1885.06.26
1.169 στίχοι · 8.704 λέξεις · 19 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 26 Ἰουνίου 1885.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 9 Π. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες Βουλευταὶ καὶ δώσωσι τὸν ὅρκον. (Προσέρχεται καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Α. Συγγρός).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀνεκοινώθη εἰς τὰ Ἀνάκτορα ἡ συγκρότησις τοῦ Προεδρείου, καὶ αὐθημερὸν ὁ Βασιλεὺς ἀνήγγειλεν, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ τὸ Προεδρεῖον εἰς τὰς 2½ μ. μ. Τὸ Προεδρεῖον, παρουσιασθὲν ἐνώπιον τῆς Α. Μεγαλειότητος προσεφώνησε, τάδε· Μεγαλειότατε! Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καταρτισθὲν ἤδη, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Υ. Μεγαλειότητος, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ βαθυτάτου αὐτοῦ σεβασμοῦ. Εὔχεται δὲ, Βασιλεῦ, σὺν τῇ γενικῇ τοῦ Ἔθνους εὐχῇ, ἵνα ὁ Ὕψιστος σκέπῃ καὶ περιφρουρῇ τὴν Υ. Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν καὶ ἅπασαν τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν ὡς ἑξῆς· Εὐχαρίστως ἀποδέχομαι τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ, τῆς Βασιλίσσης καὶ ἁπάσης μου τῆς οἰκογενείας εὐχὰς τοῦ τε Ἔθνους καὶ τοῦ Προεδρείου, καὶ Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριοι, διὰ τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην. Εὔχομαι δὲ ἀπὸ καρδίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ποθητὴν εὐημερίαν καὶ πάντα τὰ ἀγαθά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶνε γνωστὸν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὁ μέγας ἀνὴρ Βίκτωρ Οὑγκὼ ἀπεβίωσεν, ὅτε ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο κατηρτισμένη· τῇ συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔγραψαν, οὕτω καὶ τὸ Προεδρεῖον ἔγραψεν. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον ὑποβλήθη παρὰ διαφόρων Βουλευτῶν περὶ χορηγίας προνομίου εἰς τὸν ἐφευρέτην ἢ τοὺς ἐφευρέτας μέσου πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς σταφίδος.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησε τὸν λόγον.
§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἱ διαταγαὶ αἱ ἐκδοθεῖσαι, ὅπως προληφθῇ ἡ φυλλοξήρα, εἶνε αὐστηραὶ, εἶνε σύμφωνοι πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας. Ἀλλ’ ὅπως παρετήρησα χθὲς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ὑμῖν σήμερον, αἱ διαταγαὶ, ἐὰν δὲν ἐκτελῶνται, δὲν φθάνουν εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκδίδονται. Δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως αἱ διαταγαὶ αὗται κατασταθῶσι πρᾶγμα καὶ ἐκτελούμεναι. Ἀλλ’ ἵνα ἐκτελῶνται, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐξευρέσεως ὑπαλλήλων, ἐχόντων τὴν ἀγωγὴν ταύτην, ὥστε νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγάς· ὅπως λάβωσι δὲ τὴν τοιαύτην ἀγωγήν, δέον νὰ τιμωρῶνται, ἐὰν παρουσιάζεται παράβασις τῶν διατάξεων καὶ τῶν διαταγῶν, αἵτινες δίδονται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης αὐτῶν Ἀρχῆς. Ἐπιμένει ὁ τύπος, ὅτι ὁ Τελώνης Πειραιῶς ἐπέτρεψε τὴν ἀποβίβασιν σκορόδων, καὶ ἐπέτρεψε ταύτην, καίτοι ἦτο ἐναντία τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει, καίτοι τῷ εἶχεν ἀπαγορευθῆ τοῦτο. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἐγένετο διάψευσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς ἰδίαν τῶν πραγμάτων ἀντίληψιν· ἐγένετο καὶ διάψευσις ἐκ μέρους τοῦ Τελώνου, ἀλλ’ ἀμφισβητεῖται ἐὰν ἡ διάψευσις εἶνε ἀληθής. Φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, καὶ ἐὰν ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐγένετο ἀποβίβασις, νὰ παυθῇ ἀμέσως ὁ Τελώνης, ὅστις διὰ τῆς πράξεώς του ταύτης ἐπιβουλεύεται τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἀνακρίσεις τὸ ταχύτερον, καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ ἐξαγόμενον αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Τελώνης περιεφρόνησε τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως νὰ παύσῃ αὐτὸν παρ’ ὁποιουδήποτε καὶ ἂν ὑποστηρίζηται. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Πρέπει ὁ νόμος νὰ εἶνε ζῶν καὶ νὰ ἐκτελῆται κατὰ γράμμα καὶ αὐστηρῶς. Κύριοι, ἐπαναφέρω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν, νὰ συνέρχεται τὸ Σῶμα καὶ νὰ συνεδριάζῃ δὶς τῆς ἡμέρας.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶνε δυνατὸν (θόρυβος).
§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὴν γνώμην μου ἐκφράζω, κύριοι. Ἀπὸ τῆς ὥρας 8–12 καὶ ἀπὸ τῆς 5–9 καὶ ἐν ἀνάγκῃ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀνέχηται νὰ διοικῆται ὁ Τόπος ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀνέχηται νὰ εἰσπράττωνται φόροι ἄνευ φορολογικῶν νόμων. Ἐὰν βαδίσωμεν ὅπως βαδίζομεν, θέλομεν ἀναχωρήσει ἐκ τῆς πρωτευούσης ἀφίνοντες τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικῶν νόμων· ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἐν ἄλλαις ἡμέραις, βεβαίως παραβιάζομεν τὸ καθῆκόν μας. Ἐπειδὴ ὁ καιρὸς εἶναι στενὸς καὶ ὑπάρχει τοιαύτη κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὥστε τὰ πάντα νὰ ὦσιν ἐκτροχιασμένα, ὀφείλομεν νὰ ἀποβάλωμεν πᾶσαν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην, νὰ κοπιάσωμεν περισσότερον τοῦ συνήθους, καὶ κοπιάζοντες δυνάμεθα νὰ ἀποβάλωμεν τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ νὰ τὴν ἐπιῤῥίψωμεν εἰς τοὺς πράγματι ὑπευθύνους· διότι ἄλλως πράττοντες, ἐὰν διοικῶσιν ἄνευ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἐντελῶς ἀνεύθυνοι καὶ τὴν εὐθύνην ἀναλαμβάνομεν ἡμεῖς· ἐὰν εἰσπράττωσι φόρους, ἄνευ φορολογικῶν νόμων, ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην. Διὰ νὰ ἀποβάλωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν εὐθύνην καὶ ῥίψωμεν αὐτὴν ἐπὶ τοὺς ὑπευθύνους, ὀφείλομεν νὰ κοπιάσωμεν περισσότερον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, τοὺς ἀπολύτως ἀναγκαίους.
§11ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εὐαρεστούμενος τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: 1) Ὀνομαστικὴν κατάστασιν τῶν πληρωμάτων τοῦ Νεωλκείου ἐν Πόρῳ. 2) Σημείωσιν ὁποῖον πλοῖον ἐπισκευάζεται νῦν ἐν τῷ Νεωλκείῳ, πόσους ναύτας ἔχει ὀνομαστικῶς, καὶ πόσοι τεχνῖται ἐκεῖ ἐργάζονται ὀνομαστικῶς καὶ πόθεν ἕκαστος τούτων κατάγεται. 3) Κατάλογον τῶν ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Πόρου ὑπαλλήλων καὶ τῶν παρὰ τῷ Φανῷ Πόρου φυλάκων, μετὰ σημειώσεως τῆς καταγωγῆς των. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: 1) Κατάλογον τῶν Δημοσίων εἰσπρακτόρων Πόρου. 2) Ὅμοιον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐν Πόρῳ Καπνεργοστασίου καὶ τῶν τελωνοφυλάκων, ὡς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐφορείας, μετὰ σημειώσεως τῆς καταγωγῆς ἑκάστου αὐτῶν. Ταῦτα δὲ θέλουν χρησιμεύσει ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσεχῆ ἐκλογὴν τῆς Τροιζηνίας, τῆς ὁποίας δύο δῆμοι ἠκυρώθησαν.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἰσάγονται εἰς αὐτὴν νομίμως ὑπὸ τοῦ προέδρου τὰ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀπευθυνθέντα ἔγγραφα, ἢ αἱ προτάσεις νόμων, αἱ νομίμως προτεινόμενοι ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν αὐτούς. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ἀξίωσις, ἥτις πρὸ μικροῦ ἐγένετο, ἵνα προηγηθῇ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεφασίσθη τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων τῶν ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ ἠκυρώθησαν, ἢ ἡ ἀποστολὴ Ἐπιτροπῶν εἰς ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποστείλῃ Ἐπιτροπὰς πρὸς ἐξέτασιν τῶν κατὰ τὰς γενομένας ἐκλογὰς συμβάντων, συντελεῖ εἰς τὸν πλήρη καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, οὐδὲ ζητεῖ τις νὰ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἄπειρον τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν εἰς τὸν πλήρη καταρτισμὸν τοῦ Σώματος. Ζητοῦμεν ὅμως νὰ εἰσαχθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ συναφῆ μετ’ αὐτοῦ νομοσχέδια, στηριζόμενοι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ πάσης ἐργασίας ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφων λαμβάνει χώραν. Νομίζω δὲ μάλιστα ὅτι οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦνε τὸ συμφέρον τοῦ πλήρους καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπέρκειται τοῦ συμφέροντος τούτου μέγα ἄλλο συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ ἐπαναχθῇ ἡ λειτουργία τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· καὶ ἄλλο τι μέγα συμφέρον τοῦ Κράτους, νὰ μάθωσι τέλος πάντων οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τὰ κατάλληλα νομοθετικὰ μέτρα πρὸς διάσωσιν τῶν κινδυνευόντων συμφερόντων τῆς Χώρας. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἀπεφάσισε νὰ ἀποστείλῃ Ἐπιτροπὰς εἰς δύο Ἐπαρχίας, εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἄρτης καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων, διὰ νὰ ἐξετάσωσι τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς λαβόντα χώραν· μετὰ τοῦτο δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὑπὸ τῶν ἀποσταλησομένων Ἐπιτροπῶν γενησομένων ἐξετάσεων θέλει δυνηθῆ ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ τῶν γενομένων ἐκλογῶν καὶ ἑπομένως νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους ἢ ὄχι αὐτῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, μέχρις οὗ ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ τὴν ὁριστικὴν γνώμην της, οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων ὁρμώμενοι καὶ ἀποσταλέντες, συνεδριάζουσι μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἔχουσι δικαίωμα νὰ συνεδριάζωσι, ἔχουσι γνώμην καὶ φωνὴν, μόνον δὲν ἔχουσι ψῆφον. Εἰσὶ δὲ οἱ Βουλευταὶ οὗτοι τέσσαρες μόνον τὸν ἀριθμόν. Πρόκειται δὲ οὐχὶ νὰ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἀποστολὴ τῶν Ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐὰν ἤθελε προταχθῆ ταύτης, ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει πάντοτε ἐν τῇ Βουλῇ· τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τρεπόμενα εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀπέρχονται τοῦ Βουλευτηρίου καὶ αἱ συνεδριάσεις παραλύουσι· τὸ αὐτὸ δὲ θέλει συμβῆ καὶ τώρα, θέλει παραλύσει ἡ συνεδρίασις, καὶ δὲν θέλει καταστῆ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ σήμερον ὁ προϋπολογισμός. Οὕτως ἔχουσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεβιβάσθησαν μέχρι τῶν Συνταγματικῶν ζητημάτων ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος. Δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω ἐὰν ὁ προλαλήσας ἢ οἱ πολιτικῶς ὁμοφρονοῦντες αὐτῷ εἰσὶ διατεθειμένοι νὰ παράσχωσιν ἢ νὰ ἀρνηθῶσι τὴν συνδρομήν των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ πλειονοψηφία ἀντιλαμβάνεται τῶν πραγμάτων καὶ ἐρευνᾷ αὐτὰ, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι πεπλανημένος, ἢ ἐὰν νομίζωσι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, τὰ ὁποῖα βλάπτουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ ἀντιβαίνουσιν εἰς τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ, καθῆκον ἔχουσι νὰ πολεμήσωσι καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ μέτρα αὐτῆς, οὐδὲ τοῖς εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι μέτρα, τὰ ὁποῖα θεωροῦσιν ὡς ἐπιζήμια εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ λέγουσιν ὅτι φρονοῦσιν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶνε ἀνεφάρμοστον καὶ ἀνεκτέλεστον, παραβαίνουσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅταν ἐξ οἴκτου λέγουσιν ὅτι δὲν θέλουσι νὰ παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς αὐτὴν καὶ παραλείπωσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδίαν πολιτικὴν αὐτῶν, τὴν ἐξυπηρετοῦσαν τὰ φρονήματα αὐτῶν. Εὔχομαι ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου τούτου νὰ μετέλθῃ τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθε ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη· δὲν εὔχομαι ὅμως εἰς τὴν Συμπολίτευσιν τοῦ χρόνου τούτου, δὲν εὔχομαι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εὐαρεστεῖται νὰ ὑποστηρίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ μετέλθῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετήρχετο ἡ πλειονοψηφία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν. Ἀπεύχομαι ἡ πλειονοψηφία τοῦ χρόνου τούτου νὰ μετέλθῃ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τοῦ χρόνου τούτου τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ πλειονοψηφία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν πρὸς τὴν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον μειονοψηφίαν. Ἐὰν ἤθελε συμβῆ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι, τότε εὔχομαι ἐγκαρδίως νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων οἱ κκ. τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ μὴ καταληφθῶσιν ὑπὸ τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσι συνήθως αὐτοὺς, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνωσιν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων. Ἡ μειονοψηφία καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τριετίαν διαγωγὴν αὐτῆς ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω ὅτι δὲν εἶνε τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἀπολογηθῇ, διότι ἀπελογήθησαν τὰ πράγματα ἐμφαντικώτατα, καὶ τῶν πραγμάτων τούτων τὴν ἀφήγησιν ὅταν ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον, εἰμὶ βέβαιος ὅτι θέλετε ἐκτιμήσει αὐτὰ, ἀποκρούοντες τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον δὲν ὤκνησαν νὰ ἐκτοξεύσωσι κατ’ αὐτῶν. Πρὸ τεσσάρων περίπου μηνῶν ἐξηρχόμεθα τοῦ Βουλευτηρίου, ὅσοι ἐτυγχάνομεν μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἀποτόμως κεχωρισμένοι καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸ τότε Ὑπουργεῖον. Ἄλλοι τότε ἐκυβέρνων τὴν χώραν. Εἶχε δὲ προκύψει ὁ ἀπότομος οὗτος χωρισμὸς, οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῆς πλήρους ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν, τῆς ἀντιθέσεως, λέγω, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσαν τὰ φρονήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὰ φρονήματα τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ ὁ ἀπότομος οὗτος χωρισμὸς εἶχε προκύψει καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ διαχειριζόμενοι τότε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐνήσκουν τὴν δύναμιν, δι’ ἧς ἡ πλειοψηφία ἐκείνη περιέβαλεν αὐτούς. Ἡ ἀντίθεσις τῶν φρονημάτων τῆς μειοψηφίας πρὸς τὰ τῆς πλειοψηφίας ὑπῆρχεν ἀληθῶς ἐπὶ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἐξεδήλωσε πολλάκις ὅτι ἐφρόνει, ὅτι αἱ σχέσεις τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Στέμμα δὲν ἔπρεπε νὰ διεξάγωνται καθ’ ὃν τρόπον διεξήγοντο ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐφρόνει, ὅτι αἱ σχέσεις ὡσαύτως τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Βουλὴν ἔπρεπε νὰ διεξάγωνται κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ καθ’ ὃν διεξήγοντο κατὰ τὴν λήξασαν τριετίαν· ἐφρόνει μάλιστα ὅτι αἱ σχέσεις τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν μειοψηφίαν ἔπρεπε νὰ ἦνε τοσοῦτον ὁμαλαὶ καὶ τοσοῦτον καταδηλοῦσαι τὴν ἀμοιβαίαν τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειοψηφίας προαίρεσιν πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν κοινῇ συμφερόντων, ὥστε ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐλόγως ἀνεγνώριζεν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν μειοψηφίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἀνήρουν ἐντελῶς ὄχι μόνον τοὺς κανόνας τῆς Συνταγματικῆς ἐπιστήμης, ὄχι μόνον τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία τῶν Κοινοβουλευτικῶς πολιτευομένων ἐθνῶν μετέδωκε καὶ εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀνήρουν ἀκόμη καὶ αὐτοὺς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Ἡ μειοψηφία κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἐνησκεῖτο πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, οὐδ’ ἐπλήρου τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ διαχείρισις τῆς ἀνατεθειμένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιμελείας τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς διαφωτίσεως τοῦ πνεύματος αὐτοῦ καὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν ψυχῶν αὐτοῦ. Ἐφρόνει, ὅτι καὶ αὐτή ἡ ἐπιμέλεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὀφειλομένη περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ αὐτὴ ἐνησκεῖτο κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον οὐδὲ ἀπεδέχετο, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐφρόνει ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ὅτι ἡ Διοίκησις, ἥτις εἶχεν ἐγκατασταθῆ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα διοικήσεως Κράτους, Κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένου, οὐδὲ ὡς ὑπόδειγμα Διοικήσεως, τὴν ὁποίαν εὐλόγως ἐδίψα ὁ τόπος διὰ νὰ ῥυθμίσωσιν οἱ πολῖται τὰς σχέσεις πρὸς ἀλλήλους, ἢ τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν ἐφρόνει, ὅτι καὶ τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ, καὶ τὰ πράγματα τοῦ ναυτικοῦ εἶχον διαῤῥυθμισθῆ κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἐξυπηρέτει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν ἦτο πεπεισμένη, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διείποντο οὕτως, ὥστε ἐντὸς ὀλίγου ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ καταδηλώσῃ ἀπροκαλύπτως τὴν ἀμηχανίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων αὐτῆς καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, καὶ ὅτι προσέτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἤθελε, τοῦ χρόνου προϊόντος, καταστῆ ἀποθαῤῥυντική. Πρὸ πάντων ὅμως ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου ὑπεστήριξεν ἐπανειλημμένως καὶ πεποιθότως, ὅτι ἐφρόνει, ὅτι ἡ εἰς τὴν ἀντίθετον θέσιν αὐτῆς παρακαθημένη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν διηρμήνευε πλέον τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους. Ἐφρόνει, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει καὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας εἶχον ὑποκατασταθῆ αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἰδιοῤῥύθμου γνώμης τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειοψηφίαν μελῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη πολλάκις διεῤῥυθμίζετο ὑπὸ τῆς ἐρεύνης τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀτομικῶν περιστάσεων. Τὸ τελευταῖον τοῦτο φρόνημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐλείψαμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν οἱ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἐν ὀνόματι αὐτῆς συνήθως ἀγορεύσαντες, καὶ νὰ καταστήσωμεν δῆλον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ πάσῃ τῇ χώρᾳ. Εἴχομεν δὲ πάντοτε τὴν θερμὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπέλθῃ τέλος πάντων ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα κρίνῃ ἀναμέσον ἡμῶν καὶ ἐκείνων, ὥστε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν νὰ διαῤῥυθμισθῶσι μόνον κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ διαῤῥυθμίζῃ αὐτὰ, νὰ μὴ διαῤῥυθμίζωνται δὲ ἰδιοῤῥύθμως κατὰ τὰ συμφέροντα ἢ τὴν κρίσιν ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἐμφανισθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης Συνόδου ἐπὶ πολλὰς ὥρας κατέλαβε τὸ βῆμα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἔχων ἐν χερσὶ τ’ ἀποτελέσματα βουλευτικῶν τινων ἐκλογῶν, αἵτινες σποραδικῶς εἶχον ἐνεργηθῆ ἔν τισι τῶν Ἐπαρχιῶν, ἐπέμενε διαψεύδων τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ παριστῶν, ὅτι ἡ θέλησις ἡ ὁμόθυμος τοῦ Ἔθνους ἐπεδοκίμαζε καὶ ἐνέκρινε τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ αὐτὴν ἔτι τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν κατεδείκνυον πλημμελῆ ἀλλεπάλληλα τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ῥαγδαίως ἐπήρχοντο ἐν τῇ οἰκονομικῇ σφαῖρα τοῦ Τόπου. Τέλος πάντων ἐπῆλθεν ἡ ὥρα ἵνα ἐκτελεσθῇ ἡ εὐχὴ καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ηὐτύχησε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον νὰ διασώσῃ ἔτι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς, ἐνασκηθείσης δι’ Αὐτοῦ τῆς βασιλικῆς προνομίας, νὰ προκληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸ τῶν καλπῶν διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἦσαν δὲ ἄγνωστοι αἱ γνῶμαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δημοσίων συμφερόντων, ἀλλ’ ἰδίως καὶ πρὸ παντὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προὐτέθησαν ὑπὸ τὴν ἔρευναν τῆς Βουλῆς. Τὴν τότε γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ διερμηνεύσω αὐτὸς ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Στέμματος, ὅτε ἐκλήθην ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἵνα ἀνακοινώσω εἰς τὸ Στέμμα τὰς περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων γνώμας αὐτῆς. Τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἰδίως ζητημάτων δὲν ἔλειψα ν’ ἀνακοινώσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνεγνώσθη μετ’ ὀλίγον τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀπεκρύψαμεν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ πᾶσαν δὲ στιγμὴν καὶ κατὰ πᾶσαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐπίσημοι σχέσεις ἡμῶν ὡς μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος, κατὰ πᾶσαν, λέγω, στιγμὴν καὶ κατὰ πᾶσαν περίοδον ἐσπεύσαμεν νὰ γνωστοποιήσωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ποίαν ἔχομεν γνώμην περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καί τίνα μέτρα ἐνομίζομεν ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα, ὄχι διὰ ν’ ἀποσοβήσωμεν τοὺς ἐπερχομένους κινδύνους, ἀλλὰ διὰ νὰ μειώσωμεν τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπίμονος πλημμελὴς οἰκονομικὴ πολιτικὴ συνετέλεσεν ἵνα παρασκευασθῶσιν εἰς τὴν Χώραν. Ἐκεῖνοι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἀπετέλουν μέρος τῆς ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνθυμοῦνται, ὅτι τὰς γνώμας ταύτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέβαλεν ἕκαστος αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῆς πατρίδος του. Ἑπομένως ἐκεῖνοι, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, θεωροῦσιν ὑποχρεωμένην τήν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐσχηματίσθη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐκτελέσῃ καθ’ ὅλα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὡς Ἀντιπολίτευσις ἐπηγγέλθη. Ἐκτὸς ὅμως τῆς γνώμης αὐτῶν περὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ ἡμετέρου, καὶ ἐν ἡμῖν ἐνυπῆρχε ζωηρὰ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος τούτου, ἀνυπομόνως δὲ περιεμένομεν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν παραστῆ ἐνώπιον ὑμῶν, προσάγοντες ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες ὁμοῦ εἴχομεν ὑποσχεθῆ πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο μόνον ζημία τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ παράβασις κατά τι τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἐν κοινῷ ἐδώκαμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ ζημία τῶν ἀτόμων εἶναι κακὸν ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ζημιῶν τοῦ Κράτους, ἀπέναντι τῶν κινδύνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἐπιφανῶσιν, ἢ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν. Δὲν εἶνε μόνον ζημία τῶν μελῶν, τῶν ἀποτελεσάντων τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς παρελθούσης Περιόδου, ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἐν καιρῷ ἐδώκαμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅσον πολυπληθὴς καὶ ἂν ἦτο ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον Ἀντιπολίτευσις, ὅσον πολλὰ καὶ ἂν ἦσαν τὰ μέλη αὐτῆς. Καὶ ἡ ζημία αὐτῶν καὶ ὁ ἐντελὴς ἕνεκα τούτου κατὰ τὸ μέλλον ἀποκλεισμὸς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου βίου μικροτέρα ἤθελον εἶσθαι ζημία ἐκείνης, ἣν ἤθελον ὑπόσχει τὰ Δημόσια συμφέροντα, ἂν παρεβαίνομεν τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Μεγίστη ἀληθῶς ἤθελον ἐπέλθει καὶ ἀνυπολόγιστος ζημία, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἤθελε πλέον δίδει τὴν ἐλαχίστην πίστιν εἰς οὐδένα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας. Κατὰ δυστυχίαν πολλὰ ἀπηγγέλθησαν καὶ ἐγνώσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν προγράμματα πολιτικῶν ἀνδρῶν, πολλαὶ ἐδόθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑποσχέσεις, τὰ πράγματα ὅμως ἐνέβαλον εἰς αὐτὸν τὸν δισταγμόν, ἂν τὰ προγράμματα ἐκεῖνα ἐξετελέσθησαν ἢ παρεβιάσθησαν, ἂν αἱ ὑποσχέσεις ἐκεῖναι ἐξεπληρώθησαν ἢ ἠθετήθησαν· ἐν δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐσχηματίσθη ἔκτοτε μεγίστη δυσπιστία πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Χώρας, διότι ἐσυνείθισε ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὁσάκις προαγγέλλονται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν προγράμματα ἢ ὁσάκις δίδονται εἰς αὐτὸν ὑποσχέσεις. Ἂν καὶ ἡμεῖς παρεβαίνομεν τὸ Πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἠθετοῦμεν τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἠθέλομεν ἀνατρέψει πᾶσαν προσδοκίαν αὐτοῦ, ἠθέλομεν διδάξει αὐτὸν ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην πρὸς οὐδένα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀσχολοῦνται περὶ τὴν διάπραξιν τῶν Δημοσίων πραγμάτων. Τοιαύτη πεποίθησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἄλλην ἐπῆγε ζημίαν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας, οἵτινες εἰσὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα συνεσωρεύθησαν καὶ ἀπεκατεστάθησαν διὰ μακροχρονίων ὑπηρεσιῶν καὶ διὰ μεγάλων ἀγώνων, τὰ κεφάλαια ταῦτα ἤθελον ἀφειδῶς καταναλωθῆ ἕνεκα τῆς ἡμετέρας παραλείψεως, διότι καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἐκληφθῆ ὡς ὑπὸ ἰδίου μόνον πολιτικοῦ συμφέροντος ὠθηθέντες, καὶ χάριν αὐτοῦ δόντες ὑποσχέσεις, ἐνῶ δὲν εἴχομεν πεισθῆ ὅτι αὗται εἰσὶν ἐκτελέσιμοι, φωρώμενοι, ἐπιστάντος τοῦ χρόνου, ὀλίγωροι τῶν ὑποσχέσεων ἡμῶν καὶ πράττοντες τὰ ἀντίθετα ὧν ἐπηγγέλθημεν. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν, κύριοι, τῆς παρελθούσης Περιόδου ἡ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον μειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἔχῃ δισταγμοὺς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐφαίνετο ἀποφασισμένον νὰ ἀκολουθήσῃ. Δὲν ἠδύνατο κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης Περιόδου, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον ἀκόμη ἔτος τῆς ἐγκατασταθείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου διοικήσεως νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ γνώμην, ἐὰν ταύτην ἢ ἐκείνην ἐσκέφθη νὰ ἀποδεχθῇ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο οἰκονομικὴν πολιτικήν· ἠκολούθησε διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία τὰς πράξεις αὐτοῦ, καὶ ἐπετήρει τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, ἀποδεχομένη τοὺς δισταγμούς, οἵτινες ἐνεποιοῦντο εἰς αὐτήν, περὶ τοῦ ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ὠφέλιμος ἢ ἤθελε προκαλέσει βλάβην καὶ ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν εἶχεν ἀναλάβει χαρακτῆρα ἐπιθετικόν, οὐδὲ αἱ ἀντιῤῥήσεις καὶ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν, εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῆς πεποιθήσεως ἢ τῆς ἀναντιῤῥήτου γνώμης. Ἠσχολεῖτο νὰ διαφωτίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον, σπεύδουσα ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸ τὰς γνώμας αὐτῆς· ἠσχολεῖτο νὰ ἐνδεικνύῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς συνεπείας τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προέβαλε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν προέβαινε καὶ μέχρι καταδηλώσεως πεποιθήσεων, ἢ ἰδίας γνώμης, διότι εἰσέτι δὲν ἦτο πεπεισμένη περὶ τῆς ὁδοῦ, ἣν περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἔμελλε νὰ χαράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν ὡς περιέχοντα τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐν τῇ διοικήσει, ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἐνεδείκνυε τάσεις πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἐνεδείκνυεν ἔλλειψιν προνοίας πρὸς ἀπόκτησιν ἰσοζυγίου, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμποιήσῃ πεποίθησιν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου ἔμελλε νὰ διατηρηθῇ ἐπιμόνως ἀμετάβλητος καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν καὶ νὰ καταδηλώσῃ πάντοτε τὴν αὐτὴν τάσιν πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων καὶ τὴν αὐτὴν ὀλιγωρίαν πρὸς σπουδαίαν ἐπιζήτησιν τοῦ ἰσοζυγίου αὐτῶν πρὸς τὰ ἔσοδα. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, τοιαῦτα οἷα εἰσὶν ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ τὴν χειραγώγησιν τοῦ παρελθόντος Ὑπουργείου, κατέδειξαν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἀνῆλθεν εἰς 5,244,833:37 δραχμάς. Καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1882 ἐξεταζόμενον κεχωρισμένως, δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἀνησυχητικὸν ἐν χώρᾳ, τῆς ὁποίας ἡ κατ’ ἔτος πρόοδος πρέπει νὰ μὴ τίθεται ἐν ἀμφιβολίᾳ· ἐὰν δὲ δὲν εἴχομεν νὰ μεριμνήσωμεν εἰμὴ μόνον περὶ τοῦ ἐλλείμματος τούτου, καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν πρὸς ἄρσιν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι αἱ μέριμναι ἡμῶν δὲν ἤθελον ἀπασχολήσει πολὺ οὐδὲ τὴν μειοψηφίαν τοῦ χρόνου ἐκείνου, οὐδὲ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὑποστηρίζουσαν τότε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἀμέσως ἐπελθὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων χωρῶν ἔτος, τὸ εὐτυχὲς δὲ συμβεβηκὸς τῆς προσαρτήσεως τῶν χωρῶν τούτων εἶχε γενῇ αἰτία ἵνα αὐξηθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, αἵτινες καὶ πρὸ τοῦ συμβεβηκότος τούτου ὑπῆρχον. Ἀληθῶς ἓν ἔτος πρὸ τῆς συντελέσεως τοῦ συμβεβηκότος τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν αἱ τοιαῦται ἀνωμαλίαι εἶχον ἀναγκάσει τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τοῦ τόπου νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πανταχοῦ κρίνεται ὡς νόσος καταδιβρώσκουσα τὰς οἰκονομικὰς σάρκας τῶν χωρῶν, αἵτινες προσέφυγον εἰς αὐτήν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία συνίσταται εἰς ἔμμεσον φορολογίαν τοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προσφεύγει διὰ νὰ ἀποφύγῃ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδά της διὰ τῶν ἀληθῶν τόκων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζεται νὰ συνομολογήσῃ, ἀλλ’ ἡ ἔμμεσος αὕτη φορολογία δὲν εἶναι προσδιωρισμένη ἐκ τῶν προτέρων οὔτε κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, οὔτε κατὰ τὴν διάρκειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει λειτουργήσει. Ἡ φορολογία τοῦ λαοῦ, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συνίσταται εἰς τὴν διαφοράν, ἥτις δημιουργεῖται ἑκάστοτε μεταξὺ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα προστατεύονται ὑπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος. Ἄν σήμερον ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι μικρά, δύναται προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ ἦναι μεγαλειτέρα ὡς δύναται καὶ νὰ ἐλαττωθῇ, ἐκτεθειμένη διαρκῶς εἰς τὰς διακυμάνσεις, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις τῶν συναλλαγῶν καὶ ἡ ἀναλογία τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα παρασκευάζει ἑκάστοτε. Διὰ τοῦτο, ἐὰν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παραδέχεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλετε τὸν λαὸν εἰς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θέλει ὑποφέρει, ἐὰν ὑποτιμηθῇ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ ὡς νόμισμα τοῦ Κράτους, σχετικῶς πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ βεβαιώσητε πόση θέλει εἶσθαι αὕτη ἡ ζημία, ἑπομένως πόσος θέλει εἶσθαι ὁ φορολογικὸς ὅρος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλετε εἰς τὸν λαὸν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐν τόπῳ μάλιστα ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπερχομένη ἀνισότης μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προστατευομένων τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος δὲν κανονίζεται μόνον ἐκ μόνου τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀνισότητος τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐν τόπῳ ἔνθα καὶ ἄλλος λόγος ἐπηρεάζει τὴν προσφορὰν ταύτην καὶ ζήτησιν, ὁ λόγος τῆς ἐπιτεινομένης ζητήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος διὰ τῆς προϊούσης αὐξήσεως τοῦ ἐξαγομένου ποσοῦ αὐτοῦ πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἢ τῆς κοινωνίας, ἐν τοιούτῳ τόπῳ ὁ φορολογικὸς οὗτος ὅρος δύναται νὰ προβῇ αὐξανόμενος ῥαγδαίως, διότι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἐξυπηρετεῖται ὑπὸ δύο αἰτιῶν, οὐχὶ μόνον ὑπὸ τῆς ἀναλογίας τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἀναλογίας τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο ἡ ἐγκατάστασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῇ Χώρᾳ νὰ ἐμβάλλῃ πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς μέριμναν καὶ ἀνησυχίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τότε ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ἑπόμενον ἦτο ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἀνελθοῦσα τότε εἰς τὰ πράγματα, νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἤθελε δυνηθῆ προσωρινῶς μὲν νὰ περιορίσῃ τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁριστικῶς δὲ νὰ δυνηθῇ νὰ ἄρῃ αὐτὴν ἐντελῶς. Πρώτη μέριμνα δέ, ἄγουσα καὶ ἐπὶ τὰ προσωρινὰ καὶ εἰς τὰ διαρκῆ αὐτὰ μέτρα κατὰ τοῦ κακοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔδει νὰ ἦναι ἡ ἐπιζήτησις ἡ ἐπίμονος τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ ἡ πραγματοποίησις ἀληθοῦς τοιούτου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ἐκ 5 ἑκατομμυρίων καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν ἔλλειμμα τοῦ 1882, ἐξεταζόμενον κεχωρισμένως αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, δὲν ἦτο ἀνησυχητικὸν, ἀλλὰ λαμβάνον χώραν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν, κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, καθ’ ὃ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια διὰ νὰ μειωθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι τῆς χώρας καὶ νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐνέργεια, λαμβάνον χώραν κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο ἔτος, ἦτο σύμπτωμα λίαν δυσάρεστον, προοιωνίζον πλημμελῆ τὴν οἰκονομικὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐμπνέον δὲ μεγάλους φόβους περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἥτις ἔμελλε νὰ παρασκευασθῇ ἐν τῇ Χώρᾳ, ἐὰν ἡ ἀφροντισία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν ἐξακολουθεῖ καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Τὸ ἑπόμενον ἔτος 1883 ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1882 καὶ τὰς ὁποίας ἐνεποίει εἰς αὐτὴν ἡ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐφαρμοσθεῖσα οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, ἦσαν βάσιμοι καὶ πραγματικαί. Καὶ δὲν ἔλλειψεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ πόρισμα τῶν ἰδίων αὑτῆς μελετῶν, νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς πᾶσαν δυνατὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, καὶ μόνον, μετὰ τὸν περιορισμὸν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τῶν δαπανῶν, νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξεύρῃ τοὺς ἀναγκαίους πόρους πρὸς ἐξίσωσιν τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα. Δὲν ἔλειψεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ῥητόρων αὐτῆς κατὰ τὴν συζήτητιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, διὰ τοῦ δείκτου, οὕτως εἰπεῖν, τῆς χειρός της νὰ καταδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν πόσαι καὶ ποῖαι δαπάναι ἐν ἑκάστῳ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων ἠδύναντο νὰ ἀποκοπῶσιν ἄνευ ζημίας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, πόσαι καὶ ποῖαι ἀνάγκαι ἠδύναντο νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς ἀμέσως καὶ ἀναποφεύκτως θεραπευταῖαι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Δὲν ἔλλειψε, λέγω, νὰ ἐκφέρῃ παῤῥησίᾳ τὴν γνώμην αὑτῆς καὶ ἐπὶ ἑκάστου τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον προέβαλε πρὸς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τὸ φρόνημα ἐξῆπτεν ἐπαρκῶς ἡ μεγάλη δύναμις τῆς μεγάλης πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν διεχειρίζετο, ὑπερεῖδε πάσας τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοτὲ μὲν, ἐλέγχον αὐτὴν ὡς μικρολόγον καὶ περὶ μικρὰ ἀσχολουμένην, ἄλλοτε δὲ ἀμφισβητοῦν καὶ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δῆθεν ἐμελέτησε τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅτι δῆθεν συνήγαγεν ἐκ τῆς μελέτης τὸ πόρισμα, ὅτι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι διὰ τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων, καὶ ἄλλοτε, χρώμενον γλώσσῃ, ἣν καθίστα μᾶλλον εὐκίνητον καὶ τρέχουσαν ἡ συνείδησις τῆς ὑπερεχούσης ὑλικῆς δυνάμεως, μυκτηρίζον καὶ κατειρωνευόμενον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς κατατετμημένης, ὡς ἀποτελουμένης ὑπὸ συλλόγου λογάδων καὶ ὑπὸ ὁμάδος ἐγκρίτων, ὡς ἀποτελούσης μωσαϊκὸν, ὑπεξέφευγε νὰ καταδηλώσῃ τὴν προσοχὴν, ἣν ὤφειλε νὰ καταδηλώσῃ ἐπὶ προτάσεων, σκοπουσῶν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ διαχείρησις τοῦ 1883 ἀπεδείκνυεν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς εἶχε χαράξει, καὶ περὶ τῆς ὁποίας κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπώπτευε, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη σχηματίσει πεποίθησιν. Εἶναι καιρὸς, κύριοι, νὰ ἐρευνήσωμεν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ἐκ τῶν ἐν τοῖς Δημοσίοις βιβλίοις ὑπαρχουσῶν ἐγγραφῶν, καὶ τούτων γενομένων, ὑπάρχοντος ἐν τῇ Ἀρχῇ εἰσέτι τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου κατὰ τὸ ἔτος 1883. Ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα 8,311,943:38 δραχμαί, ἐκ δὲ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 5,284, 053.84· ἑπομένως τὰ εἰσπραχθέντα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 13,595,997.22. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐξόδων, τῶν προϋπολογισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1883, ἐδαπανήθησαν ὀλιγώτερον 11,837, 694.66· ἑπομένως, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἀνήρχοντο κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς ἐκδοθέντας πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ νόμους εἰς 79,873, 275:62, τὰ δαπανηθέντα ἀνῆλθον εἰς 68,035,580:96· οὕτω τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1883 κατέδειξεν, ἀνῆλθεν εἰς 9,497,968.18. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν τῶν 5,378,380 τοῦ 1882 ἀνεβιβάσθη κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰς 9,497,968. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔξοδα, τῶν ὁποίων ἡ πραγματοποίησις ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 καὶ τῶν συμπληρωσάντων αὐτὸν νόμων, δὲν ἐδαπανήθησαν πάντα, διότι ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεως 11,837,694, ἀλλ’ ἐκ τούτων πιστώσεις 5,152,550 μετηνέχθησαν εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, καὶ ὁ ἐξελέγχων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον θέλει εὑρεῖ τὰς πιστώσεις ταύτας ἀναγραφομένας ἐν αὐτῷ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, μετὰ τὸ ἔτος 1883, νὰ σᾶς ἀγάγω εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1884. Καὶ μολονότι δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, διότι ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους τούτου δὲν ἔκλεισεν εἰσέτι, μολαταῦτα δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς τὰ γνωστὰ ἤδη ἀποτελέσματα τῶν πρώτων 15 μηνῶν, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1884 μέχρι τέλους Μαρτίου 1885, νὰ σᾶς ἐνδείξω δὲ τὰς πιθανότητας, αἱ ὁποῖαι πρόκεινται περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ἑπομένων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου μηνῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παρελθόντος ἐνδεικνύει ὡς πιθανά. Ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν διὰ τὸ 1884, ἐβεβαιώθησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1884 μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1885 δραχμαὶ 63,643,057, δηλαδὴ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσθησαν κατὰ 22,479,892. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας τῆς χρήσεως, τοὺς ἀπὸ 1 Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἤθελον βεβαιωθῇ ἀκόμη 3,500,000, ὡς ἐνδεικνύουσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἕπεται ὅτι ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων διὰ τὸ ἔτος 1884 18,979,892 ὀλιγώτερα ἀπὸ τῶν προϋπολογισθέντων. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, αὐτή ἡ μεγάλη ἀνισότης μεταξὺ βεβαιωθέντων καὶ προϋπολογισθέντων νὰ μὴ σᾶς ἀνησυχῇ πλέον τοῦ δέοντος, διότι ὑμεῖς, κατοικοῦντες ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ἐν ἀμέσῳ σχέσει διατελοῦντες καὶ πρὸς τὸν λαὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν φόροι, καὶ πρὸς τὴν Διοίκησιν, ἥτις ἐφρόντισεν ἵνα ἐπιβάλῃ αὐτοὺς, γνωρίζετε ἤδη ὁποῖα προέκυψαν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν φόρων τούτων. Ὅταν γνωρίζετε, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη ὅτι θέλει εἰσπραχθῇ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, ἐβεβαιώθησαν 1,600,000 δραχ. ὀλιγώτερον, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,300,000, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ σιγαροχάρτου ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,200,000, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ ἕν καὶ πλέον ἑκατομμύριον, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 3,000,000, ὅταν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 7,000,000, διατί ν’ ἀνησυχήσητε μανθάνοντες, ὅτι τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα τοῦ 1884 ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 18,979,892; Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι καὶ τὰ ἐξ ἐγγείων φόρων βεβαιωθέντα ἦσαν ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,100,000, ὅτι καὶ τὰ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου τέλη καὶ ταῦτα ἦσαν ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 700,000, ὅτι καὶ τὰ ἐκ τῶν καθυστερούντων βεβαιωθέντα ἦσαν ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 750,000, ὅτι καὶ τὰ ἐκ τῶν ἁλάτων βεβαιωθέντα εἶναι ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 400,000, ὅτι καὶ τὰ ἐκ τῶν Δημοσίων κτημάτων βεβαιωθέντα ἦσαν ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 600,000, ὅτι τέλος πάντων καὶ αὐτὰ τὰ ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων βεβαιωθέντα ἦσαν ἥσσονα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 300,000. Ἀλλ’ ἡ μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων καὶ τῶν βεβαιωθέντων διαφορὰ τῶν 18,979,892 δὲν ἀρκεῖ μόνη διὰ νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς ἐν περιεργείᾳ νὰ μάθητε ποῖον τέλος πάντων εἶνε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884. Ἂν μάθητε ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ βεβαιωθέντα δὲν εἰσεπράχθησαν ὅλα, ὡς συμβαίνει καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὅτι δηλαδὴ καὶ ἐκ τῶν ὡς εἴρηται βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 9,851,894, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 9,851,894 μειώσητε διὰ τῶν πιθανῶς εἰσπραχθησομένων ἀπὸ τῆς 1 Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἤτοι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως, 4,800,000, θέλετε συναγάγει ὅτι καὶ τὰ εἰσπραχθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθησόμενα θέλουσιν εἶναι ὀλιγώτερα κατὰ 5,051,894. Τότε θέλετε βεβαίως ἐρωτήσει ἂν 18,979,892 ἐβεβαιώσαμεν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἂν 5,051,894 εἰσεπράξαμεν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων, ἡ διαφορὰ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἀνέρχεται εἰς 24,031,787! Ἀλλὰ τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, κατέλιπε καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ 1884. Ὡς ἀγαθὸν ἀληθῶς παρεστάθη ὑπὸ τῶν διαχειρισαμένων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, ὅτι τὰ ἔξοδα πάντα τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ ὅτι ὑπελείφθησαν ἀδιάθετοι πιστώσεις 11,837,694. Ἂν λοιπὸν παρεστάθη ἡ τοιαύτη κολόβωσις τῶν ἐξόδων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὡς ἀγαθὸν, πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς ἀγαθὸν, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 δὲν ἐδαπανήθησαν πάντα τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα, ἀλλὰ τὰ δαπανηθέντα καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν ψηφισθέντων κατὰ 16,582,138. Ἂν ἀναζητήσητε τὴν ἀναλογίαν τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα καὶ τὴν ἀναλογίαν τῶν δαπανηθέντων ἐξόδων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα, θέλετε εὕρει ἀναλογίαν διακυμαινομένην μεταξὺ τῶν 20% καὶ ἄνω τοῦ ὅλου τούτου. Τοιαύτη μεγάλη ἀναλογία, ἰσοδυναμοῦσα πρὸς τὸ ⅕ κατὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν τῶν ἐξόδων, παρέχει τὴν εὐκολίαν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἵνα μὴ συμμορφώνηται ἀκριβῶς μὲ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ν’ ἀποκτᾷ τὴν ἐλευθερίαν νὰ μὴ θεραπεύῃ πάσας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατέδειξεν ὡς ἀναποφεύκτως θεραπευτέας ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλλῃ τινὰς αὐτῶν διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Αἱ τοιαῦται ἀναβαλλόμεναι ἀνάγκαι ἀνέρχονται εἰς τὸ ⅕ τοῦ ὅλου τῶν ἀναγκῶν. Τοιαύτην ἐλευθερίαν τοῦ ἐφαρμόζειν τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν θεωρῶ συμβιβαζομένην μετὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκτελούντων τοὺς νόμους ὑπευθύνων Ὑπουργῶν πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Ἄν δ’ εἶχον τὴν γνώμην ταύτην ὡς Ἀντιπολίτευσις, ὀφείλω νὰ μὴ παραλείπω τῆς εὐκαιρίας νὰ δηλώσω ὅτι τὴν ἔχομεν καὶ ὡς Κυβέρνησις. Ἐπιθυμῶ διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης νὰ συνδέσω στενότερον, τὰς σχέσεις ἡμῶν ἐπὶ τῆς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὀφειλομένης παρ’ ἡμῶν λογοδοσίας, καὶ ἐπὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχομεν διὰ τὴν διατήρησιν τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς 85,814,598. 54, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς πολλῷ ἀνώτερον ποσὸν διὰ πιστώσεων συμπληρωτικῶν ἐκτάκτων, αἵτινες ἐχορηγήθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Οὕτως κατὰ τὴν 8 Ἀπριλίου 1884 ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πίστωσιν 4,000, κατὰ τὴν 15 7βρίου 238,000, κατὰ τὴν 25 Ἰουλίου καὶ 15 7βρίου 220,000, κατὰ τὴν 7 Μαρτίου 217,000, κατὰ τὴν 11 Μαρτίου 22,000, κατὰ τὴν 11 Μαρτίου 40,000, κατὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου 284,158. 95, κατὰ τὴν 16 Φεβρουαρίου 1,406,573. 12, κατὰ τὴν 13 Ἀπριλίου 60,551. 55. Ἐκτὸς δὲ τῶν πιστώσεων τούτων ἔλαβε καὶ ἄλλας πιστώσεις, διὰ τὰς ὁποίας οὐδὲ Διατάγματα προεκλήθησαν εἰσέτι, ἤτοι ἔλαβε τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον πίστωσιν διὰ 349,425. 60, καὶ τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ 96,857, μὴ τηρηθεισῶν οὐδ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ κατὰ τὴν χορηγίαν τῶν δύο τελευταίων πιστώσεων· διότι, καὶ ἂν εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἢ καὶ ἂν εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῶν νομίμως ἐπιτετραμμένων ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, ἔπρεπε αὗται νὰ χορηγηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει Β. Διαταγμάτων, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὕτω τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ 1884, τὸ ἀρχικῶς προϋπολογισθὲν εἰς 85,814,598. 54, ἀνεβιβάσθη εἰς 88,753,164. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τούτων παριστᾷ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχαρακτήριζεν ὡς ἔξοδα τακτικὰ, διότι ἀπὸ τῶν τακτικῶν τούτων ἐξόδων διακρίνονται καὶ χαρακτηρίζονται ἄλλως ἄλλα ἔξοδα, τὰ λεγόμενα ἔκτακτα· τοιαῦτα δὲ ἔκτακτα ἔξοδα εἶχον ὡσαύτως χορηγηθῆ δι’ ἄλλων πιστώσεων 10,334,892 διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς ἐκτάκτους, 700,000 διὰ Διατάγματος τῇ 10 Ἰουλίου 1884, μήπω κυρωθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ πίστωσις δραχμῶν 3,260,000 διὰ στρατιωτικὰς ἐκτάκτους παρασκευάς. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ἀνῆλθεν εἰς 103,048,056. Τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πάντα, ἐνετάλησαν μόνον πληρωμαὶ διὰ 83,965,918:42, πιθανὸν δὲ θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τὰ ἔξοδα δραχμῶν 2,500,000. Ἑπομένως πιθανὸν εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν 103,048,056 θέλουσι μείνει καὶ κατὰ τὸ 1884 ἀδιάθετοι πιστώσεις 16,582,138. Ἐὰν παραβάλωμεν ὅμως τὰ ἔξοδα τὰ πραγματοποιηθέντα καὶ τὰ ποσὰ, διὰ τὰ ὁποῖα πιθανῶς θέλουσι ἐνταλθῆ πληρωμαὶ, πρὸς τὰ πράγματι εἰσπραχθέντα καὶ εἰσπραχθησόμενα, συνιστάμενα εἰς 62,091,162, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 θέλει ἀνέλθει εἰς 24,374,756. Καὶ οὕτως ἡ τριετία αὕτη, ἡ ἐπελθοῦσα μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν γενομένην τὸ 1880, μᾶς κατέλιπεν ἔλλειμμα 5,378,380 κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος 1882, ἔλλειμμα 9,497,968 κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος 1883, καὶ κατὰ τὰ ὑπάρχοντα θετικὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1884, καὶ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1884, θέλει καταλίπει καὶ τὸ τρίτον ἔτος 1884 ἔλλειμμα 24,374,756, τὸ ὅλον δὲ 39,251,101. Τοιαύτη ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου καθ’ ὃν χρόνον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸ 1883 ἡ μειονοψηφία τοῦ χρόνου ἐκείνου περιωρίσθη νὰ ἐνδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, καὶ συνεβούλευσεν αὐτήν νὰ μὴ προσφύγῃ εἰμὴ μόνον μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ἀναγκαῖα πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, πρὸς πλήρωσιν τῶν μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν ὑπολειφθησομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κενῶν. Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1884 ἦτο ζωηροτέρα, διότι ζωηρότερον καθίστατο εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Χώραν. Ἀρξαμένης τῆς Συνόδου τοῦ 1884 καὶ προβαινούσης, ἐπεφάνη βροχὴ πιστώσεων, αἵτινες κατέκλυσαν τὴν Βουλήν, αἵτινες πᾶσαι ἔτεινον νὰ δικαιολογήσωσιν ὑπερβάσεις ἐξόδων τοῦ παρελθόντος ἔτους 1883. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἑπόμενον ἦτο νὰ ζητήσῃ νὰ ἐρευνήσῃ ταύτας δι’ ἐρεύνης λεπτομεροῦς καὶ ἐπιτακτικῆς. Ἡ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκπροσωποῦσα τὴν Ἀντιπολίτευσιν μειονοψηφία διερμήνευσε πρὸς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς περὶ Προϋπολογισμοῦ καὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δυνατὸν οὐδεμία τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν γνωμῶν αὐτῆς νὰ εἰσακουσθῇ. Κατεδηλώθη μάλιστα καὶ τάσις περὶ ποιάν τινα διάταξιν τῶν σχέσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν δύο τούτων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συλλειτουργουσῶν δυνάμεων, τάσις ἥτις ἐμείου τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας καὶ ἐτίθει εἰς ἀμφιβολίαν ἐὰν ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ πάντα τὰ πρὸς τὴν Χώραν καθήκοντά της. Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἡ μειονοψηφία ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαφήσῃ πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῆς διατάξεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὑποστηρίζουσαν τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑποστηριζόμενον ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ἐν γνώσει ὅτι ἡ ἀποχή της δὲν περιῆγε τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἀνικανότητα ἵνα ἐργασθῇ, ὅτι διετηρεῖτο καὶ μετὰ τὴν ἀποχὴν αὐτῆς ὁ νόμιμος ἀριθμὸς βουλευτῶν πρὸς ἐργασίαν, ἀπέσχεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνοχλῇ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφῆκε πλήρη ἐλευθερίαν νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην, καὶ ἐφαρμόσῃ πλῆρες τὸ οἰκονομικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιδεικνύῃ ὅτι εἶχεν ἐν τῷ νῷ. Τοῦ σχεδίου τούτου ἡ ἐφαρμογὴ εἵπετο πλέον ὅτι ἔμελλε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν. Πρὶν ἢ ὅμως συντελεσθῇ τὸ γεγονὸς τοῦτο, τὸ παραιτηθὲν Ὑπουργεῖον ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς σημαντικήν τινα οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν διὰ νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἦτο δ’ αὕτη ἡ συνομολόγησις τοῦ μεγαλειτέρου τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦδε, τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὁ πρῶτος καὶ κύριος λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦτον ὅτι δι’ αὐτοῦ ἔμελλε ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅπως καταπαύσῃ ἡ φορολογία, ἥτις εἶχε κατασταθῇ ἐπαισθητὴ ἕνεκα τῆς μεγάλης ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὅτι, ἂν διὰ τῶν τόκων τοῦ δανείου τούτου ἐφαίνετο, ὅτι μέλλει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ἡ ἐπιβάρυνσις ἦτο φαινομενικὴ, διότι ἤθελεν ἐπέλθει ἀλλαχοῦ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων, καὶ ἰδίως εἰς τὰ κεφάλαια τῶν προμηθειῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐξ ἧς ἐλαττώσεως ἤθελον καλυφθῆ ἐντελῶς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἤθελον προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἀλλ’ ἐπροτάθη, ὅτι εἶχε καὶ ἕτερον σκοπὸν τὸ δάνειον, ὁ ὁποῖος ἂν δὲν ἀνεγράφετο ἐν τῷ νόμῳ ὡς πρῶτος καὶ κύριος, ἡ ἱερότης ὅμως αὐτοῦ, ὁ κλονισμὸς, ὃν αἱ καρδίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπέχουσιν πάντοτε ὁσάκις γίνεται μνεία τοῦ σκοποῦ τούτου, καθίστα τὸν δευτερεύοντα τοῦτον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὑπερέχοντα παντὸς ἄλλου. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦ δανείου 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τούτου προωρισμένον διὰ τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς οὐδόλως συνέβη ν’ ἀμφισβητηθῇ ὑπ’ οὐδενός. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ τρίτος τοῦ δανείου σκοπὸς, ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχεν ἀναλάβει πρὸς ἐκείνους, οἵτινες διὰ συμβάσεως εἶχον ἀναλάβει τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ δάνειον ἐπροτάθη διὰ τοῦ νόμου νὰ συνομολογηθῇ εἰς 170,000,000 ὀνοματικὰ, ὁ δὲ νόμος ἐγένετο ἀποδεκτὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, οἷος ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, δηλαδὴ ἐπετράπη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πωλήσῃ ὁριστικῶς πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ὡρισμένον ἀριθμὸν ὁμολογιῶν, νὰ δώσῃ εἰς ἐνέχυρον ἄλλον ὡρισμένον ἀριθμὸν ὁμολογιῶν διὰ νὰ λάβῃ διὰ τοῦ ἐνεχύρου τούτου προκαταβολὴν ἢ προσωρινὸν δάνειον 35,000,000, καὶ οὕτω νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποτίσῃ τὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Ἰονικὴν χρέη τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Οἱ ἀγοράσαντες τὰς 110,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου ἤθελον πληρώσει τὸ ἀντίτιμον εἰς τρεῖς δόσεις, ὅπως εἰς τρεῖς δόσεις συγχρόνως ἔμελλον νὰ πληρώσωσι καὶ τὴν προκαταβολὴν ἢ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 35,000,000, τὸ ὁποῖον ἐπετράπη νὰ συνομολογηθῇ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ἡ πρώτη δόσις τοῦ δανείου καὶ ἡ πρώτη δόσις τῆς προκαταβολῆς ἔμελον νὰ πληρωθῶσι τὴν 10 Ἀπριλίου τοῦ 1884· συνεφωνήθη ὅμως κατόπιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀγοραστῶν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, νὰ προπληρώσωσι ἐκ τῆς πρώτης δόσεως, 5,000,000 καὶ ἀντὶ τῆς 10 Ἀπριλίου νὰ πληρώσωσιν αὐτὰ κατὰ τὴν 6 Φεβρουαρίου, εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ὑπερτιμήσει τεσσάρων λεπτῶν κατὰ φράγκον. Οὕτως ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξεν ἐκ τοῦ δανείου τοῦ 170 ἑκατομμυρίων τὰ ἑξῆς ποσὰ, 37,675,001.06 ἐκ τοῦ προπωληθέντος μέρους τοῦ δανείου τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, 35,000,000 ἐκ τῆς προκαταβολῆς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη διὰ τούτων νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἀνήρχοντο εἰς 72,675,001.06, ἐνῷ τὰ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας συνίσταντο εἰς 69,394,271.77· ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ διαθέσῃ εἰς ἄλλας ἀνάγκας μέρος τῶν χρημάτων τούτων, καὶ ἐντεῦθεν ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ νέον προσωρινὸν δάνειον ἐξ 11,500,000, ἀναβιβάσαν οὕτω τὰς ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 εἰσπράξεις εἰς 84,175,001.06· ἤτοι εἰς τὸ ἀντίτιμον τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, ἐκ δραχ. 37,675,001.06· εἰς τὸ ἀντίτιμον τῆς προκαταβολῆς ἐκ δραχμῶν 35,000,000, καὶ εἰς τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν συνεφώνησε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔλαβε κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1884 ἐκ δραχ. 11,500,000. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου, διὰ τοῦτο ἔλαβε καὶ ἄλλο δάνειον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξ 9,000,000. Εἰσέπραξε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δρ. 1,286,138. 60 ἐκ τῶν 11,500,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε καταθέσει ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ ἐκ 10,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχε δανεισθῆ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1883, ἀντὶ τοῦ 1,500,000, τὰ ὁποῖα, ἀποδίδουσα τὸν χρυσὸν εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰς γραμμάτια· ἔλαβε προσέτι καὶ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας 700,000, αἵτινες κατόπιν ἐπεστράφησαν. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀνῆλθεν εἰς 95,661,000. Ἀλλὰ πόσαι ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου ἔμειναν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν; ἐπώλησαν 110,000 ὁμολογίας, ἔθηκαν εἰς ἐνέχυρον 140,000 διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 35,000,000, ἔθηκαν ὡσαύτως εἰς ἐνέχυρον 46,000 διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 11,500,000, ἑπομένως δὲν ἔμειναν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰμὴ 44,000 ὁμολογίαι. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων ἐδέησε καὶ ἡμεῖς νὰ διαθέσωμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, 30,000 ὁμολογιῶν, διὰ νὰ πορισθῶμεν δάνειον προσωρινὸν 7,500,000, οὕτω δὲ δὲν μένουσι πλέον εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως εἰμὴ 14,000 ὁμολογίαι. Εἶπον ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀνήρχοντο εἰς 95,161,139· ἐξ αὐτῶν 69,394,271.77 ἐπληρώθησαν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, 6,418,515.72 ἐδαπανήθησαν εἰς ἐκτάκτους παρασκευὰς, δραχ. 98,072.06 ἐδαπανήθησαν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ 19,250,280 μετετράπησαν ἀπὸ τὸν προορισμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε δώσει εἰς αὐτὰ ὁ νόμος, ἵνα δηλαδὴ διατεθῶσιν εἴτε εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε εἰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς, εἴτε εἰς σιδηροδρόμους, καὶ διετέθησαν διὰ τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπον ὅτι καὶ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσῃ προσωρινὸν δάνειον ἢ προκαταβολήν. Συνωμολογήσαμεν ἀληθῶς τοιαύτην 6,000,000 μετὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως καὶ 1,500,000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 7,500,000. Ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸ Ὑπουργεῖον, ἦτο τοσοῦτον ἐπιτακτικὴ, ὥστε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναβάλῃ τὴν θεραπείαν αὐτῆς. Καὶ μολονότι νομίζει ὅτι, ὅπως διὰ τὰ ὁριστικὰ δάνεια ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Νομοθετικῆς, οὕτω καὶ διὰ τὰ προσωρινὰ, διότι καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων ἡ συνομολόγησις ἐπάγεται αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ περιβάλλει τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὑποχρεώσεων ὡσαύτως ὡς καὶ αἱ συμβάσεις τῶν ὁριστικῶν δανείων. Μ’ ὅλα ταῦτα ἠναγκάσθη τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς συνομολόγησιν τοιούτου δανείου ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι εἶχε μὲν συγκληθῆ αὕτη δὲν εἶχεν ὅμως καταρτισθῆ, ἵνα ζητηθῇ ἡ συναίνεσις αὐτῆς, καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἐκρίνετο ὡς πιθανὸς ὁ καταρτισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις μας αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας διετέθησαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθημεν. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον πρέπει νὰ σᾶς δώσω ἀμυδρὰν πληροφορίαν περὶ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τῶν προερχομένων πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίου. Τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατὰ τὸ 1885 ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 902,000 δρ. τόκους διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων τοῦ 1833· 200,000 διὰ τὸ χρέος πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Ὄθωνα· 180,000 διὰ τὰ Ναυτικὰ χορηγήματα· 90,539 διὰ τόκους ἐγγυοδοσιῶν· 427,160 διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 6 ἑκατομμυρίων· 2,320,000 διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων· 360,170 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων· 1,690,215 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων· 484,660 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων· 3,969,050 διὰ τοὺς τόκους τοῦ μετατραπέντος δανείου τῶν 1824 καὶ 1825· 6,968,375 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· 3,066,125 διὰ τοὺς τόκους τοῦ πραγματοποιηθέντος ποσοῦ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· 652,500 διὰ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τοῦ τελευταίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν 9 ἑκατομμυρίων· προσέτι 2,800,000 εἰς τόκους τῆς προκαταβολῆς τῶν 36 ἑκατομμυρίων· καὶ 735,000 εἰς τόκους τῆς προκαταβολῆς τῶν 11 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων. Οὕτω κατὰ τὸ 1885 ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰς τόκους δανείων 26,736,444. Ἐκ τούτων ἐπλήρωσε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον 4,722,987. 50 διὰ τοὺς τόκους κατὰ τὴν 10 καὶ 20 Ἰανουαρίου, καὶ 10, 15 καὶ 20 Ἀπριλίου λήξαντος τόκους τῶν δανείων τῶν 25 ἑκατομμυρίων, τῶν 4 ἑκατομμυρίων τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35 ἑκατομμυρίων, μένουσι δὲ πληρωτέα παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, 22,012,456 εἰς τόκους δανείων· ἀπέναντι δὲ αὐτῶν δὲν ὑπῆρχον κατατεθειμένα καθ’ ὃν χρόνον ἀνελάβομεν τὴν Διοίκησιν τῶν κοινῶν ἐν ταῖς ὡρισμέναις Τραπέζαις ἐκ τῶν ὑπ’ ἐγγύησιν ἐσόδων εἰμὴ μόνον δρ. 1,760,087.40. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πληρώσωμεν ἐμπροθέσμως τοὺς κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου λήγοντας τόκους καὶ χρεωλύσια, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ συνομολογήσωμεν τὸ δάνειον τῶν 7½ ἑκατομμυρίων. Τὰς δύο περὶ τοῦ δανείου τούτου συμβάσεις ὀφείλω νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν οὐχὶ ἵνα προκαλέσω τὴν κύρωσιν αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς πληροφορίαν αὐτῆς. Ἐκτὸς ὅμως τῶν χρεῶν τούτων εὕρομεν καὶ ἄλλα ἐπιβαρύνοντα τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τῶν ὁποίων τινὰ ἕνεκα τῆς μὴ πληρωμῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου τῶν παρ’ αὐτοῦ ὀφειλομένων, ὡς οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, τινὰ δέ, διότι ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐγκαίρου καὶ ταχυτέρας ἀποτίσεως αὐτῶν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Καὶ ἐν πρώτοις εὕρομεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὑποχρεωμένον νὰ ἀποτίσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅλα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐν ὀνόματι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶχεν εἰσπράξει, διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸ, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀπέδωκε, δαπανῆσαν εἰς ἀνάγκας ἄλλας τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν σημείωσιν, ἥτις μοὶ ἐδόθη ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχονται εἰς 8 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὰ χρήματα ταῦτα ἐδαπανήθησαν εἰς κοινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτό. Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ταχέως πρόνοια περὶ ἀποδόσεως τῶν χρημάτων τούτων, διότι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει ἀναλάβει μεγάλας μέχρι τοῦδε ὑποχρεώσεις, ἔχει δὲ συμφέρον ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν περίστασιν, ἥτις ἤθελε καταστήσει αὐτὸ ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, ὅπως ἀποφύγῃ ζημίας, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, φαίνεται, ὅτι ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας ἐπληρώθησαν προσέτι εἰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν βαρύνουσι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, δραχμαὶ 953,880· ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημόσιον ταμεῖον δὲν ἠδυνήθη φαίνεται νὰ ἀποτίσῃ καὶ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιίας τῶν 20,000,000 πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καθ’ ἣν εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ νόμου, οἱ τόκοι οὗτοι ἀφῃροῦντο ἑκάστοτε ἀπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου ἐπὶ μειώσει τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐτίθεντο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁδοποιίας.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ 8 ἑκατομ. ἐλήφθησαν ἐπὶ τριετίαν;
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.— Κατὰ τοιαύτην ὥραν οἰκονομικὴν πρὸ πάντων κληθέντες εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν κοινῶν, καθῆκον πρώτιστον εἴχομεν νὰ ἐρευνήσωμεν εἰς ποίαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατάστασιν εἶχον περιέλθει κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, οὐχὶ μόνον διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαγγείλωμεν τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ φωτίσωμεν αὐτὸ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, διότι ἐνομίζομεν ὅτι πρὸ παντὸς εἴχομεν καθῆκον νὰ μεταδώσωμεν τὴν ἀλήθειαν ταύτην εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ δυνηθῶμεν κατόπιν νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν προτείνει εἰς αὐτοὺς ὡς ἀναγκαῖα καὶ λυσιτελῆ. Ἡ χρηματικὴ δὲ στενοχωρία τοῦ Δημοσίου Ταμείου φαίνεται, ὅτι εἶχε κατασταθῆ τοσοῦτον ἐπαισθητὴ εἰς τοὺς διαχειριζομένους τότε τὴν Διοίκησιν, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ λάβωσι καὶ ἄλλον τι μέτρον πρὸς ἐξόφλησιν μὲν ὡμολογημένου καὶ ὀφειλομένου πράγματι χρέους πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ μέτρον ληφθὲν μετὰ τοσαύτης ἀποτομότητος καὶ σπουδῆς, ὥστε, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, θέλει ἐπιφέρει πλήρη παραλυσίαν εἰς τὴν Δημοτικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι δυνάμει νόμου, πρὸ 27 ἢ 28 ἐτῶν λειτουργοῦντος, τὸ Δημόσιον Ταμεῖον προκαταβάλλει τοὺς μισθοὺς τῶν Δημοδιδασκάλων εἰς βάρος καὶ λογαριασμὸν τῶν Δήμων, ἐκ δὲ τῶν ἐσόδων τῶν Δήμων, τῶν ὁποίων τινὰ, καὶ ἐν τοῖς μεσογείοις Δήμοις τὰ πλεῖστα, εἰσπράττει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, δικαίωμα εἶχε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ κρατῇ τὰ προκαταβληθέντα ποσά. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁσημέραι προέβαινον αὐξάνουσαι, δὲν ἐπήρκουν δὲ τὰ μετὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως τῶν Δήμων περισσεύοντα ἔσοδα αὐτῶν διὰ νὰ ἐξοφλῶσι τὰς τοιαύτας προκαταβολὰς τοῦ Δημοσίου ταμείου, διὰ τοῦτο, ἔμενον οἱ δῆμοι ὀφειλέται. Κατὰ τὸ ἔτος 1877, ὅτε διεχειριζόμην τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, εὗρον ὅτι ὑπῆρχον χρέη τῶν Δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἀνερχόμενα τότε εἰς 3,000,000 περίπου· μετὰ τὸ 1877 εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ χρέος τοῦτο ηὔξησε· κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν τριετίαν δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὑπερηύξησε, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τρόπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν. Εἶναι λοιπὸν ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ χρέος τῶν Δήμων πρὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, τὸ ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς προκύπτον, ν’ ἀνέρχεται καὶ εἰς 6 καὶ εἰς 7 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐὰν μὲν ἐξετάζετε τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὡς παντὸς συνήθους Ταμείου, δεχομένου καὶ περικλείοντος τὰ συμφέροντα Τραπεζικοῦ τινος καταστήματος, ἢ πλουσίου τινὸς ἀνθρώπου, βεβαίως δὲν θέλετε ἀπορήσει, ἐὰν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ 6 ἑκατομμύρια ἀπὸ τοὺς Δήμους, ἀπήτει παρὰ τῶν Δήμων αὐθωρεὶ νὰ καταβάλωσι τὸ χρέος των τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἐξετάσητε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὡς Ταμείου προωρισμένου μὲν νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Κυβερνητικῶν σκοπῶν, θέλετε ἀνεύρει ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμβιβάσῃ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νὰ λάβῃ τὸ ὅλον ἢ τὸ μέρος τῶν πρὸς αὐτὸ ὀφειλομένων μὲ τὸ ἄλλο μέγα συμφέρον τῆς Διοικήσεως τοῦ νὰ μὴ ἀποσυντεθῶσιν οἱ Δῆμοι καὶ νὰ ἐξακολουθῇ λειτουργοῦσα ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἡ Δημοτικὴ Διοίκησις, ἥτις δὲν λειτουργεῖ μόνον πρὸς εὐημερίαν τῶν τοπικῶν ἐκείνων περιφερειῶν, οὐδὲ μόνον πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν συμφερόντων τῶν Σωματείων ἐκείνων, ἢ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτάς, λειτουργεῖ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς Δημοσίας γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἔχει, εἶναι νὰ μεταβάλῃ καὶ τὰ περὶ τούτου διαταχθέντα, ἑπομένως νὰ μειώσῃ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἰσεπράττοντο, κρατουμένων πάντων τῶν ἐσόδων τῶν Δήμων, μέχρι τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὸ συμφέρον τῆς διασώσεως τῶν Δήμων, ἀπὸ τῆς παραλυσίας καὶ τῆς ἀποσυνθέσεως. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν αἱ συμβάσεις περὶ προκαταβολῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, κατετέθησαν ἔκτοτε εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι κατετέθησαν· ἐὰν ὅμως τυχὸν δὲν κατετέθησαν, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ καταθέσω αὐτὰς, θέλω προθύμως τὰς καταθέσει, ἅμα ζητηθῶσι πρὸς τοῦτο.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον τὸ τέλος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον θὰ γείνῃ συνεδρίασις εἰς τὰς 7. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11 καὶ 45).