1885.06.28
3,559 rows · 27,123 words · 78 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
Τῆς 28 Ἰουνίου 1885.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 10 Π. Μ. (Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ ἀδείας πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ ἤδη βουλευτοῦ καὶ πρώην Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κ. Κοσσονάκου. Ὑποβάλλεται ὁμοία αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ βουλευτοῦ Κυνουρίας κ. Κατσικοπούλου. Διάφοροι κάτοικοι Ζακύνθου ζητοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτερος τελωνειακὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἀναφορὰ Ζαχάρως χήρας Γραμματικοπούλου, ζητούσης αὔξησιν τοῦ χορηγήματός της. Ἀναφορὰ Ἑλένης χήρας Πρωτοπαπαδάκη, ζητούσης μηνιαῖον βοήθημα. Ὁ κ. Τζάνες ὑποβάλλει τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. (Ὅρα Παράρτημα). (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Φωτήλας).
§2Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἐγκρίσεως περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς μου, καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς καὶ ἡ φιλοτιμία καὶ τὸ συμφέρον τὸ ἠθικὸν ἐπιβάλλουσιν ἵνα γείνῃ παραχρῆμα ἀποδεκτή, ὅπως προβῇ ἡ ἀνάκρισις καὶ ἀποπερατωθῶσιν αἱ ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ αἰτήσεις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Χθὲς ὅλοι ἐλέγομεν ὅτι πρέπει νὰ συνερχώμεθα κατὰ τὴν 7 ὥραν π. μ., καὶ ὅμως σήμερον μόλις ἐγένετο ἀπαρτία τὴν 9. Ἀφίνω ὅτι οἱ μὴ συνερχόμενοι ἐγκαίρως δεικνύουσιν ἔλλειψιν ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς ἐρχομένους τὴν πρωΐαν. Ἀγνοοῦσιν ὅτι τὸ συμφέρον τῶν βουλευτῶν εἶναι νὰ ἔρχωνται τακτικῶς;
§4ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀξιοπαρατήρητος ἡ βραδύτης ὡς πρὸς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, καλὸν εἶναι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν καὶ νὰ συνερχώμεθα καὶ μετὰ μεσημβρίαν (Θόρυβος).
§5ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπεδείχθη ἄλλοτε ὡς φάρμακον ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τὸ νὰ διαλύεται ἡ συνεδρίασις τὴν ὀγδόην, ἐὰν δὲν συνέλθωσιν οἱ βουλευταὶ, διότι κατεδείχθη ὅτι τὴν ἑπομένην ἔρχονται ἐγκαίρως· πρέπει δὲ νὰ γείνῃ τοῦτο οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις. Εἶναι καλὸν νὰ δοκιμασθῇ τὸ φάρμακον αὐτό.
§6ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διαλύωμεν τὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ νὰ τὰς καταρτίζωμεν.
§7ΕΛ. ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ στρατολογικὸν Συμβούλιον τοῦ Νομοῦ Κυκλάδων μετὰ τὴν κλήρωσιν τῶν στρατευσίμων τοῦ Νομοῦ δὲν ἔδωσε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ προσέλθωσιν οἱ κληροῦχοι καὶ ἐξετασθῶσι παρ’ αὐτοῦ οἱ ἔχοντες ἐνστάσεις περὶ ἀπαλλαγῆς, οὔτε νὰ ἐπιθεωρηθῶσιν οἱ λοιποὶ παρὰ τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου. Ταῦτα ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Νομάρχην Κυκλάδων. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ καταταχθῶσιν οἱ ἄνδρες, καὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καταβάλωσιν 150 δραχμὰς πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐνστάσεών των, καὶ ἐπειδὴ εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἐνστάσεις ἐπιβάλλεται πρόσθετος ὑπηρεσία ἑνὸς μηνὸς, διότι δὲν παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ὀφειλομένην διαταγὴν, νὰ μὴν ἀδικηθῶσιν οἱ ἄνδρες τῶν νήσων, διότι ἄλλως τε θὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ Δημοσίου πάντες οἱ ἔχοντες ἐνστάσεις.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφοράν πρὸς τὴν Βουλὴν διαφόρων κατοίκων τοῦ χωρίου Στενοῦ τοῦ Δήμου Κορυθίου τῆς Ἐπαρχίας μου, δι’ ἧς παραπονοῦνται ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρος προσδιωρίσθη ἐφέτος εἰς τὸ ποσὸν τῶν 50 δραχμῶν κατὰ κτῆνος, καὶ κατὰ συνέπειαν ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς θεραπείαν τινὰ ἀπὸ τῆς δυσβαστάκτου αὐτῆς φορολογίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ μάλιστα ὑπὸ διάφορον ἔποψιν. Πρῶτον νομίζω ἀναγκαῖον καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ τάχιστα, εἰ δυνατὸν τηλεγραφικῶς, πληροφορίας περὶ τοῦ ἂν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ φόρου ἦναι ἀκριβὴς, διότι οἱ ἀναφερόμενοι καὶ περὶ τούτου ἐκφράζουσι δισταγμοὺς, ὑποπτευόμενοι μήπως τυχὸν ἐνεφιλοχώρησε λάθος περὶ τοὺς ὑπολογισμούς· καὶ ἂν πράγματι αἱ ὑπόνοιαι αὗται ἦναι ἀληθεῖς, καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ ἀνεύρῃ τὸν νόμιμον τρόπον τῆς θεραπείας τῆς ἀδικίας.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρήσητε, κ. συνάδελφε, νὰ σᾶς βοηθήσω;
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπὸ τοὺς κακοηθεστέρους Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη τὰ ὅρια εἰς τὴν παράνομον αὔξησιν τῶν φόρων καὶ διὰ τοὺς ἀροτῆρας βόας, καὶ διὰ τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ διὰ τὰς οἰκοδομὰς, ὁ ὁποῖος ἐδιπλασίασε τοὺς φόρους, εἶναι ὁ συμπολίτης σας Γετίμης καὶ σεῖς ἐκάματε πικρὰ παράπονα διατὶ νὰ τὸν παύσουν. Πῶς ἔρχεσθε καὶ παραπονεῖσθε, ἀφοῦ ὑπερασπίζεσθε αὐτοὺς τοὺς κατεργαρέους;
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν διακόψαντα, ὅτι ἐγὼ ἀγνοῶ ἐντελῶς ἂν ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, περὶ οὗ πρόκειται, ὑπέκυψεν εἰς τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κατελόγισεν εἰς αὐτὸν, νομίζω ὅτι τὴν πρόσαψιν αὐτὴν ἔπρεπε δι’ ἄλλης ὁδοῦ ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου, διὰ νὰ ὑπέχῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν λόγων του. Ἐγὼ ἐν ἀγνοίᾳ διατελῶν περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν ἄνθρωπον αἰτιάσεων, ὑπέγραψα σύστασιν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπαύθη, ἀλλὰ ἀδίκως καὶ ἄνευ οὐδενὸς λόγου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν ἀναφορὰν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ καὶ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν βαθμηδὸν ἀνεβιβάσθη μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ χωρικοὶ ἀναφέρουσι. Προῆλθεν ἡ αὔξησις ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς φορολογικῆς κλίμακος; Προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἢ ἐκ καταχρήσεως κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν αὐτῶν; Τέλος φρονῶ, ὅτι μετὰ τὰ χθὲς περὶ τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ προκειμένη ἀναφορὰ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ νέας καὶ ἀκριβεστέρας μελέτας ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος, τῆς ἐγγείου παρ’ ἡμῖν φορολογίας. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς οὐδένα θεωρητικὸν καὶ ἐπιστημονικὸν ἔλεγχον δύναται νὰ ἀνθέξῃ, διότι ἀντιστρατεύεται πρὸς ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης, διότι μεταφέρει τὸν φόρον ἀπὸ τῆς παραγούσης γῆς εἰς τὰ ὄργανα τῆς καλλιεργείας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ τῶν ὁποίων διάφορος δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ διήγειρε τὴν χαρὰν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τοῦτο προῆλθεν οὐχὶ ἕνεκα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοῦ ἐντελείας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου κατηργήθη ἕτερον σύστημα ἐπαχθέστατον καὶ τυραννικὸν, τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, ἠλαττώθη ὁ φόρος εἰς οὐσιώδη βαθμὸν, καὶ διανεμηθεὶς μεταξὺ πλείστων ὑπαρχόντων τότε ἀροτριώντων κτηνῶν, κατήντησεν ἀνεπαίσθητος. Δικαίως λοιπὸν ὁ λαὸς ἦτον εὐγνώμων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παρέσχεν αὐτῷ τοιαύτην ἐκδούλευσιν. Ἤδη τὰ πράγματα μετεβλήθησαν· ἡ αὔξησις τῆς φορολογικῆς κλίμακος, ἡ μεταβολὴ τῆς νομισματικῆς μονάδος, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἀρωτριώντων κτηνῶν καὶ αἱ φοβεραὶ καταχρήσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν αὐτῶν ἕνεκα τοῦ φατριατισμοῦ τῶν κατωτέρω ὀργάνων τῆς Διοικήσεως συνετέλεσαν εἰς μεταβολὴν τῶν ἰδεῶν, καὶ ἤδη πολλοὺς ἤκουον χωρικοὺς παραπονουμένους διὰ τὴν μεγάλην φορολογίαν τῶν πτωχῶν γεωργῶν, ἐνῷ μένουσιν ἀφορολόγητοι κτηματίαι, ἔχοντες μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ μελετηθῇ αὖθις τὸ ζήτημα τῆς ἐγγείου φορολογίας, καὶ πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ φέρωσι γνώμην νὰ προκληθῶσιν εἰς μελέτας εἰδικὰς καὶ συντόνους. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὑποβάλλω ὡς πρόχειρον καὶ προσωρινὸν μέσον θεραπείας, τὴν διανομὴν τοῦ παρ’ ἑκάστου χωρίου εἰσπραττομένου φόρου οὐχὶ ἐπὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τοῦ χωρίου, ἀλλ’ εἰς αὐτὰς τὰς καλλιεργουμένας γκίας τοῦ χωρίου, διαιρουμένας εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ποιότητας. Ὁπωσδήποτε ὑποβάλλων τὴν ἀναφορὰν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τάχιστα τὰς ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ γενομένου προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου, καὶ περὶ τῶν αἰτίων τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ εἰς τοιοῦτον ποσόν.
§13ΙΩ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσητε ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς τὸν Κανονισμόν. Αἱ ἀναφοραὶ, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὑποβαλλόμεναι, παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, αἱ προτάσεις παραδίδονται ἔγγραφοι εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἀναγγέλλει μόνον τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, μετὰ τοῦτο ἀποφασίζεται ἡ τύπωσις αὐτῶν καὶ ὁρίζεται διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ ἡμέρα τῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς συζητήσεως. Ὅλαι αἱ εἰσαγωγικαὶ ἀγορεύσεις ἐπὶ τῶν προτάσεων καὶ τῶν ἀναφορῶν εἶναι παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἀπευθύνεται προσωπικῶς κατ’ ἐμοῦ, διότι δὲν περιωρίσθην νὰ ὑποβάλω τὴν ἀναφορὰν, ἀλλὰ προέβην καὶ εἰς ἀνάπτυξιν· νομίζω, ὅτι ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν, εἶναι ἐντελῶς ἄδικος, διότι δὲν περιωρίσθην νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν, ἀλλ’ ὑπέβαλον καθαρὰν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησίν μου.
§15ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἦτο γενική.
§16Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Ἀνέγνωσα προχθὲς ἐν τῇ Ἐφημερίδι «Ὥρᾳ,» ὅτι ἐν Καλάμαις ἐτοποθετήθη ὡς γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου εἷς Ἀλεξανδρόπουλος, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι, ὡς ὑπεξαιρέσαντος πολλὰ τῶν ἐγγράφων. Εὐχαρίστως μανθάνω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς τηλεγραφικῶς, συνεπείᾳ τῆς εἰδήσεως τὴν ὁποίαν δίδει ἡ «Ὥρα», ἠρώτησεν ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ εἴδησις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἂν ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποία ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐκ τῆς βλάβης, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ γραμματέως τούτου, ἐὰν δὲ δὲν ἔλαβεν ἀπάντησιν, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσῃ, καὶ ἂν ὄντως ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου ἦναι τοιοῦτος, οἷος παρεστάθη, ἀμέσως νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσίν του.
§17Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης). Πράγματι, ἅμα περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου ἡ πληροφορία περὶ τοῦ ὅτι ἐγένοντο προηγουμένως καταγγελίαι κατὰ τοῦ νεωστὶ διορισθέντος γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Καλκμῶν, προσεκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας· χθὲς δὲ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ γραμματεὺς αὐτὸς κατηγορήθη τὸ 1883 δι’ ὑπεξαίρεσιν δικογραφιῶν τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἄπορον δὲ τῷ ὄντι εἶναι πῶς, ἐνῷ τὸ 1883 κατηγορήθη, διέμεινεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τοῦ Μαΐου 1884, ὅτε ἀπελύθη οὐχὶ διὰ πρᾶξιν, ἀναγομένην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ διότι δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του. Μὲ ὅλα ταῦτα, ἐγὼ ἅμα ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἔλαβον τὸ μέτρον τῆς ἀπολύσεώς του καὶ θέλω προκαλέσει Διάταγμα ν’ ἀπολυθῇ, μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθώωσίς του. Καὶ τοῦτο θέλω πράξει εἰς πᾶσαν ὁμοίαν περίστασιν, ἔστω καὶ ἂν ἦνε ὁ ἀδελφός μου· διότι φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας πανταχόθεν περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διορίσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ὅλα τὰ πρόσωπα.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία ὀφείλει νὰ τὰ γνωρίζῃ.
§19ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα ὠφελοῦμαι τῆς περιστάσεως νὰ ὑποβάλω δύο νομοσχέδια σύμφωνα πρὸς τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸ μὲν ἓν εἶναι περὶ καταργήσεως εἰδικῶν Πταισματοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων, τὸ δὲ ἕτερον περὶ καταργήσεως προσωρινῆς τοῦ νόμου περὶ ἀρχειοφυλακείων ἐν τοῖς πολυμελέσι Δικαστηρίοις.
§20Κ. ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς προηγουμένη συνεδρίασιν παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ τὸν κ. Γραμματέα τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν, σχετικὰς μὲ τὴν σήμερον ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ἡ Ἐπιτροπὴ, ἥτις θὰ προσκληθῇ, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς μου, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ρητῶς δὲ εἶπον ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τηλεγραφικῶς ζητήσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας διὰ τὸ κατεπεῖγον τῆς ὑποθέσεως. Σήμερον βλέπω ὅτι ἡ μὲν αἴτησις ὑπεβλήθη, αἱ δὲ πληροφορίαι καθυστεροῦνται, καὶ πιστεύω ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως, νὰ μὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν πρὶν σταλῶσι διὰ τοῦ Ὑπουργείου αἱ ζητηθεῖσαι τυχὸν πληροφορίαι καὶ τὰ μετ’ αὐτῶν σχετικὰ ἔγγραφα, ὅπως καὶ ταῦτα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§21ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μοὶ ἐστάλλη ἐκ τοῦ Προεδρείου ἡ αἴτησις σας.
§22ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία εἶνε σεβαστὴ, ἀλλὰ καὶ αἱ προνομίαι τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος εἶνε ἐπίσης σεβασταί. Πᾶσα διατύπωσις δὲ ἀσφαλίζουσα τὰς προνομίας οὐδέποτε δύναται νὰ τεθῇ ἐκ ποδῶν. Διὰ τοῦτο ἡ αἴτησις τῶν Εἰσαγγελέων πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει.
§24ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἐφάνην περιδεὴς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν σχετικῶν πληροφοριῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ αἰτήσεις θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπήν.
§26ΡΩΜΑΣ (Ὑπουρ. Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, συμφώνως πρὸς τὰς ὑπαρχούσας ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· συνυποβάλλω δὲ καὶ σχετικὸν πίνακα τῶν ἀριθμῶν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, δι’ οὗ καταφαίνεται, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νόμου ἐλαττοῦνται κατὰ 32. Ὑποβάλλω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1885, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ψηφίσῃ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια. (Ὅρα Παράρτημα).
§27Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλων, κύριοι, διάφορα νομοσχέδια, σχετιζόμενα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κραναίας καὶ νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἡ προθεσμία, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄρχονται αἱ ποιναὶ τῆς προσθέτου ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας, ἄρχεται ἀπὸ τῆς 4 Ἰουλίου. Οὕτω μέχρι τοῦδε ἐλειτούργησεν ὁ νόμος, ἐχορηγήθησαν δὲ ὑπὸ τῶν Στρατολογικῶν Γραφείων ἅπασαι αἱ δυναταὶ εὐκολίαι, ὥστε μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς 3 Ἰουλίου νὰ δηλῶνται ὡς προσελθόντες ἐγκαίρως καὶ νὰ ὁρκίζωνται τὴν πρωΐαν τῆς 4.
§28ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὥστε οἱ προσελθόντες τὴν τετάρτην, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν;
§29ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§30Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ ἐξόδων συντηρήσεως τῶν ἐν τῇ Σχολῇ ἐκπαιδευομένων ὑπαξιωματικῶν. Ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον ὑπαξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐκπαιδεύει τὸ Κράτος καὶ τοὺς ὁποίους παρασκευάζει διὰ νὰ κατάσχωσι θέσιν ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικοῦ, νὰ μισθοδοτῶνται καὶ νὰ λαμβάνωσιν ἀμοιβὰς ἀνακατατάξεως· ἀνέλαβε δὲ τὸ κράτος τὴν δαπάνην τῆς τροφῆς των, ὁρίσαν αὐτὴν εἰς μίαν δραχμὴν καθ’ ἑκάστην, ἐξ ὧν 70 λεπτὰ θὰ δαπανῶνται διὰ τὸ συσσίτιον, τὰ δὲ λοιπὰ διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας των. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον συναφὲς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, δι’ οὗ τροποποιεῖται ἐν μέρει ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Στρατιωτικῆς σχολῆς τῶν εὐελπίδων νόμος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιμίσθια τῶν καθηγητῶν. Ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω ἀπὸ τοῦδε, ἵνα μὴ γίνῃ ἡ ἐλαχίστη παρεξήγησις, ὅτι εἰς μὲν τοὺς καθηγητὰς τῆς Στρατιωτικῆς σχολῆς, τοὺς κατέχοντας ὀργανικὴν θέσιν ἐν τῇ σχολῇ, δὲν χορηγεῖται ἀντιμισθία, εἰς δὲ τοὺς κατέχοντας ὀργανικὴν θέσιν ἐν τῷ στρατῷ καὶ παραδίδοντας καὶ εἰς τὴν σχολὴν ἐμειώθη κατά τι ἡ χορηγουμένη ἀντιμισθία Ἐχορηγήθη δὲ πρὸς ἅπαντας 30 δραχμῶν μηνιαία ἀντιμισθία διὰ τὴν μετάβασίν των ἀπὸ Ἀθήνας εἰς Πειραιᾶ. Ὑποβάλλω ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξομοιοῦται ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν τῶν λοιπῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς ἀποδοχὰς τῶν τοῦ πεζικοῦ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπεχρέωσαν εἰς τοῦτο, εἶναι λόγοι οἰκονομίας· ηὔξησα δὲ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας τῶν εἰδικῶν ὅπλων τὴν ἐπιχορήγησιν τοῦ συσσιτίου σχετικῶς πρὸς τὴν τοῦ πεζικοῦ, διότι τῶν εἰδικῶν ὅπλων ἡ ἐν γένει ὑπηρεσία εἶναι κοπιαστική. Εἴμεθα, κύριοι, εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ τέλους τοῦ σχολικοῦ ἔτους τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σχολῶν. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ μὴ ἐπιτυχόντες εἰς τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις, ἐπιστρέφουν εἰς τὰ σώματά των. Τὸ τοιοῦτον ἐθεώρησα λίαν ἄδικον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἰς τοὺς ἐν τῇ Στρατιωτικῇ τῶν εὐελπίδων σχολῇ μαθητὰς, μολονότι εἶναι μᾶλλον παρεσκευασμένοι εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις των, ἐπιτρέπεται, ἵνα διανύσωσι καὶ δεύτερον ἔτος εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν. Τὸ μέτρον αὐτὸ ἐνόμισα, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κύριοι, μεταῤῥυθμίζεται ὁ ὑπάρχων νόμος ἐπὶ βάσεων εὐρυτέρων καὶ ἀνταποκρινομένων μᾶλλον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· συνιστᾶται δὲ καὶ τρίτη τάξις, ἵνα οἱ μαθηταὶ, οἱ ἐκπαιδευόμενοι ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἀντὶ δύο ἐτῶν διανύωσι τρία. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ προστίθενται διατάξεις τινὲς ἐν τῷ νόμῳ τῆς σχολῆς τῆς προπαρασκευαστικῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν πρὸς εὐχερεστέραν λειτουργίαν αὐτοῦ. Συνάμα, κύριοι, ὑποβάλλω τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀφορῶσαν εἰς διατάξεις, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων λαβοῦσα χώραν κατὰ τὴν 22 Ἰουνίου, ὑπεχρέου τὸν Ὑπουργὸν ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἔχοντας τρία συνεχῆ ἔτη εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ τροποποιοῦνται διατάξεις τοῦ περὶ προσμετρήσεως πρὸς προβιβασμὸν χρόνου, καθ’ ὅ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ δικαιοῦνται εἰς προβιβασμὸν μόνον ὅταν διανύωσι τὸ πρὸς προβιβασμὸν χρονικὸν διάστημα ἐν τῷ στρατεύματι τοῦ ὅπλου ἢ σώματος, εἰς ὃ ἀνήκουσιν· ἡ διάνοια τοῦ νομοθέτου, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἰς τὸν νόμον περὶ προβιβασμοῦ ἀπήτει τὴν ἐν τῷ στρατεύματι διαμονὴν τῶν ἀξιωματικῶν πρὸ ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος πρὸς προβιβασμὸν καὶ οὐχὶ τὴν εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ ἅπασαι αἱ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαι προσμετροῦσι χρόνον ὑπηρεσίας, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ, οἱ δικαιούμενοι εἰς προβιβασμὸν, δύνανται νὰ διαμένωσιν εἰς εἰδικήν τινα ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι δύο ἐτῶν καὶ οὐχὶ τριῶν, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει (Ὅρα Παράρτημα).
§31Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ μέτρον τῆς τριετοῦς φοιτήσεως τῶν ὑποξιωματικῶν ἐν τῇ οἰκείᾳ σχολῇ ἀφορᾷ εἰς εἰσελευσομένους ἐν τῇ Σχολῇ ἢ καὶ τοὺς εὑρισκομένους ἤδη ἐν αὐτῇ;
§32Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ἐν τῷ τελευταίῳ ἄρθρῳ τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς εἰσελευσομένους καὶ τοὺς τῆς πρώτης τάξεως μαθητάς, οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς τῆς δευτέρας.
§33Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον τὰς ἐκθέσεις τῶν Στρατηγῶν Βοσσὲρ, Σαπουντζάκη καὶ Πετιμεζᾶ καὶ λοιπάς, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν πῶς ἐθεώρησε τὴν διαγωγὴν τοῦ Στρατηγοῦ Βοσσὲρ, ὁ ὁποῖος ἐξέθηκε διὰ τινος ἐφημερίδος ἐγκρίτου, τῆς «Ἀκροπόλεως», τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐν γένει κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ πῶς συμπεριεφέρθη πρὸς τὸν στρατηγὸν αὐτὸν, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω ἰδέαν πολὺ κακὴν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Στρατηγοῦ τούτου.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσήνης θέλω προσεχῶς ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν διὰ τοῦ τύπου ἀνακοίνωσιν τῶν ἰδεῶν τοῦ Γάλλου Στρατηγοῦ περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἐκάκισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι χωρὶς ἀπολύτως νὰ δικαιολογήσω τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν τοῦ Στρατηγοῦ, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου περιστατικὰ, ἅτινα, μὴ δυνάμενα νὰ ὑποστῶσι συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ μὴ μετέλθω παρὰ τῷ Γάλλῳ Στρατηγῷ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ὁ ἔντιμος συνάδελφος· περιστατικὰ, ἅτινα ἐξεβίασαν τὸν Γάλλον Στρατηγὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, ἄλλως συνήθη παρ’ ἄλλοις Κράτεσιν, ὥστε μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ μετέλθω ἄλλην πολιτείαν πρὸς τὸν Στρατηγὸν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ὁ ἔντιμος Βουλευτής. Νομίζω δὲ, κύριοι, ἐπωφελούμενος τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ λεπτὰ στρατιωτικὰ ζητήματα, νὰ μὴ ἐπιλαμβανώμεθα αὐτῶν ἐν δημοσίᾳ συζητήσει, διότι ὄχι μόνον δὲν ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ἡ Βουλή, τοῦ νὰ ἔχῃ στρατὸν πειθαρχοῦντα καὶ καλῶς συντεταγμένον, ἀλλὰ παρὰ τὴν θέλησίν μας κατορθόνομεν διὰ τοιούτων συζητήσεων νὰ παραλύωμεν τὴν πειθαρχίαν, ἡ ὁποία βεβαίως ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν εἶναι ἐπὶ στερεῶν βάσεων. Διὰ τοῦτο ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰμὶ διατεθειμένος, ὅταν δύναμαι, χάριν τοῦ Δημοσίου συμφέροντος καὶ χάριν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ μορφώνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, νὰ χορηγῶ τακτικὰς πληροφορίας, εἴτε ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς, εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι βλάπτομεν τὰ στρατιωτικὰ τοῦ Τόπου πράγματα, θέλοντες τοιούτου εἴδους ζητήματα νὰ συζητῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Εἶμαι δὲ διατεθειμένος πρὸς ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν μερίδων, εἰς ἃς ἀνήκετε, νὰ χορηγήσω πάσας τὰς δυνατὰς πληροφορίας ἐπὶ οἱουδήποτε ζητήματος· νομίζω ὅμως, ὅτι ἐγειρόμεναι τοιαῦται συζητήσεις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ, τῶν ὁποίων σεῖς οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἔχω ἀποδείξεις νὰ πιστεύω, ὅτι κήδεσθε, χορηγοῦντες ἀείποτε ἐλευθερίως τὰ μέσα διὰ νὰ κατασταθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἱκανὸς ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν προορισμόν του καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔθνους.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου φόρου ἐπὶ τοῦ δήμου Πλαταμώδους διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου αὐτοῦ (Ὅρα Παράρτημα).
§36Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθιερώθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Περιόδου, ὅπως, εὐθὺς μετὰ τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐκθέτῃ τὰς ἰδέας του περὶ τῆς εἰσηγήσεως ταύτης εἷς ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂν δὲ τοῦτο ἦτο ὀρθὸν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, πολλῷ ἀναγκαιότερον καθίσταται κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις μετεῖχε τῶν κοινῶν ἐν ἐποχῇ, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητηρία περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἔρχομαι ἄρα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τῶν ῥηθέντων παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐθεώρησε πρέπον, καὶ δικαίως, νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ προσεχὲς παρελθὸν, ἵνα ἐξετάσῃ ὁποία ἡ κατάστασις ἡ κληροδοτηθεῖσα παρ’ αὐτοῦ καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν δέον νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐνεστώσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἀνέτρεξε δὲ ἐν τῷ παρελθόντι μέχρι τοῦ 1882, τουτέστιν ἀκριβῶς ἐφ’ ὅλην τὴν Περίοδον, ἐφ’ ἣν ἐκτείνεται ἡ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εὐθύνη. Ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἀφῆκεν ἔλλειμμα 5 καὶ ½ περίπου ἑκατομμυρίων, καὶ περὶ τούτου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Βουλήν, διότι αἱ περὶ Προϋπολογισμοῦ πληροφορίαι, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ἤδη ὑποβαλλόμενον, ἀφορῶσιν εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος, τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Πλὴν τούτου εἴχομεν κατὰ τὴν Περίοδον ταύτην τὴν τριετῆ, ὅπως καὶ κατὰ προηγουμένας Περιόδους, προϋπολογισμοὺς ἐκτάκτους. Ὅπως κατὰ προηγουμένας Περιόδους εἴχομεν ἐκτάκτους πιστώσεις ἐπὶ δανείων, πρὸς τοῦτο συνομολογηθέντων, οὕτω καὶ κατὰ τὴν τριετῆ ταύτην Περίοδον εἴχομεν ἐκτάκτους πιστώσεις ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 συνωμολογήθη πρὸς τριπλοῦν σκοπόν, πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλῶν εἰς τὰς Τραπέζας, Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικήν, πρὸς πληρωμὴν τῶν χορηγημάτων τῶν διὰ νόμου παρασχεθέντων πρὸς τὰς Ἑταιρίας τὰς κατασκευαζούσας τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ προσέτι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πληρωμῆς τῶν ἀναγκαιούντων εἰς στρατιωτικάς τινας καὶ ναυτικὰς παρασκευάς. Ἄν τὰς πιστώσεις ταύτας πρόκηται νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ νὰ περιλάβῃ οὐ μόνον τὰς δαπάνας τὰς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰ τῶν σιδηροδρόμων καὶ εἰς τὰ τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ περιλάβῃ καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν τακτικῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, οὐδὲ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰ τῶν ἰσοζυγίων τῶν παρελθόντων Προϋπολογισμῶν, διότι πᾶσα δαπάνη, γενομένη ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατ. ἔχει τὸ ἀντίῤῥοπον αὐτῆς ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῖς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομ. καὶ ἑπομένως ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 5,500,000 δραχμῶν, εἶπέ τι ἀνακριβές, καὶ εἶπέ τι οὐχὶ λογιστικῶς κανονικόν. Εἶπέ τι οὐχὶ λογιστικῶς κανονικὸν, διότι δὲν ὤφειλε νὰ ἀναμίξῃ τοὺς δύω Προϋπολογισμούς, τὸν τακτικὸν καὶ τὸν ἔκτακτον· ἀλλ’ ἀφοῦ ὅπως δήποτε τοὺς ἀνέμιξεν, ὤφειλε, περιλαμβάνων ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1882 τὰς δαπάνας τὰς γενομένας ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, νὰ μὴ παραλείψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρ. τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰ ἔξοδα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει μόνον τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον· εὐθὺς δὲ ὡς ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμὸς ἔχει ἀναγεγραμμένας τὰς χρεωλυτικὰς δόσεις δανείου τινὸς, αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου, δὲν δύνανται ν’ ἀναχθῶσιν εἰς τὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἀνάγονται εἰς ἄλλον Προϋπολογισμὸν εἰδικὸν καὶ ἔκτακτον. Κεχωρισμένως ἄρα ἐξετάζοντες τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, εὑρίσκομεν, ὅτι ἀφῆκεν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἔλλειμμα 3,672,500. Ταῦτα ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 3,672,500 δραχ. τὸ ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ καταφαινόμενον, τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον; Ὅτε ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περιεῖχεν ἔλλειμμα 11,814,527, χάριν δὲ κανονικῶν ἀναγκῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν 2,276,369 προσετέθησαν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, ὥστε ἐν συνόλῳ παρουσιάζει ἔλλειμμα 14,090 896. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἀφῆκεν ἔλλειμμα πολλῷ μικρότερον, διότι ἐπετεύχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ τὰ ἔσοδα ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς ἐκτιμήσεις τὰς τότε γενομένας, ὡς πρός τινα δὲ καὶ ὑπερβῶσιν αὐτάς, καὶ τὰ ἔξοδα περιορισθῶσι πολὺ κάτω τῶν ἀναγεγραμμένων. Εἰξεύρω ὅτι ὑπάρχει καί τις θεωρία, ὅτι εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τὰς δαπάνας, ἃς δὲν ἐκτελεῖ. Ἤκουσα τὴν θεωρίαν ταύτην καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον παρὰ μέλους τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἤκουσα ταύτην καὶ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ παρὰ τοῦ αὐτοῦ μέλους τῆς Βουλῆς, νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οὔτε παρὰ μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκφερομένη ἡ θεωρία αὕτη, οὔτε παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀναπτυσσομένη, δύναται νὰ θεωρηθῇ παρ’ ἐμοῦ ἱκανῶς σπουδαία, ἵνα ἀπαντήσω πρὸς αὐτήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ θεωρήσω πάντοτε, ὅτι Κυβέρνησις καὶ ἰδίως Κυβέρνησις Ἑλληνική, ἥτις ἐπιτυγχάνει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, εἶναι ἀξία ἐπαίνων καὶ θὰ εἶμαι πάντοτε πρόθυμος ν’ ἀναλάβω πᾶσαν εὐθύνην καὶ νὰ μεταβῶ ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἵνα δώσω λόγον διὰ περιορισμοὺς δαπανῶν, οὓς ἠδυνήθην νὰ πραγματοποιήσω ἐφ’ ὅσον εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Οὕτω λοιπὸν κατὰ τὸ 1882 περιωρίσθη τὸ ἔλλειμμα, τὸ θεωρηθὲν πιθανόν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐξ 11,000,000 ἢ 14,000,000 ὡς κατόπιν ἐπηυξήθη, εἰς 3,672,500. Τοσοῦτον δὲ ἡ τότε κατάστασις παρίστα ὡς ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τὸ ἔλλειμμα, ὥστε εἷς πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως ὁ διατελέσας πλέον παντὸς ἄλλου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαίου πρὸς τὰ τέλη τῆς χρήσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις τοῦ προϋπολογισθέντος ἐλλείμματος, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θ’ ἀνέλθῃ εἰς 17,000,000, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπείθετο νὰ παραδεχθῇ, στηριζόμενος εἰς ἐπιστημονικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ κατέλθῃ τοῦτο κάτω τῶν 13,000,000. Ταῦτα ἔλεγεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ νῦν καθήμενος εἰς τὰς ἕδρας τῆς Συμπολιτεύσεως, καθ’ ἣν ὥραν ἡ χρῆσις εἶχε προβῆ κατὰ πολὺ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· ἀλλ’ ἤδη ἔκλεισαν τὰ βιβλία καὶ ἀπεδείχθη ὅτι οὔτε 17,000,000 ὑπῆρξε τὸ ἔλλειμμα, οὔτε 13,000,000, οὔτε 11,000,000, ἀλλὰ 3,672,500. Ὅτε ὑπεβάλομεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ὅτε ἐλέγομεν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν ἡμῖν τὸ παρελθόν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν διὰ τῶν συνήθων μέσων τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος κάτω τῶν 11,000,000, προσεθέτομεν, ὅτι καὶ ταῦτα τὰ 11,000,000 ἐλλείμματος ἐπεβάλλοντο, χωρὶς νὰ πληρῶνται καὶ αἱ ἀνάγκαι πᾶσαι τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὅτι θέλουσι πληρωθῆ αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔτους μόνον ἐκείνου, ἀλλ’ ἐὰν ἀπεβλέπομεν εἰς τὰς διαρκεῖς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ ἔτος 1882 δὲν εἶχον ἔτι ἀναπτυχθῆ ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ πληρότητι, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια ἔδει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἀπηριθμήσαμεν τότε τὰς ἀνάγκας ταύτας. Τούτου ἕνεκα κατὰ τὸ 1883 ὑπεβλήθη Προϋπολογισμὸς ἐξόδων πολὺ ἀνώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1882 καὶ ἐλήφθησαν, ὅσον ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις αἱ οἰκονομικαὶ, μέτρα τινὰ, ὅπως τὰ ἔσοδα καλύψωσι καὶ τὰ πρόσθετα ταῦτα ἔξοδα. Ἐκ τῶν προταθέντων τότε οἰκονομικῶν μέτρων ὀλίγα ἠδυνήθησαν νὰ ψηφισθῶσιν ἐγκαίρως, τινὰ δὲ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφισθῶσι παντάπασι, συνέπεια δὲ τούτου ὑπῆρξε διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ἥτις κατεφάνη ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη δὲν εἶναι καὶ ἐνταῦθα ὅσην ἐξέθηκε χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· δὲν εἶναι 9,000,000, διότι ἐντὸς τῶν 9,000,000 περιέλαβε καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· εἶναι ὅμως σπουδαία, διότι ἔκτακτοι δαπάναι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρξαν πολλαί. Ἀλλὰ τὸ ἔτος 1884 παρουσίασε τὴν ἀνάγκην δαπανῶν ἀσυγκρίτως ἀνωτέρων καὶ τῶν τοῦ 1883 καὶ τῶν τοῦ 1882, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέησεν ὅπως ψηφισθῶσι, πολλὰ μέτρα φορολογικὰ, ἐν τῶν ὁποίων τινὰ ἐφηρμόσθησαν, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπενέγκωσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς πλήρους αὐτῶν λειτουργίας ἐδικαιούμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα, τινὰ ὅμως δὲν ἐψηφίσθησαν ὁλοτελῶς. Ἐπῆλθον προσέτι καὶ περιστάσεις ὅλως ἔκτακτοι, περιστάσεις ἐσωτερικαί, περιστάσεις ἐξωτερικαί, ἐπιδρῶσαι ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐν γένει, καὶ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, τὰ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰδικῶς ἀφορῶντα. Συνέπεια τούτων ὑπῆρξε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 νὰ ᾖναι σπουδαῖον. Ἀνεβίβασε χθὲς ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐλλείμματος εἰς 24,000,000· ἀλλ’ ἐν τῷ ἀριθμῷ τούτῳ περιέλαβε καὶ πάλιν τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, τὰς καλυπτομένας ὑπὸ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τῶν ὁποίων τὸ ἀντίστοιχον ποσὸν δὲν περιέλαβεν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ὅπως οὕτω παρουσιάσῃ ἀληθῆ ἰσολογισμόν. Ὅταν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τῶν ἐκ τῶν προσόδων τοῦ δανείου καλυπτομένων, καὶ τὸ ὁποῖον, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατέλιπον τὴν Ἐξουσίαν, ἀνήρχετο εἰς 6,418,000 δραχμῶν, περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς, ὃν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου παρέστησεν ὡς ἐκφράζοντα τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, κάτω τῶν 18,000,000, ἤτοι περίπου εἰς 17,500,000. Ἀλλὰ πρὸς ἀποτέλεσιν τοῦ ἀριθμοῦ καὶ ἕτερον ὑπολογισμὸν ἐποιήσατο ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὑπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν, διότι, προκειμένου περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1884, δὲν ὁμιλοῦμεν μόνον ἐπὶ θετικῶν ἀποτελεσμάτων, ὁμιλοῦμεν ἐν μέρει καὶ ἐπὶ πιθανοτήτων, ἀφοῦ ὑπολείπονται ἔτι ἐκ τῆς χρήσεως οἱ μῆνες μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ε. ε. Ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων τούτων στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παρέστησεν ὅτι θέλει ὑπάρξει ἀπόστασις μεταξὺ τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως μεγίστη. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πιθανοτήτων, οἵας παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὰς βεβαιώσεις· δὲν δύναμαι νὰ γινώσκω ποία θὰ ᾖνε ἡ δραστηριότης, ἡ καταβληθησομένη περὶ τὴν βεβαίωσιν· ἀφοῦ δ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἀνωτέραν βεβαίωσιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν καθώρισεν, ὀφείλω ν’ ἀναγράψω τὸν ἀριθμὸν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω κατόπιν περὶ τῆς εὐθύνης. Ἀλλὰ περὶ τῆς εἰσπράξεως ὀφείλω νὰ παραστήσω, ὅτι, ἐὰν μέχρι τέλους τῆς χρήσεως λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως, ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς, καὶ ἐὰν λειτουργήσῃ ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὑπονομευόμενος ὑπ’ αὐτῆς, ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως ἔσται ἐλαχίστη. Τοῦτο δὲ μαρτυροῦσιν οἱ πίνακες, οἱ ὑποβληθέντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν Βουλήν, πίνακες συγκριτικοί, κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ὁποίων ἐφροντίσαμεν νὰ προσθέσωμεν καὶ στήλην τῆς ἀναλογίας τῶν καθυστερούντων, ἐξ ἧς κατεδεικνύετο, ὅτι ἄλλοτε ἐξ ἐπαρχιῶν τινων εἴχομεν καθυστερήσεις μέχρι 58%, ἐνῷ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν εἴχομεν μόνον 4 ἢ 3%, ἤδη δὲ φθάνομεν σχεδὸν εἰς ἀφομοίωσιν· ἤδη αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι κατώρθουν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου νὰ ἦνε σχεδὸν ἀσύδοτοι, ὑποβάλλονται εἰς τὸν κοινὸν νόμον τῆς ἰσότητος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ τὸν νόμον τοῦτον κατὰ τὰ ὑποβληθέντα χθὲς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐπηγγελμένα ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ τὸν νόμον τοῦτον, καὶ ἡ Κυβέρνησις, θεωροῦσα τοῦτον βάρβαρον, ὡς ἀπεκάλεσεν αὐτὸν, φροντίσῃ νὰ μὴ ἐκτελῆται, τότε βεβαίως θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν προτέραν ἀνισότητα, θέλομεν ἐπανέλθει εἰς καθυστερήσεις παρ’ ἄλλων μὲν ἐπαρχιῶν 58%, παρ’ ἄλλων δὲ 3% μόνον. Ἐὰν ὅμως ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμοσθῇ ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅπως ἐφηρμόζετο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, βαρβάρως, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐπιεικῶς κατ’ ἐμὲ, διότι ἐπιείκεια εἶνε νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν ἰσότητα καὶ νὰ συνειθίζωμεν τὸν λαὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καθιστῶντες αὐτὸν διὰ τούτου πρόθυμον εἰς τὴν ἄνευ πιέσεως ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμοσθῇ οὕτω, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884 μόνον εἰς 17,500,000, ἀλλὰ θέλει κατέλθει τὸ ἔλλειμα καὶ μέχρι 12,000,000. Ἐὰν ἄρα ἀφαιρέσητε, πλὴν τῶν ἐκ τοῦ δανείου δαπανῶν, καὶ τὸ πλεῖστον τῆς κακῶς ὑπολογισθείσης διαφορᾶς μεταξὺ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως, τὸ ἔλλειμμα ἀντὶ 24,000,000 θὰ στραφῇ περὶ τὰ 12,000,000, καὶ τότε ἡ ἄθροισις τῶν ἐλλειμμάτων τῶν τριῶν ἐτῶν, ἣν ἀνεβίβασεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς 38,000,000, θέλει κατέλθει εἰς ἀριθμὸν πολὺ χαμηλότερον, τὸν ἀποτελούμενον ἐκ τῶν 12 ἑκατομμυρίων τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1884, τριῶν καὶ ἥμισυ τοῦ 1882 καὶ 7 ἢ 8 τοῦ 1883. Τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, καίτοι πολλῷ ἐλλάσσονα τῶν παρασταθέντων, εἶνε ὅμως σπουδαιότατα, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀθροιζόμενα καταλείπουσιν ὡς κληροδότημα εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν περὶ συντόνου φροντίδος εἰς ἀναπλήρωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἤδη ἡ ἀναπλήρωσις δι’ ἄλλων ἐκτάκτων μέτρων· ἔχουσι δὲ ἔτι μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, καθόσον προδίδουσι κατάστασιν τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπαγομένην τὴν ὑποχρέωσιν προνοίας, εἴτε εἰς ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν, εἴτε, ἂν τοῦτο ἀποβαίνῃ ἀδύνατον, εἰς ἐξεύρεσιν νέων πόρων· ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσωμεν, ὅταν μεταβῶμεν εἰς τὰ εἰδικὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἤδη ὀφείλομεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν μελέτην περὶ τῆς καταστάσεως τῆς κληροδοτηθείσης ὑπὸ τοῦ παρελθόντος, ἐξετάζοντες πλὴν τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ παρελθόντος, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν, καὶ τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν, ἥτις εἶνε μᾶλλον ἔκρυθμος καὶ τῆς καταστάσεως τῆς ταμιακῆς. Ἡ κατάστασις ἡ ταμιακὴ ἐπηρεάζεται βεβαίως ἐκ τῆς κοινωνικῆς ταύτης καταστάσεως, ἀλλὰ δὲν εἶνε ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς αὕτη τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐξ αὐτῆς κακῶν. Εὑρισκόμεθα σήμερον ἐνώπιον καταστάσεως κοινωνικῆς οἰκονομικῶς ἐκρύθμου καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ ποσὸν αὕτη σχετίζεται μετὰ τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας, καὶ τοῦτο ἵνα, ἐπιῤῥίπτοντες τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων ὅπου δεῖ, διαῤῥυθμίσωμεν σκοπίμως τὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐθεωρήθη παρὰ πολλῶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ὡς προϊὸν τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Δημοσίου ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας· ἀλλ’ εἶνε ἀκριβές, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶνε τὸ κύριον αἴτιον τῆς οἰκονομικῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τῆς χώρας; Ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς οὐσιωδῶς ἐπιδράσασα ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ ὡς τὸ κύριον αἴτιον αὐτῆς μόνον ὑπὸ μίαν ἔποψιν, μόνον ἐφ’ ὅσον διετέλει ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐκ τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων μόνον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν τῶν θεμελιωδῶν αἰτίων τῆς παρούσης καχεκτικῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διευκολύνασα τὴν παροχὴν δυσαναλόγων πιστώσεων διὰ τῆς δημιουργίας χρήματος, οὐδεμίαν ἔχοντος ἐσωτερικὴν ἀξίαν, καὶ τοῦτο ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ὡς ἐκ τῶν θεομηνιῶν ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας ὑπῆρξεν ἐλαχίστη, ἐπήνεγκε τὴν ἀνισοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χώρας καὶ τῶν προσόδων τῆς χώρας. Ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑφίστατο ἐν καταστάσει ὁμαλῇ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, θὰ ἠδύνατο ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ λειτουργῇ, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κρίσιν· ἀλλ’ ὅ,τι ἐπήνεγκε τὴν κρίσιν, ὑπῆρξεν ὁ συνδυασμὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸς τὴν καταστροφὴν τῆς γεωργικῆς προσόδου ἐπὶ δύο κατὰ συνέχειαν ἔτη. Ἡ βλάβη τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῶν δύο ἐτῶν ἐπὶ τοσοῦτον ἠλάττωσε τὴν περιουσίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐκ τῆς προσόδου τῆς γῆς ἀπολαμβανόντων—καὶ ἐν Ἑλλάδι οἱ πλεῖστοι μετέχουσιν ἐκ τῆς προσόδου τῆς γῆς—ὥστε ἐπεβάλλετο εἰς ἕκαστον ἡ οἰκονομία καὶ ὡς πρὸς τὰς ἰδίας δαπάνας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν ἐμπορικῶν του ἐπιχειρήσεων· ἡ εὐκολία ὅμως περὶ τὴν παροχὴν τῶν πιστώσεων διὰ χρήματος, οὐδεμίαν ἔχοντος ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ κοπτομένου ἐκ τετραδίου, καθίστα τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομίας ὀλιγώτερον ἐπαισθητήν. Ἀναπληρῶν ὁ παραγωγός, διὰ τῶν πιστώσεων, τὴν ἔλλειψιν τῆς προσόδου, δὲν κατενόει ὅτι ὤφειλεν ἀναλόγως τῆς πτωχοτέρας αὑτοῦ καταστάσεως νὰ διαθέσῃ τὰς τοῦ οἴκου δαπάνας καὶ τὰς τῶν ἐπιχειρήσεων, ἀλλ’ ἐξηκολούθει κανονίζων τὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ ὅπως καὶ πρότερον, ἐκ τούτου δ’ ἡ ἀνισοῤῥοπία τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ τῶν ἰδιωτῶν, ἀποτελοῦσα τὴν αὐτὴν ἀνισοῤῥοπίαν ἐν τῷ συνόλῳ τῆς κοινωνίας. Τοιουτοτρόπως εἴδομεν τὸ γραμμάτιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐκυκλοφόρει κατὰ μέσον ὅρον μέχρι ποσοῦ 36,000,000 παλαιῶν δραχμῶν, κατ’ ἀνώτατον δὲ ὅρον ἔφθασεν ἅπαξ εἰς 41½ ἑκατ. παλαιῶν δραχμῶν, ἴδομεν αὐτὸ φθάσαν εἰς κυκλοφορίαν 110,000,000. Ἀλλ’ ἡ διὰ τεχνιτοῦ νομίσματος ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείποντος πραγματικοῦ δὲν δύναται νὰ προβῇ ἐπ’ ἄπειρον· ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλλείψεως τῆς προσόδου τῆς γῆς καθίσταντο ἐπαισθητότερα, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ζήτησις χρήματος ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐγίνετο μεγαλειτέρα, καὶ κατὰ τοσοῦτον ἡ δυσαναλογία μεταξὺ τοῦ πραγματικοῦ χρήματος καὶ τοῦ τεχνιτοῦ ἐγίνετο ἐπαισθητοτέρα. Οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου μέχρις 20% καὶ εἰς τὴν ἀπειλὴν τῆς ὑποτιμήσεως ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν μέχρι 25 ἢ 30%. Τοῦτο ἐπισήμως ἀνήνεγκον πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν οἱ ἁρμόδιοι· ἀνήνεγκον ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀπηυθύνοντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου εἶχε φθάσει εἰς 20%, προέβλεπον δὲ ὅτι τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ἤθελε φθάσει εἰς 25 καὶ εἰς 30%. Τί ἄλλο κατεδήλου τοῦτο, εἰμὴ ὅτι εἶχε φθάσει ἡ ἔκδοσις τῶν γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς τὸ ἀνώτατον αὐτῆς ὅριον καὶ ὅτι, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ταχίστη πρόνοια, ἤθελεν ἐπέλθει καταστροφή; Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπέδειξεν ἀπρονοησίαν, διότι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας βαθμιαίως, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένῃ πρὶν ἢ ἐπιλάβηται οἱουδήποτε μέτρου πρὸς κατάργησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως ἀποκατασταθῇ τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τουτέστι τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ. Ἐὰν περιεμένομεν ν’ ἀποκατασταθῇ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, πρὶν ἢ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠθέλομεν ἔχει πλήρη καταστροφὴν, καὶ ἀντὶ ἰσοζυγίου ἐξ ἀριθμῶν θετικῶν, ἠθέλομεν ἔχει ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ ἐκ μηδενικῶν. Ἐῤῥέθη παρ’ ἄλλων ἢ καὶ τῶν αὐτῶν, ὅτι, ἔστω καὶ ἄνευ τοῦ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ κατάργησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἔδει αὕτη νὰ ᾖ μερικὴ, ἵνα βαθμιαίως καταστῇ ὁλοσχερής. Καὶ τί εἶναι μερικὴ κατάργησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναί τι ἑνιαῖον, ἐξεταζομένη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς ἐπὶ τὴν κοινωνίαν. Ἐξεταζομένη ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν συμφερόντων τῶν ἐκδιδουσῶν τὰ γραμμάτια Τραπεζῶν, δύναται νὰ διχασθῇ, ἀλλὰ τὸ ἐπιδρῶν ἐπὶ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀναστολὴ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἐκδόντος τὸ γραμμάτιον πρὸς ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ. Μόνον ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν γραμματίων δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακὸν, τὸ ἐκ τῆς ἀναστολῆς τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἐξαργύρωσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἦτο πραγματοποιήσιμος ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ τῶν γραμματίων; Ἐῤῥέθη, ὅτι ὠφείλομεν νά πραγματοποιήσωμεν δάνειον οὐχὶ πρὸς πλήρη ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἑπομένως πρὸς ἀπότισιν εἰς τὰς Τραπέζας πραγματικῶν δραχμ. 71,000,000, ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτὰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων, ἀλλ’ ὠφείλομεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον ποσοῦ μικροτέρου, δι’ οὗ, ἀποτίνοντες μέρος τῆς πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλῆς, ν’ ἀποσύρωμεν τῆς κυκλοφορίας ἀνάλογον ποσὸν γραμματίων, ὑφισταμένης πάντοτε τῆς ἀναστολῆς τῆς πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων ὑποχρεώσεως τῶν Τραπεζῶν. Πρώτη μελετηθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἰδέα ἦτο ἡ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κακοῦ, τοῦ προελθόντος ἐκ τῆς δυσαναλογίας τοῦ κυκλοφοροῦντος Τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὴν πραγματικὴν διαθέσιμον περιουσίαν τῆς χώρας. Ἂν τοῦτο κατωρθοῦτο, τὸ μὲν Δημόσιον ταμεῖον δὲν θὰ ἀνελάμβανεν εὐθὺς ὁλόκληρον τὸ βάρος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ καταβολῆς ποσοῦ 71,000,000, ἡ δὲ κοινωνία θὰ προειδοποιεῖτο ἵνα παρασκευασθῇ πρὸς τὴν ἐκ τῆς βραδύτερον πραγματοποιηθησομένης ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μεταβολὴν τῶν ὅρων τῆς χρηματικῆς συναλλαγῆς. Ἀλλ’ εὐθὺς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὀρθῶς σκεπτομένη, παρετήρησεν ὅτι, ἂν ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ 20 ἑκατ. ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, δὲν δύναται αὕτη ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ θέσῃ αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν. Ἡ κοινωνία θέλει τὰ ζητήσει, καὶ ἂν τὰ ζητήσῃ, ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ τὰ χορηγήσῃ· ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ζητοῦντα καὶ παρουσιάζοντα πλήρεις ἐγγυήσεις ἀξιῶν πραγματικῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ παρόντι μὴ διαθεσίμων, ὅτι δὲν τῷ δίδει χρήματα· διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀποκλείσασα ἀπὸ τοῦ Τόπου τὸ πραγματικὸν χρῆμα, ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν ἐκδίδοντα τὸ νομικὸν χρῆμα νὰ παρέχῃ αὐτὸ εἰς τὸν ἔχοντα τὰ προσόντα. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀποσύρει 20,000,000 ἐκ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων, ἐπιβάλλοντες εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ θὰ ὑπελείπετο μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 20,000,000, ἠθέλομεν προκαλέσει ἐξέγερσιν τῶν ἐμπόρων, τῶν βιομηχάνων, τῶν κτηματιῶν, οἵτινες, ὄντες πεπιστωμένοι παρὰ τῇ Τραπέζῃ, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ λάβωσι χρῆμα ἀπέναντι τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ἢ τῶν παρεχομένων νέων ἐγγυήσεων, ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης, ὅπως περιορίσῃ σπουδαίως τὴν κυκλοφορίαν. Δὲν ὑπῆρχεν ἄρα ἄλλος τρόπος θεραπείας τοῦ κακοῦ, εἰμὴ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸν φυσικὸν νόμον, τουτέστιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Τραπεζῶν, ὅπως ἐξαργυρῶσι τὰ παρ’ αὑτῶν ἐκδοθέντα γραμμάτια. Ὅταν οὕτως ἀντὶ νομικοῦ χρήματος, ἀποδιώκοντος ἀπὸ τοῦ Τόπου τὸ πραγματικὸν νόμισμα, ἐπανηρχόμεθα εἰς τὴν φυσικὴν κυκλοφορίαν, ἠθέλομεν ἐπαναγάγει τὸ πραγματικὸν νόμισμα εἰς τὴν χώραν, καὶ τὰ τῆς παροχῆς τῶν πιστώσεων καὶ τοῦ χρήματος θὰ ἐκανονίζοντο ὑπὸ τῶν νόμων τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ λάβωμεν συνάμα ἅπαντα τὰ μέτρα, ὅπως ἡ Δημοσία πίστις καταστῆ ἀκμαιοτέρα, διότι μόνον οὕτω ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ κυκλοφορίᾳ νομίσματος ἐν χώρᾳ ἱκανοῦ, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ἰδίως ἄρα εἰργάσθημεν εἰς ἐμπέδωσιν τῆς Δημοσίας πίστεως καὶ ἐν τούτῳ παρενέπεσαν πολλὰ ὅλως ἀνεξάρτητα τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ᾧ ἐνταῦθα ὑπῆρχε στενοχωρία, προερχομένη ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν προσόδων δύο ἐτῶν, τὴν Εὐρώπην ἐμάστιζεν οἰκονομικὴ κρίσις, ἥτις ἐπέδρα καὶ ἐνταῦθα. Πλὴν δὲ τούτων, ἐπῆλθεν ὀλίγον πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῶν πραγμάτων ἡ ψυχρότης μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ῥωσσίας, ἡ ἀπειλήσασα πόλεμον, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας τὰ πάντα οἰκονομικῶς μετεβλήθησαν. Πρὸ τοῦ πολιτικοῦ τούτου γεγονότος αἱ ὁμολογίαι τῶν Ἑλληνικῶν δανείων ἐκυκλοφόρουν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης εἰς τιμὰς, αἵτινες καθίστων ἐπωφελῆ τὴν πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων, εἴτε παρὰ τῶν ἰδιωτῶν, εἴτε παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐν ξέναις ἀγοραῖς· ἀλλὰ κατόπιν τῆς διαστάσεως, τῆς ἐπελθούσης μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ῥωσσίας, καὶ τοῦ κινδύνου τοῦ πολέμου, ἐπῆλθεν ἔκπτωσις τῶν χρεωγράφων τῶν ξένων Ἐθνῶν καὶ ἔκπτωσις τῶν χρεωγράφων τῶν ἡμετέρων. Παρῆλθεν ἡ κατάστασις ἐκείνη, καὶ τὰ μὲν ἄλλα χρεώγραφα ἀνέκτησαν τὰς ἀρχικὰς αὐτῶν τιμάς, μόνα δὲ τὰ ἡμέτερα δὲν ἀνέκτησαν αὐτάς· μόνη ἡ ἡμετέρα πίστις δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκαταστῇ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γεγονὸς, λαβὸν χώραν ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν. Διατί σήμερον, ἐν ᾧ τὰ χρεώγραφα τὰ Ἀγγλικὰ, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ ἀρτίου εἶχον καταβῆ εἰς 95%, ἐπανῆλθον πάλιν εἰς τὸ ἄρτιον; Διατί τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τὰς τιμάς, ἃς εἶχον πρὸ τῶν ἀνωμαλιῶν, τῶν ἐπισυμβασῶν μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ῥωσσίας; Τοῦτο εἶναι ζήτημα περὶ τῆς πίστεως τῆς χώρας, ὅπερ δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Περὶ τούτου δὲν θὰ προέλθω ἤδη εἰς ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν μου, θὰ παρουσιασθῇ βεβαίως εὐκαιρία ἄλλη, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ παραστήσω πόθεν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, προήρχετο ἡ παροῦσα κατάστασις καὶ κατὰ πόσον εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἐνείχετο ἡ Κυβέρνησις. Ὡς εἶπον, ἐνείχετο μόνον ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸ 1877, ἐν ἐποχῇ ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ἀτυχήματα τὰ γεωργικὰ τῆς χώρας ἐπὶ δύο ἔτη περιήγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἄρσεως αὐτῆς διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλάβομεν. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἦτο ὁμαλὴ, ἐὰν ἦτο οὐχὶ ἐκτάκτως εὐτυχὴς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦτο ἐκτάκτως δυστυχὴς, ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884; Θὰ ἦσαν ταῦτα τὰ ὁποῖα προεξέθηκα, καὶ θὰ ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 12,000,000; οὐχὶ βεβαίως. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο πόθεν προέρχεται; Ἐκ τοῦ ἀπροσφόρου τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν νομοθεσίας πρὸς ἀποφορὰν ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἐσόδων ἱκανῶν πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐξόδων, ἢ διότι ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο παραγωγικότητα τῶν φόρων ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ λαοῦ; Ὅτε κυριώτερον κεφάλαιον ἐλαττώσεως ἐσόδων εἶναι τὸ τῶν Τελωνείων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀδιστάκτως, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἦτο κανονικὴ, οὐ μόνον δὲν θὰ ὑπεχρεούμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἐκ τῶν Τελωνείων πιθανὰ ἔσοδα κατὰ 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ θὰ ἐδυνάμεθα καὶ εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐν τῷ παρελθόντι βεβαιωθέντων ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς ἐσόδων νὰ προσθέσωμεν 1 καὶ 2 ἑκατομμύρια ὡς πιθανὴν ἐκ τῶν Τελωνείων πρόσοδον κατὰ τὸ 1884. Ἐὰν ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ λαοῦ ἦτο διάφορος, πάντες οἱ φόροι ἤθελον παράσχει πλῆρες τὸ προϊὸν αὐτῶν, καὶ ἐν γένει τὰ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφομεν ἐλαττώσεις, θὰ παρουσίαζον ἀριθμοὺς μεγαλειτέρους. Καὶ ἔλλειμμα βεβαίως θὰ ὑπῆρχε, διότι δὲν ἐψηφίσθησαν πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπεκδεχόμενοι τὴν ψήφισιν αὐτῶν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διότι ἄλλα φορολογικὰ μέτρα δὲν ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως, καὶ δὲν ἀπήνεγκον ἐν τῷ ἔτει ἐκείνῳ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουσιν ἤδη· ἀλλ’ ἐὰν ἐλειτούργουν πάντα ταῦτα, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν ὡς πιθανὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1884 μικρόν τι ἔλλειμμα, ὅπερ δὲν θὰ εἶχε σπουδαιότητα, καὶ διὰ τὸ εὐτελὲς τοῦ ποσοῦ, καὶ διότι θὰ ἦτον ἔλλειμμα παροδικὸν, σχετιζόμενον μόνον πρὸς τὸ 1884, θὰ ἦτον ἔλλειμμα προαναγγέλλον τὸ μέλλον ἰσοζύγιον. Ἡ μελέτη αὕτη, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τριετίαν, εἴτε ὡς πρὸς τὰ Δημόσια ἔσοδα, εἴτε ὡς πρὸς τὴν τοῦ κοινοῦ εὐπραγίαν τὴν οἰκονομικὴν, ἡ μελέτη αὕτη σήμερον γίνεται σχετικῶς πρὸς τὴν ἀφετηρίαν καὶ τὰς βάσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ἐπιτρέπεται ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ. Αἱ ἀνάγκαι, περὶ ὧν προενόησαν οἱ προηγούμενοι Προϋπολογισμοὶ καὶ αἵτινες ἐπήνεγκον τὰ ἐλλείμματα, περὶ ὧν ἐποιησάμεθα λόγον, δύνανται νὰ ἔχωσι διττὸν χαρακτῆρα, εἴτε νὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἱκονοποιήσωμεν αὐτὰς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, εἴτε νὰ ἦναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν αὐτάς· καὶ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν διάκρισιν ταύτην, ἤτοι εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐν τῷ παρελθόντι ἱκανοποιήθησαν μόνον ἀνάγκαι ἀναπόδραστοι, ἢ ἐὰν ἱκανοποιήθησαν καὶ ἀνάγκαι, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παροραθῶσι, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ καταγγελθὲν ὑπὸ τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, κακῶς ἐκτιμήσασα τὰς περιστάσεις καὶ τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τῆς χώρας, ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς δαπάνας, μὴ ἀναποδράστως ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῶν περιστάσεων, καὶ στηριχθεῖσα ἐπὶ ἀποτελεσμάτων ἰδανικῶν τῶν φορολογικῶν αὐτῆς μέτρων, ἐξώγκωσε τὰς δαπάνας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐναυάγησε τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον δι’ αὐτῶν ἐπεζητεῖτο. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, ἀσχέτως πρὸς τὴν εὐθύνην, ἣν φέρουσιν οἱ διοικήσαντες· εἶναι ζήτημα, ἐξ οὗ ἤρτηται ἡ λύσις τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐκ πεπλανημένης γνώμης περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν προσόδων τῆς χώρας, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἰδίων αὑτῆς φορολογικῶν μέτρων, προέβη εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ; Βεβαίως οἱ ἀσπαζόμενοι τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁποῖον ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν διετυπώθη, καὶ οὐχὶ ὡς νῦν ἐφαρμόζεται κατὰ τὰ χθὲς ἀναγγελθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως οὗτοι φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν πολλαὶ ἀνάγκαι νὰ παροραθῶσι, θεωρηθεῖσαι παρὰ τῶν προκατόχων ὡς ἀναπόδραστοι, καί, τούτου γενομένου, νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν μέχρι τοῦ ποσοῦ 15 ἑκατομμυρίων, ἢ κατ’ ἐλάχιστον 12,000,000· ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παροραθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αὗται, οὐδὲ νὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν μέχρι τῶν 15 ἑκατομμυρίων, οὐδὲ 12,000,000, οὐδὲ δύο ἑκατομμυρίων. Αὕτη ἡ ἐξέτασις εἶναι τὸ θεμέλιον πάσης ἄλλης ἐξετάσεως, ἀφορώσης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Ἵνα μελετήσωμεν τὰς ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν σκέψεις τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τῆς ἐλθούσης ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ προαγγελθὲν πρόγραμμα, ἀποδεικνύουσα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν, καὶ ὅτι ἐγένοντο δαπάναι μὴ ἀναγκαῖαι, ἵνα μελετήσωμεν τὰ περὶ τούτου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἡ φύσις τῶν οἰκονομιῶν, τῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως προτεινομένων ἐν τῷ ὑποβληθέντι παρ’ αὐτῆς Προϋπολογισμῷ, ἐὰν τῳόντι προτείνωνται παρ’ αὐτῆς οἰκονομίαι, ἐὰν αὐταὶ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ὁ προτείνας ἀπέδωκεν εἰς αὐτάς, ἐὰν φθάνωσιν εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον οὗτος ἀνέφερεν, ἢ φθάνωσιν εἰς ποσὸν κατώτερον, ἢ μὴ τυχὸν φθάνωσι καὶ εἰς ἀρνητικὸν ποσόν. Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι 15 ἑκατομμύρια δύνανται κατὰ τὸ 1885 ἐν ἀναλογίᾳ τοῦ μένοντος ἑξαμήνου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἀφῃρέσαμεν ἡμεῖς αὐτὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ, θὰ εἴμεθα ἄξιοι πάσης καταδίκης· δὲν θὰ εἴμεθα ἄξιοι οὐδὲ κἂν νὰ συζητῶμεν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοιούτων ζητημάτων, διότι 15,000,000 δαπάνη ἄνευ ἀνάγκης, ἐκ τῶν πραγμάτων προκυπτούσης καὶ οὐχὶ παρ’ ἡμῶν δημιουργηθείσης, δὲν ἔχει μόνον τὴν ἔννοιαν τὴν τῶν ἀριθμῶν ἐκείνων ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅλον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἔχει σχέσιν καὶ πρὸς τὴν ὑφισταμένην οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἐὰν δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν 15,000,000 ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις εἶνε λελυμένον. Ἡμεῖς εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκόψωμεν 15,000,000 ἀπὸ τῶν ἐξόδων. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποκοπῶσιν, ἀλλά, καί τοι εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκοπῶσι, δὲν θὰ τὰ ἀπεκόπτομεν, καὶ οὐδέποτε θὰ ἐστέργομεν ν’ ἀποκοπῶσι. Δὲν ἀποκόπτονται ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων 15,000,000, ὅπως ἀνέφερε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀποκόπτονται, ἀλλὰ διὰ μεταβολῆς πολιτικῆς. Ὅταν συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσάγωνται εἰς ἐπίλυσιν αὐτῶν παραστάσεις, οἷαι αἱ ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ, καὶ νὰ χαρακτηρίζηται ὡς σύστημα ἰδεῶν, ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν περὶ οἰκονομιῶν ἀπαίτησιν, ἡ περικοπὴ ἀσυναρτήτως πιστώσεων τινῶν ἐν Προϋπολογισμῷ, οὗτινος αἱ βάσεις διατηροῦνται ἀναλλοίωτοι. Ἐδῶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν δυνάμεθα καὶ πῶς δυνάμεθα ν’ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Καὶ δὲν ἀνορθοῦνται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διότι φέρομεν μεταῤῥυθμίσεις ἀριθμῶν ἔστω καὶ 5,500,000, ὡς λέγετε, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι ἀνάγονται εἰς ἓν μόνον ἑξάμηνον, ἔστω καὶ ἄν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρέπει νὰ διπλασιάσητε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἵνα ὁρίσητε τὴν οἰκονομίαν τοῦ ὅλου ἔτους, ἔστω καὶ ἂν αὕτη παρίσταται ὡς πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ διπλασίου, ὡς τριπλασία καὶ τετραπλασία. Τὴν σπουδαιότητα τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων θὰ ἐξελέγξωμεν ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν καθέκαστον τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἤδη δὲν πρόκειται περὶ λεπτομερειῶν, οὐδὲ κατορθοῦνται οἰκονομίαι 15,000,000 διὰ μεταῤῥυθμίσεων ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Δεῖται πρὸς τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς ῥιζικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Ἀφίνοντες τὰ ἐλεεινὰ 5½ ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξελεγχθῶσι βραδύτερον, ὀφείλομεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀποκοπῶσι πιστώσεις ἐπαγόμεναι οἰκονομίαν 15,000,000, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πολιτικήν, χωρὶς νὰ περιορίσωμεν τὸν στρατὸν εἰς μόνον τὸν ἐπαρκοῦντα εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας, καὶ τὸ ναυτικὸν εἰς μόνον τὸ ἐπαρκοῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Τότε δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν πιστώσεις 15,000,000, ὅταν μεταβάλωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πολιτικήν, καὶ ἀποφασίσωμεν νὰ συντηρῶμεν στρατὸν καὶ ναυτικὸν πρὸς μόνον τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§37ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ.......
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀδικήσω ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν πολιτικήν, ἀφοῦ μόνον διὰ τοιαύτης μεταβολῆς ἐπιτυγχάνεται σπουδαία οἰκονομία, παραγνωρίζων τὸ εὐσυνείδητον τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐκεῖνοι ἔχουσιν, ὅτι δὲν παραβλάπτονται διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τὰ ἐθνικὰ τῆς χώρας συμφέροντα· ἀλλὰ καὶ ὁ διακόψας με βουλευτὴς δὲν δύναται εὐλόγως ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ φρόνημα ἐκείνου. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῶν τοιαῦτα φρονούντων, ἀλλ’ εἶμαι πάντοτε πρόθυμος εἰς συζήτησιν πρὸς αὐτοὺς, ἀφοῦ ἐν συνειδήσει ἐμόρφωσαν ἣν πρεσβεύουσι γνώμην, ἡ δὲ συζήτησις εἶναι ἐπίκαιρος καὶ ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν καὶ εἰδικώτερον περὶ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Εἶπον, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἀνορθώσεως ἐν τῷ παρόντι τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας διὰ τῆς ἀποκοπῆς 15,000,000 ἐκ τῶν δύω Ὑπουργείων, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦτο δὲ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἀποκοπὴ αὕτη, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καταστρέφει τὰ Ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀφ’ ἑτέρου θὰ καταστήσῃ ἀναπόδραστον ἐν προσεχεῖ μέλλοντι δαπάνην πολλῷ μεγαλειτέραν τῆς νῦν ἀποκοπησομένης, καὶ ἥτις γινομένη τότε ἐν βίᾳ καὶ παρακαίρως, δὲν θὰ ἦναι ἐπίσης τελεσφόρος ὅσον ἡ νῦν μεθοδικώτερον καὶ ἐγκαιρότερον διατεθειμένη. Παρουσιάσθησαν καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ὅμοιαι περιστάσεις. Κατὰ τέλη τοῦ 1875 προανηγγέλλοντο αἱ μέλλουσαι ταραχαὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ· καὶ τότε τινὲς προτρέχοντες τῶν πραγμάτων—ἤμην δὲ καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν προτρεχόντων—ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ γίνωσι μεγάλαι δαπάναι πρὸς παρασκευάς· καὶ ὑπῆρχον ἄλλοι λέγοντες, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φρονῶμεν τοιαῦτα, ὅτι δὲν ἔχει ἡ Ἑλλὰς τὰς δυνάμεις, ἵνα δαπανήσῃ τὰ ζητούμενα ποσά. Ἐζητοῦμεν 50,000,000, καὶ ἔλεγον ἐκεῖνοι δὲν γνωρίζετε τὴν χώραν, διότι ποτὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ 50,000,000· ἦτο ἡ ἐποχὴ προγενεστέρα τῆς τῶν δανείων τῶν 60,000,000 καὶ τῶν 120,000,000. Ἕως τότε εἴχομεν φθάσει μέχρι δανείου 25,000,000 δραχμῶν, καὶ ἐκείνου μὴ πραγματοποιηθέντος εἰμὴ ἐν μακρῷ διαστήματι χρόνου καὶ ἀφοῦ διῃρέθη εἰς δύω δάνεια. Ἐλέγομεν λοιπὸν ἡμεῖς: ἀνάγκη δαπάνης 50,000,000, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο ἐπικείμεναι. Ἀλλὰ βραδεῖα ἦτο ἡ ἀντίληψις τῶν περιστάσεων τούτων ὑπὸ τῆς Χώρας καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ ᾖ βραδεῖα. Ποῖον δ’ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐνεργείας; Τὰ πράγματα ἔβαινον γοργῷ τῷ βήματι· ὅτε δὲ εὑρέθη ἡ Χώρα ἐνώπιον τῆς ἀδυσωπήτου ἀνάγκης τῆς ἐνεργείας, παρεπονεῖτο διὰ τὴν ἔλλειψιν παρασκευῆς, καταμεμφομένη τῶν διευθυνόντων τὰ πράγματα ὡς μὴ προκαλεσάντων ἐγκαίρως τάς θυσίας, τὰς ὁποίας θὰ ἦτο ἕτοιμον τὸ Κοινὸν νὰ παράσχῃ, ἂν ἐζητοῦντο, ὅταν προηγγέλθησαν αἱ ταραχαί. Λησμονοῦσα ἡ Χώρα τὴν ἰδίαν αὑτῆς γνώμην, ἥτις ἐμπόδιζε πᾶσαν ἔγκαιρον ἐνέργειαν, ἀπέδιδεν, ἐπιστάσης τῆς ἀνάγκης, τὸ ἀπαράσκευον αὑτῆς εἰς τὰς διαιρέσεις τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ ἐδείκνυτο τότε πρόθυμος εἰς τὰς θυσίας, ἂν συνειργάζοντο τὰ κόμματα. Ἐκ τοιαύτης δ’ ἀφορμῆς, τῇ ἀπαιτήσει τῆς Κοινωνίας, συνεστήθη Κυβέρνησις ὑπὸ πάντων τῶν κομμάτων, ἥτις ὅμως οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τελεσφόρον, διότι καί τοι προέβημεν εἰς δάνεια, καί τοι αἱ θυσίαι τοῦ λαοῦ ὑπῆρξαν παμμέγισται, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως πάντων τούτων ὑπῆρξεν, ὅτι ἡμεῖς, οἱ μετασχόντες τῆς Κυβερνήσεως, εἴδομεν θραυομένας τὰς ὑέλους τῶν οἰκιῶν ἡμῶν, ὡς μὴ ἐγκαίρως προνοησάντων περὶ τῆς ἀνάγκης, αἱ δὲ θυσίαι ἀπέβησαν ἀτελεσφόρητοι, ὡς μὴ γενόμεναι, ὅτε ἐγκαίρως κατεδείχθη ἡ σημασία τῶν περιστάσεων, αἵτινες θὰ καθίστων αὐτὰς ἀναγκαίας. Νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ ἦτο τελεσφορώτερον καὶ δὲν θὰ ἦτο οἰκονομικώτερον διὰ τὴν Πολιτείαν νὰ ἐψηφίζοντο πρὸ τοῦ 1877 Προϋπολογισμοὶ ἀναγράφοντες ἔλλειμμα, ἀλλὰ προνοοῦντες συνάμα περὶ πολεμικῆς παρασκευῆς, παρὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι μὲν τότε οἰκονομίαι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ συνομολογηθῶσι δὲ βραδύτερον συνεπείᾳ τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων τὰ δάνεια τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τοσαύτας ἄλλας νὰ ὑποστῇ τὸ Ἔθνος θυσίας ἄνευ πολλοστημορίου τῆς ὠφελείας, ἣν θ’ ἀπελάμβανεν ἐκ θυσιῶν μικροτέρων, ἐγκαίρως γενομένων; Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἐν τῷ παρελθόντι ἀποτέλεσμα τῆς λιποψυχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, μὴ ἀποφασίσαντος τὰς θυσίας, εἰμὴ, ὅτε ὁ κίνδυνος ἐπέστη ἐπὶ θύραις, δυνάμεθα σήμερον νὰ θεωρῶμεν ὡς πολιτικὴν οἰκονομίαν τὴν ἀποφεύγουσαν τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ἐνόσῳ δύνανται αὗται νὰ διατεθῶσι πρὸς συστηματικὴν ἐνέργειαν, προκαλοῦσαν δ’ αὐτὰς πολλαπλασίας ἀλλ’ ἀτελεσφορήτους ἐν προσεχεῖ μέλλοντι; Ἐὰν ὑπάρχωσί τινες οἱ φρονοῦντες ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς ἔσται ὁμαλὴ ἐπὶ δεκαετίαν, ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, εἶναι καταστρεπτική. Ἐὰν ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν δεκαετίαν εἰρήνης, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δαπανῶμεν εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν, ὅσα δαπανῶμεν καὶ ὅσα θὰ ἐξακολουθῶμεν δαπανῶντες πλείονα ἔτι τῶν νῦν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων, διότι πρέπει νὰ ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι, διατηρουμένου τοῦ ὑφισταμένου ὀργανισμοῦ, οὐδὲ τὰ ποσὰ τὰ νῦν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ θέλουσιν αὐξήσει παραβαλλόμενα τὰ τοῦ 1886 πρὸς τὰ τοῦ 1885 καὶ τὰ τοῦ 1887 πρὸς τὰ τοῦ 1886. Ὅστις ἄρα πιστεύει ὅτι θὰ ἔχωμεν δεκαετίαν εἰρήνης, ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ φρονῇ, ὅτι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν δυνάμεθα ν’ ἀνεύρωμεν τὰ μέσα, ὅπως ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας. Εἰς τοὺς φρονοῦντας ὅμως, ὅπως ἡμεῖς, ὅτι ἀνωμαλίαι ἐν Ἀνατολῇ ἐπίκεινται, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι προσεχῶς περιστάσεις, αἵτινες θὰ παρασύρωσι μοιραίως καὶ ἡμᾶς εἰς ἐνέργειαν, εἰς ἐκείνους οὐδεμία ἐπιτρέπεται σκέψις περὶ μεταβολῆς συστήματος, ἐπιβάλλεται δὲ μᾶλλον ἡ σκέψις περὶ συμπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν τῆς Χώρας παρασκευῶν, ἀναλόγως πρὸς τὰ μέσα τῆς Χώρας. Δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία ἐν τῇ Βουλῇ καὶ παρὰ τῇ ἑτέρᾳ καὶ παρὰ τῇ ἄλλῃ πτέρυγι, ὅτι ἡ Χώρα αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐθνικὴν πολιτικήν. Διαφορὰ γνωμῶν ὑπάρχει μόνον περὶ τούτου, ὅτι κατὰ τούτους δυνάμεθα νὰ πράξωμεν βραδύτερον ὅ,τι κατ’ ἐκείνους ἐπιβάλλεται ἀπὸ τοῦδε. Οἱ ἔχοντες τὴν τελευταίαν ταύτην γνώμην ἄγονται ἀναγκαίως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν δύναται ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν δύο στρατιωτικῶν Ὑπουργείων νὰ στηρίζηται ἐπὶ βάσεων οἰκονομικωτέρων τοῦ νῦν ἐφαρμοζομένου. Τοιαύτην ἀρχὴν, φαίνεται, πρεσβεύουσα καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν μετέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς πρὸς τὰς βάσεις αὐτοῦ· μετέβαλεν ἀριθμούς τινας, οὐδόλως ἐπηρεάζοντας τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν δὲ καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἐξετάσωμεν, θέλομεν κατανοήσει τίνα αἱ μεταβολαὶ ἔχουσι σπουδαιότητα καὶ κατὰ πόσον ἐπάγονται πραγματικὰς μεταβολὰς, ἔστω καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, παρέβαλεν αὐτὸν πρὸς τὸν εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῶν Προϋπολογισμὸν· ἀλλ’ ὁ εἰσαχθεὶς παρ’ ἡμῶν Προϋπολογισμὸς οὐδεμίαν ἔχει σήμερον πρακτικὴν σημασίαν. Ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ ἔχων πρακτικὴν σημασίαν, καὶ πρὸς ὃν ἔδει νὰ γένηται ἡ παραβολὴ, εἶναι ὁ κυρωθεὶς, ἐφαρμοσθεὶς καὶ νῦν ἔτι ἐφαρμοζόμενος. Τὸ κυρῶσαν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 Διάταγμα τῆς 28 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἐπήνεγκεν εἰς τὸν εἰσαχθέντα παρ’ ἡμῶν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν τροποποιήσεις, περιοριζούσας τὰ ἔξοδα κατὰ 1,049,000 δραχμῶν, τουτέστι κατὰ 100 χιλιάδας δραχμῶν τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατὰ 99,000 τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Παραβαλλόμενος ἄρα ὁ Προϋπολογισμὸς, ὁ νῦν ὑποβαλλόμενος, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν κεκυρωμένον διὰ Διατάγματος, ὑποβλητέου πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νῦν ἐφαρμοζόμενον, παρουσιάζει αὔξησιν δαπανῶν 931 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ παρουσιάζεται ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ Προϋπολογισμῷ αὔξησις δαπανῶν, ἀξιοῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δέον νὰ ἐξετασθῇ ὡς πραγματοποιῶν ἐλαττώσεις ἐξόδων 5 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων. Ἐγένοντο, εἶπεν, αὐξομειώσεις· ἀνεγράφησαν αὐξήσεις ἐξόδων, τὰς ὁποίας παρέστησε πάσας ὡς ἀναγκαίας. Καὶ εἶναι μὲν ἐξ αὐτῶν ἀναγκαῖαι αἱ ἀναγόμεναι ἰδίως εἰς τὰ τοῦ Δημοσίου χρέους, καὶ ἄλλαι τινές· εἶναι ὅμως καὶ αὐξήσεις ἐξόδων πάντως προαιρετικαὶ, ὡς αἱ τῶν συντάξεων καὶ ἄλλαι. Ἐζήτησε λοιπὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ἐπενεχθεῖσαι εἰς τὰ ἔξοδα ἐλαττώσεις ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν αὐξήσεων. Εἶπεν, ὅτι ὀφείλει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ν’ ἀναγράψῃ εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως αὐξήσεις ἐξόδων, ἃς ἐκείνη δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαίας, ἵνα δυνηθῇ ἐπὶ τῶν αὐξήσεων τούτων νὰ πραγματοποιήσῃ ἐλαττώσεις, ἐφαρμόζουσα οὕτω τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἵνα μὴ παρακωλυθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ χαρακτῆρος τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων, δὲν ἐνδιατρίβομεν εἰς τὰ τοῦ ἀποχωρισμοῦ τῶν ἐλαττώσεων ἀπὸ τῶν αὐξήσεων, καταλογιζομένων ἐκείνων μὲν εἰς ὄφελος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τούτων δὲ εἰς βάρος τῆς προκατόχου, περιλαμβανομένων ἐν αὐταῖς καὶ τῆς ἐπὶ τῶν συντάξεων καὶ πάσης ἄλλης προαιρετικῆς. Ἔρχομαι δὲ νὰ ἐξετάσω τὰ τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων, αἵτινες, ὡς προεῖπον, ἀνέρχονται εἰς 4½ ἑκατομμύρια ἐπὶ τοῦ κεκυρωμένου προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ εἰς 5½, ὡς ἐσφαλμένως καταλογίζει τὸ Ὑπουργεῖον, λαμβάνον ὡς ὅρον συγκρίσεως τὸν προταθέντα προϋπολογισμὸν ἀντὶ τοῦ κυρωθέντος. Ἐξεταστέον κατὰ πόσον αἱ ἐλαττώσεις αὗται τῶν 4½ ἑκατομμυρίων εἶναι πραγματικαί, κατὰ πόσον ἀνάγονται εἰς μόνον τὸ ἑξάμηνον καὶ ἑπομένως κατὰ πόσον δυνάμεθα διὰ διπλασιασμοῦ ἢ τριπλασιασμοῦ ἢ πολλαπλασιασμοῦ αὐτῶν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἐλάττωσιν, τὴν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐπενεχθησομένην εἰς τὸν σταθερὸν ἐτήσιον Προϋπολογισμόν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε: προσέξατε μὴ ἀρκεσθῆτε πρὸς ἀναγωγὴν ἐπὶ τὸ ἔτος εἰς τὸν διπλασιασμόν, διότι, ἂν πράξητε τοῦτο, θέλετε ὑποτιμήσει σπουδαίως τὴν δύναμιν τῶν ἀριθμῶν. Προέβην ἄρα εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ ζητήματος, ἂν ἦναι πραγματικαὶ αἱ ἐλαττώσεις, τούτου δὲ ἡ λύσις, ὡς θέλετε ἀντιληφθῆ, ἀπαλλάττει ἡμᾶς ὡς πρὸς τὰς πλείστας ἀπὸ τῆς ἀνάγκης περαιτέρας ἐξετάσεως. Πρῶτον ἐν τῇ σειρᾷ παρίσταται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγράφησαν αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ Δημοσίου χρέους· ἐλαττώσεις 2,603,438 δραχμῶν, αὐξήσεις 4,782,234 δραχμῶν· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ποιοῦμαι περαιτέρω λόγον, παραδεχόμενος τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν εἰς βάρος ἡμῶν, Ὑπάρχουσι καὶ ἐν τῷ μέρει τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐλαττώσεις δαπανῶν 75 χιλιάδων δραχμῶν, ἀπέναντι αὐξήσεων 339,000, ὧν τὴν ἐξέτασιν παραλείπω ἕνεκα τῆς σμικρότητος τοῦ ποσοῦ. Τὸ μέγα δὲ ποσὸν τῆς ἐλαττώσεως ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 179 χιλιάδων δραχμῶν ἀνάγεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, ἐπιστασίας καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 179 χιλιάδων δραχμῶν δύνανται νὰ διπλασιασθῶσιν, ὅπως ἀποτελέσωσι τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας ἐλαττώσεως, θέλετε πεισθῆ ὅτι εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τοῦ κόπου τῆς ἐρεύνης περὶ τοῦ βασίμου τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται δὲν εἶναι ἐλαττώσεις. Πρώτη ἐλάττωσις ἀναγράφεται ἐπὶ τοῦ πωλουμένου χαρτοσήμου ἐξ 75 χιλιάδων. Ὑποθέτει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει διατεθῆ ὀλιγώτερον χαρτόσημον τοῦ ἀναγραφέντος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη ἔσοδον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἐννέα ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἑπομένως ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων καὶ τὰ ποσοστά, τὰ κατὰ τὸν νόμον ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸ ἀναγραφὲν ἔσοδον. Ἐπειδὴ ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νῦν Προϋπολογισμῷ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγράφει ὡς ἔσοδον ἐκ χαρτοσήμου οὐχὶ ἐννέα ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθέντος νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἑπτὰ καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, ἀναγκαία συνέπεια ἦτο ἡ διαγραφὴ ἐκ τῶν ἐξόδων 75 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ ποσοστῶν ἀντιστοιχούντων πρὸς τὸ ἀφαιρεθὲν ποσὸν ἐκ τῶν ἐσόδων. Τὰ ποσοστὰ ταῦτα οὔτε διπλασιασμὸν ἐπιδέχονται πρὸς καθορισμὸν τῆς ἐτησίας οἰκονομίας, οὔτε δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὰς οἰκονομίας τοῦ ἑξαμήνου· διότι, ἂν περιορίζωνται τὰ ἔσοδα εἰς ἑπτὰ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἀντὶ τῶν ἐννέα, ἐξαγοράζομεν διὰ ζημίας 1,500,000 τὸ ὄφελος τῶν 75 χιλιάδων δραχμῶν. 45 χιλιάδες δραχμαὶ διαγράφονται ἐκ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πιστώσεως, «δι’ ἐκτύπωσιν καὶ μεταφορὰν ταινιῶν πρὸς περιβολὴν καπνοῦ». Καταργουμένου τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατὰ τὴν κοπὴν, παύει τὸ ἐκ τῶν ταινιῶν ἔσοδον, παύει ἄρα καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν ἔξοδον· ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος δὲν θὰ καταργεῖται καθ’ ἕκαστον ἑξάμηνον, δὲν εἶναι δεκτικὴ διπλασιασμοῦ ἢ ἐλάττωσις ἐξόδου, ἡ ἀνταποκρινομένη πρὸς πολλαπλασίαν ἐλάττωσιν ἐσόδου. Ἔχομεν κατόπιν 70 χιλιάδων δραχμῶν ἐλάττωσιν ἐξόδου, προερχομένην ἐκ καταργήσεως προσόδου πολλαπλασίας διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Αὕτη εἶναι ἡ τρίτη οἰκονομία. «Ποσοστὰ ἐπὶ τοῦ πωλουμένου σιγαροχάρτου 28 χιλιάδες»· ἐλάττωσις ἐξαγοραζομένη διὰ πολλαπλασίας ἐλαττώσεως προσόδου. «Ἐκτέλεσις νόμου περὶ καπνοῦ 251, 030·» ἐλάττωσις ἐπίσης ἀνταποκρινομένη πρὸς ἐλάσσονα πρόσοδον καὶ μὴ δεκτικὴ ἐπαναλήψεως ἐν ἑτέρῳ ἑξαμήνῳ. «Δαπάνη ἐκτελέσεως νόμου περὶ πετρελαίου 140,000». Νομίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δύναται ν’ ἀναβάλῃ τὴν προμήθειαν εἰς τὸ ἔτος 1886. Τὸ ποσὸν προμηθείας ἔσται ἐν συνόλῳ κατὰ τὰ δύο ἔτη τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ὁ καταλογισμὸς τῆς δαπάνης γίνεται εἰς τὸ δεύτερον ἔτος ἀντὶ τοῦ πρώτου, καὶ τοῦτο παρουσιάζεται ὡς οἰκονομία. «Ἔξοδα ὑπηρεσίας ἁλάτων 449,000.» Τίνα ταῦτα; Ἠξεύρετε ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ συνιστῶντο εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἅλας θὰ ἐπωλεῖτο οὐχὶ πρὸς 10, ἀλλὰ πρὸς 13 λεπτὰ· ἡ σύστασις αὐτῶν θὰ εἶχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ καταναλισκομένου ποσοῦ ἕνεκα τοῦ εὐωνοτέρου, εἰς τὰ μεσόγεια μάλιστα μέρη. Προσεδοκᾶτο ἄρα ἔκ τε τοῦ ἐπιπροσθέτου τιμήματος καὶ ἐκ τῆς μεγαλειτέρας καταναλώσεως αὔξησις εἰσπράξεων 850,000 δραχμῶν· ταύτας διέγραψε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νόμου, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δέον νὰ διαγραφῶσι καὶ ἐκ τῶν ἐξόδων αἱ 449,000, τὰς ὁποίας θὰ ἐπληρώναμεν εἰς τὴν ἐργολαβικὴν ἑταιρίαν διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἅλατος εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, καὶ διὰ τὴν ἀμοιβὴν αὐτῆς ἐπὶ τῇ πωλήσει. Ἑπομένως καὶ ἐνταῦθα οὐ μόνον οἰκονομίαν δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ ζημίαν τὴν διαφορὰν τῶν 449,000 πρὸς τὰς 850,000, τὰς διαγραφείσας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Πάντα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς ἓν ἑκατομ. καὶ πεντήκοντα ὀκτὼ χιλιάδας. Ἔχομεν προσέτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου «ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων» ἀφαίρεσιν 50,000 δραχμῶν. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων, οὐχὶ δὲ ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ἡ ἀφαίρεσις ὡς οἰκονομία, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων, ἂν ἡ δαπάνη θὰ ἦναι ἀνωτέρα ἢ κατωτέρα τῆς ἀναγραφείσης. Ἀφαιροῦνται προσέτι ποσὰ ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, τῶν μεταλλείων, τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου, τῶν καταμετρήσεων τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 70,000, αἵτινες μετὰ τῶν 50 χιλ. ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων φέρουσι τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου ἐλαττώσεις, αἵτινες δὲν εἶναι οἰκονομίαι, εἰς ἄθροισμα 1,171,000. Ὑπολείπονται ἄρα ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐλαττώσεων ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ, ἀνερχομένων εἰς δραχμὰς 1,179,000, μόνον 8,000 δραχμῶν, περὶ ὧν ἐπιτρέπεται ἴσως συζήτησις, ἂν ὦσιν οἰκονομίαι· ἀλλὰ τὰ ποσὰ εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ παραλείψω τὴν περὶ αὐτῶν ἐξέτασιν. Ἐὰν μεταβῶμεν ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐδῶ ἔχομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διϊστάμενον πρὸς τὸν προϊστάμενόν του. Ἐνῷ οὗτος εἶπε: «προσέξατε καλῶς, μὴ διπλασιάζετε ἁπλῶς τὰς ἐλαττώσεις, διότι θέλετε φθάσει ὡς πρὸς τὴν ἐτησίαν οἰκονομίαν εἰς συμπεράσματα ἀναληθῆ· ὁ διπλασιασμὸς δίδει ἀριθμοὺς πολὺ κατωτέρους τῶν πραγματικῶν, ἐνῷ ταῦτα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἰδοὺ τὶ πιστοποιεῖ ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου του ἐκθέσει. Ἀφοῦ ἀναγράφει τὰς ἐλαττώσεις ὡς ἀνερχομένας εἰς 666,000 δραχμῶν, ἐπάγεται «αἱ ἐλαττώσεις αὗται, ὑπολογιζόμεναι ἐφ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐπάγονται περαιτέρω οἰκονομίαν 157,000 δραχμῶν, ἥτις μετὰ τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης ἀποτελεῖ ἐτησίαν οἰκονομίαν 823,000, ἐνῷ ὁ διπλασιασμὸς θὰ παρεῖχεν ἐτησίαν οἰκονομίαν 1,332,000». Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς ὑπολογίζει ὡς δυναμένας νὰ φθάσωσιν, ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος ὑπολογιζόμεναι, εἰς 823,000 δραχμῶν; Ἠκούσατε χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὀλοφυρομένου ἐπὶ τῇ σκληρότητι τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ἐζήτησεν ἀπὸ τῶν Δήμων τὰ ὀφειλόμενα λόγῳ προκαταβολῆς ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν σχολείων· εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ νόμος βεβαίως ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπεν ἐν τῇ ἐκτελέσει νὰ δεικνύηται ἡ Κυβέρνησις χαλαρὰ, ἔπρεπε νὰ πράττῃ αὕτη ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἐξ οὗ ἔχομεν καθυστερήσεις τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον 7,000,000 δραχμῶν. Ἐνῷ τῶν κατὰ νόμον ἀποληπτέων προκαταβολῶν ὑπὲρ τῶν Δήμων συνιστᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν μὴ ἀπόληψιν, ἐπιβαρύνων οὕτω τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ χορηγημάτων σπουδαίων, μὴ ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, διαγράφει μέρος τῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ χορηγημάτων, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἐγένοντο οἰκονομίαι. Ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἐκπαιδεύσεως ἄρθρον ἐπιγραφόμενον «συνδρομή εἰς τοὺς ἀπορωτέρους τῶν Δήμων πρὸς μισθοδοσίαν τῶν διδασκάλων ἢ γραμματοδιδασκάλων αὐτῶν»· ἐκ τούτου ἀφαιρεῖ 77,000 ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέκρινε τοὺς προκατόχους, διότι ἐζήτησαν παρὰ τῶν Δήμων, καθ’ ἣν εἶχον ἐκ τοῦ Νόμου ὑποχρέωσιν, τὴν ἀπόδοσιν τῶν τοῦ ἔτους ὀφειλῶν, χάριν ἐλαττώσεως 77,000 δραχμῶν στενοχωρεῖ τοὺς ἀπορωτέρους τῶν Δήμων, στερῶν αὐτοὺς τῆς προκαταρκτικῆς διδασκαλίας. Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ μέσῃ ἐκπαιδεύσει ὡς πρός τε τὰ γυμνάσια καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀκρωτηριάζει αὐτήν. Ἂν ἐπιδιώκων τὰς οἰκονομίας καὶ μὴ δυνάμενος νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὰς ἐν ἄλλοις κλάδοις τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀπεφάσισε νὰ καταστήσῃ θῦμα τῶν οἰκονομιῶν τὴν Δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ προβῇ εἰς αὐτὰς διὰ τρόπου ὀλιγώτερον ἐπιβλαβοῦς· ὤφειλε νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν γυμνασίων καὶ οὐχὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν ἑκάστου γυμνασίου. Ὅτε ὁ Νόμος περὶ γυμνασίων ἐξεδόθη, τὰ γυμνάσια εἶχον ἕκαστον τρεῖς τάξεις, καθώριζε δὲ ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἀριθμὸν καθηγητῶν ἑκάστου πέντε, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ διωρίζοντο πλείονες μέχρις ὀκτώ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος θὰ ἐνθυμῆται ὅτι οὕτως εἶχον τὰ τοῦ γυμνασίου Ἀθηνῶν, ὅτε εἴμεθα συμμαθηταὶ ἐν αὐτῷ, ἤτοι ἐν ἐποχῇ οὐχὶ πολὺ ἀπεχούσῃ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1836 (ἱλαρότης). Σήμερον τὰ γυμνάσια ἔχουν τέσσαρας τάξεις, ἐν ἑκάστῃ τῶν ὁποίων γίνεται διδασκαλία πλειοτέρων ὡρῶν ἢ ἐν ταῖς πρότερον τρισὶ τάξεσι, καὶ ὅμως προτείνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν ἑκάστου γυμνασίου εἰς πέντε. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται τοῦτο, καὶ ἂν δὲν καταπροδίδῃ ὁ Προϋπολογισμὸς ἄγνοιαν τῶν εἰς τὰ γυμνάσια ἀφορώντων, ἀφοῦ καταργοῦνται θέσεις καθηγητῶν μὴ ὑπαρχόντων. Ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἄλλοτε· σήμερον λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὀνομάζωμεν οἰκονομίαν τὴν πραγματοποιουμένην διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἠσθάνθητε τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλητε χεῖρα καὶ ἐπὶ τούτου, πράξατέ το τοὐλάχιστον διὰ τρόπου ὀλιγώτερον ἐπιζημίου· ἐλαττώσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν γυμνασίων καὶ συγκεντρώσατε εἰς τὰ γυμνάσια τὰ περιλειπόμενα τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν καθηγητῶν· ἀλλὰ δὲν τολμᾶτε νὰ καταργήσητε γυμνάσια, ἵνα μὴ δυσαρεστήσητε τὰς Ἐπαρχίας, καταστρέφετε δὲ ὅλα, περιορίζοντες ἐν πᾶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, κάτω τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶναι τὸ μόνον, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ ἐλαττώσεις, καί τοι καταστρεπτικαί, εἶναι πραγματικαί, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τὰς ἐφαρμόσῃ, διότι ἤκουσα παρά τινων, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ. Εὔχομαι νὰ τὸ εἶπε.
§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἂν ἐφαρμοσθῶσι, θὰ ἦναι καταστρεπτικαί, ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ ἦναι οἰκονομίαι τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ταμιακὴν ἔποψιν, δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ πόσον θὰ ἔχῃ οὕτω καὶ ὑπὸ τὴν κοινωνικήν. Διαγράφεται ὡσαύτως ποσὸν χορηγούμενον ὑπὲρ ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Ἐκπαιδευτικῶν δαπανῶν, οὐχὶ τὸ μέγα ποσὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω κατόπιν, ἀλλ’ ἕτερον χρησιμεῦον ὡς δεσμὸς μεταξὺ τῆς χώρας ἡμῶν καὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ Κοινοτήτων· ὁπωσδήποτε ὅμως ἐπέρχεται οἰκονομία τις, ἔστω καὶ διὰ τῆς διαῤῥήξεως τοῦ δεσμοῦ τούτου. Διαγράφεται καὶ τὸ μόνον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανῶμεν ὡς θεματοφύλακες περιουσίας, ἀνηκούσης εἰς πάντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον· τὰ ἀρχαιολογικὰ ἡμῶν κειμήλια ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς ὡς εἰς θεματοφύλακας· ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς πάντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον νὰ λειτουργῇ ἡ ὑπὲρ τούτων ὑπηρεσία· ἐν τούτοις διεγράφη ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ πλεῖστον τῆς δαπάνης τῆς ἀναγομένης εἰς τὰ ἀρχαιολογικά. Οὕτω κατωρθώθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους καθ’ ὑπολογισμὸν ἐλάττωσις ὀκτακοσίων εἴκοσι τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον πραγματικαί. Ἐλαττοῦται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ποσὸν, θεωρηθὲν παρ’ ἁπάντων τῶν πολιτευομένων ὡς ἱερὸν, καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐν εἰρήνῃ ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Ἑλληνικῆς παιδεύσεως ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Τὸ ποσὸν τοῦτο οὐδεὶς ἔπρεπε νὰ θίξῃ· ἔπρεπε πάντες νὰ ἀντιφιλοτιμῶνται πῶς νὰ τὸ ἐπαυξήσωσι· καὶ τοῦτο συνέβαινε μέχρι τοῦδε· ὁσάκις ἐγίνετο λόγος περὶ τούτου, οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέτειναν μείζονα αὔξησιν· ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν τελευταίαν προταθεῖσαν αὔξησιν ὑπῆρχεν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐγερθεὶς ἐκ τῆς θέσεώς του προέτεινε νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως, ὅπερ καὶ ἐγένετο, αὐτὸς δὲ ὁ διπλασιασμὸς ἤδη καταργεῖται, καὶ ἐκ τούτου ὁ Σύλλογος τῶν Γραμμάτων ἀναγκάζεται νὰ καταργήσῃ τὰς πλείστας τῶν σχολῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Θρᾴκῃ.
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε πληροφορίας περὶ τούτου; Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι λέγετε.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον, ὅτι καταργοῦνται Σχολαί· διότι ὁ Σύλλογος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διατηρήσῃ τὰς Σχολάς· ἀλλὰ μὴ συναινῶν εἰς τὴν κατάργησιν, διεμαρτυρήθη, ὅτι θὰ ἀποσυρθῇ μᾶλλον παρὰ νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν· τοῦτο εἶναι ἐπίσημον.
§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ προκάτοχός μου συζητεῖ μετὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος παρέχει αὐτῷ....
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς· χθὲς εἴπετε ἐντεῦθεν τοσαύτας ἀνακριβείας καὶ δὲν σᾶς διέκοψα παντάπασιν· ἤκουσα ἀπαριθμουμένους τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου ἀριθμοὺς ἀνυπάρκτους, οἱ ὁποῖοι εὐθύνουσιν ἐμέ, καὶ δὲν σᾶς διέκοψα.
§45Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι εἶπον εἶναι ἀκριβές, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε σήμερον δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε· παρακαλῶ νὰ καθήσετε εἰς τὴν θέσιν σας, διότι ἄλλως θὰ ζητήσω τὴν ἐφ’ ὑμᾶς ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Διατάσσεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων).
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἀναγεγραμμένον ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ ἐφαρμοζομένῳ κατόπιν τοῦ Διατάγματος τῆς εἰκοστῆς ὀγδόης Φεβρουαρίου, ὡς καὶ ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο ἐκ δραχμῶν ὀκτακοσίων χιλιάδων, τοῦτο τὸ ποσὸν ἐλαττοῦται κατὰ ἑκατὸν τριάκοντα χιλιάδας (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ὡς ἐκ τῆς ἐκκενώσεως αὐτῶν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἡσυχία διεταράχθη ὑπὸ τῆς ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν ἀνευλαβῶς ὁ ἀγορεύσας ἐπρόφερε κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ διακοσίας ἑξήκοντα ἄρα χιλιάδας ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν ὀκτακοσίων χιλιάδων, τούτου δὲ μέγα μέρος εἶναι ἀνεπίδεκτον ἐλαττώσεως· τὸ μέρος δέ, τὸ ὁποῖον εἶναι δεκτικὸν ἐλαττώσεως, εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸν Σύλλογον τῶν Γραμμάτων· ἀλλὰ τούτου ἐλαττουμένου, ἐπέρχεται ἡ κατάργησις τῶν Σχολῶν. Εὔχομαι νὰ μὴ γίνῃ ἡ κατάργησις αὕτη καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ Ἑλληνικὴ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ ψηφίσῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εὑρίσκω αὐτὴν ἀναγεγραμμένην, δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ συζητήσω περὶ αὐτῆς ἐν τῇ ἐννοίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν μόνην δύναται νὰ ἔχῃ. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν ἐπίσης ἐλαττώσεις τινάς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ αὐξήσεις, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὁ Ὑπουργὸς ὡς ἐπιβαλλομένας, διότι κακῶς, λέγει ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐσημειώθησαν ἐλαττώσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐπ’ ἀδείᾳ διατελούντων, ἀφοῦ τὰ ποσὰ ταῦτα ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν, ἵνα ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον· ἀλλ’ ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐλαττώσεις αὗται, αἱ πλεῖσται τούτων δὲν ἐσημειώθησαν λόγῳ ἀδειῶν, ἀλλὰ λόγῳ κενῶν θέσεων· καὶ γράφει ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι κεναὶ θέσεις δὲν ὑπάρχουσι, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς ἐλαττώσεως, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἐν τῇ πιστώσει «διὰ τροφὴν» ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ κεναὶ θέσεις καὶ ἐλαττοῖ τὸ ἀναγεγραμμένον ποσὸν «διὰ τροφήν». Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἔχομεν σπουδαίαν ἐλάττωσιν 174,000 δραχμῶν· εἶναι δὲ σπουδαία σχετικῶς,—διότι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ εἶναι ἐλάχισται αἱ ἐλαττώσεις—λόγῳ τροφῶν, διότι εἶναι ὀλιγώτεροι οἱ ναῦται τοῦ ἀριθμοῦ, ἀνθ’ οὗ ὑπελογίσθη τροφή· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχομεν αὔξησιν, διότι οἱ ναῦται, κατὰ τὴν ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ σημείωσιν, εἶναι πάντες παρόντες. Οὕτω, κατὰ τὸν τρόπον τοῦ ὑπολογίζειν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιβαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς βάρος τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῆς τροφῆς τῶν ναυτῶν πάντων, ἀναγράφεται δὲ ἐλάττωσις διὰ τὸ ἀντίτιμον τῆς τροφῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ τοῦ πραγματικοῦ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐλάττωσις, ἡ σχετικῶς σπουδαιοτέρα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα τί ἔχομεν; ἔχομεν αὔξησιν οὐχὶ ἐξ ἐνεργείας τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐξ ἐνεργείας τοῦ νῦν. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἶπεν ὅτι, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν προηγούμενον, παρουσιάζει ἐλάττωσιν ἀριθμῶν κατὰ 30. Δὲν ἠξεύρω τίνας διαφορὰς παρουσιάζει ὁ νόμος, ὃν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ δὲν ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ὅ,τι ἐξεύρω, εἶναι, τί παριστᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὃν ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν κεκυρωμένον, καὶ ὅτι ὁ νῦν ὑποβληθεὶς παρουσιάζει αὔξησιν ἑνὸς ὑποναυάρχου, ἑνὸς ἀντιπλοιάρχου, δύο πλωταρχῶν, καὶ ἑνὸς ἀρχιφροντιστοῦ. Ἔχομεν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐλαττώσεις ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, εἰς ἃς προέβη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Παραδείγματος χάριν ἐν τῷ κεφαλαίῳ, τῷ ἀφορῶντι εἰς τοὺς εὐζώνους, ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκει, ὅτι κακῶς ἠλαττώσαμεν τὴν δαπάνην λόγῳ κενῶν θέσεων, καὶ ἑπομένως ἀναγράφει δαπάνην ἀνωτέραν, καταλογιζομένης εἰς ἡμᾶς τῆς αὐξήσεως, κατὰ τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, εὐθὺς δὲ κατόπιν προσθέτει δι’ ἑτέρας σημειώσεως ὑπὸ τὴν πρώτην ἐλάττωσιν, ἕνεκα ἀπολύσεως ἐπ’ ἀδείᾳ 750 εὐζώνων, ἐκ 200,000 δραχμῶν. Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προέβη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς ἐλλαττώσεις ὅπου αὗται ὑπῆρξαν, κατὰ τὸ σύνηθες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τούτῳ, εἰκονικαί· ἀλλ’ ὑπῆρχε καί τις ἐλάττωσις, μὴ εἰκονικὴ, ἀναγοσμένη εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ ἔτος τοῦτο· εἶναι δὲ ἡ ἐλάττωσις ἐξ 800,000 δραχμῶν, ἀφορῶσα εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς ἐφεδρείας. Αὕτη εἶναι πραγματική, ἀλλὰ καθιστᾷ τὰ 18,000,000, ἅτινα δαπανῶμεν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὅλως ἄχρηστα πρὸς τὸν κύριον αὐτῶν σκοπόν. Ματαιοῦται διὰ τῆς διαγραφῆς τῆς πιστώσεως ταύτης πᾶσα ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῶν 18,000,000, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ματαιοῦται καὶ ἡ ὠφέλεια, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ διὰ τῆς συγκλήσεως κατ’ ἔτος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ μονοετεῖ ἢ διετεῖ θητείᾳ 14,000 ἀνδρῶν. Τούτους πάντας μετακαλοῦμεν ἀπὸ τῶν ἑστιῶν αὐτῶν, ἵνα τοὺς ἐκγυμνάσωμεν πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ ἐφεδρείας, διότι μόνον στρατὸν ἐφεδρείας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· ἵνα οἰκονομήσωμεν δὲ 800,000 δραχμῶν, τὸν στρατὸν τῆς ἐφεδρείας καθιστῶμεν εἰκονικόν. Ὅταν τοὺς ἐκγυμνασθέντας ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη δὲν καλέσωμεν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν ἐκ τῶν τάξεων, ἵνα ἐπὶ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἡμέρας ἀσκηθῶσι καὶ ἐνθυμηθῶσιν ὅσα εἶχον μάθει ἄλλοτε, ἀσκηθῶσι δὲ οὕτω καὶ οἱ βαθμοφόροι εἰς γενικώτερα γυμνάσια, πρὸς τί ἡ τόση δαπάνη ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, πρὸς τί τότε δὲν παραδέχονται οἱ συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τὸ ἄλλο σύστημα, περὶ οὗ ὡμίλησα πρότερον, τὸ σύστημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Ὅταν ἀναγράφωνται δαπάναι στρατιωτικαὶ 18,000,000 καὶ ὄχι 8,000,000 δραχμῶν, πῶς ἐπιτρέπεται ἡ διαγραφὴ τῶν 800,000 δραχμῶν, τῶν χορηγουμένων χάριν τῆς πραγματικῆς ὑπάρξεως τῆς ἐφεδρείας, ἥτις εἶναι ὁ μόνος στρατὸς, τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ ἀποκτῶμεν; Ἀλλὰ τὰς 800 ταύτας χιλιάδας δραχμῶν νομίζετε, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ θεωρήσωμεν ἐπαρκεῖς; Ἦτο τὸ πρῶτον τοῦτο ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ προεβλέπομεν, ὅτι θὰ ἦτο δυσχερὴς ἡ πλήρης ἐκτέλεσις αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, ἴσως καὶ κάτω τοῦ ἡμίσεος· πιθανὸν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ν’ ἀπαιτηθῶσιν 1,000,000 δραχμῶν, πιθανὸν καὶ 2,000,000 διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς ἐφεδρείας, διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν αὐτῆς καὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν μονίμων ἀποθηκῶν, ὧν ἄνευ ἡ ὕπαρξις ἐφεδρείας εἶναι εἰκονική. Τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 800,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον οὐδὲ τὸ ἥμισυ εἶναι τοῦ ἀναγκαίου ἐν σταθερῷ Προϋπολογισμῷ, θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύναται νὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἐπέκεινα τοῦ ἀναγεγραμμένου ὅρου μέχρι διπλασιασμοῦ. Ἐνῷ 800 μόνον χιλιάδας δραχμῶν ἔχομεν ἀναγεγραμμένας, ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτησίαν ἐλάττωσιν ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης 1,600,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Ἀλλὰ πόθεν θὰ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς ὅλος, ἐφ’ οὗ πραγματοποιεῖται ἡ ἐλάττωσις, δὲν ἀναγράφει εἰμὴ μόνον 800 χιλιάδας δραχμῶν; Τούτου ἕνεκεν εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι θὰ μείνωμεν καὶ χρεῶσται, διότι δὲν ἀρκεῖται τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ποσῶν τῶν δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος ἀναγεγραμμένων, ἀλλὰ παριστᾷ τὴν ἀφαίρεσιν ὡς γενομένην διὰ τὸ ἑξάμηνον, δι’ ὁλόκληρον δὲ τὸ ἔτος ὑπολογίζει ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπίσης καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν παρουσιάζονται ὀλίγαι τινὲς οἰκονομίαι· ἠκούσατε ὅμως χθὲς τί εἶπεν αὐτὸς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνωσιν αὐξήσεις πέραν τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καίτοι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις σκοπίμως ἀπήλειψε πιστώσεις τινάς. Ὅ,τι ἤκουσα προσαπτόμενον εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν, ὡς εὐθύνον αὐτὴν ἐπὶ ἀπερισκέπτῳ δαπάνῃ, εἶναι αἱ προσθῆκαι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Ἀστυνομίας, καὶ αἱ προσθῆκαι εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν. Εἰς τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς 65,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἐλαττοῦται ἐν τῷ νέῳ Προϋπολογισμῷ ἐπὶ ἑξάμηνον, διὰ τὴν Ἀστυνομίαν ὅμως ἐλαττοῦνται οἱ μισθοὶ, τοὺς ὁποίους προσεθέσαμεν, γίνεται ὅμως αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων. Ἕως τώρα ἤκουσα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καταμεμφομένης τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπεζήτει τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων, ἐνῷ δὲν αὐξάνει τὰς συντάξεις, ὅτι δὲν παρέχει ἐπαρκεῖς μισθούς· σήμερον δὲ βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλαττοῦσαν τοὺς μισθοὺς, αὐξάνουσαν δὲ τὸν ἀριθμὸν, καὶ ταύτην δὲ τὴν αὔξησιν ζητοῦσαν νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀποκρούομεν, θεωροῦντες αὐτὴν ἐπιβλαβῆ, διότι θεωροῦμεν ἀναγκαῖον διὰ τὴν Ἀστυνομίαν τὸν περιορισμὸν τῶν θέσεων καὶ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν αὔξησιν ἐὰν καταλογίσωμεν εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, καὶ ὑπολογίσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν μισθῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχομεν ἐλάχιστον ποσὸν οἰκονομιῶν. Τὸ ὁλικὸν ἄρα ποσὸν τῶν ἐλαττώσεων, τὸ κατὰ τὸν ὑποβληθέντα πίνακα ἀνερχόμενον εἰς 5½ ἑκατομμύρια, περιοριζόμενον δὲ εἰς 4½ ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν κυρωθέντα, καταδεικνύεται μὴ περιλαμβάνον πραγματικὰς ἐλαττώσεις, εἰμὴ ὀλίγας χιλιάδας ἐν τοῖς λοιποῖς ὑπουργείοις, 800 δὲ χιλιάδας διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐφεδρείας καὶ 666 χιλιάδας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως διὰ τῆς ἀποσυνθέσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς παραμελήσεως τῶν κειμηλίων τῆς Ἀρχαιότητος· εἰς ταύτας δὲ προσθετέον τὰς 130 χιλιάδας ἐξ ἐλαττώσεως τῶν ἀπροβλέπτων ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείῳ διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἐθνικῆς ἡμῶν ἐνεργείας. Ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους ὑπολογιζόμεναι αἱ ἐλαττώσεις αὗται δὲν ἀποτελοῦσι πραγματικὰς οἰκονομίας οὐδὲ δύο ἑκατομμυρίων. Καὶ αὗται μὲν αἱ οἰκονομίαι ἀποκτῶνται διὰ παραλύσεως τῆς ὑπηρεσίας, αἱ δὲ ἄλλαι ἐλαττώσεις ἀποδεικνύονται ὑφιστάμεναι μόνον κατ’ ἐπίφασιν. Ἐνῷ δὲ εἶναι ὅλαι αὗται κατ’ ἐπίφασιν, πραγματικὴν δὲ οἰκονομίαν ἔχομεν μόνον δύω ἑκατομμυρίων ἐπὶ ὁλοκλήρου ἔτους, ποία εἶναι ἡ σχέσις τῆς οἰκονομίας ταύτης πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἀντελαμβάνετο αὐτῆς; Ἠκούσατε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν· ἠκούσατε ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1882· ἠκούσατε ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1883, ὅτι ἀδιάθετοι πιστώσεις ἦσαν 11 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν δὲν εἶναι τοσοῦτον, εἶναι ὀλιγώτερον, διότι καὶ ἐνταῦθα ἐγένετο σύγχυσις τοῦ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ μετὰ τοῦ τακτικοῦ. Ἠκούσατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις ἀνέρχονται εἰς 17 σχεδὸν ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, εὑρίσκομεν ἀδιαθέτους πιστώσεις, κατὰ τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, 8 περίπου ἑκατομμύρια. Ἐὰν κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταύτην ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἡμεῖς ἐν τῇ ἐκτελέσει ἠθέλομεν παρουσιάσει οἰκονομίας 8 ἑκατομμύρια. Ἀντὶ δὲ τούτου ὑποβάλλεται Προϋπολογισμὸς εἰς ψήφισιν κατὰ τὸν Ἰούλιον, ὅτε ἤδη εἶναι γνωσταὶ αἱ πλεῖσται τῶν ἐνδεχομένων ἐν ταῖς δαπάναις οἰκονομιῶν, ὅτε δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τῷ αὐτῷ σημείῳ, ἐν ᾧ διετελοῦμεν, ὅτε παρεσκευάζομεν τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ Αὔγουστον παρελθόντος ἔτους, ὑποβάλλεται, λέγω, Προϋπολογισμὸς, παρουσιάζων ἐλαττώσεις δύο μόνον ἑκατομμυρίων καὶ ταύτας ἐπὶ δυσεπανορθώτῳ βλάβῃ τῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, αὐξήσεις δὲ ἱκανὰς, ὧν ὀλίγαι, πλὴν τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ Δημόσιον χρέος, ἦσαν ἀναπόδραστοι. Πρὸς ταύτας τὰς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπὶ τριετίαν οἰκονομίας τῶν προκατόχων, οἰκονομίας πραγματοποιουμένας ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, παραβαλλόμεναι αἱ κατὰ τὸν ὑποβαλλόμενον Προϋπολογισμὸν αὐξομειώσεις, ἀποδεικνύουσι τοῦτον κατώτερον ἐκείνου περὶ τὴν φειδὼ τῶν Δημοσίων. Ἐνῷ δὲ τοιουτοτρόπως παρασκευάζεται Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἰκονικὸς, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν εἶναι εἰκονικὸς, καταστρεπτικὸς εἰς τοὺς κυριωτέρους κλάδους τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας, ἔχομεν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἡ ἀναθεώρησις αὕτη γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποδείξεως, ὅτι τὰ ἔσοδα παρουσιάσθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐξωγκωμένα, καὶ ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ ὁ ὑποβληθεὶς παρ’ αὐτῆς Προϋπολογισμὸς, δὲν ἦτο πραγματικόν. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην τῶν ἐσόδων, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἦναι ἀληθεῖς, ἐὰν ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὰ πράγματα, ἐὰν αἱ ἐλαττώσεις αὗται θὰ παρουσιάζοντο, ἐφαρμοζομένης τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς· διότι, ἐὰν αἱ ἐλαττώσεις παρουσιάζωνται συνεπείᾳ πολιτικῆς ἄλλης, δὲν δύναται περὶ αὐτῶν νὰ γίνῃ σκέψις ἐν συσχετισμῷ πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος. Ὁ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη μετὰ σχεδίου οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ψηφισθῇ. Μένει νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου ἐκείνου ἐπέρχονται αἱ ἐλαττώσεις αὗται, κατὰ πόσον ἐπέρχονται ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ κατὰ πόσον ἐνδείκνυνται αἱ ἐλαττώσεις ὡς πιθαναί. Τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἐπὶ τῆς αὐξήσεως δὲ ταύτης, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐξετέλεσε, προσεδοκᾶτο αὔξησις προσόδου 2,000,000, ὑπελογίζετο δὲ καὶ ἡ πρόσοδος τοῦ χαρτοσήμου, ἡ κατὰ τὸν κείμενον Νόμον, εἰς 7,000,000. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς μὴ ὑπολογιστέον τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000 ἐκ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη, ἄλλαι δὲ πολιτικαὶ ἰδέαι περὶ τοιούτων αὐξήσεων ἐπικρατοῦσι σήμερον. Ὑπέβαλε καὶ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον νόμον περὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ τί ἐκ τούτου προσδοκᾷ δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς. Βεβαίως δὲν προσδοκᾷ τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000, δὲν παραδέχεται ὅμως, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ἀνήρχετο εἰς 7,000,000, θεωρεῖ ταύτην ὡς ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς κατὰ 1,000,000, ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ ἀποδεικνύουσι σαφῶς, ὅτι ὀρθῶς ὑπελογίσαμεν. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1884 μαρτυροῦσιν, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐκ χαρτοσήμου 6,280,000 δραχμῶν. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ παρόντος ἔτους μαρτυροῦσιν, ὅτι κατὰ Φεβρουάριον εἰσεπράχθησαν πλείονα ἢ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἡ διαφορὰ ἐπὶ πλέον κατὰ Φεβρουάριον ἀνέρχεται εἰς 66,000. Ἐὰν τὴν αὔξησιν ταύτην ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἔτους καὶ προσθέσωμεν αὐτὴν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔχομεν εἴσπραξιν 7,000,000. Ἐὰν δὲ προσθέσωμεν καὶ τὰ 2,000,000, τὰ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ὑφ’ ἡμῶν προταθέντος, ἰδοὺ 3,000,000 διαφορὰ, προερχομένη τοῦτο μὲν ἐκ διαφορᾶς πολιτικῆς, τοῦτο δὲ ἐξ ἐσφαλμένου ὑπολογισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀντὶ τῶν 3,000,000 ἀφαιρεῖ 1,500,000, διότι ἀπεκδέχεται αὔξησιν ἐσόδου ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον προτείνει· τὰ ἀφαιρούμενα ὅμως ταῦτα, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐφηρμόζετο παρὰ τῶν εἰσηγησαμένων αὐτὸν, δὲν θὰ ἀφῃροῦντο. Ἐκ τῶν τοῦ καπνοῦ ἀφαιρεῖ ἡ Κυβέρνησις 1,173,000 δραχμῶν, κατ’ ἐμὲ δὲ πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ πλέον, διότι, ἀφ’ ἧς παρεχώρησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τὴν παροῦσαν τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔχωμεν εἴσπραξιν ἀξίαν λόγου ἐκ καπνοῦ, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν προτεινόμενον νόμον, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 30 ὁρίζει, ὅτι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς πληρωμὴν τοῦ διδράχμου φόρου ἐντὸς 6 μηνῶν οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου κάτοχοι καπνοῦ, ἐὰν δὲν ἐξαγάγωσιν αὐτόν. Τὴν διάταξιν ταύτην πολὺ ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι θέλει δηλαδὴ ὑποχρεώσει τοὺς κατόχους καπνοῦ ἢ νὰ ἐξαγάγωσιν αὐτὸν ἢ νὰ πληρώσωσι τὸ ποσὸν τῶν δύο δραχμῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς· ἄλλως, νὰ ἴδωσι καταστρεφόμενον τὸ προϊὸν αὐτῶν. Οὕτως ὑπολογίζον τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῄρεσεν ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων προσόδων 1,173,000 δραχμῶν, ὡς δὲ εἶπον ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσῃ 2 καὶ 3,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ παρ’ ἡμῶν προταθέντος; ὁ παρ’ ἡμῶν προταθεὶς Προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε παρ’ ἡμῶν. Παρ’ ἡμῶν ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ Προϋπολογισμὸς, ἠξεύρομεν τί θὰ ἀπέφερεν ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, διότι ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τὰ μηνιαῖα· ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐγνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ αὔξησις ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα καὶ ποῖος ὁ μέσος ὅρος τῆς μηνιαίας προσαυξήσεως. Δύνασθε νὰ λάβητε τὸν μέσον ὅρον τοῦ παρελθόντος ἔτους ὡς κανόνα, προκειμένου περὶ φόρου λειτουργοῦντος πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς τοιούτους μέσους ὅρους, προκειμένου περὶ φόρων, ὧν ἡ πρόσοδος ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα ἀναπτύσσεται. Δέον νὰ λάβητε ὡς μέτρον τὸν μέσον ὅρον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐπιπροσθέτοντες τὸν ὅρον τῆς μηνιαίας προσαυξήσεως. Ὅταν τοῦτο πράξητε, θὰ φθάσητε εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀναγεγραμμένους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἐὰν δὲ ἐψηφίζετο καὶ ὁ νόμος, ὁ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεὶς, καὶ ὅστις ἐξησφάλιζε τὴν ἐποπτείαν τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, τοῦ διατρέφοντος τὴν λαθρεμπορίαν, θὰ εἴχομεν προσθήκην 50% τοὐλάχιστον εἰς τὴν πρόσοδον ταύτην. Τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ εὔλογος εἶναι ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, προκειμένου περὶ ἀκριβοῦς ὑπολογισμοῦ τῶν πιθανῶν ἐσόδων, νὰ μὴ γείνῃ ἐλάττωσις τῶν ἀριθμῶν, τῶν στηριζομένων εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προσεχοῦς παρελθόντος, θεωρουμένων ὡς ἐνδεικνυόντων ἀσφαλέστερον τὴν πιθανὴν πρόσοδον τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπωτέρου παρελθόντος. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς προσόδου τοῦ σιγαροχάρτου σημειοῦται ἐλάττωσις 400,000 δραχμῶν, διότι τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν θεωρεῖται παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὡς ὑπερβολικόν. Τὸ ἀναγραφὲν ποσὸν 1,200,000 δραχ. ἐστηρίχθη καὶ τοῦτο ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς βεβαίας προσαυξήσεως. Εἴχομεν φθάσει εἰς ἀνωτάτην μηνιαίαν πρόσοδον 90,000 δραχμῶν, ἡ δὲ μηνιαία προσαύξησις, ἐξακολουθοῦσα, οὐ μόνον τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐτησίαν πρόσοδον παριστᾷ ὡς πιθανὴν, ἀλλὰ, τοῦ χρόνου προϊόντος, καὶ πολλῷ ἀνωτέραν. Ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἔχουσι διαγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 500 χιλ. δραχμῶν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως δὲν θὰ εἰσπραχθῇ, διότι δὲν ἐψηφίσθη ὁ παρ’ ἡμῶν παρασκευασθεὶς νόμος, ὁ μεταῤῥυθμίζων τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἡμεῖς πρῶτοι ὡμολογήσαμεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐλειτούργει καλῶς, καὶ εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ νόμος, ἐξασφαλίζων τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν· ἀλλὰ γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς παρελθούσης Συνόδου, γνωρίζετε, ὅτι οὔτε ὁ Προϋπολογισμὸς, οὔτε νόμος τις ἠδυνήθη νὰ ψηφισθῇ. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπράξεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ βουλευτικῇ ἐνεργείᾳ· ἂς ἐνθυμηθῇ ὅμως τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἀρκεῖ εἷς βουλευτὴς, ὅπως παρακωλύσῃ καὶ τὴν μεγαλειτέραν πλειονοψηφίαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων της· ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι τρεῖς μόνοι βουλευταὶ κατώρθωσαν διὰ συστηματικῆς παρακωλύσεως, ὅπως ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου μηδένα ψηφίσῃ Νόμον ἡ Βουλὴ, διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν ἀρκεῖ εἷς βουλευτὴς, ἐὰν θέλῃ, νὰ κρατῇ τὸ βῆμα, ὅπως μὴ ἀφίνῃ νὰ γίνῃ τίποτε, καὶ δυστυχῶς ἐγένετο κατάχρησις ἀδικαιολόγητος τοῦ δικαιώματος τούτου κατὰ τὴν περυσινὴν Σύνοδον. Προχθὲς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ θελήσωμεν νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ, ἡμεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς συζητήσεις ἐνδεικτικὰς μόνον· γινώσκοντες δὲ ὅτι δὲν εἴμεθα πλειονοψηφία, δὲν θέλομεν ἔχει ἀξίωσιν, ὅταν εἶχε πέρυσιν ἡ μειονοψηφία, νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Θέλομεν προσπαθήσει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπωφεληθῇ πρὸς Νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ χρόνου τοῦ ὑπολειπομένου μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ παρουσιασθῇ δευτέραν φορὰν τὸ εἰδεχθὲς φαινόμενον τῆς μὴ ψηφίσεως μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου Προϋπολογισμοῦ, ὑποβληθέντος ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ἵνα μὴ κατατριβῇ καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ εἰς μικρολόγους ἐπερωτήσεις, εἰς οὐδὲν ἄλλο τεινούσας ἢ εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν αὐτῆς. Ἐκ τῆς προσόδου τῶν πυρείων διαγράφει τὸ Ὑπουργεῖον 500,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ στηρίζονται ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν πρώτων μηνῶν τῆς ἐφαρμογῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν παρουσιάζουσι τὴν ἀναλογίαν, τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Προκειμένου περὶ πυρείων, περὶ εἴδους, τὸ ὁποῖον ἐν μικρῷ ἔχει ἱκανὴν ἀξίαν, ἦτο εὔκολον νὰ προμηθευθῶσι πολλοὶ διὰ τοὺς πρώτους μῆνας ἐφόδιον· οὐδεμία ἄρα ὡς ἐκ τῆς τέως καταναλώσεως ὑπάρχει ἔνδειξις περὶ τῆς πιθανῆς ἐτησίας προσόδου. Ἐκ τῆς προσόδου τῶν παιγνιοχάρτων ἀφαιρεῖ τὸ Ὑπουργεῖον 300,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο, διότι κατ’ ἀναλογίαν τῶν πρώτων μηνῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου βεβαιοῦται ἐτησία κατανάλωσις 165,000 δεσμίδων, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς στηρίζεται ἐπὶ ἐτησίας καταναλώσεως 250,000 δεσμίδων. Νομίζω, ὅτι ἐὰν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας ἔχωμεν ἀναλογίαν ἐτησίας καταναλώσεως 165,000 δεσμίδων, βεβαίως ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος θέλομεν ἔχει κατανάλωσιν 250,000, διότι ἐντὸς τοῦ ἔτους, ὅτε πᾶσα παρακαταθήκη θέλει ἐκλείψει, βεβαίως θέλει εἶσθαι ἡ πρόσοδος ἀνωτέρα τῆς τῶν πρώτων μηνῶν. Ἐκ τῆς προσόδου τοῦ πετρελαίου ἀφαιρεῖ τὸ Ὑπουργεῖον 300,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἀναλογίας, ὡσανεὶ δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας ὑπάρχει παρακαταθήκη. Ἐκ τῆς προσόδου τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀφαιρεῖ 400,000 δραχμῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ, προκειμένου περὶ ἐπιτηδευμάτων, ἤδη ὅτε εἰσερχόμεθα εἰς τὴν νέαν πενταετίαν, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, ἀφοῦ ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς νέας βεβαιώσεως, καθ’ ἣν ἐγένοντο προσθῆκαι μεγάλου ἀριθμοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θετικοῦ δεδομένου τῆς τελευταίας βεβαιώσεως ἀνεγράψαμεν τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσόν. Ἐὰν ἐστηριζόμεθα ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, βεβαίως ἔπρεπε νὰ διαγράψωμεν τὸ ἐνδεικνύμενον ποσὸν, ἀλλὰ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν νέων πινάκων ἀνεγράψαμεν ἀριθμοὺς ἀνεπιδέκτους ἀμφισβητήσεως. Τοῦτο αὐτὸ καὶ περὶ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, οὗ τὴν πρόσοδον ἐλαττοῖ ἀτόπως τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ 600,000 δραχμῶν. Ἐκ τῶν Τηλεγραφείων διαγράφονται 220,000, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπεκτήθησαν τὰ καλώδια τῆς ἑταιρίας καὶ ὅτι ἐκ τούτου θέλομεν πορισθῆ πρόσθετον πρόσοδον, ὅπως ὑφιστάμεθα καὶ δαπάνην πρόσθετον ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Ἐκ τῶν ἁλυκῶν ἔχομεν ἀφαίρεσιν 827,500 δραχμῶν, συνεπείᾳ τῆς μὴ ψηφίσεως παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ νόμου περὶ συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν. Στερούμενοι τῆς προσόδου ταύτης, διαγράφομεν καὶ τὴν πρόσθετον δαπάνην τῶν 431,000 διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου τούτου, τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἐπίσης καὶ τῶν ἐξόδων. Ἐπίσης καὶ ἐκ τῆς προσόδου τῶν δασῶν διαγράφονται 464,000, αἵτινες δὲν θὰ διεγράφοντο, ἐὰν ἐψηφίζετο ὁ προταθεὶς νόμος. Διεγράφησαν 1,402,000 δραχμῶν, τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποίησε τὸ Ταμεῖον ἐκ τῆς πράξεως πρὸς τραπεζίτας περὶ δανείου μεταλλικοῦ ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ πρᾶξις αὕτη, ὡς ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατέλιπε κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον 1,402,000· τὸ κέρδος τοῦτο κατὰ παρατήρησιν ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου Προϋπολογισμῷ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Ἐὰν τὸ κέρδος τοῦτο ἠδύνατο νὰ μὴ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι ζήτημα λογιστικῆς τάξεως, εἶνε ὅμως πάντως κέρδος πραγματοποιηθὲν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ὁπωσδήποτε ἐν ταῖς προσόδοις τοῦ Δημοσίου. Πλὴν τούτων μεγάλη διαφορὰ ἐκτιμήσεως φαίνεται ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Τὴν πρόσοδον τῶν ἀμέσων φόρων ἐκτιμᾷ τὸ Ὑπουργεῖον πολὺ κατωτέραν ἢ ὅσον ἐκτιμῶμεν ἡμεῖς αὐτὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν ἐλάττωσιν μεγάλου ποσοῦ· ἔχομεν καί τινας αὐξήσεις· ἡ ἐλάττωσις ὅμως εἶναι ἀδικαιολόγητος· διότι, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἀναγράφει τὰ βεβαιούμενα, ὁ ὑποβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀναγράφει ὡς πιθανὰ ἔσοδα τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσπραχθέντα. Ἀναγνώσατε τὰς ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ σημειώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ, ἄρθρου 1 καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πάντες οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐνῷ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον οὕτως ὑπολογίζει τὰ βεβαιωθησόμενα, ἠκούσαμεν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ παριστῶντος, ὅτι θέλουσιν ὑπολειφθῆ αἱ εἰσπράξεις τῶν βεβαιωθησομένων. Ἀλλ’ αἱ διαφοραὶ μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ βεβαιώσεων, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεων τῶν Δημοσίων ἐσόδων, δὲν θὰ ἦνε πλέον ὁποῖαι ἦσαν πρότερον, ἑπομένως αἱ βεβαιώσεις τοῦ παρελθόντος εἶναι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου τὸ μέτρον τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρόντος, οὐδέποτε δὲ, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρησε, δύνανται αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος νὰ ληφθῶσιν ὡς μέτρον τῶν βεβαιώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐξηκολούθουν αἱ εἰσπράξεις ὑπολειπόμεναι τῶν βεβαιώσεων, πάλιν αἱ βεβαιώσεις τοῦ παρελθόντος ὑπαγορεύουσι τοὺς ἐγγραπτέους ἀριθμοὺς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ὅστις εἶναι Προϋπολογισμὸς βεβαιωτέων καὶ οὐχὶ εἰσπρακτέων. Κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ βεβαιωτέα ἔσοδα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἀνώτατον κατὰ νόμον ὅρον τῶν δαπανῶν· ὅπως δὲ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ μένουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις, οὕτω μένουσιν ἀνείσπρακτα ἔσοδα βεβαιωθέντα, ἀντισταθμιζομένων τούτων ὑπ’ ἐκείνων. Οὕτω δικαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περαιτέρω ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἐλάττωσιν πολλῶν ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς ἄλλας ἐλαττώσεις, ὧν ἀπέδειξα τὸ μὴ δεδικαιολογημένον, ἂν διετηρεῖτο ἐν ἰσχύϊ τὸ ἡμέτερον οἰκονομικὸν σύστημα, ἀποτελοῦσι περίπου ἄθροισμα ἐλαττώσεων δέκα περίπου ἑκατομμυρίων, αἵτινες δὲν θὰ ἦσαν πιθαναὶ, ἂν μὴ ἐπήρχετο μεταβολὴ περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Πρὸς τούτοις παρατηρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσι τὰ 3,737,000 δραχμῶν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην του κακῶς ὑπελογίσθησαν παρ’ ἡμῶν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ν’ ἀναγράψωμεν ἔσοδον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν 21,700,000, ὅτε αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντος ἔτους δὲν ὑπῆρξαν οὔτε 20,0000,000, ὑπῆρξαν 19,000,000 καὶ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων, ἐξ ὧν διαγραπτέον τὰ ἐκ τοῦ πετρελαίου. Βεβαίως αἱ εἰσπράξεις τοῦ παρελθόντους ἔτους ὑπῆρξαν μικραὶ, ἀφοῦ αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελευταίου ἑξαμήνου ἐλαττοῦσι κατὰ πολὺ τὴν ὅλην εἴσπραξιν τοῦ ἔτους· τοῦ πρώτου ὅμως ἑξαμήνου ἡ εἴσπραξις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἐγγραφὴν, ἥτις ἐγένετο ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἂν τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἦνε ἐπίσης ἀτυχὲς, ὅπως τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους, βεβαίως πρέπει νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν ἐκ τῶν τελωνείων ποσόν τι, καὶ ἴσως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ὅμως δὲν εἶνε ἐπίσης ἀτυχὲς, ὡς τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαγράψωμεν, θὰ εἶνε πολὺ κατώτερον. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων τοῦ παρόντος ἔτους τῶν πρώτων μηνῶν τί μαρτυροῦσι; τ’ ἀποτελέσματα τῶν πρώτων μηνῶν μαρτυροῦσιν ὅτι, καίτοι οἱ τρεῖς πρῶτοι μῆνες δὲν ὑπῆρξαν προσοδοφόροι, ὁ Ἀπρίλιος ὅμως ἀπήνεγκε πλειότερα τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατ’ Ἀπρίλιον συγκομισθέντων, καὶ τοῦτο μὴ ἐκπιπτομένης τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προσόδου ἐκ τοῦ πετρελαίου· τουτέστι ἐν τῷ τρέχοντι ἔτει καὶ ἄνευ προσόδου ἐκ τοῦ πετρελαίου, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν πρόσοδον ἐκ τοῦ πετρελαίου, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον παρουσιάζεται αὔξησις προσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν κατὰ 50 χιλιάδας δραχμῶν. Δὲν γνωρίζω τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Μαΐου, ἀκούω ὅμως, ὅτι ὑπολείπονται κατά τι τῶν προσόδων τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἴσως κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγόμενον εἰς τὸ πετρέλαιον. Ἂν πράγματι ὅμως ἐβελτιώθη ἡ ἐκ τῆς τελωνιακῆς εἰσαγωγῆς πρόσοδος, τότε τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου σημειούμενον εἶνε πολὺ ἀνώτερον τοῦ πραγματικῶς ἐκπεστέου. Ἐκ τούτων τῶν περὶ ἐσόδων παρατηρήσεών μου, συνάγεται........
§52ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, νομίζω καλὸν νὰ προχωρήσω, ἵνα τελειώσωμεν ἤδη καὶ μὴ ἐπανερχώμεθα.
§54ΤΙΝΕΣ. Πόσην ὥραν θὰ ὁμιλήσητε;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἀκόμη· εἶνε καλλίτερον νὰ τελειώσωμεν τώρα.
§56ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι αὔριον· μὴ ἀπατώμεθα ὅτι ἔχομεν πολλὰς ἡμέρας ἐργασίας ἐνώπιόν μας· γινώσκομεν πάντες, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ ἀναγκάζονται ν’ ἀπέλθωσι μετ’ ὀλίγον. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐπειγόμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι, ἐφαρμοζομένου τοῦ συστήματος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν θὰ εἴχομεν ἐλάττωσιν ἐσόδων 15,000,000, δὲν θὰ εἴχομεν, 10,000,000, δὲν θὰ εἴχομεν ἴσως οὐδὲ 5,000,000 ἐλάττωσιν ἐσόδων, ἀλλὰ δὲν κρατεῖ σήμερον τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν....
§58ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Εἶνε προτιμότερον νὰ ἔλθωμεν μετὰ μεσημβρίαν, κ. Πρόεδρε.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. βουλευτὴς τὸν λόγον του, ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ τὸν τελειώσῃ εἰς τὴν 1 μ. μ. ἀλλὰ θέλομεν ἀπολέσει καὶ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, διότι εἶπε τόσας ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας διὰ ν’ ἀναιρέσωμεν, πρέπει νὰ συνέλθωμεν μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε δύναται νὰ τελειώσῃ καὶ τὸν λόγον του, καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναιρέσωμεν τὰς ἀνακριβείας του.
§60ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ μετὰ μεσημβρίαν;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἰς τὰς 5.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ εἰς τὰς 5. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 12). (Ἐπαναλαμβάνεται περὶ τὴν 6 μ. μ. ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διεκόπην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρωΐας, ἐνῷ ἀνέπτυσσον τὰ τῶν ἐλαττώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ὡς αὐτὰ ἀνεγράφησαν ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου· εἶχον παραστήσει ὅτι αἱ ἐλαττώσεις αὗται, ἂν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἐπεκράτει, δὲν θὰ ἦσαν δεδικαιολογημέναι, διότι τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἂν ἐψηφίζοντο καὶ ἐφηρμόζοντο, ἤθελον ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα πρόσοδον ἐπὶ τῶν φόρων, οἵτινες διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἐψηφίζοντο ἢ ηὐξάνοντο, πρόσοδον ἴσην πρὸς τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγεγραμμένην· μόνον παρετήρησα ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον καὶ πιθανὸν μάλιστα, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, νὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις εἰσπράξεων τελωνιακῶν καὶ αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις ν’ ἀποτελέσῃ τὴν καθαρὰν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἐπίσης, ὡς παρετήρησα, τὸ παρελθὸν βεβαιοῖ, ὅτι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐφαρμοζόμενοι οἱ Προϋπολογισμοὶ, ἄφιναν ἀδιαθέτους πιστώσεις, αἵτινες κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ 1884, ἀνῆλθον εἰς 8 περίπου ἑκατομ. Ἂν ἄρα τοιαύτας ἀδιαθέτους πιστώσεις ἀφήσῃ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, πᾶσα ἐλάττωσις, προελευσομένη τυχὸν ἐκ τῆς ἥσσονος εἰσπράξεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἤθελεν ἀντισταθμισθῆ καὶ ἠθέλομεν ἔχει ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1885. Τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ τοῦ 1885, ὅπερ θὰ ἐξησφάλιζεν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἄρα ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποχρῶσα ἐξασφάλισις ὁμαλοῦ ἰσοζυγίου ἐν τοῖς σταθεροῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, ἀφοῦ, ὡς παρετήρησα, πολλαὶ δαπάναι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ὡς ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης θέλει ἀναγραφῆ, ὅταν ἐπέλθῃ πλήρης ἡ ἐφορμογὴ τῶν νόμων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς δαπάνας ταύτας; Οὕτω π. χ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομεν ἐγγεγραμμένας ἐν μὲν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν Βουλὴν, πιστώσεις 18,485,000, ἐν δὲ τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ κυρωθέντι διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 20 Φεβρουαρίου, πιστώσεις 17,536,000. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις αὗται, καί τοι ἐπαρκεῖς πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1885, δὲν θὰ ὦσιν ἐπαρκεῖς πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν στρατιωτικῶν νόμων κατὰ τὸ 1886, τοῦτο δὲ, διότι τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων βεβαιοῖ, ὅτι κατὰ τὸ 1886 ἔχομεν στρατευσίμους κατὰ 3 χιλιάδας ἐπὶ πλέον τῶν στρατευσίμων τοῦ 1885. Προσέτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς συνετάχθη διὰ τὸ ἔτος 1885, δὲν περιλαμβάνονται πιστώσεις ἐπὶ τῷ κανονικῷ ὄρῳ διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ· δὲν περιλαμβάνονται πιστώσεις διὰ τὰ πολεμεφόδια, τῶν ὁποίων ἡ ἐτησία προμήθεια πρέπει ν’ ἀναγράφηται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς· δὲν ὑπάρχουσι πιστώσεις ἀποχρῶσαι διὰ τὴν ἱππωνείαν. Ταῦτα πάντα δὲν ἀνεγράφησαν κατὰ τὸ 1885, διότι ὑπῆρχεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἱματισμὸς, ὑπῆρχον καὶ πολεμεφόδια, καί τοι δὲ θὰ ἦτο προτιμότερον ἂν ἀνεπληροῦτο καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος καταναλωθῆ, λόγῳ ὅμως οἰκονομίας, ἀφοῦ ὑπῆρχε τὸ ἀναγκαῖον ἐφόδιον, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναγράψωμεν τὸ ποσόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη· πρέπει ἄρα νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀργανισμὸς στρατιωτικὸς, οἷος ὁ παρ’ ἡμῖν νῦν κείμενος, δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὑπὸ Προϋπολογισμοῦ 17,500,000, ὡς ὁ νῦν ἐφαρμοζόμενος· δέον νὰ προστεθῶσι καὶ 2 καὶ 3, καὶ 4 ἑκατομμύρια ἴσως, ἵνα οἱ νόμοι οἱ κείμενοι ἐφαρμόζωνται. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ψηφίζομεν Προϋπολογισμὸν· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι, ψηφίζοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, λαμβάνομεν ἀποφάσεις περὶ τῆς Νομοθεσίας, ἐξ ἧς οὗτος ἀποῤῥέει· διότι, ἂν θεωρῶμεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 20 ἢ 21 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει φθάσει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νῦν κειμένων παρ’ ἡμῖν στρατιωτικῶν νόμων, εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ ἀνώτερον τοῦ ὅρου, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου ἐπισταμένως. Καὶ ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἀνώτερος τοῦ κανονικοῦ, εἶναι ἀνώτερος τῆς ἀναλογίας τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ αὐτῶν τῶν μεγάλων ἔτι Ἐπικρατειῶν, πολλῷ μᾶλλον τῶν μικρῶν Ἐπικρατειῶν· ἀλλὰ, τοιαύτην ἔχων γνώμην, ἐπίσης θεωρῶ, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ὀργανισμὸς εἶναι ἀναπόφευκτος, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν μὴ μεταβάλωμεν ῥιζικῶς ἰδέαν, εἶπον δὲ κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν διὰ ποίους λόγους φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν ῥιζικῶς ἰδέας ὡς πρὸς τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς Χώρας. Ἔχοντες ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δεήσῃ νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσιν. Ἂν κατὰ τὸ 1885 ἡ φορολογικὴ Νομοθεσία, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουσι τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ἐπαρκὴς, ἐξεταστέον ἂν αὕτη δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ἐπαρκὴς καὶ διὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη. Αἱ ἀμφιβολίαι ἐγείρονται ἰδίως ἂν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ κατὰ τὰ παρελθόντα ὑπάρξασα μικρὰ παραγωγὴ ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, δεκτῆς γενομένης τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠσπάζετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τουτέστι ψηφιζομένων τῶν παρὰ ταύτης προταθέντων φορολογικῶν μέτρων καὶ ἐφαρμοζομένης ἐπιμελῶς τῆς ἄλλης κειμένης φορολογικῆς Νομοθεσίας, ἡ βαθμιαία ἀνάπτυξις τῆς ἐκ τῆς Νομοθεσίας ταύτης προσόδου ἀπεδείχθη ἐπαρκὴς, ἵνα παρακολουθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δαπανῶν καὶ παράσχῃ ἔσοδα ἱκανὰ πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων, ἅτινα ἐπάγονται οἱ κείμενοι νόμοι ἐν τῇ οἰκονομικωτέρᾳ αὐτῶν ἐφαρμογῇ. Νομίζω ἄρα, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου, δεόντως ἐφαρμοζομένου, οὐ μόνον εἰς τὸ παρὸν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε θεωρήσει ἀναγκαίους καὶ εἶχε συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἦσαν ὁ Νόμος περὶ προσθήκης τελῶν χαρτοσήμου, ὁ νόμος περὶ προσθήκης τελῶν δασικῶν, ὁ νόμος περὶ βελτιώσεως τῶν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐπιτηρήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ νόμος περὶ βελτιώσεως τῶν κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ὁ νόμος περὶ βελτιώσεως τῶν κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων. Πάντα ταῦτα, ἐὰν ἐψηφίζοντο καὶ δεόντως μετὰ τῶν προεψηφισμένων φορολογικῶν Νόμων ἐφηρμόζοντο, νομίζομεν, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου κατὰ τὸ 1885· ἐὰν δὲ εἴχομεν ὁμαλὸν οἰκονομικῶς τὸ ἑπόμενον ἔτος 1886, καὶ διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐπίσης ἤθελον ταῦτα ἐπαρκέσει, διότι τὸ παρελθὸν πείθει, ὅτι ἐν ὁμαλαῖς οἰκονομικαῖς περιστάσεσιν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι προσαύξησις προσόδου τῶν φόρων τῶν ὑφισταμένων ἄνευ αὐξήσεως τοῦ ὅρου αὐτῶν, ἀνωτέρα τῆς ἐκ τῶν αὐτῶν φόρων ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις παρατηρουμένης αὐξήσεως, καὶ τοῦτο, διότι ἡ χώρα ἡμῶν δὲν ἔλαθεν ἔτι πλήρη αὐτῆς τὴν ἀνάπτυξιν, καὶ διότι, σπεύδουσα πρὸς τὸ κοινὸν μέτρον τῆς ἀναπτύξεως τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐποχῆς, προβαίνει γοργοτέρῳ βήματι ἢ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ ὅριον τοῦτο. Ὅ,τι ἄρα θ’ ἀπῃτεῖτο μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν ἐκείνων Νόμων καὶ τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων ἤδη φορολογικῶν Νόμων, θὰ ἦτο περιστολὴ τῶν δαπανῶν, ὅπως μὴ παρακολουθῇ ἡ αὔξησις αὐτῶν τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων, καὶ ἑπομένως ἐπιτευχθῇ ὁ καταλογισμὸς εἰς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς προσαυξήσεως τῶν φόρων. Αὕτη ἡ προσαύξησις τῶν φόρων, ὑποβοηθουμένη καὶ ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνητικῆς, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἵνα ὑποβοηθήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοῦτο πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅπως φέρῃ τέλος τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν παράλληλον τῶν ἄλλων Κρατῶν ὡς πρὸς τὰ τῆς συγκοινωνίας· πρέπει τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων, προτεθὲν ἤδη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, νὰ φθάσῃ εἰς τὴν πλήρη λύσιν αὐτοῦ· πρέπει τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας νὰ λυθῇ ὁλοσχερῶς, ἡ δ’ ἐπιβάρυνσις, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστῆ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ συμπλέγματος τῆς ὁδοποιΐας καὶ διὰ τὰς ἐγγυήσεις τῶν σιδηροδρόμων, θέλει καλυφθῇ ὑπὸ τῆς μείζονος προσόδου, τὴν ὁποίαν θέλουσιν ἀποδώσει οἱ κείμενοι φόροι. Προσέτι πρέπει αἱ Κυβερνήσεις νὰ δώσωσι προσοχὴν ὅσον ἔνεστι πλείονα εἰς τὰ τῶν ἐμπορικῶν ἡμῶν σχέσεων πρὸς τὰς ξένας Ἐπικρατείας· πρέπει νὰ γίνῃ προσπάθεια, ὅπως μετὰ πασῶν τῶν Ἐπικρατειῶν συνδεθῶμεν δι’ ἐμπορικῶν συμβάσεων, αἵτινες νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ὅσον ἔνεστι, ἐλευθερωτέραν εἰσαγωγὴν τῶν προϊόντων ἡμῶν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, καὶ ἰδίως τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος. Τοιαῦται συμβάσεις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συνήφθησαν δύω, σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου, ἥτις ἤνοιξε τὰς πύλας αὐτῆς εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς καπνοὺς, σύμβασις μετὰ τῆς Γερμανίας, ἥτις διηυκόλυνε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς σταφίδος ἐκεῖ. Εἶχον παρασκευασθῆ συμβάσεις καὶ μετὰ τῆς Αὐστρίας καὶ μετὰ τῆς Γαλλίας, παρεσκευάζοντο δὲ καὶ ἄλλαι, ὅπως ἡ σταφὶς εἰσέρχηται ἐπὶ βελτίοσιν ὅροις ἐν ταῖς ξέναις Ἐπικρατείαις. Ἰδίως δὲ συντελεστικὰ πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν τῶν συμβάσεων ἐκείνων ἀπεδείχθησαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰ τοῦ Δασμολογίου. Τὸ Δασμολόγιον, ὅπως διεῤῥυθμίσθη, κατέστησεν ἐπιθυμητὴν παρὰ τοῖς ξένοις Κράτεσι τὴν διαπραγμάτευσιν μεθ’ ἡμῶν, ὅπως μεταῤῥυθμίσωμεν ἡμεῖς τὸ Δασμολόγιον χάριν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν προϊόντων αὐτῶν, παρεχόντων τῶν Κρατῶν ἐκείνων ὡς ἀντάλλαγμα τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν ἰδίων αὐτῶν Δασμολογίων ὑπὲρ τῆς σταφίδος καὶ ἄλλων Ἑλληνικῶν προϊόντων· εἰς τοῦτο σήμερον πρέπει νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὰ τοῦ Δασμολογίου. Ποιοῦμαι δὲ τούτου μνείαν, διότι ἐγένετο λόγος περὶ Δασμολογίου ὡς περὶ θεσμοῦ, ὅστις δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἀσχέτως πρὸς ἐμπορικὰς συμβάσεις, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ οὐδεμία ἐλάττωσις τέλους ἐκ τῶν ἐν τῷ Δασμολογίῳ ἀναγεγραμμένων πρέπει νὰ γένηται, εἰμὴ μόνον ἀφοῦ διὰ τοῦ Δασμολογίου ἀποκτήσωμεν παρὰ τῶν ξένων Ἐπικρατειῶν πάσας τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ ἀπεκδεχώμεθα. Μόνον πρὸς ἐπιβάρυνσιν δυνάμεθα νὰ μεταῤῥυθμίζωμεν τὸ Δασμολόγιον, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑποβοηθουμένη, ὡς εἶπον, καὶ ἐκ τῶν μέτρων τούτων, θὰ ἀποκαθίστα τὸ ἰσοζύγιον. Καὶ οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξησφάλιζεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ταμιακὴν κατάστασιν θὰ καθίστα τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ παρέχῃ δυσχερείας εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐῤῥέθη, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας ὡς ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων κατὰ τὴν λῆξιν τῶν διοριῶν θὰ εἶνε μεγάλαι· ἀλλ’ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται καλύπτονται ὑπὸ τῶν διδομένων εἰς ἐνέχυρον ἀπέναντι αὐτῶν ὁμολογιῶν, ὧν ἡ ἀξία κατὰ πολὺ ὑπερτερεῖ τὸ ὀφειλόμενον ποσόν. Ἄν ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους, οὐ μόνον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ἦνε κακὴ, θὰ ὑπάρξωσι δυσχέρειαι περὶ τὴν ἀνανέωσιν τῶν δανείων ἐκείνων, ἀλλὰ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦναι ἀνυπέρβλητοι. Ἂν ὅμως, ὡς ἐλπίζω, ἡ κατάστασις τῆς χώρας καταστῇ ὁμαλή, δὲν θέλει παραστῆ δυσκολία πρὸς κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῶν προσωρινῶν δανείων. Πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὀλίγῳ πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ πρὸ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, αἵτινες περιήγαγον τὴν Ῥωσσίαν εἰς διενέξεις πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου διετάραξαν τὰς ἐμπορικὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, εἶχεν ἐπιληφθῆ ἡ Κυβέρνησις διαπραγματεύσεων πρὸς ὁριστικὴν τοποθέτησιν τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 342 καὶ ½, τουτέστιν ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ὁριστικῆς συμφωνίας κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, καὶ τοῦτο μετὰ δικαιώματος ἐξωνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι, ἂν καὶ πάλιν τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν ἀποκαταστῶσιν εἰς τὸ σημεῖον, ἐν ᾧ ὑπῆρχον, καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ διαπραγματεύσεις αὗται διεξήγοντο, θὰ εἶνε πάλιν δυνατὸν ἐπὶ τοιούτοις ὅροις νὰ κλεισθῇ συμφωνία περὶ τοποθετήσεως τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων. Τὰ δὲ τῶν ὁμολογιῶν δὲν ἔχουσιν ὡς παρεστάθησαν εἰς τὴν Βουλήν, διότι παρεστάθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου δὲν δύναται ἡ Ἐπικράτεια νὰ ὑπολογίζῃ πρόσοδον ἐν τῷ μέλλοντι εἰμὴ ἐκ 14 χιλ. ὁμολογιῶν· ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος παρορᾷ, ὅτι τὰ ἐπὶ ἐνεχύρῳ δοθέντα ποσὰ εἶναι πολλῷ ἀνώτερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καλύψωσιν, ὅτι ἂν ὑπολογίσωμεν τὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ δοθείσας ὁμολογίας ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῶν 342½, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ κατώτατος τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων, θὰ ἔχωμεν οὐχὶ 14 χιλ. ὁμολογίας, ἀλλὰ 72,303 ὁμολογίας διαθεσίμους, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν ἀνέρχεται εἰς 24,775,000 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διαθέσιμον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει καλύψει τὸ Ταμεῖον τὰ ἐνδεχόμενα ἐλλείμματα τοῦ μέλλοντος καὶ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος ὅσα δὲν ἐκαλύφθησαν ὑπὸ τῶν προσωρινῶν δανείων. Εἶχεν ἐρωτήσει κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις αἱ κληροδοτηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ παρελθόντος εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ποῖα ὑπῆρξαν τὰ χρηματικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν εἶχε κληροδοτήσει εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν πρὸς ἀπάντησιν τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων. Ἄν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἦτο μέλος τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ αὐτὴ ἐρώτησις, ἡ ὁποία εὐλόγως ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ χθὲς, εἶχε γείνει καὶ τότε, ἐδόθη δὲ τότε ἀπάντησις μετὰ τῶν καταστάσεων, ἐξ ὧν ἐξάγεται ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1882 ἐδαπάνησεν ἀπέναντι τῆς χρήσεως τοῦ 1881 καὶ ἐκ χρημάτων μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ποσὸν 21 ἑκατομμυρίων καὶ ἑκατοστύων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὅτι δὲ καὶ παρέλαβε περίπου ἴσον ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, κατατεθειμένον εἰς διαφόρους Τραπέζας. Ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1882 δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ Ταμεῖον ἐν καταστάσει ἰσοζυγίου, τὰ δὲ ἐλλείμματα ἀπὸ τοῦ 1882 ἀπῄτουν δάνεια ὅπως καλυφθῶσι, διότι τὰ πρὸ αὐτῶν εἶχον καλυφθῆ διὰ τῆς τοιαύτης γενομένης δαπάνης ἐκ τῶν προσόδων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, εἰς τοὺς ὁποίους θέλομεν προβῆ, ὅπως ἀνεύρωμεν ὁποῖον μέρος ἐκ τῶν 24 ἑκατομμυρίων τῶν διαθεσίμων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπεῤῥοφημένον ἤδη ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἀπὸ τοῦ 1882, καὶ ποῖον ποσὸν μένει διαθέσιμον, εἴτε πρὸς κάλυψιν ἐνδεχομένων ἐλλειμμάτων τοῦ μέλλοντος, εἴτε πρὸς ἄλλους σκοπούς. Τοιαύτη ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ ὡς πρός τε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὰ Ταμειακὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἤδη ἐξεταστέον ὁποία ἡ κατάστασις κατὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας χθὲς ἠκούσαμεν ἀναπτυσσομένας ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Χθὲς ἠκούσαμεν ἀναπτυσσόμενον παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὅτι αὕτη, μὴ ἀποδεχομένη τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, μὴ θεωροῦσα λυσιτελῆ τὴν ψήφισιν τῶν Νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν, τὰ ὁποῖα εὗρεν ὑποβεβλημένα, θεωροῦσα ἑαυτὴν ὑπόχρεων νὰ καταργήσῃ ἢ τροποποιήσῃ τὰ ἤδη ψηφισθέντα, δὲν δύναται νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ ἰσοζυγίου, ὑπολογίζει δὲ τὸ ἔλλειμμα εἰς 11,000,000 καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ἐνῷ δὲ τοιαύτην ἀναγνωρίζει κατάστασιν, τίνα λαμβάνει μέτρα ἀπέναντι αὐτῆς; Ἀπηρίθμησε χθὲς ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα θέλει προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Εἶπεν, ὅτι θέλει προτείνει, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς, τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ νόμου καταργοῦντος τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ διὰ νόμου ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνεται ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ἵνα ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου. Ἐὰν ὅμως ἐκπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν, τὴν παρεχομένην ὑπὸ τοῦ Νομοσχεδίου, θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν 1,200,000, ἴσως δὲ καὶ 1,300,000. Ἐπειδὴ δ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀναγράφει ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου πρόσοδον 800,000 δραχμῶν, πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν ὑπολογισμῷ περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ἀνεγνωρισμένον ἔλλειμμα τῶν 11,000,000. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων ἡ αὐτὴ διάταξις περιλαμβάνεται, διὰ τὸν αὐτὸν ἴσως σκοπὸν τῆς μὴ καταργήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπέλθῃ κατάργησις, ἐπίσης θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι ἔλλειμμα προστεθησόμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀνεγνωρισμένον. Περὶ πετρελαίου εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι σκέπτεται ἤδη ἡ Κυβέρνησις, διότι, καί τοι ἀναγνωρίζει πάντοτε ὅ,τι διεκήρυξεν, ἤτοι ὅτι τὰ μονοπώλια εἶναι ἀποκρουστέα, ὡς παρεμποδίζοντα τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν, περὶ πετρελαίου ὅμως ἤρχισε νὰ ἀμφιβάλλῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλευθέρα ἐμπορία, παρεμποδιζομένη ὑπὸ τοῦ μονοπωλίου, διότι ἐπληροφορήθη ἤδη, ὅτι ἐγίνοντο πολλαὶ λαθρεμπορίαι ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἐμπορία δὲ ἠδύνατο ἐλευθέρως νὰ λειτουργήσῃ. Ὅτε ἐν Καλάμαις, ὅτε ἐν Τριπόλει ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέπτυσσε τὸ Πρόγραμμα αὐτοῦ, ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι θὰ καταργηθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου, διότι τὸ μονοπώλιον παρεμποδίζει τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν τοῦ εἴδους τούτου. Ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠγνόει τότε, ὅτι ἐγίνοντο λαθρεμπόρια ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, καίτοι διατελέσας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1879! Μὴ ἄρα ἀνεπτύχθη ἡ λαθρεμπορία τοῦ πετρελαίου μετὰ τὸ 1879, καὶ ἠγνόει τοῦτο ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μὴ δυνάμενος νὰ λάβῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας παρὰ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον δὲν διετέλει φιλικῶς πρὸς αὐτόν; Ὅτε αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1879, ποία ἦτο ἡ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ πετρελαίου πρόσοδος τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου λαθρεμπορίας; Ἐνῷ κατὰ τὸ 1884, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰσέπραξε τὸ Δημόσιον ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ πετρελαίου 1,350,000 δραχμῶν, τί εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον κατὰ τὸ 1879; Ἐνῷ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος εἰσεπράχθησαν 1,350,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ 1879 εἰσεπράχθησαν 500,000 δραχμαί. Ἡ μεγάλη ἐπιμέλεια, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀφιερώσει εἰς τὰ τῶν Τελωνείων, ἐπήνεγκε τὴν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μεγίστην αὔξησιν προσόδου ἐκ τοῦ πετρελαίου, δι’ ἀναλόγου περιορισμοῦ τῆς λαθρεμπορίας. Ἐὰν παρατηρήσωμεν τοὺς δημοσιευθέντας πίνακας περὶ εἰσαγωγῆς πετρελαίου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὴν Ἐξουσίαν, παραβάλλοντες αὐτὴν πρὸς τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος, εὑρίσκομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1881 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος ἀποτίσασαι τέλος 1,893,000 ὀκάδες πετρελαίου, κατὰ τὸ ἔτος 1883, 2,793,000 ὀκάδες, κατὰ δὲ τὸ 1884 ὑπὲρ τὰ 3 ἑκατομμύρια. Ἐπὶ τοσοῦτον εἶχεν ἐπιτευχθῆ ὁ περιορισμὸς τῆς λαθρεμπορίας. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑπεσχέθη πρὸ μικροῦ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι θέλει καταργήσει τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου ὡς παρεμποδίζον τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν, σήμερον λέγει, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ, διότι ἡ λαθρεμπορία τοῦ εἴδους τούτου εἶχε λάβει τοσαύτην ἐπίτασιν, ὥστε δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἑπομένως θὰ καθίστα ἴσως ἐξαιρετέον τὸ πετρέλαιον ἀπὸ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ἣν πρεσβεύει περὶ τῶν μονοπωλίων, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέα. Ὁπωσδήποτε εὐάρεστον εἶναι, ὅτι μετέβαλε γνώμην περὶ τούτου καὶ ἠθέτησε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Προγράμματός του, διάταξιν βλαβερὰν, ὡς ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀθετήσει τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων, μὴ ποιούμενος χρῆσιν τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πλὴν τῶν μονοπωλίων, περὶ ὧν δὲν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει προβῆ εἰς τὴν κατάργησιν τὸ Ὑπουργεῖον, ἔχομεν ἑτέρους φόρους, ὧν προτείνει ῥητῶς τὴν κατάργησιν· ἔχομεν τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τούτου, ἡμεῖς δὲ τότε, ὄντες ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀπηντήσαμεν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τούτου, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν ἀνάλογον περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτι εἰς τὸν φόρον τοῦτον, ὡς ὑφιστάμενον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἦτο συνειθισμένος ὁ λαός· ὅτι δύναται νὰ ἦναι βαρύτερος τοῦ δέοντος, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ σκέψις, εἰμὴ μόνον, ὅταν ἀποκτήσωμεν περισσεύματα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δι’ ὧν νὰ καλύψωμεν τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως προελευσομένην. Ἤδη ἠκούσαμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναπτύξαντος τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρεῖ ἐξαιρετικῶς συμφέρον εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου. Εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου θέλει βελτιωθῆ ἡ ποιότης τοῦ ἐλαίου. Ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου θέλει δώσει ὤθησιν εἰς τὴν φυτείαν τῶν ἐλαιῶν, θὰ ἦτο ἡ σκέψις καταληπτὴ, ἀλλὰ κατὰ τὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἐλαιοποιΐας, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἀπῃτεῖτό τις δικαιολογία τῶν ἀδικαιολογήτων, καὶ ἐδόθη αὕτη, ὅπως ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅ,τι δήποτε ἄλλο. Πλὴν τῶν Νομοθετημάτων τούτων ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις χθὲς, ὅτι θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, διότι ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὶν ἢ συνέλθωσιν εἰς συνεδριάσεις κατηρτισμένης Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι αἱ πιθανότητες τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἐλάχισται, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιληφθῶ ἤδη τῆς ἐξετάσεως τῶν κατ’ αὐτό· περὶ τούτων θέλομεν συζητήσει ἐν ἐκτάσει, ὅταν προταθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἤδη ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον τῆς προσόδου, ὅτι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου αἱ πρόσοδοι θέλουσι περιορισθῆ σπουδαίως. Αἱ κατὰ τὸν κείμενον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ εἰσπράξεις εἶναι γνωσταὶ, μαρτυροῦσαι, ὅτι τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον ἔσοδον εἶναι πραγματικόν· ἀλλὰ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον οὐ μόνον μειοῖ τὸν φορολογικὸν ὅρον, οὐ μόνον καθιεροῖ σύστημα βεβαιώσεως, ἀποδειχθὲν παρ’ ἡμῖν ἐκ μακρᾶς πείρας ἀτελεσφόρητον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ βεβαιωθέντος φόρου τὴν εἴσπραξιν καθιστᾷ προβληματικὴν, τοὐλάχιστον ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ, ἀφοῦ παρέχει δύο ἐτῶν διορίαν εἰς ἀπότισιν τοῦ φόρου. Πῶς δικαιολογεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου εἰς δύο δραχμὰς ἀντὶ τῶν τριῶν δραχ. καὶ τῶν κατὰ μέσον ὅρον προσθετέων 35 λεπτῶν διὰ τέλος ταινιῶν, ἅτινα σήμερον ἀποτίσει ὁ καπνός; Ἡ πρώτη δοθεῖσα δικαιολογία εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν διαφεύγει τὴν εἴσπραξιν ποσὸν ἴσον κατὰ τὸν προτεινόμενον τοῦτον νόμον, τοῦ διαφεύγοντος αὐτὴν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ἡ γενικὴ γνώμη τῶν γινωσκόντων τὰ τοῦ καπνοῦ εἶναι, ὅτι θὰ διαφύγῃ ποσὸν πολὺ ἀνώτερον· ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου θέλουν ἀποδειχθῆ, ὅταν ἐν λεπτομερείᾳ ἐξετασθῇ ὁ προτεινόμενος νόμος, καὶ ὅταν παραβληθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ πρὸς κειμένους ἄλλοτε παρ’ ἡμῖν, νῦν δ’ ἔτι ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει νόμους, περιέχοντας διατάξεις περὶ δηλώσεων καὶ ἐγγυήσεων καὶ περὶ δικαιωμάτων ἐξελέγξεως καὶ ἐπιτηρήσεως καὶ καταδιώξεως, παρεχομένων εἰς ὑπαλλήλους, εἴτε προϋπάρχοντας, εἴτε εἰδικῶς πρὸς τοῦτο διοριζομένους, καὶ ὧν ἡ ἐνέργεια ἀπεδείχθη καταλήγουσα εἰς ἀπηνῆ φορολογίαν τοῦ λαοῦ, οὐχὶ πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ σμήνους τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀποκτώντων ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα ἐνεργείας. Ἑτέρα δοθεῖσα δικαιολογία τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φορολογικοῦ ὅρου εἶναι, ὅτι ἡ κατὰ τὸν κείμενον νόμον πρόσοδος ἐπιβαρύνεται δι’ ὑπερόγκων δαπανῶν εἰσπράξεως, αἱ δὲ διὰ τοῦ προτεινομένου νόμου εἰσπράξεις δὲν ἐπάγονται δαπάνας ἀξίας λόγου. Ἐὰν τῳόντι ἔχῃ ὁ κείμενος νόμος πλεονέκτημά τι, εἶναι κυρίως τοῦτο, ὅτι ἡ πρόσοδος σχεδὸν δὲν ἐπιβαρύνεται δι’ ἐξόδων εἰσπράξεως, ὅτι τὸ τέλος τῶν 50 λεπτῶν, τὸ ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ καὶ ὅπερ δὲν ἀποτελεῖ φορολογίαν, ἀφοῦ ἡ ἐλευθέρα βιομηχανία ἐπληρόνετο διὰ τὴν κοπὴν πλείονα, ἀπαλλάσσει τὸ Δημόσιον τῆς ἀνάγκης περαιτέρω φροντίδος καὶ δαπάνης διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, πραγματοποιουμένου συνάμα μετὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ τέλους τῆς κοπῆς διὰ τῶν αὐτῶν ὀργάνων καὶ διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως. Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν, εὑρίσκετε ἐν τοῖς ἐξόδοις ἀναγεγραμμένον ποσὸν διὰ τὴν κοπὴν τοῦ τιθεμένου εἰς κατανάλωσιν καπνοῦ 890,000 δραχμῶν, εὑρίσκετε δὲ εἴσπραξιν ἀπέναντι τοῦ τέλους τῶν 50 λεπτῶν 675 χιλιάδων δραχμῶν· ἡ διαφορὰ ἄρα, ἡ ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἶναι μικρά· ἀλλὰ καθίσταται πολλῷ μικροτέρα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καθ’ ἣν τὰ ἀναγεγραμμένα ποσὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν δαπανῶνται ὁλόκληρα. Ἀφαιρουμένης τῆς κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἀδιαθέτου πιστώσεως, ὑπολείπεται ὡς δαπάνη εἰσπράξεως κατὰ τὸν κείμενον νόμον ποσὸν μικρότερον καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον περιέστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπιβαρύνον τὴν εἴσπραξιν κατὰ τὸν νέον νόμον, καὶ ὅπερ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀποδείξω ἐν καιρῷ, ὅτι ἔσται πολλαπλάσιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς παραβάλλων τὸ νομοσχέδιον τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποβαλλόμενον πρὸς τὸν νόμον τὸν κείμενον, εἶπεν, ὅτι κατὰ τοῦτον τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου εἰσὶν ὑπέρογκα, εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του προσήγαγε τὸ ποσὸν τῆς ἀρχικῶς αἰτηθείσης πιστώσεως, παραστήσας ὡς ἀκρωτηριασμὸν τοῦ νόμου τὸν κατόπιν γενόμενον περιορισμὸν τῆς πιστώσεως ταύτης. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον τὰ ἔξοδα παρακολουθοῦσι κατὰ πόδας τήν πρόσοδον. Ἀνεγράφη ἀρχικῶς πίστωσις μεγάλη ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ μεγάλης προσόδου, ἐκ τῆς πιστώσεως δ’ ἐδαπανήθησαν μόνον τ’ ἀντίστοιχα πρὸς τὴν πραγματοποιηθεῖσαν ἐλάσσονα εἴσπραξιν, ἐπίσης δὲ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀνεγράφη ἐλάσσων πίστωσις ἀναλόγως πρὸς τὴν ἀναγραφεῖσαν ἐλάσσονα πρόσοδον· τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀκρωτηριασμὸν τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Συγχρόνως δὲ ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς χθὲς, ὅτι θέλει ὑποβάλει καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν καπνοῦ. Πρὸς τίνα δὲ σκοπὸν θέλει ἐλαττώσει τὸ τέλος τοῦτο; Ἐὰν προτείνηται ἡ ἐλάττωσις τοῦ τέλους ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀνωτέρας εἰσπράξεως, θέλομεν παραβλάψει τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν καὶ μάλιστα ἐπὶ εἴδους, ὑπὲρ οὗ ἡ προστασία ἐπιτρέπεται πάντως. Ἐὰν ὅμως προτείνηται, διότι ὑποτίθεται ὅτι καὶ σήμερον εἰσάγεται ὁ ξενικὸς καπνὸς, ἀλλὰ λαθραίως, ἡ ὑπόθεσις εἶναι πεπλανημένη, διότι εἰσάγεται λαθραίως μόνον τουμπεκὶ, τὸ ὁποῖον δὲν συναγωνίζεται πρὸς τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Καπνοὶ πολύτιμοι λεπτοφυεῖς δὲν εἰσάγονται ἐν ποσότητι σπουδαίᾳ λαθραίως· τοιαῦτα εἴδη δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἀβλαβῶς τὴν δοκιμασίαν, εἰς ἣν ἐκτίθενται τὰ λαθραίως εἰσαγόμενα. Βεβαίως δύναται νὰ γίνῃ μικροῦ ποσοῦ λαθραία εἰσαγωγὴ, ἡ δὲ ὑπηρεσία μαρτυρεῖ, ὅτι σπουδαία λαθρεμπορία ξενικοῦ καπνοῦ δὲν γίνεται· μόνον δὲ τοῦ τουμπεκίου ἡ λαθρεμπορία εἶναι συστηματικῶς ὀργανωμένη. Ἡ μικρὰ ὠφέλεια, ἣν θέλει ἀρυσθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ ἠλαττωμένου τέλους ἐπὶ μείζονος εἰσαγωγῆς ξενικοῦ καπνοῦ, δὲν ἀντισταθμίζει τὴν μεγάλην ζημίαν, ἣν θέλει ὑποστῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ πρὸς τὸν ξενικὸν καπνόν. Ἐλπίζω εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θέλει ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποβολὴν ἑτέρου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, καθὰ καὶ αὐτὸς ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ, δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ἰδίως ἔδει νὰ ἐπιβαρύνῃ ὁ φόρος οὗτος, ὅτι ἀγνοεῖ διὰ τίνα λόγον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀφῆκε τὰ οἰνοφόρα τμήματα τοῦ Κράτους σχεδὸν ἀφορολόγητα, περιορισθεῖσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐν μόναις ταῖς Ἀθήναις καὶ τῷ Πειραιεῖ, ἐπὶ τῇ γενομένῃ δὲ διαμαρτυρίᾳ ἀντιπροσώπου ἑτέρας μεγαλοπόλεως ἀνεγνώρισεν, ὅτι καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ πόλει ἐφαρμόζεται ὁ νόμος. Καὶ βεβαίως ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶνε φορολογία ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ὅτι θὰ εὕρῃ αὐτὴν ἐφαρμοζομένην ἐν τῷ τόπῳ τῆς παραγωγῆς, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φθάσῃ εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα. Ὅταν ζητῇ παρὰ τῷ παραγωγῷ τὰς ἀποδείξεις τῆς ἀποτίσεως φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν καταναλωτὴν καὶ ἰδίως εἰς τὸν τῶν μεγάλων πόλεων, ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ εὕρῃ ἴχνη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος περιλαμβάνει κλίμακα τῶν πόλεων κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν· τοσοῦτον δὲ κατώτερος εἶναι ὁ φορολογικὸς ὅρος, ὅσῳ κατερχόμεθα χαμηλότερον ἐν τῇ κλίμακι τοῦ πληθυσμοῦ· ἀρχόμενος ὁ φορολογικὸς ὅρος ἀπὸ 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν κατέρχεται ἐν τῇ κλίμακι μέχρι σημείου ἀναξίου προσοχῆς. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, τὸ ἀνάξιον προσοχῆς, ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὸν φόρον ἀκμάζοντα, καὶ ἵνα ἀκμάζῃ ὁ φόρος ἐν τοῖς οἰνοφόροις τμήμασι τῆς Χώρας, προτείνει ἵνα μετατεθῇ ὁ φόρος ἀπὸ τῆς καταναλώσεως ἐν ταῖς πόλεσιν εἰς τὴν ἐν τοῖς ἀγροῖς παραγωγήν. Ταύτην δὲ τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἐπὶ τὴν παραγωγὴν μεταπτώσεως τοῦ φόρου βλέπομεν ὑπαγορεύσασαν καὶ τὸ περὶ καπνοῦ νομοσχέδιον. Ὁ φόρος, οἷος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν τοῦ οἴνου, δὲν εἶναι ἐπιβλαβής· εὐθὺς ὅμως ὡς καταστήσητε αὐτὸν φόρον παραγωγῆς, ἐν χώρᾳ οἰνοφόρῳ ὡς ἡ Ἑλλὰς, θὰ ἦναι φόρος ὀλέθριος εἰς τὴν γεωργίαν. Περὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἐπίσης ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποβολὴν Νόμου. Δὲν εἶπεν ὁποῖαι θὰ ἦναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἐὰν ὅμως κρίνωμεν ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῶν νῦν κυβερνητῶν, ὅτε ἦσαν ἀντιπολιτευόμενοι, πρέπει νὰ εἰκάσωμεν ὅτι καὶ ἐκ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις προσόδου, διότι ἐπεζήτουν τότε παρ’ ἡμῶν τὴν χαλάρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἐπὶ πᾶσι δὲ ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κατάργησιν τοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ψηφισθέντος νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων προσόδων. Παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ ὡς ἀφορῶν εἰς μεταῤῥύθμισιν καὶ οὐχὶ εἰς κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως. Νομοθεσία περὶ εἰσπράξεως θέλει πάντοτε ὑφίστασθαι παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἡ προτεινομένη μεταῤῥύθμισις ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ τελευταίου περὶ εἰσπράξεων νόμου. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος ὑπῆρξε πολὺ μετριώτερος τοῦ προταθέντος ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅστις προέλαβεν ἡμᾶς εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ἰδεῶν, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, δύναται νὰ καυχηθῇ ἐπὶ τῇ ἐπιτυχίᾳ τῶν διατάξεων αὐτοῦ· ἀλλ’ ἤδη αἱ διατάξεις αὗται θέλουσι καταργηθῆ, τὰ δὲ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπιτευχθέντα ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου, θέλουσιν ἐκλείψει.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται δικαίως καὶ ἀμερολήπτως ὁ νόμος.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ Νόμου, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἐπετεύχθη ὅ,τι ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἐπαρχίαι, αἵτινες διέφευγον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὑπείκουσιν ἤδη εἰς τὸν κείμενον Νόμον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ, δὲν δύναται ἢ ν’ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸν σκοπὸν χάριν τοῦ ὁποίου ζητεῖται, τουτέστι νὰ μένουν ἐπαρχίαι καθυστεροῦσαι 58%, ἐνῷ ἄλλαι καθυστεροῦσι μόνον 3%, ἡ δὲ καθυστέρησις αὕτη νὰ ἐπιπροστεθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000. Πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ προστεθησομένου εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν ἕνδεκα ἑκατομμυρίων ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐσόδων, ἔχομεν καὶ ἕτερον ποσὸν προστεθησόμενον ἐξ αὐξήσεως δαπανῶν, τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων σημειοῦται ὡς ἐπαγομένη δαπάνην 125,000 δραχμῶν διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἔτους τουτέστι ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου· ἑπομένως διὰ τὸ ὅλον ἔτος, θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου αὔξησιν δαπάνης 375,000, ὅπως ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου θὰ ἔχωμεν, κατὰ μὲν τὸ ἔτος τοῦτο μείωσιν εἰσπράξεων μόνον 175,000, ὡς σημειοῦται ὀρθῶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ εὔφορον, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν 604,000· ἐκ τῶν δύο ἄρα τούτων ἄρθρων θὰ ἔχωμεν τὸ προσεχὲς ἔτος αὔξησιν ἐλλείμματος σχεδὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀπέναντι τῶν ἐλαττώσεων τούτων τῶν ἐσόδων καὶ τῶν αὐξήσεων τούτων τῶν δαπανῶν τίνα μέτρα λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις; Ποιεῖται καὶ αὕτη αὐξήσεις τινὰς φόρων, αἵτινες, ὡς ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ ὑποβληθέντι παρ’ αὐτῆς Προϋπολογισμῷ, δὲν θέλουσι ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000· ποιεῖται αὔξησιν εἰς τὰ τοῦ χαρτοσήμου, ἰδίως δὲ προκαλεῖ τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν ἀπὸ 3 εἰς 5%· ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης ποσὸν, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; 50,000 δραχμαί. Αὐξάνει ἐπίσης τὸν φόρον τῶν τοκομεριδίων· ἀλλὰ καὶ τὸ προϊὸν τῆς αὐξήσεως ταύτης δὲν θὰ ἦναι πολλῷ ὑπέρτερον τοῦ προειρημένου. Ἑπομένως βλέπομεν οὕτω πληρούμενον τὸν θερμὸν πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως φορολογῆται τὸ κινητὸν κεφάλαιον. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ πόθου, καίτοι δυσκόλως ἐννοῶ τὰς κυκλοφορούσας περὶ κινητοῦ κεφαλαίου ἰδέας. Ἐσχηματίσθη γνώμη, ὅτι τὸ κινητὸν κεφάλαιον ἀνῆκεν ὅλον εἰς τοὺς πλουσίους, καὶ ὅτι ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτὸ φόρου, ὁσάκις ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ ἐκδηλοῦται δημοσίᾳ, φορολογοῦνται οἱ πλούσιοι, οἱ πράγματι διαφεύγοντες τὴν ἀνάλογον φορολογίαν κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα. Ἀλλὰ πόθεν οἱ τοιαύτην μορφώσαντες γνώμην ἠρύσθησαν τὰ στοιχεῖα, τὰ πείσαντα αὐτούς, ὅτι τὸ κινητὸν κεφάλαιον, ἰδίᾳ δὲ τὸ ἐν ταῖς ἀνωνύμοις Ἑταιρίαις ἀπασχολούμενον, εἶναι κεφάλαιον τῶν πλουσίων; Ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ συγκεντρώσω τὰ στοιχεῖα ταῦτα. Τουναντίον, ἐθεώρησα καὶ θεωρῶ, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν εἶναι τὸ εὐεργετικώτερον πρὸς τοὺς ἐκ τῆς παραγωγῆς ταύτης ἀρυομένους τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως καὶ ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ προσελκύσωμεν τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ προσθήκη φόρου 100,000 εἶναι ἀποχρῶσα, ὅπως ἀποκλείσῃ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀπὸ τῆς Χώρας, ἢ ὅτι δύναται ἀνεπανορθώτως νὰ ἐπιδράσῃ πρὸς ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ὑγιοῦς πολιτικῆς ὑπαγόρευσις ἡ ἐπίδειξις, τοιαύτης πρὸς τὸ κινητὸν κεφάλαιον ἀποστροφῆς καὶ τοιαύτης πρὸς τὸν συνεταιρισμὸν Κυβερνητικῆς ψυχρότητος. Ἡ ὑφισταμένη φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν εἶναι ἐπαρκὴς, ἡ δ’ ἐπαύξησις αὐτῆς, ἐνῷ ἕνεκα συμβάσεων δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάσας τὰς Ἑταιρίας, προσκρούει εἰς τὴν ἰσότητα, ἐπέρχεται δὲ ἐν ὥρᾳ λίαν ἀκαταλλήλῳ. Αἱ Ἑταιρίαι παρ’ ἡμῖν εὑρίσκονται σήμερον σχεδὸν πᾶσαι εἰς καχεκτικὴν κατάστασιν καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἠθικῆς ἀντιλήψεως. Ἡ προτεινομένη αὔξησις φόρου ἐν ταῖς σημεριναῖς περιστάσεσι θὰ ἦναι καὶ ὑλικῶς ἐπαισθητὴ εἴς τινας τῶν Ἑταιριῶν· ἀλλ’ ἡ ἔποψις αὕτη, προκειμένου περὶ 100,000 δραχμῶν, εἶναι ὅλως δευτερεύουσα ἀπέναντι τῶν ἐντυπώσεων, ἃς παράγει ἡ ἔλλειψις στοργῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς τὸν συναιτερισμὸν, δεικνύουσα, ὅτι αἱ περὶ τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου δοξασίαι τῶν ἁπλουστέρων δὲν περιορίζονται εἰς μόνους αὐτούς. Προσελκύοντες τὸ κεφάλαιον καὶ ἐνισχύοντες τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ ἐν τοῖς συνεταιρισμοῖς καὶ ταῖς συναλλαγαῖς δι’ ἀποχῆς ἀπὸ φορολογίας ὑπερμέτρου, καθιστῶμεν τὴν προσφορὰν αὐτοῦ ἀφθονωτέραν καὶ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ εὐθηνοτέραν ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν εἰς τὴν παραγωγὴν ἐργαζομένων, ὠφελοῦντες οὕτω τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς κοινωνίας, ἧς χάριν νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν διὰ τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου τὰς πλουσιωτέρας τάξεις. Καὶ ἑτέραν φορολογίαν προτείνει τὸ Ὑπουργεῖον, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων κουκουλίων. Ὅτε ὑπῆρχεν ἐν ἰσχύϊ ὁ φόρος οὗτος, ἀνεγράφετο ποσόν τι ἐσόδου τυπικῶς ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς εἶχε φροντίσει νὰ ἐξελέγξῃ. Ἡ ἐξέτασις ὅμως τῶν πραγματικῶν προσόδων ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἀπέδειξεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἦσαν αὗται ἐλάχισται, διότι δὲν ἀνήρχοντο αἱ εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἄνω τῶν 10,000 δραχμῶν. Λόγος δὲ ἐκ τῶν κυριωτέρων, δι’ οὓς τὸ κουκούλιον δὲν παράγεται ἐν τῷ Τόπῳ, ἦτο ἀκριβῶς ὁ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἐπιβαλλόμενος οὗτος φόρος ἐκ μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατηργήθη τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν ὁ φόρος οὗτος, ἐγένετο πρὸς πολιτικοὺς καὶ ἐκλογικοὺς σκοποὺς ἐκμετάλλευσις καὶ τῆς καταργήσεως ταύτης παρὰ τοῖς μεταξοποιοῖς παρεστάθη πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ὑφισταμένη τότε ὑπερτίμησις τῶν κουκουλίων ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς καταργήσεως τοῦ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἐπιβαλλομένου ἐγγείου φόρου, καὶ ὅτι, ἂν τοιοῦτος νόμος δὲν ἐψηφίζετο, θὰ ὑπῆρχε προσφορὰ τοῦ ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένου κουκουλίου ἐπὶ τιμῇ ἐλάσσονι. Τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τὸ ἀνυπόστατον τῆς προσδοκίας ταύτης. Τουναντίον, ἡ κατάργησις τοῦ φόρου καθιστᾷ ἀφθονωτέραν τὴν παραγωγὴν τοῦ κουκουλίου ἐν τῇ Χώρᾳ, ἡ δὲ ἀφθονωτέρα παραγωγὴ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ἐξαγωγῆς καθιστᾷ τὴν τιμὴν αὐτοῦ προσιτωτέραν εἰς τοὺς μεταξοποιοὺς τῆς χώρας. Ἡ ἐκ νέου ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ὡς μέτρον ταμιευτικὸν δὲν ἔχει σημασίαν, διότι 10,000 δραχμῶν εἰξεύρομεν ὅτι εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὡς μέτρον δὲ προστατευτικὸν τῆς βιομηχανίας εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπιφέρει τὰ ἀντίθετα τῶν προσδοκωμένων ἀποτελέσματα. Ἰδίως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἡ κουκουλοτροφία ἦτο λίαν ἀνεπτυγμένη πρὸ τῆς ἑνώσεως· ὁ ἐπεκταθεὶς ἐπ’ αὐτὰς φόρος κατὰ τὴν ἕνωσιν ἀπέβη λίαν ἐπιβλαβὴς, ἡ δὲ κατάργησις αὐτοῦ ἔδωκεν ὤθησιν εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, ἥτις ἐκ τοῦ ὑποβαλλομένου ἤδη νόμου θέλει ἐκλείψει. Τοιαῦτα εἶνε τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, ὧν τὴν πρότασιν ἀνήγγειλε χθὲς ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Πότε δὲ ἀνήγγειλε ταῦτα; εὐθὺς ἀφοῦ ἐξέθηκε πρὸς αὐτὴν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην της ὁ Προϋπολογισμὸς παριστᾷ ἔλλειμμα 11,000,000 δραχμῶν. Ἡ Βουλὴ, εὑρισκομένη ἐνώπιον Κυβερνήσεως, ἐχούσης κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτὴν, προσεδόκα νὰ μάθῃ, τίνα ἦσαν τὰ μέτρα, δι’ ὧν τὸ ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων ἤθελε καλυφθῆ, ἂν οὐχὶ κατὰ τὸ ἔτος 1885, ἀλλὰ κατὰ τὸ προσεχές· τίνα ἦσαν τὰ ἀπὸ τοῦδε ληφθησόμενα μέτρα, δι’ ὧν ἤθελον ἐπιτευχθῆ, ὅπως τὸ ἔλλειμμα μὴ κατασταθῇ σταθερὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐλαττωθῇ μὲν ἤδη, ἐκλείψῃ δὲ ὁλοσχερῶς καὶ ταχέως. Εἶναι τῳόντι λίαν τολμηρὰ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα Προϋπολογισμὸν καὶ ἀναγγέλλουσα ἔλλειμμα, μηδὲν δὲ λέγουσα περὶ τῶν πρὸς κάλυψιν αὐτοῦ ληπτέων μέτρων, ῥίπτουσα ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας στηρίζονται ἐπὶ ἑνὸς ποδὸς, μὴ λέγουσα δὲ τίνα θέλει λάβει μέτρα, ὅπως ἀποδώσῃ τὴν χρῆσιν καὶ τοῦ ἑτέρου ποδὸς εἰς τὴν οἰκονομικὴν λειτουργίαν τοῦ Κράτους (θόρυβος). Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐφρόνει τὰ τῆς προκατόχου, τουτέστιν, ὅτι διὰ προσθήκης φόρων πρέπει τὰ ἐλλείμματα νὰ καλυφθῶσι, θὰ ἐζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὕτη εἰσάγει ἀντὶ τῶν εἰσαχθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου· ὅταν ὅμως ἀπέναντι τοιούτου ἐλλείμματος, ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν προτείνει πρὸς ἄρσιν αὐτοῦ, ἔχομεν τῳόντι τὸ δικαίωμα νὰ ταραττώμεθα καὶ νὰ ἐρωτῶμεν κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐπέλθει ἡ θεραπεία τῶν παρ’ ἡμῖν κακῶς ἐχόντων. Ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις οἰκονομίας, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ προταθεῖσαι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον εἰκονικαί· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν, ὡς πραγματικῶν, ἔχομεν πάλιν χαῖνον τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000, καὶ ὅμως ἐνώπιον αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀνήγγειλεν, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, τὰς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀναληφθείσας περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων, περὶ ἐλαττώσεως ὡρισμένων φόρων, περὶ καταργήσεως μονοπωλίων, περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἄλλων φόρων διὰ μέτρων ἐπαυξανόντων τὸ ἔλλειμμα καὶ καταληγόντων ἴσως εἰς τὸν διπλασιασμὸν αὐτοῦ! Ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν, θὰ ἐνόουν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἀναγνωρίζουσα ἔλλειμμα 11,000,000, θὰ ἀπεῖχεν ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ παντὸς τοῦ δυναμένου νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ἔλλειμμα εἴτε δι’ ἐλαττώσεως φόρων, εἴτε δι’ αὐξήσεως δαπανῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ μετέβαλε πολιτικὴν ῥιζικῶς, ὥστε νὰ δύνηται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ἀνάλογα πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι παρὰ τῇ νῦν Κυβερνήσει δὲν ἀπαντῶμεν· ἀντὶ δὲ τούτων βλέπομεν αὐτὴν ἐντελῶς παρορῶσαν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ προγράμματος αὐτῆς εἶχε, καὶ ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς τῆς Κυβερνητικῆς ἔχει ἤδη τοῦ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα πρὸς ἄρσιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἐνθυμουμένην μόνον τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε περὶ ἐλαττώσεως φόρων καὶ περὶ αὐξήσεως δαπανῶν. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει θεωρήσει, ὅτι ὁμοίας ἔχει ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκείνας, ἃς χθὲς ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁμοίαν ἔχει καὶ αὕτη ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὅτι καὶ αὕτη νομίζει, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, ἂν ἐλαττώσῃ φόρους, ἂν καταργήσῃ φόρους, ἂν αὐξήσῃ δαπάνας, ἀρκεῖ νὰ ἦσαν ἀναγεγραμμένα τὰ μέτρα ταῦτα ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἰσοζύγιον ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως πρέπει νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προγράμματι παντὸς κόμματος ἀξιοῦντος, ἵνα προΐσταται τῶν κοινῶν (θόρυβος δεξιά). Πᾶσα ὑποχρέωσις περὶ ἐλαττώσεως φόρων, πᾶσα ὑποχρέωσις περὶ αὐξήσεως δαπανῶν οὐδὲν ἔχει κῦρος καὶ οὐδεμίαν ἰσχὺν, ἐφ’ ὅσον δὲν πραγματοποιεῖται ἡ ἐπικρατεστέρα ὑποχρέωσις τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἐφ’ ὅσον ἐπαγγέλλεται ἐλάττωσιν φόρων καὶ αὔξησιν δαπανῶν, ἐπαγγέλλεται ταῦτα ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς προηγουμένης ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Ἐφ’ ὅσον τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἀποκατασταθῇ, οὐδεμίαν ἐπιτρέπει ὁ λαὸς ἐλάττωσιν φόρων ἢ αὔξησιν δαπανῶν. Ἐν τοιούτῳ πνεύματι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ παρὰ τῆς πλειοψηφίας ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμός. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐξελέχθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπὶ ὡρισμέναις ἐπαγγελίαις, ἀλλὰ δὲν ἔρχεται ἐνταῦθα δεσμευμένη ὑπὸ ἐπιτακτικῆς ἐντολῆς. Πᾶς βουλευτὴς ἔρχεται ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ ἐπὶ τῇ μόνῃ ἐντολῇ τοῦ νὰ συζητήσῃ καὶ μελετήσῃ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια καὶ κατὰ συνείδησιν ἀποφανθῇ· ἂν δὲ μετὰ τὴν μελέτην πεισθῇ, ὅτι αἱ πρὸ τῆς μελέτης ταύτης γενόμεναι ἐπαγγελίαι ἐγένοντο λίαν ἐσπευσμένως καὶ θὰ ἦναι ἐπιζήμιοι εἰς τὴν Πολιτείαν, ἔχει τὸ καθῆκον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς αὐτοῦ νὰ μεταβάλῃ γνώμην, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ δώσῃ ψῆφον κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤδη ἐσχημάτισεν ἐν συνειδήσει. Τοῦτο τὸ καθῆκον ἔχει πᾶς ὁ λαβὼν ἐντολὴν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς· δὲν ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τί ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ λέγῃ «θέλω αὐξήσει τὰς συντάξεις», καίτοι ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα μηδαμῶς ἀναπληρούμενον· «θέλω ἐλαττώσει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου», καίτοι ὑπάρχει ἔλλειμμα, διότι τοῦτο ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν καὶ ἐγὼ ἀνῆκον. Οἱ ἐκλογεῖς τῆς 7 Ἀπριλίου δὲν ἐπέταξαν εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν Ἐπαρχιῶν, ὅπως ἐφαρμόσωσι πᾶν τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προγράμματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδ’ ἐθεώρησαν τὰ ἐν τῷ προγράμματι ὡς ἀνώτερα συζητήσεως καὶ ἀνεπίδεκτα ἐλέγχου. Ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τοιούτῳ πνεύματι θέλουσιν ἐργασθῆ (θόρυβος ἐν δεξιᾷ), ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀνήκει νὰ πολιτευθῶσιν ὅπως αὐτοὶ ἐγκρίνουσιν. Ἡμεῖς ἐντεῦθεν δὲν συζητοῦμεν πρὸς μόνην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, συζητοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ ἀποτεινόμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν (θόρυβος ἐν δεξιᾷ). Ὁ λαὸς ἀπεδείχθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἔχων γνώμην, ὅτι οἱ φόροι εἶναι βαρεῖς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ὅταν ὅμως ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν πεισθῇ, ὅτι οἰκονομίαι πραγματικαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι, καὶ ὅτι μόνον οἰκονομίαι κατ’ ἐπίφασιν δύνανται νὰ προταθῶσι, δὲν θέλει ἐξακολουθεῖ φρονῶν ὅ,τι ἐφρόνει κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔδωκε ψῆφον, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος ἀναγνωρίζομεν, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν μηδὲν νὰ παραλείψωμεν, ὅπως διαφωτίσωμεν αὐτὸν πρὸς μεταβολὴν γνώμης. Πρὸς διαφωτισμὸν τοῦ λαοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μακρῶν συζητήσεων. Ἀρκεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν τῶν λεχθέντων χθὲς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁποῖος ὑπεβλήθη, ἀρκεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν τῶν ψευδῶν οἰκονομιῶν, ἀρκεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἐλλείμματος, περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ὁποίου οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα ταχέως ἐξέλθῃ τῆς πλάνης. Ὅταν ὁ λαὸς μελετήσῃ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, ὅταν μελετήσῃ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰδίως δὲ ὅταν αἰσθανθῇ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα ἐφαρμοζόμενα πρὸς ζημίαν αὐτοῦ καὶ πρὸς βλάβην τῆς Ἐθνικῆς ὑπολήψεως, τότε, ὤ! τότε βεβαίως θέλει ἀνανήψει (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος κατά τε τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν καὶ μετὰ ταῦτα δὲν ἐσκόπουν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐσκόπουν καὶ νὰ ἐπικρίνωσι τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας χθὲς τὸ Ὑπουργεῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὁ προαγορεύσας περιώριζε τὸν λόγον του καὶ ἠσχολεῖτο ν’ ἀποδείξῃ μόνον, ὅτι ὅσα τυχὸν ἐλέχθησαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐφαρμοσθείσης κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ καὶ ὀρθά, ἢ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐνέχονται εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπὶ τριετίαν ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης πολιτικῆς παρήγαγεν, ἤσκει δεκαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν. Ἐὰν μάλιστα δὲν τὸ ἐνήσκει οἴκοθεν σήμερον, ἤθελεν ἀναγκασθῆ ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον ὑμῶν νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν του καὶ τὰς κατὰ μέρος πράξεις τῆς Διοικήσεως, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἄλλην διαχείρισιν τῆς Δημοσίας Ἐξουσίας, ἥτις εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτόν. Καὶ ἂν δὲν ἤρχετο ἑκουσίως σήμερον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Κυβερνητικὴν πορείαν ἐπὶ τὰ τρία ἔτη, ἐφ’ ἃ ἐκυβέρνησεν, ἤθελε τάχιστα, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, φέρει αὐτὸν ἐνώπιόν σας ἡ ἀπαίτησις τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀπαντήσει τέλος πάντων πῶς διεχειρίσθη τὰ κοινὰ ἐπὶ τρία ἔτη, ἢ πῶς διεχειρίσθη τὰ Δημόσια χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἐντολὴν νὰ καταγγείλῃ, οὐδὲ νὰ κατηγορήσῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Γνωρίζει ἀκριβῶς τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτό· ἂν ἐμνήσθη τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐπὶ τριετίαν ἐφαρμοσθείσης, τὸ ἔπραξε, διότι εἶχε καθῆκον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία, μανθάνουσα τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν, ἤθελεν ἐκπλαγῆ καὶ ἤθελεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωτισθῇ περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα παρήγαγον τὴν κατάστασιν ταύτην. Καθ’ ὃν χρόνον εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εἰσαγάγωμεν Προϋπολογισμὸν παριστῶντα ἔλλειμμα, ὀφείλομεν χάριν τῆς ἀληθείας καὶ χάριν τῆς Βουλῆς ν’ ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν ἐλλειμμάτων, ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ποία ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν. Καὶ κατὰ τὴν ἀφήγησιν ταύτην, τὴν εἰλικρινῆ, κατέβαλον πᾶσαν φροντίδα νὰ μὴ ποιήσωμαι χρῆσιν οὐδεμιᾶς ἐννοίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐνθυμηθῇ ποῖα δικαιώματα ἔχει ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν Δημοσίαν Ἐξουσίαν. Δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ παντάπασι κατὰ τοῦ προαγορεύσαντος δι’ ὅσα καὶ ἂν εἶπε διὰ νὰ ἀπολογηθῇ πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνόει, ὅτι ἐνυπῆρχον ἐν ταῖς φράσεσιν, αἷς ἐχρησάμην ὅταν ὡμίλησα περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς ἐπὶ τριετίαν ἐφαρμοσθείσης. Ὁ λόγος ὅμως αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἐξετάθη ἐπὶ τὴν ἔρευναν καὶ ἐπίκρισιν τῶν προτάσεων τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, δὲν ἦτο πλέον δικαίωμα αὐτοῦ, ἀποτελεῖ κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἀληθῶς ἕκαστον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλήν, θέλει βασανισθῆ ἐν τῇ οἰκείᾳ Ἐπιτροπῇ, καὶ ἀχθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἠδύνατο ὁ προαγορεύσας νὰ ἀνακοινώσῃ οἵαν εἶχε γνώμην. Γνωρίζω τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, προτιμῶν νὰ συγχύζῃ πάντα τὰ πράγματα, νὰ ἀναμιγνύῃ ὅλας τὰς ὑποθέσεις, νὰ ἅπτηται ἄκρῳ δακτύλῳ ἑκάστης αὐτῶν καὶ νὰ ἀλλοιώνῃ τοὺς ἀριθμοὺς, νὰ δίδῃ βεβαιώσεις περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, νὰ συγχύζῃ τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ διαῤῥυθμίζῃ, διὰ τῆς συγχύσεως ταύτης, τὸ συμπαθὲς φρόνημα αὐτῆς. Ἡμεῖς ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἑκάστου τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν· ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν γενικῇ συζητήσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νά εἴπῃ ὅσας εἶχε γνώμας περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐπὶ ἑκάστης τῶν ἐλαττώσεων, τὰς ὁποίας προτείνομεν, καὶ ἐπὶ τῶν παραλείψεων τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐν γνώσει καὶ μελέτῃ ἐποιήσατο, καὶ περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν, ἀλλὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐφήρμοσε, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἀνέγραφεν, εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ. Σήμερον δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· διότι, ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιθυμήσει νὰ εἰσέλθῃ εἰς γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν ἀποφασίσει αὐτὸ, καὶ προθύμως ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Οὐδὲ ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τῶν κατὰ μέρος νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προεβάλομεν καὶ τὰ ὁποῖα θέλει ἐν δέοντι συζητήσει ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ποῖον νὰ ἐκφέρω παράπονον κατὰ τῆς καταχρήσεως ταύτης τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὅταν ἐνθυμῶμαι, ὅτι ὁ προαγορεύσας εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅταν οὐχὶ μόνον ἐνθυμῶμαι, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ποιῆται καὶ κατάχρησιν τοῦ λόγου, νὰ λέγῃ ὅ,τι ἄν θέλῃ, διότι προτιμῶ τὴν κατάχρησιν τοῦ λόγου ἀπὸ τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ, ἔστω καὶ ὑπὸ διατάξεις ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς Νόμοις καὶ ἐν τοῖς Κανονισμοῖς; Δύναμαι ὅμως νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον συνέβη σήμερον κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν. Τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο δὲν ἦτο πλέον κατάχρησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἦτο ἀθέτησις Συνταγματικοῦ δικαιώματος, μετὰ θράσους συντελεσθεῖσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Εὖγε εὖγε ἐκ τῶν θρανίων τῆς Συμπολιτεύσεως· χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὅσον δήποτε καὶ ἄν ἦναι ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ προαγορεύσαντος, ὅταν ὁ ἀγορεύων ἀθετῇ τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιοῖ πράγματα μὴ ἀληθῆ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται, ἵνα μὴ πιστευθῶσι τὰ μὴ ἀληθῶς βεβαιούμενα, φυσικώτατον ἔχει δικαίωμα νὰ διακόψῃ αὐτὸν, διὰ νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ βεβαιούμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἐὰν ἕκαστον μέλος τῆς Βουλῆς ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶναι δὲ κακοπιστία εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ μὴ ἀνέχηται τὴν διακοπὴν ταύτην, φοβούμενος, ὅτι ἡ ἀναίρεσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ του καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς μὴ ἀληθείας αὐτοῦ θέλει ἐξασθενήσει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτει νὰ ἐμποιήσῃ διὰ τῆς πεπλανημένης παραστάσεως τῶν πραγμάτων εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι δικαιώματα περισσότερα, ἀφ’ ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς. Οἱ Ὑπουργοὶ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσιν εὐθὺς ὅταν ζητήσωσι, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπ’ αὐτῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀφαιρέσῃ τις τὸν λόγον ἀπὸ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ θράσους καὶ τοῦ τρόπου, μετὰ τοῦ ὁποίου ὁ προαγορεύσας ἀφῄρεσε τὸν λόγον ἀπ’ ἐμοῦ τὴν πρωΐαν. Τοῦ ἐπεισοδίου τούτου ὤφειλον νὰ ποιήσωμαι μνείαν, διότι, εὐθὺς ὡς τελειώσει ἡ συζήτησις αὕτη, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἔχω καθῆκον, ὡς εἰσηγούμενος τῆς πλειονοψηφίας, νὰ ἐνθυμίσω εἰς αὐτὴν, ὅτι καὶ αὕτη ἔχει καθῆκον νὰ καθιστᾷ σεβαστὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρεχόμενα εἰς πάντας ἡμᾶς δικαιώματα, νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀθέτησιν αὐτῶν, ἐνδίδουσα εἰς τὴν τόλμην τούτου ἢ ἐκείνου τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω μιμηθῆ τὸν προαγορεύσαντα ὡς ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν προεκάλει ἀποδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς κατὰ τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου, ὅταν ἄλλοτε ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἀπερισκέπτους πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε προβῆ. Ἡ ἀποδοκιμασία ἐκείνη, ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης τότε τῆς Βουλῆς, ἦτο ἀληθὴς περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐγὼ ὡς βουλευτὴς νὰ εἴπω οἱανδήποτε εἶχον γνώμην περὶ τῶν Δημοσίων ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τρόπου σκοποῦντος νὰ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ ἀμφισβητήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησε, δὲν εἶναι περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, εἶναι καταστολὴ τρόπου, ἀναιροῦντος Συνταγματικὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ τοῦτο παραλείπω, διότι ὀφείλω πρότερον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν διαφόρων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα προετέθησαν εἰς συζήτησιν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ. Ὅ,τι ἰδίως ἐξέπληξε τὸν προαγορεύσαντα, ἦτο ἡ τόλμη τοῦ πρὸ δύο μηνῶν σχηματισθέντος Ὑπουργείου νὰ συντάξῃ καὶ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν περιέχει ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἐάν τις ἤκουε πρώτην φορὰν αὐτοῦ, ἢ ἐὰν ἠγνόει τὰ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τριετίαν γιγνόμενα, ἤθελε τῳόντι συγκινηθῆ, βλέπων τὴν ἐκδηλουμένην παρ’ αὐτοῦ ἀγανάκτησιν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου ἐκτρώματος, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλυψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν· ἤθελε πιστεύσει, ὅτι τῳόντι ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ ἡ διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου, ἡ ὕπαρξις ἐλλείμματος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θεωρεῖται ὥς τι ἀποτρόπαιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτρέψῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἔχοντα ἔλλειμμα, καὶ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον ἐκείνην οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, καὶ οὐδεμίαν ὑπέβαλε πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, σκοποῦσαν ν’ ἄρῃ ἢ νὰ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 ὑπέβαλε μὲν κατὰ τύπον φέροντα ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἀνωμολόγησεν ὅμως καὶ αὐτὸς οὗτος, ὅτι περιεῖχεν ἔλλειμμα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται, ὅτι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ὑπέβαλεν ὡσαύτως ἔχοντα ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ προαγορεύσας ἀρνεῖται, ὅτι κατέλιπεν ἔλλειμμα κολοσσιαῖον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε πρὸ μικροῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ μὴ πιστεύωσιν εἰς ὅ,τι καὶ πρὸ μικροῦ ἔλεγεν, ὅτι ἤθελε πραγματοποιήσει δι’ αὐτοῦ τὸ ἰσοζύγιον, αὐτοὶ θέλουσιν ἐξετάσει ἢ ἐρωτήσει κατὰ τὶ διαφέρει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν διάδοχον, τὴν ἐνεστῶσαν, καὶ θέλουσιν ἀνεύρει, ὅτι διαφέρομεν μόνον κατά τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ οἱ ἄλλοι ἀπέκρυπτον τὴν ἀλήθειαν, ἀποπλανῶντες τὴν Βουλήν. (Εὖγε, εὖγε ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς Συμπολιτεύσεως. Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἐπιθυμεῖτε, κύριοι, νὰ ἔλθῃ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ σᾶς διαβαυκαλήσῃ μὲ ἐλπίδας ψευδεῖς, νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι κατώρθωσε τὸ ἰσοζύγιον; Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ Βῆμα καὶ νὰ προκαλέσω τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του, ὅπως προσεκάλει τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς, καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχεν οὐχὶ περίσσευμα, ὡς ἔλεγεν, οὐχὶ ἰσοζύγιον, ὡς ἠξίου, ἀλλ’ εἶχεν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάσθη εἰς 24,000,000; Δὲν ἁρμόζει εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας τῶν Κρατῶν νὰ δίδωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς τὸν λαὸν τῆς πατρίδος των πληροφορίας, αἵτινες δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ νὰ δίδωσιν αὐτὰς ἐν γνώσει, ὅτι δὲν εἶνε ἀκριβεῖς. Ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὕτω πως προσφερόμενοι, οἱ τοσοῦτον ἀνευλαβῶς πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἔχοντες, ἀξιοῦνται ἐπιθέτων καὶ χαρακτηρισμῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν στολίζουσιν αὐτούς, οὐδὲ κινοῦσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς κοινωνίας ἐπὶ τὴν ἠθικότητα αὐτῶν. Ὅ,τι δὲ εἰς τὰς κατ’ ἄτομον ἐν τῇ κοινωνίᾳ σχέσεις θεωρεῖται ἐπιλήψιμον καὶ κατακριτέον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ κυβερνῶσι τὰς χώρας, νὰ ἀπομιμῶνται καὶ νὰ ἐφαρμόζωσι. Καὶ δὲν μᾶς ἤλεγξε μόνον, διότι προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν, παριστῶντα ἔλλειμμα· μᾶς ἤλεγξε καὶ διότι δὲν ἐνεμείναμεν εἰς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· διότι, ὡς φαίνεται, κρίνει ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὁσάκις ἔχουσι ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τῶν συμπολιτῶν των, ν’ ἀποπλανῶσιν αὐτοὺς διὰ ψευδῶν ἐπαγγελιῶν καὶ διὰ προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ μὴ ἐκτελέσωσιν. Ὁποῖα δήποτε καὶ ἂν ἦνε τὰ φρονήματα αὐτῶν τῶν κυρίων περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ πραγματευθῶ· οἱ σύγχρονοι ἡμῶν θέλουσιν ἴσως ἐνθυμεῖσθαι, οὐδὲ θέλουσι δυνηθῆ νὰ λησμονήσωσιν ἐντὸς βραχέος χρόνου, ποίαν διὰ πολιτείας του ἐξεδήλωσεν ὁ προαγορεύσας γνώμην περὶ τῶν Δημοσίων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἀνέλαβεν, εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, εἴτε ὡς κυβερνήτης. Ἐλπίζω νὰ μὴ λησμονήσωσιν ἐντὸς βραχέος χρόνου, ὅτι τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, τὴν ὁποίαν ἀνύψωσε κατὰ τὸ 1880, ἀντικατέστησε διὰ τῆς σημαίας τῆς ἐπιστρατείας κατὰ τὸ 1881· ὅτι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν κατέστησε διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς του ἀναπόφευκτον κατὰ τὸ 1880, ἔσπευσε νὰ ἄρῃ πρὶν ἢ τὸ Κράτος περιέλθῃ εἰς κατάστασιν διὰ νὰ μεταβάλῃ κατὰ τοῦτο τὴν καθεστηκυῖαν οἰκονομικὴν τάξιν· ὅτι τέλος πάντων τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅτι ἦτο ἀπώλεια τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ προδοσία τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ ἡ φροντὶς περὶ ἀπελευθερώσεως χωρῶν Ἑλληνικῶν καὶ προσαρτήσεων αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μόνη δὲ σωτηρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦτο, ἐὰν κατωρθοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἐλησμόνησε μετ’ ὀλίγον καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ὡς τὸν ἐργάτην καὶ δράστην τῆς ἑνώσεως τῶν ἀπελευθερωθεισῶν Ἐπαρχιῶν. Ὁποίαν καὶ ἂν ἔχῃ γνώμην περὶ τῆς ἀξίας τῶν προγραμμάτων αὐτοῦ τούτων καὶ περὶ τῶν ἐπαγγελιῶν του, παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἀξιοῖ νὰ ἀποδεχώμεθα καὶ ἐφαρμόζωμεν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς, οἵτινες, ὅταν ὁμιλῶμεν πρὸς τὸν λαὸν καὶ τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, ὑπολαμβάνομεν ὅτι ἑκάστην ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς αὐτὸν, καὶ ἑκάστην ὑπόσχεσιν, ἣν δίδομεν, συνομολογοῦμεν αὐτὰς διὰ συμβόλου, τὸ ὁποῖον κῦρος ἔχει τὸ σέβας πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν τιμήν μας, κῦρος ἔχει τὸ σέβας πρὸς τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς Χώρας, τὰ ὁποῖα πρέπει πάντες νὰ φροντίζωμεν νὰ σχηματίσωμεν καὶ ἀνορθώσωμεν (Εὖγε ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ ἠρώτα ἡμᾶς ὁ προαγορεύσας ποίαν ἔχομεν γνώμην, καὶ ποίαν ἔχομεν πολιτικὴν περὶ τοῦ δικτύου τῆς ὁδοποιΐας, περὶ τοῦ συμπλέγματος αὐτοῦ τῶν ὁδῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτοῦ πολιτικῷ Προγράμματι· ποίαν ἔχομεν γνώμην περὶ τῶν σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς εἰσήγαγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁποίων κατέβαλε τοσαύτας προσπαθείας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴπομεν ποίαν ἔχομεν γνώμην, διότι νομίζομεν, ὅτι, ἂν ἐλέγαμεν αὐτὴν, ἠθέλαμεν ὑποληφθῆ κατηγοροῦντες τῶν προκατόχων ἡμῶν· εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε ποίαν ἔχομεν ὡς μέλη τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὡς μέλη τῆς κοινωνίας γνώμην, ἀλλὰ καὶ εἰς ποίαν δεινὴν περιήχθημεν θέσιν, οὐχὶ ἐξ ἰδίων ἡμῶν ἁμαρτημάτων καὶ παραλείψεων, ἀλλ’ ἕνεκα ἁμαρτημάτων καὶ παραλείψεων, διὰ τὰς ὁποίας εὐθύνονται ἄλλοι, οὐχὶ ὅμως ἡμεῖς. Ποίαν θέλετε νὰ ἔχω γνώμην περὶ τῶν σιδηροδρόμων, ὅταν εἰσέτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξοφλήσω ἔνταλμα δύο ἑκατομμυρίων, τοῦ ὁποίου κομιστὴς εἶναι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐξοφλήσω, διότι δὲν ἔχω χρήματα ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ; Ποίαν θέλετε νὰ ἔχω γνώμην, ὅταν ἐντὸς τοῦ 1885 τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὀφείλῃ νὰ πληρώσῃ 3,300,000 δρ. εἰς τὸ αὐτὸ Κατάστημα τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης διὰ τὰ κατασκευσθησόμενα τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Κορίνθου εἰς Ναύπλιον καὶ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Αἴγιον, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ; Ποίαν θέλετε νὰ ἔχω γνώμην περὶ τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν, καθ’ ὃν χρόνον 18,000,000 νέων δραχμῶν, ἢ 20,000,000 παλαιῶν δραχμῶν κατεδαπανήθησαν πάντα, καὶ ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὑπάρχει πίστωσις οὐδὲ δι’ ἓν λεπτὸν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐξ ἐναντίας δὲ ὀφείλομεν 119,000 καὶ πλέον δραχμῶν; Ποίαν θέλετε νὰ ἔχω γνώμην, ὅταν ἀναφυλλίζων τοὺς λογαριασμοὺς, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοὺς ἐξοδευθέντας εἰς τὰς κοινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸ κολοσσιαῖον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἡ μὴ σώφρων διοίκησις αὐτῶν παρήγαγε; Ποίαν θέλετε νὰ ἔχω γνώμην περὶ τοῦ δικτύου αὐτοῦ καὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν, ὅταν μετὰ ἕνα μῆνα θέλωμεν εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ μὴ ἔχωμεν χρήματα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς ἐν ἐνεργείᾳ ὁδοὺς, ὅταν, ἂν διακόψωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, οἱ ἀναλαβόντες ἐργολαβικῶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσωσι τὰς ὁδοὺς, θέλουσι μᾶς ζητήσει ἀποζημιώσεις εἰς βάρος τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Καὶ ὄχι μόνον θέλουσι μᾶς ζητήσει ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ θέλουσι καταστραφῆ καὶ αὐτὰ τὰ μέρη τῶν ὁδῶν, τὰ ὁποῖα κατεσκευάσθησαν δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν! Μᾶς ἀπαγγέλλει ὁ προαγορεύσας, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτοῦ περιέχει τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ τὴν κατασκευὴν συμπλεγμάτων τῶν ὁδῶν, καὶ μᾶς ἀπαριθμεῖ ποῖα καλὰ θέλομεν προσδοκᾷ, ἐὰν κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ καὶ σιδηρόδρομοι, ὡσὰν ἡμεῖς εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐνοήσαμεν, ὅτι διὰ τῆς συγκοινωνίας θέλει ἀναπτυχθῆ ἡ τοπικὴ εὐημερία τῆς πατρίδος ἡμῶν. Γνωρίζομεν τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσδοκῶμεν καὶ ἐκ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ ἐκ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Θλιβόμεθα δὲ—καὶ τὸ λέγω οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου—θλιβόμεθα ἀναλογιζόμενοι, ὅτι 20,000,000 κατηναλώθησαν κατὰ τρόπον ἥκιστα ἐξυπηρετήσαντα τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας. Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διαπραγματευθῶμεν ἐμπορικὰς συμβάσεις διὰ νὰ μειώσωμεν τὸ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπιβαλλόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ μᾶς συμβουλεύει νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Δασμολογίου, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν ὑπερόγκων τελῶν αὐτοῦ. Καὶ δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ἀκόμη τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, ὅταν ὡς πρωθυπουργὸς παρέσυρε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον περὶ διαφορικῶν τελῶν. Εἶδεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν ἐκτελέσῃ καὶ ἠναγκάζετο νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἐκτέλεσίν του κατὰ τριμηνίαν διὰ Διατάγματος. Καὶ νομίζει, ὅτι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι τὰ διὰ τοῦ Δασμολογίου προσδιορισθέντα ἐπὶ πολλῶν εἰσαγωγικὰ τέλη δὲν εἶναι εἰ μὴ διαφορικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα περιέλαβεν ἐν τῷ Δασμολογίῳ, διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν νόμον περὶ διαφορικῶν τελῶν. Εἰς τί ἄλλο προσέκοψε, κύριοι, μέχρι τοῦδε ὁ κανονισμὸς τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Γαλλίας, εἰ μὴ εἰς τὰς ἰδιοῤῥύθμους ταύτας ἀξιώσεις τῶν προκατόχων; Καὶ μᾶς ἐπέδειξεν ὡς κατόρθωμα τὴν σύμβασιν τῆς Αἰγύπτου, καὶ τὰ μεγάλα ὀφέλη, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτῆς ἀπέκτησεν ὑπὲρ τοῦ καπνοῦ, μὴ ἀναλογιζόμενος ὅτι μεταξὺ ἡμῶν εἶναι βουλευταὶ καπνοφόρων Ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι κατὰ πόσον ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ ὠφελήθη μετὰ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἐκερδήσαμεν ἄλλο, εἰ μὴ τὴν παραίτησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ αἰώνων εἴχομεν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ ὁμόρου Κράτους ὡς μέλη τῶν χωρῶν, αἵτινες δὲν ὑπήγοντο εἰς τὴν γείτονα Δυναστείαν. Καὶ ἐνῷ πρὸ 15 ἡμερῶν Διάταγμα τοῦ Χεβίδου ἐκανόνιζε τὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀφαιροῦν τὴν ἐλπίδα ἡμῶν, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ εὑρίσκῃ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Αἰγύπτου προτίμησίν τινα ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς, δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς μνημονεύσῃ καὶ τὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ σᾶς ἐπιδείξῃ τὰ ἀγαθὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα προσήνεγκεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γεωργίαν! Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραλείψω ἀπὸ τοῦ νὰ ποιήσωμαι μνείαν ἄλλης βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ δὲν δύναμαι παντάπασι νὰ δώσω, τῆς βεβαιώσεως, ὅτι ὀλίγον πρὸ τῆς προκυψάσης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔαρος ψυχρότητος μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας, ἡ Κυβέρνησις τότε εἶχε προτάσεις περὶ ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως 342 καὶ 50. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν οὐδαμοῦ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ἀνεῦρον. Ἐξ ἐναντίας, ἀνεῦρον πληροφορίας ἄλλας περὶ προτάσεων, αἵτινες εἶχον γίνει εἰς τοὺς προκατόχους καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο ἡ ἀγορὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰς τιμὴν πολλῷ ἀπέχουσαν ἀπὸ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως. Ὁ προαγορεύσας τὴν αὐτὴν μετῆλθε τακτικὴν, ὅταν καὶ ἄλλην φορὰν ἠναγκάσθη νὰ παραιτήσῃ τὴν Ἐξουσίαν. Ἐκάθητο ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ (δεικνύει τὸ κάτω ἄκρον τῆς ἀριστερᾶς) ἀείμνηστος πολιτευτὴς, ὁ ὁποῖος διεδέχθη αὐτὸν, καὶ τότε εἶχε τὴν τόλμην νὰ βεβαιώνῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἦσαν εἰς ὑψηλὴν τιμὴν, ἐνόσῳ προΐστατο τῶν κοινῶν ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης μόλις ἠκούσθη τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὡς διαδόχου Πρωθυπουργοῦ, ὑπέστησαν μεγίστην μείωσιν, διότι ἐν Εὐρώπῃ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ νῦν Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Χρηματιστήρια! (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Καὶ πῶς νὰ μὴ ἐμπνεύσῃ, κύριοι, ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Χρηματιστήρια, ὅταν ἀνεγινώσκοντο ἐν ταῖς αἰθούσαις αὐτῶν τὰ φύλλα τοῦ Ἀγγλικοῦ Χρόνου, καὶ τὰ φύλλα τῆς Ἀγγλικῆς Σημαίας, διὰ τῶν ὁποίων εἰδοποιεῖτο ὁ χρηματιστικὸς κόσμος τῆς Εὐρώπης, ὅτι τοσαῦτα θέλει εἰσπράξει ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, καὶ τοσαῦτα θέλει εἰσπράξει ἀπὸ τοὺς ἄλλους φόρους, ὥστε οὐχὶ δισταγμὸς δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ, ὅτι ἠθέλαμεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἕνεκα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ὑποχρεώσεών μας, ἀλλ’ ἦτο πλέον βεβαιότης ὅτι τὰ ταμεῖα τῆς Ἑλλάδος ἤθελον πληρωθῇ ἐκ τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιτευχθῆ διὰ τῶν νέων τούτων φόρων! Ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη, κύριοι, τοῦ ἀποκτᾶν πίστιν ὡς ἄτομον ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ἡ μέθοδος αὕτη δὲν σᾶς ἐγγυᾶται οὐδὲ ἀσφάλειαν, οὐδὲ διάρκειαν. Καὶ ἂν ἤθελέ τις προσωρινῶς ἀποπλανήσει τὴν γνώμην τῶν Χρηματιστηρίων καὶ διευκολύνει τὰς ἀνάγκας, ὑπὸ τῶν ὁποίων κατατρύχεται, ἐν βραχεῖ χρόνῳ θέλει πάθει ἡ πίστις αὐτοῦ μεγίστην πτῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ χρηματισταὶ θέλουσιν ἰδεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν ἦσαν ἀληθῆ, καὶ ὅτι ἀπεπλανήθησαν ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες δι’ αὐτῶν ἐσκόπουν νὰ τοὺς παρασύρωσι. Τὸ μέγα ὅμως δυστύχημα εἶναι, ὅτι τοιαύτη μέθοδος δὲν μειόνει μόνον τὴν ἐπὶ τὰ ἄτομα πίστιν, ἀλλὰ μειόνει καὶ τὴν ἐπὶ τὸ Κράτος πίστιν, ὅταν τὰ ἄτομα κυβερνῶσι τὰ Κράτη. Καὶ ἂν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1884 δι’ ὀλίγων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, συνέπεσεν ὀλίγας ἡμέρας αἱ εἰδήσεις αὐταὶ νὰ πιστευθῶσι, δὲν γνωρίζω ποίαν σήμερον ἔχουσι γνώμην περὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι κατήντησαν νὰ μετέλθωσιν αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετέρχονται οἱ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις κυβεύοντες καὶ κυβευόμενοι. Δὲν πρέπει προσέτι, κύριοι, νὰ παραλίπω νὰ ποιήσωμαι μνείαν ἄλλης πληροφορίας, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀκριβής. Καὶ μολονότι ἡ πληροφορία αὕτη δὲν ἐνδιαφέρει τὰ ἄτομα, τὰ ἀποτελοῦντα σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνδιαφέρει ὅμως τὴν διαχείρισιν ἄλλων, ὀφείλω δὲ σέβας πρὸς τὴν μνήμην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προΐστατο τότε τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, καὶ ὀφείλω τοιοῦτο καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς πρώην Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν μέρος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ καταδείξω ὅτι καὶ ἡ περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν πληροφορία δὲν ἦτο ἀκριβής. Σᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας πρὸ μικροῦ, ὅτι 21 ἑκατομμύρια ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1882 δι’ ἀνάγκας καὶ ἔξοδα τῆς προηγουμένης χρήσεως τοῦ 1881, καὶ ὅτι ἴσον περίπου ποσὸν εἶχε παραλάβει ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ὅτι ἑπομένως οὐδὲν αὐτὸς ἐπορίσθη ἐκ τῆς κληρονομίας τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Εἶναι εὐτύχημα, διότι δὲν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἴσως καὶ ἐζημιώθη ἐκ τῆς κληρονομίας ἐκείνης, καὶ ἠρκέσθη νὰ βεβαιώσῃ μόνον, ὅτι δὲν ἐπορίσθη ὠφέλειαν (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἔχουσιν ἀξίαν τινὰ εἰς τὴν γλῶσσαν καὶ τοὺς δακτύλους τοῦ προαγορεύσαντος. Τὰ 21,000,000 κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν 24,000,000. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ βεβαιώσω ἐὰν ἐδαπανήθησαν πράγματι κατὰ τὸ 1882 εἰς ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1881 21 ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ γνωρίζω τὸ πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς σέβας τῶν τὰ τοιαῦτα ἰσχυρισαμένων, ἔχω δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλω. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον ἀποδεχθῆ ὡς ἀκριβῆ τὸν ἀριθμὸν τῶν 21 ἑκατομμυρίων, τῶν παρασταθέντων ὡς δαπανηθέντων κατὰ τὸ 1882 εἰς ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1881, βεβαιῶ, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ δανείου τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα παρέλαβον οἱ διαδεξάμενοι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, δὲν ἦσαν 21 ἀλλ’ 24 ἑκατομμύρια, καὶ πολλαὶ ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν.
§71Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διευκολύνω;
§72ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§73ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εἰς μίαν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἀναβιβάσει τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ διαχείρισις τοῦ 1881, εἰς 38 ἑκατομμύρια. Ἐγὼ δὲ μίαν ἡμέραν ἠγόρευσα, καὶ ἀπέδειξα δι’ ἀριθμῶν, κατὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι τὰ καταλειφθέντα χρήματα μετρητὰ καὶ ὑλικὰ ἀνεβιβάζοντο εἰς 49 ἑκατομμύρια· ἐπληρώθησαν ἐξ αὐτῶν 21, ὡς ὁ ἴδιος κ. Τρικούπης ἐν ἑνὶ πίνακι ἔφερε, καὶ ἔμειναν περίσσευμα μετρητὰ χρήματα 28 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύες τινὲς χιλιάδων δραχμῶν. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι εἶναι, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη ἔκθεσις ἐπίσημος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις εἶχεν εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶ, δι’ ἧς ἐπιστοῦτο ὅτι ἡ διαδεξαμένη τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου Κυβέρνησις παρέλαβεν 24,800,000 δραχμὰς εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον γνωρίζω προσέτι, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ἀνεγράφη ὡς ἔσοδον, καὶ εἰσεπράχθη δαπανηθὲν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1882 ποσὸν δύω ἑκατομμυρίων καί τινων χιλιάδων δραχμῶν, προελθόντων ἐκ τῆς νομισματοποιίας, καὶ ποσὸν τριῶν ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων, προελθὸν ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει, κύριοι, συνέβη εἰς ἡμᾶς νὰ ἀκούσωμεν ἐπαναλαμβανόμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύο ὑποψήφιοι βουλευταὶ τῆς Ἐπαρχίας Ἀττικῆς ἔλεγον κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ψηφοφορίας πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὐτῶν. Ἔλεγέ τις, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀλλ’ ἔλεγε καὶ ἄλλος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐνθυμοῦμαι, καὶ δύναμαι νὰ μνημονεύσω αὐτοῦ, εἶνε ὁ κ. Παναγῆς Κυριακός. Ἔλεγεν οὗτος πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Ἀθηνῶν. «Μὴ δίδετε ψήφους πρὸς τοὺς ὑποψηφίους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι αὐτοὶ δὲν θέλουσι τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης: δότε εἰς τὸν κύριον αὐτὸν (τὸν τότε ἀγορεύοντα), διότι αὐτὸς εἶνε ὁ ἀπὸ γενετῆς ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δυστυχῶν ἐκείνων χωρῶν!» Καὶ βέβαια, ἂν δὲν ἐψηφοφοροῦντο οἱ ὑποψήφιοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὴν Ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς· ἐὰν δὲν ἐψηφοφοροῦντο οἱ ὑποψήφιοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἄλλας Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἤθελεν ἀναχθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἤθελε σωθῆ ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θράκη, τῆς ὁποίας τὴν ἀπελευθέρωσιν κατ’ οὐδένα λόγον ἔστεργεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου. Καὶ ταῦτα τὰ μωρὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται εἰς ὑποψηφίους, ὁποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον αὐτὰ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Ἀττικῆς, αὐτὰ ἐπανελήφθησαν καὶ σήμερον ἐπιδεικτικῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ μᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἡ οἰκονομία τῶν ἐξόδων εἶνε παραίτησις τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς· διατήρησις δὲ τῶν ἐξόδων, ὡς ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπ’ αὐτοῦ, εἶνε ἡ σημαία τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς. Προσέξατε, κύριοι, μὴ καταργήσητε τὰς θέσεις τοῦ κυρίου Δεμάθα (γέλως ἐν τῇ ἀριστερᾷ)· προσέξατε, κύριοι, μὴ ἀφαιρέσητε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο εἰς τὸν «Φάρον τοῦ Βοσπόρου» καὶ εἰς τὸν ἐκδότην τῆς Γαλλικῆς Ἐφημερίδος τῶν Ἀθηνῶν, διότι κατεστράφη ἡ Ἐθνικὴ πολιτική! Καὶ συμβαίνουσι καὶ ἐν τῷ Δημοσίῳ βίῳ, κατὰ δυστυχίαν τοῦ Τόπου, τοιαῦτα ἀσεβήματα, τὰ ὁποῖα σπανιώτατα ἀναφέρουσιν ὡς συμβαίνοντα ἐν ἐξοχικοῖς πληθυσμοῖς μεταξὺ ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ηὐτύχησαν νὰ λάβωσιν οἷαν ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι ηὐτυχήσαμεν νὰ λάβωμεν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἠθικὴν διαμόρφωσιν. Σπανιώτατα συνέβη νὰ παρεστάθησαν ἄνθρωποι, βιοῦντες ἐν τοῖς ἀγροῖς, ζητοῦντες νὰ πορισθῶσι μικρὸν κέρδος ἐξ ὑφαιρέσεως ἱερῶν ἐν τοῖς ναοῖς σκευῶν. Καὶ δὲν διστάζομεν ἡμεῖς νὰ ἀφαιρῶμεν ἱερὰ τῶν ναῶν σκεύη, διὰ νὰ πορισθῶμεν μικρὸν ὄφελος, διότι ἱερὸν σκεῦος, ὡς τὰ εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Ὑψίστου ἀνατεθειμένα, ἱερὸν σκεῦος εἶναι ἡ φροντὶς περὶ ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν (εὖγε εὖγε). Καὶ προσφεύγομεν νὰ ζητῶμεν νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τοσοῦτον ἱερὰς ὑποθέσεις, διὰ νὰ διαβάλωμεν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, καὶ νὰ ἐπικρατήσωμεν αὐτῶν κατὰ τὸν ἀνταγωνισμόν, τὸν ὁποῖον διανύομεν! Ἂν κατηγγέλθην ἄλλοτε ὡς προδότης, διότι, ἀντιπροσωπεύσας τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ἠρκέσθην νὰ ἀποκτήσω τὸν τίτλον τὸν ὁποῖον τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο ἔδωκεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελον κατηγορηθῆ καὶ αὖθις ὡς ἐργάτης τῆς παρατάσεως τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ὁμόφυλοι, μὴ εὐτυχήσαντες ὡς ἡμεῖς, ὑφίστανται ἔτι! Καὶ μήπως δὲν εἶχον δίκαιον, κύριοι, νὰ παρίστανται καὶ ὡς ἐλευθερωταὶ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, ἀφοῦ εἴδατε πόσην κατέβαλον μέριμναν, ἵνα παρασκευάσωσι καὶ στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς τὴν χώραν, ὅπως καταστήσωσιν αὐτὴν ἀξίαν νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν μέλλοντι, εἴτε ἐγγυτέρῳ εἴτε ἀπωτέρῳ, τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα; Τίς ἄλλος ἐκ τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἦλθε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν 40 ἑκατομμύρια διὰ στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς; Καὶ ὅταν ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ ἐκφέρω δισταγμόν τινα, μὲ ἀπεστόμωσεν ὁ προαγορεύσας τότε διὰ βαρυτάτης ἐννοίας, ὅτι πᾶσα ἡμέρα παρερχομένη ἄνευ ναυτικῶν παρασκευῶν εἶναι ἀπώλεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ! Καὶ 40 ἑκατομμύρια δάνειον ἐζήτησε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας νὰ συνομολογήσῃ, καί, ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις δὲν τῷ κατέστησαν εὔκολον τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐκείνου, δὲν ἐλησμόνησε νὰ περιλάβῃ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο μετὰ τῶν ἄλλων ποσῶν, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ οὕτω πως κατήρτισε τὸ μέγα ἐκεῖνο δάνειον τῶν 170,000,000, τοῦ ὁποίου τὸ προϊὸν προωρίζετο εἰς πλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν Τράπεζαν χρεῶν τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἵνα ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, καὶ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ἀναντιῤῥήτως λοιπὸν εἶχε τίτλους νὰ παραστῇ ὡς ἐργάτης τῆς μελλούσης ταύτης εὐτυχίας τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, ἀφοῦ τοσαύτην ἔλαβε περὶ αὐτῶν μέριμναν. Ἀλλὰ ταῦτα λέγοντες ἴσως ὑπολαμβάνουσιν, ὅτι ἡμεῖς ἤλθομεν πρὸ μικροῦ καὶ μόλις ἐσχάτως εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος ἐκ μεμακρυσμένης τινὸς χώρας, καὶ ἀγνοοῦμεν τὶ ἐτελέσθη καὶ τὶ ἐγένετο ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Ὑπολαμβάνουσιν ἡμᾶς ἴσως ἀγνοοῦντας ἢ λησμονήσαντας, ὅτι εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν σιδηροδρόμων 98 χιλιάδες μόνον δραχμῶν ἐξωδεύθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ὑπολαμβάνουσιν ἡμᾶς ἀγνοοῦντας, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον ἐποιήσατο ὁ προαγορεύσας μακρὸν λόγον, ὑπὸ τὸ ὄνομα ἔκτακτοι πιστώσεις, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα δὲν ἐδαπανήθησαν εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, ἀλλ’ ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν θεραπείαν συνήθων καὶ κοινῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι συνήθης καὶ κοινὴ ἀνάκη ἡ ἀπόκτησις πλοίων χρησίμων εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ δὲν εἶναι κοινὴ καὶ συνήθης ἀνάγκη ἡ ἀπόκτησις ὑλικοῦ διὰ τὸ ναυτικόν, χρησίμου διὰ τοὺς χρόνους τῆς εἰρήνης, ἀγορασθέντος ὅμως ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ χρήματα ταῦτα; Καὶ ὑπολαμβάνουσιν ἡμᾶς τοσοῦτον ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα τῆς πατρίδος μας, ἐνῷ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἠθέλομεν μεταβῆ εἰς Πειραιᾶ, ἤθελε μᾶς ὑπομνήσει τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς τοῦ 1883 καὶ 1884 ἡ «Κίσσα» καὶ ἡ «Ἀηδών (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ); Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ Ἐθνικῆς πολιτικῆς ἄνδρες, οἵτινες ἔλαβον τὴν εὐθύνην νὰ περιαγάγωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας, εἰς ἣν περιήχθη δυστυχῶς θέσιν. Λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ πανταχοῦ, οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι εἰμὴ χρήματα, οἰκονομικὴ ἄνεσις. Ποίαν οἰκονομικὴν ἄνεσιν παρεσκεύασαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τρία ὁλόκληρα ἔτη κυβερνήσαντες αὐτήν; Ποῖα μέσα ἀφῆκαν διὰ νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς αὐτὰ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν Ἐθνικὴν πολιτικὴν ἀνέγραψαν ὡς σημαίαν τῆς πολιτικῆς πίστεώς των; Ὅταν διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ δι’ αὐτὸ ἐπρότειναν τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἀφοῦ διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐδικαιολόγησαν τὴν μεγάλην ἐκείνην εἰσφοράν, τὴν ὁποίαν ζητοῦσιν ἀπὸ τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπηγγείλαντο ὡς τὸ μόνον δικαιολογητικόν, εὑρέθησαν τοὐλάχιστον εἰς θέσιν, ὅπως κατορθώσωσι τέλος πάντων νὰ τὴν ἄρωσιν; Ἠδυνήθησαν κἂν αὐτὴν νὰ ἄρωσι διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία; Πῶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ἄρωσιν αὐτὴν διὰ τῶν χρημάτων ἐκείνων, ἀφοῦ 19,000,000 καὶ πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῶν χρημάτων αὐτῶν ἐδαπάνησαν ἐναντίον τοῦ Νόμου καὶ κατὰ παράβασιν αὐτοῦ εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Διὰ νὰ τὴν ἄρωσιν, ἠναγκάσθησαν, νὰ συνομολογήσωσι νέον προσωρινὸν δάνειον, μὴ ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ τῆς Βουλῆς παρούσης, ἐξ 11,500,000, τὸ ὁποῖον, καὶ ἀφοῦ συνωμολόγησαν, ἐζήτουν νὰ ἀποκρύψωσιν ἀκόμη ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ἠναγκάσθησαν νὰ μὴ ἀποτίσωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 8,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπράξει ἐν ὀνόματι καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς, καὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλον εἰς ὡρισμένην προθεσμίαν νὰ πληρώσωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν ὡσαύτως εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἠναγκάσθησαν καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ συνομολογήσωσι καὶ ἄλλα δάνεια. Ἠναγκάσθησαν τέλος πάντων νὰ ἀφαιρέσωσι καὶ τὸ τελευταῖον τεμάχιον τοῦ ἄρτου, μὲ τὸ ὁποῖον ζῶσιν οἱ Δῆμοι τῶν μεσογείων Ἐπαρχιῶν, μὴ ἔχοντες οὐδὲν ἄλλο ἔσοδον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν των, εἰμὴ τοὺς φόρους τοὺς ἀμέσους, ἐξ ὧν ἐλάχιστα προσπορίζονται. Ἠναγκάσθησαν νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ αὐτοὺς αὐτὴν τὴν μόνην πρόσοδόν των, ὅπερ θέλει φέρει βεβαίως τὴν διάλυσιν τῶν Δήμων, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτου. Ἠναγκάσθησαν καὶ χρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχον οὐδὲν δικαίωμα, διότι ἀνήκουσιν εἰς ἰδιώτας, νὰ ἀφαιρέσωσι. Καὶ χρήματα, κύριοι, ἰδιωτῶν, οἵτινες ἐστηρίχθησαν εἰς Νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ προαγορεύσας προεκάλεσε, καὶ πιστεύσαντες εἰς τὴν πρὸς τὸν Νόμον εὐλάβειαν τῶν κυβερνητῶν τῆς Χώρας ἔδωκαν καὶ ταῦτα ὁ προαγορεύσας διέθηκεν εἰς τὰς συνήθεις καὶ κοινὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ Ἐθνικῆς πολιτικῆς οἱ εἰς τοιαύτην κατάστασιν περιαγαγόντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Διατί, κύριοι, νὰ ἀσχοληθῶ νὰ ἀναιρέσω ἄλλας ἀνακριβείας, τῶν ὁποίων ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ προαγορεύσας; Τί νὰ σᾶς εἴπω, ὅταν πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγεν, ὅτι περιώρισε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ παραβάλωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ εἰσαχθέντι παρ’ ἡμῶν Προϋπολογισμῷ, οὐχὶ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἀλλὰ πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέμεινε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καί τινων χιλιάδων δραχμῶν, ἥτις εἶχε διαταχθῆ διὰ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ Φεβρουάριον ἐνεστῶτος ἔτους; Βεβαίως ἐξεδόθη Διάταγμα κατὰ Φεβρουάριον καὶ ἐμείωσε τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ἀναγεγραμμένας πιστώσεις διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλ’ αἱ μειώσεις αὗται ἦσαν μειώσεις εἰκονικαί, δὲν ἦσαν οἰκονομικαί. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. «Τροφή». Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Ἐχορηγήθη διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις 2,000,000, ἥτις, ἀποβᾶσα ἀνεπαρκὴς, ἐδέησε νὰ συμπληρωθῇ διὰ δραχμῶν 158,163 45|00 προσέτι. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 οὐ μόνον ἠλαττώθη ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς τακτικῆς ἐξεπέσθησαν δραχμαὶ 500,000 λόγῳ ὑποτιμήσεως τοῦ ἄρτου. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἄρτου προερχομένη ἐλάττωσις ἐγένετο ἐν αὐτῷ τῷ φύλλῳ τῆς λεπτομερείας, ἐν ᾧ τὸ τίμημα ἑκάστης μερίδος ἄρτου ὑπελογίσθη πρὸς 22 λεπτά, ἀντὶ 26 λεπτῶν, ἀνθ’ ὧν ἐλογίσθη κατὰ τὸ 1884». Κατὰ ταῦτα ἐν τῷ εἰσαχθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, ἀντὶ νὰ περιλάβωσι 2,000,000, ὅσα περιέλαβον ἐν τῷ τοῦ 1884, περιέλαβον 1,500,000, ἑπομένως ἀφῄρεσαν 500,000. Πράγματι κατὰ τὸ 1884 δὲν ὑπῆρχεν ἐπαρκὴς ἡ πίστωσις καὶ εἶχε ζητηθῆ συμπληρωτική. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 τὴν συμπληρωτικὴν πίστωσιν, ἀφοῦ ἀνέγραψε πίστωσιν κατὰ 500,000 ὀλιγωτέραν τῆς κυρίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 πιστώσεως, εἶτα ἐξέδωκε καὶ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμείωσε τὴν διὰ τροφὴν πίστωσιν κατὰ 100,000. Διατί, κύριοι; διότι εὔκολον ἦτο εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως νὰ εἰσαγάγωσιν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν καὶ νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσωσι. Ποῖοι ἤθελον ἀρνηθῆ χρήματα, ὅταν ζητῶνται διὰ τὴν τροφὴν τοῦ στρατοῦ; Καὶ μᾶς προκαλοῦσι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς μειώσεις ταύτας! Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἤθελον ἀναγνώσει ὑμῖν τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῶν Γραφείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληροφορηθῆτε, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀφαιρέσεις εἰσὶν εἰκονικαί. Καὶ μᾶς ὁμιλοῦσι περὶ μειώσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκον, καθ’ ἣν ὥραν δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς, πῶς ἐφηρμόσατε τὴν οἰκονομίαν τῶν 100,000, τὴν ὁποίαν ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἐλάττωσιν τῆς διὰ τὰ Ἐπαρχεῖα ζητηθείσης πιστώσεως; Κυβερνήσαντες κατὰ Ἰανουάριον, κατὰ Φεβρουάριον, κατὰ Μάρτιον, μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου, ἀφοῦ ἐγγράφετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν κατὰ ἑκατὸν χιλιάδας, τί ἐπράξατε κατὰ τοὺς τέσσαρας μῆνας, διὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὴν οἰκονομίαν ταύτην; Καθ’ ἣν ὥραν δύναται ἕκαστος νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ κατὰ τίνα τρόπον ἐπληρώθησαν τὰ πραγματοποιηθέντα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔξοδα ἐπὶ πολλῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ μῆνα Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1884, καὶ ἐὰν δὲν διετέθησαν πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν χρήματα ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ ἀρξαμένου ἔτους 1885; Κρίνω ἐντελῶς πρόωρον νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἑκάστου τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα χθὲς προέβαλον εἰς αὐτήν. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τῆς συζητήσεως ἑκάστου αὐτῶν, θέλει εὑρεῖ προθύμους τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν ἑτοίμους νὰ δώσωσι πᾶσαν διασάφησιν, καὶ ἐξηγήσωσι πᾶσαν ἀπορίαν, ἥτις ἤθελε προταθῆ. Ἀλλὰ μοὶ ἐπιβάλλεται ὡς ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἔρευναν καὶ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐποιήσατο τῶν νομοθετημάτων τούτων, ἠλλοιώθησαν ὡσαύτως οἱ ἀριθμοὶ καὶ διεστράφησαν τὰ πράγματα.
§75ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ ὁμιλήσητε περὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, θὰ παραταθῇ ἡ ὁμιλία σας, καὶ ἑπομένως καλὸν εἶναι νὰ διακόψητε.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως θέλει ἡ Βουλή.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 Μ. Μ.