς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν περὶ γραφείων βʹ καὶ γʹ τάξεως ὡς καὶ τῶν ἰσοβάθμων ὑπαλλήλων διατάξεων τοῦ περὶ προσόντων τῶν Δημοσίων λειτουργῶν Νόμου ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καταγομένους καὶ ἐν αὐταῖς διοριζομένους τοιούτους.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία, ὅπως γίνῃ ὁ Νόμος γενικώτερος.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγω· ἀλλὰ νὰ τεθῇ ἐν τῷ Νόμῳ, ὅτι διὰ τὰς ἐπιλοίπους Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖται ἡ προσαγωγὴ ἀπολυτηρίου τοῦ Γυμνασίου ἢ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐκ τοῦ προχείρου νὰ θίξωμεν τὸ θεμέλιον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ Νόμος περὶ προσόντων· ἄλλως, καλλίτερον διὰ μιᾶς διατάξεως ν’ ἀφαιρεθῇ.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἀπαιτεῖ διὰ τοὺς εἰσαγομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δύω προσόντα τὸ πρῶτον προσὸν εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἐδιδάχθησαν ἐν ἐκπαιδευτηρίῳ τινὶ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἀπαιτῇ ἀπόδειξιν, ὅτι ἐδιδάχθησαν καὶ ἐτελείωσαν τὰ μαθήματά των ἐν Ἑλληνικῷ Σχολείῳ ἢ ἐν Γυμνασίῳ. Τὸ προσὸν τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαιτηθῇ καὶ νὰ ἐξακολουθῇ κατὰ τοῦτο ἰσχύουσα ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ὁ ἰσχύων νόμος ἀπαιτεῖ καὶ ἓν ἄλλο προσὸν, ἤτοι νὰ διετέλεσαν ἐν Δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ἐν ὁμοιοβάθμῳ θέσει πρὸ τῆς ἀποκτήσεως τῶν προσόντων, εἴτε νὰ διαγωνισθῇ καὶ διαπρέψῃ ἐν διαγωνισμῷ. Δὲν σᾶς κρύπτω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι οὐδεμίαν ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαγωνισμῶν καὶ εἰς τὰς γνώμας περὶ τῆς ὑπεροχῆς, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξαν οἱ διαγωνισθέντες. Εἶναι προσὸν, τὸ ὁποῖον προβάλλεται διὰ νὰ μειόνῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ τὸ διορίζειν, ἀλλὰ δὲν ἐγγυᾶται παντάπασι περὶ τῆς ἀληθείας. Εἶναι δὲ γνωστόν πῶς διεξάγονται οἱ διαγωνισμοί, καὶ πῶς γίνεται ἡ ἐπὶ τῶν διαγωνισθέντων κρίσις. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ περὶ τῆς κρίσεως τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ἴσως ἠδύνατο τὸ προσὸν τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ μειώσωμεν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιζήτησις τοῦ προσόντος τούτου ἐπάγει. Διὰ τοῦτο δὲν ἀντιλέγω εἰς τὸ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Δωρίδος κ. βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Βάλτου κ. βουλευτοῦ, ἤτοι νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως γραφέων καὶ εἰς τὰς ἄλλας ὁμοιοβάθμους θέσεις νέοι, ἔχοντες μόνον τὸ προσὸν τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ σχολείου ἢ τοῦ Γυμνασίου, νὰ μὴ ἀπαιτῆται δὲ τὸ ἄλλο προσὸν, ὅτι διετέλεσαν ἐν ὁμοιοβάθμῳ ὑπηρεσίᾳ ἢ διέπρεψαν ἐν διαγωνισμῷ.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν τὸ πρῶτον εἰσήγαγεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν περιεῖχε τὴν περὶ διαγωνισμοῦ διάταξιν, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, ἐζητήθη δὲ παρὰ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε καὶ μετὰ καιρὸν, ὅταν ἐπανελήφθη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἐγένετο δεκτὸν καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὁ ὅρος τοῦ διαγωνισμοῦ. Διατί δὲ ἐτέθη ὁ ὅρος τοῦ διαγωνισμοῦ; ἐτέθη διὰ νὰ πληρωθῇ ὁ κυριώτατος σκοπὸς τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἦτο νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἄνευ περιορισμοῦ τινος τοὺς ὑπαλλήλους, ἐπηρεαζομένη ἀπὸ τὰς συστάσεις τῶν φίλων βουλευτῶν. Αὐτὸς ἦτο ὁ κυριώτατος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὴν τὴν πρόφασιν, ὅτι τοὺς διορισμοὺς ἤθελε κάμνει μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὸ προσὸν τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ Σχολαρχείου ἢ τοῦ Γυμνασίου, ὅταν δὲν κάμῃ τὴν ἐκλογὴν τῶν φίλων τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα αὐτά· διότι βεβαίως τί ἤθελε γίνεται ἄνευ τῶν δύω τελευταίων προσόντων; ἤθελον παρουσιάζεσθαι ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Σχολαρχείου ἢ Γυμνασίου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς κατὰ τὰς συστάσεις, εἴτε τῶν φίλων, εἴτε τῶν βουλευτῶν ἤθελεν ἐκλέγει ἐκείνους μεταξὺ αὐτῶν, ὅσοι ἤθελον ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα. Λοιπὸν εἴπομεν νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὅρος τοῦ διαγωνισμοῦ, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ εἰσέλθουν καὶ ἐκ τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ κόμμα, ὅταν ἔχωσι τὰ ἄλλα προσόντα. Ὁ λόγος, ὅτι τὰ προσόντα τὰ ἐκ προκαταβολῆς ἀπαιτούμενα ἢ οἱ διαγωνισμοὶ δὲν ἐξασφαλίζουσιν, εἶναι πρόφασις καὶ θὰ ὑπάρχῃ αἰωνίως πρόφασις. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ λαμβάνων δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν τοῦ διδάκτορος, νὰ ἐπαγγελθῇ τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου ἢ τοῦ ἰατροῦ. Γίνεται μία βάσανος, ἀλλ’ αὐτὸ ἐπίσης δὲν ἀρκεῖ· καὶ ἐν τούτοις ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει τοὺς λαβόντας δίπλωμα, ὅτι ἔχουσι τὴν ἱκανότητα αὐτήν. Κατὰ τί ἐπηρεάζει αὐτὸ τιθέμενον ἐν τῷ Νόμῳ; ὄχι ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς δοκιμασίας πιστοποιεῖ τὴν δοκιμότητα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐμπνέοντες τὸν φόβον τῆς δοκιμασίας τοὺς ἀναγκάζομεν νὰ παρασκευάζωνται. Ὁ γνωρίζων π. χ. ὅτι θὰ ὑποστῇ ἐξετάσεις, θὰ παρασκευασθῇ διὰ νὰ γίνῃ καλλίτερος. Τώρα αὐτὸς ὁ Νόμος δύναται νὰ προΐδῃ καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις, δύνανται νὰ δημοσιεύωνται τὰ ἀποτελέσματα διὰ τῆς Ἐφημερίδος πρὶν γίνῃ ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασις, καὶ ὅταν δημοσιευθῇ τὸ δοκίμιον ἑνὸς ἀνορθογράφου καὶ ἑνὸς ὀρθογράφου, βεβαίως ἡ κοινωνία θὰ ἀποτρέψῃ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δώσῃ τὸ γέρας εἰς τὸν ἀνορθόγραφον. Ἄλλως δὲ δὲν κερδίζομεν καὶ τίποτε, διότι Κυβέρνησις ἄλλη, ἐρχομένη μετά τινα χρόνον, τὸν Νόμον αὐτὸν θὰ τὸν ἀνατρέψῃ, καὶ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς θὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τὸν δρόμον. Λοιπὸν οὔτε πρακτικὸν εἶναι ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τοῦτο. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διατελοῦσα ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὴν Ἐξουσίαν, θὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσαγάγῃ πολλοὺς, ἂν καὶ δύναται τώρα διὰ μιᾶς νὰ τὸ κάμῃ.
§90ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει διὰ νὰ εἰσαγάγωσι τοὺς φίλους των, διὰ νὰ ἔχωσι τὴν παραμυθίαν ὅτι, ἂν μείνωσι χρόνον τινὰ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, θέλουσιν εὑρεῖ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διορίσωσιν αὐτούς. Πρόκειται περὶ τῆς Ἐπαρχίας Βάλτου, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκονται νὰ διορισθοῦν γραφεῖς καὶ εἰσπράκτορες.
§91ΚΟΡΙΖΗΣ. Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου Ἐπαρχίαν.
§92Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας εἶπεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Εἶπον πολλάκις, ὅτι εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὰς ἀποφάσεις Ἐπιτροπῶν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, φθάνει, ὅτι διορίζονται ἀπὸ τὴν προϊσταμένην των Ἀρχὴν, δὲν ἔχω πεποίθησιν· δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰς ἀποφάσεις μιᾶς Ἐπιτροπῆς, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συγκροτηθείσης, ἥτις ἐξήτασε τοὺς πρὸς προβιβασμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τοὺς ἱκανωτέρους κατώρθωσε νὰ φέρῃ πρώτους ἐπιλαχόντας, διότι πρὶν νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ ὑποψήφιοι, περιήρχοντο τὰ θέματα εἰς γνῶσιν τῶν ἐξετασθησομένων. Δὲν ἔχω λοιπὸν οὐδεμίαν ὑπόληψιν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, εἴτε ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, εἴτε ἀπὸ Ἐπιστήμονας, εἴτε ἀπὸ Καθηγητὰς, εἴτε ἀπὸ Διδασκάλους καὶ ἂν σύγκεινται· ὅλοι οὗτοι θὰ ἐξασκήσωσι μεταξύ των συναλλαγὰς ἢ τὰς παραγγελίας τῶν Ὑπουργῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία, ἣν μᾶς διδάσκει πεῖρα πεντήκοντα ἐτῶν, τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον παρὰ συναλλαγὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὰς Ἐπιτροπὰς ἢ μεταξὺ των ἢ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος δὲ περὶ προσόντων ἔθεσεν αὐτὸν τὸν ὅρον τοῦ διαγωνισμοῦ ἐνώπιον βέβαια Ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ καλύψῃ ἄλλας ἀσχημίας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι τόσον σοβαρὸς εἶναι ὁ νόμος, ὥστε ἔχει καὶ διαγωνισμὸν ἀκόμη· ἀλλὰ πότε; ἀφοῦ ἐξησφάλισαν οἱ Ὑπουργοὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν φίλων διὰ τῆς διατάξεως, τῆς ὁριζούσης ὡς προσὸν τοὺς προϋπηρετήσαντας. Καὶ ἠξεύρετε ὁποία χρῆσις ἐγένετο τῆς διατάξεως ταύτης; Σᾶς μνημονεύω μίαν ἀπὸ τὰς πλείστας δολιότητας, ἃς μετῆλθον οἱ Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ Μαλοκίνης, ὁ Γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας Εὐβοίας, ἐπαύθη τέσσαρας ἡμέρας, διὰ νὰ διορισθῇ εἰς τὴν θέσιν του ἄλλος, ὅστις νὰ ἀποκτήσῃ διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν τεσσάρων τούτων ἡμερῶν τὸ προσὸν τοῦ προϋπηρετήσαντος διὰ νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν τοῦ βαθμοῦ Τμηματάρχου. Ἡ περίστασις αὕτη μᾶς διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πρακτικώτεροι καὶ νὰ ἠξεύρωμεν πῶς ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅσον ἀγράμματος καὶ ἂν ἦναι εἷς φοιτητὴς, δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ γραφεὺς Γʹ τάξεως; καὶ ἐν τούτοις πρέπει ἢ νὰ δώσῃ νέας ἐξετάσεις ἢ νὰ προϋπηρέτησε δηλαδὴ καὶ ὁ ἐξελθὼν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, ἐπειδὴ προϋπηρέτησε πέντε ἡμέρας, θεωρεῖται καταλληλότερος τοῦ φοιτητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ περιοριστικαὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ, ἐτέθησαν μὲ ὀπισθοβουλίαν, διότι ἄλλως δὲν ἔπειθεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸν νόμον περὶ προσόντων. Εἴπατε, κ. Δεληγιώργη, νὰ δημοσιεύωνται πρὶν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων καὶ πρὸ πάντων τὰ ἔγγραφα γυμνάσματα ἐν τῇ «Ἐφημερίδι»· ἀλλὰ τίς θὰ μᾶς ἐγγυηθῇ, ὅτι δὲν θὰ προπαρασκευάσωσιν εἴς τινας ἐξεταζομένους τὰ θέματα τῶν ἐξετάσεων αὐτὰ τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν; Κύριοι, ὕστερα ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν σύστασιν τῆς ὁποίας ἐδόθη ὁμολογουμένως πολλὴ προσοχὴ, ἐννοῶ τὴν ἐξετάζουσαν τοὺς Δικαστὰς, ὕστερον, λέγω, ἀπὸ τὴν σύστασιν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς πόσους Δικαστὰς δὲν ἔχομεν ἐλεεινούς; ὄχι ἐστερημένους νομικῆς ἱκανότητος, ἀλλ’ ἀγραμμάτους; μνημονεύω ἕνα, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς ἐξετάσεις παρευρέθην. Τὸν ἠρώτησαν πόσων εἰδῶν δωρεὰς ἔχομεν, καὶ τὴν προῖκα ἀπήντησεν. Αὐτὸς μοὶ εἶπον μέχρι 45 ἐτῶν ἦτο Δημοδιδάσκαλος, κατώρθωσε κατόπιν καὶ ἐπῆρε ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ κατόπιν δίπλωμα Πανεπιστημίου, ὅπως ἐνίοτε τὰ πέρνουν πολλοί, καὶ ὕστερον κατατάττουν καὶ τὴν προῖκα μεταξὺ τῶν δωρεῶν· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν ἐνέκρινεν ἄξιον νὰ γίνῃ Δικαστὴς καὶ εἶναι τοιοῦτος πρὸ τριῶν ἐτῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς εἶναι ἴσα ἴσα μία ἐνίσχυσις εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὄχι πρόσκομμα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, διὰ νὰ διορίζῃ ἐκείνους, οὓς θέλει.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔλιπεν αὐτὸς ὁ διαγωνισμὸς, ἤθελον διορισθῆ καλλίτερα πρόσωπα τῶν διορισθέντων;
§94ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὶν τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ διοριζόμενοι Δικασταὶ ἦσαν κατώτεροι τῶν διοριζομένων μετὰ τὴν σύστασίν της; σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἦναι καλλίτεροι Δικασταὶ ὅσοι διωρίσθησαν μετὰ τὸ 1877 ἢ οἱ πρὸ 1877; Διηγωνίσθητε σεῖς, κ. Κωνσταντόπουλε, ἢ ὁ κ. Οἰκονόμου καὶ τόσοι ἄλλοι διακριθέντες εἰς τὸ δικαστικὸν στάδιον;
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Δικηγόρων οἱ ἡμίσεις καὶ πλέον ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν Δικασταὶ, καὶ ἐξ αὐτῶν τὰ τέσσαρα πέμπτα δὲν τολμοῦν νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις καὶ δι’ αὐτὸ δὲν διορίζονται.
§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τολμοῦν νὰ προσέλθουν, διότι δὲν ἔχουν φίλους νὰ μεσιτεύσωσιν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ κηρυχθῶσι διὰ πλειοψηφίας δεκτοί· διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι οἱ διὰ ὁμοψηφίας εἶναι ὀλίγιστοι. Διὰ τοὺς ὁποίους διέλαβον λοιπὸν λόγους, συμφωνῶ μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ διὰ τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑποχρέωσις, καὶ τὰ ἄλλα προσόντα ἂς μείνωσι.
§97ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον διὰ τὰς θέσεις γραφέως βʹ καὶ γʹ τάξεως, διότι διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς δὲν εἶναι μελετημένη ἡ ὑπηρεσία.
§98ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὥστε ὁ τακτικὸς βʹ τάξεως, ὁ ὁποῖος ἔμεινε καὶ ἐνετρίβη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αʹ τάξεως Ταμίας; Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ νόμοι ἀπό τινος καιροῦ γίνονται διὰ νὰ πωλήσωμεν δημοτικότητα εἰς μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μετὰ τῆς μαθήσεως ἀπαιτεῖται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ πεῖρα, καὶ διὰ τοῦτο κατεσκευάσαμεν νόμους, δι’ ὧν περιωρίσθημεν νὰ διορίζωμεν ἄνευ περιορισμῶν δύο τάξεις ὑπαλλήλων, κλητῆρας καὶ Νομάρχας.
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ Νόμος περὶ προσόντων δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· αὐτὴ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862 ἐξήνεγκε τὴν εὐχὴν, ὅπως τὸ ταχύτερον καταρτισθῇ Νόμος περὶ προσόντων. Μετὰ πολλὰς ἀναβολὰς, μετὰ πολλὰς προσπαθείας κατηρτίσθη· ἤδη ζητεῖται ἡ κατάργησις αὐτοῦ, ὅπως ἔχωμεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας. Ὁ Νόμος περὶ προσόντων συνεπάγεται καὶ διαγωνισμὸν, διότι μόνον τὸ δίπλωμα δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν εἰδικὴν ἱκανότητα τοῦ προσερχομένου διὰ νὰ λάβῃ μίαν ὑπηρεσίαν. Ἐκτὸς τούτου, τί ἐπιζητοῦν οἱ καθιεροῦντες τὸν συναγωνισμόν; ἐπιζητοῦν νὰ μὴ γίνεται χάρις ἢ προσωποληψία, νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ πράττῃ ἄλλο ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας· παντοῦ ὅπου ὑπάρχουν προσόντα, ὑπάρχει καὶ διαγωνισμὸς, διότι ὑπάρχει ἐγγύησις, ὅτι πρὸς τὰ προσόντα τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπάρχει καὶ ἡ ἐμπειρικὴ ἱκανότης. Ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῶν συναγωνισμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγος νὰ καταργηθῇ ἡ σωστικὴ ἀρχὴ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ζητεῖτε νὰ καταργήσητε τὸν ἔλεγχον, τὰς ἐξετάσεις· τότε καταργήσατε τὰς ἐξετάσεις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τῶν Γυμνασίων· τί ἀναγκαιοῦν; καὶ αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συναλλαγή. Λοιπὸν πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὸν διαγωνισμόν, διότι ὁπωσδήποτε εἶναι μία ἐγγύησις, ὅπως δὲν διορίζομεν δικηγόρους καὶ ἂν ἔχουν πτυχίον διδάκτορος πρὶν δώσουν ἐξετάσεις, ὅτι γνωρίζουν νὰ ἐφαρμόσουν ὅ,τι ἔμαθον. Μὴ καταργῆτε ἀρχὰς σωστικάς.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καθ’ ὃν τρόπον διωρίζοντο μέχρι τοῦδε οἱ δικηγόροι, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θέλουσι διορίζεσθαι καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Μεσσηνέζης συγχύζει τὰ πράγματα, ὑπολαμβάνων, ὅτι πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν διὰ νὰ καταργήσωμεν σήμερον τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Πρόκειται περὶ θεραπείας ἀνάγκης ἀνυπερβλήτου, ἐν ᾗ εὑρέθησαν αἱ ἄρτι προσαρτηθεῖσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἐπαρχίαι. Ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ταύταις πρὸ μικροῦ συνεστήθησαν Γυμνάσια, καὶ πρὸ μικροῦ συνεστήθησαν Σχολεῖα, διοίκησις δ’ Ἑλληνικὴ δὲν συνεστήθη εἰμὴ κατὰ τὸ 1882. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ὑπηρετήσαντες εἰς θέσιν δημοσίαν, δὲν ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλοὶ ἔχοντες ἀπολυτήρια. Ζητοῦμεν νὰ διορίσωμεν εἰς μικρὰς θέσεις, ζητοῦμεν ἂν προϋπηρέτησαν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εὑρίσκομεν, ὅτι δὲν προϋπηρέτησαν, ζητοῦμεν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμὸν, τοιοῦτος δὲν ἐγένετο. Λοιπὸν ἐκ τοῦ τόπου δὲν εὑρίσκομεν ἀνθρώπους ἔχοντας τὰ προσόντα. Ἐκ τῶν ἄλλων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν στέργουσι νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, διότι οἱ μισθοὶ, οἱ ὁποῖοι δίδονται εἰς τοὺς γραφεῖς δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, εἶναι μικροί. Λοιπὸν ἕνεκα ἀνάγκης ὡμολογημένης προβαίνομεν εἰς τὴν τροποποίησιν κατὰ τοῦτο τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλὰ συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, προυτάθη ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Βαλτινοῦ καὶ Μαργέλλου καὶ ὑπὸ ἄλλων, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ μόνων τῶν γραφέων δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως καὶ τῶν ὁμοιοβάθμων θέσεων καὶ ἐπὶ τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου. Ἂς ἐξετάσωμεν τὶ θέλει συμβῆ, ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βαλτινοῦ καὶ τοῦ κυρίου Μαργέλλου, καὶ τὶ θέλει συμβῆ, ἐὰν ἀποῤῥίψωμεν αὐτήν. Γνωρίζω, ὅτι ἔν τισι τῶν Ἐπαρχιῶν δὲν εὑρίσκονται ἔχοντες τὰ προσόντα διὰ νὰ διορισθῶσι Δημόσιοι Εἰσπράκτορες, καὶ ἐμνημόνευσα ἤδη τῆς Ἐπαρχίας Βάλτου. Εἰσπράκτορας νὰ εὕρητε ἐκ παρακειμένων Ἐπαρχιῶν εἶναι δύσκολον, διότι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μεταβῆ, δὲν στέργουσι καὶ οἱ κάτοικοι δυσφοροῦσιν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τῶν βουλευτῶν Δωρίδος καὶ Βάλτου, ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ κακόν; Ὅτι θέλουσι διορίζεσθαι εἰς θέσεις, ἐχούσας τὸν βαθμὸν γραφέως δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως, ἐν μὲν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις νέοι ἔχοντες μόνον τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου, ἐν δὲ ταῖς προσαρτηθείσαις νέοι ἔχοντες τὸ ἀπολυτήριον Σχολείου. Ἀφοῦ δὲ διορισθῶσι, θέλει λειτουργεῖ κατὰ τὰ ἄλλα ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων· ἑπομένως θέλει λειτουργεῖ πᾶσα ἡ διαδικασία τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω πῶς ἀνατρέπεται ἡ τάξις καὶ πῶς ἀνατρέπονται αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, τὰς ὁποίας ἦλθεν ὁ κ. Μεσσηνέζης νὰ διασώσῃ.
§101ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον κατέλαβε τὴν Βουλήν, πνεύματος τείνοντος εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς προσκόμματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Νομοσχέδιον δὲν κάμνω καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἐπέκτασιν, ὑπαγορεύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον εἶπον. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι μετὰ 50 ἐτῶν Διοίκησιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι ἔχοντες τὰ προσόντα εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας. Δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ διαμαρτύρωμαι κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐκδηλοῦται ἐν τῇ Βουλῇ.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν περὶ τῆς προτάσεως Νόμου, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν ὑποβάλλεται ἀντίῤῥησις. Ἤδη ζητεῖται ἡ ἐπέκτασις τῆς προτάσεως καὶ εἰς τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Νομίζω πρῶτον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πολὺ σχετικὸν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον· δεύτερον δὲ φρονῶ, ὅτι ἂν πρόκηται νὰ ἐπιφέρωμεν μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ Νόμου περὶ προσόντων, καλὸν εἶναι νὰ ἐμβλέψωμεν ἐν συνόλῳ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη καὶ ἑτέρων μεταβολῶν, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ συναγωνισμοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου, ἐγὼ ἀντετάχθην κατὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πρώτους διορισμούς, καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ ἔχων δίπλωμα Σχολαρχείου, πρέπει νὰ διορίζηται, ἄνευ διαγωνισμοῦ, γραφεὺς βʹ ἢ γʹ τάξεως· ὁ ἔχων δίπλωμα Γυμνασίου, γραφεὺς αʹ τάξεως, καὶ ὁ ἔχων δίπλωμα Πανεπιστημίου νὰ διορίζηται γραμματεὺς βʹ τάξεως, καὶ μόνον διὰ τοὺς περαιτέρω προβιβασμοὺς νὰ γίνηται διαγωνισμός. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν, καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ προσόντων νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς ἑτέραν συζήτησιν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ τεθῇ οὕτω: «Διὰ τὴν θέσιν γραφέως βʹ καὶ γʹ τάξεως εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας δὲν θέλει ἀπαιτεῖσθαι διαγωνισμὸς ἢ προϋπηρεσία, ἀλλὰ μόνον τὸ ἀπολυτήριον».
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὁμοίως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5 μετὰ μεσημβρίαν. (Ὥρᾳ 12 45′ Μ. Μ). (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ.)
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Ζακύνθου ἀπεστάλη πρὸς τὴν Βουλὴν πολλῶν καπνοπωλῶν, συγχαιρόντων τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ. Ἀναφορὰ δύω καταδίκων, ζητούντων τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν των, διότι ἀποθνήσκουν τῆς πείνης. Αἴτησις διαφόρων πολιτῶν κατοίκων Πατρῶν, αἰτούντων ὅπως διὰ νόμου ἀναγνωρισθῇ εἰς τοὺς κατόχους ἐθνικῶν γηπέδων καὶ οἰκοδομῶν ἡ κυριότης ἐπὶ ἀποζημιώσει κατ’ ἐκτίμησιν. Ἀναφορὰ Σοφίας Στεφανοπούλου, χήρας τοῦ ἐν Λαυρίῳ φονευθέντος ὑποταμίου τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας, ζητούσης ἰσόβιον σύνταξιν ἢ ἅπαξ διὰ παντὸς χορήγησιν χρηματικοῦ ποσοῦ 15 χιλιάδων δραχμῶν.
§109ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζεται εἰς τρίτην συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων, τῶν πληρωτέων τῷ κομιστῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ ἄρθρου πρώτου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς ἠκούσατε, ἐτροπολόγησε, παρατηρῶ ὅτι ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἐτροπολογήθη, ἀναφέρονται ὡρισμένοι μόνον τίτλοι εἰς τὸν κομιστήν, κατὰ συνέπειαν οἱ ὑπόλοιποι τίτλοι εἰς τὸν κομιστήν, οἱ μὴ ἀναφερόμενοι, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, τὸ θεωρῶ ὅλως ἄτοπον, διότι καὶ αὐτὰ τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἴτε τῆς Ἰονικῆς εἶναι τίτλοι εἰς τὸν κομιστήν, χρήζοντες ὅλης τῆς προστασίας ἐκείνης, ἣν παρέχομεν εἰς τοὺς ῥητῶς ἀναφερομένους τίτλους· ἑπομένως τὸν περιορισμὸν τοῦτον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἐννοήσω. Φρονῶ, ὅτι ὅπως χρειάζεται νὰ προστατεύσωμεν τὸν κάτοχον χρεωγράφων ἢ μετοχῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸν κάτοχον τραπεζικῶν γραμματίων. Καθ’ ὅσον τώρα, κύριοι, ἀφορᾷ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου, εἶπον χθὲς πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει, εἶναι ἐλλειπὴς καὶ ὅτι ἡ μόνη ὀρθή, πλήρης καὶ τελεία σύνταξις αὐτοῦ, ἡ ἐπιτυγχάνουσα τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἅπαντες ἐπιδιώκομεν, εἶναι ἡ παραδοχὴ τοῦ Γερμανικοῦ κειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἤγουν τοῦ ἄρθρου 306 καὶ 307 τοῦ ἐμπορικοῦ Γερμανικοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω πλέον εἰς τὰ χθὲς λεχθέντα διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ πλημμελὲς τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ἔχει, περιορίζομαι νὰ ἐρωτήσω τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸ τί γενήσεται ἐν τῇ ἑξῆς περιπτώσει: Ἔμπορος ἐμπιστεύεται εἰς ὑπάλληλόν του χρεώγραφα 100 χιλιάδων δραχμῶν καὶ ἀποστέλλει αὐτὸν νὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τρίτον· καθ’ ὁδὸν δανειστὴς τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ἐνεργεῖ κατάσχεσιν καὶ κατάσχει ἐπ’ αὐτοῦ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν χρεωγράφων τούτων. Κατὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 ἡ κυριότης τῶν χρεωγράφων μεταβιβάζεται δι’ ἁπλῆς παραδόσεως· κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ ὁ ἔμπορος παρέδωσεν εἰς τὸν ὑπάλληλόν του τὰ χρεώγραφα ταῦτα, ὁ ὑπάλληλος πρέπει νὰ θεωρηθῇ κύριος τῶν χρεωγράφων.
§113ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν θά τ’ ἀποστέλλῃ μὲ τὸν ὑπάλληλόν του.
§114Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§116ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν, διότι τὸ ζήτημα παρουσιάζεται ὑπὸ δύο διαφόρους βάσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡμεῖς ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι συντασσόμεθα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, παραδεχόμεθα μίαν βάσιν, ὁ κ. Κωνσταντόπουλος παραδέχεται μίαν ἄλλην. Καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος δύναται νὰ ἔχῃ δίκαιον καὶ ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον· μένει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ποίαν τῶν δύο βάσεων παραδέχεται· ἀνάγκη δὲ νὰ γείνῃ ἡ μεταξὺ τῶν δύο διάκρισις, ὅπως δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ποῖον σύστημα προτιμᾷ. Ὅπως ἠκούσατε, σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ διευκολύνῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν χρεωγράφων αὐτῶν, ἀνάγκη ἡ ὁποία παρουσιάσθη καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη καὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἡ ὁποία κατεδείχθη ἐκ τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν κυκλοφορίαν τῶν χρεωγράφων αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου παρεδέχθη ἐκ διαφόρων συστημάτων, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς πρὸς ἄλληλα διαφέρουν, τὸ νεώτερον σύστημα, τὸ τῆς Ἰταλικῆς Νομοθεσίας, ἑπομένως μὲ ὀλίγας λέξεις θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον χθὲς ὡς πρὸς τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ἑκατέρου συστήματος. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος σᾶς ἐπανέλαβε τὸ Γερμανικὸν σύστημα, καὶ ἔχει δίκαιον. Κατὰ τὸ Γερμανικὸν σύστημα πᾶς καλῆς πίστεως κάτοχος εἶνε κύριος, κατὰ παντὸς δὲ δύνασθε νὰ διεκδικήσητε τὸ χρεώγραφον, ἐὰν δὲν ἦνε καλῆς πίστεως κάτοχος. Ἡ Γαλλικὴ Νομοθεσία ἐπιτρέπει καὶ κατὰ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου τὴν διεκδίκησιν τοῦ χρεωγράφου, ἐὰν τοῦτο εἶνε προϊὸν κλοπῆς, ἢ ἀπωλείας. Δύνασθε νὰ μὴ γνωρίζετε, ὅτι εἶνε κλοπιμαῖον καὶ τὸ ἀγοράζετε· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διεκδικήσω, καὶ ἂν ἀποδείξω ὅτι εἶνε κλοπιμαῖον, νὰ τὸ λάβω. Τοῦτο δὲ ἐπιτρέπεται ἐντὸς τριετοῦς προθεσμίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ σύστημα ἀπεδείχθη ἐλαττωματικόν· ἐπῆλθε λοιπὸν νεωτέρα Νομοθεσία, ἡ Ἰταλική, κατὰ τὸ 1882, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ διεκδικηθῇ τὸ κλοπιμαῖον ἢ τὸ ἀπολεσθέν, ἀλλὰ μόνον κατὰ τοῦ κλέπτου ἢ κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὴν κλοπήν, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἠγόρασε, καὶ κατὰ τοῦ εὑρόντος ἢ κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὴν ἀπώλειαν. Τοῦτο ὥρισεν ἡ Ἰταλικὴ Νομοθεσία, καὶ αὐτὸ παραδέχεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, εἶνε ἀπόδειξις, ὅτι ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δὲν θὰ ὠφελήσῃ παντάπασι. Πῶς δύναται νὰ γνωρίζῃ ὁ ἀγοραστής, ὅτι ὁ ἔμπορος ἔδωσεν εἰς τὸν ὑπάλληλόν του τὸ χρεώγραφον διὰ νὰ τὸ μεταφέρῃ ἀλλοῦ; Ἐὰν θέσητε τὴν βάσιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐκπληροῦται.
§117ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα ἐγκλήματα· ἡ ἀπάτη, ἡ ὑπεξαίρεσις.
§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑπεξαίρεσις τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἐὰν μοὶ ἐμπιστευθῆτε τὸ χρεώγραφον, καὶ ἐγὼ τὸ οἰκειοποιοῦμαι; Ἀλλὰ σεῖς ἐκλέγετε τὸ πρόσωπον, καὶ ἐὰν ἐκλέξετε πρόσωπον μὴ ἔντιμον, αἴτιος τῆς ζημίας σας εἶσθε σεῖς, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἀπάτην τὸ ἴδιον συμβαίνει. Οἱ νομοθέται, οἱ ὁποῖοι ἐξῄρεσαν μόνον τὴν κλοπὴν καὶ τὴν ἀπώλειαν, ἀνεγνώρισαν ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν καὶ τὰς λοιπὰς ἐξαιρέσεις, θέλομεν ἐνισχύσει τοὺς δισταγμοὺς, τοὺς ὁποίους προτιθέμεθα νὰ προλάβωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία πρώτη ἀπέκλεισεν ὅλα τὰ ἄλλα, καὶ παρεδέχθη μόνον τὴν κλοπὴν καὶ τὴν ἀπώλειαν· λέγοντες δὲ κλοπὴν ἐννοοῦσι βεβαίως καὶ τὴν λῃστείαν, δηλαδὴ ὅταν παρὰ τὴν θέλησίν μου καὶ ἄνευ σφάλματος ἰδικοῦ μου ἀπεξενώθην τῆς κυριότητος τοῦ χρεωγράφου. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθοτάτη. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον καὶ χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν, εἶναι αἱ λέξεις καλῆς πίστεως, καὶ οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους εἶπον εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἅμα παραδέχεσθε, ὅτι ἡ κυριότης μεταβιβάζεται διὰ παραδόσεως καὶ ὅτι ὁ κομιστὴς εἶναι κύριος, ὅπως καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς χρεωγράφοις ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι πληρωτέα τῷ κομιστῇ «au porteur», νομίζω ὅτι ἡ ἐξέτασις, ἐὰν κατέχῃ καλῇ ἢ κακῇ τῇ πίστει, ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ νόμος νὰ ὑπηρετήσῃ, ἤτοι ὅτι ὁ φέρων εἶναι ὁ κύριος, ὅτι ἡ παράδοσις καὶ μόνη μεταβιβάζει τὴν κυριότητα· καθότι κατὰ τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν δὲν ἀρκεῖ ὁ ἀγοραστὴς νὰ παραλάβῃ τὰ χρεώγραφα, ὅπως κατὰ τὴν πρόληψιν τοῦ νόμου γίνῃ κύριος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸν τίτλον τοῦ πωλητοῦ· ἄλλως, διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβάλληται ἡ κυριότης του εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς καλῆς ἢ κακῆς πίστεώς του· τοῦτο δὲ εἶναι ἓν κώλυμα σπουδαιότατον διὰ τὴν κυκλοφορίαν. Διατί λοιπὸν νὰ θέσω τὰς λέξεις καλῆς πίστεως, ἀφοῦ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου ὁ κάτοχος εἶναι ὁ κύριος, ἡ δὲ ἁπλῆ παράδοσις μεταβιβάζει τὴν κυριότητα; Δὲν εὑρίσκω τὴν δευτέραν παράγραφον ἐλαττωματικὴν, ἀλλ’ εὑρίσκω τὴν πρώτην κατὰ τοῦτο καὶ μόνον. Διὰ τοῦτο χθὲς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ λείψωσιν αἱ λέξεις καλῆς πίστεως, καὶ νὰ λέγῃ τὸ κείμενον, ὅτι ὁ κάτοχος τῶν χρεωγράφων αὐτῶν θεωρεῖται κύριος. Ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὔτε ὁ νόμος οὗτος νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τοιαύτην κατάχρησιν· διότι ὁ νόμος ποῖον θέλει νὰ προστατεύσῃ; τὸν ἀγοραστὴν, ἢ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ λαμβάνει ὡς ἐνέχυρον, ἐκεῖνον δηλαδὴ εἰς τὸν ὁποῖον παραδίδεται τὸ χρεώγραφον ὑπὸ τοῦ φέροντος λόγῳ μεταβιβάσεως τοῦ ἐνεχύρου. Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸ κατέχει κατ’ ἐντολὴν ἄλλου, οἱ δανεισταί του δὲν δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ νὰ ἐνεργήσωσι κατάσχεσιν, διότι ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τοὺς δανειστὰς τοῦ κατέχοντος ὁπωσδήποτε, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσῃ κύριον τὸν φέροντα, ἀφοῦ αὐτὸς ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κύριος, ἀλλὰ κατέχει ἐν ὀνόματι ἄλλου· Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίπτωσις· ἡ κυριότης μεταβιβάζεται μόνον, ὅταν ὁ κομιστὴς κάμῃ χρῆσιν τῇ κατοχῆς καὶ ὡς κύριος τὸ διαθέτει.
§119ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πῶς θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν κατέχει;
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον πραγματικόν· ἡ δὲ ἀμφισβήτησις ἀντικείμενον ἀποδείξεως.
§121ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τότε δὲν ἠμπορεῖτε ποτὲ ν’ ἀποφύγητε τὴν δίκην.
§122ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀγοραπωλησίας· διότι ἅμα ἀγοράζω ἓν χρεώγραφον καλῇ τῇ πίστει, χωρὶς νὰ γνωρίζω ὅτι ἦτο κλοπιμαῖον καὶ τὸ κατέχω, εἶμαι κύριος αὐτοῦ, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἦτο κύριος ὁ πωλήσας, ἀρκεῖ ἐγὼ νὰ μὴ ἐγνώριζον, ὅτι ἦτο κλοπιμαῖον ἢ ἀπολεσθέν.
§123ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τὸ ἐπῆρε, λέγει δὲν εἶναι ἰδικόν σας, εἶναι ἰδικόν μου.
§124ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατ’ ἐκείνου ἔχετε τὴν πραγματικὴν ἀγωγὴν τῆς διεκδικήσεως, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνου μόνον προσωπικῶς, τὸ δὲ Νομοσχέδιον θέλει νὰ προστατεύσῃ τὴν κυκλοφορίαν, δὲν ἐννοεῖ ὅμως καὶ νὰ ἀποκλείσῃ τὴν ἐξάσκησιν τῶν λοιπῶν ἀγωγῶν.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παράδοσις δὲν ἔχει νομικὸν ὁρισμόν, ὅπως ἠξίωσεν ὁ προλαλήσας· παράδοσις σημαίνει ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα μεταβίβασις κινητοῦ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ὅτι παράδοσις νομικὴ εἶναι ἡ ἁπλῆ μεταβίβασις.
§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπηρέτην, εἰς τὸν ὁποῖον παραδίδετε χρεώγραφα, ὅπως τὰ φέρῃ εἰς τὴν οἰκίας σας, αὐτὸς δὲ ἠθέλησε νὰ τὰ ἰδιοποιηθῇ, δύνασθε νὰ ἐξασκήσητε ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ πολιτικοῦ καὶ ποινικοῦ Δικαίου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ὑπηρέτης τὰ πωλήσῃ, ἡ πώλησις εἶναι ἰσχυρά.
§127ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ λέγει;
§128ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Νομοσχέδιον, διότι ἐγὼ δὲν ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω ποῦ τὰ εὗρεν ὁ ὑπηρέτης. Ἐὰν ἐν γνώσει ὅτι ὁ ὑπηρέτης τὰ ἔκλεψε τὰ ἀγοράσω, τότε μάλιστα· ἀλλὰ καλῇ τῇ πίστει ἀγοράζων, δὲν ἔχω εὐθύνην.
§129ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκληματίου, τοῦ ὑπεξαιροῦντος· τότε ἐὰν ἴσχυον αἱ ποινικαὶ διατάξεις, θὰ ἀνεφέροντο ἐν τῷ Νόμῳ.
§130ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλεονέκτημα τοῦ Νομοσχεδίου, ὅτι μόνον δύο περιστάσεις θέλει νὰ ἐξαιρέσῃ. Ἐὰν εἶσθε τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ προστατεύσῃ τὸ Νομοσχέδιον, δεχθῆτέ το· ἄλλως, ἀποῤῥίψατέ το. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ περιορίσητε, διότι τότε ματαιόνετε τὸν σκοπὸν τοῦ Νομοσχεδίου.
§131Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων ἐνοήσατε ἅπαντες, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίου ἀντικειμένου· τουτέστι περὶ τῆς εὐχεροῦς μεταβιβάσεως καὶ συναλλαγῆς τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων. Ἐπειδὴ δὲ τὰ χρεώγραφα ταῦτα ἀντιπροσωπεύουν πολλὰ ἕκαστον, ἕπεται ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, ὡς ἀφορῶν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐπορίαν τοῦ Κράτους, διότι δι’ εὐχεροῦς κυκλοφορίας, διὰ τῆς εὐκόλου ἀγοραπωλησίας καὶ μεταπωλήσεως τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων εἰσέρχονται ἄπειρα χρήματα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν μικρὸν τὸ ἀντικείμενον, καὶ δὲν πρέπει ἐκ τοῦ προχείρου νὰ τὸ λύσωμεν. Ἐξ ἁπασῶν δὲ τῶν μέχρι τοῦδε προταθεισῶν προτάσεων καὶ ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐπίσης τοῦ Νομοσχεδίου ἐκθέσεως ἐξάγεται, ὅτι διάφοροι ὑπάρχουν γνῶμαι, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προτείνω διαφόρους γνώμας, ἀντιθέτους πρὸς τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον, καὶ πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Βουλήν, συνισταμένην μάλιστα ἐκ πολλῶν μὴ εἰδότων τὴν Νομικήν, νὰ συναρμολογήσῃ ἁπάσας τὰς προτεινομένας ἰδέας, καὶ νὰ παραδεχθῇ τὸ ὀρθότερον συμπέρασμα. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἅπαντες πείθεσθε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τῆς ἐκ τοῦ προχείρου συζητήσεως. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν ἅπαντες οἱ κ. νομικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαφόρους γνώμας, νὰ συνέλθωμεν ἰδιαιτέρως καὶ νὰ συναρμολογήσωμεν τὰς προτάσεις, καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ὑποβάλωμεν ταύτας ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι καθίσταται ἡ συζήτησις ταχυτέρα καὶ λυσιτελεστέρα.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§133ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ πολυχρόνιον ἀναβολὴν, ἀλλὰ μέχρι τῆς αὔριον ἀφεύκτως νὰ ὑποβληθῇ ἡ κοινὴ πρότασις.
§134ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νὰ τελειώσωμεν.
§135ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἄλλη σπουδαιότης ὑπάρχει νὰ δώσωμεν ἓν τέλος.
§136ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Αὔριον.
§137ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι, ἀπόψε νὰ τελειώσῃ τὸ παραδεχόμεθα ὅπως ἔχει.
§138ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μεταβαίνω λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συζητήσεων, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἐθεώρησεν αὐτὰς ὀρθὰς, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰς ἐπαναλάβω. Τὸ 1 ἄρθρον ἀναγράφει, ὅτι ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος εἶναι κύριος, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως. Τὸ 2 ἄρθρον λέγει, ὅτι κατὰ τοῦ τρίτου, τοῦ λαβόντος κλοπιμαῖον ἢ ἀπολωλὸς πρᾶγμα ἐν γνώσει τῆς κλοπῆς ἢ ἀπωλείας, ἐπιτρέπεται ἀγωγή. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τί ἐστὶ καλὴ πίστις, διότι ἐκ τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς νομικῆς σημασίας τῆς λέξεως θὰ ἐννοήσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ 1 καὶ 2 ἄρθρου. Ἡ καλὴ πίστις δὲν εἶναι ἀντικείμενον ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν ἀντίληψιν παντός· καλὴ πίστις εἶναι ἡ πεποίθησις πρῶτον, ὅτι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τις παρά τινος, ἀνήκει εἰς αὐτὸν κατὰ κυριότητα, δεύτερον ἡ δυνάμει νομικῆς συμβάσεως μεταβίβασις αὐτοῦ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο ὅροι τῆς καλῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀντίληψιν, ἀλλ’ ἐν ἀμφιβολίᾳ ὑποβάλλονται εἰς ἀπόδειξιν. Ὑποθέσατε ὅτι καλῇ τῇ πίστει ἀγοράζεις χρεώγραφα. Μὲ ἐνάγετε ἐπὶ ἀποδόσει τούτων ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὰ ἠγόρασες γνωρίζων, ὅτι ὁ πωλητὴς τὰ εἶχε κλέψει, ὁ ἐναγόμενος ἐπικαλούμενος τὴν καλήν του πίστιν, προτείνει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἀνταπόδειξις, ὁ δὲ ἐνάγων ἀντιτάσσει τὴν γνῶσιν τῆς κλοπῆς καὶ τὴν κακὴν πίστιν τοῦ ἐναγομένου ζητῶν ν’ ἀποδείξῃ ταῦτα κατὰ τὸ ἄρθρον 2· τί τότε θὰ κάμωσι τὰ δικαστήρια; ἂν διατάξωσιν ἀπόδειξις, παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 1, τὸ μὴ ἐπιτρέπον ἀνταπόδειξιν· ἂν δὲν διατάξωσι, παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 2 καὶ οἱ περὶ ἀποδείξεως κανόνες τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§139ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς κυριότητος δὲν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις.
§140ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἡ κυριότης ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ κατόχου. Ἀλλ’ ὅταν ἡ καλὴ πίστις ἀμφισβητῆται, κυριότης δὲν ἀπεκτήθη. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγείρεται ἀγωγὴ κατὰ τοῦ κατόχου καὶ ἀμφισβητεῖται ἡ καλὴ αὐτοῦ πίστις, τὸ Δικαστήριον βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόδειξιν. (διάλογοι).
§141Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐννοήσατε τὴν ἔννοιαν τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου ἄρθρου, διότι κατὰ τῶν καλῆς πίστεως κατεχόντων, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἐκλάπησαν ἢ εὑρέθησαν, δὲν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις, αὐτοὶ δὲ θεωροῦνται κύριοι· περὶ δὲ τῶν καλῆς πίστεως κατεχόντων λαμβάνει πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον, κακῆς δὲ πίστεως εἶνε ἐκεῖνος, ὅστις ἢ ἔκλεψεν ἢ εὗρεν ἢ ἐξ ὁποιουδήποτε λόγου γνωρίζει ὅτι αὐτὰ ἦσαν κλοπιμαῖα ἢ εὑρέθησαν· δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὅμως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ νὰ μάθῃ ἂν πραγματικῶς εἶνε κλοπιμαῖα ἢ εὑρέθησαν. Βλέπετε, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐν γνώσει λαμβάνει εἰς τὴν κατοχήν του ὅ,τι εἶναι κλοπιμαῖον ἢ ὅ,τι εὑρέθη, αὐτὸς εἶναι κακῆς πίστεως. Εἰς τὸν καλῆς πίστεως συμβαίνει ὅλως τὸ ἐναντίον, τουτέστι δὲν γνωρίζει ἐὰν ἐκλάπησαν ἢ εὑρέθησαν. Ἄλλως τε ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀθανασιάδης θέλει νὰ καθιερώσωμεν, τότε εἰξεύρετε τί θὰ συμβῇ; ὁ κλέπτης ἢ ὁ εὑρὼν θὰ μεταχειρισθῇ συμπαιγνίαν· ὁ μὲν θὰ προτείνῃ τὴν κλοπὴν ἢ τὴν εὕρεσιν, ὁ δὲ ἄλλος θὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπόχρεως. Βεβαίως ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶσαι καλῆς πίστεως κάτοχος, εἶνε δικαίωμά του, ἀλλ’ ἐὰν ἠμπορῇ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶνε ἀντιγραφὴ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου.
§142ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἀναιροῦσι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθέντα· διότι κατὰ τὸ προταθὲν παράδειγμα εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαταχθῇ ἀπόδειξις ὑπὸ τῶν δικαστηρίων· τοῦτο ἐν τέλει συνομολογεῖ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, λέγων, ὅτι δύναται νὰ προταθῇ τοιοῦτό τι, ἂν ἠμπορῇ ν’ ἀποδειχθῇ· ἀλλὰ τότε τί γίνεται τὸ ἄρθρον πρῶτον, τὸ ἀπαγορεῦον τὴν ἀνταπόδειξιν;
§143ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν· ἰδοὺ ὁ λόγος: Ἐὰν εἶσθε καλῆς πίστεως κάτοχος, εἶσθε καὶ κύριος καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις περὶ τούτου.
§144ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Περίεργος μοὶ φαίνεται ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἀντιδοξούντων. Ἐὰν εἶσθε καλῆς πίστεως, λέγουσιν, εἶσθε καὶ κύριος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἐνάγων ἀμφισβητῇ τὴν καλὴν πίστιν τοῦ ἐναγομένου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ οὗτος κύριος, καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνταπόδειξις; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὡς ἀναμφισβήτητον τὸ διὰ τῆς ἀγωγῆς ἀμφισβητούμενον; Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπιμένω, ὅτι ἀπὸ τὸ πρῶτον ἐδάφιον πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως»· διότι τοῦτο εὑρίσκεται εἰς προφανῆ ἀντίφασιν μὲ τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ἀπόδειξιν. Ἐν τούτοις τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ συμφῳδὰ τούτῳ νὰ νομοθετῇ, διότι ἂν ἐξέρχηται τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, τότε ἅπασαι αἱ διατάξεις εἰσὶν ἀλυσιτελεῖς. Διὰ τοῦ νόμου τούτου πρόκειται νὰ διευκολυνθῇ ἡ κυκλοφορία τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων καὶ νὰ προφυλαχθῶσιν οἱ τρίτοι ἀπὸ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ὑποπέσωσιν οἱ καλῇ τῇ πίστει ἀγοράζοντες ἀνώνυμα χρεώγραφα. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τοῦ Νόμου. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ διεκδίκησις ἀνωνύμων χρεωγράφων δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τρίτων εἰμὴ μόνον ἐν ταῖς δυσὶν αὐταῖς περιπτώσεσι, τῆς κλοπῆς ἢ τῆς ἀπωλείας, ποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι κατὰ τοῦ τρίτου ἀπολύτως ἀπαγορεύεται ἀγωγή, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ περίπτωσις τῆς κλοπῆς καὶ τῆς ἀπωλείας. Ὅταν μένῃ ἡ διάταξις αὕτη, ἱκανοποιεῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου; βεβαίως, διότι οἱ τρίτοι προφυλάττονται, ἐκτὸς ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν γνώσει τῆς κλοπῆς ἢ τῆς ἀπωλείας ἠγόρασαν· ὥστε τὸ πρῶτον ἄρθρον δύναται νὰ ἐκλείψῃ ὅλως διόλου καὶ νὰ μείνῃ τὸ δεύτερον. Τίς ἡ ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἔχωμεν τόσα ἄρθρα, ἐνῷ μόνον αὐτὸ τὸ ἄρθρον λύει τὸ ζήτημα καὶ συντελεῖ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου; Ἐὰν ἤδη ἐξετασθῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐλλείψεις καὶ περιττολογίας περιέχει· οὕτως ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ δὲν πρέπει νὰ μνημονεύηται μόνος ὁ ἀγοράζων, ἀλλὰ πᾶς ὁ δυνάμει ἐννόμου τίτλου γινόμενος κάτοχος· προσέτι τὸ προνόμιον τοῦ ἐνεχύρου ἀποσβέννυνται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐνεχύρου, ὅταν περιέλθῃ εἰς χεῖρας ἀλλοτρίας ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ δανειστοῦ, ὥστε περιττεύσωσι τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ ἄρθρῳ τῆς τροπολογίας. Ὅθεν πρέπει νὰ ἐξαλειφθῶσι· (θόρυβος). Ἐπειδὴ, ὡς φαίνεται, δὲν ἐπιθυμεῖ περαιτέρω συζητήσεις ἡ Βουλή, σπεύδουσα εἰς τὸ τέλος, καταπαύσω τὸν λόγον, καὶ φρονῶ, ὅτι εἶναι κάλλιον νὰ παραλειφθῶσι τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου.
§145ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, καὶ χθὲς εἶπον πρὸς ὑμᾶς καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τότε μόνον δύναταί τις νὰ σχηματίσῃ ὀρθὴν πεποίθησιν περὶ τῶν ζητημάτων, περὶ ὧν πρόκειται, ὅταν ἐξετάσῃ ἰδιαιτέρως τὰς σχέσεις τοῦ ἀληθοῦς ἰδιοκτήτου τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὸν καλῇ τῇ πίστει κάτοχον αὐτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου πρὸς τὸν κακῇ τῇ πίστει κατέχοντα τὰ χρεώγραφα ἐκεῖνα. Περὶ τῆς σχέσεως τοῦ καλῇ τῇ πίστει κατόχου χρεωγράφων πρὸς τὸν ἀληθῆ αὐτῶν κύριον, τὸν ἀποστερηθέντα αὐτῶν ἀθεμίτως, δὲν συμφωνοῦσιν αἱ διάφοροι νομοθεσίαι. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία προστατεύει ἐφ’ ὅλων τῶν κινητῶν ἐν γένει τὸν ἀποστερηθέντα ἰδιοκτήτην καὶ χορηγεῖ αὐτῷ δικαίωμα διεκδικήσεως τῶν κινητῶν καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ νομοθεσίαι προστατεύουσι τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, καὶ δὲν δίδουσι δικαίωμα διεκδικήσεως εἰς τὸν ἀληθῆ κύριον, εἰμὴ μόνον ἐν περιπτώσει ἀπωλείας ἢ κλοπῆς τοῦ κινητοῦ· καὶ τότε μάλιστα δὲν ὑποχρεοῦται ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος, ὁ ἀγοράσας τὰ κινητὰ εἰς πανήγυριν ἢ εἰς δημόσιον πλειστηριασμὸν κτλ. νὰ ἀποδώσῃ αὐτὰ, πρὶν ἢ ὁ κύριος τῷ πληρώσῃ τὸ τίμημα, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ ἠγόρασεν. Ἐὰν ὁ κάτοχος καλῆς πίστεως κατέχῃ πρᾶγμα οὐχὶ ἀπολεσθὲν ἢ κλαπὲν, ἀλλὰ δι’ ἄλλης ἀθεμίτου πράξεως ἀφαιρεθὲν, οὐδὲν ἔχει ὁ ἀληθὴς κύριος δικαίωμα κατὰ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου, ἀλλὰ δύναται μόνον νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὸν ἀποστερήσαντα. Διατί δὲ ἡ διάκρισις αὕτη μεταξὺ ἀπωλείας καὶ κλοπῆς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἄλλων ἀθεμίτων ἀποστερήσεων ἀφ’ ἑτέρου; Διατί χορηγεῖται δικαίωμα διεκδικήσεως μόνον ἐπὶ ἐκείνων, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τούτων, ὡς π, χ. ἐπὶ ὑπεξαιρέσεως ἢ ἐπὶ ἀπάτης; διότι εἰς ταύτας συντελεῖ καὶ ἀμέλειά τις τοῦ παθόντος ἰδιοκτήτου, ἐμπιστευθέντος τὸ κινητὸν εἰς ἀναξιόπιστον πρόσωπον, ἢ πιστεύσαντος τὰς παραστάσεις τοῦ ἀπατεῶνος, δὲν ἐθεωρήθη δὲ δίκαιον αἱ ἐπιζήμιοι συνέπειαι τοιούτων ἐνεργειῶν νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον. Τοιοῦτος ὁ λόγος τῆς διακρίσεως, ἐξ αὐτοῦ δὲ προκύπτει ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ κλοπῆς καὶ τῶν ἄλλων ἀδικημάτων οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν ἀπέναντι τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου, ὅστις ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ τὸ πρᾶγμα ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸν ἀληθῆ κύριον. Καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν Μόνον προκειμένου περὶ χρεωγράφων, ἀνωνύμων δικαιογράφων, ἐπειδὴ ἡ μεταβίβασις καὶ κυκλοφορία αὐτῶν προστατεύει σπουδαῖα κοινωνικὰ συμφέροντα, τινὲς νομοθεσίαι ἐχορήγησαν διὰ νόμου πλείονα δικαιώματα εἰς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, καὶ ἐξησφάλισαν αὐτὸν, καὶ ὅταν ἀκόμη τὰ χρεώγραφα προέρχωνται ἐξ ἀπωλείας ἢ κλοπῆς. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἐγὼ ἀποδέχομαι πληρέστατα καὶ συμφωνῶ, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐνοχληθῇ ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος χρεωγράφων. Ἡ διαφωνία μου ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸν τρόπον τῶν διατυπώσεων τῆς ἰδέας ταύτης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Φρονῶ δηλαδὴ, ὅτι ἡ διάταξις, ὅτι ὁ καλῆς πίστει κάτοχος λογίζεται κύριος, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως, δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ σαφὴς καὶ δύναται νὰ προκαλέσῃ ἔριδας καὶ διαφωνίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ὡς χθὲς ἐν ἐκτάσει ἀνέπτυξα. Τίς ἀληθῶς ἡ σημασία τῶν διατάξεων τούτων; Πῶς δὲ συμβιβάζεται αὕτη μὲ τὴν τοῦ ἑπομένου ἐδαφίου, καθ’ ὅ ἡ κυριότης μεταβιβάζεται δι’ ἁπλῆς παραδόσεως; Τίς δὲ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς καλῆς πίστεως κάτοχος; Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων ἀνέτρεξα εἰς τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν, εἰς δὲ τὰ ἄρθρα 306 καὶ 307 τοῦ Γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ νόμου ἀνεῦρον ἑτέραν διατύπωσιν τῆς αὐτῆς ἰδέας, διατύπωσιν σαφῆ, πλήρη, προλαμβάνουσαν τὰς διενέξεις. Τὴν διατύπωσιν ταύτην τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, τῆς διακρινομένης διὰ τὴν φιλοσοφικὴν ἐμβρίθειαν καὶ ἀκρίβειαν περὶ τὴν ἔκφρασιν, ἐξ ἧς οὔτε ὑποστιγμὴν δύναταί τις νὰ προσθέσῃ ἢ ἀφαιρέσῃ, τὴν διατύπωσιν, λέγω, ταύτην μετέφρασα ὡς πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας μου. Καὶ ὅμως τὸ κείμενον ταύτης ἐνόμισεν ὁ προαγορεύσας κ. Ἀθανασιάδης, ὅτι ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐκτὸς συζητήσεως! Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην προστατεύεται εἰς πᾶσαν ἐν γένει περίπτωσιν ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος, ὁρίζεται δὲ σαφῶς, ὅτι τοιοῦτος θεωρεῖται ἐκεῖνος, ὅστις διὰ νομίμου αἰτίας, ἐπαγούσης μεταβίβασιν κυριότητος, ἀπέκτησε τὴν κατοχὴν τῶν εἰς τὸν κομιστὴν δικαιογράφων. Διὰ τοῦτο ἡ τροπολογία μου λέγει, ὅτι ὁ ἀγοράζων ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἅμα τῇ παραδόσει αὐτῶν, καθίσταται κύριος καὶ πᾶν προγενέστερον δικαίωμα κυριότητος ἢ ἐνεχύρου ἀποσβέννυται. Τίνες ἤδη αἱ κατὰ τοῦ κειμένου τούτου ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. Ἀθανασιάδη; Διατί, λέγει, πραγματεύομαι περὶ ἀποσβέσεως τοῦ προγενεστέρου ἐνεχύρου, ἀφοῦ ἡ ἀπόσβεσις αὕτη εἶναι συνέπεια τῆς μεταβιβάσεως τῆς κυριότητος εἰς τὸν ἀγοραστὴν, καὶ ἀφοῦ ἡ ἀπόσβεσις ἐπέρχεται ὡς ἐκ μόνης τῆς ἀπωλείας τῆς κατοχῆς τοῦ ἐνεχύρου ἐκ μέρους τοῦ ἐνεχυριούχου δανειστοῦ; Φρονῶ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑπόστασιν. Οὐδόλως εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ἡ μεταβίβασις τῆς κυριότητος ἐπιφέρει ἀπόσβεσιν τοῦ προγενεστέρου ἐνεχύρου, διότι δύναται νὰ πωληθῇ καὶ τὸ ἐνεχυριασμένον κινητὸν, ὅπως ἐκποιεῖται τὸ ἐνυπόθηκον ἀκίνητον. Οὐδὲ ἡ ἑτέρα παρατήρησις εἶναι ὀρθὴ, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς κατοχῆς ἐπιφέρει ἀπόσβεσιν τοῦ ἐνεχύρου, ἑπομένως τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνεχύρου, τὸ ὁποῖον ἀποκτᾷ τις καλῇ τῇ πίστει, δύναται νὰ παραβλαφθῇ ἐκ προηγουμένου ἐνεχύρου. Δύνασθε τάχα νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπὶ κλοπῆς ἐνεχυριασθέντων χρεωγράφων δὲν ἔχει δικαίωμα ἀναλήψεως αὐτῶν ὁ ἐνεχυριοῦχος δανειστής; Ἤθελε δὲ ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα καὶ κατὰ τοῦ καλῇ τῇ πίστει λαβόντος αὐτὰ παρὰ τοῦ κλέπτου ὡς ἐνέχυρον, καὶ ἑπομένως ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ τελευταῖος οὗτος διὰ ῥητοῦ νόμου. Βλέπετε ὅτι ἡ μὲν Γερμανικὴ νομοθεσία μετ’ ἐμβριθείας καὶ ἀκριβείας διαῤῥυθμίζει ἁπάσας τὰς σχέσεις, τὸ δὲ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ληφθὲν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, πολλὰς παρέχοντος ἐν Γαλλίᾳ δυσχερείας, ἐπαυξάνει ταύτας διὰ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων, καὶ ἰδίως διὰ τῶν ἀντιθέσεων τοῦ πρώτου ἐδαφίου πρὸς τὸ δεύτερον· διότι, ἐνῷ τὸ πρῶτον διατάσσει, ὅτι ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος λογίζεται κύριος, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως, τὸ δεύτερον ἐδάφιον διατάσσει, ὅτι ἡ κυριότης μεταβιβάζεται δι’ ἁπλῆς παραδόσεως· ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ παράδοσις τί σημαίνει; σημαίνει ὅτι οὐδὲ νόμιμος αἰτία, οὐδὲ καλὴ ἀκόμη πίστις ἀπαιτεῖται πρὸς μεταβίβασιν τῆς κυριότητος, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ μεταβίβασις τῆς κατοχῆς. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τοῦτο, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ παράδοσις περιέχει ταῦτα πάντα. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον ἡ κυριότης τῶν κινητῶν μετεβιβάζεται διὰ νομίμου τίτλου καὶ παραδόσεως. Ἑπομένως ἡ ἔκφρασις «παράδοσις», καὶ μάλιστα ἁπλῆ παράδοσις, δὲν σημαίνει εἰμὴ τὸ γεγονὸς τοῦ θέτειν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν φυσικὴν κατοχὴν καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἂν μάλιστα προϋποτίθησι τὴν νόμιμον αἰτίαν, ἡ διάταξις ἦτον ὅλως περιττή, διότι ἡ ἀνάγκη τῆς παραδόσεως τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων πρὸς μεταβίβασιν τῆς κυριότητος ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν τῷ ἐμπορικῷ νόμῳ ἐν ἄρθρῳ 35, ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον ἀστικὸν δίκαιον ἀπαιτεῖ τὴν παράδοσιν τῶν κινητῶν πρὸς μεταβίβασιν τῆς κυριότητος· ὅθεν περιττὴ πᾶσα νέα περὶ τούτου διάταξις. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ πρῶτον ἐδάφιον ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ δεύτερον· διότι, ἐνῷ τὸ πρῶτον ἐξασφαλίζει τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, τὸ δεύτερον χαρακτηρίζει ὡς κύριον πάντα ἀδιακρίτως, εἰς ὃν παραδίδονται ἀνώνυμα δικαιόγραφα.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς ἐθεωρήσατε περιττὴν τὴν καλὴν πίστιν.
§147ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόμισα περιττὸν τίποτε. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ ἡ καλὴ πίστις εἶνε ἀντικείμενον ἐπιδεκτικὸν ἀμφιβολίας; προτιμῶ τὸ Γερμανικὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖ πότε ὑπάρχει καλὴ πίστις. Τὸ Γερμανικὸν κείμενον εἶναι σαφέστερον, κανονίζει δὲ τὰς σχέσεις τοῦ ἀληθοῦς κυρίου πρὸς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, τὸν ὁποῖον προστατεύει εἰς πᾶσαν ἐν γένει περίπτωσιν. Ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τοῦ ἀληθοῦς κυρίου πρὸς τὸν κακῆς πίστεως κάτοχον πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσε τὴν περιουσίαν τοῦ πρώτου δι’ οἱασδήποτε ἀξιοποίνου πράξεως, τὸ παρὸν νομοσχέδιον καθιεροῖ ἀρχὴν, ἡ ὁποία, ἀγνοῶ, πῶς εἰσήχθη καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν, εἰσάγει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ κύριος δὲν δύναται νὰ διεκδικήσῃ κατὰ τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου, ἐκτὸς ἂν πρόκηται περὶ κλοπῆς ἢ ἀπωλείας. Εἰς τὸ αἰτιολογικὸν μάλιστα τοῦ νομοσχεδίου βλέπω, ὅτι ῥητῶς ἀναφέρεται ὅτι, ἂν δι’ ἀπάτης λάβῃ τις τὸ χρεώγραφον, δὲν δύνασθε νὰ τὸ διεκδικήσητε κατ’ αὐτοῦ. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἔχει λόγον ὑπάρξεως, προκειμένου περὶ κατόχου καλῆς πίστεως, ἀλλ’ ὁ ἐφαρμόζων αὐτὴν ἐπὶ κατόχου κακῆς πίστεως ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸν λόγον ἐξ οὗ ἡ ἀρχὴ αὕτη παρήχθη. Θὰ ἔχῃ δὲ ὡς συνέπειαν, ὅτι ἂν ἔλθῃ τις καὶ μοὶ παραστήσῃ ψευδῶς, ὅτι φίλος μου μὲ παρακαλεῖ νὰ τῷ ἀποστείλω τὰ χρεώγραφά μου διὰ νὰ τὰ ἴδῃ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὰ διεκδικήσω κατὰ τοῦ οὕτω λαβόντος αὐτά. Ὁ κ. Ρικάκης, συγχύζων τὴν ἐξ ἀδικήματος ἀγωγὴν μὲ τὴν ἀγωγὴν τῆς διεκδικήσεως, εἶπέ τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι δι’ ἐμὲ δυσνόητα. Ἂν ἔχω δικαίωμα διεκδικήσεως, συνέπεια εἶναι, ὅτι θὰ ἀναλάβω τὸ πρᾶγμα. Ἂν δικαίωμα διεκδικήσεως δὲν ἔχω, δὲν μὲ σώζει πάντοτε ἐκ τῆς ζημίας ἡ ἐξ ἀδικήματος ἀγωγὴ, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ ὁ ἀδικήσας πολλοὺς δανειστάς, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην περιουσίαν, καὶ τότε τὰ χρεώγραφά μου θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πληρωμὴν ἄλλων δανειστῶν. Βλέπετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα, παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τουναντίον δὲ ὅλα τὰ ζητήματα λύονται συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος, κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν εἰσάγω καὶ ὑποστηρίζω.
§148ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν πρῶτον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον πρῶτον καὶ τὸ ἄρθρον δεύτερον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον τρίτον. (Ἀναγινώσκεται).
§151ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐνταῦθα μίαν τροπολογίαν, μετὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶχον ἐκθέσει, τὴν ἑξῆς· «Ἡ περὶ τούτου αἴτησις εἰσάγεται δι’ ἀγωγῆς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς κατοικίας τοῦ ἐκδότου, δικαζομένη κατὰ τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ 8 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγγραφῆς της ἐν τῷ πινακίῳ κλπ.»
§152ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Νομοσχεδίου προτίθεται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ ἀπολέσαντος διὰ καταστροφῆς τὸν τίτλον τοῦ κυρίου, καὶ τοῦ ἐκδότου τοῦ τίτλου τούτου. Ἐκτὸς τῆς καταστροφῆς ὁ κύριος τοῦ τίτλου δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ τίτλου του καὶ δι’ ἄλλου μέσου, εἴτε δι’ ἀπωλείας, εἴτε δι’ ἀξιοποίνου πράξεως. Ἕνεκα τούτου ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, προλαμβάνων τὴν μεταβίβασιν τοῦ τίτλου τούτου εἰς χεῖρας κατόχου καλῆς πίστεως, καὶ ἑπομένως τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται εἰς τὸν κύριον. Πρὸς τοῦτο ἐπετράπη ἐν Γαλλίᾳ διὰ νόμου τοῦ 1871 εἰς τοὺς ἀπολέσαντας κυρίους νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τοὺς ἐκδότας τῶν τίτλων ἀνακοπὴν πληρωμῆς, καὶ νὰ προβαίνωσιν εἰς δημοσιεύσεις, δυναμένας νὰ καταστήσωσι γνωστὴν τὴν ἐγκληματικὴν ἢ τυχαίαν ἀπώλειαν, καὶ οὕτως ἐπέρχεται ὡς ἀποτέλεσμα, νὰ προτιμηθῇ ὁ ἀπολέσας νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον τοῦ τίτλου του καὶ οὐχὶ ὁ κλέπτης, ἢ ὁ ἀνευρὼν αὐτόν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, καὶ ἴσως εἶναι ἄξιον ἀπορίας τοῦτο, διότι χθὲς ἀκόμη ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Προεδρεῖον φύλλον ἐφημερίδος, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχεται σχέδιον Νόμου, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς τὴν πρώην κυβέρνησιν, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι σχετικαί τινες διατάξεις. Ἐννοῶ ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ἡ δὲ ἀνάγκη τῆς προστασίας τῶν καλῆς πίστεως κατόχων εἶναι κατεπείγουσα· τὸ ἀναφέρω, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἱκανοποιεῖ ποσῶς τὴν ἀνωτέρω ἀνάγκην. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς καταστροφῆς, τοῦ τίτλου. Ἡ περὶ τούτου διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθη ἀπὸ τὸν Ἰταλικὸν Νόμον, ὅπως ὁμολογεῖται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει.
§153ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον, ἐκπληροῦται διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν δύω ἄρθρων, ἑπομένως προτείνω νὰ μείνωμεν εἰς αὐτά, νὰ μείνωσι δὲ τὰ ἐπίλοιπα διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον· ἐὰν τίτλος τις καταστραφῇ, δὲν θὰ πάθῃ ἡ κοινωνία, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διαδικασία.
§154ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἀρκεῖ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι θεωρεῖ διαγραφέντα τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου του.
§155ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλα.
§156ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον τὸ περὶ παραγραφῆς δύναται νὰ μείνῃ. Ἀλλὰ βλέπω, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀντιῤῥήσεις, ἑπομένως ἐξακολουθῶ. Τὸ προκείμενον ἄρθρον ἐπιζητεῖ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κύριον τοῦ καταστραφέντος τίτλου ἀπὸ τῆς ζημίας, ἣν ὑφίσταται ἐντεῦθεν· πρὸς τοῦτο χορηγεῖ αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἐκδούσης τὸν τίτλον Τραπέζης ἕτερον τίτλον ἰσοδύναμον. Ἡ πρὸς τοῦτο χορηγουμένη ἀγωγὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ κατεπεῖγον· τοὐναντίον, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν αὐτῆς μετὰ περισκέψεως καὶ βραδύτητος, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ πλανᾶται καὶ αὐτὸς ὁ προβάλλων τὴν καταστροφὴν τοῦ τίτλου του, καὶ ὁ τίτλος οὗτος νὰ εὑρίσκηται εἰς χεῖρας ἑτέρου κατόχου καλῆς πίστεως. Τίς γνωρίζει, κύριοι, ἐν περιπτώσει πυρκαϊᾶς ἢ ναυαγίου ἂν οἱ τίτλοι ἐκάησαν ἢ ὑπεξηρέθησαν παρά τινος τῶν προστρεξάντων ἐκεῖ ἢ ναυαγησάντων; Ἐγὼ οὐδὲν εὑρίσκω τὸ κατεπεῖγον πρὸς ἐκδίκασιν τῆς ἀγωγῆς, καὶ ὅμως χάριν τοῦ δῆθεν κατεπείγοντος τῆς ἀγωγῆς ταύτης ἀνέτρεψεν ὅλους τοὺς σχετικοὺς κανόνας τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας....
§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας θεραπεύουσι τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5, δὲν εἶναι ἐπικείμεναι, δὲν ἀντιλέγω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 6 καὶ 7 ὅπου ἔχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην.
§158ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, καὶ ἑπομένως περιορίζομαι μόνον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸ 7 ἄρθρον.
§159ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφοφορηθῇ πρῶτον τὸ 6, τὸ ὁποῖον γίνεται 3. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4, ἤτοι τὸ 7 τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται).
§161ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, συμφώνως πρὸς ὅσα περὶ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πλημμελές, διότι τὸ νομοσχέδιον περιωρίσθη εἰς τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα καὶ παρελείφθησαν τὰ ἑπόμενα· αἱ ἐξαιρέσεις τοῦ τελευταίου ἄρθρου, ἤγουν αἱ ἐξαιρέσεις τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῶν γρεωγράφων πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, διότι ἔχουσι σημασίαν μόνον ὅταν πρόκηται περὶ ἐκδόσεως νέου τίτλου λόγῳ καταστροφῆς τοῦ ἀρχικοῦ, καθόσον τοιαύτη δὲν ἐπιτρέπεται, προκειμένου περὶ Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ περὶ χρεωγράφων τῶν ἐθνικῶν δανείων, περὶ ὧν προβλέπουσιν εἰδικοὶ Νόμοι. Ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν χορηγοῦμεν εἰς τοὺς καλῆς πίστεως κατόχους καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας διὰ τοῦ 1 καὶ 2 ἄρθρου, πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ Δημόσια χρεώγραφα καὶ εἰς τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ὅμως κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Νόμου δὲν ἰσχύουν ἐπὶ τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ἐπὶ τῶν χρεωγράφων τῶν ἐθνικῶν δανείων.
§162ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ἐγένετο 3 λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ τόκοι καὶ τὰ μερίσματα ἀνωνύμων γρεωγράφων κτλ. παραγράφονται μετὰ πενταετίαν.» Ὑπάρχουσι δὲ Δημόσια χρεώγραφα, καθὼς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ πληρωμὴ παραγράφεται μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τὴν τελευταίαν κλήρωσιν. Βλέπετε πόσην παράτασιν δίδει· ἑπομένως δι’ αὐτὰ ὑπάρχουσι Νόμοι. Διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 6 λέγει, καθ’ ὅσον δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς περὶ δανείων εἰδικοὺς Νόμους.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Δασονομείου ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ἁλμυροῦ καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§165ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§166ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι, εἶναι τὸ νὰ εὐκολύνωμεν τοὺς κατοίκους, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ νὰ λαμβάνωσιν ἀδείας ἀπὸ τὰς Ἐφορείας, καὶ νὰ μὴ βασανίζωνται μεταβαίνοντες εἰς μεμακρυσμένα μέρη. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ εὐκολία αὕτη δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπὲρ τὸ δέον πάσχουσιν οἱ κάτοικοι καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν Ἐφορεῖαι. Εἰς δύο προηγουμένας Συνόδους, κύριοι, παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συστάσεως Ἐφορείας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τζουμέρκων, τῆς ὁποίας αἱ ἀπώτεραι κωμοπόλεις ἀπέχουν 25 ὁλοκλήρους ὥρας ἀπὸ τῆς Ἄρτης. Εἰς δὲ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἀπελπισθεὶς περὶ τῆς συστάσεως Ἐφορείας, ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ὅπως συστηθῇ ἴδιον Δασονομεῖον ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τζουμέρκων καὶ ἀνατεθῇ ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, τὸ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον, διότι αἱ περιφέρειαι θὰ ὦσι πολὺ μικρότεραι, καὶ ὄχι μόνον οἱ κάτοικοι θὰ ἔχωσι μεγάλας εὐκολίας, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον θὰ ἔχῃ περίπου 35 χιλιάδων δραχμῶν ὠφέλειαν, τὰς ὁποίας σήμερον δίδει ὡς ἐπιχορηγήσεις εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, τοὺς Μοιράρχους καὶ Ὑπομοιράρχους. Ἂν δὲ δὲν ἦναι μεμελετημένον σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας, τότε παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, εὐαρεστουμένη, δεχθῇ νὰ συστηθῇ ἴδιον Δασονομεῖον καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τζουμέρκων, καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις αὐτοῦ εἰς τὸν οἰκεῖον Ἔπαρχον, μέχρις οὗ βραδύτερον μελετηθῇ κάλλιον. Παρακαλῶ λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς τροπολογία· «Καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τζουμέρκων συνιστᾶται ἴδιον Δασονομεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ διεύθυνσις ἀνατίθεται εἰς τὸν οἰκεῖον Ἔπαρχον». Διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως ταύτης ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλομεν παράσχει μεγάλας ὠφελείας εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπαρχίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οὐδεμία ζημία γίνεται εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν κατοίκων.
§167ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐξεθήκατε, εἶναι ὡμολογημένη· σήμερον οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπαρχίας Τζουμέρκων ἀναγκάζονται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς Ἄρταν διὰ νὰ θεραπεύωσι τὰς ἀνάγκας τὰς δασονομικὰς, τὰς ὁποίας ἔχουσιν. Ὑπάρχει ὅμως τι, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν γνωστὸν, ὅτι, ὅταν ἀνατίθενται τὰ ἔργα τῆς διευθύνσεως τοῦ Δασονομείου εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, δὲν συντελεῖταί τι ἀντιβαῖνον εἰς τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος εἶναι Ἀρχὴ ἐπιτετραμμένη τὴν βεβαίωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, διευθύνων δὲ τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν πράττει τι ἀντιβαῖνον εἰς τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ. Ὁ Ἔπαρχος ὅμως δὲν ἔχει ἔργον νὰ βεβαιώνῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ τοῦτο ἤθελε προταθῆ διὰ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀνάγκη εἶναι ὡμολογημένη, συναινῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, καὶ μολονότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀντίφασις, μέχρις οὗ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια νομοθετική.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Νόμου περὶ τοῦ διοργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων.
§169Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως νομοσχεδίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω, καί περ μὴ ἀποδεχόμενος τὰ καθέκαστα τῆς ἐφαρμογῆς του ὡς διατάσσονται ἐν αὐτῷ. Καὶ τοῦτο διότι πρόκειται σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνος πρὸς γενικὸν πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον ἔτι λόγον. Μετὰ τὴν δήλωσιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται, βαθύτερον καὶ ἀκριβέστερον μελετήσασα τὰ σχετικὰ ζητήματα, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς νέον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὀργανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τεθῶσι βάσεις ἀσφαλέστεραι καὶ πρὸς τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης συμφωνότεραι ἐπὶ τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι πᾶσα εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ διὰ τὸ κατεπεῖγον καὶ διὰ τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου, ἀποκλείεται καὶ θὰ ἦναι ματαία, ἀφοῦ τότε θὰ συζητήσωμεν ἐν ἐκτάσει τὰ θέματα ταῦτα, τὰ τόσον στενῶς πρὸς τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν τοῦ Ἔθνους ζωὴν σχετιζόμενα καὶ πρὸς τὴν ῥύθμισιν τοῦ Δημοσίου βίου καὶ πρὸς προαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τὰ μάλιστα συντελοῦντα· διότι, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον θίγει σπουδαιότατα ζητήματα σχολικὰ, καὶ ὑπὸ ἔποψιν παιδαγωγικὴν πολυσύνθετα, πολύπλοκα. Τὸ πρῶτον μάλιστα ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁρίζονται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἓν πλῆρες Γυμνάσιον, συνδέεται πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν, πρὸς τὸ ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν τῆς διδασκαλίας τῶν Γυμνασίων, καὶ ἔχει βάθος τοσοῦτον, ὅσον δὲν φαίνεται εἰς τὸν ἁπλοῦν ὀφθαλμόν. Ὡς γινώσκετε, ὁ νομοθετῶν ὀργανικὸν νόμον περί τινος ἐκπαιδευτηρίου οἱουδήποτε βαθμοῦ ἔχει κατὰ νοῦν πρόπλασμά τι ἰδανικόν, καθ’ ὃ δέον ἡ ἐργασία ἡ ἐν τῷ σχολείῳ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ νὰ ῥυθμισθῇ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ πρὸς τὸ πρόπλασμα ἐκεῖνο σύμφωνος μόρφωσις τῶν τροφίμων. Ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ἠθικὴ διάπλασις γίνεται καθ’ ὡρισμένον καὶ προδιαγεγραμμένον σχέδιον· οὐδ’ ἐγχωρεῖ τῇ ὑψηλῇ ταύτῃ πνευματικῇ λειτουργίᾳ τὸ τυχαῖον. Ἕκαστον μάθημα ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ ἡ διδασκαλία του συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ῥυθμίζεται κατά τε ὕλην καὶ μέθοδον, ἐννοεῖται ἐπίσης ὡρισμένην καὶ προδιαγεγραμμένην, καθ’ ἣν διδασκόμενον συντελεῖ εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθολικοῦ τούτου σκοποῦ. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς φιλολογίας, ὡς διδάσκονται ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἢ τῶν φυσικῶν μαθημάτων, ἡ τῆς ἱστορίας καὶ καθεξῆς κανονίζονται καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ μέθοδον καὶ διδάσκονται οὕτως, ὥστε νὰ συντελέσῃ ἕκαστον τῶν μαθημάτων τούτων, καθ’ ἣν ἔχει δύναμιν, πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν ὑπὸ τοῦ νομοθέτου προεσχεδιασμένον τύπον τῆς μορφώσεως τῶν νέων πολιτῶν, ὧν ἡ παίδευσις καὶ μόρφωσις εἶναι ὕψιστον τῆς Πολιτείας καὶ καθῆκον καὶ συμφέρον. Οὐδεὶς, φρονῶ, δύναται νὰ ἀρνηθῇ εὐλόγως καὶ νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὁλόκληρον σύστημα θίγει τὸ πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου ἄρθρον. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν μεγίστην αὐτοῦ σημασίαν. Διὰ βραχέων θέλω ἐκθέσει τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθ’ ὃ ἔχω καθῆκον. Δὲν πρόκειται τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐξετασθῇ σήμερον ὑπὸ ἔποψιν παιδαγωγικὴν καὶ διδακτικὴν, διότι οὔτε καιρὸν ἔχομεν, οὔτε προσῆκον, οὔτε δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τοιούτου εἴδους συζητήσεις. Ἠρώτησα κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τίνες λόγοι ἐκίνησαν αὐτὸν νὰ θίξῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισεν ἐπὶ ἥμισυν ἤδη αἰῶνα τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ ὁποῖον συνταχθὲν ὑπὸ σοφῶν ἀνδρῶν φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς τελειότητος κατὰ τὰς κρατούσας τότε φιλοσοφικὰς καὶ παιδαγωγικὰς ἰδέας· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν οὐδὲ προσῆκον μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, μετὰ τοσαύτης ραγδαιότητος νὰ ἐπιληφθῶμεν τροποποιήσεων ἐπὶ τῆς σχολικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἐν ᾗ τοσαῦτα ἀκανθώδη καὶ ἀκροσφαλῆ ἀναφύονται ζητήματα. Ὁμολογῶ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομιῶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ περικόψῃ ἐξ ἑκάστου Γυμνασίου ἕνα Καθηγητὴν σιωπηλῶς, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς ἐβεβαίωσεν, εὗρεν ὑπεραρίθμους. Εἰς ἀπάντησιν μοί ἐπρόβαλεν, ὅτι οἱ διορισμοὶ τῶν Καθηγητῶν μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο παρὰ τὸν Νόμον, καὶ ὅτι πάντες οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ οἱ διευθύναντες τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ προβλέψαντες εἰς τὸν Νόμον, τὸν ὁρίζοντα πέντε Καθηγητὰς εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον, διώριζον παρὰ τὸν Νόμον πλείονας, καὶ ὅτι τὸ νομοθέτημά του σκοπεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου ἐκείνου ἀκριβέστερον. Τοῦτο μοὶ ἐφάνη μὴ ὀρθόν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὸ σοφὸν ἐκεῖνο Γερμανικὸν νομοθέτημα, θὰ εὕρισκεν ἐν κεφαλαίῳ ἐνάτῳ, δεκατέσσαρα ὅλα ἄρθρα, δι’ ὧν ὁ νομοθέτης κανονίζει κατά τε ποιὸν καὶ ποσὸν τὴν διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων σχετικῶς καὶ ἀναλόγως πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔταξεν, ὅπως ἀποτελέσωσι πλῆρες Γυμνάσιον. Ὥρισεν ἀληθῶς, ὅτι ἀποτελεῖται τὸ Γυμνάσιον ἐκ πέντε Καθηγητῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο κανονίζει τὴν διδασκαλίαν οὕτως, ὥστε νὰ ἐπαρκῶσιν οἱ πέντε Καθηγηταί. Οὐ μόνον ὥρισε τοὺς συγγραφεῖς, τὰ κεφάλαια, τὰς διδασκαλίας καὶ τὴν διδακτέαν ἐξ ἑκάστου ὕλην, ἀλλὰ καὶ τὰς ὥρας· ἔχει ἀκριβέστατον ὡρολόγιον τῶν καθ’ ἡμέραν καὶ ἑβδομάδα ὡρῶν διδασκαλίας· διότι τότε, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ἐπεῖχε θέσιν Νόμου, καὶ ὁ νομοθέτης δὲν ἀνέλαβε νὰ κανονίσῃ διὰ δευτέρου Διατάγματος, ὅπως συνήθως γίγνεται, τὰ καθέκαστα, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν καρποφόρον διδασκαλίαν διὰ πλήρους καθορισμοῦ καὶ τῶν προσώπων καὶ τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τῶν ὡρῶν τῶν μαθημάτων. Καὶ ἔταξε μὲν πέντε Καθηγητὰς, ἀλλὰ καθ’ ἣν ἔλαβον σημείωσιν, τὰς ὥρας τὰς ἔχει κανονίσει μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ καὶ καταστήσῃ ἄγονον τὴν διδασκαλίαν. Διὰ τοῦτο ἔταξεν 21 ὥρας διὰ πᾶσαν γυμνασιακὴν τάξιν ἑβδομαδιαίας διδασκαλίας. Λοιπὸν ἔχομεν 96 καθ’ ἑβδομάδα ὥρας διδασκαλίας εἰς τὸ Γυμνάσιον, αἵτινες κατανεμόμεναι εἰς τοὺς Καθηγητὰς, ἀναλογοῦσι 19 ὧραι εἰς ἕκαστον. Καὶ διατί τοῦτο; Διατί ὁ τόσος περιορισμὸς τῶν ὡρῶν; διότι κατὰ τὰς ἐπικρατούσας τότε ἐν Γερμανίᾳ ἰδέας ἡ διδασκαλία τῶν Ἑλληνικῶν ἔχρῃζεν ὀλιγωτέρων ὡρῶν ἐν τοῖς Γερμανικοῖς Γυμνασίοις. Καὶ εὐλόγως, διότι τὸ ἐκ τεσσάρων τάξεων Γυμνάσιον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τμῆμα τοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ Γυμνάσιον ἐν Γερμανίᾳ εἶχε καὶ ἔχει σήμερον ἑπτὰ τάξεις. Ἀλλ’ ὁ διὰ τὴν Ἑλλάδα νομοθετῶν τότε σοφὸς Βαυαρὸς ἀπέκοψε τὰς τρεῖς κατωτέρας τάξεις καὶ τὰς ὠνόμασεν Ἑλληνικὸν σχολεῖον, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τῆς ἀρτισυστάτου τότε Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Αἱ τότε ἀραιοπληθεῖς καὶ πενόμεναι Ἑλληνικαὶ Πόλεις καὶ Κωμοπόλεις, στερούμεναι προκαταρκτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ πόρων, οὐδόλως ἔχρῃζον πολυτελεστέρας μέσης ἐκπαιδεύσεως. Οὕτω αἱ τρεῖς κατωτέραι τάξεις τοῦ Γυμνασίου ἀπετέλεσαν ἰδίαν βαθμίδα ἐκπαιδευτηρίου, ἔχοντος διπλοῦν σκοπὸν, τὴν προπαρασκευὴν διὰ τὰ Γυμνάσια καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν διὰ τὸν κοινωνικὸν βίον. Ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ἔδωκεν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν τριῶν τάξεων τοσαύτην εὐρύτητα ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ Λατινικὰ καὶ τοὺς ἄλλους κλάδους, ὥστε τὸ Γυμνάσιον τὸ προώρισεν εἰς ὑψηλοτέρας γνώσεις. Οἱ ἐκ τῶν σχολείων ἐξερχόμενοι ὤφειλον νὰ καταρτίζωνται οὕτως, ὥστε νὰ χρήζωσιν ὀλιγωτέρων ὡρῶν διδασκαλίας καὶ περισσοτέρας ἀσκήσεως καὶ κατ’ ἰδίαν μελέτης τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ἰδίως· καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραφεν ἀπὸ τῆς πρώτης τάξεως εἰς τὰς ἀνωτέρας προβαίνων ὀλιγωτέρας ὥρας. Αἱ νῦν ἐν ταῖς κατωτέραις τῶν Γυμνασίων τάξεσι γινόμεναι ἀσκήσεις ἐπὶ τοῦ Τεχνολογικοῦ καὶ τοῦ Συντακτικοῦ κατὰ τὸν Βαυαρὸν Νομοθέτην ἔδει νὰ γένωνται εἰς τὰ σχολεῖα. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις Νομοθετικῆς προνοίας καὶ Κυβερνητικῆς ἐπιμελείας περὶ τὴν παρασκευὴν Καθηγητῶν καὶ Διδασκάλων ἱκανῶν πρὸς εὐδόκιμον διδασκαλίαν καὶ πλήρωσιν ἐπιτυχῆ τοῦ σκοποῦ τοῦ Νομοθέτου, ὡς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ἰδίως σχολεῖα, ἅτινα στεροῦνται παντελῶς προσωπικοῦ—διότι λίαν εὐάριθμοί εἰσιν οἱ ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου ἀναγνωρισθέντες Ἑλληνοδιδάσκαλοι,—ἡ ἔλλειψις πάσης ἐπιθεωρήσεως καὶ ἡ τῆς πολιτικῆς ὀλεθρία ἀνάμιξις ὑπεβίβασαν κατὰ μικρὸν τὴν διδακτικὴν δύναμιν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἄν ἀναγνώσῃ τις τὰς ἀξιώσεις τοῦ Νομοθέτου καὶ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν παραγομένους καρπούς, ἀδύνατον νὰ κρατήσῃ τὴν ἔκπληξιν. Ὡς ἐκ τούτου, τοῦ χρόνου προϊόντος καὶ τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν πλημμελειῶν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καταδηλοτέρων γενομένων καὶ μᾶλλον αἰσθητῶν, οἱ διευθύνοντες τὸ Ὑπουργεῖον ἔκριναν καθῆκόν των νὰ προνοήσωσι περὶ ἀνακοπῆς τοῦ κακοῦ. Καὶ τὸ 1867 ἐθεσπίσθη πρόγραμμα μαθημάτων, τὸ ὁποῖον ἀντὶ 96 ὡρῶν διδασκαλίας ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἔταξεν 124 ὥρας. Προκειμένου λοιπὸν νὰ διδάσκωσι τοσαύτας ὥρας οἱ πέντε, ἡ ἀνισοῤῥοπία τῶν Καθηγητῶν καὶ τῶν ὡρῶν γίνεται καταφανὴς καὶ ἀναμφισβήτητος. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιζητηθῇ θεραπεία τῶν σχολικῶν πλημμελειῶν, τὰς ὁποίας πάντες γινώσκομεν, παρὰ ἁπλῆ σκέψις οἰκονομίας, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἦτο περιττὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν οἰκονομίαν χωρὶς νὰ φέρῃ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κηρύσσηται, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν Γυμνασίων κατὰ κανόνας σύγκειται ἐκ πέντε Καθηγητῶν· διότι οἱ πέντε Καθηγηταί, ἂν ἀποφασισθῇ νὰ διδάξουν τὰς ὥρας τὰς διὰ τοῦ περυσινοῦ προγράμματος τεταγμένας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὡς ἐκ τῆς ἀπορίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις πρόσκαιρος καὶ οὐχὶ νὰ λάβῃ κῦρος νομοθετικὸν διαρκὲς ἡ περικοπὴ ἑνὸς Καθηγητοῦ εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον. Καὶ τῷ ὄντι ἠδύνατο νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα διὰ πέντε Καθηγητῶν, ἐὰν ἐτήρει ὁ Ὑπουργὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ 1867 οἱ κκ. Καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔγκριτοι πολῖται εἶναι καὶ φιλοπάτριδες, δὲν θὰ ἠρνοῦντο τὴν προθυμίαν των, ὅπως παράσχωσιν ἐπικουρίαν τινά, ἀναλαμβάνοντες ὀλίγας ὥρας διδασκαλίας πλείονας πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Οὕτω ἠδύνατο νὰ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα χωρὶς νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, χωρὶς νὰ θίξωμεν παντάπασιν ὀργανισμὸν μετροῦντα 50 ἐτῶν βίον, πρὶν λάβωμεν μέτρον ὁριστικὸν πρὸς θεραπείαν πασῶν τούτων τῶν ἀτελειῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἠδύνατο κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦ 1867 μετά τινος ἐντάσεως τῆς ἐργασίας τῶν κκ. Καθηγητῶν νὰ διδαχθῶσι τὰ μαθήματα ἐν τοῖς Γυμνασίοις ἐπί τινα χρόνον, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ Νόμον τελειότερον καὶ πληρέστερον, δι’ οὗ νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως συμφώνως πρὸς τὰ πορίσματα τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς νεωτέρας κοινωνίας· διότι ὁμολογητέον, ὅτι αἱ θεμελιώδεις ἔννοιαι, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο τὸ ἐκπαιδευτικὸν οἰκοδόμημα τοῦ 1836, ἐτροποποιήθησαν ἢ ἀντεκατεστάθησαν ἐντελῶς. Πᾶσαι δὲ αἱ σχολικαὶ Νομοθεσίαι τῶν Ἐπικρατειῶν τῆς Εὐρώπης ἔκτοτε ὑπέστησαν θεμελιώδεις μεταβολάς. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν δὲ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ καὶ τοῦ νέου συστήματος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐχαράχθησαν ἤδη παρ’ ἡμῖν αἱ γραμμαί, καθ’ ἃς ἀνάγκη νὰ ῥυθμισθῇ τὸ ὅλον σύστημα· διότι κατὰ τὸν Νόμον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸν κατὰ τὸ 1878 ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ εἰσαχθέντα, οἱ ἀπὸ τῶν Δημοτικῶν σχολείων ἀπολυόμενοι μαθηταὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν πρώτην τάξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀλλ’ εἰς τὸ Σχολαρχεῖον. Ἑπομένως ὑπέδειξεν ὁ Νόμος ἐκεῖνος, ὅτι δύω βαθμίδας ἐκπαιδευτηρίων θὰ ἔχωμεν, τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται νὰ μεταδώσῃ τὰς πρὸς πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς πολίτας χρησίμους γνώσεις ὡς ἀναγκαῖα ἐφόδια ἐν τῷ κοινωνικῷ καὶ πολιτικῷ βίῳ, καὶ τὸ Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς πολίτας τελειότερον, παρασκευάζον αὐτοὺς διὰ τὰς ἐπιστήμας καὶ τ’ ἀνώτερα ἐπιτηδεύματα τῆς γεωργίας, τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς βιομηχανίας. Ἀλλὰ τὸ Γυμνάσιον τοῦτο θὰ περιλαμβάνῃ ἓξ τοὐλάχιστον τάξεις. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη τῶν οἰκονομιῶν καὶ νὰ διδάσκωσι πέντε Καθηγηταὶ τὰ μαθήματα, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὸ παρὸν νομοσχέδιον κανονίζει, ὅτι κατὰ κανόνα πρέπει νὰ ἦναι πέντε Καθηγηταί. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐν σιωπῇ, νὰ κανονισθῇ ἐξ αὐτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς ἰσχυρίζεται, ὁ κείμενος Νόμος, ὁρίζει εἰς πέντε τοὺς Καθηγητὰς, καὶ ἀφοῦ ἦτο δυνατὸν διὰ μικρᾶς ἐντάσεως νὰ διδάσκωσι τὰ μαθήματα οἱ πέντε Καθηγηταί. Καὶ ἠδύνατο τοῦτο νὰ ἐπιτευχθῇ κατὰ δύω συνδυασμοὺς, οὓς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, διδασκόντων τῶν Καθηγητῶν 23–24 ὥρας καθ’ ἑβδομάδα.
§170ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ Γυμνασιάρχης;
§171ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λέγω, ἐν στενοχωρίᾳ τινὶ καὶ ἐπί τινα χρόνον. Ἀλλ’ ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν σκέπτεται νὰ μετέλθῃ οἰκονομίας διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, τότε θὰ ἦτο καλὸν νὰ προβιβάσῃ τὸν ἀριθμὸν 5 εἰς 6 διὰ πάντα τὰ Γυμνάσια καὶ νὰ λείψῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἄρθρου, ὅπερ ἐκρίθη, καὶ εὐλόγως, ὡς αὐθαίρετον καὶ ἀνεφάρμοστον. Καὶ ὄντως οὕτως ἔχει. Ἀφοῦ τὸ πρόγραμμα εἶνε γενικὸν δι’ ὅλα τὰ Γυμνάσια, ἀφοῦ καὶ τὰ μαθήματα καὶ αἱ ὧραι τῆς διδασκαλίας αὐτῶν εἶναι αἱ αὐταί, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς ἄλλα Γυμνάσια νὰ ἀπαιτῶνται πλείονες Καθηγηταί, διὰ νὰ γίνηται ἐπιτυχὴς, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, διδασκαλία, καὶ εἰς ἄλλα ὀλιγώτεροι; ἐκτὸς ἂν ἐκ τῆς πληθύος τῶν φοιτώντων, γένηται διαίρεσις τάξεως· τοῦθ’ ὅπερ ῥητῶς ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ. Ἂν δ’ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὁ ἀριθμὸς τῶν Καθηγητῶν εἰς πέντε, ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσι καὶ αἱ ὧραι, ἃς ἕκαστος θέλει διδάσκει. Οὐδέποτε δύνασθε νὰ ὁρίσητε ἀριθμὸν διδακτικῶν προσώπων, χωρὶς νὰ ὁρίσητε τὰς ὥρας· ὁ παλαιὸς νόμος ὁρίζει 5 Καθηγητὰς, ἀλλ’ ἀνέγραψε καὶ τὸ ὡρολόγιον τῆς διδασκαλίας ἑκάστου Καθηγητοῦ δι’ ἕκαστον μάθημα· ἀναγράφει 24 ὥρας τὴν ἑβδομάδα δι’ ἑκάστην τάξιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ βραχὺν χρόνον θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσαγάγῃ, ὡς ἐπηγγείλατο ὅ τε Πρόεδρος καὶ ὁ Ὑπουργὸς, νόμον ὀργανικὸν τελειότερον, προτείνω δύο εἰδῶν τροποποιήσεις: «ἢ νὰ ἐγγραφῇ τὸ ὡρολόγιον εἰς 24 ὥρας, ἢ νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Καθηγητῶν εἰς ἓξ» καὶ τότε δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς κατακριθείσης διατάξεως, ὅτι ὅπου δὲν ὑπάρχει Καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς, ἀνατίθεται ἡ διδασκαλία τῆς Γαλλικῆς εἰς ἄλλον Καθηγητήν, διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει νὰ θεσπίζηται κατὰ τὸ 1885 καὶ ἥτις εἶναι ἀναξία τοῦ ἔθνους καὶ ἡμῶν αὐτῶν. Ἡ ἄλλη διάταξις ἔχει λόγον, ὅπου ὑπάρχουν πλείονα Γυμνάσια, ἐκεῖ θὰ διορίζωνται κοινοὶ Καθηγηταὶ εἰδικῶν μαθημάτων, ἵνα διδάσκωσι ταῦτα εἰς ἅπαντα τὰ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει Γυμνάσια. Τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσιν ἄριστα καὶ αἱ δι’ αὐτῶν κυρούμεναι διατάξεις θὰ συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἐν τοῖς Γυμνασίοις Μίαν παρατήρησιν ἔχω καὶ ὡς πρὸς τὸ 3 ἄρθρον διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον. Ἐγκρίνω τὴν περιοριστικὴν διάταξιν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ Γυμνασιάρχης, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ δύο τοὐλάχιστον ἔτη ὡς Καθηγητής· πλείονα ἔτη ἂν ἐτίθεντο, θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον· διότι ὁ Γυμνασιάρχης πρέπει νὰ ἔχῃ κῦρος ἐπιστημονικὸν καὶ ἀξίωμα παιδαγωγικόν, ὅπως συγκρατῇ ἐν ἑνότητι καὶ ἐπιβλέπῃ ἐπιβαλλόμενος καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν. Ἐπίσης σπουδαίαν ὠφέλειαν ὑπισχνεῖται καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι φιλοτίμως προὐνόησε νὰ θέσῃ φραγμόν τινα εἰς τὸν διορισμὸν πρωτοπείρων Καθηγητῶν, ἀφοῦ παρ’ ἡμῖν οὐδὲν φροντιστήριον διδακτικῶν ἀσκήσεων, ἐν ᾧ οἱ ὑποψήφιοι Καθηγηταὶ νὰ ἀσκῶνται πρακτικῶς, ὑπάρχει. Ἀλλὰ νομίζω δίκαιον νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι οἱ πέντε ἔτη ὑπηρετήσαντες ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι, διδάκτορες, δύνανται νὰ προβιβάζωνται Καθηγηταί· διότι ἔχομεν προηγούμενα, ὅτι πολλοὶ ἐξελθόντες τοῦ Πανεπιστημίου ἔστερξαν διὰ λόγους οἰκονομικοὺς ἢ ἄλλους νὰ ὑπηρετήσουν καὶ ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι, οὐδεὶς δὲ θὰ ἰσχυρίζετο εὐλόγως, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι δίκαιον ν’ ἀποστερήσῃ αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος νὰ γίνωσι Καθηγηταὶ καὶ οὗτοι, ἀφοῦ, φέροντες τὸν βαθμὸν τοῦ διδάκτορος, ἔστερξαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι 5 ἔτη. Ἀναγραφήτω ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι «Διορίζονται Καθηγηταὶ οἱ ὡς Σχολάρχαι δύο ἔτη ἢ ὡς Ἑλληνοδιδάσκαλοι πέντε ἔτη ὑπηρετήσαντες». Τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἃς παρακαλῶ νὰ ἀποδεχθῇ. Ἀπέφυγα ἐπιμελῶς καὶ μετ’ ἐπιμονῆς νὰ δώσω εἰς τὴν συζήτησιν εὐρύτητα πλείονα, περιωρίσθην δὲ νὰ διεξέλθω τὰς παρατηρήσεις μου, περιοριζόμενος ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς πρακτικότητος, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν δὲν ἔχει οὔτε καιρόν, οὔτε ὑπομονὴν δι’ εὐρυτέραν συζήτησιν.
§172ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἴπω πολλά. Ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας, βεβαίως ἠμποροῦν νὰ ἀποτελοῦν ἓν σύστημα ὡραῖον, τὸ ὁποῖον, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς ἄλλους καιρούς. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ἐνόντα καὶ τὰ δυνάμενα. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως διετυπώθη, νομίζω, ὅτι ἔχει πολλὰ ὀρθῶς, συμβιβάζεται δὲ καὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ἐξηγοῦμαι δὲ διατὶ λέγω τοῦτο. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πετρίδην, ἐὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ἐὰν ἔχῃ ἀπολυθῇ ἐκ τοῦ Γυμνασίου, ἠξεύρει τόσα γράμματα, ὅσα ἤξευρεν ὁ κ. Πετρίδης, ὅταν ἀπελύθη τοῦ Γυμνασίου; Νομίζω ὅτι θὰ συνομολογήσῃ, ὅτι οἱ νέοι σήμερον μὲ ὅλην τὴν πληθώραν τῶν καθηγητῶν δὲν μανθάνουσι τόσα γράμματα, ὅσα ἐμανθάνομεν ἡμεῖς μὲ πέντε καθηγητάς. Οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ γένους ἐδίδασκον 12 ὥρας τὴν ἡμέραν πολλὰς τάξεις, διὰ νὰ διδάξουν γράμματα εἰς τοὺς πατέρας ἡμῶν καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι οἱ διδάσκαλοι ἐκεῖνοι παρήγαγον καρπούς, καὶ παρήγαγον τοὺς καλλιτέρους ἑλληνιστάς, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλῷ κρείττονες ἡμῶν, οἱ διδάσκαλοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν διδάσκαλοι ἀπὸ τοῦ 1840–1845 καὶ μετὰ ταῦτα. Σήμερον, ὅτε ἔχετε 15 καὶ 16 καθηγητάς, δὲν μοὶ λέγετε ἐὰν οἱ ἀπολυόμενοι νέοι μεταβαίνουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον κατηρτισμένοι καλῶς, τοὐλάχιστον γνωρίζοντες τὴν στοιχειώδη γλῶσσαν; Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι οἱ πλεῖστοι νέοι εἶναι ὅλως διόλου ἀστοιχείωτοι καὶ μεταβαίνουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἀνορθόγραφοι καὶ μὴ γνωρίζοντες οἱ περισσότεροι τὰ στοιχειωδέστερα μέρη τῆς γλώσσης, δὲν ἠξεύρουν νὰ ἐκθέσουν τὰς ἰδέας των, οὔτε νὰ ὀρθογράψουν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ διδασκαλία πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον οἱ καθηγηταὶ πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἦναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ ἔργον των καὶ νὰ διδάσκουν πολλὰς ὥρας, διότι γίνεται καθηγητὴς καὶ λαμβάνει ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου 250 καὶ 300 δραχμάς, παραδίδει 3 ὥρας τὴν ἑβδομάδα, καὶ τὰς λοιπὰς ὥρας διδάσκει εἰς ἄλλα ἐκπαιδευτήρια, καὶ εἶναι καθαρὸς γραμματοκάπηλος. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ὑπερβάλλοντες οἱ πέντε καθηγηταί, διότι καὶ ἐγὼ καὶ σὺ μὲ πέντε καθηγητὰς ἐδιδάχθημεν, καὶ μόλα ταῦτα ἐμάθομεν γράμματα περισσότερα.
§173ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Γυμνασίων καὶ περὶ ἐλαττώσεως γυμνασιακῶν καθηγητῶν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόθεν θὰ κάμῃ τὴν ἐλάττωσιν αὐτήν, κατὰ βούλησιν ἢ ἀπὸ τὰ ἄνω πρὸς τὰ κάτω, ἢ ἀπὸ τὰ κάτω πρὸς τὰ ἄνω; (ἱλαρότης)· διότι ἡ κατὰ βούλησιν ἐλάττωσις τῶν καθηγητῶν δὲν ἀποδεικνύει ἄλλο, παρ’ ὅτι ἄλλοι λόγοι ὑποχρεοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπολύσῃ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εὐνοϊκοὶ πρὸς αὐτόν, καὶ παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διότι ἐκτενέστερον ἄλλοτε θὰ κάμω περὶ τούτου λόγον.
§174ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§175Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τῶν δύο προαγορευσάντων, διότι ἐξ ὅσων γινώσκω, ἡ Ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει πληθώραν μαθημάτων, πολλῶν ὡρῶν περιττὴν καὶ σφάλλουσαν ἐκπαίδευσιν. Αἱ 24 ὧραι, τὰς ὁποίας ὁ προλαλήσας θεωρεῖ ὡς ἀναγκαῖον χρόνον ἑβδομαδιαῖον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μαθητῶν, εἶναι πολλαί, εἶναι πολυτέλεια, εἶναι ἐπιβλαβεῖς· καὶ πέντε καθηγηταὶ εἶναι πολλὰ ἀρκετοὶ διὰ τὸ Γυμνάσιον, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὰ Γυμνάσια νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναπτύξουν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν κρίσιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ὥρας πολλὰς διὰ τὰ Λατινικά, διὰ τὰ Γαλλικά. Καὶ ποῖος ἔμαθε Λατινικὰ καὶ Γαλλικά; Καὶ εἶναι ἀναγκαῖα τὰ Λατινικὰ καὶ Γαλλικά; ὄχι· ὅποιος θέλει νὰ τὰ μάθῃ, θὰ τὰ μάθῃ εἰς τὸ σπῆτί του, καὶ αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι πολλά, διότι οἱ νόμοι τῆς Γλωσσολογίας ἀποδεικνύουσιν, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ γλῶσσαι ὑπόκεινται εἰς μεταβολάς. Τότε μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ εἴχομεν ἐκπαίδευσιν καλλιτέραν, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ μαθήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ἀνάπτυξις τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, τὴν ἀνθρωπολογίαν, τὴν βιολογίαν, τὴν κοινωνιολογίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς τί ἐκάμαμεν; ἐβάλαμεν μερικούς δασκάλους, οἱ ὁποῖοι γράφουσι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδ’ αὐτοὶ δὲν ἐννοοῦσι, καὶ παραδίδουσι Γεωγραφίαν, χωρὶς νὰ ἦναι Γεωγράφοι, καὶ Ἱστορίαν χωρὶς νὰ ἦναι Ἱστορικοί· διότι σήμερον ἡ Ἱστορία, λόγου χάριν, διδάσκεται κατ’ ἄλλον τρόπον διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ πνεῦμα, καὶ νὰ ἐντυπωθῇ. Ὡς πρὸς τὰς ὥρας, 20 ὧραι εἶναι πολλαί· τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἀκοῦν ὀλίγας ὥρας μαθήματα, πρέπει νὰ διασκεδάζωσι, νὰ τρέφωνται καλὰ, νὰ ἔχωσι περιπάτους διδακτικούς. Τώρα εἶναι ἀποδεδειγμένον καταστατικῶς — καὶ ὁ κύριος Τρικούπης ἠμποροῦσε νὰ τὸ βεβαιώσῃ, διότι γνωρίζει τὰ ἐκεῖ πράγματα — ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ παιδιὰ δὲν σπουδάζουν περισσότερον ἀπὸ 18 ὥρας, καὶ ἡ Ἀγγλία ἐν τούτοις δίδει τοὺς καλλιτέρους μαθητάς. Ὅταν ἐπιβάλλῃς τοῦ μαθητοῦ 30 ὥρας, σὲ καταδολιεύεται, δὲν μανθάνει τίποτε· ὅταν τὸν ἀναγκάσῃς νὰ καθήσῃ πολλὰς ὥρας εἰς τὸ σκαμνίον, συμβαίνει, ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἡμᾶς ἐδῶ. Ἀκούει καὶ κανεὶς δὲν καταλαμβάνει τίποτε· ὁ μαθητὴς ὁ μεγάλος περισσότερα τῶν 30 λεπτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, τὸ δὲ παιδὶ περισσότερα τῶν 10 ἢ 15. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ βάθρων, δεύτερον νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς 20 ὥρας, καὶ τρίτον ἰδοὺ ὅτι οἱ πέντε καθηγηταὶ ἀρκοῦν.
§176ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§177ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἀνέμιξεν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχων ἴσως ἐν τῷ νῷ προσφάτους τὰς μελέτας, εἰς τὰς ὁποίας κατεγίνετο ἐπὶ ἡμέρας ἤδη ὑπὸ πολυμελὲς συμβούλιον. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιφυλάσσομαι κατ’ αὐτὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν ἂν ὁμιλήσῃ καὶ τότε, καὶ νὰ τῷ ἀποδείξω ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ Δημοσίου χρήματος, ὅπως ἐγένετο παρὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἀτυχῶς δὲν ἐγένετο μετὰ τῆς ἀναγκαίας φειδοῦς.
§178ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε ὅτι ἀφήσαμεν πίστωσιν 450,000 δραχμῶν;
§179ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Μὲ κατεκρίνατε, διότι περιέκοψα κονδύλια τινα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, οὗ ὁ προορισμὸς εἶναι ἱερός. Ἀλλὰ τίς λέγει τὸ ἐναντίον; Σήμερον ὅμως δὲν εἴμεθα εἰς περιστάσεις τοιαύτας νὰ πετῶμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης. Μὲ ὀλιγώτερα χρήματα δυνάμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν τὸν αὐτὸν ἱερὸν σκοπόν. Δὲν εἴχομεν ὑποχρέωσιν, οὔτε ἀπόλυτος ἦτο καὶ ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη νὰ δαπανήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἀγορὰν οἰκιῶν καὶ γηπέδων, οὔτε νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἀμοιβὴν προγυμναστῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος ὥρισε νὰ ἦναι ὑπαξιωματικοὶ, σεῖς δὲ προσελάβατε πολίτας, οὓς διωρίσατε ὡς προγυμναστὰς καὶ ὄχι μόνον πολίτας, ἀλλὰ καὶ ὑπαλλήλους μισθοδοτουμένους, τοὺς ὁποίους ἐμισθοδοτεῖτε καὶ ὡς προγυμναστάς. Εὗρον δὲ ὡς προγυμναστὴν καί τινα, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ Ἀστυνομικὸς κλητὴρ (Θόρυβος).
§180ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὀνομάσατε ἕνα, ὅστις, ἐνῷ ἦτο ὑπάλληλος, διωρίσθη καὶ εἰς ἑτέραν θέσιν τοῦ προγυμναστοῦ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται.
§181ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δηλαδὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίγνωνται ἠθέλετε νὰ εἴπητε. Τὸ καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ διακόπτητε· ἀλλὰ ἵνα σᾶς ἐξαγάγω τῆς ἀμφιβολίας περὶ τῶν λεγομένων σου, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ παρ’ ὑμῶν διορισθεὶς ὡς προγυμναστής, καλεῖται Ζαφειρόπουλος, καὶ ἕτερος ἦτο ἀστυνομικὸς κλητὴρ καὶ ἐλάμβανε συγχρόνως δύο μισθοὺς, τὸν μισθόν του καὶ τὸν τοῦ προγυμναστοῦ.
§182ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ αὔριον νὰ φέρετε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§183ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τί ζητεῖτε ἔγγραφα, ἀφοῦ ῥητῶς σᾶς ἀναφέρω τὰ ὀνόματα; Βεβαιωθῆτε, κύριε προκάτοχε, ὅτι εἶσθε ἐν πλάνῃ καὶ ἴσως ἐν ἀγνοίᾳ σας συνέβησαν ταῦτα, διότι δὲν ἐξητάσατε, ὅταν διωρίσατε, ποίους διωρίζατε καὶ ὅτε ὑπεγράφετε τὰς καταστάσεις, διότι ἴσως εἴχατε πλήρη ἐμπιστοσύνην. Ἐγὼ ὅμως φύσει δύσπιστος, ἐδυσπίστησα, καὶ ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψω καταστάσεις, καὶ ἐξήτασα καὶ ἐξετάζω πάντοτε ἂν ἦνε νόμιμος ἢ παράνομος ἡ πληρωμή. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ ἀποῤῥίψω πολλὰ ἐντάλματα, διότι δὲν ἦσαν δεδικαιολογημένα, μεταξὺ αὐτῶν εὗρον καὶ τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς τῶν προγυμναστῶν τῶν ἐνταῦθα Γυμνασίων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι ἦσαν διὰ κάθε ἄλλο κατάλληλοι, οὐχὶ ὅμως νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς καὶ νὰ προγυμνάζωσι μαθητὰς τῶν Γυμνασίων, νέους τρυφερωτάτης ἡλικίας. Ἐζήτησα τὸν κατάλογον καὶ εὗρον τὸν νέον Ζαφειρόπουλον, νέον ἀξιόλογον, φίλον μου, ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν· τὸν ἐζήτησα καὶ τὸν ἠρώτησα, διότι δὲν τὸ ἐπίστευον ἐὰν ἦναι αὐτὸς ὁ καὶ προγυμναστής, καὶ μοὶ εἶπε πράγματι, ὅτι εἶναι αὐτὸς καὶ διέταξα νὰ διαγραφῇ. Κατόπιν ἠρώτησα καὶ περὶ ἑτέρου· μὲ ἐβεβαίωσεν ἡ ὑπηρεσία, ὅτι εἶνε ἀστυνομικὸς κλητήρ.
§184Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶνε ἀδύνατον· εἷς μόνον ἦτο ἀπεσπασμένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας (ψιθυρισμοί).
§185ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὔριον σᾶς φέρω καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κλητῆρος, διότι τώρα λανθάνει τὴν μνήμην μου. Τί θέλετε, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τοιαύτας δαπάνας; Εὗρον καθηγητὴν λαμβάνοντα οὐχὶ μίαν ἢ δύο μισθοδοσίας, ἀλλὰ καὶ τρεῖς ἔτι. Αὐτὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰ ἐπιτρέψω καὶ ὤφειλον νὰ τὰ περικόψω, διότι εὑρισκόμεθα εἰς μεγίστην ἀνάγκην χρηματικήν· διότι, κύριε βουλευτὰ ἐξ Εὐρυτανίας, ἡ χρεωκοπία κρούει τὰς θύρας τῆς Ἑλλάδος. Πρέπει νὰ περικόψωμεν οὐχὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον περιεκόψαμεν, ἀλλὰ καὶ ἄλλα· διότι, πρέπει νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἀπαιτοῦνται ἑκατομμύρια ὅπως καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος, αὐτὰ δὲ τὰ ἑκατομμύρια ὀφείλονται καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν οὔτε συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἀλλά, κύριοι, εἶνε πρόωρος ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· τότε θέλω σᾶς ἀναπτύξει δικαιολογικῶς ἕκαστον τῶν ἐδαφίων αὐτοῦ. Καὶ ἂν θέλετε, κύριε προκάτοχε, νὰ σᾶς πληροφορήσω, σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν διαχειρισθῶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, θὰ ἔχω καὶ περίσσευμα. Δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας κατέκρινε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγον, περὶ προσθήκης καθηγητῶν ἐν τοῖς Γυμνασίοις, ἐφάνη δὲ θεωρῶν αὐτὸν περιττόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας· διότι φρονῶ, ὅτι πᾶσα δαπάνη διὰ νὰ ἀναγραφῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ Νόμου, οὐδ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πᾶσα δαπάνη, περιλαμβανομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νομοθετεῖται· διότι νόμος δὲν εἶνε ὁ Προϋπολογισμός· διότι δὲν δύνασθε νὰ διορίσητε εἰς θέσιν τινὰ, μόνον διότι ἀνεγράψατε τὴν δαπάνην ταύτην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· πρέπει νὰ ἔχητε νόμον τρὶς συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα, καὶ κατόπιν νὰ ἐγγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν δαπάνην. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρευνήσητε —καὶ ἐρωτήσατε καὶ τὸν ἀρχηγόν σας κ. Τρικούπην—καὶ θὰ μάθετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, δὲν εἶνε ὀρθόν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ ἐγγράψω δαπάνην, μὴ στηριζομένην ἐπὶ Νόμου τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλους τοὺς νόμους, οἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα νομοθετεθῇ ἑκάστη δαπάνη, ἀναγομένη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλὰ εἶχον καθῆκον νὰ εἰσαγάγω τὸν νόμον τοῦτον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν Γυμνασίων καὶ ὅπως δυνηθῶ νομίμως νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν καθηγητῶν πλειόνων τῶν πέντε. Κατέκρινε τὸν ἀριθμὸν τῶν 5 ὅτι δὲν εἶνε ἀρκετὸς, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι 16 εἶνε ἐν ὅλῳ οἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενοι καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ διορίσῃ 19 ἕως 20, σᾶς εἶπε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὅτι δὲν διώρισεν ἢ μόνον δέκα ἕξ. Εἰξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι καθηγηταί, οἵτινες ἐργάζονται 6 ὥρας μόνον τὴν ἑβδομάδα, ἤτοι μόλις μίαν ὥραν καθ’ ἡμέραν, καὶ δι’ αὐτὰς λαμβάνουσι 300 δραχμὰς τὸν μῆνα; Εἶνε δίκαιον τὸ Δημόσιον νὰ δίδῃ εἰς καθηγητὰς 300 δραχμὰς τὸν μῆνα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται περισσότερον τῶν 6–8 ὡρῶν; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ πρέπει νὰ ᾖνε ἀνάλογος τῆς ἐργασίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ δαπανῶμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εἰμὴ πρὸς ἀμοιβὴν τῆς προσφερομένης ἐργασίας· διότι καὶ οἱ καθηγηταὶ εἶνε ὑπάλληλοι, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ ὀφείλουσι νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν ἀνάλογον τῆς μισθοδοσίας, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι.
§186ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κανένα δὲν γνωρίζετε ἐκ τῶν παυθέντων;
§187ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀγνοῶ τοὺς πλείστους τῶν παυθέντων· μοὶ ὑπεβλήθη ὁ κατάλογος τῶν καλῶν καθηγητῶν καὶ τῶν ἧττον καλῶν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ὃν διέταξα νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ τὴν γνώμην τῶν Γυμνασιαρχῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καί τινων καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ἐγὼ δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς τὰ προσωπικὰ ζητήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἀγνοῶ τίνες εἶνε οἱ παυθέντες ἐκ τῶν καθηγητῶν. Ἐγὼ οὕτως συνειθίζω νὰ ἐργάζωμαι.
§188ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδένα ἐπαύσατε ἀπὸ τοὺς 16.
§189ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω κανένα, μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπαύθη τις.
§190ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τοὺς 16 δὲν ἐπαύσατε κανένα.
§191ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περιμένετε ὀλίγον νὰ τελειώσῃ τὸ σχολικὸν ἔτος καὶ θὰ ἰδῆτε.—Εἶπεν ὁ κύριος Βουλπιώτης, ὅτι ὁ Νόμος ἐπιτρέπει καὶ βον καὶ 7ον καὶ 16ον Καθηγητὴν καὶ ἀνέφερεν ἑκὼν ἄκων τὸν Νόμον τοῦ 1836, ὅστις ὁρίζει τοὺς Καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων εἰς πέντε, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 76 λέγει, ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία τῶν ἱερῶν μαθημάτων εἰς ἱερέα ἀντὶ δραχμῶν 30 κατὰ μῆνα, ἐὰν εἷς τῶν Καθηγητῶν ἀδυνατῇ νὰ διδάξῃ τὰ ἱερὰ, εὗρε δὲ καὶ ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 82, ἥτις λέγει «ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Καθηγητὰς τῶν Γυμνασίων νὰ παραλαμβάνωσι καὶ ἀνὰ ἕνα βοηθόν»· καὶ τὴν διάταξιν ταύτην, ἡμιτελῶς ἀναγιγνωσκομένην, ἠθέλησε νὰ φέρῃ ὡς δικαιολογίαν τῶν 16 Καθηγητῶν ὁ κ. προκάτοχός μου. Ἀλλ’ ἂν ἐξηκολούθει τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου θὰ ἐβλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ πρωτοσχόλων, δὲν ἀναγράφει ὁ Νόμος, ὅτι οἱ βοηθοὶ εἶναι Καθηγηταί· ἀπεναντίας, «ἄρθρον 82 § 2 «ἀλλὰ θέλουν προτρέπεσθαι καὶ εἰς ἑκάστην τάξιν οἱ μᾶλλον ἐπιδίδοντες μαθηταὶ νὰ πράττωσιν αὐτὸ τοῦτο ἀμισθὶ εἰς πτωχοὺς τῶν συμμαθητῶν των».
§192ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶνε ἄλλη κατηγορία· διαβάσετε τὸ ἄρθρον 102 (διάλογοι).
§193ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ διαβάσητε σεῖς τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ Νόμου τούτου καὶ νὰ τὰ κατανοήσητε. Πολῖται προγυμνασταὶ δὲν δύνανται κατὰ τὸν Νόμον νὰ ὑπάρξωσιν. Ὁ Νόμος ὁρίζει ὅπως ὦσιν ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ προγυμνασταί, λαμβάνοντες μικράν τινα ἀμοιβὴν ἢ ἐπιμίσθιον ἀντὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἔλαβον πολίτας, ὑπαλλήλους καὶ κλητῆρας, οἵτινες ἐλάμβανον 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἁπλῶς καὶ ἐπιτροχάδην ἀνέφερον ἐλάχιστα ἀπέναντι τῶν πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, διότι ὁ κ. προκάτοχός μου ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ταῦτα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι ἤθελον ἔχει ὑπὲρ ἐμοῦ πάντα βουλευτήν, διότι ἐνῷ ὑπὸ τοῦ Νόμου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορίσω τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν εἰς 5, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶ τὴν ἄδειαν ὅπως ὅπου ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ διορίσω καὶ 7 καὶ 6 Καθηγητάς, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων, ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς συσσωρεύσεως τῶν μαθητῶν, διότι ὅταν ὁ πληθυσμὸς εἶνε μέγας, ἔπεται, ὅτι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν θὰ ἦνε μέγας, καὶ ἑπομένως θὰ ἦνε ἀνάγκη καὶ προσθήκης Καθηγητῶν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διότι ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναμαι νὰ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν. Κατῆλθεν εἰς πολλὰ ἐπιχειρήματα ὁ προλαλήσας, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ νόμιμον τῶν πράξεων αὐτοῦ. Πιστεύω ὅμως νὰ ἐπείσθη καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, καὶ ὅτι εἰς τοιαύτην σοβαρὰν συζήτησιν ἔπρεπε νὰ φέρῃ σοβαρωτέρας δικαιολογίας. Δὲν ἀρνοῦμαι νὰ δεχθῶ τροπολογίαν, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν Καθηγητῶν κανονισθῇ εἰς 6 ἢ 7, ὅταν τὸ Γυμνάσιον ἕνεκα πληθώρας μαθητῶν διαιρεθῇ, τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Βαλασσόπουλος. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετρίδου, ὅπως δύνανται νὰ διορισθῶσι καθηγηταὶ οὐ μόνον οἱ διατελέσαντες σχολάρχαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπὶ 5 ἔτη διδάξαντες ὡς διδάσκαλοι δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, ἂν καὶ παρεκλήθην κἀγὼ παρὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφερομένου προσώπου καὶ ἄλλων, διότι πολλοὶ εἶναι οἱ διδάξαντες ὡς βοηθοὶ καὶ διδάσκαλοι πρὸ τῶν διδακτορικῶν ἐξετάσεων· τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας διατελούντων Καθηγητῶν (θόρυβος). Κανεὶς διδάκτωρ δὲν ἐγένετο Ἑλληνοδιδάσκαλος· ἐγένοντο μόνον Ἑλληνοδιδάσκαλοι ἐφ’ ὅσον ἐσπούδαζον τὴν φιλολογίαν καὶ ἐμελέτων ἵνα δώσωσι διδακτορικὰς ἐξετάσεις· τὸ ὀρθὸν εἶναι οἱ τοιοῦτοι νὰ προαχθῶσιν εἰς Σχολάρχας. Πρέπει τέλος πάντων ν’ ἀφήσωμεν τὰς θέσεις διαθεσίμους διὰ τοὺς ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας διατελέσαντας Καθηγητάς, διότι ἴσως πολλοὶ τῶν νέων ἐξερχόμενοι ἀπὸ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχοντες ἄλλα μέσα ἰσχυρότερα, θὰ προτιμηθῶσι πολλῶν Καθηγητῶν διατελούντων ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα τῶν μακρῶν συζητήσεων μεταξὺ ὁμοφρονούντων, οὔτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον, οὔτε τὸ περὶ ἀφομοιώσεως καὶ συντάξεως τῶν Καθηγητῶν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Διδασκαλείων καὶ Γυμνασίων, οὔτε τὸ περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων θὰ ψηφισθῶσι. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σπεύσητε εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα πάντες ἀναγνωρίζετε ὡς χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς τροπολογίας;
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον δεύτερον).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§197ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ «Γυμνασίων ἢ Διδασκαλείων».
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογίαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορίζεται γυμνασιάρχης, ἂν μὴ κέκτηται δίπλωμα προλύτου ἢ διδάκτορος.
§199ΤΖΑΝΕΣ. Ἀφοῦ καθ’ ἑκάστην βλέπομεν ἐξερχομένους ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς διδάκτορας τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς λίαν καλῶς κατηρτισμένους, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ Γυμνασιάρχαι, δηλαδὴ οἱ Διευθυνταὶ τῶν Γυμνασίων, δύνανται νὰ ὦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κακῶς μέχρι τοῦδε ὡς τοιοῦτοι διατελοῦσι· διότι παραδείγματος χάριν μέχρι τῆς προχθὲς ἠδύναντο νὰ διορίζωνται Γυμνασιάρχαι προλύται οὐχὶ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ἀλλὰ τῆς τῶν μαθηματικῶν καὶ τῆς Θεολογίας. Ὁ Γυμνασιάρχης, κύριοι, ἐφορεύει ἁπάντων τῶν ἐν τῷ Γυμνασίῳ, εἶναι ὁ ἐπόπτης ὅλων τῶν Καθηγητῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι προλύτης ἢ διδάκτωρ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἄλλως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, καὶ ἀφορμὴ σπουδαία, διὰ νὰ προβῶ εἰς τὴν τοιαύτην πρότασιν. Εἰς τὸ Γυμνάσιον Καλαμῶν δὲν ἐδιδάχθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὡς ἔπρεπε τὰ μαθήματα· διότι ὁ Διευθυντὴς, ἄλλως ἐξαίρετος ὡς ἄνθρωπος, ἦτο ἀνίκανος νὰ διδάξῃ Ἑλληνικὰ, διότι εἶναι Θεολόγος. Τὸ αὐτὸ, κύριοι, συνέβη καὶ εἰς ἄλλα Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα διευθύνουν καθηγηταὶ τῶν μαθηματικῶν. Ὥστε ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν Γυμνασίων.
§200ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Γυμνασιάρχην Καλαμῶν δὲν εἶναι τόσον ἀκριβῆ ὅσα ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὁ κ. Τζάνες (θόρυβος).
§201ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ Γυμνασιάρχου Καλαμῶν μετὰ πολλῆς εὐλαβείας, δὲν παρεξετράπην, οὐδὲ ἀπέδωσα εἰς τὸν ἄνθρωπον καμμίαν μομφὴν, ἀλλ’ ἤδη ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, ὅπως πιστεύω ὅτι θὰ τὴν εἴπῃ, καὶ ἂν αἰσθάνεται ἐν τῇ συνειδήσει αὑτοῦ, ὅτι ὁ προκάτοχός του εἰς τὸ Γυμνάσιον Καλαμῶν ἀνευλαβῶς κατέφερεν ἓν κτύπημα, θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αἱ ἐξετάσεις αἱ γενόμεναι δὲν ἦσαν ἐξετάσεις· καὶ ἂν θέλῃ ὁ κ. Πετρίδης, φέρομεν τὰς ἐκθέσεις καὶ θὰ ἰδῇ, ὅτι ἐγὼ λέγω τὴν ἀλήθειαν (θόρυβος). Ἐπαναλέγω, ὅτι οὐδὲν ἔχω, κύριοι, κατὰ τοῦ Γυμνασιάρχου Καλαμῶν ὡς ἀνθρώπου, θαυμάζω μάλιστα τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ· ἔχω ὅμως τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς ἰδικιτέρας μου πατρίδος καὶ τὴν προκοπὴν τοῦ Γυμνασίου αὐτῆς.
§202ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐὰν διδάκτωρ τις ὑπηρέτησε δύο ἢ τρία ἔτη ὡς καθηγητὴς καὶ διωρίσθη ἤδη γυμνασιάρχης, ὁ τοιοῦτος παυόμενος δύναται νὰ διορισθῇ αὖθις εἰς ἣν κατεῖχε θέσιν; διότι τὸ ἄρθρον 4 λέγει σαφῶς, ὅτι οἱ διατελέσαντες ἤδη καθηγηταί, ἐὰν παυθῶσι, δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου εἰς ἣν κατεῖχον θέσιν, χωρὶς νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς σχολάρχαι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τρίτον ἐπὶ ὁμοίας περιστάσεως δὲν λέγει ἂν καὶ οἱ διατελέσαντες γυμνασιάρχαι ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§203ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ διατελέσαντες καθηγηταὶ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἣν θέσιν κατεῖχον, καὶ οἱ γυμνασιάρχαι ἐπίσης. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ συντάξεως τῶν καθηγητῶν, τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικῶν Γυμνασίων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).
§205ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ χρόνος ὁ ἐπιμετρούμενος θὰ ἦναι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου ἢ ἀφ’ ὅτου διωρίσθησαν καθηγηταί;
§206ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἔχωσιν ὑπηρετήσῃ ἐν Ἑλλάδι, ὁ χρόνος αὑτῶν μετρεῖται· ἀλλ’ οἱ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καθηγηταὶ δικαιοῦνται ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου. (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων.
§208Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν μεταξὺ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ἵνα ἐπιφέρῃ οἰκονομίας, ἐθεώρουν, ὅτι ἡ κατάργησις τῶν Πταισματοδικείων ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ὅτι ἀληθῶς ἡ κατάργησις αὐτῶν ἤθελεν ἔλθει εἰς συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου ταμείου, οὐ μόνον δὲν ἤθελον ἀποκρούσει τὸ Νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἤθελον καὶ συνηγορήσει ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ λαοῦ· ὅσον μᾶλλον εὐπρόσιτος εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ὅσον ταχύτερον δύναται ν’ ἀποδοθῇ αὕτη, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς τὸν λαόν. Πρέπει λοιπὸν λόγοι μεγάλου συμφέροντος, ὁμολογουμένως ἀποδεδειγμένοι, νὰ ἐπιβάλωσι τὴν κατάργησιν ὑφισταμένων δικαστηρίων· ἄλλως, κύριοι, ὅταν ἀφαιρῆτε ἀπὸ τὸν λαὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἔχῃ, χωρὶς νὰ τὸν ἀπαλλάσσητε ἀπὸ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡ κατάργησις θέλει ἐπιφέρει, ἐπιφέρετε εἰς αὐτὸν ζημίαν. Τὰ Πταισματοδικεῖα, κύριοι, εἶναι ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον καὶ καθημερινὴν ἐνέργειαν, συντρέχουσα τὰς ἀστυνομικὰς Ἀρχὰς εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων· ἑπομένως πρέπει νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν προσιτὴ καὶ εὔκολος ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ταύτης. Ὅσοι συνέπεσε ν’ ἀποτελέσητε μέρος τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ ἰδίως ὅσοι συνέπεσε νὰ ἦσθε Εἰσαγγελεῖς, γνωρίζετε πόσα πταίσματα παραγράφονται, χωρὶς ν’ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς παθόντας, ποία δὲ δαπάνη ἐπιβάλλεται, ὡς ἐκ τῆς προσκλήσεως μαρτύρων ἀπὸ ἀπώτατα μέρη διὰ τὴν ἀνάκρισιν τῶν πλημμελημάτων, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τῶν Πταισματοδικείων ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται παραχρῆμα, ἀπονέμεται μετὰ μεγάλης ταχύτητος, αἱ δὲ ἀνακρίσεις ἐνεργοῦνται διὰ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεως τοῦ Πταισματοδίκου. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν Πταισματοδικείων ἡ πταισματικὴ δικαιοσύνη ἐγένετο λίαν προσιτή, ἡ ἐκδίκασις τῶν πταισμάτων ἦτο ἄμεσος, τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον, εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν καταβάλλει, καὶ ὅλα τὰ πλημμελήματα ἀνακρίνονται καὶ ἐκδικάζονται ἀμέσως· ὥστε λόγοι εὐκολίας καὶ συμφέροντος συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῶν Πταισματοδικείων. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἀπέναντι τοῦ οἰκονομικοῦ λόγου τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν. Ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ἓν ἕκαστον τῶν Πταισματοδικείων τούτων, θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι ἰδιαίτεροι λόγοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν Πταισματοδικείων ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν. Αἱ Ἀθῆναι ἔχουσιν ἀνέκαθεν Πταισματοδικεῖον· ἀλλὰ μετὰ τὰς Ἀθήνας αἱ Πάτραι πρὸ πάσης ἄλλης πόλεως ἔχουσιν ἀνάγκην Πταισματοδικείου, διότι ἡ πόλις αὕτη κατοικεῖται ὑπὸ κατοίκων διαφόρων τάξεων καὶ διαφόρων ἐθνικοτήτων, τὸ δὲ Πταισματοδικεῖον ἐκεῖ ἀπέδειξεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, ὅτι ἦτο λίαν ἐπωφελὲς ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις.
§209ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ τὸ Πταισματοδικεῖον τοῦ Πύργου, κύριε Ρικάκη.
§210ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδίως τὸ τῶν Πατρῶν δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ· ὁλόκληρος δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πταισματοδικείου τούτου καὶ ρητῶς ἐξεφράσθη, ὅτι ἡ περὶ αὐτοῦ πίστωσις πρέπει νὰ μένῃ.
§211ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς δὲν διαφωνοῦμεν παντάπασι πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Καὶ ὁμολογοῦμεν μὲν, ὅτι ὅπου ὑπάρχουσιν εἰδικὰ Πταισματοδικεῖα ἡ πταισματικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ταχύτερον καὶ ἴσως καὶ πληρέστερον· ὁμολογοῦμεν ὡσαύτως, ὅτι ὅπου ἡ πταισματικὴ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ταχύτερον, τὸ κῦρος τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων εἶναι ἐξησφαλισμένον· ἀνομολογοῦμεν ὡσαύτως, ὅτι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν εἶναι πόλις πολυάριθμος, καὶ ὀφείλω νὰ προσθέσω προσέτι, ὅτι ἡμεῖς πρὸ πάντων ὡς Κυβερνῆται ὀφείλομεν νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων πάσης πόλεως καὶ πάσης κώμης, ἀλλ’ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἰδιῶται ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν ἠκούσθησαν αἱ πρῶται φωναὶ, αἱ ὁποῖαι ἐνέκρινον τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπηγγείλαμεν καὶ τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐπροβάλαμεν. Μόνον κατὰ τοῦτο διαφωνοῦμεν μὲ τὸν κύριον Ρικάκην, ὅτι μέχρι τοῦ 1883 ἡ πταισματικὴ δικαιοσύνη ἀπενέμετο ὑπὸ τῶν Εἰρηνοδικείων, κατὰ τὸ 1884 δὲ συνεστήθησαν τὰ εἰδικὰ Πταισματοδικεῖα, καὶ ἐφέτος κατὰ τὸ 1885 εὑρισκόμεθα εἰς κρίσιμον οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἣν εἴμεθα κατάστασιν κατὰ τὸ 1883· εὐθὺς δ’ ὡς ἀποκατασταθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, προθύμως θέλομεν συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ἐπανιδρύσεως τῶν Πταισματιδικείων, καὶ πρὸ πάντων τοῦ ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν, εἰς τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα δὲν εἴμεθα ἀδιάφοροι. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὑπολάβωσιν, ὅτι ἡμεῖς παραγνωρίζομεν ἀληθείας, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ παραγνωρίσῃ, ἀλλ’ εἴμεθα ὑπὸ πίεσιν ἀναγκῶν, καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν ταύτην ἐπροτείναμεν νὰ ἀπαλείψωμεν τὴν δαπάνην, ἥτις δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦ 1883, πράττομεν δὲ τοῦτο χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ ἡ δημοσία τάξις ἐν Πάτραις.
§212ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τοὺς λόγους τῆς πεποιθήσεώς μου ταύτης οὐ μόνον ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἵνα ἐκδηλοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας του, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἕκαστον νὰ ὑπερασπίζῃ τοὺς θεσμοὺς, εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν ὁποίων αὐτὸς ὁ ἴδιος συνετέλεσεν. Εὐτυχῶς, κύριοι, τὸ ἀντικείμενον δὲν περιέχει πολιτικήν τινα χροιὰν, οὐδὲ ἐνδιαφέρει τὴν ἐμὴν Ἐπαρχίαν· κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ δώσητε προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἠκούσατε τὸν μόνον δικαιολογητικὸν λόγον τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἡ Κυβέρνησις ρητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ μόνος λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι αἱ οἰκονομίαι. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, πρῶτος ἐγὼ τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν, καὶ φρονῶ, ὅτι αὐστηροτάτη οἰκονομία ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, φρονῶ μάλιστα, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ εἶναι ἐξόχως Ἐθνικὴ πολιτικὴ, ὡς διασώζουσα τοὺς πόρους τοῦ μέλλοντος, ἄνευ τῶν ὁποίων καθιστάμεθα ἀδύνατοι πρὸς οἰανδήποτε ἐνέργειαν. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι οἰκονομία δὲν εἶναι ἡ ἐλάττωσις ἁπλῶς τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν, ὁσάκις δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ βλάβης τῆς παραγωγῆς καὶ ἄνευ βλάβης τῶν κοινωνικῶν σκοπῶν, οὓς ἡ σύστασις τῆς Πολιτείας ἐπιδιώκει· διότι ἄλλως, βλαπτομένης ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τῆς παραγωγῆς, ἐπέρχεται ζημία πολὺ μείζων τῆς καταργουμένης δαπάνης. Ἐξεταστέον λοιπὸν, ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης, ἡ ἐπιζητουμένη διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι ἐκ τῶν ἐλαττώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ οἰκονομίαν; ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, τοῦ ὁποίου τὴν πραγματοποίησιν ἐπιδιώκει ἡ σύστασις τῶν Πταισματοδικείων, νὰ ἐξετάσωμεν δὲ κατόπιν τίνα τὰ ἀποτελέσματα τῆς συστάσεως αὐτῶν καὶ ἰδίως τίς ἡ εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα ἐκκρεμὴς ἐργασία, καὶ τίς ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐκκρεμῆ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατεθήσεται καὶ ἡ ἐργασία τῶν Πταισματοδικείων. Τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν ἀκριβείᾳ ὁποία τις εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι· περιορίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι οὐδόλως εἶναι αὕτη εὐάρεστος, ὅτι πολλὰ Δικαστήρια καὶ ἰδίως τὰ ἀνώτερα πλείστας ἔχουσιν ἐκκρεμεῖς πολιτικὰς ὑποθέσεις· ὅτι αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἐπιβεβαρημένος μὲ τόσην σωρείαν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ὥστε πέντε ὁλόκληρα ἔτη εἶνε ἠναγκασμένος νὰ ἀναμένῃ ὁ πολίτης, ἵνα ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεώς του. Ἕνεκα δὲ τούτου, ὡς ἕνεκα πλείστων ἄλλων λόγων κοινωνικῶν, προσωπικῶν, νομοθετικῶν, ἡ ἐκδίκασις τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων παρατείνεται ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καὶ ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας αὐτῶν, πλεῖσται πολλάκις ἐγείρονται ἀμφιβολίαι, ἂν τὸ συμπέρασμα τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος συνάδει ἐντελῶς πρὸς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου καὶ πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀθλιεστάτη πρὸ πάντων εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἀπονομῆς τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται ἀριδήλως ἐξ ἐπισήμων ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν εἰς τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας εἰς 40 περίπου χιλιάδας ἀναβιβάζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀδικημάτων, ὧν κατέστη ἀδύνατος ἡ καταδίωξις ἕνεκα τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ἀνακρίσεων. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη προβαίνει ἐπὶ τὰ χείρω καθ’ ἑκάστην, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναφυομένων ποινικῶν ὑποθέσεων εἶναι μεγαλείτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία κατορθοῖ νὰ διεκπεραιώσῃ ἐν τῷ διαστήματι τοῦ ἔτους. Δὲν εἶναι δὲ ποσῶς νέα ἡ κατάστασις αὕτη· πρὸ πολλῶν χρόνων, περιβεβλημένος μὲ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τῆς ἐποπτείας τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, παρετήρησα τὴν λυπηρὰν ταύτην κατάστασιν καὶ ἐσκέφθην περὶ τῶν αἰτίων, ἐξ ὧν προέρχεται καὶ περὶ τῶν δυνατῶν τῆς θεραπείας μέσων. Τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως εἶναι πολλὰ καὶ συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ ἓν τῶν σπουδαιοτέρων αἰτίων εἶναι βεβαίως, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν ἔχει ὄργανα διὰ νὰ ἐνεργήσῃ δραστηρίως. Καὶ ἀναγράφει μὲν ὁ νόμος πολλὰ τοιαῦτα ὄργανα, τοὺς Δημάρχους, τοὺς Δημαρχικοὺς Παρέδρους, τοὺς Ἀστυνόμους, τοὺς Ἀξιωματικοὺς καὶ Ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς καὶ τέλος τοὺς Εἰρηνοδίκας, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὀργάνων τούτων μόνον εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν, ἅπαντα δὲ τὰ λοιπὰ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύονται ὅλως ἀνεπιτήδεια. Ἕνεκα τούτου οἱ Εἰρηνοδῖκαι εἶναι οἱ πραγματικῶς διεξάγοντες ἐν Ἑλλάδι οὐ μόνον ἁπάσας τὰς προεισαγωγικὰς ἀνακρίσεις, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς κυρίας ἀνακρίσεις, διότι εἰς αὐτοὺς ἀναθέτουσι καὶ ταύτας οἱ Ἀνακριταί, ὅταν μακρὰν τῆς ἕδρας των πρόκηται νὰ διεξαχθῶσιν. Ἀλλ’ οἱ Εἰρηνοδίκοι εἶναι προσέτι ἐπιβεβαρημένοι οὐ μόνον μὲ τὴν πολιτικὴν δικαιοδοσίαν· ἀλλὰ καὶ μὲ πλεῖστα ἄλλα δικαστικά, διοικητικὰ καὶ οἰκονομικὰ καθήκοντα, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ταχεῖαν ἁπάντων διεξαγωγήν, παρετηρήθη δὲ, ὅτι ἡ ἐργασία, ἣν παραμελοῦσιν, εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἀνακρίσεων, διότι αὕτη καὶ ἐπίπονος εἶναι καὶ οὐδεμίαν παρέχει ὠφέλειαν, τοὐναντίον δὲ ἐγείρει πολλὰς δυσαρεσκείας. Ἕνεκα τούτων ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἰσχυρότατον μέσον πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ἀνάθεσις αὐτῆς εἰς ὄργανα ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὴν ἐργαζόμενα, ἤγουν ἡ σύστασις εἰδικῶν Πταισματοδικείων. Ταύτην ὑποστηρίζει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ταχίστης ἐκδικάσεως τῶν πταισμάτων, ὧν ἡ ἐκκρεμότης παρατείνεται ἐλλείψει ἐπαρκῶν συνεδριάσεων, καὶ ὧν ἡ ταχεῖα τιμωρία μεγάλως ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν εὐζωίαν τῶν κατοίκων καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ὑγείας καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν καὶ ἰδίως τῆς ἀγροτικῆς, τὴν προστασίαν τῆς ὁποίας δι’ εἰδικῶν νόμων ἐπεζητήσαμεν. Ἕνεκα τούτου πρὸ πολλῶν χρόνων δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων μου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ᾐτησάμην τὴν σύστασιν εἰδικοῦ Πταισματοδικείου, ἰδίως ἐκεῖ ὅπου πολλὰ διαπράττονται ἀδικήματα καὶ ὡς ἐκ τούτου μέγας εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, ὑπάρχει δὲ καὶ ἀνάπτυξις τῶν συναλλαγῶν καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται μέγας ἀριθμὸς πολιτικῶν δικῶν. Ἐστήριξα δὲ τὴν πρότασίν μου καὶ εἰς τὸν λόγον, ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ἀναπτύσσει τὸν φατριασμὸν καὶ γεννᾷ ἀδικίας, διότι οἱ ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς καταδιώξεως ὑπάλληλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, προτιμῶσι τὴν διεκπεραίωσιν ἐκείνων ἰδίως τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας πολιτικὴ ἀνάγκη ὑποδεικνύει, αἱ δὲ λοιπαὶ παραδίδονται εἰς τὸν διὰ παραγραφῆς θάνατον. Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι οὐσιώδη ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἤθελέ τις προσφέρει ἐν Ἑλλάδι, συνιστῶν πανταχοῦ εἰδικὰ Πταισματοδικεῖα καὶ ἐπεκτείνων τὴν περιφέρειαν καὶ αὐτῶν καὶ τῶν Εἰρηνοδικείων. Ἐξεταστέα ἤδη ἰδιαιτέρως τίς ἡ ἐργασία τῶν καταργουμένων Πταισματοδικείων, καὶ τίς ἡ ἐργασία τῶν σχετικῶν Εἰρηνοδικείων, καὶ ἂν οἱ Εἰρηνοδίκαι θέλωσι δυνηθῆ καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἐργασίαν νὰ διεκπεραιώσωσι, καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν Πταισματοδικείων, ἥτις διὰ τοῦ νόμου τούτου θέλει κατὰ προσθήκην ἀνατεθῆ αὐτοῖς. Περὶ τούτου ᾐτησάμην δι’ ἐπερωτήσεως πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δυστυχῶς μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὰς περὶ τοῦ ζητήματος τῆς καταργήσεως ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων καὶ εἰς σύντομόν τινα περὶ τῆς ποινικῆς ἐργασίας τῶν Εἰρηνοδικείων κατάστασιν. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐκθέσεων πρὸ πάντων προκύπτει, ὅτι τὰ δικαστήρια, τὰ παντὸς ἄλλου ἁρμοδιώτερα, ἵνα γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ μέτρου τῆς καταργήσεως τῶν Πταισματοδικείων, γνωμοδοτοῦσιν ἅπαντα κατὰ τῆς καταργήσεως ταύτης. Ἰδίως ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου Πατρῶν διαῤῥήδην ἀποφαίνεται, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θὰ ἦναι καταστρεπτικὸν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης (ἀναγινώσκει). «Ἡ διατήρησις τοῦ ἐνταῦθα Πταισματοδικείου θεωρεῖται ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, διότι... οὕτως εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ σπουδαίως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων, νὰ ἐκδικάζωνται δὲ περισσότεραι πταισματικαὶ ὑποθέσεις, καὶ διότι οἱ Εἰρηνοδίκαι, ἔχοντες σπουδαίαν πολιτικὴν ἐργασίαν, ὄντες δὲ ἀφ’ ἑτέρου βεβαρημένοι διὰ πλείστης ἄλλης ἐργασίας,.... διεξαγωγὰς μυρίων μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, ἐπιτοπίους αὐτοψίας..... εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ποινικῆς καὶ τῆς πταισματικῆς δικαιοσύνης». Καὶ ἠκούσατε, κύριοι, καὶ παρὰ τοῦ ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ τίνες αἱ συνέπειαι τῆς μὴ ταχείας ἐκδικάσεως τῶν πταισμάτων, ἡ ταχεῖα τιμωρία τῶν ὁποίων εἶναι τὸ μεγαλείτερον μέσον πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εὐζωίας τῶν πολιτῶν. Ἐπίσης καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου Πύργου ἀποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τοῦ ἐκεῖσε Πταισματοδικείου, διότι πλέον τῶν χιλίων ἀνακρίσεων ὑπάρχουσιν εἰς αὐτὸ ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις, καί τοι πολλαὶ ἐπεραιώθησαν καὶ πολλαὶ πταισματικαὶ ὑποθέσεις εἰσήχθησαν καὶ ἐξεδικάσθησαν. Ποία δὲ ἡ ἐργασία τῶν Εἰρηνοδικείων, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προστεθῇ τώρα καὶ ἡ ἐκκρεμὴς ἐργασία τῶν Πταισματοδικείων; Οἱ Εἰρηνοδίκαι Πατρῶν ἐξέδωκαν ὁ εἷς 729 ἀποφάσεις, ὁ ἕτερος 342 ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ τριμηνίᾳ. Ὁ Εἰρηνοδίκης Πύργου ἐκδίδει πλέον τῶν 3½ χιλιάδων πολιτικῶν ἀποφάσεων. Ἐπίσης μεγάλην ἔχουσι σχετικῶς πολιτικὴν ἐργασίαν καὶ οἱ ἄλλοι Εἰρηνοδίκαι, παρ’ οἷς ὑπάρχουσι Πταισματοδικεῖα. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν Εἰρηνοδίκαι, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εἰσάγεται τόσον μέγας ἀριθμὸς πολιτικῶν ὑποθέσεων, νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν τοσούτου ἀριθμοῦ πλημμελημάτων; Τί θὰ γείνῃ λοιπὸν ἡ ἐργασία αὐτή; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, τὸ Πταισματοδικεῖον τοῦ Πύργου καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐδίκασε 469 πταίσματα καὶ ἐπεράτωσε 1032 ποινικὰς δικογραφίας, καὶ ὅτι μένουσιν ἀκόμη ἐκκρεμεῖς παρ’ αὐτῷ 517. Τί ἐργασίας δὲ ἔχει, κύριοι, τὸ Εἰρηνοδικεῖον Πύργου, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβληθῆ κατὰ προσθήκην ἡ ἐκκρεμὴς αὕτη ὑπηρεσία; ἐξέδοτο ἐν διαστήματι ἔτους 3500 ἀποφάσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διεξαγωγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς; Ἡ οἰκονομία λοιπὸν, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην ζημίαν εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, δὲν εἶναι ἀληθὴς οἰκονομία, εἶναι μᾶλλον καταστροφὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, κύριοι, προέρχεται καὶ ἐλάττωσίς τις τῶν δαπανῶν ἐκ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου; Τὸ Δικαστήριον τῶν Πατρῶν λέγει ἐν τῇ γνωμοδοτήσει του, ὅτι 6500 δραχμαὶ εἶναι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλε τὸ Πταισματοδικεῖον ἐκδικάζον τὰς πταισματικὰς ὑποθέσεις, καὶ εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσητε ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα οἰκονομοῦνται ὡς ἐκ τῆς ἐπιτοπίου διεξαγωγῆς τῶν ἀνακρίσεων. Συμπεραίνων λοιπὸν, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν εἰδικῶν Πταισματοδικείων, δὲν ἐπιφέρει ἀληθῆ οἰκονομίαν, διότι ἐπιφέρει καὶ ἐλάττωσιν προσόδου, ἐκτὸς δὲ τούτου καταστρέφει καὶ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην.
§213ΑΡ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ μικρὰν προσοχὴν εἰς ὅσα ὀφείλω νὰ προσθέσω πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου μου κ. Ῥικάκη. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων τοῦ 1882, τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ προκαλῇ τὴν κατάργησιν Πταισματοδικείων ἐκ τῶν συσταθέντων, προηγουμένης γνωμοδοτήσεως τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ δὲν συμπεριελήφθησαν τὰ Πταισματοδικεῖα Ζακύνθου, Θηβῶν, Πειραιῶς, διότι τὰ οἰκεῖα πρωτοδικεῖα ἐγνωμοδότησαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως αὐτῶν, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ Β. Διατάγματος. Δὲν γνωρίζω ἂν εὐλόγως προτείνηται ἡ κατάργησις τῶν Πταισματοδικείων Θηβῶν καὶ Πειραιῶς. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ πταισματοδικείου Ζακύνθου, δὲν εἶναι εὔλογος. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου Ζακύνθου, δι’ οὓς λόγους ἐκθέτει ἐν τῇ διασκεπτικῇ αὐτῆς, ἰσοδυναμεῖ μὲ γνώμην ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ. Καὶ δικαίως, διότι καθ’ ὅλην τὴν ὡραίαν ἐκείνην νῆσον ἀριθμοῦνται περὶ τὰς 50 χιλ. ψυχῶν, δὲν ὑπάρχει ἢ ἓν μόνον Εἰρηνοδικεῖον, ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης ἐκτὸς τῆς συνήθους διαδικασίας εἶναι ἐπιφορτισμένος καὶ μὲ καθήκοντα, ἀποῤῥέοντα ἐξ εἰδικῶν νόμων ἰσχυόντων ἐκεῖσε. Ὥστε ἡ κατάργησις τοῦ Πταισματοδικείου, ἄνευ προσθήκης Εἰρηνοδικείου, δύναται νὰ βλάψῃ. Τὰ αὐτὰ παρατηρῶ καὶ διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Πταισματοδικείου Πύργου. Ὁ Πύργος ἤρχισε ν’ ἀποκαθίσταται μία ἐκ τῶν καλλιτέρων πόλεων τῆς Ἑλλάδος, ἔχει πληθυσμὸν σπουδαῖον, ἐμπόριον καὶ συναλλαγὰς πολυπληθεῖς καὶ δὲν ἐπαρκεῖ ἓν Εἰρηνοδικεῖον. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φέρω τὸν λόγον εἰδικώτερον περὶ Πατρῶν. Τὸ Πταισματοδικεῖον ἐν Πάτραις εὐηργέτησε τὸν τόπον, ἀνώρθωσε τὴν πρότερον συνεχῶς διασαλευομένην δημοσίαν τάξιν διὰ τῆς ἀμέσου τιμωρίας τῶν πταισμάτων— καὶ γνωρίζετε πάντες ποίαν σχέσιν ἐν μεγάλαις πόλεσιν ἔχουσι τὰ πταίσματα πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν—ἀνεκούφισε τὴν ἀνωτέραν ποινικὴν δικαιοσύνην, ἀνεκούφισε τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας τῶν ἀνακριτῶν ἐργασίας, καὶ διηκόλυνε τὴν ἐνέργειαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Προσθέτω ὅτι καὶ τοὺς κ. Εἰρηνοδίκας ἀπήλλαξε τοῦ βάρους τῆς ἐκδικάσεως τῶν πταισμάτων, καὶ ἠδυνήθησαν οὕτω νὰ ἐπιδοθῶσι μετὰ πλειοτέρου ζήλου εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης, ἥτις παρ’ Εἰρηνοδίκαις καὶ ποικίλη καὶ κατεπείγουσα τυγχάνει. Ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων καὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης τῆς ἀναμφισβητήτου τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ἐν τῇ καταργήσει τοῦ Πταισματοδικείου Πατρῶν δὲν βλέπω νὰ ἐξυπηρετῆται καὶ ἡ ἰδέα τῶν οἰκονομιῶν· διότι ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἀνὰ χεῖράς μου στατιστικῆς, αἱ δαπάναι πρὸς συντήρησιν τοῦ εἰρημένου Πταισματοδικείου διὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν ἀνῆλθον εἰς 2340, τὰ δὲ βεβαιωθέντα ἔσοδα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου εἰς 6,547, ὥστε καὶ ὠφέλειαν ἔχει τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω λόγων πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχὴν καὶ εἰς τὰς διαμαρτυρίας, αἵτινες προέρχονται ἐκ διαφόρων Σωματείων τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν. Ἐκτὸς τῆς γνώμης τῶν κυρίων δικαστῶν, οἵτινες παμψηφεὶ διὰ λόγων βασίμων δικαιολογοῦσι πληρέστατα τὴν γνωμοδότησιν αὐτῶν, ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀναφορὰν τοῦ ἐντίμου Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, φέρουσαν ὑπὲρ τὰς 80 ὑπογραφὰς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας, ἐκτιθέμενοι τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα θεωροῦσιν ἐπιζημίαν τὴν μελετωμένην κατάργησιν, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἀποδεχθῇ αὐτὴν, καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῷ αὐτῷ τέλει τῆς μὴ καταργήσεως. Εἰς ταῦτα προσθέτω, ὅτι καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν πάντες οἱ ἀνωτέρω ἰσχυρισμοὶ καὶ παρατηρήσεις, ἀπεδέχθη, ὅτι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πταισματοδικείου Πατρῶν συνηγοροῦσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ λόγοι, οἵτινες συντρέχουσι καὶ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀποδεχθῶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴν ἐπιμένῃ, ἀφοῦ, ὡς ἐῤῥέθη, ἡ προτεινομένη κατάργησις θέλει βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.
§214Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§215ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ὅλως πλημμελὴς, καὶ δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Κυριώτεροι ὅροι τῆς ὑπάρξεως ἀληθοῦς δικαιοσύνης εἶναι, κύριοι, ἡ ἐνημερότης τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν οἱ ἐν Πάτραις ἢ ἀλλαχοῦ εὑρισκόμενοι Εἰρηνοδίκαι εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγωσιν ἐνημέρως ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν πολιτικὴν, τὴν ἀνακριτικὴν καὶ τὴν πταισματικὴν τοῦ δικαστηρίου των, τότε οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη συστάσεως εἰδικοῦ Πταισματοδικείου. Ἡ σύγκρισις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν τῶν Εἰρηνοδικῶν πρὸ τῆς συστάσεως τῶν Πταισματοδικείων, καὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν Πταισματοδικῶν, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, διότι κατὰ πρῶτον εἶχον συστηθῆ τὰ Πταισματοδικεῖα καὶ ἐνδέχεται κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ μὴ ἠδυνήθησαν οἱ Πταισματοδίκαι νὰ μεταβῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὰς ἕδρας των ἢ νὰ μὴ ἠδυνήθησαν ἐξ ἀσθενείας ἢ ἄλλου λόγου νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ ἄφησαν ἐκκρεμῆ τὴν ἐργασίαν των. Εἶναι τοῦτο λόγος καταργήσεως τῶν Πταισματοδικείων; Τότε μόνον δύναται νὰ καταργηθῶσιν, ἐὰν τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν ἁπάσης τῆς ἐργασίας, καὶ τοῦτο μόνον ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε. Ἀλλ’ αἱ καταστάσεις ὑμῶν ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον, ἀφοῦ πλέον τῶν χιλίων ἀνακρίσεων ἔμειναν διαρκῶς ἐκκρεμεῖς ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις Πατρῶν, ἡ περάτωσις τῶν ὁποίων θὰ προκαλέσῃ ἔσοδα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπαλλαγὴν δαπάνης μείζονα τῶν δαπανῶν τῶν Πταισματοδικείων. (Ἐνταῦθα ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον). (Ψηφίζονται ὁμοίως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου Πειραιῶς· εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας κλπ. εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις κλπ. εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1884· εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 920,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1884· εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων· εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ περὶ συστάσεως προπαρασκευαστικοῦ σχολείου ὑπαξιωματικῶν).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν. (Εἶτα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἀνεγνώσθη μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁμοίως δὲ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ἀπὸ 21 Μαΐου 1860 περὶ ταχυδρομείων· εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φυλάξεως, συντηρήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν· εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ᾼΚΓʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῶν φυλακῶν τῶν διὰ χρέη κρατουμένων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§218ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσθέσητε, παρακαλῶ, βʹ παράγραφον· «δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς τοὺς διευθυντὰς Σωφρονιστηρίων, τοὺς ἐπιστάτας ποινικῶν ἢ ἐξεταστικῶν φυλακῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2).
§219ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἀντικαθίσταται διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις ὡς 3 ἄρθρον). (Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον).
§220ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθησομένου ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργῶν κανονισθήσονται τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου». Αὐτὸ ἀντικαθιστᾷ τὴν 2 παράγραφον τοῦ 4 ἄρθρου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 4 ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὸ σύνολον).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκλογικῶν τμημάτων.
§222ΦΛΩΡΙΑΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπαγορεύει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν ἐπίκεινται ἐκλογαί· τὰ συμφέροντα εἶνε μεγάλα, καὶ δὲν πρέπει χάριν μιᾶς Ἐπαρχίας νὰ κανονίζωνται τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους.
§223ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΑΛΔʹ νόμου τοῦ 1882.
§225ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀνεβάλομεν.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διὰ τεχνητῶν ἔργων ἀποκαταστάσεως εἰς ἰχθυοτροφεῖον τοῦ πρὸς τὸν μυχὸν τοῦ κόλπου τοῦ Ἀργοστολίου μέρους αὐτοῦ, τοῦ ἐπιλεγομένου «Κούταβος».
§227ΦΛΩΡΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω ἀντιῤῥήσεις.
§228ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§229ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθε.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα Παράρτημα 11 καὶ 50 Μ. Μ.)