1885.06.11
1,958 rows · 14,881 words · 53 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 11 Ἰουνίου 1885
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 8½ Π. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς γνωστοποιῶ ὅτι, ἐὰν εἰς τὰς 8 δὲν εἶναι παρόντες οἱ Βουλευταὶ, θὰ λύω τὴν συνεδρίασιν.
§2Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν αὔριον εἰς τὰς 8, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐκτελῶμεν ὅ,τι ἀποφασίζομεν.
§3Κ. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα φροντίσῃ νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπαρχίας Λαρίσσης καὶ εἰ δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν αὐθημερόν· διότι ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐπίκειται. Παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ζητῶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Πρὸς δὲ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον δι’ οὗ ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ, περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει.
§4Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἐν Τριπόλει δικαστηρίου νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, καὶ τί προκύπτει ἐξ αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐπιδοθείσης καταγγελίας κατὰ τοῦ Δημάρχου Πάρνωνος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν. Ἐκλογὴ Δωρίδος
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) «Διὰ ταῦτα θεωρεῖ νόμιμον τὴν ἐκλογὴν ταύτην καὶ προτείνει νὰ ἐπικυρωθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἡ ἀπόφασις, δι’ ἧς ἀνεκηρύχθησαν Βουλευταὶ τῆς Ἐπαρχίας Δωρίδος, οἱ πλειονοψηφήσαντες κκ. Θεόφιλος Γ. Μαργέλος, Γεώργιος Λιδωρίκης καὶ Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος, ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα».
§7ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νομίμους Βουλευτὰς τοὺς Θ. Γ. Μαργέλον, Γ. Λιδωρίκην καὶ Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλον, ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐκλογὴ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) «Γνωμοδοτεῖ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἀνακηρυχθῶσιν ὡς Βουλευταὶ τῆς εἰρημένης Ἐπαρχίας οἱ σχετικῶς πλειονοψηφήσαντες Π. Ρίτσος, Ν. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Ι. Καπιτσίνης, ἔχοντες τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα».
§10ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ νομίμους Βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς Π. Ρίτσον, Ν. Παπαμιχαλόπουλον καὶ Ι. Καπιτσίνην, ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐκλογὴ Ἑρμιονίδος
§12ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει) «Τὸ Τμῆμα ἀποφαίνεται ἔγκυρον καὶ νόμιμον τὴν ἐκλογὴν Ἑρμιονίδος καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνωρίσῃ γνησίους Βουλευτὰς τοὺς κυρίους Ἀνδρέαν Βασιλείου καὶ Λάζαρον Βούλγαρην».
§13ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ἑρμονίδος καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. Α. Βασιλείου καὶ Λ. Βούλγαρην, ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐκλογὴ Εὐρυτανίας.
§15ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει), «Διὰ ταῦτα τὸ Τμῆμα ἀποφαίνεται τὰ ἑξῆς: Ἀποῤῥίπτει τὴν ἔνστασιν περὶ ἀνηλικιότητος τοῦ ἐκλεχθέντος βουλευτοῦ Φαρμάκη παμψηφεί. Ἀναγνωρίζει ὡς νομίμους τοὺς ἐκλεχθέντας βουλευτὰς κ. Δ. Χατζόπουλον, Γ. Ζηνόπουλον καὶ Ἀλ. Φαρμάκη διὰ ψήφων 14 κατὰ 2 ἐπιφυλασσομένων. Ὡς πρὸς τοὺς ἑτέρους δύο ἐκλεχθέντας Δ. Βουλπιώτην καὶ Γ. Τσιτσάραν τὸ Τμῆμα διὰ ψήφων δέκα τεσσάρων κατὰ δύω προτείνει ἵνα σταλῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, ὅπως βεβαιώσῃ ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας αἱ διὰ τῶν ἐνστάσεων καταγγελλόμεναι πράξεις καὶ ἰδίως αἱ στρατιωτικαὶ ἐπεμβάσεις.» Ὑπάρχει καὶ μειονοψηφία ἔχουσα ἐναντίαν γνώμην.
§16Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέφευγον, κύριοι, μέχρι τοῦδε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι χάριν τῆς συντομωτέρας διεξαγωγῆς τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν ἔπρεπε νὰ ἀγορεύωσι μόνον οἱ Εἰσηγηταὶ τῶν Τμημάτων καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶνε παρὼν ὁ Εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καὶ ἐπειδὴ τυγχάνω μέλος τοῦ Τμήματος, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν δύο συνδυασμοὶ ἀντεγωνίσθησαν· ὁ εἷς εἶχεν ἐπὶ κεφαλῆς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν καὶ ἐθεωρεῖτο, ὡς καὶ ἦτο, Ὑπουργικός, ὁ ἀντίθετος τούτου περιελάμβανε τρεῖς πρώην βουλευτὰς ἀνήκοντας εἰς τὴν πρώην Ἀντιπολίτευσιν, καὶ δύο ἄλλους συμμεριζομένους τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, καὶ ἦτο βεβαίως συνδυασμὸς ἀντιπολιτευόμενος. Γενομένης τῆς ἐκλογῆς, ἐπέτυχον ἐκ μὲν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τρεῖς ὑποψήφιοι, ἐκ τῶν Ὑπουργικῶν δύο, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ ἀρχαῖος φίλος μου Κ. Τσιτσάρας. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐκλογῆς τῶν τριῶν πρώτων οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις, οὐδὲ ἠκούσθη αἰτίασις. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τῶν κυρίων τούτων, εἶνε ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τὸν ὄγκον τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐὰν δὲν ἐτίθεντο ἐκεῖ εἰς ἐνέργειαν πολλὰ μέσα, περὶ τῶν ὁποίων θέλω κάμει λόγον κατωτέρω, οἱ κύριοι οὗτοι ἤθελον ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀριθμὸν ψήφων πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθον. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναται νὰ λεχθῇ τοῦτο καὶ περὶ τῶν δύο ἑτέρων, οἵτινες ἐπέτυχον ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ. Ὅσοι, κύριοι, εἶσθε μέλη τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ἐνθυμεῖσθε ὅτι οἱ τότε Ὑπουργοὶ εἶχον μεγάλην πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐφρόνουν, ὅτι ἐπεδοκιμάζοντο πάντα τὰ μέτρα καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ὅταν πολλὰ ἔγκριτα μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἀφῆκαν τὴν Ὑπουργικὴν φάλαγγα καὶ μετέστησαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, οἱ τότε Ὑπουργοὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ ἀποδώσωσι τὴν μετάστασιν ταύτην εἰς λόγους προσωπικοὺς, ἐνῷ ὅτε μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου πολλοὶ ἐκ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ μετέστησαν εἰς τὴν Ὑπουργικὴν φάλαγγα, οἱ Ὑπουργοὶ ἀπέδωκαν τοῦτο εἰς τὴν πίεσιν, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν ἐπ’ αὐτῶν ὁ λαός. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγον ταῦτα, ἐφρόντιζον ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐνισχύωσι τὴν πολιτικὴν ἑαυτῶν καὶ τῶν φίλων των ἐπιῤῥοὴν δι’ ὅλων τῶν παροχῶν τῆς Ἐξουσίας, καὶ διὰ τῆς τοποθετήσεως εἰς τὰς διαφόρους Ἐπαρχίας ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀποκλειστικῶς τὴν φατρίαν, ἰδίως δὲ εἰς τὰς Ἐπαρχίας, εἰς ἃς ἀνῆκον οἱ Ὑπουργοί. Καὶ περὶ μὲν τῶν λαβόντων χώραν εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας ἠκούσατε πολλά, θέλετε δὲ ἀκούσει καὶ ἄλλα, ὅταν ἔλθῃ ἡ τῶν Ἐπαρχιῶν τούτων συζήτησις· θέλω δὲ περιορισθῆ λίαν συντόμως νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ γενόμενα εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ Τμῆμα φρονεῖ, ὅτι ἠλλοιώθη τὸ ἀποτέλεσμα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δύο βουλευτάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, θέλων νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν ἑαυτοῦ καὶ τῶν φίλων του, ἀπεφάσισε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, μιμούμενος τὸν συνάδελφον αὐτοῦ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του, καὶ ἀπῆλθε συνοδευόμενος ἀπὸ πολυάριθμον ἐπιτελεῖον, διὰ νὰ κάμῃ περισσότεραν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ἐκεῖ δὲ μετέβη οὐχὶ διὰ νὰ δείξῃ τὸ ἀνάστημά του, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας μὲ τοὺς κομματάρχας καὶ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ νὰ ὑποσχεθῇ τὴν θεραπείαν πολλῶν Ἐπαρχιακῶν ἀναγκῶν, συνάμα δὲ καὶ τὴν ἱκανοποίησιν πολλῶν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι, καθὼς γνωρίζομεν, δὲν λείπουσιν ἀπὸ καμμίαν Ἐπαρχίαν. Εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ μόνον ἤθελεν ἀρκέσει ὅπως προταθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς. Πάντες κατεξανιστάμεθα διὰ τὴν ἀποστολὴν ἁπλῶν ὑπαλλήλων, ὑποπτευόμενοι ὅτι, ἐρχόμενοι οὗτοι εἰς ἄμεσον συνάφειαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μὲ τοὺς ἐκλογεῖς, δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὸ φρόνημα αὐτῶν καὶ ἐπηρεάσωσι τὴν ἐκλογήν, πολλάκις δὲ ἐθεωρήθη τοῦτο ὡς λόγος ἀκυρώσεως. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπωμεν, ὅταν εἷς Κυβερνήτης ἀπέρχεται εἰς τὴν Ἐπαρχίαν αὑτοῦ ἐν καιρῷ ἐκλογῶν; Δὲν εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἀποχρῶν λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς; Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡμεῖς δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην πρόοδον, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ὡς σπουδαῖα τὰ τοιαῦτα. Συνειθίσαμεν νὰ βλέπωμεν μὲ πολλὴν ἀδιαφορίαν τοὺς ἐν τοῖς πράγμασιν εὑρισκομένους νὰ θέτουν εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντιβαίνουν ῥητῶς εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποκαλοῦμεν θεμιτά, χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐνίοτε μᾶλλον ἐπικίνδυνα ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἀθέμιτα. Βλέπομεν π. χ. μὲ ἀδιαφορίαν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν νὰ ἀναστατοῦται τὸ προσωπικὸν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ προσωπικὸν τῶν διοικητῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῶν Στρατιωτικῶν Σωμάτων, νὰ συναθροίζωνται ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἐπικρατείας στρατιῶται καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι καὶ μάλιστα εἰς τὰς Ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐκτεθειμένοι οἱ Ὑπουργοὶ ἢ οἱ φίλοι αὐτῶν. Πάντα ταῦτα θεωροῦμεν μικρὰ καὶ μὴ ἔχοντα καμμίαν ἐπιῤῥοήν, διότι τὰ ἤθη ἡμῶν δὲν προώδευσαν ὅσον ἔδει. Ἴσως βραδύτερον εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κανονίσωμεν καὶ ταῦτα διὰ νόμου, ἀπαγορεύοντες οὐ μόνον τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰς ἰδίας Ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἀφαιροῦντες παρ’ αὐτῶν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου· διότι δὲν εἶναι, κύριοι, ἁπλοῦν πρᾶγμα, οἱ μὲν φίλοι τῶν Ὑπουργικῶν ὑποψηφίων νὰ συγκεντρόνωνται εἰς τὰς Ἐπαρχίας, εἰς δὲ τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκ συμπτώσεως τύχωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, νὰ τοὺς ἀπομακρύνουν. Ἕνεκα τούτου, κύριοι, τὸ Τμῆμα δὲν ἤθελε προσέξει εἰς τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ Ἐπαρχίαν, οὔτε ἤθελε φέρει πρότασίν τινα κατὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ, ἐὰν δὲν συνέβαινον καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, ὅσον ἐπιεικῶς καὶ ἂν κριθῶσι, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μέσα θεμιτά. Καὶ πρῶτον, διὰ νὰ φέρουν προσκόμματα εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμὸν, προσεπάθησαν νὰ τὸν διαλύσωσι, καὶ νὰ τὸν διασπάσωσι· καὶ ἰδοὺ τί ἔπραξαν. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας ἐπεθύμουν νὰ ἀναδείξωσιν Ἀντιπρόσωπόν των τὸν κ. Φαρμάκην, ὅστις καὶ συμπεριελήφθη εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Φαρμάκης ἐτύγχανε στρατιωτικὸς ἰατρὸς καὶ εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του, νὰ λάβῃ Συνταγματικὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐζήτησε μὲν τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ τὴν παραχωρήσῃ, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι κατὰ τὸ μητρῷον τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶχεν ἀκόμη συμπεπληρωμένην τὴν ἡλικίαν τῶν τριάκοντα ἐτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτής. Τὸ νὰ ἔχῃ τις τὴν ἡλικίαν τῶν τριάκοντα ἐτῶν, βεβαίως εἶνε ἓν ἐκ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ ἐκλογικὸς Νόμος ἀπαιτοῦσι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής, ὅπως εἶνε, καὶ τὸ νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, καὶ τὸ νὰ κατάγεται ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται ἢ νὰ ἦνε ἐγκατεστημένος εἰς αὐτὴν, ὅπως καὶ τὸ νὰ μὴ ὑπάγηται εἰς καμμίαν ἐξαίρεσιν. Πάντα ταῦτα εἶνε προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν οἱ Νόμοι διὰ τὸν βουλευτήν. Ἀλλὰ ῥητὴ διάταξις τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου τὴν ἐξέτασιν τῶν προσόντων τούτων ἀνέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἐκ τῶν προτέρων ἐὰν ὁ ὑποψήφιος ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα. Πρόδηλον λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδόλως εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα. Εἷς ἀξιωματικὸς ἐζήτησε Συνταγματικὴν ἄδειαν, καὶ προὐτείνετο ὡς ὑποψήφιος ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ Ἐπαρχίας· οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀρνηθῇ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐστερεῖτο τὸ προσὸν τῆς ἡλικίας, διότι οὐδεὶς Νόμος κατέστησεν αὐτὸν κριτὴν τῶν προσόντων, οὔτε εἶχε δικαίωμα νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ μητρῷον, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶνε κατὰ πάντα ἀκριβές. Τὸ πρῶτον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τοῦ ἀντιθέτου συνδυασμοῦ, εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας εἰς τὸν κύριον Φαρμάκην καὶ ἡ παρεμπόδισις αὐτοῦ τοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν. Εἶνε περιττὸν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω πόσον εἶναι τερατῶδες, τὸ νὰ ἀπαγορεύηται εἰς τὸν ὑποψήφιον τοῦ νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του· διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐξ ἡμῶν, ὅστις, προκειμένων τῶν ἐκλογῶν, δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ σπεύσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του. Ἐὰν ὁ κύριος Φαρμάκης μετέβαινεν εἰς Εὐρυτανίαν, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἦτο ἴσως ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται. Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, τί πρὸς τοῦτο; ὁ κύριος Φαρμάκης μολονότι δὲν ἔλαβε τὴν Συνταγματικὴν ἄδειαν, ἐπέτυχε καὶ παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν, ἡ δὲ ἐκλογὴ αὐτοῦ εἶναι νόμιμος. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιτυχία του εἶνε ἀπόδειξις, ὅτι οἱ φίλοι του ἔχασαν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας αὐτοῦ· διότι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἔλαβε πλειοτέρας ψήφους ἀπό τινας τῶν συναδέλφων του· σημαίνει δὲ τοῦτο, ὅτι ἐξήσκει ἀποκλειστικὴν ἐπιῤῥοὴν εἴς τινα μέρη· ἀλλ’ ἐὰν ἐλάμβανε τὴν ἄδειαν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, καὶ ἐπέμενε νὰ ἐκλέξωσι καὶ τοὺς συναδέλφους του, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἤθελον ψηφίσει καὶ τοὺς συναδέλφους του. Λοιπὸν τὸ πρῶτον εἶνε ἡ ἄρνησις τῆς ἀδείας. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἑδρεύει Τάγμα εὐζώνων, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν στρατιωτῶν τοῦ Τάγματος ἦσαν Εὐρυτᾶνες ἀνήκοντες καὶ εἰς τὰς δύο μερίδας. Διὰ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς στρατιώτας, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ Τάγμα τοῦτο, ἐφρόντισε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς αὐτὸ πολλοὺς ἀξιωματικοὺς ἐξ Εὐρυτανίας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν φίλοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν ὑποψηφίων αὐτοῦ. Ὁ ὑπασπιστὴς μάλιστα τοῦ Τάγματος, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε, ὅτι ἐξασκεῖ μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, εἶνε ἀδελφὸς ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων τοῦ κ. Βουλπιώτη, τοῦ κ. Γιολδάση. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, καθὰ ἐξέθεσέ τις τῶν ἐπιτυχόντων βουλευτῶν εἰς τὸ Τμῆμα, μετεχειρίσθησαν ὅλην αὐτῶν τὴν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ νὰ πείσωσι καὶ πιέσωσι πολλοὺς ἐκ τῶν στρατιωτῶν νὰ ψηφίσωσι τὸν Ὑπουργικὸν συνδυασμὸν, ἐκείνους δὲ, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν βέβαιοι ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, ἐφρόντισαν νὰ τοὺς ἀπομακρύνουν. Μολονότι δὲ, ὅτε τὸ Τμῆμα διεσκέπτετο, δὲν εἶχον φθάσει ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἔκ τινος ὅμως ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατετέθη βραδύτερον, προκύπτει, ὅτι μέγας ἀριθμὸς στρατιωτῶν, ὑπὲρ τοὺς 150 νομίζω, ἀπεμακρύνθη ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Εὐρυτανίας κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πόσοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν Εὐρυτᾶνες; Γνωρίζετε πότε ἔφυγον αὐτοί;
§18ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 1 Μαρτίου. Ἐξ αὐτῶν ἦσαν 60 Εὐρυτᾶνες· καθεὶς δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὁποία ἡ ἐπίδρασις εἰς τοὺς συγγενεῖς αὐτῶν.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα ὑπεστηρίχθησαν, ὅτι συνέβησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Εὐρυτανίας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπέστειλεν ἐγκαίρως τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, τὸ Τμῆμα δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ εἰς ἀρνητικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ καὶ τὴν ἐκλογὴν ταύτην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ τοὺς δύο ἐπιτυχόντας Ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους εἰς ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι στρατιῶται ἐξ Εὐρυτανίας ἐξετοπίσθησαν, πόσοι ἔμειναν ἐκεῖ καὶ εἰς ποίους ἀνῆκον οἱ ἐναπομείναντες, ἔτι δὲ ἐὰν εἶνε ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἐστάλησαν διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν εἰς ὅλους τοὺς Δήμους στρατιῶται ἀνήκοντες εἰς τοὺς αὐτοὺς Δήμους, πρὸς τούτοις καὶ ἂν ὅλα τὰ γενόμενα ἐπηρεάζουν τὴν ἐκλογὴν καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπιτυχόντα συνυποψήφιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι καθὰ ἰσχυρίζονται οἱ ἐπιτυχόντες βουλευταὶ Εὐρυτανίας, τὰ μέσα ταῦτα οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἤσκησαν ἐπὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κ. Τσιτσάρα, οὔτε ὠφελήθη αὐτὸς ἀπὸ τὰ μέσα ταῦτα τῆς Ἐξουσίας. Ταῦτα εἶνε ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ ἄνευ τῆς ἐξετάσεως τῶν ὁποίων δὲν εἶνε πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν.
§20Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, ὅπως συνέβη πρωτοφανῶς ἐφέτος καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογὰς, οὔτε κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν τμημάτων διετυπώθη ἔνστασίς τις, οὔτε πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους, πρὸ ἢ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς ὑπεβλήθη παρά τινος καταγγελία ἀξιοποίνου πράξεως ἢ παρεκτροπῆς ἢ καὶ ἁπλοῦν κἄν παράπονον, οὔτε πρὸς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἐπεδόθη ἔνστασις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου, οὔτε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς διεβιβάσθη τοιαύτη τις, οὔτε πρὸς τὸ Τμῆμα κατὰ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ καὶ τὴν προμελέτην τῶν παραπεμφθεισῶν εἰς αὐτὸ ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἣν τὸ Τμῆμα προσδιώρισεν ὅπως ἀκροασθῇ τῶν ἐχόντων ν’ ἀναφέρωσί τι συνδεόμενον πρὸς τὴν ἐκλογήν, παρουσιάσθη εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων μου, καὶ ἀνέπτυξε προφορικῶς ἐνστάσεις, μεθ’ ὃ καὶ κατέθηκε τοιαύτας φερούσας τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ἐκλογέως. Ταῦτα λέγων οὐδόλως ἐπιλανθάνομαι τῆς διατάξεως τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου, τῆς ἐπιτρεπούσης νὰ ὑποβάλλωνται ἐνστάσεις καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐννοῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἀπαράδεκτον τῶν τοιούτων ἐνστάσεων, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς ἐνστάσεις λίαν ὀψίμους, οὐχὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν γεννηθείσας, οὐδ’ ἐκ τῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς προκυψάσας, ἀλλὰ 50 σχεδὸν μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἡμέρας, ἀστόχως ἐπινοηθείσας καὶ ἀδεξίως κατασκευασθείσας. Αἱ τοιαῦται ἐξ ὑστεροβουλίας ὀψιγενεῖς ἐνστάσεις, αἱ μὴ γενόμεναι ἐν ἀθώῳ καὶ ἀνυπόπτῳ χρόνῳ, εἰσὶ κατὰ κανόνα, ὑπὸ μακρᾶς πείρας κεκυρωμένον, ἂν οὐχὶ πάντη ἀνάξιαι πίστεως καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ βεβαίως λίαν ὕποπτοι καὶ σφόδρα ἀμφιβόλου ἀξίας, διότι συνήθως ἢ δημιουργοῦνται ἁπλῶς πρὸς μεμψίμοιρον δικαιολογίαν ἀποτυχίας ἢ σκοπὸν ἔχουσι νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλὴν εἰς ἀδικίας καὶ εἰς πολιτικὰς ἐκδικήσεις. Διότι δὲ τοιαύτη εἶνε ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ γέννησις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν ὀψίμων αὐτῶν ἐνστάσεων, διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι δὲν ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν ἐνιστάμενόν τινα τῶν ἀποτυχόντων συντρόφων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυριζόμενον ὅτι ἠδικήθη καὶ ζητοῦντα τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ προσβληθέντος δικαίου, ἀλλ’ ἁπλοῦν πολιτικὸν ἀντίπαλον, αὐτὸν τὸν πρῶτον ἐπιτυχόντα, ζητοῦντα ἀγνοῶ τί. Οὐδὲ δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ οὕτω κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐνιστάμενος ὅτι πράττει τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀποτυχόντων συνυποψηφίων αὐτοῦ, ἢ κατ’ ἐντολὴν ἢ κατ’ ἀνοχὴν ἐκείνων, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ διεξαγομένη κατὰ τῆς ἐκλογῆς προσβολὴ εἶναι ἐνέργεια ἐναντία καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ἀποτυχόντων, καὶ τῆς ἐπισήμως δεδηλωμένης θελήσεώς των. Οἱ κύριοι ἐκεῖνοι ἅμα τῷ πέρατι τῆς ἐκλογῆς καὶ τῷ σχηματισμῷ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως χαίρειν ἐάσαντες τὴν ἐκλογὴν καὶ οὐδεμίαν κατ’ αὐτῆς ἀξίωσιν ἔχοντες, ἀπεξεδύθησαν ὁριστικῶς καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑποψηφίου καὶ ἀνέλαβον δημοσίαν ὑπηρεσίαν, πρὸς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ῥυτῆρος τραπέντες, ὁ μὲν ὡς Οἰκονομικὸς Ἔφορος εἰς Λάρισσαν, ὁ δὲ ὡς Νομάρχης εἰς Ζάκυνθον. Διὰ τοῦ τοιούτου δὲ αὐτῶν διορισμοῦ, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ὁποίου ἀπεκδύει αὐτοὺς ἐπισήμως καὶ αὐτῆς τῆς ἰδιότητος τοῦ ὑποψηφίου, μαρτυρεῖται οὐ μόνον ὅτι ἐκεῖνοι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰδέαν ὅτι ἠδικήθησαν κατά τι, ἀλλὰ καὶ ὅτι οὐδ’ αὐτὸς ὁ τὰς ἐνστάσεις ὑποστηρίξας ἀξιότιμος συμπολίτης μου πιστεύει ἐνδομύχως εἰς αὐτάς· διότι, ἐὰν ἀληθῶς ἐπίστευεν εἰς πολλοστημόριόν τι τῶν ἐνστάσεων, δὲν ἤθελεν αὐτὸς φροντίσει νὰ προσπορίσῃ θέσεις εἰς τοὺς ἀποτυχόντας συντρόφους του καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ οὕτως αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Τοὺς γενικοὺς τούτους χαρακτῆρας τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ἐνστάσεων ἐθεώρησα ὅτι καθῆκον εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς πρὶν ἢ ἐπιληφθῶ τῆς οὐσιαστικῆς αὐτῶν ἐκτιμήσεως. Πρὸ τούτου ὅμως καὶ ἄλλο τι νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποβάλω ὑμῖν. Ὡς ἠκούσατε, τὸ Τμῆμα προτείνει τὴν ἀποστολὴν Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ κατὰ τὰς ἐκεῖ γενομένας ἐπεμβάσεις καὶ ἰδίως τὰς Στρατιωτικάς, διότι πάντα τὰ κατὰ τῆς ἐκλογῆς φαντασιώδη παράπονα περιορίζονται μόνον εἰς ἰσχυρισμοὺς περὶ Κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων. Ὅσα δὲ ἄλλο ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἐπέτρεψεν εἰς ἑαυτὸν νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν σημερινήν του ἀγόρευσιν, οὔτε πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς εὐλόγως δύνανται νὰ σχετισθῶσιν, οὔτε ἄξια σοβαρᾶς ἀνασκευῆς τυγχάνουσι, μαρτυροῦντα μόνον τὴν ψυχολογικὴν τοῦ βουλευτοῦ αὐτοῦ κατάστασιν, ἥτις ὤθησεν αὐτὸν μέχρι καὶ τῶν τερατωδεστέρων προτάσεων. Ἐνῷ τὸ Τμῆμα, διακρῖνον μεταξὺ συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν μὲν ὡς πρὸς ἐκείνους, τὴν ἀποστολὴν δὲ Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς ἐμὲ καὶ τὸν κ. Τσιτσάραν, ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, καθορῶν τὸ ἐντελῶς ἀνυπόστατον καὶ ἄδικον τοιαύτης προτάσεως, ἀλλ’ αἰσθανόμενος καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ διέλθῃ ἀκατάκριτος κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς ἐκλογὴ ἀφορῶσα εἰς ἐμὲ, προέβη καὶ εἰς ἑτέραν πρωτάκουστον διάκρισιν· δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν μεταξὺ συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, ἀλλ’ ἐποιήσατο καὶ ἑτέραν μεταξὺ τῶν δύο ἀντιπολιτευομένων, προτείνων τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀντιπολιτευόμενον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν αἰσθάνεται οὐδεμίαν ψυχολογικὴν ἐναντίαν διάθεσιν, περιορίζων δὲ τὴν πρότασιν ἀποστολῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ μόνον ἐμὲ, διότι μόνον τὸν κ. Βουλπιώτην αὐτὸς βλέπει καὶ οὐχὶ τὴν ἐκλογήν.
§21Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐξετάσει καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ αὐτὸ διατείνονται οἱ συνάδελφοί σας.
§22ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Λυποῦμαι, διότι κατεδέχθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἀναπτύξῃ τοιαύτας πρὸς ἡμᾶς προτάσεις ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἴσα ἴσα διὰ τὸν λόγον τὸν ὠθοῦντα αὐτὸν πρὸς τοῦτο, εἶχε καθῆκον νὰ εἶνε προσεκτικώτερος καὶ εὐλαβέστερος εἰς τὰς περὶ τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς κρίσεις του. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, κύριοι, ἥτις ἀφορᾷ μὲν εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐπίσης εἰς τὰς Ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν τιμὴν αὐτῶν, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ χρησιμεύῃ ὡς στάδιον μικροφρόνων παθῶν καὶ χαμαιζήλου μνησικακίας. Ἐπειδὴ, ὡς προεῖπον, τὰ κατὰ τῆς ἐκλογῆς παράπονα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω, ἀνάγονται εἰς ἐπεμβάσεις Κυβερνητικὰς, αἵτινες ἐκτελοῦνται διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αἱ περὶ ἐκλογῆς τινος ἰδέαι καὶ προθέσεις εἰκονίζονται πιστῶς καὶ κατοπτρίζονται ἀσφαλῶς ἐν αὐτῇ τῇ ἐκλογῇ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθησι τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς τίνες ἦσαν οἱ κατὰ τὴν ἐκλογὴν προϊστάμενοι τῶν διαφόρων τῆς διοικήσεως κλάδων ἐν Εὐρυτανίᾳ, διὰ νὰ ἴδητε ἂν τὰ πρόσωπα ταῦτα καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν διωρίσθησαν ἐκεῖ, ἐπιτρέπωσι νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι διενοήθη κἂν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ν’ ἀσκήσῃ ἐπίδρασίν τινα. Ἔπαρχος ἐν Εὐρυτανίᾳ ἦτο καὶ εἶνε ὁ κ. Ἀντώνιος Πετιμεζᾶς, ἀρχαῖος καὶ ἔντιμος διοικητικὸς ὑπάλληλος, συγγενὴς στενὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν καὶ ὁμωνύμων αὐτῷ βουλευτῶν ἐκ Καλαβρύτων, τὸν ὁποῖον πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν βεβαίως ἐγνωρίσατε, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν τῶν γνωρισάντων αὐτὸν, ἵνα εἴπωσιν ἂν ἀποκλίνωσιν αἱ πολιτικαὶ αὐτοῦ συμπάθειαι πρὸς τὴν μερίδα, εἰς ἣν ἐγὼ ἀνήκω, ἢ πρὸς τὴν ἐναντίαν.
§23ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲν παράπονον ἐξηνέχθη κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ἐπάρχου· μὴ τὸν ἀναφέρετε πλέον.
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Γινώσκω ὅτι δὲν ἔχετε παράπονον, ἀλλὰ θέλω ἐκ τούτου νὰ καταδείξω τὸν χαρακτῆρα τῶν μὴ ἐχόντων παράπονα, καὶ ἐν τούτοις ὑποβαλόντων καὶ ὑποστηριζόντων ἐνστάσεις. Καὶ ἄνευ δὲ τῆς ὁμολογίας σας ταύτης ἀπόδειξις ἐπαρκὴς, ὅτι εἶσθε σφόδρα ηὐχαριστημένοι, ἔκ τε τῆς ἐνεργείας καὶ ἐκ τῶν συμπαθειῶν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου εἶνε, ὅτι ἐν τῇ τρικυμίᾳ, ἥτις κατέσκηψεν ἐπὶ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἥτις κατακλύζει τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα διπλᾶ καὶ πολλαπλᾶ φύλλα τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν βλέπει τις, οὔτε παυόμενον οὔτε κἄν μετατιθέμενον τὸν Ἔπαρχον Εὐρυτανίας. Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ μέχρι σχεδὸν τῆς παραμονῆς τῶν ἐκλογῶν ἦτό τις ἐκ Τριχωνίας, ὁ ὁποῖος μετετέθη, διότι ἐμνηστεύθη τὴν πρώτην ἐξαδέλφην τοῦ κ. Χατζοπούλου, θυγατέρα τοῦ ἐσχάτως διορισθέντος Νομάρχου Τρικκάλων κ. Παυσανίου Χατζοπούλου. Ταμίας, ἀπὸ τοῦ 1880 διορισθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ὑπηρετῶν δὲ ἐκεῖ καὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1881, κατὰ τὰς ὁποίας πασίγνωστον εἶνε πόσον ἀγρία ἐγένετο καθ’ ἡμῶν πίεσις, εἶνε ὁ ἐκ Καρυστίας κ. Δημήτριος Στυλικνίδης, ὑπάλληλος χρηστότατος καὶ τιμιώτατος, καὶ εἰς τὰς δύο μόνον αὐτὰς ἰδιότητάς του ὀφείλει τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διαρκῆ διατήρησίν του, διότι μόνη ἡ πρὸς τὸν βουλευτὴν Καρυστίας κ. Παπαγεωργίου συγγένειά του δὲν ἤθελε βεβαίως τὸν ἀσφαλίσει. Διοικητὴς τοῦ Τάγματος μέχρι μὲν τῆς παραμονῆς τῆς ἐκλογῆς ἦτο ὁ κ. Καναβατσόγλους, γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς, ἀποσυρθεὶς ἐκεῖθεν, διότι ἀπεστρατεύθη λόγῳ ὁρίου ἡλικίας· κενωθείσης δὲ οὕτω τῆς θέσεως, Διοικητὴς τοῦ Τάγματος ἐκείνου διωρίσθη ὁ κ. Σέχος, ὁ διαπρεπὴς ἀξιωματικὸς, τὸν ὁποῖον ἀπέσπασεν ἐκεῖθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ τῷ ἀνέθηκε τὴν διεύθυνσιν τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ὑπομοίραρχος πρὸ πολλοῦ διατελεῖ ἐκεῖ ὁ κ. Ταμπούρης, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀνέγνωσα ἐπαινετικὰς ἐν τῇ «Πρωΐᾳ» διατριβάς. Ἰατρόν δὲ τὸ Τάγμα ἐκεῖνο—καὶ ἂν ἔχῃ, ὡς ἐῤῥέθη, ἰσχύν τινα ὁ Ὑπασπιστὴς, ὅλοι γνωρίζετε ὁποίαν ἰσχὺν ἔχει ἰδίως ὁ ἰατρὸς τοῦ Τάγματος, προκειμένου μάλιστα περὶ εὐζωνικῶν Ταγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προσέρχονται ἐπιζητοῦντες κατάταξιν ἐθελονταὶ, ὧν ἡ θεώρησις καὶ ἡ ἔγκρισις πρὸς κατάταξιν ὑπάγονται εἰς τὸν ἰατρὸν, παρ’ οὗ ἐξαρτᾶται καὶ ἡ παροχὴ τῶν ἀναποφεύκτων εἰς τοὺς ἄνδρας μικρῶν ἀναῤῥωτικῶν ἀδειῶν· περὶ πάσης οἱασδήποτε εὐκολίας—ἰατρὸν, λέγω, τίνα νομίζετε ὅτι εἶχε τὸ Τάγμα ἐκεῖνο μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ψηφοφορίας ἀπὸ τοῦ 1882 διαρκῶς; τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κ. Φαρμάκην, τὸν ἐπιτυχόντα ἐν Εὐρυτανίᾳ ὑποψήφιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς κατέστη ἀναπόδραστος ἡ ἐκεῖθεν μετάθεσις τοῦ κ. Φαρμάκη διὰ λόγον ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὰ πολιτικά του φρονήματα, τὴν ἀλήθειαν δὲ τῶν λόγων μου γινώσκει αὐτὸς ὁ κ. Φαρμάκης, ὅστις ἐπίσης γνωρίζει ὅτι, ἐνῷ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς δημοτικὰς τοῦ 1883 ὁ θεῖος αὐτοῦ καὶ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας του ἠγωνίζετο ὡς ὑποψήφιος Δήμαρχος ἐν τῷ Δήμῳ Εὐρυτανίας ἐναντίον μου, ὁ κ. Φαρμάκης κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκείνας ἐκλογὰς ἦτο ἰατρὸς ἐν Καρπενησίῳ, τρεῖς δὲ ὥρας μακρὰν τοῦ Καρπενησίου διεξήγετο κρατερὸς ἀγὼν μεταξὺ τοῦ θείου του καὶ τῶν ἐμῶν πολιτικῶν φίλων διὰ τὴν Δημοτικὴν Ἀρχήν. Οὕτως διοικήθη ἀπὸ τοῦ 1882 ἡ Εὐρυτανία, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα, κύριε Σωτηρόπουλε, μὴ θέλετε δὲ, κρίνοντες περὶ τῆς πολιτείας Ὑπουργοῦ τινος, νὰ κρίνητε ἐκ τῶν οἰκείων τὰ ἀλλότρια, καὶ μὴν ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἄλλων οὕτω κακεντρεχῶς, ὅπως νομίζετε ὅτι θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ ὁμιλῶσι πάντοτε περὶ ὑμῶν οἱ ἀντίπαλοί σας οἱ ἐπαρχιακοί. Καὶ ὁσάκις δὲ εἰς ὁμοίαν εὑρεθῶ θέσιν, τὸ ἴδιον θέλω πράξει, λυποῦμαι δὲ ὅτι παλαιὸς πολιτευτής, ὡς σεῖς, ἀντὶ νὰ ἐνισχύητε τὰς τοιαύτας τάσεις ἡμῶν τῶν νεωτέρων, ἔρχεσθε τοὐναντίον μετὰ πικρίας καὶ πάθους νὰ διαστρέφητε τὴν ἀλήθειαν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἦτο ὠργανωμένον τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας, τοιαῦτα ἦσαν τὰ πρόσωπα τὰ προϊστάμενα ἐν Εὐρυτανίᾳ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε εἶνε ἀδύνατον νὰ λεχθῇ τι κατὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Καὶ μὴ λησμονήσητε ὅτι μεταξὺ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σωτηρόπουλος κατὰ τῶν ἐνεργούντων ἐκλογὰς Ὑπουργείων σᾶς εἶπεν, εἶνε καὶ ὅτι, ὅταν ἐπίκεινται ἐκλογαί, μεταβάλλουσι τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπαλληλίας ἀποπέμποντες τοὺς ἀντιθέτως φρονοῦντας καὶ μετατιθέντες εἰς τὰς Ἐπαρχίας αὐτῶν τοὺς ἰδικούς των ὑπαλλήλους καὶ τὰ τυφλὰ αὐτῶν ὄργανα· ἐξ ὅσων δ’ εἶπον βλέπετε ὅτι οἰκτρῶς ἐπλανήθη, διότι οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας. Ταῦτα δὲ πρὸς ὑμᾶς ὑποβαλὼν ἔδωκα, φρονῶ, ἀσφαλὲς μέτρον πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ ἐκλογή, τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἀσφαλῶς κατοπτρίζονται ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν ὀργάνων· ἀλλὰ συγχρόνως ἀπέδειξα καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διοικήθη ἡ Ἐπαρχία ἐκείνη ἀπὸ τοῦ 1882. Προκαλῶ δὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ μοὶ δηλώσῃ ἐάν ποτε αὐτὸς γενόμενος Ὑπουργὸς ἐξέλεξε διὰ τὴν Ἐπαρχίαν του τοιούτους ὑπαλλήλους, ἠνέχθη τοὺς ἀντιπάλους του ὡς ὑπαλλήλους ἐν αὐτῇ ὑπηρετοῦντας ἢ διετήρησεν ἕνα κἂν τῶν ὑπαλλήλων τῶν διορισθέντων ἐν Τριφυλίᾳ ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων του. Καίτοι ὅμως τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐκεῖσε ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς, ὑπεβλήθησαν ἐν τούτοις, καθ’ ὃν τρόπον ἠκούσατε, καὶ κατ’ αὐτῆς ἐνστάσεις. Συνειδὼς τὸ ἐντελῶς ἄψογον τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς, γινώσκων ὅτι οὐδεμία κατ’ αὐτῆς εἶχε δοθῆ ἔνστασις, μαθὼν δὲ παρὰ τοῦ ἐπιλαχόντος συνυποψηφίου μου κυρίου Μανωλίδου, ὅτι αὐτὸς ὁ Εἰσηγητὴς τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς τὴν μεσημβρίαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν προεξηλέγχθη, ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἐνώπιον τοῦ Τμήματος προσέλευσίς του, διότι οὐδεμία ὑπεβλήθη ἔνστασις, οὔτε ἐγὼ προσῆλθον, οὔτε ἄλλος τις, ἵνα ἀμέσως ἀναιρέσῃ καὶ ἄρδην ἀνατρέψῃ πάντα τὰ κατὰ τῆς ἐκλογῆς συῤῥαφέντα. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη καὶ ἡ βραδύτης τῆς ἀποστολῆς τῶν ὑπὸ τοῦ Τμήματος ζητηθεισῶν παρὰ τῶν Ὑπουργείων πληροφοριῶν εἶνε ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας προέβη ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος εἰς τοιαύτην πρότασιν. Πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐνστάσεων τούτων παρακαλῶ ὑμᾶς ν’ ἀκούσητε ὀλίγας μόνον σειρὰς τῆς ἐκθέσεως, ἐν αἷς ἐκτίθενται αἱ εἰς ἐμὲ καὶ τὸν συνάδελφόν μου ἀφορῶσαι σκέψεις. Ἐν ἀρχῇ γίνεται ἡ ἀνασκευὴ τῆς ἐνστάσεως περὶ ἀνηλικιότητος τοῦ κ. Φαρμάκη· περὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης οὐδὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ καὶ τὸν κύριον Τσιτσάραν εἶνε τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν τοῦ Χ. Τσιγκόλη, ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Χαντζοπούλου προφορικῶς κατὰ τὴν ἐν τῷ Τμήματι συζήτησιν, προσβαλόντος τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιτυχόντας βουλευτὰς κκ. Βουλπιώτην καὶ Τσιτσάραν, τὸ Τμῆμα παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς· ὅτι, ἂν καὶ ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀληθεῖς τὰς ἐνστάσεις αὐτάς,» (εὐχαριστῶ τὸ Τμῆμα διὰ τὴν ἄκαιρον καὶ περιττὴν ταύτην ἐπιείκειαν) «καθόσον ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῇ συστάσει τοῦ συναδέλφου του κ. Βουλπιώτου ἔπεμψεν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας χάριν ψηφοθηρίας καὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀντιθέτων του πρὸ τῆς ἐκλογῆς πλέον τῶν δέκα ἀξιωματικῶν συγγενῶν, φίλων καὶ ἐντοπίων τῶν Ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, συνεπλήρωσε δὲ τὸ ἐκεῖ ἑδρεῦον 7ον εὐζωνικὸν Τάγμα ἀπὸ ἐντοπίους καὶ φίλους αὐτῶν στρατιώτας, τοὺς δὲ τῶν ἐπιτυχόντων ἀντιθέτων αὐτῶν βουλευτῶν ἀπέπεμψεν ἐκεῖθεν, ἵνα ἐπηρεάσωσι τοὺς ψηφοφόρους τοὺς ἀντίθετα αὐτῶν φρονοῦντας.» «Ἐπειδὴ περὶ τούτων» (ἅπερ αὐθαιρέτως παραδέχεται ἀνωτέρω ὡς βέβαια) «ἐπανειλημμένως ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὸ τοῦ Τμήματος, τοῦτο δὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ σαφεῖς πληροφορίας καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα περὶ τῶν καταγγελλομένων ἐν τῇ ἐνστάσει διαφόρων ἐπεμβάσεων τοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Βουλπιώτου, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν μηχανικῶν, κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς, περὶ διαχαράξεως ὁδῶν, περὶ συστάσεως Σχολείων καὶ ἄλλων πιέσεων τῆς Ἐξουσίας, καὶ περὶ τῆς μὴ χορηγήσεως Συνταγματικῆς ἀδείας εἰς τὸν ἐπιτυχόντα βουλευτὴν Φαρμάκην.» «Διὰ ταῦτα προτείνει νὰ σταλῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν εἰς Εὐρυτανίαν, ἵνα βεβαιώσῃ ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας αἱ διὰ τῶν ἐνστάσεων καταγγελλόμεναι πράξεις καὶ ἰδίως αἱ στρατιωτικαὶ ἐπεμβάσεις.» Ταῦτα γράφει καὶ προτείνει ἡ πλειονοψηφία, ἡ δὲ μειονοψηφία εὐθὺς κατωτέρω γράφει τάδε· «Ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24341 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς βεβαιοῖ, ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς μετετέθη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Φεβρουαρίου εἰς Εὐρυτανίαν, οὐδεμία δὲ ἄλλη πληροφορία ἐπίσημος βεβαιοῖ, ὅτι ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται μετετέθησαν εἰς τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ Τάγμα, δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ προτείνομεν τὴν ἐπικύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς.» Τί νὰ θαυμάσῃ τις πρῶτον, τί δ’ ὕστερον ἐν τῇ τοιαύτῃ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος ἐκθέσει; Τὴν εὐκολίαν τὴν θαυμασίαν, μεθ’ ἧς αὕτη ἀπὸ δικαστοῦ εἰς μάρτυρα μεταβαλλομένη βεβαιοῖ οὐχὶ τὰ μηδόλως ἀποδειχθέντα, ἀλλὰ τὰ δι’ ἐπισήμων πληροφοριῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἄρδην διαψευσθέντα, ἢ τὴν ἔλλειψιν πάσης πρὸς τὴν ἀλήθειαν εὐλαβείας καὶ παντὸς πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς σεβασμοῦ; Καὶ δὲν λέγω ταῦτα ἀναποδείκτως, εἰς ὅ,τι λέγω μὲ δικαιολογεῖ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, καὶ ἠκούσατε ὅτι τὸ Τμῆμα μετεβλήθη ἀπὸ δικαστοῦ εἰς μάρτυρα, καὶ καταδεικνύει τὴν ἔλλειψιν πάσης εὐλαβείας πρὸς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐνῷ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς γνώμης της ἡ πλειονοψηφία βεβαιοῖ ὅτι, ὅτε ὑπέγραφε τὴν ἔκθεσιν, δὲν εἶχον ὑποβληθῆ πληροφορίαι ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἡ μειονοψηφία ἐπικαλεῖται ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἄρδην ἀναιροῦντα τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς πλειονοψηφίας. Δικαιοῦμαι δὲ νὰ ἰσχυρίζωμαι καὶ ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐκθέσεως μαρτυρεῖ ἀνευλάβειαν πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς, διότι ἐνῷ ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ βεβαιοῖ ὡς γενόμενα τὰ ὑπὸ τῶν ἐνισταμένων καταγγελόμενα, ἀντὶ συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν νὰ προτείνῃ τὴν ἀκύρωσιν, δὲν προτείνει ταύτην· ἐνῷ δὲ διὰ τῆς δευτέρας σκέψεως ἀναιρεῖ ὅλα τὰ ἐν τῇ πρώτῃ τεθέντα, βεβαιοῦσα ὅτι οὐδὲν τούτων ἀπεδείχθη, ἀντὶ συνεπῶς νὰ συμπεράνῃ ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, δὲν προτείνει τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ἄλλο ἄσχετον καὶ πρὸς τὴν πρώτην καὶ πρὸς τὴν δευτέραν σκέψιν, τὴν ἀποστολὴν δηλαδὴ Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ὡς καὶ πᾶσα ἔκθεσις ἀποτελεῖ συλλογισμὸν ἔχει καὶ αὐτὴ μείζονα καὶ ἐλάσσονα πρότασιν καὶ συμπέρασμα. Διατυπουμένη δὲ ὑπὸ τύπον συλλογισμῶν ἔχει οὕτω· «ἰσχυρίσθη τις ταῦτα καὶ ταῦτα, ἐπειδὴ οὐδὲν τούτων ἀπεδείχθη, προτείνομεν τὴν ἀποστολὴν Ἐπιτροπῆς». Εἶναι λοιπὸν ἀληθῶς θαυμασία ἡ λογικὴ αὕτη· ἀλλ’ εἶναι θαυμασία συγχρόνως καὶ ἡ οὕτω καθιερουμένη ἁπλοποίησις τῆς ἐργασίας ὑμῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Κατὰ τὰς σκέψεις ταύτας τῆς ἐκθέσεως, δὲν ἔχομεν νὰ πολυπραγμονῶμεν πλέον εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ ἐπικυρῶμεν ἐκείνας κατὰ τῶν ὁποίων οὐδεμία προτείνεται ἔνστασις, θὰ ἀκυρῶμεν ἐκείνας, κατὰ τῶν ὁποίων παρουσιάζονται ἀποδεδειγμέναι ἐνστάσεις, θὰ στέλλωμεν δὲ Ἐπιτροπὰς ὅπου διατυποῦνται μὲν ἐνστάσεις, ἀλλ’ οὐδόλως ἀποδεικνύονται, οὐδ’ ἁπλῶς πιθανοποιοῦνται. Εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα καταντᾷ τις, ὅταν μελετῶν ἐκλογήν τινα, ἀντὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἀλήθειαν, ἐπιζητεῖ νὰ ἀνεύρῃ ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν θέσεως ἐκ τῶν προτέρων εἰλημμένης. Οὕτω διατυποῦσα τὴν γνώμην της ἡ πλειονοψηφία ἀποδεικνύει ὅτι, μελετῶσα τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας, δὲν ἐξήτασε νὰ εὕρῃ εἰς τὶ πρέπει νὰ καταλήξῃ, ἀλλ’ ἐπεζήτησεν ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστηρίξῃ πρότασιν περὶ ἀποστολῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, μετέσχον δὲ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἕξ συνεχῶν βουλευτικῶν περιόδων, οὐδέποτε ὅμως, σᾶς βεβαιῶ, ἤκουσα ἢ ἀνέγνωσα ἔκθεσιν ὁμοίαν τῇ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν περὶ τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας. Λυποῦμαι διότι τυγχάνει ἀπὼν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Ῥάλλης· ἐὰν ἦτο παρών, ἤθελον τὸν παρακαλέσει ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἵνα ἴδῃ ὅτι ὠχριᾷ ἐνώπιον αὐτῆς ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874 ὑποβληθεῖσα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὑτοῦ ἐπαίσχυντος ἔκθεσις τοῦ Εἰσηγητοῦ τοῦ Τμήματος ἐκείνου κυρίου Ζέζα, συμπολίτου τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου. Φαίνεται, ὅτι ἡ Τριφυλία ἔχει τὸν ἀποκλειστικὸν κλῆρον τοῦ παράγειν Εἰσηγητὰς καὶ Προέδρους Τμημάτων, προωρισμένων νὰ ὑποβάλλωσι τοιαύτας τερατώδεις καὶ ἐπονειδίστους ἐκθέσεις. Ἐπέπρωτο, κύριοι, νὰ ἴδωμεν καὶ ἐφέτος εἰσαγομένας ἐνταῦθα τοιαύτας ἀποτροπαίους ἀρχάς, ἄρδην ἀναιρούσας πᾶσαν περὶ δικαίου ἰδέαν καὶ πάντα τῆς λογικῆς κανόνα, ἀναπολούσας δ’ εἰς ἡμᾶς ἐποχὰς ἐπαράτους, τὰς ὁποίας μάτην ἠλπίσαμεν ὅτι δὲν θέλομεν πλέον ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συναντήσει. Ἤδη θέλω ἐπιληφθῆ διὰ βραχέων τῆς οὐσιαστικῆς τῶν ὑποβληθεισῶν ἐνστάσεων ἀνασκευῆς, θέλω δὲ ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν οὐχὶ διότι ἔχω τοιοῦτον καθῆκον—διότι ἐφ’ ὅσον οἱ ὑποβαλόντες τὰς ἐνστάσεις οὐδεμίαν περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν παρέσχον ἀπόδειξιν, δὲν ἔχω ἐγὼ καθῆκον ν’ ἀποδείξω τὸ ψευδὲς καὶ ἀνυπόστατον αὐτῶν· τοιαύτην ἀξίωσιν μόνον ἡ Ἱερὰ Ἐξέτασις εἰς τοὺς ἐνώπιον αὐτῆς κρινομένους ἐπέβαλλεν.—Οὐχ ἧττον θέλω ὑποβληθῆ εἰς τὸν τοιοῦτον ἀγῶνα, καὶ θέλω ἀποδείξει ὅτι οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐνστάσεσιν εἶναι ἀληθὲς, δι’ ὧν δὲ προσεκόμισα ἐπισήμων πληροφοριῶν θέλω δώσει νέας ἀφορμὰς νὰ θαυμάσῃ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ πεισθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶνε ἕν τινι Ἐπαρχίᾳ ὑποψήφιος Ὑπουργὸς, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ πρότυπον ἐλευθέρας καὶ ἁγνῆς ἐκλογῆς. Ὅπως ἠκούσατε, κύριοι, τὸ πρῶτον παράπονον εἶναι ὅτι ἐγὼ, θέλων νὰ ἐπιβληθῶ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἐφρόντισα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν καὶ συνεκεντρώθησαν ἐκεῖ ἀξιωματικοὶ ἐντόπιοι πλείονες τῶν δέκα.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐῤῥέθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές.
§26ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἰσχυρίσθητε, αὐτὸ περιέχουσιν αἱ ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξατε, αὐτὸ βεβαιοῖ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, ἡ πιστεύσασα εἰς ὑμᾶς καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἔκθεσιν ὀφείλω νὰ ἀνασκευάσω καὶ νὰ συντρίψω.
§27Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς ὑποθέτετε τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ προτείνωμεν ἐνστάσεις, αἵτινες ἐγνωρίζομεν ὅτι ἤθελον ἐξελεγχθῆ;
§28Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐὰν σᾶς ἔμελε περὶ τούτου, δὲν ἠθέλατε προτείνει καὶ ὑποστηρίξει τοιαύτας ἐνστάσεις, διὰ τῶν ὁποίων προεκαλέσατε τὴν ἔκπληξιν καὶ αὐτῶν τῶν συνυποψηφίων σας συναδέλφων μας.
§29Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σκιαμαχεῖτε κατὰ μέγα μέρος.
§30Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἀναιρέσω τοιαύτας ἐνστάσεις.
§31Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνα, περὶ τὰ ὁποῖα περιεστράφημεν ἡμεῖς, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἀμφισβητήσεως.
§32Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αἱ μὲν ὑποβληθεῖσαι παρ’ ὑμῶν ἔγγραφοι ἐνστάσεις ἔχουσι κατὰ λέξιν οὕτω· «Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, σκοπίμως καὶ ἐξεπίτηδες, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀντιθέτου ἡμῶν ὑποψηφίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν κατὰ τὴν Ἐπαρχίαν φίλων του, μετέθεσεν ἐνταῦθα κατ’ ἐκλογὴν ὅλους τοὺς ἐντοπίους ἀξιωματικούς». (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 2ας τῶν ἐνστάσεων). Ἡ δὲ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσα ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος ἔχει οὕτω· «.... Ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ συστάσει τοῦ συναδέλφου του κ. Βουλπιώτου, ἔπεμψε χάριν ψηφοθηρίας καὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀντιθέτων πρὸ τῆς ἐκλογῆς πλέον τῶν δέκα ἀξιωματικῶν κλπ.» Διατί λοιπὸν διακόπτετε, ἀρνούμενοι ὅτι ἰσχυρίσθητε καὶ ὑπεστηρίξατε τοιαῦτα, ἅπερ διαψεύδονται ἤδη ὑπὸ ἐπισήμων ἐγγράφων, φερόντων τὰς ὑπογραφὰς τῶν φίλων σας Ὑπουργῶν;
§33Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ καιροῦ ἐτοποθετήθησαν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν.
§34Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πολὺ ἀργὰ τὸ ἐσκέφθητε, καὶ πολὺ ἀργὰ μεταμελεῖσθε διὰ τὰς ἐνστάσεις. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιμείνω ἀνασκευάζων αὐτὰς καὶ ἀποδεικνύων τὸ ψευδὲς αὐτῶν μέχρι κεραίας, οὐ μόνον χάριν ἐμαυτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς Εὐρυτανίας, τῆς ὁποίας ἐκλογὴ πρώτην ἤδη φορὰν τίθεται ὑπὸ κατάκρισιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 μέχρι σήμερον οὐδέποτε ἠμφισβητήθη τὸ κῦρος ἐκλογῆς τῆς Εὐρυτανίας.
§35Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1874.
§36Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τότε μόνον τὰ προσόντα ὑμῶν ἠμφισβητήθησαν, οὐχὶ δὲ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς. Ἠθέλησαν τότε νὰ σᾶς ἀποβάλωσι τοῦ Βουλευτηρίου ἀδίκως, ὡς μὴ καταγόμενον ἐξ Εὐρυτανίας. Εὐχαριστῶ δ’ ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει ταύτῃ τοῦ στενοῦ συνδέσμου τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1874 πρὸς τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1885, δύω δηλαδὴ πολιτικῶν ἐποχῶν ἐντελῶς ὁμοίων ἀλλήλαις. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, σκοπίμως καὶ πρὸς ἐκβίασιν τῶν ἐκλογέων, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔστειλεν εἰς Εὐρυτανίαν ὅλους τοὺς ἐντοπίους ἀξιωματικούς, τὸ δὲ Τμῆμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνστάσεων αὐτῶν, προεκάλεσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τῆς 23 Μαΐου ἀπαντᾷ δι’ ἐγγράφου του ὑπ’ ἀριθ. 23,292 ἔχοντος οὕτω· «Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 35)53 ἐγγράφου ὑμῶν «ἀπαντῶμεν, ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν Ἀρχείων μας, οὐδεὶς «ἀξιωματικὸς μετετέθη εἰς τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ ἑδρεῦον 7 «εὐζωνικὸν Τάγμα ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου ε. ε. καὶ «ἐντεῦθεν.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ»
Ἐπειδὴ δὲ ποτε καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἐξεφράσθη ὑπόνοια μή τοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν φαίνωνται πᾶσαι αἱ περὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν γενόμεναι μεταβολαὶ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προὐκάλεσε τηλεγραφικῶς πληροφορίας ἀπὸ τὸ Τάγμα τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ, ὁ δὲ Διοικητὴς αὐτοῦ κ. Δημόπουλος, ὁ ἀπὸ τῆς διευθύνσεως τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς Εὐρυτανίαν ἐξεσφενδονισθεὶς, ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς: «Ἀριθ. 2341 Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. «Ἀναφέρομεν, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἀξιωματικὸς μετετέθη εἰς τὸ ὑφ’ ἡμᾶς Τάγμα.
7ον Εὐζώνων
ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ».
Δὲν ἠρκέσθην, κύριοι, εἰς τὰς ἐπισήμους ταύτας πληροφορίας, ἀλλὰ δι’ ἐπερωτήσεώς μου, ἅμα ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον κατάστασιν κατ’ ὄνομα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Τάγματος ἐκείνου, δηλοῦσαν καὶ τὸν χρόνον τῆς εἰς αὐτὸ τοποθετήσεως ἑκάστου, ἵνα ἴδω πόσοι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντόπιοι καὶ ἀπὸ πότε ἐτοποθετήθησαν ἐκεῖ, διότι εἰς ἐμὲ δὲν ἤρκει ἡ βεβαίωσις, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης Φεβρουαρίου οὐδεὶς ἐκεῖ ἐτοποθετήθη, ἵνα μὴ ὑποπτεύσῃ τις, ὅτι πιθανὸν ἡμεῖς, προβλέποντες τὴν διάλυσιν, ἐκάμομεν τοποθετήσεις καὶ τὸν Ἰανουάριον. Χθὲς λοιπὸν κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ζητηθεῖσα αὕτη κατάστασις, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐν Εὐρυτανίᾳ Τάγματος εἶναι 18, ἐξ ὧν παρατηρῶ ὅτι 7 μόνον εἶναι ἐντόπιοι· ἐπειδὴ δὲ τὸ Τάγμα αὐτὸ ἔχει ἕνα μόνον λόχον ἐν Καρπενησίῳ, οἱ δὲ τρεῖς ἄλλοι σταθμεύουσι μακρὰν τῆς Εὐρυτανίας, εἷς μὲν εἶναι εἰς Λιδωρίκιον, ἕτερος δὲ εἰς Δομοκὸν, καὶ ἄλλος εἰς Ὑπάτην, ἐκ τῶν 7 τούτων ἐντοπίων οἱ τρεῖς ὑπηρετοῦσιν εἰς τοὺς λόχους τοὺς μακρὰν τῆς Εὐρυτανίας. Ἀποδεικνύεται ἔτι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ὅτι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ἐντοπίων τε καὶ ξένων, ὁ μὲν Διοικητής κ. Δημόπουλος ἐτοποθετήθη ἐκεῖ μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ὑπολειπομένων δὲ 17, οἱ 12 ἐτοποθετήθησαν κατὰ τὸ 1883, οἱ δὲ πέντε ἀπὸ Ἀπριλίου μέχρις Αὐγούστου 1884· χρονικῶς ἡ τελευταία τοποθέτησις ἐγένετο τῇ 20 Αὐγούστου 1884!! Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπίσημοι πληροφορίαι, αἱ ἐρχόμεναι πρὸς ἀναίρεσιν καὶ ῥιζικὴν διάψευσιν ἐνστάσεων βεβαιουσῶν, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν συνεκλήθησαν ἀπὸ τῶν περάτων τῆς Ἑλλάδος πάντες οἱ Εὐρυτᾶνες ἀξιωματικοὶ καὶ ἐτοποθετήθησαν εἰς Εὐρυτανίαν, ἵνα ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν ἐκλογήν. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησα ἐπίσης κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος τοῦ ἐν Καρπενησίῳ κατὰ τὸ 1881, ὅτε ἐνηργοῦντο αἱ προηγούμεναι βουλευτικαὶ ἐκλογαί, καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκεῖ τοποθετήσεως αὐτῶν. Τοιαύτη κατάστασις δυστυχῶς δὲν ὑπεβλήθη, ἐὰν δὲ ὑπεβάλετο, ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐ μόνον οἱ νῦν ἐν Εὐρυτανίᾳ εὑρισκόμενοι ἐντόπιοι ἀξιωματικοὶ ἦσαν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1881 ἐκεῖ, ἀλλ’ ὅτι τότε ἦσαν ἐκεῖ ὑπερδιπλάσιοι οἱ ἐντόπιοι, ὧν ἡ τοποθέτησις ἐγένετο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων. Ἐν τοῖς τάγμασι τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων ἀριθμοῦνται πλείονες τῶν 20 Εὐρυτᾶνες ἀξιωματικοὶ, τοποθετημένοι ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοί εἰσιν ἀποκλειστικοὶ καὶ ἐνθουσιώδεις φίλοι μου, ἀνήκουσι δ’ εἰς οἰκογενείας μέγα ἐν Εὐρυτανίᾳ ἰσχυούσας. Οὐδενὸς ἐκ τούτων κατεδέχθην, κύριοι, νὰ συστήσω τὴν εἰς Εὐρυτανίαν τοποθέτησιν, βεβαιῶ δὲ ὅτι καὶ ἂν συνίστων τοιοῦτόν τι, λίαν ἀμφίβολος θὰ ἦτο ἡ πραγματοποίησις, διότι πασίγνωστος εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καθιεωρηθεῖσα καὶ ἀπαραβάτως τηρηθεῖσα αὐστηρότης περὶ τὰς τοποθετήσεις, γιγνομένας ἀποκλειστικῶς κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ὑπηρεσίας. Πάντες λοιπὸν οὗτοι οἱ ἀποκλειστικοὶ φίλοι μου Εὐρυτᾶνες ἀξιωματικοὶ μένουσιν ἀπὸ τοῦ 1882 εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναφέρω ὀλίγιστα μόνον παραδείγματα, περὶ ὧν ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν Βουλευτῶν τῶν ὁμόρων τῇ Εὐρυτανίᾳ Ἐπαρχιῶν Βάλτου, Τριχωνίας, Ναυπακτίας, Δωρίδος, Φθιώτιδος, Καρδίτσης, καλῶς γινωσκόντων τὰ τῆς Εὐρυτανίας. Πάντες οὗτοι γινώσκουσιν, ὡς καὶ ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν Εὐρυτανίᾳ οἰκογένειαι στενῶς καὶ ἀῤῥήκτως μετ’ ἐμοῦ συνδεδεμέναι, τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ οἰκογένεια Γαλλῆ, ἀποτελοῦσα ἀληθῶς τὸν ἀκρογωνιαῖον θεμέλιον λίθον τῆς ἐπαρχιακῆς μου ἰσχύος καὶ ὑπάρξεως. Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ ἔχει τρία μέλη ἐν τῷ στρατῷ· ἕνα λοχαγὸν Δημήτριον Γαλλῆν, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1882 διαρκῶς ὑπηρετεῖ εἰς Λάρισσαν, ἕνα λοχίαν Κωνσταντῖνον Γαλλῆν, ὅστις πρὸ τριετίας ὑπηρετεῖ εἰς Καλαμπάκαν, καὶ ἕνα ἄλλον ὑπάλληλον τοῦ Στρατοδικείου, ὅστις διαρκῶς μένει ἐνταῦθα. Ἐν τῷ Δήμῳ Ἀγραίων ἀντιπρόσωπός μου καὶ ὑποψήφιος Δήμαρχος κατὰ τὰς Δημοτικὰς ἐκλογὰς εἶναι ὁ κ. Γ. Τσακανίκας· οὗτος ἔχει υἱὸν ὑπολοχαγὸν Κωνσταντῖνον, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1882 ἦτον εἰς Λάρισσαν, πρὸ ὀλίγων δὲ μόλις ἡμερῶν μετετέθη εἴς τι τῶν ἐν Ἀθήναις ταγμάτων, καὶ ἕτερον υἱὸν λοχίαν Νικόλαον Γ. Τσακανίκαν, ὅστις ὑπηρετεῖ πρὸ πολλοῦ εἰς Καλαμπάκαν, ὃν ὁ κ. Σισιτανίδης ἴσως γνωρίζει. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι ἐὰν ᾖ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἢ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐπέτρεπον εἰς ἐμαυτὸν νὰ φροντίσω ἵνα τύχωσιν ἐντόπιοι φίλοι μου ἀξιωματικοὶ ἐν Εὐρυτανίᾳ, οἱ πρῶτοι εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελον ἀτενίσει, θὰ ἦσαν ὁ Γαλλῆς καὶ ὁ Τσακανίκας, οἵτινες ἐν τούτοις φρουροῦσι τόσῳ μακράν. Πῶς τὰ εὑρίσκει αὐτὰ ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Δεύτερος ἰσχυρισμὸς τῶν ἐνισταμένων εἶναι ὅτι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν ἐφρόντισα καὶ συνεκέντρωσα εἰς τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ τάγμα πάντας τοὺς Εὐρυτᾶνας ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας ἐκ τῶν ἀπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Σωμάτων. Τὸ Τμῆμα δὲν εὐηρεστήθη νὰ ζητήσῃ περὶ τούτου πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ μάθῃ πόσοι τέλος πάντων ἐντόπιοι στρατιῶται μετετέθησαν εἰς τὸ τάγμα ἐκεῖνο κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Καὶ ταύτην τὴν ἔλλειψιν τοῦ Τμήματος ἀνεπλήρωσα ἐγὼ, προκαλέσας τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τῶν ἐξ ἄλλων ταγμάτων μετατεθέντων εἰς τὸ τάγμα τῆς Εὐρυτανίας ἀνδρῶν Εὐρυτάνων τε καὶ ξένων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 18 Ἀπριλίου 1885 μετετέθησαν ἀλλαχόθεν εἰς τὸ τάγμα αὐτὸ 2 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 4 στρατιῶται. Δὲν ὑπάρχει καμμία βεβαίωσις ἂν αὐτοὶ οἱ μετατεθέντες ἦναι Εὐρυτᾶνες. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀληθὲς ὅτι μετετέθησαν οἱ 4 αὐτοί, οὐδὲ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ εἰς τὸ τάγμα ἐκεῖνο ἀναγραφή των ὡς ἐκ μεταθέσεως προερχομένη, διότι ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ προσέλευσις εἰς τὸ τάγμα τῶν δύο αὐτῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν τεσσάρων στρατιωτῶν ἐγένετο δι’ αἰτήσεων ἀμοιβαίας μεταθέσεως, ἥτις ἐκτελεῖται ἐν παντελεῖ τοῦ Ὑπουργείου ἀγνοίᾳ. Δὲν εἶναι μετάθεσις, ὅταν στρατιώτης τοῦ Τάγματος Α συννενοῆται μὲ στρατιώτην τοῦ Τάγματος Β, καὶ ζητῶσιν ἀμοιβαίαν μετάθεσιν, ἣν εἶνε ὑποχρεωμένη ἡ ἀμέσως προϊσταμένη Ἀρχὴ νὰ ἐγκρίνῃ. Αὐτοὶ, κύριοι, εἶνε οἱ ἐξ Εὐρυτανίας ἀπειροπληθεῖς ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μετέθεσεν εἰς Εὐρυτανίαν ἀπὸ τῶν διαφόρων σημείων τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐπηρεάσῃ δι’ αὐτῶν τὴν ἐκλογήν! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτον παράπονον, ὅτι ἐφρόντισα ν’ ἀποπεμφθῶσιν ἐξ Εὐρυτανίας οἱ φίλοι τῶν ἀντιπάλων μου, τοῦτο δὲ ἐθεώρησεν ἀποδεδειγμένον ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐκ καταστάσεώς τινος ὑποβληθείσης παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ βεβαιούσης ὅτι ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου μέχρι 10 Μαΐου μετετέθησαν ἐκ τοῦ Τάγματος τῆς Εὐρυτανίας εἰς διάφορα τάγματα 152 ἄνδρες πρὸς ἐκτέλεσιν τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 62,294. Ἀληθῶς, κύριοι, ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς βεβαιοῦται ὅτι μέχρι τῆς 18 Ἀπριλίου μετετέθησαν ἐκεῖθεν οἱ ῥηθέντες ἄνδρες· μεταξὺ ὅμως αὐτῶν ἦσαν μόνον 45 ἢ 46 Εὐρυτᾶνες, ὅπερ παραδόξως παρεῖδεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τὸ Τάγμα τῆς Εὐρυτανίας ἀποτελεῖται, κύριοι, καὶ ἐξ Εὐρυτάνων, ἀλλὰ καὶ ἐκ στρατιωτῶν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν τῆς Δωρίδος, τῆς Φθιώτιδος, τῆς Ναυπακτίας, τοῦ Βάλτου, ἐπειδὴ δὲ ἡ Εὐρυτανία καὶ αἱ ὅμοροι αὐτῇ ἐπαρχίαι εἶναι ἰδίως στρατιωτικαὶ καὶ ἐξ αὐτῶν κυρίως καταρτίζονται τὰ εὐζωνικὰ Τάγματα, τὸ Τάγμα τῆς Εὐρυτανίας ἀπὸ τῆς συστάσεώς του μέχρι τῆς σήμερον χρησιμεύει διαρκῶς ὡς τροφοδότης τῶν ἄλλων Ταγμάτων τῶν ἑδρευόντων εἰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι δὲν παρέχουν εὐκόλως ἐθελοντάς. Ἡ κατάταξις ἐν Εὐρυτανίᾳ γίνεται ἀθρόα, καὶ τὸ Τάγμα ἐκεῖνο πάσχει διαρκῆ ὑπερτροφίαν, ἀπ’ αὐτοῦ δὲ ἀποσπᾷ τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ ἑκατοντάδας τοὺς στρατιώτας καὶ συμπληροῖ τὰ ἄλλα ἀτροφικὰ καὶ λιπόσαρκα Τάγματα. Ἵνα σᾶς ἀποδείξω δὲ τοῦτο προεκάλεσα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μὲ πληροφορήσῃ πόσοι ἄνδρες ἐκ τοῦ ἐν Εὐρυτανίᾳ Τάγματος μετετέθησαν εἰς ἄλλα Τάγματα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1884. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1884 μέχρι τῆς σήμερον ἀπεσπάσθησαν ἐκεῖθεν 699 ἄνδρες, ἡ δὲ τοιαύτη μετανάστευσις ἐξακολουθεῖ καὶ ἤδη. Οὐ μόνον ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου καταστάσεως ἀποδείκνυται ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τῇ 1 Μαΐου μετετέθησαν ἐκεῖθεν εἰς τὸ 5 Τάγμα ἱκανοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ ἤδη ὁ κ. Μαυρομιχάλης διέταξε τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἄλλων ἀνδρῶν, διότι τελειώνει ἡ θητεία τῶν εὐζώνων τῶν ἄλλων Ταγμάτων, καὶ φροντίζει νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ δι’ ἀνδρῶν, λαμβανομένων ἐκ τοῦ Τάγματος τῆς Εὐρυτανίας. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἐξήγησις τῆς μεταθέσεως ἀνδρῶν ἐκ τοῦ ἐν Εὐρυτανίᾳ Τάγματος εἰς ἄλλα, ἥτις ἐγένετο, ὡς εἶπον, συνεπείᾳ τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὴν διαταγὴν ταύτην ἐζήτησα καὶ κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, αὐτὴ δὲ αὕτη ἐκτελεῖται καὶ μέχρι σήμερον. Φέρει ἀριθ. 62294 καὶ χρονολογίαν 8 Δεκεμβρίου 1884, ἐποχῆς δηλονότι ἐντελῶς ξένης καὶ ἀσχέτου πρὸς τὰς ἐκλογάς. Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ τῶν ἀνδρῶν εἰς Μεσσηνίαν καὶ ἄλλα μακρυνὰ μέρη μεταθέσεως ἐννοεῖτε πάντες ὁποῖον ἐγὼ ὑφιστάμην ἀληθὲς μαρτύριον ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν. Οἱ πλεῖστοι τῶν κατατασσομένων καὶ ὕστερον μετατιθεμένων εἶνε φίλοι μου, καὶ τοῦτο εἶνε σφόδρα εὐνόητον, διότι τὰ εὐζωνικὰ σώματα καταρτίζονται δι’ ἐθελοντῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι τὴν κατάταξιν ὡς βιοποριστικὸν στάδιον, δὲν πιστεύω δὲ νὰ φρονῇ τις, ὅτι ἐκ τῶν οὕτως αὐτοπροαιρέτως προσερχομένων καὶ ἐπιζητούντων κατάταξιν ἀπεκρούοντο οἱ ἐμοὶ φίλοι, οἵτινες τοὐναντίον μετὰ μείζονος εὐκολίας ἐγίνοντο δεκτοί. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν ἐντοπίων εὐζώνων οἱ πλείονες εἶνε φίλοι μου. Ὁσάκις λοιπὸν διετάσσετο τοιαύτη ἀπομάκρυνσις ἐκεῖθεν ἀνδρῶν, ὁ κόσμος ἐξανίστατο καὶ δι’ ἀλλεπαλλήλων τηλεγραφημάτων ὑπέβαλλέ μοι δριμύτατα παράπονα, πῶς βουλευτὴς ὢν καὶ Ὑπουργὸς ἀνέχομαι αὐτὸ τὸ μέγιστον κακὸν, νὰ στέλλωνται οἱ συνεπαρχιῶται καὶ φίλοι μου εὔζωνοι εἰς Μεσσηνίαν ἢ ἀλλαχοῦ. Εἶνε πρώτη ἀληθῶς φορὰ, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀκούει ὡς ἔνστασιν ἐπεμβάσεως εἰς ἐκλογὰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἐντοπίων ἀπὸ Ἐπαρχίας τινός! Μέχρι τοῦδε αἱ εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβάσεις ἐγίνοντο διὰ τῆς εἰς τὰς Ἐπαρχίας συγκεντρώσεως τῶν ἐντοπίων στρατιωτῶν, διότι πασίγνωστον εἶνε, ὅτι τοιαύτη συγκέντρωσις δημιουργεῖ δεσμοὺς ὑποχρεώσεων, ἐνῷ ἡ ἀπομάκρυσις τῶν ἐντοπίων ἀπὸ τῶν ἑστιῶν αὑτῶν μίαν ἔχει συνέπειαν, τὸ νὰ ἐξεγείρῃ τὸ αἴσθημα τοῦ τόπου κατ’ ἐκείνου, ὃν θεωροῦσιν αἴτιον ἢ δυνάμενον καὶ μὴ ἐμποδίσαντα τὴν ἀπομάκρυνσιν. Ἐκ τούτου λοιπὸν ἀποδείκνυται, ὅτι ἐγὼ ζημίαν ὑπέστην, καὶ ἂν ἐνόουν νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ χρησιμοποιήσω τὴν θέσιν μου χάριν τῶν πολιτικῶν μου ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ συμφερόντων, πρῶτον μέλημά μου ἔπρεπε νὰ εἶνε τὸ νὰ φροντίσω νὰ καταπαύσῃ ἡ μετακίνησις, αὕτη. Ὅπως δὲ δὲν ἐδίστασαν νὰ φέρωσι τὴν ἐπιζήμιον δι’ ἐμὲ μετακίνησιν ταύτην τῶν ἀνδρῶν ὡς ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς, οὕτω δὲν ᾐσθάνθησαν δυσκολίαν τινὰ, καίτοι τῶν πραγμάτων, ὡς προεῖπον, ἐχόντων, νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τῇ φροντίδι τῶν φίλων μου κατωρθώθη ἡ ἐκεῖθεν ἀποπομπὴ μόνον τῶν ἰδικῶν των φίλων, τοῦτο δὲ ἔν τε τῇ ἐκθέσει τοῦ Τμήματος ἀναγράφεται καὶ ἐν τῇ ἐνστάσει ἐκτραγῳδεῖται. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἡ ἔνστασις καὶ ἡ ὅλη ἱστορία τῆς κατὰ τῆς ἐκλογῆς προσβολῆς εἶνε ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους συῤῥαφὴ ψευδολογημάτων, αὐτὴ αὕτη ἡ ἔνστασις παρέχει ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἑαυτῆς ἀναίρεσιν καὶ διάψευσιν· διότι, ἐνῷ ἐν τῇ ἐνστάσει ἐκτραγῳδεῖται ἡ ἀποπομπὴ πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀντιπάλων μου εὐζώνων, ἐν τῇ αὐτῇ ἀφ’ ἑτέρου ἐκτραγῳδοῦνται αἱ πιέσεις τοῦ ἀξιωματικοῦ Γιολδάση κατὰ τῶν εὐζώνων τῶν φίλων τῶν ἀντιπάλων μου, ἵνα ψηφίσωσιν ὑπὲρ ἐμοῦ. Πῶς συμβιβάζονται ταῦτα; Ἢ μετετέθησαν οἱ φίλοι των καὶ τότε εἶνε ψευδῆ τὰ περὶ πιέσεων τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἢ ἀληθῶς οὗτος ἐπίεσε στρατιώτας ἀντιθέτους, καὶ τότε ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἐξετοπίσθησαν οἱ φίλοι των. Εἰς τοιαῦτα ἀδιέξοδα διλήμματα περιέρχονται οἱ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀνευλαβεῖς. Ἀπεδείχθη λοιπὸν ἐναργῶς, ὅτι οὐδεὶς ἐντόπιος μετετέθη εἰς Εὐρυτανίαν ἀξιωματικὸς, ὅτι δὲν ἀποτελεῖται τὸ Τάγμα ἐν Εὐρυτανίᾳ μόνον ἀπὸ ἐντοπίους, ὅτι οὐδεὶς στρατιώτης ἐξ ἄλλου τάγματος μετετέθη εἰς τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ, καὶ ὅτι οἱ ἐκεῖθεν κατὰ Μάρτιον πρὸς ἄλλα Σώματα ἀποσταλέντες ἐστάλησαν ἐξακολουθούσης τῆς ἐκτελέσεως μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως τοῦ Τάγματος αὐτοῦ ἐξηκολούθησε κανονικῶς καὶ ὁμοιομόρφως ἐκτελούμενον. Τούτων ἀποδειχθέντων, οὐδὲν πλέον ἀπομένει ἐκ τῶν ἐνστάσεων, μένει ὅμως εἰς ἐμὲ τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: αὐτὸ τὸ Τάγμα, τὸ ὁπωσδήποτε θέλετε κατηρτισμένον, τὸ ἐξ οἱωνδήποτε ἀξιωματικῶν συνιστάμενον, τί τέλος πάντων ἔκαμεν ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ; Πότε καὶ ποῦ, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπηρέασεν ἐκλογεῖς ὑπὲρ τῶν φίλων μου καὶ κατὰ τῶν ἀντιπάλων μου; Τίνα ἔχετε περὶ οὐσιαστικῆς αὐτοῦ ἐπιδράσεως παράπονα; οὐδὲν ὡρισμένον παράπονον, οὐδεμίαν καταγγελίαν, οὐδένα ἰσχυρισμόν, ὅτι ἐκλογεύς τις ἀπεκλείσθη, οὔτε ὅτι τὶς ἐκακώθη, οὔτε ὅτι ὑπέστη ἔστω ποινήν τινα πειθαρχικὴν λόγῳ τῶν ἐκλογῶν. Δὲν θέλετε συναντήσει οὐδὲν τοιοῦτον ὡρισμένον παράπονον, θέλετε ὅμως ἐν τῇ γενικῇ ἐγγράφῳ ἐνστάσει εὕρει εἰκασίας καὶ ὑποθέσεις ἀορίστους, ὅτι εἶνε πιθανὸν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐπέδρασαν, ὅτι βεβαίως θὰ ὡμίλησαν ὑπὲρ τῶν συμπολιτευομένων καὶ ἐναντίον τῶν ἄλλων. Ἐκ τοιούτων εἰκοτολογιῶν ἔσπευσε προθύμως νὰ πλανηθῇ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ νὰ νομίσῃ, ὅτι αὗται εἶνε θέμα ἄξιον περεταίρω ἐρεύνης, ἀλλὰ καὶ πάλιν παραδόξως δὲν ἐπρόσεξεν, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ἐνστάσει διατυποῦσιν ἁπλῶς τοιαύτας ἀορίστους εἰκασίας, χωρὶς οὔτε κἂν νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι δύνανται αὗται ν’ ἀποδειχθῶσι. Τοὐναντίον μάλιστα ῥητῶς αἱ ἐνστάσεις προλέγουσιν, ὅτι οὐδὲν θὰ ἀποδειχθῇ. Καὶ σᾶς παρακαλῶ ἀκούσατε, κύριοι, διὰ νὰ φρίξητε μὲν, νὰ δικαιολογήσετε δὲ ἐμὲ τὸν χαρακτηρίσαντα τὰς ὀψιγόνους ταύτας ἐνστάσεις ὡς ἀναξίας νὰ ἀσχολήσωσι τὴν Βουλὴν, ὡς ἐκ πλαγίων ἄλλων λόγων ὑπαγορευθείσας, ἀλλ’ ἀστόχως καὶ ἀδεξίως κατασκευασθείσας. Ἰδοὺ τὶ κατὰ λέξιν ἐν ταύταις ἀναγινώσκω. «Καὶ περὶ μὲν τῶν συντόνων καὶ ἀδιακόπων ψηφοθηριῶν αὐτῶν (τῶν ἀξιωματικῶν) ὅσας ἐνήργησαν ἰδιαιτέρως καὶ μυστικῶς, δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ ἀποδείξωμεν ἐγγράφως, ἀλλὰ τεκμαίρονται προφανῶς καὶ ἀναμφισβητήτως, ἀφοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μετετέθησαν ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ προσωπικὸν ἐνδιαφέρον των καθ’ ἡμῶν ἦτο μέγα. Πασίγνωστον ὅμως εἶναι ἐνταῦθα καὶ διὰ τῆς ἐνόρκου καταθέσεως πολλῶν μαρτύρων θέλει βεβαιωθῇ, ὅτι ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Τάγματος Π. Γιολδάσης ἠπείλησε καὶ ἐξεβίασε ψυχολογικῶς τοὺς συγχωρίους του Κλαυσιώτας ἵνα κλπ.» Βλέπετε ὅτι σᾶς προειδοποιοῦν νὰ μὴ θελήσητε κἂν νὰ ἐξετάσητε περὶ παραπόνων κατ’ ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος, διότι βεβαιοῦν ὅτι, καὶ ἂν τὸ θελήσητε, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιτύχητε· προσφέρονται ὅμως ν’ ἀποδείξουν ὅτι ἐξ ὅλου αὐτοῦ τοῦ τάγματος, τοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ἑπτακοσίων περίπου ἀνδρῶν, τοῦ ἔχοντος τοσούτους ἐντοπίους ἀξιωματικούς, μόνον ὡς πρὸς ἕνα, τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Π. Γιολδάσην, δύνασθε ἴσως νὰ εὕρητε ἀποδείξεις ὅτι ἐδοκίμασε νὰ ἐπηρεάσῃ συγχωρίους του ἐκλογεῖς ὑπὲρ μόνου τοῦ θείου του ὑποψηφίου Κ. Γιολδάση. Αὐτὸ εἶνε ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τῶν στρατιωτικῶν ἐπεμβάσεων, τὸ ὁποῖον καταλήγει εἰς ἓν καὶ μόνον παράπονον ὀπωσδήποτε διατυπούμενον κατὰ ἑνὸς καὶ μόνον ἀξιωματικοῦ, ὑπὲρ ἑνὸς καὶ μόνον ὑποψηφίου, καὶ τούτου ἀποτυχόντος. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος Π. Γιολδάσης εἶνε ἀληθῶς συγγενὴς μεμακρυσμένος, δεύτερος ἐξάδελφος τοῦ ἀποτυχόντος ὑποψηφίου βουλευτοῦ κ. Γιολδάση, μένει δὲ εἰς τὸ τάγμα αὐτὸ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ τάγμα ἐτοποθετήθη εἰς Εὐρυτανίαν. Ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ὡς ὑπασπιστοῦ, χωρὶς νὰ δοθῇ οὐδεμία ποτὲ παραπόνου ἀφορμὴ, ἀλλὰ καθ’ ἑαυτὸν ὁ διορισμός του, ὡς φέροντος τὸ ὄνομα Γιολδάση, ἤχησε κακῶς εἰς τὰ ὦτά μου καὶ παρεκάλεσα νὰ ἀντικατασταθῇ ὑπ’ ἄλλου μὴ ἐντοπίου, διότι προδήλως οὐδένα λόγον εἶχον νὰ θέλω νὰ εἶνε ὁ κ. Γιολδάσης ὑπασπιστής· ἐὰν ἐνόουν καὶ ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἐντόπιον ὑπασπιστήν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ ἦτο αὐτὸς ὁ κ. Γιολδάσης, τοῦ ὁποίου τὸν συγγενῆ ἐκ συμπτώσεως ἔσχον συνυποψήφιον ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκλογῇ, ἀλλ’ ἤθελον φροντίσει νὰ εἶνε ὁ Γαλῆς, ὁ Τσακανίκας, ὁ Παπαδόγιαννης, ὁ Μανωλίδης, οὐχὶ δὲ ὁ Γιολδάσης, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν εἶχον συνάφειαν, καὶ ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Φαρμάκη. Ἐν τῷ δήμῳ Εὐρυτάνων ὑπάρχουσι δύο ἀμειλίκτως συστήματα ἀντίθετα κόμματα, τὸ τοῦ κ. Φαρμάκη καὶ τοῦ κ. Γιολδάση. Ὁ πατὴρ τοῦ πάντοτε εἰς ἐμὲ προσφιλοῦς συναδέλφου Φαρμάκη ἐδολοφονήθη ὑπὸ λῃστῶν καὶ εἶχε καταγγελθῆ τότε ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς εἷς ἐκ τῶν Γιολδασαίων. Τοὺς χωρίζει λοιπόν, κατὰ τὰς ἰδέας των, αἷμα, εἰς δὲ τὰ πολιτικὰ εἶνε ἀδύνατον αὐταὶ αἱ δύο οἰκογένειαι νὰ συναντηθῶσιν· ὅταν ὁ Φαρμάκης εἶνε μὲ τὸ ἓν κόμμα, ὁ Γιολδάσης εἶνε μὲ τὸ ἄλλο. Εἰς τὸ τάγμα ἐν τούτοις τῆς Εὐρυτανίας ὑπηρέτουν συγχρόνως ἐξ ἀμφοτέρων τῶν οἰκογενειῶν τούτων ὡς ἰατρὸς μὲν ὁ κ. Φαρμάκης, ὡς ὑπασπιστὴς δὲ ὁ κ. Γιολδάσης. Τοῦτο ἔστω, κύριε Σωτηρόπουλε, νέα ἀπόδειξις τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἠνοοῦμεν ἡμεῖς νὰ διατίθενται τὰ στρατιωτικὰ ἐκεῖ. Περιορίζονται λοιπὸν τὰ παράπονα μόνον εἰς τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ τάγματος Γιολδάσην· ἀλλ’ ὁποῖα τινὰ εἶνε τὰ παράπονα ταῦτα; εἶνε παράπονα δυνάμενα νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, ἢ δυνάμενα μόνον νὰ προκαλέσωσιν, ἐὰν ἠλήθευον, πειθαρχικὴν τιμωρίαν τοῦ παρεκτραπέντος ἴσως ἀξιωματικοῦ; Βεβαίως, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ, ἀνάγονται εἰς τὴν δευτέραν τάξιν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ σχετισθῶσι πρὸς τὴν ἐκλογήν, διότι θὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς ἐπίσημον ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἀξιοτίμων συμπολιτῶν μου κυρίων Ζηνοπούλου καὶ Χατζοπούλου, ἡ ὁποία ἀφηγεῖται τὰς μικρὰς ταύτας τοῦ Γιολδάση παρεκτροπὰς καὶ ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται ὅτι αὗται εἰς τοῦτο μόνον συνίστανται, ὅτι εἶπεν οὗτος εἴς τινας συγχωρίους του νὰ δώσωσι ψῆφον πρὸς τὸν θεῖόν του Κ. Γιολδάσην, τὸν ἀποτυχόντα βουλευτήν. Δὲν ὑπάρχει δὲ κανὲν παράπονον ὅτι αὐτὸς ὡμίλησε πρὸς ἕνα κἂν ἐκλογέα ὑπὲρ συνδυασμοῦ, ὑπὲρ ἐμοῦ ἢ ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος συνυποψηφίου μου κ. Τσιτσάρα. Ἀναγινώσκω πρὸς ὑμᾶς τὸ περὶ τούτου τηλεγράφημα τῶν κ. κ. Ζηνοπούλου καὶ Χατσοπούλου τῆς 31 Μαρτίου. «Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. «Ὑπασπιστὴς ἐνταῦθα τάγματος Γιολδάσης ἀπροκαλύπτως καὶ σκανδαλωδῶς ψηφοθηρεῖ ὑπὲρ θείου του Γιολδάση, ἀπειλῶν στρατιώτας ἀποπέμψαι εἰς Λακωνίαν καὶ τιμωρῆσαι, ἂν ἀνακαλύψῃ ἀντιθέτους θείου του. Πρὸς ἄρσιν σκανδάλου, ἀνάγκη ἀπομακρυνθῆναι ἐντεῦθεν μέχρι πέρατος ἐκλογῶν.
ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ»
Εἰς τίνα ἐπιτρέπεται, κύριοι, νὰ δώσῃ πλέον προσοχὴν εἰς τὰς ἐνστάσεις καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιόν του τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων συμπολιτῶν μου κ. Ζηνοπούλου καὶ Χατζοπούλου; Τὸ τηλεγράφημα δὲ αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι δὲν ἐνόησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοί μου νὰ συγχωρήσουν οὐδενὸς παρεκτροπήν, ἀλλὰ καὶ δὲν εὗρον καὶ ἀφορμὴν παραπόνων εἰμὴ κατὰ ἑνὸς μόνον ἀξιωματικοῦ, καὶ τούτου ὡς ἐνεργήσαντος οὐχὶ ὑπὲρ ἐμοῦ ἢ τοῦ ἐπιτυχόντος συντρόφου μου, ἀλλ’ ὑπὲρ συγγενοῦς του, ἀποτυχόντος μάλιστα.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τύπωσιν παρελείφθη κάτι τι· εἶναι καὶ ἄλλα τηλεγραφήματα καὶ ἐκθέσεις ἄλλαι.
§38ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Περὶ τούτου δύνασθε νὰ παραπονεθῆτε εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς «Πρωΐας», ἐξ ἧς ἐγὼ τὸ ἀναγινώσκω. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις πρὸς πληρεστέραν ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι πάντα τὰ γραφέντα καὶ λεχθέντα περὶ στρατιωτικῆς ἐπιδράσεως εἰσὶν αὐτόχρημα μῦθοι, καὶ ὅτι ἐμοῦ πολιτευσαμένου, ὡς ἐξετέθη, καὶ ἀφήσαντος μακρὰν τῆς Ἐπαρχίας πάντας τοὺς φίλους μου, οὐδεμία παρεκτροπὴ ἐγένετο κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν αὐτὴν τὴν ἔνστασιν, δι’ ἧς μεταξὺ τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς προτείνονται ἐν περιπτώσει ἀποστολῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπικαλεῖται τὴν μαρτυρίαν τῶν τε ἐκτελούντων τὰ δασονομικὰ ἐν Εὐρυτανίᾳ χωροφυλάκων καὶ ὅλων τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ τάγματος! Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο, ἢ ὅτι ὅλοι οἱ χωροφύλακες καὶ ὅλοι οἱ ὑπαξιωματικοὶ διάκεινται δυσμενῶς πρὸς τοὺς φίλους μου, εὐμενέστατα δὲ πρὸς τοὺς ἐνισταμένους; Θεωρῶ ἀληθῶς τιμήν μου ὅτι τοιαύτας ἐνστάσεις ἠδυνήθησαν κατὰ τῆς ἐκλογῆς μου νὰ φέρωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ περὶ στρατιωτικῶν ἐπεμβάσεων ἀποτελῶσι τὸ θεμέλιον τῶν ἐνστάσεων, εἶναι ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ ἄλλης φύσεως ἐνστάσεις, ἐξ ὧν τὸ Τμῆμα λαβὸν ἀφορμὴν ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα πληροφορίας ἐὰν ἔχωσι ν’ ἀναφέρωσί τι περὶ τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς: «Ἀριθμὸς 8114. Τῇ 23 Μαΐου 1885. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 117 ἐγγράφου τοῦ Προεδρείου λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς αὐτό, ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον ὑπάρχει ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου σχετικὸν πρὸς τὴν ἐνεργηθεῖσαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας, οὔτε διαμοιβὴ ἀλληλογραφίας περὶ ταύτης ἔλαβε χώραν.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ»
Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπαντᾷ διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου καὶ ὑπ’ ἀριθ. 12406 ἐγγράφου του ὡς ἑξῆς: «Ἀπαντῶντες ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 118 ἐγγράφου τοῦ Προεδρείου, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν αὐτό, ὅτι ἐν τοῖς Ἀρχείοις αὑτοῦ δὲν εὑρίσκεται ἕτερον σχετικὸν πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῆς Εὐρυτανίας ἔγγραφον, πλὴν τῶν ὧδε ἐν ἀντιγράφῳ συνημμένων δύο. Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ
Ὁ Τμηματάρχης
Θ. ΚΟΡΟΜΑΝΤΣΟΣ»
Τὸ ἓν τῶν συνημμένων ἐγγράφων εἶναι τηλεγράφημα τοῦ Ἐπάρχου Εὐρυτανίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχον οὕτω: «Μᾶς ζητοῦσι πιστοποιητικὰ ἐγγεγραμμένων ἐν ἐκλογικοῖς καταλόγοις ψηφοφορῆσαι ἄλλους δήμους ὡς ἀντιπρόσωποι. Δυνάμεθα ἐκδῶσαι τοιαῦτα ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἢ ἀπαιτεῖται ἔνσημος; Ἀπεκδεχόμεθα τηλεγραφικῶς.» Τὸ ἕτερον εἶναι ἐπίσης τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ Ἐπάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχον οὕτω: «Συμπληρῶν ταὐτάριθμον ἀναφοράν μου, πληροφορῶ ὅτι ὁ κ. Βλάσης ἐντεῦθεν μετέβη εἰς Καλεσμένον, ἐκεῖθεν εἰς Κεράσοβον, ἔνθα διέτριβον Ἰταλοὶ μηχανικοί, καὶ διὰ Τετάρνης ἀπῆλθεν εἰς Ἀγρίνιον, Μεσολόγγιον, Ἀθήνας. Τὸ περὶ τοῦ κυρίου Βλάση τηλεγράφημα τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει ὅτι καὶ ἐν ταῖς ἐνστάσεσι καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Τμήματος ὡς ἐν παρόδῳ γίνεται λόγος καὶ περὶ ἐπιδράσεως ἀσκηθείσης διὰ τῆς ἐν ταῖς παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, καὶ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης τῶν συνεδριάσεων ὑμῶν ἡμέρας παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, ἐὰν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἐντεῦθεν ἐστάλησαν μηχανικοὶ εἰς Εὐρυτανίαν, ἢ ἂν διετάχθη ἔστω καὶ μιᾶς ὁδοῦ μελέτη ἢ χάραξις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησε χθὲς, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησίς του, ὅπως θέλετε ἴδει, εἶνε ἀτελής. Τὸ χθεσινὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κύριε Χατζόπουλε, μήπως τὸ ἔχετε;
§39ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἀνελάβετε ἕνα ἀγῶνα ὑπεράνθρωπον, διότι ἐγὼ ὀλίγιστα ἔχω νὰ εἴπω.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω καθῆκον καὶ πρὸς ἐμαυτὸν καὶ πρὸς τὴν Εὐρυτανίαν.
§41ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸν κ. Χατζόπουλον θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ 5 λεπτά.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς· «Κατόπιν τοῦ σημερινοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13868 ἐγγράφου μας, γνωστοποιοῦμεν τῷ Προεδρείῳ ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς κ. Βλάσσης, ὑπέβαλεν ἡμῖν τὰς ἑξῆς πληροφορίας, σχετιζομένας πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῆς Εὐρυτανίας, ἤτοι ὅτι «ἐστάλησαν τρεῖς μηχανικοὶ ἀλλοδαποί, ὅπως μελετήσωσι τὴν ἐθνικὴν ὁδὸν ἀπὸ Καρπενησίου εἰς λιμένα Ἀράπης τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου». Ὁ ἐπιθεωρητὴς οὗτος διέβη διὰ Κερασόβου κατὰ τὴν 31 Μαρτίου καὶ διέταξεν αὐτοὺς νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐκ τοῦ χειμῶνος διακοπείσας μελέτας ἐπὶ τοῦ τμήματος ἀπὸ Καλεσμένου πρὸς Σίδερα τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ, τῆς ἀγούσης ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Καρπενήσιον. Ἐστάλη καὶ τέταρτος μηχανικὸς πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐν Ἀγρινίῳ κακοκαιρίας ἕνεκεν μέχρι τῆς 14 Ἀπριλίου».
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ»
Βλέπετε ὅτι πρόκειται περὶ ἐξακολουθήσεως ἐργασίας ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀρξαμένης, ἕνεκα δὲ τοῦ χειμῶνος διακοπείσης, διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ὁποίας ἐθεώρησε καθῆκόν του αὐτεπαγγέλτως ὁ κ. Βλάσης, ὁ ἀεικίνητος αὐτὸς ἐπιθεωρητὴς τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν· ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ κίνησις τοῦ κ. Βλάση δὲν εἶναι κίνησις ἐκ μέτρου Κυβερνητικοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων προερχομένη. Ἐστάλη δὲ τότε καὶ εἷς μηχανικὸς, ὅστις ὅμως ἔμεινεν ἐν Ἀγρινίῳ ἕνεκα κακοκαιρίας μέχρι τῆς 14 Ἀπριλίου. Ὥστε καὶ εἰς τὰ περὶ δημοσίων ἔργων ἀναφερόμενα μέρη τῶν ἐνστάσεων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμῃ τις περαιτέρω λόγον. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, ὅσα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὰς κατὰ τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας ὑποβληθείσας ἐνστάσεις· διὰ τούτων δὲ ἓν μόνον ἐπεδίωξα, νὰ διαψεύσω μέχρι κεραίας ὅλα τὰ κατὰ τῆς ἐκλογῆς λεχθέντα καὶ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη διεξήχθη ἐν παραδειγματικῇ ἐλευθερίᾳ, ἐν καταχρήσει ἐλευθερίας, ἐν ἀκολασίᾳ ἐλευθερίας ἐπιτραπήτω μοι ἡ φράσις. Καὶ τοῦτο λέγων, ἐνθυμοῦμαι τι, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα. Εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ καταθέσῃ καταγγελίας τινὰς τοῦ Ἐπάρχου Εὐρυτανίας περὶ τῶν κατὰ τοῦ ἐμοῦ συνδυασμοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ τῶν ἀντιπάλων μου ἐνεργειῶν τῶν καθαυτὸ ὑπαλλήλων μου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἐπαρχίας, τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ τηλεγράφημα τοῦτο. «Καρπενήσιον, 1 Ἀπριλίου. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Ἀθήνας. «Κατὰ Νόμον καὶ ἐγκυκλίους παρεκάλεσα Εἰρηνοδίκας καὶ Δημάρχους γνωστοποιῆσαι ὑπαλλήλοις δημοσίοις καὶ δημοτικοῖς νὰ περιορισθῶσιν εἰς ἕδρας καθηκόντων καὶ μοὶ ἀναφέρωσι παρεκτροπὰς ἐν ἐπικειμέναις ἐκλογαῖς. Δήμαρχος Καρπενησίου μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι οἱ δὶς διαταχθέντες ἀπελθεῖν εἰς θέσεις των Κάψας Χρυσόγελης, Οἰκονομίδης καὶ βοηθὸς Ἑλληνικοῦ Σχολείου Φουρνᾶ Ἰωάννης Ἀθανασιάδης διαμένουσιν ἐνταῦθα, ἀναμιγνύμενοι εἰς ἐκλογικά· χθὲς δὲ ἑσπέρας δημοδιδάσκαλος, πλήρους Δημοτικοῦ Σχολείου, Παπανικολάου παρακολουθούμενος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου Γρανίτσα ἀνέγνωσαν ἐν καφενείῳ πρόγραμμα ὑποψηφίων Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐξητωκραύγασαν 10–15 πολῖται ὑπὲρ Ἀντιπολιτεύσεως. Παρακαλῶ ἑπομένως νὰ μοὶ δώσητε διαταγὰς περὶ πρακτέου. Ἔπαρχος Πετιμεζᾶς.» Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀνέγνωσα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀκολασίαν ἐλευθερίας τὴν ἐλευθερίαν, μεθ’ ἧς διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ἐν Εὐρυτανίᾳ. Χαρακτηρίσατε ἤδη ὑμεῖς πρεπόντως, κύριοι βουλευταί, τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀντιπάλων μου, μὴ διστασάντων νὰ παραστήσωσιν ὡς διεξαχθεῖσαν ὑπὸ τὸ κράτος στρατοκρατίας τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας, ἐν αὐτῇ τῇ πρωτευούσῃ, τῆς ὁποίας βλέπετε τὰ ἀτολμότερα καὶ ψοφοδεέστερα τῶν Κυβερνητικῶν ὀργάνων οὕτω θρασέως καὶ ἀνυποστόλως ἀγωνιζόμενα δημοσίᾳ ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἐξήντλησα οὕτω τὴν ἀνασκευὴν καὶ ἀναίρεσιν ἐκείνων ἐκ τῶν ἐν ταῖς ἐνστάσεσι, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἄξια ἀπαντήσεως καὶ ἀνασκευῆς. Δὲν ἐλησμόνησα ὅσα ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς εἶπε περὶ τῆς ἐν Εὐρυτανίᾳ μεταβάσεώς μου, ἀλλὰ καὶ δὲν νομίζω ὅτι ταῦτα εἶναι ἄξια σοβαρᾶς συζητήσεως. Τὴν μετάβασιν Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του, οὔτε νόμος τις ἀπαγορεύει, οὔτε λόγος τις εὔλογος καὶ σπουδαῖος, οὔτε γνωρίζω συνταγματικῶς πολιτευόμενον Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀπαγόρευσις. Γνωρίζω ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι συνταγματικὰ ἔθιμα ἐπιβάλλουσιν ἀλλαχοῦ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ὡς καθῆκον τὸ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, ἵνα λογοδοτῶσι, καὶ ἐν ταῖς τοιαύταις λογοδοσίαις διατυποῦνται συνήθως τὰ πολιτικὰ προγράμματα. Ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἴδω εἰσαγόμενον τὸ σύστημα τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν· ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ βλέπω τοὺς Ὑπουργοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὰς Ἐπαρχίας αὑτῶν καὶ δίδοντας μὲν λόγον τῶν πράξεών των, σπουδάζοντας δ’ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸ φρόνημα καὶ τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, δὲν ἔχω δὲ κανένα δισταγμόν, ὅτι τοιαύτη εἶνε καὶ ἡ ἰδέα πάντων ὑμῶν. Ἐὰν ἐν τῇ παρελθούσῃ ἡμῶν πολιτικῇ ἱστορίᾳ ἔλαβεν ἐφαρμογὴν καὶ κατὰ πόσον τὸ τοιοῦτον, δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω, ἐὰν δηλαδὴ καὶ πότε Ὑπουργοὶ μετέβησαν εἰς τὰς Ἐπαρχίας των, μετὰ διάλυσιν Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι προχείρως, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου κατὰ τὸ 1881 ὁ τότε ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέβη ἐν παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του, καὶ οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ψέξῃ αὐτόν, διότι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τοιοῦτον ψόγον. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἀναδράμωμεν μικρὸν πρὸς τὴν νεωτέραν ἡμῶν πολιτικὴν ἱστορίαν, θέλομεν πεισθῆ ὅτι πολυειδῶς ὠφέλιμον εἶναι τὸ νὰ ἐπισκέπτωνται, καὶ ἐπικειμένων ἐκλογῶν, οἱ Ὑπουργοὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν Ἐπαρχίας. Ὁσάκις ἐν Ἐπαρχίαις Ὑπουργῶν συνέβησαν ἐν ἐκλογαῖς ἐγκλήματα καὶ νοθεύσεις καὶ ἀποκλεισμοί, οὐδέποτε εἴδατε τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, διότι μένοντες εἰς Ἀθήνας ἠδύναντο εὐκολώτερον νὰ διευθύνωσι τὰς παραβάσεις τῶν νόμων. Ἡ εἰς τὰς Ἐπαρχίας αὑτῶν μετάβασις τῶν Ὑπουργῶν εἶναι κατ’ ἐμὲ σπουδαία ἐγγύησις νομίμου καὶ ἐλευθέρας διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς, διότι διὰ τῆς ἐπισκέψεως ταύτης ὁ Ὑπουργὸς καθίσταται ἀμεσώτερον, οὕτως εἰπεῖν, ὑπεύθυνος ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς. Ὁ θέλων νὰ ἐπιβληθῇ νὰ πιέσῃ τοὺς ἀντιπάλους του δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταβῇ αὐτὸς ἐκεῖ, ἀλλὰ φροντίζει καὶ ἐκλέγει τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ καὶ τῶν φίλων του. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἤθελον ἴσως θεωρήσει συγγνωστὴν τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς Ὑπουργοῦ, μὴ προελθόντος ἐκ τῆς Βουλῆς, μηδ’ ἐπὶ μακρὸν ἐν αὐτῇ πολιτευσαμένου, ἀλλὰ ἀποφασίσαντος νὰ γίνῃ βουλευτὴς μόνον καὶ μόνον, διότι συνέπεσε νὰ ἦναι Ὑπουργός. Ὑπ’ ὄψιν ὅμως ὑμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχετε ἐκλογὴν Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἐπολιτεύθη, βλέπετε ἀδιαλείπτως καὶ διαρκῶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπόληψις τῶν συνεπαρχιωτῶν μου ἀπέστελλέ με εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐφ’ ὅλην σχεδὸν δεκαπενταετίαν ἀδιαλείπτως, ὡς ἀντιπολιτευόμενον πάντοτε, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ἀπορία ἐπὶ τῷ ὅτι διὰ τῆς αὐτῆς περιέβαλέ με ἐμπιστοσύνης καὶ ἤδη, πρώτην φορὰν ἐκτιθέμενον ὡς συμπολιτευόμενον καὶ ὡς Ὑπουργόν. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὑμῖν ἐν συνόλῳ διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ ἐλεύθερον καὶ ἀνεπηρέαστον καὶ ἄσπιλον τῆς ἐμῆς ἐκλογῆς. Οὐδόλως ἐνδιαφέρει μοι ἡ ὑπὲρ τοῦ κύρους ἢ κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἀπόφασις δυσμενὴς πρὸς τὴν ἐκλογὴν, θὰ ἦναι ἀπόφασις, ἥτις δὲν θὰ στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον· καὶ οἱαδήποτε μὴ στηριζομένη εἰς τὸ δίκαιον ἀπόφασις δὲν βλάπτει ποτὲ ἐκεῖνον καθ’ οὗ ἐκδίδεται. Ὁμιλοῦμεν κύριοι ἀκαταπαύστως περὶ ἐλευθερίας ἐκλογῶν, καὶ ἐπικαλούμεθα πάντοτε περὶ αὐτῆς κοινοὺς τύπους. Ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν εἶναι μηδὲν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξασφαλίζεται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην κατὰ τὰς ἐξελέγξεις αὐτῶν. Ἐκ τῆς συμπτώσεως τῶν δύο τούτων ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐθύτητος περὶ τὰς ἐξελέγξεις εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρθοποδήσωμεν. Ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ εὐθύτης περὶ τὰς ἐξελέγξεις εἶναι αἱ βάσεις τοῦ Πολιτεύματος. Ἐὰν ὅμως μεταξὺ τῶν δύο τούτων κληθῶ νὰ ἐκλέξω, θέλω ἀδιστάκτως προτιμήσει τὴν περὶ τὰς ἐξελέγξεις δικαιοσύνην, διότι καὶ ὅταν ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν λείψῃ, δύναται ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ εὐθύτης περὶ τὴν ἐξέλεγξιν νὰ μᾶς σώσῃ· ἀλλ’ ὅταν λείψῃ ἡ ἐν ταῖς ἐξελέγξεσι δικαιοσύνη, οὐδὲν δύναται νὰ σώσῃ ἡμᾶς.
§43Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν οὐδέποτε μὲ εὐχαρίστησεν, οὐδὲ μὲ ἔθελξεν, οὐδὲ δύναμαι ποτὲ νὰ ἐντρυφήσω ἐν τῷ τοιούτῳ σταδίῳ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν· ἀπεναντίας, ἀπέφυγα, καὶ τὸ ὁμολογῶ, μέχρι παραλείψεως νὰ συμμετάσχω τῶν ἐργασιῶν τούτων. Ἀλλὰ σήμερον ὑποχρεοῦμαι νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Ὑποχρεοῦμαι ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως πρὸ πάντων τοῦ Τμήματος, ἥτις περιστρέφεται εἰς γεγονότα ἀναμφισβήτητα. Καὶ δὲν ἐνόμισα καὶ ἐγὼ, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρίδῃ ἐκεῖνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ὀλίγου παρέστησεν ὡς ἀνάξια προσοχῆς καὶ ἀνάξια ἐξετάσεως. Θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ Τμῆμα δὲν διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος οὔτε τῆς πολιτικῆς, οὔτε ἀτομικῶν ἐπιδράσεων, ἀλλ’ ὅτι ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὴν γνωμοδότησιν, ἥτις εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εὗρε καιρὸν, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῶν ἐνστάσεων, αἵτινες ἔγιναν παρά τινος πολίτου Εὐρυτανίας, καὶ πρῶτον ἔψεξεν αὐτὰς ὡς ἀστόχους ἀδεξίους καὶ παρακαίρους. Τῳόντι, κύριοι, ἐλαττώματα τοιαῦτα παρίστανται ἔχουσαι κατά τινα τρόπον αἱ γενόμεναι ἐνστάσεις, εἰσὶν ἄστοχοι, ἀδέξιοι καὶ παράκαιροι. Ἀλλὰ εὗρεν, ὅτι αἱ ἐνστάσεις αὗται ἔχουσι καὶ ἄλλα ἐλαττώματα, ὅτι ἔχουσι τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δὲν λέγουσι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λέγωσιν ἐνστάσεις ἐπὶ ἐξελέξεως ἐκλογῆς. Καὶ ἑπομένως δὲν κατηγορεῖ ταύτας μόνον διὰ τὸ ἄστοχον, τὸ ἀδέξιον καὶ τὸ παράκαιρον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἐλάττωμα, ὅτι δὲν περιέχουσι καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ συμβῶσιν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, καὶ ἠκούσατε αὐτὸν, ὅτι παραπονεῖται λέγων μήπως ὁ ἐνιστάμενος λέγει, ὅτι ἐκακοποίησαν ἐκλογεῖς οἱ στρατιῶται; Βεβαίως ἡ ἔνστασις δὲν ἐμπεριέχει τοῦτο· περιέχει ὅμως κἄτι τι ἄλλο καὶ προκαλῶ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τοῖς ἐλαττώμασι τούτοις, τὰ ὁποῖα ἀποδίδει ὁ προλαλήσας, ἀνευρίσκεται τὸ μέγα προτέρημα τῆς ἐνστάσεως ταύτης, ὅτι εἶναι εἰλικρινής, καὶ ἐκ τούτου ὑπάρχει τὸ ἀδέξιον καὶ τὸ ἄστοχον, ἐκ τούτου ὑπάρχει καὶ τὸ παράκαιρον. Τῷ ὄντι καθ’ ὅλην τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς δὲν ἐπροτάθη ἔνστασις· μόνον δύο, τρία τηλεγραφήματα ἠξεύρω, ὅτι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐγένοντο καί τινες ἄλλαι ἀνακοινώσεις παρεκτροπῶν εἴς τινας ἐφημερίδας. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, οὐδεμία ἀληθῶς ἐγένετο ἔνστασις· καὶ ἐγὼ ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου λέγω, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὑπῆρχεν ὁ δισταγμὸς ἐὰν πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν ἐνστάσεις, ὑπῆρχεν ὁ δισταγμὸς, ὑπάρχει, καὶ ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ τί πρὸς ταῦτα; Τί ἄλλο ἀποδεικνύουσι ταῦτα, εἰμὴ ὅτι οὐδὲν ἐπενοήθη πρὸς σκοποὺς ἄλλους, οὐδὲν ἐμπαθὲς ὑπάρχει εἰς τὴν ἔνστασιν, καὶ ὅτι εἰς πάντα ταῦτα ὑπῆρξε πλήρης, οὕτως εἰπεῖν, ἀνορεξία διὰ τοὺς ὑποβάλλοντας τὰς ἐνστάσεις; Ἀλλὰ διότι ὑπῆρξεν ἡ ἀνορεξία αὕτη διὰ λόγους, τῶν ὁποίων εἶναι περιττὴ ἡ ἐξήγησις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὰ γεγονότα ταῦτα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς—αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηρίζον τὴν ἐξέλεγξιν τῆς προκειμένης ἐκλογῆς—οὐδὲ ἠθελήσαμεν ὁ ἐνιστάμενος νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ τεκμήρια πρόχειρα ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἠθελήσατε εἰς πολλὰ νὰ ἐπικαλεσθῆτε αὐτὸν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἠθελήσατε νὰ ἐρωτήσετε, ἐὰν ὁ Ταμίας καὶ ὁ Ἔπαρχος παρεξετράπησαν, καὶ ἐγὼ ἔσπευσα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδὲν παράπονον κατὰ τοῦ Ἐπάρχου ἔχομεν, διότι βεβαίως δὲν συνετέλεσεν εἰς παρεκτροπάς. Ἡ τάξις διετηρήθη, οὔτε ὑπῆρξαν παράπονα κατ’ αὐτοῦ. Βλέπετε μέχρι τίνος βαθμοῦ προβαίνει ὁ ἐνιστάμενος. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παριστῶσι ψεύδη· ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς παρεκτροπὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν παρά τινων ἐκ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας; Ἄλλη εἶνε ἡ τάσις ἡμῶν καὶ τῶν συναδέλφων μας καὶ οὐχὶ ἡ συνήθης τῶν ἐνισταμένων. Ἡ τάσις ἡμῶν συνίσταται καὶ ἔγκειται μᾶλλον εἰς τὴν περιφρόνησιν πρὸς πᾶν μικρὸν καὶ σύνηθες, τὸ ὁποῖον δύναται εὐχερῶς ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων νὰ ποδοπατῇ· καὶ ἂν παρουσιασθῇ παρεκτροπή τις, ἐξετάζομεν πρὸ πάντων ἂν εἶνε ἄξιον ἡμῶν νὰ παραπονεθῶμεν καὶ καταγγείλωμεν, καὶ οὕτω πάντοτε ἐσκέφθημεν. Σκεπτόμεθα ἐπὶ ἐκλογῶν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς καταγγελίαν παρεκτροπῶν εἰμὴ ἐκείνων, αἵτινες εἰσὶν λίαν σκανδαλώδεις καὶ ἀντιβαίνουσιν εἰς θεμελιώδεις κανόνας καὶ νόμους. Τῆς ἀποφυγῆς τῶν παραπόνων καὶ τῶν ἐνστάσεων τὰ ἐλατήρια δύναται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ τὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ διὰ τινος μικρᾶς ἀναδρομῆς εἰς τὸ παρελθόν. Γνωρίζει ὅτι κατὰ τὸ 1879, ὅτε, διαλυθέντος τοῦ συνδυασμοῦ μου, εἶχον μείνει μόνος ἀπέναντι τῶν ἄλλων ὑποψηφίων ἡνωμένων ὅλων, ὑπῆρξαν παρεκτροπαί τινες ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, ἐκ παρεξηγήσεως, ὑποθέτω, τῶν τάσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· τί ἔπραξα νομίζετε; ἓν μόνον τηλεγράφημα ἔστειλα πρὸς τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ τῷ ἐγνωστοποίησα τὰ συμβαίνοντα προσθεὶς ἁπλούστατα: προλάβετε, ἂν ἀγαπᾶτε, τὰς τοιαύτας περαιτέρω παρεκτροπὰς καὶ τὸν μάταιον ἐξευτελισμὸν τῆς διοικήσεως, διότι ἐγὼ δὲν ἀποκλείομαι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν ἀνευρὼν ἐν τῇ ἐνστάσει τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀστοχίας, τῆς ἀδεξιότητος καὶ τοῦ παρακαίρου, ἀνεῦρε καὶ ἐν τῷ σημείῳ τῶν ἀποδείξεων, ἃς ἐπικαλεῖται ὁ ἐνιστάμενος, μέγα τι σφάλμα καὶ σπουδαῖον ἐπιχείρημα ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Εἶπε λοιπὸν, ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν ὑπὲρ τῶν ἐνισταμένων. Καταγγέλλοντες ἐπεμβάσεις ἀξιωματικῶν, ἐπικαλεῖσθε τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Λοιπὸν, ἀφοῦ ἐπικαλεῖσθε τὴν μαρτυρίαν των, ὁμολογεῖτε ὅτι οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἦσαν ὑπὲρ ἡμῶν, ὡσὰν νὰ ἦναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ἦναί τις καὶ ἐπίορκος καὶ ψευδομάρτυς, ἐὰν ἦτον ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων μας. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἠθέλομεν καλέσει καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ εἴπετε ἐπὶ τῇ τιμῇ ὑμῶν ἐὰν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τῶν συναδέλφων σας δὲν ἐπενέβαινε λόγου χάριν ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ τάγματος κ. Γιολδάσης. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔλαβεν εὐκαιρίαν σήμερον, ἣν φαίνεται δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐκφράσῃ καὶ τὰς πολιτικάς του ἰδέας, ἰδέας ἴσως νέας, ἢ τὰς ὁποίας δὲν εἶχε λάβει μέχρι τοῦδε καιρὸν νὰ ἀποκαλύψῃ, καὶ ἑπομένως παρέστησεν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶναι παρεκτροπὴ, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἔχουσιν ὅπως μεταβαίνωσιν οἱ ὑπουργοὶ παρὰ τοῖς συνεπαρχιώταις αὐτῶν καὶ δίδωσι λόγον τῆς πολιτικῆς των. Ἐγὼ καθὼς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κύριος Ζηνόπουλος καὶ οἱ ἄλλοι ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν κινδύνων, ἐσκεπτόμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ στάδιον τὸ ἐκλογικὸν καὶ νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν κἄν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑπουργὸς διατελῶν, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἀποφύγῃ νὰ δώσῃ λόγον τῆς πολιτικῆς του τὸν χειμῶνα εἰς Εὐρυτανίαν χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του οὔτε τὸν χειμῶνα, οὔτε τοὺς χειμάῤῥους, οὔτε τοὺς βράχους. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος δικαίως ἐνησχολήθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅταν τὰ τοιαῦτα συνοδεύωνται καὶ μὲ προηγουμένην τινὰ ἱστορίαν. Ὑπῆρξε προπαρασκευὴ μακρὰ διὰ τὴν Εὐρυτανίαν, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ περατώσῃ μένων ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἐκλογάς· ὑπῆρξεν ἡ προπαρασκευὴ ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς καθ’ ἣν ἓν μέτρον ῥιζικὸν εἶχεν ἀποφασίσει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ πρὸ πάντων πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς ἑαυτοῦ μερίδος. Ἐσκέφθη τότε ὅτι, προϊόντος τοῦ χρόνου, πρέπει νὰ ἐκριζώσῃ τὴν συναλλαγὴν ἐντελῶς, ἐσκέφθη, ὅτι πρέπει νὰ καθαρίσῃ τὸ κόμμα του ἀπὸ πάντων ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον εἶσθαι ἀνάξιοι νὰ τῷ δώσωσι συνδρομὴν περαιτέρω· ὑπὲρ τῆς τελείας ἐκριζώσεως τῆς συναλλαγῆς, νὰ ἀποβάλῃ ἀπὸ τοῦ κόμματος τοὺς Μεσσηνέζην, Κοντογούρην καὶ ἄλλους τινὰς τοιούτους, οἵτινες δὲν ἠδύναντο ἄνευ συναλλαγῆς νὰ συμπράξωσι μετὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ· καὶ ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐκκαθαρίσεως τοῦ κόμματος τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ βεβαίως δὲν ἠδύνατο παρὰ ν’ ἀρχίσῃ μία προπαρασκευαστικὴ ἐνέργεια ἐν Εὐρυτανίᾳ, ἵνα καταλάβωσι πάσας τὰς δημοσίας θέσεις καὶ πᾶσαν τῆς Ἐξουσίας συνδρομὴν ὅσοι ἤθελον παραδέχεσθαι τὸ δόγμα τῆς ἐντελοῦς ἐκριζώσεως τῆς συναλλαγῆς. Ἀλλ’ ἀξίζει τὸν κόπον ν’ ἀπασχολῶ τὰς πολυτίμους στιγμὰς τῆς Βουλῆς, διηγούμενος εἰς αὐτὴν λεπτομερείας τοιαύτας; Καὶ μὴ νομίσῃ τις ὅτι καὶ ἂν ἤθελον ὑπαινιχθῆ τοιοῦτό τι, ὅτι ἐννοῶ κυρίως νὰ μεμφθῶ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ἴσως μάλιστα δύναμαι καὶ ὀφείλω ὅταν ἀναλογίζωμαι τὶ ἐγένετο λ. χ. κατὰ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων, ἴσως ἐπιβάλλεται καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι, ἂν τοιαῦτα φαινόμενα δὲν εἴχομεν ἐν Εὐρυτανίᾳ, τοῦτο ἴσως ὀφείλεται ὅτι παρενέβαινε πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχετο τοιοῦτον ἐκτραχηλισμόν, ἀλλ’ ἐπεθύμει τὰ μετριώτερα. Ἐὰν ἐπεθυμεῖτε τὰ μετριώτερα, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ἀξιότιμε συνάδελφε, ὅτι δὲν ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀναφέρωμέν τινα γεγονότα, ἀφίνοντες τὴν ἐκτίμησιν τῆς ποιότητος αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἀφίνοντες τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠδυνήθητε κατά τι, ἀξιότιμε συνάδελφε, ν’ ἀναιρέσητε τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀποκλεισμὸς ὑποψηφίου ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὄχι μόνον κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν μετ’ αὐτοῦ συναγωνιζομένων. Ἁπλούστατον, κύριοι, εἶνε τὸ γεγονός, φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι δὲν εἶνε παρεκτροπὴ μεγάλη· ἀλλ’ ἂν καλῶς ἐκτιμήσητε τὸ τοιοῦτο γεγονός, ἴσως αἰσθανθῆτε ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῆτε τοὐλάχιστον, ὅπως τοιοῦτο γεγονὸς μηδέποτε ἐπαναληφθῇ. Σᾶς φαίνεται ἆρά γε μικρόν, κύριοι, νὰ γίνεται προσπάθεια πρὸς ματαίωσιν καὶ διάλυσιν συνδυασμοῦ διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς μεταβάσεως καὶ τῆς μὴ παροχῆς ἀδείας εἰς ὑποψήφιον, δικαιωματικῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα ζητοῦντα τὴν ἄδειαν ταύτην; Ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι πρόσωπον συνδυασμοῦ, οἷος ὁ Φαρμάκης, ἔχων τὰς σχέσεις του ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἔχων φίλους καὶ συγγενεῖς εὑρισκομένους εἰς τὴν ἐπαρχίαν, δὲν ἤθελε συνεισφέρει ὑπὲρ τῶν συντρόφων του καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργοῦνται παρ’ ἡμῖν αἱ ἐκλογαί; Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι ἀπαξιῶ νὰ κάμω λόγον· ἀλλὰ τοῦτο μόνον ζητοῦμεν ἀπὸ τοῦδε, νὰ μᾶς ἀφίνετε τοὐλάχιστον νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ τότε μεταχειρισθῆτε τὰς ἐπεμβάσεις σας. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς βλέπωμεν διατεθειμένους τοὺς πρώην κυβερνήτας καὶ ἴσως μετὰ χρόνον τινὰ πάλιν ἀξιοῦντας νὰ κυβερνήσητε τὸν Τόπον, ὅταν σᾶς βλέπωμεν ἐμποδίζοντας τοὺς ὑποψηφίους νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, τότε δὲν πρέπει νὰ ἐκφέρωμεν φωνὴν διαμαρτυρήσεως ἐντεῦθεν, ὅπως περισταλῇ τοῦτο καὶ μὴ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον; Εὑρίσκω, λέγει, ὅτι ὁ δεῖνα ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν· καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἄλλο τίποτε, ἀπαγορεύει εἰς αὐτὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, δὲν δίδει εἰς αὐτὸν τὴν ἄδειαν! Θέλετε νὰ τὸ παρατρέξωμεν; ἢ μήπως ἀξιοῦτε ὅτι αὐτὰ ἦσαν Συνταγματικὰ ὑμῶν δικαιώματα; Εἶνε μία τολμηροτάτη παράβασις, μία καταπάτησις τοῦ Συντάγματος τὸ ν’ ἀφαιρῇ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῆς Βουλῆς, νὰ προδικάζῃ ἓν τοιοῦτον ζήτημα. Καὶ τί προέκυψεν ἐπὶ τέλους; προέκυψε καὶ ὅτι ὁ Φαρμάκης ἔχει τὴν ἡλικίαν τῶν 32 ἐτῶν, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές, καὶ τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων τὸ βεβαιοῖ καὶ οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐπίσης. Μάτην διεμαρτυρόμεθα τηλεγραφικῶς ἡμεῖς μετὰ τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου «ἀφήσατε τὸν Φαρμάκην.» Δὲν δίδετε ἐπίσης τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἀδελφὸν τοῦ κυρίου Ζώτου διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν· σᾶς κοινοποιεῖ διὰ κλητῆρος τὴν αἴτησιν· ἀρνεῖσθε τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν. Ποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμνον ταῦτα εἰς τὴν Ἐπαρχίαν; Ἐν τούτοις παρεστήσατε ὡς δικαίωμα καὶ καθῆκον μάλιστα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Οὗτος εἶνε ὁ πρῶτος λόγος· ἂς εἴπῃ ὅστις δήποτε θέλει, ἂν τοιοῦτος ἀποκλεισμὸς ὑποψηφίου καὶ ἀπομάκρυνσις ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τοὺς ἄλλους. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον· τί τὰς θέλετε τὰς πολλὰς λεπτομερείας; Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ θέσητε τοὺς φίλους σας ἀξιωματικοὺς ἐκεῖ· τοὺς ἐγνωρίζετε τοὺς φίλους σας, καὶ τοὺς εἴχετε τοποθετήσει ἐκεῖ πρὸ καιροῦ. Καὶ ὅταν, ἀξιότιμε συνάδελφε, κατηγγείλαμεν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τὰς τοιαύτας τοποθετήσεις, μὴ νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ παραπλανήσητέ τινα λέγοντες, διὰ τί δὲν ἀνεφέρετε καὶ τὸν δεῖνα, τὸν ὁποῖον δὲν ἐστείλαμεν εἰς Εὐρυτανίαν; Ἀλλὰ θὰ ὑπέθετες πολὺ ἁπλοϊκοὺς τοὺς ἀκούσαντας, ἐὰν ἤθελες νὰ πιστεύσωσιν ὅτι τὸν Γαλῆν λόγου χάριν δὲν τὸν ἔφερες, καίτοι θέλοντα, εἰς ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα καὶ τὸν ἐτυράννεις μακράν· ἀλλ’ ἔκαμες ὑπασπιστὴν τοῦ τάγματος τὸν Γιολδάσην, τὸν ἐξάδελφον τοῦ ὑποψηφίου συντρόφου του. Καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἦναι οἱ ἄλλοι τόσον ἁπλοϊκοί, ὥστε νὰ παραδέχωνται τὰ τοιαῦτα ὡς ἐπιχειρήματα! Συνεκρότησας τὸ σῶμα τῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ ἀξιωματικῶν ὅπως σοὶ ἐνδιέφερε, καὶ ποῖον ἔφερες ὡς ἔμβλημα; τὸν ἀδελφὸν τοῦ συντρόφου σου. Διεμαρτυρόμεθα, ἀλλ’ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις. Ἐδεικνύετε ἓν εἶδος περιφρονήσεως, πείσματος ἀλλοκότου νὰ πράττητε πᾶν ὅ,τι εἶναι χειρότερον· καθ’ ὅσον περισσότερον ἐβλέπετε ἐπιμένοντας τοὺς ἀντιπάλους ὑμῶν, τόσον περισσότερον ἐπεμένετε. Τόσῳ δύσκολον ἦτο νὰ ἄρητε ἓν σκάνδαλον; Ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ τάγματος εἶναι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ καὶ οἷος δήποτε στρατιώτης εὑρίσκετο ἐκεῖ, ἦτο ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀξιωματικῶν τῶν φίλων σας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄνθρωποι ἐπὶ τέλους καὶ αὐτοί. Θέτετε ὑπασπιστὴν αὐτοῦ τοῦ τάγματος, ποῖον; τὸν ἐξάδελφον τοῦ Γιολδάση. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶνε σπουδαῖον τὸ ἐπιχείρημα νὰ λέγητε ὅτι, ἂν δὲν ἐθέτετε αὐτόν, θὰ ἐθέτετε ἕνα ἄλλον; Μά, ἀφοῦ ἡμεῖς σᾶς παρεπονούμεθα κατ’ αὐτοῦ, ἔρχεσθε νὰ μᾶς ἀποδείξητε ὅτι ἡμεῖς παρελογιζόμεθα καὶ δὲν ἐγνωρίζομεν τὰ συμφέροντά μας παραπονούμενοι! Διὰ τί νὰ προκαλῆται αὐτὸς ὁ πάταγος ἐν τῷ τύπῳ; Ἀλλ’ ἐπικαλεῖσθε καὶ ἄλλο. Πῶς ἦτο ὁ Φαρμάκης πρὶν ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ πῶς μετετέθη κατόπιν; Τὰ γνωρίζομεν αὐτά, γνωρίζομεν ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις αἱ προηγούμεναι καὶ ὁποῖαι αἱ κατόπιν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα καὶ ἀπόκρυφα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν πάντοτε εἰς τὰ τῆς Ἐπαρχίας; Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακριβώσῃ τις διὰ τί μέχρι τινὸς ἐποχῆς διετηρεῖτε τὸν Φαρμάκην, ἀλλὰ κατόπιν τὸν ἀπεμακρύνετε;
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ἐρωτήσω τὸν ἴδιον; Μετετέθη, διότι ἦλθεν εἰς διάστασιν πρὸς τὸν Διοικητὴν τοῦ τάγματος· ὁ ἴδιος μοὶ εἶπε νὰ τὸν μεταθέσω.
§45ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δημιουργῶν δικαιολογίας ἀλλοκότους, παρ’ ὀλίγον ν’ ἀξιώσῃ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἔκαμε καὶ ἐπεμβάσεις καθ’ ἑαυτοῦ· ἔκαμεν ἓν ἄλλο εἶδος πρωτοτύπου παρεκτροπῆς καὶ ἐτοποθέτησεν ἐκεῖ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι συνεπάθουν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τοὺς ἀφίνει τοὺς τοιούτους ὑπαλλήλους νὰ ἐπεμβαίνωσιν! Ἀλλὰ τοιαύτην ἀνοησίαν οὐδέποτε θὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς ἀντιπάλους μου. Ὁ Πετιμεζᾶς ὡς Ἔπαρχος ἐφέρθη ἄριστα, ἐσεβάσθη καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἀκριβὲς τὸ ἄλλο— καὶ ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην—ὅτι διατηρεῖται ἐκεῖ κατ’ ἀπαίτησίν μας, ὄχι! Ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσῃ ἴσην τὴν πλάστιγγα, ἐτήρησεν αὐτὴν, ὅσον ἦτο κατορθωτὸν, ὑπηρέτει ἐντίμως καὶ εἰλικρινῶς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν ἐν ὅσῳ διετέλει ἐκεῖ· καὶ εἶχε τὸν τρόπον τὸν κατάλληλον, ἵνα διαθέσῃ τοὺς ἀνθρώπους ὑπὲρ ὑμῶν, ἀξιότιμε συνάδελφε· διότι ἄλλως πως ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος βλάβην μᾶλλον θὰ ἔφερε καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς, διότι γνωρίζετε τὸ ἰδιόῤῥυθμον τῆς Ἐπαρχίας μας, τὸ ἐπὶ τιμῇ δυνάμενον νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτήν. Ὁ Ταμίας δὲν παρεξετράπη, ἀλλ’ ἐννοεῖται δὲν ἠδύνατο ἢ ν’ ἀκούῃ τινὰς εἰσηγήσεις ὑμῶν· ἀλλὰ δὲν εἶνε ἀκριβὲς, ὅτι διατηροῦμεν αὐτὸν ἐκεῖ, ὑπάρχουσι μάλιστα, φρονῶ, λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ μένῃ αὐτὸς ἐκεῖ. Ἀλλὰ τί σημαίνει ἂν εἷς διοικητικὸς ὑπάλληλος δὲν παρεξετράπη εἰς ὑπερβολὴν, καὶ ἂν ἔστω ὑπῆρξε καὶ ἐντελῶς ἴσος πρὸς ὅλους; Ἡμεῖς σεβόμεθα ἑαυτοὺς, δὲν ἔχομεν ποτὲ τὴν τάσιν νὰ συκοφαντῶμεν τινὰ καὶ ἐν οἱᾳδήποτε ὁρμῇ πολιτικοῦ πάθους· οὐδέποτε θὰ ἴδητε τὸ πάθος τοῦτο ἁπτόμενον τῆς ὑπολήψεως προσώπων, οὐδέποτε θέλω ἀποδώσει πρᾶξιν εἰς πρόσωπα, τὴν ὁποίαν νὰ μὴν εἶμαι βέβαιος ἐντελῶς, ὅτι τὴν διέπραξαν, οὐδέποτε μάλιστα ἐγὼ εἰς πρόσωπα δύναμαι νὰ εἶμαι ἀνεπιεικὴς, ἀνεπιεικὴς δύναμαι νὰ εἶμαι μόνον κατ’ ἐμαυτοῦ. Ἂν ψέγω πράξεις πολιτικὰς μετὰ πάθους ἐνίοτε, τὸ πράττω διότι βδελύσσομαι τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διατελεῖ ὁ τόπος ἡμῶν, κατάστασιν, ἡ ὁποία προκαλεῖ σκέψεις καὶ ἀμφιβολίας, ἂν εἶνε βιώσιμος ἡ πολιτεία ἡμῶν. Καὶ ἀνεφέρατε καὶ ἄλλα παραδείγματα ὅτι δὲν μεμφόμεθα ἄλλων ἐν ταῖς ἐνστάσεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπῃνέσαμέν τινας, ὡς λ. χ. τὸν Ὑπομοίραρχον Ταμπούρην. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύουσι ταῦτα εἰμὴ, ὅτι ἡμεῖς συνειθίζομεν νὰ ἀποδίδωμεν μόνον ὅ,τι εἶνε αὐστηρῶς ἀληθές; Ἐπῄνεσα τὸν ἀξιωματικὸν Ταμπούρην, διότι εἰς μίαν περίστασιν, εἰς τὴν πανήγυριν Τατάρνης, ὅπου ἠθέλησαν οἱ παρευρισκόμενοι νὰ κάμουν ὑποδεξίωσίν τινα εἰς ἐμὲ, ἐφέρθη λίαν συνετῶς ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ· διότι δὲν εἶχε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λοῦρος διοικητὴς τοῦ τάγματος, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ὅτι δηλαδὴ, ἐὰν ἦτο αὐτὸς εἰς τὴν Τατάρναν, τὸν Χατζόπουλον ἤθελε διατάξει νὰ τὸν συλλάβουν! Ὁ Ὑπομοίραρχος ἦτο ἐκεῖ παρὼν καὶ ἦτο ἀρκούντως συνετὸς, ὥστε νὰ ἴδῃ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφρόνει ὡς κατορθωτὸν ὁ Λοῦρος, δὲν ἦτο κατορθωτόν. Ἀδιαφορῶ, κύριοι, ἐντελῶς ποία δύναται νὰ ἦναι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καὶ νομίζω ὅτι ἀποδεικνύω, ὅτι οὐδὲν προσωπικὸν ἐνδιαφέρον ὑπάρχει. Παρετηρήθη ἴσως ἄλλοτε ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον, ὅταν ἐλάμβανον ἀφορμὴν νὰ ἀναβοκαταβαίνω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἄν ποτε ἠθέλησα νὰ δράξωμαι εὐκαιριῶν δι’ ἄλλας παρεκτροπὰς, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐν Εὐρυτανίᾳ, ἵνα ἐπιτεθῶ κατὰ προσώπων ἢ Ἐπαρχιακῶν ἀντιπάλων. Μὴ ἐπιδεικνύετε λοιπὸν ὅτι συκοφαντεῖσθε. Οὐδεὶς διενοήθη νὰ σᾶς ἀποδώσῃ ὅ,τι δὲν ἐπράξατε ὑμεῖς ἢ τὰ ὄργανά σας· ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ εἴπητε ὅτι ἐπετράπη ἀκολασία, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο ἐπετράπη, ἀκολασία, καὶ τῷ ὄντι ἀφέθησαν πάντες κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ συναδέλφου, ἀφέθησαν ἐλεύθεροι πάντες νὰ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι ἤθελον. Δὲν πιστεύω, νὰ ἄφησε μόνον τοὺς δημοδιδασκάλους, τὰ δειλότερα, ὡς τοὺς ὠνόμασε, τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, δὲν πιστεύω ὅτι προνομιακῶς εἰς αὐτοὺς μόνον ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν τὴν ἀκόλαστον· βεβαίως γενικὸν μέτρον ἔλαβε τοιοῦτον, ἀφέθη ἐλεύθερος ἐκεῖ ἕκαστος, καὶ ἑπομένως πᾶς ὑπάλληλος καὶ πᾶν ὄργανον εἴτε τῆς διοικήσεως, εἴτε τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας, πᾶς λειτουργὸς τοῦ Κράτους ἀφέθη πάντη ἐλεύθερος διὰ νὰ διαπράττῃ ὅ,τι δήποτε ἤθελε. Καὶ ἴσως ὁ Ὑπουργὸς ἐσκέφθη ὅτι καλὸν θὰ ἦτο καὶ μία εἰρωνεία· ἀφῆκε λοιπὸν ἕνα Δημοδιδάσκαλον νὰ εἶναι ὡς ἰδιώτης ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ δὲν ἔσπευσε νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν, καὶ μάλιστα ἐγένετο ἤδη καὶ πάταγος, ὅτι ἀνέφερεν ὁ Ἔπαρχος περὶ τῶν ἐπεμβάσεων αὐτοῦ τοῦ Δημοδιδασκάλου. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἰδίου μέτρου ἐπίσης ἀφῆκε καὶ τοὺς φίλους του ἀξιωματικοὺς καὶ τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ Τάγματος κ. Γιολδάσην νὰ διαπράττωσιν ὅ,τι ἤθελον. Ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἀκολασίαν νὰ μὴ ἐπιτρέψητε ἄλλοτε, ἀξιότιμε συνάδελφε, οὔτε πολὺ πρόθυμος νὰ εἶσθε εἰς τὸ νὰ δίδετε λογοδοσίαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἂν τυχὸν ἠθέλετε εἶσθαι Ὑπουργὸς, καὶ νὰ μεταβαίνετε πρὸς τοῦτο τὸν χειμῶνα εἰς τὴν Εὐρυτανίαν. Τὸ προτιμότερον θὰ ἦτο ἀντὶ τῆς ἀκολασίας ταύτης, νὰ περιωρίζετο ἕκαστος ὑπάλληλος εἰς τὸ καθῆκον αὑτοῦ, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ μένωσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ νὰ μὴ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς Ἐπαρχίας αὑτῶν. Πρὸ πάντων ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, πρέπει νὰ εἶναι αὐστηρῶς ἀπηγορευμένη ἡ μετάβασις τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς Ἐπαρχίας αὑτῶν. Ἀναθέτω δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν ταῦτα καὶ εἰς ποῖον βαθμὸν δύνανται νὰ ἐπιδράσωσι μὲ τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Ὡς πρὸς τὸν ἕτερον βουλευτὴν κ. Τσιτσάραν δὲν δύναμαι τῷ ὄντι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπέδρασαν οὐσιωδῶς αἱ Κυβερνητικαὶ ἐπεμβάσεις, καὶ ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον ὅ,τι σᾶς εἶπε περὶ αὐτοῦ· διότι αὐτὸς εἶχε συμπαθητικὰς ψήφους, καὶ πᾶσα παρεκτροπὴ Κυβερνητικὴ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Τσιτσάρα. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι μᾶς ἔπερνε καὶ μέσα ἀπὸ τὰς οἰκίας μας ψήφους· ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ εἴπω καὶ δι’ ὑμᾶς, χωρὶς νὰ μειώσω τὴν σχετικὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖτε ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἦτο ζήτημα ἡ ἐπιτυχία σας, ἐκινδυνεύετε νὰ ὑποστῆτε πληρεστάτην ἀποτυχίαν· εἶναι τοῦτο τόσῳ βέβαιον, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἀποφύγω τοιαύτην κρίσιν, μολονότι δὲν ἤμην διατεθειμένος κατ’ ἐλάχιστον νὰ προσκρούσω εἰς τὴν φιλοτιμίαν ὑμῶν.
§46ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συνεφώνησα μὲ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Τμήματος, καὶ δὲν ἐπερίμενα, ὡς ἐνθυμοῦνται καὶ δύο μέλη, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν μέρος τοῦ Τμήματος, δὲν ἐπερίμενα νὰ λάβω οὐδεμίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν καθέκαστον. Ἐκηρύχθην ἀμέσως ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως, καθόσον ἀφορᾷ, πρὸ πάντων μάλιστα, εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Εἶχον δὲ δύο λόγους λίαν σημαντικοὺς καὶ σπουδαίους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἔπρεπε ν’ ἀκυρωθῇ· πρῶτον τὸν λόγον τῆς αὐτοπροσώπου μεταβάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, καὶ δεύτερον τὸν λόγον τῆς ἀρνήσεως ἀδείας ἢ τῆς κατασχέσεως τοῦ προσώπου τοῦ στρατιωτικοῦ ἰατροῦ Φαρμάκη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἔχει τὸ σύστημα νὰ ἐκδίδῃ ὡς μέγας Βεζύρης φετφάδες, καὶ ἕτοιμος, ὡς Σεχουσλάμης, ὁ Λομβάρδος νὰ τοὺς παραδέχεται. Ἀλλὰ μία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀναντίῤῥητος ἀλήθεια, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ, καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν οὐδόλως ὀφείλομεν νὰ μεταβάλλωμεν καθ’ ἑκάστην ἀναλόγως τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Ὅτε κατὰ τὸ 1875, ὡς ὑπουργοὶ διηυθύνομεν ἐκλογὰς, καὶ τὰς διηυθύνομεν τῷ ὄντι ἀμερολήπτως—καὶ ἴσως τοῦτο ἦτο τὸ πρῶτον δέλεαρ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὅπως ἐμπέσω καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι εἰς τὸ ἄγγιστρον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ—τότε ὁ συνάδελφος ἡμῶν Σέρβος εἶχε πληροφορίας καθ’ ἑκάστην, ὅτι τὸ χρῆμα τοῦ Βαλαωρίτου κατέκλυσε τὴν Ἐπαρχίαν, καὶ ὅτι διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἡ ἐκλογή του. Ὁ κ. Σέρβος τότε ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κακοήθειαν, ἥτις ἐκεῖ συνήθως ἀναπτύσσεται, τῆς δωροδοκίας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὁ κ. Σέρβος παρεκάλεσε νὰ τῷ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Πρῶτος ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὁλόκληρον τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶπεν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται, ἑκατοντάκις καὶ ἂν χάσῃ τὴν ἐκλογήν, διότι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μετάβασις ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του εἶναι ἡ πρωτίστη ἐπέμβασις ἀπὸ τὰς ἐπεμβάσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐπινοήσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Καὶ τῷ ὄντι, ὅταν ἀποδίδηται σημασία μεγάλη εἰς τὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρουσίαν μικροῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, πῶς θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὄγκος ὁλόκληρος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας διὰ τῆς παρουσίας ἑνὸς ὑπουργοῦ κατὰ τὰς παραμονὰς ἐκλογῶν δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἐκλογήν; Δὲν ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον τόσον εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῶμεν ἄλλα Συνταγματικὰ Κράτη, καὶ νὰ δίδωμεν λόγον εἰς τὰς Ἐπαρχίας μας, τόσον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι καθὼς καὶ οἱ ὑπουργικοί· ὄχι, τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται, διότι ἄλλος ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς καὶ ἄλλα τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ ἡ ἠθικὴ ἐκείνων τῶν Κυβερνήσεων, καὶ ἄλλος ὁ ὀργανισμὸς ἐδῶ, καὶ ἄλλα τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ ἡ ἠθικὴ κατάστασις τοῦ τόπου αὐτοῦ, μετὰ τὴν διοίκησίν σας μάλιστα. Δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Βουλπιώτης εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπέμνησεν εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι ἡ ἔκθεσις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του, εἶναι εἰδεχθεστέρα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν ἢ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς ὁ ἄλλοτε βουλευτὴς τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας Ζέζας. Ἐὰν εἰς τοῦτο ἔχῃ δίκαιον ἢ ὄχι, ἀφίεμαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τὴν ἰδικήν σας, ἀφίεμαι εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ἐνώπιον τοῦ Τμήματος, ὄχι δι’ ἐμὲ—διότι ἐγὼ ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς λόγους—ἐνώπιον τοῦ Τμήματος ἀνεπτύχθησαν αἱ ἐνστάσεις καὶ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἀντετάχθη κατ’ αὐτῶν. Τί ὡρίζετε ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Τμῆμα; Μετὰ τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς Ζακύνθου. Τί λέγετε ὑμεῖς εἰς τὴν ἔκθεσιν, κ. Βουλπιώτη; Ἐδόθησαν αἱ ἐνστάσεις σας καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπεστηρίχθησαν, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή. Ἂν σήμερον παρουσιάζετό τις καὶ ἀνέπτυσσεν ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ζακύνθου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς σᾶς, ὅτι ἡ ἔκθεσις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐθέσατε τὴν ὑπογραφήν σας, εἶναι εἰδεχθεστέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ Ζέζας. Ἔρχεται ἡ ἄλλη ἔνστασις, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶναι σπουδαία, διότι ἀντεποιήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει μόνη ἡ Βουλή, καὶ ἐποδοπάτησεν αὐθαιρέτως τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐνθυμοῦμαι εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ὁ παλαιὸς νόμος δὲν εἶχε ῥητὴν διάταξιν, ὅτι τὸ Πρωτοδικεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀνακηρύξῃ πάντας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐδόθησαν ἀναφοραί, καὶ προκειμένου νὰ γίνῃ ἐκλογὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, ἠρνήθη τὸ Πρωτοδικεῖον τότε ν’ ἀνακηρύξῃ τὸν ἀοίδιμον Κουμουνδοῦρον ὡς ὑποψήφιον. Τῷ ἠρνεῖτο τότε ἡ Ἐξουσία, ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ἦτο Μανιάτης, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε ὁ Κουμουνδοῦρος ἐκλείσθη εἰς τὴν Ζαρνάταν. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία τότε, μὴ ἐμποδιζομένη ἀπὸ τὸν νόμον, κατέσχε τὴν κάλπην τοῦ Κουμουνδούρου. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία τοῦ κ. Τρικούπη, ἐμποδιζομένη ἀπὸ τὸν νόμον νὰ κατάσχῃ τὴν κάλπην, κατέσχεν αὐτὸν τὸν ὑποψήφιον αὐθαιρέτως, καὶ οὕτως ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Λομβάρδος ἐζήλευσαν τὴν νομολογίαν τοῦ Γουλεμᾶ καὶ τοῦ Ἀχόλου κατὰ τὸ 1868, καὶ ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ μᾶς λέγωσι: Θέλετε νὰ μᾶς φέρητε εἰς τὸ παρελθόν!
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μόνος ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην αὐτῆς τῆς πράξεως· ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην.
§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴθε νὰ ἤμεθα εἰς τὸ παρελθόν· μᾶς ἐσπρώξατε πέραν τοῦ παρελθόντος, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὑπουργοὺς μεταβαίνοντας δημοσίᾳ δαπάνῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν, καὶ Ἐπισκόπους δεχομένους αὐτοὺς καὶ πυροβολοῦντας πρὸς ὑποδοχὴν αὐτῶν. Εἴθε νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ παρελθόν, διότι δὲν θὰ ἤμεθα εἰς τὴν μαρασμώδη κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα. Καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλπιώτης ἓν παράδειγμα. Συνέπιπτε μάλιστα τότε νὰ συνταξειδεύω μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη, μεταβαίνοντος εἰς Πάτρας. Μετέβαινον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, διηρχόμην δὲ τῶν Πατρῶν, ὅπως συντελέσω εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ συνδυασμοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ συνετέλεσα. Τότε ἐγράφομεν καὶ ἠλέγχομεν πικρῶς τὴν μετάβασιν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἀλλὰ τότε ἡ μετάβασις τοῦ κ. Ῥικάκη ἦτο σκανδαλώδης, σήμερον ἡ μετάβασις τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τοῦ κ. Βουλπιώτου εἶναι Συνταγματική, καὶ ἐπικαλοῦνται τὰ ἀγγλικὰ ἔθιμα.
§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ μετέβην τότε, ἀλλὰ δὲν ἐπῆρα οὔτε πλοῖον πολεμικόν, οὔτε ὑπαλλήλους· μετέβην ὡς ἁπλοῦς πολίτης καὶ οὐδ’ ἐπεδεικνυόμην εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὡς ὑπουργός.
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα. Αὐτοὶ λοιπὸν ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἔπεισαν, ὅτι δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω τὰ καθέκαστον. Ἐγνώριζον δὲ τὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὶς μετέβην κατὰ τὰς δημοτικὰς καὶ βουλευτικὰς ἐκλογάς, καὶ οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε πολιτικὸς οὔτε στρατιωτικός, μὲ ἐχαιρέτισεν. Αὐτὴ ἦτο ἡ διοίκησίς σας. Ἀγρία κατάστασις! Καὶ ἐνεπνεύσατε καὶ ἐνετυπώσατε εἰς τοὺς ὑπαλλήλους σας τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον σεῖς οἱ ἴδιοι ἔχετε. Καὶ θέλετε νὰ διστάσωμεν πλέον καὶ νὰ μὴ ἀνεύρωμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἐπράττετε ταῦτα! Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, τὰ καθέκαστον, θεωρῶ ὅμως τὴν μετάβασιν τοῦ ὑπουργοῦ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν κατάσχεσιν τοῦ προσώπου τοῦ ὑποψηφίου ἀπὸ τοῦ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματά του ὡς λόγους λίαν ἰσχυροὺς διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας.
§51ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§52Η. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, δὲν ἔχω παρὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Θὰ εἴπω δὲ δύο λέξεις, οὐχὶ διότι δὲν ἐπιθυμῶ τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ἡ κοινωνία οὐ μόνον πεινᾷ, ἀλλὰ σχεδὸν ἀποθνήσκει ἕνεκα τῆς μαστιζούσης αὐτὴν φοβερᾶς χρηματικῆς κρίσεως, ἀναμένει δὲ τὴν ταχεῖαν νομοθετικὴν παρ’ ἡμῶν συνδρομήν, χάριν τῆς ὁποίας ἐπετέλεσε τὴν ὑφισταμένην μεταβολήν, εἶναι ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐπετελέσθη ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἂν ἀπὸ τοῦ βήματος καταναλισκώμεθα εἰς πανηγυρικὰς καὶ εἰς δικανικὰς ἀγορεύσεις καὶ ἀγῶνας, προσπαθοῦντες οὕτω νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην μας, ἀντὶ νὰ ἀφήσωμεν ἕνα ἢ δύο τὸ πολὺ τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ ἑκάστου θέματος, οἱ δὲ Βουλευταὶ νὰ μορφώνωσι τὴν πεποίθησίν των ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ τὴν πεποίθησίν του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μάλιστα νὰ ἐκθέσῃ καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐσχημάτισε τοιαύτην ἢ τοιαύτην πεποίθησιν, ἀλλὰ τὸ νὰ θέλῃ, κύριοι, δι’ οἱουδήποτε τρόπου νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τῶν ὁμοίων του εἶναι ἄντικρυς ἐγκληματικόν, εἶναι παραγνώρισις τῆς ἀποστολῆς τοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ ἐπὶ τίνων νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του; ἐπὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰς χεῖράς των τὰ αὐτὰ στοιχεῖα, δυνάμει τῶν ὁποίων καὶ αὐτοὶ ἐμόρφωσαν τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην πεποίθησίν των! Λοιπὸν συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτήν, κύριοι, πρόκειται νὰ δικαιολογήσω τὴν πεποίθησίν μου ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐκλογῆς. Τὸ μέτρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζω τὴν βάσιν τῆς πεποιθήσεώς μου, εἶναι τὸ ἑξῆς: ἐὰν ἐπῆλθεν ἐπηρεασμὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος· ἂν δὲν ἐπῆλθεν, εἶναι ἔγκυρος. Ὁ ἐπηρεασμός, κύριοι, ἐπέρχεται ἢ διὰ τῆς βίας ἢ διὰ τῆς διαφθορᾶς· ἡ βία εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ ἡ καλπονόθευσις, ἡ διαφθορὰ εἶναι ἡ δωροδοκία καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Ἐξουσία διὰ διαφόρων παροχῶν, οἷον μέσων συγκοινωνίας κλπ. ὑποσχέσεων πρὸς διάπραξιν ἄλλων ἐπωφελῶν ἔργων καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν, κύριοι, ὡς ἠκούσατε ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας, δὲν ἀπαντᾶται οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἐκ τῶν ἄνω· ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον μ’ ἔπεισεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι αἱ Ἀρχαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἐκλογέων, ἔμειναν ἀμερόληπτοι. Πρώτη τοιαύτη Ἀρχή, κύριοι, εἶναι ὁ Ἔπαρχος, ὁ διοικῶν τὴν Ἐπαρχίαν καὶ ὁ ἀντιπροσωπεύων κυρίως τὴν Κυβέρνησιν, συγχαίρω δὲ τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, διότι δὲν ἐφρόντισαν ἐπὶ ἔτη ν’ ἀλλάξωσι διοικητήν, ὁ ὁποῖος παρεῖχε τὰς ἐγγυήσεις νομίμου διοικήσεως. Τὰ ἕτερα πρόσωπα εἶναι ὁ ταμίας καὶ ὁ ὑπομοίραρχος, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν ἠκούσατε καὶ ἐκ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ ἐκ τῆς ἄλλης, ὅτι παρεῖχον τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς ἀποδυθέντας εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπιτυχόντας καὶ ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς πρέπει νὰ σεμνύνεται ἡ Εὐρυτανία διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, διὸ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας ὡς πρὸς ὅλους τοὺς ἐπιτυχόντας.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ Τμήματος τοῦ ν’ ἀποσταλῇ Ἐπιτροπὴ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν: (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν: (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας καὶ νομίμους Βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. κ. Δ. Χατζόπουλον, Γεώργιον Τσιτσάραν, Γ. Ζηνόπουλον, Δ. Βουλπιώτην καὶ Α. Φαρμάκην, ἔχοντας τὰ παρὰ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ ½ τῆς Μ.