1884.12.21
1,679 rows · 12,802 words · 97 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1884.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Τριανταφυλλίδου κατοίκου Γαρδικίου, ὑπηρετήσαντος ὡς δημολογιστοῦ καὶ μὴ λαβόντος τοὺς ὀφειλομένους μισθούς του. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθεν ἡ χώρα οἰκονομικῶς, οἱ πολῖται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς οἰκογενειακάς των ἀνάγκας· λόγου χάριν ἀδυνατοῦσι νὰ καλλιεργῶσι τὰ κτήματά των. Οὐχ ἧττον τὸ Δημόσιον ζητεῖ παρ’ αὐτῶν καὶ τοὺς σημερινοὺς φόρους καὶ τοὺς καθυστερουμένους. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ μὲν πολῖται δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ μένῃ χωρὶς νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, κατὰ συνέπειαν θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ Νόμον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως οἱ πολῖται πληρώσωσι κατὰ δόσεις τοὺς καθυστερουμένους φόρους μέχρι τοῦ ἔτους 1883. Καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου εἶναι εὔλογος καὶ δικαία, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ τώρα μὲν θὰ καθησυχάσῃ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ θὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν Νόμον συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἐπειδὴ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συζητήσωμεν περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον σπουδαίως ἀπασχολεῖ τὴν κοινωνίαν, ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν γνώμην τῶν κυρίων Νομικῶν Συμβούλων καὶ προσαγάγῃ τὰ πορίσματα αὐτῆς. Τὸ ζήτημα εἶχε προσδιορισθῆ νὰ συζητηθῇ εἰς μίαν τῶν προηγηθεισῶν συνεδριάσεων, ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἐγὼ ὑπείκων εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν συναδέλφων δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην, καὶ ἄφησα νὰ μεσολαβήσῃ τὸ ἀπαιτούμενον χρονικὸν διάστημα, ὅπως δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ πῶς ἐννοεῖ τὸν Νόμον, καὶ ἂν θεωρῇ νόμιμον καὶ ἐπικυρωτέον τὸν διαγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸς ὑπεστήριξεν, δὲν εἶναι βεβαίως τοιοῦτος. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν διὰ νὰ μὲ κάμῃ νὰ πιστεύσω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν παρανομεῖ—διότι νομίζω, ὅτι ἔκαμε παρανομίαν—τὸν παρακαλῶ ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ μοὶ ἀπαντήσῃ, διότι δὲν ἠμπορεῖ ἡ μειοψηφία νὰ προκαλῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἔχων τὴν πλειοψηφίαν, νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει. Ἂν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μοῦ ἀναφέρῃ τὰ ἐδάφια καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Νόμου, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν ἰδέαν του, ὅτι ὁ κ. Γούζαρης εἶναι νομίμως διωρισμένος ἀστυΐατρος, ἂν δὲν ἔχῃ, λέγω, σκοπὸν ν’ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα καὶ μοὶ ἀπαντήσῃ, θὰ ἐπανέλθω ἐγὼ εἰς τὸ ζήτημα, ἀποδεικνύων τὸ ἔκνομον καὶ ἄκυρον τοῦ διαγωνισμοῦ. Θὰ λυπηθῶ δὲ ἐὰν ἡ συζήτησις παρεμβάλῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δωδεκατημορίου.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν βλέπω κατὰ τί εἶναι παράνομος ὁ διορισμός.
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἰξεύρω, κύριοι, πῶς νὰ ἐξηγήσω τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος προκαλεῖται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ποῦ στηρίζει τὴν πρᾶξίν του, καὶ μὲ ἀφῃρημένας λέξεις καὶ λόγους κενοὺς ἐννοίας ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ παράνομον τῆς ἐνεργείας του ταύτης· διότι παρακολουθεῖται ἀπὸ ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ὑπερβαίνοντα κατὰ 20 τὸν ἀριθμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἂν τώρα ἀντιπαρέρχεσθε τὰ ζητήματα αὐτὰ, μάθετε ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀφίνουσιν ἴχνη, κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε λόγον. Δὲν εἰξεύρω, κύριοι, ἂν ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα, ἂν ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς σοβαρῶς καὶ εὐόρκως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ἂν ἐπιτρέπηται, λέγω, νὰ συζητῶσι καὶ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος μὲ φέρει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οἱ διέποντες τὴν τύχην τῆς χώρας διεξάγωσι τὰς συζητήσεις αὐτὰς μὲ τρόπον τοιοῦτον, νομίζω ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει τις νὰ συζητῇ σοβαρῶς πρὸς αὐτούς, ὄχι μόνον δὲν πρέπει τις νὰ παραμένῃ ἐνταῦθα καὶ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸς τούτοις, πονῶν διὰ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, νὰ φεύγῃ καὶ νὰ μὴ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ οἰκτείρῃ τοὺς ἐργάτας τοῦ ἐξευτελισμοῦ. Καὶ παρεπονέθη χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες ἐκ τῆς θέσεως ταύτης δὲν συμπεριφέρονται κοινοβουλευτικῶς, καὶ ἤλεγξε τὸν κ. Ζυγομαλᾶν, διότι χθὲς δὲν μετεχειρίσθη φράσιν κοσμίαν, φράσιν κοινοβουλευτικήν. Καὶ θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἤμεθα κοινοβουλευτικοί, ὅταν τοιαύτας ἀκούωμεν ἀπαντήσεις ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, προκαλουμένους νὰ μᾶς δώσωσιν ἐξηγήσεις! Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἴμεθα κοινοβουλευτικοὶ καὶ ἂν ἐξερχώμεθα τῶν ἐθίμων τοῦ Κοινοβουλίου, σεῖς εἶσθε ὁ αἴτιος, σεῖς ὁ Πρωθυπουργός· καὶ εἶναι ἀξίωμα, καὶ τὸ γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὰ Ἔθνη μορφώνουσιν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κυβερνήσεων. Ἡ συμπεριφορὰ τῶν Βουλευτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἰς σοβαρὰς καὶ σπουδαίας ἀγορεύσεις κανονίζεται καὶ περιστέλλεται ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἐλέγξῃ, αὐτὸς ὁ ὁποῖος τοσάκις τόσα ἔδωκε δείγματα ἀσυστόλου παρεκτροπῆς ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς συζητήσεσι, καὶ χωρὶς νὰ παύσῃ ἔτι τὴν τακτικὴν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός, ζητεῖ ἡμεῖς ν’ ἀπονέμωμεν σέβας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἑαυτοὺς σέβονται οὔτε τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου! Ἐξέρχεσθε λοιπὸν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἐπειδὴ δὲν θέλετε νὰ ἐξηγήσητε καὶ ὑποδείξητε τὰ ἄρθρα καὶ τὰ ἐδάφια ἐκεῖνα τοῦ Νόμου, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζετε τὴν πρᾶξίν σας ὡς πρὸς τὸν διαγωνισμὸν τῶν ἀστυϊάτρων. Θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἀληθῶς παρενομήσατε. Ὁ Νόμος, κ. Ὑπουργέ, ἐκανόνισε τὴν θέσιν τῶν ἀστυϊάτρων μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ γραμματέως δευτέρας τάξεως. Διὰ τοὺς διοριζομένους ἀστυϊάτρους ἢ μέλλοντας νὰ διορισθῶσιν ὡς τοιοῦτοι ὁ Νόμος λέγει ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμὸν, καὶ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων θὰ διορισθῶσιν οἱ ἀστυΐατροι. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν λαμβάνουσι μέρος, ὡς μέλη τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ Ἰατροσύνεδροι καὶ ὁ Πάρεδρος, ὅταν ἓν τῶν μελῶν ἀπουσιάζῃ· καὶ ὁ Πάρεδρος, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος, θέλει εἶσθαι ὁ κατ’ ἀρχαιότητα πρῶτος. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὁ κ. Γούζαρης, ὁ ἄλλως ἱκανὸς καὶ ἔντιμος, δὲν κατέχει θέσιν ἀστυϊάτρου· ὀνομάζεται ἀστυνομικὸς ἰατρὸς μὲ βαθμὸν Ὑπουργικοῦ γραφέως, ἐνῷ ὁ Νόμος εἰς τοὺς ἀστυϊάτρους ἀπονέμει βαθμὸν γραμματέως δευτέρας τάξεως. Ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ κ. Γούζαρης εἶναι Πάρεδρος, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος ὡς μέλος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ὁ τελευταῖος κατὰ τὸν διορισμὸν Πάρεδρος, καὶ κατὰ τὸν Νόμον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν· ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει τὰ προσόντα ὁ κ. Γούζαρης, καὶ δὲν τὰ ἔχει, διότι φέρει βαθμὸν γραφέως, διὰ νὰ γίνῃ δὲ ἀστυΐατρος πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς διαγωνισμὸν, διότι ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ σήμερον, δὲν ἐπιτρέπει ἁπλῶς προβιβασμὸν εἰς ἀστυΐατρον μὴ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν προηγουμένην ὑπηρεσίαν· καὶ ὅμως ἔλαβε μέρος ὁ κ. Γούζαρης εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Λοιπὸν ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ὕστερον ἀπὸ τὰ σαφῆ ταῦτα, τὰ ὁποῖα διατάσσει αὐτὸς ὁ ἴδιος Νόμος, τὸν ὁποῖον σεῖς συνετάξατε ὡς Ὑπουργὸς, σᾶς ἐρωτῶ ποῦ ἐστηρίχθητε διὰ νὰ θέσητε ὡς μέλος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τὸν κ. Γούζαρην, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Νόμον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἀστυΐατρος, διότι ἡ προηγουμένη ὑπηρεσία αὐτοῦ δὲν λογίζεται; καὶ ἐὰν θεωρηθῇ ὡς Πάρεδρος, εἶναι ὁ τελευταῖος καὶ ἔχει πρὸ αὐτοῦ τρεῖς, ἠδύνατο δὲ νὰ λάβῃ μέρος ὁ πρῶτος τῶν τριῶν κατὰ τὸν Νόμον; Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Γούζαρης δὲν εἶναι ὁ ἔχων τὰ παρὰ τοῦ Νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο διοριζόμενοι νὰ καταλάβωσι θέσιν ἀνωτέραν αὐτοῦ. Ὕστερον ἀπὸ τὴν πασιφανῆ ταύτην ἀπόδειξιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, σᾶς παρακαλῶ, καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ὑποδείξητε εἰς ἐμὲ, ποῦ ἐστηρίξατε τὴν ἐνέργειάν σας, ποῦ ἐστηρίξατε τὴν διαταγήν σας καὶ πῶς θέλετε προβῆ εἰς τὸν διορισμὸν ἀστυϊάτρου, ἀφοῦ κατὰ Νόμον δὲν συνεκροτήθη αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή: Διὰ τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, πρὶν ἀναφέρω ὅλα αὐτὰ καὶ σᾶς ἀναγνώσω τὸν Νόμον καὶ πρὶν γίνετε ὄργανον τῶν φίλων σας καὶ ὄργανον τῶν ὑπαλλήλων σας καὶ ποδοπατήσητε τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε σεῖς, ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε τὸ καθῆκον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις σας. Καὶ νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἔλθῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἔχει καθῆκον νὰ σεβασθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε καὶ δὲν τὸ ἐσεβάσθητε; Διὰ τοῦτο νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι καθῆκόν σας νὰ ἀκυρώσητε τὸν διαγωνισμὸν καὶ διατάξητε νέας ἐξετάσεις. Σᾶς εἰδοποιῶ δὲ ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμητε ἄλλως· διότι, ἂν αὐτὸς ὁ Νόμος, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε, ἔχῃ σωστικὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν Πολιτείαν, ἔχει καθῆκον ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὸν σεβασθῇ καὶ τὸν θεωρήσῃ ὡς Νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ τὸν σεβασθῇ, ὅταν σεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸν, δὲν τὸν σέβεσθε; Ὅταν σεῖς καταγγέλλετε αὐτὸ τὸ ἔργον σας ὡς ἔργον μὴ σωστικὸν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, νομίζετε ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ; Ὑποστηρίζω λοιπὸν καὶ ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἐξηγήσητε εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ στηρίζετε τὴν ἐνέργειάν σας ταύτην.
§5ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Οὐδέποτε κύριοι, μετέσχον προσωπικῶν συζητήσεων. Ἤδη ὅμως, προκειμένου περὶ νομικοῦ ἰδίως ζητήματος, νομίζω, ὅτι καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ἔχομεν καθῆκον νὰ δηλώσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον ἔχομεν τὸ καθῆκον αὐτὸ, ὅσον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ἐξ ἀγνοίας ἢ καὶ ἐκ προθέσεως διαστρέφει τὸν Νόμον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δυνάμει τοῦ Νόμου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἀστυΐατρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δυνάμει τοῦ Διατάγματος, καὶ ὄχι τοῦ Νόμου.
§8ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ δὲ περὶ οὗ ὁ λόγος ἰατρὸς κ. Γούζαρης αὐτὸς εἶναι ἀστυΐατρος, ἄρα ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ λάβῃ μέρος, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ Νόμος, κύριοι, λέγει ῥητῶς, ὅτι «ἐν τῷ μέλλοντι διορίζονται τέσσαρες ἀστυΐατροι διὰ συναγωνισμοῦ ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς, ὁριζομένης διὰ Διατάγματος τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ἰατροσυνεδρίου». Ὁ Νόμος λοιπὸν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα ἀφορῶν εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἰατροσυνεδρίου περὶ τοῦ τρόπου τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξετάσεως τῶν διαγωνισθησομένων. Τί γίνεται ὅμως εἰς αὐτὸν τὸν διαγωνισμόν; Ἐπειδὴ ὁ Νόμος δὲν ὁρίζει εἰδικὰ προσόντα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναφέρεται εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ἐννοεῖται ὅτι πᾶς ἰατρὸς δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ὁ κ. ὅμως Γούζαρης διωρίσθη κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ Διατάγματος τῆς 14 Σεπτεμβρίου ε. ε. νὰ λάβῃ μέρος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἰατρός, ἀλλ’ ὡς ἀστυΐατρος, θεωρηθεὶς ὅτι κατεῖχεν ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ θέσιν ἀστυϊάτρου νενομοθετημένην. Ὅθεν ἐξεταστέον ἤδη, εἶναι αὐτὸς ἀστυΐατρος; Εἶναι νομοθετημένη τοιαύτη θέσις; ὄχι. Ἅμα λοιπὸν δὲν ὑπάρχει Νόμος κανονίζων τὴν θέσιν ταύτην, τίτλον τοιοῦτον δὲν ἔχει αὐτὸς ὁ κ. Γούζαρης, καὶ ἑπομένως ὡς τοιοῦτος ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἀστυϊάτρου δὲν ἠδύνατο νὰ μετάσχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς. Σᾶς ἠρωτήσαμεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἄλλην ἡμέραν, κ. Ὑπουργέ, καὶ σᾶς ἐζητήσαμεν νὰ φέρητε τὸν Νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ κ. Γούζαρης εἶναι ἀνεγνωρισμένος ἀστυΐατρος. Ἐζητήσατε ἀναβολήν· σᾶς ἐχορηγήσαμεν ταύτην, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφέρατε τὸν Νόμον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φέρητε, διότι τοιοῦτος δὲν ὑπάρχει. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει θέσις τοιαύτη νομοθετημένη, πῶς δύνασθε ὑμεῖς διὰ Διατάγματος νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν τοιοῦτον τίτλον; Πῶς δύνασθε νὰ ἀναγνωρίσητε θέσιν, μὴ νομίμως ὑπάρχουσαν; Ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ συνεχῶς παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη ἰατροῦ καὶ πρὸς ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις, καὶ πρὸς ἐπιθεωρήσεις τῶν ἐδωδίμων καὶ πρὸς ἐπισκέψεις παθόντων. Οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ διώριζον παρ’ αὐτῇ ἰατρὸν χορηγοῦντες αὐτῷ μικρὸν ἐπιμίσθιον· ὁ διορισμὸς ὅμως αὐτῶν δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς Νόμου. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ θέσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένη, καθόσον εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὅτι ἀνεγνωρίσθη αὐτὴ ἡ θέσις διὰ τὸν κ. Γούζαρην καὶ τῷ ἐδόθη καὶ σύνταξις. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἐθεωρεῖτο ὑπάλληλος καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα συντάξεως, κατὰ τὸν περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων Νόμον. Ἐκ τῶν εἰρημένων ἐξάγεται, ὅτι αὐτὸς διωρίσθη ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τίτλον ἀστυϊάτρου· μὴ δυναμένου δὲ νὰ ἔχῃ τίτλον τοιοῦτον, ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ὑπὸ τὸν τίτλον αὐτὸν εἶναι ἄκυρος. Οὗτός ἐστὶν ὁ λόγος, κ. Ὑπουργὲ, δι’ ὃν οἱ ἀμερολήπτως καὶ ὀρθῶς τὸν Νόμον ἐξηγοῦντες θεωροῦσι τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἄκυρον, καὶ ὠφείλατε καὶ ὑμεῖς νὰ τὴν ἀκυρώσητε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ μνησθέντος Διατάγματος. Εἴπατε προσέτι, ὅτι αὐτὸν θεωρεῖτε ἀστυΐατρον καὶ ὅτι δὲν εἴχετε ἀνάγκην οὔτε νὰ τὸν ἀναγνωρίσητε ὡς ὄντα ἀνεγνωρισμένον, οὔτε νὰ τὸν διορίσητε ὡς ὄντα διωρισμένον πρὸ χρόνων.
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι διωρισμένος.
§10ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Πῶς, κύριε Ὑπουργὲ, ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι διωρισμένος, ἀφοῦ ἔχεται νόμον ὅτι δὲν δύναται νὰ διορισθῇ Ἀστυΐατρος εἰμὴ ἐκεῖνος ὅστις ἤθελε διαγωνισθῆ; Πῶς θεωρεῖτε τοῦτον διωρισμένον, ἀφοῦ δὲν διηγωνίσθη; Ἐὰν ὁ νόμος ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσῃ ταύτην τὴν θέσιν προϋπάρχουσαν νομίμως, ἤθελε ποιήσει ῥητὴν ἐξαίρεσιν, ἀλλὰ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ. Λοιπὸν, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κύριος δὲν συνηγωνίσθη, ἀφοῦ ὁ νόμος ἀπῄτει ὁ διορισμὸς νὰ γένηται μετὰ συναγωνισμὸν, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν ἐποίησε ῥητὴν ἐξαίρεσιν, ἐξ ἀνάγκης ἕπεται ὅτι αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ διατελῇ ἤδη ὡς Ἀστυΐατρος, μὴ διορισθεὶς μετὰ συναγωνισμὸν, καὶ ὅτι ἂν τὸν θεωρεῖτε ὡς τοιοῦτον, πλανᾶσθε καὶ παραβιάζετε τὸν νόμον προφανῶς. Ὄχι μόνον δὲν δύνασθε νὰ τὸν θεωρήσητε ὡς Ἀστυΐατρον ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν Ἀστυϊάτρων, δὲν ἠδύνατο νὰ διορισθῇ, καὶ ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκύρως κατηρτίσθη, καὶ ὠφείλατε νὰ ἀκυρώσητε τὸν συναγωνισμὸν καὶ νὰ προκαλέσητε νέον· διότι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνῃ νομίμως Ἀστυΐατρος.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει δίκαιον, φρονῶν ὅτι ὁ κ. Γούζαρης εἶναι Ἀστυΐατρος, φέρω τὸ ἑξῆς γεγονὸς εἰς ἀπόδειξιν. Ὁ μακαρίτης Μπαλάνος εἶχε διορισθῆ Ἀστυΐατρος, δηλαδὴ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι σήμερον διωρισμένος ὁ κ. Γούζαρης. Ὁ μακαρίτης Μπαλάνος ἀπέθανεν, ἡ δὲ χήρα ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα διὰ σύνταξιν, ὡς ἐπίσης καὶ τὸν διορισμὸν τοῦ μακαρίτου Μπαλάνου, ὅστις εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν τοῦ κ. Γούζαρη, ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν τὸν παρεδέχθη, διότι δὲν εἶναι διορισμὸς νόμιμος. Τοῦτο εἶναι μία τρανὴ ἀπόδειξις πασιφανής, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ βιάζωνται νὰ παρουσιάζωσιν εἰς τὸ Ἔθνος ὁρμαθὸν καὶ στιβάδας νομοθετημάτων, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν ὑπάρχει ῥυθμὸς καὶ λογική, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἐὰν δηλαδὴ ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν δὲν προέβλεψε καὶ περὶ τοῦ κ. Γούζαρη, εἶναι ἐπίσης ἀδιάφορον· μὴ προβλέψαντος δὲ τοῦ νόμου, ὁ διαγωνισμὸς εἶναι ἄκυρος, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§12Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι πολιτική, οὐδὲ προσωπική. Ἐγὼ δὲ λαμβάνων μέρος εἰς αὐτὴν δὲν ἐπηρεάζομαι οὐδ’ ὑπὸ πολιτικῆς τινος σκέψεως, οὐδ’ ὑπὸ προσωπικοῦ τινος λόγου, διότι ἀγνοῶ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν διαγωνισθέντων καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιτυχόντων, γνωρίζω δὲ μόνον τὸν ἰατρὸν κ. Γούζαρην. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὤφειλον νὰ μετάσχω αὐτῆς, διότι πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως Νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, καὶ μάλιστα Νόμου, εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὁποίου δὲν συνέπεσε νὰ μετάσχωμεν. Κατὰ τὸν Νόμον, ὡς γνωρίζετε, διορίζονται παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀστυΐατροι, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ἀνετέθη εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ ἀπόλυτον ὅμως τοῦτο δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διορισμοῦ τῶν Ἀστυϊάτρων περιωρίσθη, διότι ὑπεχρεώθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ μὴ προτείνῃ, εἰμὴ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον ἐπιτύχει εἰς διαγωνισμόν. Τὸ σύστημα τοῦτο τῶν διαγωνισμῶν εἶναι ἄριστον, διότι συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἐκλογὴν περὶ τοὺς διορισμούς· ἔχει ὅμως καὶ μέγα ἐλάττωμα, διότι εὐκολύνει τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ κρύπτωνται ὑπὸ τὸν διαγωνισμὸν καὶ νὰ πράττωσιν ὅ,τι θέλουσι. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, περὶ οὗ ὁ λόγος, διότι δὲν γνωρίζω τὶ κατ’ αὐτὸν συνέβη· ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ συναγωνισμῶν, καὶ ὁρμῶμαι ἐκ συναγωνισμῶν, οἵτινες ἐδικαιολόγησαν διορισμοὺς ἀνθρώπων, οἵτινες πᾶν ἄλλο ἔφερον ἢ τὰ στοιχεῖα τῆς ἱκανότητος· καὶ οἱ Ὑπουργοὶ προέβησαν εἰς διορισμοὺς προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ διορίσωσιν ἄνευ τῶν συναγωνισμῶν. Τώρα ζητεῖται ἂν ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο νομίμως· τὸ πρῶτον δὲ ζήτημα εἶναι, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεστάθησαν ὡς κριταὶ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἦσαν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁ Νόμος εἶχε πρὸς τοῦτο προσδιορίσει. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἰσχυρίσθη ὅτι μεταξὺ τῶν παραστάντων ὡς κριτῶν τοῦ διαγωνισμοῦ ἦτο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ Νόμος δὲν προσδιώρισε, διότι προσδιώρισεν ἄλλο πρόσωπον. Καὶ ὁ μὲν Νόμος δὲν προσδιώρισε τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἀνέθηκε τοῦτο εἰς Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, καὶ προσδιώρισε τοὺς κριτὰς τοῦ διαγωνισμοῦ, μεταξὺ δ’ αὐτοῦ προσδιώρισε καὶ ἕνα Ἀστυΐατρον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τὸ Διάταγμα συνέταξεν οὐχὶ αὐτὸς ἀλλὰ τὸ Ἰατροσυνέδριον, τὸ ὁποῖον περιέλαβε καὶ τὸν Ἀστυΐατρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἂν ὁ κύριος Γούζαρης δὲν ἦτον αὐτὸς ὁ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος προσδιορισθεὶς νὰ μετάσχῃ τοῦ διαγωνισμοῦ ὡς κριτὴς, τὸ Ἰατροσυνέδριον ἔπρεπε νὰ μὴ τὸν δεχθῇ. Ἑπομένως ἀφοῦ ἐδέχθη αὐτὸν, ἕπεται ὅτι νομίμως ἔλαβε μέρος. Εἰς τοιαῦτα καταλήγουσι συμπεράσματα, ὅταν οὕτως ἑρμηνεύωσι τοὺς Νόμους. Ὁμολογοῦσιν ὅτι τὸ Ἰατροσυνέδριον συνέταξε τὸ Διάταγμα. Ἀλλὰ τί εἶναι Ἰατροσυνέδριον; Σύλλογος ἐπιστημόνων ἰατρῶν, καθεστηκὼς παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα γνωμοδοτῇ ὁσάκις πρόκεινται ζητήματα ὑγειονομικῆς Ἀστυνομίας, ἢ ἀπειλεῖται κίνδυνος τῆς δημοσίας ὑγείας ἐν γένει. Τὸ Ἰατροσυνέδριον λοιπὸν ἐκλήθη νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦ διαγωνισμοῦ; Τὸ Ἰατροσυνέδριον κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐκτίμησις τῆς ἱκανότητος τῶν διαγωνισθέντων; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον του; Ἀπὸ τὸ Ἰατροσυνέδριον ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ ποῖαι εἰσὶν αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν οἱ Ἀστυΐατροι, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ διαγωνισθῶσιν, ἵνα ἀποδειχθῇ ἐὰν ἔχωσι τὰς γνώσεις ταύτας. Ὁ Ἀστυΐατρος χρησιμεύει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς προληπτικῆς Ἀστυνομίας ἐπὶ τῆς ποιότητος τῶν τροφίμων καὶ τῆς ἀγορονομίας ἐν γένει, ἐπὶ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν πρόληψιν νοσημάτων, ἀλλὰ χρησιμεύει καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δικαστικῆς Ἀστυνομίας. Ἡ συνδρομὴ αὐτοῦ εἰς τὴν προληπτικὴν ἀστυνομίαν ἐκτείνεται ἐπὶ πολλῶν ἀντικειμένων· εἰς αὐτὸν ἀπόκειται ἡ ἐπιτήρησις τῶν φαρμακείων, τῶν πρὸς τροφὴν οὐσιῶν, τῶν ἐπαγουσῶν νόσους αἰτίων· εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ παρέχῃ πρόχειρον συνδρομὴν εἰς τοὺς παθόντας σωματικῶς ἐξ ἀξιοποίνων πράξεων καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν αὐτῶν διὰ τῶν ἰατρικῶν καὶ χημικῶν γνώσεών του. Λοιπὸν τὸ Ἰατροσυνέδριον ἦτον ἁρμόδιον νὰ φωτίσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν γνώσεων, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἦναι κάτοχος ὁ μέλλων νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀστυΐατρου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον πᾶσαν ἐξουσίαν. Ἑπομένως αὐτὸ περιέλαβε καὶ τὸν ἀστυΐατρον ὡς μέλος τῆς δικασούσης τοὺς διαγωνισθησομένους Ἐπιτροπείας. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου συνταχθέντι σχεδίῳ τοῦ κανονιστικοῦ Διατάγματος εἶδε καὶ τὸν ἀστυΐατρον, δὲν ἐσκέπτετο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν ἔχῃ ἀστυΐατρον; Καὶ ἀληθῶς δὲν εἶχε τοιοῦτον. Εἶχεν Ἀστυνομικὸν Ἰατρὸν, ὅστις πρὸ 30 ἐτῶν διατελεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅστις ὅμως δὲν ἦτο ἀστυΐατρος, ἀλλὰ προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, καὶ ἐλάμβανε μικρὰν ἀποζημίωσιν. Αὐτὸς διωρίσθη Ἀστυνομικὸς Ἰατρὸς κατὰ τὸ 1856, ἀλλὰ διωρίσθη ἵνα προσφέρῃ προχείρους τῇ Ἀστυνομίᾳ ὑπηρεσίας, αἵτινες ἦσαν τόσον μικραὶ, ὥστε προσδιωρίσθη ἀποζημίωσις ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα· ἐνῷ ἐὰν ἐξεπλήρου καθήκοντα ἀστυϊάτρου, οὔτε μισθὸς τριακοσίων δραχμῶν ἤθελεν ἐπαρκεῖ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ὁ Ἀστυνομικὸς Ἰατρὸς εἶναι ὁ ἀστυΐατρος, καὶ ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν δικάσουσαν τοὺς διαγωνισμοὺς Ἐπιτροπείαν. Ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν συνωθοῦνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἀναμιγνύονται μετὰ τῶν Βουλευτῶν καὶ διακόπτουσι τοὺς ἀγορεύοντας, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν εἶναι ἡ θέσις των. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τὸ τοιοῦτον, ἐπίσης δὲ καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ μένωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐντὸς τῶν γραφείων των διὰ νὰ μὴ παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπείας, τὰ συνελθόντα δυνάμει τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος καὶ τοῦ δυνάμει αὐτοῦ ἀποσταλέντος διορισμοῦ, ἵνα παραστῶσι κατὰ τὸν διαγωνισμὸν, δὲν ἦσαν ἁρμόδια νὰ φέρωσιν ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τοῦ ἰδίου των διορισμοῦ, οὐδ’ ἀπετέλουν Σῶμα αὐθύπαρκτον, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν συγκρότησίν του. Ἦτο Σύλλογος τιθέμενος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἦτο ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ τίνες ἔπρεπε νὰ λάβωσι μέρος· ἑπομένως κακῶς ποιῶν μετέφερε τὴν εὐθύνην εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀποβάλλω τὴν εὐθύνην.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προχείρως, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἰατροσυνεδρίου ὤφειλον νὰ μὴ δεχθῶσι τὸν κ. Γούζαρην, ἐὰν δὲν ἦτο ἀστυΐατρος, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περιέπεσεν εἰς ἀμηχανίαν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν οἱ φυσιολόγοι, ἵνα ἀνακαλύψωσι τί ἐγένετο πρότερον, ἂν τὸ ὠὸν ἢ ἡ ὄρνις. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀστυΐατρος, ὤφειλε δὲ νὰ καλέσῃ ἀστυΐατρον, ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ τὸν ὑπάρχοντα ἀστυΐατρον, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυσιολόγων, ἐὰν τὸ ὠὸν ἐγεννήθη πρότερον ἢ ἡ ὄρνις, εὔχομαι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ ὠὸν ἦτο προγενέστερον, νὰ μὴν ἐγκολαφθῇ ἐν αὐτῷ ὄρνις ὁμοία πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ὄρνις ἦτο προγενεστέρα, νὰ μὴ γεννήσῃ ὠὸν, τὸ ὁποῖον νὰ παραγάγῃ ὂν ὅμοιον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ τρόπος οὗτος τῆς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἀντικρούσεως τῆς ἀγορεύσεως, δι’ ἧς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὴν πρᾶξίν του, δὲν μοὶ φαίνεται ὁ πρέπων, ἀποδεικνύει δὲ ἔλλειψιν ἐπιχειρημάτων σπουδαίων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἐρχόμενος ἵν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ διαγωνισμὸς τῶν ἀστυϊάτρων διεξήχθη παρανόμως, δὲν ἀντικρούει τὸν ἰσχυρισμὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐστήριξε τὸ νόμιμον τοῦ διορισμοῦ, ἀλλ’ ὠφελεῖται ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν συμπληρωματικῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα παραστήσῃ ἓν ἐξ αὐτῶν ὡς τὸ κύριον. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνο ὡς κύριον ἐπιχείρημα, καί τοι εἶναι ἀληθὲς, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, συνάγει τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τοῦτο δὲν διεξήχθη καλῶς ὁ διαγωνισμός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφοῦ ἀπέδειξεν ὅτι καλῶς ἐγένετο ὁ διορισμὸς τοῦ ἀστυϊάτρου ὡς ἐξεταστοῦ καὶ ὅτι ὁ ἀστυΐατρος, ὁ μετασχὼν τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἦτο νομίμως διωρισμένος, ἦτο ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος ἀναγνωρίζει ὡς ἀστυΐατρον, εἶπε προσέτι, ὅτι ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸς νόμιμος Ἀστυΐατρος, τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἤθελον τὸν παραδεχθῆ. Εἶναι τὸ τελευταῖον τοῦτο ἓν πρόσθετον ἐπιχείρημα ἐκ περισσοῦ προβαλλόμενον. Τὸ πρόσθετον τοῦτο ἐπιχείρημα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος παριστῶν ὡς κύριον λέγει ὅτι, ἐπειδὴ τοῦτο μεταχειρίζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς κύριον ἐπιχείρημα, βεβαίως ἔχει ἄδικον. Τὸ ἐπιχείρημα τὸ κύριον εἶναι ὅτι ὁ ἀστυΐατρος, ὁ μετασχὼν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὁ Νόμος ἐθεώρει ὡς ἀναγκαῖον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοῦτο ἀπεδείχθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ καλῶς συνεκροτήθη· ἐὰν δὲν ἀπεδείχθη, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, εἰς οὐδὲν συντελοῦσι· Ποία δὲ εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προσαχθεῖσα ἀπόδειξις τῆς νομιμότητος τῆς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παραστάσεως τοῦ ἀστυϊάτρου; αὕτη βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑποτεθεῖσα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀγορεύσας, ὑπέθεσεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησε τὸν μετασχόντα τῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἀστυΐατρον διορισθέντα κατὰ τὰς κανονικὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, τὰς ἀπαιτούσας διαγωνισμὸν, καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης στηριζόμενος παρέστησεν ὅτι, ἐπειδὴ διαγωνισμὸς δὲν ἐγένετο, κακῶς ὁ μὴ διαγωνισθεὶς ἀστυΐατρος μετέσχε τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι παράνομον.
§16ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Συγχωρήσατέ με νὰ σᾶς διακόψω. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον· εἶπον μόνον, ὅτι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀστυϊάτρου δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι δὲν εἶναι θέσις νενομοθετημένη· δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ διορισθῇ ἀστυΐατρος, διότι δὲν διηγωνίσθη. Μὲ ἀδικεῖτε λοιπὸν ὑποθέτοντες ὅτι εἶπον ἄλλο τι.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιμένω εἰς ὅ,τι ὑμεῖς εἴπατε, ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις δὲν ἐστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου, καθ’ ὃ ὁ ἀστυΐατρος διορίζεται κατόπιν διαγωνισμοῦ, διότι ὁ μετασχὼν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἀστυϊάτρων δὲν εἶχε διορισθῆ κατόπιν διαγωνισμοῦ, εἶχεν ὅμως διορισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταβατικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Νόμου λέγοντος: «Οἱ στερούμενοι τὰ κατὰ τὸν παρόντα Νόμον προσόντα, ἀλλὰ διατελοῦντες ἢ διατελέσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ θέσει, ἣν κατέχουσιν, ἢ νὰ διορισθῶσιν εἰς ὁμοιόβαθμον ἧ κατεῖχον». Τὸ πρόσωπον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μετέσχεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀστυϊάτρου τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ διαγωνισμοῦ, εἶχε διορισμὸν ἀστυϊάτρου. Δ. Βασιλικὸν τοῦ 1856 διώριζεν αὐτὸν ἀστυΐατρον, τὸ Διάταγμα δὲ ἐκεῖνο ἀπὸ τοῦ 1856 ἐξηκολούθησεν ὂν ἐν ἰσχύϊ μέχρι καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνηργήθη ὁ διαγωνισμὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐθεωρήθη νόμιμον παρὰ τοῦ ὑπογράψαντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ, ἐθεωρήθη νόμιμον παρὰ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, ὅσοι διεδέχθησαν τὸν ὑπογράψαντα ἐπὶ τῆς παρελθούσης Δυναστείας, ἐθεωρήθη νόμιμον παρὰ πάντων τῶν Ὑπουργῶν, ὅσοι διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Δυναστείας, καὶ ἀγνοῶ μὲν, ἂν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῆς παρούσης Δυναστείας, διετέλεσεν ὅμως Γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπὶ τῆς παρελθούσης Δυναστείας· βεβαίως διὰ τοῦτο δὲν φέρει εὐθύνην, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἤθελε καταδείξει εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι κακῶς διετέλει ὁ διορισθεὶς ἀστυΐατρος, ἐὰν πράγματι ἐφρόνει τοῦτο. Τὸ πρόσωπον ἄρα, τὸ μετασχὸν τοῦ τελευταίου διαγωνισμοῦ ὡς ἀστυΐατρος, διετέλει διαρκῶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας· ἑπομένως κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ θέσει, τὴν ὁποίαν κατεῖχε κατὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο. Δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ὅτι οὐδένα ἔδιδεν ἐπίσημον χαρακτῆρα εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, διότι ἡ θέσις τοῦ ἀστυϊάτρου εἶναι νόμιμος, ἀναγεγραμμένη ἐν ὅλοις τοῖς Προϋπολογισμοῖς, καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐψηφίσθη ὁ Νόμος, βλέπω ἀναγεγραμμένην τὴν θέσιν καὶ τὸν μισθὸν, ὁ ὁποῖος ἄλλως ἐπληρώνετο διαρκῶς. Γινώσκετε δὲ, ὅτι ἐν τοῖς Νόμοις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 4 τὸ νομιμοποιοῦν τὰς ἐν τοῖς πίναξι θέσεις, αἱ ὁποῖαι τυχὸν δὲν στηρίζονται ἐπὶ νόμου εἰδικοῦ ἐψηφισμένου περὶ αὐτῶν. Ὁ μετασχὼν ἄρα τῶν ἐξετάσεων, τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἡ μετοχὴ εἰς τὰς ἐξετάσεις θεωρεῖται ὡς λόγος ἀκυρώσεως αὐτῶν, ἦτο ἀστυΐατρος ἀπὸ τοῦ 1856 διαρκῶς μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐξέτασις· κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐξέτασις, ἴσχυεν ὁ νέος Νόμος, ὁ περὶ προσωπικοῦ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καθ’ ὃν ὁ μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νέου Νόμου διατελῶν ἐν τῇ θέσει ἀστυϊάτρου, ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθῇ διατελῶν ἀστυΐατρος· ἐξηκολούθει ἄρα διατελῶν τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἀστυΐατρος, καὶ ἐν τῇ ἰδιότητί του ταύτῃ μετέσχε τῆς ἐξετάσεως. Τί δύναταί τις νὰ προσάψῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην; Ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1856 δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ Νόμου; Καὶ τοῦτο ἐξεταστέον, διότι πρόληψις βεβαίως ὑπάρχει, ὅτι Διάταγμά τι ἐκδοθὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Νόμου, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου, ἵνα παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ Διάταγμα ἦτο παράνομον. Ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι δὲν ὑπῆρχε Νόμος περὶ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅπως δὲν ὑπῆρχον Νόμοι καὶ περὶ ἄλλων θέσεων ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ νῦν κατεχομένων· καί τοι ὅμως δὲν ὑπῆρχον Νόμοι καθιεροῦντες τὰς θέσεις ταύτας, ἐθεωρήθησαν ὅμως νομίμως γενόμενοι οἱ διορισμοὶ μετὰ τὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν αὐτῶν καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ Νόμου περὶ Προϋπολογισμοῦ ἐξόδων ἀναγνώρισιν. Τοιουτοτρόπως καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε Νόμος εἰδικὸς καθιερῶν αὐτὴν, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς θέσεως ταύτης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διὰ τῆς κυρώσεως τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Νόμου περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ διὰ τῆς συνεχοῦς διατηρήσεως τοῦ προσώπου τούτου ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ παρὰ παντὸς Ὑπουργοῦ, ὅστις ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ διηύθυνε τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐξ ὅλων τούτων ἡ θέσις αὕτη μαρτυρεῖται ὡς νομίμως ἀναγνωρισθεῖσα. Τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ἐνταῦθα ὑπὸ διπλῆν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κύρους τῆς ἐξετάσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διεξαγαγόντος τὴν ἐξέτασιν οὐχὶ κανονικῶς. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κύρους τῆς ἐξετάσεως εἶναι ἀναμφίβολον, ὅτι ἡ ἐξέτασις εἶναι ἐπίσης ἔγκυρος ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη ἐπίσημος πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1856 ἐξετέλεσε τὸ πρόσωπον τοῦτο ὡς ἀστυΐατρος, διότι βεβαίως κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐξέδωκε πιστοποιήσεις καὶ πολλὰ ὑπέγραψεν ἔγγραφα κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων του. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὅ,τι δήποτε ἔπραξε τὸ πρόσωπον τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1856, εἶναι παράνομον ἵνα παραδεχθῶμεν σήμερον ὅτι εἶναι παράνομος καὶ ἡ ἐξέτασις, ἡ γενομένη ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, ἧς μετέσχε καὶ αὐτό. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς εὐθύνης παράδοξον μοὶ φαίνεται πῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνακινοῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνεγνώρισαν τὸν ὑπάλληλον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀστυϊάτρου, ὅτε μετεῖχον αὐτοὶ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως, κύριοι, ἀποβλέπων καὶ ἐπιζητῶν τὴν ἀκύρωσιν τοῦ γενομένου διαγωνισμοῦ, οὐδ’ ἐπιζητῶν τὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὸν Νόμον. Ἐὰν μὲν ἔμενεν ἔγκυρος ὁ γενόμενος διαγωνισμὸς καὶ ἀνεγνωρίζοντο οἱ διορισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαγωνισμοῦ ἐγένοντο, ὀλίγον προσεῖχον· διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι πᾶν ὅ,τι γίνεται παρανόμως, θέλει ἀνατραπῆ ἡμέραν τινὰ, καὶ πᾶς παραβὰς τὸν Νόμον θέλει ἔλθει ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλει δώσει εὐθύνην τῆς παραβάσεώς του· ὡς πρὸς δὲ τὴν εὐθύνην τῶν κυρίων Ὑπουργῶν νομίζω, ὅτι ἡ παράβασις αὕτη εἶναι ἡ μικροτέρα πασῶν τῶν παραβάσεων, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπραξαν, ἤθελον δὲ ὑποτιμήσει τὸ βάρος καὶ τὸ μέγεθος τῶν μέχρι τοῦδε διαπραχθέντων ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἐπιζητῶν εὐθύνην, διότι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀστυϊάτρου ὁ μὴ νομίμως διωρισμένος τοιοῦτος. Ἀλλ’ ἤδη ἠναγκάσθην νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἀφοῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρέστη καὶ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις του διὰ δικαιολογιῶν, τὰς ὁποίας ἥκιστα κρίνω σπουδαίας. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἀνεσκεύασα τὸν παρεμπίπτοντα λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προέτεινε πρὸς δικαιολογίαν, καὶ παρέβλεψα τὸν κύριον λόγον. Τίς, κύριοι, λόγος προτείνεται; οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἢ ὅτι αὐτὸς δὲν ἐνέχεται, διότι ταῦτα παρεσκεύασε καὶ ἐξετέλεσε τὸ Ἰατροσυνέδριον. Σᾶς παρέστησεν ὅτι ὁ ὑπεισελθὼν ὡς ἀστυΐατρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ διαγωνισμοῦ εἶχε διορισθῆ νομίμως, σᾶς ἀνέγνωσε τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἡμεῖς ἀκόμη δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Διάταγμα τοῦ 1856, διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη ὁ ἀστυΐατρος. (Ὁ κύριος Λομβάρδος παραδίδει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα ἓν ἔγγραφον). Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει ἤδη, ἀντὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ διορισμοῦ, τὸ ἔγγραφον τῆς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπῆρξε Διάταγμα.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως ὑπῆρξε Διάταγμα, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ Διάταγμα κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλετε νὰ καταθέσητε. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐκ πονηρίας ἀνεσκεύασα τὸν παρεμπιπτόντως προταθέντα λόγον, ἀντὶ νὰ ἀνασκευάσω τὸν κύριον. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδένα λόγον κύριον ἐπρότεινεν· ἐπειδὴ ὅμως ἐπρότεινε κύριον λόγον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου. Ὁ παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ ἰατρὸς διωρίσθη διὰ Διατάγματος, μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς Νόμου. Ἡ θέσις λοιπὸν, εἰς τὴν ὁποίαν διωρίσθη ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἰατρὸς, δὲν ἦτο νενομοθετημένη. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀνάγκη ἦτο καταφανὴς, διωρίσθη τοιοῦτος ἰατρὸς διὰ Διατάγματος κατὰ τὸ 1856 καὶ παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ Πειραιῶς. Ποῖος φέρει τὴν εὐθύνην; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ ἀναμίξῃ εἰς τὴν εὐθύνην, εἰπὼν ὅτι ἤμην Γενικὸς Γραμματεύς. Τὴν εὐθύνην τῶν πρὸ τοῦ 1862 γενομένων ἐναντίον τοῦ Συντάγματος φέρει ἡ Ἱστορία τῶν χρόνων ἐκείνων. Μήπως μόνον αὐτὴ ἡ παράβασις ἐγένετο; Κατά τὸ 1878 ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐδυσφόρει ἐπὶ διαφόρων δαπανῶν, διότι δὲν ὑπῆρχον Νόμοι περὶ αὐτῶν, μόλις δὲ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπληρώθησαν τὰ κενὰ ταῦτα. Μία ἐκ τῶν θέσεων τούτων εἶναι καὶ ἡ θέσις τοῦ ἀστυνομικοῦ ἰατροῦ. Ἀλλ’ ὁ ἰατρὸς οὗτος δὲν εἶναι ὁ ἀστυΐατρος, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἐὰν Ἀνακριτής ποτε ἢ Εἰσαγγελεὺς προσέφυγε πρὸς τὸν εἰρημένον κύριον ἰατρὸν, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξίν του ἐπὶ τῆς Δικαστικῆς Ἀστυνομίας.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντοτε.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε ὡς δικηγόρος;
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς δίδω πληροφορίας.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος, διότι ὡς δικηγόρος δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ἡ δὲ θέσις σας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ εἶναι τοσούτῳ γνωστή, καὶ ἔχετε βεβαίως τὸ θάῤῥος νὰ προεξοφλῆτε μάλιστα ἐπὶ πάντων τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ θέσις λοιπὸν τοῦ ἀστυνομικοῦ ἰατροῦ δὲν ἦτο νενομοποιημένη, εἶχε διορισθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ματαίως προσεπάθησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· αὐταὶ εἶναι αἱ διαστροφαὶ, εἰς τὰς ὁποίας συνήθως καταφεύγει. Δὲν εἶναι δὲ πράγματι ὁ ἀστυνομικὸς ἰατρὸς ἀστυΐατρος· διότι, ἐὰν ἦτο τοιοῦτος, δὲν ἤθελε λαμβάνει μισθὸν 100 δραχ. κατὰ μῆνα. Τίς δύναται νὰ ἀφιερώσῃ ὅλας τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας του εἰς ὑπηρεσίαν ἀντὶ τοιούτου μισθοῦ, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἰατρὸς γνωστὸς ἔχων πελατείαν καὶ δυνάμενος νὰ κερδαίνῃ πολλῷ πλείονα; Προσέφερε μόνον ὀλίγας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, καὶ δι’ αὐτὰς ἐλάμβανεν ἀνάλογον ἀποζημίωσιν τῶν 100 δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ὑπάρχων παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ ἰατρὸς δὲν διετέλει ἐν νενομοθετημένῃ θέσει, ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ τὸ σχέδιον τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον τῷ ἀπέστειλε τὸ Ἰατροσυνέδριον, καὶ νὰ ρυθμίσῃ οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς τὴν παρανομίαν ταύτην. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠξίου νὰ ἀποδείξω ἐγὼ τὸ παράνομον τῆς κλήσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ κυρίου ἀστυνομικοῦ ἰατροῦ, καὶ εἶπεν ὅτι ἐγὼ καθυστέρησα εἰς τοῦτο. Ἐγὼ δὲν ἠσχολήθην νὰ ἀποδείξω τὸ παράνομον, διότι δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ κύριος Ἀθανασιάδης εἶπε καὶ ὅσα ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐξέθηκεν. Ἐγὼ ἦλθον νὰ ἀνασκευάσω ὅσα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε, διότι ἦσαν ἐστερημένα πάσης σπουδαιότητος. Ἀπὸ τούτου μάλιστα ἐνέκρινε νὰ φέρῃ καὶ κρίσεις ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τρόπου, μεθ’ οὗ ἠγόρευσα. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ ἥκιστα πρὸς τοῦτο ἁρμόδιος· διότι, ἐὰν ἐξέπεσεν ἡ τακτικὴ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεων, αἴτιος εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ πρῶτον λόγον· διότι οὗτος, ἀντὶ νὰ δικαιολογῇ τὰς ἑαυτοῦ πράξεις, κατέκρινε τὴν πολιτείαν τῶν ἐπικρινόντων αὐτὸν, καὶ ἀντὶ ν’ ἀπολογῆται ἑαυτοῦ, ἐσυκοφάντει τῶν κατηγορούντων αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὡς Πρωθυπουργὸς πέρυσιν ὕβρισεν ὅλην ταύτην τὴν πτέρυγα καὶ ὠνόμασεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ἱερόσυλον; Καὶ ἤδη ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐπικρίνῃ ἐμὲ, ὡς μὴ ἀγορεύσαντα περὶ αὐτοῦ εὐφήμως;
§25Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Οὐδέποτε, κύριοι, ἤλπιζον ὅτι ἁπλούστατον ζήτημα, ἀνεπίδεκτον συζητήσεως, ἤθελε λάβει τοιαύτας διαστάσεις· δὲν ἐπίστευον ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπισιν παρανομίας καὶ ἕνεκα τούτου ἤθελε μεταβάλει πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ του καὶ αὐτὰ τὰ κείμενα. Πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅσα εἶπεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, τὰ εἶπε τυχαίως, διότι δὲν ἦτο προμεμελετημένος. Ἤθελε πράξει καλλίτερον καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ ἅπαξ τῷ ἐγένετο γνωστὴ ἡ παρανομία, νὰ διορθώσῃ τὸ πραχθὲν ἁμάρτημα· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ μεταμέλεια δὲν χωρεῖ εἰς τὰς πράξεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπαντῶ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δυνάμει τοῦ προηγηθέντος νόμου εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κύριος, ὁ μέχρι τοῦδε ὀνομαζόμενος ἀστυΐατρος, νὰ διορισθῇ εἰς οἵαν θέσιν διετέλει καὶ πρότερον. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 6 καὶ ὅλη ἡ τοῦ Νόμου οἰκονομία καὶ συνοχὴ ἀναιρεῖ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε τὴν πρώτην μόνον παράγραφον τοῦ Νόμου δὲν εὐηρεστήθη δὲ νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν δευτέραν καὶ τ’ ἄλλα σχετικὰ ἄρθρα. Ἐὰν ἀνεγίνωσκε ταῦτα πάντα, ἤθελε πεισθῆ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἀστυϊάτρου, ἀλλὰ περὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, κατεχόντων θέσεις νενομοθετημένας ἢ διατελεσάντων εἰς αὐτὰς, καὶ δυναμένων ἑπομένως νὰ διατηρηθῶσιν ἢ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας πρότερον κατεῖχον. Ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ ἀστυϊάτρου, μὴ οὖσα νενομοθετημένη, δὲν περιλαμβάνεται βεβαίως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοεῖτε καλῶς τὸ ἄρθρον.
§27ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον καὶ τοιαύτην ἀναντιῤῥήτως ἔχει ἔννοιαν.—Εἶπεν ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1856 δύναται νὰ λάβῃ ἰσχὺν Νόμου, διότι ἐφηρμόσθη πολυχρονίως. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι μετὰ τὸ Σύνταγμα ὁ χρόνος δύναται ν’ ἀναμορφώσῃ τὰ Διατάγματα εἰς Νόμον. Τὰ Διατάγματα αὐτὰ, ἐὰν διορίζωσιν εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, δὲν δύνανται νὰ κανονίσωσι τὴν θέσιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς θεωρεῖται ἡ θέσις ὡς ἐπικουρικὴ μιᾶς ὑπηρεσίας καὶ οὐδὲν δικαίωμα δίδει. Τὸ δὲ ἄρθρον 4 τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχει ὅλως διόλου ἄλλην ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Εἰς πολλὰς θέσεις, μὴ νενομοθετημένας, εἶχον διορισθῆ διάφοροι εἰς ὑπηρετικὰς τοῦ Δημοσίου ὑπηρεσίας μὴ νενομοθετημένας.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ καθηγηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Τεχνῶν ὑπηρέται εἶναι;
§29ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Βεβαίως ὄχι· ἀλλ’ ἐν παραδείγματι ἔγεινε μνεία ἐκείνων. Μετὰ τὸν Νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς παρανομίας καὶ μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῶσι Νόμοι νομοθετοῦντες καὶ τὰς θέσεις ταύτας, ἐτέθη ἀπὸ τὸ 1878 ἐν τοῖς Νόμοις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἄρθρον 4, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεις καὶ πληρώσῃ τοὺς κατέχοντας θέσεις, καίτοι μὴ εἰσέτι νενομοθετημένας· τοσοῦτον δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ κατὰ τὰ 1880 καὶ μετὰ ταῦτα πολὺν λόγον ἐποίησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα κανονισθῶσιν αἱ θέσεις αὗται, διότι δὲν ἦσαν νόμιμοι, καὶ εἰσήγαγε τῷ ὄντι Νομοσχέδια τοιαῦτα καὶ ἐκανονίσθησαν αἱ θέσεις· ὥστε τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν νομιμοποιεῖ τὰς θέσεις ταύτας, ἀλλὰ δίδει μόνον τὸ δικαίωμα νὰ γίνωσιν αἱ πληρωμαί. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ θέσις αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς νομιμοποιημένη, διότι τὸ ῥηθὲν ἄρθρον 4 δίδει δικαίωμα νὰ πληρώνηται τὸ ἐπιμίσθιον τῶν ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς τὸν κ. Γούζαρην· διότι, ἂν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἠδύνατο νὰ νομιμοποιήσῃ τὰς θέσεις, ἦτο ὅλως περιττὸν νὰ κανονισθῶσιν αὗται διὰ Νόμου. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἔρχεται ἁπλῶς ὅπως συμπληρώσῃ τὸν ὀργανικὸν Νόμον, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸς ὀργανικὸς Νόμος, οὔτε κανονίζει θέσιν τινά. Ὅθεν οὔτε τὸ Διάταγμα, οὔτε τὸ ῥηθὲν ἄρθρον νομιμοποιεῖ τὴν θέσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ὡς ἀστυϊάτρου. Ἑπομένως οὔτε ὁ διορισμός του ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὡς ἀστυϊάτρου εἶναι νόμιμος, οὔτε αὐτὸς δύναται νὰ μένῃ ὡς ἀστυΐατρος ἄνευ διαγωνισμοῦ, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος.
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν τις διαφωνῇ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, καὶ ἐν γένει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν πρέπει νὰ δίδῃ πλήρη πίστιν εἰς ὅσα λέγουν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, καὶ νὰ μὴ θεωρῇ, ὅτι πάντοτε τὰ ἐπιχειρήματά των στηρίζονται εἰς τὸν Νόμον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ Νόμου τοῦ ἀστυνομικοῦ ἐνομιμοποιήθη ἡ θέσις πάντων ὅσοι εὑρέθησαν ὑπάλληλοι, καὶ δύνανται νὰ διορισθῶσιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί λέγει ὁ Νόμος (ἀναγινώσκει). Κατωτέρω δὲ ὁρίζει ποῖοι εἶναι οὗτοι, ἀλλ’ ἰατρὸς δὲν ἀναφέρεται. Δὲν εἰξεύρω ἂν ἀγνοῶ τὰ Ἑλληνικὰ, ἀλλ’ ὄνομα ἰατροῦ δὲν μνημονεύεται.
§31ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς σημασίας τοῦ Νόμου, ὑπάρχει ἑρμηνευτικὸς κανὼν, ὁ ὁποῖος τὴν διαλύει· ζητεῖται ἡ συστηματικὴ ἔννοια τοῦ Νόμου. Ἡμεῖς ἔχομεν καὶ ἄλλον Νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὰ προσόντα εὑρίσκονται εἰς ἓν ἰσοδύναμον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν προσὸν (θόρυβος)· ἐνταῦθα ἔχομεν τὴν ὑπηρεσίαν.
§32Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Νόμος ἐνταῦθα λέγει, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς (θόρυβος). Ἐγὼ, κύριοι, δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ μεταβάλω τὸν Νόμον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον· δὲν ἔχω πλειοψηφίαν νὰ μεταβάλω τὰ πράγματα καὶ κάμουν ὅ,τι θέλουν.
§33Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὡμολογήθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε Νόμος κανονίζων τὴν θέσιν τοῦ ἀστυϊάτρου, ἢ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ· ὡμολογήθη, ὅτι κατὰ συνήθειαν διωρίζοντο παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ ἰατροὶ, ἵνα συνδράμωσι τὴν Ἀστυνομίαν εἰς τὰ καθήκοντά της, ἐδίδετο δὲ εἰς τοὺς τοιούτους ἰατροὺς συνηθέστατα ὁ τίτλος τοῦ Ἀστυνομικοῦ Ἰατροῦ· ἀλλ’ ἐδόθη ποτὲ διὰ Διατάγματος, ὃ προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ὁ τίτλος τοῦ Ἀστυϊάτρου; Ποία ὅμως ἡ διάκρισις μεταξὺ Ἀστυνομικοῦ Ἰατροῦ καὶ τοῦ ἀστυϊάτρου οὐδεὶς Νόμος ὁρίζει. Τώρα ἔρχεται Νόμος, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον κανονίζει τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τῶν Ἀστυνομικῶν Ἰατρῶν, καὶ ὁ ὁποῖος προσδιορίζει 4 Ἀστυϊάτρους παρὰ τῇ Ἀστυνομίᾳ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὁποῖαι εἶναι αἱ θέσεις αὐτῶν; εἶναι θέσεις γραμματέων καὶ ἔχουσι μισθὸν ἀνώτερον ἐκείνου πολὺ τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον οἱ πρότερον ὑπηρετοῦντες Ἀστυνομικοὶ Ἰατροὶ, διορίζονται δὲ διὰ διαγωνισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Τώρα ἡ θέσις τῶν Ἀστυϊάτρων τούτων εἶναι ἡ αὐτὴ ἀόριστος θέσις τοῦ πρώην Ἀστυνομικοῦ Ἰατροῦ ἢ Ἀστυϊάτρου τοῦ ἔχοντος 100 δραχμὰς ἀντιμισθίαν; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ μία θέσις καὶ ἄλλη ἡ ἄλλη, διότι καὶ ὁ βαθμὸς καὶ ὁ μισθὸς καὶ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ εἶναι διάφορος. Ὅταν ἑπομένως ὁ δημιουργῶν τὰς θέσεις τῶν Ἀστυϊάτρων Ἀστυνομικὸς Νόμος διατάσσῃ ἐν ἄρθρῳ 6, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες ἢ ὑπηρετήσαντες εἰς τὴν Ἀστυνομίαν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἢ νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις ὁμοιοβάθμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρηται εἰς θέσιν μὴ ὑπάρχουσαν νομίμως πρότερον, καὶ πολὺ κατωτέραν κατά τε τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν. Τὸ ἐπιχείρημα λοιπὸν, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διατηρήσῃ ἢ νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε πρὶν Ἀστυνομικὸν ἰατρὸν ὡς Ἀστυΐατρον εἶναι κακὴ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου. Ὅταν δὲ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσῃ τὸ κανονίζον τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ Διάταγμα μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου μὴ οὖσαν δι’ αὐτὸν ὑποχρεωτικὴν, ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα σύμφωνον πρὸς τὸν Νόμον καὶ δεκτικὸν ἐκτελέσεως καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ διορίσῃ ὡς μέλος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τὸν κατέχοντα τὴν θέσιν τοῦ Ἀστυΐατρου ἰατρὸν, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπῆρχεν εἰσέτι κατέχων τοιαύτην θέσιν. Ἠδύνατο νὰ διορίσῃ ὡς ἐξεταστὴν οἱονδήποτε ἄλλον ἰατρὸν παρέχοντα ἐγγυήσεις, ἀλλ’ οὐχὶ τὸν κατέχοντα ἀνύπαρκτον θέσιν καὶ ἑπομένως μὴ ὑπάρχοντα Ἀστυΐατρον. Ἀφοῦ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη ὑπὸ προσώπου μὴ ἔχοντος τὸ ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ὁριζόμενον προσὸν τοῦ Ἀστυιάτρου, κακῶς συνεκροτήθη καὶ φυσικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα ἐννοήσουν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἰατρὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε μέχρι τοῦδε, τοὺς παρακαλῶ νὰ σκεφθῶσιν ἐὰν ἠδύναντο νὰ διορίσωσι τοῦτον εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν διετέλει ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἂς φαντασθῶσι πρὸς στιγμὴν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο σήμερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε μάλιστα.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. — ἀλλ’ ὅτι κατεῖχε τὴν θέσιν πρότερον, καὶ ἂς συλλογισθῶσιν ἐὰν ἠδύναντο νὰ τὸν διορίσωσιν. Διὰ νὰ ἐννοήσουν δὲ καὶ ὅτι δὲν δύνανται οὔτε νὰ τὸν διατηρήσωσι, δὲν χρειάζεται παρὰ ν’ ἀναγνώσουν τὸν Νόμον, διότι κατ’ αὐτὸν δὲν δύναται νὰ διορισθῇ τις εἰμὴ εἰς θέσιν ὁμοιόβαθμον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν· ἀλλ’ ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατεῖχε, δὲν εἶχε βαθμὸν, διότι δὲν ἦτο θέσις νομοθετημένη, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν, ἡ ὁποία κατόπιν ἐβαθμολογήθη, μὴ δυνάμενος δὲ νὰ διορισθῇ, δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ διατηρηθῇ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ θέσις σημειοῦται ἑκάστοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν ἢ σπουδαιότητα. Εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν σημειοῦνται διάφορα ποσὰ, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς πρόσωπα ἐκτελοῦντα ὑπηρεσίας μὴ κανονικὰς, ἵνα μὴ δὲ καταλογίζηται εὐθύνη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην, διὰ τοῦτο ἀναγράφεται τὸ ἄρθρον 4 ἐν τῷ Νόμῳ τῶν ἐξόδων· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουν τοιαύτας προσωρινὰς θέσεις, ἀναγκαίας ἄλλως τε θεωρουμένας, ἀποκτῶσι καὶ δικαιώματα ὁποῖα οἱ Νόμοι ἀναγράφουσι διὰ τοὺς τακτικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐρωτῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς: δύνανταί τινα ἐκ τῶν κατεχόντων τοιαύτας θέσεις νὰ διωρίσωσιν εἰς τὴν θέσιν τῶν τακτικῶν ὑπαλλήλων δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ προσόντων, ὁ ὁποῖος διαλαμβάνει, ὅτι οἱ πρώην ὑπάλληλοι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἢ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; βεβαίως ὄχι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε κἂν ζήτημα. Ὁ Νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 6 προέβλεψε τὰς θέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι τακτικαὶ, καὶ ὅσοι κατεῖχον τοιαύτας θέσεις, ἠδύναντο νὰ διατηρηθῶσι καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· δὲν κάμει δὲ λόγον περὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἁπλῶς προσελήφθησαν διὰ νὰ ἐκτελῶσι ὑπηρεσίαν τινά. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται, οὐ μόνον δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύω ἐπιχειρήματα ἤκουσα, ἀφοῦ ἐξέθηκα τὰς ἐμὰς ἰδέας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, προταθέντα πρὸς ἀνασκευὴν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεχθέντων· τὸ πρῶτον ὅτι ἀνέγνωσα μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Νόμου καὶ ὅτι τὸ ἕτερον ἥμισυ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ πρῶτον δὲν μὲ ὠφέλει· τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι, καίτοι τὸ ἄρθρον ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸν Ἀστυΐατρον, ὁ Ἀστυΐατρος ὁ μέχρι τοῦδε δὲν ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ δυνάμει τοῦ ἄρθρου τὴν ὑπὸ τοῦ νέου νόμου δημιουργηθεῖσαν θέσιν Ἀστυϊάτρου, διότι ὁ βαθμὸς τοῦ τέως Ἀστυϊάτρου εἶναι κατώτερος τοῦ κατὰ τὸν νέον νόμον ἀνήκοντος εἰς τὴν θέσιν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ἀφοῦ οἱ κατόπιν ἀγορεύσαντες ὁμόφρονες τοῦ ἀναπτύξαντος τὸ ἐπιχείρημα ἐγκατέλιπον αὐτὸ, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω· οὐχ ἧττον νομίζω πρέπον νὰ διευκρινήθῃ διὰ παραθέσεως τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου ὅτι τὸ δεύτερον τμῆμα οὐ μόνον δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τὸν Ἀστυΐατρον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἀποδεικνύει ὅτι ἐφαρμόζεται καὶ ἐπ’ αὐτόν. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖ ἐν γένει περὶ παντὸς κατέχοντος θέσιν ἀστυνομικὴν καὶ λέγει, ὅτι πᾶς ὁ κατέχων θέσιν ἀστυνομικὴν δύναται νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν, δύναται δὲ καὶ ὁ κατασχὼν νὰ ἀνακτήσῃ ὁμοιόβαθμον. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον ὁμιλεῖ περὶ ὑπαλλήλων ἀστυνομικῶν, οἵτινες δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις πέραν τοῦ ὁρίου τοῦ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐδαφίου· τὸ πρῶτον ἐπιτρέπει διορισμὸν εἰς θέσεις ὁμοιοβάθμους, τὸ δεύτερον ἐπιτρέπει καὶ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐν αὐτῷ κατονομαζομένους νὰ καταλάβωσι θέσεις ἀνωτέρας τῶν ὁμοιοβάθμων. Ὡς πρὸς ταύτην τὴν παραχώρησιν, τουτέστιν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ καταλαμβάνειν θέσιν ἀνωτέραν τῆς ὁμοιοβάθμου, δὲν ἐθεώρησεν ὁ Νόμος πρέπον νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐπὶ τὸν Ἀστυΐατρον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐμνημόνευσεν· ἑπομένως τὸ δεύτερον ἐδάφιον, ἐπικυροῦν τὸ πρῶτον, ἀποδεικνύει ὅτι ἐν ἐκείνῳ, ἀναγράφοντι τὸν γενικὸν κανόνα, περιλαμβάνονται πάντες, ἐνῷ ἐν τούτῳ, καθιεροῦντι ἐξαιρέσεις, περιλαμβάνονται μόνον οἱ εἰδικῶς κατονομαζόμενοι. Ἀλλὰ καίτοι παραδέχονται οἱ μετὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος ἀγορεύσαντες ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ περιλαμβάνονται πάντες καὶ ἑπομένως καὶ ὁ Ἀστυΐατρος, ἐπάγονται ὅτι δὲν ὠφελεῖ τοῦτο τὸν Ἀστυΐατρον, διότι κατεῖχε κατὰ τὰ τέως κείμενα θέσιν γραφέως καὶ δὲν δύναται νὰ διορισθῇ εἰς θέσιν, ἥτις ὑπὸ τοῦ νέου Νόμου κανονίζεται ἰσόβαθμος ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ πρῶτον ἐδάφιον ποιεῖται διάκρισιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας μνησθεὶς ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 διορίζεται ὁ διατελέσας ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος εἰς θέσιν ὁμοιόβαθμον, ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν τί ἤθελεν εἰπεῖ, ἂν ὁ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1856 διορισθεὶς Ἀστυΐατρος διετέλει ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου νόμου· θὰ ἠδύνατο οὗτος νὰ διορισθῇ κατὰ τὸν Νόμον τοῦτον Ἀστυΐατρος, ἀφοῦ ἡ θέσις δὲν εἶναι ὁμοιόβαθμος; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην ὁ διατελέσας καὶ μὴ διατελῶν Ἀστυΐατρος, ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ Νόμος ἐποιήσατο διάκρισιν μεταξὺ τοῦ διατελοῦντος ἐν τῇ θέσει καὶ τοῦ ἀποχωρήσαντος ἐκ τῆς θέσεως, μεταξὺ τοῦ διατηρηθησομένου ἐν τῇ θέσει, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ τοῦ μὴ κατέχοντος τὴν θέσιν, εἰς ἣν διορίζεται. Ὁ ἐκτὸς τῆς θέσεως διατελῶν δὲν δύναται νὰ καταλάβῃ θέσιν ἀνωτέραν τῆς ὁμοιοβάθμου ἧς πρότερον κατεῖχεν· ἐνῷ ὁ διατελῶν ἐν ὑπηρεσίᾳ δύναται νὰ διατηρήσῃ ἣν κατέχει θέσιν ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ βαθμοῦ αὐτῆς. Ὁ Νόμος, ἀφορῶν εἰς τὸ ἀγαθὸν τῆς μὴ διαταράξεως τῶν καλῶς ἐχόντων, διέταξεν ὅπως ἐφ’ ὅσον ὁ διατελῶν ἐν θέσει τινὶ, ἔστω καὶ ἂν αὕτη ἀπέκτησε βαθμὸν ἀνώτερον, καλῶς τὴν κατέχει κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ κατέχων αὐτὴν ἐγκύρως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον «Οἱ στερούμενοι τὰ κατὰ τὸν παρόντα Νόμον προσόντα, ἀλλὰ διατελοῦντες ἢ διατελέσαντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ θέσει, ἣν κατέχουσιν ἢ νὰ διορισθῶσιν εἰς ὁμοιόβαθμον ἧ κατεῖχον ἢ κατωτέραν». Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν προέκειτο νὰ διορισθῇ Ἀστυΐατρος, δὲν προέκειτο οὐδὲ νὰ μετατεθῇ, διότι ἡ μετάθεσις ἀφομοιοῦται πρὸς τὸν διορισμόν· δὲν ἔχομεν ἄρα ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ βαθμοῦ, μόνον θέμα ἐξερευνητέον εἶναι ἂν ὁ μετασχὼν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ ὡς Ἀστυΐατρος διετέλει ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Νόμου· ἐν ταύτῃ δὲ διετέλει τῇ θέσει, ἀφοῦ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ διωρίσθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, διώριζεν αὐτὸν Ἀστυΐατρον.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τοῦ Νόμου ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πράγματι ὁμιλεῖ περὶ δύω διακεκριμένων τάξεων ὑπαλλήλων, περὶ τῶν διατελούντων καὶ περὶ τῶν διατελεσάντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἀστυνομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφέρει διαζευκτικῶς, ὅτι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἢ νὰ διορισθῶσιν εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν, ἀλλ’ ὁ ὅρος οὗτος τοῦ ὁμοιοβάθμου τῆς θέσεως εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἀπαντᾶται. Τίς εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς τοῦ Νόμου; νὰ χορηγήσῃ δικαίωμα εἰς μὲν τοὺς διατελοῦντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ διατηρηθῶσιν ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ εἰς ἰσόβαθμον μόνον θέσιν, εἰς δὲ τοὺς διατελέσαντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ πάλιν μόνον εἰς ἰσόβαθμον θέσιν. Ἀλλ’ ἰσόβαθμος θέσις Ἀστυΐατρου οὔτε Νόμῳ οὔτε πράγματι ὑπῆρχεν ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ· ἐν τούτοις οἱ κκ. Ὑπουργοὶ προσεκολλήθησαν εἰς τὸ ὄνομα «Ἀστυΐατρος», τὸ τυχαίως δοθὲν εἴς τινα τῶν ἄνευ Νόμου διοριζομένων ἀστυνομικῶν ἰατρῶν, καὶ διετήρησαν αὐτὸν εἰς τὴν νέαν θέσιν τοῦ Ἀστυΐατρου· ἀλλ’ ἡ εἰλικρινὴς ἑρμηνεία τοῦ Νόμου ἀποκρούει τὸ τοιοῦτον συμπέρασμα.
§40ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁ Νόμος δὲν ἀναφέρει παντάπασι τὴν φράσιν «νενομοθετημένην θέσιν».
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν περὶ τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸν Νόμον, θαυμάζω πῶς κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου δὲν διώρισεν ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν, ἵνα διατελῇ ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νέων διορισμῶν, οὕτω δὲ ὁ Νόμος νὰ καταστῇ περιττός.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§43ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§45ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ, κύριοι, ἐτελείωσε τὸ μακρὸν ζήτημα τῆς Ἰατρικῆς, χωρὶς ὅμως νὰ τελειώσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς θεραπείας, προβαίνω εἰς τὴν σύντομον ἐπερώτησίν μου. Ἀπὸ ἀξιόπιστον γνώριμόν μου ἐξ Ἠπείρου ἐπληροφορήθην σήμερον, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀργυροκάστρου τῆς Ἠπείρου ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ἀπὸ ἑνὸς ἤδη μηνὸς πολῖταί τινες Ἕλληνες, διότι αἱ ἐκεῖ Ὀθωμανικαὶ Ἀρχαὶ τοὺς θεωροῦν ὡς ἰθαγενεῖς καὶ ζητοῦν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀπότισιν φόρου στρατιωτικοῦ καὶ ἄλλων. Οἱ Ἕλληνες οὗτοι πολῖται ἀνεφέρθησαν ἔκτοτε καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα, νομίζω, ἐξαιτούμενοι ὅπως ἀποφυλακισθῶσι, μέχρι τοῦδε ὅμως δὲν ἔγεινε τίποτε. Πῶς θέλετε, κύριοι, ἀφοῦ πολῖται Ἕλληνες ἐν τῇ φυλακῇ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους δὲν εὑρίσκουσιν ἔγκαιρον προστασίαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, πῶς θέλετε νὰ μὴν ἀπογοητευθῶσιν ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοί μας; Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοῦ εἴπῃ, εἰ δυνατόν, τὴν στιγμὴν ταύτην, ἂν γνωρίζῃ τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ τί ἐνήργησε περὶ αὐτῆς· πιστεύω δὲ ὅτι, ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἔγεινε τίποτε, θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ φροντίσῃ ὅσον τάχιον νὰ ἀπελευθερωθῶσιν οἱ πολῖται ἐκεῖνοι Ἕλληνες.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Εἶμαι γεγραμμένος ἀπὸ χθὲς αὐτοδικαίως, διότι ὡμίλησα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν περὶ τῶν σπογγαλιέων τί μέτρα θὰ λάβῃ, καὶ μοὶ εἴπατε ἅπαντες ἀφήσατε τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ πλέον, διότι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι μένουν ἄνευ ἐργασίας ἐν τῇ πατρίδι των, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐκπλεύσωσι, διότι δὲν δύνανται νὰ ναυτολογηθοῦν. Λοιπὸν τί ἀποτέλεσμα ἐπηνέχθη ἐπὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὔριον.
§48ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον.
§49ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὔριον λέγετε σεῖς, διότι σεῖς δὲν πεινᾶτε, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἔχουν οἰκογενείας καὶ πεινοῦν. Καὶ ἂν τὸ αὔριον γείνῃ μεθαύριον; Ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἅμα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἦλθε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων, καὶ δὲν χρειάζονται ἀνακρίσεις, διότι εἶναι αὐτόδηλον τὸ ἔγκλημα, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ταξειδίου δὲν ἔπεμψε τὰ ναυτολογιακὰ ἔγγραφα, οὔτε τὰ χρήματα τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, οὔτε τὸν χρόνον τῆς ναυτολογίας ἐδήλωσε. Λοιπὸν τοιοῦτον ἔγκλημα, ὅπερ ἐκ τοῦ ἰδίου ἐγγράφου ἀποδεικνύεται, δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τότε τί νὰ κάμωμεν; Καὶ εἶναι λυπηρὸν τοῦτο, ὄχι ὡς αὐτοτελὲς παράδειγμα, ἀλλὰ διότι ἠμπορεῖ πᾶς τις νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ταῦτα εἶναι γενικά. Ἂν μετὰ τόσον θόρυβον δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, ποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο τῆς προστασίας τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, ἀφοῦ βλέπετε, κκ. Βουλευταί, ὅτι εἰς τοιαῦτα δὲν ἀρέσκεσθε, ἀποστρέφεσθε τὰς τοιαύτας ἀκροάσεις! Ἐγὼ βλέπετε, ὅτι ἐπὶ 4 ἔτη ἔχω ἐπισύρει ὅλας ὑμῶν τὰς κατάρας ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, καὶ μολαταῦτα ἀφιέμενος εἰς τὴν φιλανθρωπίαν τῶν Βουλευτῶν παρίσταμαι καὶ ζητῶ νὰ προστατεύσω ὄχι δύω ἄτομα, ἀλλὰ τὸ γενικὸν καὶ σύνολον τῆς ναυτιλίας· διότι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία παρήκμασε καὶ δι’ ἐξωτερικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, διὰ τὴν κατάχρησιν, τὴν καταπίεσιν, καὶ ἔχομεν ἀναλάβει μίαν βαρεῖαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀπὸ τῶν παλαιῶν τῶν καλῶν καιρῶν, καὶ ὑπεσχέθημεν νὰ λάβωμεν μέτρον ὑπὲρ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, καὶ τί τὸ ἀποτέλεσμα; Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡ σταφὶς εἶναι τὸ μόνον αἴτιον τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς, εἶναι καὶ ἡ παρακμὴ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
§50ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν τί ἔγεινε περὶ αὐτῶν; πρέπει νὰ τοὺς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν οὐδετέραν. Δὲν εἶναι οὔτε γεωργοί, οὔτε ναυτικοί· τί νὰ κάμουν; Λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν δύω, ἀλλὰ περὶ καθιερώσεως κακοῦ προηγουμένου. Λοιπὸν περιμένω νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τί νὰ κάμωμεν. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν (ἱλαρότης) θὰ ἠρώτων ἐκεῖνον. Μάλιστα ἔχω ἓν, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ τὴν νωθρίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐν καιρῷ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν καθάρσεων ἐν Δήλῳ εἶχον προσορμισθῆ ἐκεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς καθάρσεως ἓξ πλοῖα ἐμπορικά. Ὅτε ἤγγιζεν ἡ λῆξις τῆς καθάρσεως, προπαρεσκευάσθησαν τὰ πλοῖα ὅπως ἀποπλεύσωσι, διότι ἕνεκα τοῦ καιροῦ ἔπρεπε νὰ σπεύσωσι νὰ ἀναπλεύσωσι τὸν Εὔξεινον, διὰ νὰ μὴ τοὺς κλείσῃ ὁ καιρός. Ἀλλ’ ἅμα τῇ λήξει τῆς καθάρσεως, ἐπῆλθε νηνεμία ἐν τῷ λιμένι πλήρης, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναχωρήσωσιν. Ἐτηλεγράφησαν λοιπὸν οἱ πλοίαρχοι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐξαιτούμενοι, ὅπως ἡ ἀτμάκατος ἡ ἐν τῷ λιμένι εὑρισκομένη ῥυμουλκήσῃ τὰ πλοῖα εἰς ἀπόστασίν τινα, ὅπου οἱ ἄνεμοι ἤθελον φθάσει τὰ ἱστία των. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀπήντησε παντάπασι· τηλεγραφοῦν εἰς ἄλλο πρόσωπον ἐνταῦθα, ὅπως συνεννοηθῇ, ἴσως μεθ’ ὑμῶν, κ. Λομβάρδε.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάγῃ αὐτοῦ ἐκείνη ἡ ἀτμάκατος.
§53ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ πηγαίνῃ νὰ μαζεύῃ τοὺς Βουλευτὰς ἠμποροῦσεν; Ἀλλοίμονον! Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι χρειάζεται ἡ τριακονταμελὴς Ἐπιτροπή; Ἐπρόκειτο ἓξ πλοῖα νὰ καταστραφοῦν· διότι, ἂν δὲν ἀναπλεύσουν ἐγκαίρως τὸν Εὔξεινον, δὲν δύνανται πλέον οὐδὲ χρῆμα νὰ φέρουν εἰς τὴν Πατρίδα, οὔτε αὐτοὶ νὰ κερδήσουν τι· καταστρέφονται. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν ἀτμάκατον νὰ δαπανήσῃ 10 δραχμὰς ὅπως ῥυμουλκήσῃ τὰ πλοῖα! Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει δίκαιον, διότι δὲν γνωρίζει τὰ πράγματα· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τί ἀπήντησεν; ἐδῶ ὑπῆγεν εἷς κύριος καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι τὰ πλοῖα μένουν ἐκεῖ· λέγει «ποιὸς τοὺς εἶπε νὰ πᾶνε ἐκεῖ» (ἱλαρότης).
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· ὁ ὑπουργὸς ἐζήτει μετὰ πλείστου ἐνδιαφέροντος νὰ εὕρῃ πλοῖον, ἀλλ’ ἦσαν ἀπησχολημένα εἰς τὰ τῆς δημοσίας ὑγείας· ἦτο ἡ ἐποχὴ τῶν καθάρσεων κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἀπησχολοῦμεν πλοῖον ἐκεῖ, τὸ πλοῖον τοῦτο θὰ ἔλιπεν ἀπὸ ἄλλο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπίσης ἀναγκαῖον.
§55ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἀτμάκατος ἦτο ἐντὸς τοῦ λιμένος.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ λείψῃ· εἶχεν ὑπηρεσίαν.
§57ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ λείψῃ μίαν ὥραν;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἤρκει μία ὥρα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συνωμίλησε μετ’ ἐμοῦ διὰ μακρῶν, ἐπαναλαμβάνω, δεικνύων μέγιστον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτῶν τῶν πλοίων, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε.
§59ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅμως εἶπε, «ποῖος τοὺς εἶπε νὰ ὑπάγουν ἐκεῖ μέσα;» Ποῦ λοιπὸν νὰ ἔκαμνον οἱ πλοίαρχοι τὴν κάθαρσιν; Εἰς τὰς Κλαζομενάς; αὐτὸ τὸ μέρος εἴχατε ὁρίσει ὡς τόπον καθάρσεων. Λοιπὸν αὐτὸς τὸ ἔπαθεν ὡς εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Τουρκίας. Πλοίαρχός τις ἔμελλε νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ Κύπρου διὰ Κωνσταντινούπολιν· πληροφορηθεὶς τοῦτο ὁ ἐκεῖ Ἐπιστάτης τοῦ λιμένος Τοῦρκος τὸν παρεκάλεσε καὶ δεχθῇ ἐντὸς τοῦ πλοίου του δύω βαρελάκια οἴνου τριακοσίων ἐτῶν, ὅπως τὰ προσφέρῃ δῶρον ἐκ μέρους τοῦ Ἐπιστάτου πρὸς τὸν τότε ναύαρχον τῆς Τουρκίας Τοπὰλ πασᾶν. Ὁ πλοίαρχος ἀνεχώρησε καὶ καταφθάσας εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐπῆγε καὶ ἐνεχείρισε τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Ἐπιστάτου εἰς τὸν Ναύαρχον, πλησίον τοῦ ὁποίου ἐκάθητο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Τουρκίας. Ὁ Ναύαρχος, ἀναγνοὺς τὴν ἐπιστολὴν ἐγέλασεν· ἐρωτᾷ αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατί γελᾷς; καὶ ὁ Ναύαρχος τοῦ ἀπαντᾷ, ὅτι μοῦ στέλλουν ἀπὸ τὴν Κύπρον τριακοσίων ἐτῶν κρασί! Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον κρασί, τοῦ λέγει τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; καὶ ἡ Κύπρος ἐδική μας εἶναι; (ἱλαρότης). Ἀπαράλλακτα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπε: καὶ ποῖος τοὺς εἶπε νὰ ὑπάγουν ἐκεῖ; Ἐπανέρχομαι λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ἐρωτῶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τί μέλλουν νὰ πράξουν αὐτοὶ οἱ ἐργάται τῆς θαλάσσης;» Τί θὰ εἰπῶ ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; δὲν μοῦ ἀπαντᾷ τίποτε. Τότε καὶ ἐγὼ δὲν θὰ τοὺς εἰπῶ ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Ζήνων, ὅτε ὁ Ἀντίγονος ὁ Βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας ἔστειλε πρέσβεις εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ σκηνεύσῃ τοὺς ἐν Ἀθήναις, καὶ ἔκαμε δεῖπνα, καὶ προσεκάλεσε ὅλους τοὺς φιλοσόφους εἰς τὴν τράπεζαν. Τότε λοιπὸν ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, γνωρίζοντες τὰ πλούτη τοῦ Ἀντιγόνου, ἤρχισεν ἕκαστος νὰ συζητῇ διὰ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν πρέσβεων καὶ τοῦ Ἀντιγόνου διὰ νὰ τὸν πάρῃ καθηγητήν. Ὁ Ζήνων εὗρε καλὰ φαγητὰ ἐκεῖ καὶ ἔφαγε καλὰ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ· ἀλλ’ ὅταν ἐτελείωσε τὸ δεῖπνον, τοῦ λέγουν οἱ πρέσβεις: περὶ πάντων τῶν ἄλλων φιλοσόφων ἔχομέν τι νὰ εἴπωμεν πρὸς Ἀντίγονον, περὶ σοῦ δὲ τί νὰ εἴπωμεν; Τοὺς λέγει νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει τις φιλοσοφῶν ἐν Ἀθήναις, σιγᾷν ἐπιστάμενος. Λοιπὸν καὶ ἐγὼ θὰ τοὺς εἴπω ὅτι ἔχομεν ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰξεύρει νὰ σιωπᾷ.
§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν σᾶς λέγῃ ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διορθωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ, τί ἄλλο νὰ σᾶς εἴπωμεν;
§61ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅτι ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί;
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν τῶν νομίμων.
§63ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Χθὲς ἀπέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον περὶ ὁδοποιΐας. Ἡ Ἐπαρχία Τροιζηνίας στερεῖται οὐ μόνον Δημοτικῶν ἀλλὰ καὶ Ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, καὶ οἱ κάτοικοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διέρχωνται δυσβάτους ὁδούς, ὅπως καταντήσωσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ εἰς τὸν διοικητικὸν ἀνώτερον ὑπάλληλον, τὸν Νομάρχην, καὶ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, καὶ ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὁδὸς Ἐπαρχιακὴ, ἀλλ’ οὐδὲ Δημοτικὴ, ἂν καὶ ὑπάρχουν τόσα κεφάλαια ἀναλόγως ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας, ἰδίως δὲ εἰς τὸν Δῆμον Μεθάνων, ἐκεῖ εἶναι Μεταίωρα, πρέπει μὲ κοφίνια νὰ ἀναβοκαταβαίνουν οἱ ἄνθρωποι· εἶναι δυσβατότατον καὶ ἀπόκρημνον τὸ μέρος, καὶ οὐ μόνον ἀπόκρημνον, ἀλλ’ ἐὰν πατήσετε ἐπὶ ἑνὸς λίθου διὰ νὰ ἀναβῆτε ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου, ὁ λίθος πίπτει ἐφ’ ὑμᾶς. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, μία πρόνοια ὅπως κατασκευασθοῦν καὶ ἐκεῖ ὁδοί. Ἐγὼ ὁ ἴδιος κατὰ τὸ θέρος τὸ τελευταῖον, μεταβαίνων δι’ ὑποζυγίου εἰς Βρωμολίμνην, ἀνετράπην καὶ τὸ ὑποζύγιον ἔπεσεν ἐπάνω μου, θαῦμα δὲ εἶναι πῶς δὲν μὲ κατεσυνέτριψεν (ἱλαρότης).
§64ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς αὔριον ἑσπέρας ἡ Βουλὴ θὰ ἐπαναλάβῃ τὰς συνεδριάσεις της, εἶμαι ἠναγκασμένος διὰ τοῦτο νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Ἐὰν τὸ κατάστημα τὸ περιέχον τὰ δυνάμει τοῦ Δημακείου κληροδοτήματος σχολεῖα ἐν τῷ χωρίῳ Τσερνίτσης τῆς Ἀλαγονίας καταπέσῃ, τίς εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὸ ἀνασκευάσῃ; Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐδόθη τὸ ἤδη ἐπισκευαζόμενον κατάστημα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τῶν πέντε δηλονότι χιλιάδων δραχμῶν, διδομένων ἀντὶ τούτου πρὸς συντήρησιν τῶν σχολείων, τοῦ ναοῦ καὶ λοιπῶν, μόνον δύναται νὰ πληρωθῶσιν οἱ διδάσκαλοι, ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκ δὲ τοῦ περισσεύματος ἁπλαῖ ἐπισκευαὶ τοῦ καταστήματος δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι· καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ὑπόχρεον τὸ Δημόσιον ν’ ἀναλάβῃ τὰς ἐπισκευάς; Σᾶς ἐρωτῶ δὲ προσέτι ἐὰν οἱ διδάσκαλοι ἐγκαταλείψωσι τὰς θέσεις των— καὶ τοῦτο θὰ τὸ πράξωσιν, ὡς ἔχω εἰδήσεις, διότι ἔχουσι νὰ λάβωσι μισθοὺς 18 ὅλων μηνῶν— τίς θέλει διδάξει ἐν τοῖς σχολείοις ἐκείνοις; Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, καὶ πάλιν τηλεγραφικῶς νὰ διατάξητε τὰ τῆς καλῆς διευθετήσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§65ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Χθὲς ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. Βουλευτοῦ προεκάλεσα τηλεγραφικῶς νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας. Χθὲς χωρὶς οὐδεὶς νὰ μοῦ τὸ ὑπενθυμίσῃ, ἐγὼ ἐζήτησα πληροφορίας τηλεγραφικῶς, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος γνωρίζει ὅτι καὶ χθὲς ἐγένετο καὶ ἄλλο τηλεγράφημα, διότι ἐκ τοῦ Γραφείου μοὶ εἶπον, ὅτι διήλθατε ἐκεῖθεν.
§66ΤΖΑΝΕΣ. Ὄχι, δὲν εἴχατε τηλεγραφήσει καθ’ ἣν ὥραν διῆλθον.
§67ΡΩΜΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβον ἐκ Ζακύνθου τηλεγράφημα, ἀφορῶν εἰς καταχρήσεις τοῦ αὐτόθι ὑπολιμενάρχου· ἐπειδὴ δὲ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀπηυθύνετο καὶ εἰς διαφόρους τῆς Συμπολιτεύσεως Βουλευτὰς, ἐφρόνουν ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ ἐλάμβανε πάντα τὰ μέτρα πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· ἕνεκα τούτου ἐνόμισα περιττὸν νὰ κάμω λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ γράφουσιν ἐπανειλημμένως ἐκ Ζακύνθου, ὅτι οὐδὲν μέτρον μέχρι τοῦδε ἐλήφθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων, παρακαλῶ τὴν Βουλήν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου (ἀναγινώσκει). «Κατήγγειλα ἐπὶ καταχρήσει καὶ πιέσει ὑπολιμενάρχην Ζακύνθου, καθὼς καὶ ἐμποροπλοίαρχον ἐκ Σπετσῶν καὶ Κρανιδίου· Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν διέταξεν ἀνακρίσεις· Νομάρχης ἐνήργησεν· διεξεπεραιώθησαν, ἐστάλησαν, οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Εἰσέτι ἐξακολουθεῖ σχεδὸν τὰ ἴδια φωνάζων ὅτι δὲν τοῦ κάμνουν τίποτε. Ἂν δυνατόν, ζητήσατε καταθέσεις μαρτύρων ἀναγνωσθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ γνωσθῶσι τὰ ἆθλά του.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΜΠΑΦΗΣ».
§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ῥώμας, εἶχον καὶ ἐγὼ ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐπιστολήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ὑπολιμενάρχης παρεξετράπη εἰς πράξεις παρανόμους καὶ διετάχθη ὁ Λιμενάρχης παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν τὸν σχετικὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσλήψεως ξένων ἀξιωματικῶν διὰ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν.
§70ΤΙΝΕΣ. Ἂς προηγηθῇ τὸ τοῦ δωδεκατημορίου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1885 ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται κατόπιν δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε. Ἐπαναλαμβάνω παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐποιησάμην, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπέμνησε καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς. Ἡ ἄδεια, ἡ διδομένη εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ δωδεκατημορίων ἵνα δαπανῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει μὴ ψηφισθέντος Προϋπολογισμοῦ, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὴν οὐσίαν τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν τῆς χώρας Πρέπει νὰ δίδηται ἡ ἄδεια ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐξήλεγξε, καὶ τοῦ ὁποίου τὰς δαπάνας ἐψήφισε μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διατεταγμένην. Τὴν δήλωσιν αὐτὴν προβάλλω οὐχὶ διὰ νὰ ζητήσω μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσλήψεως ξένων ἀξιωματικῶν διὰ τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν.
§76Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τὰς παρελθούσας Περιόδους ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ φέρωμεν ξένους ὀργανωτὰς τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρωμεν ὅτε θὰ ἦναι καὶ χρήσιμοι. Ὅταν ὅμως τοὺς προσκαλῶμεν ὅτε δὲν εἶναι χρήσιμοι, φρονῶ ὅτι, ὄχι μόνον εἶναι ματαία ἡ δαπάνη, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ξένοι θὰ μᾶς χλευάσωσι, διότι τοὺς καλοῦμεν ὅταν δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ κάμωσι τίποτε. Ἦλθεν ὁ ὀργανωτὴς τοῦ ναυτικοῦ· ποίου ναυτικοῦ; Τὸ ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὁποῖον προπαρεσκεύαζε διὰ τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; Τὸ ναυτικὸν, τοῦ ὁποίου τὴν δαπάνην ἐψηφίσαμεν σκανδαλωδῶς μίαν ἑσπέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν, διότι ἠθέλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησίν τινα, ὁ κ. Τρικούπης διὰ νὰ τὸν ἐμπαίξῃ, ὡς τολμῶντα νὰ ἀντείπῃ εἰς τοσοῦτον ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, εἰσήγαγεν ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς συνεδριάσεως τοὺς κουλουριτζίδας καὶ οἰνοπώλας καὶ διένειμεν εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας κουλούρας καὶ οἶνον, ὅπως τοὺς καταστήσῃ εὐθύμους διὰ νὰ καγχάζωσιν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις τοῦ κ. Δηλιγιάννη μὲ περισσοτέραν ὄρεξιν; Ὁ προσκληθεὶς λοιπὸν ὀργανωτὴς ὤφειλε νὰ ὀργανώσῃ τὸν στόλον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποκτήσωμεν διὰ τῶν 40 ἑκατομμυρίων τῶν ψηφισθέντων εἰς δύω Συνόδους κατὰ συνέχειαν. Ἔχομεν διαθέσιμον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τὸ κεφάλαιον τοῦτο; παντάπασιν! Τὴν πρώτην φορὰν ἐψηφίσαμεν δι’ ἰδίου Νόμου τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων· τὴν ἑπομένην ὅμως Σύνοδον συνεχωνεύσαμεν καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς ἐκεῖνο τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τώρα, κύριοι, ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον θὰ λάβωμεν τὰ χρήματα διὰ νὰ προμηθευθῶμεν τὰ πλοῖα, τῶν ὁποίων τὸ πλήρωμα θὰ ὀργανώσῃ ὁ προσκληθεὶς ὀργανωτής; Ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων; ἀλλὰ τὰς 120,000 μετοχὰς ἐκ τοῦ δανείου τούτου, τὰς ὁποίας διεθέσαμεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, τὰς ἐξωδεύομεν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφοῦ τὰς 220,000 μετοχὰς τὰς ὑπολοίπους ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας εἴχομεν προσδιορίσει διὰ τὴν ἄρσιν, τὰς ἐδαπάνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἄλλας ἀνάγκας, καὶ αἰσχυνόμενος νὰ τὸ εἴπῃ, ἔφερε Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δαπανῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ λαθραίως ὑπεξαιρεῖ μέγα μέρος τοῦ ὡρισμένου κεφαλαίου διὰ τὰς ναυτικὰς δαπάνας, ὥστε ψευδῶς τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ὠνόμασε: «περὶ συμπληρωματικῆς πιστώσεως»· ἔπρεπε νὰ τὸ ὀνομάσῃ «περὶ συμπληρωτικῆς ὑπεξαιρέσεως». Λέγω ὑπεξαιρέσεως, καθόσον ἀπὸ τὰ 72 ἑκατομμύρια τῶν 220,000 μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ ὁμὰς τῶν δανειστῶν, ἥτις ἠγόρασε τὰς ἡμισείας διὰ 37 ἑκατομμύρια, τὰς ἑτέρας ἡμισείας ὑπεθήκευσε διὰ τὰ 35 ἑκατομμύρια, τὴν προκαταβολὴν, μὲ τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Νόμον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις, δὲν ἔπραξεν ὅμως οὕτως, ἀλλὰ παραβὰς τὸν Νόμον ὑπεξῄρεσεν ἀπὸ τὰ 72 ἑκατομμύρια, καθ’ ἡμᾶς, 22 ἑκατομμύρια, κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν 19 ἑκατομμύρια, καὶ ἀναγκάζεται τώρα νὰ συμπληρώσῃ τὴν ὑπεξαίρεσιν ταύτην, ὑπεξαιρῶν τὰ 19 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὰς 120,000 μετοχὰς τῶν παρασκευῶν. Ποῖον λοιπὸν ναυτικὸν θὰ ὀργανώσῃ ὁ προσκληθεὶς ὀργανωτής; Ποῖα εἶναι τὰ πλοῖά μας, ὧν τὸ πλήρωμα θὰ ὀργανώσῃ; Τῆς «Ἀηδόνος» καὶ τῆς «Κίσσης»; Ἔπεται λοιπὸν ὅτι ἡ πρόσκλησις τοῦ ξένου ναυάρχου ἦτο πάντη περιττὴ, ὕστερον ἀπὸ τὴν σπατάλην, μὲ τὴν ὁποίαν διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὰ οἰκονομικά μας, τὰ ὁποῖα ἐματαίωσαν καὶ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐψηφίσθη καὶ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ πρόσκλησις αὐτῶν τῶν ξένων διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ κατέστη περιττὴ, ὕστερον ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν, ἣν ὑφίστανται τὰ οἰκονομικά μας· ἑπομένως οἱ προσκληθέντες θὰ μᾶς μυκτηρίσωσι, διότι τοὺς καλοῦμεν νὰ ὀργανώσωσι καὶ στρατὸν καὶ ναυτικὸν, ἅπερ δὲν ἀξίζουσι τῆς μερίμνης ὀργανώσεως. Ὡς πρὸς τὴν πρόσκλησιν τοῦ ναυτικοῦ ὀργανωτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τόλμημα, διότι τὸν ἐκαλέσαμεν, τὸν μισθοδοτοῦμεν καὶ τὸν ἐγκατεστήσαμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, πρὶν ἢ νομοθετήσωμεν τὴν θέσιν του. Εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐνομοθετήσαμεν ὀργανωτὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐνοοῦμεν καὶ τοιοῦτον διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Τοῦτο εἶναι τολμηρόν. Κύριοι, ἂς προσέξωμεν νὰ μὴ πάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν ὅ,τι ἔπαθεν ἡ δυστυχὴς, ἀλλὰ μωρὰ ἐκείνη μήτηρ, τῆς ὁποίας τὸ ὠτίον ἔκοψε μὲ τοὺς ὀδόντας ὁ εἰς τὴν ἀγχόνην ἀπαγόμενος υἱὸς, δικαιολογηθεὶς ὅτι τοῦτο ἔπραξε, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ αἰτία τῆς δυστυχίας του, ἐνθαῤῥύνασα αὐτὸν εἰς τὰς πρώτας ἐγκληματικάς του πράξεις. Ὁ κ. Τρικούπης παρέβη τὰς ἐπαγγελίας, ἃς ἔδωκε καὶ εἰς τὰς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις δημηγορίας του, καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας του ἐνέγραψε, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τὰς ὑπεσχέθη, καὶ ἐν τούτοις, μόλις ἀνέλαβε τὴν Ἐξουσίαν, καὶ τὰς παρέβη πανηγυρικῶς. Ἡ παράβασις τούτου τὸν κατεδείκνυεν ἀνίκανον καὶ μὴ σπουδαῖον πολιτευόμενον· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτον ἐν ἐπισήμοις ἐγγράφοις ἐγγεγραμμέναι αἱ ὑποσχέσεις του αὗται, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα διὰ τὴν παράβασιν νὰ τὸν καταδιώξωμεν νομικῶς, ἠνέχθη ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτῆς τὸ Ἔθνος, ὅπως ἠνέχθη ἡ Γερουσία καὶ Γερουσιαστὴν, οἰκογενειακὸν φίλον τοῦ κ. Τρικούπη, παραβάντα τὰς ἐπαγγελλίας του, ὅτε ἔγεινεν Ὑπουργός· εἰς δὲ τὸν συνάδελφόν του, ὅστις τῷ ἀνεγίνωσκεν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς Γερουσίας τὰ πρακτικὰ, τὰ περιέχοντα τὰς ἐπαγγελματικὰς ὁμιλίας του, εἶπε «δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν «αὐταὶ αἱ φυλλάδες».
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτον αὐτός.
§78ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Μαγγίνας.
§79ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὁ παραβάτης οὗτος τῶν ὑποσχέσεών του πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μία ἐπανάστασις, διὰ νὰ πατήσῃ τὸ κατώφλιον τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τότε δι’ ἓν μόνον φεγγάρι, μὴ δυνηθεὶς μάλιστα, Ὑπουργὸς ἐπαναστάτης, νὰ ἐκλεχθῇ εἷς ἀπὸ τοὺς 450 τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης πληρεξουσίους. Κατόπιν ὁ κ. Τρικούπης ἠρνήθη τὸ πνεῦμα τῶν Νόμων, ὅπερ ὑπεστήριξεν ἐν τῇ Βουλῇ ὑποστηρίζων αὐτοὺς, καὶ διὰ τὴν σκανδαλώδη ταύτην παρερμήνευσιν τῶν Νόμων δὲν ἦτον εὔκολος ἡ καταδίωξίς του, διότι τὸ πνεῦμα τῶν Νόμων εἶναι ἀφῃρημένη ἰδέα καὶ δὲν ἀποδεικνύεται ἐνδεικτικῶς, ὅπως ἀπαιτεῖ πολλάκις ἡ Ποινικὴ Νομοθεσία. Ἡ ἀνοχὴ ὅμως αὕτη ἐνεθάῤῥυνε τὸν κ. Τρικούπην νὰ παρερμηνεύσῃ τολμηρῶς αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου ἐν τῇ περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων συμβάσει, καὶ μόλις ἡ ἀπότομος ἀντίστασις τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν ἀπεστόμωσε καὶ τὸν ἔκαμε νὰ ζαρώσῃ. Βλέπετε, κύριοι, εἰς ποῖα ἄτοπα μᾶς παρασύρουν καθ’ ἑκάστην τὰ τολμήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἕν βῆμα λείπει καὶ νὰ πράξῃ καὶ ὑλικὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν προβλέπουν οἱ Νόμοι περὶ τούτου τιμωρίαν. Τότε βεβαίως ἡ κοινωνία θὰ τὸν δικάσῃ καὶ καταδικάσῃ, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν τὸ κέρδος τῆς μητρὸς τοῦ ἀπαγχονισθέντος. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ πρόσκλησις τοῦ κ. Λεζὲν δὲν εἶναι μόνον ἄσκοπος καὶ ἐπιζήμιος, ὑποβάλλουσα ἄνευ ἀνάγκης τὸ ἀρκετὰ κενὸν Ἐθνικὸν Ταμεῖον εἰς μεγάλας δαπάνας, ἀλλ’ εἶναι καὶ παράνομος, διότι ἐκλήθη καὶ ἐγκατέστη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του πρὶν ἢ λάβῃ διὰ Νόμου τὴν περὶ τούτου ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἡ δὲ ἀξίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἀφοῦ ἐχορηγήθη διὰ Νόμου ἄδεια προσκλήσεως ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἐξ ἀναλογίας ἠδύνατο νὰ καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὀργανωτὴν καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, ὁ διϊσχυρισμὸς, λέγω, οὗτος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι σαθρὸς, διότι εἰς τοὺς πολιτειακοὺς Νόμους, ὅπως καὶ εἰς Ποινικοὺς, δὲν ἐπιτρέπεται ἐφαρμογὴ ἐξ ἀναλογίας, διότι ἡ ἔλλειψις ῥητοῦ Νόμου διά τινα περίστασιν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν περαιτέρω ἐνέργειαν· διότι ἡ ἔλλειψις Νόμου εἶναι ἔλλειψις ἰδική της, μὴ προϊδούσης νὰ συμπληρώσῃ κατὰ τὰ κεκανονισμένα τὸ κενόν· καὶ εἰς μόνας τὰς πολιτικὰς διενέξεις ἐπέτρεψε, ἐν ἐλλείψει σαφοῦς Νόμου, κανονίζοντος μίαν διαφορὰν, τὴν ἐξ ἀναλογίας διάλυσιν αὐτῆς, ἐπειδὴ ἡ διαφορὰ εἶναι μεταξὺ ἰδιωτῶν, εἰς οὓς ὀφείλει ἡ Ἐξουσία νὰ φέρῃ μίαν λύσιν, καὶ ἡ ἔλλειψις Νόμου κανονιστικοῦ τῆς διαφορᾶς των δὲν ἐπιβαρύνει αὐτοὺς, μὴ ἔχοντας οὔτε τὰ μέσα, οὔτε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζωσι περὶ πληρώσεως τῶν κενῶν τῆς Νομοθεσίας, ἀφοῦ δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν σκοπὸν ἔταξαν καὶ διατηροῦσι δαπάναις των τοὺς τὴν Ἐξουσίαν διαχειριζομένους. Λοιπὸν ἡ ἐξ ἀναλογίας πρόσκλησις ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης εἶναι καταφανὴς παράβασις τοῦ Συντάγματος. Πρὸ ὀλίγου ἤκουσα εἰς συζήτησιν ἑτέρου ἀντικειμένου ἕτερον σαθρὸν διϊσχυρισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι διὰ διατάξεως τοῦ περὶ τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ Νόμου δύναται νὰ νομοθετηθῇ θέσις δημοσίου ὑπαλλήλου. Ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἶναι αὐταπόδεικτον· διότι ὁ Νόμος, κανονίζων θέσιν δημοσίου ὑπαλλήλου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς μίαν, διότι ἐν αὐτῷ ὑποτίθεται, ὅτι καταστρώνονται δαπάναι νομοθετημένων περιστάσεων. Ἔπειτα νομίζεις, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι δὲν ἐλύθη καὶ τοῦτο ἐν ταῖς Βουλαῖς; ἀπατᾶσαι! Τὸ 1845, ὅτε ἐψηφίσθη κατὰ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ Συνταγματικοὺς ὅρους ὁ ἐτήσιος Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἐξέφρασέ τις τὴν ἰδέαν σας, ὅτι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ νομοθετηθῶσι θέσεις, ἀλλ’ ὁ εὐπαίδευτος Προβελέγκιος ἀπέδειξεν ἐπιστημονικῶς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, οἱ δὲ τότε Βουλευταὶ, ἐστερημένοι μὲν παιδείας, πλήρεις ὅμως δόξης καὶ πατριωτισμοῦ, ἀπεδέχθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὴν γνώμην ταύτην, ἰδίως ὁ Πρωθυπουργὸς ἀείμνηστος Κωλέττης, εἶπεν ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Προβελεγκίου ἐπὶ ἀντικειμένου, ὅπερ ἑρμηνεύει σαφῶς ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅτι μόνον Νόμος εἰδικὸς νομοθετεῖ ἑκάστην θέσιν ὑπηρεσίας. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριοι Δηλιγιάννη καὶ Ἠλιόπουλε συντάκται τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης; τὸ ἐνθυμεῖσθε, κ. Καλλιφρονᾶ Ἀντιπρόεδρε τῆς Βουλῆς τότε;
§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα! Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν.
§81ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὕστερον ἀφ’ ὅσα εἶπον ἄλλοι περὶ τῆς μὴ χρησιμότητος τοῦ προσκληθέντος ὡς ὀργανωτοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ ὅσα ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ τώρα περὶ τῆς ἐπίσης μὴ χρησιμότητος τοῦ προσκληθέντος ὡς ὀργανωτοῦ τοῦ ναυτικοῦ μας, φρονῶ, ὅτι συμφέρει διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶναι καὶ ὁ διαχειριζόμενος τὴν ὑπηρεσίαν ἁπάντων τῶν Ὑπουργείων, νὰ ἀπονείμῃ ἓν παράσημον ἀνώτερον εἰς ἕκαστον τῶν ἐλθόντων ὀργανωτῶν διὰ τὸν κόπον καὶ τὴν καλωσύνην, ἣν εἶχον νὰ σπεύσωσι καὶ νὰ ἔλθωσι εἰς τὴν πρόσκλησίν μας, καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσῃ νὰ ἀπέλθωσι, καὶ οὕτως ἀπαλλαγῶσι καὶ ἐκεῖνοι τῆς ἀηδίας νὰ μισθοδοτῶνται χωρὶς νὰ ἔχωσι καμμίαν ἐργασίαν, καὶ τὸ πτωχὸν Ταμεῖον ἀπαλλαγῇ δαπάνης οὐκ εὐκαταφρονήτου, καὶ τοῦτο συνιστῶ κατερχόμενος ἐντεῦθεν.
§82Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μετὰ τὴν ἄφιξιν τῶν ὀργανωτῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖαι θὰ ἦναι αἱ σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς, ὁ Νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς ναυτικῆς δυνάμεως ὁρίζουσιν ὅτι ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν εἶναι μόνον ἐκπαιδευτική. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων διατεθειμένοι νὰ δεχθῶσι καὶ ἐκτελέσωσι πάσας τὰς γνώμας αὐτῶν· καὶ ἐπὶ παραδείγματι: ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἷς τῶν δύω αὐτῶν ἀνωτάτων στρατιωτικῶν, μελετῶν τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, μελετῶν τοὺς Νόμους, οἵτινες διέπουσι τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ἀναγνωρίσῃ ὅτι καθυστεροῦσιν ἐν πολλοῖς ἢ ὀλίγοις, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεως, εἴτε νομοθετικῶς, εἴτε διοικητικῶς, ἂν ἐκ τῶν προτέρων οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἀναγνωρίσωσι καὶ ἐκτελέσωσι τὰς προτάσεις των αὐτάς. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, θέλω πεισθῆ κατὰ πόσον ἡ ἄφιξις τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν στρατιωτικῶν, θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου· διότι ἐκ τῶν προτέρων εἰμὶ βέβαιος, ὅτι οἱ ἀνώτατοι οὗτοι στρατιωτικοὶ καὶ τὰς ἀναγκαίας γνώσεις ἔχουσι καὶ ἐπεθύμουν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου, ν’ ἀφήσωσι δὲ ἀγαθὴν μνήμην ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος παρακαλεῖται νὰ ἦναι ὄχι πολὺ ἀόριστος, θέλω κανονίσει τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ μετακληθέντες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀξιωματικοί, πλὴν τοῦ κυρίου ἔργου αὑτῶν, τοῦ τῆς διευθύνσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, θὰ ἔχωσι καὶ ἕτερον ἔργον σπουδαιότατον, νὰ διατελῶσι παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις Ὑπουργοῖς ὡς σύμβουλοι. Ὅταν δὲ τοιοῦτοι ἄνδρες διατελῶσιν ὡς σύμβουλοι παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς τῆς Ἑλλάδος, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει περὶ τῆς μετριοφροσύνης, ἥτις προσήκει εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐννοεῖται ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τοιούτων συμβούλων παρ’ αὐτοῖς.
§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐπαρκὴς, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ὅσων τὸν ἠρώτησα, διότι μετὰ τὴν ἄφιξιν τῶν ἐντίμων αὐτῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ διάφορα σχόλια ἐγένοντο. Ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἦναι μᾶλλον ἐξηγηματικὸς, καὶ βεβαίως ἐν τῇ περιεκτικῇ φράσει του, τοιοῦτοι ἄνδρες, σύμβουλοι γενόμενοι τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἔχωσι τὴν ἐπικρατοῦσαν γνώμην· ἐπεθύμουν ὅμως, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Βουλὴν ἂν ἡ γνώμη αὐτῶν θὰ δίδεται ὁσάκις ζητεῖται, ἢ θὰ δίδεται καὶ ὁσάκις δὲν ζητεῖται. Ἐπὶ παραδείγματι, ἂν τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν στρατιωτικῶν μέτρα ἔχωσιν ἀνάγκην ὄχι μόνον τῆς συνδρομῆς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως, εἰσὶ διατεθειμένοι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ χορηγήσωσι τὴν συνδρομὴν αὑτῶν; Ἀείποτε ἡ ἐργασία ἔσχε τὸ ἀντάλλαγμά της· σήμερον δὲ παρά ποτε οὐδεὶς μελετᾷ, οὐδεὶς κοπιάζει, οὐδεὶς καταγίνεται, οὐδεὶς ἐργάζεται, ἄνευ συμφέροντος· τὸ συμφέρον λοιπὸν ὑπῆρξε καὶ εἶναι τὸ κύριον ἐλατήριον τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας· δὲν δύνασθε νὰ ἀπαιτήσητε κόπους, δὲν δύνασθε νὰ ἀπαιτήσητε ἐνδελεχῆ ἐργασίαν ἄνευ ἀμοιβῆς. Ἀμοιβὴ ἐν τῷ στρατῷ εἶναι ἡ προαγωγὴ, εἴτε τακτικὴ, εἴτε ἔκτακτος. Ἀλλ’ ἡ προαγωγὴ ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε ἔκτακτος, εἴτε τακτικὴ, κανονίζεται διὰ τοῦ περὶ προβιβασμῶν Νόμου. Π. χ. ὁ Νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι ἐπαρκὴς κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὡς εἴρηται στρατηγῶν, ἐπιθυμούντων νὰ καταστήσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν ὅσον οἷόν τε τελειοτέραν, καὶ χάριν τῆς ὁποίας μετεκαλέσατε αὐτούς· εἶναι διατεθειμένη ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις νὰ τοῖς παρέξῃ ἀνεπιφύλακτον τὴν συνδρομήν της, εἴτε ἐπὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ὡς εἴρηται Νόμου, εἴτε ἐφ’ οἱουδήποτε ἄλλου;
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἐτέθη, οὐδὲ τίθεται, ἐλπίζω δὲ, ὅτι δύναμαι νὰ προσθέσω, οὐδὲ τεθήσεταί ποτε περιορισμὸς εἰς τὴν συμβουλευτικὴν ἐνέργειαν τῶν μετακληθέντων ξένων ἀξιωματικῶν.
§86Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ῥητῶς ἐὰν ἡ συμβουλευτικὴ αὕτη γνώμη τοῦ ἀνωτέρου αὑτοῦ συμβούλου, τοῦ ἀνωτάτου αὑτοῦ στρατιωτικοῦ, θὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ναὶ ἢ ὄχι;
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ συμβουλῆς, δὲν ὁμιλῶ περὶ διαταγῆς· τὸ ὑποχρεωτικὸν ἐπάγεται διαταγὴν, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἐπέχουσι θέσιν συμβούλου, ἀλλ’ εἶπον συνάμα ὁποίαν συμβούλου ἐπέχουσι θέσιν.
§88ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἐκτιμήσῃ μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ συμβούλου καὶ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς ἐν τῷ Ναυτικῷ εἶναι ἱκανὸς νὰ εἴπῃ νὰ μὴ πράξωμεν τοῦτο, ὁ ναύαρχος λέγει νὰ πράξωμεν τοῦτο· ποῖος μεταξὺ τῶν δύω θὰ ἀποφασίσῃ;
§89ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἀποφανθῶσι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι (διάλογοι).
§90ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν ἔχει συμβουλευτικὴν γνώμην. Δὲν δέχεται τὴν συμβουλήν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· τί ἐκερδήσατε; Ἡ θέσις του εἶναι συμβουλευτική, ὁ δὲ προορισμός του εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, ἀλλ’ ἡ ἐκπαίδευσις ποῦ θὰ γείνῃ, κύριοι, ἐν πλοίοις, εἰς ποῖα πλοῖα; Τὸ ἓν πλοῖον εἶναι ἡ σχολή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν.
§91ΤΙΝΕΣ. Θὰ γείνωσι πλοῖα.
§92ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐνόσῳ δὲν γείνωσι, τί ἐκπαίδευσις θὰ γίνῃ; (θόρυβος). Ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ φορολογῶμεν τὸν λαὸν, χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε, διότι ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, αὐτὸς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τίποτε. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα τῆς διδασκαλίας καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως στόλου. Θὰ κάμουν μίαν κίνησιν στόλου, ποῦ εἶναι ὁ στόλος; Καὶ ἡ ἐκπαίδευσις θὰ γίνεται ὑπ’ αὐτοῦ μόνον; Πάλιν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ θὰ τὴν ἐκτελέσωσι. Καὶ ὁ κύριος οὗτος θὰ μεταχειρισθῇ ἰδίαν μέθοδον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἢ τὴν παραδεδεγμένην τῶν κειμένων Νόμων εἰς τὰ ναυτικὰ Ἔθνη; Καὶ ἡμεῖς τίνα ἄλλον Νόμον καὶ Κανονισμὸν ἔχομεν παρὰ τὸν Γαλλικόν; Οἱ σήμερον ἐνεργοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνεργοῦσιν αὐτὴν κατὰ τὸν Γαλλικὸν Νόμον, γνωρίζουσι δὲ ὄχι μόνον τὴν Γαλλικὴν ὥστε καὶ νὰ μεταφράζωσιν, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ μεταπεφρασμένου ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου παρ’ ἄλλων ἐὰν ἀνεγίνωσκον, πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ καταντᾷ, νὰ γίνηται ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα. Διατί νὰ τοὺς προσβάλλετε καὶ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάξωσι; Τοῖς ἐδώσατε τὰ μέσα; (διάλογοι). Θέλετε νὰ τοὺς προσβάλλετε τὴν φιλοτιμίαν; Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀπόσχωμεν τῆς ψηφίσεως τοῦ τοιούτου Νόμου, διότι θὰ φέρωμεν μεγάλας κατακραυγάς. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, ἂς ψηφίσῃ τὸν Νόμον τοῦτον. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω ἐγὼ μίαν προσθήκην εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς.
§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Δουζίνα προσθήκην (Ὅρα Παράρτημα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Προηγεῖται ἡ τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ Βάλτου κυρίου Ἀνδρέου Στράτου. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Στράτου σύγκειται ἐκ δύω ἄρθρων. Θέλω ἐρωτήσει πρῶτον ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Στράτου. Τὸ ἄρθρον 1ον τῆς τροπολογίας λέγει οὕτω (ἀναγινώσκει). Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.—Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον τῆς τροπολογίας ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει) παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ κειμένου τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὴν προσθήκην τοῦ Βουλευτοῦ Τροιζηνίας (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔχει ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκει) Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔχει ἄρθρον 4ον.
§95ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παραιτοῦμαι τῆς ψηφίσεως τοῦ 4ου ἄρθρου διὰ νὰ μὴ φανῶ, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἡττήθην (ἱλαρότης).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῶν δασῶν τῶν Δήμων. Ὁ κύριος Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§97ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι δευτέρα συζήτησις, ἐπιφυλλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω αὔριον εἰς τὴν τρίτην. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 20 καὶ 22 τοῦ ἀπὸ 19 Ἀπριλίου 1884 Νόμου
ΑΡϚʹ.
Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας «Eastern» Συμβάσεως πρὸς κατάδυσιν συμπληρωτικῶν καλωδίων κλπ.). (Ἀντιῤῥήσεων δὲ γενομένων, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἑτέρων Νομοσχεδίων, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 5′ Μ. Μ.)