1885.06.27
1.706 στίχοι · 12.770 λέξεις · 47 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 27 Ἰουνίου 1885
(Πέμπτη)
Ὥρα 9 Π. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
(Ὁρκίζεται ὁ ἄρτι ἀφιχθεὶς βουλευτὴς Παξῶν Ν. Κάγκας.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Πάλλης Κ. Σκαλτσούνης ὑποβάλλει παραίτησιν ἐκ τῆς βουλευτικῆς θέσεώς του.
§2ΚΟΡΥΖΗΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§3ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὁ κ. Σκαλτσούνης πράγματι εἶνε πρόσωπον σεβαστὸν, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ μὴ δεχθῇ τὴν παραίτησιν αὑτοῦ, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ν’ ἀναπτύξῃ τὰς ἰδέας του. Ἡμεῖς ἐν Κεφαλληνίᾳ τὸν ὀνομάζομεν νέον Χρυσόστομον. Ὁ κ. Σκαλτσούνης εἶνε μέγας συγγραφεύς.
§5ΧΟΪΔΑΣ. Λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ εἶνε ἄριστος θεολόγος, ἀλλὰ κάκιστος πολιτικός.
§6ΚΟΡΥΖΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§7ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶνε καλὸν ν’ ἀναβληθῇ.
§8Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶνε καθόλου ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ.
§9ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Τότε προτείνω νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησίς του.
§10ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπιστολὴν τυπωμένην κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
§12ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν.
§13Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ χάνῃ τὸν καιρόν της δι’ ἄνθρωπον ἐκλεχθέντα καὶ μὴ θέλοντα νὰ ἔλθῃ. Νὰ εἶναι δὲ ὑπερβέβαιος ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν θὰ χαθῇ, ἂν ὁ Σκαλτσούνης δὲν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ἂν εἶχε τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας τοῦ ἀποδίδουν, ἤθελεν ἔχει τὴν γενναιότητα νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του· μὴ ἐρχόμενος ὅμως ἐδῶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἰδέας του, δὲν εἶναι ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του.
§14ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ λόγους διὰ νὰ παραιτηθῇ.
§15Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἤξευρον, ὅτι ἐπρόκειτο σήμερον περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Σκαλτσούνη· αἴφνης ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτῆς, ὅθεν δέχομαι καὶ προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Ἄλλως, ἂν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἀμέσως, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα σπουδαίως. Ὁ κ. Σκαλτσούνης εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων συμπολιτῶν μας, εἶναι διαπρεπέστατος νομομαθὴς καὶ συγγραφεύς, ἀπολαύων φήμης Εὐρωπαϊκῆς· ἐξελέχθη δέ, καί τοι ἀπουσιάζει ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του πρὸ εἰκοσαετίας. Νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Σκαλτσούνης εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ σπουδαίως εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν καὶ διὰ τῶν ἐπιστημονικῶν του γνώσεων καὶ διὰ τῆς μεγάλης πείρας του, ἰδίως εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα, τὸ Κοινοβούλιον θὰ πράξῃ ὀρθῶς, ἂν δὲν δεχθῇ τὴν παραίτησίν του, ὅπως οὕτω ἀναγκασθῇ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἠθέλησε νὰ εἰρωνευθῇ τὸν κ. Σκαλτσούνην.
§16ΧΟΪΔΑΣ. Διόλου, διόλου.
§17ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἕκαστος, κύριοι, ἔχει τὰς ἰδέας του καὶ τὰ φρονήματά του· δὲν δύναται λοιπὸν ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ, ὅτι ἔχει τὰς μᾶλλον φιλελευθέρους ἰδέας, νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Σκαλτσούνην, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ δημοσιευθέντι φυλλαδίῳ του ἁπλῶς ἐκφράζει τὰς περὶ Πολιτικῆς καὶ Πολιτεύματος ἰδέας του. Ἑπομένως προτείνω ἵνα ἡ Βουλὴ μὴ δεχθῇ τὴν ὑποβληθεῖσαν παραίτησιν.
§18ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Σκαλτσούνη.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Σκαλτσούνη ἡ Βουλή;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Σκαλτσούνη.
§23Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ διακόψω τὴν ἀρξαμένην ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Προϋπολογισμός· δὲν θέλω νὰ προκαλέσω συζήτησιν, καὶ μόνον ἐὰν ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως δέχεται πρότασιν, ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ δεκαπέντε ἄλλων βουλευτῶν, παρακαλῶ νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν. Ἡ πρότασις ἡμῶν ἔχει οὕτω: «Παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως τὸ προσεχὲς Σάββατον ἢ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἐκλεχθῇ εἰδικὴ πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίων περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς καὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἅτινα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ βραδύτερον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1885 καὶ νὰ συζητηθῶσι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Οἱ Βουλευταὶ Γ. Ν. Φιλάρετος, Σ. Μαρκέλλος, Γ. Κορυζῆς, Δ. Χαρίδημος, Α. Ἀθανασιάδης, Ὑπ. Καμπάνης, Π. Λεβέντης, Ρ. Χοϊδᾶς, Δ. Σταματόπουλος, Ε. Δημητρίου, Κ. Χατζῖσκος, Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Μπουφίδης, Ζήσης Χατζῆ Κυτιλῆς, Γ. Λεωνίδας, Γ. Καπετανάκος, Ἀριστ. Κοντογούρης». Φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, δὲν προβαίνω εἰς ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως δέχονται αὐτήν. Μίαν μόνην παράκλησιν ἀπευθύνω, ἵνα ἡ νομοθετικὴ περὶ δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως ἐργασία τῆς Βουλῆς ἐξαιρεθῇ παντελῶς ἐκ τῆς Πολιτικῆς, διότι οὕτω καὶ μόνον ἔσεται καρποφόρος καὶ ἀποτελεσματική. Πρὸς οἰκονομίαν δὲ χρόνου ἐν τῇ συζητήσει τῶν νομοσχεδίων κρίνω καλὸν ἵνα ἐκ τῶν πέντε μελῶν τὰ δύο ἐκλεχθῶσιν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἡ Κυβέρνησις δέχεται προθύμως τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, παρακαλεῖ δὲ μόνον νὰ μὴ δεσμευθῇ ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα μὴ διακοπῇ ἀρξαμένη τυχὸν συζήτησις.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐκλεχθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ Προέδρου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§27ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Μάλιστα, μάλιστα.
§28Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, κατὰ τοῦτο μόνον τροποποιηθεῖσαν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκλεχθήσεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναὶ, τοῦτο ἀπεφασίσθη.
§30Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ τελευταίᾳ Βουλῇ κατὰ τὴν 28 Ἰανουαρίου παρουσίασα ἓν εἶδος προγράμματος, σύμφωνον μὲν πρὸς τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, εὐρύτερον ὅμως. Μεταξὺ τῶν ἐν τῷ προγράμματι ἐκείνῳ ἀναφερομένων ὡς ἀναγκαίων νὰ ληφθῶσι μέτρων ἦτο καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερον. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀχρηματία γενικὴ μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ ἑνὸς ἕως ἄλλου ἄκρου. Τὴν ἀχρηματίαν ταύτην ἀνομολογεῖ καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς — τοῦ ὁποίου τὴν ἀπουσίαν ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου, θεωρῶ ὀλεθρίαν εἰς τὸν Τόπον· εἶναι δὲ τιμὴ εἰς ἕκαστον βουλευτὴν νὰ ἔχῃ συνάδελφον, ἔστω καὶ ἀντίπαλον, ἄνδρα παιδείας καὶ εὐφυΐας — ἐν ἐπιστολῇ του ἐσχάτως δημοσιευθείσῃ διὰ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου. Τὰ αἴτια τῆς ἀχρηματίας ταύτης δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσω σήμερον. Δὲν χρονολογοῦνται ἀπὸ πολὺ πλησίον, ὥς τινες νομίζουν· δὲν χρονολογοῦνται, οὔτε ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν, οὔτε ἀπὸ τῆς θεομηνίας, οὔτε ἀπὸ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Κατ’ ἐμὲ χρονολογοῦνται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτε αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ὤφειλον νὰ λάβωσι μέτρα, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς οἰκονομικῆς ἀθλιότητος· ὤφειλον δηλαδὴ νὰ σχηματίσωσι πρὸ καιροῦ δίκτυον ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τότε ἤθελεν ἀναπτυχθῆ διανοητικῶς καὶ ὑλικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ δὲν ἤθελε φθάσει σήμερον εἰς τὴν περιπέτειαν ταύτην. Ἐπάθαμεν δὲ τοῦτο καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις· ἐὰν μετὰ τὸ πάθημα τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης, ἐλάμβανον πρόνοιαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, ὅπως προετοιμασθῶμεν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, βεβαίως δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς Ἀνατολῆς, αἱ βάρβαροι καὶ ἀνίστοροι, νὰ ἔχουν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Μακεδονίας. Δυστυχῶς δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια καὶ κατηντήσαμεν ἤδη εἰς τὸ ἀπροχώρητον καὶ ἀδιόρθωτον. Κύριοι, ἡ ἀχρηματία αὕτη, ἄν παραταθῇ, θέλει ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Εἰς τὰς Πάτρας χωρικός τις, ἔχων ὀλίγα κτήματα, μοὶ ἔλεγεν ἐσχάτως, ὅτι εἰς διάστημα δύο ἐτῶν ὀφείλει 3,000 δραχμάς, μόνον καὶ μόνον διότι ἔλαβεν ἔξοδα καλλιεργείας· οὔτ’ εὑρίσκει πρὸς περαιτέρω καλλιέργειαν, ἀλλὰ καὶ ἂν εὕρῃ, ἡ τοκογλυφία εἶναι τοσοῦτον ἄπληστος, ὥστε ὕστερον ἀπὸ δύο ἔτη θέλουν πωληθῆ τὰ κτήματά του ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς καταστάσεώς μας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀρνεῖται. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καὶ ἄλλοι εἰδικώτεροι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἐγὼ ἐπίσης ὑπελογίσαμεν, ὅτι ὅπως εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος σήμερον καὶ ἰδίως πρό τινων ἐτῶν, δηλαδὴ ὅτε ὑπῆρχεν ἔλλειψις μέσων συγκοινωνίας, ὅτε ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἀραιός, ὅτε τὰ ἡμερομίσθια εἶναι μεγάλα, ὑπελογίσαμεν, ὅτι οἱ γεωργοὶ ὅλοι οἱ κτηματίαι δὲν δύνανται νὰ καλλιεργοῦν τὰ κτήματά των καὶ νὰ τοὺς μένῃ περίσσευμά τι, ἐὰν πληρώνουν τόκον πλέον τῶν 6%. Γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δανείζει μὲ 8%, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τόκον ἐκεῖνον δὲν δύνανται νὰ προοδεύσουν οἱ κτηματίαι· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἕνεκα τῶν ἀσυμφόρων τόκων τὰ πλεῖστα κτήματα ἐπωλήθησαν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ ἄλλους δανειστάς. Εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ κεφάλαια δίδονται μὲ 3%, πολλάκις δὲ καὶ μὲ ἓν καὶ μὲ δύο. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ ξένα κεφάλαια δύνανται νὰ ἔλθουν καὶ νὰ δίδωνται ἀπὸ 5 ἕως 6%, ἀρκεῖ μόνον ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ καταλλήλου τρόπου. Ἐσχάτως εἴς τινας ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν θὰ εἴδατε, ὅτι ἦλθόν τινες, σκοπεύοντες νὰ ζητήσουν ἐπιχειρήσεις· μεταξὺ τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων εἶναι καὶ ἡ σύστασις Γεωργικῶν Τραπεζῶν μὲ μικρότερον τόκον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον. Ἐπίσης δὲ καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς τὴν τελευταίαν ἐπιστολήν του ἀναγνωρίζει σχεδὸν, ὅτι τὸ μόνον ἰατρικὸν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἶναι ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἰδοὺ τὶ λέγει εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς του ἐκείνης: «Συστήσατε Γεωργικὴν Τράπεζαν. Μάλιστα! πάσῃ δυνάμει. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ κεφάλαια ἐν Ἀγγλίᾳ μόλις ἀμείβονται πρὸς 1%, νομίζετε δύσκολον τὴν σύστασιν, ἐὰν δείξητε, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία βελτιοῦται καὶ εἶναι ἐπιδεκτικὴ προόδου; Καὶ βεβαίως μὲ κεφάλαια εὐθηνὰ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ γεωργία ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ βελτιωθῇ καὶ προοδεύσῃ......» Θεωρῶ λοιπὸν ὡς τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον, ὡς τὸ κύριον σήμερον, τὸ μέτρον περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, διότι ὁ ἀσθενὴς δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ, καὶ διότι, ἄν παραταθῇ αὐτὴ ἡ ἀχρηματία, εἶναι πιθανὸν νὰ ἐκραγῇ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν καθυποβάλλω, καὶ παραλαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Προσθέτω μόνον τοῦτο, ὅτι ἐπειδὴ ὁ κ. Καλλιγᾶς φρονεῖ, ὅτι πρὸ πάσης συστάσεως Τραπέζης πρέπει νὰ γείνουν σύλλογοι ἀγροτικοί, ἀπαντῶ, ὅτι βεβαίως εἶναι καλὸν τὸ τοιοῦτο, ἀλλὰ οὕτω θὰ περάσῃ πολὺς καιρός, ὁ δὲ λαὸς δὲν δύναται νὰ βαστάξῃ περαιτέρω. Διὰ τοῦτο μαζῇ μὲ τὴν σύστασιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως συστηθοῦν Γεωργικαὶ Σχολαί, ἀλλὰ Γεωργικαὶ Σχολαὶ πρακτικώταται. (Ὄρα Παράρτημα).
§31Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόθεσις λίαν σπουδαία καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης ἀναβολῆς μὲ ἀναγκάζει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμάς. Γνωρίζετε τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἐκ τῶν βροχῶν ἡ σταφίς, τὸ πολυτιμότερον τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων. Ἡ συγκομιδὴ τοῦ προϊόντος τούτου, ἀρχομένη ἀπὸ τὰ μέσα Ἰουλίου παρατείνεται μέχρι τέλους Αὐγούστου, ἐνίοτε δὲ καὶ πέραν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο σπανιώτατον εἶναι νὰ μὴ ἐπέλθωσι βροχαὶ καὶ ὀλίγα εἶναι τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐστάθη δυνατὸν νὰ συγκομισθῇ ὅλος ὁ σταφιδοκαρπὸς χωρὶς μέρος αὐτοῦ νὰ βραχῇ. Αἱ βροχαὶ δὲν ἐλαττόνουσι μόνον τὴν ποσότητα τοῦ καρποῦ, ἀλλὰ βλάπτουσιν οὐσιωδῶς καὶ τὴν ποιότητα αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δέ τινες τῶν παραγωγῶν καί τινες μικροὶ κερδοσκόποι ἀναμιγνύουσι τὸν ἄβροχον καρπὸν μὲ τὸν βεβρεγμένον, ἀποθαῤῥύνεται τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος, περιορίζονται αἱ μεγάλαι προμήθειαι καὶ ζημιοῦται ὁλόκληρος ἡ ἐσοδεία. Πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κινδύνων τούτων τινὲς τῶν σταφιδοκτημόνων μεταχειρίζονται τὰς λεγομένας τσιβίνας· ἄλλοι δὲ πάλιν μεταχειρίζονται πανιὰ πρὸς κάλυψιν τῶν ἁλωνίων. Ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ μέσα ταῦτα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι πολυδάπανα, δὲν ἐφάνησαν ἐπαρκῆ, οὔτε ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ δι’ αὐτῶν ἐντελῶς ὁ σταφιδοκαρπός. Διὰ τοῦτο ἐζητήθησαν πάντοτε ἄλλα μέσα μᾶλλον τελεσφόρα καὶ κατὰ καιροὺς ἐδημοσιεύθησαν διάφοροι ἐφευρέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐφάνη ἐπιτυχής. Πρὸ δύο ἐτῶν οἱ ἐκ Πατρῶν ἀδελφοὶ Γεωργακόπουλοι ὑπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδήλουν ὅτι, ἔχοντες μεγάλας ἐκτάσεις σταφιδαμπέλων, κατεγίνοντο νὰ εὕρωσι μέθοδον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀποξηραίνεται ὁ σταφιδοκαρπὸς ταχέως καὶ ἀσφαλῶς. Ἐφεῦρον δὲ τοιαύτην, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν δημοσιεύσουν ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλους τοὺς σταφιδοκτήμονας νὰ πληρώσωσι ποσόν τι εἰσπρακτέον εἰς τὰ Τελωνεῖα μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου. Μετὰ τούτους παρουσιάσθη ὁ καθηγητὴς κ. Ἀντώνιος Δαμασκηνὸς, ὅστις ἰσχυρίσθη ὅτι εὗρε καὶ αὐτὸς μέθοδον ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐζήτησε παρομοίας ἐγγυήσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐάν, κύριοι, εἴμεθα εἰς ἄλλην Εὐρωπαϊκὴν Ἐπικράτειαν, τὸ πρᾶγμα δὲν ἤθελε παρουσιάζει καμμίαν δυσκολίαν, διότι εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη ὑπάρχουσι Νόμοι γενικοὶ περὶ προνομίων, δυνάμει τῶν ὁποίων ὅστις ἤθελεν ἐφεύρει ἐργαλεῖον ἢ μέθοδόν τινα χρήσιμον εἰς τὴν Γεωργίαν ἢ τὴν Βιομηχανίαν, δὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ καταθέσῃ περιγραφὴν τῆς ἐφευρέσεώς του εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχήν· τῷ χορηγεῖται δὲ ἀμέσως προνόμιον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ ἐφεύρεσις θεωρεῖται ἰδιοκτησία του, τὴν χρῆσιν τῆς ποίας ἐπιτρέπει εἰς ὅντινα θέλει καὶ ἐπὶ τῇ ἀμοιβῇ, τὴν ὁποίαν αὐτὸς κανονίζει. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν τοιοῦτος Νόμος δὲν ὑπάρχει, ἡ δὲ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἔχουσα ἄλλας ἰδέας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰς προτάσεις τῶν δύο τούτων ἐφευρετῶν. Ἀπελπισθεὶς ὁ κ. Δαμασκηνὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, κατέφυγεν εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν νὰ τοῦ ὑποσχεθῶσι δύο δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἤθελον κάμει χρῆσιν τῆς ἐφευρέσεώς του. Ἀφοῦ δὲ συνέλεξεν ἀρκετὰς ὑπογραφὰς, συνεκάλεσεν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὑπόδειγμα τοῦ ἐφευρεθέντος παρ’ αὐτοῦ μηχανήματος καὶ ἐξήγησε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε λειτουργήσει. Ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ἐφεύρεσις τοῦ κ. Δαμασκηνοῦ στηρίζεται ἐπὶ ἐπιστημονικῶν βάσεων, ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις καὶ διαβεβαιώσεις αὐτοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ πεισθῇ καὶ περὶ τῆς τελείας αὐτῆς ἐπιτυχίας. Διὰ τοῦτο συνεβουλεύσαμεν αὐτὸν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς πειράματα, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ κοινὸν διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῆς μεθόδου του δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Μανθάνω δὲ εὐχαρίστως, ὅτι ὁ κ. Δαμασκηνὸς, κατασκευάσας μηχανήματα μεγαλείτερα καὶ τελειότερα τοῦ παρουσιασθέντος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἀπῆλθεν εἰς Αἴγιον, ἐκεῖθεν δὲ θέλει μεταβῆ καὶ εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας, ἵνα δοκιμάσῃ τὸ μηχάνημά του. Ἐξ ἄλλου μέρους μανθάνομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι καὶ οἱ ἀδελφοὶ Γεωργακόπουλοι συνεκάλεσαν εἰς Πάτρας Ἐπιτροπὴν ἐνώπιον τοῦ Νομάρχου καὶ ἀπεκάλυψαν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐμπιστοσύνην καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς αὐστηρᾶς ἐχεμυθίας, τὴν ἐφεύρεσίν των. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐτηλεγράφησαν, ὅτι εὗρον τὴν μέθοδον τῶν κκ. Γεωργακοπούλων ἐπιτυχῆ καὶ ἀνωτέραν πάσης ἄλλης γνωστῆς· ἀλλ’ οἱ ἐφευρέται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχονται νὰ δημοσιεύσωσι τὴν μέθοδον, πρὶν ἐξασφαλισθῇ αὐτοῖς μία τις ἀμοιβή. Πλὴν τούτου βλέπω, ὅτι καὶ ἕτεροι ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀνεκάλυψαν ἄλλας μεθόδους ἔτι τελειοτέρας, καὶ σήμερον ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ὁ κ. Τιμολέων Ἀργυρόπουλος εὗρε μέθοδον, δι’ ἧς ἡ σταφὶς ἀποξηραίνεται ἐντὸς 48 ὡρῶν. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν πρὸ πάντων ἡμεῖς τῶν σταφιδοφόρων Ἐπαρχιῶν οἱ Ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι καὶ πεῖραν μεγαλειτέραν ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν, καὶ μᾶλλον τῶν ἄλλων ἐνδιαφερόμεθα· ἀπεφασίσαμεν ἑπομένως νὰ συνέλθωμεν, καὶ συνελθόντες διεσκέφθημεν τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν νὰ διευκολύνωμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐφευρέσεων, χωρὶς οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ, οὐδὲ κανεὶς τῶν ἐφευρετῶν νὰ ζημιωθῇ. Εἰς τὴν συνδιάσκεψιν ἐκείνην πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἐπρότειναν, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, δι’ οὗ νὰ χορηγῆται ὡρισμένη ἀμοιβὴ εἰς τὸν ἐφευρέτην, οὗ τινος ἡ ἐφεύρεσις ἤθελε κριθῆ τελειοτέρα, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἐθεωρήθη λυσιτελής· πρῶτον, διότι δὲν εἶνε εὔκολον ν’ ἀποφανθῇ τις ποία τῶν ἐφευρέσεων εἶναι τελειοτέρα, δεύτερον διότι ἑκάστη ἐφεύρεσις ἀπαιτεῖ ἴσως ἴδια ὑλικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας, καὶ τρίτον διότι τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι παρὰ τὴν σήμερον θεωρουμένην ὡς τελειοτέραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ αὔριον ἑτέρα καλλιτέρα, τότε δὲ θέλει δαπανηθῆ εἰς μάτην ἡ ἀμοιβὴ, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ὁ νέος ἐφευρέτης θέλει ἀπαιτήσει καὶ αὐτὸς ἄλλην ἀμοιβήν. Ἐκτὸς τούτων ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρακτικὴ δυσκολία, τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ἀμοιβὴν ἀνωτέραν τῶν 50,000 ἢ 100,000 δραχμῶν· ἀλλ’ οἱ ἐφευρέται, τοὺς ὁποίους ἕως τώρα γνωρίζομεν, ἔχουν τὴν ἀπαίτησιν νὰ λάβουν ἑκατομμύρια· ἄλλως, δὲν δημοσιεύουσι τὴν ἐφεύρεσίν των. Διὰ ταῦτα μετὰ πολλὰς συζητήσεις ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ πράξωμεν, εἶναι τὸ νὰ πληρώσωμεν τὸ ὑπάρχον εἰς τὴν ἡμετέραν Νομοθεσίαν κενὸν, συντελοῦντες εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ Νόμος περὶ προνομίων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ σύνταξις καὶ ἐπεξεργασία γενικοῦ νόμου περὶ προνομίων ἐνδεχόμενον νὰ ἀπαιτήσῃ πολὺν χρόνον καὶ προκαλέσῃ πολλὰς συζητήσεις, ἀπεφασίσαμεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν σύνταξιν εἰδικοῦ Νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται προνόμιον ἀποκλειστικῆς χρήσεως εἰς πάντα, ὅστις ἤθελεν ἀνακαλύψει μέθοδόν τινα ἢ μηχάνημα χρήσιμον πρὸς ταχυτέραν καὶ ἁπλουστέραν ἀποξήρανσιν τῆς σταφίδος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τυπωθὲν, ἔχετε ἤδη πάντες ἀνὰ χεῖρας. Δι’ αὐτοῦ διευκολύνεται ἡ δημοσίευσις ὅλων τῶν ἐφευρέσεων, μένει ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς πᾶσαν τελειοποίησιν καὶ εἰς πᾶσαν νέαν ἐφεύρεσιν, δὲν ἐπιβαρύνεται δὲ τὸ Δημόσιον, οὐδὲ ἀναλαμβάνει τις εὐθύνην τινά. Καὶ ἡμεῖς μὲν ἐπράξαμεν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀφ’ ἡμῶν, συντάξαντες καὶ καταθέσαντες τὸ νομοσχέδιον χθὲς, ὁ δὲ ἀξιοσέβαστος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατανοῶν τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, ἔσπευσε νὰ τὸ τυπώσῃ καὶ νὰ τὸ διανείμῃ. Ἀλλ’ ὅπως μὴ ἀποβῇ εἰς μάτην ἡ ἐργασία ἡμῶν καὶ ἡ προθυμία τοῦ κ. Προέδρου, ἀπαιτεῖται νὰ συναινέσῃ καὶ ἡ Βουλὴ—καὶ πρὸς τοῦτο εἶμαι ἐπιφορτισμένος ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπογράψαντας τὸ νομοσχέδιον νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὥστε νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐγγίζει ἡ συγκομιδὴ τοῦ προϊόντος. Καὶ δὲν θὰ ἦνε μὲν δυνατὸν νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ σταφιδοκτήμονες ἐκ τῶν ἐφευρέσεων ἐφέτος, ἀλλὰ θὰ δυνηθῶσι νὰ κάμωσι πειράματα, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ ποία ἐκ τῶν ἐφευρέσεων εἶναι ἡ καλλιτέρα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὥστε ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν γνώμην, διότι δὲν προέρχεται ἐξ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ὑπὸ Βουλευτῶν ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις οὐδὲ εἰδοποιήθη ἵνα συμμετάσχῃ. Χθὲς μόνον μοὶ ἐπεδείχθη ἐν χειρογράφῳ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον καιρὸν οὔτε νὰ τὸ ἀναγνώσω. Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐμποδίσω τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ, ἂν θέλῃ, σήμερον ἢ αὔριον, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσω ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ἂν ἤθελε ψηφισθῆ, νὰ τὸ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βασιλικὴν κύρωσιν, ὅταν πεισθῶ, ὅτι συντελεῖ πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν ἐπροτάθη.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν;
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἐλάβομεν· πρέπει νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξέθηκα χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν μελέτην κεφαλαιώδη καὶ περιληπτικὴν περὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Κατὰ τὴν μελέτην ταύτην, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρίστα ἔλλειμμα 11,814,527, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ περιωρίσθη εἰς 5,378,380, διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα, τῶν ὁποίων δὲν εἶχον ἀκριβῆ γνῶσιν οἱ τὸν Προϋπολογισμὸν συντάξαντες ἵνα προσδιορίσωσιν αὐτὰ ἐπακριβῶς. Ἦσαν δὲ τὰ ἔσοδα ταῦτα 2,200,080 ἐκ τῆς νομισματοποιΐας καὶ 3,090,184 ἐξ ἐκποιήσεως κτηνῶν καὶ ἄλλου ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργείου. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 παρίστα περίσσευμα 121,361 δραχμὰς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὸ περίσσευμα μετετράπη εἰς ἔλλειμμα, καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνεβιβάσθη εἰς 9,497,968.18. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 παρίστα περίσσευμα 308,352 δραχμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, μολονότι δὲν παρῆλθεν ἔτι ἡ χρῆσις, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ὅμως γνωστὰ ἀποτελέσματα, καὶ κατὰ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, πείθεταί τις ὅτι τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο θέλει μετατραπῆ εἰς ἔλλειμμα 24,374,756. Ἡ Κυβέρνησις ἡ προλαβοῦσα εἰσήγαγε πέρυσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος εἶχε περίσσευμα 388,583. 12 δραχμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἡ μειονοψηφία, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐποιήσατο, ἔπεισεν αὐτὴν, ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 θέλει παραγάγει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον οἱ τοῦ 1883 καὶ 1884, καὶ ὅτι ἤθελε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα, τοῦ ὁποίου τοὺς ἀριθμοὺς δὲν ἠδύνατο νὰ προσδιορίσῃ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Καὶ δὲν ἦτο μόνον αὕτη ἡ κρίσις τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι αὕτη ἠρεύνησε τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον μᾶλλον ἐπισταμένως, καὶ ἐπείσθη ὅτι περιεῖχε κεφαλαιῶδες ἐλάττωμα, ὅτι ἦτο Προϋπολογισμὸς εἰκονικὸς, διότι ἐν αὐτῷ προϋπελογίζοντο ὡς ἔσοδα τοῦ Κράτους ποσὰ, τὰ ὁποῖα οὐδεμία πιθανότης ὑπῆρχεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν· ὅτι μάλιστα ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, οἵτινες ἐπέτρεψαν τὰ ἔσοδα ταῦτα κατὰ τὰ ἀμέσως παρελθόντα ἔτη, κατεδείκνυεν ὅτι ἔμελον νὰ εἰσπραχθῶσι πολὺ ὀλιγώτερα τῶν ἀναγραφέντων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Παρετήρησε προσέτι ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ συντάκται τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἐπεθύμησαν νὰ ἐπιδείξωσι τὴν ἐπιθυμίαν, ὅτι δῆθεν εἰσήκουσαν τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ τρία ὅλα ἔτη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συμβουλεύουσα νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπεχείρησαν νὰ ἀναγράψωσι τέλος πάντων οἰκονομίας τινὰς καὶ ἐλαττώσεις τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ὅτι δυστυχῶς αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων, τὰς ὁποίας ἀνέγραψαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἦσαν σπουδαῖαι, διότι δὲν ἦτο εὔκολον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐλαττώσεις ταύτας κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ κατεδείχθη ἀληθῶς ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὅτι δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν, ὅπως καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ εἰσαχθέντες καὶ ἐπιψηφισθέντες Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1883 καὶ 1884. «Ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα», λέγει ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν «καὶ ποσὸν περὶ τὸ ἑκατομμύριον, τὰς «κεκλεισμένας χρήσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομι«κῶν· διότι, ἐνῶ, ὡς διατείνεται τὸ Ὑπουργεῖον, μέχρι «τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπαρουσιάσθησαν «ἀπαιτήσεις χρήσεων κεκλεισμένων, ἐπληροφορήθημεν ἐκ «τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι κατόπιν, καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς «χρήσεως τοῦ 1884, ὑπεβλήθησαν τοιαῦται σχετικαὶ ἀ«παιτήσεις, ἀνερχόμεναι εἰς 300 χιλιάδας δραχμῶν. Εἰς «ταύτας δέον νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν ἐκκαθαρισμένην ἀ«παίτησιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, μεθ’ ἧς τὸ Δημόσιον «συνεβιβάσθη καὶ ἀνεγνώρισε ὀφειλόμενον αὐτῇ ποσὸν «800,000 μετὰ τόκου 8%.» Ἡ παρατήρησις αὕτη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνδεικνύει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1885 δὲν περιελάμβανε πάντα τὰ ἔξοδα, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. «Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως», ἐξακολουθεῖ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ πρὸς Βουλὴν ἐκθέσει αὐτῆς τῆς 3 Δβρίου 1884, «ἡ μειονοψηφία τὴν ἔκρινε καθῆκον αὑτῆς νὰ κάμῃ τὰς ἑξῆς προτάσεις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ· α) νὰ ἐπιφυλαχθῇ μὲν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τοιούτου Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ ψευδῶν βάσεων στηριζομένου, νὰ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν παρατηρήσεών της· βʹ) νὰ διακηρύξῃ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι σύμπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα δεῖται ἀναμορφώσεως ῥιζικῆς, διότι τὸ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἄχαρι ἔργον τοῦ νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ πάλιν τὰς ἐπὶ δύο ἔτη ὑποδειχθείσας οἰκονομίας, θεωρεῖ τοῦτο μάταιον· τὸ μὲν, διότι ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα οὐδεὶς ἀκούεται, τὸ δὲ διότι πλεῖσται τῶν δαπανῶν ἐνομιμοποιήθησαν ἤδη διὰ νόμων, οἵτινες δεσμεύουσι τὰς προτάσεις ἡμῶν, καὶ ἄνευ τῆς καταργήσεως τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς λογικὰ ὅρια δαπανῶν, ἀναλόγων πρὸς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους». Περιττὸν νὰ ἀναγνώσω ὅλα τὰ συμπεράσματα τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἶναι εὔκολον εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον ἀντίτυπον τῆς ἐκθέσεως καὶ λάβωσι γνῶσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ πορίσματα ταῦτα τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἀπεδέχετο κατ’ οὐδένα λόγον ἡ πλειονοψηφία, διότι αὕτη συνεπέρανεν ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τότε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ ἀληθῶν βάσεων, ὅτι περιέχει ἀκριβείας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὑπῆρχε δὲ τῷ ὄντι μεγάλη ἐπιθυμία νὰ ἐπιψηφισθῇ ὅσον τάχιστα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ἅμα ἀρξαμένης τῆς Συνόδου ἐκείνης, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὕτη εἶχεν εὔλογον παράστασιν, διότι ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ὀρθοτάτου συλλογισμοῦ, ὅτι οἱ Προϋπολογισμοὶ πρέπει νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἵνα μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον καὶ δαπανᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, ψηφιζομένων ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς· «διὰ τοὺς λόγους τούτους» ἐξέθετεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, «πειθομένη ὅτι ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴ τῶν μὲν ἐσόδων ἐγένετο μετὰ τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φορολογικῶν νόμων ἐξαγομένων, καὶ ἐν γένει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν βεβαιώσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, τῶν δὲ ἐξόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν παρατηρήσεων αὐτῆς, περὶ ὧν ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν λεπτομερειῶν ἐποιησάμεθα λόγον.» Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα προϋπελογίσθησαν ἀκριβέστατα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων φορολογικῶν νόμων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα αἱ εἰσπράξεις τῶν ἄλλων ἐσόδων κατέστησαν ὁρατά· ἑπομένως δὲν εὕρισκεν ἀφορμὴν νὰ προτείνῃ, ἵνα σταματήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ, προέκυψαν συζητήσεις, αἵτινες κατέληξαν εἰς Κοινοβουλευτικὴν κρίσιν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἐνάσκησις τῆς Βασιλικῆς προνομίας πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Πρὶν ἢ ὅμως ἐνασκηθῇ ἡ Βασιλικὴ προνομία, συνεπείᾳ ψηφοφορίας γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκλήθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπὸ τοῦ Στέμματος ἵνα σκεφθῇ μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε μετὰ τοῦ Βασιλέως ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐξετέθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἀναπόφευκτον εἶναι νὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι ἐγχειρήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1885, πρὸ πάντων δὲ ἐπρόβαλε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκοπῆς ἐξόδων δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμυρίων τοὐλάχιστον· ἀφοῦ δὲ δὲν ἐγένετο δυνατὸν ὁ παρὰ τοῦ Βασιλέως κληθεὶς ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀποδεχθῇ τότε τὴν ἐντολὴν, τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Στέμματος πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἐπανῆλθε δὲ εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν πραγμάτων ἡ παραιτηθεῖσα Κυβέρνησις, ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Στέμμα, ὅταν ἐκλήθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους. Αἱ γνῶμαι αὗται ἀπετέλεσαν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὅταν δ’ ἐκλήθησαν οἱ ἐκλογεῖς νὰ δώσωσι τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔκρινον ἀξίους ν’ ἀποστείλωσιν Ἀντιπροσώπους εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐτέθησαν πρὸ τῶν ἐκλογέων καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς γνῶμαι, αἵτινες διερμήνευον τὸ φρόνημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αἵτινες ἀπετέλουν πλῆρες πρόγραμμα αὐτῆς. Συνίστατο δὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο πρῶτον εἰς περιορισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ 12 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια· εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου· εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων· εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τέλος εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τῶν μονοπωλίων. Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐκλογῶν, τῶν ὁποίων γνωρίζετε τὴν ἔκβασιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκλήθη αὖθις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὁποιανδήποτε καὶ ἂν εἶχον τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν ἄτομα γνώμην περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, οἱ τότε ἐν Ἀθήναις συσκεψάμενοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκριναν ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ· οὕτω δ’ ἀποδέχθην ἐγὼ, ἐν ὀνόματι αὐτῆς, τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καταρτισθεῖσα εὑρίσκεται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ σχηματισθὲν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τοιούτους ὅρους Ὑπουργεῖον, ἦτο ν’ ἀσχοληθῇ ἀνενδότως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθην πρὸς σχηματισμὸν ὑπουργείου, δὲν καθίστα εὐχερῆ τὴν ἐργασίαν πρὸς πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου προγράμματος· πρῶτον, διότι ἐκλήθην κατὰ τὸν τέταρτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, δὲν ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἀσχοληθῶ περὶ παρασκευὴν Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἀλλὰ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοῦ ὁποίου εἶχον ἤδη παρέλθει τέσσαρες μῆνες, καθ’ οὓς ἐλειτούργει πᾶσα ἡ φορολογία καὶ πᾶσα ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου, ἥτις εἰσήχθη κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας οὔτε ἦτο εὔκολον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ σταματήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τούτων, μέχρις οὗ καταργηθῶσιν ἢ τροποποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἐφρόντισεν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασταλῇ ἢ ἄλλως νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῶν ἀναγραφεισῶν δαπανῶν ἢ τῶν ἄλλων αὐξήσεων ἐξόδων, εἴτε τῶν δαπανηρῶν καὶ ἐπιζημίων φορολογικῶν μέτρων, ἐφρόντισε, λέγω, νὰ περικόψῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τὰς δαπάνας, ὅσων ἡ περικοπὴ ἐκρίθη ὅτι δὲν θέλει ἀναστείλει τὴν λειτουργίαν τῶν νόμων τούτων. Τὸ διάστημα δὲ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν ἤλθομεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, μέχρι τοῦδε, ἦτο τόσον βραχύ, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἠθέλαμεν καταλήξει εἰς πορίσματα μεγαλείτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπελάβετο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον τοῦ ἔτους 1885. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρώτη ῥήτρα, ὁ πρῶτος ὅρος τοῦ προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἡ ἀποκοπὴ ὡρισμένου ποσοῦ τῶν ἐξόδων, ἠσχολήθην εἰς τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ. Αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην ἐπὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, μὲ ἔπεισαν ὅτι ἠδυνάμην ἄνευ ζημίας τῆς Διοικήσεως νὰ ἐπιφέρω ἐλάττωσιν διὰ τὸ ἑξάμηνον τοῦ ἔτους 1885, ἀνερχομένην εἰς 5,500,000, περίπου. Ἐὰν σᾶς ἀνέφερα, κύριοι, 5,500,000 περίπου οἰκονομίας, ἐπενεχθείσας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ποιήσητε ἁπλοῦν τινα ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἤθελε κάμει, ἤτοι νὰ μὴ σκεφθῆτε, ὅτι ἐὰν οἰκονομίαι 5,500,000 δραχμῶν γίνονται διὰ τὸ ἑξάμηνον, ἕπεται ὅτι τὸ ἔτος θέλομεν πραγματοποιήσει οἰκονομίας 11,000,000. Τοιοῦτον ὑπολογισμὸν δὲν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀκριβῆ. Πρῶτον, διότι, ἂν καὶ ἐν τῷ συνταχθέντι παρ’ ἡμῶν Προϋπολογισμῷ ἠσχολήθην ἰδίως νὰ μειώσω τὰ ἔξοδα τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου, ἡ μεταβολὴ ὅμως τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν θέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν μετ’ ὀλίγον, καὶ ἂν ἤθελε ψηφισθῆ ἀμέσως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν πείθει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεταβολῆς ταύτης, ὅτι οἱ νέοι νόμοι θέλουσι λειτουργήσει ἀμέσως. Κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως θέλει ἐξακολουθήσει ἐπὶ δύο μῆνας τοὐλάχιστον ἡ λειτουργία τῶν νόμων, οἵτινες εἶχον ψηφισθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἑπομένως καὶ τὸ δι’ αὐτῶν νομοθετηθὲν δαπανηρὸν σύστημα. Δεύτερον, διότι δαπάναι, αἵτινες ἦσαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου εἰσαχθέντι καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀποκοπὴ προτείνεται διὰ τοῦ νέου Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ σταματήσωσιν. Ἀμέσως τὴν 30 Ἰουνίου ἑπομένως εἶνε ἐνδεχόμενον, ἐνῷ διὰ τοῦ εἰσαγομένου σήμερον Προϋπολογισμοῦ προτείνεται ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον κατὰ 5,500,000 δρ. καὶ πλέον, εἶνε ἐνδεχόμενον ὁ συνταχθησόμενος διὰ τὸ 1886 Προϋπολογισμός, ὅστις νομίζω ὅτι διά τινα ἔτη πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ὄνομα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ, εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ περιέχῃ ἐλαττώσεις δαπανῶν ἀνωτέρας τῶν 11,000.000 δραχμῶν. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον σᾶς παριστῶ, κύριοι, ὡς ἐνδεχόμενον, σᾶς παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε ὡς τι πλέον τοῦ ἐνδεχομένου, ἵνα μὴ εἴπω ὡς πιθανόν, διότι μελέτη, μᾶλλον ἐπισταμένη, καὶ ἔρευνα τῶν οἰκονομικῶν νόμων μᾶλλον λεπτομερής, ἥτις βεβαίως θέλει γίνει κατὰ τὸν ὑπολειπόμενον μέχρι τοῦ χρόνου τῆς παρασκευῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 χρόνον, δύνανται νὰ παραγάγωσιν ἀποτελέσματα πληρέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρήγαγεν ἡ ἐσπευσμένη μελέτη κατὰ τοὺς δύο μῆνας, οἵτινες παρῆλθον μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου Ὑπουργείου. Κατὰ ἕνα πίνακα, προχείρως συνταχθέντα καὶ καταδηλοῦντα τὰς πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ γενομένας ἐγχειρήσεις, αἱ ἐλαττώσεις αὗται εἰσὶν αἱ ἑξῆς· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεκόπησαν 1,138,000 περίπου δραχμαί· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεκόπησαν ἔξοδα 420,185· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀπεκόπησαν ἔξοδα 201,000 καὶ πλέον δραχμαί· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεκόπησαν ἔξοδα 442,000 καὶ πλέον· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἀπεκόπησαν ἔξοδα 675 χιλιάδες καί τινες ἑκατοστύες δραχμῶν· ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεκόπησαν ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς 2,000,000 περίπου δραχμῶν, καὶ ἀπὸ τὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπεκόπησαν ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς 990,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἐπετεύχθη, ἵνα ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλήν, περιέχῃ ἀναγραφὴν ἐξόδων κατὰ 5,570,000 καὶ πλέον δραχμῶν ὀλιγωτέρων ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου. Ἡ μελέτη ὅμως τῶν ἐξόδων, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐποιήσατο, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ, ἀπεκάλυψε δύο πλημμελείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου. Ἡ πρώτη πλημμέλεια, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων εἶναι ὅτι τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἔξοδα δὲν ἦσαν πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶχον κατασταθῆ ἀπαιτητά, καὶ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἐν πρώτοις εἶχε παραλειφθῆ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, τὸ πληρωτέον ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἀνερχόμενον εἰς 1,491,860 δραχμάς. Τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶχον κατασταθῆ ἀπαιτητά, διότι εἶχον ἤδη ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς Διοικήσεως. Ἡ πρὸς πληρωμὴν ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου ταμείου γεννᾶται εἴτε ἕνεκα ὑπηρεσίας προσενεχθείσης εἰς τὸ Κράτος, εἴτε ἕνεκα παροχῆς ὑλικοῦ· ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἐξόδου 1,491,860 δραχμῶν διὰ κεκλεισμένας χρήσεις ἐπεβάλετο ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ εἶχον ἀναγνωρισθῆ αἱ ἀξιώσεις τῶν ζητούντων νὰ πληρωθῶσιν, εἴτε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσήνεγκον, εἴτε δι’ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον παρέσχον εἰς τὸ Δημόσιον. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἄλλης ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἥτις καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ περὶ τῆς πληρωμῆς τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο οὐδεμία μνεία οὔτε ἐν τῷ εἰσαχθέντι Προϋπολογισμῷ, οὔτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ταμείου εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἄλλης ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἥτις καὶ αὐτὴ εἶχε παραλειφθῆ νὰ ἀναγραφῇ κατὰ τὸ ἀληθὲς ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν, τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου ταμείου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, διότι εἶχεν ἐγγραφῆ ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ὀφειλομένου. Περιορίζομαι μόνον νὰ μνημονεύσω, ὅτι αἱ πιστώσεις τῶν ὀφειλομένων διὰ κεκλεισμένας χρήσεις ἀνέρχονται εἰς 1,491,860 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων περιέχει καὶ ἄλλην πλημμέλειαν· εἶχον ἐγγραφῆ ἐν αὐτῷ οἰκονομίαι, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις δὲν εἶχεν ἀρχίσει, οὐδ’ ἀπὸ τῆς 1ης τοῦ ἔτους, οὐδὲ μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν ἀνεδέχθημεν τὴν Κυβέρνησιν· ἑπομένως ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἔτους μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ὑπάρχοντος, αἱ οἰκονομίαι αὗται, αἵτινες εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν εἶχον παντάπασιν ἐφαρμοσθῆ, αἱ δὲ δαπάναι ἐγένοντο μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου, ὡς ἂν δὲν εἶχον περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αἱ ἐλαττώσεις. Τινὲς τῶν οἰκονομιῶν τούτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν, τὰς οἰκονομίας ταύτας, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτῆς. Ἐὰν δὲν φέρω κάματον εἰς τὴν Βουλὴν, δύναμαι νὰ ποιήσω ἀφήγησιν τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν. Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν μισθῶν ἐπάρχων καὶ ἐξόδων τῶν ἐπάρχων, 100,000 δραχμῶν· ἀλλὰ πάντες οἱ ἔπαρχοι καὶ πάντες οἱ γραμματεῖς τῶν ἐπάρχων καὶ πάντες οἱ πρωτοκολληταὶ καὶ πάντες οἱ γραφεῖς εἰσὶν παρόντες εἰς τὰς θέσεις των, τὸ δὲ Δημόσιον ἐπλήρωνεν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οἰκονομιῶν, ὡς ἂν νὰ μὴ εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ ἐλαττώσεις τῶν 100,000 δραχμῶν. Εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀριθμὸς ἀστυνομικῶν κλητήρων κατὰ 55 ἐλάσσων τοῦ ὑπάρχοντος, διότι 300 ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχον ἀναγραφῆ 245· ἀλλὰ μέχρι τῆς 19 Ἀπριλίου διετηρήθησαν 300 κλητῆρες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων κάτω τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 300, χωρὶς νὰ ἐκτεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ τήρησις τῆς τάξεως. Εἶπον, ὅτι εἶχον παραλειφθῆ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ ἀναγραφῶσιν ὀφειλαὶ ἀναπόφευκτοι, ὡς π. χ. ἀπόδοσις διεθνῶν τελῶν 90,000 δραχμῶν, συνδρομὴ εἰς τοὺς ἐκ σεισμῶν ἐν Μεσσηνίᾳ ζημιωθέντας, διὰ τὴν ὁποίαν διὰ Βασ. Διατάγματος ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου προκληθέντος, ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις ἐκ 30,000 δραχμῶν. Εἶχεν ἀναγραφῆ οἰκονομία διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας εἰς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους ἐκ 39,000 δραχμῶν, ἥτις οὐδαμῶς εἶχεν ἐκτελεσθῆ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, αἱ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν ἐξόδων, εἰσὶ πολλῷ σπουδαιότεραι. Αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραχωρηθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἔτους 1884, εἶχον ἐξαντληθῆ ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, τὰ δὲ ἔξοδα τῶν δύο μηνῶν τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου ἐπληρόνοντο ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Ἔχω πίνακα τοιούτων ἀνωμαλιῶν, τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶνε μάταιον νὰ σᾶς ἀναγνώσω, καὶ ὁποῖος θέλει καταστήσει πιστευτὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον κεφαλαιωδῶς σᾶς λέγω. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ μὴ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῶν 5,500,000 περίπου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων χάριν οἰκονομίας, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς εἶπον, ἀλλὰ νὰ ῥυθμίσωμεν ὅλον τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ νὰ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς πιστώσεις, αἵτινες εἶχον κακῶς ἀποκοπῆ, καὶ νὰ καταστήσωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν ἀλήθειαν, διότι τὴν ἀλήθειαν νομίζομεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς ὑμᾶς· διότι μόνον ἐὰν λάβετε γνῶσιν τῆς ἀληθείας, τότε θέλετε δυνηθῆ νὰ ἐκτιμήσητε ἐπακριβῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Πῶς εἶναι δυνατὸν π. χ. ἐνῷ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ναυτικούς, αἱ κρατήσεις, αἱ γενόμεναι ἐκ τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ τῶν διατελούντων ἐν ἀδείᾳ, δὲν κρατοῦνται πρὸς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἀποδίδονται εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ ἀναγράψωμεν ὡς οἰκονομίαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ταμείου τὴν ἐλάττωσιν τῶν πιστώσεων κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀφοῦ θέλει κατατεθῆ εἰς ἕτερον ταμεῖον; Εἰς 609,000 δραχμὰς ἀνέρχονται αἱ τοιαῦται ἀποκοπαὶ δαπανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαιτητὰ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἀναγραφῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου; 130,800 δραχμαὶ τὰ ἔξοδα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, 24,000 δραχμαὶ, αἵτινες δαπανῶνται διὰ τὴν περαίωσιν τῆς οἰκοδομῆς, τῆς συνδεούσης τὸ κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μετὰ τοῦ καταστήματος τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, 10,620 αἵτινες εἶναι ἀπαιτηταὶ δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως, τὴν ἀντιμισθίαν δύο τεχνιτῶν, οἵτινες ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἵνα σπουδάσωσιν ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τῶν Sauter καὶ Lemonier ἐν Παρισίοις; Πασῶν τούτων τῶν δαπανῶν ἡ παράλειψις δὲν εἶναι ἐλαττώσεις, δὲν εἶναι οἰκονομίαι, ἀλλ’ εἶναι ἀπόκρυψις δαπανῶν ἀπαιτητῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἑπομένως αἱ τοιαῦται πιστώσεις ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι παρ’ ἡμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιεῖχεν ὡσαύτως τοιαύτας παραλείψεις· εἰς 70,000 ἀνέρχονται τὰ παραλειφθέντα ποσὰ ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ κεφ. Β· εἰς 75,000 τὰ παραλειφθέντα ἐκ τοῦ κεφαλαίου Γʹ εἰς 45,000 τὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου Δʹ· εἰς 560,000 τὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου Εʹ εἰς 50,000 τὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου Η· εἰς 500,000 τὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου ΙΔʹ. διὰ τροφάς· εἰς 200,000 τὰ ἐκ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου διὰ ἱπποφορβὴν, καὶ εἰς 1,500,600 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου δι’ ἐξάρτησιν, εἰς 628,547 δὲ τὰ ἐκ τοῦ κεφ. ΙΓʹ. Ἐκτὸς τῶν ἐλαττωμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα περιέχει ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ὁ εἰσαχθεὶς ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, εὕρομεν καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἐπανορθωθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν σήμερον. Εὕρομεν, ὅτι καὶ τὰ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ ὑπέρμετρα, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐλαχίστη πιθανότης ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν, οὐχὶ μόνον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ οὔτε ποσὰ προσεγγίζοντα εἰς τὰ ἀναγραφέντα. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν νὰ μειώσωμεν τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ἔσοδα, ὡς ἑξῆς· τὰ ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας κατὰ 700,000 δραχμῶν· τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν καὶ λοιπὰ κατὰ 40,000 δραχμῶν· τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ 500,000 δραχμῶν· τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ 400,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν κατὰ 600,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν ἐμειώσαμεν ταῦτα αὐθαιρέτως. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσπραχθῆ ἐξ ἑκάστου τῶν φόρων τούτων, ὑπελογίσαμεν ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος νὰ διπλασιασθῶσιν ἢ τριπλασιασθῶσιν αἱ εἰσπράξεις, δὲν εὕρομεν δὲ λόγον τινὰ πείθοντα ὅτι μέλλει νὰ συμβῇ τοῦτο. Ἑπομένως εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀναγράψωμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐθεωρήσαμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν. Ἐνῶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ἀνεγράφη ἔσοδον 21,300,000 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον 19,222,941 ἐκ τῶν 21,300,000 δραχμῶν, καὶ ἐνῷ μεταξὺ τούτων τῶν εἰσπραχθέντων ὑπάρχει καὶ τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τοῦ πετρελαίου, ἀνελθὸν εἰς 1,260,000, τὸ ὁποῖον ἐφέτος δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἀφοῦ λειτουργεῖ τὸ μονοπώλιον, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἀναγεγραμμένον ὡς ἔσοδον ποσὸν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν οὐχὶ μόνον τό πέρυσιν ἐγγραφὲν καὶ μὴ εἰσπραχθὲν, ἀλλὰ καὶ ἀνώτερον ἐκείνου; Καὶ πράγματι τὸ ἀναγραφὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884 ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν συνίστατο εἰς 21,400,000, ἀνεγράφη δὲ ἐν τῷ τοῦ 1885 ποσὸν ἀνώτερον αὐτοῦ, ἤτοι 27,00000 Δὲν ἦτο δυνατὸν ὡσαύτως νὰ ἀναγράψωμεν ὡς ἔσοδον τελῶν χαρτοσήμου 9,000,000. Τὰ 9,000,000 ταῦτα εἶχεν ἀναγράψει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προσδοκῶσα ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ τὸ ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου. Ἀφοῦ ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐπεψηφίσθη, ἑπομένως δὲν ἐνομοθετήθη ἡ αὔξησις τοῦ τελῶν, ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ χαρτοσήμου τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, κατὰ μέσον ὅρον. Οὕτως ἠλαττώσωμεν ὡσαύτως τὸ ἀναγεγραμμένον ἔσοδον ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων κατὰ 300,000 δραχμῶν· τὸ ἐκ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν κατὰ 500,000· τὸ ἐκ προξενικῶν τελῶν κατὰ 100,000· τὸ ἐκ τοῦ καπνοῦ κατὰ 1,173,000· τὸ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ 400,000· τὸ ἐκ τῶν πυρείων κατὰ 500,000, καὶ τὸ ἐκ τοῦ πετρελαίου κατὰ 300,000. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φορολογικῶν Νόμων μόνα δύνανται νὰ ὁδηγήσωσι τοὺς συντάσσοντας τοὺς Προϋπολογισμούς, αἱ περιστάσεις δὲ αἱ οἰκονομικαὶ τοῦ τόπου, καὶ δὲν ἔδιδον ἀφορμὴν, ἵνα ἐλπίσωμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἶχον εἰσπραχθῆ. Ἠλαττώσαμεν οὕτω κατὰ 220,000 τὸ ἔσοδον, τὸ ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν κατὰ 115,000 τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν μεταλλίων καὶ ὀρυκτῶν· κατὰ 8,900 τὸ ἐκ τῶν θερμῶν ὑδάτων· κατὰ 464,000· τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ τοσοῦτον ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων, τὸ ὁποῖον εἶχον προτείνει. Ἐμειώσαμεν ὡσαύτως τὸ ἔσοδον, τὸ ἀναγεγραμμένον ἐκ τυχηρῶν εἰσοδημάτων, κατὰ 1,400,000· τὸ ἐκ τῶν κρατήσεων τῶν πολιτικῶν συντάξεων κατὰ 210,000 περίπου. Ἀλλ’ οὕτως εὑρέθημεν ἠναγκασμένοι νὰ μειώσωμεν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγράψει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τῷ εἰσαχθέντι ὑπ’ αὐτοῦ, κατὰ 15 περίπου ἑκατομμύρια, οὐχὶ καταργοῦντες φόρους, οὐχὶ καταργοῦντες δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει νόμων εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, οὐχὶ προτείνοντες ἀσυδοσίαν, ἀλλὰ ἐπαναφέροντες τοὺς ἀριθμοὺς εἰς τοὺς κανόνας ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ὑποτεταγμένοι, διότι ὁμολογουμένως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων εὕρομεν τοὺς ἀριθμοὺς ἐπαναστατημένους. Ἡ ἐπανάστασις εἶχε συντελεσθῆ ἀπροκαλύπτως καὶ εἶχε συντελεσθῆ κατὰ τῶν κανόνων τῆς πιθανότητος, ἵνα μὴ εἴπω κατὰ τῶν κανόνων τῆς ἀληθείας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐπί τινων ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν προϋπολογισμῷ ἐσόδων εὕρομεν ὅτι εἶχον ἀναγραφεῖ ποσὰ ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσι, καὶ ὅτι ὑπῆρχε πιθανότης νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα τῶν ἀναγραφέντων. Τὸ καθῆκον πρὸς τὴν ἀλήθειαν μᾶς ὑπεχρέωσεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ κατὰ τοῦτο ηὐξήσαμεν ἐπὶ τῶν ποσῶν τούτων τὰ ἔσοδα κατὰ 1,910,000. Διὰ τοὺς λόγους τούτους περιήλθομεν εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, ἐνῶ ὁ Προϋπολογισμὸς, ὡς εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, κατεδήλου περίσσευμα 388,608 12, ἐνῷ ἡμεῖς ἠλαττώσαμεν τὰ ἔξοδα κατὰ 5,500,000 καὶ πλέον δραχμὰς, ἐνῷ διὰ τοῦτο τὸ περίσσευμα, τὸ ἀναγεγραμμένον ὑπὸ τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ δραχ.388,608.12, ἔμελλε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 5,800,000, ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσιάζομεν, περιέχει ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα ἄξιον τῆς προσοχῆς οὐ μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συμπάσης τῆς Χώρας. Διὰ νὰ μειώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο κατεβάλομεν πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν. Ἐκεῖνοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι, οἵτινες διετέλεσαν μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἐνθυμοῦνται ποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξεδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην γνώμας περὶ κανονισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἔδωκε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προσφύγῃ εἰς τινας πόρους, τοὺς ὁποίους ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔκρινε δίκαιον καὶ εὔλογον καὶ ἥκιστα ἐπαχθὲς ἵνα προσφύγωμεν εἰς αὐτούς. Καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ μὴ λησμονήσωμεν, κληθέντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐδίδομεν τότε. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐπικρίνω τινὰ, νομίζω ὅμως ὅτι ἡμεῖς πρῶτοι, ἢ ἂν οὐχὶ πρῶτοι, καὶ ἡμεῖς μετὰ τῶν ἄλλων ὀφείλομεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Τόπον, ὅτι ὡς Κυβέρνησις δὲν ἐπαύσαμεν νὰ φρονῶμεν ὅσα ἐφρονοῦμεν ὡς Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅτι ὡς Κυβέρνησις ἐκτελοῦμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθημεν ὡς Ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅταν ὑπηρετῶσιν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνθυμοῦνται ὅτι θέλουσί ποτε ἀνέλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἐνθύμησις αὕτη θέλει ῥυθμίσει τὴν πολιτείαν των ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ συμφέρον τῆς Χώρας, ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δικαιοσύνη. Καὶ ἐὰν οἱ κυβερνῶντες ἐνθυμοῦνται, ὅτι θέλῃ ἔλθῃ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι μεταστῆ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θέλουσι παραλείπει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, τὸ καθῆκον νὰ λησμονῶσι τὰ ἴδια αὐτῶν πολιτικὰ συμφέροντα κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Δημοσίας Ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν αἱ κατὰ τὸ Σύνταγμα Πολιτειακαὶ Ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτούς. Συνεβουλεύσαμεν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ προτείνῃ αὔξησιν τοῦ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νενομοθετημένου φόρου ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἀπὸ 3 εἰς 5%. Τὴν αὔξησιν ταύτην ἀνελθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Συνεβουλεύσαμεν τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, ἥτις ἰσχύει μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως τῶν περιουσιῶν λόγῳ κληρονομιῶν, καὶ τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, καὶ ἥτις δὲν εἰσηκούσθη τότε, ἐκτελοῦμεν ὡς Κυβέρνησις σήμερον, ἀναγράψαντες ἀνάλογον αὔξησιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Συνεβουλεύσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῇ καὶ νομοθετηθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁσάκις συναντῶμεν που τὰ κεφάλαια ἐμφανιζόμενα εἰς μίαν οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν ἀνάλογον εἰσφορὰν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ταμείου. Τὴν συμβουλὴν ταύτην, ἥτις τότε δὲν ἐξετελέσθη ἐκτελοῦμεν σήμερον ἀναγράψαντες ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνάλογον ποσὸν ἐσόδων. Τοιουτοτρόπως ἠδυνήθημεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα 1,850,169 δραχμὰς, αἵτινες μετὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,910,430 τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς αὐξήσεως ἐσόδων τινῶν ὀλιγώτερον τῶν πιθανῶς ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ, ἀποτελοῦσι 3,760,000 καὶ πλέον, καθ’ ὃ μειοῦται τὸ ποσὸν τῶν 15,395,560, καθ’ ὃ ἠλαττώσαμεν τὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ εἰσαχθέντι εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ ὑπέρογκα ἔσοδα. Οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν, ἀφοῦ ἐμειώθησαν τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα κατὰ 15,395,560 δραχμὰς, διότι εἶχον ἀναγραφῆ ἐξογκωμένα ἐν τῷ εἰσαχθέντι ὑπὸ τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμῷ, ἀφοῦ προσετέθησαν νέα ἔσοδα ἐκ δραχμῶν 1,850,169 διὰ τῶν νέων φόρων, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσάγομεν σήμερον τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια· ἀφοῦ ηὐξήσαμεν κατὰ 1,910,430 τὰ ὀλιγώτερον τῶν πιθανῶν ὅρων ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου ἔσοδα, ἀφοῦ ἀπεκόψαμεν ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων ἐξόδων 5,500,000 καὶ πλέον, ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσάγομεν, παριστᾷ ἔλλειμμα ἀνερχόμενον εἰς 11,000,000 περίπου. Καὶ οὕτως ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει περίσσευμα 388,583.12 δραχμῶν, μολονότι ἀφῃρέσαμεν πέντε ἥμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἀπὸ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ, μολονότι θέλομεν προτείνει ἐντὸς τῆς ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ φόρων, καὶ ἀνεγράψαμεν ἐν αὐτῷ τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων ἔσοδα, μὅλα ταῦτα παριστᾷ ἔλλειμμα 11,344,184. Τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, προσδιορίζουσι τὰ ἔσοδα μὲν εἰς 74,003,586, τὰ δ’ ἔξοδα εἰς 85,350,770. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, κύριοι, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλή. Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο λήγουσι καὶ ἄλλαι ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, ἐὰν δὲν σφάλλω, λήγουσι αἱ προθεσμίαι τῶν προκαταβολῶν ἢ προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1884 καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 11,500,000. Κατὰ Δεκέμβριον ἢ κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰανουάριον λήγει ἡ προθεσμία ἄλλης προκαταβολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε συνομολογήσει ὡσαύτως τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ πορισθῇ τὸ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀναγκαιοῦντα χρήματα, καὶ ἡ προκαταβολὴ αὕτη συνίσταται εἰς 35,000,000. Ἑπομένως ἡ μέριμνα ὑμῶν δὲν θέλει περιορισθῆ μόνον περὶ τὸ ποσὸν τοῦ ἐξ 11,344,184 ἐλλείματος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων χρημάτων, ὅπως τὸ Κράτος ἐκπληρώσῃ ἐμπροθέσμως τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ διὰ τινας ληξιπροθέσμους ὀφειλάς. Πρὸ παντὸς ὅμως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τάξῃ ὡς πρῶτον ἔργον αὑτῆς νομοσχέδιον, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὁποίου θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν ἡμῶν. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ διελύθη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ δὲ δαπάναι, αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι, ἐγένοντο κατὰ μὲν τὸν μῆνα Ἰανουάριον δυνάμει νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ χορηγήσαντος τὴν πίστωσιν τοῦ δωδεκατημορίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσηγμένου τότε Προϋπολογισμοῦ, μετὰ ταῦτα δὲ διὰ Διαταγμάτων, εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον κυροῦται μὲν τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου καὶ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ προσέτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐν τῷ εἰσαγομένῳ σήμερον Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας οἰκονομίας ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου, πραγματοποιοῦν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγομένου σήμερον Προϋπολογισμοῦ. Τινὰ τῶν ἐσόδων, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔχρῃζον διαῤῥυθμίσεως. Ἡ διαῤῥύθμισις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου ταμείου πρὸς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι εἶχον συναλλαχθῆ μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ διαῤῥύθμισις αὕτη ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα οὐχὶ μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν πολιτῶν, οἵτινες εἶχον συναλλαχθῆ μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τῶν ἐνοχλήσεων, τὰς ὁποίας αἱ συμβᾶσαι κατὰ τὰς σχέσεις ταύτας περιπλοκαὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς, ἀλλ’ ἤθελον ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐσόδου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τὴν διαῤῥύθμισιν ταύτην ἐπεζητήσαμεν διὰ δύω νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω, ὧν τὸ μὲν κανονίζει τὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομησάντων, τὸ δὲ κανονίζει τὰς σχέσεις μετὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου τῶν οἰκοδομησάντων αὐθαιρέτως ἐπὶ ἐθνικῶν γηπέδων. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἔσοδον τοῦ Κράτους, ἀναγραφόμενον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἦτο ἄξιον τῆς μελέτης ἡμῶν. Τὸ ἔσοδον τοῦτο προέρχεται ἐκ τῶν νόμων περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Οἱ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νόμοι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν παρήγαγον περιπλοκὰς, αἵτινες ἐν ταῖς πλείσταις τῶν ἐπαρχιῶν κατέστησαν δυσχερεστάτην τὴν θέσιν ἐκείνων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθῶσι ἐκ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ ἀρχικοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· τινὲς δὲ τῶν περιπλοκῶν τούτων παρήχθησαν καὶ ἐκ πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν τινὰ Δημόσια γραφεῖα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς τῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐκδοθέντων νόμων, διότι πολλοὶ νόμοι ἐκανόνισαν τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἐν τῷ βραχεῖ τούτῳ χρόνῳ, τῷ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ὑπάρχοντος Ὑπουργείου μέχρι τοῦδε, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ μελετηθῶσι μετὰ πάσης ἐπιστασίας πάντα τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ ταύτης νόμων· ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ ἐπενεχθῶσι πρόχειροί τινες θεραπεῖαι, αἵτινες θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν ἐπιεικέστερον πρὸς τοὺς μετὰ τοῦ Δημοσίου συναλλαγέντας καὶ συμφορώτερον εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν δηλωσάντων καὶ κατεχόντων ἢ μὴ κατεχόντων τὰς δηλωθείσας ἐθνικὰς γαίας πρὸς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Πρὸς τοῦτο συνετάχθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνοδεύει μακρὰ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, τῆς ὁποίας τὴν μελέτην συνιστῶ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, διότι θέλει γείνει δυνατὸν εἰς αὐτοὺς νὰ κατανοήσωσι ὅλας τὰς πλοκὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμων, καὶ νὰ πορισθῶσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὅπως δώσωσιν εὐσυνείδητον ψῆφον οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἴτε κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Συνόδου ταύτης, εἴτε κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θέλει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν ἐν τῷ εἰσαγομένῳ σήμερον Προϋπολογισμῷ, ποῦ μὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ μόνης τῆς ἀναγραφῆς μικροτέρων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐξόδων, πολλαχοῦ ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ἢ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν νόμων, οἵτινες κατέστησαν τὴν δαπάνην, τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦτο εἰσάγομεν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νομιμοποιοῦνται αἱ ἀναγραφεῖσαι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐλατώσεις τῶν ὑπὸ νόμων προσδιωρισμένων ἐξόδων. Τοιαῦτα νομοσχέδια ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰσάγω πρῶτον περὶ προσωπικοῦ τῶν ἁλαταποθηκαρίων· δεύτερον περὶ καταργήσεως τοῦ Γραφείου τοῦ ὀνομασθέντος γραφείου Στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν· τρίτον περὶ καταργήσεως νόμου τινὸς, ὁ ὁποῖος εἰς δύο κλάδους τῆς Οἰκονομικῆς διοικήσεως ἐπέτρεπε νὰ αὐξάνωσιν ἑκάστοτε οἱ μισθοὶ τῶν ἐν αὐτοῖς ὑπηρετούντων καὶ πέραν τοῦ μισθοῦ, τοῦ προσδιωρισμένου εἰς τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους οὗτοι ἔχουσι· ἐπέτρεψεν ὁ νόμος οὗτος, ἐκδοθεὶς τὸ 1882, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγῇ ποσόν τι ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον, καὶ τοῦ μισθοῦ, ὅστις εἶναι νενομισμένος διὰ τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν, μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένων ἐτῶν. Οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους προτείνω τὴν κατάργησιν τούτου ἐκτίθενται ἐν τῇ συνοδευούσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκθέσει. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ σφραγιστηρίου καὶ ἕτερον περὶ καταργήσεως θέσεων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων. Ὡσαύτως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπηνέχθησαν ἐλαττώσεις, ἀπαιτοῦσαι τὴν μεταβολὴν δύο νόμων. Εἰσάγω διὰ τοῦτο νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Προξενικῶν Ἀρχῶν, καὶ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Διπλωματικῆς καὶ Διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1882 νομοθεσίαν ἡ διερμηνευτικὴ ὑπηρεσία ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχε συναρμολογηθῆ μετὰ τῆς Διπλωματικῆς καὶ τῆς Προξενικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τρόπον ἄλλον, παρὰ κατ’ ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον συνηρμολογήθη διὰ τοῦ νόμου, τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1882. Κατὰ τὴν προηγουμένην νομοθεσίαν, ἡ Πρεσβεία ἐν Κωνσταντινουπόλει προΐστατο τριῶν Γραφείων, τοῦ Γραφείου τοῦ Διπλωματικοῦ, τοῦ Γραφείου τοῦ Διερμηνευτικοῦ καὶ τοῦ Γραφείου τοῦ Προξενικοῦ, οὗ ἄμεσος προϊστάμενος τυγχάνει ὁ Γενικὸς Πρόξενος, τοῦ δὲ Διπλωματικοῦ αὐτὸς ὁ Πρέσβυς καὶ ὁ πρῶτος Γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας, καὶ τοῦ Διερμηνευτικοῦ ἄμεσος προϊστάμενος ἦτον ὁ πρῶτος Διερμηνεύς. Τὸ δὲ Διερμηνευτικὸν Γραφεῖον ἐκαλεῖτο νὰ διεξάγῃ τὴν Διερμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοῦ Διπλωματικοῦ καὶ τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 ὁ ὀργανισμὸς οὗτος μετεβλήθη, καὶ τὸ Διερμηνευτικὸν Γραφεῖον διῃρέθη εἰς δύο Γραφεῖα, εἰς Διερμηνευτικὸν Διπλωματικὸν Γραφεῖον καὶ εἰς Διερμηνευτικὸν Προξενικὸν Γραφεῖον. Ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθησαν θέσεις καὶ ηὔξησαν τὰ ἔξοδα, οὐδεμία δὲ παρεσχέθη ὠφέλεια εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου τούτου προτείνω διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐτυπώθη, καὶ ἀντίτυπα αὐτοῦ θέλουσι σταλῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 εἶχε ζητήσει τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον δύο πιστώσεις ἐκτάκτους, μίαν ἐξ 920 χιλιάδων καὶ ἑτέραν ἐξ 1,400,000. Ἐπειδὴ τά περὶ τούτου δὲν ἔχουσι κυρωθῆ νομοθετικῶς, εἰσάγω δύο νομοσχέδια καὶ περὶ τούτου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν εἶχεν ἐξενέγκει γνώμας ῥητὰς καὶ ἐπὶ διαφόρων οἰκονομικῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπρόβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγένοντο νόμοι. Ἐπέκρινεν ἰδίως ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ πρὶν ἢ ἔτι καταρτισθῇ νόμος, τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἐπέκρινεν αὐτὸ περισσότερον, ἀφοῦ κατεστάθη νόμος, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Μεταξὺ δὲ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους περιέλαβεν ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς, ἦτο καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ἐκτελοῦντες σήμερον εἰσάγομεν τὸ περὶ μεταβολῆς τοῦ περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνοδεύομεν μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει παραγάγει διάφορα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρήγαγε τὸ διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἤδη νόμου κατασταθὲν σύστημα. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβάλλομεν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπρότεινα κατὰ τὸ 1879, μετά τινας μεταβολὰς, τάς ὁποίας ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ἐπενέγκωμεν. Τότε ἐπρόβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐπρότεινα δι’ αὐτοῦ νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ φόρος εἰς δραχμὴν μίαν κατ’ ὀκᾶν, προσδοκῶν ὅτι ἤθελε πορισθῇ ἐξ αὐτοῦ τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἔσοδον τοὐλάχιστον δύο ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἥτις μετ’ ὀλίγον ἀπετέλεσε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου, τὴν πρὸ μικροῦ παραιτηθεῖσαν, ἀντέστη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, παρέστησε γελοῖον ἐπινόημα τὸ ἐπινόημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, καὶ ἀπέκρουσε κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασις ἐκείνη ἐματαιώθη. Κατὰ δὲ τὸ 1882 αὐτὴ ἡ παραιτηθεῖσα ἀρτίως Κυβέρνησις προέτεινε νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, κατ’ αὐτὸ δὲ, ἐπιψηφισθὲν καὶ γενόμενον νόμον, ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἀνεβιβάσθη εἰς δραχμὰς τρεῖς καὶ ἡμίσειαν καὶ πλέον κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἐβεβαίωσαν τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν, τὸν ὁποῖον ὡς Ἀντιπολίτευσις προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐβεβαίωσε λέγω, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο πλημμελές. Ἡ Κυβέρνησις προσεδόκα διὰ τοῦ συστήματος τούτου νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δέκα καὶ πλέον ἑκατομμύρια, καὶ ἐστήριξε τὴν προσδοκίαν της ταύτην μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου μόνον εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους αὐτὴ εἶχε ποιήσει, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ μεταδώσῃ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους· ἔσπευσε δὲ ἡ παραιτηθεῖσα Κυβέρνησις νὰ ἐξαγγείλῃ τὴν προσδοκίαν της ταύτην εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ εἰς τὴν Δύσιν. Τ’ ἀποτελέσματα ὅμως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατεδείχθησαν πολλῷ ὀλιγώτερα τῶν προσδοκιῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1884, τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις προσεδόκα ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει 10 ἑκατομμύρια, καὶ ἐνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἀληθὲς ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀπῄτει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος ὅπερ ἐνομοθετήθη, ἤτοι δραχ. 1,889,123 τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὅτε εἶδεν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων ἦσαν πολλῷ ἥσσονα τῶν προσδοκιῶν της, ἠναγκάσθη ν’ ἀκρωτηριάσῃ ἡ ἰδία τὸ σύστημά της, καὶ κατὰ τὸ 1885 νὰ ἐγγράψῃ ὡς ἔξοδον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου μόνον 890,432. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, δὲν ἔχομεν μόνον ἐλπίδα, ἔχομεν πιθανότητας, ὅτι τὸ Δημόσιον ταμεῖον θέλει εἰσπράξει περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράχθησαν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, καὶ ἀντὶ νὰ δαπανᾷ πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου εἴτε 1,899,123, ὅσαι περιελήφθησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, εἴτε 890,432, ὅσαι ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885, θέλει τὸ Ταμεῖον δαπανᾷ μόνον 60–70 χιλιάδας. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὑπερβάλλον τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο ἀπὸ τοὺς εἰς τὴν φορολογίαν ὑποκειμένους κατὰ τὸ λειτουργοῦν σύστημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥοφᾶτο ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἀφίεται εἰς τοὺς φορολογουμένους. Οὕτω τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον προτείνομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, προσδιορίζεται εἰς δύω δρ. κατ’ ὀκᾶν ἀντὶ τῶν τριῶν, αἵτινες ἐπεβάλλοντο διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ ἀντὶ τῶν 50 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ὡσαύτως διὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, καὶ ἀντὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο διὰ τὰς ταινίας, τὰς σεσημασμένας, δι’ ὧν περιεδέετο ὁ καπνός. Αἱ μελέται περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἦσαν συναφεῖς μὲ τὰς μελέτας περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς τοῦ καπνοῦ ὑπὸ τὰς διαφόρους μορφὰς αὐτοῦ. Ὀφείλομεν δὲ νὰ μὴ ἀφήσωμεν καὶ τὴν κατὰ τοῦτο λειτουργοῦσαν νομοθεσίαν ἐν ἰσχύϊ, διότι τὸ ὑπερβολικὸν τῶν ἐπιβληθέντων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὑπὸ διαφόρους μορφὰς καπνῶν παρεσκεύασε τοιαύτην λαθρεμπορίαν, ὥστε ἂν μὲν ἡ ὑπερβολὴ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους σκοπὸν εἶχεν ἀπαγορευτικὸν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ τοιούτου καπνοῦ, ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἐπετεύχθη, ἂν δὲ σκοπὸν εἶχε τὴν αὔξησιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων, οὐδὲ ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπετεύχθη. Πράγματι κατὰ τὴν μέχρι τοῦ 1880 νομοθεσίαν ἐπεβάλλετο 1 δρ. καὶ 33 λεπτὰ ὡς τέλος εἰσαγωγικὸν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ εἰσαγομένου εἰς σιγάρα, τὰ λεγόμενα ποῦρα. Ἀλλὰ τὸ εἰσαγωγικὸν τοῦτο τέλος ἀνεβιβάσθη κατὰ τὸ 1882 ἀπὸ 1 καὶ 33 εἰς δρ. 10 καὶ εἰς 14 κατὰ τὸ 1884 διὰ τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου. Ὡσαύτως εἰς 1 καὶ 33 εἶχε προσδιορισθῆ, διὰ τῆς πρὸ τοῦ 1882 ἰσχυούσης νομοθεσίας, τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς κυλίνδρους· κατὰ τὸ 1882 ὅμως ἀνεβιβάσθη εἰς 7 δρ. καὶ 8 λεπτὰ, διὰ δὲ τοῦ νέου δασμολογίου εἰς δραχ. 8. Καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τῆς Βιργινίας εἰς δραχμὰς 1 καὶ 38 συνίστατο τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος μέχρι τοῦ 1882, ἀλλ’ ἀνεβιβάσθη εἰς δραχ. 7 καὶ 88 λεπτὰ κατὰ τὸ 1882, καὶ διὰ τοῦ νέου δασμολογίου εἰς 14. Καὶ τὸ πρὸ τοῦ 1882 νενομισμένον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ τουμπεκίου ἀνεβιβάσθη τὸ 1882 εἰς δρ. 4 καὶ 72, καὶ εἰς δραχ. 5 διὰ τοῦ νέου δασμολογίου· ἀλλὰ τὰ ὑπερβολικὰ τέλη, τὰ προσδιορισθέντα κατὰ τὸ 1882 καὶ αὐξηθέντα διὰ τοῦ νέου δασμολογίου, δὲν ἐπραγματοποίησαν, ὡς εἶπον, οὐδέτερον τῶν σκοπῶν, δι’ οὓς τυχὸν ἐπεβλήθησαν· διότι, ἂν μὲν σκοπὸς αὐτῶν ἦτο νὰ ἐμποδισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ξένων τούτων καπνῶν διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ, ὁ σκοπὸς οὗτος δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι μέγα ποσὸν ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων εἰσήγετο λαθραίως εἰς τὸ Κράτος· ἐὰν δὲ σκοπὸς αὐτῶν ἦτο ν’ αὐξήσωσι τὰ Δημόσια ἔσοδα, ἡ λαθρεμπορία ἐπεξετάθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐματαίωσε καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τὸ μόνον δὲ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη, ἦτο νὰ εἰσπραχθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου πολλῷ ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράττοντο κατὰ τὸ παρελθόν. Τὸν περιορισμὸν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων προβάλλω ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καταθέτω. Καὶ ἄλλην εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου περὶ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ὅταν τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατεστάθη μετ’ ὀλίγον νόμος καὶ ἰσχύει ἤδη, περὶ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπολέμησεν αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας. Ἐπειδὴ ὡς μειονοψηφία δὲν ἠδύνατο ν’ ἀκουσθῇ, τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη, κατασταθὲν νόμος καὶ λειτουργῶν ἔκτοτε. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐξετελέσθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Τάχα διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ὡς διεσκευάσθησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦτο δὲν ἐπέμενε διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Τάχα διότι προεῖδεν, ὅτι, ἂν προέβαινεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τοῦ νόμου τούτου, ἤθελον ἐξεγερθῆ οὐχὶ παράπονα ἀλλὰ καθολικὴ καταβοή; Τάχα μὴ ἐκτελέσαν τὸν νόμον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐσκόπει νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ; Ἡμεῖς, ἅμα κληθέντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐμελετήσαμεν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ συναγάγωμεν εἶναι, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι ἐφηρμόσθη μόνον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐφηρμόσθη δὲ ἀτελέστατα ἐν ταῖς ἄλλαις μεγάλαις πόλεσι τοῦ Κράτους, ὡς ἂν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ, ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις πόλεσι καὶ κώμαις, ταῖς ἐχούσαις ὀλιγώτερον πληθυσμόν, οὔτε κἂν ἐφηρμόσθη. Οἰνοφόροι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἠδύναντο νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν πρώτην τάξιν τῶν οἰνοφόρων Ἐπαρχιῶν, συνεισήνεγκον ὡς φόρον δυνάμει τοῦ Νόμου τούτου ποσὰ ἐλάχιστα, τοῦτο δὲ πείθει τὸν ἐρευνητὴν, ὅτι ὁ Νόμος δὲν ἐφηρμόσθη. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνω, θέλω καταδείξει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα κατά τε τὴν βεβαίωσιν καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν βεβαιωθέντων, διὰ νὰ καταστήσω πιστευτὴν τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς αὐτὴν σήμερον. Μελετῶντες τὰς βάσεις τοῦ Νόμου εὑρέθημεν πρὸ δυσχερείας, τὴν ὁποίαν ἐκρίναμεν ἀξίαν πάσης μελέτης καὶ προσοχῆς. Τὴν δυσχέρειαν ταύτην παρασκευάζει ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων τῶν ἀμπελοκτημόνων πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν οἰνοπωλῶν καὶ οἰνοποιῶν· ἡ δὲ ἀντίθεσις αὕτη ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον εἰς τὸν μελετῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην νὰ ἐξεύρῃ τρόπον διὰ νὰ συναρμολογήσῃ ἀμφότερα ταῦτα τὰ συμφέροντα, καὶ νὰ ὑπαγάγῃ αὐτὰ εἰς τὴν κοινὴν ὑποχρέωσιν τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἡ μελέτη αὕτη ἀπῄτει συλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὴν ὁποίαν δὲν εὕρομεν μὲν ἐν τοῖς Γραφείοις, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ἀποκτήσωμεν ἐντὸς τοῦ βραχέος τούτου χρονικοῦ διαστήματος. Εἴχομεν ὅμως καθῆκον νὰ φροντίσωμεν ἵνα μὴ ἀφήσωμεν τὸν Νόμον νὰ λειτουργήσῃ καὶ κατὰ τὴν προσεχῆ συγκομιδήν. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν διὰ νομοσχεδίου προσωρινοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν, νὰ συντηρήσωμεν μὲν τὸ σύστημα τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1882, νὰ μεταβάλωμεν ὅμως καὶ τοὺς φορολογικοὺς ὅρους αὐτοῦ καὶ τὰς ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὰς διατάξεις αὐτοῦ περὶ βεβαιώσεως εἰς τὴν ἄλλην διασκευὴν τοῦ Νόμου, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἀνεπαχθῆ καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐπιτραπησομένους τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τὴν δύναμιν νὰ μεταχειρισθῶσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου εἰς καταπίεσιν τῶν συμπολιτῶν των ἢ εἰς κατάθλιψιν τῶν ἀντιπάλων των. Καὶ μολονότι ἐλαττόνομεν ἐπαισθητῶς τοὺς φορολογικοὺς ὅρους, μολονότι καθιστῶμεν ἀνεπαχθεστάτας τὰς διατάξεις περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ἡ μικρὰ ἔρευνα, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην τῆς ὑποθέσεως, μοὶ δίδει τὸ θάῤῥος νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου θέλουσιν εἰσπραχθῆ πολλῷ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ ἡ Διοίκησις, ἐκτελοῦσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸν ἐν ἰσχύϊ ἔτι σωζόμενον νόμον περὶ τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἐμνημόνευσα εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων δύω νέων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τοῦ μὲν, προσδοκωμένου ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἰσχύοντος ἤδη φόρου ἀπὸ 3 εἰς 5% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, τοῦ δὲ, προσδοκωμένου ἐκ τῆς μεταβολῆς διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, ἐκ τῆς τροποποιήσεως τῶν περὶ κληρονομικῶν τελῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων καὶ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπί τε τῶν ἀναγκαίων κληρονομιῶν καὶ ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως τῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ τῶν χρημάτων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τῶν αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων αὐτῶν εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἀμφότερα. Δυστυχῶς ἡ ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ εἶχε προβῆ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ μελέτη τις πρὸς μεταβολὴν τῆς ἄλλης ἰσχυούσης ἐν τῷ Κράτει φορολογίας. Γνωρίζετε ὅτι πρὸ χρόνων λειτουργεῖ ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησε τὸν φόρον, τὸν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἰσχύοντα ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἀκούω νὰ ψιθυρίζωσι δεξιᾷ ἐμοῦ τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης, καὶ ἤκουσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν νὰ διαδίδωσιν ὅτι ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις σκοπεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δεκάτην. Αὐτὰ λεγόμενα ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι ἀνάξια προσοχῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε εἶπε καὶ οὐδέποτε ἐμελέτησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν δεκάτην· ἀλλὰ δὲν ἀπέκρυψε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη ἡ δεκάτη, εἶναι σύστημα ὡσαύτως πλημμελὲς καὶ ἄδικον. Ἄν τις κατηγορῇ ἓν σύστημα φορολογικὸν ὡς πλημμελὲς καὶ ὡς ἄδικον, δὲν ἕπεται ὅτι ὑποστηρίζει ἄλλο σύστημα ἀποδειχθὲν πλημμελέστερον ἢ ἀδικώτερον αὐτοῦ. Συνιστῶ πρὸ παντὸς εἰς τοὺς συμπολίτας μου τὴν ἀγαθοπιστίαν κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὅταν ἐπροτάθη τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἔψεξε καὶ ἐπέκρινε τὸ σύστημα, καὶ κατόπιν καθ’ ἕκαστον ἔτος ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, καὶ δὲν θέλει παύσει συνιστῶσα καὶ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς πάντα ἄλλον τὴν μελέτην πρὸς ἐξεύρεσιν καὶ νομοθέτησιν ἄλλου συστήματος, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ Δημοσίου νὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ ποσὸν εὔλογον ἐκ τοῦ εἴδους τούτου τῆς παραγωγῆς νὰ ἐξασφαλίζῃ, καὶ τὴν γεωργίαν νὰ μὴ καταθλίβῃ καὶ τοὺς ἄλλους συναφεῖς μὲ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς παραγωγῆς κοινωνικοὺς σκοποὺς νὰ προστατεύῃ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ σᾶς προτείνω σήμερον, ὡς μοι ὑπέμνησαν, τὴν δεκάτην, διότι οὐδέποτε, οὐδὲ ἐγὼ, οὐδὲ ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν εἶχε τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαγάγει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διὰ νὰ εὕρῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν γρασιδίων. Διὰ τοῦτο ἐμνημόνευσα τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, διὰ νὰ σᾶς ἐνδείξω ὅτι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου προταθὲν, δὲν ἐπεψηφίσθη, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ παραιτηθὲν ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζον τὸν πέρυσιν ἰσχύοντα νόμον, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι διὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ μὴ προτείνωμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἴσχυε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1884. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα οὐδέ τι περὶ τοῦ φόρου τῶν γρασιδίων νὰ σᾶς προτείνωμεν, οὐδέ τι ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν νὰ σᾶς προβάλωμεν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐκτελέσωμεν ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐδώκαμεν εἰς τὸ κοινὸν, καὶ τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς συμβουλὰς, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζοντο οἱ σχετικοὶ νόμοι. Εἴχομεν συμβουλεύσει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἀπὸ 10 εἰς 7%, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν. Καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἐδώκαμεν εἰς τὸ κοινὸν ἀναλαβόντες τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωμεν, ὅτε ἠθέλομεν κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Προτείνομεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου εἰς 7%, καὶ προτείνομεν αὐτὴν πεποιθότες ὅτι ἐκπληροῦμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον μας, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρας συνδρομῆς καὶ προστασίας. Ἀληθῶς ἐν ὅσῳ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἐν Ἑλλάδι δὲν δυνηθῇ νὰ κάμῃ βήματα πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐλαίου, ἡ ζήτησις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐλαίου θέλει γίνεσθαι ὁσημέραι ἀτονωτέρα, ὄχι μόνον διότι θέλει περιορίζει αὐτὴν ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν ἄλλων ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ἐν χρήσει διὰ τὸν φωτισμὸν, ἀλλὰ διότι θέλει περιορίζει αὐτὴν καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ κρείττονος ἐλαίου, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς κατασκευῆς παρασκευάζεται ἐν ταῖς πλείσταις ἤδη χώραις τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς βρῶσιν καὶ εἰς τροφήν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐπαναφέρομεν ὡσαύτως τὸ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν κουκκουλίων τέλος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1884 κατηργήθη. Ἐκ τῶν συστηθέντων μονοπωλίων δυνάμεθα σήμερον κυρίως νὰ προβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου ἐπὶ τῶν πυρείων τῶν χημικῶν. Ἀλλὰ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἡ κατάργησις πρέπει νὰ γένηται οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ζημίας. Γνωστὸν εἶναι ὅτι καὶ πρὸς ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων καὶ πρὸς ἵδρυσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου συνωμολογήθησαν συμβάσεις περὶ προμηθείας τῶν ἀναγκαίων πυρείων καὶ σιγαροχάρτου, καὶ ποσὰ ἐξ ἑκατέρου τούτων ἀπεταμιεύθησαν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου. Οὕτω ποσὸν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον ὑπάρχει ἐναποταμιευμένον σιγαροχάρτου. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ διαθέσωμεν τὰ ἀποτεταμιευμένα εἴδη, ἵνα μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἐσπευσμένης καταργήσεως τῶν μονοπωλίων τούτων. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ζητεῖται ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἡ ἄδεια νὰ καταργήσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία διὰ Β. Διατάγματος τὰ μονοπώλια ταῦτα, ἀφοῦ προηγουμένως ἀσφαλίσῃ τὸ Δημόσιον ἐκ ζημιῶν, αἵτινες ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἐσπευσμένης καταργήσεως τῶν μονοπωλίων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα συνοδεύονται ἑκάτερον δι’ ἐκθέσεως δικαιολογητικῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκτίθενται πᾶσαι αἱ πληροφορίαι περὶ τῶν γενομένων δι’ ἑκάτερον τῶν μονοπωλίων τούτων δαπανῶν καὶ περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐξ ἑκατέρου αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, ἔσοδον ἐκρίναμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, προτείνοντες νὰ ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν σιγαροχάρτου. Οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐποιήσαμεθα, περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τούτου τέλους, μᾶς πείθουσιν ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιληφθεῖσα διάταξις, τὸ Δημόσιον ταμεῖον θέλει δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ ἂν ὄχι περισσότερα, τοὐλάχιστον τόσα, ὅσα εἰσέπραξε μέχρι τοῦδε ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου. Ὅταν ἐπροτάθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προὐτείνετο νὰ πληρώνωνται τοῦ λοιποῦ οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν οὐχὶ εἰς παλαιὰς ἀλλ’ εἰς νέας δραχμὰς, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων, τῶν πληρονομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Μὴ συναινοῦντος τότε τοῦ ὑπουργείου, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε διὰ μακρῶν συζητήσεων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην, καὶ ἐπροκάλεσε μάλιστα τὴν Βουλὴν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην της καὶ διὰ ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ὑπουργοί, προελθόντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε ἀνελάβαμεν, καὶ διὰ τοῦτο προτείνομεν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον. Ὑπολείπεται νὰ ἀσχολήσω ἀκόμη τὴν Βουλὴν δι’ ὀλίγων. Ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, προταθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, ἐψηφίσθη κατά τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἦτο παροῦσα, τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κατασταθέντος Νόμου, τὴν τροποποίησιν ὑπεσχέθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι θέλει προβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἀνέλθῃ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην σπεύδομεν νὰ ἐκτελέσωμεν σήμερον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, προτιθέμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοῦ νόμου ἐκείνου πᾶν ὅ,τι ἔχει ἄγριον καὶ ἀπότομον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο τῳόντι νὰ ἁρμόζῃ ἴσως ἐν ἄλλῃ τινὶ Χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὔτε τὰ ἤθη τὰ Ἑλληνικὰ ὑπάρχουσιν, οὐδὲ ἡ παρ’ ἡμῖν κοινωνικὴ ἀνατροφὴ, οὐδὲ οἱ θεσμοὶ καὶ οἱ νόμοι, οἱ ἐν Ἑλλάδι λειτουργοῦντες. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλομεν, δὲν χαλαροῦμεν παντάπασι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ προγενεστέρα νομοθεσία παρεῖχεν εἰς τὴν Δημοσίαν διοίκησιν, ἵνα ἐπιζητήσῃ τὴν ἀκεραίαν βεβαίωσιν, καὶ τὴν ὅσον εἶνε δυνατὸν ἀκεραίαν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀφαιροῦμεν ὅμως ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως τὴν βίαν καὶ τὴν ἀγριότητα, ἀφαιροῦμεν τὴν ἐλευθερίαν νὰ καταπιέζωσι τοὺς ἀπροστατεύτους πολίτας, ἢ νὰ καταθλίβωσιν ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἐν ταῖς τοπικαῖς αὐτῶν περιφερείαις ἀνταγωνίζονται. Εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν συνωμολογημένην σύμβασιν μετά τινος ἰδιώτου περὶ μετασκευῆς εἰς ἰχθυοτροφεῖον μυχοῦ τινος ἐν τῷ λιμένι Κεφαλληνίας. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Εἰς ἡμᾶς, ἅμα ἀνελθόντας εἰς τὴν Διοίκησιν, προετάθησαν ὅροι συμφερώτεροι ἐκείνων τοὺς ὁποίους περιεῖχεν ἡ ὑπὸ τῶν προκατόχων συνωμολογημένη σύμβασις. Διὰ τοῦτο συνωμολογήσαμεν μετ’ ἄλλου ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἑτέραν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην εἰσάγω σήμερον. Μοὶ ὑπολείπεται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ἄλλου νόμου, περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Καὶ τοῦ νόμου τούτου τὴν μεταβολὴν ὑπεσχέθημεν, δι’ ὧν εἴπομεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου, καὶ διὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ δι’ ὧν πρὸς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἐξηγγείλαμεν περὶ τῶν φρονημάτων ἡμῶν καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου. Τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ ὑπουργείου δὲν ἐπέτρεψεν εἰς ἡμᾶς τὴν εἰσαγωγὴν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πρὸς παρασκευὴν αὐτοῦ ἀπαιτεῖται μελέτη μᾶλλον ἐπισταμένη πρὸς συναρμολογίαν τῶν συγκρουομένων πολλῶν συμφερόντων, τῶν ὑφισταμένων ἐν τῷ Τόπῳ διαφόρων βιομηχάνων, τῶν ὁποίων ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιοῖ ἴσην ἀπὸ τοῦ Κράτους προστασίαν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὸ ὑπολειπόμενον μέρος τῆς Συνόδου ταύτης νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον. Ἐπίσης δὲν προβάλλομεν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου. Τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου, τὸ πρῶτον ἐπροτάθη ἐν ὁμηγύρει ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν. Ἐν τῇ ὁμηγύρει ἐκείνῃ διακεκριμένον μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέτεινε τὴν σύστασιν μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου. Καιροῦ τινος παρελθόντος, νομοσχέδιον περὶ τοῦ μονοπωλίου τούτου ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου, καὶ ὑποβληθὲν ἐγένετο νόμος. Ἐὰν δύναταί τις νὰ ἀνεχθῇ τὴν σύστασιν μονοπωλίου, ὁ ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου μέχρι τοῦδε παρελθὼν χρόνος δὲν δύναται ἀκριβῶς νὰ παράσχῃ πραγματικὸν περὶ αὐτοῦ φῶς, διότι ἀπὸ τῆς αʹ Φεβρουαρίου μόλις ἤρχισε νὰ λειτουργῇ. Δὲν ἔχομεν ἀληθῶς τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, εἰμὴ τὰ τῶν τριῶν μέχρι τέλους Ἀπριλίου μηνῶν, ταῦτα δὲ δὲν ἀρκοῦσι νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς πόση θέλει εἶσθαι ἡ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τούτου πρόσοδος· ἂν δὲ ἦναι κεκρυμμένος ἐχθρὸς παντὸς μονοπωλίου, θέλει ἀναμνησθῆ, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ μονοπωλίου τούτου, ἡ κατάστασις τοῦ ἐμπορίου τοῦ πετρελαίου εἶχε περιέλθη εἰς τοσαύτην ἀνωμαλίαν, ἕνεκα τῶν πασιγνώστων λαθρεμποριῶν τοῦ πετρελαίου, ὥστε εἶχε κατασταθῆ σχεδὸν ἀδύνατος ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἐμπορίου τοῦ εἴδους τούτου. Καὶ ἐὰν λοιπὸν ἐπεχειροῦμεν τὴν κατάργησιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τὴν ἐλευθερίαν πρὸς ἐργασίαν ἀπὸ τῆς τῆς δι’ αὐτοῦ νομοθετηθείσης παρακωλύσεως, ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ ἐμπορίου, ἔδει νὰ μᾶς ἀναμνήσῃ, ὅτι ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ προβάλωμεν καὶ ἄλλα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἐμπορίου τοῦ εἴδους τούτου. Διὰ τοῦτο ἀνεβάλομεν νὰ σχηματίσωμεν θετικὴν γνώμην περὶ τοῦ μονοπωλίου τούτου, προσδοκῶντες ὅτι κατὰ τὸ ὑπολειπόμενον μέρος τῆς Συνόδου καὶ ἐντὸς αὐτῆς θέλομεν δυνηθῆ νὰ φέρωμεν καὶ περὶ τούτου πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν. Μοὶ ὑπολείπεται νὰ ποιήσω μνείαν ἔτι νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει εἰσαγάγει αὐτό. Ἕνεκα δίκης, λαβούσης χώραν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, ἐμειώθη ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου παρεῖχεν ἡ ἐνεχυρίασις ἀξιῶν διαφόρων, ἡ δὲ τοιαύτη μείωσις τῆς πίστεως τῶν τοιούτων ἐνεχυριάσεων κατέστησε δειλότερα τὰ κεφάλαια εἰς τὸ νὰ διατίθενται εἰς τοιαύτας ἀνάγκας. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἀγορᾶς ἐνδεικνύει τὴν ἀνάγκην προνοίας τινός, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ γένωνται τὰ κεφάλαια προσιτώτερα εἰς αὐτήν. Φαίνεται, ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀσχοληθῆ περὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι εὑρέθησαν ἐν τοῖς Γραφείοις μελέται τινὲς στηριζόμεναι ἐπὶ νόμων τοιούτων, ψηφισθέντων ἐν ἄλλοις Κράτεσι τῆς Εὐρώπης. Τωόντι ἀλλαχοῦ μετέβαλον διὰ νόμων τὰς πρότερον ἰσχυούσας περὶ τοῦ εἴδους τούτου τοῦ ἐνεχύρου διατάξεις τῆς Ῥωμαϊκῆς νομοθεσίας· οὕτως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἐξεδόθησαν εἰδικοὶ περὶ τούτου νόμοι. Ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρασκευασθὲν περὶ τούτου νομοσχέδιον.
§38ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὑπάρχει τοιοῦτον ἕτερον.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐσμὲν ἀπρόθυμοι νὰ καταστήσωμεν ἐνεργὸν τὴν πρωτοβουλίαν τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὁσάκις προβάλλουσι νομοσχέδια. Οἱ συνάδελφοί μου κύριοι ὑπουργοὶ θέλουσιν ἕκαστος προβάλει ὡσαύτως διάφορα νομοσχέδια συναφῆ μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι ζητήσει νὰ μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ καταστήσαντες τὰς δαπάνας, τῶν ὁποίων τὴν ἐλάττωσιν ἀνεγράψαμεν ἐν τοῖς διαφόροις προϋπολογισμοῖς. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ὑπολειπόμενος εἰς τὴν Βουλὴν χρόνος πρὸς ἐργασίαν κατέστη ἤδη λίαν βραχύς· ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων, προϊούσης τῆς ὥρας, θέλει κατασταθῆ ἐπιτακτικὸν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἀπέλθωσι καὶ νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ πέραν τῆς 25 Ἰουλίου.
§40ΤΙΝΕΣ. Οὔτε πέραν τῆς 10ης.
§41ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ πολὺ μέχρι τῆς 15ης.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Περὶ τούτου δύναται ἕκαστος νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὑπολείπονται ἔτι πρὸς ἐργασίαν τρεῖς μόνον ἡμέραι ἐκ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου, καὶ τόσαι ἡμέραι ἐκ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ὅσαι θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι Βουλευταὶ ἐν Ἀθήναις πρὸς ἐργασίαν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἤδη καὶ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀνακοινωθέντων ἐν τῇ Βουλῇ ἐντελῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, θέλουσι φιλοτιμηθῆ νὰ παρατείνωσι τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονήν των μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου, καθ’ ὅ θέλει κατασταθῆ ἀναπόφευκτον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπέλθωσι καὶ μεριμνήσωσι περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐργασιῶν. Κατὰ τὸ ὑπολειπόμενον ὅμως βραχὺ τοῦ χρόνου διάστημα ἀπόλυτος ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα ψηφισθῶσι τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον, καὶ θέλουσιν εἰσαγάγει καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοί μου αὔριον ἢ μεθαύριον· τὸ μὲν, διότι πολλὰ ἐξ αὐτῶν νομιμοποιοῦσι τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ δὲ διότι τινὰ ἐξ αὐτῶν ἢ πολλὰ αὐτῶν συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι δὲ ἀναγκαῖον ἵνα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀκάμπτως ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς 1ης τοῦ μηνὸς τοῦ Βου ἑξαμήνου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ φεισθῇ ὅσον εἶνε δυνατὸν τοῦ χρόνου τοῦ ὑπολειπομένου, παραλείπουσα πᾶν ὅ,τι τυγχάνει μὴ ἀναπόφευκτον, καὶ ἐγκρατευομένη ὅσον εἶνε δυνατὸν τοῦ λόγου, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν προβαλλομένων νομοθετημάτων· ἐὰν μάλιστα εἰς τοῦτο ἤθελε κριθῆ ὅτι συντελεῖ καὶ ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, τῆς χθὲς γενομένης, ἡμεῖς προθύμως ἠθέλαμεν συστήσει τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ παρακαλῶμεν αὐτὴν νὰ ἀποδέχεται πᾶν ὅ,τι ἤθελε κριθῆ συντελοῦν εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ χρόνου, καὶ εἰς τὴν ὅσον εἶνε δυνατὸν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τῶν νομοθετημάτων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Ὅρα Παράρ.)
§43Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ ἐν Λαρίσσῃ ἐκλογὴ Βουλευτική, ἀλλ’ ὡς ἔγινε γνωστὸν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν Ἐπιτροπαὶ Ἐφορευτικαί, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, δὲν ἔχουν συγκροτηθῆ ἐν τῷ Νομῷ ἐκείνῳ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς, αἵτινες διεξήγαγον τὰς προηγηθείσας ἐκλογὰς καὶ αἵτινες εἶχον καταρτισθῆ ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον δυνάμει νόμου, μὴ ἰσχύοντος ἤδη. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἐπεδιώξαμεν πρὸ πολλοῦ τὸν καταρτισμὸν τῶν κατὰ τὸν ἰσχύοντα Νόμον Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, διότι ὑπάρχουσι προσέτι καὶ δύο ἐκκρεμεῖς Δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Βώλου· ἀλλὰ μολονότι συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι τῶν κληρωθησομένων, μόλαταῦτα δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ βεβαιώσω ἐὰν θὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ κλήρωσις τῶν Ἐπιτροπῶν πρὸ τῆς 14 Ἰουλίου. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ μέχρι τῆς 14 Ἰουλίου νὰ γίνῃ ἡ κλήρωσις τῶν Ἐπιτροπῶν συμφώνως πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὴν ἐκλογὴν νὰ διευθύνῃ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, διότι τοιαύτη διάταξις ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Ἐκλογικῷ Νόμῳ, ὁσάκις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἐν πλειονοψηφίᾳ ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή. Παρακαλῶ διὰ τὸ κατεπεῖγον νὰ ἐπιταχύνῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Συγχρόνως ὑποβάλω ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Συμβάσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἰονικῆς Τραπέζης περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 2 Ἀπριλίου 1880 Συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Οἱ λόγοι τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως ἐκτίθενται ἐν συνοπτικῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Προτείνω νὰ συνέλθωμεν μετὰ τὴν μεσημβρίαν νὰ ἐκλέξωμεν τὰς Ἐπιτροπὰς διὰ τὰς ἐκλογὰς Ἄρτης καὶ Δομοκοῦ.
§45ΤΙΝΕΣ. Τώρα.
§46ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἔχομεν ψηφοδέλτια.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 7 π. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 12 παρὰ 10/60 Π. Μ.)