Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ι · Session Α› Sitting 38

1885.06.29

1,841 rows · 13,231 words · 1 table · 52 turns

Date
1885.06.29
Presidency
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑ
Period
Ι
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1885)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38

Τῆς 29 Ἰουνίου 1885.

(Σάββατον)

(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιστράτων ἐκ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας λόγῳ ποινῆς, καὶ τροποποιοῦν τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου. Ἄλλοι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν Νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν Νόμων ΡΜΓʹ καὶ ΡΝʹ τοῦ ἔτους 1866, ὡς πρὸς τὴν Κέρκυραν καὶ τὰς περὶ αὐτὴν Νήσους. (Ὥρα Παράρτημα).

§2ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Καρδαμύλης τῆς Ἐπαρχίας Οἰτύλου. Πρόκειται περὶ ζητήματος ὑλοτομίας καὶ ἀσβεστοποιΐας, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐνδιαφέρονται πολλοὶ Δῆμοι τῆς Ἐπαρχίας.

§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λόγῳ ὑγείας εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ταξειδεύσω εἰς τὰ λουτρά· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, συμμορφούμενος μὲ τὸν Κανονισμόν, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν περὶ τούτου ἄδειαν.

§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Εὐθυμίου Ῥιζοπούλου, ζητοῦντος, ὡς ἀντιπροσώπου πολλῶν Μακεδόνων, νὰ παραχωρηθῇ πρὸς συνοικισμὸν τὸ ἐν Τυρνάβῳ χωρίον Μπάκλαλι. Διάφοροι κάτοικοι Κεφαλληνίας ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγονται ἐπὶ τιμῇ μικροτέρᾳ ὑφάσματα κατὰ μίμησιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατασκευαζομένων ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτῶν βαρύτερος τελωνιακὸς δασμὸς, ὅπως μὴ καταστραφῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία.

§6ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον εἰς τὰ ὑφαντήρια ἐργάζονται πολλαὶ οἰκογένειαι ἀποζῶσαι ἐξ αὐτῆς τῆς ἐργασίας ἐν Ληξουρίῳ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θέσῃ ἀνώτερον δασμὸν πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ ὑφαντήρια, τὰ ὁποῖα κοινῶς ὀνομάζομεν «ἐργαλεῖα», οὕτω δὲ ἐμποδισθῶσι τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα πανικὰ τοῦ εἴδους τούτου. Ἔχομεν καὶ ἑτοίμην πρότασιν Νόμου περὶ τούτου, τὴν ὁποίαν θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Πατρῶν, περὶ τοὺς 150, παρακαλοῦσι νὰ ψηφισθῇ Νόμος ἐξασφαλίζων εἰς τοὺς ἐφευρέτας τὴν ἀποκλειστικὴν κάρπωσιν τῆς ἐφευρέσεώς των. Ἐκ Λαρίσης διάφοροι Ὀθωμανοὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος Νόμου περὶ Βακουφίων, εἰς ὃν δὲν δύνανται νὰ ὑποκύψωσιν ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὸ θρήσκευμά των, ἐφ’ ᾧ καὶ ζητοῦσι τὴν δέουσαν θεραπείαν. Τηλεγράφημα Λιαποσταύρου ἐκ Κυπαρισσίας. Παραπονεῖται κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Λουλάκη ὡς ἐξυβρίσαντος τὴν σύζυγον αὐτοῦ, ὡς καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ τραυματίσαντος αὐτὰς, ἀφοῦ ἔθεσε πῦρ εἰς τὴν οἰκίαν των. Τηλεγράφημα Βασιλείου Κωνσταντίνου ἐξ Αἰτωλικοῦ. Τηλεγραφεῖ, ὅτι πολλαὶ καταβάλλονται ἐνέργειαι, ὅπως καλυφθῇ τὸ συλληφθὲν λαθρεμπόριον τοῦ ἐμποροπλοιάρχου Γ. Τζήντζου, καὶ ζητεῖ νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου μέτρα. Τηλεγράφημα Β. Καραπιπέρη. Παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν Δημητριάδου διὰ καταγγελίας, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου Ἀλεξανδροπούλου ἐν Αἰγίῳ.

§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ καὶ τῷ κοινῷ ἂν ἐγένοντο ἀνακρίσεις περὶ τοῦ φορτίου τῶν σκορόδων καὶ ποῖον τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.

§10Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ διορθώσεως ἀτόπου τινὸς συμβαίνοντος ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Κύθνου. Ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ὑπάρχουσι δύο Δῆμοι, ὁ Δῆμος Κύθνου καὶ ὁ Δῆμος Δρυοπίδος, ἀπέχοντες ἀπ’ ἀλλήλων κατὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν· ἡ κωμόπολις τῆς Κύθνου ἀπέχει τοῦ λιμένος μίαν ὥραν. Παυθέντος τοῦ Ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου συνεπείᾳ οἰκονομικῶν μέτρων, ἀνετέθη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸν τηλεγραφητὴν, ἀλλ’ οὗτος διαμένει ἐν τῷ λιμένι ὅπου καὶ τὰ λουτρά· ἑπομένως οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Δρυοπίδος, ἵν’ ἀποστέλλωσιν ἐπιστολὴν, πρέπει νὰ στείλωσι ἄνθρωπον δύο καὶ ἡμίσειαν ὥρας μακρὰν τοῦ χωρίου, οἱ δὲ κάτοικοι τῆς Κύθνου μίαν ὥραν διὰ νὰ ἀνεύρωσι τὸν ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἀναθέσῃ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν εἰς οἱονδήποτε νομίζει ὑπάλληλον, διαμένοντα ἐν τῷ Δήμῳ Κύθνου, εἴτε εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, εἴτε εἰς τὸν Δήμαρχον, διότι ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία ἔπαυσε μεταξὺ τῶν Δήμων.

§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅμοιον παράπονον ὑπάρχει καὶ εἰς Τρίκερι τῆς Ἐπαρχίας Βόλου, διότι καὶ ἐκεῖ, καταργηθείσης τῆς θέσεως τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου, ἀνετέθη ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν ὑποτελώνην, ὁ ὁποῖος διαμένει 1 ὥραν μακράν.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὑπέβαλε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).

§13Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶνε παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐδῶ πλησίον εἰς τὸ Φρουραρχεῖον εἰς τὴν σωρείαν τῶν προσερχομένων, διότι ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα ἄνθρωποι πρὸ 8 ἡμερῶν, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ τὸ πρόσωπον νὰ ἴδωσι τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ποιεῖται τὰς ἐγγραφάς. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐστερήθησαν καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν διὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται μέχρι 4 Ἰουλίου, ἢ νὰ ὑποχρεώσωσι τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐργάζωνται.

§14Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων εἰσὶ βάσιμοι. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν γνῶσιν τῶν περὶ τὴν κατάταξιν τῶν στρατευσίμων λαμβανόντων χώραν καὶ τῆς βραδύτητος, ἥτις μεσολαβεῖ πρὸς κατάταξιν αὐτῶν, θέλει λάβει τάχιστα μέτρον πρὸς διόρθωσιν.

§15ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ὅτι παρεσκευάζετο ἢ μᾶλλον ἦτο ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ ἀνωνύμων χρεωγράφων, διότι ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς Δημοσίας πίστεως. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ ἐκθέσεως ἐκτεταμένης, ἐξ ἧς θέλετε κατανοήσει τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται. (Ὅρα Παράρτημα)

§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἁρμοδιώτατος ἦτο ἀληθῶς ὁ χθὲς ἀγορεύσας προκάτοχός μου νὰ ἐκπλαγῇ, διότι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον δὲν ἠδυνήθη ἐντὸς δύο μηνῶν, καθ’ οὓς διαχειρίζεται τὴν Ἐξουσίαν, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ! Τρία ἔτη ἐκυβερνήθη ἡ Ἑλλὰς ἐν περιστάσεσιν οἰκονομικῶς ὁμαλαῖς καὶ ἀνέτοις, καὶ αὐτὸ τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον, τὸ τοσάκις ἀναγγελθὲν, τὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ ἀπολαύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἐπροκλήθη μάλιστα ἐντεῦθεν νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του, τρία ἔτη δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ. Καὶ ἐξεπλήσσετο ὁ χθὲς ἀγορεύσας, ἐλέγχων ἡμᾶς, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον προχθὲς εἰσηγάγομεν! Ἀλλὰ δὲν ἐδίστασεν ὁ ἐμὸς προκάτοχος νὰ παραστήσῃ ποῖα ἤθελον ἐπέλθει εὐχάριστα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀπεπλανᾶτο καὶ δὲν ἔδιδε τοιαύτην κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ψῆφον, ὥστε ν’ ἀναγκασθῇ ν’ ἀποσυρθῇ τῶν Δημοσίων πραγμάτων. Εἶχεν ἕτοιμον τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἤθελε τὸ πραγματοποιήσει ἐντὸς τοῦ 1885· ἀλλ’ ἡ πλάνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησίν του, ἐγένετο αἰτία νὰ στερηθῶμεν τοῦ καλοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον τρία ἔτη μᾶς ὑπέσχετο καὶ πάντοτε μᾶς ὡδήγει εἰς ἐλλείμματα! Καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐζήτησεν ὁ ἀγορεύσας χθὲς νὰ πείσῃ τοὺς ἀκροωμένους, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἤθελεν ἐπιτευχθῇ ἐντὸς τοῦ 1885; Τάχα δὲν ἤρκει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεσχέθη οὐχὶ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ περίσσευμα; Διατί ἐλησμόνησε τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρίστα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, καὶ συγκατέβη εἰς τὸ ἰσοζύγιον; Τίνων ἐπιχειρημάτων νέων εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα μᾶς πείσῃ, ἀφοῦ αὐτὸς τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑπογραφῇ ἐβεβαίωσε τὸ περίσσευμα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν; Ποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε προσπορίσει αὐθεντίαν εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ, μνημονεύων τῶν φορολογικῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἤθελον αὐξήσει καὶ ἀσφαλίσει τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου; Αἱ προσδοκίαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἤθελον πραγματοποιηθῆ μόνον ἂν ἐψηφίζοντο τὰ Νομοσχέδια περὶ χαρτοσήμου καὶ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, καὶ ἐπειδὴ τὰ δύο ταῦτα Νομοσχέδια δὲν ἐψηφίσθησαν, εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἡ ὁποία ἠρνήθη εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου τὰ μέσα νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον; Ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑποσχεθῆ κατὰ τὸ 1883, δὲν εἶχεν ὑποσχεθῆ κατὰ τὸ 1884 τὸ ἰσοζύγιον; Δὲν παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἡ Βουλὴ πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε; Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 δὲν ἀφήκαμεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην ἐπ’ αὐτὸν, ἀποφασίσαντες νὰ μὴ ἐξακολουθήσωμεν νὰ συμπράττωμεν εἰς λειτουργίαν εἰκονικὴν καὶ οἰκονομικῶς καταλήγουσαν εἰς ζημίαν τῶν Δημοσίων συμφερόντων, ἀποσχόντες ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ἀπαλλάξαντες αὐτὸν παντὸς προσκόμματος, πάσης δυσκολίας, ἵνα μείνῃ ἐλεύθερος καὶ δυνηθῇ τέλεον νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζεν οἰκονομικὸν σύστημα, αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἄλλο τι ἢ ἀκρασία περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους; Ἰδίως δὲ ἤλπιζε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὴν ἀκρίβειαν περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν δημοσίων φόρων, καὶ εἰς τὴν ἰσότητα, τὴν ὁποίαν ἀποκατέστησε περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον δικαιωμάτων. Δὲν εἶχον ἐντολὴν ἐκ τῆς ἐπισήμου ἰδιότητός μου νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ποία ὑπῆρξεν ἡ βεβαίωσις τῶν Δημοσίων φόρων· δὲν δύναμαι ὅμως, ὅταν προκαλῶμαι, ν’ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὗρον τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884 δὲν εἶχε βεβαιωθῆ ἐν πάσαις ταῖς ἐπαρχίαις κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1884, καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἦτο ἐν τῇ Διοικήσει τῶν δημοσίων πραγμάτων· ἡ δὲ συμπλήρωσις τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων τούτων ἤρξατο ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν Διοίκησιν. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1884 ἐβεβαιώθη βραδύτατα—δὲν ἐπεθύμουν νὰ δώσω καὶ ἄλλην τινὰ μᾶλλον δυσάρεστον πληροφορίαν—ἐβεβαιώθη ἐσφαλμένως, καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς τοὺς φορολογουμένους φορολογία δὲν ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ αὐτοῖς δυνάμει τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, τὸ πρὸ τοῦ 1883, ὁ δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπεβάλλετο ὡς ἑξῆς· ὁ ἐξευρημένος μέσος ὅρος τῶν ὑπὸ ἑκάστου δήμου εἰσπραχθέντων πρὸ τοῦ 1880 φόρων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν διενέμετο ἐξ ἴσου εἰς τὰ κτήνη τοῦ δήμου, καὶ ἑπομένως ἐπεβάλλετο ἐπὶ ἑκάστου κτήνους τοῦ δήμου ἴσον ποσὸν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρίστα ὁ μέσος ὅρος τῶν πρὸ τοῦ 1880 εἰσπραττομένων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐκρίθη ἄδικον, καὶ κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1883 ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀναλογία κατὰ κτῆνος δὲν ἤθελε ζητεῖσθαι τοῦ λοιποῦ μεταξὺ τῶν κτηνῶν τοῦ δήμου, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν κτηνῶν τοῦ χωρίου. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1883. Πῶς ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ 1884; Ποῖοι ἐφρόντισαν νὰ εὕρωσι τὸ νόμον καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσωσιν; οὐδείς. Ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1884, ὁ δὲ δημοτικὸς φόρος ἐπεβλήθη, ἀναλογισθεὶς ἐξ ἴσου εἰς τὰ κτήνη τοῦ δήμου καὶ οὐχὶ εἰς τὰ κτήνη τοῦ χωρίου. Τοιαῦται πλημμέλειαι περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων καθιστῶσι τὰ ὄργανα τῆς Ἀρχῆς ὑπεύθυνα καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι οἱ ἀναγκαζόμενοι ν’ ἀποτίσωσι φόρον μεγαλειτέρου ποσοῦ ἀπὸ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν, ὑφίστανται τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ ποινικὸς νόμος χαρακτηρίζει ὡς καταπίεσιν. Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καθ’ ἣν ὥραν ἔχω ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, πληροφοροῦσαν πόσον ἐλεεινὴ ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Τμήματος. Ἡ ἔκθεσις δὲν προεκλήθη χθές· ἡ ἔκθεσις παριστᾷ τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Τμήματος, καθ’ ἣν ὥραν ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, διότι καθῆκον ἔχομεν νὰ βεβαιώσωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν ἐτύγχανεν ἕκαστος κλάδος τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγνωρίζομεν τί ἔμελλε νὰ συμβῇ, ἐγνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν λόγον ἐπὶ ταῖς ἰδίαις αὑτῶν πλημμελείαις. Ἐπράξαμεν ὅ,τι πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλούμενοι νὰ παραλάβωσι κληρονομίαν περιουσίας, ἧς ἡ διαχείρισις ὑπῆρξεν ἀνώμαλος, δειλιῶσι πρὸς τὰ τυχὸν ὑπάρχοντα βάρη ἐπὶ τῆς κληρονομίας καὶ ζητοῦσι νὰ κηρυχθῶσι κληρονόμοι ἐξ ἀπογραφῆς. Αὐτὴν τὴν κληρονομίαν καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἀναλάβωμεν ἐξ ἀπογραφῆς, ἵνα φιμώσωμεν τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσι γλῶσσαν ἱκανῶς θρασεῖαν, ἵνα ἐπιῤῥίπτωσι τὰς ἰδίας πλημμελείας ἐπὶ τῶν διαδόχων των. Ἰδοὺ ποῖά τινα βεβαιοῖ ἡ ἔκθεσις, ἧς ἐμνημόνευσα· «151 ὑποθέσεις, ἀφορῶσαι εἰς βεβαίωσιν διαφόρων δημοσίων ἐσόδων τοῦ 1883 καὶ 1884, ἦσαν παρεῤῥιμμέναι εἴς τινα γωνίαν τῶν ἁρμοδίων Γραφείων· 680 ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς συμφέροντα ἰδιωτῶν, ἤτοι προσφυγὰς ἀπαλλαγῆς φόρων· 415 ἄλλαι προσφυγαὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου· 90 προσφυγαὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου ἐπιτηδευμάτων· 110 προσφυγαὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν· 65 ὅμοιαι περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου κτημάτων κατὰ στρέμμα φορολογουμένων.» Πάντα ταῦτα δὲν εἶχον ἀξιωθῆ τῆς προσοχῆς τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου εἶχον δικαίωμα νὰ προβάλωσι παράπονα, νὰ ζητήσωσι νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλή των, αὐτοὶ ὤφειλον νὰ σιωπῶσι, διότι οὐδεὶς ἠξίου νὰ ἐρευνήσῃ αὐτά. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως ἤλπιζον ὅτι ἤθελον ἐξασφαλίσει τὸ ἰσοζύγιον! Καὶ ἐλάλησαν περὶ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων, ὡς περὶ ἀριστουργήματος ἐπιστημονικοῦ, ἢ περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον προσιδίαζεν ἰδίως εἰς τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Καὶ διὰ τοῦτο ἐθρήνησαν, βεβαιοῦντες, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐλπίδες ᾤχοντο ἀπιοῦσαι, ἀφοῦ ἡμεῖς προέβημεν εἰς τοσοῦτον κακὴν πρᾶξιν, προβαλόντες εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα, ὅπως τροποποιήσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων. Πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῇ τὸ ἰσοζύγιον, ἀφοῦ δὲν θέλετε δίδει πλέον δικαίωμα εἰς ἕκαστον ὁπλίτην τῆς χωροφυλακῆς καὶ εἰς ἕκαστον ὁπλίτην τῶν εὐζώνων νὰ εἰσπράτῃ 50 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν ἀπὸ ἑκάστου, ὅσων ἐξ ἔμελον νὰ συλλάβωσι διὰ νὰ ἀπαγάγωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν προσωπικῶς κρατουμένων! Καὶ αὐτὰ λέγονται, ἀφοῦ ἐπὶ 10,000 ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, ἐπὶ 7,000 ἐνταλμάτων ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ εἰσεπράχθησαν 5,000 καὶ 3,500 δραχμῶν σύλληπτρα, ἡ δὲ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου ἐκείνου ἐγένετο ἀφορμὴ ἰδίας κερδοσκοπίας, ἧς ἕνεκα ἐξεδίδοντο ἐντάλματα προσωποκρατήσεως, μόνον διὰ νὰ δημιουργηθῇ δικαίωμα πρὸς ἀπολαβὴν τῶν συλλήπτρων. Καὶ λέγονται ταῦτα, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεκαλύφθησαν συννενοήσεις Ταμιῶν μετὰ ὀργάνων τῆς Δημοσίας Δυνάμεως, ἵνα παρέχηται ἄφθονος ἡ προσαπολαβὴ συλλήπτρων, καὶ εὐκολύνεται κατόπιν μεταξύ των, ἐν συνεννοήσει, ἡ διανομὴ τοῦ ποσοῦ τῶν συλλήπτρων. Καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐματαιώθη πλέον τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν, διότι ἡμεῖς οἱ διάδοχοι αὐτῶν ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον καταργοῦντα διάταξιν, ὑπ’ οὐδενὸς λόγου δυναμένην νὰ δικαιολογηθῇ, τὴν διάταξιν τῆς αὐξήσεως τοῦ χρέους ἀναλόγως τοῦ χρόνου, ὅστις παρῆλθεν ἢ θέλει παρέλθει ἀπὸ τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν τὸ χρέος ἦτο ἀπαιτητόν. Δὲν ἤμην ἐν τῇ Βουλῇ· ἀνέγνων ὅμως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ ὀγκώδης ἐκείνη πλειονοψηφία, ἥτις ἀνήγαγε καὶ ὑπεστήριξε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐπὶ τὴν σειρὰν τῶν παρελθόντων τριῶν ἐτῶν, καὶ αὐτὴ πλέον ἐδυσφόρησεν, ὅταν ἐζήτησαν νὰ τὴν παρασύρωσιν, ἵνα ὑπερψηφίσῃ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Νόμου ἐκείνου, διὰ τῶν ὁποίων τὸ χρέος ηὔξανε κατὰ 20, 30 καὶ 40%. Καὶ αὐτὴ πλέον ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ συναινέσωσι διὰ νὰ μετριασθῶσιν αἱ ἄλογοι καὶ ὑπὸ παντὸς κανόνος δικαιοσύνης ἀποκρουόμεναι διατάξεις τοῦ ἀγρίου ἐκείνου Νόμου. Ποίαν ἐξουσίαν, ποίαν δύναμιν, ποῖον δικαίωμα ἔχει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ μεταβάλλῃ διὰ Νόμου Συμβάσεις, αἵτινες πρὸ χρόνων συνωμολογήθησαν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῶν πολιτῶν; Οἱ πολῖται, οἵτινες εἴτε συνεπείᾳ Συμβάσεως συνηλλάγησαν μετὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καθ’ ὃν χρόνον συνηλλάγησαν, ἐγνώριζον ὅτι, ἐὰν δὲν ἀποτίσωσι τὸ χρέος των εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν, ἤθελον ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσωσι 10, 20% περισσότερον ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους αὐτῶν; Οἱ φορολογικοὶ Νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν πρὸς πληρωμὴν τῶν καταζητουμένων φόρων ὑποχρέωσιν, περιέλαβον διατάξεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὴν αὔξησιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα οἱ φορολογικοὶ Νόμοι ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Δημοσίαν Διοίκησιν νὰ ζητήσῃ παρ’ ἑκάστου τῶν φορολογουμένων; Ἡ αὔξησις τοῦ χρέους εἶναι ποινικὴ ῥήτρα; Αἱ ποινικαὶ ῥῆτραι συνομολογοῦνται, ὅταν συνομολογῶνται αἱ Συμβάσεις. Εἶναι τόκος ὑπερημερίας; Ποῖος λόγος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην διάταξιν, εἰμὴ μόνον ἡ τάσις πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν; Ἢ νομίζετε ὅτι, ὅταν οἱ Νόμοι διατάσσωσιν ἄδικον πρᾶγμα, διότι εἶναι Νόμοι, διὰ τοῦτο ἡ αὐθαιρεσία τῶν διατάξεων αὐτῶν δύναται νὰ περικαλυφθῇ ἢ νὰ δικαιολογηθῇ; Καὶ διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς αὐξήσεως τοῦ χρέους τοῦ ὀφειλέτου διὰ τὰς τοιαύτας ὑπερημερίας, νὰ ἐφαρμοσθῶσι δὲ ἐπὶ τῶν ὑπερημεριῶν αἱ κατὰ τὴν πρὸ τοῦ εἰρημένου Νόμου ἰσχύουσαν νομοθεσίαν διατάξεις, διὰ τοῦτο ἀπωλέσθη ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἰσοζυγίου καὶ πᾶσαι αἱ ἐλπίδες ἐξέλιπον! Καὶ ἐβεβαίου τοῦτο ὁ χθὲς ἀγορεύσας, θρηνῶν ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Πῶς νὰ ἐπιτευχθῇ, κύριοι, τὸ ἰσοζύγιον, σᾶς εἶπεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας, ὅταν πλέον δὲν θέλει μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ζητουμένης τῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ, ὅταν πλέον πρόκειται νὰ ψηφοφορήσητε τὴν κατάργησιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου, ὅταν κλονίζεται τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων; Καὶ λέγουσι ταῦτα πρὸς ὑμᾶς, ὡσὰν ὑμεῖς μὴ ἐβιοῦτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ, ὡσὰν ὑμεῖς ἠγνοεῖτε ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 10,000,000, τὸ μεγαλείτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσι, μόλις ἀνῆλθεν εἰς δρ. 3,027,000, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέγραψε τὸ μὲν πρῶτον ἔτος, ἤτοι τὸ 1884, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔξοδα 1,890,000, κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸ 1885, ὅταν ἡ καθόλου ἀποτυχία τοῦ νόμου μετεδόθη ὡς πεποίθησις εἰς ἕκαστον τῶν πολιτῶν, ἀνέγραψεν ἔξοδον 890,000 δραχμῶν! Καὶ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἐπιφέρει πρόσοδον 3,000,000, ἀπαιτεῖ δαπάνην 890,000! Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι τοῦτο δυνάμει τοῦ νόμου εἰσπράττει 50 λεπτὰ δικαίωμα ἐκκοπῆς κατὰ πᾶσαν ὀκᾶν καπνοῦ, τὸ δὲ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου εἰσπραττόμενον ποσὸν ἀρκεῖ νὰ καλύψῃ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ φορολογικοῦ τούτου συστήματος. Τὸ ποσὸν λοιπὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ζητεῖ λόγῳ δικαιώματος ἐκκοπῆς καπνοῦ ἀπὸ ἕκαστον προσερχόμενον εἰς τὸ Κοπτήριον διὰ νὰ κόψῃ καπνὸν, δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ, ἀφοῦ 50 λεπτὰ εἰσπράττονται μόνον ὡς δικαίωμα ἐκκοπῆς καπνοῦ, τὸ δὲ εἰσπραττόμενον τῷ λόγῳ τούτῳ ποσὸν δύναται νὰ καλύψῃ πάντα τὰ ἔξοδα τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν παρέστη οὕτως ἀποπλανῶν τοὺς προσερχομένους νὰ κόψωσι καπνὸν, ἀφοῦ λόγῳ ἐξόδων κοπῆς καπνοῦ εἰσπράττει περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχε δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ; Καὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1884, δὲν εἶναι μόνον προϊὸν τοῦ φόρου, δὲν ἀπετελέσθησαν μόνον ἐκ τοῦ ἐπιβεβλημένου δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ περιελήφθησαν ἐν αὐτοῖς καὶ πᾶσαι αἱ ποιναὶ, αἵτινες ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι τοῦ νόμου ἐπεβλήθησαν. Καὶ ὅσοι εἴχετε καιρὸν νὰ ἀσχοληθῆτε νὰ μανθάνητε τὰ διατρέξαντα πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, ἀνέγνωτε βεβαίως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ἢ θὰ ἠκούσατε παρὰ τῶν συμπολιτῶν σας διὰ τίνων μέσων ἡ Ἀρχὴ, μέσων μὴ ἐπιτετραμμένων εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἀρχῆς πρὸς τοὺς πολίτας, ἐζήτει νὰ παγιδεύσῃ τὴν ἀγαθοπιστίαν τῶν θελόντων νὰ παραβῶσι τοὺς νόμους, διὰ πόσων μέσων ἐζήτει νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν πρὸς ἀπότισιν φόρων ἢ δικαιωμάτων, ἥτις ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἀπαιτῇ εἰσφορὰν ἀνάλογον ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται παράγουσι, δὲν ἔχει ὡς συνέπειαν τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτείνῃ τὰς ἐνεργείας του μέχρις ἐξοντώσεως τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἴτε τὴν βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσιν, εἴτε τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη ὅτι εἶναι πληρωτέον. Καὶ εἶδε ματαιουμένην πλέον τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰσοζυγίου, διότι ἡμεῖς ἐπροτείναμεν ἀντὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου ἄλλο σύστημα, τοῦ ὁποίου προβλέπει ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀποτυχίαν, ἀφοῦ προέβλεψε καὶ ἐπείσθη περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συστήματος! Δὲν γνωρίζω ἐὰν μέλλῃ νὰ ἀποτύχῃ ἢ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Οὐδὲν σύστημα φορολογικὸν δύναταί τις νὰ προβάλλῃ μετὰ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅταν καλῆται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ γεγονότων συντελεσμένων. Πᾶν φορολογικὸν σύστημα περιέχει ἀτελείας· ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον νὰ περιέχῃ ἀτελείας εἰς τὰς λεπτομερείας, οὐδ’ ἠξιώσαμεν ποτὲ ἡμεῖς, ὁμιλοῦντες εἴτε πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, εἴτε πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅτι εἴμεθα ἀλάθητοι. Διὰ τοῦτο οὐχὶ μόνον δὲν ἀποκρούομεν τὰς γνώμας τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οὐχὶ μόνον δὲν τολμῶμεν νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀναξία προσοχῆς καὶ ἀναξία συζητήσεως πᾶσα γνώμη, ἥτις προβάλλεται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν δὲν εἶναι σύμφωνος μετὰ τῆς ἰδέας ὑμῶν, ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ παράσχωσιν ἑκάστοτε τὰ φῶτα αὑτῶν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν, καὶ ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ τροποποιήσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν, ἂν ἡ συζήτησις ἤθελεν ἀποδείξει ὀρθοτέρας ἢ πληρεστέρας τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω ὑμῖν, κύριοι, ὅτι οὐδὲν φορολογικὸν σύστημα δύναται νὰ θεωρηθῇ πλῆρες καὶ τέλειον, δὲν εἶναι ἰδιόῤῥυθμος γνώμη ἐμοῦ, εἶναι γνώμη πάντων τῶν ἀνδρῶν, ὅσοι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν μελετῶν καὶ συγγραφῶν ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶσιν, ἵνα αἱ γνῶμαι αὐτῶν εἶναι ἀποδεκταὶ καὶ πιστευταὶ πανταχοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ προτεινόμενον παρ’ ἡμῶν φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ νὰ περιέχῃ ἀτελείας, τὸ ἐνδεχόμενον τοῦτο τὸ ἀντιτάσσομεν ἀπέναντι τοῦ βεβαίου, τοῦ ἀναντιῤῥήτου, τοῦ ὑπὸ τῶν πραγμάτων τρανῶς διαπιστευθέντος, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων φορολογικὸν σύστημα τοῦ καπνοῦ ἦτο τερατολόγημα, τὸ ὁποῖον ἡ πρὸς τοὺς νεωτερισμοὺς τάσις τοῦ χθὲς προαγορεύσαντος ἔπεισεν αὐτὸν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῇ, παρ’ ἄλλου διασκεφθὲν καὶ ἐξυφανθέν. Γνωστὸν ποῖος ἐφεῦρεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτοῦ καὶ ποῖος ἐξύφανε τὸ σχέδιον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ κατὰ τὴν ἐκκοπὴν, καὶ ὑπὸ τίνων ἀφορμῶν προκληθεὶς ἐπενόησε τὴν τοιαύτην φορολογίαν. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δὲν περιορίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας ἐκείνων, οἵτινες ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἐμπορίαν, εἴτε τὴν ἐν μεγάλῳ ποσῷ, εἴτε τὴν λιανικὴν τοῦ καπνοῦ, δὲν καταθλίβουσί τινα, ἀνακουφίζουσι δὲ ἰδίως τὴν παραγωγὴν, τῆς ὁποίας τὰ προϊόντα δὲν θέλουσι πλέον βαρύνεσθαι διὰ φόρου καταναλώσεως τοσοῦτον μεγάλου. Καὶ ὄντως, εἰς δύο μόνον δραχμὰς προσδιωρίσαμεν καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὸν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ φόρον, οὐδὲ ὑποβάλλομεν τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας δαπάνας, αἵτινες πλὴν τῆς πληρωμῆς τῶν τριῶν δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ τῶν 50 λεπτῶν ὡς δικαιώματος κοπῆς, καὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ταινιῶν τοῦ χαρτοσήμου, εἰς τὰς ἐκτάκτους, λέγω, ἐκείνας δαπάνας, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι τὴν ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ νῦν· διότι κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα οἱ καπνέμποροι ὀφείλουσι νὰ ἀποστέλλωσιν εἰς τὰ Κοπτήρια, ἵνα ἐπιτηρῶσι κατὰ τὴν κοπὴν, νὰ διασκευάζωσι καὶ παραλαμβάνωσι τὸν καπνὸν ὑπαλλήλους ἢ ὑπηρέτας, ὧν οἱ μισθοὶ, δαπάναι ἔκτακτοι ἕνεκα τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας, προστίθενται εἰς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ καπνοῦ· οὐδὲ δύνασθε, κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὅσον οἱ ἔμμεσοι φόροι καθιστῶσιν ἀκριβωτέραν τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις δὲν προβαίνει ἀναλόγως, ὑφίσταται περιορισμοὺς, οἱ δὲ περιορισμοὶ τῆς καταναλώσεως ἐπηρεάζουσι πάντοτε τὸν παραγωγόν. Μοὶ ἐφάνη ὅμως παράδοξον, ὅταν ὁ χθὲς ἀγορεύσας δὲν περιωρίσθη μόνον νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις, δὲν ἠρκέσθη νὰ ἑρμηνεύσῃ μόνον τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ τὰς προτάσεις ἡμῶν καὶ νὰ ἀποκαλύψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κρύπτομεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν, παριστῶν ἡμᾶς ἀποπλανῶντας σήμερον τὴν Βουλήν. Πιστεύετε, σᾶς εἶπε, τοὺς Ὑπουργοὺς, ὅτι θέλουσι καταργήσει πράγματι τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου; Ἂν εἶχον ἀπόφασιν νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ, ἤθελον προτείνει Νόμον, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγγέλλῃ ἀμέσως τὴν κατάργησιν· ἀλλὰ σᾶς προτείνουσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ, ὅταν ἐγκρίνωσι τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Σᾶς πλανῶσι, σᾶς εἶπε, διότι δὲν θέλουσι προβῆ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Ταῦτα ἔλεγε χθὲς, ἑρμηνεύων, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ, τοὺς διαλογισμοὺς ἡμῶν. Οὐ μόνον δὲ διηρμήνευεν, ἀλλὰ καὶ ὕβριζεν ἡμᾶς, ὡς πλανῶντας τὸ Κοινοβούλιον, ὡς προβάλλοντας εἰς αὐτὸ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου, καθ’ ὃν χρόνον εἴχομεν γνώμην νὰ μὴ καταργήσωμεν αὐτό. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πολιτικοὶ ἄνδρες, εἰθισμένοι νὰ ἀπατῶσι, νὰ ἀποπλανῶσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἐζήτησα ποτὲ τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ, ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πολλοί, οἵτινες ἤθελον ζηλεύσει τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν κατάλογον ἐκείνων, οἵτινες συνείθισαν νὰ ἀποπλανῶσιν, εἴτε τὸν λαὸν, εἴτε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, διότι αὕτη ἤθελε φέρει ζημίαν ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Εὕρομεν τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου πλήρεις σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον, ἂν κατηργεῖτο ἀμέσως τὸ μονοπώλιον, οὐδεὶς ἤθελεν ἀγοράσει· ἑπομένως οὐ μόνον δὲν ἠθέλομεν πορισθῆ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ προσπορισθῶσιν ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, τοῦ ὄντος πράγματι ἐλεεινῆς ποιότητος, ἀλλὰ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν οὐδὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον διὰ νὰ ἀγοράσῃ αὐτό. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Δημοσίου εἰσὶ πλήρεις πυρείων. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς συμβάσεις τινὲς, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἐπιβάλλωσιν ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Δημόσιον· ἔχομεν δὲ καθῆκον τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ ἀπογυμνῶμεν ἀπὸ τῆς στοργῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εὐθὺς δὲ ὡς διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει, ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ περὶ καταργήσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν πυρείων νομοσχέδια, δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτοῦ ὑπαρχόντων ἐναποταμιευμάτων, τὰ μονοπώλια θέλουσι καταργηθῆ. Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς μὴ λέγοντας τὴν ἀλήθειαν νὰ παριστῶσι πάντας τοὺς ἄλλους ψευδομένους· ἀλλ’ οἱ λέγοντες τὴν ἀλήθειαν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καθιστῶσι δυσπίστους τοὺς ἀκροωμένους τοιούτων δυσφημιῶν, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμῶν διαδίδουσιν οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες. Ἐθρήνησαν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θέλει στερηθῆ ὁτὲ μὲν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, κατόπιν δὲ, τοῦ χρόνου προϊόντος, καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ λησμονοῦσιν ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἡ μετὰ πάσης αὐστηρότητος βεβαιωθεῖσα, δὲν ὑπερέβη τὰς 800 χιλ. δραχμῶν. Εἶπον δὲ ἀκαθάριστον τὴν πρόσοδον, διότι ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου ποσοῦ ἀποζημιούμεθα καὶ διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν, ὅταν ἠγοράσαμεν αὐτὸ, καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου, καὶ διὰ τὴν πληθὺν τῶν μικρῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθιστῶσιν ἀναποφεύκτους τὰ τοιούτου εἴδους νομοθετήματα. Ἦσαν ἀνυπόμονοι νὰ ἐπικρίνωσι καὶ νὰ μεμφθῶσιν, οὐδ’ ἐπερίμεναν νὰ τυπωθῇ κἄν τὸ νομοσχέδιον καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προτείνεται συγχρόνως εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σιγαροχάρτου, καὶ ὅτι ἐκ τῆς εἰσπράξεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους θέλει ἐξασφαλισθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης πρόσοδος σχεδὸν ἴση πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ εἰσπράξωσι διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐπινοηθέντος παρ’ αὐτῶν τοιούτου μονοπωλίου. Καὶ πῶς νομίζετε, κύριοι, ἐλειτούργει τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου; Οἱ ἐρευνῶντες τὰ περὶ τούτου εἶναι ἠναγκασμένοι ν’ ἀποδέχωνται ὑποθετικούς τινας ἀριθμοὺς ὡς βάσεις τῶν ὑπολογισμῶν των. Ἂν ἤθελέ τις ἀποδεχθῇ ὡς καταναλισκόμενον ἐν τῷ Κράτει ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων ὀκάδων καπνοῦ—ἐπειδὴ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ καπνὸς οὗτος καταναλισκόμενος καπνίζεται διὰ σιγαροχάρτου—ὤφειλε νὰ ἀποδεχθῇ ὅτι ἤθελεν εἰσπράττεσθαι τὸ πενταπλάσιον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη. Διέφυγον λοιπὸν τὸ μονοπώλιον τὰ ⅘ τοῦ καταναλισκομένου σιγαροχάρτου, καὶ διέφυγον τὰ ⅘ τῆς φορολογησίμου ὕλης ἐπὶ σκανδάλῳ κοινῷ, καὶ ἐπὶ ἀνισότητι τῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν. Ἴσως εἶναι ἀνάξιον λόγου νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου μονοπωλίου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ἐπροτείναμεν, τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων. Εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς προβαλόντας τὸ μονοπώλιον τοῦτο καὶ συστήσαντας τὴν νομοθέτησιν αὐτοῦ, εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ θρηνῶσι διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἀφοῦ δὲν ἐδίστασαν ν’ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὀλιγώτερον θάῤῥος νὰ διαδηλῶσι τοὺς θρήνους των, διότι ὤφειλον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τοῦ μονοπωλίου κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας, καθ’ οὓς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσι πλέον τῶν 20 χιλ. δραχμῶν. Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ ἐκτραπῶ τοῦ προκειμένου. Πάντα ὅσα εἶπον περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν προχθές, ἐλέχθησαν ἐν οὐ δέοντι, ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς παρεκτροπὴν καὶ κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἀλλὰ μὲ παρέσυρεν ἡ ὑπὸ ἄλλων διαπραχθεῖσα κατάχρησις. Δὲν ἦτο καιρὸς ν’ ἀκούσητέ τι οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων· ὠφείλαμεν ν’ ἀφήσωμεν ὑμᾶς νὰ τὰ ἀναγνώσητε, νὰ τὰ μελετήσητε καὶ τὰ βασανίσητε ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς, καὶ ἠδυνάμεθα ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ὅταν ἤθελον προταθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ ἔσπευσαν, ὡς συνειθίζουσι πάντοτε, νὰ ὑφαρπάζωσι τὰς ἐντυπώσεις τοῦ πλήθους, ἔσπευσαν νὰ προδιαθέσωσι τοὺς ἀκούοντας ἐν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, λέγοντες ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἔπλασαν καὶ προβάλλοντες ὅσα ἂν εἶχον ἐν τῇ γλώσσῃ ἐπιχειρήματα. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ μὴ ἀφήσω τὰ διαλεκτικὰ ταῦτα μηχανήματα νὰ παραγάγωσι τοὺς καρποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτῶν. Ἔχουσι δίκαιον νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοιαύτης τακτικῆς, διότι ἡ τακτικὴ αὕτη ἀπέβη πρὸς αὐτοὺς τὰ μάλα ὠφέλιμος καὶ λυσιτελής. Δι’ αὐτῆς τῆς τακτικῆς ἠδυνήθησαν νὰ σύρωσιν ὄπισθεν αὐτῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ κρατύνωσιν ἐν αὐτῷ τοιαύτας περὶ αὐτῶν γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πλανηθέντες ἤθελον φωτισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας· καὶ, ἂν εἶχον ἰδιόῤῥυθμον ἐπιμονὴν νὰ ἐμμένωσιν ἐν τῇ πλάνῃ των, ἦτο ἀναποφεύκτως ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθωσι τὰ πράγματα διὰ ν’ ἀποκαλύψωσι τοὺς πλανῶντας καὶ νὰ φωτίσωσι τοὺς πλανηθέντας. Ἂν πρόκηται, κύριοι, περὶ ζητημάτων ἀφῃρημένων, περὶ θεωριῶν πολιτικῶν, περὶ δογμάτων ἐπιστήμης, δυσκολώτερον ἀποκαλύπτονται οἱ πλανῶντες καὶ μακρότερον χρόνον μένουσιν ἐν τῇ πλάνῃ οἱ πλανηθέντες. Δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παριστῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἄλλοτε μὲν ὡς ζητοῦντας τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἄλλοτε ὡς ἐργαζομένους διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας, ἄλλοτε ὡς κεκηρυγμένους πολεμίους τῆς συναλλαγῆς, ἄλλοτε ὡς ἀδεκάστους ἐπιτιμητὰς τῆς καταχρήσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων. Οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι ἐκδηλοῦσι γνώμας, τὰς ὁποίας ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἔχομεν, τῶν ὁποίων ὅμως δυσκόλως δύναται ν’ ἀποκαλυφθῇ καὶ βεβαιωθῇ ἡ εἰλικρίνεια ἢ ἡ μὴ εἰλικρίνεια, ἡ ἀλήθεια ἢ ἡ μὴ ἀλήθεια αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν εἶνε τοιαῦτα. Ἐάν τις πλανᾶται περὶ τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, ἢ ἐὰν δὲν πλανᾶται, ἀλλὰ θέλει νὰ πλανήσῃ τοὺς ἄλλους, καὶ πλανᾷ τοὺς ἄλλους, ἡ πλάνη αὕτη δὲν διαρκεῖ· τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων ἐπέρχονται ῥαγδαῖα, καὶ ταῦτα πλέον διαλαλοῦσιν ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἀντιλέγοντος. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ μέτρων κανονιζόντων τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας, ἕκαστος τῶν πολιτῶν θέλει, ἐν ὥρᾳ δοθείσῃ, αἰσθανθῆ εἰς τὴν ῥάχιν του τὴν πλημμέλειαν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, καὶ ἕκαστος τῶν πολιτῶν θέλει κραυγάσει, πρὶν ἢ συμβουλεύσητε εἰς αὐτὸν νὰ κραυγάσῃ. Τί ἄλλο, κύριοι, συνετελέσθη πρὸ δύο μηνῶν ἢ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον; Πῶς ἐν πάσαις ταῖς Ἐπαρχίαις μεγάλαι πλειονοψηφίαι ἠγέρθησαν, ἀποδοκιμάζουσαι ἐκείνους, οἵτινες ὑπεστήριζον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐνισχύουσαι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλουν γνώμην πολεμίαν τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοζε; Πότε ἄλλοτε συνέβη ὅ,τι συνέβη κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, ὅτε χιλιάδες λαοῦ συνήρχοντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ, μίαν ἐκδηλοῦσαι γνώμην, τὴν γνώμην ὅτι ἐπλανήθησαν; Καὶ δὲν ἐστερήθησαν τοῦ θάῤῥους των μετὰ τοιαύτην πάνδημον ἀπόνευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἐστερήθησαν τοῦ θάῤῥους των ὁμιλοῦντες πρὸς τοὺς χθὲς παρ’ αὐτοῦ ἀποσταλέντας εἰς τὸ Κοινοβούλιον Ἀντιπροσώπους καὶ ἰσχυριζόμενοι ὅτι δὲν ἦσαν αὐτοὶ οἱ πλανήσαντες τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπλανήθη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες κατεδείκνυον τὰς πλημμελείας τῶν οἰκονομικῶν μέτρων των καὶ ἐζήτουν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀποτρέψωσιν αὐτὰς ἀπ’ αὐτῶν. Ὅταν ἔσυρον ὄπισθεν αὐτῶν τὴν ὀγκώδη ἐκείνην πλειονοψηφίαν, ἥτις ἀνήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ ὑπεστήριξεν αὐτοὺς ἐπὶ τριετίαν, ὅτε ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ ἀναστείλωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς ἣν εἶχον ὀλισθήσει, μᾶς ἔλεγον: ἰδοὺ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, σᾶς ἀποδοκιμάζει, σιγᾶτε. Ὅταν εἶδον, ὅτι τὰ πράγματα ἐπῆλθον καὶ ἠνάγκασαν πλέον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην νὰ κλονίζηται, καὶ εἶδον μεθισταμένους ἐκ ταύτης εἰς τὰ τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πολλοὺς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν συντρόφων, καὶ διεγίνωσκον, ὅτι ἐμειοῦτο ὁσημέραι ἡ πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρίστων ὅτι πάντα ἐκεῖνα τὰ γεγονότα ἦσαν τεχνηταὶ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ταπεινὰ συμφέροντα παρασκευάζουσιν. Ὅταν δ’ εἶδον ὅτι ἐξέφυγε τέλος πάντων, ὅτι διέῤῥευσεν ἀπὸ τῶν ἰδίων αὐτῶν χειρῶν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς αὐτοὺς, καὶ διέῤῥευσεν οὐχὶ ἰδιοῤῥύθμως, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰσχυρᾶς δράσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐνήσκει τὸ Δημόσιον φρόνημα, τότε ἐζήτησαν νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ψῆφον αὐτοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξησφάλισαν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐκλογικῶν πράξεων εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν χεῖρας. Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο, οὐδὲ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθησαν τὴν τελευταίαν ταύτην ἐκδήλωσιν τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἔσωσεν αὐτοὺς τὴν 7 Ἀπριλίου. Ἂν πλανῶνται οἱ λαοὶ, γνωρίζουσιν ὅμως νὰ διδάσκωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποπλανῶσιν αὐτούς· διδακτικώτατον δὲ δίδουσι μάθημα εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πάντας, ἵνα προτιμῶσι ποίαν πρέπει νὰ μετέλθωσι πολιτείαν, τὴν πολιτείαν τῆς ἀγυρτίας καὶ τοῦ ψεύδους, ἢ τὴν πολιτείαν τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας (εὖγε, εὖγε). Ὁ χθὲς ἀγορεύσας, κύριοι, προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέγνων εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν. Δὲν ἦτο 5,300,000 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, σᾶς ἔλεγεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας, διότι πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ τότε θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα συνίσταται μόνον ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων. Πῶς, μᾶς ἔλεγον, ἐσυγχύσατε τὰς ἐκτάκτους μὲ τὰς τακτικὰς πιστώσεις; Καὶ μᾶς ἔλεγον ταῦτα μετ’ ἀποστροφῆς ἐκδηλούσης τὴν ἀγανάκτησιν. Χθὲς ἠρώτησεν ἡμᾶς: ἀφοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ἀνεγράψατε μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁποίων ἐλήφθησαν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις καὶ ἐνετάλησαν αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ, πῶς συνεχωνεύσατε τὰς τακτικὰς πιστώσεις μὲ τὰς ἐκτάκτους καὶ παρεστήσατε τὸ ἄθροισμα αὐτῶν ὡς ἔλλειμμα; Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐγνώριζεν ὅτι τοιαῦτά τινα ἔμελλε νὰ εἴπῃ διὰ νὰ ἔχῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 πρόχειρον καὶ νὰ ἴδῃ ἐν αὐτῷ ἂν εἶχον ἐγγραφῆ πιστώσεις διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πιστεύσῃ τις ἰσχυρισμὸν τοιοῦτον αὐτοῦ, μετὰ τοσούτου στόμφου λεγόμενον; Τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων ἐνομοθετήθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1882, καθ’ ὅλον δὲ τὸ 1882 δὲν ἐπραγματοποιήθη, οὐδὲ περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1882 ποσὸν διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια αὐτοῦ. Μόνον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 περιελήφθησαν 387,000 δραχ. διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο οὐδὲ κατὰ τὸ 1883 ἐπραγματοποιήθη, καὶ συνεχωνεύθη μετὰ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔκτακτοι δὲ πιστώσεις ἐχορηγήθησαν ἐπὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διὰ νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, διότι πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατηναλώθησαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ὅπως καλύψωσιν ἐλλείμματα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δύω παρελθόντων ἐτῶν. Τί συγχύζετε τὴν λογιστικὴν τάξιν μὲ τὰ χονδροειδῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἀταξίαν σας; Ποῖον ἄλλο χονδροειδέστατον ἀποτέλεσμα ἐζητεῖτε ἢ προσεδοκᾶτε νὰ παραχθῇ ἐξ οἰκονομικῆς ἀταξίας παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τοῦ Νόμου περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καταστροφῆς διαπραχθείσης ὑφ’ ὑμῶν αὐτῶν τῶν συντακτῶν τοῦ Νόμου; Ἐπὶ τίνων κεφαλαίων ἐλαμβάνετε ἐκτάκτως πιστώσεις καὶ ἐνετέλλεσθε πληρωμάς; Καὶ ἀμφισβητοῦσι τὸ ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων! Πῶς τολμῶσι νὰ ἀμφισβητῶσι τὸ ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων, ἀφοῦ γνωρίζει ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, πολλῷ μᾶλλον γνωρίζουσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἐδαπανήθησαν τὰ ἔσοδα ὅλου τοῦ 1882, ἐδαπανήθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, ἐδαπανήθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1884, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν 1882, 1883 καὶ 1884, καὶ ὅτι ἐγένετο ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσι 19 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου; Δὲν εἶναι ἔλλειμμα ἡ δαπάνη τῶν 19 ἑκατομμυρίων; Ὅταν ἐγένετο ἀνάγκη νὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰ 8 ἑκατομμύρια, τὰ εἰσπραχθέντα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, δὲν εἶναι ἔλλειμμα τὰ 8 ἑκατομμύρια; Ὅταν ἐδέησε νὰ μὴ πληρωθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, δὲν εἶναι τοῦτο ἔλλειμμα ὡσαύτως; Ὅταν ἐδέησε νὰ δαπανηθῶσιν ὅσα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας δι’ ἀνάγκας ἄλλας πλὴν τῆς ὁδοποιΐας, δὲν πρέπει καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα; Ὅταν ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς κοινὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ εἰσακτέα εἰς τὰ Λιμενικὰ ταμεῖα, αὐταὶ αἱ παρακαταθῆκαι, τὰ ποσὰ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἔλλειμμα; Ἀθροίσατε τὰ ποσὰ διὰ νὰ εὕρητε ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν ἐτῶν. Ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα διὰ μόνον τῶν ἐσόδων αὐτὸς ἔχει ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμά του δὲ εἶναι τοσοῦτον, ὅσα εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πλέον τῶν ἐσόδων ἐδαπάνησεν εἰς ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τί ζητεῖτε μὲ τὰς λογιστικὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν διὰ νὰ ἀποκαταστήσωσι τάξιν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ; Τί ζητεῖτε νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἀταξίαν; Αἱ λογιστικαὶ διακρίσεις εἰς τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις δὲν ἀνεγράφησαν διὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἀταξίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τάξιν. Ἀναγκάζομαι ἀμυνόμενος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν μέρος μόνον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω. Ἂν ὄχι ἐνδεχόμενον, πιθανώτατον ὅμως ἤθελεν εἶσθαι, ἂν δὲν μὲ ἐπεβάρυνεν ἡ ἐπιβληθεῖσά μοι ἐπίσημος ἰδιότης, τὴν ὁποίαν φέρω σήμερον, νὰ ἔλεγον ἄλλα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐτήρουν ἄλλην πρὸς αὐτὴν γλῶσσαν. Παρασκευάζουσι καὶ παρέχουσι διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν πλημμελειῶν ἄτοπα, ζητοῦσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ παρήγαγον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετῆλθον πάντοτε. Μήπως κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅταν πρὸς ἄλλους ἀντηγωνίζοντο, ἐκλιπόντας ἤδη τοῦ κόσμου τούτου, δὲν παρεσκεύαζον καὶ δὲν παρήγαγον ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὕστερον αὐτοὶ οὗτοι δὲν ἐδίστασαν νὰ καταλογίσωσιν εἰς βάρος ἐκείνων; Δὲν γνωρίζω ἂν δὲν φέρωσιν εὐθύνην ἐπὶ τῇ παρασκευῇ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1880· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλω ἰδιότητα ἀπὸ πολιτευομένου εἰς ἱστορικὸν, ὄχι μόνον δὲν ἤθελον ἀπαλλάξει αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τοῦ 1880, ἀλλ’ ἤθελον ἐπιβαρύνει πρὸ πάντων τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα ὡς παρασκευαστὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐκείνου κακοῦ. Ὑπῆρχε δικαιολογία, καὶ εὔκολον εἶναί τις νὰ ἐξυφαίνῃ δικαιολογίαν, τὴν δικαιολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπρόβαλαν, ἐξυφάναντες τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον εἰς τὸν Τόπον. Τέλος πάντων παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη ἡ πολιτική, ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ περιέλθωμεν εἰς τὸν ὁμαλὸν βίον, νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς ὑποθέσεις μας, νὰ ἴδωμεν ποῦ περιήχθημεν καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπαναγάγωμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον εἰς ὁμαλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ποῖα μέτρα ἔλαβον πρὶν ἢ ἀναγκασθῶσι νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ποῖα μέτρα ἔλαβον διὰ νὰ μειώσωσι τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; ἔλαβον ἀντίθετα τούτου μέτρα, ῥίψαντες εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὸ ὑπολειπόμενον ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ Τραπέζῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καὶ ῥίψαντες αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν, ηὔξησαν τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· αὐξήσαντες δὲ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν γραμματίων, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῶσιν, ἵνα παρασκευάσωσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐζημίωσαν καὶ τὸ Δημόσιον. Ἔλαβον μέτρον νὰ λάβωσι δάνειον ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας, ῥίψαντες νέον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν κυκλοφορίαν. Οὕτως ἀνεβίβασαν ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἶναι ἥκιστα ἀναγκαῖον νὰ λέγωσι σήμερον, ὅτι ταῦτα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 100,000,000 ὅπως οὐχὶ ἀκριβῶς σᾶς εἶπον χθές. Ἀνεβιβάσθησαν μέχρις 103,000,000, ἀλλ’ ἀνεβιβάσθησαν ὑπ’ αὐτῶν διὰ τῶν μνημονευθέντων ἀφρόνων μέτρων των. Οὗτος ἦτο ὁ ἀνώτερος ἀριθμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν. Ἡμεῖς δὲν ἐνεκαλέσαμεν αὐτοὺς τότε, οὐδὲ νῦν κατεκρίναμεν αὐτοὺς ἐπὶ τούτῳ, ἀλλ’ ἐδώκαμεν ἁπλᾶς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὠφείλαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Τί ἤθελον χθὲς νὰ ἀναμίξωσι τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὰς οὐχὶ εἰλικρινῶς διὰ νὰ παρασταθῶσιν αὐτοὶ ὡς ὀρθολογοῦντες καὶ ὀρθολογιζόμενοι! Ἡμεῖς ἐσυμβουλεύομεν αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιτείνωσι διὰ τῆς πολιτείας αὑτῶν τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ δὲν μᾶς ἤκουον, καὶ ἐπέτειναν αὐτὰ. Ὅταν ἐπετάθησαν, εἴπομεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ δὲν μᾶς ἤκουσαν, καὶ παρεσκεύασαν ἀντὶ ἰσοζυγίου ἐλλείμματα. Ἦλθον καὶ ἔλαβον τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ ἠδυνήθη νὰ τοὺς χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν τέλος πάντων, διὰ νὰ πραγματοποιήσωσι—διότι ἠδοῦντο ἐὰν δὲν ἐπραγματοποίουν αὐτὴν τέλος πάντων—ἀνέτρεψαν πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν τάξιν τῆς Χώρας, καὶ περιήγαγον τοὺς διαδόχους αὐτῶν νὰ ἀναλάβωσι τὴν Διοίκησιν ἔχοντες τὰς ἑξῆς ὑποχρεώσεις· ἔλλειμμα Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 11,000,000 δραχμῶν, ὑποχρέωσιν ἀποτίσεως προκαταβολῆς 11,500,000 κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1885, ὑποχρέωσιν ἀποτίσεως 35,000,000 κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ὑποχρέωσιν ἀποτίσεως 7,500,000, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδανείσθημεν κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου χρόνον. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἄλλων χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι νῦν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀναρμόστως εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίστασαν νὰ μᾶς ἐλέγξωσιν αὐτοὶ οἱ παραδόντες ἡμῖν τοιαύτην τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προτρέψωμέν τινα νὰ μειώσῃ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Χώρας, οὐδὲ δύναμαι ἐγὼ νὰ παραστήσω ὡς ἀποθαῤῥυντικὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Ἐὰν ἤμεθα τόσον ἀποτεθαῤῥημένοι, δὲν ἠθέλαμεν ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· ἠθέλαμεν ἀφήσει ἐλεύθερον τὸ στάδιον νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὑποδείξει ἡ τότε Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὴν πᾶσαν εὐκολίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κυβερνᾷ· ἡ τοιαύτη πολιτεία ἡμῶν ἤθελε καταδεικνύει, ὅτι δὲν εἴχομεν πλέον ἐλπίδα. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐξετέθημεν εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ παρεστάθημεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, καὶ ἐπροτρέψαμεν αὐτοὺς ποίαν νὰ ποιήσωνται χρῆσιν τῆς ψήφου αὐτῶν, διότι εἴχομεν πεποίθησιν καὶ ἔχομεν ἔτι τοιαύτην, ὅτι εἶναι ἐφικτὴ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ ἀναλάβωμεν τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ ἀφιερώσωμεν ὅλας τὰς ὥρας τοῦ βίου μας διὰ νὰ συντελέσωμεν, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀσθενεῖς ἡμῶν δυνάμεις τὸ ἐπιτρέψωσιν, εἰς τὴν ἐπιζήτησιν τῆς βελτιώσεως ταύτης. Οὐδὲ διστάζομεν καὶ σήμερον ἔτι νὰ δώσωμεν τὴν βεβαίωσιν εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπαναγάγωμεν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου δυστυχῶς ἐξέπεσαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν σοφρονῶμεν, διότι πρὸ παντὸς περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖται ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἐγκράτεια. Ταῦτα, κύριοι, ὤφειλον νὰ ἀντιλέξω πρὸς ὅσα χθὲς ἐλέχθησαν. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παραλίπω ἐπεισόδιον, λαβὸν χώραν χθές, καὶ ὀφείλω νὰ μὴ τὸ παραλίπω οὐχὶ ἐκ λόγου προσωπικοῦ. Χθὲς πεποιθώς, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα μὴ ἀκριβῆ, διέκοψα αὐτόν· ἐφρόνουν δὲ καὶ ἐπειθόμην, ὅτι εἶχον δικαίωμα, διότι τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσάκις ζητοῦσι τὸν λόγον. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐπέβαλε σιωπήν, ἀπειλήσας, ὅτι θέλει ζητήσει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμέ. Ὑπῆρξεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμέ; Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀφορμή, ἡ πολιτεία τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ πολιτεία τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Πρωθυπουργὸν νὰ διαταράσσῃ τὴν τάξιν, ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ αὐτόν. Ἐὰν τοσοῦτον ὀλιγωρῶμεν τῆς τάξεως, ἀλλοίμονον εἰς τὸν Τόπον, ὅταν δώσωσι τὸ παράδειγμα τῆς ὀλιγωρίας τῆς τάξεως πρῶτοι οἱ κυβερνῶντες αὐτόν (θόρυβος). Δὲν προκαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀπειλήσαντός με διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, αὐτὸ δὲν μοὶ προσήκει· δικαιοῦμαι ὅμως νὰ προκαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἕνεκα ἐμοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμοῦ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, δὲν εἶναι ψῆφος ἀναγομένη μόνον εἰς τὴν τάξιν τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, εἶναι ψῆφος, ἥτις ἔχει ἔννοιαν εὐρυτέραν, καὶ οὐδαμῶς προσέχων εἰς τὰς ἄλλας ἐννοίας τὰς ὁποίας ψῆφος τυχὸν ἐναντία δύναται νὰ περιλαμβάνῃ, παραλείπων δὲ ταύτας ἐντελῶς, ὀφείλω, προκαλῶν ὑμᾶς νὰ ψηφοφορήσητε, νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν αὕτη, τὴν ὁποίαν προκαλῶ, θέλει διδάξει εἰς τὸ μέλλον πάντας ἡμᾶς νὰ σεβώμεθα ἀλλήλους, θέλει δὲ ἰδίως περιστείλει ἐπὶ τὸ μέλλον τοὺς θρασεῖς. (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§17ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Πρώτην φορὰν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν ἀρξαμένην Βουλευτικὴν Περίοδον· νομίζω δὲ χρέος μου νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν περιχώρων ἐπὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ καὶ τῇ τιμῇ, δι’ ὧν μὲ περιέβαλε. Ἔρχομαι οὕτως εὐθὺς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἐνασχολεῖ ἱκανὰς ἤδη ἡμέρας. Καὶ ἰδοὺ τὸ μικρὸν ἐπεισόδιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ οὗτος νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην λύπην μου. Δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ καταδεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητῇ πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, πιστοποιητικόν, ὅτι γνωρίζει νὰ φέρηται καλῶς. Ὅταν τις ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ ἡγῆται τοσούτων ἀνδρῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐν ἑαυτῷ, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει ἄλλον κριτὴν εἰς τοιαῦτα θέματα ἐκτὸς τῆς συνειδήσεώς του. Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε καταπέσει μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητικοῦ σας. Ἐνόμιζον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἀνώτερον καὶ θέλω νὰ τὸν θεωρῶ ἀνώτερον. Θὰ ἐνόουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἔστρεφε τὸ ὅπλον κατ’ ἐκείνου, ὅστις χθὲς τὸ πρωῒ βεβαίως τὸν ἐξηυτέλισεν. Ἀλλ’ ἔπρεπε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐκείνην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν σὲ διέταξε νὰ καθήσῃς ὁ ἀντίπαλός σου, ἔπρεπε νὰ μὴ δεχθῇς τὴν προσταγήν. Ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇς τοὺς λογάδας, τοὺς ὁποίους ἔχεις πλησίον σου καὶ νὰ τὸν κεραυνοβολήσῃς. Ἀλλ’ ἀφίνετε καὶ παρέρχονται τόσαι ὧραι, καὶ ἔπειτα ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐπαύριον γνωμοδότησιν περὶ τῆς διαγωγῆς σας. Ἐὰν δύναται ἐκ τῆς φωνῆς νὰ ἐξηγηθῇ τὸ ἐσωτερικὸν νόημα, τὸ ὁποῖον κρύπτει ὁ λόγος, ὅταν τὸ συμφέρον ὁδηγῇ εἰς τὴν ἀπόκρυψιν, ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι εἶχε τοὺς τόνους παραπονουμένου ἀνθρώπου. Ἡ φωνὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶχε τὴν στερεότητα ἐκείνου, ὅστις ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι ἄλλων ἐν τῇ Ἐθνικῇ ταύτῃ Αἰθούσῃ. Πρέπει βεβαίως πολλὰ νὰ ὑπέστη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν δὲν ἤμην ἐδῶ, ὅπως ἐνθυμῆται ἀκόμη τόσον ζωηρῶς τὰς ἀλγηδόνας τῶν βασάνων του. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πῶς ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὴν μειοψηφίαν καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου δι’ ὅλης τῆς παραλλαγῆς αὐτῶν. Αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐνεστῶτος πρακτικήν. Ὁ πολιτικός, ἐὰν ἔχω σαφῆ ἰδέαν τοῦ ὑποκειμένου τούτου, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸς ἀνήρ. Τὰ διαβήματα αὐτοῦ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ ἀποδεικνύουν. Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν κατηναλώθησαν τρεῖς ἡμέραι, διὰ ποῖον ἀποτέλεσμα γίνεται; ὅμως εἶναι ἔργον ἰδικόν σας, κ. Πρωθυπουργέ. Ἠδύνασθε νὰ εἰσαγάγητε τὸν Προϋπολογισμόν, ἠδύνασθε νὰ προτείνητε τὴν εἰσαγωγὴν διαφόρων μέτρων, ἀλλ’ ἦτο περιττὸν νὰ θέσητε τὸν δάκτυλον εἰς τὴν πληγὴν τῶν ἡττηθέντων καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ ἀμυνθοῦν καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν. Εἴπατε ὅτι ἀμύνεσθε σεῖς. Καὶ πῶς! Δὲν ἐνικήσατε ἀκόμη; (θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ γίνῃ μία ἐξήγησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δὲν ζητῶ ἐπικουρίαν ἀπὸ κανένα. Δὲν νομίζω, ὅτι κανεὶς ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, μέγας ἢ μικρὸς, δύναται νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν ἐναντίον μου· καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς οὔτε εἰς ἐκεῖνο τὸ θεωρεῖον, τὸ ὁποῖον στιγμιαίως ἐταράχθη, οὔτε εἰς τὸ ἄλλο, οὔτε εἰς τὸ τρίτον, ὅστις νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην ἢ τὴν σκληρότητα νὰ δυσκολεύσῃ τὸ ἔργον μου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι ἐγὼ δὲν ἐργάζομαι εἰμὴ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μόνου τοῦ λαοῦ. Δὲν ἀγωνίζομαι ἐδῶ διὰ Ὑπουργοὺς παρόντας ἢ μέλλοντας. Ἴσως ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἐργασθῶ εἰς τὴν πεπατημένην ὁδὸν τῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ δὲν καταδέχομαι. Ἴσως εἶναι λᾶθος πολιτικὸν τοῦτο, εἶναι ὅμως ἁμαρτία ἐξομολογουμένη, καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἐννοῶ πῶς ἠγέρθη ἡ προκειμένη συζήτησις, διότι συζήτησις ἐν Κοινοβουλίῳ σεβομένῳ ἑαυτὸ, μὴ ἀπολήγουσα εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι συζήτησις ματαία. Καὶ ἐσκέφθην πολὺ ἂν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοιαύτης συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεκοινώθησαν διάφοροι ἰδέαι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ὁπωσδήποτε, μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ χρέος νὰ διατυπώσω ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἰδέαι, αἵτινες ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζήσωσι. Δὲν εἶσθε σεῖς μόνοι οἱ ἐντεῦθεν, οὔτε σεῖς οἱ ἐκεῖθεν. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀποτελοῦν ἰδιαιτέραν ἐνεργείας γραμμήν.

§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι;

§19ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε πόσοι; Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θέλετε μάθει, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῶν μετρημάτων. Νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἀμέτρητοι· σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι τὸ ἐπίπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστασθε, δὲν εἶναι στερεόν. Διατί θορυβεῖσθε; Δύναμαι νὰ σᾶς κατατάξω εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἶσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ πέριξ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ πρωθυπουργικὴ δηλαδὴ αὐλή του. Πλησίον ὑμῶν εἶναι ἄλλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ὀργανώσωσι μίαν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Τόπῳ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλοὶ, οἵτινες, πολιτευόμενοι ἐν μέτρῳ καὶ συνέσει, ἀπέχουσιν ἀπὸ τοιαύτην ἁμαρτωλὴν περιφέρειαν. Διακόψατέ με καὶ τώρα, κύριοι, τῆς πρωθυπουργικῆς αὐλῆς (θόρυβος). Εἶπε κατὰ τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἀγωνίζεται περὶ Ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ ἐννοῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν πρόγραμμα. Ἠθέλησε διὰ τῆς ἰδέας ταύτης νὰ δικαιολογήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Σᾶς εἶπεν ὅτι, ὅστις δὲν θέλει Ἐθνικὴν πολιτικὴν, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν του. Ἡ Ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέδειξε, περιλαμβάνει ἰδίως τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, αἵτινες τότε μόνον ἔχουν λόγον ὑπάρξεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἀμέσου, σᾶς εἶπε, μετ’ ὀλίγον χρόνον ἐνεργείας. Ἐὰν ἐντὸς δεκαετίας δὲν πρόκειται περὶ συγκρούσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ Ἐθνικὴ πολιτικὴ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν εἶναι κἄτι χειρότερον παρὰ λᾶθος. Τὸ κύριον τῆς Ἐθνικῆς ταύτης πολιτικῆς εἶναι ὁ στρατολογικὸς νόμος, τοῦ ὁποίου τὸν ὀργανισμὸν μετεφυτεύσαμεν ἐκ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης εἰς τὴν ἡμετέραν Χώραν, λησμονοῦντες ὅτι αὐτὸς εἶναι κατάλληλος διὰ πλουσίους λαοὺς καὶ ἀνώτερος τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ φέρῃ ἐκείνας μόνον τὰς πολεμικὰς παρασκευὰς, τῶν ὁποίων τὰ στοιχεῖα ἀντλεῖ ἐκ τῆς ἱστορίας της καὶ τῆς φυλετικῆς ἐξελίξεώς της. Μὴ ζητεῖτε πολεμικὰς παρασκευὰς, μὴ συναρμοζομένας πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας. Φοβήθητε μὴ, θέλοντες νὰ ὀργανίσητε στρατιωτικῶς κατὰ ξένην ἔννοιαν τὸν ἡμέτερον Τόπον, ἀποῤῥοφήσητε τὴν ἰκμάδα αὐτοῦ πολὺ πρὶν ἢ φθάσητε εἰς τὸν σκοπόν. Θὰ ἐνόουν τὴν συγκρότησιν ἑνὸς παγίου στρατοπέδου ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ μονοετοῦς θητείας ἐκ δέκα χιλιάδων ἀνδρῶν. Θὰ ἐνόουν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς κατὰ πάντα δῆμον ἐν κανονικῇ καὶ ἀδιαλείπτῳ λειτουργίᾳ, ὅπως τόσον πανηγυρικῶς ὥρισε τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἐνόουν τοιοῦτον ὁπλοστάσιον τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἐπικρατείας. Ἰδοὺ μία εὐθηνὴ πολιτικὴ, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ ὅλων τῶν προηγουμένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Διατί δὲν τὴν μελετᾶτε καὶ δὲν τὴν ἐφαρμόζετε; Μεταβαίνω εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πάνυ εὐλόγως περιλαμβάνονται τὰ δημόσια ἔργα. Τὰ ἐπὶ τῇ πολιτικῇ ταύτῃ δάνεια ἄγουσιν εἰς τὸν πλοῦτον καὶ τὸν πολιτισμόν. Δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τρομάζουν τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Αἱ Ἀγγλικαὶ ἀποικίαι τῆς Αὐστραλίας, ἔχουσαι πληθυσμὸν δύο ἑκατομμύρια ἀνθρώπων, ὅσον δηλαδὴ καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἐδανείσθησαν δι’ ἐπιχειρήσεις δημοσίων ἔργων δύο δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομικῆς ταύτης πολιτικῆς, ἥτις καταπτοεῖ τοὺς περὶ τοῦ μέλλοντος σκεπτομένους ἀνθρώπους· διότι συνέβη παρ’ ἡμῖν ὥστε καὶ ἡ ἰδέα αὕτη νὰ καταπέσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἐξωμοιώθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἀσώτους υἱοὺς τῶν εὐπόρων οἰκογενειῶν, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν δανείων καλλιεργοῦν οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τοὺς ἀνθρώπους· ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ Χρήματα τῶν Δημοσίων ἔργων εἰς καταβόθραν, τῆς ὁποίας αἱ λεπτομέρειαι θέλουν ἐνασχολήσει βεβαίως τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἀνήκει τὸ θέμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν δικβεβαιώσω, ὅτι ἐντελῶς ἥμαρτεν. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνεργεῖται εἰς ἐκείνας μόνον τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Ἐπικρατειῶν εἶναι ἢ τετελεσμένον ἢ ἐγγὺς νὰ τελεσθῇ. Κοινὸν εἶναι δόγμα ὅλων τῶν συγγραφέων τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅτι ὅταν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐπὶ θύραις καὶ ὅταν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος σχεδὸν δὲν ὑπάρχει, τότε ὁ καλὸς διοικητὴς αἴρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ ὁποία εἶναι διαρκὴς κίνδυνος. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν προεργασία, ἀπαιτεῖται μία ἐπίκαιρος στιγμή, καὶ σεῖς ἐνομίσατε, κύριε πρώην Πρωθυπουργέ, ὅτι τὰ πάντα ἐνεργοῦνται διὰ Διαταγμάτων! Εἴπατε χθὲς, ὅτι περὶ ἰσοζυγίου Προϋπολογισμοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχον καταπέσει ἐλεεινῶς· ἐβλέπατε τὴν κοινωνικὴν καχεξίαν, ὡς τὴν ὠνόμασάν τινες, ἀλλ’ οἰκονομικὴν κρίσιν ὡς πράγματι ἦτο, μαστίζουσαν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς τὸν Τόπον, καὶ ἔρχεσθε κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως νὰ ἐπιβάλητε τὸ ἐλεεινὸν μέτρον τῆς ἄρσεώς σας; Ἐπὶ τοιούτων κρίσεων βλέπομεν εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη πολλάκις ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἔρχεσθε σεῖς εἰς τὴν θερμοτέραν ὥραν τῆς ἐν Ἑλλάδι κρίσεως νὰ μεταβάλητε μίαν ἀναγκαστικὴν κατάστασιν, ἥτις ὁπωσδήποτε ὑπάρχει; Ἐκαθήσατε ἐπὶ τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς μὲ μαστίγιον εἰς τὰς χεῖρας, ἐκτυπήσατε δεξιά, ἐκτυπήσατε ἀριστερὰ, ἐκάμετε κατάχρησιν τῆς παντοδυναμίας σας. Καὶ ἂν εἶσθε σήμερον θῦμα, εἶσθε θῦμα τοῦ ἑαυτοῦ σας, διότι δὲν ἐξετιμήσατε τὴν μεγάλην δύναμιν, ἡ ὁποία ἐκ τῶν περιστάσεων πέριξ ὑμῶν συνεκεντρώθη, καὶ δὲν ἐκάματε ὀρθὴν χρῆσιν αὐτῆς. Δὲν συμφωνοῦμεν λοιπὸν μετὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν εἴτε τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς, εἴτε τῆς Οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἠθέλησεν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ συντελέσῃ τὰ πάντα ἐντὸς ὀλίγου χρόνου· ἀνέβη ὡς ὁ Ἴκαρος διὰ πτερῶν κηρίνων εἰς τὸν οὐρανὸν, ὅταν δὲ ἐπλησίασε τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, κατέπεσε, διότι τὰ πτερά του δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ ἀναλύσουν. Ἐὰν βαθμηδὸν μετὰ μείζονος ὑπομονῆς καὶ μετὰ πλείονος μετριοφροσύνης, συμβουλευόμενος καὶ τὰ φῶτα τῶν ἄλλων, ἐκτιμῶν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν λοιπῶν, προεχώρει εἰς τὸ ἔργον· ἐὰν δὲν ἐλάμβανεν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ ὅλον τὸ βάρος τῆς πολιτικῆς μηχανῆς, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν καλλίτερα, τὰ ἔργα θὰ ἦσαν ὡριμώτερα καὶ τὸ χάος, πρὸ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα καλοῦντες τὸ Ἔθνος νὰ πηδήσῃ, δὲν θὰ ἠνοίγετο τόσον ἀπειλητικόν. Ἀλλ’ ἡ ὑπερβολὴ, ἡ ὑπερβολὴ ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον κατέληξεν. Ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Τρικούπη θέλει ἐξετασθῆ βεβαίως ἐν καιρῷ. Μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀποτελεῖ ῥητὸν καὶ καθωρισμένον πρόγραμμα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου. Ἐὰν ἐπρόσεξα καλῶς εἰς τοὺς λόγους τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶδον αὐτὸν νὰ θίξῃ τὴν εὐαίσθητον ταύτην χορδὴν, ἡ ὁποία ὅμως ὁδηγεῖ εἰς ἓν μέγα ἐθνικὸν μάθημα, καὶ ἂν εἶναι ἀνάγκη, εἰς ἓν μέγαν ἐθνικὸν ἁγνισμόν. Καὶ μὴ τὸ λησμονήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, μὲ ὅλον τὸν περιστροφικὸν αὐτοῦ σεβασμὸν πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ 1884, ὅτι ἡ πρωτίστη τῶν ὑποσχέσεων τούτων εἶναι ὁ ἐξαγνισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου δὲν ἠθέλησε μόνον τὴν ἀλλαγὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἠθέλησε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἐσωτερικὴ ὑπόστασις τοῦ προηγουμένου προσωπικοῦ καὶ νὰ τιμωρηθῇ τοῦτο παραδειγματικῶς, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχή του. Δὲν δύνασθε, κύριοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀποχωρισθῆτε τῆς ἰδέας ταύτης, διότι εἶναι γεγραμμένη εἰς τὰ πληρεξούσια ὑμῶν καὶ ῥέει εἰς τὰς φλέβας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν προδικάζω περὶ ἐνοχῆς, ὁμιλῶ περὶ δικαιοσύνης καὶ θέλω νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐῤῥέθησαν τοσαῦτα, διεδόθησαν τοιαῦτα, καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν τηλικαῦται μέθοδοι, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης θέλει ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ μετ’ αὐστηρότητος τὴν πολιτείαν του. Ἐὰν νομίζητε, κύριοι τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι σᾶς ἀρκεῖ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, θέλετε συγχωρήσει καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω. Ἐὰν αἱ διαδόσεις ὑπῆρξαν τεχνάσματα τῆς κακοβουλίας, οἱ ἐργάται αὐτῶν ἂς ἑτοιμασθῶσι νὰ εὕρωσιν ἐκδικητάς. Ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλουν νὰ τὰ ἀποδείξουν σήμερον μεταβαλλόμενοι εἰς δριμεῖς κατηγόρους. Ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι ταχυδακτυλουργικὴ, καὶ ἐννοοῦμεν τελείαν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας ταύτης. Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἐρευνήσω τὰ ἐξέχοντα μέρη τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἴσως εἶμαι εἰς κρείττονα αὐτοῦ θέσιν, διότι ἔχω τὸν λόγον του ἔντυπον. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θέλω ποιήσει κατάχρησιν τῆς θέσεως ταύτης. Δὲν θὰ ἀνασκευάσω τὸ περιεχόμενόν του διὰ τῆς αὐστηρότητος, τὴν ὁποίαν οἱ στιγμιαῖοι λόγοι ἐπιτρέπουσιν. Ἐπροτίμων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἦτο ὀλιγόλογος, ἤθελον οἱ λόγοι τῶν Πρωθυπουργῶν νὰ ἦνε μεμετρημένοι καὶ νὰ παραδίδωνται εἰς τοὺς ὀπαδούς των ὡς εὐαγγέλια, νὰ μὴ ὑπάρχωσι δὲ τρωτὰ μέτρα ἐν αὐτοῖς, ὥστε νὰ εἰσέρχηται ἡ κακοβουλία. Τὸ ὑψηλότερον, τὸ δυσκολώτερον θέμα δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ ἐντὸς μιᾶς ὥρας. Ὅστις ὑπερβαίνει τὸ ὅριον τοῦτο, δύναται νὰ ἦνε λαμπρὸς δικηγόρος, διὰ τὴν γνώμην μου δὲν δύναται νὰ ἦνε καλὸς πολιτικός. Ὁ καλὸς πολιτικὸς συνοψίζει τὰς ἰδέας του καὶ τὰς δίδει τοιουτοτρόπως εἰς χρῆσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολουθοῦν. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηταί τις καὶ ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πελαγοδρομῇ, ποῦ εἶνε ἡ πυξὶς, ποῦ εἶνε ὁ πολικὸς ἀστὴρ, ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς κοινοὺς θνητοὺς εἰς τὸν λιμένα; Καὶ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁμιλοῦντα περὶ πολλῶν καὶ διαφόρων πραγμάτων. Ὡμίλησε μὲ πνεῦμα ἐπιτιμήσεως περὶ τῶν σχέσεων τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου μετὰ τοῦ Στέμματος, καὶ περιεκάλυψε τὴν ὁμιλίαν του μὲ τὸν ὑποπτότερον πέπλον. Ἐδῶ, κύριοι, εἶνε ἓν αἴνιγμα. Ποῖαι εἶνε αἱ σχέσεις τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου μετὰ τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μομφήν; Ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὰς μάθωμεν. Δὲν εἶνε κανεὶς ἐδῶ κλητὴρ τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ τυφλὸς ἀκόλουθος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἆρά γε αὐταὶ αἱ σχέσεις ἦσαν ταπεινωτικαὶ διὰ τὸν Βασιλέα; Πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖνε ὑπερήφανος. Ἆρά γε αἱ σχέσεις αὗται ἦσαν ταπεινωτικαὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν; Θέλομεν ἐπίσης νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι ἐννοοῦμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἵσταται εὐθυτενὴς ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ προηγουμένῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς ἕνα λόγον τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τόσου κόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀπὸ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐγνώριζεν, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ βασιλικὴν, δηλαδὴ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Βασιλέως, ἀντιπολίτευσιν, διότι, ἔλεγεν, ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως ἐνεργά. Πῶς! Μήπως ἐννοεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης τοιαύτας σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Βασιλέα, κατὰ τὰς ὁποίας οὗτος δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ῥίπτει τὴν καλύπτραν. Αὐτὸ μοῦ φαίνεται ἀστεῖον.

§20ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ ηὕρατε σεῖς.

§21ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἂν δὲν τὸ εὗρον ἐγώ, θὰ τὸ εὕρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα ποιήσῃ χρῆσιν αὐτοῦ, ὅταν φυσήσῃ ὁ κατάλληλος ἄνεμος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ φίμωτρον μεγαλείτερον, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄλλοι. Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν σχέσεων τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Καὶ ἐνταῦθα σκοτεινὸν ἀφῆκεν ἐπίσης τὸ μέρος. Ὁποῖαι ἆρά γε αἱ σχέσεις αὗται; Μήπως ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς σχέσεις ἐκείνας τὰς ἀποκρύφους, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸ στίγμα τῶν πλειονοψηφιῶν τῆς συναλλαγῆς; Ποῖαι αἱ σχέσεις τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἀποτροπιάζεται ἡ παροῦσα; Θὰ ἦτο πολὺ περίεργον ἐρώτημα δι’ ὅλους τοὺς μὴ μεμυημένους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἤρεσε πολὺ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶνε ὅτι δὲν θέλει πολιτευθῆ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπολιτεύθη ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐποχῆς του. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἦνε εἰς σχέσεις οὐχὶ δουλικάς, ὅπως ἀφίνεται ἐννοῶν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι διετέλεσεν ἡ προηγουμένη πλειοψηφία πρὸς τὸν προηγούμενον Πρωθυπουργόν. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέρπολυ τὸν πιέζουν. Ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔβλεπον τὸ Ὑπουργεῖον εἰς μᾶλλον διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ θέλω νὰ τὸ βλέπω ὑπόλογον, πάντοτε ἕτοιμον εἰς ἀγῶνας καὶ μὲ ὅλον τὸν τόπον καὶ ὅλον τὸν χρόνον εἰς τὴν ἄμεσον διάθεσιν αὐτοῦ. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω περισσότερον, διότι δὲν θέλω νὰ πειράξω τινὰ, χωρὶς νὰ δυσκολευθῶ ἐν τούτοις νὰ εἴπω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης σωματικῆς πιέσεως γύρω των. Οὔτε ὁδηγῶν, οὔτε προστατῶν μέχρι τοιούτου βαθμοῦ ἔχει ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταὶ, εἰσέλθει εἰς τὴν ἀριθμολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας τόσον ἀπανθρώπως κατεβασάνισαν τὰς κεφαλὰς ὑμῶν οἱ πρωθυπουργικοὶ ἀνταγωνισταί. Ἐὰν ἀποδείξω εἰς αὐτούς, ὅτι ὁ κοινότερος παντοπώλης δύναται νὰ παραθέσῃ χιλίους ἀριθμοὺς ἐκ δεξιῶν, καὶ ἄλλους τόσους ἐξ ἀριστερῶν μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπολέσω τὴν ἐκτίμησίν των διὰ τοῦτο. Θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ λεπτομέρεια τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐκπλήξῃ μὲ πηχιαίους ἀριθμοὺς ἑκατομμυρίων, καὶ ἴσως τινὲς ἐξ ὑμῶν, πρώτην φορὰν παριστάμενοι ἐνώπιον τοιούτου φαινομένου, ἐθαύμασαν τὴν πολιτικοαριθμητικὴν μεγαλόνοιαν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἕν. Πόσα ἑκατομμύρια ζητεῖ ὁ κ. Τρικούπης διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ πόσα ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἀνοίγω λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δευτέρου καὶ εὑρίσκω εἰς τὰς ἀντιστοίχους στήλας αὐτοῦ, ὅτι μὲ 85 ἑκατομμύρια εὐχαριστοῦνται ἀμφότεροι. Παραλείπω τὰς χιλιάδας διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον. Τί σημαίνουν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884; Εἶναι 4½ ἢ 5½ ἑκατομμύρια, 19 ἢ 24 ἢ 39, τί πρὸς ἡμᾶς; Τὸ ζήτημα δὲν μεταβάλλεται. Καὶ οἱ δύο Πρωθυπουργοὶ μὲ 85 ἑκατομμύρια ἐννοοῦν νὰ διοικήσουν τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐνοσφίσθη ὁ Τρικούπης; Τὸ κατεχράσθη ὁ Τρικούπης; προσέλθετε νὰ τὸ βεβαιώσητε κατηγορηματικῶς· ἄλλως, τί μᾶς βασανίζετε τοσαύτην ὥραν; Τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἐκεῖνο εἶναι τὸ σπουδαῖον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν. Τὰ λάθη καὶ οἱ κακοὶ ὑπολογισμοὶ δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς πᾶσαν ὥραν. Ἀλλὰ σεῖς, ἀπὸ τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου ἐρχόμενοι, πῶς παρουσιάζεσθε νὰ διοικήσητε μὲ ἔλλειμμα 11 ἑκατομμυρίων; Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Οἱ συνελθόντες κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ἐκλογεῖς σᾶς ἔδωκαν ὁριστικὸν καὶ προδιαγεγραμμένον πρόγραμμα. Σᾶς εἶπον νὰ φέρητε ῥιζικὰς οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Θέλουν ἄλλην διοίκησιν καὶ ἄλλην οἰκονομικὴν διαχείρισιν παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ καυχᾶσθε ὅτι ἐξεπληρώσατε τὰς ὑποσχέσεις σας, ἐνῷ ἐλησμονήσατε τὴν κυριωτάτην; Ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς· ἡ πίστις ἀπεχαιρέτισε τὴν Ἑλλάδα, αἱ εὐπορώτεραι πόλεις τῆς Ἐπικρατείας κατελήφθησαν ὑπὸ γενικοῦ πένθους. Δὲν ἔχετε βεβαίως τὸν καιρὸν νὰ περιέλθετε τὰς ἐπαρχίας ὅπως κατὰ τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας τῆς ἀντιπολιτευτικῆς ἀρχηγίας σας. Ἀλλὰ διατί, κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν μεταβαίνετε εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἵνα ἀκούσητε τοὺς στεναγμοὺς τῆς ὡραίας καὶ ἀναξιοπαθούσης ταύτης πόλεως; Δὲν δύναται πλέον νὰ ὑποφέρῃ τὸ ἀφόρητον οἰκονομικὸν βάρος, πιέζεται μέχρι ἀποπνιγμοῦ. Διατί δὲν ἔρχεσθε εἰς βοήθειάν της; Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μεταβῆτε ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα ἐπισκεφθῆτε τὴν πάσχουσαν βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν κοινωνίαν. Τώρα σᾶς θέλω νὰ περιέλθητε τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας τῆς πρωτευούσης διὰ νὰ ἰδῆτε ὁποίας προόδους ποιεῖ ἐν αὐτῇ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφή. Δὲν δύναται ἐπὶ πλέον νὰ διατηρηθῇ ἡ κατάστασις χωρὶς νὰ δημιουργηθῇ ἐν αὐτῇ σημαντικὸν γεγονὸς, ἀπειλοῦν τὴν συντάραξιν αὐτὴν τῆς Πολιτείας. Τί ἐπράξατε λοιπὸν εἰς τοὺς δύω καὶ ἐπέκεινα μῆνας τῆς Κυβερνήσεώς σας πρὸς ἀνασήκωσιν τῆς πασχούσης, τῆς πιπτούσης κοινωνίας; Νομίζετε, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει μεταξὺ τῶν μέσων αὐτῆς τὴν δύναμιν νὰ ἐφεύρῃ ἓν δραστικόν, σωστικὸν μέσον; Μήπως νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καχεκτικὸν ὄν, τὸ ὁποῖον ὁ εἷς ὠθεῖ ἐντεῦθεν καὶ ὁ ἄλλος ὠθεῖ ἐκεῖθεν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν αὐτοβουλίαν τῆς μεγαλουργίας εἰς ἐθνικὰς συμφορὰς; Ἢ μήπως ἐξελάβετε τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐργαστήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπογράφονται μόνον ἔγγραφα διορισμῶν καὶ παύσεων; Ἐγὼ ὑπολαμβάνω τὴν πνιγομένην κοινωνίαν, ὅπως καὶ τὸν πνιγόμενον ἄνθρωπον. Ἔρχεται ἡ Πολιτεία, θέτει τὸν δάκτυλον ὑπὸ τὴν σιαγόνα της καὶ ἐμποδίζει τὸν καταβυθισμόν της. Κύριε Πρωθυπουργὲ τῆς 7 Ἀπριλίου, σᾶς ἐρωτῶ τί ἐπράξατε μέχρι σήμερον εἰς ἀνασήκωσιν τοῦ πνιγομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Θὰ μοὶ εἰπῆτε, δὲν εὕρετε εἰς τὸ χαρτοφυλάκιον κανὲν μέτρον. Τότε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀπομακρυνθῆτε (θόρυβος).

§22ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διὰ νὰ ἔλθητε σεῖς.

§23ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἴπατε διὰ νὰ ἔλθω ἐγώ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, δύνανται νὰ ἔλθουν καλλίτεροι ἀπὸ ἐμὲ, δύνασθε νὰ ἔλθητε καὶ σεῖς.

§24ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ ἔλθω.

§25ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τότε λοιπὸν μὴ διακόπτετε (ἱλαρότης). Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μεταξὺ τῶν τοσούτων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν διδαγμάτων τῆς ἱστορίας, ἐν τοῖς ὁποίοις ἐκτυλίσσεται ἡ ζωὴ τῶν Ἐθνῶν, δὲν ἔτυχέ ποτε νὰ εὕρῃ ἄλλην κοινωνίαν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς τῆς ἡμετέρας ὅρους, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη νὰ σώσῃ τὴν κοινωνικὴν ζωήν; Ἂν, κύριε Πρωθυπουργέ, τὰ βιβλία εἶναι δι’ ὑμᾶς κλειστὰ καὶ τὰ μαθήματα τῶν ἄλλων Ἐθνῶν βωβὰ, ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε, ὅτι δέχεσθε τὴν Κυβερνητικὴν κληρονομίαν ἐξ ἀπογραφῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν Πρωθυπουργοὺς δεχομένους τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου μὲ τοιοῦτον εὐεργέτημα. Τὸ δέχεσθε ἐξ ἀπογραφῆς, σημαίνει, ὅτι εἶναι ἀπηλπισμένη ἡ κληρονομία. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἀπηλπίσθημεν περὶ τῆς πατρίδος μας. Μὴ ἐπαναλαμβάνητε τὴν βλασφημίαν ταύτην, διότι εἶναι ἀνάξιον Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ. Δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τὰ ὑπάρχοντα ἡμῶν, δυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν τὰ πάνδεινα, χωρὶς ν’ ἀπελπισθῶμεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν περὶ τῆς Ἑλλάδος. Ὡμιλήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, περὶ τῶν ὑποσχέσεων τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν λαὸν, καὶ βλέπω, ὅτι δὲν ἐξετελέσατε τὴν κυριωτάτην. Ἀνελάβετε νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ Τόπου. Ποῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησίς σας; Ποῦ εἶναι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τόσους καὶ τόσους λογάδας, τοὺς βλέπω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἔχετε σπουδαιοτάτην εὐκαιρίαν νὰ κατασκευάσητε Ὑπουργεῖον, ἀληθῶς ὑπόδειγμα. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον σας, κύριε Πρωθυπουργέ; Δὲν θέλω νὰ εἶμαι προσωπικὸς, σέβομαι ὅλους. Ἀλλ’ εἶναι δυστυχῶς τὸ θέμα τοιοῦτον, ὥστε καὶ πάλιν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριε Πρωθυπουργὲ, πῶς ἐξετελέσατε τὴν ὑπόσχεσίν σας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ εἶναι οἱ συνάδελφοι ὑμῶν, μετὰ τῶν ὁποίων θὰ σκεφθῆτε περὶ τῶν μεγάλων πραγμάτων καὶ τῶν μεγάλων κινδύνων τῆς Ἑλλάδος; Παρακάθητε ὑμῖν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀνικανώτατος περὶ τὰ ναυτικά.

§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας.

§27ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἰδίου. Καὶ ἂν ἤθελε νὰ ἐγερθῇ, εἰς ἐμὲ δὲν ἤθελε κακοφανῆ, ὅπως εἰς τὸν κ. Τρικούπην, θὰ ὡμολόγει ὁ ἴδιος ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος, ὅτι γνωρίζει τόσον ἀπὸ ναυτικὰ, ὅσον σεῖς, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτετε, ἀπὸ κοινοβουλευτικὰ καὶ οἰκονομικά. Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἔχῃ ἓν πρακτικὸν κατὰ θεωρίαν τοὐλάχιστον ἀποτέλεσμα ἡ συζήτησις αὕτη, χωρὶς νὰ ἀξιῶ νὰ μετρήσωμεν τὰς ψήφους, διότι ἂς ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, λέγω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ κέντρον τῆς ὑπουργικῆς βαρύτητος, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸν λαὸν, διότι παρουσιάζει τὸν αὐτὸν κατ’ οὐσίαν Προϋπολογισμὸν μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, διότι παρουσιάζει Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα καὶ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ περικόψῃ τὰς δαπάνας· διότι, ἐνῷ κινδυνεύει ἡ βιομηχανία, ἡ ἐμπορία καὶ σύμπασα ἡ κοινωνία, δὲν ἔθεσε τὸν βραχίονα τῆς Πολιτείας εἰς κίνησιν πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν. Λέγω τέλος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὸν λόγον του πρὸς τὸν λαὸν, διότι ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καθ’ ὅλου δὲν τὸν ἐμπνέει.

§28ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ μιμηθῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κύριον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν πολυλογίαν καὶ θὰ ὁμιλήσω 15 ὥρας. Ἐὰν θέλετε, ἀρχίζω τώρα.

§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀντιλέγων κατὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐγενόμην ἄξιος νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμὲ, ἂς παρακληθῇ ν’ ἀγορεύσῃ· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Προτείνω, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὰ παραπτώματα, τὰ λαμβάνοντα χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σώματος, ἀποδοκιμάζονται αὐτοστιγμεί· ἀποδοκιμάζονται δὲ ἢ τῇ αἰτήσει τοῦ Προέδρου ἢ τῇ προτάσει τοῦ ἔχοντος παράπονον· ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ αὐτοστιγμεὶ, παραγράφεται τὸ παράπτωμα. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε ἄλλην νομολογίαν, τότε ἐνδεχόμενον νὰ καταδικασθῆτε εἰς τὸ νὰ μὴ πράττητε ἄλλο τε, ἢ νὰ ἀποδοκιμάζετε ὁ εἷς τὸν ἄλλον, καὶ νὰ κατατρίψητε ὅλον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ καταναλώσητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ὅστις εὑρίσκεται ὑπὸ λίαν κρισίμους περιστάσεις, εἰς τὸ νὰ ἐξευτελίζεσθε ἀμοιβαίως, καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ νὰ συζητήσητε ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι ν’ ἀποδοκιμασθῆτε, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ λάβητε ἀποδεικτικὰ καλῆς διαγωγῆς. Οὐδαμῶς, κύριοι, ἐν βουλευτικῷ σώματι ἐπροτάθη ἀποδοκιμασία παραπτώματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο εἰς τὴν στιγμὴν ἡ πρέπουσα αἴτησις. Τότε ἔλθετε νὰ ζητήσητε τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διότι εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς παρελθούσης Περιόδου ἀπεδοκιμάσθησαν λόγοι τινὲς τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Τί σᾶς ἐμποδίζει, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ παραγραφὴ, νὰ ἐνθυμηθῆτε τώρα τί ἔπραξε τότε ἡ Συμπολίτευσις καὶ νὰ ζητήσητε ἀποδοκιμασίας καὶ ἀποδεικτικά;

§31Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι συνέχεια.

§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτοστιγμεὶ, σᾶς εἶπον. Ἀρκετὰ, κύριοι, εἶνε τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰ μεγάλα τοῦ Τόπου συμφέροντα.

§33ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρέπει ἐν εὐπρεπείᾳ νὰ συζητῶνται τὰ συμφέροντα.

§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς, ὁ ὁποῖος θὰ διδάξητε τὴν εὐπρέπειαν.

§35ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μάλιστα, θὰ διδάξω σᾶς.

§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ σεῖς δὲν εἶσθε. Ἔχομεν ἀρκετὰ ζητήματα ἀφορῶντα αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐσωτερικῶς εὑρισκόμεθα εἰς ἐλεινὴν κατάστασιν, ἐξωτερικῶς ἀπειλούμεθα (χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Ἐὰν λοιπὸν κατατρώγωμεν ὅλον τὸν χρόνον εἰς λογομαχίας καθαρᾶς, θὰ καταστραφῇ ὁ Τόπος. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἐπενέγκει μίαν γνώμην ἡ Βουλή, δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ συζήτησις, καὶ μολοντοῦτο ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἠκούσαμεν γυμνάσματα ῥητορικῆς καὶ ἐθαυμάσαμεν, κύριοι, τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ κυρίου Τρικούπη, κατηγοροῦντος τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, καὶ τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, κατηγοροῦντος τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ἀλλ’ ἐξ ὅλων τούτων προκύπτει τι πρακτικὸν ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνερχόμεθα δὶς τῆς ἡμέρας Προχωροῦμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; βεβαίως ὄχι. Πιστεύω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ λογομαχία αὐτὴ θὰ λήξῃ, χωρὶς νὰ προκληθῇ ψηφοφορία ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, ὅτι ὑπέβαλεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός· διότι νομίζει ὅτι ἠδικήθη ἄλλοτε καὶ θέλει σήμερον ἱκανοποίησιν· ἀλλὰ καθήμενος εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κάθηται, πρέπει νὰ λησμονῇ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παράπονον καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ μόνον τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῇ τὸ Κοινοβούλιον οὔτε διὰ λογομαχιῶν, οὔτε διὰ προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω.

§37ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι, ὁδηγούμενος ἐκ τῶν λόγων τῶν σήμερον ἀγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων τοῦ τε Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας καὶ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν κατενοήθη ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ μὲν εἷς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ ζητήσω πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς ἀπὸ ὑμᾶς, τὴν Βουλήν· ὁ δὲ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα παρεγράφη, καὶ δὲν ζῶσιν οὐδὲ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ τὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῆς παραγραφῆς θανατούμενα· ὁ δὲ μὲ συνεβούλευσε νὰ ἐλέγχω τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἀγωνίζωμαι ὑπὲρ τοῦ ἐνεστῶτος, παραλείπων καὶ ὀλιγωρῶν τῶν γενομένων μοι ἀδικημάτων, καὶ ὅτι ὡς Βουλευτὴς Γορτυνίας, καὶ ἂν ἠδικήθην, πρέπει νὰ λησμονήσω τὸ ἀδίκημα ὡς Πρωθυπουργός. Οὐδέν, κύριοι, ἀδίκημα μοὶ ἐγένετο ὑπ’ οὐδενός, ὁμολογῶ ὅμως πάντοτε, ὅτι ἔχω ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ κυβερνῶ· διότι ἄνευ τούτου δὲν δύναμαι νὰ κάθημαι εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, πρέπει δὲ νὰ ὑπάγω νὰ κάθημαι ἐκεῖ ὑψηλά, ὅπου ἐκαθήμην. Χθὲς χρησάμενος δικαιώματος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρακεχωρημένον μοι, ἐζήτησα νὰ ἀναιρέσω, ὅ,τι μὴ ἀκριβὲς ἐξετίθετο πρὸς τὴν Βουλήν· διότι ἀνεκοινοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διελύθησαν ἤδη σχολεῖα ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ τῇ Θράκῃ, ὅτι ἠρνήθην τὰ χρήματα τὰ πρὸς τὸν Σύλλογον διδόμενα, ὅτι ἐγκατελείφθη ὁ Ἑλληνισμός, πάντα δὲ ταῦτα ἦσαν ἀνακριβῆ· εἶχον δὲ συμφέρον νὰ μὴ ἀφήσω οὐδὲ στιγμὴν νὰ πιστευθῶσιν ἀνακρίβειαι καὶ ψεύδη, διαδιδόμενα πρὸ πολλῶν ἑβδομάδων. Ἀλλ’ ὅταν ἐζήτησα νὰ ἀναιρέσω ταῦτα, διακόπτων τὸν μὴ ἀκριβῆ λέγοντα πρὸς τὴν Βουλήν, αὐτὸς μὲ ἐπέταξε νὰ σιωπήσω, διότι θὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἷς ἢ δύο ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, νομίζω ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης κ. Λυμπερόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κ. Γεροκωστόπουλος, εἶπον, ὅτι τοῦτο τὸ γενόμενον παρὰ τοῦ τότε ἀγορεύοντος ἀντιβαίνει εἰς τοὺς Νόμους. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠσπάσθη τὴν ἀντίῤῥησιν τῶν κυρίων βουλευτῶν, διότι οὐδεὶς ὑπεστήριξεν αὐτήν· ἐγὼ δὲν εἶχον ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ νὰ ζητήσω νὰ παύσῃ τὸν λόγον του ὁ ἀγορεύων, νὰ ζητήσω διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων νὰ ἀντικαταστήσω αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀναιρέσω τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἀπετέλει περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καὶ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὶν ἢ προβῶ εἰς πρᾶξιν, ἥτις ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς περιορίζουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀφήσω νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του ὁ ἀγορεύων, καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ τὸν λόγον, νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ ζητήσω τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ ἐπεισοδίου. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν, ἡ ὁποία δὲν ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τῶν ἀντιλεξάντων Βουλευτῶν Μεσσήνης καὶ Πατρῶν, ἐνόει ὅτι ἦτο ἐν τῷ προσήκοντι ἡ ἀπειλὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἥτις ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ. Ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι ἐν προσήκοντι μοὶ ἀπηγγέλθη ἡ ἀπειλὴ αὕτη, εἶναι κυρία νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ κύριος νὰ ρυθμίσω τὰς σκέψεις μου· διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ γνώμην, ὅτι ἐγενόμην ἄξιος νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμὲ, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ κατέχω τὴν θέσιν ταύτην. Δὲν ζητῶ ἐγὼ ν’ ἀποδοκιμασθῇ ὁ χθὲς ἀγορεύσας, αὐτὸ δὲν μ’ ἐνδιαφέρει· ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἕκαστος μετέρχεται, οἱ λόγοι τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν, καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφέρει αὐτοὺς, αὐτὸ δίδει μόνον εἰς τοὺς ἀκούοντας νὰ σχηματίσωσι γνώμην περὶ τοῦ λέγοντος. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ὁποιαδήποτε ὑπάρχει γνώμη περὶ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος, δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ βεβαιώσῃ ἓν γεγονὸς, τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ σιωπὴ καὶ ἐγκατάλειψις, τὴν ὁποίαν ἔδειξε χθὲς κατὰ τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι θεωρεῖ ἐμὲ ἄξιον τῆς ἀπειλῆς, ἥτις ἐξηνέχθη χθές. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦτο ναὶ ἢ ὄχι.

§39Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει καὶ ἤθελεν ἐξωθήσει τὰ πράγματα διὰ τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον τὰ ἐξώθησε. Πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὁ νῦν, καθὼς καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὁ χθὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμνουν κατάχρησιν τῆς μεγάλης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν. Καὶ ὅπως καὶ τότε ἀντετάχθην κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅπως ἀποδοκιμάσῃ τὸν κύριον Δηλιγιάννην, οὕτω καὶ σήμερον λέγω εἰς τὸν κύριον Δηλιγιάννην ὅτι κάμνει μεγάλην κατάχρησιν τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ποῖον γεγονὸς σπουδαῖον συνέβη, ὥστε νὰ κανονίσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ περὶ Κυβερνήσεως; Ὁ κύριος Τρικούπης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπετάθη ἀποτόμως πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα νὰ τὸν διακόψῃ· διότι ἕκαστος, τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει, τὸ ἀντλεῖ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ δὲ Κανονισμὸς εἰς οὐδένα, οὔτε Ὑπουργὸν, οὔτε Πρωθυπουργὸν, οὔτε βουλευτὴν, ἐπιτρέπει νὰ διακόπτῃ. Πολλάκις ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος—καὶ σᾶς ὁμιλῶ ἐκ πείρας—διακοπτόμενος δὲν εἶναι πλέον κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ πολλάκις, ἀφοῦ διακοπῇ, ἀπευθύνει λέξεις βαρείας κατὰ τοῦ διακόπτοντος. Ὅλοι ὑπεπέσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ λάθος, διότι ὑπάρχει ἡ κακίστη ἕξις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τῶν συνεχῶν διακοπῶν· δὲν ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμένωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀντιφρονοῦντος, ὅπως ἀνασκευάσωμεν αὐτὸν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὸν διακόπτωμεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι, οὔτε φρόνιμον, οὔτε δίκαιον νὰ προκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρεβίασε χθὲς τὸν Κανονισμὸν ἢ ὄχι. Ἄλλως, πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Μεσσηνέζης ὑπεστήριξεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα παρουσιαζόμενα λύονται ἀμέσως. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ σήμερον, ὅτι κατὰ μίαν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Συνόδου παρεξετράπην, καὶ μὲ διεξέφυγε λέξις, διὰ τὴν ὁποίαν μετενόησα, ἀλλὰ μοὶ διεξέφυγε κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Πᾶσα ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἐναντίον μου ἦτο δικαία· ἀλλὰ δύνασθε σήμερον νὰ ἔλθητε καὶ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, δι’ ὅ,τι εἶπον προπέρυσιν; Αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς θέτῃ εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ὁ κύριος Δηλιγιάννης νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ τόσου ἁπλοῦ ζητήματος, ὡς ἐπὶ ζητήματος πολιτικοῦ· διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουσιν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθῶσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλας αὑτῆς τὰς ἰδιοτροπίας.

§40Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε κατὰ τρόπον προϋποθέτοντα, ὅτι ἄλλο τι ἐζητεῖτο, ἄλλαι ἀξιώσεις ἀπηυθύνοντο πρὸς τὴν Βουλὴν παρ’ ἐκεῖναι αἱ μέτριαι ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν πρὸς αὐτήν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταμεμφθῇ τῶν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἠδύνατο νὰ καταμεμφθῇ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑπερβαλλούσῃ αὐτῶν μετριότητι. Οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα σήμερον τὸ ἂν εὐπρεπῶς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς συμπεριεφέρθη χθὲς, ἢ ἂν παρεβίασεν ἢ οὐ τὸν Κανονισμόν. Τὸ τοιοῦτον ζήτημα τὸ ἤγειρε μόνη ἡ ὑπέρμετρος αὐτοῦ ἁβρότης πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ. Ζήτημα ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ σήμερον καὶ χθὲς ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τοῦτο μόνον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, καὶ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ καὶ σήμερον καὶ αὔριον μάλιστα ὑπὸ μίαν ἔποψιν οὐσιαστικὴν καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἁπλῶς τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Κοινοβουλευτικῆς. Χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὄχι ἐν δικαιώματι, ἀλλ’ ἐν καθήκοντι ἱερῷ εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα μὲ τὸν ἁβρὸν μάλιστα ἐκεῖνον τρόπον νὰ κάμῃ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως θλιβερὰν ἐντύπωσιν ἠδύνατο νὰ προξενήσῃ, ὅτι ὁ Σύλλογος τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἀπεφάσισε νὰ κλείσῃ τὰ σχολεῖα τὰ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἦτον ἀκριβές· εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἄρῃ ἐκείνην τὴν θλιβερὰν, ἐντύπωσιν ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν προξενουμένην, καὶ ἠδύνατο νὰ πληροφορήσῃ τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι αἱ πληροφορίαι του δὲν ἦσαν διόλου ἀκριβεῖς, ὅτι τὸ τοιοῦτον γεγονὸς δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἡ δὲ τοιαύτη διαβεβαίωσις δὲν εἶχε τὸν χαρακτῆρα ἐκείνων τῶν διακοπῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ Κανονισμὸς, εἶχε τὸν χαρακτῆρα τῶν διαβεβαιώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ καὶ μάλιστα τοῦ Πρωθυπουργοῦ προβλέπει. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῇ ἀντιλήψει ἐκείνῃ τῇ ταχείᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἐν τῇ εὐστροφίᾳ ἐκείνῃ ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τῇ τραχύτητι τῆς συμπεριφορᾶς του, ἐνόησε προφανῶς, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διαψευσθῇ παραχρῆμα, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀρθῇ ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμνε δι’ ἀνακριβειῶν. Καὶ γνωρίζω τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι εὐφυὲς, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι σύστημα ἄτοπον, ἔχει τὴν τάσιν νὰ προξενῇ ἐκείνην τὴν στιγμὴν κατάπληξιν, διότι λέγει, ἂν ἀπαντήσῃ τις μετὰ ὥρας ἢ μεθ’ ἡμέρας, βεβαίως, λέγει, ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν, ἐπῆλθεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὴν τάσιν ταύτην ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τάσιν ταύτην, ὅταν πρόκηται περὶ διαβεβαιώσεων σχετικῶν πρὸς τὴν τύχην τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Ὅταν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ μετέλθῃ αὐτὸ τὸ στρατήγημα καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐκδηλώσῃ ὀργὴν στιγμιαίαν ἐκ διακοπῆς, τότε ἀκριβῶς διεψεύσθη. Ὁ κ. Τρικούπης ἠξεύρει πότε προσποιεῖται τὸν ὠργισμένον, ὅταν δηλαδὴ θέλῃ νὰ διαφύγῃ σκόπελόν τινα, ὁ ὁποῖος τοῦ παρενεβλήθη αἰφνιδίως, καὶ ἐπροσποιήθη ὁ κ. Τρικούπης ὅτι εἶναι ὠργισμένος καὶ εἶπε: «Μὴ διακόπτῃς, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ»· ἐπρόκειτο περὶ ἀποφυγῆς τῆς ἀμέσου διαψεύσεως, καὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς κατεδαφίσεως τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος, ὅπερ κατεσκεύαζε μὲ τὸν τρόπον του ἐκεῖνον, ἀλλὰ τρόπον κατασταθέντα πλέον ἕωλον. Καὶ ἂν θαυμάζω τὰ πνευματικὰ πλεονεκτήματα τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν δύναμαι ὅμως τὰς παρεκτροπὰς τὰς τοιαύτας νὰ τὰς ἐπιδοκιμάσω. Ἐπιτρέπονται μέχρι τινὸς αἱ δεξιότητες ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας μετέρχεται ὁ ῥήτωρ εὑρισκόμενος εἰς στενοχωρίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπονται αἱ δεξιότητες ποτὲ μὲ παραβίασιν οὐσιωδῶν καθηκόντων. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἂν δύναμαι νὰ καταμεμφθῶ τῆς προτάσεως, δύναμαι νὰ καταμεμφθῶ αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἀνεπαρκείᾳ της. Θὰ τὸ ἐνόουν, ἂν παρουσιάζετο ὡς ζήτημα ἡ ἐπίκρισις τῆς συμπεριφορᾶς τῆς χθεσινῆς τοῦ κ. Τρικούπη· περὶ τούτου ἀληθῶς δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις, ἀλλ’ οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ προκληθῇ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκπληρώσαντος ἓν ἁπλοῦν ἀλλὰ μέγα καθῆκον. Περὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην· πᾶς σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ ἀντιληφθεὶς τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον μετῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων μετ’ ἐπιεικείας τοιαύτη πρότασις ὑποβάλλεται, καὶ ἀφοῦ ἰδίως δίδεται εἰς τοιαύτην πρότασιν τοιαύτη ἔννοια, τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀποδέχομαι, ἀλλ’ ἀποδεχόμενος αὐτὴν, τὴν καταδικάζω ὡς ἀνεπαρκῆ.

§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤμην χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς· πάντες ὅμως συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὰ κατὰ τὸ ἐπεισόδιον αὐτό. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ διακόψῃ καὶ διέκοψε μετὰ προσηνείας τὸν λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ Βήματος πρώην πρωθυπουργὸν, ὅπως διορθώσῃ ἀνακρίβειάν τινα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν ἐθίμων, ἅτινα ἐπεκράτησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὁ ἀγορεύων πάλιν ἀπὸ τοῦ Βήματος εἶχε μὲν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὴ δεχθῇ διακοπὴν, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὰ ἔθιμα ὅπως δεχθῇ διακοπὴν, γενομένην μάλιστα παρὰ Πρωθυπουργοῦ καὶ μετὰ τῆς πρεπούσης εὐλαβείας. Ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, διστάζω νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐτέθη ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ, διότι ἡ ψῆφός μου, ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν, ἤθελεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποιεῖσθαι διάκρισιν ὑπὲρ ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ποιήσω. Ἐπανελήφθησαν τοσάκις παρόμοια γεγονότα, ἐγένοντο τοσάκις παρὰ βουλευτῶν διακοπαὶ καὶ ἀπηγορεύθησαν παρὰ τῶν λαλούντων ἀπὸ τοῦ Βήματος οἱ διακόψαντες μετὰ τοιαύτης τραχύτητος, ὥστε νῦν πρώτην φορὰν τὸ νὰ σταματήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νὰ προκληθῇ ὅπως ψηφοφορήσῃ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον τὸ μέλος αὐτὸ ἐξαιρετικῶς ν’ ἀπειλήσῃ, ὅτι θὰ ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, θ’ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θέλω ν’ ἀναγνωρίσω. Νομίζω ὅτι, ὅσον διαπρεπὲς μέλος καὶ ἂν ἦναί τις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁσονδήποτε μέγα κόμμα καὶ ἂν διευθύνῃ, δὲν ἔχει ἀπέναντι τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ περισσότερα δικαιώματα παρ’ ὅ,τι καὶ πάντες οἱ ἄλλοι βουλευταί. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης οὐχὶ μετὰ τῆς πρεπούσης ἁβρότητος ἀπήντησε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, διακόψαντα αὐτὸν, τοῦτο βεβαίως δύναται νὰ ἀποτελῇ παραβίασιν τῶν εἰθισμένων καὶ τῆς ὀφειλομένης ἁβρότητος μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν καθ’ ἡμέραν συμβαινόντων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ καὶ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα οὔτε ὑποχρεοῖ οὐδένα τῶν βουλευτῶν νὰ θεωρήσῃ τοῦτο ἄξιον ἰδιαιτέρου ζητήματος καὶ ἰδιαιτέρας ψηφοφορίας, ἂν καὶ ἀποδοκιμάζωμεν αὐτὸ ἐνδομύχως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν θέλω ψηφίσει ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, δηλῶ δὲ ὅτι ἡ ἄρνησις ψήφου οὐδόλως μεταβάλλει τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν δέχομαι τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς προτάσεως ὡς προτάσεως ἐμπιστοσύνης.

§42ΓΡ. ΜΑΝΟΥΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐζήτησε σήμερον ἀπὸ ἡμᾶς ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε· ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν παρεβίασε τὸν Κανονισμὸν ἢ ὄχι· τὴν πρότασιν ταύτην νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν· σᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι Πρωθυπουργὸς, ὅταν δὲν εἰξεύρῃ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν.

§43ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§44Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Χοϊδᾶς ὑπηνίχθη ἐν τῷ λόγῳ του ἐμὲ, λέγω μὲ ὀλίγας λέξεις ὅτι ὅ,τι εἶπον περὶ αὐτοῦ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀποδείξω καὶ ἐδῶ, καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ ὅπου θέλει.

§45ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ τὸ ἀποδείξῃς λοιπόν· μὴ τρέπεσαι εἰς ἐπονείδιστον φυγήν.

§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε Πρόεδρε. (Ἐγείρονται πλέον τῶν 15).

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Ἐνταῦθα ἐνεργεῖται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Εὐθύμιος Βαζᾶς Ο Ζήσης Χ. Κυτιλῆς Ν
Ἀπόστολος Φιλίππου Εὐστάθ. Ἰωαννίδης
Ἰω. Μεσσηνέζης Ν Δημ. Γρίβας
Α. Παναγιωτόπουλος Ν Γ. Τσέλιος Ο
Σπ. Μαρκέλλος Ο Τατσέλ. Μαυρομμάτης Ο
Δημ. Οἰκονομίδης Ο Θεόδ. Δηλιγιάννης
Δημ. Παργασσίδης Ο Β. Νικολόπουλος
Κ. Ἀργυρόπουλος Ο Α. Ἀθανασιάδης Ἀρν.
Ὑπάτιος Καμπάνης Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
Δ. Καΐρης Ν Κ. Μαντζουράνης Ο
Μιχ. Παπαλεξόπουλος Ο Ἠλ. Παλαμήδης
Γ. Τσώκρης Κ. Κοσσονάκος Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ο Χ. Τζανετάκης Ο
Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Θ. Μαργέλος Ν
Ἀντ. Ζυγομαλᾶς Γ. Λιδωρίκης Ν
Δ. Ράλλης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ἀρν.
Ἀριστ. Οἰκονόμου Ν Π. Ρίτσος Ο
Ρόκος Χοϊδᾶς Ν Ν. Παπαμιχαλόπουλος
Ἄγγελος Βλάχος Ν Ι. Καπιτσίνης Ο
Ν. Λεβίδης Ἀρν.Ἀνδ. Βασιλείου Ο
Βλάσιος Βαλτινός Ν Λάζ. Βούλγαρης Ο
Ἀθ. Ἴσκος Ο Δημ. Χατζόπουλος Ο
Ν. Ἀξελὸς Γεώρ. Τσιτσάρας Ν
Ι. Καρτάλης Ν Γ. Ζηνόπουλος
Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ο Δ. Βουλπιώτης Ν
Γ. Φιλάρετος Α. Φαρμάκης
Κ. Λομβάρδος Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
Ροβέρτος Ρώμας Ι. Βαλασσόπουλος Ο
Φρειδερίκος Καῤῥὲρ Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
Ἀναστ. Λούντζης Ν Α. Μελετόπουλος Ο
Κωνστ. Βοῦλτσος Δ. Δημητρακάκης Ο
Γ. Κρεστενίτης Δ. Ματάλας Ο
Ἀντ. Πετραλιᾶς Ο Ι. Φίλιος Ο
Ἀναγν. Δαλιάνης Ν. Μπουφίδης Ο
Χ. Στεφανόπουλος Ν Μιχαὴλ Λάππας Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος Ν Λ. Παπασταθόπουλος Ο
Γ. Ἡλιόπουλος Ν Ε. Τσαρλαμπᾶς Ο
Σπ. Κουκούλεζας Ν Γ. Ἀσπροϊέραξ Ο
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ο Γ. Σέρβος Ο
Γ. Πετούσης Ο Α. Εὐταξίας
Ι. Ἀνεξάρτητος Ο Δ. Γαβριὴλ Ο
Ν. Συνοδινὸς Κ. Χαλκιόπουλος Ν
Θ. Μαρκεζίνης Ο Κ. Κωνσταντόπουλος Ο
Π. Μαυροκέφαλος Παναγ. Μανέτας
Σ. Πεταλᾶς Ο Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
Ἀλ. Ζαΐμης Ο Χρ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ο
Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ο Ι. Κολοκοτρώνης
Ἀλ. Φωτήλας Ἠλίας Φλέσσας Ο
Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς Ι. Βούτουνας Ο
Γ. Τάκης Ο Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ο
Γ. Σιβιτανίδης Ο Ν. Φιλάρετος Ο
Κ. Ἀλεξιάδης Ο Κ. Βασιλάκης Ν
Π. Μαυρομιχάλης Ο Σ. Ἀλαμάνος Ο
Δ. Τζάνες Σ. Παγκράτης Ο
Περ. Πεῤῥωτῆς Ο Χαρίλ. Τρικούπης Ν
Δ. Κάρτσωνας Ο Λ. Δεληγεώργης Ἀρν.
Δ. Τερτίπης Ο Κ. Βαλτινός Ν
Ι. Παπαδαῖος ἢ ΠαλάσκαςΟ Κ. Κουμουνδοῦρος
Ζάχος Φαλιάγκας Ο Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Δ. Λυμπερόπουλος Ο
Γ. Φραγκίδης Ν Ι. Νικολαΐδης Ο
Ἀθαν. Καζαμπάκας Ι. Νοστράκης Ο
Δημ. Νικολαΐδης Ο Α. Πρεζάνης
Γ. Παπαγεωργίου Ο Ν. Κρίσπης Ο
Π. Λεβέντης Ο Μιχαὴλ Δαμηράλης Ο
Γεώργ. Μέρμιγκας Ο Ἐλευθ. Μυκόνιος
Νικ. Μπαλάφας Γ. Σισμάνης Ο
Γ. Κόρπας Ν Ν. Φαρμάκης Ο
Γ. Ἱερομνήμων Ν. Καναβὸς Ο
Γεώργιος Θεοτόκης Ν Ἀλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικόλ. Βασιλάκης Ν Χρ. Φικιώτης Ο
Ἰωάννης Τόμπρος Κ. Σινέλης Ν
Δ. Πετρίδης Ο Δ. Χαρίδημος Ο
Γ. Κούστας Ἀρν.Ἀντ. Μαυρομιχάλης
Α. Δημητριάδης Ν Λεων. Καπετανάκος ΜαυρομιχάληςΝ
Α. Μεντζελόπουλος
Γ. Πετρούλιας Κυρ. Μαυρομιχάλης Ο
Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
Ν. Βαλσαμάκης Ν Ζαρ. Ζαριφόπουλος Ο
Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ν
Δ. Σπινέλης Ο Ἀθ. Πανταζόπουλος
Π. Κορωναῖος Π. Κωσταντᾶς Ο
Μ. Νικηφοράκης Ο Α. Ἀγάθης Ο
Α. Βαρβαῤῥῆγος Σ. Λάσκαρης
Κ. Κατσικόπουλος Ν Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Ο
Δ. Σταματόπουλος Γ. Ρουχωτᾶς Ν
Ι. Καλαμβοκίδης Ο Ν. Κάγκας Ν
Ἀντ. Καρδαρᾶς Ο Λουκᾶς Καραλίβανος Ο
Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν Σ. Χατζηγάκης
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Γεωργούλης Κανούτης Ο
Βασ. Παπανικολάου Ο Στέφος Κωνσταντίνου
Ἀντ. Ρικάκης Ο Κωστῆς Γκίκας
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ο Σ. Σωτηρόπουλος
Ν. Κουμανιώτης Δ. Ἀντωναρόπουλος Ο
Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο Γρ. Μανοῦσος Ο
Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Κ. Πονηρόπουλος Ν
Γ. Τσερτίδης Ο Ἀθ. Τρυγώνης Ο
Ν. Μισυρλῆς Ν Γεώρ. Στάϊκος Ο
Δ. Μισυρλῆς Γ. Κοριζῆς
Γ. Φλωριᾶς Ο Ι. Παπαδόπουλος Ν
Εὐάγ. Ἀντύπας Ν Ἐμμ. Μουζᾶς Ο
Ἀναστ. Ζερβός Ο Ἐλευθ. Κωσταντινίδης
Γ. Ρεμπάκης Ο Ε. Κριεζῆς Ο
Ι. Γεωργιάδης Ο Θ. Γκίκας Ο
Δ. Γουδῆς Κομνᾶς Τράκας Ο
Γ. Λεωνίδας Κ. Χατζῖσκος
Ἀλοΐσιος Τόμαν Ἡρ. Τσάλλης Ν
Ἀνδρέας Συγγρός Ν. Κοντογιάννης Ν
Ἀντ. Μαυρογορδάτος Θεμ. Παπακώστας
Εὐστ. Κεχαγιᾶς Ν. Καλογερόπουλος Ν
Ἀλέξ. Μάσχας Ο Μ. Ἀβέρωφ Ο
Κ. Κοτίκας Ν Β. Βουδούρης Ν
Ι. Καραπᾶνος Ο Δ. Κριεζώτης Ο
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο Ν. Καλάρης Ο
Ν. Δρόσος Ο Κ. Παπανικολῆς
Ι. Ζαλώνης

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 167· ἐξ ὧν 52 ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, 110 κατ’ αὐτοῦ καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἑπομένως τὸ ἀπαράδεκτον ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις.

§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ;»

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.

§51ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὅτε πᾶσα ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἀπέρχεται, ποδοκροτήματα δὲ ἀκούονται ἔν τε τῇ αἰθούσῃ καὶ τῷ ἀκροατηρίῳ, εἶτα δὲ ἐξακολουθεῖ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ).

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 120· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 1½. Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
2Τῆς 29 Ἰουνίου 1885.
3(Σάββατον)
4(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑ-
5ρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρα-
6κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν
7ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον
9ὑπὸ διαφόρων βουλευτῶν περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐπιστρά-
10των ἐκ τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας λόγῳ ποινῆς, καὶ τρο-
11ποποιοῦν τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας
12Νόμου. Ἄλλοι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν Νόμου
13περὶ τροποποιήσεως τῶν Νόμων ΡΜΓʹ καὶ ΡΝʹ τοῦ ἔ-
14τους 1866, ὡς πρὸς τὴν Κέρκυραν καὶ τὰς περὶ αὐτὴν
15Νήσους. (Ὥρα Παράρτημα).
16§2ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗΣ Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω
17ἀναφορὰν πολλῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Καρδαμύλης τῆς
18Ἐπαρχίας Οἰτύλου. Πρόκειται περὶ ζητήματος ὑλοτομίας
19καὶ ἀσβεστοποιΐας, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑ-
20πουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι
21ἐνδιαφέρονται πολλοὶ Δῆμοι τῆς Ἐπαρχίας.
22§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λόγῳ ὑγείας εἶμαι ἠναγκασμένος
23νὰ ταξειδεύσω εἰς τὰ λουτρά· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν
24Βουλὴν, συμμορφούμενος μὲ τὸν Κανονισμόν, νὰ μοὶ δώσῃ
25τὴν περὶ τούτου ἄδειαν.
26§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
27§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Εὐθυμίου Ῥιζοπούλου, ζη-
28τοῦντος, ὡς ἀντιπροσώπου πολλῶν Μακεδόνων, νὰ παρα-
29χωρηθῇ πρὸς συνοικισμὸν τὸ ἐν Τυρνάβῳ χωρίον Μπά-
30κλαλι.
31Διάφοροι κάτοικοι Κεφαλληνίας ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐκ
32τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσάγονται ἐπὶ τιμῇ μικροτέρᾳ ὑφάσματα
33κατὰ μίμησιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατασκευαζομένων ἐν Κε-
34φαλληνίᾳ καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτῶν βαρύτερος
35τελωνιακὸς δασμὸς, ὅπως μὴ καταστραφῇ ἡ ἐγχώριος
36βιομηχανία.
37§6ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
38λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον εἰς τὰ
39ὑφαντήρια ἐργάζονται πολλαὶ οἰκογένειαι ἀποζῶσαι ἐξ
40αὐτῆς τῆς ἐργασίας ἐν Ληξουρίῳ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει
41νὰ θέσῃ ἀνώτερον δασμὸν πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου
42βιομηχανίας καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐργαζομένων εἰς
43τὰ ὑφαντήρια, τὰ ὁποῖα κοινῶς ὀνομάζομεν «ἐργαλεῖα»,
44οὕτω δὲ ἐμποδισθῶσι τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα
45πανικὰ τοῦ εἴδους τούτου. Ἔχομεν καὶ ἑτοίμην πρότασιν
46Νόμου περὶ τούτου, τὴν ὁποίαν θέλομεν εἰσαγάγει εἰς
47τὴν Βουλήν.
48§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι κάτοικοι Πατρῶν, περὶ τοὺς
49150, παρακαλοῦσι νὰ ψηφισθῇ Νόμος ἐξασφαλίζων εἰς
50τοὺς ἐφευρέτας τὴν ἀποκλειστικὴν κάρπωσιν τῆς ἐφευρέ-
51σεώς των.
52Ἐκ Λαρίσης διάφοροι Ὀθωμανοὶ παραπονοῦνται κατὰ
53τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος Νόμου περὶ Βακουφίων, εἰς ὃν
54δὲν δύνανται νὰ ὑποκύψωσιν ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὸ
55θρήσκευμά των, ἐφ’ ᾧ καὶ ζητοῦσι τὴν δέουσαν θεραπείαν.
56Τηλεγράφημα Λιαποσταύρου ἐκ Κυπαρισσίας. Παραπο-
57νεῖται κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Λουλάκη ὡς ἐξυβρίσαν-
58τος τὴν σύζυγον αὐτοῦ, ὡς καὶ τὴν τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ
59τραυματίσαντος αὐτὰς, ἀφοῦ ἔθεσε πῦρ εἰς τὴν οἰκίαν των.
60Τηλεγράφημα Βασιλείου Κωνσταντίνου ἐξ Αἰτωλικοῦ.
61Τηλεγραφεῖ, ὅτι πολλαὶ καταβάλλονται ἐνέργειαι, ὅπως
62καλυφθῇ τὸ συλληφθὲν λαθρεμπόριον τοῦ ἐμποροπλοιάρ-
63χου Γ. Τζήντζου, καὶ ζητεῖ νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα ὑπὲρ
64τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου μέτρα.
65Τηλεγράφημα Β. Καραπιπέρη. Παραπονεῖται ἐναντίον
66τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν Δημητριάδου διὰ καταγγελίας,
67τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου Ἀλεξανδροπούλου
68ἐν Αἰγίῳ.
69§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
70Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ τῇ Βουλῇ καὶ τῷ κοινῷ ἂν ἐγέ-
71νοντο ἀνακρίσεις περὶ τοῦ φορτίου τῶν σκορόδων καὶ ποῖον
72τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀνακρίσεως.
73§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
74τερικῶν.
75§10Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
76Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ διορθώσεως ἀτόπου
77τινὸς συμβαίνοντος ἐν τῇ ταχυδρομικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς
78Κύθνου. Ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ὑπάρχουσι δύο Δῆμοι, ὁ Δῆ-
79μος Κύθνου καὶ ὁ Δῆμος Δρυοπίδος, ἀπέχοντες ἀπ’ ἀλ-
80λήλων κατὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν· ἡ κωμόπολις τῆς
81Κύθνου ἀπέχει τοῦ λιμένος μίαν ὥραν. Παυθέντος τοῦ
82Ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου συνεπείᾳ οἰκονομικῶν μέτρων,
83ἀνετέθη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἰς τὸν τηλεγραφητὴν,
84ἀλλ’ οὗτος διαμένει ἐν τῷ λιμένι ὅπου καὶ τὰ λουτρά·
85ἑπομένως οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Δρυοπίδος, ἵν’ ἀποστέλ-
86λωσιν ἐπιστολὴν, πρέπει νὰ στείλωσι ἄνθρωπον δύο καὶ
87ἡμίσειαν ὥρας μακρὰν τοῦ χωρίου, οἱ δὲ κάτοικοι τῆς
88Κύθνου μίαν ὥραν διὰ νὰ ἀνεύρωσι τὸν ταχυδρομικὸν
89ἐπιστάτην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
90τερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἀναθέσῃ τὴν ταχυδρομι-
91κὴν ὑπηρεσίαν εἰς οἱονδήποτε νομίζει ὑπάλληλον, δια-
92μένοντα ἐν τῷ Δήμῳ Κύθνου, εἴτε εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην,
93εἴτε εἰς τὸν Δήμαρχον, διότι ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία
94ἔπαυσε μεταξὺ τῶν Δήμων.
95§11Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅμοιον παράπονον ὑπάρχει καὶ εἰς
96Τρίκερι τῆς Ἐπαρχίας Βόλου, διότι καὶ ἐκεῖ, καταργηθείσης
97τῆς θέσεως τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου, ἀνετέθη ἡ ὑπη-
98ρεσία εἰς τὸν ὑποτελώνην, ὁ ὁποῖος διαμένει 1 ὥραν μακράν.
99§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς
100τὸν Βασιλικὸν λόγον ὑπέβαλε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως·
101θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
102§13Α. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶνε παρὼν
103ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· ἤθελον παρακαλέσει
104αὐτὸν νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐδῶ πλησίον εἰς τὸ Φρουραρχεῖον
105εἰς τὴν σωρείαν τῶν προσερχομένων, διότι ὑπάρχουσιν ἐν-
106ταῦθα ἄνθρωποι πρὸ 8 ἡμερῶν, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ
107τὸ πρόσωπον νὰ ἴδωσι τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ποιεῖται τὰς
108ἐγγραφάς. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐστερήθησαν καὶ τοῦ ἐπιου-
109σίου ἄρτου. Διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ αὐξήσῃ
110τὸ προσωπικὸν διὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι ὑπολεί-
111πονται μέχρι 4 Ἰουλίου, ἢ νὰ ὑποχρεώσωσι τοὺς ὑπαλ-
112λήλους νὰ ἐργάζωνται.
113§14Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου
114Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων εἰσὶ βάσιμοι. Εἶμαι βέβαιος,
115ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν γνῶσιν τῶν
116περὶ τὴν κατάταξιν τῶν στρατευσίμων λαμβανόντων χώ-
117ραν καὶ τῆς βραδύτητος, ἥτις μεσολαβεῖ πρὸς κατάταξιν
118αὐτῶν, θέλει λάβει τάχιστα μέτρον πρὸς διόρθωσιν.
119§15ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης).
120Κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
121Κυβερνήσεως ἀνέφερεν, ὅτι παρεσκευάζετο ἢ μᾶλλον ἦτο
122ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ ἀνωνύμων χρεωγράφων, διότι ἔ-
123πρεπε νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς
124Δημοσίας πίστεως. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγω εἰς τὴν Βου-
125λὴν μετὰ ἐκθέσεως ἐκτεταμένης, ἐξ ἧς θέλετε κατανοήσει
126τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται. (Ὅρα Παράρτημα)
127§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἁρμοδιώτατος
128ἦτο ἀληθῶς ὁ χθὲς ἀγορεύσας προκάτοχός μου νὰ ἐκπλα-
129γῇ, διότι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον δὲν ἠδυνήθη ἐντὸς δύο
130μηνῶν, καθ’ οὓς διαχειρίζεται τὴν Ἐξουσίαν, ν’ ἀποκα-
131ταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ! Τρία ἔτη
132ἐκυβερνήθη ἡ Ἑλλὰς ἐν περιστάσεσιν οἰκονομικῶς ὁμα-
133λαῖς καὶ ἀνέτοις, καὶ αὐτὸ τὸ περιλάλητον ἰσοζύγιον, τὸ
134τοσάκις ἀναγγελθὲν, τὰς συνεπείας τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ
135ἀπολαύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἐπροκλήθη μάλιστα
136ἐντεῦθεν νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του, τρία ἔτη
137δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπιτευχθῇ. Καὶ ἐξεπλήσσετο ὁ χθὲς
138ἀγορεύσας, ἐλέγχων ἡμᾶς, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πραγ-
139ματοποιήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν
140ὁποῖον προχθὲς εἰσηγάγομεν! Ἀλλὰ δὲν ἐδίστασεν ὁ ἐμὸς
141προκάτοχος νὰ παραστήσῃ ποῖα ἤθελον ἐπέλθει εὐχάριστα
142οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
1431885, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
144δὲν ἀπεπλανᾶτο καὶ δὲν ἔδιδε τοιαύτην κατὰ τὴν 7 Ἀ-
145πριλίου ψῆφον, ὥστε ν’ ἀναγκασθῇ ν’ ἀποσυρθῇ τῶν Δη-
146μοσίων πραγμάτων. Εἶχεν ἕτοιμον τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἤθελε
147τὸ πραγματοποιήσει ἐντὸς τοῦ 1885· ἀλλ’ ἡ πλάνη τοῦ
148Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν ἔδωκε ψῆφον ἐμπιστοσύνης
149πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησίν του, ἐγένετο αἰτία νὰ
150στερηθῶμεν τοῦ καλοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον τρία ἔτη μᾶς
151ὑπέσχετο καὶ πάντοτε μᾶς ὡδήγει εἰς ἐλλείμματα!
152Καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐζήτησεν ὁ ἀγορεύσας χθὲς νὰ
153πείσῃ τοὺς ἀκροωμένους, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἤθελεν ἐπιτευ-
154χθῇ ἐντὸς τοῦ 1885; Τάχα δὲν ἤρκει ὁ Προϋπολογισμὸς
155τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὑπε-
156σχέθη οὐχὶ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ περίσσευμα; Διατί ἐλησμόνησε
157τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον μᾶς παρίστα διὰ τοῦ Προϋπο-
158λογισμοῦ τοῦ 1885, καὶ συγκατέβη εἰς τὸ ἰσοζύγιον;
159Τίνων ἐπιχειρημάτων νέων εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα μᾶς πείσῃ,
160ἀφοῦ αὐτὸς τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑπογραφῇ ἐβεβαίωσε τὸ πε-
161ρίσσευμα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὃν εἰσήγαγεν εἰς τὴν
162Βουλήν; Ποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε προσπορίσει αὐθεντίαν
163εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ, μνημονεύων τῶν φορολογικῶν νομο-
164θετημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
165Σύνοδον, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους
166ἤθελον αὐξήσει καὶ ἀσφαλίσει τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυ-
167γίου; Αἱ προσδοκίαι λοιπὸν, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὴν
168Βουλὴν διὰ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885,
169ἤθελον πραγματοποιηθῆ μόνον ἂν ἐψηφίζοντο τὰ Νομο-
170σχέδια περὶ χαρτοσήμου καὶ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν καυσο-
171ξύλων, καὶ ἐπειδὴ τὰ δύο ταῦτα Νομοσχέδια δὲν ἐψηφί-
172σθησαν, εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Πε-
173ριόδου, ἡ ὁποία ἠρνήθη εἰς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑ-
174πουργείου τὰ μέσα νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον; Ἀλλὰ
175δὲν εἶχεν ὑποσχεθῆ κατὰ τὸ 1883, δὲν εἶχεν ὑποσχεθῆ
176κατὰ τὸ 1884 τὸ ἰσοζύγιον; Δὲν παρέσχεν εἰς αὐτὸν ἡ
177Βουλὴ πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε; Κατὰ τὴν συ-
178ζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 δὲν ἀφήκαμεν
179πᾶσαν τὴν εὐθύνην ἐπ’ αὐτὸν, ἀποφασίσαντες νὰ μὴ ἐξα-
180κολουθήσωμεν νὰ συμπράττωμεν εἰς λειτουργίαν εἰκονι-
181κὴν καὶ οἰκονομικῶς καταλήγουσαν εἰς ζημίαν τῶν Δη-
182μοσίων συμφερόντων, ἀποσχόντες ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ
183ἀπαλλάξαντες αὐτὸν παντὸς προσκόμματος, πάσης δυσ-
184κολίας, ἵνα μείνῃ ἐλεύθερος καὶ δυνηθῇ τέλεον νὰ ἐφαρ-
185μόσῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζεν οἰκονομικὸν σύστημα, αὐτὸ
186τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἄλλο τι ἢ
187ἀκρασία περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους;
188Ἰδίως δὲ ἤλπιζε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὴν
189ἀκρίβειαν περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν δημοσίων φόρων, καὶ
190εἰς τὴν ἰσότητα, τὴν ὁποίαν ἀποκατέστησε περὶ τὴν εἴσ-
191πραξιν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον δικαιωμάτων.
192Δὲν εἶχον ἐντολὴν ἐκ τῆς ἐπισήμου ἰδιότητός μου νὰ
193πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ποία ὑπῆρξεν ἡ βεβαίωσις τῶν
194Δημοσίων φόρων· δὲν δύναμαι ὅμως, ὅταν προκαλῶμαι,
195ν’ ἀποκρύψω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν
196ὁποίαν εὗρον τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν. Ὁ φόρος τῶν ἐπιτη-
197δευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν τοῦ 1884 δὲν εἶχε βε-
198βαιωθῆ ἐν πάσαις ταῖς ἐπαρχίαις κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ
1991884, καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ
200προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἦτο ἐν τῇ Διοικήσει τῶν δημο-
201σίων πραγμάτων· ἡ δὲ συμπλήρωσις τῆς βεβαιώσεως τῶν
202φόρων τούτων ἤρξατο ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν Διοί-
203κησιν. Ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ 1884 ἐβε-
204βαιώθη βραδύτατα—δὲν ἐπεθύμουν νὰ δώσω καὶ ἄλλην
205τινὰ μᾶλλον δυσάρεστον πληροφορίαν—ἐβεβαιώθη ἐσφαλ-
206μένως, καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς τοὺς φορολογουμένους φο-
207ρολογία δὲν ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ αὐτοῖς
208δυνάμει τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, τὸ πρὸ
209τοῦ 1883, ὁ δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
210ἐπεβάλλετο ὡς ἑξῆς· ὁ ἐξευρημένος μέσος ὅρος τῶν ὑπὸ
211ἑκάστου δήμου εἰσπραχθέντων πρὸ τοῦ 1880 φόρων
212ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν διενέμετο ἐξ ἴσου εἰς τὰ
213κτήνη τοῦ δήμου, καὶ ἑπομένως ἐπεβάλλετο ἐπὶ ἑκάστου
214κτήνους τοῦ δήμου ἴσον ποσὸν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ
215ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρίστα ὁ μέσος ὅρος τῶν πρὸ τοῦ 1880
216εἰσπραττομένων. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐκρίθη ἄδικον, καὶ
217κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1883 ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν
218ὁποῖον ἡ ἀναλογία κατὰ κτῆνος δὲν ἤθελε ζητεῖσθαι τοῦ
219λοιποῦ μεταξὺ τῶν κτηνῶν τοῦ δήμου, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν
220κτηνῶν τοῦ χωρίου. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1883.
221Πῶς ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ 1884; Ποῖοι ἐφρόντισαν νὰ
222εὕρωσι τὸ νόμον καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσωσιν; οὐδείς. Ὁ νό-
223μος δὲν ἐξετελέσθη κατὰ τὸ 1884, ὁ δὲ δημοτικὸς φό-
224ρος ἐπεβλήθη, ἀναλογισθεὶς ἐξ ἴσου εἰς τὰ κτήνη τοῦ δή-
225μου καὶ οὐχὶ εἰς τὰ κτήνη τοῦ χωρίου.
226Τοιαῦται πλημμέλειαι περὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων
227καθιστῶσι τὰ ὄργανα τῆς Ἀρχῆς ὑπεύθυνα καὶ ἀπέναντι
228αὐτῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι οἱ ἀναγκαζόμενοι
229ν’ ἀποτίσωσι φόρον μεγαλειτέρου ποσοῦ ἀπὸ ἐκείνου, τὸν
230ὁποῖον ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν, ὑφίστανται τὴν πρᾶξιν
231ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ ποινικὸς νόμος χαρακτηρίζει ὡς κα-
232ταπίεσιν.
233Ὁμιλοῦσι περὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, καθ’ ἣν
234ὥραν ἔχω ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος, τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν
235βεβαίωσιν τῶν φόρων, πληροφοροῦσαν πόσον ἐλεεινὴ ὑπῆρ-
236χεν ἡ κατάστασις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Τμήματος. Ἡ ἔκ-
237θεσις δὲν προεκλήθη χθές· ἡ ἔκθεσις παριστᾷ τὴν κατά-
238στασιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Τμήματος, καθ’ ἣν ὥραν ἡμεῖς
239ἀνελάβομεν τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, διότι καθῆκον
240ἔχομεν νὰ βεβαιώσωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν ἐτύγχανεν
241ἕκαστος κλάδος τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγνωρίζομεν τί ἔμελλε
242νὰ συμβῇ, ἐγνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ζη-
243τήσωσι παρ’ ἡμῶν λόγον ἐπὶ ταῖς ἰδίαις αὑτῶν πλημμε-
244λείαις. Ἐπράξαμεν ὅ,τι πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κα-
245λούμενοι νὰ παραλάβωσι κληρονομίαν περιουσίας, ἧς ἡ
246διαχείρισις ὑπῆρξεν ἀνώμαλος, δειλιῶσι πρὸς τὰ τυχὸν
247ὑπάρχοντα βάρη ἐπὶ τῆς κληρονομίας καὶ ζητοῦσι νὰ κη-
248ρυχθῶσι κληρονόμοι ἐξ ἀπογραφῆς. Αὐτὴν τὴν κληρονο-
249μίαν καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἀναλάβωμεν ἐξ ἀπογρα-
250φῆς, ἵνα φιμώσωμεν τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες καθ’ ὅλον
251τὸ παρελθὸν ἀπέδειξαν, ὅτι ἔχουσι γλῶσσαν ἱκανῶς θρα-
252σεῖαν, ἵνα ἐπιῤῥίπτωσι τὰς ἰδίας πλημμελείας ἐπὶ τῶν
253διαδόχων των.
254Ἰδοὺ ποῖά τινα βεβαιοῖ ἡ ἔκθεσις, ἧς ἐμνημόνευσα· «151
255ὑποθέσεις, ἀφορῶσαι εἰς βεβαίωσιν διαφόρων δημοσίων
256ἐσόδων τοῦ 1883 καὶ 1884, ἦσαν παρεῤῥιμμέναι εἴς τινα
257γωνίαν τῶν ἁρμοδίων Γραφείων· 680 ἔγγραφα, ἀφορῶντα
258εἰς συμφέροντα ἰδιωτῶν, ἤτοι προσφυγὰς ἀπαλλαγῆς φό-
259ρων· 415 ἄλλαι προσφυγαὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ δικαιώ-
260ματος τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου· 90 προσφυγαὶ ἀπαλ-
261λαγῆς ἀπὸ φόρου ἐπιτηδευμάτων· 110 προσφυγαὶ ἀπαλ-
262λαγῆς ἀπὸ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν· 65 ὅμοιαι περὶ
263ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου κτημάτων κατὰ στρέμμα φορολο-
264γουμένων.» Πάντα ταῦτα δὲν εἶχον ἀξιωθῆ τῆς προσοχῆς
265τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἐνόμι-
266ζον, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου εἶχον δικαίωμα νὰ προβάλωσι
267παράπονα, νὰ ζητήσωσι νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ πρὸς τὸ Δημό-
268σιον ὀφειλή των, αὐτοὶ ὤφειλον νὰ σιωπῶσι, διότι οὐδεὶς
269ἠξίου νὰ ἐρευνήσῃ αὐτά.
270Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως ἤλπιζον ὅτι ἤθε-
271λον ἐξασφαλίσει τὸ ἰσοζύγιον! Καὶ ἐλάλησαν περὶ τοῦ νό-
272μου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων, ὡς περὶ ἀρι-
273στουργήματος ἐπιστημονικοῦ, ἢ περὶ νομοθετήματος, τὸ
274ὁποῖον προσιδίαζεν ἰδίως εἰς τὰ ἤθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!
275Καὶ διὰ τοῦτο ἐθρήνησαν, βεβαιοῦντες, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐλ-
276πίδες ᾤχοντο ἀπιοῦσαι, ἀφοῦ ἡμεῖς προέβημεν εἰς τοσοῦ-
277τον κακὴν πρᾶξιν, προβαλόντες εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτη-
278μα, ὅπως τροποποιήσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ εἰσ-
279πράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων. Πλέον δὲν εἶναι δυνατὸν
280νὰ ἀποκτηθῇ τὸ ἰσοζύγιον, ἀφοῦ δὲν θέλετε δίδει πλέον
281δικαίωμα εἰς ἕκαστον ὁπλίτην τῆς χωροφυλακῆς καὶ εἰς
282ἕκαστον ὁπλίτην τῶν εὐζώνων νὰ εἰσπράτῃ 50 λεπτὰ
283κατὰ κεφαλὴν ἀπὸ ἑκάστου, ὅσων ἐξ ἔμελον νὰ συλλάβωσι
284διὰ νὰ ἀπαγάγωσιν εἰς τὰς φυλακὰς τῶν προσωπικῶς
285κρατουμένων! Καὶ αὐτὰ λέγονται, ἀφοῦ ἐπὶ 10,000 ἐν-
286ταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, ἐπὶ
2877,000 ἐνταλμάτων ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ εἰσεπράχθησαν 5,000
288καὶ 3,500 δραχμῶν σύλληπτρα, ἡ δὲ διάταξις αὕτη τοῦ
289νόμου ἐκείνου ἐγένετο ἀφορμὴ ἰδίας κερδοσκοπίας, ἧς ἕνεκα
290ἐξεδίδοντο ἐντάλματα προσωποκρατήσεως, μόνον διὰ νὰ
291δημιουργηθῇ δικαίωμα πρὸς ἀπολαβὴν τῶν συλλήπτρων.
292Καὶ λέγονται ταῦτα, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεκαλύφθησαν συννε-
293νοήσεις Ταμιῶν μετὰ ὀργάνων τῆς Δημοσίας Δυνάμεως,
294ἵνα παρέχηται ἄφθονος ἡ προσαπολαβὴ συλλήπτρων,
295καὶ εὐκολύνεται κατόπιν μεταξύ των, ἐν συνεννοήσει, ἡ δια-
296νομὴ τοῦ ποσοῦ τῶν συλλήπτρων. Καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι
297ἐματαιώθη πλέον τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι δὲν εἶναι πλέον δυνα-
298τὸν νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν, διότι ἡμεῖς οἱ διάδοχοι αὐτῶν
299ἐπροτείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον καταργοῦντα διάταξιν,
300ὑπ’ οὐδενὸς λόγου δυναμένην νὰ δικαιολογηθῇ, τὴν διά-
301ταξιν τῆς αὐξήσεως τοῦ χρέους ἀναλόγως τοῦ χρόνου, ὅστις
302παρῆλθεν ἢ θέλει παρέλθει ἀπὸ τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν
303τὸ χρέος ἦτο ἀπαιτητόν. Δὲν ἤμην ἐν τῇ Βουλῇ· ἀνέγνων
304ὅμως ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ἡ ὀγκώδης ἐκείνη πλειονοψη-
305φία, ἥτις ἀνήγαγε καὶ ὑπεστήριξε τὴν προκάτοχον Κυ-
306βέρνησιν ἐπὶ τὴν σειρὰν τῶν παρελθόντων τριῶν ἐτῶν,
307καὶ αὐτὴ πλέον ἐδυσφόρησεν, ὅταν ἐζήτησαν νὰ τὴν πα-
308ρασύρωσιν, ἵνα ὑπερψηφίσῃ τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Νό-
309μου ἐκείνου, διὰ τῶν ὁποίων τὸ χρέος ηὔξανε κατὰ 20,
31030 καὶ 40%. Καὶ αὐτὴ πλέον ἡ πλειονοψηφία
311ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ
312συναινέσωσι διὰ νὰ μετριασθῶσιν αἱ ἄλογοι καὶ ὑπὸ παν-
313τὸς κανόνος δικαιοσύνης ἀποκρουόμεναι διατάξεις τοῦ ἀ-
314γρίου ἐκείνου Νόμου. Ποίαν ἐξουσίαν, ποίαν δύναμιν, ποῖον
315δικαίωμα ἔχει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ μεταβάλλῃ διὰ
316Νόμου Συμβάσεις, αἵτινες πρὸ χρόνων συνωμολογήθησαν
317μεταξὺ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῶν πολιτῶν; Οἱ πο-
318λῖται, οἵτινες εἴτε συνεπείᾳ Συμβάσεως συνηλλάγησαν
319μετὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καθ’ ὃν χρόνον συνηλλάγη-
320σαν, ἐγνώριζον ὅτι, ἐὰν δὲν ἀποτίσωσι τὸ χρέος των εἰς
321ὡρισμένην προθεσμίαν, ἤθελον ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσωσι
32210, 20% περισσότερον ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους
323αὐτῶν; Οἱ φορολογικοὶ Νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν
324πρὸς πληρωμὴν τῶν καταζητουμένων φόρων ὑποχρέωσιν,
325περιέλαβον διατάξεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι
326τὴν αὔξησιν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα οἱ φορολογικοὶ Νόμοι
327ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Δημοσίαν Διοίκησιν νὰ ζητήσῃ παρ’
328ἑκάστου τῶν φορολογουμένων; Ἡ αὔξησις τοῦ χρέους εἶ-
329ναι ποινικὴ ῥήτρα; Αἱ ποινικαὶ ῥῆτραι συνομολογοῦνται,
330ὅταν συνομολογῶνται αἱ Συμβάσεις. Εἶναι τόκος ὑπερη-
331μερίας; Ποῖος λόγος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοι-
332αύτην διάταξιν, εἰμὴ μόνον ἡ τάσις πρὸς τὴν αὐθαιρε-
333σίαν; Ἢ νομίζετε ὅτι, ὅταν οἱ Νόμοι διατάσσωσιν ἄ-
334δικον πρᾶγμα, διότι εἶναι Νόμοι, διὰ τοῦτο ἡ αὐθαιρε-
335σία τῶν διατάξεων αὐτῶν δύναται νὰ περικαλυφθῇ ἢ νὰ
336δικαιολογηθῇ; Καὶ διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βου-
337λὴν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη τῆς αὐξήσεως τοῦ
338χρέους τοῦ ὀφειλέτου διὰ τὰς τοιαύτας ὑπερημερίας, νὰ
339ἐφαρμοσθῶσι δὲ ἐπὶ τῶν ὑπερημεριῶν αἱ κατὰ τὴν πρὸ
340τοῦ εἰρημένου Νόμου ἰσχύουσαν νομοθεσίαν διατάξεις, διὰ
341τοῦτο ἀπωλέσθη ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἰσοζυγίου καὶ πᾶσαι αἱ
342ἐλπίδες ἐξέλιπον! Καὶ ἐβεβαίου τοῦτο ὁ χθὲς ἀγορεύσας,
343θρηνῶν ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον.
344Πῶς νὰ ἐπιτευχθῇ, κύριοι, τὸ ἰσοζύγιον, σᾶς εἶπεν ὁ χθὲς
345ἀγορεύσας, ὅταν πλέον δὲν θέλει μένει ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος
346περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ζητουμένης τῆς τροποποιήσεως
347αὐτοῦ, ὅταν πλέον πρόκειται νὰ ψηφοφορήσητε τὴν κα-
348τάργησιν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως
349σιγαροχάρτου, ὅταν κλονίζεται τὸ μονοπώλιον τῶν πυ-
350ρείων; Καὶ λέγουσι ταῦτα πρὸς ὑμᾶς, ὡσὰν ὑμεῖς μὴ ἐ-
351βιοῦτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ, ὡσὰν ὑμεῖς ἠγνοεῖτε ὅτι ἐκ
352τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προϋπελογίσθησαν
353ἔσοδα 10,000,000, τὸ μεγαλείτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠδυ-
354νήθησαν νὰ εἰσπράξωσι, μόλις ἀνῆλθεν εἰς δρ. 3,027,000, διὰ
355τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέγραψε τὸ μὲν πρῶτον ἔτος,
356ἤτοι τὸ 1884, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔξοδα 1,890,000,
357κατὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸ 1885, ὅταν ἡ καθόλου ἀπο-
358τυχία τοῦ νόμου μετεδόθη ὡς πεποίθησις εἰς ἕκαστον τῶν
359πολιτῶν, ἀνέγραψεν ἔξοδον 890,000 δραχμῶν! Καὶ συνη-
360γοροῦσιν ὑπὲρ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἐπι-
361φέρει πρόσοδον 3,000,000, ἀπαιτεῖ δαπάνην 890,000!
362Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δὲν ἐπιβαρύνουσι τὸ
363Δημόσιον Ταμεῖον, διότι τοῦτο δυνάμει τοῦ νόμου εἰσπράτ-
364τει 50 λεπτὰ δικαίωμα ἐκκοπῆς κατὰ πᾶσαν ὀκᾶν κα-
365πνοῦ, τὸ δὲ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου εἰσπραττόμενον
366ποσὸν ἀρκεῖ νὰ καλύψῃ ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ φορολογικοῦ
367τούτου συστήματος. Τὸ ποσὸν λοιπὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Δη-
368μόσιον Ταμεῖον ζητεῖ λόγῳ δικαιώματος ἐκκοπῆς καπνοῦ
369ἀπὸ ἕκαστον προσερχόμενον εἰς τὸ Κοπτήριον διὰ νὰ κόψῃ
370καπνὸν, δὲν εἶναι τὸ ἀληθὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο
371νὰ ζητήσῃ, ἀφοῦ 50 λεπτὰ εἰσπράττονται μόνον ὡς δι-
372καίωμα ἐκκοπῆς καπνοῦ, τὸ δὲ εἰσπραττόμενον τῷ λόγῳ
373τούτῳ ποσὸν δύναται νὰ καλύψῃ πάντα τὰ ἔξοδα τῆς
374λειτουργίας τοῦ συστήματος τούτου. Ἀλλὰ τὸ Κράτος
375δὲν παρέστη οὕτως ἀποπλανῶν τοὺς προσερχομένους νὰ
376κόψωσι καπνὸν, ἀφοῦ λόγῳ ἐξόδων κοπῆς καπνοῦ εἰσπράτ-
377τει περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἶχε δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ;
378Καὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ
3791884, δὲν εἶναι μόνον προϊὸν τοῦ φόρου, δὲν ἀπετελέσθη-
380σαν μόνον ἐκ τοῦ ἐπιβεβλημένου δικαιώματος ἐπὶ τῆς κα-
381ταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ περιελήφθησαν ἐν
382αὐτοῖς καὶ πᾶσαι αἱ ποιναὶ, αἵτινες ἐπὶ ταῖς παραβάσεσι
383τοῦ νόμου ἐπεβλήθησαν. Καὶ ὅσοι εἴχετε καιρὸν νὰ ἀσχο-
384ληθῆτε νὰ μανθάνητε τὰ διατρέξαντα πρὸς βεβαίωσιν τῆς
385ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου, ἀνέγνωτε βεβαίως ἐν ταῖς
386ἐφημερίσιν ἢ θὰ ἠκούσατε παρὰ τῶν συμπολιτῶν σας διὰ
387τίνων μέσων ἡ Ἀρχὴ, μέσων μὴ ἐπιτετραμμένων εἰς τὰς
388σχέσεις τῆς Ἀρχῆς πρὸς τοὺς πολίτας, ἐζήτει νὰ παγι-
389δεύσῃ τὴν ἀγαθοπιστίαν τῶν θελόντων νὰ παραβῶσι τοὺς
390νόμους, διὰ πόσων μέσων ἐζήτει νὰ καταστήσῃ δυνατὴν
391τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου ἐκείνου.
392Ἡ ὑποχρέωσις τῶν πολιτῶν πρὸς ἀπότισιν φόρων ἢ δι-
393καιωμάτων, ἥτις ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ Κρά-
394τους νὰ ἀπαιτῇ εἰσφορὰν ἀνάλογον ἐκ τῶν ποσῶν, τὰ
395ὁποῖα οἱ πολῖται παράγουσι, δὲν ἔχει ὡς συνέπειαν τὸ
396δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτείνῃ τὰς ἐνεργείας του μέ-
397χρις ἐξοντώσεως τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἴτε τὴν
398βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ εἰσφέρωσιν,
399εἴτε τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβεβαιώθη ὅτι εἶ-
400ναι πληρωτέον. Καὶ εἶδε ματαιουμένην πλέον τὴν ἐλπίδα
401τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰσοζυγίου, διότι ἡμεῖς ἐπροτείναμεν ἀντὶ
402τοῦ συστήματος ἐκείνου ἄλλο σύστημα, τοῦ ὁποίου προ-
403βλέπει ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀποτυχίαν, ἀφοῦ προέβλεψε καὶ
404ἐπείσθη περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συστήματος!
405Δὲν γνωρίζω ἐὰν μέλλῃ νὰ ἀποτύχῃ ἢ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ
406σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν. Οὐδὲν σύστημα φορολογι-
407κὸν δύναταί τις νὰ προβάλλῃ μετὰ τῆς πεποιθήσεως, τὴν
408ὁποίαν ἔχει, ὅταν καλῆται ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ γεγονότων
409συντελεσμένων. Πᾶν φορολογικὸν σύστημα περιέχει ἀτε-
410λείας· ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ τὸ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενον
411νὰ περιέχῃ ἀτελείας εἰς τὰς λεπτομερείας, οὐδ’ ἠξιώσαμεν
412ποτὲ ἡμεῖς, ὁμιλοῦντες εἴτε πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος,
413εἴτε πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὅτι εἴμεθα ἀλάθη-
414τοι. Διὰ τοῦτο οὐχὶ μόνον δὲν ἀποκρούομεν τὰς γνώμας
415τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οὐχὶ μόνον δὲν τολμῶμεν
416νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀναξία προσοχῆς καὶ ἀναξία
417συζητήσεως πᾶσα γνώμη, ἥτις προβάλλεται ἐν τῇ Βουλῇ,
418ὅταν δὲν εἶναι σύμφωνος μετὰ τῆς ἰδέας ὑμῶν, ἀλλὰ πα-
419ρακαλοῦμεν τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ παράσχωσιν ἑκάστοτε
420τὰ φῶτα αὑτῶν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλ-
421λομεν, καὶ ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ τροποποιήσωμεν τὰς γνώμας
422ἡμῶν, ἂν ἡ συζήτησις ἤθελεν ἀποδείξει ὀρθοτέρας ἢ
423πληρεστέρας τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς.
424Καὶ τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω ὑμῖν, κύριοι, ὅτι οὐδὲν φορο-
425λογικὸν σύστημα δύναται νὰ θεωρηθῇ πλῆρες καὶ τέλειον,
426δὲν εἶναι ἰδιόῤῥυθμος γνώμη ἐμοῦ, εἶναι γνώμη πάντων τῶν
427ἀνδρῶν, ὅσοι διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν μελετῶν καὶ συγγραφῶν
428ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶσιν, ἵνα αἱ γνῶμαι αὐτῶν
429εἶναι ἀποδεκταὶ καὶ πιστευταὶ πανταχοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι
430ἐνδεχόμενον τὸ προτεινόμενον παρ’ ἡμῶν φορολογικὸν σύ-
431στημα τοῦ καπνοῦ νὰ περιέχῃ ἀτελείας, τὸ ἐνδεχόμενον
432τοῦτο τὸ ἀντιτάσσομεν ἀπέναντι τοῦ βεβαίου, τοῦ ἀναν-
433τιῤῥήτου, τοῦ ὑπὸ τῶν πραγμάτων τρανῶς διαπιστευθέν-
434τος, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπὸ τῶν προκατόχων φορολογικὸν
435σύστημα τοῦ καπνοῦ ἦτο τερατολόγημα, τὸ ὁποῖον ἡ πρὸς
436τοὺς νεωτερισμοὺς τάσις τοῦ χθὲς προαγορεύσαντος ἔπεισεν
437αὐτὸν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθῇ, παρ’ ἄλλου διασκεφθὲν καὶ
438ἐξυφανθέν. Γνωστὸν ποῖος ἐφεῦρεν ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτοῦ
439καὶ ποῖος ἐξύφανε τὸ σχέδιον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ
440κατὰ τὴν ἐκκοπὴν, καὶ ὑπὸ τίνων ἀφορμῶν προκληθεὶς
441ἐπενόησε τὴν τοιαύτην φορολογίαν. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ
442ἂν ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήμα-
443τος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ
444ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου δὲν περιορίζουσι
445τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας ἐκείνων, οἵτινες ἀσχολοῦνται
446εἰς τὴν ἐμπορίαν, εἴτε τὴν ἐν μεγάλῳ ποσῷ, εἴτε τὴν λια-
447νικὴν τοῦ καπνοῦ, δὲν καταθλίβουσί τινα, ἀνακουφίζουσι
448δὲ ἰδίως τὴν παραγωγὴν, τῆς ὁποίας τὰ προϊόντα δὲν
449θέλουσι πλέον βαρύνεσθαι διὰ φόρου καταναλώσεως το-
450σοῦτον μεγάλου. Καὶ ὄντως, εἰς δύο μόνον δραχμὰς προσ-
451διωρίσαμεν καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ
452τὸν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ φόρον, οὐδὲ ὑποβάλ-
453λομεν τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐκεί-
454νας δαπάνας, αἵτινες πλὴν τῆς πληρωμῆς τῶν τριῶν δραχ-
455μῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ τῶν 50 λεπτῶν ὡς δικαιώματος κο-
456πῆς, καὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν ταινιῶν τοῦ χαρτοσήμου, εἰς
457τὰς ἐκτάκτους, λέγω, ἐκείνας δαπάνας, αἵτινες ἐπιβαρύ-
458νουσι τὴν ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ νῦν· διότι κατὰ τὸ ἰσχῦον
459σύστημα οἱ καπνέμποροι ὀφείλουσι νὰ ἀποστέλλωσιν εἰς
460τὰ Κοπτήρια, ἵνα ἐπιτηρῶσι κατὰ τὴν κοπὴν, νὰ διασκευά-
461ζωσι καὶ παραλαμβάνωσι τὸν καπνὸν ὑπαλλήλους ἢ ὑπη-
462ρέτας, ὧν οἱ μισθοὶ, δαπάναι ἔκτακτοι ἕνεκα τοῦ συστή-
463ματος τῆς φορολογίας, προστίθενται εἰς τὴν ἀγοραίαν τι-
464μὴν τοῦ καπνοῦ· οὐδὲ δύνασθε, κύριοι, νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι
465ὅσον οἱ ἔμμεσοι φόροι καθιστῶσιν ἀκριβωτέραν τὴν ἀγο-
466ραίαν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλον-
467ται, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις δὲν προβαίνει ἀναλό-
468γως, ὑφίσταται περιορισμοὺς, οἱ δὲ περιορισμοὶ τῆς κατα-
469ναλώσεως ἐπηρεάζουσι πάντοτε τὸν παραγωγόν.
470Μοὶ ἐφάνη ὅμως παράδοξον, ὅταν ὁ χθὲς ἀγορεύσας δὲν
471περιωρίσθη μόνον νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πρά-
472ξεις, δὲν ἠρκέσθη νὰ ἑρμηνεύσῃ μόνον τὰ ἀποτελέσματα
473τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ τὰς
474προτάσεις ἡμῶν καὶ νὰ ἀποκαλύψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς
475κρύπτομεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν, παριστῶν ἡμᾶς ἀποπλα-
476νῶντας σήμερον τὴν Βουλήν. Πιστεύετε, σᾶς εἶπε, τοὺς Ὑπουρ-
477γοὺς, ὅτι θέλουσι καταργήσει πράγματι τὸ μονοπώλιον τοῦ
478σιγαροχάρτου; Ἂν εἶχον ἀπόφασιν νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ,
479ἤθελον προτείνει Νόμον, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαγγέλλῃ ἀμέσως τὴν
480κατάργησιν· ἀλλὰ σᾶς προτείνουσι νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου
481ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν νὰ καταργήσωσιν αὐτὸ, ὅταν
482ἐγκρίνωσι τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαρο-
483χάρτου. Σᾶς πλανῶσι, σᾶς εἶπε, διότι δὲν θέλουσι προβῆ
484εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου.
485Ταῦτα ἔλεγε χθὲς, ἑρμηνεύων, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ
486ἑρμηνεύῃ, τοὺς διαλογισμοὺς ἡμῶν. Οὐ μόνον δὲ διηρμή-
487νευεν, ἀλλὰ καὶ ὕβριζεν ἡμᾶς, ὡς πλανῶντας τὸ Κοινο-
488βούλιον, ὡς προβάλλοντας εἰς αὐτὸ τὴν κατάργησιν τοῦ
489μονοπωλίου, καθ’ ὃν χρόνον εἴχομεν γνώμην νὰ μὴ κα-
490ταργήσωμεν αὐτό.
491Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πολιτικοὶ
492ἄνδρες, εἰθισμένοι νὰ ἀπατῶσι, νὰ ἀποπλανῶσι τὴν Βουλὴν
493καὶ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἐζή-
494τησα ποτὲ τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ, ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν
495ὑπάρχωσι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πολλοί, οἵτινες ἤθελον
496ζηλεύσει τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν κατάλογον
497ἐκείνων, οἵτινες συνείθισαν νὰ ἀποπλανῶσιν, εἴτε τὸν λαὸν,
498εἴτε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ.
499Δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ μονοπω-
500λίου τοῦ σιγαροχάρτου, διότι αὕτη ἤθελε φέρει ζημίαν
501ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Εὕρομεν τὰς ἀπο-
502θήκας τοῦ Δημοσίου πλήρεις σιγαροχάρτου, τὸ ὁποῖον, ἂν
503κατηργεῖτο ἀμέσως τὸ μονοπώλιον, οὐδεὶς ἤθελεν ἀγορά-
504σει· ἑπομένως οὐ μόνον δὲν ἠθέλομεν πορισθῆ τὸ κέρδος,
505τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ προσπορισθῶσιν ἐκ τοῦ σιγαροχάρ-
506του, τοῦ ὄντος πράγματι ἐλεεινῆς ποιότητος, ἀλλὰ δὲν ἠ-
507θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἰσπράξωμεν οὐδὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁ-
508ποῖα ἐπλήρωσε τὸ Δημόσιον διὰ νὰ ἀγοράσῃ αὐτό. Διὰ
509τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον κατάργησιν
510τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, διότι αἱ ἀποθῆκαι τοῦ Δη-
511μοσίου εἰσὶ πλήρεις πυρείων. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς συμβά-
512σεις τινὲς, αἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἐπιβάλλωσιν ὑποχρεώσεις
513εἰς τὸ Δημόσιον· ἔχομεν δὲ καθῆκον τὰς προτάσεις, τὰς
514ὁποίας προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ ἀπογυμνῶμεν
515ἀπὸ τῆς στοργῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εἰς τὰ συμφέροντα
516τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εὐθὺς δὲ ὡς διὰ τῶν μέτρων, τὰ
517ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει, ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ περὶ
518καταργήσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τῶν
519πυρείων νομοσχέδια, δυνηθῶμεν νὰ εἰσπράξωμεν τὰ χρή-
520ματα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἔχει δικαίωμα νὰ
521ἀξιώσῃ νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις αὐτοῦ ὑπαρ-
522χόντων ἐναποταμιευμάτων, τὰ μονοπώλια θέλουσι καταρ-
523γηθῆ.
524Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς μὴ λέγοντας τὴν ἀλήθειαν νὰ
525παριστῶσι πάντας τοὺς ἄλλους ψευδομένους· ἀλλ’ οἱ λέ-
526γοντες τὴν ἀλήθειαν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καθιστῶσι
527δυσπίστους τοὺς ἀκροωμένους τοιούτων δυσφημιῶν, τὰς ὁ-
528ποίας καθ’ ἡμῶν διαδίδουσιν οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες. Ἐ-
529θρήνησαν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θέλει στερηθῆ
530ὁτὲ μὲν ἑνὸς ἑκατομμυρίου, κατόπιν δὲ, τοῦ χρόνου προϊ-
531όντος, καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε
532νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ
533λησμονοῦσιν ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος τοῦ Δημοσίου,
534ἡ μετὰ πάσης αὐστηρότητος βεβαιωθεῖσα, δὲν ὑπερέβη
535τὰς 800 χιλ. δραχμῶν. Εἶπον δὲ ἀκαθάριστον τὴν πρόσο-
536δον, διότι ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου πο-
537σοῦ ἀποζημιούμεθα καὶ διὰ τὸ ἀντίτιμον τοῦ σιγαροχάρ-
538του, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν, ὅταν ἠγοράσαμεν αὐτὸ, καὶ
539διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου, καὶ διὰ τὴν
540πληθὺν τῶν μικρῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας καθιστῶσιν ἀ-
541ναποφεύκτους τὰ τοιούτου εἴδους νομοθετήματα.
542Ἦσαν ἀνυπόμονοι νὰ ἐπικρίνωσι καὶ νὰ μεμφθῶσιν, οὐδ’
543ἐπερίμεναν νὰ τυπωθῇ κἄν τὸ νομοσχέδιον καὶ διανεμηθῇ
544εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, ἵνα ἴδωσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομο-
545σχεδίου ἐκείνου προτείνεται συγχρόνως εἰσαγωγικὸν τέλος
546ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου σιγαροχάρτου, καὶ ὅτι ἐκ
547τῆς εἰσπράξεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους θέλει ἐξασφαλι-
548σθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης πρόσοδος σχεδὸν ἴση πρὸς τὸ
549ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ εἰσπρά-
550ξωσι διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ἐπινοηθέντος παρ’ αὐτῶν
551τοιούτου μονοπωλίου.
552Καὶ πῶς νομίζετε, κύριοι, ἐλειτούργει τὸ μονοπώλιον
553τοῦ σιγαροχάρτου; Οἱ ἐρευνῶντες τὰ περὶ τούτου εἶναι
554ἠναγκασμένοι ν’ ἀποδέχωνται ὑποθετικούς τινας ἀριθμοὺς
555ὡς βάσεις τῶν ὑπολογισμῶν των. Ἂν ἤθελέ τις ἀποδεχθῇ
556ὡς καταναλισκόμενον ἐν τῷ Κράτει ποσὸν δύο ἑκατομμυ-
557ρίων ὀκάδων καπνοῦ—ἐπειδὴ γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὁ κα-
558πνὸς οὗτος καταναλισκόμενος καπνίζεται διὰ σιγαροχάρ-
559του—ὤφειλε νὰ ἀποδεχθῇ ὅτι ἤθελεν εἰσπράττεσθαι τὸ
560πενταπλάσιον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράχθη. Διέ-
561φυγον λοιπὸν τὸ μονοπώλιον τὰ ⅘ τοῦ καταναλισκομέ-
562νου σιγαροχάρτου, καὶ διέφυγον τὰ ⅘ τῆς φορολογησί-
563μου ὕλης ἐπὶ σκανδάλῳ κοινῷ, καὶ ἐπὶ ἀνισότητι τῶν ὑ-
564ποχρεώσεων τῶν πολιτῶν.
565Ἴσως εἶναι ἀνάξιον λόγου νὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου μονο-
566πωλίου, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ἐπροτείναμεν, τοῦ μονο-
567πωλίου τῶν πυρείων. Εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς προβα-
568λόντας τὸ μονοπώλιον τοῦτο καὶ συστήσαντας τὴν νομοθέ-
569τησιν αὐτοῦ, εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ θρηνῶσι διὰ τὴν κα-
570τάργησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἀφοῦ δὲν ἐδίστασαν ν’
571ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον ἑνὸς ἑκατομμυ-
572ρίου ἐξ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὀλιγώτερον θάῤῥος νὰ
573διαδηλῶσι τοὺς θρήνους των, διότι ὤφειλον νὰ λάβωσιν
574ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τοῦ μονοπω-
575λίου κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας, καθ’ οὓς δὲν ἠδυνή-
576θησαν νὰ εἰσπράξωσι πλέον τῶν 20 χιλ. δραχμῶν. Ἠναγ-
577κάσθην, κύριοι, νὰ ἐκτραπῶ τοῦ προκειμένου. Πάντα ὅσα
578εἶπον περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν
579προχθές, ἐλέχθησαν ἐν οὐ δέοντι, ἀποτελοῦσιν ἀληθῶς παρ-
580εκτροπὴν καὶ κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ἀλλὰ
581μὲ παρέσυρεν ἡ ὑπὸ ἄλλων διαπραχθεῖσα κατάχρησις.
582Δὲν ἦτο καιρὸς ν’ ἀκούσητέ τι οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τῶν
583νομοθετημάτων τούτων· ὠφείλαμεν ν’ ἀφήσωμεν ὑμᾶς νὰ
584τὰ ἀναγνώσητε, νὰ τὰ μελετήσητε καὶ τὰ βασανίσητε ἐν
585ταῖς Ἐπιτροπαῖς, καὶ ἠδυνάμεθα ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν
586γνώμην του, ὅταν ἤθελον προταθῆ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς
587συζήτησιν. Ἀλλ’ ἔσπευσαν, ὡς συνειθίζουσι πάντοτε, νὰ
588ὑφαρπάζωσι τὰς ἐντυπώσεις τοῦ πλήθους, ἔσπευσαν νὰ
589προδιαθέσωσι τοὺς ἀκούοντας ἐν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ
590ἐκτὸς αὐτῆς, λέγοντες ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἔπλα-
591σαν καὶ προβάλλοντες ὅσα ἂν εἶχον ἐν τῇ γλώσσῃ ἐπι-
592χειρήματα. Ὤφειλον λοιπὸν νὰ μὴ ἀφήσω τὰ διαλεκτι-
593κὰ ταῦτα μηχανήματα νὰ παραγάγωσι τοὺς καρποὺς, διὰ
594τοὺς ὁποίους ἐποιήσαντο χρῆσιν αὐτῶν. Ἔχουσι δίκαιον
595νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοιαύτης τακτικῆς, διότι ἡ τακτικὴ
596αὕτη ἀπέβη πρὸς αὐτοὺς τὰ μάλα ὠφέλιμος καὶ λυσιτε-
597λής. Δι’ αὐτῆς τῆς τακτικῆς ἠδυνήθησαν νὰ σύρωσιν ὄπι-
598σθεν αὐτῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ νὰ κρατύνωσιν ἐν
599αὐτῷ τοιαύτας περὶ αὐτῶν γνώμας καὶ πεποιθήσεις. Ἀλ-
600λὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν
601οἱ πλανηθέντες ἤθελον φωτισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας· καὶ,
602ἂν εἶχον ἰδιόῤῥυθμον ἐπιμονὴν νὰ ἐμμένωσιν ἐν τῇ πλάνῃ
603των, ἦτο ἀναποφεύκτως ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθωσι τὰ
604πράγματα διὰ ν’ ἀποκαλύψωσι τοὺς πλανῶντας καὶ νὰ
605φωτίσωσι τοὺς πλανηθέντας.
606Ἂν πρόκηται, κύριοι, περὶ ζητημάτων ἀφῃρημένων,
607περὶ θεωριῶν πολιτικῶν, περὶ δογμάτων ἐπιστήμης, δυσ-
608κολώτερον ἀποκαλύπτονται οἱ πλανῶντες καὶ μακρότερον
609χρόνον μένουσιν ἐν τῇ πλάνῃ οἱ πλανηθέντες. Δυνάμεθα
610ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παριστῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἄλ-
611λοτε μὲν ὡς ζητοῦντας τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
612ἄλλοτε ὡς ἐργαζομένους διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μα-
613κεδονίας, ἄλλοτε ὡς κεκηρυγμένους πολεμίους τῆς συναλ-
614λαγῆς, ἄλλοτε ὡς ἀδεκάστους ἐπιτιμητὰς τῆς καταχρή-
615σεως τῶν Δημοσίων χρημάτων. Οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι ἐκδη-
616λοῦσι γνώμας, τὰς ὁποίας ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἔχομεν, τῶν
617ὁποίων ὅμως δυσκόλως δύναται ν’ ἀποκαλυφθῇ καὶ βε-
618βαιωθῇ ἡ εἰλικρίνεια ἢ ἡ μὴ εἰλικρίνεια, ἡ ἀλήθεια ἢ ἡ
619μὴ ἀλήθεια αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν
620εἶνε τοιαῦτα. Ἐάν τις πλανᾶται περὶ τὰ οἰκονομικὰ πράγ-
621ματα, ἢ ἐὰν δὲν πλανᾶται, ἀλλὰ θέλει νὰ πλανήσῃ τοὺς
622ἄλλους, καὶ πλανᾷ τοὺς ἄλλους, ἡ πλάνη αὕτη δὲν διαρ-
623κεῖ· τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων ἐπέρχον-
624ται ῥαγδαῖα, καὶ ταῦτα πλέον διαλαλοῦσιν ἀντὶ παντὸς
625ἄλλου ἀντιλέγοντος. Ὅταν δὲ πρόκηται περὶ μέτρων κα-
626νονιζόντων τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς πολίτας,
627ἕκαστος τῶν πολιτῶν θέλει, ἐν ὥρᾳ δοθείσῃ, αἰσθανθῆ εἰς
628τὴν ῥάχιν του τὴν πλημμέλειαν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων,
629καὶ ἕκαστος τῶν πολιτῶν θέλει κραυγάσει, πρὶν ἢ συμ-
630βουλεύσητε εἰς αὐτὸν νὰ κραυγάσῃ. Τί ἄλλο, κύριοι, συνε-
631τελέσθη πρὸ δύο μηνῶν ἢ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶ-
632πον; Πῶς ἐν πάσαις ταῖς Ἐπαρχίαις μεγάλαι πλειονο-
633ψηφίαι ἠγέρθησαν, ἀποδοκιμάζουσαι ἐκείνους, οἵτινες ὑπε-
634στήριζον τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐνισχύουσαι ἐκείνους, οἱ
635ὁποῖοι ἐξεδήλουν γνώμην πολεμίαν τῆς πολιτικῆς τῆς οἰ-
636κονομικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοζε; Πότε ἄλ-
637λοτε συνέβη ὅ,τι συνέβη κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς,
638ὅτε χιλιάδες λαοῦ συνήρχοντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ, μίαν ἐκδηλοῦ-
639σαι γνώμην, τὴν γνώμην ὅτι ἐπλανήθησαν;
640Καὶ δὲν ἐστερήθησαν τοῦ θάῤῥους των μετὰ τοιαύτην
641πάνδημον ἀπόνευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἐστερήθησαν
642τοῦ θάῤῥους των ὁμιλοῦντες πρὸς τοὺς χθὲς παρ’ αὐτοῦ ἀπο-
643σταλέντας εἰς τὸ Κοινοβούλιον Ἀντιπροσώπους καὶ ἰσχυριζό-
644μενοι ὅτι δὲν ἦσαν αὐτοὶ οἱ πλανήσαντες τὸν λαὸν τῆς
645Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπλανήθη ὑπ’ ἐκεί-
646νων, οἵτινες κατεδείκνυον τὰς πλημμελείας τῶν οἰκονο-
647μικῶν μέτρων των καὶ ἐζήτουν διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀπο-
648τρέψωσιν αὐτὰς ἀπ’ αὐτῶν.
649Ὅταν ἔσυρον ὄπισθεν αὐτῶν τὴν ὀγκώδη ἐκείνην πλειο-
650νοψηφίαν, ἥτις ἀνήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ ὑπε-
651στήριξεν αὐτοὺς ἐπὶ τριετίαν, ὅτε ἡμεῖς ἐζητοῦμεν νὰ ἀνα-
652στείλωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς κατωφερείας, εἰς ἣν εἶχον ὀλι-
653σθήσει, μᾶς ἔλεγον: ἰδοὺ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ἀντιπροσω-
654πεύουσα τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, σᾶς ἀποδοκιμάζει,
655σιγᾶτε. Ὅταν εἶδον, ὅτι τὰ πράγματα ἐπῆλθον καὶ ἠνάγ-
656κασαν πλέον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην νὰ κλονίζη-
657ται, καὶ εἶδον μεθισταμένους ἐκ ταύτης εἰς τὰ τάξεις τῆς
658Ἀντιπολιτεύσεως πολλοὺς ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν συντρό-
659φων, καὶ διεγίνωσκον, ὅτι ἐμειοῦτο ὁσημέραι ἡ πρὸς αὐτοὺς
660ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρίστων ὅτι πάντα
661ἐκεῖνα τὰ γεγονότα ἦσαν τεχνηταὶ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας
662ταπεινὰ συμφέροντα παρασκευάζουσιν. Ὅταν δ’ εἶδον ὅτι
663ἐξέφυγε τέλος πάντων, ὅτι διέῤῥευσεν ἀπὸ τῶν ἰδίων αὐτῶν
664χειρῶν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς αὐτοὺς, καὶ
665διέῤῥευσεν οὐχὶ ἰδιοῤῥύθμως, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰσχυρᾶς δρά-
666σεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐ-
667νήσκει τὸ Δημόσιον φρόνημα, τότε ἐζήτησαν νὰ παρου-
668σιασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ψῆ-
669φον αὐτοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξησφάλισαν τὴν διεύθυν-
670σιν τῶν ἐκλογικῶν πράξεων εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν χεῖρας.
671Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο, οὐδὲ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεχει-
672ρίσθησαν τὴν τελευταίαν ταύτην ἐκδήλωσιν τῆς πρὸς αὐ-
673τοὺς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἔσωσεν αὐτοὺς τὴν 7
674Ἀπριλίου. Ἂν πλανῶνται οἱ λαοὶ, γνωρίζουσιν ὅμως νὰ
675διδάσκωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποπλανῶσιν αὐτούς· διδα-
676κτικώτατον δὲ δίδουσι μάθημα εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας,
677τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πάντας, ἵνα προτι-
678μῶσι ποίαν πρέπει νὰ μετέλθωσι πολιτείαν, τὴν πολι-
679τείαν τῆς ἀγυρτίας καὶ τοῦ ψεύδους, ἢ τὴν πολιτείαν τῆς
680εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας (εὖγε, εὖγε).
681Ὁ χθὲς ἀγορεύσας, κύριοι, προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ
682ἐν ἀμφιβολίᾳ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέγνων εἰς τὴν
683Βουλὴν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 περὶ
684τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν τριῶν παρελ-
685θόντων ἐτῶν. Δὲν ἦτο 5,300,000 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882,
686σᾶς ἔλεγεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας, διότι πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε
687ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ τότε
688θέλετε πεισθῆ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα συνίσταται μόνον ἐκ τριῶν
689ἑκατομμυρίων. Πῶς, μᾶς ἔλεγον, ἐσυγχύσατε τὰς ἐκτάκτους
690μὲ τὰς τακτικὰς πιστώσεις; Καὶ μᾶς ἔλεγον ταῦτα μετ’
691ἀποστροφῆς ἐκδηλούσης τὴν ἀγανάκτησιν. Χθὲς ἠρώτησεν
692ἡμᾶς: ἀφοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ἀνεγράψατε
693μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια
694τοῦ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν
695ὁποίων ἐλήφθησαν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις καὶ ἐνετάλησαν
696αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ, πῶς συνεχωνεύσατε τὰς τακτικὰς
697πιστώσεις μὲ τὰς ἐκτάκτους καὶ παρεστήσατε τὸ ἄθροισμα
698αὐτῶν ὡς ἔλλειμμα; Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐγνώριζεν ὅτι τοιαῦ-
699τά τινα ἔμελλε νὰ εἴπῃ διὰ νὰ ἔχῃ τὸν Προϋπολο-
700γισμὸν τοῦ 1882 πρόχειρον καὶ νὰ ἴδῃ ἐν αὐτῷ ἂν εἶχον
701ἐγγραφῆ πιστώσεις διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου
702τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πι-
703στεύσῃ τις ἰσχυρισμὸν τοιοῦτον αὐτοῦ, μετὰ τοσούτου στόμ-
704φου λεγόμενον; Τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων ἐνομο-
705θετήθη κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1882, καθ’ ὅλον δὲ τὸ 1882
706δὲν ἐπραγματοποιήθη, οὐδὲ περιελήφθη ἐν τῷ Προϋπολο-
707γισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1882 ποσὸν διὰ τόκους καὶ χρεω-
708λύσια αὐτοῦ. Μόνον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 πε-
709ριελήφθησαν 387,000 δραχ. διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια
710τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο οὐδὲ κατὰ τὸ
7111883 ἐπραγματοποιήθη, καὶ συνεχωνεύθη μετὰ τοῦ δα-
712νείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔκτακτοι δὲ πιστώσεις ἐχο-
713ρηγήθησαν ἐπὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσήχθησαν εἰς
714τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διὰ νὰ δαπανηθῶσιν εἰς τὰς στρα-
715τιωτικὰς παρασκευὰς καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, διότι πρὶν ἢ
716εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατηναλώθησαν εἰς
717τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ὅπως καλύψωσιν ἐλλείμ-
718ματα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δύω παρελθόντων ἐτῶν.
719Τί συγχύζετε τὴν λογιστικὴν τάξιν μὲ τὰ χονδροειδῆ
720ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν
721ἀταξίαν σας; Ποῖον ἄλλο χονδροειδέστατον ἀποτέλεσμα
722ἐζητεῖτε ἢ προσεδοκᾶτε νὰ παραχθῇ ἐξ οἰκονομικῆς ἀτα-
723ξίας παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τοῦ Νόμου
724περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καταστροφῆς δια-
725πραχθείσης ὑφ’ ὑμῶν αὐτῶν τῶν συντακτῶν τοῦ Νόμου;
726Ἐπὶ τίνων κεφαλαίων ἐλαμβάνετε ἐκτάκτως πιστώσεις
727καὶ ἐνετέλλεσθε πληρωμάς; Καὶ ἀμφισβητοῦσι τὸ ποσὸν
728τῶν ἐλλειμμάτων! Πῶς τολμῶσι νὰ ἀμφισβητῶσι τὸ ποσὸν
729τῶν ἐλλειμμάτων, ἀφοῦ γνωρίζει ὁ τελευταῖος τῶν πολι-
730τῶν Ἑλλήνων, πολλῷ μᾶλλον γνωρίζουσι τὰ μέλη τοῦ
731Κοινοβουλίου, ὅτι ἐδαπανήθησαν τὰ ἔσοδα ὅλου τοῦ 1882,
732ἐδαπανήθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1883, ἐδαπανήθησαν τὰ ἔ-
733σοδα τοῦ 1884, ὅτι τὰ ἔσοδα ταῦτα δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὰ
734ἔξοδα τῶν 1882, 1883 καὶ 1884, καὶ ὅτι ἐγένετο ἀνάγ-
735κη νὰ δαπανηθῶσι 19 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύες χιλι-
736άδων δραχμῶν ἐκ τοῦ δανείου; Δὲν εἶναι ἔλλειμμα ἡ δα-
737πάνη τῶν 19 ἑκατομμυρίων; Ὅταν ἐγένετο ἀνάγκη νὰ
738δαπανηθῶσιν εἰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰ 8 ἑκατομμύ-
739ρια, τὰ εἰσπραχθέντα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ταμείου τῆς
740Ὁδοποιΐας, δὲν εἶναι ἔλλειμμα τὰ 8 ἑκατομμύρια; Ὅταν
741ἐδέησε νὰ μὴ πληρωθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν οἱ τόκοι τοῦ
742δανείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου
743Ταμείου, δὲν εἶναι τοῦτο ἔλλειμμα ὡσαύτως; Ὅταν ἐδέη-
744σε νὰ δαπανηθῶσιν ὅσα ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς
745Ὁδοποιΐας δι’ ἀνάγκας ἄλλας πλὴν τῆς ὁδοποιΐας, δὲν
746πρέπει καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα;
747Ὅταν ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς κοινὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋ-
748πολογισμοῦ τὰ εἰσακτέα εἰς τὰ Λιμενικὰ ταμεῖα, αὐταὶ αἱ
749παρακαταθῆκαι, τὰ ποσὰ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ προστεθῶ-
750σιν εἰς τὸ ἔλλειμμα; Ἀθροίσατε τὰ ποσὰ διὰ νὰ εὕρητε
751ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῶν τριῶν ἐτῶν. Ὅστις δὲν δύ-
752ναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα διὰ μόνον τῶν ἐσόδων
753αὐτὸς ἔχει ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμά του δὲ εἶναι τοσοῦτον,
754ὅσα εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πλέον τῶν ἐσόδων
755ἐδαπάνησεν εἰς ἔξοδα τοῦ Κράτους. Τί ζητεῖτε μὲ τὰς λο-
756γιστικὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν διὰ νὰ ἀ-
757ποκαταστήσωσι τάξιν ἐν τῇ οἰκονομίᾳ; Τί ζητεῖτε νὰ δι-
758καιολογήσητε τὴν ἀταξίαν; Αἱ λογιστικαὶ διακρίσεις εἰς
759τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις δὲν ἀνεγράφησαν διὰ
760νὰ καλύψωσι τὴν ἀταξίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι
761τὴν τάξιν.
762Ἀναγκάζομαι ἀμυνόμενος νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν
763μέρος μόνον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω. Ἂν ὄχι ἐνδε-
764χόμενον, πιθανώτατον ὅμως ἤθελεν εἶσθαι, ἂν δὲν μὲ ἐπεβά-
765ρυνεν ἡ ἐπιβληθεῖσά μοι ἐπίσημος ἰδιότης, τὴν ὁποίαν φέρω
766σήμερον, νὰ ἔλεγον ἄλλα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐτήρουν
767ἄλλην πρὸς αὐτὴν γλῶσσαν. Παρασκευάζουσι καὶ παρέχουσι
768διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν πλημμελειῶν ἄτοπα, ζητοῦσι νὰ
769ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ παρήγαγον.
770Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετῆλθον πάντοτε.
771Μήπως κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅταν πρὸς ἄλλους ἀντηγωνί-
772ζοντο, ἐκλιπόντας ἤδη τοῦ κόσμου τούτου, δὲν παρεσκεύα-
773ζον καὶ δὲν παρήγαγον ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ὕστερον αὐτοὶ
774οὗτοι δὲν ἐδίστασαν νὰ καταλογίσωσιν εἰς βάρος ἐκείνων;
775Δὲν γνωρίζω ἂν δὲν φέρωσιν εὐθύνην ἐπὶ τῇ παρασκευῇ
776τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἐπεβλήθη κατὰ τὸ
7771880· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλω ἰδιότητα ἀπὸ πολιτευ-
778ομένου εἰς ἱστορικὸν, ὄχι μόνον δὲν ἤθελον ἀπαλλάξει
779αὐτοὺς τῆς εὐθύνης ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τοῦ
7801880, ἀλλ’ ἤθελον ἐπιβαρύνει πρὸ πάντων τὸν χθὲς ἀγο-
781ρεύσαντα ὡς παρασκευαστὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐκείνου κα-
782κοῦ. Ὑπῆρχε δικαιολογία, καὶ εὔκολον εἶναί τις νὰ ἐξυ-
783φαίνῃ δικαιολογίαν, τὴν δικαιολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπρό-
784βαλαν, ἐξυφάναντες τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον
785εἰς τὸν Τόπον. Τέλος πάντων παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη ἡ πο-
786λιτική, ἀνέτειλεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ
787περιέλθωμεν εἰς τὸν ὁμαλὸν βίον, νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς
788ὑποθέσεις μας, νὰ ἴδωμεν ποῦ περιήχθημεν καὶ νὰ ζητή-
789σωμεν νὰ ἐπαναγάγωμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν τὸ ἐνεστὼς
790καὶ τὸ μέλλον εἰς ὁμαλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
791Ποῖα μέτρα ἔλαβον πρὶν ἢ ἀναγκασθῶσι νὰ προσφύγω-
792σιν εἰς τὸ δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
793φορίας, ποῖα μέτρα ἔλαβον διὰ νὰ μειώσωσι τὰ κακὰ τῆς
794ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; ἔλαβον ἀντίθετα τούτου
795μέτρα, ῥίψαντες εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ τὸ
796ὑπολειπόμενον ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ
797ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ Τραπέζῃ εἰς πίστωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
798Δημοσίου, καὶ ῥίψαντες αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν, ηὔξησαν τὸ
799ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμ-
800ματίων· αὐξήσαντες δὲ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ
801ποσὸν τῶν γραμματίων, ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῶσιν, ἵνα παρα-
802σκευάσωσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐζη-
803μίωσαν καὶ τὸ Δημόσιον. Ἔλαβον μέτρον νὰ λάβωσι δά-
804νειον ἐκ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιίας, ῥίψαντες νέον ποσὸν
805τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν κυκλοφορίαν. Οὕτως ἀνε-
806βίβασαν ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφο-
807ρίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἶναι ἥκιστα ἀναγκαῖον νὰ
808λέγωσι σήμερον, ὅτι ταῦτα ἀνεβιβάσθησαν εἰς 100,000,000
809ὅπως οὐχὶ ἀκριβῶς σᾶς εἶπον χθές. Ἀνεβιβάσθησαν μέχρις
810103,000,000, ἀλλ’ ἀνεβιβάσθησαν ὑπ’ αὐτῶν διὰ τῶν
811μνημονευθέντων ἀφρόνων μέτρων των. Οὗτος ἦτο ὁ ἀνώτε-
812ρος ἀριθμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκυ-
813κλοφόρουν. Ἡμεῖς δὲν ἐνεκαλέσαμεν αὐτοὺς τότε, οὐδὲ νῦν
814κατεκρίναμεν αὐτοὺς ἐπὶ τούτῳ, ἀλλ’ ἐδώκαμεν ἁπλᾶς
815πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὠφείλαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν
816Βουλὴν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,
817000. Τί ἤθελον χθὲς νὰ ἀναμίξωσι τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ
818τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
819κλοφορία, νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὰς οὐχὶ εἰλικρινῶς διὰ νὰ πα-
820ρασταθῶσιν αὐτοὶ ὡς ὀρθολογοῦντες καὶ ὀρθολογιζόμενοι!
821Ἡμεῖς ἐσυμβουλεύομεν αὐτοὺς νὰ μὴ ἐπιτείνωσι διὰ τῆς
822πολιτείας αὑτῶν τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
823καὶ δὲν μᾶς ἤκουον, καὶ ἐπέτειναν αὐτὰ. Ὅταν ἐπετάθη-
824σαν, εἴπομεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν παρασκευὴν
825τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ δὲν μᾶς ἤκουσαν, καὶ παρεσκεύασαν ἀντὶ
826ἰσοζυγίου ἐλλείμματα.
827Ἦλθον καὶ ἔλαβον τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι τὸ δά-
828νειον τῶν 170,000,000, ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ ἠδυνήθη νὰ τοὺς
829χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν
830ὁποίαν τέλος πάντων, διὰ νὰ πραγματοποιήσωσι—διότι ἠ-
831δοῦντο ἐὰν δὲν ἐπραγματοποίουν αὐτὴν τέλος πάντων—ἀνέ-
832τρεψαν πᾶσαν τὴν οἰκονομικὴν τάξιν τῆς Χώρας, καὶ περιή-
833γαγον τοὺς διαδόχους αὐτῶν νὰ ἀναλάβωσι τὴν Διοίκησιν
834ἔχοντες τὰς ἑξῆς ὑποχρεώσεις· ἔλλειμμα Προϋπολογισμοῦ τοῦ
8351885 11,000,000 δραχμῶν, ὑποχρέωσιν ἀποτίσεως προκα-
836ταβολῆς 11,500,000 κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1885, ὑ-
837ποχρέωσιν ἀποτίσεως 35,000,000 κατὰ τὸν Δεκέμβριον,
838ὑποχρέωσιν ἀποτίσεως 7,500,000, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδανεί-
839σθημεν κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου χρόνον. Δὲν ὁμιλῶ περὶ
840ἄλλων χρηματικῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι νῦν
841τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀναρμό-
842στως εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ.
843Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν πα-
844ρελάβομεν, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐδίστασαν νὰ μᾶς
845ἐλέγξωσιν αὐτοὶ οἱ παραδόντες ἡμῖν τοιαύτην τὴν κατά-
846στασιν τοῦ Τόπου. Βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ προτρέψω-
847μέν τινα νὰ μειώσῃ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ
848τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Χώρας, οὐδὲ δύναμαι ἐγὼ
849νὰ παραστήσω ὡς ἀποθαῤῥυντικὴν τὴν κατάστασιν τοῦ
850Τόπου. Ἐὰν ἤμεθα τόσον ἀποτεθαῤῥημένοι, δὲν ἠθέλαμεν
851ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· ἠθέλαμεν ἀφήσει ἐλεύ-
852θερον τὸ στάδιον νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁ-
853ποίους ἤθελεν ὑποδείξει ἡ τότε Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἀφή-
854σωμεν εἰς αὐτὴν πᾶσαν εὐκολίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ
855κυβερνᾷ· ἡ τοιαύτη πολιτεία ἡμῶν ἤθελε καταδεικνύει,
856ὅτι δὲν εἴχομεν πλέον ἐλπίδα. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐξετέθημεν
857εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ παρεστάθημεν ἐνώπιον τῶν ἐκλο-
858γέων, καὶ ἐπροτρέψαμεν αὐτοὺς ποίαν νὰ ποιήσωνται χρῆ-
859σιν τῆς ψήφου αὐτῶν, διότι εἴχομεν πεποίθησιν καὶ ἔχο-
860μεν ἔτι τοιαύτην, ὅτι εἶναι ἐφικτὴ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκο-
861νομικῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ ἀνα-
862λάβωμεν τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ ἀφιερώ-
863σωμεν ὅλας τὰς ὥρας τοῦ βίου μας διὰ νὰ συντελέσω-
864μεν, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀσθενεῖς ἡμῶν δυνάμεις τὸ ἐπιτρέψωσιν,
865εἰς τὴν ἐπιζήτησιν τῆς βελτιώσεως ταύτης. Οὐδὲ διστά-
866ζομεν καὶ σήμερον ἔτι νὰ δώσωμεν τὴν βεβαίωσιν εἰς
867τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δυνάμεθα
868νὰ ἐπαναγάγωμεν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου
869δυστυχῶς ἐξέπεσαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὰ
870οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν σοφρονῶμεν, διότι πρὸ παντὸς περὶ
871τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἀπαιτεῖται ἡ σωφροσύνη
872καὶ ἡ ἐγκράτεια.
873Ταῦτα, κύριοι, ὤφειλον νὰ ἀντιλέξω πρὸς ὅσα χθὲς ἐ-
874λέχθησαν. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παραλίπω ἐπεισόδιον,
875λαβὸν χώραν χθές, καὶ ὀφείλω νὰ μὴ τὸ παραλίπω οὐχὶ
876ἐκ λόγου προσωπικοῦ. Χθὲς πεποιθώς, ὅτι εἶχον δικαίωμα
877νὰ διακόψω τὸν ἀγορεύοντα καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλεγεν εἰς
878τὴν Βουλὴν πράγματα μὴ ἀκριβῆ, διέκοψα αὐτόν· ἐφρό-
879νουν δὲ καὶ ἐπειθόμην, ὅτι εἶχον δικαίωμα, διότι τὸ Σύν-
880ταγμα ῥητῶς ἀναγράφει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀκούονται, ὁσά-
881κις ζητοῦσι τὸν λόγον. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς μοὶ ἐπέ-
882βαλε σιωπήν, ἀπειλήσας, ὅτι θέλει ζητήσει τὴν ἐφαρμογὴν
883τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμέ.
884Ὑπῆρξεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ
885Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμέ; Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀφορμή, ἡ πολιτεία τοῦ
886Πρωθυπουργοῦ, ἡ πολιτεία τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἀνεβι-
887βάσθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀσυμβίβα-
888στος μὲ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε. Δὲν εἶναι ἐπιτε-
889τραμμένον εἰς Πρωθυπουργὸν νὰ διαταράσσῃ τὴν τάξιν, ὥ-
890στε νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατά-
891ξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ αὐτόν. Ἐὰν τοσοῦτον ὀλιγωρῶ-
892μεν τῆς τάξεως, ἀλλοίμονον εἰς τὸν Τόπον, ὅταν δώσωσι
893τὸ παράδειγμα τῆς ὀλιγωρίας τῆς τάξεως πρῶτοι οἱ κυ-
894βερνῶντες αὐτόν (θόρυβος). Δὲν προκαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
895ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀπειλήσαντός με διὰ τῶν διατάξεων
896τοῦ Κανονισμοῦ, αὐτὸ δὲν μοὶ προσήκει· δικαιοῦμαι ὅμως
897νὰ προκαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἕνεκα
898ἐμοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ
899Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμοῦ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν
900ζητοῦμεν, δὲν εἶναι ψῆφος ἀναγομένη μόνον εἰς τὴν τάξιν
901τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, εἶναι ψῆφος, ἥτις ἔχει ἔννοιαν εὐ-
902ρυτέραν, καὶ οὐδαμῶς προσέχων εἰς τὰς ἄλλας ἐννοίας τὰς
903ὁποίας ψῆφος τυχὸν ἐναντία δύναται νὰ περιλαμβάνῃ, πα-
904ραλείπων δὲ ταύτας ἐντελῶς, ὀφείλω, προκαλῶν ὑμᾶς νὰ
905ψηφοφορήσητε, νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν αὕτη,
906τὴν ὁποίαν προκαλῶ, θέλει διδάξει εἰς τὸ μέλλον πάντας
907ἡμᾶς νὰ σεβώμεθα ἀλλήλους, θέλει δὲ ἰδίως περιστείλει
908ἐπὶ τὸ μέλλον τοὺς θρασεῖς. (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροα-
909τηρίων).
910§17ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Πρώτην φορὰν λαμβάνω τὴν τιμὴν
911νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους
912κατὰ τὴν ἀρξαμένην Βουλευτικὴν Περίοδον· νομίζω δὲ χρέος
913μου νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος τὴν εὐ-
914γνωμοσύνην μου πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πει-
915ραιῶς καὶ τῶν περιχώρων ἐπὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ καὶ τῇ τι-
916μῇ, δι’ ὧν μὲ περιέβαλε.
917Ἔρχομαι οὕτως εὐθὺς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἐνα-
918σχολεῖ ἱκανὰς ἤδη ἡμέρας. Καὶ ἰδοὺ τὸ μικρὸν ἐπεισόδιον
919τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ οὗτος
920νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην λύπην μου. Δὲν ἔπρεπε ποτὲ
921νὰ καταδεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητῇ πιστοποιητι-
922κὸν καλῆς διαγωγῆς παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔ-
923θνους, πιστοποιητικόν, ὅτι γνωρίζει νὰ φέρηται καλῶς.
924Ὅταν τις ἔχῃ τὴν τιμὴν νὰ ἡγῆται τοσούτων ἀνδρῶν,
925πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐν ἑαυτῷ, ἡ ὁποία δὲν ἐ-
926πιτρέπει ἄλλον κριτὴν εἰς τοιαῦτα θέματα ἐκτὸς τῆς συ-
927νειδήσεώς του. Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
928πουργὸς ἤθελε καταπέσει μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἔχῃ
929ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητικοῦ σας. Ἐνόμιζον τὸν κ. Πρω-
930θυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ἀνώτερον καὶ θέλω νὰ τὸν θεωρῶ
931ἀνώτερον. Θὰ ἐνόουν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἔστρεφε
932τὸ ὅπλον κατ’ ἐκείνου, ὅστις χθὲς τὸ πρωῒ βεβαίως τὸν ἐ-
933ξηυτέλισεν. Ἀλλ’ ἔπρεπε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐκείνην τὴν
934στιγμὴν, καθ’ ἣν σὲ διέταξε νὰ καθήσῃς ὁ ἀντίπαλός σου,
935ἔπρεπε νὰ μὴ δεχθῇς τὴν προσταγήν. Ἔπρεπε νὰ ἐπικα-
936λεσθῇς τοὺς λογάδας, τοὺς ὁποίους ἔχεις πλησίον σου καὶ
937νὰ τὸν κεραυνοβολήσῃς. Ἀλλ’ ἀφίνετε καὶ παρέρχονται
938τόσαι ὧραι, καὶ ἔπειτα ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε τὴν ἐπαύριον
939γνωμοδότησιν περὶ τῆς διαγωγῆς σας.
940Ἐὰν δύναται ἐκ τῆς φωνῆς νὰ ἐξηγηθῇ τὸ ἐσωτερικὸν
941νόημα, τὸ ὁποῖον κρύπτει ὁ λόγος, ὅταν τὸ συμφέρον ὁ-
942δηγῇ εἰς τὴν ἀπόκρυψιν, ἡ ἐντύπωσίς μου ἐκ τῆς φωνῆς
943τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι εἶχε τοὺς τόνους παραπονου-
944μένου ἀνθρώπου. Ἡ φωνὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶχε
945τὴν στερεότητα ἐκείνου, ὅστις ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι ἄλλων
946ἐν τῇ Ἐθνικῇ ταύτῃ Αἰθούσῃ. Πρέπει βεβαίως πολλὰ νὰ
947ὑπέστη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν προηγουμένην πε-
948ρίοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν δὲν ἤμην ἐδῶ, ὅπως ἐνθυμῆ-
949ται ἀκόμη τόσον ζωηρῶς τὰς ἀλγηδόνας τῶν βασάνων
950του. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πῶς
951ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὴν μειοψηφίαν καὶ τὴν πλειοψηφίαν
952τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου δι’ ὅλης τῆς πα-
953ραλλαγῆς αὐτῶν. Αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ
954ὄχι εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐνεστῶτος πρακτικήν. Ὁ πο-
955λιτικός, ἐὰν ἔχω σαφῆ ἰδέαν τοῦ ὑποκειμένου τούτου, εἶ-
956ναι κατ’ ἐξοχὴν πρακτικὸς ἀνήρ. Τὰ διαβήματα αὐτοῦ
957ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸ ἀποδεικνύουν. Ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ συ-
958ζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν κατηναλώθησαν τρεῖς ἡμέραι, διὰ
959ποῖον ἀποτέλεσμα γίνεται; ὅμως εἶναι ἔργον ἰδικόν σας,
960κ. Πρωθυπουργέ. Ἠδύνασθε νὰ εἰσαγάγητε τὸν Προϋπο-
961λογισμόν, ἠδύνασθε νὰ προτείνητε τὴν εἰσαγωγὴν διαφό-
962ρων μέτρων, ἀλλ’ ἦτο περιττὸν νὰ θέσητε τὸν δάκτυλον
963εἰς τὴν πληγὴν τῶν ἡττηθέντων καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσητε
964νὰ ἀμυνθοῦν καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν. Εἴπατε ὅτι ἀμύνεσθε σεῖς.
965Καὶ πῶς! Δὲν ἐνικήσατε ἀκόμη; (θόρυβος). Παρακαλῶ,
966κύριοι, νὰ γίνῃ μία ἐξήγησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Δὲν ζητῶ
967ἐπικουρίαν ἀπὸ κανένα. Δὲν νομίζω, ὅτι κανεὶς ἐν τῇ Αἰ-
968θούσῃ ταύτῃ, μέγας ἢ μικρὸς, δύναται νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν
969ἐναντίον μου· καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς οὔτε εἰς ἐκεῖνο τὸ
970θεωρεῖον, τὸ ὁποῖον στιγμιαίως ἐταράχθη, οὔτε εἰς τὸ ἄλλο,
971οὔτε εἰς τὸ τρίτον, ὅστις νὰ ἔχῃ τὴν τόλμην ἢ τὴν σκλη-
972ρότητα νὰ δυσκολεύσῃ τὸ ἔργον μου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέ-
973βην ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι ἐγὼ δὲν ἐργάζομαι εἰμὴ ὑπὲρ
974τοῦ λαοῦ καὶ μόνου τοῦ λαοῦ. Δὲν ἀγωνίζομαι ἐδῶ διὰ
975Ὑπουργοὺς παρόντας ἢ μέλλοντας. Ἴσως ἠδυνάμην καὶ
976ἐγὼ νὰ ἐργασθῶ εἰς τὴν πεπατημένην ὁδὸν τῆς Ἐξουσίας,
977ἀλλὰ δὲν καταδέχομαι. Ἴσως εἶναι λᾶθος πολιτικὸν τοῦτο,
978εἶναι ὅμως ἁμαρτία ἐξομολογουμένη, καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ.
979Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν ἐννοῶ πῶς ἠγέρθη ἡ προκει-
980μένη συζήτησις, διότι συζήτησις ἐν Κοινοβουλίῳ σεβομένῳ
981ἑαυτὸ, μὴ ἀπολήγουσα εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, εἶναι συ-
982ζήτησις ματαία. Καὶ ἐσκέφθην πολὺ ἂν ἔπρεπε νὰ λάβω
983τὸν λόγον ἐπὶ τοιαύτης συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεκοι-
984νώθησαν διάφοροι ἰδέαι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ὁπωσδή-
985ποτε, μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ χρέος νὰ διατυπώσω ἐν τῇ Αἰ-
986θούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἰδέαι, αἵτινες ἔ-
987χουσι δικαίωμα νὰ ζήσωσι. Δὲν εἶσθε σεῖς μόνοι οἱ ἐντεῦ-
988θεν, οὔτε σεῖς οἱ ἐκεῖθεν. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐν τῷ
989Κοινοβουλίῳ ἀποτελοῦν ἰδιαιτέραν ἐνεργείας γραμμήν.
990§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσοι;
991§19ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε πόσοι; Ἔχετε ὀλίγην ὑπο-
992μονὴν καὶ θέλετε μάθει, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῶν μετρη-
993μάτων. Νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἀμέτρητοι· σᾶς διαβεβαιῶ
994ὅμως, ὅτι τὸ ἐπίπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστασθε, δὲν εἶναι
995στερεόν. Διατί θορυβεῖσθε; Δύναμαι νὰ σᾶς κατατάξω εἰς
996τρεῖς κατηγορίας. Εἶσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ
997πέριξ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ πρωθυπουργικὴ δηλαδὴ αὐλή
998του. Πλησίον ὑμῶν εἶναι ἄλλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν
999νὰ ὀργανώσωσι μίαν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Τόπῳ. Ἀλλ’ ὑπάρ-
1000χουσι καὶ πολλοὶ, οἵτινες, πολιτευόμενοι ἐν μέτρῳ καὶ συ-
1001νέσει, ἀπέχουσιν ἀπὸ τοιαύτην ἁμαρτωλὴν περιφέρειαν.
1002Διακόψατέ με καὶ τώρα, κύριοι, τῆς πρωθυπουργικῆς αὐ-
1003λῆς (θόρυβος).
1004Εἶπε κατὰ τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἀ-
1005γωνίζεται περὶ Ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ ἐννοῶ ὅτι τοῦτο
1006εἶναι ἓν πρόγραμμα. Ἠθέλησε διὰ τῆς ἰδέας ταύτης νὰ
1007δικαιολογήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν
1008αὐτὸς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Σᾶς εἶπεν ὅτι, ὅστις δὲν
1009θέλει Ἐθνικὴν πολιτικὴν, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋ-
1010πολογισμόν του. Ἡ Ἐθνικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέ-
1011δειξε, περιλαμβάνει ἰδίως τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς,
1012αἵτινες τότε μόνον ἔχουν λόγον ὑπάρξεως, ὅταν πρόκειται
1013περὶ ἀμέσου, σᾶς εἶπε, μετ’ ὀλίγον χρόνον ἐνεργείας. Ἐὰν
1014ἐντὸς δεκαετίας δὲν πρόκειται περὶ συγκρούσεως ἐν τῇ
1015Ἀνατολῇ, ἡ Ἐθνικὴ πολιτικὴ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν
1016εἶναι κἄτι χειρότερον παρὰ λᾶθος. Τὸ κύριον τῆς Ἐθνικῆς
1017ταύτης πολιτικῆς εἶναι ὁ στρατολογικὸς νόμος, τοῦ ὁποίου
1018τὸν ὀργανισμὸν μετεφυτεύσαμεν ἐκ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης
1019εἰς τὴν ἡμετέραν Χώραν, λησμονοῦντες ὅτι αὐτὸς εἶναι
1020κατάλληλος διὰ πλουσίους λαοὺς καὶ ἀνώτερος τῶν δυνά-
1021μεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ φέρῃ
1022ἐκείνας μόνον τὰς πολεμικὰς παρασκευὰς, τῶν ὁποίων τὰ
1023στοιχεῖα ἀντλεῖ ἐκ τῆς ἱστορίας της καὶ τῆς φυλετικῆς
1024ἐξελίξεώς της. Μὴ ζητεῖτε πολεμικὰς παρασκευὰς, μὴ
1025συναρμοζομένας πρὸς τὰς δυνάμεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς
1026Ἐπικρατείας. Φοβήθητε μὴ, θέλοντες νὰ ὀργανίσητε στρα-
1027τιωτικῶς κατὰ ξένην ἔννοιαν τὸν ἡμέτερον Τόπον, ἀποῤ-
1028ῥοφήσητε τὴν ἰκμάδα αὐτοῦ πολὺ πρὶν ἢ φθάσητε εἰς τὸν
1029σκοπόν.
1030Θὰ ἐνόουν τὴν συγκρότησιν ἑνὸς παγίου στρατοπέδου
1031ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ μονοετοῦς θητείας ἐκ δέκα χιλιάδων ἀν-
1032δρῶν. Θὰ ἐνόουν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἐθνοφυλακῆς κατὰ
1033πάντα δῆμον ἐν κανονικῇ καὶ ἀδιαλείπτῳ λειτουργίᾳ, ὅπως
1034τόσον πανηγυρικῶς ὥρισε τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἐνόουν τοιοῦτον
1035ὁπλοστάσιον τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἐπι-
1036κρατείας. Ἰδοὺ μία εὐθηνὴ πολιτικὴ, ἐπιβαλλομένη ὑπὸ
1037ὅλων τῶν προηγουμένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Διατί
1038δὲν τὴν μελετᾶτε καὶ δὲν τὴν ἐφαρμόζετε;
1039Μεταβαίνω εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ
1040πάνυ εὐλόγως περιλαμβάνονται τὰ δημόσια ἔργα. Τὰ ἐπὶ
1041τῇ πολιτικῇ ταύτῃ δάνεια ἄγουσιν εἰς τὸν πλοῦτον καὶ
1042τὸν πολιτισμόν. Δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τρο-
1043μάζουν τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Αἱ Ἀγγλικαὶ ἀ-
1044ποικίαι τῆς Αὐστραλίας, ἔχουσαι πληθυσμὸν δύο ἑκατομ-
1045μύρια ἀνθρώπων, ὅσον δηλαδὴ καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἐδανείσθησαν
1046δι’ ἐπιχειρήσεις δημοσίων ἔργων δύο δισεκατομμύρια δραχ-
1047μῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἡ χρῆσις τῆς οἰκονομικῆς ταύτης πολι-
1048τικῆς, ἥτις καταπτοεῖ τοὺς περὶ τοῦ μέλλοντος σκεπτομέ-
1049νους ἀνθρώπους· διότι συνέβη παρ’ ἡμῖν ὥστε καὶ ἡ ἰδέα
1050αὕτη νὰ καταπέσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἐξωμοιώθη ἡ Ἑλ-
1051ληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς ἀσώτους υἱοὺς τῶν εὐπόρων
1052οἰκογενειῶν, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν δανείων καλλιεργοῦν οἱ
1053ἐκμεταλλευόμενοι τοὺς ἀνθρώπους· ἐχρησίμευσαν δὲ τὰ
1054Χρήματα τῶν Δημοσίων ἔργων εἰς καταβόθραν, τῆς ὁ-
1055ποίας αἱ λεπτομέρειαι θέλουν ἐνασχολήσει βεβαίως τὴν
1056Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
1057Εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἀνήκει τὸ θέμα τῆς ἀ-
1058ναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ
1059ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ τὸν δικβεβαιώσω, ὅτι ἐντελῶς
1060ἥμαρτεν. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνερ-
1061γεῖται εἰς ἐκείνας μόνον τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας
1062τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Ἐπικρατειῶν εἶναι
1063ἢ τετελεσμένον ἢ ἐγγὺς νὰ τελεσθῇ. Κοινὸν εἶναι δόγμα
1064ὅλων τῶν συγγραφέων τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅτι ὅταν
1065τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐπὶ θύραις καὶ ὅταν
1066ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς
1067τιμῆς τοῦ νομίσματος σχεδὸν δὲν ὑπάρχει, τότε ὁ καλὸς
1068διοικητὴς αἴρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ ὁποία
1069εἶναι διαρκὴς κίνδυνος. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν προεργασία, ἀ-
1070παιτεῖται μία ἐπίκαιρος στιγμή, καὶ σεῖς ἐνομίσατε, κύ-
1071ριε πρώην Πρωθυπουργέ, ὅτι τὰ πάντα ἐνεργοῦνται διὰ
1072Διαταγμάτων! Εἴπατε χθὲς, ὅτι περὶ ἰσοζυγίου Προϋπο-
1073λογισμοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος, διότι αἱ εἰσ-
1074πράξεις τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶ-
1075χον καταπέσει ἐλεεινῶς· ἐβλέπατε τὴν κοινωνικὴν καχε-
1076ξίαν, ὡς τὴν ὠνόμασάν τινες, ἀλλ’ οἰκονομικὴν κρίσιν ὡς
1077πράγματι ἦτο, μαστίζουσαν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς τὸν Τό-
1078πον, καὶ ἔρχεσθε κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν τῆς
1079οἰκονομικῆς κρίσεως νὰ ἐπιβάλητε τὸ ἐλεεινὸν μέτρον τῆς
1080ἄρσεώς σας; Ἐπὶ τοιούτων κρίσεων βλέπομεν εἰς τὰ ἄλλα
1081ἔθνη πολλάκις ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἰδέαν τῆς
1082ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἔρχεσθε σεῖς εἰς τὴν θερ-
1083μοτέραν ὥραν τῆς ἐν Ἑλλάδι κρίσεως νὰ μεταβάλητε
1084μίαν ἀναγκαστικὴν κατάστασιν, ἥτις ὁπωσδήποτε ὑπάρ-
1085χει; Ἐκαθήσατε ἐπὶ τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς μὲ μα-
1086στίγιον εἰς τὰς χεῖρας, ἐκτυπήσατε δεξιά, ἐκτυπήσατε ἀ-
1087ριστερὰ, ἐκάμετε κατάχρησιν τῆς παντοδυναμίας σας. Καὶ
1088ἂν εἶσθε σήμερον θῦμα, εἶσθε θῦμα τοῦ ἑαυτοῦ σας, διότι
1089δὲν ἐξετιμήσατε τὴν μεγάλην δύναμιν, ἡ ὁποία ἐκ τῶν
1090περιστάσεων πέριξ ὑμῶν συνεκεντρώθη, καὶ δὲν ἐκάματε
1091ὀρθὴν χρῆσιν αὐτῆς.
1092Δὲν συμφωνοῦμεν λοιπὸν μετὰ τῆς προηγουμένης Κυ-
1093βερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν εἴτε τῆς Ἐθνικῆς
1094πολιτικῆς, εἴτε τῆς Οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἠθέλησεν ὁ
1095πρώην Πρωθυπουργὸς νὰ συντελέσῃ τὰ πάντα ἐντὸς ὀλί-
1096γου χρόνου· ἀνέβη ὡς ὁ Ἴκαρος διὰ πτερῶν κηρίνων εἰς
1097τὸν οὐρανὸν, ὅταν δὲ ἐπλησίασε τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου,
1098κατέπεσε, διότι τὰ πτερά του δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ ἀνα-
1099λύσουν. Ἐὰν βαθμηδὸν μετὰ μείζονος ὑπομονῆς καὶ μετὰ
1100πλείονος μετριοφροσύνης, συμβουλευόμενος καὶ τὰ φῶτα
1101τῶν ἄλλων, ἐκτιμῶν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν λοιπῶν,
1102προεχώρει εἰς τὸ ἔργον· ἐὰν δὲν ἐλάμβανεν ἐπὶ τῶν ὤμων
1103αὐτοῦ ὅλον τὸ βάρος τῆς πολιτικῆς μηχανῆς, τὰ ἀποτε-
1104λέσματα θὰ ἦσαν καλλίτερα, τὰ ἔργα θὰ ἦσαν ὡριμώ-
1105τερα καὶ τὸ χάος, πρὸ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα καλοῦντες τὸ
1106Ἔθνος νὰ πηδήσῃ, δὲν θὰ ἠνοίγετο τόσον ἀπειλητικόν.
1107Ἀλλ’ ἡ ὑπερβολὴ, ἡ ὑπερβολὴ ἰδοὺ εἰς ποῖον σημεῖον
1108κατέληξεν.
1109Ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Τρικούπη θέλει ἐξετασθῆ βε-
1110βαίως ἐν καιρῷ. Μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἀντιπρο-
1111σωπείας τοῦ Ἔθνους ἡ ἐξέτασις αὕτη ἀποτελεῖ ῥητὸν καὶ
1112καθωρισμένον πρόγραμμα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου. Ἐὰν
1113ἐπρόσεξα καλῶς εἰς τοὺς λόγους τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ,
1114δὲν εἶδον αὐτὸν νὰ θίξῃ τὴν εὐαίσθητον ταύτην χορδὴν,
1115ἡ ὁποία ὅμως ὁδηγεῖ εἰς ἓν μέγα ἐθνικὸν μάθημα, καὶ
1116ἂν εἶναι ἀνάγκη, εἰς ἓν μέγαν ἐθνικὸν ἁγνισμόν. Καὶ μὴ
1117τὸ λησμονήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, μὲ ὅλον τὸν περιστρο-
1118φικὸν αὐτοῦ σεβασμὸν πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας
1119ἔδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ 1884, ὅτι ἡ πρωτίστη τῶν
1120ὑποσχέσεων τούτων εἶναι ὁ ἐξαγνισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς
1121πολιτείας. Ἡ ἑβδόμη Ἀπριλίου δὲν ἠθέλησε μόνον τὴν
1122ἀλλαγὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑλλάδος.
1123Ἠθέλησε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἐσωτερικὴ ὑπόστασις τοῦ προη-
1124γουμένου προσωπικοῦ καὶ νὰ τιμωρηθῇ τοῦτο παραδειγ-
1125ματικῶς, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχή του. Δὲν δύνασθε, κύριοι
1126Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀποχωρισθῆτε τῆς ἰδέας
1127ταύτης, διότι εἶναι γεγραμμένη εἰς τὰ πληρεξούσια ὑμῶν
1128καὶ ῥέει εἰς τὰς φλέβας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
1129Δὲν προδικάζω περὶ ἐνοχῆς, ὁμιλῶ περὶ δικαιοσύνης καὶ
1130θέλω νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐῤῥέθησαν τοσαῦτα, διε-
1131δόθησαν τοιαῦτα, καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν τηλικαῦται
1132μέθοδοι, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικού-
1133πης θέλει ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ,
1134ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ μετ’ αὐ-
1135στηρότητος τὴν πολιτείαν του. Ἐὰν νομίζητε, κύριοι
1136τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι σᾶς ἀρκεῖ τὸ ἀποτέ-
1137λεσμα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου, θέλετε συγχωρήσει καὶ
1138εἰς ἡμᾶς νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω. Ἐὰν αἱ δια-
1139δόσεις ὑπῆρξαν τεχνάσματα τῆς κακοβουλίας, οἱ ἐργάται
1140αὐτῶν ἂς ἑτοιμασθῶσι νὰ εὕρωσιν ἐκδικητάς. Ἐκεῖνοι, ἐπὶ
1141τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς πρώην
1142Ἀντιπολιτεύσεως, ὀφείλουν νὰ τὰ ἀποδείξουν σήμερον με-
1143ταβαλλόμενοι εἰς δριμεῖς κατηγόρους. Ἡ πολιτικὴ δὲν
1144εἶναι ταχυδακτυλουργικὴ, καὶ ἐννοοῦμεν τελείαν ἐπίγνω-
1145σιν τῆς ἀληθείας ταύτης.
1146Δὲν δύναμαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ἐρευ-
1147νήσω τὰ ἐξέχοντα μέρη τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1148Ἴσως εἶμαι εἰς κρείττονα αὐτοῦ θέσιν, διότι ἔχω τὸν λό-
1149γον του ἔντυπον. Ἐν τούτοις ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θέλω ποιή-
1150σει κατάχρησιν τῆς θέσεως ταύτης. Δὲν θὰ ἀνασκευάσω
1151τὸ περιεχόμενόν του διὰ τῆς αὐστηρότητος, τὴν ὁποίαν οἱ
1152στιγμιαῖοι λόγοι ἐπιτρέπουσιν. Ἐπροτίμων ὁ κ. Πρωθυ-
1153πουργὸς νὰ ἦτο ὀλιγόλογος, ἤθελον οἱ λόγοι τῶν Πρωθυ-
1154πουργῶν νὰ ἦνε μεμετρημένοι καὶ νὰ παραδίδωνται εἰς
1155τοὺς ὀπαδούς των ὡς εὐαγγέλια, νὰ μὴ ὑπάρχωσι δὲ τρω-
1156τὰ μέτρα ἐν αὐτοῖς, ὥστε νὰ εἰσέρχηται ἡ κακοβουλία.
1157Τὸ ὑψηλότερον, τὸ δυσκολώτερον θέμα δύναται ν’ ἀναπτυ-
1158χθῇ ἐντὸς μιᾶς ὥρας. Ὅστις ὑπερβαίνει τὸ ὅριον τοῦτο,
1159δύναται νὰ ἦνε λαμπρὸς δικηγόρος, διὰ τὴν γνώμην μου
1160δὲν δύναται νὰ ἦνε καλὸς πολιτικός. Ὁ καλὸς πολιτικὸς
1161συνοψίζει τὰς ἰδέας του καὶ τὰς δίδει τοιουτοτρόπως εἰς
1162χρῆσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολουθοῦν. Ἀλλ’ ὅταν ἔρ-
1163χηταί τις καὶ ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πελαγο-
1164δρομῇ, ποῦ εἶνε ἡ πυξὶς, ποῦ εἶνε ὁ πολικὸς ἀστὴρ, ὁ
1165ὁποῖος θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς κοινοὺς θνητοὺς εἰς τὸν λιμένα;
1166Καὶ ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁμιλοῦντα περὶ πολ-
1167λῶν καὶ διαφόρων πραγμάτων. Ὡμίλησε μὲ πνεῦμα ἐπι-
1168τιμήσεως περὶ τῶν σχέσεων τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου
1169μετὰ τοῦ Στέμματος, καὶ περιεκάλυψε τὴν ὁμιλίαν του
1170μὲ τὸν ὑποπτότερον πέπλον. Ἐδῶ, κύριοι, εἶνε ἓν αἴνιγμα.
1171Ποῖαι εἶνε αἱ σχέσεις τοῦ προηγουμένου Ὑπουργείου μετὰ
1172τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν τοιαύτην τοῦ
1173κ. Πρωθυπουργοῦ μομφήν; Ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὰς μάθωμεν.
1174Δὲν εἶνε κανεὶς ἐδῶ κλητὴρ τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ τυφλὸς ἀ-
1175κόλουθος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἆρά γε αὐταὶ αἱ σχέσεις
1176ἦσαν ταπεινωτικαὶ διὰ τὸν Βασιλέα; Πρέπει νὰ τὸ γνω-
1177ρίζωμεν, διότι ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖνε ὑπερήφα-
1178νος. Ἆρά γε αἱ σχέσεις αὗται ἦσαν ταπεινωτικαὶ διὰ τὸν
1179Ὑπουργόν; Θέλομεν ἐπίσης νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι ἐν-
1180νοοῦμεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἵσταται εὐθυτενὴς
1181ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ
1182προηγουμένῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς ἕνα λόγον τοῦ νῦν
1183Πρωθυπουργοῦ, τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ
1184τόσου κόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀπὸ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς
1185ἐγνώριζεν, ἰσχυρίζετο, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ βασιλικὴν,
1186δηλαδὴ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Βασιλέως, ἀντιπολίτευσιν,
1187διότι, ἔλεγεν, ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ
1188Βασιλέως ἐνεργά. Πῶς! Μήπως ἐννοεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης
1189τοιαύτας σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Βασιλέα, κατὰ
1190τὰς ὁποίας οὗτος δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του; Ἀλλ’ ὁ κ.
1191Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ῥίπτει τὴν
1192καλύπτραν. Αὐτὸ μοῦ φαίνεται ἀστεῖον.
1193§20ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ ηὕρατε σεῖς.
1194§21ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἂν δὲν τὸ εὗρον ἐγώ, θὰ τὸ εὕρῃ ὁ κ.
1195Πρωθυπουργὸς, ἵνα ποιήσῃ χρῆσιν αὐτοῦ, ὅταν φυσήσῃ
1196ὁ κατάλληλος ἄνεμος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
1197πουργὸς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ φίμωτρον μεγαλείτερον, ἀπὸ ἐκεῖνο
1198τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄλλοι. Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ.
1199Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν σχέσεων τοῦ προηγουμένου Ὑ-
1200πουργείου πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς παρελθούσης Βου-
1201λῆς. Καὶ ἐνταῦθα σκοτεινὸν ἀφῆκεν ἐπίσης τὸ μέρος.
1202Ὁποῖαι ἆρά γε αἱ σχέσεις αὗται; Μήπως ἐννοεῖ ὁ κ.
1203Πρωθυπουργὸς τὰς σχέσεις ἐκείνας τὰς ἀποκρύφους, αἱ ὁ-
1204ποῖαι ἀποτελοῦν τὸ στίγμα τῶν πλειονοψηφιῶν τῆς συναλ-
1205λαγῆς; Ποῖαι αἱ σχέσεις τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὰς
1206ὁποίας ἀποτροπιάζεται ἡ παροῦσα; Θὰ ἦτο πολὺ περίερ-
1207γον ἐρώτημα δι’ ὅλους τοὺς μὴ μεμυημένους. Ἐκεῖνο, τὸ
1208ὁποῖον μὲ ἤρεσε πολὺ ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
1209εἶνε ὅτι δὲν θέλει πολιτευθῆ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς
1210Βουλῆς, ὅπως ἐπολιτεύθη ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὴν πλειο-
1211ψηφίαν τῆς ἐποχῆς του. Ὑποθέτω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς
1212Βουλῆς θὰ ἦνε εἰς σχέσεις οὐχὶ δουλικάς, ὅπως ἀφίνεται
1213ἐννοῶν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι διετέλεσεν ἡ προηγουμένη
1214πλειοψηφία πρὸς τὸν προηγούμενον Πρωθυπουργόν. Τὸ
1215κατ’ ἐμὲ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν τόλ-
1216μην ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέρπολυ τὸν
1217πιέζουν. Ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἔβλεπον τὸ
1218Ὑπουργεῖον εἰς μᾶλλον διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ Αἰθούσῃ
1219ταύτῃ. Τὸ θέλω νὰ τὸ βλέπω ὑπόλογον, πάντοτε ἕτοι-
1220μον εἰς ἀγῶνας καὶ μὲ ὅλον τὸν τόπον καὶ ὅλον τὸν
1221χρόνον εἰς τὴν ἄμεσον διάθεσιν αὐτοῦ. Δυστυχῶς δὲν δύ-
1222ναμαι νὰ ἐξακολουθήσω περισσότερον, διότι δὲν θέλω νὰ
1223πειράξω τινὰ, χωρὶς νὰ δυσκολευθῶ ἐν τούτοις νὰ εἴπω,
1224ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην τοιαύτης σωματικῆς
1225πιέσεως γύρω των. Οὔτε ὁδηγῶν, οὔτε προστατῶν μέχρι
1226τοιούτου βαθμοῦ ἔχει ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον.
1227Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταὶ, εἰσέλθει εἰς τὴν ἀριθμολο-
1228γίαν, διὰ τῆς ὁποίας τόσον ἀπανθρώπως κατεβασάνισαν
1229τὰς κεφαλὰς ὑμῶν οἱ πρωθυπουργικοὶ ἀνταγωνισταί. Ἐὰν
1230ἀποδείξω εἰς αὐτούς, ὅτι ὁ κοινότερος παντοπώλης δύναται
1231νὰ παραθέσῃ χιλίους ἀριθμοὺς ἐκ δεξιῶν, καὶ ἄλλους τόσους
1232ἐξ ἀριστερῶν μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπολέ-
1233σω τὴν ἐκτίμησίν των διὰ τοῦτο. Θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ λεπτο-
1234μέρεια τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
1235Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐκπλή-
1236ξῃ μὲ πηχιαίους ἀριθμοὺς ἑκατομμυρίων, καὶ ἴσως τινὲς
1237ἐξ ὑμῶν, πρώτην φορὰν παριστάμενοι ἐνώπιον τοιούτου
1238φαινομένου, ἐθαύμασαν τὴν πολιτικοαριθμητικὴν μεγαλό-
1239νοιαν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἕν. Πόσα ἑκατομμύρια ζητεῖ ὁ κ.
1240Τρικούπης διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα, καὶ πόσα ὁ
1241κ. Δηλιγιάννης. Ἀνοίγω λοιπὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
1242δευτέρου καὶ εὑρίσκω εἰς τὰς ἀντιστοίχους στήλας αὐτοῦ,
1243ὅτι μὲ 85 ἑκατομμύρια εὐχαριστοῦνται ἀμφότεροι. Πα-
1244ραλείπω τὰς χιλιάδας διὰ τὸ ἀσκανδάλιστον. Τί ση-
1245μαίνουν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884; Εἶναι
12464½ ἢ 5½ ἑκατομμύρια, 19 ἢ 24 ἢ 39, τί πρὸς ἡμᾶς;
1247Τὸ ζήτημα δὲν μεταβάλλεται. Καὶ οἱ δύο Πρωθυπουρ-
1248γοὶ μὲ 85 ἑκατομμύρια ἐννοοῦν νὰ διοικήσουν τὴν Ἑλλάδα.
1249Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἐνοσφίσθη ὁ Τρικούπης;
1250Τὸ κατεχράσθη ὁ Τρικούπης; προσέλθετε νὰ τὸ βεβαιώ-
1251σητε κατηγορηματικῶς· ἄλλως, τί μᾶς βασανίζετε το-
1252σαύτην ὥραν; Τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σεῖς,
1253κύριε Πρωθυπουργέ, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885,
1254ἐκεῖνο εἶναι τὸ σπουδαῖον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον, τὸν
1255ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν. Τὰ λάθη καὶ οἱ
1256κακοὶ ὑπολογισμοὶ δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν εἰς πᾶσαν
1257ὥραν. Ἀλλὰ σεῖς, ἀπὸ τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἑβδόμης Ἀπρι-
1258λίου ἐρχόμενοι, πῶς παρουσιάζεσθε νὰ διοικήσητε μὲ
1259ἔλλειμμα 11 ἑκατομμυρίων; Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόσχεσις,
1260τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Οἱ συνελ-
1261θόντες κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου ἐκλογεῖς σᾶς ἔδωκαν ὁρι-
1262στικὸν καὶ προδιαγεγραμμένον πρόγραμμα. Σᾶς εἶπον νὰ
1263φέρητε ῥιζικὰς οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Θέ-
1264λουν ἄλλην διοίκησιν καὶ ἄλλην οἰκονομικὴν διαχείρισιν
1265παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ
1266καυχᾶσθε ὅτι ἐξεπληρώσατε τὰς ὑποσχέσεις σας, ἐνῷ ἐλη-
1267σμονήσατε τὴν κυριωτάτην; Ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐπὶ
1268ξυροῦ ἀκμῆς· ἡ πίστις ἀπεχαιρέτισε τὴν Ἑλλάδα, αἱ εὐ-
1269πορώτεραι πόλεις τῆς Ἐπικρατείας κατελήφθησαν ὑπὸ
1270γενικοῦ πένθους. Δὲν ἔχετε βεβαίως τὸν καιρὸν νὰ περι-
1271έλθετε τὰς ἐπαρχίας ὅπως κατὰ τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας τῆς
1272ἀντιπολιτευτικῆς ἀρχηγίας σας. Ἀλλὰ διατί, κύριε Πρω-
1273θυπουργέ, δὲν μεταβαίνετε εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἵνα ἀκούσητε
1274τοὺς στεναγμοὺς τῆς ὡραίας καὶ ἀναξιοπαθούσης ταύτης
1275πόλεως; Δὲν δύναται πλέον νὰ ὑποφέρῃ τὸ ἀφόρητον
1276οἰκονομικὸν βάρος, πιέζεται μέχρι ἀποπνιγμοῦ. Διατί
1277δὲν ἔρχεσθε εἰς βοήθειάν της; Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην
1278νὰ μεταβῆτε ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα ἐπισκεφθῆτε τὴν
1279πάσχουσαν βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν κοινωνίαν. Τώρα
1280σᾶς θέλω νὰ περιέλθητε τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλα-
1281τείας τῆς πρωτευούσης διὰ νὰ ἰδῆτε ὁποίας προόδους
1282ποιεῖ ἐν αὐτῇ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφή. Δὲν δύναται
1283ἐπὶ πλέον νὰ διατηρηθῇ ἡ κατάστασις χωρὶς νὰ δη-
1284μιουργηθῇ ἐν αὐτῇ σημαντικὸν γεγονὸς, ἀπειλοῦν τὴν
1285συντάραξιν αὐτὴν τῆς Πολιτείας. Τί ἐπράξατε λοιπὸν
1286εἰς τοὺς δύω καὶ ἐπέκεινα μῆνας τῆς Κυβερνήσεώς σας
1287πρὸς ἀνασήκωσιν τῆς πασχούσης, τῆς πιπτούσης κοινω-
1288νίας; Νομίζετε, ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει μεταξὺ τῶν μέσων
1289αὐτῆς τὴν δύναμιν νὰ ἐφεύρῃ ἓν δραστικόν, σωστικὸν μέ-
1290σον; Μήπως νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καχεκτικὸν
1291ὄν, τὸ ὁποῖον ὁ εἷς ὠθεῖ ἐντεῦθεν καὶ ὁ ἄλλος ὠθεῖ ἐκεῖ-
1292θεν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν αὐτοβουλίαν τῆς μεγαλουργίας εἰς
1293ἐθνικὰς συμφορὰς; Ἢ μήπως ἐξελάβετε τὴν Κυβέρνησιν
1294ὡς ἐργαστήριον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπογράφονται μόνον ἔγγρα-
1295φα διορισμῶν καὶ παύσεων; Ἐγὼ ὑπολαμβάνω τὴν πνι-
1296γομένην κοινωνίαν, ὅπως καὶ τὸν πνιγόμενον ἄνθρωπον.
1297Ἔρχεται ἡ Πολιτεία, θέτει τὸν δάκτυλον ὑπὸ τὴν σιαγόνα
1298της καὶ ἐμποδίζει τὸν καταβυθισμόν της. Κύριε Πρωθυ-
1299πουργὲ τῆς 7 Ἀπριλίου, σᾶς ἐρωτῶ τί ἐπράξατε μέχρι
1300σήμερον εἰς ἀνασήκωσιν τοῦ πνιγομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
1301Θὰ μοὶ εἰπῆτε, δὲν εὕρετε εἰς τὸ χαρτοφυλάκιον κανὲν
1302μέτρον. Τότε, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀπομακρυνθῆτε (θόρυβος).
1303§22ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διὰ νὰ ἔλθητε σεῖς.
1304§23ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἴπατε διὰ νὰ ἔλθω ἐγώ. Ὅταν ἔλθῃ
1305ὁ καιρὸς, δύνανται νὰ ἔλθουν καλλίτεροι ἀπὸ ἐμὲ, δύνασθε
1306νὰ ἔλθητε καὶ σεῖς.
1307§24ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἰμπορῶ νὰ ἔλθω.
1308§25ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τότε λοιπὸν μὴ διακόπτετε (ἱλαρότης).
1309Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μεταξὺ τῶν τοσού-
1310των πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν διδαγμάτων τῆς ἱστορίας,
1311ἐν τοῖς ὁποίοις ἐκτυλίσσεται ἡ ζωὴ τῶν Ἐθνῶν, δὲν ἔτυχέ
1312ποτε νὰ εὕρῃ ἄλλην κοινωνίαν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς τῆς ἡμε-
1313τέρας ὅρους, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη νὰ σώσῃ
1314τὴν κοινωνικὴν ζωήν;
1315Ἂν, κύριε Πρωθυπουργέ, τὰ βιβλία εἶναι δι’ ὑμᾶς
1316κλειστὰ καὶ τὰ μαθήματα τῶν ἄλλων Ἐθνῶν βωβὰ, ἔχε-
1317τε δίκαιον νὰ λέγητε, ὅτι δέχεσθε τὴν Κυβερνητικὴν κλη-
1318ρονομίαν ἐξ ἀπογραφῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν Πρωθυ-
1319πουργοὺς δεχομένους τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου μὲ τοιοῦτον
1320εὐεργέτημα. Τὸ δέχεσθε ἐξ ἀπογραφῆς, σημαίνει, ὅτι εἶναι
1321ἀπηλπισμένη ἡ κληρονομία. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἀπηλπίσθη-
1322μεν περὶ τῆς πατρίδος μας. Μὴ ἐπαναλαμβάνητε τὴν βλα-
1323σφημίαν ταύτην, διότι εἶναι ἀνάξιον Ἕλληνος Πρωθυ-
1324πουργοῦ. Δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τὰ ὑπάρχοντα ἡμῶν,
1325δυνάμεθα νὰ ὑποστῶμεν τὰ πάνδεινα, χωρὶς ν’ ἀπελπισθῶ-
1326μεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν περὶ τῆς Ἑλλάδος.
1327Ὡμιλήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, περὶ τῶν ὑποσχέσεων
1328τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸν λαὸν, καὶ βλέπω,
1329ὅτι δὲν ἐξετελέσατε τὴν κυριωτάτην. Ἀνελάβετε νὰ σχη-
1330ματίσητε Κυβέρνησιν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς
1331περιστάσεις τοῦ Τόπου. Ποῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησίς σας; Ποῦ
1332εἶναι οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τόσους καὶ
1333τόσους λογάδας, τοὺς βλέπω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἔ-
1334χετε σπουδαιοτάτην εὐκαιρίαν νὰ κατασκευάσητε Ὑπουρ-
1335γεῖον, ἀληθῶς ὑπόδειγμα. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ Ὑπουρ-
1336γεῖον σας, κύριε Πρωθυπουργέ; Δὲν θέλω νὰ εἶμαι προσω-
1337πικὸς, σέβομαι ὅλους. Ἀλλ’ εἶναι δυστυχῶς τὸ θέμα τοι-
1338οῦτον, ὥστε καὶ πάλιν νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κύριε Πρωθυ-
1339πουργὲ, πῶς ἐξετελέσατε τὴν ὑπόσχεσίν σας πρὸς τὸν Ἑλ-
1340ληνικὸν λαὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυ-
1341βερνήσεως; Ποῦ εἶναι οἱ συνάδελφοι ὑμῶν, μετὰ τῶν ὁ-
1342ποίων θὰ σκεφθῆτε περὶ τῶν μεγάλων πραγμάτων καὶ τῶν
1343μεγάλων κινδύνων τῆς Ἑλλάδος; Παρακάθητε ὑμῖν ὁ κ.
1344Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, ἀλλ’
1345ἀνικανώτατος περὶ τὰ ναυτικά.
1346§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας.
1347§27ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἰδίου. Καὶ ἂν ἤ-
1348θελε νὰ ἐγερθῇ, εἰς ἐμὲ δὲν ἤθελε κακοφανῆ, ὅπως εἰς τὸν
1349κ. Τρικούπην, θὰ ὡμολόγει ὁ ἴδιος ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος,
1350ὅτι γνωρίζει τόσον ἀπὸ ναυτικὰ, ὅσον σεῖς, ὁ ὁποῖος μὲ
1351διακόπτετε, ἀπὸ κοινοβουλευτικὰ καὶ οἰκονομικά.
1352Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἔχῃ ἓν
1353πρακτικὸν κατὰ θεωρίαν τοὐλάχιστον ἀποτέλεσμα ἡ συ-
1354ζήτησις αὕτη, χωρὶς νὰ ἀξιῶ νὰ μετρήσωμεν τὰς ψήφους,
1355διότι ἂς ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅταν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ
1356χρόνου, λέγω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ
1357τὸ κέντρον τῆς ὑπουργικῆς βαρύτητος, ὅτι δὲν ἐτήρησε
1358τὰς ὑποσχέσεις αὐτοῦ πρὸς τὸν λαὸν, διότι παρουσιάζει
1359τὸν αὐτὸν κατ’ οὐσίαν Προϋπολογισμὸν μετὰ τοῦ κ. Τρι-
1360κούπη, διότι παρουσιάζει Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα
1361καὶ δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ περικόψῃ τὰς δαπάνας· διότι,
1362ἐνῷ κινδυνεύει ἡ βιομηχανία, ἡ ἐμπορία καὶ σύμπασα ἡ
1363κοινωνία, δὲν ἔθεσε τὸν βραχίονα τῆς Πολιτείας εἰς κίνη-
1364σιν πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν. Λέγω τέλος εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
1365πουργὸν, ὅτι δὲν ἐτήρησε τὸν λόγον του πρὸς τὸν λαὸν,
1366διότι ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καθ’ ὅλου δὲν τὸν
1367ἐμπνέει.
1368§28ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, θὰ μιμηθῶ τὸν κύριον
1369Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κύριον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύ-
1370σεως κατὰ τὴν πολυλογίαν καὶ θὰ ὁμιλήσω 15 ὥρας.
1371Ἐὰν θέλετε, ἀρχίζω τώρα.
1372§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀντιλέγων κατὰ τῆς
1373προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν
1374ἐγενόμην ἄξιος νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανο-
1375νισμοῦ ἐπ’ ἐμὲ, ἂς παρακληθῇ ν’ ἀγορεύσῃ· ἐὰν δὲ δὲν ὑ-
1376πάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφο-
1377φορίαν.
1378§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Προτείνω, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἀπα-
1379ράδεκτον τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ
1380τὸν Κανονισμὸν, τὰ παραπτώματα, τὰ λαμβάνοντα χώραν
1381κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σώματος, ἀποδοκιμάζονται αὐ-
1382τοστιγμεί· ἀποδοκιμάζονται δὲ ἢ τῇ αἰτήσει τοῦ Προέ-
1383δρου ἢ τῇ προτάσει τοῦ ἔχοντος παράπονον· ἐὰν τοῦτο δὲν
1384γείνῃ αὐτοστιγμεὶ, παραγράφεται τὸ παράπτωμα. Ἐὰν δὲ
1385θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε ἄλλην νομολογίαν, τότε ἐνδεχό-
1386μενον νὰ καταδικασθῆτε εἰς τὸ νὰ μὴ πράττητε ἄλλο τε,
1387ἢ νὰ ἀποδοκιμάζετε ὁ εἷς τὸν ἄλλον, καὶ νὰ κατατρί-
1388ψητε ὅλον τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ καταναλώ-
1389σητε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ὅστις εὑρίσκεται
1390ὑπὸ λίαν κρισίμους περιστάσεις, εἰς τὸ νὰ ἐξευτελίζεσθε ἀ-
1391μοιβαίως, καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ νὰ συζητήσητε ἐὰν πρέπει
1392ἢ ὄχι ν’ ἀποδοκιμασθῆτε, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ λάβητε ἀ-
1393ποδεικτικὰ καλῆς διαγωγῆς. Οὐδαμῶς, κύριοι, ἐν βουλευ-
1394τικῷ σώματι ἐπροτάθη ἀποδοκιμασία παραπτώματος, τὸ
1395ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ περὶ τοῦ
1396ὁποίου δὲν ἐγένετο εἰς τὴν στιγμὴν ἡ πρέπουσα αἴτησις.
1397Τότε ἔλθετε νὰ ζητήσητε τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πρώην
1398Κυβερνήσεως, διότι εἰς μίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς παρελ-
1399θούσης Περιόδου ἀπεδοκιμάσθησαν λόγοι τινὲς τοῦ νῦν
1400Πρωθυπουργοῦ. Τί σᾶς ἐμποδίζει, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ πα-
1401ραγραφὴ, νὰ ἐνθυμηθῆτε τώρα τί ἔπραξε τότε ἡ Συμπολί-
1402τευσις καὶ νὰ ζητήσητε ἀποδοκιμασίας καὶ ἀποδεικτικά;
1403§31Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι συνέχεια.
1404§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτοστιγμεὶ, σᾶς εἶπον. Ἀρκετὰ, κύ-
1405ριοι, εἶνε τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰ μεγάλα τοῦ Τό-
1406που συμφέροντα.
1407§33ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρέπει ἐν εὐπρεπείᾳ νὰ συζητῶν-
1408ται τὰ συμφέροντα.
1409§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς, ὁ ὁποῖος θὰ διδάξητε
1410τὴν εὐπρέπειαν.
1411§35ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μάλιστα, θὰ διδάξω σᾶς.
1412§36ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶμαι
1413καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ σεῖς δὲν εἶσθε. Ἔχομεν ἀρκετὰ ζητήματα
1414ἀφορῶντα αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐσωτερικῶς
1415εὑρισκόμεθα εἰς ἐλεινὴν κατάστασιν, ἐξωτερικῶς ἀπειλού-
1416μεθα (χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
1417Ἐὰν λοιπὸν κατατρώγωμεν ὅλον τὸν χρόνον εἰς λογομα-
1418χίας καθαρᾶς, θὰ καταστραφῇ ὁ Τόπος. Δὲν ὑπεβλήθη πρό-
1419τασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἐπενέγκει μίαν γνώμην ἡ Βου-
1420λή, δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ συζήτησις, καὶ μολοντοῦτο ἐπὶ
1421τρεῖς συνεδριάσεις ἠκούσαμεν γυμνάσματα ῥητορικῆς καὶ ἐ-
1422θαυμάσαμεν, κύριοι, τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ κυρίου
1423Τρικούπη, κατηγοροῦντος τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, καὶ τὴν
1424ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, κατηγοροῦντος
1425τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ἀλλ’ ἐξ ὅλων τούτων προκύπτει τι
1426πρακτικὸν ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνερχόμεθα
1427δὶς τῆς ἡμέρας Προχωροῦμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; βε-
1428βαίως ὄχι. Πιστεύω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ λογομαχία αὐτὴ
1429θὰ λήξῃ, χωρὶς νὰ προκληθῇ ψηφοφορία ἐπὶ μιᾶς προτάσε-
1430ως, τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, ὅτι ὑπέβαλεν ὁ κύριος Πρωθυ-
1431πουργός· διότι νομίζει ὅτι ἠδικήθη ἄλλοτε καὶ θέλει σήμερον
1432ἱκανοποίησιν· ἀλλὰ καθήμενος εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1433κάθηται, πρέπει νὰ λησμονῇ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παράπονον
1434καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ μόνον τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα,
1435καὶ νὰ μὴ ἀπασχολῇ τὸ Κοινοβούλιον οὔτε διὰ λογομα-
1436χιῶν, οὔτε διὰ προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀπέχω νὰ χαρα-
1437κτηρίσω.
1438§37ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1439§38ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι,
1440ὁδηγούμενος ἐκ τῶν λόγων τῶν σήμερον ἀγορευσάντων
1441ἀξιοτίμων συναδέλφων τοῦ τε Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ
1442τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας καὶ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου
1443Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δὲν κατενοήθη ἡ ἔννοια τῆς
1444προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ
1445μὲν εἷς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ ζητήσω πιστο-
1446ποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς ἀπὸ ὑμᾶς, τὴν Βουλήν· ὁ δὲ
1447μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα παρεγράφη, καὶ δὲν ζῶσιν οὐδὲ
1448εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ τὰ δικαιώματα, τὰ ὑπὸ τῆς παραγραφῆς
1449θανατούμενα· ὁ δὲ μὲ συνεβούλευσε νὰ ἐλέγχω τὸ παρελ-
1450θὸν καὶ νὰ ἀγωνίζωμαι ὑπὲρ τοῦ ἐνεστῶτος, παραλείπων
1451καὶ ὀλιγωρῶν τῶν γενομένων μοι ἀδικημάτων, καὶ ὅτι
1452ὡς Βουλευτὴς Γορτυνίας, καὶ ἂν ἠδικήθην, πρέπει νὰ λη-
1453σμονήσω τὸ ἀδίκημα ὡς Πρωθυπουργός.
1454Οὐδέν, κύριοι, ἀδίκημα μοὶ ἐγένετο ὑπ’ οὐδενός, ὁμο-
1455λογῶ ὅμως πάντοτε, ὅτι ἔχω ἀνάγκην τοῦ πιστοποιητι-
1456κοῦ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ
1457κυβερνῶ· διότι ἄνευ τούτου δὲν δύναμαι νὰ κάθημαι εἰς
1458τὴν θέσιν ἐκείνην, πρέπει δὲ νὰ ὑπάγω νὰ κάθημαι ἐκεῖ
1459ὑψηλά, ὅπου ἐκαθήμην. Χθὲς χρησάμενος δικαιώματος
1460ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρακεχωρημένον μοι, ἐζήτησα νὰ
1461ἀναιρέσω, ὅ,τι μὴ ἀκριβὲς ἐξετίθετο πρὸς τὴν Βουλήν· διότι
1462ἀνεκοινοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διελύθησαν ἤδη σχο-
1463λεῖα ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ τῇ Θράκῃ, ὅτι ἠρνήθην τὰ
1464χρήματα τὰ πρὸς τὸν Σύλλογον διδόμενα, ὅτι ἐγκατελεί-
1465φθη ὁ Ἑλληνισμός, πάντα δὲ ταῦτα ἦσαν ἀνακριβῆ· εἶ-
1466χον δὲ συμφέρον νὰ μὴ ἀφήσω οὐδὲ στιγμὴν νὰ πιστευ-
1467θῶσιν ἀνακρίβειαι καὶ ψεύδη, διαδιδόμενα πρὸ πολλῶν
1468ἑβδομάδων. Ἀλλ’ ὅταν ἐζήτησα νὰ ἀναιρέσω ταῦτα,
1469διακόπτων τὸν μὴ ἀκριβῆ λέγοντα πρὸς τὴν Βουλήν,
1470αὐτὸς μὲ ἐπέταξε νὰ σιωπήσω, διότι θὰ ζητήσῃ τὴν
1471ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὴν
1472στιγμὴν ἐκείνην εἷς ἢ δύο ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, νο-
1473μίζω ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης κ. Λυμπερόπου-
1474λος καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κ. Γεροκω-
1475στόπουλος, εἶπον, ὅτι τοῦτο τὸ γενόμενον παρὰ τοῦ τότε
1476ἀγορεύοντος ἀντιβαίνει εἰς τοὺς Νόμους. Ἡ Βουλὴ δὲν
1477ἠσπάσθη τὴν ἀντίῤῥησιν τῶν κυρίων βουλευτῶν, διότι οὐ-
1478δεὶς ὑπεστήριξεν αὐτήν· ἐγὼ δὲν εἶχον ἄλλο δικαίωμα
1479εἰμὴ νὰ ζητήσω νὰ παύσῃ τὸν λόγον του ὁ ἀγορεύων, νὰ
1480ζητήσω διὰ τῆς ψήφου τῶν πλειόνων νὰ ἀντικαταστήσω
1481αὐτὸν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀναιρέσω τὰ λεγόμενα,
1482ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἀπετέλει περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λό-
1483γου, καὶ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον πρὶν ἢ προβῶ εἰς πρᾶξιν,
1484ἥτις ἤθελε χαρακτηρισθῆ ὡς περιορίζουσα τὸ δικαίωμα τῆς
1485ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀφήσω νὰ
1486τελειώσῃ τὸν λόγον του ὁ ἀγορεύων, καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ
1487τὸν λόγον, νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ ζητήσω τὴν ἀνόρ-
1488θωσιν τοῦ ἐπεισοδίου. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν, ἡ ὁποία δὲν ὑπε-
1489στήριξε τὴν πρότασιν τῶν ἀντιλεξάντων Βουλευτῶν Μεσ-
1490σήνης καὶ Πατρῶν, ἐνόει ὅτι ἦτο ἐν τῷ προσήκοντι ἡ ἀ-
1491πειλὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἥτις
1492ἐγένετο ἐπ’ ἐμέ. Ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι ἐν προσήκοντι μοὶ ἀπηγ-
1493γέλθη ἡ ἀπειλὴ αὕτη, εἶναι κυρία νὰ τὸ εἴπῃ, ἀλλ’ εἶμαι
1494καὶ ἐγὼ κύριος νὰ ρυθμίσω τὰς σκέψεις μου· διότι, ἐὰν ἡ
1495Βουλὴ ἔχῃ γνώμην, ὅτι ἐγενόμην ἄξιος νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ
1496διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπ’ ἐμὲ, θὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν
1497εἶμαι ἄξιος νὰ κατέχω τὴν θέσιν ταύτην. Δὲν ζητῶ ἐγὼ
1498ν’ ἀποδοκιμασθῇ ὁ χθὲς ἀγορεύσας, αὐτὸ δὲν μ’ ἐνδιαφέρει·
1499ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἕκαστος μετέρχεται, οἱ λόγοι τῶν
1500ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν, καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον
1501ἐκφέρει αὐτοὺς, αὐτὸ δίδει μόνον εἰς τοὺς ἀκούοντας νὰ
1502σχηματίσωσι γνώμην περὶ τοῦ λέγοντος. Μοὶ εἶναι ἀδιά-
1503φορον ὁποιαδήποτε ὑπάρχει γνώμη περὶ τοῦ χθὲς ἀγορεύ-
1504σαντος, δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ
1505νὰ βεβαιώσῃ ἓν γεγονὸς, τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ σιωπὴ καὶ ἐγ-
1506κατάλειψις, τὴν ὁποίαν ἔδειξε χθὲς κατὰ τὰς προτάσεις,
1507αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι θεωρεῖ ἐμὲ ἄξιον
1508τῆς ἀπειλῆς, ἥτις ἐξηνέχθη χθές. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν
1509Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦτο ναὶ ἢ ὄχι.
1510§39Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ὁ κύριος
1511Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει καὶ ἤθελεν ἐξωθήσει τὰ
1512πράγματα διὰ τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον εἰς τὸ σημεῖον,
1513τὸ ὁποῖον τὰ ἐξώθησε. Πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ὁ κύ-
1514ριος Πρωθυπουργὸς ὁ νῦν, καθὼς καὶ ὁ κύριος Πρωθυ-
1515πουργὸς ὁ χθὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμνουν κατάχρησιν
1516τῆς μεγάλης δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν. Καὶ ὅπως καὶ
1517τότε ἀντετάχθην κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Τρι-
1518κούπη, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ὅπως ἀποδοκιμάσῃ τὸν κύριον
1519Δηλιγιάννην, οὕτω καὶ σήμερον λέγω εἰς τὸν κύριον Δηλι-
1520γιάννην ὅτι κάμνει μεγάλην κατάχρησιν τῆς δυνάμεως,
1521τὴν ὁποίαν ἔχει. Ποῖον γεγονὸς σπουδαῖον συνέβη, ὥστε
1522νὰ κανονίσῃ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς καὶ περὶ Κυβερ-
1523νήσεως; Ὁ κύριος Τρικούπης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπετάθη
1524ἀποτόμως πρὸς τὸν κύριον Δηλιγιάννην, ἀλλ’ ὀφείλομεν
1525νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν εἶχε κα-
1526νὲν δικαίωμα νὰ τὸν διακόψῃ· διότι ἕκαστος, τὸ δικαίωμα
1527τὸ ὁποῖον ἔχει, τὸ ἀντλεῖ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονι-
1528σμοῦ, ὁ δὲ Κανονισμὸς εἰς οὐδένα, οὔτε Ὑπουργὸν, οὔτε
1529Πρωθυπουργὸν, οὔτε βουλευτὴν, ἐπιτρέπει νὰ διακόπτῃ.
1530Πολλάκις ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος—καὶ σᾶς ὁμιλῶ
1531ἐκ πείρας—διακοπτόμενος δὲν εἶναι πλέον κύριος τοῦ ἑαυ-
1532τοῦ του, καὶ πολλάκις, ἀφοῦ διακοπῇ, ἀπευθύνει λέξεις
1533βαρείας κατὰ τοῦ διακόπτοντος. Ὅλοι ὑπεπέσαμεν εἰς
1534αὐτὸ τὸ λάθος, διότι ὑπάρχει ἡ κακίστη ἕξις ἐντὸς τοῦ
1535Κοινοβουλίου τῶν συνεχῶν διακοπῶν· δὲν ἔχομεν τὴν ὑπο-
1536μονὴν νὰ περιμένωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμιλίας τοῦ
1537ἀντιφρονοῦντος, ὅπως ἀνασκευάσωμεν αὐτὸν, ἀλλὰ θέλο-
1538μεν νὰ τὸν διακόπτωμεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ.
1539Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι, οὔτε φρόνιμον, οὔτε δί-
1540καιον νὰ προκληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ
1541κύριος Πρωθυπουργὸς παρεβίασε χθὲς τὸν Κανονισμὸν ἢ
1542ὄχι. Ἄλλως, πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Μεσσηνέζης ὑπεστήριξεν,
1543ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα παρουσιαζόμενα λύονται
1544ἀμέσως. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ σήμερον, ὅτι κατὰ
1545μίαν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Συνόδου παρεξετράπην,
1546καὶ μὲ διεξέφυγε λέξις, διὰ τὴν ὁποίαν μετενόησα, ἀλλὰ
1547μοὶ διεξέφυγε κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Πᾶσα ἐφαρμογὴ
1548τοῦ Κανονισμοῦ ἐναντίον μου ἦτο δικαία· ἀλλὰ δύνασθε
1549σήμερον νὰ ἔλθητε καὶ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν, δι’ ὅ,τι
1550εἶπον προπέρυσιν; Αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν, καὶ δὲν
1551πρέπει νὰ μᾶς θέτῃ εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ὁ κύριος Δη-
1552λιγιάννης νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ τόσου ἁπλοῦ ζητήμα-
1553τος, ὡς ἐπὶ ζητήματος πολιτικοῦ· διότι πρέπει νὰ μάθῃ
1554ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουσιν ἄν-
1555δρες, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθῶσι τὴν Κυβέρνη-
1556σιν εἰς ὅλας αὑτῆς τὰς ἰδιοτροπίας.
1557§40Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελ-
1558φος ὡμίλησε κατὰ τρόπον προϋποθέτοντα, ὅτι ἄλλο τι
1559ἐζητεῖτο, ἄλλαι ἀξιώσεις ἀπηυθύνοντο πρὸς τὴν Βουλὴν
1560παρ’ ἐκεῖναι αἱ μέτριαι ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν
1561πρὸς αὐτήν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ καταμεμφθῇ τῶν ἀξιώσεων,
1562αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἠδύνατο νὰ καταμεμφθῇ αὐτῶν,
1563ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑπερβαλλούσῃ αὐτῶν μετριότητι. Οὐδὲ ἠδύ-
1564νατο νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα σήμερον τὸ ἂν εὐπρεπῶς ὁ ἀξιό-
1565τιμος Πρωθυπουργὸς συμπεριεφέρθη χθὲς, ἢ ἂν παρεβίασεν
1566ἢ οὐ τὸν Κανονισμόν. Τὸ τοιοῦτον ζήτημα τὸ ἤγειρε μόνη
1567ἡ ὑπέρμετρος αὐτοῦ ἁβρότης πρὸς τοὺς ἀντιπάλους αὐτοῦ.
1568Ζήτημα ἠδύνατο νὰ ἦναι καὶ σήμερον καὶ χθὲς ἡ συμπε-
1569ριφορὰ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τοῦτο
1570μόνον ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, καὶ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ
1571καὶ σήμερον καὶ αὔριον μάλιστα ὑπὸ μίαν ἔποψιν οὐσια-
1572στικὴν καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἁπλῶς τῆς συμπεριφορᾶς
1573τῆς Κοινοβουλευτικῆς. Χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὄχι ἐν
1574δικαιώματι, ἀλλ’ ἐν καθήκοντι ἱερῷ εἶχε βεβαίως τὸ δι-
1575καίωμα μὲ τὸν ἁβρὸν μάλιστα ἐκεῖνον τρόπον νὰ κάμῃ
1576τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐβεβαίου ὁ κ. Τρι-
1577κούπης, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως θλιβερὰν ἐντύπωσιν ἠδύ-
1578νατο νὰ προξενήσῃ, ὅτι ὁ Σύλλογος τῶν Ἑλληνικῶν γραμ-
1579μάτων ἀπεφάσισε νὰ κλείσῃ τὰ σχολεῖα τὰ ἐν Μακεδονίᾳ
1580καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν ἦτον ἀκριβές· εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ.
1581Πρωθυπουργὸς ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἄρῃ ἐκείνην τὴν
1582θλιβερὰν, ἐντύπωσιν ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν προξενουμένην,
1583καὶ ἠδύνατο νὰ πληροφορήσῃ τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι αἱ
1584πληροφορίαι του δὲν ἦσαν διόλου ἀκριβεῖς, ὅτι τὸ τοιοῦτον
1585γεγονὸς δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἡ δὲ τοιαύτη διαβεβαίωσις δὲν εἶ-
1586χε τὸν χαρακτῆρα ἐκείνων τῶν διακοπῶν, περὶ τῶν ὁποίων
1587προβλέπει ὁ Κανονισμὸς, εἶχε τὸν χαρακτῆρα τῶν διαβε-
1588βαιώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ
1589καὶ μάλιστα τοῦ Πρωθυπουργοῦ προβλέπει. Ἀλλ’ ὁ κ.
1590Τρικούπης ἐν τῇ ἀντιλήψει ἐκείνῃ τῇ ταχείᾳ, τὴν ὁποίαν
1591ἔχει, ἐν τῇ εὐστροφίᾳ ἐκείνῃ ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τῇ τρα-
1592χύτητι τῆς συμπεριφορᾶς του, ἐνόησε προφανῶς, ὅτι ἐπρό-
1593κειτο νὰ διαψευσθῇ παραχρῆμα, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀρθῇ
1594ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμνε δι’ ἀνακριβειῶν. Καὶ γνω-
1595ρίζω τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι εὐ-
1596φυὲς, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι σύστημα ἄτοπον, ἔχει τὴν τάσιν
1597νὰ προξενῇ ἐκείνην τὴν στιγμὴν κατάπληξιν, διότι λέγει,
1598ἂν ἀπαντήσῃ τις μετὰ ὥρας ἢ μεθ’ ἡμέρας, βεβαίως, λέγει,
1599ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν, ἐπῆλθεν. Ἀλλ’
1600ἐὰν ἔχῃ τὴν τάσιν ταύτην ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, δὲν πρέ-
1601πει νὰ ἔχῃ τὴν τάσιν ταύτην, ὅταν πρόκηται περὶ δια-
1602βεβαιώσεων σχετικῶν πρὸς τὴν τύχην τῶν ὑποδούλων ἀ-
1603δελφῶν. Ὅταν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ μετέλθῃ αὐτὸ τὸ στρα-
1604τήγημα καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ ἐκδηλώσῃ ὀργὴν στιγμιαίαν
1605ἐκ διακοπῆς, τότε ἀκριβῶς διεψεύσθη. Ὁ κ. Τρικούπης
1606ἠξεύρει πότε προσποιεῖται τὸν ὠργισμένον, ὅταν δηλαδὴ
1607θέλῃ νὰ διαφύγῃ σκόπελόν τινα, ὁ ὁποῖος τοῦ παρενεβλήθη
1608αἰφνιδίως, καὶ ἐπροσποιήθη ὁ κ. Τρικούπης ὅτι εἶναι ὠρ-
1609γισμένος καὶ εἶπε: «Μὴ διακόπτῃς, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ζητή-
1610σω τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ»· ἐπρό-
1611κειτο περὶ ἀποφυγῆς τῆς ἀμέσου διαψεύσεως, καὶ ἐπρόκειτο
1612περὶ τῆς κατεδαφίσεως τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος, ὅπερ κα-
1613τεσκεύαζε μὲ τὸν τρόπον του ἐκεῖνον, ἀλλὰ τρόπον κατα-
1614σταθέντα πλέον ἕωλον. Καὶ ἂν θαυμάζω τὰ πνευματικὰ
1615πλεονεκτήματα τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν δύναμαι ὅμως τὰς
1616παρεκτροπὰς τὰς τοιαύτας νὰ τὰς ἐπιδοκιμάσω. Ἐπιτρέ-
1617πονται μέχρι τινὸς αἱ δεξιότητες ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας μετέρ-
1618χεται ὁ ῥήτωρ εὑρισκόμενος εἰς στενοχωρίαν, ἀλλὰ δὲν
1619ἐπιτρέπονται αἱ δεξιότητες ποτὲ μὲ παραβίασιν οὐσιωδῶν
1620καθηκόντων.
1621Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἂν δύναμαι νὰ καταμεμφθῶ τῆς
1622προτάσεως, δύναμαι νὰ καταμεμφθῶ αὐτῆς ἐπὶ τῇ ἀνε-
1623παρκείᾳ της. Θὰ τὸ ἐνόουν, ἂν παρουσιάζετο ὡς ζήτημα
1624ἡ ἐπίκρισις τῆς συμπεριφορᾶς τῆς χθεσινῆς τοῦ κ. Τρικού-
1625πη· περὶ τούτου ἀληθῶς δύναται νὰ προκληθῇ συζήτησις,
1626ἀλλ’ οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ προκληθῇ περὶ τῆς
1627συμπεριφορᾶς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκπληρώσαντος ἓν ἁ-
1628πλοῦν ἀλλὰ μέγα καθῆκον. Περὶ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ
1629οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην· πᾶς σεβόμενος
1630ἑαυτὸν καὶ ἀντιληφθεὶς τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον μετῆλθεν
1631ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν
1632ἰδέαν τοῦ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Πρωθυ-
1633πουργοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων μετ’ ἐπιεικείας τοιαύτη
1634πρότασις ὑποβάλλεται, καὶ ἀφοῦ ἰδίως δίδεται εἰς τοιαύ-
1635την πρότασιν τοιαύτη ἔννοια, τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀπο-
1636δέχομαι, ἀλλ’ ἀποδεχόμενος αὐτὴν, τὴν καταδικάζω ὡς
1637ἀνεπαρκῆ.
1638§41Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤμην χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ἣν
1639στιγμὴν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς·
1640πάντες ὅμως συμφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὰ κατὰ τὸ ἐπεισόδιον
1641αὐτό. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ
1642διακόψῃ καὶ διέκοψε μετὰ προσηνείας τὸν λαλοῦντα ἀπὸ
1643τοῦ Βήματος πρώην πρωθυπουργὸν, ὅπως διορθώσῃ ἀνα-
1644κρίβειάν τινα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τοῦ Κα-
1645νονισμοῦ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶχεν ὅμως τὸ δικαίω-
1646μα ἐκ τῶν συνηθειῶν καὶ τῶν ἐθίμων, ἅτινα ἐπεκράτησαν
1647ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὁ ἀγορεύων πάλιν ἀπὸ τοῦ Βήματος
1648εἶχε μὲν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μὴ δεχθῇ δια-
1649κοπὴν, ἀλλ’ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὰ ἔθιμα ὅπως δεχθῇ
1650διακοπὴν, γενομένην μάλιστα παρὰ Πρωθυπουργοῦ καὶ
1651μετὰ τῆς πρεπούσης εὐλαβείας. Ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχου-
1652σι, διστάζω νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐτέ-
1653θη ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ, διότι ἡ ψῆφός μου, ἀποδεχο-
1654μένη τὴν πρότασιν, ἤθελεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποιεῖσθαι διά-
1655κρισιν ὑπὲρ ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν δὲν
1656θέλω ἐγὼ τοὐλάχιστον νὰ ποιήσω. Ἐπανελήφθησαν το-
1657σάκις παρόμοια γεγονότα, ἐγένοντο τοσάκις παρὰ βουλευ-
1658τῶν διακοπαὶ καὶ ἀπηγορεύθησαν παρὰ τῶν λαλούντων
1659ἀπὸ τοῦ Βήματος οἱ διακόψαντες μετὰ τοιαύτης τραχύ-
1660τητος, ὥστε νῦν πρώτην φορὰν τὸ νὰ σταματήσῃ ἡ Βου-
1661λὴ εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νὰ προκλη-
1662θῇ ὅπως ψηφοφορήσῃ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον τὸ μέλος αὐτὸ
1663ἐξαιρετικῶς ν’ ἀπειλήσῃ, ὅτι θὰ ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐφαρμο-
1664γὴν τοῦ Κανονισμοῦ, θ’ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ
1665τοὐλάχιστον δὲν θέλω ν’ ἀναγνωρίσω. Νομίζω ὅτι, ὅσον
1666διαπρεπὲς μέλος καὶ ἂν ἦναί τις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὁσον-
1667δήποτε μέγα κόμμα καὶ ἂν διευθύνῃ, δὲν ἔχει ἀπέναντι
1668τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀπέναντι τοῦ
1669Κοινοβουλίου αὐτοῦ περισσότερα δικαιώματα παρ’ ὅ,τι
1670καὶ πάντες οἱ ἄλλοι βουλευταί. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Τρι-
1671κούπης οὐχὶ μετὰ τῆς πρεπούσης ἁβρότητος ἀπήντησε
1672πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, διακόψαντα αὐτὸν, τοῦτο βεβαίως
1673δύναται νὰ ἀποτελῇ παραβίασιν τῶν εἰθισμένων καὶ τῆς
1674ὀφειλομένης ἁβρότητος μεταξὺ τῶν βουλευτῶν ἐν τῷ Κοι-
1675νοβουλίῳ, ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν καθ’ ἡμέραν συμβαινόντων ἐν
1676τῇ ἡμετέρᾳ Βουλῇ καὶ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα
1677οὔτε ὑποχρεοῖ οὐδένα τῶν βουλευτῶν νὰ θεωρήσῃ τοῦτο
1678ἄξιον ἰδιαιτέρου ζητήματος καὶ ἰδιαιτέρας ψηφοφορίας, ἂν
1679καὶ ἀποδοκιμάζωμεν αὐτὸ ἐνδομύχως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον
1680δὲν θέλω ψηφίσει ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, δηλῶ δὲ ὅτι
1681ἡ ἄρνησις ψήφου οὐδόλως μεταβάλλει τὴν ἐμπιστοσύνην
1682μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν δέχομαι τὸν χαρα-
1683κτηρισμὸν τῆς προτάσεως ὡς προτάσεως ἐμπιστοσύνης.
1684§42ΓΡ. ΜΑΝΟΥΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν
1685ἐζήτησε σήμερον ἀπὸ ἡμᾶς ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε· ζη-
1686τεῖ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀποφανθῶμεν ἂν παρεβίασε τὸν Κανονι-
1687σμὸν ἢ ὄχι· τὴν πρότασιν ταύτην νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ
1688κάμῃ καὶ στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν· σᾶς λέγει ὁ κ.
1689Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἦναι Πρωθυπουργὸς, ὅ-
1690ταν δὲν εἰξεύρῃ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμόν.
1691§43ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1692§44Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Χοϊδᾶς ὑπηνίχθη ἐν
1693τῷ λόγῳ του ἐμὲ, λέγω μὲ ὀλίγας λέξεις ὅτι ὅ,τι εἶπον περὶ
1694αὐτοῦ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἀποδείξω
1695καὶ ἐδῶ, καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ ὅπου θέλει.
1696§45ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ τὸ ἀποδείξῃς λοιπόν· μὴ τρέπεσαι εἰς ἐ-
1697πονείδιστον φυγήν.
1698§46ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ἀπαράδεκτον
1699τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δι’ ὀνομαστικῆς
1700κλήσεως, κύριε Πρόεδρε. (Ἐγείρονται πλέον τῶν 15).
1701§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι
1702τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως λέγουσι Ναί, οἱ μὴ ἀπο-
1703δεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1704(Ἐνταῦθα ἐνεργεῖται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
1705σεως κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1706Εὐθύμιος Βαζᾶς Ο Ζήσης Χ. Κυτιλῆς Ν
1707Ἀπόστολος Φιλίππου Εὐστάθ. Ἰωαννίδης
1708Ἰω. Μεσσηνέζης Ν Δημ. Γρίβας
1709Α. Παναγιωτόπουλος Ν Γ. Τσέλιος Ο
1710Σπ. Μαρκέλλος Ο Τατσέλ. Μαυρομμάτης Ο
1711Δημ. Οἰκονομίδης Ο Θεόδ. Δηλιγιάννης
1712Δημ. Παργασσίδης Ο Β. Νικολόπουλος
1713Κ. Ἀργυρόπουλος Ο Α. Ἀθανασιάδης Ἀρν.
1714Ὑπάτιος Καμπάνης Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ο
1715Δ. Καΐρης Ν Κ. Μαντζουράνης Ο
1716Μιχ. Παπαλεξόπουλος Ο Ἠλ. Παλαμήδης
1717Γ. Τσώκρης Κ. Κοσσονάκος Ν
1718Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ο Χ. Τζανετάκης Ο
1719Δ. Καλλιφρονᾶς Ο Θ. Μαργέλος Ν
1720Ἀντ. Ζυγομαλᾶς Γ. Λιδωρίκης Ν
1721Δ. Ράλλης Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ἀρν.
1722Ἀριστ. Οἰκονόμου Ν Π. Ρίτσος Ο
1723Ρόκος Χοϊδᾶς Ν Ν. Παπαμιχαλόπουλος
1724Ἄγγελος Βλάχος Ν Ι. Καπιτσίνης Ο
1725Ν. Λεβίδης Ἀρν.Ἀνδ. Βασιλείου Ο
1726Βλάσιος Βαλτινός Ν Λάζ. Βούλγαρης Ο
1727Ἀθ. Ἴσκος Ο Δημ. Χατζόπουλος Ο
1728Ν. Ἀξελὸς Γεώρ. Τσιτσάρας Ν
1729Ι. Καρτάλης Ν Γ. Ζηνόπουλος
1730Ἄγγελος Ἀγγελίδης Ο Δ. Βουλπιώτης Ν
1731Γ. Φιλάρετος Α. Φαρμάκης
1732Κ. Λομβάρδος Ν Γ. Μαυρομιχάλης Ο
1733Ροβέρτος Ρώμας Ι. Βαλασσόπουλος Ο
1734Φρειδερίκος Καῤῥὲρ Ν Κωνστ. Σαλταφέρος Ο
1735Ἀναστ. Λούντζης Ν Α. Μελετόπουλος Ο
1736Κωνστ. Βοῦλτσος Δ. Δημητρακάκης Ο
1737Γ. Κρεστενίτης Δ. Ματάλας Ο
1738Ἀντ. Πετραλιᾶς Ο Ι. Φίλιος Ο
1739Ἀναγν. Δαλιάνης Ν. Μπουφίδης Ο
1740Χ. Στεφανόπουλος Ν Μιχαὴλ Λάππας Ο
1741Στέφ. Στεφανόπουλος Ν Λ. Παπασταθόπουλος Ο
1742Γ. Ἡλιόπουλος Ν Ε. Τσαρλαμπᾶς Ο
1743Σπ. Κουκούλεζας Ν Γ. Ἀσπροϊέραξ Ο
1744Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Ο Γ. Σέρβος Ο
1745Γ. Πετούσης Ο Α. Εὐταξίας
1746Ι. Ἀνεξάρτητος Ο Δ. Γαβριὴλ Ο
1747Ν. Συνοδινὸς Κ. Χαλκιόπουλος Ν
1748Θ. Μαρκεζίνης Ο Κ. Κωνσταντόπουλος Ο
1749Π. Μαυροκέφαλος Παναγ. Μανέτας
1750Σ. Πεταλᾶς Ο Ἀρ. Σακελλαρόπουλος
1751Ἀλ. Ζαΐμης Ο Χρ. Χρηστόπουλος Ο
1752Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Φίλ. Βάρβογλης Ο
1753Ἀργ. Διαμαντόπουλος Ο Ι. Κολοκοτρώνης
1754Ἀλ. Φωτήλας Ἠλίας Φλέσσας Ο
1755Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς Ι. Βούτουνας Ο
1756Γ. Τάκης Ο Ἀθαν. Σακελλαριάδης Ο
1757Γ. Σιβιτανίδης Ο Ν. Φιλάρετος Ο
1758Κ. Ἀλεξιάδης Ο Κ. Βασιλάκης Ν
1759Π. Μαυρομιχάλης Ο Σ. Ἀλαμάνος Ο
1760Δ. Τζάνες Σ. Παγκράτης Ο
1761Περ. Πεῤῥωτῆς Ο Χαρίλ. Τρικούπης Ν
1762Δ. Κάρτσωνας Ο Λ. Δεληγεώργης Ἀρν.
1763Δ. Τερτίπης Ο Κ. Βαλτινός Ν
1764Ι. Παπαδαῖος ἢ ΠαλάσκαςΟ Κ. Κουμουνδοῦρος
1765Ζάχος Φαλιάγκας Ο Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
1766Τιμ. Ἀδαμόπουλος Ν Δ. Λυμπερόπουλος Ο
1767Γ. Φραγκίδης Ν Ι. Νικολαΐδης Ο
1768Ἀθαν. Καζαμπάκας Ι. Νοστράκης Ο
1769Δημ. Νικολαΐδης Ο Α. Πρεζάνης
1770Γ. Παπαγεωργίου Ο Ν. Κρίσπης Ο
1771Π. Λεβέντης Ο Μιχαὴλ Δαμηράλης Ο
1772Γεώργ. Μέρμιγκας Ο Ἐλευθ. Μυκόνιος
1773Νικ. Μπαλάφας Γ. Σισμάνης Ο
1774Γ. Κόρπας Ν Ν. Φαρμάκης Ο
1775Γ. Ἱερομνήμων Ν. Καναβὸς Ο
1776Γεώργιος Θεοτόκης Ν Ἀλ. Ἀντωνόπουλος Ν
1777Νικόλ. Βασιλάκης Ν Χρ. Φικιώτης Ο
1778Ἰωάννης Τόμπρος Κ. Σινέλης Ν
1779Δ. Πετρίδης Ο Δ. Χαρίδημος Ο
1780Γ. Κούστας Ἀρν.Ἀντ. Μαυρομιχάλης
1781Α. Δημητριάδης Ν Λεων. Καπετανάκος ΜαυρομιχάληςΝ
1782Α. Μεντζελόπουλος
1783Γ. Πετρούλιας Κυρ. Μαυρομιχάλης Ο
1784Θεόφραστος Μεταξᾶς Ν Ἠλίας Μαυρομιχάλης Ν
1785Ν. Βαλσαμάκης Ν Ζαρ. Ζαριφόπουλος Ο
1786Ἀνδρ. Μεταξᾶς Ν Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ν
1787Δ. Σπινέλης Ο Ἀθ. Πανταζόπουλος
1788Π. Κορωναῖος Π. Κωσταντᾶς Ο
1789Μ. Νικηφοράκης Ο Α. Ἀγάθης Ο
1790Α. Βαρβαῤῥῆγος Σ. Λάσκαρης
1791Κ. Κατσικόπουλος Ν Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Ο
1792Δ. Σταματόπουλος Γ. Ρουχωτᾶς Ν
1793Ι. Καλαμβοκίδης Ο Ν. Κάγκας Ν
1794Ἀντ. Καρδαρᾶς Ο Λουκᾶς Καραλίβανος Ο
1795Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν Σ. Χατζηγάκης
1796Ἀνδρ. Μαρλᾶς Γεωργούλης Κανούτης Ο
1797Βασ. Παπανικολάου Ο Στέφος Κωνσταντίνου
1798Ἀντ. Ρικάκης Ο Κωστῆς Γκίκας
1799Ἀχ. Γεροκωστόπουλος Ο Σ. Σωτηρόπουλος
1800Ν. Κουμανιώτης Δ. Ἀντωναρόπουλος Ο
1801Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο Γρ. Μανοῦσος Ο
1802Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Κ. Πονηρόπουλος Ν
1803Γ. Τσερτίδης Ο Ἀθ. Τρυγώνης Ο
1804Ν. Μισυρλῆς Ν Γεώρ. Στάϊκος Ο
1805Δ. Μισυρλῆς Γ. Κοριζῆς
1806Γ. Φλωριᾶς Ο Ι. Παπαδόπουλος Ν
1807Εὐάγ. Ἀντύπας Ν Ἐμμ. Μουζᾶς Ο
1808Ἀναστ. Ζερβός Ο Ἐλευθ. Κωσταντινίδης
1809Γ. Ρεμπάκης Ο Ε. Κριεζῆς Ο
1810Ι. Γεωργιάδης Ο Θ. Γκίκας Ο
1811Δ. Γουδῆς Κομνᾶς Τράκας Ο
1812Γ. Λεωνίδας Κ. Χατζῖσκος
1813Ἀλοΐσιος Τόμαν Ἡρ. Τσάλλης Ν
1814Ἀνδρέας Συγγρός Ν. Κοντογιάννης Ν
1815Ἀντ. Μαυρογορδάτος Θεμ. Παπακώστας
1816Εὐστ. Κεχαγιᾶς Ν. Καλογερόπουλος Ν
1817Ἀλέξ. Μάσχας Ο Μ. Ἀβέρωφ Ο
1818Κ. Κοτίκας Ν Β. Βουδούρης Ν
1819Ι. Καραπᾶνος Ο Δ. Κριεζώτης Ο
1820Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο Ν. Καλάρης Ο
1821Ν. Δρόσος Ο Κ. Παπανικολῆς
1822Ι. Ζαλώνης
1823§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 167· ἐξ ὧν 52
1824ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, 110 κατ’ αὐτοῦ καὶ 5 ἠρνήθη-
1825σαν ψῆφον· ἑπομένως τὸ ἀπαράδεκτον ἀπεῤῥίφθη.
1826Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις.
1827§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παραδέχεται ἡ Βουλὴ
1828ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κα-
1829νονισμοῦ ἐπὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ;»
1830§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι
1831Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1832§51ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1833(Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὅτε
1834πᾶσα ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἀπέρχεται, ποδοκροτήματα δὲ
1835ἀκούονται ἔν τε τῇ αἰθούσῃ καὶ τῷ ἀκροατηρίῳ, εἶτα δὲ
1836ἐξακολουθεῖ ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
1837τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ).
1838§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 120· ἑπομένως
1839δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
1840Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1841(Ὥρᾳ 1½. Μ. Μ.)