Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Δ› Συνεδρίαση 43

1885.01.23

3.013 στίχοι · 22.012 λέξεις · 1 πίνακας · 89 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1885.01.23
Προεδρεία
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Δ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1885)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43

Τῆς 23 Ἰανουαρίου 1885.

(Τετάρτη)

Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στεφανόπουλος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ καλυμμάτων πρὸς προφύλαξιν ἐκ τῆς βροχῆς τῶν σταφίδων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὸν λόγον.

§2ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, καὶ χάριν τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, καὶ χάριν τῆς κοινῆς γνώμης τὴν ὁποίαν σέβομαι, καὶ χάριν τῆς Ἐπαρχίας τῆς ὁποίας εἶμαι ἀντιπρόσωπος, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν θέλω ἀκολουθήσει κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐξελέχθην ὡς Βουλευτὴς, δὲν ἔπραξα ἄλλο, ἢ νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας μου, καὶ διὰ τοῦτο μ’ ὅλον ὅτι ἐπέτυχον μόνος ἐκ τῶν ἓξ ἀντιπολιτευομένων συνυποψηφίων τῆς Ἐπαρχίας μου, ἐν τούτοις οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ συνδυασμοῦ, οὔτε συμφέροντα ἰδιαίτερα ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ συνεβουλεύθην τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας μου, καὶ ἐτάχθην εἰς τὴν μερίδα αὐτὴν, ἥτις ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας. Εὐτυχῶς ἡ μερὶς αὕτη ἐντὸς ὀλίγου ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν· ἀπὸ τῆς πρώτης δὲ Συνόδου ἦλθον εἰς ψυχρότητά τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν φυτειῶν. Ὁ κ. Ζέγγελης ἔφερε τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμει ὁ λαὸς καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχετο, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἠγόρευσαν ὑπὲρ αὐτῆς, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ζέγγελης. Ἡ δὲ τροπολογία ἦτο, νομίζω, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀσκεπῶν γαιῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀγορεύσεων ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχουσι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα ἐν σελίδι 832. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη». Δὲν ὑπῆρχε πλέον καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζέγγελη ἦτο νόμος τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελεν ἡ τροπολογία αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ὄχι μόνον ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλὰ καὶ ἄρνησιν ἀκόμη ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐψήφισαν οἱ φίλοι του· διότι ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ εἶπεν, ὅσοι παραδεχθῶσι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη ἐννοοῦν νὰ καταψηφίσουν τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ζέγγελης ἠναγκάσθη, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἀφοσιώσεως καὶ ἕνεκα τῆς μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας, νὰ ἀρνηθῇ τὴν πρότασίν του.

§3ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἐγὼ ἀνεκάλεσα τὴν τροπολογίαν μου εὐθὺς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁ τότε ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μ’ ἐβεβαίωσεν ὅτι, μὴ οὐσῶν χωρογραφημένων τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, ἐπῆλθον πολλαὶ δίκαι μεταξὺ τῶν κατόχων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς ἀλλήλους, καὶ δὲν συμφέρει νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία μου μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεσχέθη δὲ νὰ φέρῃ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς, ὅπερ καὶ ἔπραξεν. Ἐπείσθην καὶ ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ἀνεκάλεσα τὴν τροπολογίαν μου, ἀνακοινώσας εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, εἰπὼν ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπανέλαβον τὰ αὐτά· ὅταν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς τροπολογίας μου, τότε καὶ ὁ κ. Φωτήλας εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ αὕτη, διότι ἐγὼ ἀπέσυρον αὐτὴν, καὶ ἀναστὰς ἐβεβαίωσα τοῦτο, ἀλλ’ ἔντιμος Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος Δημητρακάκης εἶπεν ὅτι υἱοθετοῦσιν αὐτὴν, καὶ εἶχον δικαίωμα τοιοῦτον, καὶ οὕτως ἐψηφοφορήθη ὡς υἱοθετηθεῖσα παρ’ αὐτῶν. Ταῦτα ἐγένοντο πρὸ τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, καὶ βεβαιοῦνται ἀπὸ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ (θόρυβος).

§4ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἐδικαιολόγησε πολὺ καλὰ τὴν ψῆφόν του, διότι ἠρνήθη τὴν πρότασίν του, πεισθεὶς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ ἴδιον νομοσχέδιον. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις δὲν εἶχον μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν καὶ ὅστις νομίζω καὶ ἐνόμιζον ἄντικρυς ἀντικείμενον τοῦτο εἰς τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἀντιπροσώπου, κατεψήφισα. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον διεσκεδάσθη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἑκατέρωθεν ὡς σπουδαῖον διάβημα. Καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα, ἰδίως δὲ εἰς τὸ περὶ ἐπιστρατείας καὶ ἐκεῖ διεφωνήσαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτου δὲν προέβην εἰς σπουδαῖον διάβημα, διότι προσεδόκων ὅτι ἔμελον νὰ βελτιωθῶσι τὰ γενικώτερα τῆς Πατρίδος ζητήματα, καὶ οὕτως ἔληξεν ἡ πρώτη Σύνοδος. Κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὰς ὑποσχέσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς Ὑπουργοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ συγκοινωνίας καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως μᾶς ἐνθουσίασαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ, φρονοῦντες ὅτι ἤθελον ἐπέλθει ὅλα τὰ καλὰ διὰ τὰ ὁποῖα ἤλθομεν ὡς ἀντιπρόσωποι. Ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε, διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὁποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βαρυτάτων αὐτῶν φόρων 12% διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, καὶ 12% διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἐκ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς, ἦτο ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον. Κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορομανίας ἐτελείωσε, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι πλέον νομοσχέδια ἐλαφρυντικά. Δυστυχῶς κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον εἰσήχθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια, κύριοι, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον μᾶς ἔφεραν εἰς ἀντίκρουσιν πρὸς τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλὰ σχεδὸν μᾶς ἔκαμαν νὰ ἀρνηθῶμεν καὶ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὰς ὑποσχέσεις μας. Διατί; Πρῶτον εἰσήχθη ὁ Νόμος περὶ προσκλήσεως τῆς ἐφεδρείας, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν ῥητῶς ὑποσχεθῆ, ὅτι τὰ βάρη τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης τῆς ἐπιστρατείας, καὶ αὐτά ἀκόμη ἤθελον ἐλαττωθῆ, ἤθελον ἐκλείψει ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐνοῶ τὴν στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὴν αἰωνίαν ἀγγαρίαν καὶ ἀπασχόλησιν τῶν πολιτῶν δὲν τὴν ἐννοῶ, οὔτε εἶναι ἱκανὸς ὁ Τόπος νὰ ὑποστῇ αὐτὸ τὸ φοβερὸν βάρος τῆς διηνεκοῦς ἀγγαρίας καὶ τῆς ἀπασχολήσεως. Μοὶ ἐζητήθη ἡ ψῆφος καὶ ἠναγκάσθην καὶ νὰ ἀρνηθῶ αὐτὴν καὶ νὰ ἀγορεύσω κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Τὰ πρακτικὰ δὲ τὸ ὁμολογοῦν καὶ φρονῶ, ὅτι εἶχον δίκαιον, διότι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἠσθάνθη ὅτι ἤθελε πιέσει τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς Νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχον οὔτε τὰ στελέχη, οὔτε ἡ ἐλαχίστη προπαρασκευή, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπεψηφίσθη. Ἐξ αὐτοῦ, κύριοι, τοῦ Νομοσχεδίου ἤρξατο ἡ καταψήφισις καθεξῆς τῶν Νομοσχεδίων ὅσα ἐπιβαρύνουσι τὸν φορολογούμενον λαόν. Πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπόσχῃ, ὅτι ἦτο προσποιητὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις αὐτὴ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν περισσότερον, μόνον ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς: ὅτι εἰς τὸ περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων Νομοσχέδιον, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνέδιδεν ἵνα δεχθῇ τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν φορολογουμένων, βεβαιωθῆτε ὅτι ἤθελον ἀπολύτως παραιτηθῆ, διότι ἦτο περιττὸν νὰ ἦμαι Βουλευτὴς καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφίζω Νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο τίποτε περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον παρὰ ἡ ἀπεμπόλησις τῶν πολιτῶν, διότι καὶ αὐτοὶ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου σχεδὸν ἐπωλοῦντο. Ἔχετε τὰς ἀγορεύσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπέβαλον καὶ γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι ἐγὼ πάντοτε ἤμην ἐναντίος νὰ ψηφίσωμεν τοιαῦτα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυνον τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἡ φωνή μου ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Κατόπιν ἦλθε τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν Ὑπαλλήλων. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποῖον ἀγῶνα ὑπέστην εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι δὲν προὐτίθετο νὰ ζητηθῇ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, ἀλλὰ νὰ προστατευθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἶχον τὰ προσόντα. Τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος κ. Φλογαΐτης ἀντέκρουσε τὸν λόγον μου, διότι ὡρμᾶτο ἀπὸ τὰς ἰδίας ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις, αἵτινες ἔχουσιν ἐφαρμογὴν κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅτι διὰ τῶν προσόντων ἐκείνων δὲν ἠθέλομεν τίποτε ἄλλο κάμει παρὰ νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ διορίζωσι τὸν Γραμματέα Τμηματάρχην, νὰ θέτωσιν εἰς θέσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦσι πραγματικὰ προσόντα, ἀλλοῦ μὲν τὸν παντοπώλην, ἀλλοῦ δὲ τὸν χωροφύλακα, ἀλλοῦ δὲ τὸν ἀγροφύλακα καὶ καθεξῆς· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι δὲν χρησιμεύουσι τὰ προσόντα, ἤδη τοῦτο ἐβεβαιώθη ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι ὅλοι γνωρίζετε τὴν ὑπαλληλίαν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς Διοικήσεως. Εἰς αὐτὸ, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον ὑπέβαλον δύω τινά· τὸ ἓν ἀπέβλεπε τὴν ἄδικον μομφὴν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν λαὸν διαδεδομένη κατὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους– Ὅλος ὁ κόσμος λέγει, ὅτι ἀπὸ σᾶς τοὺς Βουλευτὰς προέρχονται τὰ κακὰ—ἂν καὶ τὸ ἀπέδειξα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸ ἑκατοστὸν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ. Ποῖος, κύριοι, ἀπὸ σᾶς διώρισεν ἢ Τμηματάρχην, ἢ Γενικὸν Γραμματέα, ἢ Δικαστὴν, ἢ Νομάρχην, ἢ ἄλλον τινὰ ἀπὸ τὰς πρώτας Ἀρχάς; οὐδείς. Ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς ἕνα ἐπιστάτην, εἰς ἕνα κλητῆρα, καὶ ἐν τούτοις καθ’ ἡμῶν ὑπάρχει καταφορά. Λοιπὸν ἐξήγησα τί συμβαίνει νὰ ἐννοήσῃ καὶ ὁ κόσμος ὅτι ἀδίκως ἐπιῤῥίπτει μομφὴν κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἠναγκάσθην τότε νὰ προτείνω καὶ σχέδιον ἔστω καὶ ἀπραγματοποίητον. Θέλετε, εἶπον, νὰ ἴδητε ἂν πταίῃ τὸ Κοινοβούλιον; σεῖς κρατήσατε τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δόσατε τὸ προσωπικὸν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ σᾶς εἶπον τότε τί θὰ συμβῇ· ὁ διορίζων θὰ φέρῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις θὰ κυβερνᾷ ἐλευθέρως καὶ θὰ ἐποπτεύηται ἀφόβως παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ· ἐνῷ σήμερον μὅλον τὸν ὄγκον τῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τίποτε, οὔτε ἕνα Ἔπαρχον νὰ διορίσωμεν, διότι αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Τμηματάρχην, καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ἀκόμη. Ποῖοι λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προξενοῦν ὅλην τὴν κακὴν κατάστασιν; αἱ Κυβερνήσεις· οὔτε τολμῶσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι νὰ ἐπιβάλλωνται, ὥστε νὰ διορίζωσι τὰ πρόσωπα τῆς Διοικήσεως. Τώρα ποία εἶναι ἡ διοίκησις; ὅλοι τὴν γνωρίζετε, δὲν εἶναι καλή· ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη δὲν βλέπομεν πρόοδον. Κατὰ τὸ 1833 ἦτο καλλιτέρα, καὶ ἐπὶ τῆς Σουλτανικῆς Διοικήσεως ἦτο καλλιτέρα. Ἡ παροῦσα διοίκησις δὲν ἔχει ὅρια· ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ὄργια τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ νὰ φρίξητε· τὰ πρόσωπα τῶν πλείστων Ἐπάρχων καὶ ν’ ἀποτροπιασθῆτε. Τὸ κύριον δὲ ζήτημα εἶναι ὅτι, ἂν αἱ Κυβερνήσεις θέλουν νὰ γίνῃ καλὸν εἰς τὸν Τόπον, δύνανται νὰ τὸ ἐπιβάλλουν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἰσχύει ἡ ὑπηρεσία, ἐπιβάλλονται τὰ πρόσωπα· ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ θέλουν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπαλληλίαν, ὅλα δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν· ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς Δικαστὰς καὶ εἴπῃ θέλω δικαιοσύνην, τὴν ἄλλην ἡμέραν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην. Ἀρκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Νομάρχην θέλω καλὴν διοίκησιν, καὶ θὰ ἔχωμεν καλὴν διοίκησιν· εἶπον ὅμως τότε ὅτι αὐτὸ δὲν συμφέρει, καὶ διατί δὲν συμφέρει ὅλοι τὸ γνωρίζομεν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἠναγκάσθην κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον νὰ καταψηφίσω ὅλα αὐτὰ τὰ Νομοσχέδια· ἐννοεῖτε δὲ ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος, ὅστις καταψηφίζει τὰ Νομοσχέδια αὐτὰ, ποίαν θέσιν κατέχει εἰς τὴν διοίκησιν... (εἷς ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ φωνεῖ «διότι δὲν σοῦ διώρισαν τὸν Ταμίαν», καὶ ὡς ἐκ τούτου λογομαχία ἐγείρεται ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, θόρυβος δὲ καὶ λογομαχία ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐπαχθῆ φορολογικὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρήγαγον σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ φρονήματός μου. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅλοι ὅσοι τὸν ἐψηφίσαμεν, τὸν ἐψηφίσαμεν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὸ ἔτος 1884 ὡρισμένως, ἤτοι διὰ τοὺς φόρους τοῦ 1884. Τί ὅμως συνέβη κατὰ τὴν ἐφαρμογήν; οἱ Ταμίαι ἀφοῦ συνεκέντρωσαν τοὺς φόρους ἑκάστου φορολογουμένου ἀπὸ τοῦ 1880 ἕως τοῦ 1884, ἐφήρμοσαν τὸν Νόμον δι’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, τουτέστι δὲν περιωρίσθησαν διὰ τὸ 1884, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα προηγούμενα χρέη. Τί συνέβη ἐκ τούτου εἰς τὰς Ἐπαρχίας, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰ δυστυχήματα αὐτὰ τῆς θεομηνίας; γνωρίζετε ὅλοι ὅσοι μετέβητε εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Ἠλπίζομεν, καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁ πατὴρ, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ πᾶν, ὅτι ἤθελε λάβει αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἤθελε φροντίσει κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτὴν, Σύνοδον, ἡ ὁποία δὲν εἶναι, παρὰ ἡ ἔξοδος πλέον ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, Σύνοδον, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπουλώσῃ πληγάς τινάς, ἐνόμιζον ὅτι ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸν Τόπον, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν καταστροφὴν ἐκ τῆς θεομηνίας, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν, ὅπως θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν γίνεται καὶ ὁ δυστυχὴς ὁ σταφιδοκτήμων δὲν ἔχει νὰ καταβάλῃ τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, εἶναι δίκαιον νὰ καταδιώκηται ἀπηνῶς, ὡς νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς τὸ Κράτος; δὲν εἶναι δίκαιον· ἀπεναντίας, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ ἤπια μέτρα, διὰ νὰ μὴ γογγύσῃ ὁ λαὸς, καὶ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τούτου καταστροφὴ καὶ εἰς τὸ Ἔθνος. Ἐν τούτοις, κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἔλαβε πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτὸν τὸν Τόπον, ὅστις ἀπεσυνετέθη σχεδόν, ἀλλὰ βλέπομεν ξένας ἀποστολὰς στρατιωτικὰς καὶ διορισμοὺς στρατηγῶν πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν καὶ ναυτικοὺς διορισμοὺς ξένων ἀξιωματικῶν διὰ τὸ ναυτικόν μας καὶ τὰ τοιαῦτα. Διατί δὲ πάντα ταῦτα; Τί ἔχομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα; ὁ Τόπος μας εἶναι περιωρισμένος· ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν, κύριοι, ἀνάγκην, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῶν φοβερῶν, ὡς ἐξετέθη, δυστυχημάτων ν’ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ πράξῃ ὅ,τι ὁ συνετὸς οἰκογενειάρχης, ὅστις ἐνῷ ἔχει ἓν εἰσόδημα, ἔχει ὑπολογίσει, ὅτι ἀρκεῖ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων του ἢ ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας· ἐὰν αἴφνης καταστραφῶσι τὰ εἰσοδήματά του τί θὰ κάμῃ; δύναται νὰ προβῇ εἰς ἄλλο τι ἢ νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδά του; Δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ πράξῃ αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθοῦσιν αἱ δαπάναι, αὐτοὶ δὲ οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐννοοῦν ἐξοπλισμοὺς, ἀριθμοὺς, χρήματα, παρασκευὰς κτλ. Δὲν ἀντέχει, κύριοι, ὁ Τόπος εἰς ταῦτα. Τέλος πάντων ἡ Ἐπαρχία, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἀντέχει, ὁ δὲ Τόπος, ἐπειδὴ ἦλθον ὅλα διὰ μιᾶς, δὲν δύναται ν’ ἀντιστῇ εἰς τόσα βάρη. Ὅλοι γνωρίζετε τί συμβαίνει ἔξω, γνωρίζετε εἰς ποῖον βαθμὸν ἡ κοινωνία εἶναι ἐξεγειγερμένη διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην· δὲν λέγω, ὅτι τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι παραίτιος κατὰ τὸ ὅλον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας δαπάνας καὶ ὅταν ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων ἀφίνῃ τὸν Τόπον νὰ πάσχῃ, ὁ Τόπος βεβαίως ἀγανακτεῖ, καὶ ἡ ἀγανάκτησίς του τρέπεται κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων του. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀποκρύψωμεν ἡμεῖς τὸ φρόνημα τοῦτο τοῦ λαοῦ, ἤδη μάλιστα, ὅτε πρόκειται νὰ παραστῶμεν ἐντὸς ὀλίγου ἐνώπιον αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἔχει ἀρκετὸν ὄγκον καὶ ἀρκετὴν δύναμιν, ὥστε νὰ μὴ φοβῆται τὴν κοινὴν γνώμην, ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ζήσωμεν ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ, τὸν σεβόμεθα καὶ ὁμολογοῦμεν, ὅτι τὸν ἀκολουθοῦμεν. Ὑπὸ ταύτης δὲ τῆς κοινῆς γνώμης ἀναγκαζόμεθα νὰ καταψηφίσωμεν ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν βαρῶν. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ μόνη δυσχερὴς θέσις ἀντιπροσώπου εἶναι ἡ θέσις ἐμοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Ὅλοι γνωρίζετε τὸν φανατισμὸν, μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπηρέτησα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅλοι γνωρίζετε πῶς διεκείμην πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ εὐγενὴς πάλη τριῶν ἐτῶν, εἰς ἐμὲ μὲν φρονοῦντα ὅτι, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἐπικρατήσω εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, ἤθελον κατορθώσει πολλὰ καλὰ, μὲ διέψευσεν, ἐμόρφωσα δὲ τοιαύτην πεποίθησιν καὶ τοιοῦτον γόητρον ὡς πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε ἀνεγνωρίσθη τοιοῦτος παρ’ ὅλων τῶν κομμάτων, ἀνεγνωρίσθη δὲ καὶ ὑπὸ τῆς νοημοσύνης τοῦ Τόπου ὁλοκλήρου. Ὅταν ὅλα τὰ κόμματα, κύριοι, ἀνεγνώρισαν τὸν συμπολίτην μου Ἀρχηγὸν, δι’ ἐμὲ ἡ ἐπὶ πλέον πάλη ἦτο ματαιοπονία· ἄλλως, τί ἀπεδείχθην ἐγώ; ἀπεδείχθην πλανώμενος, διότι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπηρέτουν φανατικῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τοὺς δρόμους, δὲν τὸ ἐπέτυχον οὔτε κἂν εἰς τὸ χαρτί· διότι κατεσκευάσθησαν ὁδοὶ ἐπὶ ὁδῶν τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ χάρτου εἰς ἅπαντα τὰ μέρη, εἰς τὴν Γορτυνίαν ὅμως οὐδὲν ἐγένετο. Εὔχομαι δὲ, ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις μὲ ἀποδείξῃ πλανώμενον καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἐρχομένη εἰς τὴν Ἐξουσίαν νὰ κατορθώσῃ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπηρέτησα μετὰ μανίας τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ἐνδοιασμοῦ ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὀφείλω καὶ ἐγὼ καὶ ἐκ μέρους τῶν δύω φίλων, μετὰ τῶν ὁποίων ἀπεμακρύνθην, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀπομακρυθέντες τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδεσμεύθημεν παντάπασιν, ἡ πορεία μας ἀφέθη ἐλευθέρα, ἡ ψῆφος καὶ ἡ συνείδησίς μας εἶναι ἐλευθέρα, μόνον ἓν εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ψηφίσωμεν, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ζήτημα γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος ἐνδιαφέρονται, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ψηφοφορίαν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν συμφώνως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴ τὰς οἰκονομίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον στηρίζεται ἡ σωτηρία τοῦ Τόπου. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ τύχω τῆς συγγνώμης αὐτοῦ, διότι τὸ ἀπησχόλησα ὄχι διὰ λόγων κενῶν, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγησα καὶ δικαιολογοῦσι τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβην.

§5Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας συνάδελφός μου, νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου καὶ τὴν ψῆφόν μου. Εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ γνωρίζουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Συμπολίτευσιν καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ μεγίστου ἐνθουσιασμοῦ ἠκολούθησα τὰς ἀρχὰς, τὰς γνώμας, τὰς πεποιθήσεις καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰσήγοντο Νομοσχέδια, Νομοσχέδια ἐπιβαρύνοντα τὸν Λαὸν, Νομοσχέδια ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ δημοτικότης ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ἐμειοῦτο ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μας· πολλαὶ φωναὶ καὶ διαμαρτυρήσεις ἠγείροντο ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μας, τολμῶ δὲ νὰ εἴπω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόληψίς μας ἐσυκοφαντεῖτο, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἔχοντες πεποίθησιν ἐπὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίζομεν τὰ Νομοσχέδια ἐκεῖνα καὶ τὰ ἐψηφίζομεν, διότι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπεβάλλοντο φόροι καὶ φόροι βαρεῖς καὶ δυσβάστακτοι, ἀφ’ ἑτέρου μᾶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι θὰ ἴδωμεν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπετεύχθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνακτᾷ τὴν δημοσίαν αὐτῆς πίστιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ὅτι εὐδαιμονία ἀναμένει τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὡς ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅλοι ἐναντίον τῆς δημοτικότητος ἡμῶν ἐλέγομεν «ἂς ψηφίσωμεν τοὺς φόρους, ἂς ὑποβάλλωμεν τὸν λαὸν εἰς ὑποχρεώσεις ἀρκεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ»· καὶ τοῦτο ἐγένετο, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον τῆς Βουλῆς· ἔρχεται ἡ τρίτη Σύνοδος καὶ εἴδομεν ὅτι αἱ ἐλπίδες μας ἐματαιοῦντο, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον δὲν ἐπετυγχάνετο, ὅτι οἱ φορολογικοὶ Νόμοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἦσαν καταθλιπτικώτατοι, ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἀπείρους καταχρήσεις ἔδιδον χώραν, καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις γνωρίζομεν τὰς ἀπείρους καταχρήσεις, αἵτινες γίνονται. Τὰ ἀποτελέσματα δὲ κατέδειξαν ὅτι ὀλίγα εἰσῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ τῶν φορολογικῶν ἐκείνων Νόμων, οὓς ἐξεμεταλλεύοντο καὶ ἐκμεταλλεύονται ὀλίγοι ὑπάλληλοι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐνῷ ἤλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῆς τρίτης Συνόδου καὶ ἐβλέπομεν τὰς προσδοκίας μας ὁσημέραι διαψευδομένας καὶ ἐβλέπομεν ὅτι ἀρχίζει νὰ ἀνοίγεται χάος εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου, ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις ἐξηκολούθει νὰ εἰσάγῃ νέα φορολογικὰ Νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων ἐζητοῦντο νέοι φόροι. Καὶ πάλιν εἴπομεν «ὅτι πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ κατορθώσῃ τὸ ἰσοζύγιον». Καὶ εἰσάγεται ὁ Νόμος περὶ δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἠγέρθησαν κραυγαὶ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, διαμαρτυρήσεις ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας, συκοφαντίαι τολμῶ νὰ εἴπω, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν «ἂς ψηφίσωμεν καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας»—διότι αὕτη ἦτο ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ τῆς ἄρσεως ἑδραιωθῇ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ τῆς Ἑλλάδος μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ ἐψηφίσαμεν τὸ δάνειον, ἀλλὰ σὺν τῷ δανείῳ εἰσήχθη τὸ νέον Δασμολόγιον καὶ εἰσήχθη ὁ φοβερὸς, ὁ δρακόντειος ἰδίᾳ διὰ τὴν Πελοπόννησον Νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὁμιλῶ περὶ Πελοποννήσου, διότι εἶμαι Πελοποννήσιος· ὀφείλει ἡ Πελοπόννησος τινά· διότι ἡ Πελοπόννησος καταβάλλει τοὺς πλειοτέρους φόρους, διότι εἰς τὴν Πελοπόννησον ἐργάζονται καὶ καλλιεργοῦσι καὶ παράγουσιν οἱ κάτοικοι πλουτίζοντες τὸν δημόσιον θησαυρόν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ καθυστερούντων ὅπως εἰσήχθη ἦτο φοβερόν· προσήλθομεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀποσυρθῆ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐκ τῆς Πελοποννήσου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ κύριος Στεφανόπουλος καὶ ὁ κύριος Δόγκας ἐδηλώσαμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἐὰν δὲν τροποποιηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀποσυρθῶμεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου.

§6Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοιαύτην δήλωσιν δὲν ἔκαμον.

§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὴν ἔκαμον ἐγὼ, κύριε Στεφανόπουλε· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν θὰ ἐδέχεσθε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον ὡς εἶχε.

§8ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐτροποποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος ἀφ’ ἑαυτοῦ.

§9ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἡμεῖς ἠδικήθημεν τότε· ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἀντιπολιτευόμεθα ἐκ συμπαιγνίας (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), ὅπως ἴσως σήμερον ἀδικούμεθα παρ’ ὑμῶν (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν). Ἐδέχθημεν τέλος πάντων μετὰ τῆς τροπολογίας ἐκείνης ὡς ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο τόσον βαρὺ τὸ νομοσχέδιον, ἐνομίζομεν ὅμως ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον προσέξει καὶ δὲν ἤθελον τὸ καταστήσει καταθλιπτικώτερον· ἐνομίζομεν, ὅτι οἱ ταμίαι ἤθελον ἐφαρμόσει τὸν νόμον ἐκεῖνον μόνον διὰ τὰ καθυστερούμενα διὰ τὸ ἔτος 1884· καὶ ἐν τούτοις οἱ ταμίαι ἐναντίον τῆς γενικῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ ἑπομένως ἀνὰ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα—ὁλόκληρον, διότι ἐν τῇ καταστροφῇ τῶν σταφιδοκτημόνων ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς πάσχει—ἐν τῇ καταστροφῇ ταύτῃ, οἱ ταμίαι λαβόντες ὡς ὅπλον τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐξέδωκαν κατὰ χιλιάδας τὰ ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν συμπολιτῶν μας ἑνώσαντες τὰ χρέη ἁπάντων τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἀγεληδὸν δίκην κτηνῶν ἤγαγον τοὺς συμπολίτας μας εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ τὸ προϊόν των, τὸ προϊόν ἐκεῖνο διὰ τοῦ ὁποίου ζῇ ἡ Ἑλλὰς, κατεστράφη. Διεμαρτυρήθην, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐζήτησα—τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, διότι προστατεύω τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐτίμησαν διὰ τῆς ψήφου των—τὴν παῦσιν τοῦ ταμίου Καλαβρύτων διὰ τὴν διαγωγήν του ταύτην, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ καταστρεπτικὴ θεομηνία καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς Κορινθίας...

§10Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ὄχι ὅλοι.

§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ δηλώσω τὰ ὀνόματά των—οἱ κύριοι Κανελλόπουλος, Νεντάκης καὶ Πετρούλιας, ἐμφορούμενοι ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφοροῦμαι καὶ ἐγὼ, ὑπέβαλον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ὁ ἐπιβαρύνων τὸν σταφιδόκαρπον, τὸν χρησιμεύοντα διὰ τὰ πνευματώδη ποτὰ, καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν ὡς καὶ τοῦ κ. Σταυροπούλου, ὁ ὁποῖος ἐφώναζεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διεμαρτύρετο, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς καλένδας.

§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τὸ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ εὔχομαι, καὶ ἐὰν τὸ ὑποβάλῃ θὰ ψηφίσω καὶ ἐγὼ τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί, οἱ ἰδόντες τὴν καταστροφήν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπέβαλον νομοσχέδιον ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ καθυστερούντων, καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν εἰκοστὴν τάξιν, ὅπως καταδιώκωνται οἱ συμπολῖται ἡμῶν οἱ πλουτίζοντες τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς ἐργασίας των. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐσκέφθην ὑπακούων εἰς τὴν φωνὴν τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ εἰς τὴν φωνὴν τῆς κοινῆς γνώμης, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἄρω τὴν ἐμπιστοσύνην μου καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν ψῆφον, νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ τεθῇ πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως μετὰ τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν ἡ συζήτησις τῶν δύω νομοσχεδίων τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ὠνόμασα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ φωναὶ εὖγε, εὖγε).

§14Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχουσι δίκαιον, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε οἱ φίλοι αὐτῆς αἰτιώμενοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὕτη δι’ ἐπανειλημμένων ἀγορεύσεων ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ περὶ τῆς ἀρθείσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι, συζητουμένου τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξεπλήρου καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ, δεικνύουσα ἐνταῦθα διὰ τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Νόμου ἐκείνου ἦτο παράκαιρος καὶ ἐὰν ἔτι ἐπρόκειτο δι’ αὐτοῦ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἣν ἅπαντες ἐπεδοκιμάζομεν, ἤθελε φέρει ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, ἐν αἷς τὸ Κράτος εὑρίσκεται. Αἱ προῤῥήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκυρώθησαν διὰ τῶν πραγμάτων· ὁ Νόμος ἐγένετο, τὸ δάνειον ἐπεψηφίσθη, ἐξετέθη εἰς ἐγγραφὴν, ἀλλ’ ἀπέτυχε, χωρὶς νὰ πραγματωθῇ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν τοῦτο ἐπεψηφίσθη. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν κατεδείκνυε ταῦτα πάντα ἐγκαίρως ἐνταῦθα, τότε ἤθελε παραβῆ ἀληθῶς τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὡς ἤθελε παραβῆ ἐπίσης αὐτὸ, καταλιποῦσα ἀπαρατήρητον τὴν παρανομίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαλλαξάσης τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς εἰς τὸ δάνειον καὶ οὑτωσὶ ζημιωσάσης ὑπὲρ τὰς 600 χιλιάδας δραχμὰς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἤθελεν ἀληθῶς παραβῆ τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις μὴ κατακρίνασα τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως παραβάσης ῥητὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, παραβάσης τὸν σκοπὸν αὐτοῦ δηλωθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου καὶ μεταχειρισθείσης τὰ χρήματα τοῦ δανείου, προωρισμένα ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους παρανόμως, καὶ ἀνασταλείσης οὑτωσὶ τῆς ἄρσεως ἐπὶ χρόνον, δι’ ἣν καὶ μόνον ᾐτήσαντο τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἦτο ἀδύνατον λοιπὸν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατηρήτους καὶ ἀνεξελέγκτους τὰς πράξεις ταύτας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον ἑτέραν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως συνομολογησάσης κατὰ παράβασιν τῶν Νόμων δάνεια ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ Κυβερνητικαὶ πράξεις λοιπὸν, αἱ παράνομοι, προκαλοῦσι τὰς μακρὰς συζητήσεις, τὰς παρατηρήσεις καὶ τοὺς ἐλέγχους. Ὅταν, κύριοι, ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, γενομένης καὶ τότε συζητήσεως περὶ τῆς παραβάσεως τοῦ σκοποῦ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔλεγον, ὅτι ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως πλησιάζομεν νὰ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς χρεωκοπίας, ὅτε ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δηλιγιάννης ἔλεγεν ὅτι πλησιάζομεν νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τὸ χαῖνον βάραθρον τῆς χρεωκοπίας, τινὲς μὲν τῶν κ. Βουλευτῶν ἀντιδοξοῦντες ἐμειδίων, λέξεις κενὰς θεωροῦντες τὰς παραστάσεις αὐτὰς, εἷς δὲ τῶν κ. Ὑπουργῶν ταμβακίζων ἐγέλα σαρδωνικῶς. Δυστυχῶς τὰ πράγματα προέβησαν τόσον ταχέως, ἐπικυρώσαντα τὰς προῤῥήσεις ἡμῶν· πρὸς ἀπόδειξιν πλειοτέραν τούτων ἄς ἐξετάσῃ ὁ θέλων τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, ἂς ἐρωτήσῃ ἄν αἱ θύραι τοῦ Ταμείου Ἀθηνῶν εἰσὶ πρὸς ὅλους τοὺς δικαιούχους ἀνοικταὶ, ἄς ἐρωτήσῃ ἄν αἱ δεκαημερίαι τοῦ στρατοῦ πληρώνωνται τακτικῶς, ἄς λάβῃ προσέτι ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὰς ἐν πίνακι κατατεθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας καὶ ἂς ἀποφανθῇ, ἂν οὐχὶ πλέον προβαίνωμεν νὰ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς χρεωκοπίας, ἀλλ’ ἂν δὲν εἴμεθα ἐν πραγματικῇ καὶ πλήρει χρεωκοπίᾳ· ἂν ὑπῆρχεν εἰδικὴ δικαιοδοσία κηρύττουσα τὰ Κράτη ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, τοιαύτη ἀπόφανσις ἤθελε νομίμως ἐκδοθῆ διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν. Πρὶν ἢ εἰδικῶς ἐξετάσω, κύριοι, τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔφερεν ἐμὲ εἰς τὸ βῆμα, ἐπιτρεψατέ μοι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν χρήσεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀνέφερεν ὅτι ἐκληρονόμησε βάρη ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1881, καὶ τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα τοῦ δανείου καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ διότι συγχέει ἐν μέρει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθέντος πίνακος τὴν χρῆσιν τοῦ 1881 πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐγκατέλειψεν ἀληθῶς βάρη εἰς τὰς μεταγενεστέρας χρήσεις, ἢ μεγάλα ποσὰ, ἅτινα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσπατάλησεν· ἀλλὰ καὶ ἑτέραν παρατήρησιν ὀφείλω νὰ ποιήσω. Κατὰ τὴν νέαν λογιστικὴν σχολὴν τῆς παρούσης ἐποχῆς οἱ ἀριθμοὶ ἐκτήσαντο νέας ἰδιότητας ἀγνώστους εἰς τὴν παλαιὰν, εἰς ἣν κατέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπουλον, ἐλέγχων αὐτὸν μάλιστα ὡς μὴ δυνάμενον νὰ κατανοήσῃ τὴν μέθοδον τῆς νέας· κατὰ τὴν νέαν ταύτην σχολὴν οἱ ἀριθμοὶ ἐκτήσαντο τὴν ἰδιότητα τῆς συστολῆς καὶ διαστολῆς· οὐχὶ κατὰ λόγον τῆς φυσικῆς θερμοκρασίας, ἀλλὰ τῆς διανοητικῆς τοῦ γράφοντος τοὺς ἀριθμοὺς καὶ παρουσιάζοντος αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ δευτέραν ἐκτήσαντο ἰδιότητα τὴν ἐκλειπτικὴν, δι’ ἧς οἱ αὐτοὶ ἀριθμοὶ ἄλλοτε μὲν ἐμφανίζονται ἐν τῷ αὐτῷ λογαριασμῷ, ἄλλοτε δ’ ἐξαφανίζονται ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ γράφων προτίθεται νὰ ἐπιδιώξῃ. Τοῦτο, κύριοι, καταδεικνύεται εὐχερέστατα ἐξ ἐγγράφων· ἔν τινι συνεδριάσει τοῦ 1883 ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1881 κατέλιπε 38,999,726 δραχμὰς, παρέλειψεν ὅμως ἐκ κακῆς πίστεως ν’ ἀναφέρῃ καὶ πολλὰ ἄλλα ποσὰ, ἅτινα ἡ χρῆσις ἐκείνη κατέλιπε, τουτέστι 2,200,000 τὴν ἀξίαν χαλκίνων νομισμάτων, ὡσαύτως ἀντίτιμον πωληθέντων ἵππων καὶ ἱματισμοῦ 3,000,000, ὡσαύτως ἀντίτιμον ἱματισμοῦ 5,500,000 καὶ ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ τούτου ἀνέγραψαν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς κατὰ τὸ 1882 1,300,000, κατὰ τὸ 1883 1,800,000, κατὰ τὸ 1884 1,600,000 καὶ κατὰ τὸ 1885 800,000. Ἐν ὅλῳ ἡ χρῆσις τοῦ 1881 κατέλιπε 49,699,722· ἐνταῦθα ἔλαβε χώραν ἡ ἐκλειπτικὴ ἰδιότης τῶν ἀριθμῶν, διότι, ἀπὸ τοὺς πρώτους λογαριασμοὺς ἐξέλιπον τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὰ 5,500,000. Κατὰ παραβολὴν ὅμως τῶν ὅσων τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ πάλιν παρουσιαζόμενον πίνακα, βλέπομεν ἰσχύσασαν τὴν ἑτέραν ἰδιότητα τῆς ἐλαστικότητος τῶν σωμάτων· διότι, ἐνῷ τότε εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς πωλήσεως 4,957 μετοχῶν ἐλήφθησαν 1,838,960, νῦν ἀναφέρει, ὅτι ἐλήφθησαν 1,734,428· τότε ἀνέφερεν, ὅτι παρὰ τῇ Τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως κατελείποντο 11,286,604, νῦν ἀναφέρει ἐν τῷ πίνακι 13,437,842· τότε εἶπεν, ὅτι παρὰ τῷ Ῥοδοκανάκῃ κατελείφθησαν 3,637,500, νῦν 4,563,158. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, κύριοι, τίς δύναται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δίδῃ πίστιν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρουσιαζόμενα, ἄλλοτε ἄλλως μορφούμενα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀληθῆ, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκ λάθους περὶ τὴν λογιστικὴν ἢ ἐκ προθέσεως ἀναλόγου πρὸς τὸν ἑκάστοτε ἐπιδιωκόμενον σκοπόν; Ἡ χρῆσις ἐκείνη τοῦ 1881 κατέλιπεν ἐπίσης καὶ χρέη, διότι ἐτελείωσε μεταγενεστέρως, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεχώρησε κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1881, καταλείψασα ἔξοδα ὀφειλόμενα 21, 360,274· ἀφαιρουμένων τούτων ἀπὸ τὸ γενικὸν ποσὸν μένει καθαρὸν ὑπόλοιπον 28,339,447. Οὐχὶ λοιπὸν βάρη, ἀλλὰ μέγα ποσὸν ἀφῆκεν ὑμῖν ἡ χρῆσις τοῦ 1881, ποσὸν μέγα, ὅπερ μετεχειρίσθητε μεταγενεστέρως, καὶ ἐν τούτοις τολμᾶτε, παραμορφώνοντες τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς, νὰ λέγητε, ὅτι ἕνεκα τῶν βαρῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1881 ἠναγκάσθητε νὰ δαπανήσητε χρήματα τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα μελετῶν, κύριοι, χθὲς, μετὰ συγκινήσεως ἀνεῦρον ἐν τοῖς ἐγγράφοις μου καὶ μίαν ἐπιστολὴν, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς, ἀποδεικνυούσης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἢ μᾶλλον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, κατηγορηθεὶς ἐν τούτοις ὑπὸ τῆς νέας λογιστικῆς σχολῆς, τῆς ῥᾳδίως μεταποιούσης πράγματα καὶ ἀριθμοὺς, τῆς σπαταλησάσης καὶ σπαταλώσης ἀφειδῶς τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἐπὶ ἀφειδίᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ σπατάλῃ, ὁποίαν ἀληθῶς φειδὼ καὶ ὁποίαν πρόνοιαν μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐλάμβανε περὶ τῶν χρημάτων, ἅπερ ἡ χρῆσις ἔμελλε ν’ ἀφήσῃ, ἰδίως δὲ περὶ τοῦ μεταλλικοῦ τῶν 21,000,000 εἰς χρυσὸν κατατεθειμένων εἰς διαφόρους Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ 4%. Ἐμερίμνα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Πρωθυπουργὸς, συνεσκέπτετο μετὰ τῶν συναδέλφων του περὶ ταύτης, καὶ ἓν τῶν μέσων πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἐθεώρει τὴν ἑνοποίησιν τῶν δανείων· ἀλλὰ φρονῶν, ὅτι πιθανόν τινες τῶν μετόχων νὰ ἠρνοῦντο ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς ὁμολογίας τῶν διαφόρων δανείων πρὸς τὰς τοῦ ἠνοποιημένου, ἤθελε νὰ ἔχῃ ἕτοιμον πάντοτε χρῆμα διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἐσκέπτετο περὶ τούτου πάντοτε, ἐνῷ δὲ καθ’ ἑκάστην ὡμιλοῦμεν μοὶ ἔγραψεν ἐν τούτοις καὶ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: «Σὲ ἐνθυμίζω, ὅπως εἴπομεν πολλάκις, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐγγίξωμεν πλέον τὰ χρήματα τοῦ δανείου, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωμεν διὰ τὰς ἀνάγκας μας ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, διότι τὰ χρήματα τοῦ δανείου τὰ χρειαζόμεθα διὰ τὴν μεταβολὴν τῶν παλαιῶν δανείων». Ἀληθὲς ἔγκλημα ἔπραττον οἱ παραστήσαντες τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος ἐκείνης ὡς ἀφειδήσαντα τῶν δημοσίων. Μετὰ τὴν σύντομον ταύτην ἀναθεώρησιν τῆς χρήσεως τοῦ 1881 ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρουσιασθέντας πίνακας εἰσέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Τὸ μεγαλείτερον, κύριοι Βουλευταὶ, δικαίωμα, ὅπερ οἱ λαοὶ ἀπέκτησαν καὶ ἀσκοῦσι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτῶν, εἶναι ὁ ἐτήσιος κανονισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἐναργέστατα καταδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, νὰ δαπανᾷ καὶ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος ἄνευ τῆς συμμετοχῆς αὐτοῦ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Καὶ οὐ μόνον τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Νόμοι ἀπαγορεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων πρὸς ἄλλον σκοπόν. Παρουσιάζονται περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐν ἀνάγκῃ ἀπολύτῳ νὰ συνομολογήσῃ δάνεια καὶ νὰ ζητήσῃ κατόπιν τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς, ἐκθέτουσα τοὺς λόγους τῆς ἀνάγκης· ἀλλὰ, μὴ τοιαύτης ἀπολύτου ὑπαρχούσης, εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ Κυβέρνησις συνομολογοῦσα δάνεια, ἐπιβαρύνοντα τὴν παροῦσαν καὶ τὰς μελλούσας γενεάς. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἄνευ τῆς ἀπολύτου ταύτης ἀνάγκης προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν νέων δανείων ἐξευτελιστικῶν καὶ καταστρεπτικῶν τῆς δημοσίας πίστεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐγίνωσκεν, ὡς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐδαπάνησεν εἰς ἄλλας κατ’ αὐτὸν ἀνάγκας ὑπὲρ τὰ 19 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἡ τοιαύτη δὲ δαπάνη ἀναφέρεται καὶ ἐν τῷ προσαγομένῳ πίνακι· ἐγίνωσκε βεβαίως, ὅτι θὰ λάβῃ ἀνάγκην τούτων, ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐνθυμηθῆτε προσέτι ὅτι ἔλεγεν, ὅτι συνενοήθη μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ διαπραγματεύεται μετ’ αὐτῶν πρὸς εὕρεσιν τῶν χρημάτων. Ἐγίνωσκε λοιπὸν πρὸ μηνῶν τὴν ἔλλειψιν τῶν χρημάτων, ἦτο δὲ καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα. Τίνος ἕνεκα δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν αὐτῆς πρὸς συνομολόγησιν τῶν δανείων; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρεβίασε τὸ προμνησθὲν συνταγματικώτατον δικαίωμα τοῦ Λαοῦ, τοῦ ἐνασκουμένου διὰ τῶν ἀντιπρωσώπων του βουλευτῶν; Δὲν νομίζετε, ὅτι περιυβρίζει τὴν Βουλήν; Πόθεν ὁ κ. Πρόεδρος ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα ἄνευ Νόμου; Κατὰ τὸ 1880 τοιαύτην ἐπίσης ἐνήργησε πρᾶξιν, δανεισθεὶς ἄνευ Νόμου 15 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τότε προέτεινεν εὔσχημον δικαιολόγημα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα, ὅτι ἐπείγουσα ἀνάγκη παρέστη ἕνεκα τῆς προσκλήσεως τῆς ἐπιστρατείας. Ταῦτα δὲ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἡ συνελθοῦσα Βουλὴ ἐπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν, καὶ περιέλαβε τὸ δάνειον τοῦτο ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων σήμερον ὅμως τοιαύτη ἀνάγκη ἀπόλυτος δὲν ὑπῆρξε. Τί λοιπὸν ἐνθαῤῥύνει τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὴν διάπραξιν τῆς παρανομίας ταύτης; ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἐπὶ τρία ἔτη μένει ἐν πλήρει ἀφωνίᾳ, μὴ ἔχουσα γνώμην, μὴ κρίνουσα, ἀλλὰ πειθαρχικῶς δεχομένη τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἦτο βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς μένει ἔτι ὑποτεταγμένη εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν θέλει ἀρνηθῆ αὐτῷ τὴν ψῆφόν της, οὐδὲ θέλει διαμαρτυρηθῆ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῇ παραβιάσει τοῦ Συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ περιφρονήσει ἑαυτῆς. Ἐξεταστέον ἤδη, ἐὰν ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συνομολογήσῃ νομίμως ἄνευ προϋπάρχοντος Νόμου τὰ δάνεια ταῦτα. Πλανώμενος ἢ ἀμηχανῶν μᾶλλον ἀντέταξε χθὲς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλον, τὸν ἐρωτήσαντα αὐτὸν, ἐπὶ τίνος Νόμου στηριζόμενος συνωμολόγησε τὰ δάνεια. Τὸ ἄρθρον τοῦτο σαφὲς ὂν ἀναιρεῖ ἄρδην τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔχει δ’ οὕτως. «Ἐπιτρέπεται ἑπομένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὀνοματικοῦ κεφαλαίου «δραχμῶν 170 ἑκατομμυρίων, διαιρουμένου εἰς 340,000 «ἀνωνύμους ὁμολογίας ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἑπομένης συμ«βάσεως». Τίνες εἰσὶν οἱ ὅροι οὗτοι, οἱ δυνάμενοι νὰ προσπορίσωσι τὰ χρήματα; ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, καὶ ἡ πώλησις τῶν ὁμολογιῶν. Προδήλως καὶ ἀναντιῤῥήτως ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ὁ Νόμος διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐπέτρεψε τῇ Κυβερνήσει νὰ δανεισθῇ· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν προσαχθεισῶν συμβάσεων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε χρήματα ἀπὸ τὰς Τραπέζας ἐπὶ προθεσμίᾳ καὶ τόκῳ, καὶ ἔδωκεν ἑκάστῃ ἀνάλογον ἀριθμὸν μετοχῶν ὡς ἐνέχυρον, ὑπολογισθείσης τῆς ἀξίας ἑκάστης ὁμολογίας εἰς δραχμὰς 250. Αἱ συμβάσεις αὗται περιέχουσι καθαρῶς δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο βεβαίως νὰ πωλήσῃ τὰς ὁμολογίας καὶ νὰ πορισθῇ χρήματα, ἀλλ’ ἡ πώλησις αὕτη διαφέρει ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως δανείου ἐπὶ ἐνεχύρῳ· διὰ τῆς πωλήσεως μεταβιβάζεται ἀμέσως εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἡ κυριότης, ἐνῷ διὰ τοῦ δανείου ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἡ κυριότης διαμένει εἰς τὸν ὀφειλέτην, καὶ μόνον τὸ δικαίωμα παρέχεται τῷ δανειστῇ νὰ ἐκποιήσῃ τὸ ἐνέχυρον, ἂν ἐμπροθέσμως δὲν καταβάλῃ αὐτῷ ὁ ὀφειλέτης τὰ ληφθέντα χρήματα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου τοιαύτην περιέχουσι συμφωνίαν αἱ συμβάσεις. Ἄρα εἶναι καθαρὸν δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ἀντίθετον ὅλως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως ἄνευ προηγουμένου Νόμου δὲν ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ. Κατεδείχθη ἀρκούντως σαφῶς τὸ παράνομον τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων τούτων, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ἐπιβαρύνων αὐτὰ, ὁ τρόπος δηλαδὴ τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν· τὰ δάνεια ταῦτα, κύριοι, ὡς ἐγένοντο, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐπραγματεύθησαν, ἐξηυτέλισαν καὶ καὶ κατέστρεψαν τὴν δημοσίαν πίστιν, μέλλουσι δὲ ν’ ἀποῤῥοφήσωσιν ὅλας τὰς ὁμολογίας, μόλις οὕτω δυναμένας νὰ πληρώσωσι τὰ νέα ταῦτα συνομολογηθέντα δάνεια. Ὅταν Κράτος τι, ὅπως δανεισθῇ 11,500,000, κρούῃ τῶν Τραπεζῶν τὰς θύρας, μόνον δὲ διὰ τῶν ψιχίων ἐξ Τραπεζῶν κατορθοῖ νὰ εὕρῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, τοῦτο τὸ γεγονὸς μόνον καταδείκνυσι τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, τὸν ὄλεθρον εἰς ὃν φερόμεθα, τὴν πλήρη ἔκλυσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν μηδαμινότητα τῆς Ἐθνικῆς πίστεως. Καὶ τίς πρῶτος, κύριοι, διεκήρυξεν ἐπισήμως σχεδὸν τὴν μηδαμινότητα τῆς Ἐθνικῆς πίστεως; τίς πρῶτος ἔδωκεν ἰσχυρὸν πλῆγμα κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Κυβερνήσεως; Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τοῦ ὀλεθρίου αὑτῆς οἰκονομικοῦ συστήματος, ὑποτιμήσασα αὐτὴ τὰ Ἐθνικὰ χρεώγραφα κατὰ 100 περίπου δραχμὰς πρὸς συνομολόγησιν τῶν νέων αὐτῶν δανείων μόνον πρὸς παράτασιν τοῦ Κυβερνητικοῦ αὑτῆς βίου. Ἀλλ’ ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως τί θέλει προκύψει; οὐχὶ βεβαίως εὐχάριστα καὶ ὠφέλιμα. Ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ καὶ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου 35 ἑκατομμύρια ἐκ προκαταβολῆς, 11,500,000 εἰς τὰς ὁμάδας τῶν Τραπεζῶν, 7 νέα ἑκατομμύρια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν σιδηροδρόμων=57 ἑκατομμύρια. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τοῦ ὅλου δανείου μένουσι 230 χιλιάδες ὁμολογίαι, ἀφαιρουμένων τῶν πρὸς ἐγγραφὴν δοθεισῶν 110 χιλιάδων, αἱ 230 χιλιάδες πρὸς 250, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ πωληθῶσιν, ὅπως ἐνεχυριάσθησαν, φέρουσι 56 ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτου καταδηλοῦται, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμολογίαι αἱ 230 χιλιάδες μόλις καλύπτουσι τὸ χρέος, ὅπερ ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅπερ ὀφείλει ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ καταβάλῃ, ἤτοι τὰ 57 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀνεχείας δὲν θὰ δύναται, καὶ βεβαίως δὲν θὰ δύναται, καταβάλλουσα τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔλαβε, νὰ λάβῃ τὰς ἐνεχυριασθείσας ὁμολογίας, οἱ κάτοχοι αὐτῶν θὰ ἐκποιήσωσιν αὐτάς· ἀλλὰ διαδιδομένου εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς τὸν λοιπὸν χρηματιστικὸν κόσμον, ὅτι πωλοῦνται τοιουτοτρόπως 230 χιλιάδες ὁμολογίαι, πόσον θὰ ὑποτιμηθῶσιν ἐν γένει τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, πόσον αὗται αἱ ἐκποιούμεναι μετοχαί; ἀμφιβάλλω ἂν πωληθῶσι καὶ πρὸς 150 μόνον δραχμάς. Ἀλλὰ μήπως αὐτοὶ, οἱ ἔχοντες τὰς 110 χιλιάδας ὁμολογίας, ἀκούοντες, ὅτι ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκποιήσῃ 230 χιλιάδας ὁμολογιῶν, δὲν θὰ σπεύσωσιν αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ἐκποιήσωσι τὰς ἰδικάς των, νέον κίνδυνον οὑτωσὶ δημιουργοῦντες καὶ νέον οἰκονομικὸν ὄλεθρον; Διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ θὰ ἀπολέσωμεν ὅλας τὰς ὁμολογίας καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ χρέη· ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν πίστιν ἐπὶ προφανεῖ κινδύνῳ τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντος τῆς Χώρας. Μόνον, κύριοι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠδυνάμεθα δι’ ἄλλων πόρων νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς θὰ ἀπεκρούετο· ἀλλὰ ποῦ εἰσὶν οἱ πόροι οὗτοι; ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλους ἢ μόνον τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι ἔρχονται ὄπισθεν ἡμῶν, ἡμεῖς δ’ ἐσόμεθα ἐντελῶς ἀνίκανοι, ἀποκαταστρέψαντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ἀνίκανοι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτάς· τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα προβαίνουσι, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα θὰ ζητήσῃ ἄλλα δύω ἑκατομμύρια, ἅμα ὁ σιδηρόδρομος φθάσῃ μέχρι Κορίνθου· νέα δάνεια λοιπόν! ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαχειρίσεως εἶναι, ὅτι ἐδαπανήσαμεν καὶ θὰ δαπανήσωμεν βεβαίως 170 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐδανείσθημεν ἐσχάτως, καὶ ὅλα αὐτὰ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ χάριν αὐτῆς καὶ ἕτερον ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νέα παρανομία, ἀφαιρεσάσης ἀπὸ τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας χρήματα, ἔχοντα προορισμὸν, διὰ ῥητοῦ Νόμου, μόνον διὰ καθαρὰ ὁδοποιητικὰ ἔργα. Ἠκούσατε τοῦτο ἐπισήμως ἐνταῦθα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς· ἀλλὰ διετηρήθησαν, λέγει, οἱ τύποι καὶ μόνον ἡ οὐσία παρεβιάσθη. Δὲν δύναμαι ἀρκούντως ἀληθῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν τοιαύτην ἐξομολόγησιν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ Διάταγμα καὶ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, ἡ ὡρισμένη Ἐπιτροπὴ συντάττει καταστάσεις περὶ τῆς πληρωμῆς δι’ ὡρισμένας ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκδίδει ἔνταλμα ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιούχου καὶ ἐπιταγὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ποῖον δικαιοῦχον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ἐκδοθὲν ἔνταλμα, ποίας ὡρισμένας ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας; οὐδένα καὶ οὐδεμίαν· διότι δικαιοῦχος ἦν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὸς ὁ κύριος Πρόεδρος, διότι εἰκονικὴν πρᾶξιν δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Ἐπιτροπή. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, λέγω μόνον, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ λαθροχειρία· ναὶ ἡ λαθροχειρία, ἣν ἐχρήσατο διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ 700,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· οὐδὲ δύναται καὶ ἐπ’ ἐλαχίστῳ νὰ δικαιολογηθῇ, λέγουσα, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ταχέως τὰ χρήματα, διότι τὸ ἔγκλημα ἀλλαχοῦ ἔγκειται, ἐν παρενθέσει δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ἀκόμη δὲν ἀπέδωκε τὰ ἀφαιρεθέντα χρήματα. Διὰ τῆς ταπεινώσεως λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς πίστεως, διὰ συνδυασμῶν τεινόντων εἰς πλήρη ἀποσύνθεσιν, διὰ καταπατήσεως Νόμων καὶ Διαταγμάτων, διὰ περιφρονήσεως αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διὰ λαθροχειρίας, ἐπισφραγιζούσης ὅλα ταῦτα, ἤρθη τέλος πάντων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλ’ ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐγένετο ἡ ἄρσις, ὑφ’ ὃ σύστημα βαίνομεν σήμερον, ἐστὶ καὶ βιώσιμος αὕτη; Κύριοι, φοβοῦμαι πολὺ, καὶ εὔχομαι νὰ ἀπατῶμαι, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἐπανέλθῃ, ἀλλὰ μὲ ὀλεθριώτερα ἀποτελέσματα καὶ ἀνεπανόρθωτα. 40 ἑκατομμύρια ὀφείλομεν κατ’ ἔτος διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα· δὲν ἔχομεν δὲ πλέον τῶν 65 ἑκατομμυρίων εἰσοδημάτων· εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ πληρώσωμεν τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους διὰ τῶν ὑπολειπομένων· ἰδοὺ ὁ φόβος νέας ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ὅλαι αἱ εὐθύναι αὗται πίπτουσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς Κυβερνήσεως· ἐλθοῦσα αὕτη εἰς τὴν Ἐξουσίαν εὗρεν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1881 38 ἑκατομμύρια· ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, νὰ τακτοποιήσῃ βαθμιαίως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περιοριζομένη εἰς τὰς προϋπαρχούσας δαπάνας καὶ μόνον ἀπολύτως νέας προσθέτουσα διά τινων φόρων ἀναλόγων τῶν ἐθίμων καὶ ἠθῶν τῆς Χώρας, δικαίων, ἤθελεν εὐχερῶς κατορθώσει τὸ ἰσοζύγιον· ἀλλὰ νομίσασα λίαν ἁπλοϊκῶς ἡ Κυβέρνησις ὅτι, διὰ τῶν φόρων, οὓς ἐνομοθέτησε, φόρων ὅμως καταθλιπτικῶν καὶ μὴ προσοδοφόρων ἑπομένως, θὰ συνέῤῥεον ἐν τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους οἱ θησαυροὶ τοῦ Κροίσου, προέβη εἰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει κακῶς ὑπολογισθέντων ἐσόδων καὶ ἑκάστη χρῆσις παρουσιάζει φοβερὰ ἐλλείμματα· πλειότερον τῶν 30 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα ὑπάρχει καὶ οὐχὶ ὅσον ὁ ὑποβληθεὶς πίναξ παρουσιάζει. Ἀκολουθοῦσα τὴν ἀνωτέρω ὑποδειχθεῖσαν πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀκμαῖα τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, ἤθελεν ἔχει ἰσοζύγιον, ἤθελεν ἄρει δὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἴτε βαθμηδὸν διὰ τῶν περισσευμάτων, εἴτε διὰ δανείου, ἀλλ’ οὐχὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἐπραγμάτωσεν τὸ τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Κύριοι, λήγει μετ’ ὀλίγον ἡ Σύνοδος καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Περίοδος. Ἐν ᾗ οἰκονομικῇ καταστάσει εὑρισκόμεθα, ἣν ἅπαντες βλέπετε, καὶ ἣν ὅλος ὁ κόσμος παρακολουθεῖ, καιρὸς ἀληθῶς, σεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες ἐν τούτοις τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, μεταβαίνοντες εἰς τὰς Ἐπαρχίας σας νὰ προσκαλέσητε τοὺς συμπολίτας σας καὶ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ὁδηγήσητε αὐτοὺς εἰς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἵνα δρέψωσι τοὺς καρποὺς τῆς εὐημερίας, ὡς ἀνεκήρυττον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καιρὸς πλέον νὰ παύσῃ ἡ ἐπίδρασις ἐφ’ ἑκάστου ἡμῶν· καιρὸς ἐλεύθεροι τὸν νοῦν νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως· καιρὸς ἡ συνείδησις νὰ ἰθύνῃ τὰς σκέψεις καὶ ἀπολαύσεις ἡμῶν κρινόντων περὶ τῶν ἐν γένει συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐν οἷς ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἴδια ὑμῶν. Ἔχομεν ἅπαντες καθῆκον καὶ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς διαδεξομένης αὐτὴν ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἐξαναγκάσωμεν αὐτὰς νὰ φέρωσι μεγίστας οἰκονομίας, ἵνα δι’ αὐτῶν δυνηθῶμεν βαθμηδὸν νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, νὰ κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδοκῶμεν πρόοδον καὶ εὐημερίαν εἰς τὸ Κράτος.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§16Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε.—Ἀρκούντως οἱ προαγορεύσαντες Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέδειξαν τὰς παρεκτροπὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν τελευταίων δανείων, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ λόγοι αὐτῶν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐξήσκησαν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν κ. Βουλευτῶν· πλανᾶται δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, φρονῶν ὅτι πάντα τὰ λεχθέντα δὲν ἦσαν σπουδαῖα καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ. Νομίζω, ὅτι σιωπῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶλλον ζημιοῦται παρ’ ὅ,τι ὠφελεῖται· παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν εἶχε πολλοὺς τοὺς ὀπαδοὺς καὶ τοὺς θαυμαστὰς, οἵτινες, καθὼς ἠκούσαμεν σήμερον, ἐπεψήφιζον ἀνεξελέγκτως καὶ ἀνεξετάστως πάσας αὐτοῦ τὰς προτάσεις. Σήμερον ἔχει ἀνάγκην, καὶ περὶ τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλῃ, ν’ ἀποδεικνύῃ καὶ δικαιολογῇ διὰ μακρῶν πάσας αὐτοῦ τὰς ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἡ συζήτησις αὕτη, νομίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἄλλου ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ δυσάρεστον γεγονὸς, ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διέθεσε μέγα ποσὸν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως δὲ συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ ἐσχάτως εἰς ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν ὑπὸ ὅρους λίαν ἐξευτελιστικούς. Τὸ κακὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν παρουσιάζονται νέαι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι θέλουν ἀπαιτήσει νέα δάνεια, καὶ τὰ δάνεια ταῦτα θέλει ἀναγκασθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ συνομολογήσῃ μὲ ὅρους ἔτι βαρυτέρους καὶ μᾶλλον ἐξευτελιστικούς. Ἀφ’ ἧς εἰσήλθομεν πρὸ τριετίας ἐνταῦθα, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ ν’ αὐξάνωμεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους καὶ νὰ συνιστῶμεν μονοπώλια. Ηὐξήσαμεν κατὰ πρῶτον κατὰ 10% τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, κατὰ 20% τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ 30–40% τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀκολούθως ἐκάμαμεν νέαν αὔξησιν ἐπὶ ὅλων τῶν φόρων διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἰς πολλοὺς φόρους ἐγένετο προσθήκη 12%. Ἀκολούθως ἐπεβάλομεν φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, καὶ ἐπὶ τέλους συνεστήσαμεν μονοπώλια τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων καὶ τοῦ πετρελαίου. Μολονότι δ’ ἐπράξαμεν πάντα ταῦτα, ἐξ ὧν καὶ ὁ φορολογούμενος λαὸς ἐπεβαρύνθη καὶ πολλαὶ βιομηχανίαι καὶ τὸ ἐμπόριον τοῦ Τόπου τὰ μέγιστα ἐζημιώθησαν, μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀντὶ ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἰσοζύγιον, ἡ γῆ αὕτη τῆς ἐπαγγελίας, ὡς ὠνομάσθη, ἀπομακρύνεται ἔτι μᾶλλον ἀφ’ ἡμῶν. Κατ’ ἔτος παριστάμεθα θεαταὶ ἀηδεστάτης κωμῳδίας, ἥτις ἐκθέτει τὴν ὑπόληψιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ Τόπου καὶ τῶν ξένων· παρέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναγγέλλει εὐφροσύνως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατώρθωσε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον, φθάνει μόνον νὰ ψηφισθῶσι φόροι τινὲς καί τινα μονοπώλια, καὶ ἡ μὲν πλειονοψηφία ἀνεξετάστως ψηφίζει καὶ τοὺς φόρους καὶ τὰ μονοπώλια, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους προσέρχεται πάλιν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς καὶ λέγει ἐν συντριβῇ καρδίας, ὅτι ἕνεκεν ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τοῦ περιστατικῶν δὲν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, θέλει ὅμως ἐπιτευχθῆ ἀφεύκτως κατὰ τὸ ἑπόμενον, ἐὰν ἡ Βουλὴ συγκατανεύσῃ νὰ ἐπιψηφισθῶσι νέοι φόροι καὶ νέα μονοπώλια. Ψηφίζει καὶ ταῦτα ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ πάλιν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Τοιουτοτρόπως δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, ἢ εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους νὰ ψηφίζωμεν νέους φόρους καὶ νέα μονοπώλια, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν καταστήσει τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῶν φόρων καὶ τῶν μονοπωλίων αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων καὶ διὰ τῆς πολυτελείας, ἥτις εἰσήχθη εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, αὐξάνουσι πολλῷ περισσότερον τὰ ἔξοδα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ποῖα εἶναι τ’ ἀληθῆ καὶ πραγματικὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήλθομεν εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν θέσιν, καὶ τίς εἶναι ὁ πραγματικὸς ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπιβάλλεται πολὺ περισσότερον εἰς τὰ μέλη τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐπιῤῥίπτουσι συνήθως τὴν εὐθύνην διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Διὰ τοῦτο εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ ἔντιμος προλαλήσας Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις διετέλεσε μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1881 καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ χρῆσις αὕτη ἀφῆκε βάρη ἢ ἐλλείμματα. Πρέπει τῷ ὄντι νὰ καταστρωθῇ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ὁ λογαριασμὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς, τί ἀφῆκεν εἰς ἐνεργητικὸν καὶ τί εἰς παθητικόν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦναι ὑπεύθυνοι οἱ τότε Ὑπουργοὶ διὰ τὰ σήμερον ἐπιβαλλόμενα εἰς τὸν Λαὸν βάρη. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ περὶ τούτου, καὶ συγχρόνως θέλω προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἔξοδα τοσοῦτον ἐξωγκώθησαν. Τὰ βάρη, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ προηγουμένη διαχείρισις, διαιροῦνται εἰς δύω κατηγορίας, εἰς βάρη προσωρινὰ ἢ διαβατικά, καὶ εἰς βάρη μόνιμα ἢ διαρκῆ. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, τὰ ἔξοδα τοῦ 1881, ὅσα δὲν εἶχον πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐπληρώθησαν δὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον. Τὰ ἔξοδα ταῦτα κατὰ τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας παρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἀκρίβειαν, ἀνέρχονται εἰς 26,500,000. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ παθητικοῦ τούτου, τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφῆκεν ἐνεργητικόν, ἀνερχόμενον εἰς 55,496,000, ὅ ἐστὶ κατὰ 29,000,000 ἀνώτερον τοῦ παθητικοῦ. Τὸ ἐνεργητικὸν τοῦτο, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, συνίστατο ἐκ τῶν ἑξῆς: Ἔσοδα τοῦ 1881, εἰσπραχθέντα ἐντὸς τοῦ 1882, 5,100, 000· ὑπόλοιπον εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους 11,000,000· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρῶ 3,000,000 διὰ πληρωμὰς, αἵτινες ἀνάγονται εἰς ἄλλας χρήσεις, καὶ κρατῶ μόνον 8,000,000, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα συνίσταντο εἰς μετρητὰ ἢ εἰς ἔξοδα τοῦ 1881· ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 26,500,000· διάφορα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπερίσσευσαν ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶχον λάβει τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν ἐπεστράφησαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ κατεχωρίσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν ἑπομένων χρήσεων, ὅπως ἐξάγεται ἐκ τῶν σχετικῶν Ἀπολογισμῶν, 3,700,000 δραχμαί· χάλκινα νομίσματα, ἅτινα εἶχον κατασκευασθῆ καὶ πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ 1881, 2, 200,000· ἄχρηστον ὑλικὸν, πωληθὲν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν, 4,000,000· διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ καὶ νοσηλείας, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, 5,000,000 δραχμαὶ, ἤτοι τὸ ὅλον 55,500,000. Αὐτὸς, κύριοι, εἶναι ὁ ἀκριβὴς λογαριασμὸς τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1881. Ἑπομένως, ὄχι μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1881 δὲν ἀφῆκεν, ὅπως ἀρέσκονται νὰ λέγωσι, βάρος τι εἰς τὴν ἑπομένην διαχείρισιν, ἀλλ’ ἀφῆκε περίσσευμα 29,000,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον κατεβρόχθισαν αἱ ἑπόμεναι διαχειρίσεις μετὰ τοῦ προϊόντος τόσων φόρων καὶ μονοπωλίων καὶ τόσων δανείων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν συνωμολογήθησαν. Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, τὴν περιλαμβάνουσαν τὰ διαρκῆ βάρη, περιλαμβάνεται ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἀνερχόμενα εἰς 7,000,000, ὁ τόκος τῆς γενομένης προσθήκης εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 344,000, καὶ τέλος ἡ δαπάνη διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν, ἥτις, ὅπως εἶχε κανονισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπελογίσθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἐν ἀρχῇ τοῦ 1882, ὅτι διὰ μίαν τριμηνίαν ἀνέρχεται εἰς 402,000 παλαιὰς δραχμὰς ἢ ἐτησίως εἰς 1,450,000 νέας. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν 1,000,000 διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου εἰς τὰς Νέας Ἐπαρχίας· ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν διαρκῶν καὶ μονίμων βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων ἐδημιουργήθησαν, ἀνέρχεται εἰς 10,000,000 περίπου. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν διαρκῶν τούτων καὶ μονίμων βαρῶν ἐγεννήθησαν καὶ διαρκῆ ὠφελήματα, ταῦτα δὲ εἶναι τὰ ἔσοδα τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς 5,000,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ἐκ τῆς προόδου τοῦ Τόπου κανονικὴ μέση αὔξησις τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων, ὑπολογιζομένη καὶ αὕτη εἰς 4,000,000· ὥστε ἀπέναντι τῶν 10,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσι τὰ διαρκῆ βάρη, ἔχομεν καὶ 9,000,000 διαρκῆ ἔσοδα, οὕτω δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν διαρκῶν βαρῶν καὶ τῶν διαρκῶν ὠφελημάτων εἶναι ἀσήμαντος. Ἠδυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἐπαρκέσωμεν ἴσως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἄνευ αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἤρκει μόνον νὰ ἐκανονίζομεν ταῦτα κατὰ τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Προϋπολογισμούς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον, ὄχι μόνον νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ περικόψῃ πᾶσαν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν δαπάνην· διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα σωφρονοῦντος Ἔθνους, ὅπερ ἐκτεθὲν ἢ παρασκευασθὲν εἰς πόλεμον, καὶ ἀναγκασθὲν ἕνεκα τούτου νὰ αὐξήσῃ τὸ Δημόσιον αὑτοῦ χρέος, δὲν περιέστειλε μετὰ τὴν πάροδον τῆς περιπετείας ταύτης τὰς τακτικὰς αὑτοῦ δαπάνας, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἐναντίας ἐνεθυμήθη νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν σπουδαῖαι, ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινα χρόνον ἀκόμη. Δὲν εἶναι λοιπὸν καθόλου ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνουσιν ἐπιπόλαιοί τινες δημοσιογράφοι, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης εὗρε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς χρεωκοπίας, ἢ, ὅπως ἔγραφέ τις ἐσχάτως, «πλησίστιον πλέουσαν πρὸς τὴν χρεωκοπίαν καὶ περιμένουσαν τὸν Μαχμοὺτ Νεδὴμ, ὅπως ὑπογράψῃ τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν». Ἀπ’ ἐναντίας, οὐδέποτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκοντο εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν. Ὄχι μόνον ἐδημιουργήθησαν νέοι πόροι, δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς δημιουργηθείσας ἐκ τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος ὑποχρεώσεις, ὄχι μόνον ἔμεινε περίσσευμα πολλῶν ἑκατομμυρίων, δυνάμενον νὰ θεραπεύσῃ πολλὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις 300,000 Ἑλλήνων, καὶ ἡ προσάρτησις πλουσίων Ἐπαρχιῶν, καὶ ἡ ἐπίτευξις ὅλων τούτων ἄνευ μεγάλης δαπάνης καὶ ἄνευ πολέμου, εἶχον ἀνυψώσει τὸ γόητρον καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκτεθὲν τότε εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 373 δραχμὰς, ἐκαλύφθη δὶς, ἐνῷ σήμερον τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐκδοθὲν ἐπὶ τιμῇ πολλῷ μικροτέρᾳ, δὲν εὗρε καθόλου ἀγοραστάς. Τοιαύτη, κύριοι, ἦτον ἡ κατάστασις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τοιοῦτος ὁ ἀκριβὴς καὶ πραγματικὸς λογαριασμὸς τῆς χρήσεως, ἥτις προηγήθη τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ποῖον τὸ αἴτιον τῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἤδη; Τί ἔφερε τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν εἰς τὸ λίαν ἐπίφοβον σημεῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον βλέπομεν; οὐδὲν ἄλλο ἢ ἡ πεπλανημένη ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπέρασεν ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν κυβερνώντων ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἔθνος νὰ διοικηθῇ πλέον μὲ τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Προϋπολογισμούς. Αὐτὸ τοῦτο ἐπανέλαβεν ἐσχάτως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, διὰ νὰ πείσῃ δὲ καὶ ἡμᾶς περὶ τούτου, ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 54,600,000 παλαιὰς δραχμὰς, ἢ 48,000,000 νέας. Μετὰ δὲ τοῦτο μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐδέησε νὰ ἐπέλθῃ σπουδαία αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα· ἀνέφερε δὲ ὡς τοιαύτας μεταβολὰς τὰ συνομολογηθέντα διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων δάνεια, τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου· χωρὶς δὲ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ σημειώσῃ τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται δι’ ἕκαστον τούτων, ἠρκέσθη ν’ ἀπαγγείλῃ τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα, ἀνερχόμενον εἰς 85,000,000· ἔσπευσε δὲ νὰ μᾶς προαναγγείλῃ, ὅτι νέα αὔξησις μᾶς περιμένει, διότι καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ θ’ αὐξήσῃ, καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἐφόδια ἐξέλιπον, καὶ ἡ πραγματοποίησις τῶν δανείων διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς θ’ ἀναβιβάσῃ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων ποσὸν, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει ὑπερβῆ τὰ 90,000,000. Εἶμαι, κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ συμπληρώσω τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὄχι μόνον νὰ προσδιορίσω τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται δι’ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τῶν περιστάσεων, ἢ ὀφείλεται εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Θέλω ἤδη λάβει ὡς ἀφετηρίαν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ θέλω τὸν συγκρίνει οὐχὶ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἀκόμη εἶναι ἁπλοῦν Νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρὸς τὸν τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κυρωθεὶς κατέστη Νόμος τοῦ Κράτους. Λαμβάνω δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ὄχι μόνον διότι εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀλλὰ διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 συνετάχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ συνετάχθη οὐχὶ ὡς προσωρινὸς ἢ διαβατικὸς Προϋπολογισμὸς ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ὡς μέλλων νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον περιλαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη ὁποῖον ἐφιλοτέχνει ὅταν ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας, καὶ τὸ ὁποῖον διετύπου εὐγλώττως ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος ἐκείνου, παρασυρθεῖσα ἡ κοινὴ γνώμη, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ παρεσκεύασε τὴν ἄνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης θέλομεν ἐννοήσει κατὰ πόσον εἶναι ἄξιοι κατακακρίσεως ἢ ἐπαίνου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι συνταχθέντες ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀκολουθήσαντες αὐτὸν μέχρι τινὸς, τὸν ἐγκατέλειψαν ἀλληλοδιαδόχως καὶ μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης θέλει ἐννοήσει καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἐὰν δικαιοῦται ν’ ἀγανακτῇ καὶ ν’ ἀσχάλῃ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες τὸν ἐγκατέλιπον, ἢ ἐὰν δὲν πρέπῃ μᾶλλον νὰ θαυμάζῃ πῶς ἄλλοι, ἐπίσης ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες οὐδέποτε ἐπίστευσαν εἰς τὰς ἐπαγγελίας του, ἀπεφάσισαν νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ καταῤῥέον οἰκοδόμημά του. Ἴσως οἱ τελευταῖοι οὗτοι, μεθ’ ὧν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω ἄλλοτε εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα, ἐπίστευσαν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἐγκαταλιπὼν τὸ ἑαυτοῦ πρόγραμμα, ἠσπάζετο τὸ τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀρχηγοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπίστευον τοῦτο, ἐπλανήθησαν οἰκτρῶς, διότι οὐδέποτε ὁ ἔνδοξος ἐκεῖνος ἀνὴρ παρεδέξατο πρόγραμμα, βάσιν ἔχον ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀκατάπαυστον ἐπιβολὴν φόρων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀδιάλειπτον αὔξησιν τῶν δαπανῶν· χαίρω δὲ βλέπων, ὅτι ἀρχίζει νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ πλάνη, καὶ ὅτι πολλοὶ τῶν πλανηθέντων ἐπανῆλθον εἰς τὰς τάξεις των. Ἐλπίζω δὲ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλουσι τοὺς ἀκολουθήσει καὶ οἱ ἄλλοι. Κατὰ τὸν πρότυπον λοιπὸν ἐκεῖνον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προϋπελογίσθησαν εἰς 52,000,000 παλαιὰς ἢ εἰς 47,000,000 νέας δραχμάς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Τρικούπης ἦτο ἀκόμη ὀπαδὸς τῆς παλαιᾶς σχολῆς, τῆς σχολῆς ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον πάντες οἱ πρὸ ἡμῶν κυβερνήσαντες τὸν Τόπον, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν σαρκαστικῶς ἀνέφερεν, ὅτι ἐμμένομέν τινες ἀκόμη καὶ σήμερον· ἐθεωρεῖτο μάλιστα ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας καὶ πρωτόσχολος, διότι προέβαινεν εἰς αὐτὰς ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, ὅπως ὁ κ. Λομβάρδος ἐθεωρεῖτο πρωτόσχολος εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν· διότι καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις σήμερον ἀρνεῖται εἰς τοὺς Δημάρχους τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀστυνόμων, ὤθει τότε τὴν ἀποκέντρωσιν μέχρι σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν. Ὡς ὀπαδὸς λοιπὸν τῆς ἀρχαίας σχολῆς ὁ κ. Τρικούπης εὕρισκεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἦτο ὑπέρογκον καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι σπουδαίως, ἐλυπεῖτο δὲ διότι δὲν ἦτο εἰς τὰ πράγματα ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ πολλὰς οἰκονομίας, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ περιορισθῶσιν εἰς 42,000,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 42,000,000, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1880 ἐθεώρει ἀρκοῦντα, ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1884 ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς 86,000,000, προστιθεμένων δὲ καὶ 2,000,000 ἔτι διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα 88,000,000. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 καὶ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 41,000,000, μεταξὺ δὲ τοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκείνου, ὃν ἐφιλοτέχνει ὁ κ. Τρικούπης, 46,000,000. Τὴν διαφορὰν ταύτην, καθὼς ἠκούσατε, ἀποδίδει ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ ἑξῆς αἴτια: Εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, εἰς τὴν γενομένην προσθήκην ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ἡ ἐκ τῶν τριῶν τούτων ἀντικειμένων δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 10,000,000. Μετὰ τοῦτο ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης τοὺς σιδηροδρόμους, τὴν ὁδοποιΐαν, τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ Νόμου. Ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ διάφορα ποσὰ εἰς τὰς ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1884 δὲν εἶχον πληρωθῆ εἰμὴ μόνον 98,000 δραχμαὶ δι’ ἀποζημίωσιν γηπέδων, καταληφθέντων ἕνεκα τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων. Πλὴν καὶ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ποσὸν τῶν 98,000 δραχμῶν οὐδόλως περιλαμβάνεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884· διότι αἱ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους δαπάναι θέλουσι πληρωθῆ ἀπὸ τὸ εἰδικῶς περὶ τούτου συνομολογηθὲν δάνειον. Αἱ ἁμαξιτοὶ δὲ ὁδοὶ κατασκευάζονται ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη κατὰ τὸ 1882, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ Κράτους δὲν ἀναφέρονται εἰμὴ μόνον οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου· διὰ τόκον δὲ αὐτοῦ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ἀνεγράφη ποσὸν 470,000 δραχμῶν. Ὥστε διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 δὲν ἐπιβαρύνεται εἰμὴ μὲ ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἐδαπανήθησαν τρία περίπου ἑκατομμύρια, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπληρώθη ἀπὸ εἰδικὸν δάνειον, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου οὐδὲν ποσὸν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐπληρώθησαν καὶ τὰ δαπανηθέντα διὰ ναυτικὰς παρασκευάς· αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ ἐθεωρήθησαν τοσοῦτον κατεπείγουσαι, ὥστε, ὡς μᾶς ἔλεγεν ἄλλοτε, καὶ μιᾶς ἡμέρας παρέλευσις ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐπιβλαβεστάτας συνεπείας δι’ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐν τούτοις παρῆλθον ἔκτοτε χίλιαι καὶ ἐπέκεινα ἡμέραι καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ ναυτικὰς παρασκευὰς ἢ ὀλίγα χρήματα, καὶ ταῦτα διὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συντελοῦντα εἰς τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Ὥστε διὰ τὰ ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀκούομεν τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ καυχῶνται, ἤτοι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς παρασκευάς, ἐλάχιστον ποσὸν περιλαμβάνει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884. Ἔρχεται μετὰ τοῦτο ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων. Περὶ ταύτης μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «οἱ ὑπάλληλοι, μὴ δυνά«μενοι νὰ διαθρέψωσι τὰς οἰκογενείας των, δὲν ἦσαν οἱ «δυνάμενοι νὰ εἰσπράξωσιν ἀνελλιπῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ «Κράτους, ἢ νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐνδελεχῶς τὰ τῆς δημο«σίας ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν μὴ ἐδεχόμεθα τὴν αὔξησιν, ἠθέ«λομεν πληρώσει τὸ ποσὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον, πολὺ ἐ«παχθέστερον διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Κράτος». Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἐγένετο τῳόντι αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων; οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο εἰμὴ ἡ ἀναγωγὴ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχμάς. Ἡ Κυβέρνησις, πλανηθεῖσα καὶ κατὰ τοῦτο, ὡς ἐπλανήθη κατὰ πολλὰ ἄλλα, ἐνόμισεν, ὅτι μεταβάλλουσα τὸ νομισματικὸν σύστημα καὶ ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν φορολογουμένων νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους αὐτῶν ἀντὶ παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ἤθελεν αὐξήσει τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους κατὰ 2,000,000· ἀλλὰ μόλις ἐγένετο ἡ μεταβολὴ αὕτη, ὑπερετιμήθησαν πολλὰ πράγματα, καὶ ὁ βίος κατέστη δαπανηρότερος. Ἕνεκα τούτου ὅλαι αἱ ἑταιρίαι, ὅλοι οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὅλοι οἱ οἰκογενειάρχαι καὶ πάντες οἱ ἐπὶ μισθῷ ἔχοντες πρόσωπα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των ἐβιάσθησαν νὰ μεταβάλωσι τοὺς μισθοὺς εἰς νέας δραχμάς, ἕνεκα δὲ τούτων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, χωρὶς νὰ τὸ ἔχῃ κατὰ νοῦν ἐξ ἀρχῆς· διότι, ἐὰν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, ἤθελεν ἅμα τῇ μεταβολῇ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἀναβιβάσει καὶ τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχμάς. Ἡ ἀλήθεια αὕτη, κύριοι, μετὰ τὰ γενόμενα, εἶναι σήμερον ἀναμφισβήτητος καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν διαφιλονεικήσῃ. Μόνον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων ὡς συνήθως, μᾶς ἔλεγε πάλιν καὶ περὶ τούτου: «Οἱ πολέμιοι «τοῦ μέτρου σοφοὶ οἰκονομολόγοι ἔλεγον, ὅτι, αὐξάνοντες «τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος αὐξάνετε καὶ τὴν τιμὴν τῶν «πραγμάτων..... Ἡμεῖς δὲ διεμαρτυρόμεθα, ὅτι τὸ νόμισμα «δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς, διότι ἡ τιμὴ κα«νονίζεται οὐχὶ κατὰ τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, ἀλλὰ «κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ ἐν αὐτῇ περιεχομένου χρυσοῦ ἢ ἀρ«γύρου». Δὲν χρειάζεται, κύριοι, νὰ ἦναί τις σοφὸς οἰκονομολόγος διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων δὲν κανονίζεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς νομισματικῆς μονάδος, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτῇ πολυτίμου μετάλλου, ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ ἔχῃ πρακτικὸν νοῦν καὶ νὰ κρίνῃ ὀρθῶς τὰ πράγματα διὰ νὰ καταλαμβάνῃ, ὅτι ὅταν αὐξάνῃ ἡ νομισματικὴ μονὰς, χωρὶς νὰ αὐξάνῃ συγχρόνως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλασμάτων, εἰς ἃ ὑποδιαιρεῖται αὕτη, ἐπέρχεται κατ’ ἀνάγκην ὑπερτίμησις εἰς μικρά τινα πράγματα, ἡ δὲ ὑπερτίμησις αὕτη ἐπηρεάζει τὴν τιμὴν καὶ πολλῶν ἄλλων, καὶ οὕτως ὁ βίος καθίσταται δαπανηρότερος. Ὁ ἡμερομίσθιος π. χ. ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε δύω δραχμὰς, εἶχεν ἀνὰ χεῖράς του 40 πεντάλεπτα, καὶ δι’ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ θεραπεύῃ πάσας αὐτοῦ τὰς ἀνάγκας· ἀφοῦ ὅμως μετεβλήθη τὸ νομισματικὸν σύστημα, αἱ δύω δραχμαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι πλέον εἰς 40 πεντάλεπτα, ἀλλὰ μετεβάλλοντο εἰς 35, ἅτινα δὲν τῷ ἐπήρκουν· ἀπῄτησε λοιπὸν νὰ πληρωθῇ τὸ ἡμερομίσθιον εἰς νέας δραχμάς. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ ἁμαξηλάτης καὶ ὁ λεμβοῦχος, καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας του, καὶ ὁ ὑπηρέτης καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ἕνεκα τούτου καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης, πληρώνων ἡμερομίσθια, φόρους καὶ πολλὰ ἄλλα ἔξοδα εἰς νέας δραχμὰς, ἠναγκάσθη νὰ ὑπερτιμήσῃ καὶ οὗτος κατὰ τι τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος του. Ἐπῆλθε λοιπὸν αὔξησις εἰς τὰς τιμὰς πολλῶν πραγμάτων, ἕνεκα δὲ τούτου ὑπεχρεώθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, νὰ μεταβάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας καὶ νὰ αὐξήσῃ οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων κατὰ 4,000,000 ἄνευ μεγάλης ὠφελείας τῶν ὑπαλλήλων. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, ἐφ’ ᾧ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον τι περισσότερον. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1880 ὑπελογίσθησαν εἰς 11,000,000 παλαιῶν ἢ 9,300,000 νέων δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ἀναβιβάζονται εἰς 20,000,000, προστιθεμένων δὲ καὶ 2,000,000 διὰ τὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὑπάρχοντα ἱματισμὸν, γίνονται 22,000,000. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν τοῦ 1880 καὶ τῶν τοῦ 1884 ὑπὲρ τὰ 12,000,000 ὅλα νέων δραχμῶν. Τὴν αὔξησιν ταύτην ἀποδίδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου· ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω εἰς τοῦτο, καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, στηριζόμενος εἰς ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ Στρατολογικὸς Νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1878, ἦτο δὲ εἰς πλήρη ἐνέργειαν κατὰ τὸ 1880, οἱ δὲ διευθύνοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, εἶχον ἀναβιβάσει, ἐκτελοῦντες τὸν νέον Νόμον, τὴν μὲν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς 16,000 ἀνδρῶν, τὴν δὲ δαπάνην εἰς 11.000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης εὕρισκε καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν 16,000 δυσανάλογον πρὸς τὸν πληθυσμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὴν δαπάνην τῶν 11,000,000 ὑπερβαίνουσαν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου. Ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγε τότε, ὅτι ὁ μόνιμος στρατὸς ἑκάστου Ἔθνους πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἀναλογίαν μὲ τὸν πληθυσμὸν, ἡ δὲ ἀναλογία αὕτη εἰς οὐδὲν Ἔθνος ὑπερβαίνει τοὺς 12 ἐπὶ τοῖς χιλίοις· εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι 11–11½· εἰς τὴν Γερμανίαν, στρατιωτικὸν Ἔθνος, φθάνει μέχρι τῶν 9½· εἰς τὴν Αὐστρίαν εἶναι 8 καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν 7½ μόνον. Καὶ δὲν εἶχεν ἄδικον, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀναλογία τῶν στρατῶν πρὸς τὸν πληθυσμὸν εἶναι ἀκόμη μικροτέρα. Εἰς τὴν Ἰταλίαν αὐτὴν, καθὼς ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ περιωρίσθη εἰς 173,000, οἵτινες ἐπὶ πληθυσμοῦ 28,460,000 ἀναλογοῦσιν εἰς 6⅒ τοῖς χιλίοις. Εἰς τὴν Πορτογαλλίαν ἡ ἀναλογία εἶναι 5½, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, τῆς ὁποίας πολλάκις ἐθαυμάσαμεν τὸν στρατὸν, καταβαίνει εἰς 3½, εἰς τὴν Ἑλβετίαν 5 καὶ εἰς τὸ Βέλγιον 8. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγε τότε, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ μονίμου στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ἀνέρχηται εἰς 11,000, ἐξ ὧν 6,000 τῆς ὑπηρεσίας καὶ 5,000 τῆς ἐκπαιδεύσεως, «θὰ ἔχῃ δὲ, ἔλεγεν, ὁ «στρατὸς οὗτος στελέχη ἱκανὰ, ἵνα περιλάβωσι δύναμιν «τριπλασίαν καὶ τετραπλασίαν». Ὅπως δὲ ὁ στρατὸς οὗτος ἔχῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἦτο ἀνάγκη, ἔλεγε, νὰ δαπανῶνται ἐτησίως 8,500,000 παλαιῶν δραχμῶν, δηλαδὴ 7,000,000 νέων δραχμῶν· διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, ἠδύνατο ὁ στρατὸς νὰ ἔχῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ, προσέθετε, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ δαπάνη εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν ἅπασαι αἱ θέσεις τῆς πολυτελείας, οἷον «καὶ τὰ γενικὰ «Ἀρχηγεῖα καὶ τὰ εἰδικὰ Ἀρχηγεῖα καὶ τὸ Σῶμα τῶν «Γενικῶν Ἐπιτελῶν καὶ πᾶσαι αἱ περιτταὶ θέσεις καὶ «βαθμοί». Διὰ νὰ μὴ ὑπολάβῃ δὲ τότε ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ταῦτα ἠσπάζετο τὸ δόγμα τοῦ τότε πολιτικοῦ φίλου του κ. Κεχαγιᾶ, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὴν Ἑλλάδα Τόπον γεωργίας καὶ βιομηχανίας, ἀλλ’ ὅτι ἐξηκολούθει νὰ ἦναι ὀπαδὸς τῆς «Μεγάλης Ἰδέας», τῆς ὁποίας τὸ μονοπώλιον ἀντεποιεῖτο ἀνέκαθεν ὁ ἀχώριστος αὐτοῦ φίλος κ. Λομβάρδος, ἔσπευδε νὰ διαβεβαιώσῃ αὐτὴν, ὅτι ἐπέμενεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγάλου πόθου τοῦ Ἔθνους καὶ ἔλεγεν αὐτολεξεὶ ταῦτα: «Αἱ οἰ«κονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν, δὲν εἶναι οἰκονομίαι, «μαρτυροῦσαι τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώ«σεως τῆς Ἐθνικῆς ἰδέας. Εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ζητοῦ«μεν ὡς θεμέλιον τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν τῇ Ἐθνικῇ ἰδέᾳ. «Πέριξ ἡμῶν ἔχομεν τὰ παραδείγματα τῶν γειτονικῶν «Ἐπικρατειῶν, αἵτινες, μὴ κατανοήσασαι τὴν ἀλήθειαν «ταύτην, εὑρέθησαν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης πολεμικῶς «μὲν παρεσκευασμέναι, οἰκονομικῶς δὲ ἀνέτοιμοι, καὶ τὸ «οἰκονομικῶς ἀνέτοιμον κατέστρεψε τὴν πολεμικὴν αὐ«τῶν παρασκευήν. Λαμπροτάτην εἶχε τὸ Ὀθωμανικὸν «Κράτος πολεμικὴν παρασκευὴν, ὅτε ἐξεῤῥάγη ὁ Ῥωσσο«τουρκικὸς πόλεμος, ἀλλ’ ἦτο οἰκονομικῶς ἐντελῶς ἀπα«ράσκευον, τὸ δὲ οἰκονομικῶς ἀπαράσκευον κατέστησεν «ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν της. Λόγοι, κύριοι, λίαν συνετοὶ καὶ λίαν πατριωτικοί, οἱ ὁποῖοι συνεκίνουν τότε πᾶσαν φιλοπάτριδα καρδίαν. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἤμην, οὐδὲ ἤθελον νὰ γίνω φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, τυγχάνων τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ εἶδον τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς κηρυχθεῖσαν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ τῷ χορηγήσω πᾶσαν ἐκ τῆς θέσεώς μου συνδρομὴν, ὅπως ψηφισθῶσι πάντα τὰ μέτρα, ἅτινα προέτεινε. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἔπρεπε κατὰ τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας, ἡ μὲν δύναμις τοῦ στρατοῦ ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 13–14,000, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 10–11,000,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων βλέπομεν σήμερον, ὅτι ἡ μὲν δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀναβιβάζεται εἰς 30,000 ἀνδρῶν, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 22,000,000, προλαμβάνει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ, ὅτι ἡ δαπάνη θ’ αὐξήσῃ ἀκόμη περισσότερον, διότι καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ θὰ ὑπερβῇ τὰς 30,000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, 30,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἀναλογεῖ πρὸς 15‰, καὶ τοιαύτη ἀναλογία εἰς οὐδὲν Ἔθνος ἀπαντᾶται. Ἐν τούτοις ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπαιτεῖ νὰ τῷ ὀφείλωμεν καὶ χάριν, λέγων, ἐὰν διετήρει τὴν διετῆ καὶ τριετῆ θητείαν, ὁ στρατὸς ἤθελε φθάσει μέχρι 40,000 ἀνδρῶν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῶ, ἐὰν ἦναι καλλιτέρα ἡ μονοετὴς ἢ ἡ πολυετὴς θητεία, πιστεύω ὅμως, ὅτι σφάλλεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, φρονῶν ὅτι ἡ πολυετὴς θητεία εἶναι δαπανηροτέρα τῆς μονοετοῦς· διότι ὅπου ὑπάρχει ἡ πολυετὴς θητεία, δὲν ἕπεται, ὅτι καλοῦνται ὅλοι οἱ ἄνδρες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ παραμείνωσι καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς θητείας· καλοῦνται καὶ παραμένουσι μόνον ὅσοι εἶναι ἀναγκαῖοι νὰ συμπληρώσωσι τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιτρέπει, οἱ δὲ λοιποὶ μετὰ ὀλιγόμηνον ἄσκησιν ἀπέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των. Κατ’ ἐμὲ, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχῃ πυρὴν στρατοῦ καλῶς συγκεκροτημένος, ἄλλο τόσον εἶναι ὀλέθριον νὰ γίνωνται διὰ τῆς διατηρήσεως τοῦ στρατοῦ τούτου θυσίαι, ὑπερβαίνουσαι τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου. Ὅθεν, ἀντὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὡς δικαιολόγημα διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, δικαιούμεθα μᾶλλον νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διατί μετέβαλε τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν εἰς τρόπον, ὥστε καὶ τὸ Κράτος νὰ ἐξαντλῆται οἰκονομικῶς καὶ οἱ πολῖται ν’ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς ἐργασίας των καὶ προσέρχωνται εἰς τὸν στρατὸν, οὕτω δὲ κινδυνεύει τὸ Κράτος νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς παρίστα ἄλλοτε ὅτι εὑρίσκετο ἡ Τουρκία. Τί θὰ χρησιμεύσωσιν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, αἱ μεγάλαι παρασκευαὶ, ὅταν τὸ Κράτος ἐξαντλῆται οἰκονομικῶς; Ἐὰν δὲ τώρα πιστεύσωμεν ὅσα λέγουσιν οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἔτι μεγαλειτέρα. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τί εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ εἰδικώτατος περὶ τὰ στρατιωτικὰ Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης: «Ἡ Ἑλλὰς, εἶπεν, ἀπὸ τριῶν ἐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἄοπλος· ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε πλέον τῶν 65 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ διὰ νὰ τὴν καταστήσῃ ἀξιόμαχον, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ τῶν πόθων καὶ ἐλπίδων της, καὶ ἐστέρησε τὴν κοινωνίαν μυριάδας παραγωγικῶν χειρῶν πρὸς ματαίαν καὶ δαπανηρὰν ἐπίδειξιν». Ἐὰν τῳόντι ἐδαπανήθησαν τοσαῦτα χρήματα, καὶ ἀπεσπάσθησαν τοσοῦτοι ἄνδρες ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γίνεται ματαία καὶ δαπανηρὰ ἐπίδειξις, δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ τί πρέπει πλέον νὰ εἴπωμεν. Τοιαῦται εἶναι, κύριοι, αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας προεκάλεσαν τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τοιαύτη ἡ σχέσις αὐτῶν πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος. Ἐκτὸς τῶν τόκων τῶν δανείων καὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται τῳόντι εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς μεταβολὴν, πάντα τὰ ἄλλα εἶναι ἀποτελέσματα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔλαβε. Καὶ διὰ μὲν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς δὲν περιέχεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, εἰμὴ μόνον ἡ ἀσήμαντος δαπάνη 500,000 δραχμῶν τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων προεκάλεσεν ἡ ἄσκοπος μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἡ ἐξόγκωσις δὲ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν νεωτερισμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀντικειμένων τούτων, ἡ ἐνέργεια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἤνοιξε καὶ ἄλλην πολὺ μεγάλην καταβόθραν, εἰς τὴν ὁποίαν καταβροχθίζονται κατ’ ἔτος πολλὰ ἑκατομμύρια, εἶναι δὲ αὕτη ἡ δημιουργία πολλῶν νέων θέσεων. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1881, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀμέσως προηγούμενον τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν εἰς τὰ πέντε πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, ἀνέβαινον εἰς 4,574· εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον προσετέθησαν 500 περίπου ὑπάλληλοι διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἀνήρχετο εἰς 5,074. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ πέντε πολιτικὰ Ὑπουργεῖα ἀνεβιβάσθη εἰς 7,349, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι 390 πρόσωπα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τῶν θέσεων τοῦ 1881 καὶ τῶν θέσεων τοῦ 1884 2,245 θέσεις, δημιουργηθεῖσαι ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ, κύριοι, κατὰ πόσον ὑπῆρξεν ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος ἡ προσθήκη τῶν θέσεων τούτων, θὰ σᾶς ἀναφέρω ὑπηρεσίας τινὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐγένετο τοιαύτη. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1881 47 πρόσωπα, σήμερον ὑπάρχουσιν 79· εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὑπῆρχον 450 ὑπάλληλοι, σήμερον εἶναι 570· διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς ὅλα τὰ Ταμεῖα προσετέθησαν ἐσχάτως εἷς ἢ δύω γραφεῖς· τὸ προσωπικὸν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφορειῶν, συμπεριλαμβανομένων πάντοτε καὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, συνίστατο κατὰ τὸ 1881 ἐκ 217 προσώπων, σήμερον ἀναβαίνει εἰς 289, διότι, ὡς γνωρίζετε, συνεστάθησαν νέαι Ἐφορεῖαι εἰς πολλὰς Ἐπαρχίας, διωρίσθησαν δεύτεροι γραμματεῖς εἰς τὰς Ἐφορείας πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως καὶ προσετέθη εἷς γραφεὺς εἰς τὰς Ἐφορείας τῆς τρίτης τάξεως. Ἐγένετο δὲ τοῦτο καθ’ ὃν καιρὸν ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἐφόρων διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης προσθήκης, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν κακὴν ποιότητα τῶν προσώπων. Εἰς τὰ Προξενεῖα ὑπῆρχον 56 ὑπάλληλοι, σήμερον εἶναι 156. Ἴσως μὲ διακόψῃ τις λέγων, ὅτι ἐὰν ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς καὶ αἱ δαπάναι τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, ηὔξησαν καὶ τὰ ἔσοδα. Ἀληθῶς μεταξὺ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1881 καὶ κατὰ τὸ 1883, ὑπάρχει διαφορὰ ἐκ 300,000 δραχμῶν, κατωτέρα πάντοτε τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐχρειάσθη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προξενικοῦ Νόμου· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν σύστασιν τῶν Προξενείων, ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν δικαιωμάτων, διότι κατὰ τὸν νέον προξενικὸν Νόμον τὸ χαρτόσημον τῆς τάξεως ἐδιπλασιάσθη, τὰ δὲ διαμονητήρια, τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς μίαν δραχμὴν μέχρις 20, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 2–60, ἐκ τούτου δὲ προῆλθε κυρίως ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Παραλείπω τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ λοιπὰ καὶ ἔρχομαι εἰς δέκα ἄλλας ὑπηρεσίας, εἰς ἃς τὸ προσωπικὸν ηὔξησε πολύ. Τὰ Ταχυδρομεῖα εἶχον 160 ὑπαλλήλους, ἴσως μὲ τὰ Ταχυδρομεῖα τὰ συσταθέντα εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἀνέβαινον εἰς 200, ἀντὶ τούτων σήμερον ὑπάρχουν 434 ὑπάλληλοι. Εἰς τὰ Τηλεγραφεῖα ὑπῆρχον 214 πρόσωπα, σήμερον δὲ εἶναι 769, τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἐνῷ ηὔξησε τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τῶν δύο τούτων κλάδων, οὐδεμία σχεδὸν ἐπῆλθεν αὔξησις τῆς προσόδου. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1881, τὰ ἔσοδα τῶν Ταχυδρομείων ἀνῆλθον εἰς 844,000, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 ἀνῆλθον εἰς 905,000 δραχμάς.

§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νέας δραχμάς.

§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει τοῦτο τίποτε, καὶ ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι σπουδαίως προτείνετε τὴν παρατήρησιν, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ δικαιώματα τότε εἰσεπράττοντο εἰς παλαιὰς δραχμὰς, τὴν σήμερον εἰσπράττονται εἰς νέας, ἑπομένως καὶ ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἡ προσθήκη τοῦ προσωπικοῦ, τὰ ἔσοδα θὰ ἦσαν εἰς νέας δραχμάς. Εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1881 δαπάνη 458,000 παλαιῶν δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 δραχμῶν νέων 731,000, αἱ δὲ εἰσπράξεις τῶν Ταχυδρομείων μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ τὴν σύστασιν τόσων Ταχυδρομείων μόλις ὑπερέβησαν τὰς 60,000 δραχμάς. Τὰ ἔξοδα τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν τότε 1,172,420, κατὰ δὲ τὸ 1883 ἀνέβησαν εἰς 1,500,000, ἀλλὰ τὰ εἰσοδήματα τῶν Τηλεγραφείων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1881 ἦσαν 907,000, κατὰ τὸ 1883 προέβησαν εἰς 976,000, δηλαδὴ 69,000 περισσότερα· ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιλαμβάνονται καὶ τὰ 10 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται σήμερον διὰ τοὺς διανομεῖς τῶν τηλεγραφημάτων, ὥστε ἂν ἀφαιρέσητε τὰ 10 λεπτὰ, τὸ ἔσοδον τῶν Τηλεγραφείων ἠλαττώθη ἀντὶ ν’ αὐξήσῃ.

§19Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὰ Τηλεγραφεῖα νὰ ἔχωμεν καὶ εἰσόδημα; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν προσφέρουν;

§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἶναι ἀναγεγραμμένον ἔσοδον 1,220,000.

§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883.

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἔχει 1,220,000. Παρουσιάζοντες τὰ ἔξοδα τοῦ 1884, πρέπει νὰ παρουσιάζητε καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ὄχι ἄλλου (θόρυβος). Τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε ὡς ἀναβαίνοντα εἰς 900,000 δραχμὰς, ἀναβαίνουσιν εἰς 1,200,000.

§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν σας.

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν μας, καὶ ὅταν πιστεύετε τὸν Προϋπολογισμόν μας ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ὀφείλετε νὰ τὸν πιστεύετε καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.

§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακόψας μοὶ κάμνει τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, διότι τὰ δύω ταῦτα εἶναι ἀχώριστα. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν συνεφώνει πάντοτε καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ἀπολογισμὸς, ἰδίως τῶν ἐσόδων, εἶναι κατώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προϋπελογίσατε π. χ. 13,000,000 ἀπὸ τὸν καπνὸν καὶ τὸ σιγαρόχαρτον, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράξατε εἰμὴ μόνον 3,000,000. Διὰ τοῦτο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν Ἀπολογισμόν.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι αὐτὸς σᾶς συμφέρει.

§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω λέξεις; Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τῶν πληρωθέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1884, δηλαδὴ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν μεῖον τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν 1,222,991, κατὰ τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων τῶν βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων τοῦ ἔτους 1883· εἰσεπράχθησαν ὅμως καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν, οὐχὶ μέχρι τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου, δηλαδὴ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας μόνον 962,204 δραχμαί.

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τοῦτο πρὸς τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀγορεύοντα τὴν παρατήρησιν, ὅταν παρέβαλε τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1884 πρὸς τὰ τοῦ ἔτους 1881, ὅτι ὤφειλε νὰ παραβάλῃ καὶ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους 1884 καὶ οὐχὶ τὰς τοῦ 1883 πρὸς τὰς τοῦ ἔτους 1881. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος οὐδόλως ὡς πρὸς τοῦτο μᾶς βοηθοῦσιν. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφώρα εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ ἔτους πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1881.

§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας παρέβαλε τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατὰ τὸ 1884 διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν· ὁ κ. ὅμως Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὰ γενόμενα ὡς ἔξοδα πρέπει νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα, καὶ ὅτι ἂν ἐξετασθῶσι τὰ ἔσοδα, τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, θέλετε εὑρεῖ ὡσαύτως μεγάλην αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸ ἔτος 1884. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι Προϋπολογισμοὶ ἐσόδων, ἐν οἷς ἀνεγράφησαν μεγάλα ποσὰ, καὶ εἰσεπράχθησαν ὀλίγα, καὶ ἀνέφερε τὸ προϋπολογισθὲν ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδον· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μνημονεύωμεν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ Κράτος δι’ ὑπηρεσίαν τινὰ, διὰ νὰ παρασταθῇ, ὅτι τὰ ἔξοδα ηὔξησαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μνημονεύωμεν καὶ τῶν ἐσόδων. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων καὶ γενομένων ἐξόδων κατὰ τὸ 1885, οὐδὲ κατὰ τὸ 1884, διότι καὶ τοῦ ἔτους τούτου ἡ χρῆσις δὲν ἔκλεισε, δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1883, οὗτινος ἡ χρῆσις ἐτελείωσεν. Εἰς τούτους λοιπὸν προσεφύγομεν, καὶ δι’ αὐτῶν σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι εὐλόγως ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1885 γενομένης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας μέχρις 969,000 δραχμῶν, καὶ νὰ μὴ μνημονεύσῃ τῶν ἐσόδων, ἀφοῦ ἐσμὲν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἔτους 1885, διότι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1883, τὰ μὲν ἔξοδα καὶ τότε ἀνεβιβάσθησαν εἰς 1,222,000, ἐνῷ τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἔσοδα δὲν ἀνῆλθον εἰμὴ εἰς 962,000 δραχμάς.

§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄξια ἰδιαιτέρας σημειώσεως εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἁλάτων. Διὰ τὰ ἅλατα κατὰ τὸ 1881 προϋπελογίσθη δαπάνη 160,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1883 252,000 δραχμῶν, ἀλλὰ κατὰ μὲν τὸ 1881, ὅτε δὲν εἴχομεν τὰς νέας Ἐπαρχίας, εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν 1,010,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 εἰσεπράχθησαν 1,040,000, ὥστε ὑπάρχει αὔξησις μόνον 30,000 δραχμῶν ἢ 300,000 ὀκάδων ἅλατος μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Τί συμβαίνει εἰς τὴν διαχείρισιν ταύτην; Ἐὰν πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις εἶναι, ὡς λέγουσιν οἱ Ὑπουργοί, εἰλικρινεστέρα καὶ ἐντιμοτέρα τῆς τότε γενομένης, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐὰν μὴ κατώρθωσεν ἄλλο, ἐδίδαξεν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ τρώγῃ ὀλιγώτερον ἅλας, πιθανὸν δὲ νὰ τὸν συνειθίσῃ νὰ τρώγῃ τὴν τροφήν του καὶ ἐντελῶς ἀνάλατον· διότι δὲν ἐξηγεῖται πῶς μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ, δὲν ηὔξησεν ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1881, οἱ τότε εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν εἶχον διδόμενα νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι μεγάλαι καταχρήσεις ἐλάμβανον χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων, καὶ διὰ τοῦτο προέβησαν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ πολυετοῦς ἐκμισθώσεως συμβάσεως, τῆς συμβάσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν ἀκατονόμαστον τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὁ νῦν ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου καθήμενος Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ συκοφαντήσῃ δύω πρώην Ὑπουργοὺς καὶ ἕνα Πρωθυπουργόν. Ἐπιστεύομεν καὶ τότε, ὅτι ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις εἰς τὰ ἅλατα, καὶ διὰ τοῦτο συνωμολογήσαμεν τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἕνεκα μυρίων ἀντιπράξεων δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐπεψηφίζετο ἡ σύμβασις ἐκείνη καὶ ἂν ἐπήρχετο, ὅπως ἐπῆλθεν, ἡ ἕνωσις τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τὸ Κράτος ἤθελεν ἔχει ἔσοδον καθαρὸν ἐκ τῶν ἁλάτων 1,600,000 δραχμῶν, ἤθελον δὲ ὑπάρχει εἰς τὰς περισσοτέρας Ἐπαρχίας εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι καὶ ὁ λαὸς θὰ ἠγόραζε τὸ ἅλας πρὸς 15 λεπτά. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐματαιώθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς προϊόν ἀθεμίτου συνεννοήσεως· ἰδοὺ δὲ τὰ ἀποτελέσματα, οὐ μόνον δὲν περιεστάλησαν αἱ καταχρήσεις, ἀλλὰ καὶ ηὔξησαν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐλαττουμένην τὴν ἐκ τῶν ἁλάτων πρόσοδον, μεθ’ ὅλην τὴν γενομένην αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προσέθηκε 2,276 θέσεις· εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι, ἤτοι τὰ μέλη τῶν διαφόρων ἐπιτροπειῶν, οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Ταμείων διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων, οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι διὰ τὴν στατιστικὴν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συντάξεων, οἱ εἰδήμονες διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν οἴνων καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, οἱ ἀπαριθμηταὶ τῶν ζώων, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπανέφερον τὸ σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως, οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργαζόμενοι γραφεῖς, ἱερεῖς καὶ ἰδιῶται, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 175, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ σμῆνος τῶν ἐργοδηγῶν, ἐπιστατῶν καὶ ὁδοστατῶν τῶν Δημοσίων ὁδῶν, καὶ τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ θέσεις αὗται δὲν σημειοῦνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ δὲν ἐνομοθετήθησαν θέσεις, ἀλλ’ ἐδημιούργησε τοιαύτας ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ πίστωσις αὕτη, ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε διορίσει προσωρινὸν προσωπικὸν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς αὐτὴν, ἐδημιούργησε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος 390 θέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων 14 μὲ βαθμὸν Τμηματάρχου, 110 μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ Γραμματέως, 12 μὲ βαθμὸν Γραφέως καὶ 145 κλητῆρας· νομίζουσα δὲ, ὅτι διὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπηρεσίαν εἶναι ὀλίγος ὁ μισθὸς τῶν ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων, ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς ποσοστὰ, εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας δικαίωμα συντάξεως προσέθηκε καὶ ἐπιμίσθιον ἴσον μὲ τὸ τέταρτον τοῦ κανονικοῦ μισθοῦ· ὥστε οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ ὑπάλληλοι μισθοδοτοῦνται περισσότερον ἀπὸ τοὺς ὁμοιοβάθμους ὑπαλλήλους, φαντασθῆτε δὲ ὁποῖα σκάνδαλα καὶ ὁποία ἀπογοήτευσις ἐπέρχεται ἐκ τούτου εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἐπόπται τινὲς τοῦ καπνοῦ λαμβάνουσι 500 δραχμὰς, ἐνῷ οἱ ὁμοιόβαθμοι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουν μόνον 400. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Καπνοκοπτηρίου Πειραιῶς λαμβάνει μισθὸν ἀνώτερον τοῦ Τελώνου Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται 6 καὶ 8,000,000. Τοιαῦται καὶ τοσαῦται εἶναι αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφίνω ἤδη εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε ὁποίαν δύναμιν ἤντλησεν ἐξ αὐτῶν. Αἱ θέσεις πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἐχρησίμευσαν ὡς ὅπλον ἰσχυρὸν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων καὶ συντελοῦσι τὰ μέγιστα πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν· ἐκτὸς τῶν ἀποδοχῶν διαθρύπτουσι τὴν φιλοτιμίαν τῶν προσώπων καὶ βαυκαλίζουσιν αὐτὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς προαγωγῆς· διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ μέρη αἱ Δημόσιαι θέσεις εἶναι ἐπιζήτητοι, πολλῷ δὲ περισσότερον εἰς ἡμᾶς, ἔνθα ἡ Βιομηχανία καὶ αἱ Τέχναι εὑρίσκονται εἰς τὰ σπάργανα. Καὶ αἱ μὲν ἄλλαι Κυβερνήσεις δὲν ἠδύναντο νὰ διαθέσωσιν εἰμὴ ὀλίγας μόνον θέσεις· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἄλλαι κατείχοντο ἀπὸ ἰσοβίους ὑπαλλήλους, ἄλλαι ἀπὸ ὑπαλλήλους ἔχοντας θητείαν καὶ ἄλλαι ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς χρησιμότητός των διατηροῦνται ἀπὸ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέθεσε καὶ ὅλας τὰς νέας θέσεις, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε, καὶ διὰ τοῦτο ὁσάκις προσήρχοντο νέοι φίλοι, ἠδύνατο νὰ τοὺς οἰκονομῇ, χωρὶς νὰ ταράσσωνται οἱ κύκλοι τῶν παλαιοτέρων· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ἂν ὅλοι ἡμεῖς ἀπεφασίζαμεν νὰ περάσωμεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἠθέλομεν ἱκανοποιηθῆ· διότι κατὰ τὸ πασχάλιον τοῦ Χρυσοστόμου, «ἡ τράπεζα γέμει, φιλότιμος γὰρ ὁ δεσπότης.» Μεγίστην εὐκολίαν παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ δημιουργία τῶν ἐκτάκτων θέσεων, διότι ἠδύνατο ταύτας νὰ τὰς δημιουργῇ καὶ νὰ κανονίζῃ τὸν μισθὸν αὐτῶν κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐζητεῖτο παραδείγματος χάριν θέσις Γραμματέως Ταμείου· ἐὰν δὲν ἦτο πρόχειρος τοιαύτη, ἐδημιουργεῖτο θέσις ἐκτάκτου ὑπαλλήλου μὲ μισθὸν ἴσον ἢ ἀνώτερον τοῦ Γραμματέως, καὶ οὕτως ἱκανοποιεῖτο τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο· ἐζητεῖτο θέσις Ἐφόρου ἢ Ἐπάρχου, ἐδημιουργεῖτο θέσις Διευθυντοῦ Καπνοκοπτηρίου, καὶ οὕτως ᾠκονομεῖτο καὶ αὐτὸς ἐζητεῖτο νὰ τοποθετηθῇ συνταξιοῦχος, καὶ δὲν ἦτο πρόχειρος θέσις, διωρίζετο ἔκτακτος γραφεὺς ἢ βοηθὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εὗρε πρὸς τούτοις μέθοδον, διὰ τῆς ὁποίας ᾠκονόμησεν ἐν τοῖς χωρίοις πολλοὺς μικροῤῥαδιούργους μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν· μετέθετε τοὺς Δημοδιδασκάλους, ἄφινε τὰ Δημοτικὰ σχολεῖα κενὰ, καὶ ἀντὶ Δημοδιδασκάλων διώριζε γραμματοδιδασκάλους· εἰς τι Χωρίον τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας ὑπῆρχεν ἐφημέριος, ὁ ὁποῖος ἔχων καὶ πτυχίον Δημοδιδασκάλου ἦτο Δημοδιδάσκαλος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν μετέθεσεν εἰς ἄλλην Ἐπαρχίαν, ὅπου αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ καθ’ ὃ ἱερεύς· ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς τὸ χωρίον του ὑπῆρχε συστημένον Δημοτικὸν σχολεῖον, ἐζήτησεν ὁ ἱερεὺς νὰ διορισθῇ Δημοδιδάσκαλος ἐντὸς τοῦ χωρίου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρεδέχθη τὴν αἴτησίν του καὶ διώρισεν ὡς γραμματοδιδάσκαλον πρόσωπον ἐντελῶς σχεδὸν ἀγράμματον. Νομίζω, ὅτι τὰ ἐκτεθέντα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ κατανοήσετε, πῶς ἀπὸ 47,000,000 ἢ 42,008,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέβαινον ἢ ἔπρεπε κατὰ τὸν κ. Τρικούπην ν’ ἀναβαίνωσι τὰ ἔξοδα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1884 εἰς 88,000,000. Δὲν πταίουν αἱ ἐπελθοῦσαι εἰς τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς μεταβολαὶ, διότι αὗται, στενῶς ἐξεταζόμεναι, περιορίζονται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ εἰς τοὺς τόκους τῶν τότε συνομολογηθέντων δανείων· δὲν πταίουν οὔτε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, οὔτε αἱ στρατιωτικαὶ καὶ αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ, διότι δι’ αὐτὰ οὐδὲν σχεδὸν ἐπληρώθη μέχρι τοῦδε. Ἡ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τῶν νεωτερισμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσηγάγομεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τῆς δημιουργίας πολλῶν θέσεων, ἐκ δὲ τοῦ ἀκριβοῦς τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1881, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκα, ἐνόησατε πόσον ἄδικον ἔχουσιν οἱ Κυβερνῶντες, προσπαθοῦντες νὰ ἐπιῤῥίπτωσιν ἑκάστοτε τὸ βάρος τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων εἰς τὴν διαχείρισιν ἐκείνην. Περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἤτοι τῶν παρανομιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν τελευταίων δανείων, συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα καὶ κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.

§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂν θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὑποχωρῶ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, θὰ εἴπω ὀλίγα. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, διότι τοῦτο ἱκανῶς ἀνεπτύχθη παρ’ ἄλλων εἰδικωτέρων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἑρμηνεύσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὴν ὡρισμέναι πράξεις παράνομοι καὶ ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Σύνταγμα. Παράνομοι, διότι συνωμολογήθησαν Συμβάσεις, παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ταύτης αὐθαιρέτως, ἀσεβεῖς δὲ, διότι, ἐνῷ ἦτο πολὺ εὔκολον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, δὲν ἠρωτήθη. Αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτων τὰς ζητηθείσας Συμβάσεις ἐπὶ ἐπερωτήσει τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐχαρακτήρισε μόνος του ὅτι τὸ πραχθὲν πρὸς εὕρεσιν χρημάτων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἦτο νόμιμον καὶ ἐζήτησε ῥητῶς ψῆφον συγγνώμης. Ἀπέναντι τῶν πράξεων, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, ἡ σιωπὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν κατ’ ἐμέ· ἢ ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα εὑρίσκει ὀρθά, ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ καὶ μένει ἄναυδος, ἢ ὅτι περιφρονεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Περιφρονεῖ τίνα; τὴν Ἀντιπολίτευσιν; Οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ περιφρονήσῃ Βουλευτήν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι σιωπῶν θέλει περιφρονήσει ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τῷ δώσει τὴν ζητηθεῖσαν ψῆφον συγγνώμης, διότι χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ διὰ τίνα λόγον ζητεῖ τὴν ψῆφον ταύτην, θέλει ἐξαναγκάσει αὐτοὺς νὰ τὸν συγχωρήσωσιν. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θέματος οὕτω σπουδαίου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ὅτι στερεῖται ἐπιχειρημάτων. Ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως.

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν μετατοπίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἔλαβε βεβαίως χαρακτῆρα ὅλως διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχε χθὲς ὅταν περιωρίζετο εἰς ἁπλῆν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἐξήτασεν ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίμως ἢ μὴ ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ δαπανηθέντα ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Κράτους· ἀπ’ ἐναντίας, ἐξέτεινε τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ ἐπὶ ὅλου τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν, διότι, καίτοι ἀποκρουσθεῖσαν ἤδη, δὲν ἐννοοῦμεν οὐχ ἧττον ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅτι σύστημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ παρέστησε, τὸ ὑπεστηρίξαμεν ἐν γνώσει. Τὸ σύστημα τοῦτο ἡμεῖς τὸ βλέπομεν διάφορον ἢ ὡς παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις ἀναντιῤῥήτως εἶναι εἷς τῶν ἐντριβεστέρων οἰκονομολόγων τοῦ Κοινοβουλίου μας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παρότρυνσιν, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες ἄλλοτε ἀνῆκον εἰς τὸ αὐτὸ μετ’ αὐτοῦ κόμμα, ἵνα μᾶς ἐγκαταλείψωσι, δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἰδέας του δὲν ἔδωκε τὴν προσοχὴν, ἣν συνήθως δίδει εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἑπομένως ἐξήγαγε συμπεράσματα μὴ σύμφωνα πρὸς τὰ πράγματα. Ἂν λοιπὸν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐν γένει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο καθαρῶς, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ εἶνε ἡ γενικὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας.

§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀπαντήσει ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἀπηύθυνε παρατήρησιν, ἥτις μοὶ φαίνεται τῳόντι ὀρθή. Νομίζω ὅμως ὅτι τὴν τροπὴν ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν δὲν ἔδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὁ ἀπευθύνας τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ ζητήσῃ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνωμολόγησε μετὰ διαφόρων Τραπεζῶν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων συνῆψε δάνεια κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀντὶ νὰ καταθέσῃ τὰς συμβάσεις ταύτας, ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ νὰ προτάξῃ πληροφορίας περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ δι’ αὐτῶν, ὅτι ἐδαπάνησε 41 ἑκατομμύρια διὰ νὰ πληρώσῃ ἐλλείμματα τοῦ 1881, 1882 καὶ 1883 διὰ τὰς πολεμικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν σιδηρόδρομον, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς βάρη, ἅτινα ἄλλοι εἶχον συνομολογήσει· καὶ ὅτι ἕνεκα τούτων ἐπῆλθε τὸ κενὸν νὰ μὴ ἔχῃ χρήματα νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἂν μὴ συνωμολόγει τὰ δάνεια ταῦτα. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν τροπὴ ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐτράπη ἐπὶ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἑπομένως ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι.

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος οὐδόλως ἢ ἐλάχιστον ἔθιξε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀνέλυσεν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἀναπτύξαντα τὸ σύστημα τοῦτο, συγκρίναντα αὐτὸ πρὸς τὸ παρελθὸν, εὑρόντα τὰς δαπάνας περιττὰς καὶ καταδικάσαντα αὐτὸ ὡς κακόν. Δὲν ἤκουσα ὅμως οὐδεμίαν ἰδέαν σχετικὴν πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000· τὰ λεχθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ ἐναντίου καὶ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι κατόπιν τῶν διαστάσεων, ἃς ἔλαβε τὸ ζήτημα μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου, ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως εἰσερχόμενοι εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἔπρεπε νὰ παραξενευθῶσι, διότι δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ περὶ τούτου, ἀφοῦ ὡμίλησαν 3 ἢ 4 Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς τὰ λεχθέντα παρ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα συμμερίζομαι καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, δὲν ἐδόθη ἀπάντησις. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἔλθω ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά· ἐνόμισα ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ τὰ πράγματα συγχύζονται καὶ ὁμοῦ μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν δαπάνην 22,000,000 ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἡ ὁποία ὑπεχρέωσεν αὐτὴν νὰ συνομολογήσῃ τὰ νέα δάνεια περὶ τῶν ὁποίων ἀπέβλεπεν ἡ ἐπερώτησις, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη χάριν φωτισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ διευκρινήσω ὁποία ἡ σχέσις τῆς χρήσεως τοῦ 1881, τὴν ὁποίαν ἀναμιγνύουν πάντοτε μὲ τὰς ἑπομένας διαχειρίσεις, καὶ ποῖα τὰ πραγματικὰ αἴτια, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν· βεβαίως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, ἀποτελεῖ ἐν μέρει ἐξέτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ὅστις θέλει, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ.

§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εὑρίσκεται ἐντελῶς ἐν τῷ δικαίῳ καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κατενόησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀρχῆθεν ἐθεωρήσαμεν ὑπάρχον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, τὸ ἄτοπον τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ ζητήματος τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἀπὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς δὲν ἀπηντήσαμεν εἰς τοὺς ὁμιλήσαντας περὶ τοῦ δανείου τούτου, διότι ἐθεωροῦμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ ζήτησις περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἂν μὴ αὕτη περιλάβῃ ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, συζήτησις δὲ περιλαμβάνουσα ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ ἐπιφυλαττόμεθα νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις περὶ πάντων τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἀφορώντων καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170, 000,000· ὅσον ἀφορᾷ εἰς εἰδικὰ θέματα ἐπὶ τῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, περὶ τούτων ἤδη ἐγένοντο συζητήσεις πρότερον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν ὑπελείφθη τοιοῦτο θέμα μὴ ἐξαντληθέν. Τρεῖς συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ δὲ Βουλὴ ἔδωκεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ψῆφον. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ θέμα τοῦτο ἐν τῷ γενικῷ εἱρμῷ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων· τοὐναντίον, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ καὶ ὡς μέρος τῆς συνόλου τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους διοικήσεως. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ γένηται τώρα· ἤδη εἶναι ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ δὲ τούτου οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐζήτησαν ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα συζητήσωμεν τί; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ εἰμὴ ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ κατανοήσῃ τὸ ἄτοπον· ἦλθεν ἑπομένως διὰ τοῦ λεπτοτάτου ἐκείνου τρόπου, ὁ ὁποῖος τὸν χαρακτηρίζει, νὰ δείξῃ εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι εἰς κακὴν εἰσῆλθον ὁδόν....

§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα σας.

§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι ἐκτροχιασθέντας αὐτοὺς ὤφειλεν αὐτὸς νὰ τοὺς ἐπαναγάγῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν· καὶ ἀληθῶς τοὺς ἐπανήγαγεν εἰς τὴν εὐθεῖαν. Ἤδη εἰσελθόντες εἰς τὴν εὐθεῖαν, τουτέστιν ἐπιληφθέντες τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην καὶ θέλομεν προβῆ, διότι ὅπως ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶχε τὸ δικαίωμα οὐδὲν νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ εἰδικῶς προκαλέσαντος τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ὁμιλήσῃ μόνον περὶ τῶν γενικῶν θεμάτων τῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀφορώντων, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα, καὶ ἀπαντῶντες εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας νὰ παρακολουθήσωμεν αὐτὸν ἐν τῷ γενικωτέρῳ σταδίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς εἰσήγαγε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου ὅπως καὶ αὐτὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐπραγματεύθη τοιουτοτρόπως τὸ θέμα, καὶ ἡμεῖς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας συζητοῦντες ἐν γένει περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ταύτην λοιπὸν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους θέλομεν ἐξακολουθήσει ἑπόμενοι εἰς τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας.

§40Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἦτον ἐντελῶς νέον διὰ τὴν Βουλήν, ἦτο νέον, ξένον, παράδοξον, ἦτο καταπληκτικὸν διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σέβονται τοὺς Νόμους τῆς Πατρίδος των. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἦτον ἐντελῶς νέον, καὶ διὰ τοῦτο ἐκπληρῶν καθῆκον καὶ ἐνασκῶν δικαίωμα ὕψιστον τοῦ Κοινοβουλίου προέβαλον τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐπέμεινα ἵνα αὕτη συζητηθῇ ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ. Τὰ δάνεια, τῶν ὁποίων τὴν συνομολόγησιν κατηγγείλαμεν ὄχι μόνον ὡς παράνομον ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντισυνταγματικήν, τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, πολὺ δηλαδὴ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς προηγουμένης ἐπερωτήσεώς μου ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου. Ὥστε περὶ ἀγνώστων εἰς τὴν Βουλὴν ἐπρόκειτο πραγμάτων, περὶ ὅλως καινοφανῶν. Τί δὲ ἀπετέλει τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεώς μου; κατήγγελλεν αὕτη πράξεις παρανόμους, ἑπομένως ἤγειρεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου σύμπασαν τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν νομικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης συζητήσεως, ἀπέναντι τοιαύτης προκλήσεως δὲν εἰξεύρω πῶς δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀποφυγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Πατρίδος. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ λέξεων—διότι κατὰ δυστυχίαν διὰ τῶν λέξεων παρέσυρε καὶ ὑμᾶς καὶ τὸ Ἔθνος—ἐνόμισεν ὅτι διὰ λέξεων ἔτι ἠδύνατο νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον πιέζει τὸν τράχηλόν του, καὶ ἔλεγεν ὅτι ὁ Βουλευτὴς Τριφυλίας ἐπανέφερεν ἡμᾶς εἰς τὸ καθῆκον, ἐκτροχιασθέντας. Ἐγὼ ὁ εἰσηγησάμενος τὴν ἐπερώτησιν ἀνέπτυξα αὐτὴν ἐν ὅλοις αὐτῆς τοῖς σημείοις καὶ κατέδειξα μίαν πρὸς μίαν τὰς παρανομίας, εἰς ἃς ἐξετράπη ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ἁπλούστερον καθῆκον, ὄχι σεβασμοῦ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Πατρίδος—διότι αὐτὸς ἐξέλιπε δυστυχῶς, ἀλλὰ σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην — τὸ ἁπλούστερον καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν ἦτο νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς ῥητὰς κατηγορίας ἀπευθυνομένας κατὰ τοῦ προσώπου αὐτῶν, αὐτοὶ ὅμως ἐσιώπων. Καὶ ἂν ἐσιώπα μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤθελεν εἶσθαι λυπηρὸν καὶ ἀξιοκατάκριτον, ἀλλ’ ἔπραττε διὰ φίλων ἐπιζημίων καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐντρέπομαι καὶ νὰ ἐνθυμῶμαι. Ἀλλ’ οὕτω πως δὲν συζητοῦνται τὰ σπουδαῖα τοῦ Κράτους ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὕτω πως δὲν δυνάμεθα νὰ παραστῶμεν εὐπρόσωποι ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, οὕτω πως παρουσιάζομεν καὶ πρὸς τοὺς ξένους ἀπαίσιον πρόσωπον. Βεβαίως ἡ ἐξέτασις τοῦ δανείου περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῇ τὴν γενικὴν ὑμῶν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, καὶ εἶπον τοῦτο ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήγαγον τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι τὸ ἐπιστέγασμα ἢ μᾶλλον ὁ μοχλὸς τῆς ἀνατροπῆς αὐτοῦ τοῦ οἰκοδομήματος εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον, καθόσον ὅ,τι ἠναγκάσθητε νὰ δανεισθῆτε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμά σας τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ συζητῶν τὴν πρώτην ἐπερώτησίν μου καὶ ἔχων ταύτην τὴν ἰδέαν, εἰσῆλθον, προκληθεὶς μάλιστα ὑπὸ τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοῦ ἀναγαγόντος μέχρι τοῦ 1879 τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην, ἤκουσα τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, προτρεπομένου καὶ τότε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἤκουσα καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, λέγοντός μοι, ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἀναμίξω τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· τώρα τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, οἱ ῥόλοι ἔγιναν ἀντίθετοι. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν περιστροφὴν ἢ μᾶλλον τὴν διαστροφὴν ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀρκοῦσαν ἱκανοποίησιν δι’ ἐμὲ, τοῦτο θεωρῶ ἀρκοῦσαν δι’ αὐτὸν τιμωρίαν — ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ «εἰσερχόμεθα διότι μᾶς ἀναγκάζετε, ἀλλ’ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἔρευναν τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὄχι διότι προκαλεῖ ἡμᾶς πρὸς τοῦτο ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας, ἀλλὰ διότι καὶ ἡμεῖς οἴκοθεν ἐννοοῦμεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εἰσέλθωμεν.» Προκειμένου περὶ συζητήσεως τοιαύτης, βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἂν εἴμεθα σύμφωνοι, διατὶ νὰ περιέλθωμεν εἰς αὐτὰ τὰ σημεῖα, διατὶ νὰ ἀπευθύνωμεν οἱ μὲν πρὸς τοὺς δὲ ἐγκλήσεις; διατί νὰ θέλωμεν νὰ παρεκτρέπωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν, τὴν πρέπουσαν, τὴν σοβαρὰν, καὶ νὰ χάνωμεν πράγματι χρόνον, ἀλλὰ μετὰ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον χάνομεν, νὰ ἐλαττοῦμεν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ὑπόληψιν τοῦ κοινοῦ; Ἂν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — διότι ἔθιξα καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου τῇ πρώτῃ— ἀπήντα εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὡς ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, τὸ ζήτημα ἤθελεν ἀρχίσει νὰ συζητῆται κανονικῶς καὶ ἴσως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἤθελεν εἶσθαι περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, διότι ἐνόησα, ὅτι εἰς ἐμὲ ἀπηυθύνοντο αἱ ἄδικοι καὶ ἀνυπόστατοι ἐπιτιμήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀνεχθῶ ἐπιτιμήσεις, ἐφ’ αἷς μάλιστα δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος ὡς ἐκ τῆς ἐμῆς πολιτείας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου.

§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀλίγον φροντίζω περὶ ἐπιτιμήσεως τούτων ἢ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν· καθῆκον ἐπιτιμήσεως δὲν ἔχω· ἔχω καθῆκον ὅμως, ἵνα φροντίζω, ὅπως ἡ συζήτησις μὴ ἐκτροχιάζηται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὑτοῦ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν εὐθὺς, ἤγειρε συζήτησιν περὶ τῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ ἀφορώντων, ἐξαναγκάζων τὴν Βουλὴν ν’ ἀκολουθήσῃ ἀλλοίαν ὁδὸν, ἥτις παρεμποδίζει τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς τὴν πρόοδον. Καὶ τοῦτο καὶ πάντα, ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν, εἰμὴ τάσεις πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ θέση τέρμα εἰς τοιαύτην τακτικὴν ἦτο νὰ σιωπήσῃ. Ὅταν Βουλευταὶ προτείνωσι συζητήσεις καὶ ἐπιμένωσιν, ὅπως γίνωνται συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀτόπως προβάλλονται πρὸ συζητήσεων ἄλλων προτιμητέων, δὲν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐμποδίσωμεν τούτους, ἀλλὰ δυνάμεθα διὰ τῆς σιωπῆς νὰ ὑποδείξωμεν τὸ ἀτόπημα καὶ προκαλέσωμεν ἐκείνους τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες κήδονται τῆς ὑπολήψεως τῆς Βουλῆς, νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ἵσταται. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ κατενόησε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τὸ ἀτόπημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιήγαγεν αὐτὴν ἡ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, κατενόησε δὲ καὶ ποῖον εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην, τὴν τοιαύτην ἔχουσαν ἔννοιαν καὶ τὴν τοιαύτην περιλαμβάνουσαν ὑπόδειξιν, ἔρχομαι ἐγὼ, διατυπῶν τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως, θέτουσα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν προκληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, μεταβῇ εὐθὺς εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ θέμα, περὶ οὗ ὁ λόγος.

§42ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).

§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπέμενον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ χορηγήσῃ τὰ δωδεκατημόρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοὺς λήγοντας μῆνας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον εἰσαγάγει, μολονότι αὐτὸς δὲν εἶχεν ἐξελεγχθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἔλεγον τότε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόγραμμα τὸ διοικητικὸν, τὸ πρόγραμμα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν αὐτῆς. Καὶ εἶχον δίκαιον διὰ τοῦτο. Ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι μόνον συζήτησις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι συζήτησις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τόπου, περὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, περὶ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον προὐκάλεσε διαχειριζόμενον τὴν Ἐξουσίαν. Δι’ ἡμᾶς ὅμως ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πολὺ ἀναγκαιοτέραν, ἢ ὅσον εἶναι εἰς τὰ ἄλλα Συνταγματικὰ Κράτη. Ἡμεῖς πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔχομεν Προϋπολογισμοὺς εἰκονικούς. Προϋπολογίζομεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσπράττομεν, μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσαμεν αὐτά· προϋπολογίζομεν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαζόμεθα νὰ μὴ δαπανῶμεν, διότι δὲν εἰσπράττομεν ὅσα προϋπελογίσαμεν ἔσοδα, καὶ ἐπὶ τέλους καταλήγομεν εἰς δάνεια. Ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅστις ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρίστα ἔλλειμμα 11,814,527 δραχμῶν· ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ψηφισθεισῶν κατόπιν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 14,085, 281.45 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 86,297,919.37 νέων δραχμῶν, ἀνεβιβάσθη ἕνεκα τούτου καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ εἰς νέας δραχμὰς 25,028,685.44. Κατὰ τὴν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1882 ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὑπελογίζετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1882, ὅτι ἔμελλε νὰ περιορισθῇ εἰς 6,911,326, διότι εἶχε κατορθωθῆ νὰ εἰσπραχθῶσιν ἕως τότε δραχμαὶ 2,076,200 περισσότεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν, δὲν εἶχον δὲ πραγματοποιηθῆ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 2,907,000. Ὅταν ὅμως συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ζητουμένην αὔξησιν, ἐπληροφόρει αὐτὴν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 15 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πάλιν κατὰ τὴν πληροφορίαν τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου 1883, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελε περιορισθῆ εἰς τρία ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Τέλος πάντων κατὰ τὴν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1882, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐβεβαιώθη προσωρινῶς, ὅτι συνίστατο εἰς 5,244,833.37 νέων δραχμῶν, ἢ εἰς δραχμὰς παλαιὰς 5,874,213.44, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις 22,304,974.71 νέων δραχμῶν. Ὑποθέσατε, κύριοι, ποῖον παρεσκεύασεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὸν πρῶτον Προϋπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεώς της, ποῖον μᾶς ὑπέβαλε πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐξετέλεσεν αὐτό. Ἐζήτει δι’ αὐτοῦ ἔξοδα 86,297,919.37 νέων δραχμῶν, καὶ ἐκ τούτων ἄφινε πιστώσεις ἀδιαθέτους 22,304,973.71. Παρίστα τὸ ἔλλειμμα ἄλλοτε μὲν 11 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 25 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 6 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 15 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 3 ἑκατομμύρια καὶ ἐπὶ τέλους 5,874,000. Ποῖος Προϋπολογισμὸς, ποῖον πρόγραμμα, ποῖαι προβλέψεις, ποῖα σχέδια Κυβερνητικά; Καὶ ἐπέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τότε νὰ χορηγῶμεν αὐτῷ τὰ δωδεκατημόρια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, καὶ πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος παρίστα τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμά του! Τοιαύτη ἡ σπουδαιότης τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑποσχεθείσης νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883; Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὅταν εἰσήχθη, παρίστα περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 41 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλ’ ὅταν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρίστα περίσσευμα 121 χιλιάδων δραχμῶν μόνον· ἀλλὰ μόλις ἐψηφίσθη, αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ψηφισθεῖσαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς πιστώσεις μετέβαλον τὸ περίσσευμα εἰς ἔλλειμμα 6,630,040.62 νέων δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο αἱ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1883 ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πληροφορίαι παρίστων, ὅτι θέλει εἶσθαι κατώτερον τῶν 4,443,556, διότι ἐκ τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων ψηφισθέντων ἐξόδων, συνισταμένων εἰς 78,753,650, δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ ἔξοδα 13,411,750. Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ὅμως κατόπιν Ἰσολογισμὸν τῶν μερίδων τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου 1884, τὸ ἔλλειμμα παριστάνετο ἀνερχόμενον εἰς 7,339,728. Καὶ καθὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸ ἔλλειμμα ἔμελλε νὰ ἀνέλθῃ εἰς 8 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ προχθὲς ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴ κατάστασις παρέστησεν αὐτὸ ἐκ νέου διάφορον. Ἀλλὰ μήπως τὰ ἔσοδα τῶν Προϋπολογισμῶν, τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν, δὲν ἀποδεικνύουσιν οὐχὶ μόνον τὴν ἐπιπολαιότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκονικότητα, καθ’ ἣν οἱ Προϋπολογισμοὶ συνετάχθησαν κατὰ τὴν τριετίαν ταύτην; Δὲν εἴδατε σεῖς ὅτι, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων 10 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ ἔτους 1884, εἰσεπράχθησαν 3 μόνον ἑκατομμύρια; Ἀντὶ ἐσόδων 3 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ ἔτους, ἤτοι μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1884 ποσὸν δραχμῶν 651,577; Ἀντὶ ἐσόδου προϋπολογισθέντος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐκ δραχμῶν 3,200,000, εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1884 χιλιάδες δραχμαὶ μόνον 655; Ἡμεῖς ὅταν συζητήσωμεν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν εἰκονικότητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ ἔχῃ περίσσευμα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐπλάνησε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὸ νὰ ἐπιψηφίσῃ, ὅπως ἐπεψήφισε φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ παρώθησεν αὐτὸ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐξαντλήσῃ διὰ τῶν φόρων πάντα τὰ κεφάλαια τῶν φορολογουμένων, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσιν εἰς τὴν παραγωγὴν, ἀποτελοῦσι τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς ἀντλοῦμεν τοὺς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φόρους. Ἀλλ’ ἐσυζήτησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Τριφυλίας περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου; Συνεζήτησε περὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ; Συνεζήτησε περὶ τῶν Κυβερνητικῶν καὶ Νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἢ τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν ὑπ’ αὐτῆς; ἐσυζητήσαμεν οὐχὶ περὶ τῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἕνεκα τῆς εἰκονικότητος αὐτοῦ ἐχρησίμευσεν, ἵνα ἀποπλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτῷ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη μετετράπη εἰς συζήτησιν γενικὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ προτείνεται πρότασις νὰ μεταβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὴν ἑσπέραν ταύτην πάλιν εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ δανείου εἶναι ἐξηντλημένη. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀληθές; Τί ἐσυζητοῦμεν ἡμεῖς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα; ἐσυζητοῦμεν διατί ἐδαπανήθησαν ἀλλαχοῦ, εἰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον προορισθῆ διὰ τοῦ Νόμου περὶ δανείου εἰς τρεῖς ἀποκλειστικοὺς σκοποὺς, εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς ἀποζημιώσεις διὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Ἐζητήσαμεν δὲ λόγον, διατί ἐδαπάνησαν ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἶχον τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ νὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Συνεζητήσαμεν καὶ δευτέραν φορὰν σχετικῶς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων: ἐὰν καὶ διατί ἐδόθη ἡ συναίνεσις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς τραπεζίτας νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐναντίον τῆς γνώμης καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν εἰσήχθη καὶ συνεζητήθη ὁ περὶ δανείου Νόμος. Συνεζητήσαμεν προσέτι: διατί ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνήνεσε νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας ὠφελείας μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας διὰ τῆς μετ’ αὐτῶν συμβάσεως συνεφώνησε νὰ παράσχῃ εἰς αὐτούς. Περὶ αὐτῶν τῶν τριῶν θεμάτων ἐσυζητοῦμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν προεκλήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν συζητήσεων τούτων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβε κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς τὸ μέτρον νὰ δανεισθῇ χρήματα ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ περὶ τούτου συζητοῦμεν σήμερον, ἐρωτῶντες, πῶς προέβη εἰς συνομολόγησιν δανείων ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς. Τοῦτο ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου, περὶ τούτου συζητοῦμεν σήμερον, καὶ περὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν· διότι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι μόνον ὑφαρπαγὴ τῆς Ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀνέθηκεν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσέβεια πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἦτο παρὸν, δὲν ἐζητήθη δὲ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἄδεια, ἵνα συνομολογηθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δάνεια, καὶ ὑπεγράφησαν αἱ περὶ αὐτῶν Συμβάσεις παρὰ μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς νὰ ἦτο δικτάτωρ τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν. Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν πολιτείαν των ταύτην; Ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταδηλώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι ἀποδεικνύουσιν οὕτως, ὅτι φρονοῦσιν, ὅτι ἐὰν κατορθώσωσι νὰ ἔχωσι πλειοψηφίαν, εἰσὶν ἱκανοὶ νὰ ἀθετήσωσι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐπιτιμήσωμεν αὐτούς. Θέλει ἐπιτιμήσει αὐτοὺς ἡ Βουλὴ, ἐὰν σωφρονῇ, θέλει ἐπιτιμήσει αὐτοὺς τὸ Δημόσιον φρόνημα, θέλει ἐπιτιμήσει αὐτοὺς ἡ ἱστορία διὰ τὴν ἀσέβειάν των ταύτην. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξελέγξωμεν αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο προεβάλομεν τὴν ἐπερώτησιν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν προκαλοῦντες τὴν περαιτέρω συζήτησιν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ζητήσωσιν ἄλλοι νὰ ὁμιλήσωσιν. Εἶναι τῳόντι πρωτοφανὲς, Ὑπουργεῖον Συνταγματικοῦ Κράτους νὰ ἁρπάζῃ μετὰ τοσούτου θάῤῥους τὰ ἔργα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ προβαίνῃ μόνον εἰς νομοθέτησιν Νόμων, νὰ συνομολογῇ δάνεια καὶ νὰ λαμβάνῃ χρήματα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ παρούσης μάλιστα τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρωτοφανὲς, μετὰ τὴν τοιαύτην τόλμην νὰ λέγῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι νομίζει περιττὸν νὰ ἀπαντήσῃ, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν νομίζῃ περιττὸν νὰ ἀπαντήσῃ, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶναι τὰ μάλιστα ἀδιάφορον. Τοῦτο μάλιστα ἐπιβεβαιόνει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ περὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν διετράνωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἰσχυριζομένη, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον δὲν σέβεται οὔτε τοὺς Νόμους, οὔτε τὸ Πολίτευμα. Ἀλλ’ ὁποίαν δήποτε τακτικὴν καὶ ἂν μετέλθῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει εἰσέλθει ἡ Βουλὴ εὐθὺς μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι μετ’ αὐτὴν δὲν μένει ἄλλο, εἰμὴ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων περὶ προηγήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὡρισμένων Νομοσχεδίων. Μετ’ αὐτὴν ἡ πρώτη ἐργασία θέλει εἶσθαι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀρκεῖ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην· ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν ταύτην, συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ τὸ πέρας τῶν ζητημάτων τούτων.

§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καί τινες τῶν φίλων του ἐξέλαβον ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1885. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδένα ἔκαμα λόγον περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1885. Ἀναστρέφομαι ἐπὶ 20 ἔτη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔμαθον τίνι τρόπῳ γίνονται αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θέλω ἐξετάσει τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐκθέτων τὰς ἰδέας μου περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐγὼ σήμερον δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παραβάλω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 μὲ τὸν τοῦ 1884, ἠναγκάσθην δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπέδωκε τὰ ἐλλείμματα εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1881, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον μέρος. Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 δὲν ἔκαμον κανένα λόγον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μὲ ἀδικοῦν, λέγοντες, ὅτι ἔκαμα ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου.

§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πληροφορούμεθα ἤδη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐκοιμώμεθα, ὅτι ἐκοιμᾶτο πᾶσα ἡ Συμπολίτευσις, καὶ ὅτι ὠνειρευόμεθα, ὅτι ἐπὶ τοῦ Βήματος ἦτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συνήθους αὐτῷ σαφηνείας καὶ ἀπέχων ἐντελῶς νὰ εἴπῃ οὐδὲ λέξιν περὶ τοῦ θέματος, τοῦ προκληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Ἤδη ἀφυπνίσθημεν καὶ μανθάνομεν, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ὡμίλει, διότι περὶ Προϋπολογισμοῦ λέγει τώρα, ὅτε εἴμεθα ἔξυπνοι καὶ δὲν εἶναι ἀμφίβολον, ὅτι πράγματι ἀκούομεν τὰ λεγόμενα παρ’ αὐτοῦ, περὶ Προϋπολογισμοῦ δὲν ὡμίλησε, περὶ τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ὡμίλησεν· ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ἠγόρευσεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ἠγόρευσε καὶ δὲν ἐπανήγαγε τὴν Βουλὴν ἐκτροχιασθεῖσαν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, ὅπως ὑπέθεσα, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως κλείσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην διὰ τῆς ἑξῆς ἀποφάσεως: «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ θέματος, μεταβαίνει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ θέμα τοῦτο». Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκουσθῶσι καὶ ὅσα ἔχει νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις· ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὰς περὶ τούτου ἰδέας της, εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα θεωρεῖ ἀλληλένδετα. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν, ἥτις ἐγένετο, ὅτι ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις, ὅπως μετὰ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ προεκάλεσε συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, προταχθῇ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ προεκάλεσε συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, τουτέστι τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ οἰνοπνεύματα καὶ προβληθὲν ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Κορινθίας, ἐπειδὴ οἱ προτείναντες τὴν τροποποίησιν τοῦ κειμένου νόμου κ. Βουλευταὶ ἐκ Κορινθίας προτείνουσι τοῦτο, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν μεταῤῥύθμισιν, ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν, καὶ σπουδαιοτέραν, βεβαίως ἐπιθυμοῦσι τὴν τροποποίησιν νὰ διατυπώσῃ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις περὶ τούτου προέβη εἰς μελέτας ἐνδελεχεῖς. Ἤδη ἔχομεν ἕτοιμον τὸ Νομοσχέδιον, τὸ περιλαμβάνον τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέχει καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Κορινθίας· εὐθὺς δὲ, ὡς ὑποβάλωμεν τὸ Νομοσχέδιον, καὶ θέλομεν τὸ ὑποβάλει ἐν λίαν προσεχεῖ συνεδριάσει, θέλομεν ζητήσει ὅπως προταχθῇ παντὸς ἄλλου Νομοσχεδίου.

§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδυνάμην, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἠκολούθουν—ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μιμηθῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς τὸν μὴ εὐπρεπῆ τρόπον, δι’ οὗ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς συναδέλφους Βουλευτὰς καὶ ἐν συνόλῳ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς μέλη αὐτῆς, πρὸς ἃ ὤφειλεν ἰδιαίτερον σεβασμόν, ὅπως καὶ οὗτοι ὀφείλουσι πρὸς αὐτὸν—ἠδυνάμην, ἐὰν ἠκολούθουν αὐτὸν, νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀληθῶς κοιμᾶται ὅταν ὁμιλῇ. Καὶ βεβαίως κοιμᾶται ὅταν ὁμιλῇ, ἀφοῦ σᾶς ὑπέβαλε πρότασιν, ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ προκείμενον, ἡ ὁποία ὅμως κατὰ δυστυχίαν ἀποτελεῖ ὁμολογουμένως προφανῆ τακτικὴν φυγομαχίας (Θόρυβος). Βεβαίως εἶναι φυγομαχία· συζητοῦμεν σπουδαίως καὶ πρέπει νὰ ἀκουώμεθα. Ὅταν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδεὶς τὸν διέκοψεν· ὅταν ὁμιλῶμεν ἐντεῦθεν, πρέπει νὰ ἀκουώμεθα, διότι ὁμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας πάντων ὁμοῦ (Θόρυβος). Λυποῦμαι διὰ τὴν ταραχὴν, ἐν ᾗ πράγματι διατελεῖτε σεῖς, κύριε Ποταμιάνε. Ὁ Βουλευτὴς ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζετε, πρέπει νὰ τὸ μάθητε, εἶναι στοιχειωδέστατον.

§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλλίτερα ἀπὸ σᾶς.

§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγω, ὅτι ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο λέγω, εἰμὴ κοινότατον κανόνα Κοινοβουλευτικόν. Λοιπὸν ὁμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς. Ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ ὡρισμένης κατηγορίας, ἀπευθυνθείσης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε πρότασιν.

§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος, ὅστις, ὡς φύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐννοεῖ αὐτὸν καλλίτερον, ἔλυσεν εὐτυχῶς τὸ ζήτημα. Μοὶ εἶπε νὰ φέρω πρότασιν, καὶ ταύτην προτίθεμαι νὰ φέρω. Τὴν πρότασιν τὴν ἀνήγγειλα μάλιστα σαφῶς διὰ τῆς ὁμιλίας μου, ἀλλὰ ἐφυγομάχησεν ἡ Κυβέρνησις. Χθὲς ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὡμιλήσαμεν περὶ καλῆς πίστεως μεταξὺ ἡμῶν· λοιπὸν διατί νὰ ἐξερχώμεθα αὐτοῦ τοῦ κανόνος καὶ νὰ παριστῶμεν αὐτὸ τὸ θέαμα τὸ λυπηρόν; Ἔχομεν τὴν ἰδέαν μας, ἐκφράζομεν αὐτήν, ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀκούσητε, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῆτε ταύτην. Λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ φυγομαχίαν ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρότασις· καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς ὑπάρχουσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσιν αἱ καταγγελίαι, ἀφοῦ ἐξηγήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου ῥητῶς, ἀφοῦ αἱ καταγγελίαι ἀφορῶσι πράξεις, περὶ ὧν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἢ σήμερον, ἀφοῦ αἱ πράξεις αὗται, δι’ ἃς αἱ καταγγελίαι, ἀνάγονται εἰς παραβίασιν τῶν Νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ περί τινων ἐξ αὐτῶν ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τῆς συγγνώμης τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπον χθές, ὅτι Κυβέρνησις Συνταγματική, σεβομένη ἑαυτήν, εὐθὺς ὡς περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ ἔκρυθμον, δὲν δύναται νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ δὲν ἀνακτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς!

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν.

§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω ἑτοίμην, ἰδοὺ αὕτη, ἀλλὰ μὴ ἀνυπομονῆτε. Ὑποθέσατε, ὅτι κατέληξεν ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ποία θὰ ἦναι ἡ πρότασις; ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ ἢ δὲν ἐγκρίνῃ ἐν συνόλῳ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Τί γίνεται τότε ἡ πρότασις ἡμῶν, ἡ καταγγελία ἡμῶν, καὶ ποῖον λόγον θὰ δώσητε τότε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅταν ἔχοντες τοιαύτην πρότασιν, μεταβαίνετε νὰ κοιμηθῆτε εἰς τὸν Μανδραγόραν, ὡς καὶ ἄλλοτε ὠνόμασα αὐτὸν, εἰς τὸν Μανδραγόραν Προϋπολογισμόν; Ἔχων ὅμως ἤδη καὶ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἐμοῦ, καταλήγω τὴν ἀηδῆ ταύτην συζήτησιν, διὰ τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, ὑποβάλλων τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ «μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τῶν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς συνο«μολογηθέντων δανείων, πείθεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐ«ξακολουθῇ παρέχουσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑαυτῆς ἐμ«πιστοσύνην».

§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δέον νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν, ὡς ὑποθέτομεν, ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, τότε θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ἑτέρα.

§56ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ προταχθῇ συζήτησις ἐπὶ ταύτης.

§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πόρισμα τῆς γενομένης συζητήσεως.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.

§59ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν· πρέπει νὰ παύσῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μέλλον νὰ λαμβάνῃ χώραν αὕτη ἡ ἀσχημία. Σμῆνος ὑπαλλήλων εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου.

§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐξέλθωσιν ἅπαντες. (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κυρίων Ζυγομαλᾶ καὶ Τζανετάκη).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
Νικόλαος Στεφανίδης ΟΚωνστ. Λομβάρδος
Ἰωάννης Μεσσηνέζης Φριδερεῖκος Καῤῥέρ Ο
Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟἈναστ. Λούντζης Ο
Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΡοβέρτος Ῥώμας Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈλέξ. Καραμπίνης Ο
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
Λεων. Καρυστινάκης ΟἈνδρ. Αὐγερινός Ν
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΔημοσθ. Δόγκας Ο
Λεωνίδας Ζωγράφος ΝἈναγνώστης Δαλιάνης Ν
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΓεώργ. Κρεστενίτης Ν
Γεώργ. Τσώκρης ΟΔιομ. Διαμάντης Ν
Κωνστ. Καραπάνος ΟἜπαμ. Α. Δημητρίου Ν
Γεώργιος Παχὺς Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικόλ. Δ. Νομικός Ο
Δημ. Ῥάλλης ΝἈριστομ. Βαλέττας Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΔημ. Γαβαλᾶς
Δημ. Μουτσόπουλος Βαρβαρῖγος Πήλικας Ο
Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ο
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝΧρῆστος Σολιώτης Ο
Νικόλ. Λεβίδης ΝΣωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
Ῥόκος Χοϊδᾶς ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
Ἀνδρ. Στράτος ΝἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς
Κωνστ. Στράτος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Τσαχτσήρης
Νικόλ. Γεωργιάδης ΟἈλκιβ. Μάνταλος Ο
Γεώργ. Φιλάρετος ΝΠ. Λεβέντης Ο
Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτής Ν
Νικόλ. Κουκουσλῆς ΟΚωνστ. Φλέσσας Ο
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΔημ. Τζάννες Ν
Κωνστ. Γρίβας ΟΔημ. Κάρτσωνας Ν
Τατσέλος Μαυρομάτης ΝΔημ. Τερτίπης Ν
Ἀντ. Βάλβης ΟἈπόστ. Βασαρδάνης Ο
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΛεων. Κουκορῖκος Ο
Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΓεώρ. Φραγκίδης Ο
Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ο
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈθ. Καζαμπάκας Ο
Ἡλ. Παλαμήδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
Κ. Μαντζουράνης ΝΓεώργ. Παπαγεωργίου Ν
Πέτρος Πετροπουλάκης ΝἈριστομ. Χατζηνικολῆς Ο
Χαρίλ. Τζανετάκης ΝΝικόλ. Παπανικολάου Ο
Πολυμέρης Ζαρίμπας ΝΝικόλ. Μπαλάφας Ο
Χριστόδ. Στεριάδης ΟΓεώργ. Κόρπας Ο
Νικόλ. Κατσικαπῆς ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΔημ. Κουρκουμέλης
Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΝικόλ. Βασιλάκης Ο
Παναγ. Ῥίτσος ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΦώτ. Κανελλόπουλος Ο
Ἀντ. Μήτσας ΝΔημ. Σταυρόπουλος Ο
Γεώργ. Μίλησης ΝΠαναγ. Ντετάκης
Δημ. Χατζόπουλος ΝΓεώργ. Πετρούλιας Ο
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
Νικόλ. Δ. Ζῶτος ΝἈνδρ. Μεταξάς Ο
Δημ. Βουλπιώτης Γεράσιμος Μουσούρης Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈντ. Μυροαμιχάλης Ν
Σπυρ. Κοντολέων ΟΛεων. Καπετανάκης Ν
Κοσμᾶς Πανάρετος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Στυλ. Κασιμάτης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
Σωκράτης Τζιβανόπουλος ΟἈναστ. Α. ΝικοκάβουραςΟ
Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΠ. Π. Κωσταντᾶς Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΔ. Μεταλλινός Ν
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος Ο
Δημ. Δημητρακάκης ΝΝικόλ. Μεταξᾶς Ν
Μελέτιος Ρουσσόπουλος ΟΕ. Ἀρδαβάνης Ο
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ο
Περικλ. Παπαδόπουλος ΟὈδυσ. Πετρόπουλος Ο
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟἩλ. Παπαηλιόπουλος Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλᾶς Ν
Κωνστ. Ἰσχόμάχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
Χαλήλ Δερβὶς Βέης Γεώργ. Ροῦφος Ν
Σερὶφ Βέης ΟἈγγελῆς Ροῦφος Ν
Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΠερίκλ. Καλαμογδάρτης Ν
Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἈριστομ. Κοντογούρης Ν
Γεώργ. Λάππας Νικόλ. Κουμανιώτης Ν
Π. Μπογδάνος ΝἈνδρ. Ρηγόπουλος Ν
Σπυρ. Βαλαωρίτης ΟΔημ. Τριγγέτας Ν
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΟἈθαν. Μισυρλῆς Ο
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΠ. Τριγγέτας Ν
Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
Δημ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝἈναστ. Ζερβός Ν
Ἰω. Στεφανόπουλος ΝἸω. Ἀστεριάδης Ο
Παναγ. Κ. Μανέτας Κωνστ. Βελισσάριος Ν
Δημ. Ζέγγελης ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
Ἀναστ. Σεχιώτης ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας Ο
Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΣτέφ. Σκουλούδης Ο
Ἠλ. Κοσσονάκος ΟἸω. Γρυπάρης Ο
Ἀθ. Κατριβάνος ΝἈντ. Πετρίτσης Ο
Βασίλ. Βούτουνας ΝΚωνστ. Κατσάκος Ν
Στέφ. Δραγούμης ΟΔημ. Παρασκευᾶς Ο
Ν. Φιλάρετος ΝΚωνστ. Κοττίκας Ο
Γεώργ. Σταμούλης ΟΧ. Ρίγγας
Σπυρ. Ἀλαμάνος ΝΣτάμος Νάζος Ο
Κωνστ. Βασιλάκης Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
Λεων. Δεληγεώργης ΝἸω. Ζαλλώνης
Χαρίλ. Τρικούπης Νικόλ. Στουρνάρας Ο
Ἔπαμ. Μπέλιας ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
Περικλ. Μποῦτος ΟἈχιλ. Τακιατζῆς Ο
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Κωνστ. Μποῦτος ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
Ἀνδρ. Πρεζάνης ΟΚυριάκος Πονηρόπουλος Ο
Ἀντ. Μάτσας ΟΝικόλ. Βλαχόπουλος Ο
Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
Ὄθων Μαῦρος ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ν
Μιχ. Δαμιράλης ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
Δημ. Δεσποταῖος ΝἸωάν. Παπαδόπουλος Ο
Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΟἈθ. Ζαφειριάδης Ο
Νικόλ. Φαρμάκης ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
Ἡλ. Ποταμιάνος ΟἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ν
Τηλέμαχος Ρούκης ΝΠέτρος Σκουμπουρδῆς
Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΚομνᾶς Τράκας Ν
Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Ἀθ. Κέφαλας Ο
Ξανθός Πικουλάκης ΟἸω. Καλαμάρας Ν
Θ. Φλογαΐτης ΝἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
Β. Βουδούρης ΟΚ. Παπανικολῆς Ν
Δ. Κριεζώτης ΝΘ. Κανάρης Ο

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 220, τῶν Ὑπουργῶν ἀρνηθέντων ψῆφον· ἐξ αὐτῶν 119 εἶπον Ὄχι, 101 εἶπον Ναί, ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ πλειοψηφίας 18 ψήφων. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἄλλην πρότασιν· αὐτὴ δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ δι’ ἀναστάσεως (θόρυβος).

§62ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· ἐπ’ αὐτῆς θὰ συζητήσωμεν.

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον· ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.

§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλητε. Αὐτὰ νὰ τὰ εἰπῆτε ἀλλοῦ· δὲν φοβούμεθα τὸν ἀριθμόν. Ἔχομεν τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἡμῶν, ἔχομεν τὴν κοινὴν γνώμην.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθησαν εἰς ψηφοφορίαν καὶ αἱ δύω προτάσεις καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις (θόρυβος).

§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιλαμβάνει δύω θέματα.

§68Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ καταψηφίσητε, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ κάμητε συζήτησιν.

§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι δύω προτάσεις· ἐψηφίσαμεν τὴν μίαν, ἥτις ἔπεσε, τώρα θὰ ψηφίσωμεν τήν ἄλλην. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνετε, εἶναι παράβασις ὅλων τῶν βουλευτικῶν κανόνων.

§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς συζητηθείσης ἐπερωτήσεως, ἡ συζήτησις ἐπερατώθη, οὐδεὶς δὲ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτῆς. Ἑπομένως, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλε πρότασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τοιαύτη πρότασις· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν, ἡ ὁποία ἔχει δύω θέματα, τὸ πρῶτον, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ δὲ δεύτερον, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ τελευταία αὕτη πρότασις δὲν συνεζητήθη, καὶ τόσῳ βέβαιον εἶναι τοῦτο, ὥστε νομίζω ὅτι οὐδὲ δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε κληθῇ εἰς ψηφοφορίαν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ταύτην, ἀφοῦ ὑπάρχει πρότασις τῶν τριῶν κκ. Βουλευτῶν, ἐκ Γόρτυνος, ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἐξ Ἠλείας, διὰ τῆς ὁποίας προέβαλον ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων. Πρέπει λοιπὸν νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἀφοῦ αὕτη ἀποῤῥιφθῇ, τότε δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ τῆς περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ πράξῃ ἄλλως, ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτῆς περιορίζεται ἐντὸς ὁρίων, οὐδ’ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσιν ἐξουσίαν. Ἔχετε ἐξουσίαν νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν τῶν τριῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι δὲν λαμβάνετε αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ψηφοφορήσητε ἐπ’ αὐτῆς.

§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀνέμιξε τὴν πρότασιν τῶν τριῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, προκειμένου περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶναι πόρισμα συζητήσεως, ἤδη ληξάσης. Ἐὰν ὁ προαγορεύσας ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ψηφοφορίαν. Ἡμεῖς μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν εἴδομεν ὑποβληθείσας ὡς πόρισμα διπλοῦν τῆς συζητήσεως δύω ἀντιθέτους προτάσεις, μίαν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προτάσεις μὴ ἀποκλειούσας ἀλλήλας. Ἐμείναμεν δὲ σύμφωνοι ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως, προτασσομένης τῆς μιᾶς προτάσεως καὶ ἀποῤῥιπτομένης, ἤθελεν ἔλθει ἀπαραιτήτως εἰς ψήφισιν καὶ ἡ ἑτέρα. Τοῦτο δὲ καὶ γίνεται νῦν· ἀφοῦ ἀπεῤῥίφθη ἡ προταχθεῖσα πρότασις, ἔρχεται κατ’ ἀνάγκην ἡ ψήφισις τῆς ἑτέρας.

§72ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῶν τριῶν Βουλευτῶν σχεδὸν ἐγένετο παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν· διότι πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων παρουσίασε πρότασιν ὑπογεγραμμένην καὶ ἀπὸ δύω ἑτέρους συναδέλφους, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρότεινε νὰ προηγηθῶσι τὰ Νομοσχέδια, τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων καὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, τοῦ ὁποίου τὴν ψηφοφορίαν θέλετε ἰδίως νὰ διαφύγητε (θόρυβος). Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων πρέπει προηγουμένως νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι ἐζήτησε τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφοῦ ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τώρα πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προτείνετε· ἑπομένως δὲν θὰ συζητήσωμεν τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ τὸν τύπον, ἂν πρέπει νὰ προητηθῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φωτήλα; Ἡ πρότασις αὕτη λέγει, μὲ τὸ τὸ πέρας τῆς ἐπερωτήσεως νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν....

§74ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῆς ψηφοφορία.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσε. Δὲν ἐτελείωσαν ὅλα τὰ συμπεράσματα.

§76ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει συμπέρασμα. Αὗται αἱ περιπλοκαὶ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Θὰ συζητήσωμεν προηγουμένως τὸν λόγον τῆς προτεραιότητος τοῦ κ. Φωτήλα, διότι ὅλοι αἰσθανόμεθα τί ὑποφέρει ὁ κόσμος ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύω νόμους, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν εἰς τὴν τροποποίησίν των. Ὅταν τελειώσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ λήξῃ ἡ Βουλὴ, θὰ συμβῇ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς προτάσεις ὅ,τι συνέβη εἰς ὅλας, ὅταν ἐγένοντο ἐναντίον τῆς διαθέσεως πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πολὺ περισσότερον τῆς παρούσης, τῆς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν δέχεται οὔτε τροποποίησιν κἂν εἰς Νόμους, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν αὐτός. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ νόμος περὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν οἷα δυστυχήματα ἔφερεν εἰς ὅσους ἔχουν νὰ πωλήσουν βεβρεγμένην σταφίδα, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγεται οἰνόπνευμα· πρέπει λοιπὸν καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ τροποποιηθῇ πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ τῆς Βουλῆς ἐργασίαι, ἀφοῦ γνωρίζομεν καλῶς ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τελειώνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἀκούομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μυρολογοῦντα διὰ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπίσης, κύριοι, γνωρίζομεν ὁπόσα ὑπέφερον οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου Νόμου, καὶ διὰ τὰς πιέσεις ταύτας ὕψωσαν ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου φωνὴν καὶ αὐτοὶ οἱ ψηφίσαντες αὐτὸν ὑπουργικοὶ Βουλευταί. Ἐκ τούτου συνάγεται, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐσφαλμένως διατείνεσθε, ὅτι τῆς προτάσεως τῶν τριῶν κ. Βουλευτῶν προηγεῖται ἐκείνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων προέτεινεν ὅπως εὐθὺς μετὰ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ θέματος, περὶ οὗ γίνεται συζήτησις, ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς προτάξεως ἑτέρας προτάσεως, παρ’ αὐτοῦ γενομένης, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἵνα συζητηθῇ ἡ πρότασις μετὰ τὸ πέρας τῆς παρούσης συζητήσεως· ἡ παροῦσα ὅμως συζήτησις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ περατωμένη πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ περὶ τῶν πορισμάτων αὐτῆς, ὡς ταῦτα διετυπώθησαν διακεκριμένως παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, ὅπως περὶ τοῦ πορίσματος τῆς συζητήσεως ὑποβάλῃ πρότασιν καὶ προκαλέσῃ περὶ αὐτῆς ψηφοφορίαν, ἐξήντλησε δὲ τὸ δικαίωμα αὑτῆς τοῦτο, γενομένης τῆς ψηφοφορίας, ἐξ ἧς μένει ηὐχαριστημένη. Ἤδη ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας προτάσεως, διερμηνευούσης τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑπὸ τὴν ἡμετέραν ἔποψιν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον ἐζητήσαμεν, ἵνα παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἵνα ἐπακολουθήσῃ ἑτέρα, ἡ μόνη κατάλληλος, ὅπως ἀπαντήσωμεν εὐρέως εἰς τὰ ῥηθέντα· περὶ τούτου θέλομεν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέγομεν, καὶ τὸ ἠθέλομεν καὶ τὸ ἐπραγματοποιήσαμεν. Ἄρα τοῦτο φέρει ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων; οὐδαμῶς. Σήμερον ἡ Βουλὴ θὰ κλείσῃ τὴν παροῦσαν συζήτησιν ψηφίζουσα τὴν πρότασιν τῆς Συμπολιτεύσεως, αὔριον δὲ θέλει ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως.

§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄπορον εἶναι πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ τὸν ἀκολουθῇ μία πτέρυξ, ὑποβάλλει τοιαύτην πρότασιν. Τί συνεζητοῦμεν μέχρι τῆς στιγμῆς; συνεζητοῦμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Παρενέβη ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν· ἀλλ’ οἰκειοποιήθη τὴν ὁμιλίαν του ἡ Ἀντιπολίτευσις; Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου ἀφορᾷ καταγγελίαν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ αὐτῆς ἐγένετο ψηφοφορία, ἀλλ’ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφορᾷ τὴν διαταγὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως· κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ψηφοφορίαν πρὶν γίνῃ συζήτησις, καὶ εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.

§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἔχει οὕτω· (ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν). Διαιρεῖται λοιπὸν εἰς δύω μέρη, τὸ ἓν εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν ἐπερώτησιν, τὸ ἕτερον εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετον· εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποβάλῃ πᾶς Βουλευτής. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸ μικροῦ ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου· τοῦτο εἶναι δεδικασμένον ὁριστικῶς, τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως δὲν ὑφίσταται πλέον, διότι μετέβημεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία τόσῳ ηὐχαρίστησε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἰς τοῦτο ἔχει δικαίωμα, καὶ ἴσως ἔχει καὶ δίκαιον, καὶ ἴσως, ἂν ὑποβάλῃ χωριστὴν πρότασιν, ψηφίσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἑνώσῃ τὰ μὴ ἑνούμενα, διότι ἑνώνει δύω κεχωρισμένας ἰδέας. Εἶναι δὲ τοῦτο καὶ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ὃν κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ πάντοτε εἰς τὰς προτάσεις ἀποφεύγομεν τὰ σύνθετα ζητήματα. Ἐγὼ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 30οῦ τοῦ Κανονισμοῦ, ζητῶ νὰ χωρισθῇ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον μέρος;

§81ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει πρῶτον μέρος καὶ δεύτερον ἡ πρότασις. Δὲν εἶναι διαιρετέα ἡ πρότασις.

§83ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι διαιρετέα, διότι τὸ πρῶτον μέρος ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ δὲ δεύτερον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· δυνάμει λοιπὸν τοῦ Κανονισμοῦ, προτείνω νὰ χωρισθῇ ἡ πρότασις· καὶ δὲν δύνασθε νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμὸν, διότι τὸ ἄρθρον 30ὸν προτείνει νὰ γίνηται χωρισμὸς ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων. Τώρα ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ πρόχειρον ὅπλον τῆς πλειοψηφίας, δύναται νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν εἶναι σύνθετος· ἄνωθι ὅμως τῆς ψηφοφορίας θὰ μείνῃ ὁ Κανονισμὸς, ὃν ἂν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ δύναται, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑφίσταται τὸ ἄρθρον 30ὸν, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν διαίρεσιν.

§84ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνετάχθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, δὲν μεταβάλλει τὸ ζήτημα· ὥστε ἐπὶ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον, δὲν θὰ εἴπω τι. Θὰ ἐξετάσω δὲ τὴν πρότασιν αὐτοῦ κατ’ οὐσίαν· ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὐδὲν ἕτερον περιέχει. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θέμα μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίζεται ἡ πρότασις τῆς μομφῆς καὶ νὰ ἀποῤῥίπτηται, ἡ δὲ θετικὴ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔχει βεβαίως δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἡ πλειοψηφία, νὰ λέγῃ μόνον, ὅτι μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ὄχι ὅτι ἔπραξε νομίμως ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τοιαύτην πρότασιν νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλή; Αὐτὸ θὰ ἦναι ἀκατανόητον καὶ ἀναξιοπρεπές. Ἡμεῖς ἀντετάχθημεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, περιλαμβάνει ὡς τρίτον ἀντικείμενον τὸν Προϋπολογισμόν· ὥστε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητήσεως ταύτης φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔρχεται ἡ ἡμερησία διάταξις αὐτοδικαίως. Ἂν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, πρέπει νὰ γένηται ῥητὴ πρότασις, καὶ γενομένης τοιαύτης προτάσεως, πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν ἀντιλέγομεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τις οἱανδήποτε πρότασιν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μὴ ἀρνῆσθε τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως. Τὸ ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὄχι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς προτάσεως τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἀμέσως γεννᾶται τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἄλλης προτάσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπέβαλεν ἤδη ἕτερος Βουλευτής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις ἐκείνη, ἀλλὰ θέλει συγχρόνως νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ ἰδική του πρότασις· ἡ ἰδική του ὅμως πρότασις ψηφιζομένη καταδικάζει τὴν ἑτέραν πρότασιν, ἀποῤῥίπτει αὐτὴν. Ἀφοῦ πρόκειται ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθαρῶς περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὑπάρχει δὲ ἑτέρα πρότασις, ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τουλάχιστον διὰ σήμερον σημαίνει ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως ἐκείνης. Πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, τουτέστι πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπέβαλον τὴν πρότασίν των· εἶναι αὕτη ἐκκρεμὴς, καὶ αὕτη πρέπει νὰ προτιμηθῇ· ἄλλως, ἀποῤῥίπτεται ἐμμέσως διὰ τρόπου ἥκιστα Κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐδῶ διὰ νὰ ἀκούωμεν μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν λεγομένων, ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις. Λοιπὸν ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ὁ προβαλλόμενος· ὁ σκοπὸς συνίστατο ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἓν τέχνασμα Κοινοβουλευτικὸν ἀπαρατήρητον, ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι δὲν διῆλθε. Τί πρόκειται λοιπὸν τώρα; πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ περὶ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ περὶ ἑαυτοῦ καὶ περὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων, ἂν πρέπει νὰ διανυκτερεύσωμεν ἐνταῦθα, διότι θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ συζητήσωμεν; εἴμεθα πρόθυμοι· ἂν δὲν θέλῃ, τότε ἂς ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν.

§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐλησμόνησαν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαία ἀπόῤῥοια τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συμπολίτευσις εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐκ νέου, συνεζητήθη ἤδη, καὶ πόρισμα τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Βεβαίως ἐπῆλθεν ἄλλη πρότασις, ἥτις ὡς ἀπωτέρω ἐψηφίσθη πρώτη, ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πρότασις ἀποῤῥέουσα ἐκ συζητήσεως στενῶς συνδεομένης μὲ τὴν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου ἐπερώτησιν καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.

§86Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πόρισμα ἐξάγει ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὅτι συζητεῖται ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἐπῆλθε τὸ πόρισμα τοῦτο! Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τότε εἶναι περιττὴ ἡ ψηφοφορία καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ αὔριον ἐξακολουθοῦμεν· ὥστε νὰ διαλυθῇ τώρα ἡ συνεδρίασις.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.

§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δυστυχῶς λησμονεῖ πάντοτε ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα ἐννοῇ καὶ ἑρμηνεύῃ τοὺς Νόμους· διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἔχει Κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀναβῇ τὴν ἕδραν ταύτην, καὶ ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον, ὅταν ζητῆται ἡ διαίρεσις τοῦ ζητήματος, νὰ ἀπαγγέλλῃ αὐτὴν, ὁ κ. Πρόεδρος, πρὶν ἢ συζητηθῇ κἂν ἡ πρότασις, μᾶς λέγει, ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις. Τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον. Ἡ λύσις, ἥτις δίδοται διὰ τῆς προτάσεως, λύει δύω προβλήματα συγχρόνως, καὶ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ψηφοφορίαν, λύει δύω προβλήματα συγχρόνως. Τὸ πρῶτον πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ μεριμνήσῃ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας κατηγόρησε τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς ἀντιποιηθέντα Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· τὸ δεύτερον πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ παραλείπει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν χθὲς εἶχε, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀκόμη ἔχει μέχρι τῆς ὥρας ταύτης, καὶ μεταβάλλει αὐτὴν, προτάσσουσα πάντων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν αὐτῇ ἀντικειμένων τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ἠδύνατο νὰ συντάξῃ, μόνον δ’ ἠδύνατο νὰ συντάξῃ ἄνθρωπος ἐντελῶς ἀμαθὴς τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἂν δὲν εἶχε πλαγίαν προαίρεσιν μὴ ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῆς ἀγαθῆς πίστεως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει εἰς τὸν κ. Φιλάρετον τὴν ἀλλόκοτον ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν διαιρεῖται ἡ πρότασις. Ἂν δὲν διαιρῆται ἡ πρότασις, εἶναι λάθος τοῦ συντάξαντος αὐτὴν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν ἐν αὐτῇ αἱ λέξεις «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι σύνθετος. Ἡ πρότασις εἶναι πόρισμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ ἐπερώτησις συνίσταται εἰς τὸ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἐνομοθέτησεν, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἐξουσίαν νὰ νομοθετήσῃ. Ἡ πλειοψηφία λέγει, ὅτι δὲν ἐνομοθέτησε. Λοιπὸν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι λέγει ἡ πλειοψηφία, ὅτι δὲν ἐνομοθέτησεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἡ πρότασις λέγει, ὅτι δὲν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ ὅτι μεταβάλλομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἐπαίρεται διὰ τὸν ὑπέρτερον ἀριθμὸν τῶν φίλων, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν αὐτὸν, ὑποτιμᾷ ὅμως καὶ ἐξευτελίζει αὐτοὺς, ζητῶν τὴν ψῆφον αὐτῶν ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἂν θέλῃ νὰ καταχρᾶται τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδίδουν, δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἡ εὐθύνη μένει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι ψηφίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτοῦ.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ θέματος, μεταβαίνει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ θέμα τοῦτο». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ ½ Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
2Τῆς 23 Ἰανουαρίου 1885.
3(Τετάρτη)
4Ὥρα 4 Μ. Μ.
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στεφανόπουλος
8ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ καλυμμάτων πρὸς προφύλα-
9ξιν ἐκ τῆς βροχῆς τῶν σταφίδων. Θέλει τυπωθῆ καὶ δια-
10νεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
11Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὸν λόγον.
12§2ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, καὶ χάριν τοῦ Σώματος, εἰς τὸ
13ὁποῖον ἀνήκω, καὶ χάριν τῆς κοινῆς γνώμης τὴν ὁποίαν
14σέβομαι, καὶ χάριν τῆς Ἐπαρχίας τῆς ὁποίας εἶμαι ἀν-
15τιπρόσωπος, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν πορείαν,
16τὴν ὁποίαν θέλω ἀκολουθήσει κατὰ τὴν παροῦσαν Σύ-
17νοδον.
18Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐξελέχθην ὡς Βου-
19λευτὴς, δὲν ἔπραξα ἄλλο, ἢ νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸ φρό-
20νημα τῆς Ἐπαρχίας μου, καὶ διὰ τοῦτο μ’ ὅλον ὅτι ἐπέ-
21τυχον μόνος ἐκ τῶν ἓξ ἀντιπολιτευομένων συνυποψηφίων
22τῆς Ἐπαρχίας μου, ἐν τούτοις οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ
23συνδυασμοῦ, οὔτε συμφέροντα ἰδιαίτερα ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν,
24ἀλλὰ συνεβουλεύθην τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας μου, καὶ
25ἐτάχθην εἰς τὴν μερίδα αὐτὴν, ἥτις ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐξου-
26σίας.
27Εὐτυχῶς ἡ μερὶς αὕτη ἐντὸς ὀλίγου ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξου-
28σίαν· ἀπὸ τῆς πρώτης δὲ Συνόδου ἦλθον εἰς ψυχρότητά
29τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ τῆς
30τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς
31προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν φυτειῶν. Ὁ κ. Ζέγγελης
32ἔφερε τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμει ὁ λαὸς καὶ ἡ Βου-
33λὴ ἀπεδέχετο, καὶ διὰ τοῦτο πολλοὶ ἠγόρευσαν ὑπὲρ αὐ-
34τῆς, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ζέγγελης. Ἡ δὲ τροπολογία
35ἦτο, νομίζω, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ
36ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀσκεπῶν γαιῶν.
37Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τὸ τέλος τῶν ἀγο-
38ρεύσεων ὑπέβαλε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ἡ δὲ Βουλὴ
39παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη. Ἰδοὺ δὲ πῶς
40ἔχουσι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα ἐν σελίδι 832.
41«ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
42κ. Ζέγγελη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ
43πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη».
44Δὲν ὑπῆρχε πλέον καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ τροπολο-
45γία τοῦ κ. Ζέγγελη ἦτο νόμος τοῦ Κράτους.
46Δυστυχῶς δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ὁ ἀξιότιμος
47κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελεν ἡ τροπολογία
48αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο
49ἐζήτησεν ὄχι μόνον ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλὰ καὶ ἄρνη-
50σιν ἀκόμη ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐψήφισαν οἱ φίλοι του· διότι
51ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ εἶπεν, ὅσοι παραδεχθῶσι
52τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη ἐννοοῦν νὰ καταψηφί-
53σουν τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ζέγγελης ἠναγκάσθη, ἕνεκα
54τῆς μεγάλης ἀφοσιώσεως καὶ ἕνεκα τῆς μακρᾶς κοινοβου-
55λευτικῆς πείρας, νὰ ἀρνηθῇ τὴν πρότασίν του.
56§3ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἐγὼ ἀνεκάλεσα
57τὴν τροπολογίαν μου εὐθὺς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν
58τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁ τότε ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
59κονομικῶν μ’ ἐβεβαίωσεν ὅτι, μὴ οὐσῶν χωρογραφημένων
60τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, ἐπῆλθον πολλαὶ δίκαι μεταξὺ τῶν
61κατόχων καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς ἀλλήλους, καὶ δὲν
62συμφέρει νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία μου μετὰ τοῦ νομο-
63σχεδίου, ὑπεσχέθη δὲ νὰ φέρῃ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ
64αὐτῆς, ὅπερ καὶ ἔπραξεν. Ἐπείσθην καὶ ἀνελθὼν εἰς τὸ
65βῆμα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν ἀνεκάλεσα τὴν τροπολο-
66γίαν μου, ἀνακοινώσας εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους,
67εἰπὼν ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Καὶ κατὰ
68τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπανέλαβον τὰ αὐτά· ὅταν
69δὲ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ
70τῆς τροπολογίας μου, τότε καὶ ὁ κ. Φωτήλας εἶπεν ὅτι
71δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ αὕτη, διότι ἐγὼ ἀπέσυρον αὐ-
72τὴν, καὶ ἀναστὰς ἐβεβαίωσα τοῦτο, ἀλλ’ ἔντιμος Βουλευ-
73τὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς
74Λακεδαίμονος Δημητρακάκης εἶπεν ὅτι υἱοθετοῦσιν αὐ-
75τὴν, καὶ εἶχον δικαίωμα τοιοῦτον, καὶ οὕτως ἐψηφοφορή-
76θη ὡς υἱοθετηθεῖσα παρ’ αὐτῶν. Ταῦτα ἐγένοντο πρὸ τῆς
77ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, καὶ βεβαιοῦνται ἀπὸ τὰ ἐπίση-
78μα πρακτικὰ (θόρυβος).
79§4ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης ἐδικαιολόγησε πολὺ
80καλὰ τὴν ψῆφόν του, διότι ἠρνήθη τὴν πρότασίν του,
81πεισθεὶς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου ὅτι ἤθελεν
82εἰσαχθῆ ἴδιον νομοσχέδιον. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις δὲν εἶχον
83μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν καὶ ὅστις νομίζω καὶ
84ἐνόμιζον ἄντικρυς ἀντικείμενον τοῦτο εἰς τὸ φρόνημα τῆς
85Ἐπαρχίας μου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν
86τοῦ ἀντιπροσώπου, κατεψήφισα. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον διεσκε-
87δάσθη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἑκατέρωθεν ὡς
88σπουδαῖον διάβημα. Καὶ εἰς ἄλλα ζητήματα, ἰδίως δὲ
89εἰς τὸ περὶ ἐπιστρατείας καὶ ἐκεῖ διεφωνήσαμεν πρὸς τὴν
90Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτου δὲν προέβην εἰς σπου-
91δαῖον διάβημα, διότι προσεδόκων ὅτι ἔμελον νὰ βελτιω-
92θῶσι τὰ γενικώτερα τῆς Πατρίδος ζητήματα, καὶ οὕτως
93ἔληξεν ἡ πρώτη Σύνοδος.
94Κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὰς ὑπο-
95σχέσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς Ὑπουρ-
96γοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστι-
97κῆς κυκλοφορίας, περὶ συγκοινωνίας καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα
98ὁμολογουμένως μᾶς ἐνθουσίασαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν
99μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ, φρονοῦντες ὅτι ἤθελον ἐπέλ-
100θει ὅλα τὰ καλὰ διὰ τὰ ὁποῖα ἤλθομεν ὡς ἀντιπρόσωποι.
101Ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε, διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ
102τῆς Βουλῆς, ὁποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βαρυτάτων
103αὐτῶν φόρων 12% διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομι-
104σματικοῦ συστήματος, καὶ 12% διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν
105φόρων ἐκ παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς, ἦτο ἔλλειμμα καὶ
106ἔλλειμμα σπουδαῖον.
107Κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ ζήτημα
108τῆς φορομανίας ἐτελείωσε, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσι
109πλέον νομοσχέδια ἐλαφρυντικά. Δυστυχῶς κατὰ τὴν τρί-
110την Σύνοδον εἰσήχθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια, κύριοι, τὰ
111ὁποῖα ὄχι μόνον μᾶς ἔφεραν εἰς ἀντίκρουσιν πρὸς τὸ φρό-
112νημα τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλὰ σχεδὸν μᾶς ἔκαμαν νὰ ἀρνη-
113θῶμεν καὶ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὰς ὑποσχέσεις μας. Δια-
114τί; Πρῶτον εἰσήχθη ὁ Νόμος περὶ προσκλήσεως τῆς ἐφε-
115δρείας, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν ῥητῶς ὑποσχεθῆ, ὅτι τὰ βάρη
116τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης τῆς ἐπιστρατείας, καὶ αὐτά ἀκόμη
117ἤθελον ἐλαττωθῆ, ἤθελον ἐκλείψει ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐνοῶ
118τὴν στρατιωτικὴν ἀνατροφὴν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὴν αἰω-
119νίαν ἀγγαρίαν καὶ ἀπασχόλησιν τῶν πολιτῶν δὲν τὴν
120ἐννοῶ, οὔτε εἶναι ἱκανὸς ὁ Τόπος νὰ ὑποστῇ αὐτὸ τὸ φο-
121βερὸν βάρος τῆς διηνεκοῦς ἀγγαρίας καὶ τῆς ἀπασχολήσεως.
122Μοὶ ἐζητήθη ἡ ψῆφος καὶ ἠναγκάσθην καὶ νὰ ἀρνηθῶ
123αὐτὴν καὶ νὰ ἀγορεύσω κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Τὰ πρα-
124κτικὰ δὲ τὸ ὁμολογοῦν καὶ φρονῶ, ὅτι εἶχον δίκαιον, διότι
125τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Ὁ κύριος
126Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἠσθάν-
127θη ὅτι ἤθελε πιέσει τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς Νόμου,
128περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχον οὔτε τὰ στελέχη, οὔτε ἡ ἐ-
129λαχίστη προπαρασκευή, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς εἰσήχθη
130εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπεψηφίσθη. Ἐξ αὐτοῦ, κύριοι, τοῦ
131Νομοσχεδίου ἤρξατο ἡ καταψήφισις καθεξῆς τῶν Νομο-
132σχεδίων ὅσα ἐπιβαρύνουσι τὸν φορολογούμενον λαόν.
133Πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρέθη
134εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπόσχῃ, ὅτι ἦτο προσποιητὴ ἡ Ἀν-
135τιπολίτευσις αὐτὴ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διαβεβαιώ-
136σω τὴν Βουλὴν περισσότερον, μόνον ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς:
137ὅτι εἰς τὸ περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων Νομοσχέ-
138διον, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνέδιδεν ἵνα
139δεχθῇ τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον διὰ τὴν
140ἀσφάλειαν τῶν φορολογουμένων, βεβαιωθῆτε ὅτι ἤθελον
141ἀπολύτως παραιτηθῆ, διότι ἦτο περιττὸν νὰ ἦμαι Βου-
142λευτὴς καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφίζω Νό-
143μους, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο τίποτε περισσότερον ἢ ὀλι-
144γώτερον παρὰ ἡ ἀπεμπόλησις τῶν πολιτῶν, διότι καὶ αὐ-
145τοὶ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου σχεδὸν ἐπωλοῦντο. Ἔχετε
146τὰς ἀγορεύσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ
147ὑπέβαλον καὶ γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι ἐγὼ πάντοτε ἤμην
148ἐναντίος νὰ ψηφίσωμεν τοιαῦτα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐ-
149πεβάρυνον τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἡ φωνή μου ἦτο φωνὴ βοῶντος
150ἐν τῇ ἐρήμῳ.
151Κατόπιν ἦλθε τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν Ὑ-
152παλλήλων. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποῖον ἀγῶνα ὑπέστην εἰς
153τὴν ἀντίκρουσιν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι δὲν προὐτί-
154θετο νὰ ζητηθῇ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα,
155ἀλλὰ νὰ προστατευθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἶχον
156τὰ προσόντα. Τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Χαλκί-
157δος κ. Φλογαΐτης ἀντέκρουσε τὸν λόγον μου, διότι ὡρ-
158μᾶτο ἀπὸ τὰς ἰδίας ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις, αἵτινες ἔχου-
159σιν ἐφαρμογὴν κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅτι διὰ τῶν
160προσόντων ἐκείνων δὲν ἠθέλομεν τίποτε ἄλλο κάμει παρὰ νὰ
161δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ διορίζωσι τὸν Γραμματέα Τμηματάρ-
162χην, νὰ θέτωσιν εἰς θέσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦσι πραγματικὰ προ-
163σόντα, ἀλλοῦ μὲν τὸν παντοπώλην, ἀλλοῦ δὲ τὸν χωροφύλα-
164κα, ἀλλοῦ δὲ τὸν ἀγροφύλακα καὶ καθεξῆς· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁ-
165ποῖον εἶπον ὅτι δὲν χρησιμεύουσι τὰ προσόντα, ἤδη τοῦτο
166ἐβεβαιώθη ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι ὅλοι γνωρίζετε
167τὴν ὑπαλληλίαν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς Διοικήσεως. Εἰς
168αὐτὸ, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον ὑπέβαλον δύω τινά· τὸ ἓν
169ἀπέβλεπε τὴν ἄδικον μομφὴν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν
170λαὸν διαδεδομένη κατὰ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους–
171Ὅλος ὁ κόσμος λέγει, ὅτι ἀπὸ σᾶς τοὺς Βουλευτὰς προέρ-
172χονται τὰ κακὰ—ἂν καὶ τὸ ἀπέδειξα, ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν
173ἔχουσιν οὔτε τὸ ἑκατοστὸν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ. Ποῖος, κύριοι,
174ἀπὸ σᾶς διώρισεν ἢ Τμηματάρχην, ἢ Γενικὸν Γραμμα-
175τέα, ἢ Δικαστὴν, ἢ Νομάρχην, ἢ ἄλλον τινὰ ἀπὸ τὰς
176πρώτας Ἀρχάς; οὐδείς. Ἡμεῖς περιοριζόμεθα εἰς ἕνα ἐπι-
177στάτην, εἰς ἕνα κλητῆρα, καὶ ἐν τούτοις καθ’ ἡμῶν ὑπάρ-
178χει καταφορά.
179Λοιπὸν ἐξήγησα τί συμβαίνει νὰ ἐννοήσῃ καὶ ὁ κόσμος
180ὅτι ἀδίκως ἐπιῤῥίπτει μομφὴν κατὰ τῶν Βουλευτῶν, καὶ
181ἠναγκάσθην τότε νὰ προτείνω καὶ σχέδιον ἔστω καὶ ἀ-
182πραγματοποίητον. Θέλετε, εἶπον, νὰ ἴδητε ἂν πταίῃ τὸ
183Κοινοβούλιον; σεῖς κρατήσατε τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως
184καὶ δόσατε τὸ προσωπικὸν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ σᾶς εἶπον
185τότε τί θὰ συμβῇ· ὁ διορίζων θὰ φέρῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν εὐ-
186θύνην, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως,
187ἡ Κυβέρνησις θὰ κυβερνᾷ ἐλευθέρως καὶ θὰ ἐποπτεύηται
188ἀφόβως παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ· ἐνῷ σήμερον μὅλον τὸν ὄγ-
189κον τῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τί-
190ποτε, οὔτε ἕνα Ἔπαρχον νὰ διορίσωμεν, διότι αὐτὸ ἐξαρ-
191τᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Τμηματάρ-
192χην, καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ἀκόμη. Ποῖοι λοιπὸν εἶναι
193ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προξενοῦν ὅλην τὴν κακὴν κατάστασιν;
194αἱ Κυβερνήσεις· οὔτε τολμῶσιν οἱ Ἀντιπρόσωποι νὰ ἐπι-
195βάλλωνται, ὥστε νὰ διορίζωσι τὰ πρόσωπα τῆς Διοική-
196σεως.
197Τώρα ποία εἶναι ἡ διοίκησις; ὅλοι τὴν γνωρίζετε,
198δὲν εἶναι καλή· ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη δὲν βλέπομεν πρόο-
199δον. Κατὰ τὸ 1833 ἦτο καλλιτέρα, καὶ ἐπὶ τῆς Σουλ-
200τανικῆς Διοικήσεως ἦτο καλλιτέρα. Ἡ παροῦσα διοίκη-
201σις δὲν ἔχει ὅρια· ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ὄργια
202τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ νὰ φρίξητε· τὰ πρόσωπα τῶν πλεί-
203στων Ἐπάρχων καὶ ν’ ἀποτροπιασθῆτε. Τὸ κύριον δὲ ζή-
204τημα εἶναι ὅτι, ἂν αἱ Κυβερνήσεις θέλουν νὰ γίνῃ καλὸν
205εἰς τὸν Τόπον, δύνανται νὰ τὸ ἐπιβάλλουν. Εἰς τὴν Ἑλ-
206λάδα δὲν ἰσχύει ἡ ὑπηρεσία, ἐπιβάλλονται τὰ πρόσωπα·
207ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ θέλουν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν ὑπαλ-
208ληλίαν, ὅλα δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν· ὅταν ὁ Ὑπουρ-
209γὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς Δικαστὰς καὶ
210εἴπῃ θέλω δικαιοσύνην, τὴν ἄλλην ἡμέραν θὰ ἔχωμεν
211δικαιοσύνην. Ἀρκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ
212εἰς τὸν Νομάρχην θέλω καλὴν διοίκησιν, καὶ θὰ ἔχωμεν
213καλὴν διοίκησιν· εἶπον ὅμως τότε ὅτι αὐτὸ δὲν συμφέρει,
214καὶ διατί δὲν συμφέρει ὅλοι τὸ γνωρίζομεν.
215Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἠναγκάσθην κατὰ τὴν τρίτην
216Σύνοδον νὰ καταψηφίσω ὅλα αὐτὰ τὰ Νομοσχέδια· ἐν-
217νοεῖτε δὲ ὅτι ὁ Ἀντιπρόσωπος, ὅστις καταψηφίζει τὰ
218Νομοσχέδια αὐτὰ, ποίαν θέσιν κατέχει εἰς τὴν διοίκησιν...
219(εἷς ἐκ τῶν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ φωνεῖ «διότι δὲν σοῦ διώ-
220ρισαν τὸν Ταμίαν», καὶ ὡς ἐκ τούτου λογομαχία ἐγείρε-
221ται ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, θόρυβος δὲ καὶ λογομαχία ἐν τῇ
222αἰθούσῃ).
223Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐπαχθῆ φορολογικὰ
224Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρήγαγον σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν
225ἐπὶ τοῦ φρονήματός μου. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος περὶ
226εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅλοι ὅ-
227σοι τὸν ἐψηφίσαμεν, τὸν ἐψηφίσαμεν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ
228κατὰ τὸ ἔτος 1884 ὡρισμένως, ἤτοι διὰ τοὺς φόρους τοῦ
2291884. Τί ὅμως συνέβη κατὰ τὴν ἐφαρμογήν; οἱ Ταμίαι
230ἀφοῦ συνεκέντρωσαν τοὺς φόρους ἑκάστου φορολογουμένου
231ἀπὸ τοῦ 1880 ἕως τοῦ 1884, ἐφήρμοσαν τὸν Νόμον δι’ ὅ-
232λον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, τουτέστι δὲν περιωρί-
233σθησαν διὰ τὸ 1884, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα προηγούμενα
234χρέη. Τί συνέβη ἐκ τούτου εἰς τὰς Ἐπαρχίας, καὶ ἔπει-
235τα ἀπὸ τὰ δυστυχήματα αὐτὰ τῆς θεομηνίας; γνωρίζετε
236ὅλοι ὅσοι μετέβητε εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Ἠλπίζομεν, καὶ
237ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁ πατὴρ,
238οὕτως εἰπεῖν, τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνατεθει-
239μένον τὸ πᾶν, ὅτι ἤθελε λάβει αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἤθελε
240φροντίσει κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτὴν, Σύνοδον, ἡ ὁποία δὲν
241εἶναι, παρὰ ἡ ἔξοδος πλέον ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου,
242Σύνοδον, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπουλώσῃ πληγάς τινάς,
243ἐνόμιζον ὅτι ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸν Τόπον,
244λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν καταστροφὴν ἐκ τῆς θεομη-
245νίας, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ νὰ λάβῃ μίαν
246πρόνοιαν, ὅπως θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο
247δὲν γίνεται καὶ ὁ δυστυχὴς ὁ σταφιδοκτήμων δὲν ἔχει
248νὰ καταβάλῃ τ’ ἀπαιτούμενα χρήματα, εἶναι δίκαιον νὰ
249καταδιώκηται ἀπηνῶς, ὡς νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς τὸ Κράτος;
250δὲν εἶναι δίκαιον· ἀπεναντίας, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ
251φροντίσῃ νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ ἤπια μέτρα, διὰ νὰ μὴ
252γογγύσῃ ὁ λαὸς, καὶ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τούτου καταστροφὴ
253καὶ εἰς τὸ Ἔθνος.
254Ἐν τούτοις, κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἔλαβε πρόνοιαν ἡ
255Κυβέρνησις δι’ αὐτὸν τὸν Τόπον, ὅστις ἀπεσυνετέθη
256σχεδόν, ἀλλὰ βλέπομεν ξένας ἀποστολὰς στρατιωτικὰς
257καὶ διορισμοὺς στρατηγῶν πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ
258ἡμῶν καὶ ναυτικοὺς διορισμοὺς ξένων ἀξιωματικῶν διὰ
259τὸ ναυτικόν μας καὶ τὰ τοιαῦτα. Διατί δὲ πάντα ταῦτα;
260Τί ἔχομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα; ὁ Τόπος μας εἶναι πε-
261ριωρισμένος· ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν, κύριοι, ἀνάγκην, δὲν
262ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τῶν φοβερῶν,
263ὡς ἐξετέθη, δυστυχημάτων ν’ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας, ἀλλ’
264ὤφειλε νὰ πράξῃ ὅ,τι ὁ συνετὸς οἰκογενειάρχης, ὅστις ἐνῷ
265ἔχει ἓν εἰσόδημα, ἔχει ὑπολογίσει, ὅτι ἀρκεῖ διὰ τὴν
266ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων του ἢ ἀποστολὴν αὐτῶν εἰς τὴν
267Εὐρώπην καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας· ἐὰν αἴφνης κατα-
268στραφῶσι τὰ εἰσοδήματά του τί θὰ κάμῃ; δύναται νὰ
269προβῇ εἰς ἄλλο τι ἢ νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδά του;
270Δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν πρόκειται
271νὰ πράξῃ αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθοῦσιν αἱ δαπάναι,
272αὐτοὶ δὲ οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐννοοῦν ἐξοπλισμοὺς, ἀριθμοὺς,
273χρήματα, παρασκευὰς κτλ. Δὲν ἀντέχει, κύριοι, ὁ Τόπος
274εἰς ταῦτα. Τέλος πάντων ἡ Ἐπαρχία, ἣν ἀντιπροσωπεύω,
275ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἀντέχει, ὁ δὲ Τόπος, ἐπειδὴ ἦλθον ὅλα διὰ
276μιᾶς, δὲν δύναται ν’ ἀντιστῇ εἰς τόσα βάρη. Ὅλοι γνωρί-
277ζετε τί συμβαίνει ἔξω, γνωρίζετε εἰς ποῖον βαθμὸν ἡ κοι-
278νωνία εἶναι ἐξεγειγερμένη διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην·
279δὲν λέγω, ὅτι τῆς καταστάσεως ταύτης εἶναι παραίτιος
280κατὰ τὸ ὅλον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν
281λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ προβαίνῃ
282εἰς τοιαύτας δαπάνας καὶ ὅταν ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐξ ἄλ-
283λων λόγων ἀφίνῃ τὸν Τόπον νὰ πάσχῃ, ὁ Τόπος βεβαίως
284ἀγανακτεῖ, καὶ ἡ ἀγανάκτησίς του τρέπεται κατὰ τῶν
285ἀντιπροσώπων του. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀποκρύ-
286ψωμεν ἡμεῖς τὸ φρόνημα τοῦτο τοῦ λαοῦ, ἤδη μάλιστα,
287ὅτε πρόκειται νὰ παραστῶμεν ἐντὸς ὀλίγου ἐνώπιον αὐτοῦ.
288Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως ἔχει ἀρκετὸν
289ὄγκον καὶ ἀρκετὴν δύναμιν, ὥστε νὰ μὴ φοβῆται τὴν κοι-
290νὴν γνώμην, ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ζήσωμεν
291ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ, τὸν σεβόμεθα καὶ ὁμολογοῦμεν, ὅτι
292τὸν ἀκολουθοῦμεν. Ὑπὸ ταύτης δὲ τῆς κοινῆς γνώμης
293ἀναγκαζόμεθα νὰ καταψηφίσωμεν ἐναντίον ὅλων αὐτῶν
294τῶν βαρῶν.
295Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ μόνη δυσχερὴς θέσις ἀντι-
296προσώπου εἶναι ἡ θέσις ἐμοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο.
297Ὅλοι γνωρίζετε τὸν φανατισμὸν, μετὰ τοῦ ὁποίου ὑπηρέ-
298τησα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅλοι γνωρίζετε πῶς διεκείμην
299πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ
300εὐγενὴς πάλη τριῶν ἐτῶν, εἰς ἐμὲ μὲν φρονοῦντα ὅτι, ἐὰν
301ἠδυνάμην νὰ ἐπικρατήσω εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, ἤθελον
302κατορθώσει πολλὰ καλὰ, μὲ διέψευσεν, ἐμόρφωσα δὲ τοιαύ-
303την πεποίθησιν καὶ τοιοῦτον γόητρον ὡς πρὸς τὸν ἀρχη-
304γὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε ἀνεγνωρίσθη τοιοῦτος παρ’
305ὅλων τῶν κομμάτων, ἀνεγνωρίσθη δὲ καὶ ὑπὸ τῆς νοημο-
306σύνης τοῦ Τόπου ὁλοκλήρου. Ὅταν ὅλα τὰ κόμματα, κύ-
307ριοι, ἀνεγνώρισαν τὸν συμπολίτην μου Ἀρχηγὸν, δι’ ἐμὲ
308ἡ ἐπὶ πλέον πάλη ἦτο ματαιοπονία· ἄλλως, τί ἀπεδείχθην
309ἐγώ; ἀπεδείχθην πλανώμενος, διότι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον
310ἐγὼ ὑπηρέτουν φανατικῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι τὰ μέσα
311τῆς συγκοινωνίας, τοὺς δρόμους, δὲν τὸ ἐπέτυχον οὔτε
312κἂν εἰς τὸ χαρτί· διότι κατεσκευάσθησαν ὁδοὶ ἐπὶ ὁδῶν
313τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ χάρτου εἰς ἅπαντα τὰ μέρη, εἰς τὴν
314Γορτυνίαν ὅμως οὐδὲν ἐγένετο. Εὔχομαι δὲ, ὅπως ἡ Ἀν-
315τιπολίτευσις μὲ ἀποδείξῃ πλανώμενον καὶ εἰς αὐτὰ τὰ
316πράγματα, καὶ ἐρχομένη εἰς τὴν Ἐξουσίαν νὰ κατορθώσῃ
317ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπηρέτησα μετὰ μανίας τὴν
318παροῦσαν Κυβέρνησιν.
319Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἄνευ τοῦ ἐλαχί-
320στου ἐνδοιασμοῦ ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ
321ὀφείλω καὶ ἐγὼ καὶ ἐκ μέρους τῶν δύω φίλων, μετὰ τῶν
322ὁποίων ἀπεμακρύνθην, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἀπομακρυ-
323θέντες τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδεσμεύθημεν παντάπασιν, ἡ
324πορεία μας ἀφέθη ἐλευθέρα, ἡ ψῆφος καὶ ἡ συνείδησίς
325μας εἶναι ἐλευθέρα, μόνον ἓν εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον
326θὰ ἐργασθῶμεν καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ψηφίσωμεν, εἶναι
327τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, διὰ τὸ ὁποῖον ζήτημα
328γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος ἐνδια-
329φέρονται, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς
330ψηφοφορίαν, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν
331συμφώνως μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον,
332ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴ τὰς οἰκονομίας, ἐπὶ
333τῶν ὁποίων σήμερον στηρίζεται ἡ σωτηρία τοῦ Τόπου.
334Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τοῦ
335Κοινοβουλίου καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ τύχω τῆς συγ-
336γνώμης αὐτοῦ, διότι τὸ ἀπησχόλησα ὄχι διὰ λόγων κε-
337νῶν, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγησα καὶ
338δικαιολογοῦσι τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβην.
339§5Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἐγώ,
340κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας συνά-
341δελφός μου, νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου καὶ τὴν ψῆ-
342φόν μου. Εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ γνωρίζουν οἱ ἀξιότιμοι συνά-
343δελφοί μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Συμπολίτευσιν καὶ ὑπο-
344στηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μετὰ μεγίστου ἐνθουσια-
345σμοῦ ἠκολούθησα τὰς ἀρχὰς, τὰς γνώμας, τὰς πεποιθή-
346σεις καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· εἶναι
347ἀληθὲς ὅτι εἰσήγοντο Νομοσχέδια, Νομοσχέδια ἐπιβαρύ-
348νοντα τὸν Λαὸν, Νομοσχέδια ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ δημο-
349τικότης ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν φίλων τῆς Κυβερ-
350νήσεως ἐμειοῦτο ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μας· πολλαὶ φωναὶ
351καὶ διαμαρτυρήσεις ἠγείροντο ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μας,
352τολμῶ δὲ νὰ εἴπω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόληψίς μας ἐσυκο-
353φαντεῖτο, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἔχοντες πεποίθησιν ἐπὶ τὸν Πρόε-
354δρον τῆς Κυβερνήσεως ἐψηφίζομεν τὰ Νομοσχέδια ἐκεῖνα
355καὶ τὰ ἐψηφίζομεν, διότι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς
356Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογι-
357σμὸν ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπεβάλλοντο φόροι καὶ φόροι βαρεῖς
358καὶ δυσβάστακτοι, ἀφ’ ἑτέρου μᾶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήμα-
359τος τούτου ὅτι θὰ ἴδωμεν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ὅτι
360τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπετεύχθη, ὅτι ἡ Ἑλ-
361λὰς ἀνακτᾷ τὴν δημοσίαν αὐτῆς πίστιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ
362καὶ ὅτι εὐδαιμονία ἀναμένει τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν ὡς ἐκ
363τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅλοι ἐναντίον τῆς
364δημοτικότητος ἡμῶν ἐλέγομεν «ἂς ψηφίσωμεν τοὺς φόρους,
365ἂς ὑποβάλλωμεν τὸν λαὸν εἰς ὑποχρεώσεις ἀρκεῖ νὰ ἐπι-
366τευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ»· καὶ τοῦτο ἐγέ-
367νετο, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, κατὰ τὴν δευτέραν
368Σύνοδον τῆς Βουλῆς· ἔρχεται ἡ τρίτη Σύνοδος καὶ εἴδο-
369μεν ὅτι αἱ ἐλπίδες μας ἐματαιοῦντο, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον δὲν
370ἐπετυγχάνετο, ὅτι οἱ φορολογικοὶ Νόμοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἦσαν
371καταθλιπτικώτατοι, ἀφ’ ἑτέρου εἰς ἀπείρους καταχρήσεις
372ἔδιδον χώραν, καὶ ἡμεῖς οἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις γνωρίζομεν
373τὰς ἀπείρους καταχρήσεις, αἵτινες γίνονται. Τὰ ἀποτελέ-
374σματα δὲ κατέδειξαν ὅτι ὀλίγα εἰσῆλθον εἰς τὸ Δημό-
375σιον Ταμεῖον διὰ τῶν φορολογικῶν ἐκείνων Νόμων, οὓς
376ἐξεμεταλλεύοντο καὶ ἐκμεταλλεύονται ὀλίγοι ὑπάλληλοι
377κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
378Καὶ ἐνῷ ἤλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῆς τρίτης Συνόδου
379καὶ ἐβλέπομεν τὰς προσδοκίας μας ὁσημέραι διαψευδομέ-
380νας καὶ ἐβλέπομεν ὅτι ἀρχίζει νὰ ἀνοίγεται χάος εἰς τὰ
381οἰκονομικὰ τοῦ Τόπου, ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις ἐξηκο-
382λούθει νὰ εἰσάγῃ νέα φορολογικὰ Νομοσχέδια διὰ τῶν
383ὁποίων ἐζητοῦντο νέοι φόροι. Καὶ πάλιν εἴπομεν «ὅτι πρό-
384κειται νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της ἡ Κυβέρνησις καὶ
385θὰ κατορθώσῃ τὸ ἰσοζύγιον». Καὶ εἰσάγεται ὁ Νόμος περὶ
386δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς
387κυκλοφορίας· ἠγέρθησαν κραυγαὶ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, δια-
388μαρτυρήσεις ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας, συκοφαντίαι
389τολμῶ νὰ εἴπω, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν «ἂς ψηφίσωμεν καὶ τὸ
390δάνειον αὐτὸ, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς
391κυκλοφορίας»—διότι αὕτη ἦτο ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνή-
392σεως, ὅπως διὰ τῆς ἄρσεως ἑδραιωθῇ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος,
393καὶ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ τῆς Ἑλ-
394λάδος μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
395Καὶ ἐψηφίσαμεν τὸ δάνειον, ἀλλὰ σὺν τῷ δανείῳ εἰσή-
396χθη τὸ νέον Δασμολόγιον καὶ εἰσήχθη ὁ φοβερὸς, ὁ δρα-
397κόντειος ἰδίᾳ διὰ τὴν Πελοπόννησον Νόμος περὶ καταδιώ-
398ξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ ὁμιλῶ περὶ Πε-
399λοποννήσου, διότι εἶμαι Πελοποννήσιος· ὀφείλει ἡ Πελο-
400πόννησος τινά· διότι ἡ Πελοπόννησος καταβάλλει τοὺς
401πλειοτέρους φόρους, διότι εἰς τὴν Πελοπόννησον ἐργάζον-
402ται καὶ καλλιεργοῦσι καὶ παράγουσιν οἱ κάτοικοι πλου-
403τίζοντες τὸν δημόσιον θησαυρόν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ κα-
404θυστερούντων ὅπως εἰσήχθη ἦτο φοβερόν· προσήλθομεν
405ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀπο-
406συρθῆ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐκ τῆς Πελοποννή-
407σου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ κύριος Στεφανόπουλος καὶ ὁ κύ-
408ριος Δόγκας ἐδηλώσαμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
409σεως ὅτι, ἐὰν δὲν τροποποιηθῇ τὸ Νομοσχέδιον, εἴμεθα ἠ-
410ναγκασμένοι νὰ ἀποσυρθῶμεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου.
411§6Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοιαύτην δήλωσιν δὲν
412ἔκαμον.
413§7ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὴν ἔκαμον ἐγὼ, κύριε Στεφανόπουλε·
414ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν θὰ ἐδέχεσθε νὰ ψηφίσητε τὸ νομο-
415σχέδιον ὡς εἶχε.
416§8ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐτροποποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος
417ἀφ’ ἑαυτοῦ.
418§9ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἡμεῖς ἠδικήθημεν τότε· ἔγραψαν εἰς
419τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἀντιπολιτευόμεθα ἐκ συμπαιγνίας (δει-
420κνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν), ὅπως ἴσως σήμερον ἀδικού-
421μεθα παρ’ ὑμῶν (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν). Ἐδέχθη-
422μεν τέλος πάντων μετὰ τῆς τροπολογίας ἐκείνης ὡς ἐκ
423τῆς ὁποίας δὲν ἦτο τόσον βαρὺ τὸ νομοσχέδιον, ἐνομίζο-
424μεν ὅμως ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυ-
425βερνήσεως ἤθελον προσέξει καὶ δὲν ἤθελον τὸ καταστήσει
426καταθλιπτικώτερον· ἐνομίζομεν, ὅτι οἱ ταμίαι ἤθελον ἐφαρ-
427μόσει τὸν νόμον ἐκεῖνον μόνον διὰ τὰ καθυστερούμενα διὰ
428τὸ ἔτος 1884· καὶ ἐν τούτοις οἱ ταμίαι ἐναντίον τῆς γε-
429νικῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἀνὰ τὴν Πελοπόν-
430νησον καὶ ἑπομένως ἀνὰ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα—ὁλό-
431κληρον, διότι ἐν τῇ καταστροφῇ τῶν σταφιδοκτημόνων
432ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς πάσχει—ἐν τῇ καταστροφῇ ταύτῃ,
433οἱ ταμίαι λαβόντες ὡς ὅπλον τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐξέδωκαν
434κατὰ χιλιάδας τὰ ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν συμπολιτῶν
435μας ἑνώσαντες τὰ χρέη ἁπάντων τῶν προηγουμένων ἐτῶν
436ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἀγεληδὸν δίκην κτηνῶν ἤγαγον τοὺς
437συμπολίτας μας εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ τὸ προϊόν των, τὸ
438προϊόν ἐκεῖνο διὰ τοῦ ὁποίου ζῇ ἡ Ἑλλὰς, κατεστράφη.
439Διεμαρτυρήθην, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐζήτησα—τολμῶ νὰ
440τὸ εἴπω, διότι προστατεύω τὰ συμφέροντα τῶν συμπολι-
441τῶν μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐτίμησαν διὰ τῆς ψήφου των—τὴν
442παῦσιν τοῦ ταμίου Καλαβρύτων διὰ τὴν διαγωγήν του
443ταύτην, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην.
444Ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ καταστρεπτικὴ θεομηνία καὶ οἱ ἀξιό-
445τιμοι Βουλευταὶ τῆς Κορινθίας...
446§10Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Ὄχι ὅλοι.
447§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ δηλώσω τὰ ὀνόματά των—οἱ κύριοι
448Κανελλόπουλος, Νεντάκης καὶ Πετρούλιας, ἐμφορούμενοι
449ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφοροῦμαι
450καὶ ἐγὼ, ὑπέβαλον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν
451νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ὁ ἐπιβαρύνων τὸν σταφιδόκαρπον,
452τὸν χρησιμεύοντα διὰ τὰ πνευματώδη ποτὰ, καὶ ὅμως
453τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν ὡς
454καὶ τοῦ κ. Σταυροπούλου, ὁ ὁποῖος ἐφώναζεν ἀπὸ τοῦ βή-
455ματος τούτου, διεμαρτύρετο, ἐῤῥίφθη εἰς τὰς καλένδας.
456§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τὸ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος
457τῆς Κυβερνήσεως.
458§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ εὔχομαι, καὶ ἐὰν τὸ ὑποβάλῃ θὰ ψη-
459φίσω καὶ ἐγὼ τότε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ οἱ
460ἄλλοι Βουλευταί, οἱ ἰδόντες τὴν καταστροφήν, ἥτις ἐγένε-
461το εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπέβαλον νομοσχέδιον ὅπως
462τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ καθυστερούντων, καὶ
463αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν εἰκοστὴν τάξιν, ὅπως κα-
464ταδιώκωνται οἱ συμπολῖται ἡμῶν οἱ πλουτίζοντες τὴν
465Ἑλλάδα διὰ τῆς ἐργασίας των.
466Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐσκέφθην ὑπακούων εἰς τὴν
467φωνὴν τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ εἰς τὴν φωνὴν τῆς κοινῆς
468γνώμης, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν κ.
469Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἄρω τὴν ἐμπι-
470στοσύνην μου καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ζητήσω παρὰ
471τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν
472ψῆφον, νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ τεθῇ
473πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως μετὰ τὴν συζητουμένην ἐ-
474περώτησιν ἡ συζήτησις τῶν δύω νομοσχεδίων τῶν ἀξιοτί-
475μων κυρίων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ὠνόμασα. (Χειροκρο-
476τήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ φωναὶ
477εὖγε, εὖγε).
478§14Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχουσι δίκαιον, κύριοι Βου-
479λευταί, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε οἱ φίλοι αὐτῆς αἰτιώμε-
480νοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὕτη δι’ ἐπανειλημμένων
481ἀγορεύσεων ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ δανείου
482τῶν 170 ἑκατομμυρίων καὶ περὶ τῆς ἀρθείσης ἀναγκαστι-
483κῆς κυκλοφορίας. Δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι, συζητουμένου
484τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξε-
485πλήρου καθῆκον ἐπιβαλλόμενον αὐτῇ, δεικνύουσα ἐνταῦθα
486διὰ τῶν πραγμάτων ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Νόμου ἐκεί-
487νου ἦτο παράκαιρος καὶ ἐὰν ἔτι ἐπρόκειτο δι’ αὐτοῦ νὰ
488ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἣν ἅπαντες ἐπεδοκι-
489μάζομεν, ἤθελε φέρει ὀλέθρια ἀποτελέσματα ἕνεκα τῶν
490οἰκονομικῶν περιστάσεων, ἐν αἷς τὸ Κράτος εὑρίσκεται.
491Αἱ προῤῥήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκυρώθησαν διὰ τῶν
492πραγμάτων· ὁ Νόμος ἐγένετο, τὸ δάνειον ἐπεψηφίσθη, ἐξε-
493τέθη εἰς ἐγγραφὴν, ἀλλ’ ἀπέτυχε, χωρὶς νὰ πραγματωθῇ ὁ
494σκοπὸς, δι’ ὃν τοῦτο ἐπεψηφίσθη.
495Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν κατεδείκνυε ταῦτα πάντα
496ἐγκαίρως ἐνταῦθα, τότε ἤθελε παραβῆ ἀληθῶς τὸ καθῆ-
497κον αὐτῆς, ὡς ἤθελε παραβῆ ἐπίσης αὐτὸ, καταλιποῦσα
498ἀπαρατήρητον τὴν παρανομίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαλλα-
499ξάσης τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς
500εἰς τὸ δάνειον καὶ οὑτωσὶ ζημιωσάσης ὑπὲρ τὰς 600 χιλι-
501άδας δραχμὰς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἤθελεν ἀληθῶς παραβῆ
502τὸ καθῆκον αὐτῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις μὴ κατακρίνασα τὴν
503πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως παραβάσης ῥητὰς διατάξεις τοῦ
504Νόμου, παραβάσης τὸν σκοπὸν αὐτοῦ δηλωθέντα ὑπὸ τοῦ
505ἀξιοτίμου Προέδρου κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου
506καὶ μεταχειρισθείσης τὰ χρήματα τοῦ δανείου, προωρι-
507σμένα ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
508κλοφορίας, δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους παρανόμως,
509καὶ ἀνασταλείσης οὑτωσὶ τῆς ἄρσεως ἐπὶ χρόνον, δι’ ἣν
510καὶ μόνον ᾐτήσαντο τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δανείου ἐκείνου.
511Ἦτο ἀδύνατον λοιπὸν εἰς ἡμᾶς ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατηρή-
512τους καὶ ἀνεξελέγκτους τὰς πράξεις ταύτας τῆς Κυβερ-
513νήσεως, καὶ ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀφήσωμεν ἀπαρατήρητον ἑτέ-
514ραν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως συνομολογησάσης κατὰ πα-
515ράβασιν τῶν Νόμων δάνεια ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς
516Βουλῆς. Αἱ Κυβερνητικαὶ πράξεις λοιπὸν, αἱ παράνομοι,
517προκαλοῦσι τὰς μακρὰς συζητήσεις, τὰς παρατηρήσεις
518καὶ τοὺς ἐλέγχους.
519Ὅταν, κύριοι, ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων,
520γενομένης καὶ τότε συζητήσεως περὶ τῆς παραβάσεως τοῦ
521σκοποῦ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἔλεγον, ὅτι
522ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως πλησιά-
523ζομεν νὰ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς χρεωκοπίας, ὅτε ἐν τῇ
524αὐτῇ συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δηλιγιάν-
525νης ἔλεγεν ὅτι πλησιάζομεν νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τὸ χαῖνον
526βάραθρον τῆς χρεωκοπίας, τινὲς μὲν τῶν κ. Βουλευτῶν
527ἀντιδοξοῦντες ἐμειδίων, λέξεις κενὰς θεωροῦντες τὰς παρα-
528στάσεις αὐτὰς, εἷς δὲ τῶν κ. Ὑπουργῶν ταμβακίζων ἐγέλα
529σαρδωνικῶς. Δυστυχῶς τὰ πράγματα προέβησαν τόσον
530ταχέως, ἐπικυρώσαντα τὰς προῤῥήσεις ἡμῶν· πρὸς ἀπόδει-
531ξιν πλειοτέραν τούτων ἄς ἐξετάσῃ ὁ θέλων τὴν σημερι-
532νὴν κατάστασιν τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, ἂς ἐρωτήσῃ
533ἄν αἱ θύραι τοῦ Ταμείου Ἀθηνῶν εἰσὶ πρὸς ὅλους τοὺς
534δικαιούχους ἀνοικταὶ, ἄς ἐρωτήσῃ ἄν αἱ δεκαημερίαι τοῦ
535στρατοῦ πληρώνωνται τακτικῶς, ἄς λάβῃ προσέτι ὑπ’ ὄ-
536ψιν αὐτοῦ τὰς ἐν πίνακι κατατεθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέ-
537δρου τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας καὶ ἂς ἀποφανθῇ, ἂν
538οὐχὶ πλέον προβαίνωμεν νὰ κρούσωμεν τὰς θύρας τῆς χρεω-
539κοπίας, ἀλλ’ ἂν δὲν εἴμεθα ἐν πραγματικῇ καὶ πλήρει
540χρεωκοπίᾳ· ἂν ὑπῆρχεν εἰδικὴ δικαιοδοσία κηρύττουσα τὰ
541Κράτη ἐν καταστάσει πτωχεύσεως, τοιαύτη ἀπόφανσις
542ἤθελε νομίμως ἐκδοθῆ διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους
543ἡμῶν.
544Πρὶν ἢ εἰδικῶς ἐξετάσω, κύριοι, τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔφε-
545ρεν ἐμὲ εἰς τὸ βῆμα, ἐπιτρεψατέ μοι νὰ φέρω τὸν λόγον
546ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πράξω
547τοῦτο, διότι ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
548βερνήσεως, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν χρή-
549σεων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀνέφερεν ὅτι ἐκληρονό-
550μησε βάρη ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1881, καὶ τούτου ἕνεκα
551ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα τοῦ δανείου καὶ
552εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ διότι συγχέει ἐν μέρει ὁ κ. Πρωθυ-
553πουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθέντος πίνακος τὴν χρῆ-
554σιν τοῦ 1881 πρὸς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων.
555Ὀφείλω λοιπὸν νὰ ἐξετάσω, ἂν ἡ προκάτοχος τῆς πα-
556ρούσης Κυβερνήσεως ἐγκατέλειψεν ἀληθῶς βάρη εἰς τὰς
557μεταγενεστέρας χρήσεις, ἢ μεγάλα ποσὰ, ἅτινα ἡ παροῦ-
558σα Κυβέρνησις ἐσπατάλησεν· ἀλλὰ καὶ ἑτέραν παρατήρη-
559σιν ὀφείλω νὰ ποιήσω. Κατὰ τὴν νέαν λογιστικὴν σχολὴν
560τῆς παρούσης ἐποχῆς οἱ ἀριθμοὶ ἐκτήσαντο νέας ἰδιότη-
561τας ἀγνώστους εἰς τὴν παλαιὰν, εἰς ἣν κατέταξεν ὁ κ.
562Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπου-
563λον, ἐλέγχων αὐτὸν μάλιστα ὡς μὴ δυνάμενον νὰ κατα-
564νοήσῃ τὴν μέθοδον τῆς νέας· κατὰ τὴν νέαν ταύτην σχο-
565λὴν οἱ ἀριθμοὶ ἐκτήσαντο τὴν ἰδιότητα τῆς συστολῆς καὶ
566διαστολῆς· οὐχὶ κατὰ λόγον τῆς φυσικῆς θερμοκρασίας,
567ἀλλὰ τῆς διανοητικῆς τοῦ γράφοντος τοὺς ἀριθμοὺς καὶ
568παρουσιάζοντος αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ δευτέραν
569ἐκτήσαντο ἰδιότητα τὴν ἐκλειπτικὴν, δι’ ἧς οἱ αὐτοὶ ἀριθ-
570μοὶ ἄλλοτε μὲν ἐμφανίζονται ἐν τῷ αὐτῷ λογαριασμῷ, ἄλλο-
571τε δ’ ἐξαφανίζονται ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ γράφων προ-
572τίθεται νὰ ἐπιδιώξῃ. Τοῦτο, κύριοι, καταδεικνύεται εὐχε-
573ρέστατα ἐξ ἐγγράφων· ἔν τινι συνεδριάσει τοῦ 1883 ὁ κ.
574Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέφερεν ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1881
575κατέλιπε 38,999,726 δραχμὰς, παρέλειψεν ὅμως ἐκ κακῆς
576πίστεως ν’ ἀναφέρῃ καὶ πολλὰ ἄλλα ποσὰ, ἅτινα ἡ χρῆσις
577ἐκείνη κατέλιπε, τουτέστι 2,200,000 τὴν ἀξίαν χαλ-
578κίνων νομισμάτων, ὡσαύτως ἀντίτιμον πωληθέντων ἵππων
579καὶ ἱματισμοῦ 3,000,000, ὡσαύτως ἀντίτιμον ἱματισμοῦ
5805,500,000 καὶ ἐκ τοῦ ἱματισμοῦ τούτου ἀνέγραψαν ἐν
581τοῖς Προϋπολογισμοῖς κατὰ τὸ 1882 1,300,000, κατὰ
582τὸ 1883 1,800,000, κατὰ τὸ 1884 1,600,000 καὶ κατὰ
583τὸ 1885 800,000. Ἐν ὅλῳ ἡ χρῆσις τοῦ 1881 κατέλιπε
58449,699,722· ἐνταῦθα ἔλαβε χώραν ἡ ἐκλειπτικὴ ἰδιότης
585τῶν ἀριθμῶν, διότι, ἀπὸ τοὺς πρώτους λογαριασμοὺς ἐξέ-
586λιπον τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὰ 5,500,000. Κατὰ
587παραβολὴν ὅμως τῶν ὅσων τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε
588πρὸς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ πάλιν παρουσιαζόμενον πίνακα, βλέ-
589πομεν ἰσχύσασαν τὴν ἑτέραν ἰδιότητα τῆς ἐλαστικότητος
590τῶν σωμάτων· διότι, ἐνῷ τότε εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς πωλήσεως
5914,957 μετοχῶν ἐλήφθησαν 1,838,960, νῦν ἀναφέρει, ὅτι
592ἐλήφθησαν 1,734,428· τότε ἀνέφερεν, ὅτι παρὰ τῇ Τρα-
593πέζῃ Κωνσταντινουπόλεως κατελείποντο 11,286,604, νῦν
594ἀναφέρει ἐν τῷ πίνακι 13,437,842· τότε εἶπεν, ὅτι παρὰ
595τῷ Ῥοδοκανάκῃ κατελείφθησαν 3,637,500, νῦν 4,563,158.
596Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως, κύριοι, τίς δύνα-
597ται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δίδῃ πίστιν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ.
598Πρωθυπουργοῦ παρουσιαζόμενα, ἄλλοτε ἄλλως μορφούμε-
599να, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀληθῆ, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν ἐκ λάθους
600περὶ τὴν λογιστικὴν ἢ ἐκ προθέσεως ἀναλόγου πρὸς τὸν
601ἑκάστοτε ἐπιδιωκόμενον σκοπόν; Ἡ χρῆσις ἐκείνη τοῦ
6021881 κατέλιπεν ἐπίσης καὶ χρέη, διότι ἐτελείωσε μεταγε-
603νεστέρως, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεχώρησε κατὰ τὸν
604Μάρτιον τοῦ 1881, καταλείψασα ἔξοδα ὀφειλόμενα 21,
605360,274· ἀφαιρουμένων τούτων ἀπὸ τὸ γενικὸν ποσὸν
606μένει καθαρὸν ὑπόλοιπον 28,339,447. Οὐχὶ λοιπὸν βάρη,
607ἀλλὰ μέγα ποσὸν ἀφῆκεν ὑμῖν ἡ χρῆσις τοῦ 1881, ποσὸν
608μέγα, ὅπερ μετεχειρίσθητε μεταγενεστέρως, καὶ ἐν τούτοις
609τολμᾶτε, παραμορφώνοντες τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθ-
610μοὺς, νὰ λέγητε, ὅτι ἕνεκα τῶν βαρῶν τῆς χρήσεως τοῦ
6111881 ἠναγκάσθητε νὰ δαπανήσητε χρήματα τοῦ δανείου
612τῶν 170 ἑκατομμυρίων.
613Ταῦτα μελετῶν, κύριοι, χθὲς, μετὰ συγκινήσεως ἀνεῦρον
614ἐν τοῖς ἐγγράφοις μου καὶ μίαν ἐπιστολὴν, καὶ ἐπιτρέψατέ
615μοι νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς, ἀποδεικνυούσης, ὅτι ἡ Κυ-
616βέρνησις ἐκείνη ἢ μᾶλλον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, κατηγορη-
617θεὶς ἐν τούτοις ὑπὸ τῆς νέας λογιστικῆς σχολῆς, τῆς ῥᾳ-
618δίως μεταποιούσης πράγματα καὶ ἀριθμοὺς, τῆς σπατα-
619λησάσης καὶ σπαταλώσης ἀφειδῶς τὸν δημόσιον πλοῦτον,
620ἐπὶ ἀφειδίᾳ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων
621καὶ σπατάλῃ, ὁποίαν ἀληθῶς φειδὼ καὶ ὁποίαν πρόνοιαν
622μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐλάμβανε περὶ
623τῶν χρημάτων, ἅπερ ἡ χρῆσις ἔμελλε ν’ ἀφήσῃ, ἰδίως δὲ
624περὶ τοῦ μεταλλικοῦ τῶν 21,000,000 εἰς χρυσὸν κατατε-
625θειμένων εἰς διαφόρους Τραπέζας ἐπὶ τόκῳ 4%. Ἐμερί-
626μνα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Χώρας ὁ ἀεί-
627μνηστος ἐκεῖνος Πρωθυπουργὸς, συνεσκέπτετο μετὰ τῶν
628συναδέλφων του περὶ ταύτης, καὶ ἓν τῶν μέσων πρὸς βελ-
629τίωσιν τῆς καταστάσεως ἐθεώρει τὴν ἑνοποίησιν τῶν δα-
630νείων· ἀλλὰ φρονῶν, ὅτι πιθανόν τινες τῶν μετόχων νὰ
631ἠρνοῦντο ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς ὁμολογίας τῶν διαφόρων δα-
632νείων πρὸς τὰς τοῦ ἠνοποιημένου, ἤθελε νὰ ἔχῃ ἕτοιμον
633πάντοτε χρῆμα διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ἐσκέπτετο
634περὶ τούτου πάντοτε, ἐνῷ δὲ καθ’ ἑκάστην ὡμιλοῦμεν μοὶ
635ἔγραψεν ἐν τούτοις καὶ τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: «Σὲ ἐνθυμίζω,
636»ὅπως εἴπομεν πολλάκις, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἐγγίξωμεν
637»πλέον τὰ χρήματα τοῦ δανείου, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωμεν
638»διὰ τὰς ἀνάγκας μας ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, διότι τὰ χρή-
639»ματα τοῦ δανείου τὰ χρειαζόμεθα διὰ τὴν μεταβολὴν
640»τῶν παλαιῶν δανείων». Ἀληθὲς ἔγκλημα ἔπραττον οἱ
641παραστήσαντες τὸν ἀρχηγὸν τῆς μερίδος ἐκείνης ὡς ἀφει-
642δήσαντα τῶν δημοσίων.
643Μετὰ τὴν σύντομον ταύτην ἀναθεώρησιν τῆς χρήσεως
644τοῦ 1881 ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πα-
645ρουσιασθέντας πίνακας εἰσέρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα.
646Τὸ μεγαλείτερον, κύριοι Βουλευταὶ, δικαίωμα, ὅπερ οἱ
647λαοὶ ἀπέκτησαν καὶ ἀσκοῦσι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑ-
648τῶν, εἶναι ὁ ἐτήσιος κανονισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
649τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου
650ἐναργέστατα καταδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαί-
651ωμα εἶχε νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, νὰ δαπανᾷ καὶ ἐπι-
652βαρύνῃ τὸ Κράτος ἄνευ τῆς συμμετοχῆς αὐτοῦ διὰ τῶν
653ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Καὶ οὐ μόνον τὸ Σύνταγμα ἀπα-
654γορεύει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι Νόμοι ἀπαγορεύουσιν εἰς
655τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων
656πρὸς ἄλλον σκοπόν. Παρουσιάζονται περιστάσεις, καθ’ ἃς
657ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐν ἀνάγκῃ ἀπολύτῳ νὰ συνομολο-
658γήσῃ δάνεια καὶ νὰ ζητήσῃ κατόπιν τὴν ἐπιδοκιμασίαν
659τῆς Βουλῆς, ἐκθέτουσα τοὺς λόγους τῆς ἀνάγκης· ἀλλὰ,
660μὴ τοιαύτης ἀπολύτου ὑπαρχούσης, εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ
661Κυβέρνησις συνομολογοῦσα δάνεια, ἐπιβαρύνοντα τὴν πα-
662ροῦσαν καὶ τὰς μελλούσας γενεάς. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρ-
663νησις ἄνευ τῆς ἀπολύτου ταύτης ἀνάγκης προέβη εἰς τὴν
664συνομολόγησιν νέων δανείων ἐξευτελιστικῶν καὶ καταστρε-
665πτικῶν τῆς δημοσίας πίστεως.
666Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ
667παρελθόντος ἔτους ἐγίνωσκεν, ὡς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος
668τούτου, ὅτι ἐδαπάνησεν εἰς ἄλλας κατ’ αὐτὸν ἀνάγκας
669ὑπὲρ τὰ 19 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκα-
670τομμυρίων, ἡ τοιαύτη δὲ δαπάνη ἀναφέρεται καὶ ἐν τῷ
671προσαγομένῳ πίνακι· ἐγίνωσκε βεβαίως, ὅτι θὰ λάβῃ ἀ-
672νάγκην τούτων, ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
673Ἐνθυμηθῆτε προσέτι ὅτι ἔλεγεν, ὅτι συνενοήθη μετὰ τῶν
674Τραπεζῶν καὶ διαπραγματεύεται μετ’ αὐτῶν πρὸς εὕρεσιν
675τῶν χρημάτων. Ἐγίνωσκε λοιπὸν πρὸ μηνῶν τὴν ἔλλει-
676ψιν τῶν χρημάτων, ἦτο δὲ καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα. Τίνος
677ἕνεκα δὲν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν αὐτῆς πρὸς συνομολόγησιν
678τῶν δανείων; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ
679κ. Πρωθυπουργοῦ παρεβίασε τὸ προμνησθὲν συνταγματι-
680κώτατον δικαίωμα τοῦ Λαοῦ, τοῦ ἐνασκουμένου διὰ τῶν
681ἀντιπρωσώπων του βουλευτῶν; Δὲν νομίζετε, ὅτι περιυ-
682βρίζει τὴν Βουλήν; Πόθεν ὁ κ. Πρόεδρος ἔλαβε τὸ θάῤ-
683ῥος νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα ἄνευ Νόμου; Κατὰ
684τὸ 1880 τοιαύτην ἐπίσης ἐνήργησε πρᾶξιν, δανεισθεὶς
685ἄνευ Νόμου 15 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τότε προέτεινεν εὔ-
686σχημον δικαιολόγημα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα,
687ὅτι ἐπείγουσα ἀνάγκη παρέστη ἕνεκα τῆς προσκλήσεως
688τῆς ἐπιστρατείας. Ταῦτα δὲ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ἡ συνελ-
689θοῦσα Βουλὴ ἐπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν, καὶ περιέλαβε τὸ
690δάνειον τοῦτο ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων σήμε-
691ρον ὅμως τοιαύτη ἀνάγκη ἀπόλυτος δὲν ὑπῆρξε. Τί λοι-
692πὸν ἐνθαῤῥύνει τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὴν διάπραξιν τῆς πα-
693ρανομίας ταύτης; ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ἐπὶ τρία ἔτη
694μένει ἐν πλήρει ἀφωνίᾳ, μὴ ἔχουσα γνώμην, μὴ κρίνουσα,
695ἀλλὰ πειθαρχικῶς δεχομένη τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ κ.
696Πρωθυπουργοῦ· ἦτο βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων ὁ κύριος
697Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς
698μένει ἔτι ὑποτεταγμένη εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ, ὅτι δὲν θέ-
699λει ἀρνηθῆ αὐτῷ τὴν ψῆφόν της, οὐδὲ θέλει διαμαρτυ-
700ρηθῆ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῇ παραβιάσει τοῦ Συνταγματικοῦ
701δικαιώματος τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ περιφρονήσει ἑαυτῆς.
702Ἐξεταστέον ἤδη, ἐὰν ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ
703συνομολογήσῃ νομίμως ἄνευ προϋπάρχοντος Νόμου τὰ
704δάνεια ταῦτα. Πλανώμενος ἢ ἀμηχανῶν μᾶλλον ἀντέταξε
705χθὲς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170
706ἑκατομμυρίων εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας κ. Σωτη-
707ρόπουλον, τὸν ἐρωτήσαντα αὐτὸν, ἐπὶ τίνος Νόμου στη-
708ριζόμενος συνωμολόγησε τὰ δάνεια. Τὸ ἄρθρον τοῦτο σα-
709φὲς ὂν ἀναιρεῖ ἄρδην τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
710Ἔχει δ’ οὕτως. «Ἐπιτρέπεται ἑπομένως εἰς τὴν Κυβέρ-
711νησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὀνοματικοῦ κεφαλαίου
712«δραχμῶν 170 ἑκατομμυρίων, διαιρουμένου εἰς 340,000
713«ἀνωνύμους ὁμολογίας ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἑπομένης συμ-
714«βάσεως».
715Τίνες εἰσὶν οἱ ὅροι οὗτοι, οἱ δυνάμενοι νὰ προσπορί-
716σωσι τὰ χρήματα; ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, καὶ ἡ πώλησις
717τῶν ὁμολογιῶν. Προδήλως καὶ ἀναντιῤῥήτως ἐντεῦθεν ἕ-
718πεται, ὅτι ὁ Νόμος διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐπέτρεψε τῇ
719Κυβερνήσει νὰ δανεισθῇ· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ὡς
720ἐξάγεται ἐκ τῶν προσαχθεισῶν συμβάσεων, ὁ κ. Πρωθυ-
721πουργὸς ἔλαβε χρήματα ἀπὸ τὰς Τραπέζας ἐπὶ προθεσμίᾳ
722καὶ τόκῳ, καὶ ἔδωκεν ἑκάστῃ ἀνάλογον ἀριθμὸν μετοχῶν
723ὡς ἐνέχυρον, ὑπολογισθείσης τῆς ἀξίας ἑκάστης ὁμολογίας
724εἰς δραχμὰς 250. Αἱ συμβάσεις αὗται περιέχουσι καθα-
725ρῶς δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο βεβαίως
726νὰ πωλήσῃ τὰς ὁμολογίας καὶ νὰ πορισθῇ χρήματα, ἀλλ’
727ἡ πώλησις αὕτη διαφέρει ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως δα-
728νείου ἐπὶ ἐνεχύρῳ· διὰ τῆς πωλήσεως μεταβιβάζεται ἀ-
729μέσως εἰς τὸν ἀγοραστὴν ἡ κυριότης, ἐνῷ διὰ τοῦ δανείου
730ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἡ κυριότης διαμένει εἰς τὸν ὀφειλέτην, καὶ
731μόνον τὸ δικαίωμα παρέχεται τῷ δανειστῇ νὰ ἐκποιήσῃ
732τὸ ἐνέχυρον, ἂν ἐμπροθέσμως δὲν καταβάλῃ αὐτῷ ὁ ὀφει-
733λέτης τὰ ληφθέντα χρήματα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου
734τοιαύτην περιέχουσι συμφωνίαν αἱ συμβάσεις. Ἄρα εἶναι
735καθαρὸν δάνειον ἐπὶ ἐνεχύρῳ, ἀντίθετον ὅλως πρὸς
736τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 170
737ἑκατομμυρίων, καὶ ἑπομένως ἄνευ προηγουμένου Νόμου
738δὲν ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ.
739Κατεδείχθη ἀρκούντως σαφῶς τὸ παράνομον τῆς συνο-
740μολογήσεως τῶν δανείων τούτων, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος
741λόγος ἐπιβαρύνων αὐτὰ, ὁ τρόπος δηλαδὴ τῆς συνομολο-
742γήσεως αὐτῶν· τὰ δάνεια ταῦτα, κύριοι, ὡς ἐγένοντο, ὑπὸ
743τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐπραγματεύθησαν, ἐξηυτέλισαν καὶ
744καὶ κατέστρεψαν τὴν δημοσίαν πίστιν, μέλλουσι δὲ ν’ ἀ-
745ποῤῥοφήσωσιν ὅλας τὰς ὁμολογίας, μόλις οὕτω δυναμένας
746νὰ πληρώσωσι τὰ νέα ταῦτα συνομολογηθέντα δάνεια.
747Ὅταν Κράτος τι, ὅπως δανεισθῇ 11,500,000, κρούῃ τῶν
748Τραπεζῶν τὰς θύρας, μόνον δὲ διὰ τῶν ψιχίων ἐξ Τραπε-
749ζῶν κατορθοῖ νὰ εὕρῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ, τοῦτο τὸ γεγονὸς
750μόνον καταδείκνυσι τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῶν οἰκονο-
751μικῶν τῆς Χώρας, τὸν ὄλεθρον εἰς ὃν φερόμεθα, τὴν πλήρη
752ἔκλυσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν μηδαμινότητα
753τῆς Ἐθνικῆς πίστεως. Καὶ τίς πρῶτος, κύριοι, διεκήρυξεν
754ἐπισήμως σχεδὸν τὴν μηδαμινότητα τῆς Ἐθνικῆς πίστεως;
755τίς πρῶτος ἔδωκεν ἰσχυρὸν πλῆγμα κατὰ τῆς Ἐθνικῆς
756Κυβερνήσεως; Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τοῦ ὀλεθρίου
757αὑτῆς οἰκονομικοῦ συστήματος, ὑποτιμήσασα αὐτὴ τὰ
758Ἐθνικὰ χρεώγραφα κατὰ 100 περίπου δραχμὰς πρὸς
759συνομολόγησιν τῶν νέων αὐτῶν δανείων μόνον πρὸς παρά-
760τασιν τοῦ Κυβερνητικοῦ αὑτῆς βίου. Ἀλλ’ ἐξ ὅλης αὐτῆς
761τῆς καταστάσεως τί θέλει προκύψει; οὐχὶ βεβαίως εὐχά-
762ριστα καὶ ὠφέλιμα. Ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ καὶ ὀφείλει
763νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου 35 ἑκατομμύρια ἐκ
764προκαταβολῆς, 11,500,000 εἰς τὰς ὁμάδας τῶν Τραπε-
765ζῶν, 7 νέα ἑκατομμύρια διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν σιδηρο-
766δρόμων=57 ἑκατομμύρια. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τοῦ ὅ-
767λου δανείου μένουσι 230 χιλιάδες ὁμολογίαι, ἀφαιρουμέ-
768νων τῶν πρὸς ἐγγραφὴν δοθεισῶν 110 χιλιάδων, αἱ 230
769χιλιάδες πρὸς 250, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ πωληθῶσιν, ὅπως
770ἐνεχυριάσθησαν, φέρουσι 56 ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτου κα-
771ταδηλοῦται, ὅτι ὅλαι αἱ ὁμολογίαι αἱ 230 χιλιάδες μό-
772λις καλύπτουσι τὸ χρέος, ὅπερ ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις,
773καὶ ὅπερ ὀφείλει ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ καταβάλῃ, ἤτοι τὰ 57
774ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἀνεχείας δὲν
775θὰ δύναται, καὶ βεβαίως δὲν θὰ δύναται, καταβάλλουσα
776τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔλαβε, νὰ λάβῃ τὰς ἐνεχυριασθείσας ὁμο-
777λογίας, οἱ κάτοχοι αὐτῶν θὰ ἐκποιήσωσιν αὐτάς· ἀλλὰ
778διαδιδομένου εἰς τὴν Εὐρώπην εἰς τὸν λοιπὸν χρηματι-
779στικὸν κόσμον, ὅτι πωλοῦνται τοιουτοτρόπως 230 χιλιά-
780δες ὁμολογίαι, πόσον θὰ ὑποτιμηθῶσιν ἐν γένει τὰ Ἑλλη-
781νικὰ χρεώγραφα, πόσον αὗται αἱ ἐκποιούμεναι μετοχαί;
782ἀμφιβάλλω ἂν πωληθῶσι καὶ πρὸς 150 μόνον δραχ-
783μάς.
784Ἀλλὰ μήπως αὐτοὶ, οἱ ἔχοντες τὰς 110 χιλιάδας ὁμο-
785λογίας, ἀκούοντες, ὅτι ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ ἡ Κυβέρνησις
786θὰ ἐκποιήσῃ 230 χιλιάδας ὁμολογιῶν, δὲν θὰ σπεύσωσιν
787αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ἐκποιήσωσι τὰς ἰδικάς των, νέον κίνδυ-
788νον οὑτωσὶ δημιουργοῦντες καὶ νέον οἰκονομικὸν ὄλεθρον;
789Διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ θὰ ἀπολέσωμεν ὅλας τὰς ὁμολο-
790γίας καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ χρέη·
791ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν πίστιν
792ἐπὶ προφανεῖ κινδύνῳ τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντος τῆς
793Χώρας. Μόνον, κύριοι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠδυνάμεθα δι’ ἄλ-
794λων πόρων νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δα-
795πανῶν, ὁ κίνδυνος αὐτὸς θὰ ἀπεκρούετο· ἀλλὰ ποῦ εἰσὶν
796οἱ πόροι οὗτοι; ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλους ἢ μόνον τὸ πε-
797ρίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ
798καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι ἔρχονται ὄπισθεν ἡμῶν, ἡμεῖς δ’ ἐσό-
799μεθα ἐντελῶς ἀνίκανοι, ἀποκαταστρέψαντες τὰ οἰκονομικὰ
800τῆς Χώρας, ἀνίκανοι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτάς· τὰ σιδη-
801ροδρομικὰ ἔργα προβαίνουσι, καὶ μετ’ ὀλίγον ἡ Πιστωτι-
802κὴ Τράπεζα θὰ ζητήσῃ ἄλλα δύω ἑκατομμύρια, ἅμα ὁ
803σιδηρόδρομος φθάσῃ μέχρι Κορίνθου· νέα δάνεια λοιπόν!
804ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὴν τοιαύ-
805την κατάστασιν. Ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαχειρί-
806σεως εἶναι, ὅτι ἐδαπανήσαμεν καὶ θὰ δαπανήσωμεν βε-
807βαίως 170 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐδανείσθημεν ἐσχάτως,
808καὶ ὅλα αὐτὰ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας·
809ἀλλὰ χάριν αὐτῆς καὶ ἕτερον ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
810σεως, νέα παρανομία, ἀφαιρεσάσης ἀπὸ τοῦ Ταμείου τῆς
811ὁδοποιΐας χρήματα, ἔχοντα προορισμὸν, διὰ ῥητοῦ Νόμου,
812μόνον διὰ καθαρὰ ὁδοποιητικὰ ἔργα. Ἠκούσατε τοῦτο
813ἐπισήμως ἐνταῦθα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς· ἀλλὰ
814διετηρήθησαν, λέγει, οἱ τύποι καὶ μόνον ἡ οὐσία παρεβιά-
815σθη. Δὲν δύναμαι ἀρκούντως ἀληθῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν
816τοιαύτην ἐξομολόγησιν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ Διά-
817ταγμα καὶ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας, ἡ ὡρισμένη Ἐπιτροπὴ
818συντάττει καταστάσεις περὶ τῆς πληρωμῆς δι’ ὡρισμένας
819ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερι-
820κῶν ἐκδίδει ἔνταλμα ἐν ὀνόματι τοῦ δικαιούχου καὶ ἐπι-
821ταγὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ποῖον δικαιοῦχον ἀνέ-
822φερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ἐκδοθὲν ἔν-
823ταλμα, ποίας ὡρισμένας ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας; οὐδένα
824καὶ οὐδεμίαν· διότι δικαιοῦχος ἦν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυ-
825βερνήσεως, καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὸς ὁ κύριος
826Πρόεδρος, διότι εἰκονικὴν πρᾶξιν δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ
827Ἐπιτροπή. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶ-
828ξιν ταύτην ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, λέγω μόνον, ὅτι δὲν ἐπετρέπε-
829το εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ λαθροχειρία· ναὶ ἡ λαθροχειρία, ἣν
830ἐχρήσατο διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ 700,000 δραχμὰς ἐκ τοῦ ταμείου
831τῆς ὁδοποιΐας· οὐδὲ δύναται καὶ ἐπ’ ἐλαχίστῳ νὰ δικαιο-
832λογηθῇ, λέγουσα, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ ταχέως τὰ χρήματα,
833διότι τὸ ἔγκλημα ἀλλαχοῦ ἔγκειται, ἐν παρενθέσει δὲ σᾶς
834λέγω, ὅτι ἀκόμη δὲν ἀπέδωκε τὰ ἀφαιρεθέντα χρήματα.
835Διὰ τῆς ταπεινώσεως λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς πίστεως,
836διὰ συνδυασμῶν τεινόντων εἰς πλήρη ἀποσύνθεσιν, διὰ
837καταπατήσεως Νόμων καὶ Διαταγμάτων, διὰ περιφρονή-
838σεως αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, διὰ λαθροχειρίας, ἐπισφρα-
839γιζούσης ὅλα ταῦτα, ἤρθη τέλος πάντων ἡ ἀναγκαστικὴ
840κυκλοφορία. Ἀλλ’ ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐγένετο ἡ ἄρσις, ὑφ’ ὃ
841σύστημα βαίνομεν σήμερον, ἐστὶ καὶ βιώσιμος αὕτη; Κύ-
842ριοι, φοβοῦμαι πολὺ, καὶ εὔχομαι νὰ ἀπατῶμαι, ὅτι ἕνεκα
843τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
844κλοφορία θὰ ἐπανέλθῃ, ἀλλὰ μὲ ὀλεθριώτερα ἀποτελέσμα-
845τα καὶ ἀνεπανόρθωτα. 40 ἑκατομμύρια ὀφείλομεν κατ’ ἔ-
846τος διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα· δὲν ἔχομεν δὲ πλέον τῶν
84765 ἑκατομμυρίων εἰσοδημάτων· εἶναι ἀδύνατον λοιπὸν νὰ
848πληρώσωμεν τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους διὰ τῶν
849ὑπολειπομένων· ἰδοὺ ὁ φόβος νέας ἀναγκαστικῆς κυκλο-
850φορίας ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ὅλαι αἱ εὐθύναι αὗται πί-
851πτουσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς Κυβερνήσεως· ἐλθοῦσα αὕτη
852εἰς τὴν Ἐξουσίαν εὗρεν ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1881 38
853ἑκατομμύρια· ἠδύνατο, ἂν ἤθελε, νὰ τακτοποιήσῃ βαθμι-
854αίως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, περιοριζομένη εἰς τὰς
855προϋπαρχούσας δαπάνας καὶ μόνον ἀπολύτως νέας προσ-
856θέτουσα διά τινων φόρων ἀναλόγων τῶν ἐθίμων καὶ ἠθῶν
857τῆς Χώρας, δικαίων, ἤθελεν εὐχερῶς κατορθώσει τὸ ἰσο-
858ζύγιον· ἀλλὰ νομίσασα λίαν ἁπλοϊκῶς ἡ Κυβέρνησις ὅτι,
859διὰ τῶν φόρων, οὓς ἐνομοθέτησε, φόρων ὅμως καταθλι-
860πτικῶν καὶ μὴ προσοδοφόρων ἑπομένως, θὰ συνέῤῥεον ἐν
861τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους οἱ θησαυροὶ τοῦ Κροίσου,
862προέβη εἰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει κακῶς ὑπολογισθέντων
863ἐσόδων καὶ ἑκάστη χρῆσις παρουσιάζει φοβερὰ ἐλλείμματα·
864πλειότερον τῶν 30 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα ὑπάρχει καὶ
865οὐχὶ ὅσον ὁ ὑποβληθεὶς πίναξ παρουσιάζει. Ἀκολουθοῦσα
866τὴν ἀνωτέρω ὑποδειχθεῖσαν πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις ἠ-
867δύνατο νὰ ἔχῃ ἀκμαῖα τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς, ἤθελεν ἔχει
868ἰσοζύγιον, ἤθελεν ἄρει δὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν
869εἴτε βαθμηδὸν διὰ τῶν περισσευμάτων, εἴτε διὰ δανείου,
870ἀλλ’ οὐχὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἐπραγμάτωσεν τὸ τῶν 170 ἑκα-
871τομμυρίων.
872Κύριοι, λήγει μετ’ ὀλίγον ἡ Σύνοδος καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ
873Περίοδος. Ἐν ᾗ οἰκονομικῇ καταστάσει εὑρισκόμεθα, ἣν
874ἅπαντες βλέπετε, καὶ ἣν ὅλος ὁ κόσμος παρακολουθεῖ, καιρὸς
875ἀληθῶς, σεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες ἐν τούτοις τὴν παροῦσαν
876Κυβέρνησιν, μεταβαίνοντες εἰς τὰς Ἐπαρχίας σας νὰ προσ-
877καλέσητε τοὺς συμπολίτας σας καὶ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ὁδη-
878γήσητε αὐτοὺς εἰς τὴν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, ἵνα δρέψωσι
879τοὺς καρποὺς τῆς εὐημερίας, ὡς ἀνεκήρυττον ἀπὸ τοῦ βή-
880ματος τούτου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ πρώην
881Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
882Ἀλλὰ καιρὸς πλέον νὰ παύσῃ ἡ ἐπίδρασις ἐφ’ ἑκάστου
883ἡμῶν· καιρὸς ἐλεύθεροι τὸν νοῦν νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς
884ἀθλίας οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως· καιρὸς ἡ
885συνείδησις νὰ ἰθύνῃ τὰς σκέψεις καὶ ἀπολαύσεις ἡμῶν κρι-
886νόντων περὶ τῶν ἐν γένει συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐν οἷς
887ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἴδια ὑμῶν. Ἔχομεν ἅπαντες καθῆκον
888καὶ παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τῆς δια-
889δεξομένης αὐτὴν ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἐξαναγκάσωμεν αὐ-
890τὰς νὰ φέρωσι μεγίστας οἰκονομίας, ἵνα δι’ αὐτῶν δυνη-
891θῶμεν βαθμηδὸν νὰ βελτιώσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώ-
892ρας, νὰ κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι
893ἀδύνατον νὰ προσδοκῶμεν πρόοδον καὶ εὐημερίαν εἰς τὸ
894Κράτος.
895§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
896§16Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε.—Ἀρκούντως οἱ
897προαγορεύσαντες Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέδει-
898ξαν τὰς παρεκτροπὰς, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν
899συνομολόγησιν τῶν τελευταίων δανείων, καὶ δὲν ἀμφι-
900βάλλω, ὅτι οἱ λόγοι αὐτῶν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐξήσκησαν
901ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν κ. Βουλευτῶν· πλανᾶται δὲ ὁ κ.
902Πρωθυπουργὸς, φρονῶν ὅτι πάντα τὰ λεχθέντα δὲν ἦσαν
903σπουδαῖα καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσῃ. Νομί-
904ζω, ὅτι σιωπῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶλλον ζημιοῦται
905παρ’ ὅ,τι ὠφελεῖται· παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν
906εἶχε πολλοὺς τοὺς ὀπαδοὺς καὶ τοὺς θαυμαστὰς, οἵτινες,
907καθὼς ἠκούσαμεν σήμερον, ἐπεψήφιζον ἀνεξελέγκτως καὶ
908ἀνεξετάστως πάσας αὐτοῦ τὰς προτάσεις. Σήμερον ἔχει
909ἀνάγκην, καὶ περὶ τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλῃ, ν’ ἀ-
910ποδεικνύῃ καὶ δικαιολογῇ διὰ μακρῶν πάσας αὐτοῦ τὰς
911ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἡ συζήτησις αὕτη, νο-
912μίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ἄλλου ἔπρεπε
913καὶ πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ
914δυσάρεστον γεγονὸς, ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐ-
915πέτρεψεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ διὰ
916τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διέθεσε μέγα
917ποσὸν εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως δὲ
918συμπληρώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἄρσιν
919τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ
920ἐσχάτως εἰς ἄλλα δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησεν ὑπὸ
921ὅρους λίαν ἐξευτελιστικούς. Τὸ κακὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἀπὸ
922ἡμέρας εἰς ἡμέραν παρουσιάζονται νέαι ἀνάγκαι, αἱ ὁ-
923ποῖαι θέλουν ἀπαιτήσει νέα δάνεια, καὶ τὰ δάνεια ταῦτα
924θέλει ἀναγκασθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ συνομολογήσῃ μὲ
925ὅρους ἔτι βαρυτέρους καὶ μᾶλλον ἐξευτελιστικούς. Ἀφ’ ἧς
926εἰσήλθομεν πρὸ τριετίας ἐνταῦθα, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν,
927εἰμὴ ν’ αὐξάνωμεν τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, νὰ ἐπιβάλ-
928λωμεν νέους καὶ νὰ συνιστῶμεν μονοπώλια. Ηὐξήσαμεν
929κατὰ πρῶτον κατὰ 10% τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη,
930κατὰ 20% τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ 30–40%
931τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀκο-
932λούθως ἐκάμαμεν νέαν αὔξησιν ἐπὶ ὅλων τῶν φόρων διὰ
933τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἕνεκα τῆς
934ὁποίας εἰς πολλοὺς φόρους ἐγένετο προσθήκη 12%.
935Ἀκολούθως ἐπεβάλομεν φόρους ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ
936καπνοῦ, ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου καὶ τῶν πνευμα-
937τωδῶν ποτῶν, καὶ ἐπὶ τέλους συνεστήσαμεν μονοπώλια
938τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων
939καὶ τοῦ πετρελαίου. Μολονότι δ’ ἐπράξαμεν πάντα ταῦτα,
940ἐξ ὧν καὶ ὁ φορολογούμενος λαὸς ἐπεβαρύνθη καὶ πολ-
941λαὶ βιομηχανίαι καὶ τὸ ἐμπόριον τοῦ Τόπου τὰ μέγιστα
942ἐζημιώθησαν, μεθ’ ὅλα ταῦτα ἀντὶ ν’ ἀποκαταστήσωμεν
943τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ἰσοζύγιον, ἡ γῆ
944αὕτη τῆς ἐπαγγελίας, ὡς ὠνομάσθη, ἀπομακρύνεται ἔτι
945μᾶλλον ἀφ’ ἡμῶν. Κατ’ ἔτος παριστάμεθα θεαταὶ ἀηδε-
946στάτης κωμῳδίας, ἥτις ἐκθέτει τὴν ὑπόληψιν καὶ τῆς
947Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τοῦ Τόπου καὶ
948τῶν ξένων· παρέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς
949τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναγγέλλει εὐφροσύνως εἰς τὴν
950Βουλήν, ὅτι κατώρθωσε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον,
951φθάνει μόνον νὰ ψηφισθῶσι φόροι τινὲς καί τινα μονοπώ-
952λια, καὶ ἡ μὲν πλειονοψηφία ἀνεξετάστως ψηφίζει καὶ
953τοὺς φόρους καὶ τὰ μονοπώλια, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ
954ἔτους προσέρχεται πάλιν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς καὶ λέγει
955ἐν συντριβῇ καρδίας, ὅτι ἕνεκεν ἀνεξαρτήτων τῆς θελή-
956σεως τοῦ περιστατικῶν δὲν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον κατὰ
957τὸ ἔτος ἐκεῖνο, θέλει ὅμως ἐπιτευχθῆ ἀφεύκτως κατὰ τὸ
958ἑπόμενον, ἐὰν ἡ Βουλὴ συγκατανεύσῃ νὰ ἐπιψηφισθῶσι
959νέοι φόροι καὶ νέα μονοπώλια. Ψηφίζει καὶ ταῦτα ἡ
960Βουλή, ἀλλὰ καὶ πάλιν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν.
961Τοιουτοτρόπως δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, ἢ εἰς τὸ τέλος
962ἑκάστου ἔτους νὰ ψηφίζωμεν νέους φόρους καὶ νέα μονο-
963πώλια, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν καταστήσει τὸ ἰσο-
964ζύγιον, καὶ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσωμεν·
965διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τῶν φόρων καὶ τῶν μονοπωλίων
966αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν
967ἐξόδων καὶ διὰ τῆς πολυτελείας, ἥτις εἰσήχθη εἰς ὅλους
968τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, αὐξάνουσι πολλῷ περισσό-
969τερον τὰ ἔξοδα.
970Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου εἶναι ἀνάγκη
971νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ποῖα εἶναι τ’ ἀ-
972ληθῆ καὶ πραγματικὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήλ-
973θομεν εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν θέσιν, καὶ τίς εἶναι ὁ
974πραγματικὸς ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἡ ὑπο-
975χρέωσις αὕτη ἐπιβάλλεται πολὺ περισσότερον εἰς τὰ μέλη
976τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι οἱ νῦν κυβερνῶντες
977ἐπιῤῥίπτουσι συνήθως τὴν εὐθύνην διὰ τὴν αὔξησιν τῶν
978δαπανῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
979Διὰ τοῦτο εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ ἔντιμος προλαλήσας Βου-
980λευτὴς Γόρτυνος, ὅστις διετέλεσε μέλος τῆς Κυβερνή-
981σεως ἐκείνης, ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ 1881 καὶ
982νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ χρῆσις αὕτη ἀφῆκε βάρη ἢ ἐλλείμ-
983ματα. Πρέπει τῷ ὄντι νὰ καταστρωθῇ ἐν πάσῃ λεπτομε-
984ρείᾳ ὁ λογαριασμὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ νὰ ἐξετασθῇ
985ἀκριβῶς, τί ἀφῆκεν εἰς ἐνεργητικὸν καὶ τί εἰς παθητικόν,
986διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦναι ὑπεύθυνοι οἱ τότε Ὑπουργοὶ διὰ
987τὰ σήμερον ἐπιβαλλόμενα εἰς τὸν Λαὸν βάρη. Ἐπειδὴ δὲ
988ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, θέλω
989εἴπει ὀλίγα τινὰ περὶ τούτου, καὶ συγχρόνως θέλω προβῆ
990εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἔξοδα το-
991σοῦτον ἐξωγκώθησαν. Τὰ βάρη, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν
992ἡ προηγουμένη διαχείρισις, διαιροῦνται εἰς δύω κατηγο-
993ρίας, εἰς βάρη προσωρινὰ ἢ διαβατικά, καὶ εἰς βάρη μό-
994νιμα ἢ διαρκῆ. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται,
995καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, τὰ ἔξοδα τοῦ 1881,
996ὅσα δὲν εἶχον πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐπληρώ-
997θησαν δὲ κατὰ τὸ ἑπόμενον. Τὰ ἔξοδα ταῦτα κατὰ τὰς
998καταστάσεις, τὰς ὁποίας παρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
999καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφισβητήσω τὴν
1000ἀκρίβειαν, ἀνέρχονται εἰς 26,500,000. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ
1001παθητικοῦ τούτου, τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφῆκεν ἐνεργητικόν,
1002ἀνερχόμενον εἰς 55,496,000, ὅ ἐστὶ κατὰ 29,000,000
1003ἀνώτερον τοῦ παθητικοῦ. Τὸ ἐνεργητικὸν τοῦτο, καθὼς
1004εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, συνίστατο ἐκ τῶν ἑξῆς: Ἔ-
1005σοδα τοῦ 1881, εἰσπραχθέντα ἐντὸς τοῦ 1882, 5,100,
1006000· ὑπόλοιπον εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους 11,000,000·
1007ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἀφαιρῶ 3,000,000 διὰ πληρωμὰς, αἵτινες
1008ἀνάγονται εἰς ἄλλας χρήσεις, καὶ κρατῶ μόνον 8,000,000,
1009τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα συνίσταντο εἰς μετρη-
1010τὰ ἢ εἰς ἔξοδα τοῦ 1881· ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου τῶν
1011120,000,000 καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1012κλοφορίας 26,500,000· διάφορα ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπερίσ-
1013σευσαν ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα εἶχον λάβει τὰ Ὑπουρ-
1014γεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα
1015μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν ἐπεστράφησαν
1016εἰς τὸ Δημόσιον καὶ κατεχωρίσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τῶν
1017ἑπομένων χρήσεων, ὅπως ἐξάγεται ἐκ τῶν σχετικῶν Ἀπο-
1018λογισμῶν, 3,700,000 δραχμαί· χάλκινα νομίσματα, ἅτινα
1019εἶχον κατασκευασθῆ καὶ πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ 1881, 2,
1020200,000· ἄχρηστον ὑλικὸν, πωληθὲν ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ
1021ἐντεῦθεν, 4,000,000· διάφορα εἴδη ἱματισμοῦ καὶ νοση-
1022λείας, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ
1023καὶ τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, 5,000,
1024000 δραχμαὶ, ἤτοι τὸ ὅλον 55,500,000. Αὐτὸς, κύριοι,
1025εἶναι ὁ ἀκριβὴς λογαριασμὸς τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ
1026παθητικοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1881.
1027Ἑπομένως, ὄχι μόνον ἡ χρῆσις τοῦ 1881 δὲν ἀφῆκεν,
1028ὅπως ἀρέσκονται νὰ λέγωσι, βάρος τι εἰς τὴν ἑπομένην
1029διαχείρισιν, ἀλλ’ ἀφῆκε περίσσευμα 29,000,000 δραχμῶν,
1030τὸ ὁποῖον κατεβρόχθισαν αἱ ἑπόμεναι διαχειρίσεις μετὰ
1031τοῦ προϊόντος τόσων φόρων καὶ μονοπωλίων καὶ τόσων
1032δανείων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν
1033συνωμολογήθησαν. Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, τὴν πε-
1034ριλαμβάνουσαν τὰ διαρκῆ βάρη, περιλαμβάνεται ὁ τόκος
1035καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ἀνερ-
1036χόμενα εἰς 7,000,000, ὁ τόκος τῆς γενομένης προσθήκης
1037εἰς τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 344,000,
1038καὶ τέλος ἡ δαπάνη διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Ἐπαρ-
1039χιῶν, ἥτις, ὅπως εἶχε κανονισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου
1040Κυβερνήσεως, ὑπελογίσθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνη-
1041σιν ἐν ἀρχῇ τοῦ 1882, ὅτι διὰ μίαν τριμηνίαν ἀνέρχεται
1042εἰς 402,000 παλαιὰς δραχμὰς ἢ ἐτησίως εἰς 1,450,000
1043νέας. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν 1,000,
1044000 διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου εἰς
1045τὰς Νέας Ἐπαρχίας· ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν διαρκῶν
1046καὶ μονίμων βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ζητήματος τῶν ὁ-
1047ρίων ἐδημιουργήθησαν, ἀνέρχεται εἰς 10,000,000 περίπου.
1048Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν διαρκῶν τούτων καὶ μονίμων βαρῶν ἐ-
1049γεννήθησαν καὶ διαρκῆ ὠφελήματα, ταῦτα δὲ εἶναι τὰ
1050ἔσοδα τῶν Νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς
10515,000,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ἐκ τῆς προόδου τοῦ Τόπου
1052κανονικὴ μέση αὔξησις τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων, ὑπο-
1053λογιζομένη καὶ αὕτη εἰς 4,000,000· ὥστε ἀπέναντι τῶν
105410,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσι τὰ διαρκῆ βάρη,
1055ἔχομεν καὶ 9,000,000 διαρκῆ ἔσοδα, οὕτω δὲ ἡ διαφορὰ
1056μεταξὺ τῶν διαρκῶν βαρῶν καὶ τῶν διαρκῶν ὠφελημάτων
1057εἶναι ἀσήμαντος. Ἠδυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἐπαρκέσωμεν
1058ἴσως εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ
1059Κράτους ἄνευ αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἤρκει μόνον νὰ
1060ἐκανονίζομεν ταῦτα κατὰ τοὺς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
1061Προϋπολογισμούς. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε κα-
1062θῆκον, ὄχι μόνον νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναθεω-
1063ρήσῃ μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ
1064νὰ περικόψῃ πᾶσαν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν δαπάνην·
1065διότι δὲν ὑπάρχει παράδειγμα σωφρονοῦντος Ἔθνους, ὅ-
1066περ ἐκτεθὲν ἢ παρασκευασθὲν εἰς πόλεμον, καὶ ἀναγκα-
1067σθὲν ἕνεκα τούτου νὰ αὐξήσῃ τὸ Δημόσιον αὑτοῦ χρέος,
1068δὲν περιέστειλε μετὰ τὴν πάροδον τῆς περιπετείας ταύτης
1069τὰς τακτικὰς αὑτοῦ δαπάνας, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἐναντίας
1070ἐνεθυμήθη νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν
1071ἦσαν σπουδαῖαι, ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσιν ἐπί τινα χρό-
1072νον ἀκόμη.
1073Δὲν εἶναι λοιπὸν καθόλου ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1074ἐπαναλαμβάνουσιν ἐπιπόλαιοί τινες δημοσιογράφοι, ὅτι ὁ
1075κ. Τρικούπης εὗρε τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς χρεωκο-
1076πίας, ἢ, ὅπως ἔγραφέ τις ἐσχάτως, «πλησίστιον πλέου-
1077σαν πρὸς τὴν χρεωκοπίαν καὶ περιμένουσαν τὸν Μαχ-
1078μοὺτ Νεδὴμ, ὅπως ὑπογράψῃ τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν».
1079Ἀπ’ ἐναντίας, οὐδέποτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρί-
1080σκοντο εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν. Ὄχι μόνον ἐδημι-
1081ουργήθησαν νέοι πόροι, δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς
1082δημιουργηθείσας ἐκ τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος ὑποχρεώ-
1083σεις, ὄχι μόνον ἔμεινε περίσσευμα πολλῶν ἑκατομμυρίων,
1084δυνάμενον νὰ θεραπεύσῃ πολλὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ἡ
1085ἀπελευθέρωσις 300,000 Ἑλλήνων, καὶ ἡ προσάρτησις
1086πλουσίων Ἐπαρχιῶν, καὶ ἡ ἐπίτευξις ὅλων τούτων ἄνευ
1087μεγάλης δαπάνης καὶ ἄνευ πολέμου, εἶχον ἀνυψώσει τὸ
1088γόητρον καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ
1089δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκτεθὲν τότε εἰς δημοσίαν ἐγ-
1090γραφὴν πρὸς 373 δραχμὰς, ἐκαλύφθη δὶς, ἐνῷ σήμερον τὸ
1091δάνειον τῶν 170,000,000, ἐκδοθὲν ἐπὶ τιμῇ πολλῷ μι-
1092κροτέρᾳ, δὲν εὗρε καθόλου ἀγοραστάς. Τοιαύτη, κύριοι,
1093ἦτον ἡ κατάστασις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τοιοῦτος ὁ
1094ἀκριβὴς καὶ πραγματικὸς λογαριασμὸς τῆς χρήσεως, ἥτις
1095προηγήθη τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς
1096τὰ πράγματα.
1097Ἀλλὰ ποῖον τὸ αἴτιον τῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας
1098εὑρισκόμεθα ἤδη; Τί ἔφερε τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατά-
1099στασιν εἰς τὸ λίαν ἐπίφοβον σημεῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον
1100βλέπομεν; οὐδὲν ἄλλο ἢ ἡ πεπλανημένη ἰδέα, ἡ ὁποία
1101ἐπέρασεν ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν κυβερνώντων ἡμᾶς, ὅτι
1102δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἔθνος νὰ διοικηθῇ πλέον μὲ τοὺς
1103μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης Προϋπολογισμούς. Αὐτὸ τοῦτο
1104ἐπανέλαβεν ἐσχάτως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων εἰς
1105τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, διὰ νὰ πείσῃ
1106δὲ καὶ ἡμᾶς περὶ τούτου, ἔλαβεν ὡς ἀφετηρίαν τὸν Προϋ-
1107πολογισμὸν τοῦ 1879, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἔξοδα ἀνῆλ-
1108θον εἰς 54,600,000 παλαιὰς δραχμὰς, ἢ 48,000,000
1109νέας. Μετὰ δὲ τοῦτο μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1110νης καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὸ οἰκο-
1111νομικὸν καθεστὼς, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐδέησε νὰ ἐπέλθῃ
1112σπουδαία αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα· ἀνέφερε δὲ ὡς τοιαύτας
1113μεταβολὰς τὰ συνομολογηθέντα διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητή-
1114ματος τῶν ὁρίων δάνεια, τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Ἐπαρ-
1115χιῶν, τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰς στρατιωτικὰς καὶ
1116ναυτικὰς παρασκευὰς, τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ μι-
1117σθοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολο-
1118γικοῦ Νόμου· χωρὶς δὲ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ σημειώσῃ
1119τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται δι’ ἕκαστον τούτων, ἠρ-
1120κέσθη ν’ ἀπαγγείλῃ τὸ ὁλικὸν ἄθροισμα, ἀνερχόμενον εἰς
112185,000,000· ἔσπευσε δὲ νὰ μᾶς προαναγγείλῃ, ὅτι νέα
1122αὔξησις μᾶς περιμένει, διότι καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ
1123θ’ αὐξήσῃ, καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἐφόδια ἐξέλιπον, καὶ ἡ
1124πραγματοποίησις τῶν δανείων διὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινω-
1125νίας καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς θ’ ἀ-
1126ναβιβάσῃ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δα-
1127νείων ποσὸν, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει ὑπερβῆ τὰ
112890,000,000.
1129Εἶμαι, κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ συμπληρώσω τὰ κενὰ,
1130τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ
1131ὄχι μόνον νὰ προσδιορίσω τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, τὸ ὁ-
1132ποῖον ἀπαιτεῖται δι’ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα
1133ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάσω κατὰ
1134πόσον ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος
1135συνέπεια τῶν περιστάσεων, ἢ ὀφείλεται εἰς τὰ μέτρα, τὰ
1136ὁποῖα ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἔλαβεν ἡ παροῦσα Κυ-
1137βέρνησις.
1138Θέλω ἤδη λάβει ὡς ἀφετηρίαν τὸν Προϋπολογισμὸν
1139τοῦ 1880 καὶ θέλω τὸν συγκρίνει οὐχὶ πρὸς τὸν Προϋπο-
1140λογισμὸν τοῦ 1885, ὁ ὁποῖος ἀκόμη εἶναι ἁπλοῦν Νομο-
1141σχέδιον, ἀλλὰ πρὸς τὸν τοῦ 1884, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη
1142καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κυρωθεὶς κατέστη Νό-
1143μος τοῦ Κράτους. Λαμβάνω δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
11441880, ὄχι μόνον διότι εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Προϋ-
1145πολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀλλὰ διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
11461880 συνετάχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ συνετά-
1147χθη οὐχὶ ὡς προσωρινὸς ἢ διαβατικὸς Προϋπολογισμὸς
1148ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ὡς μέλλων νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον
1149τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἰς τὸν
1150Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον περιλαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ
1151πολιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη ὁποῖον ἐφιλοτέ-
1152χνει ὅταν ἦτο ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας, καὶ τὸ ὁποῖον διετύ-
1153που εὐγλώττως ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔ-
1154θνους. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἐκ τοῦ προγράμματος ἐκεί-
1155νου, παρασυρθεῖσα ἡ κοινὴ γνώμη, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ κ.
1156Τρικούπη καὶ παρεσκεύασε τὴν ἄνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν
1157Ἐξουσίαν. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης θέλομεν ἐννοήσει
1158κατὰ πόσον εἶναι ἄξιοι κατακακρίσεως ἢ ἐπαίνου οἱ ἀ-
1159ξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι συνταχθέντες ἐν ἀρχῇ τῆς
1160παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1161γοῦ, καὶ ἀκολουθήσαντες αὐτὸν μέχρι τινὸς, τὸν ἐγκατέ-
1162λειψαν ἀλληλοδιαδόχως καὶ μετέστησαν εἰς τὰς τάξεις
1163τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης θέλει
1164ἐννοήσει καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἐὰν δικαιοῦται ν’ ἀγανακτῇ
1165καὶ ν’ ἀσχάλῃ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες τὸν ἐγκατέλιπον, ἢ
1166ἐὰν δὲν πρέπῃ μᾶλλον νὰ θαυμάζῃ πῶς ἄλλοι, ἐπίσης
1167ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες οὐδέποτε ἐπίστευσαν εἰς
1168τὰς ἐπαγγελίας του, ἀπεφάσισαν νὰ προσέλθωσιν εἰς
1169αὐτὸν καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ καταῤῥέον οἰκοδόμημά
1170του. Ἴσως οἱ τελευταῖοι οὗτοι, μεθ’ ὧν εἶχον τὴν τιμὴν
1171ν’ ἀνήκω ἄλλοτε εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα, ἐπίστευ-
1172σαν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἐγκαταλιπὼν τὸ ἑαυτοῦ πρό-
1173γραμμα, ἠσπάζετο τὸ τοῦ ἀειμνήστου ἡμῶν ἀρχηγοῦ.
1174Ἀλλ’ ἐὰν ἐπίστευον τοῦτο, ἐπλανήθησαν οἰκτρῶς, διότι
1175οὐδέποτε ὁ ἔνδοξος ἐκεῖνος ἀνὴρ παρεδέξατο πρόγραμμα,
1176βάσιν ἔχον ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἀκατάπαυστον ἐπιβολὴν φόρων
1177καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀδιάλειπτον αὔξησιν τῶν δαπανῶν·
1178χαίρω δὲ βλέπων, ὅτι ἀρχίζει νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ πλά-
1179νη, καὶ ὅτι πολλοὶ τῶν πλανηθέντων ἐπανῆλθον εἰς τὰς
1180τάξεις των. Ἐλπίζω δὲ ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θέλουσι τοὺς
1181ἀκολουθήσει καὶ οἱ ἄλλοι.
1182Κατὰ τὸν πρότυπον λοιπὸν ἐκεῖνον Προϋπολογισμὸν
1183τοῦ 1880, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προϋπελογίσθησαν εἰς
118452,000,000 παλαιὰς ἢ εἰς 47,000,000 νέας δραχμάς.
1185Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Τρικούπης ἦτο ἀ-
1186κόμη ὀπαδὸς τῆς παλαιᾶς σχολῆς, τῆς σχολῆς ἐκείνης,
1187εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον πάντες οἱ πρὸ ἡμῶν κυβερνήσαντες
1188τὸν Τόπον, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν σαρκαστικῶς ἀνέφερεν, ὅτι
1189ἐμμένομέν τινες ἀκόμη καὶ σήμερον· ἐθεωρεῖτο μάλιστα
1190ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας καὶ πρωτόσχολος, διότι προέβαι-
1191νεν εἰς αὐτὰς ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, ὅπως ὁ κ. Λομβάρδος
1192ἐθεωρεῖτο πρωτόσχολος εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν· διότι καὶ
1193ὁ κ. Λομβάρδος, ὅστις σήμερον ἀρνεῖται εἰς τοὺς Δημάρ-
1194χους τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀστυνό-
1195μων, ὤθει τότε τὴν ἀποκέντρωσιν μέχρι σημείου, εἰς τὸ
1196ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸν ἀκολουθή-
1197σωμεν. Ὡς ὀπαδὸς λοιπὸν τῆς ἀρχαίας σχολῆς ὁ κ. Τρι-
1198κούπης εὕρισκεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἦτο ὑπέρογκον
1199καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι σπουδαίως, ἐλυπεῖτο δὲ
1200διότι δὲν ἦτο εἰς τὰ πράγματα ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, διὰ
1201νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ πολλὰς οἰκονομίας, διὰ τῶν ὁποίων
1202ἠδύνατο νὰ περιορισθῶσιν εἰς 42,000,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν
120342,000,000, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1880 ἐθεώρει
1204ἀρκοῦντα, ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1884 ἀνεβίβασεν αὐτὰ
1205εἰς 86,000,000, προστιθεμένων δὲ καὶ 2,000,000 ἔτι διὰ
1206τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἔξοδα 88,
1207000,000. Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολο-
1208γισμοῦ τοῦ 1884 καὶ τοῦ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ
1209τοῦ 1880 41,000,000, μεταξὺ δὲ τοῦ αὐτοῦ Προϋπολο-
1210γισμοῦ καὶ ἐκείνου, ὃν ἐφιλοτέχνει ὁ κ. Τρικούπης, 46,
1211000,000. Τὴν διαφορὰν ταύτην, καθὼς ἠκούσατε, ἀπο-
1212δίδει ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὰ ἑξῆς αἴτια: Εἰς τὸ δάνειον
1213τῶν 120,000,000, εἰς τὴν γενομένην προσθήκην ἐπὶ τοῦ
1214δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς
1215διοικήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ἡ ἐκ τῶν τριῶν τούτων
1216ἀντικειμένων δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 10,000,000. Μετὰ
1217τοῦτο ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης τοὺς σιδηροδρόμους, τὴν
1218ὁδοποιΐαν, τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς,
1219τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἐφαρμο-
1220γὴν τοῦ στρατολογικοῦ Νόμου.
1221Ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀνέλα-
1222βεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ διά-
1223φορα ποσὰ εἰς τὰς ἑταιρίας, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν κατα-
1224σκευὴν αὐτῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1884
1225δὲν εἶχον πληρωθῆ εἰμὴ μόνον 98,000 δραχμαὶ δι’ ἀπο-
1226ζημίωσιν γηπέδων, καταληφθέντων ἕνεκα τῆς κατασκευῆς
1227τῶν σιδηροδρόμων. Πλὴν καὶ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ποσὸν
1228τῶν 98,000 δραχμῶν οὐδόλως περιλαμβάνεται εἰς τὸν
1229Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884· διότι αἱ διὰ τοὺς σιδηροδρό-
1230μους δαπάναι θέλουσι πληρωθῆ ἀπὸ τὸ εἰδικῶς περὶ τού-
1231του συνομολογηθὲν δάνειον. Αἱ ἁμαξιτοὶ δὲ ὁδοὶ κατα-
1232σκευάζονται ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας καὶ
1233ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολο-
1234γήθη κατὰ τὸ 1882, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲ τοῦ Κρά-
1235τους δὲν ἀναφέρονται εἰμὴ μόνον οἱ τόκοι τοῦ δανείου
1236τούτου· διὰ τόκον δὲ αὐτοῦ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
12371884 ἀνεγράφη ποσὸν 470,000 δραχμῶν. Ὥστε διὰ τὰ
1238μέσα τῆς συγκοινωνίας ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 δὲν
1239ἐπιβαρύνεται εἰμὴ μὲ ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ἡμίσεος ἑ-
1240κατομμυρίου. Διὰ τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἐδαπα-
1241νήθησαν τρία περίπου ἑκατομμύρια, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν
1242τοῦτο ἐπληρώθη ἀπὸ εἰδικὸν δάνειον, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
1243τοῦ ὁποίου οὐδὲν ποσὸν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προ-
1244ϋπολογισμῷ τοῦ 1884. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου ἐπληρώ-
1245θησαν καὶ τὰ δαπανηθέντα διὰ ναυτικὰς παρασκευάς· αἱ
1246ναυτικαὶ παρασκευαὶ ἐθεωρήθησαν τοσοῦτον κατεπείγου-
1247σαι, ὥστε, ὡς μᾶς ἔλεγεν ἄλλοτε, καὶ μιᾶς ἡμέρας παρέ-
1248λευσις ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἐπιβλαβεστάτας συνεπείας δι’ ἅ-
1249παντα τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐν τούτοις παρῆλθον ἔκτοτε
1250χίλιαι καὶ ἐπέκεινα ἡμέραι καὶ δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ
1251ναυτικὰς παρασκευὰς ἢ ὀλίγα χρήματα, καὶ ταῦτα διὰ
1252πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον δύνανται νὰ
1253θεωρηθῶσιν ὡς συντελοῦντα εἰς τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν
1254τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν περιλαμβά-
1255νεται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884. Ὥστε διὰ τὰ
1256ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀκούομεν τοὺς κυρίους Ὑ-
1257πουργοὺς νὰ καυχῶνται, ἤτοι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας
1258καὶ τὰς παρασκευάς, ἐλάχιστον ποσὸν περιλαμβάνει ὁ
1259Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884. Ἔρχεται μετὰ τοῦτο ἡ αὔ-
1260ξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων. Περὶ ταύτης μᾶς
1261ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «οἱ ὑπάλληλοι, μὴ δυνά-
1262«μενοι νὰ διαθρέψωσι τὰς οἰκογενείας των, δὲν ἦσαν οἱ
1263«δυνάμενοι νὰ εἰσπράξωσιν ἀνελλιπῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ
1264«Κράτους, ἢ νὰ ἐπιτελέσωσιν ἐνδελεχῶς τὰ τῆς δημο-
1265«σίας ὑπηρεσίας, καὶ ἐὰν μὴ ἐδεχόμεθα τὴν αὔξησιν, ἠθέ-
1266«λομεν πληρώσει τὸ ποσὸν ὑπὸ ἄλλον τύπον, πολὺ ἐ-
1267«παχθέστερον διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Κράτος». Ἀλλ’ ἐ-
1268ρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἐγένετο τῳόντι αὔξησις τῆς μισθοδο-
1269σίας τῶν ὑπαλλήλων; οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο εἰμὴ ἡ ἀνα-
1270γωγὴ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν ἀπὸ παλαιὰς εἰς νέας δραχ-
1271μάς. Ἡ Κυβέρνησις, πλανηθεῖσα καὶ κατὰ τοῦτο, ὡς ἐ-
1272πλανήθη κατὰ πολλὰ ἄλλα, ἐνόμισεν, ὅτι μεταβάλλουσα
1273τὸ νομισματικὸν σύστημα καὶ ἀπαιτοῦσα παρὰ τῶν φο-
1274ρολογουμένων νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους αὐτῶν ἀντὶ
1275παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ἤθελεν αὐξήσει τὰ εἰσοδήμα-
1276τα τοῦ Κράτους κατὰ 2,000,000· ἀλλὰ μόλις ἐγένετο ἡ
1277μεταβολὴ αὕτη, ὑπερετιμήθησαν πολλὰ πράγματα, καὶ
1278ὁ βίος κατέστη δαπανηρότερος. Ἕνεκα τούτου ὅλαι αἱ
1279ἑταιρίαι, ὅλοι οἱ ἐργοστασιάρχαι, ὅλοι οἱ οἰκογενειάρχαι
1280καὶ πάντες οἱ ἐπὶ μισθῷ ἔχοντες πρόσωπα εἰς τὴν ὑπη-
1281ρεσίαν των ἐβιάσθησαν νὰ μεταβάλωσι τοὺς μισθοὺς
1282εἰς νέας δραχμάς, ἕνεκα δὲ τούτων εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγ-
1283κην τὸ Κράτος νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, χωρὶς νὰ τὸ ἔχῃ κατὰ
1284νοῦν ἐξ ἀρχῆς· διότι, ἐὰν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, ἤθελεν
1285ἅμα τῇ μεταβολῇ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἀναβι-
1286βάσει καὶ τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχ-
1287μάς. Ἡ ἀλήθεια αὕτη, κύριοι, μετὰ τὰ γενόμενα, εἶναι
1288σήμερον ἀναμφισβήτητος καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν δια-
1289φιλονεικήσῃ. Μόνον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐπιμένων ὡς
1290συνήθως, μᾶς ἔλεγε πάλιν καὶ περὶ τούτου: «Οἱ πολέμιοι
1291«τοῦ μέτρου σοφοὶ οἰκονομολόγοι ἔλεγον, ὅτι, αὐξάνοντες
1292«τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος αὐξάνετε καὶ τὴν τιμὴν τῶν
1293«πραγμάτων..... Ἡμεῖς δὲ διεμαρτυρόμεθα, ὅτι τὸ νόμισμα
1294«δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς, διότι ἡ τιμὴ κα-
1295«νονίζεται οὐχὶ κατὰ τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος, ἀλλὰ
1296«κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ ἐν αὐτῇ περιεχομένου χρυσοῦ ἢ ἀρ-
1297«γύρου». Δὲν χρειάζεται, κύριοι, νὰ ἦναί τις σοφὸς οἰκο-
1298νομολόγος διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων
1299δὲν κανονίζεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς νομισματικῆς μονά-
1300δος, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτῇ πολυ-
1301τίμου μετάλλου, ἀπαιτεῖται ὅμως νὰ ἔχῃ πρακτικὸν νοῦν
1302καὶ νὰ κρίνῃ ὀρθῶς τὰ πράγματα διὰ νὰ καταλαμβάνῃ,
1303ὅτι ὅταν αὐξάνῃ ἡ νομισματικὴ μονὰς, χωρὶς νὰ αὐξάνῃ
1304συγχρόνως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλασμάτων, εἰς ἃ ὑποδιαι-
1305ρεῖται αὕτη, ἐπέρχεται κατ’ ἀνάγκην ὑπερτίμησις εἰς μι-
1306κρά τινα πράγματα, ἡ δὲ ὑπερτίμησις αὕτη ἐπηρεάζει
1307τὴν τιμὴν καὶ πολλῶν ἄλλων, καὶ οὕτως ὁ βίος καθί-
1308σταται δαπανηρότερος. Ὁ ἡμερομίσθιος π. χ. ἐργάτης, ὁ
1309ὁποῖος ἐλάμβανε δύω δραχμὰς, εἶχεν ἀνὰ χεῖράς του 40
1310πεντάλεπτα, καὶ δι’ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ θεραπεύῃ πάσας
1311αὐτοῦ τὰς ἀνάγκας· ἀφοῦ ὅμως μετεβλήθη τὸ νομισματικὸν
1312σύστημα, αἱ δύω δραχμαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσι
1313πλέον εἰς 40 πεντάλεπτα, ἀλλὰ μετεβάλλοντο εἰς 35,
1314ἅτινα δὲν τῷ ἐπήρκουν· ἀπῄτησε λοιπὸν νὰ πληρωθῇ τὸ
1315ἡμερομίσθιον εἰς νέας δραχμάς. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ ἁ-
1316μαξηλάτης καὶ ὁ λεμβοῦχος, καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης
1317διὰ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας του, καὶ ὁ ὑπηρέτης καὶ πολ-
1318λοὶ ἄλλοι. Ἕνεκα τούτου καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης, πληρώ-
1319νων ἡμερομίσθια, φόρους καὶ πολλὰ ἄλλα ἔξοδα εἰς νέας
1320δραχμὰς, ἠναγκάσθη νὰ ὑπερτιμήσῃ καὶ οὗτος κατὰ τι
1321τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος του. Ἐπῆλθε λοιπὸν αὔξησις
1322εἰς τὰς τιμὰς πολλῶν πραγμάτων, ἕνεκα δὲ τούτου ὑπε-
1323χρεώθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, νὰ μετα-
1324βάλῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν δραχ-
1325μῶν εἰς νέας καὶ νὰ αὐξήσῃ οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς
1326τῶν ἐξόδων κατὰ 4,000,000 ἄνευ μεγάλης ὠφελείας
1327τῶν ὑπαλλήλων.
1328Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ Στρατο-
1329λογικοῦ Νόμου, ἐφ’ ᾧ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω
1330ὀλίγον τι περισσότερον. Τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1331Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1880 ὑπελογίσθησαν εἰς 11,000,
1332000 παλαιῶν ἢ 9,300,000 νέων δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν
1333Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 ἀναβιβάζονται εἰς 20,000,
1334000, προστιθεμένων δὲ καὶ 2,000,000 διὰ τὸν ἐν ταῖς
1335ἀποθήκαις ὑπάρχοντα ἱματισμὸν, γίνονται 22,000,000.
1336Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν δα-
1337πανῶν τοῦ 1880 καὶ τῶν τοῦ 1884 ὑπὲρ τὰ 12,000,
1338000 ὅλα νέων δραχμῶν. Τὴν αὔξησιν ταύτην ἀποδίδει ὁ
1339κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ
1340Νόμου· ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω εἰς
1341τοῦτο, καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, στηριζόμενος εἰς
1342ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ
1343Στρατολογικὸς Νόμος ἐψηφίσθη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1878,
1344ἦτο δὲ εἰς πλήρη ἐνέργειαν κατὰ τὸ 1880, οἱ δὲ διευθύ-
1345νοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ τῆς ἐλεύ-
1346σεως τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, εἶχον ἀναβιβά-
1347σει, ἐκτελοῦντες τὸν νέον Νόμον, τὴν μὲν δύναμιν τοῦ
1348στρατοῦ εἰς 16,000 ἀνδρῶν, τὴν δὲ δαπάνην εἰς 11.000,
1349000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης εὕρισκε καὶ τὸν ἀ-
1350ριθμὸν τῶν 16,000 δυσανάλογον πρὸς τὸν πληθυσμὸν
1351τοῦ Κράτους καὶ τὴν δαπάνην τῶν 11,000,000 ὑπερβαί-
1352νουσαν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου. Ὁ κ. Τρι-
1353κούπης ἔλεγε τότε, ὅτι ὁ μόνιμος στρατὸς ἑκάστου Ἔ-
1354θνους πρέπει νὰ ἦναι εἰς ἀναλογίαν μὲ τὸν πληθυσμὸν,
1355ἡ δὲ ἀναλογία αὕτη εἰς οὐδὲν Ἔθνος ὑπερβαίνει τοὺς 12
1356ἐπὶ τοῖς χιλίοις· εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι 11–11½· εἰς
1357τὴν Γερμανίαν, στρατιωτικὸν Ἔθνος, φθάνει μέχρι τῶν
13589½· εἰς τὴν Αὐστρίαν εἶναι 8 καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν 7½
1359μόνον. Καὶ δὲν εἶχεν ἄδικον, διότι ὑπάρχουσι πολλὰ
1360Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀναλογία τῶν στρατῶν πρὸς τὸν
1361πληθυσμὸν εἶναι ἀκόμη μικροτέρα. Εἰς τὴν Ἰταλίαν αὐ-
1362τὴν, καθὼς ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα, ἡ δύναμις τοῦ
1363στρατοῦ περιωρίσθη εἰς 173,000, οἵτινες ἐπὶ πληθυσμοῦ
136428,460,000 ἀναλογοῦσιν εἰς 6⅒ τοῖς χιλίοις. Εἰς τὴν
1365Πορτογαλλίαν ἡ ἀναλογία εἶναι 5½, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν,
1366τῆς ὁποίας πολλάκις ἐθαυμάσαμεν τὸν στρατὸν, καταβαίνει
1367εἰς 3½, εἰς τὴν Ἑλβετίαν 5 καὶ εἰς τὸ Βέλγιον 8. Ἐπὶ
1368τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγε
1369τότε, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ μονίμου στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι πρέ-
1370πει νὰ ἀνέρχηται εἰς 11,000, ἐξ ὧν 6,000 τῆς ὑπηρε-
1371σίας καὶ 5,000 τῆς ἐκπαιδεύσεως, «θὰ ἔχῃ δὲ, ἔλεγεν, ὁ
1372«στρατὸς οὗτος στελέχη ἱκανὰ, ἵνα περιλάβωσι δύναμιν
1373«τριπλασίαν καὶ τετραπλασίαν». Ὅπως δὲ ὁ στρατὸς
1374οὗτος ἔχῃ πάντα τὰ ἀναγκαῖα, ἦτο ἀνάγκη, ἔλεγε, νὰ
1375δαπανῶνται ἐτησίως 8,500,000 παλαιῶν δραχμῶν, δη-
1376λαδὴ 7,000,000 νέων δραχμῶν· διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου,
1377ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, ἠδύνατο ὁ στρατὸς νὰ ἔχῃ πάν-
1378τα τὰ ἀναγκαῖα, ἀλλὰ, προσέθετε, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ
1379δαπάνη εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν ἅ-
1380πασαι αἱ θέσεις τῆς πολυτελείας, οἷον «καὶ τὰ γενικὰ
1381«Ἀρχηγεῖα καὶ τὰ εἰδικὰ Ἀρχηγεῖα καὶ τὸ Σῶμα τῶν
1382«Γενικῶν Ἐπιτελῶν καὶ πᾶσαι αἱ περιτταὶ θέσεις καὶ
1383«βαθμοί». Διὰ νὰ μὴ ὑπολάβῃ δὲ τότε ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ
1384κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ταῦτα ἠσπάζετο τὸ δόγμα τοῦ
1385τότε πολιτικοῦ φίλου του κ. Κεχαγιᾶ, ὁ ὁποῖος ἤθελε
1386τὴν Ἑλλάδα Τόπον γεωργίας καὶ βιομηχανίας, ἀλλ’ ὅτι
1387ἐξηκολούθει νὰ ἦναι ὀπαδὸς τῆς «Μεγάλης Ἰδέας», τῆς
1388ὁποίας τὸ μονοπώλιον ἀντεποιεῖτο ἀνέκαθεν ὁ ἀχώριστος
1389αὐτοῦ φίλος κ. Λομβάρδος, ἔσπευδε νὰ διαβεβαιώσῃ αὐ-
1390τὴν, ὅτι ἐπέμενεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγάλου
1391πόθου τοῦ Ἔθνους καὶ ἔλεγεν αὐτολεξεὶ ταῦτα: «Αἱ οἰ-
1392«κονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν, δὲν εἶναι οἰκονομίαι,
1393«μαρτυροῦσαι τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώ-
1394«σεως τῆς Ἐθνικῆς ἰδέας. Εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ζητοῦ-
1395«μεν ὡς θεμέλιον τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν τῇ Ἐθνικῇ ἰδέᾳ.
1396«Πέριξ ἡμῶν ἔχομεν τὰ παραδείγματα τῶν γειτονικῶν
1397«Ἐπικρατειῶν, αἵτινες, μὴ κατανοήσασαι τὴν ἀλήθειαν
1398«ταύτην, εὑρέθησαν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης πολεμικῶς
1399«μὲν παρεσκευασμέναι, οἰκονομικῶς δὲ ἀνέτοιμοι, καὶ τὸ
1400«οἰκονομικῶς ἀνέτοιμον κατέστρεψε τὴν πολεμικὴν αὐ-
1401«τῶν παρασκευήν. Λαμπροτάτην εἶχε τὸ Ὀθωμανικὸν
1402«Κράτος πολεμικὴν παρασκευὴν, ὅτε ἐξεῤῥάγη ὁ Ῥωσσο-
1403«τουρκικὸς πόλεμος, ἀλλ’ ἦτο οἰκονομικῶς ἐντελῶς ἀπα-
1404«ράσκευον, τὸ δὲ οἰκονομικῶς ἀπαράσκευον κατέστησεν
1405«ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν της.
1406Λόγοι, κύριοι, λίαν συνετοὶ καὶ λίαν πατριωτικοί, οἱ
1407ὁποῖοι συνεκίνουν τότε πᾶσαν φιλοπάτριδα καρδίαν. Καὶ
1408ἐγὼ αὐτὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἤμην, οὐδὲ ἤθελον νὰ γίνω φί-
1409λος τοῦ κ. Τρικούπη, τυγχάνων τότε Πρόεδρος τῆς Βου-
1410λῆς, ἀφοῦ εἶδον τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς κηρυχθεῖσαν
1411ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ τῷ χορηγήσω πᾶ-
1412σαν ἐκ τῆς θέσεώς μου συνδρομὴν, ὅπως ψηφισθῶσι πάντα
1413τὰ μέτρα, ἅτινα προέτεινε. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν
1414νέων Ἐπαρχιῶν ἔπρεπε κατὰ τὰς ἐπαγγελίας ἐκείνας, ἡ
1415μὲν δύναμις τοῦ στρατοῦ ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 13–14,000,
1416ἡ δὲ δαπάνη εἰς 10–11,000,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων
1417βλέπομεν σήμερον, ὅτι ἡ μὲν δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀνα-
1418βιβάζεται εἰς 30,000 ἀνδρῶν, ἡ δὲ δαπάνη εἰς 22,000,
1419000, προλαμβάνει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἀναγ-
1420γείλῃ, ὅτι ἡ δαπάνη θ’ αὐξήσῃ ἀκόμη περισσότερον, διό-
1421τι καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ θὰ ὑπερβῇ τὰς 30,000
1422ἀνδρῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, 30,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,
1423000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κρά-
1424τους μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἀναλο-
1425γεῖ πρὸς 15‰, καὶ τοιαύτη ἀναλογία εἰς
1426οὐδὲν Ἔθνος ἀπαντᾶται. Ἐν τούτοις ὁ κύριος Πρωθυπουρ-
1427γὸς ἀπαιτεῖ νὰ τῷ ὀφείλωμεν καὶ χάριν, λέγων, ἐὰν διε-
1428τήρει τὴν διετῆ καὶ τριετῆ θητείαν, ὁ στρατὸς ἤθελε
1429φθάσει μέχρι 40,000 ἀνδρῶν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι ἁρ-
1430μόδιος ν’ ἀποφανθῶ, ἐὰν ἦναι καλλιτέρα ἡ μονοετὴς ἢ ἡ
1431πολυετὴς θητεία, πιστεύω ὅμως, ὅτι σφάλλεται ὁ κ.
1432Πρωθυπουργός, φρονῶν ὅτι ἡ πολυετὴς θητεία εἶναι δα-
1433πανηροτέρα τῆς μονοετοῦς· διότι ὅπου ὑπάρχει ἡ πολυε-
1434τὴς θητεία, δὲν ἕπεται, ὅτι καλοῦνται ὅλοι οἱ ἄνδρες εἰς
1435τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ παραμείνωσι
1436καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς θητείας· καλοῦνται καὶ παρα-
1437μένουσι μόνον ὅσοι εἶναι ἀναγκαῖοι νὰ συμπληρώσωσι τὴν
1438δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπι-
1439τρέπει, οἱ δὲ λοιποὶ μετὰ ὀλιγόμηνον ἄσκησιν ἀπέρχον-
1440ται εἰς τὰς ἑστίας των. Κατ’ ἐμὲ, ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον
1441νὰ ὑπάρχῃ πυρὴν στρατοῦ καλῶς συγκεκροτημένος, ἄλλο
1442τόσον εἶναι ὀλέθριον νὰ γίνωνται διὰ τῆς διατηρήσεως
1443τοῦ στρατοῦ τούτου θυσίαι, ὑπερβαίνουσαι τὰς οἰκονομι-
1444κὰς καὶ κοινωνικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου. Ὅθεν, ἀντὶ νὰ
1445παραδεχθῶμεν ὡς δικαιολόγημα διὰ τὴν αὔξησιν τῶν
1446δαπανῶν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατολογικοῦ Νόμου, δι-
1447καιούμεθα μᾶλλον νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρω-
1448θυπουργὸν, διατί μετέβαλε τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν
1449καὶ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν εἰς τρόπον, ὥστε καὶ
1450τὸ Κράτος νὰ ἐξαντλῆται οἰκονομικῶς καὶ οἱ πολῖται
1451ν’ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς ἐργασίας των καὶ προσέρχωνται
1452εἰς τὸν στρατὸν, οὕτω δὲ κινδυνεύει τὸ Κράτος νὰ πε-
1453ριέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς παρίστα
1454ἄλλοτε ὅτι εὑρίσκετο ἡ Τουρκία. Τί θὰ χρησιμεύσωσιν, ἐ-
1455ρωτῶ ὑμᾶς, αἱ μεγάλαι παρασκευαὶ, ὅταν τὸ Κράτος ἐ-
1456ξαντλῆται οἰκονομικῶς;
1457Ἐὰν δὲ τώρα πιστεύσωμεν ὅσα λέγουσιν οἱ εἰδικοὶ ἄν-
1458δρες περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἡ εὐθύνη τοῦ
1459κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἔτι μεγαλειτέρα. Ἐνθυμεῖσθε βε-
1460βαίως τί εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ εἰδικώτατος
1461περὶ τὰ στρατιωτικὰ Βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου κ. Μαυρομι-
1462χάλης: «Ἡ Ἑλλὰς, εἶπεν, ἀπὸ τριῶν ἐτῶν εἶναι ἐντελῶς
1463»ἄοπλος· ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε πλέον τῶν 65 ἑκα-
1464»τομμυρίων, οὐχὶ διὰ νὰ τὴν καταστήσῃ ἀξιόμαχον, ἀλλὰ
1465»διὰ νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ τῶν πόθων καὶ ἐλπίδων της,
1466»καὶ ἐστέρησε τὴν κοινωνίαν μυριάδας παραγωγικῶν χει-
1467»ρῶν πρὸς ματαίαν καὶ δαπανηρὰν ἐπίδειξιν».
1468Ἐὰν τῳόντι ἐδαπανήθησαν τοσαῦτα χρήματα, καὶ ἀπε-
1469σπάσθησαν τοσοῦτοι ἄνδρες ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν
1470βιομηχανίαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ γίνεται ματαία καὶ
1471δαπανηρὰ ἐπίδειξις, δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ τί πρέπει πλέον
1472νὰ εἴπωμεν.
1473Τοιαῦται εἶναι, κύριοι, αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας προε-
1474κάλεσαν τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυ-
1475πουργὸς, καὶ τοιαύτη ἡ σχέσις αὐτῶν πρὸς τὴν μεταβο-
1476λὴν τοῦ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος. Ἐκτὸς τῶν τόκων τῶν
1477δανείων καὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων
1478Ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται τῳόντι εἰς τὴν ἐπελθοῦ-
1479σαν εἰς τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς μεταβολὴν, πάντα τὰ
1480ἄλλα εἶναι ἀποτελέσματα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας
1481πρωτοβουλίας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔλαβε. Καὶ διὰ μὲν
1482τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ
1483ναυτικὰς παρασκευὰς δὲν περιέχεται εἰς τὸν Προϋπολο-
1484γισμὸν τοῦ 1884, εἰμὴ μόνον ἡ ἀσήμαντος δαπάνη 500,
1485000 δραχμῶν τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλή-
1486λων προεκάλεσεν ἡ ἄσκοπος μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ
1487συστήματος, ἡ ἐξόγκωσις δὲ τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν
1488εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν νεωτερισμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσήγα-
1489γεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἀντικειμένων τού-
1490των, ἡ ἐνέργεια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἤνοιξε καὶ
1491ἄλλην πολὺ μεγάλην καταβόθραν, εἰς τὴν ὁποίαν κατα-
1492βροχθίζονται κατ’ ἔτος πολλὰ ἑκατομμύρια, εἶναι δὲ αὕτη
1493ἡ δημιουργία πολλῶν νέων θέσεων. Κατὰ τὸν Προϋπολο-
1494γισμὸν τοῦ ἔτους 1881, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀμέσως προη-
1495γούμενον τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ ὁλι-
1496κὸς ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτουν εἰς τὰ
1497πέντε πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, ἀνέβαινον εἰς 4,574· εἰς τὸν
1498ἀριθμὸν τοῦτον προσετέθησαν 500 περίπου ὑπάλληλοι διὰ
1499τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν
1500ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἀνήρχετο
1501εἰς 5,074. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, ὁ ἀριθμὸς
1502τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ πέντε πολιτικὰ Ὑπουργεῖα ἀνε-
1503βιβάσθη εἰς 7,349, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι 390 πρό-
1504σωπα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
1505Ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ μεταξὺ τῶν θέσεων τοῦ 1881
1506καὶ τῶν θέσεων τοῦ 1884 2,245 θέσεις, δημιουργηθεῖσαι
1507ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ,
1508κύριοι, κατὰ πόσον ὑπῆρξεν ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος ἡ
1509προσθήκη τῶν θέσεων τούτων, θὰ σᾶς ἀναφέρω ὑπηρεσίας
1510τινὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐγένετο τοιαύτη. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
1511τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1881 47 πρόσωπα,
1512σήμερον ὑπάρχουσιν 79· εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, συμ-
1513περιλαμβανομένων καὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὑπῆρχον
1514450 ὑπάλληλοι, σήμερον εἶναι 570· διότι, ὡς γνωρίζετε,
1515εἰς ὅλα τὰ Ταμεῖα προσετέθησαν ἐσχάτως εἷς ἢ δύω γρα-
1516φεῖς· τὸ προσωπικὸν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφορειῶν, συμπε-
1517ριλαμβανομένων πάντοτε καὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, συνί-
1518στατο κατὰ τὸ 1881 ἐκ 217 προσώπων, σήμερον ἀνα-
1519βαίνει εἰς 289, διότι, ὡς γνωρίζετε, συνεστάθησαν νέαι
1520Ἐφορεῖαι εἰς πολλὰς Ἐπαρχίας, διωρίσθησαν δεύτεροι
1521γραμματεῖς εἰς τὰς Ἐφορείας πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως
1522καὶ προσετέθη εἷς γραφεὺς εἰς τὰς Ἐφορείας τῆς τρίτης
1523τάξεως. Ἐγένετο δὲ τοῦτο καθ’ ὃν καιρὸν ἡ ὑπηρεσία τῶν
1524Ἐφόρων διὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τοῦ στρεμ-
1525ματικοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς. Νο-
1526μίζω δὲ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιαύτης προσθήκης,
1527ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως
1528τοῦ ἀριθμοῦ ἠδύνατο ν’ ἀναπληρώσῃ τὴν κακὴν ποιότητα
1529τῶν προσώπων. Εἰς τὰ Προξενεῖα ὑπῆρχον 56 ὑπάλλη-
1530λοι, σήμερον εἶναι 156. Ἴσως μὲ διακόψῃ τις λέγων, ὅτι
1531ἐὰν ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς καὶ αἱ δαπάναι τῶν προξενικῶν
1532ὑπαλλήλων, ηὔξησαν καὶ τὰ ἔσοδα. Ἀληθῶς μεταξὺ τῶν
1533ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1881 καὶ κατὰ
1534τὸ 1883, ὑπάρχει διαφορὰ ἐκ 300,000 δραχμῶν, κατωτέρα
1535πάντοτε τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐχρειάσθη διὰ τὴν ἐφαρ-
1536μογὴν τοῦ προξενικοῦ Νόμου· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν
1537ὀφείλεται εἰς τὴν σύστασιν τῶν Προξενείων, ὀφείλεται κυ-
1538ρίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προξενικῶν δικαιωμάτων, διότι
1539κατὰ τὸν νέον προξενικὸν Νόμον τὸ χαρτόσημον τῆς τά-
1540ξεως ἐδιπλασιάσθη, τὰ δὲ διαμονητήρια, τὰ ὁποῖα συνί-
1541σταντο εἰς μίαν δραχμὴν μέχρις 20, ἀνεβιβάσθησαν εἰς
15422–60, ἐκ τούτου δὲ προῆλθε κυρίως ἡ αὔξησις τῶν ἐσό-
1543δων. Παραλείπω τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ λοιπὰ καὶ ἔρχομαι
1544εἰς δέκα ἄλλας ὑπηρεσίας, εἰς ἃς τὸ προσωπικὸν ηὔξησε
1545πολύ. Τὰ Ταχυδρομεῖα εἶχον 160 ὑπαλλήλους, ἴσως μὲ
1546τὰ Ταχυδρομεῖα τὰ συσταθέντα εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας
1547ἀνέβαινον εἰς 200, ἀντὶ τούτων σήμερον ὑπάρχουν 434
1548ὑπάλληλοι. Εἰς τὰ Τηλεγραφεῖα ὑπῆρχον 214 πρόσωπα,
1549σήμερον δὲ εἶναι 769, τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἐνῷ ηὔ-
1550ξησε τοσοῦτον τὸ προσωπικὸν τῶν δύο τούτων κλάδων,
1551οὐδεμία σχεδὸν ἐπῆλθεν αὔξησις τῆς προσόδου. Κατὰ τὸν
1552ἀπολογισμὸν τοῦ 1881, τὰ ἔσοδα τῶν Ταχυδρομείων ἀνῆλ-
1553θον εἰς 844,000, κατὰ δὲ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883
1554ἀνῆλθον εἰς 905,000 δραχμάς.
1555§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νέας δραχμάς.
1556§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει τοῦτο τίποτε, καὶ
1557ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι σπουδαίως προτείνετε τὴν παρα-
1558τήρησιν, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ δικαιώματα τότε
1559εἰσεπράττοντο εἰς παλαιὰς δραχμὰς, τὴν σήμερον εἰσ-
1560πράττονται εἰς νέας, ἑπομένως καὶ ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἡ
1561προσθήκη τοῦ προσωπικοῦ, τὰ ἔσοδα θὰ ἦσαν εἰς νέας
1562δραχμάς. Εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν προϋπελογίσθη
1563κατὰ τὸ 1881 δαπάνη 458,000 παλαιῶν δραχμῶν, κατὰ
1564δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 δραχμῶν νέων 731,000,
1565αἱ δὲ εἰσπράξεις τῶν Ταχυδρομείων μετὰ τὴν προσάρτη-
1566σιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ τὴν σύστασιν τόσων Ταχυ-
1567δρομείων μόλις ὑπερέβησαν τὰς 60,000 δραχμάς. Τὰ ἔ-
1568ξοδα τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν τότε 1,172,420,
1569κατὰ δὲ τὸ 1883 ἀνέβησαν εἰς 1,500,000, ἀλλὰ τὰ εἰ-
1570σοδήματα τῶν Τηλεγραφείων, ἐνῷ κατὰ τὸ 1881 ἦσαν
1571907,000, κατὰ τὸ 1883 προέβησαν εἰς 976,000, δηλαδὴ
157269,000 περισσότερα· ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιλαμ-
1573βάνονται καὶ τὰ 10 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται σή-
1574μερον διὰ τοὺς διανομεῖς τῶν τηλεγραφημάτων, ὥστε ἂν
1575ἀφαιρέσητε τὰ 10 λεπτὰ, τὸ ἔσοδον τῶν Τηλεγραφείων
1576ἠλαττώθη ἀντὶ ν’ αὐξήσῃ.
1577§19Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὰ
1578Τηλεγραφεῖα νὰ ἔχωμεν καὶ εἰσόδημα; Δὲν λαμβάνετε
1579ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν προσφέρουν;
1580§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἶ-
1581ναι ἀναγεγραμμένον ἔσοδον 1,220,000.
1582§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Ἀπο-
1583λογισμὸν τοῦ 1883.
1584§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, ὁ στηρι-
1585ζόμενος ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἔχει 1,220,000. Πα-
1586ρουσιάζοντες τὰ ἔξοδα τοῦ 1884, πρέπει νὰ παρουσιά-
1587ζητε καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ὄχι ἄλλου (θό-
1588ρυβος). Τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε ὡς ἀναβαίνοντα εἰς
1589900,000 δραχμὰς, ἀναβαίνουσιν εἰς 1,200,000.
1590§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν σας.
1591§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν
1592μας, καὶ ὅταν πιστεύετε τὸν Προϋπολογισμόν μας ὡς πρὸς
1593τὰ ἔξοδα, ὀφείλετε νὰ τὸν πιστεύετε καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔ-
1594σοδα.
1595§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακόψας μοὶ
1596κάμνει τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν
1597τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, διότι
1598τὰ δύω ταῦτα εἶναι ἀχώριστα. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν μὲ
1599τὸν Προϋπολογισμὸν συνεφώνει πάντοτε καὶ ὁ Ἀπολο-
1600γισμὸς, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ἀπολογισμὸς, ἰδίως τῶν ἐσό-
1601δων, εἶναι κατώτερος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προϋπελογί-
1602σατε π. χ. 13,000,000 ἀπὸ τὸν καπνὸν καὶ τὸ σιγαρό-
1603χαρτον, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράξατε εἰμὴ μόνον 3,000,000. Διὰ
1604τοῦτο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν Ἀπολογισμόν.
1605§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι αὐτὸς σᾶς συμφέρει.
1606§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω
1607λέξεις; Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τῶν πληρω-
1608θέντων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1883 μέχρι τέλους Σεπτεμ-
1609βρίου 1884, δηλαδὴ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν μεῖον τοῦ μη-
1610νὸς Ὀκτωβρίου, ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑ-
1611πηρεσίαν 1,222,991, κατὰ τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων τῶν
1612βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων τοῦ ἔ-
1613τους 1883· εἰσεπράχθησαν ὅμως καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν,
1614οὐχὶ μέχρι τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου, δηλαδὴ μέχρι τέλους
1615Ὀκτωβρίου, ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας μόνον 962,
1616204 δραχμαί.
1617§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τοῦτο πρὸς τὸ
1618θέμα περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Σωτηρο-
1619πούλου. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν ἀγορεύοντα τὴν παρατήρη-
1620σιν, ὅταν παρέβαλε τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους
16211884 πρὸς τὰ τοῦ ἔτους 1881, ὅτι ὤφειλε νὰ παραβάλῃ
1622καὶ τὰς αὐξήσεις τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους 1884 καὶ οὐχὶ
1623τὰς τοῦ 1883 πρὸς τὰς τοῦ ἔτους 1881. Τὰ λεχθέντα
1624παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος οὐδόλως ὡς πρὸς
1625τοῦτο μᾶς βοηθοῦσιν. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφώρα εἰς
1626τὴν παραβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ
1627τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ ἔτους πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν
1628τοῦ 1881.
1629§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας πα-
1630ρέβαλε τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπο-
1631λογισμῷ κατὰ τὸ 1884 διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρε-
1632σίαν· ὁ κ. ὅμως Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὰ γενό-
1633μενα ὡς ἔξοδα πρέπει νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ εἰσπρα-
1634χθέντα ἔσοδα, καὶ ὅτι ἂν ἐξετασθῶσι τὰ ἔσοδα, τὰ ἀνα-
1635γραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, θέλετε εὑ-
1636ρεῖ ὡσαύτως μεγάλην αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς τηλε-
1637γραφικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸ ἔτος 1884. Ὁ κ. Βουλευτὴς
1638ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι Προϋπολογισμοὶ ἐσό-
1639δων, ἐν οἷς ἀνεγράφησαν μεγάλα ποσὰ, καὶ εἰσεπράχθη-
1640σαν ὀλίγα, καὶ ἀνέφερε τὸ προϋπολογισθὲν ἐκ τοῦ κα-
1641πνοῦ ἔσοδον· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἀπήντησεν, ὅτι
1642δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μνημονεύωμεν τῶν ἐξόδων,
1643τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ Κράτος δι’ ὑπηρεσίαν τινὰ, διὰ
1644νὰ παρασταθῇ, ὅτι τὰ ἔξοδα ηὔξησαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ
1645μνημονεύωμεν καὶ τῶν ἐσόδων. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς δὲν δυ-
1646νάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπραχθέντων
1647ἐσόδων καὶ γενομένων ἐξόδων κατὰ τὸ 1885, οὐδὲ κατὰ
1648τὸ 1884, διότι καὶ τοῦ ἔτους τούτου ἡ χρῆσις δὲν ἔκλει-
1649σε, δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπο-
1650λογισμοῦ τοῦ ἔτους 1883, οὗτινος ἡ χρῆσις ἐτελείω-
1651σεν. Εἰς τούτους λοιπὸν προσεφύγομεν, καὶ δι’ αὐτῶν σᾶς
1652ἀπέδειξα, ὅτι εὐλόγως ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος
1653τῆς κατὰ τὸ ἔτος 1885 γενομένης αὐξήσεως τῶν ἐξόδων
1654τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας μέχρις 969,000 δραχμῶν,
1655καὶ νὰ μὴ μνημονεύσῃ τῶν ἐσόδων, ἀφοῦ ἐσμὲν ἐν τῇ ἀρ-
1656χῇ τοῦ ἔτους 1885, διότι κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
1657ἔτους 1883, τὰ μὲν ἔξοδα καὶ τότε ἀνεβιβάσθησαν εἰς
16581,222,000, ἐνῷ τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἔσοδα δὲν
1659ἀνῆλθον εἰμὴ εἰς 962,000 δραχμάς.
1660§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄξια ἰδιαιτέρας σημειώσεως εἶ-
1661ναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἁλάτων. Διὰ τὰ
1662ἅλατα κατὰ τὸ 1881 προϋπελογίσθη δαπάνη 160,000
1663δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1883 252,000 δραχμῶν, ἀλλὰ
1664κατὰ μὲν τὸ 1881, ὅτε δὲν εἴχομεν τὰς νέας Ἐπαρχίας,
1665εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν 1,010,000 δραχ-
1666μῶν, κατὰ δὲ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 εἰσεπράχθησαν
16671,040,000, ὥστε ὑπάρχει αὔξησις μόνον 30,000 δραχ-
1668μῶν ἢ 300,000 ὀκάδων ἅλατος μετὰ τὴν προσάρτησιν
1669τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Τί συμβαίνει εἰς τὴν διαχείρισιν
1670ταύτην; Ἐὰν πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις εἶναι, ὡς
1671λέγουσιν οἱ Ὑπουργοί, εἰλικρινεστέρα καὶ ἐντιμοτέρα τῆς
1672τότε γενομένης, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ παραδεχθῶμεν,
1673ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐὰν μὴ κατώρθωσεν ἄλλο, ἐ-
1674δίδαξεν ὅμως τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ τρώγῃ ὀλιγώτερον
1675ἅλας, πιθανὸν δὲ νὰ τὸν συνειθίσῃ νὰ τρώγῃ τὴν τροφήν
1676του καὶ ἐντελῶς ἀνάλατον· διότι δὲν ἐξηγεῖται πῶς μετὰ
1677τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ, δὲν ηὔξησεν ἡ κατανάλω-
1678σις τοῦ ἅλατος. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1881,
1679οἱ τότε εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν εἶχον διδόμενα νὰ
1680πιστεύσωσιν, ὅτι μεγάλαι καταχρήσεις ἐλάμβανον χώραν
1681κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων, καὶ διὰ τοῦτο προέ-
1682βησαν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ πολυετοῦς ἐκμι-
1683σθώσεως συμβάσεως, τῆς συμβάσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁ-
1684ποίαν ἔλαβε τὴν ἀκατονόμαστον τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω
1685ἄλλο τι, ὁ νῦν ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Προέδρου καθήμενος
1686Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ συκοφαντήσῃ δύω πρώην Ὑπουρ-
1687γοὺς καὶ ἕνα Πρωθυπουργόν. Ἐπιστεύομεν καὶ τότε, ὅτι
1688ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις εἰς τὰ ἅλατα, καὶ διὰ
1689τοῦτο συνωμολογήσαμεν τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἕνεκα μυ-
1690ρίων ἀντιπράξεων δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν
1691Βουλήν. Ἐὰν ἐπεψηφίζετο ἡ σύμβασις ἐκείνη καὶ ἂν ἐ-
1692πήρχετο, ὅπως ἐπῆλθεν, ἡ ἕνωσις τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ἡ
1693μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τὸ Κράτος ἤθε-
1694λεν ἔχει ἔσοδον καθαρὸν ἐκ τῶν ἁλάτων 1,600,000
1695δραχμῶν, ἤθελον δὲ ὑπάρχει εἰς τὰς περισσοτέρας Ἐ-
1696παρχίας εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι καὶ ὁ λαὸς θὰ ἠγόραζε
1697τὸ ἅλας πρὸς 15 λεπτά. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐμα-
1698ταιώθη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς προϊόν ἀθεμίτου συνεν-
1699νοήσεως· ἰδοὺ δὲ τὰ ἀποτελέσματα, οὐ μόνον δὲν περιε-
1700στάλησαν αἱ καταχρήσεις, ἀλλὰ καὶ ηὔξησαν εἰς βαθμὸν
1701ἀπίστευτον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐλαττουμένην τὴν ἐκ
1702τῶν ἁλάτων πρόσοδον, μεθ’ ὅλην τὴν γενομένην αὔξησιν
1703τοῦ πληθυσμοῦ.
1704Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προσέ-
1705θηκε 2,276 θέσεις· εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν περιλαμ-
1706βάνονται οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι, ἤτοι τὰ μέλη τῶν δια-
1707φόρων ἐπιτροπειῶν, οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Ταμείων
1708διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων, οἱ ἔκτακτοι
1709ὑπάλληλοι διὰ τὴν στατιστικὴν καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν
1710συντάξεων, οἱ εἰδήμονες διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν
1711οἴνων καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, οἱ ἀπαριθμηταὶ τῶν ζώων,
1712διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπανέφερον τὸ σύστημα τῆς ἀπαριθ-
1713μήσεως, οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργαζό-
1714μενοι γραφεῖς, ἱερεῖς καὶ ἰδιῶται, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει
1715εἰς 175, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ σμῆνος τῶν ἐργοδηγῶν, ἐπι-
1716στατῶν καὶ ὁδοστατῶν τῶν Δημοσίων ὁδῶν, καὶ τῶν ὁ-
1717ποίων τὸν ἀριθμὸν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1718τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ θέσεις αὗται δὲν σημειοῦνται ἐν τῷ
1719Προϋπολογισμῷ, καὶ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε περὶ τοῦ
1720ἀριθμοῦ αὐτῶν. Διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ δὲν ἐνο-
1721μοθετήθησαν θέσεις, ἀλλ’ ἐδημιούργησε τοιαύτας ἡ Κυβέρ-
1722νησις, στηριζομένη εἰς τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε
1723παρὰ τῆς Βουλῆς. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐψηφί-
1724ζετο ἡ πίστωσις αὕτη, ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε διορίσει προ-
1725σωρινὸν προσωπικὸν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’
1726ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς αὐτὴν, ἐδημιούργησε διὰ
1727Βασιλικοῦ Διατάγματος 390 θέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων 14
1728μὲ βαθμὸν Τμηματάρχου, 110 μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ
1729Γραμματέως, 12 μὲ βαθμὸν Γραφέως καὶ 145 κλητῆρας·
1730νομίζουσα δὲ, ὅτι διὰ τὴν σπουδαίαν ταύτην ὑπηρεσίαν
1731εἶναι ὀλίγος ὁ μισθὸς τῶν ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων, ἐχο-
1732ρήγησεν εἰς αὐτοὺς ποσοστὰ, εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας δικαίω-
1733μα συντάξεως προσέθηκε καὶ ἐπιμίσθιον ἴσον μὲ τὸ τέταρ-
1734τον τοῦ κανονικοῦ μισθοῦ· ὥστε οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν
1735φορολογίαν τοῦ καπνοῦ ὑπάλληλοι μισθοδοτοῦνται πε-
1736ρισσότερον ἀπὸ τοὺς ὁμοιοβάθμους ὑπαλλήλους, φαντα-
1737σθῆτε δὲ ὁποῖα σκάνδαλα καὶ ὁποία ἀπογοήτευσις ἐπέρ-
1738χεται ἐκ τούτου εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἐπόπται
1739τινὲς τοῦ καπνοῦ λαμβάνουσι 500 δραχμὰς, ἐνῷ οἱ ὁμοιό-
1740βαθμοι οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουν μόνον 400. Ὁ Δι-
1741ευθυντὴς τοῦ Καπνοκοπτηρίου Πειραιῶς λαμβάνει μισθὸν
1742ἀνώτερον τοῦ Τελώνου Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται 6
1743καὶ 8,000,000.
1744Τοιαῦται καὶ τοσαῦται εἶναι αἱ θέσεις, τὰς ὁποίας ἐδη-
1745μιούργησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφίνω ἤδη εἰς ὑμᾶς νὰ κρί-
1746νητε ὁποίαν δύναμιν ἤντλησεν ἐξ αὐτῶν. Αἱ θέσεις παν-
1747ταχοῦ καὶ πάντοτε ἐχρησίμευσαν ὡς ὅπλον ἰσχυρὸν εἰς
1748τὰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων καὶ συντελοῦσι τὰ μέγιστα
1749πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν· ἐκτὸς τῶν ἀποδοχῶν διαθρύπτουσι
1750τὴν φιλοτιμίαν τῶν προσώπων καὶ βαυκαλίζουσιν αὐτὰ
1751μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς
1752προαγωγῆς· διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ μέρη αἱ Δημόσιαι θέ-
1753σεις εἶναι ἐπιζήτητοι, πολλῷ δὲ περισσότερον εἰς ἡμᾶς,
1754ἔνθα ἡ Βιομηχανία καὶ αἱ Τέχναι εὑρίσκονται εἰς τὰ σπάρ-
1755γανα. Καὶ αἱ μὲν ἄλλαι Κυβερνήσεις δὲν ἠδύναντο νὰ δια-
1756θέσωσιν εἰμὴ ὀλίγας μόνον θέσεις· διότι, ὡς γνωρίζετε,
1757ἄλλαι κατείχοντο ἀπὸ ἰσοβίους ὑπαλλήλους, ἄλλαι ἀπὸ
1758ὑπαλλήλους ἔχοντας θητείαν καὶ ἄλλαι ἀπὸ πρόσωπα,
1759τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς χρησιμότητός των διατηροῦνται ἀπὸ
1760πᾶσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέθεσε
1761καὶ ὅλας τὰς νέας θέσεις, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε, καὶ
1762διὰ τοῦτο ὁσάκις προσήρχοντο νέοι φίλοι, ἠδύνατο νὰ τοὺς
1763οἰκονομῇ, χωρὶς νὰ ταράσσωνται οἱ κύκλοι τῶν παλαιοτέ-
1764ρων· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ἂν ὅλοι ἡμεῖς ἀπεφασίζα-
1765μεν νὰ περάσωμεν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἠθέλομεν
1766ἱκανοποιηθῆ· διότι κατὰ τὸ πασχάλιον τοῦ Χρυσοστόμου,
1767«ἡ τράπεζα γέμει, φιλότιμος γὰρ ὁ δεσπότης.» Μεγίστην
1768εὐκολίαν παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ δημιουργία τῶν
1769ἐκτάκτων θέσεων, διότι ἠδύνατο ταύτας νὰ τὰς δημιουρ-
1770γῇ καὶ νὰ κανονίζῃ τὸν μισθὸν αὐτῶν κατὰ τὸ δοκοῦν.
1771Ἐζητεῖτο παραδείγματος χάριν θέσις Γραμματέως Τα-
1772μείου· ἐὰν δὲν ἦτο πρόχειρος τοιαύτη, ἐδημιουργεῖτο θέ-
1773σις ἐκτάκτου ὑπαλλήλου μὲ μισθὸν ἴσον ἢ ἀνώτερον τοῦ
1774Γραμματέως, καὶ οὕτως ἱκανοποιεῖτο τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο·
1775ἐζητεῖτο θέσις Ἐφόρου ἢ Ἐπάρχου, ἐδημιουργεῖτο θέσις
1776Διευθυντοῦ Καπνοκοπτηρίου, καὶ οὕτως ᾠκονομεῖτο καὶ
1777αὐτὸς ἐζητεῖτο νὰ τοποθετηθῇ συνταξιοῦχος, καὶ δὲν ἦτο
1778πρόχειρος θέσις, διωρίζετο ἔκτακτος γραφεὺς ἢ βοηθὸς εἰς
1779τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1780Ἐκκλησιαστικῶν εὗρε πρὸς τούτοις μέθοδον, διὰ τῆς ὁ-
1781ποίας ᾠκονόμησεν ἐν τοῖς χωρίοις πολλοὺς μικροῤῥαδι-
1782ούργους μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν· μετέθετε τοὺς Δη-
1783μοδιδασκάλους, ἄφινε τὰ Δημοτικὰ σχολεῖα κενὰ, καὶ
1784ἀντὶ Δημοδιδασκάλων διώριζε γραμματοδιδασκάλους· εἰς
1785τι Χωρίον τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας ὑπῆρχεν ἐφημέριος,
1786ὁ ὁποῖος ἔχων καὶ πτυχίον Δημοδιδασκάλου ἦτο Δημο-
1787διδάσκαλος εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου· ἀλλ’ ὁ κ.
1788Ὑπουργὸς τὸν μετέθεσεν εἰς ἄλλην Ἐπαρχίαν, ὅπου αὐτὸς
1789δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ καθ’ ὃ ἱερεύς· ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς
1790τὸ χωρίον του ὑπῆρχε συστημένον Δημοτικὸν σχολεῖον,
1791ἐζήτησεν ὁ ἱερεὺς νὰ διορισθῇ Δημοδιδάσκαλος ἐντὸς τοῦ
1792χωρίου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν παρεδέχθη τὴν αἴτησίν
1793του καὶ διώρισεν ὡς γραμματοδιδάσκαλον πρόσωπον ἐν-
1794τελῶς σχεδὸν ἀγράμματον.
1795Νομίζω, ὅτι τὰ ἐκτεθέντα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ κατα-
1796νοήσετε, πῶς ἀπὸ 47,000,000 ἢ 42,008,000, εἰς τὰ ὁ-
1797ποῖα ἀνέβαινον ἢ ἔπρεπε κατὰ τὸν κ. Τρικούπην ν’ ἀνα-
1798βαίνωσι τὰ ἔξοδα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880,
1799ἀνεβιβάσθησαν κατὰ τὸ 1884 εἰς 88,000,000. Δὲν
1800πταίουν αἱ ἐπελθοῦσαι εἰς τὸ οἰκονομικὸν καθεστὼς μετα-
1801βολαὶ, διότι αὗται, στενῶς ἐξεταζόμεναι, περιορίζονται
1802εἰς τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ εἰς τοὺς τόκους
1803τῶν τότε συνομολογηθέντων δανείων· δὲν πταίουν οὔτε
1804τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, οὔτε αἱ στρατιωτικαὶ καὶ αἱ
1805ναυτικαὶ παρασκευαὶ, διότι δι’ αὐτὰ οὐδὲν σχεδὸν ἐπλη-
1806ρώθη μέχρι τοῦδε. Ἡ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν εἶναι ἀπο-
1807τέλεσμα τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος,
1808τῶν νεωτερισμῶν, τοὺς ὁποίους εἰσηγάγομεν εἰς τὴν στρα-
1809τιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τῆς δημιουργίας πολλῶν θέσεων,
1810ἐκ δὲ τοῦ ἀκριβοῦς τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ
18111881, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκα, ἐνόησατε πόσον ἄδικον
1812ἔχουσιν οἱ Κυβερνῶντες, προσπαθοῦντες νὰ ἐπιῤῥίπτωσιν
1813ἑκάστοτε τὸ βάρος τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων εἰς τὴν δια-
1814χείρισιν ἐκείνην.
1815Περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἤτοι τῶν παρανο-
1816μιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν
1817τελευταίων δανείων, συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα καὶ
1818κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον.
1819§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
1820§32Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἂν θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὑπο-
1821χωρῶ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ μὴ ἀπαντή-
1822σῃ, θὰ εἴπω ὀλίγα. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ ἀνα-
1823πτύξω τὸ ζήτημα ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, διότι τοῦτο
1824ἱκανῶς ἀνεπτύχθη παρ’ ἄλλων εἰδικωτέρων, ἀλλὰ διὰ νὰ
1825ἑρμηνεύσω κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σιωπὴν τῆς Κυβερνήσεως,
1826διότι ἀπεδόθησαν εἰς αὐτὴν ὡρισμέναι πράξεις παράνομοι
1827καὶ ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Σύνταγμα. Παράνομοι, διότι συνωμο-
1828λογήθησαν Συμβάσεις, παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ἐν ἀ-
1829γνοίᾳ ταύτης αὐθαιρέτως, ἀσεβεῖς δὲ, διότι, ἐνῷ ἦτο
1830πολὺ εὔκολον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, δὲν ἠρωτήθη. Αὐτὸς
1831οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
1832κῶν, καταθέτων τὰς ζητηθείσας Συμβάσεις ἐπὶ ἐπερωτή-
1833σει τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐχαρακτήρισε μόνος του
1834ὅτι τὸ πραχθὲν πρὸς εὕρεσιν χρημάτων πρὸς ἄρσιν τῆς
1835ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἦτο νόμιμον καὶ ἐζήτησε ῥη-
1836τῶς ψῆφον συγγνώμης. Ἀπέναντι τῶν πράξεων, αἵτινες ἀπε-
1837δόθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπέναντι τοῦ χαρακτηρισμοῦ,
1838τὸν ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο, ἡ σιωπὴ
1839θὰ ἔχῃ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν κατ’ ἐμέ· ἢ ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα
1840εὑρίσκει ὀρθά, ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ καὶ μένει ἄναυδος, ἢ ὅτι
1841περιφρονεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Περιφρονεῖ τίνα; τὴν
1842Ἀντιπολίτευσιν; Οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ περιφρο-
1843νήσῃ Βουλευτήν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁλόκληρον τὴν Ἀν-
1844τιπολίτευσιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι σιωπῶν θέλει περιφρο-
1845νήσει ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τῷ δώσει τὴν ζητηθεῖσαν
1846ψῆφον συγγνώμης, διότι χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ διὰ τίνα λό-
1847γον ζητεῖ τὴν ψῆφον ταύτην, θέλει ἐξαναγκάσει αὐτοὺς
1848νὰ τὸν συγχωρήσωσιν. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι
1849ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ θέματος οὕτω σπουδαίου
1850δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ὅτι στερεῖται
1851ἐπιχειρημάτων. Ἐνόμισα καλὸν νὰ ὑποβάλω τὰς παρα-
1852τηρήσεις ταύτας, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ
1853ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως.
1854§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου
1855Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν
1856μετατοπίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἔλαβε βεβαίως χαρακτῆρα
1857ὅλως διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχε χθὲς ὅταν περιω-
1858ρίζετο εἰς ἁπλῆν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ
1859Εὐρυτανίας.
1860Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἐξήτασεν ἂν ἡ Κυβέρνησις
1861νομίμως ἢ μὴ ἐδαπάνησεν ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα
1862προωρίσθησαν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1863ρίας εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν πρόθε-
1864σιν νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ δαπανηθέντα ἐξ ἄλλων πόρων
1865τοῦ Κράτους· ἀπ’ ἐναντίας, ἐξέτεινε τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ
1866ἐπὶ ὅλου τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως
1867καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ
1868ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν, διότι, καίτοι ἀποκρου-
1869σθεῖσαν ἤδη, δὲν ἐννοοῦμεν οὐχ ἧττον ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ
1870ἀπαντήσεως τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ κ. Σω-
1871τηρόπουλος, ὅτι σύστημα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ παρέστησε,
1872τὸ ὑπεστηρίξαμεν ἐν γνώσει. Τὸ σύστημα τοῦτο ἡμεῖς τὸ
1873βλέπομεν διάφορον ἢ ὡς παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Σω-
1874τηρόπουλος. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις ἀναν-
1875τιῤῥήτως εἶναι εἷς τῶν ἐντριβεστέρων οἰκονομολόγων τοῦ
1876Κοινοβουλίου μας, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παρότρυνσιν,
1877ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως,
1878οἵτινες ἄλλοτε ἀνῆκον εἰς τὸ αὐτὸ μετ’ αὐτοῦ κόμμα, ἵνα
1879μᾶς ἐγκαταλείψωσι, δὲν ἔδωκε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς
1880τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἐπηρεασθεὶς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἰδέας
1881του δὲν ἔδωκε τὴν προσοχὴν, ἣν συνήθως δίδει εἰς τοὺς
1882ἀριθμοὺς καὶ ἑπομένως ἐξήγαγε συμπεράσματα μὴ σύμ-
1883φωνα πρὸς τὰ πράγματα. Ἂν λοιπὸν πρόκηται νὰ ἐξα-
1884κολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐν γένει τὴν οἰκονομικὴν πο-
1885λιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο
1886καθαρῶς, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ εἶνε ἡ γε-
1887νικὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησις, ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἡ-
1888μεῖς νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας.
1889§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ἀπαντήσει ὀλίγας λέξεις εἰς
1890τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ὅστις ἀπηύθυνε παρατήρη-
1891σιν, ἥτις μοὶ φαίνεται τῳόντι ὀρθή. Νομίζω ὅμως ὅτι τὴν
1892τροπὴν ταύτην εἰς τὴν συζήτησιν δὲν ἔδωκεν ἡ Ἀντιπο-
1893λίτευσις. Ὁ ἀπευθύνας τὴν ἐπερώτησιν πρὸς τὸ Ὑπουρ-
1894γεῖον κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας περιωρίσθη ἁπλῶς νὰ
1895ζητήσῃ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1896Οἰκονομικῶν συνωμολόγησε μετὰ διαφόρων Τραπεζῶν,
1897καὶ διὰ τῶν ὁποίων συνῆψε δάνεια κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμ-
1898βριον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως
1899αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀντὶ νὰ καταθέσῃ τὰς
1900συμβάσεις ταύτας, ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον
1901εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ νὰ προτάξῃ πλη-
1902ροφορίας περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου, καὶ νὰ μᾶς πλη-
1903ροφορήσῃ δι’ αὐτῶν, ὅτι ἐδαπάνησε 41 ἑκατομμύρια διὰ
1904νὰ πληρώσῃ ἐλλείμματα τοῦ 1881, 1882 καὶ 1883 διὰ
1905τὰς πολεμικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, διὰ νὰ ἀποζη-
1906μιώσῃ τὸν σιδηρόδρομον, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς βάρη, ἅτινα
1907ἄλλοι εἶχον συνομολογήσει· καὶ ὅτι ἕνεκα τούτων ἐπῆλθε
1908τὸ κενὸν νὰ μὴ ἔχῃ χρήματα νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ πρὸς τὰς
1909Τραπέζας χρέη, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκα-
1910στικὴν κυκλοφορίαν, ἂν μὴ συνωμολόγει τὰ δάνεια ταῦτα.
1911Ἡ τοιαύτη λοιπὸν τροπὴ ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν Ἀντιπο-
1912λίτευσιν, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ
1913κ. Σωτηρόπουλος ἐτράπη ἐπὶ τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἑ-
1914πομένως ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν
1915ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι.
1916§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρό-
1917πουλος οὐδόλως ἢ ἐλάχιστον ἔθιξε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1918ἀφεώρα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Ὁ κ. Σωτη-
1919ρόπουλος ἀνέλυσεν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις τὸ
1920οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα τὸν κ.
1921Σωτηρόπουλον, ἀναπτύξαντα τὸ σύστημα τοῦτο, συγκ-
1922ρίναντα αὐτὸ πρὸς τὸ παρελθὸν, εὑρόντα τὰς δαπάνας
1923περιττὰς καὶ καταδικάσαντα αὐτὸ ὡς κακόν. Δὲν ἤκουσα
1924ὅμως οὐδεμίαν ἰδέαν σχετικὴν πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ
1925δανείου τῶν 170,000,000· τὰ λεχθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιο-
1926τίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ δὲν μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ
1927ἐναντίου καὶ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι κατόπιν
1928τῶν διαστάσεων, ἃς ἔλαβε τὸ ζήτημα μετὰ τὴν ἀγόρευ-
1929σιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου, ἀνάγκη νὰ συζητή-
1930σωμεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως εἰσερ-
1931χόμενοι εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1932§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνά-
1933δελφοι τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν ἔπρεπε νὰ παραξενευθῶσι,
1934διότι δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δανείου, τὸ
1935ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Δὲν
1936ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ περὶ τούτου, ἀφοῦ ὡμίλησαν
19373 ἢ 4 Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἰς τὰ λε-
1938χθέντα παρ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα συμμερίζομαι καθ’ ὅλην τὴν
1939ἔκτασιν, δὲν ἐδόθη ἀπάντησις. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ
1940ἔλθω ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτά· ἐνό-
1941μισα ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ τὰ πράγματα συγχύζονται καὶ ὁμοῦ μὲ
1942τὴν διαχείρισιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κα-
1943τέστησεν ἀναγκαίαν τὴν δαπάνην 22,000,000 ἐκ τῶν
1944χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
1945καστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἡ ὁποία ὑπεχρέωσεν αὐτὴν νὰ
1946συνομολογήσῃ τὰ νέα δάνεια περὶ τῶν ὁποίων ἀπέβλεπεν
1947ἡ ἐπερώτησις, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη χάριν φω-
1948τισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ διευκρινήσω ὁποία ἡ σχέσις τῆς
1949χρήσεως τοῦ 1881, τὴν ὁποίαν ἀναμιγνύουν πάντοτε μὲ
1950τὰς ἑπομένας διαχειρίσεις, καὶ ποῖα τὰ πραγματικὰ αἴτια,
1951ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν· βε-
1952βαίως αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, ἀποτελεῖ ἐν μέρει ἐξέτασιν
1953τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ὅστις θέλει, δύναται ν’
1954ἀπαντήσῃ.
1955§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εὑρί-
1956σκεται ἐντελῶς ἐν τῷ δικαίῳ καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὑπερ-
1957ασπίσεως διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ἐπὶ
1958τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας κα-
1959τενόησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀρχῆθεν ἐθεωρήσα-
1960μεν ὑπάρχον ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, τὸ ἄτοπον
1961τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ ζητήματος τῆς διαχειρίσεως τοῦ
1962δανείου τῶν 170,000,000 ἀπὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως
1963περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς δὲν ἀπηντή-
1964σαμεν εἰς τοὺς ὁμιλήσαντας περὶ τοῦ δανείου τούτου, διότι
1965ἐθεωροῦμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ ζήτησις
1966περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἂν
1967μὴ αὕτη περιλάβῃ ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυ-
1968βερνήσεως, συζήτησις δὲ περιλαμβάνουσα ἅπαν τὸ οἰκονομι-
1969κὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἀνήκει εἰς τὴν γενικὴν συζή-
1970τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ ἐπιφυλαττόμεθα νὰ δώσωμεν
1971ἐξηγήσεις περὶ πάντων τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα
1972ἀφορώντων καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 170,
1973000,000· ὅσον ἀφορᾷ εἰς εἰδικὰ θέματα ἐπὶ τῶν τοῦ δα-
1974νείου τῶν 170,000,000, περὶ τούτων ἤδη ἐγένοντο συζη-
1975τήσεις πρότερον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν ὑπελείφθη τοιοῦτο
1976θέμα μὴ ἐξαντληθέν. Τρεῖς συζητήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ζη-
1977τήματος τούτου, ἡ δὲ Βουλὴ ἔδωκεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ψῆ-
1978φον. Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ θέμα
1979τοῦτο ἐν τῷ γενικῷ εἱρμῷ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων·
1980τοὐναντίον, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ καὶ ὡς μέρος τῆς
1981συνόλου τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους διοικήσεως. Ἀλλ’
1982αὐτὴ ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ γένηται τώρα· ἤδη εἶναι ἡ
1983στιγμή, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γενικὴν συ-
1984ζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ δὲ τούτου οἱ κύριοι
1985Βουλευταὶ ἐζήτησαν ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν γενικὴν συζή-
1986τησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα συζητήσωμεν τί; ἐκεῖνο
1987τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ εἰμὴ ἐν τῇ γε-
1988νικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος
1989δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ κατανοήσῃ τὸ ἄτοπον· ἦλθεν ἑπομέ-
1990νως διὰ τοῦ λεπτοτάτου ἐκείνου τρόπου, ὁ ὁποῖος τὸν χα-
1991ρακτηρίζει, νὰ δείξῃ εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ τῆς Ἀν-
1992τιπολιτεύσεως ὅτι εἰς κακὴν εἰσῆλθον ὁδόν....
1993§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα σας.
1994§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι ἐκτροχιασθέντας αὐτοὺς ὤφειλεν
1995αὐτὸς νὰ τοὺς ἐπαναγάγῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν· καὶ ἀληθῶς
1996τοὺς ἐπανήγαγεν εἰς τὴν εὐθεῖαν. Ἤδη εἰσελθόντες εἰς
1997τὴν εὐθεῖαν, τουτέστιν ἐπιληφθέντες τῆς γενικῆς συζητή-
1998σεως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ προ-
1999βῶμεν εἰς ταύτην καὶ θέλομεν προβῆ, διότι ὅπως ὁ κ.
2000Σωτηρόπουλος εἶχε τὸ δικαίωμα οὐδὲν νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ
2001ζητήματος τοῦ εἰδικῶς προκαλέσαντος τὴν συζήτησιν, ἀλ-
2002λὰ νὰ ὁμιλήσῃ μόνον περὶ τῶν γενικῶν θεμάτων τῶν εἰς
2003τὸν προϋπολογισμὸν ἀφορώντων, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἔχομεν
2004τὸ δικαίωμα, καὶ ἀπαντῶντες εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ
2005Τριφυλίας νὰ παρακολουθήσωμεν αὐτὸν ἐν τῷ γενικωτέρῳ
2006σταδίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς εἰσήγαγε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς
2007του, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Σωτηροπούλου
2008ὅπως καὶ αὐτὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἐπραγματεύθη
2009τοιουτοτρόπως τὸ θέμα, καὶ ἡμεῖς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας
2010θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁ-
2011ποῖον ἐπροκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας συζη-
2012τοῦντες ἐν γένει περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ταύ-
2013την λοιπὸν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
2014Κράτους θέλομεν ἐξακολουθήσει ἑπόμενοι εἰς τὴν πορείαν
2015τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὡς τὴν μόνην ὀρθὴν ὁ κ. Βουλευ-
2016τὴς ἐκ Τριφυλίας.
2017§40Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον διὰ
2018τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἦτον ἐντελῶς νέον διὰ τὴν Βουλήν,
2019ἦτο νέον, ξένον, παράδοξον, ἦτο καταπληκτικὸν διὰ τοὺς
2020ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σέβονται τοὺς Νόμους τῆς Πατρί-
2021δος των. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἦτον ἐντελῶς νέον, καὶ διὰ
2022τοῦτο ἐκπληρῶν καθῆκον καὶ ἐνασκῶν δικαίωμα ὕψιστον
2023τοῦ Κοινοβουλίου προέβαλον τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐπέμεινα
2024ἵνα αὕτη συζητηθῇ ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ. Τὰ δάνεια, τῶν
2025ὁποίων τὴν συνομολόγησιν κατηγγείλαμεν ὄχι μόνον ὡς
2026παράνομον ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντισυνταγματικήν, τὰ δάνεια
2027ταῦτα συνωμολογήθησαν πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν, πολὺ
2028δηλαδὴ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς προηγουμένης ἐπερωτή-
2029σεώς μου ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου. Ὥστε περὶ ἀγνώ-
2030στων εἰς τὴν Βουλὴν ἐπρόκειτο πραγμάτων, περὶ ὅλως
2031καινοφανῶν. Τί δὲ ἀπετέλει τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεώς
2032μου; κατήγγελλεν αὕτη πράξεις παρανόμους, ἑπομένως
2033ἤγειρεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου σύμπασαν τὴν ἠθικὴν
2034καὶ τὴν νομικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπέναντι
2035τοιαύτης συζητήσεως, ἀπέναντι τοιαύτης προκλήσεως
2036δὲν εἰξεύρω πῶς δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀποφυγὴν
2037τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὸ Κοινο-
2038βούλιον τῆς Πατρίδος. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
2039διὰ λέξεων—διότι κατὰ δυστυχίαν διὰ τῶν λέξεων παρέ-
2040συρε καὶ ὑμᾶς καὶ τὸ Ἔθνος—ἐνόμισεν ὅτι διὰ λέξεων ἔτι
2041ἠδύνατο νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸ βάρος τῆς εὐθύνης,
2042τὸ ὁποῖον πιέζει τὸν τράχηλόν του, καὶ ἔλεγεν ὅτι ὁ
2043Βουλευτὴς Τριφυλίας ἐπανέφερεν ἡμᾶς εἰς τὸ καθῆκον,
2044ἐκτροχιασθέντας. Ἐγὼ ὁ εἰσηγησάμενος τὴν ἐπερώτησιν
2045ἀνέπτυξα αὐτὴν ἐν ὅλοις αὐτῆς τοῖς σημείοις καὶ κατέ-
2046δειξα μίαν πρὸς μίαν τὰς παρανομίας, εἰς ἃς ἐξετράπη ἡ
2047Κυβέρνησις. Τὸ ἁπλούστερον καθῆκον, ὄχι σεβασμοῦ πρὸς
2048τὸ Κοινοβούλιον τῆς Πατρίδος—διότι αὐτὸς ἐξέλιπε δυσ-
2049τυχῶς, ἀλλὰ σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην — τὸ
2050ἁπλούστερον καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν ἦτο νὰ ἀπαντήσωσιν
2051εἰς ῥητὰς κατηγορίας ἀπευθυνομένας κατὰ τοῦ προσώπου
2052αὐτῶν, αὐτοὶ ὅμως ἐσιώπων. Καὶ ἂν ἐσιώπα μόνον ὁ κ.
2053Πρωθυπουργὸς, ἤθελεν εἶσθαι λυπηρὸν καὶ ἀξιοκατάκριτον,
2054ἀλλ’ ἔπραττε διὰ φίλων ἐπιζημίων καί τι ἄλλο, τὸ ὁ-
2055ποῖον ἐντρέπομαι καὶ νὰ ἐνθυμῶμαι. Ἀλλ’ οὕτω πως δὲν
2056συζητοῦνται τὰ σπουδαῖα τοῦ Κράτους ζητήματα ἐνώ-
2057πιον τῆς Βουλῆς, οὕτω πως δὲν δυνάμεθα νὰ παραστῶ-
2058μεν εὐπρόσωποι ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, οὕτω πως
2059παρουσιάζομεν καὶ πρὸς τοὺς ξένους ἀπαίσιον πρόσωπον.
2060Βεβαίως ἡ ἐξέτασις τοῦ δανείου περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῇ
2061τὴν γενικὴν ὑμῶν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, καὶ εἶπον τοῦτο
2062ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήγαγον τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι τὸ
2063ἐπιστέγασμα ἢ μᾶλλον ὁ μοχλὸς τῆς ἀνατροπῆς αὐτοῦ
2064τοῦ οἰκοδομήματος εἶναι αὐτὸ τὸ δάνειον, καθόσον ὅ,τι
2065ἠναγκάσθητε νὰ δανεισθῆτε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστι-
2066κῆς κυκλοφορίας, εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμά σας τοῦ
2067ἐνεστῶτος ἔτους. Ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ συζητῶν τὴν πρώτην ἐπε-
2068ρώτησίν μου καὶ ἔχων ταύτην τὴν ἰδέαν, εἰσῆλθον, προ-
2069κληθεὶς μάλιστα ὑπὸ τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2070τοῦ ἀναγαγόντος μέχρι τοῦ 1879 τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκο-
2071νομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην,
2072ἤκουσα τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, προτρεπομένου
2073καὶ τότε ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἤκουσα καὶ τοῦ Πρωθ-
2074υπουργοῦ, λέγοντός μοι, ὅτι δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἀναμίξω
2075τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ θέ-
2076ματος τούτου· τώρα τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, οἱ ῥό-
2077λοι ἔγιναν ἀντίθετοι. Ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν περι-
2078στροφὴν ἢ μᾶλλον τὴν διαστροφὴν ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους
2079ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀρκοῦσαν ἱκανοποίη-
2080σιν δι’ ἐμὲ, τοῦτο θεωρῶ ἀρκοῦσαν δι’ αὐτὸν τιμωρίαν — ἠ-
2081ναγκάσθη νὰ εἴπῃ «εἰσερχόμεθα διότι μᾶς ἀναγκάζετε,
2082ἀλλ’ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἔρευναν τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς
2083πολιτικῆς, ὄχι διότι προκαλεῖ ἡμᾶς πρὸς τοῦτο ἡ ἀγό-
2084ρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τριφυλίας, ἀλλὰ διότι καὶ ἡμεῖς
2085οἴκοθεν ἐννοοῦμεν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εἰσέλθω-
2086μεν.» Προκειμένου περὶ συζητήσεως τοιαύτης, βεβαίως εἴ-
2087μεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἂν εἴμεθα σύμφωνοι, διατὶ νὰ περι-
2088έλθωμεν εἰς αὐτὰ τὰ σημεῖα, διατὶ νὰ ἀπευθύνωμεν οἱ
2089μὲν πρὸς τοὺς δὲ ἐγκλήσεις; διατί νὰ θέλωμεν νὰ παρεκ-
2090τρέπωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν, τὴν πρέ-
2091πουσαν, τὴν σοβαρὰν, καὶ νὰ χάνωμεν πράγματι χρόνον,
2092ἀλλὰ μετὰ τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον χάνομεν, νὰ ἐλαττοῦ-
2093μεν καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ὑπόληψιν τοῦ κοινοῦ; Ἂν ἀπ’ ἀρ-
2094χῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — διότι ἔθιξα καὶ τοῦτο τὸ ζή-
2095τημα ἐν τῇ ἀγορεύσει μου τῇ πρώτῃ— ἀπήντα εἰς τὴν ἐπ-
2096ερώτησίν μου, ὡς ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, τὸ ζήτημα ἤθελεν
2097ἀρχίσει νὰ συζητῆται κανονικῶς καὶ ἴσως μέχρι τῆς στιγ-
2098μῆς ταύτης ἤθελεν εἶσθαι περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἠναγ-
2099κάσθην νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, διότι ἐνόησα,
2100ὅτι εἰς ἐμὲ ἀπηυθύνοντο αἱ ἄδικοι καὶ ἀνυπόστατοι ἐπι-
2101τιμήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀ-
2102νεχθῶ ἐπιτιμήσεις, ἐφ’ αἷς μάλιστα δὲν ἤμην ὑποχρεωμέ-
2103νος ὡς ἐκ τῆς ἐμῆς πολιτείας ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου.
2104§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀλίγον φροντίζω περὶ ἐπιτιμήσεως τούτων
2105ἢ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν· καθῆκον ἐπιτιμήσεως δὲν ἔχω·
2106ἔχω καθῆκον ὅμως, ἵνα φροντίζω, ὅπως ἡ συζήτησις μὴ
2107ἐκτροχιάζηται. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας διὰ τῆς
2108ἐπερωτήσεως αὑτοῦ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋ-
2109πολογισμοῦ, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν εὐθὺς, ἤγειρε
2110συζήτησιν περὶ τῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ ἀφορώντων,
2111ἐξαναγκάζων τὴν Βουλὴν ν’ ἀκολουθήσῃ ἀλλοίαν ὁδὸν,
2112ἥτις παρεμποδίζει τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς τὴν πρόοδον. Καὶ
2113τοῦτο καὶ πάντα, ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὴν Σύνοδον ταύ-
2114την, οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύουσιν, εἰμὴ τάσεις πρὸς παρεμ-
2115πόδισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ
2116ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ θέση τέρμα εἰς τοιαύτην τα-
2117κτικὴν ἦτο νὰ σιωπήσῃ. Ὅταν Βουλευταὶ προτείνωσι
2118συζητήσεις καὶ ἐπιμένωσιν, ὅπως γίνωνται συζητήσεις,
2119αἱ ὁποῖαι ἀτόπως προβάλλονται πρὸ συζητήσεων ἄλ-
2120λων προτιμητέων, δὲν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐμποδίσωμεν
2121τούτους, ἀλλὰ δυνάμεθα διὰ τῆς σιωπῆς νὰ ὑποδείξωμεν
2122τὸ ἀτόπημα καὶ προκαλέσωμεν ἐκείνους τοὺς Βουλευτὰς
2123τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες κήδονται τῆς ὑπολήψεως
2124τῆς Βουλῆς, νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς
2125ἐκ Τριφυλίας, νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἔ-
2126πρεπε νὰ ἵσταται. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ κατενόησε, μετὰ τὴν
2127ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τὸ ἀτόπημα,
2128εἰς τὸ ὁποῖον περιήγαγεν αὐτὴν ἡ ἀγόρευσις τοῦ προ-
2129λαλήσαντος Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, κατενόησε δὲ καὶ
2130ποῖον εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀσχολη-
2131θῶμεν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην, τὴν τοιαύτην ἔχου-
2132σαν ἔννοιαν καὶ τὴν τοιαύτην περιλαμβάνουσαν ὑπόδει-
2133ξιν, ἔρχομαι ἐγὼ, διατυπῶν τὸ πόρισμα τῆς ἀγορεύσεως
2134τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἔρχομαι νὰ προτείνω εἰς
2135τὴν Βουλὴν, ὅπως, θέτουσα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, τὴν
2136προκληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, με-
2137ταβῇ εὐθὺς εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπο-
2138λογισμοῦ, τὴν περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ θέμα, περὶ οὗ ὁ
2139λόγος.
2140§42ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
2141§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἄλλοτε
2142Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
2143ἐπέμενον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ χορηγήσῃ τὰ δω-
2144δεκατημόρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοὺς λήγοντας μῆ-
2145νας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον
2146εἰσαγάγει, μολονότι αὐτὸς δὲν εἶχεν ἐξελεγχθῆ ὑπὸ τῆς
2147Βουλῆς. Ἔλεγον τότε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ
2148πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ πρόγραμμα τὸ διοι-
2149κητικὸν, τὸ πρόγραμμα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ πρόγραμμα
2150τὸ πολιτικὸν αὐτῆς.
2151Καὶ εἶχον δίκαιον διὰ τοῦτο. Ἡ γενομένη συζήτησις
2152ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι μόνον συζήτησις περὶ
2153τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι
2154συζήτησις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τόπου, περὶ τῆς διοι-
2155κήσεως αὐτοῦ, περὶ τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
2156τὸ Ὑπουργεῖον προὐκάλεσε διαχειριζόμενον τὴν Ἐξου-
2157σίαν. Δι’ ἡμᾶς ὅμως ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν
2158γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ πολὺ ἀναγκαιο-
2159τέραν, ἢ ὅσον εἶναι εἰς τὰ ἄλλα Συνταγματικὰ Κράτη.
2160Ἡμεῖς πρὸ τριῶν ἐτῶν ἔχομεν Προϋπολογισμοὺς εἰκονι-
2161κούς. Προϋπολογίζομεν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἰσπράττο-
2162μεν, μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσαμεν αὐτά·
2163προϋπολογίζομεν ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγκαζόμεθα νὰ μὴ
2164δαπανῶμεν, διότι δὲν εἰσπράττομεν ὅσα προϋπελογίσαμεν
2165ἔσοδα, καὶ ἐπὶ τέλους καταλήγομεν εἰς δάνεια.
2166Ὁ πρῶτος Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ.
2167Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅστις ἐ-
2168ψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρίστα ἔλλειμμα 11,814,527
2169δραχμῶν· ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2170διὰ τῶν ψηφισθεισῶν κατόπιν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 14,
2171085, 281.45 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 86,297,919.37 νέων
2172δραχμῶν, ἀνεβιβάσθη ἕνεκα τούτου καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐ-
2173τοῦ εἰς νέας δραχμὰς 25,028,685.44. Κατὰ τὴν κατὰ
2174Δεκέμβριον τοῦ 1882 ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκ-
2175θεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τὸ ἔλλειμ-
2176μα τοῦτο ὑπελογίζετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1882, ὅτι ἔ-
2177μελλε νὰ περιορισθῇ εἰς 6,911,326, διότι εἶχε κατορ-
2178θωθῆ νὰ εἰσπραχθῶσιν ἕως τότε δραχμαὶ 2,076,200 πε-
2179ρισσότεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν, δὲν εἶχον δὲ πραγμα-
2180τοποιηθῆ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 2,907,000. Ὅταν ὅμως
2181συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξή-
2182σεως τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2183μικῶν διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ζητουμέ-
2184νην αὔξησιν, ἐπληροφόρει αὐτὴν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο
2185ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 15 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πάλιν κατὰ
2186τὴν πληροφορίαν τοῦ αὐτοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
2187κῶν, τὴν δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν
21887 Φεβρουαρίου 1883, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἤθελε πε-
2189ριορισθῆ εἰς τρία ἑκατομμύρια καί τινας ἑκατοστύας χι-
2190λιάδων δραχμῶν. Τέλος πάντων κατὰ τὴν μετὰ τοῦ Προ-
2191ϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν
2192προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1882, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐ-
2193βεβαιώθη προσωρινῶς, ὅτι συνίστατο εἰς 5,244,833.37
2194νέων δραχμῶν, ἢ εἰς δραχμὰς παλαιὰς 5,874,213.44,
2195διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους
2196πιστώσεις 22,304,974.71 νέων δραχμῶν.
2197Ὑποθέσατε, κύριοι, ποῖον παρεσκεύασεν ἡ παροῦσα
2198Κυβέρνησις τὸν πρῶτον Προϋπολογισμὸν τῆς διαχειρί-
2199σεώς της, ποῖον μᾶς ὑπέβαλε πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν
2200πρόγραμμα, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐξετέλεσεν αὐτό. Ἐζή-
2201τει δι’ αὐτοῦ ἔξοδα 86,297,919.37 νέων δραχμῶν, καὶ
2202ἐκ τούτων ἄφινε πιστώσεις ἀδιαθέτους 22,304,973.71.
2203Παρίστα τὸ ἔλλειμμα ἄλλοτε μὲν 11 ἑκατομμύρια, ἄλ-
2204λοτε 25 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 6 ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 15
2205ἑκατομμύρια, ἄλλοτε 3 ἑκατομμύρια καὶ ἐπὶ τέλους 5,
2206874,000. Ποῖος Προϋπολογισμὸς, ποῖον πρόγραμμα, ποῖαι
2207προβλέψεις, ποῖα σχέδια Κυβερνητικά; Καὶ ἐπέμενεν ὁ κ.
2208Ὑπουργὸς τότε νὰ χορηγῶμεν αὐτῷ τὰ δωδεκατημόρια
2209ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου, καὶ πρὶν ἢ
2210ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
2211Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, διότι ὁ Προϋπο-
2212λογισμὸς οὗτος παρίστα τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν
2213πρόγραμμά του!
2214Τοιαύτη ἡ σπουδαιότης τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑπο-
2215σχεθείσης νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους!
2216Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ Προϋπολογισμὸς
2217τοῦ 1883; Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὅταν εἰσήχθη,
2218παρίστα περίσσευμα ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 41 χιλιάδων
2219δραχμῶν, ἀλλ’ ὅταν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, παρίστα
2220περίσσευμα 121 χιλιάδων δραχμῶν μόνον· ἀλλὰ μόλις ἐ-
2221ψηφίσθη, αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ψη-
2222φισθεῖσαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς πιστώσεις μετέβαλον τὸ πε-
2223ρίσσευμα εἰς ἔλλειμμα 6,630,040.62 νέων δραχμῶν.
2224Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο αἱ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου
22251883 ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λο-
2226γιστηρίου πληροφορίαι παρίστων, ὅτι θέλει εἶσθαι κατώ-
2227τερον τῶν 4,443,556, διότι ἐκ τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογι-
2228σμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων ψηφισθέντων ἐξόδων, συνισταμέ-
2229νων εἰς 78,753,650, δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ ἔξοδα
223013,411,750. Κατὰ τὸν δημοσιευθέντα ὅμως κατόπιν Ἰ-
2231σολογισμὸν τῶν μερίδων τοῦ Καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λο-
2232γιστηρίου μέχρι τέλους Ἰουλίου 1884, τὸ ἔλλειμμα πα-
2233ριστάνετο ἀνερχόμενον εἰς 7,339,728. Καὶ καθὰ μᾶς εἶ-
2234πεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογι-
2235σμὸν τοῦ 1885, τὸ ἔλλειμμα ἔμελλε νὰ ἀνέλθῃ εἰς 8 ἑ-
2236κατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ προχθὲς ἀνακοινωθεῖσα εἰς τὴν
2237Βουλὴν προσωρινὴ κατάστασις παρέστησεν αὐτὸ ἐκ νέου
2238διάφορον.
2239Ἀλλὰ μήπως τὰ ἔσοδα τῶν Προϋπολογισμῶν, τὰ ὁ-
2240ποῖα ἐνεγράφησαν, δὲν ἀποδεικνύουσιν οὐχὶ μόνον τὴν ἐ-
2241πιπολαιότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκονικότητα, καθ’ ἣν οἱ
2242Προϋπολογισμοὶ συνετάχθησαν κατὰ τὴν τριετίαν ταύ-
2243την; Δὲν εἴδατε σεῖς ὅτι, ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων
2244ἐσόδων 10 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ
2245τοῦ ἔτους 1884, εἰσεπράχθησαν 3 μόνον ἑκατομμύρια;
2246Ἀντὶ ἐσόδων 3 ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγα-
2247ροχάρτου κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς δέκα
2248μῆνας τοῦ ἔτους, ἤτοι μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1884
2249ποσὸν δραχμῶν 651,577; Ἀντὶ ἐσόδου προϋπολογισθέν-
2250τος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐκ δραχμῶν 3,200,000,
2251εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τοῦ 1884 χιλιά-
2252δες δραχμαὶ μόνον 655;
2253Ἡμεῖς ὅταν συζητήσωμεν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν
2254τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον, εἰς τὸ
2255ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
2256Προϋπολογισμοῦ, τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν εἰκονι-
2257κότητα τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνη-
2258σις προβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐπιτύ-
2259χῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ ἔχῃ περίσσευμα, ἐπὶ τοσοῦτον ἐ-
2260πλάνησε τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὸ νὰ ἐπι-
2261ψηφίσῃ, ὅπως ἐπεψήφισε φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ παρώθη-
2262σεν αὐτὸ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐξαντλήσῃ διὰ τῶν φό-
2263ρων πάντα τὰ κεφάλαια τῶν φορολογουμένων, τὰ ὁποῖα
2264χρησιμεύουσιν εἰς τὴν παραγωγὴν, ἀποτελοῦσι τὴν πη-
2265γὴν, ἐξ ἧς ἀντλοῦμεν τοὺς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου φόρους.
2266Ἀλλ’ ἐσυζήτησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Τριφυλίας περὶ
2267τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου;
2268Συνεζήτησε περὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ; Συνεζήτησε περὶ
2269τῶν Κυβερνητικῶν καὶ Νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
2270εἰσηγήσατο εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἢ τὰ ὁποῖα
2271ἐφηρμόσθησαν ὑπ’ αὐτῆς; ἐσυζητήσαμεν οὐχὶ περὶ τῆς
2272ἀκριβείας, ἀλλὰ περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ Προϋπολογι-
2273σμοῦ, ἥτις ἕνεκα τῆς εἰκονικότητος αὐτοῦ ἐχρησίμευσεν,
2274ἵνα ἀποπλανήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Καὶ ἐπὶ τῷ
2275λόγῳ αὐτῷ ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ συζή-
2276τησις αὕτη μετετράπη εἰς συζήτησιν γενικὴν ἐπὶ τοῦ
2277Προϋπολογισμοῦ; Καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ προτείνεται
2278πρότασις νὰ μεταβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν
2279τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
2280Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὴν ἑσπέραν ταύτην πάλιν
2281εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ δανείου εἶναι ἐξηντλημένη.
2282Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀληθές; Τί ἐσυζητοῦμεν ἡμεῖς κατὰ
2283τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα; ἐσυζητοῦμεν διατί ἐδαπα-
2284νήθησαν ἀλλαχοῦ, εἰς ἄλλας ἀνάγκας, τὰ χρήματα, τὰ
2285ὁποῖα εἶχον προορισθῆ διὰ τοῦ Νόμου περὶ δανείου εἰς
2286τρεῖς ἀποκλειστικοὺς σκοποὺς, εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξο-
2287φλήσεως τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου,
2288διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἰς τὰς στρα-
2289τιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς ἀποζημιώσεις
2290διὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Ἐζητήσαμεν δὲ λόγον, διατί ἐ-
2291δαπάνησαν ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ τοιουτοτρόπως
2292δὲν εἶχον τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ νὰ ἄρωσι τὴν ἀναγκα-
2293στικὴν κυκλοφορίαν.
2294Συνεζητήσαμεν καὶ δευτέραν φορὰν σχετικῶς πρὸς τὸ
2295δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων: ἐὰν καὶ διατί ἐδόθη ἡ
2296συναίνεσις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς τραπεζίτας νὰ
2297ἐκδώσωσι τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2298φορία, ἐναντίον τῆς γνώμης καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ Ὑπουρ-
2299γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς
2300τὴν Βουλὴν, ὅταν εἰσήχθη καὶ συνεζητήθη ὁ περὶ δανείου
2301Νόμος. Συνεζητήσαμεν προσέτι: διατί ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2302Οἰκονομικῶν συνήνεσε νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας
2303ὠφελείας μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας διὰ τῆς
2304μετ’ αὐτῶν συμβάσεως συνεφώνησε νὰ παράσχῃ εἰς αὐτούς.
2305Περὶ αὐτῶν τῶν τριῶν θεμάτων ἐσυζητοῦμεν καὶ ἐπ’ αὐ-
2306τῶν προεκλήθη ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀπε-
2307φάσισεν ἡ Βουλή.
2308Ἀλλὰ κατόπιν τῶν συζητήσεων τούτων ὁ κ. Πρωθυ-
2309πουργὸς ἔλαβε κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς τὸ μέτρον
2310νὰ δανεισθῇ χρήματα ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν διὰ νὰ ἄρῃ τὴν
2311ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ περὶ τούτου συζητοῦμεν
2312σήμερον, ἐρωτῶντες, πῶς προέβη εἰς συνομολόγησιν δα-
2313νείων ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἠδύ-
2314νατο νὰ λάβῃ τὴν συναίνεσιν αὐτῆς. Τοῦτο ἀφορᾷ ἡ ἐπε-
2315ρώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου, περὶ τούτου συζητοῦμεν σή-
2316μερον, καὶ περὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ συζητῶμεν· διότι ἡ
2317πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι μόνον ὑφαρπαγὴ τῆς Ἐ-
2318ξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀνέθηκεν εἰς τὸν
2319κύριον Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βα-
2320σιλέα, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσέβεια πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὸ
2321ὁποῖον ἦτο παρὸν, δὲν ἐζητήθη δὲ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἄδεια,
2322ἵνα συνομολογηθῶσι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δάνεια, καὶ ὑπε-
2323γράφησαν αἱ περὶ αὐτῶν Συμβάσεις παρὰ μόνον τοῦ κ.
2324Πρωθυπουργοῦ, ὡς νὰ ἦτο δικτάτωρ τῆς Ἑλλάδος. Τοῦ-
2325το ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις ἡμῶν.
2326Νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι
2327δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν πολιτείαν των
2328ταύτην; Ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταδηλώσω-
2329μεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποίαν ἰδέαν
2330ἔχουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ
2331περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι ἀπο-
2332δεικνύουσιν οὕτως, ὅτι φρονοῦσιν, ὅτι ἐὰν κατορθώσωσι
2333νὰ ἔχωσι πλειοψηφίαν, εἰσὶν ἱκανοὶ νὰ ἀθετήσωσι καὶ τὸ
2334Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους;
2335Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐπιτιμήσωμεν αὐτούς. Θέλει
2336ἐπιτιμήσει αὐτοὺς ἡ Βουλὴ, ἐὰν σωφρονῇ, θέλει ἐπιτι-
2337μήσει αὐτοὺς τὸ Δημόσιον φρόνημα, θέλει ἐπιτιμήσει αὐ-
2338τοὺς ἡ ἱστορία διὰ τὴν ἀσέβειάν των ταύτην. Ἡμεῖς ὅμως
2339ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξελέγξωμεν αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο
2340προεβάλομεν τὴν ἐπερώτησιν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνω-
2341μεν προκαλοῦντες τὴν περαιτέρω συζήτησιν, καὶ ἐν ἀνάγ-
2342κῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ζητήσωσιν ἄλλοι νὰ
2343ὁμιλήσωσιν.
2344Εἶναι τῳόντι πρωτοφανὲς, Ὑπουργεῖον Συνταγματικοῦ
2345Κράτους νὰ ἁρπάζῃ μετὰ τοσούτου θάῤῥους τὰ ἔργα τῆς
2346Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ νὰ προβαίνῃ μόνον εἰς νομο-
2347θέτησιν Νόμων, νὰ συνομολογῇ δάνεια καὶ νὰ λαμβάνῃ
2348χρήματα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ παρούσης μάλιστα
2349τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρωτοφανὲς, μετὰ τὴν τοιαύτην τόλ-
2350μην νὰ λέγῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι νομίζει περιττὸν νὰ
2351ἀπαντήσῃ, διότι ἡ ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν συ-
2352ζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν νομίζῃ περιττὸν νὰ
2353ἀπαντήσῃ, εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶναι τὰ μάλιστα ἀ-
2354διάφορον. Τοῦτο μάλιστα ἐπιβεβαιόνει τὴν γνώμην, τὴν
2355ὁποίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2356καὶ περὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν διετράνω-
2357σεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἰσχυριζομένη, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑ-
2358πουργεῖον δὲν σέβεται οὔτε τοὺς Νόμους, οὔτε τὸ Πολί-
2359τευμα.
2360Ἀλλ’ ὁποίαν δήποτε τακτικὴν καὶ ἂν μετέλθῃ τὸ
2361Ὑπουργεῖον, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἐγκαταλεί-
2362ψῃ τὴν ἐπερώτησιν. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογι-
2363σμοῦ εἶναι ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει εἰσέλθει ἡ Βουλὴ εὐθὺς
2364μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι μετ’ αὐτὴν δὲν μένει
2365ἄλλο, εἰμὴ ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ
2366ἐκ Καλαβρύτων περὶ προηγήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατά-
2367ξει ὡρισμένων Νομοσχεδίων. Μετ’ αὐτὴν ἡ πρώτη ἐργα-
2368σία θέλει εἶσθαι ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀρκεῖ
2369μόνον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην· ἡ δὲ
2370Ἀντιπολίτευσις ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν
2371ταύτην, συζητοῦσα τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ τὸ πέρας
2372τῶν ζητημάτων τούτων.
2373§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θαυμάζω, κύριε Πρόεδρε, πῶς
2374ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καί τινες τῶν φίλων του ἐξέλα-
2375βον ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2376τοῦ ἔτους 1885. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδένα ἔκαμα λόγον περὶ
2377τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1885. Ἀναστρέφομαι ἐπὶ 20
2378ἔτη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔμαθον τίνι τρόπῳ γίνον-
2379ται αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ ὅταν ἔλ-
2380θῃ τὸ ζήτημα, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θέλω ἐξετάσει τὸν
2381Προϋπολογισμὸν, ἐκθέτων τὰς ἰδέας μου περὶ ὅλων τῶν
2382ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολο-
2383γισμόν. Ἐγὼ σήμερον δὲν ἔκαμον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ
2384παραβάλω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 μὲ τὸν τοῦ
23851884, ἠναγκάσθην δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι ὁ κύριος
2386Πρωθυπουργὸς ἀπέδωκε τὰ ἐλλείμματα εἰς τὴν διαχείρι-
2387σιν τοῦ 1881, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον μέρος. Περὶ τοῦ Προ-
2388ϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 δὲν ἔκαμον κανένα λόγον, καὶ
2389διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μὲ ἀδικοῦν, λέγοντες, ὅτι ἔκαμα ἔ-
2390ναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου.
2391§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πληροφορούμεθα ἤδη παρὰ τοῦ κ. Βου-
2392λευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐκοιμώμεθα, ὅτι
2393ἐκοιμᾶτο πᾶσα ἡ Συμπολίτευσις, καὶ ὅτι ὠνειρευόμεθα,
2394ὅτι ἐπὶ τοῦ Βήματος ἦτον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας
2395ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συνήθους αὐτῷ
2396σαφηνείας καὶ ἀπέχων ἐντελῶς νὰ εἴπῃ οὐδὲ λέξιν περὶ
2397τοῦ θέματος, τοῦ προκληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ
2398Εὐρυτανίας. Ἤδη ἀφυπνίσθημεν καὶ μανθάνομεν, ὅτι ὁ
2399κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ὡμίλει, διότι περὶ Προϋ-
2400πολογισμοῦ λέγει τώρα, ὅτε εἴμεθα ἔξυπνοι καὶ δὲν εἶ-
2401ναι ἀμφίβολον, ὅτι πράγματι ἀκούομεν τὰ λεγόμενα παρ’
2402αὐτοῦ, περὶ Προϋπολογισμοῦ δὲν ὡμίλησε, περὶ τῆς
2403ἐπερωτήσεως δὲν ὡμίλησεν· ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2404Τριφυλίας δὲν ἠγόρευσεν.
2405Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν ἠγόρευσε
2406καὶ δὲν ἐπανήγαγε τὴν Βουλὴν ἐκτροχιασθεῖσαν εἰς τὴν
2407εὐθεῖαν ὁδὸν, ὅπως ὑπέθεσα, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα
2408νὰ ζητήσω ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν.
2409Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως κλείσωμεν τὴν
2410συζήτησιν ταύτην διὰ τῆς ἑξῆς ἀποφάσεως: «Ἡ Βουλὴ,
2411μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ θέματος, μεταβαίνει εἰς τὴν
2412γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, περιλαμβάνου-
2413σαν καὶ τὸ θέμα τοῦτο».
2414Περὶ τοῦ θέματος τούτου ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψη-
2415φίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκουσθῶσι καὶ ὅσα ἔχει νὰ εἴ-
2416πῃ ἡ Κυβέρνησις· ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐ-
2417ξηγήσῃ τὰς περὶ τούτου ἰδέας της, εἰμὴ ἐν συνδυασμῷ
2418μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα
2419θεωρεῖ ἀλληλένδετα.
2420Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν, ἥτις ἐγένετο, ὅτι ὑπάρ-
2421χει ἑτέρα πρότασις, ὅπως μετὰ τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ προεκά-
2422λεσε συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, προταχθῇ
2423τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ προεκάλεσε συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ
2424Καλαβρύτων, τουτέστι τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ οἰνοπνεύματα
2425καὶ προβληθὲν ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Κορινθίας, ἐ-
2426πειδὴ οἱ προτείναντες τὴν τροποποίησιν τοῦ κειμένου νό-
2427μου κ. Βουλευταὶ ἐκ Κορινθίας προτείνουσι τοῦτο, ἵνα ἐπι-
2428τύχωσι τὴν μεταῤῥύθμισιν, ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν, καὶ
2429σπουδαιοτέραν, βεβαίως ἐπιθυμοῦσι τὴν τροποποίησιν νὰ
2430διατυπώσῃ ἡ ὑπηρεσία, ἥτις περὶ τούτου προέβη εἰς με-
2431λέτας ἐνδελεχεῖς. Ἤδη ἔχομεν ἕτοιμον τὸ Νομοσχέδιον,
2432τὸ περιλαμβάνον τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέχει καὶ
2433τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν κ. Βου-
2434λευτῶν ἐκ Κορινθίας· εὐθὺς δὲ, ὡς ὑποβάλωμεν τὸ Νομο-
2435σχέδιον, καὶ θέλομεν τὸ ὑποβάλει ἐν λίαν προσεχεῖ συνε-
2436δριάσει, θέλομεν ζητήσει ὅπως προταχθῇ παντὸς ἄλλου
2437Νομοσχεδίου.
2438§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδυνάμην, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν
2439ἠκολούθουν—ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μιμηθῶ
2440τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν εἰς τὸν μὴ εὐπρεπῆ τρόπον,
2441δι’ οὗ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς συναδέλφους Βουλευτὰς καὶ
2442ἐν συνόλῳ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἰδίᾳ πρὸς μέλη
2443αὐτῆς, πρὸς ἃ ὤφειλεν ἰδιαίτερον σεβασμόν, ὅπως καὶ οὗ-
2444τοι ὀφείλουσι πρὸς αὐτὸν—ἠδυνάμην, ἐὰν ἠκολούθουν
2445αὐτὸν, νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀληθῶς κοιμᾶται ὅταν ὁμιλῇ.
2446Καὶ βεβαίως κοιμᾶται ὅταν ὁμιλῇ, ἀφοῦ σᾶς ὑπέβαλε
2447πρότασιν, ἥτις οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ προκείμενον,
2448ἡ ὁποία ὅμως κατὰ δυστυχίαν ἀποτελεῖ ὁμολογουμένως
2449προφανῆ τακτικὴν φυγομαχίας (Θόρυβος). Βεβαίως εἶναι
2450φυγομαχία· συζητοῦμεν σπουδαίως καὶ πρέπει νὰ ἀκουώ-
2451μεθα. Ὅταν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδεὶς τὸν διέ-
2452κοψεν· ὅταν ὁμιλῶμεν ἐντεῦθεν, πρέπει νὰ ἀκουώμεθα,
2453διότι ὁμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρε-
2454πείας πάντων ὁμοῦ (Θόρυβος). Λυποῦμαι διὰ τὴν ταρα-
2455χὴν, ἐν ᾗ πράγματι διατελεῖτε σεῖς, κύριε Ποταμιάνε. Ὁ
2456Βουλευτὴς ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν αὐτὸ
2457δὲν τὸ γνωρίζετε, πρέπει νὰ τὸ μάθητε, εἶναι στοιχειω-
2458δέστατον.
2459§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλλίτερα ἀπὸ σᾶς.
2460§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγω, ὅτι ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι
2461τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο λέγω, εἰμὴ κοινότατον κανόνα
2462Κοινοβουλευτικόν. Λοιπὸν ὁμιλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιο-
2463πρεπείας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς. Ἡ συζήτησις
2464ἐγένετο ἐπὶ ὡρισμένης κατηγορίας, ἀπευθυνθείσης κατὰ
2465τῆς Κυβερνήσεως.
2466§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε πρότασιν.
2467§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος, ὅστις, ὡς φύλαξ
2468τοῦ Κανονισμοῦ, ἐννοεῖ αὐτὸν καλλίτερον, ἔλυσεν εὐτυχῶς
2469τὸ ζήτημα. Μοὶ εἶπε νὰ φέρω πρότασιν, καὶ ταύτην προ-
2470τίθεμαι νὰ φέρω. Τὴν πρότασιν τὴν ἀνήγγειλα μάλιστα
2471σαφῶς διὰ τῆς ὁμιλίας μου, ἀλλὰ ἐφυγομάχησεν ἡ Κυ-
2472βέρνησις.
2473Χθὲς ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὡμιλήσαμεν περὶ καλῆς
2474πίστεως μεταξὺ ἡμῶν· λοιπὸν διατί νὰ ἐξερχώμεθα αὐτοῦ
2475τοῦ κανόνος καὶ νὰ παριστῶμεν αὐτὸ τὸ θέαμα τὸ λυπη-
2476ρόν; Ἔχομεν τὴν ἰδέαν μας, ἐκφράζομεν αὐτήν, ὀφείλετε
2477νὰ μᾶς ἀκούσητε, δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ παραδεχθῆ-
2478τε ταύτην.
2479Λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ φυγομαχίαν ἡ ὑποβλη-
2480θεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρότασις· καὶ ἐρωτῶ
2481ὑμᾶς ὑπάρχουσιν ἢ δὲν ὑπάρχουσιν αἱ καταγγελίαι, ἀφοῦ
2482ἐξηγήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ
2483ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου ῥητῶς, ἀφοῦ αἱ καταγγε-
2484λίαι ἀφορῶσι πράξεις, περὶ ὧν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ
2485γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἢ σήμερον, ἀφοῦ αἱ πράξεις αὗται, δι’ ἃς
2486αἱ καταγγελίαι, ἀνάγονται εἰς παραβίασιν τῶν Νόμων
2487καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ περί τινων ἐξ αὐτῶν ὡμο-
2488λόγησεν ὁ ἴδιος κύριος Πρωθυπουργός, ὅτι ἔχει ἀνάγκην
2489τῆς συγγνώμης τῆς Βουλῆς, καὶ εἶπον χθές, ὅτι Κυβέρ-
2490νησις Συνταγματική, σεβομένη ἑαυτήν, εὐθὺς ὡς περιῆλ-
2491θεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὸ ἔκρυθμον, δὲν δύναται νὰ
2492συνεργασθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ δὲν ἀνακτήσῃ τὴν
2493ἐμπιστοσύνην αὐτῆς!
2494§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε πρότασιν.
2495§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω ἑτοίμην, ἰδοὺ αὕτη, ἀλλὰ
2496μὴ ἀνυπομονῆτε. Ὑποθέσατε, ὅτι κατέληξεν ἡ συζήτησις
2497ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ποία θὰ ἦναι ἡ πρό-
2498τασις; ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ ἢ δὲν ἐγκρίνῃ ἐν συνόλῳ
2499τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Τί γίνεται τότε ἡ πρό-
2500τασις ἡμῶν, ἡ καταγγελία ἡμῶν, καὶ ποῖον λόγον θὰ
2501δώσητε τότε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅταν
2502ἔχοντες τοιαύτην πρότασιν, μεταβαίνετε νὰ κοιμηθῆτε εἰς
2503τὸν Μανδραγόραν, ὡς καὶ ἄλλοτε ὠνόμασα αὐτὸν, εἰς τὸν
2504Μανδραγόραν Προϋπολογισμόν; Ἔχων ὅμως ἤδη καὶ τὴν
2505γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἐμοῦ, κα-
2506ταλήγω τὴν ἀηδῆ ταύτην συζήτησιν, διὰ τὴν ὁποίαν λυ-
2507ποῦμαι, ὑποβάλλων τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Ἡ Βουλὴ
2508«μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τῶν ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς συνο-
2509«μολογηθέντων δανείων, πείθεται ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐ-
2510«ξακολουθῇ παρέχουσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἑαυτῆς ἐμ-
2511«πιστοσύνην».
2512§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι δέον νὰ προταχθῇ ἡ πρό-
2513τασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας.
2514§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
2515§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν, ὡς ὑποθέτομεν, ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρό-
2516τασις τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, τότε θὰ τεθῇ
2517εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ἑτέρα.
2518§56ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ προταχθῇ συζή-
2519τησις ἐπὶ ταύτης.
2520§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πόρισμα τῆς
2521γενομένης συζητήσεως.
2522§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ
2523κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας.
2524Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναί· οἱ μὴ παραδε-
2525χόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ὄχι.
2526§59ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ψηφοφορίας
2527πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν· πρέπει νὰ παύσῃ
2528ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μέλλον νὰ λαμβάνῃ χώραν αὕτη ἡ ἀ-
2529σχημία. Σμῆνος ὑπαλλήλων εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς αἰθού-
2530σης τοῦ Κοινοβουλίου.
2531§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐξέλθωσιν ἅπαντες.
2532(Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
2533τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κυρίων Ζυγομαλᾶ καὶ
2534Τζανετάκη).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2535Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
2536Νικόλαος Στεφανίδης ΟΚωνστ. Λομβάρδος
2537Ἰωάννης Μεσσηνέζης Φριδερεῖκος Καῤῥέρ Ο
2538Κωνσταντῖνος Θεοδώρου ΟἈναστ. Λούντζης Ο
2539Κωνστ. Μωραϊτίνης ΟΡοβέρτος Ῥώμας Ν
2540Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἈλέξ. Καραμπίνης Ο
2541Δημ. Οἰκονομίδης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
2542Λεων. Καρυστινάκης ΟἈνδρ. Αὐγερινός Ν
2543Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
2544Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΔημοσθ. Δόγκας Ο
2545Λεωνίδας Ζωγράφος ΝἈναγνώστης Δαλιάνης Ν
2546Σωτήριος Δανόπουλος ΝΓεώργ. Κρεστενίτης Ν
2547Γεώργ. Τσώκρης ΟΔιομ. Διαμάντης Ν
2548Κωνστ. Καραπάνος ΟἜπαμ. Α. Δημητρίου Ν
2549Γεώργιος Παχὺς Σπυρ. Γ. Κουκούλεζας Ο
2550Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικόλ. Δ. Νομικός Ο
2551Δημ. Ῥάλλης ΝἈριστομ. Βαλέττας Ο
2552Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΔημ. Γαβαλᾶς
2553Δημ. Μουτσόπουλος Βαρβαρῖγος Πήλικας Ο
2554Δ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΠαναγ. Μαυροκέφαλος Ο
2555Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝΧρῆστος Σολιώτης Ο
2556Νικόλ. Λεβίδης ΝΣωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
2557Ῥόκος Χοϊδᾶς ΝἈλέξ. Φωτήλας Ν
2558Ἀνδρ. Στράτος ΝἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς
2559Κωνστ. Στράτος ΟΝεοκλ. Πετιμεζᾶς Ν
2560Ἰωάν. Καρτάλης Δημ. Τσαχτσήρης
2561Νικόλ. Γεωργιάδης ΟἈλκιβ. Μάνταλος Ο
2562Γεώργ. Φιλάρετος ΝΠ. Λεβέντης Ο
2563Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΟΠερικλῆς Πεῤῥωτής Ν
2564Νικόλ. Κουκουσλῆς ΟΚωνστ. Φλέσσας Ο
2565Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΔημ. Τζάννες Ν
2566Κωνστ. Γρίβας ΟΔημ. Κάρτσωνας Ν
2567Τατσέλος Μαυρομάτης ΝΔημ. Τερτίπης Ν
2568Ἀντ. Βάλβης ΟἈπόστ. Βασαρδάνης Ο
2569Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΛεων. Κουκορῖκος Ο
2570Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΓεώρ. Φραγκίδης Ο
2571Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΤιμολ. Ἀδαμόπουλος Ο
2572Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΝἈθ. Καζαμπάκας Ο
2573Ἡλ. Παλαμήδης ΝἈλέξ. Κοντόσταυλος
2574Κ. Μαντζουράνης ΝΓεώργ. Παπαγεωργίου Ν
2575Πέτρος Πετροπουλάκης ΝἈριστομ. Χατζηνικολῆς Ο
2576Χαρίλ. Τζανετάκης ΝΝικόλ. Παπανικολάου Ο
2577Πολυμέρης Ζαρίμπας ΝΝικόλ. Μπαλάφας Ο
2578Χριστόδ. Στεριάδης ΟΓεώργ. Κόρπας Ο
2579Νικόλ. Κατσικαπῆς ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
2580Γεώργ. Λιδωρίκης ΟΔημ. Κουρκουμέλης
2581Κωνϛ. Ἀναγνωστόπουλος ΝἈθ. Παραμυθιώτης
2582Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝΝικόλ. Βασιλάκης Ο
2583Παναγ. Ῥίτσος ΝΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
2584Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΝΦώτ. Κανελλόπουλος Ο
2585Ἀντ. Μήτσας ΝΔημ. Σταυρόπουλος Ο
2586Γεώργ. Μίλησης ΝΠαναγ. Ντετάκης
2587Δημ. Χατζόπουλος ΝΓεώργ. Πετρούλιας Ο
2588Γεώργ. Ζηνόπουλος ΝΝικόλ. Βαλσαμάκης Ο
2589Νικόλ. Δ. Ζῶτος ΝἈνδρ. Μεταξάς Ο
2590Δημ. Βουλπιώτης Γεράσιμος Μουσούρης Ο
2591Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝἈντ. Μυροαμιχάλης Ν
2592Σπυρ. Κοντολέων ΟΛεων. Καπετανάκης Ν
2593Κοσμᾶς Πανάρετος ΝἈσημ. Χριστόπουλος Ο
2594Στυλ. Κασιμάτης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
2595Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
2596Σωκράτης Τζιβανόπουλος ΟἈναστ. Α. ΝικοκάβουραςΟ
2597Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΠ. Π. Κωσταντᾶς Ν
2598Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΔ. Μεταλλινός Ν
2599Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος Ο
2600Δημ. Δημητρακάκης ΝΝικόλ. Μεταξᾶς Ν
2601Μελέτιος Ρουσσόπουλος ΟΕ. Ἀρδαβάνης Ο
2602Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ο
2603Περικλ. Παπαδόπουλος ΟὈδυσ. Πετρόπουλος Ο
2604Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟἩλ. Παπαηλιόπουλος Ο
2605Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλᾶς Ν
2606Κωνστ. Ἰσχόμάχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
2607Χαλήλ Δερβὶς Βέης Γεώργ. Ροῦφος Ν
2608Σερὶφ Βέης ΟἈγγελῆς Ροῦφος Ν
2609Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΠερίκλ. Καλαμογδάρτης Ν
2610Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἈριστομ. Κοντογούρης Ν
2611Γεώργ. Λάππας Νικόλ. Κουμανιώτης Ν
2612Π. Μπογδάνος ΝἈνδρ. Ρηγόπουλος Ν
2613Σπυρ. Βαλαωρίτης ΟΔημ. Τριγγέτας Ν
2614Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΟἈθαν. Μισυρλῆς Ο
2615Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΠ. Τριγγέτας Ν
2616Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
2617Δημ. Παπαλουκᾶς Γεώργ. Φλωριᾶς Ν
2618Φίλ. Βάρβογλης ΝἈναστ. Ζερβός Ν
2619Ἰω. Στεφανόπουλος ΝἸω. Ἀστεριάδης Ο
2620Παναγ. Κ. Μανέτας Κωνστ. Βελισσάριος Ν
2621Δημ. Ζέγγελης ΟΔημ. Π. Γουδῆς Ο
2622Ἀναστ. Σεχιώτης ΟΓεώργ. Δ. Λεωνίδας Ο
2623Κ. Κωνσταντόπουλος ΝΣτέφ. Σκουλούδης Ο
2624Ἠλ. Κοσσονάκος ΟἸω. Γρυπάρης Ο
2625Ἀθ. Κατριβάνος ΝἈντ. Πετρίτσης Ο
2626Βασίλ. Βούτουνας ΝΚωνστ. Κατσάκος Ν
2627Στέφ. Δραγούμης ΟΔημ. Παρασκευᾶς Ο
2628Ν. Φιλάρετος ΝΚωνστ. Κοττίκας Ο
2629Γεώργ. Σταμούλης ΟΧ. Ρίγγας
2630Σπυρ. Ἀλαμάνος ΝΣτάμος Νάζος Ο
2631Κωνστ. Βασιλάκης Πέτρος Μωραϊτίνης Ο
2632Λεων. Δεληγεώργης ΝἸω. Ζαλλώνης
2633Χαρίλ. Τρικούπης Νικόλ. Στουρνάρας Ο
2634Ἔπαμ. Μπέλιας ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
2635Περικλ. Μποῦτος ΟἈχιλ. Τακιατζῆς Ο
2636Σπήλ. Ἀντωνόπουλος ΝΕὐστ. Κοκκέβης Ο
2637Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
2638Κωνστ. Μποῦτος ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
2639Ἀνδρ. Πρεζάνης ΟΚυριάκος Πονηρόπουλος Ο
2640Ἀντ. Μάτσας ΟΝικόλ. Βλαχόπουλος Ο
2641Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
2642Ὄθων Μαῦρος ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας Ν
2643Μιχ. Δαμιράλης ΝἈντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
2644Δημ. Δεσποταῖος ΝἸωάν. Παπαδόπουλος Ο
2645Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΟἈθ. Ζαφειριάδης Ο
2646Νικόλ. Φαρμάκης ΝΓεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
2647Ἡλ. Ποταμιάνος ΟἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
2648Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ν
2649Τηλέμαχος Ρούκης ΝΠέτρος Σκουμπουρδῆς
2650Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΚομνᾶς Τράκας Ν
2651Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης Ἀθ. Κέφαλας Ο
2652Ξανθός Πικουλάκης ΟἸω. Καλαμάρας Ν
2653Θ. Φλογαΐτης ΝἈλέξ. Οἰκονόμου Ν
2654Β. Βουδούρης ΟΚ. Παπανικολῆς Ν
2655Δ. Κριεζώτης ΝΘ. Κανάρης Ο
2656§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
2657ψηφοφορίας. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 220, τῶν Ὑπουρ-
2658γῶν ἀρνηθέντων ψῆφον· ἐξ αὐτῶν 119 εἶπον Ὄχι, 101
2659εἶπον Ναί, ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ πλειοψηφίας
266018 ψήφων.
2661Ἔχομεν ἤδη τὴν ἄλλην πρότασιν· αὐτὴ δύναται νὰ
2662ψηφοφορηθῇ δι’ ἀναστάσεως (θόρυβος).
2663§62ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· ἐπ’ αὐτῆς θὰ συζητή-
2664σωμεν.
2665§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.
2666§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τεθειμένον· ἔκλεισεν ἡ
2667συζήτησις.
2668§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλητε.
2669Αὐτὰ νὰ τὰ εἰπῆτε ἀλλοῦ· δὲν φοβούμεθα τὸν ἀριθμόν.
2670Ἔχομεν τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἡμῶν, ἔχομεν τὴν κοινὴν
2671γνώμην.
2672§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθησαν εἰς ψηφοφορίαν καὶ αἱ δύω
2673προτάσεις καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις (θόρυβος).
2674§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2675γοῦ περιλαμβάνει δύω θέματα.
2676§68Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κατα-
2677ψηφίσητε, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ κάμητε συζήτησιν.
2678§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως εἶναι δύω
2679προτάσεις· ἐψηφίσαμεν τὴν μίαν, ἥτις ἔπεσε, τώρα θὰ ψη-
2680φίσωμεν τήν ἄλλην. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνετε, εἶναι
2681παράβασις ὅλων τῶν βουλευτικῶν κανόνων.
2682§70Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς
2683συζητηθείσης ἐπερωτήσεως, ἡ συζήτησις ἐπερατώθη, οὐ-
2684δεὶς δὲ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτῆς. Ἑπομένως, ἂν ὁ
2685κ. Πρωθυπουργὸς προέβαλε πρότασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ
2686τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς
2687δὲν ἀντιλέγομεν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ τοιαύτη πρότα-
2688σις· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν, ἡ ὁποία
2689ἔχει δύω θέματα, τὸ πρῶτον, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς
2690τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ δὲ δεύτερον, ὅτι ἡ ἡμερησία
2691διάταξις εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
2692Ἡ τελευταία αὕτη πρότασις δὲν συνεζητήθη, καὶ τόσῳ
2693βέβαιον εἶναι τοῦτο, ὥστε νομίζω ὅτι οὐδὲ δύναται νὰ
2694τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε κληθῇ εἰς
2695ψηφοφορίαν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ταύτην,
2696ἀφοῦ ὑπάρχει πρότασις τῶν τριῶν κκ. Βουλευτῶν, ἐκ
2697Γόρτυνος, ἐκ Καλαβρύτων καὶ ἐξ Ἠλείας, διὰ τῆς ὁποίας
2698προέβαλον ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς γενικῆς συζητή-
2699σεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροπο-
2700ποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ οἰνοπνευμάτων. Πρέπει λοιπὸν
2701νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἀφοῦ αὕτη ἀποῤῥιφθῇ,
2702τότε δυνάμεθα νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ τῆς περὶ μεταβά-
2703σεως εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ προτάσεως
2704τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ πράξῃ
2705ἄλλως, ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτῆς περιορίζεται
2706ἐντὸς ὁρίων, οὐδ’ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀποφασίζωσιν
2707ἐπὶ ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσιν ἐξουσίαν.
2708Ἔχετε ἐξουσίαν νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν τῶν τριῶν
2709Βουλευτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι δὲν λαμ-
2710βάνετε αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ψηφοφορήσητε
2711ἐπ’ αὐτῆς.
2712§71ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον ὁ ἔντιμος προ-
2713αγορεύσας ἀνέμιξε τὴν πρότασιν τῶν τριῶν ἀξιοτίμων
2714συναδέλφων, προκειμένου περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία καὶ
2715αὐτὴ εἶναι πόρισμα συζητήσεως, ἤδη ληξάσης. Ἐὰν ὁ προ-
2716αγορεύσας ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ψηφοφορία
2717ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὶν ἢ
2718λήξῃ ἡ συζήτησις καὶ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ψηφο-
2719φορίαν. Ἡμεῖς μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν εἴδομεν ὑπο-
2720βληθείσας ὡς πόρισμα διπλοῦν τῆς συζητήσεως δύω ἀντι-
2721θέτους προτάσεις, μίαν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ μίαν τῆς
2722Ἀντιπολιτεύσεως, προτάσεις μὴ ἀποκλειούσας ἀλλήλας.
2723Ἐμείναμεν δὲ σύμφωνοι ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συζητή-
2724σεως, προτασσομένης τῆς μιᾶς προτάσεως καὶ ἀποῤῥιπτο-
2725μένης, ἤθελεν ἔλθει ἀπαραιτήτως εἰς ψήφισιν καὶ ἡ ἑτέρα.
2726Τοῦτο δὲ καὶ γίνεται νῦν· ἀφοῦ ἀπεῤῥίφθη ἡ προταχθεῖσα
2727πρότασις, ἔρχεται κατ’ ἀνάγκην ἡ ψήφισις τῆς ἑ-
2728τέρας.
2729§72ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τῶν τριῶν Βουλευ-
2730τῶν σχεδὸν ἐγένετο παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν· διότι
2731πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῆς ἡμερη-
2732σίας διατάξεως, ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων παρουσίασε
2733πρότασιν ὑπογεγραμμένην καὶ ἀπὸ δύω ἑτέρους συν-
2734αδέλφους, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρότεινε νὰ προηγηθῶσι τὰ
2735Νομοσχέδια, τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων καὶ τροποποιήσεως
2736τοῦ Νόμου περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, τοῦ ὁ-
2737ποίου τὴν ψηφοφορίαν θέλετε ἰδίως νὰ διαφύγητε (θόρυβος).
2738Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων
2739πρέπει προηγουμένως νὰ ψηφοφορηθῇ, διότι ἐζήτησε τρο-
2740ποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀφοῦ ἕκαστος Βου-
2741λευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν τροποποίησιν
2742τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τώρα πρέπει νὰ συζητήσωμεν
2743τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἐκείνη,
2744τὴν ὁποίαν προτείνετε· ἑπομένως δὲν θὰ συζητήσωμεν τὴν
2745οὐσίαν, ἀλλὰ τὸν τύπον, ἂν πρέπει νὰ προητηθῇ τοῦ Προ-
2746ϋπολογισμοῦ ἢ ὄχι.
2747§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φωτήλα;
2748Ἡ πρότασις αὕτη λέγει, μὲ τὸ τὸ πέρας τῆς ἐπερωτήσεως
2749νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν....
2750§74ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς
2751ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου καὶ ἐγένετο ἐπ’ αὐτῆς
2752ψηφοφορία.
2753§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσε. Δὲν ἐτελείωσαν ὅλα τὰ
2754συμπεράσματα.
2755§76ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει συμπέρασμα. Αὗται αἱ
2756περιπλοκαὶ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς. Θὰ συζητή-
2757σωμεν προηγουμένως τὸν λόγον τῆς προτεραιότητος τοῦ
2758κ. Φωτήλα, διότι ὅλοι αἰσθανόμεθα τί ὑποφέρει ὁ κόσμος
2759ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύω νόμους, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν
2760εἰς τὴν τροποποίησίν των. Ὅταν τελειώσῃ ὁ Προϋπολογι-
2761σμὸς καὶ λήξῃ ἡ Βουλὴ, θὰ συμβῇ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς
2762προτάσεις ὅ,τι συνέβη εἰς ὅλας, ὅταν ἐγένοντο ἐναντίον τῆς
2763διαθέσεως πάσης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πολὺ περισσό-
2764τερον τῆς παρούσης, τῆς ὁποίας ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν δέ-
2765χεται οὔτε τροποποίησιν κἂν εἰς Νόμους, τοὺς ὁποίους
2766ὑπέβαλεν αὐτός.
2767Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ νόμος περὶ οἰνοπνευ-
2768ματωδῶν ποτῶν οἷα δυστυχήματα ἔφερεν εἰς ὅσους ἔχουν
2769νὰ πωλήσουν βεβρεγμένην σταφίδα, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγε-
2770ται οἰνόπνευμα· πρέπει λοιπὸν καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ τρο-
2771ποποιηθῇ πρὶν ἢ λήξωσιν αἱ τῆς Βουλῆς ἐργασίαι, ἀφοῦ
2772γνωρίζομεν καλῶς ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ
2773τελειώνει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκει
2774ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἀκούομεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσω-
2775τερικῶν μυρολογοῦντα διὰ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋ-
2776πολογισμοῦ. Ἐπίσης, κύριοι, γνωρίζομεν ὁπόσα ὑπέφερον
2777οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τὰς καταπιέσεις τοῦ πέρυσι ψη-
2778φισθέντος περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου
2779Νόμου, καὶ διὰ τὰς πιέσεις ταύτας ὕψωσαν ἀπὸ τοῦ Βή-
2780ματος τούτου φωνὴν καὶ αὐτοὶ οἱ ψηφίσαντες αὐτὸν ὑ-
2781πουργικοὶ Βουλευταί. Ἐκ τούτου συνάγεται, κ. Πρόεδρε,
2782ὅτι ἐσφαλμένως διατείνεσθε, ὅτι τῆς προτάσεως τῶν τριῶν
2783κ. Βουλευτῶν προηγεῖται ἐκείνη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2784§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων
2785προέτεινεν ὅπως εὐθὺς μετὰ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ θέμα-
2786τος, περὶ οὗ γίνεται συζήτησις, ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ
2787τῆς προτάξεως ἑτέρας προτάσεως, παρ’ αὐτοῦ γενομένης,
2788πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ
2789ἀπεφάσισεν ἵνα συζητηθῇ ἡ πρότασις μετὰ τὸ πέρας τῆς
2790παρούσης συζητήσεως· ἡ παροῦσα ὅμως συζήτησις δὲν δύ-
2791ναται νὰ θεωρηθῇ περατωμένη πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ
2792περὶ τῶν πορισμάτων αὐτῆς, ὡς ταῦτα διετυπώθησαν δια-
2793κεκριμένως παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ παρὰ τῆς
2794Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐποιήσατο χρῆσιν
2795τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, ὅπως περὶ τοῦ πορίσματος τῆς
2796συζητήσεως ὑποβάλῃ πρότασιν καὶ προκαλέσῃ περὶ αὐ-
2797τῆς ψηφοφορίαν, ἐξήντλησε δὲ τὸ δικαίωμα αὑτῆς τοῦτο, γε-
2798νομένης τῆς ψηφοφορίας, ἐξ ἧς μένει ηὐχαριστημένη. Ἤδη
2799ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως
2800ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἡμετέρας προτάσεως, διερμη-
2801νευούσης τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑπὸ τὴν ἡμετέραν
2802ἔποψιν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη
2803ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν εἰς
2804τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἀλλ’
2805ὅτι τοὐναντίον ἐζητήσαμεν, ἵνα παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη,
2806ἵνα ἐπακολουθήσῃ ἑτέρα, ἡ μόνη κατάλληλος, ὅπως
2807ἀπαντήσωμεν εὐρέως εἰς τὰ ῥηθέντα· περὶ τούτου θέλομεν
2808νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁ-
2809ποῖον ἐλέγομεν, καὶ τὸ ἠθέλομεν καὶ τὸ ἐπραγματοποιή-
2810σαμεν. Ἄρα τοῦτο φέρει ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς
2811ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων; οὐδαμῶς.
2812Σήμερον ἡ Βουλὴ θὰ κλείσῃ τὴν παροῦσαν συζήτησιν ψη-
2813φίζουσα τὴν πρότασιν τῆς Συμπολιτεύσεως, αὔριον δὲ θέ-
2814λει ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ
2815ἐκ Καλαβρύτων πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως.
2816§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄπορον εἶναι πῶς ὁ κύριος
2817Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ τὸν ἀκολουθῇ μία πτέ-
2818ρυξ, ὑποβάλλει τοιαύτην πρότασιν. Τί συνεζητοῦμεν μέχρι
2819τῆς στιγμῆς; συνεζητοῦμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζηνο-
2820πούλου. Παρενέβη ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν
2821ἰδιαιτέραν ὁμιλίαν· ἀλλ’ οἰκειοποιήθη τὴν ὁμιλίαν του ἡ
2822Ἀντιπολίτευσις; Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Ζηνοπούλου ἀφο-
2823ρᾷ καταγγελίαν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ αὐτῆς
2824ἐγένετο ψηφοφορία, ἀλλ’ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει
2825ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφορᾷ τὴν διαταγὴν τῆς ἡμερησίας
2826διατάξεως· κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ
2827εἰς ψηφοφορίαν πρὶν γίνῃ συζήτησις, καὶ εἰς τοῦτο δια-
2828φωνοῦμεν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
2829§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀπο-
2830φανθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν. Ἡ
2831πρότασις αὐτὴ ἔχει οὕτω· (ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν).
2832Διαιρεῖται λοιπὸν εἰς δύω μέρη, τὸ ἓν εἶναι σχετικὸν μὲ
2833τὴν ἐπερώτησιν, τὸ ἕτερον εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετον· εἶναι
2834πρότασις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑποβάλῃ πᾶς Βουλευτής.
2835Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε πρὸ μικροῦ ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος
2836ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου· τοῦτο εἶναι δε-
2837δικασμένον ὁριστικῶς, τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως
2838δὲν ὑφίσταται πλέον, διότι μετέβημεν ἤδη εἰς τὴν ἡμε-
2839ρησίαν διάταξιν διὰ τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία τόσῳ ηὐ-
2840χαρίστησε τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ
2841ὑποβάλῃ πρότασιν, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν
2842τοῦ Προϋπολογισμοῦ· εἰς τοῦτο ἔχει δικαίωμα, καὶ ἴσως
2843ἔχει καὶ δίκαιον, καὶ ἴσως, ἂν ὑποβάλῃ χωριστὴν πρότα-
2844σιν, ψηφίσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν δύνα-
2845ται ὅμως νὰ ἑνώσῃ τὰ μὴ ἑνούμενα, διότι ἑνώνει δύω κε-
2846χωρισμένας ἰδέας. Εἶναι δὲ τοῦτο καὶ ἐναντίον τοῦ Κανο-
2847νισμοῦ, ὃν κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ
2848πάντοτε εἰς τὰς προτάσεις ἀποφεύγομεν τὰ σύνθετα ζη-
2849τήματα. Ἐγὼ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 30οῦ τοῦ Κανονισμοῦ,
2850ζητῶ νὰ χωρισθῇ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως.
2851§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ πρῶτον μέρος;
2852§81ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα μεταβαί-
2853νει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2854§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει πρῶτον μέρος καὶ δεύτερον ἡ
2855πρότασις. Δὲν εἶναι διαιρετέα ἡ πρότασις.
2856§83ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι διαιρετέα, διότι τὸ πρῶτον μέρος
2857ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ δὲ δεύτερον ἐπὶ
2858τοῦ Κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· δυνάμει λοιπὸν
2859τοῦ Κανονισμοῦ, προτείνω νὰ χωρισθῇ ἡ πρότασις· καὶ
2860δὲν δύνασθε νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμὸν, διότι τὸ
2861ἄρθρον 30ὸν προτείνει νὰ γίνηται χωρισμὸς ἐπὶ τῶν συν-
2862θέτων ζητημάτων. Τώρα ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ πρόχει-
2863ρον ὅπλον τῆς πλειοψηφίας, δύναται νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι
2864δὲν εἶναι σύνθετος· ἄνωθι ὅμως τῆς ψηφοφορίας θὰ μείνῃ
2865ὁ Κανονισμὸς, ὃν ἂν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ δύναται, ἀλλ’ ἐν
2866ὅσῳ ὑφίσταται τὸ ἄρθρον 30ὸν, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ
2867νὰ ζητήσωμεν τὴν διαίρεσιν.
2868§84ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνετάχθη ὑπὸ
2869τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, δὲν μετα-
2870βάλλει τὸ ζήτημα· ὥστε ἐπὶ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν
2871ἔκαμεν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον, δὲν θὰ εἴ-
2872πω τι. Θὰ ἐξετάσω δὲ τὴν πρότασιν αὐτοῦ κατ’ οὐσίαν·
2873ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς μεταβολὴν τῆς ἡμε-
2874ρησίας διατάξεως, οὐδὲν ἕτερον περιέχει. Πῶς εἶναι δυνα-
2875τὸν νὰ συζητῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θέμα μομφῆς κατὰ
2876τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίζεται ἡ πρότασις τῆς μομφῆς
2877καὶ νὰ ἀποῤῥίπτηται, ἡ δὲ θετικὴ πρότασις, τὴν ὁποίαν
2878ἔχει βεβαίως δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἡ πλειοψηφία, νὰ
2879λέγῃ μόνον, ὅτι μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
2880ξιν καὶ ὄχι ὅτι ἔπραξε νομίμως ἡ Κυβέρνησις; Ἀλλὰ
2881πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τοιαύτην πρότασιν νὰ συναινέσῃ ἡ
2882Βουλή; Αὐτὸ θὰ ἦναι ἀκατανόητον καὶ ἀναξιοπρεπές.
2883Ἡμεῖς ἀντετάχθημεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς μεταβολῆς
2884τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ὁ-
2885ποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, περιλαμβάνει ὡς τρίτον ἀντικεί-
2886μενον τὸν Προϋπολογισμόν· ὥστε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς
2887συζητήσεως ταύτης φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔρχεται ἡ ἡμερησία
2888διάταξις αὐτοδικαίως. Ἂν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡ-
2889μερησία διάταξις, πρέπει νὰ γένηται ῥητὴ πρότασις, καὶ
2890γενομένης τοιαύτης προτάσεως, πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις.
2891Δὲν ἀντιλέγομεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τις
2892οἱανδήποτε πρότασιν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μὴ ἀρνῆσθε τὸ
2893δικαίωμα τῆς συζητήσεως. Τὸ ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα
2894τοῦτο, ὄχι ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλ’ ὡς
2895ἐκ τῆς προτάσεως τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
2896Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἀμέσως γεννᾶται τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν πρέ-
2897πει νὰ προτιμηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἄλλης προτάσεως,
2898τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2899ὑπέβαλεν ἤδη ἕτερος Βουλευτής. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2900εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ συζητηθῇ ἡ
2901πρότασις ἐκείνη, ἀλλὰ θέλει συγχρόνως νὰ ψηφισθῇ καὶ
2902ἡ ἰδική του πρότασις· ἡ ἰδική του ὅμως πρότασις ψηφι-
2903ζομένη καταδικάζει τὴν ἑτέραν πρότασιν, ἀποῤῥίπτει αὐ-
2904τὴν. Ἀφοῦ πρόκειται ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2905γοῦ καθαρῶς περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
2906ὑπάρχει δὲ ἑτέρα πρότασις, ἡ ψήφισις τῆς προτάσεως
2907τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τουλάχιστον διὰ σήμερον σημαί-
2908νει ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως ἐκείνης. Πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συ-
2909ζήτησις αὕτη, τουτέστι πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν σημε-
2910ρινὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπέβαλον
2911τὴν πρότασίν των· εἶναι αὕτη ἐκκρεμὴς, καὶ αὕτη πρέπει
2912νὰ προτιμηθῇ· ἄλλως, ἀποῤῥίπτεται ἐμμέσως διὰ τρόπου
2913ἥκιστα Κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα
2914ἐδῶ διὰ νὰ ἀκούωμεν μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ κρίνωμεν περὶ
2915τῶν λεγομένων, ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμωμεν αὐτὰς τὰς
2916παρατηρήσεις. Λοιπὸν ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2917ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀλη-
2918θὲς, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ὁ προβαλλόμενος·
2919ὁ σκοπὸς συνίστατο ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ἓν τέχνα-
2920σμα Κοινοβουλευτικὸν ἀπαρατήρητον, ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι δὲν
2921διῆλθε. Τί πρόκειται λοιπὸν τώρα; πρόκειται ν’ ἀποφα-
2922σίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ περὶ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ
2923περὶ ἑαυτοῦ καὶ περὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων, ἂν πρέπει νὰ
2924διανυκτερεύσωμεν ἐνταῦθα, διότι θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς
2925προτάσεως ταύτης. Θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ συζητή-
2926σωμεν; εἴμεθα πρόθυμοι· ἂν δὲν θέλῃ, τότε ἂς ἐπιτρέψῃ
2927εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
2928§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλή-
2929σαντες ἐλησμόνησαν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς
2930ἡμερησίας διατάξεως ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαία ἀπόῤῥοια τῆς
2931συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου. Ἡ Κυ-
2932βέρνησις καὶ ἡ Συμπολίτευσις εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ ἀναπτύ-
2933ξῃ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου, πρέπει νὰ
2934ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογι-
2935σμοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐκ
2936νέου, συνεζητήθη ἤδη, καὶ πόρισμα τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητή-
2937σεως εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Βεβαίως
2938ἐπῆλθεν ἄλλη πρότασις, ἥτις ὡς ἀπωτέρω ἐψηφίσθη πρώτη,
2939ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι πρότασις
2940ἀποῤῥέουσα ἐκ συζητήσεως στενῶς συνδεομένης μὲ τὴν
2941περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου ἐπερώτησιν καὶ ὡς
2942τοιαύτη πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
2943§86Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
2944ὅτι πόρισμα ἐξάγει ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου,
2945ὅτι συζητεῖται ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν
2946πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἐκ
2947τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἐπῆλθε τὸ πόρισμα
2948τοῦτο! Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τότε εἶναι περιττὴ ἡ ψη-
2949φοφορία καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπο-
2950λογισμοῦ, ἤτοι ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
2951ὁμιλίας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ αὔριον ἐξακολουθοῦ-
2952μεν· ὥστε νὰ διαλυθῇ τώρα ἡ συνεδρίασις.
2953§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Ἡ συζήτησις κη-
2954ρύσσεται περατωμένη.
2955§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δυ-
2956στυχῶς λησμονεῖ πάντοτε ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ τὴν ἱκανό-
2957τητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα ἐννοῇ καὶ ἑρμηνεύῃ τοὺς Νό-
2958μους· διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἔχει Κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας, πρὸς
2959ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου ἐκλήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀναβῇ
2960τὴν ἕδραν ταύτην, καὶ ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει εἰς
2961αὐτὸν τὸ καθῆκον, ὅταν ζητῆται ἡ διαίρεσις τοῦ ζητή-
2962ματος, νὰ ἀπαγγέλλῃ αὐτὴν, ὁ κ. Πρόεδρος, πρὶν ἢ συζη-
2963τηθῇ κἂν ἡ πρότασις, μᾶς λέγει, ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτη-
2964σις. Τὸ ζήτημα εἶναι σύνθετον. Ἡ λύσις, ἥτις δίδοται
2965διὰ τῆς προτάσεως, λύει δύω προβλήματα συγχρόνως, καὶ
2966ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς
2967ψηφοφορίαν, λύει δύω προβλήματα συγχρόνως. Τὸ πρῶτον
2968πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ μεριμνήσῃ ἐκ
2969τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ζηνοπούλου, καὶ διὰ τῆς ὁποίας
2970κατηγόρησε τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς ἀντιποιηθέντα Νομο-
2971θετικῆς Ἐξουσίας· τὸ δεύτερον πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἡ
2972Βουλὴ παραλείπει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν
2973χθὲς εἶχε, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀκόμη ἔχει μέχρι τῆς ὥρας
2974ταύτης, καὶ μεταβάλλει αὐτὴν, προτάσσουσα πάντων τῶν
2975ἐγγεγραμμένων ἐν αὐτῇ ἀντικειμένων τὴν ἔναρξιν τῆς συ-
2976ζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι
2977ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ἠ-
2978δύνατο νὰ συντάξῃ, μόνον δ’ ἠδύνατο νὰ συντάξῃ ἄνθρω-
2979πος ἐντελῶς ἀμαθὴς τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἂν
2980δὲν εἶχε πλαγίαν προαίρεσιν μὴ ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῆς
2981ἀγαθῆς πίστεως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει εἰς τὸν
2982κ. Φιλάρετον τὴν ἀλλόκοτον ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν διαιρεῖ-
2983ται ἡ πρότασις. Ἂν δὲν διαιρῆται ἡ πρότασις, εἶναι λάθος
2984τοῦ συντάξαντος αὐτὴν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶ-
2985σιν ἐν αὐτῇ αἱ λέξεις «μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
2986ταξιν»· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρότασις δὲν
2987εἶναι σύνθετος. Ἡ πρότασις εἶναι πόρισμα τῆς συζητήσεως
2988ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ ἐπερώτησις συνίσταται εἰς τὸ
2989ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἐνομο-
2990θέτησεν, ἐνῷ δὲν εἶχεν ἐξουσίαν νὰ νομοθετήσῃ. Ἡ πλειο-
2991ψηφία λέγει, ὅτι δὲν ἐνομοθέτησε. Λοιπὸν ἔχει δικαίωμα
2992νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι λέγει ἡ πλειοψηφία, ὅτι δὲν ἐνο-
2993μοθέτησεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο μεταβαίνομεν
2994εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἡ πρότασις λέγει, ὅτι δὲν
2995μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ ὅτι μετα-
2996βάλλομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ προβαίνομεν εἰς
2997τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2998δύναται νὰ ἐπαίρεται διὰ τὸν ὑπέρτερον ἀριθμὸν τῶν φί-
2999λων, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν αὐτὸν, ὑποτιμᾷ ὅμως καὶ
3000ἐξευτελίζει αὐτοὺς, ζητῶν τὴν ψῆφον αὐτῶν ἐπὶ πραγμά-
3001των, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἂν θέλῃ
3002νὰ καταχρᾶται τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδί-
3003δουν, δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον, διότι ἡ εὐθύνη μένει εἰς
3004τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι ψη-
3005φίσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτοῦ.
3006§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς
3007τῆς προτάσεως: «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ
3008θέματος, μεταβαίνει εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
3009Προϋπολογισμοῦ, περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ θέμα τοῦτο».
3010Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ
3011ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3012Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3013(Ὥρᾳ 10 καὶ ½ Μ. Μ.)