1885.06.03
1.922 στίχοι · 14.733 λέξεις · 76 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 3 Ἰουνίου 1885.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 7 Π. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες κύριοι Βουλευταί. (Προσέρχονται καὶ ὁρκίζονται παρὰ τοῦ ἱερέως ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν κεκανονισμένον ὅρκον τινὲς νεωστὶ ἐλθόντες Βουλευταί.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησαν τὸν λόγον οἱ κύριοι Βουλπιώτης, Δραγούμης καὶ Χριστόπουλος. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§3Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ, εἰ δυνατόν, συνεδρίασιν αὐτῆς τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ἀναποφεύκτους πρὸς ὀρθὴν καὶ δικαίαν ἐκτίμησιν τῶν ἐν τῇ περὶ τῆς ἐκλογῆς Εὐρυτανίας ἐκθέσει τοῦ Τμήματος γραφομένων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ αὐτῆς συνεδρίασιν 1) Κατάστασιν κατ’ ὄνομα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 7 Εὐζωνικοῦ τάγματος, δηλοῦσαν καὶ τὸν χρόνον τῆς εἰς αὐτὸ τοποθετήσεως ἑκάστου. 2) Ὁμοίαν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1881 ἑδρεύοντος ἐν Εὐρυτανίᾳ Εὐζωνικοῦ τάγματος, δηλοῦσαν σαφῶς τὴν ἐποχὴν τῆς εἰς αὐτὸ τοποθετήσεως ἢ προσκολλήσεως ἑκάστου αὐτῶν. 3) Κατάστασιν, δηλοῦσαν τὰς κατὰ τὸ 1885 ἕδρας τῶν λόχων τοῦ 7 Εὐζωνικοῦ τάγματος, καὶ τὰς κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1881 ἕδρας τῶν λόχων τοῦ τότε ἐν Εὐρυτανίᾳ τάγματος. 4) Σημείωσιν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ 7 Εὐζωνικοῦ τάγματος, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον ἐν Εὐρυτανίᾳ εὑρισκομένων. 5) Πληροφορίαν περὶ τοῦ ἂν μετετέθησαν ἀλλαχόθεν εἰς τὸ 7 Εὐζωνικὸν τάγμα ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 18 Ἀπριλίου 1885, καὶ περὶ τοῦ πόσοι μετετέθησαν ἢ προσεκολλήθησαν τοιοῦτοι κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1881 εἰς τὸ τότε ἐν Εὐρυτανίᾳ ἑδρεῦον τάγμα. 6) Ὁμοίαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐκ τοῦ 7 Εὐζωνικοῦ εἰς ἄλλα τάγματα μετατεθέντων ἢ ἀποσπασθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1884 μέχρι 18 Ἀπριλίου 1885. 7) Ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 62,294 ἐ. ἐ. τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν σχετικῶν δικαιολογητικῶν αὐτῆς ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα πρὸς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν Μηχανικῶν ἢ ἐργοδηγῶν, οἵτινες ἐστάλησαν εἰς Εὐρυτανίαν ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου μέχρις 7 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. καὶ τῶν ὁδῶν, ὧν κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα διετάχθη ἐκεῖσε ἡ μελέτη ἢ ἡ χάραξις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ αὐτῆς συνεδρίασιν τῆς ἀπὸ 1 Μαρτίου μέχρις 7 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐπάρχου Εὐρυτανίας περὶ τῆς εἰς τὰ ἐκλογικὰ ἀναμίξεως ἑλληνοδιδασκάλων καὶ δημοδιδασκάλων. Παρακαλῶ δὲ τὸ μὲν Προεδρεῖον ἵνα ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἡμέρας αὐτὴν τὴν σημείωσιν εἰς τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς, τοὺς δὲ κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ζητήσωσιν ἐπίσης αὐθημερὸν διὰ νὰ ὑποβάλωσιν αὔριον, εἰ δυνατόν, τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§5ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν 1) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν κοινοποίησιν τῆς μεταθέσεως τοῦ ὑποτελώνου Χρήστου Κριεκούκη ἀπὸ Τήνου εἰς Ὠρεούς· 2) Νὰ καταθέσῃ ὡσαύτως τὸν φάκελλον τὸν ὁρῶντα τὴν κατάργησιν τοῦ λεγομένου ἰχθυοτροφείου Ἐλευσῖνος. 3) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐξηργυρώθησαν, καὶ πότε ὡρισμένως, τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Κορίνθου καταληφθέντων κτημάτων ἐν τοῖς δήμοις Μεγάρων καὶ Ἐλευσῖνος ἐκδοθέντα ἐντάλματα ἢ τίνα ἐξ αὐτῶν καὶ πότε ὡρισμένως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν 1) Πίνακα τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν κυρίων τῶν ὑπὸ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Κορίνθου καταληφθέντων κτημάτων ἐν τοῖς δήμοις Μεγάρων καὶ Ἐλευσῖνος, περιέχοντα τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων καὶ τὴν χρονολογίαν ἑνὸς ἑκάστου ἐντάλματος. 2) Τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Ἐλευσῖνος γενομένην καὶ ἐξακολουθοῦσαν χάραξιν τῶν ὁδῶν. 3) Νὰ πληροφορήσῃ πότε παρεδόθη τὸ ἀπὸ Κινέτας εἰς Κόρινθον τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν εἰς Κόρινθον ὑπὸ τοῦ κατασκευάσαντος αὐτὸ ἐργολάβου. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· 1) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν τελευταίαν δοθεῖσαν ἄδειαν ἀπουσίας τῷ γραμματεῖ τοῦ Εἰρηνοδικείου Χαιρωνείας. 2) Νὰ καταθέσῃ ὡσαύτως τὰ περὶ τῆς κοινοποιήσεως τῆς μεταθέσεως τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Διῤῥύων εἰς Ἁγίαν Ἄνναν ἔγγραφα, τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάρχοντα. 3) Νὰ πληροφορήσῃ πότε ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν ὁρκισθεὶς ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Βάλτου Δημ. Α. Παπᾶς.
§6ΓΡ. ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὡς Εἰσηγητής, κύριοι, τῆς ἐκλογῆς Μεγαρίδος διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὑπάρχουσιν εἰς τὸν φάκελλον τῆς ἐκλογῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλε τὰς πληροφορίας μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήματος, ἀλλὰ τὸ τμῆμα ἐθεώρησε, καθ’ ὃν χρόνον ἤθελε νὰ προβῇ εἰς τὴν διάσκεψιν περὶ τῆς ἐκλογῆς, ἐθεώρησε, λέγω, δι’ ἑαυτὸ ἐπαρκεῖς τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας εἶχε τότε, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ περιμείνῃ περαιτέρω πληροφορίας. Ὡς πρὸς δὲ τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τῆς ὁδοῦ Ἐλευσῖνος, περὶ ἐνταλμάτων κτλ., νομίζω ὅτι τοῦτο εἶνε περιττὸν, διότι οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς τὸ τμῆμα.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα, διότι ἐφρόντισεν ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ δείξῃ τὸν ὑπερβολικὸν αὐτοῦ ζῆλον, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁπόσον φατριαστικὴ ἐγένετο ἡ ἐργασία αὐτοῦ ὡς εἰσηγητοῦ εἰς τὸ τμῆμα, διότι κατὰ τοῦ τμήματος οὐδὲν ἔχω παράπονον (Θόρυβος).
§8ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακαλέσατέ το αὐτὸ, κ. Βουλευτά· αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις (θόρυβος).
§10Ν. ΔΡΟΣΟΣ. Δὲν θὰ προχωρήσῃ, κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις πρὶν ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.— Τὰ λεχθέντα, κύριοι, ἐλέχθησαν εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν βεβαίως δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπορήσω διὰ τὸ πρωτοφανὲς τοῦτο. Πῶς, ἐνῷ ζητῶ ἁπλᾶς πληροφορίας, ὁ Εἰσηγητὴς ἔρχεται νὰ μοῦ κλείσῃ τὸ στόμα καὶ ν’ ἀποκρύψῃ τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς Βουλῆς, λέγων ὅτι εἶνε περιτταί; Ἐγὼ, κύριοι,—καὶ δὲν μετανοῶ διὰ τοῦτο—δὲν ἠθέλησα νὰ προσέλθω εἰς τὸ τμῆμα καθ’ ὃν χρόνον ἐξητάζοντο ὑπ’ αὐτοῦ τὰ τῆς ἐκλογῆς μου, σήμερον δὲ ζητῶ τὰς ἀναγκαίας πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς πληροφορίας. Εἶχον δὲ δίκαιον ν’ ἀπορήσω, διότι μέχρι τοῦδε οὐδέποτε συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι διὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὁ Εἰσηγητὴς νὰ προτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐγκρίνῃ νὰ δοθῶσιν.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ εἰσηγητὴς εἶπεν ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν φάκελλον.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶπεν ὅτι εἶνε περιτταὶ αἱ πληροφορίαι, διότι ἀνάγονται εἰς ἐνστάσεις μὴ ἐξετασθείσας ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ προσέξητε εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, θέλετε ἴδει, ὅτι ἐνῷ ὁ Εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος λέγει ὅτι δὲν ἐξήτασε τὰς ἐνστάσεις ταύτας, οὐχ ἧττον ἐν αὐτῇ ὑπάρχουσι διατετυπωμέναι ὡς γεγονότα ἀποδεδειγμένα. Καὶ ἐὰν εἰς τὸν κύριον Εἰσηγητὴν δὲν ἐνδιαφέρῃ τὸ πρᾶγμα, διότι, ὡς λέγει, δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, δι’ ἄλλους λόγους προτεινομένην, εἰς ἐμὲ ἐνδιαφέρει, διότι, ἄλλως κρίνων, φροντίζω κυρίως περὶ παντὸς ὅ,τι ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑπόληψίν μου. Λοιπὸν, κύριοι, παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ πληροφορίαι πᾶσαι, τὰς ὁποίας ζητῶ, διότι μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ τμήματος καὶ μετὰ τὴν κατάθεσιν τῆς Ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν τοιοῦτον ἔγγραφον εὗρον ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς ἐκλογῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ κ. Ἀσημάκης Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§15ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ ὀλίγον ἢ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἴσως πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ ἐθνικωτέρα ἐκλογή, ἡ ἐκλογὴ Ὀλυμπίας (θόρυβος). Τὴν ὀνομάζω ἐθνικωτέραν, διότι τοιοῦτον χαρακτῆρα ἀπέδωκεν εἷς μεγαλόσχημος εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην καθήμενος· ἀλλὰ σήμερον βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Διὰ τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν ὅλων τῶν περιστατικῶν, τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ὀλυμπίας, ἔχω ἀνάγκην τῶν ἑξῆς πληροφοριῶν: Παρακαλῶ τὸν μὲν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας καὶ ἔγγραφα: 1) Εἰς τίνα στάσιν εὑρίσκεται ἡ μεταξὺ Παπαλέξη καὶ Δημοσίου περὶ διεκδικήσεως δάσους ἐν Κρησταίνῃ δίκη, καὶ τί ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁριστικῶς ἀπεφάνθησαν τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον. 2) Ἅπαντα τὸν φάκελλον τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως γενομένης κατὰ τὸ 1881 ἢ 1882 ὑπὸ τοῦ Οἰκ. Ἐπιθεωρητοῦ κ. Ἀριστ. Βουδούρη καὶ τὴν ἔκθεσιν, καθὼς καὶ ὅμοιον τῆς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν Ὀλυμπίας γενομένης ἐξετάσεως μετὰ τῆς ἐκθέσεως τούτων καὶ τῆς τοῦ γεωμέτρου Βασ. Παμπούκη. 3) Πόσα ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐξεδόθησαν παρὰ τοῦ Ταμίου Ὀλυμπίας ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 7ης Ἀπριλίου ε. ε., ἐπὶ τίνων χρήσεων καὶ πόσα ἐξετελέσθησαν, καὶ ἐὰν διετέλει ἐν ταῖς φυλακαῖς ὀφειλέτης τις τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν δημοτ. ταμείων κατὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου. 4) Πότε παρῃτήθησαν οἱ Δημόσιοι Εἰσπράκτορες Παν. Δ. Πιπιλῆς καὶ ὁ Ἠλίας Γεωργίου, ὡς καὶ ὁ γραφεὺς τοῦ ταμείου Ἀντώνιος Ἀμπαριώτης. Τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ 1) Κατὰ πόσα χιλιόμετρα ἐμηκύνθη ἡ διὰ Λαύδα διεύθυνσις τῆς ἀπὸ Ἀνδριτσαίνης εἰς Μεγαλόπολιν ἁμαξητῆς ὁδοῦ, τίς ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ τὰ τυχὸν ὑπερβάλλοντα χιλιόμετρα τῆς ἕνεκα Λαύδα μεταβολῆς τῆς γραμμῆς, ἐὰν ἐπεράτωσαν οἱ Γάλλοι Μηχανικοὶ τὸ σχεδιόγραμμα τῆς γεφύρας Ἀλφειοῦ καὶ τίνα δαπάνην προϋπολογίζουν, πότε ἀκριβῶς ἤρξαντο τῆς διαχαράξεως τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύργου εἰς Ἀνδρίτσαιναν, καὶ ἐὰν οἱ Γάλλοι οὗτοι ἐπελήφθησαν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἄλλης μελέτης ἢ ἐργασίας ἐπὶ Δημοσίων ἔργων, πλὴν τῆς περὶ γεφυρώσεως τοῦ Ἀλφειοῦ μελέτης καὶ τῆς διαχαράξεως τῆς ὁδοῦ Πύργου μέχρις Ἀνδριτσαίνης. 2) Νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ τῆς παύσεως τοῦ πρώην δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Σκιλλοῦντος Χρ. Κανάκη ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ δὲ τῆς ἐξελέγξεως τοῦ εἰσπράκτορος τούτου καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Δημάρχου τοῦ ὁμωνύμου Δήμου Μιλτ. Κουκοπούλου ὡς πρὸς τὸ ἀντίτιμον ἐκποιηθέντος δημοτικοῦ τινος κτιρίου, ἐὰν κατέθεσεν οὗτος τὰ χρήματα ταῦτα, ποῦ καὶ πότε. 3) Πότε ἀκριβῶς ὡρκίσθη καὶ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του ὁ ἀστυνόμος τοῦ Δήμου Φυγαλείας Νικ. Παπαναστασίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ 1) Πόσους μάρτυρας κατηγορίας καὶ πόσους ὑπερασπίσεως ἐξήτασεν ὁ ἀνακριτὴς Κυπαρισσίας εἰς τὴν κατὰ Δημάρχου Ἁγ. Μουσαμᾶ καὶ τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Θεοφιλοπούλου κατηγορίαν, ἐφ’ ἧς τὸ ὑπ’ ἀριθ. (Βούλευμα τῶν αὐτόθι Πλημμελειοδικῶν ἐξεδόθη. 2) Ἐὰν κατηγγέλθη τις ἐκ τῶν ἐκ τοῦ Δήμου Ἀνδριτσαίνης ἱερέων, καὶ τίς οὗτος, δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις. Τὸν δ’ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλῶ 1) Νὰ ὑποβάλῃ τὴν σχετικὴν περὶ συστάσεως τοῦ σταθμοῦ τῆς χωροφυλακῆς Ἀρήνης διαταγὴν, καὶ τὴν σχετικὴν περὶ τούτου ἀλληλογραφίαν τῆς ὑπομοιραρχίας Ὀλυμπίας καὶ μοιραρχίας Μεσσηνίας μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν περὶ συστάσεως ὁμοίου σταθμοῦ ἐν Κρεμαίνῃ, καὶ ἐὰν συνέστη ἄλλος τις σταθμὸς πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἢ μετ’ αὐτήν. 2) Ἐὰν ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ πεζικοῦ Ἀντώνιος Σταθόπουλος εἶνε κάτοικος Ὀλυμπίας ἢ ἄλλης πόλεως, καὶ πόσα ἔτη ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατῷ. Παρακαλῶ τὸ μὲν Προεδρεῖον αὐθημερὸν ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα τὴν σημείωσίν μου αὐτὴν, τὰ δὲ Ὑπουργεῖα νὰ ζητήσωσι τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ τὰ ἔγγραφα αὐθημερὸν καὶ τηλεγραφικῶς διότι ταῦτα ἀνάγονται εἰς γραφεῖα, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν.
§16ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τί περιλαμβάνει ἡ σημείωσις αὐτή.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Εἶνε περιττόν.
§18ΧΟΪΔΑΣ. Αὐτὸ διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε· δὲν γνωρίζω ἐγὼ ὅτι ὑπάρχουσι μικρόσχημοι καὶ μεγαλόσχημοι. Λοιπὸν ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Ὀλυμπίας αὐτὸ καὶ τί σχήματα εἶνε αὐτὰ τὰ γεωμετρικὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς κάμνει (θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἴπομεν ὅτι κακῶς ἐῤῥέθη αὐτό.
§20ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἂν θὰ τὸν ὀνομάσω μεγαλόσχημον... (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ δὲν γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. — Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μοὶ φαίνεται ἐζήτησε τὸν λόγον.
§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ ἐνιστάμενοι, κ. Πρόεδρε, κατὰ τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου κατήγγειλαν τὸν ὑπενωμοτάρχην Νεροῦτσον ὅτι παρενέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν, καὶ ὡς κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ φέρουσιν ὅτι ὁ ὑπενωμοτάρχης αὐτὸς ἐζήτησε νὰ συλλάβῃ εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ. Πετσάλη ἕνα φυγόδικον Μαλάμον. Ἐξεδόθη βούλευμα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα κατὰ τοῦ ὑπενωμοτάρχου Νερούτσου, τοῦ ζητήσαντος νὰ συλλάβῃ τὸν φυγόδικον Μαλάμον καὶ πάντα τὰ σχετικὰ καὶ συναφῆ ἄλλα ἔγγραφα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§23Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγεται εἰς τὴν ἐκλογὴν Ξηροχωρίου ἢ μᾶλλον διὰ τὰ ἐν αὐτῇ τελεσθέντα ὄργια ὅτι ἐξεδόθησαν παραπεμπτικὰ βουλεύματα κατὰ διαφόρων ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· ἐλέχθη πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ κατὰ τοῦ κ. Παναγ. Γενναδίου. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἁρμοδίως ἀντίγραφα τῶν τοιούτων βουλευμάτων, νὰ τὰ καταθέσῃ δὲ εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἐγκαίρως πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὰς κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§25Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Κεφαλληνίας νὰ ἀποστείλῃ τὰ βουλεύματα, τὰ ἐκδοθέντα ἐπὶ διαφόρων μηνύσεων κατὰ διαφόρων Κεφαλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν Κραναίας, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενον τὸ Τμῆμα ἀπεφάσισε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του· διότι τὰ βουλεύματα ταῦτα εἶναι λίαν ἀναγκαῖα ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς γενομένας ἐνστάσεις.
§26ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς συλλήβδην νὰ καταθέσωσι τὰς ἐπιστολὰς τῶν κυρίων Βουλευτῶν, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν νὰ διορισθῶσι διάφοροι ὑπάλληλοι· ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἐπιστολαὶ τοιαῦται ἐπὶ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν, καὶ θὰ ὑπάρχωσι βεβαίως...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἐδῶ ζητοῦνται ἔγγραφα ἀφορῶντα τὰς ἐκλογὰς, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή.
§28ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ μοὶ ἀποστείλῃ τὴν σημείωσιν περὶ τῶν γενομένων ἐπερωτήσεων καὶ τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, διὰ νὰ ζητήσω τηλεγραφικῶς τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγγράφων ὅσα ἐζήτησαν οἱ κύριοι Βουλευταί.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω βουλεύματα ἐζητήθησαν περὶ τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καὶ ἐπίσης διάφορα βουλεύματα διὰ τὴν ἐκλογὴν Κραναίας. Περὶ τούτων θὰ σᾶς ἀποστείλωμεν καὶ ἐγγράφως σημείωσιν. Ἔχει ἄλλος κανεὶς καμμίαν ἄλλην παρατήρησιν;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐκλογῆς, ἥτις εἶναι ἡ τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, κύριε Γραμματεῦ, ἀναγνώσατε τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος. (Εἷς τῶν Γραμματέων ἀναγινώσκει τὸ διατακτικὸν ἔχον ὡς ἑξῆς· «Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων Βουλευτῶν τῶν κατ’ αὐτὴν πλειονοψηφησάντων Εὐθυμίου Βατζιᾶ καὶ Ἀποστόλου Φελέππου»).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§33ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§35Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀγυιᾶς ἀπαντᾷ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς τῆς περιφερείας τοῦ Νομοῦ Λαρίσσης. Τὸ Τμῆμα ἐπισταμένως ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦτο· μέλη μάλιστα τινὰ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ τυπικὴ αὐτὴ ἔλλειψις φέρει αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς ἄνευ ἄλλης ἐξετάσεως τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται πρὸς τὴν ἐν γένει διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογικῶν ἐργασιῶν. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Εἰσηγητὴς, παρεδέχθη τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἐν τῇ ἐκθέσει παρατηρεῖ ἐν τούτοις, ὅτι κατὰ τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἕνεκα ὀλιγωρίας τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐγεννήθη τὸ ἄτοπον νὰ καταρτισθῶσιν αὗται κατὰ τρόπον ἀλλοῖον ἢ οἷον ὁρίζει ὁ ἐκλογικὸς Νόμος· ἀλλ’ ὁ καταρτισμὸς οὗτος, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ἐπιφέρει τὴν ἀλλοίωσιν τοῦ γνησίου ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς, δὲν δύναται αὐτὸς μόνος ν’ ἀποτελέσῃ ἰσχυρὸν λόγον πρὸς ἀκύρωσιν. Τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονεῖ ταῦτα ἡ πλειονοψηφία, καὶ ὁ Εἰσηγητὴς ἐκθέτει ἐν τῇ ἐκθέσει. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἄλλη λύσις εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, ὡς δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἄλλη λύσις, ὅταν ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις δι’ οἱανδήποτε παράβασιν ὁρῶσαν εἰς διατύπωσιν περὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογικῶν ἐργασιῶν. Αἱ διατυπώσεις, αἵτινες ὡρίσθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ὡρίσθησαν, ἵνα προλάβωσι πάντα ἐνδεχόμενον δόλον καὶ πᾶσαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ὅταν ὁ δόλος οὗτος εἰς συγκεκριμένην περίστασιν δὲν προκύπτῃ, τὸ Τμῆμα φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀκύρωσιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ Νομολογία καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τῶν Γαλλικῶν Σωμάτων, θὰ ἦτο δὲ ἄδικον μόνον διὰ μίαν τυπικὴν παράβασιν νὰ παρορᾶται τὸ ὁμολογουμένως γνήσιον ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, καὶ νὰ διατάσσηται ἡ ἐπανάληψις ταύτης. Πρὸ πάντων διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ζητεῖται ἀποτέλεσμα ἄδολον, τὸ γνήσιον τῆς βουλήσεως τῶν ἐκλογέων. Τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικὸν καὶ στηρίζεται εἰς διάφορα διδόμενα, ἅτινα ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν της. Εἰς ἄλλας ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα ἐπὶ ἄλλων ἐκλογῶν, εἰς ἃς ἀπαντᾷ τὸ αὐτὸ ζήτημα, παρετήρησα ὁμοίαν λύσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ὑπάρχουσιν ὅμως καί τινες ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων διαφωνοῦντες, καὶ περιμένω ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους, εἰς οὓς στηρίζονται, διὰ νὰ συζητήσω εὐρύτερον τὸ ζήτημα· διότι ἤδη δὲν πράττω ἄλλο, ἢ νὰ ἐκφράσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τίνων προσώπων; Εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι;
§37ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ πρόσωπα (θόρυβος). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν κατηρτίσθησαν νομίμως καὶ εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὑμᾶς, ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, τώρα ἐὰν τὰ μέλη τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ ὄχι, ἢ εἶναι πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, τοῦτο ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν κατάστασιν αὐτῶν τούτων (θόρυβος). Παρατηρήσατε τὴν ἐκλογὴν Ἁγυιᾶς· ἐὰν αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ κατηρτίσθησαν ἐκ δόλου, κατηρτίσθησαν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπετέλουν ὁ Στεφανίδης μετὰ τοῦ συντρόφου του. Ἐὰν ἐπέδρασαν αὐταὶ αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν ἐκλογέων, ἡ ἐπίδρασις βεβαίως ἐγένετο ὑπὲρ αὐτῶν, οἵτινες ἀπέτυχον· ἑπομένως οὐδαμῶς μετεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτυχόντας, καθ’ ὧν ἐστράφη καὶ πρὸς βλάβην τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ παράβασις τοῦ νόμου.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οὐσιαστικόν.
§39ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βέβαια. Λοιπὸν πῶς θέλετε εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν βλέπετε προφανῶς ὅτι ὄχι ἐκ δόλου, ἀλλ’ ἐξ ὀλιγωρίας τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν κατηρτίσθησαν παρανόμως αἱ Ἐπιτροπαὶ, ὧν ὁ καταρτισμὸς οὐδὲν ἔσχεν ἀποτέλεσμα ὑπὲρ ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἐγένοντο, πῶς θέλετε νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή; Νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν ταύτην καὶ νὰ διατάξητε τὴν ἐπανάληψίν της; Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος.
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, ἃς διατρέχομεν, φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχεῖαν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὰ νομοθετικὰ ἡμῶν ἔργα· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ δικάσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ προσέξωμεν μὴ τυχὸν εἴτε ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαισθήτου πολλάκις συμπαθείας ὑπὲρ προσώπων, εἴτε ἐκ λόγων κομματικῶν, εἴτε ἐξ ἄλλων οἱωνδήποτε λόγων, ἐπικυρώσωμεν ἐκλογὰς ἀκύρους ἢ ἀκυρώσωμεν ἐκλογὰς ἐγκύρους. Εἰς ἐμὲ ἐπεβάλετο τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω τὸν λόγον εὐθὺς μετὰ τὸν κ. Εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, διότι καὶ μειονοψηφῶν ἐν τῷ Τμήματι ἤμην, καὶ πρῶτος ἐκ Βόλου κατήγγειλα εἰς τὸν τύπον τὰς διαπραχθείσας ἐκλογικὰς ἀκυρότητας, περὶ ὧν πρόκειται. Ἡ ἐκλογὴ Ἁγυιᾶς, ἐρχομένη πρώτη εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, παρουσιάζει τοῦτο τὸ σπουδαῖον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τοὺς ὁποίους θὰ διαγράψωμεν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ἁγυιᾶς, πρόκειται νὰ δικάσωμεν τὰς ἐκλογὰς τοῦ Νομοῦ Λαρίσσης, ἐκλογὰς πέντε Ἐπαρχιῶν· ἡ συζήτησις λοιπὸν αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς συζήτησις ἐκλογῶν πέντε Ἐπαρχιῶν, ἤτοι τοῦ Νομοῦ Λαρίσσης. Καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, διότι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ εἶναι μὲν Σῶμα δικαστικόν — δικαστήριον ἐνόρκων — ἀλλ’ εἶναι καὶ δικαστήριον πολιτικὸν, ὀφείλει δὲ νὰ ἀνευρίσκῃ τὰς λαβούσας χώραν ἀκυρότητας, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποδοκιμάζῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, τὰς Ἀρχὰς ἐκείνας, αἵτινες συνετέλεσαν εἰς νόθευσιν τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Περὶ τούτου, καθ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις καὶ εἰς τοὺς συγγραφεῖς. Ἀλλὰ πρὸς περισσοτέραν κατανόησιν τοῦ ζητήματος τούτου ἀνάγκη συντόμως νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν γενικῶν κανόνων, οἵτινες διέπουσι τὰ τῶν ἐκλογικῶν ἀκυροτήτων, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰδικῶν νόμων, οἵτινες ἐκανόνισαν τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, Βουλευτικάς τε καὶ Δημοτικάς· διότι ἐκεῖθεν θέλομεν ἀρυσθῆ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλει ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς λύσιν τοιάνδε ἢ τοιάνδε. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος διαιρεῖ λίαν διακεκριμένως εἰς δύο κατηγορίας τοὺς ἐκλογικοὺς τύπους· εἰς ἐκλογικοὺς τύπους, οὕτως εἰπεῖν, συνταγματικούς, οἵτινες εἶναι καὶ ἀμετάβλητοι ἄλλως ἢ διὰ συντακτικῆς συνελεύσεως, καὶ εἰς ἐκλογικοὺς τύπους μεταβλητοὺς διὰ νόμου. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ἀνήκει ὁ τύπος τῆς καθολικῆς, τῆς ἀμέσου, μυστικῆς καὶ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, καὶ προσέτι τοῦ συγχρόνου τῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἐκλογικοὶ τύποι, τοὺς ὁποίους ἐκανόνισεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς λοιπὸν τύπους τούτους, δηλαδὴ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἔχομεν τριῶν εἰδῶν ἐκλογικὰς διατάξεις· ἔχομεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ὅτι εἶναι λίαν οὐσιώδεις καὶ ὅτι δύνανται νὰ φέρωσι καὶ ἀκύρωσιν ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τοὺς οὐσιώδεις ἐκλογικοὺς τύπους, περὶ τῶν ὁποίων ὁ νομοθέτης ἔλαβεν ἰδιάζουσαν πρόνοιαν, καὶ οὓς ἐθεώρησεν ὡς ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, καὶ προσέτι ἑτέρους ἐκλογικοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησεν ὁ νομοθέτης καλὸν νὰ διαγράψῃ, οὐχὶ διότι ἐθεώρησεν αὐτοὺς ἀπαραιτήτους, ἀλλὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν· ἡ παράβασις δὲ τῶν ἐπουσιωδῶν τούτων τύπων τότε μόνον φέρει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ἐξ αὐτῆς ἠλλοιώθη οὐσιωδῶς τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα. Περιττὸν νὰ εἴπω, ὁμιλῶν πρὸς τοιοῦτον ἀκροατήριον, ὁποίας προφυλάξεις ἔλαβεν ὁ νομοθέτης πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, πρὸς σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, μετὰ πόσης προνοίας ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὕπαρξιν πρακτικῶν συντεταγμένων παρὰ προσώπων ἁρμοδίων καὶ νομίμως ἐκλελεγμένων. Περιττὸν ἐπίσης νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν ἔθεσεν εἰς ἴσην μοῖραν ὅλας τὰς ἐκλογικὰς διατυπώσεις, καὶ ὅτι τὴν αὐτὴν ἐπίσης ἀξίαν ἔχει ἡ κατ’ ἀλφαβητικὴν σειρὰν τοιαύτη ἢ τοιαύτη τῶν καλπῶν κατάταξις, οἷαν ἡ νόμιμος σύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ εἶναι δυνατόν τις νὰ παραδεχθῇ ὅτι, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ γνησίου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ νομίμως συντεταγμένος ἐκλογικὸς κατάλογος, ἢ ἐὰν ἐγένετο νομίμως ὁ καταρτισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, καὶ ἂν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἐντιμότατοι ἄνδρες, ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε ἐκ κακοβουλίας εἴτ’ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἐὰν εἰσεπήδησαν, λέγω, οὗτοι καὶ ἐξεπλήρωσαν τοὺς τύπους, δύναται τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ὡς οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχον ἐπὶ τῆς ἐνεργηθείσης οὕτω ἐκλογῆς; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἄνευ πρακτικῶν συντεταγμένων παρὰ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ στηριχθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνακήρυξιν, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὴν οὐσίαν καὶ παραλείπω νὰ ἐξετάσω τοὺς τύπους τούτους; Ἴσως τὸ εἴπητε, εἶσθε ἔνορκοι· ἀλλ’ ἐὰν ἀκούσητε τοὺς συγγραφεῖς, ἐὰν ἐξετάσητε τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου, δὲν πρέπει νὰ τὸ εἴπητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ διακρίνητε οὐσιώδεις καὶ ἐπουσιώδεις ἐκλογικοὺς τύπους· καὶ ἐὰν μὲν εἴπητε τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω, τότε κατ’ ἀνάγκην θέλετε προβῆ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς καὶ ὅλων τῶν ἐκλογῶν τοῦ Νομοῦ Λαρίσσης ἀδιακρίτως ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ἐὰν ταῦτα εἶναι συμπολιτευόμενα ἢ ἀντιπολιτευόμενα· ἐὰν δὲ εἴπητε τὸ δεύτερον, τότε κατ’ ἀνάγκην θέλετε εἰσέλθει εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἀκυρότητος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Μετὰ τοὺς γενικοὺς τούτους κανόνας κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς εἰδικοὺς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νόμους, ἵνα μὴ μείνῃ εἰς οὐδένα ἡ ἀμφιβολία, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρεβιάσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος· διότι ἀσχέτως ὡς πρὸς τὴν ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς μένει ἡ τριπλῆ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πολιτική, ἡ ποινικὴ καὶ ἡ ἀστική. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην περὶ τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων, ἃς ἐγὼ ὑπέδειξα, ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐν μέρει λόγον παραιτηθεῖσα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ εὐθὺς ὡς καταρτισθῇ. Ἐκτὸς ταύτης μένουσι καὶ αἱ δύω ἄλλαι, ποινικὴ καὶ ἀστική, περὶ τῶν ὁποίων δὲν κάμνω λόγον σήμερον, ἐκτὸς ἐὰν παρά τινος ἀμφισβητηθῇ ἡ ὕπαρξις τοιούτων εὐθυνῶν. Τίνες λοιπὸν εἶνε οἱ εἰδικοὶ νόμοι, οἵτινες διέπουσι τὸ ζήτημα τοῦτο; Ὁ πρῶτος νόμος εἶνε ὁ περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου ἕκτου, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἢ ἴσως ὅλοι καὶ ἐπανειλημμένως ἀνεγνώσατε, ἐκανόνισεν εἰδικῶς τὰ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ τῶν Τμημάτων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς πρώτας δημαιρεσίας· κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἐκανόνισε τὴν περίπτωσιν ἐκλογῆς τινος ἐνδεχομένης πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καθὰ ὁ ἐκλογικὸς νόμος κελεύει· ἐπέτρεψεν, ἐξαιρετικῶς πάντοτε, ὡς ἐκ τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, ἥτις παρουσιάζετο, ἐὰν δὲν εἶχε γείνει ἀναθεώρησις τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, νὰ γείνωσιν αἱ ἐπαναληπτικαὶ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ τὰς δημαιρεσίας, ἤτοι τῶν αὐτῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τῶν αὐτῶν τμημάτων καὶ τῶν αὐτῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου ἕκτου ἔχετε τὸ ἄρθρον 16, τὸ ὁποῖον μεγάλην ἔχει σημασίαν. Τοῦτο εἶνε πρόσθετον· δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· τὸ προσέθηκεν ὁ τότε ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 18 Μαρτίου 1882, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς Καλαμπάκας καὶ Τζουμέρκων, ἐκλογῆς τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἠκύρωσε. Περιττὸν νὰ εἴπω διατί καὶ πῶς... Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν (ἀναγινώσκει). «Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ ἄρθρον 16». Τί λέγει τὸ ἄρθρον 16; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω καὶ τοῦτο, διότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲν εἶχον προσέξει μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν (ἀναγινώσκει). Περιττὸν κρίνω ν’ ἀναπτύξω τὸ κείμενον, ὅπερ εἶνε σαφέστατον· εἶνε εἰδικὴ διάταξις διὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Αὕτη δὲ συμφώνως καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τῆς 20 Ἀπριλίου 1882. Καὶ βραδύτερον ἐψηφίσθη ὁ ἀπὸ 16 Ἰουνίου 1882 νόμος, δι’ οὗ ἔλαβε νόμου ἰσχὺν τὸ ἀπὸ 20 Ἀπριλίου 1882 Διάταγμα διὰ τὴν περίστασιν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν ἕνεκεν τοῦ ἄρθρ. 96 § 1 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Μετὰ ταῦτα κατωρθώθη μετὰ πολλοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ἀγῶνας νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐκδώσῃ τὸ ἀπὸ 5 Μαΐου 1883 Διάταγμα περὶ δημοτικῶν περιφερειῶν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἐκδώσῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἐξέδωκεν ὅμως μετὰ διετίαν, ἀφοῦ ἐβιάσθη ὑφ’ ἡμῶν καὶ συνέβησαν ἐνταῦθα ὅσα συνέβησαν. Συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐξεδόθη καὶ τὸ Διάταγμα τῆς 11 Ἀπριλίου 1883, τὸ ὁποῖον εἶνε σπουδαιότατον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀκριβῶς εἶνε αὐτὸ τὸ πολυθρύλλητον Διάταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηρίχθη, ὡς θέλω ἀποδείξει, ἡ τέως Κυβέρνησις καὶ προέβη εἰς τὰς παρανομίας. Μέχρι τινὸς πολὺ ἀδίκως ἐμεμφόμην τὸν Νομάρχην Λαρίσσης ὡς πρωταίτιον τῶν συμβάντων· ἀλλ’ ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἰδίως ἐκ τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς ἐκλογῆς Λαρίσσης ἐπισήμων ἐγγράφων, μὲ ἔπεισεν, ὅτι ὁ Νομάρχης εἶνε τὸ θῦμα καὶ ἐξετέλεσε μόνον τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐστηρίχθη εἰς τοῦτο τὸ Διάταγμα καὶ προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τῶν αὐτῶν τμημάτων. Δὲν ἄφησε δὲ καὶ τὰς αὐτὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ διώρισεν ἄλλας ὀλίγας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἡμέρας, ὥστε ἔχομεν παράβασιν παραβάσεως. Οἱ διορισμοὶ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἶδον ἐντύπους, ἀναφέρονται εἰς τὸ Διάταγμα τῆς ἑνδεκάτης Ἀπριλίου. Τί λέγει δὲ τοῦτο; (ἀναγινώσκει). Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς λέξεις «ὡς πρὸς τὰς πρώτας δημαιρεσίας». Ἄλλη παράβασις παραβάσεως παραβάσεως, διότι πολλοὶ διορισμοὶ τῶν μελῶν ἐγένοντο τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν. Τότε ἔλαβον τὰ μέλη τοὺς διορισμούς των, διώρισαν δὲ καὶ ἕνα ἀντιπρόσωπόν μου εἰς ἓν τμῆμα πολὺ ἀπέχον τοῦ Βώλου ἐν τῷ τμήματι Μυρεσίου, καὶ κατὰ τὸ λέγειν αὐτοῦ μεγάλως ἐζημιώθην ἐκ τούτου· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγὼ δὲν ἐζημιώθην, ἡ παράβασις ἐγένετο καὶ εὑρέθη ἄλλος τις κύριος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ μὲ ἀντιπροσωπεύσῃ. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς Βώλου, ἀλλὰ παρεμπιπτόντως κάμνω λόγον περὶ αὐτῆς, διὰ νὰ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τοῦτο. Αὐτὸ εἶνε τὸ Διάταγμα καὶ σᾶς τὸ ἀναγινώσκω, διότι ὡς εἶχε διαδοθῆ, ἐγένετο περὶ τούτου καὶ γνωμοδότησις νομομαθῶν, ἀποφανθεῖσα, ὅτι ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν καταλόγων, διὰ νὰ κρίνητε ὑμεῖς οὐχὶ οἱ νομομαθεῖς, οὐχὶ οἱ ἐντριβεῖς περὶ τὰ πολιτικὰ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενοι αὐτῶν ποῦ δύναται νὰ στηριχθῇ μία τοιαύτη γνωμοδότησις. Τί ἐξάγεται ἐξ ὅλων αὐτῶν; ὅτι πάντες οἱ εἰδικοὶ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα ἐκανόνισαν μόνον περὶ ἐπαναληπτικῆς τυχὸν ἐκλογῆς πρὶν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν καταλόγων, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, περὶ ὧν ἐπρονόησε τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως· ἄρα καὶ εἰς ὅλας τὰς νέας Ἐπαρχίας ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ τελευταῖαι βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ὡς καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καὶ ἀκριβές, καθόσον εἰς τοὺς Νομοὺς Ἄρτης καὶ Τρικκάλων ἐνεργήθησαν συμφώνως μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, δηλαδὴ ὡς ἐνεργήθησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἄλλος λοιπὸν νόμος ἐφηρμόσθη εἰς τὰ Τρίκκαλα καὶ τὴν Ἄρταν καὶ ἄλλος εἰς τὸν Νομὸν Λαρίσσης. Καὶ τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως οὐσιώδης νόμος, οἷος εἶνε ὁ ἐκλογικὸς, ἐφαρμόζηται διαφοροτρόπως εἰς τὸ Κράτος; Εἶνε λοιπὸν ἀναμφισβήτητον καὶ ἀναμένω νὰ ἀκούσω τὰ ἐναντία ἐπιχειρήματα, ἵνα τὰ ἐκτιμήσω, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ εἶνε ἀναντίῤῥητον, ὅτι τόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν τμημάτων, ὅσον καὶ ὁ τόπος τῆς ψηφοφορίας ὡς καὶ ὁ καταρτισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶνε παράνομος. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐπιχείρημά τι πρὸς ἀνασκευὴν τῶν ἐκτεθέντων, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τοιοῦτό τι. Εἶνε, λέγω, παράνομον, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος καθὼς γνωρίζετε ἐν τῷ ἄρθρῳ 46 προσέτι ἀπαιτεῖται ὅπως ὁρισθῇ ὁ τόπος τῆς ψηφοφορίας· ἀπαιτεῖται δηλ. γνωμοδότησις τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου καὶ δικαίωμα πρὸς ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ταῦτα δὲ πάντα τὸ βραδύτερον τρεῖς μῆνας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐτηρήθη ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ ἄρθρον 47, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Τμημάτων, δηλ. ὅτι πᾶς δῆμος ἀποτελεῖ ἓν τμῆμα, οἱ δὲ δῆμοι δευτέρας τάξεως δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύω τμήματα, ἐὰν ὅμως τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρ. 46 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Γνωστὸν ὅτι ταῦτα πάντα δὲν ἐγένοντο ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης. Περὶ δὲ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐγένετο ἁπλούστατα μία διαταγή, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διότι ἀναγκάζομαι νὰ τὴν ὀνομάσω διαταγὴν Βεζυρικὴν καὶ οὐχὶ διαταγὴν Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως. Μία διαταγὴ ἐξ Ἀθηνῶν ἀποσταλεῖσα ἐκανόνισεν ἐσπευσμένως πάντα ταῦτα ὡς νὰ εἴχομεν τοὺς Τούρκους εἰς τὰ σύνορα. Ὑπενθυμίζω πρὸς κατανόησιν τῆς παρανομίας, ὅτι τὸ ἄρθρον 38 τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, προκειμένου περὶ Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀπαιτεῖ ὡρισμένα προσόντα· διακρίνει δηλ. ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀξίωμά τι, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεται τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἐκλογῆς καὶ ῥητῶς ἀπαγορεύει τοῦτο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡρισμένον ἀξίωμα. Τοῦτο δὲν ἐτηρήθη, διότι διωρίσθησαν μὲν πρόσωπα ἔχοντα τὸ ἀξίωμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβούλου, τοῦθ’ ὅπερ ἐπετρέπετο, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι εἶναι ὑπάλληλοι, ἤτοι διδάσκαλοι, ἔφοροι κτλ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐῤῥέθη μὲν σήμερον, τὸ ὁποῖον ὅμως τὰ ἡμιεπίσημα ὄργανα τῆς τέως Κυβερνήσεως ἐπαναλαμβάνουσι, καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ μόνον ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ στηριχθῶσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐκ δευτέρου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ. Ἐστηρίχθησαν, ὡς λέγουσιν, εἰς τὸ ὅτι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια προσώπων, ὅτι δηλαδὴ τὸ μέρος τῆς Θεσσαλίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μᾶλλον ἀνεπτυγμένον ὑπὸ ἔποψιν ἐκπαιδεύσεως, εἶχεν ἀνεπάρκειαν προσώπων πρὸς καταρτισμὸν τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὅτι ὑπῆρχε περίσσεια προσώπων εἰς τοὺς Νομοὺς Τρικκάλων καὶ Ἄρτης. Πρὶν ἐξετάσω κατ’ οὐσίαν τὸ πρᾶγμα ἐρωτῶ: ἐπιτρέπεται εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ λέγῃ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἐγὼ γνωρίζω ἐξωδίκως, οὐδὲ ἔχω κἄν καμμίαν ἔνδειξιν περὶ τούτου, ὅτι ὑπάρχει ἀνεπάρκεια προσώπων, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνω ἐκλογικὸν νόμον, ἢ δὲν κάμνω ἐκλογικὸν νόμον, ἀλλὰ ἀνατρέχω εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς νομοθεσίας, ἀνευρίσκω ἓν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἱστορικὴν ἀξίαν, καὶ θέτω αὐτὸ εἰς ἐνέργειαν, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐνεργῶ τὰς ἐκλογάς; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται τοῦτο; Δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ τις, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ὠφελῆται ἐκ τῆς καταφατικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὁμαλῇ τῶν πραγμάτων καταστάσει νὰ μεταβάλῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον αὐθαιρέτως, ἀφοῦ καὶ ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο. Δὲν ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἀνεπάρκεια. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω περὶ τῶν λοιπῶν Ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ περὶ δύο Ἐπαρχιῶν, περὶ τῆς Ἐπαρχίας Τυρνάβου εἶδον δημοσιεύματα, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται, ὅτι ὑπῆρχον πλείονα τῶν ἀπαιτουμένων προσώπων. Περὶ δὲ τῆς Ἐπαρχίας Βόλου δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι ἀντὶ ἑκατὸν ἑξήκοντα μελῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, τὰ ὁποῖα ἐχρειάζοντο, ὑπῆρχον ὑπερτριακόσια. Ἤδη, κύριοι, ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τίς ὁ πταίων: Πταίει ἆρά γε ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Δήμαρχος ἢ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις; Σᾶς βεβαιῶ ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ἐγὼ τὸ ἀπέδωκα ἐξ ἀρχῆς εἰς ὀλιγωρίαν τοῦ Νομάρχου. Δὲν εἶχον λόγον τινὰ νὰ τῷ ἀποδώσω δόλον· διότι, προκειμένου περὶ τοιαύτης σοβαρᾶς κατηγορίας, ἔπρεπε νὰ ἔχω τοὐλάχιστον ἐνδείξεις τινὰς, καὶ τοιαύτας δὲν εἶχον. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ὁ νομιμόφρων πρώην Ὑπουργὸς εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν Τμημάτων καὶ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ὀλιγώρησε· δὲν ἐπίστευον ποτὲ, ὅτι ἐνδιεφέρετο τόσῳ ὀλίγον περὶ τῆς νομίμου ἐκλογικῆς ἀφομοιώσεως. Ὅτε τὸ βουλευτικὸν κῦμα ἐξωγκοῦτο ἐντεῦθεν, ὡς σήμερον ἐκεῖθεν, ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο ἰσόβιος καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ ἑαυτοῦ τοὐλάχιστον, σεβόμενος τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἐκ τῆς παραβάσεως τοῦ ὁποίου ὢν ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας δύναται νὰ κινδυνεύσῃ. Σήμερον διαχειριζόμενος τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως, ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν αὐστηροὶ καὶ δίκαιοι· οὐχὶ ἐκ προκαταλήψεως, καὶ ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε, πρέπει νὰ τὴν ψέξωμεν· ἐὰν ἀκούσωμεν τὰ δικαιολογήματά της, νὰ τὰ ἐκτιμήσωμεν, καὶ ἂν εἶναι ἱκανὰ βεβαίως νὰ τὰ δεχθῶμεν, ἐὰν δὲν εἶναι ἱκανὰ, νὰ φανῶμεν ἀμείλικτοι. Ἀτυχῶς ἐκ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἐκλογὴν Λαρίσης, μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1881, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα δεικνύουσι τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ᾐσθάνετο, ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ὑπῆρχον νόμιμοι Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ, ἀλλὰ τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ἐστέλλοντο εἰς τὸ ἀρχεῖον, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπουσιώδους τινὸς πράγματος. Ὁ Νομάρχης ἐπανελάμβανεν ἐν τούτοις τὰ τηλεγραφήματα. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τι, δυνάμενον νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ὀπισθοβουλίαν τινὰ, οὐδ’ ἔδειξεν ἀμέλειαν διότι δὲν ἐπιθυμῶ ποτε νὰ βεβαιωθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔδειξε τοιαύτην ὀλιγωρίαν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὰ δυσάρεστα ταῦτα, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν σήμερον καὶ δι’ ὧν καθιεροῦται κάκιστον προηγούμενον. Ἤδη, κύριοι, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συνεπειῶν, διότι ἐξέφρασα μὲν πρὸ μικροῦ γνώμην, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω ποῦ τὴν στηρίζω ἀκόμη. Λέγουσι πολλοί, καὶ μήπως ὁ ἐκλογικὸς νόμος σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, ἐάν τινες ἐξ ἐκλογικῶν διατυπώσεων παρεβιάσθησαν; οὐδαμοῦ μάλιστα. Ἄρα ἐὰν ἐπέδρασαν, τότε καὶ μόνον θέλομεν ἐξετάσει τὸν βαθμὸν τῆς ἐπιδράσεως. Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἐσιώπησε, διότι ἐνόμισεν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἦναι ἐλευθέρα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων. Ἡ Βουλὴ ὅμως πρέπει νὰ ἦναι πολὺ αὐστηρὰ περὶ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιδράσεως, ἢ κάλλιον πρέπει νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου καὶ νὰ εὕρῃ τίνες τῶν ἐκλογικῶν διατάξεων εἶναι οὐσιώδεις. Εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἀνωτέρω δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν γνώμην συγγραφέων τινῶν. Ὁ Dalloz εἰς τὴν λέξιν droit politique No 593 ὑποστηρίζει τὴν γνώμην ταύτην. Ἐπίσης ὁ Βουλευτὴς Mauguin ἐξέφρασεν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Γάλλων ὁμοίαν γνώμην, καὶ ἐγὼ τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλὰ δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ συγγραφεῖς ἔχοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην. Ἐν τῷ ἰδίῳ Dalloz εἰς τοὺς ἀριθμοὺς 592 καὶ 594 ἀναφέρονται ἀγορεύσεις ἄλλων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὴν οὐσίαν· ἀλλ’ ὁ Dalloz ἐν τῇ ἀρχῇ ἀκόμη τοῦ κεφαλαίου ἐκφράζει τὴν λύπην του, διότι αἱ ἐκλογαὶ δὲν δικάζονται πάντοτε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ πολλάκις ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος ἢ τοῦ κομματικοῦ, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν. Τὴν γνώμην ταύτην τῆς ἀκυρότητος μόνον ἐν περιπτώσει ἐπιδράσεως ὑποστηρίζει καὶ ὁ Block εἰς τὸ λεξικὸν de l'administration Francaise εἰς λέξιν election § 71 καὶ 74, ἐπίσης καὶ ὁ Bathbie, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει καὶ ὁ ἀξιότιμος Εἰσηγητής. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, παρεσύρθην ἀπὸ τὴν πρώτην γνώμην, ἀλλὰ συντονωτέρα μελέτη καὶ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα μετ’ ἄλλων ἐπιστημόνων, μὲ ἔφερον εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ πρώτη γνώμη. Καταλήγων λοιπὸν συμπεραίνω, ὅτι κατέγεινα εἰς τὸ νὰ ἐξηγήσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὸ ἱστορικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ὑπενθυμίσω τοὺς Νόμους καὶ τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἂν δὲ ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν δευτέραν λύσιν, δηλαδὴ ἐξετάσῃ τὴν ἐπίδρασιν, τότε ἐγὼ θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Εἰσηγητὴν, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικον, ὅταν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδράσεως, νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ παρανομίαι ἐπέδρασαν κατὰ τοῦ καταδιωκομένου. Ἂν δὲ δὲν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, καὶ ἐπικρατήσῃ ἡ πρώτη γνώμη, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀπολύτως ἄκυρος. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν τόπων τῶν ψηφοφοριῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐπέδρασαν, διότι τόποι ψηφοφοριῶν ὡρίσθησαν οἱ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὴν προηγουμένην βουλευτικὴν ἐκλογήν. Ὡς πρὸς τὰ τμήματα κατὰ τὸν νόμον, ἕκαστος Δῆμος ἔχει τὸ τμῆμά του, ὥστε μόνον εἰς τοὺς Δήμους δευτέρας τάξεως ἔχει σημασίαν τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν παρουσιασθῶσιν ἀποδείξεις περὶ ἐπιδράσεως, δὲν ἔχει σημασίαν τινά.
§41Ν. ΑΞΕΛΟΣ. Αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας ἐλάβετε, εἶναι νόθοι ἢ γνήσιαι;
§42ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἤδη δὲν δικάζεται ἡ ἐκλογὴ Βόλου. Πολὺ σπεύδετε, ἴσως διότι εἶσθε ἀνυπόμονος νὰ μάθητε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐκλογὴ Βόλου, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἁγυιᾶς καὶ δὲν θέλω νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς, ἥτις ἠκροάσθη ἐμοῦ μετὰ τόσης εὐμενείας, εἰσερχόμενος εἰς συζήτησιν ἄλλης ἐκλογῆς προώρως. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν συνάδελφον, ὅτι αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ διεξαχθῶσιν ἐν εὐθύτητι καὶ ψυχραιμίᾳ, λυποῦμαι δὲ, διότι πρὸ μικροῦ εἶδον ἀντεγκλήσεις τινὰς μεταξὺ συναδέλφων.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἂν παρατηρήσητε τὴν οἰκονομίαν ὅλου τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου τοῦ τε ψηφισθέντος παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τοῦ τροποποιηθέντος κατόπιν παρὰ τῶν Βουλῶν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου στηρίζεται εἰς τὴν δυσπιστίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, πρὸς τὴν Διοίκησιν. Καὶ εἶχε δίκαιον καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ αἱ κατόπιν Βουλαὶ νὰ στηρίζουν τὸ νομοθέτημα αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς δυσπιστίας πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, διότι τὸ παρελθὸν αὐτὸ ὡμολόγει, διότι τὸ ἐνεστὼς σήμερον αὐτὸ ὁμολογεῖ. Πᾶσα ἐνέργεια τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διὰ ποῖον λόγον γίνεται, πρέπει ν’ ἀναζητηθῇ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἔκνομος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐνέργεια· τὸν λόγον δὲ αὐτὸν κατὰ τὸν νομὸν τῆς Λαρίσσης τὸν εὑρίσκετε ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν αὐταῖς ὅλων τῶν ἐκλογῶν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐκλογὴν, ἥτις πρόκειται ὑπὸ συζήτησιν. Τί ἀναγινώσκετε εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης; ὅτι χωροφύλακες συνοδεύουν τοὺς Ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο οὔτε αὐτοὶ οἱ Ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι ἀρνοῦνται. Δὲν γνωρίζετε τὸ παρελθὸν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν· μὴ πιστεύετε εἰς τὸν κ. Λομβάρδον. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶνε πολύχρους καὶ ὁμιλεῖ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων· δὲν ἔχει ἀρχάς. Ἠπάτησεν ἐπὶ μακρὸν, ἀλλ’ ἐγνώσθη ἐπὶ τέλους. Ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἠκούετε ἱερεμιάδας ὑπὲρ τῶν νόμων τῶν ἐκλογικῶν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν, καὶ σήμερον τί αὐτὸς οὗτος ἔπραξεν ἐν Θεσσαλίᾳ; Τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ ἐμιμήθη ἐν μικρογραφίᾳ τὸν Πολινιὰκ, ὁ ῥιζοσπαστικὸς ἀνήρεσεν τὸν ἐκλογικὸν Νόμον διὰ Β. Διατάγματος, ἐν ἀχρηστίᾳ πεσόντος. Καὶ ἔρχεται μετὰ φοβερᾶς τῳόντι τόλμης ἀπὸ τοῦ βήματος τί νὰ σᾶς εἴπῃ; ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῶν Τζουμέρκων καὶ τῶν Τρικκάλων ἐνηργήθησαν παρανόμως, διότι ἐκεῖ ἐκληρώθησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὰ προσόντα, καὶ ἐνταῦθα δὲν ὑπῆρχον πρόσωπα τοιαῦτα διὰ νὰ κληρωθῶσιν ὅπως παρευρεθῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐλήφθησαν αὐτοί. Ἀλλὰ εἶνε πιστευτὰ αὐτά; εἶνε πιστευτὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος; Εἶνε δυνατὸν εἰς τὰ Τρίκκαλα, εἰς τὰ Τζουμέρκα, εἰς τὸν Δομοκὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἄνδρες μὲ περισσότερα προσόντα ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας ἐν Λαρίσσῃ καὶ ἐν Βόλῳ; Ἐκεῖ, κύριοι, ὑπάρχουσιν ἰατροὶ, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, σύμβουλοι, ὅλοι ἐγγράμματοι. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημά των αὐτὸ εἶνε σαθρὸν, σαθρότατον. Ὁ κατάλογος τῶν κληρωτῶν πρέπει νὰ συνταχθῇ, καὶ οὐδαμοῦ, κύριοι, τῶν δήμων ἐλλείπουσι τὰ πρόσωπα· ἀλλὰ παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι λείπει ὁ νόμιμος ἀριθμὸς μεταξὺ τῶν συμβούλων· δὲν ἦσαν ἆρά γε 6, 5, 8, τέλος πάντων 1 ἐγγράμματος; καὶ ἐὰν εἷς ὑπῆρχεν, αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸν κατάλογον τῶν κληρωτέων καὶ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ κληρωθῇ, καὶ μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντος τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ νομίμως. Πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Λομβάρδος καὶ ποίαν ἐξουσίαν εἶχε νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο νεκρόν; Πόθεν ἀντλεῖ αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν δύναμιν, ἧς ἐχρήσατο πρὸς παράβασιν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν; Ἀνέγνωσα μάλιστα καὶ μίαν ἔκθεσιν μιᾶς μειονοψηφίας, ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βώλου ἢ Λαρίσσης, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἥτις τί νομίζετε λέγει; ὅτι, ἐὰν ἐκληροῦντο κατὰ τὸν Νόμον αἱ Ἐπιτροπαὶ, ἤθελον ἔχει περισσότερας ἐγγυήσεις ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς, αἵτινες διωρίσθησαν παρὰ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Προέδρου τοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου τῶν δικαστῶν; Ὄχι λέγουν, διότι οἱ κληρωτοὶ εἶνε κεχρωματισμένοι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι εἶνε καθαροὶ ὑπάλληλοι. Ἐὰν, κύριοι, ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσητε τίνες εἰσὶν οἱ καταλληλότεροι, ὅπως ἀπαρτίσωσι τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὄχι οὓς ὁρίζει ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος, τότε δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐκλογικὸς Νόμος. Καὶ ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον συγκροτεῖται τὸ Κακουργοδικεῖον ὄχι ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, οἱ ὁποῖοι εἶνε παντοπῶλαι, ἔμποροι, ἐπιτηδευματίαι διάφοροι, ἀλλὰ συγκροτεῖται ἀπὸ Ἀρειοπαγίτας, ἀπὸ Ἐφέτας καὶ ἄλλους διακεκριμένους ἄνδρας· αὐτὴ ἡ συγκρότησις εἶνε νόμιμος; Αὐτὸ οἱ κύριοι σᾶς λέγουσι, δὲν εἶνε καλλίτερος ὁ Ἐφέτης νὰ κρίνῃ; Ναὶ, τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἄλλον· καὶ ὅταν ὁ νόμος διατάττῃ ὅτι πρέπει νὰ παρίσταται ὁ Α καὶ Β, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ἄλλο παρ’ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει. Τί ἐξάγεται λοιπὸν ἐξ ὅλων αὐτῶν; ὅτι σκοπὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Διοικήσεως ἦτο, ὅπως εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας, αἵτινες ἀκόμη δὲν δύνανται νὰ ἐνασκῶσιν ἐλευθέρως τὸ φρόνημα αὐτῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπιδράσει καὶ ἐπηρεάσει τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ θαυμάζω πῶς—δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ Νομάρχου, εἶνε ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἄλλως εἶνε μάλιστα αὐτὸς τυφλὸν ὄργανον τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν ἔχει κανένα σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους·—ἀλλὰ θαυμάζω καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ ἀρχαιότερος δικαστὴς ἐτόλμησαν νὰ παρασυρθῶσιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ἀφοῦ αὐτοὶ ὡς δικασταὶ, ὡς νομομαθεῖς, γνωρίζουσιν ὅτι τὰ Διατάγματα τοῦ 1882 δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἰσχύν! Καὶ βλέπετε σήμερον ποῖος εἶνε ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐνήργησαν οὕτως, τὸν βλέπετε σήμερον, καὶ εἶσθε ἤδη εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῆτε ἐν συνειδήσει, καὶ θέλετε πράξει ἔργον δικαιοσύνης, ἐὰν ἐπικυρώσητε τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, οἵτινες ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν πιέσεων καὶ τῶν ἐκθέσμων ἐνεργειῶν τῆς Διοικήσεως ἠδυνήθησαν νὰ διασωθῶσιν, ν’ ἀκυρώσητε δ’ ἐκείνας ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένοντο ὅλα ταῦτα:
§45Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα φέρει κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καθαρῶς νομικὸν χαρακτῆρα, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς τὸ ζήτητα μετετοπίσθη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κυρίου Φιλαρέτου· μετετοπίσθη δὲ ἔτι πλέον ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος κ. Λ. Πετιμεζᾶ. Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, καὶ ἐγὼ ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀρνηθῶ ὅτι ἡ εὐθύνη βαρύνει ἅπασα τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Λομβάρδον, διότι, προκειμένου περὶ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει τὸ Ὑπουργεῖον ὁλόκληρον, ἀλλ’ αὐτὸν ἀτομικῶς τὸν ἐνεργήσαντα. Οὐδὲ ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσωσι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ στηριζόμενα εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, εἰς ἣν, ὡς λέγει, εὑρέθη. Τοιαύτην δικαιολογίαν δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ φέρῃ. Εἶχεν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν καὶ πρὸ αὐτοῦ ἅπαντα τὸν χρόνον νὰ ἐκδώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς. Ὑπῆρχε δ’ ἐπαρκὴς ὁ καιρὸς, ὅπως γείνῃ ἡ νόμιμος ἐπὶ τοῦ καταλόγου τῶν κληρωτῶν ἐργασία· δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸν Νομὸν τῆς Λαρίσης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι πρόσωπα ἔχοντα τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, οὐδὲ εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπληροφορήθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ὅτι ἐλλείπουσι τοιαῦτα προσόντα· διότι, ὅπως λίαν ὀρθῶς σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ πρὸ ἐμοῦ καταβὰς τοῦ βήματος κ. Πετιμεζᾶς, ἀρκεῖ καὶ εἷς μόνον νὰ ὑπάρχῃ ἔχων τὰ νόμιμα προσόντα ὅπως κληρωθῇ, κληρούμενος δὲ νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἵνα οὕτω ἀποτελεσθῇ νόμιμος Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή. Δὲν εἶναι ζήτημα λοιπὸν ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ κατηρτίσθησαν παρανόμως. Καὶ ἐὰν εἰς ἄλλην μεταγενεστέραν ἐποχὴν εὑρεθῇ εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς σχετικῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἐπιφυλαχθῶμεν τότε νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς προθέσεις τοῦ κ. πρῴην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις καταγινόμενος εἰς ἄλλα ζητήματα, οὐδαμῶς ἐφρόντιζε περὶ κανονικῆς λειτουργίας τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Ἤδη ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημά μας. Ὁ παράνομος καταρτισμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν, εἶναι λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς; Ὁ κ. Φιλάρετος περιωρίσθη νὰ ἀναγνώσῃ τὰς σχετικὰς διατάξεις, ὡς ἂν νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁρίζων τὰ περὶ τούτου. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ζήτημα ὅτι δὲν κατηρτίσθησαν νομίμως αἱ Ἐπιτροπαί, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ χρονοτριβήσωμεν, διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι κατηρτίσθησαν παρατύπως, ἀλλ’ ἐὰν ὁ παράτυπος καταρτισμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν δύναται νὰ ἦναι λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, ἢ ἐὰν ἀκύρωσιν δύναται νὰ φέρῃ ὁ παράτυπος καταρτισμὸς αὐτῶν ἐφ’ ὅσον αὗται ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς. Πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐξετάσητε τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἰς αὐτὰς θ’ ἀνεύρητε, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι πνεῦμα δυσπιστίας πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δι’ ὃ καὶ ἐπιζητεῖ τίνι τρόπῳ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἀδόλευτον καὶ ἁγνὸν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ὑπάρχουσί τινες, αἵτινες περιλαμβάνονται καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Ἐκλογικῷ Νόμῳ, αἵτινες εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις, ὡς εἶναι ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὅστις ἀποτελεῖ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Εἶναι θεμελιώδης διάταξις ἡ σύγχρονος ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν, διότι ὁ νομοθέτης δυσπιστῶν δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνωνται μεμονωμένως καὶ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδρᾷ διὰ τῶν μέσων της ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων, εἶναι ὁ τρόπος τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας διὰ τῶν σφαιριδίων, καὶ πᾶσα μεταβολὴ ἀντιστρατευομένη πρὸς τὸ Σύνταγμα συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Εἶναι δὲ καὶ ὁ καταρτισμὸς τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι καὶ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐκλογῆς, καθόσον δι’ αὐτῶν πιστοῦται τὸ γνήσιον τῆς ἐκλογῆς· διότι ἄλλως, ἐὰν δὲν ἔχετε καταλόγους, δὲν ἔχετε ἐκλογεῖς, καὶ ἄνευ ἐκλογέων ἀντιπροσωπευομένων δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντιπροσώπους, Βουλευτάς. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἔλλειψις νομίμων ἐκλογικῶν καταλόγων φέρει ἀναγκαίως τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις, αἱ κανονίζουσαι τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς, δὲν εἶναι διατάξεις τοιαῦται τῶν ὁποίων ἡ παράβασις ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς· διότι διὰ τῶν διατάξεων τούτων ὁ νομοθέτης ἕνα σκοπὸν προέθετο, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἀνεπηρέαστον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὅταν ἐξασφαλίζηται τοῦτο, ἀδιαφορεῖ τίνι τρόπῳ ἐπῆλθε τοῦτο. Δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐτηρήθησαν ἀπαρεγκλίτως πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· διότι, ἐὰν θέσητε τοιαύτην βάσιν, οὐδεμία ἐκλογὴ δύναται νὰ σταθῇ. Εἰς πάσας τὰς ἐκλογὰς θέλετε εὕρει ὅτι πλεῖστοι τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὁρίζει, δὲν ἐτηρήθησαν. Εἰς τὴν λύσιν δὲ τῶν ζητημάτων τούτων δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας εἰς διαδικαστικοὺς τύπους τῶν καθαρῶς δικαστικῶν νόμων, καθ’ ἃς εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἵτινες ἀποτελοῦσι νόμιμον ἀπόδειξιν, δέον νὰ συμπράττωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα πρόσωπα. Περὶ τοιούτων διαδικαστικῶν διατάξεων δὲν πρόκειται, διότι αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκουσι, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι ὁμοίαν πρὸς ἐκείνας ἔννοιαν. Πρόκειται νὰ ἐξετάσητε ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἔχωσι ὡρισμένον σκοπόν, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποβλέψῃ, καὶ ἐὰν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη· δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐτηρήθησαν πᾶσαι αἱ διατυπώσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, ἐὰν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκλογὴν, διὰ νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐκλογῶν ἄλλως· διότι, καὶ ἐὰν δεχθῶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν θὰ εἴχομεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀντιπροσώπους τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, διότι ἡ ὕπαρξις νόμου τοιούτου θὰ ἦτο ἀντικείμενον χρόνου. Τοῦτο ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν λέγω ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας ἐδημιούργησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, πρὸ τῆς ὁποίας, εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς διὰ παρανόμων Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι διὰ τοῦτο εἶναι δίκαιον ὑμεῖς νὰ ἀποβάλητε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Μετ’ ὀλίγας ὥρας ἢ ἡμέρας θέλετε ἐξετάσει τὴν ἐκλογὴν Λαρίσσης καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βώλου. Δὲν θέλω νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τούτων· ἀλλ’ ὀφείλω ὅσον καὶ ἂν δὲν ἀγαπῶ τὸν κ. Λομβάρδον, νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν, ὅτι τουτέστιν αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ οὐδαμοῦ ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Κατὰ τῶν Ἐφορευτικῶν αὐτῶν Ἐπιτροπῶν οὐδὲν ἠγέρθη παράπονον, καὶ μόνον εἰς ἓν ἐκ τῶν τμημάτων τῆς Ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἐδόθη ἓν ἔγγραφον παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, δι’ οὗ οὗτος ἐπιπλήττει τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς. Οὐδὲν ἄλλο παράπονον κατὰ τῶν Ἐπιτροπῶν ἐγένετο καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει δυνάμενος νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐξήσκησαν ἐπίδρασίν τινα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ἡ κακὴ διαίρεσις τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἶνε ὁμολογούμενον, ὅτι ἠδύνατο ἴσως νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο θέλετε λύσει ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τὸ παράπονον τοῦτο. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν δὲν ἔχετε εἰμὴ νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδράσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, καὶ ἐὰν, κύριοι, πεισθῆτε ὅτι ἡ τυπικὴ αὕτη ἔλλειψις δὲν ἔφερεν ἀλλοίωσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τότε θέλετε παραδεχθῆ, ὅπως ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς. Ἐξετάζοντες λοιπὸν τὴν διαγωγὴν τῶν Ἐπιτροπῶν θέλετε ἴδει, ὅτι αὗται οὐδεμίαν ἔσχον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, διότι τοιοῦτον παράπονον παρ’ οὐδενὸς τῶν ὑποψηφίων ἐγένετο οὔτε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς οὔτε μετὰ τὴν ἐκλογὴν· πάντες δὲ περιωρίσθησαν νὰ ἀναγράψωσι τὸν τυπικὸν λόγον τοῦ παρανόμου καταρτισμοῦ, χωρὶς νὰ ἰσχυρισθῶσι κἄν ὅτι αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐνήργησαν οὕτως ἢ ἄλλως ἐπιδράσασαι ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐσεῖς τίνα γνώμην ἔχετε, ὅταν θέλετε ὅτι ὁ Ἔφορος καὶ ὁ Ταμίας λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι;
§47ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα, δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλωσι, δὲν ἐπηρεάζουσι· καὶ ἀπόδειξις εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς, καθ’ ἣν δὲν ἠθέλησαν, φαίνεται, οἱ ἄνθρωποι νὰ φατριάσωσι. Κύριοι, μετὰ τὰ λεχθέντα φρονῶ ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἦνε ματαία, καὶ ὅτι ἀφοῦ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν ἦτο παράνομος, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αὐτὴ καὶ μόνη ἡ παρανομία ἀρκεῖ νὰ πείσῃ ὑμᾶς νὰ δώσητε ἀκυρωτικὴν ψῆφον κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ ὑπέδειξα τὴν γνώμην μου, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὴν ἀποδεχθῆ ὡς μόνην ὀρθὴν καὶ δικαίαν.
§48Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, πρόκειται νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐν τῇ ἐκλογῇ Ἀγυιᾶς, κατὰ δὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λοιπῶν ἐκλογῶν, εἰς ἃς παρουσιάζεται τὸ αὐτὸ ζήτημα, θέλει χρησιμεύσει ἡ δοθησομένη ἤδη λύσις, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην μου. Νομίζω ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις περιέπλεξε διάφορα ζητήματα. Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον ἐὰν νομίμως ἢ παρανόμως ἐγένετο ὁ διορισμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν, καθόσον τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖται, οὔτε καὶ ὁ παραίτιος τῆς παρανομίας ταύτης, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ ὁμολογουμένη παρανομία ἐπιφέρῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἢ ἐὰν ἐκ ταύτης ἐπῆλθε ψυχολογικὴ ἐπέμβασις. Προκειμένου, κύριοι, νὰ ἀποφασίσητε περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, πρέπει νὰ εἶσθε αὐστηροὶ κριταὶ, καθόσον πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτοῦ τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν μεγαλειτέραν ἐξουσίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας οὐδὲν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἴτε ἐξ ἀνάγκης εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων ὅπως δήποτε ὑπηγόρευσε μίαν ἀπόφασιν, καθ’ ἣν παρίσταντο ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι οἱ μὴ ἔχοντες τοιοῦτον δικαίωμα, καθόσον ἤδη λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος διαγράφει διαφόρους διατυπώσεις. Μία διατύπωσις ἀνυπέρβλητος εἶνε ἡ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, καὶ ἡ ὁρίζουσα τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἥτις θὰ διευθύνῃ τὰς ἐκλογὰς καὶ θὰ πιστοποιήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Καὶ παρατηρήσατε ὅτι ὁ Νόμος ἔδωκεν εἰς αὐτὰ τὰ δύω στοιχεῖα τὴν μεγαλειτέραν προσοχὴν, ὥρισε τὴν πολυπλοκοτέραν διαδικασίαν, καὶ ἀπῄτησε τὰς μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις· τοῦτο δὲ δὲν ἔπραξε μόνον χάριν τύπων, τοὺς ὁποίους δύναται ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε νὰ παραβλέπῃ. Ὑποθέσατε ὅτι πρόκειται εἰς ἓν Τμῆμα νὰ ἐνεργηθῇ ἐκλογὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρόχειρος κατάλογος, ὡς συνέβη εἰς ἓν τμῆμα τῆς Κερκύρας. Ὅλον τὸ χωρίον ἐκ συμφώνου ψηφοφορεῖ, καὶ οὐδεὶς ὑποβάλλει ἔνστασιν. Θὰ κυρώσητε τοιαύτην ἐκλογήν; Δὲν ἐρωτῶ πῶς προῆλθε τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, οὔτε ἐὰν ἐπηρέασε τὸ ἀποτέλεσμα· δὲν ὑπάρχει ὅμως οὐδεμία ἐπίσημος ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη· δὲν ὑπάρχει ἐπίσημος ἀπόδειξις τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκλογῆς, διότι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρίσταντο, δὲν εἶχον δικαίωμα, δὲν εἶχον ἁρμοδιότητα, εἶναι ἁπλοῖ πολῖται, πρόσωπα μάλιστα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἦνε ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας, καὶ τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος τιμωρεῖ, διότι ἔλαβον μέρος· καὶ τοιούτων προσώπων πιστοποιήσεις θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅπως ἀναγνωρίσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους μιᾶς Ἐπαρχίας! Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ συλλογισμὸς τί πταίουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπηρεάσθησαν καὶ δὲν ὠφελήθησαν ἐκ τῶν παρανομιῶν αὐτῶν; Τοῦτο δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε, οὐδὲ νὰ καταφύγητε εἰς τοιοῦτον συλλογισμόν, καθότι ἡ ἀναζήτησις τοῦ δόλου καὶ τῶν ἐκ τούτου ἀποτελεσμάτων εἶνε λίαν ἐπισφαλής· καθόσον ποίαν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀπόδειξιν ὅτι Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὠνομάσθη ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ ἐμοῦ, πράγματι ἐπηρέασεν ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ ἄλλου;
§49ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οἱ ἐπιτυχόντες εἶχον κάμει ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς.
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει. Τοιαύτην λοιπόν, νομίζω, αὐθεντικὴν ἐξουσίαν οὐδεὶς μᾶς ἔδωκε· πρέπει νὰ εἴμεθα τυφλοὶ ὑπηρέται τοῦ Νόμου· ἄκυρος ἡ πρᾶξις, ἄκυρα τ’ ἀποτελέσματα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐκπληρώσῃ ἀληθῶς καθῆκον σύμφωνον πρὸς τὸν προορισμόν της, παραδεχομένη ὅτι, ἀφοῦ αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν κατηρτίσθησαν νομίμως, τὰ ἀποτελέσματα εἶνε ἄκυρα, καὶ ἐκ τῶν ἀκύρων ἀποτελεσμάτων οὐδεὶς ἀνεξαιρέτως δύναται νὰ ὠφεληθῇ.
§51ΑΠ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Προβλέπω, κύριοι, ὁποία ἔσεται ἡ ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ὁποία καὶ ἂν εἶνε, δικαιοῦμαι καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν πεποίθησιν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ὀρθότης τῆς λύσεως παντὸς ζητήματος δὲν ἐξήρτηται ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν, ἀλλ’ ἐκ τῆς σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὴν λογικὴν καὶ πρὸς τὰ δόγματα τῆς ἐπιστήμης τοῦ δικαίου. Τούτου ἕνεκα, ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αἱ γενόμεναι ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἐποπτείαν ἀκύρων Ἐπιτροπῶν, εἶνε ἔγκυροι, θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ νομολογία τῶν διαφόρων Κοινοβουλίων τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ νομολογία τῶν διαφόρων συγγραφέων ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται οὐχὶ κατὰ τὸ αὐστηρὸν δίκαιον, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐπιεικὲς, καὶ ὅτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ τις εἰς τὴν βούλησιν τῶν ἐκλογέων. Ἀλλὰ καὶ οἱ φρονοῦντες ταῦτα δὲν ἔχουν ἀπόλυτον τὴν γνώμην, ὅτι ἀείποτε ἡ οὐσία πρέπει νὰ ἐξετάζηται καὶ οὐχὶ ἡ ἐν γένει παραβίασις τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν διατυπώσεων. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος ἀναγράφει πολλὰς διατυπώσεις, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις λογικῶς κρίνων νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἅπασαι αὗται εἶνε οὐσιώδεις, καὶ ὅτι ἡ παραβίασις οἱασδήποτε αὐτῶν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς. Πρέπει νὰ γείνῃ ἡ λογικὴ διάκρισις, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ τὴν ἑρμηνείαν παντὸς νόμου, τουτέστιν ἡ διάκρισις, ποῖαι ἐκ τῶν διατυπώσεων αὐτῶν εἶνε καὶ πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς οὐσιώδεις, καὶ ποῖαι εἶνε καὶ πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς ἐπουσιώδεις. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ διατύπωσις εἶνε οὐσιώδης, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παραβίασις αὐτῆς δὲν ἐπιφέρει ἀποτέλεσμα ἀκυρότητος. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι δὲν ἀναγράφουν καμμίαν διατύπωσιν ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ἀλλὰ τότε εὐλόγως δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ, ὅπως καὶ συγγραφεῖς ποιοῦσιν, ἐὰν οὐδεμία τῶν διατυπώσεων αὐτῶν δὲν φέρῃ ἀκυρότητα, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νόμῳ; Διατί νὰ περιβάλῃ ὁ νομοθέτης τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν διὰ τοιούτων δικτυπώσεων, καὶ νὰ κατατρίβηται τοσοῦτος χρόνος πρὸς ἐνέργειαν αὐτῶν; Τὰ Κοινοβούλια δικάζουσιν ὡς ἔνορκοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τῆς παραβιαζομένης διατυπώσεως. Ἐὰν ἡ διατύπωσις ἡ παραβιασθεῖσα ἔχῃ σπουδαιότητα μεγίστην ἐν τῷ νόμῳ, τότε πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ ἀκυρότητα. Δὲν εἶνε λοιπὸν ἀπόλυτος ἡ γνώμη, ὅπως τινὲς θέλουν νὰ παραστήσουν· διότι, ἐὰν τις εἶχε τὴν ὑπομονὴν, ὅπως ἐγὼ ἔσχον, νὰ ἀναγνώσῃ ἁπάσας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἡ νομολογία τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου παρεδέχθη ὡς μὴ ἐπενεγκούσας ἀκυρότητα, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἅπασαι αὗται εἶνε ἐπουσιώδεις. Τοιαῦται εἶνε π. χ. ὅταν ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέλθῃ πρὸς στιγμὴν καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία· ἐὰν εἷς τῶν ψηφοφόρων δὲν δώσῃ τὸ ψηφοδέλτιόν του εἰς τὸν πρόεδρον, νὰ τὸ ῥίψῃ εἰς τὴν κάλπην, ἀλλὰ τὸ ῥίψῃ μόνος· ἐὰν καὶ ἅπασα ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέλθῃ πρὸς στιγμὴν εἰς παρακείμενον δωμάτιον καὶ καταλίπῃ τὰς κάλπας μόνας. Ὥστε ἅπασαι αἱ διατυπώσεις αὐταὶ δὲν ἐπιφέρουν τὴν ἀκύρωσιν, ὡς οὖσαι ἐπουσιώδεις. Ὥστε τὸ ζήτημα, τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν, συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς. Ἀφοῦ ἅπαντες παραδέχονται, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ παρανόμως συνεστήθησαν, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἔγεινεν ἐνώπιον Ἐπιτροπῶν παρανόμων, τουτέστιν ἐνώπιον ἰδιωτῶν—διότι τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν, μὴ διορισθέντα ὅπως ὁ Ἐκλογικὸς Νόμος ἀναγράφει, δὲν ἔχουν καμμίαν ἁρμοδιότητα ἐκ τοῦ Νόμου, καὶ ἑπομένως θεωροῦνται ὡς ἰδιῶται—ἡ διατύπωσις τοῦ Νόμου περὶ Ἐπιτροπῆς εἶνε οὐσιώδης ἢ εἶνε ἐπουσιώδης; Ἐὰν, κύριοι, εἶνε οὐσιώδης, νομίζω, ὅτι σφάλλονται ὅσοι λέγουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή. Κατὰ τὸν Νόμον ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀποδεικνύηται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ, διοριζομένη κατὰ Νόμον, ἀντιπροσωπεύει δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ τὰ πρακτικὰ εἶνε δημόσια ἔγγραφα. Λοιπὸν εἶνε ἐπίσημα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἰδιῶται συνέταξαν; οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει ποίαν ἀπόδειξιν ἔχετε, ὅτι ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ; Πῶς βεβαιοῦται ἐπισήμως, ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἐψηφοφόρησαν, καὶ πῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι πᾶσα παράβασις βεβαιοῦται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἀφοῦ τὰ πρακτικὰ δὲν φέρουν καμμίαν ἐπισημότητα; Ἀλλὰ, λέγουν, παρευρέθη ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψεν εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ ἐντεῦθεν ὑπάρχει τοὐλάχιστον μέρος ἐπισημότητος. Καὶ κατὰ τοῦτο ἀκόμη λανθάνονται. Κατὰ τὸν Νόμον ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος τότε μόνον ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκλογὴν, ὅταν ὑπάρχωσί τινα μέλη, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμπράττουν, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχουν συμπράττοντα μέλη μετὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, τότε αὐτὸς δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκλογήν. Ἄς παραδεχθῶ ὅμως τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος ἠδύνατο νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν· ἀλλὰ πάλιν ὑπῆρχεν ἡ ἑξῆς ἀντίφασις. Ὁ Νόμος δέχεται ἀντιπρόσωπον, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Ἐπιτροπή· ἀλλὰ Ἐπιτροπὴ ὑπάρχει ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διώρισεν ὁ Νομάρχης, καὶ ὑπαρχούσης τοιαύτης, ἔστω καὶ παρανόμου, ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα· θεωρεῖται ἁπλῶς ἐπόπτης, καθῆκον ἔχων ἀνακριτικὸν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκλογήν. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιπολαίως· τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ἦνε σπουδαιότατα καὶ ἐπιβλαβέστατα· διότι, ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ὅτι πᾶσα παραβίασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ὅτι ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὴν βούλησιν αὐτῶν τῶν ἐκλογέων, τότε εὐκολώτατον εἶνε εἰς μίαν Κυβέρνησιν αὐθαίρετον νὰ κάμῃ ἐκλογὰς ἄνευ διατυπώσεων, καὶ τῶν οὐσιωδεστάτων ἀκόμη, καὶ διὰ τῆς σχηματισθησομένης πλειονοψηφίας της νὰ κυρώσῃ ἁπάσας τὰς ἐκλογὰς τῶν φίλων. Ὑποθέσατε ἀκόμη, ὅτι ἔν τινι Δήμῳ ἢ ἔν τινι Ἐπαρχίᾳ, ἄνευ Ἐπιτροπῆς, παρουσιάζονται οἱ ψηφοφόροι καὶ ῥίπτουν τὸ σφαιρίδιόν των εἰς τὰς κάλπας, καὶ ὑπάρχει πληρεστάτη βεβαιότης, ὅτι τοιαύτη θέλησις αὐτῶν εἶνε ἑκουσία καὶ ἀνεπηρέαστος. Θὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἐκλογὴν ὡς ἔγκυρον; Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς θέλει παραδεχθῇ τοιαύτην λύσιν. Ἐῤῥέθη ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς διατυπώσεως δὲν πρέπει ν’ ἀκυρώσῃ τὰς ἐκλογὰς, ὅταν ᾖ πρόδηλος· ἀρκεῖ θέλησις τοῦ λαοῦ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη καὶ ὁ σκοπὸς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ δόγμα αὐτὸ τὸ αὐθαίρετον ἐξηνέχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεί. Βεβαίως ἤθελον συγχαρῆ τὸν κ. Λομβάρδον, ἐὰν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔλεγε σήμερον, τὸ ἔλεγε καὶ ἄλλοτε. Εἶπε σήμερον, ἂς προσαρτήσωμεν τὴν Μακεδονίαν καὶ ἂς παραβιασθῶσιν ἅπασαι αἱ διατυπώσεις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν της. Ἀλλὰ πῶς, κύριε Λομβάρδε, δὲν ἐλέγετε αὐτὰ τότε, ὅταν ἐκηρύττετε ἄκυρα τὰ Διατάγματα μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ ἐκείνου τοὺς ἐδέχθητε, διότι ἦσαν σύντροφοί σας; Διατί τότε, τἀναντία φρονῶν, ἐμέμφεσο τὴν τότε Κυβέρνησιν ὡς παραβιάζουσαν μὴ ὑπάρχοντα νόμον, ἀλλ’ ἐνεργήσασαν τὰς ἐκλογὰς διὰ Διαταγμάτων, ἐνῷ σὺ ἤδη παρέβης ῥητὸν καὶ ἰσχύοντα νόμον δι’ ἐγκυκλίου; Ἵνα εἶνε πολιτευτής τις σπουδαῖος, ἵνα αἱ γνῶμαι αὐτοῦ ἔχωσι ἐπίδρασιν καὶ σπουδαιότητα, πρέπει πάντοτε νὰ ἐκφέρῃ αὐτὰς συνῳδὰ πρὸς τὰς πεποιθήσεις του, καὶ ὄχι συνῳδὰ πρὸς τὰ ἑκάστοτε πολιτικὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ἀποκρούσω καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτυχόντων νῦν ἀντιπολιτευομένων καὶ νὰ ἐπικυρώσωμεν τῶν ἐπιτυχόντων νῦν ὑπουργικῶν· τὸ μὲν, διότι δὲν ἔχω κανὲν διδόμενον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς, μετεχειρίσθη δόλον· παραδέχομαι ἀμέλειαν, ὀλιγωρίαν καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέρων Ἀρχῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ τόσον περισσότερον παραδέχομαι ἀμέλειαν, καθόσον δὲν εἶδον τοὐλάχιστον ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου Λαρίσσης ἀγγέλλοντος, ὅτι πρόσωπα, διὰ νὰ ἀποτελέσωσι τὰς Ἐπιτροπὰς, δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ, δὲν δύναται ὅμως νὰ ποιήσῃ τὴν διάκρισιν αὐτήν· ἄλλως, δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐγένετο ἡ σύστασις τοιούτων Ἐπιτροπῶν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν· εἶναι ἄκυροι αἱ ἐκλογαί, διότι ἐκ παρανόμων Ἐπιτροπῶν ἐνηργήθησαν; καὶ τότε πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσιν ἅπασαι ἀδιακρίτως τῶν προσώπων. Οὔτε συμπάθειαν οὔτε ἀντιπάθειαν κατὰ τῶν προσώπων ἔχω· μόνον συμπάθειαν ἔχω ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τοῦ νομικοῦ καὶ ὑπὲρ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ἐὰν ἀρχίζωμεν νὰ παραβιάζωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἁπλουστάτους τύπους· διότι θὰ ἔλθῃ ἐποχή, καθ’ ἣν θὰ ἐνεργῶνται βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ μόνον διὰ τῆς ἁπλῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει Συνταγματικὴ Πολιτεία, ἀλλὰ στάσις λαϊκή.
§52Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ μὲ κρίνητε ἐπιεικῶς διότι πρώτην φορὰν ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς καὶ τὸ πρῶτον ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος δὲν ἔχω τὸ ἀναγκαῖον θάῤῥος, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἔρχομαι πρὸς ὑποστήριξιν ἀντιθέτου ἰδέας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες, οἵτινες εἰσὶν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν διακρινομένων νομομαθῶν. Τὸ ζήτημα τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν εἶναι ζήτημα πράγματι σπουδαῖον. Παρουσιάζει παράβασιν ῥητὴν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 ἦτο μεταβατικὸς καὶ εἰδικός, ἑπομένως δυνάμει αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ συγκρότησις τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν κατὰ τὰς ἀρτίως διεξαχθείσας Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Ῥητῶς ὁ Νόμος ἐκεῖνος καὶ τὸ Βασ. Διάταγμα τῆς 11 Ἀπριλίου 1883 ὥριζον ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ θέλουσι διορισθῆ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ ἀρχαιοτέρου δικαστοῦ, «διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ διὰ τὰς ἐπαναληπτικὰς Βουλευτικὰς τῆς προηγουμένης Περιόδου». Ἑπομένως ἡ παράβασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ φροντίσαντος νὰ συνταχθῶσι κατάλογοι κληρωσίμων, ὅπως λειτουργήσῃ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὡς πρὸς τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, εἶναι προφανὴς καὶ ἀναντίῤῥητος. Ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀληθῶς παρηνόμησεν, ἀλλ’ ὅτι ἔπραξε τοῦτο κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν ἐγένετο κατάλογος κληρωσίμων, καὶ ἐζήτησε νὰ τὸν κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐπιεικῶς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θὰ κριθῇ ἐν δέοντι αὐστηρῶς δι’ ὅλας τὰς πράξεις του τὰς μὴ νομίμως γενομένας, μεταξὺ δ’ αὐτῶν θὰ συγκαταλεχθῇ βεβαίως καὶ ἡ περὶ ἧς σήμερον συζητοῦμεν, ἀφοῦ ἐκ ταύτης προκύπτει ῥητὴ παράβασις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἐρχόμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐξελέγξωμεν τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· σήμερον δὲν θὰ κρίνωμεν ἐξ ὑποκειμένου τὴν διαταγὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ τὴν κρίνωμεν ἐξ ἀντικειμένου ὡς ἐκλογικὴν παρατυπίαν. Ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς παραδέχομαι μὲν ὅτι ἐγένετο ῥητὴ παράβασις τοῦ Νόμου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§53ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦ τέως.
§54Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Μάλιστα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ, τοῦ συμπατριώτου μου κ. Λομβάρδου.
§55ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διορθώσω. Εἶνε ἀκόμη Ὑπουργός, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἀκόμη ἐνεργοῦσι κατὰ τὰ πλεῖστον.
§56Δ. ΣΠΙΝΕΛΛΗΣ. Ἐκτὸς τινῶν, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ διορισθῶσιν ἐκ νέου. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ διαιρεθῇ, διότι ἔχομεν παρανομίαν ἐξ ὑποκειμένου, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κρίνωμεν σήμερον, καὶ παρατυπίαν ἐξ ἀντικειμένου· ταύτην θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη, προκειμένου περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶνε Δικαστήριον, εἶνε Σῶμα Πολιτικὸν, δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τύπων. Εὑρίσκει ἀληθῶς τὴν παρατυπίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα ταύτης ν’ ἀκυρώσῃ ἀπολύτως τὴν ἐκλογὴν ταύτην καὶ πέντε ἄλλων Ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡ αὐτὴ συνέβη παρατυπία. Τοῦτο οὔτε ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶνε, οὔτε ἐπιεικές. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου κανονίζουσι τίνι τρόπῳ ἐνεργεῖται ἐκλογὴ τις, ἀλλὰ πότε, παραβιασθέντος τύπου τινός, ἡ ἐκλογὴ κηρύσσεται ἄκυρος, οὐδαμοῦ τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἀναγράφεται. Αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἔλειψαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις· διέφερε τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον παντάπασιν Ἐπιτροπαί, ὅπως διευθύνωσι τὴν ἐκλογὴν, τὴν ἀστυνομίαν τῶν τμημάτων, καὶ βεβαιώσωσι τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἐκλογὴν, ἤτοι ἂν δὲν εἴχομεν πρακτικὰ ἐκλογῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θετικῶς ἡ ἐκλογὴ θὰ ἦτο ἀπολύτως ἄκυρος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως οὐ μόνον ἔχομεν Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, ἀλλὰ συνάμα τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς παροῦσαν καὶ ἐφορεύουσαν· ἑπομένως δὲν εἶνε λογικόν—διότι ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρηνόμησε καὶ κακῶς συνεκροτήθησαν αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ—νὰ δεχθῶμεν ἀπόλυτον τῶν ἐκλογῶν ἀκυρότητα ὡς φρονοῦσι τινὲς τῶν προαγορευσάντων. Τότε θὰ εἴμεθα ἀληθῶς ἄδικοι καὶ ὑπερμέτρως αὐστηροί, ἐνῷ καὶ ὡς δικασταὶ ἂν θεωρηθῶμεν, πρέπει μὲν νὰ ὦμεν δίκαιοι, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐπιεικεῖς, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἡ παρατυπία, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν εἶνε ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀπολύτου ἀκυρότητος τῶν ἐκλογῶν, καθότι τοιουτοτρόπως θὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἄκρον ἄτοπον καὶ ἄδικον νὰ τιμωρήσωμεν καὶ ἐκείνους, καθ’ ὧν ἐγένετο ἡ παρανομία. Συνεπῶς τούτων ἡ γνώμη, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκλογὴ, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀφοῦ αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ συνεκροτήθησαν παρανόμως, ἐξελέγχεται ἐσφαλμένη. Ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐν τῷ Τμήματι διεφώνησα καὶ πρὸς τὸν κ. Ἀθανασιάδην καὶ πρὸς τὸν κ. Ρικάκην, πρόεδρον τοῦ δευτέρου Τμήματος, καὶ διεφώνησα ἀκριβῶς, διότι εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα οὐχὶ ἀπολύτως ἀλλὰ σχετικῶς τῆς βλάβης, ἢ τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς· διότι ἡ παράβασις εἶνε ἔργον καθαρῶς τῆς Ἐξουσίας, γενόμενον κατὰ πρόληψιν ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς ὑποψηφίων. Ὡς παρετήρησα εἰς τὸν Dalloz ἐν Τομ. 19, ἐν λέξει «Droit Politique» καὶ ἐν Γαλλίᾳ εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐπικυροῦνται αἱ ἐκλογαὶ, μέμφεται δὲ τὸ Κοινοβούλιον τὴν Κυβέρνησιν ἢ τοὺς παρανομήσαντας ὑπαλλήλους. Ἐὰν παρηνόμησε λοιπὸν ὁ κ. Λομβάρδος, ἂς τὸν μεμφθῇ ἡ Βουλὴ, ἂς τιμωρηθῶσιν οἱ Δήμαρχοι, ἀλλ’ ἂς μὴ τιμωρηθῇ ἡ Ἐπαρχία Ἀγυιᾶς, ἐν ᾗ ἡ ἐκλογὴ καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ διεξήχθη νομίμως καὶ ἐν πληρεστάτῃ τάξει. Εἶχον, κύριοι, τὴν ἰδέαν ὅτι συνέβη ἡ περὶ ἧς πρόκειται παράβασις καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὑπαλλήλων Ἀρχῶν καὶ ἰδίως τοῦ Νομάρχου, ἀλλ’ ὡς παρετήρησα εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Λαρίσσης οἱ Νομάρχαι ἀδιακόπως ἔγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐκραύγαζον, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν οἱ κατάλογοι τῶν κληρωσίμων διὰ τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, ἀλλ’ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκώφευε καὶ ἀπέστελλε τὰς ἀναφορὰς τοῦ Νομάρχου Λαρίσσης εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ὡς εἶπε λίαν ὀρθῶς ὁ κ. Πετμεζᾶς καὶ εἰς ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς ἕκαστον Δῆμον, ἔχων τὰ προσόντα τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου ἵνα γίνῃ μέλος Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ κλήρωσις, διότι καὶ ἓν μέλος μόνον ἠδύνατο νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκλογὴν παρόντος καὶ συμπράττοντος τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας δὲν ὑπῆρχον ἐπαρκῆ πρόσωπα ἔχοντα τὰ προσόντα τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου, εἶνε ὅλως ἀνυπόστατον. Διὰ ταῦτα θεωρῶ τὸν τέως Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι ἁπλῶς ἀμελήσαντα, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως παραβιάσαντα τὸν Νόμον. Ὅθεν συμπεραίνων, δηλῶ, ὅτι ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ τοῦ Τμήματος. Δὲν δέχομαι οὔτε ἀπόλυτον οὔτε σχετικὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκνόμου συγκροτήσεως τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ὁπόταν θὰ ἐξετασθῶσι καὶ θὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ πράξεις τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου.
§57Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν συμφωνῶ ποσῶς μὲ τοὺς ἀξιοτίμους φίλους μου κύριον Ῥικάκην καὶ Ἀθανασιάδην, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα· ὁ δεύτερος μάλιστα ἐπεκαλέσθη νομοδιδασκάλους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν πεποιθήσεων αὐτοῦ, ὅπως αἱ ἐκλογαί, αἵτινες ἐγένοντο διὰ παρανόμων Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀκυρωθῶσιν ἀπολύτως. Καὶ δὲν συμφωνῶ ἀκόμη, διότι εἶπον καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐν Ἑλλάδι στηρίζει ὅλην τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ Νομοθετικὰ Σώματα εἰς τὴν διαγωγὴν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀθανασιάδης, ὅτι μία Κυβέρνησις παρανομοῦσα δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ κατόπιν τὰς ἐκλογὰς, στρέφεται κατ’ αὐτοῦ, διότι πολλάκις μία Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀποκλεισμὸν πολλῶν προσώπων· πολλάκις ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀποκλεισμὸν δύο, τριῶν ἢ καὶ ἑνὸς προσώπου, προσώπου ὅμως, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς παρουσίας του, διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς του μεταβάλλει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συγκροτεῖται ἑκάστοτε τὸ Κοινοβούλιον. Ἐὰν λοιπὸν, ἐν Ἑλλάδι μάλιστα ὅπου συνειθίσαμεν, διδασκόμενοι πάντοτε ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις, νὰ παραβιάζωμεν πάντας τοὺς νόμους, μία Κυβέρνησις θέλῃ νὰ δημιουργήσῃ ἕνα οἱονδήποτε λόγον, ὅπως ἀποκλείσῃ τοὺς δύο, τοὺς τρεῖς ἢ καὶ τὸν ἕνα αὐτῶν, τὸ κατορθώνει, καὶ ἔχομεν παραδείγματα τοῦ παρελθόντος. Τετράκις ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Καλαβρύτων διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ ἀοίδιμος Ζωγράφος, διότι εἰσερχόμενος ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἤθελε δώσει καὶ νέαν μεταβολὴν εἰς τὰ πράγματα τοῦ Κοινοβουλίου. Λοιπὸν τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ παρανομία, καὶ μὴν ἐπικαλεῖσθε ἀπολύτως τὸν Dalloze· διότι ἄλλως κρίνονται τὰ πράγματα εἰς τὰ Κοινοβούλια τῆς Γαλλίας, Ἀγγλίας, καὶ ἄλλως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μᾶς ἀνέφερε τὸν Dalloze· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ἀθανασιάδην καὶ τὸν κ. Ῥικάκην ποία νομολογία ὑπάρχει εἰς τὰ Κοινοβούλια ἐκεῖνα; ἐκεῖ ὑπάρχει νομολογία ὅτι, ἐὰν ὁ ὑποψήφιος ὑποσχεθῇ πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὅτι ἂν ἐπιτύχῃ, θὰ κατορθώσῃ νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν δρόμος ἢ σιδηρόδρομος, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα προκηρύσσονται αἱ ἐκλογαί, καὶ ὁ κ. Λομβάρδος εἰκονικῶς, ὡς γνωρίζετε, προκηρύττει δημοπρασίας δι’ ὅλους τοὺς δρόμους τῆς Ἑλλάδος καὶ διατάσσεται ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ν’ ἀλλάξῃ τοὺς δρόμους, οἱ ὁποῖοι ἐχορηγήθησαν εἰς ἐργολαβίαν, ὅπως ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ὑποψηφίων. Τί λέγει ὁ Dal loze δι’ αὐτό; Μὴ προσέχετε λοιπὸν εἰς αὐτὰς τὰς διατυπώσεις, ἀλλὰ προσέξατε εἰς τὴν οὐσίαν καὶ δώσατε εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι αἱ παρανομίαι, τὰς ὁποίας θὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῶν φίλων της, δὲν τὴν ὠφελοῦν, καὶ τότε ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλετε, ἐὰν μὴ κόψει ἐντελῶς, τουλάχιστον ἐλαττώσει κατὰ πολὺ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ ῥιζοῦται ἐν τῷ τόπῳ.
§58Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ συμπέρασμα τῆς σημερινῆς ὁμιλίας σας εἶναι, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν τέως ἀντιπολιτευομένων, καὶ ἂν ἐξελέχθησαν διὰ παρανομίας, καὶ ν’ ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν μὴ φίλων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§59Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§60Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§61Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ζήτημα πρόκειται νὰ ἐξαντληθῇ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, εἶμαι δὲ ἐγὼ εἰσηγητὴς ἐπὶ ἐκλογῆς ἄλλης, εἰς ἣν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, κρίνω δέον νὰ ἐκθέσω ἤδη ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου. Ὅτι ὁ γενόμενος διορισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἡ παράβασις αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη, ἀνατρέπουσα ὁλόκληρον κεφάλαιον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν· ὑπεστήριξαν δὲ μόνον τινὲς, ὅτι ἐγένετο τοῦτο ἐξ ἀνάγκης, ὅτι δὲν ἐγένετο σκοπίμως ἵνα ἐπιδράσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι δὲν ἐπέδρασεν. Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον· ὅτι δὲν ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης ὁ τοιοῦτος διορισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ὅτι σκοπίμως ἐγένετο ἵνα ἐπιδράσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι ἀληθῶς ἐπέδρασεν εἴς τινας ἐκλογάς. Δὲν ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης, ἠδύναντο δὲ νὰ καταρτισθῶσιν Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, διότι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐν τῷ Νομῷ ἐκείνῳ κατηρτίσθησαν πρὸ τοῦ 1884 καὶ ἀνεθεωρήθησαν τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1884 καὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1885· ἑπομένως ἠδύναντο νὰ καταρτισθῶσιν οἱ κατάλογοι τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα μελῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸ 1885· δὲν ἐγένετο τοῦτο μεθ’ ὅλας τὰς ἐπανειλημμένας ἀναφορὰς τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῶν ὁποίων παρίστα τὴν ἀνάγκην νὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως καταρτισθῶσιν οἱ τοιοῦτοι κατάλογοι. Ὅτι ἠδύναντο νὰ καταρτισθῶσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἀποδεικνύει καὶ τὸ ὅτι ἐν τοῖς Νομοῖς Τρικκάλων καὶ Ἄρτης, εὑρισκομένοις ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, κατηρτίσθησαν πρὸ πολλοῦ. Μὴ γενομένου τοῦ καταρτισμοῦ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ὤφειλεν ὁ Νομάρχης νὰ διατάξῃ ὅπως αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργηθῶσι διὰ τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει ἐν τῇ περιπτώσει τῆς ἀπουσίας τῶν μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε τοῦτο ἐγένετο· ὤφειλον ἄλλως αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ νὰ διατάξωσιν ὅπως ἡ ἐκλογὴ γείνῃ διὰ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνήργησαν τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς· διότι ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως ἐν ἄρθρῳ 6 λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν μέχρι τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων συμπέσει βουλευτικὴ ἐκλογή, ἐνεργεῖται αὕτη μὲ τὰς Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἤθελον ἐνεργήσει τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς· δὲν λέγει ὅτι θέλει ἐνεργεῖσθαι δι’ Ἐπιτροπῶν, καταρτιζομένων καθ’ ὃν τρόπον κατηρτίσθησαν αἱ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Ἀφοῦ δὲ ἀπεφάσισαν τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὤφειλον τουλάχιστον νὰ καταρτίσωσιν αὐτὰς ἐκ προσώπων ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ Νόμου, ἀλλ’ οὔτε τοῦτο ἔπραξαν, διώρισαν δὲ Ἐφορευτικὰς Ἐπιτροπάς ἐκ προσώπων μὴ δυναμένων ἐκ τοῦ νόμου νὰ λάβωσι μέρος εἰς Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν, ἐκ προσώπων, οἷς ὁ νόμος ἀπαγορεύει ἐπὶ ποινῇ προστίμου καὶ φυλακίσεως νὰ παρίστανται ἁπλῶς εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἰκονομικῶν ἐφόρων, ταμιῶν, γυμνασιαρχῶν κλπ. τῆς ἐκλογῆς τοῦ Νομάρχου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ παράνομος διορισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἐγένετο διὰ σειρᾶς παραβάσεων τοῦ νόμου, ὅπερ μὲ πείθει ὅτι σκοπίμως ἐγένετο διὰ νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἐπέδρασεν ἀληθῶς. Καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ ἐπιδράσωσιν Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἐξ ὑπαλλήλων, οἷς ὁ νόμος καὶ τὴν ἁπλῆν παράστασιν, λόγῳ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, ἀπηγόρευσε. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι, εἰς ἃς ἐπέδρασαν αἱ ἐνέργειαι αὗται τῆς τέως Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι, εἰς ἃς δὲν ἐπέδρασαν αἱ ἐνέργειαι αὗται.
§62Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, λαμβάνει πολὺ σπουδαίας διαστάσεις καὶ καλὸν εἶνε νὰ ἔχωμεν ὀλίγην ὑπομονὴν διὰ νὰ ἐξηγηθῶμεν, νὰ ἐννοήσωμεν ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπροτάθησαν διάφοροι γνῶμαι, ἀλλ’ ἐπροτάθησαν καὶ γνῶμαί τινες, αἵτινες, ἐὰν γείνωσι δεκταὶ, θὰ ἔχωσι σοβαρωτάτας συνεπείας. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι δικάζεται μὲν τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς, ἀλλ’ ὅτι πράγματι δικάζεται ἡ ἐκλογὴ πέντε Ἐπαρχιῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀσπάζεται καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξηγήσω τὴν σιωπήν του, σιωπὴν βουλευτοῦ, ὅστις διὰ πράγματα ἥττονος σπουδαιότητος συχνάκις ἐλάμβανε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ὥρας ἐκράτει τὸ βῆμα. Διατί ὁ κύριος τέως Πρωθυπουργὸς ἵσταται σήμερον σιωπηλὸς ἐκεῖ, καὶ δὲν δίδει ἐξήγησίν τινα; Δὲν μᾶς λέγει τὴν γνώμην του, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶνε σύμφωνος μὲ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ διαφωνῇ καὶ εἰς τί, ἢ νομίζει ὅτι τὸ ζήτημα εἶνε ἀνάξιον προσοχῆς; Μέχρις ἐναντίας ἀποδείξεως ἡ σιωπή του οὐδὲν ἄλλο ἐμφαίνει ἢ ὅτι ἀσπάζεται τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι αἱ Συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις ἐργάζονται, οὕτως εἰπεῖν, ἀλληλεγγύως, καὶ ἴσως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρχει κοινὴ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ μᾶς ἔλεγεν ὁ κύριος πρώην Πρωθυπουργὸς, ἢ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὴ δευτερολογήσω, διότι δὲν θέλω νὰ καταχρῶμαι τῆς εὐμενοῦς προσοχῆς, τὴν ὁποίαν ἐδείξατε πρὸ μικροῦ· ἀλλ’ αἱ ὁμιλίαι ὅλων τῶν προαγορευσάντων μὲ καλοῦσιν εἰς τὸ βῆμα, ἰδίως δὲ ἡ τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Οἱ γινώσκοντες τὰ πράγματα ἔδωκαν τὴν προσήκουσαν ἀξίαν εἰς τὴν ἀσθενεστάτην ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου· ἐν ἄλλαις λέξεσι διεῖδον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς οὐδὲν εἶχε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι εὑρέθη εἰς μίαν ἐξ ἐκείνων τῶν στιγμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἤμεθα βουλευταὶ κατὰ τὴν τελευταίαν Περίοδον, τὸν εἴδομεν πλέον ἢ ἅπαξ, εἰς μίαν ἐξ ἐκείνων τῶν στιγμῶν κατὰ τὰς ὁποίας ἔλεγέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐστηρίζετο οὔτε εἰς τὸν νόμον, οὔτε εἰς τὰ πράγματα. Δὲν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πρὸς μίαν τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκε καὶ νὰ ἀνασκευάσω αὐτάς, ἀλλὰ ὑπάρχουσι καί τινα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ μείνωσιν ἄνευ ἀπαντήσεως. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχον πρόσωπα, ἔχοντα τὰ προσόντα. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε βουλευτὰ ἐκ Μεσολογγίου καὶ κύριε βουλευτὰ ἐκ Ζακύνθου, πότε ἐμάθατε, ὅτι δὲν ὑπῆρχον πρόσωπα; Ἐκυβερνᾶτε τὸν Τόπον ἐπὶ 3½ ἔτη ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ ὀγκώδους πλειονοψηφίας, καὶ μάλιστα ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν· διατί δὲν προείδατε τοῦτο; Διατί εὑρέθητε ἀπαράσκευοι τὴν τελευταίαν στιγμήν; Εἰς τί ἠσχολεῖσθε; ἠσχολεῖσθε νὰ διατηρῆτε τὴν πλειονοψηφίαν σας καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλ’ ἦτο τοῦτο τὸ καθῆκόν σας; Πῶς ἐπετέθητε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὰ καθήκοντά της καὶ δὲν ἐνήργησε τὰς ἐκεῖ ἀφομοιώσεις ὡς ἔδει; Καὶ διατί ἤλθετε σεῖς; ἤλθετε, διότι ἐψέξατε τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐγνωρίζετε λοιπόν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐγνωρίζετε, παρελείψατε σπουδαιότατον καθῆκον. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ἐμάθομεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἀκριβῶς κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι εἴχομεν τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅτι ἤθελον μείνει τὰ πράγματα ὡς εἶχον, ὅτι ἑπομένως εἴχομεν τὸν καιρὸν νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου. Καὶ εἶναι σπουδαῖα ταῦτα, ὅτι σεῖς ἐνεθυμήθητε τὸ καθῆκόν σας τὴν παραμονὴν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε χιλίους ἄλλους νόμους; Καὶ εἶναι τρόπος αὐτὸς, δι’ οὗ ἀφομοιοῦνται αἱ νέαι Ἐπαρχίαι, δι’ οὗ θὰ ἐμψυχωθοῦν οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μακεδονίας; δὲν εἶναι, ὄχι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μόνον εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐμάθετε τοῦτο.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἠξεύρομεν ἀπὸ τοῦ 1882.
§64ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λοιπὸν διατί δὲν ἐπροκαλέσατε εἰδικὸν νόμον; Σεῖς ἐκάμετε τὸν ἐκλογικὸν νόμον ΛΔʹ τοῦ 1882, διατί δὲν περιελάβετε τὴν διάταξιν ταύτην; Εἰς τί λοιπὸν ἠσχολεῖσθε; Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰ ἐπουσιωδέστερα, οὔτε εἰς τὰ περὶ ἀνεπαρκείας, διότι ποίαν ἀπόδειξιν σᾶς ἔφεραν περὶ ἀνεπαρκείας; οὐδεμίαν. Ἄλλως τε ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ, δὲν ὑπῆρχεν εἷς; διατί αὐτὸς ὁ εἷς παρελείφθη; Τί ἀπαντᾶτε εἰς ταῦτα; Ἀλλὰ λέγουσι τί γίνεται τὸ σύγχρονον τῶν ἐκλογῶν; Μᾶς ἐπιτάσσει τὸ 66 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἐκ Βόλου βουλευτὴς ἀνέπτυξε. Ναὶ, λέγω, ἀλλὰ μήπως ἐτηρήσατε τὸ ταυτόχρονον εἰς τὰς ἐκλογὰς Καλαμπάκας καὶ Κερκύρας; καὶ ἐπὶ τέλους εὑρέθητε μεταξὺ δύο κακῶν, μεταξὺ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 66 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ κακοῦ νὰ διατάξητε ἀναβολήν. Διατί δὲν ἐφηρμόζετε τὸ 42 ἄρθρον; ἦτο ὀλιγώτερον τὸ κακόν· ἐπρόκειτο νὰ ἑρμηνεύσητε κἄπως εὐρέως, βεβιασμένως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς ἠδύνασθε νὰ φέρητε πλέον νόμιμα ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀπαντήσω συντόμως εἰς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ζήτημα τὸ νομίζω ἐξηντλημένον, διότι τρεῖς, κατ’ ἐμὲ, γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν. Ἡ πρώτη τῶν γνωμῶν, ἡ ἀπωτέρα, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀκυρότης, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς νομίμως συγκεκροτημένης· τὴν γνώμην ταύτην ὑπεστήριξαν μετ’ ἐμὲ καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ ὁ κ. Ρικάκης. Ἡ ἄλλη γνώμη εἶναι ἡ ὑποβαλλομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσηγητοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀκυρότης, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς ἐπιδράσεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη στηρίζεται εἴς τινας συγγραφεῖς. Ἡ τρίτη, γνώμη ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαβρύτων, πρὸς τὸν ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἀτυχῶς δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, διότι οὐδαμοῦ τὴν εὑρίσκω στηριζομένην. Σᾶς εἶπεν, ἐκ δόλου ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, ὁ δόλος δὲ αὐτῆς στρέφεται κατὰ τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων, καὶ συμπεραίνει ν’ ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν τέως ὑπουργικῶν καὶ νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ τῶν τέως ἀντιπολιτευομένων. Καὶ ἂν τοῦτο ἐπικρατήσῃ, τί συμπέρασμα ἔχομεν; ἀποφασίζομεν περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὁλοκλήρου κατηγορίας, ἤτοι τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν καταταχθῆ εἰς τὸ Τρικουπικὸν κόμμα. Ἀλλὰ πρῶτον ἐρωτῶ τὸν κ. βουλευτὴν Καλαβρύτων ἔχει ταχθῆ εἰς κόμμα τι; Ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύωνται ἀνήκοντες εἰς κόμμα τι, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οἱ νομίζοντες ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν ὡρισμένας ἀρχὰς καὶ οὐχὶ κόμματα προσωπικά. Εἰς ποίαν κατηγορίαν θὰ κατατάξητε τοὺς τελευταίους ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης; Ἡ θέσις λοιπὸν τοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τὰ δύο διακεκριμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν, τῆς ἀπολύτου ἀκυρότητος καὶ τῆς σχετικῆς. Διὰ τὴν σχετικὴν ἀκυρότητα δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει τεκμήριον juris et de jure, ὅτι ὅλα τὰ τελεσθέντα ἐγένοντο ἀκριβῶς κατὰ τῶν ἀντιθέτων, ἐνδέχεται νὰ ἐπέδρασαν καὶ δι’ ἄλλους. Ἐγὼ, φέρ’ εἰπεῖν, δὲν ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη, οὔτε τοῦ κ. Δηλιγιάννη· ἐνδέχεται ὅμως νὰ ἦσαν ὡς μέλη διδάσκαλοι, οἵτινες νὰ ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἐπιτυχίαν μου, ἀρκεῖ καὶ ἡ παρουσία ἑνὸς ὑπαλλήλου νὰ ἐπιδράσῃ· σεῖς ὁ ἔνορκος τί θ’ ἀποφασίσητε; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει ἔνδειξις, ἓν προηγούμενον, ὁ δὲ ὀρθὸς συλλογισμὸς ἄγει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι μᾶλλον πιθανὸν εἶναι ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπέδρασαν ἐναντίον τῶν τέως ἀντιπολιτευομένων, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἄλλων ἀποδείξεων· αἱ ἐνδείξεις δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ εἴπωσιν εἰς ἡμᾶς ἂς ἀκυρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ τῶν τέως ἀντιπολιτευομένων. Διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαβρύτων, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει παρὰ νὰ σκεφθῇ ὅτι ἅμα ὡς ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀκυρότης, πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ ἀδιακρίτως τῶν προσώπων· ἂν δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη αὕτη, νὰ ἐξετασθῇ ἐκ τίνων γεγονότων ὡρισμένως ἐπέδρασε καὶ ὡς πρὸς τίνας.
§65ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§66Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁρμώμενος ἐκ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς, ἐξ ἧς καὶ ὁ προλαλήσας ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ἐκ τῆς ἀρχῆς δηλαδὴ ὅτι μόνος κυρίαρχος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μόνος ὁδηγὸς τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις δέον νὰ ἦναι ὁ νόμος, φθάνω εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει δηλαδὴ ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Ἀγυιᾶς. Κατ’ ἐμὲ ἐπὶ ἐκλογῶν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀκύρωσις αὐτῶν διὰ λόγους τυπικοὺς, διὰ λόγους δηλονότι μὴ τηρήσεως διατάξεων δικτασσομένων ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅταν ἄλλοθεν δὲν βεβαιοῦται ἢ δὲν καθίσταται μᾶλλον ἢ ἧττον πιθανὸν, ὅτι ἡ μὴ τήρησις τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ νόμου συνετέλεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας. Ἐν τῷ κοινῷ δικαίῳ ἀληθῶς κηρύττονται πολλάκις ἄκυροι πράξεις μὴ γενόμεναι κατὰ τοὺς διαγεγραμμένους ὑπὸ τοῦ νόμου τύπους, καὶ οὐδόλως εἶνε δεκτὴ ἡ ἀπόδειξις τῶν πράξεων αὐτῶν δι’ ἄλλων μέσων καὶ οὐδόλως καλύπτεται ἡ ἀκυρότης, ἂν αἱ πράξεις αὗται ἀποδειχθῶσι δι’ ἄλλων μέσων. Οὕτω εἶνε ἄκυρος ἡ μεταβίβασις ἀκινήτου ἡ γενομένη δι’ ἰδιωτικοῦ συμβολαίου ἢ ἡ ὑποθήκη, ἥτις δὲν ἐνεγράφη εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν μολονότι δ’ ἀμφότεραι δύνανται ἀναμφισβητήτως ν’ ἀποδειχθῶσι δι’ ἄλλων μέσων, μολονότι ἡ παράλειψις τοῦ δημοσίου ἐγγράφου δύναται ἐν δεδομένῃ περιστάσει οὐδόλως νὰ βλάπτῃ, οὐδόλως νὰ ἐλαττοῖ τὸ κῦρος καὶ τὴν βεβαιότητα περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν πράξεων ἐκείνων, ὁ δικαστὴς ἐν τούτοις ὑποχρεοῦται νὰ κηρύξῃ αὐτὰς ἀκύρους. Ἀλλὰ διατί τοῦτο; διότι ῥητῶς ὁ νόμος ἀνέγραψεν ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τὴν τήρησιν ὡρισμένων διατυπώσεων ἢ διότι ἀνέγραψεν αὐτὰς ὡς οὐσιώδεις, ἐπιτρέψας τῷ δικαστῇ νὰ κυροῖ αὐτὰς διὰ τῆς ἀκυρώσεως, ὁσάκις παρεβιάσθησαν. Ἐν τῷ ἐκλογικῷ ὅμως Νόμῳ οὐδαμοῦ ἀνεγράφεται ἀκύρωσις ἐκλογῆς διὰ παραβίασιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, οὐδὲ διακρίνονται αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἰς οὐσιώδεις ἢ μὴ οὐσιώδεις. Ὁ Νομοθέτης δὲν ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τυπικὰς ἀκυρότητας καὶ ἐν γνώσει δὲν καθιέρωσε τοιαύτας, διότι ἡ διαφορὰ εἶνε μεγίστη μεταξὺ τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων καὶ ἡ ἐνάσκησις αὐτῶν γίνεται ὑφ’ ὅλως διαφόρους ἐγγυήσεις. Αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται μεταξὺ κομμάτων, αἱ δὲ ἀσφάλειαι εἶνε ἐπίσης εἰς χεῖρας κομμάτων κατὰ τὸ πλεῖστον. Κατ’ ἀναλογίαν πάλιν τῶν διατάξεων τοῦ κοινοῦ δικαίου δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἀκυρότητας τυπικὰς, δηλαδὴ ἀκυρότητας, ἀνεξαρτήτως πάσης ἐξετάσεως περὶ ἐπιδράσεως αὐτῶν ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων· διότι ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν ἀκυροτήτων συχνότατα ἐλλείπουσι δύο περιστάσεις, δικαιολογοῦσαι τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ. Ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ πολλάκις κηρύττεται ἀνεξετάστως ἄκυρος πρᾶξίς τις μὴ γενομένη κατὰ τοὺς διατεταγμένους τύπους, διότι ἐνῷ ὁ ἐνδιαφερόμενος ὤφειλε καὶ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, ἠμέλησεν ἢ δὲν ἐπεμελήθη ὅσον ἔδει τὴν νόμιμον σύνταξιν αὐτῆς· ὁ ἀμελήσας διάδικος ὑφίσταται ἐν τοιαύτῃ περιστάσει τὰς νομίμους συνεπείας τῶν ἰδίων αὐτοῦ παραλείψεων. Ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ ἔχομεν καὶ ἀκυρώσεις πράξεων, τὰς ὁποίας δὲν ἔκειτο εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ συντάξωσι νομίμως, τὰς ὁποίας παρέλιπον ἄλλα πρόσωπα νὰ συντάξωσι νομίμως καὶ τῶν ὁποίων ἐν τούτοις ὁ νόμος ἢ ὁ Δικαστὴς ἀπαγγέλλουσι τὴν ἀκύρωσιν. Ἀλλὰ καὶ τότε ὑπάρχει δικαιοσύνη ἐν τῇ αὐστηρότητι αὐτῇ τοῦ νόμου, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀδίκως ἐκ τῆς ἀκυρώσεως ζημιούμενον νὰ ζητήσῃ δι’ ἀγωγῆς ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ αἰτίου τῆς ζημίας. Εἰς τὰς συγκροτήσεις ὅμως τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν οὐδόλως συμπράττουσιν οἱ ὑποψήφιοι, ὅπως θεωρηθῶσιν ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀκύρωσιν, οὐδ’ εἶναι ἡ χρηματικὴ ἀποζημίωσις κατὰ τῶν ἀμελησάντων ὑπαλλήλων τὸ μέσον τῆς ἀνορθώσεως τῶν παραβιασθέντων πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ταῦτα πάντα ἠθέλησεν αὐτὸς ὁ ἐκλογικὸς Νόμος οὐδένα θεὶς περιορισμὸν ἀκυρότητος ἐκ τῶν προτέρων λόγῳ παραβιάσεως τύπων, ἀλλ’ ἀφήσας εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόλυτον καὶ ἐλευθέραν τὴν διάγνωσιν περὶ τοῦ γνησίου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς. Τῶν ἐκλογικῶν διατυπώσεων ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ προστασία τῆς ἐνασκήσεως τῶν ἐκλογικῶν δικαίων, ἅμα δὲ ταῦτα δὲν παρεβιάσθησαν, δὲν ἐπηρεάσθησαν, δὲν ἐνοθεύθησαν διὰ τῆς παραβιάσεώς τινων διατυπώσεων, εἶναι καὶ ἄσκοπος καὶ ἄδικος ἡ ἀκύρωσις τῶν ἐκλογῶν, ἐν αἷς δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις ἐκεῖναι. Ἡ ἀκύρωσις δικαιολογεῖται μόνον, ἂν ἡ παραβίασις τῶν διατυπώσεων, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ μὴ νόμιμος συγκρότησις τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐπέδρασε τοσοῦτον ὑπὲρ τῶν ἐπιτυχόντων, ὥστε ἡ Βουλὴ πείθεται ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἐπλειονοψήφουν οἱ ἐπιτυχόντες. Ἀλλὰ φρονῶ προσέτι, ὅτι δὲν εἶναι καὶ νόμιμος ἀκύρωσις ἐκλογῆς διὰ τοιοῦτον λόγον καὶ ὅτι δὲν δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ ν’ ἀκυρώσῃ ἐκλογήν τινα, καθ’ ἣν δὲν συνεκροτήθησαν νομίμως αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ διὰ μόνον αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξετάσεως τοῦ γνησίου τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. Δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ὁ Νόμος δὲν ἀναγράφει τοιαύτην ἀκύρωσιν, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν διατάσσει διατυπώσεις ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων εἶναι ἀπόλυτος κυρίαρχος, ἐκτιμῶσα δὲ τὴν ἐπίδρασιν παραβιάσεως διατάξεώς τινος ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων δύναται ν’ ἀκυρώσῃ ἐκλογήν τινα· ἀλλὰ διὰ τυπικὴν ἁπλῶς καὶ μόνην παραβίασιν δὲν δύναται ν’ ἀκυρώσῃ, ἅμα ἡ ἀκυρότης αὐτὴ δὲν εἶναι ῥητῶς ἀνεγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ. Δὲν εἶναι δ’ εἰσέτι καὶ Νομοθετικὸν Σῶμα ἡ Βουλὴ ὅπως εἰσαγάγῃ ἀκυρότητας ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε τοιαύτας. Σήμερον ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων, ἐλεύθεροι δ’ εἴμεθα μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν δὲν συμφωνῶ πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν προλαλησάντων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὸ σκόπιμον τῆς ἀκυρώσεως διὰ τυπικοὺς λόγους. Καὶ ἂν ἡμεῖς σήμερον ἀκυρώσωμεν ἀνεξετάστως πάσας τὰς ἐκλογὰς, ἐν αἷς αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν συνεκροτήθησαν νομίμως, οὐδὲν ἠσφαλίσαμεν ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν Κυβερνήσεων· διότι αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν ἐπεμβαίνωσιν, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ καλύψωσι τὰς ἐπεμβάσεις διὰ τῆς πλειονοψηφίας, καὶ τὰς καλύπτουσιν, ὅταν ἐπιτύχωσιν αὐτήν. Τοῦτ’ ἐπίσης εἶναι ἀσφάλεια ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφὴ τῆς ἀκυρώσεως τῶν Ἐκλογῶν διὰ παραβίασιν ἁπλῶς καὶ μόνον τύπων, διότι πολλάκις οἱ τεταγμένοι διὰ τὴν τήρησιν αὐτῶν θὰ εὑρίσκωσι πολιτικὸν συμφέρον νὰ παραλείπωσιν αὐτούς, ὅπως κηρυχθῶσιν ἄκυροι αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Ἡ μόνη ἑπομένως ὀρθὴ γνώμη εἶναι σήμερον νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἡ μὴ νόμιμος συγκρότησις τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς ἐπηρέασεν ὑπὲρ τῶν ἐπιτυχόντων. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι οὐδόλως ἐπηρέασε, καὶ διὰ τοῦτο θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῆς.
§67Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν περιέχει διατάξεις ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος δὲν διατάττει ἀκυρότητα, μὴ ἀποδεικνυομένου δὲ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἠλλοιώθη, αἱ ἐκλογαὶ εἰσὶ νόμιμοι, διατρέχομεν τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης· ἀπεναντίας φρονῶ, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παραβιαζόμεναι ἐπιφέρουσι τὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε μὲ μεγάλας ἐγγυήσεις νὰ περιβάλῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατέθη ἡ μεγάλη ἐφορευτικὴ ἐργασία, καὶ βλέπετε, ὅτι δυσπιστεῖ πρὸς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δυσπιστεῖ πρὸς τὰ κόμματα, καὶ τί ὁρίζει; ἀπὸ μηνὸς Ἰανουαρίου συντάσσεται ὁ κατάλογος, ἐκτίθεται εἰς τὴν κρίσιν παντὸς ἐκλογέως, γίνονται ἐνστάσεις, αἵτινες ἐκδικάζονται, ἐνεργοῦνται αἱ κληρώσεις, δι’ ὧν καὶ μόνων ὁρίζονται τὰ πρόσωπα. Δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν διατυπώσεων ὁ νομοθέτης περιφρουρεῖ τὴν μέλλουσαν ἐκλογὴν ἀνεξαρτήτως προσώπων καὶ κομμάτων. Νομίζετε, ὅτι τὰς διατάξεις αὐτὰς ὁ νομοθέτης ὥρισε πρὸς τὸ θεαθῆναι; Καὶ ἐὰν αὔριον αἱ διατάξεις αὐταὶ παραβιασθῶσι, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, διότι ὁ ἀποκλεισθεὶς δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν, ὅτι ἐπηρεάσθη τὸ ἀποτέλεσμα; Δὲν δύναμαι λοιπὸν ποτὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν ἀμέσως τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς — καὶ τοιαύτας θεωρῶ τὰς περὶ συντάξεως τοῦ καταλόγου καὶ τῆς συστάσεως τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν — ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν ὁρίζονται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ἐνεργήσατε τὴν ἐκλογὴν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κειμένων νόμων, προσάξατε περὶ αὐτῆς ἔγγραφα παρέχοντα νόμιμον ἀπόδειξιν, καὶ τότε μόνον δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ ἔγκυρον τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς. Σήμερον μὴ ἔχοντες ἔγγραφα ἐπίσημα περὶ τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ὡς νομίμους τοὺς ἐξ αὐτῆς βουλευτάς; Ἐὰν τοῦτο νομίζετε ὀρθόν, τότε κηρύξατε νέας ἀρχάς· ὁρίσατε νὰ ἀνακηρύττωνται οἱ βουλευταὶ ἐν μέσῃ τῇ ἀγορᾷ ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως! Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, οὐδὲ δύναμαι νὰ ὑποταχθῶ εἰς τοιαύτην ἰδέαν.
§68ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§69Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος παραδέχεται μίαν ἐγγύησιν, τὴν παρουσίαν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὴν μίαν ἐγγύησιν ἔχομεν· κατὰ συνέπειαν ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπάρχει ἐκλογὴ κατὰ νόμον. Τώρα οἱ περισσότεροι δέχονται, ὅτι πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσί τινες τῶν ἐκλογῶν, διότι αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἔλαβον μέρος μετὰ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου. Ὅπου ὅμως ὑπάρχουν παρεκτροπαὶ, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν χώραν εἰς παράνομον ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐκεῖ βεβαίως ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησεν ἄλλος τὸν λόγον· ἔκλεισεν ἡ συζήτησις. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν λεχθέντων, ἐὰν νομίζῃ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τὴν ἐκλογήν.
§71Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις συμφώνως πρὸς τὴν συζήτησιν. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θέσητε, εἶναι ἡ γνώμη ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Τμήματος, ὅτι ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἡ παρὰ προσώπων ἁρμοδίων σύνταξις τῶν πρακτικῶν εἶναι διατυπώσεις οὐσιώδεις. Εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς καὶ εἶναι καὶ ἡ ἀπωτέρα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν λεχθέντων θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§73Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν πρέπει νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐμὲ λίαν σπουδαία· αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις θέλει εὑρεθῆ εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν, ἐὰν ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί, ἄνευ ὁρισμοῦ τῶν λόγων τῆς ἀκυρώσεως. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν λεχθέντων μετὰ τῶν λεχθέντων εἶναι καὶ πολλαὶ ἐνστάσεις, εἶναι καὶ ἐνστάσεις τινὲς τοῦ πρώην βουληφόρου κυρίου Στεφανίδου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτων. Δύο προτάσεις ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν· ἡ μία εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος, ζητούσης τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς· ἡ ἄλλη εἶναι ἡ τῆς μειονοψηφίας, ὑπογραφεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσσης κυρίου Φίλιου.
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποία εἶναι;
§75Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι τετυπωμένη ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν ἐκθέσεων. «Ὁ νόμιμος καταρτισμὸς τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἡ παρὰ προσώπων νομίμων καὶ ἁρμοδίων σύνταξις τῶν πρακτικῶν εἶναι ἐκλογικαὶ διατυπώσεις οὐσιώδεις, ἡ παράβασις τῶν ὁποίων συνεπάγει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς». Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς μειονοψηφίας, ἥτις εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἠκούσατε τὰς προτάσεις. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται δύω). Ἀπερίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ἀγυιᾶς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς γίνεται δεκτὴ ὡς ἔγκυρος καὶ ἀνακηρύσσονται ὡς νόμιμοι βουλευταὶ αὐτῆς οἱ κατὰ ταύτην πλειονοψηφήσαντες Εὐθύμιος Βουτζιᾶς καὶ Ἀπόστολος Φιλίππου. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα (12 καὶ 20/60 μ. μ.)