1885.07.14
1,282 rows · 9,345 words · 92 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 14 Ἰουλίου 1885
(Κυριακὴ)
Ὥρᾳ 9 40′ Π. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ κάμωσιν ἐπερωτήσεις καὶ τροπολογίας, διότι ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν περισσότερον παρὰ ἕως τὴν Τετάρτην ἐδῶ· πρὸ πάντων δὲ παρακαλοῦμεν τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσσης...
§4ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔγινε λόγος χθές, κ. Χοϊδᾶ, περὶ τούτου. Χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα καὶ αὐθωρεὶ ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Λαρίσσης νὰ λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα· καθ’ ἣν περίπτωσιν βεβαιωθῶσι τὰ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων λεγόμενα, νὰ ἐκτοπίσῃ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκ τῆς περιφερείας Λαρίσσης.
§5ΧΟΪΔΑΣ. Ἀλλὰ ταχέως παρακαλῶ, διότι σήμερον ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογή.
§6Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριοι, μία ὑπόθεσις μεταξὺ ἑνὸς συμπολίτου μου καὶ μιᾶς κυρίας περὶ μεσοτοίχου τινός. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνεμίχθη ἀναρμοδίως καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ Τμῆμα δηλαδὴ τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἀναμιχθὲν δὲ τοῦτο ἀναρμοδίως, ἐνήργησε σκανδαλωδῶς πρὸς βλάβην τοῦ συμπολίτου μου καὶ πρὸς παράνομον ὄφελος τῆς ἀντιδίκου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ βασανίζομαι ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας, παρακαλῶν τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων ἔργων νὰ παύσῃ ἀδικῶν τὸν ἄνθρωπον, καὶ παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ δὲν κατώρθωσα τίποτε, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω λόγον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῇ τέλος ἓν μέτρον πρὸς παῦσιν τοῦ κακοῦ, καὶ ἵνα ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ ὅσα λέγονται περὶ καταχρήσεων καὶ ὀργίων διαπραχθέντων ἐν τῷ Τμήματι τῶν Δημοσίων ἔργων. Ὁ συμπολίτης μου ἐπεχείρησε νὰ οἰκοδομήσῃ ἐπὶ οἰκοπέδου του, συνορεύοντος μὲ τὴν οἰκίαν τῆς εἰρημένης κυρίας. Σημειωτέον δέ, ὅτι αὕτη δὲν ἐνεργεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἰδία, ἀλλ’ ἔχει ἀντιπρόσωπόν της ἕνα διάσημον μπερμπάντην, ἐνεργοῦντα χάριν ἰδίας ὠφελείας. Δὲν γνωρίζω αὐτόν, ἀλλὰ μ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἡ φύσις δὲν ἐγέννησε παρόμοιον κατεργάρην. Εἶναι συνταξιοῦχος ὑπάλληλος, εἶναι Γραμματεὺς τοῦ Καταστήματος τῶν ἀπόρων γυναικῶν, εἶναι Γραμματεὺς τοῦ Νοσοκομείου τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ», εἶναι ἐκτιμητὴς διαφόρων Τραπεζῶν, εἶναι διαχειριστὴς περιουσιῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, εἶναι συνεταῖρος τοῦ κυρίου Σούλη εἰς τὴς κλεψιὲς τῶν οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου, ἀνακατεύεται εἰς ὅλαις τὴς βρωμοδουλειαῖς, καὶ κατορθώνει τὰ πάντα διὰ τῆς ἐπιτηδειότητός του, ὀνομάζεται δ’ οὗτος Ἀθανασιάδης. Ὁ συμπολίτης μου, εἷς ἐκ τῶν ἐντιμοτάτων ἐνταῦθα ἐμπόρων, πολίτης φιλήσυχος καὶ χρηστὸς, ὁ κ. Γ. Φαρακούκης, ἐπεχείρησε νὰ οἰκοδομήσῃ, ἀλλὰ τὸν ἠμπόδισαν, προβάλλοντες ἀνυποστάτους ἀξιώσεις δουλείας ἐπὶ τοῦ μεσοτοίχου, καὶ ἐνῷ ἡ περὶ δουλείας ἀξίωσις στηρίζεται εἰς φεγγίτην ὑπάρχοντα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ τοίχου, μέχρις οὗ δὲν πρόκειται νὰ φθάσῃ ἡ οἰκοδομὴ τοῦ συμπολίτου μου, δὲν τὸν ἀφῆκαν οὔτε θεμέλιον νὰ βάλῃ. Ἡ ὑπόθεσις ἐπῆγεν εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ περὶ ταύτης δὲν πρόκειται σήμερον, ἀναμενομένης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ὁ συμπολίτης μου ἐπεχείρησε νὰ οἰκοδομήσῃ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ οἰκοπέδου του, ἀφίνων ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἡ δίκη περὶ δουλείας, εὑρέθη δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατεδαφίσῃ ἕνα μανδρότοιχον μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς αὐλῆς τῆς ἀντιδίκου· μολονότι δὲ ἠδύνατο νὰ κατεδαφίσῃ αὐτὸν ἄνευ ἀδείας Ἀρχῆς τινος, ἐπειδὴ ἐν τούτοις ἐγνώριζε μὲ τίνος εἴδους ἄνθρωπον ἔχει νὰ κάμῃ, ἐζήτησε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Μηχανικοῦ τῆς πόλεως, ὅστις ἐγνωμοδότησεν ἐγγράφως, ὅτι πρέπει νὰ κατεδαφισθῇ ὁ μανδρότοιχος. Ἐπιχειρεῖ ὁ συμπολίτης μου νὰ κατεδαφίσῃ αὐτὸν, ἀλλ’ ἐμποδίζεται διὰ τῆς βίας ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας τῇ διαταγῇ τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων ἔργων, τὴν Ἀστυνομίαν δ’ ἐβοήθησε καὶ ὁ Ἀθανασιάδης, ἀπειλῶν ἀπὸ τοῦ παραθύρου νὰ πυροβολήσῃ τοὺς ἐργάτας. Παρουσιάζομαι τότε εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ ἐρωτῶ: «Ἐν τίνι δικαιώματι καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ῥυμοτομίας, οὔτε περὶ κατεδαφίσεως ἑτοιμοῤῥόπου κτιρίου, ὅτε καὶ μόνον ἔχει ἁρμοδιότητα τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀποφασίσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ πάντοτε συνεπείᾳ ἐφέσεως, οἵα ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὔτε ἐγένετο, οὔτε περίπτωσις νὰ γείνῃ τοιαύτη ὑπῆρχε»: Μοὶ ἀπαντᾷ δὲ ὁ κ. Σούλης μὲ τὸ ὕφος τοῦ ἐνόχου· «Ναὶ, ἔχεις δίκαιον, ναί, δὲν ἔχομεν ἔφεσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔγειναν προφορικαὶ παραστάσεις, ὅτι πρόκειται νὰ κατεδαφισθῇ ἡ οἰκία, ἀνεστείλαμεν τὴν κατεδάφισιν». Τοῦ λέγω, ὅτι «δὲν εἶναι ζουρλὸς ὁ συμπολίτης μου διὰ νὰ ζητῇ νὰ κατεδαφίσῃ τὸ ξένο σπίτι, τοῦ ὁποίου ὁ μεσότοιχος εἶναι ὁμολογουμένως στερεὸς, καὶ δὲν ἔπρεπε σεῖς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Μηχανικοῦ, ἥτις ἀφορᾷ τὸν μανδρότοιχον μόνον». Μοὶ λέγει ὁ κ. Σούλης, ὅτι εἶναι ἀσαφὴς ἡ γνωμοδότησις αὕτη, ἐνῷ, κύριοι, εἶναι σαφεστάτη καὶ οὐδεμίαν ἐπιδέχεται διαστροφήν. Ἐν τούτοις συνήνεσα νὰ ζητηθῶσιν ἐξηγήσεις περὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Μηχανικοῦ, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀναρμοδίως, ὡς εἴρηται ἐγένοντο, διότι οὔτε ἔφεσις ὑπῆρχεν, οὔτε περίπτωσις ἐφέσεως. Παρῆλθον ἔκτοτε πέντε ἡμέραι καὶ οὐδὲν ἐγένετο, συνεβούλευσαν μόνον τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ ἐκοινοποίησεν ἔφεσιν, διὰ νὰ φαίνεται, ὅτι εἶχεν ἀφορμὴν τὸ Τμῆμα νὰ ἐνεργῇ, ἀλλὰ κατὰ τίνος ἀποφάσεως ἐγένετο ἡ ἔφεσις, ἀφοῦ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, ἢ μία ἁπλῆ γνωμοδότησις; Ἐπειδὴ οὐδὲν ἐνηργήθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, προσῆλθον εἰς τὸν κ. Σούλην, ὅστις μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι πρὸ δύο ἡμερῶν εἶχε ζητήσει ἐγγράφως ἐξηγήσεις τῆς γνωμοδοτήσεως παρὰ τοῦ Μηχανικοῦ τῆς πόλεως. Μετέβην εἰς τὸν Μηχανικὸν, ὅστις μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδὲν περὶ τούτου ἔγγραφον ἔλαβε, τοὐναντίον δ’ ἔλαβεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ὁ κ. Σούλης μέμφεται αὐτὸν ὡς ἐπιτρέψαντα τὴν ἀνοικοδόμησιν μακαρονοποιείου ἐντὸς τῆς πόλεως, εἰς ὃ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀπαγορεύει τὰ μακαρονοποιεῖα ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ ὑπάρχουσιν ἐν αὐτῇ πρὸ πολλοῦ εἴκοσι τοιαῦτα. Ἐπιστρέφω εἰς τὸν κ. Σούλην καὶ τοῦ λέγω· «διατί μὲ ἠπάτησας εἰπών μοι πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐζήτησας παρὰ τοῦ Μηχανικοῦ πληροφορίας περὶ τοῦ μανδροτοίχου; ἔρχομαι ἐκ τοῦ Μηχανικοῦ, ὅστις οὐδὲν ἔγγραφόν σας περὶ τούτου ἔλαβεν». Ὁ κ. Σούλης δὲν μοὶ ἀπήντησε. «Πόθεν, τῷ λέγω, ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ μεμφθῇς τὸν Μηχανικὸν, ὅτι ἔδωσεν ἄδειαν οἰκοδομῆς μακαρονοποιείου; δὲν ἐξάγεται ἐκ τούτου, ὅτι μεροληπτικῶς ἐνεργεῖς χάριν τοῦ φίλου σου καὶ συντρόφου σου; Δὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα περὶ σοῦ λέγονται, ὡς καταχρωμένου τῆς ὑπηρεσίας σου;» Ὁ κ. Σούλης οὐδὲν μοὶ ἀπήντησε. Μεταβαίνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ κάμνω παράπονα. Καλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν κ. Σούλην, ὅστις ἔρχεται σὰν τὴν βρεμμένη κόττα, οὐδὲν δυνάμενος ν’ ἀπολογηθῇ εἰς τὰς κατηγορίας μου, ἀλλὰ καὶ μὴ ἐννοῶν νὰ παύσῃ τὰς δυσκολίας, προτείνει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Νομομηχανικοῦ, εἰς ὃ οὐδόλως ἀντέτεινα, καί τοι, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ παράνομον τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἂν καὶ παρεκάλεσα νὰ ἐνεργηθῇ τοῦτο αὐθημερὸν, ἐγένετο μετὰ δέκα ἡμέρας, διότι οὕτω ἐσύμφερε τῷ κ. Σούλῃ. Ὁ Νομομηχανικὸς ἐγνωμοδότησε νὰ κατεδαφισθῇ οὐ μόνον ὁ μανδρότοιχος, ἀλλὰ καὶ εἷς πρόσθετος τοῖχος μήκους δύο μέτρων καὶ ὕψους 8 καὶ πλέον μεταξὺ τοῦ μανδροτοίχου καὶ τοῦ κυρίου τοίχου τῆς οἰκοδομῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Σούλης ἐκδίδει μεθ’ ἡμέρας ἀπόφασιν καὶ διατάττει νὰ μὴ κατεδαφισθῇ ὁ πρόσθετος οὗτος τοῖχος, ἀλλὰ νὰ ὑποστηριχθῇ διὰ σιδήρων καὶ θόλου. Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Σούλης ἀπεφάσισεν ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Μηχανικοῦ, δὲν γνωρίζω, γνωρίζω ὅμως τὸν σκοπὸν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως. Ὁ πρόσθετος ἐκεῖνος τοῖχος εἶναι ἥμισυς τοῖχος πάχους 25 ἑκατοστῶν, κτισμένος οὐχὶ ἐπὶ ἐδάφους ἀμφοτέρων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ ἐδάφους τοῦ συμπολίτου μου, εἶναι κτισμένος εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου τοῦ συμπολίτου του γραμμὴν τοῦ κυρίου μεσοτοίχου, ὅταν δὲ κατεδαφισθῇ καὶ οἰκοδομηθῇ, ὡς πρέπει παχὺς, ἐπὶ ἐδάφους ἀμφοτέρων, θὰ ἐλαττωθῇ ὁ χῶρος τῆς ἀντιδίκου τοῦ συμπολίτου μου. Ἐν τούτοις ὁ συμπολίτης μου ἀποταθεὶς εἰς Μηχανικοὺς διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐλεεινὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Σούλη, ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη τρισχιλίων δραχμῶν διὰ νὰ στηριχθῇ ὁ τοῖχος διὰ σιδήρων καὶ θόλου, ἐνῷ ἐὰν κατεδαφισθῇ, θ’ ἀνεγερθῇ ἐκ νέου ἐντὸς δύο ἡμερῶν διὰ δαπάνης δραχμῶν 150. Προσέρχεται ὁ συμπολίτης μου εἰς τὸν κ. Σούλην καὶ ἀναφέρει αὐτῷ ταῦτα, ἀλλ’ ἀποπέμπεται παρ’ αὐτοῦ βαναύσως. Προσέρχομαι ἐγὼ καὶ παραπονοῦμαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅστις δίδει διαταγὴν εἰς τὸν Σούλην, ἵνα δώσῃ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ οὗτος προτείνει καὶ πάλιν νὰ σταλῇ ὁ Μηχανικὸς τοῦ Ὑπουργείου Κατσαρὸς, ἵνα γνωμοδοτήσῃ. Ἂν καὶ αἱ ἐπανειλημμέναι αὗται περὶ γνωμοδοτήσεων προτάσεις τοῦ κ. Σούλη σκοπὸν ἔχουσι τὴν βραδύτητα καὶ ἀναβολὴν, ἵνα πεισθῇ ὁ συμπολίτης μου νὰ τοῖς δώσῃ χρήματα, ὡς εἶναι συνειθισμένος ὁ κ. Σούλης, ἐδέχθην καὶ τὴν περὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ κυρίου Κατσαροῦ πρότασιν, ἀλλὰ παρεκάλεσα νὰ γείνῃ αὐθημερόν, Ἐγένετο αὕτη μεθ’ ἡμέρας· γνωμοδοτεῖ ὁ κ. Κατσαρὸς νὰ κατεδαφισθῇ ὁ τοῖχος, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσίς του μένει ἀνεκτέλεστος μέχρι τοῦδε ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, καίτοι ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου διαταχθέντος καὶ προχθὲς τοῦ κυρίου Σούλη νὰ ἐνεργήσῃ. Ὁ κ. Σούλης σκέπτεται μετὰ τοῦ συνεταίρου του Ἀθανασιάδου κατὰ τίνα τρόπον νὰ ματαιώσωσιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν πίεσιν τοῦ συμπολίτου μου. Καὶ παρῆλθον οὕτω τρεῖς μῆνες καὶ ἐσταμάτησεν ἡ οἰκοδομή, δι’ ἣν πάντα προητοίμασεν ὁ συμπολίτης μου, καὶ ἤγειρον κατ’ αὐτοῦ ἀξιώσεις ἀποζημιώσεως οἱ τεχνῖται, καὶ κατεστράφη ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἐν τούτοις θέλει ἐγείρει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ζητῶν τοὐλάχιστον δεκαπεντακισχιλίας δραχμὰς διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ζημίαν. Καὶ ὅλων τούτων αἰτία εἶναι ἡ πρὸς κατάχρησιν καὶ ἀδικίαν τάσις τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων. Ἐξέθεσα ταῦτα, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅπως παύσῃ τὸ κακὸν, τοῦ ὁποίου λαβόντες γνῶσιν πάντες ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐλεεινολογοῦσι τὴν δημιουργηθεῖσαν ταύτην κατάστασιν. Ὅταν μετὰ τοσοῦτον ζωηρᾶς ἐνεργείας μου, δὲν κατώρθωσα ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν συμπολίτην μου δικαιοσύνη, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τί γίνεται εἰς ἄλλους ἀπροστατεύτους.
§7Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ κυρία, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, εἶναι ἡ χήρα τοῦ ταγματάρχου Ἀγγέλου Στάϊκου τοῦ πρὸ μηνῶν ἀποβιώσαντος. Ἀνήκει εἰς χρηστὴν οἰκογένειαν, ἀναξίαν τῶν μομφῶν, αἵτινες τῇ ἀπεδόθησαν.
§8ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐμέμφθην καθ’ ὅλου τὴν Κυρίαν.
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μοὶ ἀπεστάλη σήμερον ἀναφορὰ τῆς ἀξιοτίμου ταύτης κυρίας καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ προλάβῃ ὁ προλαλήσας νὰ ἐπερωτήσῃ· τὰ δὲ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ἀνακινούμενα εἶναι ὅλως ἀντίθετα τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ προλαλήσας. Ἡ κυρία αὕτη ἔχει οἰκίαν ἐνταῦθα συνορεύουσαν μὲ οἰκόπεδον τοῦ συμπολίτου τοῦ προαγορεύσαντος καὶ ἔχουσαν δικαίωμα δουλείας ἀπόψεως ἐπ’ αὐτοῦ· κατὰ τὴν μεσημβρινὴν πλευρὰν τῆς εἰρημένης οἰκίας ὁ συμπολίτης τοῦ προαγορεύσαντος ἐπεχείρησεν ἀνασκαφὰς, ἀξιῶν νὰ στηρίξῃ τὰς δοκοὺς τῆς ἀναγειρομένης οἰκίας του ἐπὶ τῶν τοίχων τῆς οἰκίας τῆς χήρας ταύτης. Ἡ κυρία παρεκάλεσε τὸν κ. Εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος, ἐξετάσας ἐπιτοπίως τὴν ὑπόθεσιν, ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 742 ε. ε. ἀπόφασιν, ἐπικυρωθεῖσαν δι’ ὁμοίας τῶν Πρωτοδικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν συμπολίτην τοῦ κ. Ἀργυροπούλου νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸν τοῖχον ἐκεῖνον μέχρις ἑνὸς μέτρου, διότι ἔχει δικαίωμα δουλείας καὶ διέταξεν ἀποδείξεις κατ’ οὐσίαν.
§10ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι.
§11ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ζητεῖτε τὴν καταστρατήγησιν τῆς ἀπαγορευτικῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἵνα λάβητε τὴν ἄδειαν τοῦ Μηχανικοῦ καὶ κρημνίσητε παρανόμως τὸν τοῖχον καὶ τὴν οἰκίαν. Ὑποβάλλω τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα, ἵνα μὴ περιφρονηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς χήρας ἰδιοκτήτου καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσάγω τροποποίησιν εἰς τὸν Νόμον περὶ Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων. (Ὅρα Παράρτημα).
§13Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν παρὰ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τὰς ὁποίας ἐλάβομεν παρ’ αὐτῶν, τὸ γινώσκω, δὲν εἶναι πλήρεις. Θέλομεν ζητήσει καὶ ἄλλας καὶ θέλομεν λάβει αὐτάς. Ἀλλ’ ἤδη, ὅπως ἔχουσιν, ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὸ καθῆκον, ὅπως μὴ σιγήσωμεν ἐπὶ πλέον. Βεβαίως δὲν προδικάζομεν τὰ ζητήματα. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς διαχειρίσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων καὶ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων κατέστη, ἐκ τῶν δοθεισῶν ἤδη πληροφοριῶν, ἀρκούντως σοβαρόν, ὅπως σπουδαίως ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἀρκούντως σοβαρόν, ὅπως μνησθῶμεν τέλος πάντων τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ τὰς διευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις, ὁσάκις ζητηθῶσι, καὶ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς Ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς». Δυνάμει λοιπὸν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος προτείνω, κύριοι βουλευταί, ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ὅσον τάχιστα διορίσῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, ἵνα τάχιστα ἀρθῇ καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθόσον τοῦτο νομίζω, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τῆς μιᾶς πτέρυγος καὶ τῆς ἄλλης, τοῦτο συμφέρει καὶ εἰς τοὺς κυβερνήσαντας αὐτήν.
§14Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρὰ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ παρ’ ἐμοῦ, ζητήσαντος συμπληρωτικὰς διασαφήσεις ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἐγένοντο βεβαίως, ἵνα ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν ἐπὶ ματαίῳ, ἀλλ’ ἐγένοντο, διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἐῤῥιζοβόλησεν ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ Δημόσια τῆς πατρίδος μας κακῶς διεχειρίσθησαν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐκ τῶν γενομένων ἐπερωτήσεων θέλομεν νὰ διαλευκανθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία σήμερον περὶ πολλοῦ ἐπιθυμεῖ. Λοιπὸν φρονοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι εἶναι περίστασις κατάλληλος, καίτοι ἡ ὥρα τοῦ ἔτους εἶναι τοιαύτη καὶ οἱ κ. Βουλευταὶ σπεύδουσι ν’ ἀναχωρήσωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, ὅπως ὑποβάλλωμεν πρότασιν καὶ ὑποβάλλωμεν τοιαύτην εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη ἔσφαλε, καταχρασθεῖσα τὰ Δημόσια πρὸς ὄφελος αὑτῆς τε καὶ τῶν φίλων της, ἢ τοὐναντίον διεχειρίσθη νομίμως τὰ Δημόσια. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἧς τὴν σύστασιν ζητοῦμεν, θέλει ἐξακριβώσει τοῦτο. Συνάμα ζητῶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Αʹ. Νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ νέος ὀργανωτὴς τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἦλθεν ἐν Ἑλλάδι.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη αὕτη.
§16ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ πίνακα, ἐμφαίνοντα 1) πόσα πλοῖα ἠγόρασεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις; 2) πόσα ἐδαπανήθησαν δι’ αὐτά, καὶ 3) ποῖα ἡ χρησιμότης τούτων. Συνάμα νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἑλλήνων Ναυάρχων καὶ τοῦ Γάλλου κ. Λεζὲν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος κατὰ πόσον τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη καὶ τοῦ κ. Λυμπεροπούλου δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐκ τῶν συνήθων ἐπερωτήσεων· εἶναι πρότασις σπουδαία, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν ἐξάσκησιν ἑνὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ αὐτῇ τὸ Σύνταγμα. Συνάμα, κύριε Πρόεδρε, εἶνε ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐγκαίρως, καὶ τοῦτο συμφέρει καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ μομφὴν εὑρισκομένους πρώην κυβερνήτας, διότι πιθανὸν νὰ ἦναι ἀθῶοι, καὶ τοιοῦτό τι εὔχομαι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν τὴν πατρίδα του, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἦναι ἔνοχοι τοιούτων προσβολῶν οἱ εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τοῦ Κράτους ἀνελθόντες. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αὔριον ὀφείλει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§18ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ ἡ σημείωσις.
§20Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ὑπέθεσα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε σπεύσει νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως ἀμέσως· τοῦτο εἶναι ἄτοπον, διότι ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ πρότασις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον λείπει καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἑπομένως θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀφοῦ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κ. Μαυρομιχάλη.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ;
§22ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις, ἡ γενομένη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, δὲν εἶνε δυνατὸν οὐδὲ νὰ συζητηθῇ οὐδὲ νὰ ὑποβληθῇ· ἑπομένως ματαίως ἀνησύχησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος. Ἡ πρότασις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ, τοῦ ἐλέγχου. Κατὰ συνέπειαν, ἴσως καθὰ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἐπεζήτησε τὴν συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε κατετέθησαν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις καὶ νὰ διανεμηθῇ, ὥστε εἴτε αὔριον εἴτε μεθαύριον νὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν.
§24ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον νὰ σπεύσῃ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ὑποβληθεισῶν καταστάσεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§25ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἀπατῶμαι καθ’ ὅσον ἤκουσα, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν ὁ κ. ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς προέτεινεν, ὅπως ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς του περὶ Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἀμέσως.
§26ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§27ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἀρχῇ τοῦτο προέτεινεν, ἑπομένως δὲν εἶχον ἄδικον προτείνας, ὅπως ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ κ. Μαυρομιχάλη τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἀφοῦ μάλιστα σήμερον λείπῃ ἐντεῦθεν καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸ πλεῖστον μέρος ταύτης (Θόρυβος). Ἤδη, κύριοι, θέλω ἀπευθύνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ὑπάρχει ἡ κωμόπολις Μενδενίτζα, ὑπαγομένη εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Θερμοπυλῶν, καὶ κατοικουμένη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ γεωργῶν. Ἅπασα δὲ ἡ καλλιεργουμένη καὶ σπειρομένη περιφέρεια τῆς κωμοπόλεως ταύτης καί τινων ἐκ τῶν πέριξ χωρίων ἀποτελεῖται ἐκ λοφίσκων ἀνωμάλων καὶ χωματωδῶν, ἐφ’ ὧν οἱ τῆς Μενδενίτζης κάτοικοι ἐδήλωσαν ἱκανὰς ἐθνικὰς γαίας δυνάμει τοῦ περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου. Δυστυχῶς ὅμως ὁσάκις ἐπέρχονται πολλαὶ βροχαὶ καὶ πλημμύραι, προξενεῖται μεγάλη βλάβη εἰς τοὺς ἀγροὺς τούτους καὶ ἐνίοτε παντελὴς καταστροφή, διότι ἀποσπῶνται ἐκ τῆς θέσεώς των καὶ ἐξαφανίζονται οἱ ἀγροί· τὸ δὲ ἀπομένον μέρος εἶναι ἀνεπίδεκτον καλλιεργείας καὶ βοσκῆς. Τοιαύτη μεγάλη καταστροφὴ ἐγένετο, κύριοι, ἐσχάτως εἰς τὴν περιφέρειαν Μενδενίτζης ἕνεκα τῶν πολλῶν βροχῶν καὶ πλημμυρῶν, ὧν ἕνεκα οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ τῆς Μενδενίτζης ἀπώλεσαν τήν τε σπορὰν καὶ τοὺς ἀγρούς των ἀποσπασθέντας καὶ ἐξαφανισθέντας παντελῶς. Πλὴν δὲν ἀρκεῖ ἡ ζημία αὕτη, κύριοι· οἱ ἀτυχεῖς δηλωταὶ τῶν γαιῶν τούτων καταδιώκονται ὅπως πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ τὰς ἐτησίας δόσεις ἐκ τῶν ἐξαφανισθεισῶν τούτων γαιῶν. Ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον εἶναι καὶ ἄδικον καὶ μὴ νόμιμον, διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν εἰρημένων γεωργῶν ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐτησίων δόσεων, τῶν ὀφειλομένων ἐξ ἀγρῶν καταστραφέντων τοιουτοτρόπως. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι οἱ δηλωταὶ δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐτησίων δόσεων, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ πωληθὲν κτῆμα καθὸ ἐξαφανισθὲν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου, ὅπερ μόνον τελειοποιεῖ τὴν ἀγοραπωλησίαν ταύτην.
§28ΛΑΠΠΑΣ. Τότε εἰς τὴν Λεβαδείαν δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ κανείς, διότι κατεστράφησαν ὅλα.
§29ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται κάλλιστα νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἶπον· ἐν δὲ Λεβαδείᾳ δὲν συνέβη ὅ,τι συνέβη ἐν Μενδενίτζῃ. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διατάξῃ τὰς Οἰκονομικὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους, ἵνα παρεμποδίσωσι καὶ ἀπαγορεύσωσι τὴν καλλιέργειαν καὶ πᾶσαν σπορὰν ἐπὶ ἀγρῶν ἐθνικῶν ἐξαιρεθέντων τῆς διανομῆς λόγῳ τοῦ ὅτι χρησιμεύουσιν εἰς ποιμνιοστάσια κλπ, καὶ καταργηθῇ πᾶν δικαίωμα κατοχῆς ἐπ’ αὐτῶν, ἀφοῦ οἱ κάτοχοι καλλιεργῶσι κατὰ παράκλησιν, καθόσον ἄλλως ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῆς ἐξαιρέσεως, διότι οἱ δηλωταὶ καὶ μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν ἐξακολουθοῦσι νὰ καλλιεργῶσι καὶ σπείρωσιν αὐτοὺς καὶ τοιουτοτρόπως παρακωλύουσι τὴν χρῆσιν αὐτῶν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ ποιμνιοστάσια καὶ καλύβας ποιμενικὰς ἐπὶ τῶν τοιούτων γαιῶν· θεωρῶ δὲ ἀναγκαῖον ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐπιστήσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν προσοχὴν τῶν Οἰκονομικῶν Ἀρχῶν, ὅπως ἐξαιρέσωσι μόνον τὸν χῶρον, τὸν περιέχοντα τὰ ποιμνιοστάσια καὶ τὰς καλύβας, καὶ ἀφήσωσι τοὺς ἀγροὺς τοὺς εἰς μεγάλην ἀπόστασιν κειμένους, ὅπως τοὺς καλλιεργῶσιν οἱ κάτοχοι. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει περὶ ὅλων τῶν ἀνωτέρω λίαν ἐνδιαφερόντων τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηνοτρόφους.
§30ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Εἶνε δίκαιον νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαχείρισιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως; Θὰ παρακαλέσω θερμῶς, ὅπως ὁ ἔλεγχος ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων (θόρυβος). Δέχομαι τὴν πρότασιν, ἀλλὰ νὰ συγκληθῇ καὶ ἄλλη Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξελέγξῃ καὶ τὸ παρελθὸν (θόρυβος).
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέχομαι τὴν πρότασιν, ἀλλὰ νὰ συστηθῇ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξελέγξῃ ὄχι μόνον τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὸ παρελθὸν ἐξηλέγχθη ἤδη.
§32ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω κανένα.
§33ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι οὐδεμία ἀφορμὴ δικαιολογεῖ τὰ λεχθέντα. Ἐὰν ὑπεβάλετο εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις ὑπό τινος τῶν μελῶν αὐτῆς, ἵνα διορισθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀπεφάσισε ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως πρὸς σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως. Ἀλλὰ πρότασις τοιαύτη δὲν ἐγένετο· ἐὰν δέ τις θέλῃ νὰ προτείνῃ τοιαύτην πρότασιν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Δωρίδος, ὅστις ὑπηγόρευσε τοιοῦτόν τι, δύναται νὰ προβάλῃ τὴν πρότασιν. Εὐθὺς δ’ ὡς προβάλῃ αὐτὴν, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει. Δὲν πρέπει νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἐὰν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἔλεγχον τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν διαχειρίσεων. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν πρότασιν τοιαύτην, ἥτις ἤθελε γίνει, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι οὐδεὶς θέλει ἔχει ἐναντίαν γνώμην. Ἐπειδὴ ὅμως τοιαύτη πρότασις δὲν ὑπεβλήθη, ἐνόσῳ δὲν ὑπεβλήθη συζητοῦντες, καταναλίσκομεν χρόνον ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπροτάθησαν.
§36ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι, μὲ οὐδένα τῶν προλαλησάντων, οὔτε μετ’ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ· διότι φαίνεται, ὅτι ἐν τῇ θέρμῃ ἡμῶν ἐλησμονήσαμεν τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καθιεροῖ παραγραφήν, παραγραφὴν τόσον σύντομον, ἕνεκα τῆς ὁποίας συμπληρωθείσης δὲν δύνασθε νὰ φέρητε πρότασιν περὶ ποινικῆς εὐθύνης καὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως παρελθούσης Κυβερνήσεως ἢ Ὑπουργείου. Ἑπομένως ἀφ’ ὅτου ἀπέθανεν ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος, ἀπεκλείσθη τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου ὑπὸ ποινικὴν ἔποψιν· ἐπῆλθε παραγραφή.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὕβρις εἰς τὴν μνήμην τοῦ πατρός μου καὶ δὲν τὸ δέχομαι.
§38ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἔχε ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃς· αἰσθάνομαι τὸ ἄλγος τῆς ψυχῆς σου καὶ σὲ ἐπαινῶ, διότι σέβεσαι τὴν μνήμην τοῦ πατρός σου, ὅπως καὶ ἡμεῖς πάντες τὴν σεβόμεθα, ἀλλ’ αὐτὸ, ὅπερ ζητεῖς, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ παρὰ μόνον ὡς πολιτικὴ ἱστορία, οὐχὶ πρὸς ἐξέτασιν καὶ πρὸς εἰσαγωγὴν ποινικῆς ἐρεύνης καὶ ἀνεύρεσιν τοιαύτης εὐθύνης, πηγαζούσης ἐκ τῆς διαχειρίσεως, ἥτις ἐγένετο. Οὐδεμία λοιπὸν ἄλλη πρότασις δύναται νὰ ἔλθῃ σήμερον, καθόσον ὑπάρχει παραγραφή.
§39Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνταῦθα, ἤθελεν ἀποδοκιμάσει ῥητῶς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν προέβαλόν τινες ἐκ τῶν φίλων του, τοῦ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων· διότι, ἐὰν ἦτο παρὼν καὶ ἤκουε τὰς αἰτιολογίας, τὰς ὁποίας προέβαλον οἱ λαβόντες τὴν πρωτοβουλίαν, ὅπως γείνῃ ὁ ἔλεγχος κατὰ τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, ἤθελε δεχθῆ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως, καὶ ἤθελε δεχθῆ τὴν πρότασιν τὴν ἀναφερομένην εἰς αὐτὸν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἤθελεν ἀντιλέξει. Ἀλλὰ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέτρον καὶ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ ἔλεγχος ἐφ’ ὅλης τῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος, οὐδέποτε θὰ τὸ πράξῃ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον μέσον οὐδεὶς ἔλεγχος νὰ γείνῃ, διότι ἂν πρόκειται νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνατεθῇ ἀπὸ τὸ 1862 μέχρι σήμερον νὰ ἀσχοληθῇ, δὲν θὰ ἀρκέσῃ οὐδὲ δεκαετία, ἵνα φθάσῃ εἰς πέρας· καὶ τὰ γεγονότα ἔτι δὲν εἶναι πρόσφατα καὶ ἡ εὐθύνη δὲν δύναται νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ πολλῶν προσώπων. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐλέγχου γενομένη ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀποκρούεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, τὸν ὁποῖον ὁ ἔλεγχος ἀφορᾷ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν, καὶ ἂν ἐπιμείνωμεν ἂς ἀφήσωμεν δι’ αὔριον, ὅτε θὰ προηγηθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§40ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιοσέβαστος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχω τίποτε ἕτερον νὰ προσθέσω ἢ μόνον νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρότασίς μου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν διαχειριστικῶν πράξεων καὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων οὐδεμίαν ἐνεῖχε πλαγίαν σκέψιν, καὶ ἦτο μάλιστα νομιμωτάτη, ἀποῤῥέουσα ἀπ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεξηγήσας τὴν πρότασιν ταύτην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ὡς ἐνέχουσαν ὑβριστικὴν ἔννοιαν κατὰ τῆς μνήμης τῶν μεταστάντων μεγάλων ἀνδρῶν Δεληγεώργη, Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη, δηλῶ δημοσίᾳ ὅτι ἡ ἐν λόγῳ πρότασίς μου οὐδένα εἶχεν ὑπολανθάνοντα τοιοῦτον σκοπὸν, διότι ἐγὼ τὴν μνήμην αὐτῶν καὶ ὑπερσέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μάλιστα ἀναγνωρίζω καὶ ὁμολογῶ τὰς ὑπὲρ πατρίδος ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἐπίσης δηλῶ, ὅτι καὶ ἅπαντας τοὺς ἐνταῦθα παρακαθημένους σέβομαι καὶ τιμῶ, περισσότερον δὲ τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων, ὧν τὴν δρᾶσιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας θεωρῶ καὶ ὠφέλιμον καὶ ἀναγκαίαν.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρακαλέσω τὸν προαγορεύσαντα νὰ ἐξηγήσῃ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἶπε. Ποιούμενος πολιτικὴν ὁμολογίαν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὁμολογίαν του, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτὴν, διότι τὸ κρατοῦν σύστημα θεωρεῖ φαύλην καὶ πολιτικὴν Κυβέρνησιν.
§42ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου. Ἐγὼ, κύριοι, τὸ νῦν καθεστὼς θεωρῶ καὶ ὠφέλιμον τῇ πατρίδι, καὶ λίαν συντηρητικὸν, ἀλλὰ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι τὸ καθεστὼς ὁλόκληρον, ὁ ὀργανισμὸς τῆς Πολιτείας, τὸ σύστημα τὸ διοικητικὸν, τὸ σύστημα τὸ στρατιωτικὸν, τὸ φορολογικὸν, τὸ ἐκπαιδευτικὸν, δὲν εἶναι τὰ συστήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ὁδηγήσουν τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὸν προορισμόν του· εἶναι συστήματα πολυτελείας· ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἄλλα ἤθη, ἄλλα ἔθιμα, ἄλλους πόθους· πρέπει νὰ κάμῃ νόμους ἰδίους, καὶ τότε μόνον θὰ εὐημερήσῃ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 4,200,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1885. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τῶν 170,000,000. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας σωλήνων καὶ λοιπῶν μηχανιμάτων τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§49ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Νὰ προστεθῶσιν καὶ τὰ ἀπόσυκα.
§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ τὰ στέμφυλα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ἐπιβεβλημένων διὰ τοῦ ΡΘΕʹ νόμου τῆς 8 Αὐγούστου 1850 φόρων πρὸς κατασκευὴν προκυμαίας ἐν Κατακώλῳ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ διοργανισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ γυμνασίων.
§54ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἥτις παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§56ΙΩ. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶνε συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, εἶνε διφορούμενον καὶ δύναται νὰ γεννηθῶσι παρεξηγήσεις. Τὶ ἐννοεῖ τὸ Ὑπουργεῖον; παραδείγματος χάριν δύναται νὰ προσθέσῃ καθηγητὴν ἕνεκα διαιρέσεως τάξεως ἢ ἕνεκα μὴ εὑρέσεως ἀναπληρωτοῦ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης ὅπως εἶναι δικαιολογημένη ἡ πρότασις σας· διότι τὸ ὅπου ἡ ἀνάγκη, δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὁ κόσμος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ὅπου ἔχεται εὔνοιαν θὰ προσθέσητε καθηγητὰς, ὅπου δὲν ἔχετε, δὲν θὰ προσθέσητε. Πρέπει λοιπὸν νὰ διασαφηνισθῇ τὸ «ὅπου».
§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς τὸ νὰ θέσω πλειοτέρας ἐγγυήσεις εἰς τὸ νόμον, διότι αὐθαιρέτως δὲν θὰ προβῶ εἰς κολόβωσιν ἑνὸς Γυμνασίου χάριν ἄλλου. Πολλοὶ ἐκ τῶν γυμνασιαρχῶν ἐνταῦθα καὶ τῶν καθηγητῶν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ περιορισθῶσιν οἱ καθηγηταὶ εἰς πέντε, μ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὅταν τὸ προσωπικὸν τοῦ Γυμνασίου εἶνε ἐκλεκτὸν καὶ ἔχῃ διάθεσιν νὰ ἐργασθῇ, πέντε καθηγηταὶ ἀρκοῦσιν. Ὅταν ὅμως μεταξὺ τῶν πέντε καθηγητῶν δὲν ὑπάρχῃ εἷς δυνάμενος νὰ διδάξῃ τὴν Γαλλικὴν, τότε εἶνε ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ εἷς καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς· τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν μαθητῶν διαιρεθῇ μία τάξις εἰς δύο τμήματα, ὑπάρχει τότε ἐπίσης ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος καθηγητής· ἐὰν θέλετε ταῦτα νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἐγὼ ὅμως ταῦτα θέλω ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ νόμου.
§58ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος γίνεται δι’ ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς, ὄχι μόνον δι’ ὑμᾶς.
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἐξήγησις ὅπου ἕνεκα διαιρέσεως τάξεως ἢ μὴ εὑρέσεως καθηγητοῦ δυναμένου νὰ διδάξῃ τὴν Γαλλικήν.
§60ΠΕΤΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ προσωρινὸν τοῦ νόμου δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸ ὁρίσω ἐγὼ, διότι πάντα εἶναι προσωρινὰ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον· ἐν τῷ μέλλοντι βεβαίως δύναται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις. Δὲν ἔχω ἀκόμη ὡρισμένην γνώμην περὶ τοῦ νέου συστήματος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ διότι δὲν τὸ ἀναγνωρίζω ὡς καλὸν, ἀλλὰ διότι ἀτυχῶς δὲν δύναται ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν παρὰ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν καὶ διὰ μεγάλης δαπάνης. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ διαστήματι τῶν διακοπῶν θὰ γίνῃ ἐργασία, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ γυμνασιακὴ ἐκπαίδευσις καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων πρὸς τὴν δημοτικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν Καθηγητῶν δὲν νεωτερίζω ἐγὼ, ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι πέντε. Οἱ καλέσαντες δὲ ἐμὲ ὡς συγκεντρωτικὸν καὶ μεταβάλλοντα γνώμην δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι ἄν οἱ προκάτοχοι ἐμοῦ αὐθαιρέτως καὶ παρὰ τὸν νόμον διώριζαν Καθηγητὰς πλείονας τῶν πέντε, ἐγὼ ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διορίσω πλείονας τῶν πέντε, ὥστε βεβαίως ἀποκρούω τὴν γνώμην, ὅτι εἶμαι συγκεντρωτικός· θὰ τὸ ἀποδείξω δὲ καὶ δι’ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλω φέρει καὶ μάλιστα τὸν διορισμὸν συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀναθέσω τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις τῶν Καθηγητῶν ἐν γένει. Τὴν προσθήκην τοῦ κ. Πετρίδου, δὲν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι ἐμπεριέχεται ἐν τῷ νόμῳ.
§62ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἔκαμα προσθήκην· ἐγὼ ἀποδέχομαι τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχετε ἀνάγκην οἰκονομιῶν.
§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρέπει νὰ τὸ ἀποδεχθῆτε καὶ ἄνευ τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν, διότι σήμερον ἐγὼ δὲν δύναμαι, οὔτε θέλω προβῆ εἰς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Καθηγητῶν ὑπὲρ τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῶν πέντε, ἐκτὸς ἄν ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§64ΤΟΜΠΡΟΣ. Ἐπειδὴ πολλαὶ πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ὡς αἱ Πάτραι, ὁ Πειραιεὺς, ἡ Ζάκυνθος, ἡ Κέρκυρα διατελοῦσιν εἰς ἐμπορικὰς σχέσεις μὲ τὴν Ἀγγλίαν, διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὴν ἀπαλείψῃ τὴν Ἀγγλικὴν γλῶσσαν, διότι πολλοὶ νέοι ἔχουν ἀνάγκην τῆς γλώσσης ταύτης.
§65ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὅπου παρίσταται ἀνάγκη τῆς γλώσσης ταύτης, θέλει γίνει ἀποδεκτή, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὴν ἐκμάθουν.
§66ΤΟΜΠΡΟΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Καθηγητοῦ.
§67Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Νὰ προστεθῇ Διδάσκαλος τῆς Ἀγγλικῆς καὶ διὰ τὴν Πετρίτσειον Σχολήν.
§68ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διδασκαλία ἐπὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ δι’ εἰδικῶν ἔτι Καθηγητῶν γενομένη ὑπῆρξεν ἥκιστα γόνιμος, ἀκόπως δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν ὁπόσον ἄγονος ἔσεται ἀνατεθειμένη αὕτη εἰς ἕνα τῶν Καθηγητῶν, εἴτε τῶν Ἱερῶν μαθημάτων, εἴτε τῶν φυσικομαθηματικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα πρὸς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν ἤθελεν εἶσθαι σχετικῶς σμικρὸν, ἄν εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιωρίζετο εἰς τὸ ἐπὶ μᾶλλον ἢ ἧττον γόνιμον τῆς διδασκαλίας, προκύπτει πλὴν ἀτυχῶς καὶ ἕτερον ἀδίκημα πολλῷ μεῖζον· ἐνθυμοῦνται βεβαίως οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου ἐν νομοσχεδίῳ τινὶ, εἰσαχθέντι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἀποβλέποντι τὴν Στρατιωτικὴν ἐν Πειραιεῖ Σχολὴν, ψηφισθέντι δὲ καὶ λαβόντι ἰσχὺν νόμου, συμπεριελήφθη διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ἀφιέμενοι τῶν Γυμνασίων μαθηταί, ἐν ἡλικίᾳ οὐχὶ μείζονι τῶν 16 ἐτῶν καὶ γινώσκοντες τὴν Γαλλικὴν, ἔχουσι τὸ προσὸν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν τῶν Εὐελπίδων Σχολὴν, ἀφ’ ὅπου μετὰ ὡρισμένου χρόνου διδασκαλίαν νὰ ἐξέλθωσιν ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Στρατῷ. Ἤδη, κύριοι βουλευταὶ, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς διδασκαλίας τῆς Γαλλικῆς γλώσσης......
§69ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν καταργεῖται.
§70ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Παραπλήσιόν τι συμβαίνει, δι’ ὃν προεξέθηκα λόγον. Νῦν διὰ τῆς ἀργίας τῆς τοιαύτης διδασκαλίας ἀποκληροῦμεν τοὺς ἐκ τῶν Γυμνασίων τῶν Ἐπαρχιῶν ἀπολυομένους νέους καὶ ἐφιεμένους νὰ εἰσέλθωσιν εἰς Στρατιωτικὴν Σχολήν. Δέον ἑπομένως ἢ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὴν προεκτεθεῖσαν διάταξιν τοῦ νόμου τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ἢ νὰ ἀναδιορισθῶσιν εἰς τὰ Γυμνάσια εἰδικοὶ Καθηγηταί.
§71ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§72ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πάλλης ὑπάρχει πρὸ ἐτῶν Γυμνάσιον συντηρούμενον ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Στάμου Πετρίτση, διαθέσαντος αὐτὴν πρὸς συντήρησιν Σχολῆς διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῆς νεότητος. Τὸ Γυμνάσιον τοῦτο διετηρεῖτο πλῆρες μέχρι τινὸς χρόνου, κατόπιν ὅμως, παρατηρήσασα ἡ ἐπιτροπὴ τὴν μείωσιν τῆς περιουσίας τῆς ἀνωτέρω Σχολῆς, ἠλάττωσε τὰς τάξεις τοῦ Γυμνασίου καὶ ἀνεφέρθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, ἐκτιμήσασα τὸ βάσιμον τῆς αἰτήσεως καὶ τὰς δικαίας ἀξιώσεις τῆς ἐπαρχίας, ἀνέλαβε τὴν πληρωμὴν δύω καθηγητῶν καὶ τὴν ἐπιχορήγησιν χιλίων δραχμῶν λόγῳ ἐνοικίου, συντελέσασαν εἰς προσθήκην καὶ Γʹ γυμνασιακῆς τάξεως. Ἐπειδὴ, ὡς βλέπετε, ἠλαττώθησαν αἱ πρόσοδοι τῆς Σχολῆς, ἡ Πετρίτσειος ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρῇ καὶ Δʹ. τάξιν τοῦ Γυμνασίου, ὑπολογίζουσα ὅτι, διατηρουμένης τῆς τετάρτης τάξεως, θὰ ἐλαττωθῇ ἡ περιουσία, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ διαλυθῇ τὸ Γυμνάσιον, Κατ’ αὐτὰς λοιπὸν ἀνεφέρθην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δι’ αἰτήσεώς μου, ὅπως χορηγηθῇ τῇ Σχολῇ χρηματικὴ βοήθεια πρὸς συντήρησιν τῆς τετάρτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου· ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἀπεποιήθη τὴν ἐπιχορήγησιν ταύτην λόγῳ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ἔθνους δὲν ἐπιτρέπει τὸ τοιοῦτο, προσθέσας, ὅτι διέγραψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ἐπιχορήγησιν εἰς τὴν Γʹ τάξιν τοῦ Γυμνασίου· ἀφοῦ ὅμως ἠκροάσθη τῶν δικαίων παραστάσεών μου, ἔκρινε δίκαιον καὶ εὔλογον νὰ διατηρήσῃ τὰ καθεστῶτα. Ἀλλὰ πρὸ ἡμερῶν ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας τοὺς καθηγητὰς, τὸν ἀξιότιμον ἱκανὸν καὶ παντὸς ἐπαίνου ἄξιον καθηγητὴν Νικ. Σ. Φαραντάτον καὶ Δημ. Ξυδιὰν εἰδικὸν τῆς Γαλλικῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν κατήργησε τὴν Γʹ τάξιν τῆς Πετριτσείου σχολῆς καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἀπέλυσε τοὺς ἀνωτέρω καθηγητὰς καὶ ἂν προτίθεται νὰ διορίσῃ καὶ πάλιν αὐτούς. Πρὸς δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐπειδὴ ἡ ἐπαρχία μου εἶναι ἐμπορική, νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ Γυμνάσιον καὶ ἕνα καθηγητὴν τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσης.
§73ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ τρίτη τάξις δὲν κατηργήθη. Ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει δαπάνην δύω χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν Πετρίτσειον Σχολήν. Ἂν τὸ Δημόσιον ἐπλήρωνε καθηγητὰς πλείονας διὰ τὴν Πετρίτσειον Σχολὴν, θὰ ἐξετάσω νὰ μάθω. Ἤδη, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ διορίσω ἐκ νέου καθηγητὰς, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Περὶ τῶν προσώπων ὅμως ἡ ὑπηρεσία θὰ φροντίσῃ νὰ διορισθῶσι τὰ κατάλληλα πρόσωπα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικῶν Γυμνασίων).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πενταετοῦς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν περὶ γραφέων βʹ καὶ γʹ τάξεως ὡς καὶ τῶν ἰσοβάθμων ὑπαλλήλων διατάξεων τοῦ περὶ προσόντων τῶν Δημοσίων λειτουργῶν νόμου, ὡς πρὸς τοὺς ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καταγομένους καὶ ἐν αὐταῖς διοριζομένους τοιούτους.
§75ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Ἡ ἀναστολὴ αὕτη περιοριζομένη μόνον εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἀντιστρατεύεται εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος, καὶ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν· ὑποβάλλω δὲ πρὸς τοῦτο τροπολογίαν ὑπογεγραμμένην παρ’ ἐμοῦ, τοῦ Κουμανιώτη καὶ τοῦ Δαλιάνη. (Ὅρα Παράρτημα).
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον συζητεῖται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἀποφαινόμεθα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων, τῶν πληρωτέων τῷ κομιστῇ.
§78ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρόκειται, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησαν ὅλοι ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ χρεώγραφα καὶ ὅλα τὰ χρηματολογικὰ ἔγγραφα ἀνταλλάσσονται συνήθως εἰς τὰ Χρηματιστήρια. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Εὐρώπης ἔδωκαν πολλὴν προσοχὴν καὶ ἐκανόνισαν διὰ νόμων αὐστηρῶν τὴν λειτουργίαν τῶν τοιούτων καταστημάτων, ὥστε διὰ νὰ εἰσέλθωσιν αἱ μετοχαὶ ἢ τὰ χρεώγραφα ἑνὸς δανείου ἢ μιᾶς Ἑταιρίας εἰς τὸ Χρηματιστήριον, θὰ διέλθωσι πολλὰς βασάνους. Ἂν ὑπῆρχε τοιοῦτόν τι εἰς τὸ ἡμέτερον Χρηματιστήριον, δὲν θὰ συνέβαινεν ἡ κατάπτωσις τῶν οἰκονομικῶν μας, ἣν ὑπέστημεν πέρυσιν. Ἐπληροφορήθην, ὅτι διάφοροι ἔμποροι καὶ οἱ περὶ τὰ τοιαῦτα ἐργαζόμενοι συνέταξαν τοιοῦτον ὀργανισμὸν καὶ τὸν ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι συμφώνως μὲ τὸν νόμον θὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ταχείας διαῤῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν ἐτυγχάνομεν ἔτι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου εἶχε γίνει μελέτη παρ’ ἡμῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὴν μελέτην ταύτην ἔχομεν σχεδὸν πλήρη· ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πλείστων σπουδαιοτάτων καὶ κατεπειγόντων ἀντικειμένων. Ὅταν ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, τότε πιθανῶς θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος τούτου.
§80ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον, παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις του τείνουσι πρὸς παγίωσιν τῆς πίστεως. Ἀλλὰ διαφωνῶ ἐν μέρει ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ διάταξις αὐτοῦ ὑπερέβη τὰ λογικὰ ὅρια. Οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον, θέλοντες νὰ ἀνυψώσωσιν ὅσον ἔνεστιν ἀσφαλῶς τὴν πίστιν, ἐλησμόνησαν τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα καὶ προέβησαν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀρνηθῶσιν εἰς τὸν κύριον ἑνὸς χρεωγράφου, νὰ ἀρνηθῶσι πᾶσαν δικαιοσύνην. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ ἀπωλείας ἢ κλοπῆς ἔχει διεκδίκησιν ὁ κύριος τοῦ χρεωγράφου, ἀλλ’ ἔχει κατὰ τοῦ κατόχου, ὅστις εἶναι ἐν γνώσει τῆς ἀπωλείας ἢ τῆς κλοπῆς τοῦ χρεωγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνὰ χεῖρας, δὲν δέχεται ὅμως διεκδίκησιν κατὰ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Οὐδέποτε, κύριοι, ἐνόουν οἱ οὐσιαστικοὶ Νόμοι—καὶ οὐσιαστικοὶ νόμοι εἶναι καὶ αἱ περὶ ἀποδείξεων διατάξεις τοῦ δικαίου, ἐπειδὴ τείνουσιν εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ διατήρησιν καὶ ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων—οὐδέποτε οἱ οὐσιαστικοὶ νόμοι δέχονται ἀποκλεισμὸν πάσης ἀποδείξεως. Δέχονται τὰ λεγόμενα τεκμήρια, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται ἀνταπόδειξις, ἀλλὰ πάντοτε μετὰ μίαν βάσανον δικαστικὴν Ἂν ἀναγνώσητε τὴν Πολιτικὴν ἡμῶν Δικονομίαν, αὐτὸ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον τῶν ἄλλων νομοθεσιῶν, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι τὰς περὶ ἀποδείξεων διατάξεις ἐντὸς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ τεκμήρια, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν χωρεῖ ἀνταπόδειξις, τὰ δέχονται μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὐτὸς ὁ διάδικος παρημέλησε προθεσμίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὑπὸ μίαν δικαστικὴν βάσανον ἐγένετο μία δικαστικὴ ὁμολογία ἢ ἐπήχθη ὅρκος ἢ ἔγεινε τελεσιδικία· οὐδέποτε ἄλλοτε ἀποκλείουσι τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου. Ἂν λοιπὸν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου, τότε θέτετε τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον ὑπεράνω τοῦ ἀληθοῦς κυρίου ἑνὸς χρεωγράφου. Ἐξηγοῦμαι, κύριοι· ἐὰν εἷς μεσίτης γνωστὸς εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὅστις διαπραγματεύεται χρεώγραφα καθ’ ἑκάστην, κλέψῃ ἀπὸ τὸν οἶκον τινὸς χρεώγραφα καὶ μεταβῇ εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ τὰ πωλήσῃ, εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀγοραστὴς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι εἷς ἀνεγνωρισμένος μεσίτης τοῦ Χρηματιστηρίου ἔπραξε κλοπήν, καὶ καλῇ τῇ πίστει ἀγοράζει αὐτά. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κύριος, τοῦ ὁποίου ἐκλάπησαν τὰ χρεώγραφα, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ κατόχου, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀνυψώνει τὴν καλὴν πίστιν ὑπεράνω τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἐκ τῆς κατοχῆς τεκμήριον ὑπὲρ τῆς κυριότητος ἀνυψώθη τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ Γαλλικὸς νόμος παρέχει ἀγωγὴν ὄχι μόνον κατὰ τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου μέχρι δύω ἐτῶν, ἐν περιπτώσει κλοπῆς ἢ ἀπωλείας· διότι ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία πρέπει νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τοῦ δικαιώματος τῆς κατοχῆς. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη αἱ λέξεις «μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως» νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου.... Εἶναι δὲ περιττὸν τότε νὰ ἔχωμεν τὸ «καλῇ τῇ πίστει». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ κατοχὴ εἶναι τεκμήριον τῆς καλῆς πίστεως, τότε ὁ κατέχων εἶναι κύριος. Αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἡμῶν, ἥτις βεβαίως δὲν ἀναγνωρίζει τὸ κῦρος τοιούτων συμβάσεων, διότι αἱ τοιαῦται ἐνοχαὶ, αἱ ὁποῖα ἔχουσιν ἀόριστον δανειστὴν, κατὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἶναι ἄκυροι· ἐν τούτοις ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν, ἡ ἀνάγκη τῆς παγιώσεως τῆς πίστεως εἰς τὰς νεωτέρας κοινωνίας ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον, ὥστε ὑπὸ ὡρισμένας ἐγγυήσεις νὰ δύναται ὁ χάρτης νὰ ὑλικοποιῆται καὶ νὰ ᾖναι τὸ σημεῖον τῆς κυριότητος καὶ νὰ τρέχῃ ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα ὡς χρῆμα, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὰς συναλλαγάς. Τοῦτο δὲ ἔπραξαν αἱ νεώτεραι κοινωνίαι ὑπὸ διαφόρους ἐγγυήσεις, πρὸ πάντων ἀπέδωκαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χρεωγράφου εἰς ὡρισμένα ἠθικὰ πρόσωπα ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἐπιτροπεύει τὰς τοιαύτας ἐνοχὰς καὶ συναλλαγάς. Λοιπὸν ἡ ἀρχὴ εἶναι τῷ ὄντι σωτηρία· ἀλλὰ δὲν πρέπει, ἐνῷ ζητοῦμεν μίαν εὐκολίαν διὰ τὴν κοινωνίαν, νὰ καταστρέφωμεν ἀφ’ ἑτέρου τὰς βάσεις τῆς κοινωνίας, ἀρνούμενοι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὸν κύριον ἑνὸς χρεωγράφου. Νομίζουσί τινες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν καὶ ἡ ἐλευθέρα κυκλοφορία τῶν χρεωγράφων, ἂν ἀποκλείσητε τὴν ἀνταπόδειξιν· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν διεκδίκησιν ὄχι μόνον κατὰ τοῦ κακῇ τῇ πίστει κατόχου, ἀλλὰ καὶ τοῦ τῆς καλῆς πίστεως κατόχου, δὲν παρέβλαψεν οὔτε τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, οὔτε τὴν πίστιν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν Γαλλίᾳ· διότι παρατηρήσατε, ὅτι ἡ Γαλλία εὑρέθη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μεγαλειτέρου κινδύνου καὶ ἐζήτησε δάνειον κολοσσιαῖον ἐκ πέντε δυσεκατομμυρίων, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ ἐκαλύφθη πεντάκις. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ ἀναπτύξῃ τὴν πίστιν περισσότερον, ἀπὸ ὅσον ἀνέπτυξεν αὐτὴν ὁ Νόμος ὁ Γαλλικὸς, περὶ τοῦ ὁποίου λαλῶ σήμερον καὶ τοῦ ὁποίου τὰς ἀρχὰς πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§81Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§82Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§83Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§84Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ εὐχερὴς μεταβίβασις καὶ κυκλοφορία τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων καὶ λοιπῶν εἰς τὸν κομιστὴν πληρωτέων δικαιογράφων εἶναι οὐσιώδης παράγων τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, διότι συντελεῖ εἰς ἐπικερδῆ τοποθέτησιν νεκρῶν ἄλλως κεφαλαίων, καὶ εἰς ἀνάληψιν αὐτῶν, ἐπελθούσης ἀνάγκης. Ἕνεκα τούτου σπουδαῖον κοινωνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει τὴν προστασίαν τῶν τοιούτων συναλλαγῶν καὶ τὴν ἄρσιν παντὸς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν παρεμβαλλομένου κωλύματος. Ὡς τοιοῦτον κώλυμα δικαίως ἐθεωρήθη ὁ ἀναφυεὶς πρό τινος χρόνου παρ’ ἡμῖν δισταγμὸς περὶ τῆς ἀσφαλείας ἐκείνων, οἵτινες καλῇ τῇ πίστει δίδουσι τὰ χρήματά των πρὸς ἀπόκτησιν τοιούτων χρεωγράφων, διότι τρίτοι διεξεδίκησαν αὐτὰ, προβάλλοντες ἴδια ἐπ’ αὐτῶν πραγματικὰ δικαιώματα, αἱ δὲ ἀξιώσεις αὐτῶν εὗρον ὑποδοχὴν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ σπουδαία ἐθεωρήθη ἡ ἐντεῦθεν ζημία, ὥστε ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ σήμερον ἀγορεύων καὶ ἐν τῇ δικαιολογητικῇ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκθέσει εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς δεούσης προστασίας τῶν τοιούτων συναλλαγῶν ἀπέδωκε κατὰ πολὺ τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὸν Τόπον οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ τὴν χορήγησιν τῆς προστασίας ταύτης ἐθεώρησεν ὡς δραστικώτατον μέσον θεραπείας τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Πρὸς τοῦτο εἰσήγαγε τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐκπληροῖ ἆρά γε τοῦτο τὸν ἀνωτέρω σκοπόν; Ἱκανοποιεῖ τὴν ἀνάγκην, ἣν πάντες ἀναγνωρίζομεν; Διαῤῥυθμίζει ὀρθῶς καὶ δικαίως τὰς νομικὰς σχέσεις, ἃς προτίθεται νὰ προστατεύσῃ; Διὰ τίνος τρόπου, διὰ τίνος συστήματος δύναται τοῦτο νὰ ἐπιτευχθῇ μᾶλλον τελεσφόρως; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἵνα φθάσωμεν εἰς ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἀναλύσωμεν τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον ἐπιζητεῖ νὰ κανονίσῃ καὶ νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ἐν αὐταῖς ἀπαντώμενα δικαιώματα καὶ συμφέροντα. Τοῦτο θέλω πράξει, ὅσον δύναμαι συντομώτερον. Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἐν τῇ κοινωνίᾳ κάτοχοι ἀνωνύμων χρεωγράφων καὶ δικαιογράφων, ἀγοράσαντες αὐτὰ διὰ τῶν κεφαλαίων των· καὶ ὅταν λέγω ἀγοράσαντες, περιλαμβάνω ἐν τῇ φράσει ταύτῃ καὶ πᾶσαν δι’ οἱασδήποτε ἄλλης συμβάσεως μεταβίβασιν τῆς κυριότητος, οἷον δωρεᾶς, ἀνταλλαγῆς, προικὸς καὶ τὰ τοιαῦτα. Προφανῶς δίκαιον καὶ συμφέρον εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα καλῇ τῇ πίστει ἠγόρασαν καὶ κατέχουσιν. Ὅμοιον δικαίωμα ἐξασφαλίσεως ἔχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἠγόρασαν τοὺς περὶ ὧν πρόκειται τίτλους, ἀλλὰ δανείσαντες χρήματα ἔλαβον καὶ κατέχουσιν αὐτοὺς ὡς ἐνέχυρον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δανείων των. Ἀλλ’ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι κακῆς πίστεως κάτοχοι τοιούτων τίτλων, περιελθόντων εἰς αὐτοὺς δι’ ἀθεμίτου τινὸς πράξεως, δι’ ἀδικήματος, κλοπῆς, ὑπεξαιρέσεως, ἀπάτης τῶν ἀληθῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὑπάρχει λόγος τις, ἵνα προστατεύσωμεν τοὺς τοιούτους κατόχους; Κατ’ ἐμὲ οὐδεὶς τοιοῦτος λόγος δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τέλος ἡ ὕπαρξις κακῆς πίστεως κατόχων ἀνωνύμων τίτλων προϋποθέτει ἀναγκαίως τὴν ὕπαρξιν ἑτέρων προσώπων ἀληθῶν ἰδιοκτητῶν τῶν τίτλων ἐκείνων, καὶ ἀποστερηθέντων παρανόμως τὴν ἰδιοκτησίαν των διὰ τῆς ἀθεμίτου ἐκείνης ἐνεργείας. Πρόδηλον εἶναι, ὅτι καὶ οἱ τοιοῦτοι ἀποστερηθέντες ἰδιοκτῆται δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν προστασίαν τῶν νόμων. Ἔχομεν οὕτω τρεῖς τάξεις προσώπων, καλῆς πίστεως κατόχους, κακῆς πίστεως κατόχους, καὶ ἀποστερηθέντας ἰδιοκτήτας. Πῶς εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον νὰ κανονίσωμεν τὰς πρὸς ἄλληλα σχέσεις τῶν διαφόρων τούτων προσώπων; Καὶ πρῶτον πῶς πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τοῦ ἀποστερηθέντος ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, ἤγουν τὸν ἀποκτήσαντα ἐν καλῇ πίστει τοὺς εἰς τὸν κομιστὴν τίτλους, οὓς ἐκεῖνος ἐστερήθη ἀθεμίτως; Εἴδομεν ὅτι εἰς ἑκάτερον αὐτῶν ὀφείλεται προστασία, ἀλλ’ ἡ προστασία τοῦ ἑνὸς εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν προστασίαν τοῦ ἑτέρου. Τί λοιπὸν ποιητέον; Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ λίαν ἀμφίβολον. Ὁ ἰδιοκτήτης ὑποστηρίζει ὅτι ἐστερήθη ἀθεμίτως τῆς περιουσίας του, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη ὀφείλει νὰ τὴν ἀνεύρῃ καὶ τὴν ἀποδώσῃ εἰς αὐτόν, ἀφαιροῦσα αὐτὴν ἀπὸ πάντα κάτοχον, ἔστω καὶ καλῆς πίστεως καὶ παραπέμπουσα τοῦτον νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἄνευ δικαιώματος τῷ ἐπώλησε τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν. Ἀλλὰ καὶ ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος ἀντιτάσσει, ὅτι οὐδόλως πταίει διὰ τὴν ἀποστέρησιν τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅτι ἔδωκε τὰ χρήματά του πρὸς ἀγορὰν τῶν ἀνωνύμων τίτλων καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῇ αὐτῶν, καὶ ὅτι ὁ ἀποστερηθεὶς ἰδιοκτήτης πρέπει νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ ἀποζημίωσιν. Ἐὰν πρόκειται, κύριοι, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ αὐστηρὸν δίκαιον, ὀφείλομεν μᾶλλον νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν μᾶλλον τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, διότι ἄλλως πᾶσα τοιαύτη συναλλαγὴ θὰ παρακωλυθῇ πρὸς μεγάλην βλάβην τῆς κοινωνίας. Κύριοι, τόσον ἀμφίβολον εἶναι τὸ ζήτημα, ὥστε οὐδὲ αἱ νομοθεσίαι συμφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλας ὡς πρὸς τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἀναφύεται δὲ οὐ μόνον προκειμένου περὶ ἀνωνύμων χρεωγράφων, ἀλλὰ καὶ περὶ παντὸς ἄλλου κινητοῦ πράγματος. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία προστατεύει τὸν ἰδιοκτήτην καὶ χορηγεῖ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβῃ τὸ κλαπὲν φέρ’ εἰπεῖν ζῷον καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου, δυναμένου νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτοῦ παρ’ ἐκείνου, παρ’ οὗ τὸ ἠγόρασε. Τοὐναντίον, αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἐν γένει νομοθεσίαι προστατεύουσι μᾶλλον τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, διότι δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ ἀφαιρεθῇ παρ’ αὐτοῦ τὸ κινητὸν, εἰμὴ ἐν περιπτώσει ἀπωλείας ἢ κλοπῆς αὐτοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ ἂν δι’ ἄλλου ἀδικήματος ἀφῃρέθη τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀληθῆ ἰδιοκτήτην, ὡς π. χ. δι’ ὑπεξαιρέσεως, ἀπάτης κτλ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν μάλιστα τῆς ἀπωλείας καὶ τῆς κλοπῆς δὲν ἐπιτρέπουσι πολλάκις τὴν ἀφαίρεσιν, εἰμὴ ἀφοῦ ὁ ἀληθὴς ἰδιοκτήτης πληρώσῃ πρὸς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, ὅσα οὗτος ἐπλήρωσε πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ πράγματος, ὡς π. χ. ἂν ὁ τρίτος κάτοχος ἠγόρασεν ἐν ἀγορᾷ ἢ παρ’ ἀνθρώπου ἐξ ἐπαγγέλματος πωλοῦντος τοιαῦτα εἴδη. Τοιαῦται εἶναι αἱ περὶ κινητῶν διατάξεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν νομοθεσιῶν. Ἀλλὰ τινὲς ἐξ αὐτῶν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Ἰταλικὴ νομοθεσία, προέβησαν καὶ περαιτέρω ὡς πρὸς τοὺς καλῇ τῇ πίστει κατόχους ὀνομαστικῶν χρεωγράφων καὶ τίτλων, καὶ ὑποστηρίζουσιν αὐτοὺς εἰς πᾶσαν ἐν γένει περίπτωσιν, ἤγουν καὶ ἐν περιπτώσει ἀπωλείας ἢ κλοπῆς τῶν τίτλων, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν παρὰ μόνου τοῦ ἀδικήσαντος αὐτὸν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Καὶ οὐδόλως ἀντιλέγω εἰς τὴν τοιαύτην διαῤῥύθμισιν, διότι μέγα κοινωνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει τὴν ἐξασφάλισιν τῶν καλῆς πίστεως κατόχων, καὶ διότι ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τῶν εἰς τὸν κομιστὴν τίτλων ἡ ἄνευ ἐρεύνης ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα μεταβίβασις. Τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις τῆς Γερμανικῆς καὶ Ἰταλικῆς νομοθεσίας, ὑποστηρίζουσι πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον τῶν χρεωγράφων καὶ οὐδέποτε ἐπιτρέπουσιν ἐνόχλησίν τινα αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἀληθοῦς ἰδιοκτήτου. Καὶ λέγω τοῦτο διότι μὲ ἀπορίαν μου ἀνέγνων εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὑπάρχει δῆθεν διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο νομοθεσιῶν, καὶ ὅτι ἡ Γερμανικὴ προέβη περαιτέρω τῆς Ἰταλικῆς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ προέβη περαιτέρω τῆς Γερμανικῆς, ἀλλὰ μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῶν κακῆς πίστεως κατόχων μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὡς θὰ ἴδωμεν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τούτων τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου μετὰ τοῦ ἀληθοῦς ἰδιοκτήτου. Ὑπάρχει λόγος τις ἵνα προστατευθῇ ὁ κακῆς πίστεως κάτοχος, ὁ διὰ κλοπῆς, ὑπεξαιρέσεως, ἀπάτης ἢ ἄλλου ἀδικήματος ἀποκτήσας ἀνωνύμους τίτλους πρὸς βλάβην τοῦ ἀληθοῦς κυρίου; Δύναται ὁ τοιοῦτος κακῆς πίστεως κάτοχος νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ τοιαύτης προστασίας δικαίωμά τι ἢ κοινωνικόν τι συμφέρον; Κατ’ ἐμὲ οὔτε λόγος, οὔτε δικαίωμα, οὔτε συμφέρον οἱονδήποτε τοιαύτης προστασίας ὑπάρχει, καὶ ὅμως τοιαύτην προστασίαν χορηγεῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Συμπεραίνων φρονῶ, ὅτι ὁ ὀρθὸς κανονισμὸς τῶν προκειμένων νομικῶν σχέσεων ἀπαιτεῖ νὰ προστατεύηται μὲν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὁ καλῆς πίστεως κάτοχος τίτλων εἰς τὸν κομιστήν, οὐδέποτε ὅμως νὰ προστατεύηται ὁ κακῆς πίστεως κάτοχος ἀπέναντι τοῦ ἀδικηθέντος ἰδιοκτήτου. Ἤδη ἐξεταστέον πῶς πρέπει νὰ διατυπωθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ συμπεράσματα ταῦτα, ἵνα προκύπτωσιν ἐναργῶς αἱ ἐν αὐτοῖς περιεχόμεναι ἰδέαι καὶ οὐδεμία ἐγείρεται περὶ αὐτῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀμφιβολία; Τὸ νομοσχέδιον ἀποδέχεται πληρέστατα τὸ πρῶτον συμπέρασμα, ὅτι οἱ καλῆς πίστεως κάτοχοι πρέπει νὰ ὑποστηρίζωνται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, διατυπώνει δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ συμπέρασμα τοῦτο ὡς ἑξῆς: «Ὁ κα«λῇ πίστει κάτοχος ἀνωνύμων χρεωγράφων λογίζεται κύ«ριος αὐτῶν, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀνταποδείξεως. Ἡ κυριό«της τῶν χρεωγράφων τούτων μεταβιβάζεται δι’ ἁπλῆς «παραδόσεως». Εἶναι ἐναργὴς καὶ ἐπαρκὴς καὶ ἄμικτος ἀμφιβολιῶν ἡ τοιαύτη διατύπωσις; Διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ἠθέλησαν νὰ μεταφέρωσι τὴν Γαλλικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπὶ κινητῶν ἡ κατοχὴ λογίζεται ὡς τίτλος «possession vaut titre», ἀλλ’ ἐτροποποίησαν αὐτὴν ἀφ’ ἑνὸς μὲν πραγματευθέντες περὶ τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου χαρακτηρίσαντες αὐτὸν οὐχὶ μόνον ὡς ἔχοντα τίτλον, ἀλλ’ ὡς κύριον καὶ μὴ ἐπιτρέψαντες περὶ τούτου ἀνταπόδειξιν. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ ἐκείνη διάταξις πολλὰς παρέχει εἰς τὴν πρακτικὴν δυσχερείας, καὶ πολλὰς προεκάλεσε διαφωνίας μεταξὺ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν συγγραφέων· μείζονας δὲ, φρονοῦμεν, θὰ παραγάγῃ παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου. Πρὸ πάντων τίς ὁ ὡς κύριος χαρακτηριζόμενος καλῆς πίστεως κάτοχος; Ὑποτίθεται ὡς τοιοῦτος ἐκεῖνος μόνον, ὅστις δυνάμει νομίμου αἰτίας ἀπέκτησε τὰ ἀνώνυμα χρεώγραφα, ἢ καὶ ὁ ἄνευ τοιαύτης νομίμου αἰτίας ἐν καλῇ πίστει κατέχων, ὡς ὁ ἐκ παραδρομῆς λαβὼν αὐτὰ εἰς τὴν κατοχήν του; Ἔπειτα ἀπέναντι πάντων ἀνεξαιρέτως ἀπαγορεύεται ἡ ἀνταπόδειξις τῆς κυριότητος καὶ αὐτῶν ἀκόμη ἐκείνων, οἵτινες ἐπικαλοῦνται ἐνοχικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κατόχου νὰ ἐπιστρέψῃ αὐτοῖς τὰ χρεώγραφα, ἅτινα ἐνεπιστεύθησαν αὐτῷ; Ἀλλὰ τὰς τοιαύτας ἀμφιβολίας καὶ διαφωνίας ἐπαυξάνει τὸ δεύτερον ἐδάφιον, καθ’ ὃ ἡ κυριότης τῶν χρεωγράφων μεταβιβάζεται δι’ ἁπλῆς παραδόσεως, διότι ἐκ τοῦ ἐδαφίου τούτου πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν, ὅτι οὐ μόνον καὶ ἐν ἐλλείψει νομίμου αἰτίας μεταβιβάζεται ἡ κυριότης διὰ τῆς ἁπλῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐλλείψει ἀκόμη τῆς καλῆς πίστεως, ἣν ἐθεώρησεν ὡς ἀναγκαίαν τὸ πρῶτον ἐδάφιον, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὸν κάτοχον ὡς κύριον, Συνέπεια δὲ πάντων τούτων θέλει εἶσθαι, ὅτι ἂν παραδώσω εἰς τὸν ὑπάλληλόν μου πρὸς μεταφορὰν ἀνωνύμους τίτλους, οὗτος γίνεται κύριος αὐτῶν, καὶ ἐὰν οἱ δανεισταί του κατάσχωσι ἐπ’ αὐτοῦ τοὺς τίτλους τούτους καὶ ἐκπλειστηριάσωσιν αὐτοὺς, οὐδὲν ἄλλο ἔχω ἐγὼ δικαίωμα ἢ νὰ ζητήσω νὰ καταταχθῶ συμμέτρως εἰς τὸ ἐκπλειστηρίασμα! Καὶ βεβαίως ἀφοῦ ἡ ἁπλῆ παράδοσις μεταβιβάζει τὴν κυριότητα, πῶς δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν ἐγένετο κύριος ὁ ὑπάλληλός μου, εἰς ὃν ἐγὼ αὐτὸς παρέδωκα τοὺς ἀνωνύμους τίτλους; Καὶ ἑτέραν δὲ σπουδαίαν ἔλλειψιν περιέχει τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι σιωπᾷ περὶ τοῦ δανειστοῦ, τοῦ λαβόντος καὶ κατέχοντος ἀνώνυμα χρεώγραφα λόγῳ ἐνεχύρου. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ οὗτος ἀπέναντι τοῦ ὀφειλέτου καὶ τῶν τρίτων ὡς κύριος τῶν τίτλων λόγῳ τῆς πρὸς αὐτὸν παραδόσεως κατὰ τὸ ἐδάφιον δεύτερον; Ἢ πρέπει νὰ λογισθῇ ὡς καλῆς πίστεως κάτοχος, καὶ ἑπομένως κύριος τῶν τίτλων, ἀποκλειομένης πάσης ἀνταποδείξεως, ὡς διατάσσει τὸ πρῶτον ἐδάφιον; Ἕνεκα τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων καὶ πλείστων ἄλλων, ἐν τῇ πρακτικῇ βεβαίως ἀναφυησομένων, φρονῶ ὅτι οὔτε σαφὴς, οὔτε ἐπαρκὴς, οὔτε πλήρης εἶναι ἡ διάταξις τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ δι’ αὐτῆς ἐπιζητουμένη προστασία τῶν καλῆς πίστεως κατόχων τῶν ἀνωνύμων χρεωγράφων. Ἐπιζητῶν δὲ ἑτέραν διατύπωσιν σαφεστέραν καὶ πληρεστέραν, ἀνέτρεξα εἰς ἄλλας νομοθεσίας καὶ ἀνεῦρον εἰς τὴν Γερμανικὴν διάταξιν, ἐκπληροῦσαν δεόντως τὸν παρ’ ἡμῶν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία προστατεύει οὐχὶ ἁπλῶς τὸν καλῇ πίστει κάτοχον χρεωγράφων, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἀπέκτησεν αὐτὰ διὰ νομικῆς πράξεως, ἐπαγούσης τὴν μεταβίβασιν κυριότητος. Ὁ τοιοῦτος κατὰ τὸν Γερμανικὸν νόμον γίνεται κύριος, καὶ ἂν δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ εἰς αὐτὸν μεταβιβάσας· πᾶν δὲ προγενέστερον πραγματικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῶν χρεωγράφων, εἴτε κυριότητος εἴτε ἐνεχύρου κτλ. ἀποσβέννυται. Περὶ τοῦ ἐνεχυριούχου δανειστοῦ προβλέπει ἰδίως ὁ Γερμανικὸς νόμος καὶ περιορίζεται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ τοῦ ἐνεχύρου δικαίωμα κατὰ πάντων τῶν προγενεστέρων ἐπὶ τοῦ ἐνεχύρου δικαιωμάτων, ἅτινα μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῆς ἐνεχυριούχου ἀπαιτήσεως διατηροῦνται ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ. Τοιαύτη εἶνε ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, θεωρεῖ ὡς κύριον τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον, ὅταν δυνάμει νομίμου αἰτίας, ἐπαγούσης μεταβίβασιν κυριότητος, παρεδόθησαν αὐτῷ οἱ τίτλοι. Τὸν δὲ καλῆς πίστεως ἐνεχυριοῦχον δανειστὴν προστατεύει ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς πληρωμὴν τοῦ δανείου του, καὶ διὰ τοῦτο διατάσσει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνεχύρου οὐδαμῶς βλάπτεται ἐκ τῶν προγενεστέρων πραγματικῶν δικαιωμάτων. Τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Γερμανικοῦ νόμου περιέλαβον εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας μου. Ἐν αὐτῷ πραγματεύομαι περὶ πωλήσεως μόνον, διότι τὰ ἐπ’ αὐτῆς ἰσχύοντα ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν τρόπων μεταβιβάσεως τῆς κυριότητος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀμφιβολίαι περὶ τούτου μοὶ ὑπεβλήθησαν, προσθέτω ῥητῶς τὴν προσθήκην ὅτι «τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ ἐπὶ πάσης νομικῆς πράξεως, ἐπαγούσης μεταβίβασιν κυριότητος». Πιστεύω δὲ ὅτι οὕτως ἡ τροπολογία μου προστατεύει σαφῶς καὶ ἐπαρκῶς τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἀνωνύμων τίτλων. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν σχέσεων τοῦ ἀδικηθέντος ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον. Πῶς ἤδη πρέπει νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τοῦ ἀποστερηθέντος ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν κακῆς πίστεως κάτοχον; Τί πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τῶν σχέσεων τούτων; Ἂν παραδεχθῇ τις τὰ ἄνω ἐκτεθέντα, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ προστατεύσωμεν τὸν κακῆς πίστεως κάτοχον πρὸς βλάβην τοῦ ἀληθοῦς ἰδιοκτήτου, δύναται νὰ συμπεράνῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς μερίμνης, διότι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἐπαρκῶς προστατεύει τὸν ἰδιοκτήτην. Οὐχ ἧττον ἐνόμισα καλὸν πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας νὰ διατυπώσω τὴν προστασίαν ταύτην ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τῆς τροπολογίας μου. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν παραδέχεται τὴν ἰδέαν τῆς προστασίας τῶν ἀποστερηθέντων ἰδιοκτητῶν κατὰ πάντων ἐν γένει τῶν κακῆς πίστεως κατόχων. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου χορηγεῖ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην δικαίωμα διεκδικήσεως οὐχὶ καθ’ ὅλων τῶν κακῆς πίστεως κατόχων, ἀλλὰ μόνον κατὰ τῶν ἀνευρόντων ἀπολεσθέντας τίτλους, ἢ κλεψάντων αὐτοὺς, ἢ λαβόντων αὐτοὺς ἐν γνώσει τῶν ἐλαττωμάτων τούτων. Ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁ ἀφαιρέσας παρά τινος ἀνώνυμα χρεώγραφα οὐχὶ διὰ κλοπῆς, ἀλλὰ διὰ ληστείας, δι’ ἐκβιάσεως, δι’ ὑπεξαιρέσεως, δι’ ἀπάτης κτλ., καθίσταται κύριος αὐτῶν, ὁ δὲ ἀποστερηθεὶς ἰδιοκτήτης δὲν δύναται νὰ τὰ διεκδικήσῃ κατὰ τοῦ κατέχοντος αὐτὰ δράστου τοῦ ἀδικήματος. Ἀλλὰ διατί, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τῶν αὐτουργῶν τῶν διαφόρων ἀδικημάτων; Διατί προστατεύετε τὸν ἰδιοκτήτην καὶ χορηγεῖτε αὐτῷ ἀγωγὴν διεκδικήσεως κατὰ τοῦ κλέπτου, οὐχὶ δὲ κατὰ τοῦ λῃστοῦ, τοῦ ἀπατεῶνος, τοῦ ὑπεξαιρέτου κτλ.; Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ταύτας ἔχομεν τὸν ἀποστερηθέντα ἰδιοκτήτην ἀπέναντι τοῦ αὐτουργοῦ τῆς ἀποστερήσεως. Διατί μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς κλοπῆς χορηγοῦμεν ἀγωγὴν διεκδικήσεως;
§86ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχετε τὸν Γαλλικὸν νόμον περὶ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων (διάλογοι). Τὴν ἀπάτην δὲν τὴν ὑποστηρίζει ὁ νόμος.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν κατενοήσατε τὸν λόγον τῆς ἐν τῷ Γαλλικῷ νόμῳ διακρίσεως μεταξὺ τῆς κλοπῆς καὶ τῶν λοιπῶν ἀδικημάτων. Ὁ λόγος τῆς τοιαύτης διακρίσεως ὑφίσταται μόνον ὡς πρὸς σχέσεις τοῦ καλῆς πίστεως κατόχου καὶ τοῦ ἀποστερηθέντος ἰδιοκτήτου. Οὐδεὶς ὅμως λόγος διακρίσεως τοιαύτης ὑπάρχει ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τοῦ ἀποστερηθέντος ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν αὐτουργὸν τῆς ἀποστερήσεως. Ἕτερον εἶδος προστασίας τῶν κακῆς πίστεως κατόπιν εἶχεν ὑποβάλει προχθὲς ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀθανασιάδης, τὴν παραδοχὴν συντομωτέρας παραγραφῆς τῆς διεκδικήσεως, ἣν ἐπιτρέπει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ἤγουν παραγραφῆς τριετοῦς. Ἐν Γαλλίᾳ παραδέχονται παραγραφὴν τοιαύτην ὡς πρὸς τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον. Ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην καὶ ὡς πρὸς τὸν κακῆς πίστεως κάτοχον, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ τριακονταετὴς παραγραφή. Συμπεραίνων φρονῶ, ὅτι ὁ ὀρθὸς κανονισμὸς τῶν σχέσεων, περὶ ὧν πρόκειται, ἀπαιτεῖ νὰ προστατεύσωμεν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τοὺς μὲν καλῆς πίστεως κατόχους ἀπέναντι τῶν ἀληθῶν ἰδιοκτητῶν, τούτους δὲ ἀπέναντι τῶν κακῆς πίστεως κατόχων. Ἀμφότερα δὲ ταῦτα ἐπιτυγχάνονται οὐχὶ διὰ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεων, ἀλλὰ διὰ τῆς τροπολογίας μου, ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν Γερμανικὴν, ἐν μέρει δὲ καὶ πρὸς τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀντικείμενον δέον νὰ κανονίσωμεν ἐνταῦθα. Περὶ τίνων χρεωγράφων συζητοῦμεν καὶ περὶ τίνων δικαιογράφων πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν; Ἠκούσατε τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὰς διακρίσεις καὶ ἐξαιρέσεις, εἰς ἃς προέβη. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίας γνώμης, καὶ φρονῶ, ὅτι αἱ ἄνω ἐκτεθεῖσαι ἀρχαὶ καὶ ἰδέαι ἐφαρμόζονται πληρέστατα εἰς ἅπαντα ἐν γένει τὰ εἰς τὸν κομιστὴν πληρωτέα δικαιόγραφα, τοιαῦτα δὲ εἶναι οὐ μόνον τὰ Δημόσια χρεώγραφα, καὶ αἱ ἀνώνυμοι μετοχαὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν λαχείων, καὶ τὰ εἰσιτήρια τῶν θεάτρων ἢ σιδηροδρόμων καὶ ὅλοι ἐν γένει οἱ λεγόμενοι «titres au porteur», οἵτινες θὰ πληρωθῶσι τῷ κομιστῇ. Ἑπομένως πάντα ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου· καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅσας ἐξαιρέσεις παραδέχεται τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τότε ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον καθίσταται περιττόν. Διατί, ἐρωτῶ, ἐξαιροῦμεν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια; Δὲν εἶναι καὶ ταῦτα τίτλοι πληρωτέοι εἰς τὸν κομιστήν; Δὲν εἶναι κοινωνικὸν συμφέρον νὰ προστατεύσωμεν τὸν καλῆς πίστεως κάτοχον κατὰ παντὸς κινδύνου διεκδικήσεως; Δὲν πρέπει τάχα νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην αὐτῶν κατὰ τῶν κλεπτῶν, ἀπατεώνων κτλ, ὅπως προστατεύομεν τὸν ἰδιοκτήτην χρεωγράφων ἢ ἀνωνύμων μετοχῶν; Τὰ ἐκτεθέντα εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς κανονισμὸν τῶν ἀληθῶν ἰδιοκτητῶν τίτλων εἰς τὸν κομιστὴν πρὸς τοὺς καλῆς πίστεως κατόχους αὐτῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ πρὸς τοὺς κακῆς πίστεως ἀφ’ ἑτέρου. Ἤδη ὑπολείπεται νὰ προσδιορίσωμεν τὰς σχέσεις ἁπάντων τούτων πρὸς τοὺς ἐκδότας τῶν εἰς τὸν κομιστὴν τίτλων ἐν γένει. Ὁ ἐκδότης τοιούτων τίτλων ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐξ αὐτῶν ὑποχρέωσίν του πρὸς πάντα κομιστὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν νομίμως ἀπέκτησε τὸν τίτλον ὁ κομιστής, καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του, ἐὰν δὲν τὸν ἀπέκτησε νομίμως; Ἐρωτᾶται ἐπίσης, δύναται ὁ ἀληθὴς ἰδιοκτήτης νὰ παρέμβῃ μεταξὺ τοῦ κακῆς πίστεως κατόχου καὶ τοῦ ἐκδότου, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν ὑπὸ τούτου πρὸς ἐκεῖνον πληρωμήν; Τέλος ἐρωτᾶται, δύναται ὁ ἰδιοκτήτης τίτλου, πληρωτέου εἰς τὸν κομιστήν, ἐν περιπτώσει καταστροφῆς αὐτοῦ, νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ ἐκδότου νέον τοιοῦτον τίτλον; Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλάσσομαι νὰ πραγματευθῶ περὶ αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§88ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ προλαλήσαντος εἶναι ὀρθὸς, ὀρθότατος· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς, ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ προλαλήσαντος εἶναι λανθασμένος. Τρία εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσι τὴν ἀνάπτυξιν ἐν ταῖς συναλλαγαῖς· ἡ πίστις, ἡ ταχύτης περὶ τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὸ συμφέρον. Ἡ ταχύτης περὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν χρεωγράφων εἶναι τῆς νεωτέρας ἐποχῆς· πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον κυκλοφορίαν τῶν χρεωγράφων, εἶναι μία αὔξησις τῆς δυνάμεως αὐτῶν, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀπροσκόπτου κυκλοφορίας. Διὰ τοῦτο ἡ ἀπρόσκοπτος κυκλοφορία δίδει ἀξίαν εἰς τὰ χρεώγραφα. Εἰς τί δὲ τείνει ὁ νόμος αὐτός; εἰς τοῦτο, ὅτι πᾶς ὁ κάτοχος χρεωγράφων θεωρεῖται ὡς καλῆς πίστεως κάτοχος καὶ δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις τὸ ἐναντίον καὶ νὰ φέρῃ ἀνταπόδειξιν εἰμὴ μόνον εἰς δύω περιπτώσεις. Ὁ κάτοχος εἶναι κύριος, καὶ ἐκεῖνος ὅστις ἔλαβε παρὰ τοῦ κατόχου θεωρεῖται κύριος. Ἐὰν ὅμως ἐπαναφέρετε τὴν ἀρχὴν τὴν ἐναντίαν, τότε δὲν θὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαναφέρητε τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ νὰ ἀμφισβητῆται ἡ κυριότης τῶν χρεωγράφων· ἀλλὰ τοῦτο καὶ τὴν πίστιν μειώνει καὶ τὴν ταχυτέραν κυκλοφορίαν ἐμποδίζει καὶ τὸ ἐκ τῶν χρεωγράφων συμφέρον ματαιώνει. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ ψήφισις αὐτοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§90ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1.
§91ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, διατελοῦμεν ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ;
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις δι’ αὔριον. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 1 παρὰ 20 Μ. Μ.)