1884.12.04
1,772 rows · 13,396 words · 121 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1884.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις, καὶ ἀναγνωσθέντα τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ συνάδελφος ἡμῶν Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων κ. Ἀλέξανδρος Χατζηπέτρος, πάσχων καὶ μὴ δυνάμενος ὡς ἐκ τούτου νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του, ὅπως μὴ στερῆται ἡ Ἐπαρχία αὐτοῦ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων της.
§2ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι μόνον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ συναδέλφου μας κυρίου Χατζηπέτρου, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῆς οἰκογενείας τοῦ Χατζηπέτρου, ὁ ὁποῖος ἔπαθε πάθημα σπουδαῖον καὶ στερεῖται τῶν μέσων τῆς ἰάσεως καὶ συντηρήσεως. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ στερεῖται ἄρτου, ὅπως στεροῦνται ὅλαι αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀγωνιστῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ πρὸς αὐτὴν συνδρομήν τινα ἕνεκα τοῦ δυστυχήματος.
§3ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παράσχῃ πᾶσαν περίθαλψιν εἰς τὸν παθόντα συνάδελφόν μας, διότι πάσχει ἡ οἰκογένειά του, δὲν ἔχει δὲ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι συμμερίζονται;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ πρὸ πάντων τὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων του, καὶ νὰ τῷ χορηγήσῃ καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας του.
§7Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ αὐτοῦ, νομίζω δίκαιον τότε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἄλλων προσώπων, ἅτινα δικαιοῦνται πλειότερον νὰ τύχωσι περιθάλψεως. Εἶναι ἡ οἰκογένεια τοῦ Παπακώστα. Αὐτὴ ἔχει τόσα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Αὐτὸς ἀπέθανε καὶ ἐγκατέλιπεν ἓξ κόρας ἐν ὥρᾳ γάμου, περὶ δὲ τούτων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ κυρίως περὶ αὐτῶν πρόνοια. Καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτῶν τῶν οἰκογενειῶν, ἀναλόγως τῆς ἀξίας των.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ σήμερον νὰ ἐρωτηθῇ περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Χατζηπέτρου ἢ τὸ ἀναβάλλει;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις......
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἀναφορὰ καταδίκων ἐκ τοῦ Μενδρεσὲ, παραπονουμένων 1) ὅτι αἱ φυλακαὶ διῃρέθησαν δυνάμει τοῦ νέου νόμου, ἀλλ’ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν τηρεῖται, καὶ 2) ὅτι ἠλαττώθη ἡ διδομένη πρὸς συντήρησιν αὐτῶν χορηγία ἀπὸ δεκαπενταλέπτου εἰς δεκάλεπτον, καὶ 3) περὶ τῆς ποιότητος τοῦ ἄρτου. Ἀναφορὰ πολίτου τινὸς ἐκ Μεγαλοπόλεως, παραπονουμένου ὅτι ἔπαθεν ἡ ὑγεία του καὶ πάσχει δεινῶς, καὶ ζητεῖ συνδρομήν. Ἔχομεν ἤδη ἐπερωτήσεις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κωσταντᾶς.
§11ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν οἴνων δὲν ἐφηρμόσθη ἐν Ἑπτανήσῳ· ἑπομένως αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν ἐφαρμόζονται ἐν Κερκύρᾳ. Ἐν τούτοις σήμερον ὁ ὑπουργικὸς τύπος τῆς πρωτευούσης ἐδημοσίευσε τὴν εἴδησιν, ὅτι ἐν Λευκύμνῃ τῆς ἐπαρχίας Μέσης Κερκύρας, οἱ χωροφύλακες μετέβησαν πρὸς κατάσχεσιν ἀδηλώτων οἴνων, ὅτι οἱ χωρικοὶ τοῦ χωρίου Ῥιγγλάδων, δράξαντες τὰ ὅπλα, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ ἐπλήγωσαν τὸν ὑπενωμοτάρχην, καὶ ὅτι ὁ ἀνακριτὴς κ. Ἰωαννίδης μεταβὰς ἐκεῖ προεφυλάκισεν ὡς πρωταίτιον τὸν υἱὸν τοῦ πρώην Βουλευτοῦ Ζερβοῦ καὶ ἄλλους. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος ἀληθεύωσιν, ἂν δηλαδὴ διετάχθη ἡ κατάσχεσις ἀδηλώτων οἴνων, συγχρόνως ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐπετέθησαν κατὰ τῶν χωροφυλάκων καὶ ἐπλήγωσαν τὸν ὑπενωμοτάρχην, ἂν ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ προεφυλάκισε τὸν Ἀρ. Ζερβὸν καὶ ἄλλους πολίτας. Ἐὰν δὲ ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, ἐρωτῶ δυνάμει τίνος νόμου ἐνηργήθησαν καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῶν διαταξάντων τὴν χωροφυλακὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξιν; Ὑποβάλλω δ’ ἐγγράφως τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσίν της καὶ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, καὶ νὰ ἀπευθύνῃ αὐτὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ΑΡΙΖΓ. τοῦ 1883 παρετάθη ἡ προθεσμία πρὸς δήλωσιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐδόθη δὲ προθεσμία ἑνὸς ἔτους ἢ μηνῶν τινων, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἀκόμη πρὸς δήλωσιν. Πολλοὶ ἐκ τῶν κατόχων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐδήλωσαν τάς τε γαίας καὶ τὰς φυτείας ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν—καὶ τοῦτο γνωρίζω ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω—πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ δηλώσωσι τὰς ὁποίας κατεῖχον γαίας καὶ φυτείας· τὸ μὲν, διότι τινὲς διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ χρόνου τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, τὸ δὲ διότι οἱ πλεῖστοι ἠγνόουν παντελῶς τὸν νόμον, δι’ οὗ παρετάθη ἡ προθεσμία, οὕτω δὲ περιέστησαν εἰς τὴν κρίσιμον θέσιν νὰ στερηθῶσι τῶν ἰδιοκτησιῶν των· διότι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 τὸν περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, αἱ γαῖαι καὶ φυτεῖαι, αἱ μὴ δηλωθεῖσαι ὑπὸ τῶν κατόχων ἐμπροθέσμως, πρέπει νὰ ἐκποιηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἂν τοῦτο, κύριοι, ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει προκύψει μεγίστη ζημία εἰς τοὺς δυστυχεῖς κατόχους, καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον διὰ τὸ Δημόσιον, ἵνα δοθῇ νέα παράτασις προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι τὸ Δημόσιον θέλει ὠφεληθῆ ἐκ τούτου σπουδαίως, διότι ἅπαντες θέλουσι βεβαίως σπεύσει νὰ δηλώσωσι τάς τε γαίας καὶ ἀμπέλους, τὰς ὁποίας κατέχουσι καὶ καλλιεργοῦσι, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει μέγα ποσόν· ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ σωθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν τε ἀμπέλων καὶ γαιῶν ἐκ τῆς καταστροφῆς, ἥτις ἐπίκειται ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1871, διατάσσοντος τὴν ἐκποίησιν τῶν μὴ δηλωθεισῶν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστουμένη συντάξῃ τὸ ἀναγκαῖον περὶ τούτου νομοσχέδιον καὶ τὸ ὑποβάλῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν. Ἐλπίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θέλει συμμερισθῆ τὴν γνώμην μου ταύτην, διότι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, καὶ συνεπῶς πάντες ἐνδιαφέρεσθε. Ὅθεν παρακαλῶ καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συντάξῃ τὸ ἁρμόζον Νομοσχέδιον, καὶ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν ταχέως.
§14Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὁμοφώνως ἀπεφασίσθη, συναινούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ συζητηθῶσι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια πρὶν τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἐγὼ ὑπέβαλον καὶ τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἐξετυπώθησαν κατὰ τὴν χθεσινὴν δὲ συνεδρίασιν ἐπεκυρώθησαν τὰ περὶ τούτου πρακτικά. Ἀλλ’ ἀκριβῶς χθὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου ἐπεψηφίσθησαν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια ταῦτα, παραβιασθείσης οὕτω τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Τοῦτο λέγω διὰ νὰ καταδείξω τὸν σεβασμὸν, ὃν ἡμεῖς αὐτοὶ δίδομεν εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, καὶ τὸ καλὸν παράδειγμα, ὅπερ διδάσκομεν ἐντεῦθεν. Ἐπειδὴ δὲ ἤρξατο, σιδηροδρομικῶς δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ συζήτησις τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω σήμερον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων»· αὔριον δὲ θὰ ὑποβάλω καὶ ἄλλην τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἄρθρ. 182 τῆς Πολιτ. Δικονομίας. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐποπτείας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ μία διάταξις, ὅπως ἐφαρμόζωνται αἱ σχετικαὶ διατάξεις περὶ στατιστικῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις, αἵτινες προβλέπουσι περὶ τιμωρίας τῶν Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν, καὶ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐν περιπτώσει παραβάσεως τῶν διατασσομένων.
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βώλου ὑπέβαλε παράπονον περὶ τοῦ ὅτι προχθὲς ἀπεφασίσθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων μέχρις ὅτου διανεμηθῶσι τὰ ἔντυπα τῶν παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντων σχετικῶν νομοσχεδίων. Ἀληθῶς χθὲς, ὅτε εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἐζήτουν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, ἐπειδὴ ὁ κ. Φιλάρετος οὐδεμίαν ἔκαμεν ἔνστασιν ἢ παρατήρησιν, ἐνόμισα ὅτι συναινεῖ διὰ τῆς σιωπῆς του νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἁ. συζήτησιν.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὲ εἴδατε χθὲς ἐδῶ; Ἀτυχῶς ἀναχωρῶ ἐνωρὶς λόγῳ ὑγείας· δὲν ἀξιῶ νὰ τὸ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἤρκει ἓν βλέμμα νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν αἴθουσαν, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν ἤμην ἐδῶ.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω τὴν χθὲς ζητηθεῖσαν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς τοῦ στρατοῦ ἀποστολῆς ἐν τῷ Γαλλικῷ κειμένῳ καὶ ἐν Ἑλληνικῇ μεταφράσει. Ἐπὶ ἑτέρας ἐπερωτήσεως, ἀφορώσης εἰς πληροφορίας περὶ καπνοῦ, ὑποβάλλω σημείωσιν περὶ τοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1879 ἕως 1883 εἰσπραχθέντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐν ἑκάστῳ τῶν Τελωνείων τοῦ Κράτους διακεκριμένως.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται χωριστὰ ἡ εἰσαγωγὴ ἀπὸ τὴν μεταφοράν;
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι ἠξεύρετε ὅτι ὁ νόμος δὲν διακρίνει· τὸ αὐτὸ τέλος ἐπιβάλλει ἐπί τε τοῦ ἐξαγομένου καὶ τοῦ μεταφερομένου καπνοῦ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐν τῷ πίνακι τοιαύτη διάκρισις. Μόνον διάκρισις κατὰ Τελωνεῖον γίνεται. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Δασονομείων ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις Ἁλμυροῦ καὶ Αἰγίνης, ἀνατιθεμένων τῶν δασονομικῶν καθηκόντων εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἐφόρους. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐλάβομεν ἀκόμη τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρό τινων ἡμερῶν περὶ τῶν πραγματοποιηθέντων ἐσόδων καὶ πληρωθέντων ἐξόδων τῆς χρήσεως 1883. Μᾶς εἶναι ἀναγκαῖος· ὥστε νὰ δώσητε διαταγὴν νὰ διανεμηθῇ.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπίσης δὲν διενεμήθη ἡ ἀλληλογραφία τῆς Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης περὶ τῶν 9,000,000. Ὅ,τι διενεμήθη, εἶναι μόνον τὰ κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν 9 ἑκατομμυρίων.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατετέθησαν ἕν τῆς Τραπέζης καὶ ἕν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κατετέθησαν καὶ ἐδόθη χθὲς ἓν ἀντίτυπον, περιέχον ἄλλα ἔγγραφα προγενέστερα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σήμερον διενεμήθησαν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι προγενέστερα.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ διατί, ἀφοῦ ἐτυπώθησαν, δὲν διενεμήθησαν οὔτε χθὲς οὔτε σήμερον;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ὑπέβαλον χθὲς ἔγγραφά τινα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, εἶπον ὅτι καὶ ἕτερα τυποῦνται καὶ θέλουσι διανεμηθῆ διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, ἔλαβον δὲ βραδύτερον ἀντίτυπον ἑνὸς τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ τὸ ἔδωκα εἰς τὸν κ. Ζηνόπουλον· φαίνεται, ὅτι δὲν ἐστάλη ἀκόμη εἰς τὸ Γραφεῖον τὸ δέμα τῶν ἀντιτύπων τοῦ αὐτοῦ ἐγγράφου. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔντυπον ἐκεῖνο δὲν συμπληροῖ τὴν ζητηθεῖσαν ἀλληλογραφίαν· ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως θέλουσιν ὑποβληθῆ καὶ τὰ ἄλλα, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ διανεμηθῶσιν ἀντίτυπα πάντων. Τὸ διανεμηθὲν ὅμως εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει, εἰπὼν ὅτι τὰ ἄλλα θέλουσιν ὑποβληθῆ βραδύτερον.
§27Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς ἐπιφέρει σύγχυσιν, διότι χθὲς κατετέθησαν μόνον δύω ἔντυπα, κατόπιν ἦλθον ἄλλα τινά.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν κατετέθη τὸ δεύτερον ἔντυπον, ἀλλ’ ἐδόθη ἓν μόνον εἰς τὸν κ. Ζηνόπουλον ἀντίτυπον. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐθεώρησα πρέπον νὰ ἀνακοινώσω τι εἰς τὸν κ. Ζηνόπουλον, τοῦτο δὲν δίδει ἀφορμὴν παραπόνων εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην. Τὸ δεύτερον ἔγγραφον δὲν κατετέθη ἔτι εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ κατατίθενται ἀλληλοδιαδόχως τὰ φύλλα, ἐφ’ ὅσον περιέρχονται εἰς χεῖράς μου.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εὐλόγως ὑπέλαβον ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, ὡς μανθάνω τώρα, ἐμπιστευτικῶς εἰς τὸν κ. Ζηνόπουλον....
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι ἐμπιστευτικῶς.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι κατετέθη· διότι ὁ κ. Τρικούπης μᾶς εἶπεν ὅτι, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, θὰ διανεμηθῶσιν· ὥστε τοῦτο, ἐὰν δὲν διενεμήθη, δὲν εἶναι ἔλλειψις ἰδική μου. Εὐκτέον ὅμως νὰ ὑποβάλλωνται ἐν πρωτοτύπῳ, διὰ ν’ ἀποφεύγωμεν τὴν σύγχυσιν, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ ἐκ τῆς διακεκομμένης ὑποβολῆς.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΤΟΜΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως ἀλλοδαπῶν ναυτικῶν ἀξιωματικῶν πρὸς μελέτην καὶ βελτίωσιν τῶν ἡμετέρων ναυτικῶν ὀργανισμῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§34Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρεκλήθησαν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ Ἐκκλησιαστικῶν, Δικαιοσύνης, Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν καὶ κατέθεσαν ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου, Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον, τὸν περιέχοντα τὸν διορισμὸν προσωρινοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Βουλκάνων, καὶ ἔγγραφα ἀφορῶντα εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκ τῆς πανηγύρεως τῆς ἰδίας Μονῆς ἀναθημάτων. Ὁμολογῶ, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι οὐδὲν ἔχω συμφέρον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ κἂν ἔῤῥιψα βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι εἰς αὐτὰ δὲν θὰ ἰδῆτε τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ἐπίμονον προσπάθειαν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς τοῦ νὰ σώσῃ ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν καλογήρων τὰ ἀναθήματα, ἵνα μὴ ἐκποιηθῶσιν ἐπὶ ἐκτιμήσει, ἀλλ’ ἐπὶ δημοπρασίᾳ, καὶ τὰς ὁποίας δημοπρασίας οἱ καλόγηροι ἐκεῖνοι ἐν ὀνόματι τῆς Θεοτόκου πολλάκις ἐματαίωσαν. Ὅστις ἤκουσε τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐντεῦθεν λέγοντος καὶ χαρακτηρίζοντος τὸν ἱεράρχην Μεσσήνης ὡς ἀγνώμονα, ἐπίστευσε τῷ ὄντι ὅτι ὁ Ἱεράρχης ἐκεῖνος κατεβίβασε τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑψώσει ἀφ’ ἧς ἐπάτησε τὴν Μεσσηνίαν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναγράψει κεφαλαίοις γράμμασι: «Θάνατος πολιτικὸς κατὰ παντὸς μὴ Κουμουνδουρικοῦ». Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἐζήτησα τὴν εὐλογίαν τοῦ Πανιερωτάτου ἀφ’ ἧς ἐπάτησε τὴν Μεσσηνίαν, ἀλλ’ οὔτε θὰ τὴν ζητήσω, οὔτε θὰ ἐπιδιώξω νὰ τὴν λάβω. Τοῦτο μόνον βεβαιῶ, ὅτι, ἂν προέβη εἰς τὴν προσωρινὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἔληγε, προέβη ἴσως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων, ἀλλ’ ὄχι ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀντιθέτων ἡμῶν. Διώρισεν ὡς Ἡγούμενον ἕνα Μοναχὸν βιοῦντα ἔν τινι Μετοχίῳ κειμένῳ ἐν Πυλίᾳ, ἀνήκοντι εἰς τὴν Μονὴν, καὶ μένοντα ἐκεῖ πρὸ δεκαπενταετίας, διώρισε δὲ δύω συμβούλους πρωτοπαλήκαρα τῆς μερίδος τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης. Κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐπίσης καὶ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τροχάδην διῆλθον, καὶ ἐκεῖ εἶδον ὅτι ἐτηλεγραφήθη ἐκ Μεσσήνης ἀπὸ τοὺς φίλους του ὅ,τι ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τὸν ἴδιον Βουλευτὴν, οἱ ἁρμόδιοι ὑπεύθυνοι τὰ διέψευσαν. Ἐγνώριζα ὅτι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας ἦσαν ἐν τοῖς πρώτοις ἐγγεγραμμένα τὰ ὀνόματα τῶν ἐνωμοταρχῶν Δαμηλάτη καὶ Παππασπυρίδου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠπόρησα, ὅταν προχθὲς ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν διὰ πρᾶξιν, ἣν ἀπέδιδε τῷ κ. Παππασπυρίδῃ, καὶ ἥτις ὅμως ἐβεβαιώθη ὅτι ἐξετελέσθη ἀπὸ στρατιώτην ἀνήκοντα εἰς τὸ πεζικὸν καὶ διευθυνόμενον, ἵνα ἀντικαταστήσῃ ἄλλον στρατιώτην, δὲν ἠπόρησα λέγω, ὅταν ἤκουσα τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης λέγοντος ὅτι ὁ βιασμὸς ἐξετελέσθη ἀπὸ τὸν ἐνωμοτάρχην Παππασπυρίδην καὶ ἀπὸ τὸν χωροφύλακα Μπατάγιαν, ὁ ὁποῖος πρὸ πολλοῦ διαμένει εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Τριφυλίας.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν Παππασπυρίδην δὲν ἀνέφερα ὅλως διόλου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἀνέφερα τὸν Μπατάγιαν ἀληθῶς, διότι ἐν τῇ πρώτῃ εἰδήσει, ἥτις ἦλθεν, ἦτο τὸ ὄνομα τοῦ Μπατάγια, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε τί ἔκαμε εἰς τὴν Μεσσηνίαν.
§36ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰν, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος παρ’ ὑμῶν περὶ Παππασπυρίδου, ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ ἡ Βουλὴ πῶς εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης ὁ ἐνωμοτάρχης Παππασπυρίδης ἂς λάβῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν φάκελλον τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι ὅτε ὁ Παππασπυρίδης ἦτο εἰς τὴν Κυνουρίαν, ἐκ Μεσσηνίας ἐτηλεγραφεῖτο ὅτι διαπράττει ὄργια ἐν Μεσσηνίᾳ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι αὐτό· ἀλλ’ ὅτι μετετέθη ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν καὶ εἶχε τοποθετηθῆ εἰς τὸ Νησίον, καὶ συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματός μου εἶχεν ἀνασταλῆ ἡ μετάθεσις.
§38ΜΠΟΥΤΟΣ. Βεβαίως, ἂν δὲν ἦσαν ἐδῶ τὰ τηλεγραφήματα, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀποφασίσῃ τις ποῖος ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ τὰ τηλεγραφήματα εἶναι ἐδῶ καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀπαντήσω· αὐτὰ σᾶς διαψεύδουσιν. Ἐζητήθη προσέτι ἡ κατάθεσις τοῦ πρακτικοῦ τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν ὅπερ συνετάχθη κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1883, ἀφορῶν τὴν τάξιν ἐν Μεσσηνίᾳ. Δὲν εἰξεύρω εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο· ὑποθέτω ὅμως ὅτι τὸ ἐζήτησε διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Μεσσηνίᾳ δὲν ἦτο καλὴ καὶ ὅτι τὸ Δικαστήριον προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦτο διὰ νὰ καταδείξῃ τῇ Κυβερνήσει τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν Μεσσηνίᾳ, ἐξ οὗ λαβοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἀφορμὴν, ἔφερε τὴν τάξιν· ἢ ἄλλως θέλει ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης τὸ πρακτικὸν τοῦτο, τοῦ ὁποίου πατὴρ εἶναι τὸ δικαστικὸν ἐκεῖνο πρόσωπον, οὗ ἐμνήσθη ὁ Βουλευτὴς κ. Τζάνες, διὰ νὰ τὸ θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, καὶ συγκρίνῃ αὕτη τὴν κατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Μεσσηνίᾳ πρὸς παρελθοῦσαν ἄλλην κατάστασιν; Ἐγὼ ὁμολογῶ, κύριοι,—καὶ μοὶ ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ τὸ εἴπω—ὅτι ἤμην φίλος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως σχεδὸν μέχρις ἐσχάτων, καὶ ἐνῷ εἶμαι Βουλευτὴς— καὶ βεβαίως οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουν τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνητικῶν πράξεων—ἀναλαμβάνω ὅσον μέρος τῆς εὐθύνης ἀνήκει εἰς ἐμὲ διὰ τὴν παρελθοῦσαν διοίκησιν. Εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε ὅτι ἐν Μεσσηνίᾳ τὰ πάθη εἶναι ἐξημμένα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ζωηροὶ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ταχέως νὰ ἐκλείψωσι τὰ ἐγκλήματα καὶ νὰ μορφωθῇ ἡ κοινωνία· τοιαύτην κατάστασιν παρέλαβε τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, τῆς ἐν τῷ τόπῳ ἐκεῖ ὑπαρχούσης, ἐζήτει νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν καὶ νὰ συλλάβῃ τοὺς φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους. Ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ὅτι διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιτοπίου δυνάμεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πλήρης τάξις, λίαν ἀξιεπαίνως ἀπέστειλε πρόσθετον στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ εὐηργέτησεν ἀληθῶς τὸν τόπον, διότι συνέλαβε τοὺς φυγοποίνους καὶ τοὺς φυγοδίκους, ἀπεκατέστησε τὴν τάξιν, οἱ κτηματίαι εἰργάσθησαν καὶ συνεκόμισαν τὰ εἰσοδήματά των, καὶ ἐγκλήματα δὲν ἔλαβον χώραν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐζητήθη καὶ ἄλλο ἔγγραφον, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἐζητήθη καθ’ ἣν στιγμὴν, μὲ διέκοψεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτε τῷ εἶπον ὅτι ἀνακριβείας ἔλεγε, καὶ ὅτε χολωθεὶς μοὶ ἐπέῤῥιψε μίαν αἰτίασιν, τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, λέγω, δὲν ἐζητήθη τὴν ἡμέραν ἐκείνην· διότι, ἂν ἐζητεῖτο τότε, βεβαίως ἤθελον εἴπει ὅτι ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησεν ἔγγραφον μὴ ὑπάρχον. Ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης τὴν ἐπιοῦσαν σοβαρὸς, ἥσυχος καὶ μεμελετημένος ἀνῆλθε τὸ βῆμα τοῦτο καὶ εἶπε: Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ ἔγγραφον τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων, δι’ οὗ καταγγέλλεται εἷς Βουλευτὴς καὶ εἷς Δήμαρχος τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης ἐπὶ ἀποσφραγίσει ἐπιστολῶν». Ἐγὼ, κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐκείνης οὕτως ἀντελήφθην τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης. Ὑπέθεσα ὅτι εἶπεν, ὅ,τι αὐτὴν τὴν στιγμὴν λέγω, ἐνῷ ἄλλο παρετήρησα χθὲς, ὅταν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπερώτησίς του. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐγὼ ἀμέσως τὸν ὑπεστήριξα ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἐκείνης, παρακαλέσας τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ τὸ ζητούμενον ἔγγραφον, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν τίνες ἦσαν ὁ Βουλευτὴς καὶ Δήμαρχος ἐκ Μεσσήνης, οἵτινες ἔπραξαν ταῦτα, καὶ ἡτοιμαζόμην νὰ ζητήσω ἐν ὀνόματι ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου Συμβουλευτῶν Μεσσήνης λόγον ἀπὸ τὸν αὐτὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης πῶς ἔρχεται καὶ ῥίπτει ἀορίστως κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης τοιαύτην μομφὴν, ἐπίσης καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Δημάρχου Μεσσήνης μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ εἷς ἀδελφός μου, πῶς ῥίπτει τοιαύτην ἀόριστον αἰτίασιν κατὰ τῶν Δημάρχων τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἀλλὰ τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Μοὶ εἶπον ὅτι ἐφημερίς τις ἔλαβε τὴν εἴδησιν αὐτὴν, τὴν ἐτόρνευσε καὶ τὴν ἐδημοσίευσε, διὰ νὰ γείνῃ γνωστὸν ὅτι εὑρίσκεται Βουλευτὴς καὶ Δήμαρχος ἀποσφραγίζοντες ἐπιστολάς· ἡ ἐπερώτησις ἑπομένως τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀόριστος πλέον, ἀλλ’ ὡρισμένη καὶ σαφὴς, ὅτι Βουλευτὴς καὶ Δήμαρχος, δύω ἀδελφοὶ, κατηγγέλθησαν ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων, ὅτι ἀπεσφράγισαν ἐπιστολὰς, καὶ Βουλευτὴς καὶ Δήμαρχος ἐν Μεσσηνίᾳ εἶμαι ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου, διότι δύω ἀδελφοὶ εἴμεθα Βουλευταὶ καὶ εἷς Δήμαρχος. Εἷς λοιπὸν ἐξ ἡμῶν τῶν δύω καὶ ὁ ἀδελφός μας ἐξετελέσαμεν ὅ,τι μᾶς ἀποδίδει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀποδίδω ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Καλαμῶν.....
§40ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀλλὰ, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἔλαβε χώραν ἀφ’ ἧς δὲν μᾶς συνδέει πολιτικὴ φιλία μὲ τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης· διότι βεβαίως, ἐὰν πρότερον ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις, δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης κατεδέχθη ν’ ἀποτελέσωμεν ἕνα συνδυασμὸν κατὰ τὸ 1881; Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἐννοεῖ, ὅτι τὰς καταγγελλομένας πράξεις ἐξετελέσαμεν μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο νὰ ὑποπτεύσῃ κὰν τοιοῦτόν τι ἐκ μέρους ἡμῶν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ; Μὲ τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης συνειργάσθημεν ἐπὶ ἔτη πολλά. Τί διδόμενα ἔχει νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ παρακινήσῃ νὰ πράξω τοῦτο; Τί προσεδόκων διὰ νὰ προβῶ εἰς τὴν ταπεινὴν αὐτὴν πρᾶξιν; Εἶχον ἀνάγκην νὰ ἴδω τὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγὼ εἶμαι φίλος αὐτῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ κρύψῃ τι ἀπὸ ἐμέ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἴδω ἐπιστολὰς, ὁποίας καὶ διατί; Νὰ ἀποσφραγίσω συστημένας ἐπιστολὰς, διὰ νὰ ὠφεληθῶ τὸ πεντάδραχμον ἢ δεκάδραχμον, τὸ ὁποῖον στέλλουν οἱ πατέρες ἢ συγγενεῖς φυλακισμένων καταδίκων ἢ στρατιωτῶν; Καὶ ἔχει ὁ Βουλευτὴς Μεσσηνίας διδόμενα νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἤμην ἱκανὸς νὰ πράξω τοιαῦτα; Ἐγὼ, κύριοι, δὲν περιμένω ἀπὸ τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ μοῦ δώσῃ δίπλωμα ἐντιμότητος. Ἡ πολιτεία ἑκάστου εἶναι γνωστὴ, καὶ ἡ κοινωνία δὲν ἀπατᾶται ἀπὸ συκοφαντικοὺς ὑπαινιγμούς. Ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης γνωρίζει βεβαίως ὅτι δὲν διετέλεσα ποτὲ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, γνωρίζει ὅμως ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου πολιτεύομαι καὶ δὲν δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐνοικίασα δημοσίους φόρους καὶ δὲν ἐπλήρωσα, καὶ δὲν δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἐπῆρα γαίας, μεταλλεῖα, οὔτε ὅτι ἀνεμίχθην εἰς μετοχὰς καὶ λοιπά. Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης γνωρίζει ὅτι παρεκλήθην νὰ μείνω δημόσιος ὑπάλληλος ἐπὶ τρίμηνον μόνον, καὶ τὸν παραπέμπω νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι μοὶ προσεφέρθησαν πολλαὶ δεκάδες χιλιάδων δραχμῶν, ἵνα μὴ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ἀλλ’ ἐγὼ περιεφρόνησα τὴν τοιαύτην προσφοράν. Δὲν θὰ ἔλεγον βεβαίως τι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐὰν δὲν μὲ προεκάλει ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης· διότι ταῦτα ἀγνοοῦσιν οἱ πάντες ἐκτὸς ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ζωῇ, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δύναται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἐνεργειῶν μου αὐτῶν, διότι ἀπέστειλεν ὑπάλληλόν της καὶ μὲ συνεχάρη ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ μου ἐκείνῃ. Ἀλλὰ τί εἶχεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς μὲ τὸν Δήμαρχον Οἰχαλίας, μὲ τὸν ὁποῖον συνδέεται διὰ πνευματικῆς συγγενείας; Γνωρίζει ὅτι ὁ Δήμαρχος οὗτος οὔτε ὡς μάρτυς προσῆλθε ποτὲ ἐνώπιον δικαστηρίου, καὶ ὅτι πολλάκις ἀποφεύγει τὴν ὁρκοδοσίαν ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων. Καὶ ὅμως τολμᾷ καὶ ἔρχεται ἐνταῦθα καὶ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Δημάρχου Οἰχαλίας! Περὶ ἐμοῦ τί εἶπεν ἀδιαφορῶ. Γνωρίζετε ὅμως πῶς ὀνομάζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἀποδεικνύει ὅ,τι λέγει· ἀδιαφορῶ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι πολλάκις ἤκουσα τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης ὑβρίζοντα καὶ ὑβριζόμενον, μετὰ δύω δὲ λεπτὰ εἶδον αὐτὸν χαριεντιζόμενον μετὰ τῶν ὑβριστῶν του ἢ μὲ τοὺς παρ’ αὐτοῦ ὑβρισθέντας, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀπόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ὑπερασπισθῶσιν ἑαυτοὺς, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀναφέρῃ, κατὰ μείζονα δὲ λόγον νὰ τοὺς συκοφαντῇ.
§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι εἶπον, δὲν τὸ εἶπον ἐξ ἐμοῦ· ἐγὼ δὲν κατήγγειλα, δὲν σᾶς συνέλαβον ἐγὼ ἐγκληματοῦντα, ἀλλ’ εἶπον μόνον, ὅτι εἶδον ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ ἐπιστολὴν καὶ ἔγγραφα....
§42ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὴν πρωτοβουλίαν δὲ τοῦ Δημάρχου Οἰχαλίας ὀφείλει ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ πολὺ τὴν ἐνταῦθα θέσιν του, ὄχι διότι εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἦτο τότε ἐν τῷ στρατῷ, ὁ δὲ Δήμαρχος ἐκεῖνος ἐπέμεινεν, ἵνα ὡς τέταρτος Βουλευτὴς ὑποστηριχθῇ, ὁ ἐκ Μεσσήνης κ. Βουλευτής. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης, πῶς ἐτόλμησε νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ ποιήσηται ὑπαινιγμοὺς ἀνοσίους καὶ νὰ συκοφαντήσῃ ἀπόντας; Καὶ τί ἔχει ν’ ἀντιτάξῃ ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης ἀπέναντι τῆς διαψεύσεως τῆς ἐπισήμου τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων; Ἐγὼ τῷ δίδω προθεσμίαν ὅσην θέλει, ἵνα κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ἔγγραφον τοιοῦτον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης, πῶς ἐτόλμησε νὰ παρέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ συκοφαντήσῃ; Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ περγαμηναὶ τοῦ πολιτικοῦ καὶ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης; Ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης ὡμίλησε περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς του. Καὶ τίς ἠθέλησέ ποτε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐν τῷ τόπῳ ἐπιῤῥοήν του; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅταν συνεζητοῦμεν τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης, ὅτε ἦλθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ σημειώσεις καὶ λογαριασμοὺς, καὶ ἐνῷ ἐμειονοψήφησε κατὰ 500 ψήφους, πῶς εἶπεν ὅτι ἐπάλαισε μόνος του; τίς τῷ ἠμφισβήτησε τοῦτο; Ἐπίσης ὁ αὐτὸς δὲν ἦλθεν ἐδῶ πρὸ μικροῦ καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ῥουσφετίων; Καὶ τίς ἐπειράθη νὰ τῷ ἀνακόψῃ τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ λάβῃ, ἂν χορηγῶνται τοιαῦτα; Καὶ λέγει ταῦτα διὰ νὰ τὸν ἀκούσωσιν οἱ Βουλευταὶ ἢ διὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ ἡ Μεσσηνία; Ἐγὼ γνωρίζω μόνον ὅτι, ἐνῷ συνεπράττομεν μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης κατὰ τὸ 1880, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐξόδου μας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀπετύχομεν εἰς μίαν ἐκλογὴν δημοτικήν, οὗτος δὲ ἀμέσως ἔλαβε τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰς Ἀθήνας, καὶ βεβαίως θὰ ἀφικνεῖτο ἐνταῦθα, ἄν δὲν τὸν ἠμπόδιζον οἱ φίλοι του ἐν Καλάμαις.
§43Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς τιμᾷ, ἂν ἐνθυμεῖσθε τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀποτύχομεν, ἐνῷ συνεργαζόμεθα....
§44Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅταν λέγω ἀλήθειαν δὲν φοβοῦμαι τὰς διακοπάς σας.—Μάλιστα συνειργαζόμεθα καὶ ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου ὡς φίλος· ἀλλὰ λέγω ταῦτα, ἵνα μὴ λέγητε ὅτι ἔχετε ἐπιῤῥοὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὅπως δὲν τὸ λέγω καὶ ἐγὼ, διότι οἱ ἐν Μεσσήνῃ δὲν σύρονται ἀπὸ κανένα, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσι τὰς πεποιθήσεις των, διότι καὶ ἀνάπτυξιν ἔχουσι καὶ κρείσσονες ὑμῶν τε καὶ ἡμῶν ἐν τῷ τόπῳ ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ὑπολείπεται ἔτι μία σανὶς εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἐπλανήθην· ὅταν ἀνέβη σήμερον τὸ βῆμα ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἔλεγεν ὅτι ἐκ πλάνης ἀπέδωκεν εἰς τὸν συμπολίτην του τὴν βαρεῖαν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ οὗτος τὸ ἐναντίον ἔπραξε. Τονίσας τὴν φωνήν του κατὰ τὸ εἰωθὸς ἀπετάθη πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἶπε: «Μὴ μὲ ἀφήσητε ἐκτεθειμένον, κύριοι Ὑπουργοί, ἐξετάσατε ὅλα τὰ δικαστικὰ γραφεῖα τῶν Καλαμῶν καὶ θὰ εὕρητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σώζουσι τὴν ὑπόληψίν μου· εἶδον ἐγὼ αὐτὸς, εἶπε, τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος ἐν τῇ ἀνακρίσει Καλαμῶν». Ἀλλὰ θέλω ἐρωτήσει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ποῦ εὗρε καὶ ποῦ ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Ἡ ἀνάκρισις εἶναι, κύριοι, ὡς γινώσκετε, μυστική· μὴ διέπραξε λοιπὸν ὅ,τι ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς; Μὴ ἐξετάζων νύκτα τινὰ ποινικὰς δικογραφίας ἐξέλαβεν ἡμᾶς ὡς κατηγορουμένους; ἀλλ’ ὄχι, δὲν δέχομαι τοῦτο πρὸς τιμὴν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς μου πρὸς αὐτὸν ἔχει πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τελευταίας βουλευτικῆς ἐκλογῆς, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτῆς καὶ λοιπὰ ἔγγραφα ὑπῆρχε φάκελλος ἐγγράφων καὶ σπουδαία κατηγορία ἐφέρετο κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης ἐπὶ ἐγκληματικῇ πράξει. Καὶ ἐνῷ μέγιστον συμφέρον πολιτικὸν εἶχον, ὄχι μόνον δὲν κατεδέχθην νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν συμβαλλόντων εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως καὶ πολλὰ μέλη τοῦ Τμήματος παρεκάλεσα, ἵνα παρατρέξωσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠδύνασθε νὰ τὸ ἀποδείξητε.
§46ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἴπω ἐγώ τι ἐξ ἐμαυτοῦ· εἶχον ἔγγραφα ἐπίσημα καὶ ἠδυνάμην νὰ τὰ ἀναφέρω. Ἡ κοινωνία δὲ ἤθελε κρίνει τίς εἶχε τὸ συμφέρον νὰ ὑπεξαιρέσῃ τὴν δήλωσιν τῶν τέκνων τοῦ πατρός σου. Ἐγὼ ἐπολιτεύθην ὡς ἔπρεπε. Δὲν ὑπολείπεται, κύριοι, οὐδὲν ἄλλο ἢ νὰ προσαχθῇ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος. Θὰ παρακαλέσω ἐπιμόνως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὴν Εἰσαγγελίαν Καλαμῶν, εἴτε τηλεγραφικῶς εἴτε ἐγγράφως, ἵν’ ἀποστείλῃ ἐνταῦθα τὰς ἀποφάσεις τὰς κατὰ τῶν βουλευτῶν Μεσσήνης ἐκδοθείσας.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι τῶν βουλευτῶν· δὲν ἐνθυμεῖσθε καὶ διαστρέφετε τὰ λεχθέντα.
§48ΜΠΟΥΤΟΣ. Ζητῶ νὰ ἔλθωσιν αἱ κατὰ τῶν βουλευτῶν ὅλων δικογραφίαι, ἐν αἷς συμπεριλαμβάνομαι καὶ ἐγώ· ὅταν δὲ προσαχθῶσιν αἱ δικογραφίαι αὗται, θὰ ἴδητε ὅτι ἀντὶ σώματος ἐγκλήματος καθ’ ἡμῶν, θὰ ἀναγνώσητε δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης· ποσῶς δὲ δὲν τῷ ἐχρησίμευσεν ὁ ὑποβολεύς του, ὁ δοὺς τὰς πληροφορίας πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε πληροφορῶ καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον θέλει εὑρεθῆ καθ’ ἡμῶν, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ χαρακτηρίσω τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης. Δὲν πρέπει ὅμως, κύριοι, νὰ παραλείψω γεγονός τι, ὅπερ μοὶ συνέβη πρὸ ἐτῶν. Πρόσωπόν τι ἀπέστειλεν εἰς ἐμὲ ἢ ἐγὼ ἀπέστειλα πρὸς ἕτερον πρόσωπον ἐπιστολὴν, ἐπὶ τοῦ φακέλλου τῆς ὁποίας ἀνεκαλύφθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ὅτι εἶχε τεθῆ γραμματόσημον μεταχειρισμένον· ἡ ἀρχὴ ἐκείνη συνέταξε πρωτόκολλον καὶ ἔρευνα ἐγένετο νὰ ἀνακαλυφθῇ τίς ἔθεσε τὸ μεταχειρισμένον γραμματόσημον. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐξητάσθην ὡς μάρτυς, καὶ πιθανὸν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης ἐξετάζων δικογραφίας, μ’ ἐξέλαβεν ἐν τῇ ἀπειρίᾳ του ἀπὸ μάρτυρα κατηγορούμενον.
§49ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθ’ ὑμῶν ἐνώπιον τῆς Εἰσαγγελίας κατηγορία;
§50ΜΠΟΥΤΟΣ. Αὐτὴ δὲν εἶναι κατηγορία κατ’ ἐμοῦ· ἡ ἀρχὴ μὲ ἐξήτασε μόνον περὶ τοῦ τί ἐγνώριζον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὡς μάρτυρα. Τελειώνω, κύριοι, μὲ μόνον τοῦτο, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἄξιος τῆς ἑαυτοῦ τύχης, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ βλάψῃ τὸν ἄλλον, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε πρὸ ἡμερῶν νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ὅτι ὑπονομεύω τὰς ὑπολήψεις, αὐτὸ εἰς πάντα ἄλλον δύναται νὰ καταλογισθῇ ἢ εἰς ἐμέ.
§51Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ αἰσθανθῶ χαρὰν, καὶ θὰ συγχαρῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον κ. Μποῦτον, ἐὰν ὅ,τι ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ἀποδειχθῇ ἀληθές. Ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπάρχει ἐπιστολὴ, ὡμολόγησεν, ὅτι διετάχθη ἀνάκρισις, ὡμολόγησεν, ὅτι ἀναφέρεται τὸ ὄνομά του ἢ τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ αἰσθανθῶ χαρὰν μεγάλην, ἐὰν ὅ,τι εἶπεν εἶναι ἀκριβές. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἀποδείξω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι ἡ λέξις «συκοφαντία», τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψε κατ’ ἐμοῦ, μόνον ἐπὶ τοιούτων πράξεων δύναται νὰ τὴν μεταχειρισθῇ τις, καὶ ὄχι ὅταν δίδωνται πληροφορίαι, ὅτι στρατιωτικὴ δύναμις συνοδεύει τὸν Βουλευτήν.
§52Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐξηγήσατέ μας παρακαλῶ, τί διαφέρει ἡ λέξις «συκοφαντία» ἀπὸ τῆς λέξεως «ὕβρις». Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσήνης σᾶς εἶπεν, ὅτι συκοφαντεῖται, ἀποδιδομένων εἰς ὡρισμένον πρόσωπον ὡρισμένων ἐγκληματικῶν πράξεων.
§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ἐπέῤῥιψα κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σας διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερα κατὰ τοῦ ἐνωμοτάρχου, δὲν δύναται νὰ λεχθῇ συκοφαντία. Ἐὰν ἐγὼ ἐσυκοφάντησα τὸν ἀδελφόν σας, τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξωσι.
§54ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ τὰς κατὰ τῶν Βουλευτῶν Μεσσήνης καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, ἵνα ἀποδειχθῇ ποῖος ἔχει καταδικασθῆ.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω καταδικασθῆ ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἀτασθάλου Νομάρχου.
§56ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἅπαξ ἢ δίς;
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν μετάθεσιν τοῦ Παπασπυρίδου, καὶ τότε θὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
§58ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατ’ ἐντολὴν συμπολιτῶν μου ὑποβάλλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δύω παρακλήσεις: Αʹ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ πότε προτίθεται νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρ’ αὐτοῦ ὑποσχεθὲν Νομοσχέδιον περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, διότι οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἰνοποιοὶ διατελοῦσιν ἐν ἀμηχανίᾳ περὶ τοῦ πρακτέου ἐπὶ τῶν δηλώσεων, ἃς ὀφείλουσι νὰ κάμωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην. Ἀποδεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὸ ἀναγγελθὲν Νομοσχέδιον, μόνον δὲ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ ἐν ταῖς λεπτομερείαις του. Σχετικῶς δὲ πρὸς τοῦτο, παρακαλεῖται ἐπίσης νὰ ἐξετάσῃ, καὶ κατόπιν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πῶς συμβαίνει ὁ κύριος Ἔφορος Πατρῶν νὰ μὴν ἀναγνωρίζῃ τὴν διάκρισιν, ἣν ποιεῖται ὁ νόμος, καὶ νὰ καταλογίζῃ φόρον δι’ ὅλον τὸ ἐναποταμιευθὲν ποσὸν, ὅπερ καὶ βίᾳ εἰσπράττεται, τουτέστι διὰ τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὅπερ διέθεντο οἱ ἀμπελοκτήμονες εἰς τὰς οἰκογενειακάς των ἀνάγκας καὶ διὰ τὸ πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των διατεθέν. Περὶ ὅλων τούτων ἔχει καθῆκον, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ καὶ ἐπιφέρῃ ταχίστην θεραπείαν, διότι, ὡς πληροφοροῦμαι, ἔχουσιν ἀπόφασιν οἱ ἀμπελοκτήμονες νὰ ἐναγάγωσι τό τε Δημόσιον καὶ τοὺς ὑπαιτίους ὑπαλλήλους. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ ὀλίγα λεπτά. Πρὸ ἡμερῶν τὸν παρεκάλεσα ὄχι μόνον νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Πατρῶν, ἀλλὰ προσέτι, ὡς ῥητῶς φαίνεται ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, νὰ εἴπῃ, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ποία εἶναι ἡ γνώμη του, τί σκέπτεται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ διατί βραδύνει νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ εἰς τὴν λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν, ὅπως δοθῇ ἐπὶ τέλους μία λύσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ἀνέγνωσα. Καὶ δηλῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δύναται νὰ τ’ ἀναλάβῃ. Μετὰ τὴν τελευταίαν γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ἡ ὁποία συμπεραίνει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Μετὰ τὸ συμπέρασμα, λέγω, τοῦτο τῶν κυρίων Νομικῶν Συμβούλων, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐὰν δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ σήμερον ἐπὶ τούτου, ἂς ἀπαντήσῃ αὔριον, τί σκέπτεται νὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Θέλω δὲ παρακαλέσει αὐτὸν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ἐὰν εἶναι δυνατὸν, νὰ μὴ δεικνύῃ πλέον τὸν ζῆλον τοῦ παρελθόντος εἰς ἐπέμβασιν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ταχέως νὰ διευθύνῃ πρὸς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐμπειροτεχνῶν, ἡ ὁποία κατετέθη πρὸ μηνῶν, καὶ ἀφήσῃ εἰς αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ Νόμου εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ προβῇ εἰς οἵαν λύσιν ἤθελε κρίνει κατάλληλον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λιμένος.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἤδη ἐγένετο. Τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειροτεχνῶν μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν Νομικῶν Συμβούλων, τὴν ἀπέστειλα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν κατάθεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν, χωρὶς νὰ ἐκφράσω ἐγὼ οὐδεμίαν γνώμην ἀκριβῶς, ἵνα μὴ μοὶ ἐγίνετο παράπονον, ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπέμεινεν ἤδη πλέον ἢ ἡ ἐποπτεία καὶ συμβουλή.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λαβὼν ἤδη, καταθέτω ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν καταθέσεων τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταθέτετε καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000;
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τὰ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει νὰ πράξῃ, διότι ταῦτα κατετέθησαν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὥστε εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀνήκει ἡ προσαγωγὴ αὐτῶν.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· θὰ παρακαλέσωμεν νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις καὶ διανομή.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§65Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πρᾶξίν τινα καλὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου εἶμαι ὑποχρεωμένος κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ μέχρις οὗ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ φανῶ ὑπουργικός. Ἂς μὴ φανῇ δὲ παράδοξος μήτε εἰς τὸν φίλον μου κύριον Δεληγεώργην, μήτε εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κύριον Δηλιγιάννην ἡ τροπή μου αὕτη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθόσον ἡ Κυβερνητικὴ αὕτη ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου πρᾶξις εἶναι εὐεργετικὴ, εἶναι κοινωφελεστάτη. Διετάχθη ἡ κατασκευὴ γεφυρῶν τινων, ἡ ὁποία καὶ ἐνεργεῖται πρὸ τεσσάρων καὶ πέντε μηνῶν· ἀλλὰ συνέπεσε κατὰ τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ ἀναλάβωσιν ἄνθρωποι εὐνοούμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν, ὅτι διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξησφάλιζον εἰς ἑαυτοὺς ὠφελήματα πολὺ μεγάλα. Ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῶν γεφυρῶν τούτων, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ ἦναι αὗται παρὰ γέφυραι, ὡς κτιζόμεναι ἐπὶ τῆς ἄμμου καὶ πολυειδῶς καταδολιευομένης τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἐπὶ τῷ φαινομένῳ τούτῳ πάντες διεμαρτύροντο ὅτι δὲν ἐκτελεῖται ἔργον στερεὸν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ κατέπιπτον αἱ γέφυραι καὶ ὅτι οἱ ἐργολάβοι καταδολιεύονται καὶ οὐδόλως συμμορφόνονται πρὸς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀνέλαβον τὴν κατασκευήν· καὶ ἐγὼ αὐτὸς εὑρέθην ἐν ἀπορίᾳ διὰ τὴν καταδολίευσιν τοῦ ἔργου, καὶ πολλάκις παρετήρησα, ὅτι αἱ γέφυραι αὗται δὲν κατασκευάζονται συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἐργολάβοι ἀνέλαβον νὰ τὰς κατασκευάσωσι. Ἐγένετο κατηγορία καὶ συνεπεία τούτου ἡ Κυβέρνησις διέταξε νὰ ἐπιθεωρηθῶσι παρὰ μηχανικοῦ τὰ ἔργα ταῦτα, καὶ ὡς τοιοῦτος διετάχθη ὁ ἐργοδηγὸς Π. Σταθόπουλος, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκ Σινάνου τῆς Μεγαλοπόλεως διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ καὶ ἐπιθεωρήσῃ ταῦτα· ἀλλὰ μόλις μετέβη καὶ ἐπελήφθη τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ εἶδεν ὅτι τῷ ὄντι καταδολιεύονται οἱ ἐργολάβοι τὴν ἐργασίαν, ἐδήλωσε τοῦτο δημοσίᾳ. Οἱ ἐργολάβοι προσεπάθησαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὸν πείσωσι ν’ ἀποφανθῇ ὅτι τὰ ἔργα εἶναι στερεά, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐπείσθη, καὶ ἵνα μὴ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἐπιθεώρησιν διετάχθη τηλεγραφικῶς ν’ ἀναχωρήσῃ καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν του. Ἐγὼ βεβαίως εὐγνωμονῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ τοιαῦτα ἔργα, τὰ ὁποῖα διότι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πλὴν, μ’ ὅλον τοῦτο, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν γεφύρας καὶ ἴσως ἡ προτέρα κατάστασις θὰ ἦτο προτιμοτέρα, διότι ἤδη δαπανῶνται δημόσια χρήματα ἐπὶ ματαίῳ.
§66ΤΙΝΕΣ. Διατί λέγετε αὐτό;
§67Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι θὰ καταῤῥεύσωσι τὰ ἔργα ἀναποφεύκτως.—Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ ἐργοδηγοῦ καὶ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἰδίως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ ἢ ἐργοδηγοῦ Παναγιώτου Σταθοπούλου, καὶ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ τὰ συμβαίνοντα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ διαφωτισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν της δὲν ἔλαβε καιρὸν ἴσως νὰ ἐγκύψῃ εἰς αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω οὐδένα, ἀπ’ ἐναντίας· ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ εὐεργετήσῃ τὸν Τόπον διὰ δημοσίων ἔργων, τοσοῦτον χρησίμων διὰ τὴν συγκοινωνίαν· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καὶ νὰ δαπανηθῶσι τὰ δημόσια χρήματα ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ὠφεληθῶσι πρόσωπα, καὶ γεφύρας νὰ μὴν ἔχωμεν, καὶ ὅπως ἤδη κατασκευάζονται, δὲν ἔχομεν τοιαύτας.
§68Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας σας φαίνεται, ὅτι ἔχετε εἰδικότητα εἰς τὰ τῶν δημοσίων ἔργων. Σᾶς ἀποτείνω λοιπὸν τὴν ἐρώτησιν ἐὰν τὰ ἔργα παρελήφθησαν. Κατά τι Β. Διάταγμα, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ ἔργα ἐκτελοῦνται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν, θὰ παραληφθῶσι δὲ ἀπὸ τοὺς Γάλλους μηχανικούς· σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν ἂν παρελήφθησαν. Ἐὰν παρελήφθησαν, βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Ἐὰν δὲ δὲν παρελήφθησαν, τὰ δὲ ἔργα εὑρίσκονται εἰς τὸ στάδιον τῆς κατασκευῆς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ζήτημα.
§69Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑποστηρίζετε, ὅτι ἡ ἐργασία τῶν δημοσίων ἔργων δὲν ὑπόκειται εἰς ἐπιτήρησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τότε εἰς τί χρησιμεύουν οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ δημόσιοι ἐπιστάται; Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἐτάχθην μεθ’ ὑμῶν καὶ ἐξέφρασα τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνωσιν αὐτὰ τὰ εὐεργετικὰ ἔργα ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μας.
§70Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν καλωσύνην σας.
§71Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶπον καὶ λέγω, ὅτι ὁ ἐργοδηγὸς Παναγιώτης Σταθόπουλος, διαταχθεὶς νὰ μεταβῇ καὶ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ἔργα, εὗρε ταῦτα σαθρὰ, καὶ ὅτι οἱ ἐργολάβοι καταδολιεύονται ἀναισχύντως τὴν ἐργασίαν, δι’ ὅπερ νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν, ὅπως γίνωσι τὰ ἔργα τέλεια.
§72ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἀπὸ δύω περίπου μηνῶν οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πάνισια τοῦ δήμου Φαρκαδῶνος ἀνηνέχθησαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐξαιτούμενοι τὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διακινδυνευούσης ἰδιοκτησίας αὑτῶν.
§73ΤΙΝΕΣ. Πάλιν ἀγροτικὸν ζήτημα ἔχομεν;
§74ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὄχι. Γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν διαχάραξιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς ὑπὸ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς γαῖαι τινῶν χωρίων ἐν τῷ Τουρκικῷ παρέμειναν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ, καὶ ἄλλαι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ παρέμειναν ἐν τῷ Τουρκικῷ. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐν τῷ Τουρκικῷ νέμονται ἐλευθέρως καὶ ἄνευ οὐδενὸς προσκόμματος τὴν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἰδιοκτησίαν αὑτῶν, ἀποτίνοντες μόνον τοὺς νενομισμένους φόρους. Οἱ ἡμέτεροι ὅμως ἀπαντῶσι μυρίας δυσκολίας παρὰ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, εἰς βαθμὸν ὥστε πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν των. Δὲν γινώσκω ἂν καὶ τὰ ἄλλα χωρία, τὰ κατὰ τὴν μεθορίαν γραμμὴν τῶν γειτόνων Ἐπαρχιῶν, ἀπηύθυνον παράπονα πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἀντιπροσώπους αὑτῶν, τὰ χωρία ὅμως τὰ κείμενα εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, μοὶ ἀπηύθυνον τοιαῦτα παράπονα. Ἰδίως οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πάνισια, ἐσχάτως θελήσαντες νὰ ἐνοικιάσωσι τὰς γαίας αὑτῶν, ἐμποδίσθησαν παρὰ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, ἰσχυριζομένων, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν γαιῶν τούτων ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸν ἰσχυρισμόν των δὲ τοῦτον, αἱ ἐν λόγῳ Τουρκικαὶ Ἀρχαὶ στηρίζουσιν εἰς τοὺς τίτλους τῶν κατοίκων Πανίσης. Πολλοὶ τίτλοι ἰδιοκτησίας ἐξεδίδοντο ἐν Τουρκίᾳ περιέχοντες μὲν τὰ ὅρια τὰ περιστοιχοῦντα τὸ κτῆμα, οὐχὶ ὅμως ἀκριβῶς καὶ τὴν ἔκτασιν. Συνήθως τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάσεως ἐδηλοῦτο εἰς ὀλιγώτερον ἀριθμὸν τοῦ πραγματικοῦ, καὶ τοῦτο ἔπραττον οἱ ἰδιοκτῆται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, ἢ καὶ συνεννοούμενοι πολλάκις μετ’ αὐτῶν πρὸς ἀποφυγὴν τῆς φορολογίας· πολλοὶ δὲ τίτλοι διαφόρων κτημάτων ἔν τε τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ τῇ Ἠπείρῳ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι. Πιστεύω δὲ καὶ ὁ κ. Καραπάνος, μολονότι οἱ τίτλοι αὐτοῦ εἶναι διαφορετικοί, νὰ ἔχῃ καὶ τοιούτους, καὶ ἐὰν τυχὸν ἔχῃ, παρακαλῶ νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§75ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπρόσεξα εἰς τί μὲ ἐρωτήσατε.
§76ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Εἶπον, ἐὰν ἔχητε τίτλους περιέχοντας μὲν ὡρισμένως τὰ ὅρια τοῦ κτήματος, οὐχὶ ὅμως ἀκριβῶς καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάσεως.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τῳόντι, ὅ,τι συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη, συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, διότι ὁ ἰδιοκτήτης οὐδὲν συμφέρον ἔχει νὰ κρύψῃ τοὺς τίτλους του.
§78ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔβλαπτε ποσῶς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι τίτλος τοιοῦτος εἶναι ἀναμφίρηστος, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀναγεγραμμένον τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάσεως ἀκριβῶς. Τοῦτο αὐτὸ ἔπραξαν καὶ οἱ κάτοικοι Πανίσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν αὑτῶν, χωρὶς τὸ παράπαν οὐδέποτε νὰ ἐνοχληθῶσιν. Ἤδη ὅμως ἐθεώρησαν καλὸν αἱ Ὀθωμανικαὶ Ἀρχαί, ὡς γινώσκουσαι καὶ τὸ εἶδος τῶν τίτλων, νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς περιστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο διακηρύττουσι ὡς δημοσίους τὰς πλείστας τῶν γαιῶν ἐκείνων τῶν συγκριτικῶς πρὸς τοὺς τίτλους φαινομένων δῆθεν ὡς περισσευουσῶν, ἐξέθηκαν αὐτὰς εἰς πλειστηριασμόν. Καὶ δὲν ἐγένετο μὲν ἡ πώλησις αὐτῶν, διότι οὐδεὶς προσῆλθεν ἀγοραστής· ἐν τούτοις τὸ διάβημα καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ καταδείξῃ ποῖον κίνδυνον διατρέχει ἡ ἰδιοκτησία Ἑλλήνων πολιτῶν. Περὶ τούτου ἀνηνέχθην, ὡς εἶπον, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐνήργησέ τι, παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα. Ἂν δὲ δὲν ἐνήργησε, παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ εἰς τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς πληροφορίας, ἅσπερ ἐξέθηκα ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἶδος τῶν τίτλων, διότι ἐν τούτῳ ἰδίως ἔγκειται ἡ ἀφορμή.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§80ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κύριος Φιλάρετος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε Νομοσχέδιον ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων, παρεπονέθη σήμερον, ὅτι χθὲς προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δικαστικῶν Νομοσχεδίων, ἐνῷ εἶχε ζητήσει νὰ μὴ προβῇ, παρακαλῶ καὶ σήμερον, ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρών, νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν.
§81ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τότε θὰ ἀπέρχεται ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχων τροπολογίας ἢ νομοσχέδια, καὶ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τίποτε.
§82ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν παράκλησιν αὐτὴν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου· διὰ τοῦτο παρεκάλεσα σήμερον, ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρὼν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀναβολήν.
§83ΧΟΪΔΑΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Φιλαρέτου, δὲν ἐννοῶ τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. Καραπάνου, ἰσχυριζομένου, ὅτι ἐξ ἰδιοτροπίας τοῦ κ. Φιλαρέτου δὲν προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐγὼ φρονῶ μᾶλλον, ὅτι ἐξ ἀμελείας τοῦ Προεδρείου ἢ ἄλλου τινὸς προῆλθε, διότι δὲν ἐτυπώθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἐξ ἰδιοτροπίας τοῦ κ. Φιλαρέτου προέρχεται ἡ ἀναβολὴ, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι παρών· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ περιμείνῃ τὴν τύπωσιν, εἶναι ἄλλος λόγος.
§85ΧΟΪΔΑΣ. Αἱ τροποποιήσεις αὗται πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, καὶ αὐτὰς τὰς ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον σπουδαίας, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλή· ἐγὼ δὲ ἐνόμισα, ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προβαίνωμεν ἐξ ἰδιοτροπίας εἰς τὰ ἔργα μας, τότε θὰ ἔλεγον καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαγχονίσωμεν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν μὲ τοὺς Ὑπουργούς του.
§86ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἡ παράκλησις ἐγένετο περὶ ἀναβολῆς μόνον σήμερον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Βουλή, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ ἀναβολήν. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου. Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§88Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπὸ τῆς πρώτης ταύτης ἀναγνώσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ἵνα καὶ τὸ νομοσχέδιον κατασταθῇ καταληπτὸν, καὶ ἡ κοινωνία ἀντιληφθῇ περὶ τίνος πρόκειται. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου; ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι διττὴ ἢ μᾶλλον ὁ συντάκτης αὐτοῦ δύω ἐπιδιώκει σκοπούς· σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ συναγάγῃ εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν νόμον ἁπάσας τὰς διατάξεις τῶν προϋπαρχόντων νόμων περὶ χαρτοσήμου, ἀφορᾷ δὲ προσέτι εἰς αὔξησιν φορολογικήν. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς πρώτης ἀρχῆς, εἶμαι ὅμως κατὰ τῆς δευτέρας. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ πλανώμεθα. Ὁ κύριος καὶ μοναδικὸς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ταμιευτικὸς, εἶναι φορολογικός. Τί ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; αὔξησιν προσόδων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, μᾶς εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν νόμων, οὓς ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ μόνος φέρων αὔξησιν προσόδων εἶναι ὁ νόμος τοῦ χαρτοσήμου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀγόρευσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ἄλλῃ περιόδῳ τοῦ λόγου του, ἔλεγε καὶ ἄλλο τι περὶ τοῦ φόρου τούτου τοῦ χαρτοσήμου. Ὑποδεικνύων κατ’ ἀνάγκην τὰς καθυστερήσεις τῶν δημοσίων προσόδων τοῦ 1884, ἔλεγε περὶ χαρτοσήμου ταῦτα: «Ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχωμεν 800,000 δραχμῶν ἐλάσσονα εἴσπραξιν, καὶ τὸ χαρτόσημον, ὅπως ὅλοι οἱ ἔμμεσοι φόροι, ὅπως οἱ φόροι καταναλώσεως, ὅπως τὰ τέλη εἰσαγωγῆς, ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ὑφισταμένης· θεωρεῖται μάλιστα πολλαχοῦ ὡς τὸ θερμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, τοσοῦτον ἄρα δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἕνεκα τῆς καταστάσεως ἐλάττωσιν τῆς προσόδου ταύτης». Πόσον ταχέως μεταβάλλονται τὰ πράγματα! Ἐνῷ πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐχαρακτήριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου ὡς τὸ θερμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ἀνωμολόγησεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου κατάστασις δὲν εἶναι εὐάρεστος, λησμονῶν πάντα ταῦτα, πλανῶν ἢ πλανώμενος καὶ συναισθανόμενος τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐν ᾗ εὑρίσκεται πρὸς εἴσπραξιν χρημάτων, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ, ἂν δυνηθῇ, τὰ μεγάλα κενὰ, ἅτινα ἡ ἀπερίσκεπτος αὐτοῦ διοίκησις ἐδημιούργησε, προσπαθῶν, λέγω, νὰ σωθῇ ἐκ τοῦ βαράθρου, εἰς ὃ μοιραίως ὠθεῖται, ἐσκέφθη τὸ χαρτόσημον, καὶ ἐνόμισεν ὅτι δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον. Καὶ ὁπόσαι ἦσαν αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη; Κατὰ τὸ 1883 προϋπελογίσθησαν 6,140,000, εἰσεπράχθησαν δὲ 5,819,000. Κατὰ τὸ 1884 προϋπελογίσθησαν 7,000,000 καὶ εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 5,156,000. Ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ καθυστέρησις μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ἔσται μείζων τῶν 800,000 δραχμῶν, καὶ βεβαίως θὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον. Καὶ ἐνῷ τοσαῦτα καθυστεροῦνται εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ὑποστηρίζει σήμερον ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζει ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τί ποσὸν νομίζετε; 9,000,000. Νομίζει τουτέστιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ 3,000,000 ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα εἰσέπραττε κατὰ τὸ παρελθόν. Πόθεν θὰ τὰ λάβῃ; Αʹ.) διὰ μεταβολῆς τῆς διπλῆς κλίμακος τῶν βαθμιαίων ἀναλογικῶν τελῶν· Βʹ.) δι’ ἐλαττώσεως κατὰ μίαν τῶν περὶ τοὺς συγγενικοὺς βαθμοὺς διακρίσεων ἐπὶ κληρονομικῶν τελῶν· Γʹ.) δι’ ἐπιτάσεως τινῶν τῶν παγίων τελῶν ἢ καὶ προσθηκῶν ἐν αὐτοῖς· Δʹ.) διὰ ῥυθμίσεως ἀλλοίας τῆς ἐπὶ τοῦ σφραγιστοῦ χάρτου τῆς γραφῆς. Αὐξάνει τουτέστι τὰ τέλη τῆς ἀξίας τῶν συμβολαίων καὶ πασῶν τῶν ἰδιωτικῶν πράξεων, τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων, καθὼς καὶ ἄλλα ὡρισμένα πάγια τέλη. Ἡ ἰδέα, ἥτις ἐπεκράτησε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν φαίνεται ὅτι ἦτο ἡ ἰδέα φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· διότι τὴν τοιαύτην ἰδέαν ἀποκρούει αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του. Δὲν εἶναι λοιπὸν φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ τότε τί εἶναι; Θὰ τὸ ἀκούσητε. Ἐντεῦθεν, κύριοι, τῆς ὁμιλίας μου καὶ σχεδὸν μέχρι τέλους θ’ ἀναγκασθῶ πολλάκις νὰ καταφύγω εἰς τὰς ἐμβριθεῖς γνωμοδοτήσεις τοῦ ἐντίμου Δικηγορικοῦ Συλλόγου τῶν Ἀθηνῶν. Τίς νομίζετε ὅτι θὰ πληρώσῃ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας; Ὁ πλούσιος; εἶναι πλάνη. Ἰδοὺ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Συλλόγου τί λέγει εἷς τῶν διακεκριμένων νομικῶν, εἷς πρώην ἀνώτερος λειτουργὸς τῆς Θέμιδος, ὁ εὐπαίδευτος Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου: «Οἰκονομολόγοι τινὲς δικαιολογοῦσι τὸν φόρον τοῦτον ὡς βαρύνοντα τὰ κυκλοφοροῦντα κεφάλαια· ἀλλ’ ἡ θεωρία εἶναι ψευδὴς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, διότι βαρύνει οὐχὶ τὸν ἔχοντα τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ τόν ἔχοντα τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Λ. χ. ὁ πωλῶν τὴν οἰκίαν του ἵνα προμηθεύσῃ ἄρτον εἰς τὰ τέκνα του, εἶναι ὁ πληρόνων τὸ τέλος τοῦ συμβολαίου, καὶ ὁ δανειζόμενος χρήματα εἴτε παρὰ τῶν Τραπεζῶν, εἴτε παρὰ τῶν τοκογλύφων, πληρόνει τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, καὶ τὰ τέλη τῆς ὑποθήκης, καὶ τὰ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους». Καὶ κατὰ πόσον νομίζετε ὅτι αὐξάνουσι τὰ τέλη τῶν συμβολαίων καὶ ἐμπορικῶν ἐγγράφων; Τὸ ἄρθρον 12, παρατηρεῖ ὁ Σύλλογος, αὐξάνει ἐπαχθῶς τὰ τέλη τῶν συμβολαίων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τε κλάσεων τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 30 εἰς 43, καὶ τῆς ἀνωτέρας φορολογίας ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ τῶν ἄχρι τοῦδε κλάσεων. Οὕτως ὁ φόρος αὐξάνει κατὰ 50%, καθόσον, ἐνῷ κατὰ τὸν κείμενον νόμον ΧΙΔʹ τοῦ 1877, δι’ ἔγγραφον, ὁρῶν εἰς ποσὸν δραχμῶν 1,800, ἀπαιτεῖται χαρτόσημον δραχμῶν ἕξ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται ἐννέα. Ἐπίσης ἐπὶ ἐγγράφου διὰ ποσὸν δραχμῶν 90,000, ἐνῷ νῦν ἀπαιτεῖται χαρτόσημον δραχμῶν 300, διὰ τοῦ νομοσχεδίου θ’ ἀπαιτῆται 50% περιπλέον, ἤτοι δραχμῶν 450. Ἐνῷ διὰ τὴν ἀνωτέραν 3ην κλάσιν ποσοῦ δραχμῶν 150,000 ἀπαιτεῖται νῦν χαρτόσημον δραχμῶν 500, ἤδη θ’ ἀπαιτῆται 750 δραχμῶν, ἤτοι πλέον 50%. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν συμβάσεων ἄχρι τοῦδε ἐλαμβάνετο φόρος 3 ἐπὶ ταῖς χιλίαις κατὰ μέσον ὅρον, ἤδη θὰ λαμβάνηται 4½ ἐπὶ ταῖς χιλίαις καὶ ἔν τισι κλάσεσι 5. Προσέτι, ἐνῷ κατὰ τὸν νῦν ἰσχύοντα νόμον διὰ πᾶσαν δεκάδα χιλιάδων ἄνω τῶν 150,000 δραχμῶν πληρώνεται χαρτόσημον δραχμῶν 25, ἤτοι 2½‰, ἤδη θὰ πληρώνηται διπλάσιον, ἤτοι 50 δραχμῶν, 5‰. Σημειωτέον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1836 ἄχρι τοῦ 1865 ἡ ἀνωτέρα κλάσις χαρτοσήμου ἔφθανεν ἄχρι δραχμῶν 60· τῷ 1869 διὰ τοῦ νόμου ΤΛΖʹ ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 250 διὰ πᾶσαν ποσότητα πλέον τῶν 90,000 κ.λ.π. Ἐπίσης ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων βαρυτάτη εἰσάγεται φορολογία ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐμπορευομένων καὶ τῶν συναλλαγῶν διὰ τοῦ ἄρθρ. 14. Οὕτως, ἐνῷ ἄχρι ποσοῦ δρ. 750 ἐπληρώνετο τέλος λεπ. 50, ἤδη θὰ πληρώνηται τοῦτο ἄχρι 500. Ἐνῷ διὰ ποσὸν δρ. 150,000 ἐπληρώνετο τέλος δρ. 120, πέραν δὲ αὐτῶν δὲν ὑπέκειντο τὰ ἔγγραφα οἱασδήποτε ποσότητος εἰς ἀνώτερον τέλος, ἤδη εἰσάγονται κλάσεις τέσσαρες περιπλέον, ἡ μὲν δραχ. 200, ἡ δὲ 300, καὶ αἱ ἄλλαι 400 καὶ 500 δραχμῶν. Σημειωτέον ὅτι ἄχρι τοῦ 1865 τὸ ἀνώτερον τέλος τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων οἱασδήποτε ποσότητος ἦν δρ. 10· τῷ 1869 ηὐξήθη τοῦτο εἰς δρ. 50, καὶ τῷ 1877 εἰς δραχ. 120, μετὰ ἑπταετίαν δὲ μένει ἤδη εἰς δραχ. 500. Καὶ οὐ μόνον ὑπερόγκως αὐξάνουσι τὰ τέλη τῶν τε ἰδιωτικῶν ἐγγράφων καὶ τῶν ἐμπορικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως ταύτης μεγάλαι δυσχέρειαι παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν, τὸ δὲ Κράτος δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα φρονοῦσι· τὸ δὲ σπουδαιότερον διπλασιάζονται καὶ τριπλασιάζονται τὰ δικαστικὰ τέλη. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, ὡς πρὸς τὰ δικαστικὰ, ἐννοῶ, τέλη, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἔλεγεν ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι «τῶν κυρίως δικαστικῶν τελῶν ἐλαχίστη ἐγένετο μεταβολή». Κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ δικαστικὰ τέλη, ὡς προεῖπον, διπλασιάζονται καὶ τριπλασιάζονται. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, παρατηρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου: «Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαστικὰ τέλη, ὁ φόρος εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ κατὰ θεωρίαν, διότι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας ἱερὸν, ὅσον τὸ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐλευθερίας, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου. Ὅπως εἰς ταῦτα ἐπαρκέσῃ ἡ Πολιτεία πληρόνει τὸν φόρον αὐτοῦ ὁ κτηματίας, ὁ βιομήχανος, ὁ ἔμπορος κτλ. ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται ἴδιος φόρος διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ἕτερος διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ, ἄλλος διὰ τὴν χωροφυλακὴν, διάφορος διὰ τὴν διοίκησιν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν οἱ ὑπάρχοντες φόροι δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας ταύτας, δέον ν’ αὐξήσῃ ὁ ἔγγειος φόρος, ὁ τελωνειακὸς, ὁ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν κλ. ἀλλ’ οὐχὶ νὰ πωλῆται ἡ δικαιοσύνη εἰς τὸν πολίτην, ἐπὶ τῷ λόγῳ τοῦ νὰ πληρώσῃ οὗτος τοὺς δικαστικοὺς ὑπηρέτας καὶ ὑπαλλήλους, δι’ ὧν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὁ φόρος οὗτος εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένος, δὲν δύναταί τις ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν κατάργησιν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ εὐχηθῇ τὴν μετρίασιν αὐτοῦ. Ἀντὶ τούτου τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ἐπαυξάνει τὸ βάρος τοῦ φόρου ὡς πρὸς τὰ τέλη καὶ τῶν συμβολαίων καὶ τῶν δικαστικῶν πράξεων. Ὁ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1836 ὁρισθεὶς φόρος ἦτον ἀρκετὰ βαρὺς, ἐν μέρει δικαιολογούμενος τότε ἐκ τῆς ἐλλείψεως γεωργίας, βιομηχανίας, οἰκοδομῶν καὶ ἄλλων πηγῶν εἰσπράξεως φόρων. Σήμερον ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑπάρχει. Καὶ δικαιολογεῖται μὲν ἡ ἐπιβολὴ φόρων ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῆς καλῆς καὶ σκοπίμου χρήσεως αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν ἀπόκειται νὰ κρίνωμεν ἂν οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν εἰσπραχθέντες φόροι ἐδαπανήθησαν ἀληθῶς εἰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, οὐδὲ ἂν οἱ σήμερον ἀπαιτούμενοι θὰ δαπανηθῶσιν ἐπίσης ἐπωφελῶς καὶ σκοπίμως. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὴν παρατήρησιν ὅτι ὁ προτεινόμενος νόμος ἐπιβάλλει φορολογίαν βαρυτέραν οὐ μόνον τῆς ὁρισθείσης διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1836, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπικρατούσης εἰς ἄλλας Εὐρωπαϊκὰς Πολιτείας, τῶν ὁποίων οἱ ὑπήκοοι εἶναι ἀσυγκρίτως πλουσιώτεροι.» Ὁ τεχνικὸς, κύριοι, τρόπος, δι’ οὗ αὐξάνουσι τὰ δικαστικὰ τέλη, εἶναι αἱ διαστάσεις καὶ ὁ χῶρος τοῦ νέου σχήματος τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ἡ καθιέρωσις τῶν περιθωρίων. Φρονῶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ χώρου καὶ ἡ δι’ αὐτῆς αὔξησις τοῦ φόρου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ὄχι μόνον μένει ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναιτιολόγητος, ἀλλὰ καὶ ἀδικαιολόγητος, καὶ ἀντιστρατεύεται πρός τε τὸ δίκαιον καὶ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἰδοὺ τί ἐπὶ τούτου παρατηρεῖ ἓν ἔγκριτον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου μέλος: «Οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης φόρου, δὲν ἐννοῶ κατὰ τίνα λογικὸν συλλογισμὸν τὸν φόρον τοῦτον ὀφείλει νὰ πληρώνῃ διπλάσιον, τριπλάσιον, πολλαπλάσιον, ὁ ἐπικαλούμενος τῆς δικαιοσύνης τὴν ἀρωγὴν, ἐκεῖνος ὅστις ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι τὸ θῦμα τῆς ἀδικίας, νὰ προσβάλλωνται, ἀπειλῶνται ἢ καταστρέφωνται τὰ δίκαιά του, διότι ἡ θρασύτης, ἡ στρεψοδικία τοῦ ἀδικοπραγοῦντος, διότι ἡ ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ ὀλιγωρία, ἢ δικονομικὴ ἀδυναμία τοῦ νὰ περιορίσῃ αὐτὴν, διότι ἡ ἄγνοια, ἡ ἀνικανότης, ἡ φυγοπονία τοῦ δικαστηρίου, διότι ἡ πολυγραφία τοῦ ἀντιδίκου καὶ ἀστοχία τοῦ δικαστοῦ, ἐπισωρεύει χαρτόσημα ἐπὶ χαρτοσήμων, ἀποφάσεις ἐπὶ ἀποφάσεων, αἵτινες οὐχὶ σπανίως ἀντὶ νὰ λύωσι τοὺς δεσμοὺς τῆς ἀδικίας, δεσμεύουσι καὶ δυσχεραίνουσι τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, παρέλκουσαι ἐπ’ ἄπειρον τὰς δίκας καὶ ἀπελπίζουσαι τὸν ἄνευ τέλους ἀπεκδεχόμενον τὸ τέλος αὐτῆς! Χθὲς ἔτι εἴδομεν 13 ἀποφάσεις Ἐφετείου ἐν μιᾷ δίκῃ συρομένας ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς ἀναίρεσιν. Θὰ ἐνόουν τὴν φορολογίαν τῆς δικαιοσύνης ἀναλόγως τοῦ προσβληθέντος ἢ ἀναγραφομένου ἀγαθοῦ—ἀφοῦ καὶ ἀδύνατος καὶ ἀπραγματοποίητος καὶ οὐχὶ ἄνευ ἀτοπημάτων τινῶν εἶναι ἡ ὅλως ἀδύνατος τῆς δικαιοσύνης ἀπονομή— ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι καὶ ψυχολογικῶς ἀμφίβολον καὶ πρακτικῶς ἀδύνατον, δικαιότερον καὶ λογικώτερον εἶναι, φρονῶ, ἐὰν, ἀφοῦ ὑποβληθῇ, οἱονδήποτε ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον καὶ εὔλογον τέλος δι’ ἑκάστην ἀπόφασιν, νὰ μὴ διπλασιάζηται ἢ πολλαπλασιάζηται τὸ τέλος αὐτὸ ἀναλόγως τῶν κατὰ τοῦ δικαίου προσκομμάτων, καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ νὰ προστίθεται μετὰ τὸ ἅπαξ διὰ τοῦ πρώτου φύλλου πληρωνόμενον τέλος πρόσθετος δραχμῆς μόνον πρόσθετος χάρτης, ἢ τοὐλάχιστον διὰ τὴν γραφὴν καὶ τὴν ἐργασίαν μεῖζόν τι καὶ τῆς δραχμῆς (2 ἢ 3 δρ.) ἢ καὶ μὲ βαθμιαίαν ἐλάττωσιν 5, εἶτα 3, εἶτα 1 δραχμῆς· καθότι πάσης δικαιολογίας στερεῖται ὁ πολλαπλασιασμὸς τοῦ φόρου ἀναλόγως τοῦ πολλαπλασιασμοῦ εὐστόχων ἐνστάσεων, καὶ ἀστόχων κατὰ τοῦ δικαίου αἰτιολογιῶν τοῦ δικαστηρίου.» Νομίζω, κύριοι, ὅτι προσέτι βαρυτάτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 10, καὶ πρέπει νὰ λείψῃ· διότι ἐνδεχόμενον νὰ γείνῃ ἀρχὴ γραφῆς ἐν τῷ χαρτοσήμῳ παρὰ τοῦ ἰδίου προσώπου, ἐνδεχόμενον νὰ ὑποπέσῃ ὁ συντάσσων τὸ δικόγραφον εἰς ἓν λάθος, καὶ ἀντὶ π. χ. νὰ γράψῃ «ἔφεσις» γράφει «ἀνακοπή»· τοῦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 10 ἀρκεῖ νὰ καταστήσῃ τὸ χαρτόσημον ἄχρηστον.
§89ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξηλέγξατε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν; Σᾶς παρατηρῶ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι σχεδὸν κατὰ γράμμα τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ κειμένου νόμου. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρ. 4 (ἀναγινώσκει).
§90ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ φρονῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ λείψῃ μία ἀδικία. Διὰ τοῦ ἄρθρου 13 ὁρίζονται τίνα εἶναι τὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλονται τὰ τέλη τῆς ἀξίας. Ἰδίως ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς παραγράφου 5, καθ’ ἣν αἱ ἀποδείξεις καὶ ἐξοφλήσεις λογαριασμῶν μεταξὺ ἐμπόρων ὑποβάλλονται καὶ αὐταὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ἀξίας. Αἱ ἀποδείξεις καὶ ἐξοφλήσεις λογαριασμῶν δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ χαρτοσήμου ὁμοίου τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγματικῶν. Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου ἐπληρώθη ἅπαξ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς συναλλαγματικῆς, διὰ τῶν χρημάτων τῆς ὁποίας πληρώνονται τὰ διάφορα προϊόντα τῆς ἐξαγωγῆς. Ἐπίσης καὶ τῶν δοσοληπτικῶν λογαριασμῶν τὰ καθέκαστα τῶν κονδυλίων εἶναι βεβαρημένα διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ χαρτοσήμου. Λοιπὸν δι’ ὅλας τὰς ἀποδείξεις, αἵτινες δὲν φέρουν χαρακτῆρα χρέους ἢ δανείου, εἰμὴ ἀπέναντι πληρωμῆς τοῦ δεῖνα εἴδους, νὰ τίθεται χαρτόσημον ἄνω τῶν 50 δραχμῶν λεπ. 10· ἐπίσης καὶ εἰς πάντα ἀλληλόχρεων λογαριασμὸν ἄνω τῶν 100 δραχμῶν χαρτόσημον λεπ. 10. Τοιουτοτρόπως ὅλοι θὰ ὑποβάλλωνται, διότι καὶ ὁ πληρώνων καὶ ὁ λαμβάνων δὲν θὰ ὑπεκφεύγουν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ δεκαλέπτου χαρτοσήμου. Οὕτω δὲ καὶ εὐκολία μεγίστη παρέχεται εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ τὸ Κράτος μεγάλα ποσὰ θὰ εἰσπράττῃ. Οὕτω πράττουν καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἐπὶ τοιούτων ἀποδείξεων ἐπιθέτουν χαρτόσημον μιᾶς πέννας. Περὶ ἀποδείξεων καὶ ἐξοφλήσεων μὴ ἐμπορικῆς αἰτίας προβλέπει τὸ ἄρθρον 18 καὶ ἐπιβάλλει φόρον δεκαλέπτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου τούτου, περὶ τῶν ἐμπορικῶν τρεχουμένων λογαριασμῶν ἢ ἄλλων ἀποδείξεων μεταξὺ ἐμπόρων δὲν προβλέπει παρὰ μόνον τὸ ἄρθρον 20, ἀλλὰ καὶ τοῦτο διὰ μίαν μόνην κατηγορίαν, τὴν ἐν ἐδαφίῳ τρίτῳ, καθ’ ὃ «τὰ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χάρτου διδόμενα ἀποδεικτικὰ πληρωμῆς ποσοῦ, δι’ ὃ προεπληρώθη τέλος κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἀξίας, ὑπόκεινται εἰς τέλος 50 λεπτῶν». Διὰ τούτου ἐννοεῖ τὸ ἐδάφιον τοῦτο τὰς συναλλαγματικὰς καὶ τὰ γραμμάτια εἰς διαταγὴν ἐπὶ τῶν ὁποίων προεπληρώθη ἤδη ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου κατὰ τὴν προεξόφλησιν. Ὅταν π. χ. μεταβαίνετε εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ εἴς τινα τραπεζίτην διὰ νὰ λάβητε τὸ γραμμάτιόν σας πληρώνοντες, ὀφείλετε νὰ θέσητε 50 λεπτῶν χαρτόσημον πρὶν τὸ παραλάβητε. Τοῦτο καὶ σήμερον γίνεται, καὶ γίνεται πρὸ μηνῶν ἤδη, καὶ ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι εἰς ἄκρον πιεστικόν. Δὲν γνωρίζω δὲ εἰς ποῖον ἰσχύοντα νόμον ἐστήριξεν ἡ Κυβέρνησις τὴν τελευταίαν διαταγήν της, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδώσει ὡς πρὸς τοῦτο. Γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι παραστάσεις τῇ ἐγένοντο παρὰ πολλῶν, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου τῶν Πατρῶν, νομίζω. Ἤδη τὸ ἐν τῇ πράξει γινόμενον νομιμοποιεῖται, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄδικον· διότι, ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσητε τὸ γραμμάτιόν σας, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ λάβητε ἐξόφλησιν, λαμβάνετε αὐτὸ τοῦτο τὸ γραμμάτιον. Διατί νὰ μὴν ἔχητε τὴν ἐλευθερίαν καὶ νὰ ξεσχίσητε τὸ γραμμάτιόν σας, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ πληρώνετε, καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ δανειστοῦ σας; Καὶ μὅλα ταῦτα αἱ Τράπεζαι διετάχθησαν νὰ ἐπιβάλλωσι τὸ τέλος τοῦτο, καὶ ὑπεχρεώθησαν παρὰ πάντα λόγον νὰ πιέζωσι τοὺς πολίτας καὶ τὸ ἐμπόριον διὰ τῆς προσθέτου ταύτης φορολογίας, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς πολλὰς χιλιάδας ἐτησίως. Ἡ διάταξις ὅμως αὕτη τοῦ τέλους τῶν 50 λεπτῶν ἀφορᾷ εἰς τὰ γραμμάτια καὶ τὰς συναλλαγματικάς, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ἀποδείξεις καὶ ἐξοφλήσεις λογαριασμῶν μεταξὺ ἐμπόρων, καὶ ἄν μὲν θεωρηθῇ ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν γραμματίων, καὶ ὑπόκεινται εἰς τέλος 50 λεπτῶν, τοῦτο εἶναι πολὺ ἐπαχθὲς, ἂν ὅμως ὑπάγωνται, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 13 § 5, εἰς τὸ τέλος τῆς ἀξίας, τοῦτο εἶναι ἀφόρητον. Καὶ ὀφείλει νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπίσης εἶναι βαρυτάτη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν συναλλαγματικαὶ καὶ ἄλλα εἰς διαταγὴν ἔγγραφα ἐκδίδωνται πολλαπλᾶ, ἕκαστον ἀντίτυπον ὑπόκειται εἰς τὸ αὐτὸ τέλος. Δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως φορολογεῖται τρὶς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον πρὸς βλάβην μεγίστην τῶν ἐμπορικῶν συναλλαγῶν. Ἀπαγορεύονται διὰ τοῦ ἄρθρου 13 καὶ αὐτοὶ οἱ συμβιβασμοὶ, καὶ ὅταν τελῶνται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον οἱ συμβιβασμοὶ ὑποβάλλονται εἰς χαρτόσημον ἀξίας, δὲν ἔπρεπεν ὅμως καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις χάριν τῶν πολιτῶν, ὑπὲρ ὧν λέγει ὅτι ἐπρονόησε, καὶ ἵνα ἐνισχύσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν καλὴν προδιάθεσιν τοῦ νὰ λύωσι τὰς διαφορὰς των διὰ συμβιβασμοῦ, νὰ συμπεριλάβῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Διατί νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ συμβιβασμὸς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δι’ ἁπλοῦ πρακτικοῦ; Τοῦτο ὅμως ἀπαγορεύεται· διότι ἂν θελήσῃ τις νὰ διανοηθῇ συμβιβασμόν, τὸ φάσμα τῆς καταβολῆς τοῦ τέλους τῆς ἀξίας τὸν ἐμποδίζει. Εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ παρορμῶμεν αὐτὸν ν’ ἀποδυθῇ εἰς τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, καὶ θὰ προτιμήσῃ βεβαίως τοῦτον, διότι εἶναι εὐθηνότερος ἀπὸ τὸν συμβιβασμὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 13.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ νομῆς ἢ κυριότητος, πῶς θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἀξία; Ὑπάρχει ἔλλειψις ἐν τῷ νόμῳ· διότι ὑπάρχουν δίκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τετιμημένα ἀντικείμενα, ὡς εἶναι τὸ περὶ νομῆς καὶ κυριότητος.
§92ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει ἔλλειψις, καὶ ταύτην ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανορθώσῃ, Ἔπρεπε νὰ διευκολύνῃ τὸν συμβιβασμὸν ἐπὶ πάσης διαφορᾶς.
§93ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐπιτρέπεται συμβιβασμός.
§94ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς ὡμίλουν.— Διὰ τοῦ ἄρθρου 15 ὑποβάλλονται εἰς τὸ τέλος τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων καὶ αὐταὶ αἱ ἐπιταγαὶ πληρωμῶν διὰ ποσότητας κυκλοφορούσας ἐν τῷ Βασιλείῳ, τουτέστι πρὸ πάντων αἱ ἐπιταγαὶ τῶν Τραπεζῶν· διότι αὗται εἶναι κατὰ τὸ ἄρθρον διαταγαὶ πρὸς πληρωμὴν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον κεφαλαίων κυκλοφορούντων ἐν τῷ Βασιλείῳ. Φαντασθῆτε εἰς πόσα ἐμπόδια ὑποβάλλεται ἡ πρώτη αὕτη κίνησις τῶν ἐμπορικῶν κεφαλαίων, καθ’ ἑκάστην ἐχόντων ἀνάγκην νὰ μεταφερθῶσιν ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, τῶν ὁποίων προεπληρώθη μάλιστα ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου! εἶναι δίκαιον καὶ ταῦτα νὰ ὑποβάλλωνται καὶ πάλιν, διότι μεταφέρονται δι’ ἐπιταγῆς τῆς Τραπέζης, εἰς τὸν φόρον τῆς ἀξίας; Ὡς πρὸς δὲ τὰ κατάστιχα τῶν ἐμπόρων ἰδοὺ τί διατάσσεται: Διὰ τοῦ ἄρθρου 19 τὸ τέλος τῶν βιβλίων τῶν ἐμπόρων αὐξάνεται εἰς 10 λεπτὰ κατὰ φύλλον ἀντὶ τῶν 5, ἅτινα ἦσαν καθιερωμένα διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου ΤΛΖʹ τοῦ 1869. Καὶ ἂν τὸ φύλλον τοῦ βιβλίου ὑπερβαίνῃ τὸ διπλάσιον τοῦ χαρτοσήμου, πρὶν ὑπεβάλλετο εἰς τέλος 10 λεπτά, ἤδη εἰς 15· ὑπερβολικὸν τὸ τέλος· ἀνάλογον 2 λεπτῶν, κατὰ φύλλον, ἵνα γίνηται γενικὴ χρῆσις τῆς χαρτοσημάνσεως. Ἐπὶ πλέον τὸ ἄρθρον 19 φορολογεῖ τὰ ταμιακὰ βιβλία τῶν δικηγόρων καὶ τὰ εὑρετήρια τῶν συμβολαιογράφων, ἐνῷ πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21 παρατηρεῖ ὁ Σύλλογος ὅτι ἡ § ά. αὐξάνει τὰ τέλη τῆς αἰτήσεως θεραπείας εἰς δραχ. μίαν, καὶ πάσης πρὸς δικαστικὴν Ἀρχὴν αἰτήσεως, καὶ διαφόρων ἄλλων αἰτήσεων τῶν πολιτῶν πρὸς Διοικητικὰς Ἀρχάς, οὕτω δὲ περιορίζεται τὸ διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερούμενον δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὰς Ἀρχάς· κατὰ δὲ τὴν § ζʹ. αὐξάνονται τὰ τέλη τῆς ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικῶν πρὸς συμβιβασμὸν, καὶ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας, ὅπερ βαρύτατον διὰ τοὺς διαδίκους, ἰδίως διὰ τὰς κλήσεις πρὸς μάρτυρας, πραγματογνώμονας κ. λ. καὶ διὰ τὴν κατὰ τὴν ἀπόδειξιν διαδικασίαν, εἰς ἃς δαπανῶνται συνήθως πολλὰ φύλλα χαρτοσήμου. Ἐπὶ τῆς § θʹ. παρετήρησεν ὅτι τὸ τέλος τῆς ἐν τῷ πινακίῳ ἐγγραφῆς ἐκ δραχ. μιᾶς διὰ τὸ Πρωτοδικεῖον, δύω διὰ τὸ Ἐφετεῖον καὶ τρεῖς διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον διπλασιάζεται διὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων εἰς τὰ ἰδιαίτερα περὶ τούτων βιβλία. Ἀλλὰ τὸ μᾶλλον ἐνδιαφέρον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 52 ἡ παράλειψις τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ βιβλία ταῦτα καθιστᾷ τὴν ἀνακοπὴν καὶ τὴν ἔφεσιν ἀπαράδεκτον. Ἡ διάταξις εἶναι λίαν αὐστηρὰ καὶ ἄδικος, καθόσον ἡ παράλειψις τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ πινακίῳ ἐπιφέρει μόνον τὴν ἄρνησιν τοῦ δικαστηρίου πρὸς συζήτησιν τῆς δίκης, καὶ ἡ παράλειψις τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν ἀνακοπῶν ἢ τῶν ἐφέσεων ζημιοῖ τὸν ἀνακόπτοντα, ἢ τὸν ἐκκαλοῦντα διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως· ἀλλ’ ἐὰν εἴτε ἐξ ἀμελείας τοῦ δικηγόρου, εἴτε ἐξ ἀγνοίας τοῦ διαδίκου δὲν ἐνεγράφη ἡ ἀνακοπή, ἢ ἡ ἔφεσις αὐτοῦ εἰς ἰδιαίτερα περὶ τούτων βιβλία, εἶναι λίαν αὐστηρὸν καὶ ἄδικον νὰ ἀρνῆται ὁ νόμος εἰς τὸν διάδικον τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐφέσεως.
§95ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαράδεκτος πρὸς συζήτησιν, λέγετε. Βλέπετε πόσον καλὰ ἐξητάσατε τὸ Νομοσχέδιον;
§96ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ὅταν ῥητῶς τὸ ἄρθρ. 52 λέγῃ ὅτι ἀνακοπαὶ καὶ ἐφέσεις εἶναι ἀπαράδεκτοι πρὸς συζήτησιν, ἂν μὴ ἐπισυνάπτηται αὐταῖς πιστοποίησις καταβολῆς τοῦ τέλους, τί ἄλλο σημαίνει εἰμὴ ὅτι ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνακόπτοντος δύναται νὰ λάβῃ ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ἀποῤῥιπτομένης τῆς ἀνακοπῆς ὡς ἀπαραδέκτου; Σᾶς ἐρωτῶ, τί ἄλλο δύναται νὰ γίνῃ; ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ αἰνίγματος.—Θὰ ἐπιτραπῇ ἄλλη συζήτησις; Καὶ πῶς θὰ γίνῃ τοῦτο; Τὸ ὀλιγώτερον θὰ ἴδωμεν νὰ παρελκύωνται αἱ δίκαι. Ἀλλὰ μὴ ταράττεσθε διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Σᾶς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι αἱ γνῶμαι, ἃς ὑποστηρίζω, στηρίζονται εἰς τὸ κῦρος τῆς πεφωτισμένης γνώμης τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Παραδέχομαι, ὅτι σεῖς εἰδικῶς κατεγίνατε εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς ἤκουσα, ἐλάβατε καὶ μέρος εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ καὶ εἶσθε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ πολλὰ χρήματα θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἐπέλθῃ, καὶ ἐνοχλεῖσθε διὰ τὰ προσκόμματα. Ἀλλ’ εἰμὶ βέβαιος ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων πείθεσθε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ. Δὲν εἶναι δίκαιον, ὑπὸ τὴν εὔλογον πρόφασιν τῆς ἑνωποιήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου, ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ᾐσθάνετο καὶ ὅλη ἡ κοινωνία, νὰ ἐπιτίθεσθε ἀσπλάγχνως κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ κεκαλυμμένως, καὶ νὰ ζητῆτε νὰ αὐξήσητε ὑπερόγκως τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, καὶ νὰ ἐπιβάλητε ἐπὶ τῶν πολιτῶν φορολογίαν, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 3,000,000. Καὶ ἔχομεν πολλὰς ἄλλας προσόδους, ἀποφερούσας τόσα μεγάλα ποσά; ναί, ἔχομεν· ἀλλ’ ὅταν ἐσυζητοῦντο τὰ περὶ αὐτῶν, ἡ συζήτησις ἐγένετο λεπτομερεστάτη. Καὶ θέλετε ἤδη νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἄνευ παρατηρήσεων νὰ λάβητε παρ’ ἡμῶν τὸν ἐπαχθέστατον τοῦτον φόρον, καὶ νομίζετε ὅτι λέγοντες πρὸς ἡμᾶς ὅτι δὲν ἐμελετήσαμεν καλῶς, ὅτι δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ Νομοσχεδίου σας, λέγετέ τι σπουδαῖον; Λοιπὸν μὴ στενοχωρῆσθε, ἂν σήμερον, προκειμένου περὶ τοσοῦτον μεγάλου καὶ ἐπαχθοῦς βάρους, προσπαθῶμεν ὅσον δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἴς τινας λεπτομερείας διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὄχι ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν δεχόμεθα τὸ Νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν νόμων περὶ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούομεν τὸ βάρος τοῦτο μετὰ τὰ ἀλλεπάλληλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ λαοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καὶ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν ἠσθάνθη τὸ ἀντάλλαγμα, μὴ ἀδημονεῖτε, λέγω, ἐὰν ἐπιμένωμεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Βεβαίως, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ἔχω περισσοτέραν πεποίθησιν εἰς τὰ φῶτα τοῦ διακεκριμένου Δικηγορικοῦ Συλλόγου τῶν Ἀθηνῶν, οὗτινος τὴν ἐπιτροπὴν μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς ἐδέξατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑπεσχέθη πρὸς αὐτὴν ὅτι ἤθελε μελετήσει τὰς προτάσεις της. Ἔπειτα δὲν εἶναι δυνατὸν Νομοσχέδιον τοσοῦτον πολύπλοκον, περιλαμβάνον 65 ὅλας διατάξεις, καθ’ ὅλας τὰς δυνατὰς λεπτομερείας του νὰ ἐξετασθῇ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι καὶ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ παρακολουθῶσι, καὶ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς μετὰ τοῦ προσήκοντος ζήλου νὰ ἐργάζωνται. Διὰ τοῦ ἄρθρου 25 αὐξάνουσι τὰ τέλη τῶν διαθηκῶν, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὰ τέλη τῶν διαμαρτυρικῶν. Ἄλλο βάρος καὶ ἐμπόδιον τοῦτο εἰς τὸ ἐμπόριον· γνωρίζετε ὅτι τὰ διαμαρτυρικὰ γίνονται καθ’ ἑκάστην, εἶναι τὸ μόνον καταφύγιον τοῦ πολίτου, τοῦ τραπεζίτου, τοῦ ἐμπόρου, ὅστις δὲν πληρόνεται παρὰ τοῦ ὀφείλοντος πρὸς αὐτὸν δυνάμει γραμματίου, ἢ συναλλαγματικῆς, διὰ νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ εἰς πληρωμὴν, διότι πολλάκις δὲν φθάνουν μέχρι τοῦ δικαστηρίου. Τὸ διαμαρτυρικὸν ἀναβιβάζεται ἀπὸ 3 εἰς 5 δραχμάς. Ἐπειδὴ δὲ λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἐγένοντο μόνον αἱ αὐξήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐλαττώσεις, ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἥτις ἔγεινε, καὶ τὸ ὄφελος, ὅπερ ἔχει ἡ κοινωνία ἐξ αὐτῆς, εἶναι μόνον αἱ αἰτήσεις προτιμήσεως παρὰ τῷ Προέδρῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἵτινες ἀντὶ 10 δραχ. θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τέλος δραχμῶν 5. Ἂν δὲ ὑπολογίσωμεν ὅτι τοιαῦται αἰτήσεις ὑποβάλλονται περὶ τὰς ἑκατὸν κατ’ ἔτος, ἔχομεν κέρδος δραχμῶν 500. Ἰδοὺ ἡ σπουδαία ἐλάττωσις! Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31, ἰδοὺ τί παρατηρεῖ ὁ Σύλλογος: «Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο φαίνεται ἄμοιρον σπουδαίας καὶ προσηκούσης μελέτης· ἐν περιπτώσει διαφωνίας, πραγματογνώμονες, ὅρκωσις, ἔκθεσις, ἐπικύρωσις...! καὶ τὸ συμβόλαιον; δέον οἱ συμβαλλόμενοι νὰ περιμένωσι 48 ὥρας, ἢ νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς διαφωνησάσης Ἀρχῆς! Ἡ οἰκονομία τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἡ ἔκβασις αὐτῆς, καὶ σπουδαιότητος στεροῦνται καὶ παράπονα καὶ αὐθαίρετα νομοθετοῦσιν· αἱ συμβάσεις δὲν εἶναι ψυχρῶν ἀμεταβλήτων ὑπολογισμῶν συμπεράσματα, ἀλλὰ στιγμιαίων πολλάκις συμφερόντων συνδυασμοὶ, ἐνίοτε δὲ καὶ αἰσθηματικαὶ ὑπαγορεύσεις, εἰς ἑκάστην στιγμὴν δυνάμεναι νὰ ἀλλοιωθῶσι. Διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ τούτου παραδίδεται εἰς τὰς χεῖρας ψυχροῦ καὶ ἀδιαφόρου εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ ψυχολογικὴν ταύτην τῆς κοινωνίας κίνησιν καὶ ζωὴν ὑπαλλήλου μέσον καταπιέσεως διὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν κοινωνικῶν τούτων ἀναγκῶν. Δέον ἑπομένως τοῦ μὲν συμβολαίου ἡ σύνταξις οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀναβάλληται, νὰ ὁρισθῇ δὲ διαδικασία τις πρὸς ὁριστικὸν τοῦ νομίμου τέλους προσδιορισμὸν, ἐξασφαλιζομένου τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἴτε διὰ καταβολῆς ἐπὶ ἀμέσῳ ἐπιστροφῇ, εἴτε δι’ ἐγγυητικοῦ ἐπὶ ἀπολήψει τοῦ τέλους.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 45, κατὰ τὸ ὁποῖον κανονίζεται ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τῶν κληρονόμων καὶ κληροδόχων, ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Συλλόγου παρετήρησε ταῦτα: «Ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 45 ὁ κ. Ἰωάννης Τυπάλδος παρατηρεῖ, ὅτι διαμένοντος τοῦ κληρονόμου ἐκτὸς τοῦ τόπου ἔνθα ἔκκειται ἡ κληρονομία, διορίζεται συνήθως παρὰ τῶν δικαστηρίων κηδεμὼν τῆς κληρονομίας, ὡς σχολαζούσης· ὅτε δὲ παρουσιασθῇ ὁ κληρονόμος, ἀπαιτεῖται ἵνα προσαχθῇ ἡ ἀπόδειξις τοῦ κληρονομικοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, εἰσάγεται δὲ ἐπὶ τούτῳ δίκη μεταξὺ τοῦ κληρονόμου καὶ τοῦ κηδεμόνος, διαρκοῦσα πολλάκις πέραν τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 15. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὁ μὲν κηδεμὼν οὐδὲ συμφέρον οὐδὲ ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ ἐπιδώσῃ εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον τὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου διατασσομένην δήλωσιν, ὁ δὲ κληρονόμος δὲν δύναται νὰ δώσῃ αὐτὴν ἐμπροθέσμως, ἀγνοῶν τὰ πράγματα τῆς κληρονομίας, τὴν ἀξίαν αὐτῶν, τὰ πραγματικὰ χρέη καὶ λοιπὰ βάρη. Δικαιότερον ἑπομένως νομίζει ὅπως, ἀντὶ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 45 ὁριζομένων διαφόρων προθεσμιῶν, τεθῇ μία μόνη προθεσμία, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ κληρονόμου εἰς τὴν κατοχὴν τῆς κληρονομίας.» Πολλαὶ παρατηρήσεις καὶ σπουδαῖαι ἐπὶ πλείστων ἄλλων ἄρθρων δύνανται νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν δυναμένων νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ ῥίψωσιν ἓν βλέμμα καὶ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν γενικῇ, οὕτως εἰπεῖν, συζητήσει ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου νὰ διεξέλθῃ τις ὅλας τὰς λεπτομερείας. Βάσις ὅμως τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούομεν τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἐπιζητεῖται αὔξησις διπλασία καὶ ἐν πολλοῖς τριπλασία ὄχι μόνον εἰς τὰ τέλη χαρτοσήμου τῶν συμβολαίων καὶ λοιπῶν ἰδιωτικῶν πράξεων καὶ ἐμπορικῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν δικαστικῶν· ὅτι αἱ ποιναί, αἵτινες καθιεροῦνται, εἶναι ποιναί, αἱ ὁποῖαι, ἀπορῶ, πῶς εὗρον χῶρον ἐν Νομοσχεδίῳ τοιούτῳ· διότι, ἂν παραλειφθῇ τὸ νόμιμον τέλος, ἐξεύρετε ποία εἶναι ἡ ποινή, ἥτις ἐπιβάλλεται; ἐν τῷ λαθρεμπορίῳ ἐπιβάλλεται τὸ ὀκταπλοῦν, ἐνταῦθα ἐπιβάλλεται τέλος εἰκοσαπλοῦν! Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ τοιοῦτον τέλος ὡς ποινή; Λοιπὸν ἐὰν ὀφείλετε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου νὰ θέσητε ἐπ’ αὐτοῦ τέλος 100 δραχμῶν, καὶ δὲν τὸ ἐπράξατε, θὰ καταδικασθῆτε εἰς πρόστιμον δύω χιλιάδων δραχμῶν! Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀξίζει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως, διότι ἀφορᾷ εἰς ὕψιστα κοινωνικὰ συμφέροντα, καὶ ἂν ὦσιν ἀληθεῖς αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλομεν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων προσπαθοῦμεν νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι βαρυτάτη φορολογία προετοιμάζεται κατὰ τῶν πολιτῶν, ἂς σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὡρίμως, ἥτις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὥστε κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ δυνηθῶμεν νὰ μάθωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ διάθεσιν νὰ δεχθῇ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις καὶ μέχρι τίνος σημείου. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Ὀφείλομεν δὲ πάντες νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τοῦ Τόπου τὸ νέον τοῦτο κυβερνητικὸν φιλοδώρημα.
§97Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἦτο περιττὸν, κύριοι, μετὰ τόσου τόνου καὶ ἐμφάσεως ὁ προαγορεύσας νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὴν σπουδαίαν αὐτῆς προσοχὴν, ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, διότι προφανῶς πρόκειται περὶ σπουδαίου Νομοσχεδίου, καὶ τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ δύναται πᾶς τις ἐξ ὑμῶν νὰ ἐκτιμήσῃ ἄνευ παρορμήσεως οἱασδήποτε. Πρόκειται περὶ σπουδαίου Νομοσχεδίου φορολογικοῦ, σπουδαίας περιέχοντος διατάξεις, συμπηγνύοντος διαφόρους πολυπλόκους νόμους καὶ πληροῦντος τὰ κενὰ ὅπου ὑπάρχουσιν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἐξέτασις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, δὲν ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς περὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἠσχολήθη ὅσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπῄτει νὰ ἀσχοληθῇ· διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἡμῶν περιωρίσθησαν εἰς ἁπλῆν ἀνάγνωσιν τῶν πλείστων παρατηρήσεων, αἵτινες ἐν τῷ δικηγορικῷ Συλλόγῳ Ἀθηνῶν ἐγένοντο ὑπὸ διαφόρων μελῶν αὐτοῦ, καὶ μετὰ τὴν ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτοῦ ἀνάπτυξιν ἀσυζητήτως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγένοντο δι’ ἀναστάσεως δεκταί. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως δὲν ἦτο ἄξιον τόσον ἁπλῆς ἐξετάσεως· εἶναι τόσῳ περίπλοκον καὶ τόσην ἀπαιτεῖ προσοχὴν καὶ ἐνδελέχειαν περὶ τὴν μελέτην ἑκάστου ἄρθρου, ἑκάστης φράσεως ἑκάστου ἄρθρου, ὥστε καὶ ὁλοκλήρου μηνὸς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐξέτασις δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸν ἐπιμελῶς ἐξετάζοντα ἀποτελέσματα τελείως εὐάρεστα. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἴσως ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι νὰ ὁμιλήσω περισσότερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον εἰργάσθην ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἴσως ἔχει δίκαιον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καίτοι εἰργάσθην ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐφέτος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ μετέσχον ὡς εἰσηγητὴς τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προγενεστέρως ἐν πολυμελεστάτῃ Ἐπιτροπῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας μετέσχον καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἁρμόδιοι περὶ τὰ τοῦ χαρτοσήμου καὶ μέλη τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ἐκ τῶν κατεχόντων ὑψηλοτάτην θέσιν καὶ ἀνώτατοι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους καὶ πάντες οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, καίτοι καὶ ἐφέτος καὶ πέρυσιν ἠσχολήθην εἰς αὐτὸ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀνακαλύπτω, ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὸν βελτιώσεως καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ πάλιν μελετηθῇ, καὶ πάλιν θέλουσιν εὑρεθῆ ὄχι ὀλίγα κεφάλαια, χρήζοντα διορθώσεως.
§98ΧΟΪΔΑΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἀτελὲς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§99ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἐν οὐδεμιᾷ ὁμοίᾳ αἰθούσῃ, ὅστις νὰ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι θὰ ψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἦναι ἄψογος. Γνωρίζομεν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει πλῆθος νόμων κανονιζόντων τὰ τῶν τελῶν καταχωρίσεως καὶ τοῦ χαρτοσήμου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν νομομαθῶν, καὶ καθ’ ἡμέραν ἀποδεικνύονται δεόμενοι βελτιώσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει καὶ ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν καλῶς οἱ νόμοι· ἡ ἐπεξεργασία τῶν νόμων διεξάγεται ἐκεῖ ὑπὸ πολλῶν Σωματείων, καὶ ὅμως ἐξέρχονται καὶ ἐκεῖθεν ἀτελεῖς. Τοῦτο εἶναι τὸ πεπερασμένον τῆς ἀνθρωπίνης ἐργασίας, ἂν δέ τις ἐξ ὑμῶν ἦναι ἀνώτερος τοῦ πεπερασμένου, τὸν συγχαίρω.
§100ΧΟΪΔΑΣ. Σεῖς ὁμολογεῖτε τώρα ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ εὕρητε πολλὰς ἀτελείας. Διατί δὲν διορθόνετε ἀνθρωπίνως, πεπερασμένως τὰς ἀτελείας αὐτὰς, καὶ τότε νὰ φέρητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο σκοπεῖ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν· ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείψεις, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν ὑποδειχθῶσι, νὰ διορθωθῶσι, βεβαίως δὲ ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες θέλουσι φέρει βελτίωσιν. — Ἐπανέρχομαι εἰς ὅσα εἶπον περὶ τῆς μελέτης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ νὰ ἀναγνώσῃ τὰς πλείστας τῶν παρατηρήσεων τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ λέγω περὶ τούτου ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται δὲν εἶναι παρατηρήσεις εὐρείας συζητήσεως, συνεπαγαγούσης ψήφισιν γνώμης μεμελετημένης, ἀλλ’ εἶναι δυστυχῶς παρατηρήσεις μελῶν τοῦ Συλλόγου, δι’ ἀναστάσεως γενόμεναι δεκταὶ ἄνευ περαιτέρω μελέτης. Καὶ δὲν κατακρίνω τοὺς οὕτω συζητήσαντας, διότι γνωρίζομεν πόσαι εἶναι αἱ ἀσχολίαι τῶν ἀποτελούντων τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον καὶ πόσας ὀλίγας ὥρας δύνανται νὰ διαθέσωσι, καὶ μάλιστα οἱ ἱκανώτεροι αὐτῶν, εἰς τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρέργως δυστυχῶς ἐξετάζονται. Ἡ ἀπαρίθμησις τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀναγνοὺς ἢ ἀπομνημονεύσας τὰς παρατηρήσεις τοῦ Συλλόγου...
§102ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἦτο πλήρης ὁ Σύλλογος, ὅταν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα—περιήγαγεν αὐτὸν εἰς πλάνην, διὰ τοῦτο κατεδίκασεν ἄρθρα τοῦ νόμου κείμενα ἀπὸ 50 ἐτῶν καὶ ἁπλῶς ἀντιγεγραμμένα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ σπουδαίως μεμελετημένα. Τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα ἀντεγράφησαν ἐκ Γερμανικῶν καὶ Γαλλικῶν νόμων, καὶ εἰσήχθησαν ἐν ἔτει 1836, καὶ ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὑπό τινων μελῶν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν ὡς μὴ σπουδαῖα. Ἀλλὰ πρέπει ἆρά γε νὰ περιορισθῇ τις νὰ ἀντικρούσῃ ἀμέσως τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Πατρῶν μίαν πρὸς μίαν, ἢ πρέπει νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπάντησιν κατ’ ἄρθρον, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις; Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο λυσιτελέστερον, ὅταν ἔλθῃ ἐκείνη ἡ ὥρα, θέλει ὅμως μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ἐπικρίνω τοὺς λόγους τοῦ προαγορεύσαντος, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔδει μετὰ προσοχῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀληθῶς σκοπὸν νὰ συμπαγιώσῃ εἰς ἕνα νόμον τὰς διατάξεις τὰς κειμένας ἐν διαφόροις νόμοις, διατάγμασι καὶ ἐγκυκλίοις, καὶ ἐν τῇ συγχωνεύσει ταύτῃ νὰ καταταχθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ διάφοροι εἰς τὰ πέντε κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα διῃρέθη τὸ νομοσχέδιον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἦναι εὔκολον εἰς οἱονδήποτε νὰ ἀνατρέχῃ εἰς ἀνεύρεσιν ἑκάστης διατάξεως, ἁπλῶς ἐρευνῶν τὸν τίτλον ἑκάστου κεφαλαίου· ἐὰν λ. χ. ζητήσῃ τις ποία εἶναι ἡ ποινή, νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ περὶ ποινῶν, ἐὰν ζητήσῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑπολογίσεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου, εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑπολογίσεως τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου καὶ οὕτω καθεξῆς. Κατὰ τὴν διαίρεσιν ταύτην τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκαινοτόμησε, διότι αὐτὴ αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τῷ παλαιῷ, ἀλλὰ μερικὰς διατάξεις κακῶς παρεισφρησάσας εἰς κεφάλαια ἄλλα, μετέφερε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἀνάγονται. Τὸ νομοσχέδιον ἔπραξε καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰ κεφάλαια τὰ κατάλληλα κατέταξε καὶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες εἶναι ἐγκατεσπαρμέναι εἰς τοὺς διαφόρους νόμους, εἰς τὰ διάφορα διατάγματα καὶ εἰς τὰς διαφόρους ἐγκυκλίους, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τοῦ 1836. Καὶ αὐτὴ ἀληθῶς ἡ μεγάλη ποικιλία τῶν διατάξεων, ἡ εὑρισκομένη ἐν τοῖς ἐγκυκλίοις, τοῖς διατάγμασι καὶ τοῖς νόμοις, αὐτὴ ἀκριβῶς δικαιολογεῖ, τὸ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἐξέλεγξις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἄνευ μακρᾶς μελέτης· διότι, ὅσον ἂν ἐγκύψητε εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα, θέλετε εὕρει πολλὰς πράξεις ἐνεργουμένας κατὰ συνήθειαν μέχρι τῆς σήμερον, ἢ διὰ διατάξεων μὴ εὑρισκομένων ἐν τῷ νόμῳ μηδ’ ἐν τοῖς διατάγμασιν, ἀλλὰ κανονισθεισῶν δι’ ἐγκυκλίων· διότι ὁσάκις παρίσταντο περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐγεννῶντο ζητήματα περὶ τοῦ τί τέλος θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐξεδίδετο ἐγκύκλιος κανονίζουσα τὰ πράγματα κατὰ τὸ πνεῦμα βεβαίως τοῦ νόμου, ἢ διορθοῦσα τὰ προηγουμένως κακῶς κεκανονισμένα. Τί ἐπεδίωξε τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῆς συγχωνεύσεως καὶ τῆς καταλλήλου κατατάξεως τῶν διαφόρων διατάξεων; ἐπεδίωξε βεβαίως φορολογικὴν μεταῤῥύθμισιν, φορολογικὴν αὔξησιν· καὶ βεβαίως ἤθελεν εἶναί τις ἁπλοῦς, ἐὰν ἤθελε τολμήσει νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Καὶ πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐδήλωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐφέτος τὸ ἐδήλωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ περισσοῦ δὲ τὸ ἐδήλωσε καὶ ἐν τῇ εἰσαγωγικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου· δὲν εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κρύπτεται. Ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὔξησίν τινα φορολογικὴν ἐν τῷ νόμῳ περὶ χαρτοσήμου· ἀλλὰ θὰ ἐξετασθῇ ἂν αὕτη ἡ φορολογία ᾖναι φορολογία παράλογος καὶ ἐπαχθὴς, καὶ καθ’ ὅσον εὑρίσκεται ἐπαχθὴς νὰ κατακριθῇ, ἀλλὰ καθ’ ὅσον δὲν ἀποδεικνύεται ἐπαχθὴς, δὲν νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ κατενεχθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μεθ’ ὅσης δυνάμεως κατηνέχθη ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. Καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ, ἂν ἐγένετό τι ὄχι πρὸς αὔξησιν τέλους, ἀλλὰ πρὸς ἐλάττωσιν τέλους ἢ πρὸς ἐλάφρωσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ διευκολυνθῶσιν αἱ συναλλαγαὶ ἢ αἱ πράξεις αἱ κοινωνικαὶ, νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε τόσον νὰ παραλίπῃ τὴν ἐξέτασιν ταύτην ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς ἓν μόνον κεφάλαιον ἐγένετο ἐλάττωσις καὶ νὰ ἐκλέξῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ Δικηγορικῷ Συλλόγῳ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος δικηγόρος ἀνεκάλυψε, τὸ κεφάλαιον δηλαδὴ τῶν πράξεων προτιμήσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὸ εἶναι τόσῳ εὐτελὲς καὶ τόσῳ μικρὸν, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐμὲ εἶχε διαφύγει μέχρι τοῦδε, δὲν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀνάμνησιν τοῦ πράγματος καὶ τὸ ἐνεθυμήθην μόνον ὅτε τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ διορθωθῇ.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν σᾶς ἀρέσκῃ, εἶναι καιρὸς νὰ διορθωθῶσι πολλὰ, καὶ δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι νομοσχέδια ὑμέτερα διωρθώθησαν εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην Σύνοδον. Εἶναι πάντοτε καιρὸς νὰ φωτίζηται κανείς. Τὸ Νομοσχέδιον διὰ τριῶν ἢ τεσσάρων τρόπων ἐπιδιώκει τὴν αὔξησιν τῆς εἰσπράξεως τῆς ἐκ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου. Καὶ πρῶτος τρόπος, ὁ ὁποῖος προκύπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις ὑμῶν, εἶναι ὁ διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ σχήματος καὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ χαρτοσήμου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γραμμῶν, καὶ διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν περιθωρίων. Ὁμολογουμένως ἡ καθιέρωσις περιθωρίων φέρει περιορισμὸν τοῦ χώρου, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι τὰ περιθώρια ταῦτα ὁρίζονται ἐπὶ χάρτου εὐρυτέρου ἢ ὅσος ἦτο ὁ μέχρι τοῦδε ὑπάρχων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· διότι, ἂν παραβάλητε τὰς διαστάσεις τοῦ χαρτοσήμου, τὰς κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε κρατούσας, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι αἱ μὲν ὑπὸ τοῦ Νομοσχεδίου καθιερούμεναι εἶναι 0,420 πλάτους καὶ 0,310 μήκους, ἐνῷ τὸ ἤδη ἐν χρήσει ἔχει μόνον 0,406 πλάτος καὶ 0,300 μῆκος· δὲν ἀναφέρω τὸ μῆκος, τὸ ἀλλαχοῦ ὀνομαζόμενον ὕψος, διότι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δαπάνης τοῦ τέλους, ἀλλὰ τὸ πλάτος βεβαίως ἔχει ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐκ τοῦ πλάτους τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι κατὰ 0,014 μεγαλείτερον, τὸ περιθώριον ἀφαιρεῖ ἓν μέρος. Καὶ βεβαίως, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ περιθώριον τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ὁ περιορισμὸς εἶναι 0,050, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον εὐρὺ καὶ τὸ περιώρισεν εἰς 0,040, ἑπομένως ἐγένετο ἐλάττωσις κατὰ 0,010. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ ἐλαττωθῇ καὶ ἐπὶ 10 ἔτι χιλιοστὰ, διότι, ὑπάρχοντος καὶ τοιούτου περιθωρίου, νομίζω, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῆς γραφῆς ἔσται πλήρης. Ὡσαύτως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη παμψηφεὶ νὰ ἀναβιβάσῃ πάλιν εἰς 30 γραμμὰς τὰς 25 τοῦ Νομοσχεδίου, ἑπομένως ἐπαναφέρει αὐτὰς εἰς ὃν ἀριθμὸν ἦσαν ἀπὸ τοῦ 1877 ὡρισμέναι, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ τελευταῖος γενικὸς νόμος περὶ χαρτοσήμου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ περιθώριον κατὰ 0,010 μόνον, ὁ περιορισμὸς τοῦ χώρου τοῦ χαρτοσήμου εἶναι μόνον 0,046, ἐὰν δὲ δεχθῆτε καὶ ἔτι 10 νὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ περιθωρίου εἶναι μόνον 0,036. Τὰ περιθώρια ταῦτα δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ βάρους τοῦ μικροῦ, τὸ ὁποῖον συνεπιφέρουσι· τὰ περιθώρια ταῦτα εἶναι ἤδη καθιερωμένα ἐν τῇ συνηθείᾳ· πάντοτε ἐξ ἀριστερῶν τοῦ χαρτοσήμου, οἱ Δικηγόροι μεταχειρίζονται πολὺ εὐρύτερον περιθώριον ἢ ὅτι ὁρίζεται σήμερον ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ. Τὸ ἀριστερὸν περιθώριον τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι μόνον 0,020, καὶ γινώσκετε ὅτι δὲν ὑπάρχει Δικηγόρος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ διαιρῇ τὸ χαρτόσημον, ἵνα κατασκευάσῃ περιθώριον, μεταξὺ τῶν δύω σφραγίδων.
§106Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀφίνουσιν ὅμως δύω περιθώρια.
§107ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφίνουσιν ἓν, ἀλλὰ πολὺ μεγαλείτερον.
§108Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται ὅμως νὰ γράψωσιν ἐπ’ αὐτοῦ....
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν ἔχετε ὑπομονὴν, θὰ ἀκούσητε περὶ ὅλων. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις παρὰ πολλῶν ὅτι τὰ περιθώρια δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν φορολογικήν. Πάντοτε καὶ ὑπὸ τῶν Δικαστικῶν Ἀρχῶν παρετηρήθη ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ καθιέρωσις περιθωρίων καὶ περιθωρίων ὄχι ὁποῖα σήμερον κατὰ συνήθειαν ὑπάρχουσι· διότι παρετηρήθη εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πολλάκις οἱ Πρόεδροι ἠναγκάσθησαν νὰ προβῶσιν εἰς παρατηρήσεις πρὸς τοὺς γράφοντας, ὅτι ἐπὶ τῶν περιθωρίων γράφονται προτάσεις ὁλόκληροι, τὴν τελευταίαν στιγμὴν μάλιστα, αἱ ὁποῖαι διαφεύγουσι πολλάκις τὴν προσοχὴν τῶν ἀντιδίκων καὶ τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ, καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχεται ζημία μεγάλη εἰς τοὺς διαδίκους μὴ ὑπερασπιζομένους δεόντως τὰ συμφέροντα αὐτῶν ἢ ἐκτιθεμένους εἰς μεταῤῥύθμισιν ἢ ἀναίρεσιν τῶν ἀποφάσεων διὰ παράλειψιν τῶν προτάσεων τούτων. Εἶναι δὲ τοῦτο κατάχρησις βεβαίως τοῦ χαρτοσήμου, καὶ πολλάκις ἠναγκάσθησαν τὰ δικαστήρια διὰ τοῦ κανονισμοῦ νὰ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τοὺς δικηγόρους νὰ γράφωσιν ὁλοκλήρους προτάσεις ἐπὶ τοῦ περιθωρίου, ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς, καίτοι ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ κατεχωρίσθη ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν Νόμου. Τοῦτο λοιπὸν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἅπαξ διὰ παντὸς καθιεροῦται. Ἐὰν τὸ περιθώριον ἦναι εὐρύτερον τοῦ δέοντος, τίς ὁ ἀντιλέγων νὰ περιορισθῇ; ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον καὶ πρέπει νὰ μείνῃ. Δεύτερος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεδιώχθη ἡ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ χαρτοσήμου, εἶναι ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς κλίμακος τῶν τελῶν, καὶ ἐκεῖ κυρίως πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἡ Βουλή. Θὰ ἐξετάσητε, δι’ αὐτῆς τῆς διαῤῥυθμίσεως τίς νέα κατὰ κλίμακα ἐπεβλήθη φορολογία, καὶ ἂν ἡ φορολογία αὕτη ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς Εὐρώπης νόμος περὶ τελῶν καταχωρίσεως καὶ τελῶν χαρτοσήμου, ὁ ὁποῖος νὰ προσεγγίζῃ καὶ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς φορολογίας τοῦ Νομοσχεδίου. Ἐνταῦθα, ἐὰν ἐξετάσητε μετ’ ἐπιστασίας τὰ πράγματα, θέλετε ἴδει ὅτι ἐπὶ κοινῶν ἐγγράφων οὐδέποτε ἡ φορολογία ὑπερβαίνει τὸ 1%, δὲν ὑπερβαίνει τὰ ¾%, καὶ συχνότατα εἶναι μόνον ἥμισυ τοῖς ἑκατόν. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος περὶ τῶν συμβολαίων τῆς πωλήσεως ὅτι εἶναι βαρὺ τὸ τέλος, εἰς ὃ κατὰ τὴν κλίμακα ὑπεβλήθησαν. Γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρώνουσι τὰ συμβόλαια πωλήσεως ἀκινήτων ἐν Γαλλίᾳ; Τὰ τέλη ταῦτα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Τέλη καταχωρίσεως 5,50 τοῖς ἑκατὸν καὶ 2½ δέκατα, τὰ λεγόμενα δέκατα τοῦ πολέμου, ὑφιστάμενα δὲ ἀπὸ τοῦ 1798, 6,60%, ἐπὶ πλέον δὲ τέλη χαρτοσήμου καὶ πρὸς τούτοις τὰ συμβολαιογραφικὰ δικαιώματα, ἅτινα ἐν Γαλλίᾳ καταβάλλονται κεχωρισμένως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ἐμπεριλαμβάνονται ἐν τῷ τέλει τοῦ χαρτοσήμου. Καὶ ἐνταῦθα παρατηρεῖται, ὅτι τὸ ἄθροισμα τῶν τελῶν χαρτοσήμου, καταχωρίσεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Συμβολαιογράφου ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ πωλήσεως ἀκινήτων φθάνει μέχρι 10% καὶ μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, σπανιώτατα ἐμφανιζομένας, εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσιν εἰς 8,50%. Ἀπέναντι τοῦ ὅρου τούτου, τί εἶναι τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, τί εἶναι τὰ ¾; Εἰς τὴν Ἰταλίαν φορολογοῦνται 3%, εἰς τὸ Βέλγιον ἀνώτερον ἔτι τῆς Ἰταλίας. Οὐδὲν ὑπάρχει Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ τέλη νὰ φθάνωσι μόνον εἰς ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ὡς ὁρίζει τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζομεν σήμερον.
§110ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα τοῖς ἑκατὸν ὁρίζει ἡ κλῖμαξ ἐν Γαλλίᾳ;
§111ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπιβάλλεται διάφορον τέλος εἰς ἑκάστην πρᾶξιν, ἄλλο ἐπὶ κινητῶν καὶ ἄλλο ἐπὶ ἀκινήτων. Ἀλλὰ παρατηροῦμεν, ὅτι ἅπαντα ταῦτα τὰ τέλη συλλήβδην λαμβανόμενα, ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν εἶναι πάντοτε ἀνώτερον τῆς κλίμακος, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει τὸ Νομοσχέδιον. Οὕτως ἐπὶ κινητῶν, ἐπὶ πωλήσεως συγκομιδῶν, ἡ ὁποία βεβαίως εὐνοεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου, τὰ τέλη τῆς καταχωρίσεως εἶναι 2%, πλέον 2½ δέκατα, ἐπὶ πλέον τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβολαιογράφου· ἐπὶ πωλήσεως πλοίων ἐπίσης, ἐπὶ πωλήσεως ἐμπορικῶν καταστημάτων, fonds de commerce, ἐπίσης τὰ αὐτά. Ἐπὶ ἐμπορικῶν ἐγγράφων, ὡς θέλετε παρατηρήσει κατόπιν, ἐὰν ἐξετάσητε, θέλετε ἴδει, ὅτι πανταχοῦ τὰ τέλη εἶναι μεγαλείτερα ἢ παρ’ ἡμῖν· ὅταν δὲ φθάσητε εἰς τὰ κληρονομικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Νομοσχεδίου δὲν τροποποιοῦνται, θέλετε ἴδει ὅτι ἐν Γαλλίᾳ φθάνουσι μέχρι 10,80%, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ὑπερβαίνομεν κατὰ τὰ τέλη ταῦτα διὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τὸ 5%. Ἐκ τῆς παραβολῆς τῆς φορολογίας τῆς ἐπικρατούσης ἐν Εὐρώπῃ παρατηρεῖτε, ὅτι δὲν προσεγγίζει οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν ἐλαφρότητα τῆς φορολογίας τῆς παρ’ ἡμῖν ἐπιβαλλομένης.
§112Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσητε ἐπὶ πολύ, κ. Δραγούμη;
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν θέλετε, παύω.
§114Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε.
§115ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Δραγούμη.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§117ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ παύω.
§118ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν πάντες, κύριε Δραγούμη, νὰ σᾶς ἀκούσωμεν· τινὲς δὲ δυσκολεύονται, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§119ΧΟΪΔΑΣ. Βλέπετε, κ. Δραγούμη, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως πολλῆς σᾶς ἀκούομεν.
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθεῖτε αὔριον, κύριε Δραγούμη.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ.).