1885.07.12
4,248 rows · 31,975 words · 202 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 12 Ἰουλίου 1885
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 9½ Π. Μ. (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις διαφόρων ἐπαγγελματιῶν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, αἰτούντων συνδρομὴν διὰ τὴν πρό τινων μηνῶν ἐπισυμβᾶσαν αὐτοῖς ἐκ τῆς γενομένης πυρκαϊᾶς ζημίαν. Αἴτησις Δημ. Σκαλτσᾶ κατοίκου Καλαμακίου, παραπονουμένου κατὰ τοῦ Ἰωαν. Πανοπούλου, Ἀνθυπομοιράρχου ἐν τῷ Ἰσθμῷ τῆς Κορίνθου. Αἴτησις Τριανταφύλλου Ἀνδρεάδου, αἰτουμένου ὅπως ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα περὶ καταργήσεως τῆς πλατείας Βώλου. Ἀναφορὰ Σπυρίδωνος Μπούρη, αἰτουμένου ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ ν’ ἀποπερατώσῃ τὸ ὡς καφενεῖον τῆς Βουλῆς χρησιμεῦσον παράπηγμα ἐν τῷ κήπῳ τοῦ Βουλευτηρίου συμφώνως πρὸς τὸ ἐπὶ τούτῳ συναφθὲν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου Συμβόλαιον.
§2ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ἔχει πληρέστατον δίκαιον· θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν σύνταξιν νέου συμβολαίου. Ὁ καφφεπώλης οὗτος δυνάμει συμβολαίου μετὰ τοῦ πρώην Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάσῃ ἐν τῷ κήπῳ τοῦ Βουλευτηρίου παράπηγμα διὰ καφενεῖον· ἠγόρασε τὸ ὑλικὸν, ἐξετέθη εἰς δαπάνας καὶ ἐνῷ εἶχεν ἀρκετὰ προβῆ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, ἡ Διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας τὸν παρημπόδισε. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶνε δίκαιον νὰ πάθῃ ζημίαν τοιαύτην εἷς οἰκογενειάρχης.
§3ΦΩΤΗΛΑΣ. Δίκαιον εἶνε νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, διότι ἄλλως δικαιοῦται εἰς ἀποζημιώσεις.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρότερον νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἵνα μὴ προβῶμεν ἀνεξετάστως εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§6ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§10Μ. ΛΑΠΑΣ. Κύριοι, δὲν διάκειμαι δυσμενῶς πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος· ἀπεναντίας, φίλα φρονῶ πρὸς αὐτὴν, διότι προσδοκῶ ἐκ ταύτης τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου, τὰ μάλα ὠφελήσοντος τὸν τόπον· ἕνεκα δὲ τούτου δὲν ἐπιθυμῶ, ἵνα ἡ Ἑταιρία χάριν, κερδοσκοπίας, ἐκτρέπηται τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων καὶ ὑποπίπτῃ εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ ἑαυτῆς γόητρον καταβιβάζουσι καὶ τὴν ἀποστολήν της παραβλάπτουσι. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀκούσῃ ὅ,τι θὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως αἱ καταχρήσεις αὗται παύσωσιν. Ἰδοὺ, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει)· στηριζομένη, λέγω, εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, διατείνεται, ὅτι δὲν ἔχει μόνον δικαίωμα νὰ ἀρδεύῃ τὰς γαίας αὑτῆς ἐκ τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα φυσικῶς ῥέουσιν ἐντὸς τῶν κτήσεών της, ἀλλ’ ὅτι δύναται ν’ ἀνέλθῃ πρὸς τὰς πηγὰς καὶ μέχρις αὐτῶν προχωρήσῃ, πέραν τῶν κτήσεων αὑτῆς, πέραν τῶν ἔργων τῶν τεχνικῶν αὑτῆς, καὶ λάβῃ ὕδατα ἀνήκοντα εἰς τρίτους πρὸς ἄρδευσιν γαιῶν ἰδιοκτήτων. Καὶ προέβη εἰς τοιαύτας ἐνοικιάσεις, καὶ συνέταξε συμβόλαια, ἐξελθοῦσα τῶν ἑαυτῆς κτήσεων καὶ τῶν ἑαυτῆς ἔργων, καίτοι τὰ ἔργα τὰ ἐσωτερικὰ αὑτῆς δὲν ἐξετελέσθησαν. Προέβη λοιπὸν πρὸς τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων τούτων καὶ ἐνοικίασεν ὕδωρ εἰς τρίτους, καὶ εἶπεν: «ὅτι σᾶς ἐνοικιάζω τὸ ὕδωρ, διότι τοῦτο εἶνε ἰδικόν μου»· μετέβαλε δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως, τὸ ὁποῖον τῇ ἔδωκε τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἰς δικαίωμα κυριαρχικόν. Τοῦτο δὲ μᾶλλον πρὸς βλάβην της θ’ ἀποβῇ, διότι, ὅταν τελειώσῃ τὸ ἔργον, θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι τοῦτο θὰ τῇ εἶνε λίαν δυσάρεστον· διότι, ἐὰν παραχωρήσῃ δικαιώματα, θὰ ἴδῃ μετὰ ταῦτα, ὅταν θὰ ἀποξηράνῃ τὰς γαίας ταύτας καὶ θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἀρδεύῃ αὐτὰς, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὸ ἀναγκαῖον ὕδωρ. Ἀκούσατε δὲ πῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυποῦται εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Μονφεριέ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σήμερον πράττει ἡ Ἑταιρία, ὀνομάζεται κατάχρησις, καὶ λέγει μάλιστα ὅτι οὔτε τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐνοικίασιν. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκει). Κατάχρησιν ὀνομάζει τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ κυριαρχικῷ αὑτῆς δικαιώματι ἠδύνατο νὰ πράξῃ· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος νὰ παραχωρῇ τοιαῦτα δικαιώματα, θὰ γεννήσῃ πράγματα εἰς τὴν Ἑταιρίαν, καὶ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς ταύτης τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος· διότι τὸ ὕδωρ, ποτίζον φυσικῶς τὰς γαίας, αἵτινες εὑρίσκονται ἔξω τῆς Κωπαΐδος, καταναλισκόμενον εἰς αὐτὰς, δὲν θὰ εἰσέρχεται εἰς τὰς γαίας αὑτῆς, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ διάστημα τοῦ θέρους δὲν θὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρία τὴν ποσότητα, τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν γαιῶν αὑτῆς. Νομίζω δ’ ὅτι, ἐὰν δώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, αὕτη θὰ γείνῃ κυρία οὐ μόνον τῶν ποταμῶν τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ τῶν ποταμῶν, οἵτινες ἔχουσι τὰς πηγάς των εἰς ἄλλην Ἐπαρχίαν, ὥστε θὰ δύναται αὕτη νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τῆς Λοκρίδος· οὕτω δὲ καταλαμβάνουσα τὰς πηγὰς τῶν ποταμῶν αὑτῆς, θὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἐνοικιάζει ὕδωρ καὶ εἰς τοὺς κατοίκους ἄλλων Ἐπαρχιῶν. Δὲν πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καιρὸν σήμερον νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας συζητήσεις. Τὸ ζήτημα τὸ ἔθεσα, νομίζων ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις ταχέως νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ πρᾶγμα, διότι διὰ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἑταιρία, καὶ διὰ τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα συνέταξε, συνέβησαν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Λεβαδείας παρατράγῳδα καὶ πολλαὶ ἐκινήθησαν δίκαι, διότι τινὲς τῶν ἀνθρώπων ἐνόμισαν, ὅτι δύνανται νὰ ὠφεληθῶσι προσκαίρως ἐκ τῆς Ἑταιρίας, ἐνισχυομένης ἴσως καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνοικίασαν ὕδωρ· ἀφοῦ ὅμως ἔκαμον συμβόλαιον καὶ ἦλθεν ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς, εἶπον εἰς τὴν Ἑταιρίαν: δὲν ἔχεις τοιοῦτον δικαίωμα καὶ δὲν σὲ πληρώνομεν. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἀμέσως προῆλθον διενέξεις καὶ δίκαι πολύπλοκοι ἐτέθησαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν, νὰ πληροφορηθῇ εἰς ποίας συμφωνίας ἦλθεν ἡ Ἑταιρία, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εὑρίσκηται ἐν τῷ δικαιώματί της, ὅπερ δὲν πιστεύω, καὶ ἑπομένως νὰ ἀρθῇ ἓν σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, δὲν θὰ ἀποβῇ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας, διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω εἰλικρινῶς, ὅτι ἐνδιαφέρομαι, διότι θέλω νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον. Ἀλλὰ διὰ τοιούτων κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει πρὶν ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑταιρία θὰ ἀποτύχῃ οἰκτρῶς.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐχαριστοῦμεν ὑμᾶς, διότι μᾶς παρέχετε ἀφορμὴν νὰ ἐρευνήσωμεν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία δὲν μᾶς εἶναι γνωστή. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, εὐθὺς ὡς κοινοποιηθῶσι τὰ πρακτικὰ τὰ περιέχοντα τὴν ἐπερώτησιν ὑμῶν, θέλει προβῆ εἰς ἐξέτασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ θέλει πληροφορήσει τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐξαγομένου ἐξ αὐτῆς τῆς ἐξετάσεως.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καταθέτω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διοικήσεως τῶν ποινικῶν φυλακῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Πολὺς ἐγένετο λόγος, κύριοι βουλευταὶ, περὶ δημοσιεύσεως ἢ μὴ τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ. Ἀνέγνων μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ ὅλη εἶνε πρὸς τιμὴν τοῦ στρατηγοῦ καὶ πρὸς διδασκαλίαν ἡμῶν· οὐδεμίαν λέξιν εὗρον ἐν αὐτῇ μὴ δυναμένην νὰ δημοσιευθῇ· ἀπεναντίας, πρέπει νὰ δημοσιευθῇ, ἵνα ἴδῃ καὶ τὸ Δημόσιον ὁποίας μεταβολὰς πρέπει νὰ λάβῃ ὁ στρατὸς, ὅπως συνταχθῇ καλῶς. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς ἐγένετο τόσος λόγος περὶ τῆς μὴ δημοσιεύσεως· παρακαλῶ δὲ καὶ τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν νῦν νὰ μᾶς δείξωσι τέλος τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ διὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ στρατηγοῦ κυρίου Σαπουντζάκη, ἥτις ἂν καὶ συντομωτέρα, διότι ἐν αὐτῇ ἀπήντησεν ὁ στρατηγὸς εἰς ὅσα ἐρωτήθη, εἶναι οὐχ ἧττον ἀξία ἀναγνώσεως, διότι προέρχεται ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, τῆς ἐνασκήσεως τουτέστι τῆς ὑπηρεσίας.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Στρατηγοῦ Βοσσὲρ καὶ πρὸς τὴν συνδιάλεξιν, τὴν ὁποίαν ἔσχε μετά τινος τῶν ἐν Ἀθήναις δημοσιογράφων, ἐξέθηκα τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνόμιζον, ὅτι τὰ ἀφορῶντα ἐν γένει τὸν στρατὸν δὲν δύνανται εὐρέως νὰ συζητῶνται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἐνόμισα πάντοτε, ἀκολουθῶν παραδείγματα μεγάλων ξένων Κρατῶν, ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τοῦ ἐλέγχου ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶνε πλῆρες καὶ ἀκέραιον· ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται περὶ παραβολῆς ἐκθέσεων Στρατηγῶν, εἴτε ξένων, εἴτε Ἑλλήνων, μεταξύ των, νομίζω, ὅτι μειόνομεν τὸ ὀφειλόμενον σέβας πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἐχεμυθίαν καὶ καθιστῶμεν εἰς τὸ μέλλον σπανίας τὰς ἐκθέσεις αὐτάς. Γνωρίζομεν ἐκ πείρας ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκθέσῃ τις τὴν γνώμην του, ἥτις θέλει δημοσιευθῆ ἢ ὑποστῆ δημοσίαν συζήτησιν, θέλομεν καταστήσει τοὺς ἁρμοδίους λίαν ἐπιφυλακτικοὺς εἰς τὰς ὑπ’ αὐτῶν ὑποβαλλομένας ἐκθέσεις. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον δύναται νὰ μὴ ἔχῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ὁμοίας φύσεως ἀντικείμενον, συζητούμενον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς δημοσιεύσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ λάβετε γνῶσιν διὰ νὰ συζητήσητε θέματα σχετικὰ πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Γάλλου Στρατηγοῦ ἢ τῶν Ἑλλήνων Στρατηγῶν ἐπιθεωρητῶν, θὰ ἐνόουν, ὅτι πᾶσα ἰδέα, σχετιζομένη πρὸς τοιαῦτα θέματα, ἔπρεπε νὰ ἦναι προσιτὴ εἰς τὴν μελέτην τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἀλλὰ ἔκθεσιν τοῦ Γάλλου Στρατηγοῦ ὑπέβαλα πρὸ μηνὸς εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως τινὲς ἐκ τῶν Ἀντιπροσώπων εἶναι κάτοχοι τῆς Γαλλικῆς γλώσσης καὶ δύνανται νὰ τὴν ἀναγνώσωσιν, πολλοὶ ὅμως δὲν εἶνε εἰς τοιαύτην θέσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐπῆλθεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, βεβαίως ἔπρεπε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τοῦτο, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν οἱ μέλλοντες νὰ ψηφίσωσι. Δὲν ἔχω ἀπολύτως ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὴν δημοσίευσιν, νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἦνε καλὸν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος καὶ ἀναπόδραστος ἀνάγκη, τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φύσεώς των εἶναι λεπτὰ, νὰ μὴ θίγωμεν ἄνευ σπουδαίου λόγου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ κατετέθησαν. Πᾶς τις ἐκ τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ τὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ τὰ ἐξετάσῃ· ἀλλ’ εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ δημοσίευσις; Ἐγὼ δὲν ἀποκρούω ἀπολύτως τὴν δημοσίευσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ δημοσίευσις, χωρὶς νὰ ὠφελήσῃ εἰς οὐδὲν, θέλει βλάψει, διότι τὰ ἔγγραφα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τὰ καλύπτει ἡ ἐχεμυθία. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ δημοσίευσις, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ, θέλει βλάψει. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἐναπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀνακοίνωσιν πληροφοριῶν, σχετιζομένων πρὸς τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἀπέναντι δὲ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Βουλῆς ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ παρέχῃ ἢ νὰ ἀρνῆται τὰς πληροφορίας, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ, καθ’ ἃς ἔχω πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθήκοντος ἐκ τῶν συμφερόντων τῆς Δημοσίου ὑπηρεσίας, δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλή—ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως—δύναται ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως αὕτη μὴ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς αὐτήν. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐζητήθησαν ἔγγραφα, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴπομεν, ὅτι δὲν θεωροῦμεν συμφέρουσαν εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν αἴτησιν, εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ συμφέροντος τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἔχει εὐθύνην μεγάλην ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τῇ ἀρνήσει καὶ ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του πάντοτε, ὅταν δίδῃ ἀπαντήσεις εἰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐπηρεάσω τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ· ὁ Ὑπουργὸς ἔχει ἰδίαν πεποίθησιν περὶ τῆς ἐπιδράσεως εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσιεύσεως ἢ τῆς μὴ δημοσιεύσεως τῶν ἐκθέσεων, εἴτε τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, εἴτε τοῦ στρατηγοῦ Σαπουντζάκη, εἴτε τοῦ στρατηγοῦ Σούτσου· ἀλλὰ ἐκφράζω τὴν ἐμὴν γνώμην, ὡς πρὸς μὲν τὰς ἐκθέσεις τῶν στρατηγῶν Σούτσου καὶ Σαπουντζάκη, ἄλλοτε προκληθεὶς, εἶπον, ὅτι δὲν θεωρῶ συμφέρον νὰ ἀνακοινωθῶσι διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ὑποβάλλοντες τοιαύτας ἐκθέσεις ἀξιωματικοὶ νὰ γινώσκωσιν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν δὲν θέλουσι γίνει ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, ἔπρεπε νὰ γινώσκωσιν, ὅτι δύνανται οἰανδήποτε νὰ ἐκφράσωσιν ἐντὸς τῶν ἐκθέσεων γνώμην, χωρὶς νὰ φοβῶνται, ὅτι ἡ δημοσιότης θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος, περὶ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διότι ὡς ἀξιωματικοί, ὡς ὑφιστάμενοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δύνανται ἄνευ ἀδείας αὐτοῦ νὰ κατέρχωνται εἰς συζητήσεις ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὁ δ’ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνάμιξιν εἰς δημοσιογραφικοὺς διαπληκτισμοὺς, ἔστω καὶ ἂν ἀδικῶνται περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐκθέσεων. Εἶπον προσέτι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπηται ἡ δημοσιότης τοιούτων ἐγγράφων καὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι γνωστὸν, ὅτι ἔγγραφα, περιέχοντα γνώμας, ἐξενεχθείσας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν θὰ δημοσιεύωνται, διότι δύνανται καὶ ἄλλαι παρεξηγήσεις νὰ γίνωσι· δύνανται νὰ γίνωσι παρεξηγήσεις, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν πολιτευομένων, οἵτινες ὑπῆρξαν βουλευταὶ καὶ Ὑπουργοί, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνῆκον εἰς κόμματα· δύναται νὰ γίνῃ παρεξήγησις, ὅτι συνέταξαν οὕτω τὴν ἔκθεσιν ἐκ κομματικοῦ ἐπηρεασμοῦ. Οὐδεὶς ὑποθέτω, ὅτι θέλει πράξει τοῦτο, διότι ἕκαστος θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του· ἀλλ’ αἱ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι δύνανται νὰ προκαλέσωσι παρεξηγήσεις, καὶ ὁ φόβος τῶν παρεξηγήσεων δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς περὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Μόνον ὅταν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία μένῃ ἐντὸς τῶν ἰδίων αὐτῆς ὁρίων, ἡ δὲ δημοσιότης ἀρύηται τῆς πληροφορίας αὐτῆς ἄνευ παρεμβάσεως εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐμπιστευτικῆς ἐνεργείας τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, μόνον τότε δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλομεν ἀπολαμβάνει ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν πλήρη τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἀπεκδεχόμεθα ἀπὸ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς γνώμης τῶν Ἀρχῶν τούτων πρὸς τοὺς προϊσταμένους αὐτῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, θεωρῶ πολὺ ἐπιτακτικώτερα ὡς πρὸς τὰς ἐκθέσεις αὐτοῦ πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἡ θέσις ξένου ἀξιωματικοῦ ἐνταῦθα εἶναι πολὺ λεπτοτέρα τῆς θέσεως τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἐὰν δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ καὶ γείνῃ ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, μετὰ τῆς ἐλευθερίας μάλιστα ἐκείνης, ἥτις ὑφίσταται ἐν Κράτει, τοῦ ὁποίου ἡ δημοσιογραφία οὐδένα γινώσκει περιορισμὸν, ποία θὰ ᾖναι ἡ θέσις τοῦ στρατηγοῦ ἀπέναντι παραγνωρίσεων, ἀπέναντι ἐπιθέσεων ἀδίκων; Θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ νὰ περιπλακῇ εἰς συζητήσεις καὶ ν’ ἀποκρούσῃ προσωπικότητας, θὰ θελήσῃ δὲ μετὰ τὰς τοιαύτας συνεπείας τῆς εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως τῆς γνώμης του, ἐπίσης ἀπροκαλύπτως νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκθέτων τὰς σκέψεις αὐτοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργόν; Ταῦτα δὲ λέγων, δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸ ζήτημα τῆς θητείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι θεωρητικὸν, ἡ δὲ ἀνακοίνωσις ἐκθέσεων οἱωνδήποτε καὶ γνωμῶν οἱουδήποτε οὐδένα δύναται νὰ βλάψῃ, οὐδὲ δύναται νὰ ἔχῃ τινὰ τῶν συνεπειῶν, ἃς ὑπέδειξα, διότι περὶ θητείας ἐλέχθησαν ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῶσι, περὶ μακρᾶς ἢ βραχείας θητείας ἐγράφησαν βιβλιοθῆκαι ὁλόκληροι ἑπομένως, ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὰ δημοσιευθέντα καὶ ἐκθέσεις τινὲς, οὐδόλως αὗται δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τινὰ ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων θεωρεῖ ὡς δυναμένην νὰ δημοσιευθῇ· πραγματεύεται ἡ ἔκθεσις καὶ ἄλλα τινὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει νὰ γείνωσιν ἀντικείμενα συζητήσεως. Ὁ στρατηγὸς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἐκθέτει γνώμην περὶ ἑνὸς ἑκάστου Σώματος, γινώσκετε δὲ ἅπαντες ὁποία εἶναι ἡ ἅμιλλα, ἡ πρὸς ἄλληλα εὐγενὴς ἀντιζηλία τῶν Σωμάτων· ἐπαινεῖ τοῦτο τὸ Σῶμα καὶ ἐπικρίνει τὸ ἕτερον, ποιούμενος τρόπον τινὰ ἀντιπαραβολήν. Τὸ Σῶμα τὸ ἐπικρινόμενον θέλει ἀνεχθῆ τὴν δικαίαν ἐπίκρισιν; βεβαίως τὸ Σῶμα τὸ ἐπικρινόμενον θὰ νομίσῃ, ὅτι ἀδικεῖται, διότι, ἔχον τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐκτελεῖ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸ καθῆκον, ἄγεται ἐκ τούτου εἰς ὑποτίμησιν τῶν ἐλλείψεων, τῶν μὴ προερχομένων ἐξ ἰδίων σφαλμάτων, τὰς ὁποίας ὅμως ἡ ἀπροσωπόληπτος ἐξέτασις διεῖδεν. Εἶναι δίκαιον νὰ ἐξωθήσωμεν τὸν στρατὸν εἰς δημοσιογραφικὴν πάλην περὶ τοιούτων ἀντικειμένων, καὶ εἰς τοὺς ἐκ ταύτης ἐρεθισμούς; Ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ εἶναι πολύτιμος, ἰδίως ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Καὶ ἐν γένει ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν θεωρητικῶν, λίαν ἐπιτυχῶς καὶ διδακτικῶς ἐξέφρασεν ὁ στρατηγὸς τὰς ἰδέας του, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν εἰδικῶν καὶ πρακτικῶν παρέστησε τὴν κατάστασιν, ὡς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ αὐτῆς εἰμὴ μόνον ξένος, ἀποκτήσας τὴν πεῖραν τῶν ἐφαρμογῶν ἐν στρατοῖς συντεταγμένοις, μελετήσας δὲ ἤδη ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ τόπου τὰ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Τὰ συμπεράσματα τῶν τοιούτων μελετῶν τοῦ στρατηγοῦ εἶναι πολύτιμα διὰ τὸν Ὑπουργὸν, εἰς ὃν ἐμπιστευτικῶς ἀνεκοινώθησαν, καὶ εἰς ἐκείνους τῶν βουλευτῶν, οἵτινες καταγίνονται εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ οἱ ὁποῖοι ἠδυνήθησαν ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν ἐκθέσεων νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω· δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θέλει προκαλέσει αὕτη συζήτησιν ἐπιβλαβῆ, ἀφ’ ἑτέρου θέλει μειωθῆ κατὰ πολὺ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἀξία τῶν ἐκθέσεων τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, διότι μετὰ τὴν τοιαύτην δημοσίευσιν ἐμπιστευτικῶν ἀνακοινώσεων θ’ ἀναγκασθῇ οὗτος νὰ περιορισθῇ εἰς ἔκφρασιν γνώμης μόνον περὶ θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις ἐν τῇ κοινωνίᾳ, περὶ δὲ τῶν ἀμφισβητησίμων καὶ τῶν δυναμένων νὰ προκαλέσωσι συζητήσεις οὐδένα θὰ ποιῆται λόγον.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Οἱ λόγοι, κύριοι, τοὺς ὁποίους προέβαλε καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἰσχυροὶ, ἵνα πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ δεχθῇ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ, κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἀνέγνων καὶ πείθομαι, ὅτι ἐκ πνεύματος εἰλικρινείας καὶ ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός του συνέταξεν αὐτὴν ὁ στρατηγὸς Βοσσέρ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις δὲν εἶναι ἀκόμη πλήρης, διότι ὁ στρατηγὸς ἐξακολουθεῖ ἐπιθεωρῶν τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ στρατὸν, μέλλει δὲ νὰ ἐπιθεωρήσῃ καὶ τὸν ἄλλον ἐν τῇ Πελοποννήσῳ καὶ λοιπῇ Ἑλλάδι στρατόν· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν ὁλικὴν ἐπιθεώρησιν θέλει συντάξει γενικὴν ἔκθεσιν καὶ θέλει ὑποβάλει νέον ὑπόμνημα. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὐηρεστεῖτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις καὶ τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν καὶ τοῦ κ. Βοσσὲρ, καὶ ἐγὼ θὰ συγκατελεγόμην μεταξὺ τῶν ἀξιούντων νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν· διότι οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, προκειμένου νὰ συζητήσωσι τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν παρουσιάζοντα δαπάνας κολοσσιαίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσι καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ γνωρίζωσι διὰ ποῖον στρατὸν γίνονται αἱ δαπάναι αὗται· ἀλλ’ αἱ ἐκθέσεις εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες δύνανται νὰ μελετήσωσι ταύτας. Τὸ πολὺ ἠδύνατό τις νὰ ζητήσῃ, ἵνα τὸ Προεδρεῖον διατάξῃ τὴν μετάφρασιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ· ἀλλ’ οὐδέποτε, νομίζω, εἶναι πρέπον, οὔτε συμφέρον νὰ δημοσιευθῇ καὶ νὰ γίνῃ δημοσίᾳ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ βεβαίως λέγει πολλὰς ἀληθείας, ἀλλ’ αὗται, καθὼς ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ ἔντιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον, χρησιμεύουσι διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἴσως τὰ πλεῖστα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει, θὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ θὰ προέρχωνται ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν, δὲν θὰ προέρχωνται παρὰ ξένου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν συμφωνῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ γείνῃ δημοσίευσις τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Βοσσέρ.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπρόκειτο περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων βουλευτὴς προέβαλε, τὴν τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ. Ἀλλὰ πάντα τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα δὲν περιεστράφησαν μόνον περὶ ταύτην. Νομίζω δὲ καλὸν νὰ ἐπαναφέρω τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων ἔθηκεν αὐτά. Ἡ διαφορὰ ὑπῆρξε μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἑξῆς· ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐφρόνει, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσὲρ καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων στρατηγῶν αἱ ἐκθέσεις δὲν ἔπρεπεν οὐδόλως ν’ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, χάριν τοῦ Δημοσίου συμφέροντος. Κατὰ τοῦτο δὲ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεφώνησε, καὶ ὅταν ἦτο ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ Ὑπουργὸς γενόμενος, διότι ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀντιπολιτευόμενος εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν αὕτη ἐσυζήτησε τὰ περὶ τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φρονεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θέλει κληθῆ ταχέως, ἵνα σκεφθῇ ἐπὶ ζητημάτων, ἀναγομένων εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅτι εἶναι συμφέρον καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ μάθῃ ποίας περὶ τούτου γνώμας ἔχουσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους Δημοσίᾳ δαπάνῃ ἐκαλέσαμεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Διὰ τοῦτο κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἑλλήνων στρατηγῶν ὡς καὶ τὴν τοῦ κ. Βοσσὲρ, καὶ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἂν βούλωνται. Ἀλλὰ τοῦτο διαφέρει τοῦ ζητήματος τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐκθέσεων τούτων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲ τῆς δημοσιεύσεως συμφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι τὸ συμφέρον καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ συμφέρον τὸ κοινόν, τὸ σκοποῦν τὴν βελτίωσιν τῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐπιτρέπει τὴν τύπωσιν καὶ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐκθέσεων τούτων, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἄνευ διακρίσεως, ὅπως μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης.
§19ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι πολὺ στενὰ εἶναι τὰ ὅρια τῆς μυστικότητος ἐν τῇ Βουλῇ, διὸ καὶ ὅσα ὑπάγονται εἰς τὴν δημοσίαν βάσανον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ὅλα ταῦτα φέρονται εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ καὶ τὰ ἐλάχιστα συζητοῦμεν, πῶς θέλετε νὰ μὴν συζητῶμεν καὶ περὶ ἐκείνου τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους; Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Σαπουντζάκη· ἐπειδὴ αὕτη προέρχεται ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, ἂς μείνῃ ἀδημοσίευτος, ἐπειδὴ οὕτω θέλετε· ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν ἀνδρὸς, ὅστις ἔρχεται ἐπίτηδες νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, περὶ συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Τόπου, ὅστις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, εἰς ἣν οἱ τοῦ Τόπου ἄνδρες, καὶ δι’ ὃν δαπανᾷ τὸ Κράτος τοσαῦτα, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην του, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις διστάζει εἰς τοῦτο. Ἴσως εἶνέ τινα ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν ἵνα φέρωσι τὴν ἀντιζηλίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ λέγονται μὲ τρόπον τοσοῦτον εὐγενῆ, ὥστε δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ δοθῇ ἀφορμὴ ἀντιζηλίας. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις, ἐξαιρουμένων ἴσως τινῶν, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ καταδειχθῶσι διὰ τῆς Βουλῆς.
§20Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι πολιτικὸς φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσε. Λυποῦμαι μόνον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπεστήριξε ῥητῶς καὶ καθαρῶς τὴν γνώμην αὐτήν· ἔλαβεν ὅμως τὸν λόγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ. Δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι, κύριοι, διότι ὑπάρχουσι ζητήματα φιλοτιμιῶν μεταξὺ τῶν Σωμάτων, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης.
§21ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι διότι θὰ εὑρεθῶ εἰς ἀντίθεσιν μετὰ τοῦ ἐξαδέλφου μου· δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς καὶ δὲν γνωρίζω οὔτε τοὺς νόμους, οὔτε τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ εἶδον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεστήριξε καὶ τὰ δύω συστήματα, καὶ τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν μὴ δημοσίευσιν. Ὅ,τι ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ παρεδέχθη ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐν μέρει, δὲν εἶναι ὀρθόν· αὐτὸ τοῦτο λέγω καὶ εἰς τοὺς δύο συναδέλφους στρατιωτικούς, τὸν κ. Κόρπαν καὶ τὸν ἐξάδελφόν μου. Ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ἔθνος θὰ εἴπῃ: δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ διατηρήσω στρατόν, διότι δὲν εὐποροῦσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἀλλὰ πῶς δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ γνωρίσῃ ἐπακριβῶς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ νῦν ὁ στρατός; Καὶ ὅτε διὰ τῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, γίνεται ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως, κατὰ τίνα τρόπον θέλετε ν’ ἀποφύγητε τὴν δημοσιότητα διὰ τοῦ τύπου; Μὴ κρυπτόμεθα ὄπισθεν τύπων, ὅπως καλύψωμεν τὰ ἕλκη καὶ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας φέρει ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τῆς χώρας καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους αὐτῆς· ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶν’ ἐνδεχόμενον νὰ σώσῃ τὸν Τόπον. Τί γίνεται εἰς ὅλα τὰ μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ Κράτη περὶ στρατοῦ; αἱ συζητήσεις περὶ αὐτοῦ εἶναι δημόσιοι, ὁ τύπος δημοσίᾳ ἐπικρίνει ἢ ἐπαινεῖ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἢ τῶν Στρατιωτικῶν τῶν ἀγορευόντων ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Τί ἄλλο εἶναι ἡ πρόκλησις ὅλων τῶν ἐθνῶν εἴτε εἰς τὰς μεγάλας Ἐπικρατείας εἴτε εἰς τὰς μικρὰς, ὅπως ἀποστέλλωσιν ἀντιπροσώπους κατὰ τὰ γενικὰ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν; Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὰ γενικὰ γυμνάσια ταῦτα παρὰ ἡ ἐφαρμογὴ, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ ἑκάστης χώρας; Καὶ δὲν εἴδετε τοσάκις εἰς ὅλας τὰς χώρας, ὅπου ἐγένοντο γυμνάσια, ὅτι ἐπηνέθησαν ὅπλα τινὰ καὶ ἄλλα δὲν ἐπηνέθησαν; Καὶ τοῦτο ἐζημίωσε τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκείνους; ὄχι· ἀλλ’ ἀποδεικνύονται τὰ τρωτὰ μέρη καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσις ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα τρόπον, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις ἐγένετο ἀντικείμενον μελέτης καὶ γνώσεως 250 βουλευτῶν καὶ αὔριον θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀναπτυχθῶσιν ὅλα τ’ ἀναφερόμενα παρὰ τοῦ εὐγενεστάτου στρατηγοῦ Βοσσὲρ, πῶς δὲν θὰ γείνῃ ἀντικείμενον δημοσιογραφικῆς συζητήσεως! Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πλήρης δημοσιότης, διότι πρέπει νὰ μάθωμεν πάντες, ὅτι πράγματι τὸ τρίτον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ δαπανᾶται εἰς τὸν στρατόν. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν τὰ Ὑπουργεῖα· ἀδύνατον εἶναι ἡ Ἑλλὰς νὰ καταβάλλῃ πλέον τῶν 60,000,000· τὰ 18,000,000 θέλουσι μείνει διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ 32,000,000 διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια καὶ ἄλλας πληρωμὰς, τὰ δὲ ὑπόλοιπα διὰ τὰς λοιπὰς ἀπαραιτήτους καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν μᾶς λέγουν: μὴ συζητεῖτε ἐν ἐπιγνώσει, ἔχετε πεποίθησιν εἰς τοὺς Ὑπουργούς σας, καὶ ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γνωρίζετέ τι, ἀλλὰ νὰ ὑπακούετε τυφλῶς, πρέπει νὰ πράξητε τοῦτο! Ἀλλὰ τοῦτο πράξαντες, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σήμερον.
§22Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μοὶ ἀπέδωσαν ἔλλειψιν πεποιθήσεως ἐπὶ τῇ μὴ ἀποτόμῳ ἀρνήσει μου τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυθήρων. Ἐφρόνουν καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ δημοσία συζήτησις εἶναι ἐπιβεβλημένη εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ βλάψωσιν. Ἐπὶ τριετίαν ἀντιπολιτευόμενος τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ποτὲ δὲν ἀπῄτησα πέραν τοῦ ὁρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐξηγήσεις. Ἐζήτησα ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφα, μὴ σχετιζόμενα πρὸς πρόσωπα καὶ προερχόμενα ἀπὸ προϊσταμένας Ἀρχάς· ὁσάκις δὲ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐζήτησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων, δὲν ἐπέμεινα. Σκοπὸς ἡμῶν δὲν εἶναι νὰ συζητῶμεν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἐπὶ καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἡμῶν γνωρίζει, ὅτι χορηγοῦνται πλήρη τὰ μέσα, ἵνα τὰ γνωρίζῃ. Σᾶς κατέδειξαν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι, ἐνῷ οὐδεὶς ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ βλάψωμεν τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφερόμεθα. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον καθῆκον ἔχει ν’ ἀπαιτήσῃ, θὰ δοθῶσι πλήρεις· καὶ ἂν δὲν πείθεται εἰς τὰς προφορικὰς πληροφορίας καὶ εἰς τὰς ἐγγράφους, τότε βεβαίως ἂς ἐνεργήσῃ ὅπως νομίζει εὐπρεπέστερον. Ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἀρνούμεθα τὰς πληροφορίας, ἐνόσῳ δὲν στεροῦμεν τὰ δημόσια ἔγγραφα, δὲν δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τις πέραν τοῦ ὁρίου, διότι δύνασθε καὶ νὰ παρεξηγηθῆτε· καὶ ἐνῷ θέλετε νὰ προστατεύσητε τὸ ζήτημα διὰ τῆς δημοσιότητος, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γινώσκετε, ὅτι δύνασθε καὶ νὰ βλάψετε. Γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν δύο γνῶμαι ἀντίθετοι ἐν Ἑλλάδι περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ· αἱ γνῶμαι εἶναι σεβασταί· δὲν πρόκειται νὰ πείσω οὐδένα ἀντιφρονοῦντα πρὸς ἐμὲ, ἀλλ’ ἔχομεν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ συμφέρον· τὴν εὐθύνην ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀναλαμβάνει πλήρη τὴν εὐθύνην. Δὲν ἐννοῶ νὰ στερήσω τῶν ἀναγκαίων πληροφοριῶν τὴν Βουλὴν, ἔχουσαν καθῆκον νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν. Πληροφορίας τινὰς ἔδωκα, καὶ ἂν ζητήσετε νέας, μετὰ προθυμίας θέλω χορηγήσει αὐτὰς, ἀλλὰ οὐχὶ πέραν ὁρίου τινός. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν δημοσίευσιν, ἀντιστρατεύονται πρὸς τὰς σκέψεις, αἵτινες ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι σκέψεις, συντρέχουσαι εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων.
§23Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μίαν ἐλαφρὰν παρατήρησιν, ὅτι ἡ περατωθεῖσα ὁμιλία αὐτοῦ δὲν ἦτο τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἤρχισε πρὸ ὀλίγου· διότι ἤρχισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαμφοτερίζων καὶ συνεπέρανεν εἰς τὸ ἀντίστροφων. Συντάσσομαι ἐντελῶς μετὰ τῆς γνώμης τοῦ Στρατηγοῦ Κορωναίου, ὁ ὁποῖος σᾶς ὡμίλησε τὴν καθαρὰν γλῶσσαν τοῦ στρατιώτου. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ζήτημα ζωτικὸν καὶ θέλουσιν οἱ κύριοι Πρωθυπουργοὶ νὰ ῥίψωσιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος πέπλον μυστηρίου; Μήπως μᾶς ἔστειλεν ὁ λαὸς ἐδῶ, ἵνα ἀφήσωμεν τὴν ἀλήθειαν νὰ μαραίνεται ἐντὸς τοῦ σκότους; Ἕν μόνον ἤθελον νὰ ἐννοήσωσι καὶ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ Πρωθυπουργὸς, καθὼς καὶ ὁ προκάτοχός του, ἀκόμη δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μυστικοῦ τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἕτοιμος εἶναι νὰ μάθῃ ὁ ἐχθρὸς ἐπὶ κινδύνῳ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Οὐδεὶς ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ εἶπεν, ὅτι κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ Στρατηγοῦ Βοσσέρ. Ὅταν λοιπὸν λείπῃ τὸ μυστικὸν τῆς Ἐπικρατείας, ὅταν λείπῃ ὁ ἐξωτερικὸς κίνδυνος, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ περικλείσῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς μιᾶς συντεχνίας; Μήπως αὐτὴ πρέπει νὰ ἔχῃ μονοπώλιον τὴν γνῶσιν καὶ διαχείρισιν τῶν ἐντὸς τοῦ στρατοῦ συμβαινόντων; Ὑποστηρίζω λοιπὸν ἐν πληρεστάτῃ συνειδήσει τὴν πρότασιν τοῦ Στρατηγοῦ Κορωναίου. Ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ δημοσιευθῇ εἰς γνῶσιν ὅλου τοῦ Ἔθνους. Ἐκ μόνης τῆς ἀληθείας ἐλπίζω τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ συστήματος τοῦ μυστικισμοῦ, τοῦ ὁποίου βλέπω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐπικρατήσῃ.
§24ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπικρίνονται κἄπου διαθέσεις, ἐξισώσεις καὶ ἐξομοιώσεις, καὶ δὲν παραλείπεται ἡ ἐλαχίστη εὐκαιρία, ἵνα ἐκδηλῶνται αἱ διαθέσεις αὗται, καὶ ἐπιζητῆται ἡ μετάδοσις τῆς γνώμης εἰς τοὺς ἀκούοντας, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ κυβερνησάντων καὶ κυβερνώντων· ἑπομένως, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ σκεφθῶμεν οὐχὶ πλέον ἐπὶ τῇ βάσει γνωστῶν δεδομένων, ἀλλὰ νὰ προσβλέψωμεν πρὸς τὰ ἄγνωστα, ἵνα ποιησώμεθα ἐκλογὴν πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ τοῦ σεσηπότος καθεστῶτος. Καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσατε, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐνεστῶσα εἰσὶν ὀπαδοὶ τοῦ μυστικισμοῦ, ἀποκρύπτουσαι ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τὰ φῶτα καὶ τὰς πληροφορίας, ζητοῦσαι νὰ κατέχωσιν αὐτὰς ὡς μονοπώλιον. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πρᾶγμα εἶχε σημαντικότητα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπετάθη καὶ ὁ τόνος τῆς φωνῆς, ἵνα καταδειχθῇ ὁ κίνδυνος, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσὶν ἐκτεθειμένα τὰ Δημόσια συμφέροντα. Ποῖον μυστικισμὸν ἐτηρήσαμεν ἡμεῖς ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐδηλώθη ἡ ἐπιθυμία νὰ καταθέσωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν στρατηγῶν, καὶ κατεθέσαμεν αὐτήν. Αἱ ἐκθέσεις εἶναι ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διάκρισιν ἑκάστου τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔχει τὰς αὐτὰς πληροφορίας καὶ τὰ αὐτὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τί κατεστήσαμεν ὑποδεεστέραν τὴν θέσιν ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τίνων στερεῖται τὸ Κοινοβούλιον πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην καὶ κρίνῃ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ; Προέταξα τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσίς τις μεταξὺ τῆς καταθέσεως καὶ ἀνακοινώσεως πληροφοριῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν. Ἀληθῶς, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν συνῃνέσαμεν νὰ ἐκτυπωθῶσιν αἱ κατατεθεῖσαι ἐκθέσεις, παρεστάθημεν ὡς ἀρνούμενοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην. Τὸ μέρος τοῦτο δὲν εἶναι οὐσιῶδες, καὶ πρέπει νὰ τὸ καταλείψω καὶ νὰ τραπῶ ἐπὶ ἄλλο. Τὸ οὐσιῶδες μέρος εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας προέβαλε πρὸ μικροῦ. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι οὐχὶ ὑπαινιγμός, ἀλλὰ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ γενομένη πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις, ὅτι προθύμως ἀποδέχεται καὶ ἀναγκαίαν κρίνει τὴν πληρεστέραν ἔρευναν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἡ Κυβέρνησις; Μήπως πρόκειται περὶ ζητήματος, ἀφορῶντος ζητήματα κομματικά; Μήπως τὰ ζητήματα τοῦ στρατοῦ ἐνδιαφέρουσι τὴν Συμπολίτευσιν καὶ δὲν ἐνδιαφέρουσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Μήπως τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, τὸ ζήτημα τῆς γνώμης καὶ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους πρὸς κανονισμὸν τῶν κατὰ τὸν στρατόν, εἶναι ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει δικαίωμα ἐξαιρετικὸν εἴτε ἄτομον, εἴτε κόμμα; Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα Ἐθνικὸν, διότι συνδέεται μετὰ τοῦ ἐνεστῶτος τῆς χώρας καὶ κανονίζει τὸ μέλλον αὐτῆς. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα σπουδαιότερον καὶ σημαντικώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν. Καὶ τίς δύναται νὰ διστάσῃ νὰ καλέσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερα φῶτα πρὸς ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου; Καὶ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ διστάσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔχει δικαίωμα τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων τούτων. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι τοσοῦτον σημαντικόν, ὅσον καὶ ἡ ὕλη, ἐφ’ ἧς ἐνασκεῖται, εἶναι σημαντικωτέρα. Ὥστε νομίζω ὅτι, καὶ ἂν ὑπῆρχε Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν ἐκδηλώσει δισταγμὸν, τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἀποδεχόμεθα ἐντελῶς τὴν γνώμην τοῦ νὰ συστηθῇ τοιαύτη ἐπιτροπὴ, ἥτις ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν μελέτην πάντων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν στρατὸν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς.
§26Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Τὸ ζήτημα, ἢ μᾶλλον ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτοῦ δύναται, νομίζω, νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο διακεκριμένα μέρη. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐζήτησε σύστασιν Ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, ἢ σύστασιν Ἐπιτροπῆς πρὸς καταρτισμὸν μονίμου καὶ παγίου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ; Πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ ἴδιος τὴν γνώμην του.
§27ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἄλλο εἶδος Ἐπιτροπῆς δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή· ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐργασίαν της. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ὅπως καταρτίσῃ μόνιμον καὶ πάγιον στρατιωτικὸν ὀργανισμόν.
§28ΚΟΡΠΑΣ. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζηνοπούλου.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν πρόκειται συζήτησις τῆς προτάσεως· πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§30ΚΟΡΠΑΣ. Τότε ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§31Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς, κύριοι, ἐξέφερε μομφήν τινα κατὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ ζητήσῃ σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς· ἡμεῖς εἴπομεν νὰ δημοσιευθῇ μία ἔκθεσις, συνταχθεῖσα παρ’ ἀνθρώπου ἀλλοτρίου τῶν ἀντιπαθειῶν καὶ συμπαθειῶν μας ὥστε νὰ πειραχθῇ ἡ φιλοτιμία τινὸς, τοῦ ἱκανωτέρου ὅλων τῶν στρατιωτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος αὔριον θὰ ἀναχωρήσῃ καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἡ τελειοτέρα πάσης ἄλλης, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν οἱαδήποτε Ἐπιτροπὴ, εἴτε κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, εἴτε κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συγκροτουμένη. Μᾶς εἶπον, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐκθέσεως ταύτης δὲν συμφέρει εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ ἦναι οἱ νόμοι σεβαστοὶ, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ὁποῖοι πρέπει νὰ ἦναι, δὲν φοβοῦνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὅταν εἰς τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον κατηγορήθη ἐκεῖ ὁ διευθύνων τὸν Ἀγγλικὸν στρατὸν, ὁ ἐπισημότερος τῶν Ἄγγλων ἀξιωματικῶν, ὅταν ἦλθε τοιοῦτον ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐναντιώθη, καὶ ὄχι μόνον ἐπέτρεψε νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, ἀλλ’ ἐπέτρεψε νὰ σταλῇ καὶ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ, καὶ μετέβη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐξήτασε τὰς ἐλλείψεις καὶ ἐξήλεγξε ποῖον; τὸν ἐπισημότερον Στρατηγὸν τῆς μεγάλης Βρετανίας, τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ μεγάλου Βελιγκτῶνος!
§32ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τοῦ ζητήματος περὶ Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐῤῥέθη, δὲν δύναται σήμερον νὰ συζητηθῇ, θὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα ὡς συναφὲς καὶ ἀλληλένδετον, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν δύο τούτων συναφῶν ζητημάτων πρέπει εἰς μίαν ἄλλην ἡμέραν νὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποχωρισθοῦν τὰ δύο ταῦτα ζητήματα.
§33ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀποδείξω τοῦτο, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποφασίσῃ τίποτε. Ἐκλήθημεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ στρατηγοῦ Βοσσέρ· λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, διότι ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει ἀπολύτως ὅλα τὰ μέλη νὰ γνωρίζουν τί λέγει αὐτὴ ἡ ἔκθεσις. Λοιπὸν ἡ ἔκθεσις εἶναι συντεταγμένη Γαλλιστί· τὰ δύο τρίτα τῆς Βουλῆς δὲν γνωρίζουν Γαλλικά. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μεταφρασθῇ ἡ ἔκθεσις, νὰ λάβῃ ἕκαστον μέλος τῆς Βουλῆς γνῶσιν αὐτῆς, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἂν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ἢ ὄχι. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀπόφασις μέχρις οὗ μεταφρασθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. κ. βουλευταί.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ 24 ὧραι ἀπαιτοῦνται ὅπως μεταφρασθῇ, πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸν προσδιορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς μέχρι τοῦ ἄλλου Σαββάτου;
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χθεσινὴ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου δὲν ἦτο ἀποχρῶσα· μὲ παρενόησεν· ἐγὼ δὲν ἐνόουν ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς προτάσεώς μου περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐκ βουλευτῶν πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν δύναται νὰ συστηθῇ Κτηματικὴ Τράπεζα, δὲν ἐνόουν ὅτι ἤθελε μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις αὕτη· ἐνόουν μόνον καὶ ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τοιαύτης προτάσεως περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐργασθῇ πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης, εἶναι εἰδοποίησις ἐπίσημος πρὸς τοὺς σπουδαίους κεφαλαιούχους ὅτι τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ὑπὸ ταύτην λοιπὸν τὴν ἔποψιν παρακαλῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ δεχθῶσι τὴν ἐγγραφὴν ὡς εἰδοποίησιν πρὸς τοὺς ξένους κεφαλαιούχους, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ. Ἄλλως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προκαλέσω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Λάβετε, παρακαλῶ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσητε τὴν πρότασίν σας εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ περιλάβῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ἔτος 1884 ἐνεγράφη πίστωσις δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν ἐκ δραχμῶν 410 χιλιάδων. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς, διότι ὀφείλομεν εἰς μὲν τὴν Τουρκίαν 20 χιλ. εἰς δὲ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑταιρίαν δραχμὰς 55 χιλ. τὸ ὅλον 75 χιλιάδας. Περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων αὐτῶν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1884 ἔτους. (Ὅρα Παράρτημα). Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν διεθνῆ σύμβασιν περὶ ὑποβρυχίων καλωδίων, ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη ἔχει ὡς ἀναπόφευκτον ἐπακολούθημα καὶ τὴν ψήφισιν νόμου περὶ τῶν ἀδικημάτων κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῶν τοιούτων ὑποβρυχίων καλωδίων, τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ συναλλαχθέντα Κράτη ἐψήφισαν. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τοιοῦτον νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τόσον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὅσον καὶ τῆς συμβάσεως. (Ὅρα Παράρτημα). Πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς ζητηθεισῶν περὶ ὁδοποιίας πληροφοριῶν ὑποβάλλω συμπληρωτικὴν κατάστασιν τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1880, 1881, 1882, 1883 καὶ 1884, πρὸς συντήρησιν τῶν κατασκευασθεισῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἐθνικῶν ὁδῶν. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ἐξωδεύθησαν τῷ 1880 δραχμαὶ 516,613, τῷ 1881 δραχμαὶ 608,132, τῷ 1882 δραχμαὶ 622,810, τῷ 1883 δραχμαὶ 1,006,455, τῷ 1884 δραχμαὶ 1,343,738. Πρὸς τούτοις ἐκ τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιίας κατεσκευάσθησαν δύο ἀποθῆκαι πρὸς ἐναπόθεσιν τῶν ἐργαλείων αὐτῆς· ἡ μία κατεσκευάσθη ἐν Πειραιεῖ, διὰ τὴν ὁποίαν προϋπελογίσθησαν δραχμαὶ 51,540, καὶ ἡ ἑτέρα ἐν Ἀθήναις, διὰ τὴν ὁποίαν προϋπελογίσθη δαπάνη δραχμῶν 48,271, ἀλλὰ κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι ἐργολάβου τινὸς διὰ δραχμὰς 42. χιλιάδας.
§41ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρ. Παράρ.)
§42Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κατακώλου ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας τῶν δημοσίων Ἔργων, ὑπόθεσις ἥτις ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ὁδοῦ Βάθειας τῆς Ἐπαρχίας Χαλκίδος παρακαλῶ τὸν μὲν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἂν ἐξεδόθη ἐριστικὸν βούλευμα παραπομπῆς ὑπαλλήλων αὐτοῦ, καὶ ἂν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι διατηροῦνται εἰς τὰς θέσεις των· τὸν δὲ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ ἂν ἐκ τῆς δικογραφίας αὐτῆς ὑπεξήρεσεν αὐτὴ αὕτη ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ ἔγγραφα ἐνοχοποιητικὰ ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ ἂν ἕνεκα τῆς ὑπεξαιρέσεως ταύτης ἐματαιώθη ἡ καταδίωξις αὐτῶν, παραπεμφθέντων μόνον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντός τινων ἐκ τῶν ἐνόχων. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐνεργηθέντος παρ’ αὐτοῦ ἐλέγχου εἰς τὰ κεφάλαια τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τῶν ἐκλογικῶν, τῆς δημοσίου ὑγείας, τῆς στατιστικῆς, τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τῶν βοηθημάτων καὶ τοῦ τυπογραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ πῶς συνεργάζεται μετὰ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπέβαλε προχθὲς φρικώδεις ἐκθέσεις. Παρακαλῶ ἀμφοτέρους τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ φέρωσιν αὔριον τὰ ζητούμενα ἔγγραφα καὶ νὰ χορηγήσωσι τὰς πληροφορίας.
§43ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ περὶ οἰνοπνευμάτων νόμος, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τροπολογίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Δῆμον Κορινθίων. Διὰ νὰ πεισθῆτε δὲ πόσην βαρύτητα ἔχει, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὶ εἶπε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς (ἀναγινώσκει). Ὁ δὲ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶπε τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Δὲν ὑπάγεται εἰς φόρον ὁ ἐκ τοῦ Δήμου Κορίνθου παραγόμενος οἶνος διὰ τὸ 1885»· διότι αἱ σταφυλαὶ τοῦ Δήμου τούτου μόνον διὰ σοῦμαν εἶναι χρήσιμοι, ὡς τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ καλὸν μόνον διὰ τὸν ἕνα αὐτὸν Δῆμον τῆς Κορίνθου, διότι μόνον αὐτοῦ τοῦ Δήμου τὰ κρασιὰ χρησιμεύουν διὰ σοῦμαν, καὶ νομίζω ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην, θὰ διαψεύσῃ τοὺς λέγοντας ὅτι ἔχει δύω διόπτρας.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀνεγνώσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου; Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι πλήρης καὶ τελεία.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατέβη ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Κούστας, ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ προτάσεως νόμου ἀφορώσης τὰ οἰνοπνεύματα, εἶναι πλήρης καὶ δέον νὰ ἐπιψηφισθῇ. Ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἐνθαῤῥύνει εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, εἰ δυνατόν, ἡ πρότασίς μου νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Κούσταν, ἐξήγησε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, ἀλλὰ δὲν εἶναι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Διπλωματικῆς καὶ Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
§48Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται, κύριοι, διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου νὰ νομοθετηθῶσι τρία τινά, τὰ ἑξῆς· πρῶτον ἡ σύστασις θέσεως Συμβούλου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἡμῶν· δεύτερον ἡ διαῤῥύθμισις τῆς Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας τῆς αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, καὶ τρίτον ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ἀναστολὴ τῶν περὶ Τμηματαρχῶν καὶ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 τοῦ ΧΝΖʹ νόμου. Ὡς παρατηρεῖτε, τρία ὅλως διάφορα ἀντικείμενα συνηρμόσθησαν, οὐκ οἶδά πως, ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὤκνησε χθὲς ὁ κ. Βλάχος νὰ παραβάλῃ πρὸς τὸ παρὰ τοῖς πάλαι Ἕλλησι μυθολογούμενον τέρας, τὸ ὄν πρόσθεν μὲν λέων, ὄπισθεν δὲ δράκων καὶ μέσον χίμαιρα. Ἀγνοῶ, κατὰ πόσον θὰ ηὐτύχει ὁ πρώην Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταβάλῃ, ὡς ἄλλος Βελλεροφόντης, τὸ νομοθετικὸν τοῦτο τέρας. Βέβαιον ὅμως εἶνε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀντὶ νὰ ἐξηγήσηται τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἠθέλησε νὰ συνδέσῃ τὰ ἀσύνδετα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ, ἠρκέσθη εἴς τινας εὐφυολογίας μόνον περὶ ποιητικῶν χαρισμάτων, εἰς ἃς ἐνασμενίζει, ὡς φαίνεται, νὰ προσφεύγῃ, ὁσάκις ἀντεπεξέρχεται πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς. Ἐπιλαμβανόμενος, κύριοι, τοῦ ἐλέγχου τῶν καθ’ ἕκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ ἐκδηλώσω τοὺς φόβους, οὕς τινας, ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγείρει καὶ ἐν ἐμοὶ ἡ ἐπὶ δεκαετίαν ἀναστολὴ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 τοῦ ΧΝΖʹ νόμου, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τοὺς Τμηματάρχας καὶ τὸν Γενικὸν αὐτοῦ Γραμματέα. Ἂν ὑπάρχῃ Ὑπουργεῖον, χρῆζον εἰδικῆς τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ μορφώσεως, καὶ μορφώσεως μάλιστα, συμπληρουμένης μόνον διὰ τῆς μακρᾶς ὑπηρεσίας ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Ὑπουργείῳ, ἢ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ αὐτοῦ κλάδῳ, τοιοῦτον εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον σχεδὸν ἐφ’ ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς Δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας ἀπαιτοῦνται προσόντα, ἄτοπον θεωρῶ νὰ ἐξαιρεθῶσιν ὁλοσχερῶς τούτων οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, οὗ ἡ ὑπηρεσία κατ’ ἐξοχὴν χρῄζει ἰδιαιτέρων προσόντων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπολογούμενος χθές, εἶπεν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπὶ δεκαετίαν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 τοῦ ΧΝΖʹ νόμου, διότι κατ’ αὐτὰς περιορίζεται πολὺ ὁ κύκλος τῶν δυναμένων νὰ κατάσχωσι τὴν θέσιν Γενικοῦ Γραμματέως ἢ Τμηματαρχῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, οὕτω δ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ Ὑπουργείου τούτου ν’ ἀναδείξῃ ἀνωτέρους αὐτοῦ ὑπαλλήλους ἄνδρας, οὓς θεωρεῖ ἄλλως ἀνεπιτηδείους εἰς τοῦτο. Ἐμέ, κύριοι, ὁμολογῶ καὶ αὖθις, ὅτι ἐκφοβίζει καὶ αὐτὴ ἡ σκέψις, ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν θὰ ἔχῃ ὁ οἰκεῖος Ὑπουργὸς πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διορίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ ὑπ’ αὐτὸν διατελοῦντος Ὑπουργείου καὶ ἄνδρας ἴσως διακρινομένους μὲν ἐπὶ νοημοσύνῃ καὶ παιδείᾳ, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν ποτὲ σχέσιν ἐλθόντας πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἡμῶν ὑπηρεσίαν. Μόνος ὁ οὐδεμίαν ἔχων ἔννοιαν τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἀναξίαν λόγου τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν, ἣν χορηγεῖ αὐτῷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὡς πρὸς τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ νῦν προϊστάμενος τούτου, εὐλαβούμενος τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ προσλάβῃ εἰς ταύτην ἰδιώτας, ἀλλὰ θὰ ἐκλέξῃ πάντοτε τοὺς ἱκανωτάτους τῶν ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπαλλήλων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καὶ οἱ διάδοχοι ὑμῶν πάντες θὰ ἐτήρουν τὴν αὐτὴν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν εὐλάβειαν; Δὲν θὰ ἦτο ἄρα προτιμότερον, ἀντὶ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβαλλομένης ἀναστολῆς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 15, 16 καὶ 17 τοῦ ΧΝΖʹ. Νόμου νὰ περισταλῶσί πως τὰ νῦν ἀπαιτούμενα προσόντα, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως οὕτως εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐκλογῆς; Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ ἡ ἀναστολὴ ἀπὸ δέκα εἰς πέντε ἔτη, ἀφοῦ καὶ ἐντὸς τοσούτων ἐτῶν θὰ ηὐρύνετο ἱκανῶς ὁ κύκλος τῆς ἐκλογῆς τῶν δυναμένων ν’ ἀναδειχθῶσιν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὰ νῦν ἀπαιτούμενα προσόντα; Πλείω τινὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Συμβούλου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, τὴν δημιουργουμένην διὰ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου. Ὀρθῶς παρατηρεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι «ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, ἄν πάσχῃ τι, δὲν πάσχει βεβαίως ἔλλειψιν προσωπικοῦ». Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Πρεσβεία κέκτηται, πρὸς τῷ Πρεσβευτῇ, πρῶτον καὶ δεύτερον Γραμματέα, πρῶτον καὶ δεύτερον Διερμηνέα καὶ πολλοὺς ἄλλους κατωτέρους ὑπαλλήλους· οὐδὲν ἔλαττον ὅμως τὰ κατ’ αὐτὴν δὲν ἔχουσι καλῶς. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου δὲν θὰ προσφύγω εἰς προσωπικότητας, οὐδὲ θὰ καταγγείλω κἀγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πᾶν ὅ,τι ἐν ταῖς ἀγυιαῖς καὶ τριόδοις λέγεται, διότι θεωρῶ ἀνάρμοστον νὰ λέγωνται κἄν τὰ τοιαῦτα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ εἰσερχώμεθα δὲ εἰς προσωπικὰ ζητήματα, ἐνῷ πρόκειται περὶ πραγματικῶν ζητημάτων. Συγχωρεῖται, κύριοι, ὡς νομίζω, νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς προσωπικότητας—ἐννοεῖται πάντοτε ἐντός τινων ὁρίων—ὅταν ἔχῃ ἀποχρῶντας λόγους, ἵν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πολιτείαν ὑπαλλήλου τινός· πλὴν τοῦτο ὀφείλει νὰ πράξῃ οὐχὶ κατὰ τὴν συζήτησιν νομοθετημάτων, ἀλλ’ ἀπευθύνων ἰδιαιτέραν ἐπερώτησιν. Ἐγὼ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, καθ’ ὃν τὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας χωλαίνουσιν ἐν πολλοῖς, θὰ ἐπεκαλούμην τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δύναται τοῦτο κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς ἐὰν ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος Πρεσβεία ἀνταποκρίνηται ἐν πᾶσι πρὸς τὸν προορισμὸν αὑτῆς· ἐὰν διεξάγῃ προσηκόντως τὰς ἀνατιθεμένας εἰς αὐτὴν ὑποθέσεις· ἐὰν τυγχάνῃ κἂν ἐνήμερος πάντοτε τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται ὡσαύτως νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς ἐὰν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία ἐπέρχηται πάντοτε ἀρωγὸς εἰς τὰ ἐν Τουρκίᾳ Προξενεῖα ἡμῶν, ὁσάκις ἂν ἐπικαλῶνται ταῦτα τὴν ἐπέμβασιν αὐτῆς παρὰ τῇ Πύλῃ ἐπὶ διαφόρων ὑποθέσεων, ἢ ἐὰν κρίνῃ κἄν συνήθως ἀξίας ἀπαντήσεως τὰς αἰτήσεις αὐτῶν. Ἀγνοῶ, ὁποῖαι θὰ ἦσαν αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν τοῦτο συγκατένευε νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν αὐτάς· ἀμφιβάλλω ὅμως πολύ, ἐὰν θὰ ἀπέβαινον ὄντως ὑπὲρ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, τὰς ἀμφιβολίας μου δὲ ἐρείδω εἰς γεγονότα ἀναντίλεκτα, ἐξ ὧν ἐπιτρέψατέ μοι παρακαλῶ, ἓν μόνον νὰ ἐξιστορήσω ὑμῖν, τὸ ἑξῆς· Εἶχον ἤδη παρέλθει, κύριοι, τρία ἔτη καὶ ἐπέκεινα ἀπὸ τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων τοῦ 1878. Ἔκτοτε ὁ Σουλτάνος εἶχε χορηγήσει πλήρη ἀμνηστίαν πρὸς πάντας τοὺς μετασχόντας αὐτῶν, εἶχε δὲ ὑπογραφῇ καὶ ἡ σύμβασις τῆς 2 Ἰουλίου 1881, ἐν ᾗ ὡρίζετο ἐν ἄρθρῳ 17: «Ἀμνηστία πλήρης καὶ τελεία θέλει χορηγηθῆ ὑπό τε τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος πρὸς πάντας, ὅσοι ἤθελον εἶσθαι ἀναμεμιγμένοι, ἢ ἐνοχοποιημένοι εἰς τὰ προγενέστερα τῆς παρούσης συμβάσεως πολιτικὰ γεγονότα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ δι’ αὐτῆς λυόμενον ζήτημα»· ὅτε αἴφνης μῆνάς τινας μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἐκείνης ὁ Σουλτάνος κατ’ ἀκολουθίαν καταγγελίας τινός, γενομένης πρὸς αὐτὸν ἀπ’ εὐθείας, ἀπέστειλεν εἰς Μακεδονίαν αὐτοκρατορικὸν θαλαμηπόλον, θέτων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ πάσας τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς τοῦ βιλαετίου Θεσσαλονίκης. Ὁ περὶ οὗ λόγος θαλαμηπόλος, ἀπελθὼν εἰς τὴν Χαλκιδικήν, προέβη εἰς ἀνακρίσεις, ἐφαμίλλους ἐν πᾶσι τῶν διαβοήτων ἀνακρίσεων τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, ἐβασάνισε μυριοτρόπως ἱκανὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης χερσονήσου καὶ ἐν τέλει συλλαβὼν πολλοὺς αὐτῶν, ὡς δῆθεν ἐνόχους ἐπαναστάσεως, σκευωρηθείσης τῷ ἔτει 1878, ἀπήγαγεν αὐτοὺς σιδηροδεσμίους εἰς Θεσσαλονίκην, ἔνθα διέταξε καὶ ἑτέρων ὁμογενῶν κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης τὴν σύλληψιν, ὡς δῆθεν συνενόχων. Τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Γενικὸν ἡμῶν Προξενεῖον ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ἐπιβουλῆς ἐκείνης πρὸς τὰς ἐγχωρίους Ἀρχάς, ἀλλ’ αὗται ὑπέδειξαν, ὅτι τοιαύτας εἶχον διαταγὰς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, παρέπεμψαν δὲ εἰς τὴν ἐκεῖ Πρεσβείαν ἡμῶν τὸ Προξενεῖον. Τοῦτο εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τηλεγραφικῶς καὶ ταχυδρομικῶς ἀποταθῆ πρὸς τὴν Πρεσβείαν, ἐπικαλούμενον τὴν ἄμεσον αὐτῆς ἐπέμβασιν παρὰ τῇ Πύλῃ ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων Ἑλλήνων. Δὲν προέκειτο, κύριοι, ὡς παρατηρεῖτε, μόνον περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ ζωῆς πολλῶν ὁμογενῶν, ἐν οἷς οὐκ ὀλίγοι ἦσαν ὑπήκοοι τῆς Ἑλλάδος· δὲν προέκειτο μόνον περὶ σκανδαλώδους καταπατήσεως μιᾶς διεθνοῦς συμβάσεως, ἀλλὰ προέκειτο καὶ περὶ πολλῷ ὑψηλοτέρων καὶ τιμαλφεστέρων ἐθνικῶν συμφερόντων, ἅτινα διὰ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ Σουλτάνου ὑφίσταντο καίριον τραῦμα. Καὶ ὅμως ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία, ἐνῷ ὤφειλε πάραυτα παντὶ σθένει, κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ, κινοῦσα πάντα λίθον, τὸ δὴ λεγόμενον, οὐδὲν ἐν τούτοις ἔπραξε τῶν δεόντων γενέσθαι, μόλις δὲ μετὰ παρέλευσιν ἑβδομάδων ηὐδόκησε ν’ ἀξιώσῃ τὸ δύσμοιρον ἐν Θεσσαλονίκῃ Γενικὸν ἡμῶν Προξενεῖον ἀκαταλογίστου τινὸς ἀπαντήσεως.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§50ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπον ἤδη, τῷ ἔτει 1881.—Ἐδέησε τότε, κύριοι, νὰ γένηται ἐπερώτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν Χαλκιδικῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κ. Μεσσηνέζη, ν’ ἀπευθύνῃ δὲ πολλὰς παραστάσεις τὸ ἐνταῦθα Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν Πρεσβείαν, ὅπως αὕτη ἐνεργήσῃ ἐπὶ τέλους δραστηριώτερόν πως. Πλὴν καὶ τότε αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς ἦσαν οὕτως ἄστοχοι καὶ ἀδέξιοι, ὥστε οὐδόλως κατώρθωσεν, ἵνα παρακωλυθῇ τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ Στρατοδικεῖον ἀπὸ τοῦ νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἀτυχεῖς ὁμογενεῖς, ἐν οἷς καὶ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, ἐκείνους μὲν εἰς πολυετῆ εἱρκτὴν ἐν μεμακρυσμένῃ τινὶ χώρᾳ τῆς Τουρκίας, κειμένῃ ἐν Ἀσίᾳ· τούτους δὲ εἰς ὑπερορίαν. Ἀνεκδιήγητα εἶνε τὰ δεινοπαθήματα, ἀνυπολόγιστοι δὲ καὶ αἱ ζημίαι αὐτῶν ὡς ἐκ τοῦ διωγμοῦ ἐκείνου. Μόλις μετὰ παρέλευσιν ἐνιαυτοῦ κατωρθώθη νὰ τύχωσιν ἀμνηστίας οἱ ἀδίκως καὶ παρὰ πάντα Νόμον καταδιωχθέντες καὶ καταδικασθέντες ὁμογενεῖς, πλὴν οὐχὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ἡμετέρας Πρεσβείας, ἀλλὰ τῇ παρεμβάσει τοῦ Πρεσβευτοῦ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν Βαλλὰς καὶ τῇ μεσιτείᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει τοῦ μεγάλου τοῦ Γένους εὐεργέτου Γεωργίου Ζαρίφη. Ἡ ἡμετέρα Πρεσβεία συνετέλεσε μόνον εἰς τὴν ἀμαύρωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνέβαλε δὲ πολλοὺς τῶν ἡμετέρων εἰς σκέψιν, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ καταργηθῇ αὐτὴ παντάπασιν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς Πρεσβείας, ἀλλ’ οὐδὲ νομίζω, ὅτι θὰ ἐβελτιοῦντο τὰ κατ’ αὐτὴν διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου Συμβούλου. Τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ἡμῖν, ὅτι διὰ τὴν θέσιν ταύτην θὰ ἐξευρίσκετο ἀνὴρ, δυνάμενος ν’ ἀναπληρώσῃ πως τὰς ἐλλείψεις τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῆς Πρεσβείας; Πλὴν ἂν ἔχητε τοιοῦτον, κύριε Ὑπουργὲ, διατί δὲν διορίζετε αὐτὸν ἀπ’ εὐθείας Πρεσβευτήν; Διατί νὰ μὴ διευθύνῃ αὐτὸς τὴν Πρεσβείαν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ συμβουλευτικὴν μόνον θέσιν παρὰ τῷ ὑπάρχοντι Πρεσβευτῇ, ὃς πολὺ πιθανὸν μηδόλως ν’ ἀκούῃ τῆς γνώμης αὐτοῦ, εἴτε ἐξ ἰσχυρογνωμοσύνης, εἴτε ἐκ μικροφιλοτιμίας; Ὁπωσδήποτε ἂν θεωρήσητε τὸ πρᾶγμα, ἀδύνατον ν’ ἀποφύγητε τὸ δίλημμα, καθ’ ὃ ἢ ὁ νῦν Πρεσβευτὴς εἶναι ἀνίκανος καὶ ἄξιος κηδεμονίας, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ διορίσητε κηδεμόνα τὸν προτεινόμενον Σύμβουλον, ἀλλὰ ν’ ἀνακαλέσητε ἐκεῖνον ἀντικαθιστῶντες διὰ τούτου, ὡς Πρεσβευτοῦ, ἢ εἶναι ἱκανὸς καὶ ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης, καὶ τότε δὲν χρήζει οὔτε Συμβούλου, οὔτε κηδεμόνος. Μέση ὁδὸς δὲν ὑπάρχει.
§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Πρέσβεως ὁμιλεῖτε;
§52ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐχὶ· ἐδήλωσα μάλιστα πρότερον, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ εἰσέλθω ἐγὼ εἰς προσωπικότητας. Ἀλλ’ οὐδὲν τὸ κωλύον με, κύριοι, ἵνα παρατηρήσω ὅτι, ἂν μὴ ἔχωσι καλῶς τὰ τῆς Πρεσβείας, τοῦτο δὲν ἔγκειται ἐν τῇ ἐλλείψει ἀξιώματός τινος ἐν αὐτῇ, οὐδὲ δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Νομίζω, ὅτι τὸ κακὸν ἔγκειται μᾶλλον ἐν τῇ ἐλλείψει τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ δι’ αὐτὰ τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἀξιώματα, περὶ τούτου δ’ ἔχει νὰ προνοήσῃ ἡ Νομοτελεστικὴ καὶ οὐχὶ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Ἐν τῇ Βουλῇ μόνον ὑπαινιγμοὶ δύνανται νὰ γένωνται περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἅμα δοθείσης εὐκαιρίας. Νομίζω δὲ, ὅτι τοιαύτη εὐκαιρία παρέχεται νῦν κἀμοὶ, ἵνα παρατηρήσω τινὰ ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτὴν ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, τὰ παράπονα, ἅτινα κατ’ ἰδίαν ἐγείρονται κατ’ αὐτοῦ. Δὲν θέλω νὰ ὑποδείξω νῦν ἐὰν καὶ αὐτὸς ἐνέχηται ἢ μὴ εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς ὑπ’ αὐτὸν διατελούσης Πρεσβείας. Τουναντίον μάλιστα ἀποδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι ἱκανὸς διὰ τὴν θέσιν ἐκείνην καὶ ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης. Καὶ οὕτως ὅμως δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν ἐπὶ δεκαετίαν ἤδη διατήρησιν αὐτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀναντίλεκτον, κύριοι, ὅτι ἄνδρες, κατέχοντες τοιοῦτον περίβλεπτον ἀξίωμα, οἷον τὸ τοῦ Πρεσβευτοῦ, ὅταν παραμένωσιν ἐπὶ μακρὸν ἔν τινι πόλει, ἐγείρουσιν ἀντιπαθείας, ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον κατατρίβονται καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκρίνωνται ἐν πᾶσι πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὑτῶν. Τούτου ἕνεκεν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις φροντίζουσι ν’ ἀντικαθιστῶσι κατὰ καιροὺς τοὺς Πρεσβευτὰς αὑτῶν. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ λεγομένου ἀναφέρω τινὰς τῶν ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει Πρεσβειῶν. Ἀφ’ οὗ χρόνου ἀπεδείχθη Ἕλλην πρεσβευτὴς παρὰ τὸν Βόσπορον ὁ νῦν τοιοῦτος, ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔσχεν ἀλληλοδιαδόχως πέντε Πρεσβευτὰς, τὸν Ἔλλιοτ, τὸν Λάϋαρδ, τὸν Γκόσσεν, τὸν Δούφφεριν καὶ τὸν Οὐάϊτ, ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία τὸν Βέρδερ, τὸν Ῥόϋς τὸν Ἅτσφελτ καὶ τὸν Ῥάδοβιτς καὶ ἡ Ῥωσσικὴ τὸν Ἰγνάτιεφ, τὸν Λοβανὼφ, τὸν Νοβικὼφ καὶ τὸν Νελίδωφ. Ἂν λοιπὸν μεγάλαι Δυνάμεις, οἷαι ἡ Ῥωσσία, Ἀγγλία καὶ Γερμανία, θεωρῶσι συμφέρον, ἵν’ ἀντικαθιστῶσιν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοὺς Πρεσβευτὰς αὑτῶν, εἰς οὓς παρατηρητέον ὅτι καταλέγονται Διπλωμάται περινούστατοι, πόσῳ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ πράττῃ τοῦτο ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, ἡ ἔχουσα οὓς ἔχει Διπλωμάτας; Ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν ὑπολαμβάνω βεβαίως οὕτως εὐχερῆ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτοῦ, ὡς ἄλλοι ἐθεώρησαν αὐτήν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ᾖναί τις νοήμων, εὐπαίδευτος καὶ δραστήριος· δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ διακριθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ἃ ἐλέχθη χθὲς ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου, ὅπως θεωρηθῇ ἱκανὸς, ἵν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐν Κωνσταντινουπόλει. Καὶ παρὰ πάντων μὲν τῶν Διπλωματῶν, μάλιστα δὲ παρὰ τῶν διαπεπιστευμένων Πρεσβείαν ἐν τῇ μητροπόλει τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα προσόντα οὐχ ἧττον ἀναγκαῖα ἢ ἡ νοημοσύνη, ἡ παιδεία καὶ ἡ δραστηριότης. Τοιαῦτα προσόντα εἶναι ἡ τὰ μάλιστα ἐπιμεμελημένη ἀγωγὴ, τὸ σεμνὸν τοῦ ἤθους, ἡ λεπτότης τῶν τρόπων καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια, δι’ ὧν ἐστὲ βέβαιοι ὅτι πολλάκις κατορθοῦνται πολλῷ πλείω καὶ μείζω ἢ διὰ μόνης τῆς νοημοσύνης, τῆς παιδείας καὶ τῆς δραστηριότητος. Ἐμνημόνευσέ τις τῶν προαγορευσάντων ἐπιφανοῦς πολιτευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, γενομένου ποτὲ Πρεσβευτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πολλαὶ διακοινώσεις τούτου καὶ ἄλλα ἔγγραφα ἦσαν ἀληθῶς πρότυπα Διπλωματικῆς δεινότητος, ἐθαυμάζοντο δὲ καὶ διὰ τὴν ὀξύνοιαν καὶ διὰ τὴν γλαφυρότητα τοῦ ὕφους αὐτῶν. Καὶ ὅμως ὁ Πρεσβευτὴς ἐκεῖνος ἀπετύγχανεν ἐν πολλοῖς, ἀκριβῶς διότι ἐστερεῖτο τῶν ἐξωτερικῶν ἐκείνων προσόντων, δι’ ὧν συνήθως ἐπιβάλλεταί τις ἐν τοῖς Διπλωματικοῖς κύκλοις, ἰδίᾳ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ καθ’ ἃ ὁμολογητέον ὅτι ὑπερτερεῖ αὐτοῦ ὁ νῦν Πρεσβευτὴς ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Διὰ ταῦτα, κύριοι, θὰ συνίστων ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ περίσκεψιν ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντικαταστάτου τούτου, ἐάν ποτε ἀπεφάσιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς αὐτήν. Τοσαῦτα περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας καὶ τοῦ προϊσταμένου αὐτῆς καθόλου. Νῦν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω τινὰ ἔτι εἰδικώτερόν πως περὶ τοῦ προτεινομένου Συμβούλου αὐτῆς. Δὲν εἶνε, κύριοι, ἀκριβὲς ἐν πᾶσι τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι δηλαδὴ ὁ Σύμβουλος Πρεσβείας εἶνε ψιλὸς τίτλος τανῦν, ἀπονεμόμενος τιμῆς χάριν πρὸς ἄνδρας διάφορα ἀξιώματα κατέχοντας ἐν τῇ Διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Κρατῶν τῆς Ἑσπερίας. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἀπονέμεται πολλάκις ὡς ψιλὸς τίτλος, ἀλλ’ εἶνε οὐχ ἧττον ἀληθὲς, ὅτι τυγχάνει ἔτι καὶ νῦν καὶ ἀξίωμα πραγματικόν. Εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου δὲν ζητῶ ἀλλαχοῦ ἀποδείξεις, ἀλλ’ ἐν αὐτῇ τῇ Κωνσταντινουπόλει, ἔνθα ἀπαντῶσι τοιοῦτοι Σύμβουλοι τίτλῳ τε καὶ ἀξιώματι ἐν τῇ Ῥωσσικῇ, Αὐστριακῇ καὶ Γαλλικῇ Πρεσβείᾳ.
§53ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν εἶνε ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι σας· ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία δὲν ἔχει Σύμβουλον.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τουλάχιστον τώρα δὲν ἔχει τοιοῦτον.
§55ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγὼ τουλάχιστον ἤμην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ Γαλλικὴ Πρεσβεία ἐκέκτητο Σύμβουλον, ἦτο δὲ τότε τοιοῦτος ὁ μετὰ ταῦτα Πρεσβευτὴς παρ’ ἡμῖν κόμης Μουῆ. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἡμεῖς ὡς ὑπογραμμὸν τὰς μνημονευθείσας Πρεσβείας πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ θέσις τοῦ Συμβούλου τῆς Πρεσβείας εἶνε θέσις πολυτελείας ὁπωσδήποτε, ἣν δύνανται νὰ ἐπιτρέπωσιν εἰς ἑαυτὰ μόνα τὰ μεγάλα καὶ πλούσια Κράτη. Ὁ Σύμβουλος λαμβάνει μόνον γνῶσιν τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τῆς Πρεσβείας, ὅπως ἀναπληροῖ κατ’ ἐπιτροπὴν τὸν Πρεσβευτὴν, ὁσάκις ἂν ἐπιστῇ ἀνάγκη. Τὰ μικρὰ Κράτη ὅμως δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἑαυτὰ τὴν τοιαύτην πολυτέλειαν, ἀλλ’ ἀρκοῦνται εἰς τοὺς Γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν, οἵτινες καὶ ὡρισμένην λειτουργίαν ἔχουσι καὶ τοὺς προϊσταμένους αὑτῶν δύνανται κάλλιστα ν’ ἀναπληρῶσιν ἐν ἀνάγκῃ. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν ἐξαρκεῖ ὁ Γραμματεὺς τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέησε νὰ προστεθῇ νῦν ὁ Σύμβουλος, ὅστις θὰ βοηθῇ—κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ πως—ἐν πάσῃ ὑποθέσει τὸν Πρεσβευτήν. Ἀλλ’ ἂν μὴ ἐξαρκῇ, κύριε Ὑπουργὲ, ὁ πρῶτος Γραμματεὺς, ἔχετε καὶ τὸν δεύτερον Γραμματέα τῆς Πρεσβείας, οὗ ἄλλως τε τὸν μηνιαῖον μισθὸν παρὰ τὰς οἰκονομίας, ἃς ἠθελήσατε νὰ εἰσαγάγητε εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, αὐξάνετε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐκ 400 εἰς 600 δραχμάς. Εἶπον, κύριοι, πρότερον, ὅτι Συμβούλους κέκτηνται ἐν Κωνσταντινουπόλει μόναι αἱ Πρεσβεῖαι τῆς Ῥωσσίας, Αὐστρίας καὶ Γαλλίας. Παρατηρητέον ὅμως, ὅτι αὗται εἶνε Πρεσβεῖαι πρώτης τάξεως (ambassades), ὅτι δὲ αἱ ὑπολειπόμεναι ἐκεῖ Πρεσβεῖαι πρώτης τάξεως, οἱ τῆς Ἀγγλίας, Γερμανίας, Ἰταλίας καὶ Περσίας, πρὸς δὲ ἁπαξάπασαι ἀνεξαιρέτως αἱ Πρεσβεῖαι δευτέρας τάξεως (legations), εἰς ἃς, ὡς γνωστόν, καταλέγεται καὶ ἡ ἡμετέρα, στεροῦνται Συμβούλων. Ἀντιλαμβάνεσθε λοιπὸν νῦν ὁποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐνεποιοῦμεν τοῖς πᾶσιν, ἐὰν ἐδημιουργοῦμεν ἡμεῖς, κατὰ τρόπον πρωτότυπον πάντως, θέσιν Συμβούλου ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείᾳ δευτέρας τάξεως, καθ’ ὃν χρόνον στεροῦνται αὐτῆς Πρεσβεῖαι πρώτης τάξεως, ἐὰν δὲ οὕτως ὑπεβαλλόμεθα χάριν θέσεως πολυτελείας εἰς ἐνιαυσίαν δαπάνην 12,000 δραχμῶν, καθ’ ὃν χρόνον χάριν οἰκονομίας καταργοῦμεν πάσας τὰς ἄλλας ἡμῶν Πρεσβείας, καταργοῦμεν προσέτι Γενικὰ Προξενεῖα καὶ Προξενεῖα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ περικόπτομεν τοὺς γλίσχρους μισθοὺς τῶν Προξενικῶν ἡμῶν ἀντιπροσώπων, καθιστῶντες τὸν βίον αὐτῶν ἀβίωτον ἀκριβῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ τανῦν τιμαλφέστατα τοῦ Ἔθνους ἡμῶν συμφέροντα διακυβεύονται! Ἔρχομαι νῦν, κύριοι, εἰς τὸ τρίτον ἀντικείμενον τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν δηλονότι τοῦ Διερμηνευτικοῦ κλάδου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας ἡμῶν. Διὰ τοῦ ἐν ἔτει 1882 ψηφισθέντος ΑΜΘʹ Νόμου τὸ Διερμηνευτικὸν αὐτῆς Γραφεῖον διεκρίθη εἰς δύο, εἰς διπλωματικὸν καὶ εἰς ἐμπορικὸν ἢ προξενικόν. Τὴν διάκρισιν ταύτην ζητεῖ νῦν νὰ καταργήσῃ τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον ἑνοῦν τὰ δύο Διερμηνευτικὰ Γραφεῖα αὖθις. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιδοκιμάζει τὴν συγχώνευσιν ταύτην ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Περίεργόν μοι ἐφάνη ἰδίᾳ, ὅτι συνεπιδοκιμάζει τὸ πρᾶγμα καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ῥηθείσης Ἐπιτροπείας κ. Βλάχος, ὁ ὢν Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος ΑΜΘʹ, καὶ νῦν ἀνήκων εἰς τὴν πολιτικὴν μερίδα τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ κ. Τρικούπη. Ἔτι περιεργότερόν μοι ἐφάνη, ὅτι τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος Νόμον μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον κατέλιπεν ἔκθετον καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς αὐτοῦ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, οὔπω ἀναλαβὼν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ. Οἱ κατὰ τῆς διακρίσεως τοῦ Διερμηνευτικοῦ Γραφείου ὄντες προβάλλονται ὑπὲρ τῆς συγχωνεύσεως λόγους οἰκονομίας καὶ διευκολύνσεως τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν λαμβάνω ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας. Δυστυχῶς οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν ἡμῖν ἐμπεριστατωμένως πῶς δυσχεραίνεται ὑπὸ τὸ νῦν σύστημα ἡ ὑπηρεσία, πῶς δὲ θὰ διηυκολύνετο αὕτη ὑπὸ τὴν προτεινομένην συγχώνευσιν τῶν δύο Γραφείων, δι’ ὃ ἀναγκάζομαι νὰ πράξω τοῦτο ἐγώ, ὁ ὢν κατὰ τῆς συγχωνεύσεως, ὅπως μὴ νομίσῃ τις ἴσως, ὅτι ἐξ ἀγνοίας ἀποφαίνομαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Κατὰ τὴν νῦν διάκρισιν ἀναφαίνονται αἱ ἑξῆς δυσχέρειαι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Οἱ Διερμηνεῖς τοῦ Προξενικοῦ ἢ Ἐμπορικοῦ τῆς Πρεσβείας Γραφείου, εἰς οὓς ἀνατίθενται συνήθως αἱ ἀστυνομικαὶ καὶ δικαστικαὶ ὑποθέσεις, ἔρχονται πολλάκις εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς καὶ δικαστικὰς Ἀρχάς. Τότε αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν ἀναφέρονται εἰς ἀνωτέρας Ἀρχάς, εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν μεγάλην Βεζυρείαν, οὕτω δὲ προσλαμβάνουσι Διπλωματικὸν χαρακτῆρα, δι’ ὃ πρέπει ν’ ἀναλαμβάνωσι τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν οἱ Διερμηνεῖς τοῦ Διπλωματικοῦ τῆς Πρεσβείας Γραφείου. Οὗτοι ὀφείλουσι τότε νὰ μελετῶσιν ἀρχῆθεν τὰς εἰς αὐτοὺς παραπεμπομένας ὑποθέσεις, ἐξ οὗ ἐπέρχεται βραδύτης περὶ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν, συνήθως δὲ καὶ δὲν ἐξαρκοῦσιν εἰς αὐτὰς πάσας. Τούτου ἕνεκεν ἀναγκάζεται πολλάκις ἡ Πρεσβεία νὰ ἐπιτρέπῃ, ὅπως οἱ τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου Διερμηνεῖς διεξάγωσι τὰς ἀνατεθειμένας αὐτοῖς ὑποθέσεις καὶ κατὰ τὸ Διπλωματικὸν στάδιον, παρακολουθοῦντες αὐτὰς ἔστιν ὅτε μέχρις αὐτῆς τῆς Μεγάλης Βεζυρείας. Ἀλλ’ εἰς ταύτην καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἔτι δυσκόλως ἐπιβάλλονται οἱ Διερμηνεῖς τῶν Προξενείων. Συνήθως δὲν κατορθοῦσι νὰ ἴδωσιν οὐδ’ αὐτοὺς τοὺς ὑφυπουργούς, ἀλλὰ παραπέμπονται καὶ ὑπὸ τούτων εἰς κατωτέρους ὑπαλλήλους. Τὰς τοιαύτας τῆς ὑπηρεσίας δυσχερείας ζητοῦσι νῦν νὰ ἄρωσι διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Διερμηνευτικῶν Γραφείων, τῆς προτεινομένης ἐν τῷ παρόντι Νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὴν συγχώνευσιν ταύτην πάντες οἱ Διερμηνεῖς καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ τοῦ Διπλωματικοῦ Γραφείου θὰ ὦσι Διερμηνεῖς Πρεσβείας, ὡς τοιοῦτοι δὲ θὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν εἴσοδον πανταχοῦ καὶ θὰ δύνανται νὰ παρακολουθῶσιν ὑπόθεσίν τινα ἀπὸ τοῦ κατωτάτου δικαστηρίου ἐν ἀνάγκῃ μέχρις αὐτῆς τῆς Μεγάλης Βεζυρείας, χωρὶς νὰ παρεμβάλλωνται αἱ δυσχέρειαι, αἱ ἀπαντῶσαι κατὰ τὴν νῦν διάκρισιν τοῦ Διερμηνευτικοῦ Γραφείου. Οἱ λόγοι οὗτοι συνηγοροῦσί πως τῷ ὄντι ὑπὲρ τῆς συγχωνεύσεως τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Γραφείων, ἥτις συγχώνευσις ἀπήντα πρότερον καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πρεσβείᾳ, ἀπαντᾷ δὲ νῦν καὶ ἐν πολλαῖς ἄλλαις Πρεσβείαις ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὑπάρχουσιν ὅμως, κύριοι, καὶ λόγοι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς διακρίσεως τῶν Διερμηνευτικῶν Γραφείων, λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν, νομίζω, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Πρεσβείᾳ κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν Πρεσβειῶν τῆς Ῥωσσίας, Ἀγγλίας, Γερμανίας καὶ Ἰταλίας, ἐν αἷς ὡσαύτως ἀπαντᾷ ἡ τοιαύτη διάκρισις. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶνε οἱ ἑξῆς. Ἄλλα προσόντα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Διερμηνεὺς τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ ἄλλα ὁ τοῦ Διπλωματικοῦ Γραφείου. Ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ γινώσκῃ κατ’ ἐξοχὴν τὴν Τουρκικὴν γλῶσσαν, νὰ ἔχῃ δὲ τύχει νομικῆς παιδείας καὶ νὰ εἶνε τρίβων ἰδίᾳ τοῦ ἐν Τουρκίᾳ ἰσχύοντος δικαίου. Ὁ Διερμηνεὺς δῆλα δὴ τοῦ Ἐμπορικοῦ, ἢ Προξενικοῦ Γραφείου κέκληται νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων πρὸ τῶν ἀστυνομικῶν καὶ δικαστικῶν Ἀρχῶν. Παρακαθήμενος ἰδίᾳ εἰς τὰς δίκας τῶν ὑπηκόων ἀνθίσταται πρὸς πᾶσαν παρατυπίαν ἢ παρανομίαν, γενομένην ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῶν, καὶ κατὰ τὰς διασκέψεις δ’ αὐτὰς διαφωτίζει πολλάκις τοὺς δικαστὰς περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου. Ὁ τοῦ Διπλωματικοῦ Γραφείου Διερμηνεὺς τοὐναντίον ὀφείλει πρὸς τῇ Τουρκικῇ νὰ γινώσκῃ κάλλιστα καὶ τὴν Γαλλικὴν, παρ’ αὐτῷ δὲ δὲν εἶνε τόσον ἀναγκαῖαι αἱ τοῦ ἀστικοῦ καὶ ποινικοῦ δικαίου γνώσεις, ὅσον αἱ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν καὶ ἰδίᾳ αἱ τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Διερμηνεὺς ἔχει νὰ διεξάγῃ ὑποθέσεις καθαρῶς Διπλωματικῆς φύσεως, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται μᾶλλον αἱ τελευταῖαι γνώσεις, ὀφείλει δὲ προσέτι νὰ διεξάγῃ αὐτὰς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τῆς Τουρκίας, ὧν πολλοὶ ἐνασμενίζουσι συνήθως εἰς τὴν χρῆσιν τῆς Γαλλικῆς γλώσσης ἐν ταῖς συνεντεύξεσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς Διερμηνεῖς τῶν Πρεσβειῶν· ὀφείλει τέλος νὰ διεξάγῃ ὑποθέσεις πολλάκις πρὸς τοὺς ξένους Πρεσβευτάς, πρὸς οὓς μόνον Γαλλιστὶ ἔχει νὰ συνδιαλέγηται. Ἤδη δὲ ἡ διαφορὰ τῶν σχέσεων τῶν Διερμηνέων τοῦ Διπλωματικοῦ καὶ Ἐμπορικοῦ Γραφείου συνεπάγεται καὶ διαφορὰν τρόπων παρ’ αὐτοῖς. Ὁ Διερμηνεὺς τοῦ Διπλωματικοῦ Γραφείου εἶνε, οὕτως εἰπεῖν, ὁ alter ego τοῦ Πρεσβευτοῦ, ἀπαιτεῖται δ’ ἐπ’ αὐτοῦ οὐχ ἧττον ἢ ἐπὶ τοῦ Πρεσβευτοῦ νὰ ἔχῃ τύχει ἐπιμεμελημένης ἀγωγῆς, νὰ διακρίνηται δὲ διὰ τὴν εὐγένειαν τοῦ ἤθους καὶ διὰ τὸ ἐπαγωγὸν τῶν τρόπων. Διερμηνεὺς τοιοῦτος σαγηνεύει τὰς καρδίας τῶν ἄλλων, κατορθοῖ δὲ συνήθως διὰ τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ σχέσεων καὶ ἐνεργειῶν ὅ,τι δὲν κατορθοῦσι πολλαὶ πολλάκις διακοινώσεις καὶ διαμαρτυρήσεις. Ὅλως διάφορος εἶνε ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας τοῦ Διερμηνέως τοῦ Προξενικοῦ, ἢ Ἐμπορικοῦ Γραφείου. Οὗτος ἀναστρέφεται πρὸς δικαστικοὺς καὶ ἀστυνομικοὺς ὑπαλλήλους, πρὸς οὓς δὲν ἀπαιτεῖται βεβαίως ἡ λεπτότης ἐκείνη τῶν τρόπων, ἡ ἀναγκαία κατὰ τὴν ἀναστροφὴν πρὸς Ὑπουργοὺς καὶ Πρέσβεις, ἀλλ’ ἐξοικείωσις μᾶλλον μεγάλη πρὸς τὸν βίον καὶ τὰ ἤθη αὐτῶν καὶ καθόλου σχέσεις ἐνδόμυχοι, δι’ ὧν δύναται νὰ ἐπιδρᾷ πολλάκις τελεσφορώτερον ἢ διὰ τῆς ἐπιδείξεως γνώσεων καὶ ὀξυνοίας, προθυμίας πολλῆς καὶ δραστηριότητος. Ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι, εἶνε ὅλως διάφορος ὁ κύκλος τῆς ἐνεργείας τῶν Διερμηνέων τοῦ Διπλωματικοῦ καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ, ἢ Προξενικοῦ Γραφείου, ὅλως διάφορα κατ’ ἀκολουθίαν εἶνε καὶ τὰ προσόντα αὐτῶν. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπῆς κ. Βλάχος, καίτοι ἀσπαζόμενος τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο Διερμηνευτικῶν τῆς Πρεσβείας Γραφείων, εἶπεν ὅμως ἀλήθειάν τινὰ ἀναντίλεκτον, καθ’ ἣν τὸ ἐλαττωματικὸν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔγκειται τόσον ἐν τῇ προτιμήσει τούτου, ἢ ἐκείνου τοῦ συστήματος, ὅσον ἐν τῇ ἐλλείψει τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ, ἐν τῇ ἐλλείψει προσωπικοῦ, φέροντος τὰ ἀναγκαῖα προσόντα. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι, δύσκολον ἀποβαίνῃ νὰ ἐξεύρωμεν προσωπικόν, κεκτημένον τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα χωρὶς διὰ τὸ Διπλωματικόν, ἢ διὰ τὸ Ἐμπορικὸν Γραφεῖον, πῶς θὰ ἐξευρίσκωμέν ποτε κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προσωπικόν, κεκτημένον τὰ προσόντα, τὰ ἀπαιτούμενα δι’ ἑκάτερον τῶν Γραφείων; Μὴ νομίσητε δέ, ὅτι ποιεῖσθε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐκποδὼν πάσας τὰς δυσχερείας τὰς ἀναφυομένας, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐνῷ διευκολύνετε ταύτην ὑπὸ μίαν, ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν δυσχεραίνετε αὐτὴν ἔτι μᾶλλον Νῦν ἡ Διερμηνεία τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου διατελεῖ ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ διευθυντοῦ τούτου, ὅστις, ἐπέχων θέσιν Γενικοῦ Προξένου, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὁσάκις ἂν ἐμφανίζηται καταπείγουσα ἀστυνομική, ἢ δικαστικὴ ὑπόθεσις, δύναται νὰ παρέχῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας πρός τινα τῶν Διερμηνέων τοῦ Γραφείου αὐτοῦ καὶ ν’ ἀποστέλλῃ τοῦτον πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχάς. Κατὰ τὴν προβαλλομένην ὅμως συγχώνευσιν τῆς Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας θὰ ὀφείλῃ ν’ ἀπευθύνεται δι’ ἐγγράφου ἴσως πρὸς τὸν προϊστάμενον τοῦ νέου Διερμηνευτικοῦ Γραφείου, νὰ περιμένῃ δὲ καὶ διὰ τὰς ὑποθέσεις ἔτι τὰς καταπειγούσας τὰ μάλιστα, ἕως οὗ οὗτος παραπέμψῃ εἰς αὐτὸν ἕνα τῶν Διερμηνέων, πιθανὸν οὐχὶ πάντοτε τὸν καταλληλότατον διὰ τὰς διαφόρους ἀστυνομικὰς καὶ δικαστικὰς ὑποθέσεις. Ἀναλογίσασθε λοιπὸν οὐ μόνον τὰ ἄτοπα, ἀλλὰ καὶ τὰς δυσχερείας, αἵτινες θ’ ἀνεφύοντο ἐντεῦθεν. Ἐπιδοκιμάζω τὴν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἣν χθὲς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ καθ’ ἣν εἰς τὴν Διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ προσλαμβάνωνται καὶ ἀλλοδαποί. Ἀλλὰ δίκαιον, νομίζω, νὰ προστεθῇ χάριν τούτων καὶ τὸ προσὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀτοπώτατον ὑπολαμβάνω, κύριοι, νὰ μὴ δύναται ὁ Διερμηνεὺς τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας νὰ συνεννοῆται Ἑλληνιστὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, ὧν τὰ συμφέροντα ἀναλαμβάνει πολλάκις νὰ προστατεύσῃ πρὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, νὰ ἔχῃ δὲ ἀνάγκην, ἵνα μεθερμηνεύωσιν αὐτῷ Γαλλιστί, ἢ Τουρκιστὶ πάντα τὰ Ἑλληνιστὶ συντεταγμένα ἔγγραφα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ προσόντων, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὑμᾶς ὅσα εἶπον, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προξενικοῦ νομοσχεδίου, περὶ προσόντων τῶν Προξενικῶν Διερμηνέων. Καθ’ ἅπερ δῆλα δὴ ἐπὶ τούτων, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν Διερμηνέων τῆς Πρεσβείας οὐδὲν ἀπολύτως προσὸν ἀπαιτεῖται. Καὶ ὅμως ἔπρεπε, νομίζω, ν’ ἀξιῶμεν καὶ παρ’ αὐτῶν τοὐλάχιστον τὸ προσὸν τῆς γνώσεως τῆς Τουρκικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης. Ἀναλογίσασθε, κύριοι, ὁποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐνεποίει Διερμηνεὺς Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει, διεξάγων ὑποθέσεις παρὰ τῇ Πύλῃ, χωρὶς νὰ λαλῇ ἀπροσκόπτως τὴν Τουρκικὴν, καὶ παρὰ ταῖς διαφόροις Πρεσβείαις, χωρὶς νὰ γινώσκῃ τὴν Γαλλικήν!
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Καὶ μόνον τὸ προσὸν τῶν γλωσσῶν πρέπει ν’ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῶν Διερμηνέων τῆς Πρεσβείας, οὐχὶ καὶ ἄλλα, ὡς πτυχίον Πανεπιστημίου.....;
§57ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον προσὸν τὴν γνῶσιν τῶν εἰρημένων γλωσσῶν, δι’ οὓς ὑπέδειξα λόγους. Βεβαίως καὶ ἄλλα πολλὰ προσόντα πρέπει νὰ φέρῃ ὁ Διερμηνεὺς τῆς Πρεσβείας· πλὴν ταῦτα δυσκόλως δύνανται νὰ ὁρισθῶσι διὰ νόμου, καταλείπονται δὲ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καλὸν εἶνε τὸ προσὸν τοῦ πτυχίου τοῦ Πανεπιστημίου· ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ τοιούτου προσόντος ἐπὶ τῶν Διερμηνέων δύνανται ν’ ἀντισηκώσωσι πολλὰ ἄλλα προσόντα, ἅτινα ἀδύνατον νὰ προσκτήσηταί τις δι’ οἱασδήποτε Ἀκαδημαϊκῆς παιδεύσεως. Ὑπολείπεταί μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι βραχέα τινὰ περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τῶν εἰσαγομένων διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ εἰς τὴν Διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν προέρχονται ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Διερμηνευτικῶν γραφείων εἰς ἓν, ὡς ἐσφαλμένως ἀναφέρεται ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος 1885, ἀβασανίστως δ’ ἀνέγραψε καὶ ἡ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς καὶ μετ’ ἐγκαυχήσεώς τινος ἐμνημόνευσε χθὲς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος οἰκονομίαι ἔγκεινται ἐν τῇ καταργήσει ἑνὸς βοηθοῦ Διερμηνέως, ἐν τῇ περιστολῇ τοῦ μηνιαίου μισθοῦ τοῦ Αʹ Διερμηνέως τῆς Πρεσβείας ἐκ 1200 εἰς 1000 δρ. καὶ τοῦ Βʹ αὐτῆς Διερμηνέως ἐξ 700 εἰς 600 δραχμάς· πρὸς δὲ ἐν τῇ μεγάλῃ μειώσει τῶν ἐξόδων κινήσεως. Ἀλλὰ τοιαῦται οἰκονομίαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο Διερμηνευτικῶν ὑπηρεσιῶν εἰς ἓν Γραφεῖον, ἠδύναντο καὶ ἄνευ αὐτῆς νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἀφοῦ ἤθελε τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον. Μεθ’ ὅσα δὲ εἶπον, κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τῶν εἰσαχθεισῶν εἰς τὸν Προξενικὸν κλάδον, δὲν θὰ ἀναμένητε βεβαίως νῦν, ἵνα ἐπιδοκιμάσω τὰς οἰκονομίας, τὰς εἰσαγομένας εἰς τὸν Διερμηνευτικὸν τῆς Πρεσβείας κλάδον. Τοὐναντίον μάλιστα, τὰς οἰκονομίας ταύτας ὑπολαμβάνω ὅτι μᾶλλον ἀσυστάτους ἢ ἐκείνας. Θεωρεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ὑμεῖς τὸ νῦν ὑπάρχον προσωπικὸν τῆς Διερμηνείας ἀκατάλληλον ἐν πολλοῖς, καὶ ἐλπίζετε νὰ εὕρητε καταλληλότερον διὰ τῆς περιστολῆς τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ; Θεωρεῖτε τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Διερμηνείας χωλαίνουσαν, καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ ὑπεκκαύσητε τὸν ζῆλον αὐτῆς, περικόπτοντες μεγάλως τὰ ἔξοδα κινήσεως αὐτῆς; Καθ’ ὃν δὲ χρόνον καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ἐπιβαλλόμενα διὰ τοῦ ὄγκου τῆς ἰσχύος καὶ δυνάμεως αὐτῶν παρὰ τὸν Βόσπορον, ἀναγνωρίζουσι τὴν σπουδαιότητα τῶν Διερμηνέων καὶ φροντίζουσιν, ὅπως ἔχωσι τοιούτους τοὺς δεξιωτάτους, ἀντὶ ἁδροτάτων μισθῶν, πῶς θέλετε ἡ μικρὰ Ἑλλὰς, ἡ στερουμένη τοῦ ὄγκου ἐκείνου καὶ ἔχουσα ἀνάγκην πρὸ πάντων δεξιῶν Διερμηνέων, νὰ μὴ φροντίζῃ περὶ τούτου, ἀλλὰ διὰ τοῦ παρεχομένου ὑπ’ αὐτῆς γλίσχρου μισθοῦ νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς πρόσληψιν Διερμηνέων, ἐπαξίων τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν; Ἐνῶ δὲ μόλις ἐξαρκεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν νῦν Διερμηνέων καὶ βοηθῶν αὐτῶν, ὑμεῖς καταργεῖτε τὴν θέσιν ἑνὸς βοηθοῦ Διερμηνέως! Ἐνῶ καὶ ὁ νῦν διδόμενος μισθὸς πρὸς τὸν Αʹ. καὶ Βʹ. Διερμηνέα θεωρεῖται γλίσχρος πολύ, ὑμεῖς περικόπτετε καὶ τοῦτον! Ἐνῶ μόλις ἐξαρκοῦσι τὰ νῦν χορηγούμενα ἔξοδα κινήσεως, θέλετε νὰ περιστείλητε καὶ ταῦτα κατὰ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος! Τίνα ἔσονται τὰ ἀναπόδραστα ἐπακόλουθα τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν; ὅτι ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσητέ ποτε κατάλληλον προσωπικὸν διὰ τὴν Διερμηνευτικὴν τῆς Πρεσβείας ὑπηρεσίαν, ὅτι δὲ θὰ παράσχητε δικαίαν ἀφορμὴν εἰς τοὺς Διερμηνεῖς νὰ ὀλιγωρῶσι τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐπὶ βλάβῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν διαπεπιστευμένων αὐτοῖς συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἰδίᾳ οἱ τελευταῖοι θὰ ὑποβληθῶσιν αὖθις εἰς τὴν προτέραν ἰδιαιτέραν φορολογίαν τῶν Διερμηνέων, οἵτινες, στερούμενοι νῦν ἱκανῶν ἐξόδων κινήσεως— εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ, ὅτι ταῦτα εἶνε ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἔνθα διὰ τὰς μεγάλας ἀποστάσεις ἔχει ν’ ἀπέρχηται ὁ Διερμηνεὺς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, ἢ προάστειον αὐτῆς ἔφιππος, ἢ ἐφ’ ἁμάξης, ἢ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων — θὰ ἀναγκάζωσι τοὺς ὑπηκόους νὰ μετέρχωνται ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐξόδων κινήσεως τὴν πάλαι δωροδοκίαν, ἢ νὰ περιορῶσι τὰς ὑποθέσεις αὐτῶν, παραγκωνιζομένας καὶ παντάπασιν ὀλιγωρουμένας. Ἀλλ’ ἂν μὴ κήδησθε τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἅτινα ἀνατίθενται εἰς τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος Διερμηνεῖς· ἂν μὴ κήδησθε τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, ἣν θὰ ἴδητε αὖθις κυλινδουμένην ἐν τῷ βορβόρῳ τῆς δωροδοκίας καὶ τῶν καταχρήσεων, δὲν ἀναλογίζεσθε τοὐλάχιστον, ὁπόσον ἐκτίθεται οὕτω πως αὐτὴ ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλλήνων ὑπηκόων; Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι, αὐξήσαντες τὰ Προξενικὰ τέλη διὰ τοῦ νόμου ΧΝΣΤʹ., ἀνελάβετε ἀπέναντι αὐτῶν τὴν ὡρισμένην ὑποχρέωσιν, καθ’ ἃ μαρτυρεῖ ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅπως αὐξήσητε καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν οἰκείων ὑπαλλήλων καὶ τοιούτῳ τῷ τρόπῳ παράσχητε ἀντάλλαγμά τι τῶν νέων αὐτῶν βαρῶν διὰ τοῦ διορισμοῦ ἱκανωτέρων ὑπαλλήλων καὶ διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῶν πρώην καταχρήσεων; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι, παραβαίνοντες οὕτω ῥητὴν ὑπόσχεσιν, ἀποδεικνύετε τὸ Κράτος στερούμενον καὶ τῆς καλῆς πίστεως, καὶ τοῦτο χάριν οἰκονομίας δωδεκασχιλίων δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἃς ὅμως σπαταλᾶτε ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς δημιουργίας μιᾶς θέσεως πολυτελείας, τῆς θέσεως Συμβούλου τῆς Πρεσβείας; Ἀπορῶ, τῇ ἀληθείᾳ, πῶς ταῦτα πάντα δὲν λαμβάνει τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδὲ κρίνει ἄξια ἀνασκευῆς. Ἀλλ’ ἆρά γε δύναταί ποτε νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα;
§58Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω. Τὸ ζήτημα τοῦ Συμβούλου παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ Κωνσταντινουπόλεως ἐσυζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μακρῶν, τὸ συμπέρασμα δὲ τῆς συζητήσεως ταύτης ἀπέληξεν εἰς τὸ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐν συνόψει θέλω ἐκθέσει πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι ἀπαντῶ εἰς ὅσα ὁ προλαλήσας ἀνέπτυξεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἕλληνος Πρέσβεως ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶναι λίαν σπουδαία. Ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ φρονῶμεν, ὅτι τὸ δεῖνα πρόσωπον ἢ τὸ δεῖνα δύναται καταλληλότερον νὰ ἐκπληρώσῃ παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ Κυβερνήσει τὰ εἰς αὐτὸν ἐπιβαλλόμενα καθήκοντα, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἀρκεῖ νὰ ἀναμνησθῶμεν ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος Πρέσβεως ἐν Τουρκίᾳ, Κράτει ὁμόρῳ, ἔχοντι ἀντίθετα συμφέροντα μεγάλα, Πρέσβεως Κράτους, μὴ δυναμένου νὰ μεταχειρισθῇ τὴν δύναμιν ἀπέναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ᾗ διατελεῖ διαπεπιστευμένος. Ἐὰν εἴχομεν τὴν δύναμιν, βεβαίως ἤθελον κρίνει μετ’ αὐστηρότητος τὴν πολιτικὴν τοῦ Πρέσβεως ἐκείνου, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀξίωσις μοὶ φαίνεται ἤδη ἀδικαιολόγητος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, ἀλλὰ προπάντων νὰ ἔχῃ τὴν Διπλωματικὴν ἐκείνην ἐπιδεξιότητα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐφελκύῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὁ νῦν Πρεσβευτὴς ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑστέρησε πρὸς τοῦτο, τότε σᾶς δικαιῶ· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὅλως ἐναντίαν ἰδέαν, διότι φρονῶ, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε συνετέλεσεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἰς τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν διαφόρων σπουδαίων ὑποθέσεων. Ἀφίνω ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος Πρέσβυς, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τηλεγραφικῶς κατὰ τὸ 1881, κατὰ τὰς κρισίμους ἐκείνας περιστάσεις, εἰς ἃς διετέλει τὸ Ἔθνος, τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν συνόρων καὶ παρέστησε τὴν ἀληθῆ τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ζητήσας ὁδηγίας περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ὤφειλε νὰ τηρήσῃ. Ποῖα ἦσαν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνήθη νὰ ἀρυσθῇ τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ νὰ μάθῃ μὲ ὅλην τὴν τηρουμένην αὐστηρὰν ἐχεμύθειαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐκ τῶν ἄλλων Πρέσβεων μας ἠδυνήθη νὰ γνωρίζῃ; Αἱ στεναὶ σχέσεις καὶ ἡ πρὸς αὐτὸν ἰδιαιτέρα ὑπόληψις τῶν συναδέλφων του. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ μεμφώμεθα τὰ πρόσωπα, τὰ κατὰ καιροὺς ἀντιπροσωπεύσαντα ἐπαξίως τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρέπει νὰ αἰτιώμεθα τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ τὰς περιστάσεις. Ταῦτα ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω καὶ ἐξ ἄλλων, δύναμαι δὲ νὰ τὰ γνωρίζω καὶ ἐξ ὅσων ἀντελήφθην ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1881, ὅταν σπουδαῖα ζητήματα διεπραγματεύοντο μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰς καλλιτέρας πληροφορίας εἴχομεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς τῶν διετελεσάντων ἔκτοτε Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, διότι τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ὁμολογοῦσιν. Πολλάκις, κύριοι, ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἶνε ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα, ἤδη δὲ ἀναγνωρίζεται ὡς τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης ἡ θέσις τοῦ Συμβούλου παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑποβάλλεται δὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς μίαν θυσίαν 12,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ὅπως συστηθῇ ἐν τῇ Πρεσβείᾳ ἐκείνῃ μία Θέσις ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὅστις πολὺ θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τῆς σπουδαίας καὶ ποικίλης ὑπηρεσίας, καλλιεργῶν τὰς μετὰ τῆς ἐπιτοπίου Κυβερνήσεως καὶ τῶν ξένων Πρεσβειῶν σχέσεις, ἡ δὲ δαπάνη θεωρεῖται, κατ’ ἐμὲ, ἐλαχίστη ἀπέναντι τῆς προσδοκωμένης ὠφελείας· ὥστε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δαπάνην τῶν δώδεκα χιλιάδων διὰ τὴν προσθήκην τοῦ Συμβούλου, δύναμαι νὰ παραδεχθῶ αὐτὴν μὲ ὅλην τὴν ἀνάγκην οἰκονομιῶν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ διὰ τοῦτο κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρεδέχθη νὰ προστεθῇ ἡ πίστωσις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν Διερμηνέων, ἤθελον παρακαλέσει ἵνα ἡ διάταξις, ἥτις προστίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τροποποιηθῇ· δὲν θέλω ἀπολύτως πάντα ἀλλοδαπόν· ἐὰν δὲν εἶναι ὑπήκοος Ἕλλην, τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ μεγάλην ἔλλειψιν, ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἦναι τὸ γένος Ἕλλην. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχωμεν ἕνα Μαλτέζον διερμηνέα, ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὁποῖον ἔχομεν σήμερον· δὲν θέλω νὰ κατακρίνω μὲ τοῦτο τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ἀξιοπρεπῶς ἀπέναντι τῶν Ὀθωμανῶν νὰ παρουσιάζεται εἰς ἀλλοδαπὸς νὰ ὑπερασπίζεται τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Εἶνε ἐντροπὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴν ἔχῃ ἕνα τουλάχιστον ὁμογενῆ, ὅστις νὰ παρουσιάζηται ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ διερμηνεὺς τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Λοιπὸν δέχομαι τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τὸ γένος Ἕλλην. Ὁ Διερμηνεὺς εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, διεξάγει σπουδαιότατα ζητήματα· πρέπει νὰ ἔχῃ ἀξιοπρέπειαν, πρέπει νὰ παρέχῃ ἐμπιστοσύνην, ὅτι μὲ πόνον ψυχῆς θέλει διαπραγματευθῆ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπέναντι τῶν Ὀθωμανῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὄχι μόνον νὰ τροποποιηθῇ οὕτω τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ ἐπέλθῃ καὶ διόρθωσις εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται.
§59Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς σχετιζόμενον πρὸς τὸ γενικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὅτι θέλει καθιερώσει, σύστημα οἰκονομιῶν, σύστημα, τεῖνον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄντικρυς ἀντιστρατευόμενον πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην. Εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐν συνδέσμῳ πρὸς ἕτερα νομοσχέδια, τινὰ ἐκ τῶν ὁποίων ἐψηφίσθησαν, ὡς τὸ περὶ συντάξεων, ὡς τὸ περὶ διορισμοῦ προσθέτων βαθμοφόρων ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἐπαγόμενον καθαρῶς αὔξησιν δαπανῶν. Νομοσχέδια προταθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπηγγέλθη, ὅτι θέλει ἀνατρέψει τὸ προϋπάρχον σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἐχαρακτήρισεν ὡς σπάταλον, βλέπομεν περιέχοντα αὐξήσεις δαπανῶν ἢ ἐλαττώσεις ἐσόδων, καὶ μέχρι τοῦδε τὰ ψηφισθέντα παρὰ τῆς Βουλῆς μέτρα φέρουσιν 1,000,000 ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον· 400,000 προσέθηκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς δαπάνας ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, κατὰ 600 δὲ χιλιάδας δραχμῶν ἠλάττωσε τὰ ἔσοδα ἐν ἔτει ἐλαιοφορίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Προσέθηκεν ἔξοδα διὰ νέους βαθμοφόρους ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἐν ἑτέρῳ δὲ νομοσχεδίῳ, περὶ τοῦ ὁποίου θέλομεν συζητήσει ἴσως ἀπόψε ἢ αὔριον, προσθέτει δαπάνας χάριν προαγωγῆς τοῦ βαθμοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ θέσεών τινων ἐν τῷ Σφραγιστηρίῳ. Καὶ τί εἶναι ταῦτα, κύριοι; καθαρῶς αὔξησις δαπανῶν, χάριν προσωπικῶν λόγων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἠρνήθη τοῦτο, ὅταν ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν βαθμοφόρων τοῦ Ναυτικοῦ· εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ ἐπίκρισις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι τὰ πρόσωπα, χάριν τῶν ὁποίων δημιουργοῦνται αἱ θέσεις, δικαίως θέλουσι προβιβασθῆ εἰς τοιαύτας θέσεις, καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρέπον τὸ Ναυτικὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἀναλογίαν βαθμοφόρων τὴν πρέπουσαν πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Τοιαῦτα εἶναι τὰ προτεινόμενα μέτρα τῶν κατηγορούντων ἄλλους, ὅτι ὑπῆρξαν σπάταλοι. Ποῖαι ἦσαν αἱ αὐξήσεις δαπανῶν, αἱ ψηφισθεῖσαι τῇ εἰσηγήσει τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως; ηὐξήθη ἡ δαπάνη ὑπὲρ τῆς Ἀστυνομίας τῆς Πρωτευούσης· ἐθεώρησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι οὕτως ἐβελτιοῦτο ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἀστυνομίας τῆς Πρωτευούσης, καὶ ὅτι ἠδύνατο διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως ἡ Ἀστυνομία τῆς Πρωτευούσης νὰ παράσχῃ πλήρεις ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἐπωφελοῦς λειτουργίας αὐτῆς. Ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ κυρίως ἐγένετο ὑπὲρ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, ἀλλὰ καὶ οὕτω δὲν ἐπῆλθεν αὔξησις, διότι ἠλαττοῦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων κατὰ 50, ἐνῷ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν κατὰ 50.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴχατε τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· εἴχομεν μόνον 250.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ τοῦ Νόμου βεβαίως ὄχι.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις περιορίζων τὴν δαπάνην εἶναι Νόμος. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐξάνετε τοὺς 250 εἰς 300, ἐλαττοῦτε δὲ τοὺς μισθούς. Μία ἐκ τῶν κυριωτέρων κατηγοριῶν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἦτο ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀντεσήκωσε διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἑτέρα κατηγορία ἦτο ἡ ὑπὲρ τῶν ἐπιστατῶν τῶν φυλακῶν δαπάνη. Ἀπέναντι τούτων βλέπομεν ἤδη προτεινομένην αὔξησιν δαπανῶν τοῦ Κράτους διὰ λόγους προσωπικούς. Τοῦ ἔχοντος μισθὸν κατώτερον τοῦ μισθοῦ Ὑπουργικοῦ Γραμματέως βʹ τάξεως προτείνεται αὔξησις μισθοῦ καὶ βαθμοῦ, χορηγουμένου εἰς αὐτὸν μισθοῦ Τμηματάρχου βʹ τάξεως καὶ βαθμοῦ Τμηματάρχου βʹ τάξεως. Ἴσως ῥηθῇ ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον, διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν προσήνεγκε καὶ προσφέρει, ὑπηρεσίαν δημοσιογραφικήν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος τῶν οἰκονομιῶν; Καὶ δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν προτάσεων τούτων, ὅταν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἔχωμεν τοιαύτας δαπάνας; Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι χάριν προσώπων συνιστῶνται δι’ αὐτοῦ θέσεις, τὰς ὁποίας καὶ τὰ μεγαλείτερα τῶν Κρατῶν κατήργησαν ἢ βαθμηδὸν καταργοῦσιν· ὅταν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία, αἵτινες εἶχον τὴν θέσιν τοῦ Συμβούλου, ἐθεώρησαν ὅτι ἡ θέσις αὕτη ἀποτελεῖ πολυτέλειαν καὶ κατήργησαν αὐτήν, ἐκείνη μὲν κατὰ τὸ πλεῖστον, αὕτη δὲ ὁλοσχερῶς, νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς σήμερον συνιστῶντες τὴν θέσιν ταύτην, εἶναί τι ἀδικαιολόγητον ἀπολύτως, καὶ ἔτι μᾶλλον ἀδικαιολόγητον σχετικῶς πρὸς τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, πρὸς τὸ πρόγραμμα τῶν κατενεχθέντων κατὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ὡς σπατάλου. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ σπατάλου εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἁρμόζει, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα, περὶ ὧν ἐμνήσθην προηγουμένως. Εἰς τὴν αὔξησιν τὴν ἐκ τῶν συντάξεων καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον, προστίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἡ διὰ τῆς συστάσεως τῆς θέσεως Συμβούλου. Τὸ μέγιστον τῆς διατάξεως ἐλάττωμα εἶναι, ὅτι ἡ θέσις Συμβούλου εἶναι θέσις ἀμεριμνομερίμνης. Ὁ Σύμβουλος δὲν θεωρεῖ ἑαυτὸν ὡς ὑπάλληλον τῆς Πρεσβείας, δὲν καταδέχεται νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Γραφεῖον ὡς ὑπάλληλος, προσέρχεται μόνον ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐγγράφων, ὥστε νὰ ᾖναι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνήμερος ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸν Πρέσβυν· μόνον ὡς ἀναπληρωτὴν τοῦ Πρέσβεως θεωρεῖ ἑαυτόν. Οἱ προτείνοντες τὴν σύστασιν τῆς θέσεως ταύτης ἐνόμισαν, ὅτι ἐπετρέπετο ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιλάβωσι καὶ ἄλλας διατάξεις, ἀσχέτους πρὸς τὰ τῆς θέσεως Συμβούλου, τὰς δὲ ἐλαττώσεις δαπανῶν, τὰς ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, συμψηφίζουσι πρὸς τὴν αὔξησιν χάριν τῆς συστάσως τῆς θέσεως τοῦ Συμβούλου. Οὕτως, ἐνῷ ὁ Σύμβουλος λαμβάνει 1000 δραχμὰς ἀντὶ τῶν 800 τοῦ πρώτου Γραμματέως, ὁρίζονται ἀντὶ τῶν τοῦ Διερμηνέως 1200 μόνον 1000, αἱ δὲ ἀποκοπτόμεναι 200 δραχμαὶ συμψηφίζονται πρὸς τὴν χάριν τοῦ Συμβούλου αὔξησιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ τοῦ πρώτου Διερμηνέως, διότι καὶ μὲ τὸν μισθὸν τῶν 1200 δραχμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν κατάλληλον Διερμηνέα, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ καταφεύγωμεν εἰς πρόσωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἐπίκρισις, ὄχι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐθνικότητα. Εἶναι φυσικὸν νὰ ζητῇ ἀνώτερον μισθὸν τοῦ τῶν ἰσοβάθμων Διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ὁ πρῶτος Διερμηνεὺς, διότι ὁ Γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας, ἀνήκων εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὑπηρεσίας, προσβλέπει εἰς πρόοδον, ἀλλ’ ὁ πρῶτος Διερμηνεὺς οὐδεμίαν ἐλπίζει πρόοδον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνωτάτην τοῦ κλάδου του βαθμῖδα. Αἱ 1200 δραχμαὶ εἶναι ὁ μισθὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει νὰ στηρίξῃ τὰς ἐν τῷ μέλλοντι ἐλπίδας του, ἐνῷ ὁ μισθὸς τοῦ Συμβούλου, ὅστις ἐλπίζει νὰ προαχθῇ εἰς Πρεσβευτὴν, δύναται νὰ αὐξήσῃ μέχρι τοῦ πενταπλασίου ἢ τοῦ ἑξαπλασίου· εἶναι δὲ καὶ ὁ κύκλος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐκλέγονται οἱ Διερμηνεῖς, πολὺ στενὸς, τούτου ἕνεκα καὶ ὁ νῦν μισθὸς δὲν ἀρκεῖ εἰς προσέλευσιν προσώπου, δυναμένου νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἣν βλέπομεν χωλαίνουσαν. Ἐὰν ἄρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησε πρέπον νὰ ποιήσηται ἐλαττώσεις πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῇ Διερμηνευτικῇ ὑπηρεσίᾳ, κατὰ τί δικαιολογεῖ τοῦτο τὰς ζητουμένας ἐν τῇ Διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ αὐξήσεις τοῦ μισθοῦ τοῦ αʹ. Γραμματέως, τοῦ βʹ. Γραμματέως, τὴν μεταβολὴν τοῦ βαθμοῦ τοῦ αʹ. Γραμματέως καὶ τὴν σύστασιν ἀξιώματος ἀμεριμνομερίμνης; ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τοῦ βʹ. Γραμματέως, διατί ἡ αὔξησις αὕτη; διότι τυγχάνει ὁ κατέχων τὴν θέσιν ταύτην οἰκογενειάρχης καὶ δὲν θεωρεῖ ἐπαρκῆ τὸν μισθόν; καὶ βεβαίως, ἐὰν ἔχῃ οἰκογένειαν, δὲν δύναται διὰ τοῦ μισθοῦ οὔτε τοῦ νῦν ὑπάρχοντος, οὔτε τοῦ αὐξανομένου νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁ δεύτερος Γραμματεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὅπως λαμβάνῃ μισθὸν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας οἰκογενειάρχου. Καὶ αἱ ξέναι Ἐπικράτειαι χορηγοῦσι μισθὸν εἰς τοὺς Γραμματεῖς ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι εἶναι ἄγαμοι· τινὲς μάλιστα ἐπιτρέπουσιν αὐτοῖς τὸν γάμον μόνον, ἂν ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔχουσι περιουσίαν ἐπαρκῆ πρὸς συντήρησιν οἰκογενείας· ἡμεῖς, ὡς φαίνεται, αἰσθανόμεθα τοσαύτην περίσσειαν χρημάτων, ὥστε προνοοῦμεν καὶ περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν Γραμματέων Πρεσβειῶν. Περιέχει τὸ νομοσχέδιον καὶ μεταβολὴν ὡς πρὸς τὰ τῆς Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου· θεωρῶ, ὅτι ὁ νόμος ὁ κείμενος ἐβελτίωσε τὰ τῆς Διερμηνείας, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω, ὅτι κακῶς ἔχουσι τὰ τῆς Πρεσβείας Διερμηνευτικὰ, ὄχι διότι τὸ σύστημα εἶναι κακὸν, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχομεν κύκλον ἀρκοῦντος εὐρὺν ἐκλογῆς προσώπων, διότι οἱ μισθοὶ εἶναι γλίσχροι, καὶ ὡς ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, πείθομαι, ὅτι ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸ νῦν κατηργημένον σύστημα θέλει φέρει ζημίαν. Τρίτην διάταξιν περιέχει τὸ νομοσχέδιον σχετικὴν πρὸς τοὺς σκοποὺς, οἵτινες χαρακτηρίζουσι τὰς προτάσεις τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διότι αἱ αὐξήσεις τῶν μισθῶν καὶ τῶν θέσεων εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, ἐὰν οἱ προτείνοντες δὲν δύνανται δι’ αὐτῶν νὰ ἱκανοποιήσωσι προσωπικὰς ἀξιώσεις, ἐὰν δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσι τὰς θέσεις ὑπὲρ τῶν προσώπων, περὶ ὧν διαφέρονται, ὡς ἀποκεκλεισμένων δι’ ἔλλειψιν προσόντων. Διὰ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου περὶ Προξενείων ἐχαλαρώθησαν αἱ διατάξεις τοῦ τέως κειμένου νόμου ὡς πρὸς τὸν κλάδον ἐκεῖνον. Σήμερον βλέπετε ῥιζικῶς ἀνατρεπομένας τὰς περὶ προσόντων διατάξεις. Προτείνεται ὅπως ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς, ἢ ὁ Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διορίζηται ἄνευ οὐδενὸς προσόντος. Ἐὰν διὰ τὸν διορισμὸν Προξένου καὶ μετὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον ἀπαιτοῦνται προσόντα, ἔπρεπε διὰ τὸν διορισμὸν Γενικοῦ Γραμματέως ἢ Τμηματάρχου νὰ ζητηθῶσι προσόντα ἀνώτερα. Ἀλλά, καταργουμένων τῶν προσόντων τῶν Τμηματαρχῶν καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, καταργοῦνται ἐμμέσως καὶ τὰ τῶν Προξένων. Ἐνῷ ὁ προχθὲς ψηφισθεὶς περὶ Προξενείων νόμος διετήρησε περιορισμούς τινας κατὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν, σήμερον οἱ περιορισμοὶ οὗτοι λάθρα ἐκλείπουσι, διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τῆς καταργούσης τὰ προσόντα ὡς πρὸς τοὺς Τμηματάρχας καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα, δύναται διοριζόμενος Τμηματάρχης ὁ μὴ ἔχων τὰ προσόντα, νὰ καταλάβῃ εὐθὺς ἔπειτα θέσιν Προξένου, δύναται ἑπομένως πᾶς τις νὰ διορισθῇ εἰς Προξενικὴν θέσιν, ἐκπληρουμένου τοῦ τύπου τοῦ προηγουμένου διορισμοῦ αὐτοῦ ὡς Τμηματάρχου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οὕτως ὁ φραγμὸς τῶν προσόντων, ὑφιστάμενος ἔτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καταλύεται ἄρδην διὰ τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ δὲ ψήφισις τῶν προσόντων, ἡ χθὲς γενομένη περὶ τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας, ἦτο πρὸς τὸ θεαθῆναι. Ἡ ὅλη οἰκονομία τῶν κειμένων νομοθετημάτων περὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας συνίσταται εἰς τὴν ἀκώλυτον μετάθεσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κλάδου αὐτῆς εἰς τὸν ἕτερον· ἠθέλησεν ὁ Νομοθέτης, ὅπως ὁ Διπλωματικὸς ὑπάλληλος μὴ θεωρῇ ἑαυτὸν ὡς ἀποκλειστικῶς προωρισμένον εἰς τὴν ἐξωτερικὴν Διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως ὁ Προξενικὸς ὑπάλληλος μὴ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀποκεκλεισμένον ἀπὸ τῶν ἑτέρων κλάδων τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως ὁ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας θεωρῇ ἑαυτὸν ὑπόχρεων, ἵνα ὑπηρετῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ πάντες ἀδιακρίτως νὰ ὦσιν ὑπόχρεοι, ἵνα μεταβαίνωσιν εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν, εἴτε ἐν τῇ Προξενικῇ, εἴτε ἐν τῇ Διπλωματικῇ, εἴτε ἐν τῇ Κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁσάκις εἰς ταύτην κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει πόσον ἦτο ἀνυπόστατος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πρόσωπα κεκτημένα τὰ προσόντα, ἵνα διορισθῶσιν ὡς Τμηματάρχαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τουλάχιστον ἐγὼ ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω τῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι θέσεις διὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ μετετίθεντο ἐκ τοῦ Διπλωματικοῦ καὶ τοῦ Προξενικοῦ κλάδου εἰς τὸν τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κατ’ ἐμέ, Γραμματεῖς Πρεσβειῶν δὲν δύνανται νὰ μορφωθῶσιν ἐπαρκῶς, ἂν δὲν διέλθωσι διὰ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, καὶ κατόπιν διορισθῶσιν εἰς ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθωσι πάλιν μετά τινα χρόνον εἰς τὴν Κεντρικήν. Δὲν ἐπιθυμῶ ὅπως οἱ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλοι μένωσι πολὺν χρόνον ἐκτὸς τοῦ Κράτους, συνειθίζοντες οὕτω νὰ θεωρῶσι τὰ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἀπόψεως ξένης, συμπαθοῦντες μόνον πρὸς τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀγνοοῦντες τὰ κατ’ αὐτόν· θέλω νὰ ἔρχωνται εἰς τὸν τόπον, νὰ ἀναβαπτίζωνται ἐν τῇ Κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ κατόπιν νὰ μεταβαίνωσι πάλιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· τοῦτο δὲ καταργεῖται, διότι δὲν θὰ μένῃ δι’ αὐτοὺς θέσις ἐν τῇ Κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ. Πάντες οἱ Γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν ἔχουσι τὸ προσὸν ἵνα διορισθῶσι Τμηματάρχαι, ἔχει δὲ καθῆκον Ὑπουργὸς κηδόμενος τῆς ὑπηρεσίας νὰ φέρῃ εἰς θέσιν Τμηματάρχου ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, ἵνα τὸν ἀναβαπτίσῃ εἰς τὰ τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, διότι δὲν ὑπάρχουσι θέσεις σήμερον. Λέγω περὶ θέσεων Τμηματαρχῶν, ὅτι οὐδεμία δύναται οὐδέποτε νὰ παρουσιασθῇ δυσκολία εἰς πλήρωσιν αὐτῶν, ὡς ἐξ ἐλλείψεως προσώπων ἐχόντων τὰ προσόντα. Δύναται ἴσως νὰ παρουσιασθῇ τις δυσκολία, ὡς ἐκ τῆς στενότητος τοῦ κύκλου τῆς ἐκλογῆς, διὰ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἂν τὸ στενὸν τοῦ κύκλου τῆς ἐκλογῆς ἐπάγεται, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν διορισμὸν Γενικοῦ Γραμματέως ἀκαταλλήλου, θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν τῶν ἀπαιτουμένων προσόντων, διατηρουμένου ὅμως τοῦ γενικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος· ἀντὶ τῶν ἀπαιτουμένων ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐτῶν ὑπηρεσίας Προξενικῆς ἢ Διπλωματικῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ προταθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ ἔλλειψις ἐπί τινα χρόνον, ἕως οὗ ἀποκτήσωσι πολλοὶ τὰ κατὰ τὸν νόμον προσόντα. Οὐδὲ εἶναι ὀρθὴ ἡ ἰδέα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ διορίζῃ Γενικὸν Γραμματέα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Αἱ ὑπηρεσίαι αἱ πολυτελεῖς τῶν μεγάλων Κρατῶν δὲν ἀναγνωρίζουσι τοιαῦτα δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ· δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο περὶ Γενικοῦ Γραμματέως, δὲν τὸ ἀναγνωρίζουσιν ἁπανταχοῦ ἀπεριόριστον, οὐδὲ περὶ τοῦ ἰδιαιτέρου Γραμματέως τοῦ Ὑπουργοῦ· καὶ ὁ ἰδιαίτερος αὐτὸς Γραμματεὺς ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἢ ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. Μόνον εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου δύναται ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἰδιαιτέρου αὐτοῦ Γραμματέως, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ· ἡ θέσις εἶναι καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅμως εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ καλέσῃ ἐξωτικόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ καλέσῃ εἰς αὐτὴν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου, ὑπάλληλον ὅμως ἐκλεγόμενον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων. Ἀλλ’ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς δὲν ἀντικαθίσταται μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, οὐδὲ θεωρεῖται πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς εἶναι ὄργανον τῆς ὑπηρεσίας καὶ μόνον ταύτης, δὲν εἶναι ὄργανον τῆς προσωπικότητος τοῦ Ὑπουργοῦ. Αἱ νομοθεσίαι, αἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείῳ ἀνώτατος ὑπάλληλος, ἔχων χαρακτῆρά τινα πολιτικόν, καθιέρωσαν τὴν θέσιν Ὑφυπουργοῦ, διότι ἐνόησαν ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ κλάδου ἔχει ἀνάγκην ἀνθρώπων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὅτι ἐὰν ἡ Πολιτεία θέλῃ νὰ δώσῃ βοηθὸν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀνώτατον ὑπάλληλον, οὗτος δέον νὰ διορίζηται ἐπιπροσθέτως. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὀνομάζεται Ὑφυπουργός, ὑπάρχει, πλὴν τοῦ διαρκοῦς Ὑφυπουργοῦ καὶ βουλευτικὸς Ὑφυπουργός, διοριζόμενος μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀποχωρῶν μετ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὡς εἶπον, παρ’ αὐτῷ ὑπάρχει ἰσόβαθμος ὁ διαρκὴς Ὑφυπουργός, ὅστις εἶναι πράγματι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ἀντικαθίσταται ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐπὶ πάσῃ μεταβολῇ Ὑπουργείου, ἵνα ᾖ πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ὑποβιβασμὸς τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς θέσιν ἰδιαιτέρου Γραμματέως, ἀφαιρουμένων καὶ τῶν ἐγγυήσεων τῶν εἰς τὴν θέσιν ταύτην παρομαρτουσῶν ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις. Ἀλλά, τέλος, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσι τὰς διατάξεις ταύτας ὡς ἐπιβλαβεῖς, δύνανται νὰ παρηγορῶνται, διότι μόνον ἐπὶ δεκαετίαν γίνεται ἡ ἀναστολὴ τῶν περὶ προσόντων διατάξεων τοῦ κειμένου Νόμου. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ παρηγορία ἡμῶν εἶναι μεγαλειτέρα, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ διαρκέσῃ οὐδὲ δέκα μῆνας ἡ ἀναστολή, καὶ ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως αὐτῶν, ὁ Νόμος οὗτος, μετὰ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ψηφιζομένων, θέλει ἐκλείψει.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ σήμερον ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐδόθη, καὶ κατὰ πάσας τὰς Συνόδους τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Δυστυχῶς κατελήφθη ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τῶν εἰθισμένων ἐκείνων τῇ ψυχῇ αὐτοῦ αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα τὸν παρασύρουσιν, ὥστε καὶ σήμερον ἕνεκα τούτου ἐλησμόνησε τὴν ἀλήθειαν, καὶ πολλὰ τῶν πραγμάτων παρέστησεν ἀλλοῖα ἢ ὡς πραγματικῶς ἔχουσι. Δὲν εἶναι ἀληθῶς πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐξήλεγξα τὸν πρώην πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, διδόντα εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας μὴ ἀληθεῖς, διὰ τῶν κειμένων τῶν ἐπισήμων, καὶ ἀποδείξας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐλέγετο ὑπ’ αὐτοῦ ἡ ἀλήθεια. Ἠμφισβήτουν τὸ κατ’ ἀρχὰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ πρώην κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπέμενε βεβαιῶν ὅσα ἰσχυρίζετο τότε καὶ ἠναγκαζόμην νὰ προσφεύγω εἰς τὰ ἐπίσημα κείμενα, καὶ διὰ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν νὰ καθιστῶ ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν ἔλεγεν ἀκριβῆ πράγματα. Ὅταν οὕτως ἐγίγνετο ψηλαφητὸν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ τότε κ. πρωθυπουργοῦ δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τότε ἐγέλα, ἐπιδεικνύων οὕτω τὴν εὐφυΐαν μεθ’ ἧς ἐπενόησε τὸ ἐπιχείρημα, οὗ ἐποιήσατο χρῆσιν, ἰσχυριζόμενος μὴ ἀληθῆ πράγματα. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω πρὸς ἀναίρεσιν ὅσων ὁ πρώην κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ; Δὲν εἶναι ἀξιοπερίεργος ἡ καθ’ ἡμῶν καταγγελία αὐτοῦ, ὅτι ἐσμὲν ὑπουργεῖον σπάταλον, ἀλλὰ ἄξιον ἐκπλήξεως εἶναι ὅτι τὴν καταγγελίαν ταύτην προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882, περὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἐπίσημα κείμενα ὁμολογοῦσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τὰ ἀνύψωσε κατὰ τὸ τρίτον, πολλαχοῦ δὲ καὶ κατὰ τὸ διπλάσιον. Καὶ καταγγέλλει ἡμᾶς ἐπὶ σπατάλῃ ὁ παραιτηθεὶς πρωθυπουργὸς, περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὁποίου κατετέθησαν ἐνταῦθα χθὲς καὶ προχθὲς πίνακες καὶ ἀνεγνώσθησαν ἀριθμοὶ, οἵτινες συνεκίνησαν καὶ τοὺς ψυχροτέρους τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοὺς μᾶλλον συμπαθεῖς πρὸς αὐτόν! Καὶ καταγγέλλει ἡμᾶς ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐπὶ σπατάλῃ! Διὰ ποῖον λόγον; διότι ηὐξήσαμεν διὰ τῶν νομοσχεδίων τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σφραγιστηρίου. Καὶ τίς ἡ σχέσις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου μετὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Διπλωματικῆς ὑπηρεσίας; Ἡ σύγχυσις εἶναι ἀριστὴ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, διότι ὑπολαμβάνει ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν τοὺς Προϋπολογισμοὺς, οὐδὲ δύνανται νὰ ἀνεύρωσιν ἐν αὐτοῖς πόσας δαπάνας ἐπάγει τὸ νομοσχέδιον περὶ Σφραγιστηρίου. Ἂς παραστήσω λοιπὸν ἐγὼ τοῦτο, ἵνα καταδειχθῇ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον σπατάλης. Ἀναγράφονται δι’ «ἔξοδα Σφραγιστηρίου» ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ παραιτηθεὶς πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, δραχ. 27,360, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν ἡμεῖς, δραχ. 23,520. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν περὶ Σφραγιστηρίου ἐπάγει αὔξησιν δαπανῶν; Ἀπορῶ πῶς πρὸ τῶν ἀριθμῶν δὲν διστάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ δίδῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας μὴ ἀκριβεῖς· διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῶ ἕτερον ὅρον ἵνα χαρακτηρίσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν διστάζουσι νὰ δίδωσι, καί τοι μὴ ἀληθεῖς, ἄνθρωποι, οἵτινες διὰ τὰ ἀξιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεβιβάσθησαν, ὤφειλον νὰ σέβωνται καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἑαυτοὺς πρὸ πάντων. Καὶ σᾶς παριστῶσιν ὅτι ἡμεῖς ἐπλάσαμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σφραγιστηρίου θέσεις, ἵνα ἀμείψωμεν δημοσιογραφικὰς ὑπηρεσίας! Σᾶς παριστῶσι τοῦτο ἐκεῖνοι, οἵτινες τὰς δημοσιογραφικὰς ὑπηρεσίας ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον ἀντάλλαγμα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τῶν διορισθέντων εἰς αὐτάς. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν ἐθεώρησαν ὡς ἂν εἶχεν ἀποδοθῆ αὐτοῖς ἵνα προσπορίζωνται δημοσιογραφικὰς ὑπηρεσίας διὰ τοῦ μέσου τούτου. Καὶ οὕτως ἠδυνήθησαν νὰ προσθέσωσι καὶ τὰς γραφίδας τῶν οὕτω διορισθέντων εἰς ἐκείνας τὰς ὁποίας διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου εἶχον μισθώσει ἵνα μᾶς ὑβρίζωσιν ὡς ἀντιπολιτευομένους. Καὶ δὲν λέγω πλέον λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι βουλευταὶ δὲν ἐννοοῦσι, ἢ τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι βουλευταὶ διὰ νὰ πιστεύσωσιν ἔχουσι ἀνάγκην μέσων ἀποδεικτικῶν, διότι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν πίνακας, καὶ γνωρίζουσι πόσα χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου διετέθησαν πρὸς μίσθωσιν γραφίδων δημοσιογραφικῶν, μόνον πρὸς τὸ ὑβρίζειν τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἀλλὰ γνωρίζουσι προσέτι οἱ κύριοι βουλευταί, ὅτι πρὸς τὰς γραφίδας τῶν μεμισθωμένων προσαπέκτων καὶ ἄλλας γραφίδας, ἀποκτηθείσας διὰ διορισμῶν εἰς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν πρὸς αὐτούς. Καὶ ἐλέγχουσιν ἡμᾶς, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σφραγιστηρίου προσδιορίζεται εἰς τὸν ἐλεγκτὴν τοῦ Σφραγιστηρίου βαθμὸς καὶ μισθὸς ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχεν. Καὶ ἀποδίδουσιν ἡμῖν ὅτι ἐπροτείναμεν αὐτὰ ἐκ κερδοσκοπίας πολιτικῆς διὰ δημοσιογραφικὰς ὑπηρεσίας, διότι ὁ κ. ἐλεγκτὴς τοῦ Σφραγιστηρίου τυγχάνει ὢν φίλος δημοσιογράφου. Ἐλεγκτὴς τοῦ Σφραγιστηρίου εἶναι ὁ κ. Πατρίκιος, ὅστις δὲν δημοσιογραφεῖ, ἀλλὰ τυγχάνει φίλος δημοσιογράφου· καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν θέσιν τῶν διευθυντῶν τοῦ Σφραγιστηρίου, νὰ ἀναθέσωμεν δὲ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ εἰς τὸν ἐλεγκτὴν, καὶ προσδιωρίσαμεν δι’ αὐτὸν μισθὸν καὶ βαθμὸν ἀνάλογον τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν διεύθυνσιν τοιούτου καταστήματος, μᾶς ἀπέδωκαν τὴν αἰτίασιν, ὅτι τὸ ἐπράξαμεν ὡς ἀντάλλαγμα δημοσιογραφικῆς ὑπηρεσίας! Τὸ Σφραγιστήριον διηύθυνε μέχρι τοῦδε ὁ συνταγματάρχης κ. Βουγιούκας, ἔχων ἐλεγκτὴν τὸν κ. Πατρίκιον. Ἡ διὰ μισθὸν τοῦ κ. Βουγιούκα πίστωσις δὲν σημειοῦται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μετὰ τῶν πιστώσεων διὰ τὸ Σφραγιστήριον, ἀλλὰ μετὰ τῶν πιστώσεων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔνθα σημειοῦται ὁ μισθὸς αὐτοῦ εἰς δραχ. 570. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων δὲν εἶναι ἀναγκαία, ὅτι ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ Σφραγιστηρίου ὁ κ. Βουγιούκας δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τοῦ ἐλεγκτοῦ τοῦ Σφραγιστηρίου, σκοποῦμεν δὲ εἰς τὸν κ. Βουγιούκαν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Τμήματος τῶν ὀρυκτῶν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὸν κ. Δραγούμην. Οὕτω θέλομεν ἐπιφέρει οἰκονομίαν οὐ μόνον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἀνωτέρω ὅτι ἠλαττώσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἀλλὰ καὶ τοῦ μισθοῦ τῆς θέσεως τοῦ Τμηματάρχου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὀρυκτολογικοῦ τμήματος. Ἀλλὰ δὲν ἠκούσθησαν ἕτεραι καταγγελίαι ἐπὶ σπατάλῃ; Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐνῷ τὸ παραιτηθὲν Ὑπουργεῖον εἶχε 245 κλητῆρας ἀστυνομικούς, τὸ νῦν ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 300. Τί νὰ εἴπῃ τις πρὸς τοὺς τὰ τοιαῦτα λέγοντας, ἀφοῦ δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι ταῦτα, τὰ παρ’ αὐτῶν προτεινόμενα, συνδέονται μετὰ τεχνασμάτων, τὰ ὁποῖα συμφέρον καὶ καθῆκον εἶχον νὰ περικαλύψωσι διὰ τῆς σιωπῆς; Ἐπεθύμει ὁ πρώην πρωθυπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ Προϋπολογισμὸν παριστῶντα ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, διότι τότε εἶχε πλέον ἐξεγερθῆ ἡ γνώμη τοῦ κόσμου κατὰ τῆς σπατάλης τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ. Ὅθεν ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον συνέταξε καὶ εἰσήγαγεν, οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐξετέλεσεν. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἐξετέλεσεν αὐτὰς, ἔχω δικαίωμα νὰ πιστεύσω ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὰς ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ ἀνέγραψεν αὐτὰς ἵνα δείξῃ ὅτι ἠλάττωσε τὰς δαπάνας, ἐλπίζων ὅμως ὅτι νύκτα τινὰ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν τὴν δεκάτην Μαρτίου τῇ προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἦσαν αἱ ἀναπληρωτικαὶ ἐκεῖναι πιστώσεις δι’ ἔξοδα ἔκτακτα ὑγειονομικά, ἐνῶ αἱ δι’ αὐτὰ κύριαι πιστώσεις εἶχον δαπανηθῆ πρὸς σύστασιν τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ σύστασις τοῦ τυπογραφείου ἦτο ἔκτακτος δαπάνη ὑγειονομικῶν, σκοποῦσα τὴν σωτηρίαν τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν τοῦ Κράτους! Νύκτα παραπλησίαν ἤθελε παρουσιάσει καὶ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε ζητήσει ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν τῆς πρὸς μισθοδοσίαν τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, τοὺς ὁποίους εἶχε διαγράψει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διετήρει ὅμως ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ὁ νόμος περὶ Διοικητικῆς ἀστυνομίας ἐπιτρέπει τὸν διορισμὸν 300 ἀστυνομικῶν κλητήρων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου, συνετάχθη κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1884, ἐν αὐτῷ δ’ ἀνεγράφη πίστωσις οὐχὶ διὰ 300 κλητῆρας ἀλλὰ διὰ 245. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ὁ Νοέμβριος καὶ ὁ Δεκέμβριος τοῦ 1884, ὁ δ’ ἀριθμὸς τῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ κλητήρων διετηρεῖτο εἰς 300. Ἦλθεν ὁ Ἰανουάριος τοῦ 1885, καὶ οἱ κλητῆρες ἦσαν 300· μέχρι δὲ τῆς 19ης Ἀπριλίου, ὅτε παρητήθη τὸ ὑπουργεῖον, οἱ κλητῆρες ἦσαν 300. Εἶναι λυπηρὸν διότι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ τοιαῦτα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι συνήθως τ’ ἀνακριτικὰ γραφεῖα. Ἐκεῖ γίνεται ἀντιπαράστασις τῶν μαρτύρων, καὶ ζητεῖται δι’ αὐτοῦ ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας· ἀλλ’ ἐν αἰθούσῃ Κοινοβουλίου εἶναι λυπηρὸν, διότι ἀναγκάζομαι τοιαύτας νὰ δίδω πληροφορίας περὶ συναδέλφου βουλευτοῦ, ὅστις πρὸ μικροῦ κατῆλθε τῆς θέσεως ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνεβιβάσθην. Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ πράξω, ἀντικρούων αἰτιάσεις καὶ μομφὰς, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω. Ἂς χαρακτηρίσῃ αὐτὰς ἡ Βουλῇ, καὶ οἱ ἀκούσαντες, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναγνώσει ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ 1882 καὶ 1883 καὶ 1884 ἐνεκάλεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡμᾶς ὡς σπατάλους. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐπανέλαβε πάλιν τὰ κοινὰ ἐκεῖνα θέματα περὶ μετατροπῆς τῶν συντάξεων ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμὰς, λησμονῶν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὡς πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884 εἶχεν ὑποσχεθῆ αὐτὸ τοῦτο, ζητήσας μόνον νὰ ἀναβάλῃ νὰ τὸ πράξῃ διὰ τὸ 1884, καὶ νὰ μὴν ἀναγράψῃ αὐτὸ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου διὰ νὰ μὴ διαταράξῃ τὸ ἰσοζύγιον· (ἱλαρότης) τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον εἶχε κατορθώσει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, τοῦ ὁποίου ὅμως τ’ ἀποτελέσματα θέλουν ἀποδείξει ἀντὶ ἰσοζυγίου ἔλλειμμα 24,000, 000! Καὶ ἄλλα ἀνέφερε, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ τὴν σπατάλην ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ παραλείψω ἵνα ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶναι οὐδὲ ταῦτα ἀκριβῆ. Ὅτε ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ μὲ ἐδίδασκεν, ὅτι ὁ δεύτερος Γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας τῆς Κων/πόλεως πρέπει νὰ ἦνε ἄγαμος, ἐγνωρίζετε ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ παραιτηθεὶς καὶ οὐχὶ ἐγὼ εἶχε διορίσει δεύτερον γραμματέα τῆς Πρεσβείας ἔγγαμον, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἐπρόφθασα ἀκόμη οὔτε ἔγγαμον, οὔτε ἄγαμον νὰ διορίσω (ἱλαρότης). Ἐνόμισεν ὡσαύτως ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὡς δῆθεν ἐκ προσωπικοῦ λόγου προβάντα μέχρι συντάξεως νομοσχεδήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Θέλων δὲ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ φρᾶσιν τινα τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἔδειξεν ὅτι μετ’ ἐκπλήξεως ἀνέγνω αὐτὸς, ὁ ἀναβιβάσας εἰς βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου οἰκονομικὸν ὑπάλληλον τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὸν προβιβασμὸν τοῦ υἱοῦ τοῦ Κανάρη, τοῦ ἐπὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἔτη πλοιάρχου Μιλ. Κανάρη! Τί νὰ εἴπω ὅταν μὲ συνεβούλευε καὶ μὲ ἐδίδασκεν, ὡς ἐὰν ἐκάθητο ἐπὶ ἕδρας διδακτικῆς, καὶ ὡς ἂν ἐγὼ ἐπερίμενα νὰ διδαχθῶ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι οἱ Τμηματάρχαι τοῦ ὑπουργείου πρέπει νὰ συναλλάσσωνται μετὰ τῶν Γραμματέων τῶν Πρεσβειῶν, ἀφοῦ αὐτὸς ἐπὶ τρία ἔτη κυβερνήσας οὐδέποτε τοιοῦτόν τι ἔπραξε; Τί νὰ εἴπω, ὅταν μὲ ἐλέγχῃ ὡς σκοποῦντα διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Διπλωματικῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀνοίξω θύραν διὰ νὰ ὑφαρπάσω καὶ ἀνατρέψω τὰς περὶ προσόντων τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων ἰσχυούσας διατάξεις, καὶ μὲ ἐλέγχῃ αὐτός, ὅστις διὰ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν βακουφίων οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν εἰμὴ νὰ ἀνοίξῃ θύραν ἵνα εἰσαγάγῃ ὅσους ἤθελεν εἰς τὴν Προξενικὴν ὑπηρεσίαν; Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω ἵνα δικαιολογήσω ἐμαυτόν, τὸν μηδὲν ἔτι πράξαντα, ὅταν μ’ ἐγκαλῇ ὁ παραιτηθεὶς πρωθυπουργός, ὅστις τὴν παραμονὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Προξενείων ἀνεστάτωσεν ὅλον τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων ἵνα εἰσαγάγῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν προσόντων καὶ ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῶν ἐπὶ τὸ μέλλον, δὲν θέλω νὰ εἴπω πρόσωπα, ὅσους ἂν ἤθελε; Τί νὰ εἴπω, ὅταν ἐγκαλῇ ἐμοῦ, τοῦ μηδὲν ἤδη πράξαντος, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον αὐτὸς συνέταξε, τὴν τελευταίαν ἐκείνην ἡμέραν κατεστρατήγησε τὸν νόμον ἐκεῖνον κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι καὶ οἱ τελευταῖοι τῶν πολιτῶν; Τί νὰ εἴπω, κύριοι, ἐγκαλούμενος ἐγὼ, ὁ μηδὲν ἔτι πράξας, ὅπως ἀνασκευάσω ὅσα σᾶς εἶπε περὶ Τμηματαρχῶν, δηλαδὴ περὶ διευθυντῶν ὑπουργείων ἐν τῇ Εὐρώπῃ, διότι θέσεις Γενικῶν Γραμματέων ἐν ὀλίγοις τῶν Κρατῶν ὑπάρχουσι; Πρέπει νὰ ἀναφέρω ὀνόματα; Τὰ ὀνόματα τῶν πλείστων διευθυντῶν ἐν τοῖς ὑπουργείοις τῆς Γαλλίας εἰσὶ γνωστὰ, καὶ αἱ ἐφημερίδες ἑκάστοτε ἀναγγέλλουσι τὰς γιγνομένας μεταβολάς. Ὑπῆρξεν ὁ αὐτὸς διευθυντὴς τοῦ πολιτικοῦ τμήματος ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου κ. Βαδδιγκτῶτος, καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Φραϊσινέ; Δὲν ἀντικατέστησεν αὐτὸν πάραυτα ὁ κ. Φραϊσινέ; Καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, ὅταν ὁ βαρὼν Χάϊμερλε διεδέχθη τὸν κόμητα Ἀνδράσσυ, ἀφῆκε τὸν αὐτὸν διευθυντὴν τοῦ τμήματος τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, καὶ δὲν ἀντικατέστησεν αὐτὸν πάραυτα; Ὄχι μόνον οἱ διευθυνταὶ τοῦ τμήματος τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων ἐν τοῖς ὑπουργείοις τῶν Ἐξωτερικῶν ἀντικαθίστανται, ὡς ὁ βαρὼν Ὄρτσι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Αὐστρίᾳ ἢ ὁ κ. Δεπρὲ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν τμημάτων τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων πολλάκις ἀντικαθίστανται. Καὶ πόσοι, νομίζετε, ἀπὸ τοῦ 1878 ἀντηλλάγησαν διευθυνταὶ τοῦ τμήματος τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν Γαλλίᾳ; Εἷς; Δύο; Τέσσαρες μέχρι τοῦδε ἀντικατεστάθησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶναι πάντοτε αἰσιόδοξος. Τέρπει αὐτὸν ἡ προσδοκία, ὅτι οἱ ἀκούοντες δὲν ἔχουσι προχείρους πληροφορίας, ἵνα ἐξελέγξωσιν ὅσα λέγει, καὶ τότε... ἔχει ὁ Θεός! (ἱλαρότης). Συνεχῶς ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ λέγει ὅσα ἂν θέλῃ, ἥκιστα προσέχων, ἐὰν τὰ λεγόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἢ μὴ ἀληθῆ. Λυποῦμαι, κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι καθιστῶσι τοιοῦτον τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ὅταν συζητῆται νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ Διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἔχει χώραν ἡ ἔρευνα τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σφραγιστηρίου, οὔτε ἡ ἔρευνα τοῦ νόμου περὶ συντάξεων, οὔτε ἡ ἔρευνα τόσων ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν οὐ δέοντι ἀνεμίχθησαν σήμερον μετὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Διπλωματικῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὴ ἡ ἀνάμιξις φέρει σύγχυσιν, καὶ δύνανται νὰ φέρωσι τὴν σύγχυσιν εἰς τὰς συζητήσεις, ὅσοι ἐσυνείθισαν καὶ ἐπιθυμοῦσιν ἵνα ὠφελῶνται ἐκ τῆς συγχύσεως· ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφίνω τὴν σύγχυσιν νὰ ἐξακολουθῇ, ὀφείλω δὲ νὰ διαχωρίζω τὰ συγχυζόμενα πράγματα, διὰ νὰ μὴν ἀφίνω νὰ περιπίπτῃ ἡ Βουλὴ εἰς παγίδας, χονδροειδεῖς μὲν, διότι χονδροειδεῖς εἶναι αἱ παγίδες αἱ ἐπὶ τοῦ ψεύδους στηριζόμεναι, ἀλλ’ εἰς τὰς παγίδας, εἰς τὰς ὁποίας διὰ τῆς συγχύσεως θέλουσι νὰ παρασύρωσιν αὐτήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροιτηρίων).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη καὶ γίνεται δεκτὸν ἐπίσης ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 4 ἄρθρον, γενόμενον 5.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ γινόμενον 5, εἶχον προτείνει νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «οἱ Διερμηνεῖς», «οἵτινες δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἀλλοδαποί». Αὐτὸ τὸ ὑποτροπολογῶ. Μετὰ τὰς λέξεις «οἱ διερμηνεῖς» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «οἵτινες δύνανται νὰ ἦναι καὶ μὴ πολῖται Ἕλληνες».
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν τροπολογίαν δέχομαι ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἑρμηνείαν, ὅτι δύνανται νὰ εἶναι καὶ ὁμογενεῖς, ἀλλὰ μὴ πολῖται Ἕλληνες· δὲν ἐννοῶ νὰ ἦναι ἀλλοδαποί.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γίνονται ἑρμηνεῖαι ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ εἶναι ὁμογενεῖς μὴ πολῖται Ἕλληνες.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβάλῃ τροπολογίας, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως περὶ μὴ πολιτῶν Ἑλλήνων εἶναι, ὅτι ἀποκλείονται πάντες οἱ ἀλλοδαποὶ, καὶ ὅτι ἀποδίδεται μὲν ἐλευθερία εἰς τοὺς Ὑπουργὸς νὰ προκαλῶσι τὸν διορισμὸν οὐχὶ μόνον πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων Ἑλλήνων μὴ πολιτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀξιώσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν. Τοιαύτην ὑποχρέωσιν δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ τροπολογία, ἣν ἐδέχθην, εἶναι σαφὴς, ὅτι δύνανται οἱ Διερμηνεῖς νὰ μὴ ᾖναι πολῖται Ἕλληνες. Ἀντικατέστησα τὴν λέξιν «ἀλλοδαποί» πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐνδείξω, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἀλλοδαποί» δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ κατακρίνω τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μετὰ τῆς προσθήκης, τὸ ἄρθρον 6 καὶ τὸ σύνολον).
§72ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καταθέτω τροπολογίαν ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν Θήρας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου. (Ὅρα Παράρτημα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 ὥραν Μ. Μ. (Ὥρᾳ 1, 15 μ. μ.) Ὥρα 6, 15 Μ. Μ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 4,200,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1885.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ μοναδικὸν ἄρθρον).
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ μίαν τροπολογίαν. Ἐπειδὴ ἡ φράσις δὲν εἶναι εὐκρινὴς, ἀντὶ, «τῶν μὴ καλυφθεισῶν διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς» νὰ τεθῇ «τῶν μήπω ἐκποιηθεισῶν».
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν χημικῶν πυρείων.
§80Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐδηλώσαμεν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, ὅταν ἡ Βουλὴ διέρχηται πρὸ δύο σημείων τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι πρόκειται νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων εἴτε αἱ ὑπάρχουσαι τοῦ Δημοσίου πρόσοδοι ἐλαττοῦνται, εἴτε αἱ ὑφιστάμεναι δαπάναι αὐξάνουσι, νομίζομεν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας διὰ βραχέων. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν χημικῶν πυρείων. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ μονοπώλιον τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ὁποῖαι καὶ ὁπόσαι εἶναι αἱ τοῦ Δημοσίου εἰσπράξεις ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου. Οὐχ ἧττον, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, πρὶν ἢ ἀκόμη εἰσαχθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου τῶν χημικῶν πυρείων, ἐγένοντο μεγάλαι προμήθειαι παρ’ ὅλων, καὶ τῶν ἐμπορευομένων καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν οἰκογενειαρχῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν, νομίζω, νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν ἐὰν καὶ ὁποίαν θέλωμεν ἔχει πρόσοδον ἐκ τοῦ μονοπωλίου. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ εἴχομεν τὸ παράπαν μονοπώλιο ὑπὲρ τοῦ Κράτους, διότι διὰ τῶν μονοπωλίων καὶ ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς κωλύεται, καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐργάζεσθαι παρεμβάλλονται προσκόμματα. Ἀλλ’ ὅταν ὄχι μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἄλλα Κράτη παρεδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τῶν μονοπωλίων, ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν ἀρχὴν τῶν μονοπωλίων ἀπεδέχθημεν ἐκ λόγων ταμιευτικῶν, δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ ἐνταῦθα λόγος νὰ καταργήσωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦτο, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, εἰς περιστάσεις οὕτω δυσχερεῖς οἰκονομικῶς, πρόσοδός τις ἀξία λόγου. Δὲν νομίζω ἄλλως τε ὅτι, ἀφοῦ ἐγένοντο ὅσαι ἔπρεπε νὰ γείνωσι θυσίαι πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν κατασκευαζόντων παρ’ ἡμῖν πυρεῖα, ἀφοῦ κατεβλήθησαν τόσοι κόποι καὶ τόσαι δαπάναι διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς πρὸς λειτουργίαν τοῦ μονοπωλίου αὐτοῦ ὑπηρεσίας, ὑπάρχει σήμερον λόγος ἀποχρῶν νὰ καταργήσωμεν αὐτό. Ἐὰν τῷ ὄντι ἀφοῦ τὸ μονοπώλιον τοῦτο λειτουργήσῃ ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν, ὥστε ἀσφαλῶς νὰ κρίνωμεν, ὅτι ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι ἀξία λόγου, τότε καὶ ἐγὼ ἤθελον ἔχει τὴν γνώμην τῆς καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ κατάργησις εἶναι λίαν πρόωρος καὶ ἀδικαιολόγητος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ ᾼΡΚΔʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου νόμου.
§82Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα προηγουμένως εἶπον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τῶν χημικῶν πυρείων· ἐνταῦθα ὅμως νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ προσόδου, ἥτις ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων εἶναι λίαν ἀξιόλογος διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου εἰσήχθη κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1883. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμοὺς πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προαγωγῆς τῶν Δημοσίων εἰσπράξεων ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα αἱ εἰσπράξεις ἔφθασαν εἰς 31,000, κατὰ τὸν δεύτερον εἰς 36,261, κατὰ τὸν τρίτον εἰς 38.279, κατὰ τὸν τέταρτον εἰς 49,901, κατὰ τὸν πέμπτον εἰς 52,444, κατὰ τὸν ἕκτον εἰς 54,626, κατὰ τὸν ἕβδομον εἰς 55,749, κατὰ τὸν ὄγδοον εἰς 70,118, κατὰ τὸν ἔνατον εἰς 65,928, κατὰ τὸν δέκατον εἰς 72,597, κατὰ τὸν ἑνδέκατον εἰς 72,504, κατὰ τὸν δωδέκατον εἰς 76,351, κατὰ τὸν δέκατον τρίτον εἰς 81,332, κατὰ τὸν δέκατον τέταρτον, ἤτοι τὸν Νοέμβριον τοῦ 1884, εἰς 80,305 καὶ κατὰ τὸν δέκατον πέμπτον, ἤτοι τὸν Δεκέμβριον 1884, εἰς 89,552. Βλέπετε, ὅτι ἐνταῦθα δὲν δύνασθε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μέσον τινὰ ὅρον, καθ’ ὃν τρόπον σκέπτεται ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αἱ εἰσπράξεις ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα προάγονται. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῶν σκέψεών μας ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅστις κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναβαίνει εἰς 55 χιλιάδας, διότι εἰς φόρους τοιούτους, οἷος ὁ προκείμενος, ἡ πρόοδος τῶν εἰσπράξεων δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει μέσου ὅρου τοῦ παρελθόντος ἔτους· ὁ μέσος ὅρος ἐνταῦθα δέον νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ τελευταίου μηνὸς ἢ τὸ πολὺ τῶν δύο τελευταίων μηνῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι 90,000 δραχμαὶ ἤθελον εἶναι ἡ τακτικὴ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐν τῷ μέλλοντι πρόσοδος τοῦ Δημοσίου. Κατ’ ἐμὲ, ἂν ἐπεμελεῖτο ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐστηρῶν τινων διατάξεων καὶ δι’ αὐστηροτέρας τινὸς τῶν Ἀρχῶν ἐργασίας τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦτο, αἱ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου εἰσπράξεις ἤθελον ὑπερβῇ καὶ τὰς 150,000 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Γνωστὸν δὲ εἶνε εἰς ὅλους ἡμᾶς, ὅτι τὸ σιγαρόχαρτον εἰσήγετο διὰ λαθρεμπορίας, τοῦτο δὲ ἐγίνετο, διότι ὁ σχετικὸς νόμος οὐδεμίαν ἐπέβαλε ποινὴν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εὑρίσκετο ἐν τῇ κατοχῇ σιγαροχάρτου καὶ δὲν ἦτο ἔμπορος· αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλονται μόνον εἰς τοὺς ἐμπορευομένους σιγαρόχαρτον· ἂν αἱ ποιναὶ ἐπεβάλλοντο καὶ εἰς τοὺς καταναλωτὰς, αἱ πρόσοδοι τοῦ σιγαροχάρτου ἤθελον εἶνε ἀσυγκρίτως μεγαλείτεραι.
§83Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιστεύετε ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ ἀκριβῶς τὸ σιγαρόχαρτον;
§84ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ λαμβάνω ὡς βάσιν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον· οὗτος φρονεῖ, ὅτι 20 ἑκατομμύρια φυλλάδια εἶνε δυνατὸν νὰ καταναλίσκωνται κατ’ ἔτος κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα, καὶ νὰ φορολογῶνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τὸ ποσὸν δὲ αὐτὸ τῶν φυλλαδίων ἀναλογεῖ εἰς 2 ἑκατομμύρια ὀκάδων καπνοῦ. Αὐτοὶ εἶνε οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποιεῖται καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δικαιοῦμαι νὰ στηριχθῶ. Σήμερον ἐν τούτοις μετὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτὴν τῶν 90,000 ἀντὶ τῶν 20 ἑκατομμυρίων φυλλαδίων φορολογοῦμεν μόνον 4,200,000 φυλλάδια, τὰ ὁποῖα ἀπέναντι τῶν 20 ἑκατομμυρίων εἶναι ἀκριβῶς τὸ ⅕. Ἠδύνατο μάλιστα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἂν εὕρισκεν, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν φυλλαδίων, ὅπως εἶναι κανονισμένη ἐν τῷ λειτουργοῦντι νόμῳ, εἶναι μεγάλη, νὰ καταβιβάσῃ αὐτήν· ἀντὶ 20 λεπτῶν κατὰ φυλλάδιον ἠδύνατο νὰ καταβιβάσῃ τὴν τιμὴν τοῦ φυλλαδίου εἰς 10 μόνον λεπτά· τότε δὲ ἐπὶ 20 ἑκατομμυρίων φυλλαδίων ἤθελε ἔχει ἀκριβῶς 2 ἑκατομμύρια εἰσπράξεις· καὶ ἂν ἀφαιρεθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπόκτησιν τῶν φυλλαδίων τούτων, αἵτινες κατὰ τὴν αὐτὴν ἔκθεσιν ἀνέρχονται εἰς 3 καὶ 27 ἑκατοστὰ τοῦ λεπτοῦ κατὰ φυλλάδιον, πάλιν ἤθελεν μείνει καθαρὸν κέρδος 1,350,000. Καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου ἤθελε καταστήσει εὐθηνότερον τὸ σιγαρόχαρτον καὶ εἰς αὐτοὺς ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι σήμερον παραπονοῦνται κατὰ τῆς τιμῆς τῶν φυλλαδίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπροτίμησε νὰ καταργήσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου, νὰ ἐπιβάλῃ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγωγικὸν τέλος 10 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σιγαροχάρτου. Ὅπως αὐτὴ αὕτη ἡ ἔκθεσις ὁμολογεῖ, 174 φυλλάδια ἀναλογοῦν πρὸς μίαν ὀκὰν σιγαροχάρτου· ἑπομένως διὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιβάλλει, πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ ἕκαστον φυλλάδιον κατὰ λεπτὰ 5 καὶ ½ περίπου, ἐπειδὴ δὲ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἕκαστον τῶν φυλλαδίων τούτων εἰς τὸν ἔμπορον κωστίζει περίπου 5 λεπτὰ, διὰ τῆς ὑποτιμήσεως ἑκάστου φυλλαδίου ἀπὸ 20 εἰς 10 λεπτὰ δὲν ἤθελεν ἐξεγείρεσθαι πλέον ἡ φιλοκέρδεια τῶν λαθρεμπόρων, οὕτω δὲ ἤθελεν ἐξασφαλισθῆ πρόσοδος εἰς τὸ Δημόσιον 1,350,000. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἂν ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ σήμερον λειτουργοῦν, γίνονται ὅσας γινώσκομεν καταχρήσεις. Εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰσαγωγικοῦ τέλους 10 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν νὰ περισταλῶσιν αἱ καταχρήσεις αὐταὶ καὶ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ τὴν πρόσοδον ταύτην; κατ’ ἐμὲ ὄχι. Αἱ καταχρήσεις ἔσονται μείζονες, διότι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ σιγαροχάρτου εἶναι πολὺ εὐκολωτέρα διὰ τῶν τελωνείων, διότι σήμερον ὁ λαθρέμπορος διατρέχει κίνδυνον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ προκαλέσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἐφαρμογὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐνῷ ὑπὸ τὸ προτεινόμενον σύστημα ἕνα μόνον κίνδυνον θὰ διατρέχῃ, νὰ ἀνακαλυφθῇ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν διὰ τῶν τελωνείων· ἅμα δὲ ἤθελε διέλθει τὴν τελωνιακὴ γραμμὴν, οὐδεμίαν ἔχει πλέον νὰ φοβῆται ποινήν. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους παρέθηκα ὑμῖν, καὶ αἱ ὀλίγαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέβαλον, ἔπεισαν βεβαίως τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει σήμερον μίαν πρόσοδον βεβαίαν καὶ ἀσφαλῆ, πρόσοδον, ἡ ὁποία εἰς οὐδεμίαν δαπάνην ὑποβάλλει τὸ Δημόσιον καὶ ἡ ὁποία πρόσοδος οὐδὲ αὐτοὺς τοὺς καπνίζοντας ἐνοχλεῖ καὶ μάλιστα ἐὰν ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τοῦ σιγαροχάρτου, ταύτην δὲ τὴν πρόσοδον τὸ ὑποβαλλόμενον σήμερον Νομοσχέδιον καταστρέφει ἄρδην, χωρὶς νὰ τὴν ἀντικαθιστᾷ. Εἶχε δὲ δίκαιον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγράψῃ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ὀλιγωτέραν πρόσοδον τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀναγραφείσης· κατ’ ἐμὲ δὲ, γενομένου δεκτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται, πρόσοδος ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου διὰ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους δὲν ὑφίσταται.
§85Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶχον κηρυχθῆ κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ δὲν ἔχω οὐδένα λόγον καὶ ἀφορμὴν ἵνα μεταμέλωμαι σήμερον, ὅτι τότε ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη τὰ φρόνιμα αἱ Κυβερνήσεις φροντίζουν νὰ ἁπλοποιήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Χώρας, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐκ τόσων μεγάλων καὶ πολυποικίλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει, πολὺ ὀλίγα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω πῶς ἐνταῦθα τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον ὑποβάλλεται εἰς δύο φορολογικοὺς Νόμους, καὶ ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἐπὶ τούτου ἓν σύστημα ἁπλούστερον, ἡμεῖς τὸ κάμνομεν σύνθετον. Ὁ καπνὸς τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ καταναλωθῇ ἐν Ἑλλάδι, ἀπαιτεῖ σιγαρόχαρτον· λοιπὸν ἀντὶ νὰ ἐπιβάλητε ἕνα φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἕνα ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διατί δὲν ἐπιβάλετε ἕνα φόρον εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο; Ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ὑπέθετεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἐποπτεύσῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ οὐχὶ ἐπακριβῶς, ἀλλὰ σχεδὸν ἀκριβῶς τὸ καταναλισκόμενον σιγαρόχαρτον ἐν τῷ Τόπῳ, διατί τότε νὰ μὴ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε διὰ τοῦ μονοπωλίου εἰς τὸ σιγαρόχαρτον, καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν καπνὸν, ὥστε ἡ Διοίκησις νὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἀντικειμένου; Ἐπληρώναμεν 25 λεπτὰ δι’ ἓν φυλλάδιον· ἂς ἐπληρώναμεν 1 δραχμὴν, καὶ τότε ἐδίδομεν τοὐλάχιστον μεγάλην ὤθησιν εἰς τὴν καπνοπαραγωγήν. Δὲν ἔχω δὲ καὶ οὐδεμίαν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ καὶ σπουδαῖα ποσὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι καὶ 10 δραχμαὶ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σιγαροχάρτου βεβαίως εἶναι πολλαὶ, καὶ βεβαίως τὸ λαθρεμπόριον θὰ ἀναπτυχθῇ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Φρονιμώτερον λοιπὸν εἶναι νὰ μελετήσωσι πρὸ παντὸς οἱ εἰδικοὶ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρεται μεγάλη μερὶς τοῦ Τόπου, νὰ ἐπιβάλωμεν ἕνα φόρον δίκαιον καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἄλλα ἐλεύθερα· διότι δι’ αὐτῶν τῶν συνθέτων συστημάτων τίποτε ἄλλο δὲν πράττομεν παρὰ μόνον καὶ μόνον νὰ διδάσκωμεν καθημερινῶς τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ νὰ ἐπινοοῦν διάφορα μέσα λαθρεμπορίων· καὶ εἴδατε προχθὲς ὁ κύριος Τόμαν πόσα πράγματα σᾶς εἶπε, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο βεβαίως νὰ γνωρίζῃ εἰδικώτερον ἀπὸ ἡμᾶς, διότι εὑρίσκεται εἰς πόλιν ἐμπορευομένην.
§86ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφοῦ ἐπιβάλλεται φόρος καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν μοὶ φαίνεται παράδοξος· ἐγὼ μάλιστα εὑρίσκω μικρὸν τὸ τέλος τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ἀντὶ 10 δραχμῶν νὰ γείνῃ 20 κατ’ ὀκᾶν, διότι ἡ φορολογία τῶν 5 λεπτῶν κατὰ φυλλάδιον εἶνε μικρά. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν φόρον αὐτὸν εἰς 20 δραχμάς· διότι ἐν Ἑλλάδι ἤρξατο κατασκευαζόμενον σιγαρόχαρτον, ἐὰν δὲ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἶνε δέκα δραχμαὶ, ἡ ἐν Ἑλλάδι βιομηχανία θὰ καταστραφῇ, διότι εἶνε ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν βιομηχανίαν τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας θέλω παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ σιγαροχάρτου εἰς δραχμὰς 20.
§87ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐναντίον τῶν ὅσα εἶπε ὁ προλαλήσας ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σιγαρόχαρτον διαιρεῖται εἰς δύο κατηγορίας, ἐπιβάλλεται δὲ φόρος εἰς μὲν τὸ εἰσαγόμενον εἰς φυλλάδια δραχμαὶ 10, εἰς δὲ τὸ εἰσαγόμενον εἰς δεσμίδας δραχμαὶ 6 κατ’ ὀκᾶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ μονοπωλίου, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, τοῦ σιγαροχάρτου. Περὶ τούτου ἐλέχθησαν πολλά, ἑπομένως μάταιον εἶνε νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα, μὲ ἀρκεῖ δὲ καὶ ἡ βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν. Ἔλεγεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἂν τὸ ⅕ μόνον τοῦ καταναλισκομένου ἐν Ἑλλάδι σιγαροχάρτου ἐπωλεῖτο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰ δὲ ⅘ ὑπεξέφευγον τὸ κυβερνητικὸν τοῦτο δικαίωμα, αὐτὸ ἠλπίζετο νὰ κατασταλῇ μὲ τὸν καιρὸν, ἂν συνεληροῦτο ὁ νόμος διὰ ποινικῶν διατάξεων, αἵτινες ἤθελον τιμωρεῖ ὄχι μόνον τὸν πωλοῦντα, ἀλλὰ καὶ τὸν καταναλίσκοντα. Ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ ἀναμνησθῇ τις, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδιώκωνται οἱ καταναλίσκοντες σιγαρόχαρτον μὴ ἐσφραγισμένον, διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἡ φυλλαδοποιΐα τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ περιστάσεις αἱ οἰκονομικαὶ εἶνε δύσκολοι, ἐπειδὴ κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, τὸ Δημόσιον εἰσέπραττε κατὰ τοὺς 14 μῆνας 58,000 δραχμὰς κατὰ μῆνα, αἱ ὁποῖαι ἀντιστοιχοῦσιν εἰς 700,000 περίπου κατ’ ἔτος, ἐζήτησα νὰ πορισθῶμεν ποσὸν ἴσον τῷ ποσῷ τούτῳ, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν Δημοσίων ἐσόδων, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ πορισθῶ τὸ ποσὸν τοῦτο, προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιβολὴν τέλους ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σιγαροχάρτου. Ὅταν ἀνέγνων τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐξ Ἰθάκης βουλευτοῦ, δι’ ἧς ἠθέλησε νὰ διακρίνῃ τὰ σιγαρόχαρτα τῶν φυλλαδίων ἀπὸ τὰς δεσμίδας, εὗρον ὀρθοτάτην τὴν παρατήρησιν. Ἂν τὸ προσδιοριζόμενον τέλος τῶν 10 δραχμῶν ἐπὶ τῶν φυλλαδίων καὶ τῶν 6 δραχμῶν ἐπὶ τῶν δεσμίδων ἤθελεν ἀποδειχθῇ τοσοῦτον βαρὺ, ὥστε νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς ἔχοντας τάσιν νὰ ἀποφεύγωσι τὴν πληρωμὴν τῶν τελῶν διὰ λαθρεμπορίων, δὲν εἶνε εἰς καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς μεταβολῆς τέλους ἐπὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους, νομοθετοῦντες δὲ δὲν στερούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ μειώσωμεν τὸ τέλος κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀναιροῦσιν ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον εἶχε νομοθετηθῆ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου, καὶ ὑπῆρξε καὶ ἐνισχύθη καὶ ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦν τὸ λαθρεμπόριον.
§89Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐσυζητοῦμεν, καὶ ἦτο εἰς τρίτην συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ὡς ἐπιχείρημα σπουδαιότατον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ἐπειδὴ τὸ τέλος ἦτο 6 δραχμῶν, ἐξεγείρετο ἡ φιλοκέρδεια τῶν λαθρεμπόρων, διὰ δὲ τῆς ἐλαττώσεως αὐτοῦ εἰς δραχ. 3 θέλει ἐκλείψει ἡ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου λαθρεμπορία· σήμερον ὅμως διὰ τὸ σιγαρόχαρτον φέρουσι τὸ ἐναντίον ἐπιχείρημα, ἐπειδὴ ὑπάρχει λαθρεμπορία, διὰ τοῦτο καταργοῦσι τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου· ὅπου συμφέρει φέρουσιν ὡς ἐπιχείρημα τὸ πρῶτον, ὅπου δὲ δὲν συμφέρει, φέρουσιν ὡς ἐπιχείρημα τὸ ἀντίθετον. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ᾼΡΚΔʹ περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 (ἀναγινώσκει τὰς τροπολογίας). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον μὲ τὰς ἐπενεχθείσας ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου τροπολογίας). (Γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ).
§92ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον τὸ μοναδικὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, συνδέεται μὲ ἓν ἄλλο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε μίαν τροποποίησιν. Ἰδοὺ δὲ ποία εἶνε ἡ γνωμοδότησις τῆς Ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει).
§93ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶνε τροπολογία, εἶνε γνώμη.
§94Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τὸ ἔτος 1885, διότι ἡ ἀπογραφὴ ἤδη ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων Νόμων, τῶν διεπόντων τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως, ἐκ τῆς ὁποίας σύγκεινται τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων. Ἐὰν θελήσετε νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν ἰδέαν τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ὑπάρξωσι στρατιῶται γεγυμνασμένοι· διότι σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν, τὰ τάγματα δὲν ἔχουσι κατὰ μέσον ὅρον πλείονας τῶν 100. Ἐὰν λοιπὸν ἐκ τῶν 100 στείλωμεν τὸ ⅓ ἢ τὸ ¼ εἰς ἀδείας, δὲν θέλουσι μείνει δι’ ἕκαστον τάγμα ἢ μόνον 60 ἢ 75. Ἑπομένως δὲν θὰ μείνωσι γεγυμνασμένοι στρατιῶται κατὰ τὸ σύστημα τὸ λειτουργοῦν. Τοῦτο εἶνε ὅλως ἀναμφισβήτητον, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζῃ, ὅτι ὁ τακτικὸς στρατὸς δὲν δύναται εἰμὴ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν.
§95ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Αἱ Ἐπιτροπαὶ βεβαίως δὲν ἐσυστήθησαν διὰ νὰ παραδέχωνται τὰ νομοσχέδια ὅπως ὑποβάλλονται· διὰ τοῦτο στέλλονται εἰς Ἐπιτροπὰς τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἴδωσιν αὗται ἐὰν ἦναι τέλεια ἢ ἐπιδέχωνται τροπολογίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ τὰς ἐπικρατούσας ἰδέας τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ἠθέλησε νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς οἰκονομίας ὅσον εἶνε δυνατὸν καὶ ἐκ μέρους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ μικρά τις ἐλάττωσις. Δύο ἰδέαι ἐσυζητήθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἡ ἐλάττωσις τῶν μονάδων ἢ ἡ ἐλάττωσις μόνον τῶν ἀνδρῶν· ἡ πρώτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, καὶ διὰ τοῦτο κατεφύγομεν εἰς τὴν δευτέραν τοῦ νὰ χορηγῶνται ἄδειαι.
§96ΚΟΡΠΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὁσάκις ἀναγινώσκει ὁ Γραμματεὺς νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν βάσανον τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἀναγινώσκεται καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη, ἑπομένως μένει τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, 1) τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωπικοῦ τῶν ἁλαταποθηκῶν, καὶ 2) τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τοῦ Οἰκονομικοῦ Γραφείου τῆς Στατιστικῆς).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν τὴν πρωίαν εἰς ὅσα εἶπον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι νομοσχέδιον οἰκονομιῶν, καὶ ὡς ἀπόδειξιν ἀνέγνωσε τὸ οἰκεῖον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔνθα ἀναγράφεται τῳόντι οἰκονομία ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ οἰκονομία τῶν ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν εἶναι εἰκονικὴ, ὅπως καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις νομοσχεδίοις τῆς Κυβερνήσεως, τοῖς ἐπαγγελλομένοις οἰκονομίας. Ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον ὡς οἰκονομίαν τὸν περιορισμὸν τῆς δαπάνης τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, περιορισμὸν πραγματοποιούμενον πάντοτε ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν Προϋπολογισμῶν, ὡς πρὸς δὲ τὰ λοιπὰ περιέχει αὐξήσεις δαπανῶν. Ὑπάρχει μία μόνη διάταξις οἰκονομίας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁρίζουσα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τοῦ Καταστήματος νὰ δαπανηθῶσι πλέον τῶν 1,500, δραχμῶν μηνιαίως, πᾶσαι δ’ αἱ λοιπαὶ διατάξεις ἀφορῶσιν εἰς αὐξήσεις μισθοδοσίας. Αὐξάνει τὸ νομοσχέδιον τὸν μισθὸν τοῦ Ἐλεγκτοῦ· σήμερον ὁ Ἐλεγκτὴς ἔχει μισθὸν κατώτερον τοῦ μισθοῦ Γραμματέως βʹ. τάξεως, διότι ὁ Γραμματεὺς ἔχει μισθὸν 190 δραχμῶν, ὁ δὲ Ἐλεγκτὴς ἔχει μισθὸν 180 δραχμάς. Δὲν αὐξάνει δὲ τὸν μισθὸν κατὰ ἕνα βαθμὸν, ἤτοι μέχρι τοῦ μισθοῦ τοῦ Γραμματέως βʹ. τάξεως, οὐδὲ κατὰ δύο βαθμούς, ἤτοι μέχρι τοῦ μισθοῦ τοῦ Γραμματέως αʹ. τάξεως, ἀλλὰ τὸν αὐξάνει κατὰ τρεῖς βαθμοὺς, ἤτοι μέχρι τοῦ μισθοῦ τοῦ Τμηματάρχου βʹ. τάξεως. Ἐκτὸς τοῦ Ἐλεγκτοῦ, ἔχομεν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἐργοστασιάρχου· οὗτος ἔχει σήμερον μισθὸν γραφέως 120 δραχμῶν, αὐξάνεται δὲ εἰς 190 δραχμάς. Συνιστᾶται καὶ θέσις ἀρχιεργάτου μὲ μισθὸν 120 δραχμῶν. Ἵνα ἀντισηκωθῶσι κατὰ τὸ φαινόμενον πάντα ταῦτα περιελήφθη, ὡς προεῖπον, διάταξις μὴ ἐπιτρέπουσα νὰ δαπανῶνται μηνιαίως πλέον τῶν 1,500, δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἐργασία πολλὴ, ἐξ ἀνάγκης ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην· θὰ προσληφθῇ ἔκτακτον προσωπικόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκτυπωθῇ τὸ χαρτόσημον, τὸ γραμματόσημον καὶ θὰ ἐκπληρωθῇ πᾶσα ἄλλη ὑπηρεσία. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει καθαρῶς χαρακτῆρα πολυτελείας. Ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πρωΐαν νὰ διαψεύσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ τότε ῥηθέντα καὶ ἤδη ἐκτενέστερον ἐπαναληφθέντα.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Σφραγιστήριον εἶχε μέχρι τοῦδε Διευθυντὴν, ὅστις εἶναι Συνταγματάρχης, λαμβάνων 570 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ ὅστις συγχρόνως εἶναι καὶ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων· διὰ νὰ μὴ περιλαμβάνεται δὲ ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Σφραγιστηρίου περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν μεταλλείων, καὶ ἐκεῖ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ βλέπετε τὴν ἐπιγραφὴν «Ἐπιθεωρητὴς μεταλλείων 570 δραχμάς»· εἶχε προσέτι καὶ Ἐλεγκτὴν, ὅστις λαμβάνει 180 δραχμάς. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Σφραγιστηρίου, τοῦ Συνταγματάρχου, δὲν εἶναι ἀναγκαία· ἐνόμισα δὲ, ὅτι τὸ Σφραγιστήριον δύναται νὰ διευθύνεται ὑπὸ ἑνὸς μόνου Ἐλεγκτοῦ, ὡς μέχρι τοῦ νῦν πράγματι διευθύνεται. Διὰ τοῦτο ἀφῃρέσαμεν τὴν δαπάνην δι’ αὐτόν· ἀλλὰ ἐσκέφθημεν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Τμήματος τοῦ ὀρυκτολογικοῦ. Οὕτω ἀνατιθεμένης τῆς διευθύνσεως τοῦ τμήματος τοῦ Ὀρυκτολογικοῦ εἰς αὐτὸν, ἐκλείπει ὁ συνταγματάρχης ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Σφραγιστηρίου, μετατίθεται εἰς τὸ Ὀρυκτολογικὸν, καὶ ἐκλείπει οὕτω τοῦ Τμήματος τούτου ὁ Τμηματάρχης, ἐντεῦθεν δὲ θέλομεν οἰκονομήσει τὴν θέσιν ἑνὸς Τμηματάρχου. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου κατακρίνει, ὅτι ὁ νῦν Ἐλεγκτὴς τοῦ Σφραγιστηρίου ἀπὸ 180 δραχμὰς, τὰς ὁποίας λαμβάνει, θέλει λαμβάνει 320. Ἀληθῶς προσδιορίζεται αὐτῷ πραγματικὸς μισθὸς βʹ τάξεως Τμηματάρχου καὶ βαθμὸς τοιοῦτος. Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, ἐργάζεται τεσσαράκοντα ἔτη, καὶ μετὰ τεσσαράκοντα ἐτῶν ὑπηρεσίαν ἀξιοῖ νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ Τμηματάρχου βʹ τάξεως. Οὗτος διηύθυνε πάντοτε τὸ Σφραγιστήριον καὶ ἀπέκτησεν εἰδικότητα διὰ τὴν διεύθυνσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπε καὶ ἄλλο τι· ὅτι προσδιωρίσθη ὁριστικῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει δαπανᾶσθαι εἰς ἐργάτας, καὶ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ρουσφετολογικὸν, διότι δὲν ὁρίζεται τῶν ἐργατῶν ὁ ἀριθμός. Ἐζήτησα μετὰ τοῦ Τμηματάρχου τοῦ διευθύνοντος τὸ Ὀρυκτολογικὸν Τμῆμα ποίας ἀνάγκας ἔχει τὸ Σφραγιστήριον πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν χαρτοσήμων καὶ γραμματοσήμων, ὁ δὲ Τμηματάρχης μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἑπομένως δὲν περιώρισαν τὰ ὄργανα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπαρχούσης ὑπηρεσίας, περιώρισαν ὅμως τὰ ἔξοδα. Τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ Ἐργοστασιάρχου καὶ Πρωτεργάτου οὐδεμίαν σημασίαν ἔχουσι, διότι αὐτὸς ἐλάμβανε 4 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, τώρα δὲ λαμβάνει 120 δραχμὰς τὸν μῆνα. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο πληροῖ καὶ ἄλλο τι κενόν. Τὰ τοῦ Σφραγιστηρίου διεξήγοντο ἄνευ οὐδεμιᾶς διατάξεως· οὐδὲ ὑπῆρξέ ποτε διάταξις κανονίζουσα τὸν ἔλεγχον τοῦ εἰσαγομένου χάρτου καὶ ἐξαγομένου χαρτοσήμου καὶ γραμματοσήμου. Καὶ δὲν ἐδόθη μὲν ἀφορμὴ ἵνα ἀμφισβητηθῇ ἡ διαχείρισις, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ κανονισθῇ ἔλεγχός τις τῆς διαχειρίσεως ταύτης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς παρεστάθη ὡς νομοσχέδιον σπατάλης καὶ δαπανῶν!
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐλησμόνησα νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς θέσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν πρωΐαν ταύτην, εἰπὼν ὅτι διεγράφη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ δαπάνη.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι διεγράφη, ἀλλ’ ὅτι θὰ τὸν μεταχειρισθῶ ὡς τμηματάρχην τοῦ τμήματος τῶν μεταλλείων.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐπιτρεπομένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν δαπανῶν. Ἐνόσῳ ζητεῖ αὕτη πίστωσιν δι’ Ἐπιθεωρητὴν, πρέπει νὰ πιστεύσωμεν ὅτι πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν δι’ Ἐπιθεωρητήν· δὲν δύναμαι νὰ συζητῶ ἐναντίον τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ ἐκτελέσῃ τὰ ψηφιζόμενα. Ἐπικρίνων τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο λέγω, ὅτι ἐπέρχεται ἐξ αὐτοῦ αὔξησις δαπάνης. Δὲν ἐπέρχεται, ἀντιλέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ναὶ μὲν προτείνεται μισθὸς δι’ Ἐπιθεωρητὴν, ἀλλὰ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν δαπάνην τοῦ μισθοῦ. Ἡ Βουλὴ γινώσκει μόνον τὰ εἰς αὐτὴν προτεινόμενα πρὸς συζήτησιν· ἡ Βουλὴ γινώσκει, ὅτι ψηφίζει πίστωσιν διὰ μισθὸν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων· ἑπομένως εἰς ἐκείνην προσθέτω καὶ τὰς πιστώσεις ταύτας, τὰς ὁποίας καθιστᾷ ἀναγκαίας τὸ Νομοσχέδιον καὶ εὑρίσκω, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις δαπάνης ἔχουσα χαρακτῆρα πολυτελείας. Τοῦτο εἶναι καθαρώτατον. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πρωΐας, ὅτι θέλει διορίσει τὸν Ἐπιθεωρητὴν καὶ εἰς θέσιν Τμηματάρχου, ἐγὼ μάλιστα ἐνόμισα ὅτι ὡμίλει ἀκριβέστερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰ πράγματα, ἢ ὅσον ἤδη ἀποδεικνύεται. Ἰδὼν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὅτι καταργεῖται μία θέσις Τμηματάρχου, ἐνόμισα ὅτι παρίστα ὁ Πρωθυπουργὸς πραγματοποιουμένην τὴν οἰκονομίαν διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῆς θέσεως τοῦ Τμηματάρχου ἐν τῇ θέσει τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Ἐνόμισα δηλαδὴ ὅτι διετηρεῖτο ἡ θέσις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, παρεχομένου εἰς τοῦτον τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, καταργουμένης δὲ τῆς θέσεως Τμηματάρχου κατὰ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, διότι ὁ Ἐπιθεωρητὴς θέλει ἐργάζεσθαι καὶ ὡς Τμηματάρχης. Εἶναι ἀληθὲς εἶχον δυσκολίαν νὰ ἐννοήσω τὸν συνδυασμὸν, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἐνῷ κατηργεῖτο θέσις Τμηματάρχου, ἀφ’ ἑτέρου συνιστᾶτο θέσις Γενικοῦ Γραμματέως, ἐπαγομένη μεγαλειτέραν δαπάνην, ἦτο δὲ φυσικώτερον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ καταργούμενον τμῆμα θὰ διηυθύνετο ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως. Ἤδη βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος συνδυασμός, ὅτι ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν πίστωσιν διὰ τὸν Ἐπιθεωρητὴν, καὶ ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν ταύτης. Ἡμεῖς ψηφίζοντες τὴν πίστωσιν, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ γίνῃ, καὶ τοῦτο ἀναγνωρίζοντες δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν ἄλλων δαπανῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Σφραγιστηρίου εἶναι δαπάνη καθαρῶς πολυτελείας, καὶ καθαρῶς προσωπική. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἦσαν κανονισμένα τὰ τοῦ Σφραγιστηρίου, καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζονται ταῦτα, ἔχετε τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας καὶ δύνασθε νὰ ἰδῆτε ἂν κανονίζωνται· ἐν αὐτῷ λέγεται, ὅτι τῶν πλείστων ὁ κανονισμὸς θὰ γείνῃ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου· ὥστε τὸ πλεονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τοῦτο εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ παραιτηθεὶς κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ περὶ Σφραγιστηρίου νομοσχέδιον δὲν περιέχει, ὡς εἶπον, διατάξεις ὀργανωτικὰς τοῦ καταστήματος τοῦ Σφραγιστηρίου, ἀνέγνω τὸ ἄρθρον 5 αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον διατάσσει, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐθνικοῦ Σφραγιστηρίου. Ἀλλὰ παρέλιπε νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ τὸ πρὸ αὐτοῦ ἄρθρ. 4, τὸ ὁποῖον ῥητῶς διατάσσει τάδε. «Ὁ διευθύνων τὸ Σφραγιστήριον Ἐλεγκτὴς ὡς ὑπόλογος ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· εὐθυνόμενος δὲ διὰ πᾶσαν τὴν ἐν αὐτῷ διεξαγομένην ἐργασίαν καὶ διὰ πάντας τοὺς ἐν αὐτῷ ἐργαζομένους, δίδωσι πρὸς τὸ Συνέδριον κατὰ τὰς κεκανονισμένας περιόδους λόγον τῆς διαχειρίσεώς του διὰ τὸ χαρτόσημον, τὸ γραμματόσημον καὶ τὰ ἄλλα ἔνσημα κτλ». Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου κυροῖ ὅσα εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὀργανόνεται τὸ σημαντικὸν τοῦτο Κατάστημα, ὑπαγομένων εἰς τὸ μέλλον καὶ τῶν διοικούντων τὸ Σφραγιστήριον εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγονται πάντες οἱ ὑπόλογοι τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν ἀνέγραψα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων. Αὕτη ἀνεγράφετο πρὸ χρόνων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, ὁ Συνταγματάρχης κ. Βουγιούκας, ἐλάμβανε πρὸ χρόνων τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας τοῦ βαθμοῦ του 570 δραχμάς. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ κ. Βουγιούκα ἦτο ἡ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων καὶ ἡ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Σφραγιστηρίου· διηύθυνε δ’ ἐν ἄλλῳ χρόνῳ καὶ τὸ Ὀρυκτολογικὸν Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔκρινα καλὸν νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόλυσιν δύο Τμηματαρχῶν, τοῦ Τμηματάρχου τοῦ διευθύνοντος τὸ Τμῆμα τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ τοῦ διευθύνοντος τὸ Εἰδικὸν Λογιστήριον· ἀντὶ δὲ τῶν δύο τούτων Τμηματαρχῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον 800 δραχμὰς κατὰ μῆνα, προεκάλεσα τὸν διορισμὸν Γενικοῦ Γραμματέως, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκα τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἑνὸς τῶν δύο Τμημάτων τοῦ Εἰδικοῦ Λογιστηρίου, πρὸς μισθοδοσίαν τοῦ ὁποίου δαπανᾷ τὸ Δημόσιον 480 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθῶ διατηρῶν κενὴν τὴν θέσιν τοῦ Τμηματάρχου τοῦ Τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων. Καὶ ἂν δὲν ἐπληρώθη εἰσέτι ἡ θέσις τοῦ Τμηματάρχου τούτου, ἐγένετο τοῦτο, διότι ἴσως δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον κατάλληλον, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἴσως δὲ καὶ διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τοῦτο· δὲν πρέπει ὅμως νὰ μείνῃ διαρκῶς κενὴ ἡ θέσις αὕτη. Ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ Τμηματάρχου, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφῆκα κενὴν χάριν οἰκονομίας; Ἐὰν πληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις τοῦ Τμηματάρχου τοῦ Τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, θέλει εἶσθαι ἡ τοῦ Ὀρυκτολογικοῦ Τμήματος, τοῦ ὁποίου τὴν διεύθυνσιν θέλει ἀναλάβει ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων, διὰ τὸν μισθὸν τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις. Οὗτος ἢ ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῇ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε, ὡς ἀξιωματικός, ἐπὶ πολλὰ μάλιστα ἔτη ὑπηρετῶν, ἤθελε λαμβάνει τὸν μισθόν του, ἢ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾗ ὑπηρέτει, καὶ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἀνωτέρω αἰτηθεῖσα οἰκονομία τοῦ μισθοῦ τοῦ Τμηματάρχου τοῦ Ὀρυκτολογικοῦ Τμήματος. Ταῦτα ἀνεκοίνωσα παῤῥησίᾳ πρὸς τὸν κ. Δραγούμην, τὸν Τμηματάρχην τοῦ Ὀρυκτολογικοῦ Τμήματος, ὅστις μοὶ εἶπεν· «Ἔχετε δίκαιον. Ὁ κ. Βουγιούκας πρέπει ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Τμήματος ἀντὶ ἐμοῦ». Αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπινοήματα, τὰ ὁποῖα μηχανᾶταί τις. Αὐτὰ ἀνεκοινώθησαν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν ἤθελεν εὑρεθῇ πρόσωπον, δυνάμενον ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, θέλει διορισθῇ Τμηματάρχης, θέλει δὲ μείνει ἡ διεύθυνσις τοῦ Τμήματος τοῦ Ὀρυκτολογικοῦ εἰς τὸν διευθυντὴν τῶν Μεταλλείων ἐπὶ οἰκονομίᾳ τοῦ μισθοῦ τοῦ Τμηματάρχου, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὸ Τμῆμα τὸ Ὀρυκτολογικόν. Ἐὰν δὲ δὲν εὑρεθῇ πρόσωπον ἵνα διορισθῇ Τμηματάρχης τοῦ Τμήματος τῶν ἀμέσων φόρων, θέλουσιν εἶσθαι κεναὶ δύο θέσεις Τμηματαρχῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὅλων, διατί ἐπιμένουσιν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σφραγιστηρίου αὐξάνομεν τὰ ἔξοδα, ἐνῷ πλὴν τῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον εὐκρινῶς ἐξέθηκα, γίνεται οἰκονομία χιλιάδων δραχμῶν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νόμου, ἐὰν παραβάλλεται τὰ κατ’ αὐτὸν δαπανηθησόμενα πρὸς τὸ ποσὸν τὸ δαπανώμενον πρὸ τοῦ Νόμου τούτου!
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἀναγραφὲν οὐχὶ τὸ δαπανηθέν.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μέχρι τοῦδε δι’ ἔξοδα τοῦ Σφραγιστηρίου εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη παρ’ ἐμοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου. Τοῦτο εἶναι οἰκονομία ἢ σπατάλη; Ἀλλὰ ποῦ ἠκούσθη, κύριοι, ἔλεγχος τοιοῦτος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκλέξῃ τὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτοῦ χρήσιμα ὄργανα; Ἐλέγχομαι, διότι διώρισα Γενικὸν Γραμματέα, ὁ ὁποῖος πληρώνεται ἀντὶ δύο Τμηματαρχῶν. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἐνδιαφέρον τι διὰ τὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ τύχη κανονίζεται διὰ τοῦ Νόμου τούτου· ἀλλ’ ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ ἐνδιαφέρον, δὲν ἦτο προσῆκον νὰ ἐπιταθῇ ὁ ἔλεγχος μέχρι τοῦ σημείου τούτου.
§107Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς ἀμοιβαίας ἀντεγκλήσεις, τῶν ὁποίων παριστάμεθα μάρτυρες. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα τῆς σπατάλης δι’ ἡμᾶς. Ἂν ἦσαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ὁμιλήσωσι περὶ σπατάλης, θὰ ἦτο ἐδῶ ὁ τελευταῖος. Δὲν ἀρνοῦμαι καὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀντεπεξέρχηται ἐπὶ τοιαύτῃ βάσει. Ἀλλ’ ὅταν γίνεται κατάχρησις αὐτῆς, τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσῃ τὸ ἐπιχείρημα δι’ ἄλλους. Εἰσερχόμενος εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς τόσον εὐκόλως περιεπλάκη ζήτημα τόσον ἁπλοῦν. Ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Τρικούπης ἕνα μισθὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅστις μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, καὶ ἀναχωρῶν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι σημειωμένον οὐχὶ δὲ καὶ ψηφισμένον, δημιουργεῖ τὸ οἰκοδόμημα αὑτοῦ. Ἐγὼ θὰ τῷ ἔλεγον: περίμενε νὰ ἔλθῃ ἐκείνη ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἁπλοποίησον τὰς σκέψεις σου. Ἤθελε τοιουτοτρόπως ἰδεῖ, ὅτι μία περιουσία, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πρὸς δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν—διότι πρόκειται περὶ τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ γραμματοσήμου, τὰ ὁποῖα κατεργάζονται ἐντὸς τοῦ Σφραγιστηρίου—ἦτο ἀξία νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δὲ ἀξιέπαινον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦτο. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον φέρει ἕνα Τμηματάρχην, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος ἐπὶ ὑπηρεσίας, τοσοῦτον δημόσιον πλοῦτον παραγούσης. Ὁμιλῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἀνέγνωσε τὸ 4 ἄρθρον αὐτοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ κανονίζονται θέματα σχετικὰ οὐσιώδη. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ συγκινήσει του ἐλησμόνησε τὸ 3 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὀργανίζει μίαν εἰδικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ προκειμένῳ θεσμῷ. Εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἥτις ἀνατίθεται εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Σφραγιστηρίου καὶ ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα ὅλου τοῦ θεσμοῦ, διότι ὅπου δὲν ὑπάρχει πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἐπέρχεται παράλυσις καὶ τὸ ὅλον ἀπόλλυται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἀποβλέπει εἰς ἀληθεῖς τῆς ὑπηρεσίας ἀνάγκας, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ νὰ τὸ ψηφίσητε. (Κατόπιν γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ Σφραγιστηρίου κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ᾼΡΞΑʹ καὶ ᾼΡΔʹ Νόμων περὶ προσωπικοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν Νόμων περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων.
§110Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, προτίθεται νὰ διορθώσῃ ἐλλείψεις τινὰς τοῦ τελευταίου Νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος ἔχει καὶ ἑτέραν τινὰ οὐσιώδη ἔλλειψιν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑποδείξω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ προκαλέσω τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Κύριοι, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς ἡμῶν Δικονομίας, μετὰ τὴν κατάσχεσιν ἀκινήτου ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἕνεκα δὲ τούτου κίνδυνος ὑπάρχει μήπως τρίτοι, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς κατασχέσεως τοῦ ἀκινήτου διατελοῦντες, προβῶσιν εἰς ἀγορὰν αὐτοῦ καὶ ἀπολέσωσιν οὕτω τὰ χρήματά των. Πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τούτου ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κατάσχεσις πρέπει νὰ ἐγγράφηται εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὑποθηκοφύλακος. Οὕτω δὲ ἕκαστος, προτιθέμενος νὰ ἀγοράσῃ ἀκίνητον, ἐπισκέπτεται τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, ὅπου μανθάνει οὐ μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου ὑποθήκη, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ προηγουμένη κατάσχεσις, ἀποστεροῦσα τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὁ Νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων τοῦ 1871 διὰ τὴν ἀναπλειστηρίασιν τῶν ἀκινήτων ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου κατήργησε τὴν προηγουμένην κατάσχεσιν, καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς περιγραφῆς, συντασσομένης ὑπὸ τῶν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὁ Νόμος ἐκεῖνος ῥητῶς ἐμερίμνησε περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἠδύναντο νὰ διατρέξωσιν οἱ τρίτοι, οἱ ὁποῖοι καλῇ τῇ πίστει ἐνδέχεται νὰ ἠγόρασαν ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην τὸ κτῆμα μετὰ τὴν τοιαύτην ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου περιγραφὴν αὐτοῦ, τὴν ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς κατάσχεσιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 25 ἐν ἐδαφίῳ βʹ τοῦ Νόμου ἐκείνου διατάσσει ῥητῶς, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς περιγραφῆς ἐγγράφεται ἀμέσως εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 960 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κρατούμενον παρὰ τοῦ Ὑποθηκοφύλακος βιβλίον τῶν κατασχέσεων. Καὶ ὁ περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης Νόμος τοῦ 1859 κατήργησε τὴν κατάσχεσιν ἐπὶ ἐνυποθήκων κτημάτων καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν συνεπείᾳ ἁπλῆς ἐπιταγῆς. Οὐχ ἧττον ἐμερίμνησε περὶ προφυλάξεως ἀπὸ τοῦ ῥηθέντος κινδύνου, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 24 ἐδ. 5 διέταξεν ἐπίσης: «Νὰ ἐγγράφεται ἡ ἐπιταγὴ εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 960 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κρατούμενον παρὰ τοῦ Ὑποθηκοφύλακος βιβλίον τῶν κατασχέσεων». Ὁ Νόμος ὅμως ὁ τελευταῖος περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων παρέλειψεν ἐντελῶς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐννοεῖτε δὲ ὅτι, ἂν ἡ διάταξις ἐκείνη ἦναι ἀναγκαία προκειμένου περὶ κατασχέσεως ἀκινήτων, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἀναγκαία, προκειμένου περὶ τοιαύτης διοικητικῆς ἐκτελέσεως· διότι ἡ κατάσχεσις ἐνεργεῖται δημοσίως καὶ ἐπιτοπίως, προσλαμβάνονται δὲ κατ’ αὐτὴν καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ μάρτυρες, ἑπομένως δυνατὸν νὰ πληροφορηθῇ τὰ περὶ αὐτῆς ὁ θέλων νὰ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα καὶ νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἀγορᾶς· ἐπὶ τῶν τοιούτων ὅμως διοικητικῶν ἐκτελέσεων, ἐργουμένων δι’ ἁπλῆς περιγραφῆς, καταχωριζομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μάθωσι τὰ περὶ αὐτῆς οἱ τρίτοι, καὶ ἑπομένως μείζων ὑπάρχει ὁ κίνδυνος μὴ τυχὸν οἱ τρίτοι προβῶσιν εἰς ἀγορὰν ἀκινήτων καταστρεπτικῶν δι’ αὐτούς. Ἕνεκα τούτων νομίζω, ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ τεθῇ εἰς τὸν Νόμον ἡ διάταξις, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν ἐγγραφὴν τῆς περιγραφῆς εἰς τὰ βιβλία τοῦ Ὑποθηκοφύλακος. Τοῦτο ἐπρότεινα ῥητῶς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου ἐκείνου, καὶ ἐζήτησα νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην. Εἶναι δὲ ἡ διόρθωσις τῆς διατάξεως εὐχερής· ἀρκεῖ νὰ προστεθῶσιν ὀλίγαι λέξεις εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ Νόμου τοῦ 1884 ὅτι «ἡ ἐπιταγὴ κοινοποιεῖται εἰς τὸν Ὑποθηκοφύλακα καὶ εἰς τὸν ὀφειλέτην κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν ἐνταῦθα τὸν Νόμον τοῦ 1884, ἵνα προσθέσωμεν ἢ ἀφαιρέσωμεν, συζητοῦμεν Νόμον ἕτερον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προτείνετε τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν νὰ περιλάβῃ ὁ Νόμος εἰς ὡρισμένον ἄρθρον.
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι, νὰ τεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ Νόμου τοῦ 1884, «ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ἐγγραφῇ ἡ περιγραφὴ εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν», δύναμαι δὲ νὰ διατυπώσω αὐτὴν καὶ ἐγγράφως.
§113Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν νομοθετήματα, κύριοι βουλευταί, ἐκ τῶν ἐπιψηφισθέντων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἅτινα ἐξήγειραν σφοδρὰς ἀποδοκιμασίας, ἀναντιῤῥήτως τὴν πρώτην μεταξὺ τούτων θέσιν κατέχει ὁ νόμος, ὁ ἐπιψηφισθεὶς κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου περὶ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο εὐθὺς ὡς, δημοσιευθέν, περιῆλθεν εἰς τὴν γνῶσιν τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ἐν μιᾷ φωνῇ ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀνεπιεικὲς, ὡς ἀπομακρυνόμενον τελέως ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς φιλανθρωπίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Νομοθέτην ἐντελῶς νὰ παρορᾷ· ἀλλ’ ὅτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ νόμος οὗτος ἐδοκιμάσθη, τότε πλέον κατεδείχθη καὶ κατεφωράθη, ὅτι οὐ μόνον ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἐπιεικείας, ἀλλ’ ὅτι ἀντιστρατεύεται καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην. Ἕνεκεν τῶν λόγων τούτων, ἀμέσως πανταχόθεν ἠκούσθησαν βαθεῖς καὶ συγχρόνως δίκαιοι γογγυσμοὶ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἔσχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτῶν ὁ ἀπηνὴς οὗτος νόμος, καὶ σφοδραὶ κατακρίσεις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀντιληφθῶσι τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἐπερχομένων ἀδικιῶν. Ἐντεῦθεν ἡ δημοσία γνώμη ζωηρότατα ἐξέφρασε τὴν εὐχήν της, ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει καταδικασθεὶς ἀνεπιεικὴς καὶ ἄδικος οὗτος νόμος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν καὶ τὰς ἐπαγγελίας της, ἀναγνωρίσασα τὸ δίκαιον τῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου παραπόνων, εὐθὺς ὡς ὁ κώδων ἐσήμανεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὴν ἔναρξιν τῶν τακτικῶν συνεδριάσεων, ὑπέβαλε νομοσχέδιον τροπολογοῦν τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ μνημονευθέντος νόμου, αἵτινες ἐξεῖχον ἐν τῇ αὐστηρότητι, καὶ καθ’ ὧν ἰδίως ἀπηυθύνοντο αἱ ζωηραὶ καὶ συγχρόνως δίκαιαι διαμαρτυρίαι τῶν συμπολιτῶν μας· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως συζητοῦντες σήμερον εἰς τελευταίαν μάλιστα ἀνάγνωσιν, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα, διότι φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου δὲν αἴρονται πᾶσαι αἱ ἀδικίαι, αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ καθεστῶτος νόμου, καὶ δι’ ὃν λόγον πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν πρότασιν περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἣν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, καὶ δι’ ἧς σκοπεῖται ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, οὗτινος τὴν διάταξιν εὑρίσκω ὡς τὴν μᾶλλον σκληρὰν καὶ τὴν μᾶλλον ἀδικαιολόγητον. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε τὰς διατάξεις τοῦ ᾼΡΝΔ’ νόμου τῆς 30 Μαρτίου 1884, θὰ συνομολογήσετε, ὅτι ἐκείνη πρὸ πάντων ἐθεωρήθη ὡς ὑπερμέτρως αὐστηρὰ, δι’ ἧς κανονίζονται οἱ πληρωτέοι ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου τόκοι ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἤθελε ζηλεύσει καὶ ὁ ἀπληστότερος τοκογλύφος· τὴν διάταξιν ταύτην ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τροποποιήσῃ ἐπὶ βάσεων, στηριζομένων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιεικείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς διατάξεως ταύτης, ὑπάρχει ἑτέρα ἐν τῷ νόμῳ περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων, ἥτις δὲν πρέπει νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν προσπαθοῦμεν νὰ ἄρωμεν πάντα τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ὅτι ἐκπορεύονται ἐκ τοῦ νόμου, οὗτινος τὴν τροποποίησιν συζητοῦμεν· ταῦτα λέγων ἐννοῶ τὴν διάταξιν, τὴν περιεχομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ τετάρτῳ τοῦ πέρυσι τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ἐπιψηφισθέντος νόμου. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὴν κειμένην διάταξιν (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4. Τὰ πιστοποιητικὰ περὶ τῆς ἀκτημοσύνης τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ ΥΛϚʹ νόμου τοῦ 1871, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει, ἀφοῦ οἱ μὲν ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν ὀφειλέται διαμείνωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τὸ τρίτον τοῦ χρόνου, ὃν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οἱ δὲ ἐξ ἄλλης αἰτίας ἀφοῦ κρατηθῶσιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς φυλακαῖς ἐπὶ δύο μῆνας. .....». Δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν λόγων, ὅπως σᾶς καταδείξω τὸ ἀνεπιεικὲς τῆς διατάξεως ταύτης, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες, καὶ ἰδίως οἱ ἐξ ὑμῶν συνάδελφοι καὶ ἐν τῷ δικηγορικῷ ἐπαγγέλματι θὰ ἐλάβετε πολλάκις ἀφορμὴν ἐν τῇ πράξει νὰ κατίδητε τὰς φοβερὰς ἀδικίας, αἵτινες ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης προκύπτουσι.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι δρακοντεία καὶ τερατώδης.
§115ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρουσιάζεται, κύριοι, ὁ πένης, ὁ ἀκτήμων ἐνώπιον τῆς Πολιτείας, ἥτις τὸν καταδιώκει διὰ τὰ πρὸς αὐτὴν ὀφειλόμενα, καὶ σᾶς λέγει· «ἀναγνωρίζω τὴν ὀφειλήν μου, ἀλλ’ εἶμαι πτωχὸς, δὲν ἔχω κτῆμα, δὲν ἔχω ὀβολὸν, δὲν ἔχω ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, καὶ ἰδοὺ καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς πενίας μου καὶ τῆς ἀκτημοσύνης μου». Ὁ Νόμος ἀκούει πάντα ταῦτα, βλέπει τὴν πιστοποίησιν τῆς πτωχείας του, ἀλλ’ ἐν τούτοις στρέφει τὰ νῶτα πρὸς τὸν ἄθλιον ὀφειλέτην ἀντιτάσσων παγετώδη σιωπὴν καὶ νεύει πρὸς τὸν δεσμοφύλακα νὰ τὸν ἐγκλείσῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ ἁπλουστέρα λογικὴ λέγει: οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον ἀπαντᾷ: θὰ λάβω παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος ἂν ὄχι τὸ ὀφειλόμενον χρῆμα, τοὐλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν κρατήσω ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπί τινας μῆνας, ἔστω καὶ δι’ ἐξόδων μου, ἅτινα πολλάκις ὑπερβαίνουσι τὰ ὀφειλόμενα. Εὑρίσκετε τοῦτο, κύριοι, λογικόν; Τὸ εὑρίσκετε δίκαιον; Ἡ προσωπικὴ κράτησις εἶναι λοιπὸν ἐκδίκησις, εἶναι ποινὴ, ἢ εἶναι τρόπος ἐκβιάσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν; Ἂν ἦναι ποινὴ, ἐννοῶ τὴν λογικότητα τῆς ἐπικρινομένης διατάξεως, καὶ συνομολογῶ, ὅτι σκληροτέρα ποινὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῇ ἀπὸ ταύτην, δι’ ἧς φυλακίζεται ὁ ὀφειλέτης, διότι ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι πτωχός· ἂν ὅμως ἡ προσωπικὴ κράτησις δὲν ἦναι ποινὴ, ἀλλ’ εἶναι μέσον ἐκβιαστικὸν τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλετῶν ἐκείνων, οἵτινες μὴ ἐμφορούμενοι ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν χρεῶν των ὀκνοῦσι, καί τοι δυνάμενοι, νὰ πληρώσωσι, τότε ἀναντιῤῥήτως φρονῶ, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις, ἐφαρμοζομένη καὶ κατὰ τῶν ἀποδεδειγμένων ἀπόρων, ἐξέρχεται τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, καθισταμένη ἀπεχθὴς καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἐγένετο καὶ γίνεται κατάχρησις περὶ τὴν χορηγίαν τῶν πιστοποιητικῶν πενίας, καὶ ὅτι ταῦτα δίδονται ἐνίοτε καὶ εἰς μὴ πραγματικῶς ἀπόρους· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἀληθῶς πτωχοὶ—εἴθε νὰ ἦτο ἀληθὲς τοῦτο. Δύναται ὁ νόμος νὰ περιφρουρήσῃ δι’ οἱωνδήποτε ἐγγυήσεων κρίνει τὴν ἔκδοσιν τοιούτων πιστοποιητικῶν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ περιεχομένου, δύναται νὰ φανῇ ἀμείλικτος κατ’ ἐκείνων τῶν δημάρχων, οἵτινες, παραβιάζοντες τὸ καθῆκόν των, πιστοποιοῦσι ψευδῆ περιστατικά, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐφ’ ὅσον ὁ τρόπος οὗτος ὑποδεικνύεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας πρὸς ἀπόδειξιν τῆς πενίας, ὅταν ὁ πολίτης παρουσιάζεται φέρων ἀνὰ χεῖρας τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποδεικνυομένην πιστοποίησιν, νὰ λέγουν: δὲν σὲ πιστεύομεν ὅτι εἶσαι πτωχός, θὰ σὲ φυλακίσωμεν.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος οὗτος συνετέλεσε μεγάλως νὰ αὐξήσωσιν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ταμείου.
§117ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς πληροφορίας ταύτης, ὅπως πεισθῶ, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ νόμου τούτου ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ταμείου· καὶ χωρὶς νὰ ἔχω προχείρους τοὺς ἀριθμούς, εἶμαι βέβαιος ἐκ τῆς σκληρότητος τοῦ νόμου μόνον κρίνων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηύξησαν ὁπωσδήποτε αἱ εἰσπράξεις αὗται. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν ἕνα νόμον ὑπὸ τὴν ταμιευτικὴν μόνον ἔποψιν· ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ νομοθετῶμεν, ἔχοντες μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἠδυνάμεθα προχείρως νὰ ἐξεύρωμεν πηγάς, ἐξ ὧν θὰ εἰσέῤῥεεν ἀφθονώτερον χρῆμα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Δημοσίου. Ἠδυνάμην νὰ σᾶς ὑποδείξω τὸν νόμον τῆς δημεύσεως· δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ταμιευτικώτερον νόμον; Ἐν τούτοις ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν κατεστιγμάτισε καὶ ἐξήλειψεν ἀπὸ τὰς νομοθεσίας τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τὸν τοιοῦτον ὀλέθριον νόμον. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία ὅταν φορολογῇ, ὅταν νομοθετῇ νόμους περὶ εἰσπράξεως, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ταὐτοχρόνως εἰς δύο σημεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀπομακρύνηται. Ἀφ’ ἑνὸς δέον νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην χρημάτων πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν καὶ μεγάλων ὑπηρεσιῶν, μὲ τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ Πολιτεία εἶναι ἐπιφορτισμένη πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νὰ λαμβάνῃ πᾶν μέτρον ἐξασφαλιστικὸν πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου, ἀλλὰ πρέπει νὰ σταματᾷ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἤθελεν ὑπερβῆ θὰ προσέκρουεν εἴτε πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, εἴτε πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ταμείου καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ἀποτελοῦν δύο ἐπόψεις, ἅτινας δὲν πρέπει νὰ παραβλέπῃ ὁ Νομοθέτης. Οἱ ἐπὶ τοῦ ἁρμονικοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο τούτων βάσεων ἐρειδόμενοι περὶ φορολογίας καὶ εἰσπράξεως νόμοι εἶναι ἀξιοσύστατοι. Ὅταν ὁ Νομοθέτης ἔχῃ ἐστραμμένα τὰ βλέμματα μόνον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ταμείου, δύναται νὰ διαπράξῃ ἀδικήματα ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπὶ προσβολῇ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἄλλων τοῦ πολίτου δικαίων, ὅπως ἐπίσης ὅταν κατέχεται ἐξ ὑπερβολικῆς δειλίας, ἐξ ὑπερβάλλοντος καὶ κακῶς ἐννοουμένου σεβασμοῦ πρὸς τὰ δίκαια ταῦτα, δύναται ν’ ἀπολήξῃ ἐξ ἑτέρας ἐπόψεως εἰς ἀδικήματα κατὰ τῆς Πολιτείας, στερῶν αὐτὴν τῶν μέσων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἂν καὶ ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀγαπῶ, δὲν παρασύρομαι ὑπὸ τῆς αἰσθηματικῆς πολιτικῆς, ὥστε νὰ παραγνωρίσω τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες εἰς αὐτὸν ἐπιβάλλονται, ἀφοῦ θέλει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀγαθῶν, ἅτινα ἡ ἐν Πολιτείᾳ ζωὴ χορηγεῖ. Δὲν λησμονῶ, ὅτι διὰ θυσιῶν ἐπιτυγχάνονται οἱ σκοποὶ τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ αἱ θυσίαι αὗται, ἃς ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὸν πολίτην, πρέπει νὰ ὦσιν εὔλογοι καὶ νὰ μὴν ἐγγίζωμεν αὐτὸν μέχρις ὀστοῦ. Ἡ διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν κατάργησιν ζητῶ, φρονῶ ὅτι οἰκτρῶς παραγνωρίζει τὰς ἀρχὰς ταύτας, καὶ ὅτι ζητεῖ ἀπὸ τὸν πολίτην οὐ μόνον θυσίας δυσαναλόγους, ἀλλ’ ἔσθ’ ὅτε ζητεῖ τὴν θυσίαν τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ἄνευ σκοποῦ. Ὁ νομοθέτης τῆς διατάξεως ταύτης ἦτο, φαίνεται, τόσον πολὺ προσηλωμένος εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἰσοζυγίου, ὥστε δὲν ἐδίστασε καὶ εἰς τὴν τυραννίαν ταύτην νὰ ὑποβάλῃ τοὺς πολίτας, πιστεύων ὅτι ἠδύνατο ἐκ ταύτης πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον νὰ ὠφεληθῇ· ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τὰ ἰσοζύγια δὲν ἐπιτυγχάνονται διὰ τοιούτων μέτρων. Ὅταν ἀφ’ ἑνὸς ἀφίνωμεν νὰ χύνεται ὁ χρυσὸς τοῦ Δημοσίου ταμείου, σπαταλῶντες ἀφειδῶς ἑκατομμύρια, δὲν ἐπιτυγχάνομεν ἰσοζύγιον διὰ τοῦ ὀλίγου χαλκοῦ, τὸν ὁποῖον τόσον ἀσπλάχνως θέλομεν νὰ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὰς καθῃμαγμένας χεῖρας τοῦ ἐργάτου· οὔτε δικαιολογεῖται ἡ μανία ἡμῶν, ὅταν δὲν εὑρίσκωμεν τίποτε εἰς χεῖράς του, νὰ τὸν ἀφίνωμεν ἐξ ἐκδικήσεως νὰ σήπεται εἰς τὰς φυλακάς. Καὶ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πλήττει μόνον τὰς ἀπόρους τάξεις καὶ ἠδυνάμην νὰ τὸν ὀνομάσω νόμον κατὰ τῶν πτωχῶν, διότι κατὰ μέγα μέρος ἀφορᾷ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων, προστίμων καὶ χρηματικῶν ποινῶν, ἐκείνους δηλονότι οἵτινες κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, καὶ οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀπαιδεύτων καὶ ἀμορφώτων, τῶν ὁποίων οὔτε τὸν νοῦν ἐφρόντισε ν’ ἀναπτύξῃ ἡ Πολιτεία, οὔτε τὴν καρδίαν νὰ μορφώσῃ· οἱ δὲ ῥακένδυτοι οὗτοι ἄνθρωποι ἐμπνέουσι πολλάκις τοσοῦτον οἶκτον, ὥστε μοὶ συνέβη νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἠναγκάσθησαν ἐκ πνεύματος κατ’ ἐμὲ δεδικαιολογημένης ἐπιεικείας ἐνίοτε νὰ προβῶσιν εἰς ἀθώωσιν τοιούτων κατηγορουμένων, ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν τοὺς κατεδίκαζον εἰς τριήμερον ἢ πενθήμερον φυλάκισιν, ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ τοὺς κατεδίκαζον εἰς δίμηνον καὶ πλέον, διότι οὐδέποτε θὰ ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τὰ δικαστικὰ ἔξοδα· ἄλλοτε δὲ διὰ νὰ σώσωσιν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς συνεπείας μακρᾶς προσωπικῆς κρατήσεως, παρεδέχθησαν ὡς ἀνήλικας πρόσωπα οὐχὶ νεώτερα ἐμοῦ ἢ καὶ παρήλικας ἀνθρώπους μὴ ὑπερβάντας τὸ πεντηκοστόν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἠναγκάσθησάν ποτε νὰ μεταβάλωσι τοὺς ἄνδρας εἰς γυναῖκας διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐθεωρήθη δρακόντειος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὑπάλληλοι, μὴ ἀποσκληρυνθέντες ἐκ τῆς μηχανικῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, θὰ ηὔχοντο κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πολλάκις νὰ δύνανται νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόζωσι. Τὸ τοιοῦτον συναίσθημα εἶναι χαρακτηριστικώτατον καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις κατεδικάζετο ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Περιπλέον διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦται καὶ μία ἀνισότης ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ. Ἐὰν δύο κατηγορούμενοι καταδικασθῶσι τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἰς τριήμερον φυλάκισιν ἐπὶ παρομοίῳ πλημμελήμματι, ὁ μὲν εὔπορος μετὰ τρεῖς ἡμέρας θὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν, ὁ δὲ ἄπορος τοὐλάχιστον μετὰ δύο μῆνας καὶ τρεῖς ἡμέρας· καὶ λέγω τοὐλάχιστον, διότι διὰ νὰ ἐξέλθῃ μετὰ δύο μῆνας, πρέπει νὰ παρουσιάσῃ πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, μὲ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον πολλάκις νὰ ἐφοδιασθῇ, διότι οἱ Δήμαρχοι ἄλλοτε μὲν ἐξ ἀγνοίας τῆς καταστάσεως τοῦ αἰτοῦντος ὀφειλέτου, ἄλλοτε δὲ ἐκ δυστροπίας ἢ κομματικῆς ἀντιθέσεως ἀρνοῦνται νὰ ἐκδώσωσι τοιαῦτα πιστοποιητικά. Πολλάκις δὲ, καίτοι παρουσιάζουν οἱ κρατούμενοι ὀφειλέται τοιαῦτα πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης, ὁ ταμίας ἀρνεῖται νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν των, διϊσχυριζόμενος, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν δὲν εἶναι συντεταγμένον κατὰ τὸν νόμον καὶ οἵαν δήποτε ἄλλην πρόφασιν προβάλλων ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας γεννᾷ συνήθως ἡ κεφαλὴ λεπτολόγων ὑπαλλήλων, ἐπιθυμούντων νὰ ἐπιδείξωσι ζῆλον περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ προκαλέσωσι τὰς εὐαρεσκείας τῶν προϊσταμένων· εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἐκεῖνοι συνήθως τῶν ὑπαλλήλων δείκνυνται οἱ πλέον ἄκαμπτοι, οἵτινες καὶ ἀρετῆς στεροῦνται καὶ ἱκανότητος. Φαίνεται δ’ ὅτι ἐπιδεικνύουσι τὴν ἄκαιρον ταύτην μέχρις ὠμότητος αὐστηρότητα, ἵνα διὰ τοῦ μέσου τούτου, ὅπερ δυστυχῶς θεωρεῖται προσὸν, καλύψωσι καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἔλλειψιν. Φαντάσθητε λοιπὸν, κύριοι, ὁποῖον ὅπλον φοβερὸν δίδει ἡ συζητουμένη διάταξις εἰς τὰς χεῖρας τῆς Διοικήσεως ἐπὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, συμβαίνει καὶ ἕτερον· πλειστάκις οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐγκλειόμενοι δὲν τυγχάνουσι δημόται τοῦ Δήμου, ἔνθα διατελοῦσι φυλακισμένοι, ἀλλ’ εἰσὶ δημόται Δήμων ἀπομεμακρυσμένων, ὅπερ ἀπαντᾶται ἰδίως εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, ἔνθα συῤῥέουσιν ἐκ πάντων τῶν γωνιῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐννοεῖτε ἐντεῦθεν, κύριοι, τὰς ἀνυπερβλήτους δυσκολίας, εἰς ἃς προσκόπτει ὁ ἀτυχὴς φυλακισμένος, ὅπως δυνηθῇ νὰ προμηθευθῇ πιστοποιητικὸν ἐκ τοῦ οἰκείου Δήμου· μεγαλειτέρας δὲ δυσχερείας θ’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν θελήσῃ διὰ δανείου νὰ προμηθευθῇ χρήματα καὶ πληρώσῃ τὸ χρέος του, ἀφοῦ οὐδένα γνωρίζει ἐν τῷ τόπῳ καὶ οὐδεμίαν δύναται νὰ παράσχῃ περὶ τῆς πληρωμῆς ἐγγύησιν· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμποιεῖ φρίκην, εἶναι ὅτι εἰς τοὺς τοιούτους φυλακισμένους ἀρνεῖται πολλάκις τὸ Δημόσιον νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς. Κατανοῶ τὴν βαθεῖαν αἴσθησιν, ἣν ταῦτα σᾶς ἐμποιοῦσιν, ἀλλ’ αἱ ἐντυπώσεις σας θὰ ἦσαν βαθύτεραι, ἐὰν πάντες ἀντελαμβάνεσθε ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα, ἐὰν εἰσήρχεσθε ἐν φυλακῇ, ἔνθα σωρηδὸν κρατοῦνται οἱ ἄποροι, καὶ ἀνεγινώσκετε ἐπὶ τῶν προσώπων των τὴν κατηφῆ ἀπελπισίαν, ἥτις τοὺς κυριεύει, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσι τὴν τοιαύτην σκληρότητα, ἣν κατ’ αὐτῶν μετέρχεται ἡ Πολιτεία. Τί κακὸν μᾶς ἔκαμαν οἱ πτωχοί, ὥστε οὐ μόνον νὰ μὴν εἶναι ἄξιοι τῶν συμπαθειῶν μας, ἀλλὰ νὰ μὴ εὑρίσκωσι καὶ δικαιοσύνην; τοὺς φορολογοῦμεν ἀπηνῶς, ἀφαιροῦντες ἐνίοτε καὶ τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ στόματός των, τοὺς ἀποσπῶμεν ἐκ τῶν οἰκογενειῶν των, εἰς ἃς παρέχουσι διὰ τῆς ἐργασίας τὸν ἄρτον, ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ· πᾶν ὅ,τι ἔχουν τὸ λαμβάνομεν· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχουν πλέον τίποτε, πρέπει νὰ τοὺς ἐγκλείωμεν εἰς τὰς φυλακάς; Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν μας ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς ἕτερον πεπολιτισμένον Κράτος· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ, ἀμφιβάλλω ἐὰν τὸ Κράτος τοῦτο δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὄντως πεπολιτισμένον. Μέχρι τοῦδε σᾶς ὡμίλησα, κύριοι, περὶ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ προστίμων, χρηματικῶν ποινῶν καὶ δικαστικῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἡ διάταξις, περὶ ἧς συζητοῦμεν, δὲν πλήσσει μόνον τούτους, ἀλλὰ πάντας τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ Δημόσιον ἐκ δόσεων τιμήματος παραχωρηθεισῶν ἢ ἐκποιηθεισῶν γαιῶν, φυτειῶν καὶ κτημάτων καὶ ἐξ ἄλλων Δημοσίων χρεῶν κατὰ δόσεις πληρωνομένων, ἐξαιρέσει μόνον τῶν φορολογουμένων ἐξ ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων. Καὶ οἱ ὀφειλέται οὗτοι, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀνήκουσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν οὐχὶ εὐπόρων, περιλαμαβάνονται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπηνοῦς ταύτης διατάξεως, καὶ οὗτοι πρέπει νὰ μείνωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Νομοθέτου ἐπὶ δύο μῆνας· ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσωσι νὰ ἀπολαύσωσι πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης, τότε μετὰ διετίαν πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν, ὅτι θὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν. Εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως, κύριοι, ὅτι ὅλα τὰ δρακόντεια μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν ἀπόρων, οἵτινες, καὶ δραχμὴν μίαν ἐὰν ὀφείλωσιν, ὑφίστανται αὐστηρὰς καταδιώξεις, πολιορκοῦνται καθ’ ἑκάστην ὑπὸ τοῦ εἰσπράκτορος καὶ τοῦ χωροφύλακος, οἵτινες ἀσυνειδήτως πολλὰς καταστροφὰς ἐνεργοῦσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ των· καὶ ἐνῷ τὰ ἀποσπάσματα διασχίζουν τὰ ὄρη διὰ νὰ συλλάβουν ἕνα ἄθλιον χωρικὸν ὀφειλέτην ὀλίγων δραχμῶν, εἰς τὰς πόλεις περιπατοῦσιν ἀνενόχλητοι οἱ μεγάλοι καὶ πλούσιοι ὀφειλέται, ἐξ ὧν ἔχομεν καθυστερήματα πολλῶν ἑκατομμυρίων. Αὐτὸ, κύριοι, δὲν ὀνομάζεται δικαιοσύνη· ἀφίνετε ἀνείσπρακτα ἑκατομμύρια δραχμῶν· σπαταλᾶτε τόσα ἄλλα μετ’ ἀπονίας ἀξιοθρηνήτου, καὶ θέλετε ἰσοζύγια μὲ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀποσπᾶτε ἐκ τῶν χειρῶν τῶν πτωχῶν! Αἱ ὀλίγαι αὗται δραχμαί, πλήρεις ἱδρῶτος, αἵματος, γογγυσμῶν, ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ χρησιμεύσουν ὡς τονικὸν τοῦ νοσοῦντος οἰκονομικῶς Κράτους μας. Ἐνῷ δὲ ἡ Πολιτεία φαίνεται τοσοῦτον ἀδυσώπητος πρὸς τοὺς ἀπόρους ὀφειλέτας της, νομίζετε, ὅτι αὕτη ἐκπληροῖ προθύμως τὰς ὑποχρεώσεις της; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω δυστροπώτερον ὀφειλέτην ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ὅπερ παραμελεῖ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας πρὸς τοὺς πολίτας, ἐξ ὧν γεννῶνται τὰ δικαιώματά του πρὸς ἀπαίτησιν πληρωμῆς. Τοῦτο μοὶ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ ἐκρυθμόν τι, συμβαῖνον ἐν τῷ Δήμῳ Τριταίας τῆς Ἐπαρχίας Πατρῶν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω. Οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου τούτου, συμμορφωθέντες μὲ τὸν νόμον περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς Ἐθνικῆς γῆς, ἐδήλωσαν ἔκτοτε διαφόρους ἐκτάσεις· ἀλλ’ ἐνῷ τοσαῦτα παρῆλθον ἔτη, οἱ ἁρμόδιοι οὐδόλως ἐφρόντισαν νὰ προβῶσιν εἰς τὰ κατὰ νόμον, ὥστε ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο πλήρης σύγχυσις. Οὔτε διαίρεσις εἰς τοποθεσίας τῶν γαιῶν ἐγένετο, οὔτε ἐκτίμησις τῆς ἀξίας αὐτῶν, οὔτε πρᾶξις κατατάξεως. Τοιουτοτρόπως δὲ βλέπομεν σωρείαν κατόχων καὶ μὴ κατόχων, διαμφισβητούντων τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, ὅπερ δίδει ἀφορμὴν καὶ εἰς συμπλοκὰς καὶ εἰς ἀτελευτήτους δίκας, διότι δὲν ἐξεδόθησαν ἐγκαίρως τὰ παραχωρητήρια, ἐξ ὧν ἤθελον κανονισθῇ εὐχερέστερον τὰ δικαιώματα τῶν ἀμφισβητούντων. Ἐν τούτοις τὸ Δημόσιον ζητεῖ παρ’ ὅλων τὰς δόσεις, καὶ ἐν καθυστερήσει προβαίνει εἰς τὴν προσωποκράτησιν αὐτῶν· ὅταν δὲ ἐκδοθοῦν τὰ παραχωρητήρια, πολλοὶ θὰ ἔλθωσι μὲ ταῦτα εἰς χεῖρας, ἀνοίγοντες δίκας διεκδικήσεως, καὶ ἐπειδὴ ὅλοι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος δὲν δύνανται νὰ κερδήσωσιν, αἱ πληρωθεῖσαι δόσεις ἀπωλέσθησαν ἀνεπιστρεπτεί, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὸν νόμον τὸ ἥμισυ τῶν πληρωθεισῶν ἐτησίων δόσεων ἐπὶ τῶν φυτειῶν καὶ τὰ δύο πέμπτα ἐπὶ τῶν γαιῶν ἀφαιροῦνται. Παρακαλῶ μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ ὁ λόγος μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν δικαίων παραπόνων τῶν δημοτῶν Τριταίας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Πολιτεία φέρεται τοσοῦτον ἀμελὴς περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, θέλετε ὥστε ὁ πολίτης νὰ ᾖνε ἀκριβέστερος καὶ νὰ πληρώνῃ, ὅταν μάλιστα δὲν ἔχῃ; Ἡ ἀξίωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ ἐπικρινομένη διάταξις, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ὄντως παράδοξος. Ἐνθυμοῦμαι, παρακολουθῶν ἐκ τοῦ μακράν τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, ὅτι προεκάλεσε ζωηρὰς διαμαρτυρίας, αἵτινες ὅμως ἤχησαν ματαίως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὡς φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Εἰς μάτην ἀπέβησαν καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ κ. Μεσσηνέζη, εἰς μάτην αἱ παραστάσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Φωτήλα. Οὔτε αἱ διαμαρτυρίαι τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων, οὔτε αἱ ἱκεσίαι τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσαν νὰ μεταπείσουν τὸν ἄκαμπτον εἰσηγητὴν τοῦ σκληροτέρου τῶν νόμων οἱ διεκδικοῦντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ἀλάνθαστον δὲν ἐννοοῦν νὰ ὑποχωρήσουν, οὐδ’ ὅταν τὸ ἄτοπον προσπίπτῃ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς, διότι θεωροῦν ὡς ἀρετὴν τὴν ἀκαμψίαν ἐν τῇ ἅπαξ ἐξενεχθείσῃ γνώμῃ των καὶ ὅταν αὕτη καταδειχθῇ προφανῶς ἐσφαλμένη καὶ παράλογος. Δὲν ἐπιμένω πλειότερον, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεώς μου· ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις κατενόησε τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς τριακοστῆς Μαρτίου, θέλει συμμερισθῆ τὴν γνώμην μου, περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ὁποίας κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἐπείσθη καὶ ἡ Βουλή. Ἐξασφαλίσατε δι’ οἵων δήποτε αὐστηρῶν μέτρων θέλετε τὴν εἴσπραξιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων· περιφρουρήσατε δι’ οἵων δήποτε ἐγγυήσεων κρίνετε ἀναγκαῖον τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν, ὅπως ταῦτα χορηγῶνται μετὰ μεγάλης φειδοῦς καὶ προσοχῆς καὶ παριστῶσι τὴν ἀλήθειαν· ἐφαρμόσατε ἀπηνῶς τὸν νόμον κατὰ τῶν Δημάρχων ἐκείνων, οἵτινες χορηγοῦσι τοιαῦτα πιστοποιητικὰ, ὅπου δὲν ὑπάρχει περίπτωσις· ἀλλ’ ὅταν ὁ πολίτης σᾶς παρουσιάζεται μὲ τὴν ἀπόδειξιν ἀνὰ χεῖρας τῆς πτωχείας του, μὴ ἐπιμένετε νὰ τὸν φυλακίσητε, διότι τοῦτο εἶναι οὐ μόνον σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον, οὐ μόνον παραβιάζει τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐπιεικίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἔργον ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀντικοινωνικόν. Μὴ λησμονήσητε ὅτι ὁ ἄπορος ὀφειλέτης, τὸν ὁποῖον κρατεῖτε ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι ὁ πατὴρ, ὁ σύζυγος, ὁ ἀδελφός, ὁ συντηρῶν πολλάκις τὴν οἰκογένειαν· ἀφαιρεῖτε λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον τῆς ἐργασίας, ὅστις δίδει τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενενείας, καὶ ἂν ἡ οἰκογένεια αὕτη στερεῖται ἑτέρου μέλους δυναμένου νὰ ἐργασθῇ, τότε ῥίπτετε ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν ταύτην ἄνευ ἄρτου εἰς τοὺς δρόμους! Ὁ μικρὸς ἀγρὸς τοῦ ὀφειλέτου τούτου θὰ μείνῃ ἀκαλλιέργητος, πᾶσα παραγωγικὴ ἐργασία σχετικὴ μὲ τὴν μικράν του περιουσίαν ἢ τὸ ἐπάγγελμά του θὰ σταματήσῃ, τοιουτοτρόπως δὲ παρασκευάζετε σταθερωτέραν τὴν πενίαν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ταύτῃ· τὸν ὀφειλέτην, τὸν ὁποῖον κρατεῖτε ἀργὸν ἐπὶ δύο ἢ τέσσαρας μῆνας, ἐὰν τύχῃ πιστοποιητικοῦ, ἐπὶ ἓν δὲ ἢ δύο ἔτη ἐὰν δὲν κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τοῦτο, τὸν ἐξαγριώνετε καὶ τὸν καθιστᾶτε κακὸν πολίτην, δυσκόλως δυνάμενον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον του, δι’ οὗ ἐπορίζετο τὰ πρὸς τὸ ζῇν. Ἐὰν ἐπιτύχετε διὰ τῆς φυλακίσεως νὰ τὸν ἐκβιάσητε πρὸς ἐξεύρεσιν χρημάτων, ἵνα ἐξαγοράσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, τοῦτο θὰ κατορθώσῃ, ἐὰν δυνηθῇ νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ θυσίας ἀνυπολογίστου, παραδιδόμενος εἰς χεῖρας αἰσχρῶν τοκογλύφων, ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ὁποίων δυσκόλως θὰ λυτρωθῇ ἐφ’ ὅλης του τῆς ζωῆς. Διὰ τοῦτο, σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀντικοινωνικὴ, παραβλάπτουσα ὑπό τινα ἔποψιν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου διατελοῦσιν ἀνεπηρέαστα ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ ἔθνους καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἑκάστου ἀτόμου. Ταῦτα πάντα διατελοῦσιν ἐν ἀλληλεπιδράσει καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ ἀλληλεγγύῃ. Λάβετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἣν ἐὰν καλῶς μελετήσωμεν θὰ εὕρωμεν ὅτι ὁ νόμος, οὗτινος τὴν κατάργησιν ζητῶ, ἄγει εἰς ἀντίθετον σημεῖον ἐκείνου, εἰς ὃ μετὰ τοσούτου πόθου προέθετο νὰ καταλήξῃ. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κατὰ τὴν τριετίαν ἐφαρμοσθέντος συστήματος, δι’ οὗ μᾶς ὑπέσχοντο ὅτι θὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε συνήλθομεν κεκοπιακότες ἐκ τοῦ μακρυνοῦ ταξειδίου, παρατηροῦμεν ὅτι ἀντὶ ταύτης προσηῤῥάξαμεν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς χρεωκοπίας. Ἂς σπεύσωμεν καταργοῦντες διάταξιν, ἀποτελοῦσαν μέρος τοῦ μεγάλου Ἱσπανικοῦ οἰκοδομήματος, ὅπερ καθ’ ἑκάστην καταῤῥέει εἰς ἐρείπια. Ἐκ τοῦ οἰκοδομήματος τούτου μένουσιν εἰσέτι ὄρθιαι πτέρυγές τινες, ἐκ τῶν ὁποίων ὡς εἰδεχθεστέρα παρίσταται ἡ τὸ ἐπικρινόμενον νομοθέτημα συγκρατοῦσα, καὶ ἐφ’ ἧς ζωηρότερον ἀπετυπώθη ὁ τύπος τοῦ ἀρχιτέκτονος. Ἂς σπεύσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἵνα ἐντελῶς καταῤῥίψωμεν καὶ ταύτη, ὅπως ἐκ θεμελίων τὴν ἀνοικοδομήσωμεν ἐπὶ βάσεων στερεῶν, δηλαδὴ ἐπὶ τῶν βάσεων τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς δικαιοσύνης (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Συνεπῶς ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ᾼΡΝΔ’ νόμου τῆς 30 Μαρτίου 1884 καταργεῖται».
§118ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ἀρκεῖ.
§119ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι ἐπανερχόμεθα εἰς αὐστηροτέραν διάταξιν.
§120ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι βεβαίως πλανῶνται, διότι ὑποθέτουν ὅτι ἐπανέρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Ποινικοῦ νόμου· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς 7 Φεβρουαρίου τοῦ 1835, ἐντελῶς κατηργήθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ ΥΛΣΤʹ νόμου τοῦ 1871, κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφειλέται, ἐντελῶς ἀκτήμονες, δὲν κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς πέραν τῶν 5 ἡμερῶν.
§121ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου.
§122ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιώτατα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι οἱ νόμοι εἶναι σαφεῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ ὤφειλον ν’ ἀναφέρω τούτους πρὸς ἀποσόβησιν πάσης παρεξηγήσεως. Καταπαύω, κύριοι, τὸν λόγον μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐν τῇ ζωῇ ὁ σκληρότερος τῶν νόμων, ὅστις κατετυράννησεν ἑκατοντάδας ἀπόρων συμπολιτῶν μας, βυθίσας εἰς βαθυτέραν πενίαν τὰς δυστυχεῖς οἰκογενείας των (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§123Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ προλαλήσας ἀληθῶς διὰ τῆς εὐγλώττου ἀγορεύσεώς του συνεκίνησε τὰ ἀκροατήρια· δικαίως δὲ συγκινοῦνται τὰ ἀκροατήρια καὶ ἐπιδοκιμάζουσι τὸν προαγορεύσαντα, διότι τὸ θέμα, ὅπερ διεπραγματεύθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὁμολογουμένως λίαν συγκινητικὸν καὶ λίαν ἐνδιαφέρον εἰς τὸν λαόν. Ὁ προαγορεύσας, κύριοι, δὲν ἠρκέσθη ὅπως ἑλκύσῃ τὰς συμπαθείας τῶν ἀκροατηρίων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ συγκινήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ὅπως πεισθῇ αὕτη καὶ καταργήσῃ τὸν νῦν ἰσχύοντα Νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ εἰρημένος Νόμος, τὸν λόγον, ὁπόθεν ὡρμήθη ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ εἰσήγαγε τὸ Νομοσχέδιον, καὶ τὸν λόγον, ὁπόθεν ὡρμήθη ἡ τότε πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος Νόμου. Ὀφείλω νὰ ποιήσω γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠναγκάσθη ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ τότε Βουλὴ νὰ προβῶσιν εἰς τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἕνεκα τῶν μεγάλων καθυστερήσεων οὐ μόνον τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἀλλὰ καὶ τῶν Δημοσίων προσόδων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι εἰσήγαγε τότε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν ἢ κατάστασιν περὶ τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων τοῦ 1883, ὅτε δὲν ἐλειτούργει ὁ Νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον πρόκειται. Τί δὲ ἐξήχθη ἐκ τῶν καταστάσεων ἐκείνων; ἐξήχθη ὅτι ὑπῆρχε καθυστέρημα τῶν Δημοσίων προσόδων 50 καὶ 60 τοῖς ἑκατὸν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ προαγορεύσας. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων οὐ μόνον ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, Τριφυλίας καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ Κράτους, ὅτε ἐπεψηφίσθη ὁ νῦν ἰσχύων Νόμος! Τί μᾶς ὠφελεῖ, κύριοι, νὰ βεβαιῶμεν διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν, ὅτι ἔχομεν εἰσπράξεις 85,000,000, καὶ νὰ εἰσπράττωμεν 65,000,000 μόνον; Τί μᾶς ὠφελεῖ, ὅταν ἀναγράφωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἰσπρακτέα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν σχετικῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους μάλιστα διαστρέφομεν καὶ καταδολιευόμεθα, ὅπως περιποιηθῶμεν τὸν λαὸν, ὅπως ἑλκύσωμεν τὰς συμπαθείας καὶ τὰ χειροκροτήματά του; Ὁ Νόμος τοῦ 1871 καὶ ἐλλιπὴς ἦτο καὶ δὲν ἐφηρμόζετο, ἢ ἂν ἐφηρμόζετο, δὲν ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ὁ νῦν ἰσχύων Νόμος. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νῦν ἰσχύοντος Νόμου προκύψαντα, καὶ βλέπομεν μεγίστην διαφοράν. Αὐτὸς ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀρτίως, ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου ἐβεβαίωσε, χωρὶς νὰ ἀναιρεθῇ ὑπ’ οὐδενὸς, ὅτι τὰ καθυστερήματα τοῦ 1884 ὑπῆρξαν μόνον 10%. Τούτων δὲ τὴν διαφορὰν ὁ προλαλήσας τὴν παρέτρεξε.
§124ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§125ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἠθέλησε νὰ θίξῃ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα καὶ διεγείρῃ καὶ τὸν οἶκτον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους πρὸς κατάργησιν τοιούτου νόμου, χωρὶς νὰ ἀναλογισθῇ ὁ προαγορεύσας ὁποίας συμφορὰς οἰκονομικὰς προπαρασκευάζει διὰ τὸ Ἔθνος, ὅπερ δὲν θὰ εἰσπράττῃ οὔτε τὰ ἡμίση ἐκ τῶν βεβαιουμένων εἰς τὸ μέλλον! Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος εἶναι αὐστηρὸς καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅπως τροποποιηθῇ εἴς τινας διατάξεις του, ἀλλ’ ἔχει ἀποτελέσματα ἐθνοσωτήρια. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ἵνα ἀντὶ τοῦ ὀγκώδους τόκου καὶ ἀντὶ τῆς βαρείας ποινῆς τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς δυστροποῦντας ὀφειλέτας νὰ ἐπέλθῃ περιορισμός τις καὶ ἐλάττωσις μεγάλη, καταργουμένης καὶ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἱκανοποίησιν τῶν χωροφυλάκων τῶν ἐκτελούντων τὰ ἐντάλματα, ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα καὶ εὔχομαι, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας, ἐκ τῶν ὁποίων οὐχὶ μόνον ὁ προλαλήσας, ἀλλ’ ἅπαντες ἐμπνεόμεθα καὶ ἐμφορούμεθα, καὶ νὰ μὴ καταργήσῃ τὸν νόμον, διότι ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα περισσότερον καὶ νὰ κύπτωμεν πρὸ αὐτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Θέλω δὲ διαφωνήσει πρὸς τὸν προαγορεύσαντα καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τοὺς διατελοῦντας ἐν φυλακῇ πρὸς ἀπότισιν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ὁ προλαλήσας, ὅπως πείσῃ ὑμᾶς, διηγήθη γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἠρύσθη ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του τοῦ δικηγορικοῦ, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὸ δικαστήριον τῶν Πατρῶν παρουσιάσθησαν πογωνοφόροι κατηγορούμενοι μεγαλειτέρας ἡλικίας ἀπὸ τὴν τοῦ προαγορεύσαντος, οἵτινες ἐκηρύχθησαν ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ἀνήλικοι, διότι δὲν εἶχον νὰ πληρώσουν τὰ δικαστικὰ ἔξοδα εἰς τὸ Δημόσιον. Ὁ αὐτὸς προαγορεύσας λέγει, ὅτι παρουσιάσθησαν καὶ ἄλλοι ῥακένδυτοι, οὓς ἕνεκα οἴκτου τὸ δικαστήριον ἐκήρυξεν παρηλίκους. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, ἐν εἱλικρινείᾳ, ὅτι οὐδέποτε παρουσιάσθησαν τοιαῦτα παραδείγματα εἰς τὸ δικαστήριον ὅσον ἐνασκῶ τὸ ἐπάγγελμά μου, ἤκουσα δὲ καὶ τὸν κ. Τόμαν, βουλευτὴν καὶ δικηγόρον ἐκ Σύρου, τὰ αὐτὰ λέγοντα. Καὶ ἐν Σύρῳ, λέγει ὁ κύριος Τόμαν, δὲν παρουσιάσθησαν τοιαῦτα.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶνε προσβολὴ κατὰ τῶν δικαστηρίων νὰ λέγηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτόν τι, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτής;
§127ΤΟΜΑΝ. Εἶνε μάλιστα ἄπορον πῶς δύναται δικηγόρος νὰ κατανοήσῃ, ὅτι τὸ δικαστήριον διὰ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα αἰτίαν ἠθώωσε κατηγορούμενον, ἀφοῦ αἱ διασκέψεις εἶναι μυστικαί.
§128Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προαγορεύσας τοσούτῳ ἦτο συγκεκινημένος, ὥστε ἀπεκάλει τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων φόρον. Τὰ δικαστικὰ ἔξοδα μάλιστα κατὰ τύπον σημειοῦνται ὡς φόροι, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι φόροι. Ἐπιβάλλονται ταῦτα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τὸν νόμον τῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπαίτιοι ζημίας εἰς τὸ ἄτομον ἢ εἰς τὴν Πολιτείαν. Ὅταν ὅμως ὁ διαπράττων ἔγκλημα ἔχῃ τὴν συνείδησιν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν θὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἢ εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν ἀποζημιώσεων διὰ προσωπικῆς κρατήσεως, νομίζετε, ὅτι ὠφελεῖτε αὐτὸν ἢ τὴν Πολιτείαν; Πολὺ πλανᾶσθε! δίδετε εἰς τὸν ἔχοντα τὴν ῥοπὴν εἰς τὸ ἐγκληματεῖν τὸ μέσον νὰ ἐκτραχύνηται καὶ νὰ ἀδικῇ, διότι γνωρίζει, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ εὐκόλως πιστοποιητικὸν ἀκτημοσύνης ἀπὸ τὸν Δήμαρχον λόγῳ συμφέροντος πολιτικοῦ ἢ συμπαθείας, καὶ οὕτω θὰ δύναται νὰ ἐξέρχεται τῶν φυλακῶν ὁ ἐγκληματίας, οὐ μόνον ὁ ἄπορος καὶ ἀκτήμων, ἀλλὰ καὶ ὁ εὔπορος καὶ ὁ ἰδιοκτήμων. Ὁ προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος περὶ ἐκδόσεως ψευδῶν πιστοποιητικῶν, διότι ὁ νόμος τιμωρεῖ τὸν Δήμαρχον, τὸν ἐκδίδοντα ψευδῆ πιστοποιητικά. Ἀπαντῶ αὐτῷ, ὅτι τοσαύτη θέλει γίνεται κατάχρησις πιστοποιητικῶν, ὥστε ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον κατὰ τῶν Δημάρχων, τῶν ἐκδόντων ψευδῆ πιστοποιητικὰ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κατασκευάσωμεν νέας φυλακὰς, διὰ νὰ φυλακίσωμεν ὅλους τοὺς Δημάρχους τοῦ Κράτους, ὅπως παρακωλύσωμεν τὴν κατάχρησιν. Ὁ προλαλήσας, κύριοι, ἐπεκαλέσθη τὰ δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, τὸν ἱδρῶτα τοῦ πτωχοῦ καὶ τὸ αἷμά του, ὅπως ἐφελκύσῃ τὰς συμπαθείας ὑμῶν καὶ πείσῃ ὑμᾶς εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην κατάργησιν τοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν οὐδένα πτωχόν· τὸ Δημόσιον εἶναι αὐτὸ τὸ ἐκπροσωποῦν τὸν πτωχόν, τὸν πλούσιον, τὸ ἰδανικόν. Τί εἶναι τὸ Δημόσιον, παρὰ ὁ πτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος; Ὅταν δὲ τὸ Δημόσιον δὲν τὸ ὑποστηρίζωμεν, ὅπως ἀποζημιωθῇ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε καὶ τὰ ὁποῖα πληρώνει ἕνεκα τῶν ἐγκληματούντων, πῶς θέλετε νὰ συγκρατηθῇ ἡ Πολιτεία, καὶ πῶς δύνασθε νὰ ὑπάρξητε ἐν αὐτῇ; Εἶμαι ἐπιεικὴς ἐγὼ καὶ διὰ τοῦτο θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος μόνον εἰς τοῦτο· ἀντὶ ἡ κράτησις νὰ παρατείνηται ἐπὶ 4 μῆνας εἰς τοὺς ἐπὶ κακουργήματι καταδικασθέντας, νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα μῆνα, εἰς 20 δὲ ἢ 15 ἡμέρας διὰ τοὺς καταδικασθέντας ἐπὶ πλημμελήματι· δὲν εἶμαι ὅλως ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου καταργήσεως, διότι θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνισότης εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἕνεκα τοῦ προϋπάρχοντος νόμου. Ἕνεκα τοῦ νόμου ἐκείνου βλέπετε εἰς τινα Ταμεῖα καθυστερούμενα μόνον 4% ἐπὶ τῶν προσόδων, εἰς ἄλλα 20%, καὶ εἰς ἕτερα 50%. Ἡ ἀνισότης αὕτη ἐξηκολούθει μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου. Διατὶ ὑφίσταται ἡ ἀνισότης, τὸ γνωρίζετε, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω ἀπὸ τοῦ Βήματος, διότι δὲν θὰ μᾶς περιποιήσῃ τιμήν. Ὁ προαγορεύσας ἐπεκαλεῖτο, κύριοι, τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην· ἀκριβῶς ὅμως διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νῦν ἰσχύοντος νόμου ἡ ἀνισότης καὶ ἡ ἀδικία θέλει ἐξακολουθήσει ἐπικρατοῦσα, διότι θέλομεν ἔχει εἰς τὸ μέλλον καθαρὰν ἀνισότητα εἰσπράξεων καὶ καθυστερημάτων ὁμοίαν τῆς ἐπικρατούσης ἄχρι τοῦ 1884. Περατῶν τὴν ὁμιλίαν μου, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐπὶ τῶν θλιβερῶν συνεπειῶν, ἃς θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§129ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λησταὶ ἐλήστευσαν τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, καὶ ὅταν τὸν ἀπέλυσαν, τοῦ ἔδωσαν τὰ ἔξοδα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα του. Αὐτὴν τὴν ἐπιείκειαν τὴν ἔχουν οἱ λησταὶ πάντοτε. Ὁ προκείμενος νόμος εἶναι καὶ αὐτῶν τῶν ληστῶν αὐστηρότερος. Ἤμην μάρτυς, ὅτε κατεδικάσθη πτωχὸς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Πύλου πενέστατος. Δυνάμει τοῦ νόμου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν· ἡ οἰκογένειά του ἐτράπη εἰς τὴν ἐπαιτίαν, εἰσέπραξε τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἔλιπον δύο δραχμαί, καὶ ἔμεινεν ἐφ’ ἱκανὰς ἡμέρας ἐν τῇ φυλακῇ· ἐξελθὼν δὲν εἶχεν ἄρτον νὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον του καὶ ἐζήτει εἰς τὴν ἀγορὰν. Συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν κ. Γεροκωστόπουλον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι δίκαιος.
§130Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν, νόμος τόσον νεαρὸς ἀποθνήσκων, νὰ ταφῇ ἄκλαυστος ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος ἐκείνης· τοῦτο θὰ ἦτο ἀστοργία. Ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ συνήγορος τοιούτου νόμου, ὁ ὁποῖος, ἀμφιβάλλω, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς Κράτος πεπολιτισμένον· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ, ἀμφιβάλλω, ἐὰν τὸ Κράτος ἐκεῖνο ἦναι ὄντως πεπολιτισμένον. Καὶ βεβαίως δὲν ἐπλανήθην, ὅταν ἤκουσα τὸ συμπέρασμα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ζητήσαντος ἀντὶ 4 μηνῶν ἡ προσωπικὴ κράτησις νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 1 μῆνα καὶ ὀλιγώτερον, ἀντὶ δὲ 2 μηνῶν εἰς 15 καὶ ὀλιγωτέρας ἡμέρας· εἶπον, ὅτι πλησιάζομεν νὰ δώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τόσον δικαίαν ὑπόθεσιν νὰ μὴ συνεννοηθῶμεν· δὲν μένει παρὰ ἓν βῆμα νὰ κάμῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, διὰ νὰ εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἠθέλησαν, κατὰ τὴν συνήθειάν των, οἱ κύριοι τῆς πτέρυγος ταύτης νὰ μοὶ δώσουν μαθήματα. Μοὶ εἶπον: «δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις»; Ἐγὼ καὶ τοῦτο ὡμολόγησα καὶ εἶπον, ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ηὔξησαν ἐκ τοιούτου σκληροῦ νόμου! Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δικαιολόγημα ἑνὸς νόμου, τὸ ὅτι εἷς νόμος εἶναι καλὸς ὑπὸ ταμιευτικὴν ἔποψιν; Τοῦτο δύναται νὰ τὸν δικαιολογήσῃ, ὅταν δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης; Καὶ δὲν πρέπει νὰ προσπαθοῦν τὸ σπουδαῖον ἑνὸς ζητήματος διὰ τοῦ ὕφους, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, νὰ τὸ ὑποβιβάζουν. Εἶναι ὑπόθεσις, εἰς ἣν ὡμίλησα μετὰ πόνου ἀληθοῦς, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐνέπνευσεν ἡ ἰδία πεῖρα, διότι ἐγὼ πολλάκις ἐπλήρωσα τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, βαρυνθεὶς τὰ δάκρυα τῶν κρατουμένων. Καὶ ὅταν εἶπον, ὅτι τὰ δικαστήρια ἠναγκάσθησαν πολλάκις καὶ ἐνόχους μικρῶν πλημμελημάτων νὰ κηρύξουν ἀθώους, εἶπον τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξεγείρω τὴν ζωηρὰν διαμαρτυρίαν τῶν κ. Τόμαν καὶ Κωνσταντοπούλου. Δὲν ἀντιλαμβάνεταί τις, ὅταν τὸ δικαστήριον βλέπον τὴν γυμνότητα ἑνὸς ἀνθρώπου, ἐνῷ εἶνε προδιατεθειμένον νὰ ἐπιβάλῃ κράτησιν τριῶν ἡμερῶν, δὲν τὴν ἐπιβάλλει; Δὲν εἶναι ἀνάγκη ὠτακουστῶν διὰ νὰ μάθῃ τις τὰς συνδιασκέψεις τὰς μυστικὰς τῶν δικαστηρίων, οὐδὲ τρόπου σατανικοῦ διὰ νὰ πληροφορηθῇ τὰ ὑποπίπτοντα εἰς τὰς αἰσθήσεις του, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς οἱ δικηγόροι λαμβάνομεν μέρος καὶ ὡς δικασταί. Φρονῶ, ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων προβληθέντα δὲν εἶναι σπουδαῖα, διότι πρόκειται περὶ πραγμάτων τοῖς πᾶσι γνωστῶν. Κύριοι, νομίζω ἀνάξιον τοῦ κόπου νὰ ἐπιμείνω πλειότερον, καταδεικνύων τὸ ἄστοργον τοῦ νόμου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως θὰ καταργήσῃ τὸ προκείμενον ἄρθρον, παραδεχομένη τὴν τροπολογίαν μου.
§131ΣΠΥΡ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς προσωπικῆς κρατήσεως εἰς τοὺς πτωχοὺς συμφώνως τοῦ ὑπομνήματός μου.
§132Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Συντόμως θὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐκ τῶν παραχαράξεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ περίφημος οὗτος Νόμος ἀπό τινων τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαμῶν ἐσχάτως εὑρέθη ἐν ταῖς φυλακαῖς ἄνθρωπός τις, ὁ ὁποῖος εἶχε πρὸ 10 ἐτῶν καταδικασθῇ εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ καὶ οὗ τινος ἔληξεν ἡ ποινὴ μετὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Μετὰ τὸ κράτος τοῦ Νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἤδη, τί νομίζετε ὅτι ἀπῄτησαν, ὅταν ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσίς του; ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει καὶ δι’ αὐτὸν, διότι δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς καταδίκης, ἀλλ’ ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς λήξεως τῆς ποινῆς. Εἶπον πρὸς τοὺς φρονοῦντας τοιαῦτα: πρὸς Θεοῦ, δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην ὢν εἰς τὰς φυλακὰς, δὲν ἔχει, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, οὔτε σάλιο εἰς τὴν γλῶσσάν του καὶ θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Νόμον αὐτὸν καὶ ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς αὐτοῦ οἰκογενείας, ἡ ὁποία πράγματι εἶχε προσέλθει ἅπασα ζητοῦσα τὴν ἀπόλυσιν τοῦ δυστυχοῦς αὐτῆς πατρὸς, ὁ ὁποῖος τέλος περιέπεσεν εἰς ἓν ἔγκλημα! Μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ἐπέμενον οἱ ἁρμόδιοι· ἠρωτήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν οἱ ἁρμόδιοι, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κύριος Τρικούπης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ συνειδήσει ἀνευρίσκει, ὅτι ὁ Νόμος εἶναι ἀκατονόμαστος. Δὲν εἶναι ὁ λῃστὴς ἐν τοῖς ὄρεσιν ὅστις ἀναπεταννύει τὴν σημαίαν καὶ λέγει: τὴν ζωὴν ἢ τὸ χρῆμα, ἀλλ’ εἶναι ὁ λῃστὴς ὁ Νόμος τῆς Πατρίδος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἁρπάσῃ τὸν πολίτην καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐπὶ τέλους; δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ Νόμος εἰς οὐδὲν εὐνομούμενον Κράτος, νὰ ἐπιβάλλῃ διπλῆν καὶ τριπλῆν ποινὴν, νὰ δημεύῃ τὴν περιουσίαν, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ νὰ ἀποστερῇ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Καὶ εὑρίσκονται ἀκόμη ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὸ τέρας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξεβράσθη ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ. Νομίζω, ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταψηφίσῃ τὸν Νόμον τοῦτον. Ἄλλως, κύριοι, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μας, θέλομεν εὕρει, ὅτι ὁ πτωχὸς ἐργάτης οὐδέποτε ὑστερεῖ πρὸς τὸ Δημόσιον τὴν ὀφειλήν του, καὶ ἂν ἐξετάσωμεν τὰ βιβλία, ἐν τοῖς ὁποίοις εἶναι ἀναγεγραμμένα τὰ χρέη ἡμῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, θὰ εὑρεθῶσί τινες μεγαλόσχημοι ὀφειλέται μεγάλων ποσῶν, καὶ ἂν τινὲς τῶν πτωχῶν πολιτῶν ὑπάρχωσιν ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον, πολλὰ ὀλίγοι εἶναι οὗτοι.
§133ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ καὶ προσθήκη τις ἐν αὐτῇ. Οἱ φυλακιζόμενοι δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἔχουν ἀνάγκην τροφῆς· ὅταν δὲ ἔχωσι πιστοποιητικὸν πενίας καὶ εἶναι ἄποροι, καταβάλλει δι’ αὐτοὺς ὁ Ταμίας δραχμὰς δεκαπέντε κατὰ μῆνα. Περατουμένης τῆς κυρίας ὡς καὶ τῆς προσθέτου ποινῆς των, δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι κρατούμενοι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποτίσωσι πρὸς τὸ Δημόσιον τὰ πρὸς διατροφὴν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς φυλακίσεώς των καταβληθέντα. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, τοιοῦτοι καταδικασθέντες ἐπὶ τρίμηνον ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου, κρατηθέντες ἐν τῇ φυλακῇ ἐπὶ δύο προσθέτους μῆνας, κατὰ τὸν Νόμον μένουσιν ἔτι ἑτέρους 10 μῆνας καὶ πλέον, διότι δὲν ἔχουσι νὰ πληρώσωσι τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς των. Ἐννοεῖται ὅτι ἐφ’ ὅσον κρατοῦνται, ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει αὐτὴ ἡ ὀφειλή των, καὶ οὐδέποτε ἀποφυλακίζονται. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθῶς τυραννικὸν, ἀλλὰ συνάμα λίαν ἐπιζήμιον διὰ τὸ Δημόσιον, διότι παραλόγως καταβάλλει διατροφὰς ἐπὶ διατροφῶν, ἐνῷ δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος, ὡς ἀποδεδειγμένως ἀπόρου. Προτείνω ἑπομένως νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἢ νὰ τεθῇ αὕτη ὡς τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου: «Διὰ τὰς καταβληθείσας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διατροφὰς τοῦ κρατουμένου δὲν παρατείνεται ἡ φυλάκισις, ὅταν οὗτος ἀποτίνῃ τὴν ποινήν του. Οἱ διὰ τοιαύτην αἰτίαν κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους ἀπολύονται ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος Νόμου».
§134ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1884 καὶ ὡς κατηρτίσθη, εἶναι ἧσσον ἄσπλαγχνος τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην. Τὸ νομοσχέδιον περιεῖχε διατάξεις, ὑπὲρ τῶν ὁποίων οὐδεὶς λόγος ἠδύνατο νὰ προταθῇ, οὐδεμία θεωρία εἴτε νομοθετικὴ εἴτε πολιτικὴ ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὸν ἀναγνώστην αὐτῶν, ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι νόμον, ἢ νὰ περιληφθῶσιν ἐν νόμῳ τοῦ Κράτους. Παρετηρήθη δὲ καὶ σπουδή τις πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου οἷον εἶχεν ὑποβληθῆ, καὶ κατὰ μίαν ἀξιομνημόνευτον νύκτα, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀπέλθει τῆς Αἰθούσης, νομίζουσα, ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ ὥρα, καὶ ὅτι δὲν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ ἐργασία, ἀνεγνώσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετ’ ἄλλων πολλῶν νομοσχεδίων εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· ἡ ὑπόνοια δὲ ἰδίως, ἡ μετὰ λόγον πολὺν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἤθελε ψηφισθῆ κατὰ παραπλήσιον τρόπον ὡς νόμος τοῦ Κράτους, συνετέλεσε πολὺ νὰ πείσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ν’ ἀπόσχῃ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκτοτε εἶχεν ἐκδηλώσει τὴν ἑαυτῆς γνώμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καθῆκον δ’ εἶχεν ἡ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προὐτάθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν, εἶχεν ἐφελκύσει τὴν προσοχήν μου ἔκτοτε, καὶ ἀναγνωρίζω καὶ τὸ ἄδικον καὶ τὸ σκληρὸν καὶ τὸ ἄγριον τῆς διατάξεως ταύτης. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἔφερεν ἀποτελέσματα, διότι ἓν ἰδίως ἔσοδον, τὸ ὁποῖον συνήθως κατέλιπε καθυστερήματα 50 ἢ 60%, τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ ἐσόδου διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης κατέλιπε καθυστερήματα πολλῷ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέλιπε πρότερον. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐσόδου τῆς ἀπολήψεως τῶν καταβαλλομένων δικαστικῶν ἐξόδων ἢ ποινικῶν τελῶν. Ἐπληροφορήθην μάλιστα, ὅτι πολλαχοῦ τὸ ἄγριον τῆς διατάξεως ταύτης κατεπτόησε τοσοῦτον τοὺς συνήθως ἀναμιγνυομένους μὲ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὥστε ἐθεωρήθη ἐν τῷ Τόπῳ ὡς συντελοῦν πρὸς περιστολὴν τῶν πταισματικῶν πράξεων καὶ τῶν μικρῶν πλημμελημάτων. Ἐσκέφθην τότε διὰ νὰ ἀνεύρω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, πρὶν ἢ νομοθετηθῇ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τόσῳ μέγα ποσὸν ἀνεβιβάζετο τὸ καθυστεροῦν ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς ἀπολήψεως τῶν ποινικῶν τελῶν, καὶ μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι εἰς τοῦτο συνετέλει ἡ λαμβάνουσα χώραν κατάχρησις περὶ τὴν πιστοποίησιν τῆς ἀκτημοσύνης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσήρχοντο ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐσκέφθην λοιπὸν νὰ ἀναβάλω νὰ προτείνω τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἵνα δυνηθῶμεν πρότερον νὰ ἀνεύρωμεν τρόπον περιορίζοντα τὴν κατάχρησιν, τὴν συμβαίνουσαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης, ὥστε νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ αἰτία, ἡ ὁποία καταλείπει τὸ μέγα ποσὸν τῶν καθυστερούντων. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος δὲν δύναται ν’ ἀλλάξῃ τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι διάταξις ἄσπλαγχνος. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐνόμισα ἕνεκα οἰκονομικῶν περιστάσεων τοῦ τόπου, ὅτι ἴσως θὰ ὠφελήσῃ κατά τι ἡ παράτασις τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως ταύτης μέχρις οὗ κανονισθῶσιν ἄλλως τὰ περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης, τοῦτο δὲν ἐμείωσε παντάπασι τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν εὐηρεστήθη νὰ προβάλῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν κατάργησιν αὐτῆς, δὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς τροπολογίας.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον).
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τροπολογία δύναται νὰ γίνῃ δεύτερον ἄρθρον καὶ τὸ 2 ἄρθρον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ 3· διότι, ἀφοῦ καταργεῖται τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νόμου, ἕπεται, ὅτι ὁ ἔχων τὸ πιστοποιητικὸν ἀπολύεται.
§137ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ καὶ τ’ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, καταλαβούσης τῆς τροπολογίας τὴν θέσιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου, καὶ τοῦ 2 τὴν θέσιν τοῦ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ Νόμου ᾼΜΕʹ.). (Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως Ἐθνικῶν, Ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ κτιρίων κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Κατόπιν γίνεται δεκτὴ εἰς γʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐτησίων δόσεων τοῦ τιμήματος τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὡς καὶ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1, 2, 3, 4).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§139ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐδῶ λέγει ἡ παράγραφος 6, ὅτι οἱ καταλαβόντες τὰς γαίας ἀπαλλάττονται τῶν δόσεων ἀλλ’ ἂν κατεβλήθησαν δυνάμει τοῦ τελευταίου Νόμου περὶ εἰσπράξεων, δὲν πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι;
§140ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης ἐρεύνης καὶ ἄλλων νομοθετημάτων· ἤδη πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ μέλλον.
§141ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ περίπτωσις διὰ τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαμῶν. Κατὰ τὸ 1876 τὸ Δημόσιον ἐπεχείρησε νὰ ἀποξηράνῃ τὸν βάλτον τῆς Μακρυνίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, διότι ἀπῃτοῦντο πολλὰ χρήματα, οἱ δὲ πλησιέστεροι κάτοικοι τῶν χωρίων, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν, διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἤθελεν ἀποξηρανθῆ, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, διότι εἶναι κεκαλυμμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἑπομένως οὔτε ἐκαρπώθησαν αὐτάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ δυνάμενοι νὰ πιστοποιήσωσιν, ὅτι οὔτε κατέλαβον, οὔτε ἐκαρπώθησαν. Ἐνταῦθα εἶναι εἰδικὴ περίπτωσις διὰ τὸν βάλτον τῆς Μακρυνίας.
§142ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα συμβαίνει τὸ αὐτὸ, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ζημιωθῶσι (θόρυβος).
§143ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τί διαφέρουσιν οὗτοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέλαβον γαίας μὴ καλυπτομένας;
§144ΤΖΑΝΕΣ. Εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν, κύριοι, οὗτοι ἐδήλωσαν γαίας καλυπτομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους, καὶ ἀφ’ ἧς ἐδήλωσαν, οὐδόλως ἐκαρπώθησαν, οὔτε ἔπραξαν πρᾶξιν κατοχῆς· τὸ Δημόσιον ἐξέδωκε παραχωρητήρια, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν εἰς τοὺς Ἐφόρους. Εἶναι λοιπὸν μία περίπτωσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ Δημόσιον.
§145ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν αὐτοὶ ἐδήλωσαν γαίας καὶ δὲν κατέλαβον, οὐδὲ ἐκαρπώθησαν αὐτὰς, ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὑποβάλωσι παραίτησιν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου· εἰς τὴν εἰδικὴν δὲ ὑπόθεσιν τοῦ βάλτου τῆς Μακρυνίας, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καρπωθῶσι τὰς γαίας, διότι ἦσαν κατακεκλυσμέναι ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κάρτσωνα, τροπολογῶν αὐτὴν ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
§146ΤΙΝΕΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι Ἐπαρχίαι (θόρυβος).
§147ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ Δημόσιον, σᾶς εἶπον, ὅτι ἐξέδωκε παραχωρητήρια, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλεν εἰς τοὺς Ἐφόρους καὶ οἱ Ἔφοροι τὰ ἐπέδωκαν. Δὲν ἐδηλώθησαν δὲ μόνον γαῖαι Ἐθνικαὶ, ἀλλὰ καὶ ἰδιόκτητοι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ εἴπητε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι κύριοι τῶν γαιῶν αὐτῶν; Ἐγὼ αὐτὸς ἐστερήθην τῆς περιουσίας μου κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον (θόρυβος).
§148ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν εἶσθε ἰδιοκτήτης, ποῖος θὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν σας;
§149ΤΖΑΝΕΣ. Ἐξεδόθησαν παραχωρητήρια. Τὸ Δημόσιον ἀπεδέχθη τοὺς τρίτους, τοὺς ἔδωκε καὶ τίτλους.
§150Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ ἄνθρωποι ἐδήλωσαν ὡς μὴ κάτοχοι γαίας, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ Νόμου ἐπετράπη εἰς τοὺς κατόχους νὰ δηλώσωσι καὶ ἐδήλωσαν ταῦτα· οὐχ ἧττον καταδιώκονται οἱ δηλώσαντες ὡς μὴ κάτοχοι διὰ τὰς ἐτησίας δόσεις χωρὶς νὰ καθέξωσιν ἀγροὺς (θόρυβος). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅλα διορθοῦνται, ἂν λείψῃ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ νὰ ἦναι μέν ὑπόχρεοι οἱ παραιτηθέντες δηλωταὶ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι δὲν εἶχον καταλάβει τὰς γαίας, ὅταν κατέσχον ταύτας (θόρυβος), νὰ μὴν ἦναι ὅμως ὑπόχρεοι ν’ ἀποδείξουν, ὅτι τὰς ἐτησίας δόσεις τῶν γαιῶν τούτων τὰς ἐπλήρωναν ἄλλοι εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ πλεῖστοι ἐδήλωσαν καὶ ἀγροὺς ἰδιοκτήτους. Πῶς ν’ ἀποδείξουν λοιπὸν οὗτοι ὅτι ἐπληρώθησαν ἐτήσιαι δόσεις χωρὶς νὰ πληρωθῶσιν; Ὥστε πρέπει ν’ ἀπαλλειφθῇ ἡ βʹ παράγραφος, διότι εἶναι ὡς ἂν νὰ λέγετε πρὸς τούτους· ἐπειδὴ ἐκάμετε δηλώσεις, πληρώσατε.
§151ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρασκευάζεται Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος, διότι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ περιστάσεις. Ἀλλὰ δέχομαι νὰ σταματήσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἰς τὰ ἑξῆς· «Ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων κτλ. μέχρι Ὀκτωβρίου 1885», νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ, ὥστε πᾶσα ἄλλη τροπολογία εἶναι περιττή. Τὰ λοιπὰ θὰ κανονισθῶσι διὰ χωριστοῦ Νόμου.
§152ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀρκετὰ εἶναι αὐτά· θεραπεύεται τὸ κακόν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας κ. Χριστοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἄλλης ἀντιῤῥήσεως).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 17, 18, 19 τοῦ ᾼΝʹ Νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἡμερησίου μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1885.
§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησαν ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας μέχρι τέλους τοῦ 1877).
§158ΧΟΪΔΑΣ. Ἀκούω ψιθυριζόμενον ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· μὴ μὲ ἐκλάβετε ὡς ῥιζοσπάστην. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 143, συνεπῶς ὑπῆρχεν ἀπαρτία).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν περὶ στρατολογίας Νόμων.
§160ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὅτε προχθὲς συνεζητεῖτο εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον αὐτό, ἠθέλησα νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὅπως προστεθῇ ὡς 4 ἄρθρον, ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρετήρησεν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἔδει νὰ ὑποβληθῇ ὡς ἰδιαιτέρα πρότασις, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἔπραξα ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν ὡς ἰδιαιτέραν πρότασιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δύναται νὰ ψηφισθῇ ὡς 4 ἄρθρον, διότι ἀφορᾷ ἐπίσης τροποποίησίν τινα τῶν διατάξεων τῶν στρατολογικῶν Νόμων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἄρθρον 4, καθόσον ὡς ἰδιαιτέρα πρότασις, ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ· Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἀτόμων ὑπηρετούντων ἤδη ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἀπολεσάντων τοὺς προστάτας τῶν οἰκογενειῶν των, ἑπομένως ἔμειναν οἱ μόνοι προστάται αὐτῶν, καὶ εἶναι δίκαιον οὗτοι ν’ ἀπαλλάσσωνται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας τῇ αἰτήσει των καὶ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς οἰκίας των διὰ νὰ προστατεύσουν τὴν χήρα μητέρα των καὶ τοὺς ἀνηλίκους ἀδελφούς των. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι πρόκειται περὶ ἐθελοντῶν, οἵτινες ἀναλαμβάνουσιν ἑκουσίαν ὑποχρέωσιν καὶ οὐχὶ ὑποχρέωσιν ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἐθελοντὴς, ὁ κατατασσόμενος εἰς τὸν στρατὸν καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ΑΛΓʹ νόμου, χορηγοῦντος καὶ ἀμοιβὰς εἰς τοὺς κατατασσομένους ἐθελοντὰς διὰ τοῦ ἄρθρου 30, ὅπερ διὰ τοῦ ἐπιψηφιζομένου νομοσχεδίου καταργεῖται, ὅταν, λέγω, ὁ ἐθελοντὴς οὗτος ἀπολέσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὸν μεγαλείτερόν του ἀδελφὸν, μείνῃ δὲ ὁ μόνος προστάτης τῆς οἰκογενείας του καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβῇ πρὸς περίθαλψιν αὐτῆς ἕνεκεν τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου, τότε νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ Πολιτεία νὰ φαίνηται ἐπιεικὴς πρὸς τὸν ἐθελοντὴν, καίτοι ἀναλαμβόντα ἑκουσίαν ὑποχρέωσιν. Διὰ τοῦτο δὲ ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως χρόνου νὰ ψηφισθῇ ὡς αὐτοτελὴς ἡ πρότασίς μου, νὰ παραδεχθῇ ταύτην, ὅπως προστεθῇ ὡς ἄρθρον τέταρτον εἰς τὸ ἤδη ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ζητεῖται, ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ ΨΙϚʹ νόμου καὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ᾼΛΓʹ περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑποχρέων κληρωτῶν ἐφαρμόζωνται καὶ εἰς τοὺς ἐθελοντὰς, ὅταν μετὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἐπέλθωσι λόγοι ἀπαλλαγῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τήν τε Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη καὶ προστεθῇ ὡς τέταρτον ἄρθρον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§161Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου, αἱ τροποποιούμεναι, σκοπὸν ἔχουν χρηματιστικόν. Εἶνε ἀληθὲς ἴσως, ὅτι ὁ στρατολογικὸς Νόμος, τροποποιηθεὶς διὰ τριῶν μεταγενεστέρων Νόμων, χρήζει ἀναθεωρήσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶνε ἡ ἁρμόζουσα στιγμὴ, παρακαλῶ τὸν προτείναντα τὴν τροπολογίαν νὰ ἀναβάλῃ αὐτὴν, καθὼς εἶπον καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, δι’ ἄλλην συνεδρίασιν ἢ διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι τότε θὰ ἀναγκασθῶ ἐγὼ νὰ ζητήσω τροπολογίαν τοῦ Νόμου.
§162ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀτυχῶν ἐθελοντῶν, ἤδη ὑπηρετούντων καὶ ἀπολεσάντων τοὺς προστάτας τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Τί σημαίνει, ἐὰν ἀναβάλωμεν διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, διότι ὅταν παρέλθῃ ὁ χρόνος αὐτὸς, θὰ ἀφεθῶσι.
§163ΧΟΪΔΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κοττίκα.
§164ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό.
§165ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Τότε παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς αὐτοτελῆ πρότασιν νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐὰν τὴν ἐγκρίνῃ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κοττίκα).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
§169ΠΟΛΛΟΙ. Παρεδέχθη.
§170ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἀντίστροφον ἐρωτήσατε, κύριε Πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
§173ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§174ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀμφιβολία, παρακαλῶ νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εὐκρινῶς· διότι ἡ τροπολογία ἡ προτεινομένη καὶ ἂν εἶναι ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν, εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης ἐργασίας, ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρὸς τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κοττίκα ὡς τέταρτον ἄρθρον τοῦ παρόντος νόμου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη.
§177ΧΟΪΔΑΣ. Παρεδέχθη, κύριε Πρόεδρε. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουν 15 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν; (ἐγείρονταί τινες). Δὲν εἶναι 15.
§179ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι 15.
§180ΤΙΝΕΣ. Ὄχι (θόρυβος).
§181ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐζητήθη ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις· ἐκαλέσατε τοὺς κυρίους βουλευτὰς, τοὺς προβαλόντας ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, νὰ ἐγερθῶσιν. Ἐὰν ἠγέρθησαν 15, προβῆτε εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐὰν δὲ δὲν ἠγέρθησαν 15, δηλώσατέ το διὰ νὰ προβῶμεν.
§182ΧΟΪΔΑΣ. Προκαλεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κοττίκα, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν πρότασιν αὐτήν· ζητεῖται καὶ πάλιν—διότι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν βλέπει δυστυχῶς ἀπόψε—ἀντιστρόφως ἡ λύσις τοῦ ζητήματος καὶ γίνεται πάλιν δεκτή· ζητεῖται ὀνομαστικὴ κλῆσις καὶ ἐγείρονται 15, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος βλέπει μόνον 8. Παρακαλῶ, κύριοι, ὅσοι ὑποστηρίζετε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν νὰ ἐγερθῆτε (ἐγείρονται τινες βουλευταί).
§183Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, κατὰ παράβασιν ἴσως τοῦ Κανονισμοῦ ὑπεβλήθη ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία εἶνε αὐτοτελὴς καὶ ἀναφέρεται εἰς ζητήματα, μὴ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅτι ἡ τροπολογία εἶνε αὐτοτελὴς καὶ ἀποτελεῖ ἰδίαν καὶ οὐσιαστικὴν ἰδέαν ἀνεξαρτήτως τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Θέλομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν τροπολογιῶν τινων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, διὰ τῶν ὁποίων καταργοῦμεν ἀμοιβὰς καὶ ζητοῦμεν οἰκονομίας διὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὅπως παραχωρήσωμεν, ἂς τὸ εἴπω καθαρῶς, εὐεργετήματα. Τοιαύτη τροπολογία δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι εἶνε αὐτοτελὴς πρότασις, τῆς ὁποίας ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μόλις αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συσχετίσῃ ζήτημα ἀνεξάρτητον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Ἄλλως, καὶ ὁ προβαλὼν τὴν τροπολογίαν ἀνεγνώρισε τὸ τοιοῦτον καὶ ἐπρότεινε νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ ζητήσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς περιστάσεως καὶ νὰ εἰσαγάγωσι εὐεργετικὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως ἀναγνωρίζω καὶ βεβαιῶ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι θέλω συμπεριλάβει καὶ ταύτην. Ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ὄχι μόνον νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ περιλάβωμεν διατάξεις ξένας καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§184ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλη αὐτὴ ἡ χασμῳδία ἐγεννήθη, διότι δὲν δίδετε προσοχὴν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ. Πρέπει νὰ ἐπιστήσετε τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. βουλευτῶν ὅτι, ὅταν λέγετε νὰ ἐγερθῶσι, νὰ ἐγείρωνται ὅλοι ὅσοι θέλουσι τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, καὶ ὄχι νὰ σηκώνουν τὸ ῥαβδί των. Ἀφίνετε καὶ παραλύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§185ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§186ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς τινὲς τῶν κ. βουλευτῶν. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε νὰ ἐγερθῶσιν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ἠγέρθησαν πάντες σχεδὸν καὶ εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν. Ὅταν δὲ ἠρώτησε τὸ ἐναντίον ὁ κ. Πρόεδρος, τουτέστιν οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ ἐγερθῶσιν, ἠγέρθησαν ὀλίγοι· ὅταν ὅμως προσῆλθον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπον, ὅτι δὲν δέχονται τὴν πρότασιν, ἡ Βουλὴ, φαίνεται, μετέβαλε γνώμην. Διὰ νὰ συμβιβασθῇ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι δύναται νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, ὅπως ἀποστέλλωνται εἰς τὰς ἑστίας των μὲ ἀόριστον ἄδειαν κατὰ προτίμησιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔμειναν οἱ μόνοι προστάται τῶν οἰκογενειῶν των Οὕτω λύεται ἐν μέρει τὸ ζήτημα· ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, καὶ εἶνε δίκαιον νὰ υἱοθετήσῃ ταύτην ἡ Κυβέρνησις.
§187ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νέα συζήτησις εἶναι αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε;
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νομίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ πρότασις ὡς ἀπαράδεκτος. Λοιπὸν ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ ψηφίσωμεν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§190ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν δύναται, κ. Πρόεδρε, νὰ μεταβληθῇ πλέον ἡ πρότασις, νὰ λάβῃ ἄλλον τύπον κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἡ πρότασις ἐψηφίσθη κατ’ οὐσίαν δι’ ἀναστάσεως, καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ τοῦ κ. Προέδρου πρόκειται νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πῶς δύνασθε νὰ μεταβάλητε ἤδη τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ νὰ θέσητε ἄλλην πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν;
§191ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλε πρότασιν ἀναβολῆς τῆς ἐξετάσεως τῆς προτάσεως ταύτης διότι θεωρεῖ αὐτὴν ἄσχετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς· διότι ἡμεῖς δεχόμεθα, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη, ἐζήτησε δὲ μόνον νὰ ψηφισθῇ ἰδιαιτέρως.
§192ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§193ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸ παντὸς ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι ἔχει συμφέρον, ὅταν κατασκευάζῃ νόμους, τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἐν τοῖς νόμοις τούτοις, νὰ ζητῇ νὰ πείθεται ὅτι αὐταὶ εἶναι ὁμοειδεῖς· δὲν ἤθελε πράττει ἐργασίαν σπουδαίαν, ἁρμόζουσαν εἰς αὐτὴν, ἐὰν ἐν ἑνὶ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνῃ διατάξεις, εἰς διαφόρους κατηγορίας ὑπαγομένας, καὶ οὕτω κατήρτιζε νόμον περιέχοντα μὴ ὁμοειδεῖς διατάξεις. Πρόκειται περὶ οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται πρὸς τροποποίησιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐλαττωθῶσι δαπάναι, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐγίνοντο μέχρι τοῦδε. Ὡς τροπολογία τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως ὑποβάλλεται διάταξις, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἦνε ὀρθὴ, ἀλλὰ δὲν ἔχει τόπον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἐὰν δὲν βλάπτῃ κατ’ οὐσίαν, βλάπτει ὅμως τὰ τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀναγνώστης θέλει ἐρωτήσει τίνες οἱ νομοθετήσαντες τὸν νόμον καὶ εἰσαγαγόντες ἐν αὐτῷ διατάξεις, ἀνηκούσας εἰς ἄλλους νόμους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια τοιαύτη, ὁποίαν περιλαμβάνει ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ· ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι θέλει ληφθῆ ἡ πρόνοια, ὅταν ὑποβληθῶσιν αἱ ἄλλαι τροπολογίαι, αἵτινες ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ στρατολογικὸν σύστημα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Τζουμέρκων δὲν θέλει ἐπιμείνει μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ καὶ λίαν ταχέως θέλει ὑποβληθῇ πρότασις σύμφωνος πρὸς τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ Τζουμέρκων, ἐπιμένετε;
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐὰν ἐπιμείνῃ, τίποτε δὲν θὰ γίνῃ.
§196ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν υἱοθετῶ ἐγώ.
§197ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ τροπολογία θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς νομοσχέδιον αὐτοτελές.
§198ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἀποφανθῇ ἀπόψε ἡ Βουλὴ καὶ ἂς μείνω μόνος.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια 1) εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου· 2) εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῷ σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκπαιδευομένων· 3) εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1884· 5) εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 920,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1884· 5) εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου Πειραιῶς· 6) εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις κτλ. 7) εἰς αʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τιμωρίας τῶν περὶ τὰς ἀρχαιότητας ἀνομημάτων, καὶ 8) εἰς αʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προστασίας τῶν ὑποβρυχίων καλωδίων).
§201ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 20|60. μ. μ.)